Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 27: Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΓΟΡΑ

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ: Η ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΖΟΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ · Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 26: Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 28: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟ: Η ΠΑΡΕΜΠΟΔΙΖΟΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Κεφάλαιο 27: Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ Η ΑΓΟΡΑ

Part Six The Hampered Market Economy XXVII. THE GOVERNMENT AND THE MARKET

1

1. Η ιδέα ενός τρίτου συστήματος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. The Idea of a Third System

2

Η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής —οικονομία της αγοράς ή καπιταλισμός— και η δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής — σοσιαλισμός, κομμουνισμός ή «σχεδιασμός»— μπορούν να διακριθούν με απόλυτη σαφήνεια. Καθένα από αυτά τα δύο συστήματα οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας επιδέχεται ακριβή και μονοσήμαντη περιγραφή και ορισμό. Δεν μπορούν ποτέ να συγχέονται μεταξύ τους· δεν μπορούν να αναμειχθούν ή να συνδυαστούν· καμία σταδιακή μετάβαση δεν οδηγεί από το ένα στο άλλο· είναι αμοιβαίως ασυμβίβαστα. Ως προς τους ίδιους συντελεστές παραγωγής, μπορεί να υπάρχει μόνο είτε ιδιωτικός είτε δημόσιος έλεγχος.

Αν, στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής συνεργασίας, μόνο ορισμένα μέσα παραγωγής υπάγονται σε δημόσια ιδιοκτησία, ενώ τα υπόλοιπα ελέγχονται από ιδιώτες, αυτό δεν δημιουργεί ένα μεικτό σύστημα που συνδυάζει τον σοσιαλισμό με την ιδιωτική ιδιοκτησία. Το σύστημα παραμένει κοινωνία της αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι ο κοινωνικοποιημένος τομέας δεν αποχωρίζεται πλήρως από τον μη κοινωνικοποιημένο τομέα και δεν αποκτά αυστηρά αυτάρκη ύπαρξη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνυπάρχουν ανεξάρτητα, το ένα δίπλα στο άλλο, δύο συστήματα: ένα καπιταλιστικό και ένα σοσιαλιστικό.

Οι επιχειρήσεις δημόσιας ιδιοκτησίας που λειτουργούν εντός ενός συστήματος στο οποίο υπάρχουν επιχειρήσεις ιδιωτικής ιδιοκτησίας και αγορά, καθώς και οι κοινωνικοποιημένες χώρες που ανταλλάσσουν αγαθά και υπηρεσίες με μη σοσιαλιστικές χώρες, είναι ενταγμένες σε ένα σύστημα οικονομίας της αγοράς. Υπόκεινται στους νόμους της αγοράς και έχουν τη δυνατότητα να προσφεύγουν στον οικονομικό υπολογισμό.1

PRIVATE ownership of the means of production (market economy or capitalism) and public ownership of the means of production (socialism or communism or “planning”) can be neatly distinguished. Each of these two systems of society’s economic organization is open to a precise and unambiguous description and definition. They can never be confounded with one another; they cannot be mixed or combined; no gradual transition leads from one of them to the other; their obversion is contradictory. With regard to the same factors of production there can only exist private control or public control. If in the frame of a system of social cooperation only some means of production are subject to public ownership while the rest are controlled by private individuals, this does not make for a mixed system combining socialism and private ownership. The system remains a market society, provided the socialized sector does not become entirely separated from the non-socialized sector and lead a strictly autarkic existence. (In this latter case there are two systems independently coexisting side by side—a capitalist and a socialist.) Publicly owned enterprises, operating within a system in which there are privately owned enterprises and a market, and socialized countries, exchanging goods and services with nonsocialist countries, are integrated into a system of market economy. They are subject to the law of the market and have the opportunity of resorting to economic calculation.[1]

3

Αν κάποιος εξετάσει την ιδέα της τοποθέτησης, δίπλα σε αυτά τα δύο συστήματα ή μεταξύ τους, ενός τρίτου συστήματος ανθρώπινης συνεργασίας υπό τον καταμερισμό της εργασίας, μπορεί πάντοτε να εκκινήσει μόνο από την έννοια της οικονομίας της αγοράς και ποτέ από εκείνη του σοσιαλισμού. Η έννοια του σοσιαλισμού, με τον άκαμπτο μονισμό και συγκεντρωτισμό της, οι οποίοι αναθέτουν αποκλειστικά σε μία και μόνη βούληση την εξουσία επιλογής και δράσης, δεν επιδέχεται κανέναν συμβιβασμό ή παραχώρηση· αυτή η κατασκευή δεν προσφέρεται για καμία προσαρμογή ή τροποποίηση.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά όσον αφορά το σχήμα της οικονομίας της αγοράς. Εδώ, ο δυϊσμός μεταξύ της αγοράς και της κυβερνητικής εξουσίας εξαναγκασμού και καταναγκασμού γεννά διάφορες ιδέες. Είναι πράγματι επιτακτικό ή σκόπιμο, διερωτώνται οι άνθρωποι, να απέχει η κυβέρνηση από την αγορά; Δεν θα έπρεπε να αποτελεί καθήκον της κυβέρνησης η παρέμβαση και η διόρθωση της λειτουργίας της αγοράς; Είναι αναγκαίο να αποδεχθούμε τη μοναδική εναλλακτική επιλογή μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού; Μήπως υπάρχουν και άλλα πραγματοποιήσιμα συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, τα οποία δεν είναι ούτε κομμουνιστικά ούτε αμιγείς και ανεμπόδιστες οικονομίες της αγοράς;

If one considers the idea of placing by the side of these two systems or between them a third system of human cooperation under the division of labor, one can always start only from the notion of the market economy, never from that of socialism. The notion of socialism with its rigid monism and centralism that vests the power to choose and to act in one will exclusively does not allow of any compromise or concession; this construction is not amenable to any adjustment or alteration. But it is different with the scheme of the market economy. Here the dualism of the market and the government’s power of coercion and compulsion suggests various ideas. Is it really peremptory or expedient, people ask, that the government keep itself out of the market? Should it not be a task of government to interfere and to correct the operation of the market? Is it necessary to put up with the alternative of capitalism or socialism? Are there not perhaps still other realizable systems of social organization which are neither communism nor pure and unhampered market economy?

4

Έτσι, επινοήθηκε μια ποικιλία τρίτων λύσεων, συστημάτων για τα οποία υποστηρίζεται ότι απέχουν εξίσου από τον σοσιαλισμό και από τον καπιταλισμό. Οι δημιουργοί τους ισχυρίζονται ότι τα συστήματα αυτά δεν είναι σοσιαλιστικά, επειδή αποβλέπουν στη διατήρηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, και ότι δεν είναι καπιταλιστικά, επειδή εξαλείφουν τις «ανεπάρκειες» της οικονομίας της αγοράς.

Για μια επιστημονική πραγμάτευση των σχετικών προβλημάτων, η οποία είναι κατ’ ανάγκην ουδέτερη απέναντι σε όλες τις αξιολογικές κρίσεις και, ως εκ τούτου, δεν καταδικάζει κανένα γνώρισμα του καπιταλισμού ως ελαττωματικό, επιζήμιο ή άδικο, αυτή η συναισθηματική σύσταση του παρεμβατισμού δεν έχει καμία χρησιμότητα. Καθήκον της οικονομικής επιστήμης είναι να αναλύει και να αναζητεί την αλήθεια. Δεν καλείται ούτε να εγκωμιάζει ούτε να αποδοκιμάζει βάσει οποιουδήποτε κριτηρίου προκαθορισμένων αξιωμάτων και προκαταλήψεων. Όσον αφορά τον παρεμβατισμό, έχει να θέσει και να απαντήσει μόνο ένα ερώτημα: Πώς λειτουργεί;

Thus people have contrived a variety of third solutions, of systems which, it is claimed, are as far from socialism as they are from capitalism. Their authors allege that these systems are nonsocialist because they aim to preserve private ownership of the means of production and that they are not capitalistic because they eliminate the “deficiencies” of the market economy. For a scientific treatment of the problems involved which by necessity is neutral with regard to all value judgments and therefore does not condemn any features of capitalism as faulty, detrimental, or unjust, this emotional recommendation of interventionism is of no avail. The task of economics is to analyze and to search for truth. It is not called upon to praise or to disapprove from any standard of preconceived postulates and prejudices. With regard to interventionism it has only one question to ask and to answer: How does it work?

5

2. The Intervention

6

Υπάρχουν δύο πρότυπα για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού.

Το πρώτο πρότυπο —μπορούμε να το αποκαλέσουμε λενινιστικό ή ρωσικό πρότυπο— είναι αμιγώς γραφειοκρατικό. Όλα τα εργοστάσια, τα καταστήματα και τα αγροκτήματα εθνικοποιούνται επισήμως (verstaatlicht)· αποτελούν υπηρεσίες της κυβέρνησης που λειτουργούν υπό τη διοίκηση δημόσιων υπαλλήλων. Κάθε μονάδα του παραγωγικού μηχανισμού βρίσκεται απέναντι στην ανώτερη κεντρική οργάνωση στην ίδια σχέση στην οποία βρίσκεται ένα τοπικό ταχυδρομικό γραφείο απέναντι στη γενική διεύθυνση των ταχυδρομείων.

There are two patterns for the realization of socialism. The first pattern (we may call it the Lenin or the Russian pattern) is purely bureaucratic. All plants, shops, and farms are formally nationalized (verstaatlicht); they are departments of the government operated by civil servants. Every unit of the apparatus of production stands in the same relation to the superior central organization as does a post office to the office of the postmaster general.

7

Το δεύτερο πρότυπο —μπορούμε να το αποκαλέσουμε χιντενμπουργκιανό ή γερμανικό πρότυπο— διατηρεί κατ’ όνομα και κατ’ επίφαση την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και διαφυλάσσει την εξωτερική εμφάνιση των συνήθων αγορών, τιμών, μισθών και επιτοκίων. Δεν υπάρχουν, όμως, πλέον επιχειρηματίες, αλλά μόνο διευθυντές επιχειρηματικών μονάδων —Betriebsführer, σύμφωνα με την ορολογία της ναζιστικής νομοθεσίας.

Αυτοί οι διευθυντές φαίνεται ότι έχουν αποφασιστικό ρόλο στη διεξαγωγή των υποθέσεων των επιχειρήσεων που τους έχουν ανατεθεί· αγοράζουν και πωλούν, προσλαμβάνουν και απολύουν εργαζομένους και αμείβουν τις υπηρεσίες τους, συνάπτουν χρέη και καταβάλλουν τόκους και αποσβέσεις. Σε όλες τις δραστηριότητές τους, όμως, είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν ανεπιφύλακτα στις διαταγές που εκδίδει η ανώτατη κυβερνητική υπηρεσία διεύθυνσης της παραγωγής.

Αυτή η υπηρεσία —το Reichswirtschaftsministerium στη ναζιστική Γερμανία— υποδεικνύει στους διευθυντές των επιχειρηματικών μονάδων τι και πώς να παράγουν, σε ποιες τιμές και από ποιους να αγοράζουν, καθώς και σε ποιες τιμές και σε ποιους να πωλούν. Αναθέτει σε κάθε εργαζόμενο τη θέση εργασίας του και καθορίζει τον μισθό του. Ορίζει σε ποιους και υπό ποιους όρους πρέπει οι κεφαλαιούχοι να εμπιστεύονται τα κεφάλαιά τους.

Η ανταλλαγή μέσω της αγοράς αποτελεί απλώς επίφαση. Όλοι οι μισθοί, οι τιμές και τα επιτόκια καθορίζονται από την κυβέρνηση· αποτελούν μισθούς, τιμές και επιτόκια μόνο κατ’ επίφαση. Στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά ποσοτικοί προσδιορισμοί των κυβερνητικών διαταγών που καθορίζουν την εργασία, το εισόδημα, την κατανάλωση και το βιοτικό επίπεδο κάθε πολίτη. Η κυβέρνηση κατευθύνει όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες. Οι διευθυντές των επιχειρηματικών μονάδων υπόκεινται στην κυβέρνηση και όχι στη ζήτηση των καταναλωτών και στη διάρθρωση των τιμών της αγοράς. Πρόκειται για σοσιαλισμό υπό το εξωτερικό περίβλημα της καπιταλιστικής ορολογίας. Διατηρούνται ορισμένες ονομασίες της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς, αλλά σημαίνουν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που σημαίνουν στην οικονομία της αγοράς.

The second pattern (we may call it the Hindenburg or German pattern) nominally and seemingly preserves private ownership of the means of production and keeps the appearance of ordinary markets, prices, wages, and interest rates. There are, however, no longer entrepreneurs, but only shop managers (Betriebsführer in the terminology of the Nazi legislation). These shop managers are seemingly instrumental in the conduct of the enterprises entrusted to them; they buy and sell, hire and discharge workers and remunerate their services, contract debts and pay interest and amortization. But in all their activities they are bound to obey unconditionally the orders issued by the government’s supreme office of production management. This office (the Reichswirtschaftsministerium in Nazi Germany) tells the shop managers what and how to produce, at what prices and from whom to buy, at what prices and to whom to sell. It assigns every worker to his job and fixes his wages. It decrees to whom and on what terms the capitalists must entrust their funds. Market exchange is merely a sham. All the wages, prices, and interest rates are fixed by the government; they are wages, prices, and interest rates in appearance only; in fact they are merely quantitative terms in the government’s orders determining each citizen’s job, income, consumption, and standard of living. The government directs all production activities. The shop managers are subject to the government, not to the consumers’ demand and the market’s price structure. This is socialism under the outward guise of the terminology of capitalism. Some labels of the capitalistic market economy are retained, but they signify something entirely different from what they mean in the market economy.

8

Είναι αναγκαίο να επισημανθεί αυτό το γεγονός, προκειμένου να αποτραπεί η σύγχυση μεταξύ σοσιαλισμού και παρεμβατισμού. Το σύστημα του παρεμβατισμού, ή της παρεμποδιζόμενης οικονομίας της αγοράς, διαφέρει από το γερμανικό πρότυπο σοσιαλισμού ακριβώς επειδή εξακολουθεί να αποτελεί οικονομία της αγοράς. Η κρατική αρχή παρεμβαίνει στη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, αλλά δεν επιθυμεί να εξαλείψει πλήρως την αγορά. Θέλει η παραγωγή και η κατανάλωση να εξελιχθούν προς κατευθύνσεις διαφορετικές από εκείνες που θα καθόριζε μια ανεμπόδιστη αγορά και επιδιώκει να επιτύχει τον σκοπό της εισάγοντας στη λειτουργία της αγοράς εντολές, διαταγές και απαγορεύσεις, για την επιβολή των οποίων βρίσκονται σε ετοιμότητα η αστυνομική εξουσία και ο μηχανισμός βίαιου εξαναγκασμού και καταναγκασμού που αυτή διαθέτει.

Πρόκειται, όμως, για μεμονωμένες πράξεις παρέμβασης. Η κυβέρνηση δεν αποβλέπει στον συνδυασμό τους σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα που θα καθορίζει όλες τις τιμές, τους μισθούς και τα επιτόκια και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα θέτει τον πλήρη έλεγχο της παραγωγής και της κατανάλωσης στα χέρια των αρχών.

It is necessary to point out this fact in order to prevent a confusion of socialism and interventionism. The system of interventionism or of the hampered market economy differs from the German pattern of socialism by the very fact that it is still a market economy. The authority interferes with the operation of the market economy, but does not want to eliminate the market altogether. It wants production and consumption to develop along lines different from those prescribed by an unhampered market, and it wants to achieve its aim by injecting into the working of the market orders, commands, and prohibitions for whose enforcement the police power and its apparatus of violent compulsion and coercion stand ready. But these are isolated acts of intervention. It is not the aim of the government to combine them into an integrated system which determines all prices, wages and interest rates and thus places full control of production and consumption into the hands of the authorities.

9

Το σύστημα της παρεμποδιζόμενης οικονομίας της αγοράς, ή παρεμβατισμός, αποβλέπει στη διατήρηση του δυϊσμού μεταξύ των διακριτών σφαιρών της κυβερνητικής δραστηριότητας, αφενός, και της οικονομικής ελευθερίας υπό το σύστημα της αγοράς, αφετέρου. Εκείνο που το χαρακτηρίζει είναι το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν περιορίζει τις δραστηριότητές της στη διατήρηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και στην προστασία της από βίαιες ή δόλιες προσβολές. Η κυβέρνηση παρεμβαίνει στη λειτουργία των επιχειρήσεων μέσω εντολών και απαγορεύσεων.

The system of the hampered market economy or interventionism aims at preserving the dualism of the distinct spheres of government activities on the one hand and economic freedom under the market system on the other hand. What characterizes it as such is the fact that the government does not limit its activities to the preservation of private ownership of the means of production and its protection against violent encroachments. The government interferes with the operation of business by means of orders and prohibitions.

10

Η παρέμβαση είναι ένα διάταγμα που εκδίδεται, άμεσα ή έμμεσα, από την αρχή η οποία ελέγχει τον διοικητικό μηχανισμό εξαναγκασμού και καταναγκασμού της κοινωνίας και το οποίο υποχρεώνει τους επιχειρηματίες και τους κεφαλαιούχους να χρησιμοποιούν ορισμένους συντελεστές παραγωγής κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που θα επέλεγαν αν υπάκουαν αποκλειστικά στις επιταγές της αγοράς. Ένα τέτοιο διάταγμα μπορεί να αποτελεί είτε εντολή να γίνει κάτι είτε απαγόρευση να γίνει κάτι.

Δεν απαιτείται το διάταγμα να εκδίδεται απευθείας από την ίδια την καθιερωμένη και γενικώς αναγνωρισμένη αρχή. Ενδέχεται άλλοι φορείς να αντιποιηθούν την εξουσία έκδοσης τέτοιων εντολών ή απαγορεύσεων και να τις επιβάλουν μέσω δικού τους μηχανισμού βίαιου εξαναγκασμού και καταπίεσης. Αν η αναγνωρισμένη κυβέρνηση ανέχεται τέτοιες πρακτικές ή ακόμη και τις υποστηρίζει χρησιμοποιώντας τον κρατικό αστυνομικό μηχανισμό της, η κατάσταση είναι σαν να είχε ενεργήσει η ίδια η κυβέρνηση. Αν η κυβέρνηση αντιτίθεται στη βίαιη δράση άλλων φορέων, αλλά δεν κατορθώνει να την καταστείλει με τις δικές της ένοπλες δυνάμεις, μολονότι θα ήθελε να το πράξει, το αποτέλεσμα είναι αναρχία.

The intervention is a decree issued, directly or indirectly, by the authority in charge of the administrative apparatus of coercion and compulsion which forces the entrepreneurs and capitalists to employ some of the factors of production in a way different from what they would have resorted to if they were only obeying the dictates of the market. Such a decree can be either an order to do something or an order not to do something. It is not required that the decree be issued directly by the established and generally recognized authority itself. It may happen that some other agencies arrogate to themselves the power to issue such orders or prohibitions and to enforce them by an apparatus of violent coercion and oppression of their own. If the recognized government tolerates such procedures or even supports them by the employment of its governmental police apparatus, matters stand as if the government itself had acted. If the government is opposed to other agencies’ violent action, but does not succeed in suppressing it by means of its own armed forces, although it would like to suppress it, anarchy results.

11

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η κυβερνητική παρέμβαση σημαίνει πάντοτε είτε βίαιη ενέργεια είτε απειλή τέτοιας ενέργειας. Τα κεφάλαια που δαπανά μια κυβέρνηση για οποιονδήποτε σκοπό συγκεντρώνονται μέσω της φορολογίας. Οι φόροι καταβάλλονται επειδή οι φορολογούμενοι φοβούνται να αντισταθούν στους φοροεισπράκτορες. Γνωρίζουν ότι κάθε ανυπακοή ή αντίσταση είναι μάταιη. Όσο επικρατεί αυτή η κατάσταση, η κυβέρνηση είναι σε θέση να συγκεντρώνει τα χρήματα που επιθυμεί να δαπανήσει.

Σε τελική ανάλυση, κυβέρνηση σημαίνει χρησιμοποίηση ενόπλων ανθρώπων: αστυνομικών, χωροφυλάκων, στρατιωτών, δεσμοφυλάκων και δημίων. Ουσιώδες γνώρισμα της κυβέρνησης είναι η επιβολή των διαταγμάτων της μέσω ξυλοδαρμού, θανάτωσης και φυλάκισης. Εκείνοι που ζητούν περισσότερες κυβερνητικές παρεμβάσεις ζητούν, σε τελική ανάλυση, περισσότερο καταναγκασμό και λιγότερη ελευθερία.

It is important to remember that government interference always means either violent action or the threat of such action. Government is in the last resort the employment of armed men, of policemen, gendarmes, soldiers, prison guards, and hangmen. The essential feature of government is the enforcement of its decrees by beating, killing, and imprisoning. Those who are asking for more government interference are asking ultimately for more compulsion and less freedom.

12

Η επισήμανση αυτού του γεγονότος δεν εμπεριέχει καμία αξιολογική κρίση για τις κυβερνητικές δραστηριότητες. Στη σκληρή πραγματικότητα, η ειρηνική κοινωνική συνεργασία είναι αδύνατη αν δεν έχει προβλεφθεί η βίαιη αποτροπή και καταστολή της αντικοινωνικής δράσης απείθαρχων ατόμων και ομάδων ατόμων. Πρέπει να απορριφθεί η συχνά επαναλαμβανόμενη φράση ότι η κυβέρνηση αποτελεί κακό, έστω αναγκαίο και απαραίτητο κακό. Εκείνο που απαιτείται για την επίτευξη ενός σκοπού αποτελεί μέσο, δηλαδή το κόστος που πρέπει να καταβληθεί για την επιτυχή πραγματοποίησή του. Ο χαρακτηρισμός του ως κακού, υπό την ηθική σημασία του όρου, αποτελεί αυθαίρετη αξιολογική κρίση.

Ωστόσο, απέναντι στις σύγχρονες τάσεις θεοποίησης της κυβέρνησης και του κράτους, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι οι αρχαίοι Ρωμαίοι ήταν περισσότερο ρεαλιστές όταν συμβόλιζαν το κράτος με μια δέσμη ράβδων και έναν πέλεκυ στο κέντρο της, από ό,τι οι σύγχρονοί μας όταν αποδίδουν στο κράτος όλες τις ιδιότητες του Θεού.

To draw attention to this fact does not imply any reflection upon government activities. In stark reality, peaceful social cooperation is impossible if no provision is made for violent prevention and suppression of antisocial action on the part of refractory individuals and groups of individuals. One must take exception to the often repeated phrase that government is an evil, although a necessary and indispensable evil. What is required for the attainment of an end aimed at is a means, the cost to be expended for its successful realization. It is an arbitrary value judgment to describe it as an evil in the moral connotation of the term. However, in face of the modern tendencies toward a deification of government and state, it is good to remind ourselves that the old Romans were more realistic in symbolizing the state by a bundle of rods with an ax in the middle than are our contemporaries in ascribing to the state all the attributes of God.

13

3. Η οριοθέτηση των κυβερνητικών λειτουργιών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The Delimitation of Governmental Functions

14

Διάφορες σχολές σκέψης, οι οποίες εμφανίζονται υπό τις πομπώδεις ονομασίες της φιλοσοφίας του δικαίου και της πολιτικής επιστήμης, επιδίδονται σε μάταιους και κενούς στοχασμούς σχετικά με την οριοθέτηση των λειτουργιών της κυβέρνησης. Εκκινώντας από εντελώς αυθαίρετες παραδοχές περί υποτιθέμενων αιώνιων και απόλυτων αξιών και περί διαχρονικής δικαιοσύνης, αντιποιούνται το αξίωμα του ανώτατου κριτή των επίγειων υποθέσεων. Παρερμηνεύουν τις δικές τους αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες προέρχονται από τη διαίσθηση, ως τη φωνή του Παντοδύναμου ή της φύσης των πραγμάτων.

Various schools of thought parading under the pompous names of philosophy of law and political science indulge in futile and empty brooding over the delimitation of the functions of government. Starting from purely arbitrary assumptions concerning allegedly eternal and absolute values and perennial justice, they arrogate to themselves the office of the supreme judge of earthly affairs. They misconstrue their own arbitrary value judgments derived from intuition as the voice of the Almighty or the nature of things.

15

Δεν υπάρχει, όμως, κανένα αιώνιο κριτήριο για το τι είναι δίκαιο και τι άδικο. Η φύση είναι ξένη προς την ιδέα του ορθού και του εσφαλμένου. Το «ου φονεύσεις» ασφαλώς δεν αποτελεί μέρος του φυσικού νόμου. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των φυσικών συνθηκών είναι ότι ένα ζώο επιδιώκει να θανατώσει άλλα ζώα και ότι πολλά είδη δεν μπορούν να διατηρήσουν τη ζωή τους παρά μόνο θανατώνοντας άλλα.

Η έννοια του ορθού και του εσφαλμένου αποτελεί ανθρώπινο επινόημα, μια ωφελιμιστική επιταγή σχεδιασμένη για να καταστήσει δυνατή την κοινωνική συνεργασία υπό τον καταμερισμό της εργασίας. Όλοι οι ηθικοί κανόνες και οι ανθρώπινοι νόμοι αποτελούν μέσα για την πραγματοποίηση συγκεκριμένων σκοπών. Δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη μέθοδος για την εκτίμηση του αν είναι καλοί ή κακοί πέρα από την εξέταση της χρησιμότητάς τους για την επίτευξη των σκοπών που έχουν επιλεγεί και επιδιώκονται.

There is, however, no such thing as natural law and a perennial standard of what is just and what is unjust. Nature is alien to the idea of right and wrong. “Thou shalt not kill” is certainly not part of natural law. The characteristic feature of natural conditions is that one animal is intent upon killing other animals and that many species cannot preserve their own life except by killing others. The notion of right and wrong is a human device, a utilitarian precept designed to make social cooperation under the division of labor possible. All moral rules and human laws are means for the realization of definite ends. There is no method available for the appreciation of their goodness or badness other than to scrutinize their usefulness for the attainment of the ends chosen and aimed at.

16

Από την έννοια του φυσικού δικαίου ορισμένοι άνθρωποι συνάγουν τη δικαιοσύνη του θεσμού της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Άλλοι προσφεύγουν στο φυσικό δίκαιο για να δικαιολογήσουν την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Επειδή η ιδέα του φυσικού δικαίου είναι εντελώς αυθαίρετη, τέτοιες διαφωνίες δεν επιδέχονται διευθέτηση.

From the notion of natural law some people deduce the justice of the institution of private property in the means of production. Other people resort to natural law for the justification of the abolition of private property in the means of production. As the idea of natural law is quite arbitrary, such discussions are not open to settlement.

17

Το κράτος και η κυβέρνηση δεν αποτελούν σκοπούς αλλά μέσα. Η πρόκληση κακού σε άλλους ανθρώπους αποτελεί πηγή άμεσης ευχαρίστησης μόνο για τους σαδιστές. Οι καθιερωμένες αρχές προσφεύγουν στον εξαναγκασμό και στον καταναγκασμό προκειμένου να διασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία ενός συγκεκριμένου συστήματος κοινωνικής οργάνωσης. Η σφαίρα εντός της οποίας εφαρμόζονται ο εξαναγκασμός και ο καταναγκασμός, καθώς και το περιεχόμενο των νόμων που πρόκειται να επιβληθούν από τον αστυνομικό μηχανισμό, εξαρτώνται από την κοινωνική τάξη που έχει υιοθετηθεί. Εφόσον το κράτος και η κυβέρνηση έχουν σχεδιαστεί για να εξασφαλίζουν την ασφαλή λειτουργία αυτού του κοινωνικού συστήματος, η οριοθέτηση των κυβερνητικών λειτουργιών πρέπει να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του. Το μοναδικό κριτήριο για την αξιολόγηση των νόμων και των μεθόδων επιβολής τους είναι το αν αυτοί διασφαλίζουν αποτελεσματικά ή όχι την κοινωνική τάξη που επιδιώκεται να διατηρηθεί.

State and government are not ends, but means. Inflicting evil upon other people is a source of direct pleasure only to sadists. Established authorities resort to coercion and compulsion in order to safeguard the smooth operation of a definite system of social organization. The sphere in which coercion and compulsion is applied and the content of the laws which are to be enforced by the police apparatus are conditioned by the social order adopted. As state and government are designed to make this social system operate safely, the delimitation of governmental functions must be adjusted to its requirements. The only standard for the appreciation of the laws and the methods for their enforcement is whether or not they are efficient in safeguarding the social order which it is desired to preserve.

18

Η έννοια της δικαιοσύνης έχει νόημα μόνο όταν αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο σύστημα κανόνων, το οποίο θεωρείται καθαυτό αδιαμφισβήτητο και απρόσβλητο από κάθε κριτική. Πολλοί λαοί προσκολλήθηκαν στη θεωρία ότι το τι είναι δίκαιο και τι άδικο έχει καθοριστεί από την αυγή των απώτατων εποχών και για ολόκληρη την αιωνιότητα. Καθήκον των νομοθετών και των δικαστηρίων δεν ήταν να θεσπίζουν νόμους, αλλά να ανακαλύπτουν τι είναι δίκαιο δυνάμει της αμετάβλητης ιδέας της δικαιοσύνης. Αυτή η θεωρία, η οποία οδήγησε σε άκαμπτο συντηρητισμό και στην απολίθωση παλαιών εθίμων και θεσμών, αμφισβητήθηκε από τη θεωρία του φυσικού δικαίου. Απέναντι στους θετικούς νόμους της χώρας αντιτάχθηκε η έννοια ενός «ανώτερου» δικαίου, του φυσικού δικαίου. Με βάση το αυθαίρετο κριτήριο του φυσικού δικαίου, οι ισχύοντες νόμοι και θεσμοί χαρακτηρίζονταν δίκαιοι ή άδικοι. Στον καλό νομοθέτη ανατέθηκε το καθήκον να εναρμονίσει τους θετικούς νόμους με το φυσικό δίκαιο.

The notion of justice makes sense only when referring to a definite system of norms which in itself is assumed to be uncontested and safe against any criticism. Many peoples have clung to the doctrine that what is right and what is wrong is established from the dawn of the remotest ages and for eternity. The task of legislators and courts was not to make the laws, but to find out what is right by virtue of the unchanging idea of justice. This doctrine, which resulted in an adamant conservatism and a petrification of old customs and institutions, was challenged by the doctrine of natural right. To the positive laws of the country the notion of a “higher” law, the law of nature, was opposed. From the arbitrary standard of natural law the valid statutes and institutions were called just or unjust. To the good legislator was assigned the task of making the positive laws agree with the natural law.

19

Τα θεμελιώδη σφάλματα που εμπεριέχονται σε αυτές τις δύο θεωρίες έχουν αποκαλυφθεί προ πολλού. Για όσους δεν παραπλανώνται από αυτές, είναι προφανές ότι η επίκληση της δικαιοσύνης σε μια συζήτηση σχετικά με τη θέσπιση νέων νόμων αποτελεί περίπτωση κυκλικού συλλογισμού. De lege ferenda, ως προς το δίκαιο που πρόκειται να θεσπιστεί, δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί να αποκληθεί δικαιοσύνη. Η έννοια της δικαιοσύνης μπορεί λογικά να χρησιμοποιηθεί μόνο de lege lata, ως προς το ισχύον δίκαιο. Έχει νόημα μόνο όταν εγκρίνεται ή αποδοκιμάζεται μια συγκεκριμένη συμπεριφορά από τη σκοπιά των ισχυόντων νόμων της χώρας.

Κατά την εξέταση μεταβολών στο νομικό σύστημα ενός έθνους, κατά την αναδιατύπωση ή κατάργηση υφιστάμενων νόμων και τη θέσπιση νέων, το ζήτημα δεν είναι η δικαιοσύνη, αλλά η κοινωνική σκοπιμότητα και η κοινωνική ευημερία. Δεν υπάρχει απόλυτη έννοια δικαιοσύνης η οποία να μην αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης. Δεν είναι η δικαιοσύνη εκείνη που καθορίζει την απόφαση υπέρ ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος. Αντιθέτως, το κοινωνικό σύστημα καθορίζει τι πρέπει να θεωρείται δίκαιο και τι άδικο.

Δεν υπάρχει ούτε δίκαιο ούτε άδικο έξω από το κοινωνικό πλέγμα. Για το υποθετικό, απομονωμένο και αυτάρκες άτομο, οι έννοιες του δικαίου και του αδίκου είναι κενές περιεχομένου. Ένα τέτοιο άτομο μπορεί απλώς να διακρίνει μεταξύ εκείνου που είναι περισσότερο και εκείνου που είναι λιγότερο σκόπιμο για το ίδιο. Η ιδέα της δικαιοσύνης αναφέρεται πάντοτε στην κοινωνική συνεργασία.

The fundamental errors involved in these two doctrines have long since been unmasked. For those not deluded by them it is obvious that the appeal to justice in a debate concerning the drafting of new laws is an instance of circular reasoning. De lege ferenda there is no such a thing as justice. The notion of justice can logically only be resorted to de lege lata. It makes sense only when approving or disapproving concrete conduct from the point of view of the valid laws of the country. In considering changes in the nation’s legal system, in rewriting or repealing existing laws and writing new laws, the issue is not justice, but social expediency and social welfare. There is no such thing as an absolute notion of justice not referring to a definite system of social organization. It is not justice that determines the decision in favor of a definite social system. It is, on the contrary, the social system which determines what should be deemed right and what wrong. There is neither right nor wrong outside the social nexus. For the hypothetical isolated and self-sufficient individual the notions of just and unjust are empty. Such an individual can merely distinguish between what is more expedient and what is less expedient for himself. The idea of justice refers always to social cooperation.

20

Είναι παράλογο να δικαιολογείται ή να απορρίπτεται ο παρεμβατισμός από τη σκοπιά μιας πλασματικής και αυθαίρετης ιδέας απόλυτης δικαιοσύνης. Είναι μάταιο να εξετάζεται η δίκαιη οριοθέτηση των κυβερνητικών καθηκόντων βάσει οποιουδήποτε προκαθορισμένου κριτηρίου αιώνιων αξιών. Εξίσου ανεπίτρεπτο είναι να συνάγονται τα προσήκοντα καθήκοντα της κυβέρνησης από τις ίδιες τις έννοιες της κυβέρνησης, του κράτους, του νόμου και της δικαιοσύνης. Ακριβώς αυτό ήταν παράλογο στις θεωρητικές κατασκευές του μεσαιωνικού σχολαστικισμού, του Fichte, του Schelling, του Hegel και της γερμανικής Begriffsjurisprudenz, δηλαδή της εννοιοκρατικής νομικής επιστήμης. Οι έννοιες αποτελούν εργαλεία του συλλογισμού. Δεν πρέπει ποτέ να θεωρούνται κανονιστικές αρχές που υπαγορεύουν τρόπους συμπεριφοράς.

It is nonsensical to justify or to reject interventionism from the point of view of a fictitious and arbitrary idea of absolute justice. It is vain to ponder over the just delimitation of the tasks of government from any preconceived standard of perennial values. It is no less impermissible to deduce the proper tasks of government from the very notions of government, state, law and justice. It was precisely this that was absurd in the speculations of medieval scholasticism, of Fichte, Schelling, and Hegel, and of German Begriffsjurisprudenz. Concepts are tools of reasoning. They must never be considered as regulative principles dictating modes of conduct.

21

Η υπογράμμιση ότι οι έννοιες του κράτους και της κυριαρχίας συνεπάγονται λογικά την απόλυτη υπεροχή και, ως εκ τούτου, αποκλείουν την ιδέα οποιουδήποτε περιορισμού των κρατικών δραστηριοτήτων αποτελεί επίδειξη περιττής νοητικής ακροβασίας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι ένα κράτος έχει την εξουσία να εγκαθιδρύσει ολοκληρωτισμό στην επικράτεια επί της οποίας είναι κυρίαρχο. Το πρόβλημα είναι αν ένας τέτοιος τρόπος διακυβέρνησης είναι ή δεν είναι σκόπιμος από τη σκοπιά της διατήρησης και της λειτουργίας της κοινωνικής συνεργασίας. Ως προς αυτό το πρόβλημα, καμία περίτεχνη ερμηνεία εννοιών και όρων δεν μπορεί να είναι χρήσιμη. Πρέπει να επιλυθεί από την πραξεολογία και όχι από μια νόθα μεταφυσική του κράτους και του δικαίου.

It is a display of supererogatory mental gymnastics to emphasize that the notions of state and sovereignty logically imply absolute supremacy and thus preclude the idea of any limitations on the state’s activities. Nobody questions the fact that a state has the power to establish totalitarianism within the territory in which it is sovereign. The problem is whether or not such a mode of government is expedient from the point of view of the preservation and functioning of social cooperation. With regard to this problem no sophisticated exegesis of concepts and notions can be of any use. It must be decided by praxeology, not by a spurious metaphysics of state and right.

22

Η φιλοσοφία του δικαίου και η πολιτική επιστήμη αδυνατούν να ανακαλύψουν οποιονδήποτε λόγο για τον οποίο η κυβέρνηση δεν θα έπρεπε να ελέγχει τις τιμές και να τιμωρεί όσους αψηφούν τις επιβεβλημένες ανώτατες τιμές, κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τιμωρεί τους δολοφόνους και τους κλέφτες. Κατά την άποψή τους, ο θεσμός της ιδιωτικής ιδιοκτησίας αποτελεί απλώς μια ανακλητή εύνοια την οποία ο παντοδύναμος κυρίαρχος παραχώρησε μεγαλόψυχα στα άθλια άτομα. Δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε εσφαλμένο στην ολική ή μερική κατάργηση των νόμων που παραχώρησαν αυτή την εύνοια· δεν μπορεί να προβληθεί καμία εύλογη αντίρρηση κατά της απαλλοτρίωσης και της δήμευσης. Ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να αντικαταστήσει το σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής με οποιοδήποτε άλλο κοινωνικό σύστημα, όπως ακριβώς είναι ελεύθερος να αντικαταστήσει τον εθνικό ύμνο που είχε υιοθετηθεί στο παρελθόν με κάποιον άλλο. Ο τύπος car tel est notre bon plaisir —«διότι αυτή είναι η καλή μας θέληση»— αποτελεί τη μοναδική αρχή που διέπει τη συμπεριφορά του κυρίαρχου νομοθέτη.

The philosophy of law and political science are at a loss to discover any reason why government should not control prices and not punish those defying the price ceilings decreed, in the same way as it punishes murderers and thieves. As they see it, the institution of private property is merely a revocable favor graciously granted by the almighty sovereign to the wretched individuals. There cannot be any wrong in repealing totally or partially the laws that granted this favor; no reasonable objection can be raised against expropriation and confiscation. The legislator is free to substitute any social system for that of the private ownership of the means of production, just as he is free to substitute another national anthem for that adopted in the past. The formula car tel est notre bon plaisir is the only maxim of the sovereign lawgiver’s conduct.

23

Απέναντι σε όλον αυτόν τον φορμαλισμό και τον νομικό δογματισμό, πρέπει να υπογραμμιστεί εκ νέου ότι μοναδικός σκοπός των νόμων και του κοινωνικού μηχανισμού εξαναγκασμού και καταναγκασμού είναι η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της κοινωνικής συνεργασίας. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση έχει την εξουσία να επιβάλλει ανώτατες τιμές και να φυλακίζει ή να εκτελεί όσους πωλούν ή αγοράζουν σε υψηλότερη τιμή. Το ερώτημα, όμως, είναι αν μια τέτοια πολιτική μπορεί ή δεν μπορεί να επιτύχει τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκει η κυβέρνηση προσφεύγοντας σε αυτήν. Πρόκειται για αμιγώς πραξεολογικό και οικονομικό πρόβλημα. Ούτε η φιλοσοφία του δικαίου ούτε η πολιτική επιστήμη μπορούν να συνεισφέρουν οτιδήποτε στην επίλυσή του.

As against all this formalism and legal dogmatism, there is need to emphasize again that the only purpose of the laws and the social apparatus of coercion and compulsion is to safeguard the smooth functioning of social cooperation. It is obvious that the government has the power to decree maximum prices and to imprison or to execute those selling or buying at a higher price. But the question is whether such a policy can or cannot attain the ends which the government wants to attain by resorting to it. This is a purely praxeological and economic problem. Neither the philosophy of law nor political science can contribute anything to its solution.

24

Το πρόβλημα του παρεμβατισμού δεν είναι πρόβλημα ορθής οριοθέτησης των «φυσικών», «δίκαιων» και «προσηκόντων» καθηκόντων του κράτους και της κυβέρνησης. Το ζήτημα είναι: Πώς λειτουργεί ένα σύστημα παρεμβατισμού; Μπορεί να πραγματοποιήσει τους σκοπούς που επιθυμούν να επιτύχουν οι άνθρωποι όταν προσφεύγουν σε αυτό;

The problem of interventionism is not a problem of the correct delimitation of the “natural,” “just,” and “adequate” tasks of state and government. The issue is: How does a system of interventionism work? Can it realize those ends which people, in resorting to it, want to attain?

25

Η σύγχυση και η έλλειψη κρίσης που εκδηλώνονται κατά την εξέταση των προβλημάτων του παρεμβατισμού είναι πράγματι εντυπωσιακές. Υπάρχουν, για παράδειγμα, άνθρωποι που επιχειρηματολογούν ως εξής: Είναι προφανές ότι απαιτούνται κανόνες κυκλοφορίας στους δημόσιους δρόμους. Κανείς δεν αντιτίθεται στην παρέμβαση της κυβέρνησης στη συμπεριφορά των οδηγών αυτοκινήτων. Οι υπέρμαχοι του laissez-faire αντιφάσκουν όταν αντιτίθενται στην κυβερνητική παρέμβαση στις αγοραίες τιμές, χωρίς ταυτόχρονα να υποστηρίζουν την κατάργηση της κυβερνητικής ρύθμισης της κυκλοφορίας.

The confusion and lack of judgment displayed in dealing with the problems of interventionism are amazing indeed. There are, for instance, people who argue thus: It is obvious that traffic regulations on the public roads are necessary. Nobody objects to the government’s interference with the car driver’s conduct. The advocates of laissez faire contradict themselves in fighting government interference with market prices and yet not advocating the abolition of government traffic regulation.

26

Η πλάνη αυτού του επιχειρήματος είναι προφανής. Η ρύθμιση της κυκλοφορίας σε έναν δρόμο αποτελεί ένα από τα καθήκοντα του φορέα που διαχειρίζεται τον δρόμο. Αν ο φορέας αυτός είναι η κυβέρνηση ή ο δήμος, είναι υποχρεωμένος να επιτελέσει αυτό το καθήκον. Αποτελεί καθήκον της διοίκησης ενός σιδηροδρόμου να καθορίζει το ωρολόγιο πρόγραμμα των αμαξοστοιχιών και καθήκον της διοίκησης ενός ξενοδοχείου να αποφασίζει αν θα υπάρχει ή όχι μουσική στην τραπεζαρία.

Αν η κυβέρνηση διαχειρίζεται έναν σιδηρόδρομο ή ένα ξενοδοχείο, αποτελεί καθήκον της να ρυθμίζει αυτά τα ζητήματα. Σε μια κρατική όπερα, η κυβέρνηση αποφασίζει ποιες όπερες πρέπει να παρουσιαστούν και ποιες όχι. Θα αποτελούσε, όμως, λογικό άλμα να συναχθεί από αυτό το γεγονός ότι αποτελεί επίσης καθήκον της κυβέρνησης να αποφασίζει τα ίδια ζητήματα για μια μη κρατική όπερα.

Οι θεωρητικοί του παρεμβατισμού επαναλαμβάνουν διαρκώς ότι δεν σχεδιάζουν την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, της επιχειρηματικής δραστηριότητας και της ανταλλαγής μέσω της αγοράς. Και οι υποστηρικτές της νεότερης παραλλαγής του παρεμβατισμού, της γερμανικής soziale Marktwirtschaft, δηλαδή της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», υπογραμμίζουν ότι θεωρούν την οικονομία της αγοράς το καλύτερο δυνατό και πλέον επιθυμητό σύστημα οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας και ότι αντιτίθενται στην κυβερνητική παντοδυναμία του σοσιαλισμού.

Όλοι, όμως, αυτοί οι υπέρμαχοι μιας ενδιάμεσης πολιτικής τονίζουν με την ίδια ένταση ότι απορρίπτουν τον μαντσεστερισμό και τον φιλελευθερισμό του laissez-faire. Είναι αναγκαίο, λένε, να παρεμβαίνει το κράτος στα φαινόμενα της αγοράς οποτεδήποτε και οπουδήποτε το «ελεύθερο παιχνίδι των οικονομικών δυνάμεων» δημιουργεί συνθήκες που εμφανίζονται ως «κοινωνικώς» ανεπιθύμητες. Διατυπώνοντας αυτόν τον ισχυρισμό, θεωρούν δεδομένο ότι η κυβέρνηση είναι εκείνη που καλείται να αποφασίζει, σε κάθε επιμέρους περίπτωση, αν ένα συγκεκριμένο οικονομικό γεγονός πρέπει ή δεν πρέπει να θεωρηθεί κατακριτέο από την «κοινωνική» άποψη και, συνεπώς, αν η κατάσταση της αγοράς απαιτεί ή όχι μια ειδική πράξη κυβερνητικής παρέμβασης.

Όλοι αυτοί οι υπέρμαχοι του παρεμβατισμού αδυνατούν να αντιληφθούν ότι το πρόγραμμά τους συνεπάγεται κατ’ αυτόν τον τρόπο την εγκαθίδρυση πλήρους κυβερνητικής κυριαρχίας επί όλων των οικονομικών ζητημάτων και οδηγεί τελικά σε μια κατάσταση που δεν διαφέρει από εκείνη που αποκαλείται γερμανικό ή χιντενμπουργκιανό πρότυπο σοσιαλισμού. Αν εμπίπτει στη δικαιοδοσία της κυβέρνησης να αποφασίζει αν συγκεκριμένες συνθήκες της οικονομίας δικαιολογούν ή όχι την παρέμβασή της, δεν απομένει κανένα πεδίο λειτουργίας για την αγορά.

Τότε δεν είναι πλέον οι καταναλωτές εκείνοι που καθορίζουν τελικά τι πρέπει να παραχθεί, σε ποια ποσότητα, ποιας ποιότητας, από ποιον, πού και με ποιον τρόπο· είναι η κυβέρνηση. Διότι, μόλις το αποτέλεσμα που επιφέρει η λειτουργία της ανεμπόδιστης αγοράς διαφέρει από εκείνο που οι αρχές θεωρούν «κοινωνικώς» επιθυμητό, η κυβέρνηση παρεμβαίνει. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά είναι ελεύθερη μόνο όσο πράττει ακριβώς όσα επιθυμεί η κυβέρνηση. Είναι «ελεύθερη» να πράττει όσα οι αρχές θεωρούν «ορθά», αλλά όχι όσα θεωρούν «εσφαλμένα»· η απόφαση σχετικά με το τι είναι ορθό και τι εσφαλμένο ανήκει στην κυβέρνηση. Έτσι, η θεωρία και η πρακτική του παρεμβατισμού τείνουν τελικά να εγκαταλείψουν εκείνο που τις διέκρινε αρχικά από τον απροκάλυπτο σοσιαλισμό και να υιοθετήσουν πλήρως τις αρχές του ολοκληρωτικού και καθολικού σχεδιασμού.

The fallacy of this argument is manifest. The regulation of traffic on a road is one of the tasks incumbent upon the agency that operates the road. If this agency is the government or the municipality, it is bound to attend to this task. It is the task of a railroad’s management to fix the timetable of the trains and it is the task of a hotel’s management to decide whether or not there should be music in the dining room. If the government operates a railroad or a hotel, it is the government’s task to regulate these things. It is not an instance of government interference with the operation of the market economy that the postmaster general chooses the pattern and the color of the postage stamps. With a state opera the government decides which operas should be produced and which not; it is a non sequitur to deduce from this fact that it is also a task of the government to decide these things for a nongovernmental opera.

27

4. Η ηθική ορθότητα ως απώτατο κριτήριο των πράξεων του ατόμου

4. Righteousness as the Ultimate Standard of the Individual’s Actions

28

Σύμφωνα με μια ευρέως διαδεδομένη άποψη, είναι δυνατόν, ακόμη και χωρίς κυβερνητική παρέμβαση στις επιχειρήσεις, να εκτραπεί η λειτουργία της οικονομίας της αγοράς από την πορεία που θα ακολουθούσε αν αφηνόταν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του κινήτρου του κέρδους. Οι υπέρμαχοι μιας κοινωνικής μεταρρύθμισης που θα επιτευχθεί μέσω της συμμόρφωσης προς τις αρχές του Χριστιανισμού ή προς τις επιταγές της «αληθινής» ηθικής υποστηρίζουν ότι και η συνείδηση πρέπει να καθοδηγεί τους καλοπροαίρετους ανθρώπους στις συναλλαγές τους στην αγορά. Αν όλοι οι άνθρωποι ήταν διατεθειμένοι να ενδιαφέρονται όχι μόνο για το κέρδος, αλλά εξίσου για τις θρησκευτικές και ηθικές τους υποχρεώσεις, δεν θα απαιτούνταν κυβερνητικός εξαναγκασμός και καταναγκασμός για να διορθωθεί η κατάσταση. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η μεταρρύθμιση της κυβέρνησης και των νόμων της χώρας, αλλά η ηθική εξυγίανση του ανθρώπου, η επιστροφή στις εντολές του Κυρίου και στις επιταγές του ηθικού κώδικα και η απομάκρυνση από τα ελαττώματα της απληστίας και της ιδιοτέλειας. Τότε θα είναι εύκολο να συμφιλιωθεί η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής με τη δικαιοσύνη, την ηθική ορθότητα και την αμεροληψία. Οι καταστροφικές συνέπειες του καπιταλισμού θα εξαλειφθούν χωρίς να θιγούν η ελευθερία και η πρωτοβουλία του ατόμου. Οι άνθρωποι θα εκθρονίσουν τον Μολώχ του καπιταλισμού χωρίς να ενθρονίσουν τον Μολώχ του κράτους.

According to a widespread opinion it is possible, even in the absence of government interference with business, to divert the operation of the market economy from those lines along which it would develop if left to exclusive control by the profit motive. Advocates of a social reform to be accomplished by compliance with the principles of Christianity or with the demands of “true” morality maintain that conscience should also guide well-intentioned people in their dealings on the market. If all people were prepared not only to concern themselves selfishly about profit, but no less about their religious and moral obligations, no government compulsion and coercion would be required in order to put things right. What is needed is not a reform of government and the laws of the country, but the moral purification of man, a return to the Lord’s commandments and to the precepts of the moral code, a turning away from the vices of greed and selfishness. Then it will be easy to reconcile private ownership of the means of production with justice, righteousness, and fairness. The disastrous effects of capitalism will be eliminated without prejudice to the individual’s freedom and initiative. People will dethrone the Moloch capitalism without enthroning the Moloch state.

29

Οι αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις στις οποίες θεμελιώνονται αυτές οι απόψεις δεν χρειάζεται να μας απασχολήσουν εδώ. Δεν έχει σημασία τι ακριβώς καταλογίζουν στον καπιταλισμό αυτοί οι επικριτές· τα σφάλματα και οι πλάνες τους δεν αφορούν το υπό εξέταση ζήτημα. Εκείνο που έχει σημασία είναι η ιδέα της συγκρότησης ενός κοινωνικού συστήματος πάνω στη διπλή βάση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ηθικών αρχών που περιορίζουν τη χρησιμοποίησή της. Το προτεινόμενο σύστημα, λένε οι υποστηρικτές του, δεν θα είναι ούτε σοσιαλισμός ούτε καπιταλισμός ούτε παρεμβατισμός. Δεν θα είναι σοσιαλισμός, επειδή θα διατηρεί την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής· δεν θα είναι καπιταλισμός, επειδή υπέρτατη αρχή θα είναι η συνείδηση και όχι η επιδίωξη του κέρδους· δεν θα είναι παρεμβατισμός, επειδή δεν θα υπάρχει ανάγκη κυβερνητικής παρέμβασης στην αγορά.

The arbitrary value judgments which are at the bottom of these opinions need not concern us here. What these critics blame capitalism for is irrelevant; their errors and fallacies are beside the point. What does matter is the idea of erecting a social system on the twofold basis of private property and of moral principles restricting the utilization of private property. The system recommended, say its advocates, will be neither socialism nor capitalism nor interventionism. Not socialism, because it will preserve private ownership of the means of production; not capitalism, because conscience will be supreme and not the urge for profit; not interventionism, because there will be no need for government interference with the market.

30

Στην οικονομία της αγοράς το άτομο είναι ελεύθερο να δρα εντός της σφαίρας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της αγοράς. Οι επιλογές του είναι τελεσίδικες. Για τους συνανθρώπους του, οι πράξεις του αποτελούν δεδομένα τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά τη δική τους δράση. Ο συντονισμός των αυτόνομων πράξεων όλων των ατόμων επιτυγχάνεται μέσω της λειτουργίας της αγοράς. Η κοινωνία δεν υποδεικνύει στον άνθρωπο τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πράξει. Δεν υπάρχει ανάγκη επιβολής της συνεργασίας μέσω ειδικών εντολών ή απαγορεύσεων. Η μη συνεργασία επιφέρει από μόνη της την κύρωσή της. Η προσαρμογή στις απαιτήσεις της παραγωγικής προσπάθειας της κοινωνίας και η επιδίωξη των ατομικών συμφερόντων δεν συγκρούονται μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, δεν απαιτείται κανένας φορέας για τη διευθέτηση τέτοιων συγκρούσεων. Το σύστημα μπορεί να λειτουργεί και να εκπληρώνει τα καθήκοντά του χωρίς την παρέμβαση μιας αρχής που εκδίδει ειδικές εντολές και απαγορεύσεις και τιμωρεί όσους δεν συμμορφώνονται.

In the market economy the individual is free to act within the orbit of private property and the market. His choices are final. For his fellow men his actions are data which they must take into account in their own acting.

The coordination of the autonomous actions of all individuals is accomplished by the operation of the market. Society does not tell a man what to do and what not to do. There is no need to enforce cooperation by special orders or prohibitions. Noncooperation penalizes itself. Adjustment to the requirements of society’s productive effort and the pursuit of the individual’s own concerns are not in conflict. Consequently no agency is required to settle such conflicts. The system can work and accomplish its tasks without the interference of an authority issuing special orders and prohibitions and punishing those who do not comply.

31

Πέρα από τη σφαίρα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της αγοράς βρίσκεται η σφαίρα του εξαναγκασμού και του καταναγκασμού· εδώ βρίσκονται τα αναχώματα που έχει κατασκευάσει η οργανωμένη κοινωνία για την προστασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της αγοράς από τη βία, τη δολιότητα και την απάτη. Αυτό είναι το πεδίο του καταναγκασμού, σε αντιδιαστολή προς το πεδίο της ελευθερίας. Εδώ βρίσκονται οι κανόνες που διακρίνουν μεταξύ νόμιμου και παράνομου, επιτρεπτού και απαγορευμένου. Και εδώ βρίσκεται ένας ζοφερός μηχανισμός όπλων, φυλακών και αγχονών, μαζί με τους ανθρώπους που τον χειρίζονται, έτοιμος να συντρίψει όσους τολμούν να μην υπακούσουν.

Beyond the sphere of private property and the market lies the sphere of compulsion and coercion; here are the dams which organized society has built for the protection of private property and the market against violence, malice, and fraud. This is the realm of constraint as distinguished from the realm of freedom. Here are rules discriminating between what is legal and what is illegal, what is permitted and what is prohibited. And here is a grim machine of arms, prisons, and gallows and the men operating it, ready to crush those who dare to disobey.

32

Οι μεταρρυθμιστές, με τα σχέδια των οποίων ασχολούμαστε, προτείνουν να θεσπιστούν, παράλληλα με τους κανόνες που αποβλέπουν στην προστασία και στη διατήρηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, και περαιτέρω ηθικοί κανόνες. Επιθυμούν να πραγματοποιηθούν, στην παραγωγή και στην κατανάλωση, αποτελέσματα διαφορετικά από εκείνα που πραγματοποιούνται υπό μια κοινωνική τάξη στην οποία τα άτομα δεν περιορίζονται από καμία υποχρέωση πέρα από την υποχρέωση να μην προσβάλλουν το πρόσωπο των συνανθρώπων τους και το δικαίωμα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Θέλουν να απαγορεύσουν τα κίνητρα που κατευθύνουν τις πράξεις του ατόμου στην οικονομία της αγοράς —τα οποία αποκαλούν ιδιοτέλεια, πλεονεξία και επιδίωξη κέρδους— και να τα αντικαταστήσουν με άλλες παρορμήσεις —τις οποίες αποκαλούν ευσυνειδησία, ηθική ορθότητα, αλτρουισμό, φόβο Θεού και φιλανθρωπία. Είναι πεπεισμένοι ότι μια τέτοια ηθική μεταρρύθμιση θα αρκούσε από μόνη της για να διασφαλίσει έναν τρόπο λειτουργίας του οικονομικού συστήματος περισσότερο ικανοποιητικό, από τη δική τους σκοπιά, από εκείνον του ανεμπόδιστου καπιταλισμού, χωρίς κανένα από τα ειδικά κυβερνητικά μέτρα που απαιτούν ο παρεμβατισμός και ο σοσιαλισμός.

Now, the reformers with whose plans we are concerned suggest that along with the norms designed for the protection and preservation of private property further ethical rules should be ordained. They want to realize in production and consumption things other than those realized under the social order in which the individuals are not checked by any obligation other than that of not infringing upon the persons of their fellow men and upon the right of private property. They want to ban those motives that direct the individual’s action in the market economy (they call them selfishness, acquisitiveness, profit-seeking) and to replace them with other impulses (they call them conscientiousness, righteousness, altruism, fear of God, charity). They are convinced that such a moral reform would in itself be sufficient to safeguard a mode of operation of the economic system, more satisfactory from their point of view than that of unhampered capitalism, without any of those special governmental measures which interventionism and socialism require.

33

Οι υποστηρικτές αυτών των θεωριών αδυνατούν να αναγνωρίσουν τον ρόλο που διαδραματίζουν στη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς εκείνα τα ελατήρια της δράσης τα οποία καταδικάζουν ως φαύλα. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο η οικονομία της αγοράς μπορεί να λειτουργεί χωρίς κυβερνητικές εντολές που να υπαγορεύουν επακριβώς στον καθένα τι πρέπει να πράττει και πώς πρέπει να το πράττει είναι ότι δεν απαιτεί από κανέναν να αποκλίνει από εκείνες τις κατευθύνσεις συμπεριφοράς που εξυπηρετούν καλύτερα τα δικά του συμφέροντα. Εκείνο που ενσωματώνει τις πράξεις του ατόμου στο συνολικό κοινωνικό σύστημα παραγωγής είναι η επιδίωξη των δικών του σκοπών. Επιδιδόμενος στην «πλεονεξία» του, κάθε δρων άνθρωπος συνεισφέρει το μερίδιό του στην καλύτερη δυνατή διάταξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Επομένως, εντός της σφαίρας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και των νόμων που την προστατεύουν από βίαιες ή δόλιες προσβολές, δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ των συμφερόντων του ατόμου και εκείνων της κοινωνίας.

The supporters of these doctrines fail to recognize the role which those springs of action they condemn as vicious play in the operation of the market economy. The only reason why the market economy can operate without government orders telling everybody precisely what he should do and how he should do it is that it does not ask anybody to deviate from those lines of conduct which best serve his own interests. What integrates the individual’s actions into the whole of the social system of production is the pursuit of his own purposes. In indulging in his “acquisitiveness” each actor contributes his share to the best possible arrangement of production activities. Thus, within the sphere of private property and the laws protecting it against encroachments on the part of violent or fraudulent action, there is no antagonism between the interests of the individual and those of society.

34

Η οικονομία της αγοράς μετατρέπεται σε χαοτική σύγχυση αν εξαλειφθεί αυτή η υπεροχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, την οποία οι μεταρρυθμιστές απαξιώνουν ως ιδιοτέλεια. Παροτρύνοντας τους ανθρώπους να ακούσουν τη φωνή της συνείδησής τους και να αντικαταστήσουν τις εκτιμήσεις του ατομικού κέρδους με εκτιμήσεις περί δημόσιας ευημερίας, δεν δημιουργεί κανείς μια λειτουργική και ικανοποιητική κοινωνική τάξη. Δεν αρκεί να ειπωθεί σε έναν άνθρωπο να μην αγοράζει από τη φθηνότερη αγορά και να μην πωλεί στην ακριβότερη. Δεν αρκεί να του ειπωθεί να μην επιδιώκει το κέρδος και να μην αποφεύγει τις ζημίες. Πρέπει να θεσπιστούν σαφείς και μονοσήμαντοι κανόνες που θα κατευθύνουν τη συμπεριφορά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

The market economy becomes a chaotic muddle if this predominance of private property which the reformers disparage as selfishness is eliminated. In urging people to listen to the voice of their conscience and to substitute considerations of public welfare for those of private profit, one does not create a working and satisfactory social order. It is not enough to tell a man not to buy on the cheapest market and not to sell on the dearest market. It is not enough to tell him not to strive after profit and not to avoid losses. One must establish unambiguous rules for the guidance of conduct in each concrete situation.

35

Ο μεταρρυθμιστής λέει: Ο επιχειρηματίας είναι σκληρός και ιδιοτελής όταν, εκμεταλλευόμενος τη δική του υπεροχή, προσφέρει χαμηλότερες τιμές από έναν λιγότερο αποτελεσματικό ανταγωνιστή και, έτσι, τον εξαναγκάζει να εγκαταλείψει την επιχειρηματική δραστηριότητα. Πώς πρέπει, όμως, να ενεργήσει ο «αλτρουιστής» επιχειρηματίας; Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να πωλεί σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη οποιουδήποτε ανταγωνιστή; Ή μήπως υπάρχουν ορισμένες συνθήκες που δικαιολογούν την προσφορά τιμών χαμηλότερων από εκείνες του ανταγωνιστή;

Says the reformer: The entrepreneur is rugged and selfish when, taking advantage of his own superiority, he underbids the prices asked by a less efficient competitor and thus forces the man to go out of business. But how should the “altruistic” entrepreneur proceed? Should he under no circumstances sell at a price lower than any competitor? Or are there certain conditions which justify underbidding the competitor’s prices?

36

Από την άλλη πλευρά, ο μεταρρυθμιστής λέει: Ο επιχειρηματίας είναι σκληρός και ιδιοτελής όταν, εκμεταλλευόμενος την κατάσταση της αγοράς, ζητεί τόσο υψηλή τιμή ώστε οι φτωχοί να αποκλείονται από την αγορά του εμπορεύματος. Τι πρέπει, όμως, να πράξει ο «καλός» επιχειρηματίας; Πρέπει να διαθέτει δωρεάν το εμπόρευμα; Αν χρεώνει οποιαδήποτε τιμή, όσο χαμηλή και αν είναι, θα υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που δεν θα μπορούν να αγοράσουν καθόλου ή δεν θα μπορούν να αγοράσουν όσα θα αγόραζαν αν η τιμή ήταν ακόμη χαμηλότερη. Ποια ομάδα από εκείνους που επιθυμούν να αγοράσουν δικαιούται ο επιχειρηματίας να αποκλείσει από την απόκτηση του εμπορεύματος;

Says the reformer on the other hand: The entrepreneur is rugged and selfish when, taking advantage of the structure of the market, he asks a price so high that poor people are excluded from purchasing the merchandise. But what should the “good” entrepreneur do? Should he give away the merchandise free of charge? If he charges any price, however low, there will always be people who cannot buy at all or not so much as they would buy if the price were still lower. What group of those eager to buy is the entrepreneur free to exclude from getting the merchandise?

37

Στο παρόν σημείο της έρευνάς μας δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τις συνέπειες που απορρέουν από κάθε απόκλιση από το ύψος των τιμών όπως αυτό καθορίζεται στην ανεμπόδιστη αγορά. Αν ο πωλητής αποφεύγει να προσφέρει χαμηλότερη τιμή από τον λιγότερο αποτελεσματικό ανταγωνιστή του, τουλάχιστον ένα μέρος της προσφοράς του παραμένει απούλητο. Αν ο πωλητής προσφέρει το εμπόρευμα σε τιμή χαμηλότερη από εκείνη που θα καθοριζόταν στην ανεμπόδιστη αγορά, η διαθέσιμη προσφορά δεν επαρκεί για να αποκτήσουν το ζητούμενο αγαθό όλοι όσοι είναι πρόθυμοι να καταβάλουν αυτή τη χαμηλότερη τιμή. Θα αναλύσουμε αργότερα αυτές, καθώς και άλλες συνέπειες κάθε απόκλισης από τις αγοραίες τιμές.2

Εκείνο που πρέπει να αναγνωρίσουμε ήδη σε αυτό το σημείο είναι ότι δεν μπορεί κανείς να αρκεστεί απλώς στο να λέει στον επιχειρηματία ότι δεν πρέπει να αφήνει την κατάσταση της αγοράς να τον καθοδηγεί. Είναι επιτακτικό να του υποδειχθεί μέχρι ποιου σημείου πρέπει να φθάνει ως προς τις τιμές που ζητεί και καταβάλλει. Αν δεν είναι πλέον η επιδίωξη του κέρδους εκείνη που κατευθύνει τις πράξεις των επιχειρηματιών και καθορίζει τι παράγουν και σε ποιες ποσότητες· αν οι επιχειρηματίες δεν υποχρεώνονται πλέον, μέσω του μηχανισμού του κινήτρου του κέρδους, να υπηρετούν τους καταναλωτές στον μέγιστο βαθμό των ικανοτήτων τους, τότε είναι αναγκαίο να τους δοθούν συγκεκριμένες οδηγίες. Δεν μπορεί να αποφευχθεί η καθοδήγηση της συμπεριφοράς τους μέσω καθορισμένων εντολών και απαγορεύσεων, δηλαδή ακριβώς μέσω των διαταγμάτων που αποτελούν γνώρισμα της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις. Κάθε προσπάθεια να καταστεί περιττή μια τέτοια παρέμβαση με την απόδοση υπέρτατης ισχύος στη φωνή της συνείδησης, στη φιλανθρωπία και στην αδελφική αγάπη είναι μάταιη.

There is no need to deal at this point of our investigation with the consequences resulting from any deviation from the height of prices as determined on an unhampered market. If the seller avoids underbidding his less efficient competitor, a part at least of his supply remains unsold. If the seller offers the merchandise at a price lower than that determined on an unhampered market, the supply available is insufficient to enable all those ready to expend this lower price to get what they are asking for. We will analyze later these as well as other consequences of any deviation from the market prices.[2] What we must recognize even at this point is that one cannot content oneself simply by telling the entrepreneur that he should not let himself be guided by the state of the market. It is imperative to tell him how far he must go in asking and paying prices. If it is no longer profitseeking that directs the entrepreneurs’ actions and determines what they produce and in what quantities, if the entrepreneurs are no longer bound by the instrumentality of the profit motive to serve the consumers to the best of their abilities, it is necessary to give them definite instructions. One cannot avoid guiding their conduct by specified orders and prohibitions, precisely such decrees as are the mark of government interference with business. Any attempt to render such interference superfluous by attributing primacy to the voice of conscience, to charity and brotherly love, is vain.

38

Οι υπέρμαχοι μιας χριστιανικής κοινωνικής μεταρρύθμισης ισχυρίζονται ότι το ιδεώδες τους —η απληστία και η επιδίωξη του κέρδους να τιθασεύονται και να περιορίζονται από την ευσυνειδησία και τη συμμόρφωση προς τον ηθικό νόμο— λειτούργησε αρκετά καλά στο παρελθόν. Όλα τα δεινά της εποχής μας, λένε, προκαλούνται από την απομάκρυνση από τις επιταγές της Εκκλησίας. Αν οι άνθρωποι δεν είχαν αψηφήσει τις εντολές και δεν είχαν επιθυμήσει άδικο κέρδος, η ανθρωπότητα θα εξακολουθούσε να απολαμβάνει τη μακαριότητα που βίωσε κατά τον Μεσαίωνα, όταν τουλάχιστον η ελίτ ζούσε σύμφωνα με τις αρχές των Ευαγγελίων. Εκείνο που απαιτείται είναι η επαναφορά εκείνων των παλιών καλών ημερών και, στη συνέχεια, η διασφάλιση ότι καμία νέα αποστασία δεν θα στερήσει από τους ανθρώπους τις ευεργετικές τους συνέπειες.

The advocates of a Christian social reform pretend that their ideal of greed and profit-seeking tamed and restrained by conscientiousness and compliance with the moral law worked rather well in the past. All the evils of our day are caused by defection from the precepts of the church. If people had not defied the commandments and had not coveted unjust profit, mankind would still enjoy the bliss experienced in the Middle Ages when at least the elite lived up to the principles of the Gospels. What is needed is to bring back those good old days and then to see that no new apostasy deprives men of their beneficent effects.

39

Δεν χρειάζεται να προβούμε σε ανάλυση των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών του δέκατου τρίτου αιώνα, τον οποίο αυτοί οι μεταρρυθμιστές εξυμνούν ως τη σπουδαιότερη από όλες τις περιόδους της ιστορίας. Μας απασχολεί αποκλειστικά η έννοια των δίκαιων τιμών και μισθών, η οποία κατείχε ουσιώδη θέση στις κοινωνικές διδασκαλίες των διδασκάλων της Εκκλησίας και την οποία οι μεταρρυθμιστές επιθυμούν να ανυψώσουν στη θέση του απώτατου κριτηρίου της οικονομικής συμπεριφοράς.

There is no need to enter into an analysis of the social and economic conditions of the thirteenth century which these reformers praise as the greatest of all periods of history. We are concerned merely with the notion of just prices and wage rates which was essential in the social teachings of the doctors of the church and which the reformers want to raise to the position of the ultimate standard of economic conduct.

40

Είναι προφανές ότι, στη σκέψη των θεωρητικών, αυτή η έννοια των δίκαιων τιμών και μισθών αναφέρεται και αναφερόταν πάντοτε σε μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη, την οποία θεωρούσαν την καλύτερη δυνατή. Συνιστούν την υιοθέτηση του ιδεώδους σχήματός τους και την αιώνια διατήρησή του. Δεν πρέπει να γίνει ανεκτή καμία περαιτέρω μεταβολή. Κάθε αλλαγή της καλύτερης δυνατής κατάστασης των κοινωνικών πραγμάτων μπορεί να σημαίνει μόνο επιδείνωση. Η κοσμοθεωρία αυτών των φιλοσόφων δεν λαμβάνει υπόψη την αδιάκοπη προσπάθεια του ανθρώπου να βελτιώσει τις υλικές συνθήκες της ευημερίας του. Η ιστορική μεταβολή και η άνοδος του γενικού βιοτικού επιπέδου αποτελούν έννοιες ξένες προς αυτούς. Αποκαλούν «δίκαιο» εκείνον τον τρόπο συμπεριφοράς που είναι συμβατός με την αδιατάρακτη διατήρηση της ουτοπίας τους και άδικο οτιδήποτε άλλο.

It is obvious that with theorists this notion of just prices and wage rates always refers and always referred to a definite social order which they considered the best possible order. They recommend the adoption of their ideal scheme and its preservation forever. No further changes are to be tolerated. Any alteration of the best possible state of social affairs can only mean deterioration. The world view of these philosophers does not take into account man’s ceaseless striving for improvement of the material conditions of well-being. Historical change and a rise in the general standard of living are notions foreign to them. They call “just” that mode of conduct that is compatible with the undisturbed preservation of their utopia, and everything else unjust.

41

Ωστόσο, η έννοια των δίκαιων τιμών και μισθών που έχουν κατά νου οι άνθρωποι οι οποίοι δεν είναι φιλόσοφοι είναι πολύ διαφορετική. Όταν ο μη φιλόσοφος αποκαλεί μια τιμή δίκαιη, εννοεί ότι η διατήρησή της βελτιώνει ή τουλάχιστον δεν βλάπτει τα δικά του εισοδήματα και τη θέση του στην κοινωνία. Αποκαλεί άδικη κάθε τιμή που θέτει σε κίνδυνο τον πλούτο και τη θέση του. Είναι «δίκαιο» να αυξάνονται ολοένα περισσότερο οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών που ο ίδιος πωλεί και να μειώνονται ολοένα περισσότερο οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών που αγοράζει. Για τον αγρότη, καμία τιμή του σιταριού, όσο υψηλή και αν είναι, δεν φαίνεται άδικη. Για τον μισθωτό, κανένα ύψος μισθού, όσο υψηλό και αν είναι, δεν φαίνεται άδικο. Ο αγρότης, όμως, σπεύδει να καταγγείλει κάθε πτώση της τιμής του σιταριού ως παραβίαση των θείων και των ανθρώπινων νόμων, ενώ οι μισθωτοί εξεγείρονται όταν μειώνονται οι μισθοί τους.

Η κοινωνία της αγοράς, ωστόσο, δεν διαθέτει κανένα άλλο μέσο προσαρμογής της παραγωγής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες πέρα από τη λειτουργία της αγοράς. Μέσω των μεταβολών των τιμών εξαναγκάζει τους ανθρώπους να περιορίζουν την παραγωγή αγαθών που ζητούνται με μικρότερη επιτακτικότητα και να επεκτείνουν την παραγωγή εκείνων των αγαθών για τα οποία η ζήτηση των καταναλωτών είναι περισσότερο επιτακτική. Ο παραλογισμός όλων των προσπαθειών σταθεροποίησης των τιμών συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι η σταθεροποίηση θα απέτρεπε κάθε περαιτέρω βελτίωση και θα οδηγούσε σε ακαμψία και στασιμότητα. Η ευκαμψία των τιμών των εμπορευμάτων και των μισθών αποτελεί το μέσο της προσαρμογής, της βελτίωσης και της προόδου. Όσοι καταδικάζουν ως άδικες τις μεταβολές των τιμών και των μισθών και ζητούν τη διατήρηση εκείνων που αποκαλούν δίκαιες τιμές και δίκαιους μισθούς αντιμάχονται στην πραγματικότητα τις προσπάθειες βελτίωσης των οικονομικών συνθηκών.

However, the notion of just prices and wage rates as present to the mind of people other than philosophers is very different. When the nonphilosopher calls a price just, what he means is that the preservation of this price improves or at least does not impair his own revenues and station in society. He calls unjust any price that jeopardizes his own wealth and station. It is “just” that the prices of those goods and services which he sells rise more and more and that the prices of those goods and services he buys drop more and more. To the farmer no price of wheat, however high, appears unjust. To the wage earner no wage rates, however high, appear unfair. But the farmer is quick to denounce every drop in the price of wheat as a violation of divine and human laws, and the wage earners rise in rebellion when their wages drop. Yet the market society has no means of adjusting production to changing conditions other than the operation of the market. By means of price changes it forces people to restrict the production of articles less urgently asked for and to expand the production of those articles for which consumers’ demand is more urgent. The absurdity of all endeavors to stabilize prices consists precisely in the fact that stabilization would prevent any further improvement and result in rigidity and stagnation. The flexibility of commodity prices and wage rates is the vehicle of adjustment, improvement, and progress. Those who condemn changes in prices and wage rates as unjust, and who ask for the preservation of what they call just, are in fact combating endeavors to make economic conditions more satisfactory.

42

Δεν είναι άδικο το γεγονός ότι επικρατούσε επί μακρόν μια τάση διαμόρφωσης των τιμών των γεωργικών προϊόντων κατά τέτοιον τρόπο, ώστε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού εγκατέλειψε τη γεωργία και στράφηκε προς τους μεταποιητικούς κλάδους. Αν δεν υπήρχε αυτή η τάση, το ενενήντα τοις εκατό ή και περισσότερο του πληθυσμού θα εξακολουθούσε να απασχολείται στη γεωργία και η ανάπτυξη των μεταποιητικών κλάδων θα είχε ανακοπεί. Όλα τα στρώματα του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων των αγροτών, θα βρίσκονταν σε χειρότερη θέση. Αν είχε εφαρμοστεί η σχολαστική θεωρία της δίκαιης τιμής, θα εξακολουθούσαν να επικρατούν οι οικονομικές συνθήκες του δέκατου τρίτου αιώνα. Ο πληθυσμός θα ήταν πολύ μικρότερος από τον σημερινό και το βιοτικό επίπεδο πολύ χαμηλότερο.

It is not unjust that there has long prevailed a tendency toward such a determination of the prices of agricultural products that the greater part of the population abandoned farming and moved toward the processing industries. But for this tendency, 90 per cent or more of the population would still be occupied in agriculture and the processing industries would have been stunted in their growth. All strata of the population, including the farmers, would be worse off. If Thomas Aquinas’ doctrine of the just price had been put into practice, the thirteenth century’s economic conditions would still prevail. Population figures would be much smaller than they are today and the standard of living much lower.

43

Και οι δύο παραλλαγές της θεωρίας της δίκαιης τιμής, η φιλοσοφική και η λαϊκή, συμφωνούν ως προς την καταδίκη των τιμών και των μισθών που καθορίζονται στην ανεμπόδιστη αγορά. Αυτή η άρνηση, όμως, δεν παρέχει από μόνη της καμία απάντηση στο ερώτημα σε ποιο ύψος πρέπει να ανέρχονται οι δίκαιες τιμές και οι δίκαιοι μισθοί. Αν η ηθική ορθότητα πρόκειται να ανυψωθεί στη θέση του απώτατου κριτηρίου της οικονομικής δράσης, πρέπει να υποδειχθεί με σαφήνεια σε κάθε δρώντα άνθρωπο τι οφείλει να πράττει, ποιες τιμές πρέπει να ζητεί και ποιες τιμές πρέπει να καταβάλλει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση· και όλοι όσοι τολμούν να μην υπακούσουν πρέπει να εξαναγκάζονται — μέσω ενός μηχανισμού βίαιου εξαναγκασμού και καταναγκασμού— να συμμορφωθούν προς αυτές τις εντολές.

Πρέπει να εγκαθιδρυθεί μια ανώτατη αρχή που θα εκδίδει κανόνες και θα ρυθμίζει τη συμπεριφορά από κάθε άποψη, θα μεταβάλλει αυτούς τους κανόνες όταν χρειάζεται, θα τους ερμηνεύει αυθεντικά και θα επιβάλλει την εφαρμογή τους. Επομένως, η αντικατάσταση της ιδιοτελούς επιδίωξης του κέρδους από την κοινωνική δικαιοσύνη και την ηθική ορθότητα απαιτεί, για την πραγμάτωσή της, ακριβώς εκείνες τις πολιτικές κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις τις οποίες οι υπέρμαχοι της ηθικής εξυγίανσης της ανθρωπότητας επιθυμούν να καταστήσουν περιττές. Καμία απόκλιση από την ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς δεν είναι νοητή χωρίς αυταρχική πειθάρχηση. Δεν έχει σημασία αν η αρχή στην οποία ανατίθενται αυτές οι εξουσίες αποκαλείται κοσμική κυβέρνηση ή θεοκρατικό ιερατείο.

Both varieties of the just-price doctrine, the philosophical and the popular, agree in their condemnation of the prices and wage rates as determined on the unhampered market. But this negativism does not in itself provide any answer to the question of what height the just prices and wage rates should attain. If righteousness is to be elevated to the position of the ultimate standard of economic action, one must unambiguously tell every actor what he should do, what prices he should ask, and what prices he should pay in each concrete case, and one must force—by recourse to an apparatus of violent compulsion and coercion—all those venturing disobedience to comply with these orders. One must establish a supreme authority issuing norms and regulating conduct in every respect, altering these norms if need be, interpreting them authentically, and enforcing them. Thus the substitution of social justice and righteousness for selfish profitseeking requires for its realization precisely those policies of government interference with business which the advocates of the moral purification of mankind want to make superfluous. No deviation from the unhampered market economy is thinkable without authoritarian regimentation. Whether the authority in which these powers are vested is called lay government or theocratical priesthood makes no difference.

44

Οι μεταρρυθμιστές, όταν παροτρύνουν τους ανθρώπους να απομακρυνθούν από την ιδιοτέλεια, απευθύνονται στους κεφαλαιούχους και στους επιχειρηματίες και μερικές φορές —αν και μόνο διστακτικά— στους μισθωτούς. Η οικονομία της αγοράς, όμως, είναι σύστημα κυριαρχίας των καταναλωτών. Οι ηθικολόγοι ιεροκήρυκες θα έπρεπε να απευθύνονται στους καταναλωτές και όχι στους παραγωγούς. Θα έπρεπε να πείσουν τους καταναλωτές να παραιτηθούν από την προτίμηση καλύτερων και φθηνότερων εμπορευμάτων έναντι κατώτερων και ακριβότερων, ώστε να μη βλάπτουν τον λιγότερο αποτελεσματικό παραγωγό. Θα έπρεπε να τους πείσουν να περιορίσουν τις δικές τους αγορές, προκειμένου να δοθεί στους φτωχότερους η δυνατότητα να αγοράσουν περισσότερα.

Αν κάποιος επιθυμεί να ενεργούν οι καταναλωτές κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να τους υποδεικνύει σαφώς τι να αγοράζουν, σε ποια ποσότητα, από ποιον και σε ποιες τιμές· και πρέπει να μεριμνήσει για την επιβολή αυτών των εντολών μέσω εξαναγκασμού και καταναγκασμού. Τότε, όμως, έχει υιοθετήσει ακριβώς εκείνο το σύστημα αυταρχικού ελέγχου το οποίο η ηθική μεταρρύθμιση επιθυμεί να καταστήσει περιττό.

The reformers, in exhorting people to turn away from selfishness, address themselves to capitalists and entrepreneurs, and sometimes, although only timidly, to wage earners as well. However, the market economy is a system of consumers’ supremacy. The sermonizers should appeal to consumers, not to producers. They should persuade the consumers to renounce preferring better and cheaper merchandise to poorer and dearer merchandise lest they hurt the less efficient producer. They should persuade them to restrict their own purchases in order to provide poorer people with the opportunity to buy more. If one wants the consumers to act in this way, one must tell them plainly what to buy, in what quantity, from whom, and at what prices; and one must provide for enforcing such orders by coercion and compulsion. But then one has adopted exactly that system of authoritarian control which moral reform wants to make unnecessary.

45

Όποια ελευθερία μπορούν να απολαμβάνουν τα άτομα στο πλαίσιο της κοινωνικής συνεργασίας εξαρτάται από τη σύμπτωση του ατομικού οφέλους με το δημόσιο συμφέρον. Εντός του πεδίου στο οποίο το άτομο, επιδιώκοντας τη δική του ευημερία, προάγει επίσης —ή τουλάχιστον δεν βλάπτει— την ευημερία των συνανθρώπων του, οι άνθρωποι που ακολουθούν τον δικό τους δρόμο δεν θέτουν σε κίνδυνο ούτε τη διατήρηση της κοινωνίας ούτε τα συμφέροντα άλλων ανθρώπων. Αναδύεται έτσι μια σφαίρα ελευθερίας και ατομικής πρωτοβουλίας, μια σφαίρα εντός της οποίας επιτρέπεται στον άνθρωπο να επιλέγει και να δρα με δική του βούληση.

Αυτή η σφαίρα ελευθερίας, την οποία οι σοσιαλιστές και οι παρεμβατιστές αποκαλούν περιφρονητικά «οικονομική ελευθερία», είναι η μόνη που καθιστά δυνατές όλες εκείνες τις συνθήκες οι οποίες αποκαλούνται συνήθως ελευθερίες στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικής συνεργασίας υπό τον καταμερισμό της εργασίας. Πρόκειται για την οικονομία της αγοράς ή τον καπιταλισμό, μαζί με το πολιτικό του επακόλουθο —οι μαρξιστές θα έπρεπε να πουν: με το «εποικοδόμημά» του—, την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση.

Whatever freedom individuals can enjoy within the framework of social cooperation is conditional upon the concord of private gain and public weal. Within the orbit in which the individual, in pursuing his own well-being, advances also—or at least does not impair—the well-being of his fellow men, people going their own ways jeopardize neither the preservation of society nor the concerns of other people. A realm of freedom and individual initiative emerges, a realm in which man is allowed to choose and to act of his own accord. This sphere of economic freedom is the basis of all the other freedoms compatible with cooperation under the division of labor. It is the market economy or capitalism with its political corollary (the Marxians would have to say: with its “superstructure”), representative government.

46

Όσοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει σύγκρουση μεταξύ της πλεονεξίας των διαφόρων ατόμων ή μεταξύ της πλεονεξίας των ατόμων, αφενός, και του κοινού καλού, αφετέρου, δεν μπορούν να αποφύγουν να υποστηρίξουν την κατάργηση του δικαιώματος των ατόμων να επιλέγουν και να δρουν. Πρέπει να αντικαταστήσουν τη διακριτική ευχέρεια των πολιτών με την κυριαρχία ενός κεντρικού συμβουλίου διεύθυνσης της παραγωγής. Στο σχήμα τους για την καλή κοινωνία δεν απομένει κανένα περιθώριο για την ιδιωτική πρωτοβουλία. Η αρχή εκδίδει διαταγές και όλοι εξαναγκάζονται να υπακούσουν.

Those who contend that there is a conflict between the acquisitiveness of various individuals or between the acquisitiveness of individuals on the one hand and the commonweal on the other, cannot avoid advocating the suppression of the individuals’ right to choose and to act. They must substitute the supremacy of a central board of production management for the discretion of the citizens. In their scheme of the good society there is no room left for private initiative. The authority issues orders and everybody is forced to obey.

47

5. Το νόημα του laissez-faire

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. The Meaning of Laissez Faire

48

Στη Γαλλία του δέκατου όγδοου αιώνα, η φράση laissez faire, laissez passer αποτέλεσε τη διατύπωση στην οποία ορισμένοι υπέρμαχοι της ελευθερίας συμπύκνωσαν το πρόγραμμά τους. Σκοπός τους ήταν η εγκαθίδρυση της ανεμπόδιστης κοινωνίας της αγοράς. Για να επιτύχουν αυτόν τον σκοπό, υποστήριζαν την κατάργηση όλων των νόμων που εμπόδιζαν τους εργατικότερους και αποτελεσματικότερους ανθρώπους να υπερκεράσουν τους λιγότερο εργατικούς και λιγότερο αποτελεσματικούς ανταγωνιστές τους και περιόριζαν την κινητικότητα των εμπορευμάτων και των ανθρώπων. Αυτό ακριβώς προοριζόταν να εκφράσει η περίφημη αρχή.

In eighteenth-century France the saying laissez faire, laissez passer was the formula into which some of the champions of the cause of liberty compressed their program. Their aim was the establishment of the unhampered market society. In order to attain this end they advocated the abolition of all laws preventing more industrious and more efficient people from overdoing less industrious and less efficient competitors and restricting the mobility of commodities and of men. It was this that the famous maxim was designed to express.

49

Στην εποχή μας, η οποία χαρακτηρίζεται από παθιασμένη λαχτάρα για κυβερνητική παντοδυναμία, η διατύπωση laissez-faire έχει περιέλθει σε ανυποληψία. Η κοινή γνώμη τη θεωρεί πλέον εκδήλωση τόσο ηθικής διαφθοράς όσο και έσχατης άγνοιας.

In our age of passionate longing for government omnipotence the formula laissez faire is in disrepute. Public opinion now considers it a manifestation both of moral depravity and of the utmost ignorance.

50

Όπως αντιλαμβάνεται τα πράγματα ο παρεμβατιστής, η εναλλακτική επιλογή είναι μεταξύ «αυτόματων δυνάμεων» και «συνειδητού σχεδιασμού». Είναι προφανές, υπαινίσσεται, ότι η εξάρτηση από αυτόματες διαδικασίες αποτελεί καθαρή ανοησία. Κανένας λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να προτείνει σοβαρά να μην πράττουμε τίποτε και να αφήνουμε τα πράγματα να εξελίσσονται χωρίς την παρέμβαση σκόπιμης δράσης. Ένα σχέδιο, και μόνο λόγω του γεγονότος ότι αποτελεί εκδήλωση συνειδητής δράσης, είναι ασυγκρίτως ανώτερο από την απουσία οποιουδήποτε σχεδιασμού. Υποστηρίζεται ότι laissez-faire σημαίνει: Αφήστε τα δεινά να συνεχίζονται· μην επιχειρείτε να βελτιώσετε τη μοίρα της ανθρωπότητας μέσω έλλογης δράσης.

As the interventionist sees things, the alternative is “automatic forces” or “conscious planning.”[3] It is obvious, he implies, that to rely upon automatic processes is sheer stupidity. No reasonable man can seriously recommend doing nothing and letting things go as they do without interference on the part of purposive action. A plan, by the very fact that it is a display of conscious action, is incomparably superior to the absence of any planning. Laissez faire is said to mean: Let the evils last, do not try to improve the lot of mankind by reasonable action.

51

Αυτός ο συλλογισμός είναι εντελώς εσφαλμένος. Το επιχείρημα που προβάλλεται υπέρ του σχεδιασμού προκύπτει εξ ολοκλήρου από μια ανεπίτρεπτη ερμηνεία μιας μεταφοράς. Δεν έχει κανένα άλλο θεμέλιο πέρα από τις συνδηλώσεις του όρου «αυτόματο», ο οποίος χρησιμοποιείται συνήθως μεταφορικά για την περιγραφή της διαδικασίας της αγοράς. Σύμφωνα με το Concise Oxford Dictionary, «αυτόματο» σημαίνει «ασυνείδητο, χωρίς νοημοσύνη, απλώς μηχανικό». Σύμφωνα με το Webster’s Collegiate Dictionary, «αυτόματο» σημαίνει «μη υποκείμενο στον έλεγχο της βούλησης, ... εκτελούμενο χωρίς ενεργό σκέψη και χωρίς συνειδητή πρόθεση ή καθοδήγηση». Τι θρίαμβος για τον υπέρμαχο του σχεδιασμού να παίξει αυτό το ισχυρό χαρτί!

This is utterly fallacious talk. The argument advanced for planning is entirely derived from an impermissible interpretation of a metaphor. It has no foundation other than the connotations implied in the term “automatic” which it is customary to apply in a metaphorical sense for the description of the market process.[4] Automatic, says the Concise Oxford Dictionary,[5] means “unconscious, unintelligent, merely mechanical.” Automatic, says Webster’s Collegiate Dictionary,[6] means “not subject to the control of the will, . . . performed without active thought and without conscious intention or direction.” What a triumph for the champion of planning to play this trump card!

52

Η αλήθεια είναι ότι η εναλλακτική επιλογή δεν είναι μεταξύ ενός νεκρού μηχανισμού ή ενός άκαμπτου αυτοματισμού, αφενός, και του συνειδητού σχεδιασμού, αφετέρου. Η εναλλακτική επιλογή δεν είναι μεταξύ σχεδίου και απουσίας σχεδίου. Το ερώτημα είναι: Τίνος ο σχεδιασμός; Πρέπει κάθε μέλος της κοινωνίας να σχεδιάζει για τον εαυτό του ή πρέπει μόνο μια καλοπροαίρετη κυβέρνηση να σχεδιάζει για όλους; Το ζήτημα δεν είναι ο αυτοματισμός έναντι της συνειδητής δράσης· είναι η αυτόνομη δράση κάθε ατόμου έναντι της αποκλειστικής δράσης της κυβέρνησης. Είναι η ελευθερία έναντι της κυβερνητικής παντοδυναμίας.

The truth is that the alternative is not between a dead mechanism or a rigid automatism on one hand and conscious planning on the other hand. The alternative is not plan or no plan. The question is whose planning? Should each member of society plan for himself, or should a benevolent government alone plan for them all? The issue is not automatism versus conscious action; it is autonomous action of each individual versus the exclusive action of the government. It is freedom versus government omnipotence.

53

Το laissez-faire δεν σημαίνει: Αφήστε να λειτουργούν άψυχες μηχανικές δυνάμεις. Σημαίνει: Αφήστε κάθε άτομο να επιλέξει πώς επιθυμεί να συνεργαστεί στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας· αφήστε τους καταναλωτές να καθορίσουν τι πρέπει να παράγουν οι επιχειρηματίες. Ο σχεδιασμός σημαίνει: Αφήστε αποκλειστικά την κυβέρνηση να επιλέγει και να επιβάλλει τις αποφάσεις της μέσω του μηχανισμού εξαναγκασμού και καταναγκασμού.

Laissez faire does not mean: Let soulless mechanical forces operate. It means: Let each individual choose how he wants to cooperate in the social division of labor; let the consumers determine what the entrepreneurs should produce. Planning means: Let the government alone choose and enforce its rulings by the apparatus of coercion and compulsion.

54

Υπό το laissez-faire, λέει ο σχεδιαστής, δεν παράγονται τα αγαθά που οι άνθρωποι χρειάζονται «πραγματικά», αλλά εκείνα τα αγαθά από την πώληση των οποίων αναμένονται οι υψηλότερες αποδόσεις. Σκοπός του σχεδιασμού είναι να κατευθύνει την παραγωγή προς την ικανοποίηση των «αληθινών» αναγκών. Ποιος, όμως, θα αποφασίσει ποιες είναι οι «αληθινές» ανάγκες;

Under laissez faire, says the planner, it is not those goods which people “really” need that are produced, but those goods from the sale of which the highest returns are expected. It is the objective of planning to direct production toward the satisfaction of the “true” needs. But who is to decide what the “true” needs are?

55

Για παράδειγμα, ο καθηγητής Harold Laski, πρώην πρόεδρος του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος, θα όριζε ως σκοπό της σχεδιασμένης κατεύθυνσης των επενδύσεων «να χρησιμοποιούνται οι αποταμιεύσεις του επενδυτή για κατοικίες αντί για κινηματογράφους». Δεν έχει σημασία αν συμφωνεί κανείς ή όχι με την άποψη του καθηγητή ότι οι καλύτερες κατοικίες είναι σημαντικότερες από τις κινηματογραφικές ταινίες. Αποτελεί γεγονός ότι οι καταναλωτές, δαπανώντας μέρος των χρημάτων τους για την είσοδό τους στους κινηματογράφους, έκαναν διαφορετική επιλογή.

Αν οι μάζες της Μεγάλης Βρετανίας —οι ίδιοι άνθρωποι των οποίων οι ψήφοι έφεραν το Εργατικό Κόμμα στην εξουσία— έπαυαν να συχνάζουν στους κινηματογράφους και δαπανούσαν περισσότερα για άνετες οικίες και διαμερίσματα, οι επιχειρήσεις που επιδιώκουν το κέρδος θα εξαναγκάζονταν να επενδύσουν περισσότερα στην κατασκευή κατοικιών και πολυκατοικιών και λιγότερα στην παραγωγή δαπανηρών κινηματογραφικών ταινιών. Επιθυμία του κυρίου Laski ήταν να αψηφήσει τις επιθυμίες των καταναλωτών και να αντικαταστήσει τη βούλησή τους με τη δική του. Ήθελε να καταργήσει τη δημοκρατία της αγοράς και να εγκαθιδρύσει την απόλυτη κυριαρχία του τσάρου της παραγωγής. Ίσως πίστευε ότι είχε δίκιο από κάποια ανώτερη σκοπιά και ότι, ως υπεράνθρωπος, είχε κληθεί να επιβάλει τις δικές του αποτιμήσεις στις μάζες των κατώτερων ανθρώπων. Τότε, όμως, θα έπρεπε να είναι αρκετά ειλικρινής ώστε να το δηλώσει σαφώς.

Thus, for instance, Professor Harold Laski, the former chairman of the British Labor Party, would determine as the objective of the planned direction of investment “that the use of the investor’s savings will be in housing rather than in cinemas.”[7] It is beside the point whether or not one agrees with the professor’s view that better houses are more important than moving pictures. It is a fact that the consumers, in spending part of their money for admission to the movies, have made another choice. If the masses of Great Britain, the same people whose votes swept the Labor Party into power, were to stop patronizing the moving pictures and to spend more for comfortable homes and apartments, profit-seeking business would be forced to invest more in building homes and apartment houses and less in the production of expensive pictures. It is Mr. Laski’s desire to defy the wishes of the consumers and to substitute his own will for that of the consumers. He wants to do away with the democracy of the market and to establish the absolute rule of a production tsar. He may believe that he is right from a “higher” point of view, and that as a superman he is called upon to impose his own valuations on the masses of inferior men. But then he should be frank enough to say so plainly.

56

Όλοι αυτοί οι παθιασμένοι έπαινοι για την υπεροχή της κυβερνητικής δράσης δεν αποτελούν παρά ανεπαρκές προσωπείο της αυτοθεοποίησης του εκάστοτε παρεμβατιστή. Ο μεγάλος θεός Κράτος είναι μεγάλος θεός μόνο επειδή αναμένεται να πράττει αποκλειστικά όσα επιθυμεί να δει να πραγματοποιούνται ο συγκεκριμένος υπέρμαχος του παρεμβατισμού. Γνήσιο είναι μόνο εκείνο το σχέδιο το οποίο εγκρίνει πλήρως ο συγκεκριμένος σχεδιαστής. Όλα τα άλλα σχέδια είναι απλώς κίβδηλα. Όταν ο συγγραφέας ενός βιβλίου για τα οφέλη του σχεδιασμού λέει «σχέδιο», έχει κατά νου, βεβαίως, αποκλειστικά το δικό του σχέδιο. Δεν λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο το σχέδιο που θέτει σε εφαρμογή η κυβέρνηση να διαφέρει από το δικό του.

Οι διάφοροι σχεδιαστές συμφωνούν μόνο ως προς την απόρριψη του laissez-faire, δηλαδή της διακριτικής ευχέρειας των ατόμων να επιλέγουν και να δρουν. Διαφωνούν πλήρως ως προς την επιλογή του μοναδικού σχεδίου που πρέπει να υιοθετηθεί. Σε κάθε αποκάλυψη των καταφανών και αδιαμφισβήτητων ελαττωμάτων των παρεμβατικών πολιτικών, οι υπέρμαχοι του παρεμβατισμού αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο. Αυτά τα ελαττώματα, λένε, ήταν αποτέλεσμα νόθου παρεμβατισμού· εκείνο που εμείς υποστηρίζουμε είναι ο καλός και όχι ο κακός παρεμβατισμός. Και, βεβαίως, καλός παρεμβατισμός είναι η ιδιαίτερη εκδοχή που υποστηρίζει ο καθηγητής.

All this passionate praise of the supereminence of government action is but a poor disguise for the individual interventionist’s self-deification. The great god State is a great god only because it is expected to do exclusively what the individual advocate of interventionism wants to see achieved. Only that plan is genuine which the individual planner fully approves. All other plans are simply counterfeit. In saying “plan” what the author of a book on the benefits of planning has in mind is, of course, his own plan alone. He does not take into account the possibility that the plan which the government puts into practice may differ from his own plan. The various planners agree only with regard to their rejection of laissez faire, i.e., the individuals’ discretion to choose and to act. They entirely disagree with regard to the choice of the unique plan to be adopted. To every exposure of the manifest and incontestable defects of interventionist policies the champions of interventionism react in the same way. These faults, they say, were the results of spurious interventionism; what we are advocating is good interventionism, not bad interventionism. And, of course, good interventionism is the professor’s own brand.

57

Laissez-faire σημαίνει: Αφήστε τον κοινό άνθρωπο να επιλέγει και να δρα· μην τον εξαναγκάζετε να υποτάσσεται σε έναν δικτάτορα.

Laissez faire means: Let the common man choose and act; do not force him to yield to a dictator.

58

6. Άμεση κυβερνητική παρέμβαση στην κατανάλωση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6. Direct Government Interference with Consumption

59

Κατά τη διερεύνηση των οικονομικών προβλημάτων του παρεμβατισμού δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε με εκείνες τις κυβερνητικές ενέργειες των οποίων σκοπός είναι να επηρεάσουν άμεσα την επιλογή καταναλωτικών αγαθών από τον καταναλωτή. Κάθε πράξη κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις πρέπει να επηρεάζει έμμεσα την κατανάλωση. Εφόσον η κυβερνητική παρέμβαση μεταβάλλει τα δεδομένα της αγοράς, πρέπει επίσης να μεταβάλλει τις αποτιμήσεις και τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Αν, όμως, σκοπός της κυβέρνησης είναι απλώς να εξαναγκάσει άμεσα τους καταναλωτές να καταναλώνουν αγαθά διαφορετικά από εκείνα που θα κατανάλωναν χωρίς το κυβερνητικό διάταγμα, δεν ανακύπτουν ιδιαίτερα προβλήματα που πρέπει να εξεταστούν από την οικονομική επιστήμη. Είναι αναμφισβήτητο ότι ένας ισχυρός και αδίστακτος αστυνομικός μηχανισμός διαθέτει την εξουσία να επιβάλλει τέτοια διατάγματα.

In investigating the economic problems of interventionism we do not have to deal with those actions of the government whose aim it is to influence immediately the consumer’s choice of consumers’ goods. Every act of government interference with business must indirectly affect consumption. As the government’s interference alters the market data, it must also alter the valuations and the conduct of the consumers. But if the aim of the government is merely to force the consumers directly to consume goods other than what they would have consumed in the absence of the government’s decree, no special problems emerge to be scrutinized by economics. It is beyond doubt that a strong and ruthless police apparatus has the power to enforce such decrees.

60

Κατά την εξέταση των επιλογών των καταναλωτών δεν ρωτούμε ποια κίνητρα παρακίνησαν έναν άνθρωπο να αγοράσει το a και να μην αγοράσει το b· λαμβάνουμε υπόψη μόνο τις πραγματικές πράξεις αγοράς και αποχής από την αγορά. Για τον καθορισμό των τιμών των αντιασφυξιογόνων προσωπίδων είναι αδιάφορο αν οι άνθρωποι τις αγοράζουν με δική τους πρωτοβουλία ή επειδή η κυβέρνηση υποχρεώνει τους πάντες να διαθέτουν μία. Το μόνο που έχει σημασία είναι το μέγεθος της ζήτησης.

In dealing with the choices of the consumers we do not ask what motives induced a man to buy a and not to buy b. We merely investigate what effects on the determination of market prices and thereby on production were brought about by the concrete conduct of the consumers. These effects do not depend on the considerations which led individuals to buy a and not to buy b; they depend only on the real acts of buying and abstention from buying. It is immaterial for the determination of the prices of gas masks whether people buy them of their own accord or because the government forces everybody to have a gas mask. What alone counts is the size of the demand.

61

Οι κυβερνήσεις που επιθυμούν να διατηρούν την εξωτερική εμφάνιση της ελευθερίας, ακόμη και όταν περιορίζουν την ελευθερία, συγκαλύπτουν την άμεση παρέμβασή τους στην κατανάλωση υπό τον μανδύα της παρέμβασης στις επιχειρήσεις. Σκοπός της ποτοαπαγόρευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν να εμποδίσει τους κατοίκους της χώρας να καταναλώνουν οινοπνευματώδη ποτά. Ο νόμος, όμως, υποκριτικά δεν κατέστησε παράνομη την ίδια την κατανάλωση ούτε την τιμωρούσε. Απαγόρευε απλώς την παραγωγή, την πώληση και τη μεταφορά οινοπνευματωδών ποτών, δηλαδή τις επιχειρηματικές συναλλαγές που προηγούνται της πράξης της κατανάλωσης.

Η ιδέα ήταν ότι οι άνθρωποι ενδίδουν στο ελάττωμα της οινοποσίας μόνο επειδή ασυνείδητοι επιχειρηματίες τούς παρασύρουν σε αυτήν. Ήταν, ωστόσο, πρόδηλο ότι σκοπός της ποτοαπαγόρευσης ήταν να προσβάλει την ελευθερία των ατόμων να δαπανούν τα χρήματά τους και να απολαμβάνουν τη ζωή τους με τον τρόπο που τα ίδια επιλέγουν. Οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στις επιχειρήσεις υπηρετούσαν απλώς αυτόν τον τελικό σκοπό.

Governments which are eager to keep up the outward appearance of freedom even when curtailing freedom disguise their direct interference with consumption under the cloak of interference with business. The aim of American prohibition was to prevent the individual residents of the country from drinking alcoholic beverages. But the law hypocritically did not make drinking as such illegal and did not penalize it. It merely prohibited the manufacture, the sale and the transportation of intoxicating liquors, the business transactions which precede the act of drinking. The idea was that people indulge in the vice of drinking only because unscrupulous businessmen prevail upon them. It was, however, manifest that the objective of prohibition was to encroach upon the individuals’ freedom to spend their dollars and to enjoy their lives according to their own fashion. The restrictions imposed upon business were only subservient to this ultimate end.

62

Τα προβλήματα που ενέχει η άμεση κυβερνητική παρέμβαση στην κατανάλωση δεν αποτελούν καταλλακτικά προβλήματα. Υπερβαίνουν κατά πολύ το πεδίο της καταλλακτικής και αφορούν τα θεμελιώδη ζητήματα της ανθρώπινης ζωής και της κοινωνικής οργάνωσης. Αν είναι αληθές ότι η κυβέρνηση αντλεί την εξουσία της από τον Θεό και ότι η Θεία Πρόνοια της έχει αναθέσει να ενεργεί ως κηδεμόνας του αμαθούς και ανόητου πληθυσμού, τότε αποτελεί ασφαλώς καθήκον της να υποβάλλει σε κανονιστική πειθαρχία κάθε πτυχή της συμπεριφοράς των υπηκόων της. Ο θεόσταλτος κυβερνήτης γνωρίζει καλύτερα από τους κηδεμονευομένους του τι είναι καλό γι’ αυτούς. Καθήκον του είναι να τους προστατεύει από τη βλάβη που θα προκαλούσαν οι ίδιοι στον εαυτό τους αν αφήνονταν ελεύθεροι.

The problems involved in direct government interference with consumption are not catallactic problems. They go far beyond the scope of catallactics and concern the fundamental issues of human life and social organization. If it is true that government derives its authority from God and is entrusted by Providence to act as the guardian of the ignorant and stupid populace, then it is certainly its task to regiment every aspect of the subject’s conduct. The God-sent ruler knows better what is good for his wards than they do themselves. It is his duty to guard them against the harm they would inflict upon themselves if left alone.

63

Οι αυτοαποκαλούμενοι «ρεαλιστές» αδυνατούν να αναγνωρίσουν την τεράστια σημασία των αρχών που εμπλέκονται. Υποστηρίζουν ότι δεν θέλουν να εξετάσουν το ζήτημα από εκείνη που αποκαλούν φιλοσοφική και ακαδημαϊκή σκοπιά. Η προσέγγισή τους, ισχυρίζονται, καθοδηγείται αποκλειστικά από πρακτικές εκτιμήσεις. Αποτελεί γεγονός, λένε, ότι ορισμένοι άνθρωποι βλάπτουν τον εαυτό τους και τις αθώες οικογένειές τους καταναλώνοντας ναρκωτικές ουσίες. Μόνο δογματικοί θεωρητικοί θα μπορούσαν να είναι τόσο άκαμπτοι, ώστε να αντιτίθενται στην κυβερνητική ρύθμιση της διακίνησης ναρκωτικών. Οι ευεργετικές της συνέπειες δεν μπορούν να αμφισβητηθούν.

Self-styled “realistic” people fail to recognize the immense importance of the principles implied. They contend that they do not want to deal with the matter from what, they say, is a philosophic and academic point of view. Their approach is, they argue, exclusively guided by practical considerations. It is a fact, they say, that some people harm themselves and their innocent families by consuming narcotic drugs. Only doctrinaires could be so dogmatic as to object to the government’s regulation of the drug traffic. Its beneficent effects cannot be contested.

64

Η περίπτωση, όμως, δεν είναι τόσο απλή. Το όπιο και η μορφίνη είναι ασφαλώς επικίνδυνες ουσίες που προκαλούν εξάρτηση. Μόλις, όμως, γίνει δεκτή η αρχή ότι αποτελεί καθήκον της κυβέρνησης να προστατεύει το άτομο από τη δική του ανοησία, δεν μπορούν να προβληθούν σοβαρές αντιρρήσεις κατά περαιτέρω επεμβάσεων. Θα μπορούσε να συγκροτηθεί ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ της απαγόρευσης του οινοπνεύματος και της νικοτίνης.

Γιατί, όμως, να περιοριστεί η καλοπροαίρετη κηδεμονία της κυβέρνησης μόνο στην προστασία του σώματος του ατόμου; Δεν είναι η βλάβη που μπορεί να προκαλέσει ένας άνθρωπος στον νου και στην ψυχή του ακόμη πιο καταστροφική από οποιοδήποτε σωματικό κακό; Γιατί να μην εμποδίζεται να διαβάζει κακά βιβλία και να παρακολουθεί κακά θεατρικά έργα, να βλέπει κακούς πίνακες και αγάλματα και να ακούει κακή μουσική; Ασφαλώς, η βλάβη που προκαλούν οι κακές ιδεολογίες είναι πολύ πιο ολέθρια, τόσο για το άτομο όσο και για ολόκληρη την κοινωνία, από εκείνη που προκαλούν οι ναρκωτικές ουσίες.

However, the case is not so simple as that. Opium and morphine are certainly dangerous, habit-forming drugs. But once the principle is admitted that it is the duty of government to protect the individual against his own foolishness, no serious objections can be advanced against further encroachments. A good case could be made out in favor of the prohibition of alcohol and nicotine. And why limit the government’s benevolent providence to the protection of the individual’s body only? Is not the harm a man can inflict on his mind and soul even more disastrous than any bodily evils? Why not prevent him from reading bad books and seeing bad plays, from looking at bad paintings and statues and from hearing bad music? The mischief done by bad ideologies, surely, is much more pernicious, both for the individual and for the whole society, than that done by narcotic drugs.

65

Αυτοί οι φόβοι δεν αποτελούν απλώς φανταστικά φάσματα που τρομοκρατούν απομονωμένους θεωρητικούς. Αποτελεί γεγονός ότι καμία πατερναλιστική κυβέρνηση, είτε αρχαία είτε σύγχρονη, δεν δίστασε ποτέ να υποβάλει σε κανονιστική πειθαρχία τον νου, τις πεποιθήσεις και τις απόψεις των υπηκόων της. Αν καταργηθεί η ελευθερία του ανθρώπου να καθορίζει τη δική του κατανάλωση, καταργούνται όλες οι ελευθερίες. Οι αφελείς υπέρμαχοι της κυβερνητικής παρέμβασης στην κατανάλωση αυταπατώνται όταν παραβλέπουν εκείνο που περιφρονητικά αποκαλούν φιλοσοφική πτυχή του προβλήματος. Χωρίς να το αντιλαμβάνονται, υποστηρίζουν την υπόθεση της λογοκρισίας, της Ιεράς Εξέτασης, της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας και της δίωξης των διαφωνούντων.

These fears are not merely imaginary specters terrifying secluded doctrinaires. It is a fact that no paternal government, whether ancient or modern, ever shrank from regimenting its subjects’ minds, beliefs, and opinions. If one abolishes man’s freedom to determine his own consumption, one takes all freedoms away. The naïve advocates of government interference with consumption delude themselves when they neglect what they disdainfully call the philosophical aspect of the problem. They unwittingly support the case of censorship, inquisition, religious intolerance, and the persecution of dissenters.

66

Κατά την εξέταση της καταλλακτικής του παρεμβατισμού δεν πραγματευόμαστε αυτές τις πολιτικές συνέπειες της άμεσης κυβερνητικής παρέμβασης στην κατανάλωση των πολιτών. Ασχολούμαστε αποκλειστικά με εκείνες τις πράξεις παρέμβασης που αποβλέπουν στον εξαναγκασμό των επιχειρηματιών και των κεφαλαιούχων να χρησιμοποιούν τους συντελεστές παραγωγής κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που θα επέλεγαν αν υπάκουαν απλώς στις επιταγές της αγοράς. Κατά την εξέταση αυτή δεν θέτουμε το ερώτημα αν μια τέτοια παρέμβαση είναι καλή ή κακή από τη σκοπιά οποιασδήποτε προκαθορισμένης αντίληψης. Ρωτούμε αποκλειστικά αν μπορεί ή δεν μπορεί να επιτύχει τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν όσοι την υποστηρίζουν και προσφεύγουν σε αυτήν.

In dealing with the catallactics of interventionism we do not discuss these political consequences of direct government interference with the citizens’ consumption. We are exclusively concerned with those acts of interference which aim at forcing the entrepreneurs and capitalists to employ the factors of production in a way different from what they would have done if they merely obeyed the dictates of the market. In doing this, we do not raise the question of whether such interference is good or bad from any preconceived point of view. We merely ask whether or not it can attain those ends which those advocating and resorting to it are trying to attain.

67

Διαφθορά

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

68

Μια ανάλυση του παρεμβατισμού θα ήταν ελλιπής αν δεν αναφερόταν στο φαινόμενο της διαφθοράς.

Δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου πράξεις κυβερνητικής παρέμβασης στη διαδικασία της αγοράς οι οποίες, από τη σκοπιά των ενδιαφερόμενων πολιτών, δεν θα έπρεπε να χαρακτηριστούν είτε δημεύσεις είτε δωρεές. Κατά κανόνα, ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων πλουτίζει εις βάρος άλλων ατόμων ή ομάδων ατόμων. Σε πολλές περιπτώσεις, όμως, η βλάβη που προκαλείται σε ορισμένους ανθρώπους δεν αντιστοιχεί σε κανένα όφελος για άλλους.

Δεν υπάρχει δίκαιη και αμερόληπτη μέθοδος άσκησης της τεράστιας εξουσίας που ο παρεμβατισμός θέτει στα χέρια της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας. Οι υπέρμαχοι του παρεμβατισμού ισχυρίζονται ότι αντικαθιστούν τις —όπως υποστηρίζουν— «κοινωνικώς» επιζήμιες συνέπειες της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και των κεκτημένων συμφερόντων με την απεριόριστη διακριτική ευχέρεια του απολύτως σοφού και ανιδιοτελούς νομοθέτη και των ευσυνείδητων και ακαταπόνητων υπηρετών του, των γραφειοκρατών. Στα μάτια τους, ο κοινός άνθρωπος είναι ένα ανήμπορο νήπιο, το οποίο έχει επιτακτική ανάγκη από έναν πατρικό κηδεμόνα για να το προστατεύει από τα πανούργα τεχνάσματα μιας συμμορίας απατεώνων.

Απορρίπτουν όλες τις παραδοσιακές έννοιες του δικαίου και της νομιμότητας στο όνομα μιας «ανώτερης και ευγενέστερης» ιδέας δικαιοσύνης. Οτιδήποτε πράττουν οι ίδιοι είναι πάντοτε ορθό, επειδή βλάπτει εκείνους οι οποίοι επιθυμούν ιδιοτελώς να διατηρήσουν για τον εαυτό τους όσα, από τη σκοπιά αυτής της ανώτερης αντίληψης περί δικαιοσύνης, θα έπρεπε να ανήκουν σε άλλους.

Οι έννοιες της ιδιοτέλειας και της ανιδιοτέλειας, όπως χρησιμοποιούνται σε έναν τέτοιο συλλογισμό, είναι αυτοαντιφατικές και μάταιες. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, κάθε πράξη αποβλέπει στην επίτευξη μιας κατάστασης πραγμάτων η οποία είναι περισσότερο ικανοποιητική για τον δρώντα άνθρωπο από την κατάσταση που θα επικρατούσε χωρίς αυτή την πράξη. Υπό αυτή την έννοια, κάθε πράξη πρέπει να χαρακτηρίζεται ιδιοτελής.

Ο άνθρωπος που προσφέρει ελεημοσύνη σε πεινασμένα παιδιά το πράττει είτε επειδή αποτιμά τη δική του ικανοποίηση, την οποία αναμένει από αυτή τη δωρεά, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ικανοποίηση θα μπορούσε να αγοράσει δαπανώντας το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, είτε επειδή ελπίζει ότι θα ανταμειφθεί στη μεταθανάτια ζωή. Υπό αυτή την έννοια, ο πολιτικός είναι πάντοτε ιδιοτελής, ανεξάρτητα από το αν υποστηρίζει ένα δημοφιλές πρόγραμμα για να αποκτήσει κάποιο αξίωμα ή αν παραμένει σταθερά προσηλωμένος στις δικές του —μη δημοφιλείς— πεποιθήσεις και, έτσι, στερείται τα οφέλη που θα μπορούσε να αποκομίσει προδίδοντάς τες.

Στην ορολογία του αντικαπιταλισμού, οι λέξεις «ιδιοτελής» και «ανιδιοτελής» χρησιμοποιούνται για την ταξινόμηση των ανθρώπων από τη σκοπιά μιας θεωρίας η οποία θεωρεί την ισότητα του πλούτου και του εισοδήματος ως τη μοναδική φυσική και δίκαιη κατάσταση των κοινωνικών πραγμάτων, χαρακτηρίζει εκμεταλλευτές όσους κατέχουν ή κερδίζουν περισσότερα από τον μέσο όρο και καταδικάζει την επιχειρηματική δραστηριότητα ως επιζήμια για το κοινό καλό.

Από τη σκοπιά της ιδεολογίας της κρατικής υπαλληλίας, το να ασκεί κανείς επιχειρηματική δραστηριότητα, να εξαρτάται άμεσα από την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία των πράξεών του από τους καταναλωτές, να επιδιώκει την προτίμηση των αγοραστών και να αποκομίζει κέρδος αν επιτύχει να τους ικανοποιήσει καλύτερα από τους ανταγωνιστές του είναι ιδιοτελές και επαίσχυντο. Μόνο όσοι μισθοδοτούνται από την κυβέρνηση χαρακτηρίζονται ανιδιοτελείς και ευγενείς.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

69

Δυστυχώς, οι κάτοχοι δημόσιων αξιωμάτων και το προσωπικό τους δεν είναι άγγελοι. Αντιλαμβάνονται πολύ γρήγορα ότι οι αποφάσεις τους συνεπάγονται για τους επιχειρηματίες είτε σημαντικές ζημίες είτε — μερικές φορές— σημαντικά κέρδη. Ασφαλώς υπάρχουν και γραφειοκράτες που δεν δωροδοκούνται· υπάρχουν, όμως, άλλοι που επιθυμούν διακαώς να επωφεληθούν από κάθε «ασφαλή» ευκαιρία να «συμμετάσχουν» στα οφέλη εκείνων τους οποίους ευνοούν οι αποφάσεις τους.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

70

Σε πολλούς τομείς εφαρμογής των παρεμβατικών μέτρων, η ευνοιοκρατία είναι απλώς αδύνατον να αποφευχθεί. Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση των αδειών εξαγωγής ή εισαγωγής. Μια τέτοια άδεια έχει συγκεκριμένη χρηματική αξία για τον κάτοχό της. Σε ποιον πρέπει να χορηγήσει η κυβέρνηση την άδεια και σε ποιον πρέπει να την αρνηθεί; Δεν υπάρχει κανένα ουδέτερο ή αντικειμενικό κριτήριο που θα μπορούσε να καταστήσει την απόφαση απαλλαγμένη από μεροληψία και ευνοιοκρατία.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

71

Δεν έχει σημασία αν κατά τη διαδικασία αλλάζουν χέρια χρήματα. Το σκάνδαλο είναι το ίδιο όταν η άδεια παραχωρείται σε ανθρώπους οι οποίοι έχουν προσφέρει ή αναμένεται να προσφέρουν άλλου είδους πολύτιμες υπηρεσίες —για παράδειγμα, μέσω της ψήφου τους— στα πρόσωπα από τα οποία εξαρτάται η απόφαση.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

72

Η διαφθορά αποτελεί συστηματική συνέπεια του παρεμβατισμού. Η εξέταση των σχετικών προβλημάτων μπορεί να αφεθεί στους ιστορικούς και στους νομικούς.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

73

← Κεφάλαιο 26: Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 28: ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση