Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 16: ΟΙ ΤΙΜΕΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 15: Η ΑΓΟΡΑΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 17: ΕΜΜΕΣΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
(ΣτΜ.: Για τη διατήρηση της κρίσιμης εννοιολογικής διάκρισης του Mises, το valuation αποδίδεται ως «αποτίμηση», ενώ το appraisement ως «εκτίμηση της αγοραίας τιμής».)
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Σε μια περιστασιακή πράξη αντιπραγματισμού, κατά την οποία άνθρωποι που συνήθως δεν συναλλάσσονται με άλλους ανταλλάσσουν αγαθά που κατά κανόνα δεν αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής, η σχέση ανταλλαγής καθορίζεται μόνο εντός ευρέων ορίων. Η καταλλακτική, δηλαδή η θεωρία των σχέσεων ανταλλαγής και των τιμών, δεν μπορεί να προσδιορίσει σε ποιο σημείο εντός αυτών των ορίων θα διαμορφωθεί η συγκεκριμένη σχέση ανταλλαγής. Το μόνο που μπορεί να υποστηρίξει σχετικά με τέτοιες ανταλλαγές είναι ότι μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο αν κάθε μέρος αποτιμά εκείνο που λαμβάνει υψηλότερα από εκείνο που παραδίδει.
N an occasional act of barter in which men who ordinarily do not resort to trading with other people exchange goods ordinarily not negotiated, the ratio of exchange is determined only within broad margins. Catallactics, the theory of exchange ratios and prices, cannot determine at what point within these margins the concrete ratio will be established. All that it can assert with regard to such exchanges is that they can be effected only if each party values what he receives more highly than what he gives away.
Η επανάληψη επιμέρους πράξεων ανταλλαγής δημιουργεί βαθμιαία την αγορά, παράλληλα με την εξέλιξη του καταμερισμού της εργασίας μέσα σε μια κοινωνία βασισμένη στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Καθώς η παραγωγή για την κατανάλωση άλλων ανθρώπων καθίσταται κανόνας, τα μέλη της κοινωνίας πρέπει να πωλούν και να αγοράζουν. Ο πολλαπλασιασμός των πράξεων ανταλλαγής και η αύξηση του αριθμού των ανθρώπων που προσφέρουν ή ζητούν τα ίδια αγαθά περιορίζουν τα περιθώρια μεταξύ των αποτιμήσεων των συναλλασσόμενων μερών.
Η έμμεση ανταλλαγή και η τελειοποίησή της μέσω της χρήσης του χρήματος διαιρούν τις συναλλαγές σε δύο διακριτά μέρη: την πώληση και την αγορά. Εκείνο που στα μάτια του ενός μέρους αποτελεί πώληση αποτελεί για το άλλο αγορά. Η πρακτικά απεριόριστη διαιρετότητα του χρήματος επιτρέπει τον ακριβή προσδιορισμό των σχέσεων ανταλλαγής. Οι σχέσεις ανταλλαγής λαμβάνουν πλέον, κατά κανόνα, τη μορφή χρηματικών τιμών. Καθορίζονται εντός εξαιρετικά στενών ορίων:
- αφενός, από τις αποτιμήσεις του οριακού αγοραστή και του οριακού προσφέροντος που απέχει από την πώληση·
- αφετέρου, από τις αποτιμήσεις του οριακού πωλητή και του οριακού δυνητικού αγοραστή που απέχει από την αγορά.
The recurrence of individual acts of exchange generates the market step by step with the evolution of the division of labor within a society based on private property. As it becomes a rule to produce for other people’s consumption, the members of society must sell and buy. The multiplication of the acts of exchange and the increase in the number of people offering or asking for the same commodities narrow the margins between the valuations of the parties. Indirect exchange and its perfection through the use of money divide the transactions into two different parts: sale and purchase. What in the eyes of one party is a sale, is for the other party a purchase. The divisibility of money, unlimited for all practical purposes, makes it possible to determine the exchange ratios with nicety. The exchange ratios are now as a rule money prices. They are determined between extremely narrow margins: the valuations on the one hand of the marginal buyer and those of the marginal offerer who abstains from selling, and the valuations on the other hand of the marginal seller and those of the marginal potential buyer who abstains from buying.
Η διασύνδεση της αγοράς αποτελεί αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων των επιχειρηματιών, των προωθητών, των κερδοσκόπων, καθώς και όσων πραγματοποιούν προθεσμιακές συναλλαγές και πράξεις αρμπιτράζ. Έχει υποστηριχθεί ότι η καταλλακτική βασίζεται στην αντίθετη προς την πραγματικότητα παραδοχή ότι όλα τα συναλλασσόμενα μέρη διαθέτουν τέλεια γνώση των δεδομένων της αγοράς και είναι, επομένως, σε θέση να αξιοποιήσουν με τον καλύτερο τρόπο τις ευνοϊκότερες ευκαιρίες αγοράς και πώλησης.
Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι οικονομολόγοι πίστευαν πράγματι ότι μια τέτοια παραδοχή εμπεριέχεται στη θεωρία των τιμών. Οι συγγραφείς αυτοί όχι μόνο δεν αντιλήφθηκαν από ποιες απόψεις ένας κόσμος κατοικούμενος από ανθρώπους απολύτως ίσους ως προς τη γνώση και την προνοητικότητα θα διέφερε από τον πραγματικό κόσμο, τον οποίο όλοι οι οικονομολόγοι επιδίωκαν να ερμηνεύσουν αναπτύσσοντας τις θεωρίες τους· επιπλέον, δεν αντιλήφθηκαν ότι ούτε οι ίδιοι κατέφευγαν σε μια τέτοια παραδοχή κατά τη δική τους πραγμάτευση των τιμών.
The concatenation of the market is an outcome of the activities of entrepreneurs, promoters, speculators, and dealers in futures and in arbitrage. It has been asserted that catallactics is based on the assumption— contrary to reality—that all parties are provided with perfect knowledge concerning the market data and are therefore in a position to take best advantage of the most favorable opportunities for buying and selling. It is true that some economists really believed that such an assumption is implied in the theory of prices. These authors not only failed to realize in what respects a world peopled with men perfectly equal in knowledge and foresight would differ from the real world which all economists wanted to interpret in developing their theories; they also erred in being unaware of the fact that they themselves did not resort to such an assumption in their own treatment of prices.
Σε ένα οικονομικό σύστημα στο οποίο κάθε δρων είναι σε θέση να αναγνωρίζει ορθά την κατάσταση της αγοράς με τον ίδιο βαθμό οξυδέρκειας, η προσαρμογή των τιμών σε κάθε μεταβολή των δεδομένων θα επιτυγχανόταν μονομιάς. Είναι αδύνατο να φανταστούμε μια τέτοια ομοιομορφία ως προς την ορθή γνώση και εκτίμηση των μεταβολών των δεδομένων παρά μόνο μέσω της παρέμβασης υπεράνθρωπων δυνάμεων. Θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι κάθε άνθρωπο επισκέπτεται ένας άγγελος, ο οποίος τον πληροφορεί για τη μεταβολή των δεδομένων που έχει επέλθει και τον συμβουλεύει πώς να προσαρμόσει κατά τον καταλληλότερο τρόπο τη συμπεριφορά του σε αυτή τη μεταβολή.
Η αγορά που εξετάζει η καταλλακτική είναι, ασφαλώς, γεμάτη από ανθρώπους οι οποίοι έχουν επίγνωση των μεταβολών των δεδομένων σε διαφορετικό βαθμό και οι οποίοι, ακόμη και όταν διαθέτουν τις ίδιες πληροφορίες, τις εκτιμούν διαφορετικά. Η λειτουργία της αγοράς αντανακλά το γεγονός ότι οι μεταβολές των δεδομένων γίνονται αρχικά αντιληπτές μόνο από λίγους ανθρώπους και ότι διαφορετικοί άνθρωποι συνάγουν διαφορετικά συμπεράσματα κατά την εκτίμηση των συνεπειών τους. Τα περισσότερο επιχειρηματικά και οξυδερκή άτομα αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία· τα υπόλοιπα ακολουθούν αργότερα. Οι διορατικότεροι άνθρωποι εκτιμούν τις συνθήκες ορθότερα από τους λιγότερο ευφυείς και, επομένως, επιτυγχάνουν καλύτερα αποτελέσματα με τις πράξεις τους. Οι οικονομολόγοι δεν πρέπει ποτέ να παραβλέπουν, κατά τους συλλογισμούς τους, το γεγονός ότι η έμφυτη και επίκτητη ανισότητα των ανθρώπων διαφοροποιεί τον τρόπο με τον οποίο προσαρμόζονται στις συνθήκες του περιβάλλοντός τους.
In an economic system in which every actor is in a position to recognize correctly the market situation with the same degree of insight, the adjustment of prices to every change in the data would be achieved at one stroke. It is impossible to imagine such uniformity in the correct cognition and appraisal of changes in data except by the intercession of superhuman agencies. We would have to assume that every man is approached by an angel informing him of the change in data which has occurred and advising him how to adjust his own conduct in the most adequate way to this change. Certainly the market that catallactics deals with is filled with people who are to different degrees aware of the changes in data and who, even if they have the same information, appraise it differently. The operation of the market reflects the fact that changes in the data are first perceived only by a few people and that different men draw different conclusions in appraising their effects. The more enterprising and brighter individuals take the lead, others follow later. The shrewder individuals appreciate conditions more correctly than the less intelligent and therefore succeed better in their actions. Economists must never disregard in their reasoning the fact that the innate and acquired inequality of men differentiates their adjustment to the conditions of their environment.
Η κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της αγοράς δεν παρέχεται ούτε από τους καταναλωτές ούτε από τους ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής —της γης, των κεφαλαιουχικών αγαθών και της εργασίας— αλλά από τους προωθητές και κερδοσκόπους. Πρόκειται για ανθρώπους που επιδιώκουν να αποκομίσουν κέρδη αξιοποιώντας τις διαφορές των τιμών. Επειδή αντιλαμβάνονται τα πράγματα ταχύτερα και διαθέτουν μεγαλύτερη προνοητικότητα από τους άλλους ανθρώπους, αναζητούν πηγές κέρδους. Αγοράζουν όπου και όταν θεωρούν ότι οι τιμές είναι υπερβολικά χαμηλές και πωλούν όπου και όταν θεωρούν ότι είναι υπερβολικά υψηλές.
Απευθύνονται στους ιδιοκτήτες των συντελεστών παραγωγής και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός αυξάνει τις τιμές αυτών των συντελεστών έως το όριο που αντιστοιχεί στις προβλέψεις τους σχετικά με τις μελλοντικές τιμές των προϊόντων. Απευθύνονται επίσης στους καταναλωτές και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός συμπιέζει τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών έως το σημείο στο οποίο μπορεί να πωληθεί ολόκληρη η προσφορά. Η κερδοσκοπία που αποβλέπει στο κέρδος αποτελεί την κινητήρια δύναμη της αγοράς, όπως αποτελεί και την κινητήρια δύναμη της παραγωγής.
The driving force of the market process is provided neither by the consumers nor by the owners of the means of production—land, capital goods, and labor—but by the promoting and speculating entrepreneurs. These are people intent upon profiting by taking advantage of differences in prices. Quicker of apprehension and farther-sighted than other men, they look around for sources of profit. They buy where and when they deem prices too low, and they sell where and when they deem prices too high. They approach the owners of the factors of production, and their competition sends the prices of these factors up to the limit corresponding to their anticipation of the future prices of the products. They approach the consumers, and their competition forces prices of consumers’ goods down to the point at which the whole supply can be sold. Profit-seeking speculation is the driving force of the market as it is the driving force of production.
Η αναταραχή στην αγορά δεν παύει ποτέ. Η νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας δεν έχει κανένα αντίστοιχο στην πραγματικότητα. Δεν μπορεί ποτέ να αναδυθεί μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία το άθροισμα των τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής —αφού ληφθεί δεόντως υπόψη η χρονική προτίμηση— να ισούται με τις τιμές των προϊόντων και να μην αναμένονται περαιτέρω μεταβολές. Υπάρχουν πάντοτε κέρδη που μπορεί να πραγματοποιήσει κάποιος. Η προσδοκία του κέρδους αποτελεί πάντοτε δέλεαρ για τους κερδοσκόπους.
On the market agitation never stops. The imaginary construction of an evenly rotating economy has no counterpart in reality. There can never emerge a state of affairs in which the sum of the prices of the complementary factors of production, due allowance being made for time preference, equals the prices of the products and no further changes are to be expected. There are always profits to be earned by somebody. The speculators are always enticed by the expectation of profit.
Η νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας αποτελεί νοητικό εργαλείο για την κατανόηση του επιχειρηματικού κέρδους και της επιχειρηματικής ζημίας. Ασφαλώς, δεν αποτελεί υπόδειγμα για την κατανόηση της διαδικασίας διαμόρφωσης των τιμών. Οι τελικές τιμές που αντιστοιχούν σε αυτή τη νοητική κατασκευή δεν ταυτίζονται κατά κανέναν τρόπο με τις αγοραίες τιμές. Οι δραστηριότητες των επιχειρηματιών ή οποιωνδήποτε άλλων δρώντων στην οικονομική σκηνή δεν καθοδηγούνται από εκτιμήσεις σχετικές με υποτιθέμενες τιμές ισορροπίας ή με την ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία.
Οι επιχειρηματίες λαμβάνουν υπόψη τις προβλεπόμενες μελλοντικές τιμές και όχι τις τελικές τιμές ή τις τιμές ισορροπίας. Ανακαλύπτουν αποκλίσεις μεταξύ του ύψους των τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής και των προβλεπόμενων μελλοντικών τιμών των προϊόντων και επιδιώκουν να επωφεληθούν από αυτές τις αποκλίσεις. Οι προσπάθειές τους θα οδηγούσαν τελικά στην εμφάνιση της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, αν δεν εμφανίζονταν περαιτέρω μεταβολές των δεδομένων.
The imaginary construction of the evenly rotating economy is a mental tool for comprehension of entrepreneurial profit and loss. It is, to be sure, not a design for comprehension of the pricing process. The final prices corresponding to this imaginary conception are by no means identical with the market prices. The activities of the entrepreneurs or of any other actors on the economic scene are not guided by consideration of any such things as equilibrium prices and the evenly rotating economy. The entrepreneurs take into account anticipated future prices, not final prices or equilibrium prices. They discover discrepancies between the height of the prices of the complementary factors of production and the anticipated future prices of the products, and they are intent upon taking advantage of such discrepancies. These endeavors of the entrepreneurs would finally result in the emergence of the evenly rotating economy if no further changes in the data were to appear.
Οι δραστηριότητες των επιχειρηματιών δημιουργούν μια τάση προς την εξίσωση των τιμών των ίδιων αγαθών σε όλα τα τμήματα της αγοράς, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη το κόστος μεταφοράς και ο χρόνος που αυτή απορροφά. Οι διαφορές τιμών που δεν είναι απλώς προσωρινές και δεν πρόκειται να εξαλειφθούν από την επιχειρηματική δράση αποτελούν πάντοτε προϊόν ιδιαίτερων εμποδίων που ανακόπτουν την εγγενή τάση προς την εξίσωση. Κάποιος φραγμός εμποδίζει την παρέμβαση της επιχειρηματικής δραστηριότητας που αποβλέπει στο κέρδος. Ένας παρατηρητής που δεν είναι αρκετά εξοικειωμένος με τις πραγματικές εμπορικές συνθήκες συχνά αδυνατεί να αναγνωρίσει το θεσμικό εμπόδιο που παρεμποδίζει αυτή την εξίσωση. Οι ενδιαφερόμενοι έμποροι, όμως, γνωρίζουν πάντοτε τι τους εμποδίζει να επωφεληθούν από αυτές τις διαφορές.
The operation of the entrepreneurs brings about a tendency toward an equalization of prices for the same goods in all subdivisions of the market, due allowance being made for the cost of transportation and the time absorbed by it. Differences in prices which are not merely transitory and bound to be wiped out by entrepreneurial action are always the outcome of particular obstacles obstructing the inherent tendency toward equalization. Some check prevents profit-seeking business from interfering. An observer not sufficiently familiar with actual commercial conditions is often at a loss to recognize the institutional barriers hindering such equalization. But the merchants concerned always know what makes it impossible for them to take advantage of such differences.
Οι στατιστικολόγοι αντιμετωπίζουν υπερβολικά επιπόλαια και αυτό το πρόβλημα. Όταν ανακαλύπτουν διαφορές στη χονδρική τιμή ενός αγαθού μεταξύ δύο πόλεων ή χωρών, οι οποίες δεν εξηγούνται πλήρως από το κόστος μεταφοράς, τους δασμούς και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης, αρκούνται στον ισχυρισμό ότι η αγοραστική δύναμη του χρήματος και το «επίπεδο» των τιμών είναι διαφορετικά.1 Βάσει τέτοιων ισχυρισμών καταρτίζονται προγράμματα για την εξάλειψη αυτών των διαφορών μέσω νομισματικών μέτρων.
Η βαθύτερη αιτία αυτών των διαφορών, όμως, δεν μπορεί να βρίσκεται στις νομισματικές συνθήκες. Αν οι τιμές και στις δύο χώρες εκφράζονται στο ίδιο είδος χρήματος, πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα τι εμποδίζει τους επιχειρηματίες να αναλάβουν συναλλαγές που είναι αναπόφευκτο να εξαλείψουν τις διαφορές των τιμών. Η κατάσταση είναι ουσιαστικά η ίδια αν οι τιμές εκφράζονται σε διαφορετικά είδη χρήματος. Διότι η αμοιβαία σχέση ανταλλαγής μεταξύ των διαφόρων ειδών χρήματος τείνει προς ένα σημείο στο οποίο δεν απομένει κανένα περιθώριο επικερδούς εκμετάλλευσης των διαφορών των τιμών των αγαθών.
Κάθε φορά που διατηρούνται διαφορές στις τιμές των αγαθών μεταξύ διαφορετικών τόπων, έργο της οικονομικής ιστορίας και της περιγραφικής οικονομικής είναι να εξακριβώσουν ποιοι θεσμικοί φραγμοί παρεμποδίζουν την εκτέλεση συναλλαγών οι οποίες πρέπει να οδηγήσουν στην εξίσωση των τιμών.
Statisticians treat this problem too lightly. When they have discovered differences in the wholesale price of a commodity between two cities or countries, not entirely accounted for by the cost of transportation, tariffs, and excise duties, they acquiesce in asserting that the purchasing power of money and the “level” of prices are different.[1] On the basis of such statements people draft programs to remove these differences by monetary measures. However, the root cause of these differences cannot lie in monetary conditions. If prices in both countries are quoted in terms of the same kind of money, it is necessary to answer the question as to what prevents businessmen from embarking upon dealings which are bound to make price differences disappear. Things are essentially the same if the prices are expressed in terms of different kinds of money. For the mutual exchange ratio between various kinds of money tends toward a point at which there is no further margin left to profitable exploitation of differences in commodity prices. Whenever differences in commodity prices between various places persist, it is a task for economic history and descriptive economics to establish what institutional barriers hinder the execution of transactions which must result in the equalization of prices.
Όλες οι τιμές που γνωρίζουμε είναι τιμές του παρελθόντος. Αποτελούν δεδομένα της οικονομικής ιστορίας. Όταν μιλάμε για παρούσες τιμές, υπονοούμε ότι οι τιμές του άμεσου μέλλοντος δεν θα διαφέρουν από εκείνες του άμεσου παρελθόντος. Κάθε ισχυρισμός, όμως, σχετικά με τις μελλοντικές τιμές αποτελεί απλώς προϊόν της κατανόησης των μελλοντικών γεγονότων.
All the prices we know are past prices. They are facts of economic history. In speaking of present prices we imply that the prices of the immediate future will not differ from those of the immediate past. However, all that is asserted with regard to future prices is merely an outcome of the understanding of future events.
Η εμπειρία της οικονομικής ιστορίας δεν μας λέει ποτέ τίποτε περισσότερο από το ότι, σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο, δύο μέρη, ο A και ο B, αντάλλαξαν μια καθορισμένη ποσότητα του αγαθού a έναντι ενός καθορισμένου αριθμού μονάδων του χρήματος p . Όταν μιλάμε για τέτοιες πράξεις αγοράς και πώλησης στην αγοραία τιμή του a , καθοδηγούμαστε από μια θεωρητική διαπίστωση που συνάγεται από απριοριστική αφετηρία. Πρόκειται για τη διαπίστωση ότι, όταν απουσιάζουν ειδικοί παράγοντες που προκαλούν διαφορές τιμών, οι τιμές που καταβάλλονται στον ίδιο τόπο και χρόνο για ίσες ποσότητες του ίδιου αγαθού τείνουν προς την εξίσωση, δηλαδή προς μια τελική τιμή. Οι πραγματικές αγοραίες τιμές, όμως, δεν φθάνουν ποτέ σε αυτή την τελική κατάσταση. Οι διάφορες αγοραίες τιμές για τις οποίες μπορούμε να αποκτήσουμε πληροφορίες διαμορφώθηκαν υπό διαφορετικές συνθήκες. Δεν επιτρέπεται να συγχέονται οι μέσοι όροι που υπολογίζονται από αυτές με τις τελικές τιμές.
The experience of economic history never tells us more than that at a definite date and definite place two parties A and B traded a definite quantity of the commodity a against a definite number of units of the money p. In speaking of such acts of buying and selling as the market price of a, we are guided by a theoretical insight, deduced from an aprioristic starting point. This is the insight that, in the absence of particular factors making for price differences, the prices paid at the same time and the same place for equal quantities of the same commodity tend toward equalization, viz., a final price. But the actual market prices never reach, this final state. The various market prices about which we can get information were determined under different conditions. It is impermissible to confuse averages computed from them with the final prices.
Μόνο όσον αφορά τα αντικαταστατά αγαθά που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένα χρηματιστήρια αξιών ή εμπορευμάτων επιτρέπεται, κατά τη σύγκριση των τιμών, να υποθέτουμε ότι αυτές αναφέρονται στην ίδια ποιότητα. Πέρα από αυτές τις χρηματιστηριακές τιμές και τις τιμές αγαθών των οποίων η ομοιογένεια μπορεί να εξακριβωθεί επακριβώς μέσω τεχνολογικής ανάλυσης, αποτελεί σοβαρό σφάλμα η παραγνώριση των διαφορών στην ποιότητα του σχετικού αγαθού.
Ακόμη και στο χονδρικό εμπόριο ακατέργαστων υφαντουργικών προϊόντων, η ποικιλομορφία των ειδών διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο. Η σύγκριση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών είναι κατά κύριο λόγο παραπλανητική λόγω των διαφορών ποιότητας. Η ποσότητα που αποτελεί αντικείμενο μιας συγκεκριμένης συναλλαγής είναι επίσης σημαντική για τον προσδιορισμό της καταβαλλόμενης τιμής ανά μονάδα. Οι μετοχές μιας εταιρείας που πωλούνται σε μία μεγάλη δέσμη επιτυγχάνουν διαφορετική τιμή από εκείνη που επιτυγχάνουν όταν πωλούνται σε πολλές μικρότερες δέσμες.
Only with regard to fungible commodities negotiated on organized stock or commodity exchanges is it permissible, in comparing prices, to assume that they refer to the same quality. Apart from such prices negotiated in exchanges and from prices of commodities the homogeneity of which can be precisely established by technological analysis, it is a serious blunder to disregard differences in the quality of the commodity in question. Even in the wholesale trade of raw textiles the diversity of the articles plays the main role. A comparison of prices of consumers’ goods is mainly misleading on account of the difference in quality. The quantity traded in one transaction too is relevant in the determination of the price paid per unit. Shares of a corporation sold in one large lot bring a different price than those sold in several small lots.
Είναι αναγκαίο να υπογραμμίζονται επανειλημμένως αυτά τα γεγονότα, επειδή σήμερα συνηθίζεται να αντιπαρατίθεται η στατιστική επεξεργασία των δεδομένων των τιμών προς τη θεωρία των τιμών. Η στατιστική των τιμών, όμως, είναι συνολικά αμφίβολη. Τα θεμέλιά της είναι επισφαλή, επειδή οι περιστάσεις δεν επιτρέπουν, κατά κανόνα, τη σύγκριση των διαφόρων δεδομένων, τη σύνδεσή τους σε σειρές και τον υπολογισμό μέσων όρων. Παρακινούμενοι από τον ζήλο τους να προβούν σε μαθηματικές πράξεις, οι στατιστικολόγοι υποκύπτουν στον πειρασμό να παραβλέψουν τη μη συγκρισιμότητα των διαθέσιμων δεδομένων.
Η πληροφορία ότι μια συγκεκριμένη επιχείρηση πώλησε, σε συγκεκριμένη ημερομηνία, ένα συγκεκριμένο είδος υποδημάτων προς 6 USD το ζεύγος αναφέρεται σε ένα γεγονός της οικονομικής ιστορίας. Η μελέτη, όμως, της συμπεριφοράς των τιμών των υποδημάτων από το 1923 έως το 1939 είναι εικαστική, όσο εκλεπτυσμένες και αν είναι οι εφαρμοζόμενες μέθοδοι.
It is necessary to emphasize these facts again and again because it is customary nowadays to play off the statistical elaboration of price data against the theory of prices. However, the statistics of prices is altogether questionable. Its foundations are precarious because circumstances for the most part do not permit the comparison of the various data, their linking together in series, and the computation of averages. Full of zeal to embark upon mathematical operations, the statisticians yield to the temptation of disregarding the incomparability of the data available. The information that a certain firm sold at a definite date a definite type of shoes for six dollars a pair relates a fact of economic history. A study of the behavior of shoe prices from 1923 to 1939 is conjectural, however sophisticated the methods applied may be.
Η καταλλακτική καταδεικνύει ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες τείνουν προς την εξάλειψη των διαφορών τιμών που δεν προκαλούνται από το κόστος μεταφοράς και από εμπορικούς φραγμούς. Καμία εμπειρία δεν αντέφασκε ποτέ προς αυτό το θεώρημα. Τα αποτελέσματα που αποκτώνται μέσω της αυθαίρετης ταύτισης άνισων πραγμάτων στερούνται σημασίας.
Catallactics shows that entrepreneurial activities tend toward an abolition of price differences not caused by the costs of transportation and trade barriers. No experience has ever contradicted this theorem. The results obtained by an arbitrary identification of unequal things are irrelevant.
Η έσχατη πηγή του προσδιορισμού των τιμών είναι οι αξιολογικές κρίσεις των καταναλωτών. Οι τιμές αποτελούν προϊόν της αποτίμησης που προτιμά το a έναντι του b. Αποτελούν κοινωνικά φαινόμενα, επειδή δημιουργούνται από την αλληλεπίδραση των αποτιμήσεων όλων των ατόμων που συμμετέχουν στη λειτουργία της αγοράς. Κάθε άτομο συμβάλλει στη διαμόρφωση των αγοραίων τιμών αγοράζοντας ή απέχοντας από την αγορά και πωλώντας ή απέχοντας από την πώληση. Όσο μεγαλύτερη είναι, όμως, η αγορά, τόσο μικρότερη είναι η βαρύτητα της συνεισφοράς κάθε ατόμου. Έτσι, η διάρθρωση των αγοραίων τιμών εμφανίζεται στο άτομο ως δεδομένο στο οποίο πρέπει να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του.
The ultimate source of the determination of prices is the value judgments of the consumers. Prices are the outcome of the valuation preferring a to b. They are social phenomena as they are brought about by the interplay of the valuations of all individuals participating in the operation of the market. Each individual, in buying or not buying and in selling or not selling, contributes his share to the formation of the market prices. But the larger the market is, the smaller is the weight of each individual’s contribution. Thus the structure of market prices appears to the individual as a datum to which he must adjust his own conduct.
Οι αποτιμήσεις που καταλήγουν στον καθορισμό συγκεκριμένων τιμών είναι διαφορετικές. Κάθε μέρος αποδίδει υψηλότερη αξία στο αγαθό που λαμβάνει από ό,τι στο αγαθό που παραδίδει. Η σχέση ανταλλαγής, δηλαδή η τιμή, δεν αποτελεί προϊόν ισότητας των αποτιμήσεων· αντιθέτως, αποτελεί προϊόν της μεταξύ τους διαφοράς.
The valuations which result in determination of definite prices are different. Each party attaches a higher value to the good he receives than to that he gives away. The exchange ratio, the price, is not the product of an equality of valuation, but, on the contrary, the product of a discrepancy in valuation.
Η εκτίμηση της αγοραίας τιμής πρέπει να διακρίνεται με σαφήνεια από την αποτίμηση. Η εκτίμηση δεν εξαρτάται κατά κανέναν τρόπο από την υποκειμενική αποτίμηση του ανθρώπου που την πραγματοποιεί. Αυτός δεν επιδιώκει να προσδιορίσει την υποκειμενική αξία χρήσεως του σχετικού αγαθού, αλλά να προβλέψει τις τιμές που θα διαμορφώσει η αγορά.
Η αποτίμηση αποτελεί αξιολογική κρίση που εκφράζει μια διαφορά αξίας. Η εκτίμηση της αγοραίας τιμής αποτελεί πρόβλεψη ενός αναμενόμενου γεγονότος. Αποβλέπει στον προσδιορισμό των τιμών που θα καταβληθούν στην αγορά για ένα συγκεκριμένο αγαθό ή του χρηματικού ποσού που θα απαιτηθεί για την αγορά μιας ορισμένης ποσότητας αγαθού.
Appraisement must be clearly distinguished from valuation. Appraisement in no way depends upon the subjective valuation of the man who appraises. He is not intent upon establishing the subjective use-value of the good concerned, but upon anticipating the prices which the market will determine. Valuation is a value judgment expressive of a difference in value. Appraisement is the anticipation of an expected fact. It aims at establishing what prices will be paid on the market for a particular commodity or what amount of money will be required for the purchase of a definite commodity.
Η αποτίμηση και η εκτίμηση της αγοραίας τιμής συνδέονται, ωστόσο, στενά. Οι αποτιμήσεις ενός αυτάρκους γεωργού συγκρίνουν άμεσα τη σημασία που αποδίδει στα διάφορα μέσα άρσης της δυσφορίας. Οι αποτιμήσεις ενός ανθρώπου που αγοράζει και πωλεί στην αγορά δεν μπορούν να παραβλέψουν τη διάρθρωση των αγοραίων τιμών· εξαρτώνται από την εκτίμηση των τιμών.
Για να γνωρίζει κανείς το νόημα μιας τιμής, πρέπει να γνωρίζει την αγοραστική δύναμη του σχετικού χρηματικού ποσού. Είναι αναγκαίο, σε γενικές γραμμές, να είναι εξοικειωμένος με τις τιμές των αγαθών που θα επιθυμούσε να αποκτήσει και να διαμορφώνει, βάσει αυτής της γνώσης, άποψη σχετικά με τις μελλοντικές τιμές τους.
Όταν ένα άτομο μιλά για το κόστος που κατέβαλε για την αγορά αγαθών τα οποία έχει ήδη αποκτήσει ή για το κόστος που θα καταβάλει για την αγορά αγαθών που σχεδιάζει να αποκτήσει, εκφράζει αυτό το κόστος σε χρηματικούς όρους. Στα μάτια του, όμως, αυτό το χρηματικό ποσό αντιπροσωπεύει τον βαθμό ικανοποίησης που θα μπορούσε να αποκτήσει χρησιμοποιώντας το για την αγορά άλλων αγαθών. Η αποτίμηση ακολουθεί μια έμμεση οδό: διέρχεται από την εκτίμηση της διάρθρωσης των αγοραίων τιμών. Αποβλέπει, όμως, πάντοτε και τελικά στη σύγκριση εναλλακτικών τρόπων άρσης της αισθητής δυσφορίας.
Valuation and appraisement are, however, closely connected. The valuations of an autarkic husbandman directly compare the weight he attaches to different means for the removal of uneasiness. The valuations of a man buying and selling on the market must not disregard the structure of market prices; they depend upon appraisement. In order to know the meaning of a price one must know the purchasing power of the amount of money concerned. It is necessary by and large to be familiar with the prices of those goods which one would like to acquire and to form on the ground of such knowledge an opinion about their future prices. If an individual speaks of the costs incurred by the purchase of some goods already acquired or to be incurred by the purchase of goods he plans to acquire, he expresses these costs in terms of money. But this amount of money represents in his eyes the degree of satisfaction he could obtain by employing it for the acquisition of other goods. The valuation makes a detour, it goes via the appraisement of the structure of market prices; but it always aims finally at the comparison of alternative modes for the removal of felt uneasiness.
Σε τελική ανάλυση, πάντοτε οι υποκειμενικές αξιολογικές κρίσεις των ατόμων καθορίζουν τη διαμόρφωση των τιμών. Η καταλλακτική, κατά την κατανόηση της διαδικασίας διαμόρφωσης των τιμών, επιστρέφει αναγκαστικά στη θεμελιώδη κατηγορία της δράσης: στην προτίμηση του a έναντι του b.
Λόγω των διαδεδομένων πλανών, είναι σκόπιμο να υπογραμμιστεί ότι η καταλλακτική ασχολείται με τις πραγματικές τιμές που καταβάλλονται σε συγκεκριμένες συναλλαγές και όχι με φανταστικές τιμές. Η έννοια των τελικών τιμών αποτελεί απλώς νοητικό εργαλείο για την κατανόηση ενός συγκεκριμένου προβλήματος: της εμφάνισης του επιχειρηματικού κέρδους και της επιχειρηματικής ζημίας.
Η έννοια μιας «δίκαιης» ή «εύλογης» τιμής στερείται κάθε επιστημονικού νοήματος. Αποτελεί προκάλυμμα επιθυμιών, μια επιδίωξη για κατάσταση πραγμάτων διαφορετική από την πραγματική. Οι αγοραίες τιμές καθορίζονται εξ ολοκλήρου από τις αξιολογικές κρίσεις των ανθρώπων όπως αυτοί πράγματι δρουν.
It is ultimately always the subjective value judgments of individuals that determine the formation of prices. Catallactics in conceiving the pricing process necessarily reverts to the fundamental category of action, the preference given to a over b. In view of popular errors it is expedient to emphasize that catallactics deals with the real prices as they are paid in definite transactions and not with imaginary prices. The concept of final prices is merely a mental tool for the grasp of a particular problem, the emergence of entrepreneurial profit and loss. The concept of a “just” or “fair” price is devoid of any scientific meaning; it is a disguise for wishes, a striving for a state of affairs different from reality. Market prices are entirely determined by the value judgments of men as they really act.
Όταν λέγεται ότι οι τιμές τείνουν προς ένα σημείο στο οποίο η συνολική ζήτηση ισούται με τη συνολική προσφορά, χρησιμοποιείται απλώς διαφορετικός τρόπος έκφρασης της ίδιας αλληλουχίας φαινομένων. Η ζήτηση και η προσφορά αποτελούν προϊόν της συμπεριφοράς εκείνων που αγοράζουν και πωλούν. Αν, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, αυξηθεί η προσφορά, οι τιμές πρέπει να μειωθούν. Στην προηγούμενη τιμή, όλοι όσοι ήταν πρόθυμοι να την καταβάλουν μπορούσαν να αγοράσουν την ποσότητα που επιθυμούσαν. Αν αυξηθεί η προσφορά, πρέπει είτε οι ίδιοι να αγοράσουν μεγαλύτερες ποσότητες είτε να ενδιαφερθούν για αγορά άλλοι άνθρωποι που προηγουμένως δεν αγόραζαν. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε χαμηλότερη τιμή.
If one says that prices tend toward a point at which total demand is equal to total supply, one resorts to another mode of expressing the same concatenation of phenomena. Demand and supply are the outcome of the conduct of those buying and selling. If, other things being equal, supply increases, prices must drop. At the previous price all those ready to pay this price could buy the quantity they wanted to buy. If the supply increases, they must buy larger quantities or other people who did not buy before must become interested in buying. This can only be attained at a lower price.
Είναι δυνατό να απεικονιστεί αυτή η αλληλεπίδραση μέσω δύο καμπυλών, της καμπύλης ζήτησης και της καμπύλης προσφοράς, των οποίων το σημείο τομής υποδεικνύει την τιμή. Είναι εξίσου δυνατό να εκφραστεί με μαθηματικά σύμβολα. Είναι, όμως, αναγκαίο να γίνει αντιληπτό ότι αυτοί οι παραστατικοί ή μαθηματικοί τρόποι παρουσίασης δεν επηρεάζουν την ουσία της ερμηνείας μας και δεν προσθέτουν ούτε το ελάχιστο στη γνώση μας.
Επιπλέον, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι δεν διαθέτουμε καμία γνώση ή εμπειρία σχετικά με τη μορφή αυτών των καμπυλών. Εκείνο που γνωρίζουμε πάντοτε είναι μόνο οι αγοραίες τιμές· δηλαδή όχι τις καμπύλες, αλλά μόνο ένα σημείο, το οποίο ερμηνεύουμε ως το σημείο τομής δύο υποθετικών καμπυλών. Η σχεδίαση τέτοιων καμπυλών μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη για την παραστατική παρουσίαση των προβλημάτων σε προπτυχιακούς φοιτητές. Για τα πραγματικά καθήκοντα της καταλλακτικής, δεν αποτελεί παρά επουσιώδες διανοητικό παίγνιο.
It is possible to visualize this interaction by drawing two curves, the demand curve and the supply curve, whose intersection shows the price. It is no less possible to express it in mathematical symbols. But it is necessary to comprehend that such pictorial or mathematical modes of representation do not affect the essence of our interpretation and that they do not add a whit to our insight. Furthermore it is important to realize that we do not have any knowledge or experience concerning the shape of such curves. Always, what we know is only market prices—that is, not the curves but only a point which we interpret as the intersection of two hypothetical curves. The drawing of such curves may prove expedient in visualizing the problems for undergraduates. For the real tasks of catallactics they are mere byplay.
3. Οι τιμές των αγαθών ανώτερων τάξεων
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. The Prices of the Goods of Higher Orders
Η διαδικασία της αγοράς είναι συνεκτική και αδιαίρετη. Αποτελεί άρρηκτη διαπλοκή πράξεων και αντιδράσεων, κινήσεων και αντικινήσεων. Η ανεπάρκεια, όμως, των νοητικών μας ικανοτήτων μάς επιβάλλει να τη διαιρούμε σε μέρη και να αναλύουμε καθένα από αυτά χωριστά. Όταν προσφεύγουμε σε τέτοιους τεχνητούς διαχωρισμούς, δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι η φαινομενικά αυτόνομη ύπαρξη αυτών των μερών αποτελεί νοητικό τέχνασμα. Είναι μόνο μέρη· δεν μπορούν, δηλαδή, ούτε καν να νοηθούν ως υφιστάμενα έξω από τη δομή της οποίας αποτελούν μέρη.
The market process is coherent and indivisible. It is an indissoluble intertwinement of actions and reactions, of moves and countermoves. But the insufficiency of our mental abilities enjoins upon us the necessity of dividing it into parts and analyzing each of these parts separately. In resorting to such artificial cleavages we must never forget that the seemingly autonomous existence of these parts is an imaginary makeshift of our minds. They are only parts, that is, they cannot even be thought of as existing outside the structure of which they are parts.
Οι τιμές των αγαθών ανώτερων τάξεων καθορίζονται σε τελική ανάλυση από τις τιμές των αγαθών πρώτης ή κατώτατης τάξεως, δηλαδή των καταναλωτικών αγαθών. Ως συνέπεια αυτής της εξάρτησης, καθορίζονται τελικά από τις υποκειμενικές αποτιμήσεις όλων των μελών της κοινωνίας της αγοράς. Είναι, ωστόσο, σημαντικό να αντιληφθούμε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με σύνδεση τιμών και όχι με σύνδεση αποτιμήσεων. Οι τιμές των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής εξαρτώνται από τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Οι συντελεστές παραγωγής εκτιμώνται σε σχέση με τις τιμές των προϊόντων, και από αυτή την εκτίμηση προκύπτουν οι δικές τους τιμές. Εκείνο που μεταβιβάζεται από τα αγαθά πρώτης τάξεως στα αγαθά ανώτερων τάξεων δεν είναι οι αποτιμήσεις, αλλά οι εκτιμήσεις της αγοραίας τιμής.
Οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών προκαλούν τις πράξεις που καταλήγουν στον προσδιορισμό των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Οι τιμές αυτές συνδέονται πρωτίστως μόνο με τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Με τις αποτιμήσεις των ατόμων συνδέονται μόνο έμμεσα, δηλαδή μέσω της μεσολάβησης των τιμών των καταναλωτικών αγαθών, τα οποία αποτελούν προϊόντα της από κοινού χρησιμοποίησης των σχετικών συντελεστών.
The prices of the goods of higher orders are ultimately determined by the prices of the goods of the first or lowest order, that is, the consumers’ goods. As a consequence of this dependence they are ultimately determined by the subjective valuations of all members of the market society. It is, however, important to realize that we are faced with a connection of prices, not with a connection of valuations. The prices of the complementary factors of production are conditioned by the prices of the consumers’ goods. The factors of production are appraised with regard to the prices of the products, and from this appraisement their prices emerge. Not the valuations but the appraisements are transferred from the goods of the first order to those of higher orders. The prices of the consumers’ goods engender the actions resulting in the determination of the prices of the factors of production. These prices are primarily connected only with the prices of the consumers’ goods. With the valuations of the individuals they are only indirectly connected, viz., through the intermediary of the prices of the consumers’ goods, the products of their joint employment.
Τα προβλήματα που καλείται να επιλύσει η θεωρία των τιμών των συντελεστών παραγωγής πρέπει να αντιμετωπίζονται με τις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την εξέταση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών. Συλλαμβάνουμε τη λειτουργία της αγοράς των καταναλωτικών αγαθών με διττό τρόπο. Αφενός, σκεπτόμαστε μια κατάσταση πραγμάτων που οδηγεί σε πράξεις ανταλλαγής: η κατάσταση είναι τέτοια ώστε η δυσφορία διαφόρων ατόμων να μπορεί να αρθεί σε κάποιον βαθμό, επειδή διαφορετικοί άνθρωποι αποτιμούν τα ίδια αγαθά με διαφορετικό τρόπο. Αφετέρου, σκεπτόμαστε μια κατάσταση στην οποία δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν περαιτέρω πράξεις ανταλλαγής, επειδή κανένας δρων δεν αναμένει περαιτέρω βελτίωση της ικανοποίησής του μέσω νέων πράξεων ανταλλαγής.
Με τον ίδιο τρόπο προχωρούμε και κατά την κατανόηση της διαμόρφωσης των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Η λειτουργία αυτής της αγοράς τίθεται σε κίνηση και διατηρείται σε κίνηση από τις προσπάθειες των προωθητών, οι οποίοι επιθυμούν να επωφεληθούν από τις διαφορές μεταξύ των αγοραίων τιμών των συντελεστών παραγωγής και των αναμενόμενων τιμών των προϊόντων. Η λειτουργία αυτής της αγοράς θα σταματούσε αν εμφανιζόταν ποτέ μια κατάσταση στην οποία το άθροισμα των τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής —αν παραβλέψουμε τον τόκο— θα ισούταν με τις τιμές των προϊόντων και κανείς δεν θα ανέμενε περαιτέρω μεταβολές των τιμών.
Έχουμε, επομένως, περιγράψει τη διαδικασία επαρκώς και ολοκληρωμένα, επισημαίνοντας, θετικά, τι τη θέτει σε κίνηση και, αρνητικά, τι θα ανέστελλε την κίνησή της. Η κύρια σημασία πρέπει να αποδίδεται στη θετική περιγραφή. Η αρνητική περιγραφή, η οποία καταλήγει στις νοητικές κατασκευές της τελικής τιμής και της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, έχει απλώς επικουρικό χαρακτήρα. Διότι το έργο μας δεν είναι να πραγματευθούμε φανταστικές έννοιες που δεν εμφανίζονται ποτέ στη ζωή και στη δράση, αλλά τις αγοραίες τιμές στις οποίες τα αγαθά ανώτερων τάξεων πράγματι αγοράζονται και πωλούνται.
The tasks incumbent upon the theory of the prices of factors of production are to be solved by the same methods which are employed for treatment of the prices of consumers’ goods. We conceive the operation of the market of consumers’ goods in a twofold way. We think on the one hand of a state of affairs which leads to acts of exchange; the situation is such that the uneasiness of various individuals can be removed to some extent because various people value the same goods in a different way. On the other hand we think of a situation in which no further acts of exchange can happen because no actor expects any further improvement of his satisfaction by further acts of exchange. We proceed in the same way in comprehending the formation of the prices of factors of production. The operation of this market is actuated and kept in motion by the exertion of the promoting entrepreneurs, eager to profit from differences in the market prices of the factors of production and the expected prices of the products. The operation of this market would stop if a situation were ever to emerge in which the sum of the prices of the complementary factors of production —but for interest—equaled the prices of the products and nobody believed that further price changes were to be expected. Thus we have described the process adequately and completely by pointing out, positively, what actuates it and, negatively, what would suspend its motion. The main importance is to be attached to the positive description. The negative description resulting in the imaginary constructions of the final price and the evenly rotating economy is merely auxiliary. For the task is not the treatment of imaginary concepts, which never appear in life and action, but the treatment of the market prices at which the goods of higher orders are really bought and sold.
Τη μέθοδο αυτή την οφείλουμε στον Gossen, στον Carl Menger και στον Böhm-Bawerk. Το κύριο πλεονέκτημά της είναι ότι εμπεριέχει την αναγνώριση πως βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα φαινόμενο προσδιορισμού των τιμών, άρρηκτα συνδεδεμένο με τη διαδικασία της αγοράς. Διακρίνει μεταξύ δύο πραγμάτων:
- Της άμεσης αποτίμησης των συντελεστών παραγωγής, η οποία αποδίδει την αξία του προϊόντος στο συνολικό σύμπλεγμα των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής.
- Των τιμών των επιμέρους συντελεστών παραγωγής, οι οποίες διαμορφώνονται στην αγορά ως συνισταμένη των συγκλινουσών πράξεων των ανταγωνιζόμενων υψηλότερων πλειοδοτών.
Η αποτίμηση, όπως μπορεί να πραγματοποιείται από έναν απομονωμένο δρώντα —τον Ροβινσώνα Κρούσο ή ένα σοσιαλιστικό συμβούλιο διαχείρισης της παραγωγής— δεν μπορεί ποτέ να οδηγήσει στον προσδιορισμό μεριδίων αξίας. Η αποτίμηση μπορεί μόνο να κατατάσσει τα αγαθά σε κλίμακες προτίμησης. Δεν μπορεί ποτέ να προσδώσει σε ένα αγαθό κάτι που θα μπορούσε να αποκληθεί ποσότητα ή μέγεθος αξίας. Θα ήταν παράλογο να γίνεται λόγος για άθροισμα αποτιμήσεων ή αξιών.
Επιτρέπεται να δηλώσουμε ότι, αφού ληφθεί δεόντως υπόψη η χρονική προτίμηση, η αξία που αποδίδεται σε ένα προϊόν ισούται με την αξία του συνολικού συμπλέγματος των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής. Θα ήταν, όμως, παράλογο να υποστηρίζεται ότι η αξία που αποδίδεται σε ένα προϊόν ισούται με το «άθροισμα» των αξιών που αποδίδονται στους διάφορους συμπληρωματικούς συντελεστές παραγωγής. Οι αξίες και οι αποτιμήσεις δεν μπορούν να αθροιστούν. Μπορούν να αθροιστούν οι τιμές που εκφράζονται σε χρηματικούς όρους, όχι όμως οι κλίμακες προτίμησης. Δεν μπορούν να διαιρεθούν οι αξίες ούτε να απομονωθούν μερίδιά τους. Μια αξιολογική κρίση δεν συνίσταται ποτέ σε τίποτε άλλο πέρα από την προτίμηση του a έναντι του b.
This method we owe to Gossen, Carl Menger, and Böhm-Bawerk. Its main merit is that it implies the cognition that we are faced with a phenomenon of price determination inextricably linked with the market process. It distinguishes between two things: (a) the direct valuation of the factors of production which attaches the value of the product to the total complex of the complementary factors of production, and (b) the prices of the single factors of production which are formed on the market as the resultant of the concurring actions of competing highest bidders. Valuation as it can be practiced by an isolated actor (Robinson Crusoe or a socialist board of production management) can never result in a determination of such a thing as quotas of value. Valuation can only arrange goods in scales of preference. It can never attach to a good something that could be called a quantity or magnitude of value. It would be absurd to speak of a sum of valuations or values. It is permissible to declare that, due allowance being made for time preference, the value attached to a product is equal to the value of the total complex of complementary factors of production. But it would be nonsensical to assert that the value attached to a product is equal to the “sum” of the values attached to the various complementary factors of production. One cannot add up values or valuations. One can add up prices expressed in terms of money, but not scales of preference. One cannot divide values or single out quotas of them. A value judgment never consists in anything other than preferring a to b.
Η διαδικασία καταλογισμού της αξίας δεν οδηγεί στην παραγωγική συναγωγή της αξίας των επιμέρους παραγωγικών παραγόντων από την αξία του κοινού τους προϊόντος. Δεν παράγει αποτελέσματα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως στοιχεία οικονομικού υπολογισμού. Μόνο η αγορά, καθορίζοντας τιμές για κάθε συντελεστή παραγωγής, δημιουργεί τις συνθήκες που απαιτούνται για τον οικονομικό υπολογισμό. Ο οικονομικός υπολογισμός ασχολείται πάντοτε με τιμές και ποτέ με αξίες.
The process of value imputation does not result in derivation of the value of the single productive agents from the value of their joint product. It does not bring about results which could serve as elements of economic calculation. It is only the market that, in establishing prices for each factor of production, creates the conditions required for economic calculation. Economic calculation always deals with prices, never with values.
Η αγορά καθορίζει τις τιμές των συντελεστών παραγωγής με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο καθορίζει τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Η διαδικασία της αγοράς είναι η αλληλεπίδραση ανθρώπων που επιδιώκουν σκόπιμα την καλύτερη δυνατή άρση της δυσφορίας τους. Είναι αδύνατο να αφαιρέσουμε νοητικά ή να εξαλείψουμε από τη διαδικασία της αγοράς τους ανθρώπους που θέτουν σε κίνηση τη λειτουργία της. Δεν μπορεί κανείς να πραγματεύεται την αγορά καταναλωτικών αγαθών παραβλέποντας τις πράξεις των καταναλωτών. Δεν μπορεί να πραγματεύεται την αγορά αγαθών ανώτερων τάξεων παραβλέποντας τις πράξεις των επιχειρηματιών και το γεγονός ότι η χρήση του χρήματος είναι απαραίτητη για τις συναλλαγές τους.
Δεν υπάρχει τίποτε αυτόματο ή μηχανικό στη λειτουργία της αγοράς. Οι επιχειρηματίες, επιδιώκοντας την πραγματοποίηση κερδών, εμφανίζονται τρόπον τινά ως πλειοδότες σε μια δημοπρασία, στην οποία οι ιδιοκτήτες των συντελεστών παραγωγής προσφέρουν προς πώληση γη, κεφαλαιουχικά αγαθά και εργασία. Οι επιχειρηματίες επιδιώκουν να υπερκεράσουν ο ένας τον άλλον, προσφέροντας υψηλότερες τιμές από τους ανταγωνιστές τους. Οι προσφορές τους περιορίζονται, αφενός, από τις προβλέψεις τους σχετικά με τις μελλοντικές τιμές των προϊόντων και, αφετέρου, από την ανάγκη να αποσπάσουν τους συντελεστές παραγωγής από τα χέρια των άλλων επιχειρηματιών που τους ανταγωνίζονται.
The market determines prices of factors of production in the same way in which it determines prices of consumers’ goods. The market process is an interaction of men deliberately striving after the best possible removal of dissatisfaction. It is impossible to think away or to eliminate from the market process the men actuating its operation. One cannot deal with the market of consumers’ goods and disregard the actions of the consumers. One cannot deal with the market of the goods of higher orders while disregarding the actions of the entrepreneurs and the fact that the use of money is essential in their transactions. There is nothing automatic or mechanical in the operation of the market. The entrepreneurs, eager to earn profits, appear as bidders at an auction, as it were, in which the owners of the factors of production put up for sale land, capital goods, and labor. The entrepreneurs are eager to outdo one another by bidding higher prices than their rivals. Their offers are limited on the one hand by their anticipation of future prices of the products and on the other hand by the necessity to snatch the factors of production away from the hands of other entrepreneurs competing with them.
Ο επιχειρηματίας είναι ο φορέας που εμποδίζει τη διατήρηση μιας κατάστασης παραγωγής ακατάλληλης να ικανοποιήσει, με τον οικονομικότερο τρόπο, τις επιτακτικότερες ανάγκες των καταναλωτών. Όλοι οι άνθρωποι επιδιώκουν την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών τους και, υπό αυτή την έννοια, αποβλέπουν στο υψηλότερο δυνατό κέρδος που μπορούν να αποκομίσουν. Η νοοτροπία των προωθητών, των κερδοσκόπων και των επιχειρηματιών δεν διαφέρει από εκείνη των συνανθρώπων τους. Απλώς υπερέχουν των μαζών ως προς τη διανοητική ικανότητα και την ενεργητικότητα. Είναι οι ηγέτες στην πορεία προς την υλική πρόοδο. Είναι οι πρώτοι που αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει απόκλιση μεταξύ εκείνου που πράγματι γίνεται και εκείνου που θα μπορούσε να γίνει. Προβλέπουν τι θα επιθυμούσαν να αποκτήσουν οι καταναλωτές και επιδιώκουν να τους το παράσχουν.
Κατά την επιδίωξη τέτοιων σχεδίων, προσφέρουν υψηλότερες τιμές για ορισμένους συντελεστές παραγωγής και μειώνουν τις τιμές άλλων, περιορίζοντας τη ζήτησή τους για αυτούς. Εφοδιάζοντας την αγορά με εκείνα τα καταναλωτικά αγαθά από την πώληση των οποίων μπορούν να πραγματοποιηθούν τα υψηλότερα κέρδη, δημιουργούν τάση πτώσης των τιμών τους. Περιορίζοντας το προϊόν εκείνων των καταναλωτικών αγαθών των οποίων η παραγωγή δεν παρέχει προοπτικές πραγματοποίησης κέρδους, προκαλούν τάση αύξησης των τιμών τους. Όλοι αυτοί οι μετασχηματισμοί συντελούνται αδιάκοπα και θα μπορούσαν να σταματήσουν μόνο αν επιτυγχάνονταν οι απραγματοποίητες συνθήκες της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας και της στατικής ισορροπίας.
The entrepreneur is the agency that prevents the persistence of a state of production unsuitable to fill the most urgent wants of the consumers in the cheapest way. All people are anxious for the best possible satisfaction of their wants and are in this sense striving after the highest profit they can reap. The mentality of the promoters, speculators, and entrepreneurs is not different from that of their fellow men. They are merely superior to the masses in mental power and energy. They are the leaders on the way toward material progress. They are the first to understand that there is a discrepancy between what is done and what could be done. They guess what the consumers would like to have and are intent upon providing them with these things. In the pursuit of such plans they bid higher prices for some factors of production and lower the prices of other factors of production by restricting their demand for them. In supplying the market with those consumers’ goods in the sale of which the highest profits can be earned, they create a tendency toward a fall in their prices. In restricting the output of those consumers’ goods the production of which does not offer chances for reaping profit, they bring about a tendency toward a rise in their prices. All these transformations go on ceaselessly and could stop only if the unrealizable conditions of the evenly rotating economy and of static equilibrium were to be attained.
Κατά την κατάρτιση των σχεδίων τους, οι επιχειρηματίες εξετάζουν πρώτα τις τιμές του άμεσου παρελθόντος, οι οποίες αποκαλούνται εσφαλμένα παρούσες τιμές. Ασφαλώς, δεν εισάγουν ποτέ αυτές τις τιμές στους υπολογισμούς τους χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις αναμενόμενες μεταβολές. Οι τιμές του άμεσου παρελθόντος αποτελούν γι’ αυτούς απλώς αφετηρία συλλογισμών που οδηγούν σε προβλέψεις των μελλοντικών τιμών.
Οι τιμές του παρελθόντος δεν επηρεάζουν τον προσδιορισμό των μελλοντικών τιμών. Αντιθέτως, η πρόβλεψη των μελλοντικών τιμών των προϊόντων καθορίζει την κατάσταση των τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής. Στον βαθμό που αφορά τις αμοιβαίες σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ των διαφόρων αγαθών,2 ο προσδιορισμός των τιμών δεν έχει καμία άμεση αιτιώδη σχέση με τις τιμές του παρελθόντος.
Η κατανομή των μη μετατρέψιμων συντελεστών παραγωγής μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής3 και η ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών για τη μελλοντική παραγωγή αποτελούν ιστορικά μεγέθη. Από αυτή την άποψη, το παρελθόν συμβάλλει στη διαμόρφωση της πορείας της μελλοντικής παραγωγής και στην επίδραση επί των μελλοντικών τιμών. Άμεσα, όμως, οι τιμές των συντελεστών παραγωγής καθορίζονται αποκλειστικά από την πρόβλεψη των μελλοντικών τιμών των προϊόντων.
Το γεγονός ότι χθες οι άνθρωποι αποτιμούσαν και εκτιμούσαν τα αγαθά με διαφορετικό τρόπο στερείται σημασίας. Οι καταναλωτές δεν ενδιαφέρονται για τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν σε συνάρτηση με παρελθούσες συνθήκες της αγοράς ούτε για τα κατεστημένα συμφέροντα επιχειρηματιών, καπιταλιστών, γαιοκτημόνων και εργαζομένων που ενδέχεται να πληγούν από μεταβολές στη διάρθρωση των τιμών. Τέτοια αισθήματα δεν διαδραματίζουν κανέναν ρόλο στη διαμόρφωση των τιμών. Ακριβώς το γεγονός ότι η αγορά δεν σέβεται τα κατεστημένα συμφέροντα ωθεί τους ενδιαφερομένους να ζητούν κυβερνητική παρέμβαση.
Για τον επιχειρηματία, τον διαμορφωτή της μελλοντικής παραγωγής, οι τιμές του παρελθόντος αποτελούν απλώς νοητικό εργαλείο. Οι επιχειρηματίες δεν κατασκευάζουν εκ νέου καθημερινά μια ριζικά νέα διάρθρωση τιμών ούτε κατανέμουν από την αρχή τους συντελεστές παραγωγής στους διάφορους βιομηχανικούς κλάδους. Απλώς μετασχηματίζουν όσα τους κληροδότησε το παρελθόν, προσαρμόζοντάς τα καλύτερα στις μεταβληθείσες συνθήκες. Το πόσο από τις προηγούμενες συνθήκες διατηρούν και πόσο μεταβάλλουν εξαρτάται από την έκταση της μεταβολής των δεδομένων.
In drafting their plans the entrepreneurs look first at the prices of the immediate past which are mistakenly called present prices. Of course, the entrepreneurs never make these prices enter into their calculations without paying regard to anticipated changes. The prices of the immediate past are for them only the starting point of deliberations leading to forecasts of future prices. The prices of the past do not influence the determination of future prices. It is, on the contrary, the anticipation of future prices of the products that determines the state of prices of the complementary factors of production. The determination of prices has, as far as the mutual exchange ratios between various commodities are concerned,[2] no direct causal relation whatever with the prices of the past. The allocation of the nonconvertible factors of production among the various branches of production[3] and the amount of capital goods available for future production are historical magnitudes; in this regard the past is instrumental in shaping the course of future production and in affecting the prices of the future. But directly the prices of the factors of production are determined exclusively by the anticipation of future prices of the products. The fact that yesterday people valued and appraised commodities in a different way is irrelevant. The consumers do not care about the investments made with regard to past market conditions and do not bother about the vested interests of entrepreneurs, capitalists, landowners, and workers, who may be hurt by changes in the structure of prices. Such sentiments play no role in the formation of prices. (It is precisely the fact that the market does not respect vested interests that makes the people concerned ask for government interference.) The prices of the past are for the entrepreneur, the shaper of future production, merely a mental tool. The entrepreneurs do not construct afresh every day a radically new structure of prices or allocate anew the factors of production to the various branches of industry. They merely transform what the past has transmitted in better adapting it to the altered conditions. How much of the previous conditions they preserve and how much they change depends on the extent to which the data have changed.
Η οικονομική διαδικασία αποτελεί αδιάκοπη αλληλεπίδραση παραγωγής και κατανάλωσης. Οι σημερινές δραστηριότητες συνδέονται με εκείνες του παρελθόντος μέσω των διαθέσιμων τεχνολογικών γνώσεων, της ποσότητας και της ποιότητας των κεφαλαιουχικών αγαθών και της κατανομής τους μεταξύ των διαφόρων ατόμων. Συνδέονται με το μέλλον μέσω της ίδιας της ουσίας της ανθρώπινης δράσης· η δράση κατευθύνεται πάντοτε προς τη βελτίωση των μελλοντικών συνθηκών.
Για να προσανατολιστεί στο άγνωστο και αβέβαιο μέλλον, ο άνθρωπος διαθέτει μόνο δύο βοηθήματα: την εμπειρία των παρελθόντων γεγονότων και την ικανότητά του προς κατανόηση. Η γνώση των παρελθουσών τιμών αποτελεί μέρος αυτής της εμπειρίας και συγχρόνως αφετηρία για την κατανόηση του μέλλοντος.
The economic process is a continuous interplay of production and consumption. Today’s activities are linked with those of the past through the technological knowledge at hand, the amount and the quality of the capital goods available, and the distribution of the ownership of these goods among various individuals. They are linked with the future through the very essence of human action; action is always directed toward the improvement of future conditions. In order to see his way in the unknown and uncertain future man has within his reach only two aids: experience of past events and his faculty of understanding. Knowledge about past prices is a part of this experience and at the same time the starting point of understanding the future.
Αν η ανάμνηση όλων των παρελθουσών τιμών εξαφανιζόταν, η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών θα καθίστατο δυσχερέστερη, όχι όμως αδύνατη όσον αφορά τις αμοιβαίες σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ των διαφόρων αγαθών. Θα ήταν δυσκολότερο για τους επιχειρηματίες να προσαρμόσουν την παραγωγή στη ζήτηση του κοινού, αλλά θα μπορούσαν παρ’ όλα αυτά να το επιτύχουν. Θα ήταν αναγκαίο να συγκεντρώσουν εκ νέου όλα τα δεδομένα που χρειάζονται ως βάση των ενεργειών τους. Δεν θα απέφευγαν τα σφάλματα που σήμερα αποφεύγουν χάρη στη διαθέσιμη εμπειρία τους. Στην αρχή, οι διακυμάνσεις των τιμών θα ήταν εντονότερες, οι συντελεστές παραγωγής θα σπαταλώνταν και η ικανοποίηση των αναγκών θα περιοριζόταν. Τελικά, όμως, αφού κατέβαλλαν υψηλό τίμημα, οι άνθρωποι θα είχαν αποκτήσει εκ νέου την εμπειρία που απαιτείται για την ομαλή λειτουργία της διαδικασίας της αγοράς.
If the memory of all prices of the past were to fade away, the pricing process would become more troublesome, but not impossible as far as the mutual exchange ratios between various commodities are concerned. It would be harder for the entrepreneurs to adjust production to the demand of the public, but it could be done nonetheless. It would be necessary for them to assemble anew all the data they need as the basis of their operations. They would not avoid mistakes which they now evade on account of experience at their disposal. Price fluctuations would be more violent at the beginning, factors of production would be wasted, want-satisfaction would be impaired. But finally, having paid dearly, people would again have acquired the experience needed for a smooth working of the market process.
Το ουσιώδες δεδομένο είναι ότι ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρηματιών που επιδιώκουν το κέρδος δεν ανέχεται τη διατήρηση εσφαλμένων τιμών των συντελεστών παραγωγής. Οι δραστηριότητες των επιχειρηματιών αποτελούν το στοιχείο που θα επέφερε την απραγματοποίητη κατάσταση της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, αν δεν επέρχονταν περαιτέρω μεταβολές. Στην παγκόσμια δημόσια δημοπρασία που αποκαλείται αγορά, αυτοί είναι οι πλειοδότες για τους συντελεστές παραγωγής. Κατά την υποβολή των προσφορών τους ενεργούν, τρόπον τινά, ως εντολοδόχοι των καταναλωτών.
Κάθε επιχειρηματίας εκπροσωπεί μια διαφορετική όψη των επιθυμιών των καταναλωτών: είτε ένα διαφορετικό αγαθό είτε έναν διαφορετικό τρόπο παραγωγής του ίδιου αγαθού. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρηματιών αποτελεί, σε τελική ανάλυση, ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων δυνατοτήτων που έχουν οι άνθρωποι να άρουν στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη δυσφορία τους μέσω της απόκτησης καταναλωτικών αγαθών.
Οι αποφάσεις των καταναλωτών να αγοράσουν ένα αγαθό και να αναβάλουν την αγορά κάποιου άλλου καθορίζουν τις τιμές των συντελεστών παραγωγής που απαιτούνται για την παραγωγή αυτών των αγαθών. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρηματιών αντανακλά τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών στη διαμόρφωση των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Αντανακλά στον εξωτερικό κόσμο τη σύγκρουση που προκαλεί στην ψυχή κάθε ατόμου η αναπόδραστη σπανιότητα των συντελεστών παραγωγής. Καθιστά αποτελεσματικές τις εμπεριεχόμενες αποφάσεις των καταναλωτών σχετικά με τους σκοπούς για τους οποίους πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι μη ειδικοί συντελεστές και την έκταση στην οποία πρέπει να χρησιμοποιηθούν οι ειδικοί συντελεστές παραγωγής.
The essential fact is that it is the competition of profit-seeking entrepreneurs that does not tolerate the preservation of false prices of the factors of production. The activities of the entrepreneurs are the element that would bring about the unrealizable state of the evenly rotating economy if no further changes were to occur. In the world-embracing public sale called the market they are the bidders for the factors of production. In bidding, they are the mandataries of the consumers, as it were. Each entrepreneur represents a different aspect of the consumers’ wants, either a different commodity or another way of producing the same commodity. The competition among the entrepreneurs is ultimately a competition among the various possibilities open to men to remove their uneasiness as far as possible by the acquisition of consumers’ goods. The decisions of the consumers to buy one commodity and to postpone buying another determine the prices of factors of production required for manufacturing these commodities. The competition between the entrepreneurs reflects the prices of consumers’ goods in the formation of the prices of the factors of production. It reflects in the external world the conflict which the inexorable scarcity of the factors of production brings about in the soul of each individual. It makes effective the subsumed decisions of the consumers as to what purpose the nonspecific factors should be used for and to what extent the specific factors of production should be used.
Η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών είναι κοινωνική διαδικασία. Ολοκληρώνεται μέσω της αλληλεπίδρασης όλων των μελών της κοινωνίας. Όλοι συμπράττουν και συνεργάζονται, καθένας στον ιδιαίτερο ρόλο που έχει επιλέξει για τον εαυτό του εντός του πλαισίου του καταμερισμού της εργασίας. Ανταγωνιζόμενοι μέσα στη συνεργασία και συνεργαζόμενοι μέσα στον ανταγωνισμό, όλοι οι άνθρωποι συμβάλλουν στην παραγωγή του αποτελέσματος: της διάρθρωσης των αγοραίων τιμών, της κατανομής των συντελεστών παραγωγής μεταξύ των διαφόρων τρόπων ικανοποίησης των αναγκών και του προσδιορισμού του μεριδίου κάθε ατόμου.
Τα τρία αυτά γεγονότα δεν αποτελούν τρία διαφορετικά ζητήματα. Είναι απλώς διαφορετικές όψεις ενός αδιαίρετου φαινομένου, το οποίο η αναλυτική μας εξέταση διαιρεί σε τρία μέρη. Στη διαδικασία της αγοράς πραγματοποιούνται uno actu, με μία και την αυτή πράξη. Μόνο όσοι διακατέχονται από σοσιαλιστικές προδιαθέσεις και αδυνατούν να απελευθερωθούν από τη νοσταλγική προσήλωση στις σοσιαλιστικές μεθόδους μιλούν, κατά την εξέταση των φαινομένων της αγοράς, για τρεις διαφορετικές διαδικασίες: τον προσδιορισμό των τιμών, την κατεύθυνση των παραγωγικών προσπαθειών και την κατανομή.
The pricing process is a social process. It is consummated by an interaction of all members of the society. All collaborate and cooperate, each in the particular role he has chosen for himself in the framework of the division of labor. Competing in cooperation and cooperating in competition all people are instrumental in bringing about the result, viz., the price structure of the market, the allocation of the factors of production to the various lines of want-satisfaction, and the determination of the share of each individual. These three events are not three different matters. They are only different aspects of one indivisible phenomenon which our analytical scrutiny separates into three parts. In the market process they are accomplished uno actu. Only people prepossessed by socialist leanings who cannot free themselves from longing glances at socialist methods speak of three different processes in dealing with the market phenomena: the determination of prices, the direction of productive efforts, and distribution.
Περιορισμός στον προσδιορισμό των τιμών των συντελεστών παραγωγής
A Limitation on the Pricing of Factors of Production
Η διαδικασία μέσω της οποίας οι τιμές των συντελεστών παραγωγής προκύπτουν από τις τιμές των προϊόντων μπορεί να επιτύχει τα αποτελέσματά της μόνο αν, μεταξύ των συμπληρωματικών συντελεστών που δεν μπορούν να αντικατασταθούν από υποκατάστατα, το πολύ ένας έχει απολύτως ειδικό χαρακτήρα, δηλαδή δεν είναι κατάλληλος για οποιαδήποτε άλλη χρήση.
Αν η παραγωγή ενός προϊόντος απαιτεί δύο ή περισσότερους απολύτως ειδικούς συντελεστές, μπορεί να τους αποδοθεί μόνο μια σωρευτική τιμή. Αν όλοι οι συντελεστές παραγωγής ήταν απολύτως ειδικοί, η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών δεν θα μπορούσε να επιτύχει τίποτε περισσότερο από τον καθορισμό τέτοιων σωρευτικών τιμών. Δεν θα μπορούσε να καταλήξει παρά μόνο σε διατυπώσεις όπως η ακόλουθη: εφόσον ο συνδυασμός 3a και 5b παράγει μία μονάδα του p, τα 3a και 5b από κοινού ισοδυναμούν με 1p και η τελική τιμή του —αφού ληφθεί δεόντως υπόψη η χρονική προτίμηση— ισούται με την τελική τιμή του 1p.
Εφόσον οι επιχειρηματίες που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν τα και b για σκοπούς διαφορετικούς από την παραγωγή του p δεν υποβάλλουν προσφορές για αυτά, είναι αδύνατος ο λεπτομερέστερος προσδιορισμός της τιμής τους. Μόνο αν εμφανιστεί ζήτηση για το a ή το εκ μέρους επιχειρηματιών που επιθυμούν να το χρησιμοποιήσουν για άλλους σκοπούς αναδύεται ανταγωνισμός μεταξύ αυτών και των επιχειρηματιών που σχεδιάζουν την παραγωγή του p. Τότε διαμορφώνεται μια τιμή για το a ή το b, το ύψος της οποίας καθορίζει και την τιμή του b ή του a αντιστοίχως.
The process which makes the prices of the factors of production spring from the prices of products can achieve its results only if, of the complementary factors not replaceable by substitutes, not more than one is of absolutely specific character, that is, is not suitable for any other employment. If the production of a product requires two or more absolutely specific factors, only a cumulative price can be assigned to them. If all factors of production were absolutely specific, the pricing process would not achieve more than such cumulative prices. It would accomplish nothing more than statements like this: as combining 3 a and 5 b produces one unit of p, 3 a and 5 b together are equal to 1 p and the final price of 3 a + 5 b is —due allowance being made for time preference—equal to the final price of 1 p. As entrepreneurs who want to use a and b for purposes other than the production of p do not bid for them, a more detailed price determination is impossible. Only if a demand emerges for a (or for b) on the part of entrepreneurs who want to employ a (or b) for other purposes, does competition between them and the entrepreneurs planning the production of p arise and a price for a (or for b) comes into existence, the height of which determines also the price of b (or a).
Ένας κόσμος στον οποίο όλοι οι συντελεστές παραγωγής θα ήταν απολύτως ειδικοί θα μπορούσε να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του μέσω τέτοιων σωρευτικών τιμών. Σε έναν τέτοιο κόσμο δεν θα υπήρχε το πρόβλημα της κατανομής των μέσων παραγωγής μεταξύ των διαφόρων κλάδων ικανοποίησης των αναγκών.
Στον πραγματικό μας κόσμο, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Υπάρχουν πολλά σπάνια μέσα παραγωγής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διαφορετικά καθήκοντα. Το οικονομικό πρόβλημα είναι να χρησιμοποιηθούν αυτοί οι συντελεστές κατά τέτοιον τρόπο, ώστε καμία μονάδα τους να μη χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση μιας λιγότερο επείγουσας ανάγκης, αν η συγκεκριμένη χρήση εμποδίζει την ικανοποίηση μιας περισσότερο επείγουσας. Αυτό το πρόβλημα επιλύει η αγορά μέσω του προσδιορισμού των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Η κοινωνική υπηρεσία που παρέχει αυτή η λύση δεν περιορίζεται καθόλου από το γεγονός ότι για συντελεστές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο σωρευτικά καθορίζονται αποκλειστικά σωρευτικές τιμές.
A world in which all the factors of production are absolutely specific could manage its affairs with such cumulative prices. In such a world there would not exist the problem of how to allocate the means of production to various branches of want-satisfaction. In our real world things are different. There are many scarce means of production which can be employed for various tasks. There the economic problem is to employ these factors in such a way that no unit of them should be used for the satisfaction of a less urgent need if this employment prevents the satisfaction of a more urgent need. It is this that the market solves in determining the prices of the factors of production. The social service rendered by this solution is not in the least impaired by the fact that for factors which can be employed only cumulatively no other than cumulative prices are determined.
Οι συντελεστές παραγωγής που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην ίδια αναλογία συνδυασμού για την παραγωγή διαφορετικών αγαθών, αλλά δεν επιδέχονται καμία άλλη χρήση, πρέπει να θεωρούνται απολύτως ειδικοί συντελεστές. Είναι απολύτως ειδικοί ως προς την παραγωγή ενός ενδιάμεσου προϊόντος, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διάφορους σκοπούς. Η τιμή αυτού του ενδιάμεσου προϊόντος μπορεί να καταλογιστεί σε αυτούς μόνο σωρευτικά. Δεν έχει σημασία αν το ενδιάμεσο αυτό προϊόν μπορεί να προσληφθεί άμεσα από τις αισθήσεις ή αν αποτελεί απλώς το αόρατο και άυλο αποτέλεσμα της από κοινού χρησιμοποίησής τους.
Factors of production which can be used in the same ratio of combination for the production of various commodities but do not allow of any other use, are to be considered as absolutely specific factors. They are absolutely specific with regard to the production of an intermediary product which can be utilized for various purposes. The price of this intermediary product can be assigned to them cumulatively only. Whether this intermediary product can be directly apperceived by the senses or whether it is merely the invisible and intangible outcome of their joint employment makes no difference.
Στον υπολογισμό του επιχειρηματία, κόστος είναι το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την απόκτηση των συντελεστών παραγωγής.
Ο επιχειρηματίας επιδιώκει να αναλαμβάνει εκείνα τα επιχειρηματικά σχέδια από τα οποία αναμένει το υψηλότερο πλεόνασμα εσόδων έναντι του κόστους και να αποφεύγει εκείνα από τα οποία αναμένει μικρότερο κέρδος ή ακόμη και ζημία. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, προσαρμόζει τις προσπάθειές του προς την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Το γεγονός ότι ένα σχέδιο δεν είναι επικερδές, επειδή το κόστος υπερβαίνει τα έσοδα, αποτελεί συνέπεια του ότι υπάρχει κάποια χρησιμότερη χρήση για τους απαιτούμενους συντελεστές παραγωγής. Υπάρχουν άλλα προϊόντα, για την αγορά των οποίων οι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν τιμές που καλύπτουν τις τιμές αυτών των συντελεστών παραγωγής. Δεν είναι, όμως, διατεθειμένοι να καταβάλουν τέτοιες τιμές για να αγοράσουν το αγαθό του οποίου η παραγωγή δεν είναι επικερδής.
In the calculation of the entrepreneur costs are the amount of money required for the procurement of the factors of production. The entrepreneur is intent upon embarking upon those business projects from which he expects the highest surplus of proceeds over costs and upon shunning projects from which he expects a lower amount of profit or even a loss. In doing this he adjusts his effort to the best possible satisfaction of the needs of the consumers. The fact that a project is not profitable because costs are higher than proceeds is the outcome of the fact that there is a more useful employment available for the factors of production required. There are other products in the purchase of which the consumers are prepared to allow for the prices of the factors of production required. But the consumers are not prepared to pay these prices in buying the commodity the production of which is not profitable.
Η λογιστική κόστους επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι ακόλουθες δύο συνθήκες δεν συντρέχουν πάντοτε:
Cost accounting is affected by the fact that the two following conditions are not always present:
- Κάθε αύξηση της ποσότητας των συντελεστών που δαπανώνται για την παραγωγή ενός καταναλωτικού αγαθού αυξάνει την ικανότητά του να αίρει τη δυσφορία.
- Κάθε αύξηση της ποσότητας ενός καταναλωτικού αγαθού απαιτεί αναλογική ή ακόμη περισσότερο από αναλογική αύξηση της δαπάνης συντελεστών παραγωγής.
First, every increase in the quantity of factors expended for the production of a consumers’ good increases its power to remove uneasiness.
Second, every increase in the quantity of a consumers’ good requires a proportional increase in the expenditure of factors of production or even a more than proportional increase in their expenditure.
Αν αμφότερες αυτές οι συνθήκες πληρούνταν πάντοτε και χωρίς καμία εξαίρεση, κάθε πρόσθετη ποσότητα z που θα δαπανούνταν για την αύξηση της ποσότητας m ενός αγαθού g θα χρησιμοποιούνταν για την ικανοποίηση μιας ανάγκης που θεωρείται λιγότερο επείγουσα από τη λιγότερο επείγουσα ανάγκη η οποία είχε ήδη ικανοποιηθεί από την προηγουμένως διαθέσιμη ποσότητα m. Συγχρόνως, η πρόσθετη ποσότητα z θα απαιτούσε τη χρησιμοποίηση συντελεστών παραγωγής που θα έπρεπε να αποσυρθούν από την ικανοποίηση άλλων αναγκών, οι οποίες θεωρούνται περισσότερο επιτακτικές από εκείνες των οποίων η ικανοποίηση εγκαταλείφθηκε προκειμένου να παραχθεί η οριακή μονάδα του m.
Αφενός, η οριακή αξία της ικανοποίησης που προκύπτει από την αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας του g θα μειωνόταν. Αφετέρου, το κόστος που απαιτείται για την παραγωγή πρόσθετων ποσοτήτων του θα αυξανόταν ως προς την οριακή αρνητική χρησιμότητά του: οι συντελεστές παραγωγής θα αποσύρονταν από χρήσεις στις οποίες θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν περισσότερο επείγουσες ανάγκες. Η παραγωγή πρέπει να σταματήσει στο σημείο στο οποίο η οριακή χρησιμότητα της πρόσθετης ποσότητας δεν αντισταθμίζει πλέον την οριακή αύξηση της αρνητικής χρησιμότητας του κόστους.
If both these conditions were always and without any exception fulfilled, every increment z expended for increasing the quantity m of a commodity g would be employed for the satisfaction of a need viewed as less urgent than the least urgent need already satisfied by the quantity m available previously. At the same time the increment z would require the employment of factors of production to be withdrawn from the satisfaction of other needs considered as more pressing than those needs whose satisfaction was foregone in order to produce the marginal unit of m. On the one hand the marginal value of the satisfaction derived from the increase in the quantity available of g would drop. On the other hand the costs required for the production of additional quantities of g would increase in marginal disutility; factors of production would be withheld from employments in which they could satisfy more urgent needs. Production must stop at the point at which the marginal utility of the increment no longer compensates for the marginal increase in the disutility of costs.
Οι δύο αυτές συνθήκες συντρέχουν πολύ συχνά, όχι όμως γενικά και χωρίς εξαίρεση. Υπάρχουν πολλά αγαθά όλων των τάξεων των οποίων η φυσική διάρθρωση δεν είναι ομοιογενής και τα οποία, επομένως, δεν είναι απολύτως διαιρετά.
Now these two conditions are present very often, but not generally without exception. There exist many commodities of all orders of goods whose physical structure is not homogeneous and which are therefore not perfectly divisible.
Θα ήταν, ασφαλώς, δυνατό να εξαφανιστεί λεκτικά η απόκλιση από την πρώτη προαναφερθείσα συνθήκη μέσω ενός εξεζητημένου λεκτικού τεχνάσματος. Θα μπορούσε να λεχθεί: μισό αυτοκίνητο δεν είναι αυτοκίνητο. Αν σε μισό αυτοκίνητο προστεθεί ένα τέταρτο αυτοκινήτου, δεν αυξάνεται η διαθέσιμη «ποσότητα» αυτοκινήτων· μόνο η ολοκλήρωση της παραγωγικής διαδικασίας, η οποία παράγει ένα πλήρες αυτοκίνητο, δημιουργεί μία μονάδα και αύξηση της διαθέσιμης «ποσότητας».
Μια τέτοια ερμηνεία, όμως, παραβλέπει την ουσία του προβλήματος. Το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι ότι δεν αυξάνει κάθε πρόσθετη δαπάνη αναλογικά την αντικειμενική αξία χρήσεως, δηλαδή τη φυσική ικανότητα ενός πράγματος να παρέχει μια συγκεκριμένη υπηρεσία. Οι διάφορες πρόσθετες δαπάνες επιφέρουν διαφορετικά αποτελέσματα. Υπάρχουν πρόσθετες ποσότητες συντελεστών των οποίων η δαπάνη παραμένει άχρηστη, αν δεν προστεθούν περαιτέρω ποσότητες ορισμένου μεγέθους.
It would, of course, be possible to conjure away the deviation from the first condition mentioned above by a sophisticated play on words. One could say: half a motorcar is not a motorcar. If one adds to half a motorcar a quarter of a motorcar, one does not increase the “quantity” available; only the perfection of the process of production which turns out a complete car produces a unit and an increase in the “quantity” available. However, such an interpretation misses the point. The problem we must face is that not every increase in expenditure increases proportionately the objective usevalue, the physical power of a thing to render a definite service. The various increments in expenditure bring about different results. There are increments the expenditure of which remains useless if no further increments of a definite quantity are added.
Από την άλλη πλευρά —και αυτή αποτελεί απόκλιση από τη δεύτερη συνθήκη— η αύξηση του φυσικού προϊόντος δεν απαιτεί πάντοτε αναλογική αύξηση της δαπάνης ή ακόμη και οποιαδήποτε πρόσθετη δαπάνη. Μπορεί να συμβεί το κόστος να μην αυξηθεί καθόλου ή η αύξησή του να επιφέρει περισσότερο από αναλογική αύξηση του προϊόντος. Διότι πολλά μέσα παραγωγής δεν είναι ούτε ομοιογενή ούτε απολύτως διαιρετά. Πρόκειται για το φαινόμενο που είναι γνωστό στον επιχειρηματικό κόσμο ως υπεροχή της παραγωγής μεγάλης κλίμακας. Οι οικονομολόγοι μιλούν για τον νόμο των αυξουσών αποδόσεων ή του φθίνοντος κόστους.
On the other hand—and this is the deviation from the second condition —an increase in physical output does not always require a proportionate increase in expenditure or even any additional expenditure. It may happen that costs do not rise at all or that their rise increases output more than proportionately. For many means of production are not homogeneous either and not perfectly divisible. This is the phenomenon known to business as the superiority of big-scale production. The economists speak of the law of increasing returns or decreasing costs.
Ας εξετάσουμε, ως περίπτωση A, μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία όλοι οι συντελεστές παραγωγής είναι ατελώς διαιρετοί και στην οποία η πλήρης αξιοποίηση των παραγωγικών υπηρεσιών που παρέχει κάθε πρόσθετο αδιαίρετο στοιχείο καθενός συντελεστή απαιτεί την πλήρη αξιοποίηση των πρόσθετων αδιαίρετων στοιχείων όλων των άλλων συμπληρωματικών συντελεστών. Τότε, σε κάθε σύμπλεγμα παραγωγικών παραγόντων, καθένα από τα συνδυασμένα στοιχεία — κάθε μηχανή, κάθε εργάτης και κάθε τεμάχιο πρώτης ύλης— μπορεί να αξιοποιηθεί πλήρως μόνο αν χρησιμοποιηθούν πλήρως και όλες οι παραγωγικές υπηρεσίες των υπόλοιπων στοιχείων. Εντός αυτών των ορίων, η παραγωγή μέρους του μέγιστου δυνατού προϊόντος δεν απαιτεί μικρότερη δαπάνη από την παραγωγή του υψηλότερου δυνατού προϊόντος. Μπορούμε επίσης να πούμε ότι το σύμπλεγμα ελάχιστου μεγέθους παράγει πάντοτε την ίδια ποσότητα προϊόντων· είναι αδύνατο να παραχθεί μικρότερη ποσότητα, ακόμη και αν μέρος του προϊόντος δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
We consider—as case A—a state of affairs in which all factors of production are not perfectly divisible in such a way that full utilization of the productive services rendered by every further indivisible element of each factor requires full utilization of the further indivisible elements of every other of the complementary factors. Then in every aggregate of productive agents each of the assembled elements—every machine, every worker, every piece of raw material—can be fully utilized only if all the productive services of the other elements are fully employed too. Within these limits the production of a part of the maximum output attainable does not require a higher expenditure than the production of the highest possible output. We may also say that the minimum-size aggregate always produces the same quantity of products; it is impossible to produce a smaller quantity of products even if there is no use for a part of it.
Ας εξετάσουμε, ως περίπτωση B, μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία μια ομάδα παραγωγικών παραγόντων, η p , είναι για όλους τους πρακτικούς σκοπούς απολύτως διαιρετή. Από την άλλη πλευρά, οι ατελώς διαιρετοί παράγοντες μπορούν να διαιρεθούν κατά τέτοιον τρόπο ώστε η πλήρης αξιοποίηση των υπηρεσιών που παρέχει κάθε πρόσθετο αδιαίρετο μέρος ενός παράγοντα να απαιτεί την πλήρη αξιοποίηση των πρόσθετων αδιαίρετων μερών των άλλων ατελώς διαιρετών συμπληρωματικών συντελεστών. Τότε, η αύξηση της παραγωγής ενός συμπλέγματος αδιαίρετων συντελεστών, από τη μερική προς την πληρέστερη αξιοποίηση της παραγωγικής του ικανότητας, απαιτεί απλώς αύξηση της ποσότητας των απολύτως διαιρετών συντελεστών p.
Πρέπει, ωστόσο, να προφυλασσόμαστε από την πλάνη ότι αυτό συνεπάγεται αναγκαστικά μείωση του μέσου κόστους παραγωγής. Είναι αλήθεια ότι, εντός του συμπλέγματος των ατελώς διαιρετών συντελεστών, καθένας από αυτούς αξιοποιείται πλέον καλύτερα· ότι, επομένως, το κόστος παραγωγής, στον βαθμό στον οποίο προκαλείται από τη συνεργασία αυτών των συντελεστών, παραμένει αμετάβλητο· και ότι το μερίδιο αυτού του κόστους που αντιστοιχεί σε κάθε μονάδα προϊόντος μειώνεται.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η αύξηση της χρησιμοποίησης των απολύτως διαιρετών συντελεστών παραγωγής μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της απόσυρσής τους από άλλες χρήσεις. Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, η αξία αυτών των άλλων χρήσεων αυξάνεται όσο περιορίζεται η ποσότητα των συντελεστών που διατίθεται σε αυτές. Η τιμή αυτών των απολύτως διαιρετών συντελεστών τείνει να αυξάνεται, καθώς χρησιμοποιούνται περισσότερες μονάδες τους για την καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας του σχετικού συμπλέγματος των μη περαιτέρω διαιρετών συντελεστών.
Δεν πρέπει να περιορίζουμε την εξέταση του προβλήματος μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η πρόσθετη ποσότητα του αποσύρεται από άλλες επιχειρήσεις που παράγουν το ίδιο προϊόν με λιγότερο αποτελεσματικό τρόπο και εξαναγκάζει αυτές τις επιχειρήσεις να περιορίσουν το προϊόν τους. Είναι προφανές ότι, σε αυτή την περίπτωση —δηλαδή στον ανταγωνισμό μεταξύ μιας περισσότερο και μιας λιγότερο αποτελεσματικής επιχείρησης που παράγουν το ίδιο προϊόν από τις ίδιες πρώτες ύλες—, το μέσο κόστος παραγωγής μειώνεται στην επεκτεινόμενη παραγωγική εγκατάσταση.
Μια γενικότερη εξέταση του προβλήματος οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα. Αν οι μονάδες του p αποσυρθούν από άλλες χρήσεις στις οποίες θα είχαν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή διαφορετικών αγαθών, εμφανίζεται τάση αύξησης της τιμής τους. Η τάση αυτή ενδέχεται να αντισταθμιστεί από συμπτωματικές τάσεις που λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση· μπορεί ενίοτε να είναι τόσο ασθενής ώστε οι συνέπειές της να είναι αμελητέες. Είναι, όμως, πάντοτε παρούσα και επηρεάζει δυνητικά τη διάρθρωση του κόστους.
We consider—as case B—a state of affairs in which one group of the productive agents (p) is for all practical purposes perfectly divisible. On the other hand the imperfectly divisible agents can be divided in such a way that full utilization of the services rendered by each further indivisible part of one agent requires full utilization of the further indivisible parts of the other imperfectly divisible complementary factors. Then increasing production of an aggregate of further indivisible factors from a partial to a more complete utilization of their productive capacity requires merely an increase in the quantity of p, the perfectly divisible factors. However, one must guard oneself against the fallacy that this necessarily implies a decrease in the average cost of production. It is true that within the aggregate of imperfectly divisible factors each of them is now better utilized, that therefore costs of production as far as they are caused by the cooperation of these factors remain unchanged, and that the quotas falling to a unit of output are decreasing. But on the other hand an increase in the employment of the perfectly divisible factors of production can be attained only by withdrawing them from other employments. The value of these other employments increases, other things being equal, with their shrinking; the price of these perfectly divisible factors tends to rise as more of them are used for the better utilization of the productive capacity of the aggregate of the not further divisible factors in question. One must not limit the consideration of our problem to the case in which the additional quantity of p is withdrawn from other enterprises producing the same product in a less efficient way and forces these enterprises to restrict their output. It is obvious that in this case—competition between a more and a less efficient enterprise producing the same article out of the same raw materials—the average cost of production is decreasing in the expanding plant. A more general scrutiny of the problem leads to a different result. If the units of p are withdrawn from other employments in which they would have been utilized for the production of other articles, there emerges a tendency toward an increase in the price of these units. This tendency may be compensated by accidental tendencies operating in the opposite direction; it may sometimes be so feeble that its effects are negligible. But it is always present and potentially influences the configuration of costs.
Τέλος, ας εξετάσουμε, ως περίπτωση C, μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία διάφοροι ατελώς διαιρετοί συντελεστές παραγωγής μπορούν να διαιρεθούν μόνο κατά τέτοιον τρόπο ώστε, υπό τις δεδομένες συνθήκες της αγοράς, κανένα από τα μεγέθη που μπορούν να επιλεγούν για τον συνδυασμό τους σε ένα παραγωγικό σύμπλεγμα να μην επιτρέπει έναν συνδυασμό στον οποίο η πλήρης αξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας ενός συντελεστή καθιστά δυνατή την πλήρη αξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας των άλλων ατελώς διαιρετών συντελεστών.
Μόνο η περίπτωση C έχει πρακτική σημασία, ενώ οι περιπτώσεις A και B δεν διαδραματίζουν σχεδόν κανέναν ρόλο στις πραγματικές επιχειρηματικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της περίπτωσης C είναι ότι η διάρθρωση του κόστους παραγωγής μεταβάλλεται ανομοιόμορφα. Αν όλοι οι ατελώς διαιρετοί συντελεστές χρησιμοποιούνται σε βαθμό χαμηλότερο από την πλήρη παραγωγική τους ικανότητα, η επέκταση της παραγωγής οδηγεί σε μείωση του μέσου κόστους παραγωγής, εκτός αν η αύξηση των τιμών που πρέπει να καταβληθούν για τους απολύτως διαιρετούς συντελεστές αντισταθμίσει αυτό το αποτέλεσμα. Μόλις, όμως, επιτευχθεί η πλήρης αξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας ενός από τους ατελώς διαιρετούς συντελεστές, η περαιτέρω επέκταση της παραγωγής προκαλεί αιφνίδια και απότομη αύξηση του κόστους. Στη συνέχεια εμφανίζεται εκ νέου τάση μείωσης του μέσου κόστους παραγωγής, η οποία εξακολουθεί να λειτουργεί έως ότου επιτευχθεί και πάλι η πλήρης αξιοποίηση ενός από τους ατελώς διαιρετούς συντελεστές.
Finally we consider—as case C—a state of affairs in which the various imperfectly divisible factors of production can be divided only in such a way that, given the conditions of the market, any size which can be chosen for their assemblage in a production aggregate does not allow for a combination in which full utilization of the productive capacity of one factor makes possible full utilization of the productive capacity of the other imperfectly divisible factors. This case C alone is of practical significance, while the cases A and B hardly play any role in real business. The characteristic feature of case C is that the configuration of production costs varies unevenly. If all imperfectly divisible factors are utilized to less than full capacity, an expansion of production results in a decrease of average costs of production unless a rise in the prices to be paid for the perfectly divisible factors counterbalances this outcome. But as soon as full utilization of the capacity of one of the imperfectly divisible factors is attained, further expansion of production causes a sudden sharp rise in costs. Then again a tendency toward a decrease in average production costs sets in and goes on working until full utilization of one of the imperfectly divisible factors is attained anew.
Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, όσο περισσότερο αυξάνεται η παραγωγή ενός συγκεκριμένου αγαθού, τόσο περισσότεροι συντελεστές παραγωγής πρέπει να αποσύρονται από άλλες χρήσεις στις οποίες θα είχαν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή άλλων αγαθών. Επομένως, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, το μέσο κόστος παραγωγής αυξάνεται όσο αυξάνεται η παραγόμενη ποσότητα. Αυτός, όμως, ο γενικός νόμος αναστέλλεται κατά διαστήματα από το γεγονός ότι δεν είναι όλοι οι συντελεστές παραγωγής απολύτως διαιρετοί και ότι, στον βαθμό στον οποίο μπορούν να διαιρεθούν, δεν είναι διαιρετοί κατά τέτοιον τρόπο ώστε η πλήρης αξιοποίηση του ενός να συνεπάγεται την πλήρη αξιοποίηση των άλλων ατελώς διαιρετών συντελεστών.
Other things being equal, the more the production of a certain article increases, the more factors of production must be withdrawn from other employments in which they would have been used for the production of other articles. Hence—other things being equal—average production costs increase with the increase in the quantity produced. But this general law is by sections superseded by the phenomenon that not all factors of production are perfectly divisible and that, as far as they can be divided, they are not divisible in such a way that full utilization of one of them results in full utilization of the other imperfectly divisible factors.
Ο επιχειρηματίας που καταρτίζει τα σχέδιά του βρίσκεται πάντοτε αντιμέτωπος με το ερώτημα: σε ποιον βαθμό θα υπερβούν οι αναμενόμενες τιμές των προϊόντων το αναμενόμενο κόστος; Αν ο επιχειρηματίας εξακολουθεί να είναι ελεύθερος ως προς το συγκεκριμένο σχέδιο, επειδή δεν έχει ακόμη πραγματοποιήσει μη μετατρέψιμες επενδύσεις για την υλοποίησή του, εκείνο που έχει σημασία γι’ αυτόν είναι το μέσο κόστος. Αν, όμως, έχει ήδη κατεστημένο συμφέρον στον σχετικό επιχειρηματικό κλάδο, εξετάζει τα πράγματα από τη σκοπιά του πρόσθετου κόστους που πρέπει να καταβληθεί.
Όποιος κατέχει ήδη ένα παραγωγικό σύμπλεγμα το οποίο δεν χρησιμοποιείται πλήρως δεν λαμβάνει υπόψη το μέσο κόστος παραγωγής, αλλά το οριακό κόστος. Ανεξάρτητα από το ποσό που έχει ήδη δαπανήσει για μη μετατρέψιμες επενδύσεις, ενδιαφέρεται μόνο για το αν τα έσοδα από την πώληση μιας πρόσθετης ποσότητας προϊόντων θα υπερβούν το πρόσθετο κόστος που προκαλεί η παραγωγή της. Ακόμη και αν ολόκληρο το ποσό που επενδύθηκε στις μη μετατρέψιμες παραγωγικές εγκαταστάσεις πρέπει να διαγραφεί ως ζημία, συνεχίζει να παράγει, υπό την προϋπόθεση ότι αναμένει εύλογο πλεόνασμα των εσόδων έναντι του τρέχοντος κόστους.4
The planning entrepreneur is always faced with the question: To what extent will the anticipated prices of the products exceed the anticipated costs? If the entrepreneur is still free with regard to the project in question, because he has not yet made any inconvertible investments for its realization, it is average costs that count for him. But if he has already a vested interest in the line of business concerned, he sees things from the angle of additional costs to be expended. He who already owns a not fully utilized production aggregate does not take into account average cost of production but marginal cost. Without regard to the amount already expended for inconvertible investments he is merely interested in the question whether or not the proceeds from the sale of an additional quantity of products will exceed the additional cost incurred by their production. Even if the whole amount invested in the inconvertible production facilities must be wiped off as loss, he goes on producing provided he expects a reasonable[4] surplus of proceeds over current costs.
Λόγω διαδεδομένων πλανών, είναι αναγκαίο να υπογραμμιστεί ότι, αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών, ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να αυξήσει τις καθαρές του προσόδους περιορίζοντας την παραγωγή κάτω από την ποσότητα που αντιστοιχεί στη ζήτηση των καταναλωτών. Το πρόβλημα αυτό θα εξεταστεί αργότερα, στην ενότητα 6.
With regard to popular errors it is necessary to emphasize that if the conditions required for the appearance of monopoly prices are not present, an entrepreneur is not in a position to increase his net returns by restricting production beyond the amount conforming with consumers’ demand. But this problem will be dealt with later in section 6.
Το γεγονός ότι ένας συντελεστής παραγωγής δεν είναι απολύτως διαιρετός δεν σημαίνει πάντοτε ότι μπορεί να κατασκευαστεί και να χρησιμοποιηθεί σε ένα μόνο μέγεθος. Αυτό μπορεί, ασφαλώς, να συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις. Κατά κανόνα, όμως, είναι δυνατό να μεταβάλλονται οι διαστάσεις αυτών των συντελεστών. Αν, μεταξύ των διαφόρων δυνατών διαστάσεων ενός τέτοιου συντελεστή — παραδείγματος χάριν, μιας μηχανής—, μία διάσταση διακρίνεται επειδή το κόστος κατασκευής και λειτουργίας της είναι χαμηλότερο ανά μονάδα παρεχόμενων παραγωγικών υπηρεσιών από εκείνο των άλλων διαστάσεων, η κατάσταση είναι ουσιαστικά η ίδια.
Τότε, η υπεροχή της μεγαλύτερης παραγωγικής εγκατάστασης δεν συνίσταται στο ότι χρησιμοποιεί μια μηχανή σε πλήρη παραγωγική ικανότητα, ενώ η μικρότερη εγκατάσταση χρησιμοποιεί μόνο μέρος της παραγωγικής ικανότητας μιας μηχανής του ίδιου μεγέθους. Συνίσταται μάλλον στο ότι η μεγαλύτερη εγκατάσταση χρησιμοποιεί μια μηχανή η οποία λειτουργεί αξιοποιώντας αποτελεσματικότερα τους συντελεστές παραγωγής που απαιτούνται για την κατασκευή και τη λειτουργία της από όσο η μικρότερη μηχανή που χρησιμοποιείται στη μικρότερη εγκατάσταση.
That a factor of production is not perfectly divisible does not always mean that it can be constructed and employed in one size only. This, of course, may occur in some cases. But as a rule it is possible to vary the dimensions of these factors. If out of the various dimensions which are possible for such a factor—e.g., a machine—one dimension is distinguished by the fact that the costs incurred by its production and operation are rendered lower per unit of the productive services than those for other dimensions, things are essentially identical. Then the superiority of the bigger plant does not consist in the fact that it utilizes a machine to full capacity while the smaller plant utilizes only a part of the capacity of a machine of the same size. It consists rather in the fact that the bigger plant employs a machine which operates with a better utilization of the factors of production required for its construction and operation than does the smaller machine employed by the smaller plant.
Το γεγονός ότι πολλοί συντελεστές παραγωγής δεν είναι απολύτως διαιρετοί διαδραματίζει εξαιρετικά σημαντικό ρόλο σε όλους τους κλάδους της παραγωγής. Έχει πρωταρχική σημασία για τη διεξαγωγή των βιομηχανικών υποθέσεων. Πρέπει, όμως, να προφυλασσόμαστε από πολλές παρερμηνείες της σημασίας του.
The role played in all branches of production by the fact that many factors of production are not perfectly divisible is very great. It is of paramount importance in the course of industrial affairs. But one must guard oneself against many misinterpretations of its significance.
Μία από αυτές τις πλάνες ήταν η θεωρία σύμφωνα με την οποία στις μεταποιητικές βιομηχανίες επικρατεί νόμος αυξουσών αποδόσεων, ενώ στη γεωργία και στην εξορυκτική δραστηριότητα επικρατεί νόμος φθινουσών αποδόσεων. Οι σχετικές πλάνες έχουν ήδη καταρριφθεί.5 Στον βαθμό στον οποίο υπάρχει από αυτή την άποψη διαφορά μεταξύ των συνθηκών της γεωργίας και εκείνων των μεταποιητικών βιομηχανιών, αυτή προκαλείται από διαφορές στα δεδομένα.
Η ακινησία του εδάφους και το γεγονός ότι η εκτέλεση των διαφόρων γεωργικών εργασιών εξαρτάται από τις εποχές καθιστούν αδύνατο για τους γεωργούς να αξιοποιήσουν την παραγωγική ικανότητα πολλών κινητών συντελεστών παραγωγής στον βαθμό που επιτρέπουν, κατά κανόνα, οι συνθήκες της μεταποίησης. Το άριστο μέγεθος μιας παραγωγικής μονάδας στη γεωργική παραγωγή είναι κατά κανόνα πολύ μικρότερο από ό,τι στις μεταποιητικές βιομηχανίες. Είναι προφανές και δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση γιατί η συγκέντρωση της γεωργικής παραγωγής δεν μπορεί να προσεγγίσει τον βαθμό συγκέντρωσης που επικρατεί στις μεταποιητικές βιομηχανίες.
One of these errors was the doctrine according to which in the processing industries there prevails a law of increasing returns, while in agriculture and mining a law of decreasing returns prevails. The fallacies implied have been exploded above.[5] As far as there is a difference in this regard between conditions in agriculture and those in the processing industries, differences in the data bring them about. The immobility of the soil and the fact that the performance of the various agricultural operations depends on the seasons make it impossible for farmers to take advantage of the capacity of many movable factors of production to the degree which conditions in manufacturing for the most part allow. The optimum size of a production outfit in agricultural production is as a rule much smaller than in the processing industries. It is obvious and does not need any further explanation why the concentration of farming cannot be pushed to anything near the degree obtaining in the processing industries.
Ωστόσο, η άνιση κατανομή των φυσικών πόρων στην επιφάνεια της γης —η οποία αποτελεί έναν από τους δύο παράγοντες που προκαλούν την υψηλότερη παραγωγικότητα του καταμερισμού της εργασίας— θέτει όρια και στην πρόοδο της συγκέντρωσης στις μεταποιητικές βιομηχανίες. Η τάση προς την προοδευτική εξειδίκευση και τη συγκέντρωση ολοκληρωμένων βιομηχανικών διαδικασιών σε λίγες μόνο παραγωγικές εγκαταστάσεις αντισταθμίζεται από τη γεωγραφική διασπορά των φυσικών πόρων.
Το γεγονός ότι η παραγωγή πρώτων υλών και τροφίμων δεν μπορεί να συγκεντρωθεί σε ένα μόνο μέρος και εξαναγκάζει τους ανθρώπους να διασπείρονται στα διάφορα μέρη της επιφάνειας της γης επιβάλλει και στις μεταποιητικές βιομηχανίες ορισμένο βαθμό αποκέντρωσης. Καθιστά αναγκαία την εξέταση των προβλημάτων της μεταφοράς ως ιδιαίτερου παράγοντα του κόστους παραγωγής. Το κόστος μεταφοράς πρέπει να σταθμίζεται έναντι των εξοικονομήσεων που αναμένονται από μια πληρέστερη εξειδίκευση.
Ενώ σε ορισμένους κλάδους των μεταποιητικών βιομηχανιών η μέγιστη συγκέντρωση αποτελεί την καταλληλότερη μέθοδο μείωσης του κόστους, σε άλλους κλάδους είναι επωφελέστερος κάποιος βαθμός αποκέντρωσης. Στους κλάδους παροχής υπηρεσιών, τα μειονεκτήματα της συγκέντρωσης καθίστανται τόσο σημαντικά, ώστε σχεδόν εξ ολοκλήρου υπερκαλύπτουν τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από αυτή.
However, the inequality in the distribution of natural resources over the earth’s surface, which is one of the two factors making for the higher productivity of the division of labor, puts a limit to the progress of concentration in the processing industries also. The tendency toward a progressive specialization and the concentration of integrated industrial processes in only a few plants is counteracted by the geographical dispersion of natural resources. The fact that the production of raw materials and foodstuffs cannot be centralized and forces people to disperse over the various parts of the earth’s surface enjoins also upon the processing industries a certain degree of decentralization. It makes it necessary to consider the problems of transportation as a particular factor of production costs. The costs of transportation must be weighed against the economies to be expected from more thoroughgoing specialization. While in some branches of the processing industries the utmost concentration is the most adequate method of reducing costs, in other branches a certain degree of decentralization is more advantageous. In the servicing trades the disadvantages of concentration become so great that they almost entirely overweigh the advantages derived.
Υπεισέρχεται, έπειτα, ένας ιστορικός παράγοντας. Κατά το παρελθόν, κεφαλαιουχικά αγαθά ακινητοποιήθηκαν σε τοποθεσίες στις οποίες οι σύγχρονοί μας δεν θα τα είχαν εγκαταστήσει. Δεν έχει σημασία αν αυτή η ακινητοποίηση αποτελούσε ή όχι την οικονομικότερη διαδικασία την οποία μπορούσαν να ακολουθήσουν οι γενιές που την πραγματοποίησαν. Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα γενιά βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα fait accompli, ένα τετελεσμένο γεγονός. Πρέπει να προσαρμόσει τις δραστηριότητές της σε αυτό και να το λάβει υπόψη κατά την αντιμετώπιση των προβλημάτων χωροθέτησης των μεταποιητικών βιομηχανιών.6
Then a historical factor comes into play. In the past capital goods were immobilized on sites on which our contemporaries would not have set them. It is immaterial whether or not this immobilization was the most economical procedure to which the generations that brought it about could resort. In any event the present generation is faced with a fait accompli. It must adjust its operations to the fact and it must take it into account in dealing with problems of the location of the processing industries.[6]
Τέλος, υπάρχουν θεσμικοί παράγοντες. Υπάρχουν εμπορικοί και μεταναστευτικοί φραγμοί. Υπάρχουν διαφορές ως προς την πολιτική οργάνωση και τις μεθόδους διακυβέρνησης μεταξύ των διαφόρων χωρών. Τεράστιες περιοχές διοικούνται κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αποκλείεται στην πράξη η επιλογή τους ως τόπου οποιασδήποτε επένδυσης κεφαλαίου, όσο ευνοϊκές και αν είναι οι φυσικές τους συνθήκες.
Finally there are institutional factors. There are trade and migration barriers. There are differences in political organization and methods of government between various countries. Vast areas are administered in such a way that it is practically out of the question to choose them as a seat for any capital investment no matter how favorable their physical conditions may be.
Η επιχειρηματική λογιστική κόστους πρέπει να αντιμετωπίζει όλους αυτούς τους γεωγραφικούς, ιστορικούς και θεσμικούς παράγοντες. Ακόμη, όμως, και αν τους παραβλέψουμε, υπάρχουν αμιγώς τεχνικοί παράγοντες που περιορίζουν το άριστο μέγεθος των παραγωγικών εγκαταστάσεων και των επιχειρήσεων. Η μεγαλύτερη παραγωγική εγκατάσταση ή επιχείρηση ενδέχεται να απαιτεί μέτρα και διαδικασίες τις οποίες μπορεί να αποφεύγει η μικρότερη εγκατάσταση ή επιχείρηση. Σε πολλές περιπτώσεις, οι δαπάνες που προκαλούν αυτά τα μέτρα και οι διαδικασίες ενδέχεται να υπεραντισταθμίζονται από τη μείωση του κόστους η οποία απορρέει από την καλύτερη αξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας ορισμένων από τους χρησιμοποιούμενους ατελώς διαιρετούς συντελεστές. Σε άλλες περιπτώσεις, αυτό ενδέχεται να μη συμβαίνει.
Entrepreneurial cost accounting must deal with all these geographical, historical and institutional factors. But even apart from them there are purely technical factors limiting the optimum size of plants and firms. The greater plant or firm may require provisions and procedures which the smaller plant or firm can avoid. In many instances the outlays caused by such provisions and procedures may be overcompensated by the reduction in costs derived from better utilization of the capacity of some of the not perfectly divisible factors employed. In other instances this may not be the case.
Υπό τον καπιταλισμό, οι αριθμητικές πράξεις που απαιτούνται για τη λογιστική κόστους και την αντιπαραβολή του κόστους προς τα έσοδα μπορούν να εκτελεστούν εύκολα, επειδή υπάρχουν διαθέσιμες μέθοδοι οικονομικού υπολογισμού. Ωστόσο, η λογιστική κόστους και ο υπολογισμός της οικονομικής σημασίας των εξεταζόμενων επιχειρηματικών σχεδίων δεν αποτελούν απλώς μαθηματικό πρόβλημα που μπορεί να επιλυθεί ικανοποιητικά από οποιονδήποτε γνωρίζει τους στοιχειώδεις κανόνες της αριθμητικής.
Το κύριο ζήτημα είναι ο προσδιορισμός των χρηματικών ισοδυνάμων των στοιχείων που πρέπει να υπεισέλθουν στον υπολογισμό. Αποτελεί σφάλμα η υπόθεση, την οποία υιοθετούν πολλοί οικονομολόγοι, ότι αυτά τα ισοδύναμα είναι δεδομένα μεγέθη, μονοσήμαντα καθορισμένα από την κατάσταση των οικονομικών συνθηκών. Αποτελούν κερδοσκοπικές προβλέψεις αβέβαιων μελλοντικών συνθηκών και, ως τέτοιες, εξαρτώνται από την κατανόηση του επιχειρηματία σχετικά με τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς. Και ο όρος «σταθερό κόστος» είναι, από αυτή την άποψη, κάπως παραπλανητικός.
Under capitalism the arithmetical operations required for cost accounting and the confrontation of costs and proceeds can easily be effected as there are methods of economic calculation available. However, cost accounting and calculation of the economic significance of business projects under consideration is not merely a mathematical problem which can be solved satisfactorily by all those familiar with the elementary rules of arithmetic. The main question is the determination of the money equivalents of the items which are to enter into the calculation. It is a mistake to assume, as many economists do, that these equivalents are given magnitudes, uniquely determined by the state of economic conditions. They are speculative anticipations of uncertain future conditions and as such depend on the entrepreneur’s understanding of the future state of the market. The term fixed costs is also in this regard somewhat misleading.
Κάθε δράση αποβλέπει στην καλύτερη δυνατή κάλυψη των μελλοντικών αναγκών. Για να επιτύχει αυτούς τους σκοπούς, πρέπει να αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους διαθέσιμους συντελεστές παραγωγής. Η ιστορική διαδικασία, όμως, που διαμόρφωσε την παρούσα κατάσταση των διαθέσιμων συντελεστών είναι άσχετη προς το συγκεκριμένο ζήτημα. Εκείνο που έχει σημασία και επηρεάζει τις αποφάσεις σχετικά με τη μελλοντική δράση είναι αποκλειστικά το αποτέλεσμα αυτής της ιστορικής διαδικασίας: η ποσότητα και η ποιότητα των συντελεστών που είναι διαθέσιμοι σήμερα.
Οι συντελεστές αυτοί εκτιμώνται αποκλειστικά ως προς την ικανότητά τους να παρέχουν παραγωγικές υπηρεσίες για την άρση μελλοντικών δυσφοριών. Το χρηματικό ποσό που δαπανήθηκε κατά το παρελθόν για την παραγωγή και την απόκτησή τους στερείται σημασίας.
Every action aims at the best possible supplying of future needs. To achieve these ends it must make the best possible use of the available factors of production. However, the historical process which brought about the present state of factors available is beside the point. What counts and influences the decisions concerning future action is solely the outcome of this historical process, the quantity and the quality of the factors available today. These factors are appraised only with regard to their ability to render productive services for the removal of future uneasiness. The amount of money spent in the past for their production and acquisition is immaterial.
Έχει ήδη επισημανθεί ότι ο επιχειρηματίας που, κατά τη στιγμή κατά την οποία πρέπει να λάβει νέα απόφαση, έχει ήδη δαπανήσει χρήματα για την πραγματοποίηση ενός συγκεκριμένου σχεδίου βρίσκεται σε διαφορετική θέση από κάποιον που αρχίζει από την αρχή. Ο πρώτος κατέχει ένα σύμπλεγμα μη μετατρέψιμων συντελεστών παραγωγής, τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιήσει για ορισμένους σκοπούς. Οι αποφάσεις του σχετικά με την περαιτέρω δράση θα επηρεαστούν από αυτό το γεγονός. Δεν αποτιμά, όμως, το συγκεκριμένο σύμπλεγμα βάσει όσων δαπάνησε κατά το παρελθόν για την απόκτησή του. Το αποτιμά αποκλειστικά από τη σκοπιά της χρησιμότητάς του για τη μελλοντική δράση.
Το γεγονός ότι δαπάνησε περισσότερο ή λιγότερο για την απόκτησή του στερείται σημασίας. Αποτελεί μόνο παράγοντα προσδιορισμού του ύψους των παρελθουσών ζημιών ή κερδών του επιχειρηματία και της παρούσας κατάστασης της περιουσίας του. Αποτελεί στοιχείο της ιστορικής διαδικασίας που δημιούργησε την παρούσα κατάσταση της προσφοράς συντελεστών παραγωγής και, ως τέτοιο, έχει σημασία για τη μελλοντική δράση. Δεν λαμβάνεται, όμως, υπόψη κατά τον σχεδιασμό της μελλοντικής δράσης και τον σχετικό υπολογισμό. Είναι άνευ σημασίας το ότι οι εγγραφές στα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης διαφέρουν από την πραγματική τιμή αυτών των μη μετατρέψιμων συντελεστών παραγωγής.
It has already been pointed out that an entrepreneur who by the time he has to make a new decision has expended money for the realization of a definite project is in a different position from that of a man who starts afresh. The former owns a complex of inconvertible factors of production which he can employ for certain purposes. His decisions concerning further action will be influenced by this fact. But he appraises this complex not according to what he expended in the past for its acquisition. He appraises it exclusively from the point of view of its usefulness for future action. The fact that he has spent more or less for its acquisition is insignificant. This fact is only a factor in determining the amount of the entrepreneur’s past losses or profits and the present state of his fortune. It is an element in the historical process that brought about the present state of the supply of factors of production and as such it is of importance for future action. But it does not count for the planning of future action and the calculation regarding such action. It is irrelevant that the entries in the firm’s books differ from the actual price of such inconvertible factors of production.
Ασφαλώς, τέτοιες ήδη πραγματοποιηθείσες ζημίες ή κέρδη ενδέχεται να παρακινήσουν μια επιχείρηση να λειτουργήσει διαφορετικά από ό,τι θα λειτουργούσε αν δεν είχε επηρεαστεί από αυτά. Οι παρελθούσες ζημίες μπορούν να καταστήσουν επισφαλή τη χρηματοοικονομική θέση μιας επιχείρησης, ιδίως αν προκαλούν υπερχρέωση και την επιβαρύνουν με την καταβολή τόκων και δόσεων κεφαλαίου.
Δεν είναι, όμως, ορθό να χαρακτηρίζονται τέτοιες πληρωμές μέρος του σταθερού κόστους. Δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις τρέχουσες δραστηριότητες. Δεν προκαλούνται από την παραγωγική διαδικασία, αλλά από τις μεθόδους που χρησιμοποίησε ο επιχειρηματίας κατά το παρελθόν για την εξασφάλιση του απαιτούμενου κεφαλαίου και των κεφαλαιουχικών αγαθών. Σε σχέση με τη λειτουργούσα επιχείρηση, έχουν απλώς συμπτωματικό χαρακτήρα. Μπορούν, όμως, να επιβάλουν στη συγκεκριμένη επιχείρηση έναν τρόπο διαχείρισης τον οποίο δεν θα υιοθετούσε αν ήταν χρηματοοικονομικά ισχυρότερη.
Η επείγουσα ανάγκη ρευστών διαθεσίμων για την εκπλήρωση ληξιπρόθεσμων πληρωμών δεν επηρεάζει τη λογιστική κόστους της επιχείρησης, αλλά την αποτίμηση των άμεσα διαθέσιμων χρημάτων σε σύγκριση με χρήματα που μπορούν να εισπραχθούν μόνο σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Μπορεί να την ωθήσει να πωλήσει αποθέματα σε ακατάλληλη χρονική στιγμή και να χρησιμοποιήσει τον διαρκή παραγωγικό εξοπλισμό της κατά τρόπο που παραμελεί αδικαιολόγητα τη διατήρησή του για μελλοντική χρήση.
Of course, such consummated losses or profits may motivate a firm to operate in a different way from which it would if it were not affected by them. Past losses may render a firm’s financial position precarious, especially if they bring about indebtedness and burden it with payments of interest and installments on the principal. However, it is not correct to refer to such payments as a part of fixed costs. They have no relation whatever to the current operations. They are not caused by the process of production, but by the methods employed by the entrepreneur in the past for the procurement of the capital and capital goods needed. They are only accidental with reference to the going concern. But they may enforce upon the firm in question a conduct of affairs which it would not adopt if it were financially stronger. The urgent need for cash in order to meet payments due does not affect its cost accounting, but its appraisal of ready cash as compared with cash that can only be received at a later day. It may impel the firm to sell inventories at an inappropriate moment and to use its durable production equipment in a way that unduly neglects its conservation for later use.
Για τα προβλήματα της λογιστικής κόστους είναι αδιάφορο αν μια επιχείρηση κατέχει το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί σε αυτήν ή αν έχει δανειστεί μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος του και υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τους όρους δανειακής σύμβασης που καθορίζει αυστηρά το επιτόκιο και τις ημερομηνίες λήξης των τόκων και του κεφαλαίου. Το κόστος παραγωγής περιλαμβάνει μόνο τον τόκο επί του κεφαλαίου που εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί εντός της επιχείρησης. Δεν περιλαμβάνει τόκο επί κεφαλαίου που σπαταλήθηκε κατά το παρελθόν μέσω κακών επενδύσεων ή αναποτελεσματικής διεξαγωγής των τρεχουσών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Καθήκον του επιχειρηματία είναι πάντοτε να χρησιμοποιεί το διαθέσιμο σήμερα απόθεμα κεφαλαιουχικών αγαθών με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για την ικανοποίηση μελλοντικών αναγκών. Κατά την επιδίωξη αυτού του σκοπού δεν πρέπει να παραπλανάται από παρελθόντα σφάλματα και αποτυχίες, οι συνέπειες των οποίων δεν μπορούν να εξαφανιστούν. Μια παραγωγική εγκατάσταση ενδέχεται να είχε κατασκευαστεί κατά το παρελθόν, μολονότι δεν θα είχε κατασκευαστεί αν είχε προβλεφθεί καλύτερα η σημερινή κατάσταση. Είναι μάταιο να θρηνεί κανείς για αυτό το ιστορικό γεγονός. Το κύριο ζήτημα είναι να εξακριβωθεί αν η εγκατάσταση μπορεί ακόμη να παράσχει κάποια υπηρεσία και, αν η απάντηση είναι καταφατική, πώς μπορεί να αξιοποιηθεί με τον καλύτερο τρόπο.
Είναι ασφαλώς λυπηρό για τον επιμέρους επιχειρηματία ότι δεν κατόρθωσε να αποφύγει τα σφάλματα. Οι πραγματοποιηθείσες ζημίες βλάπτουν τη χρηματοοικονομική του θέση. Δεν επηρεάζουν, όμως, το κόστος που πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον σχεδιασμό της περαιτέρω δράσης.
It is immaterial for the problems of cost accounting whether a firm owns the capital invested in its enterprise or whether it has borrowed a greater or smaller part of it and is bound to comply with the terms of a loan contract rigidly fixing the rate of interest and the dates of maturity for interest and principal. The costs of production include only the interest on the capital which is still existent and working in the enterprise. It does not include interest on capital squandered in the past by bad investment or by inefficiency in the conduct of current business operations. The task incumbent upon the businessman is always to use the supply of capital goods now available in the best possible way for the satisfaction of future needs. In the pursuit of this aim he must not be misled by past errors and failures the consequences of which cannot be brushed away. A plant may have been constructed in the past which would not have been built if one had better forecast the present situation. It is vain to lament this historical fact. The main thing is to find out whether or not the plant can still render any service and, if this question is answered in the affirmative, how it can be best utilized. It is certainly sad for the individual entrepreneur that he did not avoid errors. The losses incurred impair his financial situation. They do not affect the costs to be taken into account in planning further action.
Είναι σημαντικό να τονιστεί αυτό το σημείο, επειδή έχει διαστρεβλωθεί κατά τη συνήθη ερμηνεία και δικαιολόγηση διαφόρων μέτρων. Το κόστος δεν «μειώνεται» με την ελάφρυνση του χρέους ορισμένων επιχειρήσεων και κεφαλαιουχικών εταιρειών. Μια πολιτική που διαγράφει πλήρως ή εν μέρει τα χρέη ή τους οφειλόμενους τόκους δεν μειώνει το κόστος. Μεταβιβάζει πλούτο από τους πιστωτές στους οφειλέτες· μετατοπίζει την επίπτωση των ζημιών που πραγματοποιήθηκαν κατά το παρελθόν από μια ομάδα ανθρώπων σε μια άλλη, παραδείγματος χάριν από τους κατόχους κοινών μετοχών στους κατόχους προνομιούχων μετοχών και εταιρικών ομολογιών. Αυτό το επιχείρημα της μείωσης του κόστους προβάλλεται συχνά υπέρ της νομισματικής υποτίμησης. Είναι στην περίπτωση αυτή εξίσου εσφαλμένο με όλα τα άλλα επιχειρήματα που προβάλλονται για τον ίδιο σκοπό.
It is important to stress this point because it has been distorted in the current interpretation and justification of various measures. One does not “reduce costs” by alleviating some firms’ and corporations’ burden of debts. A policy of wiping out debts or the interest due on them totally or in part does not reduce costs. It transfers wealth from creditors to debtors; it shifts the incidence of losses incurred in the past from one group of people to another group, e.g., from the owners of common stock to those of preferred stock and corporate bonds. This argument of cost reduction is often advanced in favor of currency devaluation. It is no less fallacious in this case than all the other arguments brought forward for this purpose.
Εκείνο που συνήθως αποκαλείται σταθερό κόστος αποτελεί επίσης κόστος που προκύπτει από την αξιοποίηση των ήδη διαθέσιμων συντελεστών παραγωγής, οι οποίοι είτε είναι αυστηρά μη μετατρέψιμοι είτε μπορούν να προσαρμοστούν σε άλλους παραγωγικούς σκοπούς μόνο με σημαντική ζημία. Οι συντελεστές αυτοί έχουν διαρκέστερο χαρακτήρα από τους άλλους απαιτούμενους συντελεστές παραγωγής. Δεν είναι, όμως, μόνιμοι. Αναλώνονται κατά την παραγωγική διαδικασία. Με κάθε παραγόμενη μονάδα προϊόντος εξαντλείται ένα μέρος της παραγωγικής ικανότητας της μηχανής. Η έκταση αυτής της φθοράς μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς από την τεχνολογία και να αποτιμηθεί αναλόγως σε χρηματικούς όρους.
What are commonly called fixed costs are also the costs incurred by the exploitation of the already available factors of production which are either rigidly inconvertible or can be adapted for other productive purposes only at a considerable loss. These factors are of a more durable character than the other factors of production required. But they are not permanent. They are used up in the process of production. With each unit of product turned out a part of the machine’s power to produce is exhausted. The extent of this attrition can be precisely ascertained by technology and can be appraised accordingly in terms of money.
Ο επιχειρηματικός υπολογισμός, όμως, δεν πρέπει να λάβει υπόψη μόνο αυτό το χρηματικό ισοδύναμο της φθοράς της μηχανής. Ο επιχειρηματίας δεν ενδιαφέρεται μόνο για τη διάρκεια της τεχνολογικής ζωής της μηχανής. Πρέπει να λάβει υπόψη τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς. Μολονότι μια μηχανή ενδέχεται να εξακολουθεί να είναι απολύτως αξιοποιήσιμη από τεχνολογική άποψη, οι συνθήκες της αγοράς μπορούν να την καταστήσουν παρωχημένη και άνευ αξίας. Αν η ζήτηση για τα προϊόντα της μειωθεί σημαντικά ή εξαφανιστεί εντελώς ή αν εμφανιστούν αποτελεσματικότερες μέθοδοι εφοδιασμού των καταναλωτών με αυτά τα προϊόντα, από οικονομική άποψη η μηχανή δεν είναι παρά παλιοσίδερα.
Κατά τον σχεδιασμό της διεξαγωγής των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων, ο επιχειρηματίας πρέπει να λαμβάνει πλήρως υπόψη την προβλεπόμενη μελλοντική κατάσταση της αγοράς. Το ύψος του «σταθερού» κόστους που υπεισέρχεται στον υπολογισμό του εξαρτάται από την κατανόησή του σχετικά με τα μελλοντικά γεγονότα. Δεν μπορεί να καθοριστεί απλώς μέσω τεχνολογικού συλλογισμού.
However, it is not only this money equivalent of the machine’s wearing out which the entrepreneurial calculation has to consider. The businessman is not merely concerned with the duration of the machine’s technological life. He must take into account the future state of the market. Although a machine may still be technologically perfectly utilizable, market conditions may render it obsolete and worthless. If the demand for its products drops considerably or disappears altogether or if more efficient methods for supplying the consumers with these products appear, the machine is economically merely scrap iron. In planning the conduct of his business the entrepreneur must pay full regard to the anticipated future state of the market. The amount of “fixed” costs which enter into his calculation depends on his understanding of future events. It is not to be fixed simply by technological reasoning.
Ο τεχνολόγος μπορεί να προσδιορίσει το άριστο σημείο αξιοποίησης ενός παραγωγικού συμπλέγματος. Αυτό το τεχνολογικό άριστο σημείο, όμως, ενδέχεται να διαφέρει από εκείνο που εισάγει ο επιχειρηματίας στον οικονομικό του υπολογισμό βάσει της κρίσης του για τις μελλοντικές συνθήκες της αγοράς.
Ας υποθέσουμε ότι ένα εργοστάσιο είναι εξοπλισμένο με μηχανές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν επί δέκα έτη. Κάθε έτος σχηματίζεται απόσβεση ίση με το 10 τοις εκατό του αρχικού τους κόστους. Κατά το τρίτο έτος, οι συνθήκες της αγοράς θέτουν τον επιχειρηματία ενώπιον διλήμματος. Μπορεί να διπλασιάσει το προϊόν του συγκεκριμένου έτους και να το πωλήσει σε τιμή η οποία —πέρα από την κάλυψη της αύξησης του μεταβλητού κόστους— υπερβαίνει την ποσόστωση απόσβεσης του τρέχοντος έτους και την παρούσα αξία της τελευταίας ποσόστωσης απόσβεσης. Ο διπλασιασμός, όμως, της παραγωγής τριπλασιάζει τη φθορά του εξοπλισμού, ενώ τα πρόσθετα έσοδα από την πώληση της διπλάσιας ποσότητας προϊόντων δεν επαρκούν για να καλύψουν και την παρούσα αξία της ποσόστωσης απόσβεσης του ένατου έτους.
Αν ο επιχειρηματίας θεωρούσε την ετήσια ποσόστωση απόσβεσης ως άκαμπτο στοιχείο του υπολογισμού του, θα έπρεπε να θεωρήσει μη επικερδή τον διπλασιασμό της παραγωγής, επειδή τα πρόσθετα έσοδα υπολείπονται του πρόσθετου κόστους. Θα απείχε από την επέκταση της παραγωγής πέρα από το τεχνολογικό άριστο σημείο.
Ο επιχειρηματίας, όμως, υπολογίζει με διαφορετικό τρόπο, μολονότι στη λογιστική του ενδέχεται να σχηματίζει κάθε έτος την ίδια ποσόστωση απόσβεσης. Το αν προτιμά ένα μέρος της παρούσας αξίας της ποσόστωσης απόσβεσης του ένατου έτους από τις τεχνολογικές υπηρεσίες που θα μπορούσαν να του παράσχουν οι μηχανές κατά το ένατο έτος εξαρτάται από την άποψή του σχετικά με τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς.
The technologist may determine the optimum for a production aggregate’s utilization. But this technological optimum may differ from that which the entrepreneur on the ground of his judgment concerning future market conditions enters into his economic calculation. Let us assume that a factory is equipped with machines which can be utilized for a period of ten years. Every year 10 per cent of their prime costs is laid aside for depreciation. In the third year market conditions place a dilemma before the entrepreneur. He can double his output for the year and sell it at a price which (apart from covering the increase in variable costs) exceeds the quota of depreciation for the current year and the present value of the last depreciation quota. But this doubling of production trebles the wearing out of the equipment and the surplus proceeds from the sale of the double quantity of products are not great enough to make good also for the present value of the depreciation quota of the ninth year. If the entrepreneur were to consider the annual depreciation quota as a rigid element for his calculation, he would have to deem the doubling of production as not profitable, as additional proceeds lag behind additional cost. He would abstain from expanding production beyond the technological optimum. But the entrepreneur calculates in a different way, although in his accountancy he may lay aside the same quota for depreciation every year. Whether or not the entrepreneur prefers a fraction of the present value of the ninth year’s depreciation quota to the technological services which the machines could render him in the ninth year, depends on his opinion concerning the future state of the market.
Η κοινή γνώμη, οι κυβερνήσεις, οι νομοθέτες και οι φορολογικοί νόμοι αντιμετωπίζουν τον επιχειρηματικό εξοπλισμό ως πηγή μόνιμου εισοδήματος. Πιστεύουν ότι ο επιχειρηματίας ο οποίος μεριμνά δεόντως για τη διατήρηση του κεφαλαίου μέσω ετήσιων αποσβέσεων θα είναι πάντοτε σε θέση να αποκομίζει εύλογη απόδοση από το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στα διαρκή παραγωγικά του αγαθά.
Οι πραγματικές συνθήκες είναι διαφορετικές. Ένα παραγωγικό σύμπλεγμα, όπως ένα εργοστάσιο και ο εξοπλισμός του, αποτελεί συντελεστή παραγωγής του οποίου η χρησιμότητα εξαρτάται από τις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς και από την ικανότητα του επιχειρηματία να το χρησιμοποιεί σύμφωνα με τις μεταβολές των συνθηκών.
Public opinion, governments and legislators, and the tax laws look upon a business outfit as a source of permanent revenue. They believe that the entrepreneur who makes due allowance for capital maintenance by annual depreciation quotas will always be in a position to reap a reasonable return from the capital invested in his durable producers’ goods. Real conditions are different. A production aggregate such as a plant and its equipment is a factor of production whose usefulness depends on changing market conditions and the skill of the entrepreneur in employing it in accordance with the change in conditions.
Στο πεδίο του οικονομικού υπολογισμού δεν υπάρχει τίποτε βέβαιο με την έννοια που αποδίδεται στον όρο όταν γίνεται λόγος για τεχνολογικά δεδομένα. Τα ουσιώδη στοιχεία του οικονομικού υπολογισμού είναι κερδοσκοπικές προβλέψεις μελλοντικών συνθηκών. Οι εμπορικές συνήθειες και πρακτικές, καθώς και οι εμπορικοί νόμοι, έχουν θεσπίσει συγκεκριμένους κανόνες για τη λογιστική και τον οικονομικό έλεγχο. Υπάρχει ακρίβεια στην τήρηση των λογιστικών βιβλίων. Η ακρίβεια αυτή, όμως, αφορά μόνο τη συμμόρφωση προς τους συγκεκριμένους κανόνες.
Οι λογιστικές αξίες δεν αντανακλούν επακριβώς την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων. Η αγοραία αξία ενός συμπλέγματος διαρκών παραγωγικών αγαθών ενδέχεται να διαφέρει από τα ονομαστικά μεγέθη που εμφανίζουν τα λογιστικά βιβλία. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι το χρηματιστήριο τα αποτιμά χωρίς να λαμβάνει υπόψη αυτά τα μεγέθη.
There is in the field of economic calculation nothing that is certain in the sense in which this term is used with regard to technological facts. The essential elements of economic calculation are speculative anticipations of future conditions. Commercial usages and customs and commercial laws have established definite rules for accountancy and auditing. There is accuracy in the keeping of books. But they are accurate only with regard to these rules. The book values do not reflect precisely the real state of affairs. The market value of an aggregate of durable producers’ goods may differ from the nominal figures the books show. The proof is that the Stock Exchange appraises them without any regard to these figures.
Επομένως, η λογιστική κόστους δεν αποτελεί αριθμητική διαδικασία που μπορεί να θεμελιωθεί και να ελεγχθεί από έναν αμερόληπτο διαιτητή. Δεν λειτουργεί με μονοσήμαντα καθορισμένα μεγέθη, τα οποία μπορούν να εξακριβωθούν με αντικειμενικό τρόπο. Τα ουσιώδη στοιχεία της αποτελούν προϊόν της κατανόησης των μελλοντικών συνθηκών, η οποία αναγκαστικά χρωματίζεται πάντοτε από την άποψη του επιχειρηματία σχετικά με τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς.
Cost accounting is therefore not an arithmetical process which can be established and examined by an indifferent umpire. It does not operate with uniquely determined magnitudes which can be found out in an objective way. Its essential items are the result of an understanding of future conditions, necessarily always colored by the entrepreneur’s opinion about the future state of the market.
Οι προσπάθειες κατάρτισης λογαριασμών κόστους πάνω σε «αμερόληπτη» βάση είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Ο υπολογισμός του κόστους αποτελεί νοητικό εργαλείο της δράσης, ένα σκόπιμο σχέδιο για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των διαθέσιμων μέσων προς βελτίωση των μελλοντικών συνθηκών. Έχει αναγκαστικά βουλητικό και όχι πραγματολογικό χαρακτήρα.
Στα χέρια ενός αμερόληπτου διαιτητή, μεταβάλλει εντελώς τον χαρακτήρα του. Ο διαιτητής δεν στρέφει το βλέμμα του προς το μέλλον. Κοιτάζει προς τα πίσω, προς το νεκρό παρελθόν και προς άκαμπτους κανόνες που είναι άχρηστοι για την πραγματική ζωή και δράση. Δεν προβλέπει μεταβολές. Καθοδηγείται, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, από την προκατάληψη ότι η ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία αποτελεί τη φυσιολογική και επιθυμητότερη κατάσταση των ανθρώπινων υποθέσεων.
Τα κέρδη δεν χωρούν στο σχήμα του. Διαθέτει μια συγκεχυμένη αντίληψη περί «δίκαιου» ποσοστού κέρδους ή «δίκαιης» απόδοσης του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Δεν υπάρχουν, όμως, τέτοια πράγματα. Στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία δεν υπάρχουν κέρδη. Σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία, τα κέρδη δεν καθορίζονται βάσει κάποιου συνόλου κανόνων σύμφωνα με το οποίο θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν δίκαια ή άδικα. Τα κέρδη δεν είναι ποτέ φυσιολογικά. Όπου υπάρχει κανονικότητα —δηλαδή απουσία μεταβολής— δεν μπορούν να εμφανιστούν κέρδη.
Attempts to establish cost accounts on an “impartial” basis are doomed to failure. Calculating costs is a mental tool of action, the purposive design to make the best of the available means for an improvement of future conditions. It is necessarily volitional, not factual. In the hands of an indifferent umpire it changes its character entirely. The umpire does not look forward to the future. He looks backward to the dead past and to rigid rules which are useless for real life and action. He does not anticipate changes. He is unwittingly guided by the prepossession that the evenly rotating economy is the normal and most desirable state of human affairs. Profits do not fit into his scheme. He has a confused idea about a “fair” rate of profit or a “fair” return on capital invested. However, there are no such things. In the evenly rotating economy there are no profits. In a changing economy profits are not determined with reference to any set of rules by which they could be classified as fair or unfair. Profits are never normal. Where there is normality, i.e., absence of change, no profits can emerge.
5. Λογική καταλλακτική έναντι μαθηματικής καταλλακτικής
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. Logical Catallactics Versus Mathematical Catallactics
Τα προβλήματα των τιμών και του κόστους έχουν εξεταστεί και με μαθηματικές μεθόδους. Υπήρξαν μάλιστα οικονομολόγοι που υποστήριζαν ότι η μαθηματική μέθοδος είναι η μοναδική κατάλληλη για την πραγμάτευση των οικονομικών προβλημάτων και οι οποίοι χλεύαζαν τους οικονομολόγους της λογικής μεθόδου ως «φιλολογικούς» οικονομολόγους.
The problems of prices and costs have been treated also with mathematical methods. There have even been economists who held that the only appropriate method of dealing with economic problems is the mathematical method and who derided the logical economists as “literary” economists.
Αν αυτή η αντιπαράθεση μεταξύ των οικονομολόγων της λογικής και της μαθηματικής μεθόδου αποτελούσε απλώς διαφωνία σχετικά με την καταλληλότερη διαδικασία για τη μελέτη της οικονομικής επιστήμης, θα ήταν περιττό να της δοθεί προσοχή. Η καλύτερη μέθοδος θα αποδείκνυε την υπεροχή της επιτυγχάνοντας καλύτερα αποτελέσματα. Θα μπορούσε επίσης να ισχύει ότι για την επίλυση διαφορετικών προβλημάτων απαιτούνται διαφορετικά είδη διαδικασίας και ότι, για ορισμένα από αυτά, η μία μέθοδος είναι χρησιμότερη από την άλλη.
If this antagonism between the logical and the mathematical economists were merely a disagreement concerning the most adequate procedure to be applied in the study of economics, it would be superfluous to pay attention to it. The better method would prove its preeminence by bringing about better results. It may also be that different varieties of procedure are necessary for the solution of different problems and that for some of them one method is more useful than the other.
Δεν πρόκειται, όμως, για διαφωνία πάνω σε ζητήματα ευρετικής, αλλά για αντιπαράθεση που αφορά τα ίδια τα θεμέλια της οικονομικής επιστήμης. Η μαθηματική μέθοδος πρέπει να απορριφθεί όχι μόνο εξαιτίας της στειρότητάς της. Είναι μια εντελώς εσφαλμένη μέθοδος, η οποία εκκινεί από ψευδείς παραδοχές και οδηγεί σε πλανερά συμπεράσματα. Οι συλλογισμοί της δεν είναι απλώς στείροι· απομακρύνουν τον νου από τη μελέτη των πραγματικών προβλημάτων και διαστρεβλώνουν τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων φαινομένων.
However, this is not a dispute about heuristic questions, but a controversy concerning the foundations of economics. The mathematical method must be rejected not only on account of its barrenness. It is an entirely vicious method, starting from false assumptions and leading to fallacious inferences. Its syllogisms are not only sterile; they divert the mind from the study of the real problems and distort the relations between the various phenomena.
Οι ιδέες και οι διαδικασίες των μαθηματικών οικονομολόγων δεν είναι ομοιόμορφες. Υπάρχουν τρία κύρια ρεύματα σκέψης, τα οποία πρέπει να εξεταστούν χωριστά.
The ideas and procedures of the mathematical economists are not uniform. There are three main currents of thought which must be dealt with separately.
Η πρώτη εκδοχή εκπροσωπείται από τους στατιστικολόγους που επιδιώκουν να ανακαλύψουν οικονομικούς νόμους μέσω της μελέτης της οικονομικής εμπειρίας. Αποβλέπουν στη μετατροπή της οικονομικής επιστήμης σε «ποσοτική» επιστήμη. Το πρόγραμμά τους συμπυκνώνεται στο σύνθημα της Οικονομετρικής Εταιρείας: «Επιστήμη είναι η μέτρηση».
The first variety is represented by the statisticians who aim at discovering economic laws from the study of economic experience. They aim to transform economics into a “quantitative” science. Their program is condensed in the motto of the Econometric Society: Science is measurement.
Το θεμελιώδες σφάλμα που εμπεριέχεται σε αυτόν τον συλλογισμό έχει ήδη καταδειχθεί.7 Η εμπειρία της οικονομικής ιστορίας είναι πάντοτε εμπειρία σύνθετων φαινομένων. Δεν μπορεί ποτέ να μεταδώσει γνώση του είδους εκείνου που απομονώνει ο πειραματιστής από ένα εργαστηριακό πείραμα. Η στατιστική είναι μέθοδος παρουσίασης ιστορικών γεγονότων σχετικών με τις τιμές και με άλλα συναφή δεδομένα της ανθρώπινης δράσης. Δεν αποτελεί οικονομική επιστήμη και δεν μπορεί να παραγάγει οικονομικά θεωρήματα και θεωρίες. Η στατιστική των τιμών αποτελεί οικονομική ιστορία.
Η διαπίστωση ότι, ceteris paribus, μια αύξηση της ζήτησης πρέπει να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών δεν προέρχεται από την εμπειρία. Κανείς δεν υπήρξε ποτέ ούτε θα υπάρξει ποτέ σε θέση να παρατηρήσει μεταβολή ενός από τα δεδομένα της αγοράς ceteris paribus. Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως «ποσοτική οικονομική επιστήμη». Όλα τα οικονομικά μεγέθη για τα οποία διαθέτουμε γνώση αποτελούν δεδομένα της οικονομικής ιστορίας. Κανένας έλλογος άνθρωπος δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η σχέση μεταξύ τιμής και προσφοράς είναι σταθερή, είτε γενικά είτε ως προς ορισμένα αγαθά.
Αντιθέτως, γνωρίζουμε ότι τα εξωτερικά φαινόμενα επηρεάζουν διαφορετικούς ανθρώπους με διαφορετικό τρόπο, ότι οι αντιδράσεις των ίδιων ανθρώπων στα ίδια εξωτερικά γεγονότα μεταβάλλονται και ότι δεν είναι δυνατό να καταταγούν τα άτομα σε κατηγορίες ανθρώπων που αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο. Αυτή η διαπίστωση αποτελεί προϊόν της απριοριστικής μας θεωρίας.
Είναι αλήθεια ότι οι εμπειριστές απορρίπτουν αυτή τη θεωρία. Ισχυρίζονται ότι επιδιώκουν να διδαχθούν αποκλειστικά από την ιστορική εμπειρία. Αντιφάσκουν, όμως, προς τις ίδιες τους τις αρχές μόλις υπερβούν την ανόθευτη καταγραφή μεμονωμένων επιμέρους τιμών και αρχίσουν να συγκροτούν σειρές και να υπολογίζουν μέσους όρους. Δεδομένο της εμπειρίας και στατιστικό γεγονός αποτελεί μόνο μια τιμή που καταβλήθηκε σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο για καθορισμένη ποσότητα ορισμένου αγαθού.
Η διάταξη διαφόρων δεδομένων τιμών σε ομάδες και ο υπολογισμός μέσων όρων καθοδηγούνται από θεωρητικούς συλλογισμούς που προηγούνται τόσο λογικά όσο και χρονικά. Ο βαθμός στον οποίο λαμβάνονται ή δεν λαμβάνονται υπόψη ορισμένα συνοδευτικά γνωρίσματα και συμπτωματικές περιστάσεις των σχετικών δεδομένων τιμών εξαρτάται από θεωρητικό συλλογισμό του ίδιου είδους.
Κανείς δεν είναι τόσο τολμηρός ώστε να υποστηρίξει ότι μια αύξηση της προσφοράς οποιουδήποτε αγαθού κατά a τοις εκατό πρέπει πάντοτε —σε κάθε χώρα και σε κάθε χρονική στιγμή— να οδηγεί σε μείωση της τιμής του κατά b τοις εκατό. Καθώς, όμως, κανένας ποσοτικός οικονομολόγος δεν τόλμησε ποτέ να προσδιορίσει επακριβώς, βάσει της στατιστικής εμπειρίας, τις ειδικές συνθήκες που προκαλούν συγκεκριμένη απόκλιση από την αναλογία a : b , η ματαιότητα των προσπαθειών του είναι πρόδηλη.
Επιπλέον, το χρήμα δεν αποτελεί μέτρο για τη μέτρηση των τιμών. Είναι ένα μέσο του οποίου η σχέση ανταλλαγής μεταβάλλεται με τον ίδιο τρόπο —αν και κατά κανόνα όχι με την ίδια ταχύτητα και στον ίδιο βαθμό— με τον οποίο μεταβάλλονται οι αμοιβαίες σχέσεις ανταλλαγής των πωλήσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
The fundamental error implied in this reasoning has been shown above.[7] Experience of economic history is always experience of complex phenomena. It can never convey knowledge of the kind the experimenter abstracts from a laboratory experiment. Statistics is a method for the presentation of historical facts concerning prices and other relevant data of human action. It is not economics and cannot produce economic theorems and theories. The statistics of prices is economic history. The insight that, ceteris paribus, an increase in demand must result in an increase in prices is not derived from experience. Nobody ever was or ever will be in a position to observe a change in one of the market data ceteris paribus. There is no such thing as quantitative economics. All economic quantities we know about are data of economic history. No reasonable man can contend that the relations between price and supply is in general, or in respect of certain commodities, constant. We know, on the contrary, that external phenomena affect different people in different ways, that the reactions of the same people to the same external events vary, and that it is not possible to assign individuals to classes of men reacting in the same way. This insight is a product of our aprioristic theory. It is true the empiricists reject this theory; they pretend that they aim to learn only from historical experience. However, they contradict their own principles as soon as they pass beyond the unadulterated recording of individual single prices and begin to construct series and to compute averages. A datum of experience and a statistical fact is only a price paid at a definite time and a definite place for a definite quantity of a certain commodity. The arrangement of various price data in groups and the computation of averages are guided by theoretical deliberations which are logically and temporally antecedent. The extent to which certain attending features and circumstantial contingencies of the price data concerned are taken or not taken into consideration depends on theoretical reasoning of the same kind. Nobody is so bold as to maintain that a rise of a per cent in the supply of any commodity must always—in every country and at any time—result in a fall of b per cent in its price. But as no quantitative economist ever ventured to define precisely on the ground of statistical experience the special conditions producing a definite deviation from the ratio a : b, the futility of his endeavors is manifest. Moreover, money is not a standard for the measurement of prices; it is a medium whose exchange ratio varies in the same way, although as a rule not with the same speed and to the same extent, in which the mutual exchange ratios of the vendible commodities and services vary.
Δεν χρειάζεται σχεδόν να επιμείνουμε περισσότερο στην ανασκευή των αξιώσεων της ποσοτικής οικονομικής επιστήμης. Παρά τις μεγαλόστομες διακηρύξεις των υποστηρικτών της, δεν έχει γίνει τίποτε για την πραγματοποίηση του προγράμματός της. Ο αείμνηστος Henry Schultz αφιέρωσε την έρευνά του στη μέτρηση της ελαστικότητας της ζήτησης διαφόρων αγαθών. Ο καθηγητής Paul H. Douglas εξήρε το αποτέλεσμα των μελετών του Schultz ως «έργο εξίσου αναγκαίο για να συμβάλει στο να καταστεί η οικονομική επιστήμη περισσότερο ή λιγότερο ακριβής επιστήμη όσο ήταν ο προσδιορισμός των ατομικών βαρών για την ανάπτυξη της χημείας».8
Η αλήθεια είναι ότι ο Schultz δεν επιχείρησε ποτέ να προσδιορίσει την ελαστικότητα της ζήτησης οποιουδήποτε αγαθού καθαυτού. Τα δεδομένα στα οποία βασίστηκε περιορίζονταν σε ορισμένες γεωγραφικές περιοχές και ιστορικές περιόδους. Τα αποτελέσματά του για ένα συγκεκριμένο αγαθό, παραδείγματος χάριν τις γεώμηλες, δεν αναφέρονται στις γεώμηλες εν γένει, αλλά στις γεώμηλες στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά τα έτη 1875 έως 1929.9 Αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, μάλλον αμφίβολες και ανεπαρκείς συμβολές σε διάφορα κεφάλαια της οικονομικής ιστορίας. Ασφαλώς δεν αποτελούν βήματα προς την πραγματοποίηση του συγκεχυμένου και αντιφατικού προγράμματος της ποσοτικής οικονομικής επιστήμης.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι άλλες δύο εκδοχές της μαθηματικής οικονομικής έχουν πλήρη επίγνωση της ματαιότητας της ποσοτικής οικονομικής. Δεν τόλμησαν ποτέ να εισαγάγουν στους τύπους και στις εξισώσεις τους οποιοδήποτε από τα μεγέθη που υποτίθεται ότι εξακρίβωσαν οι οικονομέτρες και να τις προσαρμόσουν έτσι στην επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων. Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης δεν υπάρχει κανένα άλλο μέσο αντιμετώπισης των μελλοντικών γεγονότων πέρα από εκείνο που παρέχει η κατανόηση.
There is hardly any need to dwell longer upon the exposure of the claims of quantitative economics. In spite of all the high-sounding pronouncements of its advocates, nothing has been done for the realization of its program. The late Henry Schultz devoted his research to the measurement of elasticities of demand for various commodities. Professor Paul H. Douglas has praised the outcome of Schultz’s studies as “a work as necessary to help make economics a more or less exact science as was the determination of atomic weights for the development of chemistry.”[8] The truth is that Schultz never embarked upon a determination of the elasticity of demand for any commodity as such; the data he relied upon were limited to certain geographical areas and historical periods. His results for a definite commodity, for instance potatoes, do not refer to potatoes in general, but to potatoes in the United States in the years from 1875 to 1929.[9] They are, at best, rather questionable and unsatisfactory contributions to various chapters of economic history. They are certainly not steps toward the realization of the confused and contradictory program of quantitative economics. It must be emphasized that the two other varieties of mathematical economics are fully aware of the futility of quantitative economics. For they have never ventured to make any magnitudes as found by the econometricians enter into their formulas and equations and thus to adapt them for the solution of particular problems. There is in the field of human action no means of dealing with future events other than that provided by understanding.
Το δεύτερο πεδίο που πραγματεύονται οι μαθηματικοί οικονομολόγοι είναι η σχέση μεταξύ τιμών και κόστους. Κατά την εξέταση αυτών των προβλημάτων, οι μαθηματικοί οικονομολόγοι παραβλέπουν τη λειτουργία της διαδικασίας της αγοράς και επιπλέον προσποιούνται ότι αφαιρούν από τη θεώρησή τους τη χρήση του χρήματος, η οποία είναι εγγενής σε κάθε οικονομικό υπολογισμό. Καθώς, όμως, μιλούν για τιμές και κόστος εν γένει και αντιπαραβάλλουν τις τιμές προς το κόστος, προϋποθέτουν σιωπηρά την ύπαρξη και τη χρήση του χρήματος.
Οι τιμές είναι πάντοτε χρηματικές τιμές, ενώ το κόστος δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στον οικονομικό υπολογισμό αν δεν εκφράζεται σε χρηματικούς όρους. Αν δεν προσφύγουμε σε χρηματικούς όρους, το κόστος εκφράζεται ως σύνθετες ποσότητες διαφορετικών αγαθών και υπηρεσιών που πρέπει να δαπανηθούν για την παραγωγή ενός προϊόντος. Από την άλλη πλευρά, οι τιμές —αν ο όρος μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί στις σχέσεις ανταλλαγής που καθορίζονται μέσω αντιπραγματισμού— αποτελούν απαρίθμηση των ποσοτήτων διαφόρων αγαθών έναντι των οποίων μπορεί ο «πωλητής» να ανταλλάξει ένα συγκεκριμένο απόθεμα. Τα αγαθά στα οποία αναφέρονται τέτοιες «τιμές» δεν είναι τα ίδια με εκείνα στα οποία αναφέρεται το «κόστος». Η σύγκριση τέτοιων τιμών σε είδος με κόστος σε είδος είναι ανέφικτη.
Γνωρίζουμε ήδη βάσει της πραξεολογικής κατανόησης ότι ο πωλητής αποτιμά τα αγαθά που παραδίδει χαμηλότερα από εκείνα που λαμβάνει ως αντάλλαγμα· ότι ο πωλητής και ο αγοραστής διαφωνούν ως προς την υποκειμενική αποτίμηση των δύο ανταλλασσόμενων αγαθών· και ότι ο επιχειρηματίας αναλαμβάνει ένα σχέδιο μόνο αν προσδοκά να λάβει για το προϊόν αγαθά τα οποία αποτιμά υψηλότερα από εκείνα που δαπανήθηκαν για την παραγωγή του. Αυτή η απριοριστική γνώση μάς επιτρέπει να προβλέψουμε τη συμπεριφορά ενός επιχειρηματία ο οποίος είναι σε θέση να προσφύγει στον οικονομικό υπολογισμό.
Ο μαθηματικός οικονομολόγος, όμως, αυταπατάται όταν διατείνεται ότι πραγματεύεται αυτά τα προβλήματα κατά γενικότερο τρόπο παραλείποντας κάθε αναφορά σε χρηματικούς όρους. Είναι μάταιο να διερευνώνται περιπτώσεις ατελούς διαιρετότητας των συντελεστών παραγωγής χωρίς αναφορά στον οικονομικό υπολογισμό σε χρηματικούς όρους. Μια τέτοια εξέταση δεν μπορεί ποτέ να υπερβεί την ήδη διαθέσιμη γνώση: ότι, δηλαδή, κάθε επιχειρηματίας επιδιώκει να παράγει εκείνα τα αγαθά των οποίων η πώληση θα του αποφέρει έσοδα τα οποία αποτιμά υψηλότερα από το συνολικό σύμπλεγμα των αγαθών που δαπανήθηκαν για την παραγωγή τους.
Αν, όμως, δεν υπάρχει έμμεση ανταλλαγή και κανένα μέσο ανταλλαγής δεν βρίσκεται σε κοινή χρήση, ο επιχειρηματίας μπορεί να επιτύχει —υπό την προϋπόθεση ότι έχει προβλέψει ορθά τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς— μόνο αν είναι προικισμένος με υπεράνθρωπη διάνοια. Θα έπρεπε να συλλάβει μονομιάς όλες τις σχέσεις ανταλλαγής που διαμορφώνονται στην αγορά, ώστε να αποδώσει κατά τους συλλογισμούς του σε κάθε αγαθό ακριβώς τη θέση που του αρμόζει σύμφωνα με αυτές τις σχέσεις.
The second field treated by mathematical economists is that of the relation of prices and costs. In dealing with these problems the mathematical economists disregard the operation of the market process and moreover pretend to abstract from the use of money inherent in all economic calculations. However, as they speak of prices and costs in general and confront prices and costs, they tacitly imply the existence and the use of money. Prices are always money prices, and costs cannot be taken into account in economic calculation if not expressed in terms of money. If one does not resort to terms of money, costs are expressed in complex quantities of diverse goods and services to be expended for the procurement of a product. On the other hand prices—if this term is applicable at all to exchange ratios determined by barter—are the enumeration of quantities of various goods against which the “seller” can exchange a definite supply. The goods which are referred to in such “prices” are not the same to which the “costs” refer. A comparison of such prices in kind and costs in kind is not feasible. That the seller values the goods he gives away less than those he receives in exchange for them, that the seller and the buyer disagree with regard to the subjective valuation of the two goods exchanged, and that an entrepreneur embarks upon a project only if he expects to receive for the product goods that he values higher than those expended in their production, all this we know already on the ground of praxeological comprehension. It is this aprioristic knowledge that enables us to anticipate the conduct of an entrepreneur who is in a position to resort to economic calculation. But the mathematical economist deludes himself when he pretends to treat these problems in a more general way by omitting any reference to terms of money. It is vain to investigate instances of nonperfect divisibility of factors of production without reference to economic calculation in terms of money. Such a scrutiny can never go beyond the knowledge already available; namely that every entrepreneur is intent upon producing those articles the sale of which will bring him proceeds that he values higher than the total complex of goods expended in their production. But if there is no indirect exchange and if no medium of exchange is in common use, he can succeed, provided he has correctly anticipated the future state of the market, only if he is endowed with a superhuman intellect. He would have to take in at a glance all exchange ratios determined at the market in such a way as to assign in his deliberations precisely the place due to every good according to these ratios.
Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι όλες οι έρευνες σχετικά με τη σχέση μεταξύ τιμών και κόστους προϋποθέτουν τόσο τη χρήση του χρήματος όσο και τη διαδικασία της αγοράς. Οι μαθηματικοί οικονομολόγοι, όμως, κλείνουν τα μάτια απέναντι σε αυτό το προφανές γεγονός. Διατυπώνουν εξισώσεις και σχεδιάζουν καμπύλες που υποτίθεται ότι περιγράφουν την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, περιγράφουν μόνο μια υποθετική και απραγματοποίητη κατάσταση πραγμάτων, η οποία δεν παρουσιάζει καμία ομοιότητα με τα υπό εξέταση καταλλακτικά προβλήματα.
Αντικαθιστούν τους συγκεκριμένους χρηματικούς όρους που χρησιμοποιούνται στον οικονομικό υπολογισμό με αλγεβρικά σύμβολα και πιστεύουν ότι αυτή η διαδικασία καθιστά τους συλλογισμούς τους επιστημονικότερους. Εντυπωσιάζουν έντονα τον εύπιστο μη ειδικό. Στην πραγματικότητα, απλώς συσκοτίζουν και συγχέουν ζητήματα τα οποία αντιμετωπίζονται ικανοποιητικά στα εγχειρίδια εμπορικής αριθμητικής και λογιστικής.
It cannot be denied that all investigations concerning the relation of prices and costs presuppose both the use of money and the market process. But the mathematical economists shut their eyes to this obvious fact. They formulate equations and draw curves which are supposed to describe reality. In fact they describe only a hypothetical and unrealizable state of affairs, in no way similar to the catallactic problems in question. They substitute algebraic symbols for the determinate terms of money as used in economic calculation and believe that this procedure renders their reasoning more scientific. They strongly impress the gullible layman. In fact they only confuse and muddle things which are satisfactorily dealt with in textbooks of commercial arithmetic and accountancy.
Ορισμένοι από αυτούς τους μαθηματικούς έφθασαν στο σημείο να διακηρύξουν ότι ο οικονομικός υπολογισμός θα μπορούσε να θεμελιωθεί σε μονάδες χρησιμότητας. Αποκαλούν τις μεθόδους τους «ανάλυση χρησιμότητας». Το σφάλμα τους συμμερίζεται και η τρίτη εκδοχή της μαθηματικής οικονομικής.
Some of these mathematicians have gone so far as to declare that economic calculation could be established on the basis of units of utility.
They call their methods utility analysis. Their error is shared by the third variety of mathematical economics.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της τρίτης ομάδας είναι ότι επιδιώκει ανοικτά και συνειδητά να επιλύσει τα καταλλακτικά προβλήματα χωρίς καμία αναφορά στη διαδικασία της αγοράς. Ιδεώδες της είναι να συγκροτήσει μια οικονομική θεωρία σύμφωνα με το πρότυπο της μηχανικής. Προσφεύγει επανειλημμένως σε αναλογίες με την κλασική μηχανική, η οποία, κατά την άποψή της, αποτελεί το μοναδικό και απόλυτο πρότυπο επιστημονικής έρευνας. Δεν χρειάζεται να εξηγηθεί εκ νέου γιατί αυτή η αναλογία είναι επιφανειακή και παραπλανητική ούτε από ποιες απόψεις η σκόπιμη ανθρώπινη δράση διαφέρει ριζικά από την κίνηση, το αντικείμενο της μηχανικής. Αρκεί να υπογραμμιστεί ένα σημείο: η πρακτική σημασία των διαφορικών εξισώσεων στα δύο πεδία.
The characteristic mark of this third group is that they are openly and consciously intent upon solving catallactic problems without any reference to the market process. Their ideal is to construct an economic theory according to the pattern of mechanics. They again and again resort to analogies with classical mechanics which in their opinion is the unique and absolute model of scientific inquiry. There is no need to explain again why this analogy is superficial and misleading and in what respects purposive human action radically differs from motion, the subject matter of mechanics. It is enough to stress one point, viz., the practical significance of the differential equations in both fields.
Οι συλλογισμοί που καταλήγουν στη διατύπωση μιας εξίσωσης έχουν αναγκαστικά μη μαθηματικό χαρακτήρα. Η διατύπωση της εξίσωσης αποτελεί την ολοκλήρωση της γνώσης μας· δεν διευρύνει άμεσα αυτή τη γνώση. Στη μηχανική, ωστόσο, η εξίσωση μπορεί να προσφέρει εξαιρετικά σημαντικές πρακτικές υπηρεσίες. Καθώς υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ διαφόρων μηχανικών στοιχείων και καθώς οι σχέσεις αυτές μπορούν να εξακριβωθούν μέσω πειραμάτων, καθίσταται δυνατή η χρησιμοποίηση εξισώσεων για την επίλυση συγκεκριμένων τεχνολογικών προβλημάτων. Ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός μας αποτελεί κυρίως επίτευγμα αυτής της χρησιμοποίησης των διαφορικών εξισώσεων της φυσικής.
Δεν υπάρχουν, όμως, αντίστοιχες σταθερές σχέσεις μεταξύ των οικονομικών στοιχείων. Οι εξισώσεις που διατυπώνει η μαθηματική οικονομική παραμένουν άχρηστη διανοητική γυμναστική και θα εξακολουθούσαν να είναι τέτοια ακόμη και αν εξέφραζαν πολύ περισσότερα από όσα πράγματι εκφράζουν.
The deliberations which result in the formulation of an equation are necessarily of a nonmathematical character. The formulation of the equation is the consummation of our knowledge; it does not directly enlarge our knowledge. Yet, in mechanics the equation can render very important practical services. As there exist constant relations between various mechanical elements and as these relations can be ascertained by experiments, it becomes possible to use equations for the solution of definite technological problems. Our modern industrial civilization is mainly an accomplishment of this utilization of the differential equations of physics. No such constant relations exist, however, between economic elements. The equations formulated by mathematical economics remain a useless piece of mental gymnastics and would remain so even if they were to express much more than they really do.
Ένας ορθός οικονομικός συλλογισμός δεν πρέπει ποτέ να λησμονεί τις ακόλουθες δύο θεμελιώδεις αρχές της θεωρίας της αξίας:
- Η αποτίμηση που καταλήγει σε δράση σημαίνει πάντοτε προτίμηση και παραμέριση· δεν σημαίνει ποτέ ισοδυναμία ή αδιαφορία.
- Δεν υπάρχει κανένα μέσο σύγκρισης των αποτιμήσεων διαφορετικών ατόμων ή των αποτιμήσεων του ίδιου ατόμου σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, πέρα από την εξακρίβωση του αν κατατάσσουν ή όχι τις σχετικές εναλλακτικές δυνατότητες στην ίδια σειρά προτίμησης.
A sound economic deliberation must never forget these two fundamental principles of the theory of value: First, valuing that results in action always means preferring and setting aside; it never means equivalence. Second, there is no means of comparing the valuations of different individuals or the valuations of the same individuals at different instants other than by establishing whether or not they arrange the alternatives in question in the same order of preference.
Στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, όλοι οι συντελεστές παραγωγής χρησιμοποιούνται κατά τέτοιον τρόπο ώστε καθένας τους να παρέχει την πολυτιμότερη δυνατή υπηρεσία. Καμία νοητή και δυνατή μεταβολή δεν θα μπορούσε να βελτιώσει την κατάσταση ικανοποίησης. Κανένας συντελεστής δεν χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση μιας ανάγκης a , αν αυτή η χρήση εμποδίζει την ικανοποίηση μιας ανάγκης b, η οποία θεωρείται πολυτιμότερη από την ικανοποίηση της a.
Είναι ασφαλώς δυνατό να περιγραφεί αυτή η φανταστική κατάσταση κατανομής των πόρων μέσω διαφορικών εξισώσεων και να απεικονιστεί γραφικά μέσω καμπυλών. Τέτοια εργαλεία, όμως, δεν διατυπώνουν τίποτε σχετικά με τη διαδικασία της αγοράς. Απλώς οριοθετούν μια φανταστική κατάσταση στην οποία η διαδικασία της αγοράς θα έπαυε να λειτουργεί. Οι μαθηματικοί οικονομολόγοι παραβλέπουν ολόκληρη τη θεωρητική διασαφήνιση της διαδικασίας της αγοράς και, αποφεύγοντας το πραγματικό πρόβλημα, ασχολούνται με μια επικουρική έννοια που χρησιμοποιείται στο πλαίσιό της, αλλά στερείται κάθε νοήματος όταν χρησιμοποιείται έξω από αυτό.
In the imaginary construction of the evenly rotating economy all factors of production are employed in such a way that each of them renders the most valuable service. No thinkable and possible change could improve the state of satisfaction; no factor is employed for the satisfaction of a need a if this employment prevents the satisfaction of a need b that is considered more valuable than the satisfaction of a. It is, of course, possible to describe this imaginary state of the allocation of resources in differential equations and to visualize it graphically in curves. But such devices do not assert anything about the market process. They merely mark out an imaginary situation in which the market process would cease to operate. The mathematical economists disregard the whole theoretical elucidation of the market process and evasively amuse themselves with an auxiliary notion employed in its context and devoid of any sense when used outside of this context.
Στη φυσική βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μεταβολές που επέρχονται σε διάφορα αισθητηριακά φαινόμενα. Ανακαλύπτουμε κανονικότητα στην αλληλουχία αυτών των μεταβολών και οι παρατηρήσεις αυτές μάς οδηγούν στη συγκρότηση της φυσικής επιστήμης. Δεν γνωρίζουμε τίποτε για τις έσχατες δυνάμεις που θέτουν σε κίνηση αυτές τις μεταβολές. Για τον ερευνητικό νου αποτελούν έσχατα δεδομένα και δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυση. Εκείνο που γνωρίζουμε από την παρατήρηση είναι η κανονική αλληλουχία διαφόρων παρατηρήσιμων οντοτήτων και ιδιοτήτων. Ο φυσικός περιγράφει μέσω διαφορικών εξισώσεων αυτή την αμοιβαία αλληλεξάρτηση των δεδομένων.
In physics we are faced with changes occurring in various sense phenomena. We discover a regularity in the sequence of these changes and these observations lead us to the construction of a science of physics. We know nothing about the ultimate forces actuating these changes. They are for the searching mind ultimately given and defy any further analysis. What we know from observation is the regular concatenation of various observable entities and attributes. It is this mutual interdependence of data that the physicist describes in differential equations.
Στην πραξεολογία, το πρώτο γεγονός που γνωρίζουμε είναι ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν σκόπιμα να επιφέρουν ορισμένες μεταβολές. Αυτή η γνώση είναι εκείνη που ενοποιεί το αντικείμενο της πραξεολογίας και το διαφοροποιεί από το αντικείμενο των φυσικών επιστημών. Γνωρίζουμε τις δυνάμεις που βρίσκονται πίσω από τις μεταβολές και αυτή η απριοριστική γνώση μάς οδηγεί στη γνώση των πραξεολογικών διαδικασιών.
Ο φυσικός δεν γνωρίζει τι «είναι» ο ηλεκτρισμός. Γνωρίζει μόνο φαινόμενα που αποδίδονται σε κάτι που αποκαλείται ηλεκτρισμός. Ο οικονομολόγος, όμως, γνωρίζει τι θέτει σε κίνηση τη διαδικασία της αγοράς. Μόνο χάρη σε αυτή τη γνώση είναι σε θέση να διακρίνει τα φαινόμενα της αγοράς από άλλα φαινόμενα και να περιγράψει τη διαδικασία της αγοράς.
In praxeology the first fact we know is that men are purposively intent upon bringing about some changes. It is this knowledge that integrates the subject matter of praxeology and differentiates it from the subject matter of the natural sciences. We know the forces behind the changes, and this aprioristic knowledge leads us to a cognition of the praxeological processes. The physicist does not know what electricity “is.” He knows only phenomena attributed to something called electricity. But the economist knows what actuates the market process. It is only thanks to this knowledge that he is in a position to distinguish market phenomena from other phenomena and to describe the market process.
Ο μαθηματικός οικονομολόγος δεν συνεισφέρει τίποτε στη διασαφήνιση της διαδικασίας της αγοράς. Απλώς περιγράφει ένα επικουρικό τέχνασμα που χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι της λογικής μεθόδου ως οριακή έννοια: τον ορισμό μιας κατάστασης πραγμάτων στην οποία δεν υπάρχει πλέον καμία δράση και η διαδικασία της αγοράς έχει σταματήσει. Αυτό είναι το μόνο που μπορεί να πει.
Εκείνο που διατυπώνει λεκτικά ο οικονομολόγος της λογικής μεθόδου, όταν ορίζει τις νοητικές κατασκευές της τελικής κατάστασης ηρεμίας και της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, και εκείνο που ο ίδιος ο μαθηματικός οικονομολόγος πρέπει να περιγράψει λεκτικά προτού αρχίσει τη μαθηματική εργασία του μεταφράζονται σε αλγεβρικά σύμβολα. Απλώς παρατείνεται υπερβολικά μια επιφανειακή αναλογία· τίποτε περισσότερο.
Now, the mathematical economists does not contribute anything to the elucidation of the market process. He merely describes an auxiliary makeshift employed by the logical economists as a limiting notion, the definition of a state of affairs in which there is no longer any action and the market process has come to a standstill. That is all he can say. What the logical economist sets forth in words when defining the imaginary constructions of the final state of rest and the evenly rotating economy and what the mathematical economist himself must describe in words before he embarks upon his mathematical work, is translated into algebraic symbols. A superficial analogy is spun out too long, that is all.
Τόσο οι οικονομολόγοι της λογικής όσο και εκείνοι της μαθηματικής μεθόδου υποστηρίζουν ότι η ανθρώπινη δράση αποβλέπει τελικά στην εγκαθίδρυση μιας τέτοιας κατάστασης ισορροπίας και ότι θα την επιτύγχανε αν έπαυαν όλες οι περαιτέρω μεταβολές των δεδομένων. Ο οικονομολόγος της λογικής μεθόδου, όμως, γνωρίζει πολύ περισσότερα.
Καταδεικνύει πώς οι δραστηριότητες επιχειρηματικών ανθρώπων, των προωθητών και των κερδοσκόπων, οι οποίοι επιθυμούν να επωφεληθούν από τις αποκλίσεις στη διάρθρωση των τιμών, τείνουν να εξαλείψουν αυτές τις αποκλίσεις και, μέσω αυτού, να εξαλείψουν και τις πηγές του επιχειρηματικού κέρδους και της επιχειρηματικής ζημίας. Καταδεικνύει πώς αυτή η διαδικασία θα κατέληγε τελικά στην εγκαθίδρυση της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Αυτό είναι το έργο της οικονομικής θεωρίας. Η μαθηματική περιγραφή διαφόρων καταστάσεων ισορροπίας αποτελεί απλό παίγνιο. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η ανάλυση της διαδικασίας της αγοράς.
Both the logical and the mathematical economists assert that human action ultimately aims at the establishment of such a state of equilibrium and would reach it if all further changes in data were to cease. But the logical economist knows much more than that. He shows how the activities of enterprising men, the promoters and speculators, eager to profit from discrepancies in the price structure, tend toward eradicating such discrepancies and thereby also toward blotting out the sources of entrepreneurial profit and loss. He shows how this process would finally result in the establishment of the evenly rotating economy. This is the task of economic theory. The mathematical description of various states of equilibrium is mere play. The problem is the analysis of the market process.
Η σύγκριση των δύο μεθόδων οικονομικής ανάλυσης μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε το νόημα της συχνά διατυπωμένης απαίτησης να διευρυνθεί το πεδίο της οικονομικής επιστήμης μέσω της συγκρότησης μιας δυναμικής θεωρίας, αντί της απλής ενασχόλησης με στατικά προβλήματα.
Ως προς τη λογική οικονομική, αυτό το αίτημα στερείται νοήματος. Η λογική οικονομική αποτελεί ουσιωδώς θεωρία διαδικασιών και μεταβολών. Προσφεύγει στις νοητικές κατασκευές της απουσίας μεταβολής μόνο για τη διασαφήνιση των φαινομένων της μεταβολής.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά στη μαθηματική οικονομική. Οι εξισώσεις και οι τύποι της περιορίζονται στην περιγραφή καταστάσεων ισορροπίας και απουσίας δράσης. Όσο παραμένει στο πεδίο των μαθηματικών διαδικασιών, δεν μπορεί να διατυπώσει τίποτε σχετικά με τον σχηματισμό τέτοιων καταστάσεων και τον μετασχηματισμό τους σε άλλες καταστάσεις.
Απέναντι στη μαθηματική οικονομική, το αίτημα μιας δυναμικής θεωρίας είναι βάσιμο. Η μαθηματική οικονομική, όμως, δεν διαθέτει κανένα μέσο για να ανταποκριθεί σε αυτό. Τα προβλήματα της ανάλυσης των διαδικασιών —δηλαδή τα μοναδικά οικονομικά προβλήματα που έχουν σημασία— δεν επιδέχονται μαθηματική προσέγγιση. Η εισαγωγή χρονικών παραμέτρων στις εξισώσεις δεν αποτελεί λύση. Δεν υποδεικνύει καν τις ουσιώδεις ανεπάρκειες της μαθηματικής μεθόδου.
Οι διατυπώσεις ότι κάθε μεταβολή απαιτεί χρόνο και ότι η μεταβολή λαμβάνει πάντοτε χώρα στη χρονική διαδοχή αποτελούν απλώς τρόπο έκφρασης του γεγονότος ότι, όπου υπάρχει ακαμψία και αμεταβλητότητα, δεν υπάρχει χρόνος. Η κύρια ανεπάρκεια της μαθηματικής οικονομικής δεν είναι ότι αγνοεί τη χρονική διαδοχή, αλλά ότι αγνοεί τη λειτουργία της διαδικασίας της αγοράς.
A comparison of both methods of economic analysis makes us understand the meaning of the often raised request to enlarge the scope of economic science by the construction of a dynamic theory instead of the mere occupation with static problems. With regard to logical economics this postulate is devoid of any sense. Logical economics is essentially a theory of processes and changes. It resorts to the imaginary constructions of changelessness merely for the elucidation of the phenomena of change. But it is different with mathematical economics. Its equations and formula are limited to the description of states of equilibrium and nonacting. It cannot assert anything with regard to the formation of such states and their transformation into other states as long as it remains in the realm of mathematical procedures. As against mathematical economics the request for a dynamic theory is well substantiated. But there is no means for mathematical economics to comply with this request. The problems of process analysis, i.e., the only economic problems that matter, defy any mathematical approach. The introduction of time parameters into the equations is no solution. It does not even indicate the essential shortcomings of the mathematical method. The statements that every change involves time and that change is always in the temporal sequence are merely a way of expressing the fact that as far as there is rigidity and unchangeability there is no time. The main deficiency of mathematical economics is not the fact that it ignores the temporal sequence, but that it ignores the operation of the market process.
Η μαθηματική μέθοδος αδυνατεί να καταδείξει πώς, από μια κατάσταση ανισορροπίας, αναδύονται οι πράξεις που τείνουν προς την εγκαθίδρυση ισορροπίας. Είναι, ασφαλώς, δυνατό να υποδειχθούν οι μαθηματικές πράξεις που απαιτούνται για τη μετατροπή της μαθηματικής περιγραφής μιας συγκεκριμένης κατάστασης ανισορροπίας στη μαθηματική περιγραφή της κατάστασης ισορροπίας. Αυτές, όμως, οι μαθηματικές πράξεις δεν περιγράφουν κατά κανέναν τρόπο τη διαδικασία της αγοράς, η οποία τίθεται σε κίνηση από τις αποκλίσεις στη διάρθρωση των τιμών.
Οι διαφορικές εξισώσεις της μηχανικής υποτίθεται ότι περιγράφουν επακριβώς τις σχετικές κινήσεις σε κάθε χρονική στιγμή του διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της κατάστασης ανισορροπίας και της κατάστασης ισορροπίας. Μόνο όσοι έχουν τυφλωθεί πλήρως από την προκατάληψη ότι η οικονομική επιστήμη πρέπει να αποτελεί ωχρό αντίγραφο της μηχανικής θα υποτιμήσουν τη βαρύτητα αυτής της ένστασης. Μια εξαιρετικά ατελής και επιφανειακή μεταφορά δεν υποκαθιστά τις υπηρεσίες που παρέχει η λογική οικονομική.
The mathematical method is at a loss to show how from a state of nonequilibrium those actions spring up which tend toward the establishment of equilibrium. It is, of course, possible to indicate the mathematical operations required for the transformation of the mathematical description of a definite state of nonequilibrium into the mathematical description of the state of equilibrium. But these mathematical operations by no means describe the market process actuated by the discrepancies in the price structure. The differential equations of mechanics are supposed to describe precisely the motions concerned at any instant of the time traveled through. The economic equations have no reference whatever to conditions as they really are in each instant of the time interval between the state of nonequilibrium and that of equilibrium. Only those entirely blinded by the prepossession that economics must be a pale replica of mechanics will underrate the weight of this objection. A very imperfect and superficial metaphor is not a substitute for the services rendered by logical economics.
Σε κάθε κεφάλαιο της καταλλακτικής μπορούν να διαπιστωθούν οι καταστροφικές συνέπειες της μαθηματικής πραγμάτευσης της οικονομικής επιστήμης. Αρκεί να αναφερθούμε σε δύο μόνο περιπτώσεις.
Η πρώτη παρέχεται από τη λεγόμενη εξίσωση των συναλλαγών, τη μάταιη και παραπλανητική προσπάθεια των μαθηματικών οικονομολόγων να αντιμετωπίσουν τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος.10
Η δεύτερη μπορεί να εκφραστεί καλύτερα μέσω της αναφοράς στη διατύπωση του καθηγητή Schumpeter, σύμφωνα με την οποία οι καταναλωτές, αποτιμώντας τα καταναλωτικά αγαθά, «ipso facto αποτιμούν επίσης τα μέσα παραγωγής που υπεισέρχονται στην παραγωγή αυτών των αγαθών».11 Δύσκολα θα μπορούσε να παρασταθεί η διαδικασία της αγοράς με περισσότερο εσφαλμένο τρόπο.
In every chapter of catallactics the devastating consequences of the mathematical treatment of economics can be tested. It is enough to refer to two instances only. One is provided by the so-called equation of exchange, the mathematical economists’ futile and misleading attempt to deal with changes in the purchasing power of money.[10] The second can be best expressed in referring to Professor Schumpeter’s dictum according to which consumers in evaluating consumers’ goods “ipso facto also evaluate the means of production which enter into the production of these goods.”[11] It is hardly possible to construe the market process in a more erroneous way.
Η οικονομική επιστήμη δεν ασχολείται με αγαθά και υπηρεσίες· ασχολείται με τις πράξεις ζωντανών ανθρώπων. Σκοπός της δεν είναι η μακροσκελής ενασχόληση με νοητικές κατασκευές όπως η ισορροπία. Οι κατασκευές αυτές αποτελούν μόνο εργαλεία του συλλογισμού. Το μοναδικό έργο της οικονομικής επιστήμης είναι η ανάλυση των πράξεων των ανθρώπων, δηλαδή η ανάλυση των διαδικασιών.
Economics is not about goods and services, it is about the actions of living men. Its goal is not to dwell upon imaginary constructions such as equilibrium. These constructions are only tools of reasoning. The sole task of economics is analysis of the actions of men, is the analysis of processes.
Οι ανταγωνιστικές τιμές αποτελούν προϊόν της πλήρους προσαρμογής των πωλητών στη ζήτηση των καταναλωτών. Στην ανταγωνιστική τιμή πωλείται ολόκληρη η διαθέσιμη προσφορά και οι ειδικοί συντελεστές παραγωγής χρησιμοποιούνται στον βαθμό που επιτρέπουν οι τιμές των μη ειδικών συμπληρωματικών συντελεστών. Κανένα μέρος της διαθέσιμης προσφοράς δεν αποσύρεται μόνιμα από την αγορά και η οριακή μονάδα των χρησιμοποιούμενων ειδικών συντελεστών παραγωγής δεν αποφέρει καμία καθαρή πρόσοδο. Ολόκληρη η οικονομική διαδικασία διεξάγεται προς όφελος των καταναλωτών. Δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων των αγοραστών και εκείνων των πωλητών ούτε μεταξύ των συμφερόντων των παραγωγών και εκείνων των καταναλωτών. Οι ιδιοκτήτες των διαφόρων αγαθών δεν είναι σε θέση να εκτρέψουν την κατανάλωση και την παραγωγή από τις κατευθύνσεις που επιβάλλουν οι αποτιμήσεις των καταναλωτών, η κατάσταση της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών όλων των τάξεων και το επίπεδο της τεχνολογικής γνώσης.
Competitive prices are the outcome of a complete adjustment of the sellers to the demand of the consumers. Under the competitive price the whole supply available is sold, and the specific factors of production are employed to the extent permitted by the prices of the nonspecific complementary factors. No part of a supply available is permanently withheld from the market, and the marginal unit of specific factors of production employed does not yield any net proceed. The whole economic process is conducted for the benefit of the consumers. There is no conflict between the interests of the buyers and those of the sellers, between the interests of the producers and those of the consumers. The owners of the various commodities are not in a position to divert consumption and production from the lines enjoined by the state of supply of goods and services of all orders and the state of technological knowledge.
Κάθε επιμέρους πωλητής θα έβλεπε τα έσοδά του να αυξάνονται, αν η μείωση της προσφοράς που διαθέτουν οι ανταγωνιστές του αύξανε την τιμή στην οποία ο ίδιος θα μπορούσε να πωλήσει τη δική του προσφορά. Σε μια ανταγωνιστική αγορά, όμως, δεν είναι σε θέση να επιφέρει αυτό το αποτέλεσμα. Εκτός αν διαθέτει κάποιο προνόμιο που απορρέει από κυβερνητική παρέμβαση στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, πρέπει να υποταχθεί στην κατάσταση της αγοράς όπως αυτή είναι.
Every single seller would see his own proceeds increased if a fall in the supply at the disposal of his competitors were to increase the price at which he himself could sell his own supply. But on a competitive market he is not in a position to bring about this outcome. Except for a privilege derived from government interference with business he must submit to the state of the market as it is.
Ο επιχειρηματίας, υπό την επιχειρηματική του ιδιότητα, υπόκειται πάντοτε στην πλήρη κυριαρχία των καταναλωτών. Τα πράγματα είναι διαφορετικά για τους ιδιοκτήτες πωλήσιμων αγαθών και συντελεστών παραγωγής και, ασφαλώς, για τους επιχειρηματίες υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκτητών τέτοιων αγαθών και συντελεστών. Υπό ορισμένες συνθήκες, βρίσκονται σε καλύτερη θέση αν περιορίσουν την προσφορά και πωλήσουν σε υψηλότερη τιμή ανά μονάδα. Οι τιμές που προσδιορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι μονοπωλιακές τιμές, αποτελούν προσβολή της κυριαρχίας των καταναλωτών και της δημοκρατίας της αγοράς.
The entrepreneur in his entrepreneurial capacity is always subject to the full supremacy of the consumers. It is different with the owners of vendible goods and factors of production and, of course, with the entrepreneurs in their capacity as owners of such goods and factors. Under certain conditions they fare better by restricting supply and selling it at a higher price per unit. The prices thus determined, the monopoly prices, are an infringement of the supremacy of the consumers and the democracy of the market.
Οι ειδικές συνθήκες και περιστάσεις που απαιτούνται για την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών, καθώς και τα καταλλακτικά τους γνωρίσματα, είναι τα ακόλουθα:
The special conditions and circumstances required for the emergence of monopoly prices and their catallactic features are:
- Πρέπει να επικρατεί μονοπώλιο της προσφοράς. Ολόκληρη η προσφορά του μονοπωλημένου αγαθού ελέγχεται από έναν πωλητή ή από μια ομάδα πωλητών που ενεργούν συντονισμένα. Ο μονοπωλητής —είτε είναι ένα άτομο είτε ομάδα ατόμων— είναι σε θέση να περιορίσει την προσφορά που διατίθεται προς πώληση ή χρησιμοποιείται στην παραγωγή, προκειμένου να αυξήσει την τιμή ανά πωλούμενη μονάδα, χωρίς να φοβάται ότι το σχέδιό του θα ματαιωθεί από την παρέμβαση άλλων πωλητών του ίδιου αγαθού.
- Είτε ο μονοπωλητής δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει διακριτική μεταχείριση μεταξύ των αγοραστών είτε απέχει εκουσίως από μια τέτοια μεταχείριση.12
- Η αντίδραση του αγοραστικού κοινού στην αύξηση της τιμής πάνω από τη δυνητική ανταγωνιστική τιμή — δηλαδή η μείωση της ζήτησης— δεν πρέπει να είναι τέτοια ώστε τα συνολικά έσοδα από τις πωλήσεις σε οποιαδήποτε τιμή υψηλότερη από την ανταγωνιστική να είναι μικρότερα από τα συνολικά έσοδα που θα προέκυπταν από τις πωλήσεις στην ανταγωνιστική τιμή.
1. There must prevail a monopoly of supply. The whole supply of the monopolized commodity is controlled by a single seller or a group of sellers acting in concert. The monopolist—whether one individual or a group of individuals—is in a position to restrict the supply offered for sale or employed for production in order to raise the price per unit sold and need not fear that his plan will be frustrated by interference on the part of other sellers of the same commodity. 2. Either the monopolist is not in a position to discriminate among the buyers or he voluntarily abstains from such discrimination.[12]
Επομένως, είναι περιττό να εμπλακούμε σε εξεζητημένες αναλύσεις σχετικά με το ποιο πρέπει να θεωρείται το γνώρισμα της ταυτότητας ενός αγαθού. Δεν χρειάζεται να θέσουμε το ερώτημα αν όλες οι γραβάτες πρέπει να θεωρούνται δείγματα του ίδιου αγαθού ή αν πρέπει να διακρίνονται ανάλογα με το ύφασμα, το χρώμα και το σχέδιο. Η ακαδημαϊκή οριοθέτηση των διαφόρων αγαθών είναι άχρηστη. Το μόνο σημείο που έχει σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούν οι αγοραστές στην αύξηση των τιμών.
Για τη θεωρία των μονοπωλιακών τιμών είναι άνευ σημασίας η παρατήρηση ότι κάθε κατασκευαστής γραβατών παράγει διαφορετικά προϊόντα και ο χαρακτηρισμός καθενός από αυτούς ως μονοπωλητή. Η καταλλακτική δεν ασχολείται με το μονοπώλιο καθαυτό, αλλά με τις μονοπωλιακές τιμές. Ένας πωλητής γραβατών διαφορετικών από εκείνες που προσφέρουν άλλοι θα μπορούσε να επιτύχει μονοπωλιακές τιμές μόνο αν οι αγοραστές δεν αντιδρούσαν στην αύξηση των τιμών κατά τρόπο που θα καθιστούσε την αύξηση ασύμφορη για αυτόν.
3. The reaction of the buying public to the rise in prices beyond the potential competitive price, the fall in demand, is not such as to render the proceeds resulting from total sales at any price exceeding the competitive price smaller than total proceeds resulting from total sales at the competitive price. Hence it is superfluous to enter into sophisticated disquisitions concerning what must be considered the mark of the sameness of an article. It is not necessary to raise the question whether all neckties are to be called specimens of the same article or whether one should distinguish them with regard to fabric, color, and pattern. An academic delimitation of various articles is useless. The only point that counts is the way in which the buyers react to the rise in prices. For the theory of monopoly price it is irrelevant to observe that every necktie manufacturer turns out different articles and to call each of them a monopolist. Catallactics does not deal with monopoly as such but with monopoly prices. A seller of neckties which are different from those offered for sale by other people could attain monopoly prices only if the buyers did not react to any rise in prices in such a way as to make such a rise disadvantageous for him.
Το μονοπώλιο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών, όχι όμως τη μοναδική. Απαιτείται και μια επιπλέον συνθήκη: μια συγκεκριμένη μορφή της καμπύλης ζήτησης. Η απλή ύπαρξη μονοπωλίου δεν σημαίνει τίποτε από αυτή την άποψη. Ο εκδότης ενός βιβλίου που προστατεύεται από δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι μονοπωλητής. Ενδέχεται, όμως, να μην μπορεί να πωλήσει ούτε ένα αντίτυπο, όσο χαμηλή και αν είναι η ζητούμενη τιμή.
Monopoly is a prerequisite for the emergence of monopoly prices, but it is not the only prerequisite. There is a further condition required, namely a certain shape of the demand curve. The mere existence of monopoly does not mean anything. The publisher of a copyright book is a monopolist. But he may not be able to sell a single copy, no matter how low the price he asks. Not every price at which a monopolist sells a monopolized commodity is a monopoly price. Monopoly prices are only prices at which it is more advantageous for the monopolist to restrict the total amount to be sold than to expand his sales to the limit which a competitive market would allow. They are the outcome of a deliberate design tending toward a restriction of trade.
Δεν αποτελεί μονοπωλιακή τιμή κάθε τιμή στην οποία ο μονοπωλητής πωλεί ένα μονοπωλημένο αγαθό. Μονοπωλιακές είναι μόνο εκείνες οι τιμές στις οποίες είναι επωφελέστερο για τον μονοπωλητή να περιορίσει τη συνολική πωλούμενη ποσότητα παρά να επεκτείνει τις πωλήσεις του έως το όριο που θα επέτρεπε μια ανταγωνιστική αγορά. Αποτελούν προϊόν σκόπιμου σχεδίου που τείνει προς τον περιορισμό των συναλλαγών.
In calling the monopolist’s conduct deliberate, it is not meant to suggest that he compares the monopoly price he is asking with the competitive price which a hypothetical nonmonopolized market would have determined. It is only the economist who contrasts the monopoly price with the potential competitive price. In the deliberations of the monopolist who has already got his monopolistic position, the competitive price plays no role at all. Like every other seller he wants to realize the highest price attainable. It is only the state of the market as conditioned by his monopolistic position on the one hand and the conduct of the buyers on the other that results in the emergence of monopoly prices.
- Αποτελεί θεμελιώδες σφάλμα η υπόθεση ότι υπάρχει τρίτη κατηγορία τιμών, η οποία δεν είναι ούτε μονοπωλιακή ούτε ανταγωνιστική. Αν παραβλέψουμε το πρόβλημα της διάκρισης τιμών, το οποίο θα εξεταστεί αργότερα, μια συγκεκριμένη τιμή είναι είτε ανταγωνιστική είτε μονοπωλιακή. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί οφείλονται στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι ο ανταγωνισμός δεν είναι ελεύθερος ή τέλειος, εκτός αν οποιοσδήποτε μπορεί να εμφανιστεί ως πωλητής ενός συγκεκριμένου αγαθού.
4. It is a fundamental mistake to assume that there is a third category of prices which are neither monopoly prices nor competitive prices. If we disregard the problem of price discrimination to be dealt with later, a definite price is either a competitive price or a monopoly price. The assertions to the contrary are due to the erroneous belief that competition is not free or perfect unless everybody is in a position to present himself as a seller of a definite commodity.
Η διαθέσιμη προσφορά κάθε αγαθού είναι περιορισμένη. Αν δεν ήταν σπάνια σε σχέση με τη ζήτηση του κοινού, το συγκεκριμένο πράγμα δεν θα θεωρούνταν οικονομικό αγαθό και δεν θα καταβαλλόταν καμία τιμή γι’ αυτό. Είναι, επομένως, παραπλανητικό να εφαρμόζεται η έννοια του μονοπωλίου κατά τρόπο ώστε να καλύπτει ολόκληρο το πεδίο των οικονομικών αγαθών. Ο απλός περιορισμός της προσφοράς αποτελεί πηγή της οικονομικής αξίας και όλων των καταβαλλόμενων τιμών· δεν επαρκεί, όμως, αφ’ εαυτού για να δημιουργήσει μονοπωλιακές τιμές.13
The available supply of every commodity is limited. If it were not scarce with regard to the demand of the public, the thing in question would not be considered an economic good, and no price would be paid for it. It is therefore misleading to apply the concept of monopoly in such a way as to make it cover the entire field of economic goods. Mere limitation of supply is the source of economic value and of all prices paid; as such it is not yet sufficient to generate monopoly prices.[13]
Ο όρος μονοπωλιακός ή ατελής ανταγωνισμός εφαρμόζεται σήμερα σε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχουν ορισμένες διαφορές μεταξύ των προϊόντων διαφορετικών παραγωγών και πωλητών. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν όλα τα καταναλωτικά αγαθά εντάσσονται στην κατηγορία των μονοπωλημένων αγαθών. Το μοναδικό, όμως, συναφές ερώτημα κατά τη μελέτη του προσδιορισμού των τιμών είναι αν ο πωλητής μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτές τις διαφορές για να εφαρμόσει ένα σχέδιο σκόπιμου περιορισμού της προσφοράς, με σκοπό την αύξηση των συνολικών καθαρών εσόδων του. Μόνο αν αυτό είναι δυνατό και πράγματι εφαρμοστεί μπορούν να εμφανιστούν μονοπωλιακές τιμές, σε αντιδιαστολή προς τις ανταγωνιστικές.
Μπορεί να είναι αληθές ότι κάθε πωλητής διαθέτει πελατεία που προτιμά το εμπορικό του σήμα από εκείνα των ανταγωνιστών του και δεν θα έπαυε να το αγοράζει ακόμη και αν η τιμή του ήταν υψηλότερη. Το πρόβλημα, όμως, για τον πωλητή είναι αν ο αριθμός αυτών των ανθρώπων είναι αρκετά μεγάλος ώστε να υπεραντισταθμίσει τη μείωση των συνολικών πωλήσεων που θα προκαλούσε η αποχή άλλων ανθρώπων από την αγορά. Μόνο αν ισχύει αυτό μπορεί να θεωρήσει επωφελή την αντικατάσταση των ανταγωνιστικών τιμών από μονοπωλιακές.
The term monopolistic or imperfect competition is applied today to the cases in which there are some differences in the products of different producers and sellers. This means that almost all consumers’ goods are included in the class of monopolized goods. However, the only question relevant in the study of the determination of prices is whether these differences can be used by the seller for a scheme of deliberate restriction of supply for the sake of increasing his total net proceeds. Only if this is possible and put into effect, can monopoly prices emerge as differentiated from competitive prices. It may be true that every seller has a clientele which prefers his brand to those of his competitors and would not stop buying it even if the price were higher. But the problem for the seller is whether the number of such people is great enough to overcompensate the reduction of total sales which the abstention from buying on the part of other people would bring about. Only if this is the case, can he consider the substitution of monopoly prices for competitive prices advantageous.
Σημαντική σύγχυση προκύπτει από την παρανόηση του όρου «έλεγχος της προσφοράς». Κάθε παραγωγός κάθε προϊόντος συμμετέχει στον έλεγχο της προσφοράς των αγαθών που διατίθενται προς πώληση. Αν είχε παραγάγει περισσότερο a, θα είχε αυξήσει την προσφορά και θα είχε προκαλέσει τάση προς χαμηλότερη τιμή. Το ερώτημα, όμως, είναι γιατί δεν παρήγαγε περισσότερο a.
Περιορίζοντας την παραγωγή του a στην ποσότητα p , επιδίωκε να συμμορφωθεί, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, προς τις επιθυμίες των καταναλωτών ή επιδίωκε να αψηφήσει τις εντολές τους προς δικό του όφελος;
Στην πρώτη περίπτωση, δεν παρήγαγε περισσότερο a επειδή η αύξηση της ποσότητάς του πέρα από το p θα απέσυρε σπάνιους συντελεστές παραγωγής από άλλους κλάδους, στους οποίους θα χρησιμοποιούνταν για την ικανοποίηση περισσότερο επιτακτικών αναγκών των καταναλωτών. Δεν παράγει p + r , αλλά μόνο p , επειδή αυτή η αύξηση θα καθιστούσε την επιχείρησή του ζημιογόνα ή λιγότερο επικερδή, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν άλλες, περισσότερο επικερδείς χρήσεις για την επένδυση του κεφαλαίου.
Στη δεύτερη περίπτωση, δεν παρήγαγε το r επειδή ήταν επωφελέστερο για εκείνον να αφήσει αχρησιμοποίητο μέρος της διαθέσιμης προσφοράς ενός μονοπωλημένου ειδικού συντελεστή παραγωγής m . Αν δεν μονοπωλούσε το m , δεν θα μπορούσε να προσδοκά κανένα όφελος από τον περιορισμό της παραγωγής του a. Οι ανταγωνιστές του θα κάλυπταν το κενό και ο ίδιος δεν θα ήταν σε θέση να ζητήσει υψηλότερες τιμές.
The confusion which led to the idea of imperfect or monopolistic competition stems from a misinterpretation of the term control of supply. Every producer of every product has his share in controlling the supply of all commodities offered for sale. If he had produced more a, he would have increased supply and brought about a tendency toward a lower price. But the question is why he did not produce more of a. Was he in restricting his production of a to the amount of p intent upon complying to the best of his abilities with the wishes of the consumers? Or was he intent upon defying the orders of the consumers for his own advantage? In the first case he did not produce more of a, because increasing the quantity of a beyond p would have withdrawn scarce factors of production from other branches in which they would have been employed for the satisfaction of more urgent needs of the consumers. He does not produce p + r, but merely p, because such an increase would have rendered his business unprofitable or less profitable, while there are still other more profitable employments available for capital investment. In the second case he did not produce r, because it was more advantageous for him to leave a part of the available supply of a monopolized specific factor of production m unused. If m were not monopolized by him, it would have been impossible for him to expect any advantage from restricting his production of a. His competitors would have filled the gap and he would not have been in a position to ask higher prices.
Κατά την εξέταση των μονοπωλιακών τιμών πρέπει πάντοτε να αναζητούμε τον μονοπωλημένο συντελεστή m . Αν δεν υπάρχει τέτοιος συντελεστής, δεν μπορούν να εμφανιστούν μονοπωλιακές τιμές. Πρώτη προϋπόθεση των μονοπωλιακών τιμών είναι η ύπαρξη μονοπωλημένου αγαθού. Αν δεν αποσύρεται καμία ποσότητα ενός τέτοιου αγαθού m, ο επιχειρηματίας δεν έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει τις ανταγωνιστικές τιμές με μονοπωλιακές.
In dealing with monopoly prices we must always search for the monopolized factor m. If no such factor is in the case, no monopoly prices can emerge. The first requirement for monopoly prices is the existence of a monopolized good. If no quantity of such a good m is withheld, there is no opportunity for an entrepreneur to substitute monopoly prices for competitive prices.
Το επιχειρηματικό κέρδος δεν έχει καμία απολύτως σχέση με το μονοπώλιο. Αν ένας επιχειρηματίας είναι σε θέση να πωλεί σε μονοπωλιακές τιμές, οφείλει αυτό το πλεονέκτημα στο μονοπώλιό του επί του μονοπωλημένου συντελεστή m. Αποκομίζει το ειδικό μονοπωλιακό όφελος από την ιδιοκτησία του m και όχι από τις ειδικά επιχειρηματικές δραστηριότητές του.
Entrepreneurial profit has nothing at all to do with monopoly. If an entrepreneur is in a position to sell at monopoly prices, he owes this advantage to his monopoly with regard to a monopolized factor m. He earns the specific monopoly gain from his ownership of m, not from his specific entrepreneurial activities.
Ας υποθέσουμε ότι ένα ατύχημα διακόπτει την ηλεκτροδότηση μιας πόλης επί αρκετές ημέρες και αναγκάζει τους κατοίκους να χρησιμοποιούν αποκλειστικά κεριά. Η τιμή των κεριών αυξάνεται στο s· σε αυτή την τιμή πωλείται ολόκληρη η διαθέσιμη προσφορά. Τα καταστήματα κεριών αποκομίζουν υψηλό κέρδος πωλώντας ολόκληρο το απόθεμά τους στην τιμή s.
Θα μπορούσε, όμως, οι καταστηματάρχες να συνεννοηθούν ώστε να αποσύρουν από την αγορά μέρος του αποθέματός τους και να πωλήσουν το υπόλοιπο σε τιμή s + t . Ενώ το s θα αποτελούσε την ανταγωνιστική τιμή, το s + t είναι μονοπωλιακή τιμή. Το πλεόνασμα που αποκομίζουν οι καταστηματάρχες στην τιμή s + t , πέρα από τα έσοδα που θα πραγματοποιούσαν πωλώντας μόνο στην τιμή s, αποτελεί το ειδικό μονοπωλιακό τους όφελος.
Let us assume that an accident cuts a city’s electrical supply for several days and forces the residents to resort to candlelight only. The price of candles rises to s; at this price the whole supply available is sold out. The stores selling candles reap a high profit in selling their whole supply at s. But it could happen that the storekeepers combine in order to withhold a part of their stock from the market and to sell the rest at a price s + t. While s would have been the competitive price, s + t is a monopoly price. The surplus earned by the storekeepers at the price s + t over the proceeds they would have earned when selling at s only is their specific monopoly gain.
Δεν έχει σημασία με ποιον τρόπο επιτυγχάνουν οι καταστηματάρχες τον περιορισμό της προσφοράς που διατίθεται προς πώληση. Η φυσική καταστροφή μέρους της διαθέσιμης προσφοράς αποτελεί την κλασική περίπτωση μονοπωλιακής δράσης. Μόλις πριν από λίγο καιρό την εφάρμοσε η κυβέρνηση της Βραζιλίας, καίγοντας μεγάλες ποσότητες καφέ. Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί, όμως, να επιτευχθεί αφήνοντας αχρησιμοποίητο μέρος της προσφοράς.
It is immaterial in what way the storekeepers bring about the restriction of the supply offered for sale. The physical destruction of a part of the supply available is the classical case of monopolistic action. Only a short time ago it was practiced by the Brazilian government in burning large quantities of coffee. But the same effect can be attained by leaving a part of the supply unused.
Ενώ τα κέρδη είναι ασυμβίβαστα με τη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, οι μονοπωλιακές τιμές και τα ειδικά μονοπωλιακά οφέλη δεν είναι.
- Αν οι διαθέσιμες ποσότητες του αγαθού m δεν ανήκουν σε έναν μόνο άνθρωπο, επιχείρηση, εταιρεία ή θεσμό, αλλά σε περισσότερους ιδιοκτήτες που επιθυμούν να συνεργαστούν για την αντικατάσταση της ανταγωνιστικής τιμής από μονοπωλιακή, απαιτείται συμφωνία μεταξύ τους —η οποία συνήθως αποκαλείται καρτέλ και χαρακτηρίζεται από την αμερικανική αντιμονοπωλιακή νομοθεσία ως συνωμοσία— για τον καθορισμό της ποσότητας του m που επιτρέπεται να πωλήσει κάθε μέρος στη μονοπωλιακή τιμή.
While there constantly prevails a tendency to make profits disappear, the specific monopoly gain is a permanent phenomenon and can disappear only with a change in the market data. While profits are incompatible with the imaginary construction of the evenly rotating economy, monopoly prices and specific monopoly gains are not.
Ουσιώδες μέρος κάθε συμφωνίας καρτέλ είναι η απόδοση συγκεκριμένων ποσοστώσεων στα μέλη. Η τέχνη της συγκρότησης καρτέλ συνίσταται στην ικανότητα επίτευξης συμφωνίας ως προς τις ποσοστώσεις. Ένα καρτέλ καταρρέει μόλις τα μέλη παύσουν να είναι διατεθειμένα να τηρήσουν τη σχετική συμφωνία. Οι απλές συζητήσεις μεταξύ των ιδιοκτητών του m σχετικά με το επιθυμητό των υψηλότερων τιμών δεν έχουν καμία χρησιμότητα.
Κατά κανόνα, η κατάσταση πραγμάτων που καθιστά δυνατή την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών δημιουργείται από κυβερνητικές πολιτικές, όπως οι τελωνειακοί φραγμοί. Αν οι ιδιοκτήτες του m δεν αξιοποιήσουν την ευκαιρία που τους προσφέρεται να συνενωθούν για την επίτευξη μονοπωλιακών τιμών, οι κυβερνήσεις αναλαμβάνουν συχνά οι ίδιες την οργάνωση εκείνου που το αμερικανικό δίκαιο αποκαλεί «περιορισμό του εμπορίου». Η αστυνομική εξουσία υποχρεώνει τους ιδιοκτήτες του m —κυρίως γης, ορυχείων και αλιευτικών πόρων— να περιορίσουν το προϊόν.
Τα σημαντικότερα παραδείγματα αυτής της μεθόδου παρέχονται, σε εθνικό επίπεδο, από την αμερικανική γεωργική πολιτική και, σε διεθνές επίπεδο, από τις συνθήκες που αποκαλούνται ευφημιστικά Διακυβερνητικές Συμφωνίες Ελέγχου Εμπορευμάτων. Αναπτύχθηκε νέα σημασιολογία για την περιγραφή αυτού του κλάδου της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις. Ο περιορισμός του προϊόντος και, κατά συνέπεια, της αντίστοιχης κατανάλωσης αποκαλείται «αποφυγή πλεονασμάτων», ενώ το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή η υψηλότερη τιμή ανά πωλούμενη μονάδα, αποκαλείται «σταθεροποίηση». Είναι προφανές ότι αυτές οι ποσότητες του m δεν εμφανίζονταν ως «πλεονάσματα» στα μάτια εκείνων που θα τις κατανάλωναν. Είναι εξίσου προφανές ότι οι άνθρωποι αυτοί θα προτιμούσαν μια χαμηλότερη τιμή από τη «σταθεροποίηση» μιας υψηλότερης τιμής.
- Η έννοια του ανταγωνισμού δεν εμπεριέχει την απαίτηση ύπαρξης πλήθους ανταγωνιζόμενων μονάδων. Ανταγωνισμός είναι πάντοτε ο ανταγωνισμός ενός ανθρώπου ή μιας επιχείρησης εναντίον κάποιου άλλου ανθρώπου ή επιχείρησης, ανεξάρτητα από το πόσοι άλλοι επιδιώκουν το ίδιο έπαθλο. Ο ανταγωνισμός μεταξύ λίγων δεν αποτελεί είδος ανταγωνισμού πραξεολογικά διαφορετικό από τον ανταγωνισμό μεταξύ πολλών. Κανείς δεν υποστήριξε ποτέ ότι ο ανταγωνισμός για την κατάληψη ενός αιρετού αξιώματος είναι λιγότερο έντονος σε ένα δικομματικό σύστημα από ό,τι σε ένα πολυκομματικό.
Ο αριθμός των ανταγωνιστών διαδραματίζει ρόλο στην ανάλυση των μονοπωλιακών τιμών μόνο στον βαθμό στον οποίο αποτελεί έναν από τους παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η επιτυχία των προσπαθειών συνένωσης των ανταγωνιστών σε καρτέλ.
5. The competitive price is determined by the state of the market. There prevails on a competitive market a tendency toward the disappearance of differences in prices and the establishment of a uniform price. With regard to monopoly prices things are different. If it is possible for the seller to increase his net proceeds by restricting sales and increasing prices per unit sold, then as a rule there are several monopoly prices which satisfy this condition. As a rule one of these monopoly prices yields the highest net proceeds. But it may also happen that various monopoly prices are equally advantageous to the monopolist. We may call this monopoly price or these monopoly prices most advantageous to the monopolist the optimum monopoly price or the optimum monopoly prices.
- Αν είναι δυνατό ο πωλητής να αυξήσει τα καθαρά του έσοδα περιορίζοντας τις πωλήσεις και αυξάνοντας την τιμή των πωλούμενων μονάδων, υπάρχουν συνήθως περισσότερες από μία μονοπωλιακές τιμές που πληρούν αυτή τη συνθήκη. Κατά κανόνα, μία από αυτές αποφέρει τα υψηλότερα καθαρά έσοδα. Μπορεί, όμως, επίσης να συμβεί διάφορες μονοπωλιακές τιμές να είναι εξίσου επωφελείς για τον μονοπωλητή. Μπορούμε να αποκαλέσουμε τη μονοπωλιακή τιμή ή τις μονοπωλιακές τιμές που είναι επωφελέστερες για τον μονοπωλητή άριστη μονοπωλιακή τιμή ή άριστες μονοπωλιακές τιμές.
- Ο μονοπωλητής δεν γνωρίζει εκ των προτέρων πώς θα αντιδράσουν οι καταναλωτές σε μια αύξηση των τιμών. Πρέπει να καταφύγει στη δοκιμή και στο σφάλμα για να εξακριβώσει αν το μονοπωλημένο αγαθό μπορεί να πωληθεί προς όφελός του σε οποιαδήποτε τιμή υψηλότερη από την ανταγωνιστική και, αν αυτό ισχύει, ποια από τις διάφορες δυνατές μονοπωλιακές τιμές αποτελεί την άριστη ή μία από τις άριστες μονοπωλιακές τιμές.
6. The monopolist does not know beforehand in what way the consumers will react to a rise in prices. He must resort to trial and error in his endeavors to find out whether the monopolized good can be sold to his advantage at any price exceeding the competitive price and, if this is so, which of various possible monopoly prices is the optimum monopoly price or one of the optimum monopoly prices. This is in practice much more difficult than the economist assumes when, in drawing demand curves, he ascribes perfect foresight to the monopolist. We must therefore list as a special condition required for the appearance of monopoly prices the monopolist’s ability to discover such prices.
Στην πράξη, αυτό είναι πολύ δυσκολότερο από όσο υποθέτει ο οικονομολόγος όταν, σχεδιάζοντας καμπύλες ζήτησης, αποδίδει στον μονοπωλητή τέλεια πρόγνωση. Πρέπει, επομένως, να συμπεριλάβουμε μεταξύ των ειδικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών την ικανότητα του μονοπωλητή να ανακαλύψει αυτές τις τιμές.
- Μια ειδική περίπτωση αποτελεί το ατελές μονοπώλιο. Το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής διαθέσιμης προσφοράς ανήκει στον μονοπωλητή· το υπόλοιπο ανήκει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν είναι διατεθειμένα να συνεργαστούν μαζί του σε ένα σχέδιο περιορισμού των πωλήσεων και δημιουργίας μονοπωλιακών τιμών. Η απροθυμία, όμως, αυτών των εξωτερικών πωλητών δεν εμποδίζει την εγκαθίδρυση μονοπωλιακών τιμών, αν το μερίδιο p1 που ελέγχει ο μονοπωλητής είναι αρκετά μεγάλο σε σύγκριση με το άθροισμα των μεριδίων p2 των εξωτερικών πωλητών.
Ας υποθέσουμε ότι ολόκληρη η προσφορά:
p = p1 + p2
μπορεί να πωληθεί στην τιμή c ανά μονάδα, ενώ μια προσφορά μπορεί να πωληθεί στη μονοπωλιακή τιμή d. Αν:
d(p1 − z) > cp1 ,
είναι προς το συμφέρον του μονοπωλητή να προβεί σε μονοπωλιακό περιορισμό των πωλήσεών του, ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των εξωτερικών πωλητών. Αυτοί μπορούν να συνεχίσουν να πωλούν στην τιμή c ή να αυξήσουν τις τιμές τους έως το ανώτατο ύψος d . Το μόνο σημείο που έχει σημασία είναι ότι οι εξωτερικοί πωλητές δεν είναι διατεθειμένοι να υποστούν μείωση της ποσότητας που πωλούν οι ίδιοι. Ολόκληρη η απαιτούμενη μείωση πρέπει να βαρύνει τον ιδιοκτήτη του p1. Το γεγονός αυτό επηρεάζει τα σχέδιά του και, κατά κανόνα, οδηγεί στην εμφάνιση μονοπωλιακής τιμής διαφορετικής από εκείνη που θα είχε διαμορφωθεί υπό πλήρες μονοπώλιο.14
7. A special case is provided by the incomplete monopoly. The greater part of the total supply available is owned by the monopolist; the rest is owned by one or several men who are not prepared to cooperate with the monopolist in a scheme for restricting sales and bringing about monopoly prices. However, the reluctance of these outsiders does not prevent the establishment of monopoly prices if the portion p controlled by the monopolist is large enough when compared with the sum of the outsiders’ portions p. Let us assume that the whole supply (p = p + p) can be sold at the price c per unit and a supply of p–z at the monopoly price d. If d (p–z) is higher than c p, it is to the advantage of the monopolist to embark upon a monopolistic restriction of his sales, no matter what the conduct of the outsiders may be. They may go on selling at the price c or they may raise their prices up to the maximum of d. The only point that counts is that the outsiders are not willing to put up with a reduction in the quantity which they themselves are selling. The whole reduction required must be borne by the owner of p. This influences his plans and will as a rule result in the emergence of a monopoly price which is different from that which would have been established under complete monopoly.[14]
- Το δυοπώλιο και το ολιγοπώλιο δεν αποτελούν ειδικές κατηγορίες μονοπωλιακών τιμών, αλλά απλώς διαφορετικές μεθόδους εγκαθίδρυσης μονοπωλιακής τιμής. Δύο ή περισσότεροι άνθρωποι κατέχουν ολόκληρη την προσφορά. Είναι όλοι διατεθειμένοι να πωλήσουν σε μονοπωλιακές τιμές και να περιορίσουν αναλόγως τις συνολικές τους πωλήσεις. Για κάποιον λόγο, όμως, δεν επιθυμούν να ενεργήσουν συντονισμένα. Καθένας ακολουθεί τη δική του πορεία, χωρίς επίσημη ή σιωπηρή συμφωνία με τους ανταγωνιστές του.
Καθένας γνωρίζει, ωστόσο, ότι και οι ανταγωνιστές του επιδιώκουν τον μονοπωλιακό περιορισμό των πωλήσεών τους, προκειμένου να επιτύχουν υψηλότερες τιμές ανά μονάδα και ειδικά μονοπωλιακά οφέλη. Καθένας παρακολουθεί προσεκτικά τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών του και προσπαθεί να προσαρμόσει τα σχέδιά του στις πράξεις τους. Προκύπτει μια διαδοχή κινήσεων και αντικινήσεων και μια αμοιβαία προσπάθεια εξαπάτησης, της οποίας η έκβαση εξαρτάται από την προσωπική πανουργία των αντίπαλων μερών.
Οι δυοπωλητές και οι ολιγοπωλητές επιδιώκουν δύο σκοπούς: αφενός, να ανακαλύψουν τη μονοπωλιακή τιμή που είναι επωφελέστερη για τους πωλητές και, αφετέρου, να μεταθέσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του βάρους του περιορισμού των πωλήσεων στους ανταγωνιστές τους. Ακριβώς επειδή δεν συμφωνούν ως προς τις ποσοστώσεις της μειωμένης ποσότητας πωλήσεων που πρέπει να αποδοθούν σε κάθε μέρος, δεν ενεργούν συντονισμένα όπως τα μέλη ενός καρτέλ.
8. Duopoly and oligopoly are not special varieties of monopoly prices, but merely a variety of the methods applied for the establishment of a monopoly price. Two or several men own the whole supply. They all are prepared to sell at monopoly prices and to restrict their total sales accordingly. But for some reason they do not want to act in concert. Each of them goes his own way without any formal or tacit agreement with his competitors. But each of them knows also that his rivals are intent upon a monopolistic restriction of their sales in order to reap higher prices per unit and specific monopoly gains. Each of them watches carefully the conduct of his rivals and tries to adjust his own plans to their actions. A succession of moves and countermoves, a mutual outwitting results, the outcome of which depends on the personal cunning of the adverse parties. The duopolists and oligopolists have two objectives in mind: to find out the monopoly price most advantageous to the sellers on the one hand and to shift as much as possible of the burden of restricting the amount of sales to their rivals. Precisely because they do not agree with regard to the quotas of the reduced amount of sales to be allotted to each party, they do not act in concert as the members of a cartel do.
Δεν πρέπει να συγχέονται το δυοπώλιο και το ολιγοπώλιο ούτε με το ατελές μονοπώλιο ούτε με τον ανταγωνισμό που αποβλέπει στην εγκαθίδρυση μονοπωλίου. Στην περίπτωση του ατελούς μονοπωλίου, μόνο η μονοπωλιακή ομάδα είναι διατεθειμένη να περιορίσει τις πωλήσεις της για να επιβάλει μονοπωλιακή τιμή· οι άλλοι πωλητές αρνούνται να περιορίσουν τις δικές τους πωλήσεις. Οι δυοπωλητές και οι ολιγοπωλητές, αντιθέτως, είναι διατεθειμένοι να αποσύρουν μέρος της προσφοράς τους από την αγορά.
Στην περίπτωση της επιθετικής μείωσης των τιμών, μια ομάδα σχεδιάζει να επιτύχει πλήρες ή ατελές μονοπώλιο εξαναγκάζοντας όλους ή τους περισσότερους από τους ανταγωνιστές της, τους B , να εγκαταλείψουν την επιχειρηματική δραστηριότητα. Μειώνει τις τιμές σε επίπεδο που καθιστά τις πωλήσεις καταστροφικές για τους περισσότερο ευάλωτους ανταγωνιστές της. Ενδέχεται και η A να υφίσταται ζημίες πωλώντας σε αυτή τη χαμηλή τιμή. Είναι, όμως, σε θέση να αντέξει τέτοιες ζημίες για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τους άλλους και είναι πεπεισμένη ότι θα τις αντισταθμίσει αργότερα μέσω άφθονων μονοπωλιακών ωφελειών. Η διαδικασία αυτή δεν έχει καμία σχέση με τις μονοπωλιακές τιμές. Αποτελεί σχέδιο για την απόκτηση μονοπωλιακής θέσης.
One must not confuse duopoly and oligopoly with the incomplete monopoly or with competition aiming at the establishment of monopoly. In the case of incomplete monopoly only the monopolistic group is prepared to restrict its sales in order to make a monopoly price prevail; the other sellers decline to restrict their sales. But duopolists and oligopolists are ready to withhold a part of their supply from the market. In the case of price slashing one group A plans to attain full monopoly or incomplete monopoly by forcing all or most of its competitors, the B’s, to go out of business. It cuts prices to a level which makes selling ruinous to its more vulnerable competitors. A may also incur losses by selling at this low rate; but it is in a position to undergo such losses for a longer time than the others and it is confident that it will make good for them later by ample monopoly gains. This process has nothing to do with monopoly prices. It is a scheme for the attainment of a monopoly position.
Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν το δυοπώλιο και το ολιγοπώλιο έχουν πρακτική σημασία. Κατά κανόνα, τα εμπλεκόμενα μέρη θα καταλήξουν τουλάχιστον σε σιωπηρή συνεννόηση ως προς τις ποσοστώσεις τους επί της μειωμένης ποσότητας πωλήσεων.
One may wonder whether duopoly and oligopoly are of practical significance. As a rule the parties concerned will come to at least a tacit understanding concerning their quotas of the reduced amount of sales.
- Το μονοπωλημένο αγαθό, μέσω της μερικής απόσυρσης του οποίου από την αγορά επιβάλλονται μονοπωλιακές τιμές, μπορεί να είναι είτε αγαθό κατώτατης τάξεως είτε αγαθό ανώτερης τάξεως, δηλαδή συντελεστής παραγωγής. Μπορεί να συνίσταται στον έλεγχο των τεχνολογικών γνώσεων που απαιτούνται για την παραγωγή, της λεγόμενης «συνταγής». Τέτοιες συνταγές αποτελούν κατά κανόνα ελεύθερα αγαθά, επειδή η ικανότητά τους να επιφέρουν συγκεκριμένα αποτελέσματα είναι απεριόριστη. Μπορούν να καταστούν οικονομικά αγαθά μόνο αν μονοπωληθούν και περιοριστεί η χρήση τους. Κάθε τιμή που καταβάλλεται για τις υπηρεσίες που παρέχει μια συνταγή είναι πάντοτε μονοπωλιακή τιμή. Δεν έχει σημασία αν ο περιορισμός της χρήσης μιας συνταγής καθίσταται δυνατός από θεσμικές συνθήκες —όπως οι νόμοι περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και πνευματικής ιδιοκτησίας— ή από το γεγονός ότι ένας τύπος διατηρείται μυστικός και οι άλλοι άνθρωποι αδυνατούν να τον ανακαλύψουν.
9. The monopolized good by whose partial withholding from the market the monopoly prices are made to prevail can be either a good of the lowest order or a good of a higher order, a factor of production. It may consist in the control of the technological knowledge required for production, the “recipe.” Such recipes are as a rule free goods as their ability to produce definite effects is unlimited. They can become economic goods only if they are monopolized and their use is restricted. Any price paid for the services rendered by a recipe is always a monopoly price. It is immaterial whether the restriction of a recipe’s use is made possible by institutional conditions—such as patents and copyright laws—or by the fact that a formula is kept secret and other people fail to guess it.
Ο συμπληρωματικός συντελεστής παραγωγής του οποίου η μονοπώληση μπορεί να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση μονοπωλιακών τιμών μπορεί επίσης να συνίσταται στη δυνατότητα ενός ανθρώπου να καθιστά γνωστή τη συμμετοχή του στην παραγωγή ενός αγαθού στους καταναλωτές, οι οποίοι αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη συμμετοχή. Η δυνατότητα αυτή μπορεί να παρέχεται είτε από τη φύση των σχετικών αγαθών ή υπηρεσιών είτε από θεσμικές διατάξεις, όπως η προστασία των εμπορικών σημάτων.
Οι λόγοι για τους οποίους οι καταναλωτές αποτιμούν τόσο υψηλά τη συμβολή ενός ανθρώπου ή μιας επιχείρησης είναι ποικίλοι. Μπορεί να συνίστανται:
- στην ιδιαίτερη εμπιστοσύνη προς το σχετικό άτομο ή την επιχείρηση λόγω προηγούμενης εμπειρίας·15
- σε απλή αβάσιμη προκατάληψη ή πλάνη·
- σε σνομπισμό·
- σε μαγικές ή μεταφυσικές προκαταλήψεις, των οποίων την αβασιμότητα χλευάζουν περισσότερο έλλογοι άνθρωποι.
Ένα φάρμακο που φέρει συγκεκριμένο εμπορικό σήμα ενδέχεται να μη διαφέρει ως προς τη χημική του σύνθεση και τη φυσιολογική του αποτελεσματικότητα από άλλα σκευάσματα που δεν φέρουν την ίδια επωνυμία. Αν, όμως, οι αγοραστές αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στο συγκεκριμένο σήμα και είναι πρόθυμοι να καταβάλουν υψηλότερες τιμές για το προϊόν που το φέρει, ο πωλητής μπορεί, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρθρωση της ζήτησης είναι ευνοϊκή, να επιτύχει μονοπωλιακές τιμές.
The complementary factor of production the monopolization of which can result in the establishment of monopoly prices may also consist in a man’s opportunity to make his cooperation in the production of a good known to consumers who attribute to this cooperation a special significance. This opportunity may be given either by the nature of the commodities or services in question or by institutional provisions such as protection of trade-marks. The reasons why the consumers value the contribution of a man or a firm so highly are manifold. They may be: special confidence placed on the individual or firm concerned on account of previous experience;[15] merely baseless prejudice or error; snobbishness; magic or metaphysical prepossessions whose groundlessness is ridiculed by more reasonable people. A drug marked by a trade-mark may not differ in its chemical structure and its physiological efficacy from other compounds not marked with the same label. However, if the buyers attach a special significance to this label and are ready to pay higher prices for the product marked with it, the seller can, provided the configuration of demand is propitious, reap monopoly prices.
Το μονοπώλιο που επιτρέπει στον μονοπωλητή να περιορίσει την προσφερόμενη ποσότητα χωρίς αντίδραση άλλων ανθρώπων μπορεί να συνίσταται στην υψηλότερη παραγωγικότητα ενός συντελεστή που έχει στη διάθεσή του, σε σύγκριση με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα του αντίστοιχου συντελεστή που διαθέτουν οι δυνητικοί ανταγωνιστές του. Αν το περιθώριο μεταξύ της υψηλότερης παραγωγικότητας του αποθέματος του μονοπωλημένου συντελεστή και της παραγωγικότητας των συντελεστών των δυνητικών ανταγωνιστών του είναι αρκετά ευρύ ώστε να καταστεί δυνατή η εμφάνιση μονοπωλιακής τιμής, προκύπτει μια κατάσταση την οποία μπορούμε να αποκαλέσουμε μονοπώλιο περιθωρίου.16
The monopoly which enables the monopolist to restrict the amount offered without counteraction on the part of other people can consist in the greater productivity of a factor which he has at his disposal as against the lower productivity of the corresponding factor at the disposal of his potential competitors. If the margin between the higher productivity of his supply of the monopolized factor and that of his potential competitors is broad enough for the emergence of a monopoly price, a situation results which we may call margin monopoly.[16]
Ας απεικονίσουμε το μονοπώλιο περιθωρίου μέσω της συνηθέστερης περίπτωσής του υπό τις σύγχρονες συνθήκες: της δυνατότητας ενός προστατευτικού δασμού να δημιουργεί μονοπωλιακή τιμή υπό ειδικές περιστάσεις.
Η Ατλαντίδα επιβάλλει δασμό t στην εισαγωγή κάθε μονάδας του αγαθού p , του οποίου η παγκόσμια αγοραία τιμή είναι s. Αν η εγχώρια κατανάλωση του p στην Ατλαντίδα, στην τιμή s + t , είναι a και η εγχώρια παραγωγή του p είναι b, με b < a, τότε το κόστος του οριακού εμπόρου είναι s + t . Οι εγχώριες παραγωγικές εγκαταστάσεις μπορούν να πωλήσουν ολόκληρο το προϊόν τους στην τιμή s + t. Ο δασμός είναι αποτελεσματικός και προσφέρει στις εγχώριες επιχειρήσεις κίνητρο να επεκτείνουν την παραγωγή του p από το b σε ποσότητα ελαφρώς μικρότερη από το a.
Αν, όμως, b > a, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αν υποθέσουμε ότι το b είναι τόσο μεγάλο ώστε ακόμη και στην τιμή s η εγχώρια κατανάλωση να υπολείπεται αυτού και το πλεόνασμα να πρέπει να εξαχθεί και να πωληθεί στο εξωτερικό, η επιβολή δασμού δεν επηρεάζει την τιμή του p . Τόσο η εγχώρια όσο και η παγκόσμια αγοραία τιμή του παραμένουν αμετάβλητες.
Ο δασμός, όμως, εισάγοντας διάκριση μεταξύ της εγχώριας και της αλλοδαπής παραγωγής του p , παραχωρεί στις εγχώριες παραγωγικές εγκαταστάσεις ένα προνόμιο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία μονοπωλιακού συνασπισμού, υπό την προϋπόθεση ότι συντρέχουν ορισμένες πρόσθετες συνθήκες. Αν είναι δυνατό να βρεθεί μονοπωλιακή τιμή εντός του περιθωρίου μεταξύ s + t και s, καθίσταται επικερδής για τις εγχώριες επιχειρήσεις η συγκρότηση καρτέλ. Το καρτέλ πωλεί στην εγχώρια αγορά της Ατλαντίδας σε μονοπωλιακή τιμή και διαθέτει το πλεόνασμα στο εξωτερικό στην παγκόσμια αγοραία τιμή.
Ασφαλώς, καθώς η ποσότητα του p που προσφέρεται στην παγκόσμια αγορά αυξάνεται εξαιτίας του περιορισμού της ποσότητας που πωλείται στην Ατλαντίδα, η παγκόσμια αγοραία τιμή μειώνεται από s σε s1. Αποτελεί, επομένως, πρόσθετη προϋπόθεση για την εμφάνιση της εγχώριας μονοπωλιακής τιμής το να μην είναι η συνολική μείωση των εσόδων που προκαλεί αυτή η πτώση της παγκόσμιας αγοραίας τιμής τόσο μεγάλη ώστε να απορροφά ολόκληρο το μονοπωλιακό όφελος του εγχώριου καρτέλ.
Let us illustrate margin monopoly by referring to its most frequent instance in present-day conditions, the power of a protective tariff to generate a monopoly price under special circumstances. Atlantis puts a tariff t on the importation of each unit of the commodity p the world market price of which is s. If domestic consumption of p in Atlantis at the price s + t is a and domestic production of p is b, b being smaller than a, then the costs of the marginal dealer are s + t. The domestic plants are in a position to sell their total output at the price s + t. The tariff is effective and offers to domestic business the incentive to expand the production of p from b to a quantity slightly smaller than a. But if b is greater than a, things are different. If we assume that b is so large that even at the price s domestic consumption lags behind it and the surplus must be exported and sold abroad, the imposition of a tariff does not affect the price of p. Both the domestic and the world market price of p remain unchanged. However the tariff, in discriminating between domestic and foreign production of p, accords to the domestic plants a privilege which can be used for a monopolistic combine, provided certain further conditions are present. If it is possible to find within the margin between s + t and s a monopoly price, it becomes lucrative for the domestic enterprises to form a cartel. The cartel sells in the home market of Atlantis at a monopoly price and disposes of the surplus abroad at the world market price. Of course, as the quantity of p offered at the world market increases as a consequence of the restriction of the quantity sold in Atlantis, the world market price drops from s to s. It is therefore a further requirement for the emergence of the domestic monopoly price that the total restriction in proceeds resulting from this fall in the world market price is not so great as to absorb the whole monopoly gain of the domestic cartel.
Μακροχρόνια, ένα τέτοιο εθνικό καρτέλ δεν μπορεί να διατηρήσει τη μονοπωλιακή του θέση, αν η είσοδος νεοεισερχομένων στον παραγωγικό του κλάδο είναι ελεύθερη. Ο μονοπωλημένος συντελεστής, τις υπηρεσίες του οποίου περιορίζει το καρτέλ ως προς την εγχώρια αγορά για να επιτύχει μονοπωλιακές τιμές, είναι μια γεωγραφική συνθήκη την οποία μπορεί εύκολα να αναπαραγάγει κάθε νέος επενδυτής που εγκαθιστά νέα παραγωγική μονάδα εντός των συνόρων της Ατλαντίδας.
Υπό τις σύγχρονες βιομηχανικές συνθήκες, χαρακτηριστικό γνώρισμα των οποίων είναι η σταθερή τεχνολογική πρόοδος, η νεότερη παραγωγική εγκατάσταση θα είναι, κατά κανόνα, αποτελεσματικότερη από τις παλαιότερες και θα παράγει με χαμηλότερο μέσο κόστος. Το κίνητρο των δυνητικών νεοεισερχομένων είναι, επομένως, διττό. Δεν συνίσταται μόνο στο μονοπωλιακό όφελος των μελών του καρτέλ, αλλά και στη δυνατότητα να τα υπερκεράσουν μέσω χαμηλότερου κόστους παραγωγής.
In the long run such a national cartel cannot preserve its monopolistic position if entrance into its branch of production is free to newcomers. The monopolized factor the services of which the cartel restricts (as far as the domestic market is concerned) for the sake of monopoly prices is a geographical condition which can easily be duplicated by every new investor who establishes a new plant within the borders of Atlantis. Under modern industrial conditions, the characteristic feature of which is steady technological progress, the latest plant will as a rule be more efficient than the older plants and produce at lower average costs. The incentive to prospective newcomers is therefore twofold. It consists not only in the monopoly gain of the cartel members, but also in the possibility of outstripping them by lower costs of production.
Και εδώ, οι θεσμοί προστρέχουν σε βοήθεια των παλαιών επιχειρήσεων που συγκροτούν το καρτέλ. Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας τούς παρέχουν νόμιμο μονοπώλιο, το οποίο κανείς δεν επιτρέπεται να προσβάλει. Ασφαλώς, μόνο ορισμένες από τις παραγωγικές τους διαδικασίες ενδέχεται να προστατεύονται μέσω διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Ένας ανταγωνιστής, όμως, ο οποίος εμποδίζεται να χρησιμοποιήσει αυτές τις διαδικασίες και να παραγάγει τα σχετικά προϊόντα, ενδέχεται να περιέλθει σε τόσο σοβαρά μειονεκτική θέση, ώστε να μην μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο εισόδου στον καρτελοποιημένο βιομηχανικό κλάδο.
Here again institutions come to the aid of the old firms that form the cartel. The patents give them a legal monopoly which nobody may infringe. Of course, only some of their production processes may be protected by patents. But a competitor who is prevented from resorting to these processes and to the production of the articles concerned may be handicapped in such a serious way that he cannot consider entrance into the field of the cartelized industry.
Ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας απολαμβάνει νόμιμο μονοπώλιο, το οποίο, αν οι λοιπές συνθήκες είναι ευνοϊκές, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη μονοπωλιακών τιμών. Πέρα από το ίδιο το πεδίο που καλύπτει, ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να προσφέρει επικουρικές υπηρεσίες στην εγκαθίδρυση και στη διατήρηση μονοπωλίου περιθωρίου, όπου συντρέχουν οι πρωταρχικές θεσμικές προϋποθέσεις για την εμφάνισή του.
The owner of a patent enjoys a legal monopoly which, other conditions being propitious, can be used for the attainment of monopoly prices. Beyond the field covered by the patent itself a patent may render auxiliary services in the establishment and preservation of margin monopoly where the primary institutional conditions for the emergence of such a monopoly prevail.
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ορισμένα παγκόσμια καρτέλ θα υπήρχαν ακόμη και αν απουσίαζε κάθε κυβερνητική παρέμβαση, η οποία παρέχει για άλλα αγαθά τις απαραίτητες προϋποθέσεις συγκρότησης ενός μονοπωλιακού συνασπισμού. Υπάρχουν ορισμένα αγαθά, όπως τα διαμάντια και ο υδράργυρος, των οποίων η προσφορά περιορίζεται από τη φύση σε λίγες πηγές. Οι ιδιοκτήτες αυτών των πόρων μπορούν εύκολα να συνενωθούν για συντονισμένη δράση. Τέτοια καρτέλ, όμως, θα διαδραμάτιζαν μόνο δευτερεύοντα ρόλο στη διάρθρωση της παγκόσμιας παραγωγής. Η οικονομική τους σημασία θα ήταν μάλλον περιορισμένη.
Η σημαντική θέση που κατέχουν τα καρτέλ στην εποχή μας αποτελεί αποτέλεσμα των παρεμβατιστικών πολιτικών που υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις όλων των χωρών. Το πρόβλημα του μονοπωλίου που αντιμετωπίζει σήμερα η ανθρωπότητα δεν αποτελεί προϊόν της λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς. Είναι προϊόν σκόπιμης δράσης των κυβερνήσεων. Δεν αποτελεί ένα από τα δεινά που ενυπάρχουν στον καπιταλισμό, όπως διακηρύσσουν οι δημαγωγοί. Αντιθέτως, αποτελεί καρπό πολιτικών εχθρικών προς τον καπιταλισμό, οι οποίες αποβλέπουν στην υπονόμευση και στην καταστροφή της λειτουργίας του.
We may assume that some world cartels would exist even in the absence of any government interference which provides for other commodities the indispensable conditions required for the construction of a monopolistic combine. There are some commodities, e.g., diamonds and mercury, the supply of which is by nature limited to a few sources. The owners of these resources can easily be united for concerted action. But such cartels would play only a minor role in the setting of world production. Their economic significance would be rather small. The important place that cartels occupy in our time is an outcome of the interventionist policies adopted by the governments of all countries. The great monopoly problem mankind has to face today is not an outgrowth of the operation of the market economy. It is a product of purposive action on the part of governments. It is not one of the evils inherent in capitalism as the demagogues trumpet. It is, on the contrary, the fruit of policies hostile to capitalism and intent upon sabotaging and destroying its operation.
Η κλασική χώρα των καρτέλ ήταν η Γερμανία. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα, το Γερμανικό Ράιχ υιοθέτησε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα Sozialpolitik, δηλαδή κοινωνικής πολιτικής. Η ιδέα ήταν να αυξηθούν το εισόδημα και το βιοτικό επίπεδο των μισθωτών μέσω διαφόρων μέτρων της λεγόμενης φιλεργατικής νομοθεσίας, μέσω του πολυδιαφημισμένου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης του Bismarck και μέσω συνδικαλιστικής πίεσης και καταναγκασμού για την επίτευξη υψηλότερων μισθών. Οι υπέρμαχοι αυτής της πολιτικής αψήφησαν τις προειδοποιήσεις των οικονομολόγων. «Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως οικονομικός νόμος», διακήρυξαν.
The classical country of the cartels was Germany. In the last decades of the nineteenth century the German Reich embarked upon a vast scheme of Sozialpolitik. The idea was to raise the income and the standard of living of the wage-earners by various measures of what is called prolabor legislation, by the much glorified Bismarck plan of social security, and by labor-union pressure and compulsion for the attainment of higher wage rates. The advocates of this policy defied the warnings of the economists. There is no such thing as economic law, they announced. The Hohenzollern Empire which had defeated the Emperors of Austria and of France and before which the nations of the world trembled was above any law. Its will was the supreme canon.
Στην αμείλικτη πραγματικότητα, η Sozialpolitik αύξησε το κόστος παραγωγής στη Γερμανία. Κάθε πρόοδος της υποτιθέμενης φιλεργατικής νομοθεσίας και κάθε επιτυχημένη απεργία διατάρασσαν τις βιομηχανικές συνθήκες εις βάρος των γερμανικών επιχειρήσεων. Καθιστούσαν δυσκολότερο για τις επιχειρήσεις αυτές να υπερκεράσουν ξένους ανταγωνιστές, για τους οποίους οι εγχώριες εξελίξεις στη Γερμανία δεν αύξαναν το κόστος παραγωγής.
Αν οι Γερμανοί μπορούσαν να παραιτηθούν από τις εξαγωγές μεταποιημένων προϊόντων και να παράγουν μόνο για την εγχώρια αγορά, ο δασμός θα μπορούσε να προστατεύσει τις γερμανικές παραγωγικές εγκαταστάσεις από τον εντεινόμενο ανταγωνισμό των ξένων επιχειρήσεων. Θα ήταν σε θέση να πωλούν σε υψηλότερες τιμές. Όσα θα κέρδιζε ο μισθωτός από τα επιτεύγματα της νομοθεσίας και των συνδικάτων θα απορροφούνταν από τις υψηλότερες τιμές που θα έπρεπε να καταβάλλει για τα αγαθά που αγόραζε. Οι πραγματικοί μισθοί θα αυξάνονταν μόνο στον βαθμό στον οποίο οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις τεχνολογικές διαδικασίες και να αυξήσουν έτσι την παραγωγικότητα της εργασίας. Ο δασμός θα είχε εξουδετερώσει τις συνέπειες της Sozialpolitik.
In stark reality the Sozialpolitik raised costs of production within Germany. Every progress of the alleged prolabor legislation and every successful strike disarranged industrial conditions to the disadvantage of the German enterprises. It made it harder for them to outdo foreign competitors for whom the domestic events of Germany did not raise costs of production. If the Germans had been in a position to renounce the export of manufactures and to produce only for the domestic market, the tariff could have sheltered the German plants against the intensified competition of foreign business. They would have been in a position to reap higher prices. What the wage earner would have profited from the achievements of the legislature and the unions, would have been absorbed by the higher prices he would have had to pay for the articles he bought. Real wage rates would have risen only to the extent the entrepreneurs could improve technological procedures and thereby increase the productivity of labor. The tariff would have rendered the Sozialpolitik harmless in preventing a spread of unemployment.
Η Γερμανία, όμως, είναι —και ήταν ήδη όταν ο Bismarck εγκαινίασε τη φιλεργατική του πολιτική— κυρίως βιομηχανική χώρα. Οι παραγωγικές εγκαταστάσεις της εξήγαν σημαντικό μέρος του συνολικού τους προϊόντος. Οι εξαγωγές αυτές επέτρεπαν στους Γερμανούς να εισάγουν τα τρόφιμα και τις πρώτες ύλες που δεν μπορούσαν να παραγάγουν στην ίδια τους τη χώρα, η οποία ήταν συγκριτικά υπερπληθυσμένη και ανεπαρκώς προικισμένη με φυσικούς πόρους.
Η κατάσταση αυτή δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί απλώς μέσω ενός προστατευτικού δασμού. Μόνο τα καρτέλ μπορούσαν να απαλλάξουν τη Γερμανία από τις καταστροφικές συνέπειες των «προοδευτικών» φιλεργατικών πολιτικών της. Τα καρτέλ χρέωναν μονοπωλιακές τιμές στο εσωτερικό και πωλούσαν στο εξωτερικό σε χαμηλότερες τιμές. Τα καρτέλ αποτελούν το αναγκαίο συνοδευτικό και αποτέλεσμα μιας «προοδευτικής» εργατικής πολιτικής, στον βαθμό στον οποίο αυτή επηρεάζει βιομηχανικούς κλάδους που εξαρτώνται για τις πωλήσεις τους από τις ξένες αγορές.
Ασφαλώς, τα καρτέλ δεν διασφαλίζουν για τους μισθωτούς τα απατηλά κοινωνικά οφέλη που τους υπόσχονται οι εργατικοί πολιτικοί και οι συνδικαλιστικοί ηγέτες. Δεν υπάρχει κανένα μέσο για την αύξηση των μισθών όλων όσοι επιθυμούν να εργάζονται σε επίπεδο υψηλότερο από εκείνο που καθορίζει η παραγωγικότητα κάθε είδους εργασίας. Εκείνο που πέτυχαν τα καρτέλ ήταν απλώς να αντισταθμίσουν τα φαινομενικά κέρδη στους ονομαστικούς μισθούς μέσω αντίστοιχων αυξήσεων στις εγχώριες τιμές των αγαθών. Αρχικά, όμως, αποφεύχθηκε η καταστροφικότερη συνέπεια των κατώτατων μισθών: η μόνιμη μαζική ανεργία.
But Germany is, and was already at the time Bismarck inaugurated his prolabor policy, a predominantly industrial country. Its plants exported a considerable part of their total output. These exports enabled the Germans to import the foodstuffs and raw materials they could not grow in their own country, comparatively overpopulated and poorly endowed with natural resources as it was. As has been pointed out above, such a surplus production renders a protective tariff ineffective. Only cartels could free Germany from the catastrophic consequences of its “progressive” prolabor policies. The cartels charged monopoly prices at home and sold abroad at cheaper prices. The cartels are the necessary accompaniment and upshot of a “progressive” labor policy as far as it affects industries dependent on foreign markets. The cartels do not, of course, safeguard for the wage earners the illusory social gains which the labor politicians and the union leaders promise them. There is no means of raising wage rates for all those eager to earn wages above the height determined by the productivity of each kind of labor. What the cartels achieved was merely to counterbalance the apparent gains in nominal wage rates by corresponding increases in domestic commodity prices. But the most disastrous effect of minimum wage rates, permanent mass unemployment, was at first avoided.
Germany was not the first country that resorted to “prolabor” legislation and gave its labor unions a free hand to enforce minimum wage rates. Other countries had preceded Germany in this respect. But the opposition which these policies had encountered on the part of economists, reasonable statesmen, and businessmen had for many years put a check upon the progress of these destructive methods of government. For the most part their alleged benefits did not grant the wage earners more than they had already won, without any interference on the part of the government, by the technological improvements which never cease under capitalism. When in some cases the government had gone a little farther, the propulsive evolution of business in a very short time made things even. But in later years, especially after the end of the first World War, all other nations adopted for their labor policies the thorough methods of the Germans.
— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)
Again the cartel had to supplement the “prolabor” policies in order to conceal their futility and to postpone for a time their manifest fiasco.
Σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους που δεν μπορούν να αρκεστούν στην εγχώρια αγορά και επιδιώκουν να πωλούν μέρος του προϊόντος τους στο εξωτερικό, λειτουργία του δασμού, σε αυτή την εποχή κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, είναι να καθιστά δυνατή την εγκαθίδρυση εγχώριων μονοπωλιακών τιμών. Όποιος και αν υπήρξε ο σκοπός και οι συνέπειες των δασμών κατά το παρελθόν, μόλις μια εξαγωγική χώρα υιοθετήσει μέτρα που αποβλέπουν στην αύξηση των εισοδημάτων των μισθωτών ή των γεωργών πάνω από τα δυνητικά αγοραία επίπεδα, πρέπει να ενθαρρύνει σχέδια που οδηγούν σε εγχώριες μονοπωλιακές τιμές για τα σχετικά αγαθά.
Η ισχύς μιας εθνικής κυβέρνησης περιορίζεται στην επικράτεια που υπόκειται στην κυριαρχία της. Έχει τη δύναμη να αυξάνει το εγχώριο κόστος παραγωγής. Δεν έχει τη δύναμη να εξαναγκάσει τους αλλοδαπούς να καταβάλουν αντιστοίχως υψηλότερες τιμές για τα προϊόντα. Αν δεν πρόκειται να διακοπούν οι εξαγωγές, πρέπει να επιδοτηθούν. Η επιδότηση μπορεί να καταβληθεί ανοικτά από το δημόσιο ταμείο ή το βάρος της να επιβληθεί στους καταναλωτές μέσω των μονοπωλιακών τιμών του καρτέλ.
With all industries which cannot content themselves with the domestic market and are intent upon selling a part of their output abroad the function of the tariff, in this age of government interference with business, is to enable the establishment of domestic monopoly prices. Whatever the purpose and the effects of tariffs may have been in the past, as soon as an exporting country embarks upon measures designed to increase the revenues of the wage earners or the farmers above the potential market rates, it must foster schemes which result in domestic monopoly prices for the commodities concerned. A national government’s might is limited to the territory subject to its sovereignty. It has the power to raise domestic costs of production. It does not have the power to force foreigners to pay correspondingly higher prices for the products. If exports are not to be discontinued, they must be subsidized. The subsidy can be paid openly by the treasury or its burden can be imposed upon the consumers by the cartel’s monopoly prices.
Οι υπέρμαχοι της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις αποδίδουν στο «κράτος» τη δύναμη να ωφελεί ορισμένες ομάδες εντός του πλαισίου της αγοράς μέσω μιας απλής προσταγής. Στην πραγματικότητα, η δύναμη αυτή είναι η κυβερνητική δύναμη ενθάρρυνσης μονοπωλιακών συνασπισμών. Τα μονοπωλιακά οφέλη αποτελούν τα κεφάλαια από τα οποία χρηματοδοτούνται τα «κοινωνικά οφέλη». Στον βαθμό στον οποίο τα μονοπωλιακά αυτά οφέλη δεν επαρκούν, τα διάφορα μέτρα του παρεμβατισμού παραλύουν αμέσως τη λειτουργία της αγοράς· εμφανίζονται μαζική ανεργία, ύφεση και ανάλωση κεφαλαίου. Αυτό εξηγεί την επιθυμία όλων των σύγχρονων κυβερνήσεων να ενθαρρύνουν το μονοπώλιο σε όλους εκείνους τους τομείς της αγοράς που συνδέονται κατά οποιονδήποτε τρόπο με το εξαγωγικό εμπόριο.
The advocates of government interference with business ascribe to the “State” the power to benefit certain groups within the framework of the market by a mere fiat. In fact this power is the government’s power to foster monopolistic combines. The monopoly gains are the funds out of which the “social gains” are financed. As far as these monopoly gains do not suffice, the various measures of interventionism immediately paralyze the operation of the market; mass unemployment, depression, and capital consumption appear. This explains the eagerness of all contemporary governments to foster monopoly in all those sectors of the market which are in some way or other connected with export trade.
Αν μια κυβέρνηση δεν επιτύχει ή δεν μπορεί να επιτύχει εμμέσως τους μονοπωλιακούς της σκοπούς, καταφεύγει σε άλλα μέσα. Στους κλάδους του άνθρακα και της ποτάσας, η αυτοκρατορική κυβέρνηση της Γερμανίας ενθάρρυνε υποχρεωτικά καρτέλ. Η αντίθεση των επιχειρήσεων εμπόδισε το αμερικανικό New Deal να οργανώσει τους μεγάλους βιομηχανικούς κλάδους της χώρας πάνω σε υποχρεωτική βάση καρτέλ. Είχε μεγαλύτερη επιτυχία σε ορισμένους ζωτικούς κλάδους της γεωργίας, μέσω μέτρων που αποσκοπούσαν στον περιορισμό του προϊόντος για χάρη των μονοπωλιακών τιμών. Μια μακρά σειρά συμφωνιών μεταξύ των σημαντικότερων κυβερνήσεων του κόσμου απέβλεπε στην εγκαθίδρυση παγκόσμιων μονοπωλιακών τιμών για διάφορες πρώτες ύλες και τρόφιμα.17 Δηλωμένος σκοπός των Ηνωμένων Εθνών είναι η συνέχιση αυτών των σχεδίων.
If a government does not or cannot succeed in attaining its monopolistic aims indirectly, it resorts to direct action. In the field of coal and potash the Imperial Government of Germany established compulsory cartels. The American New Deal was prevented by the opposition of business from organizing the nation’s great industries on an obligatory cartel basis. It succeeded better in some vital branches of farming with measures designed to restrict output for the sake of monopoly prices. A long series of agreements concluded between the world’s most prominent governments aimed at the establishment of world-market monopoly prices for various raw materials and foodstuffs.[17] It is the avowed purpose of the United Nations to continue these plans.
- Είναι αναγκαίο να θεωρήσουμε αυτή τη φιλομονοπωλιακή πολιτική των σύγχρονων κυβερνήσεων ως ενιαίο φαινόμενο, προκειμένου να διακρίνουμε τους λόγους που την παρακίνησαν. Από καταλλακτική άποψη, όμως, αυτά τα μονοπώλια δεν είναι ομοιόμορφα. Τα συμβατικά καρτέλ στα οποία συμμετέχουν οι επιχειρηματίες, αξιοποιώντας το κίνητρο που παρέχουν οι προστατευτικοί δασμοί, αποτελούν περιπτώσεις μονοπωλίου περιθωρίου. Όπου η κυβέρνηση ενθαρρύνει άμεσα τις μονοπωλιακές τιμές, βρισκόμαστε ενώπιον περιπτώσεων μονοπωλίου άδειας. Ο συντελεστής παραγωγής, μέσω του περιορισμού της χρήσης του οποίου δημιουργείται η μονοπωλιακή τιμή, είναι η άδεια18 την οποία καθιστούν οι νόμοι αναγκαία προϋπόθεση για τον εφοδιασμό των καταναλωτών.
It is necessary to view this promonopoly policy of the contemporary governments as a uniform phenomenon in order to discern the reasons which motivated it. From the catallactic point of view these monopolies are not uniform. The contractual cartels into which entrepreneurs enter in taking advantage of the incentive offered by protective tariffs are instances of margin monopoly. Where the government directly fosters monopoly prices we are faced with instances of license monopoly. The factor of production by the restriction of the use of which the monopoly price is brought about is the license which the laws make a requisite for supplying the consumers.
Τέτοιες άδειες μπορούν να χορηγούνται με διαφορετικούς τρόπους:
Such licenses may be granted in different ways: (a) An unlimited license is granted to practically every applicant. This amounts to a state of affairs under which no license at all is required.
- Χορηγείται απεριόριστη άδεια σε όλους σχεδόν τους αιτούντες. Αυτό ισοδυναμεί με κατάσταση στην οποία δεν απαιτείται καμία άδεια.
- Οι άδειες χορηγούνται μόνο σε επιλεγμένους αιτούντες. Ο ανταγωνισμός περιορίζεται. Μονοπωλιακές τιμές, όμως, μπορούν να εμφανιστούν μόνο αν οι αδειούχοι ενεργούν συντονισμένα και αν η διάρθρωση της ζήτησης είναι ευνοϊκή.
- Υπάρχει μία μόνο άδεια. Ο αδειούχος, παραδείγματος χάριν ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας, είναι μονοπωλητής. Αν η διάρθρωση της ζήτησης είναι ευνοϊκή και ο αδειούχος επιθυμεί να αποκομίσει μονοπωλιακά οφέλη, μπορεί να ζητήσει μονοπωλιακές τιμές.
- Οι χορηγούμενες άδειες είναι περιορισμένες. Παρέχουν στον αδειούχο μόνο το δικαίωμα να παράγει ή να πωλεί συγκεκριμένη ποσότητα, ώστε να μην μπορεί να διαταράξει το σχέδιο της αρχής. Η ίδια η αρχή κατευθύνει την εγκαθίδρυση των μονοπωλιακών τιμών.
(b) Licenses are granted only to selected applicants. Competition is restricted. However, monopoly prices can emerge only if the licensees act in concert and the configuration of demand is propitious.
(c) There is only one licensee. The licensee, e.g., the holder of a patent or a copyright, is a monopolist. If the configuration of the demand is propitious and if the licensee wants to reap monopoly gains, he can ask monopoly prices.
(d) The licenses granted are limited. They confer upon the licensee only the right to produce or to sell a definite quantity, in order to prevent him from disarranging the authority’s scheme. The authority itself directs the establishment of monopoly prices.
Τέλος, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες η κυβέρνηση εγκαθιδρύει μονοπώλιο για δημοσιονομικούς σκοπούς. Τα μονοπωλιακά οφέλη περιέρχονται στο δημόσιο ταμείο. Πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εγκαθίδρυσαν μονοπώλια καπνού. Άλλες μονοπώλησαν το αλάτι, τα σπίρτα, τις τηλεγραφικές και τηλεφωνικές υπηρεσίες, τη ραδιοφωνία και ούτω καθεξής. Κάθε χώρα, χωρίς εξαίρεση, διαθέτει κρατικό μονοπώλιο των ταχυδρομικών υπηρεσιών.
Finally there are the instances in which a government establishes a monopoly for fiscal purposes. The monopoly gains go to the treasury. Many European governments have instituted tobacco monopolies. Others have monopolized salt, matches, telegraph and telephone service, broadcasting, and so on. Without exception every country has a government monopoly of the postal service.
- Η εμφάνιση μονοπωλίου περιθωρίου δεν οφείλεται αναγκαστικά σε κάποιον θεσμικό παράγοντα, όπως οι δασμοί. Μπορεί επίσης να προκληθεί από επαρκώς μεγάλες διαφορές στη γονιμότητα ή την παραγωγικότητα ορισμένων συντελεστών παραγωγής.
10. Margin monopoly need not always owe its appearance to an institutional factor such as tariffs. It can also be produced by sufficient differences in the fertility or productivity of some factors of production.
Έχει ήδη επισημανθεί ότι αποτελεί σοβαρό σφάλμα να γίνεται λόγος για μονοπώλιο της γης και να χρησιμοποιούνται οι μονοπωλιακές τιμές και τα μονοπωλιακά οφέλη για την εξήγηση των τιμών των γεωργικών προϊόντων και της εγγείου προσόδου. Στον βαθμό στον οποίο η ιστορία εμφανίζει περιπτώσεις μονοπωλιακών τιμών για γεωργικά προϊόντα, επρόκειτο για μονοπώλια άδειας που ενθαρρύνονταν μέσω κυβερνητικών διαταγμάτων.
Η αναγνώριση, όμως, αυτών των γεγονότων δεν σημαίνει ότι οι διαφορές στη γονιμότητα του εδάφους δεν θα μπορούσαν ποτέ να προκαλέσουν μονοπωλιακές τιμές. Αν η διαφορά μεταξύ της γονιμότητας του φτωχότερου εδάφους που εξακολουθεί να καλλιεργείται και των γονιμότερων ακαλλιέργητων εκτάσεων που είναι διαθέσιμες για την επέκταση της παραγωγής ήταν τόσο μεγάλη ώστε να επιτρέπει στους ιδιοκτήτες της ήδη εκμεταλλευόμενης γης να ανακαλύψουν εντός αυτού του περιθωρίου μια επωφελή μονοπωλιακή τιμή, θα μπορούσαν να εξετάσουν τον περιορισμό της παραγωγής μέσω συντονισμένης δράσης, προκειμένου να αποκομίσουν μονοπωλιακά οφέλη.
Αποτελεί, όμως, γεγονός ότι οι φυσικές συνθήκες στη γεωργία δεν ανταποκρίνονται σε αυτές τις προϋποθέσεις. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, οι γεωργοί που επιθυμούν μονοπωλιακές τιμές δεν προσφεύγουν σε αυθόρμητη δράση, αλλά ζητούν την παρέμβαση των κυβερνήσεων.
It has already been said that it is a serious blunder to speak of a land monopoly and to refer to monopoly prices and monopoly gains in explaining the prices of agricultural products and the rent of land. As far as history is confronted with instances of monopoly prices for agricultural products, it was license monopoly fostered by government decree. However the acknowledgment of these facts does not mean that differences in the fertility of the soil could never bring about monopoly prices. If the difference between the fertility of the poorest soil still tilled and the richest fallow fields available for an expansion of production were so great as to enable the owners of the already exploited soil to find an advantageous monopoly price within this margin, they could consider restricting production by concerted action in order to reap monopoly prices. But it is a fact that physical conditions in agriculture do not comply with these requirements. It is precisely on account of this fact that farmers longing for monopoly prices do not resort to spontaneous action but ask for the interference of governments.
Σε διάφορους κλάδους της εξορυκτικής δραστηριότητας, οι συνθήκες είναι συχνά ευνοϊκότερες για την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών βασισμένων σε μονοπώλιο περιθωρίου.
In various branches of mining conditions are often more propitious for the emergence of monopoly prices based on margin monopoly.
- Έχει υποστηριχθεί επανειλημμένως ότι οι οικονομίες της παραγωγής μεγάλης κλίμακας δημιούργησαν τάση προς μονοπωλιακές τιμές στις μεταποιητικές βιομηχανίες. Ένα τέτοιο μονοπώλιο θα αποκαλούνταν, σύμφωνα με τη δική μας ορολογία, μονοπώλιο περιθωρίου.
11. It has been asserted again and again that the economies of big-scale production have generated a tendency toward monopoly prices in the processing industries. Such a monopoly would be called in our terminology a margin monopoly.
Προτού εξετάσουμε αυτό το ζήτημα, πρέπει να διασαφηνίσουμε τον ρόλο που διαδραματίζει η αύξηση ή η μείωση του μέσου κόστους παραγωγής ανά μονάδα στους συλλογισμούς ενός μονοπωλητή που αναζητεί την επωφελέστερη μονοπωλιακή τιμή.
Ας εξετάσουμε μια περίπτωση στην οποία ο ιδιοκτήτης ενός μονοπωλημένου συμπληρωματικού συντελεστή παραγωγής, παραδείγματος χάριν ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας, παράγει συγχρόνως το προϊόν p . Αν το μέσο κόστος παραγωγής μιας μονάδας του p , ανεξάρτητα από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, μειώνεται όσο αυξάνεται η παραγόμενη ποσότητα, ο μονοπωλητής πρέπει να σταθμίσει αυτή τη μείωση έναντι των ωφελειών που αναμένει από τον περιορισμό του προϊόντος. Αν, αντιθέτως, το κόστος παραγωγής ανά μονάδα μειώνεται όταν περιορίζεται η συνολική παραγωγή, το κίνητρο για μονοπωλιακό περιορισμό ενισχύεται.
Είναι προφανές ότι το γεγονός και μόνο πως η παραγωγή μεγάλης κλίμακας τείνει κατά κανόνα να μειώνει το μέσο κόστος παραγωγής δεν αποτελεί παράγοντα που ωθεί προς την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών. Αποτελεί μάλλον ανασταλτικό παράγοντα.
Before entering into a discussion of this topic one must clarify the role an increase or decrease in the unit’s average cost of production plays in the considerations of a monopolist searching for the most advantageous monopoly price. We consider a case in which the owner of a monopolized complementary factor of production, e.g., a patent, at the same time manufactures the product p. If the average cost of production of one unit of p, without any regard to the patent, decreases with the increase in the quantity produced, the monopolist must weigh this against the gains expected from the restriction of output. If on the other hand cost of production per unit decreases with the restriction of total production, the incentive to embark upon monopolistic restraint is augmented. It is obvious that the mere fact that big-scale production tends as a rule to lower average costs of production is in itself not a factor driving toward the emergence of monopoly prices. It is rather a checking factor.
Εκείνο που επιχειρούν να πουν όσοι κατηγορούν τις οικονομίες μεγάλης κλίμακας για τη διάδοση των μονοπωλιακών τιμών είναι ότι η υψηλότερη αποδοτικότητα της παραγωγής μεγάλης κλίμακας καθιστά δύσκολο ή ακόμη και αδύνατο για τις μικρές παραγωγικές εγκαταστάσεις να ανταγωνιστούν επιτυχώς. Μια παραγωγική εγκατάσταση μεγάλης κλίμακας, πιστεύουν, θα μπορούσε να καταφεύγει ατιμώρητα σε μονοπωλιακές τιμές, επειδή οι μικρές επιχειρήσεις δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσουν το μονοπώλιό της.
Είναι πράγματι αληθές ότι σε πολλούς κλάδους των μεταποιητικών βιομηχανιών θα ήταν ανόητο να εισέλθει κάποιος στην αγορά με προϊόντα υψηλού κόστους, παραγόμενα από μικρές και ανεπαρκείς εγκαταστάσεις. Ένα σύγχρονο νηματουργείο βάμβακος δεν χρειάζεται να φοβάται τον ανταγωνισμό των παλαιού τύπου ροκαναριών· ανταγωνιστές του είναι άλλα, περισσότερο ή λιγότερο επαρκώς εξοπλισμένα νηματουργεία. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι έχει τη δυνατότητα να πωλεί σε μονοπωλιακές τιμές. Ανταγωνισμός υπάρχει και μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων. Αν κατά την πώληση προϊόντων μεγάλων επιχειρήσεων επικρατούν μονοπωλιακές τιμές, οι λόγοι είναι είτε τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας είτε το μονοπώλιο στην ιδιοκτησία ορυχείων ή άλλων πηγών πρώτων υλών είτε τα καρτέλ που βασίζονται σε δασμούς.
What those who blame the economies of big-scale production for the spread of monopoly prices are trying to say is that the higher efficiency of big-scale production makes it difficult or even impossible for small-scale plants to compete successfully. A big-scale plant could, they believe, resort to monopoly prices with impunity because small business is not in a position to challenge its monopoly. Now, it is certainly true that in many branches of the processing industries it would be foolish to enter the market with the high-cost products of small, inadequate plants. A modern cotton mill does not need to fear the competition of old-fashioned distaffs; its rivals are other more or less adequately equipped mills. But this does not mean that it enjoys the opportunity of selling at monopoly prices. There is competition between big businesses too. If monopoly prices prevail in the sale of the products of big-size business, the reasons are either patents or monopoly in the ownership of mines or other sources of raw material or cartels based on tariffs.
Δεν πρέπει να συγχέονται οι έννοιες του μονοπωλίου και των μονοπωλιακών τιμών. Το απλό μονοπώλιο καθαυτό στερείται καταλλακτικής σημασίας, αν δεν καταλήγει σε μονοπωλιακές τιμές. Οι μονοπωλιακές τιμές έχουν σημασία μόνο επειδή αποτελούν αποτέλεσμα μιας επιχειρηματικής συμπεριφοράς η οποία αψηφά την κυριαρχία των καταναλωτών και αντικαθιστά τα συμφέροντα του κοινού με τα ιδιωτικά συμφέροντα του μονοπωλητή.
Αποτελούν τη μοναδική περίπτωση στη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς στην οποία θα μπορούσε, σε κάποιον βαθμό, να γίνει διάκριση μεταξύ παραγωγής για το κέρδος και παραγωγής για χρήση, αν ήμασταν διατεθειμένοι να παραβλέψουμε ότι τα μονοπωλιακά οφέλη δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τα καθαυτό κέρδη. Δεν αποτελούν μέρος εκείνου που η καταλλακτική μπορεί να αποκαλεί κέρδος. Αποτελούν αύξηση της τιμής που εισπράττεται από την πώληση των υπηρεσιών τις οποίες παρέχουν ορισμένοι συντελεστές παραγωγής· ορισμένοι από αυτούς είναι φυσικοί συντελεστές, ενώ άλλοι έχουν αμιγώς θεσμικό χαρακτήρα.
Αν οι επιχειρηματίες και οι καπιταλιστές, ελλείψει διάρθρωσης που επιτρέπει μονοπωλιακή τιμή, απέχουν από την επέκταση της παραγωγής σε έναν συγκεκριμένο βιομηχανικό κλάδο επειδή οι ευκαιρίες που τους προσφέρονται σε άλλους κλάδους είναι ελκυστικότερες, δεν ενεργούν αψηφώντας τις επιθυμίες των καταναλωτών. Αντιθέτως, ακολουθούν ακριβώς την κατεύθυνση που υποδεικνύει η ζήτηση όπως εκδηλώνεται στην αγορά.
One must not confuse the notions of monopoly and of monopoly prices. Mere monopoly as such is catallactically of no importance if it does not result in monopoly prices. Monopoly prices are consequential only because they are the outcome of a conduct of business defying the supremacy of the consumers and substituting the private interests of the monopolist for those of the public. They are the only instance in the operation of a market economy in which the distinction between production for profit and production for use could to some extent be made if one were prepared to disregard the fact that monopoly gains have nothing at all to do with profits proper. They are not a part of what catallactics can call profits; they are an increase in the price earned from the sale of the services rendered by some factors of production, some of these factors being physical factors, some of them merely institutional. If the entrepreneurs and capitalists in the absence of a monopoly price constellation abstain from expanding production in a certain branch of industry because the opportunities offered to them in other branches are more attractive, they do not act in defiance of the wants of the consumers. On the contrary, they follow precisely the line indicated by the demand as expressed on the market.
Η πολιτική προκατάληψη που συσκότισε τη συζήτηση του προβλήματος του μονοπωλίου παραμέλησε τα ουσιώδη σχετικά ζητήματα. Κατά την εξέταση κάθε περίπτωσης μονοπωλιακών τιμών πρέπει πρώτα απ’ όλα να τίθεται το ερώτημα ποια εμπόδια αποτρέπουν τους ανθρώπους από το να αμφισβητήσουν τους μονοπωλητές. Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα, ανακαλύπτουμε τον ρόλο που διαδραματίζουν οι θεσμικοί παράγοντες στην εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών.
Ήταν παράλογο να γίνεται λόγος για συνωμοσία σε σχέση με τις συμφωνίες μεταξύ αμερικανικών επιχειρήσεων και γερμανικών καρτέλ. Αν ένας Αμερικανός επιθυμούσε να κατασκευάσει ένα προϊόν προστατευόμενο από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που ανήκε σε Γερμανούς, ο αμερικανικός νόμος τον υποχρέωνε να έλθει σε συμφωνία με τη γερμανική επιχείρηση.
The political bias which has obfuscated the discussion of the monopoly problem has neglected to pay attention to the essential issues involved. In dealing with every case of monopoly prices one must first of all raise the question of what obstacles restrain people from challenging the monopolists. In answering this question one discovers the role played in the emergence of monopoly prices by institutional factors. It is nonsense to speak of conspiracy with regard to the deals between American firms and German cartels. If an American wanted to manufacture an article protected by a patent owned by Germans, he was compelled by the American law to come to an arrangement with German business.
- Ειδική περίπτωση αποτελεί εκείνο που μπορεί να αποκληθεί μονοπώλιο αποτυχημένης επένδυσης. Κατά το παρελθόν, καπιταλιστές επένδυσαν κεφάλαια σε μια παραγωγική εγκατάσταση σχεδιασμένη για την παραγωγή του αγαθού p . Οι μεταγενέστερες εξελίξεις απέδειξαν ότι η επένδυση ήταν αποτυχημένη. Οι τιμές που μπορούν να επιτευχθούν από την πώληση του p είναι τόσο χαμηλές, ώστε το κεφάλαιο που επενδύθηκε στον μη μετατρέψιμο εξοπλισμό της εγκατάστασης δεν αποφέρει απόδοση. Έχει απολεσθεί.
Οι τιμές αυτές, ωστόσο, είναι αρκετά υψηλές ώστε να αποδίδουν εύλογη απόδοση στο μεταβλητό κεφάλαιο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την τρέχουσα παραγωγή του p . Αν η ανέκκλητη απώλεια του κεφαλαίου που επενδύθηκε στον μη μετατρέψιμο εξοπλισμό διαγραφεί από τα λογιστικά βιβλία και πραγματοποιηθούν όλες οι αντίστοιχες προσαρμογές στους λογαριασμούς, το μειωμένο κεφάλαιο που εξακολουθεί να χρησιμοποιείται στη λειτουργία της επιχείρησης είναι, σε γενικές γραμμές, αρκετά επικερδές ώστε η πλήρης διακοπή της παραγωγής να αποτελεί νέο σφάλμα. Η εγκατάσταση λειτουργεί με πλήρη παραγωγική ικανότητα, παράγοντας την ποσότητα q του p και πωλώντας κάθε μονάδα στην τιμή s.
12. A special case is what may be called the failure monopoly. In the past capitalists invested funds in a plant designed for the production of the article p. Later events proved the investment a failure. The prices which can be obtained in selling p are so low that the capital invested in the plant’s inconvertible equipment does not yield a return. It is lost. However, these prices are high enough to yield a reasonable return for the variable capital to be employed for the current production of p. If the irrevocable loss of the capital invested in the inconvertible equipment is written off on the books and all corresponding alterations are made in the accounts, the reduced capital working in the conduct of the business is by and large so profitable that it would be a new mistake to stop production altogether. The plant works at full capacity producing the quantity q of p and selling the unit at the price s.
Οι συνθήκες, όμως, ενδέχεται να είναι τέτοιες ώστε η επιχείρηση να μπορεί να αποκομίσει μονοπωλιακό όφελος περιορίζοντας την παραγωγή στο q/2 και πωλώντας κάθε μονάδα στην τιμή 3s. Τότε το κεφάλαιο που επενδύθηκε στον μη μετατρέψιμο εξοπλισμό δεν εμφανίζεται πλέον ως ολοκληρωτικά απολεσθέν. Αποφέρει περιορισμένη απόδοση, δηλαδή το μονοπωλιακό όφελος.
But conditions may be such that it is possible for the enterprise to reap a monopoly gain by restricting output to q/2 and selling the unit of p at the price 3 s. Then the capital invested in the inconvertible equipment no longer appears completely lost. It yields a modest return, namely, the monopoly gain.
Η επιχείρηση πωλεί πλέον σε μονοπωλιακές τιμές και αποκομίζει μονοπωλιακά οφέλη, μολονότι το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο αποδίδει ελάχιστα σε σύγκριση με όσα θα είχαν αποκομίσει οι επενδυτές αν είχαν επενδύσει σε άλλους επιχειρηματικούς κλάδους. Η επιχείρηση αποσύρει από την αγορά τις υπηρεσίες που θα μπορούσε να παράσχει η αχρησιμοποίητη παραγωγική ικανότητα του διαρκούς εξοπλισμού της και βρίσκεται σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν παρήγε με πλήρη παραγωγική ικανότητα. Αψηφά τις εντολές του κοινού.
Το κοινό θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση, αν οι επενδυτές είχαν αποφύγει το σφάλμα της ακινητοποίησης μέρους του κεφαλαίου τους στην παραγωγή του p. Μετά, όμως, τη διάπραξη αυτού του ανεπανόρθωτου σφάλματος, οι καταναλωτές επιθυμούν, υπό τις παρούσες συνθήκες, μεγαλύτερη ποσότητα του p και είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν γι’ αυτήν τη σημερινή δυνητική ανταγωνιστική αγοραία τιμή του, δηλαδή το s. Δεν εγκρίνουν την απόφαση της επιχείρησης να αποσύρει ποσότητα μεταβλητού κεφαλαίου από την παραγωγή του p.
Η ποσότητα αυτή ασφαλώς δεν παραμένει αχρησιμοποίητη. Διοχετεύεται σε άλλους επιχειρηματικούς κλάδους και παράγει εκεί κάποιο άλλο αγαθό, το m . Υπό τις παρούσες συνθήκες, όμως, οι καταναλωτές θα προτιμούσαν την αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας του p από την αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας του m . Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι, αν δεν υπήρχε μονοπωλιακός περιορισμός της διαθέσιμης παραγωγικής ικανότητας για την παραγωγή του p , η παραγωγή της ποσότητας q και η πώλησή της στην τιμή s θα ήταν, υπό τις δεδομένες συνθήκες, περισσότερο επικερδής από την αύξηση της παραγόμενης ποσότητας του αγαθού m.
This enterprise now sells at monopoly prices and reaps monopoly gains although the total capital invested yields little when compared with what the investors would have earned if they had invested in other lines of business. The enterprise withholds from the market the services which the unused production capacity of its durable equipment could render and fares better than it would by producing at full capacity. It defies the orders of the public. The public would have been in a better position if the investors had avoided the mistake of immobilizing a part of their capital in the production of p. They would, of course, not get any p. But they would instead obtain those articles which they miss now because the capital required for their production has been wasted in the construction of an aggregate for the production of p. However, as things are now after this irreparable fault has been committed, they want to get more of p and are ready to pay for it what is now its potential competitive market price, namely, s. They do not approve, as conditions are now, the action of the enterprise in withholding an amount of variable capital from employment for the production of p. This amount certainly does not remain unused. It goes into other lines of business and produces there something else, namely, m. But as conditions are now, the consumers would prefer an increase of the available quantity of p to an increase in the available quantity of m. The proof is that in the absence of a monopolistic restriction of the capacity for the production of p, as it is under given conditions, the profitability of a production of the quantity q of s would be such that it would pay better than an increase in the quantity of the article m produced.
Η περίπτωση αυτή έχει δύο διακριτικά γνωρίσματα:
- Οι μονοπωλιακές τιμές που καταβάλλουν οι αγοραστές εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες από το συνολικό κόστος παραγωγής του p , αν ληφθεί πλήρως υπόψη ολόκληρη η εισροή των επενδυτών.
- Τα μονοπωλιακά οφέλη της επιχείρησης είναι τόσο περιορισμένα, ώστε δεν καθιστούν το συνολικό εγχείρημα καλή επένδυση. Εξακολουθεί να αποτελεί εσφαλμένη επένδυση.
Ακριβώς αυτό το γεγονός συγκροτεί τη μονοπωλιακή θέση της επιχείρησης. Κανένας εξωτερικός επιχειρηματίας δεν επιθυμεί να εισέλθει στο πεδίο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, επειδή η παραγωγή του p προκαλεί ζημίες.
There are two distinctive features of this case. First, the monopoly prices paid by the buyers are still lower than the total cost of production of p would be if full account is taken of the whole input of the investors. Second, the monopoly gains of the firm are so small that they do not make the total venture appear a good investment. It remains malinvestment. It is precisely this fact that constitutes the monopolistic position of the firm. No outsider wants to enter its field of entrepreneurial activity because the production of p results in losses.
Το μονοπώλιο αποτυχημένης επένδυσης δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αμιγώς ακαδημαϊκή κατασκευή. Υφίσταται, παραδείγματος χάριν, σήμερα στην περίπτωση ορισμένων σιδηροδρομικών εταιρειών. Πρέπει, όμως, να προφυλασσόμαστε από το σφάλμα να ερμηνεύουμε κάθε περίπτωση αχρησιμοποίητης παραγωγικής ικανότητας ως μονοπώλιο αποτυχημένης επένδυσης. Ακόμη και όταν δεν υπάρχει μονοπώλιο, μπορεί να είναι περισσότερο επικερδές να χρησιμοποιηθεί το μεταβλητό κεφάλαιο για άλλους σκοπούς αντί να επεκταθεί η παραγωγή μιας επιχείρησης έως το όριο που καθορίζει η παραγωγική ικανότητα του διαρκούς και μη μετατρέψιμου εξοπλισμού της. Τότε ο περιορισμός του προϊόντος ανταποκρίνεται επακριβώς στην κατάσταση της ανταγωνιστικής αγοράς και στις επιθυμίες του κοινού.
Failure monopoly is by no means a merely academic construction. It is, for instance, actual today in the case of some railroad companies. But one must guard against the mistake of interpreting every instance of unused production capacity as a failure monopoly. Even in the absence of monopoly it may be more profitable to employ variable capital for other purposes instead of expanding a firm’s production to the limit fixed by the capacity of its durable inconvertible equipment; then the output restriction complies precisely with the state of the competitive market and the wishes of the public.
- Τα τοπικά μονοπώλια έχουν, κατά κανόνα, θεσμική προέλευση. Υπάρχουν, όμως, και τοπικά μονοπώλια που προκύπτουν από τις συνθήκες της ανεμπόδιστης αγοράς. Συχνά, το θεσμικό μονοπώλιο αποσκοπεί στην αντιμετώπιση ενός μονοπωλίου το οποίο εμφανίστηκε ή θα ήταν πιθανό να εμφανιστεί χωρίς οποιαδήποτε αυταρχική παρέμβαση στην αγορά.
13. Local monopolies are, as a rule, of institutional origin. But there are also local monopolies which originate out of conditions of the unhampered market. Often the institutional monopoly is designed to deal with a monopoly which came into existence or would be likely to come into existence without any authoritarian interference with the market.
Μια καταλλακτική ταξινόμηση των τοπικών μονοπωλίων πρέπει να διακρίνει τρεις κατηγορίες:
- τοπικό μονοπώλιο περιθωρίου·
- μονοπώλιο περιορισμένου χώρου·
- μονοπώλιο άδειας.
A catallactic classification of local monopolies must distinguish three groups: margin monopoly, limited-space monopoly and license monopoly.
Ένα τοπικό μονοπώλιο περιθωρίου χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο φραγμός που εμποδίζει εξωτερικούς επιχειρηματίες να ανταγωνιστούν στην τοπική αγορά και να διασπάσουν το μονοπώλιο των τοπικών πωλητών είναι το συγκριτικά υψηλό κόστος μεταφοράς. Δεν απαιτούνται δασμοί για να παρασχεθεί περιορισμένη προστασία, έναντι του ανταγωνισμού μακρινών κεραμοποιείων, σε μια επιχείρηση που κατέχει όλους τους παρακείμενους φυσικούς πόρους οι οποίοι απαιτούνται για την παραγωγή πλίνθων. Το κόστος μεταφοράς παρέχει ένα περιθώριο εντός του οποίου, αν η διάρθρωση της ζήτησης είναι ευνοϊκή, μπορεί να βρεθεί μια επωφελής μονοπωλιακή τιμή.
A local margin monopoly is characterized by the fact that the barrier preventing outsiders from competing on the local market and breaking the monopoly of the local sellers is the comparative height of transportation costs. No tariffs are needed to grant limited protection to a firm which owns all the adjacent natural resources required for the production of bricks against the competition of far distant tile works. The costs of transportation provide them with a margin in which, the configuration of demand being propitious, an advantageous monopoly price can be found.
Έως αυτό το σημείο, τα τοπικά μονοπώλια περιθωρίου δεν διαφέρουν καταλλακτικά από τις άλλες περιπτώσεις μονοπωλίου περιθωρίου. Εκείνο που τα διακρίνει και καθιστά αναγκαία την ιδιαίτερη εξέτασή τους είναι, αφενός, η σχέση τους με την πρόσοδο της αστικής γης και, αφετέρου, η σχέση τους με την ανάπτυξη της πόλης.
So far local margin monopolies do not differ catallactically from other instances of margin monopoly. What distinguishes them and makes it necessary to deal with them in a special way is their relation to the rent of urban land on the one hand and their relation to city development on the other.
Ας υποθέσουμε ότι μια περιοχή A , η οποία προσφέρει ευνοϊκές συνθήκες για τη συγκέντρωση ενός αυξανόμενου αστικού πληθυσμού, υπόκειται σε μονοπωλιακές τιμές δομικών υλικών. Κατά συνέπεια, το κατασκευαστικό κόστος είναι υψηλότερο από ό,τι θα ήταν αν δεν υπήρχε αυτό το μονοπώλιο. Δεν υπάρχει, όμως, κανένας λόγος εκείνοι που σταθμίζουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της επιλογής της ως τόπου εγκατάστασης της κατοικίας ή του εργαστηρίου τους να καταβάλλουν υψηλότερες τιμές για την αγορά ή τη μίσθωση αυτών των κατοικιών και εργαστηρίων.
Οι τιμές αυτές καθορίζονται, αφενός, από τις αντίστοιχες τιμές σε άλλες περιοχές και, αφετέρου, από τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η εγκατάσταση στην A σε σύγκριση με την εγκατάσταση σε άλλον τόπο. Η υψηλότερη δαπάνη που απαιτείται για την κατασκευή δεν επηρεάζει αυτές τις τιμές· η επίπτωσή της βαρύνει την απόδοση της γης. Το βάρος των μονοπωλιακών ωφελειών των πωλητών δομικών υλικών βαρύνει τους ιδιοκτήτες της αστικής γης. Τα οφέλη αυτά απορροφούν προσόδους οι οποίες, αν δεν υπήρχαν, θα περιέρχονταν στους συγκεκριμένους ιδιοκτήτες.
Ακόμη και στην όχι ιδιαίτερα πιθανή περίπτωση κατά την οποία η ζήτηση κατοικιών και εργαστηρίων είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει στους ιδιοκτήτες γης να επιτύχουν μονοπωλιακές τιμές κατά την πώληση και την εκμίσθωση, οι μονοπωλιακές τιμές των δομικών υλικών θα επηρέαζαν μόνο τις προσόδους των γαιοκτημόνων και όχι τις τιμές που θα έπρεπε να καταβάλουν οι αγοραστές ή οι μισθωτές.
Let us assume that an area A offering favorable conditions for the aggregation of an increasing urban population is subject to monopoly prices for building materials. Consequently building costs are higher than they would be in the absence of such a monopoly. But there is no reason for those weighing the pros and cons of choosing the location of their homes and their workshops in A to pay higher prices for the purchase or the renting of such houses and workshops. These prices are determined on the one hand by the corresponding prices in other areas and on the other by the advantages which settling in A offers when compared with settling somewhere else. The higher expenditure required for construction does not affect these prices; its incidence falls upon the yield of land. The burden of the monopoly gains of the sellers of building materials falls on the owners of the urban soil. These gains absorb proceeds which in their absence would go to these owners. Even in the—not very likely—case that the demand for houses and workshops is such as to make it possible for the owners of the land to attain monopoly prices in selling and leasing, the monopoly prices of the building materials would affect only the proceeds of the landowners, not the prices to be paid by the buyers or tenants.
Το γεγονός ότι το βάρος των μονοπωλιακών ωφελειών μετακυλίεται στην τιμή της αστικής χρήσης της γης δεν σημαίνει ότι δεν αναστέλλει την ανάπτυξη της πόλης. Αναβάλλει τη χρησιμοποίηση της περιφερειακής γης για την επέκταση του αστικού οικισμού. Η χρονική στιγμή κατά την οποία καθίσταται επωφελές για τον ιδιοκτήτη ενός τεμαχίου προαστιακής γης να το αποσύρει από τη γεωργική ή άλλη μη αστική χρήση και να το χρησιμοποιήσει για αστική ανάπτυξη εμφανίζεται αργότερα.
The fact that the burden of the monopoly gains reverts to the price of urban employment of the land does not mean that it does not check the growth of the city. It postpones the employment of the peripheral land for the expansion of the urban settlement. The instant at which it becomes advantageous for the owner of a piece of suburban land to withdraw it from agricultural or other nonurban employment and to use it for urban development appears at a later date.
Η αναστολή της ανάπτυξης μιας πόλης αποτελεί ενέργεια διττών συνεπειών. Η χρησιμότητά της για τον μονοπωλητή είναι αμφίβολη. Δεν μπορεί να γνωρίζει αν οι μελλοντικές συνθήκες θα είναι τέτοιες ώστε να προσελκύσουν περισσότερους ανθρώπους στην A , τη μοναδική αγορά των προϊόντων του. Ένα από τα ελκυστικά γνωρίσματα που προσφέρει μια πόλη στους νεοεισερχομένους είναι το μέγεθός της, δηλαδή το πλήθος του πληθυσμού της. Η βιομηχανία και το εμπόριο τείνουν προς τα κέντρα. Αν η δράση του μονοπωλητή καθυστερήσει την ανάπτυξη της αστικής κοινότητας, ενδέχεται να κατευθύνει το πληθυσμιακό ρεύμα προς άλλους τόπους. Μπορεί να χαθεί μια ευκαιρία που δεν θα επανέλθει ποτέ. Υψηλότερες μελλοντικές πρόσοδοι μπορεί να θυσιαστούν για χάρη συγκριτικά μικρών βραχυχρόνιων ωφελειών.
Now arresting a city’s development is a two-edged action. Its usefulness for the monopolist is ambiguous. He cannot know whether future conditions will be such as to attract more people to A, the only market for his products. One of the attractions a city offers to newcomers is its bigness, the multitude of its population. Industry and commerce tend toward centers. If the monopolist’s action delays the growth of the urban community, it may direct the stream toward other places. An opportunity may be missed which never comes back. Greater proceeds in the future may be sacrificed to comparatively small short-run gains.
Είναι, επομένως, τουλάχιστον αμφίβολο αν ο ιδιοκτήτης ενός τοπικού μονοπωλίου περιθωρίου εξυπηρετεί μακροχρόνια τα συμφέροντά του πωλώντας σε μονοπωλιακές τιμές. Συχνά θα ήταν επωφελέστερο να εφαρμόσει διάκριση μεταξύ των διαφόρων αγοραστών. Θα μπορούσε να πωλεί σε υψηλότερες τιμές για κατασκευαστικά έργα στα κεντρικά τμήματα της πόλης και σε χαμηλότερες τιμές για έργα στις περιφερειακές συνοικίες. Το πεδίο του τοπικού μονοπωλίου περιθωρίου είναι πιο περιορισμένο από όσο συνήθως υποτίθεται.
It is therefore at least questionable whether the owner of a local margin monopoly in the long run serves his own interests well by embarking upon selling at monopoly prices. It would often be more advantageous for him to discriminate between the various buyers. He could sell at higher prices for construction projects in the central parts of the city and at lower prices for such projects in peripheral districts. The range of local margin monopoly is more restricted than is generally assumed.
Το μονοπώλιο περιορισμένου χώρου αποτελεί προϊόν του γεγονότος ότι οι φυσικές συνθήκες περιορίζουν το πεδίο λειτουργίας κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μπορούν να εισέλθουν σε αυτό μόνο μία ή λίγες επιχειρήσεις. Το μονοπώλιο εμφανίζεται όταν δραστηριοποιείται μόνο μία επιχείρηση ή όταν οι λίγες λειτουργούσες επιχειρήσεις συνενώνονται για συντονισμένη δράση.
Limited-space monopoly is the outcome of the fact that physical conditions restrict the field of operation in such a way that only one or a few enterprises can enter it. Monopoly emerges when there is only one enterprise in the field or when the few operating enterprises combine for concerted action.
Είναι μερικές φορές δυνατό να λειτουργούν στους ίδιους δρόμους μιας πόλης δύο ανταγωνιζόμενες εταιρείες τραμ. Υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες δύο ή ακόμη περισσότερες εταιρείες συμμετείχαν στον εφοδιασμό των κατοίκων μιας περιοχής με φυσικό αέριο, ηλεκτρική ενέργεια και τηλεφωνικές υπηρεσίες. Ακόμη, όμως, και σε τέτοιες εξαιρετικές περιπτώσεις δύσκολα υπάρχει πραγματικός ανταγωνισμός. Οι συνθήκες ωθούν τους ανταγωνιστές να συνεννοηθούν, τουλάχιστον σιωπηρά. Ο περιορισμένος χώρος οδηγεί, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, σε μονοπώλιο.
It is sometimes possible for two competing trolley companies to operate in the same streets of a city. There were instances in which two or even more companies shared in supplying the residents of an area with gas, electricity, and telephone service. But even in such exceptional cases there is hardly any real competition. Conditions suggest to the rivals that they combine at least tacitly. The narrowness of the space results, one way or another, in monopoly.
Στην πράξη, το μονοπώλιο περιορισμένου χώρου συνδέεται στενά με το μονοπώλιο άδειας. Είναι πρακτικά αδύνατο να εισέλθει κάποιος στον σχετικό κλάδο χωρίς συμφωνία με τις τοπικές αρχές που ελέγχουν τους δρόμους και το υπέδαφός τους. Ακόμη και αν δεν υπήρχαν νόμοι που να απαιτούν παραχώρηση ειδικού δικαιώματος για την εγκαθίδρυση υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, οι επιχειρήσεις θα ήταν αναγκασμένες να έλθουν σε συμφωνία με τις δημοτικές αρχές. Δεν έχει σημασία αν αυτές οι συμφωνίες πρέπει, από νομική άποψη, να χαρακτηρίζονται παραχωρήσεις.
In practice limited-space monopoly is closely connected with license monopoly. It is practically impossible to enter the field without an understanding with the local authorities controlling the streets and their subsoil. Even in the absence of laws requiring a franchise for the establishment of public utility services, it would be necessary for the enterprises to come to an agreement with the municipal authorities. Whether or not such agreements are to be legally described as franchises is unimportant.
Ασφαλώς, το μονοπώλιο δεν οδηγεί αναγκαστικά σε μονοπωλιακές τιμές. Το αν μια μονοπωλιακή επιχείρηση κοινής ωφέλειας μπορεί ή όχι να καταφύγει σε μονοπωλιακές τιμές εξαρτάται από τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε περίπτωσης. Υπάρχουν, όμως, ασφαλώς περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να το πράξει. Ενδέχεται η επιχείρηση να ενεργεί ασύνετα επιλέγοντας πολιτική μονοπωλιακών τιμών και να εξυπηρετούσε καλύτερα τα μακροχρόνια συμφέροντά της μέσω χαμηλότερων τιμών. Δεν υπάρχει, όμως, καμία εγγύηση ότι ο μονοπωλητής θα ανακαλύψει τι είναι επωφελέστερο για τον ίδιο.
Monopoly, of course, need not result in monopoly prices. It depends on the special data of each case whether or not a monopolistic public utility company could resort to monopoly prices. But there are certainly cases in which it can. It may be that the company is ill-advised in choosing a monopoly-price policy and that it would better serve its long-run interests by lower prices. But there is no guarantee that a monopolist will find out what is most advantageous for him.
Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι το μονοπώλιο περιορισμένου χώρου μπορεί συχνά να οδηγήσει σε μονοπωλιακές τιμές. Στην περίπτωση αυτή, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάσταση στην οποία η διαδικασία της αγοράς δεν εκπληρώνει τη δημοκρατική λειτουργία της.19
One must realize that limited-space monopoly may often result in monopoly prices. In this case we are confronted with a situation in which the market process does not accomplish its democratic function.[18]
Η ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα είναι εξαιρετικά αντιδημοφιλής μεταξύ των συγχρόνων μας. Η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής προκαλεί ιδιαίτερη αποστροφή στους κλάδους στους οποίους εμφανίζεται μονοπώλιο περιορισμένου χώρου, ακόμη και αν η επιχείρηση δεν χρεώνει μονοπωλιακές τιμές και ακόμη και αν η δραστηριότητά της αποφέρει μόνο μικρά κέρδη ή προκαλεί ζημίες. Στα μάτια των παρεμβατιστών και σοσιαλιστών πολιτικών, μια επιχείρηση «κοινής ωφέλειας» αποτελεί δημόσιο εχθρό. Οι ψηφοφόροι εγκρίνουν κάθε βλάβη που της προκαλούν οι αρχές. Θεωρείται γενικά ότι αυτές οι επιχειρήσεις πρέπει να εθνικοποιούνται ή να δημοτικοποιούνται. Υποστηρίζεται ότι τα μονοπωλιακά οφέλη δεν πρέπει ποτέ να περιέρχονται σε ιδιώτες πολίτες· πρέπει να περιέρχονται αποκλειστικά στα δημόσια ταμεία.
Private enterprise is very unpopular with our contemporaries. Private ownership of the means of production is especially disliked in those fields in which limited-space monopoly emerges even if the company does not charge monopoly prices and even if its business yields only small profits or results in losses. A “public utility” company is in the eyes of the interventionist and socialist politicians a public enemy. The voters approve of any evil inflicted upon it by the authorities. It is generally assumed that these enterprises should be nationalized or municipalized. Monopoly gains, it is said, must never go to private citizens. They should go to the public funds exclusively.
Το αποτέλεσμα των πολιτικών δημοτικοποίησης και εθνικοποίησης των τελευταίων δεκαετιών υπήρξε, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, οικονομική αποτυχία, ανεπαρκής εξυπηρέτηση και πολιτική διαφθορά. Τυφλωμένοι από τις αντικαπιταλιστικές τους προκαταλήψεις, οι άνθρωποι ανέχονται τις ανεπαρκείς υπηρεσίες και τη διαφθορά και, επί μακρόν, δεν ενδιαφέρονταν για την οικονομική αποτυχία. Η αποτυχία αυτή, ωστόσο, αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην εμφάνιση της σύγχρονης κρίσης του παρεμβατισμού.20
The outcome of the municipalization and nationalization policies of the last decades was almost without exception financial failure, poor service, and political corruption. Blinded by their anticapitalistic prejudices people condone poor service and corruption and for a long time did not bother about the financial failure. However, this failure is one of the factors which contributed to the emergence of the present-day crisis of interventionism.[19]
- Συνηθίζεται οι πολιτικές των συνδικάτων να χαρακτηρίζονται μονοπωλιακά σχέδια που αποβλέπουν στην αντικατάσταση των ανταγωνιστικών μισθών από μονοπωλιακούς μισθούς. Κατά κανόνα, όμως, τα συνδικάτα δεν επιδιώκουν μονοπωλιακούς μισθούς. Ένα συνδικάτο επιδιώκει να περιορίσει τον ανταγωνισμό στον δικό του τομέα της αγοράς εργασίας, προκειμένου να αυξήσει τους μισθούς του. Ο περιορισμός, όμως, του ανταγωνισμού δεν πρέπει να συγχέεται με τη μονοπωλιακή τιμή.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των μονοπωλιακών τιμών είναι ότι η πώληση μόνο ενός μέρους p της συνολικής διαθέσιμης προσφοράς αποφέρει υψηλότερα έσοδα από την πώληση ολόκληρης της ποσότητας P . Ο μονοπωλητής αποκομίζει μονοπωλιακό όφελος αποσύροντας την ποσότητα P − p από την αγορά. Εκείνο που χαρακτηρίζει μια κατάσταση μονοπωλιακής τιμής δεν είναι το ύψος αυτού του οφέλους, αλλά η σκόπιμη δράση των μονοπωλητών για την πρόκλησή του.
Ο μονοπωλητής ενδιαφέρεται για τη χρήση ολόκληρου του διαθέσιμου αποθέματος. Ενδιαφέρεται εξίσου για κάθε τμήμα του. Αν κάποιο μέρος του παραμείνει απούλητο, αυτό αποτελεί δική του απώλεια. Παρ’ όλα αυτά, επιλέγει να αφήσει μέρος του αχρησιμοποίητο, επειδή, υπό την επικρατούσα διάρθρωση της ζήτησης, είναι επωφελέστερο για τον ίδιο να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο. Η ιδιαίτερη κατάσταση της αγοράς είναι εκείνη που παρακινεί την απόφασή του.
Το μονοπώλιο, το οποίο αποτελεί μία από τις δύο απαραίτητες προϋποθέσεις για την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών, μπορεί να είναι — και κατά κανόνα είναι— προϊόν θεσμικής παρέμβασης στα δεδομένα της αγοράς. Οι εξωτερικές αυτές δυνάμεις, όμως, δεν προκαλούν άμεσα μονοπωλιακές τιμές. Η δυνατότητα μονοπωλιακής δράσης δημιουργείται μόνο αν πληρούται και μια δεύτερη προϋπόθεση.
14. It is customary to characterize traditional labor-union policies as monopolistic schemes aiming at the substitution of monopoly wage rates for competitive wage rates. However, as a rule labor unions do not aim at monopoly wage rates. A union is intent upon restricting competition on its own sector of the labor market in order to raise its wage rates. But restriction of competition and monopoly price policy must not be confused. The characteristic feature of monopoly prices is the fact that the sale of only a part p of the total supply P available nets higher proceeds than the sale of P. The monopolist earns a monopoly gain by withholding P–p from the market. It is not the height of this gain that marks the monopoly price situation as such, but the purposive action of the monopolists in bringing it about. The monopolist is concerned with the employment of the whole stock available. He is equally interested in every fraction of this stock. If a part of it remains unused, it is his loss. Nonetheless he chooses to have a part unused because under the prevailing configuration of demand it is more advantageous for him to proceed in this way. It is the peculiar state of the market that motivates his decision. The monopoly which is one of the two indispensable conditions of the emergence of monopoly prices may be— and is as a rule—the product of an institutional interference with the market data. But these external forces do not directly result in monopoly prices. Only if a second requirement is fulfilled is the opportunity for monopolistic action set.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά στην περίπτωση του απλού περιορισμού της προσφοράς. Εδώ εκείνοι που επιβάλλουν τον περιορισμό δεν ενδιαφέρονται για το τι θα συμβεί στο μέρος της προσφοράς του οποίου αποκλείουν την πρόσβαση στην αγορά. Δεν τους ενδιαφέρει η τύχη των ανθρώπων που κατέχουν αυτό το μέρος. Εξετάζουν μόνο το τμήμα της προσφοράς που παραμένει στην αγορά.
Η μονοπωλιακή δράση είναι επωφελής για τον μονοπωλητή μόνο αν τα συνολικά καθαρά έσοδα στη μονοπωλιακή τιμή υπερβαίνουν τα συνολικά καθαρά έσοδα στη δυνητική ανταγωνιστική τιμή. Αντιθέτως, η περιοριστική δράση είναι πάντοτε επωφελής για την προνομιούχα ομάδα και επιζήμια για εκείνους τους οποίους αποκλείει από την αγορά. Αυξάνει πάντοτε την τιμή ανά μονάδα και, επομένως, τα συνολικά καθαρά έσοδα της προνομιούχας ομάδας. Οι ζημίες της αποκλειόμενης ομάδας δεν λαμβάνονται υπόψη από την προνομιούχα ομάδα.
It is different in the case of simple supply restriction. Here the authors of the restriction are not concerned with what may happen to the part of the supply they bar from access to the market. The fate of the people who own this part does not matter to them. They are looking only at that part of the supply which remains on the market. Monopolistic action is advantageous for the monopolist only if total net proceeds at a monopoly price exceed total net proceeds at the potential competitive price. Restrictive action is always advantageous for the privileged group and disadvantageous for those whom it excludes from the market. It always raises the price per unit and therefore the total net proceeds of the privileged group. The losses of the excluded group are not taken into account.
Ενδέχεται τα οφέλη που αποκομίζει η προνομιούχα ομάδα από τον περιορισμό του ανταγωνισμού να είναι πολύ μεγαλύτερα από εκείνα που θα μπορούσε να προσφέρει οποιαδήποτε νοητή πολιτική μονοπωλιακών τιμών. Αυτό, όμως, αποτελεί διαφορετικό ζήτημα. Δεν εξαλείφει τις καταλλακτικές διαφορές μεταξύ αυτών των δύο τρόπων δράσης.
It may happen that the benefits which the privileged group derives from the restriction of competition are much more lucrative for them than any imaginable monopoly price policy could be. But this is another question. It does not blot out the catallactic differences between these two modes of action.
Τα συνδικάτα επιδιώκουν μονοπωλιακή θέση στην αγορά εργασίας. Μόλις, όμως, την αποκτήσουν, οι πολιτικές τους είναι περιοριστικές και όχι πολιτικές μονοπωλιακών τιμών. Επιδιώκουν να περιορίσουν την προσφορά εργασίας στον δικό τους τομέα, χωρίς να ενδιαφέρονται για την τύχη εκείνων που αποκλείονται. Κατόρθωσαν σε κάθε συγκριτικά αραιοκατοικημένη χώρα να δημιουργήσουν μεταναστευτικούς φραγμούς. Με αυτόν τον τρόπο διατηρούν τους συγκριτικά υψηλούς μισθούς τους. Οι αποκλειόμενοι αλλοδαποί εργαζόμενοι αναγκάζονται να παραμένουν στις χώρες τους, στις οποίες η οριακή παραγωγικότητα της εργασίας και, κατά συνέπεια, οι μισθοί είναι χαμηλότεροι. Η τάση προς εξίσωση των μισθών, η οποία επικρατεί όταν η εργασία μπορεί να μετακινείται ελεύθερα από χώρα σε χώρα, παραλύει.
Στην εγχώρια αγορά, τα συνδικάτα δεν ανέχονται τον ανταγωνισμό των μη συνδικαλισμένων εργαζομένων και δέχονται μόνο περιορισμένο αριθμό μελών. Όσοι δεν γίνονται δεκτοί πρέπει να στραφούν σε λιγότερο προσοδοφόρες εργασίες ή να παραμείνουν άνεργοι. Τα συνδικάτα δεν ενδιαφέρονται για την τύχη αυτών των ανθρώπων.
The prevailing labor-union policies are restrictive and not monopoly price policies. The unions are intent upon restricting the supply of labor in their field without bothering about the fate of those excluded. They have succeeded in every comparatively underpopulated country in erecting immigration barriers. Thus they preserve their comparatively high wage rates. The excluded foreign workers are forced to stay in their countries in which the marginal productivity of labor, and consequently wage rates, are lower. The tendency toward an equalization of wage rates which prevails under free mobility of labor from country to country is paralyzed. On the domestic market the unions do not tolerate the competition of nonunionized workers and admit only a restricted number to union membership. Those not admitted must go into less remunerative jobs or must remain unemployed. The unions are not interested in the fate of these people.
Ακόμη και αν ένα συνδικάτο αναλάβει την ευθύνη για τα άνεργα μέλη του και τους καταβάλλει, από τις εισφορές των εργαζόμενων μελών του, επιδόματα ανεργίας όχι χαμηλότερα από τις απολαβές των εργαζομένων μελών, η δράση του δεν αποτελεί πολιτική μονοπωλιακής τιμής. Διότι τα άνεργα μέλη του συνδικάτου δεν είναι οι μόνοι άνθρωποι των οποίων η δυνατότητα απόκτησης εισοδήματος πλήττεται από την πολιτική του συνδικάτου να αντικαταστήσει τους δυνητικά χαμηλότερους αγοραίους μισθούς με υψηλότερους. Τα συμφέροντα όσων αποκλείονται από την ιδιότητα του μέλους δεν λαμβάνονται υπόψη.
Even if a union takes over the responsibility for its unemployed members and pays them, out of the contributions of its employed members, unemployment doles not lower than the earnings of the employed members, its action is not a monopoly price policy. For the unemployed union members are not the only people wronged by the union’s policy of substituting higher rates for the potential lower market rates. The interests of those excluded from membership are not taken into account.
Η μαθηματική πραγμάτευση της θεωρίας των μονοπωλιακών τιμών
The Mathematical Treatment of the Theory of Monopoly Prices
Οι μαθηματικοί οικονομολόγοι έχουν αφιερώσει ιδιαίτερη προσοχή στη θεωρία των μονοπωλιακών τιμών. Δημιουργείται η εντύπωση ότι οι μονοπωλιακές τιμές αποτελούν κεφάλαιο της καταλλακτικής για το οποίο η μαθηματική πραγμάτευση είναι καταλληλότερη από όσο είναι για τα άλλα κεφάλαιά της. Ωστόσο, και σε αυτό το πεδίο οι υπηρεσίες που μπορούν να προσφέρουν τα μαθηματικά είναι μάλλον περιορισμένες.
Mathematical economists have paid special attention to the theory of monopoly prices. It looks as if monopoly prices would be a chapter of catallactics for which mathematical treatment is more appropriate than it is for other chapters of catallactics. However, the services which mathematics can render in this field are rather poor too.
Ως προς τις ανταγωνιστικές τιμές, τα μαθηματικά δεν μπορούν να παράσχουν τίποτε περισσότερο από τη μαθηματική περιγραφή διαφόρων καταστάσεων ισορροπίας και των συνθηκών που επικρατούν στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Δεν μπορούν να πουν τίποτε για τις πράξεις οι οποίες θα εγκαθίδρυαν τελικά αυτές τις καταστάσεις ισορροπίας και αυτό το ομοιόμορφα περιστρεφόμενο σύστημα, αν δεν επέρχονταν περαιτέρω μεταβολές στα δεδομένα.
With regard to competitive prices mathematics cannot give more than a mathematical description of various states of equilibrium and of conditions in the imaginary construction of the evenly rotating economy. It cannot say anything about the actions which would finally establish these equilibria and this evenly rotating system if no further changes in the data were to occur.
Στη θεωρία των μονοπωλιακών τιμών, τα μαθηματικά προσεγγίζουν κάπως περισσότερο την πραγματικότητα της δράσης. Καταδεικνύουν πώς θα μπορούσε ο μονοπωλητής να ανακαλύψει την άριστη μονοπωλιακή τιμή, υπό την προϋπόθεση ότι θα διέθετε όλα τα απαιτούμενα δεδομένα. Ο μονοπωλητής, όμως, δεν γνωρίζει τη μορφή της καμπύλης ζήτησης. Γνωρίζει μόνο τα σημεία στα οποία οι καμπύλες ζήτησης και προσφοράς τέμνονταν κατά το παρελθόν.
Επομένως, δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τους μαθηματικούς τύπους για να ανακαλύψει αν υπάρχει οποιαδήποτε μονοπωλιακή τιμή για το μονοπωλημένο αγαθό του και, αν υπάρχει, ποια από τις διάφορες δυνατές μονοπωλιακές τιμές αποτελεί την άριστη τιμή. Οι μαθηματικές και γραφικές αναλύσεις είναι, ως εκ τούτου, εξίσου μάταιες σε αυτόν τον τομέα της δράσης όσο και σε κάθε άλλον. Τουλάχιστον, όμως, σχηματοποιούν τους συλλογισμούς του μονοπωλητή και δεν αρκούνται, όπως στην περίπτωση των ανταγωνιστικών τιμών, στην περιγραφή μιας απλώς επικουρικής κατασκευής της θεωρητικής ανάλυσης, η οποία δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο στην πραγματική δράση.
In the theory of monopoly prices mathematics comes a little nearer to the reality of action. It shows how the monopolist could find out the optimum monopoly price provided he had at his disposal all the data required. But the monopolist does not know the shape of the curve of demand. What he knows is only points at which the curves of demand and supply intersected one another in the past. He is therefore not in a position to make use of the mathematical formulas in order to discover whether there is any monopoly price for his monopolized article and, if so, which of various monopoly prices is the optimum price. The mathematical and graphical disquisitions are therefore no less futile in this sector of action than in any other sector. But, at least, they schematize the deliberations of the monopolist and do not, as in the case of competitive prices, satisfy themselves in describing a merely auxiliary construction of theoretical analysis which does not play a role in real action.
Οι σύγχρονοι μαθηματικοί οικονομολόγοι έχουν προκαλέσει σύγχυση στη μελέτη των μονοπωλιακών τιμών. Δεν αντιμετωπίζουν τον μονοπωλητή ως πωλητή ενός μονοπωλημένου αγαθού, αλλά ως επιχειρηματία και παραγωγό. Είναι, όμως, αναγκαίο να διακρίνεται σαφώς το μονοπωλιακό όφελος από το επιχειρηματικό κέρδος. Μονοπωλιακά οφέλη μπορεί να αποκομίσει μόνο ο πωλητής ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας. Ο επιχειρηματίας μπορεί να τα αποκομίσει μόνο υπό την ιδιότητά του ως πωλητή μονοπωλημένου αγαθού και όχι υπό την επιχειρηματική του ιδιότητα.
Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που ενδέχεται να προκύψουν από τη μείωση ή την αύξηση του κόστους παραγωγής ανά μονάδα καθώς αυξάνεται η συνολική παραγωγή μειώνουν ή αυξάνουν τα συνολικά καθαρά έσοδα του μονοπωλητή και επηρεάζουν τη συμπεριφορά του. Η καταλλακτική πραγμάτευση των μονοπωλιακών τιμών, όμως, δεν πρέπει να λησμονεί ότι το ειδικό μονοπωλιακό όφελος απορρέει —αφού ληφθεί δεόντως υπόψη η διάρθρωση της ζήτησης— αποκλειστικά από το μονοπώλιο ενός αγαθού ή ενός δικαιώματος. Μόνο αυτό παρέχει στον μονοπωλητή τη δυνατότητα να περιορίσει την προσφορά χωρίς να φοβάται ότι άλλοι άνθρωποι θα ματαιώσουν τη δράση του αυξάνοντας την ποσότητα που προσφέρουν προς πώληση. Οι προσπάθειες ορισμού των συνθηκών που απαιτούνται για την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών μέσω της προσφυγής στη διάρθρωση του κόστους παραγωγής είναι μάταιες.
Contemporary mathematical economists have confused the study of monopoly prices. They consider the monopolist not as the seller of a monopolized commodity, but as an entrepreneur and producer. However, it is necessary to distinguish the monopoly gain clearly from entrepreneurial profit. Monopoly gains can only be reaped by the seller of a commodity or a service. An entrepreneur can reap them only in his capacity as seller of a monopolized commodity, not in his entrepreneurial capacity. The advantages and disadvantages which may result from the fall or rise in cost of production per unit with increasing total production, increase or diminish the monopolist’s total net proceeds and influence his conduct. But the catallactic treatment of monopoly prices must not forget that the specific monopoly gain stems, with due allowance made to the configuration of demand, only from the monopoly of a commodity or a right. It is this alone which affords to the monopolist the opportunity to restrict supply without fear that other people can frustrate his action by expanding the quantity they offer for sale. Attempts to define the conditions required for the emergence of monopoly prices by resorting to the configuration of production costs are vain.
Είναι παραπλανητικό να περιγράφεται η κατάσταση της αγοράς που καταλήγει σε ανταγωνιστικές τιμές με τη διατύπωση ότι ο επιμέρους παραγωγός θα μπορούσε να πωλήσει στην αγοραία τιμή και μεγαλύτερη ποσότητα από εκείνη που πράγματι πωλεί. Αυτό ισχύει μόνο όταν πληρούνται δύο ειδικές προϋποθέσεις:
- Ο συγκεκριμένος παραγωγός, ο A , δεν είναι ο οριακός παραγωγός.
- Η επέκταση της παραγωγής δεν απαιτεί πρόσθετο κόστος που δεν μπορεί να ανακτηθεί μέσω της πώλησης της πρόσθετης ποσότητας προϊόντων.
Σε αυτή την περίπτωση, η επέκταση της παραγωγής του εξαναγκάζει τον οριακό παραγωγό να διακόψει την παραγωγή του· η συνολική προσφορά που διατίθεται προς πώληση παραμένει αμετάβλητη.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ανταγωνιστικής τιμής, σε αντιδιαστολή προς τη μονοπωλιακή τιμή, είναι ότι η πρώτη αποτελεί προϊόν μιας κατάστασης στην οποία οι ιδιοκτήτες αγαθών και υπηρεσιών όλων των τάξεων υποχρεώνονται να υπηρετούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις επιθυμίες των καταναλωτών. Σε μια ανταγωνιστική αγορά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως πολιτική τιμών των πωλητών. Δεν έχουν άλλη επιλογή από το να πωλούν τη μεγαλύτερη δυνατή ποσότητα στην υψηλότερη τιμή που τους προσφέρεται. Ο μονοπωλητής, αντιθέτως, βρίσκεται σε καλύτερη θέση αν αποσύρει από την αγορά μέρος της προσφοράς που έχει στη διάθεσή του, προκειμένου να αποκομίσει ειδικά μονοπωλιακά οφέλη.
It is misleading to describe the market situation resulting in competitive prices by declaring that the individual producer could sell at the market price also a greater quantity than what he really sells. This is true only when two special conditions are fulfilled: the producer concerned, A, is not the marginal producer, and expanding production does not require additional costs which cannot be recovered in selling the additional quantity of products. Then A’s expansion forces the marginal producer to discontinue production; the supply offered for sale remains unchanged. The characteristic mark of the competitive price as distinguished from the monopoly price is that the former is the outcome of a situation under which the owners of goods and services of all orders are compelled to serve best the wishes of the consumers. On a competitive market there is no such thing as a price policy of the sellers. They have no alternative other than to sell as much as they can at the highest price offered to them. But the monopolist fares better by withholding from the market a part of the supply at his disposal in order to make specific monopoly gains.
(ΣτΜ: Ο όρος goodwill αποδίδεται ως «εμπορική φήμη και πελατεία», ώστε να διατηρείται τόσο η καταλλακτική όσο και η λογιστική του σημασία.)
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Πρέπει να τονιστεί εκ νέου ότι η αγορά αποτελείται από ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι παντογνώστες και διαθέτουν μόνο περισσότερο ή λιγότερο ελλιπή γνώση των επικρατουσών συνθηκών
It must be emphasized again that the market is peopled by men who are not omniscient and have only a more or less defective knowledge of prevailing conditions.
Ο αγοραστής πρέπει πάντοτε να βασίζεται στην αξιοπιστία του πωλητή. Ακόμη και κατά την αγορά παραγωγικών αγαθών, ο αγοραστής, μολονότι είναι κατά κανόνα ειδικός στον σχετικό τομέα, εξαρτάται σε κάποιον βαθμό από την αξιοπιστία του πωλητή. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο στην αγορά των καταναλωτικών αγαθών. Εδώ ο πωλητής υπερέχει συνήθως του αγοραστή ως προς την τεχνολογική και εμπορική γνώση. Έργο του πωλητή δεν είναι απλώς να πωλεί εκείνο που ζητεί ο πελάτης. Συχνά πρέπει να τον συμβουλεύει πώς να επιλέξει το εμπόρευμα που μπορεί να ικανοποιήσει καλύτερα τις ανάγκες του. Ο λιανοπωλητής δεν είναι μόνο πωλητής· είναι επίσης φιλικός σύμβουλος. Το κοινό δεν προτιμά απερίσκεπτα οποιοδήποτε κατάστημα. Όποτε είναι δυνατό, ο άνθρωπος προτιμά ένα κατάστημα ή ένα εμπορικό σήμα με το οποίο ο ίδιος ή αξιόπιστοι φίλοι του είχαν θετικές εμπειρίες κατά το παρελθόν.
The buyer must always rely upon the trustworthiness of the seller. Even in the purchase of producers’ goods the buyer, although as a rule an expert in the field, depends to some extent on the reliability of the seller. This is still more the case on the market for consumers’ goods. Here the seller for the most part excels the buyer in technological and commercial insight. The salesman’s task is not simply to sell what the customer is asking for. He must often advise the customer how to choose the merchandise which can best satisfy his needs. The retailer is not only a vendor; he is also a friendly helper. The public does not heedlessly patronize every shop. If possible, a man prefers a store or a brand with which he himself or trustworthy friends have had good experience in the past.
Εμπορική φήμη και πελατεία είναι η υπόληψη που αποκτά μια επιχείρηση λόγω των προηγούμενων επιτευγμάτων της. Εμπεριέχει την προσδοκία ότι ο φορέας αυτής της φήμης θα εξακολουθήσει και στο μέλλον να ανταποκρίνεται στα προηγούμενα πρότυπά του. Η καλή φήμη δεν αποτελεί φαινόμενο που εμφανίζεται μόνο στις επιχειρηματικές σχέσεις. Είναι παρούσα σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Καθορίζει την επιλογή συζύγου και φίλων, καθώς και την ψήφο υπέρ ενός υποψηφίου στις εκλογές. Η καταλλακτική, ασφαλώς, ασχολείται μόνο με την εμπορική φήμη και πελατεία.
Good will is the renown a business acquires on account of past achievements. It implies the expectation that the bearer of the good will in the future will live up to his earlier standards. Good will is not a phenomenon appearing only in business relations. It is present in all social relations. It determines a person’s choice of his spouse and of his friends and his voting for a candidate in elections. Catallactics, of course, deals only with commercial good will.
Δεν έχει σημασία αν η καλή φήμη βασίζεται σε πραγματικά επιτεύγματα και προσόντα ή αν αποτελεί απλώς προϊόν της φαντασίας και εσφαλμένων αντιλήψεων. Εκείνο που έχει σημασία για την ανθρώπινη δράση δεν είναι η αλήθεια όπως ενδέχεται να εμφανίζεται σε ένα παντογνώστη ον, αλλά οι απόψεις ανθρώπων που υπόκεινται σε σφάλματα. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες οι πελάτες είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν υψηλότερη τιμή για μια συγκεκριμένη εμπορική επωνυμία ενός σκευάσματος, μολονότι το επώνυμο προϊόν δεν διαφέρει ως προς τη φυσική και χημική του δομή από κάποιο άλλο, φθηνότερο προϊόν. Οι ειδικοί ενδέχεται να θεωρούν μια τέτοια συμπεριφορά παράλογη. Κανένας άνθρωπος, όμως, δεν μπορεί να αποκτήσει εξειδικευμένες γνώσεις σε όλους τους τομείς που σχετίζονται με τις επιλογές του. Δεν μπορεί να αποφύγει πλήρως την αντικατάσταση της γνώσης της πραγματικής κατάστασης των πραγμάτων από την εμπιστοσύνη προς άλλους ανθρώπους. Ο τακτικός πελάτης δεν επιλέγει πάντοτε το αγαθό ή την υπηρεσία, αλλά τον προμηθευτή τον οποίο εμπιστεύεται. Καταβάλλει πρόσθετο τίμημα σε εκείνους τους οποίους θεωρεί αξιόπιστους.
It does not matter whether the good will is based on real achievements and merits or whether it is only a product of imagination and fallacious ideas. What counts in human action is not truth as it may appear to an omniscient being, but the opinions of people liable to error. There are some instances in which customers are prepared to pay a higher price for a special brand of a compound although the branded article does not differ in its physical and chemical structure from another cheaper product. Experts may deem such conduct unreasonable. But no man can acquire expertness in all fields which are relevant for his choices. He cannot entirely avoid substituting confidence in men for knowledge of the true state of affairs. The regular customer does not always select the article or the service, but the purveyor whom he trusts. He pays a premium to those whom he considers reliable.
Ο ρόλος που διαδραματίζει η εμπορική φήμη στην αγορά δεν παρεμποδίζει ούτε περιορίζει τον ανταγωνισμό. Καθένας είναι ελεύθερος να αποκτήσει εμπορική φήμη και κάθε φορέας εμπορικής φήμης μπορεί να χάσει τη φήμη που απέκτησε. Πολλοί μεταρρυθμιστές, παρακινούμενοι από την προτίμησή τους προς την πατερναλιστική διακυβέρνηση, υποστηρίζουν την αυταρχική ταξινόμηση των προϊόντων σε βαθμίδες ποιότητας ως υποκατάστατο των εμπορικών σημάτων. Θα είχαν δίκιο αν οι κυβερνώντες και οι γραφειοκράτες ήταν προικισμένοι με παντογνωσία και τέλεια αμεροληψία. Επειδή, όμως, οι δημόσιοι λειτουργοί δεν είναι απαλλαγμένοι από τις ανθρώπινες αδυναμίες, η πραγματοποίηση τέτοιων σχεδίων θα αντικαθιστούσε απλώς τις ανεπάρκειες των επιμέρους πολιτών με εκείνες των κυβερνητικά διορισμένων λειτουργών. Ο άνθρωπος δεν καθίσταται ευτυχέστερος αν εμποδίζεται να διακρίνει μεταξύ μιας εμπορικής επωνυμίας τσιγάρων ή κονσερβοποιημένων τροφίμων που προτιμά και μιας άλλης επωνυμίας που του αρέσει λιγότερο.
The role which good will plays on the market does not impair or restrict competition. Everybody is free to acquire good will, and every bearer of good will can lose good will once acquired. Many reformers, impelled by their bias for paternal government, advocate authoritarian grade labeling as a substitute for trade-marks. They would be right if rulers and bureaucrats were endowed with omniscience and perfect impartiality. But as officeholders are not free from human weakness, the realization of such plans would merely substitute the defects of government appointees for those of individual citizens. One does not make a man happier by preventing him from discriminating between a brand of cigarettes or canned food he prefers and another brand he likes less.
Η απόκτηση εμπορικής φήμης και πελατείας δεν απαιτεί μόνο εντιμότητα και επιμέλεια κατά την εξυπηρέτηση των πελατών, αλλά εξίσου και χρηματικές δαπάνες. Απαιτείται χρόνος έως ότου μια επιχείρηση αποκτήσει σταθερή πελατεία. Κατά το μεσοδιάστημα πρέπει συχνά να υπομένει ζημίες, τις οποίες αντισταθμίζει με τα αναμενόμενα μεταγενέστερα κέρδη.
The acquisition of good will requires not only honesty and zeal in attending to the customers, but no less money expenditure. It takes time until a firm has acquired a steady clientele. In the interval it must often put up with losses against which it balances expected later profits.
Από τη σκοπιά του πωλητή, η εμπορική φήμη και πελατεία αποτελεί, τρόπον τινά, αναγκαίο συντελεστή παραγωγής. Αποτιμάται αναλόγως. Δεν έχει σημασία ότι, κατά κανόνα, το χρηματικό ισοδύναμο της εμπορικής φήμης και πελατείας δεν εμφανίζεται στις λογιστικές εγγραφές και στους ισολογισμούς. Αν μια επιχείρηση πωληθεί, καταβάλλεται τίμημα για την εμπορική της φήμη και πελατεία, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή μπορεί να μεταβιβαστεί στον αγοραστή.
From the point of view of the seller good will is, as it were, a necessary factor of production. It is appraised accordingly. It does not matter that as a rule the money equivalent of the good will does not appear in book entries and balance sheets. If a business is sold, a price is paid for the good will provided it is possible to transfer it to the acquirer.
Κατά συνέπεια, αποτελεί πρόβλημα της καταλλακτικής η διερεύνηση της φύσης αυτού του ιδιόμορφου πράγματος που αποκαλείται εμπορική φήμη και πελατεία. Κατά την εξέταση αυτή πρέπει να διακρίνουμε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις.
It is consequently a problem of catallactics to investigate the nature of this peculiar thing called good will. In this scrutiny we must distinguish three different cases.
Η εμπορική φήμη παρέχει στον πωλητή τη δυνατότητα να πωλεί σε μονοπωλιακές τιμές ή να εφαρμόζει διακριτική τιμολόγηση μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών αγοραστών. Η περίπτωση αυτή δεν διαφέρει από άλλες περιπτώσεις μονοπωλιακών τιμών ή διάκρισης τιμών.
Case 1. The good will gives to the seller the opportunity to sell at monopoly prices or to discriminate among various classes of buyers. This does not differ from other instances of monopoly prices or price discrimination.
Η εμπορική φήμη παρέχει στον πωλητή απλώς τη δυνατότητα να πωλεί σε τιμές αντίστοιχες προς εκείνες που επιτυγχάνουν οι ανταγωνιστές του. Αν δεν διέθετε εμπορική φήμη, είτε δεν θα πραγματοποιούσε καθόλου πωλήσεις είτε θα μπορούσε να πωλεί μόνο μειώνοντας τις τιμές του. Η εμπορική φήμη είναι γι’ αυτόν εξίσου αναγκαία με τις επαγγελματικές εγκαταστάσεις, τη διατήρηση ενός καλά διαρθρωμένου αποθέματος εμπορευμάτων και την πρόσληψη ειδικευμένων βοηθών. Οι δαπάνες για την απόκτηση εμπορικής φήμης διαδραματίζουν τον ίδιο ρόλο με κάθε άλλη επιχειρηματική δαπάνη. Πρέπει να καλύπτονται, όπως και όλες οι άλλες, από το πλεόνασμα των συνολικών εσόδων έναντι του συνολικού κόστους.
Case 2. The good will gives to the seller merely the opportunity to sell at prices corresponding to those which his competitors attain. If he had no good will, he would not sell at all or only by cutting prices. Good will is for him no less necessary than the business premises, the keeping of a wellassorted stock of merchandise and the hiring of skilled helpers. The costs incurred by the acquisition of good will play the same role as any other business expenses. They must be defrayed in the same way by an excess of total proceeds over total costs.
Ο πωλητής απολαμβάνει, εντός ενός περιορισμένου κύκλου αφοσιωμένων πελατών, τόσο λαμπρή φήμη ώστε μπορεί να πωλεί σε αυτούς σε τιμές υψηλότερες από εκείνες που καταβάλλονται στους λιγότερο γνωστούς ανταγωνιστές του. Οι τιμές αυτές, ωστόσο, δεν αποτελούν μονοπωλιακές τιμές. Δεν είναι αποτέλεσμα σκόπιμης πολιτικής που αποβλέπει στον περιορισμό των συνολικών πωλήσεων με σκοπό την αύξηση των συνολικών καθαρών εσόδων.
Ενδέχεται ο πωλητής να μη διαθέτει καμία απολύτως δυνατότητα να πωλήσει μεγαλύτερη ποσότητα. Αυτό συμβαίνει, παραδείγματος χάριν, με έναν γιατρό που εργάζεται ήδη έως το όριο των δυνάμεών του, μολονότι χρεώνει υψηλότερη αμοιβή από τους λιγότερο δημοφιλείς συναδέλφους του. Ενδέχεται επίσης η επέκταση των πωλήσεων να απαιτεί πρόσθετη επένδυση κεφαλαίου και ο πωλητής είτε να στερείται του αναγκαίου κεφαλαίου είτε να πιστεύει ότι μπορεί να το χρησιμοποιήσει επικερδέστερα αλλού. Εκείνο που εμποδίζει την επέκταση του προϊόντος και της ποσότητας αγαθών ή υπηρεσιών που προσφέρονται προς πώληση δεν είναι σκόπιμη δράση του πωλητή, αλλά η κατάσταση της αγοράς.
Case 3. The seller enjoys within a limited circle of staunch patrons such a brilliant reputation that he can sell to them at higher prices than those paid to his less renowned competitors. However, these prices are not monopoly prices. They are not the result of a deliberate policy aiming at a restriction in total sales for the sake of raising total net proceeds. It may be that the seller has no opportunity whatsoever to sell a larger quantity, as is the case for example, with a doctor who is busy to the limit of his powers although he charges more than his less popular colleagues. It may also be that the expansion of sales would require additional capital investment and that the seller either lacks this capital or believes that he has a more profitable employment for it. What prevents an expansion of output and of the quantity of merchandise or services offered for sale is not a purposive action on the part of the seller, but the state of the market.
Επειδή η παρανόηση αυτών των δεδομένων δημιούργησε μια ολόκληρη μυθολογία περί «ατελούς ανταγωνισμού» και «μονοπωλιακού ανταγωνισμού», είναι αναγκαίο να εξεταστούν λεπτομερέστερα οι συλλογισμοί ενός επιχειρηματία που σταθμίζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της επέκτασης της επιχείρησής του.
As the misinterpretation of these facts has generated a whole mythology of “imperfect competition” and “monopolistic competition,” it is necessary to enter into a more detailed scrutiny of the considerations of an entrepreneur who is weighing the pros and cons of an expansion of his business.
Η επέκταση ενός παραγωγικού συμπλέγματος, όπως και η αύξηση της παραγωγής από τη μερική αξιοποίηση ενός τέτοιου συμπλέγματος έως την παραγωγή πλήρους δυναμικότητας, απαιτεί πρόσθετη επένδυση κεφαλαίου, η οποία είναι εύλογη μόνο αν δεν υπάρχει άλλη επικερδέστερη επένδυση.21 Δεν έχει σημασία αν ο επιχειρηματίας είναι αρκετά πλούσιος ώστε να επενδύσει δικά του κεφάλαια ή αν πρέπει να δανειστεί τα αναγκαία κεφάλαια. Και το μέρος του ιδίου κεφαλαίου του επιχειρηματία που θα χρησιμοποιηθεί για την επέκταση της συγκεκριμένης επιχείρησης πρέπει να αποσυρθεί από την παρούσα χρήση του.22 Ο επιχειρηματίας θα προβεί σε αυτή τη μεταβολή της επένδυσης μόνο αν αναμένει ότι θα αυξήσει τις καθαρές προσόδους του.
Υπάρχουν επιπλέον και άλλοι ενδοιασμοί που ενδέχεται να περιορίσουν την τάση επέκτασης μιας ευημερούσας επιχείρησης, ακόμη και αν η κατάσταση της αγοράς φαίνεται να προσφέρει ευνοϊκές ευκαιρίες. Ο επιχειρηματίας μπορεί να μην εμπιστεύεται τη δική του ικανότητα να διευθύνει επιτυχώς μια μεγαλύτερη επιχειρηματική μονάδα. Μπορεί επίσης να φοβάται λόγω του παραδείγματος επιχειρήσεων που κάποτε ευημερούσαν, αλλά των οποίων η επέκταση κατέληξε σε αποτυχία.
Expansion of a production aggregate, and no less increasing production from partial utilization of such an aggregate to full capacity production, require additional capital investment which is reasonable only if there is no more profitable investment available.[20] It does not matter whether the entrepreneur is rich enough to invest his own funds or whether he would have to borrow the funds needed. Also that part of an entrepreneur’s own capital which is not employed in his firm is not “idle.” It is utilized somewhere in the framework of the economic system. In order to be employed for the expansion of the business concerned these funds must be withdrawn from their present employment.[21] The entrepreneur will only embark upon this change of investment if he expects from it an increase in his net returns. In addition there are other doubts which may check the propensity to expand a prospering enterprise even if the market situation seems to offer propitious chances. The entrepreneur may mistrust his own ability to manage a bigger outfit successfully. He may also be frightened by the example provided by once prosperous enterprises for which expansion resulted in failure.
Ένας επιχειρηματίας ο οποίος, χάρη στη λαμπρή εμπορική του φήμη, είναι σε θέση να πωλεί σε τιμές υψηλότερες από εκείνες των λιγότερο γνωστών ανταγωνιστών του θα μπορούσε, ασφαλώς, να παραιτηθεί από το πλεονέκτημά του και να μειώσει τις τιμές του στο επίπεδο των ανταγωνιστών του. Όπως κάθε πωλητής αγαθών ή εργασίας, θα μπορούσε να απόσχει από την πλήρη αξιοποίηση της κατάστασης της αγοράς και να πωλεί σε τιμή στην οποία η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά. Ενεργώντας έτσι, θα προσέφερε δώρα σε ορισμένους ανθρώπους. Αποδέκτες αυτών των δώρων θα ήταν όσοι θα κατόρθωναν να αγοράσουν στη μειωμένη τιμή. Άλλοι, μολονότι θα ήταν διατεθειμένοι να αγοράσουν στην ίδια τιμή, θα αποχωρούσαν με άδεια χέρια, επειδή η προσφορά δεν θα επαρκούσε.
A businessman who, thanks to his splendid good will, is in a position to sell at higher prices than less renowned competitors, could, of course, renounce his advantage and reduce his prices to the level of his competitors. Like every seller of commodities or of labor he could abstain from taking fullest advantage of the state of the market and sell at a price at which demand exceeds supply. In doing so he would be making presents to some people. The donees would be those who could buy at this lowered price. Others, although ready to buy at the same price, would have to go away empty-handed because the supply was not sufficient.
Ο περιορισμός της ποσότητας κάθε αγαθού που παράγεται και προσφέρεται προς πώληση αποτελεί πάντοτε αποτέλεσμα των αποφάσεων επιχειρηματιών οι οποίοι επιδιώκουν να αποκομίσουν το υψηλότερο δυνατό κέρδος και να αποφύγουν τις ζημίες. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα των μονοπωλιακών τιμών δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι οι επιχειρηματίες δεν παρήγαγαν μεγαλύτερη ποσότητα του σχετικού αγαθού και, ως εκ τούτου, δεν προκάλεσαν μείωση της τιμής του. Ούτε βρίσκεται στο γεγονός ότι συμπληρωματικοί συντελεστές παραγωγής παραμένουν αχρησιμοποίητοι, μολονότι η πληρέστερη χρησιμοποίησή τους θα μείωνε την τιμή του προϊόντος.
Το μοναδικό συναφές ερώτημα είναι αν ο περιορισμός της παραγωγής αποτελεί ή όχι αποτέλεσμα της δράσης του μονοπωλιακού ιδιοκτήτη ενός αποθέματος αγαθών και υπηρεσιών, ο οποίος αποσύρει μέρος αυτού του αποθέματος προκειμένου να επιτύχει υψηλότερες τιμές για το υπόλοιπο. Χαρακτηριστικό γνώρισμα των μονοπωλιακών τιμών είναι η αψήφηση των επιθυμιών των καταναλωτών από τον μονοπωλητή.
Ανταγωνιστική τιμή του χαλκού σημαίνει ότι η τελική τιμή του χαλκού τείνει προς ένα σημείο στο οποίο τα κοιτάσματα αξιοποιούνται στον βαθμό που επιτρέπουν οι τιμές των απαιτούμενων μη ειδικών συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής· το οριακό ορυχείο δεν αποδίδει μεταλλευτική πρόσοδο. Οι καταναλωτές λαμβάνουν τόση ποσότητα χαλκού όση καθορίζουν οι ίδιοι μέσω των τιμών που είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν για τον χαλκό και για όλα τα άλλα αγαθά.
Μονοπωλιακή τιμή του χαλκού σημαίνει ότι τα κοιτάσματα χαλκού αξιοποιούνται σε μικρότερο μόνο βαθμό, επειδή αυτό είναι επωφελέστερο για τους ιδιοκτήτες τους. Το κεφάλαιο και η εργασία που, αν δεν είχε παραβιαστεί η κυριαρχία των καταναλωτών, θα είχαν χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή πρόσθετης ποσότητας χαλκού, χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων αγαθών, για τα οποία η ζήτηση των καταναλωτών είναι λιγότερο έντονη. Τα συμφέροντα των ιδιοκτητών των κοιτασμάτων χαλκού αποκτούν προτεραιότητα έναντι των συμφερόντων των καταναλωτών. Οι διαθέσιμοι πόροι χαλκού δεν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα σχέδια του κοινού.
The restriction of the quantity of every article produced and offered for sale is always the outcome of the decisions of entrepreneurs intent upon reaping the highest possible profit and avoiding losses. The characteristic mark of monopoly prices is not to be seen in the fact that the entrepreneurs did not produce more of the article concerned and thus did not bring about a fall in its price. Neither is it to be seen in the fact that complementary factors of production remain unused although their fuller employment would have lowered the price of the product. The only relevant question is whether or not the restriction of production is the outcome of the action of the—monopolistic—owner of a supply of goods and services who withholds a part of this supply in order to attain higher prices for the rest. The characteristic feature of monopoly prices is the monopolist’s defiance of the wishes of the consumers. A competitive price for copper means that the final price of copper tends toward a point at which the deposits are exploited to the extent permitted by the prices of the required nonspecific complementary factors of production; the marginal mine does not yield mining rent. The consumers are getting as much copper as they themselves determine by the prices they allow for copper and all other commodities. A monopoly price of copper means that the deposits of copper are utilized only to a smaller degree because this is more advantageous to the owners; capital and labor which, if the supremacy of the consumers were not infringed, would have been employed for the production of additional copper, are employed for the production of other articles for which the demand of the consumers is less intense. The interests of the owners of the copper deposits take precedence over those of the consumers. The available resources of copper are not employed according to the wishes and plans of the public.
Τα κέρδη αποτελούν, ασφαλώς, επίσης αποτέλεσμα απόκλισης μεταξύ των επιθυμιών των καταναλωτών και των πράξεων των επιχειρηματιών. Αν όλοι οι επιχειρηματίες διέθεταν κατά το παρελθόν τέλεια πρόγνωση της παρούσας κατάστασης της αγοράς, δεν θα είχαν εμφανιστεί ούτε κέρδη ούτε ζημίες. Ο μεταξύ τους ανταγωνισμός θα είχε ήδη προσαρμόσει κατά το παρελθόν —αφού λαμβανόταν δεόντως υπόψη η χρονική προτίμηση— τις τιμές των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής στις παρούσες τιμές των προϊόντων.
Η διαπίστωση αυτή, όμως, δεν μπορεί να εξαλείψει τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ κερδών και μονοπωλιακών ωφελειών. Ο επιχειρηματίας αποκομίζει κέρδος στον βαθμό στον οποίο πέτυχε να υπηρετήσει τους καταναλωτές καλύτερα από τους άλλους ανθρώπους. Ο μονοπωλητής αποκομίζει μονοπωλιακά οφέλη περιορίζοντας την ικανοποίηση των καταναλωτών.
Profits are, of course, also the outcome of a discrepancy between the wishes of the consumers and the actions of the entrepreneurs. If the entrepreneurs had had in the past better foresight of the present state of the market, no profits and losses would have emerged. Their competition would have already adjusted in the past—due allowance being made for time preference—the prices of the complementary factors of production to the present prices of the products. But this statement cannot brush away the fundamental difference between profits and monopoly gains. The entrepreneur profits to the extent he has succeeded in serving the consumers better than other people have done. The monopolist reaps monopoly gains through impairing the satisfaction of the consumers.
Οι μονοπωλιακές τιμές μπορούν να προκύψουν μόνο από μονοπώλιο της προσφοράς. Το μονοπώλιο της ζήτησης δεν δημιουργεί κατάσταση αγοράς διαφορετική από εκείνη που επικρατεί όταν η ζήτηση δεν είναι μονοπωλημένη. Ο μονοπωλιακός αγοραστής —είτε είναι άτομο είτε ομάδα ατόμων που ενεργούν συντονισμένα— δεν μπορεί να αποκομίσει ειδικό όφελος αντίστοιχο προς τα μονοπωλιακά οφέλη των μονοπωλιακών πωλητών. Αν περιορίσει τη ζήτησή του, θα αγοράσει σε χαμηλότερη τιμή. Τότε, όμως, θα μειωθεί και η αγοραζόμενη ποσότητα.
Monopoly prices can emerge only from a monopoly of supply. A monopoly of demand does not bring about a market situation different from that under not monopolized demand. The monopolistic buyer—whether he is an individual or a group of individuals acting in concert—cannot reap a specific gain corresponding to the monopoly gains of monopolistic sellers. If he restricts demand, he will buy at a lower price. But then the quantity bought will drop too.
Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις περιορίζουν τον ανταγωνισμό για να βελτιώσουν τη θέση προνομιούχων πωλητών, μπορούν επίσης να περιορίσουν τον ανταγωνισμό προς όφελος προνομιούχων αγοραστών. Οι κυβερνήσεις έχουν επανειλημμένως επιβάλει απαγορεύσεις στην εξαγωγή ορισμένων αγαθών. Αποκλείοντας έτσι τους αλλοδαπούς αγοραστές, επιδίωκαν να μειώσουν την εγχώρια τιμή. Μια τέτοια χαμηλότερη τιμή, όμως, δεν αποτελεί το αντίστοιχο της μονοπωλιακής τιμής.
In the same way in which governments restrict competition in order to improve the position of privileged sellers, they can also restrict competition for the benefit of privileged buyers. Again and again governments have put an embargo on the export of certain commodities. Thus by excluding foreign buyers they have aimed at lowering the domestic price. But such a lower price is not a counterpart of monopoly prices.
Εκείνα που συνήθως εξετάζονται υπό τον τίτλο του μονοπωλίου ζήτησης είναι ορισμένα φαινόμενα προσδιορισμού των τιμών ειδικών συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής.
What is commonly dealt with as monopoly of demand are certain phenomena of the determination of prices for specific complementary factors of production.
Η παραγωγή μίας μονάδας του αγαθού m απαιτεί, πέρα από τη χρησιμοποίηση διαφόρων μη ειδικών συντελεστών, τη χρησιμοποίηση μίας μονάδας καθενός από δύο απολύτως ειδικούς συντελεστές, του και του b . Ούτε το a ούτε το b μπορούν να αντικατασταθούν από οποιονδήποτε άλλο συντελεστή· από την άλλη πλευρά, το a είναι άχρηστο αν δεν συνδυαστεί με το b και αντιστρόφως. Η διαθέσιμη προσφορά του a υπερβαίνει κατά πολύ τη διαθέσιμη προσφορά του b . Επομένως, οι ιδιοκτήτες του a δεν μπορούν να επιτύχουν οποιαδήποτε τιμή για αυτό. Η ζήτηση για το a υπολείπεται πάντοτε της προσφοράς· το a δεν αποτελεί οικονομικό αγαθό. Αν το a είναι κοίτασμα ορυκτού, η εξόρυξη του οποίου απαιτεί τη χρησιμοποίηση κεφαλαίου και εργασίας, η ιδιοκτησία των κοιτασμάτων δεν αποφέρει δικαίωμα εκμετάλλευσης. Δεν υπάρχει μεταλλευτική πρόσοδος.
The production of one unit of the commodity m requires, besides the employment of various nonspecific factors, the employment of one unit of each of the two absolutely specific factors a and b. Neither a nor b can be replaced by any other factor; on the other hand a is of no use when not combined with b and vice versa. The available supply of a by far exceeds the available supply of b. It is therefore not possible for the owners of a to attain any price for a. The demand for a always lags behind the supply; a is not an economic good. If a is a mineral deposit the extraction of which requires the use of capital and labor, the ownership of the deposits does not yield a royalty. There is no mining rent.
Αν, όμως, οι ιδιοκτήτες του a συγκροτήσουν καρτέλ, μπορούν να αντιστρέψουν την κατάσταση. Μπορούν να περιορίσουν την προσφορά του a που διατίθεται προς πώληση σε τέτοιο βαθμό, ώστε η προσφορά του b να υπερβαίνει την προσφορά του a . Τότε το a καθίσταται οικονομικό αγαθό, για το οποίο καταβάλλονται τιμές, ενώ η τιμή του μειώνεται στο μηδέν. Αν οι ιδιοκτήτες του b αντιδράσουν συγκροτώντας και αυτοί καρτέλ, αναπτύσσεται διαμάχη ως προς τις τιμές μεταξύ των δύο μονοπωλιακών συνασπισμών, για την έκβαση της οποίας η καταλλακτική δεν μπορεί να διατυπώσει καμία πρόβλεψη. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών δεν καταλήγει σε μονοσήμαντα καθορισμένο αποτέλεσμα στις περιπτώσεις στις οποίες περισσότεροι από ένας από τους αναγκαίους συντελεστές παραγωγής έχουν απολύτως ειδικό χαρακτήρα.
But if the owners of a form a cartel, they can turn the tables. They can restrict the supply of a offered for sale to such a fraction that the supply of b exceeds the supply of a. Now a becomes an economic good for which prices are paid while the price of b dwindles to zero. If then the owners of b react by forming a cartel too, a price struggle develops between the two monopolistic combines about the outcome of which catallactics can make no statements. As has already been pointed out, the pricing process does not bring about a uniquely determined result in cases in which more than one of the factors of production required is of an absolutely specific character.
Δεν έχει σημασία αν η κατάσταση της αγοράς είναι ή δεν είναι τέτοια ώστε οι συντελεστές a και b από κοινού να μπορούν να πωληθούν σε μονοπωλιακές τιμές. Δεν έχει καμία σημασία αν η τιμή για ένα σύνολο που περιλαμβάνει μία μονάδα τόσο του a όσο και του b είναι μονοπωλιακή ή ανταγωνιστική τιμή.
It does not matter whether or not the market situation is such that the factors a and b together could be sold at monopoly prices. It does not make any difference whether the price for a lot including one unit of both a and b is a monopoly price or a competitive price.
Επομένως, εκείνο που μερικές φορές θεωρείται μονοπώλιο ζήτησης αποδεικνύεται ότι αποτελεί μονοπώλιο προσφοράς που συγκροτήθηκε υπό ιδιαίτερες συνθήκες. Οι πωλητές των a και b επιδιώκουν να πωλήσουν σε μονοπωλιακές τιμές, ανεξάρτητα από το αν η τιμή του μπορεί να καταστεί μονοπωλιακή. Το μόνο που έχει σημασία για αυτούς είναι να αποκτήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο της κοινής τιμής που είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν οι αγοραστές για τα a και μαζί. Η περίπτωση αυτή δεν παρουσιάζει κανένα γνώρισμα που θα δικαιολογούσε την εφαρμογή του όρου «μονοπώλιο ζήτησης».
Αυτός ο τρόπος έκφρασης καθίσταται, ωστόσο, κατανοητός αν λάβουμε υπόψη τα συμπτωματικά γνωρίσματα της διαμάχης μεταξύ των δύο ομάδων. Αν οι ιδιοκτήτες του a ή του b είναι συγχρόνως οι επιχειρηματίες που διεξάγουν την παραγωγική επεξεργασία του m , το καρτέλ τους αποκτά την εξωτερική εμφάνιση μονοπωλίου ζήτησης. Αυτή, όμως, η προσωπική ένωση δύο χωριστών καταλλακτικών λειτουργιών δεν μεταβάλλει την ουσία του ζητήματος. Εκείνο που διακυβεύεται είναι η διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ δύο ομάδων μονοπωλιακών πωλητών.
Thus what is sometimes viewed as a monopoly of demand turns out to be a monopoly of supply formed under particular conditions. The sellers of a and of b are intent upon selling at monopoly prices without regard to the question whether or not the price of m can become a monopoly price. What alone matters for them is to obtain as great a share as possible of the joint price which the buyers are ready to pay for a and b together. The case does not indicate any feature which would make it permissible to apply to it the term monopoly of demand. This mode of expression becomes understandable, however, if one takes into account the accidental features marking the contest between the two groups. If the owners of a (or b) are at the same time the entrepreneurs conducting the processing of m, their cartel takes on the outward appearance of a monopoly of demand. But this personal union combining two separate catallactic functions does not alter the essential issue; what is at stake is the settlement of affairs between two groups of monopolistic sellers.
Το παράδειγμά μας εφαρμόζεται, mutatis mutandis, και στην περίπτωση κατά την οποία τα a και b μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς διαφορετικούς από την παραγωγή του m, υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλες αυτές χρήσεις αποδίδουν μόνο χαμηλότερες προσόδους.
Our example fits, mutatis mutandis, the case in which a and b can also be employed for purposes other than the production of m, provided these other employments only yield smaller returns.
9. Η επίδραση των μονοπωλιακών τιμών στην κατανάλωση
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. Consumption as Affected by Monopoly Prices
Ο επιμέρους καταναλωτής μπορεί να αντιδράσει στις μονοπωλιακές τιμές με διαφορετικούς τρόπους.
The individual consumer may react to monopoly prices in different ways.
- Παρά την αύξηση της τιμής, ο καταναλωτής δεν περιορίζει τις αγορές του μονοπωλημένου αγαθού. Προτιμά να περιορίσει την αγορά άλλων αγαθών. Αν όλοι οι καταναλωτές αντιδρούσαν με αυτόν τον τρόπο, η ανταγωνιστική τιμή θα είχε ήδη αυξηθεί έως το ύψος της μονοπωλιακής τιμής.
- Ο καταναλωτής περιορίζει την αγορά του μονοπωλημένου αγαθού σε τέτοιον βαθμό, ώστε να μη δαπανά γι’ αυτό περισσότερα από όσα θα δαπανούσε — για την αγορά μεγαλύτερης ποσότητας— στην ανταγωνιστική τιμή. Αν όλοι οι άνθρωποι αντιδρούσαν με αυτόν τον τρόπο, ο πωλητής δεν θα εισέπραττε στη μονοπωλιακή τιμή περισσότερα από όσα εισέπραττε στην ανταγωνιστική τιμή· δεν θα αποκόμιζε κανένα όφελος από την απόκλιση από την ανταγωνιστική τιμή.
- Ο καταναλωτής περιορίζει την αγορά του μονοπωλημένου αγαθού σε τέτοιον βαθμό, ώστε να δαπανά γι’ αυτό λιγότερα από όσα θα δαπανούσε στην ανταγωνιστική τιμή. Με τα χρήματα που εξοικονομεί αγοράζει αγαθά τα οποία διαφορετικά δεν θα αγόραζε. Αν όλοι οι άνθρωποι αντιδρούσαν με αυτόν τον τρόπο, ο πωλητής θα έβλαπτε τα συμφέροντά του αντικαθιστώντας την ανταγωνιστική τιμή με υψηλότερη· δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί μονοπωλιακή τιμή. Μόνο ένας ευεργέτης που θα επιθυμούσε να απομακρύνει τους συνανθρώπους του από την κατανάλωση επιβλαβών ναρκωτικών ουσιών θα αύξανε, στην περίπτωση αυτή, την τιμή του σχετικού αγαθού πάνω από το ανταγωνιστικό επίπεδο.
- Ο καταναλωτής δαπανά περισσότερα για το μονοπωλημένο αγαθό από όσα θα δαπανούσε στην ανταγωνιστική τιμή, αλλά αποκτά μικρότερη ποσότητά του.
1. Notwithstanding the rise in price, the individual consumer does not restrict his purchases of the monopolized article. He prefers to restrict the purchase of other goods. (If all consumers were to react in this way, the competitive price would have already risen to the height of the monopoly price.)
2. The consumer restricts his purchase of the monopolized article to such an extent that he does not spend for it more than he would have spent —for the purchase of a larger quantity—under the competitive price. (If all people were to react in this way, the seller would not get more under the monopoly price than he did under the competitive price; he would not derive any gain by deviating from the competitive price.)
3. The consumer restricts his purchase of the monopolized commodity to such an extent that he spends less for it than he would have spent under the competitive price; he buys with the money thus saved goods which he would not have bought otherwise. (If all people were to react in this way, the seller would harm his interests by substituting a higher price for the competitive price; no monopoly price could emerge. Only a benefactor who wanted to wean his fellow men from the consumption of pernicious drugs would in this case raise the price of the article concerned above the competitive level.)
4. The consumer spends more for the monopolized commodity than he would have spent under the competitive price and acquires only a smaller quantity of it.
Όποια και αν είναι η αντίδραση του καταναλωτή, η ικανοποίησή του εμφανίζεται, από τη σκοπιά των δικών του αποτιμήσεων, μειωμένη. Δεν εξυπηρετείται εξίσου καλά υπό μονοπωλιακές τιμές όσο υπό ανταγωνιστικές. Το μονοπωλιακό όφελος του πωλητή επιβαρύνεται από μια μονοπωλιακή στέρηση του αγοραστή.
Ακόμη και αν ορισμένοι καταναλωτές —όπως στην τρίτη περίπτωση— αποκτούν αγαθά τα οποία δεν θα είχαν αγοράσει αν δεν υπήρχε η μονοπωλιακή τιμή, η ικανοποίησή τους είναι χαμηλότερη από ό,τι θα ήταν υπό διαφορετική διάρθρωση τιμών. Το κεφάλαιο και η εργασία που αποσύρονται από την παραγωγή των προϊόντων των οποίων η ποσότητα μειώνεται λόγω του μονοπωλιακού περιορισμού της προσφοράς ενός από τους συμπληρωματικούς συντελεστές που απαιτούνται για την παραγωγή τους χρησιμοποιούνται για την παραγωγή άλλων πραγμάτων, τα οποία διαφορετικά δεν θα είχαν παραχθεί. Οι καταναλωτές, όμως, αποτιμούν αυτά τα άλλα πράγματα χαμηλότερα.
However the consumer may react, his satisfaction appears to be impaired from the viewpoint of his own valuations. He is not so well served under monopoly prices as under competitive prices. The monopoly gain of the seller is borne by a monopoly deprivation of the buyer. Even if some consumers (as in case 3) acquire goods which they would not have bought in the absence of the monopoly price, their satisfaction is lower than it would have been under a different state of prices. Capital and labor which are withdrawn from the production of products which drops on account of the monopolistic restriction of the supply of one of the complementary factors required for their production, are employed for the production of other things which would otherwise not have been produced. But the consumers value these other things less.
Υπάρχει, εντούτοις, μια εξαίρεση από τον γενικό κανόνα ότι οι μονοπωλιακές τιμές ωφελούν τον πωλητή, ζημιώνουν τον αγοραστή και παραβιάζουν την κυριαρχία των συμφερόντων των καταναλωτών.
Αν, σε μια ανταγωνιστική αγορά, ένας από τους συμπληρωματικούς συντελεστές που απαιτούνται για την παραγωγή του καταναλωτικού αγαθού g , συγκεκριμένα ο f , δεν επιτυγχάνει καμία απολύτως τιμή, μολονότι η παραγωγή του f απαιτεί διάφορες δαπάνες και οι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν για το καταναλωτικό αγαθό g μια τιμή που καθιστά την παραγωγή του επικερδή σε μια ανταγωνιστική αγορά, τότε η μονοπωλιακή τιμή του f καθίσταται αναγκαία προϋπόθεση για την παραγωγή του g.
Αυτή είναι η ιδέα που προβάλλεται υπέρ της νομοθεσίας περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και πνευματικής ιδιοκτησίας. Αν οι εφευρέτες και οι συγγραφείς δεν ήταν σε θέση να αποκτήσουν χρήματα από τις εφευρέσεις και τη συγγραφή τους, θα εμποδίζονταν να αφιερώσουν τον χρόνο τους σε αυτές τις δραστηριότητες και να καλύψουν το σχετικό κόστος. Το κοινό δεν θα αποκόμιζε κανένα όφελος από την απουσία μονοπωλιακών τιμών για τον f . Αντιθέτως, θα στερούνταν την ικανοποίηση που θα μπορούσε να αντλήσει από την απόκτηση του g.23
Yet there is an exception to this general rule that monopoly prices benefit the seller and harm the buyer and infringe the supremacy of the consumers’ interests. If on a competitive market one of the complementary factors, namely f, needed for the production of the consumers’ good g, does not attain any price at all, although the production of f requires various expenditures and consumers are ready to pay for the consumers’ good g a price which makes its production profitable on a competitive market, the monopoly price for f becomes a necessary requirement for the production of g. It is this idea that people advance in favor of patent and copyright legislation. If inventors and authors were not in a position to make money by inventing and writing, they would be prevented from devoting their time to these activities and from defraying the costs involved. The public would not derive any advantage from the absence of monopoly prices for f. It would, on the contrary, miss the satisfaction it could derive from the acquisition of g.[22]
Πολλοί άνθρωποι ανησυχούν για την απερίσκεπτη εκμετάλλευση κοιτασμάτων ορυκτών και πετρελαίου, τα οποία δεν μπορούν να αντικατασταθούν. Οι σύγχρονοί μας, λένε, κατασπαταλούν ένα εξαντλήσιμο απόθεμα, χωρίς να λαμβάνουν καθόλου υπόψη τις μελλοντικές γενιές. Καταναλώνουμε τη δική μας κληρονομιά και εκείνη του μέλλοντος.
Οι διαμαρτυρίες αυτές έχουν περιορισμένο νόημα. Δεν γνωρίζουμε αν οι μεταγενέστερες εποχές θα εξακολουθήσουν να εξαρτώνται από τις ίδιες πρώτες ύλες από τις οποίες εξαρτόμαστε σήμερα. Είναι αλήθεια ότι η εξάντληση των κοιτασμάτων πετρελαίου, ακόμη και των κοιτασμάτων άνθρακα, προχωρεί με ταχύ ρυθμό. Είναι, όμως, πολύ πιθανό ότι σε εκατό ή πεντακόσια χρόνια οι άνθρωποι θα χρησιμοποιούν άλλες μεθόδους παραγωγής θερμότητας και ενέργειας. Κανείς δεν γνωρίζει αν, χρησιμοποιώντας αυτά τα κοιτάσματα με μικρότερη σπατάλη, δεν θα στερούσαμε πράγματα από τον εαυτό μας χωρίς να προσφέρουμε κανένα όφελος στους ανθρώπους του εικοστού πρώτου ή του εικοστού τέταρτου αιώνα. Είναι μάταιο να μεριμνούμε για τις ανάγκες εποχών των οποίων δεν μπορούμε ούτε καν να φανταστούμε τις τεχνολογικές ικανότητες.
Many people are alarmed by the reckless use of the deposits of minerals and oil which cannot be replaced. Our contemporaries, they say, squander an exhaustible stock without any regard for the coming generations. We are consuming our own birthright and that of the future. Now these complaints make little sense. We do not know whether later ages will still rely upon the same raw materials on which we depend today. It is true that the exhaustion of the oil deposits and even those of coal is progressing at a quick rate. But it is very likely that in a hundred or five hundred years people will resort to other methods of producing heat and power. Nobody knows whether we, in being less profligate with these deposits, would not deprive ourselves without any advantage to men of the twenty-first or of the twenty-fourth centuries. It is vain to provide for the needs of ages the technological abilities of which we cannot even dream.
Είναι, όμως, αντιφατικό οι ίδιοι άνθρωποι που θρηνούν για την εξάντληση ορισμένων φυσικών πόρων να καταγγέλλουν με όχι μικρότερη σφοδρότητα τον μονοπωλιακό περιορισμό της σημερινής εκμετάλλευσής τους. Αποτέλεσμα των μονοπωλιακών τιμών του υδραργύρου είναι ασφαλώς η επιβράδυνση του ρυθμού εξάντλησής του. Στα μάτια όσων φοβούνται το ενδεχόμενο μελλοντικής σπανιότητας του υδραργύρου, η συνέπεια αυτή πρέπει να εμφανίζεται ως εξαιρετικά επιθυμητή.
But it is contradictory if the same people who lament the depletion of some natural resources are no less vehement in indicting monopolistic restraint in their present-day exploitation. The effect of monopoly prices of mercury is certainly a slowing down of the rate of depletion. In the eyes of those frightened by the aspect of a future scarcity of mercury this effect must appear highly desirable.
Αποκαλύπτοντας τέτοιες αντιφάσεις, η οικονομική επιστήμη δεν αποβλέπει στη «δικαιολόγηση» των μονοπωλιακών τιμών του πετρελαίου, των ορυκτών ή των μεταλλευμάτων. Η οικονομική επιστήμη δεν έχει ως καθήκον ούτε να δικαιολογεί ούτε να καταδικάζει. Πρέπει απλώς να εξετάζει τις συνέπειες όλων των τρόπων ανθρώπινης δράσης. Δεν εισέρχεται στην αρένα στην οποία οι φίλοι και οι εχθροί των μονοπωλιακών τιμών αγορεύουν υπέρ των απόψεών τους.
Economics in unmasking such contradictions does not aim at a “justification” of monopoly prices for oil, minerals, and ore. Economics has neither the task of justifying nor of condemning. It has merely to scrutinize the effects of all modes of human action. It does not enter the arena in which friends and foes of monopoly prices are intent upon pleading their causes.
Και οι δύο πλευρές αυτής της έντονης αντιπαράθεσης προσφεύγουν σε εσφαλμένα επιχειρήματα.
Η αντιμονοπωλιακή πλευρά σφάλλει όταν αποδίδει σε κάθε μονοπώλιο τη δύναμη να επιδεινώνει την κατάσταση των αγοραστών περιορίζοντας την προσφορά και δημιουργώντας μονοπωλιακές τιμές. Σφάλλει εξίσου όταν υποθέτει ότι, στο πλαίσιο μιας οικονομίας της αγοράς η οποία δεν παρεμποδίζεται και δεν υπονομεύεται από κυβερνητικές παρεμβάσεις, επικρατεί γενική τάση προς τη διαμόρφωση μονοπωλίων. Αποτελεί κατάφωρη διαστρέβλωση της πραγματικής κατάστασης των πραγμάτων να γίνεται λόγος για μονοπωλιακό καπιταλισμό αντί για μονοπωλιακό παρεμβατισμό και για ιδιωτικά καρτέλ αντί για καρτέλ δημιουργούμενα από τις κυβερνήσεις. Αν οι κυβερνήσεις δεν επιδίωκαν την ενθάρρυνση των μονοπωλιακών τιμών, αυτές θα περιορίζονταν σε ορισμένα ορυκτά που μπορούν να εξορυχθούν μόνο σε λίγους τόπους και στο πεδίο των τοπικών μονοπωλίων περιορισμένου χώρου.24
Both sides in this heated controversy resort to fallacious arguments. The antimonopoly party is wrong in attributing to every monopoly the power to impair the situation of the buyers by restricting supply and bringing about monopoly prices. It is no less wrong in assuming that there prevails within a market economy, not hampered and sabotaged by government interference, a general tendency toward the formation of monopoly. It is a grotesque distortion of the true state of affairs to speak of monopoly capitalism instead of monopoly interventionism and of private cartels instead of government-made cartels. Monopoly prices would be limited to some minerals which can be mined in only a few places and to the field of local limited-space monopolies if the government were not intent upon fostering them.
Η φιλομονοπωλιακή πλευρά σφάλλει όταν πιστώνει στα καρτέλ τις οικονομίες της παραγωγής μεγάλης κλίμακας. Υποστηρίζεται ότι η μονοπωλιακή συγκέντρωση της παραγωγής, αφενός, μειώνει κατά κανόνα το μέσο κόστος παραγωγής και, ως εκ τούτου, αυξάνει την ποσότητα κεφαλαίου και εργασίας που είναι διαθέσιμη για πρόσθετη παραγωγή. Δεν απαιτείται, όμως, κανένα καρτέλ για την εξάλειψη των παραγωγικών εγκαταστάσεων που παράγουν με υψηλότερο κόστος. Ο ανταγωνισμός στην ελεύθερη αγορά επιτυγχάνει αυτό το αποτέλεσμα χωρίς την ύπαρξη οποιουδήποτε μονοπωλίου ή μονοπωλιακής τιμής.
Αντιθέτως, σκοπός της κυβερνητικά υποστηριζόμενης καρτελοποίησης είναι συχνά η διατήρηση παραγωγικών εγκαταστάσεων και αγροκτημάτων που η ελεύθερη αγορά θα εξανάγκαζε να διακόψουν τη λειτουργία τους, ακριβώς επειδή παράγουν με υπερβολικά υψηλό κόστος. Η ελεύθερη αγορά θα είχε εξαλείψει, παραδείγματος χάριν, τα υποοριακά αγροκτήματα και θα είχε διατηρήσει μόνο εκείνα για τα οποία η παραγωγή είναι επικερδής υπό την επικρατούσα αγοραία τιμή. Το New Deal, όμως, προτίμησε διαφορετική διευθέτηση. Εξανάγκασε όλους τους γεωργούς να περιορίσουν αναλογικά το προϊόν τους. Μέσω της μονοπωλιακής πολιτικής του αύξησε την τιμή των γεωργικών προϊόντων σε τέτοιο ύψος, ώστε η παραγωγή να καταστεί εκ νέου εύλογη σε υποοριακά εδάφη.
The promonopoly party is wrong in crediting to the cartels the economies of big-scale production. Monopolistic concentration of production in one hand, they say, as a rule reduces average costs of production and thus increases the amount of capital and labor available for additional production. However, no cartel is needed in order to eliminate the plants producing at higher costs. Competition on the free market achieves this effect in the absence of any monopoly and of any monopoly prices. It is, on the contrary, often the purpose of government-sponsored cartelization to preserve the existence of plants and farms which the free market would force to discontinue operations precisely because they are producing at too high costs of production. The free market would have eliminated, for example, the submarginal farms and preserved only those for which production pays under the prevailing market price. But the New Deal preferred a different arrangement. It forced all farmers to a proportional restriction of output. It raised by its monopolistic policy the price of agricultural products to such a height that production became reasonable again on submarginal soil.
Εξίσου εσφαλμένα είναι τα συμπεράσματα που συνάγονται από τη σύγχυση των οικονομιών της τυποποίησης των προϊόντων με το μονοπώλιο. Αν οι άνθρωποι ζητούσαν μόνο έναν τυποποιημένο τύπο ενός συγκεκριμένου αγαθού, η παραγωγή ορισμένων προϊόντων θα μπορούσε να οργανωθεί οικονομικότερα και το κόστος θα μειωνόταν αναλόγως. Αν, όμως, οι άνθρωποι συμπεριφέρονταν πράγματι με αυτόν τον τρόπο, η τυποποίηση και η αντίστοιχη μείωση του κόστους θα εμφανίζονταν και χωρίς μονοπώλιο.
Αν, αντιθέτως, οι καταναλωτές εξαναγκάζονται να αρκεστούν σε έναν μόνο τυποποιημένο τύπο, η ικανοποίησή τους δεν αυξάνεται· μειώνεται. Ένας δικτάτορας ενδέχεται να θεωρεί τη συμπεριφορά των καταναλωτών μάλλον ανόητη. Γιατί να επιδεικνύουν τέτοια παράλογη επιμονή στα εξατομικευμένα ενδύματα; Μπορεί να έχει δίκιο από τη σκοπιά των δικών του αξιολογικών κρίσεων. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η αποτίμηση είναι προσωπική, ατομική και αυθαίρετη. Η δημοκρατία της αγοράς συνίσταται στο γεγονός ότι οι ίδιοι οι άνθρωποι πραγματοποιούν τις επιλογές τους και ότι κανένας δικτάτορας δεν έχει τη δύναμη να τους εξαναγκάσει να υποταχθούν στις δικές του αξιολογικές κρίσεις.
No less erroneous are the conclusions derived from a confusion of the economies of product standardization and monopoly. If men asked only for one standard type of a definite commodity, production could be arranged in a more economical way and costs would be lowered accordingly. But if people were to behave in such a manner, standardization and the corresponding cost reduction would emerge also in the absence of monopoly. If, on the other hand, one forces the consumers to be content with one standard type only, one does not increase their satisfaction; one impairs it. A dictator may deem the conduct of the consumers rather foolish. Why should not women be dressed in uniforms like soldiers? Why should they be so crazy about individually fashioned clothes? He may be right from the point of view of his own value judgments. But the trouble is that valuation is personal, individual, and arbitrary. The democracy of the market consists in the fact that people themselves make their choices and that no dictator has the power to force them to submit to his value judgments.
10. Διάκριση τιμών εκ μέρους του πωλητή
↗ στη σελίδα του βιβλίου10. Price Discrimination on the Part of the Seller
Τόσο οι ανταγωνιστικές όσο και οι μονοπωλιακές τιμές είναι ίδιες για όλους τους αγοραστές. Στην αγορά επικρατεί μια μόνιμη τάση εξάλειψης όλων των διαφορών στις τιμές του ίδιου εμπορεύματος ή της ίδιας υπηρεσίας. Μολονότι οι αξιολογήσεις των αγοραστών και η ένταση της ζήτησής τους, όπως αυτή εκδηλώνεται πραγματικά στην αγορά, διαφέρουν, όλοι καταβάλλουν τις ίδιες τιμές. Ο εύπορος δεν πληρώνει περισσότερο για το ψωμί από τον λιγότερο εύπορο, παρότι θα ήταν διατεθειμένος να πληρώσει υψηλότερη τιμή αν δεν μπορούσε να το αγοράσει φθηνότερα. Ο ενθουσιώδης φιλόμουσος, ο οποίος θα προτιμούσε να περιορίσει την κατανάλωση τροφής παρά να χάσει μια εκτέλεση συμφωνίας του Μπετόβεν, δεν πληρώνει για την είσοδό του περισσότερο από κάποιον για τον οποίο η μουσική αποτελεί απλώς ψυχαγωγία και ο οποίος δεν θα ενδιαφερόταν να παρακολουθήσει τη συναυλία αν αυτό προϋπέθετε την παραίτησή του από ορισμένες επουσιώδεις απολαύσεις. Η διαφορά μεταξύ της τιμής που πρέπει να καταβάλει κάποιος για ένα αγαθό και του ανώτατου ποσού που θα ήταν διατεθειμένος να πληρώσει γι’ αυτό έχει ορισμένες φορές αποκληθεί πλεόνασμα του καταναλωτή.25
Both competitive prices and monopoly prices are the same for all buyers. There prevails on the market a permanent tendency to eliminate all discrepancies in prices for the same commodity or service. Although the valuations of the buyers and the intensity of their demand as effective on the market are different, they pay the same prices. The wealthy man does not pay more for bread than the less wealthy man, although he would be ready to pay a higher price if he could not buy it cheaper. The enthusiast who would rather restrict his consumption of food than miss a performance of a Beethoven symphony pays no more for admission than a man for whom music is merely a pastime and who would not care for the concert if he could attend it only by renouncing his desire for some trifles. The difference between the price one must pay for a good and the highest amount one would be prepared to pay for it has sometimes been called consumers’ surplus.[23]
Ενδέχεται, ωστόσο, να εμφανιστούν στην αγορά συνθήκες που επιτρέπουν στον πωλητή να προβαίνει σε διάκριση μεταξύ των αγοραστών. Μπορεί να πωλεί ένα εμπόρευμα ή μια υπηρεσία σε διαφορετικές τιμές σε διαφορετικούς αγοραστές. Μπορεί να επιτυγχάνει τιμές οι οποίες ενίοτε ανέρχονται ακόμη και στο σημείο όπου εξανεμίζεται ολόκληρο το πλεόνασμα του καταναλωτή ενός αγοραστή. Για να καταστεί η διάκριση τιμών επωφελής για τον πωλητή, πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις.
But there can appear on the market conditions which make it possible for the seller to discriminate between the buyers. He can sell a commodity or a service at different prices to different buyers. He can obtain prices which may sometimes even rise to the point at which the whole consumers’ surplus of a buyer disappears. Two conditions must coincide in order to make price discrimination advantageous to the seller.
Η πρώτη προϋπόθεση είναι ότι όσοι αγοράζουν σε χαμηλότερη τιμή δεν είναι σε θέση να μεταπωλήσουν το εμπόρευμα ή την υπηρεσία σε εκείνους στους οποίους ο πωλητής που εφαρμόζει τη διάκριση πωλεί μόνο σε υψηλότερη τιμή. Αν αυτή η μεταπώληση δεν μπορεί να αποτραπεί, η επιδίωξη του αρχικού πωλητή θα ματαιωθεί. Η δεύτερη προϋπόθεση είναι ότι το κοινό δεν αντιδρά κατά τρόπο ώστε οι συνολικές καθαρές εισπράξεις του πωλητή να υπολείπονται των συνολικών καθαρών εισπράξεων που θα πραγματοποιούσε υπό καθεστώς ενιαίας τιμής. Η δεύτερη αυτή προϋπόθεση υφίσταται πάντοτε υπό συνθήκες που θα καθιστούσαν συμφέρουσα για έναν πωλητή την υποκατάσταση των ανταγωνιστικών τιμών από μονοπωλιακές. Μπορεί, όμως, να εμφανιστεί και σε μια κατάσταση της αγοράς η οποία δεν θα απέφερε μονοπωλιακά κέρδη. Διότι η διάκριση τιμών δεν επιβάλλει στον πωλητή την ανάγκη να περιορίσει την πωλούμενη ποσότητα. Δεν χάνει ολοκληρωτικά κανέναν αγοραστή· πρέπει απλώς να λάβει υπόψη ότι ορισμένοι αγοραστές ενδέχεται να περιορίσουν την ποσότητα των αγορών τους. Κατά κανόνα, όμως, έχει τη δυνατότητα να πωλήσει το υπόλοιπο της προσφοράς του σε ανθρώπους οι οποίοι, αν ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλουν την ενιαία ανταγωνιστική τιμή, είτε δεν θα αγόραζαν καθόλου είτε θα αγόραζαν μικρότερες μόνο ποσότητες.
The first condition is that those buying at a cheaper price are not in a position to resell the commodity or the service to people to whom the discriminating seller sells only at a higher price. If such reselling cannot be prevented, the first seller’s intention would be thwarted. The second condition is that the public does not react in such a way that the total net proceeds of the seller lag behind the total net proceeds he would obtain under price uniformity. This second condition is always present under conditions which would make it advantageous to a seller to substitute monopoly prices for competitive prices. But it can also appear under a market situation which would not bring about monopoly gains. For price discrimination does not enjoin upon the seller the necessity of restricting the amount sold. He does not lose any buyer completely; he must merely take into account that some buyers may restrict the amount of their purchases. But as a rule he has the opportunity to sell the remainder of his supply to people who would not have bought at all or would have bought only smaller quantities if they had had to pay the uniform competitive price.
Κατά συνέπεια, η διάρθρωση του κόστους παραγωγής δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο στους υπολογισμούς του πωλητή που εφαρμόζει διάκριση τιμών. Το κόστος παραγωγής δεν επηρεάζεται, καθώς η συνολική παραγόμενη και πωλούμενη ποσότητα παραμένει αμετάβλητη.
Consequently the configuration of production costs plays no role in the considerations of the discriminating seller. Production costs are not affected as the total amount produced and sold remains unaltered.
Η συνηθέστερη περίπτωση διάκρισης τιμών είναι εκείνη των ιατρών. Ένας ιατρός που μπορεί να πραγματοποιεί 80 θεραπείες την εβδομάδα και χρεώνει 3 USD για κάθε θεραπεία απασχολείται πλήρως περιθάλποντας 30 ασθενείς και εισπράττει 240 USD την εβδομάδα. Αν χρεώσει στους 10 ευπορότερους ασθενείς, οι οποίοι από κοινού καταναλώνουν 50 θεραπείες, 4 USD αντί 3 USD, αυτοί θα καταναλώσουν μόνο 40 θεραπείες. Ο ιατρός πωλεί τις υπόλοιπες 10 θεραπείες προς 2 USD την καθεμία σε ασθενείς οι οποίοι δεν θα δαπανούσαν 3 USD για τις επαγγελματικές του υπηρεσίες. Έτσι, οι εβδομαδιαίες εισπράξεις του αυξάνονται σε 270 USD.
The most common case of price discrimination is that of physicians. A doctor who can perform 80 treatments in a week and charges $3 for each treatment is fully employed by attending to 30 patients and makes $240 a week. If he charges the 10 wealthiest patients, who together consume 50 treatments, $4 instead of $3, they will consume only 40 treatments. The doctor sells the remaining 10 treatments at $2 each to patients who would not have expended $3 for his professional services. Then his weekly proceeds rise to $270.
Εφόσον ο πωλητής εφαρμόζει διάκριση τιμών μόνο όταν αυτή είναι επωφελέστερη γι’ αυτόν από την πώληση σε ενιαία τιμή, είναι προφανές ότι η διάκριση επιφέρει μεταβολή της κατανάλωσης και της κατανομής των συντελεστών παραγωγής στις διάφορες χρήσεις. Το αποτέλεσμα της διάκρισης είναι πάντοτε ότι αυξάνεται το συνολικό ποσό που δαπανάται για την απόκτηση του συγκεκριμένου αγαθού. Οι αγοραστές πρέπει να καλύψουν αυτή την πρόσθετη δαπάνη περιορίζοντας άλλες αγορές. Καθώς είναι εξαιρετικά απίθανο εκείνοι που ωφελούνται από τη διάκριση τιμών να διαθέσουν τα οφέλη τους για την αγορά των ίδιων αγαθών τα οποία οι άλλοι παύουν να αγοράζουν στην ίδια ποσότητα, οι μεταβολές στα δεδομένα της αγοράς και στην παραγωγή καθίστανται αναπόφευκτες.
As price discrimination is practiced by the seller only if it is more advantageous to him than selling at a uniform price, it is obvious that it results in an alteration of consumption and the allocation of factors of production to various employments. The outcome of discrimination is always that the total amount expended for the acquisition of the good concerned increases. The buyers must provide for their excess expenditure by cutting down other purchases. As it is very unlikely that those benefited by price discrimination will spend their gains for the purchase of the same goods as those the other people no longer buy in the same quantity, changes in the market data and in production become unavoidable.
Στο παραπάνω παράδειγμα, οι 10 ευπορότεροι ασθενείς ζημιώνονται· πληρώνουν 4 USD για μια υπηρεσία για την οποία προηγουμένως κατέβαλλαν μόνο 3 USD. Δεν είναι, όμως, μόνον ο ιατρός εκείνος που επωφελείται από τη διάκριση· ωφελούνται επίσης οι ασθενείς τους οποίους χρεώνει 2 USD. Είναι αλήθεια ότι πρέπει να εξασφαλίσουν την αμοιβή του ιατρού παραιτούμενοι από άλλες ικανοποιήσεις. Ωστόσο, αποδίδουν σε αυτές τις άλλες ικανοποιήσεις μικρότερη αξία από εκείνη που τους προσφέρει η θεραπεία του ιατρού. Ο βαθμός ικανοποίησης που επιτυγχάνουν αυξάνεται.
In the above example the 10 wealthiest patients are damaged; they pay $4 for a service for which they used to pay only $3. But it is not only the doctor who derives advantage from the discrimination; the patients whom he charges $2 are benefited too. It is true they must provide the doctor’s fees by renouncing other satisfactions. However, they value these other satisfactions less than that conveyed to them by the doctor’s treatment. Their degree of contentment attained is increased.
Για την πλήρη κατανόηση της διάκρισης τιμών είναι χρήσιμο να θυμόμαστε ότι, υπό τον καταμερισμό της εργασίας, ο ανταγωνισμός μεταξύ όσων επιδιώκουν να αποκτήσουν το ίδιο προϊόν δεν επιδεινώνει κατ’ ανάγκην τη θέση του μεμονωμένου ανταγωνιστή. Τα συμφέροντα των ανταγωνιστών είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους μόνο ως προς τις υπηρεσίες που παρέχουν οι συμπληρωματικοί, δεδομένοι από τη φύση συντελεστές παραγωγής. Αυτός ο αναπόφευκτος φυσικός ανταγωνισμός υπερκαλύπτεται από τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από τον καταμερισμό της εργασίας. Στον βαθμό που το μέσο κόστος παραγωγής μπορεί να μειωθεί μέσω της παραγωγής μεγάλης κλίμακας, ο ανταγωνισμός μεταξύ όσων επιθυμούν να αποκτήσουν το ίδιο εμπόρευμα επιφέρει βελτίωση της θέσης του μεμονωμένου ανταγωνιστή. Το γεγονός ότι όχι μόνον ολιγάριθμοι άνθρωποι αλλά ένα μεγάλο πλήθος επιθυμεί να αποκτήσει το εμπόρευμα c καθιστά δυνατή την παραγωγή του με μεθόδους που εξοικονομούν κόστος· έτσι, ακόμη και άνθρωποι περιορισμένων οικονομικών μέσων μπορούν να το αποκτήσουν. Κατά τον ίδιο τρόπο, μπορεί ενίοτε να συμβεί η διάκριση τιμών να καθιστά δυνατή την ικανοποίηση μιας ανάγκης η οποία, ελλείψει αυτής, θα παρέμενε ανικανοποίητη.
For a full comprehension of price discrimination it is well to remember that, under the division of labor, competition among those eager to acquire the same product does not necessarily impair the individual competitor’s position. The competitors’ interests are antagonistic only with regard to the services rendered by the complementary nature-given factors of production. This inescapable natural antagonism is superseded by the advantages derived from the division of labor. As far as average costs of production can be reduced by big-scale production, competition among those eager to acquire the same commodity brings about an improvement in the individual competitor’s situation. The fact that not only a few people but a great number are eager to acquire the commodity c makes it possible to manufacture it in cost-saving processes; then even people with modest means can afford it. In the same way it can sometimes happen that price discrimination renders the satisfaction of a need possible which would have remained unsatisfied in its absence.
Σε μια πόλη ζουν p φίλοι της μουσικής, καθένας από τους οποίους θα ήταν διατεθειμένος να δαπανήσει 2 USD για το ρεσιτάλ ενός δεξιοτέχνη. Μια τέτοια συναυλία, όμως, απαιτεί δαπάνη μεγαλύτερη από 2p USD και, συνεπώς, δεν μπορεί να διοργανωθεί. Αν, ωστόσο, είναι δυνατή η διαφοροποίηση των τιμών εισόδου και, μεταξύ των φίλων της μουσικής, οι n είναι διατεθειμένοι να δαπανήσουν 4 USD, το ρεσιτάλ καθίσταται πραγματοποιήσιμο, υπό την προϋπόθεση ότι το ποσό USD επαρκεί. Τότε, n άτομα καταβάλλουν από 4 USD και άτομα από 2 USD για την είσοδο, παραιτούμενα από την ικανοποίηση της λιγότερο επείγουσας ανάγκης την οποία θα είχαν ικανοποιήσει αν δεν είχαν προτιμήσει να παρακολουθήσουν το ρεσιτάλ. Κάθε άτομο στο ακροατήριο βρίσκεται σε καλύτερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν αν η αδυναμία εφαρμογής διάκρισης τιμών είχε αποτρέψει την παράσταση. Είναι προς το συμφέρον των διοργανωτών να διευρύνουν το ακροατήριο μέχρι το σημείο στο οποίο η είσοδος πρόσθετων πελατών συνεπάγεται κόστος υψηλότερο από το αντίτιμο που αυτοί είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν.
There live in a city p lovers of music, each of whom would be prepared to spend $2 for the recital of a virtuoso. But such a concert requires an expenditure greater than 2 p dollars and can therefore not be arranged. But if discrimination of admission fees is possible and among the p friends of music n are ready to spend $4, the recital becomes feasible, provided that the amount 2 (n + p) dollars is sufficient. Then n people spend $4 each and (p–n) people $2 each for the admission and forego the satisfaction of the least urgent need they would have satisfied if they had not preferred to attend the recital. Each person in the audience fares better than he would have if the unfeasibility of price discrimination had prevented the performance. It is to the interest of the organizers to enlarge the audience to the point at which the admission of additional customers involves higher costs than the fees they are ready to spend.
Τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν το ρεσιτάλ μπορούσε να διοργανωθεί ακόμη και στην περίπτωση που η τιμή εισόδου δεν υπερέβαινε τα 2 USD. Τότε η διάκριση τιμών θα περιόριζε την ικανοποίηση εκείνων από τους οποίους χρεώνονται 4 USD.
Things would be different if the recital would have been arranged in spite of the fact that none of those admitted paid more than $2. Then price discrimination would have impaired the satisfaction of those who are charged $4.
Οι συνηθέστερες πρακτικές πώλησης εισιτηρίων για καλλιτεχνικές παραστάσεις και σιδηροδρομικών εισιτηρίων σε διαφορετικές τιμές δεν αποτελούν εκδήλωση διάκρισης τιμών με την καταλλακτική έννοια του όρου. Εκείνος που καταβάλλει υψηλότερο αντίτιμο λαμβάνει κάτι το οποίο αποτιμάται περισσότερο από αυτό που λαμβάνει εκείνος που πληρώνει λιγότερο. Εξασφαλίζει καλύτερη θέση, ανετότερες συνθήκες ταξιδιού και ούτω καθεξής. Γνήσια διάκριση τιμών υφίσταται στην περίπτωση ιατρών οι οποίοι, μολονότι φροντίζουν κάθε ασθενή με την ίδια επιμέλεια, χρεώνουν τους ευπορότερους πελάτες περισσότερο από τους λιγότερο εύπορους. Υφίσταται επίσης στην περίπτωση των σιδηροδρομικών επιχειρήσεων που χρεώνουν περισσότερο για τη μεταφορά αγαθών των οποίων η αξία αυξάνεται περισσότερο μέσω της μεταφοράς απ’ ό,τι εκείνη άλλων αγαθών, μολονότι το κόστος που βαρύνει τη σιδηροδρομική επιχείρηση είναι το ίδιο. Είναι προφανές ότι τόσο ο ιατρός όσο και η σιδηροδρομική επιχείρηση μπορούν να εφαρμόζουν διάκριση μόνο εντός των ορίων που καθορίζονται από τη δυνατότητα του ασθενούς και του αποστολέα να βρουν κάποια άλλη, επωφελέστερη γι’ αυτούς λύση στα προβλήματά τους. Αυτό, όμως, παραπέμπει σε μία από τις δύο προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εμφάνιση της διάκρισης τιμών.
The most common practices in selling admission tickets for artistic performances and railroad tickets at different rates are not the outcome of price discrimination in the catallactical sense of the term. He who pays a higher rate gets something appreciated more than he who pays less. He gets a better seat, a more comfortable traveling opportunity, and so on. Genuine price discrimination is present in the case of physicians who, although attending to each patient with the same care, charge the wealthier clients more than the less wealthy. It is present in the case of railroads charging more for the shipping of goods the transportation of which adds more to their value than for others although the costs incurred by the railroad are the same. It is obvious that both the doctor and the railroad can practice discrimination only within the limits fixed by the opportunity given to the patient and the shipper to find another solution of their problems more to their own advantage. But this refers to one of the two conditions required for the emergence of price discrimination.
Θα ήταν μάταιο να επιχειρήσουμε να περιγράψουμε μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία όλοι οι πωλητές κάθε είδους εμπορευμάτων και υπηρεσιών θα μπορούσαν να εφαρμόζουν διάκριση τιμών. Σημαντικότερο είναι να διαπιστώσουμε ότι, σε μια οικονομία της αγοράς η οποία δεν υπονομεύεται από κυβερνητικές παρεμβάσεις, οι αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διάκριση τιμών είναι τόσο σπάνιες, ώστε αυτή μπορεί δικαίως να χαρακτηριστεί εξαιρετικό φαινόμενο.
It would be idle to point out a state of affairs in which price discrimination could be practiced by all sellers of all kinds of commodities and services. It is more important to establish the fact that within a market economy not sabotaged by government interference the conditions required for price discrimination are so rare that it can fairly be called an exceptional phenomenon.
11. Διάκριση τιμών εκ μέρους του αγοραστή
↗ στη σελίδα του βιβλίου11. Price Discrimination on the Part of the Buyer
Ενώ οι μονοπωλιακές τιμές και τα μονοπωλιακά κέρδη δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν προς όφελος ενός μονοπωλιακού αγοραστή, η περίπτωση της διάκρισης τιμών είναι διαφορετική. Για την εμφάνιση διάκρισης τιμών εκ μέρους ενός μονοπωλιακού αγοραστή σε μια ελεύθερη αγορά απαιτείται μία μόνο προϋπόθεση: η κατάφωρη άγνοια των πωλητών ως προς την κατάσταση της αγοράς. Επειδή μια τέτοια άγνοια είναι απίθανο να διατηρηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, η διάκριση τιμών μπορεί να εφαρμόζεται διαρκώς μόνο αν παρεμβαίνει η κυβέρνηση.
While monopoly prices and monopoly gains cannot be realized to the advantage of a monopolistic buyer, the case is different with price discrimination. There is only one condition required for the emergence of price discrimination on the part of a monopolistic buyer on a free market, namely, crass ignorance of the state of the market on the part of the sellers. As such ignorance is unlikely to last for any length of time, price discrimination can only be practiced if the government interferes.
Η ελβετική κυβέρνηση έχει ιδρύσει κρατικό εμπορικό μονοπώλιο σιτηρών, το οποίο τελεί υπό κρατική ιδιοκτησία και διαχείριση. Αγοράζει σιτηρά στις ξένες αγορές στις τιμές της παγκόσμιας αγοράς και από τους εγχώριους γεωργούς σε υψηλότερες τιμές. Στις εγχώριες αγορές καταβάλλει υψηλότερη τιμή στους γεωργούς οι οποίοι παράγουν με υψηλότερο κόστος στα πετρώδη εδάφη των ορεινών περιοχών και χαμηλότερη τιμή —αν και πάλι υψηλότερη από την τιμή της παγκόσμιας αγοράς— στους γεωργούς που καλλιεργούν γονιμότερη γη.
The Swiss Government has established a government owned and operated trade monopoly for cereals. It buys cereals at world-market prices on foreign markets and at higher prices from domestic farmers. In domestic purchases it pays a higher price to farmers producing at higher costs on the rocky soil of the mountain districts and a lower price—although still higher than the world-market price—to the farmers tilling more fertile land.
Αν μια ορισμένη παραγωγική διαδικασία αποδίδει ταυτόχρονα τα προϊόντα p και q , οι επιχειρηματικές αποφάσεις και ενέργειες κατευθύνονται από τη στάθμιση του αθροίσματος των αναμενόμενων τιμών των p και q . Οι τιμές των p και q συνδέονται ιδιαιτέρως μεταξύ τους, καθώς οι μεταβολές στη ζήτηση του p ή του q προκαλούν μεταβολές στην προσφορά του q ή του p , αντιστοίχως. Η αμοιβαία σχέση μεταξύ των τιμών των p και q μπορεί να αποκληθεί συνάφεια της παραγωγής. Ο επιχειρηματίας αποκαλεί το p ή το q παραπροϊόν του q ή του p, αντιστοίχως.
If a definite process of production brings about the products p and q simultaneously, the entrepreneurial decisions and actions are directed by weighing the sum of the anticipated prices of p and q. The prices of p and q are particularly connected with one another as changes in the demand for p (or for q) generate changes in the supply of q (or of p). The mutual relation of the prices of p and q can be called connexity of production. The businessman calls p (or q) a by-product of q (or p).
Η παραγωγή του καταναλωτικού αγαθού z απαιτεί τη χρησιμοποίηση των συντελεστών p και q⋅ η παραγωγή του p απαιτεί τη χρησιμοποίηση των συντελεστών a και b , ενώ η παραγωγή του q τη χρησιμοποίηση των συντελεστών c και d. Επομένως, οι μεταβολές στην προσφορά του p ή του q προκαλούν μεταβολές στη ζήτηση του q ή του p, αντιστοίχως. Δεν έχει σημασία αν η διαδικασία παραγωγής του z από τα p και q πραγματοποιείται από τις ίδιες επιχειρήσεις που παράγουν το p από τα a και b και το q από τα c και d, από επιχειρηματίες οικονομικά ανεξάρτητους μεταξύ τους ή από τους ίδιους τους καταναλωτές ως προκαταρκτικό στάδιο της καταναλωτικής τους δραστηριότητας. Οι τιμές των p και q συνδέονται ιδιαιτέρως μεταξύ τους, διότι το p είναι άχρηστο ή έχει μικρότερη χρησιμότητα χωρίς το q, και αντιστρόφως. Η αμοιβαία σχέση των τιμών των p και q μπορεί να αποκληθεί συνάφεια της κατανάλωσης.
The production of the consumers’ good z requires the employment of the factors p and q, the production of p the employment of the factors a and b, and the production of q the employment of the factors c and d. Then changes in the supply of p (or of q) bring about changes in the demand for q (or for p). It does not matter whether the process of producing 2 out of p and q is accomplished by the same enterprises which produce p out of a and b and q out of c and d, or by entrepreneurs financially independent of one another, or by the consumers themselves as a preliminary step in their consuming. The prices of p and q are particularly connected with one another because p is useless or of a smaller utility without q and vice versa. The mutual relation of the prices of p and q can be called connexity of consumption.
Αν οι υπηρεσίες που παρέχει ένα εμπόρευμα b μπορούν να υποκαταστήσουν, έστω και κατά τρόπο όχι απολύτως ικανοποιητικό, τις υπηρεσίες που παρέχει ένα άλλο εμπόρευμα a, η μεταβολή της τιμής του ενός επηρεάζει και την τιμή του άλλου. Η αμοιβαία σχέση μεταξύ των τιμών των a και b μπορεί να αποκληθεί συνάφεια της υποκατάστασης.
If the services rendered by a commodity b can be substituted, even though in a not perfectly satisfactory way, for those rendered by another commodity a, a change in the price of one of them affects the price of the other too. The mutual relation of the prices of a and b can be called connexity of substitution.
Η συνάφεια της παραγωγής, η συνάφεια της κατανάλωσης και η συνάφεια της υποκατάστασης αποτελούν ειδικές συναφειακές σχέσεις μεταξύ των τιμών ενός περιορισμένου αριθμού εμπορευμάτων. Από αυτές τις ειδικές συναφειακές σχέσεις πρέπει να διακρίνεται η γενική συνάφεια των τιμών όλων των αγαθών και υπηρεσιών. Αυτή η γενική συνάφεια απορρέει από το γεγονός ότι για κάθε είδος ικανοποίησης αναγκών απαιτείται, πέρα από διάφορους περισσότερο ή λιγότερο ειδικούς συντελεστές, ένας σπάνιος συντελεστής ο οποίος, παρά τις διαφορές ως προς την ποιοτική παραγωγική του ικανότητα, μπορεί, εντός των ορίων που προσδιορίστηκαν επακριβώς προηγουμένως,26 να χαρακτηριστεί μη ειδικός συντελεστής: η εργασία.
Connexity of production, connexity of consumption, and connexity of substitution are particular connexities of the prices of a limited number of commodities. From these particular connexities one must distinguish the general connexity of the prices of all goods and services. This general connexity is the outcome of the fact that for every kind of want-satisfaction, besides various more or less specific factors, one scarce factor is required which, in spite of the differences in its qualitative power to produce, can, within the limits precisely defined above,[24] be called a nonspecific factor —namely, labor.
Σε έναν υποθετικό κόσμο όπου όλοι οι συντελεστές παραγωγής θα ήταν απολύτως ειδικοί, η ανθρώπινη δράση θα εκτυλισσόταν σε ένα πλήθος πεδίων ικανοποίησης αναγκών ανεξάρτητων μεταξύ τους. Αυτό που συνδέει μεταξύ τους, στον πραγματικό μας κόσμο, τα διάφορα πεδία ικανοποίησης αναγκών είναι η ύπαρξη πολλών μη ειδικών συντελεστών, κατάλληλων να χρησιμοποιηθούν για την επίτευξη διαφορετικών σκοπών και ικανών να υποκαταστήσουν, σε ορισμένο βαθμό, ο ένας τον άλλον. Το γεγονός ότι ένας συντελεστής, η εργασία, αφενός απαιτείται για κάθε είδος παραγωγής και αφετέρου είναι, εντός των καθορισμένων ορίων, μη ειδικός, δημιουργεί τη γενική συνάφεια όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ενοποιεί τη διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών σε ένα σύνολο, στο οποίο όλα τα γρανάζια αλληλεπιδρούν. Καθιστά την αγορά μια αλληλουχία αμοιβαίως αλληλεξαρτώμενων φαινομένων.
Within a hypothetical world in which all factors of production are absolutely specific, human action would operate in a multiplicity of fields of want-satisfaction independent of one another. What links together in our actual world the various fields of want-satisfaction is the existence of a great many nonspecific factors, suitable to be employed for the attainment of various ends and to be substituted in some degree for one another. The fact that one factor, labor, is on the one hand required for every kind of production and on the other hand is, within the limits defined, nonspecific, brings about the general connexity of all human activities. It integrates the pricing process into a whole in which all gears work on one another. It makes the market a concatenation of mutually interdependent phenomena.
Θα ήταν παράλογο να αντιμετωπίζουμε μια συγκεκριμένη τιμή σαν να αποτελούσε αφ’ εαυτής ένα απομονωμένο αντικείμενο. Μια τιμή εκφράζει τη θέση που αποδίδουν οι δρώντες άνθρωποι σε ένα πράγμα, υπό την εκάστοτε κατάσταση των προσπαθειών τους να εξαλείψουν τη δυσφορία τους. Δεν υποδηλώνει μια σχέση προς κάτι αμετάβλητο, αλλά απλώς τη στιγμιαία θέση του πράγματος μέσα σε ένα καλειδοσκοπικώς μεταβαλλόμενο σύνολο. Σε αυτή τη συλλογή πραγμάτων, τα οποία θεωρούνται πολύτιμα βάσει των αξιολογικών κρίσεων των δρώντων ανθρώπων, η θέση κάθε στοιχείου αλληλοσυνδέεται με τις θέσεις όλων των άλλων στοιχείων. Αυτό που αποκαλείται τιμή αποτελεί πάντοτε μια σχέση εντός ενός ενοποιημένου συστήματος, το οποίο συνιστά το σύνθετο αποτέλεσμα των ανθρώπινων σχέσεων.
It would be absurd to look upon a definite price as if it were an isolated object in itself. A price is expressive of the position which acting men attach to a thing under the present state of their efforts to remove uneasiness. It does not indicate a relationship to something unchanging, but merely the instantaneous position in a kaleidoscopically changing assemblage. In this collection of things considered valuable by the value judgments of acting men each particle’s place is interrelated with those of all other particles. What is called a price is always a relationship within an integrated system which is the composite effect of human valuations.
Η αγοραία τιμή είναι ένα πραγματικό ιστορικό φαινόμενο: η ποσοτική αναλογία βάσει της οποίας, σε ορισμένο τόπο και σε ορισμένο χρόνο, δύο άτομα αντάλλαξαν συγκεκριμένες ποσότητες δύο συγκεκριμένων αγαθών. Αναφέρεται στις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης πράξης ανταλλαγής. Σε τελική ανάλυση, προσδιορίζεται από τις αξιολογικές κρίσεις των εμπλεκόμενων ατόμων. Δεν παράγεται από τη γενική διάρθρωση των τιμών ούτε από τη διάρθρωση των τιμών μιας ιδιαίτερης κατηγορίας εμπορευμάτων ή υπηρεσιών. Αυτό που αποκαλείται διάρθρωση των τιμών είναι μια αφηρημένη έννοια, συναγόμενη από ένα πλήθος επιμέρους συγκεκριμένων τιμών. Η αγορά δεν διαμορφώνει τιμές γης ή αυτοκινήτων εν γένει ούτε μισθολογικά ποσοστά εν γένει, αλλά τιμές για ένα συγκεκριμένο τεμάχιο γης και για ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο, καθώς και μισθολογικά ποσοστά για την παροχή εργασίας ορισμένου είδους. Για τη διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών δεν έχει καμία σημασία σε ποια κατηγορία πρέπει να ενταχθούν, από οποιαδήποτε άποψη, τα ανταλλασσόμενα πράγματα. Όσο και αν διαφέρουν από άλλες απόψεις, κατά την ίδια την πράξη της ανταλλαγής δεν είναι παρά εμπορεύματα, δηλαδή πράγματα που αξιολογούνται λόγω της ικανότητάς τους να εξαλείφουν μια αισθητή δυσφορία.
A market price is a real historical phenomenon, the quantitative ratio at which at a definite place and at a definite date two individuals exchanged definite quantities of two definite goods. It refers to the special conditions of the concrete act of exchange. It is ultimately determined by the value judgments of the individuals involved. It is not derived from the general price structure or from the structure of the prices of a special class of commodities or services. What is called the price structure is an abstract notion derived from a multiplicity of individual concrete prices. The market does not generate prices of land or motorcars in general nor wage rates in general, but prices for a certain piece of land and for a certain car and wage rates for a performance of a certain kind. It does not make any difference for the pricing process to what class the things exchanged are to be assigned from any point of view. However they may differ in other regards, in the very act of exchange they are nothing but commodities, i.e., things valued on account of their power to remove felt uneasiness.
Η αγορά δεν δημιουργεί ούτε προσδιορίζει εισοδήματα. Δεν αποτελεί διαδικασία σχηματισμού εισοδήματος. Αν ο ιδιοκτήτης ενός τεμαχίου γης και ο εργαζόμενος διαχειρίζονται με φειδώ τους αντίστοιχους φυσικούς πόρους —τη γη και τον άνθρωπο—, αυτοί θα ανανεώνουν και θα διατηρούν την ικανότητά τους να παρέχουν υπηρεσίες: η γεωργική και αστική γη για πρακτικά απεριόριστο χρονικό διάστημα και ο άνθρωπος για ορισμένο αριθμό ετών. Αν η κατάσταση της αγοράς για αυτούς τους συντελεστές παραγωγής δεν επιδεινωθεί, θα είναι δυνατό και στο μέλλον να επιτυγχάνεται μια τιμή για την παραγωγική χρησιμοποίησή τους. Η γη και η εργασιακή δύναμη μπορούν να θεωρηθούν πηγές εισοδήματος εφόσον αντιμετωπίζονται ως τέτοιες, δηλαδή εφόσον η παραγωγική τους ικανότητα δεν εξαντλείται πρόωρα μέσω απερίσκεπτης εκμετάλλευσης. Εκείνο που τις μετατρέπει σε σχετικά διαρκείς πηγές εισοδήματος είναι η προνοητική αυτοσυγκράτηση κατά τη χρησιμοποίηση των συντελεστών παραγωγής και όχι οι φυσικές και υλικές τους ιδιότητες. Στη φύση δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως μια ροή εισοδήματος. Το εισόδημα είναι κατηγορία της δράσης· αποτελεί το αποτέλεσμα της προσεκτικής οικονομικής διαχείρισης σπάνιων συντελεστών.
Αυτό είναι ακόμη προφανέστερο στην περίπτωση των κεφαλαιουχικών αγαθών. Οι παραχθέντες συντελεστές παραγωγής δεν είναι μόνιμοι. Μολονότι ορισμένοι από αυτούς ενδέχεται να έχουν διάρκεια ζωής πολλών ετών, όλοι τελικά καθίστανται άχρηστοι λόγω φθοράς, ενίοτε δε ακόμη και εξαιτίας της απλής παρέλευσης του χρόνου. Μετατρέπονται σε διαρκείς πηγές εισοδήματος μόνο εφόσον οι ιδιοκτήτες τους τούς μεταχειρίζονται ως τέτοιες. Το κεφάλαιο μπορεί να διατηρηθεί ως πηγή εισοδήματος αν, με αμετάβλητες τις συνθήκες της αγοράς, η κατανάλωση των προϊόντων του περιορίζεται κατά τρόπο που να μη θίγει την αντικατάσταση των φθαρμένων μερών του.
The market does not create or determine incomes. It is not a process of income formation. If the owner of a piece of land and the worker husband the physical resources concerned, the land and the man will renew and preserve their power to render services; the agricultural and urban land for a practically indefinite period, the man for a number of years. If the market situation for these factors of production does not deteriorate, it will be possible in the future too to attain a price for their productive employment. Land and working power can be considered as sources of income if they are dealt with as such, that is, if their capacity to produce is not prematurely exhausted by reckless exploitation. It is provident restraint in the use of factors of production, not their natural and physical properties, which convert them into somewhat durable sources of income. There is in nature no such thing as a stream of income. Income is a category of action; it is the outcome of careful economizing of scarce factors. This is still more obvious in the case of capital goods. The produced factors of production are not permanent. Although some of them may have a life of many years, all of them eventually become useless through wear and tear, sometimes even by the mere passing of time. They become durable sources of income only if their owners treat them as such. Capital can be preserved as a source of income if the consumption of its products, market conditions remaining unchanged, is restricted in such a way as not to impair the replacement of the worn out parts.
Οι μεταβολές στα δεδομένα της αγοράς μπορούν να ματαιώσουν κάθε προσπάθεια διαιώνισης μιας πηγής εισοδήματος. Ο βιομηχανικός εξοπλισμός καθίσταται παρωχημένος αν μεταβληθεί η ζήτηση ή αν εκτοπιστεί από κάτι καλύτερο. Η γη καθίσταται άχρηστη αν καταστούν προσβάσιμες επαρκείς ποσότητες γονιμότερου εδάφους. Η ειδική εμπειρογνωμοσύνη και η δεξιότητα για την εκτέλεση ορισμένων μορφών εργασίας παύουν να είναι προσοδοφόρες όταν νέες μόδες ή νέες μέθοδοι παραγωγής περιορίζουν τις δυνατότητες αξιοποίησής τους. Η επιτυχία κάθε μέριμνας για το αβέβαιο μέλλον εξαρτάται από την ορθότητα των προβλέψεων που την καθοδήγησαν. Κανένα εισόδημα δεν μπορεί να διασφαλιστεί έναντι μεταβολών οι οποίες δεν είχαν προβλεφθεί επαρκώς.
Changes in the market data can frustrate every endeavor to perpetuate a source of income. Industrial equipment becomes obsolete if demand changes or if it is superseded by something better. Land becomes useless if more fertile soil is made accessible in sufficient quantities. Expertness and skill for the performance of special kinds of work lose their remunerativeness when new fashions or new methods of production narrow the opportunity for their employment. The success of any provision for the uncertain future depends on the correctness of the anticipations which guided it. No income can be made safe against changes not adequately foreseen.
Ούτε αποτελεί η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών μια μορφή διανομής. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, στην οικονομία της αγοράς δεν υπάρχει τίποτε στο οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί η έννοια της διανομής.
Neither is the pricing process a form of distribution. As has been pointed out already, there is nothing in the market economy to which the notion of distribution could be applied.
Η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών στην ανεμπόδιστη αγορά κατευθύνει την παραγωγή προς εκείνες τις κατευθύνσεις στις οποίες εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις επιθυμίες των καταναλωτών, όπως αυτές εκδηλώνονται στην αγορά. Μόνο στην περίπτωση των μονοπωλιακών τιμών έχουν οι μονοπωλητές τη δύναμη να εκτρέψουν, εντός περιορισμένων ορίων, την παραγωγή από αυτή την πορεία και να τη διοχετεύσουν προς άλλες κατευθύνσεις προς ίδιον όφελος.
The pricing process directs production into those channels in which it best serves the wishes of the consumers as manifested on the market. Only in the case of monopoly prices have the monopolists the power to divert production, within a limited range, from this line into other lines to their own benefit.
Οι τιμές προσδιορίζουν ποιοι συντελεστές παραγωγής πρέπει να χρησιμοποιηθούν και ποιοι πρέπει να παραμείνουν αχρησιμοποίητοι. Οι ειδικοί συντελεστές παραγωγής χρησιμοποιούνται μόνο εφόσον δεν υπάρχει πολυτιμότερη χρήση για τους συμπληρωματικούς μη ειδικούς συντελεστές. Υπάρχουν τεχνολογικές μέθοδοι, εκτάσεις γης και μη μετατρέψιμα κεφαλαιουχικά αγαθά των οποίων η παραγωγική ικανότητα παραμένει αχρησιμοποίητη, επειδή η αξιοποίησή τους θα συνεπαγόταν σπατάλη του σπανιότερου από όλους τους συντελεστές: της εργασίας. Ενώ, υπό τις συνθήκες που επικρατούν στον κόσμο μας, δεν μπορεί μακροχρονίως να υπάρχει ανεργία της εργασίας σε μια ελεύθερη αγορά εργασίας, η αχρησιμοποίητη παραγωγική ικανότητα της γης και του μη μετατρέψιμου βιομηχανικού εξοπλισμού αποτελεί σύνηθες φαινόμενο.
The prices determine which of the factors of production should be employed and which should be left unused. The specific factors of production are employed only if there is no more valuable employment available for the complementary nonspecific factors. There are technological recipes, land, and nonconvertible capital goods whose capacity to produce remains unused because their employment would mean a waste of the scarcest of all factors, labor. While under the conditions present in our world there cannot be in the long run unemployment of labor in a free labor market, unused capacity of land and of inconvertible industrial equipment is a regular phenomenon.
Είναι παράλογο να θρηνεί κανείς για την ύπαρξη αχρησιμοποίητης παραγωγικής ικανότητας. Η αχρησιμοποίητη παραγωγική ικανότητα εξοπλισμού που κατέστη παρωχημένος εξαιτίας της τεχνολογικής προόδου αποτελεί ορόσημο της υλικής προόδου. Θα ήταν ευλογία αν η εγκαθίδρυση διαρκούς ειρήνης καθιστούσε αχρησιμοποίητα τα εργοστάσια πολεμικού υλικού ή αν η ανακάλυψη μιας αποτελεσματικής μεθόδου πρόληψης και θεραπείας της φυματίωσης καθιστούσε παρωχημένα τα σανατόρια για την περίθαλψη όσων πάσχουν από αυτή τη μάστιγα. Θα ήταν εύλογο να αποδοκιμάζει κανείς την έλλειψη προνοητικότητας κατά το παρελθόν, η οποία οδήγησε σε εσφαλμένες επενδύσεις κεφαλαιουχικών αγαθών. Ωστόσο, οι άνθρωποι δεν είναι αλάνθαστοι. Κάποιος βαθμός εσφαλμένης επένδυσης είναι αναπόφευκτος. Εκείνο που πρέπει να γίνει είναι να αποφεύγονται πολιτικές οι οποίες, όπως η πιστωτική επέκταση, ενθαρρύνουν τεχνητά τις εσφαλμένες επενδύσεις.
It is nonsense to lament the fact of unused capacity. The unused capacity of equipment made obsolete by technological improvement is a landmark of material progress. It would be a blessing if the establishment of durable peace would render munitions plants unused or if the discovery of an efficient method of preventing and curing tuberculosis would render obsolete sanatoria for the treatment of people affected by this evil. It would be sensible to deplore the lack of provision, in the past which resulted in malinvestment of capital goods. Yet, men are not infallible. A certain amount of malinvestment is unavoidable. What has to be done is to shun policies like credit expansion which artificially foster malinvestment.
Η σύγχρονη τεχνολογία θα μπορούσε εύκολα να καταστήσει δυνατή την καλλιέργεια πορτοκαλιών και σταφυλιών μέσα σε θερμοκήπια στις αρκτικές και υποαρκτικές χώρες. Όλοι θα χαρακτήριζαν ένα τέτοιο εγχείρημα παραφροσύνη. Κατ’ ουσίαν, όμως, είναι το ίδιο πράγμα με τη διατήρηση της καλλιέργειας σιτηρών σε πετρώδεις ορεινές κοιλάδες μέσω δασμών και άλλων προστατευτικών μέτρων, ενώ αλλού υπάρχουν άφθονες εύφορες εκτάσεις που παραμένουν ακαλλιέργητες. Η διαφορά είναι απλώς διαφορά βαθμού.
Modern technology could easily grow oranges and grapes in hothouses in the arctic and subarctic countries. Everybody would call such a venture lunacy. But it is essentially the same to preserve the growing of cereals in rocky mountain valleys by tariffs and other devices of protectionism while elsewhere there is plenty of fallow fertile land. The difference is merely one of degree.
Οι κάτοικοι της ελβετικής οροσειράς του Ιούρα προτιμούν να κατασκευάζουν ρολόγια αντί να καλλιεργούν σιτάρι. Για αυτούς, η ωρολογοποιία αποτελεί τον φθηνότερο τρόπο απόκτησης σιταριού. Από την άλλη πλευρά, η καλλιέργεια σιταριού αποτελεί για τον Καναδό γεωργό τον φθηνότερο τρόπο απόκτησης ρολογιών. Το γεγονός ότι οι κάτοικοι του Ιούρα δεν καλλιεργούν σιτάρι και οι Καναδοί δεν κατασκευάζουν ρολόγια δεν είναι περισσότερο αξιοσημείωτο από το γεγονός ότι οι ράφτες δεν κατασκευάζουν τα υποδήματά τους και οι υποδηματοποιοί δεν ράβουν τα ενδύματά τους.
The inhabitants of the Swiss Jura prefer to manufacture watches instead of growing wheat. Watchmaking is for them the cheapest way to acquire wheat. On the other hand the growing of wheat is the cheapest way for the Canadian farmer to acquire watches. The fact that the inhabitants of the Jura do not grow wheat and the Canadians do not manufacture watches is not more worthy of notice than the fact that tailors do not make their shoes and shoemakers do not make their clothes.
Οι τιμές αποτελούν φαινόμενο της αγοράς. Δημιουργούνται από την αγοραία διαδικασία και συνιστούν τον πυρήνα της οικονομίας της αγοράς. Δεν υπάρχουν τιμές εκτός αγοράς. Οι τιμές δεν μπορούν, ούτως ειπείν, να κατασκευαστούν συνθετικά. Αποτελούν τη συνισταμένη μιας ορισμένης διάταξης των δεδομένων της αγοράς, καθώς και των δράσεων και αντιδράσεων των μελών μιας κοινωνίας της αγοράς. Είναι μάταιο να συλλογίζεται κανείς ποιες θα ήταν οι τιμές αν ορισμένοι από τους προσδιοριστικούς τους παράγοντες ήταν διαφορετικοί. Τέτοια φανταστικά σχήματα δεν είναι περισσότερο εύλογα από τις αυθαίρετες εικασίες σχετικά με το ποια θα ήταν η πορεία της ιστορίας αν ο Ναπολέων είχε σκοτωθεί στη μάχη του Αρκόλε ή αν ο Λίνκολν είχε διατάξει τον ταγματάρχη Άντερσον να αποχωρήσει από το Φορτ Σάμτερ.
Prices are a market phenomenon. They are generated by the market process and are the pith of the market economy. There is no such thing as prices outside the market. Prices cannot be constructed synthetically, as it were. They are the resultant of a certain constellation of market data, of actions and reactions of the members of a market society. It is vain to meditate what prices would have been if some of their determinants had been different. Such fantastic designs are not more sensible than whimsical speculations about what the course of history would have been if Napoleon had been killed in the battle of Arcole or if Lincoln had ordered Major Anderson to withdraw from Fort Sumter.
Εξίσου μάταιο είναι να αναλογίζεται κανείς ποιες θα έπρεπε να είναι οι τιμές. Όλοι ικανοποιούνται όταν μειώνονται οι τιμές των πραγμάτων που επιθυμούν να αγοράσουν και αυξάνονται οι τιμές εκείνων που επιθυμούν να πωλήσουν. Όταν διατυπώνει τέτοιες επιθυμίες, ο άνθρωπος είναι ειλικρινής εφόσον αναγνωρίζει ότι η οπτική του είναι προσωπική. Διαφορετικό είναι το ζήτημα αν, από τη σκοπιά του προσωπικού του συμφέροντος, θα ενεργούσε συνετά παρακινώντας την κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τη δύναμη καταναγκασμού και καταπίεσης που διαθέτει, προκειμένου να παρέμβει στη διάρθρωση των τιμών της αγοράς. Στο έκτο μέρος του παρόντος βιβλίου θα καταδειχθεί ποιες πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι οι αναπόφευκτες συνέπειες μιας τέτοιας παρεμβατικής πολιτικής.
It is no less vain to ponder on what prices ought to be. Everybody is pleased if the prices of things he wants to buy drop and the prices of the things he wants to sell rise. In expressing such wishes a man is sincere if he admits that his point of view is personal. It is another question whether, from his personal point of view, he would be well advised to prompt the government to use its power of coercion and oppression to interfere with the market’s price structure. It will be shown in the sixth part of this book what the inescapable consequences of such a policy of interventionism must be.
Αυταπατάται, όμως, κανείς ή εξαπατά τους άλλους όταν αποκαλεί τέτοιες επιθυμίες και αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις φωνή της αντικειμενικής αλήθειας. Στην ανθρώπινη δράση τίποτε άλλο δεν έχει σημασία παρά οι επιθυμίες των διαφόρων ατόμων να επιτύχουν ορισμένους σκοπούς. Ως προς την επιλογή αυτών των σκοπών δεν τίθεται ζήτημα αλήθειας· το μόνο που έχει σημασία είναι η αξία. Οι αξιολογικές κρίσεις είναι κατ’ ανάγκην πάντοτε υποκειμενικές, είτε διατυπώνονται από έναν μόνο άνθρωπο είτε από πολλούς, είτε από έναν ανόητο είτε από έναν καθηγητή ή έναν πολιτικό άνδρα.
But one deludes oneself or practices deception if one calls such wishes and arbitrary value judgments the voice of objective truth. In human action nothing counts but the various individuals’ desires for the attainment of ends. With regard to the choice of these ends there is no question of truth; all that matters is value. Value judgments are necessarily always subjective, whether they are passed by one man only or by many men, by a blockhead, a professor, or a statesman.
Κάθε τιμή που διαμορφώνεται στην αγορά αποτελεί την αναγκαία απόρροια της αλληλεπίδρασης των δυνάμεων που δρουν σε αυτήν, δηλαδή της ζήτησης και της προσφοράς. Όποια και αν είναι η κατάσταση της αγοράς που δημιούργησε την τιμή αυτή, σε σχέση με τη συγκεκριμένη κατάσταση η τιμή είναι πάντοτε πρόσφορη, γνήσια και πραγματική. Δεν μπορεί να είναι υψηλότερη, αν δεν εμφανιστεί κανένας πλειοδότης διατεθειμένος να προσφέρει υψηλότερη τιμή, και δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη, αν δεν εμφανιστεί κανένας πωλητής διατεθειμένος να προσφέρει το αγαθό σε χαμηλότερη τιμή. Μόνον η εμφάνιση τέτοιων προσώπων, έτοιμων να αγοράσουν ή να πωλήσουν, μπορεί να μεταβάλει τις τιμές.
Any price determined on a market is the necessary outgrowth of the interplay of the forces operating, that is, demand and supply. Whatever the market situation which generated this price may be, with regard to it the price is always adequate, genuine, and real. It cannot be higher if no bidder ready to offer a higher price turns up, and it cannot be lower if no seller ready to deliver at a lower price turns up. Only the appearance of such people ready to buy or to sell can alter prices.
Η οικονομική επιστήμη αναλύει την αγοραία διαδικασία που δημιουργεί τις τιμές των εμπορευμάτων, τα μισθολογικά ποσοστά και τα επιτόκια. Δεν διατυπώνει μαθηματικούς τύπους που θα επέτρεπαν σε οποιονδήποτε να υπολογίσει μια «ορθή» τιμή διαφορετική από εκείνη που διαμορφώνεται στην αγορά μέσω της αλληλεπίδρασης αγοραστών και πωλητών.
Economics analyzes the market process which generates commodity prices, wage rates, and interest rates. It does not develop formulas which would enable anybody to compute a “correct” price different from that established on the market by the interaction of buyers and sellers.
Στη βάση πολλών προσπαθειών προσδιορισμού εξωαγοραίων τιμών βρίσκεται η συγκεχυμένη και αντιφατική έννοια του πραγματικού κόστους. Αν το κόστος αποτελούσε κάτι πραγματικό, δηλαδή ένα μέγεθος ανεξάρτητο από τις προσωπικές αξιολογικές κρίσεις, το οποίο θα μπορούσε να διαπιστωθεί και να μετρηθεί αντικειμενικά, τότε ένας αμερόληπτος διαιτητής θα μπορούσε να προσδιορίσει το ύψος του και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ορθή τιμή. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε περισσότερο στον παραλογισμό αυτής της ιδέας. Το κόστος αποτελεί φαινόμενο της αξιολόγησης. Κόστος είναι η αξία που αποδίδεται στην πολυτιμότερη ικανοποίηση ανάγκης η οποία παραμένει απραγματοποίητη, επειδή τα μέσα που απαιτούνται για την επίτευξή της χρησιμοποιούνται για την ικανοποίηση εκείνης της ανάγκης της οποίας το κόστος εξετάζουμε. Σκοπός κάθε παραγωγικής προσπάθειας είναι να επιτευχθεί ένα πλεόνασμα της αξίας του προϊόντος έναντι του κόστους, δηλαδή ένα κέρδος. Το κέρδος είναι η ανταμοιβή της επιτυχούς δράσης. Δεν μπορεί να οριστεί χωρίς αναφορά στην αξιολόγηση. Αποτελεί φαινόμενο της αξιολόγησης και δεν έχει καμία άμεση σχέση με τα φυσικά ή άλλα φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου.
At the bottom of many efforts to determine nonmarket prices is the confused and contradictory notion of real costs. If costs were a real thing, i.e., a quantity independent of personal value judgments and objectively discernible and measurable, it would be possible for a disinterested arbiter to determine their height and thus the correct price. There is no need to dwell any longer on the absurdity of this idea. Costs are a phenomenon of valuation. Costs are the value attached to the most valuable wantsatisfaction which remains unsatisfied because the means required for its satisfaction are employed for that want-satisfaction the cost of which we are dealing with. The attainment of an excess of the value of the product over the costs, a profit, is the goal of every production effort. Profit is the payoff of successful action. It cannot be defined without reference to valuation. It is a phenomenon of valuation and has no direct relation to physical and other phenomena of the external world.
Η οικονομική ανάλυση δεν μπορεί παρά να αναγάγει όλα τα στοιχεία του κόστους σε αξιολογικές κρίσεις. Οι σοσιαλιστές και οι παρεμβατιστές χαρακτηρίζουν το επιχειρηματικό κέρδος, τον τόκο επί του κεφαλαίου και την έγγεια πρόσοδο «μη δεδουλευμένα εισοδήματα», επειδή θεωρούν ότι μόνο ο μόχθος και η καταπόνηση του εργαζομένου είναι πραγματικά και άξια ανταμοιβής. Η πραγματικότητα, ωστόσο, δεν ανταμείβει τον μόχθο και την καταπόνηση. Αν ο μόχθος και η καταπόνηση καταβάλλονται σύμφωνα με ορθά καταστρωμένα σχέδια, το αποτέλεσμά τους αυξάνει τα διαθέσιμα μέσα για την ικανοποίηση αναγκών. Ό,τι και αν θεωρούν ορισμένοι δίκαιο και εύλογο, το μόνο κρίσιμο ερώτημα παραμένει πάντοτε το ίδιο: ποιο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης είναι καταλληλότερο για την επίτευξη εκείνων των σκοπών για τους οποίους οι άνθρωποι είναι διατεθειμένοι να υποστούν μόχθο και καταπόνηση; Το ερώτημα είναι: οικονομία της αγοράς ή σοσιαλισμός; Τρίτη λύση δεν υπάρχει. Η έννοια μιας οικονομίας της αγοράς με εξωαγοραίες τιμές είναι παράλογη. Η ίδια η ιδέα των τιμών κόστους είναι ανεφάρμοστη. Ακόμη και αν η μέθοδος καθορισμού τιμών βάσει του κόστους εφαρμοστεί μόνο στα επιχειρηματικά κέρδη, παραλύει την αγορά. Αν τα εμπορεύματα και οι υπηρεσίες πρέπει να πωλούνται κάτω από την τιμή που θα είχε διαμορφώσει γι’ αυτά η αγορά, η προσφορά υπολείπεται πάντοτε της ζήτησης. Τότε η αγορά δεν μπορεί να προσδιορίσει ούτε τι πρέπει και τι δεν πρέπει να παραχθεί ούτε σε ποιους πρέπει να περιέλθουν τα εμπορεύματα και οι υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα είναι το χάος.
Economic analysis cannot help reducing all items of cost to value judgments. The socialists and interventionists call entrepreneurial profit, interest on capital, and rent of land “unearned” because they consider that only the toil and trouble of the worker is real and worthy of being rewarded. However, reality does not reward toil and trouble. If toil and trouble is expended according to well-conceived plans, its outcome increases the means available for want-satisfaction. Whatever some people may consider as just and fair, the only relevant question is always the same. What alone matters is which system of social organization is better suited to attain those ends for which people are ready to expend toil and trouble. The question is market economy, or socialism? There is no third solution. The notion of a market economy with nonmarket prices is absurd. The very idea of cost prices is unrealizable. Even if the cost price formula is applied only to entrepreneurial profits, it paralyzes the market. If commodities and services are to be sold below the price the market would have determined for them, supply always lags behind demand. Then the market can neither determine what should or should not be produced, nor to whom the commodities and services should go. Chaos results.
Αυτό ισχύει και για τις μονοπωλιακές τιμές. Είναι εύλογο να απέχει κανείς από κάθε πολιτική που θα μπορούσε να οδηγήσει στην εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών. Είτε, όμως, οι μονοπωλιακές τιμές προκαλούνται από τέτοιες φιλομονοπωλιακές κυβερνητικές πολιτικές είτε εμφανίζονται παρά την απουσία τους, καμία δήθεν «εξακρίβωση των πραγματικών δεδομένων» και καμία θεωρητική εικοτολογία του γραφείου δεν μπορεί να ανακαλύψει κάποια άλλη τιμή στην οποία η ζήτηση και η προσφορά θα εξισώνονταν. Η αποτυχία όλων των πειραμάτων για την εξεύρεση ικανοποιητικής λύσης στο πρόβλημα του χωρικά περιορισμένου μονοπωλίου των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας αποδεικνύει σαφώς αυτή την αλήθεια.
This refers also to monopoly prices. It is reasonable to abstain from all policies which could result in the emergence of monopoly prices. But whether monopoly prices are brought about by such promonopoly government policies or in spite of the absence of such policies, no alleged “fact finding” and no armchair speculation can discover another price at which demand and supply would become equal. The failure of all experiments to find a satisfactory solution for the limited-space monopoly of public utilities clearly proves this truth.
Η ίδια η ουσία των τιμών συνίσταται στο ότι αυτές αποτελούν απόρροια των ενεργειών ατόμων και ομάδων ατόμων που δρουν για δικό τους λογαριασμό. Η καταλλακτική έννοια των ανταλλακτικών σχέσεων και των τιμών αποκλείει καθετί που αποτελεί αποτέλεσμα των ενεργειών μιας κεντρικής αρχής ή ανθρώπων οι οποίοι καταφεύγουν στη βία και στις απειλές εξ ονόματος της κοινωνίας, του κράτους ή μιας ένοπλης ομάδας πίεσης. Όταν δηλώνουμε ότι δεν αποτελεί έργο της κυβέρνησης ο καθορισμός των τιμών, δεν υπερβαίνουμε τα όρια της λογικής σκέψης. Μια κυβέρνηση δεν μπορεί να καθορίσει τιμές περισσότερο απ’ όσο μια χήνα μπορεί να γεννήσει αυγά κότας.
It is the very essence of prices that they are the offshoot of the actions of individuals and groups of individuals acting on their own behalf. The catallactic concept of exchange ratios and prices precludes anything that is the effect of actions of a central authority, of people resorting to violence and threats in the name of society or the state or of an armed pressure group. In declaring that it is not the business of the government to determine prices, we do not step beyond the borders of logical thinking. A government can no more determine prices than a goose can lay hen’s eggs.
Μπορούμε να συλλάβουμε νοητικά ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο δεν υπάρχουν καθόλου τιμές, όπως μπορούμε επίσης να συλλάβουμε κυβερνητικά διατάγματα που αποβλέπουν στον καθορισμό των τιμών σε επίπεδο διαφορετικό από εκείνο που θα προσδιόριζε η αγορά. Ένα από τα καθήκοντα της οικονομικής επιστήμης είναι να μελετά τα προβλήματα που αυτά συνεπάγονται. Ακριβώς, όμως, επειδή θέλουμε να εξετάσουμε αυτά τα προβλήματα, είναι αναγκαίο να διακρίνουμε σαφώς τις τιμές από τα κυβερνητικά διατάγματα. Οι τιμές προσδιορίζονται, εξ ορισμού, από τις αγορές και τις πωλήσεις των ανθρώπων ή από την αποχή τους από την αγορά και την πώληση. Δεν πρέπει να συγχέονται με τις επιταγές που εκδίδουν οι κυβερνήσεις ή άλλοι φορείς οι οποίοι επιβάλλουν τις εντολές τους μέσω ενός μηχανισμού εξαναγκασμού και καταναγκασμού.27
We can think of a social system in which there are no prices at all, and we can think of government decrees which aim at fixing prices at a height different from that which the market would determine. It is one of the tasks of economics to study the problems implied. However, precisely because we want to examine these problems it is necessary clearly to distinguish between prices and government decrees. Prices are by definition determined by peoples’ buying and selling or abstention from buying and selling. They must not be confused with fiats issued by governments or other agencies enforcing their orders by an apparatus of coercion and compulsion.[25]
← Κεφάλαιο 15: Η ΑΓΟΡΑΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 17: ΕΜΜΕΣΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ →