Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 36: Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΣΜΟΥ

Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 35: Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 37: Ο ΙΔΙΑΖΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 36: Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΜΒΑΤΙΣΜΟΥ

↗ στη σελίδα του βιβλίου

XXXVI. THE CRISIS OF INTERVENTIONISM

1

1. Η συγκομιδή του παρεμβατισμού

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. The Harvest of Interventionism

2

Οι παρεμβατικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν επί πολλές δεκαετίες από όλες τις κυβερνήσεις της καπιταλιστικής Δύσης επέφεραν όλες εκείνες τις συνέπειες που είχαν προβλέψει οι οικονομολόγοι. Υπάρχουν πόλεμοι και εμφύλιοι πόλεμοι, ανελέητη καταπίεση των μαζών από ομάδες αυτοανακηρυγμένων δικτατόρων, οικονομικές υφέσεις, μαζική ανεργία, ανάλωση κεφαλαίου και λιμοί.

THE interventionist policies as practiced for many decades by ail governments of the capitalistic West have brought about all those effects which the economists predicted. There are wars and civil wars, ruthless oppression of the masses by clusters of self-appointed dictators, economic depressions, mass unemployment, capital consumption, famines.

3

Ωστόσο, δεν είναι αυτά τα καταστροφικά γεγονότα που οδήγησαν τον παρεμβατισμό στην κρίση του. Οι θεωρητικοί του παρεμβατισμού και οι οπαδοί τους εξηγούν όλες αυτές τις ανεπιθύμητες συνέπειες ως αναπόφευκτα γνωρίσματα του καπιταλισμού. Κατά την άποψή τους, ακριβώς αυτές οι καταστροφές καταδεικνύουν σαφώς την ανάγκη εντατικοποίησης του παρεμβατισμού. Οι αποτυχίες των παρεμβατικών πολιτικών δεν μειώνουν καθόλου τη δημοτικότητα της υποκείμενης θεωρίας. Ερμηνεύονται κατά τρόπο που ενισχύει, αντί να αποδυναμώνει, το κύρος αυτών των διδασκαλιών. Επειδή μια εσφαλμένη οικονομική θεωρία δεν μπορεί να ανασκευαστεί απλώς μέσω της ιστορικής εμπειρίας, οι προπαγανδιστές του παρεμβατισμού μπόρεσαν να συνεχίσουν, παρά τον όλεθρο που προκάλεσαν.

However, it is not these catastrophic events which have led to the crisis of interventionism. The interventionist doctrinaires and their followers explain all these undesired consequences as the unavoidable features of capitalism. As they see it, it is precisely these disasters that clearly demonstrate the necessity of intensifying interventionism. The failures of the interventionist policies do not in the least impair the popularity of the implied doctrine. They are so interpreted as to strengthen, not to lessen, the prestige of these teachings. As a vicious economic theory cannot be simply refuted by historical experience, the interventionist propagandists have been able to go on in spite of all the havoc they have spread.

4

Ωστόσο, η εποχή του παρεμβατισμού πλησιάζει στο τέλος της. Ο παρεμβατισμός έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατότητές του και πρέπει να εξαφανιστεί.

Yet the age of interventionism is reaching its end. Interventionism has exhausted all its potentialities and must disappear.

5

2. Η εξάντληση του αποθεματικού ταμείου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. The Exhaustion of the Reserve Fund

6

Η ιδέα που βρίσκεται στη βάση όλων των παρεμβατικών πολιτικών είναι ότι τα υψηλότερα εισοδήματα και ο πλούτος του ευπορότερου μέρους του πληθυσμού αποτελούν ένα απόθεμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ελεύθερα για τη βελτίωση των συνθηκών των λιγότερο ευημερούντων. Η ουσία της παρεμβατικής πολιτικής είναι να αφαιρεί από τη μία ομάδα για να δώσει στην άλλη. Είναι δήμευση και διανομή. Κάθε μέτρο δικαιολογείται τελικά με τη διακήρυξη ότι είναι δίκαιο να περιορίζονται οι πλούσιοι προς όφελος των φτωχών.

The idea underlying all interventionist policies is that the higher income and wealth of the more affluent part of the population is a fund which can be freely used for the improvement of the conditions of the less prosperous. The essence of the interventionist policy is to take from one group to give to another. It is confiscation and distribution. Every measure is ultimately justified by declaring that it is fair to curb the rich for the benefit of the poor.

7

Στο πεδίο των δημόσιων οικονομικών, η προοδευτική φορολόγηση των εισοδημάτων και των περιουσιών αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη εκδήλωση αυτής της θεωρίας. Η αρχή των σύγχρονων προϋπολογισμών είναι: φορολογήστε τους πλουσίους και δαπανήστε τα έσοδα για τη βελτίωση της κατάστασης των φτωχών. Στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων, η μείωση των ωρών εργασίας, η αύξηση των μισθών και χίλια άλλα μέτρα συνιστώνται με την παραδοχή ότι ευνοούν τον εργαζόμενο και επιβαρύνουν τον εργοδότη. Κάθε ζήτημα που αφορά την κυβέρνηση και τις υποθέσεις της κοινότητας αντιμετωπίζεται αποκλειστικά από τη σκοπιά αυτής της αρχής.

In the field of public finance progressive taxation of incomes and estates is the most characteristic manifestation of this doctrine. Tax the rich and spend the revenue for the improvement of the condition of the poor, is the principle of contemporary budgets. In the field of industrial relations shortening the hours of work, raising wages, and a thousand other measures are recommended under the assumption that they favor the employee and burden the employer. Every issue of government and community affairs is dealt with exclusively from the point of view of this principle.

8

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παρέχουν οι μέθοδοι που εφαρμόζονται κατά τη λειτουργία των εθνικοποιημένων και δημοτικοποιημένων επιχειρήσεων. Πολύ συχνά οι επιχειρήσεις αυτές αποτυγχάνουν οικονομικά· οι λογαριασμοί τους εμφανίζουν τακτικά ζημίες που επιβαρύνουν το κρατικό ή το δημοτικό ταμείο. Δεν έχει σημασία να διερευνηθεί αν τα ελλείμματα οφείλονται στην περιβόητη αναποτελεσματικότητα της δημόσιας διαχείρισης των επιχειρήσεων ή, τουλάχιστον εν μέρει, στην ανεπάρκεια των τιμών στις οποίες πωλούνται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες στους πελάτες. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι οι φορολογούμενοι πρέπει να καλύψουν αυτά τα ελλείμματα.

Οι παρεμβατιστές εγκρίνουν πλήρως αυτή τη διευθέτηση. Απορρίπτουν με πάθος τις δύο άλλες δυνατές λύσεις: την πώληση των επιχειρήσεων σε ιδιώτες επιχειρηματίες ή την αύξηση των τιμών που επιβάλλονται στους πελάτες σε τέτοιο ύψος ώστε να μην απομένει πλέον έλλειμμα. Η πρώτη από αυτές τις προτάσεις είναι στα μάτια τους καταφανώς αντιδραστική, επειδή πιστεύουν ότι η αναπόφευκτη τάση της ιστορίας οδηγεί προς ολοένα μεγαλύτερη κοινωνικοποίηση. Η δεύτερη θεωρείται «αντικοινωνική», επειδή επιβάλλει βαρύτερο φορτίο στις καταναλωτικές μάζες.

Είναι δικαιότερο, υποστηρίζουν, να επωμίζονται το βάρος οι φορολογούμενοι, δηλαδή οι εύποροι πολίτες. Η φοροδοτική τους ικανότητα είναι μεγαλύτερη από εκείνη των μέσων ανθρώπων που χρησιμοποιούν τους εθνικοποιημένους σιδηροδρόμους και τους δημοτικοποιημένους υπόγειους σιδηροδρόμους, τα τραμ και τα λεωφορεία. Το αίτημα να είναι αυτές οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας οικονομικά αυτοσυντηρούμενες αποτελεί, λένε οι παρεμβατιστές, κατάλοιπο των παρωχημένων αντιλήψεων της ορθόδοξης δημοσιονομικής θεωρίας. Θα μπορούσε κανείς εξίσου να επιδιώξει την οικονομική αυτοσυντήρηση των δρόμων και των δημόσιων σχολείων.

An illustrative example is provided by the methods applied in the operation of nationalized and municipalized enterprises. These enterprises very often result in financial failure; their accounts regularly show losses burdening the state or the city treasury. It is of no use to investigate whether the deficits are due to the notorious inefficiency of the public conduct of business enterprises or, at least partly, to the inadequacy of the prices at which the commodities or services are sold to the customers. What matters more is the fact that the taxpayers must cover these deficits. The interventionists fully approve of this arrangement. They passionately reject the two other possible solutions: selling the enterprises to private entrepreneurs or raising the prices charged to the customers to such a height that no further deficit remains. The first of these proposals is in their eyes manifestly reactionary because the inevitable trend of history is toward more and more socialization. The second is deemed “antisocial” because it places a heavier load upon the consuming masses. It is fairer to make the taxpayers, i.e., the wealthy citizens, bear the burden. Their ability to pay is greater than that of the average people riding the nationalized railroads and the municipalized subways, trolleys, and busses. To ask that such public utilities should be self-supporting, is, say the interventionists, a relic of the old-fashioned ideas of orthodox finance. One might as well aim at making the roads and the public schools self-supporting.

9

Δεν χρειάζεται να αντιπαρατεθούμε στους υπέρμαχους αυτής της πολιτικής των ελλειμμάτων. Είναι προφανές ότι η προσφυγή στην αρχή της φοροδοτικής ικανότητας εξαρτάται από την ύπαρξη εισοδημάτων και περιουσιών που εξακολουθούν να μπορούν να αφαιρεθούν μέσω της φορολογίας. Δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί όταν αυτά τα πρόσθετα κεφάλαια έχουν εξαντληθεί από τους φόρους και τα άλλα παρεμβατικά μέτρα.

It is not necessary to argue with the advocates of this deficit policy. It is obvious that recourse to this ability-to-pay principle depends on the existence of such incomes and fortunes as can still be taxed away. It can no longer be resorted to once these extra funds have been exhausted by taxes and other interventionist measures.

10

Αυτή ακριβώς είναι η σημερινή κατάσταση στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν ακόμη προχωρήσει τόσο πολύ· αν, όμως, η σημερινή τάση της οικονομικής τους πολιτικής δεν μεταβληθεί σύντομα και ριζικά, θα βρεθούν στην ίδια κατάσταση μέσα σε λίγα χρόνια.

This is precisely the present state of affairs in most of the European countries. The United States has not yet gone so far; but if the actual trend of its economic policies is not radically altered very soon, it will be in the same condition in a few years.

11

Χάριν της συζήτησης, μπορούμε να παραβλέψουμε όλες τις άλλες συνέπειες που πρέπει να επιφέρει η πλήρης επικράτηση της αρχής της φοροδοτικής ικανότητας και να επικεντρωθούμε στις δημοσιονομικές της πτυχές.

For the sake of argument we may disregard all the other consequences which the full triumph of the ability-to-pay principle must bring about and concentrate upon its financial aspects.

12

Όταν ο παρεμβατιστής υποστηρίζει πρόσθετες δημόσιες δαπάνες, δεν αντιλαμβάνεται ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια είναι περιορισμένα. Δεν συνειδητοποιεί ότι η αύξηση των δαπανών σε έναν τομέα επιβάλλει τον περιορισμό τους σε άλλους τομείς. Κατά την άποψή του, υπάρχει άφθονο διαθέσιμο χρήμα. Τα εισοδήματα και οι περιουσίες των πλουσίων μπορούν να αντλούνται ελεύθερα. Όταν συνιστά μεγαλύτερη πίστωση για τα σχολεία, απλώς τονίζει ότι θα ήταν καλό να δαπανηθούν περισσότερα χρήματα για την εκπαίδευση. Δεν επιχειρεί να αποδείξει ότι η αύξηση της προϋπολογιστικής πίστωσης για τα σχολεία είναι σκοπιμότερη από την αύξηση της πίστωσης κάποιου άλλου τομέα, για παράδειγμα της υγείας.

Δεν του περνά ποτέ από τον νου ότι θα μπορούσαν να προβληθούν σοβαρά επιχειρήματα υπέρ του περιορισμού των δημόσιων δαπανών και της μείωσης της φορολογικής επιβάρυνσης. Στα μάτια του, οι υπέρμαχοι των περικοπών του προϋπολογισμού είναι απλώς υπερασπιστές των καταφανώς άδικων ταξικών συμφερόντων των πλουσίων.

The interventionist in advocating additional public expenditure is not aware of the fact that the funds available are limited. He does not realize that increasing expenditure in one department enjoins restricting it in other departments. In his opinion there is plenty of money available. The income and wealth of the rich can be freely tapped. In recommending a greater allowance for the schools he simply stresses the point that it would be a good thing to spend more for education. He does not venture to prove that to raise the budgetary allowance for schools is more expedient than to raise that of another department, e.g., that of health. It never occurs to him that grave arguments could be advanced in favor of restricting public spending and lowering the burden of taxation. The champions of cuts in the budget are in his eyes merely the defenders of the manifestly unfair class interests of the rich.

13

Με το σημερινό ύψος των συντελεστών φόρου εισοδήματος και κληρονομίας, αυτό το αποθεματικό ταμείο από το οποίο οι παρεμβατιστές επιδιώκουν να καλύψουν όλες τις δημόσιες δαπάνες συρρικνώνεται γρήγορα. Έχει σχεδόν εξαφανιστεί ολοκληρωτικά στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πρόσφατες αυξήσεις των φορολογικών συντελεστών απέφεραν αμελητέα μόνο πρόσθετα έσοδα πέρα από εκείνα που θα παρήγε μια προοδευτική κλίμακα η οποία θα σταματούσε σε πολύ χαμηλότερους συντελεστές.

Οι υψηλοί πρόσθετοι φορολογικοί συντελεστές για τους πλουσίους είναι πολύ δημοφιλείς μεταξύ των ερασιτεχνών του παρεμβατισμού και των δημαγωγών, αλλά εξασφαλίζουν μόνο μέτριες αυξήσεις των εσόδων.1 Από ημέρα σε ημέρα καθίσταται περισσότερο προφανές ότι οι μεγάλης κλίμακας αυξήσεις των δημόσιων δαπανών δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν με την «αφαίμαξη των πλουσίων» και ότι το βάρος πρέπει να επωμιστούν οι μάζες.

Η παραδοσιακή φορολογική πολιτική της εποχής του παρεμβατισμού —τα εξυμνημένα μέσα της προοδευτικής φορολόγησης και των γενναιόδωρων δαπανών— έχει οδηγηθεί σε σημείο στο οποίο δεν μπορεί πλέον να συγκαλυφθεί ο παραλογισμός της. Η περιβόητη αρχή σύμφωνα με την οποία, ενώ οι ιδιωτικές δαπάνες εξαρτώνται από το ύψος του διαθέσιμου εισοδήματος, τα δημόσια έσοδα πρέπει να ρυθμίζονται σύμφωνα με τις δαπάνες, αυτοαναιρείται.

Στο εξής, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αντιληφθούν ότι ένα δολάριο δεν μπορεί να δαπανηθεί δύο φορές και ότι οι διάφορες κατηγορίες κυβερνητικών δαπανών συγκρούονται μεταξύ τους. Κάθε επιπλέον λεπτό κυβερνητικής δαπάνης θα πρέπει να εισπραχθεί ακριβώς από εκείνους τους ανθρώπους που μέχρι σήμερα επιδίωκαν να μεταθέσουν το μεγαλύτερο μέρος του βάρους σε άλλες ομάδες. Εκείνοι που επιθυμούν να λάβουν επιδοτήσεις θα πρέπει οι ίδιοι να πληρώσουν τον λογαριασμό. Τα ελλείμματα των επιχειρήσεων δημόσιας ιδιοκτησίας και διαχείρισης θα επιβαρύνουν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού.

With the present height of income and inheritance tax rates, this reserve fund out of which the interventionists seek to cover all public expenditure is rapidly shrinking. It has practically disappeared altogether in most European countries. In the United States the recent advances in tax rates produced only negligible revenue results beyond what would be produced by a progression which stopped at much lower rates. High surtax rates for the rich are very popular with interventionist dilettantes and demagogues, but they secure only modest additions to the revenue.[1] From day to day it becomes more obvious that large-scale additions to the amount of public expenditure cannot be financed by “soaking the rich,” but that the burden must be carried by the masses. The traditional tax policy of the age of interventionism, its glorified devices of progressive taxation and lavish spending, have been carried to a point at which their absurdity can no longer be concealed. The notorious principle that, whereas private expenditures depend on the size of income available, public revenues must be regulated according to expenditures, refutes itself. Henceforth, governments will have to realize that one dollar cannot be spent twice, and that the various items of government expenditure are in conflict with one another. Every penny of additional government spending will have to be collected from precisely those people who hitherto have been intent upon shifting the main burden to other groups. Those anxious to get subsidies will have to foot the bill themselves for the subsidies. The deficits of publicly owned and operated enterprises will be charged to the bulk of the population.

14

Η κατάσταση στη σχέση εργοδότη και εργαζομένου θα είναι ανάλογη. Η δημοφιλής θεωρία υποστηρίζει ότι οι μισθωτοί αποκομίζουν «κοινωνικές κατακτήσεις» εις βάρος του μη δεδουλευμένου εισοδήματος των εκμεταλλευτριών τάξεων. Οι απεργοί, λέγεται, δεν απεργούν εναντίον των καταναλωτών αλλά εναντίον της «διοίκησης». Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αυξηθούν οι τιμές των προϊόντων όταν αυξάνεται το κόστος εργασίας· η διαφορά πρέπει να βαρύνει τους εργοδότες.

Όταν, όμως, ολοένα μεγαλύτερο μέρος του μεριδίου των επιχειρηματιών και των κεφαλαιούχων απορροφάται από τους φόρους, από τους υψηλότερους μισθούς και τις άλλες «κοινωνικές κατακτήσεις» των εργαζομένων και από τα ανώτατα όρια τιμών, δεν απομένει τίποτε για να επιτελέσει αυτή τη λειτουργία απορρόφησης των επιβαρύνσεων. Τότε καθίσταται προφανές ότι κάθε αύξηση των μισθών πρέπει να επηρεάσει, με ολόκληρη την ορμή της, τις τιμές των προϊόντων και ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις κάθε ομάδας αντιστοιχούν πλήρως στις κοινωνικές απώλειες των άλλων ομάδων. Κάθε απεργία μετατρέπεται, ακόμη και βραχυπρόθεσμα και όχι μόνο μακροπρόθεσμα, σε απεργία εναντίον του υπόλοιπου πληθυσμού.

The situation in the employer-employee nexus will be analogous. The popular doctrine contends that wage earners are reaping “social gains” at the expense of the unearned income of the exploiting classes. The strikers, it is said, do not strike against the consumers but against “management.” There is no reason to raise the prices of products when labor costs are increased; the difference must be borne by employers. But when more and more of the share of the entrepreneurs and capitalists is absorbed by taxes, higher wage rates, and other “social gains” of employees, and by price ceilings, nothing remains for such a buffer function. Then it becomes evident that every wage raise, with its whole momentum, must affect the prices of the products and that the social gains of each group fully correspond to the social losses of the other groups. Every strike becomes, even in the short run and not only in the long run, a strike against the rest of the people.

15

Ουσιώδες σημείο της κοινωνικής φιλοσοφίας του παρεμβατισμού είναι η ύπαρξη ενός ανεξάντλητου αποθέματος, το οποίο μπορεί να υφίσταται αδιάκοπη αφαίμαξη. Ολόκληρο το σύστημα του παρεμβατισμού καταρρέει όταν αυτή η πηγή στερέψει: η αρχή του Άγιου Βασίλη αυτοκαταργείται.

An essential point in the social philosophy of interventionism is the existence of an inexhaustible fund which can be squeezed forever. The whole doctrine of interventionism collapses when this fountain is drained off. The Santa Claus principle liquidates itself.

16

3. Το τέλος του παρεμβατισμού

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The End of Interventionism

17

Το παρεμβατικό διάλειμμα πρέπει να λάβει τέλος, επειδή ο παρεμβατισμός δεν μπορεί να οδηγήσει σε ένα μόνιμο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης. Οι λόγοι είναι τρεις.

The interventionist interlude must come to an end because interventionism cannot lead to a permanent system of social organization. The reasons are threefold.

18
  1. Τα περιοριστικά μέτρα περιορίζουν πάντοτε την παραγωγή και την ποσότητα των αγαθών που είναι διαθέσιμα προς κατανάλωση. Όποια επιχειρήματα και αν προβάλλονται υπέρ συγκεκριμένων περιορισμών και απαγορεύσεων, τέτοια μέτρα δεν μπορούν ποτέ να συγκροτήσουν καθαυτά ένα σύστημα κοινωνικής παραγωγής.
  2. Όλες οι μορφές παρέμβασης στα φαινόμενα της αγοράς όχι μόνο αποτυγχάνουν να επιτύχουν τους σκοπούς που επιδιώκουν οι δημιουργοί και οι υποστηρικτές τους, αλλά επιφέρουν μια κατάσταση η οποία —από τη σκοπιά των αξιολογήσεων των ίδιων των δημιουργών και των υπέρμαχών τους— είναι λιγότερο επιθυμητή από την προηγούμενη κατάσταση που προορίζονταν να μεταβάλουν. Αν κάποιος επιθυμεί να διορθώσει την έκδηλη ακαταλληλότητα και τον παραλογισμό τους συμπληρώνοντας τις πρώτες πράξεις παρέμβασης με ολοένα περισσότερες τέτοιες πράξεις, πρέπει να προχωρεί διαρκώς, μέχρι να καταστραφεί πλήρως η οικονομία της αγοράς και να αντικατασταθεί από τον σοσιαλισμό.
  3. Ο παρεμβατισμός αποβλέπει στη δήμευση του «πλεονάσματος» ενός μέρους του πληθυσμού και στην παραχώρησή του σε κάποιο άλλο μέρος. Μόλις αυτό το πλεόνασμα εξαντληθεί μέσω της πλήρους δήμευσης, η περαιτέρω συνέχιση αυτής της πολιτικής καθίσταται αδύνατη.

First: Restrictive measures always restrict output and the amount of goods available for consumption. Whatever arguments may be advanced in favor of definite restrictions and prohibitions, such measures in themselves can never constitute a system of social production.

Second: All varieties of interference with the market phenomena not only fail to achieve the ends aimed at by their authors and supporters, but bring about a state of affairs which—from the point of view of their authors’ and advocates’ valuations—is less desirable than the previous state of affairs which they were designed to alter. If one wants to correct their manifest unsuitableness and preposterousness by supplementing the first acts of intervention with more and more of such acts, one must go farther and farther until the market economy has been entirely destroyed and socialism has been substituted for it.

Third: Interventionism aims at confiscating the “surplus” of one part of the population and at giving it to the other part. Once this surplus is exhausted by total confiscation, a further continuation of this policy is impossible.

19

Προχωρώντας ολοένα περισσότερο στην οδό του παρεμβατισμού, όλες εκείνες οι χώρες που δεν έχουν υιοθετήσει τον πλήρη σοσιαλισμό ρωσικού τύπου προσεγγίζουν ολοένα περισσότερο αυτό που αποκαλείται σχεδιασμένη οικονομία, δηλαδή τον σοσιαλισμό του γερμανικού ή χιντενμπουργκιανού τύπου. Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, σήμερα υπάρχει μικρή μόνο διαφορά μεταξύ των διαφόρων εθνών και, στο εσωτερικό κάθε έθνους, μεταξύ των διαφόρων πολιτικών κομμάτων και ομάδων πίεσης. Οι ιστορικές ονομασίες των κομμάτων έχουν χάσει τη σημασία τους.

Όσον αφορά την οικονομική πολιτική, έχουν απομείνει στην πράξη μόνο δύο παρατάξεις: οι υπέρμαχοι της λενινιστικής μεθόδου της καθολικής εθνικοποίησης και οι παρεμβατιστές. Οι υπέρμαχοι της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς ασκούν ελάχιστη επιρροή στην πορεία των γεγονότων. Όση οικονομική ελευθερία εξακολουθεί να υπάρχει αποτελεί μάλλον αποτέλεσμα της αποτυχίας των μέτρων στα οποία καταφεύγουν οι κυβερνήσεις παρά σκόπιμης πολιτικής.

Είναι δύσκολο να εξακριβωθεί πόσοι από τους υποστηρικτές του παρεμβατισμού έχουν επίγνωση του γεγονότος ότι οι πολιτικές τις οποίες συνιστούν οδηγούν άμεσα στον σοσιαλισμό και πόσοι εμμένουν στην ψευδαίσθηση ότι επιδιώκουν ένα ενδιάμεσο σύστημα που μπορεί να διαρκέσει ως μόνιμη τάξη πραγμάτων, μια «τρίτη λύση» στο πρόβλημα της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας.

Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι όλοι οι παρεμβατιστές πιστεύουν πως η κυβέρνηση, και αποκλειστικά η κυβέρνηση, καλείται να αποφασίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αν πρέπει να αφεθούν τα πράγματα να εξελιχθούν όπως τα καθορίζει η αγορά ή αν απαιτείται κάποια πράξη παρέμβασης. Αυτό σημαίνει ότι είναι διατεθειμένοι να ανέχονται την κυριαρχία των καταναλωτών μόνο στον βαθμό που αυτή επιφέρει ένα αποτέλεσμα το οποίο εγκρίνουν οι ίδιοι.

Μόλις συμβεί στην οικονομία κάτι που δεν αρέσει σε κάποιον από τους διάφορους γραφειοκρατικούς θεσμούς ή που προκαλεί την οργή μιας ομάδας πίεσης, οι άνθρωποι απαιτούν νέες παρεμβάσεις, νέους ελέγχους και νέους περιορισμούς. Αν δεν υπήρχαν η αναποτελεσματικότητα των νομοθετών και η χαλαρότητα, η αμέλεια και η διαφθορά πολλών κρατικών λειτουργών, τα τελευταία υπολείμματα της οικονομίας της αγοράς θα είχαν εξαφανιστεί προ πολλού.

Η απαράμιλλη αποτελεσματικότητα του καπιταλισμού δεν εκδηλώθηκε ποτέ προηγουμένως με ευεργετικότερο τρόπο από ό,τι σε αυτή την εποχή απεχθούς αντικαπιταλισμού. Ενώ οι κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα και τα εργατικά συνδικάτα υπονομεύουν όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, το επιχειρηματικό πνεύμα εξακολουθεί να επιτυγχάνει την αύξηση της ποσότητας και τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, καθώς και την ευκολότερη πρόσβαση των καταναλωτών σε αυτά.

Στις χώρες που δεν έχουν ακόμη εγκαταλείψει ολοκληρωτικά το καπιταλιστικό σύστημα, ο κοινός άνθρωπος απολαμβάνει σήμερα ένα βιοτικό επίπεδο για το οποίο θα τον ζήλευαν οι ηγεμόνες και οι μεγιστάνες παλαιότερων εποχών. Πριν από λίγο καιρό, οι δημαγωγοί κατηγορούσαν τον καπιταλισμό για τη φτώχεια των μαζών. Σήμερα τον κατηγορούν μάλλον για την «αφθονία» που προσφέρει στον κοινό άνθρωπο.

Marching ever further on the way of interventionism, first Germany, then Great Britain and many other European countries have adopted central planning, the Hindenburg pattern of socialism. It is noteworthy that in Germany the deciding measures were not resorted to by the Nazis, but some time before Hitler seized power by Brüning, the Catholic Chancellor of the Weimar Republic, and in Great Britain not by the Labor Party but by the Tory Prime Minister Mr. Churchill. The fact has been purposely obscured by the great sensation made in Great Britain about the nationalization of the Bank of England, the coal mines, and other enterprises. However, these seizures were of subordinate importance only. Great Britain is to be called a socialist country not because certain enterprises have been formally expropriated and nationalized, but because all the economic activities of all citizens are subject to full control by the government and its agencies. The authorities direct the allocation of capital and of manpower to the various branches of business; they determine what should be produced and in what quality and quantity, and they assign to each consumer a definite ration. Supremacy in all economic matters is exclusively vested in the government. The people are reduced to the status of wards. To the businessmen, the former entrepreneurs, merely quasi-managerial functions are left. All that they are free to do is to carry into effect the entrepreneurial decisions of the authorities within a neatly delimited narrow field.

20

Έχει καταδειχθεί ότι το διευθυντικό σύστημα —δηλαδή η ανάθεση επικουρικών καθηκόντων της επιχειρηματικής διοίκησης σε υπεύθυνους βοηθούς, στους οποίους μπορεί να παραχωρηθεί ορισμένη διακριτική ευχέρεια— είναι δυνατό μόνο στο πλαίσιο του συστήματος του κέρδους.2 Εκείνο που χαρακτηρίζει τον διευθυντή ως τέτοιον και του προσδίδει θέση διαφορετική από εκείνη του απλού τεχνικού είναι ότι, εντός της σφαίρας των καθηκόντων του, καθορίζει ο ίδιος τις μεθόδους μέσω των οποίων οι πράξεις του πρέπει να συμμορφώνονται προς την αρχή του κέρδους.

Σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα, στο οποίο δεν υπάρχουν ούτε οικονομικός υπολογισμός ούτε λογιστική κεφαλαίου ούτε υπολογισμός κέρδους, δεν απομένει περιθώριο ούτε για διευθυντικές δραστηριότητες. Όσο, όμως, μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία εξακολουθεί να είναι σε θέση να υπολογίζει βάσει τιμών που καθορίζονται στις ξένες αγορές, μπορεί επίσης να χρησιμοποιεί σε κάποιον βαθμό μια οιονεί διευθυντική ιεραρχία.

It has been shown that the managerial system, i.e., the assignment of ancillary tasks in the conduct of business to responsible helpers to whom a certain amount of discretion can be granted, is possible only within the frame of the profit system.[2] What characterizes the manager as such and imparts to him a condition different from that of the mere technician is that, within the sphere of his assignment, he himself determines the methods by which his actions should conform to the profit principle. In a socialist system in which there is neither economic calculation nor capital accounting nor profit computation, there is no room left for managerial activities either. But as long as a socialist commonwealth is still in a position to calculate on the ground of prices determined on foreign markets, it can also utilize a quasi-managerial hierarchy to some extent.

21

Η απόδοση του χαρακτηρισμού «εποχή μετάβασης» σε οποιαδήποτε εποχή αποτελεί ανεπαρκές τέχνασμα. Στον ζωντανό κόσμο υπάρχει πάντοτε μεταβολή. Κάθε εποχή είναι εποχή μετάβασης. Μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ κοινωνικών συστημάτων που μπορούν να διαρκέσουν και εκείνων που είναι αναπόφευκτα μεταβατικά, επειδή είναι αυτοκαταστροφικά.

Έχει ήδη επισημανθεί με ποια έννοια ο παρεμβατισμός αυτοκαταργείται και πρέπει να οδηγήσει στον σοσιαλισμό γερμανικού τύπου. Ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες έχουν ήδη φθάσει σε αυτή τη φάση και κανείς δεν γνωρίζει αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα ακολουθήσουν την ίδια πορεία. Όσο, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν προσηλωμένες στην οικονομία της αγοράς και δεν υιοθετούν το σύστημα του πλήρους κυβερνητικού ελέγχου των επιχειρήσεων, οι σοσιαλιστικές οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης θα εξακολουθούν να είναι σε θέση να υπολογίζουν.

Η διεξαγωγή των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων εξακολουθεί να στερείται του πλέον χαρακτηριστικού γνωρίσματος της σοσιαλιστικής διαχείρισης· εξακολουθεί να βασίζεται στον οικονομικό υπολογισμό. Επομένως, διαφέρει από κάθε άποψη από εκείνο στο οποίο θα μετατρεπόταν αν ολόκληρος ο κόσμος στρεφόταν προς τον σοσιαλισμό.

It is a poor makeshift to call any age an age of transition. In the living world there is always change. Every age is an age of transition. We may distinguish between social systems that can last and such as are inevitably transitory because they are self-destructive. It has already been pointed out in what sense interventionism liquidates itself and must lead to socialism of the German pattern. Most of the European countries have already reached this phase, and nobody knows whether or not the United States will follow suit. But as long as the United States clings to the market economy and does not adopt the system of full government control of business, the socialist economies of Western Europe will still be in a position to calculate. Their conduct of business still lacks the characteristic feature of socialist conduct; it is still based on economic calculation. It is therefore in every respect very different from what it would become if all the world were to turn toward socialism.

22

Λέγεται συχνά ότι δεν μπορεί το ένα ήμισυ του κόσμου να παραμένει προσηλωμένο στην οικονομία της αγοράς όταν το άλλο ήμισυ είναι σοσιαλιστικό, και αντιστρόφως. Δεν υπάρχει, όμως, κανένας λόγος να θεωρήσουμε αδύνατη μια τέτοια διαίρεση της γης και τη συνύπαρξη των δύο συστημάτων. Αν αυτό είναι πράγματι δυνατό, τότε το σημερινό οικονομικό σύστημα των χωρών που έχουν απορρίψει τον καπιταλισμό μπορεί να συνεχιστεί για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.

Η λειτουργία του μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική αποσύνθεση, χάος και εξαθλίωση των λαών. Ούτε, όμως, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο ούτε η προοδευτική φτωχοποίηση καταργούν αυτομάτως ένα οικονομικό σύστημα. Ένα σύστημα παραχωρεί τη θέση του σε κάποιο αποτελεσματικότερο μόνο αν οι ίδιοι οι άνθρωποι είναι αρκετά ευφυείς ώστε να κατανοήσουν τα πλεονεκτήματα που μπορεί να τους προσφέρει μια τέτοια μεταβολή. Ή μπορεί να καταστραφεί από ξένους εισβολείς, οι οποίοι διαθέτουν ανώτερο στρατιωτικό εξοπλισμό χάρη στη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα του δικού τους οικονομικού συστήματος.

It is often said that one half of the world cannot remain committed to the market economy when the other half is socialist, and vice versa. However, there is no reason to assume that such a partition of the earth and the coexistence of the two systems is impossible. If this is really the case, then the present economic system of the countries that have discarded capitalism may go on for an indefinite period of time. Its operation may result in social disintegration, chaos, and misery for the peoples. But neither a low standard of living nor progressive impoverishment automatically liquidates an economic system. It gives way to a more efficient system only if people themselves are intelligent enough to comprehend the advantages such a change might bring them. Or it may be destroyed by foreign invaders provided with better military equipment by the greater efficiency of their own economic system.

23

Οι αισιόδοξοι ελπίζουν ότι τουλάχιστον εκείνα τα έθνη που ανέπτυξαν κατά το παρελθόν την καπιταλιστική οικονομία της αγοράς και τον πολιτισμό της θα παραμείνουν προσηλωμένα σε αυτό το σύστημα και στο μέλλον. Υπάρχουν ασφαλώς εξίσου πολλές ενδείξεις που επιβεβαιώνουν μια τέτοια προσδοκία όσες και ενδείξεις που τη διαψεύδουν.

Είναι μάταιο να διατυπώνονται εικασίες σχετικά με το αποτέλεσμα της μεγάλης ιδεολογικής σύγκρουσης μεταξύ των αρχών της ατομικής και της δημόσιας ιδιοκτησίας, του ατομικισμού και του ολοκληρωτισμού, της ελευθερίας και της αυταρχικής πειθάρχησης. Όλα όσα μπορούμε να γνωρίζουμε εκ των προτέρων για το αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης μπορούν να συνοψιστούν στις ακόλουθες τρεις διατυπώσεις:

Optimists hope that at least those nations which have in the past developed the capitalist market economy and its civilization will cling to this system in the future too. There are certainly as many signs to confirm as to disprove such an expectation. It is vain to speculate about the outcome of the great ideological conflict between the principles of private ownership and public ownership, of individualism and totalitarianism, of freedom and authoritarian regimentation. All that we can know beforehand about the result of this struggle can be condensed in the following three statements:

24
  1. Δεν διαθέτουμε καμία απολύτως γνώση για την ύπαρξη και τη λειτουργία δυνάμεων που θα εξασφάλιζαν την τελική νίκη, σε αυτή τη σύγκρουση, εκείνων των ιδεολογιών των οποίων η εφαρμογή θα διασφάλιζε τη διατήρηση και την περαιτέρω ενίσχυση των κοινωνικών δεσμών και τη βελτίωση της υλικής ευημερίας της ανθρωπότητας. Τίποτε δεν δικαιολογεί την πεποίθηση ότι η πρόοδος προς περισσότερο ικανοποιητικές συνθήκες είναι αναπόφευκτη ή ότι η υποχώρηση προς εξαιρετικά μη ικανοποιητικές συνθήκες είναι αδύνατη.
  2. Οι άνθρωποι πρέπει να επιλέξουν μεταξύ της οικονομίας της αγοράς και του σοσιαλισμού. Δεν μπορούν να αποφύγουν την απόφαση μεταξύ αυτών των εναλλακτικών λύσεων υιοθετώντας μια «ενδιάμεση» θέση, όποια ονομασία και αν της αποδώσουν.
  3. Καταργώντας τον οικονομικό υπολογισμό, η γενική υιοθέτηση του σοσιαλισμού θα οδηγούσε σε πλήρες χάος και στην αποσύνθεση της κοινωνικής συνεργασίας υπό τον καταμερισμό της εργασίας.

1. We have no knowledge whatever about the existence and operation of agencies which would bestow final victory in this clash on those ideologies whose application will secure the preservation and further intensification of societal bonds and the improvement of mankind’s material well-being. Nothing suggests the belief that progress toward more satisfactory conditions is inevitable or a relapse into very unsatisfactory conditions impossible.

2. Men must choose between the market economy and socialism. They cannot evade deciding between these alternatives by adopting a “middle-ofthe-road” position, whatever name they may give to it.

3. In abolishing economic calculation the general adoption of socialism would result in complete chaos and the disintegration of social cooperation under the division of labor.

25

← Κεφάλαιο 35: Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 37: Ο ΙΔΙΑΖΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση