Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 12. Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην Αγορά
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 11. Το Χρήμα και η Αγοραστική του ΔύναμηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 1. Η Προστασία στην Ελεύθερη αγορά →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 12. Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην Αγορά
↗ στη σελίδα του βιβλίουChapter 12 — The Economics of Violent Intervention in the Market
Μέχρι αυτό το σημείο υποθέταμε ότι στην κοινωνία δεν συμβαίνει καμία βίαιη προσβολή προσώπου ή περιουσίας· αναπτύσσαμε την οικονομική ανάλυση της ελεύθερης κοινωνίας, της ελεύθερης αγοράς, όπου τα άτομα συναλλάσσονται μεταξύ τους μόνο ειρηνικά και ποτέ με τη βία. Αυτό είναι το νοητικό κατασκεύασμα, ή «υπόδειγμα», της αμιγώς ελεύθερης αγοράς. Και αυτό το υπόδειγμα, αν και ίσως εξεταζόταν ατελώς, υπήρξε το κύριο αντικείμενο μελέτης της οικονομικής ανάλυσης σε ολόκληρη την ιστορία του κλάδου.
UP TO THIS POINT WE HAVE been assuming that no violent invasion of person or property occurs in society; we have been tracing the economic analysis of the free society, the free market, where individuals deal with one another only peacefully and never with violence. This is the construct, or “model,” of the purely free market. And this model, imperfectly considered perhaps, has been the main object of study of economic analysis throughout the history of the discipline.
Για να ολοκληρωθεί, όμως, η οικονομική εικόνα του κόσμου μας, η οικονομική ανάλυση πρέπει να επεκταθεί στη φύση και στις συνέπειες των βίαιων πράξεων και αλληλεπιδράσεων στην κοινωνία, συμπεριλαμβανομένης της παρέμβασης στην αγορά και της βίαιης κατάργησης της αγοράς —του «σοσιαλισμού»—. Η οικονομική ανάλυση της παρέμβασης και του σοσιαλισμού αναπτύχθηκε πολύ πιο πρόσφατα από την ανάλυση της ελεύθερης αγοράς.298 Στο παρόν βιβλίο, οι περιορισμοί χώρου μάς εμποδίζουν να εμβαθύνουμε στην οικονομική της παρέμβασης στον ίδιο βαθμό που εξετάσαμε την οικονομική της ελεύθερης αγοράς. Οι έρευνές μας, όμως, στο πρώτο πεδίο συνοψίζονται σε πιο σύντομη μορφή σε αυτό το τελευταίο κεφάλαιο.
In order to complete the economic picture of our world, however, economic analysis must be extended to the nature and consequences of violent actions and interrelations in society, including intervention in the market and violent abolition of the market (“socialism”). Economic analysis of intervention and socialism has developed much more recently than analysis of the free market. In this book, space limitations prevent us from delving into the economics of intervention to the same extent as we have treated the economics of the free market. But our researches into the former field are summarized more briefly in this final chapter.
Ένας λόγος για τον οποίο η οικονομική επιστήμη έτεινε να επικεντρώνεται στην ελεύθερη αγορά είναι ότι εδώ παρουσιάζεται το πρόβλημα της τάξης που προκύπτει από ένα φαινομενικά «αναρχικό» και «ασχεδίαστο» σύνολο πράξεων. Είδαμε ότι, αντί για την «αναρχία της παραγωγής» που θα μπορούσε να διακρίνει στην ελεύθερη αγορά ένας άνθρωπος χωρίς οικονομική κατάρτιση, αναδύεται μια εύτακτη διάρθρωση, οργανωμένη ώστε να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες όλων των ατόμων και συγχρόνως εξαιρετικά κατάλληλη να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο είδαμε πώς οι ελεύθερες, εκούσιες πράξεις των ατόμων συνδυάζονται ώστε να προσδιορίζουν κατά τρόπο εύτακτο φαινομενικά μυστηριώδεις διαδικασίες όπως η διαμόρφωση των τιμών, του εισοδήματος και του χρήματος, ο οικονομικός υπολογισμός, τα κέρδη και οι ζημίες και η παραγωγή.
One reason why economics has tended to concentrate on the free market is that here is presented the problem of order arising out of a seemingly “anarchic” and “planless” set of actions. We have seen that instead of the “anarchy of production” that a person untrained in economics might see in the free market, there emerges an orderly pattern, structured to meet the desires of all individuals, and yet eminently suited to adapt to changing conditions. In this way we have seen how the free, voluntary actions of individuals combine in an orderly determination of such seemingly mysterious processes as the formation of prices, income, money, economic calculation, profits and losses, and production.
Το γεγονός ότι κάθε άνθρωπος, επιδιώκοντας το δικό του συμφέρον, προάγει το συμφέρον όλων των άλλων αποτελεί συμπέρασμα της οικονομικής ανάλυσης, όχι υπόθεση στην οποία θεμελιώνεται η ανάλυση. Πολλοί επικριτές έχουν κατηγορήσει τους οικονομολόγους ότι είναι «μεροληπτικοί» υπέρ της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Αλλά αυτό ή οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα της οικονομικής επιστήμης δεν αποτελεί μεροληψία ή προκατάληψη, αλλά μεταγενέστερη κρίση —για να χρησιμοποιήσουμε έναν εύστοχο όρο του καθηγητή E. Merrill Root —, μια κρίση που διατυπώνεται μετά την έρευνα και όχι πριν από αυτήν.299 Οι προσωπικές προτιμήσεις, επιπλέον, είναι εντελώς χωριστές από την εγκυρότητα των αναλυτικών διαδικασιών. Οι προσωπικές προτιμήσεις του αναλυτή δεν ενδιαφέρουν την οικονομική επιστήμη· εκείνο που έχει σημασία είναι η εγκυρότητα της ίδιας της μεθόδου.
The fact that each man, in pursuing his own self-interest, furthers the interest of everyone else, is a conclusion of economic analysis, not an assumption on which the analysis is grounded. Many critics have accused economists of being “biased” in favor of the free-market economy. But this or any other conclusion of economics is not a bias or prejudice, but a post-judice (to use a happy term of Professor E. Merrill Root’s)—a judgment made after inquiry, and not beforehand. Personal preferences, moreover, are completely separate from the validity of analytic procedures. The personal preferences of the analyst are of no interest for economic science; what is relevant is the validity of the method itself.
Παρέμβαση είναι η εισβολή επιθετικής σωματικής βίας στην κοινωνία· σημαίνει την αντικατάσταση των εκούσιων πράξεων από τον καταναγκασμό. Πρέπει να θυμόμαστε ότι, από πραξεολογική άποψη, δεν έχει σημασία ποιο άτομο ή ποια ομάδα ασκεί αυτή τη βία· η οικονομική φύση και οι συνέπειες της πράξης παραμένουν ίδιες.
Intervention is the intrusion of aggressive physical force into society; it means the substitution of coercion for voluntary actions. It must be remembered that, praxeologically, it makes no difference what individual or group wields this force; the economic nature and consequences of the action remain the same.
Από εμπειρική άποψη, ο συντριπτικός όγκος των παρεμβάσεων πραγματοποιείται από κράτη, καθώς το κράτος είναι η μόνη οργάνωση στην κοινωνία που διαθέτει νόμιμη εξουσία χρήσης βίας και ο μόνος φορέας που αντλεί νομίμως τα έσοδά του από υποχρεωτική εισφορά. Θα είναι, επομένως, πρόσφορο να περιορίσουμε την εξέτασή μας στην κρατική παρέμβαση — έχοντας, ωστόσο, υπόψη ότι ιδιώτες μπορούν να χρησιμοποιούν παρανόμως βία ή ότι το κράτος μπορεί, φανερά ή συγκαλυμμένα, να επιτρέπει σε ευνοούμενες ιδιωτικές ομάδες να ασκούν βία κατά των προσώπων ή της περιουσίας άλλων.
Empirically, the vast bulk of interventions are performed by States, since the State is the only organization in society legally equipped to use violence and since it is the only agency that legally derives its revenue from a compulsory levy. It will therefore be convenient to confine our treatment to government intervention—bearing in mind, however, that private individuals may illegally use force, or that government may, openly or covertly, permit favored private groups to employ violence against the persons or property of others.
Ποιους τύπους παρέμβασης μπορεί να ασκήσει ένα άτομο ή μια ομάδα; Ελάχιστα ή τίποτε δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα για τη συγκρότηση μιας συστηματικής τυπολογίας της παρέμβασης, και οι οικονομολόγοι απλώς έχουν εξετάσει φαινομενικά ετερόκλητες ενέργειες όπως ο έλεγχος τιμών, η αδειοδότηση, ο πληθωρισμός κ.λπ. Μπορούμε, ωστόσο, να ταξινομήσουμε τις παρεμβάσεις σε τρεις ευρείες κατηγορίες. Πρώτον, ο παρεμβαίνων, ή «εισβολέας», ή «επιτιθέμενος» —το άτομο ή η ομάδα που αρχίζει τη βίαιη παρέμβαση— μπορεί να διατάξει ένα άτομο που υπόκειται στην εξουσία του να κάνει ή να μην κάνει ορισμένα πράγματα, όταν αυτές οι πράξεις αφορούν άμεσα μόνο το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου του ατόμου. Εν ολίγοις, ο παρεμβαίνων μπορεί να περιορίσει τη χρήση της περιουσίας του υποκειμένου, χωρίς να εμπλέκεται ανταλλαγή με κάποιον άλλο. Αυτό μπορεί να ονομαστεί αυτιστική παρέμβαση, στην οποία η συγκεκριμένη εντολή ή διαταγή αφορά μόνο το ίδιο το υποκείμενο. Δεύτερον, ο παρεμβαίνων μπορεί να επιβάλει μια ανταλλαγή μεταξύ του ατόμου που υπόκειται στην εξουσία του και του ιδίου ή να αποσπάσει καταναγκαστικά ένα «δώρο» από το υποκείμενο. Μπορούμε να την ονομάσουμε δυαδική παρέμβαση, καθώς εδώ εγκαθιδρύεται μια ηγεμονική σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων: του παρεμβαίνοντος και του υποκειμένου. Τρίτον, ο εισβολέας μπορεί είτε να επιβάλει είτε να απαγορεύσει μια ανταλλαγή μεταξύ δύο υποκειμένων — οι ανταλλαγές πραγματοποιούνται πάντοτε μεταξύ δύο ανθρώπων—. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε τριγωνική παρέμβαση, στην οποία δημιουργείται μια ηγεμονική σχέση μεταξύ του εισβολέα και δύο πραγματικών ή δυνητικών συναλλασσομένων. Όλες αυτές οι παρεμβάσεις αποτελούν παραδείγματα της ηγεμονικής σχέσης (βλ. κεφάλαιο 2 παραπάνω) —της σχέσης διαταγής και υπακοής—, σε αντίθεση με τη συμβατική σχέση εκούσιου αμοιβαίου οφέλους της ελεύθερης αγοράς.
What types of intervention can an individual or group commit? Little or nothing has so far been done to construct a systematic typology of intervention, and economists have simply discussed such seemingly disparate actions as price control, licensing, inflation, etc. We can, however, classify interventions into three broad categories. In the first place, the intervener, or “invader,” or “aggressor”—the individual or group that initiates violent intervention—may command an individual subject to do or not do certain things, when these actions directly involve the individual’s person or property alone. In short, the intervener may restrict the subject’s use of his property, where exchange with someone else is not involved. This may be called an autistic intervention, where the specific order or command involves only the subject himself. Secondly, the intervener may compel an exchange between the individual subject and himself or coerce a “gift” from the subject. We may call this a binary intervention, since a hegemonic relation is here established between two people: the intervener and the subject. Thirdly, the invader may either compel or prohibit an exchange between a pair of subjects (exchanges always take place between two people). In this case, we have a triangular intervention, where a hegemonic relation is created between the invader and a pair of actual or potential exchangers. All these interventions are examples of the hegemonic relation (see chapter 2 above)—the relation of command and obedience—in contrast to the contractual, free-market relation of voluntary mutual benefit.
Αυτιστική παρέμβαση έχουμε, επομένως, όταν ο παρεμβαίνων εξαναγκάζει ένα υποκείμενο χωρίς να λαμβάνει ως αντάλλαγμα κανένα αγαθό ή υπηρεσία. Ένα παράδειγμα είναι η απλή ανθρωποκτονία· ένα άλλο θα ήταν η καταναγκαστική επιβολή ή απαγόρευση ενός χαιρετισμού, μιας ομιλίας ή μιας θρησκευτικής τελετής. Ακόμη και αν ο παρεμβαίνων είναι το κράτος, το οποίο εκδίδει ένα διάταγμα προς όλα τα μέλη της κοινωνίας, το διάταγμα αυτό καθαυτό εξακολουθεί να είναι αυτιστικό, καθώς οι γραμμές της βίας εκτείνονται, θα λέγαμε, ακτινωτά από το κράτος προς κάθε άτομο χωριστά. Παραδείγματα δυαδικής παρέμβασης, κατά την οποία ο παρεμβαίνων αναγκάζει το υποκείμενο να προβεί σε ανταλλαγή ή δωρεά προς αυτόν, είναι η φορολογία, η υποχρεωτική στρατολόγηση και η υποχρεωτική υπηρεσία ενόρκου. Η δουλεία αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα δυαδικής, καταναγκαστικής ανταλλαγής μεταξύ κυρίου και δούλου.
Autistic intervention occurs, therefore, when the intervener coerces a subject without receiving any good or service in return. Simple homicide is an example; another would be the compulsory enforcement or prohibition of a salute, speech, or religious observance. Even if the intervener is the State, issuing an edict to all members of society, the edict in itself is still autistic, since the lines of force radiate, so to speak, from the State to each individual alone. Binary intervention, where the intervener forces the subject to make an exchange or gift to the former, is exemplified in taxation, conscription, and compulsory jury service. Slavery is another example of binary, coerced exchange between master and slave.
Παραδείγματα τριγωνικής παρέμβασης, κατά την οποία ο παρεμβαίνων επιβάλλει ή απαγορεύει ανταλλαγές μεταξύ ζευγών άλλων ατόμων, είναι ο έλεγχος τιμών και η αδειοδότηση. Με τον έλεγχο τιμών, το κράτος απαγορεύει σε οποιαδήποτε δύο άτομα να πραγματοποιήσουν ανταλλαγή κάτω ή πάνω από μια ορισμένη καθορισμένη αναλογία· η αδειοδότηση απαγορεύει σε ορισμένους ανθρώπους να πραγματοποιούν συγκεκριμένες ανταλλαγές με άλλους. Παραδόξως, οι συγγραφείς πολιτικής οικονομίας έχουν αναγνωρίσει ως «παρέμβαση» μόνο περιπτώσεις της τρίτης κατηγορίας. Είναι κατανοητό ότι οι οικονομολόγοι έχουν παραβλέψει την αυτιστική παρέμβαση, διότι, πράγματι, η οικονομική επιστήμη μπορεί να πει λίγα για γεγονότα που βρίσκονται έξω από το πλέγμα των χρηματικών ανταλλαγών. Η παραμέληση της δυαδικής παρέμβασης είναι πολύ λιγότερο δικαιολογημένη.
Examples of triangular intervention, where the intervener compels or prohibits exchanges between sets of two other individuals, are price control and licensing. Under price control, the State prohibits any pair of individuals from making an exchange below or above a certain fixed rate; licensing prohibits certain people from making specified exchanges with others. Curiously enough, writers on political economy have recognized only cases in the third category as being “intervention.” It is understandable that economists have overlooked autistic intervention, for, in truth, economics can say little about events that lie outside the monetary exchange nexus. There is far less excuse for the neglect of binary intervention.
3. Άμεσες επιπτώσεις της παρέμβασης στη χρησιμότητα
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. Direct Effects of Intervention on Utility
Κατά την ανίχνευση των επιπτώσεων της παρέμβασης πρέπει να διερευνήσουμε τόσο τις άμεσες όσο και τις έμμεσες συνέπειες. Πρώτον, η παρέμβαση θα έχει άμεσες, ακαριαίες συνέπειες στις χρησιμότητες των συμμετεχόντων. Από τη μία πλευρά, όταν η κοινωνία είναι ελεύθερη και δεν υπάρχει παρέμβαση, καθένας θα ενεργεί πάντοτε με τον τρόπο που πιστεύει ότι θα μεγιστοποιήσει τη χρησιμότητά του, δηλαδή θα τον ανεβάσει στην υψηλότερη δυνατή θέση της κλίμακας αξιών του. Εν ολίγοις, η ex ante χρησιμότητα καθενός θα «μεγιστοποιείται», υπό την προϋπόθεση ότι προσέχουμε να μην ερμηνεύουμε τη «χρησιμότητα» με καρδιανή έννοια. Κάθε ανταλλαγή στην ελεύθερη αγορά, πράγματι κάθε πράξη στην ελεύθερη κοινωνία, πραγματοποιείται επειδή αναμένεται να ωφελήσει κάθε εμπλεκόμενο μέρος. Αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο «κοινωνία» για να απεικονίσουμε τη διάρθρωση, το σύνολο όλων των ατομικών ανταλλαγών, τότε μπορούμε να πούμε ότι η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα, καθώς καθένας αποκομίζει όφελος χρησιμότητας από τις ελεύθερες πράξεις του.300
In tracing the effects of intervention, we must explore both the direct and the indirect consequences. In the first place, intervention will have direct, immediate consequences on the utilities of those participating. On the one hand, when the society is free and there is no intervention, everyone will always act in the way that he believes will maximize his utility, i.e., will raise him to the highest possible position on his value scale. In short, everyone’s utility ex ante will be “maximized” (provided we take care not to interpret “utility” in a cardinal manner). Any exchange on the free market, indeed any action in the free society, occurs because it is expected to benefit each party concerned. If we may use the term “society” to depict the pattern, the array, of all individual exchanges, then we may say that the free market maximizes social utility, since everyone gains in utility from his free actions.
Η καταναγκαστική παρέμβαση, από την άλλη πλευρά, σημαίνει αυτή καθαυτή ότι το άτομο ή τα άτομα που εξαναγκάζονται δεν θα έκαναν εκουσίως ό,τι τώρα τους επιβάλλει ο παρεμβαίνων. Το πρόσωπο που εξαναγκάζεται να πει ή να μην πει κάτι ή να πραγματοποιήσει ή να μην πραγματοποιήσει μια ανταλλαγή με τον παρεμβαίνοντα ή με τρίτο πρόσωπο υφίσταται μεταβολή των πράξεών του υπό την απειλή βίας. Ο εξαναγκαζόμενος άνθρωπος, επομένως, χάνει πάντοτε χρησιμότητα ως αποτέλεσμα της παρέμβασης, διότι η πράξη του έχει μεταβληθεί διά της βίας εξαιτίας της. Στις αυτιστικές και δυαδικές παρεμβάσεις, καθένα από τα άτομα που υπόκεινται σε αυτές χάνει χρησιμότητα· στις τριγωνικές παρεμβάσεις, τουλάχιστον ένας, και ορισμένες φορές και οι δύο, από τους δυνητικούς συναλλασσομένους χάνουν χρησιμότητα.
Coercive intervention, on the other hand, signifies per se that the individual or individuals coerced would not have voluntarily done what they are now being forced to do by the intervener. The person who is coerced into saying or not saying something or into making or not making an exchange with the intervener or with a third party is having his actions changed by a threat of violence. The man being coerced, therefore, always loses in utility as a result of the intervention, for his action has been forcibly changed by its impact. In autistic and binary interventions, the individual subjects each lose in utility; in triangular interventions, at least one, and sometimes both, of the pair of would-be exchangers lose in utility.
Ποιος κερδίζει χρησιμότητα ex ante; Προφανώς, ο παρεμβαίνων· διαφορετικά, δεν θα είχε προβεί στην παρέμβαση. Στην περίπτωση της δυαδικής παρέμβασης, ο ίδιος αποκτά άμεσα ανταλλάξιμα αγαθά ή υπηρεσίες εις βάρος του υποκειμένου του.301 Στην περίπτωση των αυτιστικών και τριγωνικών παρεμβάσεων, αποκομίζει αίσθημα ψυχικής ευεξίας από την επιβολή ρυθμίσεων σε άλλους —ή, ίσως, από την παροχή μιας φαινομενικής δικαιολόγησης για άλλες, δυαδικές παρεμβάσεις—.
Who gains in utility ex ante? Clearly, the intervener; otherwise, he would not have made the intervention. In the case of binary intervention, he himself gains directly in exchangeable goods or services at the expense of his subject. In the case of autistic and triangular interventions, he gains in a sense of psychic well-being from enforcing regulations upon others (or, perhaps, in providing a seeming justification for other, binary interventions).
Σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, επομένως, όλες οι περιπτώσεις παρέμβασης προσφέρουν σε μία ομάδα ανθρώπων οφέλη εις βάρος μιας άλλης. Στις δυαδικές παρεμβάσεις, τα άμεσα οφέλη και οι απώλειες είναι «απτά», υπό τη μορφή ανταλλάξιμων αγαθών ή υπηρεσιών· στις άλλες περιπτώσεις, τα άμεσα οφέλη είναι μη ανταλλάξιμες ικανοποιήσεις για τους παρεμβαίνοντες, και η άμεση απώλεια συνίσταται στον εξαναγκασμό σε λιγότερο ικανοποιητικές, αν όχι σαφώς επώδυνες, μορφές δραστηριότητας.
In contrast to the free market, therefore, all cases of intervention supply one set of men with gains at the expense of another set. In binary interventions, the direct gains and losses are “tangible” in the form of exchangeable goods or services; in other cases, the direct gains are nonexchangeable satisfactions to the interveners, and the direct loss is being coerced into less satisfying, if not positively painful, forms of activity.
Πριν από την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης, οι άνθρωποι έτειναν να θεωρούν ότι η ανταλλαγή και η αγορά ωφελούν πάντοτε το ένα μέρος εις βάρος του άλλου. Αυτή ήταν η ρίζα της μερκαντιλιστικής (εμποροκρατικής) αντίληψης για την αγορά, εκείνου που ο Ludwig von Mises αποκαλεί «πλάνη του Montaigne». Η οικονομική επιστήμη απέδειξε ότι πρόκειται για πλάνη, διότι στην αγορά και τα δύο μέρη μιας ανταλλαγής ωφελούνται.302 Στην αγορά, επομένως, δεν μπορεί να υπάρχει εκμετάλλευση. Αλλά η θέση περί εγγενούς σύγκρουσης συμφερόντων είναι αληθής όποτε το κράτος ή οποιοσδήποτε άλλος ασκεί βία παρεμβαίνει στην αγορά. Διότι τότε ο παρεμβαίνων κερδίζει εις βάρος των υποκειμένων που χάνουν χρησιμότητα. Στην αγορά όλα είναι αρμονία. Αλλά μόλις εμφανιστεί η παρέμβαση, δημιουργείται σύγκρουση, διότι κάθε άτομο ή ομάδα μπορεί να συμμετάσχει σε έναν αγώνα για να είναι καθαρός κερδισμένος και όχι καθαρός χαμένος —για να αποτελεί, θα λέγαμε, μέρος της ομάδας που παρεμβαίνει και όχι ένα από τα θύματα—. Και ο ίδιος ο θεσμός της φορολογίας εξασφαλίζει ότι ορισμένοι θα ανήκουν στην τάξη εκείνων που αποκομίζουν καθαρό όφελος και άλλοι στην τάξη εκείνων που υφίστανται καθαρή απώλεια.303 Εφόσον όλες οι πράξεις του κράτους στηρίζονται στη θεμελιώδη δυαδική παρέμβαση της φορολογίας, συνάγεται ότι καμία κρατική πράξη δεν μπορεί να αυξήσει την κοινωνική χρησιμότητα, δηλαδή να αυξήσει τη χρησιμότητα όλων των επηρεαζόμενων ατόμων.304
Before the development of economic science, people tended to think of exchange and the market as always benefiting one party at the expense of the other. This was the root of the mercantilist view of the market, of what Ludwig von Mises calls the “Montaigne fallacy.” Economics has shown this to be a fallacy, for on the market both parties to an exchange will benefit. On the market, therefore, there can be no such thing as exploitation. But the thesis of an inherent conflict of interest is true whenever the State or anyone else wielding force intervenes on the market. For then the intervener gains at the expense of the subjects who lose in utility. On the market all is harmony. But as soon as intervention appears on the scene, conflict is created, for each person or group may participate in a scramble to be a net gainer rather than a net loser—to be part of the intervening team, as it were, rather than one of the victims. And the very institution of taxation ensures that some will be in the net gaining, and others in the net losing, class.Since all State actions rest on the fundamental binary intervention of taxation, it follows that no State action can increase social utility, i.e., can increase the utility of all affected individuals.
Μια συνήθης ένσταση στο συμπέρασμα ότι η ελεύθερη αγορά, σε μοναδική αντίθεση προς την παρέμβαση, αυξάνει τη χρησιμότητα κάθε ατόμου στην κοινωνία επικαλείται τη μοίρα του επιχειρηματία του οποίου το προϊόν καθίσταται ξαφνικά παρωχημένο. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον κατασκευαστή ιππήλατων αμαξών που αντιμετωπίζει μετατόπιση της ζήτησης του κοινού από τις άμαξες προς τα αυτοκίνητα. Δεν χάνει χρησιμότητα από τη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς; Πρέπει, ωστόσο, να αντιληφθούμε ότι μας απασχολούν μόνο οι χρησιμότητες που καταδεικνύονται από την πράξη του κατασκευαστή.305 Τόσο στην πρώτη περίοδο, όταν οι καταναλωτές ζητούσαν άμαξες, όσο και στη δεύτερη, όταν στράφηκαν προς τα αυτοκίνητα, αυτός ενεργεί έτσι ώστε να μεγιστοποιεί τη χρησιμότητά του στην ελεύθερη αγορά. Το γεγονός ότι, εκ των υστέρων, προτιμά τα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου μπορεί να αποτελεί ενδιαφέρον δεδομένο για τον ιστορικό, αλλά είναι άσχετο για τον θεωρητικό της οικονομικής επιστήμης. Διότι ο κατασκευαστής δεν ζει πλέον στην πρώτη περίοδο. Ζει πάντοτε υπό τις παρούσες συνθήκες και σε σχέση με τις παρούσες κλίμακες αξιών των συνανθρώπων του. Οι εκούσιες ανταλλαγές, σε οποιαδήποτε δεδομένη περίοδο, θα αυξάνουν τη χρησιμότητα όλων και, επομένως, θα μεγιστοποιούν την κοινωνική χρησιμότητα. Ο κατασκευαστής αμαξών δεν θα μπορούσε να αποκαταστήσει τις συνθήκες ή τα αποτελέσματα της πρώτης περιόδου παρά μόνο αν χρησιμοποιούσε βία εναντίον άλλων για να επιβάλει τις ανταλλαγές τους· σε αυτή την περίπτωση, όμως, η κοινωνική χρησιμότητα δεν θα μπορούσε πλέον να μεγιστοποιείται, εξαιτίας της επιθετικής του πράξης.
A common objection to the conclusion that the free market, in unique contrast to intervention, increases the utility of every individual in society, points to the fate of the entrepreneur whose product suddenly becomes obsolete. Take, for example, the buggy manufacturer who faces a shift in public demand from buggies to automobiles. Does he not lose utility from the operation of the free market? We must realize, however, that we are concerned only with the utilities that are demonstrated by the manufacturer’s action. In both period one, when consumers demanded buggies, and in period two, when they shifted to autos, he acts so as to maximize his utility on the free market. The fact that, in retrospect, he prefers the results of period one may be interesting data for the historian, but is irrelevant for the economic theorist. For the manufacturer is not living in period one any more. He lives always under present conditions and in relation to the present value scales of his fellow men. Voluntary exchanges, in any given period, will increase the utility of everyone and will therefore maximize social utility. The buggy manufacturer could not restore the conditions or results of period one unless he used force against others to coerce their exchanges, but, in that case, social utility could no longer be maximized, because of his invasive act.
Όπως ορισμένοι συγγραφείς επιχείρησαν να αρνηθούν τον εκούσιο χαρακτήρα και τα αμοιβαία οφέλη της ελεύθερης ανταλλαγής, έτσι και άλλοι επιχείρησαν να αποδώσουν εκούσιο χαρακτήρα στις πράξεις του κράτους. Γενικά, αυτή η απόπειρα στηρίχθηκε είτε στην άποψη ότι υπάρχει μια οντότητα, η «κοινωνία», η οποία εγκρίνει και υποστηρίζει πρόθυμα τις πράξεις του κράτους· είτε στην άποψη ότι η πλειονότητα εγκρίνει αυτές τις πράξεις και ότι αυτό κατά κάποιον τρόπο σημαίνει καθολική υποστήριξη· είτε, τέλος, στην άποψη ότι, κατά κάποιον τρόπο, κατά βάθος, ακόμη και η αντιτιθέμενη μειονότητα εγκρίνει τις πράξεις του κράτους. Από αυτές τις εσφαλμένες υποθέσεις συμπεραίνουν ότι το κράτος μπορεί να αυξήσει την κοινωνική χρησιμότητα τουλάχιστον εξίσου καλά με την αγορά.306,307
Just as some writers have tried to deny the voluntary nature and the mutual benefits of free exchange, so others have tried to attribute a voluntary quality to actions of the State. Generally, this attempt has been based either on the view that there exists an entity “society,” which cheerfully endorses and supports the actions of the State, or that the majority endorses these acts and that this somehow means universal support, or finally, that somehow, down deep, even the opposing minority endorses the acts of the State. From these fallacious assumptions, they conclude that the State can increase social utility at least as well as the market can.9,10
Αφού περιγράψαμε την ομοφωνία και την αρμονία της ελεύθερης αγοράς, καθώς και τη σύγκρουση και τις απώλειες χρησιμότητας που δημιουργεί η παρέμβαση, ας ρωτήσουμε τι συμβαίνει αν το κράτος χρησιμοποιείται για να αναχαιτίσει παρεμβάσεις στην αγορά από ιδιώτες εγκληματίες —δηλαδή ιδιώτες που επιβάλλουν καταναγκαστικές ανταλλαγές—. Έχει τεθεί το ερώτημα: δεν αποτελεί αυτή η «αστυνομική» λειτουργία πράξη παρέμβασης, και δεν στηρίζεται τότε αναγκαστικά η ίδια η ελεύθερη αγορά σε ένα «πλαίσιο» τέτοιας παρέμβασης; Και δεν απαιτεί, επομένως, η ύπαρξη της ελεύθερης αγοράς απώλεια χρησιμότητας από την πλευρά των εγκληματιών που τιμωρούνται από το κράτος;308 Πρώτον, πρέπει να θυμόμαστε ότι η αμιγώς ελεύθερη αγορά είναι ένα σύνολο εκούσιων ανταλλαγών μεταξύ ζευγών προσώπων. Αν δεν υπάρχουν απειλές εγκληματικής παρέμβασης σε αυτή την αγορά —ας πούμε, επειδή καθένας αισθάνεται υποχρεωμένος να σέβεται την ιδιωτική ιδιοκτησία των άλλων—, δεν θα χρειάζεται κανένα «πλαίσιο» αντιπαρέμβασης. Η «αστυνομική» λειτουργία αποτελεί, επομένως, αποκλειστικά ένα δευτερογενές, παράγωγο πρόβλημα της ελεύθερης αγοράς, όχι προϋπόθεσή της.
Having described the unanimity and harmony of the free market, as well as the conflict and losses of utility generated by intervention, let us ask what happens if government is used to check interventions in the market by private criminals—i.e., private imposers of coerced exchanges. It has been asked: Is not this “police” function an act of intervention, and does not the free market itself then necessarily rest on a “framework” of such intervention? And does not the existence of the free market therefore require a loss of utility on the part of the criminals who are being punished by the government? In the first place, we must remember that the purely free market is an array of voluntary exchanges between sets of two persons. If there are no threats of criminal intervention in that market—say because everyone feels duty-bound to respect the private property of others—no “framework” of counterintervention will be needed. The “police” function is therefore solely a secondary derivative problem, not a precondition, of the free market.
Δεύτερον, αν τα κράτη —ή, για τον ίδιο λόγο, ιδιωτικοί φορείς— χρησιμοποιούνται για να αναχαιτίζουν και να καταπολεμούν την παρέμβαση εγκληματιών στην κοινωνία, είναι ασφαλώς προφανές ότι αυτή η καταπολέμηση επιβάλλει απώλειες χρησιμότητας στους εγκληματίες. Αλλά αυτές οι πράξεις άμυνας δύσκολα μπορούν να χαρακτηριστούν «παρέμβαση» με τη δική μας έννοια του όρου. Διότι οι απώλειες χρησιμότητας επιβάλλονται μόνο σε ανθρώπους που, με τη σειρά τους, επιχειρούσαν να επιβάλουν απώλειες χρησιμότητας σε ειρηνικούς πολίτες. Εν ολίγοις, η βία που χρησιμοποιούν οι αστυνομικοί φορείς για την υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας —δηλαδή για την υπεράσπιση των προσώπων και της περιουσίας των πολιτών— είναι αμιγώς ανασχετική· αποτελεί αντιπαρέμβαση εναντίον της πραγματικής, πρωτογενούς παρέμβασης. Μολονότι αυτή η αντίδραση δεν μπορεί να μεγιστοποιήσει την «κοινωνική χρησιμότητα» —τη χρησιμότητα όλων όσοι στην κοινωνία εμπλέκονται σε διαπροσωπικές πράξεις—, μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα των μη εγκληματιών, δηλαδή εκείνων που μεγιστοποιούσαν ειρηνικά τη δική τους χρησιμότητα χωρίς να επιβάλλουν απώλειες σε άλλους. Αν αυτοί οι φορείς άμυνας επιτελούσαν τέλεια το έργο τους και εξάλειφαν όλες τις παρεμβάσεις, τότε η ύπαρξή τους θα ήταν απολύτως συμβατή με τη μεγιστοποίηση της κοινωνικής χρησιμότητας.
Secondly, if governments—or private agencies, for that matter—are employed to check and combat intervention in society by criminals, it is certainly obvious that this combat imposes losses of utility upon the criminals. But these acts of defense are hardly “intervention” in our sense of the term. For the losses of utility are being imposed only upon people who, in turn, have been trying to impose losses of utility on peaceful citizens. In short, the force used by police agencies in defending individual freedom—i.e., in defending the persons and property of the citizens—is purely an inhibitory force; it is counterintervention against true, initiatory intervention. While such counter action cannot maximize “social utility”—the utility of everyone in society involved in interpersonal actions—it does maximize the utility of noncriminals, i.e., those who have been peacefully maximizing their own utility without inflicting losses upon others. Should these defense agencies do their job perfectly and eliminate all interventions, then their existence will be perfectly compatible with the maximization of social utility.
4. Χρησιμότητα ex post: Ελεύθερη αγορά και κράτος
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. Utility Ex Post: Free Market and Government
Είδαμε, λοιπόν, ότι τα άτομα μεγιστοποιούν ex ante τη χρησιμότητά τους στην ελεύθερη αγορά και ότι δεν μπορούν να το κάνουν όταν υπάρχει παρέμβαση, διότι τότε ο παρεμβαίνων κερδίζει χρησιμότητα μόνο εις βάρος μιας καταδεικνυόμενης απώλειας χρησιμότητας του υποκειμένου του. Τι συμβαίνει όμως με τις ex post χρησιμότητες; Οι άνθρωποι μπορεί να αναμένουν ότι θα ωφεληθούν όταν λαμβάνουν αποφάσεις, αλλά ωφελούνται πράγματι από τα αποτελέσματά τους; Πώς συγκρίνονται η ελεύθερη αγορά και η παρέμβαση κατά τη διάβαση αυτής της ζωτικής διαδρομής από το ex ante στο ex post;
We have thus seen that individuals maximize their utility ex ante on the free market, and that they cannot do so when there is intervention, for then the intervener gains in utility only at the expense of a demonstrated loss in utility by his subject. But what of utilities ex post? People may expect to benefit when they make decisions, but do they actually benefit from their results? How do the free market and intervention compare in traveling that vital path from ante to post?
Για την ελεύθερη αγορά, η απάντηση είναι ότι η αγορά είναι διαρθρωμένη κατά τρόπο που περιορίζει το σφάλμα στο ελάχιστο. Υπάρχει, πρώτον, μια ταχεία, εξαιρετικά ακριβής και εύκολα κατανοητή δοκιμασία που πληροφορεί τον επιχειρηματία, αλλά και τον αποδέκτη εισοδήματος, αν επιτυγχάνουν ή αποτυγχάνουν στο έργο της ικανοποίησης των επιθυμιών του καταναλωτή. Για τον επιχειρηματία, ο οποίος επωμίζεται το κύριο βάρος της προσαρμογής στις αβέβαιες και μεταβαλλόμενες επιθυμίες των καταναλωτών, η δοκιμασία είναι ιδιαίτερα ταχεία και ασφαλής: τα κέρδη ή οι ζημίες. Τα μεγάλα κέρδη αποτελούν σήμα ότι κινήθηκε στον σωστό δρόμο, οι ζημίες ότι κινήθηκε στον λανθασμένο. Τα κέρδη και οι ζημίες ωθούν σε ταχείες προσαρμογές στη ζήτηση των καταναλωτών· ταυτόχρονα, επιτελούν τη λειτουργία της μεταφοράς χρημάτων από τα χέρια των μη αποδοτικών επιχειρηματιών στα χέρια των ικανών. Το γεγονός ότι οι ικανοί επιχειρηματίες ευημερούν και αυξάνουν το κεφάλαιό τους, ενώ οι ανεπαρκείς εκτοπίζονται, εξασφαλίζει ολοένα ομαλότερη προσαρμογή της αγοράς στις μεταβολές των συνθηκών. Ομοίως, σε μικρότερο βαθμό, οι συντελεστές γης και εργασίας μετακινούνται σύμφωνα με την επιθυμία των κατόχων τους για υψηλότερα εισοδήματα, και οι συντελεστές που είναι ιδιαίτερα παραγωγικοί σε όρους αξίας αμείβονται αναλόγως.
For the free market, the answer is that the market is constructed so as to reduce error to a minimum. There is, in the first place, a fast-working, highly accurate, easily understandable test that tells the entrepreneur, and also the incomereceiver, whether they are succeeding or failing at the task of satisfying the desires of the consumer. For the entrepreneur, who carries the main burden of adjustment to uncertain, fluctuating consumer desires, the test is particularly swift and sure—profits or losses. Large profits are a signal that he has been on the right track, losses that he has been on a wrong one. Profits and losses spur rapid adjustments to consumer demands; at the same time, they perform the function of getting money out of the hands of the inefficient entrepreneurs and into the hands of the good ones. The fact that good entrepreneurs prosper and add to their capital, and poor ones are driven out, insures an ever smoother market adjustment to changes in conditions. Similarly, to a lesser extent, land and labor factors move in accordance with the desire of their owners for higher incomes, and highly value-productive factors are rewarded accordingly.
Οι καταναλωτές αναλαμβάνουν επίσης επιχειρηματικούς κινδύνους στην αγορά. Πολλοί επικριτές της αγοράς, ενώ είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν την ειδημοσύνη των κεφαλαιούχων-επιχειρηματιών, θρηνούν για την επικρατούσα άγνοια των καταναλωτών, η οποία τους εμποδίζει να αποκομίσουν ex post τη χρησιμότητα που ανέμεναν ex ante. Χαρακτηριστικά, ο Wesley C. Mitchell τιτλοφόρησε ένα από τα γνωστά δοκίμιά του «Η καθυστερημένη τέχνη της δαπάνης χρημάτων». Ο καθηγητής Mises έχει επισημάνει με οξυδέρκεια το παράδοξο των παρεμβατιστών που επιμένουν ότι οι καταναλωτές είναι υπερβολικά αδαείς ή ανίκανοι για να αγοράζουν προϊόντα με σύνεση, ενώ ταυτόχρονα διακηρύσσουν τις αρετές της δημοκρατίας, όπου οι ίδιοι άνθρωποι ψηφίζουν υπέρ ή κατά πολιτικών τους οποίους δεν γνωρίζουν και για πολιτικές τις οποίες ελάχιστα κατανοούν. Για να το θέσουμε διαφορετικά, οι οπαδοί της παρέμβασης υποθέτουν ότι τα άτομα δεν είναι ικανά να διαχειρίζονται τις δικές τους υποθέσεις ή να προσλαμβάνουν ειδικούς για να τα συμβουλεύουν, αλλά επίσης υποθέτουν ότι τα ίδια αυτά άτομα είναι ικανά να επιλέγουν αυτούς τους ειδικούς στην κάλπη. Υποθέτουν επιπλέον ότι η μάζα των υποτίθεται ανίκανων καταναλωτών είναι ικανή να επιλέγει όχι μόνο εκείνους που θα κυβερνούν τους ίδιους, αλλά και εκείνους που θα κυβερνούν τα ικανά άτομα της κοινωνίας. Και όμως, τέτοιες παράλογες και αντιφατικές υποθέσεις βρίσκονται στη ρίζα κάθε προγράμματος «δημοκρατικής» παρέμβασης στις υποθέσεις των ανθρώπων.309
Consumers also take entrepreneurial risks on the market. Many critics of the market, while willing to concede the expertise of the capitalist-entrepreneurs, bewail the prevailing ignorance of consumers, which prevents them from gaining the utility ex post that they had expected ex ante. Typically, Wesley C. Mitchell entitled one of his famous essays: “The Backward Art of Spending Money.” Professor Mises has keenly pointed out the paradox of interventionists who insist that consumers are too ignorant or incompetent to buy products intelligently, while at the same time proclaiming the virtues of democracy, where the same people vote for or against politicians whom they do not know and on policies which they scarcely understand. To put it another way, the partisans of intervention assume that individuals are not competent to run their own affairs or to hire experts to advise them, but also assume that these same individuals are competent to vote for these experts at the ballot box. They are further assuming that the mass of supposedly incompetent consumers are competent to choose not only those who will rule over themselves, but also over the competent individuals in society. Yet such absurd and contradictory assumptions lie at the root of every program for “democratic” intervention in the affairs of the people.
Στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη αυτής της δημοφιλούς ιδεολογίας. Οι καταναλωτές ασφαλώς δεν είναι παντογνώστες, αλλά διαθέτουν άμεσες δοκιμασίες μέσω των οποίων μπορούν να αποκτούν και να ελέγχουν τη γνώση τους. Αγοράζουν μια ορισμένη μάρκα τροφίμου για πρωινό και δεν τους αρέσει· έτσι, δεν την ξαναγοράζουν. Αγοράζουν έναν ορισμένο τύπο αυτοκινήτου και τους αρέσει η απόδοσή του· αγοράζουν άλλο ένα. Και στις δύο περιπτώσεις, γνωστοποιούν στους φίλους τους αυτή τη νεοαποκτηθείσα γνώση. Άλλοι καταναλωτές χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες οργανώσεων καταναλωτικής έρευνας, οι οποίες μπορούν να τους προειδοποιούν ή να τους συμβουλεύουν εκ των προτέρων. Αλλά, σε όλες τις περιπτώσεις, οι καταναλωτές διαθέτουν ως οδηγό την άμεση δοκιμασία των αποτελεσμάτων. Και η επιχείρηση που ικανοποίησε τους καταναλωτές επεκτείνεται και ευημερεί, αποκτώντας έτσι «καλή φήμη», ενώ η επιχείρηση που αποτυγχάνει να τους ικανοποιήσει παύει να λειτουργεί.310
In fact, the truth is precisely the reverse of this popular ideology. Consumers are surely not omniscient, but they have direct tests by which to acquire and check their knowledge. They buy a certain brand of breakfast food and they do not like it; and so they do not buy it again. They buy a certain type of automobile and like its performance; they buy another one. And in both cases, they tell their friends of this newly won knowledge. Other consumers patronize consumers’ research organizations, which can warn or advise them in advance. But, in all cases, the consumers have the direct test of results to guide them. And the firm which satisfied the consumers expands and prospers and thus gains “good will,” while the firm failing to satisfy them goes out of business.
Από την άλλη πλευρά, η ψήφος για πολιτικούς και δημόσιες πολιτικές είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Εδώ δεν υπάρχουν καθόλου άμεσες δοκιμασίες επιτυχίας ή αποτυχίας, ούτε κέρδη και ζημίες ούτε απολαυστική ή ανικανοποίητη κατανάλωση. Για να συλλάβει κανείς τις συνέπειες, ιδίως τις έμμεσες καταλλακτικές συνέπειες των κρατικών αποφάσεων, είναι αναγκαίο να κατανοεί σύνθετες αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού. Πολύ λίγοι ψηφοφόροι έχουν την ικανότητα ή το ενδιαφέρον να ακολουθούν τέτοιους συλλογισμούς, ιδίως, όπως επισημαίνει ο Schumpeter, σε πολιτικές περιστάσεις. Διότι η ελάχιστη επιρροή που ασκεί οποιοδήποτε μεμονωμένο άτομο στα αποτελέσματα, καθώς και η φαινομενική απόσταση των ενεργειών από το ίδιο, αποτρέπουν τους ανθρώπους από το να ενδιαφερθούν για πολιτικά προβλήματα ή επιχειρήματα.311 Ελλείψει άμεσης δοκιμασίας επιτυχίας ή αποτυχίας, ο ψηφοφόρος τείνει να στρέφεται όχι προς εκείνους τους πολιτικούς των οποίων οι πολιτικές έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, αλλά προς εκείνους που μπορούν καλύτερα να «πουλήσουν» την προπαγανδιστική τους δεινότητα. Χωρίς να κατανοεί λογικές αλυσίδες παραγωγικού συλλογισμού, ο μέσος ψηφοφόρος δεν θα μπορέσει ποτέ να εντοπίσει τα σφάλματα που διαπράττει ο κυβερνήτης του. Για να δανειστούμε ένα παράδειγμα από μεταγενέστερη ενότητα αυτού του κεφαλαίου, ας υποθέσουμε ότι το κράτος διογκώνει την προσφορά χρήματος, προκαλώντας έτσι αναπόφευκτη άνοδο των τιμών. Το κράτος μπορεί να αποδώσει την αύξηση των τιμών σε μοχθηρούς κερδοσκόπους ή σε ξένους μαυραγορίτες, και, αν το κοινό δεν γνωρίζει οικονομική επιστήμη, δεν θα μπορεί να διακρίνει τις πλάνες στα επιχειρήματα των κυβερνώντων.
On the other hand, voting for politicians and public policies is a completely different matter. Here there are no direct tests of success or failure whatever, neither profits and losses nor enjoyable or unsatisfying consumption. In order to grasp consequences, especially the indirect catallactic consequences of governmental decisions, it is necessary to comprehend complex chains of praxeological reasoning. Very few voters have the ability or the interest to follow such reasoning, particularly, as Schumpeter points out, in political situations. For the minute influence that any one person has on the results, as well as the seeming remoteness of the actions, keeps people from gaining interest in political problems or arguments. Lacking the direct test of success or failure, the voter tends to turn, not to those politicians whose policies have the best chance of success, but to those who can best “sell” their propaganda ability. Without grasping logical chains of deduction, the average voter will never be able to discover the errors that his ruler makes. To borrow an example from a later section of this chapter, suppose that the government inflates the money supply, thereby causing an inevitable rise in prices. The government can blame the price rise on wicked speculators or alien black marketeers, and unless the public knows economics, it will not be able to see the fallacies in the rulers’ arguments.
Είναι, για άλλη μια φορά, παράξενο ότι οι ίδιοι οι συγγραφείς που διαμαρτύρονται περισσότερο για τα τεχνάσματα και τα θέλγητρα της διαφήμισης δεν εφαρμόζουν ποτέ την κριτική τους στον μοναδικό τομέα όπου είναι πραγματικά ορθή: στη διαφήμιση των πολιτικών. Όπως δηλώνει ο Schumpeter:
It is curious, once more, that the very writers who complain most of the wiles and lures of advertising never apply their critique to the one area where it is truly correct: the advertising of politicians. As Schumpeter states:
Η εικόνα του ωραιότερου κοριτσιού που έζησε ποτέ θα αποδειχθεί μακροχρόνια ανίσχυρη να διατηρήσει τις πωλήσεις ενός κακού τσιγάρου. Δεν υπάρχει εξίσου αποτελεσματική δικλίδα ασφαλείας στην περίπτωση των πολιτικών αποφάσεων. Πολλές αποφάσεις καθοριστικής σημασίας είναι τέτοιας φύσης ώστε καθίσταται αδύνατον για το κοινό να πειραματιστεί με αυτές με την άνεσή του και με μέτριο κόστος. Ακόμη και όταν αυτό είναι δυνατόν, η κρίση κατά κανόνα δεν σχηματίζεται τόσο εύκολα όσο στην περίπτωση του τσιγάρου, επειδή οι επιπτώσεις είναι δυσκολότερο να ερμηνευθούν.312
The picture of the prettiest girl that ever lived will in the long run prove powerless to maintain the sales of a bad cigarette. There is no equally effective safeguard in the case of political decisions. Many decisions of fateful importance are of a nature that makes it impossible for the public to experiment with them at its leisure and at moderate cost. Even if that is possible, judgment is as a rule not so easy to arrive at as in the case of the cigarette, because effects are less easy to interpret.15
Ο George J. Schuller, επιχειρώντας να αντικρούσει αυτό το επιχείρημα, αντέτεινε ότι «απαιτούνται σύνθετες αλυσίδες συλλογισμού για να επιλέξουν οι καταναλωτές με σύνεση ένα αυτοκίνητο ή μια τηλεοπτική συσκευή».313 Αλλά τέτοια γνώση δεν είναι αναγκαία· διότι όλο το ζήτημα είναι ότι οι καταναλωτές διαθέτουν πάντοτε μια απλή και πρακτική δοκιμασία επιτυχίας: λειτουργεί το προϊόν και λειτουργεί καλά; Στις δημόσιες οικονομικές υποθέσεις δεν υπάρχει τέτοια δοκιμασία, διότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν μια συγκεκριμένη πολιτική «πέτυχε» ή όχι χωρίς να γνωρίζει τον a priori συλλογισμό της οικονομικής επιστήμης.
George J. Schuller, in attempting to refute this argument, protested that: “complex chains of reasoning are required for consumers to select intelligently an automobile or television set.” But such knowledge is not necessary; for the whole point is that the consumers have always at hand a simple and pragmatic test of success: does the product work and work well? In public economic affairs, there is no such test, for no one can know whether a particular policy has “worked” or not without knowing the a priori reasoning of economics.
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι, μολονότι ο μέσος ψηφοφόρος μπορεί να μην είναι ικανός να αποφασίζει για ζητήματα που απαιτούν αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού, είναι ικανός να επιλέγει τους ειδικούς —τους πολιτικούς— που θα αποφασίσουν για αυτά, όπως ακριβώς το άτομο μπορεί να επιλέγει τον δικό του ιδιωτικό ειδικό σύμβουλο σε οποιονδήποτε από πολυάριθμους τομείς. Αλλά το κρίσιμο πρόβλημα είναι ακριβώς ότι, στο κράτος, το άτομο δεν διαθέτει άμεση, προσωπική δοκιμασία της επιτυχίας ή αποτυχίας του ειδικού που προσλαμβάνει, όπως διαθέτει στην αγορά. Στην αγορά, τα άτομα τείνουν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες εκείνων των ειδικών των οποίων οι συμβουλές είναι οι πιο επιτυχείς. Οι καλοί γιατροί ή δικηγόροι ανταμείβονται στην ελεύθερη αγορά, ενώ οι ανεπαρκείς αποτυγχάνουν· ο ειδικός που προσλαμβάνεται ιδιωτικά ευημερεί ανάλογα με την ικανότητά του. Στο κράτος, από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει αγοραία δοκιμασία της επιτυχίας του ειδικού. Εφόσον δεν υπάρχει άμεση δοκιμασία στο κράτος και, μάλιστα, υπάρχει ελάχιστη ή καθόλου προσωπική επαφή ή σχέση μεταξύ πολιτικού ή ειδικού και ψηφοφόρου, δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο ο ψηφοφόρος μπορεί να εκτιμήσει την πραγματική ειδημοσύνη του ανθρώπου που ψηφίζει. Στην πραγματικότητα, ο ψηφοφόρος αντιμετωπίζει ακόμη μεγαλύτερες δυσχέρειες στον σύγχρονο τύπο εκλογών χωρίς ουσιαστικά επίδικα ζητήματα, μεταξύ υποψηφίων που συμφωνούν σε όλα τα θεμελιώδη θέματα, από όσες αντιμετωπίζει όταν ψηφίζει επί ζητημάτων. Διότι τα ζητήματα, στο κάτω κάτω, επιδέχονται συλλογιστική εξέταση· ο ψηφοφόρος μπορεί, αν το επιθυμεί και έχει την ικανότητα, να ενημερωθεί και να αποφασίσει γι’ αυτά. Αλλά τι μπορεί να γνωρίζει οποιοσδήποτε ψηφοφόρος, ακόμη και ο πιο ευφυής, για την πραγματική ειδημοσύνη ή ικανότητα των επιμέρους υποψηφίων, ιδίως όταν οι εκλογές έχουν απογυμνωθεί από όλα τα σημαντικά ζητήματα; Το μόνο στο οποίο μπορεί να στηριχθεί ο ψηφοφόρος για να αποφασίσει είναι οι αμιγώς εξωτερικές, διαφημιζόμενες «προσωπικότητες» των υποψηφίων, τα γοητευτικά χαμόγελά τους κ.λπ. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ψήφος αποκλειστικά με βάση τα πρόσωπα των υποψηφίων είναι αναπόφευκτα ακόμη λιγότερο ορθολογική από την ψήφο επί των ίδιων των ζητημάτων.
It may be objected that, while the average voter may not be competent to decide on issues that require chains of praxeological reasoning, he is competent to pick the experts—the politicians—who will decide on the issues, just as the individual may select his own private expert adviser in any one of numerous fields. But the critical problem is precisely that in government the individual has no direct, personal test of success or failure of his hired expert such as he has in the market. On the market, individuals tend to patronize those experts whose advice is most successful. Good doctors or lawyers reap rewards on the free market, while poor ones fail; the privately hired expert flourishes in proportion to his ability. In government, on the other hand, there is no market test of the expert’s success. Since there is no direct test in government, and, indeed, little or no personal contact or relationship between politician or expert and voter, there is no way by which the voter can gauge the true expertise of the man he is voting for. As a matter of fact, the voter is in even greater difficulties in the modern type of issueless election between candidates who agree on all fundamental questions than he is in voting on issues. For issues, after all, are susceptible to reasoning; the voter can, if he wants to and has the ability, learn about and decide on the issues. But what can any voter, even the most intelligent, know about the true expertise or competence of individual candidates, especially when elections are shorn of all important issues? The only thing that the voter can fall back on for a decision are the purely external, advertised “personalities” of the candidates, their glamorous smiles, etc. The result is that voting purely on candidates is bound to be even less rational than voting on the issues themselves.
Το κράτος όχι μόνο στερείται μιας επιτυχούς δοκιμασίας για την επιλογή των κατάλληλων ειδικών, και ο ψηφοφόρος όχι μόνο είναι αναγκαστικά περισσότερο αδαής από τον καταναλωτή, αλλά το ίδιο το κράτος διαθέτει και άλλους εγγενείς μηχανισμούς που οδηγούν σε χειρότερες επιλογές ειδικών και αξιωματούχων. Κατ’ αρχάς, ο πολιτικός και ο κρατικός ειδικός αντλούν τα έσοδά τους όχι από υπηρεσίες που αγοράζονται εκουσίως στην αγορά, αλλά από υποχρεωτική εισφορά επί των κατοίκων. Αυτοί οι αξιωματούχοι, επομένως, στερούνται εντελώς το άμεσο χρηματικό κίνητρο να ενδιαφέρονται για την ορθή και επαρκή εξυπηρέτηση του κοινού. Επιπλέον, η σχετική ανάδειξη των «καταλληλότερων» ισχύει στο κράτος όπως και στην αγορά, αλλά το κριτήριο της «καταλληλότητας» είναι εδώ πολύ διαφορετικό. Στην αγορά, καταλληλότεροι είναι εκείνοι που μπορούν καλύτερα να εξυπηρετήσουν τους καταναλωτές. Στο κράτος, καταλληλότεροι είναι είτε: (1) εκείνοι που είναι ικανότεροι στην άσκηση καταναγκασμού· είτε (2), αν πρόκειται για γραφειοκρατικούς αξιωματούχους, εκείνοι που είναι καταλληλότεροι να κολακεύουν τους ηγέτες της πολιτικής εξουσίας και να εξασφαλίζουν την εύνοιά τους· είτε (3), αν πρόκειται για πολιτικούς, εκείνοι που είναι επιδεξιότεροι στο να προσελκύουν το εκλογικό σώμα.314
Not only does government lack a successful test for picking the proper experts, not only is the voter necessarily more ignorant than the consumer, but government itself has other inherent mechanisms which lead to poorer choices of experts and officials. For one thing, the politician and the government expert receive their revenues, not from service voluntarily purchased on the market, but from a compulsory levy on the inhabitants. These officials, then, wholly lack the direct pecuniary incentive to care about servicing the public properly and competently. Furthermore, the relative rise of the “fittest” applies in government as in the market, but the criterion of “fitness” is here very different. In the market, the fittest are those most able to serve the consumers. In government, the fittest are either (1) those most able at wielding coercion or (2) if bureaucratic officials, those best fitted to curry favor with the leading politicians or (3) if politicians, those most adroit at appeals to the voting public.
Μια άλλη κρίσιμη διαφορά μεταξύ της δράσης στην αγορά και της δημοκρατικής ψηφοφορίας είναι η εξής: ο ψηφοφόρος διαθέτει, για παράδειγμα, μόνο το ένα εκατοστό του δισεκατομμυριοστού της εξουσίας επιλογής μεταξύ των δυνητικών κυβερνητών του, οι οποίοι με τη σειρά τους θα λαμβάνουν αποφάσεις που τον επηρεάζουν, χωρίς έλεγχο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Το άτομο που ενεργεί στην αγορά, από την άλλη πλευρά, διαθέτει απόλυτη κυρίαρχη εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις για την περιουσία του, όχι απλώς μια έμμεση εξουσία της τάξης του ενός εκατοστού του δισεκατομμυριοστού. Επιπλέον, το άτομο καταδεικνύει διαρκώς τις επιλογές του ως προς το αν θα αγοράσει ή δεν θα αγοράσει, θα πωλήσει ή δεν θα πωλήσει, λαμβάνοντας απόλυτες αποφάσεις σχετικά με την περιουσία του. Ο ψηφοφόρος, ψηφίζοντας έναν συγκεκριμένο υποψήφιο, καταδεικνύει μόνο μια σχετική προτίμηση υπέρ αυτού έναντι ενός ή δύο άλλων δυνητικών κυβερνητών — και πρέπει να το κάνει αυτό, ας μην το ξεχνάμε, μέσα στο πλαίσιο του καταναγκαστικού κανόνα ότι, είτε ψηφίσει είτε όχι, ένας από αυτούς τους ανθρώπους θα τον κυβερνά για τα επόμενα χρόνια. (Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι, με τη μυστική ψηφοφορία, ο ψηφοφόρος δεν καταδεικνύει ούτε καν αυτόν τον βαθμό περιορισμένης και δεσμευμένης προτίμησης.)
Another critical divergence between market action and democratic voting is this: the voter has, for example, only a /100 billionth power to choose among his potential rulers, who in turn will make decisions affecting him, unchecked until the next election. The individual acting on the market, on the other hand, has absolute sovereign power to make decisions over his property, not just a removed, /100 billionth power. Furthermore, the individual is continually demonstrating his choices of whether to buy or not to buy, to sell or not to sell, by making absolute decisions in regard to his property. The voter, by voting for some particular candidate, demonstrates only a relative preference for him over one or two other potential rulers—and he must do this, let us not forget, within the framework of the coercive rule that, whether he votes or not, one of these men will rule over him for the next few years. (We should also not forget that, with a secret ballot, the voter does not even demonstrate this much of a constrained and limited preference.)
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι ο μέτοχος που ψηφίζει σε μια εταιρεία βρίσκεται σε παρόμοια θέση. Αλλά δεν βρίσκεται. Πέρα από το κρίσιμο γεγονός ότι η εταιρεία δεν αποκτά τα κεφάλαιά της μέσω υποχρεωτικής εισφοράς, ο μέτοχος εξακολουθεί να διαθέτει απόλυτη εξουσία επί της δικής του περιουσίας, καθώς μπορεί να πωλήσει τις μετοχές του στην ελεύθερη αγορά, κάτι που ο δημοκρατικός ψηφοφόρος προφανώς δεν μπορεί να κάνει. Επιπλέον, ο μέτοχος διαθέτει δικαίωμα ψήφου στην εταιρεία ανάλογο προς το ποσοστό ιδιοκτησίας του επί των κοινών περιουσιακών στοιχείων.315
It may be objected that the shareholder voting in a corporation is in similar straits. But he is not. Aside from the critical point that the corporation does not acquire its funds by compulsory levy, the shareholder still has absolute power over his own property by being able to sell his shares on the free market, something that the democratic voter clearly cannot do. Moreover, the shareholder has voting power in the corporation proportionate to his degree of property ownership of the common assets.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η ελεύθερη αγορά διαθέτει έναν ομαλό, αποτελεσματικό μηχανισμό που μετατρέπει την προσδοκώμενη, ex ante χρησιμότητα σε ex post πραγματοποιημένη χρησιμότητα. Η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί πάντοτε την ex ante κοινωνική χρησιμότητα· τείνει πάντοτε να μεγιστοποιεί και την ex post κοινωνική χρησιμότητα. Το πεδίο της πολιτικής δράσης, από την άλλη πλευρά, δηλαδή το πεδίο στο οποίο πραγματοποιούνται οι περισσότερες παρεμβάσεις, δεν διαθέτει τέτοιον μηχανισμό· πράγματι, η πολιτική διαδικασία τείνει εγγενώς να καθυστερεί και να ματαιώνει την πραγματοποίηση των προσδοκώμενων οφελών. Επομένως, η απόκλιση των ex post αποτελεσμάτων μεταξύ ελεύθερης αγοράς και παρέμβασης είναι ακόμη μεγαλύτερη από την απόκλιση της ex ante, προσδοκώμενης χρησιμότητας. Στην πραγματικότητα, η απόκλιση είναι ακόμη μεγαλύτερη από όσο δείξαμε. Διότι, καθώς θα αναλύουμε τις έμμεσες συνέπειες της παρέμβασης στο υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου, θα διαπιστώνουμε ότι, σε κάθε περίπτωση, οι συνέπειές της θα την κάνουν να φαίνεται χειρότερη στα μάτια πολλών από τους αρχικούς υποστηρικτές της. Έτσι, θα διαπιστώσουμε ότι η έμμεση συνέπεια ενός ελέγχου τιμών είναι η πρόκληση απρόσμενων ελλείψεων του προϊόντος. Ex post, πολλοί από τους ίδιους τους παρεμβαίνοντες θα αισθάνονται ότι έχασαν αντί να κερδίσουν χρησιμότητα.
Thus, we see that the free market has a smooth, efficient mechanism to bring anticipated, ex ante utility into the realization and fruition of ex post. The free market always maximizes ex ante social utility; it always tends to maximize ex post social utility as well. The field of political action, on the other hand, i.e., the field where most intervention takes place, has no such mechanism; indeed, the political process inherently tends to delay and thwart the realization of expected gains. So that the divergence in ex post results between free market and intervention is even greater than in ex ante, anticipated utility. In fact, the divergence is still greater than we have shown. For, as we analyze the indirect consequences of intervention in the remainder of this chapter, we shall find that, in every instance, the consequences of intervention will make the intervention look worse in the eyes of many of its original supporters. Thus, we shall find that the indirect consequence of a price control is to cause unexpected shortages of the product. Ex post, many of the interveners themselves will feel that they have lost rather than gained in utility.
Συνοψίζοντας, η ελεύθερη αγορά ωφελεί πάντοτε κάθε συμμετέχοντα και μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα ex ante· τείνει επίσης να την μεγιστοποιεί ex post, διότι περιέχει έναν αποτελεσματικό μηχανισμό ταχείας μετατροπής των προσδοκιών σε πραγματικότητα. Με την παρέμβαση, μία ομάδα κερδίζει άμεσα εις βάρος μιας άλλης και, επομένως, η κοινωνική χρησιμότητα δεν μεγιστοποιείται ούτε καν αυξάνεται· δεν υπάρχει μηχανισμός ταχείας μετατροπής της προσδοκίας σε πραγματοποίηση, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο· και, τέλος, όπως θα δούμε, οι έμμεσες συνέπειες της παρέμβασης θα προκαλέσουν ex post απώλεια χρησιμότητας σε πολλούς από τους ίδιους τους παρεμβαίνοντες. Το υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου ανιχνεύει τη φύση και τις έμμεσες συνέπειες των διαφόρων μορφών παρέμβασης.
In sum, the free market always benefits every participant, and it maximizes social utility ex ante; it also tends to do so ex post, for it contains an efficient mechanism for speedily converting anticipations into realizations. With intervention, one group gains directly at the expense of another, and therefore social utility is not maximized or even increased; there is no mechanism for speedy translation of anticipation into fruition, but indeed the opposite; and finally, as we shall see, the indirect consequences of intervention will cause many interveners themselves to lose utility ex post. The remainder of this chapter traces the nature and indirect consequences of various forms of intervention.
5. Τριγωνική παρέμβαση: Έλεγχος τιμών
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. Triangular Intervention: Price Control
Τριγωνική παρέμβαση έχουμε όταν ένας παρεμβαίνων είτε εξαναγκάζει δύο ανθρώπους να προβούν σε μια ανταλλαγή είτε τους απαγορεύει να την πραγματοποιήσουν. Ο καταναγκασμός μπορεί να αφορά τους όρους της ανταλλαγής ή τη φύση του ενός ή και των δύο ανταλλασσόμενων προϊόντων ή τα πρόσωπα που πραγματοποιούν την ανταλλαγή. Ο πρώτος τύπος τριγωνικής παρέμβασης ονομάζεται έλεγχος τιμών, επειδή αφορά ειδικά τους όρους, δηλαδή την τιμή, με τους οποίους πραγματοποιείται η ανταλλαγή· ο δεύτερος μπορεί να ονομαστεί έλεγχος προϊόντων, καθώς αφορά ειδικά τη φύση του προϊόντος ή του παραγωγού. Παράδειγμα ελέγχου τιμών είναι ένα κρατικό διάταγμα που ορίζει ότι κανείς δεν επιτρέπεται να αγοράζει ή να πωλεί ένα ορισμένο προϊόν σε τιμή μεγαλύτερη —ή, εναλλακτικά, μικρότερη— από X ουγγιές χρυσού ανά λίβρα· παράδειγμα ελέγχου προϊόντων είναι η απαγόρευση της πώλησης αυτού του προϊόντος ή η απαγόρευση της πώλησής του από οποιονδήποτε εκτός από ορισμένα πρόσωπα που έχει επιλέξει το κράτος. Είναι σαφές ότι και οι δύο μορφές ελέγχου έχουν ποικίλες επιπτώσεις τόσο στην τιμή όσο και στη φύση του προϊόντος.
A triangular intervention occurs when an intervener either compels a pair of people to make an exchange or prohibits them from making an exchange. The coercion may be imposed on the terms of the exchange or on the nature of one or both of the products being exchanged or on the people doing the exchanging. The former type of triangular intervention is called a price control, because it deals specifically with the terms, i.e., the price, at which the exchange is made; the latter may be called product control, as dealing specifically with the nature of the product or of the producer. An example of price control is a decree by the government that no one may buy or sell a certain product at more (or, alternatively, less) than X gold ounces per pound; an example of product control is the prohibition of the sale of this product or prohibition of the sale by any but certain persons selected by the government. Clearly both forms of control have various repercussions on both the price and the nature of the product.
Ένας έλεγχος τιμών μπορεί να είναι δεσμευτικός ή μη δεσμευτικός. Θα είναι μη δεσμευτικός αν η ρύθμιση δεν επηρεάζει την τιμή της αγοράς. Έτσι, αν τα αυτοκίνητα πωλούνται στην αγορά προς 100 ουγγιές χρυσού και το κράτος διατάξει ότι κανένα αυτοκίνητο δεν επιτρέπεται να πωλείται προς περισσότερες από 300 ουγγιές, με την απειλή επιβολής ποινής στους παραβάτες, το διάταγμα είναι προς το παρόν εντελώς θεωρητικό και δεν ασκεί καμία επίδραση.316 Αν όμως ένας πελάτης επιθυμήσει να παραγγείλει ένα ασυνήθιστο αυτοκίνητο ειδικής κατασκευής, για το οποίο ο πωλητής θα χρέωνε περισσότερες από 300 ουγγιές, τότε η ρύθμιση καθίσταται πλέον δεσμευτική και μεταβάλλει τις συναλλαγές σε σχέση με εκείνες που θα πραγματοποιούνταν στην ελεύθερη αγορά.
A price control may be effective or ineffective. It will be ineffective if the regulation has no influence on the market price. Thus, if automobiles are selling at 100 gold ounces on the market, and the government decrees that no autos be sold for more than 300 ounces, on pain of punishment inflicted on violators, the decree is at present completely academic and ineffective. However, should a customer wish to order an unusual custombuilt automobile for which the seller would charge over 300 ounces, then the regulation now becomes effective and changes transactions from what they would have been on the free market.
Υπάρχουν δύο τύποι δεσμευτικού ελέγχου τιμών: ο καθορισμός ανώτατης τιμής, που απαγορεύει όλες τις ανταλλαγές ενός αγαθού πάνω από μια ορισμένη τιμή, με την καθορισμένη τιμή να βρίσκεται κάτω από την τιμή ισορροπίας της αγοράς· και ο καθορισμός κατώτατης τιμής, που απαγορεύει τις ανταλλαγές κάτω από μια ορισμένη τιμή, με αυτή την καθορισμένη τιμή να βρίσκεται πάνω από την τιμή ισορροπίας της αγοράς.
Έστω ότι το Σχήμα 83 απεικονίζει τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης ενός αγαθού που υπόκειται σε έλεγχο ανώτατης τιμής: οι DD και SS είναι οι καμπύλες ζήτησης και προσφοράς του αγαθού. Η FP είναι η τιμή ισορροπίας που διαμορφώνεται στην αγορά. Ας υποθέσουμε ότι το κράτος επιβάλλει ανώτατη τιμή 0C, πάνω από την οποία κάθε πώληση είναι παράνομη. Στην καθορισμένη τιμή, η αγορά δεν εκκαθαρίζεται πλέον και η ζητούμενη ποσότητα υπερβαίνει την προσφερόμενη κατά την ποσότητα AB. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται τεχνητή έλλειψη του αγαθού. Σε κάθε περίπτωση έλλειψης, οι καταναλωτές σπεύδουν να αγοράσουν αγαθά που δεν είναι διαθέσιμα σε αυτή την τιμή. Ορισμένοι αναγκάζονται να τα στερηθούν· άλλοι αναγκάζονται να καταφύγουν στην αγορά, η οποία επανεμφανίζεται ως παράνομη ή «μαύρη», καταβάλλοντας προσαύξηση για τον κίνδυνο τιμωρίας που διατρέχουν πλέον οι πωλητές. Το κύριο χαρακτηριστικό μιας ανώτατης τιμής είναι η ουρά, το ατελείωτο «στήσιμο στην ουρά» για αγαθά που δεν επαρκούν για να εξυπηρετήσουν όσους βρίσκονται στο τέλος της. Κάθε λογής τεχνάσματα επινοούνται από ανθρώπους που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιτύχουν την εξίσωση προσφοράς και ζήτησης την οποία εξασφάλιζε προηγουμένως η αγορά. Οι συμφωνίες «κάτω από το τραπέζι», οι δωροδοκίες, η προνομιακή μεταχείριση παλαιών πελατών κ.λπ. αποτελούν αναπόφευκτα γνωρίσματα μιας αγοράς αλυσοδεμένης από την ανώτατη τιμή.317
There are two types of effective price control: a maximum price control that prohibits all exchanges of a good above a certain price, with the controlled price being below the market equilibrium price; and a minimum price control prohibiting exchanges below a certain price, this fixed price being above market equilibrium. Let Figure 83 depict the supply and demand curves for a good subjected to maximum price control: DD and SS are the demand and supply curves for the good. FP is the equilibrium price set by the market. The government, let us assume, imposes a maximum control price 0C, above which any sale is illegal. At the control price, the market is no longer cleared, and the quantity demanded exceeds the quantity supplied by amount AB. In this way, an artificially created shortage of the good has been created. In any shortage, consumers rush to buy goods which are not available at the price. Some must do without, others must patronize the market, revived as illegal or “black,” paying a premium for the risk of punishment that sellers now undergo. The chief characteristic of a price maximum is the queue, the endless “lining up” for goods that are not sufficient to supply the people at the rear of the line. All sorts of subterfuges are invented by people desperately seeking to arrive at the clearance of supply and demand once provided by the market. “Under-the-table” deals, bribes, favoritism for older customers, etc., are inevitable features of a market shackled by the price maximum.
Πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν το απόθεμα ενός αγαθού παραμένει αμετάβλητο στο προβλεπτό μέλλον και η γραμμή προσφοράς είναι κατακόρυφη, αυτή η τεχνητή έλλειψη θα προκύψει και πάλι και θα ακολουθήσουν όλες αυτές οι συνέπειες. Όσο πιο «ελαστική» είναι η προσφορά, δηλαδή όσο περισσότεροι πόροι αποσύρονται από την παραγωγή, τόσο εντονότερη θα είναι, ceteris paribus, η έλλειψη. Οι επιχειρήσεις που εγκαταλείπουν την παραγωγή είναι εκείνες που βρίσκονται πλησιέστερα στο περιθώριο. Αν ο έλεγχος τιμών είναι «επιλεκτικός», δηλαδή επιβάλλεται σε ένα ή σε λίγα προϊόντα, η οικονομία δεν θα αποδιοργανωθεί τόσο καθολικά όσο υπό ένα καθεστώς γενικών ανώτατων τιμών· η τεχνητή έλλειψη που δημιουργείται στον συγκεκριμένο κλάδο, όμως, θα είναι ακόμη εντονότερη, καθώς οι επιχειρηματίες και οι συντελεστές μπορούν να μετακινηθούν προς την παραγωγή και πώληση άλλων προϊόντων — κατά προτίμηση υποκατάστατων. Οι τιμές των υποκατάστατων θα αυξηθούν καθώς η «υπερβάλλουσα» ζήτηση θα διοχετεύεται προς αυτά. Υπό το πρίσμα αυτού του γεγονότος, η συνήθης κρατική αιτιολόγηση του επιλεκτικού ελέγχου τιμών —«Πρέπει να επιβάλουμε ελέγχους σε αυτό το αναγκαίο προϊόν όσο εξακολουθεί να βρίσκεται σε έλλειψη»— αποδεικνύεται σχεδόν γελοίο σφάλμα. Διότι η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη: ο έλεγχος τιμών δημιουργεί τεχνητή έλλειψη του προϊόντος, η οποία συνεχίζεται όσο διατηρείται ο έλεγχος — και μάλιστα επιδεινώνεται διαρκώς όσο οι πόροι έχουν τον χρόνο να μετακινηθούν προς άλλα προϊόντα. Αν το κράτος ανησυχούσε πραγματικά για την ανεπαρκή προσφορά ορισμένων προϊόντων, θα φρόντιζε ιδιαίτερα να μην τους επιβάλει ανώτατες τιμές.
It must be noted that, even if the stock of a good is frozen for the foreseeable future and the supply line is vertical, this artificial shortage will still develop and all these consequences ensue. The more “elastic” the supply, i.e., the more resources shift out of production, the more aggravated, ceteris paribus, the shortage will be. The firms that leave production are the ones nearest the margin. If the price control is “selective,” i.e., is imposed on one or a few products, the economy will not be as universally dislocated as under general maxima, but the artificial shortage created in the particular line will be even more pronounced, since entrepreneurs and factors can shift to the production and sale of other products (preferably substitutes). The prices of the substitutes will go up as the “excess” demand is channeled off in their direction. In the light of this fact, the typical governmental reason for selective price control—“We must impose controls on this necessary product so long as it continues in short supply”—is revealed to be an almost ludicrous error. For the truth is the reverse: price control creates an artificial shortage of the product, which continues as long as the control is in existence—in fact, becomes ever worse as resources have time to shift to other products. If the government were really worried about the short supply of certain products, it would go out of its way not to impose maximum price controls upon them.
Προτού διερευνήσουμε περαιτέρω τις επιπτώσεις των γενικών ανώτατων τιμών, ας αναλύσουμε τις συνέπειες του καθορισμού κατώτατης τιμής, δηλαδή της επιβολής μιας τιμής υψηλότερης από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Αυτό μπορεί να απεικονιστεί στο Σχήμα 84. Οι DD και SS είναι οι καμπύλες ζήτησης και προσφοράς, αντιστοίχως. Η 0C είναι η καθορισμένη τιμή και η FP η τιμή ισορροπίας της αγοράς. Στην 0C, η ζητούμενη ποσότητα υπολείπεται της προσφερόμενης κατά την ποσότητα AB. Έτσι, ενώ η επίπτωση μιας ανώτατης τιμής είναι η δημιουργία τεχνητής έλλειψης, μια κατώτατη τιμή δημιουργεί ένα τεχνητό απούλητο πλεόνασμα, AB. Το απούλητο πλεόνασμα υπάρχει ακόμη και αν η γραμμή SS είναι κατακόρυφη, αλλά μια πιο ελαστική προσφορά θα επιτείνει, ceteris paribus, το πλεόνασμα. Για άλλη μια φορά, η αγορά δεν εκκαθαρίζεται. Η τεχνητά υψηλή τιμή αρχικά προσελκύει πόρους στον κλάδο, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνει τη ζήτηση των αγοραστών. Υπό καθεστώς επιλεκτικού ελέγχου τιμών, οι πόροι θα εγκαταλείψουν άλλους τομείς, στους οποίους ωφελούν περισσότερο τόσο τους κατόχους τους όσο και τους καταναλωτές, και θα μεταφερθούν σε αυτόν τον κλάδο, όπου θα παράγουν υπερβολικά και, ως αποτέλεσμα, θα υποστούν ζημίες.
Before investigating further the effects of general price maxima, let us analyze the consequences of a minimum price control, i.e., the imposition of a price above the free-market price. This may be depicted in Figure 84. DD and SS are the demand and supply curves respectively. 0C is the control price and FP the market equilibrium price. At 0C, the quantity demanded is less than the quantity supplied, by the amount AB. Thus, while the effect of a maximum price is to create an artificial shortage, a minimum price creates an artificial unsold surplus, AB. The unsold surplus exists even if the SS line is vertical, but a more elastic supply will, ceteris paribus, aggravate the surplus. Once again, the market is not cleared. The artificially high price at first attracts resources into the field, while, at the same time, discouraging buyer demand. Under selective price control, resources will leave other fields where they benefit themselves and consumers better, and transfer to this field, where they overproduce and suffer losses as a result.
Αυτό προσφέρει ένα ενδιαφέρον παράδειγμα παρέμβασης που αλλοιώνει τη λειτουργία της αγοράς και προκαλεί επιχειρηματικές ζημίες. Οι επιχειρηματίες ενεργούν με βάση ορισμένα κριτήρια —τιμές, επιτόκιο κ.λπ.— που διαμορφώνονται από την ελεύθερη αγορά. Η παρεμβατική αλλοίωση αυτών των σημάτων καταστρέφει τη διαρκή τάση της αγοράς προς προσαρμογή και προκαλεί ζημίες και εσφαλμένη κατανομή των πόρων ως προς την ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών.
This offers an interesting example of intervention tampering with the market and causing entrepreneurial losses. Entrepreneurs operate on the basis of certain criteria: prices, interest rate, etc., established by the free market. Interventionary tampering with these signals destroys the continual market tendency to adjustment and brings about losses and misallocation of resources in satisfying consumer wants.
Οι γενικές, καθολικές ανώτατες τιμές αποδιοργανώνουν ολόκληρη την οικονομία και στερούν από τους καταναλωτές τη δυνατότητα να απολαμβάνουν υποκατάστατα. Οι γενικές ανώτατες τιμές επιβάλλονται συνήθως με διακηρυγμένο σκοπό την «αποτροπή του πληθωρισμού» — πάντοτε ενώ το κράτος αυξάνει σημαντικά την προσφορά χρήματος. Οι καθολικές ανώτατες τιμές ισοδυναμούν με επιβολή κατώτατου ορίου στην αγοραστική δύναμη του χρήματος, PPM (βλ. Σχήμα 85): το 0F —ή η Sm Sm— είναι το απόθεμα χρήματος στην κοινωνία· η Dm Dm είναι η κοινωνική ζήτηση χρήματος· η FP είναι η PPM ισορροπίας —η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας— που διαμορφώνεται στην αγορά. Η επιβολή μιας ελάχιστης PPM πάνω από εκείνη της αγοράς, στο 0C, βλάπτει τον «μηχανισμό» εκκαθάρισης της αγοράς. Στο 0C, το απόθεμα χρήματος υπερβαίνει τη ζητούμενη ποσότητα χρήματος.
Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι κατέχουν μια ποσότητα χρήματος GH ως «απούλητο πλεόνασμα». Προσπαθούν να πωλήσουν τα χρήματά τους αγοράζοντας αγαθά, αλλά δεν μπορούν. Τα χρήματά τους έχουν τεθεί σε νάρκη. Στον βαθμό που η καθολική ανώτατη τιμή του κράτους είναι δεσμευτική, ένα μέρος των χρημάτων των ανθρώπων καθίσταται άχρηστο, διότι δεν μπορεί να ανταλλαγεί. Ακολουθεί όμως αναπόφευκτα ένας φρενήρης αγώνας, καθώς καθένας ελπίζει ότι τα δικά του χρήματα θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν.318 Η ευνοιοκρατία, οι ουρές, οι δωροδοκίες κ.λπ. αναπόφευκτα αφθονούν, όπως και η ισχυρή πίεση για τη δημιουργία μιας «μαύρης» αγοράς —δηλαδή της αγοράς— που θα προσφέρει διέξοδο στο πλεονάζον χρήμα.
General, over-all price maxima dislocate the entire economy and deny consumers the enjoyment of substitutes. General price maxima are usually imposed for the announced purpose of “preventing inflation”—invariably while the government is inflating the money supply by a large amount. Over-all price maxima are equivalent to imposing a minimum on the PPM (see Figure 85): 0F (or SmSm) is the money stock in the society; DmDm the social demand for money; FP is the equilibrium PPM (purchasing power of the monetary unit) set by the market. An imposed minimum PPM above the market (0C) injures the clearing “mechanism” of the market. At 0C the money stock exceeds the money demanded. As a result, people possess a quantity of money GH in “unsold surplus.” They try to sell their money by buying goods, but they cannot. Their money is anesthetized. To the extent that a government’s over-all price maximum is effective, a part of people’s money becomes useless, for it cannot be exchanged. But a mad scramble inevitably ensues, with each person hoping that his money can be used. Favoritism, lining up, bribes, etc., inevitably abound, as well as great pressure for a “black” market (i.e., the market) to provide a channel for the surplus money.
Μια γενική κατώτατη τιμή ισοδυναμεί με επιβολή ανώτατου ορίου στην PPM. Αυτό δημιουργεί μια ανικανοποίητη, υπερβάλλουσα ζήτηση χρήματος πέρα από το διαθέσιμο απόθεμα χρήματος — συγκεκριμένα, υπό τη μορφή απούλητων αποθεμάτων αγαθών σε κάθε κλάδο.
A general price minimum is equivalent to a maximum control on the PPM. This sets up an unsatisfied, excess, demand for money over the stock of money available—specifically, in the form of unsold stocks of goods in every field.
Οι αρχές του ελέγχου ανώτατων και κατώτατων τιμών εφαρμόζονται σε οποιεσδήποτε τιμές: καταναλωτικών αγαθών, κεφαλαιουχικών αγαθών, γης ή υπηρεσιών εργασίας ή, όπως είδαμε, στην «τιμή» του χρήματος σε όρους άλλων αγαθών. Εφαρμόζονται, για παράδειγμα, στους νόμους περί κατώτατου μισθού. Όταν ένας νόμος περί κατώτατου μισθού είναι δεσμευτικός, δηλαδή όταν επιβάλλει μισθό υψηλότερο από την αγοραία αξία μιας κατηγορίας εργασίας — υψηλότερο από το προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας του εργαζομένου —, η προσφορά υπηρεσιών εργασίας υπερβαίνει τη ζήτηση, και το «απούλητο πλεόνασμα» υπηρεσιών εργασίας σημαίνει ακούσια μαζική ανεργία. Οι επιλεκτικοί, σε αντιδιαστολή προς τους γενικούς, κατώτατοι μισθοί δημιουργούν ανεργία σε συγκεκριμένους κλάδους και τείνουν να διαιωνίζουν αυτές τις εστίες, προσελκύοντας εργασία προς τις υψηλότερες αμοιβές. Η εργασία εξαναγκάζεται τελικά να στραφεί σε λιγότερο αποδοτικές από άποψη αμοιβής και λιγότερο παραγωγικές σε όρους αξίας δραστηριότητες. Η ανάλυση αυτή ισχύει είτε ο κατώτατος μισθός επιβάλλεται από το κράτος είτε από ένα εργατικό συνδικάτο.
The principles of maximum and minimum price control apply to any prices, whatever they may be: of consumers’ goods, capital goods, land or labor services, or, as we have seen, the “price” of money in terms of other goods. They apply, for example, to minimum wage laws. When a minimum wage law is effective, i.e., where it imposes a wage above the market value of a grade of labor (above the laborer’s discounted marginal value product), the supply of labor services exceeds the demand, and the “unsold surplus” of labor services means involuntary mass unemployment. Selective, as opposed to general, minimum wage rates, create unemployment in particular industries and tend to perpetuate these pockets by attracting labor to the higher rates. Labor is eventually forced to enter less remunerative, less value-productive lines. This analysis applies whether the minimum wage is imposed by the State or by a labor union.
Για την ανάλυση της σπάνιας περίπτωσης ενός κατώτατου μισθού που επιβάλλεται από ένα εκούσιο συνδικάτο, ο αναγνώστης παραπέμπεται στο κεφάλαιο 10 παραπάνω. Είδαμε ότι αυτό δημιουργεί ανεργία και μετατοπίζει την εργασία προς λιγότερο αποδοτικούς από άποψη αμοιβής και λιγότερο παραγωγικούς σε όρους αξίας κλάδους απασχόλησης, αλλά ότι αυτά τα αποτελέσματα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως εκούσια. Η απαγόρευση στους ανθρώπους να εντάσσονται σε συνδικάτα και να συμφωνούν εκουσίως στις συνδικαλιστικές μισθολογικές κλίμακες και στη μυσταγωγία του συνδικαλισμού θα υπέτασσε διά της βίας τους εργαζομένους στις επιταγές των καταναλωτών και θα επέβαλλε στους πρώτους απώλεια ευημερίας. Ωστόσο, όπως αναφέραμε παραπάνω, η διάδοση μεταξύ των εργαζομένων της πραξεολογικής γνώσης, της συνειδητοποίησης ότι η συνδικαλιστική αλληλεγγύη προκαλεί ανεργία και χαμηλότερους μισθούς για πολλούς εργαζομένους, πιθανότατα θα αποδυνάμωνε σημαντικά αυτή την αλληλεγγύη. Από εμπειρική άποψη, όμως, σχεδόν όλες οι περιπτώσεις συνδικαλισμού που επιτυγχάνει την επιβολή των όρων του στηρίζονται σε καταναγκασμό ασκούμενο από τα συνδικάτα, δηλαδή σε συνδικαλιστική παρέμβαση στην αγορά.319 Οι επιπτώσεις της συνδικαλιστικής παρέμβασης είναι τότε ίδιες με εκείνες που θα είχε κρατική παρέμβαση αντίστοιχου βαθμού. Όπως έχουμε επισημάνει, η ανάλυση της παρέμβασης εφαρμόζεται σε οποιονδήποτε φορέα ασκεί τη βία, είτε ιδιωτικό είτε κρατικό. Και σε αυτή την περίπτωση εμφανίζονται ανεργία και εσφαλμένη κατανομή πολλών εργαζομένων σε λιγότερο αποδοτικές και χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, και πάλι ακούσια.
The reader is referred to chapter 10 above for an analysis of the rare case of a minimum wage imposed by a voluntary union. We saw that this creates unemployment and shifts labor to less remunerative and value-productive branches of employment, but that these results must be treated as voluntary. To prohibit people from joining unions and agreeing voluntarily on union wage scales and on the mystique of unionism would subject workers by force to the dictates of consumers and would impose a welfare loss upon the former. However, as we stated above, a spread among the workers of praxeological knowledge, of a realization that union solidarity causes unemployment and lower wage rates for many workers, would probably weaken this solidarity considerably. Empirically, on the other hand, almost all cases of effective unionism are imposed through coercion exercised by unions, i.e., through union intervention in the market. The effects of union intervention are then the same as the same degree of government intervention would have been. As we have pointed out, the analysis of intervention applies to whatever agency wields the violence, whether private or governmental. Unemployment and misallocations of many workers to less efficient and lower-paying jobs again occur in this case and again involuntarily.
Η ανάλυσή μας για τις επιπτώσεις του ελέγχου τιμών εφαρμόζεται επίσης, όπως κατέδειξε με λαμπρό τρόπο ο Mises, στον έλεγχο της τιμής —της «συναλλαγματικής ισοτιμίας»— ενός χρήματος σε όρους κάποιου άλλου.320 Αυτό είχε γίνει εν μέρει αντιληπτό στον νόμο του Gresham, έναν από τους πρώτους οικονομικούς νόμους που ανακαλύφθηκαν. Λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο νόμος αποτελεί απλώς ειδική περίπτωση των γενικών συνεπειών του ελέγχου τιμών. Ίσως αυτή η αδυναμία κατανόησης να οφείλεται στην παραπλανητική διατύπωση του νόμου του Gresham, ο οποίος συνήθως διατυπώνεται ως εξής: «Το κακό χρήμα εκτοπίζει το καλό χρήμα από την κυκλοφορία». Αν ληφθεί κατά γράμμα, πρόκειται για ένα παράδοξο που παραβιάζει τον γενικό κανόνα της αγοράς ότι οι καλύτερες μέθοδοι ικανοποίησης των καταναλωτών τείνουν να επικρατούν έναντι των χειρότερων. Η διατύπωση αυτή έχει χρησιμοποιηθεί εσφαλμένα ακόμη και από όσους τάσσονται γενικά υπέρ της ελεύθερης αγοράς, προκειμένου να δικαιολογήσουν ένα κρατικό μονοπώλιο στην κοπή χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Στην πραγματικότητα, ο νόμος του Gresham θα έπρεπε να διατυπώνεται ως εξής: «Το χρήμα που υπερτιμάται από το κράτος θα εκτοπίζει από την κυκλοφορία το χρήμα που υποτιμάται από το κράτος». Όποτε το κράτος καθορίζει αυθαίρετη αξία ή τιμή για ένα χρήμα σε όρους κάποιου άλλου, θεσπίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο έναν δεσμευτικό έλεγχο κατώτατης τιμής για το ένα χρήμα και έναν έλεγχο ανώτατης τιμής για το άλλο, με τις «τιμές» να εκφράζονται αμοιβαία σε όρους του άλλου χρήματος. Αυτή, για παράδειγμα, ήταν η ουσία του διμεταλλισμού. Υπό καθεστώς διμεταλλισμού, μια χώρα αναγνώριζε τον χρυσό και τον άργυρο ως χρήματα, αλλά καθόριζε μια αυθαίρετη τιμή, ή σχέση ανταλλαγής, μεταξύ τους. Όταν αυτή η αυθαίρετη τιμή διέφερε, όπως αναπόφευκτα θα συνέβαινε, από την τιμή της ελεύθερης αγοράς —και αυτό γινόταν ολοένα πιθανότερο καθώς περνούσε ο χρόνος και η τιμή της ελεύθερης αγοράς μεταβαλλόταν, ενώ η αυθαίρετη κρατική τιμή παρέμενε η ίδια—, το ένα χρήμα υπερτιμούνταν και το άλλο υποτιμούνταν από το κράτος. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια χώρα χρησιμοποιούσε ως χρήματα τον χρυσό και τον άργυρο και ότι το κράτος καθόριζε τη μεταξύ τους αναλογία σε 16 ουγγιές αργύρου προς 1 ουγγιά χρυσού. Η αγοραία αναλογία, η οποία ίσως ήταν 16 : 1 κατά τον χρόνο επιβολής του ελέγχου τιμών, μεταβάλλεται κατόπιν σε 15 : 1. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ο άργυρος υποτιμάται πλέον αυθαίρετα από το κράτος και ο χρυσός υπερτιμάται αυθαίρετα. Με άλλα λόγια, ο άργυρος καθορίζεται φθηνότερος από όσο είναι πραγματικά στην αγορά σε όρους χρυσού, και ο χρυσός επιβάλλεται να είναι ακριβότερος από όσο είναι πραγματικά σε όρους αργύρου. Το κράτος έχει επιβάλει ανώτατη τιμή στον άργυρο και κατώτατη τιμή στον χρυσό, εκφρασμένες αμοιβαία σε όρους του άλλου μετάλλου.
Our analysis of the effects of price control applies also, as Mises has brilliantly shown, to control over the price (“exchange rate”) of one money in terms of another. This was partially seen in Gresham’s Law, one of the first economic laws to be discovered. Few have realized that this law is merely a specific instance of the general consequences of price controls. Perhaps this failure is due to the misleading formulation of Gresham’s Law, which is usually phrased: “Bad money drives good money out of circulation.” Taken at its face value, this is a paradox that violates the general rule of the market that the best methods of satisfying consumers tend to win out over the poorer. The phrasing has been fallaciously used even by those who generally favor the free market, to justify a State monopoly over the coinage of gold and silver. Actually, Gresham’s Law should read: “Money overvalued by the State will drive money undervalued by the State out of circulation.” Whenever the State sets an arbitrary value or price on one money in terms of another, it thereby establishes an effective minimum price control on one money and a maximum price control on the other, the “prices” being in terms of each other. This, for example, was the essence of bimetallism. Under bimetallism, a nation recognized gold and silver as moneys, but set an arbitrary price, or exchange ratio, between them. When this arbitrary price differed, as it was bound to do, from the free-market price (and this became ever more likely as time passed and the free-market price changed, while the government’s arbitrary price remained the same), one money became overvalued and the other undervalued by the government. Thus, suppose that a country used gold and silver as moneys, and the government set the ratio between them at 16 ounces of silver:1 ounce of gold. The market price, perhaps 16:1 at the time of the price control, then changes to 15:1. What is the result? Silver is now being arbitrarily undervalued by the government and gold arbitrarily overvalued. In other words, silver is fixed cheaper than it really is in terms of gold on the market, and gold is forced to be more expensive than it really is in terms of silver. The government has imposed a price maximum on silver and a price minimum on gold, in terms of each other.
Ακολουθούν τώρα οι ίδιες συνέπειες όπως σε κάθε δεσμευτικό έλεγχο τιμών. Με ανώτατη τιμή στον άργυρο, η ζήτηση αργύρου έναντι χρυσού υπερβαίνει πλέον τη ζήτηση χρυσού έναντι αργύρου· αντιστρόφως, με κατώτατη τιμή στον χρυσό, η ζήτηση χρυσού έναντι αργύρου υπολείπεται της ζήτησης αργύρου έναντι χρυσού. Ο χρυσός αναζητεί μάταια άργυρο για να ανταλλαγεί, παραμένοντας ως απούλητο πλεόνασμα, ενώ ο άργυρος καθίσταται δυσεύρετος και εξαφανίζεται από την κυκλοφορία. Ο άργυρος μεταφέρεται σε άλλη χώρα ή περιοχή, όπου μπορεί να ανταλλαγεί στην τιμή της ελεύθερης αγοράς, ενώ ο χρυσός, με τη σειρά του, εισρέει στη χώρα. Αν ο διμεταλλισμός είναι παγκόσμιος, τότε ο άργυρος εξαφανίζεται στη «μαύρη αγορά» και οι επίσημες ή φανερές ανταλλαγές πραγματοποιούνται μόνο με χρυσό. Καμία χώρα, επομένως, δεν μπορεί να διατηρήσει στην πράξη ένα διμεταλλικό σύστημα, καθώς το ένα χρήμα θα είναι πάντοτε υποτιμημένο ή υπερτιμημένο σε όρους του άλλου. Το υπερτιμημένο εκτοπίζει πάντοτε το άλλο από την κυκλοφορία, καθώς το δεύτερο βρίσκεται σε έλλειψη.
The same consequences now follow as from any effective price control. With a price maximum on silver, the gold demand for silver in exchange now exceeds the silver demand for gold (conversely, with a price minimum on gold, the silver demand for gold is less than the gold demand for silver). Gold goes begging for silver in unsold surplus, while silver becomes scarce and disappears from circulation. Silver disappears to another country or area where it can be exchanged at the free-market price, and gold, in turn, flows into the country. If the bimetallism is worldwide, then silver disappears into the “black market,” and official or open exchanges are made only with gold. No country, therefore, can maintain a bimetallic system in practice, since one money will always be undervalued or overvalued in terms of the other. The overvalued always displaces the other from circulation, the latter being scarce.
Παρόμοιες συνέπειες προκύπτουν από ελέγχους τιμών όπως ο καθορισμός αυθαίρετων συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ χρημάτων αναγκαστικής κυκλοφορίας (βλ. παρακάτω), καθώς και από την αυθαίρετη εξίσωση νέων και φθαρμένων νομισμάτων, όταν διαφέρουν αισθητά ως προς το βάρος.
Similar consequences follow from such price control as setting arbitrary exchange rates on fiat moneys (see further below) and in setting new and worn coins arbitrarily equal to one another when they discernibly differ in weight.
Ας συνοψίσουμε την ανάλυσή μας για τον έλεγχο τιμών: άμεσα, η χρησιμότητα τουλάχιστον μιας ομάδας συναλλασσομένων θα πληγεί από τον έλεγχο. Έμμεσα, όπως διαπιστώνουμε με περαιτέρω ανάλυση, αφανείς αλλά εξίσου βέβαιες επιπτώσεις βλάπτουν σημαντικό αριθμό ανθρώπων που πίστευαν ότι θα αποκόμιζαν όφελος χρησιμότητας από τους επιβαλλόμενους ελέγχους. Ο διακηρυγμένος σκοπός του καθορισμού ανώτατης τιμής είναι να ωφελήσει τον καταναλωτή, εξασφαλίζοντάς του το αγαθό σε χαμηλότερη τιμή· η αντικειμενική του επίπτωση, όμως, είναι να εμποδίσει πολλούς καταναλωτές να αποκτήσουν το αγαθό καθόλου. Ο διακηρυγμένος σκοπός του καθορισμού κατώτατης τιμής είναι να εξασφαλίσει υψηλότερες τιμές στους πωλητές· η επίπτωσή του, όμως, θα είναι να εμποδίσει πολλούς πωλητές να πωλήσουν οποιοδήποτε μέρος του πλεονάσματός τους. Επιπλέον, οι έλεγχοι τιμών στρεβλώνουν αναπόφευκτα την παραγωγή και την κατανομή των πόρων και των συντελεστών στην οικονομία, βλάπτοντας έτσι και πάλι το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτών. Και δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη στρατιά των γραφειοκρατών που πρέπει να χρηματοδοτείται μέσω της δυαδικής παρέμβασης της φορολογίας και να διαχειρίζεται και να επιβάλλει τις μυριάδες ρυθμίσεις. Αυτή η στρατιά, από μόνη της, αποσύρει πλήθος εργαζομένων από την παραγωγική εργασία και τους φορτώνει στους υπόλοιπους παραγωγούς — ωφελώντας έτσι τους γραφειοκράτες, αλλά βλάπτοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους.
To sum up our analysis of price control: Directly, the utility of at least one set of exchangers will be injured by the control. Indirectly, as we find by further analysis, hidden, but just as certain, effects injure a substantial number of people who thought they would gain in utility from the imposed controls. The announced aim of a maximum price control is to benefit the consumer by giving him his supply at a lower price; yet the objective effect is to prevent many consumers from having the good at all. The announced aim of a minimum price control is to insure higher prices to the sellers; yet the effect will be to prevent many sellers from selling any of their surplus. Furthermore, the price controls inevitably distort the production and allocation of resources and factors in the economy, thereby injuring again the bulk of consumers. And we must not overlook the army of bureaucrats who must be financed by the binary intervention of taxation and who must administer and enforce the myriad of regulations. This army, in itself, withdraws a mass of workers from productive labor and saddles them onto the remaining producers—thereby benefiting the bureaucrats, but injuring the rest of the people.
6. Τριγωνική παρέμβαση: Έλεγχος προϊόντων
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. Triangular Intervention: Product Control
Η τριγωνική επέμβαση σε μια ανταλλαγή μπορεί να μεταβάλει τους όρους της ανταλλαγής ή, διαφορετικά, να μεταβάλει κατά κάποιον τρόπο τη φύση του προϊόντος ή τα πρόσωπα που πραγματοποιούν την ανταλλαγή. Η δεύτερη αυτή παρέμβαση, ο έλεγχος προϊόντων, μπορεί να ρυθμίζει το ίδιο το προϊόν —για παράδειγμα, ένας νόμος που απαγορεύει κάθε πώληση οινοπνευματωδών ποτών— ή τα πρόσωπα που πωλούν ή αγοράζουν το προϊόν —για παράδειγμα, ένας νόμος που απαγορεύει στους μωαμεθανούς να πωλούν ή να αγοράζουν οινοπνευματώδη ποτά.
Triangular interference with an exchange can alter the terms of the exchange or else in some way alter the nature of the product or the persons making the exchange. The latter intervention, product control, may regulate the product itself (e.g., a law prohibiting all sales of liquor) or the people selling or buying the product (e.g., a law prohibiting Mohammedans from selling—or buying—liquor).
Ο έλεγχος προϊόντων βλάπτει σαφώς και προφανώς όλα τα μέρη που συμμετέχουν στην ανταλλαγή: τους καταναλωτές, οι οποίοι χάνουν χρησιμότητα επειδή δεν μπορούν να αγοράσουν το προϊόν και να ικανοποιήσουν τις πιο επιτακτικές ανάγκες τους· και τους παραγωγούς, οι οποίοι εμποδίζονται να αποκτήσουν αμοιβή σε αυτόν τον κλάδο και πρέπει, επομένως, να αρκεστούν σε χαμηλότερες απολαβές αλλού. Τις απώλειες των παραγωγών επωμίζονται ιδιαίτερα οι εργαζόμενοι και οι γαιοκτήμονες των οποίων οι συντελεστές είναι ειδικοί για τον συγκεκριμένο κλάδο, και οι οποίοι πρέπει να αποδεχθούν μονίμως χαμηλότερο εισόδημα. (Το επιχειρηματικό κέρδος είναι ούτως ή άλλως εφήμερο, και οι κεφαλαιούχοι τείνουν να αποκομίζουν ενιαίο επιτόκιο απόδοσης σε ολόκληρη την οικονομία.) Ενώ στην περίπτωση του ελέγχου τιμών θα μπορούσε να υποστηριχθεί εκ πρώτης όψεως ότι τουλάχιστον μία ομάδα συναλλασσομένων ωφελείται από τον έλεγχο — οι καταναλωτές των οποίων η τιμή αγοράς πιέζεται κάτω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς και οι παραγωγοί όταν η τιμή ωθείται πάνω από αυτήν—, στον έλεγχο προϊόντων και τα δύο μέρη της ανταλλαγής χάνουν πάντοτε. Οι άμεσοι ωφελούμενοι από τον έλεγχο προϊόντων, επομένως, είναι οι κρατικοί γραφειοκράτες που διαχειρίζονται τις ρυθμίσεις: εν μέρει από τις θέσεις εργασίας που οι ρυθμίσεις δημιουργούν μέσω της φορολογίας και εν μέρει, ίσως, από την ικανοποίηση που αποκομίζουν ασκώντας καταναγκαστική εξουσία επί άλλων.
Product control clearly and evidently injures all parties concerned in the exchange: the consumers who lose utility because they cannot purchase the product and satisfy their most urgent wants; and the producers who are prevented from earning a remuneration in this field and must therefore settle for lower earnings elsewhere. Losses by producers are particularly borne by laborers and landowners specific to the industry, who must accept permanently lower income. (Entrepreneurial profit is ephemeral anyway, and capitalists tend to earn a uniform interest rate throughout the economy.) Whereas with price control one could make out a prima facie case that at least one set of exchangers gains from the control (the consumers whose buying price is pushed below the free-market price, and the producers when the price is pushed above), in product control both parties to the exchange invariably lose. The direct beneficiaries of product control, then, are the government bureaucrats who administer the regulations: partly from the tax-created jobs that the regulations create, and partly perhaps from satisfactions gained from wielding coercive power over others.
Σε πολλές περιπτώσεις απαγόρευσης προϊόντων, φυσικά, αναπτύσσεται αναπόφευκτα πίεση, όπως και στον έλεγχο τιμών, για την παράνομη επανασύσταση της αγοράς, δηλαδή μιας «μαύρης αγοράς». Η μαύρη αγορά αντιμετωπίζει πάντοτε δυσχέρειες εξαιτίας της παρανομίας της. Το προϊόν θα είναι δυσεύρετο και ακριβό, ώστε να καλύπτονται οι κίνδυνοι που συνεπάγεται για τους παραγωγούς η παραβίαση του νόμου και το κόστος δωροδοκίας κρατικών αξιωματούχων· και όσο αυστηρότερη είναι η απαγόρευση και οι ποινές, τόσο πιο δυσεύρετο θα είναι το προϊόν και τόσο υψηλότερη η τιμή. Επιπλέον, η παρανομία παρεμποδίζει σε μεγάλο βαθμό τη διάδοση πληροφοριών στους καταναλωτές για την ύπαρξη της αγοράς — για παράδειγμα, μέσω της διαφήμισης. Ως αποτέλεσμα, η οργάνωση της αγοράς θα είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική, η εξυπηρέτηση του καταναλωτή χαμηλότερης ποιότητας και οι τιμές, γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, υψηλότερες από ό,τι σε μια νόμιμη αγορά. Το πλεονέκτημα που παρέχει η μυστικότητα στη «μαύρη» αγορά λειτουργεί επίσης εις βάρος των επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, οι οποίες είναι πιθανότερο να γίνονται αντιληπτές και, επομένως, να είναι περισσότερο ευάλωτες στην επιβολή του νόμου. Παραδόξως, ο έλεγχος προϊόντων ή τιμών μπορεί να λειτουργήσει ως παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου (βλ. παρακάτω) στους μαυραγορίτες. Διότι αυτοί είναι πιθανό να είναι πολύ διαφορετικοί επιχειρηματίες από εκείνους που θα είχαν επιτύχει στον συγκεκριμένο κλάδο σε μια νόμιμη αγορά· εδώ, άλλωστε, πλεονεκτεί η δεξιότητα στην παράκαμψη του νόμου, στη δωροδοκία κρατικών αξιωματούχων κ.λπ.321
In many cases of product prohibition, of course, inevitable pressure develops, as in price control, for the re-establishment of the market illegally, i.e., a “black market.” A black market is always in difficulties because of its illegality. The product will be scarce and costly, to cover the risks to producers involved in violating the law and the costs of bribing government officials; and the more strict the prohibition and penalties, the scarcer the product will be and the higher the price. Furthermore, the illegality greatly hinders the process of distributing information about the existence of the market to consumers (e.g., by way of advertising). As a result, the organization of the market will be far less efficient, the service to the consumer of poorer quality, and prices for this reason alone will be higher than under a legal market. The premium on secrecy in the “black” market also militates against large-scale business, which is likely to be more visible and therefore more vulnerable to law enforcement. Paradoxically, product or price control is apt to serve as a monopolistic grant (see below) of privilege to the black marketeers. For they are likely to be very different entrepreneurs from those who would have succeeded in this industry in a legal market (for here the premium is on skill in bypassing the law, bribing government officials, etc.).
Η απαγόρευση προϊόντων μπορεί να είναι είτε απόλυτη, όπως στην αμερικανική ποτοαπαγόρευση κατά τη δεκαετία του 1920, είτε μερική. Παράδειγμα μερικής απαγόρευσης είναι η υποχρεωτική διανομή με δελτίο, η οποία απαγορεύει την κατανάλωση πέρα από ορισμένη ποσότητα. Η σαφής επίπτωση της διανομής με δελτίο είναι ότι βλάπτει τους καταναλωτές και μειώνει το βιοτικό επίπεδο όλων. Εφόσον η διανομή με δελτίο θέτει νόμιμα ανώτατα όρια σε συγκεκριμένα είδη κατανάλωσης, στρεβλώνει επίσης τη διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών. Οι καταναλωτικές δαπάνες μετατοπίζονται καταναγκαστικά από τα αγαθά που υπόκεινται σε αυστηρότερους ποσοτικούς περιορισμούς προς εκείνα που υπόκεινται σε ηπιότερους. Επιπλέον, εφόσον τα δελτία διανομής συνήθως δεν μεταβιβάζονται, η διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών στρεβλώνεται ακόμη περισσότερο, επειδή οι άνθρωποι που δεν επιθυμούν ένα ορισμένο εμπόρευμα δεν επιτρέπεται να ανταλλάξουν αυτά τα κουπόνια με αγαθά που δεν επιθυμούν άλλοι. Εν ολίγοις, ο μη καπνιστής δεν επιτρέπεται να ανταλλάξει τα κουπόνια του για τσιγάρα με τα κουπόνια βενζίνης κάποιου άλλου, τα οποία έχουν χορηγηθεί σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν αυτοκίνητο. Τα δελτία διανομής, επομένως, παρακωλύουν ολόκληρο το σύστημα, εισάγοντας έναν νέο τύπο εξαιρετικά αναποτελεσματικού οιονεί «χρήματος», το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται για τις αγορές επιπροσθέτως του κανονικού χρήματος.322
Product prohibition may either be absolute, as in American liquor prohibition during the 1920’s, or partial. An example of partial prohibition is compulsory rationing, which prohibits consumption beyond a certain amount. The clear effect of rationing is to injure consumers and lower the standard of living of everyone. Since rationing places legal maxima on specific items of consumption, it also distorts the pattern of consumers’ spending. Consumer spending is coercively shifted from the goods more heavily to those less heavily rationed. Furthermore, since ration tickets are usually not transferable, the pattern of consumer spending is even more distorted, because people who do not want a certain commodity are not permitted to exchange these coupons for goods not wanted by others. In short, the nonsmoker is not permitted to exchange his cigarette coupons for someone else’s gasoline coupons which have been allocated to those who do not own cars. Ration tickets therefore cripple the entire system by introducing a new type of highly inefficient quasi “money,” which must be used for purchasing in addition to the regular money.
Μια μορφή μερικής απαγόρευσης προϊόντων είναι η απαγόρευση της πώλησης ενός συγκεκριμένου προϊόντος από όλες τις επιχειρήσεις εκτός από ορισμένες επιλεγμένες. Αυτός ο μερικός αποκλεισμός σημαίνει ότι στις επιχειρήσεις αυτές παραχωρείται ειδικό προνόμιο από το κράτος. Αν μια τέτοια παραχώρηση γίνεται σε ένα πρόσωπο ή σε μία επιχείρηση, μπορούμε να την ονομάσουμε παραχώρηση μονοπωλίου· αν γίνεται σε περισσότερα πρόσωπα ή επιχειρήσεις, πρόκειται για παραχώρηση οιονεί μονοπωλίου.323 Και οι δύο τύποι παραχώρησης μπορούν να χαρακτηριστούν μονοπωλιακοί. Παράδειγμα αυτού του τύπου παραχώρησης είναι η αδειοδότηση, κατά την οποία όλοι όσοι δεν λαμβάνουν ή δεν αγοράζουν άδεια επειδή το κράτος αρνείται να τους τη χορηγήσει ή να τους την πωλήσει εμποδίζονται να ασκήσουν το επάγγελμα ή την επιχειρηματική δραστηριότητα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο προστατευτικός δασμός ή η ποσόστωση εισαγωγών, που εμποδίζει τον ανταγωνισμό πέρα από τα γεωγραφικά όρια μιας χώρας. Φυσικά, η απευθείας παραχώρηση μονοπωλίου σε μια επιχείρηση ή η υποχρεωτική καρτελοποίηση ενός κλάδου αποτελούν σαφείς παραχωρήσεις μονοπωλιακού προνομίου.
One form of partial product prohibition is to forbid all but certain selected firms from selling a particular product. Such partial exclusion means that these firms are granted a special privilege by the government. If such a grant is given to one person or firm, we may call it a monopoly grant; if to several persons or firms, it is a quasi-monopoly grant. Both types of grant may be called monopolistic. An example of this type of grant is licensing, where all those to whom the government refuses to give or sell a license are prevented from pursuing the trade or business. Another example is a protective tariff or import quota, which prevents competition from beyond a country’s geographical limits. Of course, outright monopoly grants to a firm or compulsory cartelization of an industry are clear-cut grants of monopolistic privilege.
Είναι προφανές ότι μια παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου ωφελεί άμεσα και αμέσως τον μονοπωλητή ή τον οιονεί μονοπωλητή, του οποίου οι ανταγωνιστές αποκλείονται διά της βίας από την είσοδο στον κλάδο. Είναι επίσης προφανές ότι οι επίδοξοι ανταγωνιστές βλάπτονται και εξαναγκάζονται να αποδεχθούν χαμηλότερη αμοιβή σε λιγότερο αποδοτικούς και λιγότερο παραγωγικούς σε όρους αξίας τομείς. Είναι επίσης ολοφάνερο ότι βλάπτονται οι καταναλωτές, διότι εμποδίζονται να αγοράσουν προϊόντα από ανταγωνιστές τους οποίους θα προτιμούσαν ελεύθερα. Και αυτή η βλάβη, πρέπει να επισημανθεί, συντελείται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίδραση της παραχώρησης στις τιμές.
It is obvious that a monopolistic grant directly and immediately benefits the monopolist or quasi monopolist, whose competitors are debarred by violence from entering the field. It is also evident that would-be competitors are injured and are forced to accept lower remuneration in less efficient and value-productive fields. It is also patently clear that the consumers are injured, for they are prevented from purchasing products from competitors whom they would freely prefer. And this injury takes place, it should be noted, apart from any effect of the grant on prices.
Στο κεφάλαιο 10 θάψαμε τη θεωρία της μονοπωλιακής τιμής· τώρα πρέπει να την αναστήσουμε. Η θεωρία της μονοπωλιακής τιμής, όπως αναπτύχθηκε εκεί, είναι απατηλή όταν εφαρμόζεται στην ελεύθερη αγορά, αλλά εφαρμόζεται πλήρως στην περίπτωση παραχωρήσεων μονοπωλίου και οιονεί μονοπωλίου. Διότι εδώ διαθέτουμε μια αναγνωρίσιμη διάκριση: όχι την πλαστή διάκριση μεταξύ «ανταγωνιστικής» και «μονοπωλιακής» τιμής, αλλά τη διάκριση μεταξύ της τιμής της ελεύθερης αγοράς και της μονοπωλιακής τιμής. Η «τιμή της ελεύθερης αγοράς» μπορεί να προσδιοριστεί και να οριστεί εννοιολογικά, ενώ η «ανταγωνιστική τιμή» όχι. Η θεωρία της μονοπωλιακής τιμής, επομένως, ορθά την αντιπαραβάλλει προς την τιμή της ελεύθερης αγοράς, και ο αναγνώστης παραπέμπεται και πάλι στο κεφάλαιο 10 για την περιγραφή της θεωρίας που μπορεί πλέον να εφαρμοστεί εδώ. Ο μονοπωλητής θα μπορέσει να επιτύχει μονοπωλιακή τιμή για το προϊόν αν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει είναι ανελαστική πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Είδαμε παραπάνω ότι στην ελεύθερη αγορά κάθε καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει μια επιχείρηση είναι ελαστική πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς· διαφορετικά, η επιχείρηση θα είχε κίνητρο να αυξήσει την τιμή της και να αυξήσει τα έσοδά της. Αλλά η παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου καθιστά την καμπύλη ζήτησης των καταναλωτών λιγότερο ελαστική, διότι ο καταναλωτής στερείται υποκατάστατα προϊόντα από άλλους δυνητικούς ανταγωνιστές. Το κατά πόσον αυτή η μείωση της ελαστικότητας θα είναι επαρκής ώστε να καταστήσει ανελαστική την καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση —ώστε τα ακαθάριστα έσοδα να είναι μεγαλύτερα σε τιμή υψηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς— εξαρτάται από τα συγκεκριμένα ιστορικά δεδομένα της περίπτωσης και δεν είναι κάτι που μπορεί να προσδιορίσει η οικονομική ανάλυση.
In chapter 10 we buried the theory of monopoly price; we must now resurrect it. The theory of monopoly price, as developed there, is illusory when applied to the free market, but it applies fully in the case of monopoly and quasi-monopoly grants. For here we have an identifiable distinction: not the spurious distinction between “competitive” and “monopoly” or “monopolistic” price, but one between the free-market price and the monopoly price. The “free-market price” is conceptually identifiable and definable, whereas the “competitive price” is not. The theory of monopoly price, therefore, properly contrasts it to the free-market price, and the reader is referred back to chapter 10 for a description of the theory which can now be applied here. The monopolist will be able to achieve a monopoly price for the product if his demand curve is inelastic above the free-market price. We have seen above that on the free market, every demand curve to a firm is elastic above the free-market price; otherwise the firm would have an incentive to raise its price and increase its revenue. But the grant of monopoly privilege renders the consumer demand curve less elastic, for the consumer is deprived of substitute products from other potential competitors. Whether this lowering of elasticity will be sufficient to make the demand curve to the firm inelastic (so that gross revenue will be greater at a price higher than the free-market price) depends on the concrete historical data of the case and is not for economic analysis to determine.
Όταν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση παραμένει ελαστική —ώστε τα ακαθάριστα έσοδα να είναι χαμηλότερα σε τιμή υψηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς—, ο μονοπωλητής δεν θα αποκομίσει κανένα μονοπωλιακό όφελος από το προνόμιο που του παραχωρήθηκε. Οι καταναλωτές και οι ανταγωνιστές θα εξακολουθούν να βλάπτονται, επειδή εμποδίζονται οι συναλλαγές τους, αλλά ο μονοπωλητής δεν θα ωφεληθεί, επειδή η τιμή και το εισόδημά του δεν θα είναι υψηλότερα από πριν. Από την άλλη πλευρά, αν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει είναι ανελαστική, τότε καθορίζει μονοπωλιακή τιμή ώστε να μεγιστοποιήσει τα έσοδά του. Η παραγωγή του πρέπει να περιοριστεί προκειμένου να επιτευχθεί η υψηλότερη τιμή. Τόσο ο περιορισμός της παραγωγής όσο και η υψηλότερη τιμή του προϊόντος βλάπτουν τους καταναλωτές. Εδώ πρέπει να αντιστραφεί το επιχείρημα του κεφαλαίου 10. Δεν μπορούμε πλέον να πούμε ότι ένας περιορισμός της παραγωγής —όπως σε ένα εκούσιο καρτέλ— ωφελεί τους καταναλωτές οδηγώντας στο παραγωγικότερο σημείο σε όρους αξίας· αντιθέτως, οι καταναλωτές βλάπτονται τώρα επειδή η ελεύθερη επιλογή τους θα είχε οδηγήσει στην τιμή της ελεύθερης αγοράς. Εξαιτίας της καταναγκαστικής βίας που ασκεί το κράτος, δεν επιτρέπεται να αγοράζουν ελεύθερα αγαθά από όλους όσοι είναι πρόθυμοι να πωλήσουν. Με άλλα λόγια, κάθε προσέγγιση προς το σημείο τιμής και ποσότητας παραγωγής ισορροπίας της ελεύθερης αγοράς για οποιοδήποτε προϊόν ωφελεί τους καταναλωτές και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ωφελεί επίσης τους παραγωγούς. Κάθε απομάκρυνση από την τιμή και την ποσότητα παραγωγής της ελεύθερης αγοράς βλάπτει τους καταναλωτές. Η μονοπωλιακή τιμή που προκύπτει από την παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου απομακρύνεται από την τιμή της ελεύθερης αγοράς· μειώνει την παραγωγή και αυξάνει τις τιμές πέρα από τα επίπεδα που θα διαμορφώνονταν αν οι καταναλωτές και οι παραγωγοί μπορούσαν να συναλλάσσονται ελεύθερα.
When the demand curve to the firm remains elastic (so that gross revenue will be lower at a higher-than-free-market price), the monopolist will not reap any monopoly gain from his grant. Consumers and competitors will still be injured because their trade is prevented, but the monopolist will not gain, because his price and income will be no higher than before. On the other hand, if his demand curve is inelastic, then he institutes a monopoly price so as to maximize his revenue. His production has to be restricted in order to command the higher price. The restriction of production and higher price for the product both injure the consumers. Here the argument of chapter 10 must be reversed. We may no longer say that a restriction of production (such as in a voluntary cartel) benefits the consumers by arriving at the most value-productive point; on the contrary, the consumers are now injured because their free choice would have resulted in the free-market price. Because of coercive force applied by the State, they may not purchase goods freely from all those willing to sell. In other words, any approach toward the free-market equilibrium price and output point for any product benefits the consumers and thereby benefits the producers as well. Any departure away from the free-market price and output injures the consumers. The monopoly price resulting from a grant of monopoly privilege leads away from the free-market price; it lowers output and raises prices beyond what would be established if consumers and producers could trade freely.
Και δεν μπορούμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε το επιχείρημα ότι ο περιορισμός είναι εκούσιος επειδή οι ίδιοι οι καταναλωτές καθιστούν ανελαστική την καμπύλη ζήτησής τους. Διότι οι καταναλωτές είναι πλήρως υπεύθυνοι για την καμπύλη ζήτησής τους μόνο στην ελεύθερη αγορά· και μόνο αυτή η καμπύλη ζήτησης μπορεί να αντιμετωπίζεται πλήρως ως έκφραση της εκούσιας επιλογής τους. Μόλις το κράτος παρεμβαίνει για να απαγορεύσει συναλλαγές και να παραχωρήσει προνόμια, δεν υπάρχει πλέον εξ ολοκλήρου εκούσια δράση. Οι καταναλωτές εξαναγκάζονται, θέλοντας και μη, να συναλλάσσονται με τον μονοπωλητή για ένα ορισμένο φάσμα αγορών.
And we cannot here use the argument that the restriction is voluntary because the consumers make their own demand curve inelastic. For the consumers are only fully responsible for their demand curve on the free market; and only this demand curve can be fully treated as an expression of their voluntary choice. Once the government steps in to prohibit trade and grant privileges, there is no longer wholly voluntary action. Consumers are forced, willy-nilly, to deal with the monopolist for a certain range of purchases.
Όλες οι επιπτώσεις που οι θεωρητικοί της μονοπωλιακής τιμής έχουν αποδώσει εσφαλμένα στα εκούσια καρτέλ εφαρμόζονται, επομένως, στις κρατικές παραχωρήσεις μονοπωλίου. Η παραγωγή περιορίζεται και απελευθερώνονται συντελεστές για παραγωγή αλλού. Αλλά τώρα μπορούμε να πούμε ότι αυτή η παραγωγή θα ικανοποιεί τους καταναλωτές λιγότερο από ό,τι υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς· επιπλέον, οι συντελεστές θα αποκομίζουν μικρότερες αμοιβές στις άλλες απασχολήσεις.
All the effects which monopoly-price theorists have mistakenly attributed to voluntary cartels, therefore, do apply to governmental monopoly grants. Production is restricted, and factors are released for production elsewhere. But now we can say that this production will satisfy the consumers less than under free-market conditions; furthermore, the factors will earn less in the other occupations.
Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 10, δεν μπορούν ποτέ να υπάρξουν διαρκή μονοπωλιακά κέρδη, καθώς τα κέρδη είναι εφήμερα και τελικά όλα ανάγονται σε μια ενιαία απόδοση τόκου. Μακροχρόνια, οι μονοπωλιακές αποδόσεις καταλογίζονται σε κάποιον συντελεστή. Ποιος είναι ο συντελεστής που μονοπωλείται σε αυτή την περίπτωση; Είναι προφανές ότι αυτός ο συντελεστής είναι το δικαίωμα εισόδου στον κλάδο. Στην ελεύθερη αγορά, το δικαίωμα αυτό είναι απεριόριστα διαθέσιμο σε όλους και, επομένως, δεν ανήκει στην ιδιοκτησία κανενός. Το δικαίωμα δεν έχει τιμή στην αγορά, διότι όλοι το διαθέτουν ήδη. Εδώ όμως το κράτος έχει παραχωρήσει ειδικά προνόμια εισόδου και πώλησης· και αυτά τα ειδικά προνόμια ή δικαιώματα είναι εκείνα που ευθύνονται για το πρόσθετο μονοπωλιακό όφελος από μια μονοπωλιακή τιμή και στα οποία μπορούμε να καταλογίσουμε το όφελος. Ο μονοπωλητής αποκομίζει, επομένως, μονοπωλιακό όφελος όχι επειδή κατέχει κάποιον πραγματικά παραγωγικό συντελεστή, αλλά επειδή κατέχει ένα ειδικό προνόμιο που του παραχώρησε το κράτος. Και αυτό το όφελος δεν εξαφανίζεται στη μακροχρόνια κατάσταση της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας (ERE), όπως εξαφανίζονται τα κέρδη· είναι μόνιμο, όσο το προνόμιο διατηρείται και οι αξιολογήσεις των καταναλωτών παραμένουν ως έχουν.
As we saw in chapter 10, there can never be lasting monopoly profits, since profits are ephemeral, and all eventually reduce to a uniform interest return. In the long run, monopoly returns are imputed to some factor. What is the factor being monopolized in this case? It is obvious that this factor is the right to enter the industry. In the free market, this right is unlimited to all and therefore unowned by anyone. The right commands no price on the market because everyone already has it. But here the government has conferred special privileges of entry and sale; and it is these special privileges or rights that are responsible for the extra monopoly gain from a monopoly price, and to which we may impute the gain. The monopolist earns a monopoly gain, therefore, not for owning any truly productive factor, but from owning a special privilege granted by the government. And this gain does not disappear in the long-run ERE as do profits; it is permanent, so long as the privilege remains and consumer valuations continue as they are.
Φυσικά, το μονοπωλιακό όφελος μπορεί κάλλιστα να κεφαλαιοποιηθεί στην περιουσιακή αξία της επιχείρησης, έτσι ώστε οι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες, που επενδύουν στην επιχείρηση αφού έχει συντελεστεί η κεφαλαιοποίηση, να αποκομίζουν μόνο την ίδια απόδοση τόκου με τους υπόλοιπους. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα κεφαλαιοποίησης μονοπωλιακών —ή, μάλλον, οιονεί μονοπωλιακών— δικαιωμάτων είναι ο κλάδος των ταξί της Νέας Υόρκης. Κάθε ταξί πρέπει να διαθέτει άδεια, αλλά ο δήμος αποφάσισε, πριν από χρόνια, να μην εκδίδει άλλες άδειες, ή «μετάλλια», με αποτέλεσμα κάθε νέος ιδιοκτήτης ταξί να πρέπει να αγοράσει το μετάλλιό του από κάποιον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Η υψηλή τιμή των μεταλλίων στην αγορά είναι τότε η κεφαλαιοποιημένη αξία του μονοπωλιακού προνομίου.
Of course, the monopoly gain may well be capitalized into the asset value of the firm, so that subsequent owners, who invest in the firm after the capitalization took place, will be earning only the equal interest return. A notable example of the capitalization of monopoly (or rather, quasi-monopoly) rights is the New York City taxicab industry. Every taxicab must be licensed, but the city decided, years ago, not to issue any further licenses, or “medallions,” so that any new cab owner must purchase his medallion from some previous owner. The (high) price of medallions on the market is then the capitalized value of the monopoly privilege
Όπως είδαμε, όλα αυτά ισχύουν τόσο για έναν οιονεί μονοπωλητή όσο και για έναν μονοπωλητή, καθώς και ο αριθμός των ανταγωνιστών του πρώτου περιορίζεται από την παραχώρηση του προνομίου, η οποία καθιστά λιγότερο ελαστική την καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει. Φυσικά, ceteris paribus, ένας μονοπωλητής βρίσκεται σε καλύτερη θέση από έναν οιονεί μονοπωλητή, αλλά το μέγεθος του οφέλους καθενός εξαρτάται αποκλειστικά από τα δεδομένα της συγκεκριμένης περίπτωσης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του προστατευτικού δασμού, ο οιονεί μονοπωλητής θα καταλήξει μακροχρόνια να μην αποκομίζει κανένα όφελος. Διότι, εφόσον η ελευθερία εισόδου περιορίζεται μόνο για τις ξένες επιχειρήσεις, οι υψηλότερες αποδόσεις των επιχειρήσεων που προστατεύονται πλέον από έναν δασμό θα προσελκύσουν περισσότερο εγχώριο κεφάλαιο σε αυτόν τον κλάδο. Τελικά, επομένως, το νέο κεφάλαιο θα μειώσει το ποσοστό απόδοσης στο επιτόκιο που επικρατεί στο σύνολο των κλάδων και το μονοπωλιακό όφελος θα έχει εξαλειφθεί μέσω του ανταγωνισμού.324
As we have seen, all this applies to a quasi monopolist as well as to a monopolist, since the number of the former’s competitors is also restricted by the grant of privilege, which makes his demand curve less elastic. Of course, ceteris paribus, a monopolist is in a better position than a quasi monopolist, but how much each benefits depends purely on the data of the particular case. In some cases, such as the protective tariff, the quasi monopolist will end, in the long run, by not gaining anything. For since freedom of entry is restricted only to foreign firms, the higher returns accruing to firms newly protected by a tariff will attract more domestic capital to that industry. Eventually, therefore, the new capital will drive the rate of earnings down to the interest rate usual in all of industry, and the monopolistic gain will have been competed away.
Οι παραχωρήσεις μονοπωλιακών προνομίων μπορεί να είναι άμεσες και προφανείς, όπως τα υποχρεωτικά καρτέλ ή οι άδειες· λιγότερο άμεσες, όπως οι δασμοί· ή εξαιρετικά έμμεσες, αλλά παρ’ όλα αυτά ισχυρές. Οι διατάξεις που επιβάλλουν το κλείσιμο των επιχειρήσεων σε συγκεκριμένες ώρες, για παράδειγμα, ή που απαγορεύουν τους πλανόδιους πωλητές με καρότσια ή τους πωλητές που πηγαίνουν από πόρτα σε πόρτα, αποτελούν παραδείγματα νόμων που αποκλείουν διά της βίας τον ανταγωνισμό και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, παραχωρούν μονοπωλιακά προνόμια. Ομοίως, οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι και οι σχετικές διώξεις, ενώ φαίνεται ότι αποβλέπουν στην «καταπολέμηση του μονοπωλίου» και στην «προώθηση του ανταγωνισμού», στην πραγματικότητα επιφέρουν το αντίθετο αποτέλεσμα, διότι επιβαρύνουν και καταστέλλουν καταναγκαστικά αποδοτικές μορφές διάρθρωσης και δραστηριότητας της αγοράς. Ακόμη και μια φαινομενικά τόσο άσχετη ενέργεια όσο η υποχρεωτική στρατολόγηση έχει ως αποτέλεσμα την καταναγκαστική απόσυρση νέων ανδρών από την αγορά εργασίας και, έτσι, την εξασφάλιση στους ανταγωνιστές τους ενός μονοπωλιακού ή, μάλλον, περιοριστικού μισθού.325 Δυστυχώς, δεν διαθέτουμε εδώ τον χώρο για να διερευνήσουμε αυτές και άλλες διδακτικές περιπτώσεις.
Monopolistic grants can be either direct and evident, such as compulsory cartels or licenses; less direct, such as tariffs; or highly indirect, but nevertheless powerful. Ordinances closing businesses at specific hours, for example, or outlawing pushcart peddlers or door-to-door salesmen, are illustrations of laws that forcibly exclude competition and thereby grant monopolistic privileges. Similarly, antitrust laws and prosecutions, while seemingly designed to “combat monopoly” and “promote competition,” actually do the reverse, for they coercively penalize and repress efficient forms of market structure and activity. Even such a seemingly remote action as conscription has the effect of forcibly withdrawing young men from the labor market and thereby giving their competitors a monopolistic, or rather a restrictionist, wage. Unfortunately, we have not the space here to investigate these and other instructive cases.
7. Δυαδική παρέμβαση: Ο κρατικός προϋπολογισμός
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. Binary Intervention: The Government Budget
Δυαδική παρέμβαση έχουμε, όπως είδαμε, όταν ο παρεμβαίνων εξαναγκάζει κάποιον να του μεταβιβάσει περιουσία. Κάθε κράτος στηρίζεται στην καταναγκαστική είσπραξη φόρων, η οποία αποτελεί, συνεπώς, κατεξοχήν παράδειγμα δυαδικής παρέμβασης. Η κρατική παρέμβαση, επομένως, δεν είναι μόνο τριγωνική, όπως ο έλεγχος των τιμών· μπορεί επίσης να είναι δυαδική, όπως η φορολογία, και γι’ αυτό είναι σύμφυτη με την ίδια τη φύση του κράτους και της κρατικής δραστηριότητας.
Binary intervention occurs, we have seen, when the intervener forces someone to transfer property to him. All government rests on the coerced levy of taxation, which is therefore a prime example of binary intervention. Government intervention, consequently, is not only triangular, like price control; it may also be binary, like taxation, and is therefore imbedded into the very nature of government and governmental activity.
Επί χρόνια, οι συγγραφείς που ασχολούνται με τα δημόσια οικονομικά αναζητούν τον «ουδέτερο φόρο», δηλαδή εκείνο το φορολογικό σύστημα που θα άφηνε άθικτη την ελεύθερη αγορά. Το αντικείμενο αυτής της αναζήτησης είναι εντελώς χιμαιρικό. Για παράδειγμα, οι οικονομολόγοι έχουν συχνά επιδιώξει την ομοιομορφία των φόρων, ώστε κάθε άτομο, ή τουλάχιστον κάθε άτομο του ίδιου εισοδηματικού κλιμακίου, να καταβάλλει το ίδιο ποσό φόρου. Αυτό όμως είναι εκ φύσεως αδύνατο, όπως έχουμε ήδη διαπιστώσει από την απόδειξη του Calhoun ότι η κοινωνία διαιρείται αναπόφευκτα σε φορολογουμένους και καταναλωτές φορολογικών εσόδων, για τους οποίους, φυσικά, δεν μπορεί να λεχθεί ότι καταβάλλουν οποιονδήποτε φόρο. Ας επαναλάβουμε την οξυδερκή ανάλυση του Calhoun (βλ. υποσημείωση 6 παραπάνω): «ούτε μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά· εκτός αν όσα εισπράττονται από κάθε άτομο υπό τη μορφή φόρων τού επιστρέφονται υπό τη μορφή πληρωμών, πράγμα που θα καθιστούσε τη διαδικασία ανώφελη και παράλογη». Εν ολίγοις, οι κρατικοί γραφειοκράτες δεν πληρώνουν φόρους· καταναλώνουν τα φορολογικά έσοδα. Αν ένας ιδιώτης με εισόδημα 10.000 USD πληρώνει 2.000 USD σε φόρους, ο γραφειοκράτης που εισπράττει 10.000 USD δεν πληρώνει και αυτός πραγματικά 2.000 USD σε φόρους· το ότι υποτίθεται πως τα πληρώνει αποτελεί απλώς λογιστικό πλάσμα.326 Στην πραγματικότητα αποκτά εισόδημα 8.000 USD και δεν πληρώνει κανέναν απολύτως φόρο.
For years, writers on public finance have been searching for the “neutral tax,” i.e., for that system of taxes which would keep the free market intact. The object of this search is altogether chimerical. For example, economists have often sought uniformity of taxes, so that each person, or at least each person in the same income bracket, pays the same amount of tax. But this is inherently impossible, as we have already seen from Calhoun’s demonstration that the community is inevitably divided into taxpayers and tax-consumers, who, of course, cannot be said to pay taxes at all. To repeat the keen analysis of Calhoun (see note 6 above): “nor can it be otherwise; unless what is collected from each individual in the shape of taxes shall be returned to him in disbursements, which would make the process nugatory and absurd.” In short, government bureaucrats do not pay taxes; they consume the tax proceeds. If a private citizen earning $10,000 income pays $2,000 in taxes, the bureaucrat earning $10,000 does not really pay $2,000 in taxes also; that he supposedly does is simply a bookkeeping fiction. He is actually acquiring an income of $8,000 and paying no taxes at all.
Καταναλωτές φορολογικών εσόδων δεν θα είναι μόνο οι γραφειοκράτες αλλά, σε μικρότερο βαθμό, και άλλα μέλη του πληθυσμού, ιδιώτες. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι το κράτος αφαιρεί μέσω της φορολογίας 1.000 USD από ιδιώτες που θα τα δαπανούσαν σε κοσμήματα και τα χρησιμοποιεί για να αγοράσει χαρτί για τις κρατικές υπηρεσίες. Αυτό προκαλεί μετατόπιση της ζήτησης από τα κοσμήματα προς το χαρτί, πτώση της τιμής των κοσμημάτων και εκροή πόρων από τον κλάδο της κοσμηματοποιίας· αντιστρόφως, οι τιμές του χαρτιού θα τείνουν να αυξηθούν και πόροι θα εισρεύσουν στη χαρτοβιομηχανία. Τα εισοδήματα θα μειωθούν στην κοσμηματοποιία και θα αυξηθούν στη χαρτοβιομηχανία.327 Επομένως, η χαρτοβιομηχανία θα συγκαταλέγεται, ως έναν βαθμό, στους ωφελουμένους από τον κρατικό προϋπολογισμό: από τη διαδικασία φορολόγησης και δαπανών του κράτους. Όχι όμως μόνο η χαρτοβιομηχανία. Διότι τα νέα χρηματικά ποσά που εισπράττουν οι επιχειρήσεις χαρτιού θα καταβληθούν στους προμηθευτές τους και στους κατόχους πρωτογενών συντελεστών παραγωγής, και ούτω καθεξής, καθώς οι διαδοχικές επιδράσεις θα αγγίζουν και άλλα τμήματα της οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, ο κλάδος της κοσμηματοποιίας, στερημένος από έσοδα, μειώνει τη ζήτησή του για συντελεστές παραγωγής. Έτσι, τα βάρη και τα οφέλη της διαδικασίας φορολόγησης και δαπανών διαχέονται σε ολόκληρη την οικονομία, με τον ισχυρότερο αντίκτυπο στα σημεία της πρώτης επαφής — στα κοσμήματα και στο χαρτί.328
Not only bureaucrats will be tax-consumers, but, to a lesser degree, other, private members of the population as well. For example, suppose that the government taxes $1,000 away from private people who would have spent the money on jewels, and uses it to purchase paper for government offices. This induces a shift in demand away from jewels and toward paper, a decline in the price of jewels, and a flow of resources from the jewelry industry; conversely, paper prices will tend to increase, and resources will flow into the paper industry. Incomes will decline in the jewelry industry and rise in paper. Hence, the paper industry will be, to some extent, beneficiaries of the government budget: of the tax-and-expenditure process of government. But not just the paper industry. For the new money received by the paper firms will be paid out to their suppliers and original factor-owners, and so on as the ripples impinge on other parts of the economy. On the other hand, the jewelry industry, stripped of revenue, reduces its demands for factors. Thus the burdens and benefits of the tax-and-expenditure process diffuse themselves throughout the economy, with the strongest impact at the points of first contact—jewelry and paper.
Κάθε μέλος της κοινωνίας θα είναι είτε καθαρός φορολογούμενος είτε καταναλωτής φορολογικών εσόδων, και μάλιστα σε διαφορετικό βαθμό· τα δεδομένα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης θα καθορίζουν τη θέση κάθε συγκεκριμένου ατόμου ή κλάδου σε αυτή τη διαδικασία διανομής. Το μόνο βέβαιο είναι ότι ο γραφειοκράτης ή ο πολιτικός που κατέχει δημόσιο αξίωμα αντλεί το 100% του εισοδήματός του από το κράτος από φορολογικά έσοδα και δεν καταβάλλει ως αντάλλαγμα κανέναν πραγματικό φόρο.
Everyone in the society will be either a net taxpayer or a tax-consumer and this to different degrees, and it will be for the data of each specific case to determine where any particular person or industry stands in this distribution process. The only certainty is that the bureaucrat or politician in office receives 100 percent of his governmental income from tax proceeds and pays no genuine taxes in return.
Η διαδικασία φορολόγησης και δαπανών, επομένως, θα στρεβλώνει αναπόφευκτα την κατανομή των παραγωγικών συντελεστών, τα είδη των παραγόμενων αγαθών και τη διάρθρωση των εισοδημάτων σε σχέση με ό,τι θα ίσχυε στην ελεύθερη αγορά. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο της φορολογίας και των δαπανών, δηλαδή όσο μεγαλύτερος είναι ο κρατικός προϋπολογισμός, τόσο μεγαλύτερη θα τείνει να είναι η στρέβλωση. Επιπλέον, όσο μεγαλύτερος είναι ο προϋπολογισμός σε σχέση με τη δραστηριότητα της αγοράς, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του κράτους στην οικονομία. Μεγαλύτερο βάρος σημαίνει ότι ολοένα περισσότεροι πόροι της κοινωνίας αποσπώνται καταναγκαστικά από τους παραγωγούς και διοχετεύονται στις τσέπες του κράτους, εκείνων που πωλούν στο κράτος και των ευνοουμένων που επιδοτούνται από αυτό. Εν ολίγοις, όσο μεγαλύτερο είναι το σχετικό μέγεθος του κράτους, τόσο στενότερη είναι η βάση των παραγωγών και τόσο μεγαλύτερη η «λεία» εκείνων που απαλλοτριώνουν τους παραγωγούς. Όσο μεγαλύτερο είναι το κράτος, τόσο λιγότεροι πόροι θα χρησιμοποιούνται για την ικανοποίηση των επιθυμιών των καταναλωτών που έχουν συμβάλει στην παραγωγή και τόσο περισσότεροι για την ικανοποίηση των επιθυμιών των καταναλωτών που δεν παράγουν.
The tax-and-expenditure process, therefore, will inevitably distort the allocation of productive factors, the types of goods produced, and the pattern of incomes, from what they would be on the free market. The larger the level of taxing and spending, i.e., the bigger the government budget, the greater the distortion will tend to be. And moreover, the larger the budget in relation to market activity, the greater the burden of government on the economy. A larger burden means that more and more resources of society are being coercively siphoned off from the producers into the pockets of government, those who sell to government, and the subsidized favorites of government. In short, the higher the relative level of government, the narrower the base of the producers, and the greater the “take” of those expropriating the producers. The higher the level of government, the less resources will be used to satisfy the desires of those consumers who have contributed to production, and the more resources will be used to satisfy the desires of nonproducing consumers.
Έχει αναπτυχθεί μεγάλη διαμάχη μεταξύ των οικονομολόγων σχετικά με τον τρόπο προσέγγισης της ανάλυσης της φορολογίας. Οι παλαιάς σχολής οπαδοί του Marshall επιμένουν στην προσέγγιση της «μερικής ισορροπίας», εξετάζοντας μόνο έναν συγκεκριμένο τύπο φόρου, μεμονωμένα, και αναλύοντας κατόπιν τις επιπτώσεις του· οι οπαδοί του Walras, περισσότερο του συρμού σήμερα —χαρακτηριστικός εκπρόσωπός τους ήταν ο εκλιπών Ιταλός ειδικός στα δημόσια οικονομικά Antonio De Viti De Marco—, επιμένουν ότι οι φόροι δεν μπορούν να εξετάζονται καθόλου μεμονωμένα, αλλά μόνο σε συνάρτηση με τον τρόπο με τον οποίο το κράτος χρησιμοποιεί τα έσοδά τους. Σε όλη αυτή τη συζήτηση παραμελείται εκείνη που θα ήταν η «αυστριακή» προσέγγιση, αν είχε αναπτυχθεί. Σύμφωνα με αυτήν, και οι δύο διαδικασίες είναι θεμιτές και αναγκαίες για την πλήρη ανάλυση της φορολογικής διαδικασίας. Εν ολίγοις: μπορεί να αναλυθεί το επίπεδο της φορολογίας και των δαπανών και να εξεταστούν οι αναπόφευκτες αναδιανεμητικές και στρεβλωτικές επιπτώσεις του· και, στη συνέχεια, στο πλαίσιο αυτού του συνόλου φόρων, μπορούν να αναλυθούν μεμονωμένα οι επιμέρους τύποι φόρων. Δεν πρέπει να παραβλέπεται ούτε η μερική ούτε η γενική προσέγγιση.
There has been a great deal of controversy among economists on how to approach the analysis of taxation. Old-fashioned Marshallians insist on the “partial equilibrium” approach of looking only at a particular type of tax, in isolation, and then analyzing its effects; Walrasians, more fashionable today (and exemplified by the late Italian public finance expert, Antonio De Viti De Marco), insist that taxes cannot be considered at all in isolation, that they may be analyzed only in conjunction with what the government does with the proceeds. In all this, what would be the “Austrian” approach, had it been developed, is being neglected. This holds that both procedures are legitimate and necessary to analyze the taxing process fully. In short: the level of taxes-and-expenditures may be analyzed and its inevitable redistributive and distortive effects discussed; and, within this aggregate of taxes, individual types of taxes may then be analyzed in isolation. Neither the partial nor the general approaches should be overlooked.
Έχει επίσης αναπτυχθεί μεγάλη και άσκοπη διαμάχη σχετικά με το ποια κρατική δραστηριότητα επιβαρύνει τον ιδιωτικό τομέα: η φορολογία ή οι κρατικές δαπάνες. Στην πραγματικότητα, ο διαχωρισμός τους είναι μάταιος, καθώς αποτελούν δύο στάδια της ίδιας διαδικασίας επιβάρυνσης και αναδιανομής. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το κράτος φορολογεί τον κλάδο των καρπών αρέκας με ένα εκατομμύριο USD, προκειμένου να αγοράσει χαρτί για τις κρατικές υπηρεσίες. Πόροι αξίας ενός εκατομμυρίου USD μετατοπίζονται από τους καρπούς αρέκας προς το χαρτί. Αυτό γίνεται σε δύο στάδια, σαν δύο διαδοχικά χτυπήματα στην ελεύθερη αγορά: πρώτα ο κλάδος των καρπών αρέκας γίνεται φτωχότερος, καθώς του αφαιρούνται τα χρήματά του· έπειτα το κράτος χρησιμοποιεί αυτά τα χρήματα για να αποσύρει χαρτί από την αγορά προς δική του χρήση, αποσπώντας έτσι πόρους στο δεύτερο στάδιο. Και οι δύο πλευρές της διαδικασίας αποτελούν βάρος. Υπό μία έννοια, ο κλάδος των καρπών αρέκας εξαναγκάζεται να πληρώσει για την αφαίρεση χαρτιού από την κοινωνία· τουλάχιστον, αυτός υφίσταται πρώτος και άμεσα το βάρος της πληρωμής. Ωστόσο, ακόμη και χωρίς να εξετάσουμε προς το παρόν το πρόβλημα «μερικής ισορροπίας», δηλαδή πώς ή κατά πόσον οι φόροι αυτοί «μετακυλίονται» από τον κλάδο των καρπών αρέκας σε άλλους ώμους, πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι δεν είναι ο μόνος που πληρώνει· οι καταναλωτές χαρτιού ασφαλώς πληρώνουν, καθώς διαπιστώνουν ότι οι τιμές του χαρτιού έχουν αυξηθεί γι’ αυτούς.
There has also been a great amount of useless controversy about which activity of government imposes the burden on the private sector: taxation or government spending. It is actually futile to separate them, since they are both stages in the same process of burden and redistribution. Thus, suppose the government taxes the betel-nut industry one million dollars in order to buy paper for government bureaus. One million dollars’ worth of resources are shifted from betel nuts to paper. This is done in two stages, a sort of one-two punch at the free market: first, the betel-nut industry is made poorer by taking away its money; then, the government uses this money to take paper out of the market for its own use, thus extracting resources in the second stage. Both sides of the process are a burden. In a sense, the betel-nut industry is compelled to pay for the extraction of paper from society; at least, it bears the immediate brunt of payment. However, even without yet considering the “partial equilibrium” problem of how or whether such taxes are “shifted” by the betel-nut industry onto other shoulders, we should also note that it is not the only one to pay; the consumers of paper certainly pay by finding paper prices raised to them.
Η διαδικασία γίνεται σαφέστερη αν εξετάσουμε τι συμβαίνει όταν οι φόροι και οι κρατικές δαπάνες δεν είναι ίσοι, όταν δεν αποτελούν απλώς τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Όταν οι φόροι υπολείπονται των κρατικών δαπανών —και αφήνοντας προς το παρόν κατά μέρος τον δανεισμό από το κοινό—, το κράτος δημιουργεί νέο χρήμα. Είναι προφανές εδώ ότι οι κρατικές δαπάνες αποτελούν το κύριο βάρος, αφού αποσπάται αυτή η μεγαλύτερη ποσότητα πόρων. Πράγματι, όπως θα δούμε αργότερα, όταν εξετάσουμε τη δυαδική παρέμβαση του πληθωρισμού, η δημιουργία νέου χρήματος αποτελεί ούτως ή άλλως μορφή φορολογίας.
The process can be seen more clearly if we consider what happens when taxes and government expenditures are not equal, when they are not simply obverse sides of the same coin. When taxes are less than government expenditures (and omitting borrowing from the public for the time being), the government creates new money. It is obvious here that government expenditures are the main burden, since this higher amount of resources is being siphoned off. In fact, as we shall see later when considering the binary intervention of inflation, creating new money is, anyway, a form of taxation.
Τι συμβαίνει όμως στη σπάνια περίπτωση κατά την οποία η φορολογία υπερβαίνει τις κρατικές δαπάνες; Ας υποθέσουμε ότι το πλεόνασμα είτε αποθησαυρίζεται στο απόθεμα χρυσού του κράτους είτε το χρήμα εξαλείφεται μέσω αποπληθωρισμού (βλ. παρακάτω). Έστω, λοιπόν, ότι αφαιρούνται 1.000.000 USD από τον κλάδο των καρπών αρέκας και ότι μόνο 600.000 USD δαπανώνται για χαρτί. Στην περίπτωση αυτή, το μεγαλύτερο βάρος είναι εκείνο της φορολογίας, η οποία πληρώνει όχι μόνο για το χαρτί που αφαιρείται αλλά και για το χρήμα που αποθησαυρίζεται ή καταστρέφεται. Ενώ το κράτος αποσπά από την οικονομία πόρους αξίας μόνο 600.000 USD, ο κλάδος των καρπών αρέκας χάνει δυνητικούς πόρους αξίας 1.000.000 USD, και η απώλεια αυτή δεν πρέπει να λησμονείται κατά τον συνολικό υπολογισμό των βαρών που επιβάλλει η δημοσιονομική διαδικασία του κράτους. Εν ολίγοις, όταν οι κρατικές δαπάνες και τα κρατικά έσοδα διαφέρουν, το «δημοσιονομικό βάρος» στην κοινωνία μπορεί να εκτιμηθεί, κατά πολύ αδρή προσέγγιση, με βάση το μεγαλύτερο από τα δύο συνολικά ποσά.
But what of that rare case when taxation is higher than government spending? Say that the surplus is either hoarded in the government’s gold supply or that the money is liquidated through deflation (see below). Thus, assume that $1,000,000 is taken from the betel-nut industry and only $600,000 is spent on paper. In this case, the larger burden is that of taxation, which pays not only for the extracted paper but also for the hoarded or destroyed money. While the government extracts only $600,000 worth of resources from the economy, the betel-nut industry loses $1,000,000 of potential resources, and this loss should not be forgotten in toting up the burdens imposed by the government’s budgetary process. In short, when government expenditures and receipts differ, the “fiscal burden” on society may be very approximately gauged by whichever is the greater total.
Εφόσον η φορολογία δεν μπορεί να είναι πραγματικά ομοιόμορφη, το κράτος, μέσω της δημοσιονομικής διαδικασίας φορολόγησης και δαπανών, αναπόφευκτα παίρνει καταναγκαστικά από τον Peter για να δώσει στον Paul — στον «Paul», βεβαίως, περιλαμβάνεται και το ίδιο. Πέραν της στρέβλωσης της κατανομής των πόρων, επομένως, η δημοσιονομική διαδικασία αναδιανέμει εισοδήματα ή, μάλλον, διανέμει εισοδήματα. Διότι η ελεύθερη αγορά δεν διανέμει εισοδήματα· το εισόδημα προκύπτει εκεί φυσικά και απρόσκοπτα από τις διαδικασίες παραγωγής και ανταλλαγής της αγοράς. Έτσι, η ίδια η έννοια της «διανομής», ως κάτι διακριτό από την παραγωγή και την ανταλλαγή, μπορεί να προκύψει μόνο από τη δυαδική παρέμβαση του κράτους. Συχνά, για παράδειγμα, προβάλλεται η κατηγορία ότι η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα όλων και την ικανοποίηση όλων των καταναλωτών μόνο «με δεδομένη μια ορισμένη υφιστάμενη διανομή εισοδήματος». Αυτή όμως η διαδεδομένη πλάνη είναι εσφαλμένη· στην ελεύθερη αγορά δεν υπάρχει κάποια «υποτιθέμενη διανομή» χωριστή από τις εκούσιες δραστηριότητες παραγωγής και ανταλλαγής κάθε ατόμου. Το μόνο δεδομένο στην ελεύθερη αγορά είναι το δικαίωμα ιδιοκτησίας κάθε ανθρώπου επί του ίδιου του προσώπου του και επί των πόρων που βρίσκει, παράγει ή δημιουργεί, ή που αποκτά με εκούσια ανταλλαγή των προϊόντων του ή ως δώρο από τους παραγωγούς τους.
Since taxation cannot really be uniform, the government in its budgetary process of tax-and-spend inevitably takes coercively from Peter to give to Paul (“Paul,” of course, including itself). In addition to distorting the allocation of resources, therefore, the budgetary process redistributes incomes or, rather, distributes incomes. For the free market does not distribute incomes; income there arises naturally and smoothly out of the market processes of production and exchange. Thus, the very concept of “distribution” as something separate from production and exchange can arise only from the government’s binary intervention. It is often charged, for example, that the free market maximizes the utility of all, and the satisfactions of all consumers, only “given a certain existing distribution of income.” But this common fallacy is incorrect; there is no “assumed distribution” on the free market separate from the voluntary activities of every individual’s production and exchange. The only given on the free market is the property right of every man in his own person and in the resources which he finds, produces, or creates, or which he obtains in voluntary exchange for his products or as a gift from their producers.
Η δυαδική παρέμβαση του κρατικού προϋπολογισμού, από την άλλη πλευρά, προσβάλλει αυτό το δικαίωμα ιδιοκτησίας καθενός επί του δικού του προϊόντος και δημιουργεί τη χωριστή διαδικασία και το «πρόβλημα» της διανομής. Το εισόδημα και ο πλούτος δεν απορρέουν πλέον αποκλειστικά από υπηρεσίες που παρέχονται στην αγορά· τώρα κατευθύνονται προς τα ειδικά προνόμια που δημιουργεί το κράτος και απομακρύνονται από εκείνους που επιβαρύνονται ειδικά από αυτό.
The binary intervention of the government’s budget, on the other hand, impairs this property right of every one in his own product and creates the separate process and the “problem” of distribution. No longer do income and wealth flow purely from service rendered on the market; they now flow to special privilege created by the State and away from those specially burdened by the State.
Πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν ότι η «ελεύθερη αγορά» είναι απλώς μια αγορά απαλλαγμένη από τριγωνικές επεμβάσεις· δυαδικές επεμβάσεις όπως η φορολογία δεν θεωρούνται παρέμβαση που θίγει την καθαρότητα της «ελεύθερης αγοράς». Οι οικονομολόγοι της Σχολής του Σικάγου —με επικεφαλής τον Frank H. Knight— έχουν επιδείξει ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στον κατακερματισμό της οικονομικής δραστηριότητας του ανθρώπου και στον περιορισμό της «αγοράς» σε στενά όρια. Μπορούν έτσι να τάσσονται υπέρ της «ελεύθερης αγοράς», επειδή αντιτίθενται σε τριγωνικές παρεμβάσεις όπως ο έλεγχος των τιμών, ενώ ταυτόχρονα υποστηρίζουν δραστικές δυαδικές παρεμβάσεις μέσω φόρων και επιδοτήσεων για την «αναδιανομή» του εισοδήματος που καθορίζει αυτή η αγορά. Εν ολίγοις, η αγορά πρέπει να παραμένει «ελεύθερη» σε μία σφαίρα, ενώ συγχρόνως υπόκειται σε διαρκείς οχλήσεις και ανακατατάξεις από εξωτερικό καταναγκασμό. Η αντίληψη αυτή προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος είναι κατακερματισμένος, ότι ο «άνθρωπος της αγοράς» δεν ενδιαφέρεται για όσα του συμβαίνουν ως ανθρώπου «υποκείμενου στην κρατική εξουσία». Πρόκειται ασφαλώς για έναν απαράδεκτο μύθο, τον οποίο θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «φορολογική ψευδαίσθηση»: την ιδέα ότι οι άνθρωποι δεν λαμβάνουν υπόψη όσα κερδίζουν μετά τους φόρους, αλλά μόνο πριν από αυτούς. Εν ολίγοις, αν ο A κερδίζει στην αγορά 9.000 USD τον χρόνο, ο B 5.000 USD και ο C 1.000 USD, και το κράτος αποφασίσει να αναδιανέμει διαρκώς τα εισοδήματα ώστε καθένας να κερδίζει 5.000 USD, τα άτομα, μόλις πληροφορηθούν το γεγονός, δεν πρόκειται να εξακολουθήσουν ανόητα να υποθέτουν ότι εξακολουθούν να κερδίζουν όσα κέρδιζαν προηγουμένως. Θα λάβουν υπόψη τους τους φόρους και τις επιδοτήσεις.329
There are many economists who regard the “free market” as only being free of triangular interference; such binary interference as taxation is not considered intervention in the purity of the “free market.” The economists of the Chicago School—headed by Frank H. Knight—have been particularly adept at splitting man’s economic activity and confining the “market” to a narrow compass. They can thus favor the “free market” (because they oppose such triangular interventions as price control), while advocating drastic binary interventions in taxes and subsidies to “redistribute” the income determined by that market. In short, the market is to be left “free” in one sphere, while being subject to perpetual harassment and reshuffling by outside coercion. This concept assumes that man is fragmented, that the “market man” is not concerned with what happens to himself as a “subject-to-government” man. This is surely an impermissible myth, which we might call the “tax illusion”—the idea that people do not consider what they earn after taxes, but only before taxes. In short, if A earns $9,000 a year on the market, B $5,000, and C $1,000, and the government decides to keep redistributing the incomes so that each earns $5,000, the individuals, apprised of this, are not going to keep foolishly assuming that they are still earning what they did before. They are going to take the taxes and subsidies into account.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η δημοσιονομική διαδικασία του κράτους αποτελεί καταναγκαστική μετατόπιση πόρων και εισοδημάτων από τους παραγωγούς της αγοράς προς τους μη παραγωγούς· αποτελεί επίσης καταναγκαστική επέμβαση στις ελεύθερες επιλογές των ατόμων από εκείνους που συγκροτούν το κράτος. Παρακάτω θα αναλύσουμε λεπτομερέστερα τη φύση και τις συνέπειες των κρατικών δαπανών. Προς το παρόν, ας τονίσουμε το σημαντικό γεγονός ότι το κράτος δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να αποτελεί πηγή πόρων· καθετί που δαπανά, καθετί που διανέμει αφειδώς, πρέπει πρώτα να το αποκτήσει ως έσοδο, δηλαδή πρέπει πρώτα να το αποσπάσει από τον «ιδιωτικό τομέα». Ο κύριος όγκος των κρατικών εσόδων, ο ίδιος ο πυρήνας της ισχύος και της υπόστασης του κράτους, είναι η φορολογία, στην οποία στρεφόμαστε στην επόμενη ενότητα. Μια άλλη μέθοδος είναι ο πληθωρισμός, η δημιουργία νέου χρήματος, που θα εξετάσουμε παρακάτω. Μια τρίτη μέθοδος είναι ο δανεισμός από το κοινό, ο οποίος θα εξεταστεί συνοπτικά στο Παράρτημα A παρακάτω.330
Thus, we see that the government budgetary process is a coercive shift of resources and incomes from producers on the market to nonproducers; it is also a coercive interference with the free choices of individuals by those constituting the government. Below, we shall analyze the nature and consequences of government spending in more detail. At this time, let us emphasize the important point that government cannot be in any way a fountain of resources; all that it spends, all that it distributes in largesse, it must first acquire in revenue, i.e., it must first extract from the “private sector.” The great bulk of the revenues of government, the very nub of its power and its essence, is taxation, to which we turn in the next section. Another method is inflation, the creation of new money, which we shall discuss further below. A third method is borrowing from the public, which will be discussed briefly in Appendix A below.
Η φορολογία, όπως είδαμε, παίρνει από τους παραγωγούς και δίνει σε άλλους. Κάθε αύξηση της φορολογίας διογκώνει τους πόρους, τα εισοδήματα και συνήθως τον αριθμό εκείνων που ζουν εις βάρος των παραγωγών, ενώ συρρικνώνει την παραγωγική βάση από την οποία οι υπόλοιποι αντλούν τα μέσα συντήρησής τους. Προφανώς, πρόκειται για μια διαδικασία που τελικά αυτοϋπονομεύεται: υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο το δυσανάλογα διογκωμένο βάρος δεν μπορεί πλέον να το σηκώσει το συρρικνούμενο σώμα των παραγωγών. Ακόμη στενότερα όρια επιβάλλουν οι επιδράσεις της φορολογίας που αποδυναμώνουν τα κίνητρα. Όσο μεγαλύτερο είναι το ποσό των φόρων που επιβάλλονται στους παραγωγούς —στους φορολογουμένους—, τόσο μικρότερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα της εργασίας, διότι οι απολαβές από την εργασία μειώνονται καταναγκαστικά, και τόσο μεγαλύτερη η οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου που θυσιάζεται. Και όχι μόνο αυτό: τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κίνητρο μετάβασης από τις τάξεις των επιβαρυνόμενων φορολογουμένων στις τάξεις των καταναλωτών φορολογικών εσόδων, είτε ως γραφειοκρατών πλήρους απασχόλησης είτε ως επιδοτούμενων από το κράτος. Κατά συνέπεια, η παραγωγή θα μειωθεί ακόμη περισσότερο, καθώς οι άνθρωποι θα αποσύρονται προς τον ελεύθερο χρόνο ή θα επιδιώκουν εντονότερα να ενταχθούν στις τάξεις των προνομιούχων καταναλωτών φορολογικών εσόδων.331 Στην οικονομία της αγοράς, τα καθαρά εισοδήματα προέρχονται από μισθούς, τόκους, γαιοπροσόδους και κέρδη· και στον βαθμό που οι φόροι πλήττουν τις απολαβές από αυτές τις πηγές, θα μειώνονται οι προσπάθειες απόκτησης αυτών των εισοδημάτων. Ο εργαζόμενος, αντιμέτωπος με έναν φόρο στον μισθό του, έχει μικρότερο κίνητρο να εργαστεί εντατικά· ο κεφαλαιούχος, αντιμέτωπος με έναν φόρο στην απόδοσή του από τόκους ή κέρδη, έχει μεγαλύτερο κίνητρο να καταναλώνει αντί να αποταμιεύει και να επενδύει. Ο γαιοκτήμονας, όταν επιβάλλεται φόρος στις γαιοπροσόδους του, θα έχει μικρότερη παρότρυνση να κατανέμει αποτελεσματικά τις εκτάσεις γης.
Taxation, as we have seen, takes from producers and gives to others. Any increase in taxation swells the resources, the incomes, and usually the numbers of those living off the producers, while diminishing the production base from which these others are drawing their sustenance. Clearly, this is eventually a self-defeating process: there is a limit beyond which the top-heavy burden can no longer be carried by the diminishing stock of producers. Narrower limits are also imposed by the disincentive effects of taxation. The greater the amount of taxes imposed on the producers—the taxpayers—the lower the marginal utility of work will be, for the returns from work are forcibly diminished, and the greater the marginal utility of leisure forgone. Not only that: the greater will be the incentive to shift from the ranks of the burdened taxpayers to the ranks of the tax-consumers, either as full-time bureaucrats or as those subsidized by the government. As a result, production will diminish even further, as people retreat to leisure or scramble harder to join the ranks of the privileged tax-consumers. In the market economy, net incomes are derived from wages, interest, ground rents, and profit; and in so far as taxes strike at the earnings from these sources, attempts to earn these incomes will diminish. The laborer, faced with a tax on his wages, has less incentive to work hard; the capitalist, confronting a tax on his interest or profit return, has more incentive to consume rather than to save and invest. The landlord, a tax being imposed on his rents, will have less of a spur to allocate land sites efficiently.
Έχει προβληθεί η ένσταση ότι, εφόσον η οριακή χρησιμότητα των χρηματικών διαθεσίμων ενός ανθρώπου αυξάνεται όσο μικρότερο απόθεμα χρήματος κατέχει, ένα χαμηλότερο χρηματικό εισόδημα θα συνεπάγεται αυξημένη οριακή χρησιμότητα του εισοδήματος. Κατά συνέπεια, ένας φόρος στα χρηματικά εισοδήματα δημιουργεί τόσο ένα «αποτέλεσμα υποκατάστασης» εις βάρος της εργασίας και υπέρ του ελεύθερου χρόνου —ή εις βάρος της αποταμίευσης και υπέρ της κατανάλωσης— όσο και ένα «εισοδηματικό αποτέλεσμα» που ενεργεί προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό είναι αληθές, και σε σπάνιες εμπειρικές περιπτώσεις το δεύτερο αποτέλεσμα θα υπερισχύσει. Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι, όταν επιβάλλονται πρόσθετες επιβαρύνσεις στις προσπάθειες του ανθρώπου, κατά κανόνα θα τις περιορίσει· σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, θα εργαστεί σκληρότερα για να προσπαθήσει να αντισταθμίσει τα βάρη. Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε ότι θα στερηθεί το πολύτιμο καταναλωτικό αγαθό του «ελεύθερου χρόνου»· θα έχει τώρα λιγότερο ελεύθερο χρόνο από όσο θα είχε αν οι επιλογές του εξακολουθούσαν να είναι ελεύθερες. Η σκληρότερη εργασία υπό την πίεση επιβαρύνσεων αποτελεί λόγο αγαλλίασης μόνο αν εξετάζουμε το ζήτημα αποκλειστικά από τη σκοπιά εκείνων που ζουν εις βάρος των παραγωγών και οι οποίοι, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα ωφεληθούν από τον φόρο. Το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, στο οποίο πρέπει να περιλαμβάνεται και ο ελεύθερος χρόνος, έχει υποχωρήσει.
It has been objected that since a man’s marginal utility of money assets increases as he holds less of a stock of money, lower money income will mean an increased marginal utility of income. As a result, a tax on money incomes creates both a “substitution effect” against work and in favor of leisure (or against saving in favor of consumption) and an “income effect” working in the opposite direction. This is true, and in rare empirical cases, the latter effect will predominate. In plain language, this means that when extra penalties are placed upon man’s efforts he will generally slacken them; but in some cases, he will work harder to try to offset the burdens. In the latter cases, however, we must remember that he will lose the valuable consumption good of “leisure”; he will have less leisure now than he would have if his choices were still free. Working harder under penalty is only a cause for rejoicing if we regard the matter exclusively from the point of view of those living off the producers, who will thereby benefit from the tax. The standard of living of the workers, which must include leisure, has fallen.
Ο φόρος εισοδήματος, φορολογώντας το εισόδημα από επενδύσεις, πλήττει καίρια την αποταμίευση και τις επενδύσεις, καθώς μειώνει την απόδοση των επενδύσεων κάτω από εκείνη που θα υπαγόρευαν οι χρονικές προτιμήσεις στην ελεύθερη αγορά. Η χαμηλότερη καθαρή απόδοση τόκου οδηγεί τους ανθρώπους να προσαρμόσουν την αποταμίευση και τις επενδύσεις τους στα νέα δεδομένα· εν ολίγοις, οι οριακές αποταμιεύσεις και επενδύσεις που πραγματοποιούνταν με την υψηλότερη απόδοση θα αξιολογούνται τώρα χαμηλότερα από την κατανάλωση και δεν θα πραγματοποιούνται πλέον.
The income tax, by taxing income from investments, cripples saving and investment, since it lowers the return from investing below what free-market time preferences would dictate. The lower net interest return leads people to bring their savings-investment into line with the new realities; in short, the marginal savings and investments at the higher return will now be valued below consumption and will no longer be made.
Υπάρχει και ένας άλλος, παραγνωρισμένος λόγος για τον οποίο ένας φόρος εισοδήματος θα επιβαρύνει ιδιαίτερα την αποταμίευση και τις επενδύσεις σε σύγκριση με την κατανάλωση. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, εφόσον ο φόρος εισοδήματος δημεύει ένα ορισμένο μέρος του εισοδήματος ενός ανθρώπου και τον αφήνει ελεύθερο να κατανείμει το υπόλοιπο μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων, και εφόσον οι κλίμακες χρονικής προτίμησης παραμένουν δεδομένες, η αναλογία κατανάλωσης προς αποταμίευση θα παραμείνει αμετάβλητη. Αυτό όμως παραβλέπει το γεγονός ότι το πραγματικό εισόδημα του φορολογουμένου και η πραγματική αξία των χρηματικών διαθεσίμων του έχουν μειωθεί με την πληρωμή του φόρου. Είδαμε στο κεφάλαιο 6 ότι, με δεδομένη την κλίμακα χρονικής προτίμησης ενός ανθρώπου, όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων του, τόσο υψηλότερο θα είναι το ποσοστό χρονικής προτίμησής του και, επομένως, τόσο υψηλότερη η αναλογία κατανάλωσης προς επενδύσεις. Η θέση του φορολογουμένου φαίνεται στο Σχήμα 86, το οποίο ουσιαστικά αποτελεί την αντιστροφή των ατομικών διαγραμμάτων της διαχρονικής αγοράς στο κεφάλαιο 6. Στην προκειμένη περίπτωση, τα χρηματικά διαθέσιμα αυξάνονται καθώς κινούμαστε προς τα δεξιά στον οριζόντιο άξονα, ενώ στο κεφάλαιο 6 μειώνονταν. Ας πούμε ότι η αρχική θέση του φορολογουμένου αντιστοιχεί σε απόθεμα χρήματος 0M· η tt είναι η δεδομένη καμπύλη χρονικής προτίμησής του. Το ενεργό ποσοστό χρονικής προτίμησής του, που καθορίζει την αναλογία κατανάλωσης προς επενδύσεις, είναι t1. Ας υποθέσουμε τώρα ότι το κράτος επιβάλλει φόρο εισοδήματος, μειώνοντας τα αρχικά χρηματικά του διαθέσιμα στην έναρξη της περιόδου δαπανών του σε 0M′. Το ενεργό ποσοστό χρονικής προτίμησής του, στο σημείο τομής της tt με τη γραμμή M′, είναι τώρα υψηλότερο, στο t2. Μεταβαίνει σε υψηλότερη αναλογία κατανάλωσης και χαμηλότερη αναλογία αποταμίευσης και επενδύσεων.332
There is another, unheralded reason why an income tax will particularly penalize saving and investment as against consumption. It might be thought that since the income tax confiscates a certain portion of a man’s income and leaves him free to allocate the rest between consumption and investment, and since time preference schedules remain given, the proportion of consumption to saving will remain unchanged. But this ignores the fact that the taxpayer’s real income and the real value of his monetary assets have been lowered by paying the tax. We have seen in chapter 6 that, given a man’s time-preference schedule, the lower the level of his real monetary assets, the higher his time-preference rate will be, and therefore the higher the proportion of his consumption to investment. The taxpayer’s position may be seen in Figure 86, which is essentially the reverse of the individual time-market diagrams in chapter 6. In the present case, money assets are increasing as we go rightward on the horizontal axis, while in chapter 6 money assets were declining. Let us say that the taxpayer’s initial position is a money stock of 0M; tt is his given time-preference curve. His effective time-preference rate, determining his consumption/investment proportion, is t. Now, suppose that the government levies an income tax, reducing his initial monetary assets at the start of his spending period to 0M′. His effective time-preference rate, the intersection of tt and the M′ line, is now higher at t. He shifts to a higher proportion of consumption and a lower proportion of saving and investment.
Είδαμε πλέον δύο λόγους για τους οποίους ένας φόρος εισοδήματος θα μεταβάλει την αναλογία στο σύνολο της κοινωνίας υπέρ της κατανάλωσης και εις βάρος της αποταμίευσης και των επενδύσεων. Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι ο λόγος που αφορά τη χρονική προτίμηση δεν ευσταθεί, επειδή οι κρατικοί αξιωματούχοι και εκείνοι τους οποίους επιδοτούν θα εισπράξουν τα φορολογικά έσοδα και θα διαπιστώσουν ότι το απόθεμα χρήματός τους έχει αυξηθεί ακριβώς όσο έχει μειωθεί εκείνο των φορολογουμένων. Θα δούμε όμως παρακάτω ότι καμία πραγματικά παραγωγική αποταμίευση και επένδυση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί από το κράτος, τους υπαλλήλους του ή τους αποδέκτες των επιδοτήσεών του.
We have now seen two reasons why an income tax will shift the social proportion toward more consumption and less saving and investment. It might be objected that the time-preference reason is invalid, since the government officials and the people they subsidize will receive the tax revenues and find that their money stock has increased just as that of the taxpayers has declined. We shall see below, however, that no truly productive savings and investments can be made by government, its employees, or the recipients of its subsidies.
Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η φορολογία εισοδήματος μειώνει την αποταμίευση και τις επενδύσεις στην κοινωνία και με έναν τρίτο τρόπο. Ισχυρίζονται ότι η φορολογία εισοδήματος, από την ίδια τη φύση της, επιβάλλει έναν «διπλό» φόρο στην αποταμίευση και στις επενδύσεις σε σύγκριση με την κατανάλωση.333 Ο συλλογισμός έχει ως εξής: Η αποταμίευση και η κατανάλωση δεν είναι πραγματικά συμμετρικές. Κάθε αποταμίευση αποβλέπει στην απόλαυση μεγαλύτερης κατανάλωσης στο μέλλον· διαφορετικά, δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να αποταμιεύει κανείς. Η αποταμίευση είναι αποχή από μια δυνατή παρούσα κατανάλωση, με αντάλλαγμα την προσδοκία αυξημένης κατανάλωσης σε κάποια μελλοντική στιγμή. Κανείς δεν επιθυμεί τα κεφαλαιουχικά αγαθά αυτά καθαυτά. Αποτελούν απλώς την ενσάρκωση αυξημένης κατανάλωσης στο μέλλον. Η αποταμίευση και επένδυση είναι η κατασκευή του ραβδιού από τον Crusoe για να αποκτήσει περισσότερα μήλα σε μελλοντικό χρόνο· καρποφορεί ως μεγαλύτερη κατανάλωση αργότερα. Επομένως, η επιβολή φόρου εισοδήματος αποτελεί «διπλό» φόρο στην κατανάλωση και επιβαρύνει υπέρμετρα την αποταμίευση και τις επενδύσεις.334
Some economists maintain that income taxation reduces savings and investment in society in yet a third way. They assert that income taxation, by its very nature, imposes a “double” tax on savings-investment as against consumption. The reasoning runs as follows: Saving and consumption are really not symmetrical. All saving is directed toward enjoying more consumption in the future; otherwise, there would be no point at all to saving. Saving is abstaining from possible present consumption in return for the expectation of increased consumption at some time in the future. No one wants capital goods for their own sake. They are only the embodiment of increased consumption in the future. Saving-investment is Crusoe’s building the stick to obtain more apples at a future date; it fructifies in higher consumption later. Hence, the imposition of an income tax is a “double” tax on consumption, and excessively penalizes saving and investment.
Αυτός ο συλλογισμός εξηγεί ορθά τη διαδικασία επένδυσης και κατανάλωσης. Πάσχει, ωστόσο, από ένα σοβαρό ελάττωμα: δεν έχει σχέση με τα προβλήματα της φορολογίας. Είναι αλήθεια ότι η αποταμίευση καρποφορεί. Το ζήτημα όμως είναι ότι όλοι το γνωρίζουν· αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι αποταμιεύουν. Ωστόσο, μολονότι γνωρίζουν ότι η αποταμίευση καρποφορεί, δεν αποταμιεύουν ολόκληρο το εισόδημά τους. Γιατί; Λόγω της χρονικής τους προτίμησης υπέρ της παρούσας κατανάλωσης. Κάθε άτομο, με δεδομένα το τρέχον εισόδημά του και τις κλίμακες αξιών του, κατανέμει το εισόδημα αυτό στις πλέον επιθυμητές αναλογίες μεταξύ κατανάλωσης, επενδύσεων και προσθηκών στο χρηματικό του υπόλοιπο. Οποιαδήποτε άλλη κατανομή θα ικανοποιούσε λιγότερο τις επιθυμίες του και θα υποβίβαζε τη θέση του στην κλίμακα αξιών του. Η καρποφόρος δύναμη της αποταμίευσης έχει ήδη ληφθεί υπόψη όταν πραγματοποιεί την κατανομή του. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος να λέγεται ότι ένας φόρος εισοδήματος επιβαρύνει διπλά την αποταμίευση και τις επενδύσεις· επιβαρύνει το συνολικό βιοτικό επίπεδο του ατόμου, το οποίο περιλαμβάνει την παρούσα κατανάλωση, τη μελλοντική κατανάλωση και το χρηματικό του υπόλοιπο. Δεν επιβαρύνει, αυτός καθαυτόν, την αποταμίευση περισσότερο από τις άλλες κατευθύνσεις διάθεσης του εισοδήματος.
This line of reasoning correctly explains the investment-consumption process. It suffers, however, from a grave defect: it is irrelevant to problems of taxation. It is true that saving is a fructifying agent. But the point is that everyone knows this; that is precisely why people save. Yet, even though they know that saving is a fructifying agent, they do not save all their income. Why? Because of their time preferences for present consumption. Every individual, given his current income and value scales, allocates that income in the most desirable proportions between consumption, investment, and additions to his cash balance. Any other allocation would satisfy his desires less well and lower his position on his value scale. The fructifying power of saving is already taken into account when he makes his allocation. There is therefore no reason to say that an income tax doubly penalizes saving-investment; it penalizes the individual’s entire standard of living, encompassing present consumption, future consumption, and his cash balance. It does not per se penalize saving any more than the other avenues of income allocation.
Το επιχείρημα αυτό του Fisher αντανακλά μια παράξενη τάση των οικονομολόγων που είναι προσηλωμένοι στην ελεύθερη αγορά να ανησυχούν πολύ περισσότερο για κρατικά μέτρα που επιβαρύνουν την αποταμίευση και τις επενδύσεις παρά για μέτρα που παρεμποδίζουν την κατανάλωση. Ασφαλώς, ένας οικονομολόγος που τάσσεται υπέρ της ελεύθερης αγοράς οφείλει να αναγνωρίζει ότι οι εκούσιες κατανομές μεταξύ κατανάλωσης και επενδύσεων στην αγορά είναι άριστες και ότι κάθε κρατική επέμβαση σε αυτή την αναλογία, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, στρεβλώνει την αγορά και την παραγωγή που αποβλέπει στην ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Στο κάτω κάτω, δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερα ιερό στην αποταμίευση· είναι απλώς ο δρόμος προς τη μελλοντική κατανάλωση. Αλλά τότε, προφανώς, δεν είναι σημαντικότερη από την παρούσα κατανάλωση, καθώς οι κατανομές μεταξύ των δύο καθορίζονται από τις χρονικές προτιμήσεις όλων των ατόμων. Ο οικονομολόγος, επομένως, που αντιδρά περισσότερο στην επέμβαση στην αποταμίευση της ελεύθερης αγοράς παρά στην προσβολή της κατανάλωσης της ελεύθερης αγοράς υποστηρίζει εμμέσως κρατιστική επέμβαση προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ζητεί εμμέσως μια καταναγκαστική στρέβλωση της κατανομής των πόρων, ώστε να μειωθεί η κατανάλωση και να αυξηθούν οι επενδύσεις.335
This Fisher argument reflects a curious tendency among economists devoted to the free market to be far more concerned about governmental measures penalizing saving and investment than they are about measures hobbling consumption. Surely an economist favoring the free market must grant that the market’s voluntary consumption/investment allocations are optimal and that any government interference in this proportion, from either direction, is distortive of that market and of production to meet the wants of the consumers. There is nothing, after all, particularly sacred about savings; they are simply the road to future consumption. But they are, then, clearly no more important than present consumption, the allocations between the two being determined by the time preferences of all individuals. The economist who balks more at interference with free-market savings than he does at infringement on free-market consumption is therefore implicitly advocating statist interference in the opposite direction. He is implicitly calling for a coerced distortion of resources to lower consumption and increase investment.
Μέχρι τώρα εξετάσαμε την επίπτωση ενός φόρου σε ένα άτομο θεωρούμενο μεμονωμένα. Εξίσου σημαντική είναι η στρέβλωση της διάρθρωσης των τιμών των συντελεστών και των εισοδημάτων στην αγορά, την οποία δημιουργεί ο τρόπος με τον οποίο οι φόροι επιβαρύνουν διαφορετικούς ανθρώπους. Η ελεύθερη αγορά καθορίζει ένα περίπλοκο, σχεδόν άπειρο σύνολο και μια αντίστοιχη διάρθρωση τιμών, συντελεστών απόδοσης και εισοδημάτων. Η επιβολή διαφορετικών φόρων διαταράσσει αυτές τις διαρθρώσεις και παρακωλύει το έργο της αγοράς ως προς την κατανομή των πόρων και του παραγόμενου προϊόντος. Έτσι, αν η επιχείρηση A πληρώνει 5.000 USD τον χρόνο για ένα ορισμένο είδος εργασίας και η επιχείρηση B πληρώνει 3.000 USD, οι εργαζόμενοι θα τείνουν να μετακινηθούν από τη B στην A, εξυπηρετώντας έτσι αποτελεσματικότερα τις ανάγκες των καταναλωτών. Αν όμως το εισόδημα που αποκτάται στην επιχείρηση A φορολογείται με 2.000 USD ετησίως, ενώ το εισόδημα στη B φορολογείται ελάχιστα ή καθόλου, το κίνητρο της αγοράς για μετακίνηση από τη B στην A θα εξαφανιστεί εντελώς ή σχεδόν εντελώς, διαιωνίζοντας μια εσφαλμένη κατανομή των παραγωγικών πόρων και παρεμποδίζοντας την ανάπτυξη, ακόμη και την ίδια την ύπαρξη, της επιχείρησης A.
So far, we have discussed the impact of a tax on an individual considered by himself. Equally important is the distortion of the market’s pattern of factor prices and incomes, created by the way taxes bear down upon different people. The free market determines an intricate, almost infinite array and structure of prices, rates, and incomes. The imposition of different taxes disrupts these patterns and cripples the market’s work of allocating resources and output. Thus, if firm A pays $5,000 a year for a certain type of labor, and firm B pays $3,000, laborers will tend to shift from B to A and thereby more efficiently serve the wants of consumers. But if the income earned at firm A is taxed $2,000 per annum, while income at B is taxed negligibly or not at all, the market inducement to move from B to A will totally or virtually disappear, perpetuating a misallocation of productive resources and hampering the growth and even the existence of firm A.
Είδαμε παραπάνω ότι η αναζήτηση ενός ουδέτερου φόρου —ενός φόρου ουδέτερου ως προς την αγορά, ο οποίος θα την άφηνε περίπου όπως ήταν πριν από την επιβολή του— είναι εγχείρημα χωρίς ελπίδα επιτυχίας. Διότι δεν μπορεί να υπάρχει ομοιομορφία στην καταβολή φόρων όταν ορισμένοι άνθρωποι στην κοινωνία είναι αναγκαστικά φορολογούμενοι, ενώ άλλοι είναι προνομιούχοι καταναλωτές φορολογικών εσόδων. Αλλά ακόμη και αν παραβλέψουμε αυτές τις αντιρρήσεις και δεν λάβουμε υπόψη τις αναδιανεμητικές επιπτώσεις των κρατικών δαπανών που χρηματοδοτούνται από φορολογικά έσοδα, δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε σύστημα ουδέτερης φορολογίας.336 Πολλοί συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι ένας φόρος εισοδήματος με ενιαίο αναλογικό συντελεστή για όλους θα ήταν ουδέτερος· διότι τότε οι σχετικές αναλογίες των εισοδημάτων στην κοινωνία θα παρέμεναν όπως πριν. Έτσι, αν ο A εισέπραττε 6.000 USD τον χρόνο, ο B κέρδιζε 3.000 USD και ο C 2.000 USD, ένας φόρος 10% στον καθένα θα έδινε μια «διανομή» ως εξής: A, 5.400 USD· B, 2.700 USD· C, 1.800 USD — με τις ίδιες μεταξύ τους αναλογίες όπως προηγουμένως. Αυτό προϋποθέτει, φυσικά, ότι ο φόρος δεν αποδυναμώνει τα κίνητρα των διαφόρων ατόμων ή, μάλλον, ότι τα αποδυναμώνει κατά την ίδια αναλογία για κάθε άτομο στην κοινωνία — ενδεχόμενο εξαιρετικά απίθανο. Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτή η «λύση» παρανοεί τη φύση εκείνου που θα έπρεπε να είναι ένας ουδέτερος φόρος. Διότι ένας φόρος πραγματικά ουδέτερος ως προς την ελεύθερη αγορά δεν θα ήταν εκείνος που θα άφηνε αμετάβλητη τη διάρθρωση των εισοδημάτων· θα ήταν ένας φόρος που θα επηρέαζε τη διάρθρωση των εισοδημάτων και κάθε άλλη πτυχή της οικονομίας με τον ίδιο τρόπο που θα την επηρέαζε αν ο φόρος ήταν πράγματι τιμή της ελεύθερης αγοράς.
We have seen above that the quest for a neutral tax—a tax neutral to the market, leaving the market roughly as it was before the tax was imposed—is a hopeless venture. For there can be no uniformity in paying taxes when some people in society are necessarily taxpayers, while others are privileged tax-consumers. But even if we disregard these objections and fail to consider the redistributionist effects of government spending out of tax revenues, we cannot arrive at a system of neutral taxation. Many writers have maintained that uniformly proportional income taxes for all would yield a neutral tax; for then, the relative ratios of incomes in society would remain the same as before. Thus, if A received $6,000 a year, B earned $3,000, and C $2,000, a 10-percent tax on each man would yield a “distribution” of: A, $5,400; B, $2,700; C, $1,800—the same mutual ratios as before. (This assumes, of course, no disincentive effects of the tax on the various individuals or, rather, equiproportional disincentive effects on each individual in the society—a most unlikely occurrence.) But the trouble is that this “solution” misconceives the nature of what a neutral tax would have to be. For a tax truly neutral to the free market would not be one that left income patterns the same as before; it would be a tax which would affect the income pattern, and all other aspects of the economy, in the same way as if the tax were really a free-market price.
Πρόκειται για μια πολύ σημαντική διόρθωση· διότι ασφαλώς πρέπει να αντιληφθούμε ότι, όταν μια υπηρεσία πωλείται σε ορισμένη τιμή στην ελεύθερη αγορά, η πώληση αυτή κάθε άλλο παρά αφήνει τη «διανομή» του εισοδήματος όπως ήταν πριν. Διότι, κατά κανόνα, οι τιμές της αγοράς δεν είναι ανάλογες προς το εισόδημα ή τον πλούτο καθενός, αλλά ομοιόμορφες, με την έννοια ότι είναι ίδιες για όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημα ή τον πλούτο τους, ακόμη και από την ένταση της επιθυμίας τους για το προϊόν. Μια φραντζόλα ψωμί δεν κοστίζει σε έναν πολυεκατομμυριούχο χίλιες φορές περισσότερο από όσο κοστίζει στον μέσο άνθρωπο. Αν, πράγματι, η αγορά λειτουργούσε έτσι, σύντομα δεν θα υπήρχε αγορά, διότι δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως όφελος από την απόκτηση χρημάτων. Όσο περισσότερα χρήματα κέρδιζε κανείς, τόσο περισσότερο, κατ’ αναλογία, θα αυξανόταν γι’ αυτόν η τιμή κάθε αγαθού. Επομένως, ολόκληρη η εγχρήματη οικονομία του πολιτισμού και το σύστημα παραγωγής και καταμερισμού της εργασίας που στηρίζεται σε αυτήν θα κατέρρεαν. Συνεπώς, αντί να είναι «ουδέτερος» ως προς την ελεύθερη αγορά, ο αναλογικός φόρος εισοδήματος ακολουθεί μια αρχή η οποία, αν εφαρμοζόταν με συνέπεια, θα εξάλειφε την οικονομία της αγοράς και ολόκληρη την ίδια την εγχρήματη οικονομία.
This is a very important correction; for we must surely realize that when a service is sold at a certain price on the free market, this sale emphatically does not leave income “distribution” the same as before. For, normally, market prices are not proportional to each man’s income or wealth, but are uniform in the sense of equal to everyone, regardless of his income or wealth or even his eagerness for the product. A loaf of bread does not cost a multimillionaire a thousand times as much as it costs the average man. If, indeed, the market really behaved in this way, there would soon be no market, for there would be no advantage whatever in earning money. The more money one earned, the more, pari passu, the price of every good would be raised to him. Therefore, the entire civilized money economy and the system of production and division of labor based upon it would break down. Far from being “neutral” to the free market, then, a proportional income tax follows a principle which, if consistently applied, would eradicate the market economy and the entire monetary economy itself.
Είναι, λοιπόν, σαφές ότι η επιβολή ίσου ποσού φόρου σε όλους —ο λεγόμενος «κατά κεφαλήν» ή «κεφαλικός φόρος»— θα προσέγγιζε πολύ περισσότερο τον στόχο της ουδετερότητας. Αλλά ακόμη και εδώ υπάρχουν σοβαρά ελαττώματα ως προς την ουδετερότητα, εντελώς ανεξάρτητα από την αναπόφευκτη διχοτόμηση μεταξύ φορολογουμένων και καταναλωτών φορολογικών εσόδων. Κατ’ αρχάς, στην ελεύθερη αγορά τα αγαθά και οι υπηρεσίες αγοράζονται μόνο από όσους επιθυμούν ελεύθερα να τα αποκτήσουν στην τιμή της αγοράς. Εφόσον ο φόρος είναι υποχρεωτική εισφορά και όχι ελεύθερη αγορά, δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί δεδομένο ότι κάθε ανεξαιρέτως μέλος της κοινωνίας θα κατέβαλλε, σε μια ελεύθερη αγορά, αυτό το ίσο ποσό στο κράτος. Πράγματι, η ίδια η καταναγκαστική φύση της φορολογίας συνεπάγεται ότι πολύ λιγότερα έσοδα θα κατέληγαν στο κράτος αν η καταβολή γινόταν εκουσίως. Αντί να είναι ουδέτερος, επομένως, ο ίσος φόρος θα στρέβλωνε τα αποτελέσματα της αγοράς, επιβάλλοντας αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις σε τουλάχιστον τρεις ομάδες πολιτών: στους φτωχούς, στους αδιάφορους και στους εχθρικά διακείμενους, δηλαδή σε όσους, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, δεν θα κατέβαλλαν εκουσίως αυτά τα ίσα ποσά στο κράτος.
It is clear, then, that equal taxation of everyone—the so-called “head tax” or “poll tax”—would be a far closer approach to the goal of neutrality. But even here, there are serious flaws in its neutrality, entirely apart from the ineluctable taxpayer–tax-consumer dichotomy. For one thing, goods and services on the free market are purchased only by those freely willing to obtain them at the market price. Since a tax is a compulsory levy rather than a free purchase, it can never be assumed that each and every member of society would, in a free market, pay this equal sum to the government. In fact, the very compulsory nature of taxation implies that far less revenue would be paid in to the government were it conducted in a voluntary manner. Rather than being neutral, therefore, the equal tax would distort market results by imposing undue levies on at least three groups of citizens: the poor, the uninterested, and the hostile, i.e., those who, for one reason or another, would not have voluntarily paid these equal sums to the government.
Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα στην αντιμετώπιση του ίσου φόρου ως ανάλογου μιας τιμής της ελεύθερης αγοράς είναι ότι δεν γνωρίζουμε ποιες κρατικές «υπηρεσίες» υποτίθεται ότι «αγοράζουν» οι άνθρωποι. Για παράδειγμα, αν το κράτος χρησιμοποιεί τον φόρο για να επιδοτήσει μια ορισμένη ευνοούμενη ομάδα, είναι δύσκολο να γνωρίζουμε τι είδους «υπηρεσία» αποκομίζουν από αυτή την κρατική πράξη όσοι καταβάλλουν τον κεφαλικό φόρο. Ας πάρουμε όμως μια φαινομενικά σαφή περίπτωση καθαρής υπηρεσίας, την αστυνομική προστασία, και ας υποθέσουμε ότι ο κεφαλικός φόρος καταβάλλεται για αυτή τη δαπάνη. Ο κανόνας της ελεύθερης αγοράς είναι ότι καταβάλλονται ίσες τιμές για ίσες υπηρεσίες· τι είναι όμως εδώ μια «ίση υπηρεσία»; Ασφαλώς, η υπηρεσία της αστυνομικής προστασίας είναι πολύ μεγαλύτερης έκτασης σε ένα αστικό κέντρο εγκληματικότητας από ό,τι σε κάποια ήσυχη απόμερη περιοχή, όπου το έγκλημα είναι σπάνιο. Η αστυνομική προστασία θα κοστίζει ασφαλώς περισσότερο στην περιοχή που μαστίζεται από εγκληματικότητα· επομένως, αν παρεχόταν στην αγορά, η τιμή που θα καταβαλλόταν εκεί θα ήταν υψηλότερη από ό,τι στην απόμερη περιοχή. Επιπλέον, ένα άτομο που αντιμετωπίζει ιδιαίτερη απειλή εγκληματικής ενέργειας και ενδέχεται να χρειάζεται αυξημένη επιτήρηση θα έπρεπε να πληρώνει υψηλότερη αμοιβή για αστυνομική προστασία. Ένας ενιαίος φόρος θα ήταν χαμηλότερος από την τιμή της αγοράς στις επικίνδυνες περιοχές και υψηλότερος στις ειρηνικές. Για να προσεγγίζει την ουδετερότητα, επομένως, ένας φόρος θα έπρεπε να μεταβάλλεται ανάλογα με το κόστος των υπηρεσιών και όχι να είναι ενιαίος.337 Αυτή είναι η παραμελημένη αρχή του κόστους στη φορολογία.
Another grave problem in treating the equal tax as akin to a free-market price is that we do not know what “services” of government the people are supposed to be “purchasing.” For example, if the government uses the tax to subsidize a certain favored group, it is difficult to know what sort of “service” the payers of the head tax are reaping from this act of government. But let us take a seemingly clear-cut case of pure service, police protection, and let us assume that the head tax is being paid for this expenditure. The free-market rule is that equal prices are paid for equal services; but what, here, is an “equal service”? Surely, the service of police protection is of far greater magnitude in an urban crime center than it is in some sleepy backwater, where crime is rare. Police protection will certainly cost more in the crime-ridden area; hence, if it were supplied on the market, the price paid there would be higher than in the backwater. Furthermore, a person under particular threat of crime, and who might require greater surveillance, would have to pay a higher police fee. A uniform tax would be below market price in the dangerous areas and above it in the peaceful areas. To approach neutrality, then, a tax would have to vary in accordance with the costs of services and not be uniform. This is the neglected cost principle of taxation.
Ούτε όμως η αρχή του κόστους μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη. Πέρα από το αναπόδραστο πρόβλημα των φορολογουμένων και των καταναλωτών φορολογικών εσόδων, τίθεται και πάλι το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο μπορεί να οριστεί και να απομονωθεί μια «υπηρεσία». Ποια είναι η «υπηρεσία» της αναδιανομής από τον Peter στον Paul και ποιο το «κόστος» με το οποίο πρέπει να χρεωθεί ο Peter; Αλλά ακόμη και αν περιορίσουμε τη συζήτηση σε συνήθεις υπηρεσίες όπως η αστυνομική προστασία, υπάρχουν σοβαρά ελαττώματα. Πρώτον, το κόστος του κράτους, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι αναπόφευκτα πολύ υψηλότερο από εκείνο της ελεύθερης αγοράς. Δεύτερον, το κράτος δεν μπορεί να πραγματοποιεί ορθά οικονομικό υπολογισμό και, επομένως, δεν μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια το κόστος του. Τρίτον, το κόστος ισούται με τις τιμές μόνο σε κατάσταση ισορροπίας· εφόσον η οικονομία δεν βρίσκεται ποτέ σε ισορροπία, το κόστος δεν αποτελεί ποτέ ακριβή εκτίμηση της τιμής που θα είχε διαμορφωθεί στην ελεύθερη αγορά. Και, τέλος, όπως στην περίπτωση του ίσου φόρου και σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, ο φορολογούμενος δεν καταδεικνύει ποτέ το όφελος που αποκομίζει από την κρατική πράξη· απλώς και αβασάνιστα θεωρείται δεδομένο ότι θα αγόραζε εκουσίως την υπηρεσία σε αυτή την τιμή.
The cost principle, however, is hardly neutral either. Apart from the inexorable taxpayer–tax-consumer problem, there is, again, the problem of how a “service” is to be defined and isolated. What is the “service” of redistribution from Peter to Paul, and what is the “cost” for which Peter is to be assessed? And even if we confine the discussion to such common services as police protection, there are grave flaws. In the first place, the costs of government, as we shall see further below, are bound to be much higher than those of the free market. Secondly, the State cannot calculate well and therefore cannot gauge its costs accurately. Thirdly, costs are equal to prices only in equilibrium; since the economy is never in equilibrium, costs are never a precise estimate of what the free-market price would have been. And finally, as in the equal tax, and in contrast to the free market, the taxpayer never demonstrates his benefit from the governmental act; it is simply and blithely assumed that he would have purchased the service voluntarily at this price.
Μια ακόμη απόπειρα ουδέτερης φορολόγησης είναι η αρχή του οφέλους, σύμφωνα με την οποία πρέπει να επιβάλλεται φόρος ίσος με το όφελος που αποκομίζουν τα άτομα από την κρατική υπηρεσία. Δεν γίνεται πάντοτε αντιληπτό τι θα σήμαινε αυτή η αρχή: για παράδειγμα, ότι οι αποδέκτες προνοιακών παροχών θα έπρεπε να καταβάλλουν το πλήρες κόστος αυτών των παροχών. Κάθε αποδέκτης κρατικής πρόνοιας θα έπρεπε τότε να πληρώνει περισσότερα από όσα εισπράττει, διότι θα έπρεπε να καταβάλλει και το κόστος «διεκπεραίωσης» της κρατικής γραφειοκρατίας. Προφανώς, δεν θα υπήρχαν τέτοιες προνοιακές παροχές ούτε οποιεσδήποτε άλλες επιδοτήσεις αν τηρούνταν η αρχή του οφέλους. Ακόμη και αν περιορίσουμε και πάλι τη συζήτηση σε υπηρεσίες όπως η αστυνομική προστασία, παραμένουν σοβαρά ελαττώματα. Ας παραβλέψουμε και πάλι την επίμονη διχοτόμηση μεταξύ φορολογουμένων και καταναλωτών φορολογικών εσόδων. Ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να μετρήσουμε τα οφέλη ούτε καν να γνωρίζουμε αν υπάρχουν. Όπως στην περίπτωση του κεφαλικού φόρου και της αρχής του κόστους, έτσι και εδώ δεν υπάρχει ελεύθερη αγορά στην οποία οι άνθρωποι να μπορούν να καταδείξουν ότι αποκομίζουν από την ανταλλαγή όφελος μεγαλύτερο από την αξία των αγαθών που παραχωρούν. Πράγματι, εφόσον οι φόροι επιβάλλονται καταναγκαστικά, είναι σαφές ότι τα οφέλη των ανθρώπων από το κράτος είναι αισθητά μικρότερα από το ποσό που υποχρεώνονται να καταβάλουν, αφού, αν αφήνονταν ελεύθεροι, θα συνεισέφεραν λιγότερα στο κράτος. Το «όφελος», επομένως, απλώς προϋποτίθεται αυθαίρετα από τους κρατικούς αξιωματούχους.
Still another attempt at neutral taxation is the benefit principle, which states that a tax should be levied equal to the benefit which the individuals receive from the government service. It is not always realized what this principle would mean: e.g., that recipients of welfare benefits would have to pay the full costs of these benefits. Each recipient of government welfare would then have to pay more than he received, for he would also have to pay the “handling” costs of government bureaucracy. Obviously, there would be no such welfare or any other subsidy payments if the benefit principle were maintained. Even if we again confine the discussion to services like police protection, grave flaws still remain. Let us again disregard the persistent taxpayer–tax-consumer dichotomy. A fatal problem is that we cannot measure benefits or even know whether they exist. As in the head tax and cost principles, there is here no free market where people can demonstrate that they are receiving a benefit from the exchange greater than the value of the goods they surrender. In fact, since taxes are levied by coercion, it is clear that people’s benefits from government are considerably less than the amount that they are required to pay, since, if left free, they would contribute less to government. The “benefit,” then, is simply assumed arbitrarily by government officials.
Επιπλέον, ακόμη και αν το όφελος μπορούσε να καταδειχθεί ελεύθερα, η αρχή του οφέλους δεν θα προσέγγιζε τη διαδικασία της ελεύθερης αγοράς. Διότι, και πάλι, τα άτομα καταβάλλουν ενιαία τιμή για τις υπηρεσίες στην ελεύθερη αγορά, ανεξάρτητα από το μέγεθος των υποκειμενικών οφελών τους. Ο άνθρωπος που θα «περπατούσε ένα μίλι για ένα Camel» δεν πληρώνει συνήθως περισσότερα από εκείνον που αδιαφορεί παντελώς. Η φορολόγηση καθενός ανάλογα με το όφελος που αποκομίζει, επομένως, βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση προς την αρχή της αγοράς. Τέλος, αν όλο το όφελος καθενός αφαιρείται μέσω της φορολογίας, δεν θα υπήρχε λόγος να προβεί στην ανταλλαγή ή να λάβει την κρατική υπηρεσία. Στην αγορά δεν καταβάλλουν όλοι, ούτε καν οι οριακοί αγοραστές, ολόκληρο το ποσό του οφέλους τους. Οι υπεροριακοί αγοραστές αποκομίζουν μη μετρήσιμο πλεονάζον όφελος, όπως και οι οριακοί αγοραστές, διότι χωρίς ένα τέτοιο πλεόνασμα δεν θα αγόραζαν το προϊόν. Επιπλέον, για υπηρεσίες όπως η αστυνομική προστασία, η αρχή του οφέλους θα απαιτούσε από τους φτωχούς και τους ανήμπορους να πληρώνουν περισσότερα από τους πλούσιους και τους ικανούς, καθώς θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι πρώτοι ωφελούνται περισσότερο από την προστασία. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, αν το όφελος κάθε ατόμου από το κράτος πρόκειται να αφαιρείται μέσω της φορολογίας, οι γραφειοκράτες, που αντλούν ολόκληρο το εισόδημά τους από το κράτος, θα έπρεπε να επιστρέφουν ολόκληρο τον μισθό τους στο κράτος και, συνεπώς, να υπηρετούν αμισθί.338
Furthermore, even if the benefit were freely demonstrable, the benefit principle would not approach the process of the free market. For, once again, individuals pay a uniform price for services on the free market, regardless of the extent of their subjective benefits. The man who would “walk a mile for a Camel” pays no more, ordinarily, than the man who couldn’t care less. To tax everyone in accordance with the benefit he receives, then, is diametrically opposed to the market principle. Finally, if everyone’s benefit is taxed away, there would be no reason for him to make the exchange or to receive the government service. On the market, not all people, not even the marginal buyers, pay the full amount of their benefit. The supramarginal buyers obtain unmeasurable surplus benefit, and so do the marginal buyers, for without such a surplus they would not buy the product. Moreover, for such services as police protection, the benefit principle would require the poor and the infirm to pay more than the rich and the able, since the former may be said to benefit more from protection. Finally, it should be noted that if each person’s benefit from government is to be taxed away, the bureaucrats, who receive all their income from the government, would have to return their whole salary to the government and so serve without pay.
Είδαμε, λοιπόν, ότι καμία αρχή φορολόγησης δεν μπορεί να είναι ουδέτερη ως προς την ελεύθερη αγορά. Η προοδευτική φορολογία, με την οποία καθένας πληρώνει περισσότερο από αναλογικά προς το εισόδημά του, φυσικά δεν επιχειρεί καν να είναι ουδέτερη. Αν ο αναλογικός φόρος ενσωματώνει μια αρχή καταστροφική για ολόκληρη την οικονομία της αγοράς και για την ίδια την εγχρήματη οικονομία, ο προοδευτικός φόρος το πράττει ακόμη περισσότερο. Διότι ο προοδευτικός φόρος επιβαρύνει τους ικανούς και αποδοτικούς σε αναλογία ακόμη μεγαλύτερη από τη σχετική ικανότητα και αποδοτικότητά τους. Οι προοδευτικοί συντελεστές αποτελούν ιδιαίτερο αντικίνητρο για την εξαιρετικά ικανή εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα. Και, εφόσον αυτή η ικανότητα χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση του καταναλωτή, ένας προοδευτικός φόρος επιβάλλει ιδιαίτερο βάρος και στους καταναλωτές.
We have thus seen that no principle of taxation can be neutral with respect to the free market. Progressive taxation, where each man pays more than proportionately to his income, of course makes no attempt at neutrality. If the proportional tax embodies a principle destructive to the entire market economy and the monetary economy itself, then the progressive tax does so still more. For the progressive tax penalizes the able and efficient in even greater proportion than their relative ability and efficiency. Progressive rates are a particular disincentive against especially able work or entrepreneurship. And since such ability is engaged in serving the consumer, a progressive tax levies a particular burden on the consumers as well.
Πέρα από τους δύο τρόπους που εξετάστηκαν παραπάνω, με τους οποίους η φορολογία εισοδήματος επιβαρύνει την αποταμίευση, ο προοδευτικός φόρος επιβάλλει μια πρόσθετη επιβάρυνση. Διότι, εμπειρικά, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι εύποροι αποταμιεύουν και επενδύουν αναλογικά μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους από τις ομάδες χαμηλότερου εισοδήματος. Δεν υπάρχει, ωστόσο, κανένας αποδεικτικά αναγκαίος, πραξεολογικός λόγος για τον οποίο αυτό πρέπει να ισχύει πάντοτε. Ο κανόνας δεν θα ίσχυε, για παράδειγμα, σε μια χώρα όπου οι εύποροι αγόραζαν κοσμήματα, ενώ οι φτωχοί αποταμίευαν με φειδώ και επένδυαν.
In addition to the two ways discussed above by which income taxation penalizes saving, the progressive tax imposes an added penalty. For empirically, in most cases, the wealthy save and invest proportionately more of their incomes than the lower-income groups. There is, however, no apodictic, praxeological reason why this must always be so. The rule would not hold, for example, in a country where the wealthy bought jewelry while the poor thriftily saved and invested.
Μολονότι η αρχή της προοδευτικότητας είναι ασφαλώς ιδιαίτερα καταστροφική για την αγορά, οι περισσότεροι συντηρητικοί οικονομολόγοι που τάσσονται υπέρ της ελεύθερης αγοράς τείνουν να υπερεκτιμούν τις επιπτώσεις της και να υποτιμούν τις καταστροφικές επιπτώσεις της αναλογικής φορολογίας. Η αναλογική φορολογία εισοδήματος έχει πολλές από τις ίδιες συνέπειες και, επομένως, το επίπεδο της φορολογίας εισοδήματος είναι γενικά σημαντικότερο για την αγορά από τον βαθμό προοδευτικότητας. Έτσι, η κοινωνία A μπορεί να έχει αναλογικό φόρο εισοδήματος που απαιτεί από κάθε άνθρωπο να καταβάλλει το 50% του εισοδήματός του· η κοινωνία B μπορεί να έχει έναν εξαιρετικά έντονα προοδευτικό φόρο, που απαιτεί από έναν φτωχό να καταβάλλει το ένα τέταρτο του ενός τοις εκατό και από τον πλουσιότερο άνθρωπο το 10% του εισοδήματός του. Ο πλούσιος θα προτιμήσει ασφαλώς την κοινωνία B, μολονότι ο φόρος είναι προοδευτικός — καταδεικνύοντας ότι δεν είναι τόσο η προοδευτικότητα όσο το ύψος του φόρου του εκείνο που τον επιβαρύνει.
While the progressive principle is certainly highly destructive of the market, most conservative, pro-free-market economists tend to overweigh its effects and to underweigh the destructive effects of proportional taxation. Proportional income taxation has many of the same consequences, and therefore the level of income taxation is generally more important for the market than the degree of progressivity. Thus, society A may have a proportional income tax requiring every man to pay 50 percent of his income; society B may have a very steeply progressive tax
requiring a poor man to pay percent and the richest man 10 percent of his income. The rich man will certainly prefer society B, even though the tax is progressive—demonstrating that it is not so much the progressivity as the height of his tax that burdens the rich man.
Παρεμπιπτόντως, και ο φτωχός παραγωγός, στον οποίο επιβάλλεται χαμηλότερος φόρος, θα προτιμήσει επίσης την κοινωνία B. Αυτό καταδεικνύει την πλάνη της συνήθους συντηρητικής αιτίασης κατά της προοδευτικής φορολογίας, ότι αποτελεί μέσο «για να ληστεύουν οι φτωχοί τους πλούσιους». Διότι στο παράδειγμά μας τόσο ο φτωχός όσο και ο πλούσιος επέλεξαν την προοδευτικότητα! Ο λόγος είναι ότι, υπό την προοδευτική φορολογία, οι «φτωχοί» δεν «ληστεύουν τους πλούσιους». Αντιθέτως, το κράτος είναι εκείνο που «ληστεύει» και τους δύο μέσω της φορολογίας, είτε αναλογικής είτε προοδευτικής.
Incidentally, the poor producer, with a lower tax upon him, will also prefer society B. This demonstrates the fallacy in the common conservative complaint against progressive taxation that it is a means “for the poor to rob the rich.” For both the poor man and the rich man have, in our example, chosen progression! The reason is that the “poor” do not “rob the rich” under progressive taxation. Instead, it is the State that “robs” both through taxation, whether proportional or progressive.
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι οι φτωχοί ωφελούνται από τις κρατικές δαπάνες και επιδοτήσεις που χρηματοδοτούνται από τα φορολογικά έσοδα και, συνεπώς, επιδίδονται έμμεσα στη «ληστεία» τους. Αυτό όμως παραβλέπει το γεγονός ότι το κράτος μπορεί να δαπανήσει τα χρήματά του με πολλούς διαφορετικούς τρόπους: μπορεί να καταναλώσει τα προϊόντα συγκεκριμένων κλάδων· μπορεί να επιδοτήσει ορισμένους ή όλους τους πλούσιους· μπορεί να επιδοτήσει ορισμένους ή όλους τους φτωχούς. Το γεγονός της προοδευτικότητας δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι οι «φτωχοί» επιδοτούνται συλλήβδην. Πράγματι, αν ορισμένοι από τους φτωχούς επιδοτούνται, άλλοι πιθανότατα δεν θα επιδοτούνται, οπότε αυτοί οι τελευταίοι καθαροί φορολογούμενοι θα «ληστεύονται» μαζί με τους πλούσιους. Μάλιστα, εφόσον οι φτωχοί είναι συνήθως πολύ περισσότεροι από τους πλούσιους, είναι απολύτως δυνατόν οι φτωχοί ως σύνολο να επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος ακόμη και ενός προοδευτικού φορολογικού συστήματος.
It may be objected that the poor benefit from the State’s expenditures and subsidies from the tax proceeds and thus do their “robbing” indirectly. But this overlooks the fact that the State can spend its money in many different ways: it may consume the products of specific industries; it may subsidize some or all of the rich; it may subsidize some or all of the poor. The fact of progressivity does not in itself imply that the “poor” are being subsidized en masse. Indeed, if some of the poor are being subsidized, others will probably not be, and so these latter net taxpayers will be “robbed” along with the rich. In fact, since there are usually far more poor than rich, the poor en masse may very well bear the greatest burden of even a progressive tax system.
Από όλους τους δυνατούς τύπους φόρων, εκείνος που προσφέρεται περισσότερο για την παράλυση και την καταστροφή της λειτουργίας της αγοράς είναι ο φόρος υπερκερδών. Διότι, από όλα τα παραγωγικά εισοδήματα, τα κέρδη αποτελούν ένα σχετικά μικρό ποσό με τεράστια σημασία και επίδραση· είναι η κινητήρια δύναμη ολόκληρης της οικονομίας της αγοράς. Τα σήματα των κερδών και των ζημιών καθοδηγούν τους επιχειρηματίες και τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι κατευθύνουν και ανακατευθύνουν διαρκώς τους παραγωγικούς πόρους της κοινωνίας με τους καλύτερους δυνατούς τρόπους και συνδυασμούς, ώστε να ικανοποιούν τις μεταβαλλόμενες επιθυμίες των καταναλωτών υπό μεταβαλλόμενες συνθήκες. Όταν παραλύει η επιδίωξη του κέρδους, τα κέρδη και οι ζημίες παύουν να λειτουργούν ως αποτελεσματικό κίνητρο και, επομένως, ως μέσο οικονομικού υπολογισμού στην οικονομία της αγοράς.
Of all the possible types of taxes, the one most calculated to cripple and destroy the workings of the market is the excess profits tax. For of all productive incomes, profits are a relatively small sum with enormous significance and impact; they are the motor, the driving force, of the entire market economy. Profitand-loss signals are the prompters of the entrepreneurs and capitalists who direct and ever redirect the productive resources of society in the best possible ways and combinations to satisfy the changing desires of consumers under changing conditions. With the drive for profit crippled, profit and loss no longer serve as an effective incentive, or, therefore, as the means for economic calculation in the market economy.
Είναι παράξενο ότι σε καιρό πολέμου, ακριβώς όταν η διατήρηση ενός αποτελεσματικού παραγωγικού συστήματος θα φαινόταν πιο επιτακτική, υψώνεται πάντοτε η κραυγή να «βγάλουμε τα κέρδη από τον πόλεμο». Αυτός ο ζήλος δεν φαίνεται ποτέ να στρέφεται με την ίδια σφοδρότητα εναντίον των σαφώς οφειλόμενων στον πόλεμο «κερδών» των χαλυβουργών από υψηλότερους μισθούς — παρά μόνο εναντίον των κερδών των επιχειρηματιών. Ασφαλώς δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος παράλυσης μιας πολεμικής προσπάθειας. Επιπλέον, η έννοια του «υπερβάλλοντος» απαιτεί κάποιο πρότυπο αναφοράς πάνω από το οποίο μπορεί να φορολογείται το κέρδος. Αυτό το πρότυπο μπορεί να είναι είτε ένα ορισμένο ποσοστό κέρδους, πράγμα που συνεπάγεται τις πολυάριθμες δυσχέρειες μέτρησης του κέρδους και του επενδεδυμένου κεφαλαίου σε κάθε επιχείρηση, είτε τα κέρδη μιας περιόδου βάσης πριν από την έναρξη του πολέμου. Το δεύτερο, που προτιμάται γενικά επειδή αποσπά ειδικά τα πολεμικά κέρδη, καθιστά την οικονομία ακόμη πιο χαοτική. Διότι σημαίνει ότι, ενώ το κράτος καταβάλλει κάθε προσπάθεια για μεγαλύτερη πολεμική παραγωγή, ο φόρος υπερκερδών δημιουργεί κάθε δυνατό κίνητρο για χαμηλότερη και αναποτελεσματική πολεμική παραγωγή. Εν ολίγοις, ο φόρος υπερκερδών τείνει να παγιώνει την παραγωγική διαδικασία στη μορφή που είχε κατά την περίοδο βάσης της ειρήνης. Και όσο περισσότερο διαρκεί ο πόλεμος, τόσο πιο παρωχημένη, αναποτελεσματική και παράλογη γίνεται η διάρθρωση της περιόδου βάσης.
It is curious that in wartime, precisely when it would seem most urgent to preserve an efficient productive system, the cry invariably goes up for “taking the profits out of war.” This zeal never seems to apply so harshly to the clearly war-borne “profits” of steel workers in higher wages—only to the profits of entrepreneurs. There is certainly no better way of crippling a war effort. In addition, the “excess” concept requires some sort of norm above which the profit can be taxed. This norm may either be a certain rate of profit, which involves the numerous difficulties of measuring profit and capital investment in every firm; or it may refer to profits at a base period before the war started. The latter, the general favorite because it specifically taps war profits, makes the economy even more chaotic. For it means that while the government strains for more war production, the excess profits tax creates every incentive toward lower and inefficient war production. In short, the EPT tends to freeze the process of production as of the peacetime base period. And the longer the war lasts, the more obsolete, the more inefficient and absurd, the base-period structure becomes.
Γ. Μετακύλιση και επίπτωση: Ένας φόρος σε έναν κλάδο
C. SHIFTING AND INCIDENCE: A TAX ON AN INDUSTRY
Καμία εξέταση της φορολογίας, όσο σύντομη και αν είναι, δεν μπορεί να παραβλέψει το περίφημο πρόβλημα της «μετακύλισης και επίπτωσης» των φόρων. Εν συντομία, ποιος πληρώνει έναν φόρο; Το πρόσωπο στο οποίο επιβάλλεται ή κάποιος άλλος στον οποίο το πρώτο μπορεί να «μετακυλίσει» τον φόρο; Όσο απίστευτο και αν φαίνεται, υπάρχουν ακόμη οικονομολόγοι που προσκολλώνται στην παλαιά θεωρία της «ίσης διάχυσης» της φορολογίας του δέκατου ένατου αιώνα, η οποία απλώς θεωρεί το πρόβλημα λήξαν διακηρύσσοντας ότι «όλοι οι φόροι μετακυλίονται σε όλους», οπότε δεν χρειάζεται να αναλυθεί ο καθένας χωριστά.339 Αυτή η σκοταδιστική τάση ενισχύεται από μια υπερβολικά ευρεία αντιμετώπιση της «μετακύλισης». Έτσι, αν επιβληθεί στον Jones φόρος εισοδήματος 80%, αυτός θα βλάψει όχι μόνο τον Jones αλλά και —μειώνοντας τόσο τα κίνητρα όσο και τις δυνατότητές του— άλλους καταναλωτές, μέσω του περιορισμού της εργασίας και της αποταμίευσης του Jones. Είναι, επομένως, αληθές ότι οι επιπτώσεις της φορολογίας διαχέονται προς τα έξω από το κέντρο του στόχου. Αυτό όμως απέχει πολύ από τον ισχυρισμό ότι ο Jones μπορεί απλώς να μετακυλίσει το φορολογικό βάρος στους ώμους άλλων. Η έννοια της «μετακύλισης» θα περιοριστεί εδώ στην περίπτωση κατά την οποία η πληρωμή ενός φόρου μπορεί να μεταφερθεί άμεσα από τον αρχικό πληρωτή σε κάποιον άλλο και δεν θα χρησιμοποιείται όταν άλλοι υφίστανται ζημία επιπροσθέτως του αρχικού φορολογουμένου. Οι τελευταίες αυτές συνέπειες μπορούν να ονομαστούν «έμμεσες επιπτώσεις» του φόρου.
No discussion of taxation, however brief, can overlook the famous problem of “the shifting and incidence” of taxation. In brief, who pays a tax? The person on whom it is levied, or someone else to whom the former is able to “shift” the tax? There are still economists, incredibly, who hew to the old nineteenth-century “equal diffusion” theory of taxation, which simply closes the problem by proclaiming that “all taxes are shifted to everyone,” so that there is no need to analyze each one in particular. This obscurantist tendency is fostered by treating “shifting” in too broad a way. Thus, if an income tax is levied on Jones at 80 percent, this will hurt not only Jones, but also—by decreasing Jones’ incentives as well as capacities—other consumers by reducing Jones’ work and savings. It is therefore true that the effects of taxation diffuse outward from the center of the target. But this is far from saying that Jones can simply shift the tax burden onto the shoulders of others. The concept of “shifting” will here be limited to the case where the payment of a tax can be directly transferred from the original payer to someone else, and will not be used when others suffer in addition to the original taxpayer. The latter may be called the “indirect effects” of the tax.
Ο πρώτος κανόνας της μετακύλισης είναι ότι ένας φόρος εισοδήματος δεν μπορεί να μετακυλιστεί. Αυτή η άλλοτε αποδεκτή αλήθεια της οικονομικής επιστήμης αντικρούεται τώρα με τη δημοφιλή υπόθεση ότι, για παράδειγμα, ένας φόρος στους μισθούς θα ωθήσει τα συνδικάτα να απαιτήσουν υψηλότερους μισθούς για να αντισταθμίσουν τον φόρο και ότι, επομένως, ο φόρος στους μισθούς μετακυλίεται «προς τα εμπρός» στον εργοδότη, ο οποίος με τη σειρά του τον μετακυλίει εκ νέου προς τα εμπρός στο σύνολο των καταναλωτών. Και όμως, σχεδόν κάθε βήμα αυτής της ευρέως διακηρυσσόμενης ακολουθίας αποτελεί κραυγαλέα πλάνη. Είναι, κατ’ αρχάς, παράλογο να πιστεύει κανείς ότι οι εργαζόμενοι ή τα συνδικάτα περιμένουν ήσυχα έναν φόρο για να τους κινητοποιήσει να προβάλουν διεκδικήσεις. Οι εργαζόμενοι θέλουν πάντοτε υψηλότερους μισθούς· τα συνδικάτα απαιτούν πάντοτε περισσότερα. Το ερώτημα είναι: θα λάβουν περισσότερα; Δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε ότι μπορούν. Ένας εργαζόμενος μπορεί να λάβει μόνο την προεξοφλημένη αξία της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας του. Καμία κραυγή δεν θα αυξήσει αυτή την παραγωγικότητα και, επομένως, καμία δεν μπορεί να αυξήσει τον μισθό που λαμβάνει από τον εργοδότη του. Τα συνδικαλιστικά αιτήματα για υψηλότερους μισθούς θα αντιμετωπιστούν όπως συνήθως, δηλαδή θα μπορούν να ικανοποιηθούν μόνο με τίμημα την ανεργία μέρους του εργατικού δυναμικού αυτού του κλάδου. Αυτό όμως ισχύει είτε έχει επιβληθεί φόρος στους μισθούς είτε όχι· ο φόρος δεν θα έχει καμία σχέση με τον τελικό μισθό που διαμορφώνεται στην αγορά.
The first rule of shifting is that an income tax cannot be shifted. This formerly accepted truth in economics is now countered with the popular assumption that, for example, a tax on wages will spur unions to demand higher wages to compensate for the tax, and that therefore the tax on wages is shifted “forward” onto the employer, who, in turn, shifts it again forward onto the body of consumers. And yet almost every step in this commonly proclaimed sequence is an egregious fallacy. It is absurd, in the first place, to think that workers or unions wait quietly for a tax to galvanize them into making demands. Workers always want higher wages; unions always demand more. The question is: Will they get more? There is no reason to think that they can. A worker can get only the value of the discounted marginal productivity of his labor. No clamor will raise that productivity, and therefore none can raise the wage he earns from his employer. Union demands for higher wages will be treated as usual, i.e., they can be satisfied only at the cost of the unemployment of some of the work force in that industry. But this is true whether or not there has been a tax on wages; the tax will have nothing to do with the final wage set on the market.
Η ιδέα ότι ο εργοδότης θα μεταφέρει το αυξημένο κόστος στον καταναλωτή αποτελεί παράδειγμα της ίσως πιο διαδεδομένης πλάνης σχετικά με τη φορολογία: ότι οι επιχειρηματίες μπορούν απλώς να μετακυλίουν το υψηλότερο κόστος τους προς τα εμπρός, στους καταναλωτές, υπό τη μορφή υψηλότερων τιμών. Όλη η οικονομική θεωρία που εκτίθεται σε αυτό το βιβλίο καταδεικνύει το σφάλμα αυτού του δόγματος. Διότι η τιμή ενός δεδομένου προϊόντος καθορίζεται από τις κλίμακες ζήτησης των καταναλωτών. Τίποτε στο υψηλότερο κόστος ή στους υψηλότερους φόρους δεν αυξάνει, αυτό καθαυτό, αυτές τις κλίμακες· επομένως, οποιαδήποτε μεταβολή των τιμών πώλησης, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, θα μειώσει τα έσοδα της συγκεκριμένης επιχείρησης. Διότι κάθε επιχείρηση στην αγορά τείνει να βρίσκεται ανά πάσα στιγμή στο «σημείο μέγιστου κέρδους» της σε σχέση με τους καταναλωτές. Οι τιμές βρίσκονται ήδη στο σημείο μέγιστης απόδοσης για την επιχείρηση· επομένως, υψηλότεροι φόροι ή άλλα κόστη που επιβάλλονται στην επιχείρηση θα μειώσουν τα καθαρά της εισοδήματα αντί να μεταφερθούν ομαλά και εύκολα στους καταναλωτές. Καταλήγουμε, λοιπόν, στο εξής σημαντικό συμπέρασμα: κανένας φόρος —όχι μόνο ο φόρος εισοδήματος— δεν μπορεί ποτέ να μετακυλιστεί προς τα εμπρός.
The idea that the increased cost will be passed on to the consumer by the employer is an illustration of perhaps the single most widespread fallacy on taxation: that businessmen can simply shift their higher costs forward onto the consumers in the form of higher prices. All the economic theory expounded in this book shows the error of this doctrine. For the price of a given product is set by the demand schedules of the consumers. There is nothing in higher costs or higher taxes which, per se, increases these schedules; hence, any change in selling prices, whether higher or lower, will decrease the revenues of the business involved. For each business, on the market, tends to be, at all times, at its “maximum profit point” in relation to the consumers. Prices are already at their point of maximum return for the business; therefore, higher taxes or other costs imposed on the firm will reduce their net incomes rather than be smoothly and easily passed on to consumers. We thus arrive at this significant conclusion: no tax (not just an income tax) can ever be shifted forward.
Ας υποθέσουμε ότι ένας ιδιαίτερα βαρύς φόρος —οποιουδήποτε τύπου— έχει επιβληθεί σε έναν συγκεκριμένο κλάδο: έστω στον κλάδο των οινοπνευματωδών ποτών. Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις; Όπως έχουμε επισημάνει, ο φόρος δεν θα «μεταφερθεί» απλώς στους καταναλωτές.340 Αντιθέτως, η τιμή των οινοπνευματωδών θα παραμείνει η ίδια· το καθαρό εισόδημα των επιχειρήσεων θα μειωθεί. Αυτό θα σημαίνει ότι οι αποδόσεις του κεφαλαίου και της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον κλάδο των οινοπνευματωδών θα είναι χαμηλότερες από ό,τι στους άλλους κλάδους της οικονομίας· οι οριακές επιχειρήσεις του κλάδου θα υποστούν ζημίες και θα διακόψουν τη λειτουργία τους· και, γενικά, παραγωγικοί πόροι κάθε είδους θα εξέλθουν από τον κλάδο των οινοπνευματωδών και θα εισρεύσουν σε άλλους κλάδους. Η μακροχρόνια επίπτωση, επομένως, είναι η μείωση της προσφοράς παραγόμενων οινοπνευματωδών και, συνεπώς, σύμφωνα με τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης, η αύξηση της τιμής τους στην αγορά. Ωστόσο, όπως είπαμε παραπάνω, αυτή η διαδικασία —αυτή η διάχυση της ζημίας σε ολόκληρη την οικονομία— δύσκολα μπορεί να ονομαστεί «μετακύλιση». Διότι ο φόρος δεν «μεταφέρεται» απλώς· φθάνει στους καταναλωτές μόνο μέσω της βλάβης που προκαλεί στον φορολογούμενο κλάδο. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι μια στρέβλωση στην κατανομή των συντελεστών παραγωγής· στον κλάδο των οινοπνευματωδών παράγονται πλέον λιγότερα αγαθά από όσα θα προτιμούσαν οι καταναλωτές, ενώ στον άλλο κλάδο παράγονται υπερβολικά πολλά αγαθά σε σχέση με τα οινοπνευματώδη.
Suppose that a particularly heavy tax—of whatever type—has been laid on a specific industry: say the liquor industry. What will be the effects? As we have noted, the tax will not simply be “passed on” to the consumers. Instead, the price of liquor will remain the same; the net income of the firms will decline. This will mean that returns will be lower to capital and enterprise in liquor than in other industries of the economy; marginal liquor firms will suffer losses and go out of business; and, in general, productive resources of all types will flow out of liquor and into other industries. The long-run effect, therefore, is to decrease the supply of liquor produced, and therefore, by the law of supply and demand, to raise the price of liquor on the market. However, as we have said above, this process—this diffusion of suffering over the economy—is hardly “shifting.” For the tax is not simply “passed on”; it only permeates to the consumers through hurting the industry taxed. The final result will be a distortion of the factors of production; fewer goods are now being produced than the consumers would prefer in the liquor industry; and too many goods, relatively to liquor, are being produced in the other industry.
Εν ολίγοις, οι φόροι μπορούν να «μετακυλιστούν προς τα πίσω» ευκολότερα παρά προς τα εμπρός. Αυστηρά μιλώντας, το αποτέλεσμα δεν είναι μετακύλιση, επειδή δεν πρόκειται για ανώδυνη διαδικασία. Είναι όμως σαφές ότι η διαδικασία προς τα πίσω —προς τους συντελεστές παραγωγής— συντελείται ταχύτερα και αμεσότερα από τις επιπτώσεις στους καταναλωτές. Διότι οι ζημίες ή τα μειωμένα κέρδη των επιχειρήσεων οινοπνευματωδών θα μειώσουν αμέσως τη ζήτησή τους για γη, εργασία και κεφαλαιουχικούς συντελεστές παραγωγής· αυτή η υποχώρηση των κλιμάκων ζήτησης θα μειώσει τους μισθούς και τις προσόδους στον κλάδο των οινοπνευματωδών· και οι χαμηλότερες αυτές απολαβές θα προκαλέσουν μετατόπιση εργασίας, γης και κεφαλαίου από τα οινοπνευματώδη προς άλλους κλάδους. Η ταχεία «μετακύλιση προς τα πίσω» συνάδει με την «αυστριακή» θεωρία της κατανάλωσης και της παραγωγής που αναπτύχθηκε σε αυτόν τον τόμο· διότι οι τιμές των συντελεστών καθορίζονται από τις τιμές πώλησης των αγαθών που παράγουν και όχι το αντίστροφο — το οποίο θα έπρεπε να είναι το συμπέρασμα του αφελούς δόγματος της «μετακύλισης προς τα εμπρός».
Taxes, in short, can more readily be “shifted backward” than forward. Strictly, the result is not shifting because it is not a painless process. But it is clear that the backward process (backward to the factors of production) happens more quickly and directly than the effects on consumers. For losses or lowered profits to liquor firms will immediately lower their demand for land, labor, and capital factors of production; this falling of demand schedules will lower wages and rents earned in the liquor industry; and these lower earnings will induce a shift of labor, land and capital out of liquor and into other industries. The rapid “backward-shifting” is in harmony with the “Austrian” theory of consumption and production developed in this volume; for prices of factors are determined by the selling prices of the goods which they produce, and not vice versa (which would have to be the conclusion of the naive “shifting-forward” doctrine).
Πρέπει να σημειωθεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο ίδιος ο κλάδος μπορεί να υποδέχεται ευνοϊκά έναν φόρο που του επιβάλλεται, προκειμένου να παρασχεθεί στις υπεροριακές επιχειρήσεις ένα έμμεσο αλλά αποτελεσματικό μονοπωλιακό προνόμιο. Έτσι, ένας κατ’ αποκοπήν φόρος «αδείας» θα παράσχει ιδιαίτερο προνόμιο στις επιχειρήσεις που διαθέτουν μεγαλύτερα κεφάλαια και μπορούν ευκολότερα να καταβάλουν το τέλος.
It should be noted that, in some cases, the industry itself can welcome a tax upon it, for the sake of conferring an indirect, but effective, monopolistic privilege on the supramarginal firms. Thus, a flat “license” tax will confer a particular privilege on the more heavily capitalized firms, which can more easily afford to pay the fee.
Δ. Μετακύλιση και επίπτωση: Ένας γενικός φόρος πωλήσεων
D. SHIFTING AND INCIDENCE: A GENERAL SALES TAX
Το δημοφιλέστερο παράδειγμα φόρου που υποτίθεται ότι μετακυλίεται προς τα εμπρός είναι ο γενικός φόρος πωλήσεων. Ασφαλώς, για παράδειγμα, αν το κράτος επιβάλει έναν ενιαίο φόρο 20% σε όλες τις λιανικές πωλήσεις, και αν μπορούμε να κάνουμε την απλουστευτική υπόθεση ότι ο φόρος μπορεί να εφαρμόζεται εξίσου αποτελεσματικά παντού, τότε οι επιχειρήσεις απλώς θα «μεταφέρουν» στους καταναλωτές την αύξηση του 20% σε όλες τις τιμές. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αυξηθούν καθόλου οι τιμές! Όπως στην περίπτωση ενός συγκεκριμένου κλάδου, οι τιμές είχαν ήδη διαμορφωθεί, ή περίπου διαμορφωθεί, στα σημεία μέγιστων καθαρών εσόδων για τις επιχειρήσεις. Τα αποθέματα αγαθών ή συντελεστών δεν έχουν ακόμη μεταβληθεί, ούτε οι κλίμακες ζήτησης. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσαν να αυξηθούν οι τιμές; Επιπλέον, αν εξετάσουμε το γενικό σύνολο των τιμών, όπως αρμόζει όταν πραγματευόμαστε έναν γενικό φόρο πωλήσεων, αυτές καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση χρήματος, τόσο από την πλευρά των αγαθών όσο και από την πλευρά του χρήματος. Για να αυξηθεί το γενικό σύνολο των τιμών, πρέπει είτε να αυξηθεί η προσφορά χρήματος είτε να μειωθεί η κλίμακα ζήτησης χρήματος, είτε να συμβούν και τα δύο. Τίποτε σε έναν γενικό φόρο πωλήσεων δεν προκαλεί μεταβολή σε κανέναν από αυτούς τους προσδιοριστικούς παράγοντες.341
The most popular example of a tax supposedly shifted forward is the general sales tax. Surely, for example, if the government imposes a uniform 20-percent tax on all retail sales, and if we can make the simplifying assumption that the tax can be equally well enforced everywhere, then business will simply “pass on” the 20-percent increase in all prices to consumers. In fact, however, there is no way for prices to increase at all! As in the case of one particular industry, prices were previously set, or approximately so, at the points of maximum net revenue for the firms. Stocks of goods or factors have not yet changed, and neither have demand schedules. How then could prices rise? Moreover, if we look at the general array of prices, as is proper when dealing with a general sales tax, these are determined by the supply of and the demand for money, from the goods and money sides. For the general array of prices to rise, there must be either an increase in the supply of money, a decrease in the demand schedule for money, or both. Nothing in a general sales tax causes a change in either of these determinants.
Επιπλέον, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις ενός γενικού φόρου πωλήσεων στις τιμές θα είναι μικρότερες από ό,τι στην περίπτωση ενός ισοδύναμου επιλεκτικού φόρου κατανάλωσης. Ένας φόρος σε συγκεκριμένο κλάδο, όπως τα οινοπνευματώδη, θα ωθήσει πόρους έξω από αυτόν τον κλάδο και προς άλλους, και, επομένως, η σχετική τιμή του φορολογούμενου εμπορεύματος θα αυξηθεί τελικά. Σε έναν γενικό φόρο πωλήσεων που εφαρμόζεται ομοιόμορφα, όμως, δεν υπάρχει περιθώριο για τέτοιες μετατοπίσεις πόρων.342
Furthermore, the long-run effects of a general sales tax on prices will be smaller than in the case of an equivalent partial excise tax. A tax on a specific industry, such as liquor, will push resources out of this industry and into others, and therefore the relative price of the taxed commodity will eventually rise. In a general, uniformly enforced sales tax, however, there is no room for such shifts of resources.
Ο μύθος ότι ένας φόρος πωλήσεων μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός είναι ανάλογος με τον μύθο ότι μια γενική αύξηση μισθών που επιβάλλεται από τα συνδικάτα μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός, σε υψηλότερες τιμές για τους καταναλωτές, «προκαλώντας πληθωρισμό». Δεν υπάρχει εδώ κανένας τρόπος να αυξηθεί το γενικό σύνολο των τιμών, και το μόνο δυνατό αποτέλεσμα μιας τέτοιας αύξησης μισθών είναι η μαζική ανεργία.343
The myth that a sales tax can be shifted forward is comparable to the myth that a general union-imposed wage increase can be shifted forward to higher prices for consumers, thereby “causing inflation.” There is here no way that the general array of prices can rise, and the only possible result of such a wage increase is mass unemployment.
Κατά την εξέταση του γενικού φόρου πωλήσεων, πολλοί παραπλανώνται από το γεγονός ότι η τιμή που καταβάλλει ο καταναλωτής περιλαμβάνει αναγκαστικά τον φόρο. Αν κάποιος πάει στον κινηματογράφο και πληρώσει εισιτήριο 1,00 USD και δει σε εμφανές σημείο την πληροφορία ότι αυτό καλύπτει μια «τιμή» 0,85 USD και φόρο 0,15 USD, τείνει να συμπεράνει ότι ο φόρος απλώς προστέθηκε στην «τιμή». Αλλά η τιμή είναι 1,00 USD, όχι 0,85 USD· το δεύτερο ποσό είναι απλώς το έσοδο που απομένει στην επιχείρηση μετά τους φόρους. Το έσοδο της επιχείρησης έχει, στην πράξη, μειωθεί ώστε να καταβληθούν οι φόροι.
In considering the general sales tax, many people are misled by the fact that the price paid by the consumer necessarily includes the tax. If someone goes to a movie and pays $1.00 admission, and if he sees prominently posted the information that this covers a “price” of 85¢ and a tax of 15¢, he tends to conclude that the tax has simply been added on to the “price.” But $1.00 is the price, not 85¢, the latter sum simply being the revenue accruing to the firm after taxes. The revenue to the firm has, in effect, been reduced to allow for payment of taxes.
Αυτή ακριβώς είναι η συνέπεια ενός γενικού φόρου πωλήσεων. Η άμεση επίπτωσή του μειώνει τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων κατά το ποσό του φόρου. Μακροχρόνια, φυσικά, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να πληρώνουν τον φόρο, καθώς η απώλεια των ακαθάριστων εσόδων τους καταλογίζεται προς τα πίσω, στο εισόδημα από τόκους των κεφαλαιούχων και στους μισθούς και τις προσόδους των κατόχων πρωτογενών συντελεστών — της εργασίας και της βασικής γης. Η μείωση των ακαθάριστων εσόδων των επιχειρήσεων λιανικής αντανακλάται προς τα πίσω ως μειωμένη ζήτηση για τα προϊόντα όλων των επιχειρήσεων ανώτερων σταδίων παραγωγής. Το κύριο αποτέλεσμα ενός γενικού φόρου πωλήσεων είναι η γενική μείωση των καθαρών εσόδων που αποφέρουν οι πρωτογενείς συντελεστές. Ο φόρος πωλήσεων έχει μετακυλιστεί προς τα πίσω, στις αποδόσεις των πρωτογενών συντελεστών — στους τόκους και σε όλους τους μισθούς και τις γαιοπροσόδους. Κάθε πρωτογενής συντελεστής παραγωγής δεν αποφέρει πλέον το προεξοφλημένο οριακό προϊόν του. Οι πρωτογενείς συντελεστές αποφέρουν τώρα λιγότερα από τα προεξοφλημένα οριακά προϊόντα αξίας τους, και η μείωση συνίσταται στον φόρο πωλήσεων που καταβάλλεται στο κράτος.
This is precisely the consequence of a general sales tax. Its immediate impact lowers the gross revenue of firms by the amount of the tax. In the long run, of course, firms cannot pay the tax, the loss in gross revenue of firms being imputed backward to interest income by capitalists and to wages and rents earned by owners of original factors—labor and ground land. A decrease in gross revenue to retail firms is reflected back to a decreased demand for the products of all the higher-order firms. The major result of a general sales tax is a general reduction in the net revenues accruing to original factors. The sales tax has been shifted backwards to original factor returns—to interest and to all wages and ground rents. No longer does every original factor of production earn its discounted marginal product. Original factors now earn less than their DMVPs, the reduction consisting of the sales tax paid to the government.
Ας εντάξουμε τώρα αυτή την ανάλυση της επίπτωσης ενός γενικού φόρου πωλήσεων στην προηγούμενη γενική ανάλυσή μας για τα οφέλη και τα βάρη της φορολογίας. Αυτό γίνεται αν θυμηθούμε ότι τα φορολογικά έσοδα δαπανώνται με τη σειρά τους από το κράτος. Είτε το κράτος δαπανά τα χρήματα για πόρους που προορίζονται για τις δικές του δραστηριότητες είτε απλώς μεταβιβάζει τα χρήματα σε ανθρώπους που επιδοτεί, το αποτέλεσμα είναι η μετατόπιση της καταναλωτικής και επενδυτικής ζήτησης από ιδιωτικά χέρια προς το κράτος ή προς άτομα που υποστηρίζονται από το κράτος, κατά το ποσό των φορολογικών εσόδων. Ο φόρος έχει τελικά επιβληθεί στα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών και τα χρήματα έχουν μεταφερθεί από τα χέρια των κατόχων τους στο κράτος. Το εισόδημα του κράτους και εκείνων που επιδοτούνται από αυτό έχει αυξηθεί εις βάρος των παραγωγών των φορολογικών εσόδων και, επομένως, η καταναλωτική και επενδυτική ζήτηση στην αγορά έχει μετατοπιστεί από τους παραγωγούς προς εκείνους που τους απαλλοτριώνουν κατά το ποσό του φόρου. Κατά συνέπεια, η αξία της νομισματικής μονάδας θα παραμείνει αμετάβλητη —εκτός αν διαφέρει η ζήτηση χρήματος μεταξύ φορολογουμένων και καταναλωτών φορολογικών εσόδων—, αλλά η διάρθρωση των τιμών θα μεταβληθεί σύμφωνα με τη μετατόπιση της ζήτησης. Έτσι, αν η αγορά δαπανούσε μεγάλα ποσά για ενδύματα και το κράτος χρησιμοποιεί τα έσοδα κυρίως για την αγορά όπλων, θα υπάρξει πτώση της τιμής των ενδυμάτων και άνοδος της τιμής των όπλων, καθώς και τάση μετακίνησης των μη ειδικών συντελεστών από την παραγωγή ενδυμάτων προς την παραγωγή οπλισμού.
Let us now integrate this analysis of the incidence of a general sales tax with our previous general analysis of the benefits and burdens of taxation. This is accomplished by remembering that the proceeds of taxation are, in turn, spent by the government. Whether or not the government spends the money for resources for its own activities or simply transfers the money to people it subsidizes, the effect is to shift consumption and investment demand from private hands to the government or to government-supported individuals, by the amount of the tax revenue. The tax has been ultimately levied on the incomes of original factors, and the money transferred from their hands to the government. The income of the government and of those subsidized by the government has been increased at the expense of the tax producers, and therefore consumption and investment demands on the market have been shifted from the producers to the expropriators by the amount of the tax. As a consequence, the value of the monetary unit will remain unchanged (barring a difference in demands for money between the taxpayers and the tax-consumers), but the array of prices will shift in accordance with the shift in demands. Thus, if the market has been spending heavily on clothing, and the government uses the revenue mostly for the purchase of arms, there will be a fall in the price of clothes and a rise in the price of arms, and a tendency for nonspecific factors to shift out of the production of clothing and into the production of armaments.
Ως αποτέλεσμα, δεν θα υπάρξει τελικά, όπως θα μπορούσε να υποτεθεί, αναλογική μείωση κατά 20% όλων των εισοδημάτων των πρωτογενών συντελεστών εξαιτίας ενός γενικού φόρου πωλήσεων 20%. Οι ειδικοί συντελεστές σε κλάδους που έχουν χάσει εργασίες λόγω της μετατόπισης από την ιδιωτική στην κρατική ζήτηση θα χάσουν αναλογικά περισσότερο εισόδημα· οι ειδικοί συντελεστές σε κλάδους των οποίων η ζήτηση αυξάνεται θα χάσουν αναλογικά λιγότερο — ορισμένοι μπορεί να ωφεληθούν τόσο ώστε να αποκομίσουν απόλυτο όφελος από τη μεταβολή. Οι μη ειδικοί συντελεστές δεν θα επηρεαστούν αναλογικά τόσο πολύ, αλλά και αυτοί θα χάσουν ή θα κερδίσουν ανάλογα με τη διαφορά που προκαλεί η συγκεκριμένη μετατόπιση της ζήτησης στην οριακή παραγωγικότητά τους σε όρους αξίας.
As a result, there will not finally be, as might be assumed, a proportional 20-percent fall in all original factor incomes as the result of a 20-percent general sales tax. Specific factors in industries that have lost business from the shift from private to governmental demand will lose proportionately more in income; specific factors in industries gaining in demand will lose proportionately less—some may gain so much as to gain absolutely from the change. Nonspecific factors will not be affected as much proportionately, but they too will lose and gain according to the difference that the concrete shift in demand makes in their marginal value productivity.
Πρέπει να επισημανθεί με ιδιαίτερη προσοχή ότι ο γενικός φόρος πωλήσεων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχίας φορολόγησης της κατανάλωσης. Συνήθως θεωρείται ότι ο φόρος πωλήσεων επιβαρύνει την κατανάλωση και όχι το εισόδημα ή το κεφάλαιο. Διαπιστώνουμε, όμως, ότι ο φόρος πωλήσεων μειώνει όχι μόνο την κατανάλωση αλλά και τα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών. Ο γενικός φόρος πωλήσεων είναι, επομένως, φόρος εισοδήματος, αν και αρκετά άτακτος ως προς τον τρόπο επιβολής του. Πολλοί «δεξιοί» οικονομολόγοι έχουν υποστηρίξει τη γενική φορολογία πωλήσεων αντί της φορολογίας εισοδήματος, με το επιχείρημα ότι η πρώτη φορολογεί την κατανάλωση αλλά όχι την αποταμίευση και τις επενδύσεις· πολλοί «αριστεροί» οικονομολόγοι έχουν αντιταχθεί στη φορολογία πωλήσεων για τον ίδιο λόγο. Και οι δύο σφάλλουν· ο φόρος πωλήσεων είναι φόρος εισοδήματος, αν και με περισσότερο άτακτη και αβέβαιη επίπτωση. Η κύρια επίδραση του γενικού φόρου πωλήσεων θα είναι εκείνη του φόρου εισοδήματος: η μείωση της κατανάλωσης και της αποταμίευσης και επένδυσης των φορολογουμένων.344 Πράγματι, εφόσον, όπως είδαμε, ο φόρος εισοδήματος από τη φύση του επιβαρύνει περισσότερο την αποταμίευση και τις επενδύσεις από ό,τι την κατανάλωση, καταλήγουμε στο παράδοξο και σημαντικό συμπέρασμα ότι ένας φόρος στην κατανάλωση θα επιβαρύνει, στην τελική του επίπτωση, περισσότερο την αποταμίευση και τις επενδύσεις παρά την κατανάλωση.
It should be carefully noted that the general sales tax is a conspicuous example of failure to tax consumption. The sales tax is commonly supposed to penalize consumption, rather than income or capital. Yet we find that the sales tax reduces, not just consumption, but the incomes of original factors. The general sales tax is therefore an income tax, albeit a rather haphazard one. Many “right-wing” economists have advocated general sales taxation, as opposed to income taxation, on the grounds that the former taxes consumption but not savings-investment; many “left-wing” economists have opposed sales taxation for the same reason. Both are mistaken; the sales tax is an income tax, though of a more haphazard and uncertain incidence. The major effect of the general sales tax will be that of the income tax—to reduce the consumption and the saving-investment of the taxpayers. In fact, since, as we have seen, the income tax by its nature falls more heavily on savings-investment than on consumption, we reach the paradoxical and important conclusion that a tax on consumption will fall more heavily on savings-investment than on consumption in its ultimate incidence.
Όπου και αν επιπίπτουν οι φόροι, μαραίνουν, παρεμποδίζουν και στρεβλώνουν την παραγωγική δραστηριότητα της αγοράς. Είναι σαφές ότι ένας φόρος στους μισθούς θα στρεβλώσει την κατανομή της εργασιακής προσπάθειας, ένας φόρος στα κέρδη θα παραλύσει τον κινητήριο μηχανισμό κερδών και ζημιών της οικονομίας, ένας φόρος στους τόκους θα τείνει να αναλώσει το κεφάλαιο κ.ο.κ. Μια ευρέως αποδεκτή εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα είναι το δόγμα του Henry George ότι οι ιδιοκτήτες της βασικής γης δεν επιτελούν καμία παραγωγική λειτουργία και ότι, επομένως, το κράτος μπορεί ακίνδυνα να φορολογεί την αξία της ίδιας της γης χωρίς να μειώνει την προσφορά παραγωγικών υπηρεσιών στην αγορά. Αυτή είναι η οικονομική, σε αντιδιαστολή προς την ηθική, θεμελίωση του περίφημου «ενιαίου φόρου». Δυστυχώς, ελάχιστοι οικονομολόγοι έχουν αμφισβητήσει αυτή τη βασική υπόθεση· η πρόταση του ενιαίου φόρου απορρίπτεται γενικά για λόγους καθαρά πρακτικούς —«δεν υπάρχει τρόπος να διακριθεί στην πράξη η αξία της ίδιας της γης από την αξία των βελτιώσεών της»— ή συντηρητικούς —«έχουν επενδυθεί πάρα πολλά στη γη για να απαλλοτριωθούν τώρα οι γαιοκτήμονες».345
Wherever taxes fall, they blight, hamper, and distort the productive activity of the market. Clearly, a tax on wages will distort the allocation of labor effort, a tax on profits will cripple the profit-and-loss motor of the economy, a tax on interest will tend to consume capital, etc. One commonly conceded exception to this rule is the doctrine of Henry George that ground-landowners perform no productive function and that therefore the government may safely tax site value without reducing the supply of productive services on the market. This is the economic, as distinguished from the moral, rationale for the famous “single tax.” Unhappily, very few economists have challenged this basic assumption, the single-tax proposal being generally rejected on grounds purely pragmatic (“there is no way in practice of distinguishing site from improvement value of land”) or conservative (“too much has been invested in land to expropriate the landowners now”).
Και όμως, αυτός ο κεντρικός ισχυρισμός των οπαδών του George είναι εντελώς εσφαλμένος. Ο ιδιοκτήτης της βασικής γης παρέχει μια πολύ σημαντική παραγωγική υπηρεσία. Εντοπίζει εκτάσεις γης, τις θέτει σε χρήση και κατόπιν τις κατανέμει σε εκείνους τους πλειοδότες που μπορούν να τις αξιοποιήσουν με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε όρους αξίας. Δεν πρέπει να μας παραπλανά το γεγονός ότι το φυσικό απόθεμα γης είναι δεδομένο σε κάθε χρονική στιγμή. Στην περίπτωση της γης, όπως και άλλων υλικών αγαθών, δεν πωλείται μόνο το φυσικό αγαθό, αλλά μαζί του ένα ολόκληρο σύνολο υπηρεσιών — μεταξύ των οποίων η υπηρεσία της μεταβίβασης της κυριότητας από τον πωλητή στον αγοραστή και της αποτελεσματικής πραγματοποίησης αυτής της μεταβίβασης. Η βασική γη δεν υπάρχει απλώς· πρέπει να διατίθεται στον χρήστη από τον ιδιοκτήτη — ένας άνθρωπος, φυσικά, μπορεί να επιτελεί και τις δύο λειτουργίες όταν η γη είναι «καθετοποιημένη».346 Ο γαιοκτήμονας αποκομίζει τις υψηλότερες γαιοπροσόδους κατανέμοντας τις εκτάσεις γης στις χρήσεις τους που είναι παραγωγικότερες σε όρους αξίας, δηλαδή σε εκείνες που επιθυμούν περισσότερο οι καταναλωτές. Ειδικότερα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σημασία της τοποθεσίας και την παραγωγική υπηρεσία του ιδιοκτήτη της γης, ο οποίος εξασφαλίζει τις παραγωγικότερες τοποθεσίες για κάθε συγκεκριμένη χρήση.
Yet this central Georgist contention is completely fallacious. The owner of ground land performs a very important productive service. He finds, brings into use, and then allocates, land sites to the most value-productive bidders. We must not be misled by the fact that the physical stock of land is fixed at any given time. In the case of land, as of other material goods, it is not just the physical good that is being sold, but a whole bundle of services along with it—among which is the service of transferring ownership from seller to buyer, and doing so efficiently. Ground land does not simply exist; it must be served to the user by the owner (one man, of course, can perform both functions when the land is “vertically integrated”). The landowner earns the highest ground rents by allocating land sites to their most value-productive uses, i.e., to those uses most desired by consumers. In particular, we must not overlook the importance of location and the productive service of the site-owner in assuring the most productive locations for each particular use.
Η άποψη ότι η θέση εκτάσεων γης σε χρήση και η απόφαση σχετικά με την τοποθεσία τους δεν είναι πραγματικά «παραγωγικές» αποτελεί κατάλοιπο της παλαιάς κλασικής αντίληψης ότι μια υπηρεσία που δεν «δημιουργεί» απτά κάτι υλικό δεν είναι «πραγματικά» παραγωγική.347 Στην πραγματικότητα, αυτή η λειτουργία είναι εξίσου παραγωγική με οποιαδήποτε άλλη και, μάλιστα, ιδιαίτερα ζωτική. Η παρεμπόδιση και η καταστροφή αυτής της λειτουργίας θα κατέστρεφαν την οικονομία της αγοράς.348
The view that bringing sites into use and deciding upon their location is not really “productive” is a vestige from the old classical view that a service which does not tangibly “create” something physical is not “really” productive. Actually, this function is just as productive as any other, and a particularly vital function it is. To hamper and destroy this function would wreck the market economy.
Σε αυτή την κατ’ ανάγκην συνοπτική επισκόπηση των κυριότερων σημείων της θεωρίας της φορολογίας, έχουμε χώρο για μία μόνο ακόμη παρατήρηση: μια κριτική της πολύ διαδεδομένης άποψης ότι, σε μια περίοδο οικονομικής άνθησης, το κράτος πρέπει να αυξάνει τη φορολογία «για να απορροφήσει την υπερβάλλουσα αγοραστική δύναμη» και έτσι να ανακόψει τον πληθωρισμό και να σταθεροποιήσει την οικονομία. Θα εξετάσουμε παρακάτω τα προβλήματα του πληθωρισμού, της σταθεροποίησης και του οικονομικού κύκλου· εδώ ας επισημάνουμε το παράδοξο της υπόθεσης ότι ένας φόρος αποτελεί, κατά κάποιον τρόπο, μικρότερο κοινωνικό κόστος, μικρότερο βάρος, από μια τιμή. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι, σε περίοδο άνθησης, οι κύριοι A, B και C, με τα χρήματα που διαθέτουν, θα δαπανούσαν ένα ορισμένο ποσό για κάποιο εμπόρευμα —ας πούμε πίπες— σε μια ορισμένη τιμή της αγοράς, για παράδειγμα 10 USD ανά πίπα. Το κράτος αποφασίζει ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά ατυχή κατάσταση, ότι η τιμή της αγοράς είναι — σύμφωνα με κάποιο αυθαίρετο, αδημοσιοποίητο κριτήριο— «υπερβολικά υψηλή» και ότι, επομένως, πρέπει να βοηθήσει τους υπηκόους του αφαιρώντας τους τα χρήματα μέσω της φορολογίας και μειώνοντας έτσι τις τιμές. Ας υποθέσουμε, πράγματι, ότι οι A, B και C φορολογούνται αρκετά ώστε η τιμή της πίπας να μειωθεί, ας πούμε, στα 8 USD. Με ποιον συλλογισμό βρίσκονται σε καλύτερη θέση, τώρα που οι φόροι έχουν αυξηθεί ακριβώς κατά το ποσό κατά το οποίο έχουν συρρικνωθεί τα χρηματικά τους διαθέσιμα; Εν ολίγοις, η «φορολογική τιμή» έχει αυξηθεί προκειμένου να μειωθούν οι τιμές άλλων αγαθών. Γιατί μια εκούσια τιμή, την οποία οι αγοραστές καταβάλλουν πρόθυμα και οι πωλητές αποδέχονται, είναι κατά κάποιον τρόπο «κακή» ή επαχθής για τους αγοραστές, ενώ ταυτόχρονα μια «τιμή» που επιβάλλεται καταναγκαστικά στους ίδιους αγοραστές για αμφίβολες κρατικές υπηρεσίες, των οποίων την ανάγκη δεν έχουν καταδείξει, είναι κατά κάποιον τρόπο «καλή»; Γιατί οι υψηλές τιμές είναι επαχθείς και οι υψηλοί φόροι όχι;
In this necessarily hasty overview of the high spots of taxation theory, we have space for only one more comment: a criticism of the very common view that, in a business boom, the government should increase taxation “in order to sop up excess purchasing power,” and thereby halt the inflation and stabilize the economy. We shall discuss the problems of inflation, stabilization, and the business cycle below; here, let us note the oddity of assuming that a tax is somehow less of a social cost, less of a burden, than a price. Thus, suppose, in a boom, that Messrs. A, B, and C, with the money they have on hand, would spend a certain amount on some commodity—say pipes—at a certain market price, e.g., $10 per pipe. The government decides that this is a most unfortunate situation, that the market price is—by some arbitrary, undivulged standard—“too high,” and that therefore it must help its subjects by taxing their money away from them, and thus lowering prices. Suppose, indeed, that A, B, and C are taxed sufficiently to lower the pipe price to, say, $8. By what reasoning are they better off, now that taxes have been increased by precisely the amount that their monetary funds have dwindled? In short, the “tax price” has gone up in order that the prices of other goods may decline. Why is a voluntary price, paid willingly by buyers and accepted by sellers, somehow “bad” or burdensome for the buyers, while at the same time a “price” levied compulsorily on the same buyers for dubious governmental services for which they have not demonstrated a need is somehow “good”? Why are high prices burdensome and high taxes not?
9. Δυαδική παρέμβαση: Οι κρατικές δαπάνες
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. Binary Intervention: Government Expenditures
Α. Η «παραγωγική συμβολή» των κρατικών δαπανών
A. THE “PRODUCTIVE CONTRIBUTION” OF GOVERNMENT SPENDING
Οι κρατικές δαπάνες349 αποτελούν καταναγκαστική μεταφορά πόρων από τους ιδιώτες παραγωγούς προς τις χρήσεις που προτιμούν οι κρατικοί αξιωματούχοι. Συνηθίζεται να ταξινομούνται οι κρατικές δαπάνες σε δύο κατηγορίες: δαπάνες χρησιμοποίησης πόρων και μεταβιβαστικές δαπάνες. Οι δαπάνες χρησιμοποίησης πόρων μετατοπίζουν απροκάλυπτα πόρους από τους ιδιώτες της κοινωνίας προς χρήση από το κράτος: αυτό μπορεί να λάβει τη μορφή πρόσληψης γραφειοκρατών για να εργαστούν στο κράτος —πράγμα που μετατοπίζει άμεσα εργατικούς πόρους— ή αγοράς προϊόντων από επιχειρήσεις. Οι μεταβιβαστικές πληρωμές είναι αμιγείς δαπάνες επιδότησης — όταν το κράτος παίρνει από τον Peter για να πληρώσει τον Paul. Είναι αλήθεια ότι, στη δεύτερη περίπτωση, το κράτος δίνει στον «Paul» χρήματα ώστε να αποφασίσει ο ίδιος την κατανομή τους όπως επιθυμεί, και υπό μία έννοια μπορούμε να αναλύσουμε χωριστά τους δύο τύπους δαπανών. Εδώ όμως οι ομοιότητες είναι μεγαλύτερες από τις διαφορές. Διότι και στις δύο περιπτώσεις αποσπώνται πόροι από ιδιώτες παραγωγούς και μετατοπίζονται προς τις χρήσεις που οι κρατικοί αξιωματούχοι θεωρούν καλύτερες. Στο κάτω κάτω, όταν ένας γραφειοκράτης λαμβάνει τον μισθό του από το κράτος, η πληρωμή αυτή αποτελεί, με την ίδια έννοια, «μεταβιβαστική πληρωμή» από τους φορολογουμένους, και ο γραφειοκράτης είναι επίσης ελεύθερος να αποφασίσει πώς θα κατανείμει περαιτέρω το εισόδημα που έχει στη διάθεσή του. Και στις δύο περιπτώσεις, χρήματα και πόροι μετατοπίζονται από παραγωγούς σε μη παραγωγούς, οι οποίοι τα καταναλώνουν ή τα χρησιμοποιούν με άλλον τρόπο.350
Government expenditures are a coerced transfer of resources from private producers to the uses preferred by government officials. It is customary to classify government spending into two categories: resource-using, and transfer. Resource-using expenditures frankly shift resources from private persons in society to the use of government: this may take the form of hiring bureaucrats to work for government—which shifts labor resources directly—or of buying products from business firms. Transfer payments are pure subsidy spending—when the government takes from Peter to pay Paul. It is true that, in the latter case, the government gives “Paul” money to decide the allocation as he wishes, and in a sense we may analyze the two types of spending separately. But the similarities here are greater than the differences. For, in both cases, resources are seized from private producers and shifted to the uses which government officials think best. After all, when a bureaucrat receives his government salary, this payment is in the same sense a “transfer payment” from the taxpayers, and the bureaucrat is also free to decide how further to allocate the income at his command. In both cases, money and resources are shifted from producers to nonproducers, who consume or otherwise use them.
Αυτός ο τύπος ανάλυσης του κράτους έχει παραμεληθεί, επειδή οι οικονομολόγοι και οι στατιστικολόγοι τείνουν να θεωρούν, μάλλον αβασάνιστα, ότι οι κρατικές δαπάνες αποτελούν μέτρο της παραγωγικής συμβολής του κράτους στην κοινωνία. Στον «ιδιωτικό τομέα» της οικονομίας, η αξία του παραγόμενου προϊόντος εκτιμάται εύλογα με βάση το χρηματικό ποσό που οι καταναλωτές δαπανούν εκουσίως γι’ αυτό το προϊόν. Παραδόξως, από την άλλη πλευρά, το «παραγόμενο προϊόν» του κράτους εκτιμάται όχι με βάση όσα δαπανώνται για το κράτος, αλλά με βάση όσα δαπανά το ίδιο το κράτος! Δεν είναι περίεργο που συχνά προβάλλονται μεγαλόστομοι ισχυρισμοί για τη μοναδική παραγωγική δύναμη των κρατικών δαπανών, όταν και μόνο η αύξηση αυτών των δαπανών αρκεί για να αυξήσει την «παραγωγική συμβολή» του κράτους στην οικονομία.351
This type of analysis of government has been neglected because economists and statisticians tend to assume, rather blithely, that government expenditures are a measure of its productive contribution to society. In the “private sector” of the economy, the value of productive output is sensibly gauged by the amount of money that consumers spend voluntarily on that output. Curiously, on the other hand, the government’s “productive output” is gauged, not by what is spent on government, but by what government itself spends! No wonder that grandiose claims are often made for the unique productive power of government spending, when a mere increase in that spending serves to raise the government’s “productive contribution” to the economy.
Ποια είναι, λοιπόν, η παραγωγική συμβολή του κράτους; Εφόσον η αξία του κράτους δεν αποτιμάται στην αγορά και οι πληρωμές προς αυτό δεν είναι εκούσιες, είναι αδύνατον να εκτιμηθεί. Είναι αδύνατον να γνωρίζουμε πόσα θα καταβάλλονταν στο κράτος αν η καταβολή ήταν αμιγώς εκούσια ή, πράγματι, αν θα υπήρχε καν ένα κεντρικό κράτος σε κάθε γεωγραφική περιοχή. Εφόσον, λοιπόν, το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι η διαδικασία φορολόγησης και δαπανών εκτρέπει εισόδημα και πόρους από τις χρήσεις στις οποίες θα κατευθύνονταν στον «ιδιωτικό τομέα», πρέπει να συμπεράνουμε ότι η παραγωγική συμβολή του κράτους στην οικονομία είναι ακριβώς μηδενική. Επιπλέον, ακόμη και αν προβληθεί η ένσταση ότι οι κρατικές υπηρεσίες έχουν κάποια αξία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι υποπίπτουμε και πάλι στο σφάλμα που υπέδειξε ο Bastiat: δίνουμε έμφαση αποκλειστικά σε ό,τι φαίνεται, παραμελώντας ό,τι δεν φαίνεται. Μπορούμε να δούμε το υδροηλεκτρικό φράγμα του κράτους να λειτουργεί· δεν βλέπουμε όσα θα έκαναν οι ιδιώτες με τα χρήματα —είτε αγοράζοντας καταναλωτικά αγαθά είτε επενδύοντας σε παραγωγικά αγαθά— αλλά εξαναγκάστηκαν να στερηθούν. Πράγματι, εφόσον οι ιδιώτες καταναλωτές θα έκαναν με τα χρήματα κάτι άλλο, κάτι περισσότερο επιθυμητό και, επομένως, από τη δική τους σκοπιά περισσότερο παραγωγικό, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι η απώλεια παραγωγικότητας που προκαλούν η κρατική φορολογία και οι δαπάνες είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε παραγωγικότητα έχει συνεισφέρει το κράτος. Εν ολίγοις, αυστηρά μιλώντας, η παραγωγικότητα του κράτους δεν είναι απλώς μηδενική αλλά αρνητική, διότι έχει επιβάλει στην κοινωνία απώλεια παραγωγικότητας.352
What, then, is the productive contribution of government? Since the value of government is not gauged on the market, and the payments to the government are not voluntary, it is impossible to estimate. It is impossible to know how much would be paid in to the government were it purely voluntary, or indeed, whether one central government in each geographical area would exist at all. Since, then, the only thing we do know is that the tax-and-spend process diverts income and resources from what they would have been doing in the “private sector,” we must conclude that the government’s productive contribution to the economy is precisely zero. Furthermore, even if it be objected that governmental services are worth something, it would have to be noted that we are again suffering from the error pointed out by Bastiat: a sole emphasis on what is seen, to the neglect of what is not seen. We may see the government’s hydroelectric dam in operation; we do not see the things that private individuals would have done with the money—whether buying consumers’ goods or investing in producers’ goods—but which they were compelled to forgo. In fact, since private consumers would have done something else, something more desired, and therefore from their point of view more productive, with the money, we can be sure that the loss in productivity incurred by the government’s tax and spending is greater than whatever productivity it has contributed. In short, strictly, the government’s productivity is not simply zero, but negative, for it has imposed a loss in productivity upon society.
Οι κρατικές δαπάνες συχνά χαρακτηρίζονται «επένδυση» που δημιουργεί «κεφάλαιο». Και τα τελευταία χρόνια έχουμε ακούσει πολλά για τα σοβιετικά και άλλα πολυετή σχέδια που επιδίδονται πυρετωδώς στη δημιουργία «κεφαλαίου» μέσω κρατικής δράσης. Ωστόσο, δεν είναι θεμιτή η χρήση του όρου «κεφάλαιο» για τις κρατικές δαπάνες. Κεφάλαιο είναι η ιδιότητα που έχουν τα παραγωγικά αγαθά κατά την πορεία τους προς την τελική κατανάλωση. Σε οποιαδήποτε οικονομία καταμερισμού της εργασίας, ο επενδυτής δεν κατασκευάζει κεφαλαιουχικά αγαθά ως αυτοσκοπό, αλλά για να τα χρησιμοποιήσει στην παραγωγή αγαθών κατώτερης τάξης και, τελικά, καταναλωτικών αγαθών. Εν ολίγοις, χαρακτηριστικό μιας επενδυτικής δαπάνης είναι ότι το εν λόγω αγαθό δεν χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση των αναγκών του επενδυτή, αλλά κάποιου άλλου — του καταναλωτή. Όταν όμως το κράτος δημεύει πόρους από την ιδιωτική οικονομία της αγοράς, αψηφά ακριβώς τις επιθυμίες των καταναλωτών· όταν επενδύει σε οποιοδήποτε αγαθό, το πράττει για να εξυπηρετήσει τις ιδιοτροπίες των κρατικών αξιωματούχων, όχι τις επιθυμίες των καταναλωτών. Επομένως, καμία κρατική δαπάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί γνήσια «επένδυση» και κανένα περιουσιακό στοιχείο που ανήκει στο κράτος δεν μπορεί να θεωρηθεί κεφάλαιο. Οι κρατικές δαπάνες μπορούν να διαιρεθούν σε δύο μέρη: καταναλωτικές δαπάνες κρατικών αξιωματούχων, δικαιούχων κρατικών επιδοτήσεων και άλλων μη παραγωγικών αποδεκτών· και δαπάνες σπατάλης, στις οποίες οι κρατικοί αξιωματούχοι πιστεύουν πραγματικά ότι «επενδύουν» σε «κεφάλαιο». Αυτές οι δαπάνες σπατάλης δημιουργούν περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν σπατάλη.353 Η κατανάλωση των προνομιούχων του κράτους ανήκει, φυσικά, σε διαφορετική κατηγορία από την ιδιωτική κατανάλωση, καθώς πραγματοποιείται αναγκαστικά εις βάρος της ιδιωτικής κατανάλωσης των παραγωγών. Μπορούμε, επομένως, να ονομάσουμε την πρώτη «αντιπαραγωγική κατανάλωση».354
Government expenditure is often referred to as “investment” resulting in “capital.” And we have heard much in recent years about Soviet and other multi-Year Plans busily engaged in building up “capital” by government action. Yet it is illegitimate to use the term “capital” for government expenditures. Capital is the status of productive goods along the path to eventual consumption. In any sort of division-of-labor economy, capital goods are built, not for their own sake by the investor, but in order to use them to produce lower-order and eventually consumers’ goods. In short, a characteristic of an investment expenditure is that the good in question is not being used to fulfill the needs of the investor, but of someone else—the consumer. Yet, when government confiscates resources from the private market economy, it is precisely defying the wishes of the consumers; when government invests in any good, it does so to serve the whims of government officials, not the desires of consumers. Therefore, no government expenditures can be considered genuine “investment,” and no government-owned assets can be considered capital. Government expenditures are divisible into two parts: consumption expenditures by government officials, beneficiaries of government subsidies, and other nonproductive recipients; and waste expenditures, where government officials really believe that they are “investing” in “capital.” These waste expenditures result in waste assets. The consumption of the governmentally privileged is, of course, in a different category from private consumption, since it is necessarily at the expense of the private consumption of producers. We may therefore call the former “antiproductive consumption.”
Ας εμβαθύνουμε λίγο περισσότερο στην τυπολογία των κρατικών δαπανών. Οι μεταβιβαστικές δαπάνες ή επιδοτήσεις στρεβλώνουν την αγορά επιβαρύνοντας καταναγκαστικά τους αποδοτικούς προς όφελος των μη αποδοτικών. (Και αυτό συμβαίνει ακόμη και αν η επιχείρηση ή το άτομο είναι αποδοτικό χωρίς επιδότηση, διότι τότε οι δραστηριότητές του ενθαρρύνονται πέρα από το οικονομικά άριστο σημείο τους.) Οι επιδοτήσεις παρατείνουν τη ζωή των μη αποδοτικών επιχειρήσεων και εμποδίζουν την ευελιξία της αγοράς να ικανοποιήσει πλήρως τις ανάγκες των καταναλωτών. Όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση των κρατικών επιδοτήσεων, τόσο περισσότερο εμποδίζεται η λειτουργία της αγοράς, τόσο περισσότεροι πόροι καθηλώνονται σε μη αποδοτικές χρήσεις και τόσο χαμηλότερο θα είναι το βιοτικό επίπεδο όλων. Επιπλέον, όσο περισσότερο παρεμβαίνει και επιδοτεί το κράτος, τόσο περισσότερο θα δημιουργούνται συγκρούσεις μεταξύ καστών στην κοινωνία, διότι τα άτομα και οι ομάδες θα ωφελούνται μόνο εις βάρος αλλήλων. Όσο περισσότερο επεκτείνεται η διαδικασία φορολόγησης και επιδοτήσεων, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα παρακινούνται να εγκαταλείψουν την παραγωγή και να ενταχθούν στη στρατιά εκείνων που ζουν μέσω καταναγκασμού εις βάρος της παραγωγής. Η παραγωγή και το βιοτικό επίπεδο θα υποχωρούν προοδευτικά, καθώς η ανθρώπινη ενεργητικότητα θα εκτρέπεται από την παραγωγή προς την πολιτική και καθώς το κράτος θα φορτώνει σε μια συρρικνούμενη παραγωγική βάση το αυξανόμενο και ολοένα δυσανάλογο βάρος εκείνων που απολαμβάνουν κρατικά προνόμια. Η διαδικασία αυτή θα επιταχύνεται ακόμη περισσότερο, επειδή εκείνοι που επιτυγχάνουν σε οποιαδήποτε δραστηριότητα θα τείνουν πάντοτε να είναι όσοι την εκτελούν καλύτερα. Εκείνοι, επομένως, που ευημερούν ιδιαίτερα στην ελεύθερη αγορά θα είναι οι πιο ικανοί στην παραγωγή και στην εξυπηρέτηση των συνανθρώπων τους· εκείνοι, από την άλλη πλευρά, που επιτυγχάνουν στον πολιτικό αγώνα για επιδοτήσεις θα είναι οι πιο ικανοί στην άσκηση καταναγκασμού ή στην εξασφάλιση της εύνοιας εκείνων που τον ασκούν. Κατά κανόνα, διαφορετικοί άνθρωποι θα ανήκουν στις διαφορετικές κατηγορίες των επιτυχημένων, σύμφωνα με την καθολική εξειδίκευση των δεξιοτήτων. Επιπλέον, για εκείνους που είναι ικανοί και στα δύο, το σύστημα φορολόγησης και επιδοτήσεων θα ενθαρρύνει και θα προάγει τις αρπακτικές τους δεξιότητες και θα επιβαρύνει τις παραγωγικές.
Let us delve a little further into the typology of government spending. Transfer spending or subsidies distort the market by coercively penalizing the efficient for the benefit of the inefficient. (And it does so even if the firm or individual is efficient without a subsidy, for its activities are then being encouraged beyond their most economic point.) Subsidies prolong the life of inefficient firms and prevent the flexibility of the market from fully satisfying consumer wants. The greater the extent of government subsidy, the more the market is prevented from working, the more resources are frozen in inefficient ways, and the lower will be the standard of living of everyone. Furthermore, the more government intervenes and subsidizes, the more caste conflict will be created in society, for individuals and groups will benefit only at one another’s expense. The more widespread the tax-and-subsidy process, the more people will be induced to abandon production and join the army of those who live coercively off production. Production and living standards will be progressively lowered as energy is diverted from production to politics and as government saddles a dwindling base of production with a growing and more top-heavy burden of the State-privileged. This process will be all the more accelerated because those who succeed in any activity will invariably tend to be those who are best at performing it. Those who particularly flourish on the free market, therefore, will be those most adept at production and at serving their fellow men; those who succeed in the political struggle for subsidies, on the other hand, will be those most adept at wielding coercion or at winning favors from wielders of coercion. Generally, different people will be in the different categories of the successful, in accordance with the universal specialization of skills. Furthermore, for those who are skillful at both, the tax-and-subsidy system will encourage and promote their predatory skills and penalize their productive ones.
Ένα συνηθισμένο παράδειγμα άμεσης μεταβιβαστικής επιδότησης είναι η κρατική αρωγή προς τους απόρους. Η κρατική αρωγή προς τους απόρους αποτελεί σαφώς επιδότηση της φτώχειας, διότι οι άνθρωποι δικαιούνται πλέον αυτομάτως χρήματα από το κράτος λόγω της φτώχειας τους. Επομένως, μειώνεται η οριακή αρνητική χρησιμότητα που απορρέει από τη στέρηση εισοδήματος χάριν του ελεύθερου χρόνου, και η αργία και η φτώχεια τείνουν να αυξάνονται περαιτέρω, πράγμα που με τη σειρά του αυξάνει το ποσό της επιδότησης που πρέπει να αποσπαστεί από τους φορολογουμένους. Έτσι, ένα σύστημα επιδότησης της φτώχειας διά νόμου τείνει να προκαλεί περισσότερη από την ίδια τη φτώχεια που υποτίθεται ότι ανακουφίζει. Όταν, όπως συμβαίνει συνήθως, το ποσό της επιδότησης εξαρτάται άμεσα από τον αριθμό των παιδιών του απόρου, δημιουργείται ένα πρόσθετο κίνητρο να αποκτήσει περισσότερα παιδιά από όσα θα αποκτούσε διαφορετικά και, έτσι, να πολλαπλασιάσει ακόμη περισσότερο τον αριθμό των απόρων — και μάλιστα απόρων ακόμη περισσότερο εξαρτημένων.355 Η ειλικρίνεια της επιθυμίας του κράτους να προαγάγει τη φιλανθρωπία προς τους φτωχούς μπορεί να κριθεί από δύο διαρκείς κρατικές εκστρατείες: την καταστολή των «φιλανθρωπικών κομπίνων» και την εκδίωξη των μεμονωμένων ζητιάνων από τους δρόμους, επειδή «το κράτος μεριμνά επαρκώς γι’ αυτούς».356 Το αποτέλεσμα και των δύο μέτρων είναι να παρακωλύονται οι εκούσιες ατομικές φιλανθρωπικές δωρεές και να εξαναγκάζεται το κοινό να διοχετεύει τις προσφορές του μέσω διαύλων που εγκρίνονται από τον κρατικό μηχανισμό και συνδέονται με αυτόν.
A common example of direct transfer subsidy is governmental poor relief. State poor relief is clearly a subsidization of poverty, for men are now automatically entitled to money from the State because of their poverty. Hence, the marginal disutility of income forgone from leisure diminishes, and idleness and poverty tend to increase further, which in turn increases the amount of subsidy that must be extracted from the taxpayers. Thus, a system of legally subsidized poverty tends to call forth more of the very poverty that is supposedly being alleviated. When, as is generally the case, the amount of subsidy depends directly on the number of children possessed by the pauper, there is a further incentive for the pauper to breed more children than otherwise and thereby multiply the number of paupers—and even more dependent paupers—still further. The sincerity of the State’s desire to promote charity towards the poor may be gauged by two perennial drives of government: to suppress “charity rackets” and to drive individual beggars off the streets because the “government makes plenty of provision for them.” The effect of both measures is to cripple voluntary individual gifts of charity and to force the public to route its giving into the channels approved by, and tied in with, government officialdom.
Ομοίως, η κρατική αρωγή προς τους ανέργους, η οποία συχνά θεωρείται ότι συμβάλλει στην αντιμετώπιση της ανεργίας, έχει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: επιδοτεί και εντείνει την ανεργία. Είδαμε ότι η ανεργία προκύπτει όταν οι εργαζόμενοι ή τα συνδικάτα ορίζουν έναν κατώτατο μισθό υψηλότερο από εκείνον που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν στην ανεμπόδιστη αγορά. Η βοήθεια που χρηματοδοτείται από τη φορολογία τούς επιτρέπει να διατηρούν αυτό το μη ρεαλιστικό κατώτατο όριο και, επομένως, παρατείνει την περίοδο ανεργίας και επιδεινώνει το πρόβλημα.
Similarly, governmental unemployment relief, often supposed to help in curing unemployment, has the precisely reverse effect: it subsidizes and intensifies unemployment. We have seen that unemployment arises when laborers or unions set a minimum wage above what they could obtain on the unhampered market. Tax aid helps them to keep this unrealistic minimum and hence prolongs the period of unemployment and aggravates the problem.
Ας επιστρέψουμε τώρα στις δραστηριότητες χρησιμοποίησης πόρων από το κράτος, στις οποίες το κράτος διατείνεται ότι παρέχει κάποιου είδους υπηρεσία στο κοινό. Η κρατική «υπηρεσία» μπορεί είτε να παρέχεται δωρεάν είτε να πωλείται στους χρήστες έναντι τιμήματος. Οι «δωρεάν» υπηρεσίες είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικές του κράτους. Ως παραδείγματα έρχονται στον νου η αστυνομική και στρατιωτική προστασία, η πυρόσβεση, η εκπαίδευση, τα πάρκα και ορισμένες υπηρεσίες ύδρευσης. Το πρώτο σημείο που πρέπει να επισημανθεί, φυσικά, είναι ότι αυτές οι υπηρεσίες δεν είναι και δεν μπορούν να είναι πραγματικά δωρεάν. Ένα ελεύθερο αγαθό, όπως είδαμε στην αρχή αυτού του βιβλίου, δεν θα ήταν αγαθό και, επομένως, ούτε αντικείμενο ανθρώπινης δράσης· απλώς θα υπήρχε σε υπεραφθονία για όλους. Αν ένα αγαθό δεν υπάρχει σε αφθονία για όλους, τότε ο πόρος είναι σπάνιος και η παροχή του κοστίζει στην κοινωνία άλλα αγαθά που θυσιάζονται. Επομένως, δεν μπορεί να είναι δωρεάν. Οι πόροι που απαιτούνται για την παροχή της δωρεάν κρατικής υπηρεσίας αποσπώνται από την υπόλοιπη παραγωγή. Η πληρωμή, ωστόσο, δεν πραγματοποιείται από τους χρήστες με βάση τις εκούσιες αγορές τους, αλλά μέσω καταναγκαστικής εισφοράς που επιβάλλεται στους φορολογουμένους. Δημιουργείται έτσι ένας θεμελιώδης διαχωρισμός μεταξύ πληρωμής και λήψης της υπηρεσίας. Ο διαχωρισμός αυτός είναι σύμφυτος με όλες τις κρατικές δραστηριότητες.
Let us now return to the resource-using activities of government, where the State professes to be providing a service of some sort to the public. Government “service” may be either furnished free or sold at a price to users. “Free” services are particularly characteristic of government. Police and military protection, firefighting, education, parks, some water supply come to mind as examples. The first point to note, of course, is that these services are not and cannot be truly free. A free good, as we saw early in this book, would not be a good and hence not an object of human action; it would simply exist in superabundance for all. If a good does not exist aplenty for all, then the resource is scarce, and supplying it costs society other goods forgone. Hence it cannot be free. The resources needed to supply the free governmental service are extracted from the rest of production. Payment is made, however, not by users on the basis of their voluntary purchases, but by a coerced levy on the taxpayers. A basic split is thus effected between payment and receipt of service. This split is inherent in all government operations.
Από αυτόν τον διαχωρισμό, καθώς και από τη «δωρεάν» υπηρεσία, απορρέουν πολλές σοβαρές συνέπειες. Όπως σε κάθε περίπτωση κατά την οποία η τιμή είναι χαμηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς, υποκινείται μια τεράστια και υπέρμετρη ζήτηση για το αγαθό, πολύ μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη προσφορά της υπηρεσίας. Κατά συνέπεια, θα υπάρχουν πάντοτε «ελλείψεις» του δωρεάν αγαθού, συνεχείς διαμαρτυρίες για ανεπάρκεια, συνωστισμό κ.λπ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι αδιάκοπες διαμαρτυρίες για ανεπαρκή αστυνομική κάλυψη, ιδίως σε περιοχές που μαστίζονται από εγκληματικότητα, για ελλείψεις εκπαιδευτικών και σχολείων στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα, για κυκλοφοριακή συμφόρηση στους κρατικούς δρόμους και αυτοκινητοδρόμους κ.λπ. Σε κανέναν τομέα της ελεύθερης αγοράς δεν υπάρχουν τέτοιες χρόνιες διαμαρτυρίες για ελλείψεις, ανεπάρκειες και υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας. Σε όλους τους τομείς της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας, οι επιχειρήσεις προσπαθούν να δελεάσουν και να πείσουν τους καταναλωτές να αγοράσουν περισσότερο από το προϊόν τους. Όπου, αντιθέτως, το κράτος έχει την ιδιοκτησία και τη διαχείριση, απευθύνονται πάντοτε εκκλήσεις στους καταναλωτές για υπομονή και θυσίες, ενώ τα προβλήματα ελλείψεων και ανεπαρκειών αφθονούν διαρκώς. Είναι αμφίβολο αν οποιαδήποτε ιδιωτική επιχείρηση θα έκανε ποτέ ό,τι έχουν κάνει οι αρχές της Νέας Υόρκης και άλλες κρατικές αρχές: να προτρέπουν τους καταναλωτές να χρησιμοποιούν λιγότερο νερό. Χαρακτηριστικό επίσης της κρατικής λειτουργίας είναι ότι, όταν προκύπτει έλλειψη νερού, υπεύθυνοι για την έλλειψη θεωρούνται οι καταναλωτές και όχι οι κρατικοί «επιχειρηματίες». Η πίεση ασκείται στους καταναλωτές να κάνουν θυσίες και να χρησιμοποιούν λιγότερο, ενώ στην ιδιωτική οικονομία η —ευπρόσδεκτη — πίεση ασκείται στους επιχειρηματίες να προσφέρουν περισσότερο.357
Many grave consequences follow from the split and from the “free” service as well. As in all cases where price is below the free-market price, an enormous and excessive demand is stimulated for the good, far beyond the supply of service available. Consequently, there will always be “shortages” of the free good, constant complaints of insufficiency, overcrowding, etc. An illustration is the perpetual complaints about police insufficiency, particularly in crime-ridden districts, about teacher and school shortages in the public school system, about traffic jams on government-owned streets and highways, etc. In no area of the free market are there such chronic complaints about shortages, insufficiencies, and low quality service. In all areas of private enterprise, firms try to coax and persuade consumers to buy more of their product. Where government owns and operates, on the other hand, there are invariably calls on consumers for patience and sacrifice, and problems of shortages and deficiencies continually abound. It is doubtful if any private enterprise would ever do what the New York City and other governments have done: exhort consumers to use less water. It is also characteristic of government operation that when a water shortage develops, it is the consumers and not the government “enterprisers” who are blamed for the shortage. The pressure is on consumers to sacrifice, and to use less, while in private industry the (welcome) pressure is on entrepreneurs to supply more.
Οι γνωστές αναποτελεσματικότητες της κρατικής λειτουργίας δεν είναι τυχαία εμπειρικά φαινόμενα, τα οποία ίσως οφείλονται στην απουσία παράδοσης δημόσιας διοίκησης. Είναι σύμφυτες με κάθε κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα, και η υπέρμετρη ζήτηση που υποθάλπεται από τις δωρεάν και τις άλλες υποτιμολογημένες υπηρεσίες είναι ένας μόνο από τους πολλούς λόγους αυτής της κατάστασης.
The well-known inefficiencies of government operation are not empirical accidents, resulting perhaps from the lack of a civil service tradition. They are inherent in all government enterprise, and the excessive demand fomented by free and other underpriced services is just one of the many reasons for this condition.
Η δωρεάν παροχή δεν επιδοτεί απλώς τους χρήστες εις βάρος των φορολογουμένων που δεν χρησιμοποιούν την υπηρεσία· προκαλεί επίσης εσφαλμένη κατανομή των πόρων, καθώς δεν παρέχει την υπηρεσία εκεί όπου είναι περισσότερο αναγκαία. Το ίδιο ισχύει, σε μικρότερο βαθμό, οπουδήποτε η τιμή είναι χαμηλότερη από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Στην ελεύθερη αγορά, οι καταναλωτές μπορούν να υπαγορεύουν τη διαμόρφωση των τιμών και, έτσι, να εξασφαλίζουν την καλύτερη κατανομή των παραγωγικών πόρων για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Σε μια κρατική επιχείρηση αυτό δεν μπορεί να γίνει. Ας πάρουμε και πάλι την περίπτωση της δωρεάν υπηρεσίας. Εφόσον δεν υπάρχει τιμολόγηση και, επομένως, ούτε αποκλεισμός των υποοριακών χρήσεων, δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο το κράτος, ακόμη και αν το επιθυμούσε, θα μπορούσε να κατανείμει τις υπηρεσίες του στις σημαντικότερες χρήσεις τους και στους αγοραστές που τις επιθυμούν εντονότερα. Όλοι οι αγοραστές, όλες οι χρήσεις, διατηρούνται τεχνητά στο ίδιο επίπεδο. Ως αποτέλεσμα, οι σημαντικότερες χρήσεις θα παραμελούνται. Το κράτος αντιμετωπίζει ανυπέρβλητα προβλήματα κατανομής, τα οποία δεν μπορεί να επιλύσει ούτε κατά τρόπο που να ικανοποιεί το ίδιο. Έτσι, το κράτος θα βρεθεί αντιμέτωπο με το εξής πρόβλημα: πρέπει να κατασκευάσουμε έναν δρόμο στην τοποθεσία A ή στην τοποθεσία B; Δεν υπάρχει κανένας απολύτως ορθολογικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να λάβει αυτή την απόφαση. Δεν μπορεί να εξυπηρετήσει με τον καλύτερο τρόπο τους ιδιώτες καταναλωτές του δρόμου. Μπορεί να αποφασίσει μόνο σύμφωνα με την ιδιοτροπία του κρατικού αξιωματούχου που ασκεί την εξουσία, δηλαδή μόνο αν την «κατανάλωση» την πραγματοποιούν οι κρατικοί αξιωματούχοι και όχι το κοινό.358 Αν το κράτος επιθυμεί να πράξει ό,τι είναι καλύτερο για το κοινό, αντιμετωπίζει ένα αδύνατο εγχείρημα.
Free supply not only subsidizes the users at the expense of nonusing taxpayers; it also misallocates resources by failing to supply the service where it is most needed. The same is true, to a lesser extent, wherever the price is under the free-market price. On the free market, consumers can dictate the pricing and thereby assure the best allocation of productive resources to supply their wants. In a government enterprise, this cannot be done. Let us take again the case of the free service. Since there is no pricing, and therefore no exclusion of submarginal uses, there is no way that the government, even if it wanted to, could allocate its services to their most important uses and to the most eager buyers. All buyers, all uses, are artificially kept on the same plane. As a result, the most important uses will be slighted. The government is faced with insuperable allocation problems, which it cannot solve even to its own satisfaction. Thus, the government will be confronted with the problem: Should we build a road in place A or place B? There is no rational way whatever by which it can make this decision. It cannot aid the private consumers of the road in the best way. It can decide only according to the whim of the ruling government official, i.e., only if the government officials do the “consuming,” and not the public. If the government wishes to do what is best for the public, it is faced with an impossible task.
Δ. Η πλάνη της λειτουργίας του κράτους σε «επιχειρηματική βάση»
D. THE FALLACY OF GOVERNMENT ON A “BUSINESS BASIS”
Το κράτος μπορεί είτε να επιδοτεί σκόπιμα παρέχοντας δωρεάν μια υπηρεσία είτε να προσπαθεί ειλικρινά να βρει την πραγματική τιμή της αγοράς, δηλαδή να «λειτουργεί σε επιχειρηματική βάση». Το δεύτερο αποτελεί συχνά το αίτημα των συντηρητικών: να τεθεί η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα σε επιχειρηματική βάση, να εξαλειφθούν τα ελλείμματα κ.λπ. Σχεδόν πάντοτε αυτό σημαίνει αύξηση της τιμής. Είναι όμως ορθολογική λύση; Συχνά υποστηρίζεται ότι μια μεμονωμένη κρατική επιχείρηση, η οποία λειτουργεί μέσα στη σφαίρα μιας ιδιωτικής αγοράς και αγοράζει πόρους από αυτήν, μπορεί να τιμολογεί τις υπηρεσίες της και να κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους της. Αυτό, ωστόσο, είναι εσφαλμένο. Υπάρχει ένα θεμελιώδες ελάττωμα που διαπερνά κάθε νοητό σχήμα κρατικής επιχείρησης και την εμποδίζει αναπόδραστα να τιμολογεί ορθολογικά και να κατανέμει αποτελεσματικά τους πόρους. Εξαιτίας αυτού του ελαττώματος, η κρατική επιχείρηση δεν μπορεί ποτέ να λειτουργήσει σε «επιχειρηματική» βάση, όσο ένθερμες και αν είναι οι προθέσεις του κράτους.
Government may either subsidize deliberately by giving a service away free, or it may genuinely try to find the true market price, i.e., to “operate on a business basis.” The latter is often the cry raised by conservatives—that government enterprise be placed on a business footing, that deficits be ended, etc. Almost always this means raising the price. Is this a rational solution, however? It is often stated that a single government enterprise, operating within the sphere of a private market and buying resources from it, can price its services and allocate its resources efficiently. This, however, is incorrect. There is a fatal flaw that permeates every conceivable scheme of government enterprise and ineluctably prevents it from rational pricing and efficient allocation of resources. Because of this flaw, government enterprise can never be operated on a “business” basis, no matter how ardent a government’s intentions.
Ποιο είναι αυτό το θεμελιώδες ελάττωμα; Είναι το γεγονός ότι το κράτος μπορεί να αποκτά ουσιαστικά απεριόριστους πόρους μέσω της καταναγκαστικής φορολογικής εξουσίας του — με μόνο όριο, δηλαδή, το σύνολο των πόρων της κοινωνίας. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις πρέπει να εξασφαλίζουν τα κεφάλαιά τους από ιδιώτες επενδυτές. Αυτή η κατανομή κεφαλαίων από τους επενδυτές, η οποία βασίζεται στη χρονική προτίμηση και στην προνοητικότητα, «κατανέμει με φειδώ» κεφάλαια και πόρους στις πιο επικερδείς και, επομένως, πιο ωφέλιμες χρήσεις. Οι ιδιωτικές επιχειρήσεις μπορούν να αποκτούν κεφάλαια μόνο από καταναλωτές και επενδυτές· με άλλα λόγια, μπορούν να αποκτούν κεφάλαια μόνο από ανθρώπους που εκτιμούν και αγοράζουν τις υπηρεσίες τους και από αποταμιευτές που είναι πρόθυμοι να διακινδυνεύσουν επενδύοντας τα αποταμιευμένα κεφάλαιά τους με την προσδοκία κέρδους. Εν ολίγοις, επαναλαμβάνουμε, η πληρωμή και η υπηρεσία είναι άρρηκτα συνδεδεμένες στην αγορά. Το κράτος όμως, από την άλλη πλευρά, μπορεί να αποκτά όσα χρήματα επιθυμεί. Η ελεύθερη αγορά παρέχει, επομένως, έναν «μηχανισμό», τον οποίο έχουμε αναλύσει λεπτομερώς, για την κατανομή κεφαλαίων μεταξύ μελλοντικής και παρούσας κατανάλωσης, για την κατεύθυνση των πόρων στις χρήσεις που είναι παραγωγικότερες σε όρους αξίας για όλους τους ανθρώπους. Παρέχει έτσι στους επιχειρηματίες ένα μέσο για να κατανέμουν τους πόρους και να τιμολογούν τις υπηρεσίες κατά τρόπο που εξασφαλίζει την άριστη χρήση τους. Το κράτος, ωστόσο, δεν υπόκειται σε κανένα τέτοιο χαλινάρι, δηλαδή δεν υποχρεούται να ανταποκριθεί στη δοκιμασία του κέρδους και της ζημίας ή της παροχής υπηρεσιών που εκτιμούν οι καταναλωτές, προκειμένου να εξασφαλίσει κεφάλαια. Η ιδιωτική επιχείρηση μπορεί να αντλεί κεφάλαια μόνο από ικανοποιημένους πελάτες που εκτιμούν τις υπηρεσίες της και από επενδυτές που καθοδηγούνται από τα τρέχοντα και τα αναμενόμενα μελλοντικά κέρδη και ζημίες. Το κράτος αποκτά περισσότερα κεφάλαια κατά το δοκούν.
What is this fatal flaw? It is the fact that government can obtain virtually unlimited resources by means of the coercive tax power (i.e., limited only by the total resources of society). Private businesses must obtain their funds from private investors. This allocation of funds by investors, based on time preference and foresight, “rations” funds and resources to the most profitable and therefore the most serviceable uses. Private firms can get funds only from consumers and investors; they can get funds, in other words, only from people who value and buy their services and from savers who are willing to risk investment of their saved funds in anticipation of profit. In short, payment and service are, we repeat, indissolubly linked on the market. But government, on the other hand, can get as much money as it likes. The free market therefore provides a “mechanism,” which we have analyzed in detail, for allocating funds for future and present consumption, for directing resources to their most value-productive uses for all the people. It thereby provides a means for businessmen to allocate resources and to price services to insure optimum use. Government, however, has no checkrein on itself, i.e., no requirement of meeting a test of profit-and-loss or valued service to consumers, to permit it to obtain funds. Private enterprise can get funds only from satisfied, valuing customers and from investors guided by present and expected future profits and losses. Government gets more funds at its own whim.
Με την κατάργηση αυτού του χαλιναριού καταργείται και κάθε δυνατότητα του κράτους να κατανέμει ορθολογικά τους πόρους. Πώς μπορεί να γνωρίζει αν πρέπει να κατασκευάσει τον δρόμο A ή τον δρόμο B, αν πρέπει να «επενδύσει» σε έναν δρόμο ή σε ένα σχολείο — και, εντέλει, πόσα πρέπει να δαπανήσει για το σύνολο των δραστηριοτήτων του; Δεν υπάρχει κανένας ορθολογικός τρόπος με τον οποίο μπορεί να κατανείμει κεφάλαια ή ακόμη και να αποφασίσει πόσα πρέπει να έχει στη διάθεσή του. Όταν υπάρχει έλλειψη εκπαιδευτικών ή σχολικών αιθουσών ή αστυνομικών ή δρόμων, το κράτος και οι υποστηρικτές του έχουν μία μόνο απάντηση: περισσότερα χρήματα. Οι άνθρωποι πρέπει να παραχωρήσουν περισσότερα από τα χρήματά τους στο κράτος. Γιατί δεν δίνεται ποτέ αυτού του είδους η απάντηση στην ελεύθερη αγορά; Ο λόγος είναι ότι τα χρήματα πρέπει πάντοτε να αποσπώνται από κάποια άλλη χρήση στην κατανάλωση ή στην επένδυση — και αυτή η απόσπαση πρέπει να δικαιολογείται. Στην αγορά, η δικαιολόγηση παρέχεται από τη δοκιμασία του κέρδους και της ζημίας — την ένδειξη ότι ικανοποιούνται οι πιο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Αν μια επιχείρηση ή ένα προϊόν αποφέρει υψηλά κέρδη στους ιδιοκτήτες του και τα κέρδη αυτά αναμένεται να συνεχιστούν, θα εισρεύσουν περισσότερα χρήματα· αν όχι, και σημειώνονται ζημίες, τα χρήματα θα εξέλθουν από τον κλάδο. Η δοκιμασία του κέρδους και της ζημίας χρησιμεύει ως ο κρίσιμος οδηγός για την κατεύθυνση της ροής των παραγωγικών πόρων. Κανένας τέτοιος οδηγός δεν υπάρχει για το κράτος, το οποίο, επομένως, δεν διαθέτει κανέναν ορθολογικό τρόπο να αποφασίσει πόσα χρήματα θα δαπανήσει συνολικά ή σε κάθε συγκεκριμένο τομέα. Όσο περισσότερα χρήματα δαπανά, τόσο περισσότερες υπηρεσίες μπορεί, φυσικά, να παρέχει — πού όμως πρέπει να σταματήσει;359
With the checkrein gone, gone also is any opportunity for government to allocate resources rationally. How can it know whether to build road A or road B, whether to “invest” in a road or a school—in fact, how much to spend for all of its activities? There is no rational way that it can allocate funds or even decide how much to have. When there is a shortage of teachers or schoolrooms or police or streets, the government and its supporters have only one answer: more money. The people must relinquish more of their money to the government. Why is this type of answer never offered on the free market? The reason is that money must always be withdrawn from some other use in consumption or investment—and this withdrawal must be justified. On the market, justification is provided by the test of profit and loss—the indication that the most urgent wants of the consumers are being satisfied. If an enterprise or product is earning high profits for its owners, and these profits are expected to continue, more money will be forthcoming; if not, and losses are being incurred, money will flow out of the industry. The profit-and-loss test serves as the critical guide for directing the flow of productive resources. No such guide exists for government, which therefore has no rational way to decide how much money to spend in total or in each specific line. The more money it spends, the more service, of course, it can supply—but where to stop?
Οι υπέρμαχοι της κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας μπορεί να αντιτείνουν ότι το κράτος θα πρέπει απλώς να δώσει εντολή στην υπηρεσία του να ενεργεί σαν να ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση και να συγκροτηθεί κατά τον ίδιο τρόπο με μια ιδιωτική επιχείρηση. Υπάρχουν δύο βασικά ελαττώματα σε αυτή τη θεωρία:
- 1. Είναι αδύνατον να παίζει κανείς τον επιχειρηματία. Η επιχειρηματική δραστηριότητα σημαίνει ότι διακινδυνεύει κανείς τα δικά του χρήματα επενδύοντάς τα. Τα γραφειοκρατικά διοικητικά στελέχη και οι πολιτικοί δεν έχουν πραγματικό κίνητρο να αναπτύξουν επιχειρηματικές δεξιότητες, να προσαρμοστούν πραγματικά στις απαιτήσεις των καταναλωτών. Δεν διακινδυνεύουν να χάσουν τα χρήματά τους στην επιχείρηση.
- 2. Πέρα από το ζήτημα των κινήτρων, ακόμη και τα πιο πρόθυμα διοικητικά στελέχη δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν επιχειρηματικά. Διότι, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η δραστηριότητα μετά την ίδρυσή της, η αρχική σύσταση της επιχείρησης γίνεται με κρατικά χρήματα και, επομένως, μέσω καταναγκαστικής εισφοράς. Ένα καταλυτικό στοιχείο αυθαιρεσίας έχει «ενσωματωθεί» στον ίδιο τον ζωτικό πυρήνα της επιχείρησης. Επιπλέον, οι μελλοντικές αποφάσεις για δαπάνες θα λαμβάνονται με βάση κεφάλαια που προέρχονται από φόρους και, επομένως, θα υπόκεινται στο ίδιο ελάττωμα. Η ευκολία εξασφάλισης χρημάτων θα στρεβλώνει εγγενώς τη λειτουργία της κρατικής επιχείρησης. Ας υποθέσουμε, επιπλέον, ότι το κράτος «επενδύει» σε μια επιχείρηση E. Είτε η ελεύθερη αγορά, αν αφηνόταν ανεμπόδιστη, θα επένδυε και αυτή στην ίδια ακριβώς επιχείρηση είτε όχι. Αν θα επένδυε, τότε η οικονομία υφίσταται, τουλάχιστον, την απώλεια της «λείας» που καταλήγει στη μεσολαβούσα γραφειοκρατία. Αν όχι —και αυτό είναι σχεδόν βέβαιο—, τότε προκύπτει αμέσως ότι η δαπάνη για την E αποτελεί στρέβλωση της ιδιωτικής χρησιμότητας στην αγορά — ότι κάποια άλλη δαπάνη θα απέφερε μεγαλύτερες χρηματικές αποδόσεις. Προκύπτει για άλλη μια φορά ότι μια κρατική επιχείρηση δεν μπορεί να αναπαραγάγει τις συνθήκες της ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Proponents of government enterprise may retort that the government should simply tell its bureau to act as if it were a profit-making enterprise and to establish itself in the same way as a private business. There are two basic flaws in this theory: (1) It is impossible to play enterprise. Enterprise means risking one’s own money in investment. Bureaucratic managers and politicians have no real incentive to develop entrepreneurial skills, to really adjust to consumer demands. They do not risk loss of their money in the enterprise. (2) Aside from the question of incentives, even the most eager managers could not function as a business. For, regardless of the treatment accorded the operation after it is established, the initial launching of the firm is made with government money, and therefore by coercive levy. A fatally arbitrary element has been “built into” the very vitals of the enterprise. Furthermore, future decisions on expenditures will be made out of tax funds and will therefore be subject to the same flaw. The ease of obtaining money will inherently distort the operations of government enterprise. Moreover, suppose that the government “invests” in an enterprise E. Either the free market, left alone, would also have invested in this selfsame enterprise, or it would not. If it would have, then the economy suffers, at the very least, from the “take” going to the intermediary bureaucracy. If not, and this is almost certain, then it follows immediately that the expenditure on E is a distortion of private utility on the market—that some other expenditure would have brought greater monetary returns. It follows once again that a government enterprise cannot duplicate the conditions of private business.
Επιπλέον, η ίδρυση μιας κρατικής επιχείρησης δημιουργεί ένα «αθέμιτο» ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των ιδιωτικών επιχειρήσεων, διότι τουλάχιστον μέρος του κεφαλαίου της αποκτήθηκε μέσω καταναγκασμού και όχι μέσω παροχής υπηρεσιών. Είναι σαφές ότι το κράτος, χάρη στην επιδότησή του, μπορεί να εκτοπίσει μια ιδιωτική επιχείρηση από τον κλάδο. Οι ιδιωτικές επενδύσεις στον ίδιο κλάδο θα περιοριστούν σε μεγάλο βαθμό, καθώς οι μελλοντικοί επενδυτές θα αναμένουν ζημίες από τους προνομιούχους κρατικούς ανταγωνιστές. Επιπλέον, εφόσον όλες οι υπηρεσίες ανταγωνίζονται για το δολάριο του καταναλωτή, όλες οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και όλες οι ιδιωτικές επενδύσεις θα επηρεαστούν και θα παρεμποδιστούν σε κάποιον βαθμό. Και όταν ιδρύεται μια νέα κρατική επιχείρηση, γεννά σε άλλους κλάδους φόβους ότι θα έρθει και η δική τους σειρά, ότι είτε θα δημευθούν είτε θα εξαναγκαστούν να ανταγωνίζονται επιχειρήσεις επιδοτούμενες από το κράτος. Αυτός ο φόβος τείνει να καταστέλλει περαιτέρω τις παραγωγικές επενδύσεις και, έτσι, να μειώνει ακόμη περισσότερο το γενικό βιοτικό επίπεδο.
In addition, the establishment of government enterprise creates an “unfair” competitive advantage over private firms, for at least part of its capital was gained by coercion rather than service. It is clear that government, with its subsidization, can drive a private business out of the field. Private investment in the same industry will be greatly restricted, since future investors will anticipate losses at the hands of privileged governmental competitors. Moreover, since all services compete for the consumer’s dollar, all private firms and all private investment will to some degree be affected and hampered. And when a new government enterprise begins, it generates fears in other industries that they will be next, that they will either be confiscated or forced to compete with government-subsidized enterprises. This fear tends to repress productive investment further and thus lower the general standard of living still more.
Ένα άλλο επιχείρημα, το οποίο χρησιμοποιούν απολύτως ορθά οι «αριστεροί» υπέρμαχοι της κρατικής ιδιοκτησίας, είναι το εξής: αν η επιχειρηματική λειτουργία είναι τόσο επιθυμητή, γιατί να ακολουθείται ένας τόσο δαιδαλώδης δρόμος; Γιατί να μην καταργηθεί η κρατική ιδιοκτησία και να μην παραδοθεί ολόκληρη η δραστηριότητα στην ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία; Γιατί να καταβάλλεται τόση περίπλοκη προσπάθεια για τη μίμηση εκείνου που εμφανίζεται ως ιδεώδες —της ιδιωτικής ιδιοκτησίας—, όταν το ιδεώδες μπορεί να επιδιωχθεί άμεσα; Το αίτημα για εφαρμογή επιχειρηματικών αρχών στο κράτος, επομένως, έχει ελάχιστο νόημα, ακόμη και αν μπορούσε να υλοποιηθεί επιτυχώς.
Another argument, used quite correctly by “leftist” proponents of government ownership, is this: If business operation is so desirable, why take such a tortuous route? Why not scrap government ownership and turn the whole operation over to private business enterprise? Why go to such elaborate lengths to try to imitate the apparent ideal (private ownership) when the ideal may be pursued directly? The call for business principles in government, therefore, makes little sense, even if that call could be successful.
Οι συγγραφείς έχουν προτείνει πολλά «κριτήρια» ως οδηγούς για την τιμολόγηση των κρατικών υπηρεσιών. Ένα κριτήριο υποστηρίζει την τιμολόγηση σύμφωνα με το «οριακό κόστος». Όπως έχουμε επισημάνει παραπάνω, ωστόσο, αυτό δύσκολα αποτελεί καν κριτήριο και στηρίζεται στις κλασικές πλάνες περί καθορισμού των τιμών από το κόστος. Το «οριακό» μεταβάλλεται ανάλογα με τη χρονική περίοδο που εξετάζεται. Και το κόστος δεν είναι στην πραγματικότητα στατικό αλλά ευμετάβλητο· μεταβάλλεται ανάλογα με τις τιμές και, επομένως, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως οδηγός για τον καθορισμό τους. Επιπλέον, οι τιμές ισούνται με το μέσο κόστος μόνο στην τελική ισορροπία, και η ισορροπία δεν μπορεί να θεωρείται ιδεώδες για τον πραγματικό κόσμο. Η αγορά απλώς τείνει προς αυτόν τον στόχο. Τέλος, το κόστος της κρατικής λειτουργίας θα είναι υψηλότερο από εκείνο παρόμοιων δραστηριοτήτων στην ελεύθερη αγορά.360
Many “criteria” have been offered by writers as guides for the pricing of government services. One criterion supports pricing according to “marginal cost.” As we have indicated above, however, this is hardly a criterion at all and rests on classical fallacies of price determination by costs. “Marginal” varies according to the period of time surveyed. And costs are not in fact static but flexible; they change according to prices and hence cannot be used as a guide to the setting of prices. Moreover, prices equal average costs only in final equilibrium, and equilibrium cannot be regarded as an ideal for the real world. The market only tends toward this goal. Finally, costs of government operation will be higher than for similar operations on the free market.
Η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα δεν θα παρεμποδίζει και θα καταστέλλει μόνο τις ιδιωτικές επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα στον ίδιο κλάδο και στους κλάδους ολόκληρης της οικονομίας· θα αποδιοργανώνει επίσης ολόκληρη την αγορά εργασίας. Διότι το κράτος:
- - (α) θα μειώνει την παραγωγή και το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας, αποσπώντας δυνητικά παραγωγική εργασία και διοχετεύοντάς την στη γραφειοκρατία·
- - (β) χρησιμοποιώντας δημευμένα κεφάλαια, θα μπορεί να καταβάλλει αμοιβές εργασίας υψηλότερες από εκείνες της αγοράς και, επομένως, θα προκαλεί έντονες απαιτήσεις από όσους αναζητούν κρατική απασχόληση για επέκταση του μη παραγωγικού γραφειοκρατικού μηχανισμού· και
- - (γ) οι υψηλοί κρατικοί μισθοί που χρηματοδοτούνται από φόρους ενδέχεται να παραπλανούν τους εργαζομένους, κάνοντάς τους να πιστεύουν ότι αντανακλούν τον μισθό της αγοράς στον ιδιωτικό τομέα, προκαλώντας έτσι ανεπιθύμητη ανεργία.
Government enterprise will not only hamper and repress private investment and entrepreneurship in the same industry and in industries throughout the economy; it will also disrupt the entire labor market. For the government (a) will decrease production and living standards in the society by siphoning off potentially productive labor to the bureaucracy; (b) using confiscated funds, it will be able to pay more than the market rate for labor and hence set up a clamor by government job-seekers for an expansion of the unproductive bureaucratic machine; and (c) the government’s high tax-supported wages may well mislead workers into believing that this reflects the market wage in private industry, thus causing unwanted unemployment.
Οι αναποτελεσματικότητες της κρατικής λειτουργίας επιτείνονται από αρκετούς άλλους παράγοντες. Όπως είδαμε, μια κρατική επιχείρηση που ανταγωνίζεται σε έναν κλάδο μπορεί συνήθως να εκτοπίσει τους ιδιώτες ιδιοκτήτες, καθώς το κράτος μπορεί να επιδοτεί τον εαυτό του με πολλούς τρόπους και να εξασφαλίζει απεριόριστα κεφάλαια όποτε το επιθυμεί. Στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί να οικειοποιηθεί ένα καταναγκαστικό μονοπώλιο, εκτοπίζοντας τους ανταγωνιστές διά της βίας. Αυτό έγινε στις Ηνωμένες Πολιτείες στην περίπτωση των ταχυδρομείων.361 Όταν το κράτος παραχωρεί έτσι στον εαυτό του μονοπώλιο, μπορεί να περάσει στο αντίθετο άκρο από τη δωρεάν παροχή υπηρεσίας· μπορεί να χρεώνει μονοπωλιακή τιμή. Η χρέωση μονοπωλιακής τιμής —η οποία τώρα μπορεί να διακριθεί από την τιμή της ελεύθερης αγοράς— στρεβλώνει και πάλι την κατανομή των πόρων και δημιουργεί τεχνητή σπανιότητα του συγκεκριμένου αγαθού. Επιτρέπει επίσης τεράστια υποβάθμιση της ποιότητας της υπηρεσίας. Ένα κρατικό μονοπώλιο δεν χρειάζεται να ανησυχεί μήπως οι πελάτες στραφούν αλλού ή μήπως η αναποτελεσματικότητα σημάνει το τέλος του.362 Είναι ιδιαίτερα παράλογο να ζητούνται «επιχειρηματικές αρχές» εκεί όπου μια κρατική επιχείρηση λειτουργεί ως μονοπώλιο. Κατά καιρούς, για παράδειγμα, προβάλλονται απαιτήσεις να τεθούν τα ταχυδρομεία σε «επιχειρηματική βάση» και να εξαλείψουν το έλλειμμά τους, το οποίο πρέπει να καλύπτουν οι φορολογούμενοι. Αλλά η εξάλειψη του ελλείμματος μιας εγγενώς και αναγκαστικά αναποτελεσματικής κρατικής δραστηριότητας δεν σημαίνει ότι αυτή τίθεται σε επιχειρηματική βάση. Για να καλυφθεί το κόστος, η τιμή πρέπει να αυξηθεί αρκετά ώστε να καταστεί μονοπωλιακή και, έτσι, να συγκαλύψει και να αντισταθμίσει τις κρατικές αναποτελεσματικότητες. Μια μονοπωλιακή τιμή θα επιβάλει υπέρμετρο βάρος στους χρήστες της ταχυδρομικής υπηρεσίας, ιδίως επειδή το μονοπώλιο είναι καταναγκαστικό. Από την άλλη πλευρά, είδαμε ότι ακόμη και οι μονοπωλητές πρέπει να συμμορφώνονται με την κλίμακα ζήτησης των καταναλωτών. Αν αυτή η κλίμακα ζήτησης είναι αρκετά ελαστική, είναι απολύτως δυνατόν μια μονοπωλιακή τιμή να μειώσει τα έσοδα τόσο πολύ ή να περιορίσει τόσο πολύ την αύξησή τους, ώστε μια υψηλότερη τιμή να αυξάνει τα ελλείμματα αντί να τα μειώνει. Χαρακτηριστικό παράδειγμα υπήρξε τα τελευταία χρόνια το σύστημα του μετρό της Νέας Υόρκης.363
The inefficiencies of government operation are compounded by several other factors. As we have seen, a government enterprise competing in an industry can usually drive out private owners, since the government can subsidize itself in many ways and supply itself with unlimited funds when desired. In cases where it cannot compete even under these conditions, it can arrogate to itself a compulsory monopoly, driving out competitors by force. This was done in the United States in the case of the post office. When the government thus grants itself a monopoly, it may go to the other extreme from free service; it may charge a monopoly price. Charging a monopoly price—now identifiably different from a free-market price—distorts resources again and creates an artificial scarcity of the particular good. It also permits an enormously lowered quality of service. A governmental monopoly need not worry that customers may go elsewhere or that inefficiency may mean its demise. It is particularly absurd to call for “business principles” where a government enterprise functions as a monopoly. Periodically, for example, there are demands that the post office be put on a “business basis” and end its deficit, which must be paid by the taxpayers. But ending the deficit of an inherently and necessarily inefficient government operation does not mean going on a business basis. To cover costs, the price must be raised high enough to achieve a monopoly price and so camouflage and compensate for the government’s inefficiencies. A monopoly price will levy an excessive burden on the users of the postal service, especially since the monopoly is compulsory. On the other hand, we have seen that even monopolists must abide by the consumers’ demand schedule. If this demand schedule is elastic enough, it may well happen that a monopoly price will reduce revenue so much or cut down so much on its increase that a higher price will increase deficits rather than reduce them. An outstanding example has been the New York City subway system in recent years.
Είδαμε παραπάνω, στο κεφάλαιο 10, ότι ένα καρτέλ ή μία επιχείρηση δεν θα μπορούσε να κατέχει όλα τα μέσα παραγωγής της οικονομίας, επειδή δεν θα μπορούσε να υπολογίζει τις τιμές και να κατανέμει τους συντελεστές με ορθολογικό τρόπο. Και είδαμε ότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ούτε ο κρατικός σοσιαλισμός θα μπορούσε να σχεδιάζει ή να κατανέμει ορθολογικά. Επισημάναμε επίσης ότι δύο ή περισσότερα στάδια δεν θα μπορούσαν να ενοποιηθούν πλήρως καθέτως στην αγορά — διότι η πλήρης ενοποίηση θα εξάλειφε ένα ολόκληρο τμήμα της αγοράς και θα δημιουργούσε μια νησίδα χάους στον οικονομικό υπολογισμό και στην κατανομή, μια νησίδα που θα απέκλειε τον άριστο σχεδιασμό για την επίτευξη κερδών και τη μέγιστη ικανοποίηση των καταναλωτών.
We have seen in chapter 10 above that one cartel or one firm could not own all the means of production in the economy, because it could not calculate prices and allocate factors in a rational manner. And we have seen that this is the reason why State socialism could also not plan or allocate rationally. We further noted that two or more stages could not be totally integrated vertically on the market—for total integration would eliminate a whole segment of the market and establish an island of calculational and allocational chaos, an island that would preclude optimal planning for profits and maximum satisfaction for the consumers.
Στην περίπτωση της απλής κρατικής ιδιοκτησίας, γίνεται εμφανής μία ακόμη προέκταση αυτής της θέσης. Διότι κάθε κρατική επιχείρηση εισάγει τη δική της νησίδα χάους στην οικονομία· δεν χρειάζεται να περιμένουμε τον πλήρη σοσιαλισμό για να αρχίσει το χάος το έργο του. Καμία κρατική επιχείρηση δεν μπορεί ποτέ να καθορίζει τιμές ή κόστος ούτε να κατανέμει συντελεστές ή κεφάλαια με τρόπο ορθολογικό, που μεγιστοποιεί την ευημερία. Καμία κρατική επιχείρηση δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί σε «επιχειρηματική βάση», ακόμη και αν υπήρχε η σχετική επιθυμία. Έτσι, κάθε κρατική δραστηριότητα εισάγει μια εστία χάους στην οικονομία· και εφόσον όλες οι αγορές της οικονομίας είναι αλληλένδετες, κάθε κρατική δραστηριότητα διαταράσσει και στρεβλώνει τη διαμόρφωση των τιμών, την κατανομή των συντελεστών, τις αναλογίες κατανάλωσης προς επένδυση κ.λπ. Κάθε κρατική επιχείρηση δεν μειώνει απλώς τις κοινωνικές χρησιμότητες των καταναλωτών, επιβάλλοντας την κατανομή κεφαλαίων σε σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που επιθυμεί το κοινό· μειώνει τη χρησιμότητα όλων —συμπεριλαμβανομένων των χρησιμοτήτων ορισμένων κρατικών αξιωματούχων—, στρεβλώνοντας την αγορά και διαδίδοντας το χάος στον οικονομικό υπολογισμό. Όσο μεγαλύτερη είναι, φυσικά, η έκταση της κρατικής ιδιοκτησίας, τόσο ισχυρότερος θα γίνεται αυτός ο αντίκτυπος.
In the case of simple government ownership, still another extension of this thesis becomes evident. For each governmental firm introduces its own island of chaos into the economy; there is no need to wait for full socialism for chaos to begin its work. No government enterprise can ever determine prices or costs or allocate factors or funds in a rational, welfare-maximizing manner. No government enterprise could be established on a “business basis” even if the desire were present. Thus, any governmental operation injects a point of chaos into the economy; and since all markets are interconnected in the economy, every governmental activity disrupts and distorts pricing, the allocation of factors, consumption/investment ratios, etc. Every government enterprise not only lowers the social utilities of the consumers by forcing the allocation of funds to other ends than those desired by the public; it lowers the utility of everyone (including the utilities of some government officials) by distorting the market and spreading calculational chaos. The greater the extent of government ownership, of course, the more powerful will this impact become.
Πέρα από τις αμιγώς οικονομικές συνέπειές της, η κρατική ιδιοκτησία ασκεί και μια άλλου είδους επίδραση στην κοινωνία· αντικαθιστά αναγκαστικά την αρμονία της ελεύθερης αγοράς με τη σύγκρουση. Εφόσον κρατική υπηρεσία σημαίνει υπηρεσία παρεχόμενη από μία ομάδα υπευθύνων λήψης αποφάσεων, καταλήγει να σημαίνει ομοιόμορφη υπηρεσία. Οι επιθυμίες όλων εκείνων που εξαναγκάζονται, άμεσα ή έμμεσα, να πληρώνουν για την κρατική υπηρεσία δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Μόνο ορισμένες μορφές της υπηρεσίας μπορούν ή πρόκειται να παραχθούν από τον κρατικό φορέα. Ως αποτέλεσμα, η κρατική επιχειρηματική δραστηριότητα δημιουργεί τεράστιες συγκρούσεις μεταξύ καστών στους κόλπους των πολιτών, καθένας από τους οποίους έχει διαφορετικές αντιλήψεις για την καλύτερη μορφή της υπηρεσίας. Στο τελικό αποτέλεσμα, η κρατική επιχείρηση δύσκολα μπορεί να αποφύγει την αντικατάσταση των αξιών όλων των άλλων από τις δικές της αξίες ή από τις αξίες μιας ομάδας πελατών. Θα επικρατούν τεχνητά τυποποιημένες υπηρεσίες χαμηλότερης ποιότητας — προσαρμοσμένες στις προτιμήσεις ή στην ευκολία του κράτους—, σε αντίθεση με τις διαφοροποιημένες υπηρεσίες υψηλότερης ποιότητας που παρέχει η ελεύθερη αγορά για να ανταποκριθεί στις προτιμήσεις ενός πλήθους ατόμων.
Aside from its purely economic consequences, government ownership has another kind of impact on society; it necessarily substitutes conflict for the harmony of the free market. Since government service means service by one set of decision-makers, it comes to mean uniform service. The desires of all those forced, directly or indirectly, to pay for the government service cannot be satisfied. Only some forms of the service can or will be produced by the government agency. As a result, government enterprise creates enormous caste conflicts among the citizens, each of whom has different ideas on the best form of service. In the final result, government enterprise can hardly fail to substitute its own values, or the values of one set of customers, for the values of all others. Artificially standardized services of poorer quality—fit to governmental taste or convenience—will hold sway, in contrast to the diversified services of higher quality which the free market supplies to fit the tastes of a multitude of individuals.
Τα τελευταία χρόνια, τα κρατικά σχολεία στην Αμερική έχουν προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων προβλημάτων και συγκρούσεων. Ορισμένοι γονείς προτιμούν σχολεία με φυλετικό διαχωρισμό· άλλοι προτιμούν εκπαίδευση χωρίς φυλετικό διαχωρισμό. Ορισμένοι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να διδάσκονται τον σοσιαλισμό· άλλοι θέλουν αντισοσιαλιστική διδασκαλία στα σχολεία. Δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο το κράτος μπορεί να επιλύσει αυτές τις συγκρούσεις. Μπορεί μόνο να επιβάλει καταναγκαστικά τη βούληση μιας ομάδας, αφήνοντας τις άλλες ανικανοποίητες και δυσαρεστημένες. Όποιος τύπος σχολείου και αν επιλεγεί, ορισμένες ομάδες γονέων θα υποστούν ζημία. Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει τέτοια σύγκρουση στην ελεύθερη αγορά, η οποία παρέχει κάθε τύπο υπηρεσίας για τον οποίο υπάρχει ζήτηση. Στην αγορά, όσοι θέλουν σχολεία με ή χωρίς φυλετικό διαχωρισμό, φιλοσοσιαλιστικά ή ατομικιστικά, μπορούν να δουν τις επιθυμίες τους να ικανοποιούνται. Είναι προφανές, επομένως, ότι η κρατική, σε αντιδιαστολή προς την ιδιωτική, παροχή υπηρεσιών μειώνει το βιοτικό επίπεδο μεγάλου μέρους του πληθυσμού.
In recent years government schools in America have furnished a striking example of such problems and conflicts. Some parents prefer racially segregated schools; others prefer integrated education. Some parents want their children taught socialism; others want antisocialist teaching in the schools. There is no way that the government can resolve these conflicts. It can only impose the will of one group by coercion and leave the others dissatisfied and unhappy. Whichever type of school is chosen, some groups of parents will suffer. On the other hand, there is no such conflict on the free market, which provides any type of service demanded. On the market, those who want segregated or integrated, prosocialist or individualist, schools can have their wants satisfied. It is obvious, therefore, that governmental, as opposed to private, provision of services, lowers the standard of living of much of the population.
Ο βαθμός κρατικής ιδιοκτησίας στην οικονομία ποικίλλει από χώρα σε χώρα, αλλά σε όλες τις χώρες το κράτος έχει φροντίσει να κατέχει και να μονοπωλεί τα ζωτικά νευραλγικά κέντρα, τα κέντρα εξουσίας της κοινωνίας. Έχει αποκτήσει καταναγκαστικά μονοπωλιακή ιδιοκτησία επί αυτών των κέντρων και πάντοτε υποστήριζε, χωρίς απόδειξη, ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία και επιχειρηματική δραστηριότητα σε αυτούς τους τομείς είναι απλώς και a priori αδύνατες.
The degrees of government ownership in the economy vary from one country to another, but in all countries the State has made sure that it owns and monopolizes the vital nerve centers, the command posts of the society. It has acquired compulsory monopoly ownership over these command posts, and it has always asserted, without proof, that private ownership and enterprise in these fields is simply and a priori impossible.
Τέτοια ζωτικά κέντρα εξουσίας είναι η άμυνα, το χρήμα —το νομισματοκοπείο και, στις μέρες μας, η έκδοση χαρτονομισμάτων—, οι ποταμοί και οι παράκτιες θάλασσες, οι δρόμοι και οι αυτοκινητόδρομοι, η γη γενικά —η «δημόσια κτήση» και η εξουσία «αναγκαστικής απαλλοτρίωσης»— και τα ταχυδρομεία. Η αμυντική λειτουργία είναι ιδιαίτερα ζωτική για την ύπαρξη του κράτους, διότι από το ουσιαστικό μονοπώλιό του στη βία εξαρτάται η ικανότητά του να αποσπά φόρους από τους πολίτες του. Ένα άλλο κρίσιμο κέντρο εξουσίας που κατέχει, αν και δεν μονοπωλεί πάντοτε, το κράτος είναι η εκπαίδευση. Διότι η κρατική σχολική εκπαίδευση επιτρέπει τον επηρεασμό του νεανικού νου ώστε να αποδέχεται τις αρετές του κράτους υπό το οποίο ζει και της αρχής της κρατικής παρέμβασης. Οι συντηρητικοί που συχνά επιτίθενται στη «σοσιαλιστική» διδασκαλία στα κρατικά σχολεία αστοχούν ιδιαίτερα, διότι το ίδιο το γεγονός ότι ένα κρατικό σχολείο υπάρχει και, επομένως, θεωρείται καλό διδάσκει με το παράδειγμά του στους μικρούς μαθητές του τις αρετές της κρατικής ιδιοκτησίας. Και αν η κρατική ιδιοκτησία είναι καλή, ακόμη και προτιμότερη, στη σχολική εκπαίδευση, γιατί όχι και σε άλλα μέσα διαπαιδαγώγησης, όπως οι εφημερίδες — ή σε άλλες σημαντικές κοινωνικές υπηρεσίες;
Such vital command posts are defense, money (the mint and, nowadays, note issue), rivers and coastal seas, streets and highways, land generally (the “public domain” and the power of “eminent domain”), and the post office. The defense function is particularly vital to the State’s existence, for on its virtual monopoly of force depends its ability to extract taxes from its citizens. Another critical command post held, though not always monopolized by, the State is education. For government schooling permits the influencing of the youthful mind to accept the virtues of the government under which it lives and of the principle of government intervention. Conservatives who often attack “socialistic” teaching in government schools are particularly wide of the mark, for the very fact that a government school exists and is therefore presumed to be good teaches its little charges the virtues of government ownership by example. And if government ownership is good and even preferable in schooling, why not for other educational media, e.g., newspapers—or for other important social services?
Ακόμη και εκεί όπου το κράτος δεν διαθέτει καταναγκαστικό μονοπώλιο στη σχολική εκπαίδευση, προσεγγίζει αυτό το ιδεώδες επιβάλλοντας σε όλα τα παιδιά τη φοίτηση είτε σε κρατικό σχολείο είτε σε ιδιωτικό σχολείο εγκεκριμένο από το κράτος. Η υποχρεωτική φοίτηση φέρνει στα σχολεία εκείνους που δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να ωφεληθούν από τη σχολική εκπαίδευση και τους απομακρύνει καταναγκαστικά από ανταγωνιστικές προς αυτήν εναλλακτικές, όπως ο ελεύθερος χρόνος και η απασχόληση σε επιχειρήσεις.
Even where the government does not have a compulsory monopoly of schooling, it approaches this ideal by compelling attendance of all children at either a government school or a private school approved by the government. Compulsory attendance brings into the schools those who do not desire or cannot benefit from schooling and forces them out of such competing fields as leisure and business employment.
Τέλος, η κρατική ιδιοκτησία συχνά χαρακτηρίζεται «δημόσια» ιδιοκτησία —η «δημόσια κτήση», τα «δημόσια σχολεία», ο «δημόσιος τομέας»—. Υπονοείται ότι, όταν το κράτος κατέχει κάτι, κάθε μέλος του κοινού κατέχει ίσο μερίδιο αυτής της περιουσίας. Είδαμε όμως ότι το σημαντικό γνώρισμα της ιδιοκτησίας δεν είναι ο νομικός τύπος αλλά η πραγματική εξουσία διάθεσης· και υπό καθεστώς κρατικής ιδιοκτησίας, ο κρατικός μηχανισμός είναι εκείνος που ελέγχει και διευθύνει και, επομένως, «κατέχει» την περιουσία. Κάθε μέλος του «κοινού» που πιστεύει ότι κατέχει την περιουσία μπορεί να δοκιμάσει αυτή τη θεωρία επιχειρώντας να ιδιοποιηθεί, για δική του ατομική χρήση, το αναλογούν σε αυτό μερίδιο της κρατικής περιουσίας.364,365
Finally, government ownership is often referred to as “public” ownership (the “public domain,” “public schools,” the “public sector”). The implication is that when government owns anything, every member of the public owns equal shares of that property. But we have seen that the important feature of ownership is not legal formality but actual rule, and under government ownership it is the government officialdom that controls and directs, and therefore “owns,” the property. Any member of the “public” who thinks he owns the property may test this theory by trying to appropriate for his own individual use his aliquot part of government property.67,68
Μολονότι οι κυβερνώντες κατέχουν τη «δημόσια» περιουσία, η ιδιοκτησία τους δεν είναι μακροχρόνια εξασφαλισμένη, καθώς μπορεί πάντοτε να ηττηθούν σε εκλογές ή να ανατραπούν. Ως εκ τούτου, οι κρατικοί αξιωματούχοι θα τείνουν να θεωρούν τους εαυτούς τους απλώς προσωρινούς ιδιοκτήτες των «δημόσιων» πόρων. Ενώ ένας ιδιώτης ιδιοκτήτης, εξασφαλισμένος ως προς την περιουσία του και την κεφαλαιακή της αξία, μπορεί να σχεδιάζει τη χρήση του πόρου του για μεγάλο χρονικό διάστημα στο μέλλον, ο κρατικός αξιωματούχος πρέπει να εκμεταλλευτεί την «περιουσία» του όσο το δυνατόν ταχύτερα, καθώς δεν είναι εξασφαλισμένη η παραμονή του στη θέση του. Ακόμη και ο πιο εδραιωμένος δημόσιος υπάλληλος πρέπει να επικεντρώνεται στην παρούσα χρήση, επειδή οι κρατικοί αξιωματούχοι συνήθως δεν μπορούν να πωλήσουν την κεφαλαιοποιημένη αξία της περιουσίας τους, όπως μπορούν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες. Εν ολίγοις, εκτός από την περίπτωση της «ιδιωτικής ιδιοκτησίας» ενός κληρονομικού μονάρχη, οι κρατικοί αξιωματούχοι κατέχουν την τρέχουσα χρήση των πόρων, αλλά όχι την κεφαλαιακή τους αξία. Αν όμως δεν μπορεί να ανήκει σε κάποιον ο ίδιος ο πόρος, αλλά μόνο η τρέχουσα χρήση του, θα επέλθει γρήγορα μια οικονομικά ασύμφορη εξάντλησή του, καθώς κανέναν δεν θα ωφελεί η διατήρησή του σε βάθος χρόνου, ενώ κάθε ιδιοκτήτη θα τον συμφέρει να τον εξαντλήσει γρήγορα. Είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα παράξενο ότι σχεδόν όλοι οι συγγραφείς επαναλαμβάνουν άκριτα την αντίληψη πως οι ιδιώτες ιδιοκτήτες, επειδή έχουν χρονική προτίμηση, αναγκαστικά υιοθετούν «βραχυπρόθεσμη οπτική» στη χρήση των πόρων τους, ενώ μόνο οι κρατικοί αξιωματούχοι είναι κατάλληλα εφοδιασμένοι για να υιοθετούν «μακροπρόθεσμη οπτική». Η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη. Ο ιδιώτης, εξασφαλισμένος ως προς την ιδιοκτησία του κεφαλαίου του, έχει τη δυνατότητα να βλέπει μακροπρόθεσμα, επειδή τον συμφέρει να διατηρεί την κεφαλαιακή αξία του πόρου του. Ο κρατικός αξιωματούχος είναι εκείνος που πρέπει να αρπάξει ό,τι μπορεί και να φύγει, που πρέπει να εκμεταλλευτεί γρήγορα την περιουσία όσο ακόμη έχει τον έλεγχο.366
While rulers of government own “public” property, their ownership is not secure in the long run, since they may always be defeated in an election or deposed. Hence government officials will tend to regard themselves as only transitory owners of “public” resources. While a private owner, secure in his property and its capital value, may plan the use of his resource over a long period of time in the future, the government official must exploit “his” property as quickly as he can, since he has no security of tenure. And even the most securely entrenched civil servant must concentrate on present use, because government officials cannot usually sell the capitalized value of their property, as private owners can. In short, except in the case of the “private property” of a hereditary monarch, government officials own the current use of resources, but not their capital value. But if a resource itself cannot be owned, but only its current use, there will rapidly ensue an uneconomic exhaustion of the resource, since it will be to no one’s benefit to conserve it over a period of time, and yet to each owner’s advantage to use it up quickly. It is particularly curious, then, that almost all writers parrot the notion that private owners, possessing time preference, must take the “short view” in using their resources, while only government officials are properly equipped to exercise the “long view.” The truth is precisely the reverse. The private individual, secure in his capital ownership, can afford to take the long view because of his interest in maintaining the capital value of his resource. It is the government official who must take and run, who must exploit the property quickly while he is still in command.
Προτού ολοκληρώσουμε την εξέταση συγκεκριμένων κρατικών δραστηριοτήτων, μπορούμε να επισημάνουμε παρεμπιπτόντως μια μορφή κρατικής δαπάνης που απολαμβάνει παράδοξη δημοτικότητα: την «κοινωνική ασφάλιση». Η κοινωνική ασφάλιση δημεύει το εισόδημα των μισθωτών και κατόπιν, όπως υποθέτουν οι περισσότεροι, επενδύει τα χρήματα συνετότερα από όσο θα μπορούσαν οι ίδιοι, καταβάλλοντάς τα αργότερα στους πρώην μισθωτούς κατά τα γηρατειά τους. Εξεταζόμενη ως «κοινωνική ασφάλιση», αποτελεί τυπικό παράδειγμα κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας: δεν υπάρχει σχέση μεταξύ ασφαλίστρων και παροχών, με τις δεύτερες να μεταβάλλονται κάθε χρόνο υπό την επίδραση πολιτικών πιέσεων. Στην ελεύθερη αγορά, όποιος το επιθυμεί μπορεί να επενδύσει σε ασφαλιστικό συμβόλαιο προσόδου ή σε μετοχές ή ακίνητα. Ο εξαναγκασμός καθενός να μεταβιβάζει τα χρηματικά του διαθέσιμα στο κράτος τού επιβάλλει απώλεια χρησιμότητας. Έτσι, ακόμη και εκ πρώτης όψεως, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τη μεγάλη δημοτικότητα του προγράμματος κοινωνικής ασφάλισης. Αλλά η πραγματική φύση του προγράμματος διαφέρει πολύ από τη δημοφιλή εικόνα του. Διότι το κράτος δεν επενδύει τα ποσά που εισπράττει μέσω φόρων· απλώς τα δαπανά, παραχωρώντας στον εαυτό του δικά του ομόλογα, τα οποία πρέπει αργότερα να εξαργυρωθούν όταν καταστούν απαιτητές οι παροχές. Τα μετρητά, φυσικά, μπορούν να εξασφαλιστούν μόνο μέσω πρόσθετης φορολογίας. Έτσι, το κοινό πρέπει να πληρώσει δύο φορές για μία καταβολή κοινωνικής ασφάλισης. Το πρόγραμμα ουσιαστικά συνίσταται στο να καθιστά περισσότερο αποδεκτή μια γενική φορολόγηση των χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων των μισθωτών.
Before ending our discussion of specific governmental activities, we may note in passing a curiously popular form of government expenditure: “social security.” Social security confiscates the income of wage earners, and then, most people presume, it invests the money more wisely than they could themselves, later paying out the money to the former wage earners in their old age. Considered as “social insurance,” this is a typical example of government enterprise: there is no relation between premiums and benefits, the latter changing yearly under the impact of political pressures. On the free market, anyone who wishes may invest in an insurance annuity or in stocks or real estate. Compelling everyone to transfer his funds to the government forces him to lose utility. Thus, even on its face, it is difficult to understand the great popularity of the social security program. But the true nature of the program differs greatly from the popular image. For the government does not invest the funds it takes in taxes; it simply spends them, giving itself its own bonds which must later be cashed when the benefits fall due. The cash, of course, can be obtained only by further taxation. Thus the public must pay twice for one payment of social security. The program is essentially one of making more palatable a general taxation of lower-income, wage-earning groups.
Όταν η κρατική ιδιοκτησία ή ο κρατικός έλεγχος εκτείνεται σε ολόκληρο το παραγωγικό σύστημα, τότε το οικονομικό σύστημα ονομάζεται σοσιαλισμός. Ο σοσιαλισμός, εν ολίγοις, είναι η βίαιη κατάργηση της αγοράς, η καταναγκαστική μονοπώληση ολόκληρης της παραγωγικής σφαίρας από το κράτος. Υπάρχουν δύο και μόνο δύο τρόποι με τους οποίους μπορεί να οργανωθεί οποιαδήποτε οικονομία. Ο ένας είναι μέσω της ελευθερίας και της εκούσιας επιλογής — ο δρόμος της αγοράς. Ο άλλος είναι μέσω της βίας και της επιβολής διαταγών — ο δρόμος του κράτους. Σε όσους αγνοούν την οικονομική επιστήμη, μπορεί να φαίνεται ότι ο δρόμος της αγοράς δεν είναι παρά αναρχική σύγχυση και χάος, ενώ ο δρόμος του κράτους συνιστά γνήσια οργάνωση και «κεντρικό σχεδιασμό». Αντιθέτως, είδαμε σε αυτό το βιβλίο πόσο εκπληκτικός και ευέλικτος μηχανισμός είναι η αγορά για την ικανοποίηση των αναγκών όλων των ατόμων. Η κρατική λειτουργία ή παρέμβαση, από την άλλη πλευρά, είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική και δημιουργεί πολλά δικά της προβλήματα, αποδιοργανωτικά και σωρευτικά. Επιπλέον, ένα σοσιαλιστικό κράτος, στερημένο από την πραγματική αγορά και από τον εκ μέρους της καθορισμό των τιμών των παραγωγικών αγαθών, δεν μπορεί να πραγματοποιεί οικονομικό υπολογισμό και, επομένως, μπορεί να λειτουργεί ένα παραγωγικό σύστημα μόνο με χαοτικό τρόπο. Η οικονομική του σοσιαλισμού —ένας ολόκληρος αυτοτελής κλάδος της οικονομικής επιστήμης— μόνο ακροθιγώς μπορεί να εξεταστεί εδώ· αρκεί να πούμε ότι η απόδειξη του Mises για την αδυναμία οικονομικού υπολογισμού υπό τον σοσιαλισμό δεν έχει ποτέ αντικρουστεί επιτυχώς.367
When government ownership or control extends to the entire productive system, then the economic system is called socialism. Socialism, in short, is the violent abolition of the market, the compulsory monopolization of the entire productive sphere by the State. There are two and only two ways that any economy can be organized. One is by freedom and voluntary choice—the way of the market. The other is by force and dictation—the way of the State. To those ignorant of economics, it may seem that the way of the market is only anarchic confusion and chaos, while the way of the State constitutes genuine organization and “central planning.” On the contrary, we have seen in this book what an amazing and flexible mechanism the market is for satisfying the wants of all individuals. State operation or intervention is, on the other hand, far less efficient and creates many disruptive and cumulative problems of its own. Moreover, a socialist State, deprived of the real market and its determination of prices for producers’ goods, cannot calculate and can therefore run a productive system only in chaotic fashion. The economics of socialism—a whole branch of economics of its own—can only be touched upon here; suffice it to say that Mises’ demonstration of the impossibility of economic calculation under socialism has never been successfully refuted.
Εδώ θα μπορούσαμε να αναφέρουμε λίγα μόνο σημεία σχετικά με την οικονομική του σοσιαλισμού. Πρώτον, εφόσον η ιδιοκτησία είναι, εκ των πραγμάτων, ο έλεγχος ενός πόρου, ένα ναζιστικό, φασιστικό ή άλλο «κεντρικά σχεδιασμένο» σύστημα είναι εξίσου «σοσιαλισμός» με ένα κομμουνιστικό καθεστώς που κρατικοποιεί επισήμως την περιουσία.368 Δεύτερον, η έκταση του σοσιαλισμού στον σημερινό κόσμο ταυτόχρονα υποτιμάται σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και υπερεκτιμάται στη Σοβιετική Ρωσία. Υποτιμάται επειδή η επέκταση του κρατικού δανεισμού προς τις ιδιωτικές επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει γενικά παραμεληθεί, και είδαμε ότι ο δανειστής, ανεξάρτητα από τη νομική του ιδιότητα, είναι επίσης επιχειρηματίας και συνιδιοκτήτης. Η έκταση του σοσιαλισμού υπερεκτιμάται επειδή οι περισσότεροι συγγραφείς αγνοούν το γεγονός ότι η Ρωσία, όσο σοσιαλιστική και αν είναι, δεν μπορεί να έχει πλήρη σοσιαλισμό όσο εξακολουθεί να μπορεί να ανατρέχει στις σχετικά ελεύθερες αγορές που υπάρχουν σε άλλα μέρη του κόσμου. Εν ολίγοις, μια μεμονωμένη σοσιαλιστική χώρα ή ένα συγκρότημα χωρών, ενώ αναπόφευκτα αντιμετωπίζει τεράστιες δυσχέρειες και σπατάλες στον σχεδιασμό, μπορεί ακόμη να αγοράζει και να πωλεί και να ανατρέχει στην παγκόσμια αγορά και, επομένως, μπορεί τουλάχιστον αδρά να προσεγγίζει κάποιο είδος ορθολογικής τιμολόγησης των παραγωγικών αγαθών, προεκτείνοντας τα δεδομένα αυτής της αγοράς.369 Οι γνωστές σπατάλες και τα σφάλματα αυτού του μερικού σοσιαλιστικού σχεδιασμού είναι αμελητέα σε σύγκριση με όσα θα προέκυπταν υπό το πλήρες χάος οικονομικού υπολογισμού ενός παγκόσμιου σοσιαλιστικού κράτους.
Here we might mention just a few points on the economics of socialism. One, since ownership is, de facto, the control of a resource, a Nazi, Fascist, or other “centrally planned” system is as much “socialism” as a Communist regime that officially nationalizes property. Secondly, the extent of socialism in the present-day world is at the same time underestimated in countries such as the United States and overestimated in Soviet Russia. It is underestimated because the expansion of government lending to private enterprise in the United States has been generally neglected, and we have seen that the lender, regardless of his legal status, is also an entrepreneur and part owner. The extent of socialism is overestimated because most writers ignore the fact that Russia, socialist as she is, cannot have full socialism as long as she can still refer to the relatively free markets existing in other parts of the world. In short, a single socialist country or bloc of countries, while inevitably experiencing enormous difficulties and wastes in planning, can still buy and sell and refer to the world market and can therefore at least vaguely approximate some sort of rational pricing of producers’ goods by extrapolating from that market. The well-known wastes and errors of this partial socialist planning are negligible compared to what would be experienced under the total calculational chaos of a world socialist state.
Ένας άλλος παραγνωρισμένος παράγοντας που περιορίζει την έκταση του σχεδιασμού στις σοσιαλιστικές χώρες είναι οι δραστηριότητες της «μαύρης αγοράς», ιδίως σε εμπορεύματα — καραμέλες, τσιγάρα, φάρμακα, κάλτσες κ.λπ.— που αποκρύπτονται εύκολα. Ακόμη και σε ογκωδέστερα εμπορεύματα, η παραποίηση αρχείων και η εκτεταμένη διαφθορά μπορεί να δημιουργήσουν κάποιο είδος περιορισμένης αγοράς — μιας αγοράς που παραβιάζει όλα τα σοσιαλιστικά σχέδια.370
Another neglected factor diminishing the extent of planning in socialist countries is “black market” activities, particularly in commodities (candy, cigarettes, drugs, stockings, etc.) that are easy to conceal. Even in bulkier commodities, falsification of records and extensive graft may bring some sort of limited market—a market violating all the socialist plans—into existence.
Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι μια κεντρικά «σχεδιασμένη» οικονομία είναι μια οικονομία κεντρικών απαγορεύσεων. Η έννοια της «κοινωνικής μηχανικής» αποτελεί παραπλανητική μεταφορά, καθώς στην κοινωνική σφαίρα ο σχεδιασμός αφορά σε μεγάλο βαθμό ανθρώπους και όχι τα άψυχα μηχανήματα των μηχανολογικών σχεδίων. Και εφόσον κάθε άτομο είναι εκ φύσεως, αν και όχι πάντοτε κατά νόμον, κύριος του εαυτού του και φορέας δικής του πρωτοβουλίας —δηλαδή πηγή της δικής του ενεργητικότητας—, αυτό σημαίνει ότι οι κεντρικές διαταγές, υποστηριζόμενες, όπως αναγκαστικά συμβαίνει υπό τον σοσιαλισμό, από καταναγκασμό και βία, απαγορεύουν ουσιαστικά σε όλα τα άτομα να κάνουν ό,τι επιθυμούν περισσότερο ή ό,τι θεωρούν ότι ταιριάζει καλύτερα στις ικανότητές τους. Αν το Συμβούλιο Κεντρικού Σχεδιασμού, εν ολίγοις, διατάξει τους X και Y να μεταβούν στο Πινσκ για να εργαστούν ως οδηγοί φορτηγών, αυτό σημαίνει ότι στους X και Y απαγορεύεται ουσιαστικά και καταναγκαστικά να κάνουν ό,τι θα έκαναν εκουσίως: ίσως ο X να πήγαινε στο Λένινγκραντ για να γίνει λιμενεργάτης και ίσως ο Y να έμενε στον τόπο του, να πειραματιζόταν στο εργαστήριό του και να εφεύρισκε μια νέα και εξαιρετικά χρήσιμη συσκευή.
Moreover, it should be noted that a centrally “planned” economy is a centrally prohibited economy. The concept of “social engineering” is a deceptive metaphor, since in the social realm, it is largely people who are being planned, rather than the inanimate machinery of engineering blueprints. And since every individual is by nature, if not always by law, a self-owner and self-starter—i.e., a self-energizer, this means that central orders, backed up, as they must be under socialism, by force and violence, effectively prohibit all the individuals from doing what they want most or what they believe themselves to be best fitted to do. If the Central Planning Board, in short, orders X and Y to Pinsk to work as truck drivers, this means that X and Y are effectively and coercively prohibited from doing what they would have done voluntarily: perhaps X would have gone to Leningrad to be a longshoreman, and perhaps Y would have stayed around to tinker in his workshop and invent a new and highly useful device.
Το τελευταίο αυτό σημείο μάς οδηγεί σε ένα ακόμη σοβαρό ελάττωμα του κεντρικού σχεδιασμού: οι εφευρέσεις, οι καινοτομίες και οι τεχνολογικές εξελίξεις, από την ίδια τη φύση τους, εξ ορισμού, δεν μπορούν να προβλεφθούν εκ των προτέρων και, επομένως, δεν μπορούν να σχεδιαστούν κεντρικά και γραφειοκρατικά. Όχι μόνο κανείς δεν γνωρίζει τι θα εφευρεθεί και πότε· κανείς δεν γνωρίζει ποιος θα το εφεύρει. Είναι σαφές ότι μια οικονομία κεντρικών απαγορεύσεων, ήδη ανορθολογική και αναποτελεσματική για δεδομένους σκοπούς, μέσα και τεχνικές σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, είναι ακόμη πιο ανίκανη αν επιδιώκεται στην κοινωνία μια συνεχής ροή εφευρέσεων και νέων εξελίξεων. Η γραφειοκρατία, ήδη ανεπαρκής για τον σχεδιασμό ενός στάσιμου συστήματος, είναι ασυγκρίτως πιο ανεπαρκής για τον σχεδιασμό ενός εξελισσόμενου συστήματος.371,372
The latter point brings us to another grave defect of central planning: inventions, innovations, technological developments, by their very nature, by definition, cannot be predicted in advance and therefore cannot be centrally and bureaucratically planned. Not only does no one know what will be invented when; no one knows who will do the inventing. Clearly, a centrally prohibited economy, irrational and inefficient enough for given ends and given means and techniques at any point of time, is all the more incompetent if a flow of inventions and new development are desired in society. Bureaucracy, incompetent enough to plan a stationary system, is vastly more incompetent at planning a progressive one.74,75
Τα τελευταία χρόνια, οικονομολόγοι και δημοσιογράφοι δίνουν μεγάλη έμφαση σε μια νέα έννοια —την «ανάπτυξη»—, και μεγάλο μέρος της οικονομικής αρθρογραφίας επιδίδεται σε ένα «παιχνίδι αριθμών» σχετικά με το ποιο ποσοστό, ή ποιον «ρυθμό ανάπτυξης», «πρέπει να έχουμε» το επόμενο έτος ή την επόμενη δεκαετία. Η συζήτηση βρίθει συγκρίσεων με τον υψηλότερο ρυθμό της χώρας Χ, στον οποίο «εμείς» πρέπει να αντιπαρατεθούμε επειγόντως, κ.λπ. Μέσα σε όλο αυτό το ενδιαφέρον για την ανάπτυξη υπάρχουν πολλά σοβαρά προβλήματα που ελάχιστα έχουν θιγεί. Πρώτο και κυριότερο είναι το απλό ερώτημα: «Τι το τόσο καλό έχει η ανάπτυξη;» Οι οικονομολόγοι, μιλώντας επιστημονικά για την ανάπτυξη, έχουν εισαγάγει λαθραία και αθέμιτα στην επιστήμη τους μια ηθική κρίση — μια ηθική κρίση που παραμένει ανεξέταστη, σαν να ήταν αυτονόητη. Γιατί όμως η ανάπτυξη θα έπρεπε να είναι η υπέρτατη αξία την οποία μπορούμε να επιδιώκουμε; Ποια είναι η ηθική δικαιολόγηση; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανάπτυξη, άλλη μία αμφίβολη μεταφορά δανεισμένη από τη βιολογία, «ακούγεται» καλή στους περισσότερους ανθρώπους, αλλά αυτό δύσκολα συνιστά επαρκή ηθική ανάλυση. Πολλά πράγματα θεωρούνται καλά, αλλά στην ελεύθερη αγορά κάθε άνθρωπος πρέπει να επιλέγει μεταξύ διαφορετικών ποσοτήτων τους και του τιμήματος που συνεπάγεται η παραίτηση από άλλα. Ομοίως, η ανάπτυξη, όπως θα δούμε αμέσως, πρέπει να σταθμίζεται έναντι ανταγωνιστικών αξιών. Αν το ζήτημα εξεταζόταν με τη δέουσα προσοχή, λίγοι θα θεωρούσαν την ανάπτυξη ως τη μοναδική απόλυτη αξία. Αν ήταν τέτοια, γιατί να σταματούμε σε ετήσια ανάπτυξη 5% ή 8%; Γιατί όχι 50%;
In recent years economists and journalists alike have been heavily emphasizing a new concept—“growth,” and much economic writing is engaged in a “numbers game” on what percentage, or “rate of growth,” “we” should have next year or in the next decade. The discussion is replete with comparisons of the higher rate of country X which “we” must hurriedly counter, etc. Amidst all the interest in growth, there are many grave problems which have hardly been touched upon. First and foremost is the simple query: “What is so good about growth?” The economists, discoursing scientifically about growth, have illegitimately smuggled an ethical judgment into their science—an ethical judgment that remains unanalyzed, as if it were self-evident. But why should growth be the highest value for which we can strive? What is the ethical justification? There is no doubt about the fact that growth, taken over as another dubious metaphor from biology, “sounds” good to most people, but this hardly constitutes an adequate ethical analysis. Many things are considered as good, but on the free market every man must choose between different quantities of them and the price for those forgone. Similarly, growth, as we shall presently see, must be balanced and weighed against competing values. Given due consideration, growth would be considered by few people as the only absolute value. If it were, why stop at 5 percent or 8 percent growth per year? Why not 50 percent?
Είναι εντελώς αθέμιτο ο οικονομολόγος, υπό την ιδιότητά του ως οικονομολόγου, να τάσσεται απλώς υπέρ της ανάπτυξης. Εκείνο που μπορεί να κάνει είναι να αντιπαραβάλει τι σημαίνει η ανάπτυξη υπό διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες. Στην ελεύθερη αγορά, για παράδειγμα, κάθε άνθρωπος επιλέγει πόση μελλοντική ανάπτυξη επιθυμεί σε σύγκριση με την παρούσα κατανάλωση. Η «ανάπτυξη», δηλαδή η άνοδος του μελλοντικού βιοτικού επιπέδου, μπορεί να επιτευχθεί, όπως έχουμε καταστήσει εμμέσως σαφές σε όλον αυτόν τον τόμο, μόνο με λίγους προσδιορίσιμους τρόπους. Είτε μπορούν να ανακαλυφθούν περισσότεροι και καλύτεροι πόροι είτε μπορούν να γεννηθούν περισσότεροι και καλύτεροι άνθρωποι είτε μπορεί να βελτιωθεί η τεχνολογία είτε πρέπει να επιμηκυνθεί η διάρθρωση των κεφαλαιουχικών αγαθών και να πολλαπλασιαστεί το κεφάλαιο. Στην πράξη, εφόσον για τον εντοπισμό και την αξιοποίηση των πόρων απαιτείται κεφάλαιο, εφόσον η τεχνολογική βελτίωση μπορεί να εφαρμοστεί στην παραγωγή μόνο μέσω κεφαλαιακών επενδύσεων, εφόσον οι επιχειρηματικές δεξιότητες ενεργούν μόνο μέσω επενδύσεων και εφόσον η αύξηση της προσφοράς εργασίας είναι σχετικά ανεξάρτητη από βραχυχρόνιους οικονομικούς παράγοντες και μπορεί να επιφέρει αντίθετα αποτελέσματα κατά τον μαλθουσιανό τρόπο, μειώνοντας το κατά κεφαλήν προϊόν, ο μόνος βιώσιμος δρόμος προς την ανάπτυξη είναι η αύξηση της αποταμίευσης και των επενδύσεων. Στην ελεύθερη αγορά, κάθε άτομο αποφασίζει πόσο θέλει να αποταμιεύσει —για να αυξήσει το μελλοντικό βιοτικό του επίπεδο— σε αντιδιαστολή προς το πόσο θέλει να καταναλώσει στο παρόν. Η καθαρή συνισταμένη όλων αυτών των εκούσιων ατομικών αποφάσεων είναι ο ρυθμός κεφαλαιακών επενδύσεων του έθνους ή του κόσμου. Το συνολικό μέγεθος αντανακλά τις εκούσιες, ελεύθερες αποφάσεις κάθε καταναλωτή, κάθε ανθρώπου. Ο οικονομολόγος, επομένως, δεν δικαιούται να υποστηρίζει την «ανάπτυξη» ως σκοπό· αν το πράττει, εισάγει μια αντιεπιστημονική, αυθαίρετη αξιολογική κρίση, ιδίως αν δεν παρουσιάζει μια ηθική θεωρία προς δικαιολόγησή της. Θα πρέπει απλώς να λέει ότι, στην ελεύθερη αγορά, καθένας αποκτά όση «ανάπτυξη» επιλέγει να αποκτήσει· και ότι, επιπλέον, οι άνθρωποι στο σύνολό τους ωφελούνται σημαντικά από τις εκούσιες αποταμιεύσεις άλλων, οι οποίοι αποταμιεύουν και επενδύουν.
It is completely illegitimate for the economist qua economist simply to endorse growth. What he can do is to contrast what growth means in various social conditions. In a free market, for example, every person chooses how much future growth he wants as compared to present consumption. “Growth,” i.e., a rise in future living standards, can be achieved, as we have implicitly made clear throughout this volume, only in a few definable ways. Either more and better resources can be found, or more and better people can be born, or technology improved, or the capital goods structure must be lengthened and capital multiplied. In practice, since resources need capital to find and develop them, since technological improvement can be applied to production only via capital investment, since entrepreneurial skills act only through investments, and since an increased labor supply is relatively independent of short-run economic considerations and can backfire in Malthusian fashion by lowering per capita output, the only viable way to growth is through increased saving and investment. On the free market, each individual decides how much he wants to save—to increase his future living standards —as against how much he wants to consume in the present. The net resultant of all these voluntary individual decisions is the nation’s or world’s rate of capital investment. The total is a reflection of the voluntary, free decisions of every consumer, of every person. The economist, therefore, has no business endorsing “growth” as an end; if he does so, he is injecting an unscientific, arbitrary value judgment, especially if he does not present an ethical theory in justification. He should simply say that, in a free market, everyone gets as much “growth” as he chooses to obtain; and that, furthermore, the people as a whole benefit greatly from the voluntary savings of others who do the saving and investing.
Τι συμβαίνει αν το κράτος αποφασίσει, είτε μέσω επιδοτήσεων είτε μέσω άμεσης κρατικής ιδιοκτησίας, να επιχειρήσει να επιταχύνει τον ρυθμό ανάπτυξης της κοινωνίας; Τότε, πρέπει να επισημάνει ο οικονομολόγος, η όλη κατάσταση αλλάζει. Δεν επιλέγει πλέον κάθε άνθρωπος να «αναπτύσσεται» όπως θεωρεί καλύτερο. Τώρα, με την υποχρεωτική αποταμίευση και επένδυση, οι επενδύσεις μπορούν να προκύψουν μόνο μέσω της αναγκαστικής αποταμίευσης ορισμένων ατόμων και εις βάρος τους. Εν ολίγοις, αν οι Α, Β και Γ «αναπτύσσονται» επειδή το βιοτικό τους επίπεδο ανεβαίνει χάρη στην υποχρεωτική επένδυση, το πράττουν εις βάρος των Δ, Ε και Ζ, εκείνων που εξαναγκάστηκαν να αποταμιεύσουν. Δεν μπορούμε πλέον να πούμε ότι ανεβαίνει το κοινωνικό βιοτικό επίπεδο, το βιοτικό επίπεδο κάθε δρώντος ατόμου· υπό καθεστώς υποχρεωτικής ανάπτυξης, ορισμένοι άνθρωποι —οι εξαναγκασμένοι αποταμιευτές— χάνουν σαφώς και αποδεδειγμένα. «Αναπτύσσονται» προς τα πίσω. Εδώ βρίσκεται ένας λόγος για τον οποίο η κρατική παρέμβαση δεν μπορεί ποτέ να αυξήσει τον ρυθμό «ανάπτυξης» της κοινωνίας. Διότι, όταν τα άτομα ενεργούν ελεύθερα στην αγορά, κάθε πράξη τους ωφελεί τους πάντες, οπότε η ανάπτυξη είναι πραγματικά «κοινωνική», δηλαδή συμμετέχουν σε αυτήν όλοι μέσα στην κοινωνία. Όταν όμως το κράτος ενεργεί για να επιβάλει την ανάπτυξη, μόνο ορισμένοι αναπτύσσονται εις βάρος της οπισθοδρόμησης άλλων. Ο αξιολογικά ουδέτερος οικονομολόγος δεν επιτρέπεται, επομένως, να πει ότι η «κοινωνία» αναπτύσσεται καθόλου.
What happens if the government decides, either by subsidies or by direct government ownership, to try to spur the social rate of growth? Then, the economist should point out, the entire situation changes. No longer does each person elect to “grow” as he thinks best. Now, with compulsory saving and investing, investment can come only at the expense of the forced saving of some individuals. In short, if A, B, and C “grow” because their standard of living rises from compulsory investment, they do so at the expense of D, E, and F, the ones who were compelled to save. No longer can we say that the social standard of living, the standard of living of each active person, rises; under compulsory growth, some people—the coerced savers—clearly and demonstrably lose. They “grow” backward. Here is one reason why government intervention can never raise society’s rate of “growth.” For when individuals act freely on the market, every one of their actions benefits everyone, and so growth is truly “social,” i.e., participated in by everyone in the society. But when government acts to force growth, it is only some who grow at the expense of the retrogression of others. The Wertfrei economist is therefore not permitted to say that “society” grows at all.
Η ανάπτυξη, επομένως, αποδεδειγμένα δεν είναι η μοναδική απόλυτη αξία για κανέναν. Όλοι οι άνθρωποι στην αγορά σταθμίζουν την ανάπτυξη έναντι της παρούσας κατανάλωσης, όπως ακριβώς σταθμίζουν την εργασία έναντι του ελεύθερου χρόνου και όλα τα αγαθά μεταξύ τους. Αν συνειδητοποιήσουμε πλήρως ότι δεν υπάρχει κάποια οντότητα που να ονομάζεται «κοινωνία» χωριστά από τα άτομα, γίνεται σαφές ότι η «κοινωνία» δεν μπορεί να αναπτύσσεται επιβάλλοντας απώλειες σε ορισμένα ή στα περισσότερα μέλη της. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει μια κοινότητα όπου το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν θέλει να «αναπτυχθεί»· οι άνθρωποι θα προτιμούσαν να μην εργάζονται πολύ σκληρά ούτε να αποταμιεύουν πολύ· θα προτιμούσαν, αντιθέτως, να ξαπλώνουν κάτω από τα δέντρα, να μαζεύουν καρπούς και να παίζουν παιχνίδια. Το να υποστηρίζει κανείς ότι το κράτος πρέπει να εμφανιστεί και να εξαναγκάσει αυτούς τους ανθρώπους να εργαστούν και να αποταμιεύσουν, προκειμένου να «αναπτυχθούν» κάποια στιγμή στο μέλλον, σημαίνει ότι υποστηρίζει την καταναγκαστική μείωση του βιοτικού επιπέδου του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού στο παρόν και στο εγγύς μέλλον. Οποιαδήποτε παραγωγή επιτυγχανόταν υπό αυτό το καθεστώς, όσο μεγάλη και αν ήταν, δεν θα αποτελούσε «ανάπτυξη» για την κοινωνία· αντιθέτως, θα αποτελούσε οπισθοδρόμηση, όχι μόνο για ορισμένους αλλά για τους περισσότερους ανθρώπους. Ο οικονομολόγος, επομένως, δεν μπορεί να υποστηρίζει επιστημονικά την υποχρεωτική ανάπτυξη, διότι εκείνο που πραγματικά κάνει είναι να επιχειρεί να επιβάλει διά της βίας τις δικές του ηθικές απόψεις —για παράδειγμα, ότι περισσότερη σκληρή εργασία και αποταμίευση είναι καλύτερες από περισσότερο ελεύθερο χρόνο και καρπούς— στα άλλα μέλη της κοινωνίας. Τα μέλη αυτά υφίστανται, ως αποτέλεσμα, μεγάλη απώλεια χρησιμότητας.
Growth, therefore, is demonstrably not the single absolute value for anyone. People on the market all weigh growth against present consumption, just as they weigh work against leisure, and all goods against one another. If we fully realize that there is no such existent entity as “society” apart from individuals, it becomes clear that “society” cannot grow at the expense of imposing losses on some or most of its members. Suppose, for example, that a community exists where the bulk of the population do not want to “grow”; they would rather not work very hard or save very much; instead they would loll under the trees, pick berries, and play games. To advocate the government’s coming on the scene and forcing these people to work and save, in order to “grow” at some time in the future, means to advocate the compulsory lowering of the standard of living of the bulk of the populace in the present and near future. Any sort of achieved production, under this scheme, however great, would not be “growth” for society; instead it would be retrogression, not only for some but for most people. An economist, therefore, cannot scientifically advocate compulsory growth, for what he is really doing is attempting to impose his own ethical views (e.g., more hard work and saving is better than more leisure and berries) on the other members of society by force. These members greatly lose utility as a result.
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί και πάλι ότι, στις περιπτώσεις αναγκαστικής αποταμίευσης, ο αποταμιευτής δεν αποκομίζει κανένα από τα οφέλη της θυσίας του· τα οφέλη αυτά τα αποκομίζουν αντ’ αυτού κρατικοί αξιωματούχοι ή άλλοι δικαιούχοι. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, όπου οι άνθρωποι αποταμιεύουν και επενδύουν ακριβώς επειδή θα αποκομίσουν κάποια απτά και επιθυμητά ανταλλάγματα.
Furthermore, it must be emphasized again that in cases of coerced saving the saver reaps none of the benefit of his sacrifice, which is instead reaped by government officials or other beneficiaries. This contrasts to the free market, where people save and invest precisely because they will reap some tangible and desired rewards.
Σε ένα καθεστώς καταναγκαστικής ανάπτυξης, λοιπόν, η «κοινωνία» δεν μπορεί να αναπτύσσεται και οι συνθήκες διαφέρουν εντελώς από εκείνες της ελεύθερης αγοράς. Πράγματι, αυτό που έχουμε είναι μια μορφή του επιχειρήματος του «λαθρεπιβάτη» κατά της ελεύθερης αγοράς και υπέρ του κράτους· εδώ οι διάφοροι «λαθρεπιβάτες» συσπειρώνονται για να εξαναγκάσουν άλλους ανθρώπους να αποταμιεύουν, ώστε να ωφελούνται οι πρώτοι.373
In a regime of coerced growth, then, “society” cannot grow, and conditions are totally different from those of the free market. Indeed, what we have is a form of the “free rider” argument against the free market and for government; here the various “free riders” band together to force other people to be thrifty so that the former can benefit.
Ακόμη και αν αφήσουμε κατά μέρος αυτά τα προβλήματα, είναι αμφίβολο πόσο μπορούν να ωφεληθούν από τα μέτρα αυτά οι λαθρεπιβάτες που ασκούν τον καταναγκασμό. Πολλοί παράγοντες που εξετάστηκαν παραπάνω έρχονται τώρα στο προσκήνιο. Πρώτον, η ανάπτυξη και η επιτυχία των λαθρεπιβατών που στηρίζονται στον καταναγκασμό αποθαρρύνουν την παραγωγή και μετατοπίζουν ολοένα περισσότερους ανθρώπους και περισσότερη ενεργητικότητα από την παραγωγή προς την εκμετάλλευσή της, δηλαδή προς τη λαθρεπιβίβαση μέσω καταναγκασμού. Δεύτερον, είδαμε ότι, αν το ίδιο το κράτος πραγματοποιεί την «επένδυση» με τις δημευμένες αποταμιεύσεις άλλων, το αποτέλεσμα, για πολλούς λόγους, δεν είναι γνήσια επένδυση αλλά περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν σπατάλη. Το κεφάλαιο που δημιουργείται από αναγκαστικές αποταμιεύσεις, επομένως, αντί να ωφελεί τους καταναλωτές, σε μεγάλο βαθμό σπαταλάται και εξανεμίζεται. Ακόμη και αν το κράτος χρησιμοποιεί τα χρήματα για να επιδοτεί διάφορες ιδιωτικές επενδύσεις, τα αποτελέσματα παραμένουν σοβαρά· διότι αυτές οι επενδύσεις, καθώς είναι οικονομικά ασύμφορες σε σχέση με τη γνήσια ζήτηση των καταναλωτών και τα σήματα κέρδους και ζημίας στην αγορά, θα αποτελούν εσφαλμένες επενδύσεις. Αν το κράτος καταργούσε τις επιδοτήσεις του και επέτρεπε σε όλα τα κεφάλαια να ανταγωνίζονται επί ίσοις όροις στην εξυπηρέτηση των καταναλωτών, είναι αμφίβολο πόσο μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων θα επιβίωνε.
Even if we set these problems aside, it is doubtful how much the coercing free riders can benefit from these measures. Many considerations treated above now come into play. In the first place, the growth and success of the compulsory free riders discourage production and shift more and more people and energy from production to the exploitation of production, i.e., to compulsory free riding. Secondly, we have seen that if government itself does the “investing” out of the confiscated savings of others, the result, for many reasons, is not genuine investment, but waste assets. The capital built out of coerced savings, then, instead of benefiting the consumers, is largely wasted and dissipated. Even if government uses the money to subsidize various private investments, the results are still grave; for these investments, being uneconomic in relation to genuine consumers’ demand and profit-and-loss signals on the market, will constitute malinvestment. Once the government removed its subsidies and let all capital compete equally in serving consumers, it is doubtful how much of this investment would survive.
Μολονότι δεν σκοπεύουμε να ασχοληθούμε εδώ εκτενώς με ένα εμπειρικό πρόβλημα όπως η σοβιετική οικονομική ανάπτυξη, μπορούμε να παραστήσουμε την ανάλυσή μας επισημαίνοντας τον θόρυβο που έχει προκληθεί τα τελευταία χρόνια γύρω από τον υποτιθέμενο τεράστιο ρυθμό σοβιετικής ανάπτυξης. Παραδόξως, διαπιστώνει κανείς ότι η «ανάπτυξη» φαίνεται να συντελείται σχεδόν αποκλειστικά στα κεφαλαιουχικά αγαθά, όπως ο σίδηρος και ο χάλυβας, τα υδροηλεκτρικά φράγματα κ.λπ., ενώ ελάχιστο ή κανένα μέρος αυτής της ανάπτυξης δεν φαίνεται ποτέ να φθάνει στο βιοτικό επίπεδο του μέσου Σοβιετικού καταναλωτή. Το βιοτικό επίπεδο του καταναλωτή, όμως, είναι ο τελικός και υπέρτατος σκοπός ολόκληρης της παραγωγικής διαδικασίας. Η παραγωγή δεν έχει κανένα απολύτως νόημα παρά μόνο ως μέσο προς την κατανάλωση. Η επένδυση σε κεφαλαιουχικά αγαθά δεν σημαίνει τίποτε παρά μόνο ως αναγκαίος ενδιάμεσος σταθμός προς την αυξημένη κατανάλωση. Όταν οι κεφαλαιακές επενδύσεις πραγματοποιούνται στην ελεύθερη αγορά, δεν στερούν καταναλωτικά αγαθά από κανέναν· διότι αποταμιεύουν εκείνοι που επιλέγουν εκουσίως την επένδυση αντί ενός μέρους της παρούσας κατανάλωσης. Κανείς δεν υποχρεώνεται να θυσιάσει παρούσα κατανάλωση αν δεν το επιθυμεί. Ως αποτέλεσμα, το βιοτικό επίπεδο όλων ανεβαίνει συνεχώς και ομαλά καθώς αυξάνονται οι επενδύσεις. Αλλά ένα σοβιετικό ή άλλο σύστημα υποχρεωτικών επενδύσεων μειώνει το βιοτικό επίπεδο σχεδόν όλων, οπωσδήποτε στο εγγύς μέλλον. Και όλες οι ενδείξεις συνηγορούν ότι η ημέρα της υπεσχημένης «ουράνιας ανταμοιβής», όταν επιτέλους ανεβαίνει το βιοτικό επίπεδο, σχεδόν ποτέ δεν έρχεται. Εν ολίγοις, η κρατική «επένδυση», όπως επισημάναμε παραπάνω, αποδεικνύεται ιδιόμορφη μορφή σπάταλης «κατανάλωσης» από τους κρατικούς αξιωματούχους.374
Although we have no intention of dealing here to any extent with an empirical problem like Soviet economic growth, we may illustrate our analysis by noting the hullabaloo that has been raised in recent years over the supposedly enormous rate of Soviet growth. Curiously, one finds that the “growth” seems to be taking place almost exclusively in capital goods, such as iron and steel, hydroelectric dams, etc., whereas little or none of this growth ever seems to filter down to the standard of living of the average Soviet consumer. The consumer’s standard of living, however, is the be-all and end-all of the entire production process. Production makes no sense whatever except as a means to consumption. Investment in capital goods means nothing except as a necessary way station to increased consumption. When capital investment takes place in the free market, it deprives no one of consumption goods; for those save who voluntarily choose investment over some present consumption. No one is required to sacrifice present consumption who does not wish to do so. As a result, the standard of living of everyone rises continually and smoothly as investment increases. But a Soviet or other system of compulsory investment lowers the standard of living of almost everyone, certainly in the near future. And there is every indication that the “pie-in-the-sky” day when living standards finally rise almost never arrives. In short, government “investment,” as we have noted above, turns out to be a peculiar form of wasteful “consumption” by government officials.
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που ενισχύει το συμπέρασμά μας. Ο καθηγητής Lachmann μάς υπενθυμίζει επίμονα εκείνο που οι οικονομολόγοι γενικά λησμονούν: ότι το «κεφάλαιο» δεν είναι απλώς μια ομοιογενής μάζα στην οποία μπορούν να γίνονται προσθήκες ή αφαιρέσεις. Το κεφάλαιο είναι μια περίπλοκη, λεπτή, αλληλοδιαπλεκόμενη διάρθρωση κεφαλαιουχικών αγαθών. Όλα τα λεπτά νήματα αυτής της διάρθρωσης πρέπει να συναρμόζονται, και μάλιστα με ακρίβεια· διαφορετικά, προκύπτουν εσφαλμένες επενδύσεις. Η ελεύθερη αγορά αποτελεί σχεδόν αυτόματο μηχανισμό για μια τέτοια συναρμογή· και είδαμε σε όλον αυτόν τον τόμο πώς η ελεύθερη αγορά, με το σύστημα τιμών και τα κριτήρια κέρδους και ζημίας της, προσαρμόζει την ποσότητα και την ποικιλία της παραγωγής των διαφορετικών κλάδων, εμποδίζοντας οποιονδήποτε από αυτούς να παραμένει αποσυντονισμένος για μεγάλο διάστημα.375 Αλλά υπό τον σοσιαλισμό ή με μαζικές κρατικές επενδύσεις δεν υπάρχει τέτοιος μηχανισμός συναρμογής και εναρμόνισης. Στερημένο από ένα ελεύθερο σύστημα τιμών και από κριτήρια κέρδους και ζημίας, το κράτος μπορεί μόνο να προχωρεί ψηλαφητά από το ένα σφάλμα στο άλλο, «επενδύοντας» στα τυφλά, χωρίς να μπορεί να επενδύει ορθά στους κατάλληλους τομείς, στα κατάλληλα προϊόντα ή στις κατάλληλες τοποθεσίες. Θα κατασκευαστεί ένα θαυμάσιο μετρό, αλλά δεν θα υπάρχουν τροχοί για τα τρένα· ένα γιγαντιαίο φράγμα, αλλά όχι χαλκός για τις γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, κ.ο.κ. Αυτά τα αιφνίδια πλεονάσματα και ελλείμματα, τόσο χαρακτηριστικά του κρατικού σχεδιασμού, είναι το αποτέλεσμα μαζικών εσφαλμένων επενδύσεων από το κράτος.376
There is another consideration that reinforces our conclusion. Professor Lachmann has been diligently reminding us of what economists generally forget: that “capital” is not just a homogeneous blob that can be added to or subtracted from. Capital is an intricate, delicate, interweaving structure of capital goods. All of the delicate strands of this structure have to fit, and fit precisely, or else malinvestment occurs. The free market is almost an automatic mechanism for such fitting; and we have seen throughout this volume how the free market, with its price system and profit-and-loss criteria, adjusts the output and variety of the different strands of production, preventing any one from getting long out of alignment. But under socialism or with massive government investment, there is no such mechanism for fitting and harmonizing. Deprived of a free price system and profit and-loss criteria, the government can only blunder along, blindly “investing” without being able to invest properly in the right fields, the right products, or the right places. A beautiful subway will be built, but no wheels will be available for the trains; a giant dam, but no copper for transmission lines, etc. These sudden surpluses and shortages, so characteristic of government planning, are the result of massive malinvestment by the government.
Η σημερινή διαμάχη για την ανάπτυξη είναι, υπό μία έννοια, αποτέλεσμα ενός κρίσιμου σφάλματος που διέπραξαν οι «δεξιοί» οικονομολόγοι στη συνεχιζόμενη αντιπαράθεσή τους με τους «αριστερούς» αντιπάλους τους. Αντί να προβάλλουν την ελευθερία και την ελεύθερη επιλογή ως τον ύψιστο πολιτικό τους σκοπό, οι δεξιοί οικονομολόγοι τόνισαν τη σημασία της ελευθερίας ως ωφελιμιστικού μέσου ενθάρρυνσης της αποταμίευσης, των επενδύσεων και, επομένως, της οικονομικής ανάπτυξης. Είδαμε παραπάνω ότι οι συντηρητικοί αντίπαλοι του προοδευτικού φόρου εισοδήματος έχουν συχνά πέσει στην παγίδα να αντιμετωπίζουν την αποταμίευση και τις επενδύσεις ως κατά κάποιον τρόπο μεγαλύτερο και ανώτερο αγαθό από την κατανάλωση και, επομένως, να επικρίνουν εμμέσως την αναλογία αποταμίευσης προς κατανάλωση της ελεύθερης αγοράς. Εδώ έχουμε ένα ακόμη παράδειγμα της ίδιας διολίσθησης σε μια έμμεση, αυθαίρετη κριτική της αγοράς. Εκείνο που έκαναν οι σύγχρονοι «αριστεροί» υπέρμαχοι της υποχρεωτικής ανάπτυξης ήταν να στρέψουν ως μπούμερανγκ εναντίον των συντηρητικών τα σεβάσμια επιχειρήματά τους και να πουν, ουσιαστικά, στους αντιπάλους τους: «Πολύ καλά. Υποστηρίζατε ότι η αποταμίευση και οι επενδύσεις έχουν κρίσιμη σημασία επειδή οδηγούν στην ανάπτυξη και στην οικονομική πρόοδο. Ωραία· αλλά, όπως και εσείς οι ίδιοι παραδέχεστε εμμέσως, η αναλογία αποταμίευσης και επενδύσεων στην ελεύθερη αγορά είναι πράγματι υπερβολικά χαμηλή. Γιατί λοιπόν να στηριζόμαστε σε αυτήν; Γιατί να μην επιταχύνουμε την ανάπτυξη χρησιμοποιώντας το κράτος για να επιβάλει ακόμη περισσότερη αποταμίευση και επένδυση, ώστε να επιταχύνουμε περαιτέρω τη συσσώρευση κεφαλαίου;» Είναι προφανές ότι οι συντηρητικοί δεν μπορούν να απαντήσουν επαναλαμβάνοντας τα γνωστά επιχειρήματά τους. Η κατάλληλη απάντηση εδώ είναι η ανάλυση που εκθέτουμε — εν ολίγοις:
- - (α) Με ποιο δικαίωμα υποστηρίζετε ότι οι άνθρωποι πρέπει να αναπτύσσονται ταχύτερα από όσο επιθυμούν εκουσίως;
- - (β) Η υποχρεωτική ανάπτυξη δεν θα ωφελήσει το σύνολο της κοινωνίας όπως η ελεύθερα επιλεγμένη ανάπτυξη και, επομένως, δεν είναι «κοινωνική ανάπτυξη»· ορισμένοι θα κερδίσουν —και μάλιστα σε κάποιο μακρινό μέλλον— εις βάρος της οπισθοδρόμησης άλλων.
- - (γ) Η κρατική επένδυση ή η επιδοτούμενη επένδυση είναι είτε εσφαλμένη επένδυση είτε καθόλου επένδυση, αλλά απλώς περιουσιακά στοιχεία που συνιστούν σπατάλη ή «κατανάλωση» σπατάλης προς χάριν του κύρους των κρατικών αξιωματούχων.
The current controversy over growth, is, in a sense, the result of a critical error made by “right-wing” economists in their continuing debate with their “left-wing” opponents. Instead of emphasizing freedom and free choice as their highest political end, the rightist economists have stressed the importance of freedom as a utilitarian means of encouraging saving, investment, and therefore, economic growth. We have seen above that conservative opponents of the progressive income tax have often fallen into the trap of treating saving and investment as somehow a greater and higher good than consumption, and therefore of implicitly criticizing the free market’s saving/consumption ratio. Here we have another example of the same lapse into an implicit, arbitrary criticism of the market. What the modern “leftist” proponents of compulsory growth have done is to use the venerable arguments of the conservatives as a boomerang against them, and to say, in effect, to their opponents: “Very well. You have been maintaining that saving and investment are of critical importance because they lead to growth and economic progress. Fine; but, as you yourselves implicitly grant, the free market’s proportion of saving and investment is really too slow. Why then rely upon it? Why not speed up growth by using government to coerce even more saving and investment, to speed up capital further?” It is evident that conservatives cannot counter by reiterating their familiar arguments. The proper comment here is the analysis we have been expounding—in short: (a) By what right do you maintain that people should grow faster than they voluntarily wish to grow? (b) Compulsory growth will not benefit the whole of society as will freely chosen growth, and it is therefore not “social growth”; some will gain—and gain at some distant date—at the expense of the retrogression of others. (c) Government investment or subsidized investment is either malinvestment or not investment at all, but simply waste assets or “consumption” of waste for the prestige of government officials.
Τι είναι, στην πραγματικότητα, η οικονομική «ανάπτυξη»; Κάθε ορθός ορισμός πρέπει ασφαλώς να περιλαμβάνει αύξηση των οικονομικών μέσων που είναι διαθέσιμα για την ικανοποίηση των σκοπών των ανθρώπων — εν ολίγοις, αυξημένη ικανοποίηση των αναγκών τους ή, όπως το διατύπωσε ο P.T. Bauer, «διεύρυνση του φάσματος των πραγματικά διαθέσιμων εναλλακτικών επιλογών των ανθρώπων». Με βάση έναν τέτοιο ορισμό, είναι σαφές ότι η υποχρεωτική αποταμίευση, με τις απώλειες και τους περιορισμούς που επιβάλλει στις πραγματικές επιλογές των ανθρώπων, δεν μπορεί να προαγάγει την οικονομική ανάπτυξη· και επίσης ότι η κρατική «επένδυση», παραμελώντας την εκούσια ιδιωτική κατανάλωση ως σκοπό της, δύσκολα μπορεί να λεχθεί ότι διευρύνει τις εναλλακτικές επιλογές των ανθρώπων. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.377
What, in point of fact, is economic “growth”? Any proper definition must surely encompass an increase of economic means available for the satisfaction of people’s ends—in short, increased satisfactions of people’s wants, or as P.T. Bauer has put it, “an increase in the range of effective alternatives open to people.” On such a definition, it is clear that compulsory saving, with its imposed losses and restrictions on people’s effective choices, cannot spur economic growth; and also that government “investment,” with its neglect of voluntary private consumption as its goal, can hardly be said to add to people’s alternatives. Quite the contrary.
Τέλος, ο ίδιος ο όρος «ανάπτυξη» αποτελεί αθέμιτη εισαγωγή μιας μεταφοράς από τη βιολογία στην ανθρώπινη δράση.378 Η «ανάπτυξη» και ο «ρυθμός ανάπτυξης» υποδηλώνουν κάποιο είδος αυτόματης αναγκαιότητας ή αναπόφευκτης εξέλιξης και για πολλούς ανθρώπους έχουν την αξιολογικά φορτισμένη συνδήλωση κάποιου πράγματος αυτονόητα επιθυμητού.379
Finally, the very term “growth” is an illegitimate import of a metaphor from biology into human action. “Growth” and “rate of growth” connote some sort of automatic necessity or inevitability and have for many people a value-loaded connotation of something self-evidently desirable.
Παράλληλα με τον θόρυβο γύρω από την ανάπτυξη, έχει αναπτυχθεί μια τεράστια βιβλιογραφία για την «οικονομική των υπανάπτυκτων χωρών». Εδώ μπορούμε να επισημάνουμε μόνο λίγους παράγοντες. Πρώτον, αντίθετα προς μια διαδεδομένη εντύπωση, η «νεοκλασική» οικονομική εφαρμόζεται εξίσου πλήρως στις υπανάπτυκτες όσο και σε οποιεσδήποτε άλλες χώρες. Πράγματι, όπως έχει συχνά τονίσει ο P.T. Bauer, η οικονομική πειθαρχία είναι από ορισμένες απόψεις αυστηρότερη στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, επειδή πολλοί άνθρωποι έχουν την πρόσθετη επιλογή να επιστρέψουν από μια εγχρήματη σε μια ανταλλακτική οικονομία. Μια υπανάπτυκτη χώρα μπορεί να αναπτυχθεί μόνο με τους ίδιους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αναπτυχθεί μια πιο προηγμένη χώρα: σε μεγάλο βαθμό μέσω κεφαλαιακών επενδύσεων. Οι οικονομικοί νόμοι που σκιαγραφήσαμε σε όλον αυτόν τον τόμο είναι ανεξάρτητοι από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της οικονομίας οποιασδήποτε κοινότητας ή έθνους και, επομένως, ανεξάρτητοι από το επίπεδο ανάπτυξής της. Δεύτερον, οι υπανάπτυκτες χώρες είναι ιδιαίτερα επιρρεπείς στη σπάταλη, θεαματική κρατική «επένδυση» κύρους σε έργα όπως χαλυβουργεία ή φράγματα, σε αντιδιαστολή προς την οικονομικά συμφέρουσα αλλά μη θεαματική ιδιωτική επένδυση σε βελτιωμένα γεωργικά εργαλεία.380,381
Τρίτον, ο όρος «υπανάπτυκτος» είναι σαφώς αξιολογικά φορτισμένος, καθώς υποδηλώνει ότι ορισμένες χώρες είναι «υπερβολικά λίγο» ανεπτυγμένες, κάτω από κάποιο επιβαλλόμενο πρότυπο. Όπως επισημαίνουν οι Wiggins και Schoeck, το «μη ανεπτυγμένος» θα ήταν αντικειμενικότερος όρος.382
Concomitantly with the hubbub about growth there has developed an enormous literature about the “economics of underdeveloped countries.” We can here note only a few considerations. First, contrary to a widespread impression, “neoclassical” economics applies just as fully to underdeveloped as to any other countries. In fact, as P.T. Bauer has often stressed, the economic discipline is in some ways sharper in less developed countries because of the extra option that many people have of reverting from a monetary to a barter economy. An underdeveloped country can grow only in the same ways as a more advanced country: largely via capital investment. The economic laws which we have adumbrated throughout this volume are independent of the specific content of any community’s or nation’s economy, and therefore independent of its level of development. Secondly, underdeveloped countries are especially prone to the wasteful, dramatic, prestigious government “investment” in such projects as steel mills or dams, as contrasted with economic, but undramatic, private investment in improved agricultural tools.83,84 Thirdly, the term “underdeveloped” is definitely value-loaded to imply that certain countries are “too little” developed below some sort of imposed standard. As Wiggins and Schoeck point out, “undeveloped” would be a more objective term.
Λόγω της θεαματικής αύξησης της δημοτικότητάς του, πρέπει να πούμε εδώ κάτι για το πρόσφατο δόγμα των «σταδίων οικονομικής ανάπτυξης» του καθηγητή Rostow. Προβαλλόμενος έντονα ως «η απάντηση στον Marx» —λες και ο Marx δεν είχε ποτέ προηγουμένως «απαντηθεί»—, ο Rostow διαβλέπει πέντε στάδια οικονομικής ανάπτυξης από τα οποία περνά κάθε σύγχρονο έθνος· αυτά περιστρέφονται γύρω από την «απογείωση» και περιλαμβάνουν τις «προϋποθέσεις» της απογείωσης, την πορεία από την απογείωση προς την «ωριμότητα» και, ως τελικό στάδιο, την «υψηλή μαζική κατανάλωση».383 Πέρα από τη συνήθη πλάνη της υπόθεσης κάποιου αυτόματου ρυθμού «ανάπτυξης», ο Rostow προσθέτει πολλές δικές του, μεταξύ των οποίων οι ακόλουθες:
- - (α) Την αναβίωση της μάταιης σύγχρονης αναζήτησης ανύπαρκτων «νόμων της ιστορίας».
- - (β) Την ανακάλυψη τέτοιων «νόμων» μέσω εκείνης της παμπάλαιας πλάνης της γερμανικής σκέψης του ύστερου δέκατου ένατου αιώνα, των «σταδίων της ιστορίας», με κάθε αυθαίρετο στάδιο να είναι κατά κάποιον τρόπο προορισμένο να εξελίσσεται αυτόματα στο επόμενο.
- - (γ) Την υπερβολική έμφαση —εδώ, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, πλησιέστερα στον Marx από όσο αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι επικριτές— στην τεχνολογία αυτή καθαυτή ως πηγή και αφετηρία της οικονομικής ανάπτυξης.
- - (δ) Τη σκόπιμη εξομοίωση κρατικών και ιδιωτικών επιχειρήσεων ως εξίσου ικανών για «επιχειρηματικότητα».
- - (ε) Τη στήριξη στην εσφαλμένη έννοια του «κοινωνικού κεφαλαίου υποδομής», το οποίο πρέπει να παρέχεται κυρίως από το κράτος προτού επιτευχθεί η «απογείωση».
Στην πραγματικότητα, όπως είδαμε, δεν υπάρχουν διαφορετικά στάδια οικονομίας, καθένα από τα οποία υπόκειται στους δικούς του νόμους, αλλά μία ενιαία οικονομική επιστήμη που εφαρμόζεται σε κάθε επίπεδο εξέλιξης και εξηγεί κάθε βαθμό «ανάπτυξης». Το τελικό στάδιο της «υψηλής μαζικής κατανάλωσης» του Rostow είναι ιδιαίτερα αμφισβητήσιμο. Τι ήταν χαρακτηριστικότερο του πρώιμου σταδίου της «απογείωσης» της Βιομηχανικής Επανάστασης στη Βρετανία από την ίδια ακριβώς τη μετατόπιση της παραγωγής προς τη μαζική κατανάλωση φθηνών, εργοστασιακά παραγόμενων υφαντουργικών αγαθών; Η μαζική κατανάλωση ήταν γνώρισμα της Βιομηχανικής Επανάστασης εξαρχής· δεν αποτελεί, αντίθετα προς έναν διαδεδομένο μύθο, κάποιο είδος νέας συνθήκης της δεκαετίας του 1950.384,385
Because of its spectacular burst of popularity, something must here be said of the recent “stages of economic growth” doctrine of Professor Rostow. Highly recommended as “the answer to Marx” (as if Marx had never been “answered” before), Rostow divines five stages of economic growth through which each modern nation passes; these center around the “take-off” and include “preconditions” of take-off, drive from take-off to “maturity,” and, as the final stage, “high mass-consumption.” In addition to committing the common fallacy of assuming some sort of automatic rate of “growth,” Rostow adds many others of his own, among which are the following: (a) the resumption of the futile modern search for nonexistent “laws of history”; (b) the discovery of such “laws” by way of that hoary fallacy of late nineteenth-century German thought, “stages of history,” with each arbitrary stage somehow destined to evolve automatically into the next; (c) the undue stress—here, as in other ways, closer to Marx than most critics realize—on sheer technology as the fons et origo of economic development; (d) the deliberate mixing of government and private firms as equally capable of “entrepreneurship”; and (e) reliance on the fallacious concept of “social overhead capital,” which must be mainly supplied by the government before “take-off” is achieved. Actually, as we have seen, there are not different stages of economy, each subject to its own laws, but one single economics which applies to any level of development and explains any degree of “growth.” Rostow’s final stage of “high mass consumption” is particularly open to question. What was more characteristic of the early, “take-off” stage of the Industrial Revolution in Britain than precisely the shift of production toward mass consumption of cheap, factory-made textile goods? Mass consumption was a feature of the Industrial Revolution from the beginning; it is not, contrary to a popular myth, some sort of new condition of the 1950’s.87,88
Β. Ο καθηγητής Galbraith και το αμάρτημα της αφθονίας
B. PROFESSOR GALBRAITH AND THE SIN OF AFFLUENCE
Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η κύρια κατηγορία που διατύπωναν κατά του καπιταλιστικού συστήματος οι διανοούμενοι επικριτές του ήταν η υποτιθέμενη πανταχού παρουσία του «μονοπωλίου». Στη δεκαετία του 1930, στο προσκήνιο ήρθαν η μαζική ανεργία και η φτώχεια —«το ένα τρίτο ενός έθνους»—. Σήμερα, η αυξανόμενη αφθονία και ευημερία έχουν επισκιάσει σε μεγάλο βαθμό το θέμα της φτώχειας και της ανεργίας, και το μόνο σοβαρό «μονοπώλιο» φαίνεται να είναι εκείνο του εργατικού συνδικαλισμού. Ας μη θεωρηθεί, ωστόσο, ότι η κριτική του καπιταλισμού έχει εκλείψει. Δύο φαινομενικά αντιφατικές κατηγορίες είναι πλέον διαδεδομένες: (α) ότι ο καπιταλισμός δεν «αναπτύσσεται» αρκετά γρήγορα και (β) ότι το πρόβλημα του καπιταλισμού είναι πως μας κάνει υπερβολικά «εύπορους». Ο υπερβολικός πλούτος έχει ξαφνικά αντικαταστήσει τη φτώχεια ως το τραγικό ελάττωμα του καπιταλισμού.386 Εκ πρώτης όψεως, οι τελευταίες αυτές κατηγορίες φαίνονται αντιφατικές, διότι ο καπιταλισμός κατηγορείται ταυτόχρονα ότι παράγει υπερβολικά πολλά αγαθά και ότι δεν αυξάνει αρκετά γρήγορα την παραγωγή αγαθών. Η αντίφαση φαίνεται ιδιαίτερα κραυγαλέα όταν ο ίδιος επικριτής προβάλλει και τις δύο γραμμές επίθεσης, όπως συμβαίνει με τον κυριότερο επικριτή του αμαρτήματος της αφθονίας, τον καθηγητή Galbraith.387 Αλλά, όπως εύστοχα επισήμανε η Wall Street Journal, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία αντίφαση· διότι η υπερβολική αφθονία βρίσκεται εξ ολοκλήρου στον «ιδιωτικό τομέα», στα αγαθά που απολαμβάνουν οι καταναλωτές· η ανεπάρκεια, ή η «λιμοκτονία», βρίσκεται στον «δημόσιο τομέα», ο οποίος χρειάζεται περαιτέρω ανάπτυξη.388
In the early part of the twentieth century, the main indictment of the capitalist system by its intellectual critics was the alleged pervasiveness of “monopoly.” In the 1930’s, mass unemployment and poverty (“one third of a nation”) came to the fore. At the present time growing abundance and prosperity have greatly dimmed the poverty and unemployment theme, and the only serious “monopoly” seems to be that of labor unionism. Let it not be thought, however, that criticism of capitalism has died. Two seemingly contradictory charges are now rife: (a) that capitalism is not “growing” fast enough, and (b) that the trouble with capitalism is that it makes us too “affluent.” Excess wealth has suddenly replaced poverty as the tragic flaw of capitalism. At first sight, these latter charges appear contradictory, for capitalism is at one and the same time accused of producing too many goods, and yet of not increasing its production of goods fast enough. The contradiction seems especially glaring when the same critic presses both lines of attack, as is true of the leading critic of the sin of affluence, Professor Galbraith. But, as the Wall Street Journal has aptly pointed out, this is not really a contradiction at all; for the excessive affluence is all in the “private sector,” the goods enjoyed by the consumers; the deficiency, or “starvation,” is in the “public sector,” which needs further growth.
Μολονότι το The Affluent Society βρίθει πλανών, οι οποίες υποστηρίζονται με δογματικούς ισχυρισμούς και πατροπαράδοτα ρητορικά τεχνάσματα αντί αιτιολογημένων επιχειρημάτων,389 το βιβλίο αξίζει κάποια εξέταση εδώ, λόγω της τεράστιας δημοτικότητάς του.
Although The Affluent Society is replete with fallacies, backed by dogmatic assertions and time-honored rhetorical devices in place of reasoned argument, the book warrants some consideration here in view of its enormous popularity.
Όπως συμβαίνει με τους περισσότερους «οικονομολόγους» που επιτίθενται στην οικονομική επιστήμη, ο καθηγητής Galbraith είναι ιστορικιστής· πιστεύει ότι η οικονομική θεωρία, αντί να θεμελιώνεται στα διαχρονικά δεδομένα της ανθρώπινης φύσης, είναι κατά κάποιον τρόπο σχετική προς διαφορετικές ιστορικές εποχές. Η «συμβατική» οικονομική θεωρία, υποστηρίζει, ήταν αληθής για τις εποχές πριν από τη σημερινή, οι οποίες ήταν εποχές «φτώχειας»· τώρα, όμως, έχουμε μεταπηδήσει από μια κατάσταση φτώχειας αιώνων σε μια εποχή «αφθονίας» και, για μια τέτοια εποχή, απαιτείται μια εντελώς νέα οικονομική θεωρία. Ο Galbraith διαπράττει επίσης το φιλοσοφικό σφάλμα να πιστεύει ότι οι ιδέες ουσιαστικά «διαψεύδονται από τα γεγονότα»· αντιθέτως, στην ανθρώπινη δράση, σε αντιδιαστολή προς τις φυσικές επιστήμες, οι ιδέες μπορούν να αντικρουστούν μόνο από άλλες ιδέες· τα ίδια τα γεγονότα αποτελούν σύνθετες συνισταμένες που πρέπει να ερμηνεύονται με ορθές ιδέες.
As in the case of most “economists” who attack economic science, Professor Galbraith is an historicist, who believes that economic theory, instead of being grounded on the eternal facts of human nature, is somehow relative to different historical epochs. “Conventional” economic theory, he asserts, was true for the eras before the present, which were times of “poverty”; now, however, we have vaulted from a centuries-long state of poverty into an age of “affluence,” and for such an age, a completely new economic theory is needed. Galbraith also makes the philosophical error of believing that ideas are essentially “refuted by events”; on the contrary, in human action, as contrasted with the natural sciences, ideas can be refuted only by other ideas; events themselves are complex resultants which need to be interpreted by correct ideas.
Ένα από τα σοβαρότερα ελαττώματα του Galbraith είναι η αυθαιρεσία των κατηγοριών της «φτώχειας» και της «αφθονίας», οι οποίες διατρέχουν το έργο του. Πουθενά δεν ορίζει τι εννοεί με αυτούς τους όρους και, επομένως, πουθενά δεν θέτει κριτήρια βάσει των οποίων μπορούμε να γνωρίζουμε, έστω και θεωρητικά, πότε έχουμε διαβεί τη μαγική μεθόριο μεταξύ «φτώχειας» και «αφθονίας», η οποία απαιτεί τη δημιουργία μιας εντελώς νέας οικονομικής θεωρίας. Το παρόν βιβλίο και τα περισσότερα άλλα οικονομικά έργα καθιστούν σαφές ότι η οικονομική επιστήμη δεν εξαρτάται από κάποιο αυθαίρετο επίπεδο πλούτου· οι βασικοί πραξεολογικοί νόμοι ισχύουν για όλους τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές, και οι καταλλακτικοί νόμοι της ανταλλακτικής οικονομίας ισχύουν όποτε και όπου πραγματοποιούνται ανταλλαγές.
One of Galbraith’s gravest flaws is the arbitrariness of the categories, which pervade his work, of “poverty” and “affluence.” Nowhere does he define what he means by these terms, and therefore nowhere does he lay down standards by which we can know, even in theory, when we have passed the magic borderland between “poverty” and “affluence” that requires an entirely new economic theory to come into being. The present book and most other economic works make it evident that economic science is not dependent on some arbitrary level of wealth; the basic praxeological laws are true of all men at all times, and the catallactic laws of the exchange economy are true whenever and wherever exchanges are made.
Ο Galbraith αποδίδει μεγάλη σημασία στην υποτιθέμενη ανακάλυψή του, την οποία αποσιωπούν οι άλλοι οικονομολόγοι, ότι η οριακή χρησιμότητα των αγαθών μειώνεται καθώς αυξάνεται το εισόδημα κάποιου και ότι, επομένως, τα τελευταία 1.000 USD του εισοδήματός του δεν έχουν γι’ αυτόν σχεδόν την ίδια αξία με τα πρώτα — εκείνα που εξασφαλίζουν τη στοιχειώδη διαβίωσή του. Αλλά αυτή η γνώση είναι οικεία στους περισσότερους οικονομολόγους, και το παρόν βιβλίο, για παράδειγμα, την έχει συμπεριλάβει. Η οριακή χρησιμότητα των αγαθών ασφαλώς μειώνεται καθώς αυξάνεται το εισόδημά μας· αλλά το ίδιο το γεγονός ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να εργάζονται για τα τελευταία 1.000 USD και εργάζονται για περισσότερα χρήματα όταν τους δίνεται η ευκαιρία αποδεικνύει αδιαμφισβήτητα ότι η οριακή χρησιμότητα των αγαθών εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη από την οριακή αρνητική χρησιμότητα της στέρησης ελεύθερου χρόνου. Η κρυμμένη πλάνη του Galbraith είναι μια ποσοτική υπόθεση: από το απλό γεγονός ότι η οριακή χρησιμότητα των αγαθών μειώνεται καθώς αυξάνονται το εισόδημα και ο πλούτος κάποιου, ο Galbraith έχει κατά κάποιον τρόπο συμπεράνει ότι έχει ήδη μειωθεί σχεδόν ή και πραγματικά στο μηδέν. Το γεγονός της μείωσης, όμως, δεν μας λέει τίποτε απολύτως για τον βαθμό αυτής της μείωσης, την οποία ο Galbraith αυθαίρετα θεωρεί σχεδόν ολοκληρωτική. Όλοι οι οικονομολόγοι, ακόμη και οι πιο «συμβατικοί», γνωρίζουν ότι, καθώς τα εισοδήματα αυξάνονταν στον σύγχρονο κόσμο, οι εργαζόμενοι επέλεγαν να λαμβάνουν ολοένα μεγαλύτερο μέρος αυτού του εισοδήματος υπό τη μορφή ελεύθερου χρόνου. Και αυτό θα έπρεπε να αποτελεί επαρκή απόδειξη ότι οι οικονομολόγοι γνωρίζουν από καιρό την υποτίθεται αποσιωπημένη αλήθεια πως η οριακή χρησιμότητα των αγαθών γενικά τείνει να μειώνεται καθώς αυξάνεται η προσφορά τους. Αλλά, αντιτείνει ο Galbraith, οι οικονομολόγοι παραδέχονται ότι ο ελεύθερος χρόνος είναι καταναλωτικό αγαθό, όχι όμως ότι η αξία άλλων αγαθών μειώνεται καθώς αυξάνεται η προσφορά τους. Αυτός, ωστόσο, είναι ασφαλώς εσφαλμένος ισχυρισμός· εκείνο που γνωρίζουν οι οικονομολόγοι είναι ότι, καθώς ο πολιτισμός διευρύνει την προσφορά αγαθών, η οριακή χρησιμότητα των αγαθών μειώνεται και η οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου που θυσιάζεται —το κόστος ευκαιρίας της εργασίας— αυξάνεται, ώστε ολοένα μεγαλύτερο μέρος του πραγματικού εισοδήματος να «λαμβάνεται» υπό τη μορφή ελεύθερου χρόνου. Δεν υπάρχει τίποτε το εκπληκτικό, ανατρεπτικό ή επαναστατικό σε αυτό το γνωστό γεγονός.
Galbraith makes much of his supposed discovery, suppressed by other economists, that the marginal utility of goods declines as one’s income increases and that therefore a man’s final $1,000 is not worth nearly as much to him as his first—the margin of subsistence. But this knowledge is familiar to most economists, and this book, for example, has included it. The marginal utility of goods certainly declines as our income rises; but the very fact that people continue to work for the final $1,000 and work for more money when the opportunity is available, demonstrates conclusively that the marginal utility of goods is still greater than the marginal disutility of leisure forgone. Galbraith’s hidden fallacy is a quantitative assumption: from the mere fact that the marginal utility of goods falls as one’s income and wealth rise, Galbraith has somehow concluded that it has already fallen to virtually, or really, zero. The fact of decline, however, tells us nothing whatever about the degree of this decline, which Galbraith arbitrarily assumes has been almost total. All economists, even the most “conventional,” know that as incomes have risen in the modern world, workers have chosen to take more and more of that income in the form of leisure. And this should be proof enough that economists have long been familiar with the supposedly suppressed truth that the marginal utility of goods in general tends to decline as their supply increases. But, Galbraith retorts, economists admit that leisure is a consumers’ good, but not that other goods decline in value as their supply increases. Yet this is surely an erroneous contention; what economists know is that, as civilization expands the supply of goods, the marginal utility of goods declines and the marginal utility of leisure forgone (the opportunity cost of labor) increases, so that more and more real income will be “taken” in the form of leisure. There is nothing at all startling, subversive, or revolutionary about this familiar fact.
Σύμφωνα με τον Galbraith, οι οικονομολόγοι αγνοούν εσκεμμένα το φάσμα του κορεσμού των αναγκών. Ωστόσο, πολύ ορθά το πράττουν, διότι, όταν οι ανάγκες —ή, μάλλον, οι ανάγκες για ανταλλάξιμα αγαθά — κορεστούν πραγματικά, θα το αντιληφθούμε όλοι αρκετά γρήγορα· διότι τότε όλοι θα πάψουν να εργάζονται, θα πάψουν να προσπαθούν να μετατρέψουν τους γήινους πόρους σε τελικά καταναλωτικά αγαθά. Δεν θα υπάρχει ανάγκη να συνεχιστεί η παραγωγή, επειδή θα έχουν καλυφθεί όλες οι ανάγκες για καταναλωτικά αγαθά — ή τουλάχιστον για όλα εκείνα που μπορούν να παραχθούν και να ανταλλαγούν. Τότε όλοι θα σταματήσουν να εργάζονται, η οικονομία της αγοράς —πράγματι, κάθε οικονομία— θα τερματιστεί, τα μέσα δεν θα είναι πλέον σπάνια σε σχέση με τους σκοπούς και όλοι θα απολαμβάνουν τον παράδεισο. Θεωρώ αυτονόητο ότι αυτή η στιγμή δεν έχει ακόμη φθάσει και δεν δείχνει σημάδια ότι πλησιάζει· αν κάποτε φθάσει, οι οικονομολόγοι, όπως και οι περισσότεροι άλλοι άνθρωποι, θα την υποδεχθούν όχι με κατάρες αλλά με αγαλλίαση. Παρά την παλαιά τους φήμη ως θεραπόντων μιας «ζοφερής επιστήμης», οι οικονομολόγοι δεν έχουν κανένα εδραιωμένο συμφέρον, ψυχολογικό ή άλλο, στη σπανιότητα.
According to Galbraith, economists willfully ignore the spectre of the satiation of wants. Yet they do so quite properly, because when wants—or rather, wants for exchangeable goods—are truly satiated, we shall all know it soon enough; for, at that point, everyone will cease working, will cease trying to transform land resources into final consumers’ goods. There will be no need to continue producing, because all needs for consumers’ goods will have been supplied—or at least all those which can be produced and exchanged. At this point, everyone will stop work, the market economy—indeed, all economy—will come to an end, means will no longer be scarce in relation to ends, and everyone will bask in paradise. I think it self-evident that this time has not yet arrived and shows no signs of arriving; if it some day should arrive, it will be greeted by economists, as by most other people, not with curses, but with rejoicing. Despite their venerable reputation as practitioners of a “dismal science,” economists have no vested interests, psychological or otherwise, in scarcity.
Στο μεταξύ, όμως, αυτός εξακολουθεί να είναι ένας κόσμος σπανιότητας· σπάνια μέσα πρέπει να διατίθενται σε εναλλακτικούς σκοπούς· η εργασία εξακολουθεί να είναι αναγκαία. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να εργάζονται για τα τελευταία 1.000 USD του εισοδήματός τους και θα δέχονταν ευχαρίστως άλλα 1.000 USD αν τους προσφέρονταν. Θα τολμούσαμε μία ακόμη πρόβλεψη: μια ανεπίσημη δημοσκόπηση που θα ρωτούσε τους ανθρώπους αν θα δέχονταν, ή αν θα ήξεραν τι να κάνουν με, μερικές επιπλέον χιλιάδες USD ετήσιου πραγματικού εισοδήματος θα έβρισκε σχεδόν κανέναν πρόθυμο να αρνηθεί την προσφορά λόγω υπερβολικής αφθονίας ή κορεσμού — ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο. Ελάχιστοι θα αδυνατούσαν να αποφασίσουν τι να κάνουν με τον αυξημένο πλούτο τους. Ο καθηγητής Galbraith, φυσικά, έχει μια απάντηση σε όλα αυτά. Αυτές οι ανάγκες, λέει, δεν είναι πραγματικές ή γνήσιες· έχουν «δημιουργηθεί» στον πληθυσμό από τους διαφημιστές και τους μοχθηρούς πελάτες τους, τους επιχειρηματίες που παράγουν. Το ίδιο το γεγονός της παραγωγής, μέσω αυτής της διαφήμισης, «δημιουργεί» τις υποτιθέμενες ανάγκες που ικανοποιεί.
But, in the meanwhile, this is still a world of scarcity; scarce means have to be applied to alternate ends; labor is still necessary. People still work for their final $1,000 of income and would be happy to accept another $1,000 should it be offered. We would venture another prediction: An informal poll taken among the people, asking whether they would accept, or know what to do with, an extra few thousand dollars of annual (real) income, would find almost no one who would refuse the offer because of excessive affluence or satiety—or for any other reason. Few would be at a loss about what to do with their increased wealth. Professor Galbraith, of course, has an answer to all this. These wants, he says, are not real or genuine ones; they have been “created” in the populace by advertisers, and their wicked clients, the producing businessmen. The very fact of production, through such advertising, “creates” the supposed wants that it supplies.
Ολόκληρη η θεωρία του Galbraith περί υπερβολικής αφθονίας στηρίζεται σε αυτόν τον σαθρό ισχυρισμό ότι οι ανάγκες των καταναλωτών δημιουργούνται τεχνητά από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Πρόκειται για μια κατηγορία που στηρίζεται μόνο στην επανάληψή της και σε κανένα απολύτως τεκμήριο — εκτός ίσως από την προφανή προσωπική απέχθεια του Galbraith προς τα απορρυπαντικά και τα ουραία πτερύγια των αυτοκινήτων. Επιπλέον, η επίθεση στη μοχθηρή διαφήμιση επειδή δημιουργεί ανάγκες και υποβαθμίζει τον καταναλωτή είναι ασφαλώς η πιο συμβατική από τις συμβατικές σοφίες στο οπλοστάσιο του αντικαπιταλιστή.390
Galbraith’s entire theory of excess affluence rests on this flimsy assertion that consumer wants are artificially created by business itself. It is an allegation backed only by repetitious assertion and by no evidence whatever—except perhaps for Galbraith’s obvious personal dislike for detergents and tailfins. What is more, the attack on wicked advertising as creating wants and degrading the consumer is surely the most conventional of the conventional wisdom in the anticapitalist’s arsenal.
Υπάρχουν πολλές πλάνες στη συμβατική επίθεση του Galbraith κατά της διαφήμισης. Πρώτον, δεν είναι αλήθεια ότι η διαφήμιση «δημιουργεί» ανάγκες ή ζήτηση από την πλευρά των καταναλωτών. Ασφαλώς προσπαθεί να πείσει τους καταναλωτές να αγοράσουν το προϊόν· αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει ανάγκες ή ζήτηση, επειδή κάθε άνθρωπος πρέπει ο ίδιος να υιοθετήσει τις ιδέες και τις αξίες βάσει των οποίων ενεργεί — είτε αυτές οι ιδέες ή αξίες είναι ορθές είτε εσφαλμένες. Ο Galbraith υποθέτει εδώ μια αφελή μορφή αιτιοκρατίας —τον καθορισμό των καταναλωτών από τη διαφήμιση— και, όπως όλοι οι αιτιοκράτες, αφήνει μια έμμεση εξαίρεση από αυτόν τον καθορισμό για ανθρώπους σαν τον ίδιο, οι οποίοι, ανεξήγητα, δεν καθορίζονται από τη διαφήμιση. Αν υπάρχει αιτιοκρατικός καθορισμός από τη διαφήμιση, πώς γίνεται ορισμένοι άνθρωποι να καθορίζονται ώστε να σπεύδουν να αγοράσουν το προϊόν, ενώ ο καθηγητής Galbraith είναι ελεύθερος να αντιστέκεται αγανακτισμένος στις διαφημίσεις και να γράφει ένα βιβλίο που τις καταγγέλλει;391
There are many fallacies in Galbraith’s conventional attack on advertising. In the first place, it is not true that advertising “creates” wants or demands on the part of the consumers. It certainly tries to persuade consumers to buy the product; but it cannot create wants or demands, because each person must himself adopt the ideas and values on which he acts—whether these ideas or values are sound or unsound. Galbraith here assumes a naive form of determinism—of advertising upon the consumers, and, like all determinists, he leaves an implicit escape clause from the determination for people like himself, who are, unaccountably, not determined by advertising. If there is determinism by advertising, how can some people be determined to rush out and buy the product, while Professor Galbraith is free to resist the advertisements with indignation and to write a book denouncing the advertising?
Δεύτερον, ο Galbraith δεν μας παρέχει κανένα κριτήριο για να αποφασίσουμε ποιες ανάγκες «δημιουργούνται» με αυτόν τον τρόπο και ποιες είναι γνήσιες. Από την έμφαση που δίνει στη φτώχεια, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι όλες οι ανάγκες πάνω από το επίπεδο στοιχειώδους διαβίωσης είναι ψευδείς ανάγκες που δημιουργούνται από τη διαφήμιση. Φυσικά, δεν παρέχει κανένα τεκμήριο γι’ αυτή την άποψη. Αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, αυτή δύσκολα συμβιβάζεται με τις απόψεις του για τις δημόσιες ή τις προκαλούμενες από το κράτος ανάγκες.
Secondly, Galbraith gives us no standard to decide which wants are so “created” and which are legitimate. By his stress on poverty, one might think that all wants above the subsistence level are false wants created by advertising. Of course, he supplies no evidence for this view. But, as we shall see further below, this is hardly consistent with his views on public or governmentally induced wants.
Τρίτον, ο Galbraith δεν διακρίνει μεταξύ της καλύτερης ικανοποίησης μιας δεδομένης ανάγκης και της πρόκλησης νέων αναγκών. Αν δεν πρόκειται να υιοθετήσουμε την ακραία και αστήρικτη άποψη ότι όλες οι ανάγκες πάνω από το όριο στοιχειώδους διαβίωσης είναι «δημιουργημένες», πρέπει να επισημάνουμε την αρκετά παράξενη συμπεριφορά που αποδίδουν στους επιχειρηματίες οι υποθέσεις του Galbraith. Γιατί να υποβάλλονται οι επιχειρηματίες στη δαπάνη, στον κόπο και στην αβεβαιότητα της προσπάθειας να δημιουργήσουν νέες ανάγκες, όταν θα μπορούσαν πολύ ευκολότερα να αναζητήσουν καλύτερους ή φθηνότερους τρόπους ικανοποίησης αναγκών που οι καταναλωτές έχουν ήδη; Αν οι καταναλωτές, για παράδειγμα, έχουν ήδη μια διακριτή και ανιχνεύσιμη ανάγκη για ένα «καθαριστικό που δεν απαιτεί τρίψιμο», είναι ασφαλώς ευκολότερο και λιγότερο δαπανηρό να παραχθεί και κατόπιν να διαφημιστεί ένα τέτοιο καθαριστικό από το να δημιουργηθεί κάποια εντελώς νέα ανάγκη —ας πούμε, ειδικά για μπλε καθαριστικά— και στη συνέχεια να καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια και να δαπανηθούν πολλά χρήματα σε διαφημιστικές εκστρατείες ώστε να πειστούν οι άνθρωποι ότι χρειάζονται μπλε καθαριστικά επειδή το μπλε «είναι το χρώμα του ουρανού» ή για κάποιον άλλο τεχνητό λόγο.392 Εν ολίγοις, η αντίληψη του Galbraith για το σύστημα επιχειρήσεων και μάρκετινγκ έχει ελάχιστο ή καθόλου νόημα. Αντί να αναλαμβάνουν το δαπανηρό, αβέβαιο και, κατά βάθος, περιττό έργο της αναζήτησης μιας νέας ανάγκης για τους καταναλωτές, οι επιχειρήσεις θα τείνουν να ικανοποιούν εκείνες τις ανάγκες που οι καταναλωτές έχουν ήδη ή που είναι αρκετά βέβαιες ότι θα είχαν αν το προϊόν ήταν διαθέσιμο. Η διαφήμιση χρησιμοποιείται τότε ως μέσο: (α) μετάδοσης στους καταναλωτές της πληροφορίας ότι το προϊόν είναι πλέον διαθέσιμο και ενημέρωσής τους για το τι μπορεί να κάνει· και (β), ειδικότερα, προσπάθειας να πειστούν οι καταναλωτές ότι αυτό το προϊόν θα ικανοποιήσει τη δεδομένη ανάγκη τους — για παράδειγμα, ότι θα είναι ένα καθαριστικό που δεν απαιτεί τρίψιμο.
Thirdly, Galbraith fails to distinguish between fulfilling a given want in a better way and inducing new wants. Unless we are to take the extreme and unsupported view that all wants above the subsistence line are “created,” we must note the rather odd behavior attributed to businessmen by Galbraith’s assumptions. Why should businessmen go to the expense, bother, and uncertainty of trying to create new wants, when they could far more easily look for better or cheaper ways of fulfilling wants that consumers already have? If consumers, for example, already have a discernible and discoverable want for a “no-rub cleanser,” it is surely easier and less costly to produce and then advertise a no-rub cleanser than it would be to create some completely new want—say for blue cleansers in particular—and then work very hard and spend a great deal of money on advertising campaigns to try to convince people that they need blue cleansers because blue “is the color of the sky” or for some other artificial reason. In short, the Galbraithian view of the business and marketing system makes little or no sense. Rather than go to the expensive, uncertain, and, at bottom, needless, task of trying to find a new want for consumers, business will tend to satisfy those wants that consumers already have, or that they are pretty sure consumers would have if the product were available. Advertising is then used as a means of (a) conveying information to the consumers that the product is now available and telling them what the product will do; and (b) specifically, trying to convince the consumers that this product will satisfy their given want—e.g., will be a no-rub cleanser.
Πράγματι, η δική μας άποψη είναι η μόνη που μπορεί να εξηγήσει τα ολοένα μεγαλύτερα χρηματικά ποσά που δαπανούν οι επιχειρήσεις για έρευνα αγοράς. Γιατί να μπαίνει κανείς στον κόπο να διερευνά λεπτομερώς τι πραγματικά θέλουν οι καταναλωτές, αν το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να τους δημιουργήσει τις ανάγκες μέσω της διαφήμισης; Αν πράγματι η παραγωγή δημιουργούσε τη δική της ζήτηση μέσω της διαφήμισης, όπως υποστηρίζει ο Galbraith, οι επιχειρήσεις δεν θα χρειαζόταν ποτέ ξανά να ανησυχούν για ζημίες ή πτώχευση ή για την αδυναμία αυτόματης πώλησης οποιουδήποτε αγαθού επέλεγαν αυθαίρετα να παράγουν. Ασφαλώς δεν θα υπήρχε ανάγκη για έρευνα αγοράς ούτε για απορίες σχετικά με το τι θα αγοράσουν οι καταναλωτές. Αυτή η εικόνα του κόσμου είναι ακριβώς το αντίθετο από ό,τι συμβαίνει. Πράγματι, ακριβώς επειδή το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων απομακρύνεται ολοένα περισσότερο από το όριο στοιχειώδους διαβίωσης, οι επιχειρηματίες ανησυχούν ολοένα εντονότερα για το τι θέλουν οι καταναλωτές και τι θα αγοράσουν. Επειδή το φάσμα των αγαθών που είναι διαθέσιμα στους καταναλωτές διευρύνεται τόσο πολύ πέρα από τα απλά βασικά είδη που απαιτούνται για τη στοιχειώδη διαβίωση —ως προς την ποσότητα, την ποιότητα και το εύρος των υποκατάστατων προϊόντων—, οι επιχειρηματίες πρέπει να ανταγωνίζονται όσο ποτέ άλλοτε για να κερδίσουν την εύνοια του καταναλωτή, προσπαθώντας να αποσπάσουν την προσοχή του: εν ολίγοις, διαφημίζοντας. Η αύξηση της διαφήμισης είναι συνάρτηση του ολοένα διευρυνόμενου πεδίου ουσιαστικού ανταγωνισμού για την εύνοια του καταναλωτή.393
Indeed, our view is the only one that makes sense of the increasingly large quantities of money spent by business on marketing research. Why bother investigating in detail what consumers really want, if all one need do is to create the wants for them by advertising? If, in fact, production really created its own demand through advertising, as Galbraith maintains, business would never again have to worry about losses or bankruptcy or a failure to sell automatically any good that it may arbitrarily choose to produce. Certainly there would be no need for marketing research or for any wondering about what consumers will buy. This image of the world is precisely the reverse of what is occurring. Indeed, precisely because people’s standards of living are moving ever farther past the subsistence line, businessmen are worrying ever more intensely about what consumers want and what they will buy. It is because the range of goods available to the consumers is expanding so much beyond simple staples needed for subsistence, in quantity, quality, and breadth of product substitutes, that businessmen must compete as never before in paying court to the consumer, in trying to obtain his attention: in short, in advertising. Increasing advertising is a function of the increasingly effective range of competition for the consumer’s favor.
Οι επιχειρηματίες όχι μόνο θα τείνουν να παράγουν για να ικανοποιήσουν εκείνες που θεωρούν δεδομένες ανάγκες των καταναλωτών, αλλά και οι καταναλωτές, σε αντίθεση με τους ψηφοφόρους, όπως είδαμε παραπάνω, διαθέτουν μια άμεση δοκιμασία της αγοράς για κάθε διαφήμιση που συναντούν. Αν αγοράσουν το καθαριστικό και διαπιστώσουν ότι εξακολουθεί να απαιτεί πολύ τρίψιμο, το προϊόν σύντομα θα περιπέσει στη λήθη. Έτσι, κάθε διαφημιστικός ισχυρισμός για προϊόντα της αγοράς μπορεί να ελεγχθεί και πράγματι ελέγχεται γρήγορα και εύκολα από τους καταναλωτές. Αντιμέτωπος με αυτά τα γεγονότα, ο Galbraith θα μπορούσε μόνο να υποστηρίξει ότι η ίδια η αποστροφή προς το τρίψιμο δημιουργήθηκε, με κάποιον μυστηριώδη και σκοτεινό τρόπο, από την επιχειρηματική διαφήμιση.394
Not only will businessmen tend to produce for and satisfy what they believe are the given wants of consumers, but the consumers, in contrast to voters, as we have seen above, have a direct market test for every piece of advertising that they confront. If they buy the cleanser and find that much rubbing is still required, the product will soon fade into oblivion. Thus, any advertising claims for market products can be and are quickly and readily tested by the consumers. Confronted with these facts, Galbraith could only maintain that the aversion against rubbing was itself generated, in some mysterious and sinister fashion, by business advertising.
Η διαφήμιση είναι ένας από τους τομείς στους οποίους ο Galbraith, παραδόξως και κατά κραυγαλέα αντίφαση προς τον εαυτό του, αντιμετωπίζει διαφορετικά την ιδιωτική επιχείρηση από τις κρατικές δραστηριότητες. Έτσι, ενώ οι επιχειρήσεις υποτίθεται ότι «δημιουργούν» ανάγκες των καταναλωτών μέσω της διαφήμισης, προκαλώντας έτσι τεχνητή αφθονία, ταυτόχρονα ο παραμελημένος «δημόσιος τομέας» λιμοκτονεί ολοένα περισσότερο και βυθίζεται στη φτώχεια. Προφανώς, ο Galbraith είτε δεν έχει ποτέ ακούσει για την κρατική προπαγάνδα είτε αρνείται να αναγνωρίσει την ύπαρξή της. Δεν αναφέρει καθόλου τις ορδές υπευθύνων Τύπου, δημοσιολόγων και προπαγανδιστών που εργάζονται για κρατικές υπηρεσίες, βομβαρδίζοντας τους φορολογουμένους με προπαγάνδα την οποία οι ίδιοι έχουν εξαναγκαστεί να χρηματοδοτούν. Εφόσον σημαντικό μέρος της προπαγάνδας αποβλέπει σε ολοένα μεγαλύτερη επέκταση των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης κρατικής υπηρεσίας, αυτό σημαίνει ότι οι Κ, οι κρατικοί αξιωματούχοι, απαλλοτριώνουν τους Φ, το μεγαλύτερο μέρος των φορολογουμένων, προκειμένου να προσλάβουν περισσότερους προπαγανδιστές για τους Κ, ώστε να πείσουν τους φορολογουμένους να επιτρέψουν να τους αφαιρεθούν ακόμη περισσότερα χρήματα. Και ούτω καθεξής. Είναι παράξενο ότι, ενώ αγανακτεί με τις τηλεοπτικές διαφημίσεις απορρυπαντικών και αυτοκινήτων, ο καθηγητής Galbraith δεν χρειάστηκε ποτέ να υπομείνει την ανία των «διαφημιστικών μηνυμάτων δημόσιας υπηρεσίας» που εκπέμπονται προς αυτόν από το κράτος. Μπορούμε να αφήσουμε κατά μέρος τις διασκέψεις στην Ουάσιγκτον για ιδιωτικές οργανώσεις επιρροής που λειτουργούν ως «ιμάντες μεταβίβασης» της κρατικής προπαγάνδας προς την κοινωνική βάση, τις «εκ των έσω ενημερώσεις» που επιτελούν την ίδια λειτουργία, τις τεράστιες ποσότητες εντύπων που επιδοτούνται από τον φορολογούμενο και εκδίδονται από το κράτος κ.λπ.
Advertising is one of the areas in which Galbraith, curiously and in glaring self-contradiction, treats private business differently from governmental activities. Thus, while business is supposed to be “creating” consumer wants through advertising, thereby generating an artificial affluence, at the same time the neglected “public sector” is increasingly starved and poverty-stricken. Apparently, Galbraith has never heard of, or refuses to acknowledge the existence of, governmental propaganda. He makes no mention whatever of the hordes of press agents, publicists, and propagandists working for government agencies, bombarding the taxpayers with propaganda which the latter have been forced to support. Since a considerable part of the propaganda is for ever-greater increases in the particular government bureau’s activities, this means that G, the government officials, expropriate T, the bulk of the taxpayers, in order to hire more propagandists for G, to persuade the taxpayers to permit still more funds to be taken from them. And so forth. It is strange that, while waxing indignant over detergent and automobile commercials over television, Professor Galbraith has never had to endure the tedium of “public service commercials” beamed at him from the government. We may pass over the Washington conferences for influential private organizations that serve as “transmission belts” for government propaganda to the grassroots, the “inside briefings” that perform the same function, the vast quantities of printed matter subsidized by the taxpayer and issued by the government, etc.
Πράγματι, ο Galbraith όχι μόνο δεν θεωρεί ότι η κρατική προπαγάνδα δημιουργεί τεχνητά ανάγκες —και πρόκειται, ας θυμηθούμε, για έναν τομέα στον οποίο οι καταναλωτές δεν διαθέτουν δοκιμασία του προϊόντος μέσω της αγοράς—, αλλά μία από τις κύριες προτάσεις του είναι ένα τεράστιο πρόγραμμα αυτού που ονομάζει «επένδυση στους ανθρώπους», το οποίο αποδεικνύεται μεγάλης κλίμακας κρατική «εκπαίδευση» για την εξύψωση των αναγκών και των προτιμήσεων των πολιτών. Εν ολίγοις, ο Galbraith θέλει σκοπός της κοινωνίας να είναι η σκόπιμη διεύρυνση της «Νέας Τάξης» —χονδρικά, των διανοουμένων, οι οποίοι αβασάνιστα θεωρούνται οι μόνοι που πραγματικά απολαμβάνουν την εργασία τους—, «με την έμφασή της στην εκπαίδευση και την τελική επίδρασή της στην πνευματική, λογοτεχνική, πολιτιστική και καλλιτεχνική ζήτηση. ...»395
Indeed, not only does Galbraith not consider government propaganda as artificially want-creating (and this is a realm, let us remember, where consumers have no market test of the product), but one of his major proposals is for a vast program of what he calls “investment in men,” which turns out to be large-scale governmental “education” to uplift the wants and tastes of the citizenry. In short, Galbraith wants society’s objective to be the deliberate expansion of the “New Class” (roughly, intellectuals, who are blithely assumed to be the only ones who really enjoy their work), “with its emphasis on education and its ultimate effect on intellectual, literary, cultural and artistic demands. . . .”
Φαίνεται προφανές ότι, ενώ η ελεύθερη αγορά και οι επιχειρήσεις κατηγορούνται ότι δημιουργούν τεχνητά ανάγκες των καταναλωτών, η κατηγορία ταιριάζει ακριβώς στον ίδιο τον Galbraith. Ο Galbraith είναι εκείνος που ανυπομονεί να περιορίσει και να καταστείλει τις ελεύθερα επιλεγμένες ανάγκες των καταναλωτών και που υποστηρίζει μια μαζική και καταναγκαστική κρατική προσπάθεια δημιουργίας τεχνητών αναγκών, μια «επένδυση στους ανθρώπους» μέσω της «εκπαίδευσής» τους ώστε να ανακατευθύνουν τις ανάγκες τους προς εκείνες τις εκλεπτυσμένες και καλλιτεχνικές κατευθύνσεις που τόσο αγαπά ο καθηγητής Galbraith. Όλοι θα πρέπει να εγκαταλείψουν τα ουραία πτερύγια των αυτοκινήτων τους, ώστε όλοι να μπορούν να εξαναγκαστούν να ... διαβάζουν βιβλία — όπως το The Affluent Society, για παράδειγμα;
It seems evident that, while the free market and business are accused of artificially creating consumer wants, the shoe is precisely on Galbraith’s own foot. It is Galbraith who is eager to curtail and suppress the consumers’ freely chosen wants, and who is advocating a massive and coercive attempt by the government to create artificial wants, to “invest in men” by “educating” them to redirect their wants into those refined and artistic channels of which Professor Galbraith is so fond. Everyone will have to give up his tailfins so that all may be compelled to . . . read books (like The Affluent Society, for example?).
Υπάρχουν και άλλες σοβαρές και θεμελιώδεις πλάνες στην προσέγγιση του Galbraith προς το κράτος. Ειδικότερα, αφού δίνει μεγάλη έμφαση στο γεγονός ότι, με τη φτώχεια νικημένη, η οριακή χρησιμότητα των πρόσθετων αγαθών είναι χαμηλότερη, διαπιστώνει ότι για τις «κρατικές ανάγκες» όλα κατά κάποιον τρόπο λειτουργούν αντίστροφα. Οι κρατικές ανάγκες, με κάποιον μυστικιστικό τρόπο, εξαιρούνται από αυτόν τον νόμο της φθίνουσας οριακής έντασης των αναγκών· αντιθέτως, θαύμα ιδέσθαι, οι κρατικές ανάγκες γίνονται πιο επιτακτικές καθώς η κοινωνία γίνεται πιο εύπορη. Από αυτή την κατάφωρη και ανεπίλυτη αντίφαση, ο Galbraith μεταπηδά στο συμπέρασμα ότι το κράτος πρέπει να επιβάλει τη μαζική μετατόπιση πόρων από τις περιττές ιδιωτικές ανάγκες προς τις λιμοκτονούσες δημόσιες. Αλλά με βάση μόνο τη φθίνουσα οριακή χρησιμότητα δεν υπάρχει επιχείρημα υπέρ μιας τέτοιας μετατόπισης, καθώς όλες οι ανάγκες σε υψηλότερο πραγματικό εισόδημα έχουν χαμηλότερη χρησιμότητα από τις ανάγκες των ανθρώπων που μαστίζονται από τη φτώχεια. Και όταν συνειδητοποιήσουμε ότι, αν πρόκειται να μιλήσουμε καθόλου για «δημιουργημένες» ανάγκες, η κρατική προπαγάνδα είναι πολύ πιθανότερο να «δημιουργεί» ανάγκες από ό,τι οι επιχειρήσεις, μπορεί να θεμελιωθεί ένα επιχείρημα, ακόμη και με τους ίδιους τους όρους του Galbraith, υπέρ του ακριβώς αντίθετου: μιας μετατόπισης από τον κρατικό προς τον ιδιωτικό τομέα. Και, τέλος, ο Galbraith, θρηνώντας για τον λιμοκτονούντα και μη προνομιούχο δημόσιο τομέα, παραλείπει κατά κάποιον τρόπο να πληροφορήσει τους αναγνώστες του ότι, όποια στατιστικά στοιχεία και αν χρησιμοποιηθούν, είναι σαφές πως κατά τον τελευταίο μισό αιώνα η κρατική δραστηριότητα έχει αυξηθεί πολύ περισσότερο από την ιδιωτική. Το κράτος απορροφά και δημεύει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού προϊόντος από ό,τι παλαιότερα. Πόσο χαμηλότερη, λοιπόν, η «χρησιμότητά» του και πόσο ισχυρότερο, με τους όρους του Galbraith, το επιχείρημα υπέρ της μετατόπισης από την κρατική προς την ιδιωτική δραστηριότητα!
There are other grave and fundamental fallacies in Galbraith’s approach to government. In particular, after making much ado over the fact that, with poverty conquered, the marginal utility of further goods is lower, he finds that everything somehow works in reverse for “governmental needs.” Governmental needs, in some mystical way, are exempt from this law of diminishing marginal wants; instead, mirabile dictu, governmental needs increase in urgency as society becomes more affluent. From this flagrant and unresolved contradiction, Galbraith leaps to the conclusion that government must compel the massive shifting of resources from superfluous private, to starved public, needs. But on the basis of diminishing marginal utility alone, there is no case for such a shift, since all wants at a higher real income are of lower utility than the wants of the poverty-stricken. And when we realize that if we talk about “created” wants at all, governmental propaganda is vastly more likely to “create” wants than is business, a case, even in Galbraith’s own terms, can be made for just the reverse: for a shift from the governmental to the private sector. And, finally, Galbraith, in his lament for the starved and underprivileged public sector, somehow neglects to inform his readers that, whatever statistics are used, it is clear that, in the past half-century, government activity has increased far more than private. Government is absorbing and confiscating a far greater share of the national product than in earlier days. How much lower its “utility,” and how much greater the case, in Galbraith’s terms, for a shift from government to private activity!
Ο Galbraith επίσης θεωρεί αβασάνιστα δεδομένο, όπως πολλοί άλλοι συγγραφείς, ότι πολλές κρατικές υπηρεσίες είναι «συλλογικά αγαθά» και, επομένως, απλώς δεν μπορούν να παρασχεθούν από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Χωρίς να υπεισέλθουμε περαιτέρω στο ζήτημα του κατά πόσον είναι επιθυμητή η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα σε αυτούς τους τομείς, πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Galbraith σφάλλει πλήρως. Η θέση του όχι μόνο αποτελεί γυμνό ισχυρισμό, χωρίς στήριξη σε γεγονότα, αλλά, αντιθέτως, κάθε ανεξαιρέτως υπηρεσία που γενικά θεωρείται ότι μπορεί να παρέχεται μόνο από το κράτος έχει ιστορικά παρασχεθεί από ιδιωτικές επιχειρήσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται υπηρεσίες όπως η εκπαίδευση, η κατασκευή και συντήρηση δρόμων, η κοπή νομισμάτων, η ταχυδρομική διανομή, η πυροπροστασία, η αστυνομική προστασία, η έκδοση δικαστικών αποφάσεων και η στρατιωτική άμυνα — όλες τους συχνά θεωρούμενες ως αυτονόητα και αναγκαστικά υπαγόμενες στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους.396
Galbraith also airily assumes, in common with many other writers, that many governmental services are “collective goods” and therefore simply cannot be supplied by private enterprise. Without going further into the question of the desirability of private enterprise in these fields, one must note that Galbraith is quite wrong. Not only is his thesis simply a bald assertion, unsupported by facts, but, on the contrary, every single service generally assumed to be suppliable by government alone has been historically supplied by private enterprise. This includes such services as education, road building and maintenance, coinage, postal delivery, fire protection, police protection, judicial decisions, and military defense—all of which are often held to be self-evidently and necessarily within the exclusive province of government.
Υπάρχουν πολλές ακόμη σημαντικές πλάνες στο βιβλίο του Galbraith, αλλά η κεντρική θέση του The Affluent Society έχει πλέον εξεταστεί. Έτσι, ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Galbraith διακρίνει μεγάλο κίνδυνο στη σημερινή υψηλή κατανάλωση είναι ότι σημαντικό μέρος της χρηματοδοτείται με καταναλωτική πίστη, την οποία ο Galbraith θεωρεί, κατά τον συμβατικό τρόπο, «πληθωριστική» και αιτία αστάθειας και βαθιάς ύφεσης. Ωστόσο, όπως θα δούμε παρακάτω, η καταναλωτική πίστη που δεν αυξάνει την προσφορά χρήματος δεν είναι πληθωριστική· απλώς επιτρέπει στους καταναλωτές να ανακατευθύνουν τη διάρθρωση των δαπανών τους ώστε να αγοράζουν περισσότερα από όσα επιθυμούν και να ανέρχονται υψηλότερα στις κλίμακες αξιών τους. Εν ολίγοις, μπορούν να ανακατευθύνουν δαπάνες από μη διαρκή προς διαρκή αγαθά. Πρόκειται για μεταφορά δαπανητικής δύναμης, όχι για πληθωριστική αύξηση. Ο μηχανισμός της καταναλωτικής πίστης ήταν μια εξαιρετικά παραγωγική επινόηση.
There are many other important fallacies in Galbraith’s book, but the central thesis of The Affluent Society has now been discussed. Thus, one of the reasons why Galbraith sees great danger in the present high consumption is that much is financed by consumer credit, which Galbraith considers, in the conventional manner, to be “inflationary” and to lead to instability and depression. Yet, as we shall see further, consumer credit that does not add to the money supply is not inflationary; it simply permits consumers to redirect the pattern of their spending so as to buy more of what they want and ascend higher in their value scales. In short, they may redirect spending from nondurable to durable goods. This is a transfer of spending power, not an inflationary rise. The device of consumer credit was a highly productive invention.
Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Galbraith στρέφει μεγάλο μέρος του χλευασμού του κατά της εξήγησης του πληθωρισμού μέσω προσφοράς και ζήτησης και ιδίως κατά της ορθής νομισματικής εξήγησης, την οποία χαρακτηρίζει «μυστικιστική». Η άποψή του για τη βαθιά ύφεση είναι αμιγώς κεϋνσιανή και υποθέτει ότι η βαθιά ύφεση προκαλείται από ανεπάρκεια της συνολικής ζήτησης. Ο «πληθωρισμός» είναι αύξηση των τιμών, την οποία θα αντιμετώπιζε είτε μειώνοντας τη συνολική ζήτηση μέσω υψηλών φόρων είτε μέσω επιλεκτικών ελέγχων τιμών και καθορισμού, με υποχρεωτική διαιτησία, σημαντικών μισθών και τιμών. Αν επιλεγεί ο πρώτος δρόμος, ο Galbraith, ως κεϋνσιανός, πιστεύει ότι θα ακολουθήσει ανεργία. Αλλά ο Galbraith δεν ανησυχεί πραγματικά, διότι θα προχωρούσε στο επαναστατικό βήμα του διαχωρισμού του εισοδήματος από την παραγωγή· η παραγωγή, όπως φαίνεται, είναι σημαντική μόνο επειδή παρέχει εισόδημα. (Είδαμε ότι η κρατική δραστηριότητα έχει ήδη επιφέρει σημαντικό διαχωρισμό.) Προτείνει μια κυμαινόμενη κλίμακα ασφάλισης ανεργίας, παρεχόμενης από το κράτος, με υψηλότερες παροχές στη βαθιά ύφεση από ό,τι στην άνθηση, ώστε η καταβολή κατά τη βαθιά ύφεση να ανέρχεται σχεδόν στο γενικό επικρατούν επίπεδο μισθών· για κάποιον λόγο, ο Galbraith δεν θα έφθανε ακριβώς στο ίδιο ύψος, επειδή διατηρεί κάποιον φόβο για ενδεχόμενη αποθάρρυνση των ανέργων από την αναζήτηση εργασίας. Δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν είναι παρά ένας τρόπος επιδείνωσης και παράτασης της ανεργίας κατά τη βαθιά ύφεση και έμμεσης επιδότησης συνδικαλιστικών μισθολογικών κλιμάκων πάνω από τα επίπεδα της αγοράς. Δεν χρειάζεται να σταθούμε στις άλλες παραδοξολογίες του συγγραφέα, όπως η υιοθέτηση της συμβατικής ανησυχίας των υποστηρικτών της διατήρησης των φυσικών πόρων για την εξάντληση πολύτιμων πόρων — μια θέση, φυσικά, συνεπής προς τη γενική επίθεση του Galbraith κατά του ιδιώτη καταναλωτή.397
Predictably, Galbraith pours much of his scorn on the supply-and-demand explanation of inflation, and especially on the proper monetary explanation, which he terms “mystical.” His view of depression is purely Keynesian and assumes that a depression is caused by a deficiency of aggregate demand. “Inflation” is an increase in prices, which he would combat either by reducing aggregate demand through high taxes or by selective price controls and the fixing, by compulsory arbitration, of important wages and prices. If the former route is chosen, Galbraith, as a Keynesian, believes that unemployment would ensue. But Galbraith is not really worried, for he would take the revolutionary step of separating income from production; production, it seems, is important only because it provides income. (We have seen that government activity has already effected a considerable separation.) He proposes a sliding scale of unemployment insurance provided by the government, to be greater in depression than in boom, the payment in depression rising almost to the general prevailing wage (for some reason, Galbraith would not go precisely as high, because of a lingering fear of some disincentive effect on the unemployed’s finding jobs). He does not seem to realize that this is merely a way of aggravating and prolonging unemployment during a depression and indirectly subsidizing union wage scales above the market. There is no need to stress the author’s other vagaries, such as his adoption of the conventional conservationist concern about using up precious resources—a position, of course, consistent with Galbraith’s general attack on the private consumer.
Όπως επισημάναμε παραπάνω, υπάρχει ένα πρόβλημα του «δημόσιου τομέα»· ελλείψεις και συγκρούσεις εμφανίζονται διαρκώς στις κρατικές υπηρεσίες, και μόνο σε αυτούς τους τομείς: για παράδειγμα, νεανική παραβατικότητα, κυκλοφοριακή συμφόρηση, υπερπλήρη σχολεία, έλλειψη χώρων στάθμευσης κ.λπ. Είδαμε παραπάνω ότι η μοναδική θεραπεία που μπορούν να προσφέρουν οι υπέρμαχοι της κρατικής δραστηριότητας είναι η διοχέτευση περισσότερων πόρων από την ιδιωτική προς τη δημόσια δραστηριότητα.398 Δείξαμε, όμως, ότι τέτοιες ελλείψεις και αναποτελεσματικότητες είναι σύμφυτες με την κρατική διαχείριση οποιασδήποτε δραστηριότητας. Αντί να αντλούν προειδοποίηση από τις αναποτελεσματικότητες της κρατικής παραγωγής, συγγραφείς όπως ο Galbraith μεταφέρουν την ευθύνη από το κράτος στους φορολογουμένους και στους καταναλωτές, όπως ακριβώς οι κρατικοί υπεύθυνοι ύδρευσης κατηγορούν χαρακτηριστικά τους καταναλωτές για τις ελλείψεις νερού. Πουθενά ο Galbraith δεν εξετάζει έστω τη δυνατότητα θεραπείας ενός προβληματικού δημόσιου τομέα μέσω της μετατροπής του σε ιδιωτικό.
As we have indicated above, there is a problem of the “public sector”; scarcities and conflicts keep appearing in government services, and in these fields alone, e.g., juvenile delinquency, traffic jams, overcrowded schools, lack of parking space, etc. We have seen above that the single remedy that proponents of government activity can offer is for more funds to be channeled from private to public activity. We have shown, however, that such scarcity and inefficiency are inherent in government operation of any activity. Instead of taking warning from the inefficiencies of government output, writers like Galbraith turn the blame from government onto the taxpayers and consumers, just as government water officials characteristically blame the consumers for water shortages. At no time does Galbraith so much as consider the possibility of mending an ailing public sector by making that sector private.
Πώς θα γνώριζε ο Galbraith πότε έχει επιτευχθεί η επιθυμητή του «κοινωνική ισορροπία»; Ποια κριτήρια έχει θέσει για να μας καθοδηγήσει ως προς το μέγεθος της μετατόπισης που πρέπει να γίνει από την ιδιωτική προς τη δημόσια δραστηριότητα; Η απάντηση είναι: κανένα· ο Galbraith παραδέχεται αμέριμνα ότι δεν υπάρχει τρόπος εντοπισμού του σημείου άριστης ισορροπίας: «Κανένα κριτήριο ελέγχου δεν μπορεί να εφαρμοστεί, διότι κανένα δεν υπάρχει». Αλλά, στο κάτω κάτω, οι ακριβείς ορισμοί, η «ακριβής ισορροπία», δεν έχουν σημασία· διότι για τον Galbraith είναι απολύτως «σαφές» ότι πρέπει τώρα να μετακινηθούμε από την ιδιωτική προς τη δημόσια δραστηριότητα και μάλιστα σε «σημαντικό» βαθμό. Θα ξέρουμε πότε φθάσαμε, διότι ο δημόσιος τομέας θα απολαμβάνει τότε την αφθονία. Και να σκεφτεί κανείς ότι ο Galbraith κατηγορεί την απολύτως ορθή και λογική νομισματική θεωρία του πληθωρισμού ως «μυστικιστική» και ως «μαγεία με ανομολόγητα μυστικά»!399
How would Galbraith know when his desired “social balance” was achieved? What criteria has he set to guide us in knowing how much shift there should be from private to public activity? The answer is, none; Galbraith cheerfully concedes that there is no way of finding the point of optimum balance: “No test can be applied, for none exists.” But, after all, precise definitions, “precise equilibrium,” are not important; for to Galbraith it is crystal “clear” that we must move now from private to public activity, and to a “considerable” extent. We shall know when we arrive, for the public sector will then bask in opulence. And to think that Galbraith accuses the perfectly sound and logical monetary theory of inflation of being “mystical” and “unrevealed magic”!
Προτού αφήσουμε το ζήτημα της αφθονίας και της πρόσφατης επίθεσης κατά της κατανάλωσης —του ίδιου του σκοπού ολόκληρου του οικονομικού συστήματος—, ας επισημάνουμε δύο γόνιμες συμβολές των τελευταίων ετών σχετικά με αφανείς αλλά σημαντικές λειτουργίες της πολυτελούς κατανάλωσης, ιδίως από τους «πλούσιους». Ο F.A. Hayek έχει επισημάνει τη σημαντική λειτουργία της πολυτελούς κατανάλωσης των πλουσίων, σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, ως πρωτοπορίας σε νέους τρόπους κατανάλωσης, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τη μεταγενέστερη διάδοση αυτών των «καταναλωτικών καινοτομιών» στη μάζα των καταναλωτών.400 Και ο Bertrand de Jouvenel, τονίζοντας το γεγονός ότι οι εκλεπτυσμένες αισθητικές και πολιτιστικές προτιμήσεις συγκεντρώνονται ακριβώς στα ευπορότερα μέλη της κοινωνίας, επισημαίνει επίσης ότι αυτοί οι πολίτες είναι εκείνοι που θα μπορούσαν ελεύθερα και εκουσίως να παρέχουν πολλές δωρεάν υπηρεσίες σε άλλους, υπηρεσίες οι οποίες, επειδή είναι δωρεάν, δεν καταγράφονται στις στατιστικές του εθνικού εισοδήματος.401
Before leaving the question of affluence and the recent attack on consumption—the very goal of the entire economic system, let us note two stimulating contributions in recent years on hidden but important functions of luxury consumption, particularly by the “rich.” F.A. Hayek has pointed out the important function of the luxury consumption of the rich, at any given time, in pioneering new ways of consumption, and thereby paving the way for later diffusion of such “consumption innovations” to the mass of the consumers. And Bertrand de Jouvenel, stressing the fact that refined esthetic and cultural tastes are concentrated precisely in the more affluent members of society, also points out that these citizens are the ones who could freely and voluntarily give many gratuitous services to others, services which, because they are free, are not counted in the national income statistics.
11. Δυαδική παρέμβαση: Πληθωρισμός και οικονομικοί κύκλοι
↗ στη σελίδα του βιβλίου11. Binary Intervention: Inflation and Business Cycles
Στο κεφάλαιο 11 περιγράψαμε τη λειτουργία του νομισματικού συστήματος μιας αμιγώς ελεύθερης αγοράς. Μια ελεύθερη νομισματική αγορά υιοθετεί το μεταλλικό χρήμα, είτε τον χρυσό είτε τον άργυρο είτε και τα δύο παράλληλα, ως «πρότυπο» ή κυρίως χρήμα. Οι νομισματικές μονάδες είναι απλώς μονάδες βάρους της χρηματικής ύλης. Το συνολικό απόθεμα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα αυξάνεται με τη νέα παραγωγή —την εξόρυξη— και μειώνεται λόγω φθοράς και χρήσης σε βιομηχανικές εφαρμογές. Γενικά, θα υπάρχει μια σταδιακή μακροχρόνια αύξηση του αποθέματος χρήματος, με τις επιπτώσεις που αναλύθηκαν παραπάνω. Ο πλούτος ορισμένων ανθρώπων θα αυξηθεί και άλλων θα μειωθεί, ενώ καμία κοινωνική ωφέλεια δεν θα προκύψει από την αυξημένη προσφορά χρήματος ως προς τη χρηματική χρήση του. Ωστόσο, το αυξημένο απόθεμα θα ανεβάσει το κοινωνικό βιοτικό επίπεδο και την ευημερία, ικανοποιώντας περαιτέρω τη μη χρηματική ζήτηση για το νομισματικό μέταλλο.
In chapter 11, we depicted the workings of the monetary system of a purely free market. A free money market adopts specie, either gold or silver or both parallel, as the “standard” or money proper. Units of money are simply units of weight of the moneystuff. The total stock of the money commodity increases with new production (mining) and decreases from wear and tear and use in industrial employments. Generally, there will be a gradual secular rise in the money stock, with effects as analyzed above. The wealth of some people will increase and of others will decline, and no social usefulness will accrue from an increased supply of money—in its monetary use. However, an increased stock will raise the social standard of living and well-being by further satisfying nonmonetary demands for the monetary metal.
Η παρέμβαση σε αυτή τη νομισματική αγορά συνήθως λαμβάνει τη μορφή έκδοσης ψευδών αποθετήριων αποδείξεων ως χρηματικών υποκατάστατων. Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση, όπως οι καταθέσεις ή τα τραπεζογραμμάτια, μπορούν να χρησιμοποιούνται στην ελεύθερη αγορά, αλλά μπορούν να αντιστοιχούν μόνο στην πραγματική αξία, ή στο βάρος, του κατατεθειμένου μεταλλικού χρήματος. Οι υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση αποτελούν τότε γνήσιες αποθετήριες αποδείξεις, ή αληθή πιστοποιητικά χρήματος, και κυκλοφορούν στην αγορά ως αντιπροσωπευτικοί τίτλοι του πραγματικού χρήματος, δηλαδή ως χρηματικά υποκατάστατα. Ψευδείς αποθετήριες αποδείξεις είναι εκείνες που εκδίδονται πέρα από το πραγματικό βάρος του μεταλλικού χρήματος που βρίσκεται σε κατάθεση. Φυσικά, η έκδοσή τους μπορεί να είναι εξαιρετικά επικερδής δραστηριότητα. Καθώς μοιάζουν με τα γνήσια πιστοποιητικά, λειτουργούν και αυτές ως χρηματικά υποκατάστατα, παρότι δεν καλύπτονται από μεταλλικό χρήμα. Είναι δόλιες, επειδή υπόσχονται εξαργύρωση σε μεταλλικό χρήμα στην ονομαστική τους αξία, υπόσχεση που θα ήταν αδύνατον να εκπληρωθεί αν όλοι οι καταθέτες ζητούσαν ταυτόχρονα τη δική τους περιουσία. Μόνο ο εφησυχασμός και η άγνοια του κοινού επιτρέπουν τη συνέχιση αυτής της κατάστασης.402
Intervention in this money market usually takes the form of issuing pseudo warehouse receipts as money-substitutes. As we saw in chapter 11, demand liabilities such as deposits or paper notes may come into use in a free market, but may equal only the actual value, or weight, of the specie deposited. The demand liabilities are then genuine warehouse receipts, or true money certificates, and they pass on the market as representatives of the actual money, i.e., as money-substitutes. Pseudo warehouse receipts are those issued in excess of the actual weight of specie on deposit. Naturally, their issue can be a very lucrative business. Looking like the genuine certificates, they serve also as money-substitutes, even though not covered by specie. They are fraudulent, because they promise to redeem in specie at face value, a promise that could not possibly be met were all the deposit-holders to ask for their own property at the same time. Only the complacency and ignorance of the public permit the situation to continue.
Σε γενικές γραμμές, μια τέτοια παρέμβαση μπορεί να ασκείται είτε από το κράτος είτε από ιδιώτες και επιχειρήσεις υπό την ιδιότητά τους ως «τραπεζών» ή αποθετηρίων χρήματος. Η διαδικασία έκδοσης ψευδών αποθετήριων αποδείξεων ή, ακριβέστερα, η διαδικασία έκδοσης χρήματος πέρα από οποιαδήποτε αύξηση του αποθέματος μεταλλικού χρήματος μπορεί να ονομαστεί πληθωρισμός.403 Μια συρρίκνωση της κυκλοφορούσας προσφοράς χρήματος κατά οποιαδήποτε περίοδο — πέρα από ενδεχόμενη καθαρή μείωση του μεταλλικού χρήματος— μπορεί να ονομαστεί αποπληθωρισμός. Είναι σαφές ότι ο πληθωρισμός αποτελεί το πρωταρχικό γεγονός και τον πρωταρχικό σκοπό της νομισματικής παρέμβασης. Δεν μπορεί να υπάρξει αποπληθωρισμός χωρίς να έχει προηγηθεί πληθωρισμός σε κάποια προγενέστερη χρονική περίοδο. A priori, σχεδόν κάθε παρέμβαση θα είναι πληθωριστική. Διότι όχι μόνο κάθε νομισματική παρέμβαση πρέπει να αρχίζει με πληθωρισμό· το μεγάλο όφελος που μπορεί να αποκομιστεί από τον πληθωρισμό προέρχεται από τη θέση νέου χρήματος σε κυκλοφορία από τον εκδότη. Το κέρδος αποκτάται πρακτικά χωρίς κόστος, διότι, ενώ όλοι οι άλλοι άνθρωποι πρέπει είτε να πωλήσουν αγαθά και υπηρεσίες και να αγοράσουν χρυσό είτε να τον εξορύξουν, το κράτος ή οι εμπορικές τράπεζες δημιουργούν κυριολεκτικά χρήμα από το τίποτε. Δεν χρειάζεται να το αγοράσουν. Οποιοδήποτε κέρδος από τη χρήση αυτού του μαγικού χρήματος αποτελεί καθαρό όφελος για τους εκδότες.
Broadly, such intervention may be effected either by the government or by private individuals and firms in their role as “banks” or money-warehouses. The process of issuing pseudo warehouse receipts or, more exactly, the process of issuing money beyond any increase in the stock of specie, may be called inflation. A contraction in the money supply outstanding over any period (aside from a possible net decrease in specie) may be called deflation. Clearly, inflation is the primary event and the primary purpose of monetary intervention. There can be no deflation without an inflation having occurred in some previous period of time. A priori, almost all intervention will be inflationary. For not only must all monetary intervention begin with inflation; the great gain to be derived from inflation comes from the issuer’s putting new money into circulation. The profit is practically costless, because, while all other people must either sell goods and services and buy or mine gold, the government or the commercial banks are literally creating money out of thin air. They do not have to buy it. Any profit from the use of this magical money is clear gain to the issuers.
Όπως συμβαίνει όταν νέο μεταλλικό χρήμα εισέρχεται στην αγορά, έτσι και η έκδοση «ακάλυπτων» χρηματικών υποκατάστατων έχει επίδραση διάχυσης: οι πρώτοι αποδέκτες του νέου χρήματος κερδίζουν περισσότερο, οι επόμενοι λίγο λιγότερο κ.ο.κ., ώσπου φθάνουμε στο ενδιάμεσο σημείο, και κατόπιν κάθε αποδέκτης χάνει ολοένα περισσότερο όσο περιμένει το νέο χρήμα. Διότι οι τιμές πώλησης των πρώτων ατόμων εκτινάσσονται, ενώ οι τιμές αγοράς τους παραμένουν σχεδόν ίδιες· αργότερα, όμως, οι τιμές αγοράς έχουν αυξηθεί, ενώ οι τιμές πώλησης παραμένουν αμετάβλητες. Μια κρίσιμη περίσταση, ωστόσο, διαφοροποιεί αυτή την περίπτωση από την αύξηση του μεταλλικού χρήματος. Το νέο χαρτονόμισμα ή οι νέες καταθέσεις όψεως δεν επιτελούν καμία απολύτως κοινωνική λειτουργία· δεν ωφελούν αποδεδειγμένα ορισμένους χωρίς να βλάπτουν άλλους στην κοινωνία της αγοράς. Η αυξανόμενη προσφορά χρήματος αποτελεί μόνο κοινωνική σπατάλη και μπορεί να ωφελεί ορισμένους μόνο εις βάρος άλλων. Και τα οφέλη και τα βάρη κατανέμονται όπως μόλις περιγράφηκε: οι πρώτοι κερδίζουν εις βάρος των τελευταίων. Ασφαλώς, οι επιχειρηματίες και οι καταναλωτές που δανείζονται από την τράπεζα —η πελατεία της— ωφελούνται σημαντικά από το νέο χρήμα, τουλάχιστον βραχυχρόνια, καθώς είναι εκείνοι που το λαμβάνουν πρώτοι.
As happens when new specie enters the market, the issue of “uncovered” money-substitutes also has a diffusion effect: the first receivers of the new money gain the most, the next gain slightly less, etc., until the midpoint is reached, and then each receiver loses more and more as he waits for the new money. For the first individuals’ selling prices soar while buying prices remain almost the same; but later, buying prices have risen while selling prices remain unchanged. A crucial circumstance, however, differentiates this from the case of increasing specie. The new paper or new demand deposits have no social function whatever; they do not demonstrably benefit some without injuring others in the market society. The increasing money supply is only a social waste and can only advantage some at the expense of others. And the benefits and burdens are distributed as just outlined: the early-comers gaining at the expense of later-comers. Certainly, the business and consumer borrowers from the bank—its clientele—benefit greatly from the new money (at least in the short run), since they are the ones who first receive it.
Αν πληθωρισμός είναι κάθε αύξηση της προσφοράς χρήματος που δεν αντιστοιχεί σε αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος χρυσού ή αργύρου, η μέθοδος πληθωρισμού που μόλις περιγράφηκε ονομάζεται πιστωτική επέκταση: η δημιουργία νέων χρηματικών υποκατάστατων που εισέρχονται στην οικονομία μέσω της πιστωτικής αγοράς. Όπως θα δούμε παρακάτω, ενώ η πιστωτική επέκταση από μια τράπεζα φαίνεται πολύ πιο συνετή και αξιοσέβαστη από την απευθείας δαπάνη νέου χρήματος, στην πραγματικότητα έχει πολύ σοβαρότερες συνέπειες για το οικονομικό σύστημα, συνέπειες τις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι θα θεωρούσαν ιδιαίτερα ανεπιθύμητες. Αυτή η πληθωριστική πίστη ονομάζεται κυκλοφοριακή πίστη, σε αντιδιαστολή προς τον δανεισμό αποταμιευμένων κεφαλαίων, που ονομάζεται εμπορευματική πίστη. Στο παρόν βιβλίο, ο όρος «πιστωτική επέκταση» θα εφαρμόζεται μόνο στις αυξήσεις της κυκλοφοριακής πίστης.
If inflation is any increase in the supply of money not matched by an increase in the gold or silver stock available, the method of inflation just depicted is called credit expansion—the creation of new money-substitutes, entering the economy on the credit market. As will be seen below, while credit expansion by a bank seems far more sober and respectable than outright spending of new money, it actually has far graver consequences for the economic system, consequences which most people would find especially undesirable. This inflationary credit is called circulating credit, as distinguished from the lending of saved funds—called commodity credit. In this book, the term “credit expansion” will apply only to increases in circulating credit.
Η πιστωτική επέκταση έχει, φυσικά, την ίδια επίπτωση με κάθε είδος πληθωρισμού: οι τιμές τείνουν να αυξάνονται καθώς αυξάνεται η προσφορά χρήματος. Όπως κάθε πληθωρισμός, αποτελεί διαδικασία αναδιανομής, κατά την οποία εκείνοι που προκαλούν τον πληθωρισμό και το τμήμα της οικονομίας που τους πωλεί κερδίζουν εις βάρος εκείνων που βρίσκονται τελευταίοι στη σειρά της διαδικασίας δαπανών. Αυτή είναι η γοητεία του πληθωρισμού —για τους ωφελουμένους— και ο λόγος για τον οποίο υπήρξε τόσο δημοφιλής, ιδίως αφότου οι σύγχρονες τραπεζικές διαδικασίες συγκαλύπτουν τη σημασία του για εκείνους τους ζημιωμένους που βρίσκονται μακριά από τις τραπεζικές δραστηριότητες. Τα κέρδη εκείνων που προκαλούν τον πληθωρισμό είναι ορατά και θεαματικά· οι απώλειες των άλλων κρυμμένες και αφανείς, αλλά εξίσου πραγματικές. Όπως η μισή οικονομία αποτελείται από φορολογουμένους και η άλλη μισή από καταναλωτές φορολογικών εσόδων, έτσι και η μισή οικονομία αποτελείται από πληρωτές του πληθωρισμού και η υπόλοιπη από καταναλωτές του πληθωρισμού.
Credit expansion has, of course, the same effect as any sort of inflation: prices tend to rise as the money supply increases. Like any inflation, it is a process of redistribution, whereby the inflators, and the part of the economy selling to them, gain at the expense of those who come last in line in the spending process. This is the charm of inflation—for the beneficiaries—and the reason why it has been so popular, particularly since modern banking processes have camouflaged its significance for those losers who are far removed from banking operations. The gains to the inflators are visible and dramatic; the losses to others hidden and unseen, but just as effective for all that. Just as half the economy are taxpayers and half tax-consumers, so half the economy are inflation-payers and the rest inflation-consumers.
Τα περισσότερα από αυτά τα κέρδη και τις απώλειες θα είναι «βραχυχρόνια» ή «εφάπαξ»· θα εμφανιστούν κατά τη διαδικασία του πληθωρισμού, αλλά θα πάψουν αφού επιτευχθεί η νέα νομισματική ισορροπία. Εκείνοι που προκαλούν τον πληθωρισμό αποκομίζουν τα κέρδη τους, αλλά, αφού η νέα προσφορά χρήματος διαχυθεί σε ολόκληρη την οικονομία, τα πληθωριστικά κέρδη και οι απώλειες τερματίζονται. Ωστόσο, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, υπάρχουν επίσης μόνιμα κέρδη και απώλειες που προκύπτουν από τον πληθωρισμό. Διότι η νέα νομισματική ισορροπία δεν θα είναι απλώς η παλαιά, πολλαπλασιασμένη σε όλες τις σχέσεις και ποσότητές της κατά την αύξηση της προσφοράς χρήματος. Αυτή ήταν μια υπόθεση που έκαναν οι οικονομολόγοι της παλαιάς «ποσοτικής θεωρίας». Οι αξιολογήσεις των ατόμων που αποκομίζουν προσωρινά κέρδη ή υφίστανται προσωρινές απώλειες θα διαφέρουν. Επομένως, κάθε άτομο θα αντιδρά διαφορετικά στα κέρδη και στις απώλειές του και θα μεταβάλλει αναλόγως τη σχετική διάρθρωση των δαπανών του. Επιπλέον, το νέο χρήμα θα αποτελεί υψηλό ποσοστό των υφιστάμενων χρηματικών υπολοίπων ορισμένων και χαμηλό ποσοστό εκείνων άλλων, με αποτέλεσμα ποικίλες μεταβολές στη διάρθρωση των δαπανών. Επομένως, στη νέα ισορροπία δεν θα έχουν αυξηθεί όλες οι τιμές ομοιόμορφα· η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας έχει μειωθεί, αλλά όχι κατά την ίδια αναλογία σε ολόκληρο το φάσμα των ανταλλακτικών αξιών. Εφόσον, λοιπόν, ορισμένες τιμές έχουν αυξηθεί περισσότερο από άλλες, ορισμένοι άνθρωποι θα έχουν μόνιμα οφέλη και άλλοι μόνιμες απώλειες από τον πληθωρισμό.404
Most of these gains and losses will be “short-run” or “one-shot”; they will occur during the process of inflation, but will cease after the new monetary equilibrium is reached. The inflators make their gains, but after the new money supply has been diffused throughout the economy, the inflationary gains and losses are ended. However, as we have seen in chapter 11, there are also permanent gains and losses resulting from inflation. For the new monetary equilibrium will not simply be the old one multiplied in all relations and quantities by the addition to the money supply. This was an assumption that the old “quantity theory” economists made. The valuations of the individuals making temporary gains and losses will differ. Therefore, each individual will react differently to his gains and losses and alter his relative spending patterns accordingly. Moreover, the new money will form a high ratio to the existing cash balance of some and a low ratio to that of others, and the result will be a variety of changes in spending patterns. Therefore, all prices will not have increased uniformly in the new equilibrium; the purchasing power of the monetary unit has fallen, but not equiproportionally over the entire array of exchange-values. Since some prices have risen more than others, therefore, some people will be permanent gainers, and some permanent losers, from the inflation.
Ιδιαίτερα σκληρά πλήττονται από τον πληθωρισμό, φυσικά, οι ομάδες με σχετικά «σταθερά» εισοδήματα, των οποίων οι απώλειες τερματίζονται μόνο έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα ή δεν τερματίζονται καθόλου. Οι συνταξιούχοι και οι δικαιούχοι προσόδων που έχουν συμβληθεί για σταθερό χρηματικό εισόδημα αποτελούν παραδείγματα ανθρώπων που υφίστανται τόσο μόνιμες όσο και βραχυχρόνιες απώλειες. Οι παροχές ασφάλισης ζωής περικόπτονται μόνιμα. Οι διαμαρτυρίες των συντηρητικών πολέμιων του πληθωρισμού για «τις χήρες και τα ορφανά» έχουν συχνά χλευαστεί, αλλά δεν αποτελούν καθόλου αστείο ζήτημα. Διότι ακριβώς οι χήρες και τα ορφανά επωμίζονται μεγάλο μέρος του βάρους του πληθωρισμού.405 Απώλειες υφίστανται επίσης οι πιστωτές που έχουν ήδη χορηγήσει τα δάνειά τους και διαπιστώνουν ότι είναι πλέον αργά για να ενσωματώσουν στα επιτόκιά τους προσαύξηση για την αγοραστική δύναμη.
Particularly hard hit by an inflation, of course, are the relatively “fixed” income groups, who end their losses only after a long period or not at all. Pensioners and annuitants who have contracted for a fixed money income are examples of permanent as well as short-run losers. Life insurance benefits are permanently slashed. Conservative anti-inflationists’ complaints about “the widows and orphans” have often been ridiculed, but they are no laughing matter nevertheless. For it is precisely the widows and orphans who bear a main part of the brunt of inflation. Also suffering losses are creditors who have already extended their loans and find it too late to charge a purchasing-power premium on their interest rates.
Ο πληθωρισμός μεταβάλλει επίσης την αναλογία κατανάλωσης προς επένδυση στην αγορά. Επιφανειακά, φαίνεται ότι η πιστωτική επέκταση αυξάνει σημαντικά το κεφάλαιο, διότι το νέο χρήμα εισέρχεται στην αγορά ως ισοδύναμο νέων αποταμιεύσεων διαθέσιμων για δανεισμό. Εφόσον το νέο «τραπεζικό χρήμα» φαίνεται να προστίθεται στην προσφορά αποταμιεύσεων στην πιστωτική αγορά, οι επιχειρήσεις μπορούν πλέον να δανείζονται με χαμηλότερο επιτόκιο· έτσι, η πληθωριστική πιστωτική επέκταση φαίνεται να προσφέρει την ιδανική διαφυγή από τη χρονική προτίμηση, καθώς και μια ανεξάντλητη πηγή πρόσθετου κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, αυτή η επίδραση είναι απατηλή. Αντιθέτως, ο πληθωρισμός μειώνει την αποταμίευση και τις επενδύσεις, υποβαθμίζοντας έτσι το βιοτικό επίπεδο της κοινωνίας. Μπορεί ακόμη και να προκαλέσει ανάλωση κεφαλαίου μεγάλης κλίμακας. Πρώτον, όπως μόλις είδαμε, οι υφιστάμενοι πιστωτές βλάπτονται. Αυτό θα τείνει να αποθαρρύνει τον μελλοντικό δανεισμό και, επομένως, την αποταμίευση και επένδυση. Δεύτερον, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 11, η πληθωριστική διαδικασία αποφέρει εγγενώς στον επιχειρηματία κέρδος αγοραστικής δύναμης, καθώς αγοράζει συντελεστές και τους πωλεί σε μεταγενέστερο χρόνο, όταν όλες οι τιμές είναι υψηλότερες. Ο επιχειρηματίας μπορεί έτσι να συμβαδίζει με την αύξηση των τιμών —εδώ αφήνουμε κατά μέρος τη συνιστώσα των όρων εμπορίου που προκύπτει από τις διαφοροποιήσεις των αυξήσεων των τιμών—, χωρίς ούτε να χάνει ούτε να κερδίζει από τον πληθωρισμό. Αλλά η επιχειρηματική λογιστική είναι παραδοσιακά προσαρμοσμένη σε έναν κόσμο όπου η αξία της νομισματικής μονάδας είναι σταθερή. Τα αγοραζόμενα κεφαλαιουχικά αγαθά καταχωρίζονται στο ενεργητικό «στο κόστος κτήσης», δηλαδή στην τιμή που καταβλήθηκε γι’ αυτά. Όταν η επιχείρηση πωλεί αργότερα το προϊόν, το πρόσθετο πληθωριστικό κέρδος δεν είναι στην πραγματικότητα καθόλου κέρδος· διότι πρέπει να απορροφηθεί στην αγορά του κεφαλαιουχικού αγαθού αντικατάστασης σε υψηλότερη τιμή. Ο πληθωρισμός, επομένως, εξαπατά τον επιχειρηματία: καταστρέφει έναν από τους κύριους οδηγούς του και τον οδηγεί να πιστεύει ότι αποκόμισε πρόσθετα κέρδη, ενώ απλώς μπορεί να αντικαταστήσει το κεφάλαιό του. Ως εκ τούτου, αναμφίβολα θα μπει στον πειρασμό να καταναλώσει από αυτά τα κέρδη και, έτσι, να αναλώσει εν αγνοία του και κεφάλαιο. Συνεπώς, ο πληθωρισμός τείνει ταυτόχρονα να περιορίζει την αποταμίευση και επένδυση και να προκαλεί ανάλωση κεφαλαίου.
Inflation also changes the market’s consumption/investment ratio. Superficially, it seems that credit expansion greatly increases capital, for the new money enters the market as equivalent to new savings for lending. Since the new “bank money” is apparently added to the supply of savings on the credit market, businesses can now borrow at a lower rate of interest; hence inflationary credit expansion seems to offer the ideal escape from time preference, as well as an inexhaustible fount of added capital. Actually, this effect is illusory. On the contrary, inflation reduces saving and investment, thus lowering society’s standard of living. It may even cause large-scale capital consumption. In the first place, as we just have seen, existing creditors are injured. This will tend to discourage lending in the future and thereby discourage saving-investment. Secondly, as we have seen in chapter 11, the inflationary process inherently yields a purchasing-power profit to the businessman, since he purchases factors and sells them at a later time when all prices are higher. The businessman may thus keep abreast of the price increase (we are here exempting from variations in price increases the terms-of-trade component), neither losing nor gaining from the inflation. But business accounting is traditionally geared to a world where the value of the monetary unit is stable. Capital goods purchased are entered in the asset column “at cost,” i.e., at the price paid for them. When the firm later sells the product, the extra inflationary gain is not really a gain at all; for it must be absorbed in purchasing the replaced capital good at a higher price. Inflation, therefore, tricks the businessman: it destroys one of his main signposts and leads him to believe that he has gained extra profits when he is just able to replace capital. Hence, he will undoubtedly be tempted to consume out of these profits and thereby unwittingly consume capital as well. Thus, inflation tends at once to repress saving-investment and to cause consumption of capital.
Το λογιστικό σφάλμα που απορρέει από τον πληθωρισμό έχει και άλλες οικονομικές συνέπειες. Οι επιχειρήσεις με τον μεγαλύτερο βαθμό σφάλματος θα είναι εκείνες των οποίων ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός αγοράστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος όταν οι τιμές ήταν χαμηλότερες. Αν ο πληθωρισμός συνεχίζεται επί κάποιο διάστημα, αυτές θα είναι οι επιχειρήσεις με τον παλαιότερο εξοπλισμό. Τα φαινομενικά μεγάλα κέρδη τους θα προσελκύσουν άλλες επιχειρήσεις στον κλάδο και θα υπάρξει μια εντελώς αδικαιολόγητη επέκταση των επενδύσεων σε έναν φαινομενικά ιδιαίτερα κερδοφόρο τομέα. Αντιστρόφως, θα υπάρξει ανεπάρκεια επενδύσεων αλλού. Έτσι, το σφάλμα στρεβλώνει το σύστημα κατανομής πόρων της αγοράς και μειώνει την αποτελεσματικότητά του στην ικανοποίηση του καταναλωτή. Το σφάλμα θα είναι επίσης μεγαλύτερο στις επιχειρήσεις με υψηλότερη αναλογία κεφαλαιουχικού εξοπλισμού προς προϊόν, και παρόμοιες στρεβλωτικές επιπτώσεις θα προκύψουν μέσω υπερβολικών επενδύσεων σε κλάδους υψηλής έντασης κεφαλαίου, με αντίστοιχη υποεπένδυση αλλού.406
The accounting error stemming from inflation has other economic consequences. The firms with the greatest degree of error will be those with capital equipment bought more preponderantly when prices were lowest. If the inflation has been going on for a while, these will be the firms with the oldest equipment. Their seemingly great profits will attract other firms into the field, and there will be a completely unjustified expansion of investment in a seemingly high-profit area. Conversely, there will be a deficiency of investment elsewhere. Thus, the error distorts the market’s system of allocating resources and reduces its effectiveness in satisfying the consumer. The error will also be greatest in those firms with a greater proportion of capital equipment to product, and similar distorting effects will take place through excessive investment in heavily “capitalized” industries, offset by underinvestment elsewhere.
Είδαμε ήδη στο κεφάλαιο 8 τι συμβαίνει όταν υπάρχει καθαρή αποταμίευση και επένδυση: αύξηση της αναλογίας ακαθάριστων επενδύσεων προς κατανάλωση στην οικονομία. Οι καταναλωτικές δαπάνες μειώνονται και οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών πέφτουν. Από την άλλη πλευρά, η παραγωγική διάρθρωση επιμηκύνεται και οι τιμές των πρωτογενών συντελεστών που είναι εξειδικευμένοι στα ανώτερα στάδια αυξάνονται. Οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών μεταβάλλονται σαν μοχλός που περιστρέφεται γύρω από ένα υπομόχλιο στο κέντρο του· οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών μειώνονται περισσότερο, εκείνες των κεφαλαιουχικών αγαθών πρώτης τάξης μειώνονται λιγότερο· οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών ανώτατης τάξης αυξάνονται περισσότερο και των υπόλοιπων λιγότερο. Έτσι, όλες οι διαφορές τιμών μεταξύ των σταδίων παραγωγής περιορίζονται. Οι τιμές των πρωτογενών συντελεστών μειώνονται στα κατώτερα στάδια και αυξάνονται στα ανώτερα, ενώ οι μη ειδικοί πρωτογενείς συντελεστές —κυρίως η εργασία— μετακινούνται εν μέρει από τα κατώτερα προς τα ανώτερα στάδια. Οι επενδύσεις τείνουν να συγκεντρώνονται σε πιο μακρόχρονες παραγωγικές διαδικασίες. Η μείωση των διαφορών τιμών ισοδυναμεί, όπως είδαμε, με πτώση του φυσικού επιτοκίου, η οποία, φυσικά, επιφέρει αντίστοιχη πτώση του επιτοκίου δανεισμού. Ύστερα από κάποιο διάστημα εμφανίζονται οι καρποί των παραγωγικότερων τεχνικών· και το πραγματικό εισόδημα όλων αυξάνεται.
We have already seen in chapter 8 what happens when there is net saving-investment: an increase in the ratio of gross investment to consumption in the economy. Consumption expenditures fall, and the prices of consumers’ goods fall. On the other hand, the production structure is lengthened, and the prices of original factors specialized in the higher stages rise. The prices of capital goods change like a lever being pivoted on a fulcrum at its center; the prices of consumers’ goods fall most, those of first-order capital goods fall less; those of highest-order capital goods rise most, and the others less. Thus, the price differentials between the stages of production all diminish. Prices of original factors fall in the lower stages and rise in the higher stages, and the nonspecific original factors (mainly labor) shift partly from the lower to the higher stages. Investment tends to be centered in lengthier processes of production. The drop in price differentials is, as we have seen, equivalent to a fall in the natural rate of interest, which, of course, leads to a corollary drop in the loan rate. After a while the fruit of the more productive techniques arrives; and the real income of everyone rises.
Έτσι, μια αύξηση της αποταμίευσης που προκύπτει από μείωση των χρονικών προτιμήσεων οδηγεί σε πτώση του επιτοκίου και σε μια άλλη κατάσταση σταθερής ισορροπίας, με επιμηκέστερη και στενότερη παραγωγική διάρθρωση. Τι συμβαίνει, όμως, όταν η αύξηση των επενδύσεων δεν οφείλεται σε μεταβολή της χρονικής προτίμησης και της αποταμίευσης, αλλά σε πιστωτική επέκταση από τις εμπορικές τράπεζες; Είναι αυτός ένας μαγικός τρόπος εύκολης και ανέξοδης διεύρυνσης της κεφαλαιακής διάρθρωσης, χωρίς μείωση της παρούσας κατανάλωσης; Ας υποθέσουμε ότι, σε μια ορισμένη χρονική περίοδο, επενδύονται έξι εκατομμύρια ουγγιές χρυσού και καταναλώνονται τέσσερα εκατομμύρια. Ας υποθέσουμε τώρα ότι οι τράπεζες της οικονομίας επεκτείνουν την πίστη και αυξάνουν την προσφορά χρήματος κατά δύο εκατομμύρια ουγγιές. Ποιες είναι οι συνέπειες; Το νέο χρήμα δανείζεται στις επιχειρήσεις.407 Οι επιχειρήσεις αυτές, έχοντας πλέον τη δυνατότητα να αποκτήσουν χρήματα με χαμηλότερο επιτόκιο, εισέρχονται στην αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών και πρωτογενών συντελεστών για να αποσπάσουν πόρους από τις άλλες επιχειρήσεις προσφέροντας υψηλότερες τιμές. Σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, το απόθεμα αγαθών είναι σταθερό και, επομένως, τα δύο εκατομμύρια νέες ουγγιές χρησιμοποιούνται για την αύξηση των τιμών των παραγωγικών αγαθών. Η άνοδος των τιμών των κεφαλαιουχικών αγαθών θα καταλογιστεί σε αυξήσεις των τιμών των πρωτογενών συντελεστών.
Thus, an increase in saving resulting from a fall in time preferences leads to a fall in the interest rate and another stable equilibrium situation with a longer and narrower production structure. What happens, however, when the increase in investment is not due to a change in time preference and saving, but to credit expansion by the commercial banks? Is this a magic way of expanding the capital structure easily and costlessly, without reducing present consumption? Suppose that six million gold ounces are being invested, and four million consumed, in a certain period of time. Suppose, now, that the banks in the economy expand credit and increase the money supply by two million ounces. What are the consequences? The new money is loaned to businesses. These businesses, now able to acquire the money at a lower rate of interest, enter the capital goods’ and original factors’ market to bid resources away from the other firms. At any given time, the stock of goods is fixed, and the two million new ounces are therefore employed in raising the prices of producers’ goods. The rise in prices of capital goods will be imputed to rises in original factors.
Η πιστωτική επέκταση μειώνει το επιτόκιο της αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι οι διαφορές τιμών περιορίζονται και, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 8, οι μικρότερες διαφορές τιμών αυξάνουν τις τιμές στα ανώτατα στάδια παραγωγής, μετατοπίζοντας πόρους προς αυτά τα στάδια και αυξάνοντας επίσης τον αριθμό των σταδίων. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγική διάρθρωση επιμηκύνεται. Οι δανειζόμενες επιχειρήσεις οδηγούνται να πιστέψουν ότι υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα κεφάλαια ώστε να μπορέσουν να αναλάβουν σχέδια που προηγουμένως δεν ήταν επικερδή. Στην ελεύθερη αγορά, οι επενδύσεις θα πραγματοποιούνται πάντοτε πρώτα σε εκείνα τα σχέδια που ικανοποιούν τις πιο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Κατόπιν ικανοποιούνται οι αμέσως επόμενες σε επιτακτικότητα ανάγκες κ.ο.κ. Το επιτόκιο ρυθμίζει τη χρονική σειρά επιλογής των σχεδίων σύμφωνα με την επιτακτικότητά τους. Ένα χαμηλότερο επιτόκιο στην αγορά αποτελεί σήμα ότι περισσότερα σχέδια μπορούν να αναληφθούν επικερδώς. Η αυξημένη αποταμίευση στην ελεύθερη αγορά οδηγεί σε σταθερή ισορροπία της παραγωγής με χαμηλότερο επιτόκιο. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την πιστωτική επέκταση: διότι οι πρωτογενείς συντελεστές λαμβάνουν τώρα αυξημένο χρηματικό εισόδημα. Στο παράδειγμα της ελεύθερης αγοράς, τα συνολικά χρηματικά εισοδήματα παρέμεναν ίδια. Η αυξημένη δαπάνη στα ανώτερα στάδια αντισταθμιζόταν από μειωμένη δαπάνη στα κατώτερα. Το «αυξημένο μήκος» της παραγωγικής διάρθρωσης αντισταθμιζόταν από το «μειωμένο πλάτος». Αλλά η πιστωτική επέκταση διοχετεύει νέο χρήμα στην παραγωγική διάρθρωση: τα συνολικά χρηματικά εισοδήματα αυξάνονται αντί να παραμένουν ίδια. Η παραγωγική διάρθρωση έχει επιμηκυνθεί, αλλά έχει επίσης παραμείνει εξίσου πλατιά, χωρίς συρρίκνωση των καταναλωτικών δαπανών.
The credit expansion reduces the market rate of interest. This means that price differentials are lowered, and, as we have seen in chapter 8, lower price differentials raise prices in the highest stages of production, shifting resources to these stages and also increasing the number of stages. As a result, the production structure is lengthened. The borrowing firms are led to believe that enough funds are available to permit them to embark on projects formerly unprofitable. On the free market, investment will always take place first in those projects that satisfy the most urgent wants of the consumers. Then the next most urgent wants are satisfied, etc. The interest rate regulates the temporal order of choice of projects in accordance with their urgency. A lower rate of interest on the market is a signal that more projects can be undertaken profitably. Increased saving on the free market leads to a stable equilibrium of production at a lower rate of interest. But not so with credit expansion: for the original factors now receive increased money income. In the free-market example, total money incomes remained the same. The increased expenditure on higher stages was offset by decreased expenditure in the lower stages. The “increased length” of the production structure was compensated by the “reduced width.” But credit expansion pumps new money into the production structure: aggregate money incomes increase instead of remaining the same. The production structure has lengthened, but it has also remained as wide, without contraction of consumption expenditure.
Οι κάτοχοι των πρωτογενών συντελεστών, με το αυξημένο χρηματικό τους εισόδημα, φυσικά σπεύδουν να δαπανήσουν τα νέα τους χρήματα. Κατανέμουν αυτή τη δαπάνη μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης σύμφωνα με τις χρονικές τους προτιμήσεις. Ας υποθέσουμε ότι οι κλίμακες χρονικής προτίμησης των ανθρώπων παραμένουν αμετάβλητες. Αυτή είναι μια θεμιτή υπόθεση, καθώς δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι μεταβλήθηκαν εξαιτίας του πληθωρισμού. Η παραγωγή δεν αντανακλά πλέον τις εκούσιες χρονικές προτιμήσεις. Οι επιχειρήσεις έχουν οδηγηθεί από την πιστωτική επέκταση να επενδύσουν σε ανώτερα στάδια, σαν να ήταν διαθέσιμες περισσότερες αποταμιεύσεις. Εφόσον δεν είναι, οι επιχειρήσεις έχουν υπερεπενδύσει στα ανώτερα στάδια και υποεπενδύσει στα κατώτερα. Οι καταναλωτές ενεργούν αμέσως για να επαναφέρουν τις χρονικές τους προτιμήσεις — τις επιθυμητές αναλογίες επένδυσης προς κατανάλωση και τις επιθυμητές διαφορές τιμών—. Οι διαφορές θα επανέλθουν στο παλαιό, υψηλότερο ύψος τους, δηλαδή το επιτόκιο θα επιστρέψει στο μέγεθος που θα είχε στην ελεύθερη αγορά. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές στα ανώτερα στάδια παραγωγής θα μειωθούν δραστικά, οι τιμές στα κατώτερα στάδια θα αυξηθούν και πάλι και ολόκληρη η νέα επένδυση στα ανώτερα στάδια θα πρέπει να εγκαταλειφθεί ή να θυσιαστεί.
The owners of the original factors, with their increased money income, naturally hasten to spend their new money. They allocate this spending between consumption and investment in accordance with their time preferences. Let us assume that the time-preference schedules of the people remain unchanged. This is a proper assumption, since there is no reason to assume that they have changed because of the inflation. Production now no longer reflects voluntary time preferences. Business has been led by credit expansion to invest in higher stages, as if more savings were available. Since they are not, business has overinvested in the higher stages and underinvested in the lower. Consumers act promptly to re-establish their time preferences—their preferred investment/consumption proportions and price differentials. The differentials will be re-established at the old, higher amount, i.e., the rate of interest will return to its free-market magnitude. As a result, the prices at the higher stages of production will fall drastically, the prices at the lower stages will rise again, and the entire new investment at the higher stages will have to be abandoned or sacrificed.
Τροποποιώντας το υπεραπλουστευμένο παράδειγμά μας, το οποίο εξέταζε μόνο δύο στάδια, βλέπουμε ότι τα ανώτατα στάδια, που θεωρούνταν επικερδή, αποδείχθηκαν μη επικερδή. Αποκαλύπτεται ότι το καθαρό επιτόκιο, το οποίο αντανακλά τις επιθυμίες των καταναλωτών, ήταν στην πραγματικότητα υψηλότερο καθ’ όλη τη διάρκεια. Η πιστωτική επέκταση των τραπεζών είχε αλλοιώσει εκείνο το απαραίτητο «σήμα» —το επιτόκιο— που πληροφορεί τους επιχειρηματίες πόσες αποταμιεύσεις είναι διαθέσιμες και ποια χρονική διάρκεια σχεδίων θα είναι επικερδής. Στην ελεύθερη αγορά, το επιτόκιο αποτελεί απαραίτητο οδηγό, στη χρονική διάσταση, για την επιτακτικότητα των αναγκών των καταναλωτών. Αλλά η τραπεζική παρέμβαση στην αγορά διαταράσσει αυτή την ελεύθερη τιμή και καθιστά τους επιχειρηματίες ανίκανους να ικανοποιήσουν ορθά τις επιθυμίες των καταναλωτών ή να εκτιμήσουν την επωφελέστερη χρονική διάρθρωση της παραγωγής. Μόλις οι καταναλωτές μπορέσουν, δηλαδή μόλις τα αυξημένα χρήματα φθάσουν στα χέρια τους, εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να επαναφέρουν τις χρονικές τους προτιμήσεις και, επομένως, τις παλαιές διαφορές και αναλογίες επένδυσης προς κατανάλωση. Η υπερεπένδυση στα ανώτατα στάδια και η υποεπένδυση στα κατώτερα αποκαλύπτονται τώρα σε όλη τους την έκταση. Η κατάσταση είναι ανάλογη με εκείνη ενός εργολάβου που παραπλανήθηκε ώστε να πιστέψει ότι διαθέτει περισσότερα οικοδομικά υλικά από όσα πραγματικά έχει και κατόπιν συνέρχεται για να διαπιστώσει ότι χρησιμοποίησε όλα τα υλικά του σε εκτεταμένα θεμέλια —τα ανώτερα στάδια—, χωρίς να του έχουν απομείνει υλικά για να ολοκληρώσει το σπίτι.408 Είναι σαφές ότι η τραπεζική πιστωτική επέκταση δεν μπορεί να αυξήσει τις κεφαλαιακές επενδύσεις ούτε στο ελάχιστο. Οι επενδύσεις εξακολουθούν να μπορούν να προέρχονται μόνο από αποταμιεύσεις.
Altering our oversimplified example, which has treated only two stages, we see that the highest stages, believed profitable, have proved to be unprofitable. The pure rate of interest, reflecting consumer desires, is shown to have really been higher all along. The banks’ credit expansion had tampered with that indispensable “signal”—the interest rate—that tells businessmen how much savings are available and what length of projects will be profitable. In the free market the interest rate is an indispensable guide, in the time dimension, to the urgency of consumer wants. But bank intervention in the market disrupts this free price and renders entrepreneurs unable to satisfy consumer desires properly or to estimate the most beneficial time structure of production. As soon as the consumers are able, i.e., as soon as the increased money enters their hands, they take the opportunity to re-establish their time preferences and therefore the old differentials and investment-consumption ratios. Overinvestment in the highest stages, and underinvestment in the lower stages are now revealed in all their starkness. The situation is analogous to that of a contractor misled into believing that he has more building material than he really has and then awakening to find that he has used up all his material on a capacious foundation (the higher stages), with no material left to complete the house. Clearly, bank credit expansion cannot increase capital investment by one iota. Investment can still come only from savings.
Δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι η αγορά τείνει να επανέρχεται στις προτιμώμενες αναλογίες της. Η ίδια διαδικασία, όπως είδαμε, συντελείται σε όλες τις τιμές μετά από μεταβολή του αποθέματος χρήματος. Η αύξηση του χρήματος αρχίζει πάντοτε σε έναν τομέα της οικονομίας, αυξάνοντας εκεί τις τιμές, και τελικά διαχέεται σε ολόκληρη την οικονομία, η οποία κατόπιν επιστρέφει κατά προσέγγιση σε μια διάρθρωση ισορροπίας συμβατή με την αξία του χρήματος. Αν, λοιπόν, η αγορά τείνει να επιστρέφει στις προτιμώμενες αναλογίες τιμών μετά από μεταβολή της προσφοράς χρήματος, θα πρέπει να είναι προφανές ότι σε αυτό περιλαμβάνεται και η επιστροφή στην προτιμώμενη αναλογία αποταμίευσης και επένδυσης, η οποία αντανακλά τις κοινωνικές χρονικές προτιμήσεις.
It should not be surprising that the market tends to revert to its preferred ratios. The same process, as we have seen, takes place in all prices after a change in the money stock. Increased money always begins in one area of the economy, raising prices there, and filters and diffuses eventually over the whole economy, which then roughly returns to an equilibrium pattern conforming to the value of the money. If the market then tends to return to its preferred price-ratios after a change in the money supply, it should be evident that this includes a return to its preferred saving-investment ratio, reflecting social time preferences.
Είναι αλήθεια, φυσικά, ότι οι χρονικές προτιμήσεις μπορεί να μεταβληθούν στο μεταξύ, είτε για κάθε άτομο είτε ως αποτέλεσμα της αναδιανομής κατά τη μεταβολή. Εκείνοι που ωφελούνται μπορεί να αποταμιεύσουν περισσότερο ή λιγότερο από όσο θα αποταμίευαν εκείνοι που ζημιώνονται. Επομένως, η αγορά δεν θα επιστρέψει ακριβώς στο παλαιό επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς και στην παλαιά αναλογία επένδυσης προς κατανάλωση, όπως δεν θα επιστρέψει και στην ακριβή προηγούμενη διάρθρωση των τιμών της. Θα επανέλθει στο εκάστοτε επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς, όπως αυτό καθορίζεται από τις τρέχουσες χρονικές προτιμήσεις. Ορισμένοι υπέρμαχοι του εξαναγκασμού της αγοράς να αποταμιεύει και να επενδύει περισσότερο από όσο επιθυμεί έχουν χαιρετίσει την πιστωτική επέκταση ως διαδικασία που οδηγεί σε «αναγκαστική αποταμίευση», αυξάνοντας έτσι τη διάρθρωση των κεφαλαιουχικών αγαθών. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί όχι ως άμεση συνέπεια της πιστωτικής επέκτασης, αλλά μόνο επειδή οι ενεργές χρονικές προτιμήσεις έχουν μεταβληθεί προς αυτή την κατεύθυνση —δηλαδή έχουν μετατοπιστεί οι κλίμακες χρονικής προτίμησης ή σχετικά περισσότερο χρήμα βρίσκεται πλέον στα χέρια εκείνων που έχουν χαμηλές χρονικές προτιμήσεις—. Η πιστωτική επέκταση μπορεί κάλλιστα να επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα: εκείνοι που ωφελούνται μπορεί να έχουν υψηλότερες χρονικές προτιμήσεις, οπότε το επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς θα είναι υψηλότερο από πριν. Επειδή αυτές οι επιπτώσεις της πιστωτικής επέκτασης είναι εντελώς αβέβαιες και εξαρτώνται από τα συγκεκριμένα δεδομένα κάθε περίπτωσης, είναι σαφώς πολύ πιο εύλογο οι υπέρμαχοι της αναγκαστικής αποταμίευσης να χρησιμοποιούν τη φορολογική διαδικασία για να πραγματοποιήσουν την αναδιανομή τους.
It is true, of course, that time preferences may alter in the interim, either for each individual or as a result of the redistribution during the change. The gainers may save more or less than the losers would have done. Therefore, the market will not return precisely to the old free-market interest rate and investment/consumption ratio, just as it will not return to its precise pattern of prices. It will revert to whatever the free-market interest rate is now, as determined by current time preferences. Some advocates of coercing the market into saving and investing more than it wishes have hailed credit expansion as leading to “forced saving,” thereby increasing the capital-goods structure. But this can happen, not as a direct consequence of credit expansion, but only because effective time preferences have changed in that direction (i.e., time-preference schedules have shifted, or relatively more money is now in the hands of those with low time preferences). Credit expansion may well lead to the opposite effect: the gainers may have higher time preferences, in which case the free-market interest rate will be higher than before. Because these effects of credit expansion are completely uncertain and depend on the concrete data of each particular case, it is clearly far more cogent for advocates of forced saving to use the taxation process to make their redistribution.
Η αγορά, επομένως, αντιδρά στη στρέβλωση του επιτοκίου της ελεύθερης αγοράς κινούμενη προς την επαναφορά αυτού ακριβώς του επιτοκίου. Η στρέβλωση που προκαλεί η πιστωτική επέκταση παραπλανά τους επιχειρηματίες ώστε να πιστέψουν ότι υπάρχουν περισσότερες διαθέσιμες αποταμιεύσεις και τους ωθεί σε εσφαλμένες επενδύσεις —σε επενδύσεις σε σχέδια που θα αποδειχθούν μη επικερδή όταν οι καταναλωτές έχουν την ευκαιρία να επαναβεβαιώσουν τις πραγματικές τους προτιμήσεις—. Αυτή η επαναβεβαίωση συντελείται αρκετά γρήγορα: μόλις οι κάτοχοι συντελεστών λάβουν τα αυξημένα εισοδήματά τους και τα δαπανήσουν.
The market therefore reacts to a distortion of the free-market interest rate by proceeding to revert to that very rate. The distortion caused by credit expansion deceives businessmen into believing that more savings are available and causes them to malinvest—to invest in projects that will turn out to be unprofitable when consumers have a chance to reassert their true preferences. This reassertion takes place fairly quickly—as soon as owners of factors receive their increased incomes and spend them.
Αυτή η θεωρία μάς επιτρέπει να επιλύσουμε μια πανάρχαια διαμάχη μεταξύ των οικονομολόγων: αν η αύξηση της προσφοράς χρήματος μπορεί να μειώσει το επιτόκιο της αγοράς. Για τους μερκαντιλιστές —και για τους κεϋνσιανούς— ήταν προφανές ότι η αύξηση του αποθέματος χρήματος μείωνε μόνιμα το επιτόκιο, με δεδομένη τη ζήτηση χρήματος. Για τους κλασικούς οικονομολόγους ήταν προφανές ότι οι μεταβολές του αποθέματος χρήματος μπορούσαν να επηρεάσουν μόνο την αξία της νομισματικής μονάδας και όχι το επιτόκιο. Η απάντηση είναι ότι μια αύξηση της προσφοράς χρήματος πράγματι μειώνει το επιτόκιο όταν εισέρχεται στην αγορά ως πιστωτική επέκταση, αλλά μόνο προσωρινά. Μακροχρόνια —και αυτός ο μακροχρόνιος ορίζοντας δεν είναι πολύ «μακρύς»—, η αγορά επαναφέρει το επιτόκιο χρονικής προτίμησης της ελεύθερης αγοράς και εξαλείφει τη μεταβολή. Μακροχρόνια, μια μεταβολή του αποθέματος χρήματος επηρεάζει μόνο την αξία της νομισματικής μονάδας.
This theory permits us to resolve an age-old controversy among economists: whether an increase in the money supply can lower the market rate of interest. To the mercantilists—and to the Keynesians—it was obvious that an increased money stock permanently lowered the rate of interest (given the demand for money). To the classicists it was obvious that changes in the money stock could affect only the value of the monetary unit, and not the rate of interest. The answer is that an increase in the supply of money does lower the rate of interest when it enters the market as credit expansion, but only temporarily. In the long run (and this long run is not very “long”), the market re-establishes the free-market time-preference interest rate and eliminates the change. In the long run a change in the money stock affects only the value of the monetary unit.
Αυτή η διαδικασία —μέσω της οποίας η αγορά επανέρχεται στο προτιμώμενο επιτόκιό της και εξαλείφει τη στρέβλωση που προκαλεί η πιστωτική επέκταση— είναι, επιπλέον, ο οικονομικός κύκλος! Η ανάλυσή μας επιτρέπει, επομένως, την επίλυση όχι μόνο του θεωρητικού προβλήματος της σχέσης χρήματος και τόκου, αλλά και του προβλήματος που ταλανίζει την κοινωνία εδώ και περισσότερο από ενάμιση αιώνα: του επίφοβου οικονομικού κύκλου. Και, επιπλέον, η θεωρία του οικονομικού κύκλου μπορεί πλέον να εξηγηθεί ως επιμέρους κλάδος της γενικής οικονομικής θεωρίας μας.
This process—by which the market reverts to its preferred interest rate and eliminates the distortion caused by credit expansion—is, moreover, the business cycle! Our analysis therefore permits the solution, not only of the theoretical problem of the relation between money and interest, but also of the problem that has plagued society for the last century and a half and more—the dread business cycle. And, furthermore, the theory of the business cycle can now be explained as a subdivision of our general theory of the economy.
Ας προσέξουμε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτής της διαδικασίας στρέβλωσης και επαναφοράς. Πρώτα, η προσφορά χρήματος αυξάνεται μέσω πιστωτικής επέκτασης· έπειτα, οι επιχειρήσεις παρασύρονται σε εσφαλμένες επενδύσεις — υπερεπενδύοντας σε παραγωγικές διαδικασίες ανώτερων σταδίων και μεγάλης διάρκειας—. Στη συνέχεια, οι τιμές και τα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών αυξάνονται, η κατανάλωση αυξάνεται και οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται ότι οι επενδύσεις στα ανώτερα στάδια υπήρξαν σπάταλες και μη επικερδείς. Το πρώτο στάδιο αποτελεί το κύριο γνώρισμα της «άνθησης»· το δεύτερο στάδιο —η ανακάλυψη των σπάταλων εσφαλμένων επενδύσεων— είναι η «κρίση». Η βαθιά ύφεση είναι το επόμενο στάδιο, κατά το οποίο οι επιχειρήσεις που έχουν πραγματοποιήσει εσφαλμένες επενδύσεις πτωχεύουν και οι πρωτογενείς συντελεστές πρέπει ξαφνικά να μετακινηθούν και πάλι προς τα κατώτερα στάδια παραγωγής. Η εκκαθάριση των μη υγιών επιχειρήσεων, η «αδρανής δυναμικότητα» των εγκαταστάσεων που αποτελούν εσφαλμένες επενδύσεις και η ανεργία «τριβής» των πρωτογενών συντελεστών που πρέπει ξαφνικά και μαζικά να μετακινηθούν προς κατώτερα στάδια παραγωγής — αυτά είναι τα κύρια γνωρίσματα της φάσης της βαθιάς ύφεσης.
Note the hallmarks of this distortion-reversion process. First, the money supply increases through credit expansion; then businesses are tempted to malinvest—overinvesting in higher-stage and durable production processes. Next, the prices and incomes of original factors increase and consumption increases, and businesses realize that the higher-stage investments have been wasteful and unprofitable. The first stage is the chief landmark of the “boom”; the second stage—the discovery of the wasteful malinvestments—is the “crisis.” The depression is the next stage, during which malinvested businesses become bankrupt, and original factors must suddenly shift back to the lower stages of production. The liquidation of unsound businesses, the “idle capacity” of the malinvested plant, and the “frictional” unemployment of original factors that must suddenly and en masse shift to lower stages of production—these are the chief hallmarks of the depression stage.
Είδαμε στο κεφάλαιο 11 ότι τα κύρια ανεξήγητα χαρακτηριστικά του οικονομικού κύκλου είναι η μαζική εμφάνιση σφαλμάτων και η συγκέντρωση των σφαλμάτων και της διαταραχής στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών. Η θεωρία μας για τον οικονομικό κύκλο επιλύει και τα δύο αυτά προβλήματα. Η συρροή σφαλμάτων που αποκαλύπτεται ξαφνικά στους επιχειρηματίες οφείλεται στην παρεμβατική στρέβλωση ενός καίριου σήματος της αγοράς: του επιτοκίου. Η συγκέντρωση της διαταραχής στους κλάδους κεφαλαιουχικών αγαθών εξηγείται από την ώθηση προς μη επικερδείς επενδύσεις ανώτερης τάξης κατά την περίοδο της άνθησης. Και μόλις είδαμε ότι και άλλα χαρακτηριστικά του οικονομικού κύκλου εξηγούνται από αυτή τη θεωρία.
We have seen in chapter 11 that the major unexplained features of the business cycle are the mass of error and the concentration of error and disturbance in the capital-goods industries. Our theory of the business cycle solves both of these problems. The cluster of error suddenly revealed by entrepreneurs is due to the interventionary distortion of a key market signal—the interest rate. The concentration of disturbance in the capital-goods industries is explained by the spur to unprofitable higher-order investments in the boom period. And we have just seen that other characteristics of the business cycle are explained by this theory.
Ένα σημείο πρέπει να τονιστεί: η φάση της βαθιάς ύφεσης είναι στην πραγματικότητα η φάση της ανάκαμψης. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα ήταν ευτυχείς να διατηρηθεί η περίοδος της άνθησης, κατά την οποία τα πληθωριστικά οφέλη είναι ορατά και οι απώλειες κρυμμένες και δυσδιάκριτες. Αυτή η ευφορία της άνθησης εντείνεται από την ανάλωση κεφαλαίου που ενθαρρύνει ο πληθωρισμός μέσω απατηλών λογιστικών κερδών. Οι φάσεις για τις οποίες διαμαρτύρονται οι άνθρωποι είναι η κρίση και η βαθιά ύφεση. Αλλά οι τελευταίες αυτές περίοδοι, όπως θα πρέπει να είναι σαφές, δεν προκαλούν το πρόβλημα. Το πρόβλημα προκύπτει κατά την άνθηση, όταν πραγματοποιούνται εσφαλμένες επενδύσεις και στρεβλώσεις· η φάση κρίσης και βαθιάς ύφεσης είναι η θεραπευτική περίοδος, αφού οι άνθρωποι έχουν αναγκαστεί να αναγνωρίσουν τις εσφαλμένες επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν. Η περίοδος της βαθιάς ύφεσης είναι, επομένως, η αναγκαία περίοδος ανάκαμψης· είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι εσφαλμένες επενδύσεις εκκαθαρίζονται και οι επιχειρηματίες που έσφαλαν εγκαταλείπουν την αγορά — ο χρόνος κατά τον οποίο η «κυριαρχία του καταναλωτή» και η ελεύθερη αγορά επανεπιβάλλονται και εγκαθιδρύουν ξανά μια οικονομία που ωφελεί κάθε συμμετέχοντα στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Η περίοδος της βαθιάς ύφεσης τελειώνει όταν έχει αποκατασταθεί η ισορροπία της ελεύθερης αγοράς και έχει εξαλειφθεί η στρέβλωση που προκάλεσε η επέκταση.
One point should be stressed: the depression phase is actually the recovery phase. Most people would be happy to keep the boom period, where the inflationary gains are visible and the losses hidden and obscure. This boom euphoria is heightened by the capital consumption that inflation promotes through illusory accounting profits. The stages that people complain about are the crisis and depression. But the latter periods, it should be clear, do not cause the trouble. The trouble occurs during the boom, when malinvestments and distortions take place; the crisis-depression phase is the curative period, after people have been forced to recognize the malinvestments that have occurred. The depression period, therefore, is the necessary recovery period; it is the time when bad investments are liquidated and mistaken entrepreneurs leave the market—the time when “consumer sovereignty” and the free market reassert themselves and establish once again an economy that benefits every participant to the maximum degree. The depression period ends when the free-market equilibrium has been restored and expansionary distortion eliminated.
Θα πρέπει να είναι σαφές ότι κάθε κρατική επέμβαση στη διαδικασία της βαθιάς ύφεσης μπορεί μόνο να την παρατείνει, επιδεινώνοντας έτσι την κατάσταση από τη σκοπιά σχεδόν όλων. Εφόσον η διαδικασία της βαθιάς ύφεσης είναι η διαδικασία της ανάκαμψης, κάθε ανακοπή ή επιβράδυνσή της παρεμποδίζει την έλευση της ανάκαμψης. Οι αναπροσαρμογές της βαθιάς ύφεσης πρέπει να ολοκληρωθούν προτού μπορέσει να ολοκληρωθεί η ανάκαμψη. Όσο περισσότερο καθυστερούν αυτές οι αναπροσαρμογές, τόσο περισσότερο θα πρέπει να διαρκέσει η βαθιά ύφεση και τόσο περισσότερο αναβάλλεται η πλήρης ανάκαμψη. Για παράδειγμα, αν το κράτος διατηρεί υψηλούς τους μισθούς, προκαλεί μόνιμη ανεργία. Αν διατηρεί υψηλές τις τιμές, προκαλεί απούλητο πλεόνασμα. Και αν ενθαρρύνει εκ νέου την πιστωτική επέκταση, γεννιούνται νέες εσφαλμένες επενδύσεις και μεταγενέστερες βαθιές υφέσεις.
It should be clear that any governmental interference with the depression process can only prolong it, thus making things worse from almost everyone’s point of view. Since the depression process is the recovery process, any halting or slowing down of the process impedes the advent of recovery. The depression readjustments must work themselves out before recovery can be complete. The more these readjustments are delayed, the longer the depression will have to last, and the longer complete recovery is postponed. For example, if the government keeps wage rates up, it brings about permanent unemployment. If it keeps prices up, it brings about unsold surplus. And if it spurs credit expansion again, then new malinvestment and later depressions are spawned.
Πολλοί οικονομολόγοι του δέκατου ένατου αιώνα αναφέρονταν στον οικονομικό κύκλο με μια βιολογική μεταφορά, παρομοιάζοντας τη βαθιά ύφεση με επώδυνη αλλά αναγκαία θεραπεία της μέθης ή της ναρκωτικής έξαρσης που αποτελεί η άνθηση και υποστηρίζοντας ότι κάθε επέμβαση στη βαθιά ύφεση καθυστερεί την ανάρρωση. Έχουν χλευαστεί ευρέως από τους σημερινούς οικονομολόγους. Ο χλευασμός όμως είναι άστοχος, διότι η βιολογική αναλογία είναι σε αυτή την περίπτωση ορθή.
Many nineteenth-century economists referred to the business cycle in a biological metaphor, likening the depression to a painful but necessary curative of the alcoholic or narcotic jag which is the boom, and asserting that any tampering with the depression delays recovery. They have been widely ridiculed by present-day economists. The ridicule is misdirected, however, for the biological analogy is in this case correct.
Ένα προφανές συμπέρασμα της ανάλυσής μας είναι ο παραλογισμός των «υποκαταναλωτικών» θεραπειών για τη βαθιά ύφεση — της ιδέας ότι η κρίση προκαλείται από υποκατανάλωση και ότι ο τρόπος θεραπείας της βαθιάς ύφεσης είναι η τόνωση των καταναλωτικών δαπανών. Είναι σαφές ότι ισχύει το αντίθετο. Εκείνο που προκάλεσε την κρίση είναι ακριβώς το γεγονός ότι οι επιχειρηματικές επενδύσεις προεξόφλησαν εσφαλμένα μεγαλύτερες αποταμιεύσεις και ότι αυτό το σφάλμα αποκαλύπτεται όταν οι καταναλωτές επαναφέρουν την επιθυμητή αναλογία κατανάλωσής τους. Η «υπερκατανάλωση» ή η «ανεπαρκής αποταμίευση» προκάλεσε την κρίση, μολονότι δύσκολα είναι δίκαιο να αποδοθεί η ευθύνη στον καταναλωτή, ο οποίος απλώς προσπαθεί να αποκαταστήσει τις προτιμήσεις του αφού η αγορά έχει στρεβλωθεί από την τραπεζική πίστη. Ο μόνος τρόπος να επιταχυνθεί η θεραπευτική διαδικασία της βαθιάς ύφεσης είναι οι άνθρωποι να αποταμιεύουν και να επενδύουν περισσότερο και να καταναλώνουν λιγότερο, δικαιολογώντας έτσι τελικά ορισμένες από τις εσφαλμένες επενδύσεις και μετριάζοντας τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν.
One obvious conclusion from our analysis is the absurdity of the “underconsumptionist” remedies for depression—the idea that the crisis is caused by underconsumption and that the way to cure the depression is to stimulate consumption expenditures. The reverse is clearly the truth. What has brought about the crisis is precisely the fact that entrepreneurial investment erroneously anticipated greater savings, and that this error is revealed by consumers’ re-establishing their desired proportion of consumption. “Overconsumption” or “undersaving” has brought about the crisis, although it is hardly fair to pin the guilt on the consumer, who is simply trying to restore his preferences after the market has been distorted by bank credit. The only way to hasten the curative process of the depression is for people to save and invest more and consume less, thereby finally justifying some of the malinvestments and mitigating the adjustments that have to be made.
Ένα πρόβλημα έχει μείνει ανεξήγητο. Είδαμε ότι η περίοδος επαναφοράς είναι σύντομη και ότι τα εισοδήματα των συντελεστών αυξάνονται αρκετά γρήγορα και αρχίζουν να αποκαθιστούν τις αναλογίες κατανάλωσης προς αποταμίευση της ελεύθερης αγοράς. Γιατί όμως οι περίοδοι άνθησης, ιστορικά, συνεχίζονται επί αρκετά χρόνια; Τι καθυστερεί τη διαδικασία επαναφοράς; Η απάντηση είναι ότι, καθώς αρχίζει να εξαντλείται η άνθηση που προκάλεσε μια έγχυση πιστωτικής επέκτασης, οι τράπεζες χορηγούν άλλη μία δόση. Εν ολίγοις, ο μόνος τρόπος να αποτραπεί η έναρξη της διαδικασίας βαθιάς ύφεσης και προσαρμογής είναι να συνεχιστεί η διόγκωση του χρήματος και της πίστης. Διότι μόνο οι συνεχείς δόσεις νέου χρήματος στην πιστωτική αγορά θα διατηρούν την άνθηση και την κερδοφορία των νέων σταδίων. Επιπλέον, μόνο ολοένα αυξανόμενες δόσεις μπορούν να εντείνουν την άνθηση, να μειώσουν περαιτέρω τα επιτόκια και να διευρύνουν την παραγωγική διάρθρωση, διότι, καθώς οι τιμές αυξάνονται, θα χρειάζονται ολοένα περισσότερα χρήματα για να επιτελεστεί το ίδιο έργο. Μόλις σταματήσει η πιστωτική επέκταση, οι αναλογίες της αγοράς αποκαθίστανται και οι φαινομενικά λαμπρές νέες επενδύσεις αποδεικνύονται εσφαλμένες επενδύσεις, χτισμένες στην άμμο.
One problem has been left unexplained. We have seen that the reversion period is short and that factor incomes increase rather quickly and start restoring the free-market consumption/saving ratios. But why do booms, historically, continue for several years? What delays the reversion process? The answer is that as the boom begins to peter out from an injection of credit expansion, the banks inject a further dose. In short, the only way to avert the onset of the depression-adjustment process is to continue inflating money and credit. For only continual doses of new money on the credit market will keep the boom going and the new stages profitable. Furthermore, only ever increasing doses can step up the boom, can lower interest rates further, and expand the production structure, for as the prices rise, more and more money will be needed to perform the same amount of work. Once the credit expansion stops, the market ratios are re-established, and the seemingly glorious new investments turn out to be malinvestments, built on a foundation of sand.
Το πόσο μπορούν να διατηρηθούν οι περίοδοι άνθησης και ποια όρια αντιμετωπίζουν υπό διαφορετικές συνθήκες θα εξεταστεί παρακάτω. Αλλά είναι σαφές ότι η παράταση της άνθησης με ολοένα μεγαλύτερες δόσεις πιστωτικής επέκτασης θα έχει ένα μόνο αποτέλεσμα: να καταστήσει τη βαθιά ύφεση που αναπόφευκτα θα ακολουθήσει μακρύτερη και πιο οδυνηρή. Όσο μεγαλύτερη είναι η έκταση των εσφαλμένων επενδύσεων και των σφαλμάτων κατά την άνθηση, τόσο μεγαλύτερο και πιο μακρόχρονο είναι το έργο της αναπροσαρμογής κατά τη βαθιά ύφεση. Ο τρόπος αποτροπής μιας βαθιάς ύφεσης, λοιπόν, είναι απλός: να αποφεύγεται η έναρξη μιας άνθησης. Και για να αποφεύγεται η έναρξη μιας άνθησης, αρκεί να ακολουθείται μια πραγματικά ελεύθερη πολιτική αγοράς στο χρήμα, δηλαδή μια πολιτική μεταλλικών αποθεματικών 100% για τις τράπεζες και τα κράτη.
How long booms can be kept up, what limits there are to booms in different circumstances, will be discussed below. But it is clear that prolonging the boom by ever larger doses of credit expansion will have only one result: to make the inevitably ensuing depression longer and more grueling. The larger the scope of malinvestment and error in the boom, the greater and longer the task of readjustment in the depression. The way to prevent a depression, then, is simple: avoid starting a boom. And to avoid starting a boom all that is necessary is to pursue a truly free-market policy in money, i.e., a policy of 100percent specie reserves for banks and governments.
Η πιστωτική επέκταση γεννά πάντοτε τη διαδικασία του οικονομικού κύκλου, ακόμη και όταν άλλες τάσεις συγκαλύπτουν τη λειτουργία της. Έτσι, πολλοί πιστεύουν ότι όλα βαίνουν καλώς αν οι τιμές δεν αυξάνονται ή αν το καταγραφόμενο επιτόκιο δεν μειώνεται. Αλλά οι τιμές μπορεί κάλλιστα να μην αυξάνονται λόγω κάποιας αντίρροπης δύναμης — όπως η αύξηση της προσφοράς αγαθών ή η αύξηση της ζήτησης χρήματος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συντελείται ο κύκλος άνθησης και βαθιάς ύφεσης. Οι ουσιώδεις διαδικασίες της άνθησης — στρεβλωμένα επιτόκια, εσφαλμένες επενδύσεις, πτωχεύσεις κ.λπ.— συνεχίζονται ανεμπόδιστα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους όσοι προσεγγίζουν τους οικονομικούς κύκλους από στατιστική σκοπιά και προσπαθούν με αυτόν τον τρόπο να καταλήξουν σε θεωρία βρίσκονται σε αδιέξοδη πλάνη. Κάθε ιστορικοστατιστικό γεγονός αποτελεί σύνθετη συνισταμένη πολλών αιτιακών επιδράσεων και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απλό στοιχείο για την οικοδόμηση μιας αιτιακής θεωρίας. Το ζήτημα είναι ότι η πιστωτική επέκταση αυξάνει τις τιμές πάνω από εκείνες που θα διαμορφώνονταν στην ελεύθερη αγορά και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργεί τον οικονομικό κύκλο. Ομοίως, η πιστωτική επέκταση δεν μειώνει κατ’ ανάγκην το επιτόκιο κάτω από το προηγουμένως καταγεγραμμένο· το μειώνει κάτω από εκείνο που θα διαμορφωνόταν στην ελεύθερη αγορά και, έτσι, δημιουργεί στρέβλωση και εσφαλμένες επενδύσεις. Τα καταγραφόμενα επιτόκια κατά την άνθηση θα αυξάνονται, μάλιστα, γενικά λόγω της συνιστώσας αγοραστικής δύναμης στο επιτόκιο της αγοράς. Η αύξηση των τιμών, όπως είδαμε, δημιουργεί θετική συνιστώσα αγοραστικής δύναμης στο φυσικό επιτόκιο, δηλαδή στο ποσοστό απόδοσης που αποκομίζουν οι επιχειρηματίες στην αγορά. Στην ελεύθερη αγορά αυτό θα αντανακλούνταν γρήγορα στο επιτόκιο δανεισμού, το οποίο, όπως είδαμε παραπάνω, εξαρτάται πλήρως από το φυσικό επιτόκιο. Αλλά η συνεχής εισροή κυκλοφοριακής πίστης εμποδίζει το επιτόκιο δανεισμού να φθάσει το φυσικό επιτόκιο και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, γεννά τη διαδικασία του οικονομικού κύκλου.409 Ένα ακόμη επακόλουθο αυτής της απόκλισης μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και φυσικού επιτοκίου, την οποία δημιουργούν οι τράπεζες, είναι ότι οι πιστωτές στην αγορά δανείων υφίστανται απώλειες προς όφελος των οφειλετών τους: των κεφαλαιούχων στο χρηματιστήριο ή εκείνων που κατέχουν τις δικές τους επιχειρήσεις. Οι τελευταίοι κερδίζουν κατά την άνθηση από τη διαφορά μεταξύ επιτοκίου δανεισμού και φυσικού επιτοκίου, ενώ οι πιστωτές — εκτός από τις τράπεζες, που δημιουργούν το δικό τους χρήμα— χάνουν στον ίδιο βαθμό.
Credit expansion always generates the business cycle process, even when other tendencies cloak its workings. Thus, many people believe that all is well if prices do not rise or if the actually recorded interest rate does not fall. But prices may well not rise because of some counteracting force—such as an increase in the supply of goods or a rise in the demand for money. But this does not mean that the boom-depression cycle fails to occur. The essential processes of the boom—distorted interest rates, malinvestments, bankruptcies, etc.—continue unchecked. This is one of the reasons why those who approach business cycles from a statistical point of view and try in that way to arrive at a theory are in hopeless error. Any historical-statistical fact is a complex resultant of many causal influences and cannot be used as a simple element with which to construct a causal theory. The point is that credit expansion raises prices beyond what they would have been in the free market and thereby creates the business cycle. Similarly, credit expansion does not necessarily lower the interest rate below the rate previously recorded; it lowers the rate below what it would have been in the free market and thus creates distortion and malinvestment. Recorded interest rates in the boom will generally rise, in fact, because of the purchasing-power component in the market interest rate. An increase in prices, as we have seen, generates a positive purchasing-power component in the natural interest rate, i.e., the rate of return earned by businessmen on the market. In the free market this would quickly be reflected in the loan rate, which, as we have seen above, is completely dependent on the natural rate. But a continual influx of circulating credit prevents the loan rate from catching up with the natural rate, and thereby generates the business-cycle process. A further corollary of this bank-created discrepancy between the loan rate and the natural rate is that creditors on the loan market suffer losses for the benefit of their debtors: the capitalists on the stock market or those who own their own businesses. The latter gain during the boom by the differential between the loan rate and the natural rate, while the creditors (apart from banks, which create their own money) lose to the same extent.
Αφού τελειώσει η περίοδος της άνθησης, τι πρέπει να γίνει με τις εσφαλμένες επενδύσεις; Η απάντηση εξαρτάται από την κερδοφορία της περαιτέρω χρήσης τους, δηλαδή από τον βαθμό του σφάλματος που διαπράχθηκε. Ορισμένες εσφαλμένες επενδύσεις θα πρέπει να εγκαταλειφθούν, καθώς τα έσοδά τους από τη ζήτηση των καταναλωτών δεν θα καλύπτουν ούτε το τρέχον κόστος λειτουργίας τους. Άλλες, αν και μνημεία αποτυχίας, θα μπορούν να αποφέρουν κέρδος πέρα από το τρέχον κόστος, μολονότι δεν θα συμφέρει να αντικατασταθούν όταν φθαρούν. Η προσωρινή λειτουργία τους ανταποκρίνεται στην οικονομική αρχή ότι πρέπει πάντοτε να αξιοποιείται κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ακόμη και μια κακή συναλλαγή.
After the boom period is over, what is to be done with the malinvestments? The answer depends on their profitability for further use, i.e., on the degree of error that was committed. Some malinvestments will have to be abandoned, since their earnings from consumer demand will not even cover the current costs of their operation. Others, though monuments of failure, will be able to yield a profit over current costs, although it will not pay to replace them as they wear out. Temporarily working them fulfills the economic principle of always making the best of even a bad bargain.
Εξαιτίας των εσφαλμένων επενδύσεων, όμως, η άνθηση οδηγεί πάντοτε σε γενική εξαθλίωση, δηλαδή μειώνει το βιοτικό επίπεδο κάτω από εκείνο που θα υπήρχε αν δεν είχε μεσολαβήσει η άνθηση. Διότι η πιστωτική επέκταση έχει προκαλέσει τη σπατάλη σπάνιων πόρων και σπάνιου κεφαλαίου. Ορισμένοι πόροι έχουν σπαταληθεί εντελώς, και ακόμη και εκείνες οι εσφαλμένες επενδύσεις που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται θα ικανοποιούν τους καταναλωτές λιγότερο από όσο θα συνέβαινε χωρίς την πιστωτική επέκταση.
Because of the malinvestments, however, the boom always leads to general impoverishment, i.e., reduces the standard of living below what it would have been in the absence of the boom. For the credit expansion has caused the squandering of scarce resources and scarce capital. Some resources have been completely wasted, and even those malinvestments that continue in use will satisfy consumers less than would have been the case without the credit expansion.
Στην προηγούμενη ενότητα παρουσιάσαμε τη βασική διαδικασία του οικονομικού κύκλου. Η διαδικασία αυτή συχνά εντείνεται από άλλες, ή «δευτερογενείς», εξελίξεις που προκαλεί ο κύκλος. Έτσι, η διευρυνόμενη προσφορά χρήματος και οι αυξανόμενες τιμές είναι πιθανό να μειώσουν τη ζήτηση χρήματος. Πολλοί αρχίζουν να αναμένουν υψηλότερες τιμές και, επομένως, θα μειώσουν τα αποθησαυρισμένα χρηματικά τους διαθέσιμα. Η μειωμένη ζήτηση χρήματος αυξάνει περαιτέρω τις τιμές. Εφόσον η ώθηση προς την επέκταση εμφανίζεται πρώτα στις δαπάνες για κεφαλαιουχικά αγαθά και αργότερα στην κατανάλωση, αυτή η «δευτερογενής επίπτωση» της χαμηλότερης ζήτησης χρήματος μπορεί να εκδηλωθεί πρώτα στους κλάδους παραγωγικών αγαθών. Αυτό περιορίζει περαιτέρω τις διαφορές τιμών και κερδών και, επομένως, διευρύνει την απόσταση κατά την οποία το επιτόκιο θα υποχωρήσει κάτω από το επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς κατά την άνθηση. Το αποτέλεσμα είναι να επιτείνεται η ανάγκη αναπροσαρμογής κατά τη βαθιά ύφεση. Η προσαρμογή θα προκαλούσε ούτως ή άλλως κάποια πτώση των τιμών των παραγωγικών αγαθών, καθώς η ουσία της είναι να αυξηθούν οι διαφορές τιμών. Η πρόσθετη στρέβλωση απαιτεί μεγαλύτερη πτώση των τιμών των παραγωγικών αγαθών προτού ολοκληρωθεί η ανάκαμψη.
In the previous section we have presented the basic process of the business cycle. This process is often accentuated by other or “secondary” developments induced by the cycle. Thus, the expanding money supply and rising prices are likely to lower the demand for money. Many people begin to anticipate higher prices and will therefore dishoard. The lowered demand for money raises prices further. Since the impetus to expansion comes first in expenditure on capital goods and later in consumption, this “secondary effect” of a lower demand for money may take hold first in producers’-goods industries. This lowers the price-and-profit differentials further and hence widens the distance that the rate of interest will fall below the free-market rate during the boom. The effect is to aggravate the need for readjustment during the depression. The adjustment would cause some fall in the prices of producers’ goods anyway, since the essence of the adjustment is to raise price differentials. The extra distortion requires a steeper fall in the prices of producers’ goods before recovery is completed.
Στην πραγματικότητα, η ζήτηση χρήματος γενικά αυξάνεται στην αρχή ενός πληθωρισμού. Οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να θεωρούν την αξία της νομισματικής μονάδας απαραβίαστη και τις τιμές σταθερές σε κάποιο «συνηθισμένο» επίπεδο. Επομένως, όταν οι τιμές αρχίζουν για πρώτη φορά να αυξάνονται, οι περισσότεροι πιστεύουν ότι πρόκειται για αμιγώς προσωρινή εξέλιξη και ότι σύντομα θα υποχωρήσουν. Αυτή η πεποίθηση μετριάζει για ένα διάστημα την έκταση της αύξησης των τιμών. Τελικά, όμως, οι άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι η πιστωτική επέκταση συνεχίστηκε και αναμφίβολα θα συνεχιστεί, και η ζήτησή τους για χρήμα συρρικνώνεται, υποχωρώντας κάτω από το αρχικό επίπεδο.
As a matter of fact, the demand for money generally rises at the beginning of an inflation. People are accustomed to thinking of the value of the monetary unit as inviolate and of prices as remaining at some “customary” level. Hence, when prices first begin to rise, most people believe this to be a purely temporary development, with prices soon due to recede. This belief mitigates the extent of the price rise for a time. Eventually, however, people realize that credit expansion has continued and undoubtedly will continue, and their demand for money dwindles, becoming lower than the original level.
Μετά την έλευση της κρίσης και την έναρξη της βαθιάς ύφεσης, συχνά εμφανίζονται διάφορες δευτερογενείς εξελίξεις. Ειδικότερα, για λόγους που θα εξεταστούν παρακάτω, η κρίση συχνά χαρακτηρίζεται όχι μόνο από παύση της πιστωτικής επέκτασης, αλλά και από πραγματικό αποπληθωρισμό — συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος. Ο αποπληθωρισμός προκαλεί περαιτέρω μείωση των τιμών. Κάθε αύξηση της ζήτησης χρήματος θα επιταχύνει την προσαρμογή στις χαμηλότερες τιμές. Επιπλέον, όταν ο αποπληθωρισμός εμφανίζεται πρώτα στην αγορά δανείων, δηλαδή ως πιστωτική συρρίκνωση από τις τράπεζες — και αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντοτε—, θα έχει την ευεργετική επίδραση της επιτάχυνσης της διαδικασίας προσαρμογής κατά τη βαθιά ύφεση. Διότι η πιστωτική συρρίκνωση δημιουργεί μεγαλύτερες διαφορές τιμών. Και η ουσία της απαιτούμενης προσαρμογής είναι η επιστροφή σε μεγαλύτερες διαφορές τιμών, δηλαδή σε υψηλότερο «φυσικό» επιτόκιο. Επιπλέον, ο αποπληθωρισμός θα επιταχύνει την προσαρμογή με έναν ακόμη τρόπο: διότι το λογιστικό σφάλμα του πληθωρισμού αντιστρέφεται εδώ και οι επιχειρηματίες θα θεωρούν ότι οι ζημίες τους είναι μεγαλύτερες και τα κέρδη τους μικρότερα από ό,τι πραγματικά είναι. Ως εκ τούτου, θα αποταμιεύουν περισσότερο από όσο θα αποταμίευαν με ορθή λογιστική, και η αυξημένη αποταμίευση θα επιταχύνει την προσαρμογή, καλύπτοντας μέρος του ελλείμματος των αναγκαίων αποταμιεύσεων.
After the crisis arrives and the depression begins, various secondary developments often occur. In particular, for reasons that will be discussed further below, the crisis is often marked not only by a halt to credit expansion, but by an actual deflation—a contraction in the supply of money. The deflation causes a further decline in prices. Any increase in the demand for money will speed up adjustment to the lower prices. Furthermore, when deflation takes place first on the loan market, i.e., as credit contraction by the banks—and this is almost always the case—this will have the beneficial effect of speeding up the depression-adjustment process. For credit contraction creates higher price differentials. And the essence of the required adjustment is to return to higher price differentials, i.e., a higher “natural” rate of interest. Furthermore, deflation will hasten adjustment in yet another way: for the accounting error of inflation is here reversed, and businessmen will think their losses are more, and profits less, than they really are. Hence, they will save more than they would have with correct accounting, and the increased saving will speed adjustment by supplying some of the needed deficiency of savings.
Μπορεί κάλλιστα η αποπληθωριστική διαδικασία να υπερβεί το σημείο ισορροπίας της ελεύθερης αγοράς και να αυξήσει τις διαφορές τιμών και το επιτόκιο πάνω από αυτό. Αλλά, αν συμβεί αυτό, δεν θα προκληθεί βλάβη, καθώς η πιστωτική συρρίκνωση δεν μπορεί να δημιουργήσει εσφαλμένες επενδύσεις και, επομένως, δεν γεννά άλλον έναν κύκλο άνθησης και κρίσης.410 Και η αγορά θα διορθώσει γρήγορα το σφάλμα. Όταν υπάρχει τέτοια υπερβολική συρρίκνωση και η κατανάλωση είναι υπερβολικά υψηλή σε σχέση με τις αποταμιεύσεις, το χρηματικό εισόδημα των επιχειρηματιών μειώνεται και οι δαπάνες τους για συντελεστές περιορίζονται — ιδίως στις ανώτερες τάξεις. Οι κάτοχοι πρωτογενών συντελεστών, λαμβάνοντας χαμηλότερα εισοδήματα, θα δαπανούν λιγότερα στην κατανάλωση, οι διαφορές τιμών και το επιτόκιο θα μειωθούν και πάλι και οι αναλογίες κατανάλωσης προς επένδυση της ελεύθερης αγοράς θα αποκατασταθούν γρήγορα.
It may well be true that the deflationary process will overshoot the free-market equilibrium point and raise price differentials and the interest rate above it. But if so, no harm will be done, since a credit contraction can create no malinvestments and therefore does not generate another boom-bust cycle. And the market will correct the error rapidly. When there is such excessive contraction, and consumption is too high in relation to savings, the money income of businessmen is reduced, and their spending on factors declines—especially in the higher orders. Owners of original factors, receiving lower incomes, will spend less on consumption, price differentials and the interest rate will again be lowered, and the free-market consumption/investment ratios will be speedily restored.
Όπως ο πληθωρισμός είναι γενικά δημοφιλής λόγω της ναρκωτικής επίδρασής του, έτσι ο αποπληθωρισμός είναι πάντοτε εξαιρετικά αντιδημοφιλής για τον αντίθετο λόγο. Η συρρίκνωση του χρήματος είναι ορατή· τα οφέλη εκείνων των οποίων οι τιμές αγοράς μειώνονται πρώτες και οι οποίοι χάνουν χρήματα τελευταίοι παραμένουν κρυμμένα. Και οι απατηλές λογιστικές ζημίες του αποπληθωρισμού κάνουν τις επιχειρήσεις να πιστεύουν ότι οι ζημίες τους είναι μεγαλύτερες ή τα κέρδη τους μικρότερα από ό,τι πραγματικά είναι, πράγμα που θα επιτείνει την επιχειρηματική απαισιοδοξία.
Just as inflation is generally popular for its narcotic effect, deflation is always highly unpopular for the opposite reason. The contraction of money is visible; the benefits to those whose buying prices fall first and who lose money last remain hidden. And the illusory accounting losses of deflation make businesses believe that their losses are greater, or profits smaller, than they actually are, and this will aggravate business pessimism.
Είναι αλήθεια ότι ο αποπληθωρισμός αφαιρεί από μία ομάδα και δίνει σε άλλη, όπως και ο πληθωρισμός. Ωστόσο, η πιστωτική συρρίκνωση όχι μόνο επιταχύνει την ανάκαμψη και εξουδετερώνει τις στρεβλώσεις της άνθησης, αλλά επίσης, υπό ευρεία έννοια, αφαιρεί από εκείνους που αρχικά ωφελήθηκαν μέσω καταναγκασμού και ωφελεί εκείνους που αρχικά ζημιώθηκαν από αυτόν. Αν και αυτό ασφαλώς δεν θα ισχύει σε κάθε περίπτωση, σε γενικές γραμμές περίπου οι ίδιες ομάδες θα ωφελούνται και θα ζημιώνονται, αλλά με αντίστροφη σειρά από εκείνη των αναδιανεμητικών επιπτώσεων της πιστωτικής επέκτασης. Οι ομάδες σταθερού εισοδήματος, οι χήρες και τα ορφανά, θα κερδίζουν, ενώ οι επιχειρήσεις και οι κάτοχοι πρωτογενών συντελεστών που προηγουμένως αποκόμιζαν κέρδη από τον πληθωρισμό θα χάνουν. Όσο περισσότερο έχει διαρκέσει ο πληθωρισμός, φυσικά, τόσο λιγότερο θα αποζημιώνονται τα ίδια άτομα.411
It is true that deflation takes from one group and gives to another, as does inflation. Yet not only does credit contraction speed recovery and counteract the distortions of the boom, but it also, in a broad sense, takes away from the original coercive gainers and benefits the original coerced losers. While this will certainly not be true in every case, in the broad sense much the same groups will benefit and lose, but in reverse order from that of the redistributive effects of credit expansion. Fixed-income groups, widows and orphans, will gain, and businesses and owners of original factors previously reaping gains from inflation will lose. The longer the inflation has continued, of course, the less the same individuals will be compensated.
Ορισμένοι μπορεί να αντιτείνουν ότι ο αποπληθωρισμός «προκαλεί» ανεργία. Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, ο αποπληθωρισμός μπορεί να οδηγήσει σε συνεχιζόμενη ανεργία μόνο αν το κράτος ή τα συνδικάτα διατηρούν τους μισθούς πάνω από τα προεξοφλημένα οριακά προϊόντα αξίας της εργασίας. Αν επιτρέπεται στους μισθούς να μειώνονται ελεύθερα, δεν θα προκύψει συνεχιζόμενη ανεργία.
Some may object that deflation “causes” unemployment. However, as we have seen above, deflation can lead to continuing unemployment only if the government or the unions keep wage rates above the discounted marginal value products of labor. If wage rates are allowed to fall freely, no continuing unemployment will occur.
Τέλος, η αποπληθωριστική πιστωτική συρρίκνωση είναι αναγκαστικά αυστηρά περιορισμένη. Ενώ η πίστη μπορεί να επεκτείνεται ουσιαστικά επ’ άπειρον —με την επιφύλαξη διαφόρων οικονομικών ορίων που θα εξεταστούν παρακάτω—, η κυκλοφοριακή πίστη μπορεί να συρρικνώνεται μόνο μέχρι το κατώτατο όριο που θέτει η συνολική ποσότητα μεταλλικού χρήματος σε κυκλοφορία. Εν ολίγοις, το μέγιστο δυνατό όριό της είναι η εξάλειψη κάθε προηγούμενης πιστωτικής επέκτασης.
Finally, deflationary credit contraction is, necessarily, severely limited. Whereas credit can expand (barring various economic limits to be discussed below) virtually to infinity, circulating credit can contract only as far down as the total amount of specie in circulation. In short, its maximum possible limit is the eradication of all previous credit expansion.
Η ανάλυση του οικονομικού κύκλου που εκτέθηκε εδώ είναι ουσιαστικά εκείνη της «Αυστριακής» Σχολής, η οποία θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε από τον Ludwig von Mises και ορισμένους μαθητές του.412 Μια διαδεδομένη κριτική αυτής της θεωρίας είναι ότι «προϋποθέτει την ύπαρξη πλήρους απασχόλησης» ή ότι η ανάλυσή της ισχύει μόνο αφού επιτευχθεί «πλήρης απασχόληση». Πριν από αυτό το σημείο, λένε οι επικριτές, η πιστωτική επέκταση θα θέσει επωφελώς σε απασχόληση αυτούς τους συντελεστές και δεν θα δημιουργήσει περαιτέρω εσφαλμένες επενδύσεις ή κύκλους. Αλλά, πρώτον, ο πληθωρισμός δεν θα θέσει κανέναν άνεργο συντελεστή σε απασχόληση, εκτός αν οι κάτοχοί του, μολονότι επιμένουν σε χρηματική τιμή υψηλότερη από το οριακό προϊόν αξίας τους, αρκούνται τυφλά στην αποδοχή της αναγκαστικά χαμηλότερης πραγματικής τιμής όταν αυτή συγκαλύπτεται ως αύξηση του «κόστους ζωής». Και η πιστωτική επέκταση δημιουργεί περαιτέρω κύκλους είτε υπάρχουν άνεργοι συντελεστές είτε όχι. Δημιουργεί περισσότερες στρεβλώσεις και εσφαλμένες επενδύσεις, καθυστερεί επ’ αόριστον τη διαδικασία ανάκαμψης από την προηγούμενη άνθηση και καθιστά τελικά αναγκαία μια πολύ πιο οδυνηρή ανάκαμψη για την προσαρμογή τόσο στις νέες εσφαλμένες επενδύσεις όσο και στις παλαιές. Αν αδρανή κεφαλαιουχικά αγαθά τεθούν τώρα σε λειτουργία, αυτή η «αδρανής δυναμικότητα» αποτελεί κατάλοιπο προηγούμενων σπάταλων εσφαλμένων επενδύσεων και, επομένως, είναι στην πραγματικότητα υποοριακή και δεν αξίζει να ενταχθεί στην παραγωγή. Η εκ νέου θέση του κεφαλαίου σε λειτουργία θα διπλασιάσει απλώς τις στρεβλώσεις.413
The business-cycle analysis set forth here has essentially been that of the “Austrian” School, originated and developed by Ludwig von Mises and some of his students. A prominent criticism of this theory is that it “assumes the existence of full employment” or that its analysis holds only after “full employment” has been attained. Before that point, say the critics, credit expansion will beneficently put these factors to work and not generate further malinvestments or cycles. But, in the first place, inflation will put no unemployed factors to work unless their owners, though holding out for a money price higher than their marginal value product, are blindly content to accept the necessarily lower real price when it is camouflaged as a rise in the “cost of living.” And credit expansion generates further cycles whether or not there are unemployed factors. It creates more distortions and malinvestments, delays indefinitely the process of recovery from the previous boom, and makes necessary an eventually far more grueling recovery to adjust to the new malinvestments as well as to the old. If idle capital goods are now set to work, this “idle capacity” is the hangover effect of previous wasteful malinvestments, and hence is really submarginal and not worth bringing into production. Putting the capital to work again will only redouble the distortions.
Αφού διερευνήσαμε τις συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης, πρέπει να εξετάσουμε το σημαντικό ερώτημα: αν η τραπεζική με κλασματικά αποθεματικά είναι νόμιμη, υπάρχουν φυσικά όρια στην πιστωτική επέκταση των τραπεζών; Το ένα βασικό όριο, φυσικά, είναι η ανάγκη των τραπεζών να εξαργυρώνουν τα υποκατάστατα χρήματός τους σε πρώτη ζήτηση. Υπό τον κανόνα του χρυσού ή του αργύρου, πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε μεταλλικό χρήμα· υπό κρατικό κανόνα χαρτονομίσματος αναγκαστικής κυκλοφορίας (βλ. παρακάτω), οι τράπεζες πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε κρατικό χαρτονόμισμα. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να τα εξαργυρώνουν σε βασικό χρήμα ή στο ουσιαστικό ισοδύναμό του. Επομένως, κάθε τράπεζα κλασματικών αποθεματικών εξαρτάται, για την ίδια της την ύπαρξη, από την ικανότητά της να πείθει το κοινό — ειδικότερα τους πελάτες της— ότι όλα βαίνουν καλώς και ότι θα μπορεί να εξαργυρώνει τα τραπεζογραμμάτια ή τις καταθέσεις της όποτε το ζητούν οι πελάτες. Εφόσον αυτό προφανώς δεν ισχύει, η διατήρηση της εμπιστοσύνης στις τράπεζες αποτελεί κάτι σαν ψυχολογικό θαύμα.414 Είναι βέβαιο, πάντως, ότι η ευρύτερη γνώση της πραξεολογίας μεταξύ του κοινού θα αποδυνάμωνε σημαντικά την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα. Διότι οι τράπεζες βρίσκονται σε εγγενώς αδύναμη θέση. Αρκεί λίγοι μόνο πελάτες τους να χάσουν την εμπιστοσύνη τους και να αρχίσουν να ζητούν εξαργύρωση από τις τράπεζες, και αυτό θα προκαλέσει αγώνα δρόμου από άλλους πελάτες για να εξασφαλίσουν ότι θα πάρουν τα χρήματά τους όσο οι πόρτες των τραπεζών είναι ακόμη ανοιχτές. Ο προφανής —και δικαιολογημένος— πανικός των τραπεζών όταν εκδηλώνεται οποιαδήποτε «μαζική ανάληψη» ενθαρρύνει και άλλους πελάτες να κάνουν το ίδιο και επιτείνει ακόμη περισσότερο τη μαζική ανάληψη. Σε κάθε περίπτωση, οι μαζικές αναλήψεις μπορούν να προκαλέσουν όλεθρο και, φυσικά, αν συνεχίζονταν συστηματικά, θα μπορούσαν να κλείσουν κάθε τράπεζα της χώρας μέσα σε λίγες ημέρες.415
Having investigated the consequences of credit expansion, we must discuss the important question: If fractional-reserve banking is legal, are there any natural limits to credit expansion by the banks? The one basic limit, of course, is the necessity of the banks to redeem their money-substitutes on demand. Under a gold or silver standard, they must redeem in specie; under a government fiat paper standard (see below), the banks have to redeem in government paper. In any case, they must redeem in standard money or its virtual equivalent. Therefore, every fractional reserve bank depends for its very existence on persuading the public—specifically its clients—that all is well and that it will be able to redeem its notes or deposits whenever the clients demand. Since this is palpably not the case, the continuance of confidence in the banks is something of a psychological marvel. It is certain, at any rate, that a wider knowledge of praxeology among the public would greatly weaken confidence in the banking system. For the banks are in an inherently weak position. Let just a few of their clients lose confidence and begin to call on the banks for redemption, and this will precipitate a scramble by other clients to make sure that they get their money while the banks’ doors are still open. The obvious—and justifiable—panic of the banks should any sort of “run” develop encourages other clients to do the same and aggravates the run still further. At any rate, runs on banks can wreak havoc, and, of course, if pursued consistently, could close every bank in the country in a few days.
Οι μαζικές αναλήψεις, επομένως, και η διαρκής υποβόσκουσα απειλή εκδήλωσής τους αποτελούν ένα από τα κύρια όρια της πιστωτικής επέκτασης. Οι μαζικές αναλήψεις συχνά εκδηλώνονται κατά την κρίση του οικονομικού κύκλου, όταν αθετούνται χρέη και οι αποτυχίες γίνονται εμφανείς. Οι μαζικές αναλήψεις και ο φόβος τους συμβάλλουν στην επίσπευση της αποπληθωριστικής πιστωτικής συρρίκνωσης.
Runs, therefore, and the constant underlying threat of their occurrence, are one of the prime limits to credit expansion. Runs often develop during a business cycle crisis, when debts are being defaulted and failures become manifest. Runs and the fear of runs help to precipitate deflationary credit contraction.
Οι μαζικές αναλήψεις μπορεί να αποτελούν διαρκή απειλή, αλλά ως πραγματικοί περιορισμοί δεν είναι γενικά ενεργές. Όταν συμβαίνουν, συνήθως καταστρέφουν τις τράπεζες. Το γεγονός ότι μια τράπεζα εξακολουθεί να υπάρχει σημαίνει ότι δεν έχει εκδηλωθεί μαζική ανάληψη. Ένας πιο ενεργός, καθημερινός περιορισμός είναι το σχετικά περιορισμένο εύρος της πελατείας μιας τράπεζας. Η πελατεία μιας τράπεζας αποτελείται από εκείνους που είναι πρόθυμοι να κατέχουν τις καταθέσεις ή τα τραπεζογραμμάτιά της —τα υποκατάστατα χρήματός της— αντί του κυρίως χρήματος. Αποτελεί εμπειρικό γεγονός, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, ότι μία τράπεζα δεν έχει ως πελάτες όλους τους ανθρώπους της κοινωνίας της αγοράς ούτε καν όλους όσοι προτιμούν να χρησιμοποιούν τραπεζικό χρήμα αντί μεταλλικού. Είναι προφανές ότι, όσο περισσότερες τράπεζες υπάρχουν, τόσο πιο περιορισμένη θα είναι η πελατεία καθεμιάς. Οι άνθρωποι αποφασίζουν ποια τράπεζα θα χρησιμοποιήσουν με βάση πολλούς λόγους· η φήμη εντιμότητας, η φιλικότητα της εξυπηρέτησης, η τιμή των υπηρεσιών και η βολική τοποθεσία μπορεί όλα να διαδραματίζουν ρόλο.
Runs may be an ever-present threat, but, as effective limitations, they are not generally active. When they do occur, they usually wreck the banks. The fact that a bank is in existence at all signifies that a run has not developed. A more active, everyday limitation is the relatively narrow range of a bank’s clientele. The clientele of a bank consists of those people willing to hold its deposits or notes (its money-substitutes) in lieu of money proper. It is an empirical fact, in almost all cases, that one bank does not have the patronage of all people in the market society or even of all those who prefer to use bank money rather than specie. It is obvious that the more banks exist, the more restricted will be the clientele of any one bank. People decide which bank to use on many grounds; reputation for integrity, friendliness of service, price of service, and convenience of location may all play a part.
Πώς περιορίζει το στενό εύρος της πελατείας μιας τράπεζας τη δυνατότητά της για πιστωτική επέκταση; Τα νεοεκδιδόμενα χρηματικά υποκατάστατα δανείζονται, φυσικά, στους πελάτες της τράπεζας. Ο πελάτης δαπανά στη συνέχεια το νέο χρήμα σε αγαθά και υπηρεσίες. Το νέο χρήμα αρχίζει να διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία. Τελικά —συνήθως πολύ γρήγορα— δαπανάται για αγαθά ή υπηρεσίες ανθρώπων που χρησιμοποιούν άλλη τράπεζα. Ας υποθέσουμε ότι η Star Bank έχει επεκτείνει την πίστη· τα νεοεκδοθέντα τραπεζογραμμάτια ή οι καταθέσεις της Star Bank καταλήγουν στα χέρια του κ. Jones, ο οποίος χρησιμοποιεί τη City Bank. Μπορεί να προκύψουν δύο ενδεχόμενα, καθένα από τα οποία έχει την ίδια οικονομική επίπτωση: (α) ο Jones αποδέχεται τα τραπεζογραμμάτια ή τις καταθέσεις της Star Bank και τα καταθέτει στη City Bank, η οποία ζητεί εξαργύρωση από τη Star Bank· ή (β) ο Jones αρνείται να αποδεχθεί τα τραπεζογραμμάτια της Star Bank και απαιτεί από τον πελάτη της Star —ας πούμε τον κ. Smith—, ο οποίος αγόρασε κάτι από τον Jones, να εξαργυρώσει ο ίδιος το τραπεζογραμμάτιο και να πληρώσει τον Jones σε αποδεκτό βασικό χρήμα.
How does the narrow range of a bank’s clientele limit its potentiality for credit expansion? The newly issued money-substitutes are, of course, loaned to a bank’s clients. The client then spends the new money on goods and services. The new money begins to be diffused throughout the society. Eventually—usually very quickly—it is spent on the goods or services of people who use a different bank. Suppose that the Star Bank has expanded credit; the newly issued Star Bank’s notes or deposits find their way into the hands of Mr. Jones, who uses the City Bank. Two alternatives may occur, either of which has the same economic effect: (a) Jones accepts the Star Bank’s notes or deposits, and deposits them in the City Bank, which calls on the Star Bank for redemption; or (b) Jones refuses to accept the Star Bank’s notes and insists that the Star client—say Mr. Smith—who bought something from Jones, redeem the note himself and pay Jones in acceptable standard money.
Έτσι, ενώ ο χρυσός ή ο άργυρος είναι αποδεκτοί σε ολόκληρη την αγορά, τα χρηματικά υποκατάστατα μιας τράπεζας είναι αποδεκτά μόνο από τη δική της πελατεία. Είναι σαφές ότι η πιστωτική επέκταση μιας μεμονωμένης τράπεζας είναι περιορισμένη και ότι αυτός ο περιορισμός είναι ισχυρότερος: (α) όσο στενότερο είναι το εύρος της πελατείας της και (β) όσο μεγαλύτερη είναι η έκδοση χρηματικών υποκατάστατων από αυτήν σε σχέση με την έκδοση των ανταγωνιστικών τραπεζών. Για να παραστήσουμε το πρώτο σημείο, ας υποθέσουμε ότι κάθε τράπεζα έχει μόνο έναν πελάτη. Τότε είναι προφανές ότι θα υπάρχει ελάχιστο περιθώριο πιστωτικής επέκτασης. Στο αντίθετο άκρο, αν μία τράπεζα χρησιμοποιείται από όλους στην οικονομία, δεν θα υπάρχουν απαιτήσεις εξαργύρωσης που να προκύπτουν από αγορές των πελατών της από μη πελάτες. Είναι προφανές ότι, ceteris paribus, μια αριθμητικά μικρότερη πελατεία περιορίζει περισσότερο την πιστωτική επέκταση.
Thus, while gold or silver is acceptable throughout the market, a bank’s money-substitutes are acceptable only to its own clientele. Clearly, a single bank’s credit expansion is limited, and this limitation is stronger (a) the narrower the range of its clientele, and (b) the greater its issue of money-substitutes in relation to that of competing banks. In illustration of the first point, let us assume that each bank has only one client. Then it is obvious that there will be very little room for credit expansion. At the opposite extreme, if one bank is used by everybody in the economy, there will be no demands for redemption resulting from its clients’ purchasing from nonclients. It is obvious that, ceteris paribus, a numerically smaller clientele is more restrictive of credit expansion.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός της σχετικής πιστωτικής επέκτασης οποιασδήποτε τράπεζας, τόσο συντομότερα θα φθάσει η ημέρα της εξαργύρωσης —και της ενδεχόμενης πτώχευσης—. Ας υποθέσουμε ότι η Star Bank επεκτείνει την πίστη, ενώ καμία ανταγωνιστική τράπεζα δεν το κάνει. Αυτό σημαίνει ότι οι πελάτες της Star Bank έχουν αυξήσει σημαντικά τα χρηματικά τους υπόλοιπα· ως αποτέλεσμα, η οριακή χρησιμότητα της διακράτησης κάθε μονάδας χρήματος μειώνεται γι’ αυτούς και ωθούνται να δαπανήσουν μεγάλο μέρος του νέου χρήματος. Μέρος αυτής της αυξημένης δαπάνης θα κατευθυνθεί στα αγαθά και στις υπηρεσίες ο ένας του άλλου, αλλά είναι σαφές ότι, όσο μεγαλύτερη είναι η πιστωτική επέκταση, τόσο ισχυρότερη θα είναι η τάση των δαπανών τους να «υπερχειλίζουν» προς τα αγαθά και τις υπηρεσίες μη πελατών. Αυτή η τάση υπερχείλισης, ή «εκροής», ενισχύεται σημαντικά όταν οι αυξημένες δαπάνες των πελατών για αγαθά και υπηρεσίες άλλων πελατών ανεβάζουν τις τιμές τους. Στο μεταξύ, οι τιμές των αγαθών που πωλούν οι μη πελάτες παραμένουν ίδιες. Κατά συνέπεια, οι πελάτες ωθούνται να αγοράζουν περισσότερα από μη πελάτες και λιγότερα μεταξύ τους· ενώ οι μη πελάτες αγοράζουν λιγότερα από πελάτες και περισσότερα μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα «δυσμενές» εμπορικό ισοζύγιο των πελατών έναντι των μη πελατών.416 Είναι σαφές ότι αυτή η τάση του χρήματος να επιδιώκει ένα ενιαίο επίπεδο ανταλλακτικής αξίας σε ολόκληρη την αγορά αποτελεί παράδειγμα της διαδικασίας μέσω της οποίας το νέο χρήμα —στην προκειμένη περίπτωση, τα νέα χρηματικά υποκατάστατα— διαχέεται στην αγορά. Όσο μεγαλύτερη, λοιπόν, είναι η σχετική πιστωτική επέκταση της τράπεζας, τόσο μεγαλύτερη και ταχύτερη θα είναι η εκροή και η επακόλουθη πίεση εξαργύρωσης προς την επεκτεινόμενη τράπεζα.
As regards the second point, the greater the degree of relative credit expansion by any one bank, the sooner will the day of redemption—and potential bankruptcy—be at hand. Suppose that the Star Bank expands credit, while none of the competing banks do. This means that the Star Bank’s clientele have added considerably to their cash balances; as a result the marginal utility to them of each unit of money to hold declines, and they are impelled to spend a great proportion of the new money. Some of this increased spending will be on one another’s goods and services, but it is clear that the greater the credit expansion, the greater will be the tendency for their spending to “spill over” onto the goods and services of nonclients. This tendency to spill over, or “drain,” is greatly enhanced when increased spending by clients on the goods and services of other clients raises their prices. In the meanwhile, the prices of the goods sold by nonclients remain the same. As a consequence, clients are impelled to buy more from nonclients and less from one another; while nonclients buy less from clients and more from one another. The result is an “unfavorable” balance of trade from clients to nonclients.It is clear that this tendency of money to seek a uniform level of exchange value throughout the entire market is an example of the process by which new money (in this case, new money-substitutes) is diffused through the market. The greater the relative credit expansion by the bank, then, the greater and more rapid will be the drain and consequent pressure on an expanding bank for redemption.
Γίνεται τώρα φανερός ο σκοπός για τον οποίο οι τράπεζες διατηρούν μεταλλικά αποθεματικά στα θησαυροφυλάκιά τους, αν υποθέσουμε ότι δεν υπάρχουν νομοθετικές απαιτήσεις αποθεματικών. Δεν είναι για να αντιμετωπίσουν μαζικές αναλήψεις, καθώς καμία τράπεζα κλασματικών αποθεματικών δεν μπορεί να είναι εξοπλισμένη ώστε να αντέξει μια μαζική ανάληψη. Είναι για να ικανοποιούν τις απαιτήσεις εξαργύρωσης που αναπόφευκτα θα προκύψουν από μη πελάτες.
The purpose of banks’ keeping any specie reserves in their vaults (assuming no legal reserve requirements) now becomes manifest. It is not to meet bank runs—since no fractional-reserve bank can be equipped to withstand a run. It is to meet the demands for redemption which will inevitably come from nonclients.
Ο Mises κατέδειξε με λαμπρό τρόπο ότι μια επιμέρους περίπτωση αυτής της διαδικασίας ανακαλύφθηκε από τη βρετανική Νομισματική Σχολή και από τους κλασικούς θεωρητικούς του «διεθνούς εμπορίου» του δέκατου ένατου αιώνα. Αυτοί οι παλαιότεροι οικονομολόγοι υπέθεταν ότι όλες οι τράπεζες μιας ορισμένης περιοχής ή χώρας επεξέτειναν την πίστη μαζί. Το αποτέλεσμα ήταν αύξηση των τιμών των αγαθών που παράγονταν σε αυτή τη χώρα. Ένα περαιτέρω αποτέλεσμα ήταν ένα «δυσμενές» εμπορικό ισοζύγιο, δηλαδή εκροή βασικού μεταλλικού χρήματος προς άλλες χώρες. Εφόσον οι άλλες χώρες δεν χρησιμοποιούσαν τις τράπεζες της χώρας που επεξέτεινε την πίστη, η συνέπεια ήταν μια «εκροή μεταλλικού χρήματος» από τη χώρα αυτή και αυξημένη πίεση εξαργύρωσης προς τις τράπεζές της.
Mises has brilliantly shown that a subdivision of this process was discovered by the British Currency School and by the classical “international trade” theorists of the nineteenth century. These older economists assumed that all the banks in a certain region or country expanded credit together. The result was a rise in the prices of goods produced in that country. A further result was an “unfavorable” balance of trade, i.e., an outflow of standard specie to other countries. Since other countries did not patronize the expanding country’s banks, the consequence was a “specie drain” from the expanding country and increased pressure for redemption on its banks.
Όπως όλα τα μέρη της υπερτονισμένης και υπερβολικά επεξεργασμένης θεωρίας του «διεθνούς εμπορίου», αυτή η ανάλυση αποτελεί απλώς ειδική επιμέρους περίπτωση της «γενικής» οικονομικής θεωρίας. Και η κατάταξή της στη θεωρία του «διεθνούς εμπορίου», όπως έδειξε ο Mises, υποτιμά την πραγματική της σημασία.417,418
Like all parts of the overstressed and overelaborated theory of “international trade,” this analysis is simply a special subdivision of “general” economic theory. And cataloging it as “international trade” theory, as Mises has shown, underestimates its true significance.120,121
Έτσι, όσο πιο ελεύθερα ανταγωνιστικές και πολυάριθμες είναι οι τράπεζες, τόσο λιγότερο θα μπορούν να επεκτείνουν τα ακάλυπτα πιστωτικά μέσα, ακόμη και αν αφήνονται ελεύθερες να το πράξουν. Όπως επισημάναμε στο κεφάλαιο 11, ένα τέτοιο σύστημα είναι γνωστό ως «ελεύθερη τραπεζική».419 Μια σημαντική ένσταση σε αυτή την ανάλυση της ελεύθερης τραπεζικής αφορά το πρόβλημα των τραπεζικών «καρτέλ». Αν οι τράπεζες συνενωθούν και συμφωνήσουν να επεκτείνουν ταυτόχρονα τις πιστώσεις τους, ο περιορισμός της πελατείας έναντι των ανταγωνιστικών τραπεζών θα αρθεί και η πελατεία κάθε τράπεζας θα διευρυνθεί ουσιαστικά ώστε να περιλαμβάνει όλους τους χρήστες τραπεζών. Ο Mises επισημαίνει, όμως, ότι οι υγιέστερες τράπεζες με υψηλότερα ποσοστά κλασματικών αποθεματικών δεν θα θελήσουν να χάσουν την καλή πίστη των δικών τους πελατών και να διακινδυνεύσουν μαζικές αναλήψεις, συνάπτοντας συμπαιγνιακές συμφωνίες με ασθενέστερες τράπεζες.420 Αυτός ο παράγοντας, αν και θέτει όρια σε τέτοιες συμφωνίες, δεν τις αποκλείει εντελώς. Διότι, στο κάτω κάτω, καμία τράπεζα κλασματικών αποθεματικών δεν είναι πραγματικά υγιής, και αν το κοινό μπορεί να πειστεί ότι, ας πούμε, ένα μεταλλικό αποθεματικό 80% είναι ασφαλές, μπορεί να πιστέψει το ίδιο για τράπεζες με αποθεματικά 60% ή ακόμη και 10%. Πράγματι, το ίδιο το γεγονός ότι το κοινό επιτρέπει στις ασθενέστερες τράπεζες να υπάρχουν καταδεικνύει ότι οι πιο συντηρητικές τράπεζες μπορεί να μη χάσουν πολλή καλή πίστη αν συμφωνήσουν να επεκταθούν μαζί τους.
Thus, the more freely competitive and numerous are the banks, the less they will be able to expand fiduciary media, even if they are left free to do so. As we have noted in chapter 11, such a system is known as “free banking.” A major objection to this analysis of free banking has been the problem of bank “cartels.” If banks get together and agree to expand their credits simultaneously, the clientele limitation vis-à-vis competing banks will be removed, and the clientele of each bank will, in effect, increase to include all bank users. Mises points out, however, that the sounder banks with higher fractional reserves will not wish to lose the goodwill of their own clients and risk bank runs by entering into collusive agreements with weaker banks. This consideration, while placing limits on such agreements, does not rule them out altogether. For, after all, no fractional-reserve banks are really sound, and if the public can be led to believe that, say, an 80-percent-specie reserve is sound, it can believe the same about 60-percent- or even 10-percentreserve banks. Indeed, the fact that the weaker banks are allowed by the public to exist at all demonstrates that the more conservative banks may not lose much good will by agreeing to expand with them.
Όπως κατέδειξε ο Mises, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, από τη σκοπιά των αντιπάλων του πληθωρισμού και της πιστωτικής επέκτασης, η ελεύθερη τραπεζική υπερέχει ενός συστήματος κεντρικής τραπεζικής (βλ. παρακάτω). Αλλά, όπως δήλωσε ο Amasa Walker:
As Mises has demonstrated, there is no question that, from the point of view of opponents of inflation and credit expansion, free banking is superior to a central banking system (see below). But, as Amasa Walker stated:
Πολλά έχουν ειπωθεί, κατά καιρούς, για το πόσο επιθυμητή είναι η ελεύθερη τραπεζική. Δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιτρέπεται σε όποιον το επιλέγει να ασκεί τραπεζική δραστηριότητα εξίσου ελεύθερα με τη γεωργία ή οποιονδήποτε άλλο επιχειρηματικό κλάδο. Όμως, όσο η τραπεζική, όπως ασκείται σήμερα, σημαίνει την έκδοση μη μετατρέψιμου χαρτονομίσματος, τόσο το καλύτερο όσο περισσότερο εποπτεύεται και περιορίζεται. Όταν όμως τέτοιες εκδόσεις απαγορευθούν πλήρως και εκδίδονται μόνο τραπεζογραμμάτια ισοδύναμα με πιστοποιητικά αντίστοιχης ποσότητας νομισμάτων, η τραπεζική μπορεί να είναι εξίσου ελεύθερη με τη μεσιτεία. Το μόνο που θα έπρεπε να διασφαλιστεί θα ήταν να μη γίνεται καμία έκδοση παρά μόνο έναντι μεταλλικού χρήματος που βρίσκεται πράγματι διαθέσιμο.421
Much has been said, at different times, of the desirableness of free banking. Of the propriety and rightfulness of allowing any person who chooses to carry on banking, as freely as farming or any other branch of business, there can be no doubt. But, while banking, as at present, means the issuing of inconvertible paper, the more it is guarded and restricted the better. But when such issues are entirely forbidden, and only notes equivalent to certificates of so much coin are issued, banking may be as free as brokerage. The only thing to be secured would be that no issues should be made except upon specie in hand.124
Ε. Το κράτος ως προωθητής της πιστωτικής επέκτασης
E. THE GOVERNMENT AS PROMOTER OF CREDIT EXPANSION
Ιστορικά, τα κράτη έχουν προαγάγει και ενθαρρύνει σε μεγάλο βαθμό την πιστωτική επέκταση. Το έχουν πράξει αποδυναμώνοντας τους περιορισμούς που θέτει η αγορά στην τραπεζική πιστωτική επέκταση. Ένας τρόπος αποδυνάμωσης είναι να καταστήσουν την τράπεζα αναίσθητη στην απειλή των μαζικών αναλήψεων. Στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα, το κράτος επέτρεπε στις τράπεζες, όταν αντιμετώπιζαν δυσχέρειες σε μια επιχειρηματική κρίση, να αναστέλλουν τις πληρωμές σε μεταλλικό χρήμα ενώ συνέχιζαν να λειτουργούν. Απαλλάσσονταν προσωρινά από τη συμβατική υποχρέωση εξόφλησης των χρεών τους, ενώ μπορούσαν να συνεχίζουν να δανείζουν και ακόμη να υποχρεώνουν τους οφειλέτες τους να αποπληρώνουν με τα δικά τους τραπεζογραμμάτια. Αυτός είναι ένας ισχυρός τρόπος εξάλειψης των περιορισμών στην πιστωτική επέκταση, καθώς οι τράπεζες γνωρίζουν ότι, αν υπερβούν τις δυνατότητές τους, το κράτος θα τους επιτρέψει να αποφεύγουν αμέριμνα την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων.
Historically, governments have fostered and encouraged credit expansion to a great degree. They have done so by weakening the limitations that the market places on bank credit expansion. One way of weakening is to anesthetize the bank against the threat of bank runs. In nineteenth-century America, the government permitted banks, when they got into trouble in a business crisis, to suspend specie payment while continuing in operation. They were temporarily freed from their contractual obligation of paying their debts, while they could continue lending and even force their debtors to repay in their own bank notes. This is a powerful way to eradicate limitations on credit expansion, since the banks know that if they overreach themselves, the government will permit them blithely to avoid payment of their contractual obligations.
Υπό κανόνα χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας, τα κράτη —ή οι κεντρικές τους τράπεζες— μπορούν να δεσμευτούν ότι θα διασώζουν, μέσω αυξημένων εκδόσεων βασικού χρήματος, οποιαδήποτε τράπεζα ή οποιαδήποτε μεγάλη τράπεζα βρίσκεται σε δυσχέρεια. Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα έγινε αποδεκτή η αρχή ότι η κεντρική τράπεζα πρέπει να λειτουργεί ως «δανειστής έσχατης προσφυγής», ο οποίος θα δανείζει αφειδώς χρήματα σε τράπεζες που απειλούνται με κατάρρευση. Ένα άλλο πρόσφατο αμερικανικό μέσο κατάργησης του περιορισμού που θέτει η εμπιστοσύνη στην τραπεζική πίστη είναι η «ασφάλιση καταθέσεων», με την οποία το κράτος εγγυάται ότι θα παρέχει χαρτονόμισμα για την εξόφληση των πληρωτέων σε πρώτη ζήτηση υποχρεώσεων των τραπεζών. Αυτά και παρόμοια μέσα καταργούν τα φρένα της αγοράς στην ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση.
Under a fiat money standard, governments (or their central banks) may obligate themselves to bail out, with increased issues of standard money, any bank or any major bank in distress. In the late nineteenth century, the principle became accepted that the central bank must act as the “lender of last resort,” which will lend money freely to banks threatened with failure. Another recent American device to abolish the confidence limitation on bank credit is “deposit insurance,” whereby the government guarantees to furnish paper money to redeem the banks’ demand liabilities. These and similar devices remove the market brakes on rampant credit expansion.
Ένα δεύτερο μέσο, πλέον τόσο νομιμοποιημένο ώστε κάθε χώρα που δεν το διαθέτει να θεωρείται απελπιστικά «καθυστερημένη», είναι η κεντρική τράπεζα. Η κεντρική τράπεζα, αν και συχνά ανήκει ονομαστικά σε ιδιώτες ή τράπεζες, διοικείται άμεσα από την εθνική κυβέρνηση. Ο σκοπός της, που δεν δηλώνεται πάντοτε ρητά, είναι η άρση του ανταγωνιστικού περιορισμού στην τραπεζική πίστη που παρέχει η ύπαρξη πλήθους ανεξάρτητων τραπεζών. Στόχος της είναι να εξασφαλίζει ότι όλες οι τράπεζες της χώρας συντονίζονται και, επομένως, θα επεκτείνονται ή θα συρρικνώνονται μαζί — κατά τη βούληση του κράτους. Και είδαμε ότι ο συντονισμός της επέκτασης αποδυναμώνει σημαντικά τα όρια που θέτει η αγορά.
A second device, now so legitimized that any country lacking it is considered hopelessly “backward,” is the central bank. The central bank, while often nominally owned by private individuals or banks, is run directly by the national government. Its purpose, not always stated explicitly, is to remove the competitive check on bank credit provided by a multiplicity of independent banks. Its aim is to make sure that all the banks in the country are co-ordinated and will therefore expand or contract together—at the will of the government. And we have seen that co-ordination of expansion greatly weakens the market’s limits.
Ο καθοριστικός τρόπος με τον οποίο τα κράτη έχουν εγκαθιδρύσει τον έλεγχο της κεντρικής τράπεζας επί του εμπορικού τραπεζικού συστήματος είναι η παραχώρηση στην κεντρική τράπεζα του μονοπωλίου έκδοσης τραπεζογραμματίων στη χώρα. Όπως είδαμε, τα χρηματικά υποκατάστατα μπορούν να εκδίδονται υπό τη μορφή τραπεζογραμματίων ή λογιστικών καταθέσεων. Από οικονομική άποψη, οι δύο μορφές είναι ταυτόσημες. Το κράτος όμως βρήκε πρόσφορο να διακρίνει μεταξύ τους και να απαγορεύσει κάθε έκδοση τραπεζογραμματίων από ιδιωτικές τράπεζες. Αυτή η κρατικοποίηση της δραστηριότητας έκδοσης τραπεζογραμματίων αναγκάζει τις εμπορικές τράπεζες να προσφεύγουν στην κεντρική τράπεζα όποτε οι πελάτες τους επιθυμούν να ανταλλάξουν καταθέσεις όψεως με τραπεζογραμμάτια. Για να αποκτήσουν τραπεζογραμμάτια προς διάθεση στους πελάτες τους, οι εμπορικές τράπεζες πρέπει να τα αγοράσουν από την κεντρική τράπεζα. Τέτοιες αγορές μπορούν να γίνουν μόνο με πώληση των χρυσών νομισμάτων τους ή άλλου βασικού χρήματος ή με άντληση από τους καταθετικούς λογαριασμούς τους στην κεντρική τράπεζα.
The crucial way by which governments have established central bank control over the commercial banking system is by granting the bank a monopoly of the note issue in the country. As we have seen, money-substitutes may be issued in the form of notes or book deposits. Economically, the two forms are identical. The State has found it convenient, however, to distinguish between the two and to outlaw all note issue by private banks. Such nationalizing of the note-issue business forces the commercial banks to go to the central bank whenever their customers desire to exchange demand deposits for paper notes. To obtain notes to furnish their clients, commercial banks must buy them from the central bank. Such purchases can be made only by selling their gold coin or other standard money or by drawing on the banks’ deposit accounts with the central bank.
Εφόσον το κοινό επιθυμεί πάντοτε να κατέχει μέρος των χρημάτων του υπό τη μορφή τραπεζογραμματίων και μέρος σε καταθέσεις όψεως, οι τράπεζες πρέπει να διατηρούν συνεχή σχέση με την κεντρική τράπεζα για να εξασφαλίζουν εφοδιασμό με τραπεζογραμμάτια. Η πιο πρόσφορη διαδικασία είναι να ανοίγουν λογαριασμούς καταθέσεων όψεως στην κεντρική τράπεζα, η οποία γίνεται έτσι η «τράπεζα των τραπεζών». Αυτές οι καταθέσεις όψεως —μαζί με τον χρυσό στα θησαυροφυλάκιά τους— αποτελούν τα αποθεματικά των τραπεζών. Η κεντρική τράπεζα μπορεί επίσης να δημιουργεί ευκολότερα υποχρεώσεις πληρωτέες σε πρώτη ζήτηση που δεν καλύπτονται κατά 100% από χρυσό, και αυτές οι αυξημένες υποχρεώσεις προστίθενται στα αποθεματικά και στις καταθέσεις όψεως που κατέχουν οι τράπεζες ή αυξάνουν τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια της κεντρικής τράπεζας. Η αύξηση των αποθεματικών των τραπεζών σε ολόκληρη τη χώρα θα τις ωθήσει να επεκτείνουν την πίστη, ενώ κάθε μείωση αυτών των αποθεματικών θα προκαλέσει γενική πιστωτική συρρίκνωση.
Since the public always wishes to hold some of its money in the form of notes and some in demand deposits, the banks must establish a continuing relationship with the central bank to be assured a supply of notes. Their most convenient procedure is to establish demand deposit accounts with the central bank, which thereby becomes the “bankers’ bank.” These demand deposits (added to the gold in their vaults) become the reserves of the banks. The central bank can also more freely create demand liabilities not backed 100 percent by gold, and these increased liabilities add to the reserves and demand deposits held by banks or else increase central bank notes outstanding. The rise in reserves of banks throughout the country will spur them to expand credit, while any decrease in these reserves will induce a general contraction in credit.
Η κεντρική τράπεζα μπορεί να αυξήσει τα αποθεματικά των τραπεζών μιας χώρας με τρεις τρόπους: (α) δανείζοντάς τους απλώς αποθεματικά· (β) αγοράζοντας στοιχεία του ενεργητικού τους, προσθέτοντας έτσι άμεσα ποσά στους καταθετικούς λογαριασμούς των τραπεζών στην κεντρική τράπεζα· ή (γ) αγοράζοντας χρεωστικούς τίτλους του κοινού, το οποίο στη συνέχεια θα καταθέσει τις εντολές πληρωμής επί της κεντρικής τράπεζας στις διάφορες τράπεζες που εξυπηρετούν άμεσα το κοινό, επιτρέποντάς τους έτσι να χρησιμοποιήσουν τις πιστώσεις επί της κεντρικής τράπεζας για να αυξήσουν τα δικά τους αποθεματικά. Η δεύτερη διαδικασία είναι γνωστή ως προεξόφληση· η τελευταία ως αγορά ανοικτής αγοράς. Η μη ανανέωση των προεξοφλήσεων καθώς λήγουν τα δάνεια θα μειώσει τα αποθεματικά, όπως και οι πωλήσεις ανοικτής αγοράς. Στις πωλήσεις ανοικτής αγοράς, οι άνθρωποι θα πληρώσουν την κεντρική τράπεζα για τα περιουσιακά στοιχεία που αγοράζουν με επιταγές επί των λογαριασμών τους στις τράπεζες· και η κεντρική τράπεζα εισπράττει την πληρωμή μειώνοντας στα βιβλία της τα αποθεματικά των τραπεζών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, τα περιουσιακά στοιχεία που αγοράζονται ή πωλούνται στην ανοικτή αγορά είναι κρατικοί χρεωστικοί τίτλοι.422
The central bank can increase the reserves of a country’s banks in three ways: (a) by simply lending them reserves; (b) by purchasing their assets, thereby adding directly to the banks’ deposit accounts with the central bank; or (c) by purchasing the I.O.U.’s of the public, which will then deposit the drafts on the central bank in the various banks that serve the public directly, thereby enabling them to use the credits on the central bank to add to their own reserves. The second process is known as discounting; the latter as open market purchase. A lapse in discounts as the loans mature will lower reserves, as will open market sales. In open market sales, the people will pay the central bank for its assets, purchased with checks drawn on their accounts at the banks; and the central bank exacts payment by reducing bank reserves on its books. In most cases, the assets purchased or sold on the open market are government I.O.U.’s.
Έτσι, το τραπεζικό σύστημα συντονίζεται υπό την αιγίδα του κράτους. Η κεντρική τράπεζα περιβάλλεται πάντοτε με μεγάλο κύρος από το κράτος που τη δημιούργησε. Συχνά το κράτος καθιστά τα τραπεζογραμμάτιά του νόμιμο μέσο πληρωμής. Υπό τον κανόνα του χρυσού, οι εκτεταμένοι πόροι που διαθέτει, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ολόκληρη η χώρα αποτελεί την πελατεία της, συνήθως καθιστούν αμελητέα κάθε δυσχέρεια που μπορεί να αντιμετωπίζει στην εξαργύρωση των υποχρεώσεών της σε χρυσό. Επιπλέον, είναι βέβαιο ότι κανένα κράτος δεν θα αφήσει τη δική του κεντρική τράπεζα — δηλαδή τον εαυτό του— να πτωχεύσει· στην κεντρική τράπεζα θα επιτρέπεται πάντοτε να αναστέλλει τις πληρωμές σε μεταλλικό χρήμα σε περιόδους σοβαρής δυσχέρειας. Μπορεί, επομένως, να προκαλεί η ίδια πληθωρισμό και να επεκτείνει την πίστη —μέσω αναπροεξοφλήσεων και αγορών ανοικτής αγοράς— και, αυξάνοντας τα τραπεζικά αποθεματικά, να ωθεί σε πολλαπλάσια επέκταση της τραπεζικής πίστης σε ολόκληρη τη χώρα. Η επίδραση είναι πολλαπλάσια επειδή οι τράπεζες γενικά διατηρούν ορισμένη αναλογία αποθεματικών προς υποχρεώσεις — βασισμένη σε εκτιμήσεις για τις εξαργυρώσεις από μη πελάτες— και μια γενική αύξηση των αποθεματικών τους θα προκαλέσει πολλαπλάσια επέκταση των ακάλυπτων πιστωτικών μέσων. Μάλιστα, ο πολλαπλασιαστής θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο, διότι η γνώση ότι όλες οι τράπεζες συντονίζονται και επεκτείνονται μαζί μειώνει την πιθανότητα εξαργύρωσης από μη πελάτες και, επομένως, το ποσοστό αποθεματικών που θα επιθυμεί να διατηρεί κάθε τράπεζα.
Thus, the banking system becomes co-ordinated under the aegis of the government. The central bank is always accorded a great deal of prestige by its creator government. Often the government makes its notes legal tender. Under the gold standard, the wide resources which it commands, added to the fact that the whole country is its clientele, usually make negligible any trouble the bank may have in redeeming its liabilities in gold. Furthermore, it is certain that no government will let its own central bank (i.e., itself) go bankrupt; the central bank will always be permitted to suspend specie payment in times of serious difficulty. It can therefore inflate and expand credit itself (through rediscounts and open market purchases) and, by adding to bank reserves, spur a multiple bank credit expansion throughout the country. The effect is multiple because banks will generally keep a certain proportion of reserves to liabilities—based on estimates of nonclient redemption—and a general increase in their reserves will induce a multiple expansion of fiduciary media. In fact, the multiple will even increase, for the knowledge that all the banks are co-ordinated and expanding together decreases the possibility of nonclient redemption and therefore the proportion of reserves that each bank will wish to keep.
Όταν το κράτος «εγκαταλείπει» τον κανόνα του χρυσού, τα τραπεζογραμμάτια της κεντρικής τράπεζας καθίστανται νόμιμο μέσο πληρωμής και ουσιαστικά το βασικό χρήμα. Η κεντρική τράπεζα δεν μπορεί πλέον να καταρρεύσει, και αυτό, φυσικά, εξαλείφει πρακτικά τους περιορισμούς στην πιστωτική της επέκταση. Στις σημερινές Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, ο ισχύων κατά βάση κανόνας χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας —γνωστός επίσης ως «περιορισμένος διεθνής κανόνας χρυσών ράβδων»— εξαλείφει ουσιαστικά την πίεση εξαργύρωσης, ενώ η πρόθυμη παροχή αποθεματικών από την κεντρική τράπεζα, καθώς και η ασφάλιση καταθέσεων, εξαλείφουν την απειλή τραπεζικής κατάρρευσης.423 Για να εξασφαλίσουν συγκεντρωτικό κρατικό έλεγχο επί της τραπεζικής πίστης, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβάλλουν στις τράπεζες μια ορισμένη ελάχιστη αναλογία αποθεματικών —σχεδόν εξ ολοκλήρου καταθέσεων στην κεντρική τράπεζα— προς καταθέσεις.
When the government “goes off” the gold standard, central bank notes then become legal tender and virtually the standard money. It then cannot possibly fail, and this, of course, practically eliminates limitations on its credit expansion. In the present-day United States, for example, the current basically fiat standard (also known as a “restricted international gold bullion standard”) virtually eliminates pressure for redemption, while the central bank’s ready provision of reserves as well as deposit insurance eliminates the threat of bank failure. In order to insure centralized control by the government over bank credit, the United States enforces on banks a certain minimum ratio of reserves (almost wholly deposits with the central bank) to deposits.
Όσο μια χώρα βρίσκεται υπό οποιαδήποτε έννοια «στον κανόνα του χρυσού», η κεντρική τράπεζα και το τραπεζικό σύστημα πρέπει να ανησυχούν για εξωτερική εκροή μεταλλικού χρήματος, αν ο πληθωρισμός γίνει υπερβολικός. Υπό έναν απεριόριστο κανόνα του χρυσού, πρέπει επίσης να ανησυχούν για εσωτερική εκροή που προκύπτει από τις απαιτήσεις όσων δεν χρησιμοποιούν τις τράπεζες. Μια μετατόπιση των προτιμήσεων του κοινού από τις καταθέσεις προς τα τραπεζογραμμάτια θα φέρει σε δυσχέρεια τις εμπορικές τράπεζες, αν και όχι την κεντρική τράπεζα. Η επίμονη προπαγάνδα για τις ευκολίες της τραπεζικής, ωστόσο, έχει περιορίσει τις τάξεις εκείνων που δεν χρησιμοποιούν τράπεζες σε λίγους δυσαρεστημένους. Ως αποτέλεσμα, ο μόνος περιορισμός στην πιστωτική επέκταση είναι πλέον εξωτερικός. Τα κράτη, φυσικά, επιθυμούν πάντοτε να καταργούν κάθε περιορισμό στις εξουσίες τους να προκαλούν νομισματική επέκταση. Ένας τρόπος άρσης της εξωτερικής απειλής είναι η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας, ώστε όλα τα κράτη και όλες οι κεντρικές τράπεζες να επεκτείνουν την προσφορά χρήματός τους με ενιαίο ρυθμό. Η «ιδανική» συνθήκη για απεριόριστο πληθωρισμό είναι, φυσικά, ένα παγκόσμιο χαρτονόμισμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, εκδιδόμενο από μια παγκόσμια κεντρική τράπεζα ή άλλη κρατική αρχή. Ένα αμιγώς χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας σε εθνική κλίμακα θα εξυπηρετούσε σχεδόν εξίσου καλά, αλλά τότε θα υπήρχε η δυσχέρεια της υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων σε όρους άλλων νομισμάτων και της πολύ μεγαλύτερης ακρίβειας των εισαγωγών.424
So long as a country is in any sense “on the gold standard,” the central bank and the banking system must worry about an external drain of specie should the inflation become too great. Under an unrestricted gold standard, it must also worry about an internal drain resulting from the demands of those who do not use the banks. A shift in public taste from deposits to notes will embarrass the commercial banks, though not the central bank. Assiduous propaganda on the conveniences of banking, however, has reduced the ranks of those not using banks to a few malcontents. As a result, the only limitation on credit expansion is now external. Governments, of course, are always anxious to remove all checks on their powers of inducing monetary expansion. One way of removing the external threat is to foster international cooperation, so that all governments and central banks expand their money supply at a uniform rate. The “ideal” condition for unlimited inflation is, of course, a world fiat paper money, issued by a world central bank or other governmental authority. Pure fiat money on a national scale would serve almost as well, but there would then be the embarrassment of national moneys depreciating in terms of other moneys, and imports becoming much more expensive.
Με την καθιέρωση χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας από ένα κράτος ή από ένα Παγκόσμιο Κράτος, θα φαινόταν ότι εξαλείφονται όλοι οι περιορισμοί στην πιστωτική επέκταση ή σε οποιονδήποτε πληθωρισμό. Η κεντρική τράπεζα μπορεί να εκδίδει απεριόριστες ποσότητες ονομαστικών μονάδων χαρτονομίσματος, χωρίς να περιορίζεται από την ανάγκη εξόρυξης κάποιου εμπορεύματος από το έδαφος. Αυτές μπορούν να παρέχονται στις τράπεζες για να ενισχύουν την πίστη τους κατά τη βούληση του κράτους. Δεν υπάρχουν προβλήματα εσωτερικής ή εξωτερικής εκροής. Και αν υπήρχε ένα Παγκόσμιο Κράτος, ή ένα συνεργαζόμενο καρτέλ Κρατών, με παγκόσμια τράπεζα και παγκόσμιο χαρτονόμισμα, και αν το χρυσό και αργυρό χρήμα ήταν απαγορευμένα, δεν θα μπορούσε τότε το Παγκόσμιο Κράτος να επεκτείνει την προσφορά χρήματος κατά βούληση χωρίς δυσχέρειες συναλλάγματος ή εξωτερικού εμπορίου, αναδιανέμοντας μόνιμα τον πλούτο από εκείνους που επιλέγει η αγορά προς τους δικούς του ευνοουμένους, από τους εκούσιους παραγωγούς προς τις άρχουσες κάστες;
With the establishment of fiat money by a State or by a World State, it would seem that all limitations on credit expansion, or on any inflation, are eliminated. The central bank can issue limitless amounts of nominal units of paper, unchecked by any necessity of digging a commodity out of the ground. They may be supplied to banks to bolster their credit at the pleasure of the government. No problems of internal or external drain exist. And if there existed a World State, or a co-operating cartel of States, with a world bank and world paper money, and gold and silver money were outlawed, could not the World State then expand the money supply at will with no foreign exchange or foreign trade difficulties, permanently redistributing wealth from the market’s choice to its own favorites, from voluntary producers to the ruling castes?
Πολλοί οικονομολόγοι και οι περισσότεροι άλλοι άνθρωποι υποθέτουν ότι το κράτος θα μπορούσε να επιτύχει αυτόν τον στόχο. Στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε, διότι υπάρχει ένα έσχατο όριο στον πληθωρισμό —πολύ ευρύ, ασφαλώς, αλλά τρομερό— που τελικά θα κατανικήσει κάθε πληθωρισμό. Παραδόξως, πρόκειται για το φαινόμενο του ανεξέλεγκτου πληθωρισμού, ή υπερπληθωρισμού.
Many economists and most other people assume that the State could accomplish this goal. Actually, it could not, for there is an ultimate limit on inflation, a very wide one, to be sure, but a terrible limit that will in the end conquer any inflation. Paradoxically, this is the phenomenon of runaway inflation, or hyperinflation.
Όταν το κράτος και το τραπεζικό σύστημα αρχίζουν να διογκώνουν την προσφορά χρήματος, το κοινό συνήθως τα βοηθά άθελά του σε αυτό το έργο. Το κοινό, μη γνωρίζοντας την πραγματική φύση της διαδικασίας, πιστεύει ότι η αύξηση των τιμών είναι παροδική και ότι οι τιμές σύντομα θα επιστρέψουν στο «κανονικό». Όπως επισημάναμε παραπάνω, οι άνθρωποι θα αποθησαυρίζουν επομένως περισσότερο χρήμα, δηλαδή θα διατηρούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους υπό τη μορφή χρηματικών υπολοίπων. Η κοινωνική ζήτηση χρήματος, εν ολίγοις, αυξάνεται. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές τείνουν να αυξάνονται λιγότερο από αναλογικά προς την αύξηση της ποσότητας χρήματος. Το κράτος αποκτά από το κοινό περισσότερους πραγματικούς πόρους από όσους ανέμενε, καθώς η ζήτηση του κοινού για αυτούς τους πόρους έχει μειωθεί.
When the government and the banking system begin inflating, the public will usually aid them unwittingly in this task. The public, not cognizant of the true nature of the process, believes that the rise in prices is transient and that prices will soon return to “normal.” As we have noted above, people will therefore hoard more money, i.e., keep a greater proportion of their income in the form of cash balances. The social demand for money, in short, increases. As a result, prices tend to increase less than proportionately to the increase in the quantity of money. The government obtains more real resources from the public than it had expected, since the public’s demand for these resources has declined.
Τελικά, το κοινό αρχίζει να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. Φαίνεται ότι το κράτος επιχειρεί να χρησιμοποιήσει τον πληθωρισμό ως μόνιμη μορφή φορολογίας. Αλλά το κοινό διαθέτει ένα όπλο για να καταπολεμήσει αυτή τη λεηλασία. Μόλις οι άνθρωποι αντιληφθούν ότι το κράτος θα συνεχίσει να προκαλεί πληθωρισμό και ότι, επομένως, οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται, θα εντείνουν τις αγορές αγαθών. Διότι θα συνειδητοποιήσουν ότι κερδίζουν αγοράζοντας τώρα, αντί να περιμένουν κάποια μελλοντική στιγμή κατά την οποία η αξία της νομισματικής μονάδας θα είναι χαμηλότερη και οι τιμές υψηλότερες. Με άλλα λόγια, η κοινωνική ζήτηση χρήματος μειώνεται και οι τιμές αρχίζουν πλέον να αυξάνονται ταχύτερα από την προσφορά χρήματος. Όταν συμβαίνει αυτό, η δήμευση από το κράτος, ή η «φορολογική» επίδραση του πληθωρισμού, θα είναι μικρότερη από όση ανέμενε το κράτος, διότι η αγοραστική δύναμη του αυξημένου χρήματος θα περιοριστεί από τη μεγαλύτερη άνοδο των τιμών. Αυτό το στάδιο του πληθωρισμού είναι η αρχή του υπερπληθωρισμού, της ανεξέλεγκτης άνθησης.425
Eventually, the public begins to realize what is taking place. It seems that the government is attempting to use inflation as a permanent form of taxation. But the public has a weapon to combat this depredation. Once people realize that the government will continue to inflate, and therefore that prices will continue to rise, they will step up their purchases of goods. For they will realize that they are gaining by buying now, instead of waiting until a future date when the value of the monetary unit will be lower and prices higher. In other words, the social demand for money falls, and prices now begin to rise more rapidly than the increase in the supply of money. When this happens, the confiscation by the government, or the “taxation” effect of inflation, will be lower than the government had expected, for the increased money will be reduced in purchasing power by the greater rise in prices. This stage of the inflation is the beginning of hyperinflation, of the runaway boom.
Η χαμηλότερη ζήτηση χρήματος επιτρέπει στο κράτος να αποσπά λιγότερους πόρους, αλλά το κράτος μπορεί ακόμη να αποκτά πόρους όσο η αγορά εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το χρήμα. Η επιταχυνόμενη αύξηση των τιμών θα οδηγήσει, μάλιστα, σε διαμαρτυρίες για «έλλειψη χρήματος» και θα ωθήσει το κράτος σε εντονότερες πληθωριστικές προσπάθειες, προκαλώντας έτσι ακόμη ταχύτερες αυξήσεις τιμών. Αυτή η διαδικασία, όμως, δεν θα συνεχιστεί για πολύ. Καθώς η αύξηση των τιμών συνεχίζεται, το κοινό αρχίζει μια «φυγή από το χρήμα», απαλλασσόμενο από αυτό όσο το δυνατόν γρηγορότερα για να επενδύσει σε πραγματικά αγαθά —σχεδόν οποιαδήποτε πραγματικά αγαθά— ως μέσα διατήρησης αξίας για το μέλλον. Αυτή η φρενήρης φυγή από το χρήμα, μειώνοντας τη ζήτηση διακράτησης χρήματος σχεδόν στο μηδέν, προκαλεί αστρονομική άνοδο των τιμών. Η αξία της νομισματικής μονάδας υποχωρεί πρακτικά στο μηδέν. Η καταστροφή και ο όλεθρος που προκαλεί η ανεξέλεγκτη άνθηση στον πληθυσμό είναι τεράστια. Οι ομάδες σχετικά σταθερού εισοδήματος εξανεμίζονται οικονομικά. Η παραγωγή μειώνεται δραστικά —ωθώντας τις τιμές ακόμη υψηλότερα—, καθώς οι άνθρωποι χάνουν το κίνητρο να εργάζονται, αφού πρέπει να αφιερώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου τους στην προσπάθεια να απαλλαγούν από τα χρήματα. Το κύριο ζητούμενο γίνεται η απόκτηση πραγματικών αγαθών, όποια και αν είναι αυτά, και η δαπάνη του χρήματος αμέσως μόλις εισπραχθεί. Όταν επιτευχθεί αυτό το ανεξέλεγκτο στάδιο, η οικονομία ουσιαστικά καταρρέει, η αγορά σχεδόν παύει να υπάρχει και η κοινωνία επιστρέφει σε μια κατάσταση σχεδόν γενικευμένου αντιπραγματισμού και πλήρους εξαθλίωσης.426 Τα εμπορεύματα αρχίζουν τότε να καθιερώνονται σταδιακά ως μέσα ανταλλαγής. Το κοινό έχει απαλλαγεί από το βάρος του πληθωρισμού χρησιμοποιώντας το έσχατο όπλο του: μειώνοντας τη ζήτηση χρήματος σε τέτοιο βαθμό ώστε το κρατικό χρήμα να καταστεί άνευ αξίας. Όταν όλα τα άλλα όρια και οι μορφές πειθούς αποτύχουν, αυτός είναι ο μόνος τρόπος —μέσω χάους και οικονομικής κατάρρευσης— με τον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να επιβάλουν την επιστροφή στο «σκληρό» εμπορευματικό χρήμα της ελεύθερης αγοράς.
The lower demand for money allows fewer resources to be extracted by the government, but the government can still obtain resources so long as the market continues to use the money. The accelerated price rise will, in fact, lead to complaints of a “scarcity of money” and stimulate the government to greater efforts of inflation, thereby causing even more accelerated price increases. This process will not continue long, however. As the rise in prices continues, the public begins a “flight from money,” getting rid of money as soon as possible in order to invest in real goods—almost any real goods—as a store of value for the future. This mad scramble away from money, lowering the demand for money to hold practically to zero, causes prices to rise upward in astronomical proportions. The value of the monetary unit falls practically to zero. The devastation and havoc that the runaway boom causes among the populace is enormous. The relatively fixed-income groups are wiped out. Production declines drastically (sending up prices further), as people lose the incentive to work—since they must spend much of their time getting rid of money. The main desideratum becomes getting hold of real goods, whatever they may be, and spending money as soon as received. When this runaway stage is reached, the economy in effect breaks down, the market is virtually ended, and society reverts to a state of virtual barter and complete impoverishment. Commodities are then slowly built up as media of exchange. The public has rid itself of the inflation burden by its ultimate weapon: lowering the demand for money to such an extent that the government’s money has become worthless. When all other limits and forms of persuasion fail, this is the only way—through chaos and economic breakdown—for the people to force a return to the “hard” commodity money of the free market.
Ο πιο γνωστός ανεξέλεγκτος πληθωρισμός ήταν η γερμανική εμπειρία του 1923. Είναι ιδιαίτερα διδακτική επειδή έλαβε χώρα σε μία από τις πιο προηγμένες βιομηχανικές χώρες του κόσμου.427 Τα χαοτικά γεγονότα του γερμανικού υπερπληθωρισμού και άλλων επιταχυνόμενων περιόδων άνθησης, όμως, δεν είναι παρά ωχρή σκιά εκείνων που θα συνέβαιναν υπό τον πληθωρισμό ενός Παγκόσμιου Κράτους. Διότι η Γερμανία μπόρεσε να ανακάμψει και να επιστρέψει γρήγορα σε μια πλήρη εγχρήματη οικονομία της αγοράς, καθώς μπορούσε να θεσπίσει ένα νέο νόμισμα βασισμένο στην ανταλλαγή με άλλα προϋπάρχοντα χρήματα — χρυσό ή ξένα χαρτονομίσματα. Όπως είδαμε, όμως, το θεώρημα παλινδρόμησης του Mises δείχνει ότι κανένα χρήμα δεν μπορεί να καθιερωθεί στην αγορά παρά μόνο εφόσον μπορεί να ανταλλαχθεί με ένα ήδη υπάρχον χρήμα, το οποίο, με τη σειρά του, πρέπει τελικά να ανάγεται σε κάποιο εμπόρευμα του αντιπραγματισμού. Αν ένα Παγκόσμιο Κράτος απαγορεύσει τον χρυσό και τον άργυρο και καθιερώσει ένα ενιαίο χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, το οποίο κατόπιν διογκώνει μέχρι να καταστραφεί από μια ανεξέλεγκτη άνθηση, δεν θα υπάρχει κανένα προϋπάρχον χρήμα στην αγορά. Το έργο της ανασυγκρότησης θα είναι τότε ασύγκριτα δυσκολότερο.
The most famous runaway inflation was the German experience of 1923. It is particularly instructive because it took place in one of the world’s most advanced industrial countries.The chaotic events of the German hyperinflation and other accelerated booms, however, are only a pale shadow of what would happen under a World State inflation. For Germany was able to recover and return to a full monetary market economy quickly, since it could institute a new currency based on exchanges with other pre-existing moneys (gold or foreign paper). As we have seen, however, Mises’ regression theorem shows that no money can be established on the market except as it can be exchanged for a previously existing money (which in turn must have ultimately related back to a commodity in barter). If a World State outlaws gold and silver and establishes a unitary fiat money, which it proceeds to inflate until a runaway boom destroys it, there will be no pre-existing money on the market. The task of reconstruction will then be enormously more difficult.
Ζ. Πληθωρισμός και αντισταθμιστική δημοσιονομική πολιτική
G. INFLATION AND COMPENSATORY FISCAL POLICY
Τα τελευταία χρόνια, ο πληθωρισμός ορίζεται γενικά ως αύξηση των τιμών. Αυτός είναι ένας εξαιρετικά ανεπαρκής ορισμός. Οι τιμές είναι ιδιαίτερα σύνθετα φαινόμενα, τα οποία επηρεάζονται από πολλούς διαφορετικούς αιτιακούς παράγοντες. Μπορεί να αυξάνονται ή να μειώνονται από την πλευρά των αγαθών, δηλαδή ως αποτέλεσμα μεταβολής της προσφοράς αγαθών στην αγορά. Μπορεί να αυξάνονται ή να μειώνονται εξαιτίας μεταβολής της κοινωνικής ζήτησης διακράτησης χρήματος· ή μπορεί να ανεβαίνουν ή να πέφτουν λόγω μεταβολής της προσφοράς χρήματος. Η συνάθροιση όλων αυτών των αιτιών είναι παραπλανητική, διότι συγκαλύπτει τις επιμέρους επιδράσεις, η απομόνωση των οποίων αποτελεί σκοπό της επιστήμης. Έτσι, η προσφορά χρήματος μπορεί να αυξάνεται, ενώ ταυτόχρονα η κοινωνική ζήτηση χρήματος αυξάνεται από την πλευρά των αγαθών, υπό τη μορφή αυξημένης προσφοράς αγαθών. Η μία μπορεί να αντισταθμίζει την άλλη, χωρίς να προκύπτουν γενικές μεταβολές τιμών. Παρ’ όλα αυτά, και οι δύο διαδικασίες εξακολουθούν να ασκούν την επίδρασή τους. Οι πόροι θα εξακολουθούν να μετατοπίζονται ως αποτέλεσμα του πληθωρισμού και ο οικονομικός κύκλος που προκαλεί η πιστωτική επέκταση θα εξακολουθήσει να εμφανίζεται. Είναι, επομένως, εξαιρετικά ακατάλληλο να ορίζεται ο πληθωρισμός ως άνοδος των τιμών.
Inflation, in recent years, has been generally defined as an increase in prices. This is a highly unsatisfactory definition. Prices are highly complex phenomena, activated by many different causal factors. They may increase or decrease from the goods side—i.e., as a result of a change in the supply of goods on the market. They may increase or decrease because of a change in the social demand for money to hold; or they may rise or fall from a change in the supply of money. To lump all of these causes together is misleading, for it glosses over the separate influences, the isolation of which is the goal of science. Thus, the money supply may be increasing, while at the same time the social demand for money is increasing from the goods side, in the form of increased supplies of goods. Each may offset the other, with no general price changes occurring. Yet both processes perform their work nevertheless. Resources will still shift as a result of inflation, and the business cycle caused by credit expansion will still appear. It is, therefore, highly inexpedient to define inflation as a rise in prices.
Οι μεταβολές στις κλίμακες προσφοράς αγαθών και ζήτησης χρήματος αποτελούν όλες αποτελέσματα εκούσιων μεταβολών των προτιμήσεων στην αγορά. Το ίδιο ισχύει για τις αυξήσεις της προσφοράς χρυσού ή αργύρου. Αλλά οι αυξήσεις των ακάλυπτων πιστωτικών μέσων ή μέσων αναγκαστικής κυκλοφορίας αποτελούν πράξεις δόλιας παρέμβασης στην αγορά, οι οποίες στρεβλώνουν τις εκούσιες προτιμήσεις και την εκουσίως καθορισμένη διάρθρωση του εισοδήματος και του πλούτου. Επομένως, ο καταλληλότερος ορισμός του «πληθωρισμού» είναι εκείνος που εκθέσαμε παραπάνω: αύξηση της προσφοράς χρήματος πέρα από οποιαδήποτε αύξηση του μεταλλικού χρήματος.428
Movements in the supply-of-goods and in the demand-for-money schedules are all the results of voluntary changes of preferences on the market. The same is true for increases in the supply of gold or silver. But increases in fiduciary or fiat media are acts of fraudulent intervention in the market, distorting voluntary preferences and the voluntarily determined pattern of income and wealth. Therefore, the most expedient definition of “inflation” is one we have set forth above: an increase in the supply of money beyond any increase in specie.
Γίνεται τώρα εμφανής ο παραλογισμός των διαφόρων κρατικών προγραμμάτων «καταπολέμησης του πληθωρισμού». Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι οι κρατικοί αξιωματούχοι πρέπει να περιπολούν διαρκώς στις επάλξεις, εξοπλισμένοι με τεράστια ποικιλία προγραμμάτων «ελέγχου» σχεδιασμένων για να καταπολεμήσουν τον εχθρό που λέγεται πληθωρισμός. Ωστόσο, το μόνο που πραγματικά χρειάζεται είναι το κράτος και οι τράπεζες —οι οποίες σήμερα ελέγχονται σχεδόν πλήρως από το κράτος— να πάψουν να προκαλούν πληθωρισμό.429 Γίνεται επίσης σαφής ο παραλογισμός του όρου «πληθωριστική πίεση». Είτε το κράτος και οι τράπεζες προκαλούν πληθωρισμό είτε όχι· δεν υπάρχει κάτι που να λέγεται «πληθωριστική πίεση».430
The absurdity of the various governmental programs for “fighting inflation” now becomes evident. Most people believe that government officials must constantly pace the ramparts, armed with a huge variety of “control” programs designed to combat the inflation enemy. Yet all that is really necessary is that the government and the banks (nowadays controlled almost completely by the government) cease inflating.The absurdity of the term “inflationary pressure” also becomes clear. Either the government and banks are inflating or they are not; there is no such thing as “inflationary pressure.”
Η ιδέα ότι το κράτος έχει καθήκον να φορολογεί το κοινό για να «απορροφήσει την υπερβάλλουσα αγοραστική δύναμη» είναι ιδιαίτερα γελοία.431 Αν έχει προηγηθεί πληθωρισμός, αυτή η «υπερβάλλουσα αγοραστική δύναμη» είναι ακριβώς το αποτέλεσμα του προηγούμενου κρατικού πληθωρισμού. Εν ολίγοις, το κράτος υποτίθεται ότι πρέπει να επιβαρύνει το κοινό δύο φορές: μία φορά ιδιοποιούμενο τους πόρους της κοινωνίας μέσω διόγκωσης της προσφοράς χρήματος και ξανά φορολογώντας το κοινό για να ανακτήσει το νέο χρήμα. Αντί λοιπόν να «αναχαιτίζει την πληθωριστική πίεση», ένα πλεόνασμα φορολογικών εσόδων κατά την άνθηση θα επιβάλει απλώς πρόσθετο βάρος στο κοινό. Αν οι φόροι χρησιμοποιούνται για περαιτέρω κρατικές δαπάνες ή για αποπληρωμή χρεών προς το κοινό, τότε δεν υπάρχει καν αποπληθωριστική επίδραση. Αν οι φόροι χρησιμοποιούνται για την εξόφληση κρατικού χρέους που κατέχουν οι τράπεζες, η αποπληθωριστική επίδραση δεν θα αποτελεί πιστωτική συρρίκνωση και, επομένως, δεν θα διορθώσει τις δυσαρμονίες που προκάλεσε ο προηγούμενος πληθωρισμός. Θα δημιουργήσει, μάλιστα, περαιτέρω δικές της αποδιοργανώσεις και στρεβλώσεις.
The idea that the government has the duty to tax the public in order to “sop up excess purchasing power” is particularly ludicrous. If inflation has been under way, this “excess purchasing power” is precisely the result of previous governmental inflation. In short, the government is supposed to burden the public twice: once in appropriating the resources of society by inflating the money supply, and again, by taxing back the new money from the public. Rather than “checking inflationary pressure,” then, a tax surplus in a boom will simply place an additional burden upon the public. If the taxes are used for further government spending, or for repaying debts to the public, then there is not even a deflationary effect. If the taxes are used to redeem government debt held by the banks, the deflationary effect will not be a credit contraction and therefore will not correct maladjustments brought about by the previous inflation. It will, indeed, create further dislocations and distortions of its own.
Η κεϋνσιανή και νεοκεϋνσιανή «αντισταθμιστική δημοσιονομική πολιτική» υποστηρίζει ότι το κράτος πρέπει να προκαλεί αποπληθωρισμό κατά μια «πληθωριστική» περίοδο και πληθωρισμό —δημιουργώντας ελλείμματα που χρηματοδοτούνται με δανεισμό από τις τράπεζες— για να καταπολεμήσει μια βαθιά ύφεση. Είναι σαφές ότι ο κρατικός πληθωρισμός μπορεί να ανακουφίσει την ανεργία και να μειώσει τα απούλητα αποθέματα μόνο αν η διαδικασία εξαπατά τους κατόχους ώστε να αποδέχονται χαμηλότερες πραγματικές τιμές ή μισθούς. Αυτή η «νομισματική ψευδαίσθηση» στηρίζεται στο ότι οι κάτοχοι αγνοούν τόσο πολλά ώστε να μην αντιλαμβάνονται πότε έχουν μειωθεί τα πραγματικά τους εισοδήματα — σαθρό θεμέλιο για μια θεραπεία. Επιπλέον, ο πληθωρισμός θα ωφελήσει μέρος του κοινού εις βάρος του υπόλοιπου, και κάθε πιστωτική επέκταση θα θέσει απλώς σε κίνηση έναν ακόμη κύκλο «άνθησης και κρίσης». Οι κεϋνσιανοί παρουσιάζουν το νομισματικό και δημοσιονομικό σύστημα της ελεύθερης αγοράς ως σύστημα χωρίς τιμόνι, έτσι ώστε η οικονομία, αν και εύκολα προσαρμόσιμη από άλλες απόψεις, να βαδίζει διαρκώς σε ένα επισφαλές τεντωμένο σχοινί ανάμεσα στη βαθιά ύφεση και στην ανεργία από τη μία πλευρά και στον πληθωρισμό από την άλλη. Καθίσταται τότε αναγκαίο το κράτος, με τη σοφία του, να παρέμβει και να οδηγήσει την οικονομία σε σταθερή πορεία. Μετά την ολοκληρωμένη ανάλυσή μας για το χρήμα και τους οικονομικούς κύκλους, όμως, θα πρέπει να είναι προφανές ότι η πραγματική εικόνα είναι σχεδόν ακριβώς η αντίστροφη. Η ελεύθερη αγορά, αν παρέμενε ανεμπόδιστη, δεν θα κινδύνευε να υποστεί πληθωρισμό, αποπληθωρισμό, βαθιά ύφεση ή ανεργία. Αλλά η κρατική παρέμβαση δημιουργεί το τεντωμένο σχοινί για την οικονομία και διαρκώς, αν και μερικές φορές άθελά της, ωθεί την οικονομία σε αυτές τις παγίδες.
Keynesian and neo-Keynesian “compensatory fiscal policy” advocates that government deflate during an “inflationary” period and inflate (incur deficits, financed by borrowing from the banks) to combat a depression. It is clear that government inflation can relieve unemployment and unsold stocks only if the process dupes the owners into accepting lower real prices or wages. This “money illusion” relies on the owners’ being too ignorant to realize when their real incomes have declined—a slender basis on which to ground a cure. Furthermore, the inflation will benefit part of the public at the expense of the rest, and any credit expansion will only set a further “boom-bust” cycle into motion. The Keynesians depict the free market’s monetaryfiscal system as minus a steering wheel, so that the economy, though readily adjustable in other ways, is constantly walking a precarious tightrope between depression and unemployment on the one side and inflation on the other. It is then necessary for the government, in its wisdom, to step in and steer the economy on an even course. After our completed analysis of money and business cycles, however, it should be evident that the true picture is just about the reverse. The free market, unhampered, would not be in danger of suffering inflation, deflation, depression, or unemployment. But the intervention of government creates the tightrope for the economy and is constantly, if sometimes unwittingly, pushing the economy into these pitfalls.
12. Συμπέρασμα: Η ελεύθερη αγορά και ο καταναγκασμός
↗ στη σελίδα του βιβλίου12. Conclusion: The Free Market and Coercion
Ολοκληρώσαμε, λοιπόν, την ανάλυση της εκούσιας και ελεύθερης δράσης και των συνεπειών της στην ελεύθερη αγορά, καθώς και της βίαιης και καταναγκαστικής δράσης και των συνεπειών της στην οικονομική παρέμβαση. Επιφανειακά, σε πολλούς φαίνεται ότι η ελεύθερη αγορά είναι ένας χαοτικός και άναρχος τόπος, ενώ η κρατική παρέμβαση επιβάλλει τάξη και κοινοτικές αξίες σε αυτή την αναρχία. Στην πραγματικότητα, η πραξεολογία —η οικονομική επιστήμη— μάς δείχνει ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Μπορούμε να διαιρέσουμε την ανάλυσή μας στις άμεσες, ή απτές, επιπτώσεις και στις έμμεσες, αφανείς επιπτώσεις των δύο αρχών. Άμεσα, η εκούσια δράση —η ελεύθερη ανταλλαγή— οδηγεί σε αμοιβαίο όφελος και των δύο μερών της ανταλλαγής. Έμμεσα, όπως έδειξαν οι έρευνές μας, το δίκτυο αυτών των ελεύθερων ανταλλαγών στην κοινωνία —γνωστό ως «ελεύθερη αγορά»— δημιουργεί έναν λεπτό και μάλιστα δέος προκαλούντα μηχανισμό αρμονίας, προσαρμογής και ακρίβειας στην κατανομή των παραγωγικών πόρων, στον καθορισμό των τιμών και στην ήπια αλλά ταχεία καθοδήγηση του οικονομικού συστήματος προς τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των επιθυμιών όλων των καταναλωτών. Εν ολίγοις, η ελεύθερη αγορά όχι μόνο ωφελεί άμεσα όλα τα μέρη και τα αφήνει ελεύθερα και απαλλαγμένα από καταναγκασμό· δημιουργεί επίσης ένα ισχυρό και αποτελεσματικό όργανο κοινωνικής τάξης. Πράγματι, ο Proudhon έγραψε κάτι ορθότερο από όσο ο ίδιος αντιλαμβανόταν όταν αποκάλεσε την «Ελευθερία, Μητέρα, όχι Θυγατέρα, της Τάξης».
We have thus concluded our analysis of voluntary and free action and its consequences in the free market, and of violent and coercive action and its consequences in economic intervention. Superficially, it looks to many people as if the free market is a chaotic and anarchic place, while government intervention imposes order and community values upon this anarchy. Actually, praxeology—economics—shows us that the truth is quite the reverse. We may divide our analysis into the direct, or palpable, effects, and the indirect, hidden effects of the two principles. Directly, voluntary action—free exchange—leads to the mutual benefit of both parties to the exchange. Indirectly, as our investigations have shown, the network of these free exchanges in society—known as the “free market”—creates a delicate and even awe-inspiring mechanism of harmony, adjustment, and precision in allocating productive resources, deciding upon prices, and gently but swiftly guiding the economic system toward the greatest possible satisfaction of the desires of all the consumers. In short, not only does the free market directly benefit all parties and leave them free and uncoerced; it also creates a mighty and efficient instrument of social order. Proudhon, indeed, wrote better than he knew when he called “Liberty, the Mother, not the Daughter, of Order.”
Από την άλλη πλευρά, ο καταναγκασμός έχει διαμετρικά αντίθετα γνωρίσματα. Άμεσα, ο καταναγκασμός ωφελεί ένα μέρος μόνο εις βάρος άλλων. Η καταναγκαστική ανταλλαγή είναι σύστημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, η οποία είναι σύστημα συνεργατικών ανταλλαγών για την εκμετάλλευση μόνο της φύσης. Και η καταναγκαστική ανταλλαγή δεν σημαίνει μόνο ότι ορισμένοι ζουν εις βάρος άλλων, αλλά, έμμεσα, όπως μόλις παρατηρήσαμε, ο καταναγκασμός οδηγεί μόνο σε περαιτέρω προβλήματα: είναι αναποτελεσματικός και χαοτικός, παρακωλύει την παραγωγή και οδηγεί σε σωρευτικές και απρόβλεπτες δυσχέρειες. Φαινομενικά εύτακτος, ο καταναγκασμός δεν είναι μόνο εκμεταλλευτικός· είναι επίσης βαθύτατα άτακτος.
On the other hand, coercion has diametrically opposite features. Directly, coercion benefits one party only at the expense of others. Coerced exchange is a system of exploitation of man by man, in contrast to the free market, which is a system of co-operative exchanges in the exploitation of nature alone. And not only does coerced exchange mean that some live at the expense of others, but, indirectly, as we have just observed, coercion leads only to further problems: it is inefficient and chaotic, it cripples production, and it leads to cumulative and unforeseen difficulties. Seemingly orderly, coercion is not only exploitative; it is also profoundly disorderly.
Η κύρια λειτουργία της πραξεολογίας —της οικονομικής επιστήμης — είναι να προσφέρει στον κόσμο τη γνώση αυτών των έμμεσων, αυτών των αφανών συνεπειών των διαφορετικών μορφών ανθρώπινης δράσης. Η κρυμμένη τάξη, αρμονία και αποτελεσματικότητα της εκούσιας ελεύθερης αγοράς, η κρυμμένη αταξία, σύγκρουση και κατάφωρη αναποτελεσματικότητα του καταναγκασμού και της παρέμβασης — αυτές είναι οι μεγάλες αλήθειες που μας αποκαλύπτει η οικονομική επιστήμη, μέσω παραγωγικής ανάλυσης από αυτονόητα αξιώματα. Η πραξεολογία δεν μπορεί, από μόνη της, να εκφέρει ηθικές κρίσεις ή να λαμβάνει αποφάσεις πολιτικής. Η πραξεολογία, μέσω των αξιολογικά ουδέτερων νόμων της, μας πληροφορεί ότι η λειτουργία της αρχής της εκούσιας δράσης και της ελεύθερης αγοράς οδηγεί αναπόδραστα στην ελευθερία, στην ευημερία, στην αρμονία, στην αποτελεσματικότητα και στην τάξη· ενώ ο καταναγκασμός και η κρατική παρέμβαση οδηγούν αναπόδραστα στην ηγεμονία, στη σύγκρουση, στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στην αναποτελεσματικότητα, στη φτώχεια και στο χάος. Σε αυτό το σημείο, η πραξεολογία αποσύρεται από τη σκηνή· και εναπόκειται στον πολίτη — ως φορέα ηθικής κρίσης— να επιλέξει την πολιτική του πορεία σύμφωνα με τις αξίες που θεωρεί πολύτιμες.
The major function of praxeology—of economics—is to bring to the world the knowledge of these indirect, these hidden, consequences of the different forms of human action. The hidden order, harmony, and efficiency of the voluntary free market, the hidden disorder, conflict, and gross inefficiency of coercion and intervention—these are the great truths that economic science, through deductive analysis from self-evident axioms, reveals to us. Praxeology cannot, by itself, pass ethical judgment or make policy decisions. Praxeology, through its Wertfrei laws, informs us that the workings of the voluntary principle and of the free market lead inexorably to freedom, prosperity, harmony, efficiency, and order; while coercion and government intervention lead inexorably to hegemony, conflict, exploitation of man by man, inefficiency, poverty, and chaos. At this point, praxeology retires from the scene; and it is up to the citizen—the ethicist—to choose his political course according to the values that he holds dear.
Η κύρια πηγή κρατικών εσόδων είναι η φορολογία. Μια άλλη πηγή είναι ο κρατικός δανεισμός. Ο κρατικός δανεισμός από το τραπεζικό σύστημα είναι στην πραγματικότητα μορφή πληθωρισμού: δημιουργεί νέα χρηματικά υποκατάστατα, τα οποία καταλήγουν πρώτα στο κράτος και κατόπιν διαχέονται στην κοινωνία με κάθε διαδοχική δαπάνη. Ο πληθωρισμός εξετάζεται στο κυρίως κείμενο παραπάνω. Πρόκειται για μια διαδικασία εντελώς διαφορετική από τον δανεισμό από το κοινό, ο οποίος δεν είναι πληθωριστικός, διότι μεταφέρει αποταμιευμένα κεφάλαια από ιδιωτικά σε κρατικά χέρια αντί να δημιουργεί νέα κεφάλαια. Η οικονομική του επίπτωση είναι να εκτρέπει τις αποταμιεύσεις από τις κατευθύνσεις που επιθυμούν περισσότερο οι καταναλωτές και να τις μετατοπίζει προς τις χρήσεις που επιθυμούν οι κρατικοί αξιωματούχοι. Ως εκ τούτου, από τη σκοπιά των καταναλωτών, ο δανεισμός από το κοινό σπαταλά αποταμιεύσεις. Οι συνέπειες αυτής της σπατάλης είναι η συρρίκνωση της κεφαλαιακής διάρθρωσης της κοινωνίας και η υποβάθμιση του γενικού βιοτικού επιπέδου στο παρόν και στο μέλλον. Η εκτροπή αποταμιεύσεων από την επένδυση και η σπατάλη τους οδηγούν σε επιτόκια υψηλότερα από εκείνα που θα επικρατούσαν διαφορετικά, καθώς οι ιδιωτικές χρήσεις πρέπει τώρα να ανταγωνίζονται την κρατική ζήτηση. Ο κρατικός δανεισμός πλήττει τις ατομικές αποταμιεύσεις ακόμη αποτελεσματικότερα από τη φορολογία, διότι αποσπά ειδικά τις αποταμιεύσεις αντί να φορολογεί το εισόδημα γενικά.
The major source of government revenue is taxation. Another source is government borrowing. Government borrowing from the banking system is really a form of inflation: it creates new money-substitutes that go first to the government and then diffuse, with each step of spending, into the community. Inflation is discussed in the text above. This is a process entirely different from borrowing from the public, which is not inflationary, for the latter transfers saved funds from private to governmental hands rather than creates new funds. Its economic effect is to divert savings from the channels most desired by the consumers and to shift them to the uses desired by government officials. Hence, from the point of view of the consumers, borrowing from the public wastes savings. The consequences of this waste are a lowering of the capital structure of the society and a lowering of the general standard of living in the present and the future. Diversion and waste of savings from investment causes interest rates to be higher than they otherwise would, since now private uses must compete with government demands. Public borrowing strikes at individual savings more effectively even than taxation, for it specifically lures away savings rather than taxing income in general.
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι η χορήγηση δανείου στο κράτος είναι εκούσια και, επομένως, ισοδυναμεί με οποιαδήποτε άλλη εκούσια συνεισφορά προς αυτό· η «εκτροπή» των κεφαλαίων είναι κάτι που επιθυμούν οι καταναλωτές και, συνεπώς, η κοινωνία.432 Ωστόσο, η διαδικασία είναι «εκούσια» μόνο από τη μία πλευρά. Διότι δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το κράτος εισέρχεται στη διαχρονική αγορά ως φορέας καταναγκασμού και ως εγγυητής ότι θα χρησιμοποιήσει αυτόν τον καταναγκασμό για να εξασφαλίσει τα χρήματα της αποπληρωμής. Ο καταναγκασμός εφοδιάζει το κράτος με μια κρίσιμη εξουσία που δεν διαθέτει κανένας άλλος στην αγορά· έχει πάντοτε εξασφαλισμένα κεφάλαια, είτε μέσω φορολογίας είτε μέσω πληθωρισμού. Το κράτος θα μπορεί, επομένως, να αποσπά σημαντικά κεφάλαια από τους αποταμιευτές και μάλιστα με επιτόκιο χαμηλότερο από οποιοδήποτε καταβάλλεται αλλού. Διότι η συνιστώσα κινδύνου στο επιτόκιο που καταβάλλει το κράτος θα είναι χαμηλότερη από εκείνη που καταβάλλουν οποιοιδήποτε άλλοι δανειολήπτες.433
It might be objected that lending to the government is voluntary and is therefore equivalent to any other voluntary contribution to the government; the “diversion” of funds is something desired by the consumers and hence by society. Yet the process is “voluntary” only in a one-sided way. For we must not forget that the government enters the time market as a bearer of coercion and as a guarantor that it will use this coercion to obtain funds for repayment. The government is armed by coercion with a crucial power denied to all other people on the market; it is always assured of funds, whether by taxation or by inflation. The government will therefore be able to divert considerable funds from savers, and at an interest rate lower than any paid elsewhere. For the risk component in the interest rate paid by the government will be lower than that paid by any other borrowers.
Η χορήγηση δανείου στο κράτος, επομένως, μπορεί να είναι εκούσια, αλλά η διαδικασία δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί εκούσια όταν εξετάζεται στο σύνολό της. Πρόκειται μάλλον για εκούσια συμμετοχή σε μελλοντική δήμευση που θα πραγματοποιήσει το κράτος. Πράγματι, η χορήγηση δανείου στο κράτος συνεπάγεται δύο φορές εκτροπή ιδιωτικών κεφαλαίων προς το κράτος: μία φορά όταν χορηγείται το δάνειο και οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις εκτρέπονται προς τις κρατικές δαπάνες· και ξανά όταν το κράτος φορολογεί ή προκαλεί πληθωρισμό — ή δανείζεται εκ νέου— για να εξασφαλίσει τα χρήματα της αποπληρωμής του δανείου. Τότε πραγματοποιείται, για άλλη μια φορά, καταναγκαστική εκτροπή από τους ιδιώτες παραγωγούς προς το κράτος, τα έσοδα της οποίας, αφού αμειφθεί η γραφειοκρατία για τις υπηρεσίες διεκπεραίωσης, περιέρχονται στους κατόχους κρατικών ομολόγων. Οι τελευταίοι έχουν έτσι καταστεί μέρος του κρατικού μηχανισμού και εμπλέκονται σε μια «σχέση κράτους» με τους παραγωγούς που πληρώνουν φόρους.434
Lending to government, therefore, may be voluntary, but the process is hardly voluntary when considered as a whole. It is rather a voluntary participation in future confiscation to be committed by the government. In fact, lending to government twice involves diversion of private funds to the government: once when the loan is made, and private savings are diverted to government spending; and again when the government taxes or inflates (or borrows again) to obtain the money to repay the loan. Then, once more, a coerced diversion takes place from private producers to the government, the proceeds of which, after payment of the bureaucracy for handling services, accrues to the government bondholders. The latter have thus become a part of the State apparatus and are engaging in a “relation of State” with the tax-paying producers.
Το ευφυολόγημα ότι το δημόσιο χρέος δεν έχει σημασία επειδή «το χρωστάμε στους εαυτούς μας» είναι σαφώς παράλογο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: ποιοι είναι το «εμείς» και ποιοι οι «εαυτοί μας»; Η ανάλυση του κόσμου πρέπει να είναι ατομικιστική και όχι ολιστική. Ορισμένοι άνθρωποι οφείλουν χρήματα σε ορισμένους άλλους, και ακριβώς αυτό το γεγονός καθιστά σημαντική τόσο τη διαδικασία του δανεισμού όσο και εκείνη της φορολόγησης. Διότι θα μπορούσαμε εξίσου να πούμε ότι οι φόροι είναι ασήμαντοι για τον ίδιο λόγο.435
The ingenious slogan that the public debt does not matter because “we owe it to ourselves” is clearly absurd. The crucial question is: Who is the “we” and who are the “ourselves”? Analysis of the world must be individualistic and not holistic. Certain people owe money to certain other people, and it is precisely this fact that makes the borrowing as well as the taxing process important. For we might just as well say that taxes are unimportant for the same reason.
Πολλοί «δεξιοί» αντίπαλοι του κρατικού δανεισμού, από την άλλη πλευρά, έχουν υπερβάλει σημαντικά ως προς τους κινδύνους του δημόσιου χρέους και έχουν σημάνει επανειλημμένα συναγερμό για επικείμενη «πτώχευση». Είναι προφανές ότι το κράτος δεν μπορεί να καταστεί «αφερέγγυο» όπως οι ιδιώτες —διότι μπορεί πάντοτε να εξασφαλίζει χρήματα μέσω καταναγκασμού, ενώ οι ιδιώτες πολίτες δεν μπορούν—. Επιπλέον, οι κατά καιρούς εκστρατείες για να «μειώσει το κράτος το δημόσιο χρέος» γενικά λησμονούν ότι, αν εξαιρεθεί η απροκάλυπτη αποκήρυξή του, το χρέος μπορεί να μειωθεί μόνο με αύξηση, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, της φορολογίας και/ή του πληθωρισμού στην κοινωνία. Η κοινωνική χρησιμότητα, επομένως, δεν μπορεί να αυξηθεί μέσω της μείωσης του χρέους, παρά μόνο με τη μέθοδο της αποκήρυξης — τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο μπορεί να μειωθεί το δημόσιο χρέος χωρίς ταυτόχρονη αύξηση του δημοσιονομικού καταναγκασμού. Η αποκήρυξη θα είχε επίσης το πρόσθετο πλεονέκτημα —από τη σκοπιά της ελεύθερης αγοράς— ότι θα έριχνε βαριά σκιά σε κάθε μελλοντική πίστωση προς το κράτος, ώστε αυτό να μην μπορεί πλέον να εκτρέπει τόσο εύκολα αποταμιεύσεις προς κρατική χρήση. Αποτελεί, επομένως, ένα από τα πιο παράξενα και ασυνεπή γνωρίσματα της ιστορίας της πολιτικοοικονομικής σκέψης ότι ακριβώς οι «δεξιοί», οι υποτιθέμενοι υπερασπιστές της ελεύθερης αγοράς, είναι εκείνοι που επιτίθενται εντονότερα στην αποκήρυξη και επιμένουν στην ταχύτερη δυνατή αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.436
Many “right-wing” opponents of public borrowing, on the other hand, have greatly exaggerated the dangers of the public debt and have raised persistent alarms about imminent “bankruptcy.” It is obvious that the government cannot become “insolvent” like private individuals—for it can always obtain money by coercion, while private citizens cannot. Further, the periodic agitation that the government “reduce the public debt” generally forgets that—short of outright repudiation—the debt can be reduced only by increasing, at least for a time, the tax and/or inflation in society. Social utility can therefore not be enhanced by debt-reduction, except by the method of repudiation—the one way that the public debt can be lowered without a concomitant increase in fiscal coercion. Repudiation would also have the further merit (from the standpoint of the free market) of casting a pall on all future government credit, so that the government could no longer so easily divert savings to government use. It is therefore one of the most curious and inconsistent features of the history of politico-economic thought that it is precisely the “right-wingers,” the presumed champions of the free market, who attack repudiation most strongly and who insist on as swift a payment of the public debt as possible.
Παράρτημα Β: «Συλλογικά αγαθά» και «εξωτερικά οφέλη»: Δύο επιχειρήματα υπέρ της κρατικής δραστηριότητας
↗ στη σελίδα του βιβλίουAppendix B: “Collective Goods” and “External Benefits”: Two Arguments for Government Activity
Ένα από τα σημαντικότερα φιλοσοφικά προβλήματα των τελευταίων αιώνων είναι αν η ηθική αποτελεί ορθολογικό γνωστικό κλάδο ή, αντιθέτως, ένα αμιγώς αυθαίρετο, μη επιστημονικό σύνολο προσωπικών αξιών. Όποια πλευρά και αν υποστηρίζει κανείς σε αυτή τη διαμάχη, θα ήταν ασφαλώς γενικά αποδεκτό ότι η οικονομική επιστήμη —ή η πραξεολογία— δεν μπορεί από μόνη της να επαρκεί για τη θεμελίωση ενός ηθικού ή πολιτικοηθικού δόγματος. Η οικονομική επιστήμη αυτή καθαυτή είναι, επομένως, αξιολογικά ουδέτερη επιστήμη, η οποία δεν διατυπώνει ηθικές κρίσεις. Ωστόσο, ενώ οι οικονομολόγοι γενικά συμφωνούν με αυτή την κατηγορηματική διατύπωση, είναι ασφαλώς παράξενο πόση ενεργητικότητα έχουν δαπανήσει προσπαθώντας να δικαιολογήσουν —με κάποιον δαιδαλώδη, υποτίθεται επιστημονικό και αξιολογικά ουδέτερο τρόπο— διάφορες κρατικές δραστηριότητες και δαπάνες. Η συνέπεια είναι η ευρύτατη λαθραία εισαγωγή ανεξέταστων και ατεκμηρίωτων ηθικών κρίσεων σε ένα υποτίθεται αξιολογικά ουδέτερο σύστημα οικονομικής επιστήμης.437,438
One of the most important philosophical problems of recent centuries is whether ethics is a rational discipline, or instead a purely arbitrary, unscientific set of personal values. Whichever side one may take in this debate, it would certainly be generally agreed that economics—or praxeology—cannot by itself suffice to establish an ethical, or politico-ethical, doctrine. Economics per se is therefore a Wertfrei science, which does not engage in ethical judgments. Yet, while economists will generally agree to this flat statement, it is certainly curious how much energy they have spent trying to justify—in some tortuous, presumably scientific, and Wertfrei manner—various activities and expenditures of government. The consequence is the widespread smuggling of unanalyzed, undefended ethical judgments into a supposedly Wertfrei system of economics.140,141
Δύο προσφιλείς, φαινομενικά επιστημονικές δικαιολογήσεις της κρατικής δραστηριότητας και επιχειρηματικότητας είναι: (α) εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε επιχείρημα των «εξωτερικών οφελών» και (β) το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» ή «συλλογικών αναγκών». Απογυμνωμένο από τον φαινομενικά επιστημονικό ή οιονεί μαθηματικό διάκοσμό του, το πρώτο επιχείρημα ανάγεται στον ισχυρισμό ότι οι Α, Β και Γ δεν φαίνεται να μπορούν να κάνουν ορισμένα πράγματα χωρίς να ωφελούν τον Δ, ο οποίος ενδέχεται να προσπαθεί να αποφύγει το «δίκαιο μερίδιό» του στην πληρωμή. Αυτό και άλλα επιχειρήματα «εξωτερικού οφέλους» θα εξεταστούν σε λίγο. Το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ακόμη πιο επιστημονικό· ο οικονομολόγος απλώς διακηρύσσει ότι ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες, από την ίδια τη φύση τους, πρέπει να παρέχονται «συλλογικά» και ότι, «επομένως», το κράτος πρέπει να τα παρέχει από φορολογικά έσοδα.
Two favorite, seemingly scientific, justifications for government activity and enterprise are (a) what we might call the argument of “external benefits” and (b) the argument of “collective goods” or “collective wants.” Stripped of seemingly scientific or quasi-mathematical trappings, the first argument reduces to the contention that A, B, and C do not seem to be able to do certain things without benefiting D, who may try to evade his “just share” of the payment. This and other “external benefit” arguments will be discussed shortly. The “collective goods” argument is, on its face, even more scientific; the economist simply asserts that some goods or services, by their very nature, must be supplied “collectively,” and “therefore” government must supply them out of tax revenue.
Αυτή η φαινομενικά απλή διατύπωση περί υπαρκτών πραγμάτων, όμως, συγκαλύπτει πολλές ανεξέταστες πολιτικοηθικές υποθέσεις. Πρώτον, ακόμη και αν υπήρχαν «συλλογικά αγαθά», δεν συνάγεται καθόλου ούτε (1) ότι ένας μόνο φορέας πρέπει να τα παρέχει ούτε (2) ότι όλοι όσοι ανήκουν στη συλλογικότητα πρέπει να εξαναγκάζονται να πληρώνουν γι’ αυτά. Εν ολίγοις, αν το Χ είναι ένα συλλογικό αγαθό, αναγκαίο για τους περισσότερους ανθρώπους μιας ορισμένης κοινότητας, το οποίο μπορεί να παρέχεται μόνο σε όλους, δεν συνάγεται καθόλου ότι κάθε ωφελούμενος πρέπει να εξαναγκάζεται να πληρώνει για το αγαθό, το οποίο, παρεμπιπτόντως, μπορεί ούτε καν να επιθυμεί. Εν ολίγοις, επιστρέφουμε ακριβώς στο ηθικό πρόβλημα των εξωτερικών οφελών, το οποίο θα εξετάσουμε παρακάτω. Το επιχείρημα των «συλλογικών αγαθών» αποδεικνύεται, κατόπιν ανάλυσης, ότι ανάγεται στο επιχείρημα του «εξωτερικού οφέλους». Επιπλέον, ακόμη και αν μόνο ένας φορέας πρέπει να παρέχει το αγαθό, δεν έχει αποδειχθεί ότι το κράτος, και όχι κάποιος εκούσιος φορέας ή ακόμη και κάποια ιδιωτική εταιρεία, δεν μπορεί να παρέχει αυτό το αγαθό.439
This seemingly simple, existential statement, however, cloaks a good many unanalyzed politico-ethical assumptions. In the first place, even if there were “collective goods,” it by no means follows either (1) that one agency must supply them or (2) that everyone in the collectivity must be forced to pay for them. In short, if X is a collective good, needed by most people in a certain community, and which can be supplied only to all, it by no means follows that every beneficiary must be forced to pay for the good, which, incidentally, he may not even want. In short, we are back squarely in the moral problem of external benefits, which we shall discuss below. The “collective goods” argument turns out, upon analysis, to reduce to the “external benefit” argument. Furthermore, even if only one agency must supply the good, it has not been proved that the government, rather than some voluntary agency, or even some private corporation, cannot supply that good.
Δεύτερον, η ίδια η έννοια των «συλλογικών αγαθών» είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Πώς μπορεί, κατ’ αρχάς, ένα «συλλογικό σώμα» να επιθυμεί, να σκέφτεται ή να ενεργεί; Μόνο το άτομο υπάρχει και μπορεί να κάνει αυτά τα πράγματα. Δεν υπάρχει πραγματική οντότητα στην οποία να αντιστοιχεί το «συλλογικό σώμα» που υποτίθεται ότι επιθυμεί και κατόπιν λαμβάνει αγαθά. Παρ’ όλα αυτά, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να διασωθεί η έννοια του «συλλογικού» αγαθού, ώστε να παρασχεθεί μια φαινομενικά αδιάσειστη, επιστημονική δικαιολόγηση των κρατικών δραστηριοτήτων. Ο Molinari, για παράδειγμα, προσπαθώντας να θεμελιώσει την άμυνα ως συλλογικό αγαθό, υποστήριζε: «Μια αστυνομική δύναμη εξυπηρετεί κάθε κάτοικο της περιοχής στην οποία δρα, αλλά η απλή ίδρυση ενός αρτοποιείου δεν κατευνάζει την πείνα τους». Αντιθέτως, όμως, δεν υπάρχει καμία απόλυτη αναγκαιότητα μια αστυνομική δύναμη να υπερασπίζεται κάθε κάτοικο μιας περιοχής ή, ακόμη περισσότερο, να παρέχει σε καθέναν τον ίδιο βαθμό προστασίας. Επιπλέον, ένας απόλυτος ειρηνιστής, οπαδός της πλήρους μη βίας, που ζει στην περιοχή, δεν θα θεωρούσε ότι προστατεύεται από την αστυνομία ή ότι λαμβάνει από αυτήν υπηρεσία άμυνας. Αντιθέτως, θα θεωρούσε κάθε αστυνομική παρουσία στην περιοχή του επιζήμια για τον ίδιο. Επομένως, η άμυνα δεν μπορεί να θεωρείται «συλλογικό αγαθό» ή «συλλογική ανάγκη». Το ίδιο ισχύει για έργα όπως τα φράγματα, για τα οποία δεν μπορεί απλώς να θεωρείται δεδομένο ότι ωφελούν όλους στην περιοχή.440
Secondly, the very concept of “collective goods” is a highly dubious one. How, first of all, can a “collective” want, think, or act? Only an individual exists, and can do these things. There is no existential referent of the “collective” that supposedly wants and then receives goods. Many attempts have been made, nevertheless, to salvage the concept of the “collective” good, to provide a seemingly ironclad, scientific justification for government operations. Molinari, for example, trying to establish defense as a collective good, asserted: “A police force serves every inhabitant of the district in which it acts, but the mere establishment of a bakery does not appease their hunger.” But, on the contrary, there is no absolute necessity for a police force to defend every inhabitant of an area or, still more, to give each one the same degree of protection. Furthermore, an absolute pacifist, a believer in total nonviolence, living in the area, would not consider himself protected by, or receiving defense service from, the police. On the contrary, he would consider any police in his area a detriment to him. Hence, defense cannot be considered a “collective good” or “collective want.” Similarly for such projects as dams, which cannot be simply assumed to benefit everyone in the area.
Ο Antonio De Viti De Marco όρισε τις «συλλογικές ανάγκες» ως αποτελούμενες από δύο κατηγορίες: ανάγκες που προκύπτουν όταν το άτομο δεν βρίσκεται σε απομόνωση και ανάγκες που συνδέονται με σύγκρουση συμφερόντων. Η πρώτη κατηγορία, όμως, είναι τόσο ευρεία ώστε περιλαμβάνει τα περισσότερα προϊόντα της αγοράς. Δεν θα είχε νόημα, για παράδειγμα, να ανεβαίνουν θεατρικές παραστάσεις αν δεν πήγαινε να τις δει κάποιος αριθμός ανθρώπων ή να εκδίδονται εφημερίδες χωρίς μια ορισμένη ευρεία αγορά. Πρέπει, επομένως, όλοι αυτοί οι κλάδοι να κρατικοποιηθούν και να μονοπωληθούν από το κράτος; Η δεύτερη κατηγορία προορίζεται, κατά πάσα πιθανότητα, να εφαρμοστεί στην άμυνα. Αυτό, όμως, είναι εσφαλμένο. Η άμυνα αυτή καθαυτή δεν αντανακλά σύγκρουση συμφερόντων, αλλά απειλή επίθεσης, εναντίον της οποίας απαιτείται άμυνα. Επιπλέον, δύσκολα είναι εύλογο να ονομάζεται «συλλογική» εκείνη ακριβώς η ανάγκη που είναι λιγότερο πιθανό να είναι ομόφωνη, αφού οι ληστές δύσκολα θα την επιθυμούσαν!441 Άλλοι οικονομολόγοι γράφουν σαν η άμυνα να είναι αναγκαστικά συλλογική επειδή είναι άυλη υπηρεσία, ενώ το ψωμί, τα αυτοκίνητα κ.λπ. είναι υλικά διαιρετά και μπορούν να πωλούνται σε άτομα. Αλλά οι «άυλες» υπηρεσίες προς άτομα αφθονούν στην αγορά. Πρέπει η διοργάνωση συναυλιών να μονοπωλείται από το κράτος επειδή οι υπηρεσίες της είναι άυλες;
Antonio De Viti De Marco defined “collective wants” as consisting of two categories: wants arising when an individual is not in isolation and wants connected with a conflict of interest. The first category, however, is so broad as to encompass most market products. There would be no point, for example, in putting on plays unless a certain number went to see them or in publishing newspapers without a certain wide market. Must all these industries therefore be nationalized and monopolized by the government? The second category is presumably meant to apply to defense. This, however, is incorrect. Defense, itself, does not reflect a conflict of interest, but a threat of invasion, against which defense is needed. Furthermore, it is hardly sensible to call “collective” that want which is precisely the least likely to be unanimous, since robbers will hardly desire it!Other economists write as if defense is necessarily collective because it is an immaterial service, whereas bread, autos, etc., are materially divisible and salable to individuals. But “immaterial” services to individuals abound in the market. Must concert-giving be monopolized by the State because its services are immaterial?
Τα τελευταία χρόνια, ο καθηγητής Samuelson πρότεινε τον δικό του ορισμό των «αγαθών συλλογικής κατανάλωσης», στο πλαίσιο μιας λεγόμενης «καθαρής» θεωρίας των κρατικών δαπανών. Αγαθά συλλογικής κατανάλωσης, σύμφωνα με τον Samuelson, είναι εκείνα «τα οποία όλοι απολαμβάνουν από κοινού, με την έννοια ότι η κατανάλωση ενός τέτοιου αγαθού από κάθε άτομο δεν αφαιρεί τίποτε από την κατανάλωση του ίδιου αγαθού από οποιοδήποτε άλλο άτομο». Για κάποιον λόγο, αυτά υποτίθεται ότι είναι τα κατάλληλα αγαθά —ή τουλάχιστον αυτά— για να παρέχονται από το κράτος και όχι από την ελεύθερη αγορά.442 Η κατηγορία του Samuelson έχει δεχθεί κριτική με τη δέουσα αυστηρότητα. Ο καθηγητής Enke, για παράδειγμα, επισήμανε ότι οι περισσότερες κρατικές υπηρεσίες απλώς δεν εντάσσονται στην ταξινόμηση του Samuelson — συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινητοδρόμων, των βιβλιοθηκών, των δικαστικών υπηρεσιών, της αστυνομίας, της πυροσβεστικής, των νοσοκομείων και της στρατιωτικής προστασίας. Πράγματι, μπορούμε να προχωρήσουμε περισσότερο και να δηλώσουμε ότι κανένα αγαθό δεν θα μπορούσε ποτέ να ενταχθεί στην κατηγορία των «αγαθών συλλογικής κατανάλωσης» του Samuelson. Ο Margolis, για παράδειγμα, αν και επικριτικός προς τον Samuelson, δέχεται την ένταξη της εθνικής άμυνας και των φάρων σε αυτή την κατηγορία. Αλλά η «εθνική άμυνα» ασφαλώς δεν είναι ένα απόλυτο αγαθό με μία μόνο μονάδα προσφοράς. Αποτελείται από συγκεκριμένους πόρους που διατίθενται με ορισμένους σαφείς και συγκεκριμένους τρόπους — και αυτοί οι πόροι είναι αναγκαστικά σπάνιοι. Ένας δακτύλιος αμυντικών βάσεων γύρω από τη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, μειώνει την ποσότητα που θα μπορούσε να είναι διαθέσιμη γύρω από το Σαν Φρανσίσκο. Επιπλέον, ένας φάρος φωτίζει μόνο μια ορισμένη, καθορισμένη περιοχή. Όχι μόνο η παρουσία ενός πλοίου μέσα στην περιοχή εμποδίζει άλλα να εισέλθουν σε αυτήν ταυτόχρονα, αλλά και η κατασκευή ενός φάρου σε ένα σημείο περιορίζει την κατασκευή του αλλού. Στην πραγματικότητα, αν ένα αγαθό είναι πράγματι τεχνολογικά «συλλογικό» με την έννοια του Samuelson, δεν είναι καθόλου αγαθό, αλλά φυσική συνθήκη της ανθρώπινης ευημερίας, όπως ο αέρας — διαθέσιμη σε υπεραφθονία για όλους και, επομένως, χωρίς να ανήκει στην ιδιοκτησία κανενός. Πράγματι, δεν είναι ο φάρος αλλά ο ίδιος ο ωκεανός —όταν οι θαλάσσιοι δρόμοι δεν είναι συνωστισμένοι— το «αγαθό συλλογικής κατανάλωσης», το οποίο, επομένως, παραμένει χωρίς ιδιοκτήτη. Προφανώς, ούτε το κράτος ούτε οποιοσδήποτε άλλος χρειάζεται κανονικά να παράγει ή να κατανέμει τον ωκεανό.443
In recent years, Professor Samuelson has offered his own definition of “collective consumption goods,” in a so-called “pure” theory of government expenditures. Collective consumption goods, according to Samuelson, are those “which all enjoy in common in the sense that each individual’s consumption of such a good leads to no subtraction from any other individual’s consumption of that good.” For some reason, these are supposed to be the proper goods (or at least these) for government, rather than the free market, to provide. Samuelson’s category has been attacked with due severity. Professor Enke, for example, pointed out that most governmental services simply do not fit Samuelson’s classification—including highways, libraries, judicial services, police, fire, hospitals, and military protection. In fact, we may go further and state that no goods would ever fit into Samuelson’s category of “collective consumption goods.” Margolis, for example, while critical of Samuelson, concedes the inclusion of national defense and lighthouses in this category. But “national defense” is surely not an absolute good with only one unit of supply. It consists of specific resources committed in certain definite and concrete ways—and these resources are necessarily scarce. A ring of defense bases around New York, for example, cuts down the amount possibly available around San Francisco. Furthermore, a lighthouse shines over a certain fixed area only. Not only does a ship within the area prevent others from entering the area at the same time, but also the construction of a lighthouse in one place limits its construction elsewhere. In fact, if a good is really technologically “collective” in Samuelson’s sense, it is not a good at all, but a natural condition of human welfare, like air—superabundant to all, and therefore unowned by anyone. Indeed, it is not the lighthouse, but the ocean itself—when the lanes are not crowded—which is the “collective consumption good,” and which therefore remains unowned. Obviously, neither government nor anyone else is normally needed to produce or allocate the ocean.
Ο Tiebout, παραδεχόμενος ότι δεν υπάρχει «καθαρός» τρόπος καθορισμού ενός άριστου επιπέδου κρατικών δαπανών, επιχειρεί να διασώσει μια τέτοια θεωρία ειδικά για την τοπική αυτοδιοίκηση. Αντιλαμβανόμενος ότι η φορολογική διαδικασία, ακόμη και η διαδικασία της ψηφοφορίας, αποκλείουν την εκούσια κατάδειξη της επιλογής του καταναλωτή στο κρατικό πεδίο, υποστηρίζει ότι η αποκέντρωση και η ελευθερία εσωτερικής μετανάστευσης καθιστούν τις δαπάνες της τοπικής αυτοδιοίκησης περισσότερο ή λιγότερο άριστες —όπως μπορούμε να πούμε ότι οι δαπάνες των επιχειρήσεων στην ελεύθερη αγορά είναι «άριστες»—, αφού οι κάτοικοι μπορούν να μετακινούνται προς και από τις κοινότητες όπως επιθυμούν. Ασφαλώς, είναι αλήθεια ότι ο καταναλωτής θα βρίσκεται σε καλύτερη θέση αν μπορεί εύκολα να φύγει από μια κοινότητα υψηλής φορολογίας και να μετακινηθεί σε μια κοινότητα χαμηλής φορολογίας. Αλλά αυτό βοηθά τον καταναλωτή μόνο μέχρις ενός σημείου· δεν επιλύει το πρόβλημα των κρατικών δαπανών, το οποίο κατά τα άλλα παραμένει ίδιο. Υπάρχουν, πράγματι, και άλλοι παράγοντες εκτός από το κράτος που υπεισέρχονται στην επιλογή του τόπου κατοικίας ενός ανθρώπου, και αρκετοί άνθρωποι μπορεί να είναι δεμένοι με μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, ώστε να ανέχονται εκτεταμένη κρατική λεηλασία προτού μετακινηθούν. Επιπλέον, ένα μείζον πρόβλημα είναι ότι η συνολική χερσαία έκταση του κόσμου είναι δεδομένη και ότι τα κράτη έχουν παντού δεσμεύσει εκ των προτέρων όλη τη γη και, έτσι, επιβαρύνουν παντού τους καταναλωτές.444
Tiebout, conceding that there is no “pure” way to establish an optimum level for government expenditures, tries to salvage such a theory specifically for local government. Realizing that the taxing, and even voting, process precludes voluntary demonstration of consumer choice in the governmental field, he argues that decentralization and freedom of internal migration renders local government expenditures more or less optimal—as we can say that free market expenditures by firms are “optimal”—since the residents can move in and out as they please. Certainly, it is true that the consumer will be better off if he can move readily out of a high-tax, and into a low tax, community. But this helps the consumer only to a degree; it does not solve the problem of government expenditures, which remains otherwise the same. There are, indeed, other factors than government entering into a man’s choice of residence, and enough people may be attached to a certain geographical area, for one reason or another, to permit a great deal of government depredation before they move. Furthermore, a major problem is that the world’s total land area is fixed, and that governments have universally pre-empted all the land and thus universally burden consumers.
Ερχόμαστε τώρα στο πρόβλημα των εξωτερικών οφελών — την κύρια δικαιολόγηση των κρατικών δραστηριοτήτων που προβάλλουν οι οικονομολόγοι.445 Όπου τα άτομα απλώς ωφελούν τον εαυτό τους με τις πράξεις τους, πολλοί συγγραφείς παραδέχονται ότι η ελεύθερη αγορά μπορεί να αφεθεί ακίνδυνα ανεμπόδιστη. Αλλά οι πράξεις των ανθρώπων μπορεί συχνά, ακόμη και ακούσια, να ωφελούν άλλους. Ενώ θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι αυτό αποτελεί λόγο αγαλλίασης, οι επικριτές ισχυρίζονται ότι από αυτό το γεγονός απορρέουν άφθονα δεινά. Μια ελεύθερη ανταλλαγή, στην οποία οι Α και Β ωφελούνται αμοιβαία, μπορεί να είναι καθ’ όλα αποδεκτή, λένε αυτοί οι οικονομολόγοι· τι γίνεται όμως αν ο Α κάνει εκουσίως κάτι που ωφελεί τόσο τον Β όσο και τον ίδιο, αλλά για το οποίο ο Β δεν καταβάλλει τίποτε ως αντάλλαγμα;
We come now to the problem of external benefits—the major justification for government activities expounded by economists. Where individuals simply benefit themselves by their actions, many writers concede that the free market may be safely left unhampered. But men’s actions may often, even inadvertently, benefit others. While one might think this a cause for rejoicing, critics charge that from this fact flow evils in abundance. A free exchange, where A and B mutually benefit, may be all very well, say these economists; but what if A does something voluntarily which benefits B as well as himself, but for which B pays nothing in exchange?
Υπάρχουν δύο γενικές γραμμές επίθεσης κατά της ελεύθερης αγοράς που χρησιμοποιούν τα εξωτερικά οφέλη ως σημείο κριτικής. Αν εξεταστούν μαζί, αυτά τα επιχειρήματα κατά της αγοράς και υπέρ της κρατικής παρέμβασης ή επιχειρηματικής δραστηριότητας αλληλοαναιρούνται· καθένα, όμως, πρέπει, για λόγους δικαιοσύνης, να εξεταστεί χωριστά. Ο πρώτος τύπος κριτικής επιτίθεται στον Α επειδή δεν κάνει αρκετά για τον Β. Ο ευεργέτης καταγγέλλεται ουσιαστικά επειδή λαμβάνει υπόψη αποκλειστικά τα δικά του ιδιοτελή συμφέροντα, παραμελώντας έτσι τον δυνητικό έμμεσο αποδέκτη που περιμένει σιωπηλά στο παρασκήνιο.446 Η δεύτερη γραμμή επίθεσης καταγγέλλει τον Β επειδή δέχεται ένα όφελος χωρίς να πληρώνει τον Α ως αντάλλαγμα. Ο αποδέκτης καταγγέλλεται ως αχάριστος και ουσιαστικά κλέφτης επειδή αποδέχεται το δωρεάν δώρο. Η ελεύθερη αγορά, λοιπόν, κατηγορείται για αδικία και στρέβλωση και από τις δύο ομάδες επικριτών: η πρώτη πιστεύει ότι ο ανθρώπινος εγωισμός είναι τέτοιος ώστε ο Α δεν θα ενεργεί αρκετά με τρόπους που ωφελούν τον Β· η δεύτερη ότι ο Β θα λαμβάνει υπερβολικά μεγάλη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» χωρίς να πληρώνει γι’ αυτήν. Και στις δύο περιπτώσεις ζητείται διορθωτική κρατική δράση: από τη μία πλευρά, η χρήση βίας για να εξαναγκαστεί ή να παρακινηθεί ο Α να ενεργεί περισσότερο με τρόπους που θα βοηθούν τον Β· από την άλλη, ο εξαναγκασμός του Β να πληρώνει τον Α για το δώρο του.
There are two general lines of attack on the free market, using external benefits as the point of criticism. Taken together, these arguments against the market and for governmental intervention or enterprise cancel each other out, but each must, in all fairness, be examined separately. The first type of criticism is to attack A for not doing enough for B. The benefactor is, in effect, denounced for taking his own selfish interests exclusively into account, and thereby neglecting the potential indirect recipient waiting silently in the wings. The second line of attack is to denounce B for accepting a benefit without paying A in return. The recipient is denounced as an ingrate and a virtual thief for accepting the free gift. The free market, then, is accused of injustice and distortion by both groups of attackers: the first believes that the selfishness of man is such that A will not act enough in ways to benefit B; the second that B will receive too much “unearned increment” without paying for it. Either way, the call is for remedial State action; on the one hand, to use violence in order to force or induce A to act more in ways which will aid B; on the other, to force B to pay A for his gift.
Γενικά, αυτές οι ηθικές απόψεις περιβάλλονται με την «επιστημονική» γνώμη ότι, σε αυτές τις περιπτώσεις, η δράση της ελεύθερης αγοράς παύει να είναι άριστη, αλλά πρέπει να επανέλθει στην αριστότητα μέσω διορθωτικής κρατικής δράσης. Μια τέτοια άποψη παρανοεί πλήρως την έννοια με την οποία η οικονομική επιστήμη υποστηρίζει ότι η δράση της ελεύθερης αγοράς είναι πάντοτε άριστη. Είναι άριστη όχι από τη σκοπιά των προσωπικών ηθικών απόψεων ενός οικονομολόγου, αλλά από τη σκοπιά των ελεύθερων, εκούσιων πράξεων όλων των συμμετεχόντων και της ικανοποίησης των ελεύθερα εκφραζόμενων αναγκών των καταναλωτών. Η κρατική επέμβαση, επομένως, θα απομακρύνεται αναγκαστικά και πάντοτε από ένα τέτοιο άριστο.
Generally, these ethical views are clothed in the “scientific” opinion that, in these cases, free-market action is no longer optimal, but should be brought back into optimality by corrective State action. Such a view completely misconceives the way in which economic science asserts that free-market action is ever optimal. It is optimal, not from the standpoint of the personal ethical views of an economist, but from the standpoint of the free, voluntary actions of all participants and in satisfying the freely expressed needs of the consumers. Government interference, therefore, will necessarily and always move away from such an optimum.
Είναι διασκεδαστικό ότι, ενώ καθεμία από τις δύο γραμμές επίθεσης είναι αρκετά διαδεδομένη, καθεμία μπορεί να αντικρουστεί με αρκετή επιτυχία χρησιμοποιώντας την ουσία της άλλης! Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την πρώτη — την επίθεση στον ευεργέτη. Το να καταγγέλλει κανείς τον ευεργέτη και να ζητεί εμμέσως κρατική τιμωρία για ανεπαρκείς καλές πράξεις σημαίνει ότι προβάλλει μια ηθική αξίωση του αποδέκτη έναντι του ευεργέτη. Δεν σκοπεύουμε να πραγματευτούμε τις έσχατες αξίες σε αυτό το βιβλίο. Αλλά πρέπει να γίνει σαφώς κατανοητό ότι η υιοθέτηση αυτής της θέσης σημαίνει πως ο Β δικαιούται να απαιτεί επιτακτικά από τον Α να κάνει κάτι προς όφελός του, για το οποίο ο Β δεν καταβάλλει κανένα αντάλλαγμα. Δεν χρειάζεται να υιοθετήσουμε πλήρως τη δεύτερη γραμμή επίθεσης — κατά του «λαθρεπιβάτη»—, αλλά μπορούμε ίσως να πούμε ότι είναι υπεροπτικό εκ μέρους του λαθρεπιβάτη να διεκδικεί δικαίωμα σε θέση κυριαρχίας και διαταγής. Διότι εκείνο που υποστηρίζει η πρώτη γραμμή επίθεσης είναι το ηθικό δικαίωμα του Β να απαιτεί δώρα από τον Α, διά της βίας αν χρειαστεί.
It is amusing that while each line of attack is quite widespread, each can be rather successfully rebutted by using the essence of the other attack! Take, for example, the first—the attack on the benefactor. To denounce the benefactor and implicitly call for State punishment for insufficient good deeds is to advance a moral claim by the recipient upon the benefactor. We do not intend to argue ultimate values in this book. But it should be clearly understood that to adopt this position is to say that B is entitled peremptorily to call on A to do something to benefit him, and for which B does not pay anything in return. We do not have to go all the way with the second line of attack (on the “free rider”), but we can say perhaps that it is presumptuous of the free rider to assert his right to a post of majesty and command. For what the first line of attack asserts is the moral right of B to exact gifts from A, by force if necessary.
Η υποχρεωτική αποταμίευση ή οι επιθέσεις σε δυνητικούς αποταμιευτές επειδή δεν αποταμιεύουν και δεν επενδύουν αρκετά αποτελούν παραδείγματα αυτής της γραμμής επίθεσης. Ένα άλλο είναι η επίθεση στον χρήστη ενός φυσικού πόρου που εξαντλείται. Οποιοσδήποτε χρησιμοποιεί έστω και κατ’ ελάχιστον έναν τέτοιο πόρο, ανεξάρτητα από την έκταση της χρήσης, «στερεί» τη χρήση του από κάποιον μελλοντικό απόγονο. Οι «υποστηρικτές της διατήρησης των φυσικών πόρων», επομένως, ζητούν μικρότερη παρούσα χρήση τέτοιων πόρων προς όφελος μεγαλύτερης μελλοντικής χρήσης. Αυτή η υποχρεωτική ευεργεσία όχι μόνο αποτελεί παράδειγμα της πρώτης γραμμής επίθεσης, αλλά, αν υιοθετηθεί το επιχείρημα, λογικά κανένας εξαντλήσιμος πόρος δεν θα μπορούσε ποτέ να χρησιμοποιηθεί καθόλου. Διότι, όταν η μελλοντική γενιά ενηλικιωθεί, θα βρίσκεται και αυτή απέναντι σε μια μελλοντική γενιά. Ολόκληρη αυτή η γραμμή επιχειρηματολογίας είναι, επομένως, ιδιαιτέρως παράλογη.
Compulsory thrift, or attacks on potential savers for not saving and investing enough, are examples of this line of attack. Another is an attack on the user of a natural resource that is being depleted. Anyone who uses such a resource at all, whatever the extent, “deprives” some future descendant of the use. “Conservationists,” therefore, call for lower present use of such resources in favor of greater future use. Not only is this compulsory benefaction an example of the first line of attack, but, if this argument is adopted, logically no resource subject to depletion could ever be used at all. For when the future generation comes of age, it too faces a future generation. This entire line of argument is therefore a peculiarly absurd one.
Η δεύτερη γραμμή επίθεσης έχει την αντίθετη μορφή: καταγγελία του αποδέκτη του «δώρου». Ο αποδέκτης καταγγέλλεται ως «λαθρεπιβάτης», ως άνθρωπος που απολαμβάνει κακόβουλα τη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» από τις παραγωγικές πράξεις άλλων. Και αυτή είναι μια παράξενη γραμμή επίθεσης. Είναι ένα επιχείρημα που έχει ισχύ μόνο όταν στρέφεται εναντίον της πρώτης γραμμής επίθεσης, δηλαδή εναντίον του λαθρεπιβάτη που θέλει καταναγκαστικά εξασφαλισμένη λαθρεπιβίβαση. Εδώ όμως έχουμε μια κατάσταση στην οποία οι πράξεις του Α, που πραγματοποιούνται αποκλειστικά επειδή ωφελούν τον ίδιο, έχουν επίσης την ευτυχή συνέπεια να ωφελούν κάποιον άλλο. Πρέπει να αγανακτούμε επειδή η ευτυχία διαχέεται σε ολόκληρη την κοινωνία; Πρέπει να επικρίνουμε το γεγονός ότι περισσότεροι από ένας άνθρωποι ωφελούνται από τις πράξεις κάποιου; Στο κάτω κάτω, ο λαθρεπιβάτης δεν ζήτησε να μεταφερθεί δωρεάν. Το όφελος του προσφέρθηκε χωρίς να το ζητήσει, ως ευεργέτημα, επειδή ο Α ωφελείται από τη δική του πράξη. Η υιοθέτηση της δεύτερης γραμμής επίθεσης σημαίνει ότι καλούμε τους χωροφύλακες να επιβάλουν τιμωρία επειδή υπερβολικά πολλοί άνθρωποι στην κοινωνία είναι ευτυχισμένοι. Εν ολίγοις, πρέπει να φορολογούμαι επειδή απολαμβάνω τη θέα του περιποιημένου κήπου του γείτονά μου;447
The second line of attack is of the opposite form—a denunciation of the recipient of the “gift.” The recipient is denounced as a “free rider,” as a man who wickedly enjoys the “unearned increment” of the productive actions of others. This, too, is a curious line of attack. It is an argument which has cogency only when directed against the first line of attack, i.e., against the free rider who wants compulsory free rides. But here we have a situation where A’s actions, taken purely because they benefit himself, also have the happy effect of benefiting someone else. Are we to be indignant because happiness is being diffused throughout society? Are we to be critical because more than one person benefits from someone’s actions? After all, the free rider did not ask for his ride. He received it, unasked, as a boon because A benefits from his own action. To adopt the second line of attack is to call in the gendarmes to apply punishment because too many people in the society are happy. In short, am I to be taxed for enjoying the view of my neighbor’s well-kept garden?
Μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της δεύτερης γραμμής επίθεσης αποτελεί ο πυρήνας της θέσης των οπαδών του Henry George: η επίθεση στη «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» που προκύπτει από άνοδο της κεφαλαιακής αξίας της βασικής γης. Είδαμε παραπάνω ότι, καθώς η οικονομία προοδεύει, οι πραγματικές γαιοπρόσοδοι θα αυξάνονται μαζί με τους πραγματικούς μισθούς, με αποτέλεσμα την αύξηση της πραγματικής κεφαλαιακής αξίας της γης. Η διεύρυνση της κεφαλαιακής διάρθρωσης, του καταμερισμού της εργασίας και του πληθυσμού τείνει να καθιστά τη γη ως τοποθεσία σχετικά σπανιότερη και, επομένως, προκαλεί την αύξηση. Το επιχείρημα των οπαδών του George είναι ότι ο γαιοκτήμονας δεν είναι ηθικά υπεύθυνος για αυτή την άνοδο, η οποία προκύπτει από γεγονότα εξωτερικά προς τη γαιοκτησία του· παρ’ όλα αυτά, αποκομίζει το όφελος. Ο γαιοκτήμονας είναι, επομένως, λαθρεπιβάτης και η «μη δεδουλευμένη προσαύξησή» του ανήκει δικαιωματικά στην «κοινωνία». Αφήνοντας κατά μέρος το πρόβλημα της πραγματικής ύπαρξης της κοινωνίας και του αν «αυτή» μπορεί να κατέχει οτιδήποτε, έχουμε εδώ μια ηθική επίθεση σε μια κατάσταση λαθρεπιβίβασης.
One striking instance of this second line of attack is the nub of the Henry Georgist position: an attack on the “unearned increment” derived from a rise in the capital values of ground land. We have seen above that as the economy progresses, real land rents will rise with real wage rates, and the result will be increases in the real capital values of land. Growing capital structure, division of labor, and population tend to make site land relatively more scarce and hence cause the increase. The argument of the Georgists is that the landowner is not morally responsible for this rise, which comes about from events external to his landholding; yet he reaps the benefit. The landowner is therefore a free rider, and his “unearned increment” rightfully belongs to “society.” Setting aside the problem of the reality of society and whether “it” can own anything, we have here a moral attack on a free-rider situation.
Η δυσχέρεια αυτού του επιχειρήματος είναι ότι αποδεικνύει υπερβολικά πολλά. Διότι ποιος από εμάς θα κέρδιζε οτιδήποτε που να πλησιάζει το σημερινό πραγματικό μας εισόδημα, αν δεν υπήρχαν τα εξωτερικά οφέλη που αντλούμε από τις πράξεις άλλων; Ειδικότερα, η μεγάλη σύγχρονη συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών αποτελεί κληρονομιά από το σύνολο των καθαρών αποταμιεύσεων των προγόνων μας. Χωρίς αυτές, ανεξάρτητα από την ποιότητα του δικού μας ηθικού χαρακτήρα, θα ζούσαμε σε μια πρωτόγονη ζούγκλα. Η κληρονομιά χρηματικού κεφαλαίου από τους προγόνους μας είναι, φυσικά, απλώς κληρονομιά μεριδίων αυτής της κεφαλαιακής διάρθρωσης. Είμαστε όλοι, επομένως, λαθρεπιβάτες του παρελθόντος. Είμαστε επίσης λαθρεπιβάτες του παρόντος, διότι ωφελούμαστε από τις συνεχιζόμενες επενδύσεις των συνανθρώπων μας και από τις εξειδικευμένες δεξιότητές τους στην αγορά. Ασφαλώς, το συντριπτικό μέρος των μισθών μας, αν μπορούσε να καταλογιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα οφειλόταν σε αυτή την κληρονομιά επί της οποίας λαθρεπιβιβαζόμαστε. Ο γαιοκτήμονας δεν αποκομίζει μεγαλύτερη μη δεδουλευμένη προσαύξηση από οποιονδήποτε από εμάς. Πρέπει, επομένως, όλοι μας να υποστούμε δήμευση και να φορολογηθούμε για την ευτυχία μας; Και ποιος θα λάβει τότε τη λεία; Οι νεκροί πρόγονοί μας, που μας ευεργέτησαν επενδύοντας το κεφάλαιο;448
The difficulty with this argument is that it proves far too much. For which one of us would earn anything like our present real income were it not for external benefits that we derive from the actions of others? Specifically, the great modern accumulation of capital goods is an inheritance from all the net savings of our ancestors. Without them, we would, regardless of the quality of our own moral character, be living in a primitive jungle. The inheritance of money capital from our ancestors is, of course, simply inheritance of shares in this capital structure. We are all, therefore, free riders on the past. We are also free riders on the present, because we benefit from the continuing investment of our fellow men and from their specialized skills on the market. Certainly the vast bulk of our wages, if they could be so imputed, would be due to this heritage on which we are free riders. The landowner has no more of an unearned increment than any one of us. Are all of us to suffer confiscation, therefore, and to be taxed for our happiness? And who then is to receive the loot? Our dead ancestors, who were our benefactors in investing the capital?
Μια σημαντική περίπτωση εξωτερικών οφελών είναι οι «εξωτερικές οικονομίες», οι οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν από επενδύσεις σε ορισμένους κλάδους, αλλά δεν θα περιέρχονταν στους επιχειρηματίες ως κέρδος. Δεν χρειάζεται να σταθούμε στη μακρά συζήτηση της βιβλιογραφίας για την πραγματική έκταση αυτών των εξωτερικών οικονομιών, μολονότι είναι προφανώς αμελητέες. Έχει προταθεί επίμονα να επιδοτεί το κράτος αυτές τις επενδύσεις, ώστε η «κοινωνία» να μπορεί να αποκομίζει τις εξωτερικές οικονομίες. Αυτό είναι το επιχείρημα του Pigou υπέρ της επιδότησης εξωτερικών οικονομιών, καθώς και το παλαιό και ακόμη κυρίαρχο επιχείρημα των «νηπιακών βιομηχανιών» υπέρ ενός προστατευτικού δασμού.
An important case of external benefits is “external economies,” which could be reaped by investment in certain industries, but which would not accrue as profit to the entrepreneurs. There is no need to dwell on the lengthy discussion in the literature on the actual range of such external economies, although they are apparently negligible. The suggestion has been persistently advanced that the government subsidize these investments so that “society” can reap the external economies. Such is the Pigou argument for subsidizing external economies, as well as the old and still dominant “infant industries” argument for a protective tariff.
Το αίτημα κρατικής επιδότησης επενδύσεων που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες ισοδυναμεί με μια τρίτη γραμμή επίθεσης κατά της ελεύθερης αγοράς: να εξαναγκαστούν οι Β, οι δυνητικοί ωφελούμενοι, να επιδοτήσουν τους ευεργέτες Α, ώστε οι δεύτεροι να παράγουν τα οφέλη των πρώτων. Αυτή η τρίτη γραμμή αποτελεί το προσφιλές επιχείρημα των οικονομολόγων υπέρ προτάσεων όπως τα κρατικώς ενισχυόμενα φράγματα ή έργα εγγειοβελτίωσης —οι αποδέκτες φορολογούνται για να πληρώσουν τα οφέλη τους— ή η υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση —οι φορολογούμενοι θα ωφεληθούν τελικά από την εκπαίδευση άλλων— κ.λπ. Οι αποδέκτες επωμίζονται και πάλι το βάρος της πολιτικής· εδώ όμως δεν επικρίνονται για λαθρεπιβίβαση. Τώρα «σώζονται» από μια κατάσταση στην οποία δεν θα είχαν αποκτήσει ορισμένα οφέλη. Εφόσον δεν θα πλήρωναν γι’ αυτά, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς από τι ακριβώς σώζονται. Η τρίτη γραμμή επίθεσης, επομένως, συμφωνεί με την πρώτη ότι η ελεύθερη αγορά, εξαιτίας του ανθρώπινου εγωισμού, δεν παράγει αρκετές πράξεις που δημιουργούν εξωτερικές οικονομίες· συντάσσεται όμως με τη δεύτερη γραμμή επίθεσης επιβαρύνοντας τους παραδόξως απρόθυμους αποδέκτες με το κόστος διόρθωσης της κατάστασης. Αν πραγματοποιηθεί αυτή η επιδότηση, είναι προφανές ότι οι αποδέκτες δεν είναι πλέον λαθρεπιβάτες· πράγματι, απλώς εξαναγκάζονται να αγοράσουν οφέλη για τα οποία, αν ενεργούσαν με ελεύθερη επιλογή, δεν θα πλήρωναν.
The call for state subsidization of external economy investments amounts to a third line of attack on the free market, i.e., that B, the potential beneficiaries, be forced to subsidize the benefactors A, so that the latter will produce the former’s benefits. This third line is the favorite argument of economists for such proposals as government-aided dams or reclamations (recipients taxed to pay for their benefits) or compulsory schooling (the taxpayers will eventually benefit from others’ education), etc. The recipients are again bearing the onus of the policy; but here they are not criticized for free riding. They are now being “saved” from a situation in which they would not have obtained certain benefits. Since they would not have paid for them, it is difficult to understand exactly what they are being saved from. The third line of attack therefore agrees with the first that the free market does not, because of human selfishness, produce enough external-economy actions; but it joins the second line of attack in placing the cost of remedying the situation on the strangely unwilling recipients. If this subsidy takes place, it is obvious that the recipients are no longer free riders: indeed, they are simply being coerced into buying benefits for which, acting by free choice, they would not have paid.
Ο παραλογισμός της τρίτης προσέγγισης μπορεί να αποκαλυφθεί αν αναλογιστούμε το ερώτημα: ποιος ωφελείται από την προτεινόμενη πολιτική; Ο ευεργέτης Α λαμβάνει επιδότηση, αυτό είναι αλήθεια. Αλλά συχνά είναι αμφίβολο αν ωφελείται, καθώς διαφορετικά θα είχε ενεργήσει και επενδύσει επικερδώς προς κάποια άλλη κατεύθυνση. Το κράτος απλώς τον έχει αποζημιώσει για τις ζημίες που θα υφίστατο και έχει προσαρμόσει τις απολαβές του ώστε να λαμβάνει το ισοδύναμο μιας ευκαιρίας από την οποία παραιτήθηκε. Επομένως, ο Α, αν είναι επιχείρηση, δεν ωφελείται. Όσο για τους αποδέκτες, εξαναγκάζονται από το κράτος να πληρώσουν για οφέλη που διαφορετικά δεν θα αγόραζαν. Πώς μπορούμε να πούμε ότι «ωφελούνται»;
The absurdity of the third approach may be revealed by pondering the question: Who benefits from the suggested policy? The benefactor A receives a subsidy, it is true. But it is often doubtful if he benefits, since he would otherwise have acted and invested profitably in some other direction. The State has simply compensated him for losses which he would have received and has adjusted the proceeds so that he receives the equivalent of an opportunity forgone. Therefore A, if a business firm, does not benefit. As for the recipients, they are being forced by the State to pay for benefits that they otherwise would not have purchased. How can we say that they “benefit”?
Μια συνήθης απάντηση είναι ότι οι αποδέκτες «δεν θα μπορούσαν» να αποκτήσουν το όφελος ακόμη και αν ήθελαν να το αγοράσουν εκουσίως. Το πρώτο πρόβλημα εδώ είναι με ποια μυστηριώδη διαδικασία γνωρίζουν οι επικριτές ότι οι αποδέκτες θα ήθελαν να αγοράσουν το «όφελος». Ο μόνος τρόπος που διαθέτουμε για να γνωρίζουμε το περιεχόμενο των κλιμάκων προτίμησης είναι να τις βλέπουμε να αποκαλύπτονται σε συγκεκριμένες επιλογές. Εφόσον η συγκεκριμένη επιλογή ήταν να μην αγοραστεί το όφελος, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για να ισχυρίζονται τρίτοι ότι η κλίμακα προτίμησης του Β ήταν «στην πραγματικότητα» διαφορετική από εκείνη που αποκαλύφθηκε στις πράξεις του.
A standard reply is that the recipients “could not” have obtained the benefit even if they had wanted to buy it voluntarily. The first problem here is by what mysterious process the critics know that the recipients would have liked to purchase the “benefit.” Our only way of knowing the content of preference scales is to see them revealed in concrete choices. Since the choice concretely was not to buy the benefit, there is no justification for outsiders to assert that B’s preference scale was “really” different from what was revealed in his actions.
Δεύτερον, δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο οι δυνητικοί αποδέκτες δεν θα μπορούσαν να έχουν αγοράσει το όφελος. Σε όλες τις περιπτώσεις, ένα παραγόμενο όφελος μπορεί να πωληθεί στην αγορά και να αποφέρει αμοιβή αντίστοιχη προς την αξία του για τους καταναλωτές. Το γεγονός ότι η παραγωγή του οφέλους δεν θα ήταν επικερδής για τον επενδυτή σημαίνει ότι οι καταναλωτές δεν το αξιολογούν τόσο υψηλά όσο αξιολογούν τις χρήσεις των μη ειδικών συντελεστών σε εναλλακτικούς κλάδους παραγωγής. Το ότι το κόστος υπερβαίνει την προσδοκώμενη τιμή πώλησης σημαίνει ότι οι μη ειδικοί συντελεστές αποφέρουν περισσότερα σε άλλες κατευθύνσεις παραγωγής. Επιπλέον, στις ενδεχόμενες περιπτώσεις κατά τις οποίες ορισμένοι καταναλωτές δεν ικανοποιούνται από την έκταση της παραγωγής κάποιου οφέλους στην αγορά, είναι απολύτως ελεύθεροι να επιδοτήσουν οι ίδιοι τους επενδυτές. Μια τέτοια εκούσια επιδότηση θα ισοδυναμούσε με την καταβολή υψηλότερης αγοραίας τιμής για το όφελος και θα αποκάλυπτε την προθυμία τους να πληρώσουν αυτή την τιμή. Το γεγονός ότι, σε οποιαδήποτε περίπτωση, δεν έχει εμφανιστεί τέτοια επιδότηση εξαλείφει κάθε δικαιολόγηση μιας καταναγκαστικής επιδότησης από το κράτος. Αντί να παρέχει όφελος στους φορολογούμενους «ωφελουμένους», η καταναγκαστική επιδότηση τους επιβάλλει στην πραγματικότητα απώλεια, διότι θα μπορούσαν να είχαν δαπανήσει οι ίδιοι τα χρήματά τους σε αγαθά και υπηρεσίες μεγαλύτερης χρησιμότητας.449
Secondly, there is no reason why the prospective recipients could not have bought the benefit. In all cases a benefit produced can be sold on the market and earn its value product to consumers. The fact that producing the benefit would not be profitable to the investor signifies that the consumers do not value it as much as they value the uses of nonspecific factors in alternative lines of production. For costs to be higher than prospective selling price means that the nonspecific factors earn more in other channels of production. Furthermore, in possible cases where some consumers are not satisfied with the extent of the market production of some benefit, they are at perfect liberty to subsidize the investors themselves. Such a voluntary subsidy would be equivalent to paying a higher market price for the benefit and would reveal their willingness to pay that price. The fact that, in any case, such a subsidy has not emerged eliminates any justification for a coerced subsidy by the government. Rather than providing a benefit to the taxed “beneficiaries,” in fact, the coerced subsidy inflicts a loss upon them, for they could have spent their funds themselves on goods and services of greater utility.
← Κεφάλαιο 11. Το Χρήμα και η Αγοραστική του ΔύναμηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 1. Η Προστασία στην Ελεύθερη αγορά →