Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 7. Παραγωγή: Γενική Τιμολόγηση των Συντελεστών

Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 6. Παραγωγή: Το Επιτόκιο και ο Προσδιορισμός τουΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 8. Παραγωγή: Επιχειρηματικότητα και Μεταβολή →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.

Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 7. Παραγωγή: Γενική Τιμολόγηση των Συντελεστών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Chapter 7 — Production: General Pricing of the Factors

1

1. Καταλογισμός της προεξοφλημένης αξίας του οριακού προϊόντος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Imputation of the Discounted Marginal Value Product

2

Μέχρι αυτό το σημείο διερευνούσαμε το επιτόκιο όπως θα καθοριζόταν στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, δηλαδή όπως τείνει πάντοτε να καθορίζεται στον πραγματικό κόσμο. Τώρα θα διερευνήσουμε την τιμολόγηση των διαφόρων συντελεστών παραγωγής με τους ίδιους όρους, δηλαδή όπως τείνουν να διαμορφώνονται οι τιμές τους στον πραγματικό κόσμο και όπως θα διαμορφώνονταν στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία.

UP TO THIS POINT, WE have been investigating the rate of interest as it would be determined in the evenly rotating economy, i.e., as it always tends to be determined in the real world. Now we shall investigate the pricing of the various factors of production in the same terms, i.e., as they tend to be in the real world, and as they would be in the evenly rotating economy.

3

Κάθε φορά που αναφερθήκαμε στην τιμολόγηση των παραγωγικών συντελεστών, εννοούσαμε τις τιμές των μονάδων υπηρεσίας τους, δηλαδή τα μισθώματά τους. Για να αφήσουμε κατά μέρος την εξέταση της τιμολόγησης των συντελεστών ως «συνόλων», ως ενσωματώσεων μιας σειράς μελλοντικών μονάδων υπηρεσίας, υποθέσαμε ότι κανένας επιχειρηματίας δεν αγοράζει συντελεστές —είτε γη είτε εργασία είτε κεφαλαιουχικά αγαθά— ως σύνολα, αλλά μόνο μονάδες υπηρεσίας αυτών των συντελεστών. Η υπόθεση αυτή θα διατηρηθεί προς το παρόν. Αργότερα θα εγκαταλείψουμε αυτή την περιοριστική υπόθεση και θα εξετάσουμε την τιμολόγηση των «συντελεστών ως συνόλων».

Whenever we have touched on the pricing of productive factors we have signified the prices of their unit services, i.e., their rents. In order to set aside consideration of the pricing of the factors as “wholes,” as embodiments of a series of future unit services, we have been assuming that no businessmen purchase factors (whether land, labor, or capital goods) outright, but only unit services of these factors. This assumption will be continued for the time being. Later on, we shall drop this restrictive assumption and consider the pricing of “whole factors.”

4

Στο κεφάλαιο 5 είδαμε ότι, όταν όλοι οι συντελεστές είναι ειδικοί, δεν υπάρχει αρχή τιμολόγησης που μπορούμε να προσφέρουμε. Πρακτικά, το μόνο που μπορεί να πει η οικονομική ανάλυση για την τιμολόγηση των παραγωγικών συντελεστών σε μια τέτοια περίπτωση είναι ότι η εκούσια διαπραγμάτευση μεταξύ των ιδιοκτητών των συντελεστών θα επιλύσει το ζήτημα. Όσο όλοι οι συντελεστές είναι αμιγώς ειδικοί, η οικονομική ανάλυση μπορεί να πει ελάχιστα περισσότερα για τους προσδιοριστικούς παράγοντες των τιμών τους. Ποιες συνθήκες πρέπει, λοιπόν, να ισχύουν ώστε να μπορέσουμε να είμαστε πιο συγκεκριμένοι σχετικά με την τιμολόγηση των συντελεστών;

In chapter 5 we saw that when all factors are specific there is no principle of pricing that we can offer. Practically, the only thing that economic analysis can say about the pricing of the productive factors in such a case is that voluntary bargaining among the factor-owners will settle the issue. As long as the factors are all purely specific, economic analysis can say little more about the determinants of their pricing. What conditions must apply, then, to enable us to be more definite about the pricing of factors?

5

Η σήμερα επικρατούσα εξήγηση αυτού του ζητήματος στηρίζεται στη σταθερότητα ή στη μεταβλητότητα των αναλογιών των συνδυαζόμενων συντελεστών που χρησιμοποιούνται ανά μονάδα προϊόντος. Εάν οι συντελεστές μπορούν να συνδυαστούν μόνο σε ορισμένες σταθερές αναλογίες για να παραχθεί μια δεδομένη ποσότητα προϊόντος, υποστηρίζεται ότι δεν μπορεί να υπάρξει προσδιορισμένη τιμή· εάν οι αναλογίες των συντελεστών μπορούν να μεταβληθούν για να παραχθεί ένα δεδομένο αποτέλεσμα, τότε η τιμή κάθε συντελεστή μπορεί να απομονωθεί και να προσδιοριστεί. Ας εξετάσουμε αυτόν τον ισχυρισμό. Ας υποθέσουμε ότι ένα προϊόν αξίας 20 ουγγιών χρυσού παράγεται από τρεις συντελεστές, καθένας από τους οποίους είναι αμιγώς ειδικός σε αυτή την παραγωγή. Ας υποθέσουμε ότι οι αναλογίες είναι μεταβλητές, έτσι ώστε ένα προϊόν αξίας 20 ουγγιών χρυσού μπορεί να παραχθεί είτε με τέσσερις μονάδες του συντελεστή A, πέντε μονάδες του συντελεστή B και τρεις μονάδες του συντελεστή C είτε με έξι μονάδες του A, τέσσερις μονάδες του B και δύο μονάδες του C. Πώς θα βοηθήσει αυτό τον οικονομολόγο να πει κάτι περισσότερο για την τιμολόγηση αυτών των συντελεστών από το ότι θα καθοριστεί μέσω διαπραγμάτευσης; Οι τιμές θα εξακολουθούν να καθορίζονται μέσω διαπραγμάτευσης, και είναι προφανές ότι η μεταβλητότητα των αναλογιών των συντελεστών δεν μας βοηθά να προσδιορίσουμε τη συγκεκριμένη αξία ή το μερίδιο κάθε επιμέρους προϊόντος. Εφόσον κάθε συντελεστής είναι αμιγώς ειδικός, δεν υπάρχει τρόπος να εξακριβώσουμε αναλυτικά πώς προκύπτει μια τιμή για έναν συντελεστή.

The currently fashionable account of this subject hinges on the fixity or variability in the proportions of the combined factors used per unit of product. If the factors can be combined only in certain fixed proportions to produce a given quantity of product, it is alleged, then there can be no determinate price; if the proportions of the factors can be varied to produce a given result, then the pricing of each factor can be isolated and determined. Let us examine this contention. Suppose that a product worth 20 gold ounces is produced by three factors, each one purely specific to this production. Suppose that the proportions are variable, so that a product worth 20 gold ounces can be produced either by four units of factor A, five units of factor B, and three units of factor C, or by six units of A, four units of B, and two units of C. How will this help the economist to say anything more about the pricing of these factors than that it will be determined by bargaining? The prices will still be determined by bargaining, and it is obvious that the variability in the proportions of the factors does not aid us in any determination of the specific value or share of each particular product. Since each factor is purely specific, there is no way we can analytically ascertain how a price for a factor is obtained.

6

Η εσφαλμένη έμφαση στη μεταβλητότητα των αναλογιών ως βάση της τιμολόγησης των συντελεστών στη σύγχρονη βιβλιογραφία είναι αποτέλεσμα της επικρατούσας μεθόδου ανάλυσης. Εξετάζεται μία τυπική μεμονωμένη επιχείρηση, με δεδομένες τις τιμές πώλησης και τις τιμές των συντελεστών της. Κατόπιν υποτίθεται ότι οι αναλογίες των συντελεστών είναι μεταβλητές. Μπορεί, συνεπώς, να δειχθεί ότι, εάν η τιμή του συντελεστή A αυξηθεί σε σύγκριση με εκείνη του B, η επιχείρηση θα χρησιμοποιήσει λιγότερο A και περισσότερο B για την παραγωγή του προϊόντος της. Από αυτό συνάγονται καμπύλες ζήτησης για κάθε συντελεστή και προσδιορίζεται η τιμή καθενός.

The fallacious emphasis on variability of proportion as the basis for factor pricing in the current literature is a result of the prevailing method of analysis. A typical single firm is considered, with its selling prices and prices of factors given. Then, the proportions of the factors are assumed to be variable. It can be shown, accordingly, that if the price of factor A increases compared to B, the firm will use less of A and more of B in producing its product. From this, demand curves for each factor are deduced, and the pricing of each factor established.

7

Οι πλάνες αυτής της προσέγγισης είναι πολυάριθμες. Το κύριο σφάλμα είναι ότι θεμελιώνεται μια αιτιακή εξήγηση της τιμολόγησης των συντελεστών στην υπόθεση δεδομένων τιμών των συντελεστών. Αντιθέτως, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε τις τιμές των συντελεστών εάν τις θεωρούμε δεδομένες από την αρχή κιόλας της ανάλυσης.290 Κατόπιν υποτίθεται ότι η τιμή ενός συντελεστή μεταβάλλεται. Πώς, όμως, μπορεί να πραγματοποιηθεί μια τέτοια μεταβολή; Στην αγορά δεν υπάρχουν αναίτιες μεταβολές.

The fallacies of this approach are numerous. The chief error is that of basing a causal explanation of factor pricing on the assumption of given factor prices. On the contrary, we cannot explain factor prices while assuming them as given from the very beginning of the analysis. It is then assumed that the price of a factor changes. But how can such a change take place? In the market there are no uncaused changes.

8

Είναι αλήθεια ότι έτσι εμφανίζεται η αγορά σε μια τυπική επιχείρηση. Αλλά η επικέντρωση σε μία μεμονωμένη επιχείρηση και στην αντίδραση του ιδιοκτήτη της δεν είναι η κατάλληλη οδός προς τη θεωρία της παραγωγής· αντιθέτως, είναι πιθανό να αποδειχθεί παραπλανητική, όπως σε αυτή την περίπτωση. Στη σύγχρονη βιβλιογραφία, αυτή η προσήλωση στη μεμονωμένη επιχείρηση και όχι στις αλληλεξαρτήσεις των επιχειρήσεων στην οικονομία έχει οδηγήσει στην ανέγερση ενός εξαιρετικά περίπλοκου και σε μεγάλο βαθμό άνευ αξίας οικοδομήματος θεωρίας της παραγωγής.

It is true that this is the way the market looks to a typical firm. But concentration on a single firm and the reaction of its owner is not the appropriate route to the theory of production; on the contrary, it is likely to be misleading, as in this case. In the current literature, this preoccupation with the single firm rather than with the interrelatedness of firms in the economy has led to the erection of a vastly complicated and largely valueless edifice of production theory.

9

Ολόκληρη η συζήτηση περί μεταβλητών και σταθερών αναλογιών είναι στην πραγματικότητα τεχνολογική και όχι οικονομική, και αυτό το γεγονός θα έπρεπε να είχε προβληματίσει εκείνους τους συγγραφείς που στηρίζονται στη μεταβλητότητα ως κλειδί της εξήγησής τους για την τιμολόγηση.291 Το μοναδικό τεχνολογικό συμπέρασμα που γνωρίζουμε αποκλειστικά μέσω της πραξεολογίας είναι ο νόμος των αποδόσεων, ο οποίος συνήχθη στην αρχή του κεφαλαίου 1. Σύμφωνα με τον νόμο των αποδόσεων, στην παραγωγή οποιουδήποτε δεδομένου προϊόντος υπάρχει μια άριστη αναλογία συντελεστών, με δεδομένους τους άλλους συντελεστές. Αυτή η άριστη αναλογία μπορεί να είναι η μοναδική στην οποία μπορεί να παραχθεί το αγαθό ή μπορεί να είναι μία μεταξύ πολλών αναλογιών. Η πρώτη είναι η περίπτωση των σταθερών αναλογιών και η δεύτερη η περίπτωση των μεταβλητών. Και οι δύο περιπτώσεις υπάγονται στον γενικότερο νόμο των αποδόσεων, και θα δούμε ότι η ανάλυσή μας για την τιμολόγηση των συντελεστών βασίζεται μόνο σε αυτόν τον πραξεολογικό νόμο και όχι σε πιο περιοριστικές τεχνολογικές υποθέσεις.

The entire discussion of variable and fixed proportions is really technological rather than economic, and this fact should have alerted those writers who rely on variability as the key to their explanation of pricing. The one technological conclusion that we know purely from praxeology is the law of returns, derived at the beginning of chapter 1. According to the law of returns, there is an optimum of proportions of factors, given other factors, in the production of any given product. This optimum may be the only proportion at which the good can be produced, or it may be one of many proportions. The former is the case of fixed proportions, the latter of variable proportions. Both cases are subsumed under the more general law of returns, and we shall see that our analysis of factor pricing is based only on this praxeological law and not on more restrictive technological assumptions.

10

Το καίριο ζήτημα, στην πραγματικότητα, δεν είναι η μεταβλητότητα, αλλά η ειδικότητα των συντελεστών.292 Για να υπάρξει προσδιορισμένη τιμολόγηση των συντελεστών, πρέπει να υπάρχουν μη ειδικοί συντελεστές, συντελεστές που είναι χρήσιμοι σε περισσότερες παραγωγικές διαδικασίες. Οι τιμές αυτών των μη ειδικών συντελεστών είναι εκείνες που μπορούν να προσδιοριστούν. Εάν, σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση, μόνο ένας συντελεστής είναι ειδικός, τότε προσδιορίζεται και η δική του τιμή: είναι η υπολειμματική διαφορά μεταξύ της τιμής του κοινού προϊόντος και του αθροίσματος των τιμών των μη ειδικών συντελεστών. Όταν, όμως, υπάρχουν περισσότεροι από ένας ειδικοί συντελεστές σε κάθε διαδικασία, προσδιορίζεται μόνο η συνολική υπολειμματική τιμή, και η τιμή κάθε ειδικού συντελεστή χωριστά μπορεί να καθοριστεί αποκλειστικά μέσω διαπραγμάτευσης.

The key question, in fact, is not variability, but specificity of factors. For determinate factor pricing to take place, there must be nonspecific factors, factors that are useful in several production processes. It is the prices of these nonspecific factors that are determinate. If, in any particular case, only one factor is specific, then its price is also determined: it is the residual difference between the sum of the prices of the nonspecific factors and the price of the common product. When there is more than one specific factor in each process, however, only the cumulative residual price is determined, and the price of each specific factor singly can be determined solely by bargaining.

11

Για να καταλήξουμε στις αρχές της τιμολόγησης, ας προχωρήσουμε πρώτα στο συμπέρασμα και κατόπιν ας ακολουθήσουμε τη διαδικασία μέσω της οποίας φτάνουμε σε αυτό. Κάθε κεφαλαιούχος θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει έναν συντελεστή —ή, μάλλον, την υπηρεσία ενός συντελεστή— σε τιμή που θα είναι τουλάχιστον χαμηλότερη από την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος του. Η αξία του οριακού προϊόντος είναι το χρηματικό έσοδο που μπορεί να αποδοθεί, ή να «καταλογιστεί», σε μία μονάδα υπηρεσίας του συντελεστή. Πρόκειται για την αξία του «οριακού» προϊόντος, διότι η προσφορά του συντελεστή αποτελείται από διακριτές μονάδες. Αυτή η MVP —η αξία του οριακού προϊόντος— προεξοφλείται με τον κοινωνικό συντελεστή χρονικής προτίμησης, δηλαδή με το επικρατούν επιτόκιο. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι σε μία μονάδα ενός συντελεστή —ας πούμε, στην ημερήσια χρήση ενός συγκεκριμένου ακρ γης ή στην προσπάθεια μιας ημέρας ενός συγκεκριμένου εργαζομένου— μπορεί να καταλογιστεί η παραγωγή, για την επιχείρηση, ενός προϊόντος σε ένα έτος από τώρα, το οποίο θα πωληθεί έναντι 20 ουγγιών χρυσού. Η MVP αυτού του συντελεστή είναι 20 ουγγιές. Πρόκειται, όμως, για μελλοντικό αγαθό. Η παρούσα αξία του μελλοντικού αγαθού —και αυτή η παρούσα αξία είναι που αγοράζεται τώρα— θα ισούται με την MVP προεξοφλημένη με το επικρατούν επιτόκιο. Εάν το επιτόκιο είναι 5 τοις εκατό, τότε η προεξοφλημένη MVP θα ισούται με 19 ουγγιές. Για τον εργοδότη —τον κεφαλαιούχο—, λοιπόν, το μέγιστο ποσό που αξίζει τώρα η μονάδα του συντελεστή είναι 19 ουγγιές. Ο κεφαλαιούχος θα είναι πρόθυμος να αγοράσει αυτόν τον συντελεστή σε οποιαδήποτε τιμή έως 19 ουγγιές.

To arrive at the principles of pricing, let us first leap to the conclusion and then trace the process of arriving at this conclusion. Every capitalist will attempt to employ a factor (or rather, the service of a factor) at the price that will be at least less than its discounted marginal value product. The marginal value product is the monetary revenue that may be attributed, or “imputed,” to one service unit of the factor. It is the “marginal” value product, because the supply of the factor is in discrete units. This MVP (marginal value product) is discounted by the social rate of time preference, i.e., by the going rate of interest. Suppose, for example, that a unit of a factor (say a day’s worth of a certain acre of land or a day’s worth of the effort of a certain laborer) will, imputably, produce for the firm a product one year from now that will be sold for 20 gold ounces. The MVP of this factor is 20 ounces. But this is a future good. The present value of the future good, and it is this present value that is now being purchased, will be equal to the MVP discounted by the going rate of interest. If the rate of interest is 5 percent, then the discounted MVP will be equal to 19 ounces. To the employer—the capitalist—then, the maximum amount that the factor unit is now worth is 19 ounces. The capitalist will be willing to buy this factor at any price up to 19 ounces.

12

Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο κεφαλαιούχος ιδιοκτήτης ή οι ιδιοκτήτες μιας επιχείρησης πληρώνουν για αυτόν τον συντελεστή 15 ουγγιές ανά μονάδα. Όπως θα δούμε λεπτομερέστερα αργότερα, αυτό σημαίνει ότι ο κεφαλαιούχος αποκομίζει καθαρό επιχειρηματικό κέρδος τεσσάρων ουγγιών ανά μονάδα, διότι αποκομίζει 19 ουγγιές από την τελική πώληση. Αποκτά 20 ουγγιές κατά την τελική πώληση, αλλά μία ουγγιά είναι αποτέλεσμα της χρονικής προτίμησης και της αναμονής του και δεν είναι καθαρό επιχειρηματικό κέρδος· οι 19 ουγγιές είναι η παρούσα αξία της τελικής πώλησής του. Βλέποντας, όμως, να συμβαίνει αυτό, άλλοι επιχειρηματίες θα σπεύσουν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία για να αποκομίσουν αυτά τα κέρδη. Αυτοί οι κεφαλαιούχοι θα πρέπει να αποσπάσουν τον συντελεστή από τον πρώτο κεφαλαιούχο πλειοδοτώντας και, επομένως, να καταβάλουν περισσότερες από 15 ουγγιές, ας πούμε 17. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται έως ότου ο συντελεστής αποκομίσει ολόκληρη την DMVP του —την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος του— και δεν απομένει κανένα καθαρό επιχειρηματικό κέρδος. Το αποτέλεσμα είναι ότι στην ERE κάθε συντελεστής που μπορεί να απομονωθεί θα αποκομίζει την DMVP του, και αυτή θα είναι η τιμή του. Ως αποτέλεσμα, κάθε συντελεστής θα αποκομίζει την DMVP του και ο κεφαλαιούχος θα αποκομίζει το επικρατούν επιτόκιο για την αγορά μελλοντικών αγαθών με τις αποταμιεύσεις του. Στην ERE, όπως είδαμε, όλοι οι κεφαλαιούχοι θα αποκομίζουν το ίδιο επικρατούν επιτόκιο και δεν θα αποκομίζεται τότε κανένα καθαρό επιχειρηματικό κέρδος. Η τιμή πώλησης ενός αγαθού θα ισούται αναγκαστικά με το άθροισμα των DMVP των συντελεστών του συν το ποσοστό απόδοσης από τόκο της επένδυσης.

Now suppose that the capitalist owner or owners of one firm pay for this factor 15 ounces per unit. As we shall see in greater detail later on, this means that the capitalist earns a pure profit of four ounces per unit, since he reaps 19 ounces from the final sale. (He obtains 20 ounces on final sale, but one ounce is the result of his time preference and waiting and is not pure profit; 19 ounces is the present value of his final sale.) But, seeing this happen, other entrepreneurs will leap into the breach to reap these profits. These capitalists will have to bid the factor away from the first capitalist and thus pay more than 15 ounces, say 17 ounces. This process continues until the factor earns its full DMVP (discounted marginal value product), and no pure profits remain. The result is that in the ERE every isolable factor will earn its DMVP, and this will be its price. As a result, each factor will earn its DMVP, and the capitalist will earn the going rate of interest for purchasing future goods with his savings. In the ERE, as we have seen, all capitalists will earn the same going rate of interest, and no pure profit will then be reaped. The sale price of a good will be necessarily equal to the sum of the DMVPs of its factors plus the rate of interest return on the investment.

13

Είναι σαφές ότι, εάν η οριακή αξία μιας συγκεκριμένης μονάδας υπηρεσίας συντελεστή μπορεί να απομονωθεί και να προσδιοριστεί, τότε οι δυνάμεις του ανταγωνισμού στην αγορά θα έχουν ως αποτέλεσμα την εξίσωση της τιμής της με την DMVP της στην ERE. Κανένας κεφαλαιούχος δεν θα εξακολουθήσει επί μακρόν να καταβάλλει τιμή υψηλότερη από την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος μιας υπηρεσίας συντελεστή· κάθε χαμηλότερη τιμή θα αυξάνεται από τις ανταγωνιστικές ενέργειες των επιχειρηματιών που αποσπούν αυτούς τους συντελεστές προσφέροντας υψηλότερες τιμές. Οι ενέργειες αυτές θα οδηγήσουν, στην πρώτη περίπτωση, στην εξαφάνιση των ζημιών και, στη δεύτερη, στην εξαφάνιση του καθαρού επιχειρηματικού κέρδους, οπότε θα έχει επιτευχθεί η ERE.

It is clear that if the marginal value of a specific unit of factor service can be isolated and determined, then the forces of competition on the market will result in making its price equal to its DMVP in the ERE. Any price higher than the discounted marginal value product of a factor service will not long be paid by a capitalist; any price lower will be raised by the competitive actions of entrepreneurs bidding away these factors through offers of higher prices. These actions will lead, in the former case to the disappearance of losses, in the latter, to the disappearance of pure profit, at which time the ERE is reached.

14

Όταν ένας συντελεστής μπορεί να απομονωθεί, δηλαδή εάν η υπηρεσία του μπορεί να διαχωριστεί ως προς την αποτιμώμενη αξία της από άλλους συντελεστές, τότε η τιμή του θα τείνει πάντοτε να καθορίζεται ίση με την DMVP του. Είναι σαφές ότι ο συντελεστής δεν μπορεί να απομονωθεί εάν, όπως αναφέρεται στην υποσημείωση 3 παραπάνω, πρέπει πάντοτε να συνδυάζεται με κάποιον άλλον συγκεκριμένο συντελεστή σε σταθερές αναλογίες. Εάν συμβαίνει αυτό, τότε τιμή μπορεί να αποδοθεί μόνο στο συνολικό προϊόν των συντελεστών, και η επιμέρους τιμή μπορεί να καθοριστεί μόνο μέσω διαπραγμάτευσης. Επίσης, όπως είπαμε, εάν όλοι οι συντελεστές είναι αμιγώς ειδικοί στο προϊόν, τότε, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε μεταβλητότητα στις αναλογίες του συνδυασμού τους, δεν θα μπορούν να απομονωθούν.

When a factor is isolable, i.e., if its service can be separated out in appraised value from other factors, then its price will always tend to be set equal to its DMVP. The factor is clearly not isolable, if, as mentioned in note 3 above, it must always be combined with some other particular factor in fixed proportions. If this happens, then a price can be given only to the cumulative product of the factors, and the individual price can be determined only through bargaining. Also, as we have stated, if the factors are all purely specific to the product, then, regardless of any variability in the proportions of their combination, the factors will not be isolable.

15

Οι μη ειδικοί συντελεστές είναι, επομένως, εκείνοι που μπορούν να απομονωθούν άμεσα· ένας ειδικός συντελεστής μπορεί να απομονωθεί εάν είναι ο μοναδικός ειδικός συντελεστής στον συνδυασμό, οπότε η τιμή του είναι η διαφορά μεταξύ της τιμής του προϊόντος και του αθροίσματος των τιμών των μη ειδικών συντελεστών. Με ποια διαδικασία, όμως, απομονώνει και προσδιορίζει η αγορά το μερίδιο του εισοδήματος που αποδίδει η παραγωγή —την MVP μιας ορισμένης μονάδας ενός συντελεστή;

It is, then, the nonspecific factors that are directly isolable; a specific factor is isolable if it is the only specific factor in the combination, in which case its price is the difference between the price of the product and the sum of the prices of the nonspecific factors. But by what process does the market isolate and determine the share (the MVP of a certain unit of a factor) of income yielded from production?

16

Ας ανατρέξουμε στον βασικό νόμο της χρησιμότητας. Ποια θα είναι η οριακή αξία μιας μονάδας οποιουδήποτε αγαθού; Θα ισούται με την αξιολόγηση, από το άτομο, του σκοπού που θα πρέπει να παραμείνει ανεκπλήρωτος εάν αφαιρεθεί αυτή η μονάδα. Εάν ένας άνθρωπος κατέχει 20 μονάδες ενός αγαθού και οι χρήσεις που εξυπηρετούνται από το αγαθό κατατάσσονται από την πρώτη έως την 20ή στην κλίμακα αξιών του —με την πρώτη να είναι η υψηλότερη διατακτικά—, τότε η απώλεια μιας μονάδας, ανεξάρτητα από τον σκοπό που αυτή εξυπηρετεί επί του παρόντος, θα σημαίνει την απώλεια της χρήσης που κατατάσσεται 20ή στην κλίμακά του. Επομένως, η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας του αγαθού κατατάσσεται στην 20ή θέση της κλίμακας αξιών του ατόμου. Κάθε περαιτέρω μονάδα που θα αποκτηθεί θα ικανοποιεί τον αμέσως επόμενο υψηλότερο σκοπό από όσους δεν εξυπηρετούνται ακόμη, δηλαδή τον 21ο — μια θέση που θα είναι αναγκαστικά χαμηλότερη από εκείνες των σκοπών που ήδη εξυπηρετούνται. Όσο μεγαλύτερη είναι, λοιπόν, η προσφορά ενός αγαθού, τόσο χαμηλότερη είναι η αξία της οριακής χρησιμότητάς του.

Let us refer back to the basic law of utility. What will be the marginal value of a unit of any good? It will be equal to the individual’s valuation of the end that must remain unattained should this unit be removed. If a man possesses 20 units of a good, and the uses served by the good are ranked one to 20 on his value scale (one being the ordinal highest), then his loss of a unit—regardless of which end the unit is supplying at present—will mean a loss of the use ranked 20th in his scale. Therefore, the marginal utility of a unit of the good is ranked at 20 on the person’s value scale. Any further unit to be acquired will satisfy the next highest of the ends not yet being served, i.e., at 21—a rank which will necessarily be lower than the ends already being served. The greater the supply of a good, then, the lower the value of its marginal utility.

17

Παρόμοια ανάλυση εφαρμόζεται και σε ένα παραγωγικό αγαθό. Μία μονάδα παραγωγικού αγαθού θα αξιολογείται με βάση το έσοδο που θα χαθεί εάν χαθεί μία μονάδα του αγαθού. Αυτό μπορεί να προσδιοριστεί από τη γνώση του επιχειρηματία σχετικά με τη «συνάρτηση παραγωγής» του, δηλαδή τους διάφορους τρόπους με τους οποίους οι συντελεστές μπορούν να συνδυαστούν τεχνολογικά ώστε να αποδώσουν ορισμένα προϊόντα, και από την εκτίμησή του για την καμπύλη ζήτησης των αγοραστών του προϊόντος του, δηλαδή τις τιμές που θα ήταν διατεθειμένοι να καταβάλουν γι’ αυτό. Ας υποθέσουμε τώρα ότι μια επιχείρηση συνδυάζει συντελεστές ως εξής:

A similar analysis is applicable to a producers’ good as well. A unit of a producers’ good will be valued in terms of the revenue that will be lost should one unit of the good be lost. This can be determined by an entrepreneur’s knowledge of his “production function,” i.e., the various ways in which factors can technologically be combined to yield certain products, and his estimate of the demand curve of the buyers of his product, i.e., the prices that they would be willing to pay for his product. Suppose, now, that a firm is combining factors in the following way:

18

Τέσσερις μονάδες του X συν 10 μονάδες του Y συν δύο μονάδες του Z παράγουν ένα προϊόν που μπορεί να πωληθεί έναντι 100 ουγγιών χρυσού. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο επιχειρηματίας εκτιμά πως, εάν αφαιρούνταν μία μονάδα του X, θα συνέβαινε το εξής:

Four units of X plus 10 units of Y plus two units of Z produce a product that can be sold for 100 gold ounces. Now suppose that the entrepreneur estimates that the following would happen if one unit of X were eliminated:

19

Η απώλεια μίας μονάδας του X, με τους άλλους συντελεστές να παραμένουν σταθεροί, είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια 20 ουγγιών χρυσού ακαθάριστου εσόδου. Αυτή, λοιπόν, είναι η αξία του οριακού προϊόντος της μονάδας στη συγκεκριμένη θέση και με τη συγκεκριμένη χρήση.293

The loss of one unit of X, other factors remaining constant, has resulted in the loss of 20 gold ounces of gross revenue. This, then, is the marginal value product of the unit at this position and with this use.

20

Η διαδικασία αυτή είναι και αντιστρέψιμη. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η επιχείρηση παράγει επί του παρόντος με τις τελευταίες αυτές αναλογίες και αποκομίζει 80 ουγγιές χρυσού. Εάν προσθέσει μία τέταρτη μονάδα του X στον συνδυασμό της, διατηρώντας σταθερές τις άλλες ποσότητες, αποκομίζει 20 επιπλέον ουγγιές χρυσού. Επομένως, και εδώ η MVP αυτής της μονάδας είναι 20 ουγγιές χρυσού.

This process is reversible as well. Thus, suppose the firm is at present producing in the latter proportions and reaping 80 gold ounces. If it adds a fourth unit of X to its combination, keeping other quantities constant, it earns 20 more gold ounces. So that here as well, the MVP of this unit is 20 gold ounces.

21

Το παράδειγμα αυτό υπέθετε σιωπηρά μια περίπτωση μεταβλητών αναλογιών. Τι συμβαίνει εάν οι αναλογίες είναι αναγκαστικά σταθερές; Στην περίπτωση αυτή, η απώλεια μίας μονάδας του X θα απαιτούσε να απομακρυνθούν αντίστοιχες αναλογικές ποσότητες των Y, Z κ.λπ. Ο συνδυασμός συντελεστών που βασίζεται σε 3X θα ήταν τότε ο εξής:

This example has implicitly assumed a case of variable proportions. What if the proportions are necessarily fixed? In that case, the loss of a unit of X would require that proportionate quantities of Y, Z, etc., be disposed of. The combination of factors built on 3X would then be as follows:

22

Υποθέτουμε ότι δεν μεταβάλλεται η τιμή του τελικού προϊόντος.

3X + 7.5Y + 1.5Z → 75 gold oz. (assuming no price change in the final product)

23

Με σταθερές αναλογίες, λοιπόν, η αξία του οριακού προϊόντος του μεταβαλλόμενου συντελεστή θα ήταν μεγαλύτερη, στην περίπτωση αυτή 25 ουγγιές χρυσού.294

With fixed proportions, then, the marginal value product of the varying factor would be greater, in this case 25 gold ounces.

24

Ας αγνοήσουμε προς το παρόν τις μεταβολές της MVP μέσα σε κάθε παραγωγική διαδικασία και ας εξετάσουμε μόνο τις διαφορές της MVP μεταξύ διαφορετικών διαδικασιών. Αυτό είναι θεμελιώδες, διότι, άλλωστε, είναι αναγκαίο ένας συντελεστής να μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περισσότερες από μία παραγωγικές διαδικασίες προτού καταστεί δυνατή η απομόνωση της MVP του. Αναπόφευκτα, λοιπόν, η MVP θα διαφέρει από διαδικασία σε διαδικασία, εφόσον θα διαφέρουν οι διάφοροι παραγωγικοί συνδυασμοί συντελεστών και οι τιμές των προϊόντων. Για κάθε συντελεστή, επομένως, υπάρχει διαθέσιμη μια δέσμη δυνατών επενδύσεων σε διαφορετικές παραγωγικές διαδικασίες, καθεμία με διαφορετική MVP. Οι MVP —ή, αυστηρά μιλώντας, οι προεξοφλημένες MVP— μπορούν να καταταχθούν σε φθίνουσα σειρά. Για παράδειγμα, για τον συντελεστή X: Προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος 25 ουγγιές 24 ουγγιές 22 ουγγιές 21 ουγγιές 20 ουγγιές 19 ουγγιές 18 ουγγιές κ.ο.κ.

Let us for the moment ignore the variations in MVP within each production process and consider only variations in MVP among different processes. This is basic since, after all, it is necessary to have a factor usable in more than one production process before its MVP can be isolated. Inevitably, then, the MVP will differ from process to process, since the various production combinations of factors and prices of products will differ. For every factor, then, there is available a sheaf of possible investments in different production processes, each differing in MVP. The MVPs (or, strictly, the discounted MVPs), can be arrayed in descending order. For example, for factor X:

25

Ας υποθέσουμε ότι ξεκινούμε στην οικονομία με μηδενική προσφορά του συντελεστή και κατόπιν προσθέτουμε μία μονάδα. Πού θα χρησιμοποιηθεί αυτή η μία μονάδα; Είναι προφανές ότι θα χρησιμοποιηθεί στη χρήση με την υψηλότερη DMVP. Ο λόγος είναι ότι οι κεφαλαιούχοι στις διάφορες παραγωγικές διαδικασίες θα ανταγωνιστούν μεταξύ τους για τη χρήση του συντελεστή. Αλλά η χρήση στην οποία η DMVP είναι 25 μπορεί να αποσπάσει τη μονάδα του συντελεστή από τους άλλους ανταγωνιστές πλειοδοτώντας, και τελικά μπορεί να το επιτύχει μόνο καταβάλλοντας 25 ουγγιές χρυσού για τη μονάδα. Όταν προστεθεί στην κοινωνία η δεύτερη μονάδα προσφοράς, κατευθύνεται στη δεύτερη υψηλότερη χρήση και λαμβάνει τιμή 24 ουγγιών, και παρόμοια διαδικασία πραγματοποιείται καθώς προστίθενται νέες μονάδες προσφοράς. Καθώς προστίθεται νέα προσφορά, η αξία του οριακού προϊόντος μιας μονάδας μειώνεται. Αντιστρόφως, εάν μειωθεί η προσφορά ενός συντελεστή —δηλαδή η συνολική προσφορά στην οικονομία—, η αξία του οριακού προϊόντος μιας μονάδας αυξάνεται. Οι ίδιοι νόμοι εφαρμόζονται, βεβαίως, στην DMVP, διότι αυτή είναι απλώς η MVP προεξοφλημένη με έναν κοινό συντελεστή, το καθαρό επιτόκιο της αγοράς. Καθώς η προσφορά αυξάνεται, λοιπόν, αξιοποιούνται ολοένα περισσότερες από τις διαθέσιμες χρήσεις του συντελεστή και γίνεται προσφυγή σε ολοένα χαμηλότερες MVP.

Suppose that we begin in the economy with a zero supply of the factor, and then add one unit. Where will this one unit be employed? It is obvious that it will be employed in the use with the highest DMVP. The reason is that capitalists in the various production processes will compete with one another for the use of the factor. But the use in which the DMVP is 25 can bid away the unit of the factor from the other competitors, and it can do this finally only by paying 25 gold ounces for the unit. When the second unit of supply arrives in society, it goes to the second highest use, and it receives a price of 24 ounces, and a similar process occurs as new units of supply are added. As new supply is added, the marginal value product of a unit declines. Conversely, if the supply of a factor decreases (i.e., the total supply in the economy), the marginal value product of a unit increases. The same laws apply, of course, to the DMVP, since this is just the MVP discounted by a common factor, the market’s pure rate of interest. As supply increases, then, more and more of the sheaf of available employments for the factor are used, and lower and lower MVPs are tapped.

26

Διαγραμματικά, μπορούμε να δούμε αυτή την κατάσταση όπως στο Σχήμα 56.

Diagrammatically, we may see this situation as in Figure 56.

27

Η γραμμή PP είναι η καμπύλη της αξίας του οριακού προϊόντος —ή της προεξοφλημένης MVP— ενός συντελεστή. Είναι πάντοτε φθίνουσα καθώς κινείται προς τα δεξιά, διότι οι νέες μονάδες προσφοράς κατευθύνονται πάντοτε στις χρήσεις που αποφέρουν το μεγαλύτερο έσοδο. Στον οριζόντιο άξονα βρίσκεται η προσφερόμενη ποσότητα του συντελεστή. Όταν η προσφορά είναι 0A, τότε η MVP είναι AB. Όταν η προσφορά είναι μεγαλύτερη, στο 0C, τότε η MVP είναι χαμηλότερη, στο CD.

The line PP is the curve of the marginal value product (or discounted MVP) of a factor. It is always declining as it moves to the right, because new units of supply always enter those uses that are most productive of revenue. On the horizontal axis is the quantity of supply of the factor. When the supply is 0A, then the MVP is AB. When the supply is larger at 0C, then the MVP is lower at CD.

28

Ας πούμε ότι υπάρχουν διαθέσιμες στην οικονομία 30 μονάδες του συντελεστή X και ότι η MVP που αντιστοιχεί σε μια τέτοια προσφορά είναι 10 ουγγιές. Η τιμή της 30ής μονάδας, λοιπόν, θα τείνει να είναι 10 ουγγιές και θα είναι 10 ουγγιές στην ERE. Αυτό απορρέει από την τάση της τιμής ενός συντελεστή να ισούται με την MVP του. Τώρα, όμως, πρέπει να θυμηθούμε ότι στην αγορά εκδηλώνεται η ακατάπαυστη τάση να είναι ενιαία η τιμή όλων των μονάδων οποιουδήποτε αγαθού σε ολόκληρη την αγορά του. Αυτό πρέπει να ισχύει για έναν παραγωγικό συντελεστή όπως ακριβώς για οποιοδήποτε άλλο αγαθό. Πράγματι, αυτό το αποτέλεσμα απορρέει από τον ίδιο τον βασικό νόμο της χρησιμότητας που εξετάζουμε. Διότι, εφόσον οι μονάδες ενός συντελεστή είναι εξ ορισμού εναλλάξιμες, η αξία μίας μονάδας θα ισούται με την αξία κάθε άλλης μονάδας σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή. Η αξία κάθε μονάδας ενός αγαθού θα ισούται με την αξία της χαμηλότερα κατατασσόμενης χρήσης που εξυπηρετείται τώρα από μία μονάδα. Στην παρούσα περίπτωση, κάθε μονάδα του συντελεστή θα τιμολογείται στις 10 ουγγιές χρυσού.

Let us say that there are 30 units of factor X available in the economy, and that the MVP corresponding to such a supply is 10 ounces. The price of the 30th unit, then, will tend to be 10 ounces and will be 10 ounces in the ERE. This follows from the tendency of the price of a factor to be equal to its MVP. But now we must recall that there takes place the inexorable tendency in the market for the price of all units of any good to be uniform throughout its market. This must apply to a productive factor just as to any other good. Indeed, this result follows from the very basic law of utility that we have been considering. For, since factor units by definition are interchangeable, the value of one unit will be equal to the value of every other unit at any one time. The value of every unit of a good will be equal to the value of the lowest-ranking use now served by a unit. In the present case, every unit of the factor will be priced at 10 gold ounces.

29

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο ιδιοκτήτης της μονάδας του συντελεστή που εξυπηρετεί την υψηλότερα κατατασσόμενη χρήση στη σειρά μας απαιτεί να λάβει ως τιμή 24 ουγγιές αντί για 10. Στην περίπτωση αυτή, ο κεφαλαιούχος σε εκείνον τον κλάδο παραγωγής μπορεί να αρνηθεί να μισθώσει αυτόν τον συντελεστή και, αντ’ αυτού, να αποσπάσει με υψηλότερη προσφορά τη μονάδα που χρησιμοποιείται στη χαμηλότερα κατατασσόμενη χρήση, καταβάλλοντας, ας πούμε, 10,5 ουγγιές γι’ αυτήν. Η μόνη εναλλακτική δυνατότητα που απομένει στον ιδιοκτήτη του συντελεστή ο οποίος είχε απαιτήσει 24 ουγγιές είναι να αντικαταστήσει τον άλλον συντελεστή στη χαμηλότερα κατατασσόμενη θέση, έναντι 10 ουγγιών. Στην πράξη, όλοι οι συντελεστές θα μετακινηθούν έως ότου οι τιμές που μπορούν να αποκομίσουν γίνουν ενιαίες σε ολόκληρη την αγορά των υπηρεσιών τους.

Suppose, for example, that the owner of the factor unit serving the top-ranking use in our array should demand that he receive 24 ounces, instead of 10 ounces, as his price. In that case, the capitalist in that line of production can refuse to hire this factor and instead bid away the unit employed in the lowest-ranking use, say by paying for the latter 10.5 ounces. The only alternative left to the owner of the factor who had demanded 24 ounces is to replace the other factor in the lowest-ranking spot, at 10 ounces. Effectively, all factors will shift until the prices that they can attain will be uniform throughout the market for their services.

30

Η τιμή του X, λοιπόν, καθορίζεται στις 10 ουγγιές. Καθορίζεται από την MVP —ή, μάλλον, την DMVP— της προσφοράς, η οποία μειώνεται καθώς αυξάνεται η προσφορά, και αντιστρόφως. Ας υποθέσουμε ότι και ο Y είναι μη ειδικός συντελεστής και ότι ο Z είναι συντελεστής ειδικός στη συγκεκριμένη διαδικασία που εξετάστηκε παραπάνω. Ας υποθέσουμε επιπλέον ότι, μέσω παρόμοιας διαδικασίας, η DMVP και, επομένως, η τιμή του Y καθορίζονται στις δύο ουγγιές.

The price of X, then, is determined at 10 ounces. It is determined by the MVP (or rather the DMVP) of the supply, which decreases as the supply increases, and vice versa. Let us assume that Y is also a nonspecific factor and that Z is a factor specific to the particular process considered above. Let us further assume that, by a similar process, the DMVP, and therefore the price, of Y is determined at two ounces.

31

Στο σημείο αυτό πρέπει να επανεισαγάγουμε την έννοια της παραγωγής μέσα σε κάθε κλάδο. Συζητούσαμε τις MVP συντελεστών που μετακινούνται από τη μία χρήση στην άλλη. Στο παράδειγμά μας, μία μονάδα του X μπορεί να έχει MVP —ή DMVP— 20 ουγγιών σε μια συγκεκριμένη χρήση· ωστόσο, η τιμή της, όπως καθορίζεται από την MVP της χαμηλότερα κατατασσόμενης χρήσης στην οποία απασχολείται, είναι 10 ουγγιές. Αυτό σημαίνει ότι, σε αυτή τη χρήση, ο κεφαλαιούχος μισθώνει έναν συντελεστή έναντι 10 ουγγιών, ο οποίος του αποφέρει 20 ουγγιές. Παρακινούμενος από αυτό το κέρδος, θα μισθώσει περισσότερες μονάδες του συντελεστή έως ότου η MVP σε αυτή τη χρήση εξισωθεί με την MVP στη χαμηλότερα κατατασσόμενη χρήση, δηλαδή με την τιμή του συντελεστή, τις 10 ουγγιές. Η ίδια διαδικασία θα πραγματοποιηθεί για καθεμία από τις άλλες χρήσεις. Η τάση, λοιπόν, θα είναι πάντοτε —και αυτό θα ισχύει πάντοτε στην ERE — η DMVP οποιουδήποτε συντελεστή να είναι ίση σε κάθε κλάδο παραγωγής. Θα δούμε σύντομα γιατί η αυξημένη αγορά ενός συντελεστή, ακόμη και μέσα σε κάθε κλάδο, θα μειώνει την MVP σε εκείνον τον κλάδο.

At this point, we must reintroduce the concept of production within each line. We have been discussing MVPs of factors shifted from one use to another. In our example, a unit of X may have an MVP (or DMVP) of 20 ounces in a particular use; yet its price, as determined by the MVP of the lowest-ranking use for which it is employed, is 10 ounces. This means that, in this use, the capitalist is hiring a factor for 10 ounces which earns for him 20 ounces. Spurred on by this profit, he will hire more units of the factor until the MVP in this use will equal the MVP in the lowest-ranking use, i.e., the factor price, 10 ounces. The same process will occur in regard to each of the other uses. The tendency will always be, then (and this will always obtain in the ERE), for the DMVP of any factor to be equal in each line of production. We will see shortly why increased purchase of a factor even within each line will lower the MVP in that line.

32

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι οι τιμές των X και Y είναι αντιστοίχως 10 και δύο ουγγιές και ότι όλοι οι κεφαλαιούχοι έχουν οργανώσει την παραγωγή τους έτσι ώστε η DMVP κάθε συντελεστή σε κάθε κλάδο να εξισώνεται με αυτή την τιμή. Ας υποθέσουμε επιπλέον ότι το σημείο ισορροπίας σε αυτή τη συγκεκριμένη χρήση είναι ο συνδυασμός:

Suppose, then, that the prices of X and Y are 10 and two ounces respectively and that all the capitalists have so arranged their production as to equate the DMVP of each factor in each line with this price. Suppose, further, that the equilibrium point in this particular use is the combination:

33

Αντικαθιστώντας με τις δεδομένες τιμές των X και Y:

Substituting the given prices of X and Y:

34

Επομένως:

Η τιμή του ειδικού συντελεστή Z, ως υπόλοιπο μετά την αμοιβή των άλλων συντελεστών, καθορίζεται έτσι στις 15 ουγγιές.

Therefore, Z = 15 oz. The price of the specific factor Z, residual to the other factors, is thereby determined at 15 ounces.

35

Είναι προφανές ότι η επίδραση μιας μεταβολής της καταναλωτικής ζήτησης σε έναν ειδικό συντελεστή θα είναι πολύ μεγαλύτερη, προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, από την επίδρασή της στην τιμή χρησιμοποίησης ενός μη ειδικού συντελεστή.

It is obvious that the impact of a change in consumer demand on a specific factor will be far greater, in either direction, than it will be on the price of employment of a nonspecific factor.

36

Είναι τώρα σαφές γιατί, στην ανάλυση των τιμών των συντελεστών, η επιχείρηση μπαίνει στον πειρασμό να θεωρεί ότι οι τιμές των συντελεστών καθορίζονται εξωτερικά ως προς την ίδια και ότι αυτή απλώς μεταβάλλει την παραγωγή της σύμφωνα με αυτές τις τιμές. Ωστόσο, από αναλυτική άποψη, θα πρέπει να είναι προφανές ότι η σειρά των MVP ως σύνολο είναι ο προσδιοριστικός παράγοντας και ότι η χαμηλότερα κατατασσόμενη διαδικασία σε όρους MVP θα μεταδώσει, μέσω των τιμών των συντελεστών, το μήνυμά της, τρόπον τινά, στις διάφορες επιχειρήσεις, καθεμία από τις οποίες θα χρησιμοποιεί τον συντελεστή σε τέτοια έκταση ώστε η DMVP του να ευθυγραμμιστεί με την τιμή του. Ο έσχατος προσδιοριστικός παράγοντας, όμως, είναι ο πίνακας DMVP και όχι η τιμή του συντελεστή. Για να κάνουμε τη διάκριση, μπορούμε να ονομάσουμε ολόκληρη τη σειρά όλων των MVP ενός συντελεστή γενικό πίνακα DMVP του συντελεστή, ενώ την ειδική σειρά των DMVP μέσα σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία ή στάδιο μπορούμε να την ονομάσουμε επιμέρους πίνακα DMVP του συντελεστή. Ο γενικός πίνακας DMVP είναι εκείνος που καθορίζει την τιμή της προσφοράς του συντελεστή, και κατόπιν οι επιμέρους πίνακες DMVP μέσα σε κάθε παραγωγική διαδικασία ευθυγραμμίζονται έτσι ώστε οι DMVP του συντελεστή να ισούνται με την τιμή του. Το Σχήμα 56 παραπάνω ήταν ένας γενικός πίνακας. Οι επιμέρους MVP αποτελούν υποσύνολα της ευρύτερης σειράς όλων των δυνατών εναλλακτικών χρήσεων — του γενικού πίνακα MVP.

It is now clear why the temptation in factor-price analysis is for the firm to consider that factor prices are given externally to itself and that it simply varies its production in accordance with these prices. However, from an analytic standpoint, it should be evident that the array of MVPs as a whole is the determining factor, and the lowest-ranking process in terms of MVP will, through the medium of factor prices, transmit its message, so to speak, to the various firms, each of which will use the factor to such an extent that its DMVP will be brought into alignment with its price. But the ultimate determining factor is the DMVP schedule, not the factor price. To make the distinction, we may term the full array of all MVPs for a factor, the general DMVP schedule of a factor, while the special array of DMVPs within any particular production process or stage, we may term the particular DMVP schedule of the factor. It is the general DMVP schedule that determines the price of the supply of the factor, and then the particular DMVP schedules within each production process are brought into alignment so that the DMVPs of the factor equal its price. Figure 56 above was a general schedule. The particular MVPs are subarrays within the widest array of all the possible alternatives—the general MVP schedule.

37

Εν ολίγοις, οι τιμές των παραγωγικών συντελεστών καθορίζονται ως εξής: Όταν ένας συντελεστής μπορεί να απομονωθεί, η τιμή του θα τείνει προς την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος του και θα ισούται με την DMVP του στην ERE. Ένας συντελεστής θα μπορεί να απομονωθεί όταν είναι μη ειδικός, δηλαδή χρήσιμος σε περισσότερες από μία παραγωγικές διαδικασίες, ή όταν είναι ο μοναδικός ειδικός συντελεστής σε μια διαδικασία. Η τιμή του μη ειδικού συντελεστή θα καθοριστεί ίση με την DMVP του, όπως αυτή προσδιορίζεται από τον γενικό πίνακα DMVP του: την πλήρη δυνατή σειρά των DMVP, για διάφορες διαθέσιμες ποσότητες μονάδων του συντελεστή στην οικονομία. Εφόσον οι χρήσεις με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε αξία θα επιλέγονται πρώτες και εκείνες με τη μικρότερη θα εγκαταλείπονται πρώτες, η γενική καμπύλη MVP φθίνει καθώς αυξάνεται η προσφορά. Οι διάφορες επιμέρους MVP στις διάφορες διαδικασίες θα προσαρμόζονται έτσι ώστε να ισούνται με την τιμή του συντελεστή που καθορίζεται από τον γενικό πίνακα DMVP. Η καταλογιζόμενη DMVP του ειδικού συντελεστή είναι η υπολειμματική διαφορά μεταξύ της τιμής του προϊόντος και του αθροίσματος των τιμών των μη ειδικών συντελεστών.

In short, the prices of productive factors are determined as follows: Where a factor is isolable, its price will tend toward its discounted marginal value product and will equal its DMVP in the ERE. A factor will be isolable where it is nonspecific, i.e., is useful in more than one productive process, or where it is the only specific factor in a process. The nonspecific factor’s price will be set equal to its DMVP as determined by its general DMVP schedule: the full possible array of DMVPs, given various units of supply of the factor in the economy. Since the most value-productive uses will be chosen first, and the least abandoned first, the curve of general MVP declines as the supply increases. The various particular MVPs in the various processes will be arranged so as to equal the factor price set by the general DMVP schedule. The specific factor’s imputed DMVP is the residual difference between the price of the product and the sum of the prices of the nonspecific factors.

38

Η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας ενός αγαθού καθορίζεται από τον πίνακα φθίνουσας οριακής χρησιμότητας του ατόμου, με τον οποίο αυτό αξιολογεί μια ορισμένη προσφορά ή ένα ορισμένο απόθεμα του αγαθού. Ομοίως, η διαμόρφωση της τιμής ενός καταναλωτικού αγαθού στην αγορά καθορίζεται από τους συνολικούς —φθίνοντες— πίνακες καταναλωτικής ζήτησης και την τομή τους με τη δεδομένη προσφορά ή το απόθεμα ενός αγαθού. Τώρα προχωρούμε ακόμη περισσότερο στη διερεύνηση του προβλήματος, αναζητώντας την απάντηση σε δύο γενικά ερωτήματα: Τι καθορίζει τις τιμές των συντελεστών παραγωγής στην αγορά και τι καθορίζει την ποσότητα των αγαθών που θα παραχθεί; Είδαμε σε αυτή την ενότητα ότι η τιμή ενός συντελεστή καθορίζεται από την τομή της φθίνουσας γενικής καμπύλης της προεξοφλημένης αξίας του οριακού προϊόντος του με τη δεδομένη προσφορά —το απόθεμα— του συντελεστή στην οικονομία.

The marginal utility of a unit of a good is determined by a man’s diminishing marginal utility schedule evaluating a certain supply or stock of that good. Similarly, the market’s establishment of the price of a consumers’ good is determined by the aggregate consumer demand schedules—diminishing—and their intersection with the given supply or stock of a good. We are now engaged in pursuing the problem still further and in finding the answer to two general questions: What determines the prices of factors of production on the market, and what determines the quantity of goods that will be produced? We have seen in this section that the price of a factor is determined by its diminishing general (discounted) marginal value productivity curve intersecting with the given supply (stock) of the factor in the economy.

39

2. Προσδιορισμός της προεξοφλημένης αξίας του οριακού προϊόντος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Determination of the Discounted Marginal Value Product

40

Α. Προεξόφληση

A. DISCOUNTING

41

Εάν οι πίνακες DMVP καθορίζουν τις τιμές των υπηρεσιών των μη ειδικών συντελεστών, τι καθορίζει το σχήμα και τη θέση των πινάκων DMVP; Καταρχάς, είναι εξ ορισμού σαφές ότι ο πίνακας DMVP είναι ο πίνακας MVP του συγκεκριμένου συντελεστή μετά την προεξόφλησή του. Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο στην προεξόφληση· όπως είπαμε, η MVP του συντελεστή προεξοφλείται σύμφωνα με το επικρατούν καθαρό επιτόκιο στην αγορά. Η σχέση του πίνακα MVP και του πίνακα DMVP μπορεί να απεικονιστεί όπως στο Σχήμα 57.

If the DMVP schedules determine the prices of nonspecific factor services, what determines the shape and position of the DMVP schedules? In the first place, by definition it is clear that the DMVP schedule is the MVP schedule for that factor discounted. There is no mystery about the discounting; as we have stated, the MVP of the factor is discounted in accordance with the going pure rate of interest on the market. The relation of the MVP schedule and the DMVP schedule may be diagrammed as in Figure 57.

42

Η προσφορά του συντελεστή είναι η γραμμή EF στη δεδομένη ποσότητα 0E. Η συνεχής γραμμή είναι ο πίνακας MVP για διάφορες προσφερόμενες ποσότητες. Η MVP της προσφοράς 0E είναι EA. Η διακεκομμένη γραμμή D1 D1 είναι ο πίνακας της προεξοφλημένης αξίας του οριακού προϊόντος με ένα ορισμένο επιτόκιο. Εφόσον έχει προεξοφληθεί, βρίσκεται παντού χαμηλότερα από την καμπύλη MVP. Σε απόλυτους όρους, βρίσκεται σχετικά χαμηλότερα στην αριστερή πλευρά του διαγράμματος, διότι μια ίση ποσοστιαία μείωση συνεπάγεται μεγαλύτερη απόλυτη μείωση εκεί όπου το ποσό είναι μεγαλύτερο. Η DMVP για την προσφορά 0E ισούται με EB. Το EB θα είναι η τιμή του συντελεστή στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι το επιτόκιο στην οικονομία αυξάνεται, ως αποτέλεσμα, βεβαίως, ανόδου των πινάκων χρονικής προτίμησης. Αυτό σημαίνει ότι ο συντελεστής προεξόφλησης για κάθε υποθετική MVP θα είναι μεγαλύτερος και τα απόλυτα επίπεδα χαμηλότερα. Ο νέος πίνακας DMVP απεικονίζεται ως η διάστικτη γραμμή D2 D2. Η νέα τιμή για την ίδια προσφορά του συντελεστή είναι EC, χαμηλότερη από πριν.

The supply of the factor is the EF line at the given quantity 0E. The solid line is the MVP schedule at various supplies. The MVP of the supply 0E is EA. Now the broken line DD is the discounted marginal value product schedule at a certain rate of interest. Since it is discounted, it is uniformly lower than the MVP curve. In absolute terms, it is relatively lower at the left of the diagram, because an equal percentage drop implies a greater absolute drop where the amount is greater. The DMVP for supply 0E equals EB. EB will be the price of the factor in the evenly rotating economy. Now suppose that the rate of interest in the economy rises, as a result, of course, of rises in time-preference schedules. This means that the rate of discount for every hypothetical MVP will be greater, and the absolute levels lower. The new DMVP schedule is depicted as the dotted line DD2. The new price for the same supply of the factor is EC, a lower price than before.

43

Ένας από τους προσδιοριστικούς παράγοντες του πίνακα DMVP, λοιπόν, είναι ο συντελεστής προεξόφλησης, και είδαμε παραπάνω ότι ο συντελεστής προεξόφλησης καθορίζεται από τις ατομικές χρονικές προτιμήσεις. Όσο υψηλότερος είναι ο συντελεστής προεξόφλησης, τόσο χαμηλότερη θα τείνει να είναι η DMVP και, επομένως, τόσο χαμηλότερη η τιμή του συντελεστή· όσο χαμηλότερο είναι το επιτόκιο, τόσο υψηλότερη η DMVP και η τιμή του συντελεστή.

One of the determinants of the DMVP schedule, then, is the rate of discount, and we have seen above that the rate of discount is determined by individual time preferences. The higher the rate of discount, the lower will tend to be the DMVP and, therefore, the lower the price of the factor; the lower the interest rate, the higher the DMVP and the price of the factor.

44

Β. Το οριακό φυσικό προϊόν

B. THE MARGINAL PHYSICAL PRODUCT

45

Τι καθορίζει, λοιπόν, τη θέση και το σχήμα του πίνακα MVP; Τι είναι η αξία του οριακού προϊόντος; Είναι το ποσό των εισπραττόμενων εσόδων που μπορεί να αποδοθεί σε μία μονάδα ενός συντελεστή. Και αυτό το έσοδο εξαρτάται από δύο στοιχεία: (1) το φυσικό προϊόν που παράγεται και (2) την τιμή αυτού του προϊόντος. Εάν η αγορά εκτιμά ότι μία ώρα του συντελεστή X παράγει αξία 20 ουγγιών χρυσού, αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή μία ώρα παράγει 20 μονάδες του φυσικού προϊόντος, οι οποίες πωλούνται σε τιμή μίας ουγγιάς χρυσού ανά μονάδα. Ή η ίδια MVP μπορεί να προκύπτει από την παραγωγή 10 μονάδων του προϊόντος, που πωλούνται προς δύο ουγγιές χρυσού ανά μονάδα κ.ο.κ. Εν ολίγοις, η αξία του οριακού προϊόντος μιας μονάδας υπηρεσίας συντελεστή ισούται με το οριακό φυσικό προϊόν της επί την τιμή αυτού του προϊόντος.295

What, then, determines the position and shape of the MVP schedule? What is the marginal value product? It is the amount of revenue intake attributable to a unit of a factor. And this revenue depends on two elements: (1) the physical product produced and (2) the price of that product. If one hour of factor X is estimated by the market to produce a value of 20 gold ounces, this might be because one hour produces 20 units of the physical product, which are sold at a price of one gold ounce per unit. Or the same MVP might result from the production of 10 units of the product, sold at two gold ounces per unit, etc. In short, the marginal value product of a factor service unit is equal to its marginal physical product times the price of that product.

46

Ας διερευνήσουμε, λοιπόν, τους προσδιοριστικούς παράγοντες του οριακού φυσικού προϊόντος —MPP. Καταρχάς, δεν μπορεί να υπάρξει γενικός πίνακας για το MPP όπως υπάρχει για την MVP, για τον απλό λόγο ότι οι φυσικές μονάδες διαφόρων αγαθών δεν είναι συγκρίσιμες. Πώς μπορούν να συγκριθούν με φυσικούς όρους μία δωδεκάδα αυγά, μία λίβρα βουτύρου και μία κατοικία; Και όμως, ο ίδιος συντελεστής μπορεί να είναι χρήσιμος στην παραγωγή οποιουδήποτε από αυτά τα αγαθά. Μπορεί, επομένως, να υπάρξει πίνακας MPP μόνο σε επιμέρους όρους, δηλαδή για κάθε συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία στην οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο συντελεστής. Για κάθε παραγωγική διαδικασία θα υπάρχει για τον συντελεστή ένας πίνακας οριακού φυσικού προϊόντος με ορισμένο σχήμα. Το MPP μιας προσφερόμενης ποσότητας σε εκείνη τη διαδικασία είναι η ποσότητα φυσικού προϊόντος που μπορεί να καταλογιστεί σε μία μονάδα αυτού του συντελεστή, δηλαδή η ποσότητα προϊόντος που θα χαθεί εάν αφαιρεθεί μία μονάδα του συντελεστή. Εάν η προσφορά του συντελεστή στη διαδικασία αυξηθεί κατά μία μονάδα, με τους άλλους συντελεστές να παραμένουν ίδιοι, τότε το MPP της προσφοράς γίνεται το πρόσθετο φυσικό προϊόν που μπορεί να προκύψει από την προσθήκη της μονάδας. Η προσφορά του συντελεστή που έχει σημασία για τους πίνακες MPP δεν είναι η συνολική προσφορά στην κοινωνία, αλλά η προσφορά σε κάθε διαδικασία, διότι οι πίνακες MPP διαμορφώνονται χωριστά για κάθε διαδικασία.

Let us, then, investigate the determinants of the marginal physical product (MPP). In the first place, there can be no general schedule for the MPP as there is for the MVP, for the simple reason that physical units of various goods are not comparable. How can a dozen eggs, a pound of butter, and a house be compared in physical terms? Yet the same factor might be useful in the production of any of these goods. There can be an MPP schedule, therefore, only in particular terms, i.e., in terms of each particular production process in which the factor can be engaged. For each production process there will be for the factor a marginal physical production schedule of a certain shape. The MPP for a supply in that process is the amount of the physical product imputable to one unit of that factor, i.e., the amount of the product that will be lost if one unit of the factor is removed. If the supply of the factor in the process is increased by one unit, other factors remaining the same, then the MPP of the supply becomes the additional physical product that can be gained from the addition of the unit. The supply of the factor that is relevant for the MPP schedules is not the total supply in the society, but the supply in each process, since the MPP schedules are established for each process separately.

47

(1) Ο νόμος των αποδόσεων

(1) The Law of Returns

48

Για να διερευνήσουμε περαιτέρω τον πίνακα MPP, ας θυμηθούμε τον νόμο των αποδόσεων που εκτέθηκε στο κεφάλαιο 1. Σύμφωνα με τον νόμο των αποδόσεων, μια αιώνια αλήθεια της ανθρώπινης δράσης, εάν η ποσότητα ενός συντελεστή μεταβάλλεται και οι ποσότητες των άλλων συντελεστών παραμένουν σταθερές, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο το φυσικό προϊόν ανά μονάδα του συντελεστή είναι μέγιστο. Το φυσικό προϊόν ανά μονάδα του συντελεστή μπορεί να ονομαστεί μέσο φυσικό προϊόν —APP. Ο νόμος δηλώνει επιπλέον ότι, με μικρότερη ή μεγαλύτερη προσφορά του συντελεστή, το APP πρέπει να είναι χαμηλότερο. Μπορούμε να απεικονίσουμε μια τυπική καμπύλη APP όπως στο Σχήμα 58.

In order to investigate the MPP schedule further, let us recall the law of returns, set forth in chapter 1. According to the law of returns, an eternal truth of human action, if the quantity of one factor varies, and the quantities of other factors remain constant, there is a point at which the physical product per factor is at a maximum. Physical product per factor may be termed the average physical product (APP). The law further states that with either a lesser or a greater supply of the factor the APP must be lower. We may diagram a typical APP curve as in Figure 58.

49

(2) Οριακό φυσικό προϊόν και μέσο φυσικό προϊόν

(2) Marginal Physical Product and Average Physical Product

50

Ποια είναι η σχέση μεταξύ APP και MPP; Το MPP είναι η ποσότητα φυσικού προϊόντος που θα παραχθεί με την προσθήκη μίας μονάδας ενός συντελεστή, με δεδομένους τους άλλους συντελεστές. Το APP είναι ο λόγος του συνολικού προϊόντος προς τη συνολική ποσότητα του μεταβλητού συντελεστή, με δεδομένους τους άλλους συντελεστές. Για να καταδείξουμε τις έννοιες του APP και του MPP, ας εξετάσουμε μια υποθετική περίπτωση στην οποία όλες οι μονάδες των άλλων συντελεστών παραμένουν σταθερές και ο αριθμός των μονάδων ενός συντελεστή μεταβάλλεται. Στον Πίνακα 13, η πρώτη στήλη παραθέτει τον αριθμό μονάδων του μεταβλητού συντελεστή και η δεύτερη το συνολικό φυσικό προϊόν που παράγεται όταν αυτές οι μεταβαλλόμενες μονάδες συνδυάζονται με σταθερές μονάδες των άλλων συντελεστών. Η τρίτη στήλη είναι το APP, δηλαδή το συνολικό προϊόν διαιρεμένο με τον αριθμό μονάδων του συντελεστή, ή η μέση φυσική παραγωγικότητα μιας μονάδας του συντελεστή. Η τέταρτη στήλη είναι το MPP, δηλαδή η διαφορά στο συνολικό προϊόν που προκύπτει από την προσθήκη μίας ακόμη μονάδας του μεταβλητού συντελεστή, ή το συνολικό προϊόν της τρέχουσας γραμμής μείον το συνολικό προϊόν της προηγούμενης γραμμής:

What is the relationship between the APP and MPP? The MPP is the amount of physical product that will be produced with the addition of one unit of a factor, other factors being given. The APP is the ratio of the total product to the total quantity of the variable factor, other factors being given. To illustrate the meanings of APP and MPP, let us consider a hypothetical case in which all units of other factors are constant, and the number of units of one factor is variable. In Table 13 the first column lists the number of units of the variable factor, and the second column the total physical product produced when these varying units are combined with fixed units of the other factors. The third column is the APP = total product divided by the number of units of the factor, i.e., the average physical productivity of a unit of the factor. The fourth column is the MPP = the difference in total product yielded by adding one more unit of the variable factor, i.e., the total product of the current row minus the total product of the preceding row:

51

Καταρχάς, είναι απολύτως σαφές ότι κανένας συντελεστής δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ στην περιοχή όπου το MPP είναι αρνητικό. Στο παράδειγμά μας, αυτό συμβαίνει όταν χρησιμοποιούνται επτά μονάδες του συντελεστή. Έξι μονάδες του συντελεστή, σε συνδυασμό με δεδομένους άλλους συντελεστές, παρήγαγαν 30 μονάδες προϊόντος. Η προσθήκη μίας ακόμη μονάδας συνεπάγεται απώλεια δύο μονάδων προϊόντος. Το MPP του συντελεστή όταν χρησιμοποιούνται επτά μονάδες είναι −2. Προφανώς, κανένας συντελεστής δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ σε αυτή την περιοχή, και αυτό ισχύει είτε ο ιδιοκτήτης του συντελεστή είναι επίσης ιδιοκτήτης του προϊόντος είτε ένας κεφαλαιούχος μισθώνει τον συντελεστή για να εργαστεί στην παραγωγή του προϊόντος. Θα ήταν παράλογο και αντίθετο προς τις αρχές της ανθρώπινης δράσης να δαπανάται προσπάθεια ή χρήμα για πρόσθετους συντελεστές με μοναδικό αποτέλεσμα τη μείωση της ποσότητας του συνολικού προϊόντος.

In the first place, it is quite clear that no factor will ever be employed in the region where the MPP is negative. In our example, this occurs where seven units of the factor are being employed. Six units of the factor, combined with given other factors, produced 30 units of the product. An addition of another unit results in a loss of two units of the product. The MPP of the factor when seven units are employed is -2. Obviously, no factor will ever be employed in this region, and this holds true whether the factor-owner is also owner of the product, or a capitalist hires the factor to work on the product. It would be senseless and contrary to the principles of human action to expend either effort or money on added factors only to have the quantity of the total product decline.

52

Στον πίνακα ακολουθούμε τον νόμο των αποδόσεων, με την έννοια ότι το APP, αρχίζοντας βεβαίως από το μηδέν με μηδενικές μονάδες του συντελεστή, αυξάνεται μέχρι ένα μέγιστο και κατόπιν μειώνεται. Παρατηρούμε επίσης από τον πίνακά μας τα εξής: (1) όταν το APP αυξάνεται —με εξαίρεση το πρώτο κιόλας βήμα, όπου το συνολικό προϊόν, το APP και το MPP είναι όλα ίσα—, το MPP είναι υψηλότερο από το APP· (2) όταν το APP μειώνεται, το MPP είναι χαμηλότερο από το APP· (3) στο σημείο μέγιστου APP, το MPP ισούται με το APP. Θα αποδείξουμε τώρα αλγεβρικά ότι αυτοί οι τρεις νόμοι ισχύουν πάντοτε.296

In the tabulation, we follow the law of returns, in that the APP, beginning, of course, at zero with zero units of the factor, rises to a peak and then falls. We also observe the following from our chart: (1) when the APP is rising (with the exception of the very first step where TP, APP, and MPP are all equal) MPP is higher than APP; (2) when the APP is falling, MPP is lower than APP; (3) at the point of maximum APP, MPP is equal to APP. We shall now prove, algebraically, that these three laws always hold.

53

Έστω F οποιοσδήποτε αριθμός μονάδων ενός μεταβλητού συντελεστή, με δεδομένους τους άλλους συντελεστές, και P οι μονάδες του συνολικού προϊόντος που αποδίδει ο συνδυασμός. Τότε το P/F είναι το μέσο φυσικό προϊόν. Όταν προσθέτουμε ΔF επιπλέον μονάδες του συντελεστή, το συνολικό προϊόν αυξάνεται κατά ΔP. Το οριακό φυσικό προϊόν που αντιστοιχεί στην αύξηση του συντελεστή είναι ΔP/ΔF. Το νέο μέσο φυσικό προϊόν, που αντιστοιχεί στη μεγαλύτερη προσφορά συντελεστών, είναι:

Let F be any number of units of a variable factor, other factors being given, and P be the units of the total product yielded by the combination. Then P/F is the Average Physical Product. When we add ΔF more units of the factor, total product increases by ΔP. Marginal Physical Product corresponding to the increase in the factor is ΔP/ΔF. The new Average Physical Product, corresponding to the greater supply of factors, is:

54

Το νέο APP μπορεί τώρα να είναι υψηλότερο ή χαμηλότερο από το προηγούμενο. Ας υποθέσουμε ότι το νέο APP είναι υψηλότερο και ότι, επομένως, βρισκόμαστε σε μια περιοχή όπου το APP αυξάνεται. Αυτό σημαίνει ότι:

Now the new APP might be higher or lower than the previous one. Let us suppose that the new APP is higher and that therefore we are in a region where the APP is increasing. This means that:

or

Combining terms:

Then, surely:

55

Έτσι, το MPP είναι μεγαλύτερο από το παλαιό APP. Εφόσον είναι μεγαλύτερο, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει θετικός αριθμός k τέτοιος ώστε:

Thus, the MPP is greater than the old APP. Since it is greater, this means that there exists a positive number k such that:

56

Υπάρχει τώρα ένας αλγεβρικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο, εάν:

Now there is an algebraic rule according to which, if:

57

τότε:

then

58

Επομένως:

Therefore,

59

Εφόσον το k είναι θετικό:

Since k is positive,

60

Επομένως:

Therefore,

61

Εν ολίγοις, το MPP είναι επίσης μεγαλύτερο από το νέο APP.

In short, the MPP is also greater than the new APP.

62

Με άλλα λόγια, εάν το APP αυξάνεται, τότε το οριακό φυσικό προϊόν είναι μεγαλύτερο από το μέσο φυσικό προϊόν σε αυτή την περιοχή. Αυτό αποδεικνύει τον πρώτο από τους παραπάνω νόμους. Εάν τώρα επιστρέψουμε στην απόδειξή μας και αντικαταστήσουμε τα σύμβολα «μεγαλύτερο από» με σύμβολα «μικρότερο από» και ακολουθήσουμε παρόμοια βήματα, καταλήγουμε στο αντίθετο συμπέρασμα: όπου το APP μειώνεται, το οριακό φυσικό προϊόν είναι χαμηλότερο από το μέσο φυσικό προϊόν. Αυτό αποδεικνύει τον δεύτερο από τους τρεις νόμους μας σχετικά με τη σχέση μεταξύ οριακού και μέσου φυσικού προϊόντος. Εάν, όμως, το MPP είναι μεγαλύτερο από το APP όταν το τελευταίο αυξάνεται και μικρότερο από το APP όταν το τελευταίο μειώνεται, τότε συνάγεται ότι, όταν το APP βρίσκεται στο μέγιστό του, το MPP δεν πρέπει να είναι ούτε μικρότερο ούτε μεγαλύτερο από το APP, αλλά ίσο με αυτό. Και αυτό αποδεικνύει τον τρίτο νόμο. Βλέπουμε ότι αυτά τα χαρακτηριστικά του πίνακά μας ισχύουν για όλες τις δυνατές περιπτώσεις παραγωγής.

In other words, if APP is increasing, then the marginal physical product is greater than the average physical product in this region. This proves the first law above. Now, if we go back in our proof and substitute “less than” signs for “greater than” signs and carry out similar steps, we arrive at the opposite conclusion: where APP is decreasing, the marginal physical product is lower than the average physical product. This proves the second of our three laws about the relation between the marginal and the average physical product. But if MPP is greater than APP when the latter is rising, and is lower than APP when the latter is falling, then it follows that when APP is at its maximum, MPP must be neither lower nor higher than, but equal to, APP. And this proves the third law. We see that these characteristics of our table apply to all possible cases of production.

63

Το διάγραμμα του Σχήματος 59 απεικονίζει ένα τυπικό ζεύγος πινάκων MPP και APP. Δείχνει τις διάφορες σχέσεις μεταξύ APP και MPP. Και οι δύο καμπύλες αρχίζουν από το μηδέν και ταυτίζονται πολύ κοντά στην αρχή τους. Η καμπύλη APP αυξάνεται έως ότου φτάσει σε ένα μέγιστο στο B και κατόπιν μειώνεται. Η καμπύλη MPP αυξάνεται ταχύτερα, έτσι ώστε βρίσκεται υψηλότερα από την APP, φτάνει νωρίτερα στο μέγιστό της στο C και κατόπιν μειώνεται έως ότου τέμνει την APP στο B. Από εκεί και έπειτα, η καμπύλη MPP μειώνεται ταχύτερα από την APP, έως ότου τελικά τέμνει τον οριζόντιο άξονα σε κάποιο σημείο A και γίνεται αρνητική. Καμία επιχείρηση δεν θα λειτουργεί πέρα από την περιοχή 0A.

The diagram in Figure 59 depicts a typical set of MPP and APP schedules. It shows the various relationships between APP and MPP. Both curves begin from zero and are identical very close to their origin. The APP curve rises until it reaches a peak at B, then declines. The MPP curve rises faster, so that it is higher than APP, reaches its peak earlier at C, then declines until it intersects with APP at B. From then on, the MPP curve declines faster than APP, until finally it crosses the horizontal axis and becomes negative at some point A. No firm will operate beyond the 0A area.

64

Ας διερευνήσουμε τώρα περαιτέρω την περιοχή αυξανόμενου APP, μεταξύ 0 και D. Ας εξετάσουμε έναν ακόμη υποθετικό πίνακα —τον Πίνακα 14—, ο οποίος θα είναι απλούστερος για τον σκοπό μας.

Now let us explore further the area of increasing APP, between 0 and D. Let us take another hypothetical tabulation (Table 14), which will be simpler for our purpose.

65

Πρόκειται για ένα τμήμα της αύξουσας περιοχής του πίνακα μέσου φυσικού προϊόντος, με το μέγιστο να επιτυγχάνεται στις τέσσερις μονάδες και σε APP 6,2. Το ερώτημα είναι: Πόσο πιθανό είναι μια επιχείρηση να επιλέξει αυτή την περιοχή ως τον κατάλληλο συνδυασμό εισροών και εκροών; Ας εξετάσουμε την πρώτη γραμμή του πίνακα. Δύο μονάδες του μεταβλητού συντελεστή, μαζί με μια δέσμη από εκείνο που μπορούμε να ονομάσουμε U μονάδες όλων των άλλων συντελεστών, αποδίδουν 10 μονάδες προϊόντος. Από την άλλη πλευρά, στο μέγιστο APP του συντελεστή, τέσσερις μονάδες του, μαζί με U μονάδες άλλων συντελεστών, αποδίδουν 25 μονάδες προϊόντος. Είδαμε παραπάνω ότι αποτελεί θεμελιώδη αλήθεια της φύσης πως τα ίδια ποσοτικά αίτια παράγουν τα ίδια ποσοτικά αποτελέσματα. Επομένως, εάν υποδιπλασιάσουμε τις ποσότητες όλων των συντελεστών στην τρίτη γραμμή, θα λάβουμε το μισό προϊόν. Με άλλα λόγια, δύο μονάδες του συντελεστή, σε συνδυασμό με U/2 —με τις μισές από τις διάφορες μονάδες καθενός από τους άλλους συντελεστές—, θα αποδώσουν 12,5 μονάδες προϊόντος.

This is a segment of the increasing section of the average physical product schedule, with the peak being reached at four units and 6.2 APP. The question is: What is the likelihood that this region will be settled upon by a firm as the right input-output combination? Let us take the top line of the chart. Two units of the variable factor, plus a bundle of what we may call U units of all the other factors, yield 10 units of the product. On the other hand, at the maximum APP for the factor, four units of it, plus U units of other factors, yield 25 units of the product. We have seen above that it is a fundamental truth in nature that the same quantitative causes produce the same quantitative effects. Therefore, if we halve the quantities of all of the factors in the third line, we shall get half the product. In other words, two units of the factor combined with U/2—with half of the various units of each of the other factors—will yield 12.5 units of the product.

66

Ας εξετάσουμε αυτή την κατάσταση. Από την πρώτη γραμμή βλέπουμε ότι δύο μονάδες του μεταβλητού συντελεστή, μαζί με U μονάδες δεδομένων συντελεστών, αποδίδουν 10 μονάδες προϊόντος. Αλλά, συνάγοντας από την τελευταία γραμμή, βλέπουμε ότι δύο μονάδες του μεταβλητού συντελεστή, μαζί με U/2 μονάδες δεδομένων συντελεστών, αποδίδουν 12,5 μονάδες προϊόντος. Είναι προφανές ότι, όπως και στην περίπτωση της υπέρβασης του 0A, οποιαδήποτε επιχείρηση κατένεμε τους συντελεστές έτσι ώστε να βρίσκεται στην περιοχή 0D θα λάμβανε μια εξαιρετικά άστοχη απόφαση. Προφανώς, κανείς δεν θα ήθελε να δαπανά περισσότερη προσπάθεια ή περισσότερο χρήμα για συντελεστές —τους «άλλους» συντελεστές— και να αποκτά μικρότερο συνολικό προϊόν ή, άλλωστε, το ίδιο συνολικό προϊόν. Είναι προφανές ότι, εάν ο παραγωγός παραμένει στην περιοχή 0D, βρίσκεται σε περιοχή αρνητικής οριακής φυσικής παραγωγικότητας των άλλων συντελεστών. Θα βρισκόταν σε κατάσταση όπου θα αποκτούσε μεγαλύτερο συνολικό προϊόν απορρίπτοντας ορισμένους από τους άλλους συντελεστές. Με τον ίδιο τρόπο, πέρα από το 0A, θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερο συνολικό προϊόν εάν απέρριπτε ορισμένες μονάδες του εκάστοτε μεταβλητού συντελεστή. Μια περιοχή αυξανόμενου APP για έναν συντελεστή, λοιπόν, σημαίνει περιοχή αρνητικού MPP για άλλους συντελεστές, και αντιστρόφως. Ο παραγωγός, επομένως, δεν θα επιθυμεί ποτέ να κατανείμει τον συντελεστή του στην περιοχή 0D ή στην περιοχή πέρα από το A.

Consider this situation. From the top line we see that two units of the variable factor, plus U units of given factors, yield 10 units of the product. But, extrapolating from the bottom line, we see that two units of the variable factor, plus U/2 units of given factors, yield 12.5 units of the product. It is obvious that, as in the case of going beyond 0A, any firm that allocated factors so as to be in the 0D region would be making a most unwise decision. Obviously, no one would want to spend more in effort or money on factors (the “other” factors) and obtain less total output or, for that matter, the same total output. It is evident that if the producer remains in the 0D region, he is in an area of negative marginal physical productivity of the other factors. He would be in a situation where he would obtain a greater total product by throwing away some of the other factors. In the same way, after 0A, he would be in a position to gain greater total output if he threw away some of the present variable factor. A region of increasing APP for one factor, then, signifies a region of negative MPP for other factors, and vice versa. A producer, then, will never wish to allocate his factor in the 0D region or in the region beyond A.

67

Ούτε θα ορίσει ο παραγωγός την ποσότητα του συντελεστή έτσι ώστε το MPP του να βρίσκεται στα σημεία B ή A. Πράγματι, η ποσότητα του μεταβλητού συντελεστή θα οριστεί έτσι ώστε να έχει μηδενική οριακή παραγωγικότητα —στο A— μόνο εάν πρόκειται για ελεύθερο αγαθό. Δεν υπάρχει, όμως, κάτι όπως ένα ελεύθερο αγαθό· υπάρχει μόνο μια συνθήκη ανθρώπινης ευημερίας που δεν υπόκειται σε δράση και, επομένως, δεν αποτελεί στοιχείο των πινάκων παραγωγικότητας. Αντιστρόφως, το APP βρίσκεται στο B, στο μέγιστό του για τον μεταβλητό συντελεστή, μόνο όταν οι άλλοι συντελεστές είναι ελεύθερα αγαθά και, επομένως, έχουν μηδενική οριακή παραγωγικότητα σε αυτό το σημείο. Μόνο εάν όλοι οι άλλοι συντελεστές ήταν ελεύθεροι και μπορούσαν να μη ληφθούν υπόψη θα μπορούσε ο παραγωγός να επικεντρωθεί απλώς στη μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας ενός και μόνο συντελεστή. Ωστόσο, δεν μπορεί να υπάρξει παραγωγή με έναν μόνο συντελεστή, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 1.

Neither will the producer set the factor so that its MPP is at the points B or A. Indeed, the variable factor will be set so that it has zero marginal productivity (at A) only if it is a free good. There is however, no such thing as a free good; there is only a condition of human welfare not subject to action, and therefore not an element in productivity schedules. Conversely, the APP is at B, its maximum for the variable factor, only when the other factors are free goods and therefore have zero marginal productivity at this point. Only if all the other factors were free and could be left out of account could the producer simply concentrate on maximizing the productivity of one factor alone. However, there can be no production with only one factor, as we saw in chapter 1.

68

Το συμπέρασμα, επομένως, είναι αναπόφευκτο. Ένας συντελεστής θα χρησιμοποιείται πάντοτε σε μια παραγωγική διαδικασία κατά τρόπο ώστε να βρίσκεται σε περιοχή φθίνοντος APP και φθίνοντος αλλά θετικού MPP — μεταξύ των σημείων D και A του διαγράμματος. Σε κάθε παραγωγική διαδικασία, επομένως, κάθε συντελεστής θα χρησιμοποιείται σε περιοχή φθίνοντος MPP και φθίνοντος APP, έτσι ώστε οι πρόσθετες μονάδες του συντελεστή που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία να μειώνουν το MPP και η μείωση των μονάδων να το αυξάνει.

The conclusion, therefore, is inescapable. A factor will always be employed in a production process in such a way that it is in a region of declining APP and declining but positive MPP—between points D and A on the chart. In every production process, therefore, every factor will be employed in a region of diminishing MPP and diminishing APP so that additional units of the factor employed in the process will lower the MPP, and decreased units will raise it.

69

Γ. Αξία του οριακού προϊόντος

C. MARGINAL VALUE PRODUCT

70

Όπως είδαμε, η MVP οποιουδήποτε συντελεστή είναι το MPP του πολλαπλασιασμένο με την τιμή πώλησης του προϊόντος του. Μόλις καταλήξαμε ότι κάθε συντελεστής θα χρησιμοποιείται στην περιοχή φθίνοντος οριακού φυσικού προϊόντος του σε κάθε παραγωγική διαδικασία. Ποιο θα είναι το σχήμα του πίνακα της αξίας του οριακού προϊόντος; Καθώς η προσφορά ενός συντελεστή αυξάνεται και οι άλλοι συντελεστές παραμένουν ίδιοι, συνάγεται ότι το συνολικό φυσικό προϊόν είναι μεγαλύτερο. Ένα μεγαλύτερο απόθεμα, με δεδομένη την καμπύλη ζήτησης των καταναλωτών, θα οδηγήσει σε μείωση της αγοραίας τιμής. Η τιμή του προϊόντος, λοιπόν, θα μειώνεται καθώς μειώνεται το MPP και θα αυξάνεται καθώς το τελευταίο αυξάνεται. Συνάγεται ότι η καμπύλη MVP του συντελεστή θα είναι πάντοτε φθίνουσα και θα μειώνεται με ταχύτερο ρυθμό από την καμπύλη MPP. Για κάθε συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία, οποιοσδήποτε συντελεστής θα χρησιμοποιείται στην περιοχή φθίνουσας MVP.297 Αυτό συνάδει με το προηγούμενο συμπέρασμα, που βασίζεται στον νόμο της χρησιμότητας, ότι ο συντελεστής γενικά, μεταξύ διαφόρων παραγωγικών διαδικασιών, θα χρησιμοποιείται κατά τρόπο ώστε η MVP του να είναι φθίνουσα. Επομένως, η γενική MVP του —μεταξύ διαφόρων χρήσεων και μέσα σε κάθε χρήση— είναι φθίνουσα, και οι διάφορες επιμέρους MVP του είναι φθίνουσες —μέσα σε κάθε χρήση. Συνεπώς, και η DMVP του είναι φθίνουσα.

As we have seen, the MVP for any factor is its MPP multiplied by the selling price of its product. We have just concluded that every factor will be employed in its region of diminishing marginal physical product in each process of production. What will be the shape of the marginal value product schedule? As the supply of a factor increases, and other factors remain the same, it follows that the total physical output of the product is greater. A greater stock, given the consumers’ demand curve, will lead to a lowering of the market price. The price of the product will then fall as the MPP diminishes and rise as the latter increases. It follows that the MVP curve of the factor will always be falling, and falling at a more rapid rate than the MPP curve. For each specific production process, any factor will be employed in the region of diminishing MVP. This correlates with the previous conclusion, based on the law of utility, that the factor in general, among various production processes, will be employed in such a way that its MVP is diminishing. Therefore, its general MVP (between various uses and within each use) is diminishing, and its various particular MVPs are diminishing (within each use). Its DMVP is, therefore, diminishing as well.

71

Η τιμή μιας μονάδας οποιουδήποτε συντελεστή, όπως είδαμε, θα καθορίζεται στην αγορά ίση με την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος της. Αυτή θα είναι η DMVP όπως προσδιορίζεται από τον γενικό πίνακα που περιλαμβάνει όλες τις διάφορες χρήσεις στις οποίες μπορεί να διατεθεί ο συντελεστής. Οι παραγωγοί θα χρησιμοποιούν τώρα τον συντελεστή κατά τρόπο ώστε η DMVP του να εξισώνεται μεταξύ όλων των χρήσεων. Εάν η DMVP σε μία χρήση είναι μεγαλύτερη από ό,τι σε μια άλλη, τότε οι εργοδότες στον πρώτο κλάδο παραγωγής θα είναι σε θέση να προσφέρουν περισσότερα για τον συντελεστή και θα χρησιμοποιούν μεγαλύτερη ποσότητά του, έως ότου, σύμφωνα με την αρχή της φθίνουσας MVP, η DMVP της επεκτεινόμενης χρήσης μειωθεί στο σημείο όπου εξισώνεται με την αυξανόμενη DMVP της συρρικνούμενης χρήσης. Η τιμή του συντελεστή θα καθοριστεί ίση με τη γενική DMVP, η οποία στην ERE θα είναι ενιαία σε όλες τις επιμέρους χρήσεις.

The price of a unit of any factor will, as we have seen, be established in the market as equal to its discounted marginal value product. This will be the DMVP as determined by the general schedule including all the various uses to which it can be put. Now the producers will employ the factor in such a way that its DMVP will be equalized among all the uses. If the DMVP in one use is greater than in another, then employers in the former line of production will be in a position to bid more for the factor and will use more of it until (according to the principle of diminishing MVP) the DMVP of the expanding use diminishes to the point at which it equals the increasing DMVP in the contracting use. The price of the factor will be set as equal to the general DMVP, which in the ERE will be uniform throughout all the particular uses.

72

Έτσι, εξετάζοντας έναν συντελεστή σε όλες τις αλληλεξαρτήσεις του, μπορέσαμε να εξηγήσουμε την τιμολόγηση της μονάδας υπηρεσίας του χωρίς να προϋποθέσουμε την ύπαρξη της ίδιας της τιμής. Η επικέντρωση της ανάλυσης στην κατάσταση όπως εμφανίζεται από τη σκοπιά της επιχείρησης σημαίνει ότι υποπίπτουμε σε αυτό το σφάλμα, διότι η μεμονωμένη επιχείρηση προφανώς βρίσκει στην αγορά μια δεδομένη τιμή συντελεστή. Η τιμή μιας μονάδας συντελεστή θα καθορίζεται από την αγορά ίση με την αξία του οριακού προϊόντος της, προεξοφλημένη με το επιτόκιο για το χρονικό διάστημα έως την παραγωγή του προϊόντος, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η αποτίμηση του μεριδίου του συντελεστή μπορεί να απομονωθεί. Μπορεί να απομονωθεί εάν ο συντελεστής είναι μη ειδικός ή είναι ο μοναδικός υπολειμματικός ειδικός συντελεστής σε μια διαδικασία. Η εν λόγω MVP καθορίζεται από τον γενικό πίνακα MVP που καλύπτει τις διάφορες χρήσεις του συντελεστή και από τη διαθέσιμη προσφορά του συντελεστή στην οικονομία. Ο γενικός πίνακας MVP ενός συντελεστή είναι φθίνων καθώς αυξάνεται η προσφορά του συντελεστή· αποτελείται από επιμέρους πίνακες MVP για τις διάφορες χρήσεις του συντελεστή, οι οποίοι με τη σειρά τους συγκροτούνται από φθίνοντες πίνακες οριακού φυσικού προϊόντος και μειούμενες τιμές προϊόντων. Επομένως, εάν η προσφορά του συντελεστή αυξηθεί, με τον πίνακα MVP στην οικονομία να παραμένει ίδιος, η MVP και, συνεπώς, η τιμή του συντελεστή θα μειωθούν· και καθώς η προσφορά του συντελεστή συρρικνώνεται, ceteris paribus, η τιμή του συντελεστή θα αυξάνεται.

Thus, by looking at a factor in all of its interrelations, we have been able to explain the pricing of its unit service without previously assuming the existence of the price itself. To focus the analysis on the situation as it looks from the vantage point of the firm is to succumb to such an error, for the individual firm obviously finds a certain factor price given on the market. The price of a factor unit will be established by the market as equal to its marginal value product, discounted by the rate of interest for the length of time until the product is produced, provided that this valuation of the share of the factor is isolable. It is isolable if the factor is nonspecific or is a single residual specific factor in a process. The MVP in question is determined by the general MVP schedule covering the various uses of the factor and the supply of the factor available in the economy. The general MVP schedule of a factor diminishes as the supply of the factor increases; it is made up of particular MVP schedules for the various uses of the factor, which in turn are compounded of diminishing Marginal Physical Product schedules and declining product prices. Therefore, if the supply of the factor increases, the MVP schedule in the economy remaining the same, the MVP and hence the price of the factor will drop; and as the supply of the factor dwindles, ceteris paribus, the price of the factor will rise.

73

Για τη μεμονωμένη επιχείρηση, η τιμή ενός συντελεστή που διαμορφώνεται στην αγορά αποτελεί ένδειξη της προεξοφλημένης αξίας του οριακού προϊόντος του αλλού. Αυτό είναι το κόστος ευκαιρίας της χρησιμοποίησης του προϊόντος από την επιχείρηση, διότι ισούται με την αξία του προϊόντος που θυσιάζεται λόγω της μη χρησιμοποίησης της μονάδας του συντελεστή αλλού. Στην ERE, όπου όλες οι τιμές των συντελεστών ισούνται με τις προεξοφλημένες αξίες των οριακών προϊόντων, συνάγεται ότι οι τιμές των συντελεστών και τα «κόστη» ευκαιρίας θα είναι ίσα.

To the individual firm, the price of a factor established on the market is the signal of its discounted marginal value product elsewhere. This is the opportunity cost of the firm’s using the product, since it equals the value product that is forgone through failure to use the factor unit elsewhere. In the ERE, where all factor prices equal discounted marginal value products, it follows that factor prices and (opportunity) “costs” will be equal.

74

Οι επικριτές της ανάλυσης της οριακής παραγωγικότητας έχουν υποστηρίξει ότι, στον «σύγχρονο σύνθετο κόσμο», όλοι οι συντελεστές συνεργάζονται για την παραγωγή ενός προϊόντος και, επομένως, είναι αδύνατον να υπάρξει οποιοσδήποτε καταλογισμός μέρους του προϊόντος στους διάφορους συνεργαζόμενους συντελεστές. Συνεπώς, ισχυρίζονται ότι η «διανομή» του προϊόντος στους συντελεστές μπορεί να διαχωριστεί από την παραγωγή και πραγματοποιείται αυθαίρετα σύμφωνα με τη θεωρία της διαπραγμάτευσης. Ασφαλώς, κανείς δεν αρνείται ότι πολλοί συντελεστές πράγματι συνεργάζονται για την παραγωγή αγαθών. Αλλά το γεγονός ότι οι περισσότεροι συντελεστές —και όλοι οι συντελεστές εργασίας— είναι μη ειδικοί και ότι πολύ σπάνια υπάρχει περισσότερος από ένας αμιγώς ειδικός συντελεστής σε μια παραγωγική διαδικασία επιτρέπει στην αγορά να απομονώνει την παραγωγικότητα σε αξία και να τείνει να αμείβει κάθε συντελεστή σύμφωνα με αυτό το οριακό προϊόν. Στην ελεύθερη αγορά, επομένως, η τιμή κάθε συντελεστή δεν καθορίζεται από «αυθαίρετη» διαπραγμάτευση, αλλά τείνει να διαμορφώνεται αυστηρά σύμφωνα με την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος του. Η σημασία αυτής της διαδικασίας της αγοράς αυξάνεται καθώς η οικονομία γίνεται περισσότερο εξειδικευμένη και σύνθετη και οι προσαρμογές πιο λεπτές. Όσο περισσότερες χρήσεις αναπτύσσονται για έναν συντελεστή και όσο περισσότεροι τύποι συντελεστών εμφανίζονται, τόσο σημαντικότερη γίνεται αυτή η διαδικασία αγοραίου «καταλογισμού» σε σύγκριση με την απλή διαπραγμάτευση. Διότι αυτή η διαδικασία είναι που επιφέρει την αποτελεσματική κατανομή των συντελεστών και τη ροή της παραγωγής σύμφωνα με τις πιο επιτακτικές ζητήσεις των καταναλωτών, συμπεριλαμβανομένων των μη χρηματικών επιθυμιών των ίδιων των παραγωγών. Στη διαδικασία της ελεύθερης αγοράς, επομένως, δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ παραγωγής και «διανομής». Δεν υπάρχει κάπου ένας σωρός στον οποίο ρίχνονται αυθαίρετα «προϊόντα» και από τον οποίο κάποιος τα «διανέμει» ή μπορεί να τα «διανείμει» αυθαίρετα μεταξύ διαφόρων ανθρώπων. Αντιθέτως, τα άτομα παράγουν αγαθά και τα πωλούν στους καταναλωτές έναντι χρήματος, το οποίο με τη σειρά τους δαπανούν για κατανάλωση ή επένδυση προκειμένου να αυξήσουν τη μελλοντική κατανάλωση. Δεν υπάρχει χωριστή «διανομή»· υπάρχει μόνο παραγωγή και το συνακόλουθό της, η ανταλλαγή.

Critics of the marginal productivity analysis have contended that in the “modern complex world” all factors co-operate in producing a product, and therefore it is impossible to establish any sort of imputation of part of the product to various co-operating factors. Hence, they assert, “distribution” of product to factors is separable from production and takes place arbitrarily according to bargaining theory. To be sure, no one denies that many factors do co-operate in producing goods. But the fact that most factors (and all labor factors) are nonspecific, and that there is very rarely more than one purely specific factor in a production process, enables the market to isolate value productivity and to tend to pay each factor in accordance with this marginal product. On the free market, therefore, the price of each factor is not determined by “arbitrary” bargaining, but tends to be set strictly in accordance with its discounted marginal value product. The importance of this market process becomes greater as the economy becomes more specialized and complex and the adjustments more delicate. The more uses develop for a factor, and the more types of factors arise, the more important is this market “imputation” process as compared to simple bargaining. For it is this process that causes the effective allocation of factors and the flow of production in accordance with the most urgent demands of the consumers (including the nonmonetary desires of the producers themselves). In the free-market process, therefore, there is no separation between production and “distribution.” There is no heap somewhere on which “products” are arbitrarily thrown and from which someone does or can arbitrarily “distribute” them among various people. On the contrary, individuals produce goods and sell them to consumers for money, which they in turn spend on consumption or on investment in order to increase future consumption. There is no separate “distribution”; there is only production and its corollary, exchange.

75

Πρέπει πάντοτε να γίνεται κατανοητό, ακόμη και όπου δεν δηλώνεται ρητά στο κείμενο για λόγους έκθεσης, ότι οι πίνακες MVP που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των τιμών είναι πίνακες προεξοφλημένης MVP, οι οποίοι προεξοφλούν την τελική MVP για το χρονικό διάστημα που απομένει έως την παραγωγή του τελικού καταναλωτικού προϊόντος. Οι DMVP είναι εκείνες που εξισώνονται μεταξύ των διαφόρων χρήσεων του συντελεστή. Η σημασία αυτού του γεγονότος είναι ότι εξηγεί την αγοραία κατανομή των μη ειδικών συντελεστών μεταξύ διαφόρων παραγωγικών σταδίων του ίδιου ή διαφορετικών αγαθών. Έτσι, εάν η DMVP ενός συντελεστή είναι έξι ουγγιές χρυσού και ο συντελεστής χρησιμοποιείται σε μια διαδικασία σχεδόν ταυτόχρονη με την κατανάλωση, η MVP του θα είναι έξι. Ας υποθέσουμε ότι το καθαρό επιτόκιο είναι 5 τοις εκατό. Εάν ο συντελεστής χρησιμοποιείται σε μια διαδικασία που θα ωριμάσει σε τελική κατανάλωση σε πέντε έτη από τώρα, μια DMVP έξι σημαίνει MVP 7,5· εάν χρησιμοποιείται σε μια διαδικασία 10 ετών, μια DMVP έξι σημαίνει MVP 10· και ούτω καθεξής. Όσο περισσότερο απέχει η χρονική στιγμή χρησιμοποίησης από τη στιγμή κατά την οποία ολοκληρώνεται το τελικό προϊόν, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι η διαφορά που προβλέπεται για το ετήσιο εισόδημα από τόκο των κεφαλαιούχων οι οποίοι προκαταβάλλουν παρόντα αγαθά και καθιστούν έτσι δυνατή ολόκληρη τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Το ποσό της προεξόφλησης από την MVP είναι εδώ μεγαλύτερο επειδή το ανώτερο στάδιο απέχει περισσότερο από την τελική κατανάλωση σε σύγκριση με τα άλλα. Επομένως, για να πραγματοποιηθεί επένδυση στα ανώτερα στάδια, η MVP τους πρέπει να είναι πολύ υψηλότερη από την MVP στις συντομότερες διαδικασίες.298

It should always be understood, even where it is not explicitly stated in the text for reasons of exposition, that the MVP schedules used to set prices are discounted MVP schedules, discounting the final MVP by the length of time remaining until the final consumers’ product is produced. It is the DMVPs that are equalized throughout the various uses of the factor. The importance of this fact is that it explains the market allocation of nonspecific factors among various productive stages of the same or of different goods. Thus, if the DMVP of a factor is six gold ounces, and if the factor is employed on a process practically instantaneous with consumption, its MVP will be six. Suppose that the pure rate of interest is 5 percent. If the factor is at work on a process that will mature in final consumption five years from now, a DMVP of six signifies an MVP of 7.5; if it is at work on a 10-year process, a DMVP of six signifies an MVP of 10; etc. The more remote the time of operation is from the time when the final product is completed, the greater must be the difference allowed for the annual interest income earned by the capitalists who advance present goods and thereby make possible the entire length of the production process. The amount of the discount from the MVP is greater here because the higher stage is more remote than the others from final consumption. Therefore, in order for investment to take place in the higher stages, their MVP has to be far higher than the MVP in the shorter processes.9

76

3. Η πηγή των εισοδημάτων των συντελεστών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The Source of Factor Incomes

77

Η ανάλυσή μας μάς επιτρέπει τώρα να επιλύσουμε εκείνη την παλαιόθεν διαμάχη στην οικονομική επιστήμη: Ποια είναι η πηγή των μισθών — το κεφάλαιο ή η κατανάλωση; Ή, όπως θα έπρεπε να αναδιατυπώσουμε το ερώτημα, ποια είναι η πηγή των εισοδημάτων των πρωτογενών συντελεστών —της εργασίας και της γης; Είναι σαφές ότι ο τελικός στόχος της επένδυσης κεφαλαίου είναι η μελλοντική κατανάλωση. Υπό αυτή την έννοια, η κατανάλωση είναι η αναγκαία προϋπόθεση χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε κεφάλαιο. Επιπλέον, για κάθε συγκεκριμένο αγαθό, η κατανάλωση υπαγορεύει, μέσω των ζητήσεων στην αγορά, τις τιμές των διαφόρων προϊόντων και τη μετακίνηση των μη ειδικών συντελεστών από τη μία διαδικασία στην άλλη. Ωστόσο, η κατανάλωση από μόνη της δεν παρέχει τίποτε. Η αποταμίευση και η επένδυση είναι αναγκαίες για να καταστεί δυνατή οποιαδήποτε κατανάλωση, διότι χωρίς καθόλου παραγωγικές διαδικασίες ή κεφαλαιακή δομή θα μπορούσε να εξασφαλιστεί ελάχιστη κατανάλωση — ίσως μόνο η άμεση συλλογή καρπών.299

Our analysis permits us now to resolve that time-honored controversy in economics: Which is the source of wages—capital or consumption? Or, as we should rephrase it, which is the source of original-factor incomes (for labor and land factors)? It is clear that the ultimate goal of the investment of capital is future consumption. In that sense, consumption is the necessary requisite without which there would be no capital. Furthermore, for each particular good, consumption dictates, through market demands, the prices of the various products and the shifting of (nonspecific) factors from one process to another. However, consumption by itself provides nothing. Savings and investment are needed in order to permit any consumption at all, since very little consumption could be obtained with no production processes or capital structure at all—perhaps only the direct picking of berries.

78

Στον βαθμό που οι συντελεστές εργασίας ή γης παράγουν και πωλούν αμέσως καταναλωτικά αγαθά, δεν απαιτείται κεφάλαιο για την αμοιβή τους. Πληρώνονται απευθείας από την κατανάλωση. Αυτό ίσχυε για τη συλλογή καρπών από τον Crusoe. Ισχύει επίσης, σε μια οικονομία με υψηλή κεφαλαιακή ανάπτυξη, για την εργασία και τη γη στα τελικά στάδια της παραγωγικής διαδικασίας. Σε αυτά τα τελικά στάδια, τα οποία περιλαμβάνουν τα αμιγή εισοδήματα από εργασία που αποκτώνται με την πώληση προσωπικών υπηρεσιών —γιατρών, καλλιτεχνών, δικηγόρων κ.λπ.— στους καταναλωτές, οι συντελεστές αποκομίζουν απευθείας την αξία του οριακού προϊόντος τους, χωρίς προηγούμενη προεξόφληση. Όλοι οι άλλοι συντελεστές εργασίας και γης που συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία πληρώνονται από αποταμιευμένο κεφάλαιο πριν από την παραγωγή και την κατανάλωση του προϊόντος.

In so far as labor or land factors produce and sell consumers’ goods immediately, no capital is required for their payment. They are paid directly by consumption. This was true for Crusoe’s berry-picking. It is also true in a highly capitalistic economy for labor (and land) in the final stages of the production process. In these final stages, which include pure labor incomes earned in the sale of personal services (of doctors, artists, lawyers, etc.) to consumers, the factors earn MVP directly without being discounted in advance. All the other labor and land factors participating in the production process are paid by saved capital in advance of the produced and consumed product.

79

Πρέπει να συμπεράνουμε ότι, στη διαμάχη μεταξύ της κλασικής θεωρίας ότι οι μισθοί καταβάλλονται από το κεφάλαιο και της θεωρίας των Henry George, J.B. Clark και άλλων ότι οι μισθοί καταβάλλονται από το ετήσιο προϊόν που καταναλώνεται, η πρώτη θεωρία είναι ορθή στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, και ότι αυτή η πλειονότητα γίνεται ακόμη πιο κυρίαρχη όσο μεγαλύτερο είναι το απόθεμα κεφαλαίου στην κοινωνία.300

We must conclude that in the dispute between the classical theory that wages are paid out of capital and the theory of Henry George, J.B. Clark, and others that wages are paid out of the annual product consumed, the former theory is correct in the overwhelming majority of cases, and that this majority becomes more preponderant the greater the stock of capital in the society.

80

4. Γη και κεφαλαιουχικά αγαθά

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. Land and Capital Goods

81

Η τιμή της μονάδας υπηρεσίας κάθε συντελεστή, λοιπόν, ισούται με την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος του. Αυτό ισχύει για όλους τους συντελεστές, είτε είναι «πρωτογενείς» —γη και εργασία— είτε «παραχθέντες» —κεφαλαιουχικά αγαθά. Ωστόσο, όπως είδαμε, δεν υπάρχει καθαρό εισόδημα για τους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών, διότι οι τιμές τους περιλαμβάνουν τις τιμές των διαφόρων συντελεστών που συνεργάζονται στην παραγωγή τους. Ουσιαστικά, λοιπόν, καθαρό εισόδημα περιέρχεται μόνο στους ιδιοκτήτες συντελεστών γης και εργασίας και στους κεφαλαιούχους για τις «χρονικές» υπηρεσίες τους. Εξακολουθεί, ωστόσο, να ισχύει ότι η αρχή της τιμολόγησης —η ισότητα με την προεξοφλημένη MVP— εφαρμόζεται σε οποιονδήποτε συντελεστή, είτε είναι κεφαλαιουχικό αγαθό είτε οποιοσδήποτε άλλος.

The price of the unit service of every factor, then, is equal to its discounted marginal value product. This is true of all factors, whether they be “original” (land and labor) or “produced” (capital goods). However, as we have seen, there is no net income to the owners of capital goods, since their prices contain the prices of the various factors that co-operate in their production. Essentially, then, net income accrues only to owners of land and labor factors and to capitalists for their “time” services. It is still true, however, that the pricing principle—equality to discounted MVP—applies whatever the factor, whether capital good or any other.

82

Ας επιστρέψουμε στο διάγραμμα του Σχήματος 41. Αυτή τη φορά, ας υποθέσουμε για λόγους απλότητας ότι εξετάζουμε μία μονάδα ενός καταναλωτικού αγαθού, η οποία πωλείται έναντι 100 ουγγιών, και ότι μία μονάδα κάθε συγκεκριμένου συντελεστή εισέρχεται στην παραγωγή της. Έτσι, στη βαθμίδα 1, το 80 αναφέρεται σε μία μονάδα ενός κεφαλαιουχικού αγαθού. Ας εξετάσουμε πρώτα την πρώτη βαθμίδα. Οι κεφαλαιούχοι του σταδίου 1 αγοράζουν ένα κεφαλαιουχικό αγαθό έναντι 80 ουγγιών και, όπως υποθέτουμε, έναν συντελεστή εργασίας έναντι οκτώ ουγγιών και έναν συντελεστή γης έναντι επτά ουγγιών. Η κοινή MVP των τριών συντελεστών είναι 100. Ωστόσο, η συνολική τιμή τους είναι 95 ουγγιές. Το υπόλοιπο είναι η έκπτωση που περιέρχεται στους κεφαλαιούχους λόγω του χρονικού στοιχείου. Το άθροισμα των προεξοφλημένων MVP, λοιπόν, είναι 95 ουγγιές, και αυτό ακριβώς είναι το ποσό που έλαβαν συνολικά οι ιδιοκτήτες των τριών συντελεστών. Η προεξοφλημένη MVP της υπηρεσίας του συντελεστή εργασίας ήταν οκτώ, η DMVP της υπηρεσίας της γης ήταν επτά και η DMVP της υπηρεσίας του κεφαλαιουχικού αγαθού ήταν 80. Έτσι, κάθε συντελεστής λαμβάνει την DMVP του ως τιμή. Τι συμβαίνει, όμως, στην περίπτωση του κεφαλαιουχικού αγαθού; Έχει πωληθεί έναντι 80, αλλά έπρεπε να παραχθεί, και αυτή η παραγωγή απαιτούσε χρηματική δαπάνη για την καταβολή του εισοδήματος των διαφόρων συντελεστών. Η τιμή του κεφαλαιουχικού αγαθού, λοιπόν, ανάγεται, ας πούμε, σε έναν άλλον συντελεστή γης, που αμείβεται με οκτώ ουγγιές, έναν άλλον συντελεστή εργασίας, που αμείβεται με 8 ουγγιές, και έναν συντελεστή κεφαλαιουχικού αγαθού, που αμείβεται με 60 ουγγιές. Οι τιμές και, επομένως, τα εισοδήματα όλων αυτών των συντελεστών προεξοφλούνται και πάλι ώστε να ληφθεί υπόψη ο χρόνος, και αυτή την έκπτωση την αποκομίζουν οι κεφαλαιούχοι του σταδίου 2. Το άθροισμα αυτών των εισοδημάτων των συντελεστών είναι 76, και κάθε υπηρεσία συντελεστή αποκομίζει και πάλι την DMVP της.

Let us revert to the diagram in Figure 41. This time, let us assume for simplicity that we are dealing with one unit of one consumers’ good, which sells for 100 ounces, and that one unit of each particular factor enters into its production. Thus, on Rank 1, 80 refers to one unit of a capital good. Let us consider the first rank first. Capitalistsl purchase one capital good for 80 ounces and (we assume) one labor factor for eight ounces and one land factor for seven ounces. The joint MVP for the three factors is 100. Yet their total price is 95 ounces. The remainder is the discount accruing to the capitalists because of the time element. The sum of the discounted MVPs, then, is 95 ounces, and this is precisely what the owners of three factors received in total. The discounted MVP of the labor factor’s service was eight, the DMVP of the land’s service was seven, the DMVP of the capital good’s service was 80. Thus, each factor obtains its DMVP as its received price. But what happens in the case of the capital good? It has been sold for 80, but it has had to be produced, and this production cost money to pay the income of the various factors. The price of the capital good, then, is reduced to, say, another land factor, paid eight ounces; another labor factor paid 8 ounces, and a capital-goods factor paid 60 ounces. The prices, and therefore the incomes, of all these factors are discounted again to account for the time, and this discount is earned by Capitalists2. The sum of these factor incomes is 76, and once again each factor service earns its DMVP.

83

Κάθε συντελεστής κεφαλαιουχικού αγαθού πρέπει να παράγεται και να εξακολουθεί να παράγεται στην ERE. Εφόσον συμβαίνει αυτό, βλέπουμε ότι ο συντελεστής κεφαλαιουχικού αγαθού, μολονότι λαμβάνει την DMVP του, δεν την αποκομίζει ως καθαρό εισόδημα, διότι ο ιδιοκτήτης του πρέπει με τη σειρά του να καταβάλει χρήμα στους συντελεστές που τον παράγουν. Τελικά, μόνο οι συντελεστές γης, εργασίας και χρόνου αποκομίζουν καθαρά εισοδήματα.

Each capital-goods factor must be produced and must continue to be produced in the ERE. Since this is so, we see that the capital-goods factor, though obtaining its DMVP, does not earn it net, for its owner, in turn, must pay money to the factors that produce it. Ultimately, only land, labor, and time factors earn net incomes.

84

Αυτός ο τύπος ανάλυσης έχει δεχθεί αυστηρή κριτική με το ακόλουθο σκεπτικό:

This type of analysis has been severely criticized on the following grounds:

85

Αυτή η «αυστριακή» μέθοδος αναγωγής των πάντων στη γη και στην εργασία —και στον χρόνο!— μπορεί να αποτελεί ενδιαφέρουσα ιστορική άσκηση, και μπορούμε να δεχθούμε ότι, εάν ανατρέξουμε αρκετά πίσω στην παραγωγή και στην επένδυση, θα φτάσουμε τελικά στον κόσμο των πρωτόγονων ανθρώπων, που άρχισαν να παράγουν κεφάλαιο με τα γυμνά τους χέρια. Ποια σχέση έχει, όμως, αυτό με τον σύγχρονο, σύνθετο κόσμο γύρω μας, έναν κόσμο στον οποίο υπάρχει ήδη τεράστια ποσότητα κεφαλαίου που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην εργασία; Στον σύγχρονο κόσμο δεν υπάρχει παραγωγή χωρίς τη βοήθεια κεφαλαίου και, επομένως, ολόκληρη η αυστριακή ανάλυση του κεφαλαίου είναι άνευ αξίας για τη σύγχρονη οικονομία.

This “Austrian” method of tracing everything back to land and labor (and time!) may be an interesting historical exercise, and we may grant that, if we trace back production and investment far enough, we shall ultimately reach the world of primitive men, who began to produce capital with their bare hands. But of what relevance is this for the modern, complex world around us, a world in which a huge amount of capital already exists and can be worked with? In the modern world there is no production without the aid of capital, and therefore the whole Austrian capital analysis is valueless for the modern economy.

86

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι δεν μας ενδιαφέρει η ιστορική ανάλυση, αλλά η οικονομική ανάλυση της σύνθετης οικονομίας. Ειδικότερα, ο δρων άνθρωπος δεν ενδιαφέρεται για την ιστορική προέλευση των πόρων του· δρα στο παρόν για χάρη ενός στόχου που πρόκειται να επιτευχθεί στο μέλλον.301 Η πραξεολογική ανάλυση το αναγνωρίζει αυτό και εξετάζει το άτομο που δρα στο παρόν για να ικανοποιήσει σκοπούς οι οποίοι απέχουν σε διαφορετικό βαθμό στο μέλλον, από το άμεσο έως το απώτερο.

There is no question about the fact that we are not interested in historical analysis, but rather in an economic analysis of the complex economy. In particular, acting man has no interest in the historical origin of his resources; he is acting in the present on behalf of a goal to be achieved in the future. Praxeological analysis recognizes this and deals with the individual acting at present to satisfy ends of varying degrees of futurity (from instantaneous to remote).

87

Είναι επίσης αλήθεια ότι η παρουσίαση του μεγάλου δασκάλου της θεωρίας του κεφαλαίου και της παραγωγής, του Böhm-Bawerk, προκάλεσε σύγχυση δίνοντας ιστορική ερμηνεία στη δομή της παραγωγής. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την έννοιά του της «μέσης περιόδου παραγωγής», με την οποία επιχείρησε να προσδιορίσει μια μέση διάρκεια των παραγωγικών διαδικασιών που λειτουργούν στο παρόν, αλλά εκτείνονται προς τα πίσω έως την αρχή του χρόνου. Σε ένα από τα ασθενέστερα σημεία της θεωρίας του, ο Böhm-Bawerk παραδέχθηκε ότι «Το αγόρι που κόβει ένα ραβδί με το μαχαίρι του, αυστηρά μιλώντας, απλώς συνεχίζει το έργο του μεταλλωρύχου ο οποίος, πριν από αιώνες, έμπηξε το πρώτο φτυάρι στο έδαφος για να ανοίξει το φρέαρ από το οποίο εξορύχθηκε το μετάλλευμα για την κατασκευή της λεπίδας».302 Κατόπιν επιχείρησε να διασώσει τη συνάφεια της παραγωγικής δομής υπολογίζοντας μέσους όρους περιόδων παραγωγής και υποστηρίζοντας ότι η επίδραση της εργασίας των πρώιμων αιώνων στο παρόν προϊόν είναι τόσο μικρή, λόγω της μεγάλης χρονικής απόστασης, ώστε να είναι αμελητέα.

It is true, too, that the presentation by the master of capital and production theory, Böhm-Bawerk, sowed confusion by giving an historical interpretation to the structure of production. This is particularly true of his concept of the “average period of production,” which attempted to establish an average length of production processes operating at present, but stretching back to the beginning of time. In one of the weakest parts of his theory, Böhm-Bawerk conceded that “The boy who cuts a stick with his knife is, strictly speaking, only continuing the work of the miner who, centuries ago, thrust the first spade into the ground to sink the shaft from which the ore was brought to make the blade.” He then tried to salvage the relevance of the production structure by averaging periods of production and maintaining that the effect in the present product of the early centuries’ work is so small (being so remote) as to be negligible.

88

Ο Mises, ωστόσο, κατόρθωσε να επεξεργαστεί περαιτέρω την αυστριακή θεωρία της παραγωγής, εξαλείφοντας την εξάρτησή της από μια σχεδόν απείρως υψηλή παραγωγική δομή και από τη μυθική έννοια μιας «μέσης περιόδου παραγωγής».

Mises has succeeded, however, in refining the Austrian production theory so as to eliminate reliance on an almost infinitely high production structure and on the mythical concept of an “average period of production.”

89

Όπως δηλώνει ο Mises:

As Mises states:

90

Ο δρων άνθρωπος δεν εξετάζει την κατάστασή του με τα μάτια ενός ιστορικού. Δεν τον απασχολεί το πώς προέκυψε η παρούσα κατάσταση. Η μόνη του μέριμνα είναι να χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τα μέσα που είναι διαθέσιμα σήμερα για την όσο το δυνατόν πληρέστερη άρση της μελλοντικής δυσφορίας. ... Έχει στη διάθεσή του μια ορισμένη ποσότητα υλικών συντελεστών παραγωγής. Δεν διερωτάται εάν αυτοί οι συντελεστές παρέχονται από τη φύση ή αποτελούν προϊόν παραγωγικών διαδικασιών που ολοκληρώθηκαν στο παρελθόν. Δεν έχει σημασία γι’ αυτόν πόση ποσότητα φυσικά παρεχόμενων, δηλαδή πρωτογενών, υλικών συντελεστών παραγωγής και εργασίας δαπανήθηκε για την παραγωγή τους και πόσο χρόνο απορρόφησαν αυτές οι παραγωγικές διαδικασίες. Αξιολογεί τα διαθέσιμα μέσα αποκλειστικά από την άποψη των υπηρεσιών που μπορούν να του προσφέρουν στις προσπάθειές του να καταστήσει τις μελλοντικές συνθήκες πιο ικανοποιητικές. Η περίοδος παραγωγής και η διάρκεια της ικανότητας παροχής υπηρεσιών είναι γι’ αυτόν κατηγορίες του σχεδιασμού της μελλοντικής δράσης, όχι έννοιες ακαδημαϊκής αναδρομής. ... Διαδραματίζουν ρόλο στον βαθμό που το δρων άτομο πρέπει να επιλέξει μεταξύ περιόδων παραγωγής διαφορετικής διάρκειας. ...

Ο Böhm-Bawerk δεν είχε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η περίοδος παραγωγής είναι πραξεολογική κατηγορία και ότι ο ρόλος που διαδραματίζει στη δράση συνίσταται εξ ολοκλήρου στις επιλογές του δρώντος ανθρώπου μεταξύ περιόδων παραγωγής διαφορετικής διάρκειας. Το χρονικό διάστημα που δαπανήθηκε στο παρελθόν για την παραγωγή των κεφαλαιουχικών αγαθών που είναι διαθέσιμα σήμερα δεν έχει καμία απολύτως σημασία.303

Acting man does not look at his condition with the eyes of an historian. He is not concerned with how the present situation originated. His only concern is to make the best use of the means available today for has at his disposal a definite quantity of material factors of production. He does not ask whether these factors are nature-given or the product of production processes accomplished in the past. It does not matter for him how great a quantity of nature-given, i.e., original material factors of production and labor, was expended in their production and how much time these processes of production have absorbed. He values the available means exclusively from the aspect of the services they can render him in his endeavors to make future conditions more satisfactory. The period of production and the duration of serviceableness are for him categories in planning future action, not conin so far as the actor has to choose between periods of production of different length. . . . [Böhm-Bawerk] . . . was not fully aware of the fact that the period of production is a praxeological category and that the role it plays in action consists entirely in the choices acting man makes between periods of production of different length. The length of time expended in the past for the production of capital goods available today does not count at all.14

91

Εάν, όμως, το παρελθόν δεν λαμβάνεται υπόψη, πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ανάλυση της παραγωγικής δομής; Πώς μπορεί να εφαρμοστεί σε μια ERE εάν η δομή θα έπρεπε να ανατρέχει σχεδόν ατέρμονα προς τα πίσω στον χρόνο; Εάν βασίσουμε την προσέγγισή μας στο παρόν, δεν πρέπει να ακολουθήσουμε τους οπαδούς του Knight εγκαταλείποντας την ανάλυση της παραγωγικής δομής;

But if the past is not taken into account, how can we use the production-structure analysis? How can it apply to an ERE if the structure would have to go back almost endlessly in time? If we base our approach on the present, must we not follow the Knightians in scrapping the production-structure analysis?

92

Ένα ιδιαίτερο σημείο διαφωνίας είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ γης και κεφαλαιουχικών αγαθών. Οι οπαδοί του Knight, χλευάζοντας την ιδέα της αναδρομής των περιόδων παραγωγής μέσα στους αιώνες, απορρίπτουν εντελώς την έννοια της γης και εντάσσουν τη γη απλώς στα κεφαλαιουχικά αγαθά. Αυτή η αλλαγή, βεβαίως, μεταβάλλει πλήρως τη θεωρία της παραγωγής. Οι οπαδοί του Knight επισημαίνουν ορθά, για παράδειγμα, ότι η σημερινή γη έχει «αναμειχθεί» με πολλά είδη και ποσότητες παρελθούσας εργασίας: έχουν διανοιχθεί αρδευτικές διώρυγες, έχουν εκχερσωθεί δάση, έχουν πραγματοποιηθεί βασικές βελτιώσεις στο έδαφος κ.λπ. Υποστηρίζουν ότι πρακτικά τίποτε δεν είναι πλέον αμιγής «γη» και ότι, επομένως, η έννοια έχει καταστεί κενή περιεχομένου.

A particular point of contention is the dividing line between land and capital goods. The Knightians, in scoffing at the idea of tracing periods of production back through the centuries, scrap the land concept altogether and include land as simply a part of capital goods. This change, of course, completely alters production theory. The Knightians point correctly, for example, to the fact that present-day land has many varieties and amounts of past labor “mixed” with it: canals have been dug, forests cleared, basic improvements have been made in the soil, etc. They assert that practically nothing is pure “land” anymore and therefore that the concept has become an empty one.

93

Όπως έδειξε, όμως, ο Mises, μπορούμε να αναθεωρήσουμε τη θεωρία του Böhm-Bawerk και να διατηρήσουμε τη ζωτική διάκριση μεταξύ γης και κεφαλαιουχικών αγαθών. Δεν χρειάζεται, όπως κάνουν οι οπαδοί του Knight, να πετάξουμε το μωρό της γης μαζί με τα απόνερα της μέσης περιόδου παραγωγής. Μπορούμε, αντιθέτως, να αναδιατυπώσουμε την έννοια της «γης». Μέχρι αυτό το σημείο υποθέταμε απλώς ότι η γη είναι οι πρωτογενείς συντελεστές που παρέχονται από τη φύση. Τώρα πρέπει να τροποποιήσουμε αυτόν τον ορισμό, σύμφωνα με την εστίασή μας στο παρόν και στο μέλλον αντί στο παρελθόν. Το εάν μια έκταση γης είναι «αρχικά» αμιγής γη είναι στην πραγματικότητα οικονομικά αδιάφορο, εφόσον οποιεσδήποτε μεταβολές έχουν πραγματοποιηθεί είναι μόνιμες —ή, μάλλον, εφόσον αυτές οι μεταβολές δεν χρειάζεται να αναπαραχθούν ή να αντικατασταθούν.304 Η γη που έχει αρδευτεί με διώρυγες ή έχει μεταβληθεί μέσω της κοπής δασών έχει καταστεί παρόν, μόνιμο δεδομένο. Επειδή είναι παρόν δεδομένο, δεν φθείρεται κατά την παραγωγική διαδικασία και δεν χρειάζεται να αντικατασταθεί, γίνεται συντελεστής γης σύμφωνα με τον ορισμό μας. Στην ERE, αυτός ο συντελεστής θα εξακολουθεί να αποδίδει αμείωτες τις φυσικές του δυνάμεις χωρίς περαιτέρω επένδυση· είναι, επομένως, γη στην ανάλυσή μας. Μόλις γίνει αυτό και διαχωριστούν οι μόνιμες από τις μη μόνιμες μεταβολές, βλέπουμε ότι η παραγωγική δομή δεν εκτείνεται πλέον απείρως προς τα πίσω στον χρόνο, αλλά ολοκληρώνεται μέσα σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.305 Τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι εκείνα που φθείρονται διαρκώς κατά την παραγωγική διαδικασία και για την αντικατάσταση των οποίων πρέπει να χρησιμοποιούνται συντελεστές εργασίας και γης. Όταν εξετάζουμε, λοιπόν, τη φυσική φθορά και την αντικατάσταση, γίνεται προφανές ότι δεν θα απαιτούνταν πολλά χρόνια για να καταρρεύσει ολόκληρη η δομή των κεφαλαιουχικών αγαθών εάν δεν εκτελούνταν καμία εργασία συντήρησης και αντικατάστασης, και αυτό ισχύει ακόμη και στη σύγχρονη οικονομία με υψηλή κεφαλαιακή ανάπτυξη. Βεβαίως, όσο υψηλότερος είναι ο βαθμός «κεφαλαιακής» ανάπτυξης και όσο περισσότερα είναι τα στάδια παραγωγής, τόσο περισσότερο χρόνο θα χρειαστούν όλα τα κεφαλαιουχικά αγαθά για να φθαρούν.306

As Mises has shown, however, we can revise Böhm-Bawerk’s theory and still retain the vital distinction between land and capital goods. We do not have to throw out, as do the Knightians, the land baby with the average-period-of-production bathwater. We can, instead, reformulate the concept of “land.” Up to this point we have simply assumed land to be the original, nature-given factors. Now we must modify this, in keeping with our focus on the present and the future rather than the past. Whether or not a piece of land is “originally” pure land is in fact economically immaterial, so long as whatever alterations have been made are permanent—or rather, so long as these alterations do not have to be reproduced or replaced. Land that has been irrigated by canals or altered through the chopping down of forests has become a present, permanent given. Because it is a present given, not worn out in the process of production, and not needing to be replaced, it becomes a land factor under our definition. In the ERE, this factor will continue to give forth its natural powers unstinted and without further investment; it is therefore land in our analysis. Once this occurs, and the permanent are separated from the nonpermanent alterations, we see that the structure of production no longer stretches back infinitely in time, but comes to a close within a relatively brief span of time. The capital goods are those which are continually wearing out in the process of production and which labor and land factors must work to replace. When we consider physical wearing out and replacement, then, it becomes evident that it would not take many years for the whole capital-goods structure to collapse, if no work were done on maintenance and replacement, and this is true even in the modern, highly capitalist economy. Of course, the higher the degree of “capitalist” development and the more stages in production, the longer will it take for all the capital goods to wear out.

94

Η «μονιμότητα» που εξετάζουμε αναφέρεται, βεβαίως, στη φυσική μονιμότητα των αγαθών και όχι στη μονιμότητα της αξίας τους. Η τελευταία εξαρτάται από τις μεταβαλλόμενες επιθυμίες των καταναλωτών και δεν θα μπορούσε ποτέ να χαρακτηριστεί μόνιμη. Έτσι, μπορεί να υπάρχει ένας συντελεστής γης που είναι αποκλειστικά και μόνιμα κατάλληλος ως αμπελώνας. Είναι γη και, επομένως, παραμένει γη επ’ αόριστον. Εάν, κάποια στιγμή, οι καταναλωτές χάσουν εντελώς την προτίμησή τους για το κρασί και η γη καταστεί άνευ αξίας και πάψει να χρησιμοποιείται, εξακολουθεί να είναι μόνιμος συντελεστής και, επομένως, γη, μολονότι βρίσκεται πλέον κάτω από το όριο οικονομικής αξιοποίησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι η «μονιμότητα» έχει σημασία για τις παρούσες εκτιμήσεις της ανθρώπινης δράσης. Μια έκταση γης μπορεί να αποδίδει μόνιμο οριακό φυσικό προϊόν χωρίς ανάγκη συντήρησης, και ξαφνικά να εκραγεί ένα ηφαίστειο ή να πλήξει την περιοχή ένας τυφώνας, καταστρέφοντας αυτή τη μονιμότητα. Τέτοια νοητά φυσικά γεγονότα, όμως, δεν έχουν ex ante συνάφεια προς την ανθρώπινη δράση και, επομένως, από τη σκοπιά της δράσης, αυτή η γη ορθώς θεωρείται «μόνιμη» έως ότου επέλθουν οι φυσικές μεταβολές.307,308

The “permanence” with which we are dealing refers, of course, to the physical permanence of the goods, and not to the permanence of their value. The latter depends on the shifting desires of consumers and could never be called permanent. Thus, there might be a land factor uniquely and permanently suitable as a vineyard. It is land and remains so, therefore, indefinitely. If, at some time, the consumers should completely lose their taste for wine, and the land becomes valueless and no longer used, it is still a permanent factor, and therefore is land, although now submarginal. It should be noted that the “permanence” is relevant to present considerations of human action. A piece of land might give forth a permanent marginal (physical) product, without necessity of maintenance, and suddenly a volcano might erupt or a hurricane strike in the area, and the permanence could be destroyed. Such conceivable natural events, however, are not ex ante relevant to human action, and therefore from the point of view of action this land is rightly considered as “permanent,” until the natural changes occur.18,19

95

Η έννοια της «γης», όπως χρησιμοποιείται σε ολόκληρο το παρόν βιβλίο, είναι, λοιπόν, εντελώς διαφορετική από την κοινή έννοια της γης. Ας διακρίνουμε, σε αυτή την ενότητα, τις δύο έννοιες ονομάζοντας την πρώτη οικονομική γη και τη δεύτερη γεωγραφική γη. Η οικονομική έννοια περιλαμβάνει όλες τις πηγές αξίας που παρέχονται από τη φύση: όσα συνήθως είναι γνωστά ως φυσικοί πόροι, γη, νερό και αέρας, στον βαθμό που δεν είναι ελεύθερα αγαθά. Από την άλλη πλευρά, μεγάλο μέρος της αξίας εκείνου που γενικά θεωρείται «γη» —δηλαδή το μέρος που πρέπει να συντηρείται με τη χρήση εργασίας— είναι στην πραγματικότητα κεφαλαιουχικό αγαθό.

The concept of “land” as used throughout this book, then, is entirely different from the popular concept of land. Let us, in this section, distinguish between the two by calling the former economic land and the latter geographic land. The economic concept includes all nature-given sources of value: what is usually known as natural resources, land, water, and air in so far as they are not free goods. On the other hand, a large part of the value of what is generally considered “land”—i.e., that part that has to be maintained with the use of labor—is really a capital good.

96

Το ότι η γεωργική γη αποτελεί παράδειγμα της τελευταίας περίπτωσης μπορεί να εκπλήξει τον αναγνώστη, ο οποίος είναι πιθανό να τη θεωρεί μόνιμα παραγωγική. Αυτό είναι εντελώς εσφαλμένο· η οριακή φυσική παραγωγικότητα της γεωγραφικής γης ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με την ποσότητα εργασίας που αφιερώνεται στη συντήρηση ή στη βελτίωση του εδάφους, σε αντιδιαστολή προς μια χρήση ή μη χρήση του εδάφους που οδηγεί σε διάβρωση και χαμηλότερο MPP. Το βασικό έδαφος —και εδώ αναφερόμαστε στο έδαφος που θα απέμενε τώρα εάν διακοπτόταν η συντήρηση, όχι στο έδαφος όπως ήταν στο μακρινό παρελθόν πριν από την καλλιέργεια— είναι το στοιχείο της γης, ενώ το τελικό προϊόν, που είναι κοινώς γνωστό ως γεωργική γη, είναι συνήθως κεφαλαιουχικό αγαθό που περιέχει αυτό το στοιχείο γης.

That agricultural land is an example of the latter may surprise the reader who is likely to think of it as permanently productive. This is completely wrong; the marginal physical productivity of (geographic) land varies greatly in accordance with the amount of labor that is devoted to maintaining or improving the soil, as against such use or nonuse of the soil as leads to erosion and a lower MPP. The basic soil (and here we are referring to the soil that would remain now if maintenance were suspended, not to the soil as it was in the dim past before cultivation) is the land element, while the final product—which is popularly known as agricultural land—is usually a capital good containing this land element.

97

Και οι Van Sickle και Rogge αναφέρουν σχετικά με το έδαφος:

And Van Sickle and Rogge say about the soil:

98

Η γη, ως το ανώτερο στρώμα βάθους 12 έως 18 ιντσών από το οποίο τα δημητριακά, τα λαχανικά, τα χόρτα και τα δέντρα αντλούν σχεδόν ολόκληρη τη θρέψη τους, είναι εξαιρετικά ευάλωτη στην καταστροφή. Το επιφανειακό έδαφος μπορεί να παρασυρθεί από το νερό ή τον άνεμο —να διαβρωθεί— ή τα οργανικά και ανόργανα συστατικά του μπορεί να διαλυθούν και να μεταφερθούν προς τα κάτω, πέρα από την εμβέλεια των φυτών —να εκπλυθούν— μέσα σε σχετικά λίγα χρόνια, εάν δεν επιδεικνύεται μεγάλη προσοχή στη χρήση του. Μπορεί επίσης να αποκατασταθεί με προσεκτική καλλιεργητική φροντίδα. Επομένως, μπορεί να ειπωθεί για όλα τα εδάφη ... ότι η συντήρησή τους απαιτεί αποταμίευση.309

Land, as the top 12 to 18 inches from which grains, vegetables, grasses, and trees draw almost their entire nourishment, is highly destructible. Top soil can be washed or blown away (eroded), or its organic and mineral content can be dissolved and drawn down out of reach of plant life (leached) in a relatively few years, unless great care is exercised in its use. It can also be rebuilt by careful husbandry. Hence it can be said of all soils . . . that their maintenance requires saving.20

99

Το άφθαρτο της γης απεικονίζεται πολύ σαφέστερα σε εκείνο που συνήθως ονομάζεται «αστική γη». Διότι η γη στις αστικές περιοχές — και αυτό περιλαμβάνει την προαστιακή γη, τη γη για εργοστάσια κ.λπ.— εμφανίζει σαφώς ένα από τα θεμελιωδέστερα άφθαρτα χαρακτηριστικά της: τον φυσικό της χώρο, το τμήμα της επιφάνειας της γης που καταλαμβάνει. Διότι η επιφάνεια της γης είναι, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, αιωνίως σταθερή, όπως και η γεωγραφική θέση κάθε έκτασης γεωγραφικής γης πάνω σε αυτήν. Αυτή η αιωνίως σταθερή, μόνιμη διάσταση της γεωγραφικής γης ως θέσης ονομάζεται η διάσταση της γης ως τόπου εγκατάστασης ή, όπως το διατυπώνει εύστοχα ο Mises, «η γη ως χώρος που μπορεί να καταληφθεί». Εφόσον είναι μόνιμη και μη αναπαραγώγιμη, υπάγεται σαφέστατα στην κατηγορία της οικονομικής γης. Η μονιμότητα, και πάλι, αναφέρεται στη φυσική χωρική της διάσταση· οι αξίες της ως θέσης, βεβαίως, υπόκεινται πάντοτε σε μεταβολή.310 Το Midtown Manhattan βρίσκεται τώρα στην ίδια θέση — στην ίδια γεωγραφική τοποθεσία— όπως και τον δέκατο έβδομο αιώνα, μολονότι οι χρηματικές αξίες που του αντιστοιχούν έχουν μεταβληθεί.

The indestructibility of land is much more clearly exemplified in what is commonly called “urban land.” For land in urban areas (and this includes suburban land, land for factories, etc.) clearly evinces one of its most fundamentally indestructible features: its physical space—its part of the surface of the earth. For the surface area of the earth is, except in rare cases, eternally fixed, as is the geographic position of each piece of geographic land on the surface. This eternally fixed, permanent, positional aspect of geographic land is called the site aspect of the land, or as Mises aptly puts it, “the land as standing room.” Since it is permanent and nonreproducible, it very clearly comes under the category of economic land. The permanence, once again, refers to its physical spatial aspect; its site values, of course, are always subject to change. Midtown Manhattan is on the same site—the same geographical location—now as it was in the 1600’s, although the monetary values accruing to it have changed.

100

Ας υποθέσουμε ότι μια έκταση γης που επί του παρόντος δεν χρησιμοποιείται μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διάφορους γεωργικούς σκοπούς ή για αστικούς σκοπούς. Στην περίπτωση αυτή, θα γίνει επιλογή σύμφωνα με τις εναλλακτικές αξίες της ως μη αντικαταστάσιμης οικονομικής γης: μεταξύ της προεξοφλημένης MVP της λόγω της γονιμότητας του βασικού εδάφους της και της προεξοφλημένης MVP της ως αστικού τόπου εγκατάστασης. Και εάν πρέπει να αποφασιστεί αν γη που χρησιμοποιείται τώρα στη γεωργία και συντηρείται για αυτόν τον σκοπό πρέπει να παραμείνει στη γεωργία ή να χρησιμοποιηθεί ως τόπος οικοδόμησης, οι αρχές της επιλογής είναι οι ίδιες. Η οριακή απόδοση σε αξία της γεωργικής ή αστικής γης αναλύεται από τον ιδιοκτήτη της γης —τον «γαιοκτήμονα»— στην απόδοση από τόκο επί του κεφαλαίου που διατίθεται για συντήρηση και βελτίωση και στην προεξοφλημένη οριακή απόδοση σε αξία της βασικής οικονομικής γης.

Suppose that a piece of currently unused land can be used for various agricultural purposes or for urban purposes. In that case, a choice will be made according to its alternative values as nonreplaceable economic land: between its discounted MVP as a result of the fertility of its basic soil and its discounted MVP as an urban site. And if a decision must be made whether land now used in agriculture and being maintained for that purpose should remain in agriculture or be used as a site for building, the principles of choice are the same. The marginal value return to the agricultural or urban land is broken down by the owner of the land—the “landlord”—into the interest return on the capital maintenance and improvement and the discounted marginal value return to the basic economic land.

101

Η «βασική γη» —ή «γη καθαυτή»— στην παρούσα πραγματεία αναφέρεται στο έδαφος χωρίς συντήρηση, στην περίπτωση της γεωργίας, ή στην καθαρή θέση χωρίς υπερκείμενες κατασκευές που υπόκεινται σε φθορά, στην περίπτωση της αστικής γης. Η βασική γη, επομένως, είτε είναι έδαφος είτε θέση, αποφέρει στον ιδιοκτήτη της μια τελική μοναδιαία τιμή, ή μίσθωμα, ίση με την DMVP της. Επενεργώντας σε αυτή τη βασική γη, η εργασία και η επένδυση δημιουργούν ένα ολοκληρωμένο κεφαλαιουχικό αγαθό. Αυτό το κεφαλαιουχικό αγαθό, όπως όλα τα κεφαλαιουχικά αγαθά, αποφέρει επίσης μισθώματα ανά μονάδα υπηρεσίας ίσα με την DMVP του. Ωστόσο, αυτή η απόδοση αναλύεται —και μάλιστα με σημασία για την τρέχουσα αγορά, όχι ως ιστορική άσκηση— σε μίσθωμα της βασικής γης και απόδοση από τόκο επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου, καθώς και, βεβαίως, σε απολαβές της εργασίας που επενεργεί στη βασική γη, δηλαδή στον μισθό ή στη «μισθωτική τιμή» της εργασίας, ίση με την DMVP της. Αυτή τη γη ως κεφαλαιουχικό αγαθό την έχουμε ονομάσει κατά περίπτωση «γεωγραφική γη», «γη με την κοινή έννοια», «τελική γη», «ολοκληρωμένη γη». Όταν, αντιθέτως, μιλούμε απλώς για «γη», θα αναφερόμαστε πάντοτε στην αληθινή οικονομική γη: τον συντελεστή που παρέχεται επί του παρόντος από τη φύση.

“Basic land” (or “ground land”) in this treatise refers to the soil without maintenance, in the case of agriculture, or the pure site without depreciating superstructure, in the case of urban land. The basic land, therefore, whether it be soil or site, earns for its owner an ultimate unit price, or rent, equaling its DMVP. Working on this basic land, labor and investment create a finished capital good. This capital good, like all capital goods, also earns unit rents equal to its DMVP. However, this earning is broken down (and relevantly so in the current market, not as an historical exercise) into basic land rent and interest return on the capital invested (as well, of course, as returns to labor that works on the basic land, i.e., labor’s wage or “rent-price,” equaling its DMVP). This capital-good land we have variously termed “geographic land,” “land in the popular sense,” “final land,” “finished land.” When we speak simply of “land,” on the other hand, we shall always be referring to the true economic land—the currently nature-given factor.

102

5. Κεφαλαιοποίηση και μίσθωμα

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. Capitalization and Rent

103

Το ζήτημα του «μισθώματος» είναι ένα από τα πιο συγκεχυμένα σε ολόκληρη την οικονομική βιβλιογραφία. Πρέπει, επομένως, να επαναλάβουμε τη σημασία του μισθώματος όπως εκτέθηκε παραπάνω. Χρησιμοποιούμε τον όρο «μίσθωμα» για να δηλώσουμε τη μοναδιαία τιμή των υπηρεσιών οποιουδήποτε αγαθού. Είναι σημαντικό να αποβάλουμε κάθε προκατάληψη που περιορίζει την έννοια του μισθώματος μόνο στη γη. Ίσως ο καλύτερος οδηγός είναι να έχουμε κατά νου τη γνωστή πρακτική της «εκμίσθωσης». Το μίσθωμα, λοιπόν, αντιστοιχεί στη μίσθωση: στην πώληση και αγορά των μονάδων υπηρεσίας οποιουδήποτε αγαθού.311 Εφαρμόζεται, επομένως, εξίσου στις τιμές των υπηρεσιών εργασίας —που ονομάζονται «μισθοί»— όπως και στη γη ή σε οποιονδήποτε άλλον συντελεστή. Η έννοια του μισθώματος εφαρμόζεται σε όλα τα αγαθά, διαρκή ή μη διαρκή. Στην περίπτωση ενός εντελώς μη διαρκούς αγαθού, το οποίο εξαφανίζεται πλήρως κατά την πρώτη χρήση του, η «μονάδα» υπηρεσίας του απλώς ταυτίζεται ως προς το μέγεθος με το ίδιο το «συνολικό» αγαθό. Όσον αφορά ένα διαρκές αγαθό, βεβαίως, η έννοια του μισθώματος παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον, διότι η τιμή της μονάδας υπηρεσίας μπορεί να διακριθεί από την τιμή του «αγαθού ως συνόλου». Μέχρι τώρα, στο παρόν έργο, υποθέταμε ότι κανένα διαρκές παραγωγικό αγαθό δεν αγοράζεται ποτέ ως σύνολο και ότι μόνο οι μονάδες υπηρεσίας του ανταλλάσσονται στην αγορά. Επομένως, ολόκληρη η συζήτησή μας για την τιμολόγηση αφορούσε τον προσδιορισμό των μισθωμάτων. Είναι προφανές ότι τα μισθώματα είναι οι θεμελιώδεις τιμές. Η ανάλυση της οριακής χρησιμότητας μάς δίδαξε ότι οι άνθρωποι αξιολογούν τα αγαθά σε μονάδες και όχι ως σύνολα· η μοναδιαία τιμή —ή το «μίσθωμα»— είναι, λοιπόν, η θεμελιώδης τιμή στην αγορά.

The subject of “rent” is one of the most confused in the entire economic literature. We must, therefore, reiterate the meaning of rent as set forth above. We are using “rent” to mean the unit price of the services of any good. It is important to banish any preconceptions that apply the concept of rent to land only. Perhaps the best guide is to keep in mind the well-known practice of “renting out.” Rent, then, is the same as hire: it is the sale and purchase of the unit services of any good. It therefore applies as well to prices of labor services (called “wages”) as it does to land or to any other factor. The rent concept applies to all goods, whether durable or nondurable. In the case of a completely nondurable good, which vanishes fully when first used, its “unit” of service is simply identical in size with the “whole” good itself. In regard to a durable good, of course, the rent concept is more interesting, since the price of the unit service is distinguishable from the price of the “good as a whole.” So far, in this work, we have been assuming that no durable producers’ goods are ever bought outright, that only their unit services are exchanged on the market. Therefore, our entire discussion of pricing has dealt with rental pricing. It is obvious that the rents are the fundamental prices. The marginal utility analysis has taught us that men value goods in units and not as wholes; the unit price (or “rent”) is, then, the fundamental price on the market.

104

Στο κεφάλαιο 4 αναλύσαμε τον προσδιορισμό των μισθωμάτων και την τιμή του «αγαθού ως συνόλου» για τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά. Η αρχή είναι ακριβώς η ίδια για τα παραγωγικά αγαθά. Η μισθωτική αξία της μονάδας υπηρεσίας είναι η βασική αξία, εκείνη που καθορίζεται τελικά στην αγορά από τις ατομικές κλίμακες χρησιμότητας. Η τιμή του «συνολικού αγαθού», γνωστή επίσης ως κεφαλαιακή αξία του αγαθού, ισούται με το άθροισμα των προσδοκώμενων μελλοντικών μισθωμάτων, προεξοφλημένων με εκείνο που τότε ονομάσαμε αόριστα παράγοντα χρονικής προτίμησης και που τώρα γνωρίζουμε ότι είναι το επιτόκιο. Η κεφαλαιακή αξία, ή η τιμή του αγαθού ως συνόλου, επομένως, εξαρτάται πλήρως από τα μισθώματα του αγαθού, τη φυσική διάρκειά του και το επιτόκιο.312 Προφανώς, η έννοια της «κεφαλαιακής αξίας» ενός αγαθού έχει νόημα μόνο όταν το αγαθό είναι διαρκές και δεν εξαφανίζεται αμέσως με τη χρήση. Εάν εξαφανιζόταν, τότε θα υπήρχε μόνο αμιγές μίσθωμα, χωρίς χωριστές αξιολογήσεις για το αγαθό ως σύνολο. Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο «αγαθό ως σύνολο», δεν αναφερόμαστε στη συνολική προσφορά ολόκληρου του αγαθού στην οικονομία. Αναφερόμαστε, για παράδειγμα, όχι στη συνολική προσφορά κατοικιών ενός ορισμένου τύπου, αλλά σε μία κατοικία, η οποία μπορεί να εκμισθώνεται για ένα χρονικό διάστημα. Εξετάζουμε μονάδες «συνολικών αγαθών», και αυτές οι μονάδες, όντας διαρκείς, είναι αναγκαστικά μεγαλύτερες από τις συστατικές μονάδες υπηρεσίας τους, οι οποίες μπορούν να εκμισθώνονται κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου.

In chapter 4 we analyzed rental pricing and the price of the “good as a whole” for durable consumers’ goods. The principle is precisely the same for producers’ goods. The rental value of the unit service is the basic one, the one ultimately determined on the market by individual utility scales. The price of the “whole good,” also known as the capital value of the good, is equal to the sum of the expected future rents discounted by what we then vaguely called a time-preference factor and which we now know is the rate of interest. The capital value, or price of the good as a whole, then, is completely dependent on the rental prices of the good, its physical durability, and the rate of interest. Obviously, the concept of “capital value” of a good has meaning only when that good is durable and does not vanish instantly upon use. If it did vanish, then there would only be pure rent, without separate valuations for the good as a whole. When we use the term “good as a whole,” we are not referring to the aggregate supply of the whole good in the economy. We are referring, e.g., not to the total supply of housing of a certain type, but to one house, which can be rented out over a period of time. We are dealing with units of “whole goods,” and these units, being durable, are necessarily larger than their constituent unit services, which can be rented out over a period of time.

105

Η αρχή του προσδιορισμού των «κεφαλαιακών αξιών», δηλαδή των τιμών των «συνολικών αγαθών», είναι γνωστή ως κεφαλαιοποίηση, ή κεφαλαιοποίηση των μισθωμάτων. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται σε όλα τα αγαθά και όχι μόνο στα κεφαλαιουχικά, και δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από την ομοιότητα της ορολογίας. Έτσι, η κεφαλαιοποίηση εφαρμόζεται σε διαρκή καταναλωτικά αγαθά, όπως κατοικίες, τηλεοπτικές συσκευές κ.λπ. Εφαρμόζεται επίσης σε όλους τους συντελεστές παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της βασικής γης. Η μισθωτική τιμή, ή το μίσθωμα, ενός συντελεστή παραγωγής ισούται, όπως είδαμε, με την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος του. Η κεφαλαιακή αξία ενός «συντελεστή ως συνόλου» θα ισούται με το άθροισμα των μελλοντικών μισθωμάτων του, ή με το άθροισμα των DMVP του.313 Αυτή η κεφαλαιακή αξία θα είναι η τιμή στην οποία το «συνολικό αγαθό» θα ανταλλάσσεται στην αγορά. Σε αυτή την κεφαλαιακή αξία θα πωλείται στην αγορά μία μονάδα ενός «συνολικού αγαθού», όπως μια κατοικία, ένα πιάνο, ένα μηχάνημα, ένα ακρ γης κ.λπ. Είναι σαφές ότι η κεφαλαιοποίηση δεν έχει νόημα εάν δεν υπάρχει αγορά, ή τιμή, για το «συνολικό αγαθό». Η κεφαλαιακή αξία είναι η αποτιμώμενη αξία που καθορίζει η αγορά βάσει των μισθωμάτων, της διάρκειας και του επιτοκίου.

The principle of the determination of “capital values,” i.e., prices of “whole goods,” is known as capitalization, or the capitalizing of rents. This principle applies to all goods, not simply capital goods, and we must not be misled by similarity of terminology. Thus, capitalization applies to durable consumers’ goods, such as houses, TV sets, etc. It also applies to all factors of production, including basic land. The rental price, or rent, of a factor of production is equal, as we have seen, to its discounted marginal value product. The capital value of a “whole factor” will be equal to the sum of its future rents, or the sum of its DMVPs. This capital value will be the price for which the “whole good” will exchange on the market. It is at this capital value that a unit of a “whole good” such as a house, a piano, a machine, an acre of land, etc., will sell on the market. There is clearly no sense to capitalization if there is no market, or price, for the “whole good.” The capital value is the appraised value set by the market on the basis of rents, durability, and the interest rate.

106

Η διαδικασία της κεφαλαιοποίησης μπορεί να περιλαμβάνει πολλές μονάδες ενός «συνολικού αγαθού», όπως και μία μονάδα. Ας εξετάσουμε το παράδειγμα του κεφαλαίου 4, ενότητα 7, και ας το γενικεύσουμε ώστε να εφαρμόζεται όχι μόνο στις κατοικίες, αλλά σε όλα τα διαρκή παραγωγικά αγαθά. Το αγαθό έχει διάρκεια 10 ετών· τα προσδοκώμενα μελλοντικά μισθώματα είναι 10 ουγγιές χρυσού ετησίως, καθοριζόμενα από τις χρησιμότητες των καταναλωτών για τα καταναλωτικά αγαθά ή από τις MVP για τα παραγωγικά αγαθά. Το επιτόκιο είναι 10 τοις εκατό ετησίως. Η παρούσα κεφαλαιακή αξία αυτού του αγαθού είναι 59,4 ουγγιές χρυσού. Αλλά αυτό το «συνολικό αγαθό» είναι το ίδιο μονάδα μιας μεγαλύτερης προσφοράς· μία από πολλές κατοικίες, μηχανές, εγκαταστάσεις κ.λπ. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον όλες οι μονάδες ενός αγαθού έχουν ίση αξία, η κεφαλαιακή αξία δύο τέτοιων κατοικιών ή δύο τέτοιων μηχανών κ.λπ., αθροισμένων, ισούται ακριβώς με το διπλάσιο της αξίας της μίας, δηλαδή με 118,8 ουγγιές. Εφόσον προσθέτουμε μισθώματα ή DMVP σε χρηματικούς όρους, μπορούμε να συνεχίσουμε να τα προσθέτουμε για να προσδιορίσουμε κεφαλαιακές αξίες μεγαλύτερων συνόλων διαρκών αγαθών. Πράγματι, κατά την πρόσθεση κεφαλαιακών αξιών δεν χρειάζεται να περιοριστούμε στο ίδιο αγαθό. Το μόνο που χρειάζεται είναι να προσθέσουμε τις κεφαλαιακές αξίες οποιασδήποτε δέσμης διαρκών αγαθών μάς ενδιαφέρει να αποτιμήσουμε. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια επιχείρηση, η Jones Construction Company, επιθυμεί να πωλήσει όλα τα περιουσιακά της στοιχεία στην αγορά. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, αναγκαστικά διαρκή, αποτελούνται από τα εξής:

The process of capitalization can encompass many units of a “whole good,” as well as one unit. Let us consider the example of chapter 4, section 7, and generalize from it to apply, not only to houses, but to all durable producers’ goods. The good is a 10year good; expected future rents are 10 gold ounces per year (determined by consumer utilities for consumers’ goods, or by MVPs for producers’ goods). The rate of interest is 10 percent per annum. The present capital value of this good is 59.4 gold ounces. But this “whole good” is itself a unit of a larger supply; one of many houses, machines, plants, etc. At any rate, since all units of a good have equal value, the capital value of two such houses, or two such machines, etc., added together equals precisely twice the amount of one, or 118.8 ounces. Since we are adding rents or DMVPs in money terms, we may keep adding them to determine capital values of larger aggregates of durable goods. As a matter of fact, in adding capital values, we do not need to confine ourselves to the same good. All we need do is to add the capital values in whatever bundle of durable goods we are interested in appraising. Thus, suppose a firm, Jones Construction Company, wishes to sell all its assets on the market. These assets, necessarily durable, consist of the following:

107
  • - 3 μηχανήματα. Κάθε μηχάνημα έχει κεφαλαιακή αξία, βάσει του αθροίσματος των DMVP, 10 ουγγιών. Επομένως, η συνολική κεφαλαιακή αξία είναι 30 ουγγιές.
  • - 1 κτίριο, με κεφαλαιακή αξία 40 ουγγιών.
  • - 4 ακρ γης. Κάθε ακρ έχει κεφαλαιακή αξία 10 ουγγιών. Το σύνολο είναι 40 ουγγιές.
  • - Συνολική κεφαλαιακή αξία αυτών των περιουσιακών στοιχείων: 110 ουγγιές.

3 machines. Each machine has a capital value (based on the sum of the DMVPs) of 10 ounces. Therefore, total capital value is 30 ounces. 1 building, with a capital value of 40 ounces. 4 acres of land. Each acre has a capital value of 10 ounces. Total is 40 ounces. Total capital value of these assets: 110 ounces.

108

Όμως, όταν προσθέτουμε κεφαλαιακές αξίες, πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε ότι αυτές έχουν σημασία μόνο στον βαθμό που εκφράζονται σε αγοραία ή δυνητική αγοραία τιμή. Πολλοί συγγραφείς έχουν πέσει στην παγίδα να υποθέτουν ότι μπορούν, με παρόμοιο τρόπο, να αθροίσουν ολόκληρη την κεφαλαιακή αξία του έθνους ή του κόσμου και να καταλήξουν σε ένα μέγεθος με νόημα. Οι εκτιμήσεις του Εθνικού Κεφαλαίου ή του Παγκόσμιου Κεφαλαίου, ωστόσο, στερούνται εντελώς νοήματος. Ο κόσμος ή η χώρα δεν μπορεί να πωλήσει όλο το κεφάλαιό του στην αγορά. Επομένως, τέτοιες στατιστικές ασκήσεις είναι άσκοπες. Δεν μπορούν να αναφερθούν στον ίδιο τον στόχο της κεφαλαιοποίησης: την ορθή εκτίμηση μιας δυνητικής αγοραίας τιμής.

But we must always remember, in adding capital values, that these are relevant only in so far as they are expressed in market price or potential market price. Many writers have fallen into the trap of assuming that they can, in a similar way, add up the entire capital value of the nation or world and arrive at a meaningful figure. Estimates of National Capital or World Capital, however, are completely meaningless. The world, or country, cannot sell all its capital on the market. Therefore, such statistical exercises are pointless. They are without possible reference to the very goal of capitalization: correct estimation of potential market price.

109

Όπως υποδείξαμε, η κεφαλαιοποίηση εφαρμόζεται σε όλους τους συντελεστές παραγωγής ή, μάλλον, σε όλους τους συντελεστές για τους οποίους υπάρχουν αγορές των συνολικών αγαθών που τους ενσωματώνουν. Μπορούμε να ονομάσουμε αυτές τις αγορές κεφαλαιακές αγορές. Είναι οι αγορές ανταλλαγής της ιδιοκτησίας, ολικής ή μερικής, διαρκών παραγωγικών αγαθών. Ας εξετάσουμε την περίπτωση των κεφαλαιουχικών αγαθών. Το μίσθωμα ενός κεφαλαιουχικού αγαθού ισούται με την DMVP του. Η κεφαλαιοποιημένη αξία του κεφαλαιουχικού αγαθού είναι το άθροισμα των μελλοντικών DMVP του ή το προεξοφλημένο άθροισμα των μελλοντικών MVP του. Αυτή είναι η παρούσα αξία του αγαθού και αυτή είναι η τιμή στην οποία θα πωλείται στην κεφαλαιακή αγορά.

As we have indicated, capitalization applies to all factors of production, or rather, to all factors where there are markets for the whole goods that embody them. We may call these markets capital markets. They are the markets for exchange of ownership, total or partial, of durable producers’ goods. Let us take the case of capital goods. The rent of a capital good is equal to its DMVP. The capitalized value of the capital good is the sum of the future DMVPs, or the discounted sum of the future MVPs. This is the present value of the good, and this is what the good will sell for on the capital market.

110

Η διαδικασία της κεφαλαιοποίησης, επειδή διαπερνά όλους τους τομείς της οικονομίας και επειδή είναι αρκετά ευέλικτη ώστε να περιλαμβάνει διαφορετικούς τύπους περιουσιακών στοιχείων —όπως το σύνολο των κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης—, είναι πολύ σημαντική για την οικονομία. Οι τιμές των μεριδίων ιδιοκτησίας αυτού του κεφαλαίου θα καθορίζονται στο αναλογικό τους κλάσμα της συνολικής κεφαλαιακής αξίας των περιουσιακών στοιχείων. Με αυτόν τον τρόπο, με δεδομένες τις MVP, τη διάρκεια και το επιτόκιο, καθορίζονται όλες οι τιμές στην κεφαλαιακή αγορά, και αυτές θα είναι οι τιμές στην ERE. Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο θα διαμορφώνονται στην αγορά οι τιμές των επιμέρους κεφαλαιουχικών αγαθών — μηχανημάτων, κτιρίων κ.λπ.— και αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι αξίες θα αθροίζονται για να καθοριστεί η τιμή μιας δέσμης κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων, όμοιων και ανόμοιων. Οι τιμές των μετοχών στο χρηματιστήριο θα καθορίζονται σύμφωνα με την αναλογία τους προς την κεφαλαιοποιημένη αξία του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης.

The process of capitalization, because it permeates all sectors of the economy, and because it is flexible enough to include different types of assets—such as the total capital assets of a firm—is a very important one in the economy. Prices of shares of the ownership of this capital will be set at their proportionate fraction of the total capital value of the assets. In this way, given the MVPs, durability, and the rate of interest, all the prices on the capital market are determined, and these will be the prices in the ERE. This is the way in which the prices of individual capital goods (machines, buildings, etc.) will be set on the market, and this is the way in which these values will be summed up to set the price of a bundle of capital assets, similar and dissimilar. Share prices on the stock market will be set according to the proportion that they bear to the capitalized value of the firm’s total assets.

111

Δηλώσαμε ότι όλοι οι συντελεστές που μπορούν να αγοραστούν και να πωληθούν ως «συνολικά αγαθά» στην αγορά κεφαλαιοποιούνται. Σε αυτούς περιλαμβάνονται τα κεφαλαιουχικά αγαθά, η βασική γη και τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά. Είναι σαφές ότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά και τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά μπορούν να κεφαλαιοποιηθούν και πράγματι κεφαλαιοποιούνται. Τι συμβαίνει, όμως, με τη βασική γη; Πώς μπορεί αυτή να κεφαλαιοποιηθεί;

We have stated that all factors that can be bought and sold as “whole goods” on the market are capitalized. This includes capital goods, ground land, and durable consumers’ goods. It is clear that capital goods and durable consumers’ goods can be and are capitalized. But what of ground land? How can this be capitalized?

112

Είδαμε λεπτομερώς παραπάνω ότι οι τελικές απολαβές των συντελεστών περιέρχονται στους ιδιοκτήτες εργασίας και βασικής γης και, ως τόκος, στους κεφαλαιούχους. Εάν η γη μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί, δεν σημαίνει αυτό ότι η γη και τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι τελικά «στην πραγματικότητα το ίδιο πράγμα»; Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα είναι όχι.314 Εξακολουθεί να ισχύει απολύτως ότι οι απολαβές των συντελεστών βασικής γης είναι τελικές και μη αναγώγιμες, όπως οι απολαβές της εργασίας, ενώ τα κεφαλαιουχικά αγαθά πρέπει να παράγονται και να αναπαράγονται διαρκώς και, επομένως, οι απολαβές τους είναι πάντοτε αναγώγιμες στις απολαβές της βασικής γης, της εργασίας και του χρόνου.

We have seen in detail above that the ultimate earnings of factors go to the owners of labor and of ground land and, as interest, to capitalists. If land can be capitalized, does this not mean that land and capital goods are “really the same thing” after all? The answer to the latter question is No. It is still emphatically true that the earnings of basic land factors are ultimate and irreducible, as are labor earnings, while capital goods have to be constantly produced and reproduced, and therefore their earnings are always reducible to the earnings of ground land, labor, and time.

113

Η βασική γη μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί για έναν απλό λόγο: μπορεί να αγοραστεί και να πωληθεί «ως σύνολο» στην αγορά. Αυτό δεν μπορεί να γίνει για την εργασία, παρά μόνο υπό καθεστώς δουλείας, το οποίο, βεβαίως, δεν μπορεί να υπάρξει στην αμιγώς ελεύθερη αγορά. Εφόσον αυτό μπορεί να γίνει και πράγματι γίνεται, ανακύπτει το πρόβλημα του πώς καθορίζονται οι τιμές σε αυτές τις ανταλλαγές. Αυτές οι τιμές είναι οι κεφαλαιακές αξίες της βασικής γης.

Basic land can be capitalized for one simple reason: it can be bought and sold “as a whole” on the market. (This cannot be done for labor, except under a system of slavery, which, of course, cannot occur on the purely free market.) Since this can be and is being done, the problem arises how the prices in these exchanges are determined. These prices are the capital values of ground land.

114

Ένα κύριο χαρακτηριστικό της γης σε σύγκριση με τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι ότι η σειρά των μελλοντικών μισθωμάτων της είναι γενικά άπειρη, διότι, είτε ως βασικό έδαφος είτε ως θέση, είναι φυσικά άφθαρτη. Στην ERE, η σειρά των μελλοντικών μισθωμάτων θα είναι, βεβαίως, πάντοτε η ίδια. Παρεμπιπτόντως, το ίδιο το γεγονός ότι οποιαδήποτε γη αγοράζεται και πωλείται αποτελεί απόδειξη της καθολικότητας της χρονικής προτίμησης. Εάν δεν υπήρχε χρονική προτίμηση υπέρ του παρόντος, τότε μια άπειρη σειρά μελλοντικών μισθωμάτων δεν θα μπορούσε ποτέ να κεφαλαιοποιηθεί. Μια έκταση γης θα έπρεπε να έχει άπειρη παρούσα τιμή και, επομένως, δεν θα μπορούσε ποτέ να πωληθεί. Το γεγονός ότι οι εκτάσεις γης έχουν πράγματι τιμές αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει πάντοτε χρονική προτίμηση και ότι τα μελλοντικά μισθώματα προεξοφλούνται ώστε να αναχθούν σε παρούσα αξία.

A major characteristic of land as compared to capital goods is that its series of future rents is generally infinite, since, whether as basic soil or site, it is physically indestructible. In the ERE, the series of future rents will, of course, always be the same. The very fact that any land is ever bought and sold, by the way, is a demonstration of the universality of time preference. If there were no time preference for the present, then an infinite series of future rents could never be capitalized. A piece of land would have to have an infinite present price and therefore could never be sold. The fact that lands do have prices is an indication that there is always a time preference and that future rents are discounted to reduce to a present value.

115

Όπως στην περίπτωση οποιουδήποτε άλλου αγαθού, η κεφαλαιακή αξία της γης ισούται με το άθροισμα των προεξοφλημένων μελλοντικών μισθωμάτων της. Για παράδειγμα, μπορεί να αποδειχθεί μαθηματικά ότι, εάν έχουμε ένα σταθερό μίσθωμα που αναμένεται να εισπράττεται στο διηνεκές, η κεφαλαιακή αξία του περιουσιακού στοιχείου θα ισούται με το ετήσιο μίσθωμα διαιρεμένο με το επιτόκιο.315 Είναι τώρα προφανές ότι από μια τέτοια γη ο επενδυτής αποκομίζει ετησίως το αγοραίο επιτόκιο. Εάν, με άλλα λόγια, τα ετήσια μισθώματα είναι 50 και το επιτόκιο είναι 5 τοις εκατό, το περιουσιακό στοιχείο θα πωλείται έναντι 50/0,05, δηλαδή 1.000. Ο επενδυτής που αγοράζει το περιουσιακό στοιχείο έναντι 1.000 ουγγιών θα αποκομίζει από αυτό 50 ουγγιές ετησίως, ή 5 τοις εκατό, το αγοραίο επιτόκιο.

As in the case of any other good, the capital value of land is equal to the sum of its discounted future rents. For example, it can be demonstrated mathematically that if we have a constant rent expected to be earned in perpetuity, the capital value of the asset will equal the annual rent divided by the rate of interest. Now it is obvious that on such land, the investor annually obtains the market rate of interest. If, in other words, annual rents will be 50, and the rate of interest is 5 percent, the asset will sell for 50/.05, or 1,000. The investor who purchases the asset for 1,000 ounces will earn 50 ounces a year from it, or 5 percent, the market rate of interest.

116

Η βασική γη, λοιπόν, «κεφαλαιοποιείται» όπως ακριβώς τα κεφαλαιουχικά αγαθά, οι μετοχές επιχειρήσεων που κατέχουν κεφάλαιο και τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά. Όλοι αυτοί οι ιδιοκτήτες θα τείνουν να λαμβάνουν το ίδιο ποσοστό απόδοσης από τόκο και όλοι θα λαμβάνουν το ίδιο ποσοστό απόδοσης στην ERE. Εν ολίγοις, όλα τα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε ιδιοκτησία θα κεφαλαιοποιούνται. Στην ERE, βεβαίως, οι κεφαλαιακές αξίες όλων των περιουσιακών στοιχείων θα παραμένουν σταθερές· θα ισούνται επίσης με το προεξοφλημένο άθροισμα των MVP των μισθωμάτων τους ανά μονάδα υπηρεσίας.

Ground land, then, is “capitalized” just as are capital goods, shares in capital-owning firms, and durable consumers’ goods. All these owners will tend to receive the same rate of interest return, and all will receive the same rate of return in the ERE. In short, all owned assets will be capitalized. In the ERE, of course, the capital values of all assets will remain constant; they will also be equal to the discounted sum of the MVPs of their unit rents.

117

Παραπάνω είδαμε ότι μια καίρια διάκριση μεταξύ γης και κεφαλαιουχικών αγαθών είναι ότι οι ιδιοκτήτες της πρώτης πωλούν μελλοντικά αγαθά έναντι παρόντος χρήματος, ενώ οι ιδιοκτήτες των δεύτερων προκαταβάλλουν παρόν χρήμα, αγοράζουν μελλοντικά αγαθά και αργότερα πωλούν το προϊόν τους όταν αυτό βρίσκεται σε λιγότερο απομακρυσμένο μέλλον. Αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Αλλά τότε πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς γίνεται ο γαιοκτήμονας ιδιοκτήτης αυτής της γης; Η απάντηση είναι ότι, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ή οι πρόγονοί του βρήκαν αχρησιμοποίητη γη και τη χρησιμοποίησαν, πρέπει να την έχει αγοράσει από κάποιον άλλον. Εάν το έκανε αυτό, τότε στην ERE πρέπει να την αγόρασε στην κεφαλαιοποιημένη αξία της. Εάν αγοράζει την έκταση γης σε τιμή 1.000 ουγγιών και λαμβάνει 50 ουγγιές ετησίως ως μίσθωμα, τότε αποκομίζει τόκο και μόνο τόκο. Πωλεί μελλοντικά αγαθά —υπηρεσίες γης— στην παραγωγική διαδικασία, αλλά και ο ίδιος αγόρασε πρώτα ολόκληρη τη γη με χρήμα. Επομένως, και αυτός είναι «κεφαλαιούχος-επενδυτής» που αποκομίζει τόκο.

Above, we saw that a key distinction between land and capital goods is that the owners of the former sell future goods for present money, whereas the owners of the latter advance present money, buy future goods, and later sell their product when it is less distantly future. This is still true. But then we must ask the question: How does the landowner come to own this land? The answer is (excepting his or his ancestors’ finding unused land and putting it to use) that he must have bought it from someone else. If he did so, then, in the ERE, he must have bought it at its capitalized value. If he buys the piece of land at a price of 1,000 ounces, and receives 50 ounces per annum in rent, then he earns interest, and only interest. He sells future goods (land service) in the production process, but he too first bought the whole land with money. Therefore, he too is a “capitalist-investor” earning interest.

118

Το «καθαρό μίσθωμα», δηλαδή το μίσθωμα που δεν αποτελεί απλώς απόδοση προηγούμενης επένδυσης και, επομένως, δεν έχει κεφαλαιοποιηθεί, φαίνεται, συνεπώς, να αποκομίζεται μόνο από εκείνους που έχουν βρει οι ίδιοι αχρησιμοποίητη γη ή την έχουν κληρονομήσει από όσους τη βρήκαν. Αλλά ούτε αυτοί αποκομίζουν καθαρό μίσθωμα. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος βρίσκει γη χωρίς ιδιοκτήτη και μηδενικής αξίας και κατόπιν την περιφράσσει κ.λπ., έως ότου αυτή είναι πλέον σε θέση να αποφέρει στο διηνεκές μίσθωμα 50 ουγγιών ετησίως. Δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποκομίζει καθαρό μίσθωμα, εφόσον δεν αγόρασε τη γη, στην κεφαλαιοποιημένη αξία της, από κάποιον άλλον; Αυτό, όμως, θα παρέβλεπε ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της οικονομικής ζωής: τις τεκμαρτές απολαβές. Ακόμη και αν αυτός ο άνθρωπος δεν αγόρασε τη γη, η γη έχει τώρα μια ορισμένη κεφαλαιακή αξία, εκείνη που θα μπορούσε να αποκομίσει στην αγορά. Αυτή η κεφαλαιακή αξία είναι, ας πούμε, 1.000. Επομένως, ο άνθρωπος θα μπορούσε να πωλήσει τη γη έναντι 1.000 οποτεδήποτε. Το κόστος ευκαιρίας που συνεπάγονται η κατοχή της γης και η εκμίσθωση των υπηρεσιών της είναι η πώληση της γης έναντι 1.000 ουγγιών, την οποία θυσιάζει. Είναι αλήθεια ότι αποκομίζει 50 ουγγιές ετησίως, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο με τη θυσία της μη πώλησης ολόκληρης της γης έναντι 1.000 ουγγιών. Η γη του, επομένως, είναι στην πραγματικότητα εξίσου κεφαλαιοποιημένη με γη που έχει αγοραστεί στην αγορά.

“Pure rent,” i.e., rent that is not simply a return on previous investment and is therefore not capitalized, seems, therefore, to be earned only by those who have found unused land themselves (or inherited it from the finders). But even they do not earn pure rent. Suppose that a man finds land, unowned and worth zero, and then fences it, etc., until it is now able to yield a perpetual rental of 50 ounces per annum. Could we not say that he earns pure rent, since he did not buy the land, capitalized, from someone else? But this would overlook one of the most important features of economic life: implicit earnings. Even if this man did not buy the land, the land is now worth a certain capital value, the one it could obtain on the market. This capital value is, say, 1,000. Therefore, the man could sell the land for 1,000 at any time. His forgone opportunity cost of owning the land and renting out its services is sale of the land for 1,000 ounces. It is true that he earns 50 ounces per year, but this is only at the sacrifice of not selling the whole land for 1,000 ounces. His land, therefore, is really as much capitalized as land that has been bought on the market.

119

Πρέπει, επομένως, να συμπεράνουμε ότι κανείς δεν λαμβάνει καθαρό μίσθωμα εκτός από τους εργαζομένους με τη μορφή μισθών, ότι τα μόνα εισοδήματα στην παραγωγική οικονομία της ERE είναι οι μισθοί —ο όρος για τις τιμές και τα εισοδήματα των συντελεστών εργασίας— και ο τόκος. Εξακολουθεί, όμως, να υπάρχει κρίσιμη διάκριση μεταξύ γης και κεφαλαιουχικών αγαθών. Διότι βλέπουμε ότι η κεφαλαιακή αξία της γης είναι ένα θεμελιώδες, μη αναγώγιμο στοιχείο. Η κεφαλαιακή αξία των κεφαλαιουχικών αγαθών εξακολουθεί να ανάγεται στους μισθούς και στην κεφαλαιακή αξία της γης. Σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία υπάρχει και άλλη πηγή εισοδήματος: οι αυξήσεις της κεφαλαιακής αξίας της βασικής γης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο άνθρωπος που βρήκε αχρησιμοποίητη γη και κατόπιν πώλησε τις υπηρεσίες της. Αρχικά, η κεφαλαιακή αξία της γης ήταν μηδενική· η γη δεν είχε αξία. Τώρα η γη έχει αποκτήσει αξία επειδή αποφέρει μισθώματα. Ως αποτέλεσμα, η κεφαλαιακή αξία αυξήθηκε στις 1.000 ουγγιές. Το εισόδημα, ή κέρδος, του συνίστατο στην αύξηση της κεφαλαιακής αξίας κατά 1.000 ουγγιές. Αυτό, βεβαίως, δεν μπορεί να συμβεί στην ERE. Στην ERE, όλες οι κεφαλαιακές αξίες πρέπει να παραμένουν σταθερές· εδώ βλέπουμε ότι μια πηγή χρηματικού κέρδους είναι η άνοδος της κεφαλαιακής αξίας της γης, μια άνοδος που προκύπτει από αυξήσεις των προσδοκώμενων μισθωτικών αποδόσεων της γης.316 Εάν η οικονομία γίνει ERE μετά από αυτή τη συγκεκριμένη μεταβολή από το μηδέν στις 1.000, τότε αυτό το εισόδημα ήταν εφάπαξ και όχι συνεχές και επαναλαμβανόμενο. Η κεφαλαιακή αξία της γης αυξήθηκε από το μηδέν στις 1.000, και ο ιδιοκτήτης μπορεί να καρπωθεί αυτό το εισόδημα οποτεδήποτε. Ωστόσο, αφού το καρπωθεί μία φορά, δεν το καρπώνεται ποτέ ξανά. Εάν πωλήσει τη γη έναντι 1.000, ο επόμενος αγοραστής δεν αποκτά κανένα κέρδος από την αύξηση της κεφαλαιακής αξίας· λαμβάνει μόνο τον αγοραίο τόκο. Μόνο ο τόκος και οι μισθοί αποκομίζονται συνεχώς. Όσο συνεχίζεται η ERE, δεν θα υπάρξουν περαιτέρω κέρδη ή ζημίες από μεταβολές της κεφαλαιακής αξίας.317

We must therefore conclude that no one receives pure rent except laborers in the form of wages, that the only incomes in the productive ERE economy are wages (the term for the prices and incomes of labor factors) and interest. But there is still a crucial distinction between land and capital goods. For we see that a fundamental, irreducible element is the capital value of land. The capital value of capital goods still reduces to wages and the capital value of land. In a changing economy, there is another source of income: increases in the capital value of ground land. Typical was the man who found unused land and then sold its services. Originally, the capital value of the land was zero; it was worthless. Now the land has become valuable because it earns rents. As a result, the capital value has risen to 1,000 ounces. His income, or gain, consisted of the rise of 1,000 ounces in capital value. This, of course, cannot take place in the ERE. In the ERE, all capital values must remain constant; here, we see that a source of monetary gain is a rise in the capital value of land, a rise resulting from increases in expected rental yields of land. If the economy becomes an ERE after this particular change from zero to 1,000, then this income was a “one-shot” affair, rather than a continuing and recurring item. The capital value of the land rose from zero to 1,000, and the owner can reap this income at any time. However, after this has been reaped once, it is never reaped again. If he sells the land for 1,000, the next buyer receives no gain from the increase in capital value; he receives only market interest. Only interest and wages accrue continuously. As long as the ERE continues, there will be no further gains or losses in capital value.

120

6. Η εξάντληση των φυσικών πόρων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6. The Depletion of Natural Resources

121

Μία κατηγορία έχει σκοπίμως παραλειφθεί μέχρι τώρα από τη συζήτηση των συντελεστών γης. Αρχικά ορίσαμε τη γη ως τον πρωτογενή συντελεστή που παρέχεται από τη φύση. Κατόπιν είπαμε ότι και η γη που έχει βελτιωθεί από ανθρώπινα χέρια, αλλά αποτελεί πλέον μόνιμο δεδομένο, πρέπει να θεωρείται γη. Η γη, λοιπόν, έγινε ο καταλλακτικά μόνιμος, μη αναπαραγώγιμος πόρος, ενώ τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι εκείνα που είναι μη μόνιμα και, επομένως, πρέπει να παραχθούν ξανά για να αντικατασταθούν. Υπάρχει, όμως, ένας τύπος πόρου που είναι μη αντικαταστάσιμος αλλά και μη μόνιμος: ο φυσικός πόρος που εξαντλείται, όπως ένα ορυχείο χαλκού ή διαμαντιών. Εδώ ο συντελεστής είναι σαφώς πρωτογενής και παρέχεται από τη φύση· δεν μπορεί να παραχθεί από τον άνθρωπο. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι μόνιμος, αλλά υπόκειται σε εξάντληση, διότι κάθε χρήση του αφήνει μια απολύτως μικρότερη ποσότητα για χρήση στο μέλλον. Είναι πρωτογενής, αλλά μη μόνιμος. Πρέπει να ταξινομηθεί ως γη ή ως κεφαλαιουχικό αγαθό;

One category has been purposely omitted so far from the discussion of land factors. At first, we defined land as the original, nature-given factor. Then we said that land which had been improved by human hands but which is now permanently given must also be considered as land. Land, then, became the catallactically permanent, nonreproducible resource, while capital goods are those that are nonpermanent and therefore must be produced again in order to be replaced. But there is one type of resource that is nonreplaceable but also nonpermanent: the natural resource that is being depleted, such as a copper or a diamond mine. Here the factor is definitely original and nature-given; it cannot be produced by man. On the other hand, it is not permanent, but subject to depletion because any use of it leaves an absolutely smaller amount for use in the future. It is original, but nonpermanent. Shall it be classed as land or as a capital good?

122

Το κρίσιμο κριτήριο της διαδικασίας ταξινόμησής μας είναι το ερώτημα: Πρέπει να χρησιμοποιηθούν συντελεστές εργασίας και γης για να αναπαραχθεί το αγαθό; Στην περίπτωση των μόνιμων συντελεστών αυτό δεν είναι αναγκαίο, διότι δεν φθείρονται. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση πρέπει να απαντήσουμε αρνητικά, διότι αυτά τα αγαθά, μολονότι μη μόνιμα, δεν μπορούν να αναπαραχθούν από τον άνθρωπο παρά την εξάντλησή τους. Επομένως, ο φυσικός πόρος υπάγεται ως ειδική υποκατηγορία στην κατηγορία της «γης».318

The crucial test of our classificatory procedure is to ask: Must labor and land factors work in order to reproduce the good? In the case of permanent factors this is not necessary, since they do not wear out. But in this case, we must answer in the negative also, for these goods, though nonpermanent, cannot be reproduced by man despite their depletion. Therefore, the natural resource comes as a special division under the “land” category.

123

Ο Πίνακας 15, προσαρμοσμένος από έναν πίνακα του καθηγητή Hayek, παρουσιάζει την ταξινόμησή μας των διαφόρων πόρων ως γης ή κεφαλαιουχικών αγαθών.319

Table 15, adapted from one by Professor Hayek, reveals our classification of various resources as either land or capital goods.

124

Ο Hayek επικρίνει το κριτήριο της αναπαραγωγιμότητας για την ταξινόμηση ενός κεφαλαιουχικού αγαθού. Δηλώνει: «Το σημείο που έχει σημασία ... δεν είναι ότι ορισμένοι υφιστάμενοι πόροι μπορούν να αντικατασταθούν από άλλους που είναι παρόμοιοι με αυτούς υπό κάποια τεχνολογική έννοια, αλλά ότι πρέπει να αντικατασταθούν από κάτι, παρόμοιο ή όχι, εάν δεν πρόκειται να μειωθεί η ροή εισοδήματος».320

Hayek criticizes the criterion of reproducibility for classifying a capital good. He declares: “The point that is relevant . . . is not

125

Αυτό, όμως, συγχέει την αξία με τις φυσικές ιδιότητες. Εδώ επιχειρούμε να ταξινομήσουμε φυσικά αγαθά, όχι να συζητήσουμε τις πιθανές αξίες τους, οι οποίες θα μεταβάλλονται διαρκώς. Το ζήτημα είναι ότι οι πόροι που υπόκεινται σε εξάντληση δεν μπορούν να αντικατασταθούν, όσο και αν θα το επιθυμούσε ο ιδιοκτήτης. Αποφέρουν, επομένως, καθαρό μίσθωμα. Ο Hayek θέτει επίσης το ερώτημα εάν ένα ρεύμα νερού είναι «γη» εφόσον μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο ρεύμα με τη συλλογή βρόχινου νερού. Και εδώ ο Hayek εκλαμβάνει εσφαλμένα το ζήτημα ως διατήρηση μιας «σταθερής ροής εισοδήματος» αντί για ταξινόμηση ενός συγκεκριμένου φυσικού αγαθού. Το ρεύμα νερού είναι γη διότι δεν χρειάζεται να αντικατασταθεί φυσικά. Είναι προφανές ότι η κριτική του Hayek είναι έγκυρη απέναντι στον ορισμό του Kaldor. Ο Kaldor όρισε το κεφάλαιο ως αναπαραγώγιμο πόρο τον οποίο είναι οικονομικά επικερδές να παράγουμε. Στην περίπτωση αυτή, οι απαρχαιωμένες μηχανές δεν θα ήταν πλέον κεφαλαιουχικά αγαθά. Θα ήταν «γη»; Ο ορισμός θα έπρεπε να είναι: πόροι που μπορούν να αναπαραχθούν φυσικά. Η κριτική του Hayek ότι τότε η δυνατότητα τεχνητής καλλιέργειας καρπών κ.λπ. θα καθιστούσε όλη τη γη «κεφάλαιο» παρανοεί και πάλι το πρόβλημα, το οποίο αφορά τη φυσική ανάγκη και δυνατότητα αναπαραγωγής του συντελεστή. Εφόσον η βασική γη —όχι οι καρποί της— δεν χρειάζεται αναπαραγωγή, αποκλείεται από την κατηγορία των κεφαλαιουχικών αγαθών.

that certain existing resources can be replaced by others which are in some technological sense similar to them, but that they have to be replaced by something, whether similar or not, if the income stream is not to decline.” But this is confusing value with physical considerations. We are attempting to classify physical goods here, not to discuss their possible values, which will fluctuate continually. The point is that the resources subject to depletion cannot be replaced, much as the owner would like to do so. They therefore earn a net rent. Hayek also raises the question whether a stream is “land” if a new stream can be created by collecting rain water. Here again, Hayek misconceives the issue as one of maintaining a “constant income stream” instead of classifying a physical concrete good. The stream is land because it does not need to be physically replaced. It is obvious that Hayek’s criticism is valid against Kaldor’s definition. Kaldor defined capital as a reproducible resource which it is economically profitable to produce. In that case, obsolete machines would no longer be capital goods. (Would they be “land”?) The definition should be: physically reproducible resources. Hayek’s criticism that then the possibility of growing artificial fruit, etc., would make all land “capital” again misconceives the problem, which is one of the physical need and possibility of reproducing the agent. Since the basic land—not its fruit—needs no reproduction, it is excluded from the capital-good category.

126

Το γεγονός ότι οι φυσικοί πόροι δεν μπορούν να αναπαραχθούν σημαίνει ότι αποφέρουν καθαρό μίσθωμα και ότι το μίσθωμά τους δεν απορροφάται από συντελεστές γης και εργασίας που υπεισέρχονται στην παραγωγή τους. Βεβαίως, από τα καθαρά μισθώματα αποφέρουν στους ιδιοκτήτες τους το σύνηθες επιτόκιο της κοινωνίας, με τις απολαβές από τόκο να συνδέονται με την κεφαλαιακή αξία τους. Οι αυξήσεις των κεφαλαιακών αξιών των φυσικών πόρων περιέρχονται τελικά στον ίδιο τον ιδιοκτήτη του πόρου και δεν απορροφώνται σε κέρδη άλλων συντελεστών γης και εργασίας.

The fact that the natural resources cannot be reproduced means that they earn a net rent and that their rent is not absorbed by land and labor factors that go into their production. Of course, from the net rents they earn the usual interest rate of the society for their owners, interest earnings being related to their capital value. Increases in capital values of natural resources go ultimately to the resource-owner himself and are not absorbed in gains by other land and labor factors.

127

Δεν υπάρχει πρόβλημα στην κεφαλαιοποίηση ενός πόρου που υπόκειται σε εξάντληση, διότι, όπως είδαμε, η κεφαλαιοποίηση μπορεί να πραγματοποιηθεί τόσο για μια πεπερασμένη όσο και για μια άπειρη σειρά μελλοντικών εισοδημάτων από μισθώματα.

There is no problem in capitalizing a resource that is subject to depletion, since, as we have seen, capitalization can take place for either a finite or an infinite series of future rental incomes.

128

Υπάρχει, ωστόσο, ένα εντυπωσιακό πρόβλημα που διαπερνά κάθε ανάλυση του πόρου που υπόκειται σε εξάντληση και τον διακρίνει από όλους τους άλλους τύπους αγαθών. Πρόκειται για το γεγονός ότι ένας τέτοιος πόρος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται σε μια ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία. Διότι η βάση της ERE είναι ότι όλες οι οικονομικές ποσότητες συνεχίζονται επ’ αόριστον σε έναν ατέρμονο κύκλο. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να συμβεί στην περίπτωση ενός πόρου που υπόκειται σε εξάντληση, διότι κάθε φορά που χρησιμοποιείται, το συνολικό απόθεμα αυτού του αγαθού στην οικονομία μειώνεται. Η κατάσταση την επόμενη στιγμή, επομένως, δεν μπορεί να είναι ίδια με την προηγούμενη. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα των ανυπέρβλητων δυσκολιών που προκύπτουν κάθε φορά που η ERE χρησιμοποιείται όχι ως επικουρική κατασκευή στην ανάλυση, αλλά ως κάποιο είδος ιδεώδους προς το οποίο πρέπει να εξαναγκαστεί να προσαρμοστεί η ελεύθερη οικονομία.

There is, however, one striking problem that pervades any analysis of the resource subject to depletion and that distinguishes it from all other types of goods. This is the fact that there can be no use for such a resource in an evenly rotating economy. For the basis of the ERE is that all economic quantities continue indefinitely in an endless round. But this cannot happen in the case of a resource that is subject to depletion, for whenever it is used, the total stock of that good in the economy decreases. The situation at the next moment, then, cannot be the same as before. This is but one example of the insuperable difficulties encountered whenever the ERE is used, not as an auxiliary construction in analysis, but as some sort of ideal that the free economy must be forced to emulate.

129

Μπορεί να υπάρχει ζήτηση παρακράτησης για έναν εξαντλήσιμο πόρο, όπως υπάρχει κερδοσκοπική ζήτηση παρακράτησης για οποιοδήποτε άλλο απόθεμα αγαθών στην αγορά. Αυτή η κερδοσκοπία, ωστόσο, δεν είναι απλώς κακοβουλία· έχει μια συγκεκριμένη λειτουργία, δηλαδή την κατανομή του σπάνιου εξαντλήσιμου πόρου σε εκείνες τις χρήσεις και σε εκείνες τις χρονικές στιγμές κατά τις οποίες η καταναλωτική ζήτηση γι’ αυτές θα είναι η μεγαλύτερη. Ο κερδοσκόπος, περιμένοντας να χρησιμοποιήσει τους πόρους έως μια μελλοντική χρονική στιγμή, ωφελεί τους καταναλωτές μεταθέτοντας τη χρήση τους σε χρόνο κατά τον οποίο θα έχουν μεγαλύτερη ζήτηση από ό,τι στο παρόν. Όπως στην περίπτωση της βασικής γης, ο μόνιμος πόρος ανήκει σε εκείνον που τον ανακάλυψε και τον χρησιμοποίησε πρώτος, και συχνά ορισμένα από αυτά τα αρχικά κεφαλαιακά κέρδη απορροφώνται από τον τόκο επί του κεφαλαίου που επενδύθηκε αρχικά στην επιχειρηματική δραστηριότητα αναζήτησης πόρων. Η απορρόφηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στον βαθμό που η ανεύρεση νέων πόρων αποτελεί τακτική, συνεχιζόμενη επιχειρηματική δραστηριότητα. Αλλά αυτή η δραστηριότητα, η οποία εξ ορισμού δεν θα μπορούσε να υπάρχει στην ERE, δεν μπορεί ποτέ να καταστεί πλήρως τακτική.

There can be a reserve demand for a depletable resource, just as there is speculative reserve demand for any other stock of goods on the market. This speculation is not simple wickedness, however; it has a definite function, namely, that of allocating the scarce depletable resource to those uses at those times when consumer demand for them will be greatest. The speculator, waiting to use the resources until a future date, benefits consumers by shifting their use to a time when they will be more in demand than at present. As in the case of ground land, the permanent resource belongs to the first finder and first user, and often some of these initial capital gains are absorbed by interest on the capital originally invested in the business of resource-finding. The absorption can take place only in so far as the finding of new resources is a regular, continuing business. But this business, which by definition could not exist in the ERE, can never be completely regularized.

130

Ορυκτά όπως ο άνθρακας και το πετρέλαιο είναι σαφώς κατεξοχήν παραδείγματα εξαντλήσιμων πόρων. Τι συμβαίνει με φυσικούς πόρους όπως τα δάση; Ένα δάσος, μολονότι αναπτύσσεται μέσω φυσικών διαδικασιών, μπορεί να «παραχθεί» από τον άνθρωπο εάν ληφθούν μέτρα για τη διατήρηση και την ανάπτυξη περισσότερων δέντρων κ.λπ. Επομένως, τα δάση θα έπρεπε να ταξινομηθούν ως κεφαλαιουχικά αγαθά και όχι ως εξαντλήσιμοι πόροι.

Minerals such as coal and oil are clearly prime examples of depletable resources. What about such natural resources as forests? A forest, although growing by natural processes, can be “produced” by man if measures are taken to maintain and grow more trees, etc. Therefore, forests would have to be classified as capital goods rather than depletable resources.

131

Μία από τις συχνές επιθέσεις κατά της συμπεριφοράς της ελεύθερης αγοράς βασίζεται στο φόβητρο των οπαδών του George περί φυσικών πόρων που παρακρατούνται εκτός αγοράς για κερδοσκοπικούς σκοπούς. Εξετάσαμε αυτό το υποτιθέμενο πρόβλημα παραπάνω. Μια άλλη, διαμετρικά αντίθετη επίθεση είναι η συνήθης αιτίαση ότι η ελεύθερη αγορά σπαταλά πόρους, ιδίως εξαντλήσιμους. Υποτίθεται ότι οι μελλοντικές γενιές ληστεύονται από την απληστία του παρόντος. Μια τέτοια συλλογιστική θα οδηγούσε στο παράδοξο συμπέρασμα ότι δεν πρέπει να καταναλώνεται καθόλου ο πόρος. Διότι κάθε φορά, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, που ένας άνθρωπος καταναλώνει έναν εξαντλήσιμο πόρο —εδώ χρησιμοποιούμε το «καταναλώνει» με ευρύτερη έννοια, ώστε να περιλαμβάνει και την «ανάλωση» στην παραγωγή—, αφήνει μικρότερο απόθεμα από το οποίο θα μπορούν να αντλήσουν ο ίδιος ή οι απόγονοί του. Είναι γεγονός της ζωής ότι, όποτε αναλώνεται οποιαδήποτε ποσότητα ενός εξαντλήσιμου πόρου, απομένει λιγότερη για το μέλλον, και επομένως οποιαδήποτε τέτοια κατανάλωση θα μπορούσε εξίσου να ονομαστεί «ληστεία του μέλλοντος», εάν κάποιος επιλέγει να ορίζει τη ληστεία με τόσο ασυνήθιστους όρους.321 Μόλις δεχθούμε οποιαδήποτε ποσότητα χρήσης του εξαντλήσιμου πόρου, πρέπει να εγκαταλείψουμε το επιχείρημα της ληστείας του μέλλοντος και να αποδεχθούμε τις ατομικές προτιμήσεις της αγοράς. Δεν υπάρχει τότε περισσότερος λόγος να υποθέσουμε ότι η αγορά θα χρησιμοποιεί τους πόρους υπερβολικά γρήγορα από ό,τι να υποθέσουμε το αντίθετο. Η αγορά θα τείνει να χρησιμοποιεί τους πόρους ακριβώς με τον ρυθμό που επιθυμούν οι καταναλωτές.322

One of the frequent attacks on the behavior of the free market is based on the Georgist bugbear of natural resources held off the market for speculative purposes. We have dealt with this alleged problem above. Another, and diametrically opposite, attack is the common one that the free market wastes resources, especially depletable resources. Future generations are allegedly robbed by the greed of the present. Such reasoning would lead to the paradoxical conclusion that none of the resource be consumed at all. For whenever, at any time, a man consumes a depletable resource (here we use “consumes” in a broader sense to include “uses up” in production), he is leaving less of a stock for himself or his descendants to draw upon. It is a fact of life that whenever any amount of a depletable resource is used up, less is left for the future, and therefore any such consumption could just as well be called “robbery of the future,” if one chooses to define robbery in such unusual terms. Once we grant any amount of use to the depletable resource, we have to discard the robbery-of-the-future argument and accept the individual preferences of the market. There is then no more reason to assume that the market will use the resources too fast than to assume the opposite. The market will tend to use resources at precisely the rate that the consumers desire.

132

Αφού αναπτύξαμε, στον Τόμο I, τη βασική ανάλυσή μας για τα οικονομικά του απομονωμένου ατόμου, του αντιπραγματισμού και της έμμεσης ανταλλαγής, θα προχωρήσουμε τώρα, στον Τόμο II, στην περαιτέρω ανάπτυξη της ανάλυσης, εξετάζοντας τα «δυναμικά» προβλήματα μιας μεταβαλλόμενης οικονομίας, ιδιαίτερους τύπους συντελεστών, το χρήμα και την αξία του, το μονοπώλιο και τον ανταγωνισμό, και συζητώντας, αναγκαστικά συνοπτικότερα, τις συνέπειες της βίαιης παρέμβασης στην ελεύθερη αγορά.

Having developed, in Volume I, our basic analysis of the economics of the isolated individual, barter, and indirect exchange, we shall now proceed, in Volume II, to develop the analysis further by dealing with “dynamic” problems of a changing economy, particular types of factors, money and its value, and monopoly and competition, and discussing, in necessarily more summary fashion, the consequences of violent intervention in the free market.

133

Παράρτημα Α: Οριακό φυσικό προϊόν και αξία του οριακού προϊόντος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Appendix A: Marginal Physical and Marginal Value Product

134

Για λόγους απλούστευσης, περιγράψαμε την αξία του οριακού προϊόντος —MVP— ως ίση με το οριακό φυσικό προϊόν —MPP— επί την τιμή. Εφόσον είδαμε ότι ένας συντελεστής πρέπει να χρησιμοποιείται στην περιοχή φθίνοντος MPP και ότι η αυξημένη προσφορά ενός συντελεστή οδηγεί σε πτώση της τιμής, το συμπέρασμα της ανάλυσης ήταν ότι κάθε συντελεστής χρησιμοποιείται σε μια περιοχή όπου η αυξημένη προσφορά οδηγεί σε μείωση της MVP και, επομένως, της DMVP. Η υπόθεση που έγινε στην πρώτη πρόταση, ωστόσο, δεν είναι απολύτως ακριβής.

For purposes of simplification, we have described marginal value product (MVP) as equal to marginal physical product (MPP) times price. Since we have seen that a factor must be used in the region of declining MPP, and since an increased supply of a factor leads to a fall in price, the conclusion of the analysis was that every factor works in an area where increased supply leads to a decline in MVP, and hence in DMVP. The assumption made in the first sentence, however, is not strictly correct.

135

Ας εξακριβώσουμε, λοιπόν, με ποιον πολλαπλασιαστή πρέπει να πολλαπλασιαστεί το MPP για να προκύψει η MVP. Η MVP ισούται με την αύξηση του εσόδου που αποκτάται από την προσθήκη μιας μονάδας ενός συντελεστή ή με το έσοδο που χάνεται από την απώλεια μιας μονάδας του. Η MVP θα ισούται, επομένως, με τη διαφορά του εσόδου από τη μία θέση στην άλλη, δηλαδή με τη μεταβολή που αντιστοιχεί στην αλλαγή θέσης λόγω της αύξησης ή της μείωσης ενός συντελεστή κατά μία μονάδα. Άρα, η MVP ισούται με R2 − R1, όπου το R είναι το ακαθάριστο έσοδο από την πώληση ενός προϊόντος και ο μεγαλύτερος δείκτης δηλώνει ότι έχει χρησιμοποιηθεί μεγαλύτερη ποσότητα ενός συντελεστή στην παραγωγή. Το MPP αυτής της αύξησης ενός συντελεστή είναι P2 − P1, όπου το P είναι η ποσότητα του παραγόμενου προϊόντος και ο μεγαλύτερος δείκτης σημαίνει και πάλι ότι έχει χρησιμοποιηθεί μεγαλύτερη ποσότητα ενός συντελεστή.

Let us, then, find out what is the multiple of MPP that will yield an MVP. MVP is equal to an increase in revenue acquired from the addition of a unit, or lost from the loss of a unit, of a factor. MVP will then equal the difference in revenue from one position to another, i.e., the change in position resulting from an increase or decrease of a unit of a factor. Then, MVP equals R – R, where R is the gross revenue from the sale of a product, and a higher subscript signifies that more of a factor has been used in production. The MPP of this increase in a factor is P – P, where P is the quantity of product produced, a higher subscript again meaning that more of a factor has been used.

136

Το έσοδο αποκτάται από την πώληση του προϊόντος· επομένως, για οποιοδήποτε δεδομένο σημείο της καμπύλης ζήτησης, το συνολικό έσοδο ισούται με την ποσότητα που παράγεται και πωλείται επί την τιμή του προϊόντος.

Revenue is acquired by sale of the product; therefore, for any given point on the demand curve, total revenue equals the quantity produced and sold, multiplied by the price of the product.

137

Εφόσον τώρα οι συντελεστές είναι οικονομικά αγαθά, κάθε αύξηση της χρησιμοποιούμενης ποσότητας ενός συντελεστή, με τους άλλους συντελεστές να παραμένουν σταθεροί, πρέπει να αυξάνει την παραγόμενη ποσότητα. Θα ήταν προφανώς άσκοπο για έναν επιχειρηματία να χρησιμοποιεί περισσότερους συντελεστές που δεν θα αύξαναν το προϊόν. Επομένως, P2 > P1.

Now, since the factors are economic goods, any increase in the use of a factor, other factors remaining constant, must increase the quantity produced. It would obviously be pointless for an entrepreneur to employ more factors which would not increase the product. Therefore, P > P.

138

Από την άλλη πλευρά, η τιμή του προϊόντος μειώνεται καθώς αυξάνεται η προσφορά, έτσι ώστε:

On the other hand, the price of the product falls as the supply increases, so that:

139

Τώρα προσπαθούμε να εξακριβώσουμε ποιο μέγεθος, πολλαπλασιαζόμενο με το MPP, δίνει την MVP. Αυτός ο άγνωστος θα ισούται με:

Now, we are trying to find out what multiplied by MPP yields MVP. This unknown will be equal to:

140

Αυτό μπορεί να ονομαστεί οριακό έσοδο, δηλαδή η μεταβολή του εσόδου διαιρεμένη με τη μεταβολή της παραγόμενης ποσότητας.

This may be called the marginal revenue, which is the change in revenue divided by the change in output.

141

Είναι προφανές ότι αυτό το μέγεθος, το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε MR, δεν θα ισούται ούτε με το p2 ούτε με το p1 ούτε με οποιονδήποτε μέσο όρο των δύο. Ο απλός πολλαπλασιασμός του παρονομαστή με οποιοδήποτε από τα δύο p ή και με τα δύο θα καταδείξει ότι το αποτέλεσμα δεν ισούται με τον αριθμητή. Ποια είναι η σχέση μεταξύ MR και τιμής;

It is obvious that this figure. which we may call MR, will not equal either p or p, or any average of the two. Simple multiplication of the denominator by either of the p’s or both will reveal that this does not amount to the numerator. What is the relation between MR and price?

142

Η τιμή είναι το μέσο έσοδο, δηλαδή ισούται με το συνολικό έσοδο διαιρεμένο με την ποσότητα που παράγεται και πωλείται. Εν ολίγοις:

A price is the average revenue, i.e., it equals the total revenue divided by the quantity produced and sold. In short,

143

Παραπάνω, όμως, στη συζήτηση του οριακού και του μέσου προϊόντος, είδαμε τη μαθηματική σχέση μεταξύ «μέσου» και «οριακού», η οποία ισχύει τόσο για το έσοδο όσο και για την παραγωγικότητα: στην περιοχή όπου το μέσο αυξάνεται, το οριακό είναι μεγαλύτερο από το μέσο· στην περιοχή όπου το μέσο μειώνεται, το οριακό είναι μικρότερο από το μέσο. Αλλά έχουμε ήδη δείξει από την αρχή αυτού του βιβλίου ότι η καμπύλη ζήτησης —δηλαδή η καμπύλη της τιμής ή του μέσου εσόδου— είναι πάντοτε φθίνουσα καθώς αυξάνεται η ποσότητα. Επομένως, η καμπύλη του οριακού εσόδου είναι επίσης φθίνουσα και βρίσκεται πάντοτε κάτω από το μέσο έσοδο, ή την τιμή. Ας εδραιώσουμε, ωστόσο, την απόδειξη καταδεικνύοντας ότι, για οποιεσδήποτε δύο θέσεις, το p2 είναι μεγαλύτερο από το MR. Εφόσον το p2 είναι μικρότερο από το p1, καθώς η τιμή μειώνεται όταν αυξάνεται η προσφορά, θα έχει αποδειχθεί η πρόταση ότι το MR είναι μικρότερο και από τις δύο τιμές.

But above, in the discussion of marginal and average product, we saw the mathematical relationship between “average” and “marginal,” and this holds for revenue as well as for productivity: namely, that in the range where the average is increasing, marginal is greater than average; in the range where average is decreasing, marginal is less than average. But we have established early in this book that the demand curve—i.e., the price, or average revenue curve—is always falling as the quantity increases. Therefore, the marginal revenue curve is falling also and is always below average revenue, or price. Let us, however, cement the proof by demonstrating that, for any two positions, p is greater than MR. Since p is smaller than p, as price falls when supply increases, the proposition that MR is less than both prices will be proved.

144

Πρώτον, γνωρίζουμε ότι p2 < p1, πράγμα που σημαίνει ότι:

First, we know that p < p, which means that

145

Μπορούμε τώρα να θεωρήσουμε το πρώτο σημείο ως αφετηρία και κατόπιν να εξετάσουμε τη μεταβολή προς το δεύτερο σημείο, έτσι ώστε:

Now, we may take point one as the starting point and then consider the change to point two, so that:

146

Μεταφράζουμε έτσι τη σχέση στα ίδια σύμβολα που χρησιμοποιήσαμε στην παραπάνω απόδειξη για την παραγωγικότητα. Αυτό σημαίνει τώρα ότι:

thus translating into the same symbols we used in the productivity proof above. Now this means that

147

Συνδυάζοντας τα δύο κλάσματα και κατόπιν πολλαπλασιάζοντας χιαστί, λαμβάνουμε:

Combining the two fractions, and then multiplying across, we get

148

Έχουμε εδώ αποδείξει ότι το MR είναι μικρότερο από το p1, την υψηλότερη από τις δύο τιμές.

or

so that

(We have here proved that MR is less than p, the higher of the two prices.)

149

Αυτό σημαίνει τώρα ότι υπάρχει κάποιο άγνωστο, σταθερό θετικό κλάσμα l/k, το οποίο, πολλαπλασιαζόμενο με τον μεγαλύτερο λόγο, θα δώσει τον μικρότερο λόγο —MR— στην τελευταία ανισότητα. Έτσι:

Now this means that there is some unknown, constant positive fraction l / k which, multiplied by the larger, will yield the smaller ratio (MR) in the last inequality. Thus,

150

Τώρα, αλγεβρικά:

Now, by algebra,

151

Και εφόσον το k είναι θετικός αριθμός:

and since k is a positive number,

152

Αυτό όμως αποδεικνύει ότι:

But this establishes that

153

Δηλαδή, ότι το MR είναι μικρότερο από το p2. Όπερ έδει δείξαι.

i.e., that MR is less than p2. Q.E.D.

154

Συνεπώς, όταν λάβουμε υπόψη ότι, αυστηρά μιλώντας, το MR και όχι η τιμή πρέπει να πολλαπλασιάζεται με το MPP για να προκύψει η MVP, διαπιστώνουμε ότι το συμπέρασμά μας —πως η παραγωγή πραγματοποιείται πάντοτε στην περιοχή φθίνουσας καμπύλης MVP— ενισχύεται αντί να αποδυναμώνεται. Η MVP μειώνεται ακόμη ταχύτερα σε σχέση με το MPP από ό,τι υποθέταμε. Επιπλέον, η ανάλυσή μας δεν τροποποιείται σημαντικά, διότι στη διορθωτική μας ανάλυση δεν εισήχθησαν νέοι βασικοί προσδιοριστικοί παράγοντες πέρα από το MPP και τις τιμές που καθορίζονται από την καμπύλη καταναλωτικής ζήτησης. Υπό το φως όλων αυτών, μπορούμε να εξακολουθήσουμε να θεωρούμε την MVP ίση με το MPP επί την τιμή, ως θεμιτή, απλουστευμένη προσέγγιση του πραγματικού αποτελέσματος.323

Hence, when we consider that, strictly, MR, and not price, should be multiplied by MPP to arrive at MVP, we find that our conclusion—that production always takes place in the zone of a falling MVP curve—is strengthened rather than weakened. MVP falls even more rapidly in relation to MPP than we had been supposing. Furthermore, our analysis is not greatly modified, because no new basic determinants—beyond MPP and prices set by the consumer demand curve—have been introduced in our corrective analysis. In view of all this, we may continue to treat MVP as equaling MPP times price as a legitimate, simplified approximation to the actual result.

155

Παράρτημα Β: Ο καθηγητής Rolph και η θεωρία της προεξοφλημένης οριακής παραγωγικότητας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Appendix B: Professor Rolph and the Discounted Marginal Productivity Theory

156

Από τις σύγχρονες σχολές οικονομικής σκέψης, οι περισσότερο της μόδας είναι η Οικονομετρική, η Κεϋνσιανή, η Θεσμική και η Νεοκλασική. Ο όρος «Νεοκλασική» αναφέρεται στο πρότυπο που διαμόρφωσαν οι μεγάλοι οικονομολόγοι των τελών του δέκατου ένατου αιώνα. Η κυρίαρχη νεοκλασική εκδοχή σήμερα βρίσκεται στο σύστημα του καθηγητή Frank Knight, του οποίου το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα είναι η επίθεση κατά ολόκληρης της έννοιας της χρονικής προτίμησης. Αρνούμενοι τη χρονική προτίμηση και στηρίζοντας την απόδοση από τόκο αποκλειστικά σε μια υποτιθέμενη «παραγωγικότητα» του κεφαλαίου, οι οπαδοί του Knight επιτίθενται στη θεωρία της προεξοφλημένης MVP και, αντ’ αυτής, υποστηρίζουν μια θεωρία της απλής MVP. Η σαφέστερη έκθεση αυτής της προσέγγισης βρίσκεται σε ένα άρθρο ενός οπαδού του Knight, του καθηγητή Earl Rolph.324

Of current schools of economic thought, the most fashionable have been the Econometric, the Keynesian, the Institutionalist, and the Neo-Classic. “Neo-Classic” refers to the pattern set by the major economists of the late nineteenth century. The dominant neoclassical strain at present is to be found in the system of Professor Frank Knight, of which the most characteristic feature is an attack on the whole concept of time preference. Denying time preference, and basing interest return solely on an alleged “productivity” of capital, the Knightians attack the doctrine of the discounted MVP and instead advocate a pure MVP theory. The clearest exposition of this approach is to be found in an article by a follower of Knight’s, Professor Earl Rolph.

157

Ο Rolph ορίζει το «προϊόν» ως οποιαδήποτε άμεσα αποτελέσματα «παρουσών δραστηριοτήτων που έχουν αξία». Σε αυτές περιλαμβάνεται η εργασία επί αγαθών που θα καταναλωθούν μόνο στο μέλλον. Έτσι:

Rolph defines “product” as any immediate results of “present valuable activities.” These include work on goods that will be consumed only in the future. Thus,

158

Οι εργάτες και ο εξοπλισμός που αρχίζουν την κατασκευή ενός κτιρίου μπορεί να έχουν να επιδείξουν μόνο μερικούς πασσάλους στο έδαφος ως αποτέλεσμα της εργασίας τους κατά την πρώτη ημέρα, αλλά αυτό, και όχι η ολοκληρωμένη κατασκευή, είναι το άμεσο προϊόν τους. Επομένως, η θεωρία ότι ένας συντελεστής λαμβάνει την αξία του οριακού προϊόντος του αναφέρεται σε αυτό το άμεσο προϊόν. Το ταυτόχρονο της παραγωγής και του προϊόντος δεν απαιτεί καμία απλουστευτική υπόθεση. Αποτελεί άμεση επίκληση του προφανούς. Κάθε δραστηριότητα έχει τα άμεσα αποτελέσματά της.

workmen and equipment beginning the construction of a building may have only a few stakes in the ground to show for their work the first day, but this and not the completed structure is their immediate product. Thus, the doctrine that a factor receives the value of its marginal product refers to this immediate product. The simultaneity of production and product does not require any simplifying assumptions. It is a direct appeal to the obvious. Every activity has its immediate results.

159

Προφανώς, κανείς δεν αρνείται ότι οι άνθρωποι εργάζονται πάνω σε αγαθά και προωθούν το κεφάλαιο λίγο παραπέρα. Είναι, όμως, το άμεσο αποτέλεσμα αυτού προϊόν με οποιαδήποτε ουσιαστική έννοια; Θα πρέπει να είναι σαφές ότι το προϊόν είναι το τελικό προϊόν — το αγαθό που πωλείται στον καταναλωτή. Ολόκληρος ο σκοπός του παραγωγικού συστήματος είναι να οδηγήσει στην τελική κατανάλωση. Όλες οι ενδιάμεσες αγορές βασίζονται στην προσδοκία της τελικής αγοράς από τον καταναλωτή και δεν θα πραγματοποιούνταν διαφορετικά. Κάθε δραστηριότητα μπορεί να έχει τα άμεσα «αποτελέσματά» της, αλλά αυτά δεν είναι αποτελέσματα που θα απέφεραν οποιοδήποτε χρηματικό εισόδημα από οποιονδήποτε, εάν οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες των συντελεστών ήταν συνιδιοκτήτες όλων όσων παρήγαν έως το στάδιο της τελικής κατανάλωσης. Στην περίπτωση αυτή, θα ήταν προφανές ότι δεν πληρώνονται αμέσως· επομένως, το προϊόν τους δεν είναι άμεσο. Ο μόνος λόγος για τον οποίο πληρώνονται αμέσως στην αγορά —και ακόμη και εδώ δεν υπάρχει αυστηρή αμεσότητα— είναι ότι οι κεφαλαιούχοι προκαταβάλλουν παρόντα αγαθά σε αντάλλαγμα για εκείνα τα μελλοντικά αγαθά από τα οποία προσδοκούν μια προσαύξηση, ή απόδοση από τόκο. Έτσι, οι ιδιοκτήτες των συντελεστών αμείβονται με την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος τους.

Obviously, no one denies that people work on goods and move capital a little further along. But is the immediate result of this a product in any meaningful sense? It should be clear that the product is the end product—the good sold to the consumer. The whole purpose of the production system is to lead to final consumption. All the intermediate purchases are based on the expectation of final purchase by the consumer and would not take place otherwise. Every activity may have its immediate “results,” but they are not results that would command any monetary income from anyone if the owners of the factors themselves were joint owners of all they produced until the final consumption stage. In that case, it would be obvious that they do not get paid immediately; hence, their product is not immediate. The only reason that they are paid immediately (and even here there is not strict immediacy) on the market is that capitalists advance present goods in exchange for those future goods for which they expect a premium, or interest return. Thus, the owners of the factors are paid the discounted value of their marginal product.

160

Η προσέγγιση των Knight και Rolph, επιπλέον, αποτελεί οπισθοχώρηση σε μια θεωρία της αξίας βάσει πραγματικού κόστους. Υποθέτει ότι οι παρούσες προσπάθειες θα αποφέρουν κατά κάποιον τρόπο πάντοτε παρόντα αποτελέσματα. Πότε, όμως; Στις «παρούσες δραστηριότητες που έχουν αξία». Αλλά πώς αποκτούν αξία αυτές οι δραστηριότητες; Μόνο εάν το μελλοντικό προϊόν τους πωληθεί, όπως αναμένεται, στους καταναλωτές. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι οι άνθρωποι εργάζονται επί χρόνια για ένα ορισμένο αγαθό και πληρώνονται από κεφαλαιούχους, και κατόπιν το τελικό προϊόν δεν αγοράζεται από τους καταναλωτές. Οι κεφαλαιούχοι επωμίζονται χρηματικές ζημίες. Πού ήταν η άμεση αμοιβή σύμφωνα με το οριακό προϊόν; Η πληρωμή ήταν μόνο μια επένδυση των κεφαλαιούχων σε μελλοντικά αγαθά.

The Knight-Rolph approach, in addition, is a retreat to a real-cost theory of value. It assumes that present efforts will somehow always bring present results. But when? In “present valuable activities.” But how do these activities become valuable? Only if their future product is sold, as expected, to consumers. Suppose, however, that people work for years on a certain good and are paid by capitalists, and then the final product is not bought by consumers. The capitalists absorb monetary losses. Where was the immediate payment according to marginal product? The payment was only an investment in future goods by capitalists.

161

Ο Rolph στρέφεται κατόπιν σε ένα άλλο υποτιθέμενο βαρύτατο σφάλμα της προσέγγισης της προεξόφλησης, δηλαδή στη «θεωρία της μη ισοτιμίας των συντελεστών». Αυτό σημαίνει ότι ορισμένοι συντελεστές λαμβάνουν ως αμοιβή την προεξοφλημένη αξία του προϊόντος τους και ορισμένοι όχι. Ο Rolph, ωστόσο, τελεί υπό παρανόηση· δεν υπάρχει υπόθεση μη ισοτιμίας σε οποιαδήποτε ορθή θεωρία προεξόφλησης. Όπως δηλώσαμε παραπάνω, όλοι οι συντελεστές —εργασία, γη και κεφαλαιουχικά αγαθά— λαμβάνουν την προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος τους. Η διαφορά όσον αφορά τους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών είναι ότι, σε τελευταία ανάλυση, δεν λαμβάνουν καμία ανεξάρτητη αμοιβή, διότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά ανάγονται στους συντελεστές που τα παρήγαγαν, τελικά σε συντελεστές γης και εργασίας, καθώς και στον τόκο για τον χρόνο που συνεπάγεται η προκαταβολή της πληρωμής από τους κεφαλαιούχους.325 Ο Rolph πιστεύει ότι υπάρχει μη ισοτιμία επειδή οι ιδιοκτήτες συντελεστών γης και εργασίας «λαμβάνουν ένα προεξοφλημένο μερίδιο», ενώ το κεφάλαιο «λαμβάνει ένα μη προεξοφλημένο μερίδιο». Αυτός, όμως, είναι εσφαλμένος τρόπος διατύπωσης του συμπεράσματος. Οι ιδιοκτήτες συντελεστών γης και εργασίας λαμβάνουν ένα προεξοφλημένο μερίδιο, αλλά οι ιδιοκτήτες κεφαλαίου —χρηματικού κεφαλαίου— λαμβάνουν το ποσό της προεξόφλησης.

Rolph then turns to another allegedly heinous error of the discount approach, namely, the “doctrine of nonco-ordination of factors.” This means that some factors, in their payment, receive the discounted value of their product and some do not. Rolph, however, is laboring under a misapprehension; there is no assumption of nonco-ordination in any sound discounting theory. As we have stated above, all factors—labor, land, and capital goods—receive their discounted marginal value product. The difference in regard to the owners of capital goods is that, in the ultimate analysis, they do not receive any independent payment, since capital goods are resolved into the factors that produced them, ultimately land and labor factors, and to interest for the time involved in the advance of payment by the capitalists. Rolph believes that nonco-ordination is involved because owners of land and labor factors “receive a discounted share,” and capital “receives an undiscounted share.” But this is a faulty way of stating the conclusion. Owners of land and labor factors receive a discounted share, but owners of capital (money capital) receive the discount.

162

Το υπόλοιπο άρθρο του Rolph αφιερώνεται σε μεγάλο βαθμό στην προσπάθεια να αποδειχθεί ότι δεν υπάρχει χρονική υστέρηση στις πληρωμές προς τους ιδιοκτήτες συντελεστών. Ο Rolph υποθέτει την ύπαρξη «κέντρων παραγωγής» μέσα σε κάθε επιχείρηση, τα οποία, αναλυόμενα σε ουσιαστικά στιγμιαία βήματα, παράγουν και κατόπιν λαμβάνουν τεκμαρτά πληρωμή στιγμιαία. Αυτή η βεβιασμένη και εξωπραγματική κατασκευή χάνει εντελώς την ουσία του ζητήματος. Ακόμη και εάν υπήρχαν κατακερματισμένα «κέντρα παραγωγής», το ζήτημα είναι ότι κάποιο πρόσωπο ή κάποια πρόσωπα θα πρέπει να προκαταβάλλουν παρόν χρήμα στην πορεία, με οποιαδήποτε σειρά, έως ότου το τελικό προϊόν πωληθεί στους καταναλωτές. Ας φανταστεί ο Rolph ένα παραγωγικό σύστημα, κατακερματισμένο ή ενοποιημένο κατά περίπτωση, στο οποίο κανείς δεν πραγματοποιεί τις προκαταβολές παρόντων αγαθών —χρηματικού κεφαλαίου— των οποίων την ύπαρξη αρνείται. Και καθώς οι εργαζόμενοι και οι γαιοκτήμονες εργάζονται επί χρόνια πάνω στα ενδιάμεσα προϊόντα χωρίς αμοιβή, έως ότου το ολοκληρωμένο προϊόν είναι έτοιμο για τον καταναλωτή, ας τους προτρέπει ο Rolph να μην ανησυχούν, διότι έχουν πληρωθεί τεκμαρτά ταυτοχρόνως με την εργασία τους. Διότι αυτή είναι η λογική συνέπεια της θέσης των Knight και Rolph.326

The remainder of Rolph’s article is largely devoted to an attempt to prove that no time lag is involved in payments to owners of factors. Rolph assumes the existence of “production centers” within every firm, which, broken down into virtually instantaneous steps, produce and then implicitly receive payment instantaneously. This tortured and unreal construction misses the entire point. Even if there were atomized “production centers,” the point is that some person or persons will have to make advances of present money along the route, in whatever order, until the final product is sold to the consumers. Let Rolph picture a production system, atomized or integrated as the case may be, with no one making the advances of present goods (money capital) that he denies exist. And as the laborers and landowners work on the intermediate products for years without pay, until the finished product is ready for the consumer, let Rolph exhort them not to worry, since they have been implicitly paid simultaneously as they worked. For this is the logical implication of the Knight-Rolph position.

163

← Κεφάλαιο 6. Παραγωγή: Το Επιτόκιο και ο Προσδιορισμός τουΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 8. Παραγωγή: Επιχειρηματικότητα και Μεταβολή →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»