Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 8. Παραγωγή: Επιχειρηματικότητα και Μεταβολή
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 7. Παραγωγή: Γενική Τιμολόγηση των ΣυντελεστώνΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 9. Παραγωγή: Τιμές των Επιμέρους Συντελεστών και Εισοδήματα από την Παραγωγή →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 8. Παραγωγή: Επιχειρηματικότητα και Μεταβολή
↗ στη σελίδα του βιβλίουChapter 8 — Production: Entrepreneurship and Change
Αφού αναπτύξαμε στα προηγούμενα κεφάλαια τη βασική ανάλυσή μας για την οικονομία της αγοράς, προχωρούμε τώρα στη συζήτηση περισσότερο δυναμικών και συγκεκριμένων εφαρμογών, καθώς και των συνεπειών της παρέμβασης στην αγορά.
HAVING DEVELOPED IN THE PREVIOUS chapters our basic analysis of the market economy, we now proceed to discuss more dynamic and specific applications, as well as the consequences of intervention in the market.
Στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία υπάρχουν μόνο δύο τελικές κατηγορίες τιμών και εισοδημάτων των παραγωγών: ο τόκος, ο οποίος είναι ενιαίος σε ολόκληρη την οικονομία, και οι «μισθοί» — οι τιμές των υπηρεσιών των διαφόρων συντελεστών εργασίας. Σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία, ωστόσο, τα επίπεδα των μισθών και το επιτόκιο δεν είναι τα μόνα στοιχεία που μπορούν να μεταβληθούν. Εμφανίζεται και μια άλλη κατηγορία τόσο θετικού όσο και αρνητικού εισοδήματος: το επιχειρηματικό κέρδος και η ζημία. Θα επικεντρωθούμε στους κεφαλαιούχους-επιχειρηματίες, τον οικονομικά σημαντικότερο τύπο επιχειρηματία. Πρόκειται για τους ανθρώπους που επενδύουν σε «κεφάλαιο» —γη ή/και κεφαλαιουχικά αγαθά— το οποίο χρησιμοποιείται στην παραγωγική διαδικασία. Η λειτουργία τους είναι εκείνη που περιγράψαμε: η προκαταβολή χρήματος στους ιδιοκτήτες συντελεστών και η συνακόλουθη χρήση των αγαθών έως ότου πωληθεί αργότερα το προϊόν που βρίσκεται πλησιέστερα στο παρόν. Αναπτύξαμε λεπτομερώς τους νόμους της ERE: οι τιμές των συντελεστών θα ισούνται με την DMVP, κάθε συντελεστής θα κατανέμεται στις χρήσεις με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε αξία, οι κεφαλαιακές αξίες θα ισούνται με τα αθροίσματα των DMVP, το επιτόκιο θα είναι ενιαίο και θα διέπεται αποκλειστικά από τις χρονικές προτιμήσεις κ.ο.κ.
In the evenly rotating economy, there are only two ultimate categories of producers’ prices and incomes: interest (uniform throughout the economy), and “wages”—the prices of the services of various labor factors. In a changing economy, however, wage rates and the interest rate are not the only elements that can change. Another category of both positive and negative income appears: entrepreneurial profit and loss. We shall concentrate on the capitalist-entrepreneurs, economically the more important type of entrepreneur. These are the men who invest in “capital” (land and/or capital goods) used in the productive process. Their function is as we have described: the advance of money to owners of factors and the consequent use of the goods until the more nearly present product is later sold. We have worked out the laws of the ERE in detail: factor prices will equal DMVP, every factor will be allocated to its most value-productive uses, capital values will equal the sums of the DMVPs, the interest rate will be uniform and governed solely by time preferences, etc.
Η διαφορά στον δυναμικό, πραγματικό κόσμο είναι η εξής. Καμία από αυτές τις μελλοντικές αξίες ή τα γεγονότα δεν είναι γνωστά· όλα πρέπει να εκτιμηθούν, να αποτελέσουν αντικείμενο εικασίας, από τους κεφαλαιούχους. Πρέπει να προκαταβάλουν παρόν χρήμα βάσει μιας κερδοσκοπικής εκτίμησης για το άγνωστο μέλλον, προσδοκώντας ότι το μελλοντικό προϊόν θα πωληθεί σε αποδοτική τιμή. Στον πραγματικό κόσμο, λοιπόν, η ποιότητα της κρίσης και η ακρίβεια της πρόβλεψης διαδραματίζουν τεράστιο ρόλο στα εισοδήματα που αποκτούν οι κεφαλαιούχοι. Ως αποτέλεσμα του αρμπιτράζ των επιχειρηματιών, η τάση είναι πάντοτε προς την ERE· ως συνέπεια της διαρκώς μεταβαλλόμενης πραγματικότητας, των μεταβολών στις κλίμακες αξιών και στους πόρους, η ERE δεν επιτυγχάνεται ποτέ.
The difference in the dynamic, real world is this. None of these future values or events is known; all must be estimated, guessed at, by the capitalists. They must advance present money in a speculation upon the unknown future in the expectation that the future product will be sold at a remunerative price. In the real world, then, quality of judgment and accuracy of forecast play an enormous role in the incomes acquired by capitalists. As a result of the arbitrage of the entrepreneurs, the tendency is always toward the ERE; in consequence of ever-changing reality, changes in value scales and resources, the ERE never arrives.
Ο κεφαλαιούχος-επιχειρηματίας αγοράζει συντελεστές ή υπηρεσίες συντελεστών στο παρόν· το προϊόν του πρέπει να πωληθεί στο μέλλον. Βρίσκεται, επομένως, πάντοτε σε εγρήγορση για αποκλίσεις, για πεδία στα οποία μπορεί να αποκομίσει περισσότερο από το επικρατούν επιτόκιο. Ας υποθέσουμε ότι το επιτόκιο είναι 5 τοις εκατό· ο Jones μπορεί να αγοράσει έναν ορισμένο συνδυασμό συντελεστών έναντι 100 ουγγιών· πιστεύει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτό το σύνολο για να πωλήσει ένα προϊόν ύστερα από δύο έτη έναντι 120 ουγγιών. Η προσδοκώμενη μελλοντική απόδοσή του είναι 10 τοις εκατό ετησίως. Εάν οι προσδοκίες του εκπληρωθούν, θα αποκτήσει ετήσια απόδοση 10 τοις εκατό αντί για 5 τοις εκατό. Η διαφορά μεταξύ του γενικού επιτοκίου και της πραγματικής απόδοσής του είναι το χρηματικό του κέρδος —το οποίο από εδώ και πέρα θα ονομάζεται απλώς «κέρδος», εκτός εάν γίνεται ειδική διάκριση μεταξύ χρηματικού και ψυχικού κέρδους. Στην περίπτωση αυτή, το χρηματικό του κέρδος είναι 10 ουγγιές για δύο έτη, ή ένα επιπλέον 5 τοις εκατό ετησίως.
The capitalist-entrepreneur buys factors or factor services in the present; his product must be sold in the future. He is always on the alert, then, for discrepancies, for areas where he can earn more than the going rate of interest. Suppose the interest rate is 5 percent; Jones can buy a certain combination of factors for 100 ounces; he believes that he can use this agglomeration to sell a product after two years for 120 ounces. His expected future return is 10 percent per annum. If his expectations are fulfilled, then he will obtain a 10-percent annual return instead of 5 percent. The difference between the general interest rate and his actual return is his money profit (from now on to be called simply “profit,” unless there is a specific distinction between money profit and psychic profit). In this case, his money profit is 10 ounces for two years, or an extra 5 percent per annum.
Τι προκάλεσε αυτό το πραγματοποιημένο κέρδος, αυτό το ex post κέρδος που εκπληρώνει τις ex ante προσδοκίες του παραγωγού; Το γεγονός ότι οι συντελεστές παραγωγής σε αυτή τη διαδικασία είχαν τιμολογηθεί και κεφαλαιοποιηθεί σε υπερβολικά χαμηλά επίπεδα — είχαν τιμολογηθεί υπερβολικά χαμηλά στον βαθμό που αγοράστηκαν οι μονάδες υπηρεσίας τους και είχαν κεφαλαιοποιηθεί υπερβολικά χαμηλά στον βαθμό που αγοράστηκαν οι συντελεστές ως σύνολα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι γενικές προσδοκίες της αγοράς έσφαλαν υποεκτιμώντας τα μελλοντικά μισθώματα —τις MVP— των συντελεστών. Ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας, ωστόσο, διέβλεψε καλύτερα από τους άλλους και ενήργησε βάσει αυτής της διορατικότητας. Αποκόμισε την ανταμοιβή της ανώτερης προνοητικότητάς του με τη μορφή κέρδους. Η δράση του, η αναγνώριση της γενικής υποτίμησης των παραγωγικών συντελεστών, έχει ως αποτέλεσμα την τελική εξάλειψη των κερδών ή, μάλλον, την τάση προς την εξάλειψή τους. Επεκτείνοντας την παραγωγή στη συγκεκριμένη διαδικασία, αυξάνει τη ζήτηση αυτών των συντελεστών και ανεβάζει τις τιμές τους. Αυτό το αποτέλεσμα θα ενισχυθεί από την είσοδο ανταγωνιστών στο ίδιο πεδίο, προσελκυόμενων από το ποσοστό απόδοσης 10 τοις εκατό. Όχι μόνο η άνοδος της ζήτησης θα αυξήσει τις τιμές των συντελεστών, αλλά και η αύξηση της παραγωγής θα μειώσει την τιμή του προϊόντος. Το αποτέλεσμα θα είναι μια τάση πτώσης του ποσοστού απόδοσης στο επίπεδο του καθαρού επιτοκίου.
What gave rise to this realized profit, this ex post profit fulfilling the producer’s ex ante expectations? The fact that the factors of production in this process were underpriced and undercapitalized—underpriced in so far as their unit services were bought, undercapitalized in so far as the factors were bought as wholes. In either case, the general expectations of the market erred by underestimating the future rents (MVPs) of the factors. This particular entrepreneur saw better than his fellows, however, and acted on this insight. He reaped the reward of his superior foresight in the form of a profit. His action, his recognition of the general undervaluation of productive factors, results in the eventual elimination of profits, or rather in the tendency toward their elimination. By extending production in this particular process, he increases the demand for these factors and raises their prices. This result will be accentuated by the entry of competitors into the same area, attracted by the 10-percent rate of return. Not only will the rise in demand raise the prices of the factors, but the increase in output will lower the price of the product. The result will be a tendency for a fall in the rate of return back to the pure interest rate.
Ποια λειτουργία επιτέλεσε ο επιχειρηματίας; Στην επιδίωξη κερδών, διέκρινε ότι ορισμένοι συντελεστές είχαν τιμολογηθεί υπερβολικά χαμηλά σε σχέση με τις δυνητικές αξίες των προϊόντων τους. Αναγνωρίζοντας την απόκλιση και ενεργώντας για την αντιμετώπισή της, μετέφερε συντελεστές παραγωγής —προφανώς μη ειδικούς συντελεστές— από άλλες παραγωγικές διαδικασίες σε αυτήν. Εντόπισε ότι οι τιμές των συντελεστών δεν αντανακλούσαν επαρκώς τις δυνητικές DMVP τους· προσφέροντας τίμημα γι’ αυτούς τους συντελεστές και μισθώνοντάς τους, μπόρεσε να τους μεταφέρει από παραγωγή χαμηλότερης DMVP σε παραγωγή υψηλότερης DMVP. Εξυπηρέτησε καλύτερα τους καταναλωτές προβλέποντας πού οι συντελεστές έχουν μεγαλύτερη αξία. Διότι η μεγαλύτερη αξία των συντελεστών οφείλεται αποκλειστικά στο ότι ζητούνται περισσότερο από τους καταναλωτές, δηλαδή στο ότι μπορούν να ικανοποιήσουν καλύτερα τις επιθυμίες τους. Αυτό είναι το νόημα μιας μεγαλύτερης προεξοφλημένης αξίας του οριακού προϊόντος.
What function has the entrepreneur performed? In his quest for profits he saw that certain factors were underpriced vis-à-vis their potential value products. By recognizing the discrepancy and doing something about it, he shifted factors of production (obviously nonspecific factors) from other productive processes to this one. He detected that the factors’ prices did not adequately reflect their potential DMVPs; by bidding for, and hiring, these factors, he was able to allocate them from production of lower DMVP to production of higher DMVP. He has served the consumers better by anticipating where the factors are more valuable. For the greater value of the factors is due solely to their being more highly demanded by the consumers, i.e., being better able to satisfy the desires of the consumers. That is the meaning of a greater discounted marginal value product.
Είναι σαφές ότι δεν έχει κανένα απολύτως νόημα να μιλούμε για επικρατούν ποσοστό κέρδους. Δεν υπάρχει τέτοιο ποσοστό πέρα από το εφήμερο και το στιγμιαίο. Διότι κάθε πραγματοποιημένο κέρδος τείνει να εξαφανιστεί λόγω των επιχειρηματικών ενεργειών που προκαλεί. Το βασικό ποσοστό, λοιπόν, είναι το επιτόκιο, το οποίο δεν εξαφανίζεται. Εάν ξεκινήσουμε με μια δυναμική οικονομία και υποθέσουμε δεδομένες κλίμακες αξιών, δεδομένους πρωτογενείς συντελεστές και δεδομένη τεχνική γνώση καθ’ όλη τη διάρκεια, το αποτέλεσμα θα είναι η εξάλειψη των κερδών και η επίτευξη μιας ERE με καθαρό επιτόκιο. Οι συνεχείς μεταβολές των προτιμήσεων και των πόρων, ωστόσο, μετατοπίζουν διαρκώς τον στόχο της τελικής ισορροπίας και καθορίζουν έναν νέο στόχο προς τον οποίο κατευθύνεται η επιχειρηματική δράση — και πάλι η τελική τάση στην ERE θα είναι η εξαφάνιση των κερδών. Διότι η ERE σημαίνει την εξαφάνιση της αβεβαιότητας, και το κέρδος είναι απόρροια της αβεβαιότητας.
It is clear that there is no sense whatever in talking of a going rate of profit. There is no such rate beyond the ephemeral and momentary. For any realized profit tends to disappear because of the entrepreneurial actions it generates. The basic rate, then, is the rate of interest, which does not disappear. If we start with a dynamic economy, and if we postulate given value scales and given original factors and technical knowledge throughout, the result will be a wiping out of profits to reach an ERE with a pure interest rate. Continual changes in tastes and resources, however, constantly shift the final equilibrium goal and establish a new goal toward which entrepreneurial action is directed—and again the final tendency in the ERE will be the disappearance of profits. For the ERE means the disappearance of uncertainty, and profit is the outgrowth of uncertainty.
Πλήθος συγγραφέων και οικονομολόγων διαπράττει σοβαρό σφάλμα εξετάζοντας μόνο τα κέρδη στην οικονομία. Οι ζημίες σχεδόν δεν λαμβάνονται υπόψη. Η οικονομία δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται «οικονομία του κέρδους», αλλά «οικονομία του κέρδους και της ζημίας».1
A grave error is made by a host of writers and economists in considering only profits in the economy. Almost no account is taken of losses. The economy should not be characterized as a “profit economy,” but as a “profit and loss economy.”
Ζημία προκύπτει όταν ένας επιχειρηματίας έχει εκτιμήσει εσφαλμένα τις μελλοντικές τιμές πώλησης και τα έσοδά του. Αγόρασε συντελεστές, ας πούμε, έναντι 1.000 ουγγιών, τους μετασχημάτισε σε προϊόν και κατόπιν το πώλησε έναντι 900 ουγγιών. Έσφαλε επειδή δεν αντιλήφθηκε ότι οι συντελεστές είχαν τιμολογηθεί και κεφαλαιοποιηθεί στην αγορά σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα σε σχέση με τις προεξοφλημένες αξίες των οριακών προϊόντων τους, δηλαδή σε σχέση με τις τιμές της παραγωγής του.
A loss occurs when an entrepreneur has made a poor estimate of his future selling prices and revenues. He bought factors, say, for 1,000 ounces, developed them into a product, and then sold it for 900 ounces. He erred in not realizing that the factors were overpriced and overcapitalized on the market in relation to their discounted marginal value products, i.e., to the prices of his output.
Κάθε επιχειρηματίας, επομένως, επενδύει σε μια διαδικασία επειδή προσδοκά να αποκομίσει κέρδος, δηλαδή επειδή πιστεύει ότι η αγορά έχει τιμολογήσει και κεφαλαιοποιήσει τους συντελεστές υπερβολικά χαμηλά σε σχέση με τα μελλοντικά μισθώματά τους. Εάν η πεποίθησή του είναι δικαιολογημένη, αποκομίζει κέρδος. Εάν η πεποίθησή του είναι αδικαιολόγητη και η αγορά, για παράδειγμα, έχει πράγματι υπερτιμήσει τους συντελεστές, θα υποστεί ζημίες.
Every entrepreneur, therefore, invests in a process because he expects to make a profit, i.e., because he believes that the market has underpriced and undercapitalized the factors in relation to their future rents. If his belief is justified, he makes a profit. If his belief is unjustified, and the market, for example, has really overpriced the factors, he will suffer losses.
Η φύση της ζημίας πρέπει να οριστεί προσεκτικά. Ας υποθέσουμε ότι ένας επιχειρηματίας, με αγοραίο επιτόκιο 5 τοις εκατό, αγοράζει συντελεστές έναντι 1.000 και πωλεί το προϊόν τους έναντι 1.020 ένα έτος αργότερα. Έχει υποστεί «ζημία» ή έχει αποκομίσει «κέρδος»; Αρχικά, μπορεί να φαίνεται ότι δεν υπέστη ζημία. Άλλωστε, ανέκτησε το αρχικό κεφάλαιο μαζί με 20 επιπλέον ουγγιές, δηλαδή καθαρή απόδοση ή κέρδος 2 τοις εκατό. Μια προσεκτικότερη εξέταση, ωστόσο, αποκαλύπτει ότι θα μπορούσε να είχε αποκομίσει καθαρή απόδοση 5 τοις εκατό οπουδήποτε αλλού επί του κεφαλαίου του, διότι αυτή είναι η επικρατούσα απόδοση από τόκο. Θα μπορούσε να την είχε αποκομίσει, ας πούμε, επενδύοντας σε οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση ή δανείζοντας χρήμα σε καταναλωτές-δανειολήπτες. Σε αυτό το εγχείρημα δεν αποκόμισε ούτε καν την απόδοση του τόκου. Το «κόστος» της επένδυσής του, επομένως, δεν ήταν απλώς οι δαπάνες του για συντελεστές —1.000—, αλλά και η θυσιαζόμενη ευκαιρία αποκόμισης τόκου 5 τοις εκατό, δηλαδή 50 επιπλέον. Υπέστη, επομένως, ζημία 30 ουγγιών.
The nature of loss has to be carefully defined. Suppose an entrepreneur, the market rate of interest being 5 percent, buys factors at 1,000 and sells their product for 1,020 one year later. Has he suffered a “loss” or made a “profit”? At first, it might seem that he has not taken a loss. After all, he gained back the principal plus an extra 20 ounces, for a 2-percent net return or gain. However, closer inspection reveals that he could have made a 5-percent net return anywhere on his capital, since this is the going interest return. He could have made it, say, investing in any other enterprise or in lending money to consumerborrowers. In this venture he did not even earn the interest gain. The “cost” of his investment, therefore, was not simply his expenses on factors—1,000—but also his forgone opportunity of earning interest at 5 percent, i.e., an additional 50. He therefore suffered a loss of 30 ounces.
Ο παραλογισμός της έννοιας του «ποσοστού κέρδους» γίνεται ακόμη πιο εμφανής εάν επιχειρήσουμε να υποθέσουμε ένα ποσοστό ζημίας. Προφανώς, δεν μπορεί να γίνει καμία ουσιαστική χρήση ενός «ποσοστού ζημίας»· οι επιχειρηματίες θα σπεύσουν να εγκαταλείψουν τη ζημιογόνα επένδυση και να μεταφέρουν το κεφάλαιό τους αλλού. Καθώς οι επιχειρηματίες εγκαταλείπουν τον κλάδο παραγωγής, οι τιμές των συντελεστών εκεί θα μειωθούν και η τιμή του προϊόντος θα αυξηθεί λόγω της μειωμένης προσφοράς, έως ότου η καθαρή απόδοση σε εκείνον τον κλάδο παραγωγής γίνει ίδια με εκείνη κάθε άλλου κλάδου, και αυτή η απόδοση θα είναι το ενιαίο επιτόκιο της ERE. Είναι, επομένως, σαφές ότι η διαδικασία εξίσωσης του ποσοστού απόδοσης σε ολόκληρη την οικονομία, η οποία καταλήγει σε ενιαίο επιτόκιο, είναι η ίδια ακριβώς διαδικασία που επιφέρει την εξάλειψη των κερδών και των ζημιών στην ERE. Μια πραγματική οικονομία, με άλλα λόγια, στην οποία ο κλάδος A αποφέρει καθαρή απόδοση 10 τοις εκατό σε κάποιον επιχειρηματία και ο κλάδος B αποφέρει 2 τοις εκατό, ενώ άλλοι κλάδοι αποφέρουν 5 τοις εκατό, είναι μια οικονομία στην οποία το επιτόκιο είναι 5 τοις εκατό, ο A αποκομίζει καθαρό επιχειρηματικό κέρδος 5 τοις εκατό και ο B υφίσταται καθαρή επιχειρηματική ζημία 3 τοις εκατό. Ο A εκτίμησε ορθά ότι η αγορά είχε υποτιμήσει τους συντελεστές του σε σχέση με τις πραγματικές DMVP τους· ο B είχε εικάσει εσφαλμένα ότι η αγορά είχε υποτιμήσει —ή, τουλάχιστον, τιμολογήσει ορθά— τους συντελεστές του, αλλά διαπίστωσε προς λύπη του ότι είχαν υπερτιμηθεί σε σχέση με τις χρήσεις στις οποίες τους διέθεσε. Στην ERE, όπου όλες οι μελλοντικές αξίες είναι γνωστές και, επομένως, δεν υπάρχει υποτιμολόγηση ή υπερτιμολόγηση, δεν υπάρχουν επιχειρηματικά κέρδη ή ζημίες· υπάρχει μόνο καθαρό επιτόκιο.
The absurdity of the concept of “rate of profit” is even more evident if we attempt to postulate a rate of loss. Obviously, no meaningful use can be made of “rate of loss”; entrepreneurs will be very quick to leave the losing investment and take their capital elsewhere. With entrepreneurs leaving the line of production, the prices of the factors there will drop and the price of the product will rise (with reduced supply), until the net return in that branch of production will be the same as in every branch, and this return will be the uniform interest rate of the ERE. It is clear, therefore, that the process of equalization of rate of return throughout the economy, one that results in a uniform rate of interest, is the very same process that brings about the abolition of profits and losses in the ERE. A real economy, in other words, where line A yields a net return of 10 percent to some entrepreneur, and line B yields 2 percent, while other lines yield 5 percent, is one in which the rate of interest is 5 percent, A makes a pure profit of 5 percent, and B suffers a pure loss of 3 percent. A correctly estimated that the market had underpriced his factors in relation to their true DMVPs; B had incorrectly guessed that the market had underpriced (or, at the very least, correctly priced) his factors, but found to his sorrow that they had been overpriced in relation to the uses that he made of the factors. In the ERE, where all future values are known and there is therefore no underpricing or overpricing, there are no entrepreneurial profits or losses; there is only a pure interest rate.
Στον πραγματικό κόσμο, τα κέρδη και οι ζημίες είναι σχεδόν πάντοτε συνυφασμένα με τις αποδόσεις από τόκο. Ο διαχωρισμός τους που πραγματοποιούμε είναι εννοιολογικά έγκυρος και πολύ σημαντικός, αλλά δεν μπορεί να γίνει εύκολα και ποσοτικά στην πράξη.
In the real world, profits and losses are almost always intertwined with interest returns. Our separation of them is conceptually valid and very important, but cannot be made easily and quantitatively in practice.
Ας συνοψίσουμε την ουσία μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Είναι η εξής: όλοι οι συντελεστές παραγωγής κατανέμονται στα πεδία όπου οι προεξοφλημένες αξίες των οριακών προϊόντων τους είναι οι μεγαλύτερες. Αυτές καθορίζονται από τους πίνακες καταναλωτικής ζήτησης. Στον σύγχρονο κόσμο της εξειδίκευσης και του καταμερισμού της εργασίας, σχεδόν πάντοτε οι καταναλωτές μόνοι τους αποφασίζουν, και αυτό ουσιαστικά αποκλείει τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι σπάνια καταναλώνουν περισσότερο από μια αμελητέα ποσότητα των δικών τους προϊόντων. Οι καταναλωτές, λοιπόν, με δεδομένα τα «φυσικά» δεδομένα των αποθεμάτων πόρων —ιδίως των συντελεστών εργασίας και γης—, είναι εκείνοι που λαμβάνουν τις αποφάσεις για το οικονομικό σύστημα. Οι καταναλωτές, μέσω των αγορών τους και της αποχής τους από αγορές, αποφασίζουν τι και πόσο θα παραχθεί, καθορίζοντας ταυτοχρόνως τα εισοδήματα όλων των συμμετεχόντων συντελεστών. Και κάθε άνθρωπος είναι καταναλωτής.
Let us sum up the essence of an evenly rotating economy. It is this: all factors of production are allocated to the areas where their discounted marginal value products are the greatest. These are determined by consumer demand schedules. In the modern world of specialization and division of labor, it is almost always the consumers alone who decide, and this in effect excludes the capitalists, who rarely consume more than a negligible amount of their own products. It is the consumers, then, given the “natural” facts of stocks of resources (particularly labor and land factors), who make the decisions for the economic system. The consumers, through their buying and abstention from buying, decide how much of what will be produced, at the same time determining the incomes of all the participating factors. And every man is a consumer.
Μια προφανής εξαίρεση σε αυτόν τον «κανόνα» εμφανίζεται όταν οι κεφαλαιούχοι ή οι εργαζόμενοι έχουν ισχυρές προτιμήσεις ή αποστροφές για έναν συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής. Το ποσοστό απόδοσης ισορροπίας στην ERE για έναν κλάδο που προκαλεί έντονη αποστροφή θα είναι σημαντικά υψηλότερο από το ενιαίο ποσοστό, ενώ το ποσοστό απόδοσης ισορροπίας για έναν ιδιαίτερα επιθυμητό κλάδο θα είναι χαμηλότερο. Οι προτιμήσεις αυτές, ωστόσο, πρέπει να είναι αρκετά ισχυρές ώστε να επηρεάζουν τις επενδυτικές ή παραγωγικές ενέργειες σημαντικού αριθμού δυνητικών επενδυτών ή εργαζομένων, προκειμένου να εκδηλωθούν ως μεταβολή του ποσοστού απόδοσης.
One obvious exception to this “rule” occurs when either capitalists or laborers have strong preferences or dislikes for a particular line of production. The equilibrium rate of return in the ERE for a strongly disliked line will be considerably higher than the uniform rate, and the equilibrium rate of return for a strongly liked line will be lower. These preferences, however, have to be strong enough to affect the investment or productive actions of a considerable number of potential investors or laborers in order to register as a change in the rate of return.
Έχουν τα κέρδη κοινωνική λειτουργία; Πολλοί επικριτές επικαλούνται την ERE, όπου δεν υπάρχουν κέρδη ή ζημίες, και κατόπιν επιτίθενται στους επιχειρηματίες που αποκομίζουν κέρδη στον πραγματικό κόσμο, σαν να έκαναν κάτι επιζήμιο ή, στην καλύτερη περίπτωση, περιττό. Δεν είναι τα κέρδη ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά, ένδειξη κάποιας ασυμφωνίας στην οικονομία; Η απάντηση είναι: Ναι, τα κέρδη είναι ένδειξη ασυμφωνίας, αλλά με έννοια ακριβώς αντίθετη από εκείνη που συνήθως εννοείται. Όπως είδαμε παραπάνω, τα κέρδη είναι ένδειξη ότι οι ασυμφωνίες αντιμετωπίζονται και καταπολεμούνται από τους επιχειρηματίες που αποκομίζουν κέρδη. Αυτές οι ασυμφωνίες είναι τα αναπόφευκτα συνοδά φαινόμενα του πραγματικού κόσμου της μεταβολής. Ένας άνθρωπος αποκομίζει κέρδη μόνο εάν, χάρη σε ανώτερη προνοητικότητα και κρίση, έχει εντοπίσει μια ασυμφωνία — συγκεκριμένα, μια υποτίμηση ορισμένων συντελεστών από την αγορά. Παρεμβαίνοντας σε αυτή την κατάσταση και αποκομίζοντας το κέρδος, εφιστά την προσοχή όλων σε αυτή την ασυμφωνία και θέτει σε κίνηση δυνάμεις που τελικά την εξαλείφουν. Εάν πρέπει να καταδικάσουμε κάποιον, αυτός δεν θα έπρεπε να είναι ο επιχειρηματίας που αποκομίζει κέρδη, αλλά εκείνος που υπέστη ζημίες. Διότι οι ζημίες είναι ένδειξη ότι επιδείνωσε περαιτέρω μια ασυμφωνία, κατανέμοντας συντελεστές εκεί όπου ήταν υπερτιμημένοι σε σύγκριση με την επιθυμία των καταναλωτών για το προϊόν τους. Από την άλλη πλευρά, εκείνος που αποκομίζει κέρδη κατανέμει συντελεστές εκεί όπου είχαν υποτιμηθεί σε σύγκριση με τις επιθυμίες των καταναλωτών. Όσο μεγαλύτερο υπήρξε το κέρδος ενός ανθρώπου, τόσο πιο αξιέπαινος ο ρόλος του, διότι τόσο μεγαλύτερη είναι η ασυμφωνία που μόνο αυτός εντόπισε και καταπολεμά. Όσο μεγαλύτερες είναι οι ζημίες ενός ανθρώπου, τόσο πιο αξιοκατάκριτος είναι, διότι τόσο μεγαλύτερη υπήρξε η συμβολή του στην ασυμφωνία.2
Do profits have a social function? Many critics point to the ERE, where there are no profits (or losses) and then attack entrepreneurs earning profits in the real world as if they were doing something mischievous or at best unnecessary. Are not profits an index of something wrong, of some maladjustment in the economy? The answer is: Yes, profits are an index of maladjustment, but in a sense precisely opposed to that usually meant. As we have seen above, profits are an index that maladjustments are being met and combatted by the profit-making entrepreneurs. These maladjustments are the inevitable concomitants of the real world of change. A man earns profits only if he has, by superior foresight and judgment, uncovered a maladjustment—specifically an undervaluation of certain factors by the market. By stepping into this situation and gaining the profit, he calls everyone’s attention to that maladjustment and sets forces into motion that eventually eliminate it. If we must condemn anyone, it should not be the profit-making entrepreneur, but the one that has suffered losses. For losses are a sign that he has added further to a maladjustment, through allocating factors where they were overvalued as compared to the consumers’ desire for their product. On the other hand, the profit-maker is allocating factors where they had been undervalued as compared to the consumers’ desires. The greater a man’s profit has been, the more praiseworthy his role, for then the greater is the maladjustment that he alone has uncovered and is combatting. The greater a man’s losses, the more blameworthy he is, for the greater has been his contribution to maladjustment.
Βεβαίως, δεν πρέπει να είμαστε υπερβολικά αυστηροί με τον αδέξιο επιχειρηματία που υφίσταται ζημίες. Υφίσταται την κύρωσή του με τη μορφή ζημιών. Αυτές οι ζημίες τον απομακρύνουν από τον ανεπιτυχή ρόλο του στην παραγωγή. Εάν υφίσταται συστηματικά ζημίες οπουδήποτε εισέρχεται στην παραγωγική διαδικασία, αποβάλλεται εντελώς από τον επιχειρηματικό ρόλο. Επιστρέφει στην εργασία του μισθωτού. Πράγματι, η αγορά τείνει να ανταμείβει αναλογικά τους αποτελεσματικούς επιχειρηματίες της και να τιμωρεί τους αναποτελεσματικούς. Με αυτόν τον τρόπο, οι συστηματικά προνοητικοί επιχειρηματίες βλέπουν το κεφάλαιο και τους πόρους τους να αυξάνονται, ενώ οι συστηματικά απερίσκεπτοι διαπιστώνουν ότι οι πόροι τους συρρικνώνονται. Οι πρώτοι διαδραματίζουν ολοένα μεγαλύτερο ρόλο στην παραγωγική διαδικασία· οι δεύτεροι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν εντελώς την επιχειρηματικότητα. Ωστόσο, δεν υπάρχει σε αυτή τη διαδικασία καμία αναπόφευκτα αυτοενισχυόμενη τάση. Εάν ένας προηγουμένως ικανός επιχειρηματίας διαπράξει ξαφνικά σοβαρό σφάλμα, θα υποστεί ανάλογες ζημίες· εάν ένας προηγουμένως ανεπαρκής επιχειρηματίας κάνει μια ορθή πρόβλεψη, θα αποκομίσει ανάλογα κέρδη. Η αγορά δεν υποκλίνεται στις δάφνες του παρελθόντος, όσο μεγάλες και αν είναι. Επιπλέον, το μέγεθος της επένδυσης ενός ανθρώπου δεν αποτελεί καμία απολύτως εγγύηση μεγάλου κέρδους ούτε προστασία από σοβαρές ζημίες. Το κεφάλαιο δεν «γεννά» κέρδος. Μόνο οι συνετές επιχειρηματικές αποφάσεις το επιτυγχάνουν αυτό. Ένας άνθρωπος που επενδύει σε ένα ασύνετο εγχείρημα μπορεί να χάσει 10.000 ουγγιές χρυσού εξίσου βέβαια όσο ένας άνθρωπος που συμμετέχει σε ένα συνετό εγχείρημα μπορεί να αποκομίσει κέρδος από επένδυση 50 ουγγιών.3
Of course, we should not be too hard on the bumbling loser. He receives his penalty in the form of losses. These losses drive him from his poor role in production. If he is a consistent loser wherever he enters the production process, he is driven out of the entrepreneurial role altogether. He returns to the job of wage earner. In fact, the market tends to reward its efficient entrepreneurs and penalize its inefficient ones proportionately. In this way, consistently provident entrepreneurs see their capital and resources growing, while consistently imprudent ones find their resources dwindling. The former play a larger and larger role in the production process; the latter are forced to abandon entrepreneurship altogether. There is no inevitably self-reinforcing tendency about this process, however. If a formerly good entrepreneur should suddenly made a bad mistake, he will suffer losses proportionately; if a formerly poor entrepreneur makes a good forecast, he will make proportionate gains. The market is no respecter of past laurels, however large. Moreover, the size of a man’s investment is no guarantee whatever of a large profit or against grievous losses. Capital does not “beget” profit. Only wise entrepreneurial decisions do that. A man investing in an unsound venture can lose 10,000 ounces of gold as surely as a man engaging in a sound venture can profit on an investment of 50 ounces.
Πέρα από τη διαδικασία επιβολής κυρώσεων της αγοράς, δεν μπορούμε να καταδικάσουμε τον ατυχή κεφαλαιούχο που υφίσταται ζημίες. Ήταν ένας άνθρωπος που ανέλαβε εκουσίως τους κινδύνους της επιχειρηματικότητας και υπέστη τις συνέπειες της εσφαλμένης κρίσης του, υποβαλλόμενος σε ζημίες ανάλογες προς το σφάλμα του. Οι εξωτερικοί επικριτές δεν έχουν δικαίωμα να τον καταδικάσουν περαιτέρω. Όπως λέει ο Mises:
Beyond the market process of penalization, we cannot condemn the unfortunate capitalist who suffers losses. He was a man who voluntarily assumed the risks of entrepreneurship and suffered from his poor judgment by incurring losses proportionate to his error. Outside critics have no right to condemn him further. As Mises says:
Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αγανακτεί με τα σφάλματα που διαπράττουν οι επιχειρηματίες κατά τη διαχείριση των υποθέσεών τους και να τονίζει ότι οι άνθρωποι θα είχαν εφοδιαστεί καλύτερα εάν οι επιχειρηματίες ήταν πιο επιδέξιοι και προνοητικοί. Εάν εκείνος που διαμαρτύρεται γνώριζε καλύτερα, γιατί δεν κάλυψε ο ίδιος το κενό και δεν άδραξε την ευκαιρία να αποκομίσει κέρδη; Είναι πράγματι εύκολο να επιδεικνύει κανείς προνοητικότητα εκ των υστέρων.4
Nobody has the right to take offense at the errors made by the entrepreneurs in the conduct of affairs and to stress the point that people would have been better supplied if the entrepreneurs had been more skillful and prescient. If the grumbler knew better, why did he not himself fill the gap and seize the opportunity to earn profits? It is easy indeed to display foresight after the event.4
Αφού εξετάσαμε την ERE και τη σχέση της με το επιμέρους επιχειρηματικό κέρδος και τη ζημία, ας στραφούμε τώρα στο πρόβλημα: Πότε θα υπάρχουν συνολικά κέρδη ή ζημίες στην οικονομία; Αυτό συνδέεται με το ερώτημα: Ποια είναι η επίδραση μιας μεταβολής του επιπέδου της συνολικής αποταμίευσης ή επένδυσης στην οικονομία;
Having considered the ERE and its relation to specific entrepreneurial profit and loss, let us now turn to the problem: When will there be aggregate profits or losses in the economy? This is connected with the question: What is the effect of a change in the level of aggregate saving or investment in the economy?
Ας ξεκινήσουμε με μια οικονομία στην ισορροπία που απεικονίστηκε στα κεφάλαια 5 και 6. Η παραγωγή πραγματοποιείται με διαδικασίες συνολικής διάρκειας έως έξι ετών· το συνολικό ακαθάριστο εισόδημα είναι 418 ουγγιές χρυσού, η ακαθάριστη αποταμίευση-επένδυση είναι 318 ουγγιές, η συνολική κατανάλωση 100 ουγγιές και η καθαρή αποταμίευση-επένδυση μηδενική. Από τις 100 ουγγιές εισοδήματος, 83 ουγγιές καθαρού εισοδήματος αποκομίζονται από τους ιδιοκτήτες γης και εργασίας και 17 από τους ιδιοκτήτες κεφαλαίου. Η παραγωγική δομή παραμένει σταθερή επειδή τα φυσικά επιτόκια συμπίπτουν και τα προκύπτοντα περιθώρια τιμών συνάδουν με το σύνολο των ατομικών πινάκων χρονικής προτίμησης στην οικονομία. Όπως δηλώνει ο Hayek:
Let us begin with an economy in the equilibrium depicted in chapters 5 and 6. Production occurs in processes up to six years in total length; total gross income is 418 gold ounces, gross savings-investment is 318 ounces, total consumption 100 ounces, net savings-investment is zero. Of the 100 ounces of income, 83 ounces of net income are earned by land and labor owners, 17 ounces by capital owners. The production structure remains constant because the natural rates of interest coincide, and the resulting price spreads conform to the aggregate of individual time-preference schedules in the economy. As Hayek states:
Το εάν η δομή της παραγωγής παραμένει ίδια εξαρτάται εξ ολοκλήρου από το εάν οι επιχειρηματίες θεωρούν επικερδές να επανεπενδύουν το σύνηθες ποσοστό της απόδοσης από την πώληση του προϊόντος στην παραγωγή ενδιάμεσων αγαθών του ίδιου είδους. Το εάν αυτό είναι επικερδές εξαρτάται, με τη σειρά του, από τις τιμές που επιτυγχάνονται για το προϊόν αυτού του συγκεκριμένου σταδίου παραγωγής, αφενός, και από τις τιμές που καταβάλλονται για τα πρωτογενή μέσα παραγωγής και για τα ενδιάμεσα προϊόντα που προέρχονται από το προηγούμενο στάδιο παραγωγής, αφετέρου. Η διατήρηση του υφιστάμενου βαθμού κεφαλαιακής οργάνωσης εξαρτάται, συνεπώς, από τις τιμές που καταβάλλονται και επιτυγχάνονται για το προϊόν κάθε σταδίου παραγωγής· επομένως, αυτές οι τιμές αποτελούν έναν πολύ πραγματικό και σημαντικό παράγοντα στον καθορισμό της κατεύθυνσης της παραγωγής.5
Whether the structure of production remains the same depends entirely upon whether entrepreneurs find it profitable to reinvest the usual proportion of the return from the sale of the product in turning out intermediate goods of the same sort. Whether this is profitable, again, depends upon the prices obtained for the product of this particular stage of production on the one hand and on the prices paid for the original means of production and for the intermediate products taken from the preceding stage of production on the other. The continuance of the existing degree of capitalistic organization depends, accordingly, on the prices paid and obtained for the product of each stage of production, and these prices are, therefore, a very real and important factor in determining the direction of production.5
Τι συμβαίνει εάν, σε μια ορισμένη περίοδο, εμφανιστεί τώρα καθαρή αποταμίευση ως αποτέλεσμα της μείωσης των πινάκων χρονικής προτίμησης; Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι η κατανάλωση μειώνεται από 100 σε 80 και ότι οι αποταμιευμένες 20 ουγγιές εισέρχονται στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Η ακαθάριστη αποταμίευση έχει αυξηθεί κατά 20 ουγγιές. Κατά τη μεταβατική περίοδο, η καθαρή αποταμίευση μεταβλήθηκε από μηδέν σε 20· αφού επιτευχθεί, όμως, το νέο επίπεδο αποταμίευσης, θα υπάρξει μια νέα ισορροπία με ακαθάριστη αποταμίευση ίση με 338 και καθαρή αποταμίευση ίση με μηδέν. Για τον επιφανειακό παρατηρητή, μπορεί να φαίνεται ότι όλα χάθηκαν. Δεν μειώθηκε η κατανάλωση από 100 σε 80 ουγγιές; Τι θα συμβεί τότε σε ολόκληρο το σύμπλεγμα παραγωγικών δραστηριοτήτων που στηρίζονται στις πωλήσεις για τελική κατανάλωση; Δεν θα οδηγήσει αυτό σε βαθιά και καταστροφική ύφεση για όλες τις επιχειρήσεις; Και πώς μπορεί μια μειωμένη κατανάλωση να στηρίζει επικερδώς έναν αυξημένο όγκο δαπανών για παραγωγικά αγαθά; Το τελευταίο έχει ονομαστεί εύστοχα από τον Hayek «παράδοξο της αποταμίευσης»: ότι, δηλαδή, η αποταμίευση είναι αναγκαία και ικανή συνθήκη για αυξημένη παραγωγή και, ωστόσο, αυτή η επένδυση φαίνεται να εμπεριέχει τους σπόρους της οικονομικής καταστροφής των επενδυτών.6
What happens if, in a certain period, there are now net savings as a result of a lowering of time-preference schedules? Suppose, for example, that consumption decreases from 100 to 80 and that the saved 20 ounces enter the time market. Gross savings have increased by 20 ounces. During the transition period, net saving has changed from zero to 20; after the new level of saving has been reached, however, there will be a new equilibrium with gross savings equalling 338 and net savings equalling zero. To the superficial, it might seem that all is lost. Has not consumption decreased from 100 to 80 ounces? What, then, will happen to the whole complex of productive activities that rest on final consumption sales? Will this not lead to a disastrous depression for all firms? And how can a reduced consumption profitably support an increased volume of expenditures on producers’ goods? The latter has aptly been termed by Hayek the “paradox of saving,” i.e., that saving is the necessary and sufficient condition for increased production, and yet that such investment seems to contain within itself the seeds of financial disaster for the investors.
Εάν παρατηρήσουμε το διάγραμμα του Σχήματος 40 παραπάνω, είναι σαφές ότι το ύψος των χρηματικών εισοδημάτων των κεφαλαιούχων του σταδίου 1 θα μειωθεί δραστικά. Οι κεφαλαιούχοι του σταδίου 1 θα λάβουν συνολικά 80 αντί για 100 ουγγιές. Το ποσό που έχουν να κατανείμουν στους πρωτογενείς συντελεστές και στους κεφαλαιούχους του σταδίου 2, επομένως, επίσης μειώνεται σημαντικά. Έτσι, από την πλευρά της τελικής καταναλωτικής δαπάνης μεταδίδεται κατά μήκος της παραγωγικής δομής μια ώθηση προς τη μείωση των χρηματικών εισοδημάτων και των τιμών. Στο μεταξύ, ωστόσο, έχει τεθεί ταυτοχρόνως σε ενέργεια μια άλλη δύναμη. Οι 20 ουγγιές δεν έχουν χαθεί από το σύστημα. Βρίσκονται στη διαδικασία επένδυσής τους στην οικονομία, με τους ιδιοκτήτες τους να αναζητούν σε ολόκληρη την οικονομία τις μέγιστες αποδόσεις από τόκο για την επένδυσή τους. Η νέα αποταμίευση έχει μεταβάλει την αναλογία ακαθάριστης επένδυσης προς κατανάλωση από 318:100 σε 338:80. Μια «στενότερη» καταναλωτική βάση πρέπει να στηρίζει μεγαλύτερο ύψος παραγωγικών δαπανών. Πώς μπορεί να συμβεί αυτό, ιδίως εφόσον οι κεφαλαιούχοι κατώτερης βαθμίδας πρέπει επίσης να λαμβάνουν χαμηλότερο συνολικό εισόδημα; Η απάντηση είναι: μόνο με έναν τρόπο — με τη μετατόπιση της επένδυσης ψηλότερα στην κλίμακα, προς τα στάδια παραγωγής ανώτερης τάξης. Μια απλή διερεύνηση θα καταδείξει ότι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να μετατοπιστεί τόσο μεγάλη επένδυση από τα κατώτερα προς τα ανώτερα στάδια, διατηρώντας παράλληλα ενιαία, μειωμένα περιθώρια τόκου —περιθώρια μεταξύ αθροιστικών τιμών— σε κάθε στάδιο, είναι η αύξηση του αριθμού των παραγωγικών σταδίων στην οικονομία, δηλαδή η επιμήκυνση της παραγωγικής δομής. Η επίδραση της καθαρής αποταμίευσης στην οικονομία, δηλαδή της αυξημένης συνολικής αποταμίευσης, είναι η επιμήκυνση και η στένωση της παραγωγικής δομής, και αυτή η διαδικασία είναι βιώσιμη και αυτοσυντηρούμενη, διότι διατηρεί τα ουσιώδη περιθώρια τιμών από στάδιο σε στάδιο. Το διάγραμμα του Σχήματος 60 απεικονίζει την επίδραση της καθαρής αποταμίευσης.
If we observe the diagram in Figure 40 above, it is clear that the volume of money incomes to Capitalists will be drastically reduced. Capitalists will receive a total of 80 instead of 100 ounces. The amount that they have to apportion to original factors and to Capitalists is therefore also considerably decreased. Thus, from the side of final consumers’ spending, an impetus toward declining money incomes and prices is sent along the production structure. In the meanwhile, however, another force has concurrently come into play. The 20 ounces have not been lost to the system. They are in the process of being invested in the economy, their owners ranging throughout the economy looking for maximum interest returns on their investment. The new savings have changed the ratio of gross investment to consumption from 318:100 to 338:80. A “narrower” consumption base must support a larger amount of producers’ spending. How can this happen, especially since the lower-rank capitalists must also receive a lower aggregate income? The answer is: in only one way—by shifting investment further up the ladder to the higher-order production stages. Simple investigation will reveal that the only way that so much investment can be shifted from the lower to the higher stages, while preserving uniform (lowered) interest differentials (cumulative price spreads) at each stage, is to increase the number of productive stages in the economy, i.e., to lengthen the structure of production. The impact of net saving on the economy, i.e., of increased total savings, is to lengthen and narrow the structure of production, and this procedure is viable and self-supporting, since it preserves essential price spreads from stage to stage. The diagram in Figure 60 illustrates the impact of net saving.
Σε αυτό το διάγραμμα βλέπουμε τη στένωση και την επιμήκυνση της παραγωγικής δομής. Η έντονη γραμμή AA περιγράφει την αρχική δομή. Το κάτω ορθογώνιο —η κατανάλωση— στενεύει με την προσθήκη νέας αποταμίευσης. Καθώς ανεβαίνουμε βαθμιδωτά —με τα σκαλοπάτια σε αυτά τα διαγράμματα να αντιστοιχούν στα περιθώρια τόκου7—, η νέα παραγωγική δομή BB, η σκιασμένη περιοχή, γίνεται σχετικά όλο και λιγότερο στενή σε σύγκριση με την αρχική δομή, έως ότου διευρύνεται στις ανώτερες βαθμίδες και τελικά προσθέτει νέα, υψηλότερα στάδια.
In this diagram we see the narrowing and the lengthening of the structure of production. The heavy line AA outlines the original structure. The bottom rectangle—consumption—is narrowed with the addition of new savings. As we go up in stepwise fashion—the steps in these diagrams accounting for the interest spreads—the new production structure BB (the shaded area) becomes relatively less and less narrow compared to the original structure, until it becomes wider in the upper registers, and finally adds new and higher stages.
Ο αναγνώστης θα παρατηρήσει ότι τα σκαλοπάτια —οι διαφορές μεταξύ των σταδίων— στη νέα παραγωγική δομή BB είναι σημαντικά στενότερα από εκείνα της AA. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Εάν τα σκαλοπάτια της BB είχαν το ίδιο πλάτος με εκείνα της AA, δεν θα υπήρχε επιμήκυνση της δομής και η συνολική επένδυση θα μειωνόταν αντί να αυξηθεί. Ποια είναι, όμως, η σημασία των στενότερων σκαλοπατιών στη δομή; Με βάση τις υποθέσεις υπό τις οποίες σχεδιάσαμε το διάγραμμα, αυτό ισοδυναμεί με μείωση των περιθωρίων τόκου, δηλαδή με μείωση του φυσικού επιτοκίου. Είδαμε, όμως, παραπάνω ότι η συνέπεια χαμηλότερων συντελεστών χρονικής προτίμησης στην κοινωνία είναι ακριβώς η μείωση του επιτοκίου. Έτσι, οι χαμηλότερες χρονικές προτιμήσεις σημαίνουν αυξημένη αναλογία αποταμίευσης-επένδυσης προς κατανάλωση και οδηγούν σε μικρότερα περιθώρια τιμών και σε αντίστοιχη μείωση του επιτοκίου.
The reader will notice that the steps (differentials between stages) in the new production structure BB are considerably narrower than the ones in AA. This is not an accident. If the steps in BB were of the same width as in AA, there would be no lengthening of the structure, and total investment would diminish instead of increase. But what is the significance of the narrowing steps in the structure? On the assumptions on which we have drawn the diagram, it is equivalent to a lowering of the interest spreads, i.e., a lowering of the natural rate of interest. But we have seen above that the consequence of lower time-preference rates in the society is precisely a lowering of the rate of interest. Thus, lowered time preferences mean an increased proportion of savings-investment to consumption and lead to smaller price spreads and an equivalent lowering of the rate of interest.
Η μείωση των περιθωρίων τόκου μπορεί να απεικονιστεί με ένα άλλο διάγραμμα, όπως στο Σχήμα 61.
The lowering of interest spreads may be portrayed by another diagram, as in Figure 61.
Στο διάγραμμα αυτό, οι αθροιστικές τιμές απεικονίζονται σε συνάρτηση με τα στάδια παραγωγής, και όσο περισσότερο προχωρούμε προς τα δεξιά, τόσο χαμηλότερο είναι το στάδιο παραγωγής, έως ότου φτάσουμε στην κατανάλωση. Η AA είναι η αρχική καμπύλη, με το ανώτατο σημείο να αντιπροσωπεύει την υψηλότερη αθροιστική τιμή — εκείνη του τελικού προϊόντος που καταναλώνεται. Τα αμέσως επόμενα σημεία προς τα αριστερά είναι οι χαμηλότερες αθροιστικές τιμές των ανώτερων σταδίων, και οι διαφορές μεταξύ των σημείων αντιπροσωπεύουν το περιθώριο τόκου και, επομένως, το ποσοστό απόδοσης από τόκο από στάδιο σε στάδιο. Η BB είναι η καμπύλη που αντιστοιχεί στη νέα κατάσταση, αφού έχει αυξηθεί η αποταμίευση. Η κατανάλωση έχει μειωθεί· συνεπώς, το δεξιότερο σημείο της B είναι χαμηλότερο από εκείνο της A, και το βέλος απεικονίζει τη μεταβολή.
Το αμέσως επόμενο σημείο προς τα αριστερά στην καμπύλη BB είναι, βεβαίως, χαμηλότερο από το δεξιότερο σημείο, αλλά κατά μικρότερο ποσό από ό,τι το αντίστοιχο σημείο της AA, διότι το χαμηλότερο επιτόκιο σημαίνει μικρότερο περιθώριο μεταξύ των αθροιστικών τιμών των δύο σταδίων. Το επόμενο σημείο προς τα αριστερά, με το ίδιο ποσοστό απόδοσης από τόκο, θα ακολουθεί περίπου την ίδια κλίση. Επομένως, εφόσον η καμπύλη BB είναι πιο επίπεδη από την AA λόγω του μικρότερου περιθωρίου τόκου, τέμνει την καμπύλη AA και από εκείνο το σημείο προς τα αριστερά, δηλαδή στα ανώτερα παραγωγικά στάδια, οι τιμές της είναι υψηλότερες από εκείνες της A. Βέλη απεικονίζουν και αυτή τη μεταβολή.
In this diagram, cumulative prices are plotted against stages of production, and the further right we go, the lower the stage of production, until consumption is reached. AA is the original curve with the topmost dot representing the highest cumulative price—the one for the final product consumed. The dots next to the left are the lower cumulative prices of the higher stages, and the differences between the dots represent the interest spread and therefore the rate of interest return from stage to stage. BB is the curve applicable to the new situation, after saving has increased. Consumption has declined; hence the rightmost dot in B is lower than the one in A, and the arrow depicts the change. The point next to the left on the BB curve is, of course, lower than the rightmost dot, but lower by a smaller amount than the corresponding dot in AA, because the lower interest rate signifies a smaller spread between the cumulative prices of the two stages. The next dot to the left, having the same rate of interest return, will be on approximately the same slope. Therefore, since the BB curve is flatter than the AA curve—because of the lower interest spread—it crosses the AA curve and from that point leftward, i.e., in the higher productive stages, its prices are higher than A’s. Arrows depict this change as well.
Στο Σχήμα 60 είδαμε την επίδραση της πρόσθετης αποταμίευσης, δηλαδή της θετικής καθαρής αποταμίευσης, στην παραγωγική δομή και στο επιτόκιο. Εδώ βλέπουμε ότι η μεταβολή του επιτοκίου μειώνει τα περιθώρια των αθροιστικών τιμών, έτσι ώστε η συνολική κατανάλωση είναι χαμηλότερη, οι τιμές στα αμέσως ανώτερα στάδια είναι χαμηλότερες κατά ολοένα μικρότερο ποσό, έως ότου οι γραμμές τέμνονται, και οι τιμές στα ανώτερα στάδια είναι υψηλότερες από πριν. Ας εξετάσουμε τις μεταβολές των τιμών στα διάφορα στάδια και τις διαδικασίες μέσω των οποίων πραγματοποιούνται. Στα κατώτερα στάδια, οι τιμές μειώνονται λόγω της χαμηλότερης καταναλωτικής ζήτησης και της συνακόλουθης μετατόπισης επενδυτικού κεφαλαίου από τα στάδια που βρίσκονται πλησιέστερα στην κατανάλωση. Στα ανώτερα στάδια, από την άλλη πλευρά, η ζήτηση συντελεστών αυξάνεται υπό την επίδραση της νέας αποταμίευσης και της μετατόπισης της επένδυσης από τα κατώτερα επίπεδα. Η αυξημένη επενδυτική δαπάνη στα ανώτερα επίπεδα αυξάνει τις τιμές των συντελεστών σε αυτά τα στάδια. Είναι σαν η επίδραση της χαμηλότερης καταναλωτικής ζήτησης να τείνει να εξασθενεί στα ανώτερα στάδια και να αντισταθμίζεται ολοένα περισσότερο από την αύξηση και τη μετατόπιση των επενδυτικών πόρων.
In Figure 60 we saw the effect of additional saving, i.e., positive net savings, on the structure of production and on the rate of interest. Here we see that the change in the rate of interest lessens the spreads of cumulative prices, so that aggregate consumption is lower, the immediate next higher stages are less and less lower, until the lines cross, and the prices in the higher stages are higher than before. Let us consider the price changes in the various stages and the processes by which they occur. In the lower stages, prices fall because of the lower consumer demand and the resulting shift of investment capital from the stages nearest consumption. In the higher stages, on the other hand, demand for factors increases under the impact of the new savings and the shift in investment from the lower levels. The increased investment expenditure in the higher levels raises the prices of the factors in these stages. It is as if the impact of lower consumer demand tends to die out in the higher stages and is more and more counteracted by the increase and shift in investment funds.
Η διαδικασία αναπροσαρμογής σε μικρότερα περιθώρια τιμών, η οποία προκαλείται από την αυξημένη ακαθάριστη αποταμίευση, έχει περιγραφεί με σαφήνεια από τον Hayek. Όπως δηλώνει:
The process of readjustment to lower price spreads caused by increased gross saving has been lucidly described by Hayek. As he states:
Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι ότι, μέσω της πτώσης των τιμών στα μεταγενέστερα στάδια παραγωγής και της ανόδου των τιμών στα προγενέστερα στάδια παραγωγής, τα περιθώρια τιμών μεταξύ των διαφορετικών σταδίων παραγωγής θα έχουν μειωθεί παντού.8
The final effect will be that, through the fall of prices in the later stages of production and the rise of prices in the earlier stages of production, price margins between the different stages of production will have decreased all round.8
Οι μεταβολές των αθροιστικών τιμών στους διάφορους τομείς θα οδηγήσουν σε μεταβολές των τιμών των επιμέρους αγαθών που περιλαμβάνονται στο άθροισμα των συντελεστών. Αυτοί οι συντελεστές είναι, βεβαίως, τα κεφαλαιουχικά αγαθά, η γη και η εργασία και τελικά ανάγονται στους δύο τελευταίους, διότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι παραχθέντες και αναπαραγόμενοι συντελεστές. Είναι σαφές ότι η χαμηλότερη συνολική ζήτηση στα κατώτερα στάδια θα προκαλέσει μείωση των τιμών των διαφόρων συντελεστών εκεί. Οι ειδικοί συντελεστές θα πρέπει να επωμιστούν το κύριο βάρος της μείωσης, διότι δεν έχουν πού αλλού να κατευθυνθούν. Οι μη ειδικοί συντελεστές, από την άλλη πλευρά, μπορούν και πράγματι κατευθύνονται αλλού — στα προγενέστερα στάδια, όπου έχει αυξηθεί η χρηματική ζήτηση συντελεστών.
The changes in cumulative prices in the various sectors will lead to changes in the prices of the particular goods that enter into the cumulation of factors. These factors are, of course, the capital goods, land, and labor factors, and are ultimately reducible to the latter two, since capital goods are produced (and reproduced) factors. It is clear that lower aggregate demand in the lower stages will cause the prices of the various factors there to decline. The specific factors will have to bear the brunt of the decline, since they have nowhere else to go. The nonspecific factors, on the other hand, can and do go elsewhere—to the earlier stages, where the monetary demand for factors has increased.
Η τιμολόγηση των κεφαλαιουχικών αγαθών δεν έχει τελικά σημασία σε αυτό το πλαίσιο, διότι ανάγεται στις τιμές της γης, της εργασίας και του χρόνου και διότι οι κλίσεις των καμπυλών, το περιθώριο τόκου, υποδεικνύουν τον τρόπο τιμολόγησης των κεφαλαιουχικών αγαθών. Οι τελικά σημαντικοί συντελεστές, λοιπόν, είναι η γη, η εργασία και ο χρόνος. Το χρονικό στοιχείο έχει εξεταστεί εκτενώς και εξηγεί το περιθώριο τόκου. Τα στοιχεία της γης και της εργασίας αποτελούν τους θεμελιώδεις πόρους που μετακινούνται ή παραμένουν στην παραγωγή. Ορισμένη γη είναι ειδική και ορισμένη μη ειδική· ορισμένη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περισσότερους εναλλακτικούς τύπους παραγωγικών διαδικασιών· ορισμένη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο σε έναν τύπο. Η εργασία, από την άλλη πλευρά, είναι σχεδόν πάντοτε μη ειδική· εξαιρετικά σπάνιος είναι πράγματι ο άνθρωπος που θα μπορούσε ενδεχομένως να εκτελέσει μόνο ένα είδος εργασίας.9 Βεβαίως, υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί μη ειδικότητας για κάθε συντελεστή, και οι λιγότερο ειδικοί θα μετακινούνται ευκολότερα από το ένα στάδιο ή προϊόν στο άλλο.
The pricing of capital goods is ultimately unimportant in this connection, because it is reducible to the prices of land, labor, and time, and because the slopes of the curves, the interest spread, indicate the mode of pricing of the capital goods. The ultimately important factors, then, are land, labor, and time. The time element has been extensively considered and accounts for the interest spread. It is the land and labor elements that constitute the fundamental resources being shifted or remaining in production. Some land is specific and some nonspecific; some can be used in several alternative types of productive processes; some can be used in only one type. Labor, on the other hand, is almost always nonspecific; very rare indeed is the person who could conceivably perform only one type of task. Of course, there are different degrees of nonspecificity for any factor, and the less specific ones will be more readily shifted from one stage or product to another.
Εκείνοι οι συντελεστές που είναι ειδικοί σε ένα μόνο συγκεκριμένο στάδιο και διαδικασία θα μειωθούν, επομένως, σε τιμή στα μεταγενέστερα στάδια και θα αυξηθούν στα προγενέστερα. Τι συμβαίνει με τους μη ειδικούς συντελεστές, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι συντελεστές εργασίας; Αυτοί θα τείνουν να μετακινούνται από τα μεταγενέστερα προς τα προγενέστερα στάδια. Αρχικά θα υπάρχει διαφορά στην τιμή κάθε μη ειδικού συντελεστή· θα είναι χαμηλότερη στα κατώτερα στάδια και υψηλότερη στα ανώτερα. Στην ισορροπία, ωστόσο, όπως έχουμε δει επανειλημμένα, πρέπει να υπάρχει ενιαία τιμή για κάθε συντελεστή σε ολόκληρη την οικονομία. Η χαμηλότερη ζήτηση στα κατώτερα στάδια και η συνακόλουθη χαμηλότερη τιμή, σε συνδυασμό με την υψηλότερη ζήτηση και την υψηλότερη τιμή στα ανώτερα στάδια, προκαλούν τη μετακίνηση του συντελεστή από τα μεταγενέστερα προς τα προγενέστερα στάδια. Η μετακίνηση παύει όταν η τιμή του συντελεστή γίνει και πάλι ενιαία παντού.
Those factors which are specific to only one particular stage and process will therefore fall in price in the later stages and rise in the earlier stages. What of the nonspecific factors, which include all labor factors? These will tend to shift from the later to the earlier stages. At first, there will be a difference in the price of each nonspecific factor; it will be lower in the lower stages and higher in the higher stages. In equilibrium, however, as we have seen time and again, there must be a uniform price for any factor throughout the economy. The lower demand in the lower stages, and the consequent lower price, coupled with the higher demand and higher price in the higher stages, causes the shift of the factor from later to earlier stages. The shift ceases when the price of the factor is again uniform throughout.
Είδαμε την επίδραση της νέας αποταμίευσης, δηλαδή της μετατόπισης από την κατανάλωση στην επένδυση, στις τιμές των αγαθών σε διάφορα επίπεδα. Ποια είναι, όμως, η συνολική επίδραση της μετάβασης σε υψηλότερο επίπεδο ακαθάριστης αποταμίευσης στις τιμές των συντελεστών; Εδώ καταλήγουμε σε μια παράδοξη κατάσταση. Το καθαρό εισόδημα είναι το συνολικό χρηματικό ποσό που περιέρχεται τελικά στους συντελεστές: στη γη, στην εργασία και στον χρόνο. Σε οποιαδήποτε κατάσταση ισορροπίας, η καθαρή αποταμίευση είναι εξ ορισμού μηδενική —διότι καθαρή αποταμίευση σημαίνει μεταβολή του επιπέδου της ακαθάριστης αποταμίευσης σε σχέση με την προηγούμενη χρονική περίοδο— και το καθαρό εισόδημα ισούται με την κατανάλωση και μόνο με αυτήν. Εάν εξετάσουμε και πάλι το Σχήμα 41 παραπάνω, βλέπουμε ότι το συνολικό εισόδημα των πρωτογενών συντελεστών και του τόκου μπορεί να προέλθει μόνο από το καθαρό και όχι από το ακαθάριστο εισόδημα. Ας εξετάσουμε τη νέα ERE αφού έχει πραγματοποιηθεί η μετάβαση σε υψηλότερο επίπεδο αποταμίευσης, αγνοώντας προς στιγμήν τις σχετικές συνθήκες κατά την περίοδο της μεταβολής. Η ακαθάριστη αποταμίευση, ίση με την ακαθάριστη επένδυση, έχει αυξηθεί από 318 σε 338. Η κατανάλωση, όμως, έχει μειωθεί από 100 σε 80, και η κατανάλωση είναι εκείνη που παρέχει το καθαρό εισόδημα στην κατάσταση ισορροπίας. Το καθαρό εισόδημα είναι, τρόπον τινά, το «ταμείο» από το οποίο καταβάλλονται οι χρηματικές τιμές και τα εισοδήματα στους πρωτογενείς συντελεστές. Και αυτό το ταμείο έχει μειωθεί.
We have seen the impact of new saving, i.e., a shift from consumption to investment, on the prices of goods at various levels. What, however, is the aggregate impact of a change to a higher level of gross savings on the prices of factors? Here we reach a paradoxical situation. Net income is the total amount of money that ultimately goes to factors: land, labor, and time. In any equilibrium situation, net saving is zero by definition (since net saving means a change in the level of gross saving over the previous period of time), and net income equals consumption and consumption alone. If we look again at Figure 41 above, we see that the total income for original factors and interest can come only from net, rather than gross, income. Let us consider the new ERE after the change has taken place to a higher level of saving (ignoring for a moment the relevant conditions during the period of change). Gross savings = gross investment has increased from 318 to 338. But consumption has declined from 100 to 80, and it is consumption that provides the net income in the equilibrium situation. Net income is, as it were, the “fund” out of which money prices and incomes are paid to original factors. And this fund has declined.
Οι αποδέκτες του κονδυλίου του καθαρού εισοδήματος είναι οι πρωτογενείς συντελεστές —εργασία και γη— και ο τόκος για τον χρόνο. Γνωρίζουμε ότι το επιτόκιο μειώνεται· αυτό είναι επακόλουθο της αυξημένης αποταμίευσης και επένδυσης στο παραγωγικό σύστημα, που προκαλείται από τη χαμηλότερη χρονική προτίμηση. Ωστόσο, το απόλυτο ποσό του εισοδήματος από τόκο είναι η ακαθάριστη επένδυση πολλαπλασιασμένη με το επιτόκιο. Η ακαθάριστη επένδυση έχει αυξηθεί, έτσι ώστε είναι αδύνατον για την οικονομική ανάλυση να προσδιορίσει εάν το εισόδημα από τόκο μειώθηκε, αυξήθηκε ή παρέμεινε το ίδιο. Καθεμία από αυτές τις εκδοχές είναι δυνατή.
The recipients of the net income fund are the original factors (labor and land) and interest on time. We know that the interest rate declines; this is a corollary of the increased saving and investment in the productive system, caused by lowered time preference. However, the absolute amount of interest income is gross investment multiplied by the rate of interest. Gross investment has increased, so that it is impossible for economic analysis to determine whether interest income has fallen, increased, or remained the same. Any of these alternatives is a possibility.
Το τι συμβαίνει στο συνολικό εισόδημα των πρωτογενών συντελεστών είναι επίσης απροσδιόριστο. Δύο δυνάμεις έλκουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις σε μια προοδεύουσα οικονομία —μια οικονομία με αυξανόμενη ακαθάριστη επένδυση. Από τη μία πλευρά, το συνολικό χρηματικό κονδύλι του καθαρού εισοδήματος μειώνεται· από την άλλη, εάν η μείωση του επιτοκίου είναι αρκετά μεγάλη, είναι δυνατόν η μείωση του εισοδήματος από τόκο να υπερβεί τη μείωση του συνολικού καθαρού εισοδήματος, έτσι ώστε το συνολικό εισόδημα των συντελεστών πράγματι να αυξηθεί. Αυτό είναι δυνατόν να συμβεί, αλλά εμπειρικά εξαιρετικά απίθανο.
What happens to total original-factor income is also indeterminate. Two forces are pulling different ways in a progressing economy (an economy with increasing gross investment). On the one hand, the total net income money fund is falling; on the other hand, if the interest decline is large enough, it is possible that the fall in interest income will outstrip the fall in total net income, so that total factor income actually increases. For this to occur is possible but empirically highly unlikely.
Η μόνη βέβαιη προοπτική είναι ότι το συνολικό καθαρό εισόδημα των συντελεστών και του τόκου θα μειωθεί. Εάν το συνολικό εισόδημα των πρωτογενών συντελεστών μειωθεί, τότε, εφόσον υποθέταμε σιωπηρά δεδομένη προσφορά πρωτογενών συντελεστών, οι τιμές αυτών των συντελεστών, όπως και το επιτόκιο, θα μειωθούν επίσης «γενικά».
The one certain prospect is that total net income for factors and interest will fall. If the total original-factor income falls, then, since we have implicitly been assuming a given supply of original factors, the prices of these factors, as well as the interest rate, will “in general” also decline.
Το ότι η γενική τάση των εισοδημάτων και των τιμών των πρωτογενών συντελεστών μπορεί κάλλιστα να είναι καθοδική αποτελεί εντυπωσιακό συμπέρασμα, διότι είναι δύσκολο να συλλάβουμε μια προοδεύουσα οικονομία ως οικονομία στην οποία οι τιμές των συντελεστών, όπως οι μισθοί και τα μισθώματα της βασικής γης, μειώνονται σταθερά. Εκείνο που μας ενδιαφέρει, ωστόσο, δεν είναι η πορεία των χρηματικών εισοδημάτων και των τιμών των συντελεστών, αλλά των πραγματικών εισοδημάτων και τιμών, δηλαδή του «εισοδήματος σε αγαθά» που περιέρχεται στους συντελεστές. Εάν οι χρηματικοί μισθοί ή τα εισοδήματα από μισθούς μειώνονται και η προσφορά καταναλωτικών αγαθών αυξάνεται έτσι ώστε οι τιμές αυτών των αγαθών να μειώνονται ακόμη περισσότερο, το αποτέλεσμα είναι άνοδος των «πραγματικών» μισθών και των «πραγματικών εισοδημάτων» των συντελεστών. Το ότι αυτό ακριβώς συμβαίνει επιλύει το παράδοξο μιας προοδεύουσας οικονομίας που παρουσιάζει μειούμενους μισθούς και μισθώματα. Μπορεί να υπάρξει πτώση σε χρηματικούς όρους, μολονότι όχι σε όλες τις νοητές περιπτώσεις· αλλά θα υπάρχει πάντοτε άνοδος σε πραγματικούς όρους.
That the general trend of original-factor incomes and prices may well be downward is a startling conclusion, for it is difficult to conceive of a progressing economy as one in which factor prices, such as wage rates and ground rents, steadily decline. What interests us, however, is not the course of money incomes and prices of factors, but of real incomes and prices, i.e., the “goods-income” accruing to factors. If money wage rates or wage incomes fall, and the supply of consumers’ goods increases such that the prices of these goods fall even more, the result is a rise in “real” wage rates and “real incomes” to factors. That this is precisely what does happen solves the paradox that a progressing economy experiences falling wages and rents. There may be a fall in money terms (although not in all conceivable cases); but there will always be a rise in real terms.
Η άνοδος των πραγματικών αμοιβών και εισοδημάτων οφείλεται στην αύξηση της οριακής φυσικής παραγωγικότητας των συντελεστών που προκύπτει πάντοτε από την αύξηση της αποταμίευσης και της επένδυσης.10 Η αυξημένη παραγωγικότητα των μακρύτερων παραγωγικών διαδικασιών οδηγεί σε μεγαλύτερη φυσική προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών και, το σημαντικότερο, καταναλωτικών αγαθών, με συνακόλουθη πτώση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και εάν οι χρηματικές τιμές της εργασίας και της γης μειωθούν, εκείνες των καταναλωτικών αγαθών θα μειωθούν πάντοτε περισσότερο, έτσι ώστε τα πραγματικά εισοδήματα των συντελεστών θα αυξηθούν. Το ότι αυτό ισχύει πάντοτε σε μια προοδεύουσα οικονομία μπορεί να φανεί από τις ακόλουθες σκέψεις.
The rise in real rates and incomes is due to the increase in the marginal physical productivity of factors that always results from an increase in saving and investment. The increased productivity of the longer production processes leads to a greater physical supply of capital goods, and, most important, of consumers’ goods, with a consequent fall in the prices of consumers’ goods. As a result, even if the money prices of labor and land fall, those of consumers’ goods will always fall farther, so that real factor incomes will rise. That this is always true in a progressing economy can be seen from the following considerations.
Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, ο μισθός ή το μίσθωμα της υπηρεσίας ενός πρωτογενούς συντελεστή παραγωγής θα ισούται με την DMVP του, την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος του. Αυτή η DMVP ισούται με την MVP —την αξία του οριακού προϊόντος— διαιρεμένη με έναν παράγοντα προεξόφλησης, ας πούμε d, ο οποίος εξαρτάται άμεσα από το επιτόκιο. Η MVP, με τη σειρά της, ισούται κατά προσέγγιση με το MPP —το οριακό φυσικό προϊόν— του συντελεστή επί την τιμή πώλησης, δηλαδή την τελική τιμή του παραγόμενου καταναλωτικού αγαθού. Συνεπώς:
At any time, the wage or rent of the service of an original factor of production will equal its DMVP, the discounted marginal value product. This DMVP is equal to the MVP (marginal value product) divided by a discount factor, say d, which is directly dependent on the rate of interest. The MVP, in turn, is approximately equal to the MPP (marginal physical product) of the factor times the selling price, i.e., the final price of the consumers’ good product. Hence,
Στη συζήτηση αυτή εξετάζουμε τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών «γενικά» ή συνολικά. Οι «πραγματικές» τιμές των πρωτογενών συντελεστών ισούνται με τις χρηματικές τιμές διαιρεμένες με τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Αυστηρά μιλώντας, δεν υπάρχει ακριβής πραξεολογικός τρόπος μέτρησης αυτών των συνολικών μεγεθών, ή του «πραγματικού» εισοδήματος, βάσει των μεταβολών της αγοραστικής δύναμης του χρήματος, αλλά μπορούμε να διατυπώσουμε ποιοτικές προτάσεις για αυτά τα στοιχεία, ακόμη και αν δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε ακριβείς ποσοτικές μετρήσεις.
In this discussion, we are considering the prices of consumers’ goods “in general” or in the aggregate. The “real” prices of the original factors equal the money prices divided by the prices of consumers’ goods. Strictly, there is no precise praxeological way of measuring these aggregates, or “real” income, based on changes in the purchasing power of money, but we can make qualitative statements about these elements even though we cannot make precise quantitative measurements.
Οι όροι P απαλείφονται και προκύπτει:
The real price of factor service, then, = MPP x P d x P The P’s cancel, and the result: Real price of factor service = MPP (roughly) d
Η προοδεύουσα οικονομία χαρακτηρίζεται τώρα από δύο κύρια γνωρίσματα: αύξηση του MPP των πρωτογενών συντελεστών που προκύπτει από παραγωγικότερες και μακρύτερες παραγωγικές διαδικασίες, και μείωση του συντελεστή προεξόφλησης ή επιτοκίου, η οποία συνοδεύει τη μείωση της χρονικής προτίμησης και την αύξηση της ακαθάριστης επένδυσης. Και τα δύο στοιχεία —η αύξηση του MPP και η μείωση του d — ωθούν προς αύξηση των πραγματικών τιμών των υπηρεσιών των συντελεστών σε μια προοδεύουσα οικονομία.
Now the progressing economy consists of two leading features: an increase in the MPP of original factors resulting from more productive and longer production processes, and a fall in the discount or interest rate concomitant with falling time preference and increasing gross investment. Both elements—the increase in MPP and the fall in d—impel an increase in the real prices of factor services in a progressing economy.
Το συμπέρασμα είναι ότι, σε μια προοδεύουσα οικονομία, δηλαδή σε μια οικονομία με αυξήσεις της ακαθάριστης αποταμίευσης και επένδυσης, οι χρηματικοί μισθοί και τα μισθώματα της βασικής γης μπορεί κάλλιστα να μειώνονται, αλλά οι πραγματικοί μισθοί και τα πραγματικά μισθώματα θα αυξάνονται.11
The conclusion is that in a progressing economy, i.e., in an economy with increases in gross savings and investment, money wages and ground rents may well fall, but real wages and rents will rise.
Ένα ερώτημα που προκύπτει αμέσως είναι: Πώς μπορούν να μειώνονται οι τιμές των συντελεστών ενώ το ακαθάριστο εισόδημα παραμένει το ίδιο και η ακαθάριστη επένδυση μάλιστα αυξάνεται; Η απάντηση είναι ότι η αύξηση της επένδυσης διοχετεύεται στην αύξηση του αριθμού των σταδίων, επεκτείνοντας τα στάδια παραγωγής προς τα πίσω και χρησιμοποιώντας μακρύτερες παραγωγικές διαδικασίες. Αυτή η αυξανόμενη «εμμεσότητα» κάνει κάθε αύξηση του κεφαλαίου —ακόμη και αν δεν συνοδεύεται από πρόοδο στην τεχνολογική γνώση— να οδηγεί σε υψηλότερη φυσική παραγωγικότητα ανά πρωτογενή συντελεστή. Η αύξηση της ακαθάριστης επένδυσης, ειδικότερα, αυξάνει τις τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών στα ανώτατα στάδια, ενθαρρύνοντας νέα στάδια και παρακινώντας τους επιχειρηματίες να μεταφέρουν συντελεστές σε αυτό το νέο και ακμάζον πεδίο. Το μεγαλύτερο κονδύλι ακαθάριστης επένδυσης απορροφάται, τρόπον τινά, από τις υψηλότερες τιμές των κεφαλαιουχικών αγαθών ανώτερης τάξης και από τα συνακόλουθα νέα στάδια διακίνησης αυτών των αγαθών.12
One question that immediately presents itself is: How can the prices of factors decline while the gross income remains the same and gross investment even increases? The answer is that the increase in investment goes into increasing the number of stages, pushing back the stages of production and employing longer production processes. It is this increasing “roundaboutness” that causes every increase in capital—even if unaccompanied by an advance in technological knowledge—to lead to higher physical productivity per original factor. The increase in gross investment, in particular, raises the prices of capital goods at the highest stages, encouraging new stages and inducing entrepreneurs to shift factors into this new and flowering field. The larger gross investment fund is absorbed, so to speak, by higher prices of high-order capital goods and by the consequent new stages of turnover of these goods.
3. Κεφαλαιακές αξίες και συνολικά κέρδη σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. Capital Values and Aggregate Profits in a Changing Economy
Η καθαρή αποταμίευση, όπως είδαμε, αυξάνει την ακαθάριστη επένδυση στην οικονομία. Αυτή η αύξηση της ακαθάριστης επένδυσης περιέρχεται αρχικά ως κέρδη στις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τον αυξημένο όγκο εργασιών. Αυτά τα κέρδη θα εμφανιστούν ιδίως στα ανώτερα στάδια, προς τα οποία μετατοπίζεται το παλαιό κεφάλαιο και στα οποία επενδύεται το νέο. Η απόκτηση κερδών από μια επιχείρηση αυξάνει κατά το αντίστοιχο ποσό την κεφαλαιακή αξία των περιουσιακών στοιχείων της, όπως ακριβώς οι ζημίες μειώνουν την κεφαλαιακή αξία. Η πρώτη επίδραση της νέας επένδυσης, λοιπόν, είναι να προκαλέσει την εμφάνιση συνολικών κερδών στην οικονομία, συγκεντρωμένων στις νέες παραγωγικές διαδικασίες των ανώτερων σταδίων. Καθώς, όμως, αρχίζει να πραγματοποιείται η μετάβαση στη νέα ERE, αυτά τα κέρδη καταλογίζονται ολοένα περισσότερο στους συντελεστές που οι επιχειρηματίες αυτοί πρέπει να πληρώνουν στην παραγωγή. Τελικά, εάν δεν επέλθουν άλλες παρεμβαλλόμενες μεταβολές, το αποτέλεσμα θα είναι η εξαφάνιση των κερδών στην οικονομία, η σταθεροποίηση στη νέα ERE, η αύξηση των πραγματικών μισθών και άλλων πραγματικών μισθωμάτων και η αύξηση της πραγματικής κεφαλαιακής αξίας της βασικής γης. Αυτό το τελευταίο αποτέλεσμα, βεβαίως, συνάδει πλήρως με το προηγούμενο συμπέρασμα ότι μια προοδεύουσα οικονομία θα οδηγήσει σε αύξηση των πραγματικών μισθωμάτων της βασικής γης και σε μείωση του επιτοκίου. Αυτοί οι δύο παράγοντες, από κοινού, ωθούν αμφότεροι προς αύξηση της πραγματικής κεφαλαιακής αξίας της βασικής γης.
Net saving, as we have seen, increases gross investment in the economy. This increase in gross investment at first accrues as profits to the firms doing the increased business. These profits will accrue particularly in the higher stages, toward which old capital is shifting and in which new capital is invested. An accrual of profits to a firm increases, by that amount, the capital value of its assets, just as the losses decrease the capital value. The first impact of the new investment, then, is to cause aggregate profits to appear in the economy, concentrated in the new production processes in the higher stages. As the transition to the new ERE begins to take place, however, these profits more and more become imputed to the factors for which these entrepreneurs must pay in production. Eventually, if no other interfering changes occur, the result will be a disappearance of profits in the economy, a settling into the new ERE, an increase in real wages and other real rents, and an increase in the real capital value of ground land. This latter result, of course, is in perfect conformity with the previous conclusion that a progressing economy will lead to an increase in the real rents of ground land and a fall in the rate of interest. These two factors, in conjunction, both impel a rise in the real capital value of ground land.
Οι μελλοντικές αυξήσεις των πραγματικών αξιών των μισθωμάτων μπορεί να έχουν προβλεφθεί ή να μην έχουν προβλεφθεί. Στον βαθμό που έχουν προβλεφθεί, η αύξηση των μελλοντικών μισθωμάτων έχει ήδη ληφθεί υπόψη και προεξοφληθεί στην κεφαλαιακή αξία της γης ως συνόλου. Μια άνοδος στο απώτερο μέλλον μπορεί να έχει προβλεφθεί, αλλά να μην έχει αισθητή επίδραση στην παρούσα τιμή της γης, απλώς επειδή η χρονική προτίμηση τοποθετεί μια πολύ μακρινή χρονική στιγμή πέρα από τον ενεργό «χρονικό ορίζοντα» του παρόντος. Στον βαθμό που οι αυξήσεις του πραγματικού ύψους των μισθωμάτων δεν έχουν προβλεφθεί, τότε, βεβαίως, έχουν διαπραχθεί επιχειρηματικά σφάλματα και η αγορά έχει κεφαλαιοποιήσει τα μισθώματα σε υπερβολικά χαμηλή παρούσα τιμή.13 Σε ολόκληρη, επομένως, την ιστορία της γαιοκτησίας, εισόδημα από τη βασική γη μπορεί να αποκτηθεί μόνο με τρεις τρόπους —παραλείπουμε τη βελτίωση της γης—: (1) μέσω επιχειρηματικού κέρδους από τη διόρθωση των σφαλμάτων πρόβλεψης των άλλων· (2) ως απόδοση από τόκο· ή (3) μέσω αύξησης της κεφαλαιακής αξίας υπέρ εκείνου που ανακάλυψε και χρησιμοποίησε πρώτος τη γη.
Future rises in the real values of rents can be either anticipated or not anticipated. To the extent that they are anticipated, the rise in future rents is already accounted for, and discounted, in the capital value of the whole land. A rise in the far future may be anticipated, but will have no appreciable effect on the present price of land, simply because time preference places a very distant date beyond the effective “time horizon” of the present. To the extent that rises in the real rate are not foreseen, then, of course, entrepreneurial errors have been made, and the market has undercapitalized in the present price. Throughout the whole history of landholding, therefore, income from basic land can be earned in only three ways (we are omitting improving the land): (1) through entrepreneurial profit in correcting the forecasting errors of others; (2) as interest return; or (3) by a rise in the capital value to the first finder and user of the land.
Ο πρώτος τύπος εισοδήματος είναι προφανής και δεν είναι μοναδικός. Εμφανίζεται σε κάθε πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Ο δεύτερος τύπος εισοδήματος είναι το γενικό εισόδημα που αποφέρει η βασική γη. Λόγω του αγοραίου φαινομένου της κεφαλαιοποίησης, το εισόδημα από τη βασική γη είναι σε μεγάλο βαθμό απόδοση από τόκο επί της επένδυσης, όπως ακριβώς σε οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα. Το μόνο ιδιαίτερο συστατικό εισοδήματος που παρέχει η βασική γη, επομένως, είναι το (3), το οποίο περιέρχεται στον πρώτο χρήστη, του οποίου η αξία της γης άρχισε από το μηδέν και έγινε θετική. Μετά από αυτό, ο αγοραστής της γης πρέπει να καταβάλει την κεφαλαιοποιημένη αξία της. Για να αποκομίσει μίσθωμα από τη βασική γη, με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος πρέπει είτε να την αγοράσει είτε να την ανακαλύψει, και στην πρώτη περίπτωση αποκομίζει μόνο τόκο και όχι καθαρό μίσθωμα. Η κεφαλαιοποιημένη αξία μπορεί να αυξάνεται κατά καιρούς χωρίς να έχει προεξοφληθεί εκ των προτέρων μόνο εάν επέλθει κάποια νέα και απροσδόκητη εξέλιξη ή εάν προκύψει καλύτερη γνώση του μέλλοντος· στην περίπτωση αυτή, ο προηγούμενος ιδιοκτήτης έχει υποστεί επιχειρηματική ζημία με τη μορφή διαφυγόντος κέρδους επειδή δεν προέβλεψε τη νέα κατάσταση, ενώ ο τωρινός ιδιοκτήτης αποκομίζει επιχειρηματικό κέρδος.
The first type of income is obvious and not unique. It is pervasive in any field of enterprise. The second type of income is the general income earned by ground land. Because of the market phenomenon of capitalization, income from ground land is largely interest return on investment, just as in any other business. The only unique component of income that ground land confers, therefore, is (3), accruing to the first user, whose land value began at zero and became positive. After that, the buyer of the land must pay its capitalized value. To earn rent on ground land, in other words, a man must either buy it or find it, and in the former case he earns only interest, and not pure rent. The capitalized value can increase from time to time and not be discounted in advance only if some new and unexpected development occurs (or if better knowledge of the future comes to light), in which case the previous owner has suffered an entrepreneurial loss in profit forgone for not having anticipated the new situation, and the current owner earns an entrepreneurial profit.
Η μόνη ιδιαίτερη πτυχή της βασικής γης, λοιπόν, είναι ότι ανακαλύπτεται και εισάγεται για πρώτη φορά στην αγορά σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έτσι ώστε ο πρώτος χρήστης αποκομίζει καθαρό μίσθωμα ως αποτέλεσμα της αρχικής ανακάλυψης και χρήσης της γης. Όλες οι μεταγενέστερες αυξήσεις της κεφαλαιακής αξίας της γης ενσωματώνονται στην αξία είτε ως επιχειρηματικά κέρδη που προκύπτουν από καλύτερη πρόβλεψη είτε ως απόδοση από τόκο.
The only unique aspect to ground land, then, is that it is found and first put on the market at some particular time, so that the first user earns pure rent as a result of his initial discovery and use of the land. All later increases in the capital value of the land are accounted for in the value, either as entrepreneurial profits resulting from better forecasting or as interest return.
Ο πρώτος χρήστης αποκομίζει το όφελός του μόνο αρχικά και όχι σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη στιγμή πωλήσει πράγματι τη γη. Αφού αυξηθεί η κεφαλαιακή αξία, η άρνησή του να πωλήσει τη γη συνεπάγεται κόστος ευκαιρίας — τη θυσιαζόμενη χρησιμότητα της πώλησης της γης στην κεφαλαιακή αξία της. Επομένως, το πραγματικό του όφελος αποκτήθηκε νωρίτερα, όταν αυξήθηκε η κεφαλαιακή αξία της γης του, και όχι στη μεταγενέστερη στιγμή κατά την οποία «εισέπραξε» το όφελός του με χρηματική μορφή.
The first user earns his gain only at first and not at whatever later date he actually sells the land. After the capital value has increased, his refusal to sell the land involves an opportunity cost—the forgone utility of selling the land for its capital value. Therefore, his true gain was reaped earlier, when the capital value of his land increased, and not at the later date when he “took” his gain in the form of money.
Εάν αφήσουμε κατά μέρος για λίγο την αβεβαιότητα και τα επιχειρηματικά κέρδη και υποθέσουμε την εξαιρετικά απίθανη συνθήκη ότι όλες οι μελλοντικές μεταβολές μπορούν να προβλεφθούν ορθά από την αγορά,14 τότε όλες οι μελλοντικές αυξήσεις της αξίας των μισθωμάτων της βασικής γης θα κεφαλαιοποιούνται στη γη όταν αυτή ανακαλύπτεται και τίθεται για πρώτη φορά σε χρήση. Ο πρώτος που θα την ανακαλύψει θα αποκομίσει το καθαρό όφελος αμέσως, και από εκεί και έπειτα το μόνο που θα αποκομίζει ο ίδιος και οι διαδοχικοί κληρονόμοι ή αγοραστές θα είναι η συνήθης απόδοση από τόκο. Όταν οι μελλοντικές αυξήσεις είναι υπερβολικά απομακρυσμένες για να περιληφθούν στην κεφαλαιοποιημένη τιμή, αυτό είναι απλώς φαινόμενο χρονικής προτίμησης και όχι ένδειξη κάποιας μυστηριώδους δυσλειτουργίας της διαδικασίας προσαρμογής της αγοράς. Το γεγονός ότι δεν πραγματοποιείται ποτέ πλήρης προεξόφληση οφείλεται στην παρουσία αβεβαιότητας, και το αποτέλεσμα είναι μια συνεχής συσσώρευση επιχειρηματικών κερδών μέσω της ανόδου των κεφαλαιακών αξιών της γης.
If we set aside uncertainty and entrepreneurial profits for a moment, and assume the highly unlikely condition that all future changes can be anticipated correctly by the market, then all future increases in the value of ground rents will be capitalized back into the land when it is first found and put into use. The first finder will reap the net gain immediately, and from then on all that will be earned by him and by successive heirs or purchasers is the usual interest return. When future rises are too remote to enter into the capitalized price, this is simply a phenomenon of time preference, not a sign of some mysterious breakdown in the market’s process of adjustment. The fact that complete discounting never takes place is due to the presence of uncertainty, and the result is a continual accretion of entrepreneurial gains through rising capital values of land.
Έτσι βλέπουμε, αυτή τη φορά από τη σκοπιά του γαιοκτήμονα, ότι τα συνολικά κέρδη από αυξήσεις κεφαλαιακής αξίας είναι συνώνυμα των συνολικών κερδών. Τα συνολικά κέρδη αρχίζουν από τις επιχειρήσεις ανώτερης τάξης και κατόπιν διαχέονται προς τα κάτω, έως ότου αυξήσουν τους πραγματικούς μισθούς και τα συνολικά κέρδη των γαιοκτημόνων, ιδίως των ιδιοκτητών γης ειδικής στα ανώτερα στάδια παραγωγής. Η γη που είναι ειδική στα κατώτερα στάδια θα επωμιστεί, βεβαίως, το κύριο βάρος των μειώσεων της κεφαλαιακής αξίας, δηλαδή των ζημιών, στην προοδεύουσα οικονομία.
Thus, we see, this time from the landowner’s point of view, that aggregate gains in capital value are synonymous with aggregate profits. Aggregate profits begin with the higher-order firms, then filter down until they increase real wages and the aggregate profits of landowners, particularly owners of land specific to the higher-order stages of production. (Land specific to the lower stages will, of course, bear the brunt of decreases in capital value, i.e., losses, in the progressing economy.)
Ως το μόνο εισόδημα της βασικής γης που δεν είναι κέρδος ή τόκος, απομένουν τα αρχικά οφέλη εκείνου που ανακαλύπτει πρώτος τη γη. Αλλά και εδώ υπάρχει κεφαλαιοποίηση και όχι αμιγές όφελος. Η πρωτοποριακή αναζήτηση —η ανακάλυψη νέας γης, δηλαδή νέων φυσικών πόρων— είναι επιχειρηματική δραστηριότητα όπως κάθε άλλη. Η επένδυση σε αυτήν απαιτεί κεφάλαιο, εργασία και επιχειρηματική ικανότητα. Τα προσδοκώμενα μισθώματα από την ανακάλυψη και τη χρήση λαμβάνονται υπόψη όταν πραγματοποιούνται οι επενδύσεις και οι δαπάνες εξερεύνησης και προετοιμασίας για χρήση. Επομένως, και αυτά τα οφέλη κεφαλαιοποιούνται αναδρομικά στην αρχική επένδυση, και η τάση θα είναι να αποτελούν και αυτά τη συνήθη απόδοση από τόκο της επένδυσης. Οι αποκλίσεις από αυτή την απόδοση θα αποτελούν επιχειρηματικά κέρδη και ζημίες. Συνεπώς, συμπεραίνουμε ότι πρακτικά δεν υπάρχει τίποτε το ιδιαίτερο στα εισοδήματα από τη βασική γη και ότι ολόκληρο το καθαρό εισόδημα στο παραγωγικό σύστημα κατανέμεται σε μισθούς, τόκο και κέρδος.
As the only income to ground land that is not profit or interest, we are left with the original gains to the first finder of land. But, here again, there is capitalization and not a pure gain. Pioneering—finding new land, i.e., new natural resources—is a business like any other. Investing in it takes capital, labor, and entrepreneurial ability. The expected rents of finding and using are taken into account when the investments and expenses of exploration and shaping into use are made. Therefore, these gains are also capitalized backward in the original investment, and the tendency will be for them too to be the usual interest return on the investment. Deviations from this return will constitute entrepreneurial profits and losses. Therefore, we conclude that there is practically nothing unique about incomes from ground land and that all net income in the productive system goes to wages, to interest, and to profit.
Μια προοδεύουσα οικονομία χαρακτηρίζεται από συνολικά καθαρά κέρδη. Όταν υπάρχει μετάβαση από ένα επίπεδο αποταμίευσης-επένδυσης σε υψηλότερο —επομένως, μια προοδεύουσα οικονομία—, αποκομίζονται συνολικά κέρδη στην οικονομία, ιδίως στα ανώτερα στάδια παραγωγής. Η αυξημένη ακαθάριστη επένδυση αυξάνει πρώτα τη συνολική κεφαλαιακή αξία των επιχειρήσεων που αποκομίζουν καθαρά κέρδη. Καθώς η παραγωγή και η επένδυση αυξάνονται στα ανώτερα στάδια και οι επιδράσεις της νέας αποταμίευσης συνεχίζονται, τα κέρδη εξαφανίζονται και καταλογίζονται σε αυξήσεις των πραγματικών μισθών και των πραγματικών μισθωμάτων της βασικής γης. Η τελευταία επίδραση, σε συνδυασμό με τη μείωση του επιτοκίου, οδηγεί σε άνοδο των πραγματικών κεφαλαιακών αξιών της βασικής γης.
A progressive economy is marked by aggregate net profits. When there is a shift from one savings-investment level to a higher one (therefore, a progressing economy), aggregate profits are earned in the economy, particularly in the higher stages of production. The increased gross investment first increases the aggregate capital value of firms that earn net profits. As production and investment increase in the higher stages, and the effects of the new saving continue, the profits disappear and become imputed to increases in real wage rates and in real ground rents. The latter effect, added to a fall in the rate of interest, leads to a rise in the real capital values of ground land.
Τι συμβαίνει όταν υπάρχει μετατόπιση προς την αντίθετη κατεύθυνση — μια μεταβολή της αναλογίας τέτοια ώστε η ακαθάριστη αποταμίευση και επένδυση να μειώνονται και η κατανάλωση να αυξάνεται; Κατά το μεγαλύτερο μέρος, μπορούμε απλώς να ακολουθήσουμε την παραπάνω ανάλυση αντίστροφα, δηλαδή να εξετάσουμε τη μετάβαση από μια κατάσταση 338:80 σε μια κατάσταση 318:100. Κατά τη μετάβαση σε νέα ισορροπία, θα υπήρχε καθαρή αρνητική αποταμίευση 20 ουγγιών, διότι η ακαθάριστη αποταμίευση μειώνεται από 338 σε 318. Θα υπήρχε επίσης καθαρή αποεπένδυση του ίδιου ποσού. Αιτία μιας τέτοιας μετατόπισης θα ήταν η άνοδος των πινάκων χρονικής προτίμησης των ατόμων στην αγορά. Αυτό θα αύξανε το επιτόκιο και θα διεύρυνε το περιθώριο τόκου μεταξύ των αθροιστικών τιμών στα στάδια παραγωγής. Θα διεύρυνε την καταναλωτική βάση, αλλά θα άφηνε λιγότερο χρήμα διαθέσιμο για αποταμίευση και επένδυση. Μπορούμε απλώς να αντιστρέψουμε τα παραπάνω διαγράμματα και να εξετάσουμε την αντίστροφη μετατόπιση, για παράδειγμα προς μια συντομότερη και πλατύτερη παραγωγική δομή, προς μια πιο απότομη καμπύλη τιμών με μικρότερο αριθμό παραγωγικών σταδίων. Το περιθώριο τόκου αυξάνεται, αλλά η επενδυτική βάση συρρικνώνεται. Θα υπήρχαν υψηλότερες τιμές για τα καταναλωτικά αγαθά και, επομένως, μεγαλύτερη ζήτηση συντελεστών σε αυτό και σε άλλα κατώτερα στάδια· από την άλλη πλευρά, θα υπήρχε γενική εγκατάλειψη των ανώτερων σταδίων λόγω της χρηματικής ελκυστικότητας των μεταγενέστερων σταδίων, της μείωσης των επενδυτικών πόρων και της μετατόπισης αυτών των πόρων από τα ανώτερα στα κατώτερα στάδια. Οι ειδικοί συντελεστές θα επωμίζονταν το κύριο βάρος των χαμηλότερων εισοδημάτων και της πλήρους εγκατάλειψης στα ανώτερα στάδια και θα ωφελούνταν στα κατώτερα.
What happens when there is a shift in the reverse direction—a changed proportion such that gross saving and investment decline and consumption increases? For the most part, we may simply trace the above analysis in reverse—that is, consider the shift from a 338:80 situation to a 318:100 situation. During the transition to a new equilibrium, there would be a net dissaving of 20 ounces, since gross saving decreases from 338 to 318. There would also be a net disinvestment of the same amount. The cause of such a shift would be an increase in the time-preference schedules of the individuals on the market. This would increase the rate of interest and widen the interest spread between cumulative prices in the production stages. It would broaden the consumption base, but leave less money available for saving and investment. We may simply reverse the diagrams above and consider the reverse shift, e.g., to a shorter and wider structure of production, to a steeper price curve with a smaller number of productive stages. The interest spread goes up, but the investment base declines. There would be higher prices for consumers’ goods and therefore a greater demand for factors in this and other lower stages; on the other hand, there would be general abandonment of the higher stages in the face of the monetary attractions of the later stages, the decline in investment funds, and the shift of these funds from the higher to the lower stages. Specific factors will bear the brunt of lowered incomes and sheer abandonment in the higher stages, and they will gain in the lower stages.
Θα υπήρχε άνοδος του καθαρού εισοδήματος και της κατανάλωσης σε χρηματικούς όρους και, επομένως, άνοδος του συνολικού εισοδήματος των συντελεστών. Το επιτόκιο αυξάνεται, ενώ η βάση της ακαθάριστης επένδυσης μειώνεται. Σε πραγματικούς όρους, το σημαντικό αποτέλεσμα είναι η μείωση της φυσικής παραγωγικότητας της εργασίας και της γης λόγω της εγκατάλειψης των παραγωγικότερων παραγωγικών διαδικασιών — των μακρύτερων. Η χαμηλότερη παραγωγή σε κάθε στάδιο, η χαμηλότερη προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών και η συνακόλουθη χαμηλότερη παραγωγή καταναλωτικών αγαθών οδηγούν σε μείωση του «βιοτικού επιπέδου». Οι χρηματικοί μισθοί και τα χρηματικά μισθώματα μπορεί να αυξηθούν —μολονότι αυτό ενδέχεται να μη συμβεί λόγω του υψηλότερου επιτοκίου—, αλλά οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών θα αυξηθούν περισσότερο λόγω της μειωμένης φυσικής προσφοράς αγαθών.15
There will be a rise in net income and consumption, in monetary terms, and therefore a rise in aggregate factor income. The interest rate increases, while the gross investment base declines. In real terms the important result is a lowering in the physical productivity of labor (and of land) because of the abandonment of the most productive processes of production—the lengthiest ones. The lower output at every stage, the lower supply of capital goods, and the consequent lower output of consumers’ goods leads to a lowering in the “standard of living.” Money wage rates and money rents may rise (although this possibly might not occur because of the higher interest rate), but the prices of consumers’ goods will rise further because of the reduced physical supply of goods.
Η περίπτωση μειούμενης ακαθάριστης επένδυσης κεφαλαίου ορίζεται ως οπισθοδρομούσα οικονομία.16 Η μειωμένη επένδυση εκδηλώνεται πρώτα ως συνολικές ζημίες στην οικονομία, ιδίως ζημίες των επιχειρήσεων στα ανώτατα στάδια παραγωγής, των επιχειρήσεων που τώρα χάνουν πελάτες. Καθώς περνά ο χρόνος, αυτές οι ζημίες θα τείνουν να εξαφανιστούν, καθώς οι επιχειρήσεις αποχωρούν από τον κλάδο και εγκαταλείπουν τις παραγωγικές διαδικασίες που έχουν πλέον καταστεί μη επικερδείς. Οι ζημίες θα καταλογιστούν έτσι στους συντελεστές με τη μορφή χαμηλότερων πραγματικών μισθών και χαμηλότερων πραγματικών μισθωμάτων, τα οποία, σε συνδυασμό με υψηλότερο επιτόκιο, προκαλούν χαμηλότερες πραγματικές κεφαλαιακές αξίες της βασικής γης. Ιδιαίτερα σκληρά θα πληγούν οι συντελεστές που είναι ειδικοί σε αυτούς τους κλάδους παραγωγής.
The case of decreasing gross capital investment is defined as a retrogressing economy. The decreased investment is first revealed as aggregate losses in the economy, particularly losses to firms in the highest stages of production, the firms which are now losing customers. As time proceeds, these losses will tend to disappear, as firms leave the industry and abandon the now unprofitable production processes. The losses will thereby be imputed to factors in the form of lower real wage rates and lower real rents, which, combined with a higher interest rate, cause lower real capital values of ground land. Particularly hard hit will be the factors specific to these lines of production.
Ο λόγος για τον οποίο υπάρχουν συνολικά κέρδη στην προοδεύουσα οικονομία και συνολικές ζημίες στην οπισθοδρομούσα οικονομία μπορεί να καταδειχθεί με τον ακόλουθο τρόπο. Για να εμφανιστούν κέρδη, πρέπει να υπάρχει υπερβολικά χαμηλή κεφαλαιοποίηση, ή υπερβολική προεξόφληση, των παραγωγικών συντελεστών στην αγορά. Για να εμφανιστούν ζημίες, πρέπει να υπάρχει υπερβολικά υψηλή κεφαλαιοποίηση, ή ανεπαρκής προεξόφληση, των συντελεστών στην αγορά. Εάν, όμως, η οικονομία είναι στάσιμη, δηλαδή εάν από τη μία περίοδο στην άλλη η συνολική ακαθάριστη επένδυση παραμένει σταθερή, η συνολική αξία του κεφαλαίου παραμένει σταθερή. Μπορεί να υπάρχει αύξηση της επένδυσης σε έναν κλάδο παραγωγής, αλλά αυτή καθίσταται δυνατή μόνο μέσω μείωσης αλλού. Οι συνολικές κεφαλαιακές αξίες παραμένουν σταθερές και, επομένως, οποιαδήποτε κέρδη —αποτέλεσμα εσφαλμένα χαμηλής κεφαλαιοποίησης— πρέπει να αντισταθμίζονται από ίσες ζημίες —αποτέλεσμα εσφαλμένα υψηλής κεφαλαιοποίησης. Στην προοδεύουσα οικονομία, από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πρόσθετοι επενδυτικοί πόροι που καθίστανται διαθέσιμοι μέσω νέας αποταμίευσης, και αυτό παρέχει μια πηγή νέου εσόδου που δεν έχει ακόμη κεφαλαιοποιηθεί πουθενά στο σύστημα. Αυτά αποτελούν τα συνολικά καθαρά κέρδη κατά την περίοδο αυτή της μεταβολής. Στην οπισθοδρομούσα οικονομία, οι επενδυτικοί πόροι μειώνονται, και αυτό αφήνει στην οικονομία, σε καθαρή βάση, πεδία υπερβολικά υψηλής κεφαλαιοποίησης συντελεστών. Οι ιδιοκτήτες τους υφίστανται συνολικές καθαρές ζημίες κατά την περίοδο αυτή της μεταβολής.17
The reason why there are aggregate profits in the progressing economy and aggregate losses in the retrogressing economy, may be demonstrated in the following way. For profits to appear, there must be undercapitalization, or overdiscounting, of productive factors on the market. For losses to appear, there must be overcapitalization, or underdiscounting, of factors on the market. But if the economy is stationary, i.e., if from one period to another the total gross investment remains constant, the total value of capital remains constant. There might be an increase of investment in one line of production, but this is made possible only by a decrease elsewhere. Aggregate capital values remain constant, and therefore any profits (the result of mistaken undercapitalization) must be offset by equal losses (the result of mistaken overcapitalization). In the progressing economy, on the other hand, there are additional investment funds made available through new savings, and this provides a source for new revenue not yet capitalized anywhere in the system. These constitute the aggregate net profits during this period of change. In the retrogressing economy, investment funds are lowered, and this leaves net areas of overcapitalization of factors in the economy. Their owners suffer aggregate net losses during this period of change.
Έτσι, ένα ακόμη συμπέρασμα της ανάλυσής μας είναι ότι τα συνολικά κέρδη θα ισούνται με τις συνολικές ζημίες σε μια στάσιμη οικονομία, δηλαδή τα κέρδη και οι ζημίες θα έχουν μηδενικό καθαρό αποτέλεσμα. Αυτή η στάσιμη οικονομία δεν είναι η ίδια κατασκευή με την ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία που διαδραμάτισε τόσο μεγάλο ρόλο στην ανάλυσή μας. Στη στάσιμη οικονομία, η αβεβαιότητα δεν εξαφανίζεται και κανένας ατέρμονος σταθερός κύκλος δεν διαπερνά όλα τα στοιχεία του συστήματος. Υπάρχει, πράγματι, μία μόνο σταθερότητα: το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο. Είναι σαφές ότι η στάσιμη οικονομία, όπως όλες οι άλλες οικονομίες, τείνει να εξελιχθεί σε ERE, με δεδομένα σταθερά στοιχεία. Έπειτα από κάποιο διάστημα, οι δυνάμεις της αγοράς θα τείνουν να εξαλείψουν όλα τα επιμέρους κέρδη και τις ζημίες, καθώς και τα συνολικά κέρδη και τις ζημίες.
Thus, another conclusion of our analysis is that aggregate profits will equal aggregate losses in a stationary economy, i.e., profits and losses will equal zero. This stationary economy is not the same construct as the evenly rotating economy that has played such a large role in our analysis. In the stationary economy, uncertainty does not disappear and no unending constant round pervades all elements in the system. There is, in fact, only one constancy: total capital invested. Clearly, the stationary economy (like all other economies) tends to evolve into the ERE, given constant data. After a time, market forces will tend to eliminate all individual profits and losses as well as aggregate profits and losses.
Θα μπορούσαμε να σταθούμε εδώ για να εξετάσουμε σύντομα το παλαιό πρόβλημα: Είναι τα «κεφαλαιακά κέρδη» —οι αυξήσεις της κεφαλαιακής αξίας— εισόδημα; Εάν αντιληφθούμε πλήρως ότι τα κέρδη και τα κεφαλαιακά κέρδη, καθώς και οι ζημίες και οι κεφαλαιακές ζημίες, ταυτίζονται, η λύση γίνεται σαφής. Κανείς δεν θα απέκλειε τα επιχειρηματικά κέρδη από το χρηματικό εισόδημα. Το ίδιο θα έπρεπε να ισχύει για τα κεφαλαιακά κέρδη. Στην ERE, βεβαίως, δεν υπάρχουν ούτε κεφαλαιακά κέρδη ούτε κεφαλαιακές ζημίες.
We might pause here to consider briefly the old problem: Are “capital gains”—increases in capital value—income? If we fully realize that profits and capital gains, and losses and capital losses, are identical, the solution becomes clear. No one would exclude business profits from money income. The same should be true of capital gains. In the ERE, of course, there are neither capital gains nor capital losses.
Ας επιστρέψουμε τώρα στην περίπτωση της οπισθοδρομούσας οικονομίας και της μείωσης της επένδυσης κεφαλαίου. Όσο μεγαλύτερη είναι η μετατόπιση από την αποταμίευση προς την κατανάλωση, τόσο δραστικότερες θα τείνουν να είναι οι επιδράσεις και τόσο μεγαλύτερη η μείωση της παραγωγικότητας και του βιοτικού επιπέδου. Το γεγονός ότι τέτοιες μετατοπίσεις μπορούν να συμβούν και πράγματι συμβαίνουν ανασκευάζει εύκολα τη συρμώδη υπόθεση ότι η κεφαλαιακή μας δομή, μέσω κάποιας μαγικής πρόνοιας ή κάποιου κρυφού χεριού, αυτοαναπαράγεται μόνιμα και αιωνίως από τη στιγμή που θα δημιουργηθεί. Καμία θετική πράξη αποταμίευσης από τους κεφαλαιούχους δεν θεωρείται αναγκαία για τη διατήρησή της.18,19 Τα ερείπια της Ρώμης αποτελούν σιωπηλές αποδείξεις του σφάλματος αυτής της υπόθεσης.20
Let us now return to the case of the retrogressing economy and a decrease in capital investment. The greater the shift from saving to consumption, the more drastic will the effects tend to be, and the greater the lowering of productivity and living standards. The fact that such shifts can and do happen serves to refute easily the fashionable assumption that our capital structure is, by some magical provision or hidden hand, permanently and eternally self-reproducing once it is built. No positive acts of saving by capitalists are deemed necessary to maintain it.18,19 The ruins of Rome are mute illustrations of the error of this assumption.
Η άρνηση διατήρησης της αξίας του κεφαλαίου, δηλαδή η διαδικασία καθαρής αρνητικής αποταμίευσης, είναι γνωστή ως ανάλωση κεφαλαίου. Παρά την αδυναμία μέτρησης της αξίας του κεφαλαίου στην κοινωνία με οποιαδήποτε ακρίβεια, αυτή παραμένει μια εξαιρετικά σημαντική έννοια. «Ανάλωση κεφαλαίου» δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι «τρώμε μηχανήματα», όπως έχουν αναφερθεί χλευαστικά σε αυτήν ορισμένοι επικριτές, αλλά ότι δεν διατηρούμε την υφιστάμενη ακαθάριστη επένδυση και την υφιστάμενη δομή κεφαλαιουχικών αγαθών, χρησιμοποιώντας μέρος αυτών των χρηματικών πόρων για καταναλωτική δαπάνη.21
Refusal to maintain the value of capital, i.e., the process of net dissaving, is known as consuming capital. Granting the impossibility of measuring the value of capital in society with any precision, this is still a highly important concept. “Consuming capital” means, of course, not “eating machines,” as some critics have scoffingly referred to it, but failing to maintain existing gross investment and the existing capital goods structure, using some of these funds instead for consumption expenditure.
Ο καθηγητής Frank H. Knight υπήρξε ο ηγέτης της σχολής σκέψης που θεωρεί το κεφάλαιο αυτομάτως μόνιμο. Ο Knight έχει συνεισφέρει πολλά στην οικονομική επιστήμη με την ανάλυσή του για τη θεωρία του κέρδους και την επιχειρηματικότητα, αλλά οι θεωρίες του για το κεφάλαιο και τον τόκο έχουν παραπλανήσει μια γενιά Αμερικανών οικονομολόγων. Ο Knight συνόψισε επιγραμματικά τη διδασκαλία του σε μια επίθεση κατά της «αυστριακής» θεωρίας της επένδυσης των Böhm-Bawerk και Hayek. Ο Knight δήλωσε ότι η τελευταία περιλάμβανε δύο πλάνες. Η μία είναι ότι ο Böhm-Bawerk θεωρούσε την παραγωγή ως παραγωγή συγκεκριμένων αγαθών, ενώ «στην πραγματικότητα, εκείνο που παράγεται και καταναλώνεται είναι υπηρεσίες». Εδώ, όμως, δεν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί —πράγματι, έχει τονιστεί στο παρόν έργο— ότι τα αγαθά αξιολογούνται για τις υπηρεσίες τους. Είναι, όμως, επίσης αδιαμφισβήτητο ότι η συγκεκριμένη δομή των κεφαλαιουχικών αγαθών πρέπει να παραχθεί προτού καταστεί δυνατή η απόκτηση των υπηρεσιών της. Η δεύτερη υποτιθέμενη διόρθωση —και εδώ ερχόμαστε άμεσα στο πρόβλημα της ανάλωσης κεφαλαίου— είναι ότι «η παραγωγή οποιασδήποτε υπηρεσίας περιλαμβάνει τη συντήρηση των πραγμάτων που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία, και αυτό περιλαμβάνει την αναπαραγωγή όσων αναλώνονται ... στην πραγματικότητα μια λεπτομέρεια της συντήρησης».22 Αυτό είναι προφανώς εσφαλμένο. Οι υπηρεσίες παρέχονται από πράγματα, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που αφορούν τη συζήτησή μας, και παράγονται μέσω της ανάλωσης πραγμάτων, κεφαλαιουχικών αγαθών. Και αυτή η παραγωγή δεν «περιλαμβάνει» κατ’ ανάγκην τη συντήρηση και την αναπαραγωγή. Αυτή η υποτιθέμενη «λεπτομέρεια» είναι ένα εντελώς χωριστό πεδίο επιλογής και συνεπάγεται τη δημιουργία περισσότερου κεφαλαίου σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή για την αντικατάσταση του αναλωμένου κεφαλαίου.
Professor Frank H. Knight has been the leader of the school of thought that assumes capital to be automatically permanent. Knight has contributed a great deal to economics in his analysis of profit theory and entrepreneurship, but his theories of capital and interest have misled a generation of American economists. Knight succinctly summed up his doctrine in an attack on the “Austrian” investment theory of Böhm-Bawerk and Hayek. Knight said that the latter involved two fallacies. One is that Böhm-Bawerk viewed production as the production of concrete goods, whereas “in reality, what is produced, and consumed, is services.” There is no real problem here, however. It is not to be denied—in fact it has been stressed herein—that goods are valued for their services. Yet it is also undeniable that the concrete capital goods structure must be produced before its services can be obtained. The second alleged correction, and here we come directly to the problem of capital consumption, is that “the production of any service includes the maintenance of things used in the process, and this includes reproduction of any which are used up . . . really a detail of maintenance.” This is obviously incorrect. Services are yielded by things, at least in the cases relevant to our discussion, and they are produced through the using up of things, of capital goods. And this production does not necessarily “include” maintenance and reproduction. This alleged “detail” is a completely separate area of choice and involves the building up of more capital at a later date to replace the used-up capital.
Η περίπτωση της οπισθοδρομούσας οικονομίας είναι το πρώτο μας παράδειγμα εκείνου που μπορούμε να ονομάσουμε κατάσταση κρίσης. Κατάσταση κρίσης είναι εκείνη στην οποία οι επιχειρήσεις, συνολικά, υφίστανται ζημίες. Η διάσταση της κρίσης στην περίπτωση αυτή επιδεινώνεται από τη μείωση της παραγωγής μέσω της εγκατάλειψης των ανώτατων παραγωγικών σταδίων. Τα προβλήματα προέκυψαν από «ανεπαρκή αποταμίευση» και «ανεπαρκή επένδυση», δηλαδή από μια μετατόπιση των αξιών των ανθρώπων, έτσι ώστε τώρα να μην επιλέγουν να αποταμιεύσουν και να επενδύσουν αρκετά ώστε να επιτρέψουν τη συνέχιση παραγωγικών διαδικασιών που άρχισαν στο παρελθόν. Δεν μπορούμε, ωστόσο, απλώς να επικρίνουμε αυτή τη μετατόπιση, διότι οι άνθρωποι, με δεδομένες τις υφιστάμενες συνθήκες, αποφάσισαν εκουσίως ότι οι χρονικές προτιμήσεις τους είναι υψηλότερες και ότι επιθυμούν να καταναλώνουν αναλογικά περισσότερο στο παρόν, ακόμη και με το κόστος της μείωσης της μελλοντικής παραγωγικότητας.
The case of the retrogressing economy is our first example of what we may call a crisis situation. A crisis situation is one in which firms, in the aggregate, are suffering losses. The crisis aspect of the case is aggravated by a decline in production through the abandonment of the highest production stages. The troubles arose from “undersaving” and “underinvestment,” i.e., a shift in people’s values so that they do not now choose to save and invest enough to enable continuation of production processes begun in the past. We cannot simply be critical of this shift, however, since the people, given existing conditions, have decided voluntarily that their time preferences are higher, and that they wish to consume more proportionately at present, even at the cost of lowering future productivity.
Επομένως, αφού πραγματοποιηθεί μια αύξηση προς υψηλότερο επίπεδο ακαθάριστης επένδυσης, αυτό δεν διατηρείται αυτόματα. Οι παραγωγοί πρέπει να διατηρούν την ακαθάριστη επένδυση, και αυτό θα γίνει μόνο εάν οι χρονικές προτιμήσεις τους παραμένουν στα χαμηλότερα επίπεδα και εξακολουθούν να είναι πρόθυμοι να αποταμιεύουν μεγαλύτερο ποσοστό του ακαθάριστου χρηματικού εισοδήματος. Δείξαμε, επιπλέον, ότι αυτή η διατήρηση και η περαιτέρω πρόοδος μπορούν να πραγματοποιηθούν χωρίς καμία αύξηση της προσφοράς χρήματος ή άλλη μεταβολή της χρηματικής σχέσης. Η πρόοδος μπορεί, πράγματι, να πραγματοποιείται με πτώση των τιμών όλων των προϊόντων και των συντελεστών.23
Once an increase to a greater level of gross investment occurs, therefore, it is not maintained automatically. Producers have to maintain the gross investment, and this will be done only if their time preferences remain at the lower rates and they continue to be willing to save a greater proportion of gross monetary income. We have demonstrated, further, that this maintenance and further progress can take place without any increase in the money supply or other change in the money relation. Progress can occur, in fact, with falling prices of all products and factors.
4. Συσσώρευση κεφαλαίου και μήκος της παραγωγικής δομής
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. Capital Accumulation and the Length of the Structure of Production
Έχουμε καταδείξει ότι η επένδυση επιμηκύνει την παραγωγική δομή. Μπορούμε τώρα να εξετάσουμε ορισμένες επικρίσεις αυτής της προσέγγισης.
We have been demonstrating that investment lengthens the structure of production. Now we may consider some criticisms of this approach.
Ο Böhm-Bawerk είναι ο μεγάλος θεμελιωτής της ανάλυσης της παραγωγικής δομής, αλλά δυστυχώς άφησε περιθώρια παρερμηνείας ταυτίζοντας τη συσσώρευση κεφαλαίου με την υιοθέτηση «περισσότερο έμμεσων» μεθόδων παραγωγής. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, το περίφημο παράδειγμά του με τον Crusoe, ο οποίος πρέπει πρώτα να κατασκευάσει —και κατόπιν να συντηρεί— ένα δίχτυ, εάν επιθυμεί να πιάνει περισσότερα ψάρια από όσα μπορεί να πιάσει χωρίς καθόλου κεφάλαιο. Ο Böhm-Bawerk δήλωσε: «Οι έμμεσες οδοί του κεφαλαίου είναι καρποφόρες αλλά μακρές· μας εξασφαλίζουν περισσότερα ή καλύτερα καταναλωτικά αγαθά, αλλά μόνο σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή».24 Ο χαρακτηρισμός αυτών των μεθόδων ως «έμμεσων» είναι αναμφίβολα παράδοξος· διότι δεν γνωρίζουμε ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν πάντοτε να επιτύχουν τους σκοπούς τους με τον αμεσότερο και συντομότερο δυνατό τρόπο; Όπως καταδεικνύει ο Mises, αντί να μιλούμε για την υψηλότερη παραγωγικότητα των έμμεσων μεθόδων παραγωγής, «είναι καταλληλότερο να μιλούμε για την υψηλότερη φυσική παραγωγικότητα παραγωγικών διαδικασιών που απαιτούν περισσότερο χρόνο» — μακρύτερων διαδικασιών.25
Böhm-Bawerk is the great founder of production-structure analysis, but unfortunately he left room for misinterpretation by identifying capital accumulation with adopting “more roundabout” methods of production. Thus, consider his famous example of the Crusoe who must first construct (and then maintain) a net if he wishes to catch more than the number of fish he can catch without any capital. Böhm-Bawerk stated: “The roundabout ways of capital are fruitful but long; they procure us more or better consumption goods, but only at a later period of time.” Calling these methods “roundabout” is definitely paradoxical; for do we not know that men strive always to achieve their ends in the most direct and shortest manner possible? As Mises demonstrates, rather than speak of the higher productivity of roundabout methods of production, “it is more appropriate to speak of the higher physical productivity of production processes requiring more time” (longer processes).
Ας υποθέσουμε τώρα ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά δυνατών παραγωγικών διαδικασιών, καταταγμένων βάσει της φυσικής παραγωγικότητάς τους. Μπορούμε επίσης να κατατάξουμε τις διαδικασίες σύμφωνα με τη διάρκειά τους, δηλαδή με βάση τον χρόνο αναμονής μεταξύ της εισροής των πόρων και της απόδοσης του τελικού προϊόντος. Όσο μεγαλύτερη είναι η περίοδος αναμονής μεταξύ της πρώτης εισροής και του τελικού προϊόντος, τόσο μεγαλύτερη είναι η απαρέσκεια, ceteris paribus, διότι πρέπει να παρέλθει περισσότερος χρόνος προτού επιτευχθεί η ικανοποίηση.
Now let us suppose that we are confronted with an array of possible production processes, based on their physical productivities. We may also rank the processes in accordance with their length, i.e., in terms of the waiting time between the input of the resources and the yielding of the final product. The longer the waiting period between first input and final output, the greater the disutility, ceteris paribus, since more time must elapse before the satisfaction is attained.
Οι πρώτες διαδικασίες που θα χρησιμοποιηθούν θα είναι οι παραγωγικότερες —σε αξία και σε φυσικούς όρους— και οι συντομότερες. Κανείς δεν υποστήριξε ότι όλες οι μακρές διαδικασίες είναι παραγωγικότερες από όλες τις σύντομες.26 Το ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι όλες οι σύντομες και εξαιρετικά παραγωγικές διαδικασίες θα είναι εκείνες στις οποίες θα επενδυθεί πρώτα κεφάλαιο και οι οποίες θα τεθούν πρώτες σε εφαρμογή. Με δεδομένη οποιαδήποτε παρούσα παραγωγική δομή, μια νέα επένδυση δεν θα κατευθυνθεί σε συντομότερη διαδικασία, διότι η συντομότερη και παραγωγικότερη διαδικασία θα είχε επιλεγεί πρώτη.
The first processes to be used will be those most productive (in value and physically) and the shortest. No one has maintained that all long processes are more productive than all short processes. The point is, however, that all short and ultraproductive processes will be the first ones to be invested in and established. Given any present structure of production, a new investment will not be in a shorter process because the shorter, more productive process would have been chosen first.
Όπως είδαμε, υπάρχει μόνο ένας τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να υπερβεί το εξαιρετικά πρωτόγονο επίπεδο: μέσω της επένδυσης σε κεφάλαιο. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω σύντομων διαδικασιών, διότι οι σύντομες διαδικασίες παραγωγής των πολυτιμότερων αγαθών θα είναι εκείνες που υιοθετούνται πρώτες. Κάθε αύξηση των κεφαλαιουχικών αγαθών μπορεί να χρησιμεύσει μόνο στην επιμήκυνση της δομής, δηλαδή να καταστήσει δυνατή την υιοθέτηση ολοένα μακρύτερων παραγωγικών διαδικασιών. Οι άνθρωποι θα επενδύουν σε μακρύτερες διαδικασίες, παραγωγικότερες από εκείνες που είχαν υιοθετηθεί προηγουμένως. Θα είναι παραγωγικότερες με δύο τρόπους: (1) παράγοντας μεγαλύτερη ποσότητα ενός αγαθού που παραγόταν ήδη ή/και (2) παράγοντας ένα νέο αγαθό που δεν θα μπορούσε να παραχθεί καθόλου με τις συντομότερες διαδικασίες. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αυτές οι μακρύτερες διαδικασίες είναι οι αμεσότερες που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη του στόχου — όχι περισσότερο έμμεσες. Έτσι, εάν ο Crusoe μπορεί να πιάνει απευθείας 10 ψάρια ημερησίως χωρίς κεφάλαιο και μπορεί να πιάνει 100 ψάρια ημερησίως με δίχτυ, η κατασκευή ενός διχτυού δεν θα πρέπει να θεωρείται «περισσότερο έμμεση μέθοδος αλιείας», αλλά «η αμεσότερη μέθοδος για την αλίευση 100 ψαριών ημερησίως». Επιπλέον, καμία ποσότητα εργασίας και γης χωρίς κεφάλαιο δεν θα μπορούσε να επιτρέψει σε έναν άνθρωπο να παραγάγει αυτοκίνητο· γι’ αυτό απαιτείται μια ορισμένη ποσότητα κεφαλαίου. Η παραγωγή της απαιτούμενης ποσότητας κεφαλαίου είναι η συντομότερη και αμεσότερη μέθοδος απόκτησης αυτοκινήτου.
As we have seen, there is only one way by which man can rise from the ultraprimitive level: through investment in capital. But this cannot be accomplished through short processes, since the short processes for producing the most valuable goods will be the ones first adopted. Any increase in capital goods can serve only to lengthen the structure, i.e., to enable the adoption of longer and longer productive processes. Men will invest in longer processes more productive than the ones previously adopted. They will be more productive in two ways: (1) by producing more of a previously produced good, and/or (2) by producing a new good that could not have been produced at all by the shorter processes. Within this framework these longer processes are the most direct that must be used to attain the goal—not more roundabout. Thus, if Crusoe can catch 10 fish per day directly without capital and can catch 100 fish per day with a net, building a net should not be considered as a “more roundabout method of catching fish,” but as the “most direct method for catching 100 fish a day.” Furthermore, no amount of labor and land without capital could enable a man to produce an automobile; for this a certain amount of capital is required. The production of the requisite amount of capital is the shortest and most direct method of obtaining an automobile.
Κάθε νέα επένδυση, επομένως, θα κατευθύνεται σε μακρύτερη και παραγωγικότερη μέθοδο παραγωγής. Εάν, ωστόσο, δεν υπήρχε χρονική προτίμηση, θα πραγματοποιούνταν πρώτα επενδύσεις στις παραγωγικότερες μεθόδους, ανεξάρτητα από τον χρόνο, και η αύξηση του κεφαλαίου δεν θα οδηγούσε στη χρήση παραγωγικότερων μεθόδων. Η ύπαρξη χρονικής προτίμησης λειτουργεί ως φραγμός στη χρήση των παραγωγικότερων αλλά μακρύτερων διαδικασιών. Κάθε κατάσταση ισορροπίας θα βασίζεται στον συντελεστή χρονικής προτίμησης, ή στο καθαρό επιτόκιο, και αυτός ο συντελεστής θα καθορίζει το ποσό της αποταμίευσης και του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Καθορίζει το κεφάλαιο θέτοντας ένα όριο στη διάρκεια των παραγωγικών διαδικασιών και, επομένως, στη μέγιστη παραγόμενη ποσότητα. Η μείωση της χρονικής προτίμησης, επομένως, και η συνακόλουθη μείωση του καθαρού επιτοκίου σημαίνουν ότι οι άνθρωποι είναι τώρα περισσότερο πρόθυμοι να περιμένουν για οποιαδήποτε δεδομένη ποσότητα μελλοντικού προϊόντος, δηλαδή να επενδύουν αναλογικά περισσότερο και σε μακρύτερες διαδικασίες από ό,τι προηγουμένως. Η άνοδος της χρονικής προτίμησης και του καθαρού επιτοκίου σημαίνει ότι οι άνθρωποι είναι λιγότερο πρόθυμοι να περιμένουν και θα δαπανούν αναλογικά περισσότερο για καταναλωτικά αγαθά και λιγότερο για τις μακρύτερες παραγωγικές διαδικασίες, έτσι ώστε οι επενδύσεις στις μακρύτερες διαδικασίες θα πρέπει να εγκαταλειφθούν.27
Any new investment will therefore be in a longer and more productive method of production. Yet, if there were no time preference, the most productive methods would be invested in first, regardless of time, and an increase in capital would not cause more productive methods to be used. The existence of time preference acts as a brake on the use of the more productive but longer processes. Any state of equilibrium will be based on the time-preference, or pure interest, rate, and this rate will determine the amount of savings and capital invested. It determines capital by imposing a limit on the length of the production processes and therefore on the maximum amount produced. A lowering of time preference, therefore, and a consequent lowering of the pure rate of interest signify that people are now more willing to wait for any given amount of future output, i.e., to invest more proportionately and in longer processes than heretofore. A rise in time preference and in the pure interest rate means that people are less willing to wait and will spend proportionately more on consumers’ goods and less on the longer production processes, so that investments in the longest processes will have to be abandoned.
Μια επιφύλαξη στον νόμο ότι η αυξημένη επένδυση επιμηκύνει τις παραγωγικές διαδικασίες εμφανίζεται όταν η επένδυση στρέφεται σε ένα είδος αγαθού που είναι λιγότερο χρήσιμο από τα αγαθά που είχαν αποκτηθεί προηγουμένως, αλλά έχει συντομότερη διαδικασία παραγωγής από ορισμένα από τα άλλα. Εδώ η επένδυση σε αυτή τη διαδικασία ανακοπτόταν όχι από τη διάρκειά της, αλλά από τη χαμηλότερη παραγωγικότητά της σε αξία. Ακόμη και εδώ, όμως, η παραγωγική δομή επιμηκύνθηκε, διότι οι άνθρωποι πρέπει να περιμένουν περισσότερο για τα νέα και τα παλαιά αγαθά από όσο περίμεναν προηγουμένως για το παλαιό αγαθό. Η νέα επένδυση κεφαλαίου επιμηκύνει πάντοτε τη συνολική παραγωγική δομή.
One qualification to the law that increased investment lengthens production processes appears when investment turns to a type of good which is less useful than the goods previously acquired, yet which has a shorter process of production than some of the others. Here the investment in this process was checked, not by the length of the process, but by its inferior (value) productivity. Yet even here the structure of production was lengthened, since people have to wait longer for the new and the old goods than they previously did for the old good. New capital investment always lengthens the overall structure of production.
Τι συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία μια τεχνολογική εφεύρεση επιτρέπει μια παραγωγικότερη διαδικασία με μικρότερη επένδυση κεφαλαίου; Δεν αποτελεί αυτό περίπτωση στην οποία η αυξημένη επένδυση συντομεύει την παραγωγική δομή; Μέχρι αυτό το σημείο υποθέταμε ως δεδομένη την τεχνολογική γνώση. Ωστόσο, αυτή δεν είναι δεδομένη στον δυναμικό κόσμο. Η τεχνολογική πρόοδος είναι ένα από τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά του κόσμου της μεταβολής. Τι συμβαίνει, λοιπόν, με αυτές τις εφευρέσεις «εξοικονόμησης κεφαλαίου»; Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα αναφέρθηκε από τον Horace White σε μια κριτική του Böhm-Bawerk.28 Αρχικά, το έλαιο παραγόταν από πλοία που κυνηγούσαν φάλαινες στην Αρκτική, με το φαλαινέλαιο να εξάγεται από τις φάλαινες μέσω επεξεργασίας κ.λπ., μια προφανώς μακρόχρονη παραγωγική διαδικασία. Αργότερα, μια εφεύρεση επέτρεψε στους ανθρώπους να πραγματοποιούν γεωτρήσεις για πετρέλαιο στο υπέδαφος, συντομεύοντας έτσι απροσμέτρητα την περίοδο παραγωγής.
What of the case where a technological invention permits a more productive process with a lesser amount of capital investment? Is this not a case in which increased investment shortens the production structure? Up to this point we have been assuming technological knowledge as given. Yet it is not given in the dynamic world. Technological advance is one of the most dramatic features of the world of change. What then of these “capital-saving” inventions? One interesting example was cited by Horace White in a criticism of Böhm-Bawerk. Oil was produced first by ships hunting in the Arctic for whales, the whale oil being processed from the whales, etc., an obviously lengthy production process. Later an invention permitted people to bore for oil in the ground, thereby immeasurably shortening the production period.
Πέρα από το γεγονός ότι, εμπειρικά, οι περισσότερες εφευρέσεις δεν συντομεύουν τις φυσικές παραγωγικές διαδικασίες, πρέπει να απαντήσουμε ότι εκείνο που περιορίζει σε κάθε δεδομένη στιγμή την επένδυση και την παραγωγικότητα είναι η σπανιότητα του αποταμιευμένου κεφαλαίου, όχι η κατάσταση της τεχνολογικής γνώσης. Με άλλα λόγια, υπάρχει πάντοτε ένα σύνολο διαθέσιμων τεχνολογικών σχεδίων που παραμένει ανεκμετάλλευτο και αδρανές. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μια νέα εφεύρεση δεν υιοθετείται αμέσως και στιγμιαία από όλες τις επιχειρήσεις στην κοινωνία. Επομένως, κάθε περαιτέρω επένδυση θα επιμηκύνει τις παραγωγικές διαδικασίες, πολλές από τις οποίες θα είναι παραγωγικότερες χάρη σε ανώτερη τεχνική. Μια νέα εφεύρεση δεν εισέρχεται αυτόματα στην παραγωγή, αλλά πρώτα προστίθεται στο ανεκμετάλλευτο σύνολο. Επιπλέον, για να χρησιμοποιηθεί η νέα εφεύρεση, πρέπει να επενδυθεί περισσότερο κεφάλαιο. Τα φαλαινοθηρικά πλοία έχουν ήδη κατασκευαστεί· οι πετρελαιοπηγές, τα μηχανήματα κ.λπ. πρέπει να δημιουργηθούν εκ νέου. Ακόμη και η νεοεφευρεθείσα μέθοδος θα αποφέρει μεγαλύτερο προϊόν μόνο μέσω περαιτέρω επένδυσης σε μακρύτερες διαδικασίες. Με άλλα λόγια, ο μόνος τρόπος να αποκτηθεί τώρα περισσότερο πετρέλαιο είναι να επενδυθεί περισσότερο κεφάλαιο σε περισσότερα μηχανήματα και σε μακρύτερες περιόδους παραγωγής στον κλάδο των γεωτρήσεων πετρελαίου. Όπως επισήμανε ο Böhm-Bawerk, η κριτική του White θα ίσχυε μόνο εάν η εφεύρεση εξοικονομούσε κεφάλαιο προοδευτικά, έτσι ώστε το προϊόν να αυξανόταν πάντοτε με τη συντόμευση της διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η διάνοιξη οπών για πετρέλαιο με τα γυμνά χέρια, χωρίς τη βοήθεια κεφαλαίου, θα έπρεπε να είναι παραγωγικότερη από τη γεώτρηση για πετρέλαιο με μηχανήματα.29
Aside from the fact that, empirically, most inventions do not shorten physical production processes, we must reply that the limits at any time on investment and productivity are a scarcity of saved capital, not the state of technological knowledge. In other words, there is always an unused shelf of technological projects available and idle. This is demonstrable by the fact that a new invention is not immediately and instantaneously adopted by all firms in the society. Therefore, any further investment will lengthen production processes, many of them more productive because of superior technique. A new invention does not automatically impel itself into production, but first joins the unused array. Further, in order for the new invention to be used, more capital must be invested. The ships for whaling have already been built; the oil wells and machinery, etc., must be created anew. Even the newly invented method will yield a greater product only through further investment in longer processes. In other words, the only way to obtain more oil now is to invest more capital in more machinery and lengthier production periods in the oil-drilling business. As Böhm-Bawerk pointed out, White’s criticism would apply only if the invention were progressively capital-saving, so that the product would always increase with the shortening of the process. But in that case, boring for oil with one’s bare hands, unaided by capital, would have to be more productive than drilling for oil with machinery.
Ο Böhm-Bawerk χρησιμοποίησε την αναλογία μιας γεωργικής εφεύρεσης που εφαρμόζεται σε δύο ποιότητες γης, με τη μία να αποδίδει προηγουμένως οριακό προϊόν 100 μπούσελ σιταριού και την κατώτερη να αποδίδει 80 μπούσελ. Ας υποθέσουμε τώρα ότι η χρήση της εφεύρεσης αυξάνει το οριακό προϊόν της γης κατώτερης ποιότητας στα 110 μπούσελ. Σημαίνει αυτό ότι η φτωχότερη γη αποδίδει πλέον περισσότερο από την εύφορη και ότι η επίδραση των γεωργικών εφευρέσεων είναι να καθιστούν τις φτωχότερες γαίες παραγωγικότερες από τις εύφορες; Και όμως, αυτό είναι ακριβώς ανάλογο με τη θέση του White, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι εφευρέσεις μπορεί να καταστήσουν παραγωγικότερες τις συντομότερες παραγωγικές διαδικασίες! Όπως επισήμανε ο Böhm-Bawerk, είναι προφανές ότι η πηγή του σφάλματος είναι η εξής: οι εφευρέσεις αυξάνουν τη φυσική παραγωγικότητα και των δύο ποιοτήτων γης. Η καλύτερη γη γίνεται ακόμη καλύτερη. Ομοίως, ίσως είναι αλήθεια ότι μια εφεύρεση θα καταστήσει μια συντομότερη διαδικασία παραγωγικότερη τώρα από ό,τι ήταν προηγουμένως μια μακρύτερη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι ανώτερη από όλες τις μακρύτερες διαδικασίες· οι μακρύτερες διαδικασίες που χρησιμοποιούν την εφεύρεση θα εξακολουθούν να είναι παραγωγικότερες από τις συντομότερες. Η γεώτρηση για πετρέλαιο με μηχανήματα είναι παραγωγικότερη από τη διάνοιξη οπών για πετρέλαιο χωρίς μηχανήματα.
Böhm-Bawerk drew the analogy of an agricultural invention applied to two grades of land, one grade previously yielding a marginal product of 100 bushels of wheat, the lower grade yielding 80 bushels. Now suppose use of the invention raises the marginal product of the lower-grade land to 110 bushels. Does this mean that the poorer land now yields more than the fertile land and that the effect of agricultural inventions is to make poorer lands more productive than fertile ones? Yet this is precisely analogous to White’s position, which maintains that inventions may cause shorter production processes to be more productive! As Böhm-Bawerk pointed out, it is obvious that the source of the error is this: inventions increase the physical productivity of both grades of land. The better land becomes still better. Similarly, perhaps it is true that an invention will cause a shorter process to be more productive now than a longer process was previously. But this does not mean that it is superior to all longer processes; longer processes using the invention will still be more productive than the shorter ones. (Boring for oil with machinery is more productive than boring for oil without machinery.)
Στις τεχνολογικές εφευρέσεις έχει αποδοθεί πολύ σημαντικότερη θέση στην οικονομική θεωρία από όση τους αναλογεί. Συχνά έχει υποτεθεί ότι η παραγωγή περιορίζεται από το «επίπεδο της τεχνικής» — από την τεχνολογική γνώση— και, επομένως, ότι κάθε βελτίωση της τεχνολογίας θα εκδηλώνεται αμέσως στην παραγωγή. Η τεχνολογία θέτει, βεβαίως, ένα όριο στην παραγωγή· καμία παραγωγική διαδικασία δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί καθόλου χωρίς την τεχνολογική γνώση του τρόπου με τον οποίο τίθεται σε λειτουργία. Ενώ, όμως, η γνώση αποτελεί όριο, το κεφάλαιο αποτελεί στενότερο όριο. Είναι λογικά προφανές ότι, ενώ το κεφάλαιο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην παραγωγή πέρα από τα όρια της υφιστάμενης διαθέσιμης γνώσης, η γνώση μπορεί να υπάρχει και πράγματι υπάρχει χωρίς το κεφάλαιο που είναι αναγκαίο για να χρησιμοποιηθεί. Η τεχνολογία και η βελτίωσή της, επομένως, δεν διαδραματίζουν άμεσο ρόλο στην επενδυτική και παραγωγική διαδικασία· η τεχνολογία, μολονότι σημαντική, πρέπει πάντοτε να επενεργεί μέσω επένδυσης κεφαλαίου. Όπως δηλώθηκε παραπάνω, ακόμη και η εντυπωσιακότερη εφεύρεση εξοικονόμησης κεφαλαίου, όπως η γεώτρηση πετρελαίου, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο μέσω αποταμίευσης και επένδυσης κεφαλαίου.
Technological inventions have received a far more important place than they deserve in economic theory. It has often been assumed that production is limited by the “state of the arts”—by technological knowledge—and therefore that any improvement in technology will immediately show itself in production. Technology does, of course, set a limit on production; no production process could be used at all without the technological knowledge of how to put it into operation. But while knowledge is a limit, capital is a narrower limit. It is logically obvious that while capital cannot engage in production beyond the limits of existing available knowledge, knowledge can and does exist without the capital necessary to put it to use. Technology and its improvement, therefore, play no direct role in the investment and production process; technology, while important, must always work through an investment of capital. As was stated above, even the most dramatic capital-saving invention, such as oil-drilling, can be put to use only by saving and investing capital.
Η σχετικά μικρή σημασία της τεχνολογίας στην παραγωγή σε σύγκριση με την προσφορά αποταμιευμένου κεφαλαίου γίνεται προφανής, όπως επισημαίνει ο Mises, αρκεί να εξετάσουμε τις «καθυστερημένες» ή «υπανάπτυκτες» χώρες.30 Εκείνο που λείπει από αυτές τις χώρες δεν είναι η γνώση των δυτικών τεχνολογικών μεθόδων —η «τεχνογνωσία»· αυτή μαθαίνεται αρκετά εύκολα. Η υπηρεσία μετάδοσης της γνώσης, αυτοπροσώπως ή μέσω βιβλίων, μπορεί εύκολα να αγοραστεί. Εκείνο που λείπει είναι η προσφορά αποταμιευμένου κεφαλαίου που απαιτείται για να εφαρμοστούν οι προηγμένες μέθοδοι. Ο Αφρικανός χωρικός θα ωφεληθεί ελάχιστα κοιτάζοντας εικόνες αμερικανικών ελκυστήρων· εκείνο που του λείπει είναι το αποταμιευμένο κεφάλαιο που χρειάζεται για να τους αγοράσει. Αυτό είναι το σημαντικό όριο της επένδυσης και της παραγωγής του.31
The relative unimportance of technology in production as compared to the supply of saved capital becomes evident, as Mises points out, simply by looking at the “backward” or “underdeveloped” countries. What is lacking in these countries is not knowledge of Western technological methods (“know-how”); that is learned easily enough. The service of imparting knowledge, in person or in book form, can be paid for readily. What is lacking is the supply of saved capital needed to put the advanced methods into effect. The African peasant will gain little from looking at pictures of American tractors; what he lacks is the saved capital needed to purchase them. That is the important limit on his investment and on his production.
Η νέα επένδυση ενός επιχειρηματία σε μια μακρύτερη και περισσότερο παραγωγική σε φυσικούς όρους διαδικασία θα επιλέγεται, επομένως, από ένα σύνολο διαδικασιών ήδη γνωστών, αλλά μη χρησιμοποιήσιμων λόγω του περιορισμού της χρονικής προτίμησης. Η μείωση των χρονικών προτιμήσεων και του καθαρού επιτοκίου θα σημαίνει αύξηση του αποταμιευμένου κεφαλαίου που βρίσκεται στη διάθεση των επενδυτών και, επομένως, επέκταση των μακρύτερων διαδικασιών, καθώς ο χρονικός περιορισμός στην επένδυση έχει εξασθενήσει.
A businessman’s new investment in a longer and more physically productive process will therefore be made from a sheaf of processes previously known but unusable because of the time-preference limitation. A lowering of time preferences and of the pure interest rate will signify an expansion of saved capital at the disposal of investors and therefore an expansion of the longer processes, the time limitation on investment having been weakened.
Ορισμένοι επικριτές υποστηρίζουν ότι δεν κατευθύνεται όλη η καθαρή επένδυση στην επιμήκυνση της δομής — ότι οι νέες επενδύσεις μπορεί να επαναλαμβάνουν προϋπάρχουσες διαδικασίες. Η κριτική αυτή, ωστόσο, αστοχεί, διότι η θεωρία μας δεν υποθέτει ότι η καθαρή αποταμίευση πρέπει να επενδύεται σε μια πράγματι μακρύτερη διαδικασία σε κάποιον συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής. Μια μακρύτερη παραγωγική δομή μπορεί εξίσου να επιτευχθεί μέσω μετατόπισης από την κατανάλωση στην επένδυση, η οποία θα επιμηκύνει τη συνολική παραγωγική δομή με μεγαλύτερη επένδυση σε ήδη υφιστάμενες μακρύτερες διαδικασίες, συνοδευόμενη από μικρότερη επένδυση σε υφιστάμενες συντομότερες διαδικασίες. Έτσι, στην περίπτωση του Crusoe που αναφέρθηκε παραπάνω, ας υποθέσουμε ότι ο Crusoe επενδύει τώρα σε ένα δεύτερο δίχτυ, το οποίο θα του επιτρέπει να πιάνει συνολικά 150 ψάρια ημερησίως. Η παραγωγική δομή έχει τώρα επιμηκυνθεί, μολονότι το δεύτερο δίχτυ μπορεί να μην είναι παραγωγικότερο από το πρώτο. Διότι η συνολική περίοδος παραγωγής, από τη στιγμή που πρέπει να κατασκευάζει και να ανακατασκευάζει το συνολικό κεφάλαιό του έως ότου αποκτήσει το προϊόν του, είναι τώρα σημαντικά μεγαλύτερη. Πρέπει τώρα να περιορίσει εκ νέου την παρούσα κατανάλωσή του —συμπεριλαμβανομένου του ελεύθερου χρόνου— και να εργαστεί για το δεύτερο δίχτυ του.32
Some critics charge that not all net investment goes to lengthening the structure—that new investments might duplicate pre-existing processes. This criticism misfires, however, because our theory does not assume that net saving must be invested in an actually longer process in some specific line of production. A longer production structure can just as well be achieved by a shift from consumption to investment that will lengthen the aggregate production structure by greater investment in already existing longer processes, accompanied by less investment in existing shorter processes. Thus, in the case of Crusoe mentioned above, suppose that Crusoe now invests in a second net, which will permit him to catch a total of 150 fish a day. The structure of production is now lengthened even though the second net may be no more productive than the first. For the total period of production, from the time he must build and rebuild his total capital until his product arrives, is now considerably longer. He must now cut down again on present consumption (including leisure) and work on his second net.
Σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, λοιπόν, θα υπάρχει ένα σύνολο διαθέσιμων και παραγωγικότερων τεχνικών που παραμένουν αχρησιμοποίητες από πολλές επιχειρήσεις οι οποίες συνεχίζουν με παλαιότερες μεθόδους. Τι καθορίζει τον βαθμό στον οποίο αυτές οι επιχειρήσεις υιοθετούν νέες και παραγωγικότερες τεχνικές;
At any given time, then, there will be a shelf of available and more productive techniques that remain unused by many firms continuing with older methods. What determines the extent to which these firms adopt new and more productive techniques?
Ο λόγος για τον οποίο οι επιχειρήσεις δεν εγκαταλείπουν αμέσως τις παλαιές μεθόδους τους για να αρχίσουν από την αρχή είναι ότι οι ίδιες και οι προκάτοχοί τους έχουν επενδύσει σε μια ορισμένη δομή κεφαλαιουχικών αγαθών. Καθώς μεταβάλλονται οι εποχές και οι προτιμήσεις, οι πόροι και οι τεχνικές, μεγάλο μέρος αυτής της επένδυσης κεφαλαίου καθίσταται ex post επιχειρηματικό σφάλμα. Εάν, με άλλα λόγια, οι επενδυτές είχαν μπορέσει να προβλέψουν τη μεταβολή στη διάρθρωση των αξιών και των μεθόδων, θα είχαν επενδύσει με πολύ διαφορετικό τρόπο. Τώρα, όμως, η επένδυση έχει πραγματοποιηθεί, και η προκύπτουσα κεφαλαιακή δομή είναι ένα δεδομένο κατάλοιπο του παρελθόντος, το οποίο παρέχει τους πόρους με τους οποίους πρέπει να εργαστούν. Εφόσον τα κόστη στο παρόν είναι μόνο παρούσες και μελλοντικές ευκαιρίες που θυσιάζονται, και τα περασμένα ανήκουν στο παρελθόν, ο υφιστάμενος εξοπλισμός πρέπει να χρησιμοποιείται με τον πιο επικερδή τρόπο. Έτσι, αναμφίβολα θα είχαν πραγματοποιηθεί πολύ λιγότερες επενδύσεις στους σιδηροδρόμους στην Αμερική στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, εάν οι επενδυτές είχαν προβλέψει την εμφάνιση του ανταγωνισμού των φορτηγών και των αεροπλάνων.33 Τώρα που ο υφιστάμενος σιδηροδρομικός εξοπλισμός παραμένει, ωστόσο, οι αποφάσεις για το πόσο από αυτόν θα χρησιμοποιηθεί πρέπει να βασίζονται στα τρέχοντα και στα προσδοκώμενα μελλοντικά κόστη, όχι στις παρελθούσες δαπάνες ή ζημίες.
The reason that firms do not scrap their old methods immediately and begin afresh is that they and their ancestors have invested in a certain structure of capital goods. As times and tastes, resources, and techniques change, much of this capital investment becomes an ex post entrepreneurial error. If, in other words, investors had been able to foresee the changed pattern of values and methods, they would have invested in a far different manner. Now, however, the investment has been made, and the resulting capital structure is a given residue from the past that supplies the resources they have to work with. Since costs in the present are only present and future opportunities forgone, and bygones are bygones, existing equipment must be used in the most profitable way. Thus, there undoubtedly would have been far less investment in railroads in late nineteenth-century America if investors had foreseen the rise of truck and plane competition. Now that the existing railroad equipment remains, however, decisions concerning how much of it is to be used must be based on current and expected future costs, not on past expenses or losses.
Ένα παλαιό μηχάνημα θα αποσυρθεί υπέρ ενός νέου και καλύτερου υποκατάστατου, εάν η υπεροχή του νέου μηχανήματος ή της νέας μεθόδου είναι αρκετά μεγάλη ώστε να αντισταθμίζει την πρόσθετη δαπάνη που απαιτείται για την αγορά του μηχανήματος. Το ίδιο ισχύει για τη μεταφορά μιας εγκατάστασης από μια παλαιά τοποθεσία σε μια ανώτερη νέα τοποθεσία —ανώτερη λόγω καλύτερης πρόσβασης σε συντελεστές ή καταναλωτές. Σε κάθε περίπτωση, η υιοθέτηση νέων τεχνικών ή τοποθεσιών περιορίζεται από τη χρησιμότητα της ήδη δεδομένης και ειδικής δομής κεφαλαιουχικών αγαθών. Αυτό σημαίνει ότι, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, θα υιοθετούνται εκείνες οι διαδικασίες και μέθοδοι που θα ικανοποιούν καλύτερα τις επιθυμίες των καταναλωτών. Το γεγονός ότι η επένδυση σε μια νέα τεχνική ή τοποθεσία δεν είναι επικερδής σημαίνει ότι η χρήση κεφαλαίου στη νέα διαδικασία, με κόστος την απόσυρση του παλαιού εξοπλισμού, αποτελεί σπατάλη από τη σκοπιά της ικανοποίησης των επιθυμιών των καταναλωτών. Το πόσο γρήγορα εγκαταλείπεται ένας εξοπλισμός ή μια τοποθεσία ως απαρχαιωμένα δεν αποφασίζεται, επομένως, αυθαίρετα από τους επιχειρηματίες· καθορίζεται από τις αξίες και τις επιθυμίες των καταναλωτών, οι οποίοι αποφασίζουν για την τιμή και την αποδοτικότητα των διαφόρων αγαθών και για τις αξίες των αναγκαίων μη ειδικών συντελεστών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τους.34
An old machine will be scrapped for a new and better substitute if the superiority of the new machine or method is great enough to compensate for the additional expenditure necessary to purchase the machine. The same applies to the shifting of a plant from an old location to a superior new location (superior because of greater access to factors or consumers). At any rate, the adoption of new techniques or locations is limited by the usefulness of the already given (and specific) capital-goods structure. This means that those processes and methods will be adopted at any time which will best satisfy the desires of the consumers. The fact that investment in a new technique or location is unprofitable means that the use of capital in the new process at the cost of scrapping the old equipment is a waste from the point of view of satisfying consumer wants. How fast equipment or location is scrapped as obsolescent, then, is not decided arbitrarily by businessmen; it is determined by the values and desires of consumers, who decide on the price and profitability of the various goods and on the values of the necessary nonspecific factors used to produce these goods.
Όπως συμβαίνει συχνά, οι επικριτές της ελεύθερης αγοράς τής επιτίθενται από δύο αντιφατικές σκοπιές: πρώτον, ότι επιβραδύνει αδικαιολόγητα τον ρυθμό τεχνολογικής βελτίωσης σε σχέση με εκείνον που θα μπορούσε και θα έπρεπε να υπάρχει· και, δεύτερον, ότι επιταχύνει αδικαιολόγητα τον ρυθμό τεχνολογικής βελτίωσης, διαταράσσοντας έτσι την ειρηνική πορεία της κοινωνίας. Είδαμε ότι η ελεύθερη αγορά θα παράγει, στον βαθμό που το επιτρέπουν η γνώση και η προνοητικότητα των επιχειρηματιών, κατά τρόπο ώστε οι συντελεστές να κατανέμονται βέλτιστα για την ικανοποίηση των επιθυμιών των καταναλωτών. Η βελτίωση της παραγωγικότητας μέσω νέων τεχνικών και τοποθεσιών θα σταθμίζεται έναντι του κόστους ευκαιρίας, σε όρους αξίας προϊόντος, που θυσιάζεται από τη μη χρησιμοποίηση της υφιστάμενης παλαιάς εγκατάστασης.35 Και η ικανότητα επιχειρηματικής πρόβλεψης θα εξασφαλίζεται όσο το δυνατόν περισσότερο μέσω της διαδικασίας «επιλογής» της αγοράς, η οποία «ανταμείβει» τις ορθές προβλέψεις και «τιμωρεί» τις εσφαλμένες αναλογικά.
As is often true, critics of the free market have attacked it from two contradictory points of view: one, that it unduly slows down the rate of technological improvement from what it could and should be; and, two, that it unduly accelerates the rate of technological improvement, thereby unsettling the peaceful course of society. We have seen that a free market will, as far as the knowledge and foresight of entrepreneurs permit, produce so that factors are best allocated to satisfy the wishes of consumers. Improvement in productivity through new techniques and locations will be balanced against the opportunity costs forgone in value product from using the existing old plant. And ability in entrepreneurial foresight will be assured as much as possible by the market’s process of “selection” in “rewarding” good forecasters and “penalizing” poor ones proportionately.
Υπό την επίδραση του εκλιπόντος καθηγητή Schumpeter, έχει θεωρηθεί ότι η ουσία της επιχειρηματικότητας είναι η καινοτομία — η διατάραξη της ήρεμης, αμετάβλητης επιχειρηματικής ρουτίνας από τολμηρούς καινοτόμους που εισάγουν νέες μεθόδους και αναπτύσσουν νέα προϊόντα. Δεν μπορεί, βεβαίως, να αμφισβητηθεί η σημασία της ανακάλυψης και της εφαρμογής παραγωγικότερων μεθόδων απόκτησης ενός προϊόντος ή της ανάπτυξης νέων προϊόντων που έχουν αξία. Από αναλυτική άποψη, ωστόσο, υπάρχει κίνδυνος υπερεκτίμησης της σημασίας αυτής της διαδικασίας. Διότι η καινοτομία είναι μόνο μία από τις δραστηριότητες που επιτελεί ο επιχειρηματίας. Όπως είδαμε παραπάνω, οι περισσότεροι επιχειρηματίες δεν είναι καινοτόμοι, αλλά επενδύουν κεφάλαιο μέσα σε ένα ευρύ πλαίσιο διαθέσιμων τεχνολογικών δυνατοτήτων. Η προσφορά προϊόντος περιορίζεται από την προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών και όχι από τη διαθέσιμη τεχνολογική τεχνογνωσία.
Under the stimulus of the late Professor Schumpeter, it has been thought that the essence of entrepreneurship is innovation —the disturbance of peaceful, unchanging business routine by bold innovators who institute new methods and develop new products. There is, of course, no denying the importance of the discovery and institution of more productive methods of obtaining a product or of the development of valuable new products. Analytically, however, there is danger of overrating the importance of this process. For innovation is only one of the activities performed by the entrepreneur. As we have seen above, most entrepreneurs are not innovators, but are in the process of investing capital within a large framework of available technological opportunities. Supply of product is limited by supply of capital goods rather than by available technological know-how.
Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες απορρέουν από την παρουσία αβεβαιότητας. Ο επιχειρηματίας διορθώνει τις αποκλίσεις της αγοράς προς την κατεύθυνση της πληρέστερης ικανοποίησης των επιθυμιών των καταναλωτών. Όταν καινοτομεί, επιτελεί επίσης λειτουργία προσαρμογής, διότι διορθώνει τις αποκλίσεις της αγοράς όπως αυτές εμφανίζονται στις δυνατότητες μιας νέας μεθόδου ή ενός νέου προϊόντος. Με άλλα λόγια, εάν το επικρατούν ποσοστό απόδοσης από φυσικό τόκο είναι 5 τοις εκατό και ένας επιχειρηματίας εκτιμά ότι θα μπορούσε να αποκομίσει 10 τοις εκατό εισάγοντας μια νέα διαδικασία ή ένα νέο προϊόν, τότε έχει, όπως και στις άλλες περιπτώσεις, ανακαλύψει μια απόκλιση στην αγορά και αρχίζει να τη διορθώνει. Εισάγοντας τη νέα διαδικασία και αυξάνοντας την παραγωγή μέσω αυτής, επιτελεί την επιχειρηματική λειτουργία της προσαρμογής στις επιθυμίες των καταναλωτών, δηλαδή σε εκείνες που εκτιμά ότι θα είναι οι επιθυμίες τους. Εάν η εκτίμησή του αποδειχθεί επιτυχής και αποκομίσει κέρδος, τότε ο ίδιος και άλλοι θα συνεχίσουν σε αυτή τη δραστηριότητα έως ότου εξαλειφθεί η διαφορά εισοδήματος και δεν υπάρχει «καθαρό» επιχειρηματικό κέρδος ή ζημία σε αυτό το πεδίο.
Entrepreneurial activities are derived from the presence of uncertainty. The entrepreneur is an adjuster of the discrepancies of the market toward greater satisfaction of the desires of the consumers. When he innovates he is also an adjuster, since he is adjusting the discrepancies of the market as they present themselves in the potential of a new method or product. In other words, if the ruling rate of (natural) interest return is 5 percent, and a business man estimates that he could earn 10 percent by instituting a new process or product, then he has, as in other cases, discovered a discrepancy in the market and sets about correcting it. By launching and producing more of the new process, he is pursuing the entrepreneurial function of adjustment to consumer desires, i.e., what he estimates consumer desires will be. If he succeeds in his estimate and reaps a profit, then he and others will continue in this line of activity until the income discrepancy is eliminated and there is no “pure” profit or loss in this area.
6. Οι ωφελούμενοι από την αποταμίευση-επένδυση
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. The Beneficiaries of Saving-Investment
Είδαμε ότι η αύξηση της αποταμίευσης και της επένδυσης προκαλεί αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων των ιδιοκτητών συντελεστών εργασίας και γης. Η αύξηση των εισοδημάτων των τελευταίων αντανακλάται σε αυξήσεις της κεφαλαιακής αξίας της βασικής γης. Τα οφέλη για τους συντελεστές γης, ωστόσο, περιέρχονται μόνο σε συγκεκριμένες εκτάσεις γης. Άλλες εκτάσεις μπορεί να χάσουν αξία, μολονότι υπάρχει συνολικό όφελος. Αυτό συμβαίνει διότι οι γαίες είναι συνήθως σχετικά ειδικοί συντελεστές. Για τον κατεξοχήν μη ειδικό συντελεστή, δηλαδή την εργασία, υπάρχει, αντιθέτως, μια πολύ γενικευμένη άνοδος των πραγματικών μισθών. Αυτοί οι εργαζόμενοι είναι «εξωτερικοί ωφελούμενοι» από την αυξημένη επένδυση, δηλαδή ωφελούνται από τις ενέργειες άλλων χωρίς να πληρώνουν για αυτά τα οφέλη. Ποια οφέλη αποκτούν οι ίδιοι οι επενδυτές; Μακροχρόνια, δεν είναι μεγάλα. Πράγματι, το ποσοστό απόδοσής τους από τόκο μειώνεται. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί ζημία, διότι είναι αποτέλεσμα των μεταβαλλόμενων χρονικών προτιμήσεών τους. Η πραγματική απόδοσή τους από τόκο μπορεί πράγματι να αυξηθεί, διότι η μείωση του επιτοκίου μπορεί να αντισταθμιστεί από την άνοδο της αγοραστικής δύναμης της χρηματικής μονάδας σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία.
We have seen that an increase in saving and investment causes an increase in the real incomes of owners of labor and land factors. The latter is reflected in increases in the capital value of ground lands. The benefits to land factors, however, accrue only to particular lands. Other lands may lose in value, although there is an aggregate gain. This is so because usually lands are relatively specific factors. For the nonspecific factor par excellence, namely, labor, there is, on the contrary, a very general rise in real wages. These laborers are “external beneficiaries” of increased investment, i.e., they are beneficiaries of the actions of others without paying for these benefits. What benefits do the investors themselves acquire? In the long run, they are not great. In fact, their rate of interest return is reduced. This is not a loss, however, since it is the outcome of their changed time preferences. Their real interest return may well be increased, in fact, since the fall in the interest rate may be offset by the rise in the purchasing power of the monetary unit in an expanding economy.
Τα κύρια οφέλη που αποκτούν οι επενδυτές, επομένως, είναι βραχυχρόνια επιχειρηματικά κέρδη. Αυτά τα αποκομίζουν επενδυτές που διαβλέπουν δυνατότητα κέρδους από την επένδυση σε έναν ορισμένο τομέα. Ύστερα από κάποιο διάστημα, τα κέρδη τείνουν να εξαφανιστούν καθώς περισσότεροι επενδυτές εισέρχονται σε αυτόν τον τομέα, μολονότι τα μεταβαλλόμενα δεδομένα παρουσιάζουν πάντοτε νέες ευκαιρίες κέρδους σε δραστήριους επενδυτές. Αλλά τα βραχυχρόνια οφέλη που αποκομίζουν οι εργαζόμενοι και οι γαιοκτήμονες είναι πιο βέβαια. Οι επιχειρηματίες-κεφαλαιούχοι αναλαμβάνουν τους κινδύνους της κερδοσκοπικής δράσης στην αβέβαιη αγορά· η επένδυσή τους μπορεί να καταλήξει σε κέρδη, σε ισοσκέλιση χωρίς καθόλου κέρδος ή σε καθαρές ζημίες. Κανείς δεν μπορεί να τους εγγυηθεί κέρδη.36 Η συνολική νέα επένδυση θα έχει ασφαλώς ως αποτέλεσμα συνολικά καθαρά κέρδη, αλλά κανείς δεν μπορεί να προβλέψει με βεβαιότητα σε ποιους τομείς θα εμφανιστούν αυτά τα κέρδη. Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι και οι γαιοκτήμονες στους τομείς της νέας επένδυσης ωφελούνται αμέσως, καθώς η νέα επένδυση αυξάνει μέσω ανταγωνιστικών προσφορών τους μισθούς και τα μισθώματα στις μακρύτερες διαδικασίες. Ωφελούνται ακόμη και εάν η επένδυση αποδειχθεί αντιοικονομική και μη επικερδής. Διότι, στην περίπτωση αυτή, το σφάλμα ως προς την ικανοποίηση των καταναλωτών βαρύνει τους κεφαλαιούχους-επιχειρηματίες με τη μορφή μεγάλων ζημιών. Στο μεταξύ, οι εργαζόμενοι και οι γαιοκτήμονες έχουν αποκομίσει όφελος. Αυτό, όμως, δύσκολα αποτελεί αμιγές όφελος, διότι οι καταναλωτές ως σύνολο έχουν υποστεί μείωση του πραγματικού εισοδήματός τους λόγω του επιχειρηματικού σφάλματος της παραγωγής ακατάλληλων ειδών αγαθών. Ωστόσο, είναι προφανές ότι το κύριο βάρος της ζημίας από τη διάπραξη του σφάλματος το υφίστανται οι επιχειρηματίες.
The main benefits gained by the investors, therefore, are short-run entrepreneurial profits. These are earned by investors who see a profit to be gained by investing in a certain area. After a while, the profits tend to disappear as more investors enter this field, although changing data are always presenting new profit opportunities to enterprising investors. But the short-run benefits earned by the workers and landowners are more certain. The entrepreneur-capitalists take the risks of speculating on the uncertain market; their investment may result in profits, in breaking even with no profits at all, or in suffering outright losses. No one can guarantee profits to them.Aggregate new investment will result in aggregate net profits, to be sure, but no one can predict with certainty in what areas the profits will appear. On the other hand, the workers and landowners in the fields of new investment gain immediately, as new investment bids up wages and rents in the longer processes. They gain even if the investment turns out to have been uneconomic and unprofitable. For in that case, the error in satisfying consumers is borne by the heavy losses of the capitalist-entrepreneurs. In the meanwhile, the workers and landowners have reaped a gain. This is hardly a clear gain, however, since consumers have, as a whole, suffered in real income through entrepreneurial error in producing the wrong kind of goods. Yet it is obvious that the brunt of the loss from making the error is suffered by the entrepreneurs.
7. Η προοδεύουσα οικονομία και το καθαρό επιτόκιο
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. The Progressing Economy and the Pure Rate of Interest
Είναι σαφές ότι η μείωση του καθαρού επιτοκίου πρέπει αναγκαστικά να αποτελεί χαρακτηριστικό της προοδεύουσας οικονομίας. Είδαμε ότι, για να επενδυθεί περισσότερο κεφάλαιο, πρέπει να μειωθεί το καθαρό επιτόκιο, αντανακλώντας γενικές μειώσεις των χρονικών προτιμήσεων. Εάν το καθαρό επιτόκιο παραμένει ίδιο, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι δεν θα υπάρξει νέα επένδυση ή αποεπένδυση, ότι οι χρονικές προτιμήσεις είναι γενικά σταθερές και ότι η οικονομία είναι στάσιμη. Η μείωση του καθαρού επιτοκίου είναι επακόλουθο της μείωσης των χρονικών προτιμήσεων και της αύξησης της ακαθάριστης επένδυσης. Η άνοδος του καθαρού επιτοκίου είναι επακόλουθο της ανόδου των χρονικών προτιμήσεων και της καθαρής αποεπένδυσης. Συνεπώς, για να συνεχίσει η οικονομία να προοδεύει, οι χρονικές προτιμήσεις και το καθαρό επιτόκιο πρέπει να εξακολουθούν να μειώνονται. Εάν το καθαρό επιτόκιο παραμένει ίδιο, το κεφάλαιο απλώς θα διατηρείται στο ίδιο πραγματικό επίπεδο.
It is clear that a feature of the progressing economy must necessarily be a fall in the pure rate of interest. We have seen that in order for more capital to be invested, there must be a fall in the pure rate of interest, reflecting general declines in time preferences. If the pure rate remains the same, this is an indication that there will be no new investment or disinvestment, that time preferences are generally stable, and that the economy is stationary. A fall in the pure rate of interest is a corollary of a drop in time preferences and a rise in gross investment. A rise in the pure rate of interest is a corollary of a rise in time preferences and net disinvestment. Hence, for the economy to keep advancing, time preferences and the pure rate of interest must continue to fall. If the pure rate of interest remains the same, capital will only just be maintained at its same real level.
Εφόσον η πραξεολογία δεν θεμελιώνει ποτέ ποσοτικούς νόμους, δεν υπάρχει τρόπος να προσδιορίσουμε οποιουδήποτε είδους ποσοτική σχέση μεταξύ των μεταβολών του καθαρού επιτοκίου και του μεγέθους της μεταβολής του κεφαλαίου. Το μόνο που μπορούμε να διατυπώσουμε είναι η ποιοτική σχέση.
Since praxeology never establishes quantitative laws, there is no way by which we can determine any sort of quantitative relation between changes in the pure rate of interest and the amount that capital will change. All we can assert is the qualitative relation.
Πρέπει να προσεχθεί τι δεν λέμε. Δεν υποστηρίζουμε ότι το καθαρό επιτόκιο καθορίζεται από την ποσότητα ή την αξία των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών. Δεν συμπεραίνουμε, επομένως, ότι μια αύξηση της ποσότητας ή της αξίας των κεφαλαιουχικών αγαθών μειώνει το καθαρό επιτόκιο επειδή ο τόκος είναι η «τιμή του κεφαλαίου» ή για οποιονδήποτε άλλον λόγο. Αντιθέτως, υποστηρίζουμε ακριβώς το αντίστροφο: ότι ένα χαμηλότερο καθαρό επιτόκιο αυξάνει την ποσότητα και την αξία των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών. Η αιτιακή αρχή έχει ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη που συνήθως πιστεύεται. Το καθαρό επιτόκιο, λοιπόν, μπορεί να μεταβληθεί οποτεδήποτε και καθορίζεται από τις χρονικές προτιμήσεις. Εάν μειωθεί, το απόθεμα επενδεδυμένου κεφαλαίου θα αυξηθεί· εάν αυξηθεί, το απόθεμα επενδεδυμένου κεφαλαίου θα μειωθεί.
It should be noticed what we are not saying. We are not asserting that the pure rate of interest is determined by the quantity or value of capital goods available. We are not concluding, therefore, that an increase in the quantity or value of capital goods lowers the pure rate of interest because interest is the “price of capital” (or for any other reason). On the contrary, we are asserting precisely the reverse: namely, that a lower pure rate of interest increases the quantity and value of capital goods available. The causative principle is just the other way round from what is commonly believed. The pure rate of interest, then, can change at any time and is determined by time preferences. If it is lowered, the stock of invested capital will increase; if it is raised, the stock of invested capital will fall.
Το ότι μια μεταβολή του καθαρού επιτοκίου ασκεί αντίστροφη επίδραση στο απόθεμα κεφαλαίου ανακαλύπτεται μέσω παραγωγικού συλλογισμού από αποδεκτά αξιώματα και δεν συνάγεται από αβέβαια και σύνθετα εμπειρικά δεδομένα.37 Ο νόμος δεν συνάγεται, για παράδειγμα, από την παρατήρηση ότι το αγοραίο επιτόκιο στις καθυστερημένες χώρες είναι υψηλότερο από ό,τι στις ανεπτυγμένες. Είναι σαφές ότι αυτό το φαινόμενο οφείλεται τουλάχιστον εν μέρει στην υψηλότερη συνιστώσα επιχειρηματικού κινδύνου στις καθυστερημένες χώρες και δεν προκαλείται κατ’ ανάγκην από διαφορές στο καθαρό επιτόκιο.
That a change in the pure rate of interest has an inverse effect on the stock of capital is discovered by deduction from accepted axioms and not inferred from uncertain and complex empirical data. The law is not deduced, for example, by observing that the market rate of interest in backward nations is higher than in advanced nations. It is clear that this phenomenon is at least partly due to the higher entrepreneurial risk component in the backward countries and is not necessarily caused by differences in the pure rate of interest.
8. Η επιχειρηματική συνιστώσα του αγοραίου επιτοκίου
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. The Entrepreneurial Component in the Market Interest Rate
Στην ERE, όπως είδαμε, το επιτόκιο θα είναι ενιαίο σε ολόκληρη την οικονομία. Στον πραγματικό κόσμο υπάρχει μια πρόσθετη επιχειρηματική συνιστώσα, ή συνιστώσα «κινδύνου», η οποία προσαυξάνει το επιτόκιο σε ιδιαίτερα επισφαλή εγχειρήματα και ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου. Εφόσον ο «κίνδυνος» έχει μια αναλογιστικά «βέβαιη» σημασία, είναι προτιμότερο να τον ονομάσουμε «βαθμό αβεβαιότητας». Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο βασικός κοινωνικός συντελεστής χρονικής προτίμησης, ή το καθαρό επιτόκιο, στην οικονομία είναι 5 τοις εκατό. Οι κεφαλαιούχοι θα αγοράσουν μελλοντικά αγαθά αξίας 100 ουγγιών για να πωλήσουν αγαθά λιγότερο απομακρυσμένου μέλλοντος ένα έτος αργότερα έναντι 105 ουγγιών. Έτσι, μια απόδοση 5 τοις εκατό είναι «καθαρή» απόδοση, δηλαδή είναι η απόδοση υπό την υπόθεση ότι οι 105 ουγγιές θα εισπραχθούν οπωσδήποτε. Το καθαρό επιτόκιο, με άλλα λόγια, αφαιρεί κάθε επιχειρηματική αβεβαιότητα. Εκφράζει την προσαύξηση της αξίας των παρόντων αγαθών έναντι των μελλοντικών υπό την υπόθεση ότι είναι γνωστό με βεβαιότητα πως τα μελλοντικά αγαθά θα είναι διαθέσιμα.
In the ERE, as we have seen, the interest rate throughout the economy will be uniform. In the real world there is an additional entrepreneurial (or “risk”) component, which adds to the interest rate in particularly risky ventures, and in accordance with the degree of risk. (Since “risk” has an actuarially “certain” connotation, we may better call it “degree of uncertainty.”) Thus, suppose that the basic social time-preference rate, or pure rate of interest, in the economy is 5 percent. Capitalists will buy 100 ounces of future goods to sell less remotely future goods one year later at 105 ounces. Thus, a 5-percent return is a “pure” return, i.e., it is the return assuming that the 105 ounces will definitely be accruing. The pure rate, in other words, abstracts from any entrepreneurial uncertainty. It gauges the premium of present over future goods on the assumption that the future goods are known as certain to be forthcoming.
Στον πραγματικό κόσμο, βεβαίως, τίποτε δεν είναι απολύτως βέβαιο και, επομένως, το καθαρό επιτόκιο —το αποτέλεσμα της χρονικής προτίμησης— δεν μπορεί ποτέ να εμφανιστεί μόνο του. Ας υποθέσουμε τώρα ότι, σε ένα συγκεκριμένο εγχείρημα ή κλάδο, είναι αρκετά βέβαιο ότι θα εισπραχθούν 105 ουγγιές από την πώληση ενός προϊόντος σε ένα έτος από τώρα. Τότε, με κοινωνικό συντελεστή χρονικής προτίμησης 5 τοις εκατό, οι κεφαλαιούχοι-επιχειρηματίες θα είναι πρόθυμοι να καταβάλουν 100 ουγγιές για συντελεστές και να αποκομίσουν απόδοση 5 τοις εκατό. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι υπάρχει ένα άλλο πιθανό εγχείρημα, το οποίο οι επιχειρηματίες θεωρούν ιδιαίτερα επισφαλές. Το προϊόν αναμένεται να πωληθεί έναντι 105 ουγγιών, αλλά υπάρχουν σαφείς πιθανότητες η τιμή του να καταρρεύσει. Στην περίπτωση αυτή, οι επιχειρηματίες δεν θα είναι πρόθυμοι να καταβάλουν 100 ουγγιές για συντελεστές. Θα πρέπει να αποζημιωθούν για τους πρόσθετους κινδύνους που αναλαμβάνουν· η τιμή των συντελεστών μπορεί τελικά να διαμορφωθεί στις 90 ουγγιές. Έτσι, όσο πιο επισφαλές φαίνεται ex ante ένα δεδομένο εγχείρημα, τόσο υψηλότερη θα είναι η προσδοκώμενη απόδοση από τόκο που θα απαιτούν οι κεφαλαιούχοι προτού πραγματοποιήσουν την επένδυση.
In the real world, of course, nothing is absolutely certain, and therefore the pure rate of interest (the result of time preference) can never appear alone. Now suppose that in one particular venture or industry it is fairly certain that 105 ounces will be earned from the sale of a product one year in the future. Then, with a social time preference rate of 5 percent, the capitalist-entrepreneurs will be willing to pay 100 ounces for factors and reap a 5-percent return. But suppose that there is another possible venture considered very risky by entrepreneurs. The product is expected to sell for 105 ounces, but there are definite possibilities that the price of the product might plummet. In that case, the entrepreneurs will not be willing to pay 100 ounces for factors. They would have to be compensated for the extra risks that they run; the price of the factors might finally be 90 ounces. Thus, the riskier a given venture appears ex ante, the higher will be the expected interest return that capitalists will require before they make the investment.
Στην αγορά, λοιπόν, μια ολόκληρη διάρθρωση επιτοκίων θα προστεθεί πάνω από το καθαρό επιτόκιο, αυξανόμενη ανάλογα με τους προσδοκώμενους κινδύνους κάθε εγχειρήματος. Αντίστοιχο αυτής της διάρθρωσης θα είναι μια παρόμοια ποικιλία επιτοκίων στην αγορά δανείων, η οποία, ως συνήθως, είναι παράγωγη της αγοράς αγαθών.38 Μακροχρόνια, βεβαίως, η τάση, με δεδομένη την απουσία μεταβολών των δεδομένων, θα είναι να αντιληφθούν οι άνθρωποι ότι ένα συγκεκριμένο εγχείρημα αποφέρει αρκετά σταθερά απόδοση υψηλότερη από 5 τοις εκατό. Η συνιστώσα κινδύνου για αυτό το εγχείρημα θα μειωθεί τότε, άλλοι επιχειρηματίες θα εισέλθουν σε αυτόν τον τύπο εγχειρήματος και το επιτόκιο θα τείνει να υποχωρήσει και πάλι στο 5 τοις εκατό. Έτσι, η διαφοροποιημένη διάρθρωση των επιτοκίων λόγω κινδύνου δεν αναιρεί την τάση προς ομοιομορφία του επιτοκίου. Αντιθέτως, κάθε διαφοροποίηση αποτελεί κατά κάποιον τρόπο ένδειξη των διαφόρων «κινδύνων» αβεβαιότητας που εξακολουθούν να υπάρχουν στην αγορά και οι οποίοι θα εξαλείφονταν εάν τα δεδομένα παρέμεναν αμετάβλητα και επιτυγχανόταν μια ERE. Εάν τα δεδομένα πράγματι παρέμεναν σταθερά, τότε θα προέκυπτε η ομοιομορφία της ERE. Δεν έχουμε την ομοιομορφία της ERE επειδή τα δεδομένα μεταβάλλονται πάντοτε και δημιουργούν έτσι νέες αβεβαιότητες στη θέση των παλαιών.
On the market, then, a whole structure of interest rates will be superimposed on the pure rate, varying positively in accordance with the expected risks of each venture. The counterpart of this structure will be a similar variety of interest rates on the loan market, which, as usual, is derivative from the goods market. In the long run, of course, the tendency, given no changes of data, will be for people to realize that such and such a venture is pretty consistently yielding a higher than 5-percent return. The risk component for this venture will then fall, other entrepreneurs will enter this type of venture, and the interest rate will tend to fall back to 5 percent again. Thus, the varying risk structure of interest does not invalidate the tendency toward uniformity of the interest rate. On the contrary, any variety is something of an index of the various “risks” of uncertainty which still remain in the market and which would be eliminated if data were frozen and an ERE were reached. If data did remain constant, then the uniformity of the ERE would ensue. It is because data are always changing and thus setting up new uncertainties in place of the old that we do not have the uniformity of the ERE.
Η επιχειρηματικότητα αντιμετωπίζει την αναπόφευκτη αβεβαιότητα του μέλλοντος. Ορισμένες μορφές αβεβαιότητας, ωστόσο, μπορούν να μετατραπούν σε αναλογιστικό κίνδυνο. Η διάκριση μεταξύ «κινδύνου» και «αβεβαιότητας» αναπτύχθηκε από τον καθηγητή Knight.39 «Κίνδυνος» υπάρχει όταν ένα γεγονός είναι μέλος μιας κλάσης που περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ομοιογενών γεγονότων και υπάρχει αρκετά βέβαιη γνώση της συχνότητας εμφάνισης αυτής της κλάσης γεγονότων. Έτσι, μια επιχείρηση μπορεί να παράγει κοχλίες και να γνωρίζει από μακρά πείρα ότι ένα ορισμένο, σχεδόν σταθερό ποσοστό αυτών των κοχλιών θα είναι ελαττωματικό, ας πούμε 1 τοις εκατό. Δεν θα γνωρίζει εάν κάποιος δεδομένος κοχλίας θα είναι ελαττωματικός, αλλά θα γνωρίζει το ποσοστό των ελαττωματικών επί του συνολικού αριθμού. Αυτή η γνώση μπορεί να μετατρέψει το ποσοστό των ελαττωμάτων σε συγκεκριμένο κόστος λειτουργίας της επιχείρησης, ιδίως όταν εμφανίζονται αρκετές περιπτώσεις μέσα σε μία επιχείρηση. Σε άλλες περιστάσεις, μια δεδομένη ζημία ή ένας κίνδυνος μπορεί να είναι μεγάλος και σπάνιος σε σχέση με τις δραστηριότητες μιας επιχείρησης —όπως ο κίνδυνος πυρκαγιάς—, αλλά για μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί «μετρήσιμος» ή αναλογιστικός κίνδυνος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι ίδιες οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να συνενώσουν τους κινδύνους τους ή μια εξειδικευμένη επιχείρηση, μια «ασφαλιστική εταιρεία», θα μπορούσε να οργανώσει αυτή τη συνένωση για λογαριασμό τους.
Entrepreneurship deals with the inevitable uncertainty of the future. Some forms of uncertainty, however, can be converted into actuarial risk. The distinction between “risk” and “uncertainty” has been developed by Professor Knight. “Risk” occurs when an event is a member of a class of a large number of homogeneous events and there is fairly certain knowledge of the frequency of occurrence of this class of events. Thus, a firm may produce bolts and know from long experience that a certain almost fixed proportion of these bolts will be defective, say 1 percent. It will not know whether any given bolt will be defective, but it will know the proportion of the total number defective. This knowledge can convert the percentage of defects into a definite cost of the firm’s operations, especially where enough cases occur within a firm. In other situations, a given loss or hazard may be large and infrequent in relation to a firm’s operations (such as the risk of fire), but over a large number of firms it could be considered as a “measurable” or actuarial risk. In such situations, the firms themselves could pool their risks, or a specialized firm, an “insurance company,” could organize the pooling for them.
Η αρχή της ασφάλισης είναι ότι οι επιχειρήσεις ή τα άτομα υπόκεινται σε κινδύνους οι οποίοι, συνολικά, σχηματίζουν μια κλάση ομοιογενών περιπτώσεων. Έτσι, σε μια κλάση χιλίων επιχειρήσεων, καμία επιχείρηση δεν γνωρίζει εάν θα υποστεί πυρκαγιά το επόμενο έτος ή όχι· είναι, όμως, αρκετά καλά γνωστό ότι δέκα από αυτές θα υποστούν. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να συμφέρει καθεμία από τις επιχειρήσεις να «ασφαλιστεί», να συνενώσει τους κινδύνους ζημίας της με εκείνους των άλλων. Κάθε επιχείρηση θα καταβάλλει ένα ορισμένο ασφάλιστρο, το οποίο θα συγκεντρώνεται σε κοινό ταμείο για την αποζημίωση εκείνων των επιχειρήσεων που θα υποστούν τις πυρκαγιές.
The principle of insurance is that firms or individuals are subject to risks which, in the aggregate, form a class of homogeneous cases. Thus, out of a class of a thousand firms, no one firm has any idea whether it will suffer a fire next year or not; but it is fairly well known that ten of them will. In that case, it may be advantageous for each of the firms to “take out insurance,” to pool their risks of loss. Each firm will pay a certain premium, which will go into a pool to compensate those firms which suffer the fires.
Ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού, η επιχείρηση που οργανώνει την ασφαλιστική υπηρεσία θα τείνει να αποκομίζει το σύνηθες εισόδημα από τόκο επί της επένδυσής της, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο.
As a result of competition, the firm organizing the insurance service will tend to obtain the usual interest income on its investment, no more and no less.
Η αντίθεση μεταξύ κινδύνου και αβεβαιότητας έχει αναλυθεί έξοχα από τον Ludwig von Mises. Ο Mises έδειξε ότι μπορούν να υπαχθούν στις γενικότερες κατηγορίες της «πιθανότητας κλάσης» και της «πιθανότητας μεμονωμένης περίπτωσης».40 Η «πιθανότητα κλάσης» είναι η μόνη επιστημονική χρήση του όρου «πιθανότητα» και η μόνη μορφή πιθανότητας που επιδέχεται αριθμητική έκφραση.41 Μέσα στη συγκεχυμένη βιβλιογραφία περί πιθανοτήτων, κανείς δεν όρισε την πιθανότητα κλάσης με τόση σαφήνεια και πειστικότητα όσο ο Ludwig von Mises:
The contrast between risk and uncertainty has been brilliantly analyzed by Ludwig von Mises. Mises has shown that they can be subsumed under the more general categories of “class probability” and “case probability.” “Class probability” is the only scientific use of the term “probability,” and is the only form of probability subject to numerical expression. In the tangled literature on probability, no one has defined class probability as cogently as Ludwig von Mises:
Πιθανότητα κλάσης σημαίνει: Γνωρίζουμε, ή υποθέτουμε ότι γνωρίζουμε, ως προς το εξεταζόμενο πρόβλημα, τα πάντα για τη συμπεριφορά μιας ολόκληρης κλάσης γεγονότων ή φαινομένων· αλλά για τα πραγματικά μεμονωμένα γεγονότα ή φαινόμενα δεν γνωρίζουμε τίποτε πέρα από το ότι είναι στοιχεία αυτής της κλάσης.42
Class probability means: We know or assume to know, with regard to the problem concerned, everything about the behavior of a whole class of events or phenomena; but about the actual singular events or phenomena we know nothing but that they are elements of this class.42
Ο ασφαλίσιμος κίνδυνος είναι παράδειγμα πιθανότητας κλάσης. Οι επιχειρηματίες γνώριζαν πόσοι κοχλίες θα ήταν ελαττωματικοί επί ενός συνολικού αριθμού κοχλιών, αλλά δεν γνώριζαν ποιοι συγκεκριμένοι κοχλίες θα ήταν ελαττωματικοί. Στην ασφάλιση ζωής, οι πίνακες θνησιμότητας αποκαλύπτουν το ποσοστό θνησιμότητας κάθε ηλικιακής ομάδας του πληθυσμού, αλλά δεν λένε τίποτε για το συγκεκριμένο προσδόκιμο ζωής οποιουδήποτε δεδομένου ατόμου.
Insurable risk is an example of class probability. The businessmen knew how many bolts would be defective out of a total number of bolts, but had no knowledge as to which particular bolts would be defective. In life insurance the mortality tables reveal the proportion of mortality of each age group in the population, but they tell nothing about the particular life expectancy of any given individual.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν τα δικά τους προβλήματα. Μόλις γίνει γνωστό κάτι συγκεκριμένο για επιμέρους περιπτώσεις, οι εταιρείες διαιρούν τις περιπτώσεις σε υποσύνολα, σε μια προσπάθεια να διατηρήσουν την ομοιογένεια των κλάσεων, δηλαδή την ομοιότητα, στον βαθμό που είναι γνωστή, όλων των επιμέρους μελών της κλάσης ως προς το εξεταζόμενο χαρακτηριστικό. Έτσι, ορισμένες υποομάδες μέσα σε μία ηλικιακή ομάδα μπορεί να έχουν υψηλότερο ποσοστό θνησιμότητας λόγω του επαγγέλματός τους· αυτές θα διαχωριστούν και θα εφαρμοστούν διαφορετικά ασφάλιστρα στις δύο περιπτώσεις. Εάν υπήρχε γνώση των διαφορών μεταξύ υποομάδων και οι ασφαλιστικές εταιρείες χρέωναν σε όλους το ίδιο ποσοστό ασφαλίστρου, αυτό θα σήμαινε ότι οι υγιείς ή «λιγότερο επικίνδυνες» ομάδες θα επιδοτούσαν τις περισσότερο επικίνδυνες. Εκτός εάν επιθυμούν ειδικά να χορηγούν τέτοιες επιδοτήσεις, αυτό το αποτέλεσμα δεν θα διατηρούνταν ποτέ στην ανταγωνιστική ελεύθερη αγορά. Στην ελεύθερη αγορά, κάθε ομοιογενής ομάδα θα τείνει να καταβάλλει ασφάλιστρα ανάλογα προς τον αναλογιστικό κίνδυνό της, συν ένα ποσό για το εισόδημα από τόκο και τα αναγκαία κόστη των ασφαλιστικών εταιρειών.
Insurance firms have their problems. As soon as something specific is known about individual cases, firms break down the cases into subaggregates in an effort to maintain homogeneity of classes, i.e., the similarity, as far as is known, of all individual members in the class with respect to the attribute in question. Thus, certain subgroups within one age group may have a higher mortality rate because of their occupation; these will be segregated, and different premiums applied to the two cases. If there were knowledge about differences between subgroups, and insurance firms charged the same premium rate to all, then this would mean that the healthy or “less risky” groups would be subsidizing the riskier. Unless they specifically desire to grant such subsidies, this result will never be maintained in the competitive free market. In the free market each homogeneous group will tend to pay premium rates in proportion to its actuarial risk, plus a sum for interest income and for necessary costs for the insurance firms.
Οι περισσότερες αβεβαιότητες δεν είναι ασφαλίσιμες, διότι αποτελούν μοναδικές, μεμονωμένες περιπτώσεις και όχι μέλη μιας κλάσης. Είναι μοναδικές περιπτώσεις που αντιμετωπίζει κάθε άτομο ή επιχείρηση· μπορεί να παρουσιάζουν ομοιότητες με άλλες περιπτώσεις, αλλά δεν είναι ομοιογενείς με αυτές. Τα άτομα ή οι επιχειρηματίες γνωρίζουν κάτι για την έκβαση της συγκεκριμένης περίπτωσης, αλλά όχι τα πάντα. Όπως το ορίζει ο Mises:
Most uncertainties are uninsurable because they are unique, single cases, and not members of a class. They are unique cases facing each individual or business; they may bear resemblances to other cases, but are not homogeneous with them. Individuals or entrepreneurs know something about the outcome of the particular case, but not everything. As Mises defines it:
Πιθανότητα μεμονωμένης περίπτωσης σημαίνει: Γνωρίζουμε, ως προς ένα συγκεκριμένο γεγονός, ορισμένους από τους παράγοντες που καθορίζουν την έκβασή του· υπάρχουν, όμως, άλλοι προσδιοριστικοί παράγοντες για τους οποίους δεν γνωρίζουμε τίποτε.43
Case probability means: We know, with regard to a particular event, some of the factors which determine its outcome; but there are other determining factors about which we know nothing.43
Οι εκτιμήσεις των επιχειρηματιών για τα μελλοντικά κόστη, τις ζητήσεις κ.λπ. είναι όλες μοναδικές περιπτώσεις αβεβαιότητας, στις οποίες πρέπει να εφαρμόζονται μέθοδοι ειδικής κατανόησης και ατομικής κρίσης της κατάστασης, και όχι αντικειμενικά μετρήσιμος ή ασφαλίσιμος «κίνδυνος».
Estimates of future costs, demands, etc., on the part of entrepreneurs are all unique cases of uncertainty, where methods of specific understanding and individual judgment of the situation must apply, rather than objectively measurable or insurable “risk.”
Δεν είναι ακριβές να εφαρμόζουμε όρους όπως «τυχερό παιχνίδι» ή «στοίχημα» σε καταστάσεις είτε κινδύνου είτε αβεβαιότητας. Αυτοί οι όροι έχουν αρνητικές συναισθηματικές συνδηλώσεις, για τον εξής λόγο: αναφέρονται σε καταστάσεις όπου δημιουργούνται νέοι κίνδυνοι ή αβεβαιότητες για την απόλαυση των ίδιων των αβεβαιοτήτων. Το παιχνίδι με ζάρια και ο στοιχηματισμός σε ιπποδρομίες είναι παραδείγματα σκόπιμης δημιουργίας από τον παίκτη ή τον στοιχηματίζοντα νέων αβεβαιοτήτων που διαφορετικά δεν θα υπήρχαν.44 Ο επιχειρηματίας, από την άλλη πλευρά, δεν δημιουργεί αβεβαιότητες για διασκέδαση. Αντιθέτως, προσπαθεί να τις μειώσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Οι αβεβαιότητες που αντιμετωπίζει είναι ήδη εγγενείς στην κατάσταση της αγοράς, πράγματι στην ίδια τη φύση της ανθρώπινης δράσης· κάποιος πρέπει να τις αντιμετωπίσει, και εκείνος είναι ο ικανότερος ή ο προθυμότερος υποψήφιος. Με τον ίδιο τρόπο, ο εκμεταλλευτής μιας επιχείρησης τυχερών παιχνιδιών ή ενός ιπποδρόμου δεν δημιουργεί νέους κινδύνους· είναι επιχειρηματίας που προσπαθεί να κρίνει την κατάσταση στην αγορά και δεν είναι ούτε παίκτης τυχερών παιχνιδιών ούτε στοιχηματίζων.
It is not accurate to apply terms like “gambling” or “betting” to situations either of risk or of uncertainty. These terms have unfavorable emotional implications, and for this reason: they refer to situations where new risks or uncertainties are created for the enjoyment of the uncertainties themselves. Gambling on the throw of the dice and betting on horse races are examples of the deliberate creation by the bettor or gambler of new uncertainties which otherwise would not have existed. The entrepreneur, on the other hand, is not creating uncertainties for the fun of it. On the contrary, he tries to reduce them as much as possible. The uncertainties he confronts are already inherent in the market situation, indeed in the nature of human action; someone must deal with them, and he is the most skilled or willing candidate. In the same way, an operator of a gambling establishment or of a race track is not creating new risks; he is an entrepreneur trying to judge the situation on the market, and neither a gambler nor a bettor.
Το κέρδος και η ζημία είναι αποτελέσματα της επιχειρηματικής αβεβαιότητας. Ο αναλογιστικός κίνδυνος μετατρέπεται σε κόστος λειτουργίας της επιχείρησης και δεν ευθύνεται για κέρδη ή ζημίες, παρά μόνο στον βαθμό που οι αναλογιστικές εκτιμήσεις είναι εσφαλμένες.
Profit and loss are the results of entrepreneurial uncertainty. Actuarial risk is converted into a cost of business operation and is not responsible for profits or losses except in so far as the actuarial estimates are erroneous.
← Κεφάλαιο 7. Παραγωγή: Γενική Τιμολόγηση των ΣυντελεστώνΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 9. Παραγωγή: Τιμές των Επιμέρους Συντελεστών και Εισοδήματα από την Παραγωγή →