Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 5. Δυαδική Παρέμβαση: Κρατικές Δαπάνες

Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 4. Δυαδική Παρέμβαση: ΦορολογίαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 6. Ηθικές Αντιλήψεις Κατά της Αγοράς: Μια Πραξεολογική Κριτική →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.

Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 5. Δυαδική Παρέμβαση: Κρατικές Δαπάνες

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Chapter 5 — Binary Intervention: Government Expenditures

1

Όταν190 οι συγγραφείς που ασχολούνται με τα δημόσια οικονομικά και την πολιτική οικονομία φθάνουν στο θέμα των «κρατικών δαπανών», παραδοσιακά εγκαταλείπουν την ανάλυση και στρέφονται στην απλή θεσμική περιγραφή διαφόρων τύπων κρατικών δαπανών. Κατά την εξέταση της φορολογίας επιδίδονται σε σοβαρή ανάλυση, όσο εσφαλμένα και αν είναι ορισμένα μέρη της· έχουν όμως αφιερώσει ελάχιστη προσοχή στη θεωρητική πραγμάτευση των δαπανών. Ο Harriss, μάλιστα, φθάνει μέχρι του σημείου να δηλώνει ότι μια θεωρία των κρατικών δαπανών είναι αδύνατη ή, τουλάχιστον, ανύπαρκτη.191

WHEN WRITERS ON PUBLIC FINANCE and political economy reach the topic of “government expenditures,” they have traditionally abandoned analysis and turned to simple institutional description of various types of governmental expenditure. In discussing taxation, they engage in serious analysis, faulty as some of it may be; but they have devoted little attention to a theoretical treatment of expenditure. Harriss, in fact, goes so far as to say that a theory of government expenditure is impossible or, at least, nonexistent.

2

Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης για τις δαπάνες αφιερώνεται στην περιγραφή της μεγάλης διόγκωσής τους, απόλυτης και σχετικής, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σε συνδυασμό με τη σιωπηρή ή ρητή υπόθεση ότι αυτή η αύξηση ήταν αναγκαία για την «αντιμετώπιση της αυξανόμενης πολυπλοκότητας της οικονομίας». Αυτό το σύνθημα, ή άλλα παρόμοια, έχουν τύχει σχεδόν καθολικής αποδοχής, χωρίς όμως ποτέ να στηριχθούν ορθολογικά. Εκ πρώτης όψεως, η δήλωση είναι αναπόδεικτη και θα παραμείνει τέτοια μέχρι να αποδειχθεί.

The bulk of discussion of expenditures is devoted to describing their great proliferation, absolute and relative, in the last decades, coupled with the assumption (implicit or explicit) that this growth has been necessary to “cope with the growing complexities of the economy.” This slogan or similar ones have gained almost universal acceptance but have never been rationally supported. On its face, the statement is unproved and will remain so until proved.

3

Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες κρατικών δαπανών: μεταβιβαστικές δαπάνες και δαπάνες χρησιμοποίησης πόρων. Οι δραστηριότητες χρησιμοποίησης πόρων απασχολούν μη ειδικούς πόρους που θα μπορούσαν να είχαν χρησιμοποιηθεί για άλλη παραγωγή· αποσύρουν συντελεστές παραγωγής από ιδιωτικές χρήσεις και τους κατευθύνουν σε χρήσεις που ορίζει το κράτος. Ως μεταβιβαστικές δραστηριότητες μπορούν να οριστούν εκείνες που δεν χρησιμοποιούν πόρους, δηλαδή εκείνες που μεταβιβάζουν χρήματα απευθείας από τον Peter στον Paul. Αυτές είναι οι δραστηριότητες αμιγούς παροχής επιδοτήσεων.

Broadly, we may consider two categories of government expenditures: transfer and resource-using. Resource-using activities employ nonspecific resources that could have been used for other production; they withdraw factors of production from private uses to State-designated uses. Transfer activities may be defined as those which use no resources, i.e., which transfer money directly from Peter to Paul. These are the pure subsidygranting activities.

4

Υπάρχει, φυσικά, σημαντική ομοιότητα μεταξύ των δύο κλάδων κρατικής δράσης. Και οι δύο είναι μεταβιβαστικές δραστηριότητες στον βαθμό που καταβάλλουν τους μισθούς της γραφειοκρατίας που απασχολείται σε αυτές τις λειτουργίες. Και οι δύο περιλαμβάνουν ακόμη και μετατοπίσεις πόρων, καθώς οι μεταβιβαστικές δραστηριότητες μετατοπίζουν μη ειδικούς συντελεστές από την εκούσια δραστηριότητα της ελεύθερης αγοράς προς ζήτηση που απορρέει από ομάδες προνομιούχες χάρη στο κράτος. Και οι δύο επιδοτούν: η παροχή κρατικών υπηρεσιών, όπως και η αγορά υλικών από κρατικές επιχειρήσεις, αποτελεί επιδότηση. Αλλά η διαφορά είναι αρκετά σημαντική ώστε να διατηρηθεί. Διότι στη μία περίπτωση αγαθά χρησιμοποιούνται και πόροι διατίθενται για κρατικούς σκοπούς όπως το κράτος επιθυμεί· στην άλλη, το κράτος επιδοτεί ιδιώτες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τους πόρους όπως εκείνοι θεωρούν καλύτερα. Οι μεταβιβαστικές πληρωμές είναι αμιγείς επιδοτήσεις χωρίς προηγούμενη εκτροπή πόρων.

Now, of course, there is considerable similarity between the two branches of government action. Both are transfer activities insofar as they pay the salaries of the bureaucracy engaged in these operations. Both even involve shifts of resources, since transfer activities shift nonspecific factors from free-market, voluntary activity to demands stemming from State-privileged groups. Both subsidize: the supply of governmental services, as well as the purchase of material by government enterprises, constitutes a subsidy. But the difference is important enough to preserve. For in one case, goods are used for and resources are devoted to State purposes as the State wills; in the other, the State subsidizes private individuals, who employ resources as they think best. Transfer payments are pure subsidies without prior diversion of resources.

5

Θα αναλύσουμε πρώτα τις μεταβιβαστικές πληρωμές ως αμιγείς επιδοτήσεις και κατόπιν θα δούμε πώς η ανάλυση εφαρμόζεται στις επιδοματικές πτυχές των δραστηριοτήτων χρησιμοποίησης πόρων.

We shall first analyze transfer payments as pure subsidies and then see how the analysis applies to the subsidizing aspects of resource-using activities.

6

1. Κρατικές επιδοτήσεις: Μεταβιβαστικές πληρωμές

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Government Subsidies: Transfer Payments

7

Υπάρχουν δύο και μόνο δύο τρόποι απόκτησης πλούτου: τα οικονομικά μέσα —εκούσια παραγωγή και ανταλλαγή— και τα πολιτικά μέσα — δήμευση μέσω καταναγκασμού—. Στην ελεύθερη αγορά μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο τα οικονομικά μέσα και, κατά συνέπεια, καθένας κερδίζει μόνο όσα είναι πρόθυμα να πληρώσουν άλλα άτομα στην κοινωνία για τις υπηρεσίες του. Όσο αυτό συνεχίζεται, δεν υπάρχει χωριστή διαδικασία που να ονομάζεται «διανομή»· υπάρχει μόνο παραγωγή και ανταλλαγή αγαθών. Ας εισέλθουν, όμως, οι κρατικές επιδοτήσεις στο προσκήνιο, και η κατάσταση αλλάζει. Τώρα καθίστανται διαθέσιμα τα πολιτικά μέσα απόκτησης πλούτου. Στην ελεύθερη αγορά, ο πλούτος είναι απλώς συνισταμένη των εκούσιων επιλογών όλων των ατόμων και του βαθμού στον οποίο οι άνθρωποι εξυπηρετούν ο ένας τον άλλο. Αλλά η δυνατότητα κρατικής επιδότησης επιτρέπει μια μεταβολή: ανοίγει τον δρόμο για κατανομή του πλούτου σύμφωνα με την ικανότητα ενός προσώπου ή μιας ομάδας να αποκτήσει τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού.

There are two and only two ways of acquiring wealth: the economic means (voluntary production and exchange) and the political means (confiscation by coercion). On the free market only the economic means can be used, and consequently everyone earns only what other individuals in society are willing to pay for his services. As long as this continues, there is no separate process called “distribution”; there are only production and exchange of goods. Let government subsidies enter the scene, however, and the situation changes. Now the political means to wealth becomes available. On the free market, wealth is only a resultant of the voluntary choices of all individuals and the extent to which men serve each other. But the possibility of government subsidy permits a change: it opens the way to an allocation of wealth in accordance with the ability of a person or group to gain control of the State apparatus.

8

Η κρατική επιδότηση δημιουργεί μια χωριστή διαδικασία διανομής —όχι «αναδιανομής», όπως ορισμένοι θα έμπαιναν στον πειρασμό να πουν—. Για πρώτη φορά, οι απολαβές αποσυνδέονται από την παραγωγή και την ανταλλαγή και καθορίζονται χωριστά. Στον βαθμό, επομένως, που πραγματοποιείται αυτή η διανομή, η κατανομή των απολαβών στρεβλώνεται, απομακρυνόμενη από την αποτελεσματική εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Μπορούμε, συνεπώς, να πούμε ότι όλες οι περιπτώσεις επιδότησης επιβαρύνουν καταναγκαστικά τους αποδοτικούς προς όφελος των μη αποδοτικών.

Government subsidy creates a separate distribution process (not “redistribution,” as some would be tempted to say). For the first time, earnings are severed from production and exchange and become separately determined. To the extent that this distribution occurs, therefore, the allocation of earnings is distorted away from efficient service to consumers. Therefore, we may say that all cases of subsidy coercively penalize the efficient for the benefit of the inefficient.

9

Οι επιδοτήσεις, επομένως, παρατείνουν τη ζωή των μη αποδοτικών επιχειρήσεων εις βάρος των αποδοτικών, στρεβλώνουν το παραγωγικό σύστημα και παρεμποδίζουν την κινητικότητα των συντελεστών από λιγότερο προς περισσότερο παραγωγικές σε όρους αξίας τοποθεσίες. Βλάπτουν σοβαρά την αγορά και εμποδίζουν την πλήρη ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας επιχειρηματίας υφίσταται ζημίες σε κάποιον κλάδο ή ότι ο κάτοχος ενός συντελεστή αποκτά εκεί πολύ χαμηλό εισόδημα. Στην αγορά, ο κάτοχος του συντελεστή θα μετακινούνταν προς έναν παραγωγικότερο σε όρους αξίας κλάδο, όπου θα εξυπηρετούνταν καλύτερα τόσο ο ίδιος όσο και οι καταναλωτές. Αν όμως το κράτος τον επιδοτεί εκεί όπου βρίσκεται, η ζωή των μη αποδοτικών επιχειρήσεων παρατείνεται και οι συντελεστές ενθαρρύνονται να μην κατευθύνονται στις παραγωγικότερες σε όρους αξίας χρήσεις τους. Όσο μεγαλύτερη είναι, επομένως, η έκταση των κρατικών επιδοτήσεων στην οικονομία, τόσο περισσότερο εμποδίζεται η λειτουργία της αγοράς και τόσο λιγότερο αποτελεσματική θα είναι η αγορά στην ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, όσο μεγαλύτερη είναι η κρατική επιδότηση, τόσο χαμηλότερο θα είναι το βιοτικό επίπεδο όλων, όλων των καταναλωτών.

Subsidies consequently prolong the life of inefficient firms at the expense of efficient ones, distort the productive system, and hamper the mobility of factors from less to more value-productive locations. They injure the market greatly and prevent the full satisfaction of consumer wants. Suppose, for example, an entrepreneur is sustaining losses in some industry, or the owner of a factor is earning a very low sum there. On the market, the factor owner would shift to a more value-productive industry, where both the owner of the factor and the consumers would be better served. If the government subsidizes him where he is, however, the life of inefficient firms is prolonged, and factors are encouraged not to enter their most value-productive uses. The greater the extent of government subsidy in the economy, therefore, the more the market is prevented from working, and the more inefficient will the market be in catering to consumer wants. Hence, the greater the government subsidy, the lower will be the standard of living of everyone, of all the consumers.

10

Στην ελεύθερη αγορά, όπως είδαμε, υπάρχει αρμονία συμφερόντων, διότι καθένας αποδεδειγμένα κερδίζει χρησιμότητα από την ανταλλαγή στην αγορά. Όπου παρεμβαίνει το κράτος, από την άλλη πλευρά, δημιουργείται έτσι σύγκρουση μεταξύ καστών, διότι ένας άνθρωπος ωφελείται εις βάρος ενός άλλου. Αυτό φαίνεται σαφέστερα στην περίπτωση των κρατικών μεταβιβαστικών επιδοτήσεων που καταβάλλονται από φορολογικά έσοδα ή από χρήματα προερχόμενα από πληθωρισμό — μια προφανής αφαίρεση από τον Peter για να δοθεί στον Paul. Ας γενικευτεί, λοιπόν, η μέθοδος των επιδοτήσεων, και όλοι θα σπεύσουν να αποκτήσουν τον έλεγχο του κράτους. Η παραγωγή θα παραμελείται ολοένα περισσότερο, καθώς οι άνθρωποι θα εκτρέπουν την ενεργητικότητά τους προς τους πολιτικούς αγώνες, προς τη διαπάλη για τη λεία. Είναι προφανές ότι η παραγωγή και το γενικό βιοτικό επίπεδο μειώνονται με δύο τρόπους: (1) μέσω της εκτροπής ενεργητικότητας από την παραγωγή προς την πολιτική και (2) μέσω του γεγονότος ότι το κράτος αναπόφευκτα φορτώνει στους παραγωγούς τον βραχνά μιας μη αποδοτικής, προνομιούχας ομάδας. Οι μη αποδοτικοί αποκτούν νόμιμη αξίωση να επιβάλλονται στους αποδοτικούς. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο επειδή εκείνοι που επιτυγχάνουν σε οποιαδήποτε απασχόληση θα τείνουν αναπόφευκτα να είναι εκείνοι που είναι καλύτεροι σε αυτήν. Όσοι επιτυγχάνουν στην ελεύθερη αγορά, στην οικονομική ζωή, θα είναι, επομένως, οι πιο ικανοί στην παραγωγή και στην εξυπηρέτηση των συνανθρώπων τους· όσοι επιτυγχάνουν στον πολιτικό αγώνα θα είναι οι πιο ικανοί στην άσκηση καταναγκασμού και στην εξασφάλιση της εύνοιας εκείνων που τον ασκούν. Κατά κανόνα, διαφορετικοί άνθρωποι θα είναι ικανοί σε αυτά τα διαφορετικά έργα, σύμφωνα με την καθολική εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας, και συνεπώς η υποδούλωση της μιας ομάδας θα γίνεται προς όφελος μιας άλλης.

On the free market, as we have seen, there is a harmony of interests, for everyone demonstrably gains in utility from market exchange. Where government intervenes, on the other hand, caste conflict is thereby created, for one man benefits at the expense of another. This is most clearly seen in the case of government transfer subsidies paid from tax or inflation funds—an obvious taking from Peter to give to Paul. Let the subsidy method become general, then, and everyone will rush to gain control of the government. Production will be more and more neglected, as people divert their energies to the political struggles, to the scramble for loot. It is obvious that production and general living standards are lowered in two ways: (1) by the diversion of energy from production to politics, and (2) by the fact that the government inevitably burdens the producers with the incubus of an inefficient, privileged group. The inefficient achieve a legal claim to ride herd on the efficient. This is all the more true since those who succeed in any occupation will inevitably tend to be those who are best at it. Those who succeed on the free market, in economic life, will therefore be those most adept at production and at serving their fellowmen; those who succeed in the political struggle will be those most adept at employing coercion and winning favors from wielders of coercion. Generally, different people will be adept at these different tasks, in accordance with universal specialization and the division of labor, and hence the shackling of one set of people will be done for the benefit of another set.

11

Ίσως όμως προβληθεί το επιχείρημα ότι οι ίδιοι άνθρωποι θα είναι αποδοτικοί και στις δύο δραστηριότητες και ότι, επομένως, δεν θα υπάρχει εκμετάλλευση της μιας ομάδας εις βάρος μιας άλλης. Όπως είπαμε, αυτό είναι ελάχιστα πιθανό· αν ίσχυε, το σύστημα επιδοτήσεων θα εξέλιπε, επειδή θα ήταν άσκοπο μια ομάδα να πληρώνει το κράτος για να επιδοτεί την ίδια. Επιπλέον, όμως, το σύστημα επιδοτήσεων θα προήγαγε τις αρπακτικές δεξιότητες αυτών των ατόμων και θα επιβάρυνε τις παραγωγικές τους. Συνοψίζοντας, τα κρατικά συστήματα επιδοτήσεων προάγουν την αναποτελεσματικότητα στην παραγωγή και την αποτελεσματικότητα στον καταναγκασμό και στην υποτέλεια, ενώ επιβαρύνουν την αποτελεσματικότητα στην παραγωγή και την ανεπάρκεια στην αρπαγή. Εκείνοι που υποστηρίζουν ηθικά την εκούσια παραγωγή μπορούν να κρίνουν ποιο σύστημα —η ελεύθερη αγορά ή οι επιδοτήσεις— επιτυγχάνει καλύτερες οικονομικές επιδόσεις, ενώ όσοι τάσσονται υπέρ της κατάκτησης και της δήμευσης πρέπει τουλάχιστον να συνυπολογίζουν τη συνολική απώλεια παραγωγής που επιφέρει η πολιτική τους.

But perhaps it will be argued that the same people will be efficient at both activities and that, therefore, there will be no exploitation of one group at the expense of another. As we have said, this is hardly likely; if true, the subsidy system would die out, because it would be pointless for a group to pay the government to subsidize itself. But, further, the subsidy system would promote the predatory skills of these individuals and penalize their productive ones. In sum, governmental subsidy systems promote inefficiency in production and efficiency in coercion and subservience, while penalizing efficiency in production and inefficiency in predation. Those people who ethically favor voluntary production can gauge which system—the free market or subsidies—scores the higher economic marks, while those who favor conquest and confiscation must at least reckon with the overall loss of production that their policy brings about.

12

Η ανάλυση αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις μορφές κρατικών επιδοτήσεων, συμπεριλαμβανομένων των παραχωρήσεων μονοπωλιακού προνομίου σε ευνοούμενους παραγωγούς. Ένα συνηθισμένο παράδειγμα άμεσων μεταβιβαστικών επιδοτήσεων είναι η κρατική αρωγή προς τους απόρους. Η κρατική αρωγή προς τους απόρους αποτελεί σαφώς επιδότηση της φτώχειας. Οι άνθρωποι δικαιούνται πλέον αυτομάτως χρήματα από το κράτος λόγω της φτώχειας τους. Επομένως, μειώνεται η οριακή αρνητική χρησιμότητα που απορρέει από τη στέρηση εισοδήματος χάριν του ελεύθερου χρόνου, και η αργία και η φτώχεια τείνουν να αυξάνονται. Έτσι, η κρατική επιδότηση της φτώχειας τείνει να αυξάνει τη φτώχεια, η οποία με τη σειρά της αυξάνει το ποσό της επιδότησης που καταβάλλεται και αποσπάται από όσους δεν είναι άποροι. Όταν, όπως συμβαίνει συνήθως, το ύψος της επιδότησης εξαρτάται άμεσα από τον αριθμό των παιδιών του απόρου, δημιουργείται πρόσθετο κίνητρο να αποκτήσει περισσότερα παιδιά από όσα θα αποκτούσε διαφορετικά, καθώς του εξασφαλίζεται ανάλογη κρατική επιδότηση. Κατά συνέπεια, ο αριθμός των απόρων τείνει να πολλαπλασιάζεται ακόμη περισσότερο. Όπως εύστοχα διατύπωσε ο Thomas Mackay:

This analysis applies to all forms of government subsidies, including grants of monopolistic privilege to favored producers. A common example of direct transfer subsidies is governmental poor relief. State poor relief is clearly a subsidization of poverty. Men are now automatically entitled to money from the State because of their poverty. Hence, the marginal disutility of income forgone from leisure diminishes, and idleness and poverty tend to increase. Thus, State subsidization of poverty tends to increase poverty, which in turn increases the amount of subsidy paid and extracted from those who are not impoverished. When, as is generally the case, the amount of subsidy depends directly on the number of children possessed by the pauper, there is a further incentive for the pauper to have more children than otherwise, since he is assured of a proportionate subsidy by the State. Consequently, the number of paupers tends to multiply still further. As Thomas Mackay aptly stated:

13

... η αιτία της απορίας είναι η αρωγή. Δεν θα απαλλαγούμε από την απορία επεκτείνοντας τη σφαίρα της κρατικής αρωγής. ... Αντιθέτως, η υιοθέτησή της θα αύξανε την απορία μας, διότι, όπως συχνά λέγεται, μπορούμε να έχουμε ακριβώς τόσους απόρους όσους επιλέγει η χώρα να συντηρεί.192

. . . the cause of pauperism is relief. We shall not get rid of pauperism by extending the sphere of State increase our pauperism, for, as is often said, we can have exactly as many paupers as the country chooses to pay for.3

14

Η ιδιωτική φιλανθρωπία προς τους φτωχούς, από την άλλη πλευρά, δεν έχει την ίδια επίδραση, διότι οι φτωχοί δεν θα είχαν καταναγκαστικά επιβαλλόμενη και απεριόριστη αξίωση έναντι των πλουσίων. Αντιθέτως, η φιλανθρωπία είναι μια εκούσια και ευέλικτη πράξη γενναιοδωρίας του δωρητή.

Private charity to the poor, on the other hand, does not have the same effect, for the poor would not have a compulsory and unlimited claim on the rich. Instead, charity is a voluntary and flexible act of grace on the part of the giver.

15

Η ειλικρίνεια της επιθυμίας του κράτους να προαγάγει τη φιλανθρωπία μπορεί να κριθεί από δύο διαρκείς κρατικές εκστρατείες: η μία αποβλέπει στην καταστολή των «φιλανθρωπικών κομπίνων» και η άλλη στην εκδίωξη των μεμονωμένων ζητιάνων από τους δρόμους επειδή «το κράτος μεριμνά επαρκώς γι’ αυτούς».193 Το αποτέλεσμα και των δύο μέτρων είναι η καταστολή των εκούσιων ατομικών φιλανθρωπικών δωρεών και ο εξαναγκασμός του κοινού να διοχετεύει τις προσφορές του μέσω εκείνων των διαύλων που εγκρίνονται από τον κρατικό μηχανισμό και συνδέονται με αυτόν.

The sincerity of government’s desire to promote charity may be gauged by two perennial governmental drives: one, to suppress “charity rackets,” and the other, to drive individual beggars off the streets because “the government makes plenty of provision for them.” The effect of both measures is to suppress voluntary individual gifts of charity and to force the public to route its giving into those channels approved by and tied in with government officialdom.

16

Ομοίως, η αρωγή προς τους ανέργους, αντί να συμβάλλει στην αντιμετώπιση της ανεργίας, όπως συχνά θεωρείται, στην πραγματικότητα την επιδοτεί και την εντείνει. Είδαμε ότι η ανεργία προκύπτει όταν οι εργαζόμενοι ή τα συνδικάτα καθορίζουν έναν κατώτατο μισθό υψηλότερο από εκείνον που μπορούν να εξασφαλίσουν στην ελεύθερη αγορά. Η βοήθεια που χρηματοδοτείται από τη φορολογία τούς επιτρέπει να διατηρούν αυτό το μη ρεαλιστικό κατώτατο όριο και, επομένως, παρατείνει την περίοδο κατά την οποία μπορούν να εξακολουθούν να κρατούν την εργασία τους εκτός αγοράς.

Similarly, unemployment relief, instead of helping to cure unemployment, as often imagined, actually subsidizes and intensifies it. We have seen that unemployment arises when laborers or unions set a minimum wage above what they can obtain on the free market. Tax aid helps them to keep this unrealistic minimum and hence prolongs the period in which they can continue to withhold their labor from the market.

17

2. Δραστηριότητες χρησιμοποίησης πόρων: Κρατική έναντι ιδιωτικής ιδιοκτησίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Resource-Using Activities:

Government Ownership versus Private Ownership

18

Το μεγαλύτερο μέρος των κρατικών δραστηριοτήτων χρησιμοποιεί πόρους, ανακατευθύνοντας συντελεστές παραγωγής προς σκοπούς που επιλέγει το κράτος. Οι δραστηριότητες αυτές γενικά περιλαμβάνουν την πραγματική ή υποτιθέμενη παροχή υπηρεσιών από το κράτος προς μέρος ή το σύνολο του πληθυσμού. Το κράτος λειτουργεί εδώ ως ιδιοκτήτης και επιχειρηματίας.

The bulk of government activities use resources, redirecting factors of production to government-chosen ends. These activities generally involve the real or supposed supply of services by government to some or all of the populace. Government functions here as an owner and enterpriser.

19

Οι κρατικές δαπάνες χρησιμοποίησης πόρων συχνά θεωρούνται «επένδυση», και αυτή η ταξινόμηση αποτελεί ουσιώδες μέρος του κεϋνσιανού δόγματος. Έχουμε υποστηρίξει ότι, αντιθέτως, όλη αυτή η δαπάνη πρέπει να θεωρείται κατανάλωση. Επένδυση πραγματοποιείται όταν οι επιχειρηματίες αγοράζουν παραγωγικά αγαθά όχι για δική τους χρήση ή ικανοποίηση, αλλά αποκλειστικά για να τα μετασχηματίσουν και να τα μεταπωλήσουν σε άλλους — τελικά στους καταναλωτές. Το κράτος, όμως, ανακατευθύνει τους πόρους της κοινωνίας προς τους δικούς του σκοπούς, τους οποίους επιλέγει το ίδιο και στηρίζει με τη χρήση βίας. Ως εκ τούτου, αυτές οι αγορές πρέπει να θεωρούνται καταναλωτικές δαπάνες, όποια και αν είναι η πρόθεσή τους ή το υλικό τους αποτέλεσμα. Αποτελούν, όμως, μια ιδιαίτερα σπάταλη μορφή «κατανάλωσης», καθώς γενικά δεν θεωρούνται καταναλωτικές δαπάνες από τους κρατικούς αξιωματούχους.

Resource-using expenditures by government are often considered “investment,” and this classification forms an essential part of the Keynesian doctrine. We have argued that, on the contrary, all of this expenditure must be considered consumption. Investment occurs where producers’ goods are bought by entrepreneurs, not at all for their own use or satisfaction, but merely to reshape and resell them to others—ultimately to the consumers. But government redirects the resources of society to its ends, chosen by it and backed by the use of force. Hence, these purchases must be considered consumption expenditures, whatever their intention or physical result. They are a particularly wasteful form of “consumption,” however, since they are generally not regarded as consumption expenditures by government officials.

20

Οι κρατικές επιχειρήσεις μπορεί είτε να παρέχουν «δωρεάν» υπηρεσίες είτε να χρεώνουν στους χρήστες τιμή ή τέλος. Οι «δωρεάν» υπηρεσίες είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές του κράτους. Η αστυνομική και στρατιωτική προστασία, η πυρόσβεση, η εκπαίδευση και ορισμένες υπηρεσίες ύδρευσης έρχονται στον νου ως παραδείγματα. Το πρώτο σημείο που πρέπει να επισημανθεί, φυσικά, είναι ότι αυτές οι υπηρεσίες δεν είναι και δεν μπορούν να είναι πραγματικά δωρεάν. Ένα ελεύθερο αγαθό δεν θα ήταν αγαθό και, επομένως, ούτε αντικείμενο ανθρώπινης δράσης· θα υπήρχε σε αφθονία για όλους. Αν ένα αγαθό δεν υπάρχει άφθονο για όλους, τότε ο πόρος είναι σπάνιος και η παροχή του κοστίζει στην κοινωνία άλλα αγαθά που θυσιάζονται. Επομένως, δεν μπορεί να είναι δωρεάν. Οι πόροι που απαιτούνται για την παροχή της δωρεάν κρατικής υπηρεσίας αποσπώνται από την υπόλοιπη παραγωγή. Η πληρωμή, όμως, δεν πραγματοποιείται από τους χρήστες με βάση τις εκούσιες αγορές τους, αλλά μέσω καταναγκαστικής εισφοράς επί των φορολογουμένων. Δημιουργείται ένας θεμελιώδης διαχωρισμός μεταξύ πληρωμής για την υπηρεσία και λήψης της υπηρεσίας.

Government enterprises may either provide “free” services or charge a price or fee to users. “Free” services are particularly characteristic of government. Police and military protection, fire fighting, education, some water supply come to mind as examples. The first point to note, of course, is that these services are not and cannot be truly free. A free good would not be a good and thus not an object of human action; it would exist in abundance for all. If a good does not exist plentifully for all, then the resource is scarce, and supplying it costs society other goods forgone. Hence, it cannot be free. The resources needed to supply the free governmental service are extracted from the rest of production. Payment is made, however, not by users on the basis of their voluntary purchases, but by a coerced levy on the taxpayers. A basic split is effected between payment for and receipt of service.

21

Πολλές σοβαρές συνέπειες απορρέουν από αυτόν τον διαχωρισμό και από τη «δωρεάν» υπηρεσία. Όπως σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η τιμή είναι χαμηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς, υποκινείται μια τεράστια και υπέρμετρη ζήτηση για το αγαθό, πολύ μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη προσφορά της υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, θα υπάρχουν πάντοτε «ελλείψεις» του δωρεάν αγαθού, συνεχείς διαμαρτυρίες για ανεπάρκεια, συνωστισμό κ.λπ. Ως παραδείγματα αρκεί να αναφέρουμε συνήθεις καταστάσεις όπως η ανεπαρκής αστυνομική κάλυψη, ιδίως σε περιοχές που μαστίζονται από εγκληματικότητα, οι ελλείψεις εκπαιδευτικών και σχολείων στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, η κυκλοφοριακή συμφόρηση στους κρατικούς δρόμους και αυτοκινητοδρόμους κ.λπ. Σε κανέναν τομέα της ελεύθερης αγοράς δεν υπάρχουν χρόνιες διαμαρτυρίες για ελλείψεις και ανεπάρκειες. Σε όλους τους τομείς της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, οι επιχειρήσεις προσπαθούν να δελεάσουν και να πείσουν τους καταναλωτές να αγοράσουν περισσότερο από το προϊόν τους. Όπου, από την άλλη πλευρά, η ιδιοκτησία ανήκει στο κράτος, απευθύνονται πάντοτε εκκλήσεις στους καταναλωτές για υπομονή και θυσίες, ενώ υπάρχουν συνεχή προβλήματα ελλείψεων και ανεπαρκειών. Είναι αμφίβολο αν οποιαδήποτε ιδιωτική επιχείρηση θα έκανε ποτέ ό,τι έχουν κάνει οι αρχές της Νέας Υόρκης και άλλων πόλεων: να προτρέπουν τους καταναλωτές να χρησιμοποιούν λιγότερο νερό. Είναι επίσης χαρακτηριστικό της κρατικής λειτουργίας ότι, όταν προκύπτει έλλειψη νερού, κατηγορούνται για αυτήν οι καταναλωτές και όχι οι κρατικοί «επιχειρηματίες». Η πίεση ασκείται στους καταναλωτές να κάνουν θυσίες και να χρησιμοποιούν λιγότερο, ενώ στην ιδιωτική οικονομία η — ευπρόσδεκτη— πίεση ασκείται στους επιχειρηματίες να προσφέρουν περισσότερο.194

Many grave consequences follow from this split and from the “free” service. As in all cases where price is below the free-market price, an enormous and excessive demand is stimulated for the good, far beyond the supply of such service available. Consequently, there will always be “shortages” of the free good, constant complaints of insufficiency, overcrowding, etc. To illustrate, we need only cite such common conditions as police shortages, particularly in crime-ridden districts, teacher and school shortages in the public school system, traffic jams on government-owned streets and highways, etc. In no area of the free market are there chronic complaints about shortages and insufficiencies. In all areas of private enterprise, firms try to coax and persuade consumers to buy more of their product. Where government owns, on the other hand, there are invariably calls on consumers for patience and sacrifice, and there are continual problems of shortages and deficiencies. It is doubtful if any private enterprise would ever do what the government of New York and other cities have done: exhort the consumers to use less water. It is also characteristic of government operation that when a water shortage develops, it is the consumers and not the government “enterprisers” who are blamed for the shortage. The pressure is on consumers to sacrifice and use less, while in private industry the (welcome) pressure is on entrepreneurs to supply more.

22

Οι γνωστές αναποτελεσματικότητες της κρατικής λειτουργίας δεν είναι τυχαία εμπειρικά φαινόμενα, τα οποία ίσως οφείλονται στην απουσία παράδοσης δημόσιας διοίκησης. Είναι σύμφυτες με κάθε κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα, και η υπέρμετρη ζήτηση που υποθάλπεται από τις δωρεάν και τις άλλες υποτιμολογημένες υπηρεσίες είναι ένας μόνο από τους πολλούς λόγους αυτής της κατάστασης.

The well-known inefficiencies of government operation are not empirical accidents, resulting perhaps from the lack of a civil-service tradition. They are inherent in all government enterprise, and the excessive demand fomented by free and other underpriced services is just one of the many reasons for this condition.

23

Έτσι, η δωρεάν παροχή δεν επιδοτεί απλώς τους χρήστες εις βάρος των φορολογουμένων που δεν χρησιμοποιούν την υπηρεσία· προκαλεί επίσης εσφαλμένη κατανομή των πόρων, καθώς δεν παρέχει την υπηρεσία εκεί όπου είναι περισσότερο αναγκαία. Το ίδιο ισχύει, σε μικρότερο βαθμό, οπουδήποτε η τιμή είναι χαμηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Στην ελεύθερη αγορά, οι καταναλωτές μπορούν να υπαγορεύουν τη διαμόρφωση των τιμών και, έτσι, να εξασφαλίζουν την καλύτερη κατανομή των παραγωγικών πόρων για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Σε μια κρατική επιχείρηση αυτό δεν μπορεί να γίνει. Ας πάρουμε και πάλι την περίπτωση της δωρεάν υπηρεσίας. Εφόσον δεν υπάρχει τιμολόγηση και, επομένως, ούτε αποκλεισμός των υποοριακών χρήσεων, δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο το κράτος, ακόμη και αν το επιθυμούσε, θα μπορούσε να κατανείμει τις υπηρεσίες του στις σημαντικότερες χρήσεις και στους αγοραστές που τις επιθυμούν εντονότερα. Όλοι οι αγοραστές, όλες οι χρήσεις, διατηρούνται τεχνητά στο ίδιο επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, οι σημαντικότερες χρήσεις θα παραμελούνται και το κράτος θα αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα προβλήματα κατανομής, τα οποία δεν θα μπορεί να επιλύσει ούτε κατά τρόπο που να ικανοποιεί το ίδιο. Έτσι, το κράτος θα βρεθεί αντιμέτωπο με το πρόβλημα: πρέπει να κατασκευάσουμε έναν δρόμο στην τοποθεσία Α ή στην τοποθεσία Β; Δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να λάβει αυτή την απόφαση. Δεν μπορεί να εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τους ιδιώτες καταναλωτές του δρόμου. Μπορεί να αποφασίσει μόνο σύμφωνα με την ιδιοτροπία του κρατικού αξιωματούχου που ασκεί την εξουσία, δηλαδή μόνο αν ο κρατικός αξιωματούχος, και όχι το κοινό, πραγματοποιεί την «κατανάλωση». Αν το κράτος επιθυμεί να πράξει ό,τι είναι καλύτερο για το κοινό, αντιμετωπίζει ένα αδύνατο εγχείρημα.

Thus, free supply not only subsidizes the users at the expense of nonusing taxpayers; it also misallocates resources by failing to supply the service where it is most needed. The same is true, to a lesser extent, wherever the price is under the free-market price. On the free market, consumers can dictate the pricing and thereby assure the best allocation of productive resources to supply their wants. In a government enterprise, this cannot be done. Let us take again the case of the free service. Since there is no pricing, and therefore no exclusion of submarginal uses, there is no way that government, even if it wanted to, could allocate its services to the most important uses and to the most eager buyers. All buyers, all uses, are artificially kept on the same plane. As a result, the most important uses will be slighted, and the government is faced with insuperable allocation problems, which it cannot solve even to its own satisfaction. Thus, the government will be confronted with the problem: Should we build a road in place A or place B? There is no rational way by which it can make this decision. It cannot aid the private consumers of the road in the best way. It can decide only according to the whim of the ruling government official, i.e., only if the government official, not the public, does the “consuming.” If the government wishes to do what is best for the public, it is faced with an impossible task.

24

Το κράτος μπορεί είτε να επιδοτεί σκόπιμα παρέχοντας δωρεάν μια υπηρεσία είτε να προσπαθεί ειλικρινά να βρει την πραγματική τιμή της αγοράς, δηλαδή να «λειτουργεί σε επιχειρηματική βάση». Αυτό αποτελεί συχνά το αίτημα των συντηρητικών: να τεθεί η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα σε «επιχειρηματική βάση», να εξαλειφθούν τα ελλείμματα κ.λπ. Σχεδόν πάντοτε αυτό σημαίνει αύξηση της τιμής. Αποτελεί όμως λύση; Συχνά υποστηρίζεται ότι μια μεμονωμένη κρατική επιχείρηση, η οποία λειτουργεί μέσα στη σφαίρα μιας ιδιωτικής αγοράς, αγοράζει από αυτήν κ.λπ., μπορεί να τιμολογεί τις υπηρεσίες της και να κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους της. Αυτό, όμως, είναι εσφαλμένο. Υπάρχει ένα θεμελιώδες ελάττωμα που διαπερνά κάθε νοητό σχήμα κρατικής επιχείρησης και την εμποδίζει αναπόδραστα να τιμολογεί ορθολογικά και να κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους. Εξαιτίας αυτού του ελαττώματος, η κρατική επιχείρηση δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει σε «επιχειρηματική» βάση, όποιες και αν είναι οι προθέσεις του κράτους.

Government can either deliberately subsidize by giving a service away free, or it may genuinely try to find the true market price, i.e., to “operate on a business basis.” This is often the cry raised by conservatives—that government enterprise be placed on a “business footing,” that deficits be ended, etc. Almost always this means raising the price. Is this a solution, however? It is often stated that a single government enterprise, operating within the sphere of a private market, buying from it, etc., can price its services and allocate its resources efficiently. This, however, is incorrect. There is a fatal flaw that permeates every conceivable scheme of government enterprise and ineluctably prevents it from rational pricing and efficient allocation of resources. Because of this flaw, government enterprise can never be operated on a “business” basis, no matter what the government’s intentions.

25

Ποιο είναι αυτό το θεμελιώδες ελάττωμα; Είναι το γεγονός ότι το κράτος μπορεί να αποκτά ουσιαστικά απεριόριστους πόρους μέσω της καταναγκαστικής φορολογικής εξουσίας του. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να εξασφαλίζουν τα κεφάλαιά τους από επενδυτές. Αυτή ακριβώς η κατανομή κεφαλαίων από τους επενδυτές βάσει της χρονικής προτίμησης και της προνοητικότητας κατανέμει με φειδώ κεφάλαια και πόρους στις πιο επικερδείς και, επομένως, πιο ωφέλιμες χρήσεις. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να αποκτούν κεφάλαια μόνο από καταναλωτές και επενδυτές· με άλλα λόγια, μπορούν να αποκτούν κεφάλαια μόνο από ανθρώπους που εκτιμούν και αγοράζουν τις υπηρεσίες τους και από επενδυτές πρόθυμους να διακινδυνεύσουν επενδύοντας τα αποταμιευμένα κεφάλαιά τους με την προσδοκία κέρδους. Εν ολίγοις, η πληρωμή και η υπηρεσία είναι, για άλλη μια φορά, άρρηκτα συνδεδεμένες στην αγορά. Το κράτος, από την άλλη πλευρά, μπορεί να αποκτά όσα χρήματα επιθυμεί. Η ελεύθερη αγορά παρέχει έναν «μηχανισμό» για την κατανομή κεφαλαίων μεταξύ μελλοντικής και παρούσας κατανάλωσης, για την κατεύθυνση των πόρων στις παραγωγικότερες σε όρους αξίας χρήσεις τους για όλους τους ανθρώπους. Παρέχει έτσι στους επιχειρηματίες ένα μέσο κατανομής πόρων και τιμολόγησης υπηρεσιών ώστε να εξασφαλίζεται αυτή η άριστη χρήση. Το κράτος, όμως, δεν υπόκειται σε κανένα τέτοιο χαλινάρι, δηλαδή δεν υποχρεούται να ανταποκριθεί σε μια δοκιμασία κέρδους και ζημίας για την παροχή υπηρεσιών που εκτιμούν οι καταναλωτές, προκειμένου να αποκτήσει κεφάλαια. Η ιδιωτική επιχείρηση μπορεί να αποκτά κεφάλαια μόνο από ικανοποιημένους πελάτες που εκτιμούν τις υπηρεσίες της και από επενδυτές που καθοδηγούνται από κέρδη και ζημίες. Το κράτος μπορεί να αποκτά κεφάλαια κυριολεκτικά κατά το δοκούν.

What is this fatal flaw? It is the fact that government can obtain virtually unlimited resources by means of its coercive tax power. Private businesses must obtain their funds from investors. It is this allocation of funds by investors on the basis of time preference and foresight that rations funds and resources to the most profitable and therefore the most serviceable uses. Private firms can get funds only from consumers and investors; they can get funds, in other words, only from people who value and buy their services and from investors who are willing to risk investment of their saved funds in anticipation of profit. In short, payment and service are, once again, indissolubly linked on the market. Government, on the other hand, can get as much money as it likes. The free market provides a “mechanism” for allocating funds for future and present consumption, for directing resources to their most value-productive uses for all the people. It thereby provides a means for businessmen to allocate resources and to price services to insure such optimum use. Government, however, has no checkrein on itself, i.e., no requirement for meeting a profit-and-loss test of valued service to consumers, to enable it to obtain funds. Private enterprise can get funds only from satisfied, valuing customers and from investors guided by profits and losses. Government can get funds literally at its own whim.

26

Με την κατάργηση αυτού του χαλιναριού καταργείται και κάθε δυνατότητα του κράτους να κατανέμει ορθολογικά τους πόρους. Πώς μπορεί να γνωρίζει αν πρέπει να κατασκευάσει τον δρόμο Α ή τον δρόμο Β, αν πρέπει να «επενδύσει» σε έναν δρόμο ή σε ένα σχολείο — και, εντέλει, πόσα πρέπει να δαπανήσει για το σύνολο των δραστηριοτήτων του; Δεν υπάρχει ορθολογικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να κατανείμει κεφάλαια ή ακόμη και να αποφασίσει πόσα πρέπει να έχει στη διάθεσή του. Όταν υπάρχει έλλειψη εκπαιδευτικών ή σχολικών αιθουσών ή αστυνομικών ή δρόμων, το κράτος και οι υποστηρικτές του έχουν μία μόνο απάντηση: περισσότερα χρήματα. Οι άνθρωποι πρέπει να παραχωρήσουν περισσότερα από τα χρήματά τους στο κράτος. Γιατί δεν δίνεται ποτέ αυτή η απάντηση στην ελεύθερη αγορά; Ο λόγος είναι ότι τα χρήματα πρέπει να αποσπώνται από κάποια άλλη χρήση στην κατανάλωση ή στην επένδυση — και αυτή η απόσπαση πρέπει να δικαιολογείται. Η δικαιολόγηση παρέχεται από τη δοκιμασία του κέρδους και της ζημίας: την ένδειξη ότι ικανοποιούνται οι πιο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Αν μια επιχείρηση ή ένα προϊόν αποφέρει υψηλά κέρδη στους ιδιοκτήτες του και τα κέρδη αυτά αναμένεται να συνεχιστούν, θα εισρεύσουν περισσότερα χρήματα· αν όχι, και σημειώνονται ζημίες, τα χρήματα θα εξέλθουν από τον κλάδο. Η δοκιμασία του κέρδους και της ζημίας χρησιμεύει ως ο κρίσιμος οδηγός για την κατεύθυνση της ροής των παραγωγικών πόρων. Κανένας τέτοιος οδηγός δεν υπάρχει για το κράτος, το οποίο δεν διαθέτει ορθολογικό τρόπο να αποφασίσει πόσα χρήματα θα δαπανήσει, είτε συνολικά είτε σε κάθε συγκεκριμένο τομέα. Όσο περισσότερα χρήματα δαπανά, τόσο περισσότερες υπηρεσίες μπορεί να παρέχει — πού όμως πρέπει να σταματήσει;195

With the checkrein gone, gone also is any opportunity for government to allocate resources rationally. How can it know whether to build road A or road B, whether to “invest” in a road or a school—in fact, how much to spend for all its activities? There is no rational way that it can allocate funds or even decide how much to have. When there is a shortage of teachers or schoolrooms or police or streets, the government and its supporters have only one answer: more money. The people must relinquish more of their money to the government. Why is this answer never offered on the free market? The reason is that money must be withdrawn from some other use in consumption or investment—and this withdrawal must be justified. This justification is provided by the test of profit and loss: the indication that the most urgent wants of the consumers are being satisfied. If an enterprise or product is earning high profits for its owners, and these profits are expected to continue, more money will be forthcoming; if not, and losses are being incurred, money will flow out of the industry. The profit-and-loss test serves as the critical guide for directing the flow of productive resources. No such guide exists for the government, which has no rational way to decide how much money to spend, either in total, or in each specific line. The more money it spends, the more service it can supply—but where to stop?

27

Οι υπέρμαχοι της κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας μπορεί να αντιτείνουν ότι το κράτος θα μπορούσε απλώς να δώσει εντολή στην υπηρεσία του να ενεργεί σαν να ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση και να συγκροτηθεί κατά τον ίδιο τρόπο με μια ιδιωτική επιχείρηση. Υπάρχουν δύο ελαττώματα σε αυτή τη θεωρία. Πρώτον, είναι αδύνατον να παίζει κανείς τον επιχειρηματία. Η επιχειρηματική δραστηριότητα σημαίνει ότι διακινδυνεύει κανείς τα δικά του χρήματα επενδύοντάς τα. Τα γραφειοκρατικά διοικητικά στελέχη και οι πολιτικοί δεν έχουν πραγματικό κίνητρο να αναπτύξουν επιχειρηματική ικανότητα, να προσαρμοστούν πραγματικά στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Δεν διακινδυνεύουν να χάσουν τα χρήματά τους στην επιχείρηση. Δεύτερον, πέρα από το ζήτημα των κινήτρων, ακόμη και τα πιο πρόθυμα διοικητικά στελέχη δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν επιχειρηματικά. Ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η δραστηριότητα μετά την ίδρυσή της, η αρχική σύσταση της επιχείρησης γίνεται με κρατικά χρήματα και, επομένως, μέσω καταναγκαστικής εισφοράς. Ένα στοιχείο αυθαιρεσίας έχει «ενσωματωθεί» στον ίδιο τον ζωτικό πυρήνα της επιχείρησης. Επιπλέον, οποιεσδήποτε μελλοντικές δαπάνες μπορούν να πραγματοποιούνται από φορολογικά έσοδα και, επομένως, οι αποφάσεις των διοικητικών στελεχών θα υπόκεινται στο ίδιο ελάττωμα. Η ευκολία εξασφάλισης χρημάτων θα στρεβλώνει εγγενώς τη λειτουργία της κρατικής επιχείρησης. Ας υποθέσουμε, επιπλέον, ότι το κράτος «επενδύει» σε μια επιχείρηση Ε. Είτε η ελεύθερη αγορά, αν αφηνόταν ανεμπόδιστη, θα επένδυε επίσης το ίδιο ποσό στην ίδια ακριβώς επιχείρηση είτε όχι. Αν θα επένδυε, τότε η οικονομία ζημιώνεται τουλάχιστον από τη «λεία» που καταλήγει στη μεσολαβούσα γραφειοκρατία. Αν όχι —και αυτό είναι σχεδόν βέβαιο—, τότε προκύπτει αμέσως ότι η δαπάνη για την Ε αποτελεί στρέβλωση της ιδιωτικής χρησιμότητας στην αγορά — ότι κάποια άλλη δαπάνη θα απέφερε μεγαλύτερες χρηματικές αποδόσεις. Προκύπτει για άλλη μια φορά ότι μια κρατική επιχείρηση δεν μπορεί να αναπαραγάγει τις συνθήκες της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Proponents of government enterprise may retort that the government could simply tell its bureau to act as if it were a profit-making enterprise and to establish itself in the same way as a private business. There are two flaws in this theory. First, it is impossible to play enterprise. Enterprise means risking one’s own money in investment. Bureaucratic managers and politicians have no real incentive to develop entrepreneurial skill, to really adjust to consumer demands. They do not risk loss of their money in the enterprise. Secondly, aside from the question of incentives, even the most eager managers could not function as a business. Regardless of the treatment accorded the operation after it is established, the initial launching of the firm is made with government money, and therefore by coercive levy. An arbitrary element has been “built into” the very vitals of the enterprise. Further, any future expenditures may be made out of tax funds, and therefore the decisions of the managers will be subject to the same flaw. The ease of obtaining money will inherently distort the operations of the government enterprise. Moreover, suppose the government “invests” in an enterprise, E. Either the free market, left alone, would also have invested the same amount in the selfsame enterprise, or it would not. If it would have, then the economy suffers at least from the “take” going to the intermediary bureaucracy. If not, and this is almost certain, then it follows immediately that the expenditure on E is a distortion of private utility on the market—that some other expenditure would have greater monetary returns. It follows once again that a government enterprise cannot duplicate the conditions of private business.

28

Επιπλέον, η ίδρυση κρατικής επιχείρησης δημιουργεί εγγενές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων, διότι τουλάχιστον μέρος του κεφαλαίου της αποκτήθηκε μέσω καταναγκασμού και όχι μέσω παροχής υπηρεσιών. Είναι σαφές ότι το κράτος, χάρη στην επιδότησή του, μπορεί, αν το επιθυμεί, να εκτοπίσει τις ιδιωτικές επιχειρήσεις από τον κλάδο. Οι ιδιωτικές επενδύσεις στον ίδιο κλάδο θα περιοριστούν σημαντικά, καθώς οι μελλοντικοί επενδυτές θα αναμένουν ζημίες από τους προνομιούχους κρατικούς ανταγωνιστές. Επιπλέον, εφόσον όλες οι υπηρεσίες ανταγωνίζονται για το δολάριο του καταναλωτή, όλες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και όλες οι ιδιωτικές επενδύσεις θα επηρεαστούν και θα παρεμποδιστούν σε κάποιον βαθμό. Και όταν αρχίζει να λειτουργεί μια κρατική επιχείρηση, γεννά σε άλλους κλάδους φόβους ότι θα έρθει και η δική τους σειρά και ότι είτε θα δημευθούν είτε θα εξαναγκαστούν να ανταγωνιστούν κρατικά επιδοτούμενες επιχειρήσεις. Αυτός ο φόβος τείνει να καταστέλλει περαιτέρω τις παραγωγικές επενδύσεις και, έτσι, να μειώνει ακόμη περισσότερο το γενικό βιοτικό επίπεδο.

In addition, the establishment of government enterprise creates an inherent competitive advantage over private firms, for at least part of its capital was gained by coercion rather than service. It is clear that government, with its subsidization, if it wishes can drive private business out of the field. Private investment in the same industry will be greatly restricted, since future investors will anticipate losses at the hands of the privileged governmental competitors. Moreover, since all services compete for the consumer’s dollar, all private firms and all private investment will to some degree be affected and hampered. And when a government enterprise opens, it generates fears in other industries that they will be next, and that they will be either confiscated or forced to compete with government-subsidized enterprises. This fear tends to repress productive investment further and thus lower the general standard of living still more.

29

Το καταλυτικό επιχείρημα, το οποίο χρησιμοποιούν απολύτως ορθά οι αντίπαλοι της κρατικής ιδιοκτησίας, είναι το εξής: αν η επιχειρηματική λειτουργία είναι τόσο επιθυμητή, γιατί να ακολουθείται ένας τόσο δαιδαλώδης δρόμος; Γιατί να μην καταργηθεί η κρατική ιδιοκτησία και να μην παραδοθεί η δραστηριότητα στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία; Γιατί να καταβάλλεται τόση προσπάθεια για τη μίμηση εκείνου που εμφανίζεται ως ιδεώδες —της ιδιωτικής ιδιοκτησίας—, όταν το ιδεώδες μπορεί να επιδιωχθεί άμεσα; Το αίτημα εφαρμογής επιχειρηματικών αρχών στο κράτος, επομένως, έχει ελάχιστο νόημα, ακόμη και αν μπορούσε να υλοποιηθεί επιτυχώς.

The clinching argument, and one that is used quite correctly by opponents of government ownership, is: If business operation is so desirable, why take such a tortuous route? Why not scrap government ownership and turn the operation over to private enterprise? Why go to such lengths to try to imitate the apparent ideal (private ownership) when the ideal may be pursued directly? The plea for business principles in government, therefore, makes little sense, even if it could be successful.

30

Οι αναποτελεσματικότητες της κρατικής λειτουργίας επιτείνονται από αρκετούς άλλους παράγοντες. Όπως είδαμε, μια κρατική επιχείρηση που ανταγωνίζεται σε έναν κλάδο μπορεί συνήθως να εκτοπίσει τους ιδιώτες ιδιοκτήτες, καθώς το κράτος μπορεί να επιδοτεί τον εαυτό του με πολλούς τρόπους και να εξασφαλίζει απεριόριστα κεφάλαια όποτε το επιθυμεί. Έτσι, έχει μικρό κίνητρο να είναι αποτελεσματική. Στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να οικειοποιηθεί ένα καταναγκαστικό μονοπώλιο, εκτοπίζοντας τους ανταγωνιστές διά της βίας. Αυτό έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες στην περίπτωση των ταχυδρομείων.196 Όταν το κράτος παραχωρεί έτσι στον εαυτό του μονοπώλιο, μπορεί να περάσει στο αντίθετο άκρο από τη δωρεάν υπηρεσία: μπορεί να χρεώνει μονοπωλιακή τιμή. Η χρέωση μονοπωλιακής τιμής —που διακρίνεται από την τιμή της ελεύθερης αγοράς— στρεβλώνει και πάλι την κατανομή των πόρων και δημιουργεί τεχνητή σπανιότητα του συγκεκριμένου αγαθού. Επιτρέπει επίσης τεράστια υποβάθμιση της ποιότητας της υπηρεσίας. Ένα κρατικό μονοπώλιο δεν χρειάζεται να ανησυχεί μήπως οι πελάτες στραφούν αλλού ή μήπως η αναποτελεσματικότητα σημάνει το τέλος του.197

The inefficiencies of government operation are compounded by several other factors. As we have seen, a government enterprise competing in an industry can usually drive out private owners, since the government can subsidize itself in many ways and supply itself with unlimited funds when desired. Thus, it has little incentive to be efficient. In cases where it cannot compete even under these conditions, it can arrogate to itself a compulsory monopoly, driving out competitors by force. This was done in the United States in the case of the post office.When the government thus grants itself a monopoly, it may go to the other extreme from free service: it may charge a monopoly price. Charging a monopoly price—identifiably different from a free-market price—distorts resources again and creates an artificial scarcity of the particular good. It also permits an enormously lowered quality of service. A governmental monopoly need not worry that customers may go elsewhere or that inefficiency may mean its demise.

31

Ένας ακόμη λόγος κρατικής αναποτελεσματικότητας έχει ήδη θιγεί: το προσωπικό δεν έχει κίνητρο να είναι αποτελεσματικό. Πράγματι, οι δεξιότητες που θα αναπτύξει δεν θα είναι οι οικονομικές δεξιότητες της παραγωγής, αλλά πολιτικές δεξιότητες — πώς να κολακεύει τους πολιτικούς προϊσταμένους, πώς να προσελκύει δημαγωγικά το εκλογικό σώμα, πώς να ασκεί βία αποτελεσματικότερα. Αυτές οι δεξιότητες διαφέρουν πολύ από τις παραγωγικές και, επομένως, διαφορετικοί άνθρωποι θα ανέρχονται στην κορυφή του κράτους από εκείνους που επιτυγχάνουν στην αγορά.198,199

A further reason for governmental inefficiency has been touched on already: that the personnel have no incentive to be efficient. In fact, the skills they will develop will not be the economic skills of production, but political skills—how to fawn on political superiors, how demagogically to attract the electorate, how to wield force most effectively. These skills are very different from the productive ones, and therefore different people will rise to the top in the government from those who succeed in the market.9,10

32

Είναι ιδιαίτερα παράλογο να ζητούνται «επιχειρηματικές αρχές» εκεί όπου μια κρατική επιχείρηση λειτουργεί ως μονοπώλιο. Κατά καιρούς προβάλλονται απαιτήσεις να τεθούν τα ταχυδρομεία σε «επιχειρηματική βάση» και να εξαλείψουν το έλλειμμά τους, το οποίο πρέπει να καλύπτουν οι φορολογούμενοι. Αλλά η εξάλειψη του ελλείμματος μιας εγγενώς και αναγκαστικά αναποτελεσματικής κρατικής δραστηριότητας δεν σημαίνει ότι αυτή τίθεται σε επιχειρηματική βάση. Για να επιτευχθεί αυτό, η τιμή πρέπει να αυξηθεί αρκετά ώστε να καταστεί μονοπωλιακή και, έτσι, να καλύψει το κόστος της κρατικής αναποτελεσματικότητας. Μια μονοπωλιακή τιμή θα επιβάλει υπέρμετρο βάρος στους χρήστες της ταχυδρομικής υπηρεσίας, ιδίως επειδή το μονοπώλιο είναι καταναγκαστικό. Από την άλλη πλευρά, είδαμε ότι ακόμη και οι μονοπωλητές πρέπει να συμμορφώνονται με την κλίμακα ζήτησης των καταναλωτών. Αν αυτή η κλίμακα ζήτησης είναι αρκετά ελαστική, είναι απολύτως δυνατόν μια μονοπωλιακή τιμή να μειώσει τα έσοδα τόσο πολύ ή να περιορίσει τόσο πολύ την αύξησή τους, ώστε μια υψηλότερη τιμή να αυξάνει τα ελλείμματα αντί να τα μειώνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε τα τελευταία χρόνια το σύστημα του μετρό της Νέας Υόρκης, το οποίο αύξανε τα κόμιστρά του σε μια μάταιη προσπάθεια εξάλειψης του ελλείμματός του, μόνο και μόνο για να δει την επιβατική κίνηση να μειώνεται τόσο δραστικά ώστε, ύστερα από κάποιο διάστημα, το έλλειμμα να αυξάνεται ακόμη περισσότερο.200

It is particularly absurd to call for “business principles” where a government enterprise functions as a monopoly. Periodically, there are demands that the post office be put on a “business basis” and end its deficit, which must be paid by the taxpayers. But ending the deficit of an inherently and necessarily inefficient government operation does not mean going on a business basis. In order to do so, the price must be raised high enough to achieve a monopoly price and thus cover the costs of the government’s inefficiencies. A monopoly price will levy an excessive burden on the users of the postal service, especially since the monopoly is compulsory. On the other hand, we have seen that even monopolists must abide by the consumers’ demand schedule. If this demand schedule is elastic enough, it may well happen that a monopoly price will reduce revenue so much or cut down so much on its increase that a higher price will increase deficits rather than decrease them. An outstanding example has been the New York subway system in recent years, which has been raising its fares in a vain attempt to end its deficit, only to see passenger volume fall so drastically that the deficit increased even further after a time.

33

Οι συγγραφείς έχουν προτείνει πολλά «κριτήρια» ως οδηγούς για την τιμολόγηση των κρατικών υπηρεσιών. Ένα κριτήριο υποστηρίζει την τιμολόγηση σύμφωνα με το «οριακό κόστος». Αυτό, όμως, δύσκολα αποτελεί καν κριτήριο και στηρίζεται στις κλασικές οικονομικές πλάνες περί καθορισμού των τιμών από το κόστος. Κατ’ αρχάς, το «οριακό» μεταβάλλεται ανάλογα με τη χρονική περίοδο που εξετάζεται. Επιπλέον, το κόστος δεν είναι στατικό αλλά ευμετάβλητο· μεταβάλλεται ανάλογα με τις τιμές πώλησης και, επομένως, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οδηγός γι’ αυτές τις τιμές. Επιπροσθέτως, οι τιμές ισούνται με το μέσο κόστος —ή, μάλλον, το μέσο κόστος ισούται με τις τιμές— μόνο στην τελική ισορροπία, και η ισορροπία δεν μπορεί να θεωρείται ιδεώδες για τον πραγματικό κόσμο. Η αγορά απλώς τείνει προς αυτόν τον στόχο. Τέλος, το κόστος της κρατικής λειτουργίας θα είναι υψηλότερο από εκείνο παρόμοιας δραστηριότητας στην ελεύθερη αγορά.

Many “criteria” have been offered by writers as guides for the pricing of government services. One criterion supports pricing according to “marginal cost.” However, this is hardly a criterion at all and rests on classical economic fallacies of price determination by costs. For one thing, “marginal” varies according to the period of time surveyed. Furthermore, costs are not static, but flexible; they change according to selling prices and hence cannot be used as a guide to those prices. Moreover, prices equal average costs—or rather, average costs equal prices—only in final equilibrium, and equilibrium cannot be regarded as an ideal for the real world. The market only tends toward this goal. Finally, costs of government operation will be higher than for a similar operation on the free market.

34

Η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα δεν θα παρεμποδίζει και θα καταστέλλει μόνο τις ιδιωτικές επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα στον ίδιο κλάδο και στους κλάδους ολόκληρης της οικονομίας· θα αποδιοργανώνει επίσης ολόκληρη την αγορά εργασίας. Διότι: (α) το κράτος θα μειώνει την παραγωγή και το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας, αποσπώντας δυνητικά παραγωγική εργασία και διοχετεύοντάς την στη γραφειοκρατία· (β), χρησιμοποιώντας δημευμένα κεφάλαια, το κράτος θα μπορεί να καταβάλλει αμοιβές εργασίας υψηλότερες από εκείνες της αγοράς και, επομένως, θα προκαλεί έντονες απαιτήσεις από όσους αναζητούν κρατική απασχόληση για επέκταση του μη παραγωγικού γραφειοκρατικού μηχανισμού· και (γ), μέσω υψηλών μισθών που χρηματοδοτούνται από φόρους, το κράτος μπορεί κάλλιστα να παραπλανά τους εργαζομένους και τα συνδικάτα ώστε να πιστεύουν ότι αυτοί αντανακλούν τον μισθό της αγοράς στον ιδιωτικό τομέα, προκαλώντας έτσι ανεπιθύμητη ανεργία.

Government enterprise will not only hamper and repress private investment and entrepreneurship in the same industry and in industries throughout the economy; it will also disrupt the entire labor market. For (a) the government will decrease production and living standards in the society by siphoning off potentially productive labor to the bureaucracy; (b) in using confiscated funds, the government will be able to pay more than the market rate for labor, and hence set up a clamor by government job seekers for an expansion of the unproductive bureaucratic machine; and (c) through high, tax-supported wages the government may well mislead workers and unions into believing that this reflects the market wage in private industry, thereby causing unwanted unemployment.

35

Επιπλέον, η κρατική επιχείρηση, στηριζόμενη στον καταναγκασμό επί του καταναλωτή, δύσκολα μπορεί να αποφύγει την αντικατάσταση των αξιών των πελατών της από τις δικές της. Ως εκ τούτου, θα επικρατούν τεχνητά τυποποιημένες υπηρεσίες χαμηλότερης ποιότητας —διαμορφωμένες σύμφωνα με τις κρατικές προτιμήσεις και την κρατική ευκολία—, σε αντίθεση με εκείνες της ελεύθερης αγοράς, όπου παρέχονται διαφοροποιημένες υπηρεσίες υψηλής ποιότητας για να ανταποκριθούν στις ποικίλες προτιμήσεις ενός πλήθους ατόμων.201

Moreover, government enterprise, basing itself on coercion over the consumer, can hardly fail to substitute its own values for those of its customers. Hence, artificially standardized services of poorer quality—fashioned to governmental taste and convenience—will hold sway, in contrast to those of the free market, where diversified services of high quality are supplied to fit the varied tastes of a multitude of individuals.

36

Ένα καρτέλ ή μία επιχείρηση δεν θα μπορούσε να κατέχει όλα τα μέσα παραγωγής της οικονομίας, επειδή δεν θα μπορούσε να υπολογίζει τις τιμές και να κατανέμει τους συντελεστές με ορθολογικό τρόπο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ούτε ο κρατικός σοσιαλισμός θα μπορούσε να σχεδιάζει ή να κατανέμει ορθολογικά. Πράγματι, ακόμη και δύο ή περισσότερα στάδια δεν θα μπορούσαν να ενοποιηθούν πλήρως καθέτως στην αγορά, διότι η πλήρης ενοποίηση θα εξάλειφε ένα ολόκληρο τμήμα της αγοράς και θα δημιουργούσε μια νησίδα χάους στον οικονομικό υπολογισμό και στην κατανομή, μια νησίδα που θα απέκλειε τον άριστο σχεδιασμό για την επίτευξη κερδών και τη μέγιστη ικανοποίηση των καταναλωτών.

One cartel or one firm could not own all the means of production in the economy, because it could not calculate prices and allocate factors in a rational manner. This is the reason why State socialism could not plan or allocate rationally either. In fact, even two or more stages could not be completely integrated vertically on the market, for total integration would eliminate a whole segment of the market and establish an island of calculational and allocational chaos, an island that would preclude optimal planning for profits and maximum satisfaction for the consumers.

37

Στην περίπτωση της απλής κρατικής ιδιοκτησίας, προκύπτει μία ακόμη προέκταση αυτής της θέσης. Διότι κάθε κρατική επιχείρηση εισάγει τη δική της νησίδα χάους στην οικονομία· δεν χρειάζεται να περιμένουμε τον σοσιαλισμό για να αρχίσει το χάος το έργο του. Καμία κρατική επιχείρηση δεν μπορεί ποτέ να καθορίζει τιμές ή κόστος ούτε να κατανέμει συντελεστές ή κεφάλαια με τρόπο ορθολογικό, που μεγιστοποιεί την ευημερία. Καμία κρατική επιχείρηση δεν μπορεί να συγκροτηθεί σε «επιχειρηματική βάση», ακόμη και αν υπάρχει η σχετική επιθυμία. Έτσι, κάθε κρατική δραστηριότητα εισάγει μια εστία χάους στην οικονομία· και εφόσον όλες οι αγορές της οικονομίας είναι αλληλένδετες, κάθε κρατική δραστηριότητα διαταράσσει και στρεβλώνει τη διαμόρφωση των τιμών, την κατανομή των συντελεστών, τις αναλογίες κατανάλωσης προς επένδυση κ.λπ. Κάθε κρατική επιχείρηση δεν μειώνει μόνο τις κοινωνικές χρησιμότητες των καταναλωτών, επιβάλλοντας την κατανομή κεφαλαίων σε σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που επιθυμεί το κοινό· μειώνει επίσης τη χρησιμότητα όλων —συμπεριλαμβανομένων, ίσως, των χρησιμοτήτων των κρατικών αξιωματούχων—, στρεβλώνοντας την αγορά και διαδίδοντας το χάος στον οικονομικό υπολογισμό. Όσο μεγαλύτερη είναι, φυσικά, η έκταση της κρατικής ιδιοκτησίας, τόσο εντονότερος θα γίνεται αυτός ο αντίκτυπος.

In the case of simple government ownership, still another extension of this thesis unfolds. For each governmental firm introduces its own island of chaos into the economy; there is no need to wait for socialism for chaos to begin its work. No government enterprise can ever determine prices or costs or allocate factors or funds in a rational, welfare-maximizing manner. No government enterprise can be established on a “business basis” even if the desire were present. Thus, any government operation injects a point of chaos into the economy; and since all markets are interconnected in the economy, every governmental activity disrupts and distorts pricing, the allocation of factors, consumption/ investment ratios, etc. Every government enterprise not only lowers the social utilities of the consumers by forcing the allocation of funds to ends other than those desired by the public; it also lowers the utility of everyone (including, perhaps, the utilities of government officials) by distorting the market and spreading calculational chaos. The greater the extent of government ownership, of course, the more pronounced will this impact become.

38

Πέρα από τις αμιγώς οικονομικές συνέπειές της, η κρατική ιδιοκτησία ασκεί και μια άλλου είδους επίδραση στην κοινωνία: αντικαθιστά αναγκαστικά την αρμονία της ελεύθερης αγοράς με τη σύγκρουση. Εφόσον κρατική υπηρεσία σημαίνει υπηρεσία παρεχόμενη από μία ομάδα υπευθύνων λήψης αποφάσεων, καταλήγει να σημαίνει ομοιόμορφη υπηρεσία. Οι επιθυμίες όλων εκείνων που εξαναγκάζονται, άμεσα ή έμμεσα, να πληρώνουν για την κρατική υπηρεσία δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Μόνο ορισμένες μορφές της υπηρεσίας μπορούν ή πρόκειται να παραχθούν από τον κρατικό φορέα. Ως αποτέλεσμα, η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα δημιουργεί τεράστιες συγκρούσεις μεταξύ καστών στους κόλπους των πολιτών, καθένας από τους οποίους έχει διαφορετική αντίληψη για την καλύτερη μορφή της υπηρεσίας.

Aside from its purely economic consequences, government ownership has another kind of impact on society: it necessarily substitutes conflict for the harmony of the free market. Since government service means service by one set of decision-makers, it comes to mean uniform service. The desires of all those forced, directly or indirectly, to pay for the government service cannot be satisfied. Only some forms of the service can or will be produced by the government agency. As a result, government enterprise creates enormous caste conflicts among the citizens, each of whom has a different idea on the best form of service.

39

Τα τελευταία χρόνια, τα κρατικά σχολεία στην Αμερική έχουν προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων συγκρούσεων. Ορισμένοι γονείς προτιμούν σχολεία με φυλετικό διαχωρισμό· άλλοι προτιμούν εκπαίδευση χωρίς φυλετικό διαχωρισμό. Ορισμένοι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να διδάσκονται τον σοσιαλισμό· άλλοι θέλουν αντισοσιαλιστική διδασκαλία στα σχολεία. Δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο το κράτος μπορεί να επιλύσει αυτές τις συγκρούσεις. Μπορεί μόνο να επιβάλει καταναγκαστικά τη βούληση της πλειονότητας —ή μια γραφειοκρατική «ερμηνεία» της— και να αφήσει μια συχνά μεγάλη μειονότητα ανικανοποίητη και δυσαρεστημένη. Όποιος τύπος σχολείου και αν επιλεγεί, ορισμένες ομάδες γονέων θα υποστούν ζημία. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει τέτοια σύγκρουση στην ελεύθερη αγορά, η οποία παρέχει κάθε τύπο υπηρεσίας για τον οποίο υπάρχει ζήτηση. Στην αγορά, όσοι θέλουν σχολεία με ή χωρίς φυλετικό διαχωρισμό, σοσιαλιστικά ή ατομικιστικά, μπορούν να δουν τις επιθυμίες τους να ικανοποιούνται. Είναι προφανές, επομένως, ότι η κρατική, σε αντιδιαστολή προς την ιδιωτική, παροχή υπηρεσιών μειώνει το βιοτικό επίπεδο μεγάλου μέρους του πληθυσμού.

In recent years, government schools in America have furnished a striking example of such conflicts. Some parents prefer racially segregated schools; others prefer integrated education. Some parents want their children taught socialism; others want antisocialist teaching in the schools. There is no way that government can resolve these conflicts. It can only impose the will of the majority (or a bureaucratic “interpretation” of it) by coercion and leave an often large minority dissatisfied and unhappy. Whichever type of school is chosen, some groups of parents will suffer. On the other hand, there is no such conflict on the free market, which provides any type of service demanded. On the market, those who want segregated or integrated, socialist or individualist schools can have their wants satisfied. It is obvious, therefore, that governmental, as opposed to private, provision of services, lowers the standard of living of much of the population.

40

Ο βαθμός κρατικής ιδιοκτησίας στην οικονομία ποικίλλει από χώρα σε χώρα, αλλά σε όλες τις χώρες το κράτος έχει φροντίσει να κατέχει τα ζωτικά νευραλγικά κέντρα, τα κέντρα εξουσίας της κοινωνίας. Έχει αποκτήσει καταναγκαστικά μονοπωλιακή ιδιοκτησία επί αυτών των κέντρων και πάντοτε προσπαθούσε να πείσει τον πληθυσμό ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία και επιχειρηματική δραστηριότητα σε αυτούς τους τομείς είναι απλώς και a priori αδύνατες. Είδαμε, αντιθέτως, ότι κάθε υπηρεσία μπορεί να παρέχεται στην ελεύθερη αγορά.

The degrees of government ownership in the economy vary from one country to another, but in all countries the State has made sure that it owns the vital nerve centers, the command posts of the society. It has acquired compulsory monopoly ownership over these command posts, and it has always tried to convince the populace that private ownership and enterprise in these fields is simply and a priori impossible. We have seen, on the contrary, that every service can be supplied on the free market.

41

Τα ζωτικά κέντρα εξουσίας που κατέχει πάντοτε μονοπωλιακά το κράτος είναι: (1) η αστυνομική και στρατιωτική προστασία· (2) η δικαστική προστασία· (3) το μονοπώλιο της κοπής νομισμάτων —και το μονοπώλιο του ορισμού του χρήματος—· (4) οι ποταμοί και οι παράκτιες θάλασσες· (5) οι αστικοί δρόμοι και οι αυτοκινητόδρομοι, καθώς και η γη γενικά —η αχρησιμοποίητη γη, πέρα από την εξουσία αναγκαστικής απαλλοτρίωσης—· και (6) τα ταχυδρομεία. Η λειτουργία της προστασίας είναι εκείνη που το κράτος διατηρεί πιο ζηλότυπα για τον εαυτό του. Είναι ζωτική για την ύπαρξη του κράτους, διότι από το μονοπώλιό του στη βία εξαρτάται η ικανότητά του να αποσπά φόρους από τους πολίτες. Αν επιτρεπόταν στους πολίτες να έχουν ιδιωτικά δικαστήρια και στρατούς, τότε θα διέθεταν τα μέσα να αμύνονται έναντι επιθετικών πράξεων τόσο του κράτους όσο και ιδιωτών. Ο έλεγχος των βασικών πόρων γης —ιδίως των μεταφορών— είναι, φυσικά, εξαιρετική μέθοδος εξασφάλισης συνολικού ελέγχου. Τα ταχυδρομεία υπήρξαν πάντοτε πολύ βολικό εργαλείο για την επιθεώρηση και την απαγόρευση μηνυμάτων αιρετικών ή εχθρών του κράτους. Τα τελευταία χρόνια, το κράτος επιδιώκει διαρκώς να διευρύνει αυτά τα προγεφυρώματα. Το μονοπώλιο της κοπής νομισμάτων και του ορισμού του χρήματος —οι νόμοι περί νόμιμου μέσου πληρωμής— έχει χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη πλήρους ελέγχου του νομισματικού συστήματος του έθνους. Αυτό ήταν ένα από τα δυσκολότερα έργα του κράτους, καθώς επί αιώνες οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν το χαρτονόμισμα με βαθιά δυσπιστία. Το μονοπώλιο της κοπής νομισμάτων και του καθορισμού των νομισματικών προτύπων οδήγησε στη νόθευση των νομισμάτων, στη μετατροπή των νομισματικών ονομασιών από μονάδες βάρους σε όρους χωρίς νόημα και στην αντικατάσταση του χρυσού και του αργύρου από τραπεζικό ή κρατικό χαρτονόμισμα. Σήμερα, το κράτος σε σχεδόν κάθε χώρα έχει επιτύχει τον κύριο νομισματικό του στόχο: τη δυνατότητα αύξησης των εσόδων του μέσω διόγκωσης της ποσότητας του χρήματος κατά βούληση. Στους άλλους τομείς —γη και φυσικοί πόροι, μεταφορές και επικοινωνίες— το κράτος αποκτά ολοένα μεγαλύτερο έλεγχο. Τέλος, ένα ακόμη κρίσιμο κέντρο εξουσίας που κατέχει, αν και δεν μονοπωλεί πλήρως, το κράτος είναι η εκπαίδευση. Διότι η κρατική σχολική εκπαίδευση επιτρέπει τον επηρεασμό του νεανικού νου ώστε να αποδέχεται τις αρετές του κράτους και της κρατικής παρέμβασης.202 Σε πολλές χώρες, το κράτος δεν διαθέτει καταναγκαστικό μονοπώλιο στη σχολική εκπαίδευση, αλλά προσεγγίζει αυτό το ιδεώδες επιβάλλοντας σε όλα τα παιδιά τη φοίτηση είτε σε κρατικό σχολείο είτε σε ιδιωτικό σχολείο εγκεκριμένο ή αναγνωρισμένο από το κράτος. Η υποχρεωτική φοίτηση στοιβάζει στα σχολεία εκείνους που δεν επιθυμούν σχολική εκπαίδευση και, έτσι, ωθεί υπερβολικά πολλά παιδιά στην εκπαίδευση. Υπερβολικά λίγοι νέοι παραμένουν σε ανταγωνιστικές προς αυτήν δραστηριότητες όπως ο ελεύθερος χρόνος, η μελέτη στο σπίτι και η απασχόληση σε επιχειρήσεις.203

The vital command posts invariably owned monopolistically by the State are: (1) police and military protection; (2) judicial protection; (3) monopoly of the mint (and monopoly of defining money); (4) rivers and coastal seas; (5) urban streets and highways, and land generally (unused land, in addition to the power of eminent domain); and (6) the post office. The defense function is the one reserved most jealously by the State. It is vital to the State’s existence, for on its monopoly of force depends its ability to exact taxes from the citizens. If citizens were permitted privately owned courts and armies, then they would possess the means to defend themselves against invasive acts by the government as well as by private individuals. Control of the basic land resources—particularly transportation—is, of course, an excellent method of ensuring overall control. The post office has always been a very convenient tool for the inspection and prohibition of messages by heretics or enemies of the State. In recent years, the State has constantly sought to expand these outposts. Monopoly of the mint and of the definition of money (legal tender laws) has been used to achieve full control of the nation’s monetary system. This was one of the State’s most difficult tasks, since for centuries paper money was thoroughly distrusted by the people. Monopoly over the mint and the definition of monetary standards has led to the debasement of the coinage, a shift of monetary names from units of weight to meaningless terms, and the replacement of gold and silver by bank or government paper. At present, the State in nearly every country has achieved its major monetary goal: the ability to expand its revenue by inflating the currency at will. In the other areas—land and natural resources, transportation and communication—the State is more and more in control. Finally, another critical command post held, though not wholly monopolized by the State, is education. For government schooling permits influencing the youthful mind to accept the virtues of the government and of government intervention. In many countries, the government does not have a compulsory monopoly of schooling, but it approaches this ideal by compelling attendance of all children at either a government school or a private school approved or accredited by government. Compulsory attendance herds into the schools those who do not desire schooling and thus drives too many children into education. Too few youngsters remain in such competing fields as leisure, home study, and business employment.

42

Μια πολύ παράξενη κρατική δραστηριότητα έχει αναπτυχθεί τεράστια κατά τον παρόντα αιώνα. Η μεγάλη δημοτικότητά της αποτελεί αξιοσημείωτη ένδειξη της ευρύτατης άγνοιας των πραξεολογικών νόμων από το κοινό. Αναφερόμαστε στη λεγόμενη νομοθεσία «κοινωνικής ασφάλισης». Αυτό το σύστημα δημεύει το εισόδημα των φτωχότερων μισθωτών και κατόπιν διατείνεται ότι επενδύει τα χρήματα συνετότερα από όσο θα μπορούσαν οι ίδιοι, καταβάλλοντάς τα αργότερα στους ίδιους ή στους δικαιούχους τους κατά τα γηρατειά τους. Εξεταζόμενο ως «κοινωνική ασφάλιση», αποτελεί τυπικό παράδειγμα κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας: δεν υπάρχει σχέση μεταξύ ασφαλίστρων και παροχών, καθώς και τα δύο μεταβάλλονται κάθε χρόνο υπό την επίδραση πολιτικών πιέσεων. Στην ελεύθερη αγορά, όποιος επιθυμεί να επενδύσει σε ασφαλιστικό συμβόλαιο προσόδου ή σε μετοχές ή ακίνητα μπορεί να το πράξει. Ο εξαναγκασμός καθενός να μεταβιβάζει τα χρηματικά του διαθέσιμα στο κράτος τού επιβάλλει απώλεια χρησιμότητας.

One very curious governmental activity has grown enormously in the present century. Its great popularity is a notable indication of widespread popular ignorance of praxeological law. We are referring to what is called “social security” legislation. This system confiscates the income of the poorer wage earners and then presumes to invest the money more wisely than they could themselves, later paying out the money to them or their beneficiaries in their old age. Considered as “social insurance,” this is a typical example of government enterprise: there is no relation between premiums and benefits, both changing yearly under the impact of political pressures. On the free market, anyone who wishes to invest in an insurance annuity or in stocks or real estate may do so. Compelling everyone to transfer his funds to the government forces him to lose utility.

43

Έτσι, ακόμη και εκ πρώτης όψεως, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τη μεγάλη δημοτικότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Αλλά η πραγματική φύση της λειτουργίας του διαφέρει πολύ από την επίσημη εικόνα του. Διότι το κράτος δεν επενδύει τα ποσά που εισπράττει μέσω φόρων· απλώς τα δαπανά, παραχωρώντας στον εαυτό του ομόλογα, τα οποία πρέπει αργότερα να εξαργυρωθούν όταν καταστούν απαιτητές οι παροχές. Πώς θα εξασφαλιστούν τότε τα μετρητά; Μόνο μέσω πρόσθετων φόρων ή πληθωρισμού. Έτσι, το κοινό πρέπει να πληρώσει δύο φορές για την «κοινωνική ασφάλιση». Το πρόγραμμα κοινωνικής ασφάλισης φορολογεί δύο φορές για μία πληρωμή· είναι ένας μηχανισμός που επιτρέπει στο κράτος να φορολογεί τις χαμηλότερες εισοδηματικές ομάδες κατά τρόπο περισσότερο αποδεκτό. Και, όπως ισχύει για όλους τους φόρους, τα έσοδα κατευθύνονται στην κρατική κατανάλωση.

Thus, even on its face, it is difficult to understand the great popularity of the social security system. But the true nature of the operation differs greatly from its official image. For the government does not invest the funds it takes in taxes; it simply spends them, giving itself bonds, which must be later cashed when the benefits fall due. How will the cash then be obtained? Only from further taxes or inflation. Thus, the public must pay twice for “social security.” The social security program taxes twice for one payment; it is a device to permit palatable taxation of the lower-income groups by the government. And, as is true of all taxes, the proceeds go into governmental consumption.

44

Κατά τη στάθμιση του ζητήματος της ιδιωτικής ή κρατικής ιδιοκτησίας οποιασδήποτε επιχείρησης, λοιπόν, πρέπει να έχουμε υπόψη τα ακόλουθα συμπεράσματα της ανάλυσής μας:

  • 1. Κάθε υπηρεσία μπορεί να παρέχεται ιδιωτικά στην αγορά.
  • 2. Η ιδιωτική ιδιοκτησία θα είναι αποτελεσματικότερη στην παροχή υπηρεσιών καλύτερης ποιότητας με χαμηλότερο κόστος.
  • 3. Η κατανομή των πόρων σε μια ιδιωτική επιχείρηση θα ικανοποιεί καλύτερα τις απαιτήσεις των καταναλωτών, ενώ η κρατική επιχείρηση θα στρεβλώνει τις κατανομές και θα εισάγει νησίδες χάους στον οικονομικό υπολογισμό.
  • 4. Η κρατική ιδιοκτησία θα καταστέλλει την ιδιωτική δραστηριότητα τόσο σε μη ανταγωνιστικές όσο και σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.
  • 5. Η ιδιωτική ιδιοκτησία εξασφαλίζει την αρμονική και συνεργατική ικανοποίηση των επιθυμιών, ενώ η κρατική ιδιοκτησία δημιουργεί σύγκρουση μεταξύ καστών.204

In weighing the question of private or governmental ownership of any enterprise, then, one should keep in mind the following conclusions of our analysis: (1) every service can be supplied privately on the market; (2) private ownership will be more efficient in providing better quality of service at lower cost; (3) allocation of resources in a private enterprise will better satisfy consumer demands, while government enterprise will distort allocations and introduce islands of calculational chaos; (4) government ownership will repress private activity in noncompeting as well as competing firms; (5) private ownership insures the harmonious and co-operative satisfaction of desires, while government ownership creates caste conflict.

45

3. Δραστηριότητες χρησιμοποίησης πόρων: Σοσιαλισμός

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. Resource-Using Activities: Socialism

46

Σοσιαλισμός —ή κολεκτιβισμός— υπάρχει όταν το κράτος κατέχει όλα τα μέσα παραγωγής. Είναι η καταναγκαστική κατάργηση και απαγόρευση της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και η μονοπώληση ολόκληρης της παραγωγικής σφαίρας από το κράτος. Ο σοσιαλισμός, επομένως, επεκτείνει την αρχή του καταναγκαστικού κρατικού μονοπωλίου από λίγες μεμονωμένες επιχειρήσεις σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα. Είναι η βίαιη κατάργηση της αγοράς.

Socialism—or collectivism—occurs when the State owns all the means of production. It is the compulsory abolition and prohibition of private enterprise, and the monopolization of the entire productive sphere by the State. Socialism, therefore, extends the principle of compulsory governmental monopoly from a few isolated enterprises to the whole economic system. It is the violent abolition of the market.

47

Αν πρόκειται να υπάρχει οικονομία, πρέπει να υπάρχει παραγωγή για την ικανοποίηση των επιθυμιών των καταναλωτών. Πώς θα οργανωθεί αυτή η παραγωγή; Ποιος θα αποφασίζει για την κατανομή των συντελεστών σε όλες τις διαφορετικές χρήσεις ή για το εισόδημα που θα λαμβάνει κάθε συντελεστής σε κάθε χρήση; Υπάρχουν δύο και μόνο δύο τρόποι οργάνωσης μιας οικονομίας. Ο ένας είναι μέσω της ελευθερίας και της εκούσιας επιλογής — ο δρόμος της αγοράς. Ο άλλος είναι μέσω της βίας και της επιβολής διαταγών — ο δρόμος του κράτους. Σε όσους αγνοούν την οικονομική επιστήμη, μπορεί να φαίνεται ότι μόνο ο δεύτερος συνιστά πραγματική οργάνωση και σχεδιασμό, ενώ ο δρόμος της αγοράς δεν είναι παρά σύγχυση και χάος. Η οργάνωση της ελεύθερης αγοράς, όμως, είναι στην πραγματικότητα ένα εκπληκτικό και ευέλικτο μέσο ικανοποίησης των αναγκών όλων των ατόμων, πολύ αποτελεσματικότερο από την κρατική λειτουργία ή παρέμβαση.

If an economy is to exist at all, there must be production in order to satisfy the desires of the consuming individuals. How is this production to be organized? Who is to decide on the allocation of factors to all the various uses, or on the income each factor will receive in each use? There are two and only two ways that an economy can be organized. One is by freedom and voluntary choice—the way of the market. The other is by force and dictation—the way of the State. To those ignorant of economics, it may seem that only the latter constitutes real organization and planning, whereas the way of the market is only confusion and chaos. The organization of the free market, however, is actually an amazing and flexible means of satisfying the wants of all individuals, and one far more efficient than State operation or intervention.

48

Μέχρι αυτό το σημείο, όμως, εξετάσαμε μόνο μεμονωμένες κρατικές επιχειρήσεις και διάφορες μορφές κρατικής παρέμβασης στην αγορά. Πρέπει τώρα να εξετάσουμε τον σοσιαλισμό —το σύστημα της αμιγούς κρατικής επιβολής διαταγών—, το διαμετρικό αντίθετο της αμιγώς ελεύθερης αγοράς.

Up to this point, however, we have discussed only isolated government enterprises and various forms of government intervention in the market. We must now examine socialism—the system of pure government dictation—the polar opposite of the purely free market.

49

Ορίσαμε την ιδιοκτησία ως τον αποκλειστικό έλεγχο ενός πόρου. Είναι σαφές, επομένως, ότι μια «σχεδιασμένη οικονομία» που αφήνει την ονομαστική ιδιοκτησία στα χέρια των προηγούμενων ιδιωτών ιδιοκτητών, αλλά θέτει τον πραγματικό έλεγχο και τη διεύθυνση των πόρων στα χέρια του κράτους, είναι εξίσου σοσιαλισμός με την επίσημη κρατικοποίηση της περιουσίας. Τα ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα ήταν εξίσου σοσιαλιστικά με το κομμουνιστικό σύστημα που κρατικοποιεί όλη την παραγωγική περιουσία.

We have defined ownership as the exclusive control of a resource. It is clear, therefore, that a “planned economy” which leaves nominal ownership in the hands of the previous private owners, but which places the actual control and direction of resources in the hands of the State, is as much socialism as is the formal nationalization of property. The Nazi and Fascist regimes were as socialist as the Communist system that nationalizes all productive property.

50

Πολλοί αρνούνται να ταυτίσουν τον ναζισμό ή τον φασισμό με τον «σοσιαλισμό», επειδή περιορίζουν τον τελευταίο όρο στον προλεταριακό προσανατολισμό του Marx ή των νεομαρξιστών ή σε διάφορες «σοσιαλδημοκρατικές» προτάσεις. Αλλά η οικονομική επιστήμη δεν ασχολείται με το χρώμα της στολής ή με τους καλούς ή κακούς τρόπους των κυβερνώντων. Ούτε ενδιαφέρεται για το ποιες ομάδες ή τάξεις διοικούν το κράτος στα διάφορα πολιτικά καθεστώτα. Ούτε έχει σημασία για την οικονομική επιστήμη αν το σοσιαλιστικό καθεστώς επιλέγει τους κυβερνώντες του μέσω εκλογών ή πραξικοπημάτων. Η οικονομική επιστήμη ασχολείται μόνο με τις εξουσίες ιδιοκτησίας ή ελέγχου που ασκεί το κράτος. Όλες οι μορφές κρατικού σχεδιασμού ολόκληρης της οικονομίας είναι τύποι σοσιαλισμού, ανεξάρτητα από τις φιλοσοφικές ή αισθητικές απόψεις των διαφόρων σοσιαλιστικών στρατοπέδων και ανεξάρτητα από το αν αυτά ονομάζονται «δεξιά» ή «αριστερά». Ο σοσιαλισμός μπορεί να είναι μοναρχικός· μπορεί να είναι προλεταριακός· μπορεί να εξισώνει τις περιουσίες· μπορεί να αυξάνει την ανισότητα. Η ουσία του παραμένει πάντοτε η ίδια: ολοκληρωτική καταναγκαστική επιβολή κρατικών διαταγών στην οικονομία.

Many people refuse to identify Nazism or Fascism as “socialism” because they confine the latter term to Marxist or neo-Marxist proletarianism or to various “social-democratic” proposals. But economics is not concerned with the color of the uniform or with the good or bad manners of the rulers. Nor does it care which groups or classes are running the State in various political regimes. Neither does it matter, for economics, whether the socialist regime chooses its rulers by elections or by coups d’etat. Economics is concerned only with the powers of ownership or control that the State exercises. All forms of State planning of the whole economy are types of socialism, notwithstanding the philosophical or esthetic viewpoints of the various socialist camps and regardless whether they are referred to as “rightists” or “leftists.” Socialism may be monarchical; it may be proletarian; it may equalize fortunes; it may increase inequality. Its essence is always the same: total coercive State dictation over the economy.

51

Η απόσταση μεταξύ των δύο πόλων —της αμιγώς ελεύθερης αγοράς, από τη μία πλευρά, και του ολοκληρωτικού κολεκτιβισμού, από την άλλη— αποτελεί ένα συνεχές που περιλαμβάνει διαφορετικά «μείγματα» της αρχής της ελευθερίας και της καταναγκαστικής, ηγεμονικής αρχής. Κάθε αύξηση της κρατικής ιδιοκτησίας ή του κρατικού ελέγχου, επομένως, είναι «σοσιαλιστική» ή «κολεκτιβιστική», επειδή αποτελεί καταναγκαστική παρέμβαση που φέρνει την οικονομία ένα βήμα πλησιέστερα στον πλήρη σοσιαλισμό.

The distance between the poles of the purely free market, on the one hand, and total collectivism on the other, is a continuum involving different “mixes” of the freedom principle and the coercive, hegemonic principle. Any increase of governmental ownership or control, therefore, is “socialistic,” or “collectivistic,” because it is a coercive intervention bringing the economy one step closer to complete socialism.

52

Η έκταση του κολεκτιβισμού στον εικοστό αιώνα ταυτόχρονα υποτιμάται και υπερεκτιμάται. Από τη μία πλευρά, η ανάπτυξή του σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες υποτιμάται σημαντικά. Οι περισσότεροι παρατηρητές παραβλέπουν, για παράδειγμα, τη σημασία της επέκτασης του κρατικού δανεισμού. Ο δανειστής είναι επίσης επιχειρηματίας και συνιδιοκτήτης, ανεξάρτητα από τη νομική του ιδιότητα. Τα κρατικά δάνεια προς ιδιωτικές επιχειρήσεις, επομένως, ή οι κρατικές εγγυήσεις ιδιωτικών δανείων δημιουργούν πολλές εστίες κρατικής ιδιοκτησίας. Επιπλέον, η συνολική ποσότητα αποταμιεύσεων στην οικονομία δεν αυξάνεται μέσω των κρατικών εγγυήσεων και δανείων, αλλά μεταβάλλεται η συγκεκριμένη μορφή τους. Η ελεύθερη αγορά τείνει να κατανέμει τις αποταμιεύσεις της κοινωνίας στις πιο επικερδείς και παραγωγικές κατευθύνσεις. Τα κρατικά δάνεια και οι εγγυήσεις, αντιθέτως, εκτρέπουν αποταμιεύσεις από περισσότερο προς λιγότερο παραγωγικές κατευθύνσεις. Εμποδίζουν επίσης την επιτυχία των πιο αποδοτικών επιχειρηματιών και την απομάκρυνση των μη αποδοτικών —οι οποίοι τότε θα γίνονταν απλώς συντελεστές εργασίας αντί για επιχειρηματίες—. Και με τους δύο αυτούς τρόπους, επομένως, ο κρατικός δανεισμός μειώνει το γενικό βιοτικό επίπεδο — χωρίς να συνυπολογίσουμε την απώλεια χρησιμότητας που επιβάλλεται στους φορολογουμένους, οι οποίοι πρέπει να καλύπτουν αυτές τις εγγυήσεις ή να παρέχουν τα χρήματα που πρόκειται να δανειστούν.

The extent of collectivism in the twentieth century is at once under- and overestimated. On the one hand, its development in such countries as the United States is greatly underestimated. Most observers neglect, for example, the importance of the expansion of government lending. The lender is also an entrepreneur and part owner, regardless of his legal status. Government loans to private enterprise, therefore, or guarantees of private loans, create many centers of government ownership. Furthermore, the total quantity of savings in the economy is not increased by government guarantees and loans, but its specific form is changed. The free market tends to allocate social savings to their most profitable and productive channels. Government loans and guarantees, by contrast, divert savings from more to less productive channels. They also prevent the success of the most efficient entrepreneurs and the weeding out of the inefficient (who would then become simply labor factors rather than entrepreneurs). In both these ways, therefore, government lending lowers the general standard of living—to say nothing of the loss of utility inflicted on the taxpayers, who must make these pledges good, or who supply the money to be loaned.

53

Από την άλλη πλευρά, η έκταση του σοσιαλισμού σε χώρες όπως η Σοβιετική Ρωσία υπερεκτιμάται. Εκείνοι που επικαλούνται τη Ρωσία ως παράδειγμα «επιτυχημένου» κρατικού σχεδιασμού αγνοούν το γεγονός —πέρα από τις διαρκείς δυσχέρειες του σχεδιασμού— ότι η Σοβιετική Ρωσία και οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες δεν μπορούν να έχουν πλήρη σοσιαλισμό, επειδή μόνο το εσωτερικό εμπόριο είναι κοινωνικοποιημένο. Ο υπόλοιπος κόσμος εξακολουθεί να διαθέτει κάποιου είδους αγορά. Ένα σοσιαλιστικό κράτος, επομένως, μπορεί ακόμη να αγοράζει και να πωλεί στην παγκόσμια αγορά και τουλάχιστον να προσεγγίζει αδρά την ορθολογική τιμολόγηση των παραγωγικών αγαθών, ανατρέχοντας στις τιμές των συντελεστών που διαμορφώνονται στην παγκόσμια αγορά. Μολονότι τα σφάλματα ακόμη και αυτού του μερικού σοσιαλιστικού σχεδιασμού προκαλούν φτωχοποίηση, είναι ασήμαντα σε σύγκριση με όσα θα συνέβαιναν υπό το πλήρες χάος οικονομικού υπολογισμού ενός παγκόσμιου σοσιαλιστικού κράτους. Ένα Ενιαίο Μεγάλο Καρτέλ δεν θα μπορούσε να πραγματοποιεί οικονομικό υπολογισμό και, επομένως, δεν θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί στην ελεύθερη αγορά. Πόσο περισσότερο ισχύει αυτό για τον σοσιαλισμό, όπου το κράτος επιβάλλει διά της βίας το καθολικό μονοπώλιό του και όπου οι αναποτελεσματικότητες των ενεργειών ενός μεμονωμένου κράτους πολλαπλασιάζονται στο χιλιαπλάσιο.

On the other hand, the extent of socialism in such countries as Soviet Russia is overrated. Those people who point to Russia as an example of “successful” planning by the government ignore the fact (aside from the planning difficulties constantly encountered) that Soviet Russia and other socialist countries cannot have full socialism because only domestic trade is socialized. The rest of the world still has a market of sorts. A socialist State, therefore, can still buy and sell on the world market and at least vaguely approximate the rational pricing of producers’ goods by referring to the prices of factors set on the world market. Although the errors of even this partial socialist planning are impoverishing, they are insignificant compared to what would happen under the total calculational chaos of a world socialist State. One Big Cartel could not calculate and therefore could not be established on the free market. How much more does this apply to socialism, where the State imposes its overall monopoly by force, and where the inefficiencies of a single State’s actions are multiplied a thousandfold.

54

Ένα σημείο δεν πρέπει να παραβλέπεται κατά την ανάλυση συγκεκριμένων σοσιαλιστικών καθεστώτων: η δυνατότητα ύπαρξης «μαύρης» αγοράς, με πόρους που περνούν παρανόμως σε ιδιωτικά χέρια.205 Φυσικά, οι δυνατότητες μαύρης αγοράς σε ογκώδη αγαθά είναι μάλλον περιορισμένες· υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο για τέτοιο εμπόριο όταν τα εμπορεύματα —όπως καραμέλες, τσιγάρα, φάρμακα και κάλτσες— αποκρύπτονται εύκολα. Από την άλλη πλευρά, η παραποίηση αρχείων από τα διοικητικά στελέχη και οι διάχυτες δυνατότητες δωροδοκίας μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την εγκαθίδρυση κάποιας μορφής περιορισμένης αγοράς. Υπάρχει λόγος να πιστεύουμε, για παράδειγμα, ότι η εκτεταμένη διαφθορά —blat— και οι μαύρες αγορές, δηλαδή η υπονόμευση του σοσιαλιστικού σχεδιασμού, υπήρξαν ουσιώδεις για το επίπεδο παραγωγής που κατόρθωσε να επιτύχει το σοβιετικό σύστημα.

One point should not be overlooked in the analysis of specific socialist regimes: the possibility of a “black” market, with resources passing illicitly into private hands. Of course, the opportunity for black markets in large-sized goods is rather limited; there is more scope for such trade where commodities (like candy, cigarettes, drugs, and stockings) are easy to conceal. On the other hand, falsification of records by managers and the pervasive opportunity for bribery may be used to establish some form of limited market. There is reason to believe, for example, that extensive graft (blat) and black markets, i.e., the subversion of socialist planning, have been essential to the level of production which the Soviet system has been able to attain.

55

Τα τελευταία χρόνια, η πλήρης αποτυχία του σοσιαλιστικού σχεδιασμού να πραγματοποιήσει οικονομικό υπολογισμό για μια βιομηχανική οικονομία έχει αναγνωριστεί εμμέσως από τις κομμουνιστικές χώρες, οι οποίες απομακρύνονται ταχέως, ιδίως στην Ανατολική Ευρώπη, από τον σοσιαλισμό και κινούνται προς μια ολοένα ελευθερότερη οικονομία της αγοράς. Αυτή η πρόοδος υπήρξε ιδιαίτερα αξιοσημείωτη στη Γιουγκοσλαβία, η οποία χαρακτηρίζεται πλέον από ιδιωτική ιδιοκτησία καθώς και από ιδιοκτησία συνεταιρισμών παραγωγών και από την απουσία κεντρικού σχεδιασμού, ακόμη και των επενδύσεων.206

In recent years, the total failure of socialist planning to calculate for an industrial economy has been implicitly acknowledged by the Communist countries, which have been rapidly moving, especially in Eastern Europe, away from socialism and toward an ever freer market economy. This progress has been particularly remarkable in Yugoslavia, which is now marked by private as well as producers’ co-operative ownership and by the absence of central planning, even of investments.

56

4. Ο μύθος της «δημόσιας» ιδιοκτησίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. The Myth of “Public” Ownership

57

Όλοι ακούμε πολλά για τη «δημόσια» ιδιοκτησία. Όποτε το κράτος κατέχει περιουσία ή λειτουργεί μια επιχείρηση, αυτή χαρακτηρίζεται «δημόσιας ιδιοκτησίας». Όταν φυσικοί πόροι πωλούνται ή παραχωρούνται σε ιδιωτικές επιχειρήσεις, πληροφορούμαστε ότι η «δημόσια κτήση» έχει «χαριστεί» σε στενά ιδιωτικά συμφέροντα. Υπονοείται ότι, όταν το κράτος κατέχει κάτι, «εμείς» —όλα τα μέλη του κοινού— κατέχουμε ίσα μερίδια αυτής της περιουσίας. Σε αντιδιαστολή προς αυτή την ευρεία προοπτική προβάλλονται τα στενά, μικροπρεπή συμφέροντα της απλής «ιδιωτικής» ιδιοκτησίας.

We all hear a great deal about “public” ownership. Whenever the government owns property, in fact, or operates an enterprise, it is referred to as “publicly owned.” When natural resources are sold or given to private enterprise, we learn that the “public domain” has been “given away” to narrow private interests. The inference is that when the government owns anything, “we”—all members of the public—own equal shares of that property. Contrast to this broad sweep the narrow, petty interests of mere “private” ownership.

58

Είδαμε ότι, εφόσον ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα δεν θα μπορούσε να πραγματοποιεί οικονομικό υπολογισμό, ένας αδιάλλακτος σοσιαλιστής πρέπει να είναι προετοιμασμένος να δει την εξαφάνιση μεγάλου μέρους του πληθυσμού της γης, με μόνο μια πρωτόγονη στοιχειώδη διαβίωση να απομένει για όσους επιβιώσουν. Παρ’ όλα αυτά, ένας άνθρωπος που ταυτίζει την κρατική με τη δημόσια ιδιοκτησία μπορεί να αρκείται στη διεύρυνση του πεδίου της κρατικής ιδιοκτησίας παρά την απώλεια αποτελεσματικότητας ή κοινωνικής χρησιμότητας που αυτή συνεπάγεται.

We have seen that, since a socialist economic system could not calculate economically, a die-hard socialist must be prepared to witness the disappearance of a large part of the earth’s population, with only primitive subsistence remaining for the survivors. Still, a man who identifies government with public ownership might be content to spread the area of government ownership despite the loss of efficiency or social utility it entails.

59

Η ίδια η ταύτιση, όμως, είναι εντελώς εσφαλμένη. Ιδιοκτησία είναι ο τελικός έλεγχος και η διεύθυνση ενός πόρου. Ο ιδιοκτήτης ενός περιουσιακού στοιχείου είναι εκείνος που έχει την τελική εξουσία διάθεσής του, ανεξάρτητα από αντίθετα νομικά πλάσματα. Στην αμιγώς ελεύθερη κοινωνία, οι πόροι που είναι τόσο άφθονοι ώστε να αποτελούν γενικές συνθήκες ανθρώπινης ευημερίας θα παρέμεναν αδέσποτοι. Οι σπάνιοι πόροι, από την άλλη πλευρά, θα ανήκαν σε ιδιοκτήτες σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές: αυτοκυριότητα κάθε προσώπου· ιδιοκτησία από κάθε πρόσωπο της περιουσίας που το ίδιο δημιούργησε ή μετασχημάτισε· αρχική ιδιοκτησία προηγουμένως αδέσποτης γης από τον πρώτο χρήστη ή μετασχηματιστή της. Κρατική ιδιοκτησία σημαίνει απλώς ότι οι κυβερνώντες αξιωματούχοι κατέχουν την περιουσία. Οι ανώτατοι αξιωματούχοι είναι εκείνοι που κατευθύνουν τη χρήση της περιουσίας και, επομένως, αυτοί είναι που την κατέχουν. Το «κοινό» δεν κατέχει κανένα μέρος της. Κάθε πολίτης που αμφιβάλλει μπορεί να επιχειρήσει να ιδιοποιηθεί, για δική του ατομική χρήση, το αναλογούν μερίδιό του από τη «δημόσια» περιουσία και κατόπιν να προσπαθήσει να υπερασπιστεί τη θέση του στο δικαστήριο. Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι ούτε οι μεμονωμένοι μέτοχοι εταιρειών μπορούν να το κάνουν αυτό· για παράδειγμα, βάσει των κανόνων της εταιρείας, ένας μέτοχος της General Motors δεν επιτρέπεται να πάρει ένα αυτοκίνητο αντί χρηματικού μερίσματος ή σε αντάλλαγμα των μετοχών του. Ωστόσο, οι μέτοχοι πράγματι κατέχουν την εταιρεία τους, και αυτό το παράδειγμα αποδεικνύει ακριβώς τη θέση μας. Διότι ο μέτοχος μπορεί να αποδεσμευτεί από την εταιρεία του· μπορεί να πωλήσει τις μετοχές του στη General Motors σε κάποιον άλλο. Ο υπήκοος ενός κράτους δεν μπορεί να αποδεσμευτεί από αυτό το κράτος· δεν μπορεί να πωλήσει τις «μετοχές» του στα ταχυδρομεία, επειδή δεν διαθέτει τέτοιες μετοχές. Όπως έχει διατυπώσει συνοπτικά ο F.A. Harper: «Το επακόλουθο του δικαιώματος ιδιοκτησίας είναι το δικαίωμα αποξένωσης από την ιδιοκτησία. Επομένως, αν δεν μπορώ να πωλήσω κάτι, είναι προφανές ότι δεν το κατέχω πραγματικά».207

The identity itself, however, is completely fallacious. Ownership is the ultimate control and direction of a resource. The owner of a property is its ultimate director, regardless of legal fictions to the contrary. In the purely free society, resources so abundant as to serve as general conditions of human welfare would remain unowned. Scarce resources, on the other hand, would be owned on the following principles: self-ownership of each person by himself; self-ownership of a person’s created or transformed property; first ownership of previously unowned land by its first user or transformer. Government ownership means simply that the ruling officialdom owns the property. The top officials are the ones who direct the use of the property, and they therefore do the owning. The “public” owns no part of the property. Any citizen who doubts this may try to appropriate for his own individual use his aliquot part of “public” property and then try to argue his case in court. It may be objected that individual stockholders of corporations cannot do this either, e.g., by the rules of the company, a General Motors stockholder is not allowed to seize a car in lieu of cash dividends or in exchange for his stock. Yet stockholders do own their company, and this example precisely proves our point. For the stockholder can contract out of his company; he can sell his shares of General Motors’ stock to someone else. The subject of a government cannot contract out of that government; he cannot sell his “shares” in the post office because he has no such shares. As F.A. Harper has succinctly stated: “The corollary of the right of ownership is the right of disownership. So if I cannot sell a thing, it is evident that I do not really own it.”

60

Όποια και αν είναι η μορφή διακυβέρνησης, οι κυβερνώντες είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της περιουσίας. Ωστόσο, σε μια δημοκρατία ή, μακροχρόνια, υπό οποιαδήποτε μορφή διακυβέρνησης, οι κυβερνώντες είναι προσωρινοί. Μπορεί πάντοτε να χάσουν εκλογές ή να ανατραπούν με πραξικόπημα. Ως εκ τούτου, κανένας κρατικός αξιωματούχος δεν θεωρεί τον εαυτό του κάτι περισσότερο από προσωρινό ιδιοκτήτη. Ως αποτέλεσμα, ενώ ένας ιδιώτης ιδιοκτήτης, εξασφαλισμένος ως προς την περιουσία του και κάτοχος της κεφαλαιακής της αξίας, σχεδιάζει τη χρήση του πόρου του σε βάθος χρόνου, ο κρατικός αξιωματούχος πρέπει να απομυζήσει την περιουσία όσο πιο γρήγορα μπορεί, καθώς δεν έχει εξασφαλισμένη ιδιοκτησία. Επιπλέον, ακόμη και ο εδραιωμένος δημόσιος υπάλληλος πρέπει να κάνει το ίδιο, διότι κανένας κρατικός αξιωματούχος δεν μπορεί να πωλήσει την κεφαλαιοποιημένη αξία της περιουσίας του, όπως μπορούν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες. Εν ολίγοις, οι κρατικοί αξιωματούχοι κατέχουν τη χρήση των πόρων, αλλά όχι την κεφαλαιακή τους αξία —εκτός από την περίπτωση της «ιδιωτικής ιδιοκτησίας» ενός κληρονομικού μονάρχη—. Όταν μπορεί να ανήκει σε κάποιον μόνο η τρέχουσα χρήση, αλλά όχι ο ίδιος ο πόρος, θα επέλθει γρήγορα οικονομικά ασύμφορη εξάντληση των πόρων, καθώς κανέναν δεν θα ωφελεί η διατήρησή τους σε βάθος χρόνου και κάθε ιδιοκτήτη θα τον συμφέρει να τους εξαντλήσει όσο το δυνατόν ταχύτερα. Με τον ίδιο τρόπο, οι κρατικοί αξιωματούχοι θα αναλώνουν την περιουσία τους όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Whatever the form of government, the rulers are the true owners of the property. However, in a democracy or, in the long run under any form of government, the rulers are transitory. They can always lose an election or be overthrown by a coup d’etat. Hence, no government official regards himself as more than a transitory owner. As a result, while a private owner, secure in his property and owning its capital value, plans the use of his resource over a long period of time, the government official must milk the property as quickly as he can, since he has no security of ownership. Further, even the entrenched civil servant must do the same, for no government official can sell the capitalized value of his property, as private owners can. In short, government officials own the use of resources, but not their capital value (except in the case of the “private property” of a hereditary monarch). When only the current use can be owned, but not the resource itself, there will quickly ensue uneconomic exhaustion of the resources, since it will be to no one’s benefit to conserve it over a period of time and to every owner’s advantage to use it up as quickly as possible. In the same way, government officials will consume their property as rapidly as possible.

61

Είναι παράξενο ότι σχεδόν όλοι οι συγγραφείς επαναλαμβάνουν άκριτα την αντίληψη πως οι ιδιώτες ιδιοκτήτες, επειδή έχουν χρονική προτίμηση, πρέπει να υιοθετούν «βραχυπρόθεσμη οπτική», ενώ μόνο οι κρατικοί αξιωματούχοι μπορούν να υιοθετούν «μακροπρόθεσμη οπτική» και να κατανέμουν την περιουσία για την προαγωγή της «γενικής ευημερίας». Η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη. Ο ιδιώτης, εξασφαλισμένος ως προς την περιουσία του και τον κεφαλαιακό του πόρο, μπορεί να βλέπει μακροπρόθεσμα, διότι θέλει να διατηρεί την κεφαλαιακή αξία του πόρου του. Ο κρατικός αξιωματούχος είναι εκείνος που πρέπει να αρπάξει ό,τι μπορεί και να φύγει, που πρέπει να λεηλατήσει την περιουσία όσο ακόμη έχει τον έλεγχο.208

It is curious that almost all writers parrot the notion that private owners, possessing time preference, must take the “short view,” while only government officials can take the “long view” and allocate property to advance the “general welfare.” The truth is exactly the reverse. The private individual, secure in his property and in his capital resource, can take the long view, for he wants to maintain the capital value of his resource. It is the government official who must take and run, who must plunder the property while he is still in command.

62

5. Democracy

63

Η δημοκρατία είναι διαδικασία επιλογής κυβερνώντων ή κρατικών πολιτικών και, επομένως, διακρίνεται από ό,τι εξετάζαμε: τη φύση και τις συνέπειες των διαφόρων πολιτικών που μπορεί να επιλέξει ένα κράτος. Μια δημοκρατία μπορεί να επιλέξει σχετικά φιλελεύθερα προγράμματα laissez-faire ή σχετικά παρεμβατικά προγράμματα, και το ίδιο ισχύει για έναν δικτάτορα. Ωστόσο, το πρόβλημα της συγκρότησης μιας κυβέρνησης δεν μπορεί να διαχωριστεί απολύτως από την πολιτική που αυτή ακολουθεί, γι’ αυτό θα εξετάσουμε εδώ ορισμένες από αυτές τις συνδέσεις.

Democracy is a process of choosing government rulers or policies and is therefore distinct from what we have been considering: the nature and consequences of various policies that a government may choose. A democracy can choose relatively laissez-faire or relatively interventionist programs, and the same is true for a dictator. And yet the problem of forming a government cannot be absolutely separated from the policy that government pursues, and so we shall discuss some of these connections here.

64

Η δημοκρατία είναι ένα σύστημα πλειοψηφικής διακυβέρνησης στο οποίο κάθε πολίτης διαθέτει μία ψήφο, είτε για τον καθορισμό των κρατικών πολιτικών είτε για την εκλογή των κυβερνώντων, οι οποίοι θα καθορίσουν με τη σειρά τους την πολιτική. Είναι ένα σύστημα γεμάτο εσωτερικές αντιφάσεις.

Democracy is a system of majority rule in which each citizen has one vote either in deciding the policies of the government or in electing the rulers, who will in turn decide policy. It is a system replete with inner contradictions.

65

Πρώτον, ας υποθέσουμε ότι η συντριπτική πλειονότητα επιθυμεί να εγκαθιδρύσει έναν δημοφιλή δικτάτορα ή την εξουσία ενός μοναδικού κόμματος. Ο λαός επιθυμεί να παραδώσει όλη τη λήψη αποφάσεων στα χέρια του ενός ή του άλλου. Επιτρέπει το δημοκρατικό σύστημα να ψηφιστεί δημοκρατικά η κατάργησή του; Όποια απάντηση και αν δώσει ο δημοκράτης, παγιδεύεται σε αναπόδραστη αντίφαση. Αν η πλειονότητα μπορεί να εκλέξει έναν δικτάτορα που θα θέσει τέλος στις μελλοντικές εκλογές, τότε η δημοκρατία πράγματι τερματίζει την ίδια της την ύπαρξη. Από εκεί και πέρα δεν υπάρχει πλέον δημοκρατία, μολονότι συνεχίζεται η συναίνεση της πλειονότητας προς το δικτατορικό κόμμα ή τον άρχοντα. Η δημοκρατία, σε αυτή την περίπτωση, γίνεται μετάβαση προς μη δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης. Από την άλλη πλευρά, αν, όπως είναι σήμερα της μόδας να υποστηρίζεται, απαγορεύεται στην πλειονότητα των ψηφοφόρων μιας δημοκρατίας να κάνει ένα πράγμα —να τερματίσει την ίδια τη δημοκρατική εκλογική διαδικασία—, τότε αυτό δεν είναι πλέον δημοκρατία, επειδή η πλειονότητα των ψηφοφόρων δεν μπορεί πλέον να κυβερνά. Η εκλογική διαδικασία μπορεί να διατηρείται, αλλά πώς μπορεί να εκφράζει εκείνη την πλειοψηφική διακυβέρνηση που είναι ουσιώδης για τη δημοκρατία, αν η πλειονότητα δεν μπορεί να τερματίσει αυτή τη διαδικασία εφόσον το επιθυμεί; Εν ολίγοις, η δημοκρατία απαιτεί δύο προϋποθέσεις για την ύπαρξή της: πλειοψηφική απόφαση για κυβερνώντες ή πολιτικές και περιοδική, ισότιμη ψηφοφορία. Αν, λοιπόν, η πλειονότητα επιθυμεί να τερματίσει τη διαδικασία της ψηφοφορίας, η δημοκρατία δεν μπορεί να διατηρηθεί, όποιο σκέλος του διλήμματος και αν επιλεγεί. Η ιδέα ότι «η πλειονότητα πρέπει να διαφυλάσσει την ελευθερία της μειονότητας να γίνει πλειονότητα» αποδεικνύεται τότε όχι διαφύλαξη της δημοκρατίας, αλλά απλώς αυθαίρετη αξιολογική κρίση του πολιτικού επιστήμονα —ή, τουλάχιστον, παραμένει αυθαίρετη μέχρι να δικαιολογηθεί από κάποια συνεκτική ηθική θεωρία—.209

In the first place, suppose that the majority overwhelmingly wishes to establish a popular dictator or the rule of a single party. The people wish to surrender all decision-making into his or its hands. Does the system of democracy permit itself to be voted democratically out of existence? Whichever way the democrat answers, he is caught in an inescapable contradiction. If the majority can vote into power a dictator who will end further elections, then democracy is really ending its own existence. From then on, there is no longer democracy, although there is continuing majority consent to the dictatorial party or ruler. Democracy, in that case, becomes a transition to a nondemocratic form of government. On the other hand, if, as it is now fashionable to maintain, the majority of voters in a democracy are prohibited from doing one thing—ending the democratic elective process itself—then this is no longer democracy, because the majority of voters can no longer rule. The election process may be preserved, but how can it express that majority rule essential to democracy if the majority cannot end this process should it so desire? In short, democracy requires two conditions for its existence: majority rule over governors or policies, and periodic, equal voting. So if the majority wishes to end the voting process, democracy cannot be preserved regardless of which horn of the dilemma is chosen. The idea that the “majority must preserve the freedom of the minority to become the majority” is then seen, not as a preservation of democracy, but as simply an arbitrary value judgment on the part of the political scientist (or at least it remains arbitrary until justified by some cogent ethical theory).

66

Αυτό το δίλημμα εμφανίζεται όχι μόνο αν η πλειονότητα επιθυμεί να επιλέξει δικτάτορα, αλλά και αν επιθυμεί να εγκαθιδρύσει την αμιγώς ελεύθερη κοινωνία που σκιαγραφήσαμε παραπάνω. Διότι αυτή η κοινωνία δεν διαθέτει καθολική μονοπωλιακή κρατική οργάνωση, και το μόνο πεδίο στο οποίο θα ίσχυε ισότιμη ψηφοφορία θα ήταν οι συνεταιρισμοί, οι οποίοι υπήρξαν πάντοτε αναποτελεσματικές μορφές οργάνωσης. Η μόνη σημαντική μορφή ψηφοφορίας σε αυτή την κοινωνία θα ήταν εκείνη των μετόχων στις μετοχικές εταιρείες, των οποίων οι ψήφοι δεν θα ήταν ίσες, αλλά ανάλογες προς τα μερίδια ιδιοκτησίας τους στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Η ψήφος κάθε ατόμου, σε αυτή την περίπτωση, θα συνδεόταν ουσιαστικά με το μερίδιό του στην ιδιοκτησία των κοινών περιουσιακών στοιχείων.210 Σε μια τέτοια αμιγώς ελεύθερη κοινωνία δεν θα υπήρχε τίποτε για το οποίο να ψηφίσουν οι δημοκρατικοί εκλογείς. Και εδώ, η δημοκρατία μπορεί να είναι μόνο ένας ενδεχόμενος δρόμος προς την ελεύθερη κοινωνία και όχι γνώρισμά της.

This dilemma occurs not only if the majority wishes to select a dictator, but also if it desires to establish the purely free society that we have outlined above. For that society has no overall monopoly-government organization, and the only place where equal voting would obtain would be in co-operatives, which have always been inefficient forms of organization. The only important form of voting, in that society, would be that of shareholders in joint stock companies, whose votes would not be equal, but proportionate to their shares of ownership in the company assets. Each individual’s vote, in that case, would be meaningfully tied to his share in the ownership of joint assets. In such a purely free society there would be nothing for democratic electors to vote about. Here, too, democracy can be only a possible route toward a free society, rather than an attribute of it.

67

Ούτε είναι νοητή η λειτουργία της δημοκρατίας υπό τον σοσιαλισμό. Το κυβερνών κόμμα, κατέχοντας όλα τα μέσα παραγωγής, θα έχει την πλήρη εξουσία να αποφασίζει, για παράδειγμα, πόσα χρήματα θα διαθέτει στα κόμματα της αντιπολίτευσης για προπαγάνδα, για να μην αναφέρουμε την οικονομική του εξουσία επί όλων των επιμέρους ηγετών και μελών της αντιπολίτευσης. Με το κυβερνών κόμμα να αποφασίζει το εισόδημα κάθε ανθρώπου και την κατανομή όλων των πόρων, είναι αδιανόητο να μπορεί οποιαδήποτε λειτουργική πολιτική αντιπολίτευση να διατηρηθεί επί μακρόν υπό τον σοσιαλισμό.211 Η μόνη αντιπολίτευση που θα μπορούσε να εμφανιστεί δεν θα ήταν αντίπαλα κόμματα σε εκλογές, αλλά διαφορετικές διοικητικές φατρίες μέσα στο κυβερνών κόμμα, όπως συνέβη στις κομμουνιστικές χώρες.

Neither is democracy conceivably workable under socialism. The ruling party, owning all means of production, will have the complete decision, for example, on how much funds to allocate to the opposition parties for propaganda, not to speak of its economic power over all the individual leaders and members of the opposition. With the ruling party deciding the income of every man and the allocation of all resources, it is inconceivable that any functioning political opposition could long persist under socialism. The only opposition that could emerge would be not opposing parties in an election, but different administrative cliques within the ruling party, as has been true in the Communist countries.

68

Έτσι, η δημοκρατία δεν είναι συμβατή ούτε με την αμιγώς ελεύθερη κοινωνία ούτε με τον σοσιαλισμό. Και όμως, είδαμε στο παρόν έργο — και θα δούμε περαιτέρω παρακάτω— ότι μόνο αυτές οι δύο κοινωνίες είναι σταθερές, ότι όλα τα ενδιάμεσα μείγματα βρίσκονται σε «ασταθή ισορροπία» και τείνουν πάντοτε προς τον έναν ή τον άλλο πόλο. Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία, κατ’ ουσίαν, είναι η ίδια ασταθής και μεταβατική μορφή διακυβέρνησης.

Thus, democracy is compatible neither with the purely free society nor with socialism. And yet we have seen in this work (and shall see further below) that only those two societies are stable, that all intermediary mixtures are in “unstable equilibrium” and always tending toward one or the other pole. This means that democracy, in essence, is itself an unstable and transitional form of government.

69

Η δημοκρατία πάσχει επίσης από πολλές ακόμη εγγενείς αντιφάσεις. Έτσι, η δημοκρατική ψηφοφορία μπορεί να έχει μία από τις ακόλουθες δύο λειτουργίες: να καθορίζει την κρατική πολιτική ή να επιλέγει κυβερνώντες. Σύμφωνα με την πρώτη, την οποία ο Schumpeter ονόμασε «κλασική» θεωρία της δημοκρατίας, η βούληση της πλειονότητας υποτίθεται ότι αποφασίζει επί των ζητημάτων.212 Σύμφωνα με τη δεύτερη θεωρία, η πλειοψηφική εξουσία υποτίθεται ότι περιορίζεται στην επιλογή κυβερνώντων, οι οποίοι με τη σειρά τους αποφασίζουν την πολιτική. Μολονότι οι περισσότεροι πολιτικοί επιστήμονες υποστηρίζουν τη δεύτερη εκδοχή, για τους περισσότερους ανθρώπους δημοκρατία σημαίνει την πρώτη, και γι’ αυτό θα εξετάσουμε πρώτα την κλασική θεωρία.

Democracy suffers from many more inherent contradictions as well. Thus, democratic voting may have either one of these two functions: to determine governmental policy or to select rulers. According to the former, what Schumpeter termed the “classical” theory of democracy, the majority will is supposed to rule on issues. According to the latter theory, majority rule is supposed to be confined to choosing rulers, who in turn decide policy. While most political scientists support the latter version, democracy means the former version to most people, and we shall therefore discuss the classical theory first.

70

Σύμφωνα με τη θεωρία της «λαϊκής βούλησης», η άμεση δημοκρατία —η ψηφοφορία όλων των πολιτών για κάθε ζήτημα, όπως στις συνελεύσεις των κοινοτήτων της Νέας Αγγλίας— αποτελεί την ιδανική πολιτική διευθέτηση. Ο σύγχρονος πολιτισμός και η πολυπλοκότητα της κοινωνίας, όμως, υποτίθεται ότι έχουν καταστήσει την άμεση δημοκρατία παρωχημένη, οπότε πρέπει να αρκεστούμε στη λιγότερο τέλεια «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» —που παλαιότερα συχνά ονομαζόταν «republic»—, στην οποία ο λαός επιλέγει αντιπροσώπους για να υλοποιούν τη βούλησή του στα πολιτικά ζητήματα. Λογικά προβλήματα ανακύπτουν σχεδόν αμέσως. Ένα είναι ότι διαφορετικές μορφές εκλογικών διευθετήσεων και διαφορετικές οριοθετήσεις γεωγραφικών περιφερειών, όλες εξίσου αυθαίρετες, συχνά θα μεταβάλλουν σημαντικά την εικόνα της «βούλησης της πλειονότητας». Αν μια χώρα διαιρείται σε περιφέρειες για την επιλογή αντιπροσώπων, τότε η χειραγώγηση των εκλογικών ορίων είναι σύμφυτη με αυτή τη διαίρεση: δεν υπάρχει ικανοποιητικός, ορθολογικός τρόπος χάραξης των ορίων. Το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία κατά τον χρόνο της διαίρεσης ή της αναδιαίρεσης αναπόφευκτα θα μεταβάλει τις περιφέρειες ώστε να δημιουργεί συστηματική μεροληψία υπέρ του· αλλά κανένας άλλος τρόπος δεν είναι εγγενώς ορθολογικότερος ούτε εκφράζει πιστότερα τη βούληση της πλειονότητας. Επιπλέον, η ίδια η διαίρεση της επιφάνειας της γης σε χώρες είναι αυθαίρετη. Αν μια κυβέρνηση καλύπτει ορισμένη γεωγραφική περιοχή, σημαίνει «δημοκρατία» ότι πρέπει να επιτρέπεται σε μια πλειοψηφική ομάδα μιας συγκεκριμένης περιφέρειας να αποσχιστεί και να σχηματίσει τη δική της κυβέρνηση ή να ενωθεί με άλλη χώρα; Σημαίνει δημοκρατία πλειοψηφική διακυβέρνηση σε μεγαλύτερη ή σε μικρότερη περιοχή; Εν ολίγοις, ποια πλειονότητα πρέπει να επικρατεί; Η ίδια η έννοια της εθνικής δημοκρατίας είναι, πράγματι, αυτοαντιφατική. Διότι, αν κάποιος υποστηρίζει ότι η πλειονότητα στη Χώρα Χ πρέπει να κυβερνά αυτή τη χώρα, θα μπορούσε με την ίδια εγκυρότητα να υποστηριχθεί ότι η πλειονότητα μιας συγκεκριμένης περιφέρειας μέσα στη Χώρα Χ πρέπει να μπορεί να αυτοκυβερνάται και να αποσχιστεί από τη μεγαλύτερη χώρα· και αυτή η διαδικασία υποδιαίρεσης μπορεί λογικά να συνεχιστεί μέχρι το οικοδομικό τετράγωνο του χωριού, την πολυκατοικία και, τελικά, κάθε άτομο, σηματοδοτώντας έτσι το τέλος κάθε δημοκρατικής κυβέρνησης μέσω της αναγωγής στην ατομική αυτοκυβέρνηση. Αλλά αν απορριφθεί ένα τέτοιο δικαίωμα απόσχισης, τότε ο εθνικός δημοκράτης πρέπει να παραδεχθεί ότι ο πολυπληθέστερος πληθυσμός άλλων χωρών θα έπρεπε να έχει δικαίωμα να υπερισχύει της δικής του χώρας στην ψηφοφορία· και έτσι πρέπει να προχωρήσει προς τα πάνω, προς μια παγκόσμια κυβέρνηση που διοικείται από παγκόσμια πλειοψηφική εξουσία. Εν ολίγοις, ο δημοκράτης που υποστηρίζει εθνική κυβέρνηση αντιφάσκει προς τον εαυτό του· πρέπει να υποστηρίζει είτε παγκόσμια κυβέρνηση είτε καμία κυβέρνηση.

According to the “will of the people” theory, direct democracy—voting on each issue by all the citizens, as in New England town meetings—is the ideal political arrangement. Modern civilization and the complexities of society, however, are supposed to have outmoded direct democracy, so that we must settle for the less perfect “representative democracy” (in olden days often called a “republic”), where the people select representatives to give effect to their will on political issues. Logical problems arise almost immediately. One is that different forms of electoral arrangements, different delimitations of geographical districts, all equally arbitrary, will often greatly alter the picture of the “majority will.” If a country is divided into districts for choosing representatives, then “gerrymandering” is inherent in such a division: there is no satisfactory, rational way of demarking the divisions. The party in power at the time of division, or redivision, will inevitably alter the districts to produce a systematic bias in its favor; but no other way is inherently more rational or more truly evocative of majority will. Moreover, the very division of the earth’s surface into countries is itself arbitrary. If a government covers a certain geographical area, does “democracy” mean that a majority group in a certain district should be permitted to secede and form its own government, or to join another country? Does democracy mean majority rule over a larger, or over a smaller, area? In short, which majority should prevail? The very concept of a national democracy is, in fact, self-contradictory. For if someone contends that the majority in Country X should govern that country, then it could be argued with equal validity that the majority of a certain district within Country X should be allowed to govern itself and secede from the larger country, and this subdividing process can logically proceed down to the village block, the apartment house, and, finally, each individual, thus marking the end of all democratic government through reduction to individual selfgovernment. But if such a right of secession is denied, then the national democrat must concede that the more numerous population of other countries should have a right to outvote his country; and so he must proceed upwards to a world government run by a world majority rule. In short, the democrat who favors national government is self-contradictory; he must favor a world government or none at all.

71

Πέρα από αυτό το πρόβλημα των γεωγραφικών ορίων της κυβέρνησης ή της εκλογικής περιφέρειας, η δημοκρατία που επιχειρεί να εκλέξει αντιπροσώπους για να υλοποιήσουν τη βούληση της πλειονότητας αντιμετωπίζει περαιτέρω προβλήματα. Ασφαλώς, κάποια μορφή αναλογικής εκπροσώπησης θα ήταν αναγκαία, ώστε να προκύψει ένα είδος αντιπροσωπευτικής αποτύπωσης της κοινής γνώμης. Το καλύτερο θα ήταν ένα σχήμα αναλογικής εκπροσώπησης για ολόκληρη τη χώρα —ή τον κόσμο—, ώστε αυτή η αποτύπωση να μη στρεβλώνεται από γεωγραφικούς παράγοντες. Αλλά και εδώ, διαφορετικές μορφές αναλογικής εκπροσώπησης θα οδηγούν σε πολύ διαφορετικά αποτελέσματα. Οι επικριτές της αναλογικής εκπροσώπησης αντιτείνουν ότι ένα νομοθετικό σώμα εκλεγμένο βάσει αυτής της αρχής θα ήταν ασταθές και ότι οι εκλογές πρέπει να οδηγούν σε σταθερή πλειοψηφική κυβέρνηση. Η απάντηση είναι ότι, αν επιθυμούμε να εκπροσωπείται το κοινό, απαιτείται αντιπροσωπευτική αποτύπωσή του, και η αστάθεια της εκπροσώπησης είναι απλώς συνάρτηση της αστάθειας ή της ποικιλομορφίας της ίδιας της κοινής γνώμης. Το επιχείρημα της «αποτελεσματικής κυβέρνησης» μπορεί, επομένως, να υποστηριχθεί μόνο αν εγκαταλείψουμε πλήρως την κλασική θεωρία της «βούλησης της πλειονότητας» και υιοθετήσουμε τη δεύτερη θεωρία: ότι η μόνη λειτουργία της πλειονότητας είναι να επιλέγει κυβερνώντες.

Aside from this problem of the geographical boundary of the government or electoral district, the democracy that tries to elect representatives to effect the majority will runs into further problems. Certainly some form of proportional representation would be mandatory, to arrive at a kind of cross section of public opinion. Best would be a proportional representation scheme for the whole country—or world—so that the cross section is not distorted by geographic considerations. But here again, different forms of proportional representation will lead to very different results. The critics of proportional representation retort that a legislature elected on this principle would be unstable and that elections should result in a stable majority government. The reply to this is that, if we wish to represent the public, a cross section is required, and the instability of representation is only a function of the instability or diversity of public opinion itself. The “efficient government” argument can be pursued, therefore, only if we abandon the classical “majority-will” theory completely and adopt the second theory—that the only function of the majority is to choose rulers.

72

Αλλά ακόμη και η αναλογική εκπροσώπηση δεν θα ήταν εξίσου καλή —σύμφωνα με την κλασική αντίληψη της δημοκρατίας— με την άμεση δημοκρατία· και εδώ ερχόμαστε σε έναν ακόμη σημαντικό και παραμελημένο παράγοντα: η σύγχρονη τεχνολογία πράγματι καθιστά δυνατή την άμεση δημοκρατία. Ασφαλώς, κάθε άνθρωπος θα μπορούσε εύκολα να ψηφίζει επί ζητημάτων αρκετές φορές την εβδομάδα καταγράφοντας την επιλογή του σε μια συσκευή συνδεδεμένη με την τηλεόρασή του. Αυτό δεν θα ήταν δύσκολο να επιτευχθεί. Και όμως, γιατί κανείς δεν έχει προτείνει σοβαρά την επιστροφή στην άμεση δημοκρατία, τώρα που μπορεί να είναι εφικτή; Ο λαός θα μπορούσε να εκλέγει αντιπροσώπους μέσω αναλογικής εκπροσώπησης αποκλειστικά ως συμβούλους, για να του υποβάλλουν νομοσχέδια, χωρίς όμως να διαθέτουν οι ίδιοι την τελική εξουσία ψήφισης. Η τελική ψήφος θα ανήκε στον ίδιο τον λαό, με όλους να ψηφίζουν άμεσα. Υπό μία έννοια, ολόκληρο το εκλογικό σώμα θα αποτελούσε το νομοθετικό σώμα και οι αντιπρόσωποι θα μπορούσαν να λειτουργούν ως επιτροπές που εισάγουν νομοσχέδια ενώπιον αυτού του τεράστιου νομοθετικού σώματος. Εκείνος που υποστηρίζει την κλασική αντίληψη της δημοκρατίας πρέπει, επομένως, είτε να υποστηρίζει την ουσιαστική κατάργηση του νομοθετικού σώματος —και, φυσικά, της εξουσίας αρνησικυρίας της εκτελεστικής εξουσίας— είτε να εγκαταλείψει τη θεωρία του.

But even proportional representation would not be as good—according to the classical view of democracy—as direct democracy, and here we come to another important and neglected consideration: modern technology does make it possible to have direct democracy. Certainly, each man could easily vote on issues several times per week by recording his choice on a device attached to his television set. This would not be difficult to achieve. And yet, why has no one seriously suggested a return to direct democracy, now that it may be feasible? The people could elect representatives through proportional representation, solely as advisers, to submit bills to the people, but without having ultimate voting power themselves. The final vote would be that of the people themselves, all voting directly. In a sense, the entire voting public would be the legislature, and the representatives could act as committees to bring bills before this vast legislature. The person who favors the classical view of democracy must, therefore, either favor virtual eradication of the legislature (and, of course, of executive veto power) or abandon his theory.

73

Η ένσταση κατά της άμεσης δημοκρατίας αναμφίβολα θα είναι ότι οι άνθρωποι δεν είναι ενημερωμένοι και, επομένως, δεν είναι ικανοί να αποφασίζουν για τα σύνθετα ζητήματα που αντιμετωπίζει το νομοθετικό σώμα. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, ο δημοκράτης πρέπει να εγκαταλείψει πλήρως την κλασική θεωρία ότι η πλειονότητα πρέπει να αποφασίζει επί των ζητημάτων και να υιοθετήσει το σύγχρονο δόγμα ότι η λειτουργία της δημοκρατίας είναι η πλειοψηφική επιλογή κυβερνώντων, οι οποίοι με τη σειρά τους θα αποφασίζουν τις πολιτικές. Ας στραφούμε, λοιπόν, σε αυτό το δόγμα. Αντιμετωπίζει, εξίσου πλήρως με την κλασική θεωρία, την αυτοαντίφαση σχετικά με τα εθνικά ή εκλογικά όρια· και ο «σύγχρονος δημοκράτης» —αν μπορούμε να τον ονομάσουμε έτσι—, όπως και ο «κλασικός δημοκράτης», πρέπει να υποστηρίζει είτε παγκόσμια κυβέρνηση είτε καμία κυβέρνηση. Στο ζήτημα της εκπροσώπησης, είναι αλήθεια ότι ο σύγχρονος δημοκράτης μπορεί να αντιταχθεί επιτυχώς στην άμεση τηλεοπτική δημοκρατία ή ακόμη και στην αναλογική εκπροσώπηση και να καταφύγει στο σημερινό μας σύστημα μονοεδρικών περιφερειών. Αλλά παγιδεύεται σε διαφορετικό δίλημμα: αν η μόνη λειτουργία του εκλογικού σώματος είναι να επιλέγει κυβερνώντες, γιατί να υπάρχει καθόλου νομοθετικό σώμα; Γιατί να μην ψηφίζουμε απλώς περιοδικά έναν επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας, ή Πρόεδρο, και να τελειώνει εκεί το ζήτημα; Αν το κριτήριο είναι η αποτελεσματικότητα και η σταθερή διακυβέρνηση από ένα κόμμα κατά τη διάρκεια της θητείας, τότε μια μονοπρόσωπη εκτελεστική εξουσία θα είναι πολύ σταθερότερη από ένα νομοθετικό σώμα, το οποίο μπορεί πάντοτε να διασπαστεί σε αντιμαχόμενες ομάδες και να οδηγήσει την κυβέρνηση σε αδιέξοδο. Ο σύγχρονος δημοκράτης, επομένως, πρέπει επίσης λογικά να εγκαταλείψει την ιδέα του νομοθετικού σώματος και να ταχθεί υπέρ της παραχώρησης όλων των νομοθετικών εξουσιών στον εκλεγμένο επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας. Και οι δύο θεωρίες της δημοκρατίας, όπως φαίνεται, πρέπει να εγκαταλείψουν ολόκληρη την ιδέα ενός αντιπροσωπευτικού νομοθετικού σώματος.

The objection to direct democracy will undoubtedly be that the people are uninformed and therefore not capable of deciding on the complex issues that face the legislature. But, in that case, the democrat must completely abandon the classical theory that the majority should decide on issues, and adopt the modern doctrine that the function of democracy is majority choice of rulers, who, in turn, will decide the policies. Let us, then, turn to this doctrine. It faces, fully as much as the classical theory, the self-contradiction on national or electoral boundaries; and the “modern democrat” (if we may call him such), as much as the “classical democrat” must advocate world government or none at all. On the question of representation, it is true that the modern democrat can successfully oppose direct television-democracy, or even proportional representation, and resort to our current system of single constituencies. But he is caught in a different dilemma: if the only function of the voting people is to choose rulers, why have a legislature at all? Why not simply vote periodically for a chief executive, or President, and then call it a day? If the criterion is efficiency, and stable rule by a single party for the term of office, then a single executive will be far more stable than a legislature, which may always splinter into warring groups and deadlock the government. The modern democrat, therefore, must also logically abandon the idea of a legislature and plump for granting all legislative powers to the elected executive. Both theories of democracy, it seems, must abandon the whole idea of a representative legislature.

74

Επιπλέον, ο «σύγχρονος δημοκράτης» που χλευάζει την άμεση δημοκρατία με το επιχείρημα ότι οι άνθρωποι δεν είναι αρκετά ευφυείς ή ενημερωμένοι για να αποφασίζουν τα σύνθετα ζητήματα της διακυβέρνησης παγιδεύεται σε άλλη μία μοιραία αντίφαση: υποθέτει ότι οι άνθρωποι είναι αρκετά ευφυείς και ενημερωμένοι για να ψηφίζουν εκείνους που θα λαμβάνουν αυτές τις αποφάσεις. Αλλά αν ένας ψηφοφόρος δεν είναι ικανός να αποφασίζει για τα ζητήματα Α, Β, Γ κ.λπ., πώς είναι δυνατόν να είναι κατάλληλος να κρίνει αν ο κ. Χ ή ο κ. Υ μπορεί να χειριστεί καλύτερα τα Α, Β ή Γ; Για να λάβει αυτή την απόφαση, ο ψηφοφόρος θα έπρεπε να γνωρίζει πολλά για τα ζητήματα και αρκετά για τα πρόσωπα που επιλέγει. Εν ολίγοις, πιθανότατα θα έπρεπε να γνωρίζει περισσότερα σε μια αντιπροσωπευτική παρά σε μια άμεση δημοκρατία. Επιπλέον, ο μέσος ψηφοφόρος είναι αναγκαστικά λιγότερο κατάλληλος να επιλέγει πρόσωπα που θα αποφασίζουν για τα ζητήματα από όσο είναι να ψηφίζει επί των ίδιων των ζητημάτων. Διότι τα ζητήματα είναι τουλάχιστον κατανοητά σε αυτόν και μπορεί να αντιληφθεί μέρος της σημασίας τους· αλλά οι υποψήφιοι είναι άνθρωποι τους οποίους δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει προσωπικά και για τους οποίους, επομένως, δεν γνωρίζει ουσιαστικά τίποτε. Ως εκ τούτου, μπορεί να τους ψηφίζει μόνο βάσει των εξωτερικών «προσωπικοτήτων» τους, των γοητευτικών χαμόγελων κ.λπ., και όχι βάσει της πραγματικής τους ικανότητας· ως αποτέλεσμα, όσο ελλιπώς ενημερωμένος και αν είναι ο ψηφοφόρος, η επιλογή του είναι σχεδόν αναπόφευκτα λιγότερο συνετή σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία από ό,τι σε μια άμεση.213,214

Furthermore, the “modern democrat” who scoffs at direct democracy on the ground that the people are not intelligent or informed enough to decide the complex issues of government, is caught in another fatal contradiction: he assumes that the people are sufficiently intelligent and informed to vote on the people who will make these decisions. But if a voter is not competent to decide issues A, B, C, etc., how in the world could he possibly be qualified to decide whether Mr. X or Mr. Y is better able to handle A, B, or C? In order to make this decision, the voter would have to know a great deal about the issues and know enough about the persons whom he is selecting. In short, he would probably have to know more in a representative than in a direct democracy. Furthermore, the average voter is necessarily less qualified to choose persons to decide issues than he is to vote on the issues themselves. For the issues are at least intelligible to him, and he can understand some of their relevance; but the candidates are people whom he cannot possibly know personally and whom he therefore knows essentially nothing about. Hence, he can vote for them only on the basis of their external “personalities,” glamorous smiles, etc., rather than on their actual competence; as a result, however ill-informed the voter, his choice is almost bound to be less intelligent under a representative republic than in a direct democracy.24,25

75

Είδαμε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η δημοκρατική θεωρία με το νομοθετικό σώμα. Αντιμετωπίζει επίσης δυσχέρειες με τη δικαστική εξουσία. Πρώτον, η ίδια η έννοια μιας «ανεξάρτητης δικαστικής εξουσίας» αντιφάσκει προς τη θεωρία της δημοκρατικής διακυβέρνησης, είτε κλασικής είτε σύγχρονης. Αν η δικαστική εξουσία είναι πραγματικά ανεξάρτητη από τη λαϊκή βούληση, τότε λειτουργεί, τουλάχιστον μέσα στη δική της σφαίρα, ως ολιγαρχική δικτατορία και δεν μπορούμε πλέον να ονομάζουμε το πολίτευμα «δημοκρατία». Από την άλλη πλευρά, αν η δικαστική εξουσία εκλέγεται απευθείας από τους ψηφοφόρους ή διορίζεται από τους αντιπροσώπους τους —και τα δύο συστήματα χρησιμοποιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες—, τότε δύσκολα είναι ανεξάρτητη. Αν η εκλογή είναι περιοδική ή ο διορισμός υπόκειται σε ανανέωση, τότε η δικαστική εξουσία δεν είναι περισσότερο ανεξάρτητη από τις πολιτικές διαδικασίες από οποιονδήποτε άλλο κλάδο της κρατικής εξουσίας. Αν ο διορισμός είναι ισόβιος, τότε η ανεξαρτησία είναι μεγαλύτερη, αν και ακόμη και εδώ, αν το νομοθετικό σώμα ψηφίζει τις πιστώσεις για τους μισθούς των δικαστών ή καθορίζει τη δικαιοδοσία των δικαστικών εξουσιών, η δικαστική ανεξαρτησία μπορεί να περιοριστεί σοβαρά.

We have seen the problems that democratic theory has with the legislature. It also has difficulty with the judiciary. In the first place, the very concept of an “independent judiciary” contradicts the theory of democratic rule (whether classical or modern). If the judiciary is really independent of the popular will, then it functions, at least within its own sphere, as an oligarchic dictatorship, and we can no longer call the government a “democracy.” On the other hand, if the judiciary is elected directly by the voters, or appointed by the voters’ representatives (both systems are used in the United States), then the judiciary is hardly independent. If the election is periodic, or if the appointment is subject to renewal, then the judiciary is no more independent of political processes than any other branch of government. If the appointment is for life, then the independence is greater, although even here, if the legislature votes the funds for the judges’ salaries, or if it decides the jurisdiction of judicial powers, judicial independence may be sharply impaired.

76

Δεν έχουμε εξαντλήσει τα προβλήματα και τις αντιφάσεις της δημοκρατικής θεωρίας· μπορούμε να συνεχίσουμε την εξέταση των υπολοίπων θέτοντας το ερώτημα: γιατί, τελικά, δημοκρατία; Μέχρι τώρα εξετάζαμε διάφορες θεωρίες για το πώς πρέπει να λειτουργούν οι δημοκρατίες ή για το ποια πεδία —για παράδειγμα, ζητήματα ή κυβερνώντες— πρέπει να υπάγονται στη δημοκρατική διαδικασία. Μπορούμε τώρα να διερευνήσουμε τις θεωρίες που υποστηρίζουν και δικαιολογούν την ίδια τη δημοκρατία.

We have not exhausted the problems and contradictions of democratic theory; and we may pursue the rest by asking: Why democracy anyway? Until now, we have been discussing various theories of how democracies should function, or what areas (e.g., issues or rulers) should be governed by the democratic process. We may now inquire about the theories that support and justify democracy itself.

77

Μια θεωρία, επίσης κλασικής προέλευσης, είναι ότι η πλειονότητα θα λαμβάνει πάντοτε, ή σχεδόν πάντοτε, ηθικά ορθές αποφάσεις —είτε για ζητήματα είτε για πρόσωπα—. Εφόσον το παρόν δεν είναι ηθική πραγματεία, δεν μπορούμε να εξετάσουμε περαιτέρω αυτό το δόγμα, παρά μόνο να πούμε ότι λίγοι άνθρωποι το υποστηρίζουν σήμερα. Έχει καταδειχθεί ότι οι άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν δημοκρατικά μια ευρεία ποικιλία πολιτικών και κυβερνώντων, και η εμπειρία των τελευταίων αιώνων έχει, κατά το μεγαλύτερο μέρος, υπονομεύσει κάθε πίστη που μπορεί να είχαν στην αλάθητη σοφία και ηθική ορθότητα του μέσου ψηφοφόρου.

One theory, again of classical vintage, is that the majority will always, or almost always, make the morally right decisions (whether about issues or men). Since this is not an ethical treatise, we cannot deal further with this doctrine, except to say that few people hold this view today. It has been demonstrated that people can democratically choose a wide variety of policies and rulers, and the experience of recent centuries has, for the most part, vitiated any faith that people may have had in the infallible wisdom and righteousness of the average voter.

78

Ίσως το συνηθέστερο και ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της δημοκρατίας δεν είναι ότι οι δημοκρατικές αποφάσεις θα είναι πάντοτε σοφές, αλλά ότι η δημοκρατική διαδικασία επιτρέπει την ειρηνική αλλαγή κυβέρνησης. Η πλειονότητα, σύμφωνα με το επιχείρημα, πρέπει να υποστηρίζει οποιαδήποτε κυβέρνηση, ανεξάρτητα από τη μορφή της, αν αυτή πρόκειται να συνεχίσει να υπάρχει επί μακρόν· είναι, λοιπόν, πολύ προτιμότερο να επιτρέπεται στην πλειονότητα να ασκεί αυτό το δικαίωμα ειρηνικά και περιοδικά παρά να εξαναγκάζεται να ανατρέπει διαρκώς την κυβέρνηση μέσω βίαιης επανάστασης. Εν ολίγοις, τα ψηφοδέλτια χαιρετίζονται ως υποκατάστατα των σφαιρών. Ένα ελάττωμα αυτού του επιχειρήματος είναι ότι παραβλέπει πλήρως τη δυνατότητα μη βίαιης ανατροπής της κυβέρνησης από την πλειονότητα μέσω πολιτικής ανυπακοής, δηλαδή ειρηνικής άρνησης υπακοής στις κρατικές διαταγές. Μια τέτοια επανάσταση θα ήταν συνεπής προς τον τελικό σκοπό του επιχειρήματος, τη διατήρηση της ειρήνης, και όμως δεν θα απαιτούσε δημοκρατική ψηφοφορία.215

Perhaps the most common and most cogent argument for democracy is not that democratic decisions will always be wise, but that the democratic process provides for peaceful change of government. The majority, so the argument runs, must support any government, regardless of form, if it is to continue existing for long; far better, then, to let the majority exercise this right peacefully and periodically than to force the majority to keep overturning the government through violent revolution. In short, ballots are hailed as substitutes for bullets. One flaw in this argument is that it completely overlooks the possibility of the nonviolent overthrow of the government by the majority through civil disobedience, i.e., peaceful refusal to obey government orders. Such a revolution would be consistent with this argument’s ultimate end of preserving peace and yet would not require democratic voting.

79

Υπάρχει, επιπλέον, άλλο ένα ελάττωμα στο επιχείρημα της «ειρηνικής αλλαγής» υπέρ της δημοκρατίας, το οποίο αποτελεί σοβαρή αυτοαντίφαση που έχει παραβλεφθεί καθολικά. Όσοι υιοθέτησαν αυτό το επιχείρημα απλώς το χρησιμοποίησαν για να δώσουν σφραγίδα έγκρισης σε όλες τις δημοκρατίες και κατόπιν προχώρησαν γρήγορα σε άλλα ζητήματα. Δεν αντιλήφθηκαν ότι το επιχείρημα της «ειρηνικής αλλαγής» θέτει ένα κριτήριο διακυβέρνησης στο οποίο πρέπει να ανταποκρίνεται κάθε συγκεκριμένη δημοκρατία. Διότι το επιχείρημα ότι τα ψηφοδέλτια πρέπει να υποκαθιστούν τις σφαίρες πρέπει να ληφθεί με ακριβή έννοια: ότι μια δημοκρατική εκλογή θα αποδώσει το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο που θα προέκυπτε αν η πλειονότητα έπρεπε να πολεμήσει τη μειονότητα σε βίαιη αναμέτρηση. Εν ολίγοις, το επιχείρημα συνεπάγεται ότι τα εκλογικά αποτελέσματα αποτελούν απλώς και ακριβώς υποκατάστατο μιας δοκιμασίας φυσικής αναμέτρησης. Εδώ έχουμε ένα κριτήριο για τη δημοκρατία: αποδίδει πράγματι τα αποτελέσματα που θα προέκυπταν μέσω εμφύλιας σύγκρουσης; Αν διαπιστώσουμε ότι η δημοκρατία, ή μια συγκεκριμένη μορφή της, οδηγεί συστηματικά σε αποτελέσματα που απέχουν πολύ από αυτόν τον στόχο της «υποκατάστασης των σφαιρών», τότε πρέπει είτε να απορρίψουμε τη δημοκρατία είτε να εγκαταλείψουμε το επιχείρημα.

There is, moreover, another flaw in the “peaceful-change” argument for democracy, this one being a grave self-contradiction that has been universally overlooked. Those who have adopted this argument have simply used it to give a seal of approval to all democracies and have then moved on quickly to other matters. They have not realized that the “peaceful-change” argument establishes a criterion for government before which any given democracy must pass muster. For the argument that ballots are to substitute for bullets must be taken in a precise way: that a democratic election will yield the same result as would have occurred if the majority had had to battle the minority in violent combat. In short, the argument implies that the election results are simply and precisely a substitute for a test of physical combat. Here we have a criterion for democracy: Does it really yield the results that would have been obtained through civil combat? If we find that democracy, or a certain form of democracy, leads systematically to results that are very wide of this “bullet-substitute” mark, then we must either reject democracy or give up the argument.

80

Πώς ανταποκρίνεται, λοιπόν, η δημοκρατία, είτε γενικά είτε σε συγκεκριμένες χώρες, όταν τη δοκιμάζουμε βάσει του δικού της κριτηρίου; Ένα από τα ουσιώδη γνωρίσματα της δημοκρατίας, όπως είδαμε, είναι ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει μία ψήφο.216 Αλλά το επιχείρημα της «ειρηνικής αλλαγής» συνεπάγεται ότι κάθε άνθρωπος θα μετρούσε εξίσου σε οποιαδήποτε δοκιμασία αναμέτρησης. Ισχύει όμως αυτό; Πρώτον, είναι σαφές ότι η φυσική ισχύς δεν κατανέμεται εξίσου. Σε οποιαδήποτε δοκιμασία αναμέτρησης, οι γυναίκες, οι ηλικιωμένοι, οι ασθενείς και όσοι έχουν κριθεί ακατάλληλοι για στρατιωτική υπηρεσία με την κατηγορία 4-F θα βρίσκονταν σε πολύ δυσμενή θέση. Βάσει του επιχειρήματος της «ειρηνικής αλλαγής», επομένως, δεν υπάρχει καμία απολύτως δικαιολόγηση για την παροχή ψήφου σε αυτές τις σωματικά αδύναμες ομάδες. Άρα, θα αποκλείονταν από την ψηφοφορία όλοι οι πολίτες που δεν θα μπορούσαν να περάσουν μια δοκιμασία όχι γραμματισμού —ο οποίος είναι σε μεγάλο βαθμό άσχετος με τη μαχητική ικανότητα— αλλά σωματικής καταλληλότητας. Επιπλέον, θα ήταν σαφώς αναγκαίο να δίνονται πολλαπλές ψήφοι σε όλους τους άνδρες που έχουν στρατιωτική εκπαίδευση —όπως οι στρατιώτες και οι αστυνομικοί—, διότι είναι προφανές ότι μια ομάδα άριστα εκπαιδευμένων μαχητών θα μπορούσε εύκολα να νικήσει μια πολύ πολυπληθέστερη ομάδα εξίσου εύρωστων ερασιτεχνών.

How, then, does democracy, either generally or in specific countries, fare when we test it against its own criterion? One of the essential attributes of democracy, as we have seen, is that each man have one vote. But the “peaceful-change” argument implies that each man would have counted equally in any combat test. But is this true? In the first place, it is clear that physical power is not equally distributed. In any test of combat, women, old people, sick people, and 4F’s would fare very badly. On the basis of the “peaceful-change” argument, therefore, there is no justification whatever for giving these physically feeble groups the vote. So, barred from voting would be all citizens who could not pass a test, not for literacy (which is largely irrelevant to combat prowess), but for physical fitness. Furthermore, it clearly would be necessary to give plural votes to all men who have been militarily trained (such as soldiers and policemen), for it is obvious that a group of highly trained fighters could easily defeat a far more numerous group of equally robust amateurs.

81

Πέρα από την αγνόηση των ανισοτήτων φυσικής ισχύος και μαχητικής ικανότητας, η δημοκρατία αποτυγχάνει και με έναν ακόμη σημαντικό τρόπο να ανταποκριθεί στις λογικές απαιτήσεις της θέσης περί «ειρηνικής αλλαγής». Αυτή η αποτυχία απορρέει από μια άλλη βασική ανισότητα: την ανισότητα ενδιαφέροντος ή έντασης πεποίθησης. Έτσι, το 60% του πληθυσμού μπορεί να αντιτίθεται σε μια ορισμένη πολιτική ή σε ένα πολιτικό κόμμα, ενώ μόνο το 40% να τάσσεται υπέρ. Σε μια δημοκρατία, η πολιτική αυτή ή το κόμμα θα ηττηθεί. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι το μεγαλύτερο μέρος του 40% αποτελείται από παθιασμένους υποστηρικτές του μέτρου ή του υποψηφίου, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της πλειονότητας του 60% έχει μόνο ελάχιστο ενδιαφέρον για ολόκληρη την υπόθεση. Ελλείψει δημοκρατίας, πολύ περισσότεροι από το παθιασμένο 40% θα ήταν πρόθυμοι να εμπλακούν σε δοκιμασία αναμέτρησης από όσους προέρχονταν από το απαθές 60%. Και όμως, σε μια δημοκρατική εκλογή, μία ψήφος ενός απαθούς, ελάχιστα ενδιαφερόμενου προσώπου εξουδετερώνει την ψήφο ενός παθιασμένου οπαδού. Ως εκ τούτου, η δημοκρατική διαδικασία στρεβλώνει σοβαρά και συστηματικά τα αποτελέσματα της υποθετικής δοκιμασίας αναμέτρησης.

In addition to ignoring the inequalities of physical power and combat fitness, democracy fails, in another significant way, to live up to the logical requirements of the “peaceful-change” thesis. This failure stems from another basic inequality: inequality of interest or intensity of belief. Thus, 60 percent of the population may oppose a certain policy, or political party, while only 40 percent favor it. In a democracy, this latter policy or party will be defeated. But suppose that the bulk of the 40 percent are passionate enthusiasts for the measure or candidate, while the bulk of the 60 percent majority have only slight interest in the entire affair. In the absence of democracy, far more of the passionate 40 percent would have been willing to engage in a combat test than would the apathetic 60 percent. And yet, in a democratic election, one vote by an apathetic, only faintly interested person offsets the vote of a passionate partisan. Hence, the democratic process grievously and systematically distorts the results of the hypothetical combat test.

82

Είναι πιθανό ότι καμία διαδικασία ψηφοφορίας δεν θα μπορούσε να αποφύγει ικανοποιητικά αυτή τη στρέβλωση και να χρησιμεύσει ως οποιοδήποτε ακριβές υποκατάστατο των σφαιρών. Ασφαλώς, όμως, θα μπορούσαν να γίνουν πολλά για τη μεταβολή των σημερινών διαδικασιών ψηφοφορίας ώστε να πλησιάσουν περισσότερο στο κριτήριο, και είναι εκπληκτικό ότι κανείς δεν έχει προτείνει τέτοιες μεταρρυθμίσεις. Η συνολική τάση των υφιστάμενων δημοκρατιών, για παράδειγμα, ήταν να διευκολύνουν την ψηφοφορία· αλλά αυτό παραβιάζει άμεσα τη δοκιμασία υποκατάστασης των σφαιρών, επειδή γίνεται ολοένα ευκολότερο για τους απαθείς να καταθέτουν την ψήφο τους και, έτσι, να στρεβλώνουν τα αποτελέσματα. Προφανώς, εκείνο που θα χρειαζόταν θα ήταν να καταστεί η ψηφοφορία πολύ δυσκολότερη και, έτσι, να εξασφαλιστεί ότι θα ψηφίζουν μόνο όσοι ενδιαφέρονται εντονότερα. Ένας μετρίως υψηλός φόρος ψηφοφορίας, όχι τόσο μεγάλος ώστε να αποκλείει εκείνους τους ένθερμους υποστηρικτές που δεν θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στην πληρωμή, αλλά αρκετά μεγάλος ώστε να αποθαρρύνει τους αδιάφορους, θα ήταν πολύ χρήσιμος. Τα εκλογικά τμήματα θα έπρεπε ασφαλώς να απέχουν περισσότερο μεταξύ τους· το πρόσωπο που αρνείται να διανύσει οποιαδήποτε αισθητή απόσταση για να ψηφίσει ασφαλώς δεν θα πολεμούσε για τον υποψήφιό του. Ένα άλλο χρήσιμο βήμα θα ήταν η αφαίρεση όλων των ονομάτων από το ψηφοδέλτιο, υποχρεώνοντας έτσι τους ίδιους τους ψηφοφόρους να γράφουν τα ονόματα των προτιμώμενων υποψηφίων τους. Αυτή η διαδικασία όχι μόνο θα εξάλειφε το σαφώς αντιδημοκρατικό ειδικό προνόμιο που παραχωρεί το κράτος σε εκείνους των οποίων τα ονόματα τυπώνει στο ψηφοδέλτιο —έναντι όλων των άλλων προσώπων —, αλλά θα έφερνε και τις εκλογές πλησιέστερα στο κριτήριό μας, διότι ένας ψηφοφόρος που δεν γνωρίζει το όνομα του υποψηφίου του δύσκολα θα ήταν πιθανό να πολεμήσει στους δρόμους για χάρη του. Μια ακόμη ενδεδειγμένη μεταρρύθμιση θα ήταν η κατάργηση της μυστικότητας της ψήφου. Η ψηφοφορία κατέστη μυστική για να προστατεύονται οι φοβισμένοι από τον εκφοβισμό· ωστόσο, η εμφύλια αναμέτρηση είναι κατεξοχήν πεδίο των θαρραλέων. Ασφαλώς, εκείνοι που δεν έχουν αρκετό θάρρος για να διακηρύξουν ανοιχτά την επιλογή τους δεν θα ήταν επίφοβοι μαχητές στη δοκιμασία αναμέτρησης.

It is probable that no voting procedure could avoid this distortion satisfactorily and serve as any sort of accurate substitute for bullets. But certainly much could be done to alter current voting procedures to bring them closer to the criterion, and it is surprising that no one has suggested such reforms. The whole trend of existing democracies, for example, has been to make voting easier for the people; but this violates the bullet-substitute test directly, because it has been made ever easier for the apathetic to register their votes and thus distort the results. Clearly, what would be needed is to make voting far more difficult and thus insure that only the most intensely interested people will vote. A moderately high poll tax, not large enough to keep out those enthusiasts who could not afford to pay, but large enough to discourage the indifferent, would be very helpful. Voting booths should certainly be further apart; the person who refuses to travel any appreciable distance to vote would surely not have fought in his candidate’s behalf. Another useful step would be to remove all names from the ballot, thereby requiring the voters themselves to write in the names of their favorites. Not only would this procedure eliminate the decidedly undemocratic special privilege that the State gives to those whose names it prints on the ballot (as against all other persons), but it would bring elections closer to our criterion, for a voter who does not know the name of his candidate would hardly be likely to fight in the streets on his behalf. Another indicated reform would be to abolish the secrecy of the ballot. The ballot has been made secret in order to protect the fearful from intimidation; yet civil combat is peculiarly the province of the courageous. Surely, those not courageous enough to proclaim their choice openly would not have been formidable fighters in the combat test.

83

Αυτές και αναμφίβολα άλλες μεταρρυθμίσεις θα ήταν αναγκαίες για να μετακινήσουν τα εκλογικά αποτελέσματα προς ένα σημείο που να προσεγγίζει τα αποτελέσματα μιας αναμέτρησης η οποία αποφεύχθηκε. Και όμως, αν ορίζουμε τη δημοκρατία ως περιλαμβάνουσα την ισότιμη ψήφο, αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία απλώς δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο δικό της κριτήριο, όπως συνάγεται από το επιχείρημα της «ειρηνικής αλλαγής». Ή, αν ορίζουμε τη δημοκρατία ως πλειοψηφική αλλά όχι αναγκαστικά ισότιμη ψηφοφορία, τότε οι υπέρμαχοι της δημοκρατίας θα έπρεπε να υποστηρίζουν: την κατάργηση της ψήφου για τις γυναίκες, τους ασθενείς, τους ηλικιωμένους κ.λπ.· την πολλαπλή ψήφο για τους στρατιωτικά εκπαιδευμένους· τους φόρους ψηφοφορίας· τη φανερή ψήφο· κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση, η δημοκρατία όπως τη γνωρίζουμε, με χαρακτηριστικό την ίση ψήφο για κάθε πρόσωπο, αντιφάσκει άμεσα προς το επιχείρημα της «ειρηνικής αλλαγής». Το ένα από τα δύο, το επιχείρημα ή το σύστημα, πρέπει να εγκαταλειφθεί.

These and doubtless other reforms would be necessary to move the election results to a point approximating the results of a combat foregone. And yet, if we define democracy as including equal voting, this means that democracy simply cannot meet its own criterion as deduced from the “peaceful-change” argument. Or, if we define democracy as majority voting, but not necessarily equal, then the advocates of democracy would have to favor: abolishing the vote for women, sick people, old people, etc.; plural voting for the militarily trained; poll taxes; the open vote; etc. In any case, democracy such as we have known it, marked by equal voting for each person, is directly contradicted by the “peaceful-change” argument. One or the other, the argument or the system, must be abandoned.

84

Αν τα επιχειρήματα υπέρ της δημοκρατίας αποδεικνύονται έτσι ένας λαβύρινθος πλανών και αντιφάσεων, σημαίνει αυτό ότι η δημοκρατία πρέπει να εγκαταλειφθεί πλήρως, εκτός αν στηρίζεται σε μια αμιγώς αυθαίρετη, αστήρικτη αξιολογική κρίση ότι «η δημοκρατία είναι καλή»; Όχι αναγκαστικά· διότι η δημοκρατία μπορεί να θεωρηθεί όχι τόσο αξία καθαυτή όσο ενδεχόμενη μέθοδος επίτευξης άλλων επιθυμητών σκοπών. Ο σκοπός μπορεί να είναι είτε η ανάδειξη ενός ορισμένου πολιτικού ηγέτη στην εξουσία είτε η επίτευξη επιθυμητών κρατικών πολιτικών. Η δημοκρατία, άλλωστε, είναι απλώς μέθοδος επιλογής κυβερνώντων και λήψης αποφάσεων επί ζητημάτων, και δεν είναι τόσο παράξενο ότι μπορεί να έχει αξία κυρίως στον βαθμό που χρησιμεύει ως μέσο για άλλους πολιτικούς σκοπούς. Ο σοσιαλιστής και ο ελευθεριστής, για παράδειγμα, ενώ αναγνωρίζουν την εγγενή αστάθεια της δημοκρατικής μορφής, μπορεί να υποστηρίζουν τη δημοκρατία ως μέσο μετάβασης σε μια σοσιαλιστική ή ελευθεριστική κοινωνία. Ο ελευθεριστής μπορεί έτσι να θεωρεί τη δημοκρατία χρήσιμο τρόπο προστασίας των ανθρώπων από το κράτος ή προαγωγής της ατομικής ελευθερίας.217 Οι απόψεις κάποιου για τη δημοκρατία εξαρτώνται, λοιπόν, από τις εκτιμήσεις του για τις δεδομένες περιστάσεις.

If the arguments for democracy are thus shown to be a maze of fallacy and contradiction, does this mean that democracy must be completely abandoned, except on the basis of a purely arbitrary, unsupported value judgment that “democracy is good”? Not necessarily, for democracy may be thought of, not so much as a value in itself, but as a possible method for achieving other desired ends. The end may be either to put a certain political leader into power or to attain desired governmental policies. Democracy, after all, is simply a method of choosing governors and issues, and it is not so surprising that it might have value largely to the extent that it serves as a means to other political ends. The socialist and the libertarian, for example, while recognizing the inherent instability of the democratic form, may favor democracy as a means of arriving at a socialist or a libertarian society. The libertarian might thus consider democracy as a useful way of protecting people against government or of advancing individual liberty. One’s views of democracy, then, depend upon one’s estimates of the given circumstances.

85

Παράρτημα: Ο ρόλος των κρατικών δαπανών στις στατιστικές του εθνικού προϊόντος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Appendix

THE ROLE OF GOVERNMENT EXPENDITURES IN NATIONAL PRODUCT STATISTICS29

86

Οι στατιστικές του εθνικού προϊόντος218 έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως τα τελευταία χρόνια ως αντανάκλαση του συνολικού προϊόντος της κοινωνίας, ακόμη και ως ένδειξη της κατάστασης της «οικονομικής ευημερίας». Αυτές οι στατιστικές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διατύπωση ή τον έλεγχο οικονομικής θεωρίας, μεταξύ άλλων επειδή αποτελούν ασυστηματοποίητο μείγμα ακαθάριστων και καθαρών μεγεθών και επειδή δεν υπάρχει αντικειμενικά μετρήσιμο «επίπεδο τιμών» που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ακριβής «αποπληθωριστής» για την παραγωγή στατιστικών κάποιας μορφής συνολικού φυσικού προϊόντος. Οι στατιστικές του εθνικού προϊόντος, όμως, μπορεί να είναι χρήσιμες στον οικονομικό ιστορικό για την περιγραφή ή την ανάλυση μιας ιστορικής περιόδου. Ακόμη και έτσι, είναι εξαιρετικά παραπλανητικές με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται σήμερα.

National product statistics have been used widely in recent years as a reflection of the total product of society and even to indicate the state of “economic welfare.” These statistics cannot be used to frame or test economic theory, for one thing because they are an inchoate mixture of grossness and netness and because no objectively measurable “price level” exists that can be used as an accurate “deflator” to obtain statistics of some form of aggregate physical output. National product statistics, however, may be useful to the economic historian in describing or analyzing an historical period. Even so, they are highly misleading as currently used.

87

Το ιδιωτικό προϊόν αποτιμάται στις ανταλλακτικές αξίες που καθορίζει η αγορά, και δυσχέρειες υπάρχουν ακόμη και εδώ. Το κύριο πρόβλημα, όμως, εμφανίζεται κατά την αποτίμηση του ρόλου του κράτους ως συντελεστή του εθνικού προϊόντος. Ποια είναι η συμβολή του κράτους στο προϊόν της κοινωνίας; Αρχικά, οι στατιστικολόγοι του εθνικού εισοδήματος ήταν διχασμένοι σε αυτό το ζήτημα. Ο Simon Kuznets αξιολογούσε τις κρατικές υπηρεσίες ως ίσες με τους καταβαλλόμενους φόρους, υποθέτοντας ότι το κράτος είναι παρόμοιο με ιδιωτική επιχείρηση και ότι οι κρατικές εισπράξεις, όπως οι εισπράξεις μιας επιχείρησης, αντανακλούν την αποτιμώμενη από την αγορά αξία του προϊόντος του. Το σφάλμα της αντιμετώπισης του κράτους ως ιδιωτικής επιχείρησης θα πρέπει να είναι σαφές σε αυτό το σημείο της συζήτησής μας. Σήμερα υιοθετείται γενικά η μέθοδος του Υπουργείου Εμπορίου, η οποία αποτιμά τις κρατικές υπηρεσίες ως ίσες με το «κόστος» τους, δηλαδή με τις κρατικές δαπάνες για τους μισθούς των αξιωματούχων και για εμπορεύματα που αγοράζονται από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Η διαφορά είναι ότι το Υπουργείο περιλαμβάνει όλα τα κρατικά ελλείμματα στη «συμβολή» του κράτους στο εθνικό προϊόν. Η μέθοδος του Υπουργείου Εμπορίου υποθέτει εσφαλμένα ότι το «προϊόν» του κράτους μπορεί να μετρηθεί με βάση όσα δαπανά το κράτος. Σε ποια δυνατή βάση μπορεί να στηριχθεί αυτή η υπόθεση;

Private product is appraised at exchange values set by the market, and difficulty occurs even here. The major trouble, however, enters with the appraisal of the role of the government in contributing to the national product. What is the government’s contribution to the product of society? Originally, national income statisticians were split on this issue. Simon Kuznets evaluated government services as equal to the taxes paid, assuming that government is akin to private business and that government receipts, like the receipts of a firm, reflect the market-appraised value of its product. The error in treating government like a private business should be clear by this point in our discussion. Now generally adopted is the Department of Commerce method of appraising government services as equal to their “cost,” i.e., to government expenditures on the salaries of its officials and on commodities purchased from private enterprise. The difference is that all governmental deficits are included by the Department in the government’s “contribution” to the national product. The Department of Commerce method fallaciously assumes that the government’s “product” is measurable by what the government spends. On what possible basis can this assumption be made?

88

Στην πραγματικότητα, εφόσον οι κρατικές υπηρεσίες δεν δοκιμάζονται στην ελεύθερη αγορά, δεν υπάρχει δυνατός τρόπος μέτρησης της υποτιθέμενης «παραγωγικής συμβολής» του κράτους. Όλες οι κρατικές υπηρεσίες, όπως είδαμε, μονοπωλούνται και παρέχονται αναποτελεσματικά. Είναι σαφές ότι, αν έχουν κάποια αξία, αυτή είναι πολύ μικρότερη από το χρηματικό κόστος τους. Επιπλέον, τόσο τα κρατικά φορολογικά έσοδα όσο και τα έσοδα από ελλειμματική χρηματοδότηση αποτελούν βάρη που επιβάλλονται στην παραγωγή, και η φύση αυτού του βάρους πρέπει να αναγνωρίζεται. Εφόσον οι κρατικές δραστηριότητες είναι πιθανότερο να αποτελούν αφαίμαξη της παραγωγής παρά συμβολή σε αυτήν, είναι ακριβέστερο να κάνουμε την αντίθετη υπόθεση: ότι το κράτος δεν συνεισφέρει τίποτε στο εθνικό προϊόν και ότι οι δραστηριότητές του απομυζούν το εθνικό προϊόν και το διοχετεύουν σε μη παραγωγικές χρήσεις.

Actually, since governmental services are not tested on the free market, there is no possible way of measuring government’s alleged “productive contribution.” All government services, as we have seen, are monopolized and inefficiently supplied. Clearly, if they are worth anything, they are worth far less than their cost in money. Furthermore, the government’s tax revenue and deficit revenue are both burdens imposed on production, and the nature of this burden should be recognized. Since government activities are more likely to be depredations upon, rather than contributions to, production, it is more accurate to make the opposite assumption: namely, that government contributes nothing to the national product and its activities sap the national product and channel it into unproductive uses.

89

Κατά τη χρήση, λοιπόν, των στατιστικών του «εθνικού προϊόντος», πρέπει να διορθώνουμε τη συμπερίληψη των κρατικών δραστηριοτήτων στο εθνικό προϊόν. Από το καθαρό εθνικό προϊόν αφαιρούμε πρώτα το «εισόδημα που προέρχεται από το κράτος», δηλαδή τους μισθούς των κρατικών αξιωματούχων. Πρέπει επίσης να αφαιρούμε το «εισόδημα που προέρχεται από κρατικές επιχειρήσεις». Πρόκειται για τις τρέχουσες δαπάνες ή τους μισθούς των αξιωματούχων στις κρατικές επιχειρήσεις που πωλούν το προϊόν τους έναντι τιμήματος. Οι στατιστικές του εθνικού εισοδήματος δυστυχώς περιλαμβάνουν αυτούς τους λογαριασμούς στον ιδιωτικό και όχι στον κρατικό τομέα. Έτσι απομένει το καθαρό ιδιωτικό προϊόν, ή NPP. Από το NPP πρέπει να αφαιρέσουμε την κρατική αφαίμαξη προκειμένου να καταλήξουμε στο ιδιωτικό προϊόν που παραμένει σε ιδιωτικά χέρια, ή PPR. Αυτή η αφαίμαξη αποτελείται από: (α) αγορές του κράτους από επιχειρήσεις· (β) αγορές κρατικών επιχειρήσεων από επιχειρήσεις· και (γ) μεταβιβαστικές πληρωμές.219 Το σύνολο αυτής της αφαίμαξης, διαιρεμένο με το NPP, δίνει το ποσοστό της κρατικής αφαίμαξης επί του ιδιωτικού προϊόντος. Ένας απλούστερος οδηγός για τη δημοσιονομική επίδραση του κράτους στην οικονομία θα ήταν η αφαίρεση των συνολικών δαπανών του κράτους και των κρατικών επιχειρήσεων από το καθαρό εθνικό προϊόν, NNP —οι δαπάνες αυτές ισούνται με το εισόδημα που προέρχεται από το κράτος και τις κρατικές επιχειρήσεις, συν το σύνολο της αφαίμαξης—. Αυτό το μέγεθος θα αποτελούσε εκτίμηση της συνολικής κρατικής αφαίμαξης της οικονομίας.

In using “national product” statistics, then, we must correct for the inclusion of government activities in the national product. From net national product, we first deduct “income originating in government,” i.e., the salaries of government officials. We must also deduct “income originating in government enterprises.” These are the current expenditures or salaries of officials in government enterprises that sell their product for a price. (National income statistics unfortunately include these accounts in the private rather than in the governmental sector.) This leaves us with net private product, or NPP. From NPP we must deduct the depredations of government in order to arrive at private product remaining in private hands, or PPR. These depredations consist of: (a) purchases from business by government; (b) purchases from business by government enterprises; and (c) transfer payments. The total of these depredations, divided by NPP, yields the percentage of government depredation on the private product. A simpler guide to the fiscal impact of government on the economy would be to deduct the total expenditures of government and government enterprises from the NNP (these expenditures equalling income originating in government and government enterprises, added to the total depredations). This figure would be an estimate of total government depredation on the economy.

90

Φυσικά, θα μπορούσαν αντ’ αυτών να αφαιρεθούν από το NNP οι φόροι και τα έσοδα των κρατικών επιχειρήσεων, και το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο σύμφωνα με τις αρχές της διπλογραφικής λογιστικής, υπό την προϋπόθεση ότι αφαιρείται επίσης το κρατικό έλλειμμα. Από την άλλη πλευρά, αν υπάρχει πλεόνασμα στον κρατικό προϋπολογισμό, τότε αυτό θα πρέπει να αφαιρείται μαζί με τις δαπάνες, καθώς και αυτό απορροφά χρήματα από τον ιδιωτικό τομέα. Εν ολίγοις, από το NNP θα πρέπει να αφαιρούνται είτε οι συνολικές κρατικές δαπάνες είτε οι συνολικές κρατικές εισπράξεις —με κάθε μέγεθος να περιλαμβάνει τις κρατικές επιχειρήσεις—, ανάλογα με το ποιο είναι μεγαλύτερο. Τα μεγέθη που προκύπτουν θα δίνουν μια προσέγγιση της επίδρασης των δημοσιονομικών υποθέσεων του κράτους στην οικονομία. Μια ακριβέστερη εκτίμηση, όπως είδαμε, θα συνέκρινε την καθαυτό συνολική αφαίμαξη με το ακαθάριστο ιδιωτικό προϊόν.

Of course, taxes and revenues of government enterprises could be deducted instead from the NNP, and the result would be the same in accordance with double-entry principles, provided that a government deficit is also deducted. On the other hand, if there is a surplus in the government budget, then this surplus should be deducted as well as expenditures, since it too absorbs funds from the private sector. In short, either total government expenditures or total government receipts (each figure inclusive of government enterprises) should be deducted from NNP, whichever is the higher. The resulting figures will yield an approximation of the impact of the government’s fiscal affairs on the economy. A more precise estimate, as we have seen, would compare total depredations proper with gross private product.

91

Κατά την αφαίρεση των κρατικών δαπανών από το ακαθάριστο εθνικό προϊόν, σημειώνουμε ότι οι κρατικές μεταβιβαστικές πληρωμές περιλαμβάνονται σε αυτή την αφαίρεση. Ο καθηγητής Due θα αμφισβητούσε αυτή τη διαδικασία με το επιχείρημα ότι οι μεταβιβαστικές δραστηριότητες δεν περιλαμβάνονται στα μεγέθη του εθνικού προϊόντος. Αλλά το σημαντικό είναι ότι οι φόροι —και τα ελλείμματα— για τη χρηματοδότηση των μεταβιβαστικών πληρωμών πράγματι απομυζούν το εθνικό προϊόν και, επομένως, πρέπει να αφαιρούνται από το NNP για να προκύψει το PPR. Κατά την εκτίμηση του σχετικού μεγέθους της κρατικής έναντι της ιδιωτικής δραστηριότητας, ο Due προειδοποιεί ότι το άθροισμα των κρατικών δαπανών δεν πρέπει να περιλαμβάνει τις μεταβιβαστικές πληρωμές, οι οποίες «απλώς μετατοπίζουν αγοραστική δύναμη» χωρίς να αναλώνουν πόρους. Ωστόσο, αυτή η «απλή μετατόπιση» αποτελεί εξίσου βάρος για τους παραγωγούς —εξίσου μετατόπιση από την εκούσια παραγωγή προς κρατικά δημιουργημένο προνόμιο— όσο οποιαδήποτε άλλη κρατική δαπάνη.220

In subtracting government expenditures from the gross national product, we note that government transfer payments are included in this deduction. Professor Due would dispute this procedure on the ground that transfer activities are not included in the national product figures. But the important consideration is that taxes (and deficits) to finance transfer payments do act as a drain on the national product and therefore must be subtracted from NNP to yield PPR. In gauging the relative size of governmental vis-à-vis private activity, Due warns that the sum of governmental expenditures should not include transfer payments, which “merely shift purchasing power” without using up resources. Yet this “mere shift” is as much a burden upon the producers—as much a shift from voluntary production to State-created privilege—as any other governmental expenditure.

92

← Κεφάλαιο 4. Δυαδική Παρέμβαση: ΦορολογίαΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 6. Ηθικές Αντιλήψεις Κατά της Αγοράς: Μια Πραξεολογική Κριτική →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»