Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 7. Συμπέρασμα: Οικονομική Επιστήμη και Δημόσια Πολιτική
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 6. Ηθικές Αντιλήψεις Κατά της Αγοράς: Μια Πραξεολογική ΚριτικήΠεριεχόμενα
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 7. Συμπέρασμα: Οικονομική Επιστήμη και Δημόσια Πολιτική
↗ στη σελίδα του βιβλίουChapter 7 — Conclusion: Economics and Public Policy
1. Οικονομική επιστήμη: Η φύση και οι χρήσεις της
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. Economics: Its Nature and Its Uses
Η οικονομική επιστήμη μάς παρέχει αληθείς νόμους, του τύπου: αν Α, τότε Β, τότε Γ κ.ο.κ. Ορισμένοι από αυτούς τους νόμους ισχύουν πάντοτε, δηλαδή το Α ισχύει πάντοτε —ο νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας, η χρονική προτίμηση κ.λπ.—. Άλλοι απαιτούν να διαπιστωθεί πρώτα ότι το Α είναι αληθές, προτού μπορέσουμε να βεβαιώσουμε ότι οι συνέπειές του ισχύουν στην πράξη. Το πρόσωπο που αναγνωρίζει τους οικονομικούς νόμους στην πράξη και τους χρησιμοποιεί για να εξηγήσει σύνθετα οικονομικά γεγονότα ενεργεί, επομένως, ως οικονομικός ιστορικός και όχι ως θεωρητικός της οικονομικής επιστήμης. Είναι ιστορικός όταν αναζητεί την αιτιακή εξήγηση παρελθόντων γεγονότων· είναι προγνώστης όταν επιχειρεί να προβλέψει μελλοντικά γεγονότα. Και στις δύο περιπτώσεις χρησιμοποιεί απολύτως αληθείς νόμους, αλλά πρέπει να προσδιορίσει πότε κάθε συγκεκριμένος νόμος εφαρμόζεται σε μια δεδομένη κατάσταση.258 Επιπλέον, οι νόμοι είναι αναγκαστικά ποιοτικοί και όχι ποσοτικοί· επομένως, όταν ο προγνώστης επιχειρεί να διατυπώσει ποσοτικές προβλέψεις, υπερβαίνει τη γνώση που παρέχει η οικονομική επιστήμη.259
ECONOMICS PROVIDES US WITH TRUE laws, of the type if A, then B, then C, etc. Some of these laws are true all the time, i.e., A always holds (the law of diminishing marginal utility, time preference, etc.). Others require A to be established as true before the consequents can be affirmed in practice. The person who identifies economic laws in practice and uses them to explain complex economic fact is, then, acting as an economic historian rather than as an economic theorist. He is an historian when he seeks the casual explanation of past facts; he is a forecaster when he attempts to predict future facts. In either case, he uses absolutely true laws, but must determine when any particular law applies to a given situation.Furthermore, the laws are necessarily qualitative rather than quantitative, and hence, when the forecaster attempts to make quantitative predictions, he is going beyond the knowledge provided by economic science.
Δεν έχει συχνά γίνει αντιληπτό ότι οι λειτουργίες του οικονομολόγου στην ελεύθερη αγορά διαφέρουν ριζικά από εκείνες του οικονομολόγου στην παρεμποδιζόμενη αγορά. Τι μπορεί να κάνει ο οικονομολόγος στην αμιγώς ελεύθερη αγορά; Μπορεί να εξηγεί τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς —έργο ζωτικής σημασίας, ιδίως επειδή ο ακατάρτιστος άνθρωπος τείνει να θεωρεί την οικονομία της αγοράς απόλυτο χάος—, αλλά μπορεί να κάνει ελάχιστα πέρα από αυτό. Αντίθετα προς τις αξιώσεις πολλών οικονομολόγων, προσφέρει μικρή βοήθεια στον επιχειρηματία. Δεν μπορεί να προβλέπει τη μελλοντική ζήτηση των καταναλωτών και το μελλοντικό κόστος εξίσου καλά με τον επιχειρηματία· αν μπορούσε, τότε θα ήταν ο ίδιος ο επιχειρηματίας. Ο επιχειρηματίας βρίσκεται στη θέση του ακριβώς λόγω της ανώτερης προγνωστικής του ικανότητας στην αγορά. Οι αξιώσεις των οικονομετρών και άλλων «κατασκευαστών υποδειγμάτων» ότι μπορούν να προβλέπουν με ακρίβεια την πορεία της οικονομίας θα καταρρέουν πάντοτε μπροστά στο απλό αλλά συντριπτικό ερώτημα: «Αν μπορείτε να προβλέπετε τόσο καλά, γιατί δεν το κάνετε στο χρηματιστήριο, όπου η ακριβής πρόβλεψη αποφέρει τόσο πλούσιες ανταμοιβές;»260 Είναι άσχετο να απορρίπτει κανείς ένα τέτοιο ερώτημα —όπως έχουν κάνει πολλοί— χαρακτηρίζοντάς το «αντιδιανοουμενίστικο»· διότι αυτό ακριβώς αποτελεί την αποφασιστική δοκιμασία του επίδοξου οικονομικού μάντη.
It has not often been realized that the functions of the economist on the free market differ sharply from those of the economist on the hampered market. What can the economist do on the purely free market? He can explain the workings of the market economy (a vital task, especially since the untutored person tends to regard the market economy as sheer chaos), but he can do little else. Contrary to the pretensions of many economists, he is of little aid to the businessman. He cannot forecast future consumer demands and future costs as well as the businessman; if he could, then he would be the businessman. The entrepreneur is where he is precisely because of his superior forecasting ability on the market. The pretensions of econometricians and other “model-builders” that they can precisely forecast the economy will always founder on the simple but devastating query: “If you can forecast so well, why are you not doing so on the stock market, where accurate forecasting reaps such rich rewards?” It is beside the point to dismiss such a query—as many have done—by calling it “anti-intellectual”; for this is precisely the acid test of the would-be economic oracle.
Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί νέοι μαθηματικοστατιστικοί κλάδοι —όπως η «επιχειρησιακή έρευνα» και ο «γραμμικός προγραμματισμός»—, οι οποίοι διατείνονται ότι βοηθούν τον επιχειρηματία να λαμβάνει τις συγκεκριμένες αποφάσεις του. Αν αυτοί οι ισχυρισμοί είναι έγκυροι, τότε τέτοιοι κλάδοι δεν αποτελούν καθόλου οικονομική επιστήμη, αλλά ένα είδος τεχνολογίας της διοίκησης. Ευτυχώς, η επιχειρησιακή έρευνα έχει εξελιχθεί σε σαφώς χωριστό κλάδο, με τη δική της επαγγελματική ένωση και το δικό της περιοδικό· ελπίζουμε ότι όλες οι άλλες τέτοιες κατευθύνσεις θα κάνουν το ίδιο. Ο οικονομολόγος δεν είναι ειδικός στην τεχνολογία της επιχειρηματικής διοίκησης.261
In recent years, new mathematico-statistical disciplines have developed—such as “operations research” and “linear programming”—which have professed to help the businessman make his concrete decisions. If these claims are valid, then such disciplines are not economics at all, but a sort of management technology. Fortunately, operations research has developed into a frankly separate discipline with its own professional society and journal; we hope that all other such movements will do the same. The economist is not a business technologist.
Ο ρόλος του οικονομολόγου σε μια ελεύθερη κοινωνία, λοιπόν, είναι αμιγώς εκπαιδευτικός. Όταν όμως το κράτος —ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας χρησιμοποιεί βία— παρεμβαίνει στην αγορά, η «χρησιμότητα» του οικονομολόγου διευρύνεται. Ο λόγος είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει, για παράδειγμα, ποια θα είναι η μελλοντική ζήτηση των καταναλωτών σε κάποιον κλάδο. Εδώ, στο πεδίο της ελεύθερης αγοράς, ο οικονομολόγος πρέπει να παραχωρεί τη θέση του στον επιχειρηματία που προβλέπει. Αλλά οι κρατικές ενέργειες είναι πολύ διαφορετικές, επειδή το πρόβλημα τώρα είναι ακριβώς ποιες θα είναι οι συνέπειές τους. Εν ολίγοις, ο οικονομολόγος μπορεί ίσως να εξηγήσει ποιες θα είναι οι επιπτώσεις μιας αυξημένης ζήτησης για βούτυρο· αυτό όμως έχει μικρή πρακτική χρησιμότητα, καθώς ο επιχειρηματίας ενδιαφέρεται πρωτίστως όχι για αυτή την αλυσίδα συνεπειών —την οποία γνωρίζει αρκετά καλά για τους σκοπούς του—, αλλά για το αν θα πραγματοποιηθεί ή όχι μια τέτοια αύξηση. Στην περίπτωση μιας κρατικής απόφασης, από την άλλη πλευρά, το «αν» είναι ακριβώς εκείνο που πρέπει να αποφασίσουν οι πολίτες. Εδώ, λοιπόν, ο οικονομολόγος, με τη γνώση του για τις διάφορες εναλλακτικές συνέπειες, βρίσκει το κατεξοχήν πεδίο του. Επιπλέον, οι συνέπειες μιας κρατικής πράξης, επειδή είναι έμμεσες, είναι πολύ δυσκολότερο να αναλυθούν από τις συνέπειες μιας αύξησης της καταναλωτικής ζήτησης για ένα προϊόν. Απαιτούνται μακρύτερες αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού, ιδίως για τις ανάγκες εκείνων που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Η απόφαση του καταναλωτή να αγοράσει βούτυρο και η απόφαση του επιχειρηματία να εισέλθει στον κλάδο του βουτύρου δεν απαιτούν πραξεολογικό συλλογισμό, αλλά μάλλον οξυδερκή κατανόηση των συγκεκριμένων δεδομένων. Η κρίση και η αξιολόγηση μιας κρατικής πράξης —για παράδειγμα, ενός φόρου εισοδήματος— απαιτούν, όμως, μακρές αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού. Επομένως, για δύο λόγους — επειδή εδώ του παρέχονται τα αρχικά δεδομένα και επειδή οι συνέπειες πρέπει να διερευνηθούν αναλυτικά—, ο οικονομολόγος είναι πολύ περισσότερο «χρήσιμος» ως πολιτικός οικονομολόγος παρά ως σύμβουλος επιχειρήσεων ή ειδικός τεχνικών διοίκησης. Σε μια παρεμποδιζόμενη οικονομία της αγοράς, πράγματι, ο οικονομολόγος συχνά γίνεται χρήσιμος στον επιχειρηματία εκεί όπου οι αλυσίδες οικονομικού συλλογισμού αποκτούν σημασία —για παράδειγμα, στην ανάλυση των επιπτώσεων της πιστωτικής επέκτασης ή ενός φόρου εισοδήματος— και, σε πολλές περιπτώσεις, στη διάδοση αυτής της γνώσης στον ευρύτερο κόσμο.
The economist’s role in a free society, then, is purely educational. But when government—or any other agency using violence—intervenes in the market, the “usefulness” of the economist expands. The reason is that no one knows, for example, what future consumer demands in some line will be. Here, in the realm of the free market, the economist must give way to the entrepreneurial forecaster. But government actions are very different, because the problem now is precisely what the consequences of governmental acts will be. In short, the economist may be able to tell what the effects of an increased demand for butter will be; but this is of little practical use, since the businessman is primarily interested, not in this chain of consequences—which he knows well enough for his purposes—but in whether or not such an increase will take place. For a governmental decision, on the other hand, the “whether” is precisely what the citizenry must decide. So here the economist, with his knowledge of the various alternative consequences, comes into his own. Furthermore, the consequences of a governmental act, being indirect, are much more difficult to analyze than the consequences of an increase in consumer demand for a product. Longer chains of praxeological reasoning are required, particularly for the needs of the decision-makers. The consumer’s decision to purchase butter and the entrepreneur’s decision about entering into the butter business do not require praxeological reasoning, but rather insight into the concrete data. The judging and evaluation of a governmental act (e.g., an income tax), however, require long chains of praxeological reasoning. Hence, for two reasons—because the initial data are here supplied to him and because the consequences must be analytically explored—the economist is far more “useful” as a political economist than as a business adviser or technologist. In a hampered market economy, indeed, the economist often becomes useful to the businessman—where chains of economic reasoning become important, e.g., in analyzing the effects of credit expansion or an income tax and, in many cases, in spreading this knowledge to the outside world.
Ο πολιτικός οικονομολόγος είναι, πράγματι, απαραίτητος σε κάθε πολίτη που διατυπώνει ηθικές κρίσεις στην πολιτική. Η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί ποτέ από μόνη της να παρέχει ηθικές επιταγές, αλλά παρέχει νόμους για την πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς όταν διατυπώνει ηθικά συμπεράσματα — όπως ακριβώς κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει ορθολογικά αν το προϊόν Χ είναι καλή ή κακή τροφή προτού εξακριβωθούν και ληφθούν υπόψη οι συνέπειές του στον ανθρώπινο οργανισμό.
The political economist, in fact, is indispensable to any citizen who frames ethical judgments in politics. Economics can never by itself supply ethical dicta, but it does furnish existential laws that cannot be ignored by anyone framing ethical conclusions—just as no one can rationally decide whether product X is a good or a bad food until its consequences on the human body are ascertained and taken into account.
2. Έμμεση ηθικολογία: Οι αποτυχίες της οικονομικής της ευημερίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. Implicit Moralizing: The Failures of Welfare Economics
Όπως έχουμε επαναλάβει, η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί από μόνη της να θεμελιώσει ηθικές κρίσεις και μπορεί και πρέπει να αναπτύσσεται με αξιολογικά ουδέτερο τρόπο. Αυτό ισχύει είτε υιοθετούμε τη σύγχρονη διάκριση μεταξύ γεγονότος και αξίας είτε ακολουθούμε την κλασική φιλοσοφική παράδοση ότι μπορεί να υπάρξει «επιστήμη της ηθικής». Διότι, ακόμη και αν μπορεί να υπάρξει, η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί από μόνη της να τη θεμελιώσει. Ωστόσο, η οικονομική επιστήμη, ιδίως η σύγχρονη εκδοχή της «ευημερίας», είναι γεμάτη έμμεση ηθικολογία — ανεξέταστες, κατά περίπτωση ηθικές δηλώσεις που εισάγονται λαθραία στο παραγωγικό σύστημα συλλογισμών, είτε σιωπηρά είτε υπό περίτεχνη συγκάλυψη. Αλλού έχουμε αναλύσει πολλές από αυτές τις απόπειρες, για παράδειγμα την «παλαιά» και τη «νέα» οικονομική της ευημερίας.262 Οι διαπροσωπικές συγκρίσεις χρησιμότητας, η «αρχή της αποζημίωσης» και η «συνάρτηση κοινωνικής ευημερίας» αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Είδαμε επίσης τον παραλογισμό της αναζήτησης κριτηρίων «δίκαιης» φορολογίας προτού αποδειχθεί η δικαιοσύνη της ίδιας της φορολογίας. Άλλα παραδείγματα αθέμιτης ηθικολογίας είναι το δόγμα ότι η διαφοροποίηση προϊόντων βλάπτει τους καταναλωτές αυξάνοντας τις τιμές και περιορίζοντας την παραγωγή — δόγμα που βασίζεται στις εσφαλμένες υποθέσεις ότι οι καταναλωτές δεν επιθυμούν αυτές τις διαφορές και ότι οι καμπύλες κόστους παραμένουν ίδιες—· η πλαστή «απόδειξη» ότι, με δεδομένο το συνολικό φορολογικό ποσό, ο φόρος εισοδήματος είναι «καλύτερος» για τους καταναλωτές από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης·263 και η μυθική διάκριση μεταξύ «κοινωνικού κόστους» και «ιδιωτικού κόστους».
As we have reiterated, economics cannot by itself establish ethical judgments, and it can and should be developed in a Wertfrei manner. This is true whether we adopt the modern disjunction between fact and value, or whether we adhere to the classical philosophical tradition that there can be a “science of ethics.” For even if there can be, economics may not by itself establish it. Yet economics, especially of the modern “welfare” variety, is filled with implicit moralizing—with unanalyzed ad hoc ethical statements that are either silently or under elaborate camouflage slipped into the deductive system. Elsewhere we have analyzed many of these attempts, e.g., the “old” and the “new” welfare economics. Interpersonal utility comparisons, the “compensation principle,” the “social welfare function,” are typical examples. We have also seen the absurdity of the search for criteria of “just” taxation before the justice of taxation itself has been proven. Other instances of illegitimate moralizing are the doctrine that product differentiation harms consumers by raising prices and restricting production (a doctrine based on the false assumptions that consumers do not want these differences, and that cost curves remain the same); the spurious “proof” that, given the total tax bill, the income tax is “better” for consumers than excise taxes; and the mythical distinction between “social cost” and “private cost.”
Ούτε μπορούν οι οικονομολόγοι να υιοθετούν θεμιτά τη δημοφιλή μέθοδο διατήρησης της ηθικής ουδετερότητας ενώ αποφαίνονται για ζητήματα πολιτικής, δηλαδή να λαμβάνουν όχι τις δικές τους αξίες αλλά τις αξίες της «κοινότητας», ή εκείνες που αποδίδουν στην κοινότητα, και απλώς να συμβουλεύουν τους άλλους πώς να επιτύχουν αυτούς τους σκοπούς. Μια ηθική κρίση παραμένει ηθική κρίση, ανεξάρτητα από το ποιος ή πόσοι άνθρωποι τη διατυπώνουν. Η επίκληση του γεγονότος ότι δανείστηκε τις ηθικές κρίσεις από άλλους δεν απαλλάσσει τον οικονομολόγο από την ευθύνη ότι τις διατύπωσε. Ο οικονομολόγος που ζητεί εξισωτικά μέτρα επειδή «ο λαός θέλει περισσότερη ισότητα» δεν είναι πλέον αυστηρά οικονομολόγος. Έχει εγκαταλείψει την ηθική ουδετερότητα και δεν την εγκαταλείπει ούτε στο ελάχιστο περισσότερο αν ζητεί ισότητα απλώς επειδή ο ίδιος την επιθυμεί. Οι αξιολογικές κρίσεις παραμένουν απλώς αξιολογικές κρίσεις· δεν λαμβάνουν κανέναν ιδιαίτερο καθαγιασμό λόγω του αριθμού των υποστηρικτών τους. Και η άκριτη προσχώρηση σε όλες τις επικρατούσες ηθικές κρίσεις ισοδυναμεί απλώς με απολογητική της καθεστηκυίας τάξης.264
Neither can economists legitimately adopt the popular method of maintaining ethical neutrality while pronouncing on policy, that is, taking not their own but the “community’s” values, or those they attribute to the community, and simply advising others how to attain these ends. An ethical judgment is an ethical judgment, no matter who or how many people make it. It does not relieve the economist of the responsibility for having made ethical judgments to plead that he has borrowed them from others. The economist who calls for egalitarian measures because “The people want more equality,” is no longer strictly an economist. He has abandoned ethical neutrality, and he abandons it not a whit more if he calls for equality simply because he wants it so. Value judgments remain only value judgments; they receive no special sanctification by virtue of the number of their adherents. And uncritically adhering to all the prevailing ethical judgments is simply to engage in apologetics for the status quo.
Δεν προτίθεμαι καθόλου να υποτιμήσω τις αξιολογικές κρίσεις· οι άνθρωποι πράγματι τις διατυπώνουν και πρέπει πάντοτε να τις διατυπώνουν. Λέω όμως ότι η εισαγωγή αξιολογικών κρίσεων μάς μεταφέρει πέρα από τα όρια της οικονομικής επιστήμης αυτής καθαυτής και σε ένα άλλο πεδίο — το πεδίο της ορθολογικής ηθικής ή της προσωπικής ιδιοτροπίας, ανάλογα με τις φιλοσοφικές πεποιθήσεις καθενός.
I do not at all mean to deprecate value judgments; men do and must always make them. But I do say that the injection of value judgments takes us beyond the bounds of economics per se and into another realm—the realm of rational ethics or personal whim, depending on one’s philosophic convictions.
Ο οικονομολόγος, φυσικά, είναι ένας τεχνικός ειδικός που εξηγεί τις συνέπειες διαφόρων πράξεων. Αλλά δεν μπορεί να συμβουλεύει έναν άνθρωπο για τον καλύτερο δρόμο επίτευξης ορισμένων σκοπών χωρίς να δεσμεύεται ο ίδιος υπέρ αυτών των σκοπών. Ένας οικονομολόγος που προσλαμβάνεται από επιχειρηματία δεσμεύεται εμμέσως στην ηθική αξιολόγηση ότι η αύξηση των κερδών αυτού του επιχειρηματία είναι καλή —μολονότι, όπως είδαμε, ο ρόλος του οικονομολόγου στις επιχειρήσεις θα ήταν αμελητέος στην ελεύθερη αγορά—. Ένας οικονομολόγος που συμβουλεύει το κράτος για τον αποτελεσματικότερο τρόπο ταχείας επιρροής στην αγορά χρήματος δεσμεύεται έτσι υπέρ του επιθυμητού χαρακτήρα της κρατικής χειραγώγησης αυτής της αγοράς. Ο οικονομολόγος δεν μπορεί να λειτουργεί ως σύμβουλος χωρίς να αποδέχεται ως επιθυμητούς τους σκοπούς των πελατών του.
The economist, of course, is a technician who explains the consequences of various actions. But he cannot advise a man on the best route to achieve certain ends without committing himself to those ends. An economist hired by a businessman implicitly commits himself to the ethical valuation that increasing that businessman’s profits is good (although, as we have seen, the economist’s role in business would be negligible on the free market). An economist advising the government on the most efficient way of rapidly influencing the money market is thereby committing himself to the desirability of government manipulation of that market. The economist cannot function as an adviser without committing himself to the desirability of the ends of his clients.
Ο ωφελιμιστής οικονομολόγος επιχειρεί να διαφύγει από αυτό το δίλημμα πολιτικής υποθέτοντας ότι οι σκοποί όλων είναι στην πραγματικότητα ίδιοι — τουλάχιστον τελικά. Αν οι σκοποί όλων είναι ίδιοι, τότε ένας οικονομολόγος, δείχνοντας ότι η Πολιτική Α δεν μπορεί να οδηγήσει στον Σκοπό Σ, δικαιολογείται να πει ότι η Α είναι «κακή» πολιτική, καθώς όλοι αξιολογούν την Α ως μέσο επίτευξης του Σ. Έτσι, αν δύο ομάδες διαφωνούν για τους ελέγχους τιμών, ο ωφελιμιστής τείνει να υποθέτει ότι οι αποδεδειγμένες συνέπειες του καθορισμού ανώτατων τιμών —ελλείψεις, διαταραχές κ.λπ.— θα καθιστούν την πολιτική κακή από τη σκοπιά των υποστηρικτών της νομοθεσίας. Ωστόσο, οι υποστηρικτές μπορεί να τάσσονται ούτως ή άλλως υπέρ των ελέγχων τιμών για άλλους λόγους — αγάπη για την εξουσία, οικοδόμηση πολιτικού μηχανισμού και του επακόλουθου συστήματος ευνοιών του, επιθυμία να βλάψουν τις μάζες κ.λπ. Είναι ασφαλώς υπερβολικά αισιόδοξο να υποθέτουμε ότι οι σκοποί όλων είναι ίδιοι και, επομένως, η ωφελιμιστική συντόμευση προς συμπεράσματα πολιτικής είναι επίσης ανεπαρκής.265
The utilitarian economist tries to escape this policy dilemma by assuming that everyone’s ends are really the same—at least ultimately. If everyone’s ends are the same, then an economist, by showing that Policy A cannot lead to Goal G, is justified in saying that A is a “bad” policy, since everyone values A in order to achieve G. Thus, if two groups argue over price controls, the utilitarian tends to assume that the proven consequences of maximum price controls—shortages, disruptions, etc.—will make the policy bad from the point of view of the advocates of the legislation. Yet the advocates may favor price controls anyway, for other reasons—love of power, the building of a political machine and its consequent patronage, desire to injure the masses, etc. It is certainly overly sanguine to assume that everyone’s ends are the same, and therefore the utilitarian shortcut to policy conclusions is also inadequate.
Αν ο οικονομολόγος, υπό την ιδιότητά του ως οικονομολόγου, πρέπει να είναι αξιολογικά ουδέτερος, του απομένει περιθώριο για σημαντικές διατυπώσεις επί ζητημάτων δημόσιας πολιτικής; Επιφανειακά, θα φαινόταν πως όχι, αλλά ολόκληρο το παρόν έργο υπήρξε μαρτυρία περί του αντιθέτου. Εν συντομία, ο αξιολογικά ουδέτερος οικονομολόγος μπορεί να κάνει δύο πράγματα: (1) να ασκήσει πραξεολογική κριτική σε ασυνεπή και άνευ νοήματος ηθικά προγράμματα, όπως επιχειρήσαμε να δείξουμε στο προηγούμενο κεφάλαιο· και (2) να εκθέσει αναλυτικά όλες τις μυριάδες συνέπειες διαφορετικών πολιτικών συστημάτων και διαφορετικών μεθόδων κρατικής παρέμβασης. Ως προς το πρώτο έργο, είδαμε ότι πολλές επιφανείς ηθικές επικρίσεις της αγοράς είναι ασυνεπείς ή άνευ νοήματος, ενώ οι απόπειρες απόδειξης των ίδιων σφαλμάτων στα ηθικά θεμέλια μιας ελεύθερης κοινωνίας αποδεικνύονται εσφαλμένες.
If the economist qua economist must be Wertfrei, does this leave him any room for significant pronouncements on questions of public policy? Superficially, it would seem not, but this entire work has been testimony to the contrary. Briefly, the Wertfrei economist can do two things: (1) he can engage in a praxeological critique of inconsistent and meaningless ethical programs (as we have tried to show in the preceding chapter); and (2) he can explicate analytically all the myriad consequences of different political systems and different methods of government intervention. In the former task, we have seen that many prominent ethical critiques of the market are inconsistent or meaningless, whereas attempts to prove the same errors in regard to the ethical underpinnings of a free society are shown to be fallacious.
Στον δεύτερο ρόλο, ο οικονομολόγος έχει να διαδραματίσει τεράστιο μέρος. Μπορεί να αναλύει τις συνέπειες της ελεύθερης αγοράς και των διαφόρων συστημάτων καταναγκαστικής και παρεμποδιζόμενης ανταλλαγής. Ένα από τα συμπεράσματα αυτής της ανάλυσης είναι ότι η αμιγώς ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα, επειδή κάθε συμμετέχων στην αγορά ωφελείται από την εκούσια συμμετοχή του. Στην ελεύθερη αγορά κάθε άνθρωπος κερδίζει· το κέρδος του ενός, πράγματι, είναι ακριβώς συνέπεια του ότι προκαλεί το κέρδος άλλων. Όταν μια ανταλλαγή επιβάλλεται καταναγκαστικά, από την άλλη πλευρά —όταν παρεμβαίνουν εγκληματίες ή κράτη—, μία ομάδα κερδίζει εις βάρος άλλων. Στην ελεύθερη αγορά, καθένας κερδίζει σύμφωνα με την παραγωγική του αξία στην ικανοποίηση των επιθυμιών των καταναλωτών. Υπό καθεστώς κρατιστικής διανομής, καθένας κερδίζει ανάλογα με το ποσό που μπορεί να λεηλατήσει από τους παραγωγούς. Η αγορά είναι διαπροσωπική σχέση ειρήνης και αρμονίας· ο κρατισμός είναι σχέση πολέμου και σύγκρουσης μεταξύ καστών. Όχι μόνο οι απολαβές στην ελεύθερη αγορά αντιστοιχούν στην παραγωγικότητα, αλλά η ελευθερία επιτρέπει επίσης μια διαρκώς διευρυνόμενη αγορά, με ευρύτερο καταμερισμό εργασίας, επενδύσεις για την ικανοποίηση μελλοντικών αναγκών και αυξανόμενο βιοτικό επίπεδο. Επιπλέον, η αγορά επιτρέπει τον ευφυή μηχανισμό του καπιταλιστικού υπολογισμού, ενός υπολογισμού αναγκαίου για την αποτελεσματική και παραγωγική κατανομή των συντελεστών παραγωγής. Ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να πραγματοποιεί οικονομικό υπολογισμό και, επομένως, πρέπει είτε να μεταβεί σε οικονομία της αγοράς είτε να επιστρέψει σε βάρβαρο βιοτικό επίπεδο, αφού εξαντλήσει μέσω λεηλασίας την προϋπάρχουσα κεφαλαιακή διάρθρωση. Και κάθε ανάμειξη κρατικής ιδιοκτησίας ή επέμβασης στην αγορά στρεβλώνει την κατανομή των πόρων και εισάγει νησίδες χάους στον οικονομικό υπολογισμό της οικονομίας. Η κρατική φορολογία και οι παραχωρήσεις μονοπωλιακών προνομίων —που λαμβάνουν πολλές λεπτές μορφές— παρεμποδίζουν όλες τις προσαρμογές της αγοράς και μειώνουν το γενικό βιοτικό επίπεδο. Ο κρατικός πληθωρισμός όχι μόνο πρέπει να βλάπτει τον μισό πληθυσμό προς όφελος του άλλου μισού, αλλά μπορεί επίσης να οδηγήσει σε βαθιά ύφεση του οικονομικού κύκλου ή σε κατάρρευση του νομίσματος.
In the latter role, the economist has an enormous part to play. He can analyze the consequences of the free market and of various systems of coerced and hampered exchange. One of the conclusions of this analysis is that the purely free market maximizes social utility, because every participant in the market benefits from his voluntary participation. On the free market, every man gains; one man’s gain, in fact, is precisely the consequence of his bringing about the gain of others. When an exchange is coerced, on the other hand—when criminals or governments intervene—one group gains at the expense of others. On the free market, everyone earns according to his productive value in satisfying consumer desires. Under statist distribution, everyone earns in proportion to the amount he can plunder from the producers. The market is an interpersonal relation of peace and harmony; statism is a relation of war and caste conflict. Not only do earnings on the free market correspond to productivity, but freedom also permits a continually enlarged market, with a wider division of labor, investment to satisfy future wants, and increased living standards. Moreover, the market permits the ingenious device of capitalist calculation, a calculation necessary to the efficient and productive allocation of the factors of production. Socialism cannot calculate and hence must either shift to a market economy or revert to a barbaric standard of living after its plunder of the preexisting capital structure has been exhausted. And every intermixture of government ownership or interference in the market distorts the allocation of resources and introduces islands of calculational chaos into the economy. Government taxation and grants of monopolistic privilege (which take many subtle forms) all hamper market adjustments and lower general living standards. Government inflation not only must injure half the population for the benefit of the other half, but may also lead to a business-cycle depression or collapse of the currency.
Δεν μπορούμε να συνοψίσουμε εδώ ολόκληρη την ανάλυση αυτού του τόμου. Αρκεί να πούμε ότι, πέρα από την πραξεολογική αλήθεια πως (1) υπό καθεστώς ελευθερίας όλοι κερδίζουν, ενώ (2) υπό τον κρατισμό ορισμένοι —Χ— κερδίζουν εις βάρος άλλων —Υ—, μπορούμε να πούμε και κάτι ακόμη. Διότι, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο Χ δεν αποκομίζει αποκλειστικά οφέλη. Οι έμμεσες μακροχρόνιες συνέπειες του κρατιστικού προνομίου του θα καταλήξουν σε όσα ο ίδιος θα θεωρούσε γενικά μειονεκτήματα — υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, ανάλωση κεφαλαίου κ.λπ. Το όφελος του Χ από την εκμετάλλευση, εν ολίγοις, είναι σαφές και προφανές σε όλους. Η μελλοντική του απώλεια, όμως, μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο μέσω πραξεολογικού συλλογισμού. Μία από τις κύριες λειτουργίες του οικονομολόγου είναι να το καταστήσει σαφές σε όλους τους δυνητικούς Χ του κόσμου. Δεν θα συμφωνούσα με ορισμένους ωφελιμιστές οικονομολόγους ότι αυτό λύνει το ζήτημα και ότι, εφόσον όλοι συμφωνούμε ως προς τους έσχατους σκοπούς, ο Χ θα είναι αναγκασμένος να αλλάξει θέση και να υποστηρίξει μια ελεύθερη κοινωνία. Είναι ασφαλώς νοητό οι υψηλές χρονικές προτιμήσεις του Χ ή η αγάπη του για την εξουσία ή τη λεηλασία να τον οδηγήσουν στον δρόμο της κρατιστικής εκμετάλλευσης ακόμη και όταν γνωρίζει όλες τις συνέπειες. Εν ολίγοις, ο άνθρωπος που ετοιμάζεται να λεηλατήσει γνωρίζει ήδη τις άμεσες συνέπειες. Όταν η πραξεολογία τον πληροφορεί για τις πιο μακροχρόνιες συνέπειες, αυτή η πληροφορία μπορεί συχνά να βαρύνει στη ζυγαριά εναντίον της πράξης. Αλλά μπορεί επίσης να μην αρκεί για να γείρει τη ζυγαριά. Επιπλέον, ορισμένοι μπορεί να προτιμούν αυτές τις μακροχρόνιες συνέπειες. Έτσι, ο διευθυντής της OPA που διαπιστώνει ότι ο καθορισμός ανώτατων τιμών οδηγεί σε ελλείψεις μπορεί: (1) να πει ότι οι ελλείψεις είναι κακές και να παραιτηθεί· (2) να πει ότι οι ελλείψεις είναι κακές, αλλά να δώσει μεγαλύτερο βάρος σε άλλους παράγοντες, όπως η αγάπη για την εξουσία ή τη λεηλασία ή η υψηλή χρονική του προτίμηση· ή (3) να πιστεύει ότι οι ελλείψεις είναι καλές, είτε από μίσος προς τους άλλους είτε λόγω ασκητικής ηθικής. Και από τη σκοπιά της πραξεολογίας, οποιαδήποτε από αυτές τις θέσεις μπορεί κάλλιστα να υιοθετηθεί χωρίς αυτή να μπορεί να την απορρίψει.
We cannot outline here the entire analysis of this volume. Suffice it to say that in addition to the praxeological truth that (1) under a regime of freedom, everyone gains, whereas (2) under statism, some gain (X) at the expense of others (Y), we can say something else. For, in all these cases, X is not a pure gainer. The indirect long-run consequences of his statist privilege will redound to what he would generally consider his disadvantage—the lowering of living standards, capital consumption, etc. X’s exploitation gain, in short, is clear and obvious to everyone. His future loss, however, can be comprehended only by praxeological reasoning. A prime function of the economist is to make this clear to all the potential X’s of the world. I would not join with some utilitarian economists in saying that this settles the matter and that, since we are all agreed on ultimate ends, X will be bound to change his position and support a free society. It is certainly conceivable that X’s high time preferences, or his love of power or plunder, will lead him to the path of statist exploitation even when he knows all the consequences. In short, the man who is about to plunder is already familiar with the direct, immediate consequences. When praxeology informs him of the longer-run consequences, this information may often count in the scales against the action. But it may also not be enough to tip the scales. Furthermore, some may prefer these long-run consequences. Thus, the OPA director who finds that maximum price controls lead to shortages may (1) say that shortages are bad, and resign; (2) say that shortages are bad, but give more weight to other considerations, e.g., love of power or plunder, or his high time preference; or (3) believe that shortages are good, either out of hatred for others or from an ascetic ethic. And from the standpoint of praxeology, any of these positions may well be adopted without saying him nay.
4. Η αρχή της αγοράς και η ηγεμονική αρχή
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Market Principle and the Hegemonic Principle
Η πραξεολογική ανάλυση συγκριτικών πολιτικοοικονομικών συστημάτων μπορεί να συνοψιστεί με σαφήνεια στον ακόλουθο πίνακα:
Praxeological analysis of comparative politico-economic systems can be starkly summed up in the following table:
Ο αναγνώστης αναμφίβολα θα ρωτήσει: πώς μπορούν όλα τα διάφορα συστήματα να αναχθούν σε ένα τόσο απλό διπολικό σχήμα; Δεν στρεβλώνει αυτό κατάφωρα την πλούσια πολυπλοκότητα των πολιτικών συστημάτων; Αντιθέτως, αυτή η διχοτόμηση είναι κρίσιμη. Κανείς δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, ιστορικά, τα πολιτικά συστήματα διέφεραν ως προς τον βαθμό — ότι ποτέ δεν αποτέλεσαν αμιγή παραδείγματα της αρχής της αγοράς ή της ηγεμονικής αρχής. Αλλά αυτά τα μείγματα μπορούν να αναλυθούν μόνο αν διασπαστούν στα συστατικά τους, στους ποικίλους συνδυασμούς των δύο αντίθετων αρχών. Στο νησί του Crusoe και του Friday υπάρχουν βασικά δύο τύποι διαπροσωπικών σχέσεων ή ανταλλαγών: ο ελεύθερος ή εκούσιος και ο καταναγκαστικός ή ηγεμονικός. Δεν υπάρχει άλλος τύπος κοινωνικής σχέσης. Κάθε φορά που πραγματοποιείται μια ελεύθερη, ειρηνική επιμέρους πράξη ανταλλαγής, τίθεται σε λειτουργία η αρχή της αγοράς· κάθε φορά που ένας άνθρωπος επιβάλλει μια ανταλλαγή μέσω απειλής βίας, τίθεται σε λειτουργία η ηγεμονική αρχή. Όλες οι αποχρώσεις της κοινωνίας είναι μείγματα αυτών των δύο πρωταρχικών στοιχείων. Όσο περισσότερο επικρατεί, επομένως, η αρχή της αγοράς σε μια κοινωνία, τόσο μεγαλύτερες θα είναι η ελευθερία και η ευημερία της. Όσο περισσότερο κυριαρχεί η ηγεμονική αρχή, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η έκταση της δουλείας και της φτώχειας.
The reader will undoubtedly ask: How can all the various systems be reduced to such a simple two-valued schema? Does not this grossly distort the rich complexity of political systems? On the contrary, this dichotomy is a crucial one. No one disputes the fact that, historically, political systems have differed in degree—that they have never been pure examples of the market or of the hegemonic principle. But these mixtures can be analyzed only by breaking them down into their components, their varying blends of the two polar principles. On Crusoe’s and Friday’s island, there are basically two types of interpersonal relations or exchanges: the free or voluntary, and the coerced or hegemonic. There is no other type of social relation. Every time a free, peaceful unit-act of exchange occurs, the market principle has been put into operation; every time a man coerces an exchange by the threat of violence, the hegemonic principle has been put to work. All the shadings of society are mixtures of these two primary elements. The more the market principle prevails in a society, therefore, the greater will be that society’s freedom and its prosperity. The more the hegemonic principle abounds, the greater will be the extent of slavery and poverty.
Υπάρχει ένας ακόμη λόγος για την καταλληλότητα αυτής της διπολικής ανάλυσης. Διότι αποτελεί ιδιομορφία της ηγεμονίας ότι κάθε καταναγκαστική παρέμβαση στις ανθρώπινες υποθέσεις δημιουργεί περαιτέρω προβλήματα που απαιτούν την επιλογή: κατάργηση της αρχικής παρέμβασης ή προσθήκη μιας άλλης. Αυτό το γνώρισμα καθιστά κάθε «μικτή οικονομία» εγγενώς ασταθή, με διαρκή τάση προς τον έναν ή τον άλλο αντίθετο πόλο — την πλήρη ελευθερία ή τον ολοκληρωτικό κρατισμό. Δεν αρκεί η απάντηση ότι ο κόσμος βρισκόταν πάντοτε ούτως ή άλλως κάπου στη μέση, οπότε γιατί να ανησυχούμε; Το ζήτημα είναι ότι καμία ενδιάμεση ζώνη δεν είναι σταθερή, εξαιτίας των προβλημάτων που η ίδια δημιουργεί —των δικών της «εσωτερικών αντιφάσεων», όπως θα έλεγε ένας μαρξιστής—. Και το αποτέλεσμα αυτών των προβλημάτων είναι να ωθούν την κοινωνία αναπόδραστα προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Τα προβλήματα, πράγματι, αναγνωρίζονται από όλους, ανεξάρτητα από το αξιολογικό τους σύστημα ή από τα μέσα που προτείνουν για την αντιμετώπιση της κατάστασης.
There is a further reason for the aptness of this polar analysis. For it is a peculiarity of hegemony that every coercive intervention in human affairs brings about further problems that call for the choice; repeal the initial intervention or add another one. It is this feature that makes any “mixed economy” inherently unstable, tending always toward one or the other polar opposite—pure freedom or total statism. It does not suffice to reply that the world has always been in the middle anyway, so why worry? The point is that no zone in the middle is stable, because of its own self-created problems (its own “inner contradictions,” as a Marxist would say). And the result of these problems is to push the society inexorably in one direction or the other. The problems, in fact, are recognized by everyone, regardless of his value system or the means he proposes for meeting the situation.
Τι συμβαίνει αν εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός; Ούτε εκεί επιτυγχάνεται σταθερότητα, εξαιτίας της φτώχειας, του χάους στον οικονομικό υπολογισμό κ.λπ. που επιφέρει ο σοσιαλισμός. Ο σοσιαλισμός μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο διάστημα αν, όπως σε ένα πρωτόγονο σύστημα καστών, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το σύστημα είναι θεόθεν ορισμένο ή αν ο μερικός και ατελής σοσιαλισμός σε μία ή λίγες χώρες μπορεί να στηρίζεται στην εξωτερική αγορά για οικονομικό υπολογισμό. Σημαίνουν όλα αυτά ότι η αμιγώς ελεύθερη οικονομία είναι το μόνο σταθερό σύστημα; Πραξεολογικά, ναι· ψυχολογικά, το ζήτημα παραμένει αβέβαιο. Η ανεμπόδιστη αγορά είναι απαλλαγμένη από οικονομικά προβλήματα που δημιουργεί η ίδια· παρέχει τη μεγαλύτερη αφθονία που συνάδει με την κυριαρχία του ανθρώπου επί της φύσης σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή. Αλλά όσοι ποθούν εξουσία επί των συνανθρώπων τους ή επιθυμούν να λεηλατούν άλλους, καθώς και όσοι αδυνατούν να κατανοήσουν την πραξεολογική σταθερότητα της ελεύθερης αγοράς, μπορεί κάλλιστα να ωθήσουν την κοινωνία ξανά στον ηγεμονικό δρόμο.
What happens if socialism is established? Stability is not reached there, either, because of the poverty, calculational chaos, etc., which socialism brings about. Socialism may continue a long time if, as under a primitive caste system, the people believe that the system is divinely ordained, or if partial and incomplete socialism in one or a few countries can rely on the foreign market for calculation. Does all this mean that the purely free economy is the only stable system? Praxeologically, yes; psychologically, the issue is in doubt. The unhampered market is free of self-created economic problems; it furnishes the greatest abundance consistent with man’s command over nature at any given time. But those who yearn for power over their fellows, or who wish to plunder others, as well as those who fail to comprehend the praxeological stability of the free market, may well push the society back on the hegemonic road.
Για να επιστρέψουμε στον σωρευτικό χαρακτήρα της παρέμβασης, μπορούμε να παραθέσουμε ως κλασικό παράδειγμα το σύγχρονο αμερικανικό αγροτικό πρόγραμμα. Το 1929, το κράτος άρχισε να στηρίζει τεχνητά τις τιμές ορισμένων αγροτικών εμπορευμάτων πάνω από την τιμή της αγοράς τους. Αυτό, φυσικά, προκάλεσε απούλητα πλεονάσματα αυτών των εμπορευμάτων, πλεονάσματα που επιδεινώθηκαν από το γεγονός ότι οι αγρότες μετέφεραν την παραγωγή τους από άλλους κλάδους προς εκείνους στους οποίους πλέον ήταν εγγυημένες υψηλές τιμές. Έτσι, ο καταναλωτής πλήρωνε με τέσσερις τρόπους: μία φορά μέσω φόρων για την επιδότηση των αγροτών, δεύτερη φορά μέσω των υψηλότερων τιμών των αγροτικών προϊόντων, τρίτη φορά μέσω των σπαταλημένων πλεονασμάτων και τέταρτη φορά μέσω της στέρησης προϊόντων που δεν παράγονταν πλέον στους μη υποστηριζόμενους κλάδους παραγωγής. Αλλά το αγροτικό πλεόνασμα ήταν πρόβλημα, αναγνωρισμένο ως τέτοιο από ανθρώπους με κάθε είδους αξιολογικά συστήματα. Τι έπρεπε να γίνει γι’ αυτό; Το αγροτικό πρόγραμμα θα μπορούσε να είχε καταργηθεί, αλλά μια τέτοια πορεία δύσκολα θα ήταν συμβατή με τα κρατιστικά δόγματα που είχαν εξαρχής δημιουργήσει το πρόγραμμα στήριξης. Έτσι, το επόμενο βήμα ήταν να επιβληθούν ανώτατα όρια παραγωγής στους αγρότες που παρήγαν τα υποστηριζόμενα προϊόντα. Οι έλεγχοι έπρεπε να θεσπιστούν ως ποσοστώσεις για κάθε αγρόκτημα, βασισμένες στην παραγωγή κάποιας παρελθούσας περιόδου βάσης, πράγμα που φυσικά εγκλώβιζε την αγροτική παραγωγή σε ένα ταχέως απαρχαιούμενο καλούπι. Το σύστημα ποσοστώσεων στήριζε τους μη αποδοτικούς αγρότες και αλυσόδενε τους αποδοτικούς. Αμειβόμενοι ουσιαστικά για να μην παράγουν ορισμένα προϊόντα —και, κατά ειρωνικό τρόπο, αυτά ήταν πάντοτε εκείνα που το κράτος θεωρεί «απαραίτητα»—, οι αγρότες στράφηκαν φυσικά στην παραγωγή άλλων προϊόντων. Οι χαμηλότερες τιμές των μη υποστηριζόμενων προϊόντων προκάλεσαν και εκεί την ίδια κατακραυγή για στήριξη. Το επόμενο σχέδιο, και πάλι συνέπεια της κρατιστικής λογικής εν δράσει, ήταν να αποφευχθούν αυτές οι ενοχλητικές μετατοπίσεις παραγωγής μέσω της δημιουργίας μιας «τράπεζας γης», με την οποία το κράτος πλήρωνε τον αγρότη για να διασφαλίσει ότι η γη θα παρέμενε εντελώς αδρανής. Αυτή η πολιτική στερούσε από τους καταναλωτές ακόμη και τα υποκατάστατα αγροτικά προϊόντα. Το αποτέλεσμα της τράπεζας γης ήταν εύκολο να προβλεφθεί. Οι αγρότες ενέταξαν σε αυτήν τις φτωχότερες γαίες τους και καλλιέργησαν εντατικότερα τις υπόλοιπες, αυξάνοντας έτσι σημαντικά την παραγωγή στις καλύτερες γαίες και διατηρώντας το πρόβλημα του πλεονάσματος εξίσου έντονο με πριν. Η κύρια διαφορά ήταν ότι οι αγρότες λάμβαναν πλέον κρατικές επιταγές για να μην παράγουν τίποτε.
To return to the cumulative nature of intervention, we may cite as a classic example the modern American farm program. In 1929, the government began to support artificially the prices of some farm commodities above their market price. This, of course, brought about unsold surpluses of these commodities, surpluses aggravated by the fact that farmers shifted production out of other lines to enter the now guaranteed high-price fields. Thus, the consumer paid four ways: once in taxes to subsidize the farmers, a second time in the higher prices of farm products, a third time in the wasted surpluses, and a fourth time in the deprivation of forgone products in the unsupported lines of production. But the farm surplus was a problem, recognized as such by people with all manner of value systems. What to do about it? The farm program could have been repealed, but such a course would hardly have been compatible with the statist doctrines that had brought about the support program in the first place. So, the next step was to clamp maximum production controls on the farmers who produced the supported products. The controls had to be set up as quotas for each farm, grounded on production in some past base-period, which of course cast farm production in a rapidly obsolescing mold. The quota system bolstered the inefficient farmers and shackled the efficient ones. Paid, in effect, not to produce certain products (and, ironically, these have invariably been what the government considers the “essential” products), the farmers naturally shifted to producing other products. The lower prices of the nonsupported products set up the same clamor for support there. The next plan, again a consequence of statist logic at work, was to avoid these embarrassing shifts of production by creating a “soil bank,” whereby the government paid the farmer to make sure that the land remained completely idle. This policy deprived the consumers of even the substitute farm products. The result of the soil bank was readily predictable. Farmers put into the soil bank their poorest lands and tilled the remaining ones more intensively, thus greatly increasing their output on the better lands and continuing the surplus problem as much as ever. The main difference was that the farmers then received government checks for not producing anything.
Η σωρευτική λογική της παρέμβασης καταδεικνύεται σε πολλούς άλλους τομείς. Για παράδειγμα, η κρατική επιδότηση της φτώχειας αυξάνει τη φτώχεια και την ανεργία και ενθαρρύνει τους δικαιούχους να αυξάνουν τον αριθμό των παιδιών τους, εντείνοντας έτσι περαιτέρω το πρόβλημα που το κράτος ξεκίνησε να θεραπεύσει. Η κρατική απαγόρευση της εξάρτησης από ναρκωτικά αυξάνει σημαντικά την τιμή των ναρκωτικών, ωθώντας τους εξαρτημένους στο έγκλημα για να εξασφαλίσουν τα χρήματα.
The cumulative logic of intervention is demonstrated in many other areas. For instance, government subsidization of poverty increases poverty and unemployment and encourages the beneficiaries to multiply their offspring, thus further intensifying the problem that the government set out to cure. Government outlawing of narcotics addiction greatly raises the price of narcotics, driving addicts to crime to obtain the money.
Δεν χρειάζεται να πολλαπλασιάσουμε τα παραδείγματα· μπορούν να βρεθούν σε όλες τις φάσεις της κρατικής παρέμβασης. Το ζήτημα είναι ότι η οικονομία της ελεύθερης αγοράς συγκροτεί ένα είδος φυσικής τάξης, έτσι ώστε κάθε παρεμβατική διατάραξη να δημιουργεί όχι μόνο αταξία, αλλά και την ανάγκη είτε κατάργησης της παρέμβασης είτε σωρευτικής αταξίας κατά την προσπάθεια αντιμετώπισής της. Εν ολίγοις, ο Proudhon έγραψε σοφά όταν αποκάλεσε την «Ελευθερία Μητέρα, όχι Θυγατέρα, της Τάξης». Η ηγεμονική παρέμβαση αντικαθιστά αυτή την τάξη με το χάος.
There is no need to multiply examples; they can be found in all phases of government intervention. The point is that the free-market economy forms a kind of natural order, so that any interventionary disruption creates not only disorder but the necessity for repeal or for cumulative disorder in attempting to combat it. In short, Proudhon wrote wisely when he called “Liberty the Mother, not the Daughter, of Order.” Hegemonic intervention substitutes chaos for that order.
Τέτοιοι είναι οι νόμοι που παρουσιάζει η πραξεολογία στο ανθρώπινο γένος. Αποτελούν ένα διττό σύνολο συνεπειών: τη λειτουργία της αρχής της αγοράς και τη λειτουργία της ηγεμονικής αρχής. Η πρώτη γεννά αρμονία, ελευθερία, ευημερία και τάξη· η δεύτερη παράγει σύγκρουση, καταναγκασμό, φτώχεια και χάος. Αυτές είναι οι συνέπειες μεταξύ των οποίων πρέπει να επιλέξει η ανθρωπότητα. Ουσιαστικά, πρέπει να επιλέξει μεταξύ της «κοινωνίας της σύμβασης» και της «κοινωνίας των παγιωμένων θέσεων». Σε αυτό το σημείο, ο πραξεολόγος, ως τέτοιος, αποσύρεται από τη σκηνή· ο πολίτης —ως φορέας ηθικής κρίσης— πρέπει τώρα να επιλέξει σύμφωνα με το σύνολο αξιών ή ηθικών αρχών που θεωρεί πολύτιμο.
Such are the laws that praxeology presents to the human race. They are a binary set of consequences: the workings of the market principle and of the hegemonic principle. The former breeds harmony, freedom, prosperity, and order; the latter produces conflict, coercion, poverty, and chaos. Such are the consequences between which mankind must choose. In effect, it must choose between the “society of contract” and the “society of status.” At this point, the praxeologist as such retires from the scene; the citizen—the ethicist—must now choose according to the set of values or ethical principles he holds dear.
← Κεφάλαιο 6. Ηθικές Αντιλήψεις Κατά της Αγοράς: Μια Πραξεολογική ΚριτικήΠεριεχόμενα