Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 9. Παραγωγή: Τιμές των Επιμέρους Συντελεστών και Εισοδήματα από την Παραγωγή

Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 8. Παραγωγή: Επιχειρηματικότητα και ΜεταβολήΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 10. Μονοπώλιο και Ανταγωνισμός →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.

Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 9. Παραγωγή: Τιμές των Επιμέρους Συντελεστών και Εισοδήματα από την Παραγωγή

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Chapter 9 — Production: Particular Factor Prices and Productive Incomes

1

1. Introduction

2

Μέχρι αυτό το σημείο αναλύσαμε τον προσδιορισμό του επιτοκίου και των τιμών των παραγωγικών συντελεστών στην αγορά. Συζητήσαμε επίσης τον ρόλο της επιχειρηματικότητας στον μεταβαλλόμενο κόσμο και τις συνέπειες των μεταβολών της αποταμίευσης και της επένδυσης. Επιστρέφουμε τώρα στην ανάλυση των επιμέρους τελικών συντελεστών —της εργασίας και της γης— και σε μια λεπτομερέστερη συζήτηση των επιχειρηματικών εισοδημάτων. Η ανάλυσή μας για τον γενικό προσδιορισμό των τιμών των συντελεστών στο κεφάλαιο 7 εξέτασε τις τιμές όπως θα διαμορφώνονταν στην ERE, μια κατάσταση προς την οποία τείνουν πάντοτε. Η συζήτησή μας για την επιχειρηματικότητα στο κεφάλαιο 8 έδειξε ότι αυτή η τάση είναι αποτέλεσμα της επιδίωξης κερδών και της αποφυγής ζημιών από τους κεφαλαιούχους-επιχειρηματίες. Ας επιστρέψουμε τώρα στους επιμέρους συντελεστές και ας αναλύσουμε την τιμολόγησή τους, την προσφορά και τα εισοδήματά τους, καθώς και τις επιδράσεις μιας μεταβαλλόμενης οικονομίας σε αυτούς.

UP TO THIS POINT WE have analyzed the determination of the rate of interest and of the prices of productive factors on the market. We have also discussed the role of entrepreneurship in the changing world and the consequences of changes in saving and investment. We now return to analysis of the particular ultimate factors—labor and land—and to a more detailed discussion of entrepreneurial incomes. Our analysis of general factor pricing in chapter 7 treated prices as they would be in the ERE, a state toward which they are always tending. Our discussion of entrepreneurship in chapter 8 showed that this tendency is a result of drives toward profits and away from losses by capitalist-entrepreneurs. Now let us return to the particular factors and analyze their pricing, their supplies and incomes, and the effects of a changing economy upon them.

3

2. Γη, εργασία και μίσθωμα

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Land, Labor, and Rent

4

Α. Μίσθωμα

A. RENT

5

Στην ανάλυσή μας χρησιμοποιούμε τον όρο μίσθωμα για να δηλώσουμε την τιμή μίσθωσης των υπηρεσιών των αγαθών. Αυτή η τιμή καταβάλλεται για μονάδες υπηρεσίας, σε αντιδιαστολή προς τις τιμές των συντελεστών ως συνόλων που αποδίδουν την υπηρεσία. Εφόσον όλα τα αγαθά έχουν μονάδες υπηρεσίας, όλα τα αγαθά θα αποφέρουν μισθώματα, είτε είναι καταναλωτικά αγαθά είτε οποιουδήποτε τύπου παραγωγικά αγαθά. Τα μελλοντικά μισθώματα των διαρκών αγαθών τείνουν να κεφαλαιοποιούνται και να ενσωματώνονται στην κεφαλαιακή αξία τους και, επομένως, στο χρήμα που απαιτείται σήμερα για την απόκτησή τους. Ως αποτέλεσμα, οι επενδυτές και οι παραγωγοί αυτών των αγαθών τείνουν να αποκομίζουν απλώς απόδοση από τόκο επί της επένδυσής τους.

We have been using the term rent in our analysis to signify the hire price of the services of goods. This price is paid for unit services, as distinguished from the prices of the whole factors yielding the service. Since all goods have unit services, all goods will earn rents, whether they be consumers’ goods or any type of producers’ goods. Future rents of durable goods tend to be capitalized and embodied in their capital value and therefore in the money presently needed to acquire them. As a result, the investors and producers of these goods tend to earn simply an interest return on their investment.

6

Όλα τα αγαθά αποφέρουν ακαθάριστο μίσθωμα, διότι όλα έχουν μονάδες υπηρεσίας και τιμές γι’ αυτές. Εάν ένα αγαθό «εκμισθώνεται», θα αποφέρει ακαθάριστο μίσθωμα μέσω του τιμήματος της μίσθωσης. Εάν αγοράζεται, τότε η παρούσα τιμή του ενσωματώνει προεξοφλημένα μελλοντικά μισθώματα, και στο μέλλον θα αποφέρει αυτά τα μισθώματα συμβάλλοντας στην παραγωγή. Όλα τα αγαθά, επομένως, αποφέρουν ακαθάριστα μισθώματα, και εδώ δεν υπάρχει αναλυτική διάκριση μεταξύ ενός συντελεστή και ενός άλλου.

All goods earn gross rent, since all have unit services and prices for them. If a good is “rented out,” it will earn gross rent in the hire charge. If it is bought, then its present price embodies discounted future rents, and in the future it will earn these rents by contributing to production. All goods, therefore, earn gross rents, and here there is no analytic distinction between one factor and another.

7

Καθαρά μισθώματα, ωστόσο, αποφέρουν μόνο οι συντελεστές εργασίας και γης, όχι τα κεφαλαιουχικά αγαθά.45 Διότι τα ακαθάριστα μισθώματα που αποφέρει ένα κεφαλαιουχικό αγαθό θα καταλογιστούν στα ακαθάριστα μισθώματα που καταβάλλονται στους ιδιοκτήτες των συντελεστών που το παρήγαγαν. Συνεπώς, σε καθαρή βάση, μόνο οι συντελεστές εργασίας και γης —οι τελικοί συντελεστές— αποφέρουν μισθώματα, και στην ERE αυτά, μαζί με τον τόκο για τον χρόνο, θα είναι τα μόνα εισοδήματα στην οικονομία.

Net rents, however, are earned only by labor and land factors, and not by capital goods. For the gross rents earned by a capital good will be imputed to gross rents paid to the owners of the factors that produced it. Hence, on net, only labor and land factors—the ultimate factors—earn rents, and, in the ERE, these, along with interest on time, will be the only incomes in the economy.

8

Η μαρσαλιανή θεωρία υποστηρίζει ότι τα διαρκή κεφαλαιουχικά αγαθά αποφέρουν προσωρινά «οιονεί προσόδους», ενώ οι μόνιμες γαίες αποφέρουν πλήρεις προσόδους. Η πλάνη αυτής της θεωρίας είναι σαφής. Όποια και αν είναι η διάρκειά τους, τα κεφαλαιουχικά αγαθά λαμβάνουν ακαθάριστα μισθώματα όπως ακριβώς η γη, είτε στον μεταβαλλόμενο πραγματικό κόσμο είτε στην ERE. Στην ERE δεν λαμβάνουν καθόλου καθαρά μισθώματα, διότι αυτά καταλογίζονται στη γη και στην εργασία. Στον πραγματικό κόσμο, η κεφαλαιακή αξία τους μεταβάλλεται, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποφέρουν καθαρά μισθώματα. Αντιθέτως, αυτές οι μεταβολές είναι κέρδη ή ζημίες που περιέρχονται στους ιδιοκτήτες τους ως επιχειρηματίες. Εάν, λοιπόν, τα εισοδήματα στον πραγματικό κόσμο είναι καθαρά μισθώματα —που περιέρχονται στους συντελεστές εργασίας και γης— και επιχειρηματικά κέρδη, ενώ τα τελευταία εξαφανίζονται στην ERE, δεν υπάρχει χώρος σε κανέναν από τους δύο κόσμους για την έννοια της «οιονεί προσόδου». Πουθενά δεν υπάρχει αυτός ο ιδιαίτερος τύπος εισοδήματος.

The Marshallian theory holds that durable capital goods earn “quasirents” temporarily, while permanent lands earn full rents. The fallacy of this theory is clear. Whatever their durability, capital goods receive gross rents just as lands do, whether in the changing real world or the ERE. In the ERE, they receive no net rents at all, since these are imputed to land and labor. In the real world, their capital value changes, but this does not mean that they earn net rents. Rather, these changes are profits or losses accruing to their owners as entrepreneurs. If, then, incomes in the real world are net rents (accruing to labor and land factors) and entrepreneurial profits, while the latter disappear in the ERE, there is no room in either world for the concept of “quasirent.” Nowhere does this special type of income exist.

9

Μισθός είναι ο όρος που περιγράφει την πληρωμή για τις μονάδες υπηρεσίας ενός συντελεστή εργασίας. Ο μισθός, επομένως, είναι ειδική περίπτωση μισθώματος· είναι το «τίμημα μίσθωσης» της εργασίας. Σε μια ελεύθερη αγορά, αυτό το μίσθωμα δεν μπορεί, βεβαίως, να κεφαλαιοποιηθεί, διότι ο συντελεστής εργασίας ως σύνολο —ο άνθρωπος— δεν μπορεί να αγοραστεί και να πωληθεί έναντι τιμήματος, με το εισόδημά του να περιέρχεται στον ιδιοκτήτη του. Αυτό ακριβώς συμβαίνει, ωστόσο, υπό καθεστώς δουλείας. Ο μισθός, πράγματι, είναι η μόνη πηγή μισθώματος που δεν μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί στην ελεύθερη αγορά, διότι κάθε άνθρωπος είναι αναγκαστικά ιδιοκτήτης του εαυτού του με αναπαλλοτρίωτη βούληση.

A wage is the term describing the payment for the unit services of a labor factor. A wage, therefore, is a special case of rent; it is labor’s “hire.” On a free market this rent cannot, of course, be capitalized, since the whole labor factor—the man—cannot be bought and sold for a price, his income to accrue to his owner. This is precisely what occurs, however, under a regime of slavery. The wage, in fact, is the only source of rent that cannot be capitalized on the free market, since every man is necessarily a self-owner with an inalienable will.

10

Μία διάκριση μεταξύ μισθών και μισθωμάτων γης, λοιπόν, είναι ότι τα τελευταία κεφαλαιοποιούνται και μετατρέπονται σε απόδοση από τόκο, ενώ οι πρώτοι όχι. Μια άλλη διάκριση είναι αμιγώς εμπειρική και δεν αποτελεί αποδεικτικά αναγκαία αλήθεια για την ανθρωπότητα. Απλώς υπήρξε ιστορική και εμπειρική αλήθεια ότι οι συντελεστές εργασίας ήταν πάντοτε σχετικά σπανιότεροι από τους συντελεστές γης. Οι συντελεστές γης και εργασίας μπορούν να καταταχθούν σύμφωνα με την οριακή παραγωγικότητά τους σε αξία. Το αποτέλεσμα μιας σχετικής περίσσειας συντελεστών γης είναι ότι δεν θα χρησιμοποιούνται όλοι οι συντελεστές γης· δηλαδή, οι φτωχότεροι συντελεστές γης θα παραμένουν αδρανείς, έτσι ώστε η εργασία να είναι ελεύθερη να απασχολείται στην παραγωγικότερη γη —για παράδειγμα, στην παραγωγικότερη γεωργική γη, σε αστικές θέσεις, σε ιχθυοεκκολαπτήρια, σε «φυσικούς πόρους» κ.λπ. Οι εργαζόμενοι θα τείνουν να χρησιμοποιούν πρώτα τη γη με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε αξία, έπειτα την αμέσως επόμενη σε παραγωγικότητα κ.ο.κ. Σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, λοιπόν, κάποια γη —η παραγωγικότερη σε όρους αξίας— θα καλλιεργείται και θα χρησιμοποιείται, ενώ κάποια άλλη δεν θα χρησιμοποιείται. Η τελευταία, στην ERE, θα είναι ελεύθερη γη, διότι οι απολαβές της από μισθώματα είναι μηδενικές και, επομένως, η τιμή της θα είναι μηδενική.46 Η πρώτη θα είναι «υπεροριακή» γη και η δεύτερη «υποοριακή». Στη διαχωριστική γραμμή θα βρίσκεται η φτωχότερη γη που χρησιμοποιείται τώρα· αυτή θα είναι η «οριακή» γη και θα αποφέρει μίσθωμα κοντά στο μηδέν.

One distinction between wages and land rents, then, is that the latter are capitalized and transformed into interest return, while the former are not. Another distinction is purely empirical and not apodictically true for mankind. It has simply been an historical-empirical truth that labor factors have always been relatively scarcer than land factors. Land and labor factors can be ranged in order of their marginal value productivity. The result of a relative superfluity of land factors is that not all the land factors will be put to use, i.e., the poorest land factors will be left idle, so that labor will be free to work the most productive land (e.g., the most productive agricultural land, urban sites, fish hatcheries, “natural resources,” etc.). Laborers will tend to use the most value-productive land first, the next most productive second, etc. At any given time, then, there will be some land—the most value-productive—under cultivation and use, and some not in use. The latter, in the ERE, will be free land, since its rental earnings are zero, and therefore its price will be zero. The former land will be “supramarginal” and the latter land will be “submarginal.” On the dividing line will be the poorest land now in use; this will be the “marginal” land, and it will be earning close to zero rent.

11

Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε την επιφύλαξη ότι η οριακή γη θα αποφέρει όχι μηδενικό, αλλά μόνο σχεδόν μηδενικό μίσθωμα.47 Ο λόγος είναι ότι στην ανθρώπινη δράση δεν υπάρχει άπειρη συνέχεια και η δράση δεν μπορεί να προχωρεί με απειροελάχιστα βήματα. Οι συγγραφείς με μαθηματικό προσανατολισμό τείνουν να σκέφτονται με τέτοιους όρους, έτσι ώστε τα σημεία πριν και μετά το εξεταζόμενο σημείο να τείνουν όλα να συγχωνευθούν σε ένα. Η χρήση της οριακής γης, ωστόσο, θα συμφέρει μόνο εάν αποφέρει κάποιο μίσθωμα, έστω και μικρό. Και σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν μεγάλες ασυνέχειες στη σειρά των MVP διαφορετικών εκτάσεων γης, η οριακή γη μπορεί να αποφέρει σημαντικό ποσό. Είναι προφανές ότι δεν υπάρχει πραξεολογική ακρίβεια σε όρους όπως «κοντά», «σημαντικό» κ.λπ. Το μόνο που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι ότι, εάν κατατάξουμε τις MVP των γαιών σε μια σειρά, τα μισθώματα των υποοριακών γαιών θα είναι μηδενικά. Δεν μπορούμε να πούμε ποιο θα είναι το μίσθωμα της οριακής γης, παρά μόνο ότι θα βρίσκεται πιο κοντά στο μηδέν από εκείνο των υπεροριακών γαιών.48

It is important to recognize the qualification that the marginal land will earn not zero, but only close to zero, rent. The reason is that, in human action, there is no infinite continuity, and action cannot proceed in infinitely small steps. Mathematically minded writers tend to think in such terms, so that the points before and after the point under consideration all tend to merge into one. Using marginal land, however, will pay only if it earns some rent, even though a small one. And, in cases where there are large discontinuities in the array of MVPs for different lands, the marginal land might be earning a substantial sum. It is obvious that there is no praxeological precision in terms like “close,” “substantial,” etc. All that we can say with certainty is that if we arrange the MVPs of lands in an array, the rents of the submarginal lands will be zero. We cannot say what the rent of the marginal land will be, except that it will be closer to zero than that of the supramarginal lands.

12

Είδαμε τώρα παραπάνω ότι η αξία του οριακού προϊόντος ενός συντελεστή μειώνεται καθώς αυξάνεται η συνολική προσφορά του και αυξάνεται καθώς η προσφορά μειώνεται. Οι τρεις κύριες κατηγορίες συντελεστών στην οικονομία είναι η γη, η εργασία και τα κεφαλαιουχικά αγαθά. Στην προοδεύουσα οικονομία, η προσφορά κεφαλαίου ανά άτομο αυξάνεται.49 Η προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών όλων των βαθμίδων αυξάνεται, μειώνοντας έτσι την οριακή παραγωγικότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών σε αξία, ώστε οι τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών να μειώνονται. Οι σχετικές MVP των συντελεστών γης και εργασίας, συνολικά, τείνουν να αυξάνονται, έτσι ώστε το εισόδημά τους θα αυξάνεται σε πραγματικούς όρους, αν όχι και σε χρηματικούς.

Now we have seen above that the marginal value product of a factor decreases as its total supply increases, and increases as the supply declines. The three major categories of factors in the economy are land, labor, and capital goods. In the progressing economy, the supply of capital per person increases. The supply of all ranks of capital goods increases, thereby decreasing the marginal value productivities of capital goods, so that the prices of capital goods fall. The relative MVPs of land and labor factors, in the aggregate, tend to rise, so that their income will rise in real terms, if not in monetary ones.

13

Τι θα συνέβαινε εάν η προσφορά κεφαλαίου παρέμενε ίδια, ενώ μεταβαλλόταν η προσφορά συντελεστών εργασίας ή γης; Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι, με την ίδια κεφαλαιακή δομή, ο πληθυσμός αυξάνεται, διευρύνοντας έτσι τη συνολική προσφορά συντελεστών εργασίας. Το αποτέλεσμα θα είναι μια γενική πτώση της MVP της εργασίας και μια άνοδος της MVP των συντελεστών γης. Αυτή η άνοδος θα κάνει προηγουμένως υποοριακές γαίες, που δεν απέφεραν μίσθωμα, να αποφέρουν μίσθωμα και να τεθούν υπό καλλιέργεια από τη νέα προσφορά εργασίας. Αυτή είναι η διαδικασία στην οποία έδωσε ιδιαίτερη έμφαση ο Ricardo: η πίεση του πληθυσμού στην προσφορά γης. Η τάση πτώσης της MVP της εργασίας, ωστόσο, μπορεί κάλλιστα να αντισταθμιστεί από άνοδο των πινάκων MPP της εργασίας, διότι η αύξηση του πληθυσμού θα επιτρέψει μεγαλύτερη αξιοποίηση των πλεονεκτημάτων της εξειδίκευσης και του καταμερισμού της εργασίας. Η σταθερή προσφορά κεφαλαίου θα έπρεπε να αναπροσανατολιστεί προς τις μεταβαλλόμενες συνθήκες, αλλά το σταθερό ποσό χρηματικού κεφαλαίου θα είναι τότε περισσότερο παραγωγικό σε φυσικούς όρους. Συνεπώς, θα υπάρχει μια αντισταθμιστική τάση ανόδου των MVP της εργασίας. Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, για οποιεσδήποτε δεδομένες συνθήκες κεφαλαίου και παραγωγικών διαδικασιών, θα υπάρχει ένα «άριστο» επίπεδο πληθυσμού που θα μεγιστοποιεί τη συνολική κατά κεφαλήν παραγωγή καταναλωτικών αγαθών στην οικονομία. Ένα χαμηλότερο επίπεδο δεν θα αξιοποιεί επαρκώς τον καταμερισμό της εργασίας και τις δυνατότητες απασχόλησής της, έτσι ώστε το MPP των συντελεστών εργασίας θα είναι χαμηλότερο από ό,τι στο άριστο σημείο· ένα υψηλότερο επίπεδο πληθυσμού θα μειώνει την MVP της εργασίας και, επομένως, θα μειώνει τους πραγματικούς μισθούς ανά άτομο.50

What if the supply of capital remained the same, while the supply of labor or land factors changed? Thus, suppose that, with the same capital structure, population increases, thus expanding the total supply of labor factors. The result will be a general fall in the MVP of labor and a rise in the MVP of land factors. This rise will cause formerly submarginal, no-rent lands to earn rent and to enter into cultivation by the new labor supply. This is the process particularly emphasized by Ricardo: population pressing on the land supply. The tendency for the MVP of labor to drop, however, may well be offset by a rise in the MPP schedules of labor, since a rise in population will permit a greater utilization of the advantages of specialization and the division of labor. The constant supply of capital would have to be reoriented to the changed conditions, but the constant amount of money capital will then be more physically productive. Hence, there will be an offsetting tendency for the MVPs of labor to rise. At any time, for any given conditions of capital and production processes, there will be an “optimum” population level that will maximize the total output of consumers’ goods per head in the economy. A lower level will not take advantage of enough division of labor and opportunities for labor, so that the MPP of labor factors will be lower than at the optimum point; a higher level of population will decrease the MVP of labor and will therefore lower real wages per person.

14

Η αναγνώριση της ύπαρξης ενός θεωρητικού «άριστου» πληθυσμού που μεγιστοποιεί το πραγματικό κατά κεφαλήν προϊόν, με δεδομένη την υφιστάμενη γη και το υφιστάμενο κεφάλαιο, θα συνέβαλλε σημαντικά στον τερματισμό των ανιαρών μαλθουσιανών αντιπαραθέσεων στην οικονομική θεωρία. Διότι το εάν μια δεδομένη αύξηση του πληθυσμού σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή θα οδηγήσει σε αύξηση ή μείωση του πραγματικού κατά κεφαλήν προϊόντος είναι εμπειρικό ερώτημα, που εξαρτάται από τα συγκεκριμένα δεδομένα. Δεν μπορεί να απαντηθεί από την οικονομική θεωρία.51

Recognition of the existence of a theoretical “optimum” population that maximizes real output per head, given existing land and capital, would go far to end the dreary Malthusian controversies in economic theory. For whether a given increase in population at any time will lead to an increase or decrease in real output per head is an empirical question, depending on the concrete data. It cannot be answered by economic theory.

15

Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί πώς η δήλωση ότι η αύξηση του πληθυσμού μπορεί να αυξήσει το MPP και τις MVP συμβιβάζεται με την παραπάνω απόδειξη ότι οι συντελεστές θα χρησιμοποιούνται πάντοτε σε περιοχές φθινουσών φυσικών αποδόσεων. Οι συνθήκες εδώ, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετικές. Στο προηγούμενο πρόβλημα υποθέταμε δεδομένη συνολική προσφορά των διαφόρων συντελεστών και εξετάζαμε τον καλύτερο τρόπο του μεταξύ τους συνδυασμού. Εδώ δεν εξετάζουμε συγκεκριμένες παραγωγικές διαδικασίες και δεδομένες προσφορές συντελεστών, αλλά την αόριστη έννοια της «παραγωγής» γενικά και την επίδραση μιας μεταβολής στη συνολική προσφορά ενός συντελεστή. Επιπλέον, δεν εξετάζουμε έναν πραγματικό συντελεστή, ομοιογενή ως προς την προσφορά του, αλλά μια «κατηγορία συντελεστών», όπως η γη εν γένει ή η εργασία εν γένει. Πέρα από το πρόβλημα της αοριστίας, είναι προφανές ότι οι συνθήκες του παρόντος προβλήματός μας είναι εντελώς διαφορετικές. Διότι, εάν η συνολική προσφορά ενός συντελεστή μεταβάλλεται και αυτό ασκεί επίδραση στην παραγωγικότητα του συντελεστή εργασίας, τούτο ισοδυναμεί με μετατόπιση των καμπυλών ή πινάκων MPP και όχι με κίνηση κατά μήκος των καμπυλών, όπως εκείνη που εξετάσαμε παραπάνω.52

It might be wondered how the statement that increasing population might increase MPP and MVPs can be reconciled with the demonstration above that factors will always be put to work in areas of diminishing physical returns. The conditions here are completely different, however. In the previous problem we were assuming a given total supply of the various factors and considering the best method of their relative arrangement. Here we are dealing, not with particular production processes and given supplies of factors, but with the vague concept of “production” in general and with the effect of change in the total supply of a factor. Furthermore, we are dealing not with a true factor (homogeneous in its supply), but with a “class of factors,” such as land-in-general or labor-in-general. Aside from the problem of vagueness, it is evident that the conditions of our present problem are completely different. For if the total supply of a factor changes and it has an effect on the productivity of the labor factor, this is equivalent to a shift in the MPP curves (or schedules) rather than a movement along the curves such as we considered above.

16

Επειδή έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε σιωπηρά την εργασία σπανιότερη από τους συντελεστές γης, μιλούμε με όρους γης μηδενικού μισθώματος. Εάν οι συνθήκες ήταν αντίστροφες και η γη ήταν σπανιότερη από τους συντελεστές εργασίας, θα έπρεπε να μιλούμε για εργαζομένους μηδενικού μισθού, υποοριακή εργασία κ.λπ. Θεωρητικά, αυτό είναι ασφαλώς δυνατόν, και θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι σε στατικές κοινωνίες με θεσμικά περιορισμένες αγορές, όπως η αρχαία Σπάρτη και η μεσαιωνική ή μεταμεσαιωνική Ευρώπη, αυτή η κατάσταση πράγματι επικρατούσε, έτσι ώστε η «πλεονάζουσα εργασία» να αποκομίζει στην παραγωγή μισθό κάτω από το επίπεδο συντήρησης. Όσοι ήταν «πλεονάζοντες» και δεν κατείχαν επενδεδυμένο κεφάλαιο περιορίζονταν αριθμητικά μέσω της βρεφοκτονίας ή κατέληγαν στην επαιτεία.

Because we are accustomed to viewing labor implicitly as scarcer than land factors, we speak in terms of zero-rent land. If the situations were reversed, and lands were scarcer than labor factors, we would have to speak of zero-wage laborers, submarginal labor, etc. Theoretically, this is certainly possible, and it might be argued that in such static societies with institutionally limited markets as ancient Sparta and medieval or post- Medieval Europe, this condition actually obtained, so that the “surplus labor” earned a below-subsistence wage in production. Those who were “surplus” and did not own invested capital were curbed by infanticide or reduced to beggary.

17

Το γεγονός ότι η υποοριακή γη δεν αποφέρει μίσθωμα έχει γεννήσει μια ατυχή τάση να θεωρείται η ίδια η έννοια του μισθώματος «διαφορική», ως αναφερόμενη δηλαδή ειδικά σε ποιοτικές διαφορές μεταξύ συντελεστών. Μερικές φορές η έννοια των «απόλυτων» ή καθαρών μισθωμάτων απορρίπτεται πλήρως και ακούμε μόνο για μίσθωμα με «διαφορική έννοια», όπως σε δηλώσεις του ακόλουθου τύπου:

That submarginal land earns no rent has given rise to an unfortunate tendency to regard the very concept of rent as a “differential” one—as referring particularly to differences in quality between factors. Sometimes the concept of “absolute” or pure rents is thrown overboard completely, and we hear only of rent in a “differential sense,” as in such statements as the following:

18
  • - Εάν η γη A αποφέρει 100 ουγγιές χρυσού τον μήνα και η γη B μηδέν, η γη A αποφέρει διαφορικό μίσθωμα 100.
  • - Εάν ο εργαζόμενος A αποκομίζει 50 ουγγιές χρυσού τον μήνα και ο εργαζόμενος B 30 ουγγιές χρυσού, ο A αποκομίζει «πρόσοδο ικανότητας» 20 ουγγιών.

If land A earns 100 gold ounces a month, and land B earns zero, land A is making a differential rent of 100. If laborer A earns 50 gold ounces a month, and laborer B earns 30 gold ounces, A earns a “rent of ability” of 20 ounces.

19

Αντιθέτως, τα μισθώματα είναι απόλυτα και δεν εξαρτώνται από την ύπαρξη ενός υποδεέστερου συντελεστή της ίδιας γενικής κατηγορίας. Η «διαφορική» βάση του μισθώματος εξαρτάται αποκλειστικά από τα απόλυτα μισθώματα και απορρέει από αυτά. Πρόκειται απλώς για ζήτημα αριθμητικής αφαίρεσης. Έτσι, η γη A μπορεί να αποφέρει μίσθωμα 100 και η γη B μίσθωμα μηδέν. Προφανώς, η διαφορά μεταξύ 100 και μηδενός είναι 100. Στην περίπτωση του εργαζομένου, ωστόσο, το «μίσθωμα» του εργαζομένου A, δηλαδή ο μισθός του, είναι 50 και του B είναι 30. Εάν θέλουμε να συγκρίνουμε τις δύο απολαβές, μπορούμε να πούμε ότι ο A αποκομίζει 20 περισσότερα από τον B. Δεν υπάρχει, όμως, ιδιαίτερος λόγος να αυξάνουμε τη σύγχυση χρησιμοποιώντας το «μίσθωμα» με αυτή την έννοια.

On the contrary, rents are absolute and do not depend on the existence of a poorer factor of the same general category. The “differential” basis of rent is purely dependent on, and derived from, absolute rents. It is simply a question of arithmetical subtraction. Thus, land A may earn a rent of 100, and land B a rent of zero. Obviously, the difference between 100 and zero is 100. In the case of the laborer, however, laborer A’s “rent,” i.e., wage, is 50 and B’s is 30. If we want to compare the two earnings, we may say that A earns 20 more than B. There is little point, however, in adding to confusion by using “rent” in this sense.

20

Η έννοια του «διαφορικού μισθώματος» έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για την αντιπαραβολή των απολαβών ενός συντελεστή σε μία χρήση με τις απολαβές του ίδιου συντελεστή σε μια άλλη. Έτσι, εάν ένας συντελεστής, είτε γη είτε εργασία, αποκομίζει 50 ουγγιές τον μήνα σε μία χρήση και θα αποκόμιζε 40 ουγγιές σε κάποια άλλη, τότε το «μίσθωμά» του είναι 10 ουγγιές. Εδώ, το «διαφορικό μίσθωμα» χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη διαφορά μεταξύ της πραγματικής DMVP και της θυσιαζόμενης ευκαιρίας, ή της DMVP στην αμέσως καλύτερη χρήση. Μερικές φορές θεωρείται ότι η διαφορά των 10 ουγγιών δεν αποτελεί κατά κάποιον τρόπο «πραγματικά» μέρος του κόστους των επιχειρηματιών, ότι είναι πλεόνασμα ή ακόμη και «μη δεδουλευμένο» μίσθωμα που αποκτά ο συντελεστής. Γενικά αναγνωρίζεται ότι δεν είναι απαλλαγμένο από κόστος για τις μεμονωμένες επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν αυξήσει με τις προσφορές τους την τιμή του συντελεστή έως την MVP του, δηλαδή το 50. Υποτίθεται, ωστόσο, ότι δεν αποτελεί κόστος από τη «σκοπιά του κλάδου». Αλλά δεν υπάρχει «σκοπιά» του κλάδου. Δεν είναι οι «κλάδοι» αλλά οι επιχειρήσεις που αγοράζουν, πωλούν και επιδιώκουν κέρδη.

The “differential rent” concept has also been used to contrast earnings by a factor in one use with those of the same factor in another use. Thus, if a factor, whether land or labor, earns 50 ounces per month in one use and would have earned 40 ounces in some other use, then its “rent” is 10 ounces. Here, “differential rent” is used to mean the difference between the actual DMVP and the opportunity forgone or the DMVP in the next best use. It is sometimes believed that the 10-ounce differential is in some way not “really” a part of costs to entrepreneurs, that it is surplus or even “unearned” rent acquired by the factor. It is generally admitted that it is not without cost to individual firms, which have bid the factor up to its MVP of 50. It is supposed, however, to be without cost from the “industry point of view.” But there is no industry “point of view.” Not “industries,” but firms, buy and sell and seek profits.

21

Στην πραγματικότητα, ολόκληρη η συζήτηση για το εάν το μίσθωμα είναι «χωρίς κόστος» ή εάν υπεισέρχεται στο κόστος στερείται αξίας. Ανήκει στις παλαιές κλασικές αντιπαραθέσεις σχετικά με το εάν τα μισθώματα «καθορίζονται από την τιμή» ή «καθορίζουν την τιμή». Η άποψη ότι οποιαδήποτε κόστη μπορούν να καθορίζουν την τιμή είναι προϊόν της παλαιάς θεωρίας της αξίας και των τιμών βάσει του κόστους παραγωγής. Είδαμε ότι τα κόστη δεν καθορίζουν τις τιμές, αλλά το αντίστροφο. Ή, ακριβέστερα, οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών, μέσω των διαδικασιών της αγοράς, καθορίζουν τις τιμές των παραγωγικών συντελεστών —τελικά των συντελεστών γης και εργασίας—, και το κύριο βάρος των μεταβολών των τιμών το επωμίζονται οι ειδικοί συντελεστές στους διάφορους τομείς.

In fact, the entire discussion concerning whether or not rent is “costless” or enters into cost is valueless. It belongs to the old classical controversies about whether rents are “price-determined” or “price-determining.” The view that any costs can be price-determining is a product of the old cost-of-production theory of value and prices. We have seen that costs do not determine prices, but vice versa. Or more accurately, prices of consumers’ goods, through market processes, determine the prices of productive factors (ultimately land and labor factors), and the brunt of price changes is borne by specific factors in the various fields.

22

Β. Η φύση της εργασίας

B. THE NATURE OF LABOR

23

Όπως αναφέραμε νωρίτερα, η «εργασία» είναι μια κατηγορία που περιλαμβάνει μια μυριάδα διαφορετικών υπηρεσιών. Γενικά, εργασία είναι η δαπάνη καθαρής ανθρώπινης ενέργειας σε μια παραγωγική διαδικασία. Καταλλακτικά, την εργασία τη μισθώνουν οι επιχειρηματίες-κεφαλαιούχοι.53 Είναι εντελώς αντιεπιστημονικό να χωρίζονται οι εργαζόμενοι σε αυθαίρετες κατηγορίες και να αποκαλείται η μία ομάδα «εργασία» και «εργάτες», ενώ η άλλη λαμβάνει διάφορα άλλα ονόματα. Η απόδοση διαφορετικών ονομάτων υπονοεί ότι η συμβολή τους διαφέρει ως προς τη φύση της από τη συμβολή των άλλων· τέτοια διαφορά, όμως, δεν υπάρχει. Έτσι, κατά τη διαδεδομένη συνήθεια, ορισμένοι μισθωτοί αποκαλούνται «εργασία», ενώ άλλοι αποκαλούνται «διευθυντές», «ανώτερα στελέχη» κ.λπ. Η «διοίκηση» είναι μια ιδιαίτερα δημοφιλής κατηγορία σε αντιδιαστολή με την «εργασία», και ακούμε πολλά για τις «σχέσεις εργασίας–διοίκησης». Οι κατηγορίες αυτές, όμως, στερούνται αξίας. Τη «διοίκηση» τη μισθώνουν οι ιδιοκτήτες ή ο ιδιοκτήτης για να διευθύνει την παραγωγή· τα διευθυντικά στελέχη υποτίθεται ότι υπακούουν στις εντολές των ανωτέρων τους, κάτι στο οποίο συναινούν ως μέρος των όρων της απασχόλησής τους. Οι εργαζόμενοι χαμηλότερης ποιότητας, πιο κάτω στην κλίμακα —οι «εργάτες»—, αντιμετωπίζονται από τους συγγραφείς αυτούς ως άλλη φυλή ανθρώπων.54 Η λειτουργία τους υποτίθεται ότι δεν είναι να υπακούουν σε εντολές και να συμμετέχουν σε μια παραγωγική διαδικασία, αλλά να είναι κατά κάποιον τρόπο διαφορετικοί: να δρουν ως ανεξάρτητη οντότητα, να διεκδικούν τα «δικαιώματά» τους, να έρχονται σε σύγκρουση με τη «διοίκηση» κ.λπ.

As we have mentioned earlier, “labor” is a category that includes a myriad variety of services. Generally, labor is the expenditure of pure human energy on a production process. Catallactically, labor is hired by entrepreneur-capitalists. It is grossly unscientific to separate laborers into arbitrary categories and to refer to one group as “labor” and “workers,” while the other group receives various other names. To give them other names implies a difference in kind between their contribution and the contribution of others, but this difference does not exist. Thus, the popular custom is to call some hired labor, “labor,” while others are called “managers,” “executives,” etc. “Management” is a particularly popular category as contrasted with “labor,” and we hear a great deal of the term “labor-management relations.” But these categories are valueless. “Management” is hired by the owners or owner to direct production; managers are supposed to obey the orders of their superiors—something they consent to do as part of the terms of their employment. The lower-quality workers, further down the scale—the “laborers”—are treated by these writers as a different breed. Their function is supposed to be not to obey orders and engage in a production process, but in some way to be different—to act as an independent entity, asserting its “rights,” quarreling with “management,” etc.

24

Ωστόσο, δεν υπάρχει διαφορά ως προς τη φύση μεταξύ «εργατών» και «διοίκησης». Ο αντιπρόεδρος μιας εταιρείας, αν τον έχουν προσλάβει οι ιδιοκτήτες της, έχει ακριβώς την ίδια δικαιολόγηση —ή την ίδια έλλειψη δικαιολόγησης— να γίνει μέλος συνδικάτου με έναν μισθωτό μηχανικό. Και οι δύο υποτίθεται ότι τηρούν τους όρους της απασχόλησής τους, δηλαδή ότι υπακούουν στις σχετικές εντολές των ανωτέρων τους. Και οι δύο είναι ελεύθεροι ανά πάσα στιγμή να διαπραγματευτούν τους όρους της απασχόλησής τους, όπως σε κάθε άλλη εκούσια ανταλλαγή στην αγορά. Και οι δύο είναι εργαζόμενοι που δαπανούν ανθρώπινη ενέργεια στην παραγωγή αγαθών. Καμία ομάδα εργαζομένων δεν έχει κάποια ιδιαίτερη ιδιότητα που να καθιστά περισσότερο ή λιγότερο δικαιολογημένη την ένταξή της σε συνδικάτο.

Yet there is no difference in kind between “workers” and “management.” The vice president of a company, if hired by its owners, has exactly the same amount of justification, or lack of justification, for joining a union as does a hired mechanic. Both are supposed to abide by the terms of their employment, i.e., to obey the relevant orders of their superiors. Both are free at any time to haggle over the terms of their employment, just as in any other voluntary exchange on the market. Both are laborers, who expend human energy in the production of goods. No special quality attaches to one set of laborers or another that makes it more or less justifiable for them to join a union.

25

Το ζήτημα των συνδικάτων θα εξεταστεί παρακάτω, στο κεφάλαιο 10 για το μονοπώλιο και τον ανταγωνισμό. Εδώ μπορούμε να σημειώσουμε ότι αυτή η ψευδής διχοτομία «εργασίας–διοίκησης» εμφανίζεται με ενδιαφέροντα τρόπο στη διαμάχη για τα συνδικάτα των εργοδηγών.55 Για κάποιον λόγο, ακόμη και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής των συνδικάτων θεωρεί παράλογη την ιδέα να συνδικαλιστούν οι αντιπρόεδροι. Όσοι είναι πιο επικριτικοί απέναντι στα συνδικάτα θεωρούν τερατώδες να επιχειρούν τα συνδικάτα να οργανώσουν τους εργοδηγούς, που ανήκουν στα κατώτερα κλιμάκια της «διοίκησης», και φυσικά θα τρόμαζαν και μόνο στη σκέψη να συνδικαλιστούν οι αντιπρόεδροι. Αν όμως δεν υπάρχει πραγματική διχοτομία και όλοι οι μισθωτοί είναι εργασία, τότε οι απόψεις μας για τα συνδικάτα πρέπει να αλλάξουν ανάλογα. Διότι, αν όλοι παραδέχονται ότι ο συνδικαλισμός των αντιπροέδρων είναι παράλογος ή κακός, τότε ίσως ο ίδιος χαρακτηρισμός θα έπρεπε να ισχύει και για τον συνδικαλισμό οποιωνδήποτε εργαζομένων.

The union question will be explored below, in chapter 10 on Monopoly and Competition. Here we might note that this false “labor-management” dichotomy crops up in an interesting way in the struggle over foremen’s unions. For some reason, even the most ardent union advocate thinks absurd the idea of unionizing the vice presidents. Those more critical of unions think it monstrous if unions attempt to organize foremen, who are in the lower echelons of “management,” and would of course be horrified at the very thought of unionizing vice presidents. Yet if there is no real dichotomy and all employees are labor, then our views on unions must be altered accordingly. For if everyone admits that the unionizing of vice presidents is absurd or evil, then perhaps the same adjective would have to apply to the unionization of any workers.

26

Γ. Η προσφορά γης

C. SUPPLY OF LAND

27

Είδαμε σε όλη την ανάλυση ότι οι διαδικασίες προσδιορισμού των τιμών των μονάδων υπηρεσίας της γης και της εργασίας είναι ακριβώς οι ίδιες. Και οι δύο ομάδες συντελεστών τείνουν να αποκομίζουν την MVP τους· και οι δύο λαμβάνουν προκαταβολές παρόντος χρήματος από κεφαλαιούχους-επιχειρηματίες· και ούτω καθεξής. Η ανάλυση της τιμολόγησης των μονάδων υπηρεσίας των πρωτογενών ή «μόνιμων» συντελεστών εφαρμόζεται εξίσου σε καθεμία. Υπάρχουν, ωστόσο, τρεις βασικές διαφορές μεταξύ των συνθηκών της γης και εκείνων της εργασίας, οι οποίες καθιστούν σημαντικό τον διαχωρισμό τους. Τη μία την έχουμε ήδη εξετάσει λεπτομερώς: ότι στην ελεύθερη οικονομία η γη μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί στην τιμή της ως «συντελεστή ως συνόλου» και, επομένως, αποφέρει απλώς τόκο και επιχειρηματικές μεταβολές της αξίας του περιουσιακού στοιχείου, ενώ η εργασία δεν μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί. Μια δεύτερη διαφορά την εξετάζαμε ήδη: το εμπειρικό γεγονός ότι η εργασία υπήρξε σπανιότερη από τους συντελεστές γης. Ένα επακόλουθο αυτού είναι ότι η εργασία είναι κατεξοχήν ο μη ειδικός συντελεστής, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλες τις παραγωγικές διαδικασίες, ενώ η γη τείνει να είναι πολύ περισσότερο ειδική. Μια τρίτη διαφορά απορρέει από το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι είναι ανθρώπινα όντα και —επίσης εμπειρικό γεγονός— ότι ο ελεύθερος χρόνος είναι πάντοτε καταναλωτικό αγαθό. Ως αποτέλεσμα, θα υπάρχουν τιμές επιφύλαξης της εργασίας έναντι του ελεύθερου χρόνου, ενώ η γη, με την ευρύτερη έννοια, δεν θα έχει τιμή επιφύλαξης. Θα εξετάσουμε αμέσως τις επιδράσεις αυτής της διάκρισης.

We have seen throughout that the processes of price determination for the unit services of land and labor are exactly the same. Both sets of factors tend to earn their MVP; both receive advances of present money from capitalist-entrepreneurs; etc. The analysis of the pricing of unit services of original or “permanent” factors applies equally to each. There are three basic differences between the conditions of land and those of labor, however, that make separation of the two important. One we have already dealt with in detail: that (in the free economy) land can be capitalized in its price as a “whole factor” and therefore earns simply interest and entrepreneurial changes in asset value; while labor cannot be capitalized. A second difference we have been considering—the empirical fact that labor has been more scarce than land factors. A corollary of this is that labor is pre-eminently the nonspecific factor, which is applicable to all processes of production, whereas land tends to be far more specific. A third difference derives from the fact that laborers are human beings and—also an empirical fact—that leisure is always a consumers’ good. As a result, there will be reserve prices for labor against leisure, whereas land—in the broadest sense—will not have a reserve price. We shall deal with the effects of this distinction presently.

28

Το γεγονός ότι η εργασία είναι σπανιότερη και μη ειδική σημαίνει ότι θα υπάρχει πάντοτε αχρησιμοποίητη γη. Μόνο η καλύτερη και παραγωγικότερη γη θα χρησιμοποιείται, δηλαδή η γη με τις υψηλότερες DMVP. Ομοίως, στον πραγματικό κόσμο της αβεβαιότητας, όπου διαπράττονται σφάλματα, θα υπάρχουν επίσης αχρησιμοποίητα κεφαλαιουχικά αγαθά, δηλαδή σε περιπτώσεις όπου είχαν πραγματοποιηθεί εσφαλμένες επενδύσεις που αποδείχθηκαν μη επικερδείς.

The fact that labor is scarcer and nonspecific means that there will always be unused land. Only the best and most productive land will be used, i.e., the land with the highest DMVPs. Similarly, in the real world of uncertainty, where errors are made, there will also be unused capital goods, i.e., in places where malinvestments had been made which turned out to be unprofitable.

29

Μπορούμε τώρα να εξετάσουμε τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης των συντελεστών γης. Δείξαμε παραπάνω ότι, για οποιονδήποτε συντελεστή, η επιμέρους καμπύλη ζήτησης για οποιαδήποτε χρήση, δηλαδή η επιμέρους καμπύλη MVP του συντελεστή σε εκείνη τη χρήση, θα έχει καθοδική κλίση στην περιοχή όπου χρησιμοποιείται ο συντελεστής. Είδαμε επίσης ότι η γενική καμπύλη ζήτησης του συντελεστή σε όλο το εύρος των χρήσεών του θα έχει καθοδική κλίση. Τι συμβαίνει με τις καμπύλες προσφοράς των συντελεστών γης; Εάν εξετάσουμε τη γενική καμπύλη προσφοράς —τον συντελεστή σε σχέση με όλες τις χρήσεις του—, τότε είναι σαφές ότι δεν υπάρχει καμπύλη ζήτησης παρακράτησης για τη γη· τουλάχιστον αυτό θα ισχύει στην ERE. Οι επιμέρους καμπύλες προσφοράς για κάθε χρήση θα εξαρτώνται από τις εναλλακτικές χρήσεις που μπορεί να έχει μια έκταση γης. Εάν έχει εναλλακτικές χρήσεις, η καμπύλη προσφοράς της για κάθε χρήση θα έχει ανοδική κλίση καθώς αυξάνεται η τιμή της, διότι μπορεί να μεταφερθεί από τη μία χρήση στην άλλη όταν μια χρήση αποφέρει υψηλότερο μίσθωμα.

We may now trace the supply and demand curves for land factors. We have shown above that, for any factor, the particular demand curve for any use, i.e., the particular MVP curve for a factor in that use, will slope downward in the region in which the factor is working. Also, we have seen that the general demand curve for the factor in the range of all its uses will slope downward. What of the supply curves for land factors? If we take the general supply curve (the factor considered in relation to all of its uses), then it is clear that there is no reservation demand curve for land; at least this will be true in the ERE. The particular supply curves for each use will depend on the alternate uses a piece of land may have. If it has any alternative uses, its supply curve for each use will slope upward as its price increases, since it can be shifted from one use to another as a use yields a higher rental return.

30

Στις επιμέρους χρήσεις της, ο γαιοκτήμονας θα έχει ζήτηση παρακράτησης, διότι μπορεί να αποκτήσει υψηλότερη απόδοση μεταβαίνοντας σε άλλη χρήση. Όσο ευρύτερο είναι το φάσμα των εναλλακτικών χρήσεων, τόσο πιο επίπεδη θα τείνει να είναι κάθε επιμέρους καμπύλη προσφοράς.

In its particular uses, the landowner will have a reservation demand, since he may obtain a higher return by shifting to another use. The greater the extent of alternate uses, the flatter each particular supply curve will tend to be.

31

Στο Σχήμα 62, το αριστερό διάγραμμα απεικονίζει τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης για τη γενική χρήση ενός συντελεστή γης, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις χρήσεις. Η καμπύλη προσφοράς θα είναι το απόθεμα — μια κατακόρυφη ευθεία γραμμή. Το δεξιό διάγραμμα παρακάτω απεικονίζει τυπικές καμπύλες ζήτησης και προσφοράς για μια συγκεκριμένη χρήση· εδώ η καμπύλη προσφοράς έχει ανοδική κλίση, διότι ο συντελεστής μπορεί να μετακινείται προς και από την εναλλακτική χρήση ή τις εναλλακτικές χρήσεις. Η τομή των καμπυλών προσφοράς και ζήτησης, σε κάθε περίπτωση, δίνει τη μισθωτική τιμή, η οποία ισούται με την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος για τη συνολική διαθέσιμη ποσότητα του συντελεστή. Η τιμή για το σύνολο των χρήσεων, 0C, θα είναι ίδια με τις τιμές 0E κ.λπ. για οποιαδήποτε επιμέρους χρήση, διότι η τιμή του συντελεστή πρέπει, στην ισορροπία, να είναι ίδια σε όλες τις χρήσεις. Το γενικό διάγραμμα δίνει επίσης τη συνολική ποσότητα που θα διατεθεί προς μίσθωση, 0S1, η οποία θα ισούται με τη συνολική διαθέσιμη προσφορά του συντελεστή γης. Το άθροισμα των ποσοτήτων ισορροπίας —όπως η EB στο διάγραμμα— που προσφέρονται για επιμέρους χρήσεις θα ισούται με τη συνολική προσφερόμενη ποσότητα για όλες τις χρήσεις, 0S1.

In Figure 62, the left-hand diagram depicts the supply and demand curves for the general use of a land factor, including all uses. The supply curve will be the stock—a vertical straight line. The right-hand diagram below depicts typical demand and supply curves for a particular use; here, the supply curve slopes upward because it can shift to and from the alternative use or uses. The intersection of the supply and demand curves, in each instance, yields the rental price, equaling the discounted marginal value product for the total quantity of the factor available. The price for the general uses, 0C, will be the same as the prices 0E, etc., for any particular use, since the price of the factor must, in equilibrium, be the same in all uses. The general diagram also yields the total quantity that will be sold for rent, 0S, which will equal the total supply of the land factor available. The sum of the equilibrium quantities (such as EB on the diagram) supplied for particular uses would equal the total supplied for all uses, 0S.

32

Είδαμε ότι οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών καθορίζονται από τους πίνακες ζήτησης των καταναλωτών, όπως αυτοί προσδιορίζονται από τις κλίμακες αξιών τους, δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές θα αξιολογήσουν την ποσότητα που προσφέρουν οι παραγωγοί —οι κεφαλαιούχοι της πρώτης βαθμίδας. Όταν, στη μεταβαλλόμενη οικονομία, οι παραγωγοί έχουν κερδοσκοπική ζήτηση παρακράτησης, η τιμή θα καθορίζεται, σε κάθε χρονική στιγμή, από τη συνολική ζήτηση για το δεδομένο απόθεμα και θα τείνει πάντοτε να προσεγγίζει την πραγματική τιμή της καταναλωτικής ζήτησης. Παρόμοια κατάσταση επικρατεί στη γη. Οι τιμές των συντελεστών γης θα καθορίζονται από τον γενικό πίνακα των DMVP των συντελεστών και θα διαμορφώνονται σύμφωνα με το σημείο τομής της συνολικής διαθέσιμης ποσότητας, ή του αποθέματος, του συντελεστή με τον πίνακα της προεξοφλημένης αξίας του οριακού προϊόντος του. Η DMVP, με τη σειρά της, όπως είδαμε εκτενώς, καθορίζεται από τον βαθμό στον οποίο αυτός ο συντελεστής εξυπηρετεί τους καταναλωτές. Η MVP καθορίζεται άμεσα από τον βαθμό στον οποίο μια μονάδα συντελεστή εξυπηρετεί τους καταναλωτές, και η προεξόφληση καθορίζεται από τον βαθμό στον οποίο οι καταναλωτές επιλέγουν την αποταμίευση-επένδυση έναντι της παρούσας κατανάλωσης. Επομένως, οι κλίμακες αξιών των καταναλωτών καθορίζουν, με δεδομένα τα αποθέματα των πρωτογενών συντελεστών, όλα τα διάφορα αποτελέσματα της οικονομίας της αγοράς που χρειάζεται να εξηγηθούν: τις τιμές των πρωτογενών συντελεστών, την κατανομή τους, τα εισοδήματά τους, τον συντελεστή χρονικής προτίμησης και το επιτόκιο, τη διάρκεια των χρησιμοποιούμενων παραγωγικών διαδικασιών και τις ποσότητες και τα είδη των τελικών προϊόντων. Στον μεταβαλλόμενο πραγματικό κόσμο μας, αυτή η όμορφη και εύτακτη δομή της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς τείνει να επιτυγχάνεται μέσω της επιδίωξης των επιχειρηματιών να αποκομίζουν κέρδη και να αποφεύγουν ζημίες.56

We have seen that the prices of consumers’ goods are set by consumers’ demand schedules, as determined by their value scales, i.e., by the way that the quantity supplied by producers (the first-rank capitalists) will be valued by consumers. When, in the changing economy, producers have speculative reservation demands, the price will, at any moment, be set by the total demand for the given stock, and this will always tend to approach the true consumers’ demand price. A similar situation obtains in land. The prices of land factors will be determined by the general schedule of the factors’ DMVPs and will be set according to the point of intersection of the total quantity, or stock, of the factor available, with its discounted marginal value productivity schedule. The DMVP, in turn, is, as we have seen at length, determined by the extent to which this factor serves the consumers. The MVP is determined directly by the degree that a factor unit serves the consumers, and the discount is determined by the extent that consumers choose saving-investment as against present consumption. Therefore, the value scales of the consumers determine, given the stocks of original factors, all the various results of the market economy that need to be explained: the prices of the original factors, the allocation of original factors, the incomes to original factors, the rate of time preferences and interest, the length of the production processes in use, and the amounts and types of the final products. In our changing real world, this beautiful and orderly structure of the free market economy tends to be attained through the drive of the entrepreneurs toward making profit and avoiding loss.

33

Στο σημείο αυτό, ας εξετάσουμε ένα μεγάλο φόβητρο των οπαδών του Henry George: την κερδοσκοπία στη γη που κρατά παραγωγική γη εκτός χρήσης. Σύμφωνα με τους οπαδούς του George, πλήθος οικονομικών δεινών, συμπεριλαμβανομένων των βαθιών υφέσεων του οικονομικού κύκλου, απορρέει από την κερδοσκοπική παρακράτηση της βασικής γης εκτός χρήσης, η οποία προκαλεί τεχνητή σπανιότητα και υψηλά μισθώματα για τις θέσεις που χρησιμοποιούνται. Είδαμε παραπάνω ότι η κερδοσκοπία στα καταναλωτικά αγαθά —και το ίδιο ισχύει για τα κεφαλαιουχικά αγαθά— επιτελεί την εξαιρετικά χρήσιμη λειτουργία της επιτάχυνσης της προσαρμογής προς την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση της καταναλωτικής ζήτησης. Ωστόσο, παραδόξως, η κερδοσκοπία στη γη είναι πολύ λιγότερο πιθανό να εμφανιστεί και έχει πολύ μικρότερη σημασία από ό,τι στην περίπτωση οποιουδήποτε άλλου οικονομικού αγαθού. Διότι τα καταναλωτικά ή κεφαλαιουχικά αγαθά, όντας μη μόνιμα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε τώρα είτε σε κάποια μεταγενέστερη χρονική στιγμή. Υπάρχει επιλογή μεταξύ χρήσης στο παρόν και χρήσης σε διάφορες χρονικές στιγμές στο μέλλον. Εάν ο ιδιοκτήτης του αγαθού εκτιμά ότι η ζήτησή του θα είναι υψηλότερη στο μέλλον και, επομένως, η τιμή του μεγαλύτερη, θα διακρατήσει τα αγαθά ως απόθεμα έως εκείνη τη στιγμή, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της αναμονής δεν είναι υπερβολικά δαπανηρή από την άποψη της χρονικής προτίμησης και της αποθήκευσης. Αυτό εξυπηρετεί τους καταναλωτές μεταθέτοντας το αγαθό από τη χρήση στο παρόν σε μια υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση στο μέλλον.

At this point, let us consider a great bugaboo of the Henry Georgists—speculation in land that withholds productive land from use. According to the Georgists, a whole host of economic evils, including the depressions of the business cycle, stem from speculative withholding of ground land from use, causing an artificial scarcity and high rents for the sites in use. We have seen above that speculation in consumers’ goods (and the same will also apply to capital goods) performs the highly useful function of speeding adjustment to the best satisfaction of consumer demand. Yet, curiously, speculation in land is far less likely to occur and is far less important than in the case of any other economic good. For consumers’ or capital goods, being nonpermanent, can be used either now or at some later date. There is a choice between use in the present or use at various times in the future. If the owner of the good estimates that demand for the good will be higher in the future and therefore its price will be greater, he will, provided that the length of waiting time is not too costly in terms of time preference and storage, keep the goods on hand (in inventory) until that date. This serves the consumers by shifting the good from use at present to a more highly valued use in the future.

34

Η γη, ωστόσο, είναι μόνιμος πόρος, όπως είδαμε. Μπορεί να χρησιμοποιείται συνεχώς, τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον. Επομένως, κάθε παρακράτηση γης εκτός χρήσης από τον ιδιοκτήτη είναι απλώς ανόητη· σημαίνει μόνο ότι αρνείται χωρίς λόγο χρηματικά μισθώματα. Το γεγονός ότι ένας γαιοκτήμονας μπορεί να προσδοκά πως η αξία της γης του θα αυξηθεί σε λίγα χρόνια, λόγω αυξήσεων των μελλοντικών μισθωμάτων, δεν παρέχει κανέναν απολύτως λόγο για να αρνείται να αποκτήσει μισθώματα στο μεταξύ. Επομένως, μια θέση γης θα παραμένει αχρησιμοποίητη απλώς επειδή θα απέφερε μηδενικό μίσθωμα στην παραγωγή. Σε πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, μια θέση γης, αφού δεσμευτεί σε έναν ορισμένο κλάδο παραγωγής, δεν θα μπορούσε να μεταφερθεί εύκολα ή χωρίς σημαντικό κόστος σε άλλον κλάδο. Όταν ο γαιοκτήμονας προσδοκά ότι σύντομα θα καταστεί διαθέσιμη μια καλύτερη χρήση ή αμφιβάλλει για την καλύτερη δέσμευση της γης, θα κρατήσει τη θέση εκτός χρήσης εάν η εξοικονόμηση «κόστους μετάβασης» υπερβαίνει το κόστος ευκαιρίας της αναμονής και της θυσίας των μισθωμάτων που θα μπορούσε να αποκτήσει στο παρόν. Ο ιδιοκτήτης της θέσης που ενεργεί κερδοσκοπικά προσφέρει, επομένως, μεγάλη υπηρεσία στους καταναλωτές και στην αγορά, μη δεσμεύοντας τη γη σε μια υποδεέστερη παραγωγική χρήση. Περιμένοντας να διαθέσει τη γη σε ανώτερη παραγωγική χρήση, την κατανέμει στις χρήσεις που επιθυμούν περισσότερο οι καταναλωτές.

Land, however, is a permanent resource, as we have seen. It can be used all the time, both in the present and in the future. Therefore, any withholding of land from use by the owner is simply silly; it means merely that he is refusing monetary rents unnecessarily. The fact that a landowner may anticipate that his land value will increase (because of increases in future rents) in a few years furnishes no reason whatever for the owner to refuse to acquire rents in the meanwhile. Therefore, a site will remain unused simply because it would earn zero rent in production. In many cases, however, a land site, once committed to a certain line of production, could not easily or without substantial cost be shifted to another line. Where the landowner anticipates that a better line of use will soon become available or is in doubt on the best commitment for the land, he will withhold the land site from use if his saving in “change-over cost” will be greater than his opportunity cost of waiting and of forgoing presently obtainable rents. The speculative site-owner is, then, performing a great service to consumers and to the market in not committing the land to a poorer productive use. By waiting to place the land in a superior productive use, he is allocating the land to the uses most desired by the consumers.

35

Εκείνο που πιθανότατα συγχέει τους οπαδούς του George είναι το γεγονός ότι πολλές θέσεις παραμένουν αχρησιμοποίητες και, ωστόσο, επιτυγχάνουν κεφαλαιακή τιμή στην αγορά. Η κεφαλαιακή τιμή της θέσης μπορεί μάλιστα να αυξάνεται ενώ η θέση εξακολουθεί να παραμένει αδρανής. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι συντελείται κάποιου είδους κακοβουλία. Σημαίνει απλώς ότι δεν αναμένονται μισθώματα από τη θέση κατά τα πρώτα λίγα χρόνια, μολονότι αυτή θα αποφέρει θετικά μισθώματα στη συνέχεια. Η κεφαλαιακή αξία της βασικής γης, όπως είδαμε, συνοψίζει το προεξοφλημένο σύνολο όλων των μελλοντικών μισθωμάτων, και αυτά τα ποσά μισθωμάτων μπορούν να ασκούν αισθητή επίδραση από σημαντική χρονική απόσταση στο μέλλον, ανάλογα με το επιτόκιο. Δεν υπάρχει, επομένως, κανένα μυστήριο στο γεγονός ότι μια αδρανής θέση έχει κεφαλαιακή αξία ή ότι αυτή αυξάνεται. Η θέση δεν παρακρατείται κακόβουλα εκτός παραγωγής.57

What probably confuses the Georgists is the fact that many sites lie unused and yet command a capital price on the market. The capital price of the site might even increase while the site continues to remain idle. This does not mean, however, that some sort of villainy is afoot. It simply means that no rents on the site are expected for the first few years, although it will earn positive rents thereafter. The capital value of ground land, as we have seen, sums up the discounted total of all future rents, and these rental sums may exert a tangible influence from a considerable distance in the future, depending on the rate of interest. There is therefore no mystery in the fact of a capital value for an idle site, or in its rise. The site is not being villainously withheld from production.

36

Ας εξετάσουμε τώρα την επίδραση μιας μεταβολής στην προσφορά ενός συντελεστή γης. Ας υποθέσουμε ότι αυξάνεται η προσφορά γης γενικά, ενώ η προσφορά εργασίας και αποταμιεύσεων παραμένει σταθερή. Εάν η νέα γη είναι υποοριακή σε σχέση με τη γη που χρησιμοποιείται σήμερα, είναι προφανές ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί, αλλά θα προστεθεί στις άλλες υποοριακές θέσεις γης που παραμένουν αδρανείς. Εάν, από την άλλη πλευρά, η νέα γη είναι ανώτερη και, επομένως, θα απέφερε θετικό μίσθωμα, τίθεται σε χρήση. Δεν έχει υπάρξει, ωστόσο, καμία αύξηση της εργασίας ή του κεφαλαίου, έτσι ώστε δεν θα είναι επικερδές να χρησιμοποιηθούν αυτοί οι συντελεστές σε μεγαλύτερη συνολική ποσότητα γης από πριν. Η νέα παραγωγική γη, ανταγωνιζόμενη την παλαιότερη, θα ωθήσει, επομένως, τη γη που προηγουμένως βρισκόταν μόλις στο όριο στην υποοριακή κατηγορία. Η εργασία θα χρησιμοποιεί πάντοτε το κεφάλαιο στην καλύτερη γη και, έτσι, η νέα απόκτηση υπεροριακής γης θα εκτοπίσει από την παραγωγή την προηγουμένως οριακή γη. Εφόσον η νέα γη έχει μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε αξία από την παλαιά οριακή γη που αντικαθιστά, η μεταβολή αυξάνει τη συνολική παραγωγή αγαθών στην κοινωνία.

Let us now consider the effect of a change in the supply of a land factor. Suppose that there is an increase in the supply of land in general, the supply of labor and savings remaining constant. If the new land is submarginal in relation to land presently in use, it is obvious that the new land will not be used, but will, instead, join its fellow submarginal land sites in idleness. If, on the other hand, the new land is superior, and therefore would earn a positive rent, it comes into use. There has been, however, no increase in labor or capital, so that it will not be profitable for these factors to be employed on a greater total amount of land than before. The new productive land, competing with the older land, will therefore push the previously justmarginal land into the submarginal category. Labor will always employ capital on the best land, and so the new acquisition of supramarginal land will oust the previously marginal land from production. Since the new land is more value-productive than the old marginal land which it replaces, the change increases the total output of goods in the society.

37

Δ. Η προσφορά εργασίας

D. SUPPLY OF LABOR

38

Στην περίπτωση ενός συντελεστή εργασίας, η επιμέρους καμπύλη ζήτησης για τη χρήση του θα έχει καθοδική κλίση και η επιμέρους καμπύλη προσφοράς του για μια συγκεκριμένη χρήση θα έχει ανοδική κλίση προς τα δεξιά. Πράγματι, εφόσον η εργασία είναι ο σχετικά μη ειδικός συντελεστής, η επιμέρους καμπύλη προσφοράς ενός συντελεστή εργασίας είναι πιθανό να είναι πιο επίπεδη από την καμπύλη προσφοράς του συνήθως περισσότερο ειδικού συντελεστή γης. Έτσι, οι επιμέρους καμπύλες προσφοράς και ζήτησης ενός συντελεστή εργασίας μπορεί να έχουν τη μορφή που παρουσιάζεται στο Σχήμα 63.

In the case of a labor factor, the particular demand curve for its use will slope downward, and the particular supply curve of a labor factor for a specific use will slope upward to the right. In fact, since labor is the relatively nonspecific factor, the particular supply curve of a labor factor is likely to be flatter than the supply curve of the (usually more specific) land factor. Thus, the particular supply and demand curves for a labor factor may be as represented in Figure 63.

39

Η γενική καμπύλη ζήτησης ενός συντελεστή εργασίας θα έχει επίσης καθοδική κλίση στη σχετική περιοχή. Μία από τις περιπλοκές στην ανάλυση της εργασίας είναι η υποτιθέμενη εμφάνιση μιας «οπισθοκλινούσας καμπύλης προσφοράς εργασίας». Αυτό συμβαίνει όταν οι εργαζόμενοι αντιδρούν σε υψηλότερους μισθούς μειώνοντας τις ώρες εργασίας που προσφέρουν, απολαμβάνοντας έτσι μέρος του υψηλότερου εισοδήματός τους με τη μορφή αυξημένου ελεύθερου χρόνου. Αυτό μπορεί κάλλιστα να συμβεί, αλλά δεν θα έχει σημασία για τον προσδιορισμό του μισθού ενός συντελεστή. Καταρχάς, είδαμε ότι οι επιμέρους καμπύλες προσφοράς ενός συντελεστή θα είναι επίπεδες λόγω του ανταγωνισμού των εναλλακτικών χρήσεων. Αλλά ακόμη και η γενική καμπύλη προσφοράς ενός συντελεστή θα «κλίνει προς τα εμπρός», δηλαδή προς τα δεξιά. Διότι η εργασία, μολονότι κάθε άλλο παρά ομοιογενής είναι, αποτελεί κατεξοχήν μη ειδικό συντελεστή. Επομένως, οι υψηλότεροι μισθοί για μια ομάδα συντελεστών θα τείνουν να παρακινούν άλλους εργαζομένους να εκπαιδευτούν ή να δραστηριοποιηθούν ώστε να εισέλθουν σε αυτή τη συγκεκριμένη «αγορά». Εφόσον οι δεξιότητες διαφέρουν, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι μισθοί θα εξισωθούν. Σημαίνει, ωστόσο, ότι και οι γενικές καμπύλες προσφοράς ενός συντελεστή εργασίας θα έχουν κλίση προς τα εμπρός. Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε μια σειρά γενικών καμπυλών προσφοράς και ζήτησης για διάφορους συντελεστές εργασίας, όπως στο Σχήμα 64.

The general demand curve for a labor factor will also slope downward in the relevant area. One of the complications in the analysis of labor is the alleged occurrence of a “backward supply curve of labor.” This happens when workers react to higher wage rates by reducing their supply of labor hours, thus taking some of their higher incomes as increased leisure. This may very well occur, but it will not be relevant to the determination of the wages of a factor. In the first place, we saw that particular supply curves of a factor will be flat because of the competition of alternative uses. But even the general supply curve of a factor will be “forward-sloping,” i.e., rightward-sloping. For labor, though hardly homogeneous, is a peculiarly nonspecific factor. Therefore, higher wage rates for one set of factors will tend to stimulate other laborers to train themselves or bestir themselves to enter this particular “market.” Since skills differ, this does not mean that all wages will be equalized. It does mean, however, that general supply curves for a labor factor will also be forward-sloping. We might arrange an array of general supply and demand curves for various labor factors as in Figure 64.

40

Η μόνη περίπτωση στην οποία μπορεί να εμφανιστεί οπισθοκλινούσα καμπύλη προσφοράς είναι εκείνη της συνολικής προσφοράς όλων των συντελεστών εργασίας, και εδώ τα στοιχεία είναι τόσο ασαφή, καθώς αυτοί οι συντελεστές δεν είναι ομοιογενείς, ώστε τα διαγράμματα προσφέρουν ελάχιστα στην ανάλυση. Ωστόσο, αυτό είναι σημαντικό ζήτημα. Καθώς οι μισθοί αυξάνονται γενικά, με όλες τις διασυνδέσεις τους μεταξύ των διαφόρων επιμέρους αγορών εργασίας, η συνολική προσφορά εργασίας —δηλαδή η ποσότητα των ωρών εργασίας— μπορεί είτε να αυξηθεί είτε να μειωθεί, ανάλογα με τις κλίμακες αξιών των εμπλεκόμενων ατόμων. Οι αυξανόμενοι μισθοί μπορεί να προσελκύσουν μη εργαζόμενα άτομα στο εργατικό δυναμικό και να παρακινήσουν ανθρώπους να εργαστούν υπερωριακά ή να αναλάβουν μια πρόσθετη εργασία μερικής απασχόλησης. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένο ελεύθερο χρόνο και σε μείωση του συνολικού αριθμού των ωρών εργασίας. Οι αυξανόμενοι μισθοί μπορεί να οδηγήσουν σε αύξηση του πληθυσμού, διευρύνοντας τη συνολική προσφορά εργασίας «εν γένει», ή μπορεί να οδηγήσουν σε μείωση του πληθυσμού και στην απόλαυση μέρους των οφελών των αυξημένων μισθών με τη μορφή αυξημένου ελεύθερου χρόνου και υψηλότερου βιοτικού επιπέδου ανά άτομο.58 Οι μεταβολές στη συνολική προσφορά ή στο απόθεμα εργασίας εν γένει θα επηρεάζουν τις επιμέρους αγορές, μετατοπίζοντας όλους τους επιμέρους πίνακες προσφοράς προς τα αριστερά εάν το απόθεμα μειώνεται ή προς τα δεξιά εάν αυξάνεται.

The only case in which a backward supply curve may occur is for the total supply of all labor factors, and here the elements are so imprecise, since these factors are not homogeneous, that diagrams are of little avail in analysis. Yet this is an important question. As wage rates in general rise, in all their connexity between various specific labor markets, the supply of all labor (i.e., the quantity of labor-hours) can either increase or decrease, depending on the value scales of the individuals concerned. Rising wages may draw nonworking people into the labor force and induce people to work overtime or to obtain an extra part-time job. On the other hand, it may lead to increased leisure and a falling off in total hours worked. Rising wages may lead to population growth, swelling the total supply of labor “in general,” or may lead to a cutback in population and the taking of some of the gains of increased wages in the form of increased leisure and an increased standard of living per person in the population. Changes in the total supply or stock of labor-in-general will affect the particular markets by shifting all the specific schedules to the left if the stock decreases, or to the right if it increases.

41

Μια οπισθοκλινούσα καμπύλη προσφοράς θα μπορούσε ενδεχομένως να εμφανιστεί και για έναν συντελεστή γης, όταν ο ιδιοκτήτης έχει υψηλή ζήτηση παρακράτησης της γης προκειμένου να απολαμβάνει την ομορφιά της ενώ παραμένει αχρησιμοποίητη με την καταλλακτική έννοια. Στην περίπτωση αυτή, η γη θα συνεπαγόταν αυξανόμενη οριακή απαρέσκεια λόγω της θυσιαζόμενης οπτικής απόλαυσης, όπως ακριβώς θυσιάζεται ελεύθερος χρόνος κατά την καταβολή εργασίας. Στην περίπτωση της γης, επειδή η διασύνδεση μεταξύ των συντελεστών γης δεν είναι τόσο μεγάλη όσο μεταξύ των μη ειδικών συντελεστών εργασίας, αυτή η συνθήκη θα επηρέαζε πράγματι αμεσότερα την αγοραία μισθωτική τιμή. Μπορεί να εκδηλωθεί ως οπισθοκλινούσα γενική καμπύλη προσφοράς του συντελεστή γης. Τα υψηλότερα μισθώματα που προσφέρονται για τη γη του θα παρακινούν τότε τον γαιοκτήμονα να παρακρατεί μεγαλύτερο μέρος της, απολαμβάνοντας το υψηλότερο εισόδημα εν μέρει ως μη ανταλλάξιμα καταναλωτικά αγαθά και εν μέρει ως περισσότερο εισπραττόμενο χρήμα. Αυτές οι περιπτώσεις μπορεί να είναι σπάνιες στην πράξη, αλλά μόνο εξαιτίας των ελεύθερα επιλεγμένων αξιών των ίδιων των ατόμων.

A backward supply curve might conceivably take place for a land factor as well, when the owner has a high reserve demand for the land in order to enjoy its unused (in the catallactic sense) beauty. In that case, the land would have an increasing marginal disutility of visual enjoyment forgone, just as leisure is forgone in the process of expending labor. In the case of land, since there is not as great a connexity between land factors as there is between nonspecific labor factors, this circumstance will, in fact, impinge more directly on the market rental price. It may be revealed in a backward general supply curve for the land factor. Higher rental prices offered for his land will then induce the landowner to withhold more of it, taking the higher income partially in nonexchangeable consumption goods as well as in more money received. These cases may be rare in practice, but only because of the freely chosen values of the individuals themselves.

42

Επομένως, δεν υπάρχει λόγος για όποιον επιθυμεί να διατηρήσει ένα μνημείο ή ένα πάρκο να παραπονείται για τον τρόπο με τον οποίο η αγορά αντιμετωπίζει τα αντικείμενα που θεωρεί πολύτιμα. Στην ελεύθερη κοινωνία, αυτοί οι υποστηρικτές της διατήρησης είναι απολύτως ελεύθεροι να αγοράσουν τους χώρους και να τους διατηρήσουν ανέπαφους. Ουσιαστικά, θα αντλούσαν καταναλωτικές υπηρεσίες από τέτοιες πράξεις διατήρησης.

Thus, there is no reason for the would-be preserver of a monument or of a park to complain about the way the market treats his treasured objects. In the free society, these conservationists are at perfect liberty to purchase the sites and preserve them intact. They would, in effect, be deriving consumption services from such acts of preservation.

43

Επιστρέφοντας στην εργασία, έχουμε αναφέρει μια ακόμη συνιστώσα των μισθών. Πρόκειται για το ψυχικό εισόδημα ή την ψυχική απαρέσκεια που συνεπάγεται οποιοδήποτε συγκεκριμένο είδος εργασίας. Οι άνθρωποι, με άλλα λόγια, συχνά προσελκύονται σε ένα ορισμένο είδος εργασίας ή σε μια συγκεκριμένη θέση από άλλες παραμέτρους πέρα από το χρηματικό εισόδημα. Μπορεί να υπάρχουν θετικά ψυχικά οφέλη και ικανοποιήσεις που απορρέουν από το συγκεκριμένο είδος εργασίας ή από τη συγκεκριμένη επιχείρηση που απασχολεί τον εργαζόμενο. Ομοίως, συγκεκριμένες εργασίες μπορεί να συνδέονται με ψυχικές απαρέσκειες.

To return to labor, we have mentioned another component in wage rates. This is the psychic income, or psychic disutility, involved in any particular line of work. People, in other words, are often attracted to a certain line of work or to a specific job by other considerations than the monetary income. There may be positive psychic benefits and satisfactions derived from the particular type of work or from the particular firm employing the worker. Similarly, psychic disutilities may be attached to particular jobs.

44

Αυτά τα ψυχικά στοιχεία θα υπεισέρχονται στις καμπύλες των επιμέρους χρήσεων. Για να απομονώσουμε τέτοια στοιχεία, ας υποθέσουμε προς στιγμήν ότι όλοι οι εργαζόμενοι είναι εξίσου παραγωγικοί σε όρους αξίας, ότι η εργασία είναι ομοιογενής συντελεστής. Σε έναν τέτοιο κόσμο, όλοι οι μισθοί σε όλα τα επαγγέλματα θα ήταν ίσοι. Δεν χρειάζεται όλοι οι κλάδοι να είναι εξίσου παραγωγικοί σε όρους αξίας για να προκύψει αυτό το αποτέλεσμα. Διότι, ως αποτέλεσμα της διασύνδεσης της εργασίας, δηλαδή της μη ειδικότητάς της, οι εργαζόμενοι μπορούν να εισέλθουν σε ευρύ φάσμα επαγγελμάτων. Εάν υποθέσουμε, όπως κάνουμε προς το παρόν, ότι όλοι οι εργαζόμενοι είναι εξίσου παραγωγικοί σε όρους αξίας, τότε θα εισέλθουν σε έναν κλάδο υψηλών μισθών, ωθώντας προς τα κάτω την επιμέρους καμπύλη προσφοράς εργασίας σε αυτόν τον κλάδο, ενώ οι εργαζόμενοι που αποχωρούν θα μετατοπίζουν προς τα πάνω την καμπύλη προσφοράς εργασίας στον κλάδο χαμηλών μισθών.

These psychic elements will enter into the curves for particular uses. In order to isolate such elements, let us suppose for the moment that all laborers are equally value-productive, that labor is a homogeneous factor. In such a world, all wage rates in all occupations would be equal. All industries need not be equally value-productive for this result to occur. For as a result of the connexity of labor, i.e., its nonspecificity, laborers can enter wide ranges of occupations. If we assume, as we do for the moment, that all laborers are equally value-productive, then they will enter a high-wage industry to push the particular supply curve of labor in that industry downward, while quitting workers raise the supply curve of labor in the low-wage industry.

45

Αυτό το συμπέρασμα απορρέει από τη γενική τάση προς την ομοιομορφία της τιμής οποιουδήποτε αγαθού στην αγορά. Εάν όλη η εργασία ήταν ομοιογενής και, επομένως, ένας συντελεστής, η τιμή της —ο μισθός— θα ήταν ενιαία σε όλους τους κλάδους, όπως ακριβώς το καθαρό επιτόκιο τείνει να είναι ενιαίο.

This conclusion follows from the general tendency toward the uniformity of the price of any good on the market. If all labor were homogeneous and therefore one factor, its price (wage rate) would be uniform throughout industry, just as the pure interest rate tends to be uniform.

46

Ας χαλαρώσουμε τώρα μία από τις συνθήκες της υποθετικής μας κατασκευής.59 Διατηρώντας την υπόθεση της ίσης παραγωγικότητας όλων των εργαζομένων, ας εισαγάγουμε τώρα τη δυνατότητα να προκύπτουν ψυχικά οφέλη ή ψυχικές απαρέσκειες για τους εργαζομένους σε συγκεκριμένες εργασίες. Ορισμένες εργασίες αρέσουν ιδιαίτερα στους περισσότερους ανθρώπους, ενώ άλλες τους προκαλούν έντονη αποστροφή. Αυτές οι εργασίες μπορεί να χαρακτηρίζουν ορισμένους κλάδους ή, στενότερα, μεμονωμένες επιχειρήσεις στις οποίες η εργασία μπορεί να θεωρείται ιδιαίτερα ευχάριστη ή δυσάρεστη. Τι θα συμβεί στους χρηματικούς μισθούς και στην προσφορά εργασίας στα διάφορα επαγγέλματα; Είναι προφανές ότι, στο επάγγελμα ή στην επιχείρηση που γενικά προκαλεί αποστροφή, θα απαιτούνται υψηλότεροι χρηματικοί μισθοί για να προσελκύεται και να διατηρείται εργασία σε αυτή τη θέση. Από την άλλη πλευρά, θα υπάρχει τόσο μεγάλη προσφορά εργασίας που θα ανταγωνίζεται για τις γενικά επιθυμητές θέσεις, ώστε αυτές θα καταβάλλουν χαμηλότερους μισθούς. Με άλλα λόγια, το τροποποιημένο συμπέρασμά μας είναι ότι θα εξισώνονται παντού όχι οι χρηματικοί αλλά οι ψυχικοί μισθοί — με τους ψυχικούς μισθούς να ισούνται με τους χρηματικούς μισθούς συν ή πλην μιας συνιστώσας ψυχικού οφέλους ή ψυχικής απαρέσκειας.

Now let us relax one of the conditions of our hypothetical construct. While retaining the assumption of equal productivity of all laborers, let us now introduce the possibility of psychic benefits or psychic disutilities accruing to workers at particular jobs. Some jobs are actively liked by most people, others actively disliked. These jobs may be common to certain industries or, more narrowly, to individual firms which may be considered particularly pleasant or unpleasant to work for. What will happen to money wage rates and to the supply of labor in the various occupations? It is obvious that, in the generally disliked occupation or firm, higher money wage rates will be necessary to attract and hold labor in that job. On the other hand, there will be so much labor competing in the generally liked jobs that they will pay lower wage rates. In other words, our amended conclusion is that not money wage rates, but psychic wage rates, will be equalized throughout—psychic wage rates being equal to money wage rates plus or minus a psychic benefit or psychic disutility component.

47

Πολλοί οικονομολόγοι έχουν υποθέσει, σιωπηρά ή ρητά, μια ουσιώδη ομοιογένεια μεταξύ των εργαζομένων. Και έκαναν αυτή την υπόθεση όχι, όπως εμείς, ως αμιγώς προσωρινή κατασκευή, αλλά ως απόπειρα περιγραφής του πραγματικού κόσμου. Το ζήτημα είναι εμπειρικό. Αποτελεί θεμελιώδη, εμπειρικά συναγόμενη παραδοχή αυτού του βιβλίου ότι υπάρχει μεγάλη ποικιλία μεταξύ των ανθρώπων ως προς τις εργασιακές δεξιότητες, τη διορατικότητα για τα μελλοντικά γεγονότα, την ικανότητα, την ευφυΐα κ.λπ. Φαίνεται εμπειρικά σαφές ότι αυτό πράγματι ισχύει.60 Οι αρνήσεις φαίνεται να βασίζονται στην απλή πίστη ότι όλοι οι άνθρωποι είναι «πραγματικά» ίσοι από κάθε άποψη ή θα μπορούσαν να γίνουν ίσοι υπό κατάλληλες συνθήκες. Γενικά, οι υποθέσεις ομοιομορφίας και ισότητας γίνονται σιωπηρά και όχι ρητά, ίσως επειδή διαφορετικά θα γίνονταν σαφείς οι παραλογισμοί και τα προφανή σφάλματα της θέσης αυτής. Διότι ποιος θα αρνιόταν ότι δεν θα μπορούσε ο καθένας να γίνει τραγουδιστής όπερας ή πρωταθλητής στο χτύπημα της μπάλας στο μπέιζμπολ;

Many economists have assumed, implicitly or explicitly, an essential homogeneity among laborers. And they have made this assumption not, as we have done, as a purely temporary construct, but as an attempt to describe the real world. The question is an empirical one. It is a fundamental, empirically derived postulate of this book that there is a great variety among men in labor skills, in insight into future events, in ability, intelligence, etc. It seems empirically clear that this is the case. The denials seem to be based on the simple faith that all men are “really” equal in all respects or could be made equal under proper conditions. Generally, the assumptions of uniformity and equality are made implicitly rather than explicitly, perhaps because the absurdities and obvious errors of the position would then become clear. For who would deny that not everyone could be an opera singer or a batting champion?

48

Ορισμένοι συγγραφείς επιχειρούν να διασώσουν την υπόθεση της ομοιομορφίας καταδεικνύοντας ότι οι μισθολογικές διαφορές εμφανίζονται αποκλειστικά λόγω του μεγάλου κόστους εκπαίδευσης για ορισμένες εργασίες. Έτσι, ένας γιατρός θα αποκομίζει περισσότερα από έναν υπάλληλο γραφείου διότι, λόγω της φύσης της εργασίας του, θα πρέπει να υποστεί τις δαπάνες πολυετούς εκπαίδευσης —δαπάνες που περιλαμβάνουν τόσο πραγματικά χρηματικά κόστη όσο και το κόστος ευκαιρίας του χρηματικού εισοδήματος που θυσιάζεται από εργασίες όπως εκείνη του υπαλλήλου γραφείου. Επομένως, στη μακροχρόνια ισορροπία, οι χρηματικοί μισθοί δεν θα είναι ενιαίοι στους δύο τομείς, αλλά τα επίπεδα εισοδήματος στην ιατρική θα είναι αρκετά υψηλότερα ώστε να αντισταθμίζουν ακριβώς την απώλεια, έτσι ώστε τα καθαρά επίπεδα μισθού ή εισοδήματος, εξεταζόμενα σε ολόκληρη τη διάρκεια ζωής του προσώπου, να είναι τα ίδια.

Some writers try to salvage the uniformity assumption by demonstrating that differences in wages occur solely because of the heavy cost of training for certain jobs. Thus, a doctor will earn more than a clerk because, in the nature of the task, a doctor will have to undergo the expenses of years of training (the expenses including actual money costs as well as opportunity costs forgone of earning money in such jobs as clerking). Therefore, in long-run equilibrium, money wage rates will not be uniform in the two fields, but income rates will be enough higher in medicine to just compensate for the loss, so that the net wage or income rates, considered over the person’s lifetime, will be the same.

49

Είναι αλήθεια ότι τα κόστη εκπαίδευσης υπεισέρχονται με αυτόν τον τρόπο στους αγοραίους μισθούς. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν εξηγούν όλες τις μισθολογικές διαφορές. Οι εγγενείς διαφορές στην προσωπική ικανότητα είναι επίσης ζωτικής σημασίας. Δεκαετίες εκπαίδευσης δεν θα μετατρέψουν τον μέσο άνθρωπο σε αστέρα της όπερας ή πρωταθλητή του μπέιζμπολ.61

It is true that costs of training do enter in this way into market wage rates. But they do not account for all wage differentials by any means. Inherent differences in personal ability are also vital. Decades of training will not convert the average person into an opera star or a baseball champion.

50

Πολλοί συγγραφείς έχουν βασίσει τις αναλύσεις τους στην υπόθεση της ομοιογένειας όλων των εργαζομένων. Κατά συνέπεια, όταν διαπιστώνουν ότι γενικά επιθυμητές εργασίες, όπως η τηλεοπτική σκηνοθεσία, αμείβονται περισσότερο από εργασίες που προκαλούν αποστροφή, όπως η διάνοιξη τάφρων, τείνουν να υποθέτουν ότι συντελείται αδικία και δολιότητα. Η αναγνώριση των διαφορών στην παραγωγικότητα της εργασίας, ωστόσο, εξαλείφει αυτό το φόβητρο.62 Σε τέτοιες περιπτώσεις εξακολουθεί να υπάρχει μια ψυχική συνιστώσα που μειώνει σχετικά τον μισθό της περισσότερο επιθυμητής εργασίας, αλλά αυτή αντισταθμίζεται από την υψηλότερη οριακή παραγωγικότητα σε αξία και τη μεγαλύτερη δεξιότητα που συνδέονται με την τελευταία. Εφόσον η τηλεοπτική σκηνοθεσία απαιτεί μεγαλύτερη δεξιότητα από τη διάνοιξη τάφρων ή, μάλλον, δεξιότητα που διαθέτουν λιγότεροι άνθρωποι, οι μισθοί στα δύο επαγγέλματα δεν μπορούν να εξισωθούν.

Many writers have based their analyses on the assumption of the homogeneity of all workers. Consequently, when they find that generally well-liked jobs, such as television-directing, pay more than such disliked jobs as ditch-digging, they tend to assume that there is injustice and chicanery afoot. A recognition of differences in labor productivity, however, eliminates this bugbear. In such cases, a psychic component still exists that relatively lowers the wage of the better-liked job, but it is offset by the higher marginal value productivity and skill attached to the latter. Since TV-directing takes more skill than ditch-digging, or rather skill that fewer people have, the wage rates in the two occupations cannot be equalized.

51

Ε. Παραγωγικότητα και οριακή παραγωγικότητα

E. PRODUCTIVITY AND MARGINAL PRODUCTIVITY

52

Απαιτείται μεγάλη προσοχή κατά την εξέταση της έννοιας της παραγωγικότητας. Ειδικότερα, υπάρχει κίνδυνος στη χρήση ενός όρου όπως «παραγωγικότητα της εργασίας». Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι δηλώνουμε πως «η παραγωγικότητα της εργασίας έχει αυξηθεί τον τελευταίο αιώνα». Υπονοείται ότι η αιτία αυτής της αύξησης προήλθε από την ίδια την εργασία, δηλαδή ότι η σημερινή εργασία είναι περισσότερο ενεργητική ή προσωπικά επιδέξια από την εργασία του παρελθόντος. Αυτό, ωστόσο, δεν ισχύει. Μια αναπτυσσόμενη κεφαλαιακή δομή αυξάνει την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας, διότι η προσφορά εργασίας έχει αυξηθεί λιγότερο από την προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών. Αυτή η αύξηση της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας, όμως, δεν οφείλεται σε κάποια ιδιαίτερη βελτίωση της καταβαλλόμενης εργασιακής ενέργειας. Οφείλεται στην αυξημένη προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών. Οι αιτιακοί φορείς της αύξησης των μισθών σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία, επομένως, δεν είναι πρωτίστως οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, αλλά οι κεφαλαιούχοι-επιχειρηματίες που έχουν επενδύσει σε κεφαλαιουχικά αγαθά. Οι εργαζόμενοι εφοδιάζονται με περισσότερα και καλύτερα εργαλεία, και έτσι η εργασία τους γίνεται σχετικά σπανιότερη σε σύγκριση με τους άλλους συντελεστές.63

Great care must be taken in dealing with the productivity concept. In particular, there is danger in using a term such as “productivity of labor.” Suppose, for example, we state that “the productivity of labor has advanced in the last century.” The implication is that the cause of this increase came from within labor itself, i.e., because current labor is more energetic or personally skillful than previous labor. This, however, is not the case. An advancing capital structure increases the marginal productivity of labor, because the labor supply has increased less than the supply of capital goods. This increase in the marginal productivity of labor, however, is not due to some special improvement in the labor energy expended. It is due to the increased supply of capital goods. The causal agents of increased wage rates in an expanding economy, then, are not primarily the workers themselves, but the capitalist-entrepreneurs who have invested in capital goods. The workers are provided with more and better tools, and so their labor becomes relatively scarcer as compared to the other factors.

53

Το ότι κάθε άνθρωπος λαμβάνει την αξία του οριακού προϊόντος του σημαίνει ότι αμείβεται σύμφωνα με την αξία της συμβολής του στην παραγωγή για τους καταναλωτές. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι αυξήσεις της αξίας του με την πάροδο των ετών προκαλούνται κατ’ ανάγκην από τη δική του βελτίωση. Αντιθέτως, όπως είδαμε, η άνοδος οφείλεται πρωτίστως στην αυξανόμενη αφθονία κεφαλαιουχικών αγαθών που παρέχουν οι κεφαλαιούχοι.

That each man receives his marginal value product means that each man is paid what he is worth in producing for consumers. But this does not mean that increases in his worth over the years are necessarily caused by his own improvement. On the contrary, as we have seen, the rise is primarily due to the increasing abundance of capital goods provided by the capitalists.

54

Είναι, λοιπόν, σαφώς αδύνατον να καταλογιστεί απόλυτη «παραγωγικότητα» σε οποιονδήποτε παραγωγικό συντελεστή ή κατηγορία συντελεστών. Υπό την απόλυτη έννοια, δεν έχει νόημα να επιχειρούμε να καταλογίσουμε παραγωγικότητα σε οποιονδήποτε συντελεστή, διότι όλοι οι συντελεστές είναι αναγκαίοι για το προϊόν. Μπορούμε να συζητούμε την παραγωγικότητα μόνο σε οριακούς όρους, σε όρους της παραγωγικής συμβολής μίας μονάδας ενός συντελεστή, με δεδομένη την ύπαρξη άλλων συντελεστών. Αυτό ακριβώς κάνουν οι επιχειρηματίες στην αγορά, προσθέτοντας και αφαιρώντας μονάδες συντελεστών σε μια προσπάθεια να ακολουθήσουν την πιο επικερδή πορεία δράσης.

It is, then, clearly impossible to impute absolute “productivity” to any productive factor or class of factors. In the absolute sense, it is meaningless to try to impute productivity to any factor, since all the factors are necessary to the product. We can discuss productivity only in marginal terms, in terms of the productive contribution of a single unit of a factor, given the existence of other factors. This is precisely what entrepreneurs do on the market, adding and subtracting units of factors in an attempt to achieve the most profitable course of action.

55

Ένα ακόμη παράδειγμα του σφάλματος της απόδοσης της αυξημένης «παραγωγικότητας» στους ίδιους τους εργαζομένους εμφανίζεται μέσα στα διάφορα τμήματα της αγοράς εργασίας. Όπως είδαμε, υπάρχει σαφής διασύνδεση μεταξύ όλων των επαγγελμάτων στην αγορά εργασίας, διότι η εργασία είναι ο κατεξοχήν μη ειδικός συντελεστής. Ως αποτέλεσμα, μολονότι οι μισθοί δεν εξισώνονται, όλοι οι ψυχικοί μισθοί θα τείνουν, μακροχρόνια, να κινούνται μαζί και να διατηρούν μια δεδομένη διαφορά δεξιοτήτων μεταξύ των επαγγελμάτων. Επομένως, όταν ένας ορισμένος κλάδος επεκτείνει το κεφάλαιο και την παραγωγή του, η αύξηση της DMVP και, συνεπώς, των μισθών δεν περιορίζεται στον συγκεκριμένο κλάδο. Λόγω της διασύνδεσης της προσφοράς εργασίας, η εργασία τείνει να εγκαταλείπει άλλους κλάδους και να εισέρχεται στους νέους, έως ότου τελικά όλοι οι μισθοί σε ολόκληρη την αγορά εργασίας έχουν αυξηθεί, διατηρώντας τις ίδιες διαφορές όπως προηγουμένως.

Another illustration of the error in attempting to attribute increased “productivity” to the workers themselves occurs within the various segments of the labor market. As we have seen, there is a definite connexity between all the occupations on the labor market, since labor is the prime nonspecific factor. As a result, while wage rates are not equalized, psychic wage rates will all tend, in the long run, to move together and maintain a given skill-differential between each occupation. Therefore, when a certain branch of industry expands its capital and production, an increase in DMVP, and therefore in wage rates, is not confined to that particular branch. Because of the connexity of the supply of labor, labor tends to leave other industries and enter the new ones, until finally all the wage rates throughout the labor market have risen, while maintaining the same differentials as before.

56

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχει επέκταση του κεφαλαίου στη χαλυβουργία.64 Η MVP του εργαζομένου στη χαλυβουργία αυξάνεται και ο μισθός του ανεβαίνει. Η αύξηση των μισθών, ωστόσο, διέπεται από το γεγονός ότι η άνοδος θα προσελκύσει εργαζομένους από κλάδους με χαμηλότερες αμοιβές. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι οι εργαζόμενοι στη χαλυβουργία λαμβάνουν 25 κόκκους χρυσού την ώρα, ενώ οι οικιακοί υπηρέτες λαμβάνουν 15 κόκκους την ώρα. Τώρα, υπό την ώθηση της επέκτασης, η MVP και, επομένως, ο μισθός των εργαζομένων στη χαλυβουργία αυξάνονται στους 30 κόκκους. Η διαφορά έχει αυξηθεί, παρακινώντας οικιακούς υπηρέτες να εισέλθουν στη χαλυβουργία, μειώνοντας τους μισθούς στη χαλυβουργία και κυρίως αυξάνοντας τους μισθούς των υπηρετών, έως ότου αποκατασταθεί η διαφορά. Έτσι, η αύξηση της επένδυσης κεφαλαίου στη χαλυβουργία θα αυξήσει τους μισθούς των εργαζομένων στην οικιακή υπηρεσία. Η τελευταία αύξηση σαφώς δεν προκαλείται από κάποιου είδους αύξηση της «παραγωγικότητας» ή της ποιότητας του προϊόντος των οικιακών υπηρετών. Αντιθέτως, η οριακή παραγωγικότητά τους σε αξία έχει αυξηθεί ως αποτέλεσμα της μεγαλύτερης σπανιότητας εργασίας στους κλάδους υπηρεσιών.

Suppose, for example, that there is an expansion of capital in the steel industry. The MVP of the steel worker increases, and his wage rates go up. The increase in wage rates, however, is governed by the fact that the rise will attract workers from more poorly paid industries. For example, suppose that steel workers are receiving 25 grains of gold per hour, while domestic servants receive 15 grains per hour. Now, under the impetus of expansion, the MVP and hence the wage rate of the steel workers go up to 30 grains. The differential has been increased, inducing domestic servants to enter the steel industry, lowering steel wages, and especially raising servants’ wages, until the differential is re-established. Thus, a rise in capital investment in steel will increase the wages of workers in domestic service. The latter increase is clearly not caused by some sort of increase in the “productivity” or in the quality of the output of the domestic servants. Rather, their marginal value productivity has increased as a result of the greater scarcity of labor in the service trades.

57

Οι διαφορές δεν θα παραμένουν, βεβαίως, απολύτως σταθερές στην πράξη, διότι οι μεταβαλλόμενες επενδύσεις και μέθοδοι μεταβάλλουν επίσης τα είδη των δεξιοτήτων που απαιτούνται στην οικονομία.

The differentials will not remain precisely constant in practice, of course, since changing investment and changing methods also alter the types of skills required in the economy.

58

Η μετατόπιση της προσφοράς εργασίας δεν θα είναι συνήθως τόσο απότομη όσο στο παράδειγμά μας. Γενικά, θα πραγματοποιείται από ένα επάγγελμα ή μία βαθμίδα σε μια πολύ παρόμοια βαθμίδα ή επάγγελμα. Έτσι, περισσότεροι εργάτες διάνοιξης τάφρων μπορεί να γίνουν εργοδηγοί, περισσότεροι εργοδηγοί επόπτες κ.ο.κ., ώστε οι μετακινήσεις να πραγματοποιούνται από βαθμίδα σε βαθμίδα. Είναι σαν η αγορά εργασίας να αποτελείται από συνδεδεμένα τμήματα, με μια μεταβολή σε ένα τμήμα να μεταδίδεται σε ολόκληρη την αλυσίδα, από κάθε κρίκο στον επόμενο.

The shift in labor supply will not usually be as abrupt as in our example. Generally, it will take place from one occupation or one grade to a closely similar grade or occupation. Thus, more ditchdiggers might become foremen, more foremen supervisors, etc., so that shifts will take place from grade to grade. It is as if the labor market consisted of linked segments, a change in one segment transmitting itself throughout the chain from each link to the next.

59

ΣΤ. Σημείωση για τους άμεσους και τους συνολικούς μισθούς

F. A NOTE ON OVERT AND TOTAL WAGE RATES

60

Οι «συνολικοί μισθοί» είναι εκείνοι που καθορίζονται στην αγορά. Τείνουν να εξισώνονται στην αγορά και να διαμορφώνονται στο επίπεδο της DMVP του εργαζομένου. Οι συνολικοί μισθοί είναι τα χρήματα που καταβάλλει ο εργοδότης για τις υπηρεσίες εργασίας. Δεν αντιστοιχούν κατ’ ανάγκην στις «αποδοχές που παίρνει στο χέρι» ο εργαζόμενος. Οι τελευταίες μπορούν να ονομαστούν «άμεσοι μισθοί». Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι υπάρχουν δύο ανταγωνιστές εργοδότες που υποβάλλουν προσφορές για το ίδιο είδος εργασίας. Ο ένας εργοδότης, ο κύριος A, καταβάλλει ένα ορισμένο χρηματικό ποσό όχι σε άμεσους μισθούς, αλλά σε συνταξιοδοτικά ταμεία ή άλλες παροχές «ευημερίας». Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι αυτές οι παροχές δεν θα προστεθούν ως δώρο του εργοδότη προς τους εργαζομένους. Δεν θα είναι προσθήκες στους συνολικούς μισθούς. Αντιθέτως, οι άμεσοι μισθοί που καταβάλλει ο κύριος A θα είναι αντιστοίχως χαμηλότεροι από εκείνους που καταβάλλει ο ανταγωνιστής του, ο κύριος B, ο οποίος δεν χρειάζεται να δαπανά για τις παροχές «ευημερίας».

It is “total wage rates” that are determined on the market. They tend to be equalized on the market and to be set at the DMVP of the worker. Total wage rates are the money paid out by the employer for labor services. They do not necessarily correspond to the “take-home pay” of the worker. The latter may be called the “overt wage rates.” Thus, suppose that there are two competing employers bidding for the same type of labor. One employer, Mr. A, pays out a certain amount of money, not in direct wages, but in pension funds or other “welfare” benefits. These benefits, it must be realized, will not be added as a gift from the employer to the workers. They will not be additions to the total wage rates. Overt wage rates paid out by Mr. A will instead be correspondingly lower than those paid out by his rival, Mr. B, who does not have to spend on the “welfare” benefits.

61

Για τον εργοδότη, με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία με ποια μορφή του κοστίζουν χρήμα οι εργαζόμενοι, είτε ως «αποδοχές στο χέρι» είτε ως παροχές ευημερίας. Δεν μπορεί, όμως, να καταβάλλει περισσότερα από την DMVP του εργαζομένου· δηλαδή, το συνολικό μισθολογικό εισόδημα του εργαζομένου καθορίζεται από αυτό το ποσό. Ο εργαζόμενος ουσιαστικά επιλέγει με ποια μορφή θα επιθυμούσε την αμοιβή του και σε ποια αναλογία καθαρών μισθών προς παροχές «ευημερίας». Μέρος αυτών των παροχών είναι το χρήμα που μπορεί να δαπανήσει ο εργοδότης για να εξασφαλίσει ιδιαίτερα ευχάριστες ή πολυτελείς συνθήκες εργασίας για όλους ή για ορισμένους από τους εργαζομένους του. Αυτό το κόστος αποτελεί μέρος του συνόλου και αφαιρείται από τον άμεσο μισθό του εργαζομένου.

To the employer, in other words, it makes no difference in what form workers cost him money, whether in “take-home pay” or in welfare benefits. But he cannot pay more than the worker’s DMVP; i.e., the worker’s total wage income is set by this amount. The worker, in effect, chooses in what form he would like his pay and in what proportion of net wage rates to “welfare” benefits. Part of these benefits is money that the employer might spend to provide particularly pleasant or plush working conditions for all or some of his employees. This cost is part of the total and is deducted from the overt wage rates of the employee.

62

Ο θεσμικός τρόπος καταβολής των μισθών είναι ζήτημα εντελώς αδιάφορο για την ανάλυσή μας. Έτσι, μολονότι η «αμοιβή κατά τεμάχιο» ή η «αμοιβή κατά χρόνο» μπορεί να είναι πιο βολική σε οποιονδήποτε δεδομένο κλάδο, δεν διαφέρουν ως προς τα ουσιώδη· και οι δύο είναι μισθοί που καταβάλλονται για ορισμένη ποσότητα εργασίας. Με την αμοιβή κατά χρόνο, ο εργοδότης έχει κατά νου ένα πρότυπο απόδοσης που αναμένει από έναν εργαζόμενο και πληρώνει σύμφωνα με αυτόν τον ρυθμό απόδοσης.65

The institutional manner of paying wage rates is a matter of complete indifference to our analysis. Thus, while “piece rates” or “time rates” may be more convenient in any given industry, they do not differ in essentials; both are wage rates paid for a certain amount of work. With time rates, the employer has in mind a standard of performance which he expects from a worker, and he pays according to that rate.

63

Ζ. Το «πρόβλημα» της ανεργίας

G. THE “PROBLEM” OF UNEMPLOYMENT

64

Ένα οικονομικό φόβητρο της εποχής μας είναι η «ανεργία». Όχι μόνο θεωρείται το κατεξοχήν πρόβλημα της «βαθιάς ύφεσης» στον «οικονομικό κύκλο», αλλά θεωρείται επίσης γενικά το πρωταρχικό «πρόβλημα» του «καπιταλιστικού συστήματος», δηλαδή της ανεπτυγμένης οικονομίας της ελεύθερης αγοράς. Το «Τουλάχιστον ο σοσιαλισμός λύνει το πρόβλημα της ανεργίας» υποτίθεται ότι είναι το πιο πειστικό επιχείρημα υπέρ του σοσιαλισμού.

An economic bugbear of our times is “unemployment.” Not only is this considered the pre-eminent problem of the “depression” in the “business cycle”; it is also generally considered the primary “problem” of the “capitalist system,” i.e., of the developed free-market economy. “Well, at least socialism solves the unemployment problem,” is supposed to be the most persuasive argument for socialism.

65

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εμάς παρουσιάζει η αιφνίδια εμφάνιση του «προβλήματος της ανεργίας» στην οικονομική θεωρία. Οι κεϋνσιανοί, στα μέσα της δεκαετίας του 1930, εγκαινίασαν τη μόδα να διακηρύσσουν: Η νεοκλασική οικονομική είναι ορθή στο ειδικό της πεδίο, αλλά υποθέτει «πλήρη απασχόληση». Εφόσον η «ορθόδοξη» οικονομική «υποθέτει πλήρη απασχόληση», ισχύει μόνο όσο επικρατεί «πλήρης απασχόληση». Εάν αυτή δεν επικρατεί, εισερχόμαστε σε μια κεϋνσιανή χώρα των θαυμάτων, όπου όλες οι οικονομικές αλήθειες ακυρώνονται ή αντιστρέφονται.

Of particular interest to us is the sudden emergence of the “unemployment problem” in economic theory. The Keynesians, in the mid-1930’s, inaugurated the fashion of declaiming: Neoclassical economics is all right for its special area, but it assumes “full employment.” Since “orthodox” economics “assumes full employment,” it holds true only so long as “full employment” prevails. If it does not, we enter a Keynesian wonderland where all economic truths are vitiated or reversed.

66

Η «πλήρης απασχόληση» υποτίθεται ότι είναι η κατάσταση απουσίας ανεργίας και, επομένως, ο στόχος που επιδιώκουν όλοι.

“Full employment” is supposed to be the condition of no unemployment and therefore the goal at which everyone aims.

67

Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι η οικονομική θεωρία δεν «υποθέτει» πλήρη απασχόληση. Η οικονομική επιστήμη, πράγματι, δεν «υποθέτει» τίποτε. Ολόκληρη η συζήτηση περί υποτιθέμενων «παραδοχών» αντανακλά την προκατάληψη της επιστημολογίας της φυσικής, όπου διατυπώνονται «υποθέσεις» χωρίς να είναι εξαρχής γνωστή η εγκυρότητά τους και κατόπιν ελέγχονται για να διαπιστωθεί εάν οι συνέπειές τους είναι ορθές. Ο οικονομολόγος δεν «υποθέτει»· γνωρίζει. Καταλήγει σε συμπεράσματα βάσει λογικής παραγωγής από αυταπόδεικτα αξιώματα, δηλαδή αξιώματα που είναι αδιαμφισβήτητα είτε λογικά είτε εμπειρικά.

In the first place, it should be emphasized that economic theory does not “assume” full employment. Economics, in fact, “assumes” nothing. The whole discussion of alleged “assumptions” reflects the bias of the epistemology of physics, where “assumptions” are made without originally knowing their validity and are eventually tested to see whether or not their consequents are correct. The economist does not “assume”; he knows. He concludes on the basis of logical deduction from self-evident axioms, i.e., axioms that are either logically or empirically incontrovertible.

68

Τι συμπεραίνει, λοιπόν, η οικονομική επιστήμη σχετικά με την ανεργία ή την «πλήρη απασχόληση»; Καταρχάς, δεν υπάρχει κανένα «πρόβλημα» στη μη απασχόληση συντελεστών γης ή κεφαλαιουχικών αγαθών. Η τελευταία κατάσταση είναι συχνά γνωστή ως «αδρανές» ή «αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό». Είδαμε παραπάνω ότι μια κρίσιμη διάκριση μεταξύ γης και εργασίας είναι ότι η εργασία είναι σχετικά σπάνια. Ως αποτέλεσμα, θα υπάρχουν πάντοτε συντελεστές γης που παραμένουν αχρησιμοποίητοι ή «μη απασχολούμενοι».66 Ως περαιτέρω αποτέλεσμα, οι συντελεστές εργασίας θα απασχολούνται πάντοτε πλήρως στην ελεύθερη αγορά, στον βαθμό που οι εργαζόμενοι το επιθυμούν. Δεν υπάρχει πρόβλημα «μη απασχολούμενης γης», διότι η γη παραμένει αχρησιμοποίητη για εύλογο λόγο. Πράγματι, εάν δεν συνέβαινε αυτό —και είναι νοητό ότι κάποτε δεν θα συμβαίνει—, η κατάσταση θα ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη. Εάν υπάρξει ποτέ εποχή κατά την οποία η γη είναι σπανιότερη από την εργασία, τότε η γη θα απασχολείται πλήρως και ορισμένοι συντελεστές εργασίας είτε θα λαμβάνουν μηδενικό μισθό είτε μισθό κάτω από το ελάχιστο επίπεδο συντήρησης. Αυτό είναι το παλαιό κλασικό φόβητρο του πληθυσμού που πιέζει την προσφορά τροφίμων κάτω από τα επίπεδα συντήρησης, και ασφαλώς είναι θεωρητικά δυνατόν να συμβεί στο μέλλον.

Now what does economics conclude on the matter of unemployment or “full employment”? In the first place, there is no “problem” involved in the unemployment of either land or capital goods factors. (The latter condition is often known as “idle” or “unused capacity.”) We have seen above that a crucial distinction between land and labor is that labor is relatively scarce. As a result, there will always be land factors remaining unused, or “unemployed.” As a further result, labor factors will always be fully employed on the free market to the extent that laborers are so willing. There is no problem of “unemployed land,” since land remains unused for a good reason. Indeed, if this were not so (and it is conceivable that some day it will not be), the situation would be most unpleasant. If there is ever a time when land is scarcer than labor, then land will be fully employed, and some labor factors will either get a zero wage or else a wage below minimum subsistence level. This is the old classical bugbear of population pressing the food supply down to below-subsistence levels, and certainly this is theoretically possible in the future.

69

Αυτή είναι η μόνη περίπτωση στην οποία θα μπορούσε να ειπωθεί ότι υφίσταται «πρόβλημα ανεργίας» στην ελεύθερη αγορά. Αλλά ακόμη και εδώ, εάν εξετάσουμε προσεκτικά το ζήτημα, βλέπουμε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ανεργίας καθαυτό. Διότι, εάν εκείνο που θέλει ένας άνθρωπος είναι απλώς μια «δουλειά», θα μπορούσε να εργάζεται με μηδενικό μισθό ή ακόμη και να πληρώνει τον «εργοδότη» του για να εργάζεται γι’ αυτόν. Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να λαμβάνει «αρνητικό μισθό». Αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί, για τον εύλογο λόγο ότι η εργασία συνεπάγεται απαρέσκεια, ιδίως σε σύγκριση με τον ελεύθερο χρόνο ή το «παιχνίδι». Ωστόσο, όλη η ανησυχία για την «πλήρη απασχόληση» δημιουργεί την εντύπωση ότι η «δουλειά», και όχι το εισόδημα από τη δουλειά, είναι το μεγάλο ζητούμενο. Εάν αυτό συνέβαινε πράγματι, τότε θα υπήρχαν αρνητικοί μισθοί και δεν θα υπήρχε ούτε πρόβλημα ανεργίας. Το γεγονός ότι κανείς δεν θα εργαστεί με μηδενικό ή αρνητικό μισθό συνεπάγεται ότι, πέρα από οποιαδήποτε απόλαυση αντλεί, ο εργαζόμενος απαιτεί χρηματικό εισόδημα από την εργασία του. Επομένως, εκείνο που θέλει ο εργαζόμενος δεν είναι απλώς «απασχόληση» —την οποία θα μπορούσε πάντοτε, ως έσχατη λύση, να αποκτήσει πληρώνοντας γι’ αυτήν— αλλά απασχόληση με μισθό.

This is the only case in which an “unemployment problem” might be said to apply in the free market. But even here, if we consider the problem carefully, we see that there is no unemployment problem per se. For if what a man wants is simply a “job,” he could work for zero wages, or even pay his “employer” to work for him. In other words, he could earn a “negative wage.” Now this could never happen, for the good reason that labor is a disutility, especially as compared to leisure or “play.” Yet all the worry about “full employment” makes it appear that the “job,” and not the income from the job, is the great desideratum. If that were really the case, then there would be negative wages, and there would be no unemployment problem either. The fact that no one will work for zero or negative wages implies that in addition to whatever enjoyment he receives, the laborer requires a monetary income from his work. So what the worker wants is not just “employment” (which he could always get in the last resort by paying for it) but employment at a wage.

70

Μόλις, όμως, αυτό αναγνωριστεί, ολόκληρη η σύγχρονη και κεϋνσιανή έμφαση στην απασχόληση πρέπει να επανεκτιμηθεί. Διότι ο μεγάλος κρίκος που λείπει από τη συζήτησή τους για την ανεργία είναι ακριβώς το ύψος του μισθού. Το να μιλούμε για ανεργία ή απασχόληση χωρίς αναφορά σε κάποιο ύψος μισθού είναι εξίσου κενό νοήματος με το να μιλούμε για «προσφορά» ή «ζήτηση» χωρίς αναφορά σε τιμή. Και η αναλογία είναι ακριβής. Η ζήτηση ενός εμπορεύματος έχει νόημα μόνο σε σχέση με μια ορισμένη τιμή. Σε μια αγορά αγαθών είναι προφανές ότι οποιοδήποτε απόθεμα προσφέρεται θα «εκκαθαρίζεται», δηλαδή θα πωλείται, σε τιμή που καθορίζεται από τη ζήτηση των καταναλωτών. Κανένα αγαθό δεν χρειάζεται να παραμένει απούλητο εάν ο πωλητής θέλει να το πωλήσει· το μόνο που χρειάζεται να κάνει είναι να μειώσει αρκετά την τιμή, σε ακραίες περιπτώσεις ακόμη και κάτω από το μηδέν, εάν δεν υπάρχει ζήτηση για το αγαθό και θέλει να το ξεφορτωθεί. Η κατάσταση είναι ακριβώς η ίδια εδώ. Εδώ εξετάζουμε υπηρεσίες εργασίας. Οποιαδήποτε προσφορά υπηρεσιών εργασίας εμφανίζεται στην αγορά μπορεί να πωληθεί, αλλά μόνο εάν οι μισθοί διαμορφωθούν στο επίπεδο που θα εκκαθαρίζει την αγορά.

But once this is recognized, the whole modern and Keynesian emphasis on employment has to be revalued. For the great missing link in their discussion of unemployment is precisely the wage rate. To talk of unemployment or employment without reference to a wage rate is as meaningless as talking of “supply” or “demand” without reference to a price. And it is precisely analogous. The demand for a commodity makes sense only with reference to a certain price. In a market for goods, it is obvious that whatever stock is offered as supply, it will be “cleared,” i.e., sold, at a price determined by the demand of the consumers. No good need remain unsold if the seller wants to sell it; all he need do is lower the price sufficiently, in extreme cases even below zero if there is no demand for the good and he wants to get it off his hands. The situation is precisely the same here. Here we are dealing with labor services. Whatever supply of labor service is brought to market can be sold, but only if wages are set at whatever rate will clear the market.

71

Συμπεραίνουμε ότι στην ελεύθερη αγορά δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει πρόβλημα ανεργίας. Εάν ένας άνθρωπος επιθυμεί να απασχοληθεί, θα απασχοληθεί, υπό την προϋπόθεση ότι ο μισθός προσαρμόζεται σύμφωνα με την DMVP του. Εφόσον, όμως, κανείς δεν θέλει απλώς να «απασχολείται» χωρίς να λαμβάνει εκείνο που θεωρεί επαρκή αμοιβή, συμπεραίνουμε ότι η απασχόληση καθαυτή δεν αποτελεί καν επιθυμητό στόχο της ανθρώπινης δράσης, πόσο μάλλον «πρόβλημα».

We conclude that there can never be, on the free market, an unemployment problem. If a man wishes to be employed, he will be, provided the wage rate is adjusted according to his DMVP. But since no one wants to be simply “employed” without getting what he considers sufficient payment, we conclude that employment per se is not even a desired goal of human action, let alone a “problem.”

72

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι η απασχόληση, αλλά η απασχόληση με μισθό πάνω από το επίπεδο συντήρησης. Δεν υπάρχει εγγύηση ότι αυτή η κατάσταση θα επικρατεί πάντοτε στην ελεύθερη αγορά. Η περίπτωση που αναφέρθηκε παραπάνω —η σπανιότητα της γης σε σχέση με την εργασία— μπορεί να οδηγήσει σε μια κατάσταση όπου η DMVP ενός εργαζομένου βρίσκεται κάτω από τον μισθό συντήρησής του. Μπορεί επίσης το επενδεδυμένο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο να είναι τόσο μικρό ώστε κάθε μισθός να βρίσκεται κάτω από το επίπεδο συντήρησης για πολλούς ανθρώπους. Ακόμη και σε μια σχετικά ευημερούσα κοινωνία, μπορεί να υπάρχουν μεμονωμένοι εργαζόμενοι τόσο σωματικά αδύναμοι ή χωρίς δεξιότητες ώστε οι ιδιαίτερες ικανότητές τους να μην μπορούν να εξασφαλίσουν μισθό πάνω από το επίπεδο συντήρησης. Στην περίπτωση αυτή, θα μπορούσαν να επιβιώσουν μόνο μέσω δωρεών εκείνων που λαμβάνουν μισθούς πάνω από το επίπεδο συντήρησης.

The problem, then, is not employment, but employment at an above-subsistence wage. There is no guarantee that this situation will always obtain on the free market. The case mentioned above—scarcity of land in relation to labor—can lead to a situation where a worker’s DMVP is below a subsistence wage for him. There also may be so little capital invested per worker that any wage will be below-subsistence for many people. Even in a relatively prosperous society there may be individual workers so infirm or lacking in skill that their particular talents could not command an above-subsistence wage. In that case, they could survive only through the gifts of those who are making above-subsistence wages.

73

Τι γίνεται, όμως, με τον σωματικά ικανό εργαζόμενο που «δεν μπορεί να βρει δουλειά»; Αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να υπάρξει. Στις περιπτώσεις, βεβαίως, όπου ένας εργαζόμενος επιμένει σε ένα ορισμένο είδος εργασίας ή σε κάποιο ελάχιστο ύψος μισθού, μπορεί κάλλιστα να παραμείνει «άνεργος». Αλλά το κάνει μόνο με τη δική του βούληση και με δική του ευθύνη. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ίσως το μισό εργατικό δυναμικό επέμενε ξαφνικά ότι δεν θα εργαζόταν παρά μόνο εάν έβρισκε θέση στην τηλεοπτική βιομηχανία της New York City. Προφανώς, η «ανεργία» θα γινόταν ξαφνικά τεράστια. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα μεγάλης κλίμακας για κάτι που συμβαίνει συνεχώς. Μπορεί ένας κλάδος να μετακινείται από μία πόλη ή περιοχή προς κάποια άλλη. Ένας εργαζόμενος μπορεί να αποφασίσει ότι θέλει να παραμείνει στην παλιά πόλη και να επιμένει να αναζητεί δουλειά εκεί. Εάν, όμως, δεν κατορθώσει να βρει, η ευθύνη είναι δική του και όχι του «καπιταλιστικού συστήματος». Το ίδιο ισχύει για έναν υπάλληλο γραφείου που επιμένει να εργάζεται μόνο στην τηλεοπτική βιομηχανία ή για έναν εργαζόμενο στο ραδιόφωνο που αρνείται να μετακινηθεί στην τηλεόραση και επιμένει να εργάζεται μόνο στο ραδιόφωνο. Δεν καταδικάζουμε εδώ αυτούς τους εργαζομένους. Λέμε απλώς ότι με τις αποφάσεις τους επιλέγουν οι ίδιοι να μην απασχολούνται.

But what of the able-bodied worker who “can’t find a job”? This situation cannot obtain. In those cases, of course, where a worker insists on a certain type of job or a certain minimum wage rate, he may well remain “unemployed.” But he does so only of his own volition and on his own responsibility. Thus, suppose that perhaps half the labor force suddenly insisted that they would not work unless they received a job in New York City in the television industry. Obviously, “unemployment” would suddenly become enormous. This is only a large-scale example of something that is always going on. There may be a shift of industry away from one town or region and toward another. A worker may decide that he wants to remain in the old town and insists on looking for a job there. If he fails to get one, however, the fault lies with himself and not with the “capitalist system.” The same is true of a clerk who insists on working only in the TV industry, or of a radio employee who refuses to leave for television and insists on working only in radio. We are not condemning these workers here. We are simply saying that by their decisions they are themselves choosing not to be employed.

74

Οι σωματικά ικανοί σε μια ανεπτυγμένη οικονομία μπορούν πάντοτε να βρουν εργασία, και μάλιστα εργασία που θα αμείβεται με μισθό πάνω από το επίπεδο συντήρησης. Αυτό συμβαίνει διότι η εργασία είναι σπανιότερη από τη γη και έχει επενδυθεί αρκετό κεφάλαιο ώστε η αξία του οριακού προϊόντος των εργαζομένων να αυξηθεί επαρκώς για την καταβολή ενός τέτοιου μισθού. Αλλά, ενώ αυτό ισχύει στη γενική αγορά εργασίας, δεν ισχύει κατ’ ανάγκην για επιμέρους αγορές εργασίας, για συγκεκριμένες περιοχές ή επαγγέλματα, όπως μόλις είδαμε.

The able-bodied in a developed economy can always find work, and work that will pay an over-subsistence wage. This is so because labor is scarcer than land, and enough capital has been invested to raise the marginal value product of laborers sufficiently to pay such a wage. But while this is true in the general labor market, it is not necessarily true for particular labor markets, for particular regions or occupations, as we have just seen.

75

Εάν ένας εργαζόμενος μπορεί να αποσυρθεί από την αγορά εργασίας επιμένοντας σε ορισμένο είδος ή τόπο εργασίας, μπορεί επίσης να αποσυρθεί επιμένοντας σε ορισμένο κατώτατο μισθό. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος επιμένει ότι δεν θα εργαστεί σε καμία θέση εάν δεν αμείβεται με 500 ουγγιές χρυσού ετησίως. Εάν η καλύτερη διαθέσιμη DMVP του είναι μόνο 100 ουγγιές χρυσού ετησίως, θα παραμείνει άνεργος. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος επιμένει σε μισθό υψηλότερο από την DMVP του, θα παραμένει άνεργος, δηλαδή άνεργος με τον μισθό στον οποίο επιμένει. Αλλά τότε αυτή η ανεργία δεν είναι «πρόβλημα», αλλά εκούσια επιλογή του ατόμου που δεν εργάζεται.67

If a worker can withdraw from the labor market by insisting on a certain type of work or location of work, he can also withdraw by insisting on a certain minimum wage payment. Suppose a man insisted that he would not work at any job unless he is paid 500 gold ounces per year. If his best available DMVP is only 100 gold ounces per year, he will remain unemployed. Whenever a man insists on a wage higher than his DMVP, he will remain unemployed, i.e., unemployed at the wage that he insists upon. But then this unemployment is not a “problem,” but a voluntary choice on the part of the idle person.

76

Η «πλήρης απασχόληση» που παρέχει η ελεύθερη αγορά είναι απασχόληση στον βαθμό που οι εργαζόμενοι επιθυμούν να απασχολούνται. Εάν αρνούνται να απασχοληθούν παρά μόνο σε τόπους, σε επαγγέλματα ή με μισθούς που θα ήθελαν να λαμβάνουν, τότε είναι πιθανό να επιλέγουν την ανεργία για σημαντικά χρονικά διαστήματα.68

The “full employment” provided by the free market is employment to the extent that workers wish to be employed. If they refuse to be employed except at places, in occupations, or at wage rates they would like to receive, then they are likely to be choosing unemployment for substantial periods.

77

Θα μπορούσε να προβληθεί η αντίρρηση ότι οι εργαζόμενοι συχνά δεν γνωρίζουν ποιες ευκαιρίες εργασίας τους περιμένουν. Αυτό, όμως, ισχύει για τον ιδιοκτήτη οποιωνδήποτε αγαθών που προσφέρονται προς πώληση. Η ίδια η λειτουργία της εμπορίας είναι η απόκτηση και η διάδοση πληροφοριών σχετικά με τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που διατίθενται προς πώληση. Εκτός από εκείνους τους συγγραφείς που υποθέτουν έναν φανταστικό κόσμο στον οποίο όλοι έχουν «τέλεια γνώση» όλων των σχετικών δεδομένων, η λειτουργία της εμπορίας αποτελεί ζωτική πτυχή της παραγωγικής δομής. Η λειτουργία αυτή μπορεί να επιτελεστεί στην αγορά εργασίας, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη, μέσω πρακτορείων ή άλλων μέσων εντοπισμού του ποιοι μπορεί να είναι ή πού μπορεί να βρίσκονται οι δυνητικοί αγοραστές και πωλητές μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας. Στην αγορά εργασίας αυτό έχει γίνει μέσω αγγελιών στις εφημερίδες, γραφείων ευρέσεως εργασίας που χρησιμοποιούνται τόσο από εργοδότες όσο και από εργαζομένους κ.λπ.

It might be objected that workers often do not know what job opportunities await them. This, however, applies to the owner of any goods up for sale. The very function of marketing is the acquisition and dissemination of information about the goods or services available for sale. Except to those writers who posit a fantastic world where everyone has “perfect knowledge” of all relevant data, the marketing function is a vital aspect of the production structure. The marketing function can be performed in the labor market, as well as in any other, through agencies or other means for the discovery of who or where the potential buyers and sellers of a particular service may be. In the labor market this has been done through “want ads” in the newspapers, employment agencies used by both employer and employee, etc.

78

Βεβαίως, η «πλήρης απασχόληση» ως απόλυτο ιδεώδες είναι παράλογη σε έναν κόσμο όπου ο ελεύθερος χρόνος είναι θετικό αγαθό. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιλέξει τη μη απασχόληση προκειμένου να αποκτήσει ελεύθερο χρόνο· ωφελείται, ή πιστεύει ότι ωφελείται, περισσότερο από αυτό παρά από την εργασία σε μια θέση.69 Μπορούμε να δούμε αυτή την αλήθεια σαφέστερα εάν εξετάσουμε τις ώρες της εργάσιμης εβδομάδας. Θα υποστηρίξει κανείς ότι μια εργάσιμη εβδομάδα 80 ωρών είναι κατ’ ανάγκην καλύτερη από μια εβδομάδα 40 ωρών; Και όμως, η πρώτη αντιπροσωπεύει σαφώς πληρέστερη απασχόληση της εργασίας από τη δεύτερη.

Of course “full employment,” as an absolute ideal, is absurd in a world where leisure is a positive good. A man may choose idleness in order to obtain leisure; he benefits (or believes he benefits) more from this than from working at a job. We can see this truth more clearly if we consider the hours of the work week. Will anyone maintain that an 80-hour work week is necessarily better than a 40-hour week? Yet the former clearly represents a fuller employment of labor than the latter.

79

Ένα υποτιθέμενο παράδειγμα πιθανής ακούσιας ανεργίας στην ελεύθερη αγορά έχει προταθεί από τον καθηγητή Hayek.70 Ο Hayek υποστηρίζει ότι, όταν υπάρχει μετατόπιση από την επένδυση στην κατανάλωση και, επομένως, συντόμευση της παραγωγικής δομής στην αγορά, θα υπάρξει αναγκαστικά προσωρινή ανεργία εργατών που απολύονται από τα ανώτερα στάδια, η οποία θα διαρκέσει έως ότου μπορέσουν να απορροφηθούν εκ νέου στις συντομότερες διαδικασίες των μεταγενέστερων σταδίων. Είναι αλήθεια ότι από τη μετατόπιση προς συντομότερες διαδικασίες προκύπτει απώλεια εισοδήματος, καθώς και απώλεια κεφαλαίου. Είναι επίσης αλήθεια ότι η συντόμευση της δομής σημαίνει πως υπάρχει μια μεταβατική περίοδος κατά την οποία, στους τελικούς μισθούς, θα υπάρχει ανεργία των ανθρώπων που εκτοπίστηκαν από τις μακρύτερες διαδικασίες. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής περιόδου δεν υπάρχει λόγος αυτοί οι εργαζόμενοι να μην μπορούν να μειώσουν τις μισθολογικές προσφορές τους έως ότου οι μισθοί γίνουν αρκετά χαμηλοί ώστε να επιτρέψουν την απασχόληση όλων των εργαζομένων κατά τη μετάβαση. Αυτός ο μεταβατικός μισθός θα είναι χαμηλότερος από τον νέο μισθό ισορροπίας. Αλλά σε καμία χρονική στιγμή δεν υπάρχει αναγκαιότητα ανεργίας.

One alleged example of a possible case of involuntary unemployment on the free market has been suggested by Professor Hayek. Hayek maintains that when there is a shift from investment to consumption, and therefore a shortening of the production structure on the market, there will be a necessary temporary unemployment of workmen thrown out of work in the higher stages, lasting until they can be reabsorbed in the shorter processes of the later stages. It is true that there is a loss in income, as well as a loss in capital, from a shift to shorter processes. It is also true that the shortening of the structure means that there is a transition period when, at final wage rates, there will be unemployment of the men displaced from the longer processes. However, during this transition period there is no reason why these workers cannot bid down wage rates until they are low enough to enable the employment of all the workers during the transition. This transition wage rate will be lower than the new equilibrium wage rate. But at no time is there a necessity for unemployment.

80

Η διαρκώς επανερχόμενη δοξασία της «τεχνολογικής ανεργίας» — του ανθρώπου που εκτοπίζεται από τη μηχανή— δύσκολα αξίζει εκτενή ανάλυση. Ο παραλογισμός της είναι προφανής όταν εξετάζουμε την ανεπτυγμένη οικονομία και τη συγκρίνουμε με την πρωτόγονη. Στην πρώτη υπάρχει αφθονία μηχανών και διαδικασιών εντελώς άγνωστων στη δεύτερη· ωστόσο, στην πρώτη το βιοτικό επίπεδο είναι πολύ υψηλότερο για πολύ μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων. Πόσοι εργαζόμενοι έχουν «εκτοπιστεί» λόγω της εφεύρεσης του φτυαριού; Η επωδός της τεχνολογικής ανεργίας ενισχύεται από τη χρήση του όρου «συσκευές εξοικονόμησης εργασίας» για τα κεφαλαιουχικά αγαθά, ο οποίος σε ορισμένους γεννά εικόνες εργαζομένων που απλώς απορρίπτονται. Η εργασία χρειάζεται να «εξοικονομείται» διότι είναι το κατεξοχήν σπάνιο αγαθό και διότι οι επιθυμίες του ανθρώπου για ανταλλάξιμα αγαθά απέχουν πολύ από την ικανοποίησή τους. Επιπλέον, αυτές οι επιθυμίες δεν θα ικανοποιούνταν καθόλου εάν δεν διατηρούνταν η δομή των κεφαλαιουχικών αγαθών. Όσο περισσότερη εργασία «εξοικονομείται», τόσο το καλύτερο, διότι τότε η εργασία χρησιμοποιεί περισσότερα και καλύτερα κεφαλαιουχικά αγαθά για να ικανοποιεί περισσότερες από τις επιθυμίες της σε συντομότερο χρόνο.

The ever-recurring doctrine of “technological unemployment”—man displaced by the machine—is hardly worthy of extended analysis. Its absurdity is evident when we look at the advanced economy and compare it with the primitive one. In the former there is an abundance of machines and processes completely unknown to the latter; yet in the former, standards of living are far higher for far greater numbers of people. How many workers have been “displaced” because of the invention of the shovel? The technological unemployment motif is encouraged by the use of the term “labor-saving devices” for capital goods, which to some minds conjure up visions of laborers being simply discarded. Labor needs to be “saved” because it is the pre-eminently scarce good and because man’s wants for exchangeable goods are far from satisfied. Furthermore, these wants would not be satisfied at all if the capital-goods structure were not maintained. The more labor is “saved,” the better, for then labor is using more and better capital goods to satisfy more of its wants in a shorter amount of time.

81

Βεβαίως, θα υπάρχει «ανεργία» εάν, όπως δηλώσαμε, οι εργαζόμενοι επιμένουν στους δικούς τους όρους εργασίας και αυτοί οι όροι δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Αυτό ισχύει για τις τεχνολογικές μεταβολές όπως και για οποιεσδήποτε άλλες. Ο υπάλληλος που, για κάποιον λόγο, επιμένει σήμερα να εργάζεται μόνο για έναν σιδερά ή σε ένα παλαιομοδίτικο παντοπωλείο μπορεί κάλλιστα να έχει επιλέξει μεγάλη δόση μη απασχόλησης. Όσοι εργαζόμενοι επέμεναν να εργάζονται στη βιομηχανία ελαφρών ιππήλατων αμαξών ή πουθενά αλλού βρέθηκαν αναμφίβολα άνεργοι μετά την ανάπτυξη του αυτοκινήτου.

Of course, there will be “unemployment” if, as we have stated, workers insist on their own terms for work, and these terms cannot be met. This applies to technological changes as well as any other. The clerk who, for some reason, insists nowadays on working only for a blacksmith or in an old-fashioned general store may well have chosen a large dose of idleness. Any workers who insisted on working in the buggy industry or nothing found themselves, no doubt, unemployed after the development of the automobile.

82

Μια τεχνολογική βελτίωση σε έναν κλάδο θα τείνει να αυξήσει την απασχόληση σε αυτόν εάν η ζήτηση του προϊόντος είναι ελαστική ως προς τη μείωση της τιμής, έτσι ώστε η μεγαλύτερη προσφορά αγαθών να προκαλεί μεγαλύτερη καταναλωτική δαπάνη. Από την άλλη πλευρά, μια καινοτομία σε έναν κλάδο με ανελαστική ζήτηση ως προς τη μείωση της τιμής θα κάνει τους καταναλωτές να δαπανούν λιγότερα για τα αφθονότερα προϊόντα, περιορίζοντας την απασχόληση σε αυτόν τον κλάδο. Εν ολίγοις, η διαδικασία της τεχνολογικής καινοτομίας μετακινεί εργαζομένους από τους κλάδους ανελαστικής ζήτησης προς τους κλάδους ελαστικής ζήτησης. Μία από τις κύριες πηγές νέας ζήτησης εργασίας βρίσκεται στον κλάδο που κατασκευάζει τις νέες μηχανές.71

A technological improvement in an industry will tend to increase employment in that industry if the demand for the product is elastic downward, so that the greater supply of goods induces greater consumer spending. On the other hand, an innovation in an industry with inelastic demand downward will cause consumers to spend less on the more abundant products, contracting employment in that industry. In short, the process of technological innovation shifts workers from the inelastic-demand to the elastic-demand industries. One of the major sources of new employment demand is in the industry making the new machines.

83

3. Επιχειρηματικότητα και εισόδημα

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. Entrepreneurship and Income

84

Α. Τα κόστη της επιχείρησης

A. COSTS TO THE FIRM

85

Είδαμε τη βάση επί της οποίας καθορίζονται οι τιμές των συντελεστών παραγωγής και το επιτόκιο. Από τη σκοπιά ενός μεμονωμένου επιχειρηματία, οι πληρωμές προς τους συντελεστές είναι χρηματικά κόστη. Είναι σαφές ότι δεν μπορούμε απλώς να αρκεστούμε στον παλαιό κλασικό νόμο ότι οι τιμές των προϊόντων τείνουν μακροχρόνια να ισούνται με τα κόστη παραγωγής τους. Τα κόστη δεν καθορίζονται από κάποιο Αόρατο Χέρι, αλλά προσδιορίζονται ακριβώς από τη συνολική δύναμη της επιχειρηματικής ζήτησης συντελεστών παραγωγής. Κατά βάση, όπως επισήμαναν ο Böhm-Bawerk και οι Αυστριακοί, τα κόστη προσαρμόζονται στις τιμές και όχι το αντίστροφο. Σύγχυση μπορεί να προκύψει επειδή, όταν εξετάζονται από τη σκοπιά της μεμονωμένης επιχείρησης και όχι του οικονομολόγου, φαίνεται σαν τα κόστη — τουλάχιστον με την έννοια των τιμών των συντελεστών— να είναι κατά κάποιον τρόπο δεδομένα και πέρα από τον έλεγχο του επιχειρηματία.72 Εάν μια επιχείρηση μπορεί να επιτύχει τιμή πώλησης που υπερκαλύπτει τα κόστη της, παραμένει σε λειτουργία· διαφορετικά, θα πρέπει να αποχωρήσει. Η ψευδαίσθηση των εξωτερικά καθοριζόμενων κοστών είναι διαδεδομένη επειδή, όπως θα δούμε αμέσως, οι περισσότεροι συντελεστές μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλη ποικιλία επιχειρήσεων, αν όχι και κλάδων. Εάν, όμως, υιοθετήσουμε την ευρύτερη οπτική του οικονομολόγου, τα διάφορα «κόστη», δηλαδή οι τιμές των συντελεστών που καθορίζονται από τις διάφορες DMVP τους στις εναλλακτικές χρήσεις, καθορίζονται τελικά αποκλειστικά από τη ζήτηση των καταναλωτών για όλες τις χρήσεις. Επιπλέον, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι μεταβολές της ζήτησης και της τιμής πώλησης θα μεταβάλλουν τις τιμές και τα εισοδήματα των ειδικών συντελεστών προς την ίδια κατεύθυνση. Οι «καμπύλες κόστους», τόσο δημοφιλείς στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη, υποθέτουν σταθερές τιμές συντελεστών, αγνοώντας έτσι τη μεταβλητότητά τους ακόμη και για τη μεμονωμένη επιχείρηση.

We have seen the basis on which the prices of the factors of production and the interest rate are determined. Looked at from the point of view of an individual entrepreneur, payments to factors are money costs. It is clear that we cannot simply rest on the old classical law that prices of products tend, in the long run, to be equal to their costs of production. Costs are not fixed by some Invisible Hand, but are determined precisely by the total force of entrepreneurial demand for factors of production. Basically, as Böhm-Bawerk and the Austrians pointed out, costs conform to prices, and not vice versa. Confusion may arise because, looked at from the point of view of the individual firm rather than of the economist, it appears as if costs (at least in the sense of the prices of factors) are somehow given, and beyond one’s control.If a firm can command a selling price that will more than cover its costs, it remains in business; if not, it will have to leave. The illusion of externally determined costs is prevalent because, as we shall presently see, most factors can be employed in a wide variety of firms, if not industries. If we take the broader view of the economist, however, the various “costs,” i.e., prices of factors, determined by their various DMVPs in alternative uses, are ultimately determined solely by consumers’ demand for all uses. It must not be forgotten, furthermore, that changes in demand and selling price will change the prices and incomes of specialized factors in the same direction. The “cost curves” so fashionable in current economics assume fixed factor prices, thereby ignoring their variability, even for the single firm.

86

Θα μπορούσε να σημειωθεί ότι στο παρόν έργο δεν υπάρχει εκείνη η πληθώρα και η περιπλοκή «καμπυλών κόστους» που κατακλύζουν σχεδόν κάθε πρόσφατο «νεοκλασικό» έργο οικονομικής επιστήμης.73 Η παράλειψη αυτή είναι σκόπιμη, διότι υποστηρίζουμε ότι οι καμπύλες κόστους είναι στην καλύτερη περίπτωση περιττές —παραβιάζοντας έτσι την αρχή της απλότητας του ξυραφιού του Occam— και στη χειρότερη παραπλανητικές και εσφαλμένες.

It might be noted that, in this work, there is none of that plethora and tangle of “cost curves” which fill the horizon of almost every recent “neoclassical” work in economics. This omission has been deliberate, since it is our contention that the cost curves are at best redundant (thus violating the simplicity principle of Occam’s Razor), and at worst misleading and erroneous.

87

Ως εξήγηση της τιμολόγησης των συντελεστών και της κατανομής της παραγωγής, είναι προφανές ότι οι καμπύλες κόστους δεν προσθέτουν τίποτε νέο στη συζήτηση με όρους οριακής παραγωγικότητας. Στην καλύτερη περίπτωση, οι δύο αναλύσεις μπορούν να μεταφραστούν η μία στην άλλη. Αυτό φαίνεται καθαρά σε έργα όπως το The Economic System του E.T. Weiler και το Theory of Price του George J. Stigler.74 Επιπλέον, όμως, αυτή η μετατόπιση συνεπάγεται πολλές σοβαρές ελλείψεις και σφάλματα. Αυτό αποκαλύπτεται στο ίδιο το απόσπασμα στο οποίο ο Stigler εξηγεί τους λόγους της μετάβασής του από μια επιφανειακή συζήτηση της παραγωγικότητας σε μια εκτενή εξέταση των καμπυλών κόστους:

As an explanation of the pricing of factors and the allocation of output it is obvious that cost curves add nothing new to discussion in terms of marginal productivity. At best, the two are reversible. This can be clearly seen in such texts as E.T. Weiler’s The Economic System and George J. Stigler’s Theory of Price. But, in addition, the shift brings with it many grave deficiencies and errors. This is revealed in the very passage in which Stigler explains the reasons for his switch from a perfunctory discussion of productivity to a lengthy treatment of cost curves:

88

Ο νόμος των μεταβλητών αναλογιών έχει πλέον διερευνηθεί επαρκώς ώστε να επιτρέπει τη μετάβαση στις καμπύλες κόστους της μεμονωμένης επιχείρησης. Το θεμελιωδώς νέο στοιχείο στη συζήτηση θα είναι, βεβαίως, η εισαγωγή των τιμών των παραγωγικών υπηρεσιών. Η μετάβαση γίνεται εδώ μόνο για την περίπτωση του ανταγωνισμού· δηλαδή, οι τιμές των παραγωγικών υπηρεσιών είναι σταθερές επειδή η επιχείρηση δεν αγοράζει αρκετή ποσότητα οποιασδήποτε υπηρεσίας ώστε να επηρεάζει την τιμή της.75

The law of variable proportions has now been explored sufficiently to permit a transition to the cost curves of the individual firm. The fundamentally new element in the discussion will, of course, be the introduction of prices of the productive services. The transition is made here only for the case of competition—that is, the prices of the productive services are constant because the firm does not buy enough of any service to affect its price.31

89

Εισάγοντας, όμως, δεδομένες τιμές παραγωγικών υπηρεσιών, ο σύγχρονος θεωρητικός εγκαταλείπει στην πραγματικότητα κάθε προσπάθεια εξήγησης αυτών των τιμών. Αυτό είναι ένα από τα θεμελιώδη σφάλματα της σήμερα δημοφιλούς θεωρίας της επιχείρησης. Η θεωρία αυτή είναι εξαιρετικά επιφανειακή. Μία από τις όψεις αυτής της επιφανειακότητας είναι η υπόθεση ότι οι τιμές των παραγωγικών υπηρεσιών είναι δεδομένες, χωρίς καμία απόπειρα εξήγησής τους. Για να δοθεί εξήγηση, είναι αναγκαία η ανάλυση της οριακής παραγωγικότητας.

But by introducing given prices of productive services, the contemporary theorist really abandons any attempt to explain these prices. This is one of the cardinal errors of the currently fashionable theory of the firm. It is highly superficial. One of the aspects of this superficiality is the assumption that prices of productive services are given, without any attempt to explain them. To furnish an explanation, marginal productivity analysis is necessary.

90

Η ανάλυση της οριακής παραγωγικότητας και το κίνητρο του κέρδους αρκούν για να εξηγήσουν τις τιμές των παραγωγικών συντελεστών και την κατανομή τους στις διάφορες επιχειρήσεις και στους διάφορους κλάδους της οικονομίας. Επιπλέον, στη θεωρία της παραγωγής υπάρχουν δύο σημαντικές και ενδιαφέρουσες έννοιες που αφορούν χρονικές περιόδους. Η μία είναι εκείνο που μπορούμε να ονομάσουμε «άμεση περίοδο»: οι αγοραίες τιμές των εμπορευμάτων και των συντελεστών βάσει δεδομένων αποθεμάτων, κερδοσκοπικών ζητήσεων και αξιολογήσεων των καταναλωτών. Η άμεση περίοδος είναι σημαντική διότι παρέχει εξήγηση των πραγματικών αγοραίων τιμών όλων των αγαθών σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Η άλλη σημαντική έννοια είναι εκείνη της «τελικής τιμής», ή της μακροχρόνιας τιμής ισορροπίας, δηλαδή της τιμής που θα διαμορφωνόταν στην ERE. Αυτή είναι σημαντική διότι αποκαλύπτει την κατεύθυνση προς την οποία τείνουν να κινηθούν οι αγοραίες τιμές της άμεσης περιόδου. Επιτρέπει επίσης την αναλυτική απομόνωση του τόκου, σε αντιδιαστολή προς το κέρδος και τη ζημία, στα επιχειρηματικά εισοδήματα. Στην ERE όλοι οι συντελεστές θα λαμβάνουν την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος τους και ο τόκος θα εκφράζει αμιγώς τη χρονική προτίμηση· δεν θα υπάρχουν κέρδη και ζημίες.

Marginal productivity analysis and the profit motive are sufficient to explain the prices of productive factors and their allocation to various firms and industries in the economy. Furthermore, there are in production theory two important and interesting concepts involving periods of time. One is what we may call the “immediate run”—the market prices of commodities and factors on the basis of given stocks and speculative demands and given consumer valuations. The immediate run is important, since it provides an explanation of the actual market prices of all goods at any time. The other important concept is that of the “final price,” or the long-run equilibrium price, i.e., the price that would be established in the ERE. This is important because it reveals the direction in which the immediate-run market prices tend to move. It also permits the analytic isolation of interest, as compared to profit and loss, in entrepreneurial incomes. In the ERE all factors will receive their discounted marginal value product, and interest will be pure time preference; there will be no profit and loss.

91

Οι φάσεις που παρουσιάζουν ενδιαφέρον, λοιπόν, είναι η άμεση και η μακροχρόνια περίοδος. Ωστόσο, η ανάλυση των καμπυλών κόστους ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με μια υβριδική ενδιάμεση φάση, γνωστή ως «βραχυχρόνια περίοδος». Σε αυτή τη βραχυχρόνια περίοδο, τα «κόστη» χωρίζονται αυστηρά σε δύο κατηγορίες: σταθερά, τα οποία πρέπει να αναληφθούν ανεξάρτητα από την παραγόμενη ποσότητα, και μεταβλητά, τα οποία μεταβάλλονται με την παραγωγή. Ολόκληρη αυτή η κατασκευή είναι εξαιρετικά τεχνητή. Δεν υπάρχει πραγματική «σταθερότητα» κοστών. Κάθε υποτιθέμενη σταθερότητα εξαρτάται αποκλειστικά από τη διάρκεια του εξεταζόμενου χρόνου. Ας υποθέσουμε, πράγματι, ότι η παραγωγή είναι μηδενική. Οι «θεωρητικοί των καμπυλών κόστους» θα ήθελαν να μας πείσουν ότι ακόμη και με μηδενική παραγωγή υπάρχουν σταθερά κόστη που πρέπει να αναληφθούν: μίσθωμα γης, αμοιβή της διοίκησης κ.λπ. Είναι, όμως, σαφές ότι, εάν τα δεδομένα παραμένουν αμετάβλητα —όπως θα έπρεπε σε μια τέτοια ανάλυση— και οι επιχειρηματίες αναμένουν ότι η κατάσταση μηδενικής παραγωγής θα συνεχιστεί επ’ αόριστον, αυτά τα «σταθερά» κόστη θα γίνονταν «μεταβλητά» και θα εξαφανίζονταν πολύ γρήγορα. Η σύμβαση μίσθωσης της γης θα τερματιζόταν και η διοίκηση θα απολυόταν καθώς η επιχείρηση θα έκλεινε τις πόρτες της.

The interesting phases, then, are the immediate run and the long run. Yet cost-curve analysis deals almost exclusively with a hybrid intermediate phase known as the “short run.” In this short run, “costs” are sharply divided into two categories: fixed (which must be incurred regardless of the amount produced) and variable (which vary with output). This whole construction is a highly artificial one. There is no actual “fixity” of costs. Any alleged fixity depends purely on the length of time involved. In fact, suppose that production is zero. The “cost-curve theorists” would have us believe that even at zero output there are fixed costs that must be incurred: rent of land, payment of management, etc. However, it is clear that if data are frozen—as they should be in such an analysis—and the entrepreneurs expect a situation of zero output to continue indefinitely, these “fixed” costs would become “variable” and disappear very quickly. The rent contract for land would be terminated, and management fired, as the firm closed its doors.

92

Δεν υπάρχουν «σταθερά» κόστη· υπάρχουν, αντιθέτως, διαφορετικοί βαθμοί μεταβλητότητας για διαφορετικούς παραγωγικούς συντελεστές. Ορισμένοι συντελεστές χρησιμοποιούνται καλύτερα σε ορισμένη ποσότητα για ένα ορισμένο εύρος παραγωγής, ενώ άλλοι αποδίδουν καλύτερα αποτελέσματα σε άλλα εύρη παραγωγής. Το αποτέλεσμα δεν είναι μια διχοτομία μεταξύ «σταθερών» και «μεταβλητών» κοστών, αλλά μια κατάσταση πολλών βαθμών μεταβλητότητας για τους διάφορους συντελεστές.76

There are no “fixed” costs; rather there are different degrees of variability for different productive factors. Some factors are best used in a certain quantity over a certain range of output, while others yield best results over other ranges of output. The result is not a dichotomy into “fixed” and “variable” costs, but a condition of many degrees of variability for the various factors.

93

Ακόμη και εάν δεν υπήρχε καμία από αυτές τις δυσκολίες, είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς γιατί θα έπρεπε να επιλέγεται η «βραχυχρόνια περίοδος» για λεπτομερή ανάλυση, όταν είναι απλώς ένας ενδιάμεσος σταθμός ή, μάλλον, μια σειρά ενδιάμεσων σταθμών μεταξύ των σημαντικών χρονικών περιόδων: της άμεσης και της μακροχρόνιας. Από αναλυτική άποψη, η προσέγγιση των καμπυλών κόστους παρουσιάζει, στην καλύτερη περίπτωση, μικρό ενδιαφέρον.77

Even if none of these difficulties existed, it is hard to see why the “short run” should be picked out for detailed analysis, when it is merely one way station, or rather a series of way stations, between the important periods of time: the immediate run and the long run. Analytically, the cost-curve approach is at best of little interest.

94

Με αυτές τις επιφυλάξεις, ας στραφούμε τώρα στην ανάλυση των κοστών της επιχείρησης. Ας εξετάσουμε τι θα συμβεί στα κόστη σε εναλλακτικά υποθετικά επίπεδα παραγωγής. Υπάρχουν δύο στοιχεία που καθορίζουν τη συμπεριφορά του μέσου κόστους, δηλαδή του συνολικού κόστους ανά μονάδα προϊόντος.

With these caveats, let us now turn to an analysis of the costs of the firm. Let us consider what will happen to costs at alternate hypothetical levels of output. There are two elements that determine the behavior of average costs, i.e., total costs per unit output.

95

(α) Υπάρχουν τα «φυσικά κόστη»: οι ποσότητες συντελεστών που πρέπει να αγοραστούν για να αποκτηθεί μια ορισμένη φυσική ποσότητα προϊόντος. Αυτά είναι η άλλη όψη της «φυσικής παραγωγικότητας»: των ποσοτήτων φυσικού προϊόντος που μπορούν να παραχθούν με διάφορες ποσότητες συντελεστών. Πρόκειται για τεχνολογικό πρόβλημα. Εδώ το ζήτημα δεν είναι η οριακή παραγωγικότητα, όπου ένας συντελεστής μεταβάλλεται ενώ οι άλλοι παραμένουν σταθεροί ως προς την ποσότητα. Εδώ επικεντρωνόμαστε στην κλίμακα παραγωγής όταν επιτρέπεται να μεταβάλλονται όλοι οι συντελεστές. Όταν όλοι οι συντελεστές και το προϊόν είναι πλήρως διαιρετοί, μια αναλογική αύξηση των ποσοτήτων όλων των συντελεστών πρέπει να οδηγεί σε εξίσου αναλογική αύξηση του φυσικού προϊόντος.78 Αυτό μπορεί να ονομαστεί νόμος των «σταθερών αποδόσεων κλίμακας».

(a) There are “physical costs”—the amounts of factors that must be purchased in order to obtain a certain physical quantity of output. These are the obverse of “physical productivity”—the amounts of the physical product that can be produced with various amounts of factors. This is a technological problem. Here the question is not marginal productivity, where one factor is varied while others remain constant in quantity. Here we concentrate on the scale of output when all factors are permitted to vary. Where all factors and the product are completely divisible, a proportionate increase in the quantities of all the factors must lead to an equally proportionate increase in physical output. This may be called the law of “constant returns to scale.”

96

(β) Ο δεύτερος προσδιοριστικός παράγοντας του μέσου κόστους είναι οι τιμές των συντελεστών. Οι θεωρητικοί του «καθαρού ανταγωνισμού» υποθέτουν ότι αυτές οι τιμές παραμένουν αμετάβλητες καθώς μεταβάλλεται η κλίμακα παραγωγής, αλλά αυτό είναι αδύνατον.79 Καθώς αυξάνεται η κλίμακα παραγωγής οποιασδήποτε επιχείρησης, αυτή αναγκαστικά αποσπά συντελεστές παραγωγής από άλλες επιχειρήσεις προσφέροντας υψηλότερες τιμές. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τους συντελεστές εργασίας και γης, των οποίων η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί μέσω νέας παραγωγής. Η αύξηση των τιμών των συντελεστών καθώς αυξάνεται η παραγωγή, σε συνδυασμό με σταθερά φυσικά κόστη, αυξάνει το μέσο χρηματικό κόστος ανά μονάδα προϊόντος. Μπορούμε, επομένως, να συμπεράνουμε ότι, εάν οι συντελεστές και το προϊόν ήταν τέλεια διαιρετοί, το μέσο κόστος θα ήταν πάντοτε αυξανόμενο.

(b) The second determinant of average costs is factor prices. “Pure competition” theorists assume that these prices remain unchanged with a changing scale of output, but this is impossible. As any firm’s scale of output increases, it necessarily bids factors of production away from other firms, raising their prices in the process. And this is particularly true for labor and land factors, which cannot be increased in supply via new production. The increase in factor prices as output increases, combined with constant physical costs, raises the average money cost per unit output. We may therefore conclude that if factors and product were perfectly divisible, average cost would always be increasing.

97

Στον κόσμο της παραγωγής, η τέλεια διαιρετότητα δεν ισχύει πάντοτε, ούτε καν συνήθως. Οι μονάδες των συντελεστών και του προϊόντος είναι αδιαίρετες, δηλαδή δεν είναι πλήρως διαιρετές σε πολύ μικρές μονάδες. Πρώτον, το προϊόν μπορεί να είναι αδιαίρετο. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι τρεις μονάδες του συντελεστή A συν δύο μονάδες του συντελεστή B μπορούν να συνδυαστούν για να παραγάγουν ένα ψυγείο. Μπορεί να ισχύει ότι 6A + 4B θα παραγάγουν δύο ψυγεία, σύμφωνα με τον νόμο μας των αποδόσεων κλίμακας. Ισχύει, όμως, επίσης ότι 4A + 3B δεν θα παραγάγουν ένα ψυγείο και ένα κλάσμα ψυγείου. Αναπόφευκτα θα υπάρχουν κενά όπου η αυξημένη προσφορά συντελεστών δεν θα οδηγεί σε αυξημένο προϊόν, λόγω της τεχνολογικής αδιαιρετότητας της μονάδας προϊόντος.

In the productive world, perfect divisibility does not always, or even usually, obtain. Units of factors and of output are indivisible, i.e., they are not purely divisible into very small units. First, the product may be indivisible. Thus, suppose that three units of factor A + 2 units of factor B may combine to produce one refrigerator. Now it may be true that 6A + 4B will produce two refrigerators, according to our law of returns to scale. But it is also true that 4A + 3B will not produce one-and-a-fraction refrigerators. There are bound to be gaps where an increased supply of factors will not lead to an increased product, because of the technological indivisibility of the unit product.

98

Στις περιοχές των κενών, το μέσο κόστος αυξάνεται γρήγορα, διότι μισθώνονται νέοι συντελεστές χωρίς να προκύπτει προϊόν· κατόπιν, όταν οι δαπάνες για συντελεστές αυξηθούν αρκετά ώστε να παραχθεί περισσότερο προϊόν, σημειώνεται απότομη πτώση του μέσου κόστους σε σύγκριση με την κατάσταση μέσα στο κενό. Ως αποτέλεσμα, κανένας επιχειρηματίας δεν θα επενδύσει εν γνώσει του στην περιοχή των κενών. Η μεγαλύτερη επένδυση χωρίς απόδοση προϊόντος είναι καθαρή σπατάλη, και έτσι οι επιχειρηματίες θα επενδύουν μόνο στα σημεία ελάχιστου κόστους έξω από τις περιοχές των κενών.80

In the areas of the gaps, average costs increase rapidly, since new factors are being hired with no product forthcoming; then, when expenditures on factors are increased sufficiently to produce more of the product, there is a precipitate decline in average cost compared to the situation during the gap. As a result, no businessman will knowingly invest in the area of the gaps. To invest more without yielding a product is sheer waste, and so businessmen will invest only in the trough points outside the gap areas.

99

Δεύτερον, και σημαντικότερο, οι παραγωγικοί συντελεστές μπορεί να είναι αδιαίρετοι. Εξαιτίας αυτής της αδιαιρετότητας, δεν είναι δυνατόν απλώς να διπλασιαστούν ή να υποδιπλασιαστούν ταυτοχρόνως οι ποσότητες εισροής καθεμίας από τις παραγωγικές υπηρεσίες. Κάθε συντελεστής έχει το δικό του τεχνολογικό μέγεθος μονάδας. Ως αποτέλεσμα, σχεδόν όλες οι επιχειρηματικές αποφάσεις λαμβάνονται σε περιοχές όπου πολλοί συντελεστές πρέπει να παραμένουν σταθεροί, ενώ άλλοι —οι περισσότερο διαιρετοί— μπορούν να μεταβάλλονται. Και αυτές οι σχετικές διαιρετότητες και αδιαιρετότητες οφείλονται όχι σε διαφορές των χρονικών περιόδων, αλλά στο τεχνολογικό μέγεθος των διαφόρων μονάδων. Σε κάθε παραγωγική δραστηριότητα θα υπάρχουν πολλά είδη αδιαιρετότητας.

Secondly, and more important, the productive factors may be indivisible. Because of this indivisibility, it is not possible simply to double or halve the quantities of input of every one of the productive services simultaneously. Each factor has its own technological unit size. As a result, almost all business decisions take place in zones in which many factors have to remain constant while others (the more divisible ones) may vary. And these relative divisibilities and indivisibilities are due, not to variations in periods of time, but to the technological size of the various units. In any productive operation there will be many varieties of indivisibility.

100

Ο καθηγητής Stigler παρουσιάζει το παράδειγμα μιας σιδηροδρομικής γραμμής, ενός συντελεστή που μπορεί να εξυπηρετεί έως 200 αμαξοστοιχίες ημερησίως.81 Η γραμμή χρησιμοποιείται με τη μεγαλύτερη αποδοτικότητα όταν τα δρομολόγια ανέρχονται ακριβώς σε 200 ημερησίως. Αυτό είναι το τεχνολογικά «ιδανικό» επίπεδο παραγωγής και μπορεί να είναι εκείνο για το οποίο σχεδιάστηκε η γραμμή. Τι συμβαίνει τώρα όταν η παραγωγή είναι χαμηλότερη από 200; Ας υποθέσουμε ότι είναι μόνο 100 ημερησίως. Οι διαιρετοί συντελεστές παραγωγής θα μειωθούν τότε στο μισό από τους ιδιοκτήτες του σιδηροδρόμου. Έτσι, εάν οι μηχανοδηγοί είναι διαιρετοί, ο σιδηρόδρομος θα απασχολήσει τους μισούς μηχανοδηγούς ή θα απασχολήσει τους μηχανοδηγούς του για τις μισές από τις συνήθεις ώρες τους. Αλλά —και αυτό είναι το κρίσιμο σημείο εδώ— ο σιδηρόδρομος δεν μπορεί να κόψει τη γραμμή στη μέση και να λειτουργήσει με μισή γραμμή. Δεδομένης της τεχνολογικής μονάδας της «γραμμής», ο αριθμός των γραμμών πρέπει να παραμείνει μία. Αντιστρόφως, όταν η παραγωγή αυξηθεί ξανά στα 200, οι άλλες παραγωγικές υπηρεσίες μπορούν να διπλασιαστούν, αλλά η ποσότητα της γραμμής παραμένει ίδια.82

Professor Stigler presents the example of a railroad track, a factor capable of handling up to 200 trains a day. The track is most efficiently utilized when train runs total precisely 200 a day. This is the technologically “ideal” output and may be the one for which the track was designed. Now what happens when output is below 200? Suppose output is only 100 per day. The divisible factors of production will then be cut in half by the owners of the railroad. Thus, if engineers are divisible, the railroad will hire half as many engineers or hire its engineers for half their usual number of hours. But (and this is the critical point here) the railroad cannot cut the track in half and operate on half a track. The technological unit of “track” being what it is, the number of tracks has to remain at one. Conversely, when output increases to 200 again, other productive services may be doubled, but the quantity of track remains the same.

101

Τι θα συμβεί εάν η παραγωγή αυξηθεί σε 250 αμαξοστοιχίες ημερησίως —αύξηση 25 τοις εκατό έναντι της σχεδιασμένης ποσότητας; Οι διαιρετές υπηρεσίες, όπως εκείνες των μηχανοδηγών, μπορούν να αυξηθούν κατά ένα τέταρτο· αλλά η γραμμή πρέπει είτε να παραμείνει μία —και να υπερχρησιμοποιείται— είτε να αυξηθεί σε δύο. Εάν αυξηθεί, οι γραμμές θα υποχρησιμοποιούνται και πάλι στα 250, διότι το «ιδανικό» επίπεδο παραγωγής από τη σκοπιά της αξιοποίησης των γραμμών είναι τώρα 400.

What happens should output increase to 250 trains a day—a 25-percent increase over the planned quantity? Divisible services such as engineers may be increased by one-fourth; but the track must either remain at one—and be overutilized—or be increased to two. If it is increased, the tracks will again be underutilized at 250, because the “ideal” output from the point of view of utilizing the tracks is now 400.

102

Όταν ένας σημαντικός αδιαίρετος συντελεστής υποχρησιμοποιείται ολοένα λιγότερο, θα υπάρχει τάση προς «αύξουσες αποδόσεις», προς μειούμενο μέσο κόστος καθώς αυξάνεται η παραγωγή. Όταν ένας σημαντικός αδιαίρετος συντελεστής υπερχρησιμοποιείται ολοένα περισσότερο, υπάρχει τάση προς αυξανόμενο μέσο κόστος.

When an important indivisible factor is becoming less and less underutilized, the tendency will be for “increasing returns,” for decreasing average costs as output increases. When an important indivisible factor is becoming more and more overutilized, there is a tendency for increasing average costs.

103

Σε ορισμένα πεδία παραγωγής, οι αδιαιρετότητες μπορεί να είναι τέτοιες ώστε η πλήρης χρησιμοποίηση ενός αδιαίρετου συντελεστή να απαιτεί την πλήρη χρησιμοποίηση όλων.83 Στην περίπτωση αυτή, όλοι οι αδιαίρετοι συντελεστές μεταβάλλονται μαζί και μπορούν να θεωρηθούν ως ενιαίο σύνολο για τους σκοπούς μας· γίνονται το ισοδύναμο ενός αδιαίρετου συντελεστή, όπως η σιδηροδρομική γραμμή. Και σε τέτοιες περιπτώσεις, το μέσο κόστος αρχικά θα μειώνεται με την αύξηση της παραγωγής, καθώς η αυξημένη παραγωγή διορθώνει την υποχρησιμοποίηση του συνόλου των αδιαίρετων συντελεστών. Αφού, όμως, επιτευχθεί το τεχνολογικά αποδοτικότερο σημείο, τα κόστη θα αυξάνονται, με δεδομένους τους αδιαίρετους συντελεστές. Η τάση μείωσης των κοστών θα αντισταθμίζεται, επιπλέον, από την άνοδο των τιμών των συντελεστών που προκαλείται από την αύξηση της παραγωγής.

In some spheres of production, indivisibilities may be such that full utilization of one indivisible factor requires full utilization of all. In that case, all the indivisible factors move together and can be lumped together for our purposes; they become the equivalent of one indivisible factor, such as the railroad track. In such cases again, average costs will first decline with an increase in output, as the increased output remedies an underutilization of the lumped indivisible factors. After the technologically most efficient point is reached, however, costs will increase, given the indivisible factors. The tendency for costs to decline will, in addition, be offset by the rise in factor prices caused by the increase in output.

104

Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, ωστόσο, κάθε συντελεστής θα διαφέρει από τους άλλους ως προς το μέγεθος και τον βαθμό διαιρετότητας. Κατά συνέπεια, οποιοδήποτε επιλεγμένο μέγεθος ή συνδυασμός μπορεί να αξιοποιεί έναν αδιαίρετο συντελεστή με τη μέγιστη αποδοτικότητα, αλλά εις βάρος της μέγιστης αποδοτικότητας στη χρησιμοποίηση κάποιου άλλου αδιαίρετου συντελεστή. Ας εξετάσουμε έναν υποθετικό πίνακα μέσου χρηματικού κόστους για κάθε εναλλακτικό επίπεδο παραγωγής. Όταν ξεκινούμε από πολύ χαμηλό επίπεδο παραγωγής, όλοι οι αδιαίρετοι συντελεστές θα υποχρησιμοποιούνται. Κατόπιν, καθώς επεκτείνουμε την παραγωγή, το μέσο κόστος θα μειώνεται, εκτός εάν αυτό αντισταθμίζεται από την άνοδο των τιμών των διαιρετών συντελεστών που απαιτούνται για την επέκταση της παραγωγής. Μόλις ένας από τους αδιαίρετους συντελεστές χρησιμοποιηθεί πλήρως και αρχίσει να υπερχρησιμοποιείται, το μέσο κόστος θα αυξηθεί απότομα. Αργότερα, εμφανίζεται και πάλι τάση μείωσης των κοστών, καθώς ένας άλλος υποχρησιμοποιούμενος συντελεστής αρχίζει να χρησιμοποιείται πληρέστερα. Το αποτέλεσμα είναι μια εναλλασσόμενη σειρά μειώσεων και αυξήσεων του μέσου κόστους καθώς αυξάνεται η παραγωγή. Τελικά, θα επιτευχθεί ένα σημείο στο οποίο περισσότεροι αδιαίρετοι συντελεστές θα υπερχρησιμοποιούνται από όσους θα υποχρησιμοποιούνται, και από εκεί και έπειτα η γενική τάση του μέσου κόστους καθώς αυξάνεται η παραγωγή θα είναι ανοδική. Πριν από αυτό το σημείο, η τάση θα είναι καθοδική.

In the overwhelming majority of cases, however, each factor will differ from the others in size and degree of divisibility. As a consequence, any size or combination chosen might utilize one indivisible factor most efficiently, but at the expense of not utilizing some other indivisible factor at peak efficiency. Suppose we consider a hypothetical schedule of average money cost at each alternative output. When we start at a very low level of output, all the indivisible factors will be underutilized. Then, as we expand production, average costs will decrease unless offset by the price rise for those divisible factors needed to expand production. As soon as one of the indivisible factors is fully utilized and becomes overworked, average costs will rise sharply. Later, a tendency toward decreasing costs sets in again as another underutilized factor becomes more fully utilized. The result is an alternating series of decreases and increases in average costs as output increases. Eventually, a point will be reached at which more indivisible factors will be overutilized than underutilized, and from then on the general trend of average cost as output increases will be upward. Before that point, the trend will be downward.

105

Με αυτές τις επιδράσεις από την τεχνολογική πλευρά των κοστών συνυφαίνονται οι συνεχείς αυξήσεις των τιμών των συντελεστών, οι οποίες επίσης αποκτούν μεγαλύτερη σημασία καθώς αυξάνεται η παραγωγή.

Mingling with these influences from the technological side of costs are the continuing rises in factor prices, which also become more important as output increases.

106

Εν ολίγοις, όπως δηλώνει ο Mises:

In sum, as Mises states:

107

Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, όσο περισσότερο αυξάνεται η παραγωγή ενός ορισμένου είδους, τόσο περισσότεροι συντελεστές παραγωγής πρέπει να αποσπαστούν από άλλες χρήσεις στις οποίες θα είχαν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή άλλων ειδών. Συνεπώς —εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι—, το μέσο κόστος παραγωγής αυξάνεται με την αύξηση της παραγόμενης ποσότητας. Αλλά αυτός ο γενικός νόμος υπερκαλύπτεται κατά τμήματα από το φαινόμενο ότι δεν είναι όλοι οι συντελεστές παραγωγής τέλεια διαιρετοί και ότι, στον βαθμό που μπορούν να διαιρεθούν, δεν διαιρούνται με τέτοιον τρόπο ώστε η πλήρης χρησιμοποίηση ενός από αυτούς να συνεπάγεται πλήρη χρησιμοποίηση των άλλων ατελώς διαιρετών συντελεστών.84

Other things being equal, the more the production of a certain article increases, the more factors of production must be withdrawn from other employments in which they would have been used for the production of other articles. Hence—other things being equal—average production costs increase with the increase in the quantity produced. But this general law is by sections superseded by the phenomenon that not all factors of production are perfectly divisible and that, as far as they can be divided, they are not divisible in such a way that full utilization of one of them results in full utilization of the other imperfectly divisible factors.40

108

Ορισμένοι αδιαίρετοι συντελεστές, όπως η σιδηροδρομική γραμμή, μπορούν να είναι διαθέσιμοι μόνο σε ένα συγκεκριμένο μέγεθος. Άλλοι αδιαίρετοι συντελεστές, όπως τα μηχανήματα, μπορούν να κατασκευάζονται σε διάφορα μεγέθη. Δεν μπορεί, λοιπόν, ένα μικρό εργοστάσιο να χρησιμοποιεί μηχανήματα μικρής κλίμακας που θα είναι εξίσου αποδοτικά με τα μηχανήματα μεγάλης κλίμακας ενός μεγαλύτερου εργοστασίου; Και δεν θα εξάλειφε αυτό τις αδιαιρετότητες, οδηγώντας σε σταθερό κόστος; Όχι, διότι και εδώ ένα συγκεκριμένο μέγεθος θα είναι πιθανότατα το αποδοτικότερο. Κάτω από το αποδοτικότερο μέγεθος, η λειτουργία της μηχανής θα είναι δαπανηρότερη. Έτσι, όπως λέει ο Stigler, «η συναρμολόγηση των μερών ενός κινητήρα δέκα ίππων δεν απαιτεί δεκαπλάσια εργασία από εκείνη που είναι αναγκαία για τη συναρμολόγηση των μερών ενός κινητήρα ενός ίππου. Ομοίως, ένα φορτηγό απαιτεί έναν οδηγό, είτε έχει μεταφορική ικανότητα μισού τόνου είτε δύο τόνων».85

Some indivisible factors, such as the railroad track, can be available in only one particular size. Other indivisible factors, such as machinery, can be built in various sizes. Cannot a small factory, then, use small-scale machinery which will be just as efficient as large-scale machinery in a larger factory, and would this not eliminate indivisibilities and result in constant costs? No, for here too, one particular size will probably be most efficient. Below the most efficient size, operating the machine will be more costly. Thus, as Stigler says, “fitting together of the parts of a tenhorsepower motor does not require ten times the labor necessary to fit those of a one-horsepower motor. Similarly, a truck requires one driver, whether it has a half-ton or two-ton capacity.”

109

Είναι επίσης αλήθεια ότι μια υπερμεγέθης μηχανή θα είναι δαπανηρότερη από την άριστη. Αυτό, όμως, δεν θα αποτελεί περιορισμό στο μέγεθος της επιχείρησης, διότι μια μεγάλη επιχείρηση μπορεί απλώς να χρησιμοποιεί περισσότερες, μικρότερες μηχανές άριστου μεγέθους αντί για μία τεράστια μηχανή.

It is also true that an oversized machine will be more costly than the optimum. But this will be no limitation on the size of the firm, for a large firm can simply use several (smaller) optimum-sized machines instead of one huge machine.

110

Η εργασία αντιμετωπίζεται συνήθως ως τέλεια διαιρετός συντελεστής, ως συντελεστής που μεταβάλλεται ευθέως ανάλογα με το μέγεθος της παραγωγής. Αυτό, όμως, δεν είναι αλήθεια. Όπως είδαμε, ο οδηγός του φορτηγού δεν διαιρείται σε κλάσματα. Επιπλέον, η διοίκηση τείνει να είναι αδιαίρετος παραγωγικός συντελεστής. Το ίδιο ισχύει για τους πωλητές, τη διαφήμιση, το κόστος δανεισμού, τις δαπάνες έρευνας και ακόμη και την ασφάλιση έναντι αναλογιστικού κινδύνου. Υπάρχουν ορισμένα βασικά κόστη δανεισμού που προκύπτουν απλώς από τη διερεύνηση, τη γραφειοκρατική διεκπεραίωση κ.λπ. Αυτά θα τείνουν να είναι αναλογικά μικρότερα όσο μεγαλύτερο είναι το μέγεθος — μια ακόμη αδιαιρετότητα, με αύξουσες αποδόσεις σε μια ορισμένη περιοχή. Επίσης, όσο ευρύτερη είναι η κάλυψη, τόσο χαμηλότερα θα είναι τα ασφάλιστρα.86

Labor is usually treated as a perfectly divisible factor, as one that varies directly with the size of the output. But this is not true. As we have seen, the truck driver is not divisible into fractions. Further, management tends to be an indivisible production factor. So also salesmen, advertising, cost of borrowing, research expenditures, and even insurance for actuarial risk. There are certain basic costs in borrowing which simply arise from investigating, paperwork, etc. These will tend to be proportionately smaller the larger the size—another indivisibility, with returns increasing over a certain area. Also, the broader the coverage, the lower insurance premiums will be.

111

Υπάρχουν έπειτα τα γνωστά οφέλη από την αύξηση του καταμερισμού της εργασίας με τη μεγαλύτερη παραγωγή. Τα οφέλη από τον καταμερισμό της εργασίας μπορούν να θεωρηθούν αδιαίρετα. Προκύπτουν από τις εξειδικευμένες μηχανές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πρώτη φορά μόνο με μεγαλύτερη παραγωγή και, ομοίως, από τις αυξημένες εργασιακές δεξιότητες των ειδικευμένων εργαζομένων. Και εδώ, ωστόσο, υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο δεν είναι δυνατή περαιτέρω εξειδίκευση ή όπου η εξειδίκευση υπόκειται σε αυξανόμενα κόστη. Η διοίκηση έχει συνήθως επισημανθεί ως ιδιαίτερα επιρρεπής στην υπερχρησιμοποίηση. Ακόμη σημαντικότερος είναι ο συντελεστής της ικανότητας λήψης τελικών αποφάσεων, ο οποίος δεν μπορεί να διευρυνθεί στον βαθμό που μπορεί να διευρυνθεί η διοίκηση.

Then there are the well-known gains from the increase in the division of labor with larger outputs. The benefits from the division of labor may be considered indivisible. They arise from the specialized machines that must first be used with a larger product, and similarly from the increased labor skills of specialists. Here too, however, there is a point beyond which no further specialization is possible or where specialization is subject to increasing costs. Management has usually been stressed as particularly subject to overutilization. Even more important is the factor of ultimate-decision-making ability, which cannot be enlarged to the extent that management can.

112

Το ποιο θα είναι το μέγεθος και η παραγωγή οποιασδήποτε δεδομένης επιχείρησης εξαρτάται, επομένως, από πλήθος αντίρροπων προσδιοριστικών παραγόντων, ορισμένοι από τους οποίους ωθούν προς περιορισμό και άλλοι προς επέκταση του μεγέθους. Το σημείο στο οποίο θα καταλήξει οποιαδήποτε επιχείρηση εξαρτάται από τα συγκεκριμένα δεδομένα της πραγματικής περίπτωσης και δεν μπορεί να αποφασιστεί από την οικονομική ανάλυση. Μόνο ο ίδιος ο επιχειρηματίας, μέσω της αλληλεπίδρασης στην αγορά, μπορεί να αποφασίσει ποιο είναι το μέγεθος μέγιστου κέρδους και να διαμορφώσει την επιχείρηση σε αυτό το σημείο. Αυτό είναι έργο του επιχειρηματία και όχι του οικονομολόγου.87

What any given firm’s size and output will be is therefore subject to a host of conflicting determinants, some impelling a limitation, some an expansion, of size. At what point any firm will settle depends on the concrete data of the actual case and cannot be decided by economic analysis. Only the actual entrepreneur, through the give and take of the market, can decide where the maximum-profit size is and can set the firm at that point. This is the task of the businessman and not of the economist.

113

Επιπλέον, τα διαγράμματα καμπυλών κόστους, τόσο απλά και ομαλά στα εγχειρίδια, παρερμηνεύουν τις πραγματικές συνθήκες. Είδαμε ότι υπάρχει πλήθος προσδιοριστικών παραγόντων που, σε οποιοδήποτε σημείο, τείνουν προς αύξηση και προς μείωση των κοστών. Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι ένας επιχειρηματίας θα επιδιώκει να παράγει στο σημείο μέγιστου κέρδους, δηλαδή μέγιστης καθαρής απόδοσης πάνω από τα κόστη. Αλλά οι παράγοντες που επηρεάζουν την απόφασή του είναι υπερβολικά πολυάριθμοι και οι αλληλεπιδράσεις τους υπερβολικά σύνθετες για να αποτυπωθούν σε διαγράμματα καμπυλών κόστους.

Furthermore, the cost-curve diagrams, so simple and smooth in the textbooks, misinterpret real conditions. We have seen that there are a whole host of determinants which tend at any point toward increasing and toward decreasing costs. It is, of course, true that an entrepreneur will seek to produce at the point of maximum profit, i.e., of maximum net returns over costs. But the factors that influence his decision are too numerous and their interactions too complex to be captured in cost-curve diagrams.

114

Είναι σαφές σχεδόν σε όλους ότι το άριστο μέγεθος μιας επιχείρησης σε ορισμένους κλάδους είναι μεγαλύτερο από ό,τι σε άλλους. Το οικονομικά άριστο μέγεθος μιας χαλυβουργίας είναι μεγαλύτερο από το άριστο μέγεθος ενός κουρείου. Σε κλάδους όπου οι επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας έχουν αποδειχθεί οι αποδοτικότερες, ωστόσο, πολλοί έχουν εκφράσει μεγάλη ανησυχία για μια υποτιθέμενη τάση να συνεχίζεται μόνιμα η μείωση των κοστών και, επομένως, να προκύπτει «μονοπώλιο» από ολοένα μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Θα πρέπει, όμως, να είναι προφανές ότι δεν υπάρχει άπειρη τάση προς διαρκώς μεγαλύτερο μέγεθος· αυτό είναι σαφές από το ίδιο το γεγονός ότι κάθε επιχείρηση, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, έχει πάντοτε πεπερασμένο μέγεθος και ότι, επομένως, πρέπει να της έχει επιβληθεί ένα οικονομικό όριο από κάποια κατεύθυνση. Επιπλέον, είδαμε ότι ο γενικός κανόνας λειτουργίας σε μια περιοχή φθίνουσας οριακής παραγωγικότητας κάθε συντελεστή, καθώς και η τάση των τιμών των προϊόντων να μειώνονται και των τιμών των συντελεστών να αυξάνονται καθώς αυξάνεται η παραγωγή, θέτουν όρια στο μέγεθος κάθε επιχείρησης. Και θα δούμε ακόμη ένα παραμελημένο σημείο: ότι έσχατα όρια στο σχετικό μέγεθος της επιχείρησης τίθενται από την ανάγκη ύπαρξης αγορών για κάθε συντελεστή, ώστε η επιχείρηση να μπορεί να υπολογίζει τα κέρδη και τις ζημίες της.88

It is clear to almost everyone that the optimum size of a firm in some industries is larger than in others. The economic optimum for a steel plant is larger than the optimum barbershop. In industries where large-scale firms have demonstrated the most efficiency, however, many people have worried a great deal about an alleged tendency for decreasing costs to continue permanently and therefore for “monopoly” to result from ever-larger firms. It should be obvious, however, that there is no infinite tendency for ever-larger size; this is clear from the very fact that every firm, at any time, always has a finite size and that, therefore, an economic limit must have been imposed upon it from some direction. Furthermore, we have seen that the general rule of operating in a zone of diminishing marginal productivity for each factor, as well as the tendency for product prices to decline and factor prices to increase as output increases, establishes limits on the size of each firm. And, as a neglected point, we shall see that ultimate limits are set on the relative size of the firm by the necessity for markets to exist in every factor, in order to make it possible for the firm to calculate its profits and losses.

115

Τα χρηματικά κόστη θα ισούνται με τα κόστη ευκαιρίας για τον επιχειρηματία μόνο όταν αυτός σχεδιάζει μια επένδυση σε συντελεστές. Στον βαθμό που τα χρηματικά κόστη του έχουν «βυθιστεί» σε οποιαδήποτε παραγωγική διαδικασία, έχουν δεσμευτεί αμετάκλητα και κάθε μελλοντικό σχέδιο πρέπει να τα θεωρεί οριστικά δαπανημένα.89 Η καμπύλη αγοραίας προσφοράς του επιχειρηματία θα εξαρτάται από το παρόν κόστος ευκαιρίας του και όχι από το παρελθόν χρηματικό του κόστος. Διότι ο επιχειρηματίας πωλεί τα αγαθά του σε οποιαδήποτε τιμή υπερκαλύπτει τα περαιτέρω κόστη που πρέπει να αναληφθούν για την πώλησή τους. Καθώς τα κεφαλαιουχικά αγαθά προχωρούν προς το τελικό προϊόν σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγικής δομής, ολοένα περισσότερη επένδυση έχει δεσμευτεί αμετάκλητα στη διαδικασία. Επομένως, το οριακό κόστος της περαιτέρω παραγωγής —κατά προσέγγιση, το κόστος ευκαιρίας— γίνεται ολοένα χαμηλότερο καθώς το προϊόν πλησιάζει στην ολοκλήρωση και στην πώλησή του. Αυτό είναι το απλό νόημα του συνήθους κυκεώνα των καμπυλών κόστους. Όταν, για παράδειγμα, ορισμένα κόστη δεν είναι «σταθερά», αλλά αμετάκλητα από τη σκοπιά της περαιτέρω βραχυχρόνιας παραγωγής, δεν περιλαμβάνονται στα εκτιμώμενα από τον επιχειρηματία κόστη αυτής της περαιτέρω παραγωγής. Όπως είδαμε παραπάνω, η πώληση του άμεσα διαθέσιμου αποθέματος που είναι απολύτως έτοιμο προς πώληση είναι ουσιαστικά «χωρίς κόστος», διότι δεν υπάρχουν περαιτέρω κόστη παραγωγής του στην άμεση περίοδο.90 Στην ERE, βεβαίως, όλα τα κόστη και οι επενδύσεις θα έχουν προσαρμοστεί και τα αμετάκλητα αναληφθέντα κόστη δεν θα παρουσιάζουν πρόβλημα. Στην ERE, το μέσο χρηματικό κόστος για όλες τις επιχειρήσεις θα ισούται με την τιμή του προϊόντος μείον την καθαρή απόδοση από τόκο των κεφαλαιούχων-επιχειρηματιών και επίσης, όπως θα δούμε, μείον την απόδοση της «προεξοφλημένης οριακής παραγωγικότητας του ιδιοκτήτη», ενός συντελεστή που δεν περιλαμβάνεται στα χρηματικά κόστη της επιχείρησης.91,92

Money costs will equal opportunity costs to the businessman only when he plans an investment in factors. To the extent that his money costs are “sunk” in any production process, they are committed irrevocably, and any future plans must consider them as irretrievably spent. The businessman’s market-supply curve will depend on his present opportunity cost, not his past money cost. For the businessman sells his goods at any price that will more than cover any further costs that must be incurred in selling them. As capital goods move toward final output in any stage of the production structure, more and more investment has been sunk into the process. Therefore, the marginal cost of further production (roughly the opportunity cost) becomes ever lower as the product moves toward final output and sale. This is the simple meaning of the usual cost-curve morass. When, for example, some costs are not “fixed,” but irrevocable from the point of view of further short-run production, they are not included in the businessman’s estimated costs of such further production. As we have seen above, the sale of immediate stock completely ready for sale is virtually “costless,” since there are no further costs for its production—in the immediate run. In the ERE, of course, all costs and investments will be adjusted, and irrevocably incurred costs will present no problem. In the ERE average money costs for all firms will equal the price of the product minus pure interest return to the capitalist-entrepreneurs, and also, as we shall see, minus the return to the “discounted marginal productivity of the owner,” a factor which does not enter into the firm’s money costs.47, 48

116

Β. Επιχειρηματικό εισόδημα

B. BUSINESS INCOME

117

Τα καθαρά εισοδήματα στην οικονομία περιέρχονται στην εργασία ως μισθοί, στους γαιοκτήμονες ως μισθώματα βασικής γης —τόσο οι μισθοί όσο και τα μισθώματα βασικής γης είναι «μισθώματα», δηλαδή μοναδιαίες τιμές παραγωγικών συντελεστών— και στους κεφαλαιούχους ως τόκος, και όλα αυτά συνεχίζονται στην ERE· τα κέρδη και οι ζημίες περιέρχονται στους επιχειρηματίες και δεν συνεχίζονται στην ERE. Τα μισθώματα βασικής γης κεφαλαιοποιούνται στην κεφαλαιακή αξία της γης, η οποία επομένως αποφέρει το επιτόκιο στην ERE. Τι γίνεται, όμως, με τους ιδιοκτήτες; Εξαντλούνται τα εισοδήματά τους στην κατηγορία του επιχειρηματικού κέρδους και της ζημίας, την οποία μελετήσαμε στο κεφάλαιο 8, ή θα εξακολουθούν να αποκομίζουν εισόδημα πέρα από τον τόκο στην ERE;

The net incomes in the economy accrue to labor in wages, to landowners in ground rents (both wages and ground rents being “rents,” i.e., unit-prices of productive factors), to capitalists in interest—all of which continue in the ERE—and profits and losses to entrepreneurs, which do not. (Ground rents are capitalized in the capital value of land, which therefore earns the interest rate in the ERE.) But what of the owners? Are their incomes exhausted by the category of entrepreneurial profit and loss, which we have studied in chapter 8, or will they continue to earn income beyond interest in the ERE?

118

Μέχρι τώρα είδαμε ότι οι ιδιοκτήτες επιχειρήσεων επιτελούν μια επιχειρηματική λειτουργία: τη λειτουργία της ανάληψης της αβεβαιότητας σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο. Οι ιδιοκτήτες είναι επίσης κεφαλαιούχοι, οι οποίοι προκαταβάλλουν παρόντα χρηματικά ποσά στους συντελεστές εργασίας και γης και αποκομίζουν τόκο. Μπορεί επίσης να διευθύνουν οι ίδιοι τις επιχειρήσεις τους· στην περίπτωση αυτή, αποκομίζουν έναν τεκμαρτό μισθό διεύθυνσης, διότι εκτελούν εργασία που θα μπορούσε επίσης να εκτελεστεί από υπαλλήλους.93 Είδαμε ότι, από καταλλακτική άποψη, εργασία είναι η προσωπική ενέργεια μη ιδιοκτητών στην παραγωγή και ότι αυτός ο συντελεστής λαμβάνει μισθούς. Όταν ο ιδιοκτήτης εκτελεί ο ίδιος εργασία, τότε και αυτός αποκομίζει τεκμαρτό μισθό. Αυτός ο μισθός, βεβαίως, συνεχίζεται και στην ERE.

So far we have seen that owners of businesses perform an entrepreneurial function: the function of uncertainty-bearing in an ever-changing world. Owners are also capitalists, who advance present funds to labor and land factors and earn interest. They may also be their own managers; in that case, they earn an implicit wage of management, since they are performing work which could also be performed by employees. We have seen that, catallactically, labor is the personal energy of nonowners in production, and that this factor receives wages. When the owner does laboring work himself, then he too earns an implicit wage. This wage, of course, continues also in the ERE.

119

Υπάρχει, όμως, κάποια λειτουργία που επιτελούν οι επιχειρηματίες-ιδιοκτήτες και θα εξακολουθούσαν να επιτελούν στην ERE πέρα από την προκαταβολή κεφαλαίου ή την ενδεχόμενη διευθυντική εργασία; Η απάντηση είναι ότι πράγματι επιτελούν μια άλλη λειτουργία, για την οποία δεν μπορούν να μισθώσουν άλλους συντελεστές. Αυτή υπερβαίνει την απλή λειτουργία προκαταβολής κεφαλαίου και εξακολουθεί να υπάρχει στην ERE. Ελλείψει καλύτερου όρου, μπορεί να ονομαστεί λειτουργία λήψης αποφάσεων ή λειτουργία ιδιοκτησίας. Οι έμμισθοι διευθυντές μπορούν να διευθύνουν επιτυχώς την παραγωγή ή να επιλέγουν παραγωγικές διαδικασίες. Η τελική ευθύνη και ο έλεγχος της παραγωγής, όμως, ανήκουν αναπόφευκτα στον ιδιοκτήτη, στον επιχειρηματία του οποίου ιδιοκτησία είναι το προϊόν έως ότου πωληθεί. Οι ιδιοκτήτες είναι εκείνοι που αποφασίζουν πόσο κεφάλαιο θα επενδυθεί και σε ποιες συγκεκριμένες διαδικασίες. Και, ειδικότερα, οι ιδιοκτήτες είναι εκείνοι που πρέπει να επιλέξουν τους διευθυντές. Οι τελικές αποφάσεις σχετικά με τη χρήση της ιδιοκτησίας τους και την επιλογή των ανθρώπων που θα τη διαχειριστούν πρέπει, επομένως, να λαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες και από κανέναν άλλον. Πρόκειται για λειτουργία αναγκαία στην παραγωγή, η οποία συνεχίζεται στην ERE, διότι ακόμη και στην ERE απαιτούνται δεξιότητες για την πρόσληψη κατάλληλων διευθυντών και την επένδυση στις αποδοτικότερες διαδικασίες· και, μολονότι αυτές οι δεξιότητες παραμένουν σταθερές, η αποτελεσματικότητα με την οποία ασκούνται θα διαφέρει από επιχείρηση σε επιχείρηση και θα αποκομίζονται αντιστοίχως διαφορετικές αποδόσεις.94

But is there a function which owning businessmen perform, and would still perform in the ERE, beyond the advancing of capital or possible managerial work? The answer is that they do execute another function for which they cannot hire other factors. It goes beyond the simple capital-advancing function, and it still continues in the ERE. For want of a better term, it may be called the decision-making function, or the ownership function. Hired managers may successfully direct production or choose production processes. But the ultimate responsibility and control of production rests inevitably with the owner, with the businessman whose property the product is until it is sold. It is the owners who make the decision concerning how much capital to invest and in what particular processes. And particularly, it is the owners who must choose the managers. The ultimate decisions concerning the use of their property and the choice of the men to manage it must therefore be made by the owners and by no one else. It is a function necessary to production, and one that continues in the ERE, since even in the ERE there are skills needed to hire proper managers and invest in the most efficient processes; and even though these skills remain constant, the efficiency with which they are performed will differ from one firm to another, and differing returns will be received accordingly.

120

Ο συντελεστής λήψης αποφάσεων είναι αναγκαστικά ειδικός σε κάθε επιχείρηση. Δεν μπορούμε να ονομάσουμε μισθό εκείνο που αποφέρει, διότι δεν μπορεί ποτέ να μισθωθεί και, επομένως, δεν αποφέρει τεκμαρτό μισθό. Μπορούμε, συνεπώς, να ονομάσουμε το εισόδημα αυτού του συντελεστή «μίσθωμα της ικανότητας λήψης αποφάσεων».95 Είναι σαφές ότι αυτό το μίσθωμα θα ισούται με την DMVP του συντελεστή, το ποσό που συνεισφέρει ειδικά στο έσοδο της επιχείρησης. Εφόσον αυτή η ικανότητα διαφέρει από ιδιοκτήτη σε ιδιοκτήτη, τα μισθώματα θα διαφέρουν αναλόγως. Αυτή η διαφορά εξηγεί τα φαινόμενα των επιχειρήσεων «υψηλού κόστους» και «χαμηλού κόστους» σε οποιονδήποτε κλάδο και δείχνει ότι οι διαφορές αποτελεσματικότητας μεταξύ επιχειρήσεων δεν είναι αποκλειστικά συνάρτηση εφήμερης αβεβαιότητας, αλλά θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν ακόμη και στην ERE.

The decision-making factor is necessarily specific to each firm. We cannot call what it earns a wage because it can never be hired, and thus it does not earn an implicit wage. We may therefore call the income of this factor, the “rent of decision-making ability.” It is clear that this rent will be equal to the factor’s DMVP, the amount which it specifically contributes to the firm’s revenue. Since this ability differs from one owner to the next, the rents will differ accordingly. This difference accounts for the phenomena of “high-cost” and “low-cost” firms in any industry and indicates that differences in efficiency among firms are not solely functions of ephemeral uncertainty, but would persist even in the ERE.

121

Εφόσον δεχόμαστε ότι οι «υπεροριακές» επιχειρήσεις ενός κλάδου —δηλαδή εκείνες με το χαμηλότερο κόστος— αποφέρουν στους ιδιοκτήτες τους μισθώματα ικανότητας λήψης αποφάσεων, τι συμβαίνει με τις «οριακές» επιχειρήσεις του κλάδου, τις επιχειρήσεις «υψηλού κόστους» που μόλις και μετά βίας παραμένουν σε λειτουργία; Αποκομίζουν οι ιδιοκτήτες τους μισθώματα ικανότητας λήψης αποφάσεων; Πολλοί οικονομολόγοι πίστεψαν ότι αυτές οι οριακές επιχειρήσεις δεν αποφέρουν τέτοιο εισόδημα, όπως πίστεψαν ότι η οριακή γη αποφέρει μηδενικό μίσθωμα. Είδαμε, όμως, ότι η οριακή γη αποφέρει κάποιο μίσθωμα, ακόμη και αν αυτό βρίσκεται «κοντά στο» μηδέν. Ομοίως, η οριακή επιχείρηση αποφέρει κάποιο μίσθωμα ικανότητας λήψης αποφάσεων. Δεν μπορούμε ποτέ να πούμε ποσοτικά πόσο θα είναι αυτό, παρά μόνο ότι θα είναι μικρότερο από τα αντίστοιχα «μισθώματα λήψης αποφάσεων» των υπεροριακών επιχειρήσεων.

Granting that the “supramarginal” (i.e., the lower-cost) firms in an industry are earning rents of decision-making ability for their owners, what of the “marginal” firms in the industry, the “high-cost” firms just barely in business? Are their owners earning rents of decision-making ability? Many economists have believed that these marginal firms earn no such income, just as they have believed that the marginal land earns zero rent. We have seen, however, that the marginal land earns some rent, even if “close to” zero. Similarly, the marginal firm earns some rent of decision-making ability. We can never say quantitatively how much it will be, only that it will be less than the corresponding “decision rents” of the supramarginal firms.

122

Η πεποίθηση ότι οι οριακές επιχειρήσεις δεν αποφέρουν κανένα απολύτως μίσθωμα λήψης αποφάσεων φαίνεται να απορρέει από δύο σφάλματα: (1) την υπόθεση της μαθηματικής συνέχειας, έτσι ώστε διαδοχικά σημεία συγχωνεύονται· και (2) την υπόθεση ότι το «μίσθωμα» είναι κατά βάση διαφορικό και ότι, επομένως, η πιο υποδεέστερη γη ή επιχείρηση που λειτουργεί πρέπει να αποφέρει μηδέν για να θεμελιωθεί η διαφορά. Είδαμε, ωστόσο, ότι τα μισθώματα είναι «απόλυτα» — οι απολαβές και οι αξίες των οριακών προϊόντων των συντελεστών. Δεν είναι, επομένως, αναγκαίο ο πιο υποδεέστερος συντελεστής να αποφέρει μηδέν, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε όταν αντιληφθούμε ότι οι μισθοί αποτελούν υποκατηγορία των μισθωμάτων και ότι σαφώς κανείς δεν λαμβάνει μηδενικό μισθό. Έτσι, ούτε η οριακή επιχείρηση αποφέρει μηδενικό μίσθωμα λήψης αποφάσεων.

The belief that marginal firms earn no decision rents whatever seems to stem from two errors: (1) the assumption of mathematical continuity, so that successive points blend together; and (2) the assumption that “rent” is basically differential and therefore that the most inferior working land or firm must earn zero to establish the differential. We have seen, however, that rents are “absolute”—the earnings and marginal value products of factors. There is no necessity, therefore, for the poorest factor to earn zero, as we can see when we realize that wages are a subdivision of rents and that there is clearly no one making a zero wage. And so neither does the marginal firm earn a decision rent of zero.

123

Το ότι το μίσθωμα λήψης αποφάσεων που αποφέρει η οριακή επιχείρηση πρέπει να είναι θετικό και όχι μηδενικό γίνεται προφανές εάν εξετάσουμε μια επιχείρηση της οποίας το μίσθωμα λήψης αποφάσεων είναι μηδενικό. Ο ιδιοκτήτης της θα επιτελούσε τότε ορισμένες λειτουργίες —θα λάμβανε και θα έφερε την ευθύνη για τις τελικές αποφάσεις σχετικά με την ιδιοκτησία του και θα επέλεγε τα ανώτατα διευθυντικά στελέχη— χωρίς να λαμβάνει καμία απόδοση. Και αυτό στην ERE, όπου δεν μπορεί να είναι απλώς το απρόβλεπτο αποτέλεσμα επιχειρηματικών σφαλμάτων! Αλλά δεν θα υπήρχε λόγος ο ιδιοκτήτης να συνεχίσει να επιτελεί αυτές τις λειτουργίες χωρίς απόδοση. Δεν θα εξακολουθούσε να αποκομίζει μια ψυχικά αρνητική απόδοση, διότι, όσο παρέμενε στην επιχειρηματική δραστηριότητα, θα συνέχιζε να δαπανά ενέργεια για την άσκηση της ιδιοκτησίας χωρίς να λαμβάνει τίποτε σε αντάλλαγμα.

That the decision rent earned by the marginal firm must be positive and not zero becomes evident if we consider a firm whose decision rent is only zero. Its owner would then be performing certain functions—making and bearing responsibility for ultimate decisions about his property and choosing the top managers—and yet receiving no return. And this in the ERE, where it cannot be simply the unforeseen result of entrepreneurial mistakes! But there will be no reason for the owner to continue performing these functions without a return. He will not continue to earn what is psychically a negative return, for while he remained in business he would continue to expend energy in ownership while receiving nothing in return.

124

Συνοψίζοντας, το εισόδημα που περιέρχεται στον ιδιοκτήτη μιας επιχείρησης σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία θα αποτελείται από τέσσερα στοιχεία:

To sum up, the income accruing to a business owner, in a changing economy, will be a composite of four elements:

125

Μέχρι τώρα εξετάζαμε σχεδόν αποκλειστικά τους κεφαλαιούχους-επιχειρηματίες. Εφόσον ο επιχειρηματίας είναι το δρων άτομο ως προς τη φυσική αβεβαιότητα, ο επενδυτής κεφαλαίου, ο οποίος μισθώνει άλλους συντελεστές και τους προκαταβάλλει αμοιβές, διαδραματίζει έναν ιδιαίτερα σημαντικό επιχειρηματικό ρόλο. Λαμβάνοντας αποφάσεις σχετικά με το πόσο και πού θα επενδύσει, είναι η κινητήρια δύναμη της σύγχρονης οικονομίας. Οι εργαζόμενοι είναι επίσης επιχειρηματίες υπό την έννοια ότι προβλέπουν τη ζήτηση στις αγορές εργασίας και επιλέγουν αναλόγως να εισέλθουν σε ορισμένες αγορές. Κάποιος που μεταναστεύει από μια χώρα σε άλλη προσδοκώντας υψηλότερο μισθό είναι, υπό αυτή την έννοια, επιχειρηματίας και μπορεί να αποκομίσει χρηματικό κέρδος ή να υποστεί ζημία από τη μετακίνησή του. Μία σημαντική διάκριση μεταξύ κεφαλαιούχων-επιχειρηματιών και εργαζομένων-επιχειρηματιών είναι ότι μόνο οι πρώτοι μπορούν να έχουν αρνητικά εισοδήματα στην παραγωγή. Ακόμη και εάν ένας εργαζόμενος μεταναστεύσει σε μια χώρα όπου η αμοιβή αποδεικνύεται χαμηλότερη από την αναμενόμενη, υφίσταται μόνο μια διαφορική ζημία, ή ζημία «ευκαιρίας», σε σχέση με όσα θα μπορούσε να είχε αποκομίσει αλλού. Εξακολουθεί, όμως, να λαμβάνει θετικό μισθό στην παραγωγή. Ακόμη και στην απίθανη περίπτωση πλεονάσματος εργασίας έναντι της γης, ο εργαζόμενος λαμβάνει μηδενικό και όχι αρνητικό μισθό. Αλλά ο κεφαλαιούχος-επιχειρηματίας, ο άνθρωπος που μισθώνει τους άλλους συντελεστές, μπορεί και πράγματι υφίσταται πραγματικές χρηματικές ζημίες από την επιχειρηματική του προσπάθεια.

We have, so far, been dealing almost exclusively with capitalist-entrepreneurs. Since the entrepreneur is the actor in relation to natural uncertainty, the capital investor, who hires and makes advances to other factors, plays a peculiarly important entrepreneurial role. Making decisions concerning how much and where to invest, he is the driving force of the modern economy. Laborers are also entrepreneurs in the sense of predicting demand in the markets for labor and choosing to enter certain markets accordingly. Someone who emigrates from one country to another in expectation of a higher wage is in this sense an entrepreneur and may obtain a monetary profit or loss from his move. One important distinction between capitalist-entrepreneurs and laborer-entrepreneurs is that only the former may suffer negative incomes in production. Even if a laborer emigrates to a nation where pay turns out to be lower than expected, he absorbs only a differential, or “opportunity,” loss from what he might have earned elsewhere. But he still earns a positive wage in production. Even in the unlikely event of a labor surplus visà-vis land, the laborer earns zero and not negative wages. But the capitalist-entrepreneur, the man who hires the other factors, can and does incur actual monetary losses from his entrepreneurial effort.

126

Γ. Προσωπικές υπηρεσίες προς τον καταναλωτή

C. PERSONAL CONSUMER SERVICE

127

Μια ιδιαίτερα σημαντική κατηγορία εργαζομένων-επιχειρηματιών είναι εκείνη των πωλητών προσωπικών υπηρεσιών προς καταναλωτές. Αυτοί οι εργαζόμενοι είναι γενικά και κεφαλαιούχοι. Οι πωλητές τέτοιων υπηρεσιών —γιατροί, δικηγόροι, καλλιτέχνες συναυλιών, υπηρέτες κ.λπ. — είναι αυτοαπασχολούμενοι επιχειρηματίες οι οποίοι, εκτός από τον τόκο επί οποιουδήποτε κεφαλαίου έχουν επενδύσει, αποκομίζουν έναν τεκμαρτό «διευθυντικό» μισθό για την εργασία τους.96,97 Έτσι, αποκομίζουν έναν ιδιαίτερο τύπο εισοδήματος: επιχειρηματική απόδοση που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από εισόδημα εργασίας. Μπορούμε να ονομάσουμε αυτόν τον τύπο εργασίας άμεση εργασία, διότι είναι εργασία που χρησιμεύει άμεσα ως καταναλωτικό αγαθό αντί να μισθώνεται ως συντελεστής παραγωγής. Και εφόσον είναι καταναλωτικό αγαθό, αυτή η υπηρεσία εργασίας τιμολογείται άμεσα στην αγορά.

A particularly important category of laborer-entrepreneurs is that of the sellers of personal services to consumers. These laborers are generally capitalists as well. The sellers of such services—doctors, lawyers, concert artists, servants, etc.—are self-employed businessmen, who, in addition to interest on whatever capital they have invested, earn an implicit “managerial” wage for their labor.52,53 Thus, they earn a peculiar type of income: a business return consisting almost exclusively of labor income. We may call this type of work direct labor, since it is labor that serves directly as a consumers’ good rather than hired as a factor of production. And since it is a consumers’ good, this labor service is priced directly on the market.

128

Ο προσδιορισμός των τιμών αυτών των αγαθών θα είναι, από την πλευρά της ζήτησης, παρόμοιος με εκείνον οποιουδήποτε καταναλωτικού αγαθού. Οι καταναλωτές αξιολογούν οριακές μονάδες της υπηρεσίας στις κλίμακες αξιών τους και αποφασίζουν πόση ποσότητα, εάν κάποια, θα αγοράσουν. Υπάρχει, όμως, διαφορά από την πλευρά της προσφοράς. Οι καμπύλες αγοραίας προσφοράς για τα περισσότερα καταναλωτικά αγαθά είναι κατακόρυφες ευθείες γραμμές, διότι η πώληση του προϊόντος, αφού αυτό παραχθεί, δεν συνεπάγεται κόστος για τον επιχειρηματία. Δεν έχει εναλλακτική χρήση γι’ αυτό. Η περίπτωση της προσωπικής υπηρεσίας, ωστόσο, είναι διαφορετική. Πρώτον, ο ελεύθερος χρόνος αποτελεί σαφή εναλλακτική της εργασίας. Δεύτερον, λόγω της διασύνδεσης της αγοράς εργασίας, ο εργαζόμενος μπορεί να μετακινηθεί σε ένα καλύτερα αμειβόμενο επάγγελμα σε υψηλότερο σημείο της παραγωγικής δομής, εάν το εισόδημά του σε αυτό το επάγγελμα δεν είναι ικανοποιητικό. Ως αποτέλεσμα, για αυτόν τον τύπο καταναλωτικού αγαθού, η καμπύλη προσφοράς είναι πιθανό να είναι σχετικά επίπεδη και να κλίνει προς τα δεξιά.

The determination of the prices of these goods will be similar on the demand side to that of any consumers’ good. Consumers evaluate marginal units of the service on their value scales and decide how much, if any, to purchase. There is a difference, however, on the supply side. The market-supply curves for most consumers’ goods are vertical straight lines, since the sale of the product, once produced, is costless to the entrepreneur. He has no alternative use for it. The case of personal service, however, is different. In the first place, leisure is a definite alternative to work. In the second place, as a result of the connexity of the labor market, the worker can shift to a higher-paying occupation further up on the structure of production if his income in this occupation is unsatisfactory. As a result, for this type of consumers’ good, the supply curve is likely to be a rather flat, forward-sloping one.

129

Ο πωλητής της υπηρεσίας, ή ο άμεσος εργαζόμενος, αποκομίζει, όπως όλοι οι συντελεστές, την DMVP του για τον καταναλωτή. Θα κατανέμει την εργασία του σε οποιονδήποτε κλάδο, ψηλά ή χαμηλά στην παραγωγική δομή, όπου η DMVP του θα είναι η υψηλότερη και όπου, κατά συνέπεια, ο μισθός του θα είναι ο μεγαλύτερος. Οι αρχές κατανομής, λοιπόν, μεταξύ άμεσης εργασίας και έμμεσης εργασίας στην παραγωγή είναι ίδιες με εκείνες μεταξύ των διαφόρων κλάδων έμμεσης παραγωγικής χρήσης.

The seller of the service, or the direct laborer, earns, as do all factors, his DMVP to the consumer. He will allocate his labor to whatever branch, whether high or low in the structure of production, where his DMVP will be the highest, and where, as a consequence, his wage rate will be the greatest. The principles of allocation, then, between direct labor and indirect labor in production are the same as those among the various branches of indirect productive use.

130

Δ. Αγοραίος υπολογισμός και τεκμαρτές απολαβές

D. MARKET CALCULATION AND IMPLICIT EARNINGS

131

Είδαμε ότι ένας μουσικός ή ένας γιατρός αποκομίζει μισθό χωρίς να είναι μισθωτός υπάλληλος· οι μισθοί τους εμπεριέχονται τεκμαρτά στο εισόδημα που λαμβάνουν, μολονότι το λαμβάνουν απευθείας από τους καταναλωτές.

We have seen that a musician or a doctor earns wages without being an employee; the wages of each are implicit in the income that he receives, even though they are received directly from the consumers.

132

Στον πραγματικό κόσμο, κάθε λειτουργία δεν επιτελείται κατ’ ανάγκην από διαφορετικό πρόσωπο. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι γαιοκτήμονας και εργαζόμενος. Ομοίως, μια συγκεκριμένη επιχείρηση ή, μάλλον, ο ιδιοκτήτης ή οι ιδιοκτήτες της μπορεί να κατέχουν γη και να συμμετέχουν στην παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών. Ο ιδιοκτήτης μπορεί επίσης να διευθύνει τη δική του επιχείρηση. Στην πράξη, οι διαφορετικές πηγές εισοδήματος μπορούν να διαχωριστούν μόνο με αναφορά σε αυτά τα εισοδήματα όπως καθορίζονται από τις τιμές στην αγορά. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας άνθρωπος κατέχει μια επιχείρηση που επενδύει το κεφάλαιό της, κατέχει τη δική της βασική γη και παράγει ένα κεφαλαιουχικό αγαθό, και ότι ο ίδιος διευθύνει την εγκατάσταση. Λαμβάνει καθαρό εισόδημα 1.000 ουγγιών χρυσού κατά τη διάρκεια ενός έτους. Πώς μπορεί να εκτιμήσει τις διαφορετικές πηγές του εισοδήματός του; Ας υποθέσουμε ότι είχε επενδύσει 5.000 ουγγιές χρυσού στην επιχείρηση. Εξετάζει την οικονομία και διαπιστώνει ότι εκείνο που μπορεί με αρκετή βεβαιότητα να ονομάσει επικρατούν επιτόκιο, προς το οποίο τείνει η οικονομία, είναι 5 τοις εκατό. Συμπεραίνει τότε ότι 250 ουγγιές χρυσού από το καθαρό εισόδημά του ήταν τεκμαρτός τόκος. Κατόπιν εκτιμά κατά προσέγγιση τι θα είχε λάβει ως μισθό διεύθυνσης εάν είχε εργαστεί σε μια ανταγωνιστική επιχείρηση αντί να ασχοληθεί με αυτή την επιχείρηση. Ας υποθέσουμε ότι εκτιμά πως αυτό θα ήταν 500 ουγγιές χρυσού. Έπειτα εξετάζει τη βασική γη του. Τι θα μπορούσε να είχε λάβει για τη γη εάν την είχε εκμισθώσει αντί να τη χρησιμοποιεί ο ίδιος στην επιχείρηση; Ας πούμε ότι θα μπορούσε να είχε λάβει 400 ουγγιές ως εισόδημα από μίσθωμα της γης.

In the real world, each function is not necessarily performed by a different person. The same person can be a landowner and a worker. Similarly, a particular firm, or rather its owner or owners, may own land and participate in the production of capital goods. The owner may also manage his own firm. In practice, the different sources of income can be separated only by referring to these incomes as determined by prices on the market. For example, suppose that a man owns a firm which invests its capital, owns its own ground land, and produces a capital good, and that he manages the plant himself. He receives a net income over a year’s period of 1,000 gold ounces. How can he estimate the different sources of his income? Suppose that he had invested 5,000 gold ounces in the business. He looks around at the economy and finds that what he can pretty well call the ruling rate of interest, toward which the economy is tending, is 5 percent. He then concludes that 250 gold ounces of his net income was implicit interest. Next, he estimates approximately what he would have received in wages of management if he had gone to work for a competing firm rather than engaging in this business. Suppose he estimates that this would have been 500 gold ounces. He then looks to his ground land. What could he have received for the land if he had rented it out instead of using it himself in the business? Let us say that he could have received 400 ounces in rental income for the land.

133

Ο ιδιοκτήτης μας έλαβε, λοιπόν, καθαρό χρηματικό εισόδημα, ως γαιοκτήμονας-κεφαλαιούχος-εργαζόμενος-επιχειρηματίας, 1.000 ουγγιών χρυσού για το έτος. Κατόπιν εκτιμά ποια ήταν τα κόστη του σε χρηματικούς όρους. Αυτά τα κόστη δεν είναι οι ρητές χρηματικές δαπάνες του, οι οποίες έχουν ήδη αφαιρεθεί για να υπολογιστεί το καθαρό εισόδημά του, αλλά οι τεκμαρτές δαπάνες του, δηλαδή οι ευκαιρίες που θυσίασε ασχολούμενος με την επιχείρηση. Αθροίζοντας αυτά τα κόστη, διαπιστώνει ότι ανέρχονται συνολικά σε:

Now, our owner received a net money income, as landownercapitalist-laborer-entrepreneur, of 1,000 gold ounces for the year. He then estimates what his costs were, in money terms. These costs are not his explicit money expenses, which have already been deducted to find his net income, but his implicit expenses, i.e., his opportunities forgone by engaging in the business. Adding up these costs, he finds that they total:

134

Έτσι, ο επιχειρηματίας υπέστη ζημία 150 ουγγιών κατά την περίοδο. Εάν τα κόστη ευκαιρίας του ήταν χαμηλότερα από 1.000, θα είχε αποκομίσει επιχειρηματικό κέρδος.

Thus, the entrepreneur suffered a loss of 150 ounces over the period. If his opportunity costs had been less than 1,000, he would have gained an entrepreneurial profit.

135

Είναι αλήθεια ότι τέτοιες εκτιμήσεις δεν είναι ακριβείς. Οι εκτιμήσεις σχετικά με το τι θα είχε λάβει δεν μπορούν ποτέ να είναι απολύτως ακριβείς. Αλλά αυτό το εργαλείο ex post υπολογισμού είναι απαραίτητο. Είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να καθοδηγήσει τις ex ante αποφάσεις του, τις μελλοντικές του δράσεις. Μέσω αυτού του υπολογισμού μπορεί να αντιληφθεί ότι υφίσταται ζημία σε αυτή την επιχείρηση. Εάν η ζημία συνεχιστεί για πολύ ακόμη, θα παρακινηθεί να μεταφέρει τους διάφορους πόρους του σε άλλους κλάδους παραγωγής. Μόνο μέσω τέτοιων εκτιμήσεων μπορεί ένας ιδιοκτήτης περισσότερων του ενός τύπων συντελεστών στην επιχείρηση να προσδιορίζει τα κέρδη ή τις ζημίες του σε οποιαδήποτε κατάσταση και κατόπιν να κατανέμει τους πόρους του επιδιώκοντας τα μεγαλύτερα κέρδη.

It is true that such estimates are not precise. The estimates of what he would have received can never be wholly accurate. But this tool of ex post calculation is an indispensable one. It is the only way by which a man can guide his ex ante decisions, his future actions. By means of this calculation, he may realize that he is suffering a loss in this business. If the loss continues much longer, he will be impelled to shift his various resources to other lines of production. It is only by means of such estimates that an owner of more than one type of factor in the firm can determine his gains or losses in any situation and then allocate his resources to strive for the greatest gains.

136

Μια πολύ σημαντική πτυχή τέτοιων εκτιμήσεων τεκμαρτών εισοδημάτων έχει παραβλεφθεί: δεν μπορούν να υπάρξουν τεκμαρτές εκτιμήσεις χωρίς ρητή αγορά! Όταν ένας επιχειρηματίας λαμβάνει εισόδημα, με άλλα λόγια, λαμβάνει ένα σύμπλεγμα διαφόρων λειτουργικών εισοδημάτων. Για να τα απομονώσει μέσω υπολογισμού, πρέπει να υπάρχει μια εξωτερική αγορά στην οποία να μπορεί να αναφερθεί. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό σημείο, διότι, όπως θα δούμε σύντομα λεπτομερώς, θέτει έναν πολύ σημαντικό περιορισμό στο δυνητικό σχετικό μέγεθος μιας μεμονωμένης επιχείρησης στην αγορά.

A very important aspect of such estimates of implicit incomes has been overlooked: there can be no implicit estimates without an explicit market! When an entrepreneur receives income, in other words, he receives a complex of various functional incomes. To isolate them by calculation, there must be in existence an external market to which the entrepreneur can refer. This is an extremely important point, for, as we shall soon see in detail, this furnishes a most important limitation on the relative potential size of a single firm on the market.

137

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι επιστρέφουμε για λίγο στο παλαιό υποθετικό μας παράδειγμα, στο οποίο κάθε επιχείρηση ανήκει από κοινού σε όλους τους ιδιοκτήτες των συντελεστών της. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει κανένας απολύτως διαχωρισμός μεταξύ εργαζομένων, γαιοκτημόνων, κεφαλαιούχων και επιχειρηματιών. Δεν θα υπήρχε, επομένως, τρόπος να διαχωριστούν τα εισοδήματα από μισθούς που λαμβάνονται από τα εισοδήματα από τόκο ή μισθώματα ή από τα κέρδη. Και τώρα φτάνουμε τελικά στον λόγο για τον οποίο η οικονομία δεν μπορεί να αποτελείται εξ ολοκλήρου από τέτοιες επιχειρήσεις, που ονομάζονται «συνεταιρισμοί παραγωγών».98 Διότι, χωρίς εξωτερική αγορά για τους μισθούς, τα μισθώματα και τον τόκο, δεν θα υπήρχε ορθολογικός τρόπος για τους επιχειρηματίες να κατανέμουν συντελεστές σύμφωνα με τις επιθυμίες των καταναλωτών. Κανείς δεν θα γνώριζε πού θα μπορούσε να διαθέσει τη γη ή την εργασία του ώστε να εξασφαλίσει τα μέγιστα χρηματικά οφέλη. Κανένας επιχειρηματίας δεν θα γνώριζε πώς να συνδυάσει τους συντελεστές με τους παραγωγικότερους σε όρους αξίας τρόπους ώστε να αποκομίσει το μεγαλύτερο κέρδος. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει αποτελεσματικότητα στην παραγωγή, διότι θα έλειπε η απαιτούμενη γνώση. Το παραγωγικό σύστημα θα βρισκόταν σε πλήρες χάος και όλοι θα ζημιώνονταν, είτε υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών είτε ως παραγωγών. Είναι σαφές ότι ένας κόσμος συνεταιρισμών παραγωγών θα κατέρρεε σε οποιαδήποτε οικονομία πέρα από την πιο πρωτόγονη, διότι δεν θα μπορούσε να πραγματοποιεί υπολογισμούς και, επομένως, δεν θα μπορούσε να οργανώσει τους παραγωγικούς συντελεστές ώστε να ικανοποιούν τις επιθυμίες των καταναλωτών και, συνεπώς, να εξασφαλίζουν τα υψηλότερα εισοδήματα για τους παραγωγούς.

For example, suppose we return for a moment to our old hypothetical example in which each firm is owned jointly by all its factor-owners. In that case, there is no separation at all between workers, landowners, capitalists, and entrepreneurs. There would be no way, then, of separating the wage incomes received from the interest or rent incomes or profits received. And now we finally arrive at the reason why the economy cannot consist completely of such firms (called “producers’ co-operatives”). For, without an external market for wage rates, rents, and interest, there would be no rational way for entrepreneurs to allocate factors in accordance with the wishes of the consumers. No one would know where he could allocate his land or his labor to provide the maximum monetary gains. No entrepreneur would know how to arrange factors in their most value-productive combinations to earn the greatest profit. There could be no efficiency in production because the requisite knowledge would be lacking. The productive system would be in complete chaos, and everyone, whether in his capacity as consumer or as producer, would be injured thereby. It is clear that a world of producers’ co-operatives would break down for any economy but the most primitive, because it could not calculate and therefore could not arrange productive factors to meet the desires of the consumers and hence earn the highest incomes for the producers.

138

Ε. Κάθετη ολοκλήρωση και μέγεθος της επιχείρησης

E. VERTICAL INTEGRATION AND THE SIZE OF THE FIRM

139

Στην ελεύθερη οικονομία υπάρχουν ρητή αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, αγορά εργασίας και αγορά μίσθωσης γης. Είναι σαφές ότι, ενώ ένας κόσμος συνεταιρισμών παραγωγών θα οδηγούσε σε χάος, άλλα κρίσιμα σημεία, ακόμη και πριν από αυτό, θα εισήγαν, τρόπον τινά, μικρές εστίες χάους στο παραγωγικό σύστημα. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι οι εργαζόμενοι διαχωρίζονται από τους κεφαλαιούχους, αλλά ότι όλοι οι κεφαλαιούχοι κατέχουν τη δική τους βασική γη. Ας υποθέσουμε επιπλέον ότι, για τον έναν ή τον άλλον λόγο, κανένας κεφαλαιούχος δεν μπορεί να εκμισθώσει τη γη του σε κάποια άλλη επιχείρηση. Στην περίπτωση αυτή, η γη και ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο και παραγωγική διαδικασία συνδέονται αδιάρρηκτα μεταξύ τους. Δεν θα υπήρχε ορθολογικός τρόπος κατανομής της γης στην παραγωγή, διότι δεν θα είχε πουθενά ρητή τιμή. Εφόσον οι παραγωγοί θα υφίσταντο μεγάλες ζημίες, η ελεύθερη αγορά δεν θα καθιέρωνε ποτέ μια τέτοια κατάσταση. Διότι η ελεύθερη αγορά τείνει πάντοτε να οργανώνει τις υποθέσεις έτσι ώστε οι επιχειρηματίες να αποκομίζουν το μεγαλύτερο κέρδος εξυπηρετώντας τον καταναλωτή καλύτερα και αποτελεσματικότερα. Εφόσον η απουσία υπολογισμού δημιουργεί σοβαρές αναποτελεσματικότητες στο σύστημα, προκαλεί επίσης μεγάλες ζημίες. Μια τέτοια κατάσταση —απουσία υπολογισμού— δεν θα εγκαθιδρυόταν, επομένως, ποτέ σε μια ελεύθερη αγορά, ιδίως αφού μια ανεπτυγμένη οικονομία έχει ήδη αναπτύξει υπολογισμό και αγορά.

In the free economy, there is an explicit time market, labor market, and land-rent market. It is clear that while chaos would ensue from a world of producers’ co-operatives, other critical points even before that would, as it were, introduce little bits of chaos into the productive system. Thus, suppose that workers are separated from capitalists, but that all capitalists own their own ground land. Further, suppose, that for one reason or another, no capitalist will be able to rent out his land to some other firm. In that case, land and a particular capital and production process are indissolubly wedded to each other. There would be no rational way to allocate land in production, since it would have no explicit price anywhere. Since producers would suffer heavy losses, the free market would never establish such a situation. For the free market always tends to conduct affairs so that entrepreneurs make the greatest profit through serving the consumer best and most efficiently. Since absence of calculation creates grave inefficiencies in the system, it also causes heavy losses. Such a situation (absence of calculation) would therefore never be established on a free market, particularly after an advanced economy has already developed calculation and a market.

140

Εάν αυτό ισχύει για περιπτώσεις όπως ένας κόσμος συνεταιρισμών παραγωγών και η απουσία αγοράς μίσθωσης, ισχύει επίσης, σε μικρότερη κλίμακα, για την «κάθετη ολοκλήρωση» και το μέγεθος μιας επιχείρησης. Κάθετη ολοκλήρωση υπάρχει όταν μια επιχείρηση παράγει όχι μόνο σε ένα στάδιο παραγωγής, αλλά σε δύο ή περισσότερα. Για παράδειγμα, μια επιχείρηση γίνεται τόσο μεγάλη ώστε αγοράζει εργασία, γη και κεφαλαιουχικά αγαθά πέμπτης τάξης, κατόπιν επεξεργάζεται αυτά τα κεφαλαιουχικά αγαθά και παράγει άλλα κεφαλαιουχικά αγαθά τέταρτης τάξης. Σε άλλη εγκατάσταση, επεξεργάζεται έπειτα τα κεφαλαιουχικά αγαθά τέταρτης τάξης έως ότου γίνουν κεφαλαιουχικά αγαθά τρίτης τάξης. Κατόπιν πωλεί το προϊόν τρίτης τάξης.

If this is true for such cases as a world of producers’ co-operatives and the absence of a rent market, it also holds true, on a smaller scale, for “vertical integration” and the size of a firm. Vertical integration occurs when a firm produces not only at one stage of production, but over two or more stages. For example, a firm becomes so large that it buys labor, land, and capital goods of the fifth order, then works on these capital goods, producing other capital goods of the fourth order. In another plant, it then works on the fourth-order capital goods until they become third-order capital goods. It then sells the third-order product.

141

Η κάθετη ολοκλήρωση, βεβαίως, επιμηκύνει την περίοδο παραγωγής για κάθε επιχείρηση, δηλαδή παρατείνει τον χρόνο προτού η επιχείρηση μπορέσει να ανακτήσει την επένδυσή της στην παραγωγική διαδικασία. Η απόδοση από τόκο καλύπτει τότε τον χρόνο δύο ή περισσότερων σταδίων αντί ενός.99 Εμπλέκεται, ωστόσο, ένα σημαντικότερο ζήτημα: ο ρόλος των τεκμαρτών απολαβών και του υπολογισμού σε μια κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση. Ας εξετάσουμε την περίπτωση της ολοκληρωμένης επιχείρησης που παρουσιάζεται στο Σχήμα 65.

Vertical integration, of course, lengthens the production period for any firm, i.e., it lengthens the time before the firm can recoup its investment in the production process. The interest return then covers the time for two or more stages rather than one. There is a more important question involved, however. This is the role of implicit earnings and calculation in a vertically integrated firm. Let us take the case of the integrated firm mentioned in Figure 65.

142

Το Σχήμα 65 απεικονίζει μια κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση· τα βέλη αντιπροσωπεύουν την κίνηση αγαθών και υπηρεσιών, όχι χρήματος. Η επιχείρηση αγοράζει συντελεστές εργασίας και γης τόσο στο πέμπτο όσο και στο τέταρτο στάδιο· παράγει επίσης η ίδια τα κεφαλαιουχικά αγαθά του τέταρτου σταδίου και τα χρησιμοποιεί σε άλλη εγκατάσταση για να παραγάγει ένα αγαθό κατώτερου σταδίου. Αυτή η εσωτερική κίνηση στην επιχείρηση εκφράζεται με το διάστικτο βέλος.

Figure 65 depicts a vertically integrated firm; the arrows represent the movement of goods and services (not of money). The firm buys labor and land factors at both the fifth and the fourth stages; it also makes the fourth-stage capital goods itself and uses them in another plant to make a lower-stage good. This movement internal to the firm is expressed by the dotted arrow.

143

Χρησιμοποιεί μια τέτοια επιχείρηση υπολογισμό στο εσωτερικό της και, εάν ναι, πώς; Ναι. Η επιχείρηση υποθέτει ότι πωλεί στον εαυτό της το κεφαλαιουχικό αγαθό τέταρτης βαθμίδας. Διαχωρίζει το καθαρό εισόδημά της ως παραγωγού κεφαλαίου τέταρτης βαθμίδας από τον ρόλο της ως παραγωγού κεφαλαίου τρίτης βαθμίδας. Υπολογίζει το καθαρό εισόδημα για κάθε χωριστό τμήμα της επιχείρησης και κατανέμει πόρους σύμφωνα με το κέρδος ή τη ζημία κάθε τμήματος. Μπορεί να πραγματοποιεί έναν τέτοιο εσωτερικό υπολογισμό μόνο επειδή μπορεί να ανατρέχει σε μια υφιστάμενη ρητή αγοραία τιμή για το κεφαλαιουχικό αγαθό του τέταρτου σταδίου. Με άλλα λόγια, μια επιχείρηση μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια το κέρδος ή τη ζημία που πραγματοποιεί σε ένα στάδιο της δραστηριότητάς της μόνο εξακριβώνοντας την τεκμαρτή τιμή του εσωτερικού της προϊόντος, και μπορεί να το κάνει αυτό μόνο εάν έχει διαμορφωθεί αλλού μια εξωτερική αγοραία τιμή για αυτό το προϊόν.

Does such a firm employ calculation within itself, and if so, how? Yes. The firm assumes that it sells itself the fourth-rank capital good. It separates its net income as a producer of fourth-rank capital from its role as producer of third-rank capital. It calculates the net income for each separate division of its enterprise and allocates resources according to the profit or loss made in each division. It is able to make such an internal calculation only because it can refer to an existing explicit market price for the fourth-stage capital good. In other words, a firm can accurately estimate the profit or loss it makes in a stage of its enterprise only by finding out the implicit price of its internal product, and it can do this only if an external market price for that product is established elsewhere.

144

Για να το καταδείξουμε, ας υποθέσουμε ότι μια επιχείρηση είναι κάθετα ολοκληρωμένη σε δύο στάδια, με κάθε στάδιο να καλύπτει χρονικό διάστημα ενός έτους. Το γενικό επιτόκιο στην οικονομία τείνει προς το 5 τοις εκατό ετησίως. Αυτή η συγκεκριμένη επιχείρηση, ας πούμε η Jones Manufacturing Company, αγοράζει και πωλεί τους συντελεστές της όπως παρουσιάζεται στο Σχήμα 66.

To illustrate, suppose that a firm is vertically integrated over two stages, with each stage covering one year’s time. The general rate of interest in the economy tends towards 5 percent (per annum). This particular firm, say, the Jones Manufacturing Company, buys and sells its factors as shown in Figure 66.

145

Αυτή η κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση αγοράζει συντελεστές στην πέμπτη βαθμίδα έναντι 100 ουγγιών και πρωτογενείς συντελεστές στην τέταρτη βαθμίδα έναντι 15 ουγγιών· πωλεί το τελικό προϊόν έναντι 140 ουγγιών. Φαίνεται ότι αποκόμισε σημαντικό επιχειρηματικό κέρδος από τις δραστηριότητές της, αλλά μπορεί να εξακριβώσει ποιο στάδιο ή ποια στάδια παρουσιάζουν αυτή την κερδοφόρα επίδοση; Εάν υπάρχει εξωτερική αγορά για το προϊόν του σταδίου που έχει ενσωματώσει κάθετα η επιχείρηση —του σταδίου 4—, η Jones Company μπορεί να υπολογίσει την κερδοφορία συγκεκριμένων σταδίων της δραστηριότητάς της. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι η τιμή του κεφαλαιουχικού αγαθού τέταρτης τάξης στην εξωτερική αγορά είναι 103 ουγγιές. Η Jones Company εκτιμά τότε την τεκμαρτή τιμή αυτού του ενδιάμεσου προϊόντος στο ποσό που θα είχε αποφέρει στην αγορά εάν είχε πωληθεί εκεί. Αυτή η τιμή θα είναι περίπου 103 ουγγιές.100 Υποθέτοντας ότι η τιμή εκτιμάται στις 103, το συνολικό χρηματικό ποσό που δαπανά η εγκατάσταση κατώτερης τάξης της Jones για συντελεστές είναι 15 — ρητή δαπάνη για πρωτογενείς συντελεστές— συν 103 —τεκμαρτή δαπάνη για κεφαλαιουχικά αγαθά—, δηλαδή συνολικά 118.

This vertically integrated firm buys factors at the fifth rank for 100 ounces and original factors at the fourth rank for 15 ounces; it sells the final product at 140 ounces. It seems that it has made a handsome entrepreneurial profit on its operations, but can it find out which stage or stages is making this profitable showing? If there is an external market for the product of the stage that the firm has vertically integrated (stage 4), the Jones Company is able to calculate the profitability of specific stages of its operations. Suppose, for example, that the price of the fourth-order capital good on the external market is 103 ounces. The Jones Company then estimates its implicit price for this intermediate product at what it would have brought on the market if it had been sold there. This price will be about 103 ounces. Assuming that the price is estimated at 103, then the total amount of money spent by Jones’ lower-order plant on factors is 15 (explicit, on original factors) plus 103 (implicit, on capital goods) for a total of 118.

146

Η Jones Company μπορεί τώρα να υπολογίσει τα κέρδη ή τις ζημίες σε κάθε στάδιο της δραστηριότητάς της. Το «ανώτερο» στάδιο αγόρασε συντελεστές έναντι 100 ουγγιών και τους «πώλησε» έναντι 103. Αποκόμισε απόδοση 3 τοις εκατό επί της επένδυσής του. Το κατώτερο στάδιο αγόρασε τους συντελεστές του έναντι 118 ουγγιών και πώλησε το προϊόν έναντι 140 ουγγιών, αποκομίζοντας απόδοση 29 τοις εκατό. Είναι προφανές ότι, αντί να απολαμβάνει γενική κερδοφορία, η Jones Company υπέστη επιχειρηματική ζημία 2 τοις εκατό στο προγενέστερο στάδιό της και αποκόμισε κέρδος 24 τοις εκατό στο μεταγενέστερο. Γνωρίζοντάς το αυτό, θα μεταφέρει πόρους από το ανώτερο στο κατώτερο στάδιο σύμφωνα με την αντίστοιχη κερδοφορία τους και, επομένως, σύμφωνα με τις επιθυμίες των καταναλωτών. Ίσως εγκαταλείψει εντελώς το ανώτερο στάδιό της, αγοράζοντας το κεφαλαιουχικό αγαθό από εξωτερική επιχείρηση και συγκεντρώνοντας τους πόρους της στο πιο κερδοφόρο κατώτερο στάδιο.

Now the Jones Company can calculate the profits or losses made at each stage of its operations. The “higher” stage bought factors for 100 ounces and “sold” them at 103 ounces. It made a 3-percent return on its investment. The lower stage bought its factors for 118 ounces and sold the product for 140 ounces, making a 29-percent return. It is obvious that, instead of enjoying a general profitability, the Jones Company suffered a 2-percent entrepreneurial loss on its earlier stage and gained a 24percent profit on its later stage. Knowing this, it will shift resources from the higher to the lower stage in accordance with their respective profitabilities—and therefore in accordance with the desires of consumers. Perhaps it will abandon its higher stage altogether, buying the capital good from an external firm and concentrating its resources in the more profitable lower stage.

147

Από την άλλη πλευρά, ας υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει εξωτερική αγορά, δηλαδή ότι η Jones Company είναι ο μοναδικός παραγωγός του ενδιάμεσου αγαθού. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα είχε κανέναν τρόπο να γνωρίζει ποιο στάδιο λειτουργούσε επικερδώς και ποιο όχι. Επομένως, δεν θα είχε κανέναν τρόπο να γνωρίζει πώς να κατανείμει τους συντελεστές στα διάφορα στάδια. Δεν θα υπήρχε τρόπος να εκτιμήσει οποιαδήποτε τεκμαρτή τιμή ή κόστος ευκαιρίας για το κεφαλαιουχικό αγαθό στο συγκεκριμένο στάδιο. Κάθε εκτίμηση θα ήταν εντελώς αυθαίρετη και δεν θα είχε ουσιαστική σχέση με τις οικονομικές συνθήκες.

On the other hand, suppose that there is no external market, i.e., that the Jones Company is the only producer of the intermediate good. In that case, it would have no way of knowing which stage was being conducted profitably and which not. It would therefore have no way of knowing how to allocate factors to the various stages. There would be no way for it to estimate any implicit price or opportunity cost for the capital good at that particular stage. Any estimate would be completely arbitrary and have no meaningful relation to economic conditions.

148

Εν ολίγοις, εάν δεν υπήρχε αγορά για ένα προϊόν και όλες οι ανταλλαγές του ήταν εσωτερικές, δεν θα υπήρχε τρόπος για μια επιχείρηση ή για οποιονδήποτε άλλον να προσδιορίσει τιμή για το αγαθό. Μια επιχείρηση μπορεί να εκτιμήσει τεκμαρτή τιμή όταν υπάρχει εξωτερική αγορά· αλλά όταν απουσιάζει αγορά, το αγαθό δεν μπορεί να έχει τιμή, είτε τεκμαρτή είτε ρητή. Οποιοσδήποτε αριθμός θα μπορούσε να είναι μόνο αυθαίρετο σύμβολο. Αδυνατώντας να υπολογίσει τιμή, η επιχείρηση δεν θα μπορούσε να κατανείμει ορθολογικά συντελεστές και πόρους από το ένα στάδιο στο άλλο.

In short, if there were no market for a product, and all of its exchanges were internal, there would be no way for a firm or for anyone else to determine a price for the good. A firm can estimate an implicit price when an external market exists; but when a market is absent, the good can have no price, whether implicit or explicit. Any figure could be only an arbitrary symbol. Not being able to calculate a price, the firm could not rationally allocate factors and resources from one stage to another.

149

Εφόσον η ελεύθερη αγορά τείνει πάντοτε να καθιερώνει τον αποδοτικότερο και πιο επικερδή τύπο παραγωγής —είτε ως προς το είδος του αγαθού είτε ως προς τη μέθοδο παραγωγής, την κατανομή των συντελεστών ή το μέγεθος της επιχείρησης—, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η πλήρης κάθετη ολοκλήρωση για ένα προϊόν που είναι κεφαλαιουχικό αγαθό δεν μπορεί ποτέ να καθιερωθεί στην ελεύθερη αγορά πέρα από το πρωτόγονο επίπεδο. Για κάθε κεφαλαιουχικό αγαθό πρέπει να υπάρχει μια σαφώς διαμορφωμένη αγορά στην οποία οι επιχειρήσεις αγοράζουν και πωλούν αυτό το αγαθό. Είναι προφανές ότι αυτός ο οικονομικός νόμος θέτει ένα συγκεκριμένο ανώτατο όριο στο σχετικό μέγεθος οποιασδήποτε επιχείρησης στην ελεύθερη αγορά.101 Εξαιτίας αυτού του νόμου, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να συγχωνευθούν ή να συμπήξουν καρτέλ για την πλήρη κάθετη ολοκλήρωση σταδίων ή προϊόντων. Εξαιτίας αυτού του νόμου, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει Ένα Μεγάλο Καρτέλ που να καλύπτει ολόκληρη την οικονομία ή συγχωνεύσεις έως ότου Μία Μεγάλη Επιχείρηση κατέχει όλα τα παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία της οικονομίας. Η ισχύς αυτού του νόμου πολλαπλασιάζεται καθώς διευρύνεται η περιοχή της οικονομίας και καθώς οι νησίδες χάους χωρίς δυνατότητα υπολογισμού διογκώνονται σε μεγάλες μάζες και ηπείρους. Καθώς διευρύνεται η περιοχή όπου ο υπολογισμός είναι αδύνατος, αυξάνονται οι βαθμοί ανορθολογισμού, εσφαλμένης κατανομής, ζημίας, εξαθλίωσης κ.λπ. Υπό έναν ιδιοκτήτη ή ένα καρτέλ για ολόκληρο το παραγωγικό σύστημα, δεν θα υπήρχε κανένα πεδίο στο οποίο θα ήταν δυνατός ο υπολογισμός και, επομένως, θα επικρατούσε πλήρες οικονομικό χάος.102

Since the free market always tends to establish the most efficient and profitable type of production (whether for type of good, method of production, allocation of factors, or size of firm), we must conclude that complete vertical integration for a capital-good product can never be established on the free market (above the primitive level). For every capital good, there must be a definite market in which firms buy and sell that good. It is obvious that this economic law sets a definite maximum to the relative size of any particular firm on the free market.Because of this law, firms cannot merge or cartelize for complete vertical integration of stages or products. Because of this law, there can never be One Big Cartel over the whole economy or mergers until One Big Firm owns all the productive assets in the economy. The force of this law multiplies as the area of the economy increases and as islands of noncalculable chaos swell to the proportions of masses and continents. As the area of incalculability increases, the degrees of irrationality, misallocation, loss, impoverishment, etc., become greater. Under one owner or one cartel for the whole productive system, there would be no possible areas of calculation at all, and therefore complete economic chaos would prevail.

150

Ο οικονομικός υπολογισμός γίνεται ολοένα σημαντικότερος καθώς η οικονομία της αγοράς αναπτύσσεται και προοδεύει, καθώς αυξάνονται τα στάδια και η πολυπλοκότητα των τύπων και της ποικιλίας των κεφαλαιουχικών αγαθών. Ολοένα σημαντικότερη για τη διατήρηση μιας ανεπτυγμένης οικονομίας είναι, επομένως, η διατήρηση αγορών για όλα τα κεφαλαιουχικά και τα άλλα παραγωγικά αγαθά.

Economic calculation becomes ever more important as the market economy develops and progresses, as the stages and the complexities of type and variety of capital goods increase. Ever more important for the maintenance of an advanced economy, then, is the preservation of markets for all the capital and other producers’ goods.

151

Η ανάλυσή μας διευρύνει την περίφημη συζήτηση για τη δυνατότητα οικονομικού υπολογισμού υπό τον σοσιαλισμό, την οποία εγκαινίασε ο καθηγητής Ludwig von Mises πριν από περισσότερα από 40 χρόνια.103 Ο Mises, ο οποίος είχε τον τελευταίο όπως και τον πρώτο λόγο σε αυτή την αντιπαράθεση, απέδειξε αδιάσειστα ότι ένα σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα δεν μπορεί να πραγματοποιήσει υπολογισμό, διότι στερείται αγοράς και, επομένως, τιμών για τα παραγωγικά και ιδίως για τα κεφαλαιουχικά αγαθά.104 Τώρα βλέπουμε ότι, παραδόξως, ο λόγος για τον οποίο μια σοσιαλιστική οικονομία δεν μπορεί να πραγματοποιήσει υπολογισμό δεν είναι ειδικά ότι είναι σοσιαλιστική! Σοσιαλισμός είναι το σύστημα στο οποίο το κράτος καταλαμβάνει διά της βίας τον έλεγχο όλων των μέσων παραγωγής στην οικονομία. Ο λόγος της αδυναμίας υπολογισμού υπό τον σοσιαλισμό είναι ότι ένας φορέας κατέχει ή διευθύνει τη χρήση όλων των πόρων της οικονομίας. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι δεν έχει σημασία εάν αυτός ο μοναδικός φορέας είναι το κράτος, ένας ιδιώτης ή ένα ιδιωτικό καρτέλ. Σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις, δεν υπάρχει δυνατότητα υπολογισμού πουθενά στην παραγωγική δομή, διότι οι παραγωγικές διαδικασίες θα ήταν αποκλειστικά εσωτερικές και χωρίς αγορές. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει υπολογισμός και, επομένως, θα επικρατούσαν πλήρης οικονομικός ανορθολογισμός και χάος, είτε ο μοναδικός ιδιοκτήτης ήταν το κράτος είτε ιδιώτες.

Our analysis serves to expand the famous discussion of the possibility of economic calculation under socialism, launched by Professor Ludwig von Mises over 40 years ago. Mises, who has had the last as well as the first word in this debate, has demonstrated irrefutably that a socialist economic system cannot calculate, since it lacks a market, and hence lacks prices for producers’ and especially for capital goods. Now we see that, paradoxically, the reason why a socialist economy cannot calculate is not specifically because it is socialist! Socialism is that system in which the State forcibly seizes control of all the means of production in the economy. The reason for the impossibility of calculation under socialism is that one agent owns or directs the use of all the resources in the economy. It should be clear that it does not make any difference whether that one agent is the State or one private individual or private cartel. Whichever occurs, there is no possibility of calculation anywhere in the production structure, since production processes would be only internal and without markets. There could be no calculation, and therefore complete economic irrationality and chaos would prevail, whether the single owner is the State or private persons.

152

Η διαφορά μεταξύ της κρατικής και της ιδιωτικής περίπτωσης είναι ότι ο οικονομικός μας νόμος αποκλείει το ενδεχόμενο να εγκαθιδρύσουν ποτέ οι άνθρωποι ένα τέτοιο σύστημα σε μια κοινωνία ελεύθερης αγοράς. Πολύ μικρότερα δεινά εμποδίζουν τους επιχειρηματίες να δημιουργήσουν ακόμη και νησίδες αδυναμίας υπολογισμού, πόσο μάλλον να πολλαπλασιάσουν απείρως τέτοια σφάλματα εξαλείφοντας εντελώς τη δυνατότητα υπολογισμού. Το κράτος, όμως, δεν ακολουθεί και δεν μπορεί να ακολουθεί τέτοιους οδηγούς κέρδους και ζημίας· οι αξιωματούχοι του δεν συγκρατούνται από τον φόβο ζημιών από τη σύσταση καρτέλ που καλύπτουν τα πάντα για ένα ή περισσότερα κάθετα ολοκληρωμένα προϊόντα. Το κράτος είναι ελεύθερο να επιχειρήσει την εφαρμογή του σοσιαλισμού χωρίς να λαμβάνει υπόψη τέτοια ζητήματα. Ενώ, επομένως, δεν υπάρχει δυνατότητα οικονομίας μίας επιχείρησης ή ακόμη και κάθετα ολοκληρωμένου προϊόντος μίας επιχείρησης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος σε μια απόπειρα επιβολής σοσιαλισμού από το κράτος. Περαιτέρω συζήτηση του κράτους και της κρατικής παρέμβασης θα βρεθεί στο κεφάλαιο 12 αυτού του βιβλίου.

The difference between the State and the private case is that our economic law debars people from ever establishing such a system in a free-market society. Far lesser evils prevent entrepreneurs from establishing even islands of incalculability, let alone infinitely compounding such errors by eliminating calculability altogether. But the State does not and cannot follow such guides of profit and loss; its officials are not held back by fear of losses from setting up all-embracing cartels for one or more vertically integrated products. The State is free to embark upon socialism without considering such matters. While there is therefore no possibility of a one-firm economy or even a one-firm vertically integrated product, there is much danger in an attempt at socialism by the State. A further discussion of the State and State intervention will be found in chapter 12 of this book.

153

Ένας παράδοξος μύθος έχει γίνει αρκετά δημοφιλής μεταξύ των συγγραφέων της σοσιαλιστικής πλευράς στην αντιπαράθεση για τον οικονομικό υπολογισμό. Έχει ως εξής: Ο Mises, στο αρχικό του άρθρο, υποστήριξε «θεωρητικά» ότι δεν μπορούσε να υπάρξει οικονομικός υπολογισμός υπό τον σοσιαλισμό· ο Barone απέδειξε μαθηματικά ότι αυτό είναι εσφαλμένο και ότι ο υπολογισμός είναι δυνατός· οι Hayek και Robbins αναγνώρισαν την εγκυρότητα αυτής της απόδειξης, αλλά κατόπιν υποστήριξαν ότι ο υπολογισμός δεν θα ήταν «πρακτικά εφικτός». Το συμπέρασμα είναι ότι το επιχείρημα του Mises έχει ανασκευαστεί και ότι το μόνο που χρειάζεται ο σοσιαλισμός είναι ορισμένα πρακτικά μέσα —ίσως υπολογιστικές μηχανές— ή οικονομικοί σύμβουλοι για να καταστούν δυνατοί ο υπολογισμός και το «μέτρημα των εξισώσεων».

A curious legend has become quite popular among the writers on the socialist side of the debate over economic calculation. This runs as follows: Mises, in his original article, asserted “theoretically” that there could be no economic calculation under socialism; Barone proved mathematically that this is false and that calculation is possible; Hayek and Robbins conceded the validity of this proof but then asserted that calculation would not be “practical.” The inference is that the argument of Mises has been disposed of and that all socialism needs is a few practical devices (perhaps calculating machines) or economic advisers to permit calculation and the “counting of the equations.”

154

Αυτός ο μύθος είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου εσφαλμένος από την αρχή έως το τέλος. Καταρχάς, η διχοτομία μεταξύ «θεωρητικού» και «πρακτικού» είναι ψευδής. Στην οικονομική επιστήμη, όλα τα επιχειρήματα είναι θεωρητικά. Και εφόσον η οικονομική επιστήμη εξετάζει τον πραγματικό κόσμο, αυτά τα θεωρητικά επιχειρήματα είναι από τη φύση τους και «πρακτικά».

This legend is almost completely wrong from start to finish. In the first place, the dichotomy between “theoretical” and “practical” is a false one. In economics, all arguments are theoretical. And, since economics discusses the real world, these theoretical arguments are by their nature “practical” ones as well.

155

Αφού απορριφθεί η ψευδής διχοτομία, γίνεται φανερή η πραγματική φύση της «απόδειξης» του Barone. Δεν είναι τόσο «θεωρητική» όσο άσχετη με το ζήτημα. Η απόδειξη μέσω παράθεσης μαθηματικών εξισώσεων δεν είναι καθόλου απόδειξη. Εφαρμόζεται, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία. Προφανώς, ολόκληρη η συζήτησή μας για το πρόβλημα του υπολογισμού εφαρμόζεται στον πραγματικό κόσμο και μόνο σε αυτόν. Δεν μπορεί να υπάρξει πρόβλημα υπολογισμού στην ERE, διότι εκεί δεν χρειάζεται κανένας υπολογισμός. Προφανώς, δεν χρειάζεται να υπολογίζονται κέρδη και ζημίες όταν όλα τα μελλοντικά δεδομένα είναι γνωστά εξαρχής και όταν δεν υπάρχουν κέρδη και ζημίες. Στην ERE, η καλύτερη κατανομή των πόρων πραγματοποιείται αυτόματα. Το να αποδείξει ο Barone ότι η δυσκολία του υπολογισμού δεν υπάρχει στην ERE δεν αποτελεί λύση· είναι απλώς μια επίμονη μαθηματική επεξεργασία του προφανούς.105 Η δυσκολία του υπολογισμού αφορά μόνο τον πραγματικό κόσμο.106

The false dichotomy disposed of, the true nature of the Barone “proof” becomes apparent. It is not so much “theoretical” as irrelevant. The proof-by-listing-of-mathematical-equations is no proof at all. It applies, at best, only to the evenly rotating economy. Obviously, our whole discussion of the calculation problem applies to the real world and to it only. There can be no calculation problem in the ERE because no calculation there is necessary. Obviously, there is no need to calculate profits and losses when all future data are known from the beginning and where there are no profits and losses. In the ERE, the best allocation of resources proceeds automatically. For Barone to demonstrate that the calculation difficulty does not exist in the ERE is not a solution; it is simply a mathematical belaboring of the obvious. The difficulty of calculation applies to the real world only.

156

4. Τα οικονομικά της τοποθεσίας και των χωρικών σχέσεων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. The Economics of Location and Spatial Relations

157

Ένας πολύ δημοφιλής κλάδος της οικονομικής επιστήμης είναι το «διεθνές εμπόριο». Σε μια αμιγώς ελεύθερη αγορά, όπως εκείνη που αναλύουμε στο μεγαλύτερο μέρος αυτού του έργου, δεν μπορεί να υπάρχει πρόβλημα «διεθνούς εμπορίου». Διότι τα έθνη θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξακολουθούν να υπάρχουν ως πολιτισμικές εκφράσεις, αλλά όχι ως μονάδες με οικονομική σημασία. Εφόσον δεν θα υπήρχαν ούτε εμπορικοί ούτε άλλοι φραγμοί μεταξύ των εθνών ούτε διαφορές νομισμάτων, το «διεθνές εμπόριο» θα γινόταν απλό παράρτημα μιας γενικής μελέτης του εμπορίου μεταξύ τόπων. Δεν θα είχε σημασία εάν το εμπόριο διεξαγόταν εντός ή εκτός ενός έθνους.107

One very popular subdivision of economics has been “international trade.” In a purely free market, such as we are analyzing in the bulk of this work, there can be no such thing as an “international trade” problem. For nations might then possibly continue as cultural expressions, but not as economically meaningful units. Since there would be neither trade nor other barriers between nations nor currency differences, “international trade” would become a mere appendage to a general study of interspatial trade. It would not matter whether the trade was within or outside a nation.

158

Οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς που διατυπώνουμε εφαρμόζονται, επομένως, σε ολόκληρη την έκταση της αγοράς, δηλαδή στον «κόσμο» ή στον «πολιτισμένο κόσμο». Στην περίπτωση μιας εντελώς απομονωμένης χώρας, οι νόμοι θα εφαρμόζονταν σε ολόκληρη εκείνη την περιοχή. Έτσι, το καθαρό επιτόκιο θα τείνει να είναι ενιαίο σε ολόκληρο τον κόσμο, οι τιμές του ίδιου αγαθού θα τείνουν να είναι παντού ενιαίες και, επομένως, το ίδιο θα ισχύει για τους μισθούς του ίδιου είδους εργασίας.

The laws of the free market that we have been enunciating apply, therefore, to the whole extent of the market, i.e., to the “world” or the “civilized world.” In the case of a completely isolated country, the laws would apply throughout that area. Thus, the pure interest rate will tend to be uniform throughout the world, prices for the same good will tend to be uniform throughout, and, therefore, so will wages for the same type of labor.

159

Οι μισθοί θα τείνουν προς την ομοιομορφία για την ίδια εργασία σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως μεταξύ κλάδων ή επιχειρήσεων. Κάθε προσωρινή διαφορά θα παρακινεί τους εργαζομένους να μετακινούνται από την περιοχή χαμηλών μισθών προς την περιοχή υψηλών μισθών και τις επιχειρήσεις να μετακινούνται από τη δεύτερη προς την πρώτη, έως ότου επιτευχθεί ισορροπία. Και πάλι, όπως στη γενικότερη περίπτωση που εξετάσαμε παραπάνω, οι εργαζόμενοι μπορεί να έχουν ιδιαίτερες προτιμήσεις ή αποστροφές για την εργασία σε μια ορισμένη περιοχή, όπως είδαμε ότι μπορεί να έχουν για την εργασία σε έναν ορισμένο κλάδο. Μπορεί να υπάρχει ένα γενικό ψυχικό όφελος από τη διαβίωση και την εργασία σε έναν ορισμένο τόπο και μια ψυχική απαρέσκεια που συνδέεται με την εργασία σε κάποια άλλη τοποθεσία. Εφόσον εκείνοι που εξισώνονται είναι οι ψυχικοί και όχι οι χρηματικοί μισθοί, οι χρηματικοί μισθοί θα εξισώνονται σε ολόκληρο τον κόσμο με την προσθήκη ή την αφαίρεση των αρνητικών ή θετικών ψυχικών συνιστωσών που συνδέονται με την τοποθεσία.

Wage rates will tend toward uniformity for the same labor in different geographical areas in precisely the same way as from industry to industry or firm to firm. Any temporary differential will induce laborers to move from the low- to the high-wage area and businesses to move from the latter to the former, until equilibrium is reached. Once again, just as in the more general case considered above, workers may have particular positive or negative attachments toward working in a certain area, just as we saw they may have toward working in a certain industry. There may be a general psychic benefit from living and working in a certain place, and a psychic disutility involved in working at some other location. Since it is psychic, not money, wage rates that are being equalized, money wage rates will be equalized throughout the world plus or minus negative or positive psychic attachment components.

160

Το ότι οι τιμές κάθε αγαθού θα είναι ενιαίες σε ολόκληρο τον κόσμο στηρίζεται σε έναν ακριβή ορισμό του όρου «αγαθό». Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι το σιτάρι καλλιεργείται στο Kansas και ότι το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτών του σιταριού βρίσκεται στη New York. Το σιτάρι στο Kansas, ακόμη και όταν είναι έτοιμο για αποστολή, δεν είναι το ίδιο αγαθό με το σιτάρι στη New York. Μπορεί να είναι το ίδιο φυσικοχημικό σύνολο, αλλά δεν είναι το ίδιο αγαθό ως προς την αντικειμενική αξία χρήσης του για τους καταναλωτές. Εν ολίγοις, το σιτάρι στο Kansas είναι κεφαλαιουχικό αγαθό ανώτερου σταδίου από το σιτάρι στη New York, όταν ο καταναλωτής βρίσκεται στη New York και όχι στο Kansas. Η μεταφορά του σιταριού στη New York είναι ένα στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας. Η τιμή του σιταριού στο Kansas θα τείνει, επομένως, να ισούται με την τιμή του σιταριού στη New York μείον τα αναγκαία κόστη μεταφοράς από το Kansas στη New York.

That the prices of each good will be uniform throughout the world rests on a precise definition of the term “good.” Suppose, for example, that wheat is grown in Kansas and that the bulk of the consumers of the wheat are in New York. The wheat in Kansas, even when ready for shipment, is not the same good as the wheat in New York. It may be the same physical-chemical bundle, but it is not the same good vis-à-vis its objective use-value to the consumers. In short, wheat in Kansas is a higher-stage capital good than wheat in New York (when the consumer is in New York rather than in Kansas). Transporting the wheat to New York is a stage in the process of production. The price of wheat in Kansas will then tend to equal the price of wheat in New York minus the necessary costs of transport from Kansas to New York.

161

Τι καθορίζει πώς θα κατανεμηθούν οι άνθρωποι και οι επιχειρήσεις πάνω στη γη; Προφανώς, ο κύριος παράγοντας είναι η οριακή παραγωγικότητα της εργασίας. Αυτή θα διαφέρει από τόπο σε τόπο ανάλογα με την κατανομή των φυσικών πόρων και την κατανομή του κεφαλαιουχικού εξοπλισμού που έχει κληρονομηθεί από τους προγόνους. Ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει την τοποθεσία θα είναι οι θετικές ή αρνητικές προτιμήσεις για ορισμένες περιοχές, όπως είδαμε παραπάνω. Η πραγματική διασπορά πάνω στη γη προκαλείται κυρίως από την κατανομή της παραγωγικής γης και των φυσικών πόρων στην επιφάνειά της. Αυτή υπήρξε μία από τις κύριες δυνάμεις που περιόρισαν τη συγκέντρωση της βιομηχανίας, το μέγεθος κάθε επιχείρησης και τον πληθυσμό στις αμιγώς βιομηχανικές περιοχές.108

What determines how people and businesses will be distributed over the face of the earth? Obviously, the major factor is the marginal productivity of labor. This will differ from location to location in accordance with the distribution of natural resources and the distribution of capital equipment inherited from ancestors. Another factor influencing location will be positive or negative attachments to certain areas, as we have seen above. The actual dispersal over the face of the earth is caused chiefly by the distribution of productive land and natural resources over the earth’s surface. This has been one of the chief forces limiting the concentration of industry, the size of each firm, and population in purely industrial areas.

162

Κατά την εξέταση της τοποθεσίας της βιομηχανίας, οι επιχειρηματίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κόστη μεταφοράς από τους τόπους των πρώτων υλών προς τα κέντρα συγκέντρωσης του καταναλωτικού πληθυσμού. Ορισμένες περιοχές του κόσμου θα τείνουν να έχουν υψηλότερα κόστη μεταφοράς από άλλες. Το σιτάρι βρίσκεται μακρύτερα για τη New York από ό,τι για το Kansas, ενώ το θέατρο βρίσκεται μακρύτερα για το Kansas. Ορισμένες περιοχές μπορεί να απολαμβάνουν χαμηλότερα κόστη μεταφοράς για το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτικών αγαθών, ενώ άλλες μπορεί να έχουν υψηλότερα. Έτσι, η Alaska θα έχει πιθανότατα υψηλότερα κόστη μεταφοράς για τα καταναλωτικά αγαθά της από λιγότερο απομακρυσμένες περιοχές όπως το San Francisco. Επομένως, για να αποκτήσουν τα ίδια προϊόντα, οι καταναλωτές στην Alaska πρέπει να είναι πρόθυμοι να καταβάλουν υψηλότερες τιμές εκεί από ό,τι στο San Francisco, μολονότι η αγοραστική δύναμη και οι τιμές είναι ενιαίες σε ολόκληρο τον κόσμο. Ως αποτέλεσμα, η «συνιστώσα κόστους» για οποιονδήποτε εργάζεται στην Alaska θα είναι ένα ορισμένο θετικό ποσό. Λόγω του προβλήματος της μεταφοράς, ο ίδιος χρηματικός μισθός στην Alaska θα αγοράζει λιγότερα αγαθά από ό,τι στο San Francisco. Αυτό το αυξημένο «κόστος ζωής» δημιουργεί μια θετική συνιστώσα κόστους στον μισθό, έτσι ώστε, για παρόμοια εργασία, ένας εργαζόμενος θα απαιτούσε υψηλότερο χρηματικό μισθό για να εργαστεί στην Alaska παρά αλλού.

In considering the location of industry, entrepreneurs must account for costs of transportation from raw material sites to the centers of consumer population. Certain areas of the world will tend to have higher costs of transportation than other parts. Wheat is further away in New York than in Kansas, and the theater further away in Kansas. Some areas may enjoy lower transport costs for the bulk of consumers’ goods, while others may have higher transport costs. Thus, Alaska will probably have higher transport costs for its consumers’ goods than less remote areas such as San Francisco. Therefore, to obtain the same products, Alaskan consumers must be willing to pay higher prices in Alaska than in San Francisco, even though purchasing power and prices are uniform throughout the world. As a result, the “cost component” for anyone working in Alaska will be a certain positive amount. Because of the transport problem, the same money wage in Alaska will buy fewer goods than in San Francisco. This increased “cost of living” establishes a positive cost component in the wage, so that for similar labor a worker would require a higher money wage to work in Alaska than elsewhere.

163

Εάν τα κόστη που συνδέονται με μια γεωγραφική περιοχή είναι ιδιαίτερα υψηλά ή χαμηλά, μια θετική ή αρνητική συνιστώσα κόστους θα συνδέεται με τον μισθό σε εκείνη την περιοχή. Αντί να λέμε ότι οι χρηματικοί μισθοί για το ίδιο είδος εργασίας θα εξισώνονται σε ολόκληρο τον κόσμο, πρέπει μάλλον να λέμε ότι θα υπάρχει τάση εξίσωσης των χρηματικών μισθών, συν ή πλην της συνιστώσας προτίμησης για την τοποθεσία και συν ή πλην της συνιστώσας κόστους, για κάθε γεωγραφική περιοχή.109

If the costs attached to a geographical area are particularly high or low, a positive or a negative cost component will be attached to the wage rate in that area. Instead of saying that money wage rates for the same type of labor will be equalized throughout the world, we must say rather that there will be a tendency for equalization of money wage rates plus or minus the attachment component, and plus or minus the cost component, for every geographic area.

164

Η αγοραστική δύναμη της χρηματικής μονάδας θα εξισώνεται επίσης σε ολόκληρο τον κόσμο. Η περίπτωση αυτή θα εξεταστεί παρακάτω στο κεφάλαιο 11 για το χρήμα.

The purchasing power of the monetary unit will also be equalized throughout the world. This case will be treated below in chapter 11 on Money.

165

Η τάση μιας προοδεύουσας οικονομίας της αγοράς είναι, βεβαίως, να μειώνει τα κόστη μεταφοράς, δηλαδή να αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας στον τομέα των μεταφορών. Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, λοιπόν, οι συνιστώσες κόστους τείνουν να αποκτούν σχετικά μικρότερη σημασία καθώς η οικονομία προοδεύει.

The tendency of an advancing market economy, of course, is to lower transportation costs, i.e., to increase labor productivity in the transport field. Other things being equal, then, the cost components tend to become relatively less important as the economy progresses.

166

Είδαμε ότι ένα «αγαθό» πρέπει να θεωρείται ομοιογενές ως προς την αξία χρήσης και όχι ως προς τη φυσική του υπόσταση.110 Το σιτάρι στο Kansas ήταν διαφορετικό αγαθό από το σιτάρι στη New York. Ορισμένοι οικονομολόγοι έχουν εκλάβει τον νόμο ότι οι τιμές των αγαθών τείνουν να είναι ενιαίες σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία ως νόμο που σημαίνει ότι όλα τα φυσικά ομοιογενή πράγματα θα έχουν ίση τιμή. Αλλά μια διαφορά θέσης σε σχέση με τους καταναλωτές καθιστά ένα φυσικά πανομοιότυπο πράγμα διαφορετικό αγαθό. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι δύο επιχειρήσεις παράγουν ένα ορισμένο προϊόν, ας πούμε τσιμέντο, και ότι η μία βρίσκεται στο Rochester και η άλλη στο Detroit. Ας πούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτών τσιμέντου βρίσκεται στη New York City.

We have seen that a “good” must be considered as homogeneous in use-value, and not in physical substance. Wheat in Kansas was a different good from wheat in New York. Some economists have taken the law that all goods tend to be uniform in price throughout the world economy to mean that all physically homogeneous things will be equal in price. But a difference in position with respect to consumers makes a physically identical thing a different good. Suppose, for example, that two firms are producing a certain product, say cement, and that one is located in Rochester and one in Detroit. Let us say that the bulk of the consumers of cement are in New York City.

167

Ας ονομάσουμε το τσιμέντο που παράγεται στο Rochester Cr και το τσιμέντο που παράγεται στο Detroit Cd. Στην ισορροπία, λοιπόν, η τιμή του Cr στη New York City θα ισούται με την τιμή του Cr στο Rochester συν το κόστος μεταφοράς από το Rochester στη New York. Επίσης, στην ισορροπία, η τιμή του Cd στη New York City θα ισούται με την τιμή του Cd στο Detroit συν το κόστος μεταφοράς από το Detroit στη New York. Ποιες τιμές τσιμέντου θα είναι ίσες μεταξύ τους στην ισορροπία; Πολλοί συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η τιμή του Cr στο Rochester θα ισούται με την τιμή του Cd στο Detroit, δηλαδή ότι οι «τιμές εργοστασίου», ή οι «τιμές f.o.b.», του τσιμέντου θα είναι ίσες στις δύο τοποθεσίες στην ισορροπία. Είναι, όμως, σαφές ότι αυτοί οι συγγραφείς έχουν υποπέσει στη σύγχυση της αντιμετώπισης του «αγαθού» με την τεχνολογική έννοια και όχι με την έννοια της αξίας χρήσης.111

Let us call the cement produced in Rochester, Cr, and the cement produced in Detroit, Cd. Now, in equilibrium, the price of Cr in New York City will equal the price of Cr in Rochester plus the freight cost from Rochester to New York. Also, in equilibrium, the price of Cd in New York City will equal the price of Cd in Detroit plus the freight cost from Detroit to New York. Which cement prices will be equal to each other in equilibrium? Many writers maintain that the price of Cr in Rochester will be equal to the price of Cd in Detroit, i.e., that the “mill prices,” or the “f.o.b. prices,” of cement will be equal in each of the two localities in equilibrium. But it is clear that these writers have adopted the confusion of treating “good” in the technological rather than in the use-value sense.

168

Πρέπει, εν ολίγοις, να υιοθετήσουμε τη σκοπιά του καταναλωτή — του ανθρώπου που χρησιμοποιεί το αγαθό—, και αυτός βρίσκεται στη New York City. Από τη δική του σκοπιά, το τσιμέντο στο Detroit είναι πολύ διαφορετικό αγαθό από το τσιμέντο στο Rochester, διότι το Rochester βρίσκεται πλησιέστερα σε αυτόν και τα κόστη μεταφοράς από το Detroit είναι μεγαλύτερα. Από τη δική του σκοπιά, τα ομοιογενή αγαθά είναι: το Cr στη New York City και το Cd στη New York City. Από όπου και αν προέρχεται, το τσιμέντο στον τόπο όπου πρέπει να το χρησιμοποιήσει είναι το ομοιογενές αγαθό για τον καταναλωτή.

We must, in short, take the point of view of the consumer—the man who uses the good—and he is in New York City. From his point of view, cement in Detroit is a far different good from cement in Rochester, since Rochester is closer to him and freight costs are greater from Detroit. From his point of view, the homogeneous goods are: Cr in New York City and Cd in New York City. Wherever it comes from, cement at the place where he must use it is the homogeneous good for the consumer.

169

Επομένως, στην ισορροπία, η τιμή του Cr στη New York City θα είναι ίση με την τιμή του Cd στη New York City — και αυτές είναι οι «τιμές παράδοσης» του τσιμέντου στον καταναλωτή.112 Αντικαθιστώντας με αυτή την ισότητα στις παραπάνω εξισώσεις, βλέπουμε ότι συνεπάγεται πως η τιμή του Cr στο Rochester συν το κόστος μεταφοράς από το Rochester στη New York θα ισούται με την τιμή του Cd στο Detroit συν το κόστος μεταφοράς από το Detroit στη New York. Τα κόστη μεταφοράς σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή μπορούν εύκολα να υπολογιστούν και, ceteris paribus, θα είναι μεγαλύτερα για μεγαλύτερες αποστάσεις. Με άλλα λόγια, στην ισορροπία της ελεύθερης αγοράς, η τιμή του Cr στο Rochester ισούται με την τιμή του Cd στο Detroit συν τη διαφορά του κόστους μεταφοράς για τη μεγαλύτερη σε σύγκριση με τη μικρότερη απόσταση από τον καταναλωτή. Γενικεύοντας, η «τιμή εργοστασίου» του τσιμέντου σε μικρότερη απόσταση από τον καταναλωτή θα ισούται με την «τιμή εργοστασίου» του τσιμέντου στη μεγαλύτερη απόσταση συν τη διαφορά του κόστους μεταφοράς. Αυτό εφαρμόζεται όχι μόνο στο τσιμέντο, αλλά σε κάθε προϊόν του οικονομικού συστήματος, και όχι μόνο σε προϊόντα που εξυπηρετούν τελικούς καταναλωτές, αλλά και σε εκείνα που πρόκειται να «καταναλωθούν» από κεφαλαιούχους κατώτερης τάξης.

Therefore, in equilibrium, it is Cr in New York City that will be equal to Cd in New York City—and these are the “delivered prices” of cement to the consumer. Substituting this equality in the above equations, we see that it implies that the price of Cr in Rochester, plus freight cost from Rochester to New York, will equal the price of Cd in Detroit, plus freight cost from Detroit to New York. The freight costs at any time are readily calculable, and ceteris paribus, they will be greater for longer distances. In other words, in equilibrium on the free market, the price of Cr in Rochester is equal to the price of Cd in Detroit plus the differential in freight costs for the longer as compared to the shorter distance to the consumer. Generalizing, the “mill price” of cement at a shorter distance from the consumer will equal the “mill price” of cement at the longer distance plus the freight differential. This is applicable not only to cement, but to every product in the economic system, and not only to products serving ultimate consumers, but also to those to be “consumed” by lower-order capitalists.

170

Στον βαθμό που οι επιχειρήσεις βρίσκονται μακρύτερα από τον καταναλωτή, δεν θα μπορούν να παραμένουν σε λειτουργία εάν το μέσο κόστος τους στο εργοστάσιο δεν είναι αρκετά χαμηλότερο από εκείνο των ανταγωνιστών τους ώστε να αντισταθμίζει τα αυξημένα κόστη μεταφοράς. Αυτό δεν αποτελεί, όπως θα μπορούσε να θεωρηθεί, «ποινή» για την «τεχνολογική υπεροχή» της απομακρυσμένης επιχείρησης, διότι η τελευταία υστερεί ως προς τον σημαντικό οικονομικό παράγοντα της τοποθεσίας. Ακριβώς αυτός ο μηχανισμός συμβάλλει στον καθορισμό της τοποθεσίας των επιχειρήσεων και εξασφαλίζει ότι οι επιχειρήσεις θα εγκαθίστανται σε οικονομικά κατάλληλες θέσεις σε σχέση με τον καταναλωτή. Η επίδραση του παράγοντα της διαφοράς τοποθεσίας στην τιμή ενός προϊόντος θα εξαρτάται, βεβαίως, από την αναλογία των κοστών μεταφοράς προς τα άλλα κόστη παραγωγής του αγαθού. Όσο υψηλότερη είναι η αναλογία, τόσο μεγαλύτερη η επίδραση.

In proportion as firms are more distantly located from the consumer, they will then not be able to remain in business unless their average costs at the mill are sufficiently lower than those of their competitors to compensate for the increased freight costs. This is not, as might be thought, a “penalty” on the “technological superiority” of the distant firm, for the latter is inferior with respect to the important economic factor of location. It is precisely this mechanism that helps to determine the location of firms and assures that firms will be economically located in relation to the consumer. The influence of the location-difference factor in the price of a product will, of course, depend upon the proportion that freight costs bear to the other costs of producing the good. The higher the proportion, the greater the influence.

171

Μια επιχείρηση που βρίσκεται πλησιέστερα στην καταναλωτική αγορά έχει, επομένως, ένα χωρικό πλεονέκτημα που της παρέχει η τοποθεσία της. Με δεδομένα τα ίδια κόστη στους άλλους τομείς όπως και στους ανταγωνιστές της, αποκομίζει κέρδος από την ανώτερη τοποθεσία της. Τα οφέλη της τοποθεσίας θα καταλογιστούν στην αξία θέσης της βασικής γης της εγκατάστασης. Ο ιδιοκτήτης της θέσης αποκομίζει την αξία του οριακού προϊόντος της. Επομένως, τα κέρδη μιας επιχείρησης που προκύπτουν από βελτίωση του πλεονεκτήματος τοποθεσίας, καθώς και οι ζημίες που προκύπτουν από μειονέκτημα τοποθεσίας, θα περιέρχονται ως μεταβολές του μισθώματος της βασικής γης και της κεφαλαιακής αξίας στον ιδιοκτήτη της συγκεκριμένης θέσης, είτε ο ιδιοκτήτης είναι η ίδια η επιχείρηση είτε κάποιος άλλος.

A firm with a location closer to the consumer market therefore has a spatial advantage conferred by its location. Given the same costs in other fields as its competitors, it earns a profit from its superior location. The gains of location will be imputed to the site value of the ground land of the plant. The owner of the site obtains its marginal value product. Therefore, gains to a firm resulting from improvement in locational advantage, as well as losses resulting from a locational disadvantage, will accrue as changes in ground rent and capital value to the owner of the specific site, whether the owner be the firm itself or someone else.

172

5. Σημείωση για την πλάνη της «διανομής»

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. A Note on the Fallacy of “Distribution”

173

Από την εποχή ήδη της πρώιμης κλασικής οικονομικής, πολλοί συγγραφείς συζητούν τη «θεωρία της διανομής» σαν να ήταν εντελώς χωριστή και απομονωμένη από τη θεωρία της παραγωγής.113 Ωστόσο, είδαμε ότι η θεωρία της «διανομής» είναι απλώς θεωρία της παραγωγής. Οι αποδέκτες εισοδήματος αποκομίζουν μισθούς, μισθώματα, τόκο και αυξήσεις κεφαλαιακών αξιών· και αυτές οι απολαβές είναι οι τιμές των παραγωγικών συντελεστών. Η θεωρία της αγοράς προσδιορίζει τις τιμές και τα εισοδήματα που περιέρχονται στους παραγωγικούς συντελεστές, καθορίζοντας έτσι και τη «λειτουργική διανομή» μεταξύ των συντελεστών. Η «προσωπική διανομή» —το πόσο χρήμα λαμβάνει κάθε πρόσωπο από το παραγωγικό σύστημα— καθορίζεται, με τη σειρά της, από τις λειτουργίες που επιτελεί ο ίδιος ή η ιδιοκτησία του σε αυτό το σύστημα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ παραγωγής και διανομής, και είναι εντελώς εσφαλμένο να αντιμετωπίζουν οι συγγραφείς το παραγωγικό σύστημα σαν οι παραγωγοί να αποθέτουν το προϊόν τους σε κάποιον σωρό, ώστε αργότερα να «διανεμηθεί» με κάποιον τρόπο στους ανθρώπους της κοινωνίας. Η «διανομή» είναι απλώς η άλλη όψη του νομίσματος της παραγωγής στην αγορά.

Ever since the days of early classical economics, many writers have discussed “distribution theory” as if it were completely separate and isolated from production theory. Yet we have seen that “distribution” theory is simply production theory. The receivers of income earn wages, rent, interest, and increases in capital values; and these earnings are the prices of productive factors. The theory of the market determines the prices and incomes accruing to productive factors, thereby also determining the “functional distribution” of the factors. “Personal distribution”—how much money each person receives from the productive system—is determined, in turn, by the functions that he or his property performs in that system. There is no separation between production and distribution, and it is completely erroneous for writers to treat the productive system as if producers dump their product onto some stockpile, to be later “distributed” in some way to the people in the society. “Distribution” is only the other side of the coin of production on the market.

174

Πολλοί επικρίνουν την ελεύθερη αγορά ως εξής: Ναι, συμφωνούμε ότι η παραγωγή και οι τιμές θα διαμορφώνονται στην ελεύθερη αγορά με τον καταλληλότερο τρόπο για την εξυπηρέτηση των αναγκών των καταναλωτών. Αλλά αυτός ο νόμος βασίζεται αναγκαστικά σε μια δεδομένη αρχική διανομή εισοδήματος μεταξύ των καταναλωτών· ορισμένοι καταναλωτές ξεκινούν με λίγο χρήμα, άλλοι με πάρα πολύ. Το σύστημα παραγωγής της αγοράς μπορεί να επαινεθεί μόνο εάν η αρχική διανομή εισοδήματος τυγχάνει της έγκρισής μας.

Many people criticize the free market as follows: Yes, we agree that production and prices will be allocated on the free market in a way best fitted to serve the needs of the consumers. But this law is necessarily based on a given initial distribution of income among the consumers; some consumers begin with only a little money, others with a great deal. The market system of production can be commended only if the original distribution of income meets with our approval.

175

Αυτή η αρχική διανομή εισοδήματος —ή, μάλλον, χρηματικών περιουσιακών στοιχείων— δεν προέκυψε, ωστόσο, εκ του μηδενός. Και αυτή ήταν η αναγκαία συνέπεια μιας αγοραίας διαμόρφωσης των τιμών και κατανομής της παραγωγής. Ήταν η συνέπεια της εξυπηρέτησης των αναγκών προηγούμενων καταναλωτών. Δεν ήταν μια αυθαίρετα δεδομένη διανομή, αλλά μια διανομή που προέκυψε η ίδια από την ικανοποίηση καταναλωτικών αναγκών. Και αυτή συνδεόταν άρρηκτα με την παραγωγή.

This initial distribution of income (or rather of money assets) did not originate in thin air, however. It, too, was the necessary consequence of a market allocation of prices and production. It was the consequence of serving the needs of previous consumers. It was not an arbitrarily given distribution, but one that itself emerged from satisfying consumer needs. It too was inextricably bound up with production.

176

Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 2, η ιδιοκτησία που κατέχει σήμερα ένα πρόσωπο θα μπορούσε τελικά να έχει αποκτηθεί μόνο με έναν από τους ακόλουθους τρόπους: μέσω προσωπικής παραγωγής, εκούσιας ανταλλαγής έναντι ενός προσωπικού προϊόντος, ανακάλυψης και πρώτης χρήσης γης που δεν είχε ιδιοποιηθεί κανείς ή κλοπής από έναν παραγωγό. Στην ελεύθερη αγορά μπορούν να ισχύουν μόνο οι τρεις πρώτοι, έτσι ώστε οποιαδήποτε «διανομή» εξυπηρετείται από τους παραγωγούς να είναι η ίδια αποτέλεσμα ελεύθερης παραγωγής και ανταλλαγής.

As we saw in chapter 2, a person’s presently owned property could have been ultimately obtained in only one of the following ways: through personal production, voluntary exchange for a personal product, the finding and first using of unappropriated land, or theft from a producer. On a free market, only the first three can obtain, so that any “distribution” served by producers was in itself the result of free production and exchange.

177

Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι σε κάποια προηγούμενη χρονική στιγμή οι περισσότεροι εύποροι καταναλωτές είχαν αποκτήσει την ιδιοκτησία τους μέσω κλοπής και όχι μέσω της εξυπηρέτησης άλλων καταναλωτών στην ελεύθερη αγορά. Δεν εισάγει αυτό μια «ενσωματωμένη μεροληψία» στην οικονομία της αγοράς, εφόσον οι μελλοντικοί παραγωγοί πρέπει να ικανοποιούν ζητήσεις που απορρέουν από άδικα εισοδήματα;

Suppose, however, that at some preceding time the bulk of the wealthy consumers had acquired their property through theft and not through serving other consumers on the free market. Does this not instill a “built-in bias” into the market economy, since future producers must satisfy demands ensuing from unjust incomes?

178

Η απάντηση είναι ότι, μετά την αρχική περίοδο, η επίδραση των άδικων εισοδημάτων αποκτά ολοένα μικρότερη σημασία. Διότι, για να διατηρήσουν και να αυξήσουν τα παρανόμως αποκτημένα οφέλη τους, οι πρώην ληστές, τώρα που έχει εγκαθιδρυθεί ελεύθερη οικονομία, πρέπει να επενδύουν και να ανακτούν τα χρηματικά τους ποσά εξυπηρετώντας ορθά τους καταναλωτές. Εάν δεν είναι κατάλληλοι για αυτό το έργο — και τα κατορθώματά τους στη λεηλασία ασφαλώς δεν τους έχουν εκπαιδεύσει γι’ αυτό—, τότε οι επιχειρηματικές ζημίες θα μειώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και θα τα μεταφέρουν σε ικανότερους παραγωγούς.

The answer is that after the initial period, the effect of unjust incomes becomes less and less important. For in order to keep and increase their ill-gotten gains, the former robbers, now that a free economy is established, have to invest and recoup their funds so as to serve consumers correctly. If they are not fit for this task, and their exploits in predation have certainly not trained them for it, then entrepreneurial losses will diminish their assets and shift them to more able producers.

179

6. Σύνοψη της αγοράς

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6. A Summary of the Market

180

Η εξήγηση του ελεύθερου οικονομικού συστήματος αποτελεί ένα μεγάλο αρχιτεκτονικό οικοδόμημα. Ξεκινώντας από την ανθρώπινη δράση και τις συνέπειές της, προχωρώντας στις ατομικές κλίμακες αξιών και στη χρηματική οικονομία, καταδείξαμε ότι η ποσότητα των παραγόμενων αγαθών, οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών, οι τιμές των παραγωγικών συντελεστών, το επιτόκιο, τα κέρδη και οι ζημίες μπορούν όλα να εξηγηθούν με τον ίδιο μηχανισμό παραγωγικού συλλογισμού. Με δεδομένο ένα απόθεμα συντελεστών γης και εργασίας, με δεδομένα τα υφιστάμενα κεφαλαιουχικά αγαθά που έχουν κληρονομηθεί από το παρελθόν, με δεδομένες τις ατομικές χρονικές προτιμήσεις και, ευρύτερα, την τεχνολογική γνώση, καθορίζονται η δομή των κεφαλαιουχικών αγαθών και η συνολική παραγωγή. Οι ατομικές προτιμήσεις καθορίζουν τις τιμές των διαφόρων καταναλωτικών αγαθών, και οι εναλλακτικοί συνδυασμοί των διαφόρων συντελεστών στην παραγωγή τους καθορίζουν τους πίνακες της αξίας του οριακού προϊόντος αυτών των συντελεστών. Τελικά, η αξία του οριακού προϊόντος που αποδίδεται στα κεφαλαιουχικά αγαθά ανάγεται σε απολαβές της γης και της εργασίας και σε τόκο για τον χρόνο. Το σημείο στο οποίο θα διαμορφωθεί η αμοιβή ενός συντελεστή γης ή εργασίας στον πίνακα DMVP του θα καθορίζεται από το διαθέσιμο απόθεμα. Εφόσον κάθε συντελεστής θα χρησιμοποιείται σε μια περιοχή φθινουσών φυσικών και ασφαλώς φθινουσών αποδόσεων σε αξία, κάθε αύξηση του αποθέματος του συντελεστή, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, θα εισέρχεται σε χαμηλότερο σημείο DMVP. Τα σημεία τομής στους πίνακες DMVP θα δίνουν τις τιμές των συντελεστών, γνωστές επίσης ως «μισθώματα» και «μισθοί» στην περίπτωση των συντελεστών εργασίας. Το καθαρό επιτόκιο θα καθορίζεται από τους πίνακες χρονικής προτίμησης όλων των ατόμων στην οικονομία. Η κύρια έκφρασή του δεν θα βρίσκεται στην αγορά δανείων, αλλά στις προεξοφλητικές διαφορές μεταξύ των τιμών στα διάφορα στάδια παραγωγής. Ο τόκος στην αγορά δανείων θα αποτελεί αντανάκλαση αυτού του «φυσικού» επιτοκίου. Όλες οι τιμές κάθε αγαθού, όπως και το επιτόκιο, θα είναι ενιαίες σε ολόκληρη την αγορά. Η κεφαλαιακή αξία κάθε διαρκούς αγαθού θα ισούται με την προεξοφλημένη αξία του αθροίσματος των μελλοντικών μισθωμάτων που πρόκειται να αποφέρει το αγαθό, με συντελεστή προεξόφλησης το επιτόκιο.

The explanation of the free economic system constitutes a great architectural edifice. Starting from human action and its implications, proceeding to individual value scales and a money economy, we have demonstrated that the quantity of goods produced, the prices of consumers’ goods, the prices of productive factors, the interest rate, profits and losses, all can be explained by the same deductive apparatus. Given a stock of land and labor factors, given existing capital goods inherited from the past, given individual time preferences (and, more broadly, technological knowledge), the capital goods structure and total production is determined. Individual preferences set prices for the various consumers’ goods, and the alternative combinations of various factors in their production set the marginal value-productivity schedules of these factors. Ultimately, the marginal value product accruing to capital goods is resolved into returns to land, labor, and interest for time. The point at which a land or labor factor will settle on its DMVP schedule will be determined by the stock available. Since each factor will operate in an area of diminishing physical and certainly diminishing value returns, any increased stock of the factor, other things being equal, will enter at a lower DMVP point. The intersecting points on the DMVP schedules will yield the prices of the factors, also known as “rents” and “wage rates” (in the case of labor factors). The pure interest rate will be determined by the time-preference schedules of all individuals in the economy. Its chief expression will be not in the loan market, but in the discounts between prices in the various stages of production. Interest on the loan market will be a reflection of this “natural” interest rate. All the prices of each good, as well as the interest rate, will be uniform throughout the entire market. The capital value of every durable good will equal the discounted value of the sum of future rents to be obtained from the good, the discount being the rate of interest.

181

Όλα αυτά αποτελούν εικόνα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας — της κατάστασης ισορροπίας προς την οποία τείνει πάντοτε η πραγματική οικονομία. Εάν οι αξιολογήσεις των καταναλωτών και η προσφορά πόρων παρέμεναν σταθερές, θα επιτυγχανόταν η αντίστοιχη ERE. Οι δυνάμεις που ωθούν προς την ERE είναι οι επιχειρηματίες που επιδιώκουν κέρδος και πρωτοστατούν στην αντιμετώπιση των αβεβαιοτήτων του πραγματικού κόσμου. Εντοπίζοντας αποκλίσεις μεταξύ των υφιστάμενων συνθηκών και της κατάστασης ισορροπίας και διορθώνοντάς τες, οι επιχειρηματίες αποκομίζουν κέρδη· εκείνοι οι επιχειρηματίες που άθελά τους επιτείνουν τις ασυμφωνίες στην αγορά τιμωρούνται με ζημίες. Έτσι, στον βαθμό που οι παραγωγοί επιθυμούν να κερδίσουν χρήμα, ωθούν προς ολοένα αποτελεσματικότερη εξυπηρέτηση των επιθυμιών των καταναλωτών — κατανέμοντας πόρους στα πεδία με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε αξία και απομακρύνοντάς τους από εκείνα με τη μικρότερη. Η χρηματική παραγωγικότητα σε αξία μιας πορείας δράσης εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο εξυπηρετεί τις ανάγκες των καταναλωτών.

All this is a picture of the evenly rotating economy—the equilibrium situation toward which the real economy is always tending. If consumer valuations and the supply of resources remained constant, the relevant ERE would be reached. The forces driving toward the ERE are the profit-seeking entrepreneurs, who take the lead in meeting the uncertainties of the real world. By seeking out discrepancies between existing conditions and the equilibrium situation and remedying them, entrepreneurs make profits; those businessmen who unwittingly add to the maladjustments on the market are penalized with losses. Thus, to the extent that producers wish to make money, they drive toward ever more efficient servicing of the desires of the consumers—allocating resources to the most value-productive areas and away from the least value-productive. The (monetary) value productivity of a course of action depends on the extent to which it serves consumer needs.

182

Οι αξιολογήσεις των καταναλωτών και οι προσφορές πόρων, όμως, μεταβάλλονται πάντοτε, έτσι ώστε και ο στόχος της ERE μεταβάλλεται πάντοτε και δεν επιτυγχάνεται ποτέ. Αναλύσαμε τις συνέπειες των μεταβαλλόμενων στοιχείων της οικονομίας. Η αύξηση της προσφοράς εργασίας μπορεί να μειώσει την DMVP της εργασίας και, επομένως, τους μισθούς ή να τους αυξήσει λόγω των περαιτέρω πλεονεκτημάτων του καταμερισμού της εργασίας και μιας ευρύτερης αγοράς. Το ποιο από τα δύο θα συμβεί εξαρτάται από το άριστο επίπεδο πληθυσμού. Εφόσον η εργασία είναι σχετικά σπανιότερη από τη γη και σχετικά μη ειδική, θα υπάρχει πάντοτε αδρανής γη και γη μηδενικού μισθώματος, ενώ δεν θα υπάρχει ποτέ ακούσια αδρανής εργασία ή εργασία μηδενικού μισθού. Η αύξηση ή η μείωση της προσφοράς «υποοριακής» γης δεν θα έχει καμία επίδραση στην παραγωγή· η αύξηση της υπεροριακής γης θα αυξήσει την παραγωγή και θα καταστήσει υποοριακή την έως τότε οριακή γη.

But consumer valuations and supplies of resources are always changing, so that the ERE goal always changes as well and is never reached. We have analyzed the implications of changing elements in the economy. An increase in the labor supply may lower the DMVP of labor and hence wage rates, or raise them because of the further advantages of the division of labor and a more extended market. Which will occur depends on the optimum population level. Since labor is relatively more scarce than land, and relatively nonspecific, there will always be idle and zero-rent land, while there will never be involuntarily idle or zero-wage labor. An increase or decrease in the supply of “submarginal” land will have no effect on production; an increase in supramarginal land will increase production and render hitherto marginal land submarginal.

183

Οι χαμηλότερες χρονικές προτιμήσεις θα αυξήσουν την επένδυση κεφαλαίου και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα επιμηκύνουν την παραγωγική δομή. Αυτή η επιμήκυνση της παραγωγικής δομής, αυξάνοντας την προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών, είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να προχωρήσει από τα γυμνά του χέρια και τις αχρησιμοποίητες εκτάσεις γης σε ολοένα πιο πολιτισμένα επίπεδα διαβίωσης. Αυτά τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι οι αναγκαίοι ενδιάμεσοι σταθμοί στον δρόμο προς υψηλότερη συνολική παραγωγή. Αλλά πρέπει να συντηρούνται και να αντικαθίστανται, εκτός από το να παράγονται αρχικά, εάν οι άνθρωποι επιθυμούν να διατηρήσουν το υψηλότερο επίπεδό τους για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα.

Lower time preferences will increase capital investment and thereby lengthen the structure of production. Such lengthening of the production structure, increasing the supply of capital goods, is the only way for man to advance from his bare hands and empty acres of land to more and more civilized standards of living. These capital goods are the necessary way stations on the road to higher total production. But they must be maintained and replaced as well as initially produced if people wish to keep their higher standard over any length of time.

184

Για την επέκταση της παραγωγής, το σημαντικό στοιχείο δεν είναι τόσο η τεχνολογική βελτίωση όσο η μεγαλύτερη επένδυση κεφαλαίου. Ποτέ το επενδεδυμένο κεφάλαιο δεν έχει εξαντλήσει τις καλύτερες διαθέσιμες τεχνολογικές δυνατότητες. Πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να χρησιμοποιούν παλαιές, μη βελτιωμένες διαδικασίες και τεχνικές, απλώς επειδή δεν διαθέτουν το κεφάλαιο για να επενδύσουν σε νέες. Θα γνώριζαν πώς να βελτιώσουν την εγκατάστασή τους εάν υπήρχε διαθέσιμο κεφάλαιο. Έτσι, μολονότι το επίπεδο της τεχνολογίας είναι τελικά πολύ σημαντικό στοιχείο, σε καμία δεδομένη χρονική στιγμή δεν διαδραματίζει άμεσο ρόλο, διότι το στενότερο όριο στην παραγωγή είναι πάντοτε η προσφορά κεφαλαίου.

To expand production, the important consideration is not so much technological improvement as greater capital investment. At no time has invested capital exhausted the best technological opportunities available. Many firms still use old, unimproved processes and techniques simply because they do not have the capital to invest in new ones. They would know how to improve their plant if capital were available. Thus, while the state of technology is ultimately a very important consideration, at no given time does it play a direct role, since the narrower limit on production is always the supply of capital.

185

Σε μια προοδεύουσα οικονομία, με δεδομένη σταθερή προσφορά χρήματος, η αυξημένη επένδυση και η μακρύτερη κεφαλαιακή δομή επιφέρουν χαμηλότερες χρηματικές τιμές για τους συντελεστές και ακόμη χαμηλότερες τιμές για τα καταναλωτικά αγαθά. Οι «πραγματικές» τιμές των συντελεστών —διορθωμένες ως προς τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της χρηματικής μονάδας— αυξάνονται. Σε καθαρούς όρους, αυτό σημαίνει ότι τα πραγματικά μισθώματα της γης και οι πραγματικοί μισθοί θα αυξάνονται στην προοδεύουσα οικονομία. Τα επιτόκια θα μειώνονται καθώς μειώνονται οι συντελεστές χρονικής προτίμησης και αυξάνεται η αναλογία ακαθάριστης επένδυσης προς κατανάλωση.

In a progressing economy, given a constant supply of money, increased investment and a longer capital structure bring about lower money prices for factors and still lower prices for consumers’ goods. “Real” factor prices (corrected for changes in the purchasing power of the monetary unit) increase. In net terms, this means that real land rents and real wage rates will increase in the progressing economy. Interest rates will fall as time-preference rates drop and the proportion of gross investment to consumption increases.

186

Εάν τα μισθώματα αποφέρονται από έναν διαρκή συντελεστή, μπορούν να «κεφαλαιοποιηθούν» στην αγορά και πράγματι κεφαλαιοποιούνται· δηλαδή, ο συντελεστής έχει κεφαλαιακή αξία ισοδύναμη με το προεξοφλημένο άθροισμα των προσδοκώμενων μελλοντικών μισθωμάτων του. Εφόσον η γη είναι μορφή επένδυσης στην αγορά όπως ακριβώς οι μετοχές μιας επιχείρησης, τα μελλοντικά μισθώματά της θα κεφαλαιοποιούνται έτσι ώστε η γη να τείνει να αποφέρει το ίδιο ενιαίο επιτόκιο με οποιαδήποτε άλλη επένδυση. Σε μια προοδεύουσα οικονομία, η πραγματική κεφαλαιακή αξία της γης θα αυξάνεται, μολονότι η αξία θα μειώνεται σε χρηματικούς όρους. Στον βαθμό που οι μελλοντικές μεταβολές της αξίας της γης μπορούν να προβλεφθούν, θα ενσωματώνονται αμέσως στην παρούσα κεφαλαιακή αξία της. Επομένως, οι μελλοντικοί ιδιοκτήτες γης θα ωφελούνται από μελλοντικές αυξήσεις της πραγματικής κεφαλαιακής αξίας της μόνο στον βαθμό που οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες δεν κατόρθωσαν να προβλέψουν την αύξηση. Στον βαθμό που είχε προβλεφθεί, οι μελλοντικοί ιδιοκτήτες θα την έχουν καταβάλει στην τιμή αγοράς τους.

If rents are earned by a durable factor, they can be and are “capitalized” on the market, i.e., they have a capital value equivalent to the discounted sum of their expected future rents. Since land is a form of investment on the market just as are shares of a firm, its future rents will be capitalized so that land will tend to earn the same uniform interest rate as any other investment. In a progressing economy, the real capital value of land will increase, although the value will fall in money terms. To the extent that future changes in the value of land can be foreseen, they will be immediately incorporated into its present capital value. Therefore, future owners of land will benefit by future increases in its real capital value only to the extent that previous owners failed to anticipate the increase. To the extent that it was anticipated, the future owners will have paid it in their purchase price.

187

Η πορεία της μεταβολής σε μια οπισθοδρομούσα οικονομία θα είναι η αντίθετη. Σε μια στάσιμη οικονομία, η συνολική παραγωγή, η κεφαλαιακή δομή, οι πραγματικοί κατά κεφαλήν μισθοί, οι πραγματικές κεφαλαιακές αξίες της γης και το επιτόκιο θα παραμένουν ίδια, ενώ η κατανομή των συντελεστών παραγωγής και οι σχετικές τιμές των διαφόρων προϊόντων θα μεταβάλλονται.114

The course of change in a retrogressing economy will be the opposite. In a stationary economy, total production, the capital structure, real wages per capita, real capital values of land, and the rate of interest will remain the same, while the allocation of factors of production and the relative prices of various products will vary.

188

← Κεφάλαιο 8. Παραγωγή: Επιχειρηματικότητα και ΜεταβολήΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 10. Μονοπώλιο και Ανταγωνισμός →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»