Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 25: Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΜΙΑΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ: ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΧΩΡΙΣ ΑΓΟΡΑ · Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 24: ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 26: Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 25: Η ΝΟΗΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΜΙΑΣ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
↗ στη σελίδα του βιβλίουPart Five Social Cooperation Without a Market XXV. THE IMAGINARY CONSTRUCTION OF A SOCIALIST SOCIETY
1. Η ιστορική προέλευση της σοσιαλιστικής ιδέας
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Historical Origin of the Socialist Idea
Όταν οι κοινωνικοί φιλόσοφοι του δέκατου όγδοου αιώνα έθεσαν τα θεμέλια της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια σχεδόν καθολικά αποδεκτή και αδιαμφισβήτητη διάκριση μεταξύ των ευτελώς ιδιοτελών ατόμων και του κράτους, το οποίο θεωρούνταν εκπρόσωπος των συμφερόντων ολόκληρης της κοινωνίας. Ωστόσο, εκείνη την εποχή δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η διαδικασία θεοποίησης που τελικά ανύψωσε τους ανθρώπους οι οποίοι διαχειρίζονται τον κοινωνικό μηχανισμό εξαναγκασμού και καταναγκασμού στην τάξη των θεών. Όταν οι άνθρωποι μιλούσαν για την κυβέρνηση, δεν είχαν ακόμη κατά νου την οιονεί θεολογική έννοια μιας παντοδύναμης και παντογνώστριας θεότητας, η οποία αποτελεί την τέλεια ενσάρκωση όλων των αρετών· είχαν κατά νου τις συγκεκριμένες κυβερνήσεις όπως αυτές δρούσαν στην πολιτική σκηνή.
Επρόκειτο για τις διάφορες κυρίαρχες οντότητες, των οποίων η εδαφική έκταση ήταν αποτέλεσμα αιματηρών πολέμων, διπλωματικών μηχανορραφιών, δυναστικών επιγαμιών και διαδοχών. Επρόκειτο για τους ηγεμόνες των οποίων η ιδιωτική περιουσία και τα ιδιωτικά εισοδήματα, σε πολλές χώρες, δεν είχαν ακόμη διαχωριστεί από το δημόσιο ταμείο· και για ολιγαρχικές δημοκρατίες, όπως η Βενετία και ορισμένα ελβετικά καντόνια, στις οποίες απώτατος σκοπός της διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων ήταν ο πλουτισμός της κυρίαρχης αριστοκρατίας.
Τα συμφέροντα αυτών των κυβερνητών βρίσκονταν σε αντίθεση, αφενός, προς τα συμφέροντα των «ιδιοτελών» υπηκόων τους, οι οποίοι ήταν αποκλειστικά αφοσιωμένοι στην επιδίωξη της δικής τους ευτυχίας, και, αφετέρου, προς τα συμφέροντα των ξένων κυβερνήσεων, οι οποίες επιθυμούσαν λεία και εδαφική επέκταση. Κατά την πραγμάτευση αυτών των αντιθέσεων, οι συγγραφείς βιβλίων περί δημόσιων υποθέσεων ήταν πρόθυμοι να ταχθούν υπέρ της κυβέρνησης της δικής τους χώρας. Υπέθεταν, χωρίς περιστροφές, ότι οι κυβερνήτες ήταν οι υπέρμαχοι των συμφερόντων ολόκληρης της κοινωνίας, τα οποία συγκρούονταν αγεφύρωτα με τα συμφέροντα των ατόμων. Περιορίζοντας την ιδιοτέλεια των υπηκόων τους, οι κυβερνήσεις προήγαν την ευημερία ολόκληρης της κοινωνίας εις βάρος των ευτελών επιδιώξεων των ατόμων.
WHEN the social philosophers of the eighteenth century laid the foundations of praxeology and economics, they were confronted with an almost universally accepted and uncontested distinction between the petty selfish individuals and the state, the representative of the interests of the whole society. However, at that time the deification process which finally elevated the men managing the social apparatus of coercion and compulsion into the ranks of the gods was not yet completed. What people had in mind when speaking of government was not yet the quasitheological notion of an omnipotent and omniscient deity, the perfect embodiment of all virtues; it was the concrete governments as they acted on the political scene. It was the various sovereign entities whose territorial size was the outcome of bloody wars, diplomatic intrigues, and dynastic intermarriage and succession. It was the princes whose private domain and revenue were in many countries not yet separated from the public treasury, and oligarchic republics, like Venice and some of the Swiss cantons, in which the ultimate objective of the conduct of public affairs was to enrich the ruling aristocracy. The interests of these rulers were in opposition to those of their “selfish” subjects exclusively committed to the pursuit of their own happiness on the one hand, and to those of foreign governments longing for booty and territorial aggrandizement on the other hand. In dealing with these antagonisms, the authors of books on public affairs were ready to espouse the cause of their own country’s government, They assumed quite candidly that the rulers are the champions of the interests of the whole society, irreconcilably conflicting with those of the individuals. In checking the selfishness of their subjects, governments were promoting the welfare of the whole of society as against the mean concerns of individuals.
Η φιλελεύθερη φιλοσοφία απέρριψε αυτές τις αντιλήψεις. Από τη δική της σκοπιά, στο εσωτερικό της ανεμπόδιστης κοινωνίας της αγοράς δεν υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ των ορθώς εννοούμενων συμφερόντων. Τα συμφέροντα των πολιτών δεν αντιτίθενται προς εκείνα του έθνους και τα συμφέροντα κάθε έθνους δεν αντιτίθενται προς εκείνα των άλλων εθνών.
The liberal philosophy discarded these notions. From its point of view there are within the unhampered market society no conflicts of the rightly understood interests. The interests of the citizens are not opposed to those of the nation, the interests of each nation are not opposed to those of other nations.
Ωστόσο, κατά την απόδειξη αυτής της θέσης, οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι συνέβαλαν ουσιωδώς στη διαμόρφωση της έννοιας του θεόμορφου κράτους. Στις έρευνές τους αντικατέστησαν τα πραγματικά κράτη της εποχής τους με την εικόνα ενός ιδεατού κράτους. Κατασκεύασαν την αόριστη εικόνα μιας κυβέρνησης της οποίας μοναδικός σκοπός είναι να καθιστά ευτυχισμένους τους πολίτες της.
Αυτό το ιδεώδες ασφαλώς δεν είχε κανένα αντίστοιχο στην Ευρώπη του ancien régime. Στην Ευρώπη εκείνη υπήρχαν Γερμανοί μικροηγεμόνες που πωλούσαν τους υπηκόους τους σαν ζώα, προκειμένου να πολεμήσουν στους πολέμους ξένων εθνών· υπήρχαν βασιλείς που εκμεταλλεύονταν κάθε ευκαιρία για να επιτεθούν στους ασθενέστερους γείτονές τους· υπήρχε η συγκλονιστική εμπειρία των διαμελισμών της Πολωνίας· υπήρχε η Γαλλία, η οποία κυβερνήθηκε διαδοχικά από δύο από τους πλέον έκλυτους άνδρες του αιώνα, τον Αντιβασιλέα της Ορλεάνης και τον Λουδοβίκο ΙΕ΄· και υπήρχε η Ισπανία, την οποία κυβερνούσε ο αγροίκος εραστής μιας μοιχαλίδας βασίλισσας.
Οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι, όμως, ασχολούνταν αποκλειστικά με ένα κράτος που δεν είχε τίποτε κοινό με αυτές τις κυβερνήσεις των διεφθαρμένων αυλών και αριστοκρατιών. Το κράτος, όπως εμφανίζεται στα συγγράμματά τους, κυβερνάται από ένα τέλειο υπεράνθρωπο ον, έναν βασιλιά του οποίου μοναδικός σκοπός είναι να προάγει την ευημερία των υπηκόων του. Ξεκινώντας από αυτή την παραδοχή, θέτουν το ερώτημα αν οι πράξεις των επιμέρους πολιτών, όταν αυτοί αφήνονται ελεύθεροι από κάθε αυταρχικό έλεγχο, θα εξελίσσονταν κατά τρόπους τους οποίους θα αποδοκίμαζε αυτός ο καλός και σοφός βασιλιάς.
Ο φιλελεύθερος φιλόσοφος απαντά αρνητικά σε αυτό το ερώτημα. Είναι αληθές, παραδέχεται, ότι οι επιχειρηματίες είναι ιδιοτελείς και επιδιώκουν το δικό τους κέρδος. Στην οικονομία της αγοράς, όμως, μπορούν να πραγματοποιήσουν κέρδη μόνο ικανοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις πιο επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών. Οι σκοποί της επιχειρηματικότητας δεν διαφέρουν από εκείνους του τέλειου βασιλιά. Διότι και αυτός ο καλοπροαίρετος βασιλιάς δεν επιδιώκει τίποτε άλλο από τη χρησιμοποίηση των μέσων παραγωγής κατά τρόπο ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή ικανοποίηση των καταναλωτών.
Yet in demonstrating this thesis the liberal philosophers themselves contributed an essential element to the notion of the godlike state. They substituted in their inquiries the image of an ideal state for the real states of their age. They constructed the vague image of a government whose only objective is to make its citizens happy. This ideal had certainly no counterpart in the Europe of the ancien régime. In this Europe there were German princelings who sold their subjects like cattle to fight the wars of foreign nations; there were kings who seized every opportunity to rush upon weaker neighbors; there was the shocking experience of the partitions of Poland; there was France successively governed by the century’s most profligate men, the Regent Orléans and Louis XV; and there was Spain, ruled by the ill-bred paramour of an adulterous queen. However, the liberal philosophers deal only with a state which has nothing in common with these governments of corrupt courts and aristocracies. The state, as it appears in their writings, is governed by a perfect superhuman being, a king whose only aim is to promote the welfare of his subjects. Starting from this assumption, they raise the question of whether the actions of the individual citizens when left free from any authoritarian control would not develop along lines of which this good and wise king would disapprove. The liberal philosopher answers this question in the negative. It is true, he admits, that the entrepreneurs are selfish and seek their own profit. However, in the market economy they can earn profits only by satisfying in the best possible way the most urgent needs of the consumers. The objectives of entrepreneurship do not differ from those of the perfect king. For this benevolent king too aims at nothing else than such an employment of the means of production that the maximum of consumer satisfaction can be reached.
Είναι προφανές ότι αυτός ο συλλογισμός εισάγει αξιολογικές κρίσεις και πολιτική μεροληψία στην πραγμάτευση των προβλημάτων. Αυτός ο πατερναλιστής κυβερνήτης αποτελεί απλώς ένα άλλο όνομα για τον οικονομολόγο, ο οποίος, μέσω αυτού του τεχνάσματος, ανυψώνει τις προσωπικές του αξιολογικές κρίσεις στην περιωπή ενός καθολικώς έγκυρου κριτηρίου απόλυτων και αιώνιων αξιών. Ο συγγραφέας ταυτίζει τον εαυτό του με τον τέλειο βασιλιά και αποκαλεί τους σκοπούς που ο ίδιος θα επέλεγε, αν διέθετε την εξουσία αυτού του βασιλιά, «ευημερία», «κοινό καλό» και «εθνικοοικονομική παραγωγικότητα», διακρίνοντάς τους από τους σκοπούς προς τους οποίους επιδιώκουν να κινηθούν τα ιδιοτελή άτομα.
Είναι τόσο αφελής, ώστε δεν αντιλαμβάνεται ότι αυτός ο υποθετικός αρχηγός του κράτους αποτελεί απλώς υποστασιοποίηση των δικών του αυθαίρετων αξιολογικών κρίσεων· και υποθέτει αμέριμνα ότι έχει ανακαλύψει ένα αδιαμφισβήτητο κριτήριο του καλού και του κακού. Μεταμφιεσμένο σε καλοπροαίρετο πατερναλιστή μονάρχη, το ίδιο το Εγώ του συγγραφέα ενθρονίζεται ως η φωνή του απόλυτου ηθικού νόμου.
It is obvious that this reasoning introduces value judgments and political bias into the treatment of the problems. This paternal ruler is merely an alias for the economist who by means of this trick elevates his personal value judgments to the dignity of a universally valid standard of absolute eternal values. The author identifies himself with the perfect king and calls the ends he himself would choose if he were equipped with this king’s power, welfare, commonweal, and volkswirtschaftliche productivity as distinct from the ends toward which the selfish individuals are striving. He is so naïve as not to see that this hypothetical chief of state is merely a hypostatization of his own arbitrary value judgments, and blithely assumes that he has discovered an incontestable standard of good and evil. Masked as the benevolent paternal autocrat, the author’s own Ego is enshrined as the voice of the absolute moral law.
Το ουσιώδες γνώρισμα της νοητικής κατασκευής του ιδεώδους καθεστώτος αυτού του βασιλιά είναι ότι όλοι οι πολίτες του υπόκεινται ανεπιφύλακτα σε αυταρχικό έλεγχο. Ο βασιλιάς εκδίδει διαταγές και όλοι υπακούουν. Αυτό δεν αποτελεί οικονομία της αγοράς· δεν υπάρχει πλέον ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Η ορολογία της οικονομίας της αγοράς διατηρείται, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πλέον ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, πραγματική αγορά και πώληση ούτε αγοραίες τιμές.
Η παραγωγή δεν κατευθύνεται από τη συμπεριφορά των καταναλωτών όπως αυτή εκδηλώνεται στην αγορά, αλλά από αυταρχικά διατάγματα. Η αρχή αναθέτει σε κάθε άνθρωπο τη θέση του στο σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, καθορίζει τι πρέπει να παραχθεί και με ποιον τρόπο, καθώς και τι επιτρέπεται να καταναλώνει κάθε άτομο. Αυτό είναι εκείνο που σήμερα μπορεί εύλογα να αποκληθεί γερμανική παραλλαγή της σοσιαλιστικής διαχείρισης.
The essential characteristic of the imaginary construction of this king’s ideal regime is that all its citizens are unconditionally subject to authoritarian control. The king issues orders and all obey. This is not a market economy; there is no longer private ownership of the means of production. The terminology of the market economy is retained, but in fact there is no longer any private ownership of the means of production, no real buying and selling, and no market prices. Production is not directed by the conduct of the consumers displayed on the market, but by authoritarian decrees. The authority assigns to everybody his station in the system of the social division of labor, determines what should be produced, and how and what each individual is allowed to consume. This is what nowadays can properly be called the German variety of socialist management.[1]
Οι οικονομολόγοι συγκρίνουν τώρα αυτό το υποθετικό σύστημα, το οποίο στα μάτια τους ενσαρκώνει τον ίδιο τον ηθικό νόμο, με την οικονομία της αγοράς. Το καλύτερο που μπορούν να πουν για την οικονομία της αγοράς είναι ότι δεν δημιουργεί μια κατάσταση διαφορετική από εκείνη που θα παρήγε η κυριαρχία του τέλειου μονάρχη. Εγκρίνουν την οικονομία της αγοράς μόνο επειδή, κατά την άποψή τους, η λειτουργία της επιτυγχάνει τελικά τα ίδια αποτελέσματα που θα επιδίωκε ο τέλειος βασιλιάς.
Έτσι, η απλή ταύτιση του ηθικώς καλού και του οικονομικώς σκόπιμου με τα σχέδια του ολοκληρωτικού δικτάτορα —ταύτιση που χαρακτηρίζει όλους τους υπέρμαχους του σχεδιασμού και του σοσιαλισμού— δεν αμφισβητήθηκε από πολλούς από τους παλαιούς φιλελευθέρους. Πρέπει μάλιστα να υποστηριχθεί ότι εκείνοι δημιούργησαν αυτή τη σύγχυση, όταν αντικατέστησαν τους μοχθηρούς και ασυνείδητους δεσπότες και πολιτικούς του πραγματικού κόσμου με την ιδεώδη εικόνα του τέλειου κράτους. Βεβαίως, για τον φιλελεύθερο στοχαστή αυτό το τέλειο κράτος αποτελούσε απλώς βοηθητικό εργαλείο συλλογισμού, ένα υπόδειγμα με το οποίο συνέκρινε τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Δεν ήταν, όμως, παράδοξο ότι οι άνθρωποι έθεσαν τελικά το ερώτημα γιατί να μη μεταφερθεί αυτό το ιδεώδες κράτος από τη σφαίρα της σκέψης στη σφαίρα της πραγματικότητας.
Now, the economists compare this hypothetical system, which in their eyes embodies the moral law itself, with the market economy. The best they can say of the market economy is that it does not bring about a state of affairs different from that produced by the supremacy of the perfect autocrat. They approve of the market economy only because its operation, as they see it, ultimately attains the same results the perfect king would aim at. Thus the simple identification of what is morally good and economically expedient with the plans of the totalitarian dictator that characterizes all champions of planning and socialism was not contested by many of the old liberals. One must even assert that they originated this confusion when they substituted the ideal image of the perfect state for the wicked and unscrupulous despots and politicians of the real world. Of course, for the liberal thinker this perfect state was merely an auxiliary tool of reasoning, a model with which he compared the operation of the market economy. But it was not amazing that people finally raised the question as to why one should not transfer this ideal state from the realm of thought into the realm of reality.
Όλοι οι παλαιότεροι κοινωνικοί μεταρρυθμιστές επιθυμούσαν να πραγματώσουν την καλή κοινωνία μέσω της δήμευσης ολόκληρης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και της επακόλουθης αναδιανομής της· το μερίδιο κάθε ανθρώπου θα έπρεπε να είναι ίσο με εκείνο κάθε άλλου, ενώ η αδιάκοπη επαγρύπνηση των αρχών θα διασφάλιζε τη διατήρηση αυτού του εξισωτικού συστήματος. Τα σχέδια αυτά κατέστησαν απραγματοποίητα όταν εμφανίστηκαν οι επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας στη μεταποίηση, στην εξόρυξη και στις μεταφορές. Δεν μπορούσε να τεθεί ζήτημα κατάτμησης των μεγάλων επιχειρηματικών μονάδων και διανομής των τμημάτων τους σε ίσα μερίδια.
Το πανάρχαιο πρόγραμμα της αναδιανομής αντικαταστάθηκε από την ιδέα της κοινωνικοποίησης. Τα μέσα παραγωγής επρόκειτο να απαλλοτριωθούν, χωρίς όμως να αναδιανεμηθούν. Το ίδιο το κράτος επρόκειτο να λειτουργεί όλα τα εργοστάσια και τα αγροκτήματα.
All older social reformers wanted to realize the good society by a confiscation of all private property and its subsequent redistribution; each man’s share should be equal to that of every other, and continuous vigilance by the authorities should safeguard the preservation of this equalitarian system. These plans became unrealizable when the large-scale enterprises in manufacturing, mining, and transportation appeared. There cannot be any question of splitting up large-scale business units and distributing the fragments in equal shares.[2] The age-old program of redistribution was superseded by the idea of socialization. The means of production were to be expropriated, but no redistribution was to be resorted to. The state itself was to run all the plants and farms.
Αυτό το συμπέρασμα κατέστη λογικά αναπόφευκτο μόλις οι άνθρωποι άρχισαν να αποδίδουν στο κράτος όχι μόνο ηθική αλλά και διανοητική τελειότητα. Οι φιλελεύθεροι φιλόσοφοι είχαν περιγράψει το νοητικό τους κράτος ως ανιδιοτελή οντότητα, αποκλειστικά αφοσιωμένη στην καλύτερη δυνατή βελτίωση της ευημερίας των υπηκόων της. Είχαν ανακαλύψει ότι, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας της αγοράς, η ιδιοτέλεια των πολιτών πρέπει να επιφέρει τα ίδια αποτελέσματα που θα επιδίωκε να πραγματοποιήσει αυτό το ανιδιοτελές κράτος· ακριβώς αυτό το γεγονός δικαιολογούσε, στα μάτια τους, τη διατήρηση της οικονομίας της αγοράς.
Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν μόλις οι άνθρωποι άρχισαν να αποδίδουν στο κράτος όχι μόνο τις καλύτερες προθέσεις αλλά και παντογνωσία. Τότε δεν μπορούσε παρά να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το αλάνθαστο κράτος ήταν ικανό να διευθύνει τις παραγωγικές δραστηριότητες επιτυχέστερα από ό,τι τα επιρρεπή σε σφάλματα άτομα. Θα απέφευγε όλα εκείνα τα σφάλματα που συχνά ματαιώνουν τις πράξεις των επιχειρηματιών και των κεφαλαιούχων. Δεν θα υπήρχαν πλέον εσφαλμένες επενδύσεις ούτε κατασπατάληση σπάνιων συντελεστών παραγωγής· ο πλούτος θα πολλαπλασιαζόταν.
Η «αναρχία» της παραγωγής φαίνεται σπάταλη όταν αντιπαραβάλλεται με τον σχεδιασμό του παντογνώστη κράτους. Ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής εμφανίζεται τότε ως το μοναδικό έλλογο σύστημα, ενώ η οικονομία της αγοράς φαίνεται να αποτελεί ενσάρκωση του παραλόγου. Στα μάτια των ορθολογιστών υπέρμαχων του σοσιαλισμού, η οικονομία της αγοράς είναι απλώς μια ακατανόητη παρέκκλιση της ανθρωπότητας. Στα μάτια εκείνων που επηρεάζονται από τον ιστορισμό, η οικονομία της αγοράς αποτελεί την κοινωνική τάξη ενός κατώτερου σταδίου της ανθρώπινης εξέλιξης, το οποίο η αναπόφευκτη διαδικασία της προοδευτικής τελειοποίησης θα εξαλείψει, προκειμένου να εγκαθιδρύσει το καταλληλότερο σύστημα του σοσιαλισμού. Και οι δύο τρόποι σκέψης συμφωνούν ότι ο ίδιος ο ορθός λόγος επιτάσσει τη μετάβαση στον σοσιαλισμό.
This inference became logically inescapable as soon as people began to ascribe to the state not only moral but also intellectual perfection. The liberal philosophers had described their imaginary state as an unselfish entity, exclusively committed to the best possible improvement of its subjects’ welfare. They had discovered that in the frame of a market society the citizens’ selfishness must bring about the same results that this unselfish state would seek to realize; it was precisely this fact that justified the preservation of the market economy in their eyes. But things became different as soon as people began to ascribe to the state not only the best intentions but also omniscience. Then one could not help concluding that the infallible state was in a position to succeed in the conduct of production activities better than erring individuals. It would avoid all those errors that often frustrate the actions of entrepreneurs and capitalists. There would no longer be malinvestment or squandering of scarce factors of production; wealth would multiply. The “anarchy” of production appears wasteful when contrasted with the planning of the omniscient state. The socialist mode of production then appears to be the only reasonable system, and the market economy seems the incarnation of unreason. In the eyes of the rationalist advocates of socialism, the market economy is simply an incomprehensible aberration of mankind. In the eyes of those influenced by historicism, the market economy is the social order of an inferior stage of human evolution which the inescapable process of progressive perfection will eliminate in order to establish the more adequate system of socialism. Both lines of thought agree that reason itself postulates the transition to socialism.
Εκείνο που ο αφελής νους αποκαλεί ορθό λόγο δεν είναι παρά η απολυτοποίηση των δικών του αξιολογικών κρίσεων. Το άτομο ταυτίζει απλώς τα προϊόντα του δικού του συλλογισμού με την ασαφή έννοια ενός απόλυτου λόγου. Κανένας σοσιαλιστής συγγραφέας δεν αναλογίστηκε ποτέ το ενδεχόμενο η αφηρημένη οντότητα την οποία θέλει να περιβάλει με απεριόριστη εξουσία —είτε αποκαλείται ανθρωπότητα, κοινωνία, έθνος, κράτος είτε κυβέρνηση— να μπορούσε να ενεργήσει κατά τρόπο τον οποίο ο ίδιος θα αποδοκίμαζε.
Ο σοσιαλιστής υποστηρίζει τον σοσιαλισμό επειδή είναι πλήρως πεπεισμένος ότι ο ανώτατος δικτάτορας της σοσιαλιστικής κοινοπολιτείας θα είναι λογικός από τη δική του σκοπιά —τη σκοπιά του συγκεκριμένου σοσιαλιστή—, ότι θα επιδιώκει τους σκοπούς τους οποίους εκείνος εγκρίνει πλήρως και ότι θα επιχειρεί να επιτύχει αυτούς τους σκοπούς επιλέγοντας τα μέσα που θα επέλεγε και ο ίδιος. Κάθε σοσιαλιστής αποκαλεί γνησίως σοσιαλιστικό μόνο εκείνο το σύστημα στο οποίο εκπληρώνονται πλήρως αυτές οι προϋποθέσεις· όλες οι άλλες παραλλαγές που διεκδικούν την ονομασία του σοσιαλισμού είναι, κατά την άποψή του, κίβδηλα συστήματα, εντελώς διαφορετικά από τον αληθινό σοσιαλισμό. Κάθε σοσιαλιστής είναι μεταμφιεσμένος δικτάτορας. Αλίμονο σε όλους τους διαφωνούντες! Έχουν απολέσει το δικαίωμα στη ζωή και πρέπει να «εκκαθαριστούν».
What the naïve mind calls reason is nothing but the absolutization of its own value judgments. The individual simply identifies the products of his own reasoning with the shaky notion of an absolute reason. No socialist ever gave a thought to the possibility that the abstract entity which he wants to vest with unlimited power—whether it is called humanity, society, nation, state, or government—could act in a way of which he himself disapproves. A socialist advocates socialism because he is fully convinced that the supreme director of the socialist commonwealth will be reasonable from his—the individual socialist’s—point of view, that he will aim at those ends of which he—the individual socialist—fully approves, and that he will try to attain these ends by choosing means which he—the individual socialist—would also choose. Every socialist calls only that system a genuinely socialist system in which these conditions are completely fulfilled; all other brands claiming the name of socialism are counterfeit systems entirely different from true socialism. Every socialist is a disguised dictator. Woe to all dissenters! They have forfeited their right to live and must be “liquidated.”
Η οικονομία της αγοράς καθιστά δυνατή την ειρηνική συνεργασία μεταξύ των ανθρώπων, παρά το γεγονός ότι αυτοί διαφωνούν ως προς τις αξιολογικές τους κρίσεις. Στα σχέδια των σοσιαλιστών δεν απομένει κανένα περιθώριο για αποκλίνουσες απόψεις. Αρχή τους είναι η Gleichschaltung, η πλήρης ομοιομορφία που επιβάλλεται από την αστυνομία.
The market economy makes peaceful cooperation among people possible in spite of the fact that they disagree with regard to their value judgments. In the plans of the socialists there is no room left for dissenting views. Their principle is Gleichschaltung, perfect uniformity enforced by the police.
Οι άνθρωποι αποκαλούν συχνά τον σοσιαλισμό θρησκεία. Είναι πράγματι η θρησκεία της αυτοθεοποίησης. Το Κράτος και η Κυβέρνηση για τα οποία μιλούν οι σχεδιαστές, ο Λαός των εθνικιστών, η Κοινωνία των μαρξιστών και η Ανθρωπότητα του θετικισμού του Comte αποτελούν ονομασίες του Θεού των νέων θρησκειών. Όλα αυτά τα είδωλα, όμως, δεν είναι παρά διαφορετικές ονομασίες της βούλησης του ίδιου του μεταρρυθμιστή. Αποδίδοντας στο είδωλό του όλες τις ιδιότητες που οι θεολόγοι αποδίδουν στον Θεό, το διογκωμένο Εγώ αυτοδοξάζεται. Είναι απείρως αγαθό, παντοδύναμο, πανταχού παρόν, παντογνώστη και αιώνιο. Είναι το μοναδικό τέλειο ον μέσα σε αυτόν τον ατελή κόσμο.
People frequently call socialism a religion. It is indeed the religion of self-deification. The State and Government of which the planners speak, the People of the nationalists, the Society of the Marxians and the Humanity of the positivists are names for the God of the new religions. But all these idols are merely aliases for the individual reformer’s own will. In ascribing to his idol all those attributes which the theologians ascribe to God, the inflated Ego glorifies itself. It is infinitely good, omnipotent, omnipresent, omniscient, eternal. It is the only perfect being in this imperfect world.
Η οικονομική επιστήμη δεν καλείται να εξετάσει την τυφλή πίστη και τη μισαλλοδοξία. Οι πιστοί είναι απρόσβλητοι από κάθε κριτική. Στα μάτια τους, η κριτική αποτελεί σκάνδαλο, μια βλάσφημη εξέγερση μοχθηρών ανθρώπων εναντίον της άφθαρτης λαμπρότητας του ειδώλου τους. Η οικονομική επιστήμη ασχολείται αποκλειστικά με τα σοσιαλιστικά σχέδια και όχι με τους ψυχολογικούς παράγοντες που ωθούν τους ανθρώπους να ενστερνιστούν τη θρησκεία της κρατολατρείας.
Economics is not called to examine blind faith and bigotry. The faithful are proof against every criticism. In their eyes criticism is scandalous, a blasphemous revolt of wicked men against the imperishable splendor of their idol. Economics deals merely with the socialist plans, not with the psychological factors that impel people to espouse the religion of statolatry.
Ο Karl Marx δεν υπήρξε ο δημιουργός του σοσιαλισμού. Το ιδεώδες του σοσιαλισμού είχε διαμορφωθεί πλήρως όταν ο Marx ασπάστηκε τη σοσιαλιστική πίστη. Τίποτε δεν μπορούσε να προστεθεί στην πραξεολογική σύλληψη του σοσιαλιστικού συστήματος, όπως αυτή είχε αναπτυχθεί από τους προκατόχους του, και ο Marx δεν προσέθεσε τίποτε. Ούτε ανασκεύασε τις αντιρρήσεις κατά της δυνατότητας πραγματοποίησης, της επιθυμητότητας και της ωφελιμότητας του σοσιαλισμού, τις οποίες είχαν διατυπώσει προγενέστεροι συγγραφείς και σύγχρονοί του. Δεν αποπειράθηκε καν να αναλάβει ένα τέτοιο εγχείρημα, έχοντας πλήρη επίγνωση της αδυναμίας του να επιτύχει. Το μόνο που έκανε για να αντιμετωπίσει τις επικρίσεις κατά του σοσιαλισμού ήταν να επινοήσει τη θεωρία του πολυλογισμού.
Karl Marx was not the originator of socialism. The idea of socialism was fully elaborated when Marx adopted the socialist creed. Nothing could be added to the praxeological description of the socialist system as developed by his predecessors, and Marx did not add anything. Neither did Marx refute the objections against the feasibility, desirability, and advantageousness of socialism raised by earlier authors and by his contemporaries. He never even embarked upon such a venture, fully aware as he was of his inability to succeed in it. All that he did to fight the criticisms of socialism was to hatch out the doctrine of polylogism.
Ωστόσο, οι υπηρεσίες που προσέφερε ο Marx στη σοσιαλιστική προπαγάνδα δεν περιορίστηκαν στην επινόηση του πολυλογισμού. Ακόμη σημαντικότερη υπήρξε η θεωρία του περί αναπόφευκτης έλευσης του σοσιαλισμού.
However, the services that Marx rendered to the socialist propaganda were not confined to the invention of polylogism. Still more important was his doctrine of the inevitability of socialism.
Ο Marx έζησε σε μια εποχή κατά την οποία η θεωρία του εξελικτικού βελτιωτισμού ήταν σχεδόν καθολικά αποδεκτή. Το αόρατο χέρι της Θείας Πρόνοιας οδηγεί τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τη βούλησή τους, από κατώτερα και λιγότερο τέλεια στάδια σε ανώτερα και τελειότερα. Στην πορεία της ανθρώπινης ιστορίας επικρατεί μια αναπόφευκτη τάση προς την πρόοδο και τη βελτίωση. Κάθε μεταγενέστερο στάδιο των ανθρώπινων υποθέσεων είναι, ακριβώς επειδή είναι μεταγενέστερο, και ανώτερο και καλύτερο. Τίποτε δεν είναι μόνιμο στις ανθρώπινες συνθήκες, εκτός από αυτή την ακατανίκητη ορμή προς την πρόοδο.
Ο Hegel, ο οποίος πέθανε λίγα χρόνια προτού εμφανιστεί ο Marx, είχε παρουσιάσει αυτή τη θεωρία στη συναρπαστική φιλοσοφία του για την ιστορία· και ο Nietzsche, ο οποίος εμφανίστηκε στο προσκήνιο την εποχή κατά την οποία αποχωρούσε ο Marx, την κατέστησε κεντρικό σημείο των εξίσου συναρπαστικών συγγραμμάτων του. Υπήρξε ο μύθος των τελευταίων διακοσίων ετών.
Marx lived in an age in which the doctrine of evolutionary meliorism was almost generally accepted. The invisible hand of Providence leads men, independently of their wills, from lower and less perfect stages to higher and more perfect ones. There prevails in the course of human history an inevitable tendency toward progress and improvement. Each later stage of human affairs is, by virtue of its being a later stage, also a higher and better stage. Nothing is permanent in human conditions except this irresistible urge toward progress. Hegel, who died a few years before Marx entered the scene, had presented this doctrine in his fascinating philosophy of history, and Nietzsche, who entered the scene just at the time when Marx withdrew, made it the focal point of his no less fascinating writings. It has been the myth of the last two hundred years.
Εκείνο που έκανε ο Marx ήταν να ενσωματώσει τη σοσιαλιστική πίστη σε αυτή τη βελτιωτιστική θεωρία. Η έλευση του σοσιαλισμού είναι αναπόφευκτη και το γεγονός αυτό αποδεικνύει από μόνο του ότι ο σοσιαλισμός αποτελεί ανώτερη και τελειότερη κατάσταση των ανθρώπινων πραγμάτων από την προηγούμενη κατάσταση του καπιταλισμού. Είναι μάταιο να συζητούνται τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός πρόκειται να έλθει «με το αδυσώπητο ενός φυσικού νόμου». Μόνο ανόητοι μπορούν να είναι τόσο αφελείς ώστε να αμφισβητούν αν εκείνο που πρόκειται αναπόφευκτα να έλθει είναι περισσότερο ωφέλιμο από εκείνο που προηγήθηκε. Μόνο εξαγορασμένοι απολογητές των άδικων αξιώσεων των εκμεταλλευτών μπορούν να είναι τόσο θρασείς ώστε να εντοπίζουν οποιοδήποτε ελάττωμα στον σοσιαλισμό.
What Marx did was to integrate the socialist creed into this meliorist doctrine. The coming of socialism is inevitable, and this by itself proves that socialism is a higher and more perfect state of human affairs than the preceding state of capitalism. It is vain to discuss the pros and cons of socialism. Socialism is bound to come “with the inexorability of a law of nature.”[3] Only morons can be so stupid as to question whether what is bound to come is more beneficial than what preceded it. Only bribed apologists of the unjust claims of the exploiters can be so insolent as to find any fault with socialism.
Αν αποδώσουμε τον χαρακτηρισμό «μαρξιστές» σε όλους όσοι συμφωνούν με αυτή τη θεωρία, πρέπει να αποκαλέσουμε μαρξιστές τη συντριπτική πλειονότητα των συγχρόνων μας. Αυτοί οι άνθρωποι συμφωνούν ότι η έλευση του σοσιαλισμού είναι τόσο απολύτως αναπόφευκτη όσο και άκρως επιθυμητή. Το «κύμα του μέλλοντος» ωθεί την ανθρωπότητα προς τον σοσιαλισμό. Διαφωνούν, βεβαίως, μεταξύ τους ως προς το ποιος πρέπει να αναλάβει την πηδαλιουχία του σοσιαλιστικού κρατικού σκάφους. Υπάρχουν πολλοί υποψήφιοι για τη θέση αυτή.
If we attribute the epithet Marxian to all those who agree with this doctrine, we must call the immense majority of our contemporaries Marxians. These people agree that the coming of socialism is both absolutely inevitable and highly desirable. The “wave of the future” drives mankind toward socialism. Of course, they disagree with one another as to who is to be entrusted with the captaincy of the socialist ship of state. There are many candidates for this job.
Ο Marx επιχείρησε να αποδείξει την προφητεία του με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι η μέθοδος της εγελιανής διαλεκτικής. Η καπιταλιστική ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελεί την πρώτη άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας του μεμονωμένου ανθρώπου και πρέπει να γεννήσει τη δική της άρνηση, δηλαδή την εγκαθίδρυση της δημόσιας ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Τόσο απλά ήταν τα πράγματα για τα πλήθη των εγελιανών συγγραφέων που κατέκλυσαν τη Γερμανία την εποχή του Marx.
Marx tried to prove his prophecy in a twofold way. The first is the method of Hegelian dialectics. Capitalist private property is the first negation of individual private property and must beget its own negation, viz., the establishment of public property in the means of production.[4] Things were as simple as that for the hosts of Hegelian writers who infested Germany in the days of Marx.
Η δεύτερη μέθοδος είναι η παρουσίαση των μη ικανοποιητικών συνθηκών που υποτίθεται ότι δημιουργεί ο καπιταλισμός. Η κριτική του Marx στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι εντελώς εσφαλμένη. Ακόμη και οι πλέον ορθόδοξοι μαρξιστές δεν είναι αρκετά τολμηροί ώστε να υποστηρίξουν σοβαρά τη θεμελιώδη θέση της, δηλαδή ότι ο καπιταλισμός οδηγεί σε προοδευτική εξαθλίωση των μισθωτών.
Ακόμη όμως και αν, χάριν της συζήτησης, γίνουν αποδεκτοί όλοι οι παραλογισμοί της μαρξικής ανάλυσης του καπιταλισμού, δεν έχει αποδειχθεί τίποτε ως προς τις δύο θέσεις ότι ο σοσιαλισμός πρόκειται αναπόφευκτα να έλθει και ότι δεν αποτελεί απλώς καλύτερο σύστημα από τον καπιταλισμό αλλά το τελειότερο δυνατό σύστημα, του οποίου η τελική πραγμάτωση θα προσφέρει στον άνθρωπο αιώνια ευδαιμονία κατά την επίγεια ζωή του.
Όλοι οι περίτεχνοι συλλογισμοί των ογκωδών τόμων που δημοσίευσαν ο Marx, ο Engels και εκατοντάδες μαρξιστές συγγραφείς δεν μπορούν να αποκρύψουν το γεγονός ότι η μοναδική και απώτατη πηγή της προφητείας του Marx είναι μια υποτιθέμενη έμπνευση, χάρη στην οποία ο Marx ισχυρίζεται ότι μάντεψε τα σχέδια των μυστηριωδών δυνάμεων που καθορίζουν την πορεία της ιστορίας. Όπως ο Hegel, έτσι και ο Marx ήταν ένας προφήτης που μετέδιδε στους ανθρώπους την αποκάλυψη την οποία του είχε γνωστοποιήσει μια εσωτερική φωνή.
The second method is the demonstration of the unsatisfactory conditions brought about by capitalism. Marx’s critique of the capitalist mode of production is entirely wrong. Even the most orthodox Marxians are not bold enough to support seriously its essential thesis, namely, that capitalism results in a progressive impoverishment of the wage earners. But if one admits for the sake of argument all the absurdities of the Marxian analysis of capitalism, nothing is yet won for the demonstration of the two theses, viz., that socialism is bound to come and that it is not only a better system than capitalism, but even the most perfect system, the final realization of which will bring to man eternal bliss in his earthly life. All the sophisticated syllogisms of the ponderous volumes published by Marx, Engels, and hundreds of Marxian authors cannot conceal the fact that the only and ultimate source of Marx’s prophecy is an alleged inspiration by virtue of which Marx claims to have guessed the plans of the mysterious powers determining the course of history. Like Hegel, Marx was a prophet communicating to the people the revelation that an inner voice had imparted to him.
Το εξέχον γεγονός στην ιστορία του σοσιαλισμού μεταξύ του 1848 και του 1920 ήταν ότι τα ουσιώδη προβλήματα σχετικά με τη λειτουργία του σχεδόν ποτέ δεν εξετάστηκαν. Το μαρξικό ταμπού στιγμάτιζε ως «αντιεπιστημονική» κάθε απόπειρα εξέτασης των οικονομικών προβλημάτων μιας σοσιαλιστικής κοινοπολιτείας. Κανείς δεν ήταν αρκετά τολμηρός ώστε να αψηφήσει αυτή την απαγόρευση. Τόσο οι φίλοι όσο και οι εχθροί του σοσιαλισμού υπέθεταν σιωπηρά ότι ο σοσιαλισμός αποτελεί πραγματοποιήσιμο σύστημα οικονομικής οργάνωσης της ανθρωπότητας. Η εκτεταμένη βιβλιογραφία σχετικά με τον σοσιαλισμό ασχολούνταν με τις υποτιθέμενες ανεπάρκειες του καπιταλισμού και με τις γενικές πολιτισμικές συνέπειες του σοσιαλισμού. Δεν ασχολήθηκε ποτέ με την οικονομική θεωρία του σοσιαλισμού ως τέτοιου.
The outstanding fact in the history of socialism between 1848 and 1920 was that the essential problems concerning its working were hardly ever touched upon. The Marxian taboo branded all attempts to examine the economic problems of a socialist commonwealth as “unscientific.” Nobody was bold enough to defy this ban. It was tacitly assumed by both the friends and the foes of socialism that socialism is a realizable system of mankind’s economic organization. The vast literature concerning socialism dealt with alleged shortcomings of capitalism and with the general cultural implications of socialism. It never dealt with the economics of socialism as such.
Η σοσιαλιστική πίστη στηρίζεται σε τρία δόγματα:
- Η κοινωνία είναι ένα παντοδύναμο και παντογνώστη ον, απαλλαγμένο από την ανθρώπινη ατέλεια και αδυναμία.
- Η έλευση του σοσιαλισμού είναι αναπόφευκτη.
- Εφόσον η ιστορία αποτελεί συνεχή πρόοδο από λιγότερο τέλειες προς τελειότερες συνθήκες, η έλευση του σοσιαλισμού είναι επιθυμητή.
The socialist creed rests upon three dogmas: First: Society is an omnipotent and omniscient being, free from human frailty and weakness.
Second: The coming of socialism is inevitable. Third: As history is a continuous progress from less perfect conditions to more perfect conditions, the coming of socialism is desirable.
Για την πραξεολογία και την οικονομική επιστήμη, το μοναδικό πρόβλημα που πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με τον σοσιαλισμό είναι το εξής: Μπορεί ένα σοσιαλιστικό σύστημα να λειτουργήσει ως σύστημα καταμερισμού της εργασίας;
For praxeology and economics the only problem to be discussed in regard to socialism is this: Can a socialist system operate as a system of the division of labor?
3. Ο πραξεολογικός χαρακτήρας του σοσιαλισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. The Praxeological Character of Socialism
Το ουσιώδες γνώρισμα του σοσιαλισμού είναι ότι δρα μία και μόνη βούληση. Δεν έχει σημασία τίνος είναι αυτή η βούληση. Ο διευθυντής μπορεί να είναι ένας κεχρισμένος βασιλιάς ή ένας δικτάτορας που κυβερνά χάρη στο χάρισμά του· μπορεί να είναι ένας Führer ή ένα συμβούλιο Führer που διορίστηκε με τη λαϊκή ψήφο. Το κύριο ζήτημα είναι ότι η χρησιμοποίηση όλων των συντελεστών παραγωγής κατευθύνεται αποκλειστικά από μία αρχή. Μία και μόνη βούληση επιλέγει, αποφασίζει, κατευθύνει, δρα και εκδίδει διαταγές. Όλοι οι υπόλοιποι απλώς υπακούουν σε διαταγές και οδηγίες.
Η οργάνωση και η σχεδιασμένη τάξη αντικαθιστούν την «αναρχία» της παραγωγής και την πρωτοβουλία των διαφόρων ανθρώπων. Η κοινωνική συνεργασία υπό τον καταμερισμό της εργασίας διασφαλίζεται μέσω ενός συστήματος ηγεμονικών δεσμών, στο οποίο ένας διευθυντής απαιτεί επιτακτικά την υπακοή όλων όσοι υπάγονται στην εξουσία του.
The essential mark of socialism is that one will alone acts. It is immaterial whose will it is. The director may be an anointed king or a dictator, ruling by virtue of his charisma, he may be a Führer or a board of Führers appointed by the vote of the people. The main thing is that the employment of all factors of production is directed by one agency only. One will alone chooses, decides, directs, acts, gives orders. All the rest simply obey orders and instructions. Organization and a planned order are substituted for the “anarchy” of production and for various people’s initiative. Social cooperation under the division of labor is safeguarded by a system of hegemonic bonds in which a director peremptorily calls upon the obedience of all his wards.
Αποκαλώντας τον διευθυντή «κοινωνία», όπως κάνουν οι μαρξιστές, «Κράτος», με κεφαλαίο Κ, «κυβέρνηση» ή «αρχή», οι άνθρωποι τείνουν να λησμονούν ότι ο διευθυντής είναι πάντοτε ανθρώπινο ον και όχι αφηρημένη έννοια ή μυθική συλλογική οντότητα. Μπορούμε να δεχτούμε ότι ο διευθυντής ή το συμβούλιο των διευθυντών αποτελείται από ανθρώπους εξαιρετικών ικανοτήτων, σοφούς και γεμάτους καλές προθέσεις. Θα ήταν, όμως, καθαρή ανοησία να υποθέσουμε ότι είναι παντογνώστες και αλάνθαστοι.
In terming the director society (as the Marxians do), state (with a capital S), government, or authority, people tend to forget that the director is always a human being, not an abstract notion or a mythical collective entity. We may admit that the director or the board of directors are people of superior ability, wise and full of good intentions. But it would be nothing short of idiocy to assume that they are omniscient and infallible.
Στην πραξεολογική ανάλυση των προβλημάτων του σοσιαλισμού δεν ασχολούμαστε με τον ηθικό χαρακτήρα του διευθυντή. Ούτε εξετάζουμε τις αξιολογικές κρίσεις του και την επιλογή των τελικών σκοπών του. Το μόνο που πραγματευόμαστε είναι το ερώτημα αν οποιοσδήποτε θνητός άνθρωπος, εφοδιασμένος με τη λογική δομή του ανθρώπινου νου, μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που βαρύνουν τον διευθυντή μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.
In a praxeological analysis of the problems of socialism, we are not concerned with the moral and ethical character of the director. Neither do we discuss his value judgments and his choice of ultimate ends. What we are dealing with is merely the question of whether any mortal man, equipped with the logical structure of the human mind, can be equal to the tasks incumbent upon a director of a socialist society.
Υποθέτουμε ότι ο διευθυντής έχει στη διάθεσή του ολόκληρη την τεχνολογική γνώση της εποχής του. Επιπλέον, διαθέτει πλήρη απογραφή όλων των διαθέσιμων υλικών συντελεστών παραγωγής και έναν κατάλογο που απαριθμεί ολόκληρο το εργατικό δυναμικό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Ως προς αυτά τα ζητήματα, το πλήθος των εμπειρογνωμόνων και των ειδικών που συγκεντρώνει στα γραφεία του τού παρέχει τέλειες πληροφορίες και απαντά ορθά σε όλα τα ερωτήματα που ενδέχεται να τους θέσει. Οι ογκώδεις εκθέσεις τους συσσωρεύονται σε τεράστιους σωρούς πάνω στο γραφείο του.
Τώρα, όμως, πρέπει να δράσει. Πρέπει να επιλέξει μεταξύ μιας άπειρης ποικιλίας σχεδίων κατά τρόπο ώστε καμία ανάγκη την οποία ο ίδιος θεωρεί περισσότερο επείγουσα να μην παραμείνει ανικανοποίητη επειδή οι συντελεστές παραγωγής που απαιτούνται για την ικανοποίησή της χρησιμοποιήθηκαν για την ικανοποίηση αναγκών τις οποίες θεωρεί λιγότερο επείγουσες.
We assume that the director has at his disposal all the technological knowledge of his age. Moreover, he has a complete inventory of all the material factors of production available and a roster enumerating all manpower employable. In these respects the crowd of experts and specialists which he assembles in his offices provide him with perfect information and answer correctly all questions he may ask them. Their voluminous reports accumulate in huge piles on his desk. But now he must act. He must choose among an infinite variety of projects in such a way that no want which he himself considers more urgent remains unsatisfied because the factors of production required for its satisfaction are employed for the satisfaction of wants which he considers less urgent.
Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι αυτό το πρόβλημα δεν έχει απολύτως καμία σχέση με την αποτίμηση των τελικών σκοπών. Αναφέρεται αποκλειστικά στα μέσα μέσω της χρησιμοποίησης των οποίων πρέπει να επιτευχθούν οι τελικοί σκοποί που έχουν επιλεγεί. Υποθέτουμε ότι ο διευθυντής έχει ήδη αποφασίσει ως προς την αποτίμηση των τελικών σκοπών. Δεν αμφισβητούμε την απόφασή του. Ούτε θέτουμε το ερώτημα αν ο λαός, οι υπαγόμενοι στην εξουσία του, εγκρίνουν ή αποδοκιμάζουν τις αποφάσεις του διευθυντή τους. Μπορούμε, χάριν της συζήτησης, να υποθέσουμε ότι κάποια μυστηριώδης δύναμη κάνει τους πάντες να συμφωνούν μεταξύ τους και με τον διευθυντή ως προς την αποτίμηση των τελικών σκοπών.
It is important to realize that this problem has nothing at all to do with the valuation of the ultimate ends. It refers only to the means by the employment of which the ultimate ends chosen are to be attained. We assume that the director has made up his mind with regard to the valuation of ultimate ends. We do not question his decision. Neither do we raise the question of whether the people, the wards, approve or disapprove of their director’s decisions. We may assume, for the sake of argument, that a mysterious power makes everyone agree with one another and with the director in the valuation of ultimate ends.
Το πρόβλημά μας, το κρίσιμο και μοναδικό πρόβλημα του σοσιαλισμού, είναι ένα αμιγώς οικονομικό πρόβλημα και, ως τέτοιο, αναφέρεται αποκλειστικά στα μέσα και όχι στους τελικούς σκοπούς.
Our problem, the crucial and only problem of socialism, is a purely economic problem, and as such refers merely to means and not to ultimate ends.
← Κεφάλαιο 24: ΑΡΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 26: Η ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ →