Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 17: ΕΜΜΕΣΗ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 16: ΟΙ ΤΙΜΕΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 18: Η ΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Η διαπροσωπική ανταλλαγή αποκαλείται έμμεση ανταλλαγή όταν, μεταξύ των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών των οποίων η αμοιβαία ανταλλαγή αποτελεί τον τελικό σκοπό της συναλλαγής, παρεμβάλλονται ένα ή περισσότερα μέσα ανταλλαγής. Αντικείμενο της θεωρίας της έμμεσης ανταλλαγής είναι η μελέτη της ανταλλακτικής σχέσης μεταξύ, αφενός, των μέσων ανταλλαγής και, αφετέρου, των αγαθών και των υπηρεσιών όλων των τάξεων. Οι προτάσεις της θεωρίας της έμμεσης ανταλλαγής αναφέρονται σε όλες τις περιπτώσεις έμμεσης ανταλλαγής και σε όλα τα πράγματα που χρησιμοποιούνται ως μέσα ανταλλαγής.
INTERPERSONAL exchange is called indirect exchange if, between the commodities and services the reciprocal exchange of which is the ultimate end of exchanging, one or several media of exchange are interposed. The subject matter of the theory of indirect exchange is the study of the ratios of exchange between the media of exchange on the one hand and the goods and services of all orders on the other hand. The statements of the theory of indirect exchange refer to all instances of indirect exchange and to all things which are employed as media of exchange.
Ένα μέσο ανταλλαγής που χρησιμοποιείται ευρέως με αυτή την ιδιότητα αποκαλείται χρήμα. Η έννοια του χρήματος είναι ασαφής, επειδή ο ορισμός της παραπέμπει στον ασαφή όρο «χρησιμοποιείται ευρέως». Υπάρχουν οριακές περιπτώσεις στις οποίες δεν μπορεί να κριθεί αν ένα μέσο ανταλλαγής χρησιμοποιείται ή όχι «ευρέως» και αν, συνεπώς, πρέπει να αποκληθεί χρήμα. Αυτή, όμως, η ασάφεια ως προς την έκταση της έννοιας του χρήματος δεν επηρεάζει με κανέναν τρόπο την ακρίβεια και την αυστηρότητα που απαιτεί η πραξεολογική θεωρία. Διότι όλα όσα μπορούν να κατηγορηθούν για το χρήμα ισχύουν για κάθε μέσο ανταλλαγής. Είναι, επομένως, αδιάφορο αν διατηρεί κανείς τον παραδοσιακό όρο «θεωρία του χρήματος» ή αν τον αντικαθιστά με κάποιον άλλον. Η θεωρία του χρήματος ήταν και εξακολουθεί πάντοτε να είναι η θεωρία της έμμεσης ανταλλαγής και του μέσου ανταλλαγής.1
A medium of exchange which is commonly used as such is called money. The notion of money is vague, as its definition refers to the vague term “commonly used.” There are borderline cases in which it cannot be decided whether a medium of exchange is or is not “commonly” used and should be called money. But this vagueness in the denotation of money in no way affects the exactitude and precision required by praxeological theory. For all that is to be predicated of money is valid for every medium of exchange. It is therefore immaterial whether one preserves the traditional term theory of money or substitutes for it another term. The theory of money was and is always the theory of indirect exchange and of the media of exchange.[1]
2. Παρατηρήσεις σχετικά με ορισμένες ευρέως διαδεδομένες πλάνες
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. Observations on Some Widespread Errors
Οι ολέθριες πλάνες των δημοφιλών νομισματικών δοξασιών, οι οποίες παρέσυραν σε εσφαλμένη κατεύθυνση τη νομισματική πολιτική σχεδόν όλων των κυβερνήσεων, δύσκολα θα είχαν εμφανιστεί αν πολλοί οικονομολόγοι δεν είχαν διαπράξει και οι ίδιοι σφάλματα κατά την εξέταση των νομισματικών ζητημάτων και δεν επέμεναν πεισματικά σε αυτά.
The fateful errors of popular monetary doctrines which have led astray the monetary policies of almost all governments would hardly have come into existence if many economists had not themselves committed blunders in dealing with monetary issues and did not stubbornly cling to them.
Πρώτη απ’ όλες είναι η νόθα ιδέα της υποτιθέμενης ουδετερότητας του χρήματος.2 Παράγωγο αυτής της θεωρίας υπήρξε η έννοια του «επιπέδου» των τιμών, το οποίο υποτίθεται ότι αυξάνεται ή μειώνεται αναλογικά προς την αύξηση ή τη μείωση της ποσότητας του χρήματος που βρίσκεται σε κυκλοφορία. Δεν έγινε αντιληπτό ότι οι μεταβολές στην ποσότητα του χρήματος δεν μπορούν ποτέ να επηρεάσουν τις τιμές όλων των αγαθών και υπηρεσιών ταυτοχρόνως και στον ίδιο βαθμό. Ούτε έγινε αντιληπτό ότι οι μεταβολές στην αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας συνδέονται κατ’ ανάγκην με μεταβολές στις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ εκείνων που αγοράζουν και εκείνων που πωλούν.
Προκειμένου να αποδειχθεί η θεωρία σύμφωνα με την οποία η ποσότητα του χρήματος και οι τιμές αυξάνονται και μειώνονται αναλογικά, υιοθετήθηκε κατά την πραγμάτευση της θεωρίας του χρήματος μια μέθοδος εντελώς διαφορετική από εκείνη που εφαρμόζει η σύγχρονη οικονομική επιστήμη στην εξέταση όλων των άλλων προβλημάτων της. Αντί να εκκινήσουν από τις ενέργειες των ατόμων, όπως οφείλει ανεξαιρέτως να πράττει η καταλλακτική, κατασκευάστηκαν μαθηματικοί τύποι που αποσκοπούσαν να περιλάβουν το σύνολο της οικονομίας της αγοράς. Στοιχεία αυτών των τύπων ήταν: η συνολική προσφορά χρήματος που είναι διαθέσιμη στη Volkswirtschaft· ο όγκος των συναλλαγών, δηλαδή το χρηματικό ισοδύναμο όλων των μεταβιβάσεων εμπορευμάτων και υπηρεσιών που πραγματοποιούνται στη Volkswirtschaft· η μέση ταχύτητα κυκλοφορίας των νομισματικών μονάδων· και το επίπεδο των τιμών. Οι τύποι αυτοί φαίνονταν να αποδεικνύουν την ορθότητα της θεωρίας του επιπέδου των τιμών. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτός ολόκληρος ο τρόπος συλλογισμού αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση κυκλικής επιχειρηματολογίας. Διότι η εξίσωση των συναλλαγών ενσωματώνει ήδη τις θεωρίες περί επιπέδου των τιμών τις οποίες επιχειρεί να αποδείξει. Ουσιαστικά δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μαθηματική διατύπωση της αστήρικτης θεωρίας ότι οι μεταβολές της ποσότητας του χρήματος και των τιμών είναι αναλογικές.
There is first of all the spurious idea of the supposed neutrality of money.[2] An outgrowth of this doctrine was the notion of the “level” of prices that rises or falls proportionately with the increase or decrease in the quantity of money in circulation. It was not realized that changes in the quantity of money can never effect the prices of all goods and services at the same time and to the same extent. Nor was it realized that changes in the purchasing power of the monetary unit are necessarily linked with changes in the mutual relations between those buying and selling. In order to prove the doctrine that the quantity of money and prices rise and fall proportionately, recourse was had in dealing with the theory of money to a procedure entirely different from that modern economics applies in dealing with all its other problems. Instead of starting from the actions of individuals, as catallactics must do without exception, formulas were constructed designed to comprehend the whole of the market economy. Elements of these formulas were: the total supply of money available in the Volkswirtschaft; the volume of trade—i.e., the money equivalent of all transfers of commodities and services as effected in the Volkswirtschaft; the average velocity of circulation of the monetary units; the level of prices. These formulas seemingly provided evidence of the correctness of the price level doctrine. In fact, however, this whole mode of reasoning is a typical case of arguing in a circle. For the equation of exchange already involves the level doctrines which it tries to prove. It is essentially nothing but a mathematical expression of the—untenable—doctrine that there is proportionality in the movements of the quantity of money and of prices.
Κατά την ανάλυση της εξίσωσης των συναλλαγών θεωρείται ότι ένα από τα στοιχεία της —η συνολική προσφορά χρήματος, ο όγκος των συναλλαγών ή η ταχύτητα κυκλοφορίας— μεταβάλλεται, χωρίς να εξετάζεται πώς επέρχονται αυτές οι μεταβολές. Δεν αναγνωρίζεται ότι οι μεταβολές αυτών των μεγεθών δεν εμφανίζονται στη Volkswirtschaft ως τέτοια, αλλά στις συνθήκες υπό τις οποίες ενεργούν οι επιμέρους δρώντες, και ότι η αλληλεπίδραση των αντιδράσεών τους είναι εκείνη που επιφέρει τις μεταβολές στη διάρθρωση των τιμών. Οι μαθηματικοί οικονομολόγοι αρνούνται να εκκινήσουν από τη ζήτηση και την προσφορά χρήματος εκ μέρους των διαφόρων ατόμων. Αντ’ αυτών, εισάγουν τη νόθα έννοια της ταχύτητας κυκλοφορίας, διαμορφωμένη σύμφωνα με τα πρότυπα της μηχανικής.
In analyzing the equation of exchange one assumes that one of its elements—total supply of money, volume of trade, velocity of circulation— changes, without asking how such changes occur. It is not recognized that changes in these magnitudes do not emerge in the Volkswirtschaft as such, but in the individual actors’ conditions, and that it is the interplay of the reactions of these actors that results in alterations of the price structure. The mathematical economists refuse to start from the various individuals’ demand for and supply of money. They introduce instead the spurious notion of velocity of circulation fashioned according to the patterns of mechanics.
Στο σημείο αυτό του συλλογισμού μας δεν χρειάζεται να εξετάσουμε αν οι μαθηματικοί οικονομολόγοι έχουν ή όχι δίκιο όταν υποθέτουν ότι οι υπηρεσίες που παρέχει το χρήμα συνίστανται εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στη μεταβίβασή του, στην κυκλοφορία του. Ακόμη και αν αυτό ήταν αληθές, θα εξακολουθούσε να είναι εσφαλμένη η εξήγηση της αγοραστικής δύναμης —της τιμής— της νομισματικής μονάδας με βάση τις υπηρεσίες που αυτή παρέχει. Οι υπηρεσίες που παρέχουν το νερό, το ουίσκι και ο καφές δεν εξηγούν τις τιμές που καταβάλλονται γι’ αυτά τα πράγματα. Εξηγούν μόνο γιατί οι άνθρωποι, στον βαθμό που αναγνωρίζουν αυτές τις υπηρεσίες και υπό ορισμένες περαιτέρω προϋποθέσεις, ζητούν συγκεκριμένες ποσότητες αυτών των πραγμάτων. Εκείνο που επηρεάζει πάντοτε τη διάρθρωση των τιμών είναι η ζήτηση και όχι η αντικειμενική αξία χρήσης.
There is at this point of our reasoning no need to deal with the question of whether or not the mathematical economists are right in assuming that the services rendered by money consist wholly or essentially in its turnover, in its circulation. Even if this were true, it would still be faulty to explain the purchasing power—the price—of the monetary unit on the basis of its services. The services rendered by water, whisky, and coffee do not explain the prices paid for these things. What they explain is only why people, as far as they recognize these services, under certain further conditions demand definite quantities of these things. It is always demand that influences the price structure, not the objective value in use.
Είναι αλήθεια ότι, ως προς το χρήμα, το έργο της καταλλακτικής είναι ευρύτερο απ’ ό,τι ως προς τα πωλήσιμα αγαθά. Δεν αποτελεί έργο της καταλλακτικής, αλλά της ψυχολογίας και της φυσιολογίας, να εξηγήσει γιατί οι άνθρωποι επιδιώκουν να εξασφαλίσουν τις υπηρεσίες που μπορούν να τους παράσχουν τα διάφορα πωλήσιμα εμπορεύματα. Ως προς το χρήμα, όμως, η εξέταση αυτού του ζητήματος αποτελεί έργο της καταλλακτικής. Μόνον η καταλλακτική μπορεί να μας πει ποια πλεονεκτήματα αναμένει ένας άνθρωπος από τη διακράτηση χρήματος. Δεν είναι, ωστόσο, αυτά τα αναμενόμενα πλεονεκτήματα που προσδιορίζουν την αγοραστική δύναμη του χρήματος. Η επιθυμία εξασφάλισης αυτών των πλεονεκτημάτων αποτελεί απλώς έναν από τους παράγοντες που δημιουργούν τη ζήτηση χρήματος. Εκείνο που διαδραματίζει ρόλο στη διαμόρφωση των ανταλλακτικών σχέσεων της αγοράς είναι η ζήτηση —ένα υποκειμενικό στοιχείο του οποίου η ένταση προσδιορίζεται εξ ολοκλήρου από αξιολογικές κρίσεις— και όχι κάποιο αντικειμενικό γεγονός ή κάποια ικανότητα πρόκλησης ορισμένου αποτελέσματος.
It is true that with regard to money the task of catallactics is broader than with regard to vendible goods. It is not the task of catallactics, but of psychology and physiology, to explain why people are intent on securing the services which the various vendible commodities can render. It is a task of catallactics, however, to deal with this question with regard to money. Catallactics alone can tell us what advantages a man expects from holding money. But it is not these expected advantages which determine the purchasing power of money. The eagerness to secure these advantages is only one of the factors in bringing about the demand for money. It is demand, a subjective element whose intensity is entirely determined by value judgments, and not any objective fact, any power to bring about a certain effect, that plays a role in the formation of the market’s exchange ratios.
Η ανεπάρκεια της εξίσωσης των συναλλαγών και των βασικών στοιχείων της έγκειται στο ότι εξετάζουν τα φαινόμενα της αγοράς από ολιστική σκοπιά. Παραπλανώνται από την προσήλωσή τους στην έννοια της Volkswirtschaft. Εκεί, όμως, όπου υπάρχει Volkswirtschaft με την αυστηρή έννοια του όρου, δεν υπάρχει ούτε αγορά ούτε τιμές ούτε χρήμα. Σε μια αγορά υπάρχουν μόνον άτομα ή ομάδες ατόμων που δρουν συντονισμένα. Εκείνο που παρακινεί αυτούς τους δρώντες είναι οι δικές τους μέριμνες και όχι οι μέριμνες ολόκληρης της οικονομίας της αγοράς. Αν έννοιες όπως ο όγκος των συναλλαγών και η ταχύτητα κυκλοφορίας έχουν κάποιο νόημα, τότε αναφέρονται στη συνισταμένη των ενεργειών των ατόμων. Δεν επιτρέπεται να καταφεύγουμε σε αυτές τις έννοιες για να εξηγήσουμε τις ενέργειες των ατόμων.
Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να θέσει η καταλλακτική ως προς τις μεταβολές στη συνολική ποσότητα του χρήματος που είναι διαθέσιμη στο σύστημα της αγοράς είναι με ποιον τρόπο οι μεταβολές αυτές επηρεάζουν τη συμπεριφορά των διαφόρων ατόμων. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη δεν ρωτά ποια είναι η αξία του «σιδήρου» ή του «ψωμιού», αλλά ποια είναι η αξία ενός συγκεκριμένου τεμαχίου σιδήρου ή μιας συγκεκριμένης ποσότητας ψωμιού για ένα δρών άτομο, σε ορισμένο χρόνο και τόπο. Δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει την ίδια μέθοδο και ως προς το χρήμα. Η εξίσωση των συναλλαγών είναι ασυμβίβαστη με τις θεμελιώδεις αρχές της οικονομικής σκέψης. Αποτελεί υποτροπή στον τρόπο σκέψης εποχών κατά τις οποίες οι άνθρωποι αδυνατούσαν να κατανοήσουν τα πραξεολογικά φαινόμενα, επειδή ήταν προσκολλημένοι σε ολιστικές αντιλήψεις. Είναι στείρα, όπως στείρες ήταν και οι εικοτολογίες παλαιότερων εποχών σχετικά με την αξία του «σιδήρου» και του «ψωμιού» εν γένει.
The deficiency of the equation of exchange and its basic elements is that they look at market phenomena from a holistic point of view. They are deluded by their prepossession with the Volkswirtschaft notion. But where there is, in the strict sense of the term, a Volkswirtschaft, there is neither a market nor prices and money. On a market there are only individuals or groups of individuals acting in concert. What motivates these actors is their own concerns, not those of the whole market economy. If there is any sense in such notions as volume of trade and velocity of circulation, then they refer to the resultant of the individuals’ actions. It is not permissible to resort to these notions in order to explain the actions of the individuals. The first question that catallactics must raise with regard to changes in the total quantity of money available in the market system is how such changes affect the various individuals’ conduct. Modern economics does not ask what “iron” or “bread” is worth, but what a definite piece of iron or of bread is worth to an acting individual at a definite date and a definite place. It cannot help proceeding in the same way with regard to money. The equation of exchange is incompatible with the fundamental principles of economic thought, It is a relapse to the thinking of ages in which people failed to comprehend praxeological phenomena because they were committed to holistic notions. It is sterile, as were the speculations of earlier ages concerning the value of “iron” and “bread” in general.
Η θεωρία του χρήματος αποτελεί ουσιώδες μέρος της καταλλακτικής θεωρίας. Πρέπει να εξετάζεται με τον ίδιο τρόπο που εφαρμόζεται σε όλα τα άλλα καταλλακτικά προβλήματα.
The theory of money is an essential part of the catallactic theory. It must be dealt with in the same manner which is applied to all other catallactic problems.
Ως προς την εμπορευσιμότητα των διαφόρων εμπορευμάτων και υπηρεσιών επικρατούν σημαντικές διαφορές. Υπάρχουν αγαθά για τα οποία δεν είναι δύσκολο να βρεθούν ενδιαφερόμενοι πρόθυμοι να καταβάλουν το υψηλότερο αντίτιμο που μπορεί ενδεχομένως να επιτευχθεί υπό τις δεδομένες συνθήκες ή ένα ελάχιστα μόνο χαμηλότερο αντίτιμο. Υπάρχουν άλλα αγαθά για τα οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθεί γρήγορα αγοραστής, ακόμη και αν ο πωλητής είναι διατεθειμένος να αρκεστεί σε αντάλλαγμα πολύ μικρότερο από εκείνο που θα μπορούσε να αποκομίσει αν κατόρθωνε να βρει άλλον ενδιαφερόμενο με εντονότερη ζήτηση. Αυτές ακριβώς οι διαφορές ως προς την εμπορευσιμότητα των διαφόρων εμπορευμάτων και υπηρεσιών δημιούργησαν την έμμεση ανταλλαγή.
Ένας άνθρωπος ο οποίος, κατά τη δεδομένη στιγμή, δεν μπορεί να αποκτήσει ό,τι επιθυμεί για τις ανάγκες του νοικοκυριού ή της επιχείρησής του, ή ο οποίος δεν γνωρίζει ακόμη ποια αγαθά θα χρειαστεί στο αβέβαιο μέλλον, προσεγγίζει περισσότερο τον τελικό του σκοπό αν ανταλλάξει ένα λιγότερο εμπορεύσιμο αγαθό, το οποίο επιθυμεί να διαθέσει, με ένα περισσότερο εμπορεύσιμο. Ενδέχεται επίσης οι φυσικές ιδιότητες του εμπορεύματος που επιθυμεί να διαθέσει —όπως, παραδείγματος χάριν, η φθαρτότητά του, το κόστος αποθήκευσής του ή άλλες παρόμοιες περιστάσεις— να τον ωθούν να μην περιμένει περισσότερο. Ενίοτε μπορεί να παρακινείται να επισπεύσει τη διάθεση του συγκεκριμένου αγαθού επειδή φοβάται την υποχώρηση της αγοραίας αξίας του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις βελτιώνει τη θέση του αποκτώντας ένα περισσότερο εμπορεύσιμο αγαθό, ακόμη και αν το αγαθό αυτό δεν είναι κατάλληλο να ικανοποιήσει άμεσα καμία δική του ανάγκη.
In the marketability of the various commodities and services there prevail considerable differences. There are goods for which it is not difficult to find applicants ready to disburse the highest recompense which, under the given state of affairs, can possibly be obtained, or a recompense only slightly smaller. There are other goods for which it is very hard to find a customer quickly, even if the vendor is ready to be content with a compensation much smaller than he could reap if he could find another aspirant whose demand is more intense. It is these differences in the marketability of the various commodities and services which created indirect exchange. A man who at the instant cannot acquire what he wants to get for the conduct of his own household or business, or who does not yet know what kind of goods he will need in the uncertain future, comes nearer to his ultimate goal if he exchanges a less marketable good he wants to trade against a more marketable one. It may also happen that the physical properties of the merchandise he wants to give away (as, for instance, its perishability or the costs incurred by its storage or similar circumstances) impel him not to wait longer. Sometimes he may be prompted to hurry in giving away the good concerned because he is afraid of a deterioration of its market value. In all such cases he improves his own situation in acquiring a more marketable good, even if this good is not suitable to satisfy directly any of his own needs.
Μέσο ανταλλαγής είναι ένα αγαθό το οποίο οι άνθρωποι αποκτούν όχι για δική τους κατανάλωση ούτε για χρησιμοποίηση στις δικές τους παραγωγικές δραστηριότητες, αλλά με την πρόθεση να το ανταλλάξουν αργότερα με εκείνα τα αγαθά που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν είτε για κατανάλωση είτε για παραγωγή.
A medium of exchange is a good which people acquire neither for their own consumption nor for employment in their own production activities, but with the intention of exchanging it at a later date against those goods which they want to use either for consumption or for production.
Το χρήμα είναι μέσο ανταλλαγής. Είναι το εμπορευσιμότερο αγαθό, το οποίο οι άνθρωποι αποκτούν επειδή επιθυμούν να το προσφέρουν σε μεταγενέστερες πράξεις διαπροσωπικής ανταλλαγής. Χρήμα είναι το πράγμα που χρησιμεύει ως γενικώς αποδεκτό και ευρέως χρησιμοποιούμενο μέσο ανταλλαγής. Αυτή είναι η μόνη λειτουργία του. Όλες οι άλλες λειτουργίες που αποδίδουν οι άνθρωποι στο χρήμα αποτελούν απλώς ιδιαίτερες όψεις της πρωταρχικής και μοναδικής λειτουργίας του: της λειτουργίας του ως μέσου ανταλλαγής.3
Money is a medium of exchange. It is the most marketable good which people acquire because they want to offer it in later acts of interpersonal exchange. Money is the thing which serves as the generally accepted and commonly used medium of exchange. This is its only function. All the other functions which people ascribe to money are merely particular aspects of its primary and sole function, that of a medium of exchange.[3]
Τα μέσα ανταλλαγής είναι οικονομικά αγαθά. Βρίσκονται σε στενότητα και υπάρχει ζήτηση γι’ αυτά. Στην αγορά υπάρχουν άνθρωποι που επιθυμούν να τα αποκτήσουν και είναι πρόθυμοι να ανταλλάξουν αγαθά και υπηρεσίες με αυτά. Τα μέσα ανταλλαγής έχουν ανταλλακτική αξία. Οι άνθρωποι υποβάλλονται σε θυσίες για να τα αποκτήσουν· καταβάλλουν «τιμές» γι’ αυτά. Η ιδιομορφία αυτών των τιμών έγκειται απλώς στο γεγονός ότι δεν μπορούν να εκφραστούν σε χρηματικούς όρους. Αναφορικά με τα πωλήσιμα αγαθά και τις υπηρεσίες μιλούμε για τιμές ή χρηματικές τιμές. Αναφορικά με το χρήμα μιλούμε για την αγοραστική του δύναμη ως προς τα διάφορα πωλήσιμα αγαθά.
Media of exchange are economic goods. They are scarce; there is a demand for them. There are on the market people who desire to acquire them and are ready to exchange goods and services against them. Media of exchange have value in exchange. People make sacrifices for their acquisition; they pay “prices” for them. The peculiarity of these prices lies merely in the fact that they cannot be expressed in terms of money. In reference to the vendible goods and services we speak of prices or of money prices. In reference to money we speak of its purchasing power with regard to various vendible goods.
Υπάρχει ζήτηση για μέσα ανταλλαγής επειδή οι άνθρωποι επιθυμούν να διατηρούν ένα απόθεμά τους. Κάθε μέλος μιας κοινωνίας της αγοράς επιθυμεί να έχει ορισμένη ποσότητα χρήματος στην τσέπη ή στο ταμείο του, δηλαδή να διατηρεί ένα ορισμένου ύψους χρηματικό υπόλοιπο. Άλλοτε επιθυμεί να διατηρεί μεγαλύτερο χρηματικό υπόλοιπο και άλλοτε μικρότερο· σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί ακόμη και να παραιτηθεί από οποιαδήποτε διακράτηση χρήματος. Εν πάση περιπτώσει, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων δεν επιδιώκει μόνο να κατέχει διάφορα πωλήσιμα αγαθά· επιθυμεί εξίσου να διακρατεί χρήμα. Το χρηματικό τους υπόλοιπο δεν αποτελεί απλώς ένα κατάλοιπο, ένα αδιάθετο υπόλοιπο του πλούτου τους. Δεν είναι ένα ακούσιο περίσσευμα που απέμεινε μετά την ολοκλήρωση όλων των εκούσιων πράξεων αγοράς και πώλησης. Το ύψος του προσδιορίζεται από μια συνειδητή ζήτηση για χρηματικό υπόλοιπο. Όπως και με όλα τα άλλα αγαθά, οι μεταβολές στη σχέση μεταξύ ζήτησης και προσφοράς χρήματος είναι εκείνες που προκαλούν μεταβολές στην ανταλλακτική σχέση μεταξύ του χρήματος και των πωλήσιμων αγαθών.
There exists a demand for media of exchange because people want to keep a store of them. Every member of a market society wants to have a definite amount of money in his pocket or box, a cash holding or cash balance of a definite height. Sometimes he wants to keep a larger cash holding, sometimes a smaller; in exceptional cases he may even renounce any cash holding. At any rate, the immense majority of people aim not only to own various vendible goods; they want no less to hold money. Their cash holding is not merely a residuum, an unspent margin of their wealth. It is not an unintentional remainder left over after all intentional acts of buying and selling have been consummated. Its amount is determined by a deliberate demand for cash. And as with all other goods it is the changes in the relation between demand for and supply of money that bring about changes in the exchange ratio between money and the vendible goods.
Κάθε χρηματική μονάδα ανήκει σε κάποιο από τα μέλη της οικονομίας της αγοράς. Η μεταβίβαση του χρήματος από τον έλεγχο ενός δρώντος στον έλεγχο κάποιου άλλου είναι χρονικά άμεση και συνεχής. Δεν υπάρχει κανένα κλάσμα χρόνου κατά το οποίο το χρήμα δεν αποτελεί μέρος του χρηματικού υπολοίπου ενός ατόμου ή μιας επιχείρησης, αλλά βρίσκεται απλώς σε «κυκλοφορία».4 Δεν είναι ορθό να γίνεται διάκριση μεταξύ κυκλοφορούντος και αδρανούς χρήματος. Εξίσου εσφαλμένη είναι η διάκριση μεταξύ κυκλοφορούντος και αποθησαυρισμένου χρήματος.
Αυτό που αποκαλείται αποθησαυρισμός είναι ένα ύψος χρηματικού υπολοίπου το οποίο —σύμφωνα με την προσωπική κρίση ενός παρατηρητή— υπερβαίνει εκείνο που θεωρείται φυσιολογικό και ενδεδειγμένο. Ο αποθησαυρισμός, ωστόσο, δεν παύει να αποτελεί διακράτηση χρήματος. Το αποθησαυρισμένο χρήμα εξακολουθεί να είναι χρήμα και, μέσα στον θησαυρό, εξυπηρετεί τους ίδιους σκοπούς που εξυπηρετεί και στα χρηματικά υπόλοιπα τα οποία αποκαλούνται φυσιολογικά. Εκείνος που αποθησαυρίζει χρήμα πιστεύει ότι ορισμένες ειδικές συνθήκες καθιστούν σκόπιμη τη συσσώρευση χρηματικού υπολοίπου που υπερβαίνει το ποσό το οποίο θα διατηρούσε ο ίδιος υπό διαφορετικές συνθήκες, το ποσό που διατηρούν άλλοι άνθρωποι ή εκείνο που θεωρεί προσήκον ένας οικονομολόγος ο οποίος επικρίνει τη συμπεριφορά του. Το γεγονός ότι ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο επηρεάζει τη διαμόρφωση της ζήτησης χρήματος με τον ίδιο τρόπο όπως την επηρεάζει κάθε «φυσιολογική» ζήτηση.
Every piece of money is owned by one of the members of the market economy. The transfer of money from the control of one actor into that of another is temporally immediate and continuous. There is no fraction of time in between in which the money is not a part of an individual’s or a firm’s cash holding, but just in “circulation.”[4] It is unsound to distinguish between circulating and idle money. It is no less faulty to distinguish between circulating money and hoarded money. What is called hoarding is a height of cash holding which—according to the personal opinion of an observer—exceeds what is deemed normal and adequate. However, hoarding is cash holding. Hoarded money is still money and it serves in the hoards the same purposes which it serves in cash holdings called normal. He who hoards money believes that some special conditions make it expedient to accumulate a cash holding which exceeds the amount he himself would keep under different conditions, or other people keep, or an economist censuring his action considers appropriate. That he acts in this way influences the configuration of the demand for money in the same way in which every “normal” demand influences it.
Πολλοί οικονομολόγοι αποφεύγουν να χρησιμοποιούν τους όρους ζήτηση και προσφορά υπό την έννοια της ζήτησης και της προσφοράς χρήματος προς διακράτηση, επειδή φοβούνται μήπως προκληθεί σύγχυση με την τρέχουσα τραπεζική ορολογία. Πράγματι, συνηθίζεται να αποκαλείται ζήτηση χρήματος η ζήτηση βραχυπρόθεσμων δανείων και προσφορά χρήματος η προσφορά τέτοιων δανείων. Κατ’ αντιστοιχία, η αγορά βραχυπρόθεσμων δανείων αποκαλείται χρηματαγορά. Λέγεται ότι το χρήμα είναι σπάνιο όταν επικρατεί τάση ανόδου του επιτοκίου των βραχυπρόθεσμων δανείων και ότι το χρήμα είναι άφθονο όταν το επιτόκιο αυτών των δανείων μειώνεται. Αυτοί οι τρόποι έκφρασης είναι τόσο βαθιά ριζωμένοι, ώστε δεν είναι δυνατόν να επιχειρηθεί η εγκατάλειψή τους. Ευνόησαν, όμως, τη διάδοση ολέθριων πλανών. Έκαναν τους ανθρώπους να συγχέουν τις έννοιες του χρήματος και του κεφαλαίου και να πιστεύουν ότι η αύξηση της ποσότητας του χρήματος θα μπορούσε να μειώσει διαρκώς το επιτόκιο. Ακριβώς, ωστόσο, η κατάφωρη φύση αυτών των πλανών καθιστά απίθανο να προκαλέσει οποιαδήποτε παρανόηση η προτεινόμενη ορολογία. Είναι δύσκολο να υποθέσει κανείς ότι οι οικονομολόγοι θα μπορούσαν να σφάλλουν ως προς τόσο θεμελιώδη ζητήματα.
Many economists avoid applying the terms demand and supply in the sense of demand for and supply of money for cash holding because they fear a confusion with the current terminology as used by the bankers. It is, in fact, customary to call demand for money the demand for short-term loans and supply of money the supply of such loans. Accordingly one calls the market for short-term loans the money market. One says money is scarce if there prevails a tendency toward a rise in the rate of interest for short-term loans, and one says money is plentiful if the rate of interest for such loans is decreasing. These modes of speech are so firmly entrenched that it is out of the question to venture to discard them. But they have favored the spread of fateful errors. They made people confound the notions of money and of capital and believe that increasing the quantity of money could lower the rate of interest lastingly. But it is precisely the crassness of these errors which makes it unlikely that the terminology suggested could create any misunderstanding. It is hard to assume that economists could err with regard to such fundamental issues.
Άλλοι υποστήριξαν ότι δεν πρέπει να γίνεται λόγος για ζήτηση και προσφορά χρήματος, επειδή οι σκοποί όσων ζητούν χρήμα διαφέρουν από τους σκοπούς όσων ζητούν πωλήσιμα εμπορεύματα. Τα εμπορεύματα, λένε, ζητούνται τελικά για κατανάλωση, ενώ το χρήμα ζητείται προκειμένου να διατεθεί σε περαιτέρω πράξεις ανταλλαγής. Ούτε αυτή η ένσταση είναι βάσιμη. Η χρήση ενός μέσου ανταλλαγής από τους ανθρώπους συνίσταται τελικά στη διάθεσή του. Πρωτίστως, όμως, επιδιώκουν να συσσωρεύσουν ορισμένη ποσότητά του, ώστε να είναι έτοιμοι όταν παρουσιαστεί η δυνατότητα πραγματοποίησης μιας αγοράς.
Ακριβώς επειδή οι άνθρωποι δεν επιθυμούν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες τους την ίδια ακριβώς στιγμή κατά την οποία διαθέτουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες που οι ίδιοι προσφέρουν στην αγορά, και ακριβώς επειδή επιθυμούν ή αναγκάζονται να περιμένουν μέχρι να εμφανιστούν ευνοϊκές συνθήκες αγοράς, δεν ανταλλάσσουν άμεσα, αλλά έμμεσα, με την παρεμβολή ενός μέσου ανταλλαγής. Το γεγονός ότι το χρήμα δεν φθείρεται από τη χρήση του και ότι μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες του επί πρακτικά απεριόριστο χρονικό διάστημα αποτελεί σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση της προσφοράς του. Δεν μεταβάλλει, όμως, το γεγονός ότι η αποτίμηση του χρήματος πρέπει να εξηγείται με τον ίδιο τρόπο όπως η αποτίμηση όλων των άλλων αγαθών: μέσω της ζήτησης εκ μέρους εκείνων που επιθυμούν να αποκτήσουν ορισμένη ποσότητά του.
Others maintained that one should not speak of the demand for and supply of money because the aims of those demanding money differ from the aims of those demanding vendible commodities. Commodities, they say, are demanded ultimately for consumption, while money is demanded in order to be given away in further acts of exchange. This objection is no less invalid. The use which people make of a medium of exchange consists eventually in its being given away. But first of all they are eager to accumulate a certain amount of it in order to be ready for the moment in which a purchase may be accomplished. Precisely because people do not want to provide for their own needs right at the instant at which they give away the goods and services they themselves bring to the market, precisely because they want to wait or are forced to wait until propitious conditions for buying appear, they barter not directly but indirectly through the interposition of a medium of exchange. The fact that money is not worn out by the use one makes of it and that it can render its services practically for an unlimited length of time is an important factor in the configuration of its supply. But it does not alter the fact that the appraisement of money is to be explained in the same way as the appraisement of all other goods: by the demand on the part of those who are eager to acquire a definite quantity of it.
Οι οικονομολόγοι επιχείρησαν να απαριθμήσουν τους παράγοντες οι οποίοι, εντός του συνολικού οικονομικού συστήματος, μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν τη ζήτηση χρήματος. Μεταξύ αυτών των παραγόντων συγκαταλέγονται: το μέγεθος του πληθυσμού· ο βαθμός στον οποίο τα επιμέρους νοικοκυριά καλύπτουν τις δικές τους ανάγκες μέσω αυτάρκους παραγωγής και ο βαθμός στον οποίο παράγουν για τις ανάγκες άλλων, πωλώντας τα προϊόντα τους και αγοράζοντας από την αγορά για τη δική τους κατανάλωση· η κατανομή της επιχειρηματικής δραστηριότητας και του διακανονισμού των πληρωμών στις διάφορες εποχές του έτους· καθώς και οι θεσμοί για τον διακανονισμό απαιτήσεων και ανταπαιτήσεων μέσω αμοιβαίου συμψηφισμού, όπως τα γραφεία συμψηφισμού.
Όλοι αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν πράγματι τη ζήτηση χρήματος και το ύψος των χρηματικών υπολοίπων των διαφόρων ατόμων και επιχειρήσεων. Τα επηρεάζουν, όμως, μόνο έμμεσα, μέσω του ρόλου που διαδραματίζουν στις εκτιμήσεις των ανθρώπων σχετικά με τον καθορισμό του ύψους των χρηματικών υπολοίπων που θεωρούν ενδεδειγμένο. Εκείνο που κρίνει πάντοτε το ζήτημα είναι οι αξιολογικές κρίσεις των εμπλεκόμενων ανθρώπων. Οι διάφοροι δρώντες αποφασίζουν ποιο πιστεύουν ότι πρέπει να είναι το κατάλληλο ύψος του χρηματικού τους υπολοίπου. Θέτουν σε εφαρμογή την απόφασή τους παραιτούμενοι από την αγορά εμπορευμάτων, τίτλων και τοκοφόρων απαιτήσεων και πωλώντας τέτοια περιουσιακά στοιχεία ή, αντιστρόφως, αυξάνοντας τις αγορές τους. Ως προς το χρήμα, τα πράγματα δεν διαφέρουν από ό,τι ισχύει για όλα τα άλλα αγαθά και τις υπηρεσίες. Η ζήτηση χρήματος προσδιορίζεται από τη συμπεριφορά των ανθρώπων που επιδιώκουν να το αποκτήσουν για να το εντάξουν στο χρηματικό τους υπόλοιπο.
Economists have tried to enumerate the factors which within the whole economic system may increase or decrease the demand for money. Such factors are: the population figure; the extent to which the individual households provide for their own needs by autarkic production and the extent to which they produce for other people’s needs, selling their products and buying for their own consumption on the market; the distribution of business activity and the settlement of payments over the various seasons of the year; institutions for the settlement of claims and counterclaims by mutual cancellation, such as clearinghouses. All these factors indeed influence the demand for money and the height of the various individuals’ and firms’ cash holding. But they influence them only indirectly by the role they play in the considerations of people concerning the determination of the amount of cash balances they deem appropriate. What decides the matter is always the value judgments of the men concerned. The various actors make up their minds about what they believe the adequate height of their cash holding should be. They carry out their resolution by renouncing the purchase of commodities, securities, and interest-bearing claims, and by selling such assets or conversely by increasing their purchases. With money, things are not different from what they are with regard to all other goods and services. The demand for money is determined by the conduct of people intent upon acquiring it for their cash holding.
Μια άλλη ένσταση που προβλήθηκε κατά της έννοιας της ζήτησης χρήματος ήταν η ακόλουθη: η οριακή χρησιμότητα της χρηματικής μονάδας μειώνεται πολύ βραδύτερα από την οριακή χρησιμότητα των άλλων εμπορευμάτων· πράγματι, η μείωσή της είναι τόσο βραδεία, ώστε μπορεί πρακτικά να αγνοηθεί. Ως προς το χρήμα, κανείς δεν δηλώνει ποτέ ότι η ζήτησή του έχει ικανοποιηθεί και κανείς δεν εγκαταλείπει ποτέ μια ευκαιρία να αποκτήσει περισσότερο χρήμα, εφόσον η απαιτούμενη θυσία δεν είναι υπερβολικά μεγάλη. Επομένως, υποστηρίζεται ότι δεν είναι θεμιτό να θεωρείται περιορισμένη η ζήτηση χρήματος. Η ίδια η έννοια της απεριόριστης ζήτησης είναι, ωστόσο, αντιφατική.
Αυτός ο δημοφιλής συλλογισμός είναι εντελώς εσφαλμένος. Συγχέει τη ζήτηση χρήματος προς διακράτηση με την επιθυμία για περισσότερο πλούτο, εκφρασμένη σε χρηματικούς όρους. Εκείνος που λέει ότι η δίψα του για περισσότερο χρήμα δεν μπορεί ποτέ να σβήσει δεν εννοεί ότι το χρηματικό του υπόλοιπο δεν μπορεί ποτέ να γίνει υπερβολικά μεγάλο. Εκείνο που πράγματι εννοεί είναι ότι δεν μπορεί ποτέ να γίνει αρκετά πλούσιος. Αν περιέλθει στα χέρια του πρόσθετο χρήμα, δεν θα το χρησιμοποιήσει ολόκληρο για να αυξήσει το χρηματικό του υπόλοιπο ή θα χρησιμοποιήσει μόνο ένα μέρος του γι’ αυτόν τον σκοπό. Θα δαπανήσει το πλεόνασμα είτε για άμεση κατανάλωση είτε για επένδυση. Κανείς δεν διακρατεί ποτέ περισσότερο χρήμα από όσο επιθυμεί να έχει ως χρηματικό υπόλοιπο.
Another objection raised against the notion of the demand for money was this: The marginal utility of the money unit decreases much more slowly than that of the other commodities; in fact its decrease is so slow that it can be practically ignored. With regard to money nobody ever says that his demand is satisfied, and nobody ever forsakes an opportunity to acquire more money provided the sacrifice required is not too great. It is therefore impermissible to consider the demand for money as limited. The very notion of an unlimited demand is, however, contradictory. This popular reasoning is entirely fallacious. It confounds the demand for money for cash holding with the desire for more wealth as expressed in terms of money. He who says that his thirst for more money can never be quenched, does not mean to say that his cash holding can never be too large. What he really means is that he can never be rich enough. If additional money flows into his hands, he will not use it for an increase of his cash balance or he will use only a part of it for this purpose. He will expend the surplus either for instantaneous consumption or for investment. Nobody ever keeps more money than he wants to have as cash holding.
Η διαπίστωση ότι η ανταλλακτική σχέση μεταξύ, αφενός, του χρήματος και, αφετέρου, των πωλήσιμων εμπορευμάτων και υπηρεσιών προσδιορίζεται από τη ζήτηση και την προσφορά, κατά τον ίδιο τρόπο όπως η αμοιβαία ανταλλακτική σχέση μεταξύ των διαφόρων πωλήσιμων αγαθών, αποτελούσε την ουσία της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος. Η θεωρία αυτή συνιστά ουσιαστικά εφαρμογή της γενικής θεωρίας της προσφοράς και της ζήτησης στην ειδική περίπτωση του χρήματος. Η αρετή της ήταν η προσπάθεια να εξηγήσει τον προσδιορισμό της αγοραστικής δύναμης του χρήματος με την προσφυγή στον ίδιο συλλογισμό που χρησιμοποιείται για την εξήγηση όλων των άλλων ανταλλακτικών σχέσεων.
Η αδυναμία της ήταν ότι κατέφυγε σε ολιστική ερμηνεία. Εξέταζε τη συνολική προσφορά χρήματος στη Volkswirtschaft και όχι τις ενέργειες των επιμέρους ανθρώπων και επιχειρήσεων. Παράγωγο αυτής της εσφαλμένης οπτικής ήταν η ιδέα ότι επικρατεί αναλογικότητα μεταξύ των μεταβολών της συνολικής ποσότητας του χρήματος και των χρηματικών τιμών. Οι παλαιότεροι επικριτές, όμως, απέτυχαν στις προσπάθειές τους να ανατρέψουν τις πλάνες που ενυπήρχαν στην ποσοτική θεωρία και να την αντικαταστήσουν με μια περισσότερο ικανοποιητική θεωρία. Δεν πολέμησαν ό,τι ήταν εσφαλμένο στην ποσοτική θεωρία· αντιθέτως, επιτέθηκαν στον πυρήνα της αλήθειας που αυτή περιείχε. Επιδίωξαν να αρνηθούν ότι υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ των μεταβολών των τιμών και των μεταβολών της ποσότητας του χρήματος. Αυτή η άρνηση τους οδήγησε σε έναν λαβύρινθο πλανών, αντιφάσεων και παραλογισμών.
Η σύγχρονη νομισματική θεωρία συνεχίζει το νήμα της παραδοσιακής ποσοτικής θεωρίας, στον βαθμό που εκκινεί από τη διαπίστωση ότι οι μεταβολές στην αγοραστική δύναμη του χρήματος πρέπει να εξετάζονται σύμφωνα με τις αρχές που εφαρμόζονται σε όλα τα άλλα φαινόμενα της αγοράς και ότι υπάρχει σύνδεση μεταξύ, αφενός, των μεταβολών στη ζήτηση και την προσφορά χρήματος και, αφετέρου, των μεταβολών στην αγοραστική του δύναμη. Υπό αυτή την έννοια, η σύγχρονη θεωρία του χρήματος μπορεί να αποκληθεί βελτιωμένη εκδοχή της ποσοτικής θεωρίας.
The insight that the exchange ratio between money on the one hand and the vendible commodities and services on the other is determined, in the same way as the mutual exchange ratios between the various vendible goods, by demand and supply was the essence of the quantity theory of money. This theory is essentially an application of the general theory of supply and demand to the special instance of money. Its merit was the endeavor to explain the determination of money’s purchasing power by resorting to the same reasoning which is employed for the explanation of all other exchange ratios. Its shortcoming was that it resorted to a holistic interpretation. It looked at the total supply of money in the Volkswirtschaft and not at the actions of the individual men and firms. An outgrowth of this erroneous point of view was the idea that there prevails a proportionality in the changes of the—total—quantity of money and of money prices. But the older critics failed in their attempts to explode the errors inherent in the quantity theory and to substitute a more satisfactory theory for it. They did not fight what was wrong in the quantity theory; they attacked, on the contrary, its nucleus of truth. They were intent upon denying that there is a causal relation between the movements of prices and those of the quantity of money. This denial led them into a labyrinth of errors, contradictions, and nonsense. Modern monetary theory takes up the thread of the traditional quantity theory as far as it starts from the cognition that changes in the purchasing power of money must be dealt with according to the principles applied to all other market phenomena and that there exists a connection between the changes in the demand for and supply of money on the one hand and those of purchasing power on the other. In this sense one may call the modern theory of money an improved variety of the quantity theory.
Η επιστημολογική σημασία της θεωρίας του Carl Menger για την προέλευση του χρήματος
The Epistemological Import of Carl Menger’s Theory of the Origin of Money
Ο Carl Menger δεν διατύπωσε μόνο μια αδιάσειστη πραξεολογική θεωρία για την προέλευση του χρήματος. Αναγνώρισε επίσης τη σημασία της θεωρίας του για τη διασάφηση των θεμελιωδών αρχών της πραξεολογίας και των ερευνητικών της μεθόδων.5
Carl Menger has not only provided an irrefutable praxeological theory of the origin of money. He has also recognized the import of his theory for the elucidation of fundamental principles of praxeology and its methods of research.[5]
Υπήρξαν συγγραφείς οι οποίοι επιχείρησαν να εξηγήσουν την προέλευση του χρήματος μέσω ενός διατάγματος ή μιας σύμβασης. Σύμφωνα με αυτούς, η αρχή, το κράτος ή μια συμφωνία μεταξύ των πολιτών εγκαθίδρυσε σκοπίμως και συνειδητά την έμμεση ανταλλαγή και το χρήμα. Η κυριότερη αδυναμία αυτής της θεωρίας δεν πρέπει να αναζητηθεί στην υπόθεση ότι άνθρωποι μιας εποχής που δεν γνώριζε την έμμεση ανταλλαγή και το χρήμα ήταν σε θέση να καταστρώσουν ένα σχέδιο νέας οικονομικής τάξης, εντελώς διαφορετικής από τις πραγματικές συνθήκες της δικής τους εποχής, και να κατανοήσουν τη σπουδαιότητα ενός τέτοιου σχεδίου. Ούτε πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι η ιστορία δεν παρέχει καμία ένδειξη που να στηρίζει τέτοιους ισχυρισμούς. Υπάρχουν ουσιαστικότεροι λόγοι για την απόρριψή της.
There were authors who tried to explain the origin of money by decree or covenant. The authority, the state, or a compact between citizens has purposively and consciously established indirect exchange and money. The main deficiency of this doctrine is not to be seen in the assumption that people of an age unfamiliar with indirect exchange and money could design a plan of a new economic order, entirely different from the real conditions of their own age, and could comprehend the importance of such a plan. Neither is it to be seen in the fact that history does not afford a clue for the support of such statements. There are more substantial reasons for rejecting it.
Αν υποτεθεί ότι η κατάσταση των εμπλεκόμενων μερών βελτιώνεται με κάθε βήμα που οδηγεί από την άμεση στην έμμεση ανταλλαγή και, στη συνέχεια, στην προτίμηση ορισμένων αγαθών ως μέσων ανταλλαγής λόγω της ιδιαίτερα υψηλής εμπορευσιμότητάς τους, είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς γιατί, κατά την εξέταση της προέλευσης της έμμεσης ανταλλαγής, θα έπρεπε επιπλέον να καταφύγει σε αυταρχικό διάταγμα ή σε ρητή συμφωνία μεταξύ των πολιτών. Ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να αποκτήσει μέσω άμεσου αντιπραγματισμού αυτό που επιθυμεί αυξάνει τις πιθανότητές του να το αποκτήσει σε μεταγενέστερες πράξεις ανταλλαγής, αν προμηθευτεί ένα περισσότερο εμπορεύσιμο αγαθό.
Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν υπήρχε ανάγκη κυβερνητικής παρέμβασης ή συμφωνίας μεταξύ των πολιτών. Η ευφυής ιδέα να ενεργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούσε να συλληφθεί από τα οξυδερκέστερα άτομα, ενώ οι λιγότερο επινοητικοί μπορούσαν να μιμηθούν τη μέθοδό τους. Είναι ασφαλώς πιο εύλογο να θεωρήσουμε δεδομένο ότι τα άμεσα πλεονεκτήματα της έμμεσης ανταλλαγής έγιναν αντιληπτά από τα συναλλασσόμενα μέρη παρά να υποθέσουμε ότι ένας ιδιοφυής άνθρωπος συνέλαβε ολόκληρη την εικόνα μιας κοινωνίας που συναλλάσσεται μέσω χρήματος και —αν υιοθετήσουμε τη θεωρία της σύμβασης— κατέστησε την εικόνα αυτή προφανή στους υπόλοιπους ανθρώπους μέσω της πειθούς.
If it is assumed that the conditions of the parties concerned are improved by every step that leads from direct exchange to indirect exchange and subsequently to giving preference for use as a medium of exchange to certain goods distinguished by their especially high marketability, it is difficult to conceive why one should, in dealing with the origin of indirect exchange, resort in addition to authoritarian decree or an explicit compact between citizens. A man who finds it hard to obtain in direct barter what he wants to acquire renders better his chances to acquire what he is asking for in later acts of exchange by the procurement of a more marketable good. Under these circumstances there was no need of government interference or of a compact between the citizens. The happy idea of proceeding in this way could strike the shrewdest individuals, and the less resourceful could imitate the former’s method. It is certainly more plausible to take for granted that the immediate advantages conferred by indirect exchange were recognized by the acting parties than to assume that the whole image of a society trading by means of money was conceived by a genius and, if we adopt the covenant doctrine, made obvious to the rest of the people by persuasion.
Αν, ωστόσο, δεν υποθέσουμε ότι τα άτομα ανακάλυψαν πως βρίσκονται σε καλύτερη θέση μέσω της έμμεσης ανταλλαγής παρά περιμένοντας μια ευκαιρία άμεσης ανταλλαγής και δεχθούμε, χάριν του επιχειρήματος, ότι το χρήμα εισήχθη από τις αρχές ή μέσω μιας συμφωνίας, εγείρονται περαιτέρω ερωτήματα. Πρέπει να ρωτήσουμε ποια μέτρα εφαρμόστηκαν προκειμένου να παρακινηθούν οι άνθρωποι να υιοθετήσουν μια διαδικασία της οποίας τη χρησιμότητα δεν κατανοούσαν και η οποία ήταν τεχνικά πιο περίπλοκη από την άμεση ανταλλαγή. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι ασκήθηκε εξαναγκασμός. Τότε, όμως, πρέπει να ρωτήσουμε περαιτέρω πότε και μέσω ποιων γεγονότων η έμμεση ανταλλαγή και η χρήση του χρήματος έπαψαν αργότερα να αποτελούν διαδικασίες επαχθείς ή τουλάχιστον αδιάφορες για τα εμπλεκόμενα άτομα και κατέστησαν επωφελείς γι’ αυτά.
If, however, we do not assume that individuals discovered the fact that they fare better through indirect exchange than through waiting for an opportunity for direct exchange, and, for the sake of argument, admit that the authorities or a compact introduced money, further questions are raised. We must ask what kind of measures were applied in order to induce people to adopt a procedure the utility of which they did not comprehend and which was technically more complicated than direct exchange. We may assume that compulsion was practiced. But then we must ask, further, at what time and by what occurrences indirect exchange and the use of money later ceased to be procedures troublesome or at least indifferent to the individuals concerned and became advantageous to them.
Η πραξεολογική μέθοδος ανάγει όλα τα φαινόμενα στις ενέργειες των ατόμων. Αν οι συνθήκες της διαπροσωπικής ανταλλαγής είναι τέτοιες ώστε η έμμεση ανταλλαγή να διευκολύνει τις συναλλαγές και αν, καθώς και στον βαθμό που, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται αυτά τα πλεονεκτήματα, τότε αναδύονται η έμμεση ανταλλαγή και το χρήμα. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι συνθήκες αυτές υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν. Είναι αδύνατο να συλλάβουμε πώς, αν απουσίαζαν αυτές οι συνθήκες, οι άνθρωποι θα μπορούσαν να είχαν υιοθετήσει την έμμεση ανταλλαγή και το χρήμα και να είχαν εμμείνει σε αυτούς τους τρόπους ανταλλαγής.
The praxeological method traces all phenomena back to the actions of individuals. If conditions of interpersonal exchange are such that indirect exchange facilitates the transactions, and if and as far as people realize these advantages, indirect exchange and money come into being. Historical experience shows that these conditions were and are present. How, in the absence of these conditions, people could have adopted indirect exchange and money and clung to these modes of exchanging is inconceivable.
Το ιστορικό ζήτημα της προέλευσης της έμμεσης ανταλλαγής και του χρήματος δεν αφορά, σε τελική ανάλυση, την πραξεολογία. Το μόνο ουσιώδες είναι ότι η έμμεση ανταλλαγή και το χρήμα υπάρχουν επειδή υφίσταντο και εξακολουθούν να υφίστανται οι αναγκαίες συνθήκες για την ύπαρξή τους. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η πραξεολογία δεν χρειάζεται να καταφύγει στην υπόθεση ότι αυτοί οι τρόποι ανταλλαγής επινοήθηκαν από ένα αυταρχικό διάταγμα ή μια σύμβαση. Οι κρατιστές μπορούν, αν το επιθυμούν, να συνεχίσουν να αποδίδουν την «επινόηση» του χρήματος στο κράτος, όσο απίθανο και αν είναι αυτό.
Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ένας άνθρωπος αποκτά ένα αγαθό όχι για να το καταναλώσει ή να το χρησιμοποιήσει στην παραγωγή, αλλά για να το διαθέσει σε μια μεταγενέστερη πράξη ανταλλαγής. Μια τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους των ανθρώπων καθιστά ένα αγαθό μέσο ανταλλαγής και, αν η συμπεριφορά αυτή καταστεί ευρέως διαδεδομένη ως προς ένα ορισμένο αγαθό, το καθιστά χρήμα. Όλα τα θεωρήματα της καταλλακτικής θεωρίας των μέσων ανταλλαγής και του χρήματος αναφέρονται στις υπηρεσίες που παρέχει ένα αγαθό υπό την ιδιότητά του ως μέσου ανταλλαγής. Ακόμη και αν ήταν αληθές ότι η ώθηση για την εισαγωγή της έμμεσης ανταλλαγής και του χρήματος δόθηκε από τις αρχές ή από μια συμφωνία μεταξύ των μελών της κοινωνίας, παραμένει ακλόνητη η θέση ότι μόνο η συμπεριφορά των συναλλασσόμενων ανθρώπων μπορεί να δημιουργήσει την έμμεση ανταλλαγή και το χρήμα.
The historical question concerning the origin of indirect exchange and money is after all of no concern to praxeology. The only relevant thing is that indirect exchange and money exist because the conditions for their existence were and are present. If this is so, praxeology does not need to resort to the hypothesis that authoritarian decree or a covenant invented these modes of exchanging. The étatists may if they like continue to ascribe the “invention” of money to the state, however unlikely this may be. What matters is that a man acquires a good not in order to consume it or to use it in production, but in order to give it away in a further act of exchange. Such conduct on the part of people makes a good a medium of exchange and, if such conduct becomes common with regard to a certain good, makes it money. All theorems of the catallactic theory of media of exchange and of money refer to the services which a good renders in its capacity as a medium of exchange. Even if it were true that the impulse for the introduction of indirect exchange and money was provided by the authorities or by an agreement between the members of society, the statement remains unshaken that only the conduct of exchanging people can create indirect exchange and money.
Η ιστορία μπορεί να μας πει πού και πότε χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά μέσα ανταλλαγής και πώς, στη συνέχεια, το φάσμα των αγαθών που χρησιμοποιούνταν γι’ αυτόν τον σκοπό περιοριζόταν ολοένα περισσότερο. Καθώς η διάκριση μεταξύ της ευρύτερης έννοιας του μέσου ανταλλαγής και της στενότερης έννοιας του χρήματος δεν είναι σαφής αλλά βαθμιαία, δεν μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία ως προς την ιστορική μετάβαση από τα απλά μέσα ανταλλαγής στο χρήμα. Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα αποτελεί ζήτημα ιστορικής κατανόησης. Όπως, όμως, επισημάνθηκε, η διάκριση μεταξύ άμεσης και έμμεσης ανταλλαγής είναι σαφής, και όλα όσα διατυπώνει η καταλλακτική ως προς τα μέσα ανταλλαγής αναφέρονται κατηγοριακά σε όλα τα αγαθά που ζητούνται και αποκτώνται υπό αυτή την ιδιότητα.
History may tell us where and when for the first time media of exchange came into use and how, subsequently, the range of goods employed for this purpose was more and more restricted. As the differentiation between the broader notion of a medium of exchange and the narrower notion of money is not sharp, but gradual, no agreement can be reached about the historical transition from simple media of exchange to money. This is a matter of historical understanding. But, as has been mentioned, the distinction between direct exchange and indirect exchange is sharp and everything that catallactics establishes with regard to media of exchange refers categorially to all goods which are demanded and acquired as such media.
Στον βαθμό που ο ισχυρισμός ότι η έμμεση ανταλλαγή και το χρήμα καθιερώθηκαν με διάταγμα ή σύμβαση προβάλλεται ως εξιστόρηση ιστορικών γεγονότων, αποτελεί έργο των ιστορικών να καταδείξουν την αναλήθειά του. Στον βαθμό που προβάλλεται απλώς ως ιστορικός ισχυρισμός, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να επηρεάσει την καταλλακτική θεωρία του χρήματος και την εξήγησή της για την εξέλιξη της έμμεσης ανταλλαγής. Αν, όμως, προορίζεται ως πρόταση σχετικά με την ανθρώπινη δράση και τα κοινωνικά γεγονότα, είναι άχρηστη, επειδή δεν λέει τίποτε για τη δράση.
Η δήλωση ότι μια ημέρα κάποιοι ηγεμόνες ή πολίτες που είχαν συναθροιστεί σε συνέλευση κατελήφθησαν αιφνιδίως από την έμπνευση ότι θα ήταν καλή ιδέα να ανταλλάσσουν έμμεσα, μέσω ενός ευρέως χρησιμοποιούμενου μέσου ανταλλαγής, δεν αποτελεί πρόταση σχετικά με την ανθρώπινη δράση. Απλώς μεταθέτει το υπό εξέταση πρόβλημα σε προγενέστερο σημείο.
As far as the statement that indirect exchange and money were established by decree or by covenant is meant to be an account of historical events, it is the task of historians to expose its falsity. As far as it is advanced merely as a historical statement, it can in no way affect the catallactic theory of money and its explanation of the evolution of indirect exchange. But if it is designed as a statement about human action and social events, it is useless because it states nothing about action. It is not a statement about human action to declare that one day rulers or citizens assembled in convention were suddenly struck by the inspiration that it would be a good idea to exchange indirectly and through the intermediary of a commonly used medium of exchange. It is merely pushing back the problem involved.
Είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε ότι δεν συνεισφέρουμε τίποτε στην επιστημονική κατανόηση των ανθρώπινων ενεργειών και των κοινωνικών φαινομένων όταν διακηρύσσουμε ότι αυτά δημιουργήθηκαν από το κράτος, από έναν χαρισματικό ηγέτη ή από μια έμπνευση που κατέλαβε ολόκληρο τον λαό. Ούτε αναιρούν τέτοιες δηλώσεις τις διδασκαλίες μιας θεωρίας η οποία καταδεικνύει πώς τέτοια φαινόμενα μπορούν να αναγνωριστούν ως «το ακούσιο αποτέλεσμα, η μη σκοπίμως σχεδιασμένη και επιδιωκόμενη συνισταμένη των ειδικών ατομικών προσπαθειών των μελών της κοινωνίας».6
It is necessary to comprehend that one does not contribute anything to the scientific conception of human actions and social phenomena if one declares that the state or a charismatic leader or an inspiration which descended upon all the people have created them. Neither do such statements refute the teachings of a theory showing how such phenomena can be acknowledged as “the unintentional outcome, the resultant not deliberately designed and aimed at by specifically individual endeavors of the members of a society.”[6]
4. Ο προσδιορισμός της αγοραστικής δύναμης του χρήματος
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Determination of the Purchasing Power of Money
Μόλις ένα οικονομικό αγαθό αρχίσει να ζητείται όχι μόνο από εκείνους που επιθυμούν να το χρησιμοποιήσουν για κατανάλωση ή παραγωγή, αλλά και από ανθρώπους που επιθυμούν να το διακρατούν ως μέσο ανταλλαγής και να το διαθέσουν, όταν παραστεί ανάγκη, σε μια μεταγενέστερη πράξη ανταλλαγής, η ζήτησή του αυξάνεται. Έχει εμφανιστεί μια νέα χρήση του αγαθού αυτού, η οποία δημιουργεί πρόσθετη ζήτηση γι’ αυτό. Όπως συμβαίνει με κάθε άλλο οικονομικό αγαθό, αυτή η πρόσθετη ζήτηση επιφέρει άνοδο της ανταλλακτικής του αξίας, δηλαδή της ποσότητας των άλλων αγαθών που προσφέρονται για την απόκτησή του. Η ποσότητα των άλλων αγαθών που μπορεί να αποκτηθεί με τη διάθεση ενός μέσου ανταλλαγής —η «τιμή» του, εκφρασμένη σε όρους διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών— προσδιορίζεται εν μέρει από τη ζήτηση εκείνων που επιθυμούν να το αποκτήσουν ως μέσο ανταλλαγής. Αν οι άνθρωποι πάψουν να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο αγαθό ως μέσο ανταλλαγής, αυτή η πρόσθετη ειδική ζήτηση εξαφανίζεται και η «τιμή» του μειώνεται αναλόγως.
As soon as an economic good is demanded not only by those who want to use it for consumption or production, but also by people who want to keep it as a medium of exchange and to give it away at need in a later act of exchange, the demand for it increases. A new employment for this good has emerged and creates an additional demand for it. As with every other economic good, such an additional demand brings about a rise in its value in exchange, i.e., in the quantity of other goods which are offered for its acquisition. The amount of other goods which can be obtained in giving away a medium of exchange, its “price” as expressed in terms of various goods and services, is in part determined by the demand of those who want to acquire it as a medium of exchange. If people stop using the good in question as a medium of exchange, this additional specific demand disappears and the “price” drops concomitantly.
Επομένως, η ζήτηση ενός μέσου ανταλλαγής αποτελείται από δύο επιμέρους ζητήσεις: τη ζήτηση που εκδηλώνεται από την πρόθεση χρησιμοποίησής του στην κατανάλωση και την παραγωγή και τη ζήτηση που εκδηλώνεται από την πρόθεση χρησιμοποίησής του ως μέσου ανταλλαγής.7 Αναφορικά με το σύγχρονο μεταλλικό χρήμα γίνεται λόγος για βιομηχανική και για νομισματική ζήτηση. Η ανταλλακτική αξία —η αγοραστική δύναμη— ενός μέσου ανταλλαγής είναι η συνισταμένη της σωρευτικής επίδρασης των δύο αυτών επιμέρους ζητήσεων.
Thus the demand for a medium of exchange is the composite of two partial demands: the demand displayed by the intention to use it in consumption and production and that displayed by the intention to use it as a medium of exchange.[7] With regard to modern metallic money one speaks of the industrial demand and of the monetary demand. The value in exchange (purchasing power) of a medium of exchange is the resultant of the cumulative effect of both partial demands.
Το μέγεθος, όμως, εκείνου του τμήματος της ζήτησης ενός μέσου ανταλλαγής το οποίο οφείλεται στη λειτουργία του ως τέτοιου εξαρτάται από την ανταλλακτική του αξία. Το γεγονός αυτό εγείρει δυσχέρειες τις οποίες πολλοί οικονομολόγοι θεώρησαν άλυτες και, ως εκ τούτου, απέφυγαν να ακολουθήσουν περαιτέρω αυτή τη συλλογιστική πορεία. Είναι παράλογο, υποστήριξαν, να εξηγείται η αγοραστική δύναμη του χρήματος με αναφορά στη ζήτηση χρήματος και, ταυτοχρόνως, η ζήτηση χρήματος με αναφορά στην αγοραστική του δύναμη.
Now the extent of that part of the demand for a medium of exchange which is displayed on account of its service as a medium of exchange depends on its value in exchange. This fact raises difficulties which many economists considered insoluble so that they abstained from following farther along this line of reasoning. It is illogical, they said, to explain the purchasing power of money by reference to the demand for money, and the demand for money by reference to its purchasing power.
Η δυσχέρεια, ωστόσο, είναι απλώς φαινομενική. Η αγοραστική δύναμη την οποία εξηγούμε μέσω της έκτασης της ειδικής ζήτησης δεν είναι η ίδια αγοραστική δύναμη της οποίας το ύψος προσδιορίζει αυτή την ειδική ζήτηση. Το πρόβλημα είναι να συλλάβουμε τον προσδιορισμό της αγοραστικής δύναμης του άμεσου μέλλοντος, της αμέσως επερχόμενης στιγμής. Για την επίλυση αυτού του προβλήματος αναφερόμαστε στην αγοραστική δύναμη του άμεσου παρελθόντος, της στιγμής που μόλις παρήλθε. Πρόκειται για δύο διακριτά μεγέθη. Είναι εσφαλμένη η ένσταση ότι το θεώρημά μας, το οποίο μπορεί να αποκληθεί θεώρημα της παλινδρόμησης, κινείται σε φαύλο κύκλο.8
The difficulty is, however, merely apparent. The purchasing power which we explain by referring to the extent of specific demand is not the same purchasing power the height of which determines this specific demand. The problem is to conceive the determination of the purchasing power of the immediate future, of the impending moment. For the solution of this problem we refer to the purchasing power of the immediate past, of the moment just passed. These are two distinct magnitudes. It is erroneous to object to our theorem, which may be called the regression theorem, that it moves in a vicious circle.[8]
Οι επικριτές, όμως, αντιτείνουν ότι αυτό ισοδυναμεί απλώς με μετάθεση του προβλήματος προς τα πίσω. Διότι απομένει ακόμη να εξηγηθεί ο προσδιορισμός της χθεσινής αγοραστικής δύναμης. Αν αυτή εξηγηθεί με τον ίδιο τρόπο, μέσω αναφοράς στην αγοραστική δύναμη της προχθεσινής ημέρας, και ούτω καθεξής, τότε περιερχόμαστε σε μια επ’ άπειρον αναδρομή. Αυτός ο συλλογισμός, ισχυρίζονται, ασφαλώς δεν αποτελεί πλήρη και λογικά ικανοποιητική επίλυση του υπό εξέταση προβλήματος. Εκείνο που οι επικριτές αυτοί παραβλέπουν είναι ότι η παλινδρόμηση δεν συνεχίζεται επ’ άπειρον. Καταλήγει σε ένα σημείο στο οποίο η εξήγηση ολοκληρώνεται και κανένα περαιτέρω ερώτημα δεν παραμένει αναπάντητο. Αν ανατρέξουμε βήμα προς βήμα στην αγοραστική δύναμη του χρήματος, φθάνουμε τελικά στο σημείο όπου αρχίζει η χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου αγαθού ως μέσου ανταλλαγής. Στο σημείο αυτό, η ανταλλακτική αξία της προηγούμενης ημέρας προσδιορίζεται αποκλειστικά από τη μη χρηματική — βιομηχανική— ζήτηση, η οποία εκδηλώνεται μόνο από εκείνους που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν το αγαθό σε χρήσεις διαφορετικές από εκείνη του μέσου ανταλλαγής.
But, say the critics, this is tantamount to merely pushing back the problem. For now one must still explain the determination of yesterday’s purchasing power. If one explains this in the same way by referring to the purchasing power of the day before yesterday and so on, one slips into a regressus in infinitum. This reasoning, they assert, is certainly not a complete and logically satisfactory solution of the problem involved. What these critics fail to see is that the regression does not go back endlessly. It reaches a point at which the explanation is completed and no further question remains unanswered. If we trace the purchasing power of money back step by step, we finally arrive at the point at which the service of the good concerned as a medium of exchange begins. At this point yesterday’s exchange value is exclusively determined by the nonmonetary—industrial —demand which is displayed only by those who want to use this good for other employments than that of a medium of exchange.
Οι επικριτές συνεχίζουν, ωστόσο, υποστηρίζοντας ότι αυτό σημαίνει πως το τμήμα εκείνο της αγοραστικής δύναμης του χρήματος το οποίο οφείλεται στη λειτουργία του ως μέσου ανταλλαγής εξηγείται μέσω της χρησιμοποίησής του για βιομηχανικούς σκοπούς. Το ίδιο το πρόβλημα, δηλαδή η εξήγηση της ειδικά χρηματικής συνιστώσας της ανταλλακτικής του αξίας, παραμένει άλυτο. Και εδώ, όμως, οι επικριτές σφάλλουν. Η συνιστώσα της αξίας του χρήματος που απορρέει από τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχει ως μέσο ανταλλαγής εξηγείται πλήρως με αναφορά σε αυτές ακριβώς τις ειδικές χρηματικές υπηρεσίες και στη ζήτηση που αυτές δημιουργούν.
Δύο γεγονότα δεν μπορούν να αμφισβητηθούν και πράγματι δεν αμφισβητούνται από κανέναν. Πρώτον, η ζήτηση ενός μέσου ανταλλαγής προσδιορίζεται από εκτιμήσεις σχετικές με την ανταλλακτική του αξία, η οποία απορρέει τόσο από τις χρηματικές όσο και από τις βιομηχανικές υπηρεσίες που αυτό παρέχει. Δεύτερον, η ανταλλακτική αξία ενός αγαθού το οποίο δεν έχει ακόμη ζητηθεί για να χρησιμεύσει ως μέσο ανταλλαγής προσδιορίζεται αποκλειστικά από τη ζήτηση ανθρώπων που επιθυμούν να το χρησιμοποιήσουν για βιομηχανικούς σκοπούς, δηλαδή είτε για κατανάλωση είτε για παραγωγή. Το θεώρημα της παλινδρόμησης αποσκοπεί να ερμηνεύσει την πρώτη εμφάνιση χρηματικής ζήτησης για ένα αγαθό το οποίο προηγουμένως ζητούνταν αποκλειστικά για βιομηχανικούς σκοπούς, ως επηρεαζόμενη από την ανταλλακτική αξία που του αποδιδόταν εκείνη τη στιγμή αποκλειστικά λόγω των μη χρηματικών υπηρεσιών του. Αυτό ασφαλώς δεν συνεπάγεται ότι η ειδικά χρηματική ανταλλακτική αξία ενός μέσου ανταλλαγής εξηγείται βάσει της βιομηχανικής ανταλλακτικής του αξίας.
But, the critics continue, this means explaining that part of money’s purchasing power which is due to its service as a medium of exchange by its employment for industrial purposes. The very problem, the explanation of the specific monetary component of its exchange value, remains unsolved. Here too the critics are mistaken. That component of money’s value which is an outcome of the services it renders as a medium of exchange is entirely explained by reference to these specific monetary services and the demand they create. Two facts are not to be denied and are not denied by anybody. First, that the demand for a medium of exchange is determined by considerations of its exchange value which is an outcome both of the monetary and the industrial services it renders. Second, that the exchange value of a good which has not yet been demanded for service as a medium of exchange is determined solely a demand on the part of people eager to use it for industrial purposes, i.e., either for consumption or for production. Now, the regression theorem aims at interpreting the first emergence of a monetary demand for a good which previously had been demanded exclusively for industrial purposes as influenced by the exchange value that was ascribed to it at this moment on account of its nonmonetary services only. This certainly does not involve explaining the specific monetary exchange value of a medium of exchange on the ground of its industrial exchange value.
Τέλος, κατά του θεωρήματος της παλινδρόμησης προβλήθηκε η ένσταση ότι η προσέγγισή του είναι ιστορική και όχι θεωρητική. Ούτε αυτή η ένσταση είναι ορθή. Η ιστορική εξήγηση ενός γεγονότος συνίσταται στην κατάδειξη του τρόπου με τον οποίο αυτό προκλήθηκε από δυνάμεις και παράγοντες που δρούσαν σε ορισμένο χρόνο και τόπο. Αυτές οι επιμέρους δυνάμεις και οι επιμέρους παράγοντες αποτελούν τα έσχατα στοιχεία της ερμηνείας. Είναι έσχατα δεδομένα και, ως τέτοια, δεν επιδέχονται περαιτέρω ανάλυση και αναγωγή. Η θεωρητική εξήγηση ενός φαινομένου συνίσταται στην αναγωγή της εμφάνισής του στη λειτουργία γενικών κανόνων που περιλαμβάνονται ήδη στο θεωρητικό σύστημα.
Το θεώρημα της παλινδρόμησης ανταποκρίνεται σε αυτή την απαίτηση. Ανάγει την ειδική ανταλλακτική αξία ενός μέσου ανταλλαγής στη λειτουργία του ως τέτοιου μέσου και στα θεωρήματα σχετικά με τη διαδικασία αξιολόγησης και διαμόρφωσης των τιμών, όπως αυτά έχουν αναπτυχθεί από τη γενική καταλλακτική θεωρία. Συνάγει μια ειδικότερη περίπτωση από τους κανόνες μιας γενικότερης θεωρίας. Καταδεικνύει πώς το ειδικό φαινόμενο αναδύεται κατ’ ανάγκην από τη λειτουργία των κανόνων που ισχύουν γενικώς για όλα τα φαινόμενα. Δεν λέει: «Αυτό συνέβη τότε και εκεί». Λέει: «Αυτό συμβαίνει πάντοτε όταν εμφανίζονται οι σχετικές συνθήκες». Κάθε φορά που ένα αγαθό, το οποίο προηγουμένως δεν ζητούνταν για να χρησιμοποιηθεί ως μέσο ανταλλαγής, αρχίζει να ζητείται για αυτή τη χρήση, πρέπει να εμφανιστούν εκ νέου τα ίδια αποτελέσματα. Κανένα αγαθό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο ανταλλαγής αν, κατά την πρώτη στιγμή της χρησιμοποίησής του για αυτόν τον σκοπό, δεν διέθετε ανταλλακτική αξία λόγω άλλων χρήσεών του. Όλες αυτές οι προτάσεις, οι οποίες εμπεριέχονται στο θεώρημα της παλινδρόμησης, διατυπώνονται αποδεικτικά, όπως επιβάλλει ο απριορισμός της πραξεολογίας. Έτσι πρέπει να συμβεί. Κανείς δεν μπορεί ποτέ να κατασκευάσει επιτυχώς μια υποθετική περίπτωση στην οποία τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά.
Finally it was objected to the regression theorem that its approach is historical, not theoretical. This objection is no less mistaken. To explain an event historically means to show how it was produced by forces and factors operating at a definite date and a definite place. These individual forces and factors are the ultimate elements of the interpretation. They are ultimate data and as such not open to any further analysis and reduction. To explain a phenomenon theoretically means to trace back its appearance to the operation of general rules which are already comprised in the theoretical system. The regression theorem complies with this requirement. It traces the specific exchange value of a medium of exchange back to its function as such a medium and to the theorems concerning the process of valuing and pricing as developed by the general catallactic theory. It deduces a more special case from the rules of a more universal theory. It shows how the special phenomenon necessarily emerges out of the operation of the rules generally valid for all phenomena. It does not say: This happened at that time and at that place. It says: This always happens when the conditions appear; whenever a good which has not been demanded previously for the employment as a medium of exchange, begins to be demanded for this employment, the same effects must appear again; no good can be employed for the function of a medium of exchange which at the very beginning of its use for this purpose did not have exchange value on account of other employments. And all these statements implied in the regression theorem are enounced apodictically as implied in the apriorism of praxeology. It must happen this way. Nobody can ever succeed in constructing a hypothetical case in which things were to occur in a different way.
Η αγοραστική δύναμη του χρήματος προσδιορίζεται από τη ζήτηση και την προσφορά, όπως συμβαίνει και με τις τιμές όλων των πωλήσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Επειδή η δράση αποβλέπει πάντοτε σε μια περισσότερο ικανοποιητική διαμόρφωση των μελλοντικών συνθηκών, εκείνος που εξετάζει το ενδεχόμενο να αποκτήσει ή να διαθέσει χρήμα ενδιαφέρεται, βεβαίως, πρωτίστως για τη μελλοντική αγοραστική του δύναμη και τη μελλοντική διάρθρωση των τιμών. Δεν μπορεί, όμως, να σχηματίσει κρίση για τη μελλοντική αγοραστική δύναμη του χρήματος παρά μόνο εξετάζοντας τη διαμόρφωσή της στο άμεσο παρελθόν. Αυτό το γεγονός διαφοροποιεί ριζικά τον προσδιορισμό της αγοραστικής δύναμης του χρήματος από τον προσδιορισμό των αμοιβαίων ανταλλακτικών σχέσεων μεταξύ των διαφόρων πωλήσιμων αγαθών και υπηρεσιών.
Ως προς τα τελευταία, οι δρώντες δεν έχουν να εξετάσουν τίποτε άλλο πέρα από τη σημασία τους για τη μελλοντική ικανοποίηση αναγκών. Αν προσφέρεται προς πώληση ένα νέο εμπόρευμα, άγνωστο προηγουμένως, όπως συνέβη, παραδείγματος χάριν, με τους ραδιοφωνικούς δέκτες πριν από μερικές δεκαετίες, το μόνο ερώτημα που έχει σημασία για το άτομο είναι αν η ικανοποίηση που θα του προσφέρει η νέα συσκευή είναι μεγαλύτερη από εκείνη που αναμένει από τα αγαθά τα οποία θα πρέπει να στερηθεί για να την αγοράσει. Η γνώση των παρελθουσών τιμών αποτελεί για τον αγοραστή απλώς ένα μέσο αποκόμισης πλεονάσματος του καταναλωτή. Αν δεν απέβλεπε σε αυτόν τον σκοπό, θα μπορούσε, εφόσον χρειαζόταν, να διευθετήσει τις αγορές του χωρίς καμία εξοικείωση με τις αγοραίες τιμές του άμεσου παρελθόντος, οι οποίες στην καθημερινή γλώσσα αποκαλούνται παρούσες τιμές. Θα μπορούσε να διατυπώσει αξιολογικές κρίσεις χωρίς χρηματική αποτίμηση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η εξάλειψη της μνήμης όλων των τιμών του παρελθόντος δεν θα εμπόδιζε τη διαμόρφωση νέων ανταλλακτικών σχέσεων μεταξύ των διαφόρων πωλήσιμων πραγμάτων.
Αν, όμως, χανόταν η γνώση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος, η διαδικασία ανάπτυξης της έμμεσης ανταλλαγής και των μέσων ανταλλαγής θα έπρεπε να αρχίσει εκ νέου. Θα ήταν αναγκαίο να ξεκινήσει πάλι η χρησιμοποίηση ορισμένων αγαθών, περισσότερο εμπορεύσιμων από τα υπόλοιπα, ως μέσων ανταλλαγής. Η ζήτηση αυτών των αγαθών θα αυξανόταν και θα προσέθετε, στο μέγεθος της ανταλλακτικής αξίας που προερχόταν από τη βιομηχανική —μη χρηματική— χρήση τους, μια ειδική συνιστώσα οφειλόμενη στη νέα χρησιμοποίησή τους ως μέσων ανταλλαγής. Αναφορικά με το χρήμα, μια αξιολογική κρίση είναι δυνατή μόνον εφόσον μπορεί να θεμελιωθεί σε χρηματική αποτίμηση. Η αποδοχή ενός νέου είδους χρήματος προϋποθέτει ότι το συγκεκριμένο πράγμα διέθετε ήδη προηγούμενη ανταλλακτική αξία λόγω των υπηρεσιών που μπορεί να παρέχει άμεσα στην κατανάλωση ή στην παραγωγή. Ούτε ο αγοραστής ούτε ο πωλητής θα μπορούσαν να κρίνουν την αξία μιας νομισματικής μονάδας αν δεν διέθεταν πληροφορίες για την ανταλλακτική αξία —την αγοραστική δύναμή— της στο άμεσο παρελθόν.
The purchasing power of money is determined by demand and supply, as is the case with the prices of all vendible goods and services. As action always aims at a more satisfactory arrangement of future conditions, he who considers acquiring or giving away money is, of course, first of all interested in its future purchasing power and the future structure of prices. But he cannot form a judgment about the future purchasing power of money otherwise than by looking at its configuration in the immediate past. It is this fact that radically distinguishes the determination of the purchasing power of money from the determination of the mutual exchange ratios between the various vendible goods and services. With regard to these latter the actors have nothing else to consider than their importance for future want-satisfaction. If a new commodity unheard of before is offered for sale, as was, for instance, the case with radio sets a few decades ago, the only question that matters for the individual is whether or not the satisfaction that the new gadget will provide is greater than that expected from those goods he would have to renounce in order to buy the new thing. Knowledge about past prices is for the buyer merely a means to reap a consumer’s surplus. If he were not intent upon this goal, he could, if need be, arrange his purchases without any familiarity with the market prices of the immediate past, which are popularly called present prices. He could make value judgments without appraisement. As has been mentioned already, the obliteration of the memory of all prices of the past would not prevent the formation of new exchange ratios between the various vendible things. But if knowledge about money’s purchasing power were to fade away, the process of developing indirect exchange and media of exchange would have to start anew. It would become necessary to begin again with employing some goods, more marketable than the rest, as media of exchange. The demand for these goods would increase and would add to the amount of exchange value derived from their industrial (nonmonetary) employment a specific component due to their new use as a medium of exchange. A value judgment is, with reference to money, only possible if it can be based on appraisement. The acceptance of a new kind of money presupposes that the thing in question already has previous exchange value on account of the services it can render directly to consumption or production. Neither a buyer nor a seller could judge the value of a monetary unit if he had no information about its exchange value—its purchasing power—in the immediate past.
Η σχέση μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς χρήματος, η οποία μπορεί να αποκληθεί χρηματική σχέση, προσδιορίζει το ύψος της αγοραστικής δύναμης. Η σημερινή χρηματική σχέση, όπως διαμορφώνεται με βάση τη χθεσινή αγοραστική δύναμη, προσδιορίζει τη σημερινή αγοραστική δύναμη. Εκείνος που επιθυμεί να αυξήσει το χρηματικό του υπόλοιπο περιορίζει τις αγορές του και αυξάνει τις πωλήσεις του, προκαλώντας έτσι μια τάση πτώσης των τιμών. Εκείνος που επιθυμεί να μειώσει το χρηματικό του υπόλοιπο αυξάνει τις αγορές του —είτε για κατανάλωση είτε για παραγωγή και επένδυση— και περιορίζει τις πωλήσεις του· προκαλεί έτσι μια τάση ανόδου των τιμών.
The relation between the demand for money and the supply of money, which may be called the money relation, determines the height of purchasing power. Today’s money relation, as it is shaped on the ground of yesterday’s purchasing power, determines today’s purchasing power. He who wants to increase his cash holding restricts his purchases and increases his sales and thus brings about a tendency toward falling prices. He who wants to reduce his cash holding increases his purchases—either for consumption or for production and investment—and restricts his sales; thus he brings about a tendency toward rising prices.
Οι μεταβολές στην προσφορά χρήματος πρέπει κατ’ ανάγκην να μεταβάλλουν την κατανομή των πωλήσιμων αγαθών μεταξύ των διαφόρων ατόμων και επιχειρήσεων που τα κατέχουν. Η διαθέσιμη ποσότητα χρήματος σε ολόκληρο το σύστημα της αγοράς δεν μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί παρά μόνο μέσω μιας αρχικής αύξησης ή μείωσης των χρηματικών υπολοίπων ορισμένων επιμέρους μελών του. Μπορούμε, αν θέλουμε, να υποθέσουμε ότι κάθε μέλος λαμβάνει ένα μερίδιο του πρόσθετου χρήματος ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία αυτό εισρέει στο σύστημα ή ότι συμμετέχει αναλόγως στη μείωση της ποσότητας του χρήματος. Είτε προβούμε είτε όχι σε αυτή την υπόθεση, το τελικό αποτέλεσμα της απόδειξής μας παραμένει το ίδιο. Το αποτέλεσμα αυτό είναι ότι οι μεταβολές στη διάρθρωση των τιμών, οι οποίες προκαλούνται από μεταβολές στην προσφορά χρήματος που είναι διαθέσιμη στο οικονομικό σύστημα, δεν επηρεάζουν ποτέ τις τιμές των διαφόρων εμπορευμάτων και υπηρεσιών στον ίδιο βαθμό και κατά την ίδια χρονική στιγμή.
Changes in the supply of money must necessarily alter the disposition position of vendible goods as owned by various individuals and firms. The quantity of money available in the whole market system cannot increase or decrease otherwise than by first increasing or decreasing the cash holdings of certain individual members. We may, if we like, assume that every member gets a share of the additional money right at the moment of its inflow into the system, or shares in the reduction of the quantity of money. But whether we assume this or not, the final result of our demonstration will remain the same. This result will be that changes in the structure of prices brought about by changes in the supply of money available in the economic system never affect the prices of the various commodities and services to the same extent and at the same date.
Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση εκδίδει μια πρόσθετη ποσότητα χαρτονομίσματος. Σχεδιάζει είτε να αγοράσει εμπορεύματα και υπηρεσίες είτε να εξοφλήσει χρέη που έχει αναλάβει είτε να καταβάλει τόκους επί αυτών των χρεών. Όποια και αν είναι η περίπτωση, το δημόσιο ταμείο εισέρχεται στην αγορά με πρόσθετη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες· είναι πλέον σε θέση να αγοράσει περισσότερα αγαθά απ’ όσα μπορούσε να αγοράσει προηγουμένως. Οι τιμές των εμπορευμάτων που αγοράζει αυξάνονται.
Αν η κυβέρνηση δαπανούσε για τις αγορές της χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί μέσω της φορολογίας, οι φορολογούμενοι θα περιόριζαν τις αγορές τους και, ενώ οι τιμές των αγαθών που αγοράζει η κυβέρνηση θα αυξάνονταν, οι τιμές άλλων αγαθών θα μειώνονταν. Αυτή, όμως, η πτώση των τιμών των αγαθών που συνήθιζαν να αγοράζουν οι φορολογούμενοι δεν επέρχεται αν η κυβέρνηση αυξήσει την ποσότητα του χρήματος που έχει στη διάθεσή της χωρίς να μειώσει την ποσότητα χρήματος που βρίσκεται στα χέρια του κοινού. Οι τιμές ορισμένων εμπορευμάτων —δηλαδή εκείνων που αγοράζει η κυβέρνηση— αυξάνονται αμέσως, ενώ οι τιμές των άλλων εμπορευμάτων παραμένουν προς το παρόν αμετάβλητες.
Η διαδικασία, όμως, συνεχίζεται. Εκείνοι που πωλούν τα εμπορεύματα τα οποία ζητεί η κυβέρνηση βρίσκονται πλέον και οι ίδιοι σε θέση να αγοράσουν περισσότερα απ’ όσα αγόραζαν προηγουμένως. Επομένως, αυξάνονται και οι τιμές των πραγμάτων που τα πρόσωπα αυτά αγοράζουν σε μεγαλύτερες ποσότητες. Έτσι, η άνοδος εξαπλώνεται από μια ομάδα εμπορευμάτων και υπηρεσιών σε άλλες ομάδες, έως ότου αυξηθούν όλες οι τιμές και τα μισθολογικά ποσοστά. Συνεπώς, η άνοδος των τιμών δεν είναι ταυτόχρονη για τα διάφορα εμπορεύματα και τις διάφορες υπηρεσίες.
Let us assume that the government issues an additional quantity of paper money. The government plans either to buy commodities and services or to repay debts incurred or to pay interest on such debts. However this may be, the treasury enters the market with an additional demand for goods and services; it is now in a position to buy more goods than it could buy before. The prices of the commodities it buys rise. If the government had expended in its purchases money collected by taxation, the taxpayers would have restricted their purchases and, while the prices of the goods bought by the government would have risen, those of other goods would have dropped. But this fall in the prices of the goods the taxpayers used to buy does not occur if the government increases the quantity of money at its disposal without reducing the quantity of money in the hands of the public. The prices of some commodities—viz., of those the government buys—rise immediately, while those of the other commodities remain unaltered for the time being. But the process goes on. Those selling the commodities asked for by the government are now themselves in a position to buy more than they used previously. The prices of the things these people are buying in larger quantities therefore rise too. Thus the boom spreads from one group of commodities and services to other groups until all prices and wage rates have risen. The rise in prices is thus not synchronous with the various commodities and services.
Όταν, τελικά, κατά την περαιτέρω εξέλιξη της αύξησης της ποσότητας του χρήματος, έχουν αυξηθεί όλες οι τιμές, η άνοδος δεν επηρεάζει στον ίδιο βαθμό τα διάφορα εμπορεύματα και τις διάφορες υπηρεσίες. Αυτό συμβαίνει επειδή η διαδικασία έχει επηρεάσει σε διαφορετικό βαθμό την υλική κατάσταση των διαφόρων ατόμων. Όσο η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη, ορισμένοι άνθρωποι απολαμβάνουν το όφελος των υψηλότερων τιμών για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που πωλούν, ενώ οι τιμές των πραγμάτων που αγοράζουν δεν έχουν ακόμη αυξηθεί ή δεν έχουν αυξηθεί στον ίδιο βαθμό. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν άνθρωποι που βρίσκονται στη δυσμενή θέση να πωλούν εμπορεύματα και υπηρεσίες των οποίων οι τιμές δεν έχουν ακόμη αυξηθεί ή δεν έχουν αυξηθεί στον ίδιο βαθμό με τις τιμές των αγαθών που πρέπει να αγοράζουν για την καθημερινή τους κατανάλωση. Για τους πρώτους, η προοδευτική άνοδος των τιμών αποτελεί ευεργέτημα· για τους δεύτερους, συμφορά. Επιπλέον, οι οφειλέτες ευνοούνται εις βάρος των πιστωτών.
Όταν η διαδικασία φθάσει τελικά στο πέρας της, ο πλούτος των διαφόρων ατόμων έχει επηρεαστεί με διαφορετικούς τρόπους και σε διαφορετικό βαθμό. Ορισμένοι έχουν πλουτίσει και άλλοι έχουν φτωχύνει. Οι συνθήκες δεν είναι πλέον ίδιες με εκείνες που επικρατούσαν προηγουμένως. Η νέα κατάσταση πραγμάτων επιφέρει μεταβολές στην ένταση της ζήτησης για τα διάφορα αγαθά. Η αμοιβαία σχέση μεταξύ των χρηματικών τιμών των πωλήσιμων αγαθών και υπηρεσιών δεν είναι πλέον η ίδια με πριν. Η διάρθρωση των τιμών έχει μεταβληθεί, πέραν του γεγονότος ότι όλες οι χρηματικές τιμές έχουν αυξηθεί. Οι τελικές τιμές προς τη διαμόρφωση των οποίων τείνει η αγορά, αφού ολοκληρωθούν πλήρως οι επιδράσεις της αύξησης της ποσότητας του χρήματος, δεν ισούνται με τις προηγούμενες τελικές τιμές πολλαπλασιασμένες όλες με τον ίδιο συντελεστή.
When eventually, in the further course of the increase in the quantity of money, all prices have risen, the rise does not affect the various commodities and services to the same extent. For the process has affected the material position of various individuals to different degrees. While the process is under way, some people enjoy the benefit of higher prices for the goods or services they sell, while the prices of the things they buy have not yet risen or have not risen to the same extent. On the other hand, there are people who are in the unhappy situation of selling commodities and services whose prices have not yet risen or not in the same degree as the prices of the goods they must buy for their daily consumption. For the former the progressive rise in prices is a boon, for the latter a calamity. Besides, the debtors are favored at the expense of the creditors. When the process once comes to an end, the wealth of various individuals has been affected in different ways and to different degrees. Some are enriched, some impoverished. Conditions are no longer what they were before. The new order of things results in changes in the intensity of demand for various goods. The mutual ratio of the money prices of the vendible goods and services is no longer the same as before. The price structure has changed apart from the fact that all prices in terms of money have risen. The final prices to the establishment of which the market tends after the effects of the increase in the quantity of money have been fully consummated are not equal to the previous final prices multiplied by the same multiplier.
Το κύριο σφάλμα τόσο της παλαιάς ποσοτικής θεωρίας όσο και της εξίσωσης των συναλλαγών των μαθηματικών οικονομολόγων έγκειται στο ότι αγνόησαν αυτό το θεμελιώδες ζήτημα. Οι μεταβολές στην προσφορά χρήματος πρέπει να επιφέρουν μεταβολές και σε άλλα δεδομένα. Το σύστημα της αγοράς, πριν και μετά την εισροή ή την εκροή μιας ποσότητας χρήματος, δεν μεταβάλλεται απλώς και μόνο κατά το ότι τα χρηματικά υπόλοιπα των ατόμων και οι τιμές έχουν αυξηθεί ή μειωθεί. Έχουν επέλθει επίσης μεταβολές στις αμοιβαίες ανταλλακτικές σχέσεις μεταξύ των διαφόρων εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Αν θέλει κανείς να καταφύγει σε μεταφορές, οι μεταβολές αυτές περιγράφονται ακριβέστερα με την εικόνα μιας επανάστασης των τιμών παρά με την παραπλανητική εικόνα της ανόδου ή της πτώσης του «επιπέδου των τιμών».
The main fault of the old quantity theory as well as the mathematical economists’ equation of exchange is that they have ignored this fundamental issue. Changes in the supply of money must bring about changes in other data too. The market system before and after the inflow or outflow of a quantity of money is not merely changed in that the cash holdings of the individuals and prices have increased or decreased. There have been effected also changes in the reciprocal exchange ratios between the various commodities and services which, if one wants to resort to metaphors, are more adequately described by the image of price revolution than by the misleading figure of an elevation or a sinking of the price level.
Μπορούμε στο σημείο αυτό να παραβλέψουμε τις συνέπειες που προκαλεί η επίδραση στο περιεχόμενο όλων των ετεροχρονισμένων πληρωμών, όπως αυτές προβλέπονται από συμβάσεις. Θα ασχοληθούμε αργότερα τόσο με αυτές όσο και με τις επιδράσεις των νομισματικών γεγονότων στην κατανάλωση και την παραγωγή, στις επενδύσεις σε κεφαλαιουχικά αγαθά, καθώς και στη συσσώρευση και την ανάλωση κεφαλαίου. Ακόμη, όμως, και αν αφήσουμε κατά μέρος όλα αυτά τα ζητήματα, δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι οι μεταβολές στην ποσότητα του χρήματος επηρεάζουν τις τιμές κατά άνισο τρόπο. Το πότε και σε ποιον βαθμό επηρεάζονται οι τιμές των διαφόρων εμπορευμάτων και υπηρεσιών εξαρτάται από τα δεδομένα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης. Κατά τη διάρκεια μιας νομισματικής επέκτασης —ενός πληθωρισμού— η πρώτη αντίδραση δεν είναι απλώς ότι οι τιμές ορισμένων αγαθών αυξάνονται ταχύτερα και εντονότερα από τις τιμές άλλων. Ενδέχεται επίσης ορισμένες τιμές να μειωθούν αρχικά, επειδή τα αντίστοιχα αγαθά ζητούνται κατά κύριο λόγο από τις ομάδες των οποίων τα συμφέροντα πλήττονται.
We may at this point disregard the effects brought about by the influence on the content of all deferred payments as stipulated by contracts. We will deal later with them and with the operation of monetary events on consumption and production, investment in capital goods, and accumulation and consumption of capital. But even in setting aside all these things, we must never forget that changes in the quantity of money affect prices in an uneven way. It depends on the data of each particular case at what moment and to what extent the prices of the various commodities and services are affected. In the course of a monetary expansion (inflation) the first reaction is not only that the prices of some of them rise more quickly and more steeply than others. It may also occur that some fall at first as they are for the most part demanded by those groups whose interests are hurt.
Οι μεταβολές στη χρηματική σχέση δεν προκαλούνται μόνο από την έκδοση πρόσθετου χαρτονομίσματος από τις κυβερνήσεις. Η αύξηση της παραγωγής των πολύτιμων μετάλλων που χρησιμοποιούνται ως χρήμα έχει τα ίδια αποτελέσματα, μολονότι, βεβαίως, μπορεί να ευνοεί ή να πλήττει διαφορετικές κατηγορίες του πληθυσμού. Οι τιμές αυξάνονται με τον ίδιο τρόπο αν, χωρίς αντίστοιχη μείωση της διαθέσιμης ποσότητας χρήματος, η ζήτηση χρήματος υποχωρήσει εξαιτίας μιας γενικής τάσης μείωσης των χρηματικών υπολοίπων. Το πρόσθετο χρήμα που δαπανάται ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας «αποθησαυριστικής αποδέσμευσης» προκαλεί τάση ανόδου των τιμών κατά τον ίδιο τρόπο όπως και το χρήμα που προέρχεται από τα χρυσωρυχεία ή το πιεστήριο εκτύπωσης χαρτονομίσματος.
Αντιστρόφως, οι τιμές μειώνονται όταν μειώνεται η προσφορά χρήματος —παραδείγματος χάριν, μέσω της απόσυρσης χαρτονομίσματος— ή όταν αυξάνεται η ζήτηση χρήματος — παραδείγματος χάριν, μέσω μιας τάσης προς «αποθησαυρισμό», δηλαδή προς διατήρηση μεγαλύτερων χρηματικών υπολοίπων. Η διαδικασία είναι πάντοτε άνιση και σταδιακή, δυσανάλογη και ασύμμετρη.
Changes in the money relation are not only caused by governments issuing additional paper money. An increase in the production of the precious metals employed as money has the same effects although, of course, other classes of the population may be favored or hurt by it. Prices also rise in the same way if, without a corresponding reduction in the quantity of money available, the demand for money falls because of a general tendency toward a diminution of cash holdings. The money expended additionally by such a “dishoarding” brings about a tendency toward higher prices in the same way as that flowing from the gold mines or from the printing press. Conversely, prices drop when the supply of money falls (e.g., through a withdrawal of paper money) or the demand for money increases (e.g., through a tendency toward “hoarding,” the keeping of greater cash balances). The process is always uneven and by steps, disproportionate and asymmetrical.
Θα μπορούσε να προβληθεί —και έχει πράγματι προβληθεί— η ένσταση ότι η συνήθης παραγωγή των χρυσωρυχείων, η οποία διοχετεύεται στην αγορά, μπορεί μεν να συνεπάγεται αύξηση της ποσότητας του χρήματος, αλλά δεν αυξάνει το εισόδημα, και ακόμη λιγότερο τον πλούτο, των ιδιοκτητών των ορυχείων. Οι άνθρωποι αυτοί αποκτούν μόνο το «κανονικό» τους εισόδημα και, συνεπώς, η δαπάνη του δεν μπορεί να διαταράξει τις συνθήκες της αγοράς και τις επικρατούσες τάσεις προς τη διαμόρφωση των τελικών τιμών και την ισορροπία της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Για αυτούς, η ετήσια παραγωγή των ορυχείων δεν σημαίνει αύξηση του πλούτου και δεν τους ωθεί να προσφέρουν υψηλότερες τιμές. Θα εξακολουθήσουν να διαβιούν με το ίδιο βιοτικό επίπεδο όπως και προηγουμένως. Οι δαπάνες τους εντός αυτών των ορίων δεν θα επιφέρουν επανάσταση στην αγορά. Επομένως, η συνήθης ποσότητα παραγωγής χρυσού, μολονότι ασφαλώς αυξάνει τη διαθέσιμη ποσότητα χρήματος, δεν μπορεί να θέσει σε κίνηση τη διαδικασία της υποτίμησης. Είναι ουδέτερη ως προς τις τιμές.
It could be and has been objected that the normal production of the gold mines brought to the market may well entail an increase in the quantity of money, but does not increase the income, still less the wealth, of the owners of the mines. These people earn only their “normal” income and thus their spending of it cannot disarrange market conditions and the prevailing tendencies toward the establishment of final prices and the equilibrium of the evenly rotating economy. For them, the annual output of the mines does not mean an increase in riches and does not impel them to offer higher prices. They will continue to live at the standard at which they used to live before. Their spending within these limits will not revolutionize the market. Thus the normal amount of gold production, although certainly increasing the quantity of money available, cannot put into motion the process of depreciation. It is neutral with regard to prices.
Απέναντι σε αυτόν τον συλλογισμό πρέπει πρωτίστως να παρατηρηθεί ότι, σε μια αναπτυσσόμενη οικονομία όπου ο πληθυσμός αυξάνεται και τελειοποιούνται ο καταμερισμός της εργασίας και το επακόλουθό του, η βιομηχανική εξειδίκευση, επικρατεί τάση αύξησης της ζήτησης χρήματος. Νέοι άνθρωποι εμφανίζονται στο προσκήνιο και επιθυμούν να σχηματίσουν χρηματικά υπόλοιπα. Η έκταση της οικονομικής αυτάρκειας, δηλαδή της παραγωγής για τις ίδιες ανάγκες του νοικοκυριού, συρρικνώνεται και οι άνθρωποι εξαρτώνται περισσότερο από την αγορά· αυτό, σε γενικές γραμμές, τους ωθεί να αυξήσουν τη διακράτηση χρήματος.
Έτσι, η τάση ανόδου των τιμών που απορρέει από τη λεγόμενη «κανονική» παραγωγή χρυσού συναντά μια τάση πτώσης των τιμών η οποία απορρέει από την αυξημένη ζήτηση για χρηματικά υπόλοιπα. Ωστόσο, αυτές οι δύο αντίρροπες τάσεις δεν αλληλοεξουδετερώνονται. Καθεμία από τις δύο διαδικασίες ακολουθεί τη δική της πορεία και καθεμία προκαλεί αναδιάταξη των υφιστάμενων κοινωνικών συνθηκών, καθιστώντας ορισμένους ανθρώπους πλουσιότερους και άλλους φτωχότερους. Και οι δύο επηρεάζουν τις τιμές των διαφόρων αγαθών σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και σε διαφορετικό βαθμό.
Είναι αλήθεια ότι η άνοδος των τιμών ορισμένων εμπορευμάτων, την οποία προκαλεί η μία από αυτές τις διαδικασίες, μπορεί τελικά να αντισταθμιστεί από την πτώση που προκαλεί η άλλη. Ενδέχεται, στο τέλος, ορισμένες ή και πολλές τιμές να επανέλθουν στο προηγούμενο ύψος τους. Αυτό, όμως, το τελικό αποτέλεσμα δεν απορρέει από την απουσία κινήσεων που προκαλούνται από μεταβολές στη χρηματική σχέση. Αποτελεί, αντιθέτως, τη συνισταμένη της σύμπτωσης δύο ανεξάρτητων μεταξύ τους διαδικασιών, καθεμία από τις οποίες επιφέρει μεταβολές τόσο στα δεδομένα της αγοράς όσο και στις υλικές συνθήκες διαφόρων ατόμων και ομάδων ατόμων. Η νέα διάρθρωση των τιμών μπορεί να μη διαφέρει πολύ από την προηγούμενη. Αποτελεί, όμως, τη συνισταμένη δύο σειρών μεταβολών, οι οποίες έχουν επιφέρει όλους τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που ενυπήρχαν σε αυτές.
As against this reasoning one must first of all observe that within a progressing economy in which population figures are increasing and the division of labor and its corollary, industrial specialization, are perfected, there prevails a tendency toward an increase in the demand for money. Additional people appear on the scene and want to establish cash holdings. The extent of economic self-sufficiency, i.e., of production for the household’s own needs, shrinks and people become more dependent upon the market; this will, by and large, impel them to increase their holding of cash. Thus the price-raising tendency emanating from what is called the “normal” gold production encounters a price-cutting tendency emanating from the increased demand for cash holding. However, these two opposite tendencies do not neutralize each other. Both processes take their own course, both result in a disarrangement of existing social conditions, making some people richer, some people poorer. Both affect the prices of various goods at different dates and to a different degree. It is true that the rise in the prices of some commodities caused by one of these processes can finally be compensated by the fall caused by the other process. It may happen that at the end some or many prices come back to their previous height. But this final result is not the outcome of an absence of movements provoked by changes in the money relation. It is rather the outcome of the joint effect of the coincidence of two processes independent of each other, each of which brings about alterations in the market data as well as in the material conditions of various individuals and groups of individuals. The new structure of prices may not differ very much from the previous one. But it is the resultant of two series of changes which have accomplished all inherent social transformations.
Το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες των χρυσωρυχείων βασίζονται σε σταθερές ετήσιες εισπράξεις από την παραγωγή χρυσού δεν αναιρεί την επίδραση του νεοεξορυχθέντος χρυσού στις τιμές. Οι ιδιοκτήτες των ορυχείων λαμβάνουν από την αγορά, σε αντάλλαγμα για τον παραγόμενο χρυσό, τα αγαθά και τις υπηρεσίες που απαιτούνται για τις εξορυκτικές τους δραστηριότητες, καθώς και τα αγαθά που χρειάζονται για την κατανάλωσή τους και τις επενδύσεις τους σε άλλους κλάδους παραγωγής. Αν δεν είχαν παραγάγει αυτή την ποσότητα χρυσού, οι τιμές δεν θα είχαν επηρεαστεί από αυτήν.
Δεν έχει σημασία ότι είχαν προβλέψει τη μελλοντική απόδοση των ορυχείων και την είχαν κεφαλαιοποιήσει ούτε ότι είχαν προσαρμόσει το βιοτικό τους επίπεδο στην προσδοκία σταθερών εισπράξεων από τις εξορυκτικές δραστηριότητες. Οι επιδράσεις που ασκεί ο νεοεξορυχθείς χρυσός στις δαπάνες τους, καθώς και στις δαπάνες εκείνων των ανθρώπων στα χρηματικά υπόλοιπα των οποίων εισέρχεται αργότερα, βήμα προς βήμα, αρχίζουν μόνο τη στιγμή κατά την οποία ο χρυσός αυτός καθίσταται διαθέσιμος στα χέρια των ιδιοκτητών των ορυχείων. Αν, εν αναμονή μελλοντικών αποδόσεων, είχαν δαπανήσει χρήμα σε προγενέστερο χρόνο και η αναμενόμενη απόδοση δεν είχε πραγματοποιηθεί, η κατάσταση δεν θα διέφερε από άλλες περιπτώσεις στις οποίες η κατανάλωση χρηματοδοτήθηκε με πίστωση βασισμένη σε προσδοκίες που δεν επιβεβαιώθηκαν από τα μεταγενέστερα γεγονότα.
The fact that the owners of gold mines rely upon steady yearly proceeds from their gold production does not cancel the newly mined gold’s impression upon prices. The owners of the mines take from the market, in exchange for the gold produced, the goods and services required for their mining and the goods needed for their consumption and their investments in other lines of production. If they had not produced this amount of gold, prices would not have been affected by it. It is beside the point that they have anticipated the future yield of the mines and capitalized it and that they have adjusted their standard of living to the expectation of steady proceeds from the mining operations. The effects which the newly mined gold exercises on their expenditure and on that of those people whose cash holdings step by step it enters later begin only at the instant this gold is available in the hands of the mine owners. If, in the expectation of future yields, they had expended money at an earlier date and the expected yield failed to appear, conditions would not differ from other cases in which consumption was financed by credit based on expectations not realized by later events.
Οι μεταβολές στο ύψος του επιθυμητού χρηματικού υπολοίπου των διαφόρων ανθρώπων αλληλοεξουδετερώνονται μόνο στον βαθμό που επαναλαμβάνονται τακτικά και συνδέονται μεταξύ τους με αμοιβαία αιτιώδη σχέση. Οι μισθωτοί δεν αμείβονται καθημερινά, αλλά σε ορισμένες ημερομηνίες πληρωμής για περίοδο μίας ή περισσότερων εβδομάδων. Δεν σχεδιάζουν να διατηρούν το χρηματικό τους υπόλοιπο στο ίδιο επίπεδο καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ δύο ημερομηνιών πληρωμής· το ποσό των χρημάτων στις τσέπες τους μειώνεται όσο πλησιάζει η επόμενη ημέρα πληρωμής. Από την άλλη πλευρά, οι έμποροι που τους προμηθεύουν με τα αναγκαία για τη διαβίωσή τους αγαθά αυξάνουν αντιστοίχως τα χρηματικά τους υπόλοιπα.
Οι δύο κινήσεις αλληλοπροσδιορίζονται· μεταξύ τους υπάρχει αιτιώδης αλληλεξάρτηση, η οποία τις εναρμονίζει τόσο χρονικά όσο και ποσοτικά. Ούτε ο έμπορος ούτε ο πελάτης του αφήνει να επηρεαστεί από αυτές τις επαναλαμβανόμενες διακυμάνσεις. Τα σχέδιά τους σχετικά με τα χρηματικά τους υπόλοιπα, καθώς και, αντιστοίχως, οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και οι καταναλωτικές τους δαπάνες, καταλαμβάνουν ολόκληρη την περίοδο και τη λαμβάνουν υπόψη ως ενιαίο σύνολο.
Changes in the extent of the desired cash holding of various people neutralize one another only to the extent that they are regularly recurring and mutually connected by a causal reciprocity. Salaried people and wage earners are not paid daily, but at certain pay days for a period of one or several weeks. They do not plan to keep their cash holding within the period between pay days at the same level; the amount of cash in their pockets declines with the approach of the next pay day. On the other hand, the merchants who supply them with the necessities of life increase their cash holdings concomitantly. The two movements condition each other; there is a causal interdependence between them which harmonizes them both with regard to time and to quantitative amount. Neither the dealer nor his customer lets himself be influenced by these recurrent fluctuations. Their plans concerning cash holding as well as their business operations and their spending for consumption respectively have the whole period in view and take it into account as a whole.
Αυτό το φαινόμενο οδήγησε τους οικονομολόγους στην εικόνα μιας τακτικής κυκλοφορίας του χρήματος και στην παραμέληση των μεταβολών στα χρηματικά υπόλοιπα των ατόμων. Ωστόσο, βρισκόμαστε ενώπιον μιας αλληλουχίας που περιορίζεται σε ένα στενό και σαφώς οριοθετημένο πεδίο. Η εξουδετέρωση μπορεί να επέλθει μόνο στον βαθμό που η αύξηση του χρηματικού υπολοίπου μιας ομάδας ανθρώπων συνδέεται χρονικά και ποσοτικά με τη μείωση του χρηματικού υπολοίπου μιας άλλης ομάδας και στον βαθμό που οι μεταβολές αυτές αυτοαναιρούνται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου την οποία τα μέλη και των δύο ομάδων αντιμετωπίζουν ως ενιαίο σύνολο κατά τον προγραμματισμό των χρηματικών τους υπολοίπων. Πέραν αυτού του πεδίου, δεν τίθεται ζήτημα τέτοιας εξουδετέρωσης.
It was this phenomenon that led economists to the image of a regular circulation of money and to the neglect of the changes in the individuals’ cash holdings. However, we are faced with a concatenation which is limited to a narrow, neatly circumscribed field. Only as far as the increase in the cash holding of one group of people is temporally and quantitatively related to the decrease in the cash holding of another group and as far as these changes are self-liquidating within the course of a period which the members of both groups consider as a whole in planning their cash holding, can the neutralization take place. Beyond this field there is no question of such a neutralization.
5. Το πρόβλημα των Hume και Mill και η κινητήρια δύναμη του χρήματος
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. The Problem of Hume and Mill and the Driving Force of Money
Είναι δυνατόν να συλλάβουμε μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι μεταβολές στην αγοραστική δύναμη του χρήματος επέρχονται ταυτοχρόνως και στον ίδιο βαθμό ως προς όλα τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες, και αναλογικά προς τη μεταβολή που έχει επέλθει είτε στη ζήτηση είτε στην προσφορά χρήματος; Με άλλα λόγια, είναι δυνατόν να συλλάβουμε την ύπαρξη ουδέτερου χρήματος στο πλαίσιο ενός οικονομικού συστήματος το οποίο δεν αντιστοιχεί στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας; Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτό το κρίσιμο ερώτημα πρόβλημα των Hume και Mill.
Is it possible to think of a state of affairs in which changes in the purchasing power of money occur at the same time and to the same extent with regard to all commodities and services and in proportion to the changes effected in either the demand for or the supply of money? In other words, is it possible to think of neutral money within the frame of an economic system which does not correspond to the imaginary construction of an evenly rotating economy? We may call this pertinent question the problem of Hume and Mill.
Είναι αναμφισβήτητο ότι ούτε ο Hume ούτε ο Mill κατόρθωσαν να δώσουν καταφατική απάντηση σε αυτό το ερώτημα.9 Είναι, άραγε, δυνατόν να απαντηθεί κατηγορηματικά αρνητικά;
It is uncontested that neither Hume nor Mill succeeded in finding a positive answer to this question.[9] Is it possible to answer it categorically in the negative?
Ας φανταστούμε δύο συστήματα ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, τα A και B. Τα δύο συστήματα είναι ανεξάρτητα και δεν συνδέονται με κανέναν τρόπο μεταξύ τους. Διαφέρουν μόνο κατά το ότι σε κάθε ποσότητα χρήματος m στο A αντιστοιχεί μια ποσότητα nm στο B, όπου το n είναι μεγαλύτερο ή μικρότερο του 1. Υποθέτουμε ότι δεν υπάρχουν ετεροχρονισμένες πληρωμές και ότι το χρήμα που χρησιμοποιείται και στα δύο συστήματα εξυπηρετεί αποκλειστικά χρηματικούς σκοπούς και δεν επιδέχεται καμία μη χρηματική χρήση. Κατά συνέπεια, οι τιμές στα δύο συστήματα βρίσκονται σε αναλογία 1 : n . Είναι νοητό να μεταβληθούν μονομιάς οι συνθήκες στο A κατά τέτοιον τρόπο ώστε να καταστούν απολύτως ισοδύναμες με τις συνθήκες στο B;
We imagine two systems of an evenly rotating economy A and B. The two systems are independent and in no way connected with one another. The two systems differ from one another only in the fact that to each amount of money m in A there corresponds an amount n m in B, n being greater or smaller than 1; we assume that there are no deferred payments and that the money used in both systems serves only monetary purposes and does not allow of any nonmonetary use. Consequently the prices in the two systems are in the ratio 1 : n. Is it thinkable that conditions in A can be altered at one stroke in such a way as to make them entirely equivalent to conditions in B?
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει προφανώς να είναι αρνητική. Εκείνος που θέλει να απαντήσει καταφατικά πρέπει να υποθέσει ότι ένας deus ex machina προσεγγίζει κάθε άτομο ακριβώς την ίδια στιγμή, αυξάνει ή μειώνει το χρηματικό του υπόλοιπο πολλαπλασιάζοντάς το επί n και του λέει ότι στο εξής πρέπει να πολλαπλασιάζει επί n όλα τα δεδομένα των τιμών που χρησιμοποιεί στις αποτιμήσεις και στους υπολογισμούς του. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί χωρίς θαύμα.
The answer to this question must obviously be in the negative. He who wants to answer it in the positive must assume that a deus ex machina approaches every individual at the same instant, increases or decreases his cash holding by multiplying it by n, and tells him that henceforth he must multiply by n all price data which he employs in his appraisements and calculations. This cannot happen without a miracle.
Έχει ήδη επισημανθεί ότι, στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, η ίδια η έννοια του χρήματος εξαφανίζεται και μετατρέπεται σε μια άυλη υπολογιστική διαδικασία, η οποία είναι αυτοαντιφατική και στερείται κάθε νοήματος.10 Είναι αδύνατον να αποδοθεί οποιαδήποτε λειτουργία στην έμμεση ανταλλαγή, στα μέσα ανταλλαγής και στο χρήμα στο πλαίσιο ενός νοητικού κατασκευάσματος του οποίου χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι το αμετάβλητο και η ακαμψία των συνθηκών.
It has been pointed out already that in the imaginary construction of an evenly rotating economy the very notion of money vanishes into an unsubstantial calculation process, self-contradictory and devoid of any meaning.[10] It is impossible to assign any function to indirect exchange, media of exchange, and money within an imaginary construction the characteristic mark of which is unchangeability and rigidity of conditions.
Όπου δεν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς το μέλλον, δεν υπάρχει ανάγκη διακράτησης χρηματικού υπολοίπου. Επειδή το χρήμα πρέπει κατ’ ανάγκην να διακρατείται από τους ανθρώπους στα χρηματικά τους υπόλοιπα, δεν μπορεί να υπάρχει χρήμα. Η χρησιμοποίηση μέσων ανταλλαγής και η διακράτηση χρηματικών υπολοίπων προϋποθέτουν τη μεταβλητότητα των οικονομικών δεδομένων. Το χρήμα αποτελεί αφ’ εαυτού στοιχείο μεταβολής· η ύπαρξή του είναι ασυμβίβαστη με την ιδέα μιας κανονικής ροής γεγονότων σε μια ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία.
Where there is no uncertainty concerning the future, there is no need for any cash holding. As money must necessarily be kept by people in their cash holdings, there cannot be any money. The use of media of exchange and the keeping of cash holdings are conditioned by the changeability of economic data. Money in itself is an element of change; its existence is incompatible with the idea of a regular flow of events in an evenly rotating economy.
Κάθε μεταβολή στη χρηματική σχέση μεταβάλλει —πέραν των επιδράσεών της στις ετεροχρονισμένες πληρωμές— τις συνθήκες των επιμέρους μελών της κοινωνίας. Ορισμένοι γίνονται πλουσιότεροι και άλλοι φτωχότεροι. Ενδέχεται οι επιδράσεις μιας μεταβολής στη ζήτηση και την προσφορά χρήματος να συναντήσουν τις επιδράσεις αντίρροπων μεταβολών που επέρχονται, σε γενικές γραμμές, κατά την ίδια χρονική στιγμή και στον ίδιο βαθμό. Ενδέχεται η συνισταμένη των δύο αντίρροπων κινήσεων να είναι τέτοια ώστε να μην εμφανίζονται ευδιάκριτες μεταβολές στη διάρθρωση των τιμών. Ακόμη και τότε, όμως, δεν απουσιάζουν οι επιδράσεις στις συνθήκες των διαφόρων ατόμων.
Κάθε μεταβολή στη χρηματική σχέση ακολουθεί τη δική της πορεία και παράγει τα δικά της ιδιαίτερα αποτελέσματα. Αν μια πληθωριστική και μια αποπληθωριστική κίνηση εκδηλωθούν ταυτοχρόνως ή αν έναν πληθωρισμό ακολουθήσει χρονικά ένας αποπληθωρισμός κατά τέτοιον τρόπο ώστε οι τιμές να μη μεταβληθούν τελικά σε μεγάλο βαθμό, οι κοινωνικές συνέπειες των δύο κινήσεων δεν αλληλοαναιρούνται. Στις κοινωνικές συνέπειες του πληθωρισμού προστίθενται εκείνες του αποπληθωρισμού. Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι όλοι ή έστω οι περισσότεροι από όσους ευνοήθηκαν από τη μία κίνηση θα πληγούν από τη δεύτερη ή αντιστρόφως.
Every change in the money relation alters—apart from its effects upon deferred payments—the conditions of the individual members of society. Some become richer, some poorer. It may happen that the effects of a change in the demand for and supply of money encounter the effects of opposite changes occurring by and large at the same time and to the same extent; it may happen that the resultant of the two opposite movements is such that no conspicuous changes in the price structure emerge. But even then the effects on the conditions of the various individuals are not absent. Each change in the money relation takes its own course and produces its own particular effects. If an inflationary movement and a deflationary one occur at the same time or if an inflation is temporally followed by a deflation in such a way that prices finally are not very much changed, the social consequences of each of the two movements do not cancel each other. To the social consequences of an inflation those of a deflation are added. There is no reason to assume that all or even most of those favored by one movement will be hurt by the second one, or vice versa.
Το χρήμα δεν είναι ούτε αφηρημένη λογιστική μονάδα ούτε μέτρο της αξίας ή των τιμών. Είναι κατ’ ανάγκην οικονομικό αγαθό και, ως τέτοιο, αξιολογείται και αποτιμάται βάσει των δικών του ιδιοτήτων, δηλαδή βάσει των υπηρεσιών που αναμένει ο άνθρωπος από τη διακράτησή του ως χρηματικού υπολοίπου. Στην αγορά υπάρχουν πάντοτε μεταβολή και κίνηση. Ακριβώς επειδή υπάρχουν διακυμάνσεις, υπάρχει χρήμα. Το χρήμα αποτελεί στοιχείο μεταβολής όχι επειδή «κυκλοφορεί», αλλά επειδή διακρατείται σε χρηματικά υπόλοιπα. Μόνο επειδή οι άνθρωποι αναμένουν μεταβολές για το είδος και την έκταση των οποίων δεν διαθέτουν καμία βέβαιη γνώση διακρατούν χρήμα.
Money is neither an abstract numéraire nor a standard of value or prices. It is necessarily an economic good and as such it is valued and appraised on its own merits, i.e., the services which a man expects from holding cash. On the market there is always change and movement. Only because there are fluctuations is there money. Money is an element of change not because it “circulates,” but because it is kept in cash holdings. Only because people expect changes about the kind and extent of which they have no certain knowledge whatsoever, do they keep money.
Μολονότι το χρήμα μπορεί να νοηθεί μόνο σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία, αποτελεί το ίδιο στοιχείο περαιτέρω μεταβολών. Κάθε μεταβολή των οικονομικών δεδομένων το θέτει σε κίνηση και το καθιστά κινητήρια δύναμη νέων μεταβολών. Κάθε μετατόπιση στην αμοιβαία σχέση των ανταλλακτικών αναλογιών μεταξύ των διαφόρων μη χρηματικών αγαθών δεν επιφέρει μόνο μεταβολές στην παραγωγή και σε ό,τι αποκαλείται συνήθως διανομή, αλλά προκαλεί επίσης μεταβολές στη χρηματική σχέση και, μέσω αυτών, περαιτέρω μεταβολές. Τίποτε δεν μπορεί να συμβεί στη σφαίρα των πωλήσιμων αγαθών χωρίς να επηρεάσει τη σφαίρα του χρήματος, και καθετί που συμβαίνει στη σφαίρα του χρήματος επηρεάζει τη σφαίρα των εμπορευμάτων.
While money can be thought of only in a changing economy, it is in itself an element of further changes. Every change in the economic data sets it in motion and makes it the driving force of new changes. Every shift in the mutual relation of the exchange ratios between the various nonmonetary goods not only brings about changes in production and in what is popularly called distribution, but also provokes changes in the money relation and thus further changes. Nothing can happen in the orbit of vendible goods without affecting the orbit of money, and all that happens in the orbit of money affects the orbit of commodities.
Η έννοια ενός ουδέτερου χρήματος δεν είναι λιγότερο αντιφατική από την έννοια ενός χρήματος με σταθερή αγοραστική δύναμη. Ένα χρήμα χωρίς δική του κινητήρια δύναμη δεν θα ήταν, όπως υποθέτουν οι άνθρωποι, τέλειο χρήμα· δεν θα ήταν καθόλου χρήμα.
The notion of a neutral money is no less contradictory than that of a money of stable purchasing power. Money without a driving force of its own would not, as people assume, be a perfect money; it would not be money at all.
Αποτελεί δημοφιλή πλάνη η πεποίθηση ότι το τέλειο χρήμα πρέπει να είναι ουδέτερο και να διαθέτει αμετάβλητη αγοραστική δύναμη, καθώς και ότι σκοπός της νομισματικής πολιτικής πρέπει να είναι η πραγμάτωση αυτού του τέλειου χρήματος. Είναι εύκολο να κατανοηθεί αυτή η ιδέα ως αντίδραση απέναντι στα ακόμη δημοφιλέστερα αιτήματα των πληθωριστών. Αποτελεί, όμως, υπερβολική αντίδραση· είναι αφ’ εαυτής συγκεχυμένη και αντιφατική και έχει προκαλέσει μεγάλη καταστροφή, επειδή ενισχύθηκε από μια βαθιά ριζωμένη πλάνη που ενυπάρχει στη σκέψη πολλών φιλοσόφων και οικονομολόγων.
It is a popular fallacy to believe that perfect money should be neutral and endowed with unchanging purchasing power, and that the goal of monetary policy should be to realize this perfect money. It is easy to understand this idea as a reaction against the still more popular postulates of the inflationists. But it is an excessive reaction, it is in itself confused and contradictory, and it has worked havoc because it was strengthened by an inveterate error inherent in the thought of many philosophers and economists.
Οι στοχαστές αυτοί παραπλανώνται από τη διαδεδομένη πεποίθηση ότι μια κατάσταση ακινησίας είναι τελειότερη από μια κατάσταση κίνησης. Η αντίληψή τους περί τελειότητας συνεπάγεται ότι δεν μπορεί να νοηθεί καμία τελειότερη κατάσταση και ότι, κατά συνέπεια, κάθε μεταβολή θα την υποβάθμιζε. Το καλύτερο που μπορεί να λεχθεί για μια κίνηση είναι ότι κατευθύνεται προς την επίτευξη μιας κατάστασης τελειότητας στην οποία επικρατεί ακινησία, επειδή κάθε περαιτέρω κίνηση θα οδηγούσε σε μια λιγότερο τέλεια κατάσταση. Η κίνηση αντιμετωπίζεται ως απουσία ισορροπίας και πλήρους ικανοποίησης, ως εκδήλωση δυσχέρειας και στέρησης.
Στον βαθμό που τέτοιες σκέψεις απλώς διαπιστώνουν ότι η δράση αποβλέπει στην εξάλειψη της δυσφορίας και, τελικά, στην επίτευξη πλήρους ικανοποίησης, είναι βάσιμες. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται ότι η ακινησία και η ισορροπία δεν απαντούν μόνο σε μια κατάσταση στην οποία η πλήρης ικανοποίηση έχει καταστήσει τους ανθρώπους απολύτως ευτυχείς, αλλά εξίσου και σε μια κατάσταση στην οποία, μολονότι στερούνται πολλά από πολλές απόψεις, δεν διακρίνουν κανένα μέσο βελτίωσης της θέσης τους. Η απουσία δράσης δεν αποτελεί μόνο αποτέλεσμα πλήρους ικανοποίησης· μπορεί εξίσου να είναι επακόλουθο της αδυναμίας να καταστούν τα πράγματα περισσότερο ικανοποιητικά. Μπορεί να σημαίνει απελπισία όσο και ικανοποίηση.
These thinkers are misled by the widespread belief that a state of rest is more perfect than one of movement. Their idea of perfection implies that no more perfect state can be thought of and consequently that every change would impair it. The best that can be said of a motion is that it is directed toward the attainment of a state of perfection in which there is rest because every further movement would lead into a less perfect state. Motion is seen as the absence of equilibrium and full satisfaction, as a manifestation of trouble and want. As far as such thoughts merely establish the fact that action aims at the removal of uneasiness and ultimately at the attainment of full satisfaction, they are well founded. But one must not forget that rest and equilibrium are not only present in a state in which perfect contentment has made people perfectly happy, but no less in a state in which, although wanting in many regards, they do not see any means of improving their condition. The absence of action is not only the result of full satisfaction; it can no less be the corollary of the inability to render things more satisfactory. It can mean hopelessness as well as contentment.
Με το πραγματικό σύμπαν της δράσης και της αδιάκοπης μεταβολής, με ένα οικονομικό σύστημα που δεν μπορεί να είναι άκαμπτο, δεν συμβιβάζονται ούτε η ουδετερότητα του χρήματος ούτε η σταθερότητα της αγοραστικής του δύναμης. Ένας κόσμος του είδους που προϋποθέτουν οι αναγκαίες συνθήκες του ουδέτερου και σταθερού χρήματος θα ήταν ένας κόσμος χωρίς δράση.
With the real universe of action and unceasing change, with the economic system which cannot be rigid, neither neutrality of money nor stability of its purchasing power are compatible. A world of the kind which the necessary requirements of neutral and stable money presuppose would be a world without action.
Επομένως, δεν είναι ούτε παράδοξο ούτε επιλήψιμο το γεγονός ότι, στο πλαίσιο ενός τέτοιου μεταβαλλόμενου κόσμου, το χρήμα δεν είναι ούτε ουδέτερο ούτε σταθερό ως προς την αγοραστική του δύναμη. Όλα τα σχέδια που αποβλέπουν στο να καταστήσουν το χρήμα ουδέτερο και σταθερό είναι αντιφατικά. Το χρήμα αποτελεί στοιχείο της δράσης και, κατά συνέπεια, της μεταβολής. Οι μεταβολές στη χρηματική σχέση, δηλαδή στη σχέση μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς χρήματος, επηρεάζουν την ανταλλακτική σχέση μεταξύ, αφενός, του χρήματος και, αφετέρου, των πωλήσιμων εμπορευμάτων. Οι μεταβολές αυτές δεν επηρεάζουν ταυτοχρόνως και στον ίδιο βαθμό τις τιμές των διαφόρων εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, επηρεάζουν με διαφορετικό τρόπο τον πλούτο των διαφόρων μελών της κοινωνίας.
It is therefore neither strange nor vicious that in the frame of such a changing world money is neither neutral nor stable in purchasing power. All plans to render money neutral and stable are contradictory. Money is an element of action and consequently of change. Changes in the money relation, i.e., in the relation of the demand for and the supply of money, affect the exchange ratio between money on the one hand and the vendible commodities on the other hand. These changes do not affect at the same time and to the same extent the prices of the various commodities and services. They consequently affect the wealth of the various members of society in a different way.
6. Χρηματογενείς και αγαθογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. Cash-Induced and Goods-Induced Changes in Purchasing Power
Οι μεταβολές στην αγοραστική δύναμη του χρήματος, δηλαδή στην ανταλλακτική σχέση μεταξύ του χρήματος και των πωλήσιμων αγαθών και εμπορευμάτων, μπορούν να προέρχονται είτε από την πλευρά του χρήματος είτε από την πλευρά των πωλήσιμων αγαθών και εμπορευμάτων. Η μεταβολή των δεδομένων που τις προκαλεί μπορεί να επέλθει είτε στη ζήτηση και την προσφορά χρήματος είτε στη ζήτηση και την προσφορά των άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Μπορούμε, κατά συνέπεια, να διακρίνουμε μεταξύ χρηματογενών και αγαθογενών μεταβολών της αγοραστικής δύναμης.
Changes in the purchasing power of money, i.e., in the exchange ratio between money and the vendible goods and commodities, can originate either from the side of money or from the side of the vendible goods and commodities. The change in the data which provokes them can either occur in the demand for and supply of money or in the demand for and supply of the other goods and services. We may accordingly distinguish between cash-induced and goods-induced changes in purchasing power.
Οι αγαθογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης μπορούν να προκληθούν από μεταβολές στην προσφορά εμπορευμάτων και υπηρεσιών ή στη ζήτηση επιμέρους εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Μια γενική αύξηση ή μείωση της ζήτησης για όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες, ή για το μεγαλύτερο μέρος τους, μπορεί να προέλθει μόνο από την πλευρά του χρήματος.
Goods-induced changes in purchasing power can be brought about by changes in the supply of commodities and services or in the demand for individual commodities and services. A general rise or fall in the demand for all goods and services or the greater part of them can be effected only from the side of money.
Ας εξετάσουμε τώρα τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες των μεταβολών στην αγοραστική δύναμη του χρήματος υπό τις ακόλουθες τρεις παραδοχές: πρώτον, ότι το εν λόγω χρήμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως χρήμα —δηλαδή ως μέσο ανταλλαγής— και δεν μπορεί να εξυπηρετήσει κανέναν άλλο σκοπό· δεύτερον, ότι υπάρχει μόνο ανταλλαγή παρόντων αγαθών έναντι μελλοντικών αγαθών· και, τρίτον, ότι παραβλέπουμε τις επιδράσεις των μεταβολών της αγοραστικής δύναμης στον χρηματικό υπολογισμό.
Let us now scrutinize the social and economic consequences of changes in the purchasing power of money under the following three assumptions: first, that the money in question can only be used as money— i.e., as a medium of exchange—and can serve no other purpose; second, that there is only exchange of present goods and no exchange of present goods against future goods; third, that we disregard the effects of changes in purchasing power on monetary calculation.
Υπό αυτές τις παραδοχές, το μόνο που επιφέρουν οι χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης είναι μετατοπίσεις στην κατανομή του πλούτου μεταξύ διαφορετικών ατόμων. Ορισμένοι γίνονται πλουσιότεροι και άλλοι φτωχότεροι· ορισμένοι εφοδιάζονται καλύτερα και άλλοι χειρότερα· ό,τι κερδίζουν κάποιοι το πληρώνουν με τις απώλειές τους κάποιοι άλλοι. Θα ήταν, ωστόσο, ανεπίτρεπτο να ερμηνεύσουμε αυτό το γεγονός λέγοντας ότι η συνολική ικανοποίηση παρέμεινε αμετάβλητη ή ότι, μολονότι δεν επήλθαν μεταβολές στη συνολική προσφορά, η κατάσταση της συνολικής ικανοποίησης ή το άθροισμα της ευτυχίας αυξήθηκε ή μειώθηκε λόγω των μεταβολών στην κατανομή του πλούτου. Οι έννοιες της συνολικής ικανοποίησης και της συνολικής ευτυχίας είναι κενές περιεχομένου. Είναι αδύνατον να βρεθεί ένα μέτρο σύγκρισης των διαφορετικών βαθμών ικανοποίησης ή ευτυχίας που επιτυγχάνουν διαφορετικά άτομα.
Under these assumptions all that cash-induced changes in purchasing power bring about are shifts in the disposition of wealth among different individuals. Some get richer, others poorer; some are better supplied, others less; what some people gain is paid for by the loss of others. It would, however, be impermissible to interpret this fact by saying that total satisfaction remained unchanged or that, while no changes have occurred in total supply, the state of total satisfaction or of the sum of happiness has been increased or decreased by changes in the distribution of wealth. The notions of total satisfaction or total happiness are empty. It is impossible to discover a standard for comparing the different degrees of satisfaction or happiness attained by various individuals.
Οι χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης προκαλούν εμμέσως περαιτέρω μεταβολές, ευνοώντας είτε τη συσσώρευση πρόσθετου κεφαλαίου είτε την ανάλωση του διαθέσιμου κεφαλαίου. Το αν θα εμφανιστούν τέτοιες δευτερογενείς επιδράσεις και προς ποια κατεύθυνση θα κινηθούν εξαρτάται από τα ιδιαίτερα δεδομένα κάθε περίπτωσης. Θα εξετάσουμε αυτά τα σημαντικά προβλήματα σε μεταγενέστερο σημείο.11
Cash-induced changes in purchasing power indirectly generate further changes by favoring either the accumulation of additional capital or the consumption of capital available. Whether and in what direction such secondary effects are brought about depends on the specific data of each case. We shall deal with these important problems at a later point.[11]
Οι αγαθογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης δεν είναι ενίοτε τίποτε άλλο παρά συνέπειες μιας μετατόπισης της ζήτησης από ορισμένα αγαθά προς άλλα. Αν, όμως, προκαλούνται από αύξηση ή μείωση της προσφοράς αγαθών, δεν αποτελούν απλώς μεταβιβάσεις από ορισμένους ανθρώπους προς άλλους. Δεν σημαίνουν ότι ο Πέτρος κερδίζει ό,τι έχασε ο Παύλος. Ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να γίνουν πλουσιότεροι χωρίς να γίνει κανείς φτωχότερος, και αντιστρόφως.
Goods-induced changes in purchasing power are sometimes nothing else but consequences of a shift of demand from some goods to others. If they are brought about by an increase or a decrease in the supply of goods they are not merely transfers from some people to other people. They do not mean that Peter gains what Paul has lost. Some people may become richer although nobody is impoverished, and vice versa.
Μπορούμε να περιγράψουμε το γεγονός αυτό ως εξής: έστω A και B δύο ανεξάρτητα συστήματα τα οποία δεν συνδέονται με κανέναν τρόπο μεταξύ τους. Και στα δύο συστήματα χρησιμοποιείται το ίδιο είδος χρήματος, ένα χρήμα το οποίο δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κανέναν μη χρηματικό σκοπό. Ας υποθέσουμε τώρα, ως πρώτη περίπτωση, ότι τα A και B διαφέρουν μεταξύ τους μόνο κατά το ότι στο B η συνολική προσφορά χρήματος είναι nm , όπου m είναι η συνολική προσφορά χρήματος στο A, και ότι σε κάθε χρηματικό υπόλοιπο c και σε κάθε χρηματικά εκφρασμένη απαίτηση d στο A αντιστοιχούν ένα χρηματικό υπόλοιπο nc και μια απαίτηση nd στο B. Από κάθε άλλη άποψη, το A είναι όμοιο με το B. Κατόπιν υποθέτουμε, ως δεύτερη περίπτωση, ότι τα A και B διαφέρουν μεταξύ τους μόνο κατά το ότι στο B η συνολική προσφορά ενός ορισμένου εμπορεύματος r είναι np, όπου είναι η συνολική προσφορά αυτού του εμπορεύματος στο A, και ότι σε κάθε απόθεμα v του εμπορεύματος r στο A αντιστοιχεί ένα απόθεμα στο B. Και στις δύο περιπτώσεις, το n είναι μεγαλύτερο από 1 . Αν ρωτήσουμε κάθε άτομο στο A αν είναι διατεθειμένο να υποστεί έστω και την παραμικρή θυσία προκειμένου να ανταλλάξει τη θέση του με την αντίστοιχη θέση στο B, στην πρώτη περίπτωση η απάντηση θα είναι ομόφωνα αρνητική. Στη δεύτερη περίπτωση, όμως, όλοι οι κάτοχοι του r , καθώς και όλοι όσοι δεν κατέχουν καθόλου r αλλά επιθυμούν να αποκτήσουν κάποια ποσότητά του —δηλαδή τουλάχιστον ένα άτομο— θα απαντήσουν καταφατικά.
We may describe this fact in the following way: Let A and B be two independent systems which are in no way connected with each other. In both systems the same kind of money is used, a money which cannot be used for any nonmonetary purpose. Now we assume, as case 1, that A and E differ from each other only in so far as in B the total supply of money is n m, m being the total supply of money in A, and that to every cash holding of c and to every claim in terms of money d in A there corresponds a cash holding of n c and a claim of n d in B. In every other respect A equals B. Then we assume, as case 2, that A and B differ from each other only in so far as in B the total supply of a certain commodity r is n p, p being the total supply of this commodity in A, and that to every stock v of this commodity r in A there corresponds a stock of n v in B. In both cases n is greater than 1. If we ask every individual of A whether he is ready to make the slightest sacrifice in order to exchange his position for the corresponding place in B, the answer will be unanimously in the negative in case 1. But in case 2 all owners of r and all those who do not own any r, but are eager to acquire a quantity of it—i.e., at least one individual—will answer in the affirmative.
Οι υπηρεσίες που παρέχει το χρήμα εξαρτώνται από το ύψος της αγοραστικής του δύναμης. Κανείς δεν επιθυμεί να διατηρεί στο χρηματικό του υπόλοιπο έναν ορισμένο αριθμό χρηματικών τεμαχίων ή ένα ορισμένο βάρος χρήματος· επιθυμεί να διατηρεί χρηματικό υπόλοιπο ορισμένου ύψους αγοραστικής δύναμης. Καθώς η λειτουργία της αγοράς τείνει να προσδιορίζει την τελική κατάσταση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος σε εκείνο το ύψος στο οποίο συμπίπτουν η προσφορά και η ζήτηση χρήματος, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει πλεόνασμα ή έλλειμμα χρήματος. Κάθε άτομο χωριστά και όλα τα άτομα από κοινού απολαμβάνουν πάντοτε πλήρως τα πλεονεκτήματα που μπορούν να αντλήσουν από την έμμεση ανταλλαγή και τη χρήση του χρήματος, ανεξάρτητα από το αν η συνολική ποσότητα του χρήματος είναι μεγάλη ή μικρή.
Οι μεταβολές στην αγοραστική δύναμη του χρήματος προκαλούν μεταβολές στην κατανομή του πλούτου μεταξύ των διαφόρων μελών της κοινωνίας. Από τη σκοπιά των ανθρώπων που επιδιώκουν να πλουτίσουν μέσω τέτοιων μεταβολών, η προσφορά χρήματος μπορεί να χαρακτηριστεί ανεπαρκής ή υπερβολική, και η επιθυμία για τέτοια κέρδη μπορεί να οδηγήσει σε πολιτικές σχεδιασμένες να προκαλέσουν χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης. Ωστόσο, οι υπηρεσίες που παρέχει το χρήμα δεν μπορούν ούτε να βελτιωθούν ούτε να αποκατασταθούν μέσω μεταβολής της προσφοράς του.
Μπορεί να εμφανιστεί πλεόνασμα ή έλλειμμα χρήματος στο χρηματικό υπόλοιπο ενός ατόμου. Μια τέτοια κατάσταση, όμως, μπορεί να διορθωθεί με την αύξηση ή τη μείωση της κατανάλωσης ή της επένδυσης. Δεν πρέπει, βεβαίως, να υποκύπτει κανείς στη διαδεδομένη σύγχυση μεταξύ της ζήτησης χρήματος προς διακράτηση ως χρηματικού υπολοίπου και της επιθυμίας για περισσότερο πλούτο. Η ποσότητα χρήματος που είναι διαθέσιμη στο σύνολο της οικονομίας επαρκεί πάντοτε για να εξασφαλίσει σε όλους όλα όσα επιτελεί και μπορεί να επιτελέσει το χρήμα.
The services money renders are conditioned by the height of its purchasing power. Nobody wants to have in his cash holding a definite number of pieces of money or a definite weight of money; he wants to keep a cash holding of a definite amount of purchasing power. As the operation of the market tends to determine the final state of money’s purchasing power at a height at which the supply of and the demand for money coincide, there can never be an excess or a deficiency of money. Each individual and all individuals together always enjoy fully the advantages which they can derive from indirect exchange and the use of money, no matter whether the total quantity of money is great or small. Changes in money’s purchasing power generate changes in the disposition of wealth among the various members of society. From the point of view of people eager to be enriched by such changes, the supply of money may be called insufficient or excessive, and the appetite for such gains may result in policies designed to bring about cash-induced alterations in purchasing power. However, the services which money renders can be neither improved nor impaired by changing the supply of money. There may appear an excess or a deficiency of money in an individual’s cash holding. But such a condition can be remedied by increasing or decreasing consumption or investment. (Of course, one must not fall prey to the popular confusion between the demand for money for cash holding and the appetite for more wealth.) The quantity of money available in the whole economy is always sufficient to secure for everybody all that money does and can do.
Από τη σκοπιά αυτής της διαπίστωσης, μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει σπάταλες όλες τις δαπάνες που πραγματοποιούνται για την αύξηση της ποσότητας του χρήματος. Το γεγονός ότι πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να παρέχουν άλλες χρήσιμες υπηρεσίες χρησιμοποιούνται ως χρήμα και, ως εκ τούτου, αποσύρονται από αυτές τις άλλες χρήσεις εμφανίζεται ως περιττός περιορισμός των πεπερασμένων δυνατοτήτων ικανοποίησης αναγκών. Αυτή η ιδέα οδήγησε τον Adam Smith και τον Ricardo στην άποψη ότι θα ήταν εξαιρετικά επωφελές να μειωθεί το κόστος παραγωγής του χρήματος μέσω της προσφυγής στη χρήση έντυπου χαρτονομίσματος.
Ωστόσο, τα πράγματα εμφανίζονται υπό διαφορετικό πρίσμα στους μελετητές της νομισματικής ιστορίας. Αν εξετάσει κανείς τις καταστροφικές συνέπειες των μεγάλων πληθωρισμών του χαρτονομίσματος, πρέπει να παραδεχθεί ότι το υψηλό κόστος παραγωγής του χρυσού αποτελεί το μικρότερο κακό. Θα ήταν μάταιο να αντιτείνει κανείς ότι αυτές οι καταστροφές προκλήθηκαν από την καταχρηστική αξιοποίηση, εκ μέρους των κυβερνήσεων, των εξουσιών που έθεσαν στα χέρια τους το πιστωτικό χρήμα και το χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, και ότι συνετότερες κυβερνήσεις θα είχαν υιοθετήσει υγιέστερες πολιτικές. Επειδή το χρήμα δεν μπορεί ποτέ να είναι ουδέτερο και σταθερό ως προς την αγοραστική του δύναμη, τα κυβερνητικά σχέδια για τον προσδιορισμό της ποσότητάς του δεν μπορούν ποτέ να είναι αμερόληπτα και δίκαια απέναντι σε όλα τα μέλη της κοινωνίας. Ό,τι και αν πράττει μια κυβέρνηση επιδιώκοντας να επηρεάσει το ύψος της αγοραστικής δύναμης εξαρτάται κατ’ ανάγκην από τις προσωπικές αξιολογικές κρίσεις των κυβερνώντων. Ευνοεί πάντοτε τα συμφέροντα ορισμένων ομάδων ανθρώπων εις βάρος άλλων ομάδων. Ποτέ δεν υπηρετεί αυτό που αποκαλείται κοινό καλό ή δημόσια ευημερία. Ούτε στο πεδίο της νομισματικής πολιτικής υπάρχει κάποιο επιστημονικώς θεμελιωμένο «δέον».
From the point of view of this insight one may call wasteful all expenditures incurred for increasing the quantity of money. The fact that things which could render some other useful services are employed as money and thus withheld from these other employments appears as a superfluous curtailment of limited opportunities for want-satisfaction. It was this idea that led Adam Smith and Ricardo to the opinion that it was very beneficial to reduce the cost of producing money by resorting to the use of paper printed currency. However, things appear in a different light to the students of monetary history. If one looks at the catastrophic consequences of the great paper money inflations, one must admit that the expensiveness of gold production is the minor evil. It would be futile to retort that these catastrophes were brought about by the improper use which the governments made of the powers that credit money and fiat money placed in their hands and that wiser governments would have adopted sounder policies. As money can never be neutral and stable in purchasing power, a government’s plans concerning the determination of the quantity of money can never be impartial and fair to all members of society. Whatever a government does in the pursuit of aims to influence the height of purchasing power depends necessarily upon the rulers’ personal value judgments. It always furthers the interests of some groups of people at the expense of other groups. It never serves what is called the commonweal or the public welfare. In the field of monetary policies too there is no such thing as a scientific ought.
Η επιλογή του αγαθού που θα χρησιμοποιηθεί ως μέσο ανταλλαγής και ως χρήμα δεν είναι ποτέ αδιάφορη. Προσδιορίζει την πορεία των χρηματογενών μεταβολών της αγοραστικής δύναμης. Το μόνο ερώτημα είναι ποιος πρέπει να κάνει αυτή την επιλογή: οι άνθρωποι που αγοράζουν και πωλούν στην αγορά ή η κυβέρνηση; Ήταν η αγορά εκείνη που, μέσω μιας επιλεκτικής διαδικασίας η οποία διήρκεσε αιώνες, προσέδωσε τελικά στα πολύτιμα μέταλλα, τον χρυσό και τον άργυρο, τον χαρακτήρα του χρήματος. Εδώ και διακόσια χρόνια οι κυβερνήσεις παρεμβαίνουν στην επιλογή του χρηματικού μέσου από την αγορά. Ακόμη και οι φανατικότεροι κρατιστές δεν τολμούν να ισχυριστούν ότι αυτή η παρέμβαση αποδείχθηκε επωφελής.
The choice of the good to be employed as a medium of exchange and as money is never indifferent. It determines the course of the cash-induced changes in purchasing power. The question is only who should make the choice: the people buying and selling on the market, or the government? It was the market which in a selective process, going on for ages, finally assigned to the precious metals gold and silver the character of money. For two hundred years the governments have interfered with the market’s choice of the money medium. Even the most bigoted étatists do not venture to assert that this interference has proved beneficial.
Πληθωρισμός και αποπληθωρισμός· πληθωρισμός και αποπληθωρισμός ως πολιτικά προγράμματα
Inflation and Deflation; Inflationism and Deflationism
Οι έννοιες του πληθωρισμού και του αποπληθωρισμού δεν είναι πραξεολογικές έννοιες. Δεν δημιουργήθηκαν από τους οικονομολόγους, αλλά από την καθημερινή γλώσσα του κοινού και των πολιτικών. Ενσωμάτωναν τη διαδεδομένη πλάνη ότι υπάρχει ουδέτερο χρήμα ή χρήμα σταθερής αγοραστικής δύναμης και ότι ένα υγιές χρήμα πρέπει να είναι ουδέτερο και σταθερό ως προς την αγοραστική του δύναμη. Από αυτή τη σκοπιά, ο όρος «πληθωρισμός» χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει χρηματογενείς μεταβολές που επιφέρουν μείωση της αγοραστικής δύναμης, ενώ ο όρος «αποπληθωρισμός» χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει χρηματογενείς μεταβολές που επιφέρουν αύξηση της αγοραστικής δύναμης.
The notions of inflation and deflation are not praxeological concepts. They were not created by economists, but by the mundane speech of the public and of politicians. They implied the popular fallacy that there is such a thing as neutral money or money of stable purchasing power and that sound money should be neutral and stable in purchasing power. From this point of view the term inflation was applied to signify cash-induced changes resulting in a drop in purchasing power, and the term deflation to signify cash-induced changes resulting in a rise in purchasing power.
Εκείνοι, όμως, που χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους δεν αντιλαμβάνονται ότι η αγοραστική δύναμη δεν παραμένει ποτέ αμετάβλητη και ότι, κατά συνέπεια, υπάρχει πάντοτε είτε πληθωρισμός είτε αποπληθωρισμός. Παραβλέπουν αυτές τις κατ’ ανάγκην αδιάλειπτες διακυμάνσεις όταν είναι μικρές και δυσδιάκριτες και επιφυλάσσουν τη χρήση των όρων για τις μεγάλες μεταβολές της αγοραστικής δύναμης. Επειδή το σημείο από το οποίο και έπειτα μια μεταβολή της αγοραστικής δύναμης αρχίζει να αξίζει τον χαρακτηρισμό «μεγάλη» εξαρτάται από προσωπικές κρίσεις περί της σημασίας της, καθίσταται φανερό ότι οι όροι πληθωρισμός και αποπληθωρισμός στερούνται της κατηγοριακής ακρίβειας που απαιτείται από τις πραξεολογικές, οικονομικές και καταλλακτικές έννοιες.
Η χρήση τους είναι πρόσφορη για την ιστορία και την πολιτική. Η καταλλακτική μπορεί να προσφεύγει σε αυτούς μόνο όταν εφαρμόζει τα θεωρήματά της στην ερμηνεία γεγονότων της οικονομικής ιστορίας και πολιτικών προγραμμάτων. Επιπλέον, είναι πολύ χρήσιμο να χρησιμοποιούνται οι δύο αυτοί όροι ακόμη και σε αυστηρά καταλλακτικές πραγματεύσεις, οσάκις δεν υπάρχει περίπτωση να προκύψει παρερμηνεία και μπορεί έτσι να αποφευχθεί η σχολαστική δυσκαμψία της έκφρασης. Είναι, όμως, αναγκαίο να μην παραβλέπεται ποτέ ότι όλα όσα διατυπώνει η καταλλακτική σχετικά με τον πληθωρισμό και τον αποπληθωρισμό —δηλαδή σχετικά με μεγάλες χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης— ισχύουν επίσης για τις μικρές μεταβολές, μολονότι, ασφαλώς, οι συνέπειες των μικρότερων μεταβολών είναι λιγότερο εμφανείς από εκείνες των μεγάλων.
However, those applying these terms are not aware of the fact that purchasing power never remains unchanged and that consequently there is always either inflation or deflation. They ignore these necessarily perpetual fluctuations as far as they are only small and inconspicuous, and reserve the use of the terms to big changes in purchasing power. Since the question as to at what point a change in purchasing power begins to deserve being called big depends on personal relevance judgments, it becomes manifest that inflation and deflation are terms lacking the categorial precision required for praxeological, economic, and catallactic concepts. Their application is appropriate for history and politics. Catallactics is free to resort to them only when applying its theorems to the interpretation of events of economic history and of political programs. Moreover, it is very expedient even in rigid catallactic disquisitions to make use of these two terms whenever no misinterpretation can possibly result and pedantic heaviness of expression can be avoided. But it is necessary never to forget that all that catallactics says with regard to inflation and deflation—i.e., big cash-induced changes in purchasing power—is valid also with regard to small changes, although, of course, the consequences of smaller changes are less conspicuous than those of big changes.
Οι όροι «πληθωριστική πολιτική» και «αποπληθωριστική πολιτική», καθώς και «πληθωριστής» και «αποπληθωριστής», δηλώνουν τα πολιτικά προγράμματα που αποβλέπουν στον πληθωρισμό και στον αποπληθωρισμό υπό την έννοια μεγάλων χρηματογενών μεταβολών της αγοραστικής δύναμης.
The terms inflationism and deflationism, inflationist and deflationist, signify the political programs aiming at inflation and deflation in the sense of big cash-induced changes in purchasing power.
Η σημασιολογική επανάσταση, η οποία αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής μας, έχει μεταβάλει και την παραδοσιακή σημασία των όρων πληθωρισμός και αποπληθωρισμός. Αυτό που πολλοί άνθρωποι αποκαλούν σήμερα πληθωρισμό ή αποπληθωρισμό δεν είναι πλέον η μεγάλη αύξηση ή μείωση της προσφοράς χρήματος, αλλά οι αναπόφευκτες συνέπειές της: η γενική τάση ανόδου ή πτώσης των τιμών των εμπορευμάτων και των μισθολογικών ποσοστών. Αυτή η καινοτομία δεν είναι καθόλου αβλαβής. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υποδαύλιση των λαϊκών τάσεων υπέρ της πληθωριστικής πολιτικής.
The semantic revolution which is one of the characteristic features of our day has also changed the traditional connotation of the terms inflation and deflation. What many people today call inflation or deflation is no longer the great increase or decrease in the supply of money, but its inexorable consequences, the general tendency toward a rise or a fall in commodity prices and wage rates. This innovation is by no means harmless. It plays an important role in fomenting the popular tendencies toward inflationism.
Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει πλέον διαθέσιμος όρος για να δηλώσει αυτό που δήλωνε παλαιότερα ο πληθωρισμός. Είναι αδύνατον να καταπολεμηθεί μια πολιτική η οποία δεν μπορεί να κατονομαστεί. Οι πολιτικοί και οι συγγραφείς δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να προσφεύγουν σε μια ορολογία αποδεκτή και κατανοητή από το κοινό, όταν επιθυμούν να αμφισβητήσουν τη σκοπιμότητα της έκδοσης τεράστιων ποσοτήτων πρόσθετου χρήματος. Κάθε φορά που επιθυμούν να αναφερθούν σε αυτή την πολιτική, πρέπει να προβαίνουν σε λεπτομερή ανάλυση και περιγραφή της, παραθέτοντας όλες τις επιμέρους πτυχές και σχολαστικές διευκρινίσεις· και πρέπει να επαναλαμβάνουν αυτή την επίπονη διαδικασία σε κάθε πρόταση στην οποία πραγματεύονται το ζήτημα. Επειδή η πολιτική αυτή δεν έχει όνομα, καταλήγει να θεωρείται αυτονόητη και δεδομένη. Εξαπλώνεται ανεμπόδιστα.
First of all there is no longer any term available to signify what inflation used to signify. It is impossible to fight a policy which you cannot name. Statesmen and writers no longer have the opportunity of resorting to a terminology accepted and understood by the public when they want to question the expediency of issuing huge amounts of additional money. They must enter into a detailed analysis and description of this policy with full particulars and minute accounts whenever they want to refer to it, and they must repeat this bothersome procedure in every sentence in which they deal with the subject. As this policy has no name, it becomes self-understood and a matter of fact. It goes on luxuriantly.
Η δεύτερη επιβλαβής συνέπεια είναι ότι εκείνοι που επιδίδονται σε μάταιες και απέλπιδες προσπάθειες καταπολέμησης των αναπόφευκτων συνεπειών του πληθωρισμού —της ανόδου των τιμών— παρουσιάζουν τις ενέργειές τους ως αγώνα κατά του πληθωρισμού. Ενώ καταπολεμούν απλώς τα συμπτώματα, ισχυρίζονται ότι καταπολεμούν τις βαθύτερες αιτίες του κακού. Επειδή δεν κατανοούν την αιτιώδη σχέση μεταξύ, αφενός, της αύξησης της ποσότητας του χρήματος και, αφετέρου, της ανόδου των τιμών, στην πράξη επιδεινώνουν την κατάσταση.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα προσέφεραν οι επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στους γεωργούς από τις κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά και της Μεγάλης Βρετανίας. Οι ανώτατες τιμές περιορίζουν την προσφορά των σχετικών εμπορευμάτων, επειδή η παραγωγή συνεπάγεται ζημία για τους οριακούς παραγωγούς. Για να αποτρέψουν αυτό το αποτέλεσμα, οι κυβερνήσεις χορήγησαν επιδοτήσεις στους γεωργούς που παρήγαν με το υψηλότερο κόστος. Οι επιδοτήσεις αυτές χρηματοδοτήθηκαν μέσω περαιτέρω αυξήσεων της ποσότητας του χρήματος. Αν οι καταναλωτές ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν υψηλότερες τιμές για τα σχετικά προϊόντα, δεν θα είχαν εμφανιστεί πρόσθετες πληθωριστικές επιδράσεις. Για αυτή την πρόσθετη δαπάνη, οι καταναλωτές θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν μόνο χρήμα που είχε ήδη εκδοθεί προηγουμένως. Έτσι, η σύγχυση μεταξύ του πληθωρισμού και των συνεπειών του μπορεί πράγματι να προκαλέσει άμεσα ακόμη περισσότερο πληθωρισμό.
The second mischief is that those engaged in futile and hopeless attempts to fight the inevitable consequences of inflation—the rise in prices —are disguising their endeavors as a fight against inflation. While merely fighting symptoms, they pretend to fight the root causes of the evil. Because they do not comprehend the causal relation between the increase in the quantity of money on the one hand and the rise in prices on the other, they practically make things worse. The best example was provided by the subsidies granted on the part of the governments of the United States, Canada, and Great Britain to farmers. Price ceilings reduce the supply of the commodities concerned because production involves a loss for the marginal producers. To prevent this outcome the governments granted subsidies to the farmers producing at the highest costs. These subsidies were financed out of additional increases in the quantity of money. If the consumers had had to pay higher prices for the products concerned, no further inflationary effects would have emerged. The consumers would have had to use for such surplus expenditure only money which had already been issued previously. Thus the confusion of inflation and its consequences in fact can directly bring about more inflation.
Είναι προφανές ότι αυτή η νεόκοπη σημασία των όρων πληθωρισμός και αποπληθωρισμός είναι απολύτως συγκεχυμένη και παραπλανητική και πρέπει να απορριφθεί άνευ όρων.
It is obvious that this new-fangled connotation of the terms inflation and deflation is utterly confusing and misleading and must be unconditionally rejected.
7. Χρηματικός υπολογισμός και μεταβολές της αγοραστικής δύναμης
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. Monetary Calculation and Changes in Purchasing Power
Ο χρηματικός υπολογισμός βασίζεται στις τιμές των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών, όπως αυτές προσδιορίστηκαν, θα είχαν προσδιοριστεί ή κατά πάσα πιθανότητα θα προσδιοριστούν στην αγορά. Επιδιώκει να εντοπίσει αποκλίσεις μεταξύ των τιμών και να συναγάγει συμπεράσματα από τον εντοπισμό τους.
Monetary calculation reckons with the prices of commodities and services as they were determined or would have been determined or presumably will be determined on the market. It is eager to detect price discrepancies and to draw conclusions from such a detection.
Οι χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σε τέτοιους υπολογισμούς. Είναι δυνατόν να αντικαταστήσουμε έναν υπολογισμό που βασίζεται σε ένα ορισμένο είδος χρήματος a με έναν τρόπο υπολογισμού που βασίζεται σε άλλο είδος χρήματος b. Τότε το αποτέλεσμα του υπολογισμού προστατεύεται από τη νόθευση που προκαλούν οι μεταβολές στην αγοραστική δύναμη του a , αλλά εξακολουθεί να μπορεί να νοθευθεί από μεταβολές στην αγοραστική δύναμη του b . Δεν υπάρχει κανένα μέσο για να απαλλαγεί οποιοσδήποτε τρόπος οικονομικού υπολογισμού από την επίδραση των μεταβολών στην αγοραστική δύναμη του συγκεκριμένου είδους χρήματος στο οποίο βασίζεται.
Cash-induced changes in purchasing power cannot be taken into account in such calculations. It is possible to put in the place of calculation based on a definite kind of money a a mode of calculating based on another kind of money b. Then the result of the calculation is made safe against adulteration on the part of changes effected in the purchasing power of a; but it can still be adulterated by changes effected in the purchasing power of b. There is no means of freeing any mode of economic calculation from the influence of changes in the purchasing power of the definite kind of money on which it is based.
Όλα τα αποτελέσματα του οικονομικού υπολογισμού και όλα τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτά εξαρτώνται από τις διακυμάνσεις των χρηματογενών μεταβολών της αγοραστικής δύναμης. Ανάλογα με την άνοδο ή την πτώση της αγοραστικής δύναμης, εμφανίζονται ιδιαίτερες διαφορές μεταξύ των στοιχείων που αντανακλούν προγενέστερες τιμές και εκείνων που αντανακλούν μεταγενέστερες τιμές· ο υπολογισμός εμφανίζει κέρδη ή ζημίες που παράγονται απλώς από χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος. Αν συγκρίνουμε αυτά τα κέρδη ή τις ζημίες με το αποτέλεσμα ενός υπολογισμού που πραγματοποιήθηκε βάσει ενός είδους χρήματος του οποίου η αγοραστική δύναμη υπέστη λιγότερο έντονες μεταβολές, μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε απλώς φανταστικά ή φαινομενικά.
Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται ότι τέτοιες διαπιστώσεις καθίστανται δυνατές μόνο μέσω της σύγκρισης υπολογισμών που πραγματοποιούνται σε διαφορετικά είδη χρήματος. Επειδή δεν υπάρχει χρήμα με σταθερή αγοραστική δύναμη, τέτοια φαινομενικά κέρδη και ζημίες εμφανίζονται σε κάθε τρόπο οικονομικού υπολογισμού, ανεξάρτητα από το είδος χρήματος στο οποίο αυτός βασίζεται. Είναι αδύνατον να διακρίνουμε με ακρίβεια τα γνήσια κέρδη και τις γνήσιες ζημίες από τα απλώς φαινομενικά κέρδη και τις φαινομενικές ζημίες.
All results of economic calculation and all conclusions derived from them are conditioned by the vicissitudes of cash-induced changes in purchasing power. In accordance with the rise or fall in purchasing power there emerge between items reflecting earlier prices and those reflecting later prices specific differences; the calculus shows profits or losses which are merely produced by cash-induced changes effected in the purchasing power of money. If we compare such profits or losses with the result of a calculation accomplished on the basis of a kind of money whose purchasing power had been subject to less vehement changes, we can call them imaginary or apparent only. But one must not forget that such statements are only possible as a result of the comparison of calculations carried out in different kinds of money. As there is no such thing as a money with stable purchasing power, such apparent profits and losses are present with every mode of economic calculation, no matter on what kind of money it may be based. It is impossible to distinguish precisely between genuine profits and losses and merely apparent profits and losses.
Είναι, επομένως, δυνατόν να υποστηριχθεί ότι ο οικονομικός υπολογισμός δεν είναι τέλειος. Κανείς, ωστόσο, δεν μπορεί να προτείνει μια μέθοδο που θα μπορούσε να απαλλάξει τον οικονομικό υπολογισμό από αυτές τις ατέλειες ούτε να σχεδιάσει ένα νομισματικό σύστημα που θα μπορούσε να εξαλείψει πλήρως αυτή την πηγή σφάλματος.
It is therefore possible to maintain that economic calculation is not perfect. However, nobody can suggest a method which could free economic calculation from these defects or design a monetary system which could remove this source of error entirely.
Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η ελεύθερη αγορά κατόρθωσε να αναπτύξει ένα νομισματικό σύστημα το οποίο ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις τόσο της έμμεσης ανταλλαγής όσο και του οικονομικού υπολογισμού. Οι σκοποί του χρηματικού υπολογισμού είναι τέτοιοι ώστε να μην μπορούν να ματαιωθούν από τις ανακρίβειες που απορρέουν από αργές και συγκριτικά μικρές μεταβολές της αγοραστικής δύναμης. Οι χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της έκτασης που παρατηρήθηκε κατά τους δύο τελευταίους αιώνες υπό καθεστώς μεταλλικού χρήματος, και ιδίως χρυσού χρήματος, δεν μπορούν να επηρεάσουν τα αποτελέσματα των οικονομικών υπολογισμών των επιχειρηματιών σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστήσουν αυτούς τους υπολογισμούς άχρηστους.
Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι, για όλους τους πρακτικούς σκοπούς της άσκησης επιχειρηματικής δραστηριότητας, ήταν απολύτως εφικτό να χρησιμοποιούνται αυτές οι μέθοδοι υπολογισμού. Η θεωρητική εξέταση καταδεικνύει ότι είναι αδύνατον να επινοηθεί, και ακόμη περισσότερο να εφαρμοστεί, καλύτερη μέθοδος. Υπό το φως αυτών των γεγονότων, είναι μάταιο να χαρακτηρίζεται ατελής ο χρηματικός υπολογισμός. Ο άνθρωπος δεν έχει τη δύναμη να μεταβάλει τις κατηγορίες της ανθρώπινης δράσης. Πρέπει να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του σε αυτές.
It is an undeniable fact that the free market has succeeded in developing a currency system which well served all the requirements both of indirect exchange and of economic calculation. The aims of monetary calculation are such that they cannot be frustrated by the inaccuracies which stem from slow and comparatively slight movements in purchasing power. Cash-induced changes in purchasing power of the extent to which they occurred in the last two centuries with metallic money, especially with gold money, cannot influence the result of the businessmen’s economic calculations so considerably as to render such calculations useless. Historical experience shows that one could, for all practical purposes of the conduct of business, manage very well with these methods of calculation. Theoretical consideration shows that it is impossible to design, still less to realize, a better method. In view of these facts it is vain to call monetary calculation imperfect. Man has not the power to change the categories of human action. He must adjust his conduct to them.
Οι επιχειρηματίες δεν έκριναν ποτέ αναγκαίο να απαλλάξουν τον οικονομικό υπολογισμό σε όρους χρυσού από την εξάρτησή του από τις διακυμάνσεις της αγοραστικής δύναμης. Οι προτάσεις για βελτίωση του νομισματικού συστήματος μέσω της υιοθέτησης ενός τιμαριθμικού κανόνα βασισμένου σε δείκτες τιμών ή μέσω της υιοθέτησης διαφόρων μορφών εμπορευματικού κανόνα δεν διατυπώθηκαν με γνώμονα τις επιχειρηματικές συναλλαγές και τον χρηματικό υπολογισμό. Σκοπός τους ήταν να παράσχουν ένα λιγότερο κυμαινόμενο μέτρο για τις μακροπρόθεσμες δανειακές συμβάσεις.
Οι επιχειρηματίες δεν θεώρησαν καν σκόπιμο να τροποποιήσουν τις λογιστικές τους μεθόδους στα σημεία εκείνα όπου θα ήταν εύκολο να περιοριστούν ορισμένα σφάλματα που προκαλούνται από τις διακυμάνσεις της αγοραστικής δύναμης. Θα ήταν, παραδείγματος χάριν, δυνατόν να εγκαταλειφθεί η πρακτική της απόσβεσης του διαρκούς εξοπλισμού μέσω ετήσιων ποσοστώσεων απόσβεσης, οι οποίες καθορίζονται αμετάβλητα ως ποσοστό του κόστους κτήσης του. Αντί αυτής, θα μπορούσε να εφαρμοστεί η μέθοδος της απόθεσης σε αποθεματικά ανανέωσης ποσών τα οποία θεωρούνται αναγκαία για την κάλυψη του πλήρους κόστους αντικατάστασης κατά τον χρόνο που αυτή θα απαιτηθεί. Οι επιχειρήσεις, όμως, δεν έδειξαν προθυμία να υιοθετήσουν μια τέτοια διαδικασία.
Businessmen never deemed it necessary to free economic calculation in terms of gold from its dependence on the fluctuations in purchasing power. The proposals to improve the currency system by adopting a tabular standard based on index numbers or by adopting various methods of commodity standards were not advanced with regard to business transactions and to monetary calculation. Their aim was to provide a less fluctuating standard for long-run loan contracts. Businessmen did not even consider it expedient to modify their accounting methods in those regards in which it would have been easy to narrow down certain errors induced by fluctuations in purchasing power. It would, for instance, have been possible to discard the practice of writing off durable equipment by means of yearly depreciation quotas, invariably fixed in a percentage of the cost of its acquisition. In its place one could resort to the device of laying aside in renewal funds as much as seems necessary to provide the full costs of the replacement at the time when it is required. But business was not eager to adopt such a procedure.
Όλα αυτά ισχύουν μόνο για χρήμα το οποίο δεν υπόκειται σε ταχείες και μεγάλες χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής του δύναμης. Το χρήμα, όμως, το οποίο υφίσταται τέτοιες ταχείες και μεγάλες μεταβολές χάνει εντελώς την καταλληλότητά του να χρησιμεύει ως μέσο ανταλλαγής.
All this is valid only with regard to money which is not subject to rapid, big cash-induced changes in purchasing power. But money with which such rapid and big changes occur loses its suitability to serve as a medium of exchange altogether.
8. Η προεξόφληση των αναμενόμενων μεταβολών της αγοραστικής δύναμης
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. The Anticipation of Expected Changes in Purchasing Power
Οι σταθμίσεις των ατόμων, οι οποίες προσδιορίζουν τη συμπεριφορά τους ως προς το χρήμα, βασίζονται στη γνώση τους για τις τιμές του άμεσου παρελθόντος. Αν στερούνταν αυτή τη γνώση, δεν θα ήταν σε θέση να αποφασίσουν ποιο πρέπει να είναι το κατάλληλο ύψος των χρηματικών τους υπολοίπων και πόσα πρέπει να δαπανήσουν για την απόκτηση των διαφόρων αγαθών. Ένα μέσο ανταλλαγής χωρίς παρελθόν είναι αδιανόητο. Τίποτε δεν μπορεί να αναλάβει τη λειτουργία μέσου ανταλλαγής αν δεν υπήρξε ήδη προηγουμένως οικονομικό αγαθό στο οποίο οι άνθρωποι απέδιδαν ανταλλακτική αξία πριν ακόμη αρχίσει να ζητείται ως τέτοιο μέσο.
The deliberations of the individuals which determine their conduct with regard to money are based on their knowledge concerning the prices of the immediate past. If they lacked this knowledge, they would not be in a position to decide what the appropriate height of their cash holdings should be and how much they should spend for the acquisition of various goods. A medium of exchange without a past is unthinkable. Nothing can enter into the function of a medium of exchange which was not already previously an economic good and to which people assigned exchange value already before it was demanded as such a medium.
Η αγοραστική δύναμη, όμως, που κληροδοτείται από το άμεσο παρελθόν τροποποιείται από τη σημερινή ζήτηση και προσφορά χρήματος. Η ανθρώπινη δράση αποβλέπει πάντοτε στη μέριμνα για το μέλλον, έστω και αν αυτό είναι μερικές φορές μόνο το μέλλον της αμέσως επόμενης ώρας. Εκείνος που αγοράζει, αγοράζει για μελλοντική κατανάλωση και παραγωγή. Στον βαθμό που πιστεύει ότι το μέλλον θα διαφέρει από το παρόν και το παρελθόν, τροποποιεί την αξιολόγηση και την αποτίμησή του. Αυτό δεν ισχύει λιγότερο για το χρήμα απ’ όσο ισχύει για όλα τα πωλήσιμα αγαθά. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι η σημερινή ανταλλακτική αξία του χρήματος αποτελεί προεξόφληση της αυριανής ανταλλακτικής του αξίας. Βάση όλων των κρίσεων που αφορούν το χρήμα είναι η αγοραστική δύναμη που αυτό είχε στο άμεσο παρελθόν. Στον βαθμό, όμως, που αναμένονται χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης, υπεισέρχεται ένας δεύτερος παράγοντας: η προεξόφληση αυτών των μεταβολών.
But the purchasing power handed down from the immediate past is modified by today’s demand for and supply of money. Human action is always providing for the future, be it sometimes only the future of the impending hour. He who buys, buys for future consumption and production. As far as he believes that the future will differ from the present and the past, he modifies his valuation and appraisement. This is no less true with regard to money than it is with regard to all vendible goods. In this sense we may say that today’s exchange value of money is an anticipation of tomorrow’s exchange value. The basis of all judgments concerning money is its purchasing power as it was in the immediate past. But as far as cashinduced changes in purchasing power are expected, a second factor enters the scene, the anticipation of these changes.
Εκείνος που πιστεύει ότι οι τιμές των αγαθών που τον ενδιαφέρουν θα αυξηθούν αγοράζει μεγαλύτερες ποσότητές τους απ’ όσες θα αγόραζε αν δεν διατηρούσε αυτή την πεποίθηση· περιορίζει, επομένως, το χρηματικό του υπόλοιπο. Εκείνος που πιστεύει ότι οι τιμές θα μειωθούν περιορίζει τις αγορές του και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυξάνει το χρηματικό του υπόλοιπο. Όσο τέτοιες κερδοσκοπικές προσδοκίες περιορίζονται σε ορισμένα εμπορεύματα, δεν προκαλούν γενική τάση μεταβολής των χρηματικών υπολοίπων. Τα πράγματα, όμως, είναι διαφορετικά αν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι βρίσκονται στις παραμονές μεγάλων χρηματογενών μεταβολών της αγοραστικής δύναμης. Όταν αναμένουν ότι οι χρηματικές τιμές όλων των αγαθών θα αυξηθούν ή θα μειωθούν, διευρύνουν ή περιορίζουν τις αγορές τους. Αυτές οι στάσεις ενισχύουν και επιταχύνουν σημαντικά τις αναμενόμενες τάσεις. Η διαδικασία συνεχίζεται μέχρι να φθάσει στο σημείο πέρα από το οποίο δεν αναμένονται περαιτέρω μεταβολές στην αγοραστική δύναμη του χρήματος. Μόνο τότε παύει αυτή η τάση προς αγορά ή πώληση και οι άνθρωποι αρχίζουν εκ νέου να αυξάνουν ή να μειώνουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα.
He who believes that the prices of the goods in which he takes an interest will rise, buys more of them than he would have bought in the absence of this belief; accordingly he restricts his cash holding. He who believes that prices will drop, restricts his purchases and thus enlarges his cash holding. As long as such speculative anticipations are limited to some commodities, they do not bring about a general tendency toward changes in cash holding. But it is different if people believe that they are on the eve of big cash-induced changes in purchasing power. When they expect that the money prices of all goods will rise or fall, they expand or restrict their purchases. These attitudes strengthen and accelerate the expected tendencies considerably. This goes on until the point is reached beyond which no further changes in the purchasing power of money are expected. Only then does the inclination to buy or to sell stop and do people begin again to increase or to decrease their cash holdings.
Αν, όμως, η κοινή γνώμη πειστεί ότι η αύξηση της ποσότητας του χρήματος θα συνεχιστεί και δεν θα τερματιστεί ποτέ και ότι, κατά συνέπεια, οι τιμές όλων των εμπορευμάτων και υπηρεσιών δεν θα πάψουν να αυξάνονται, όλοι σπεύδουν να αγοράσουν όσο το δυνατόν περισσότερα και να περιορίσουν στο ελάχιστο το χρηματικό τους υπόλοιπο. Υπό αυτές τις συνθήκες, το σύνηθες κόστος διακράτησης χρηματικών υπολοίπων επιβαρύνεται επιπλέον από τις ζημίες που προκαλεί η προοδευτική πτώση της αγοραστικής δύναμης. Τα πλεονεκτήματα της διακράτησης χρηματικών υπολοίπων πρέπει πλέον να εξαγοραστούν με θυσίες οι οποίες θεωρούνται υπέρμετρα επαχθείς.
Κατά τους μεγάλους ευρωπαϊκούς πληθωρισμούς της δεκαετίας του 1920, το φαινόμενο αυτό αποκαλούνταν «φυγή προς τα εμπράγματα αγαθά» (Flucht in die Sachwerte) ή «καταστροφική ανατιμητική έκρηξη» (Katastrophenhausse, crack-up boom). Οι μαθηματικοί οικονομολόγοι αδυνατούν να κατανοήσουν την αιτιώδη σχέση μεταξύ της αύξησης της ποσότητας του χρήματος και αυτού που αποκαλούν «ταχύτητα κυκλοφορίας».
But if once public opinion is convinced that the increase in the quantity of money will continue and never come to an end, and that consequently the prices of all commodities and services will not cease to rise, everybody becomes eager to buy as much as possible and to restrict his cash holding to a minimum size. For under these circumstances the regular costs incurred by holding cash are increased by the losses caused by the progressive fall in purchasing power. The advantages of holding cash must be paid for by sacrifices which are deemed unreasonably burdensome. This phenomenon was, in the great European inflations of the ’twenties, called flight into real goods (Flucht in die Sachwerte) or crack-up boom (Katastrophenhausse). The mathematical economists are at a loss to comprehend the causal relation between the increase in the quantity of money and what they call “velocity of circulation.”
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του φαινομένου είναι ότι η αύξηση της ποσότητας του χρήματος προκαλεί μείωση της ζήτησης χρήματος. Η τάση πτώσης της αγοραστικής δύναμης, η οποία δημιουργείται από την αυξημένη προσφορά χρήματος, εντείνεται από τη γενικευμένη ροπή προς τον περιορισμό των χρηματικών υπολοίπων που η ίδια προκαλεί. Τελικά φθάνει ένα σημείο στο οποίο οι τιμές έναντι των οποίων οι άνθρωποι θα ήταν διατεθειμένοι να αποχωριστούν «εμπράγματα» αγαθά ενσωματώνουν σε τέτοιο βαθμό την αναμενόμενη περαιτέρω πτώση της αγοραστικής δύναμης, ώστε κανείς δεν διαθέτει επαρκές χρηματικό υπόλοιπο για να τις καταβάλει. Το νομισματικό σύστημα καταρρέει· όλες οι συναλλαγές στο συγκεκριμένο χρήμα παύουν· ένας πανικός εξαφανίζει ολοκληρωτικά την αγοραστική του δύναμη. Οι άνθρωποι επιστρέφουν είτε στον αντιπραγματισμό είτε στη χρήση κάποιου άλλου είδους χρήματος.
The characteristic mark of the phenomenon is that the increase in the quantity of money causes a fall in the demand for money. The tendency toward a fall in purchasing power as generated by the increased supply of money is intensified by the general propensity to restrict cash holdings which it brings about. Eventually a point is reached where the prices at which people would be prepared to part with “real” goods discount to such an extent the expected progress in the fall of purchasing power that nobody has a sufficient amount of cash at hand to pay them. The monetary system breaks down; all transactions in the money concerned cease; a panic makes its purchasing power vanish altogether. People return either to barter or to the use of another kind of money.
Η πορεία ενός εξελισσόμενου πληθωρισμού είναι η ακόλουθη: στην αρχή, η εισροή πρόσθετου χρήματος προκαλεί άνοδο των τιμών ορισμένων εμπορευμάτων και υπηρεσιών· οι υπόλοιπες τιμές αυξάνονται αργότερα. Όπως έχει ήδη καταδειχθεί, η άνοδος των τιμών επηρεάζει τα διάφορα εμπορεύματα και τις διάφορες υπηρεσίες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και σε διαφορετικό βαθμό.
The course of a progressing inflation is this: At the beginning the inflow of additional money makes the prices of some commodities and services rise; other prices rise later. The price rise affects the various commodities and services, as has been shown, at different dates and to a different extent.
Αυτό το πρώτο στάδιο της πληθωριστικής διαδικασίας μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Όσο διαρκεί, οι τιμές πολλών αγαθών και υπηρεσιών δεν έχουν ακόμη προσαρμοστεί στη μεταβληθείσα χρηματική σχέση. Υπάρχουν ακόμη άνθρωποι στη χώρα οι οποίοι δεν έχουν αντιληφθεί ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια επανάσταση των τιμών, η οποία θα καταλήξει τελικά σε σημαντική αύξηση όλων των τιμών, μολονότι η έκταση αυτής της αύξησης δεν θα είναι ίδια για τα διάφορα εμπορεύματα και τις διάφορες υπηρεσίες. Οι άνθρωποι αυτοί εξακολουθούν να πιστεύουν ότι κάποια ημέρα οι τιμές θα μειωθούν. Περιμένοντας αυτή την ημέρα, περιορίζουν τις αγορές τους και αυξάνουν ταυτοχρόνως τα χρηματικά τους υπόλοιπα. Όσο τέτοιες αντιλήψεις εξακολουθούν να επικρατούν στην κοινή γνώμη, δεν είναι ακόμη πολύ αργά για να εγκαταλείψει η κυβέρνηση την πληθωριστική της πολιτική.
This first stage of the inflationary process may last for many years. While it lasts, the prices of many goods and services are not yet adjusted to the altered money relation. There are still people in the country who have not yet become aware of the fact that they are confronted with a price revolution which will finally result in a considerable rise of all prices, although the extent of this rise will not be the same in the various commodities and services. These people still believe that prices one day will drop. Waiting for this day, they restrict their purchases and concomitantly increase their cash holdings. As long as such ideas are still held by public opinion, it is not yet too late for the government to abandon its inflationary policy.
Τελικά, όμως, οι μάζες αφυπνίζονται. Αντιλαμβάνονται ξαφνικά ότι ο πληθωρισμός αποτελεί σκόπιμη πολιτική και ότι θα συνεχιστεί επ’ αόριστον. Επέρχεται κατάρρευση. Εμφανίζεται η καταστροφική ανατιμητική έκρηξη. Όλοι σπεύδουν να ανταλλάξουν το χρήμα τους με «εμπράγματα» αγαθά, ανεξάρτητα από το αν τα χρειάζονται ή όχι και ανεξάρτητα από το πόσο πρέπει να πληρώσουν γι’ αυτά. Μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, σε λίγες εβδομάδες ή ακόμη και ημέρες, τα πράγματα που χρησιμοποιούνταν ως χρήμα παύουν να χρησιμοποιούνται ως μέσα ανταλλαγής. Μετατρέπονται σε άχρηστα χαρτιά. Κανείς δεν επιθυμεί να διαθέσει οτιδήποτε σε αντάλλαγμα γι’ αυτά.
But then finally the masses wake up. They become suddenly aware of the fact that inflation is a deliberate policy and will go on endlessly. A breakdown occurs. The crack-up boom appears. Everybody is anxious to swap his money against “real” goods, no matter whether he needs them or not, no matter how much money he has to pay for them. Within a very short time, within a few weeks or even days, the things which were used as money are no longer used as media of exchange. They become scrap paper. Nobody wants to give away anything against them.
Αυτό συνέβη με το ηπειρωτικό νόμισμα στην Αμερική το 1781, με τα γαλλικά mandats territoriaux το 1796 και με το γερμανικό μάρκο το 1923. Θα συμβεί εκ νέου οσάκις εμφανιστούν οι ίδιες συνθήκες. Για να μπορεί ένα πράγμα να χρησιμοποιείται ως μέσο ανταλλαγής, η κοινή γνώμη δεν πρέπει να πιστεύει ότι η ποσότητά του θα αυξάνεται χωρίς κανένα όριο. Ο πληθωρισμός είναι μια πολιτική που δεν μπορεί να διαρκέσει.
It was this that happened with the Continental currency in America in 1781, with the French mandats territoriaux in 1796, and with the German Mark in 1923. It will happen again whenever the same conditions appear. If a thing has to be used as a medium of exchange, public opinion must not believe that the quantity of this thing will increase beyond all bounds. Inflation is a policy that cannot last forever.
Στον βαθμό που ένα αγαθό χρησιμοποιούμενο ως χρήμα αξιολογείται και αποτιμάται λόγω των υπηρεσιών που παρέχει για μη χρηματικούς σκοπούς, δεν ανακύπτουν προβλήματα που θα απαιτούσαν ιδιαίτερη πραγμάτευση. Το έργο της θεωρίας του χρήματος συνίσταται αποκλειστικά στην εξέταση εκείνης της συνιστώσας της αξιολόγησης του χρήματος η οποία εξαρτάται από τη λειτουργία του ως μέσου ανταλλαγής.
As far as a good used as money is valued and appraised on account of the services it renders for nonmonetary purposes, no problems are raised which would require special treatment. The task of the theory of money consists merely in dealing with that component in the valuation of money which is conditioned by its function as a medium of exchange.
Στην πορεία της ιστορίας χρησιμοποιήθηκαν ως μέσα ανταλλαγής διάφορα εμπορεύματα. Μια μακρά εξελικτική διαδικασία απέκλεισε τα περισσότερα από αυτά από τη χρηματική λειτουργία. Απέμειναν μόνο δύο: τα πολύτιμα μέταλλα, ο χρυσός και ο άργυρος. Κατά το δεύτερο ήμισυ του δέκατου ένατου αιώνα, ολοένα περισσότερες κυβερνήσεις στράφηκαν συνειδητά προς την απονομισματοποίηση του αργύρου.
In the course of history various commodities have been employed as media of exchange. A long evolution eliminated the greater part of these commodities from the monetary function. Only two, the precious metals gold and silver, remained. In the second part of the nineteenth century more and more governments deliberately turned toward the demonetization of silver.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκείνο που χρησιμοποιείται ως χρήμα είναι ένα εμπόρευμα το οποίο χρησιμοποιείται επίσης για μη χρηματικούς σκοπούς. Υπό τον κανόνα του χρυσού, ο χρυσός είναι χρήμα και το χρήμα είναι χρυσός. Είναι αδιάφορο αν οι νόμοι αποδίδουν την ιδιότητα του νόμιμου μέσου πληρωμής αποκλειστικά στα χρυσά νομίσματα που κόπτονται από την κυβέρνηση. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τα νομίσματα αυτά περιέχουν πράγματι καθορισμένο βάρος χρυσού και ότι κάθε ποσότητα άκοπου χρυσού μπορεί να μετατραπεί σε νομίσματα. Υπό τον κανόνα του χρυσού, το δολάριο και η λίρα στερλίνα δεν ήταν παρά ονομασίες ορισμένου βάρους χρυσού, το οποίο προσδιοριζόταν επακριβώς από τον νόμο, εντός εξαιρετικά στενών περιθωρίων. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτό το είδος χρήματος εμπορευματικό χρήμα.
In all these cases what is employed as money is a commodity which is used also for nonmonetary purposes. Under the gold standard gold is money and money is gold. It is immaterial whether or not the laws assign legal tender quality only to gold coins minted by the government. What counts is that these coins really contain a fixed weight of gold and every quantity of bullion can freely be transformed into coins. Under the gold standard the dollar and the pound sterling were merely names for a definite weight of gold, within very narrow margins precisely determined by the laws. We may call such a sort of money commodity money.
Ένα δεύτερο είδος χρήματος είναι το πιστωτικό χρήμα. Το πιστωτικό χρήμα εξελίχθηκε μέσα από τη χρήση χρηματικών υποκατάστατων. Είχε καταστεί συνήθης η χρησιμοποίηση απαιτήσεων, πληρωτέων εν όψει και απολύτως ασφαλών, ως υποκατάστατων του χρηματικού ποσού επί του οποίου παρείχαν αξίωση. Τα χαρακτηριστικά και τα προβλήματα των χρηματικών υποκατάστατων θα εξεταστούν στις επόμενες ενότητες. Η αγορά δεν έπαψε να χρησιμοποιεί αυτές τις απαιτήσεις όταν, κάποια στιγμή, ανεστάλη η άμεση εξόφλησή τους και, ως εκ τούτου, ανέκυψαν αμφιβολίες ως προς την ασφάλειά τους και τη φερεγγυότητα του οφειλέτη.
Ενόσω οι απαιτήσεις αυτές ήταν καθημερινώς ληξιπρόθεσμες έναντι οφειλέτη αδιαμφισβήτητης φερεγγυότητας και μπορούσαν να εισπραχθούν χωρίς προειδοποίηση και χωρίς δαπάνη, η ανταλλακτική τους αξία ήταν ίση με την ονομαστική τους αξία· αυτή ακριβώς η πλήρης ισοδυναμία τούς προσέδιδε τον χαρακτήρα χρηματικών υποκατάστατων. Όταν, όμως, ανεστάλη η εξόφλησή τους, η ημερομηνία λήξης τους μετατέθηκε σε ακαθόριστο χρόνο και, κατά συνέπεια, ανέκυψαν αμφιβολίες ως προς τη φερεγγυότητα του οφειλέτη ή τουλάχιστον ως προς την προθυμία του να πληρώσει, έχασαν μέρος της αξίας που τους αποδιδόταν προηγουμένως. Αποτελούσαν πλέον απλώς άτοκες απαιτήσεις έναντι αμφίβολου οφειλέτη, ληξιπρόθεσμες σε απροσδιόριστη ημερομηνία. Επειδή, όμως, εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται ως μέσα ανταλλαγής, η ανταλλακτική τους αξία δεν υποχώρησε στο επίπεδο στο οποίο θα είχε υποχωρήσει αν αποτελούσαν απλώς απαιτήσεις.
A second sort of money is credit money. Credit money evolved out of the use of money-substitutes. It was customary to use claims, payable on demand and absolutely secure, as substitutes for the sum of money to which they gave a claim. (We shall deal with the features and problems of money- substitutes in the next section.) The market did not stop using such claims when one day their prompt redemption was suspended and thereby doubts about their safety and the solvency of the obligee were raised. As long as these claims had been daily maturing claims against a debtor of undisputed solvency and could be collected without notice and free of expense, their exchange value was equal to their face value; it was this perfect equivalence which assigned to them the character of money-substitutes. Now, as redemption was suspended, the maturity date postponed to an undetermined day, and consequently doubts about the solvency of the debtor or at least about his willingness to pay emerged, they lost a part of the value previously ascribed to them. They were now merely claims, which did not bear interest, against a questionable debtor and falling due on an undefined day. But as they were used as media of exchange, their exchange value did not drop to the level to which it would have dropped if they were merely claims.
Μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι ένα τέτοιο πιστωτικό χρήμα θα μπορούσε να εξακολουθήσει να χρησιμοποιείται ως μέσο ανταλλαγής, ακόμη και αν έχανε τον χαρακτήρα απαίτησης έναντι τράπεζας ή δημόσιου ταμείου και μετατρεπόταν έτσι σε χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας. Χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας είναι το χρήμα που συνίσταται σε απλά σύμβολα, τα οποία ούτε μπορούν να χρησιμοποιηθούν για βιομηχανικούς σκοπούς ούτε ενσωματώνουν απαίτηση έναντι οποιουδήποτε.
One can fairly assume that such credit money could remain in use as a medium of exchange even if it were to lose its character as a claim against a bank or a treasury, and thus would become fiat money. Fiat money is a money consisting of mere tokens which can neither be employed for any industrial purposes nor convey a claim against anybody.
Δεν αποτελεί έργο της καταλλακτικής, αλλά της οικονομικής ιστορίας, να διερευνήσει αν εμφανίστηκαν στο παρελθόν περιπτώσεις χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας ή αν όλα τα είδη χρήματος που δεν ήταν εμπορευματικό χρήμα αποτελούσαν πιστωτικό χρήμα. Το μόνο που οφείλει να θεμελιώσει η καταλλακτική είναι ότι πρέπει να γίνει δεκτή η δυνατότητα ύπαρξης χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας.
It is not a task of catallactics but of economic history to investigate whether there appeared in the past specimens of fiat money or whether all the sorts of money which were not commodity money were credit money. The only thing that catallactics has to establish is that the possibility of the existence of fiat money must be admitted.
Εκείνο που πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι, ως προς κάθε είδος χρήματος, η απονομισματοποίηση —δηλαδή η εγκατάλειψη της χρήσης του ως μέσου ανταλλαγής— πρέπει να επιφέρει σοβαρή πτώση της ανταλλακτικής του αξίας. Η πρακτική σημασία αυτού του γεγονότος κατέστη έκδηλη κατά τα τελευταία ενενήντα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων περιορίστηκε προοδευτικά η χρήση του αργύρου ως εμπορευματικού χρήματος.
The important thing to be remembered is that with every sort of money, demonetization—i.e., the abandonment of its use as a medium of exchange—must result in a serious fall of its exchange value. What this practically means has become manifest when in the last eighty years the use of silver as commodity money has been progressively restricted.
Υπάρχουν μορφές πιστωτικού χρήματος και χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας που ενσωματώνονται σε μεταλλικά νομίσματα. Ένα τέτοιο χρήμα είναι, ούτως ειπείν, τυπωμένο πάνω σε άργυρο, νικέλιο ή χαλκό. Αν ένα τέτοιο τεμάχιο χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας απονομισματοποιηθεί, εξακολουθεί να διατηρεί ανταλλακτική αξία ως τεμάχιο μετάλλου. Αυτό, όμως, αποτελεί ελάχιστη μόνο αποζημίωση για τον κάτοχό του και δεν έχει καμία πρακτική σημασία.
There are specimens of credit money and fiat money which are embodied in metallic coins. Such money is printed, as it were, on silver, nickel, or copper. If such a piece of fiat money is demonetized, it still retains exchange value as a piece of metal. But this is only a very small indemnification of the owner. It has no practical importance.
Η διατήρηση χρηματικού υπολοίπου απαιτεί θυσίες. Στον βαθμό που ένας άνθρωπος διατηρεί χρήμα στην τσέπη του ή στον τραπεζικό του λογαριασμό, παραιτείται από την άμεση απόκτηση αγαθών τα οποία θα μπορούσε να καταναλώσει ή να χρησιμοποιήσει στην παραγωγή. Στην οικονομία της αγοράς, αυτές οι θυσίες μπορούν να προσδιοριστούν επακριβώς μέσω υπολογισμού. Ισούνται με το ποσό του πρωταρχικού τόκου που θα είχε αποκομίσει αν είχε επενδύσει το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό. Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος λαμβάνει υπόψη αυτή την απώλεια αποδεικνύει ότι προτιμά τα πλεονεκτήματα της διατήρησης χρηματικού υπολοίπου από την απολεσθείσα απόδοση του τόκου.
The keeping of cash holding requires sacrifices. To the extent that a man keeps money in his pockets or in his balance with a bank, he forsakes the instantaneous acquisition of goods he could consume or employ for production. In the market economy these sacrifices can be precisely determined by calculation. They are equal to the amount of originary interest he would have earned by investing the sum. The fact that a man takes this falling off into account is proof that he prefers the advantages of cash holding to the loss in interest yield.
Είναι δυνατόν να προσδιοριστούν τα πλεονεκτήματα που αναμένουν οι άνθρωποι από τη διατήρηση ενός ορισμένου χρηματικού υπολοίπου. Αποτελεί, όμως, πλάνη η υπόθεση ότι η ανάλυση αυτών των κινήτρων θα μπορούσε να μας παράσχει μια θεωρία προσδιορισμού της αγοραστικής δύναμης η οποία δεν θα χρειαζόταν τις έννοιες του χρηματικού υπολοίπου και της ζήτησης και προσφοράς χρήματος.12 Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που απορρέουν από τη διατήρηση χρηματικού υπολοίπου δεν αποτελούν αντικειμενικούς παράγοντες ικανούς να επηρεάσουν άμεσα το μέγεθος των χρηματικών υπολοίπων. Κάθε άτομο τα τοποθετεί στη ζυγαριά και τα σταθμίζει μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι μια υποκειμενική αξιολογική κρίση, χρωματισμένη από την προσωπικότητα του ατόμου. Διαφορετικοί άνθρωποι, καθώς και οι ίδιοι άνθρωποι σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, αξιολογούν τα ίδια αντικειμενικά δεδομένα με διαφορετικό τρόπο. Όπως η γνώση του πλούτου και της σωματικής κατάστασης ενός ανθρώπου δεν μας αποκαλύπτει πόσα θα ήταν διατεθειμένος να δαπανήσει για τροφή ορισμένης θρεπτικής αξίας, έτσι και η γνώση των δεδομένων που αφορούν την υλική του κατάσταση δεν μας επιτρέπει να διατυπώσουμε συγκεκριμένους ισχυρισμούς ως προς το μέγεθος του χρηματικού του υπολοίπου.
It is possible to specify the advantages which people expect from keeping a definite amount of cash. But it is a delusion to assume that an analysis of these motives could provide us with a theory of the determination of purchasing power which could do without the notions of cash holding and demand for and supply of money.[12] The advantages and disadvantages derived from cash holding are not objective factors which could directly influence the size of cash holdings. They are put on the scales by each individual and weighed against one another. The result is a subjective judgment of value, colored by the individual’s personality. Different people and the same people at different times value the same objective facts in a different way. Just as knowledge of a man’s wealth and his physical condition does not tell us how much he would be prepared to spend for food of a certain nutritive power, so knowledge about data concerning a man’s material situation does not enable us to make definite assertions with regard to the size of his cash holding.
Η χρηματική σχέση, δηλαδή η σχέση μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς χρήματος, προσδιορίζει μονοσήμαντα τη διάρθρωση των τιμών, στον βαθμό που πρόκειται για την αμοιβαία ανταλλακτική σχέση μεταξύ του χρήματος και των πωλήσιμων εμπορευμάτων και υπηρεσιών.
The money relation, i.e., the relation between demand for and supply of money, uniquely determines the price structure as far as the reciprocal exchange ratio between money and the vendible commodities and services is involved.
Αν η χρηματική σχέση παραμένει αμετάβλητη, δεν μπορεί να εμφανιστεί ούτε πληθωριστική —επεκτατική— ούτε αποπληθωριστική —συσταλτική— πίεση στις συναλλαγές, στις επιχειρήσεις, στην παραγωγή, στην κατανάλωση και στην απασχόληση. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί εκφράζουν τα παράπονα ανθρώπων που είναι απρόθυμοι να προσαρμόσουν τις δραστηριότητές τους στις απαιτήσεις των συνανθρώπων τους, όπως αυτές εκδηλώνονται στην αγορά. Το γεγονός, ωστόσο, ότι οι τιμές των αγροτικών προϊόντων είναι υπερβολικά χαμηλές για να εξασφαλίσουν στους υποοριακούς γεωργούς εισπράξεις του ύψους που θα επιθυμούσαν δεν οφείλεται σε κάποια υποτιθέμενη ανεπάρκεια χρήματος. Αιτία της δυσχέρειας αυτών των γεωργών είναι ότι άλλοι γεωργοί παράγουν με χαμηλότερο κόστος.
If the money relation remains unchanged, neither an inflationary (expansionist) nor a deflationary (contractionist) pressure on trade, business, production, consumption, and employment can emerge. The assertions to the contrary reflect the grievances of people reluctant to adjust their activities to the demands of their fellow men as manifested on the market. However, it is not an account of an alleged scarcity of money that prices of agricultural products are too low to secure to the submarginal farmers proceeds of the amount they would like to earn. The cause of these farmers’ distress is that other farmers are producing at lower costs. What is wrong with British manufacturing is not that the “level” of prices is too low, but the fact that they did not succeed in raising the productivity of the capital invested and the men employed to a height that would provide all the goods the British want to consume.
Μια αύξηση της ποσότητας των παραγόμενων αγαθών, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, πρέπει να επιφέρει βελτίωση της κατάστασης των ανθρώπων. Συνέπειά της είναι η πτώση των χρηματικών τιμών των αγαθών των οποίων αυξήθηκε η παραγωγή. Αυτή, όμως, η πτώση των χρηματικών τιμών δεν περιορίζει ούτε κατ’ ελάχιστον τα οφέλη που απορρέουν από τον πρόσθετο πλούτο που παρήχθη. Μπορεί κανείς να θεωρεί άδικη την αύξηση του μεριδίου του πρόσθετου πλούτου που περιέρχεται στους πιστωτές, μολονότι μια τέτοια κριτική είναι αμφισβητήσιμη στον βαθμό που η άνοδος της αγοραστικής δύναμης είχε προβλεφθεί ορθά και είχε ληφθεί επαρκώς υπόψη μέσω μιας αρνητικής προσαύξησης τιμής.13 Δεν πρέπει, όμως, να λέγεται ότι η πτώση των τιμών, η οποία προκαλείται από την αύξηση της παραγωγής των αντίστοιχων αγαθών, αποδεικνύει την ύπαρξη κάποιας ανισορροπίας που δεν μπορεί να εξαλειφθεί παρά μόνο μέσω αύξησης της ποσότητας του χρήματος.
Κατά κανόνα, βεβαίως, κάθε αύξηση στην παραγωγή ορισμένων ή όλων των εμπορευμάτων απαιτεί μια νέα κατανομή των συντελεστών παραγωγής μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματικών κλάδων. Αν η ποσότητα του χρήματος παραμένει αμετάβλητη, η ανάγκη αυτής της ανακατανομής καθίσταται ορατή στη διάρθρωση των τιμών. Ορισμένοι κλάδοι παραγωγής γίνονται περισσότερο κερδοφόροι, ενώ σε άλλους τα κέρδη μειώνονται ή εμφανίζονται ζημίες. Με αυτόν τον τρόπο, η λειτουργία της αγοράς τείνει να εξαλείψει αυτές τις πολυσυζητημένες ανισορροπίες. Μέσω μιας αύξησης της ποσότητας του χρήματος είναι δυνατόν να καθυστερήσει ή να διακοπεί αυτή η διαδικασία προσαρμογής. Είναι, όμως, αδύνατον είτε να καταστεί περιττή είτε να γίνει λιγότερο επώδυνη για τους ενδιαφερομένους.
An increase in the quantity of goods produced, other things being unchanged, must bring about an improvement in people’s conditions. Its consequence is a fall in the money prices of the goods the production of which has been increased. But such a fall in money prices does not in the least impair the benefits derived from the additional wealth produced. One may consider as unfair the increase in the share of the additional wealth which goes to the creditors, although such criticisms are questionable as far as the rise in purchasing power has been correctly anticipated and adequately taken into account by a negative price premium.[13] But one must not say that a fall in prices caused by an increase in the production of the goods concerned is the proof of some disequilibrium which cannot be eliminated otherwise than by increasing the quantity of money. Of course, as a rule every increase in production of some or of all commodities requires a new allocation of factors of production to the various branches of business. If the quantity of money remains unchanged, the necessity of such a reallocation becomes visible in the price structure. Some lines of production become more profitable, while in others profits drop or losses appear. Thus the operation of the market tends to eliminate these much discussed disequilibria. It is possible by means of an increase in the quantity of money to delay or to interrupt this process of adjustment. It is impossible either to make it superfluous or less painful for those concerned.
Αν οι χρηματογενείς μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος που προκαλούνται από την κυβέρνηση είχαν ως μοναδικό αποτέλεσμα μετατοπίσεις πλούτου από ορισμένους ανθρώπους προς άλλους, δεν θα ήταν θεμιτό να καταδικαστούν από τη σκοπιά της επιστημονικής ουδετερότητας της καταλλακτικής. Είναι προφανώς παραπλανητικό να δικαιολογούνται με το πρόσχημα του κοινού καλού ή της δημόσιας ευημερίας. Θα μπορούσε, όμως, να εξακολουθήσει κανείς να τις θεωρεί πολιτικά μέτρα πρόσφορα για την προαγωγή των συμφερόντων ορισμένων ομάδων ανθρώπων εις βάρος άλλων, χωρίς περαιτέρω επιζήμιες συνέπειες. Υπεισέρχονται, ωστόσο, και άλλα ζητήματα.
If the government-made cash-induced changes in the purchasing power of money resulted only in shifts of wealth from some people to other people, it would not be permissible to condemn them from the point of view of catallactics’ scientific neutrality. It is obviously fraudulent to justify them under the pretext of the commonweal or public welfare. But one could still consider them as political measures suitable to promote the interests of some groups of people at the expense of others without further detriment. However, there are still other things involved.
Δεν χρειάζεται να επισημάνουμε τις συνέπειες στις οποίες πρέπει να οδηγήσει μια συνεχιζόμενη αποπληθωριστική πολιτική. Κανείς δεν υποστηρίζει μια τέτοια πολιτική. Η εύνοια των μαζών, καθώς και των συγγραφέων και των πολιτικών που επιζητούν την επιδοκιμασία τους, στρέφεται προς τον πληθωρισμό. Ως προς αυτές τις επιδιώξεις, πρέπει να τονίσουμε τρία σημεία.
Πρώτον, η πληθωριστική ή επεκτατική πολιτική πρέπει να καταλήξει, αφενός, σε υπερκατανάλωση και, αφετέρου, σε εσφαλμένες επενδύσεις. Έτσι, κατασπαταλά κεφάλαιο και υποβαθμίζει τη μελλοντική κατάσταση ικανοποίησης των αναγκών.14
Δεύτερον, η πληθωριστική διαδικασία δεν αίρει την ανάγκη προσαρμογής της παραγωγής και ανακατανομής των πόρων. Απλώς την αναβάλλει και, με τον τρόπο αυτό, την καθιστά περισσότερο επαχθή.
Τρίτον, ο πληθωρισμός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μόνιμη πολιτική, επειδή, αν συνεχιστεί, πρέπει τελικά να οδηγήσει σε κατάρρευση του νομισματικού συστήματος.
It is not necessary to point out the consequences to which a continued deflationary policy must lead. Nobody advocates such a policy. The favor of the masses and of the writers and politicians eager for applause goes to inflation. With regard to these endeavors we must emphasize three points. First: Inflationary or expansionist policy must result in overconsumption on the one hand and in malinvestment on the other. It thus squanders capital and impairs the future state of want-satisfaction.[14] Second: The inflationary process does not remove the necessity of adjusting production and reallocating resources. It merely postpones it and thereby makes it more troublesome. Third: Inflation cannot be employed as a permanent policy because it must, when continued, finally result in a breakdown of the monetary system.
Ένας λιανοπωλητής ή ένας πανδοχέας μπορεί εύκολα να υποκύψει στην ψευδαίσθηση ότι το μόνο που απαιτείται για να ευημερήσουν περισσότερο ο ίδιος και οι συνάδελφοί του είναι να αυξήσει το κοινό τις δαπάνες του. Κατά την άποψή του, το κύριο μέλημα είναι να παρακινηθούν οι άνθρωποι να δαπανούν περισσότερο. Είναι, όμως, εκπληκτικό το γεγονός ότι αυτή η πεποίθηση κατέστη δυνατόν να παρουσιαστεί στον κόσμο ως νέα κοινωνική φιλοσοφία. Ο λόρδος Keynes και οι μαθητές του αποδίδουν ό,τι θεωρούν μη ικανοποιητικό στις οικονομικές συνθήκες στην ανεπαρκή ροπή προς κατανάλωση. Κατά την άποψή τους, εκείνο που χρειάζεται για να αυξηθεί η ευημερία των ανθρώπων δεν είναι η αύξηση της παραγωγής, αλλά η αύξηση των δαπανών. Για να καταστεί δυνατόν να δαπανούν οι άνθρωποι περισσότερο, συνιστάται μια «επεκτατική» πολιτική.
A retailer or innkeeper can easily fall prey to the illusion that all that is needed to make him and his colleagues more prosperous is more spending on the part of the public. In his eyes the main thing is to impel people to spend more. But it is amazing that this belief could be presented to the world as a new social philosophy. Lord Keynes and his disciples make the lack of the propensity to consume responsible for what they deem unsatisfactory in economic conditions. What is needed, in their eyes, to make men more prosperous is not an increase in production, but an increase in spending. In order to make it possible for people to spend more, an “expansionist” policy is recommended.
Αυτή η θεωρία είναι τόσο παλαιά όσο και εσφαλμένη. Η ανάλυση και η αναίρεσή της θα επιχειρηθούν στο κεφάλαιο που πραγματεύεται τον οικονομικό κύκλο.15
This doctrine is as old as it is bad. Its analysis and refutation will be undertaken in the chapter dealing with the trade cycle.[15]
11. Τα χρηματικά υποκατάστατα (υποκατάστατα χρήματος)
↗ στη σελίδα του βιβλίου11. The Money-Substitutes
Οι απαιτήσεις επί ορισμένου χρηματικού ποσού, πληρωτέες και εξοφλητέες εν όψει, έναντι οφειλέτη για τη φερεγγυότητα και την προθυμία πληρωμής του οποίου δεν υφίσταται η παραμικρή αμφιβολία, παρέχουν στο άτομο όλες τις υπηρεσίες που μπορεί να παράσχει το χρήμα, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα μέρη με τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να συναλλαχθεί γνωρίζουν πλήρως αυτές τις ουσιώδεις ιδιότητες των συγκεκριμένων απαιτήσεων: την καθημερινή ληκτότητά τους, καθώς και την αδιαμφισβήτητη φερεγγυότητα και προθυμία πληρωμής του οφειλέτη. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτές τις απαιτήσεις χρηματικά υποκατάστατα, καθώς μπορούν να αντικαταστήσουν πλήρως το χρήμα στο χρηματικό υπόλοιπο ενός ατόμου ή μιας επιχείρησης.
Τα τεχνικά και νομικά χαρακτηριστικά των χρηματικών υποκατάστατων δεν αφορούν την καταλλακτική. Ένα χρηματικό υποκατάστατο μπορεί να ενσωματώνεται είτε σε τραπεζογραμμάτιο είτε σε κατάθεση όψεως σε τράπεζα, διαθέσιμη μέσω επιταγής —«λογιστικό χρήμα» ή καταθετικό νόμισμα— υπό την προϋπόθεση ότι η τράπεζα είναι έτοιμη να ανταλλάξει καθημερινά και χωρίς επιβάρυνση το τραπεζογραμμάτιο ή την κατάθεση με καθαυτό χρήμα. Τα κέρματα περιορισμένης νόμιμης ισχύος αποτελούν επίσης χρηματικά υποκατάστατα, υπό την προϋπόθεση ότι ο κάτοχός τους μπορεί, όταν παραστεί ανάγκη, να τα ανταλλάξει χωρίς δαπάνη και χωρίς καθυστέρηση με χρήμα.
Για να επιτευχθεί αυτό, δεν απαιτείται να είναι η κυβέρνηση νομικά υποχρεωμένη να τα εξαργυρώνει. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι αυτά τα κέρματα μπορούν πράγματι να μετατραπούν χωρίς δαπάνη και χωρίς καθυστέρηση σε χρήμα. Αν η συνολική ποσότητα των εκδιδόμενων κερμάτων περιορισμένης νόμιμης ισχύος διατηρείται εντός εύλογων ορίων, δεν απαιτούνται ιδιαίτερες ρυθμίσεις εκ μέρους της κυβέρνησης για να διατηρηθεί η ανταλλακτική τους αξία στο άρτιο της ονομαστικής τους αξίας. Η ζήτηση του κοινού για κέρματα μικρών υποδιαιρέσεων παρέχει σε όλους τη δυνατότητα να τα ανταλλάσσουν εύκολα με χρηματικά τεμάχια. Το ουσιώδες είναι ότι κάθε κάτοχος ενός χρηματικού υποκατάστατου είναι απολύτως βέβαιος ότι αυτό μπορεί, ανά πάσα στιγμή και χωρίς δαπάνη, να ανταλλαχθεί με χρήμα.
Claims to a definite amount of money, payable and redeemable on demand, against a debtor about whose solvency and willingness to pay there does not prevail the slightest doubt, render to the individual all the services money can render, provided that all parties with whom he could possibly transact business are perfectly familiar with these essential qualities of the claims concerned: daily maturity and undoubted solvency and willingness to pay on the part of the debtor. We may call such claims money-substitutes, as they can fully replace money in an individual’s or a firm’s cash holding. The technical and legal features of the moneysubstitutes do not concern catallactics. A money-substitute can be embodied either in a banknote or in a demand deposit with a bank subject to check (“checkbook money” or deposit currency), provided the bank is prepared to exchange the note or the deposit daily free of charge against money proper. Token coins are also money-substitutes, provided the owner is in a position to exchange them at need against money free of expense and without delay. To achieve this it is not required that the government be bound by law to redeem them. What counts is the fact that these tokens can be really converted free of expense and without delay. If the total amount of token coins issued is kept within reasonable limits, no special provisions on the part of the government are necessary to keep their exchange value at par with their face value. The demand of the public for small change gives everybody the opportunity to exchange them easily against pieces of money. The main thing is that every owner of a money-substitute is perfectly certain that it can, at every instant and free of expense, be exchanged against money.
Αν ο οφειλέτης —η κυβέρνηση ή μια τράπεζα— διατηρεί έναντι ολόκληρου του ποσού των χρηματικών υποκατάστατων απόθεμα καθαυτού χρήματος ίσο με το 100% του ποσού αυτού, αποκαλούμε το χρηματικό υποκατάστατο πιστοποιητικό χρήματος. Το επιμέρους πιστοποιητικό χρήματος αποτελεί —όχι κατ’ ανάγκην υπό νομική έννοια, αλλά πάντοτε υπό καταλλακτική έννοια— αντιπρόσωπο ενός αντίστοιχου χρηματικού ποσού που διατηρείται στο απόθεμα. Η έκδοση πιστοποιητικών χρήματος δεν αυξάνει την ποσότητα των πραγμάτων που είναι κατάλληλα να ικανοποιήσουν τη ζήτηση χρήματος προς διακράτηση σε χρηματικά υπόλοιπα. Επομένως, οι μεταβολές στην ποσότητα των πιστοποιητικών χρήματος δεν μεταβάλλουν την προσφορά χρήματος ούτε τη χρηματική σχέση. Δεν διαδραματίζουν κανέναν ρόλο στον προσδιορισμό της αγοραστικής δύναμης του χρήματος.
If the debtor—the government or a bank—keeps against the whole amount of money-substitutes a reserve of money proper, we call the moneysubstitute a money-certificate. The individual money-certificate is—not necessarily in a legal sense, but always in the catallactic sense—a representative of a corresponding amount of money kept in the reserve. The issuing of money-certificates does not increase the quantity of things suitable to satisfy the demand for money for cash holding. Changes in the quantity of money-certificates therefore do not alter the supply of money and the money relation. They do not play any role in the determination of the purchasing power of money.
Αν το χρηματικό απόθεμα που διατηρεί ο οφειλέτης έναντι των εκδοθέντων χρηματικών υποκατάστατων είναι μικρότερο από τη συνολική ποσότητα αυτών των υποκατάστατων, αποκαλούμε καταπιστευματικά μέσα εκείνο το ποσό των υποκατάστατων που υπερβαίνει το απόθεμα. Κατά κανόνα, δεν είναι δυνατόν να εξακριβωθεί αν ένα συγκεκριμένο χρηματικό υποκατάστατο αποτελεί πιστοποιητικό χρήματος ή καταπιστευματικό μέσο. Ένα μέρος της συνολικής ποσότητας των εκδοθέντων χρηματικών υποκατάστατων καλύπτεται συνήθως από διακρατούμενο χρηματικό απόθεμα. Επομένως, ένα μέρος της συνολικής ποσότητας των εκδοθέντων χρηματικών υποκατάστατων αποτελείται από πιστοποιητικά χρήματος και το υπόλοιπο από καταπιστευματικά μέσα. Αυτό, όμως, μπορεί να διαπιστωθεί μόνο από όσους γνωρίζουν τους ισολογισμούς της τράπεζας. Το επιμέρους τραπεζογραμμάτιο, η κατάθεση ή το κέρμα περιορισμένης νόμιμης ισχύος δεν φανερώνει τον καταλλακτικό του χαρακτήρα.
If the money reserve kept by the debtor against the money-substitutes issued is less than the total amount of such substitutes, we call that amount of substitutes which exceeds the reserve fiduciary media. As a rule it is not possible to ascertain whether a concrete specimen of money-substitutes is a money-certificate or a fiduciary medium. A part of the total amount of money-substitutes issued is usually covered by a money reserve held. Thus a part of the total amount of money-substitutes issued is money-certificates, the rest fiduciary media. But this fact can only be recognized by those familiar with the bank’s balance sheets. The individual banknote, deposit, or token coin does not indicate its catallactic character.
Η έκδοση πιστοποιητικών χρήματος δεν αυξάνει τα κεφάλαια που μπορεί να χρησιμοποιήσει η τράπεζα για τη διεξαγωγή των πιστοδοτικών της εργασιών. Μια τράπεζα που δεν εκδίδει καταπιστευματικά μέσα μπορεί να χορηγεί μόνο εμπορευματική πίστη, δηλαδή μπορεί να δανείζει μόνο τα δικά της κεφάλαια και το χρηματικό ποσό που της έχουν εμπιστευθεί οι πελάτες της. Η έκδοση καταπιστευματικών μέσων διευρύνει πέρα από αυτά τα όρια τα διαθέσιμα προς δανεισμό κεφάλαια της τράπεζας. Μπορεί πλέον να χορηγεί όχι μόνο εμπορευματική πίστη, αλλά και κυκλοφοριακή πίστη, δηλαδή πίστη που παρέχεται μέσω της έκδοσης καταπιστευματικών μέσων.
The issue of money-certificates does not increase the funds which the bank can employ in the conduct of its lending business. A bank which does not issue fiduciary media can only grant commodity credit, i.e., it can only lend its own funds and the amount of money which its customers have entrusted to it. The issue of fiduciary media enlarges the bank’s funds available for lending beyond these limits. It can now not only grant commodity credit, but also circulation credit, i.e., credit granted out of the issue of fiduciary media.
Ενώ η ποσότητα των πιστοποιητικών χρήματος είναι αδιάφορη, η ποσότητα των καταπιστευματικών μέσων δεν είναι. Τα καταπιστευματικά μέσα επηρεάζουν τα φαινόμενα της αγοράς με τον ίδιο τρόπο όπως το χρήμα. Οι μεταβολές στην ποσότητά τους επηρεάζουν τον προσδιορισμό της αγοραστικής δύναμης του χρήματος και των τιμών, καθώς και —προσωρινά— του επιτοκίου.
While the quantity of money-certificates is indifferent, the quantity of fiduciary media is not. The fiduciary media affect the market phenomena in the same way as money does. Changes in their quantity influence the determination of money’s purchasing power and of prices and—temporarily —also of the rate of interest.
Οι παλαιότεροι οικονομολόγοι χρησιμοποιούσαν διαφορετική ορολογία. Πολλοί ήταν διατεθειμένοι να αποκαλούν τα χρηματικά υποκατάστατα απλώς χρήμα, επειδή είναι κατάλληλα να παρέχουν τις υπηρεσίες που παρέχει το χρήμα. Αυτή, όμως, η ορολογία δεν είναι πρόσφορη. Πρωταρχικός σκοπός μιας επιστημονικής ορολογίας είναι να διευκολύνει την ανάλυση των υπό εξέταση προβλημάτων. Έργο της καταλλακτικής θεωρίας του χρήματος —σε αντιδιαστολή προς τη νομική θεωρία και τους τεχνικούς κλάδους της τραπεζικής διοίκησης και της λογιστικής— είναι η μελέτη των προβλημάτων που αφορούν τον προσδιορισμό των τιμών και των επιτοκίων. Το έργο αυτό απαιτεί σαφή διάκριση μεταξύ των πιστοποιητικών χρήματος και των καταπιστευματικών μέσων.
Earlier economists applied a different terminology. Many were prepared to call the money-substitutes simply money, as they are fit to render the services money renders. However, this terminology is not expedient. The first purpose of a scientific terminology is to facilitate the analysis of the problems involved. The task of the catallactic theory of money—as differentiated from the legal theory and from the technical disciplines of bank management and accountancy—is the study of the problems of the determination of prices and interest rates. This task requires a sharp distinction between money-certificates and fiduciary media.
Ο όρος πιστωτική επέκταση έχει συχνά παρερμηνευθεί. Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι η εμπορευματική πίστη δεν μπορεί να επεκταθεί. Το μοναδικό όχημα της πιστωτικής επέκτασης είναι η κυκλοφοριακή πίστη. Ωστόσο, η χορήγηση κυκλοφοριακής πίστης δεν συνεπάγεται πάντοτε πιστωτική επέκταση. Αν η ποσότητα των καταπιστευματικών μέσων που είχε εκδοθεί προηγουμένως έχει ήδη επιφέρει όλες τις επιδράσεις της στην αγορά, αν οι τιμές, τα μισθολογικά ποσοστά και τα επιτόκια έχουν προσαρμοστεί στη συνολική προσφορά καθαυτού χρήματος και καταπιστευματικών μέσων —δηλαδή στην προσφορά χρήματος υπό την ευρεία έννοια—, τότε η χορήγηση κυκλοφοριακής πίστης χωρίς περαιτέρω αύξηση της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων δεν αποτελεί πλέον πιστωτική επέκταση. Πιστωτική επέκταση υφίσταται μόνον όταν η πίστη χορηγείται μέσω της έκδοσης πρόσθετης ποσότητας καταπιστευματικών μέσων και όχι όταν οι τράπεζες δανείζουν εκ νέου καταπιστευματικά μέσα που τους επέστρεψαν οι προηγούμενοι οφειλέτες.
The term credit expansion has often been misinterpreted. It is important to realize that commodity credit cannot be expanded. The only vehicle of credit expansion is circulation credit. But the granting of circulation credit does not always mean credit expansion. If the amount of fiduciary media previously issued has consummated all its effects upon the market, if prices, wage rates, and interest rates have been adjusted to the total supply of money proper plus fiduciary media (supply of money in the broader sense), granting of circulation credit without a further increase in the quantity of fiduciary media is no longer credit expansion. Credit expansion is present only if credit is granted by the issue of an additional amount of fiduciary media, not if banks lend anew fiduciary media paid back to them by the old debtors.
12. Ο περιορισμός της έκδοσης καταπιστευματικών μέσων
↗ στη σελίδα του βιβλίου12. The Limitation on the Issuance of Fiduciary Media
Οι άνθρωποι μεταχειρίζονται τα χρηματικά υποκατάστατα σαν να ήταν χρήμα, επειδή είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι θα μπορούν ανά πάσα στιγμή να τα ανταλλάξουν με χρήμα, χωρίς καθυστέρηση και χωρίς δαπάνη. Μπορούμε να αποκαλέσουμε όσους συμμερίζονται αυτή την πεποίθηση και, ως εκ τούτου, είναι διατεθειμένοι να μεταχειρίζονται τα χρηματικά υποκατάστατα σαν να ήταν χρήμα, πελατεία του εκδότη τραπεζίτη, της εκδότριας τράπεζας ή της εκδότριας αρχής. Δεν έχει σημασία αν το εκδοτικό αυτό ίδρυμα λειτουργεί ή όχι σύμφωνα με τα πρότυπα συμπεριφοράς που συνηθίζονται στις τραπεζικές εργασίες. Τα κέρματα περιορισμένης νόμιμης ισχύος που εκδίδει το δημόσιο ταμείο μιας χώρας αποτελούν και αυτά χρηματικά υποκατάστατα, μολονότι το δημόσιο ταμείο, κατά κανόνα, δεν καταχωρίζει το εκδοθέν ποσό στους λογαριασμούς του ως υποχρέωση ούτε το θεωρεί μέρος του δημόσιου χρέους. Εξίσου αδιάφορο είναι αν ο κάτοχος ενός χρηματικού υποκατάστατου διαθέτει ή όχι δικαστικώς επιδιώξιμη αξίωση εξαργύρωσης. Εκείνο που έχει σημασία είναι αν το χρηματικό υποκατάστατο μπορεί πράγματι να ανταλλαχθεί με χρήμα χωρίς καθυστέρηση και δαπάνη.16
People deal with money-substitutes as if they were money because they are fully confident that it will be possible to exchange them at any time without delay and without cost against money. We may call those who share in this confidence and are therefore ready to deal with money-substitutes as if they were money, the clients of the issuing banker, bank, or authority. It does not matter whether or not this issuing establishment is operated according to the patterns of conduct customary in the banking business. Token coins issued by a country’s treasury are money-substitutes too, although the treasury as a rule does not enter the amount issued into its accounts as a liability and does not consider this amount a part of the national debt. It is no less immaterial whether or not the owner of a moneysubstitute has an actionable claim to redemption. What counts is whether the money-substitute can really be exchanged against money without delay and cost.[16]
Η έκδοση πιστοποιητικών χρήματος αποτελεί δαπανηρό εγχείρημα. Τα τραπεζογραμμάτια πρέπει να τυπωθούν και τα κέρματα να κοπούν· πρέπει να οργανωθεί ένα περίπλοκο λογιστικό σύστημα για τις καταθέσεις· τα αποθέματα πρέπει να φυλάσσονται με ασφάλεια· επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος εξαπάτησης μέσω πλαστών τραπεζογραμματίων και επιταγών. Έναντι όλων αυτών των δαπανών υπάρχει μόνο η μικρή πιθανότητα να καταστραφούν ορισμένα από τα τραπεζογραμμάτια που έχουν εκδοθεί και η ακόμη μικρότερη πιθανότητα να λησμονήσουν ορισμένοι καταθέτες τις καταθέσεις τους. Η έκδοση πιστοποιητικών χρήματος αποτελεί ζημιογόνο δραστηριότητα, αν δεν συνδέεται με την έκδοση καταπιστευματικών μέσων. Κατά την πρώιμη ιστορία της τραπεζικής υπήρχαν τράπεζες των οποίων η μοναδική δραστηριότητα συνίστατο στην έκδοση πιστοποιητικών χρήματος. Οι τράπεζες αυτές, όμως, αποζημιώνονταν από τους πελάτες τους για τις σχετικές δαπάνες. Εν πάση περιπτώσει, η καταλλακτική δεν ενδιαφέρεται για τα αμιγώς τεχνικά προβλήματα των τραπεζών που δεν εκδίδουν καταπιστευματικά μέσα. Το μόνο ενδιαφέρον της καταλλακτικής για τα πιστοποιητικά χρήματος αφορά τη σχέση μεταξύ της έκδοσής τους και της έκδοσης καταπιστευματικών μέσων.
Issuing money-certificates is an expensive venture. The banknotes must be printed, the token coins minted; a complicated accounting system for the deposits must be organized; the reserves must be kept in safety; then there is the risk of being cheated by counterfeit banknotes and checks. Against all these expenses stands only the slight chance that some of the banknotes issued may be destroyed and the still slighter chance that some depositors may forget their deposits. Issuing money-certificates is a ruinous business if not connected with issuing fiduciary media. In the early history of banking there were banks whose only operation consisted in issuing money-certificates. But these banks were indemnified by their clients for the costs incurred. At any rate, catallactics is not interested in the purely technical problems of banks not issuing fiduciary media. The only interest that catallactics takes in money-certificates is the connection between issuing them and the issuing of fiduciary media.
Ενώ η ποσότητα των πιστοποιητικών χρήματος είναι από καταλλακτική άποψη αδιάφορη, η αύξηση ή η μείωση της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων επηρεάζει τον προσδιορισμό της αγοραστικής δύναμης του χρήματος με τον ίδιο τρόπο όπως και οι μεταβολές στην ποσότητα του χρήματος. Επομένως, το ζήτημα αν υπάρχουν ή όχι όρια στην αύξηση της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων έχει θεμελιώδη σημασία.
While the quantity of money-certificates is catallactically unimportant, an increase or decrease in the quantity of fiduciary media affects the determination of money’s purchasing power in the same way as do changes in the quantity of money. Hence the question of whether there are or are not limits to the increase in the quantity of fiduciary media has fundamental importance.
Αν η πελατεία της τράπεζας περιλαμβάνει όλα τα μέλη της οικονομίας της αγοράς, το όριο στην έκδοση καταπιστευματικών μέσων είναι το ίδιο με εκείνο που τίθεται στην αύξηση της ποσότητας του χρήματος. Μια τράπεζα η οποία, είτε σε μια απομονωμένη χώρα είτε σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι το μοναδικό ίδρυμα που εκδίδει καταπιστευματικά μέσα και της οποίας η πελατεία περιλαμβάνει όλα τα άτομα και όλες τις επιχειρήσεις, είναι υποχρεωμένη να τηρεί κατά τη διεξαγωγή των εργασιών της δύο κανόνες:
If the clientele of the bank includes all members of the market economy, the limit to the issue of fiduciary media is the same as that drawn to the increase in the quantity of money. A bank which is, in an isolated country or in the whole world, the only institution issuing fiduciary media and the clientele of which comprises all individuals and firms, is bound to comply in its conduct of affairs with two rules:
Πρώτον, πρέπει να αποφεύγει κάθε ενέργεια που θα μπορούσε να κινήσει τις υποψίες των πελατών της, δηλαδή του κοινού. Μόλις οι πελάτες αρχίσουν να χάνουν την εμπιστοσύνη τους, θα ζητήσουν την εξαργύρωση των τραπεζογραμματίων και θα αποσύρουν τις καταθέσεις τους. Το πόσο μπορεί να προχωρήσει η τράπεζα στην αύξηση της έκδοσης καταπιστευματικών μέσων χωρίς να προκαλέσει δυσπιστία εξαρτάται από ψυχολογικούς παράγοντες.
First: It must avoid any action which could make the clients—i.e., the public—suspicious. As soon as the clients begin to lose confidence, they will ask for the redemption of the banknotes and withdraw their deposits. How far the bank can go on increasing its issues of fiduciary media without arousing distrust, depends on psychological conditions.
Δεύτερον, δεν πρέπει να αυξάνει την ποσότητα των καταπιστευματικών μέσων με τέτοιο ρυθμό και τέτοια ταχύτητα ώστε οι πελάτες να πειστούν ότι η άνοδος των τιμών θα συνεχίζεται επ’ αόριστον και με επιταχυνόμενο ρυθμό. Διότι, αν το κοινό πιστέψει ότι αυτό συμβαίνει, θα περιορίσει τα χρηματικά του υπόλοιπα, θα στραφεί προς «εμπράγματες» αξίες και θα προκαλέσει την καταστροφική ανατιμητική έκρηξη. Είναι αδύνατον να φανταστούμε την προσέγγιση αυτής της καταστροφής χωρίς να υποθέσουμε ότι η πρώτη εκδήλωσή της συνίσταται στην εξαφάνιση της εμπιστοσύνης. Το κοινό ασφαλώς θα προτιμήσει να ανταλλάξει τα καταπιστευματικά μέσα με χρήμα αντί να καταφύγει σε εμπράγματες αξίες, δηλαδή στην αδιάκριτη αγορά διαφόρων εμπορευμάτων. Τότε η τράπεζα θα οδηγηθεί αναγκαστικά σε πτώχευση.
Αν η κυβέρνηση παρέμβει απαλλάσσοντας την τράπεζα από την υποχρέωση να εξαργυρώνει τα τραπεζογραμμάτιά της και να επιστρέφει τις καταθέσεις σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων, τα καταπιστευματικά μέσα μετατρέπονται είτε σε πιστωτικό χρήμα είτε σε χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας. Η αναστολή των πληρωμών σε μεταλλικό χρήμα μεταβάλλει πλήρως την κατάσταση. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα καταπιστευματικών μέσων, πιστοποιητικών χρήματος ή χρηματικών υποκατάστατων. Η κυβέρνηση εισέρχεται στο προσκήνιο με τους νόμους περί νόμιμου μέσου πληρωμής που η ίδια θεσπίζει. Η τράπεζα χάνει την ανεξάρτητη ύπαρξή της· μετατρέπεται σε όργανο της κυβερνητικής πολιτικής, σε υποδεέστερη υπηρεσία του δημόσιου ταμείου.
Second: It must not increase the amount of fiduciary media at such a rate and with such speed that the clients get the conviction that the rise in prices will continue endlessly at an accelerated pace. For if the public believes that this is the case, they will reduce their cash holdings, flee into “real” values, and bring about the crack-up boom. It is impossible to imagine the approach of this catastrophe without assuming that its first manifestation consists in the evanescence of confidence. The public will certainly prefer exchanging the fiduciary media against money to fleeing into real values, i.e., to the indiscriminate buying of various commodities. Then the bank must go bankrupt. If the government interferes by freeing the bank from the obligation of redeeming its banknotes and of paying back the deposits in compliance with the terms of the contract, the fiduciary media become either credit money or fiat money. The suspension of specie payments entirely changes the state of affairs. There is no longer any question of fiduciary media, of money-certificates, and of moneysubstitutes. The government enters the scene with its government-made legal tender laws. The bank loses its independent existence; it becomes a tool of government policies, a subordinate office of the treasury.
Τα σημαντικότερα από καταλλακτική άποψη προβλήματα που εγείρει η έκδοση καταπιστευματικών μέσων από μία μόνο τράπεζα ή από τράπεζες που ενεργούν συντονισμένα και των οποίων η πελατεία περιλαμβάνει όλα τα άτομα δεν αφορούν τα όρια που τίθενται στην ποσότητα της έκδοσής τους. Θα τα εξετάσουμε στο Κεφάλαιο 20, το οποίο είναι αφιερωμένο στις σχέσεις μεταξύ της ποσότητας του χρήματος και του επιτοκίου.
The catallactically most important problems of the issuance of fiduciary media on the part of a single bank, or of banks acting in concert, the clientele of which comprehends all individuals, are not those of the limitations drawn to the amount of their issuance. We will deal with them in Chapter XX, devoted to the relations between the quantity of money and the rate of interest.
Στο παρόν στάδιο της έρευνάς μας πρέπει να εξετάσουμε το πρόβλημα της συνύπαρξης πολλών ανεξάρτητων τραπεζών. Ανεξαρτησία σημαίνει ότι κάθε τράπεζα ακολουθεί τη δική της πολιτική κατά την έκδοση καταπιστευματικών μέσων και δεν ενεργεί συντονισμένα με τις άλλες τράπεζες. Συνύπαρξη σημαίνει ότι κάθε τράπεζα διαθέτει πελατεία η οποία δεν περιλαμβάνει όλα τα μέλη του συστήματος της αγοράς. Για λόγους απλούστευσης, θα υποθέσουμε ότι κανένα άτομο και καμία επιχείρηση δεν είναι πελάτης περισσότερων από μία τραπεζών. Το αποτέλεσμα της απόδειξής μας δεν θα μεταβαλλόταν αν υποθέταμε ότι υπάρχουν επίσης άνθρωποι που είναι πελάτες περισσότερων από μία τραπεζών, καθώς και άνθρωποι που δεν είναι πελάτες καμίας τράπεζας.
At this point of our investigations we have to scrutinize the problem of the coexistence of a multiplicity of independent banks. Independence means that every bank in issuing fiduciary media follows its own course and does not act in concert with other banks. Coexistence means that every bank has a clientele which does not include all members of the market system. For the sake of simplicity we will assume that no individual or firm is a client of more than one bank. It would not affect the result of our demonstration if we were to assume that there are also people who are clients of more than one bank and people who are not clients of any bank.
Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί δεν είναι αν υπάρχουν ή όχι όρια στην έκδοση καταπιστευματικών μέσων από τέτοιες ανεξάρτητες και συνυπάρχουσες τράπεζες. Εφόσον υπάρχουν όρια ακόμη και στην έκδοση καταπιστευματικών μέσων από μία μοναδική τράπεζα της οποίας η πελατεία περιλαμβάνει όλους τους ανθρώπους, είναι προφανές ότι τέτοια όρια υπάρχουν και για πολλές ανεξάρτητες και συνυπάρχουσες τράπεζες. Εκείνο που επιθυμούμε να καταδείξουμε είναι ότι, για πολλές τέτοιες τράπεζες, τα όρια είναι στενότερα από εκείνα που ισχύουν για μία μόνο τράπεζα με απεριόριστη πελατεία.
The question to be raised is not whether or not there are limits to the issuance of fiduciary media on the part of such independently coexisting banks. As there are even limits to the issuance of fiduciary media on the part of a unique bank the clientele of which comprises all people, it is obvious that there are such limits for a multiplicity of independently coexisting banks too. What we want to show is that for such a multiplicity of independently coexisting banks the limits are narrower than those drawn for a single bank with an unlimited clientele.
Υποθέτουμε ότι, στο πλαίσιο ενός συστήματος αγοράς, ιδρύθηκαν κατά το παρελθόν αρκετές ανεξάρτητες τράπεζες. Ενώ προηγουμένως χρησιμοποιούνταν μόνο χρήμα, οι τράπεζες αυτές εισήγαγαν τη χρήση χρηματικών υποκατάστατων, μέρος των οποίων αποτελείται από καταπιστευματικά μέσα. Κάθε τράπεζα διαθέτει ορισμένη πελατεία και έχει εκδώσει ορισμένη ποσότητα καταπιστευματικών μέσων, τα οποία διακρατούνται ως χρηματικά υποκατάστατα στα χρηματικά υπόλοιπα διαφόρων πελατών. Η συνολική ποσότητα των καταπιστευματικών μέσων που εκδόθηκαν από τις τράπεζες και απορροφήθηκαν από τα χρηματικά υπόλοιπα των πελατών τους μετέβαλε τη διάρθρωση των τιμών και την αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας. Οι επιδράσεις αυτές, όμως, έχουν ήδη ολοκληρωθεί και, επί του παρόντος, η αγορά δεν διαταράσσεται πλέον από κινήσεις που προκλήθηκαν από αυτή την παρελθούσα πιστωτική επέκταση.
We assume that within a market system several independent banks have been established in the past. While previously only money was in use, these banks have introduced the use of money-substitutes a part of which are fiduciary media. Each bank has a clientele and has issued a certain quantity of fiduciary media which are kept as money-substitutes in the cash holdings of various clients. The total quantity of the fiduciary media as issued by the banks and absorbed by the cash holdings of their clients has altered the structure of prices and the monetary unit’s purchasing power. But these effects have already been consummated and at present the market is no longer stirred by any movements generated from this past credit expansion.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι μία μόνο τράπεζα προβαίνει σε πρόσθετη έκδοση καταπιστευματικών μέσων, ενώ οι άλλες τράπεζες δεν την ακολουθούν. Οι πελάτες της επεκτεινόμενης τράπεζας —είτε πρόκειται για παλαιούς πελάτες της είτε για νέους που αποκτήθηκαν χάρη στην επέκταση— λαμβάνουν πρόσθετες πιστώσεις, διευρύνουν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, εμφανίζονται στην αγορά με πρόσθετη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες και πλειοδοτούν, ωθώντας τις τιμές προς τα πάνω. Όσοι δεν είναι πελάτες της επεκτεινόμενης τράπεζας δεν είναι σε θέση να καταβάλουν αυτές τις υψηλότερες τιμές και αναγκάζονται να περιορίσουν τις αγορές τους. Επέρχεται έτσι στην αγορά μετατόπιση αγαθών από τους μη πελάτες προς τους πελάτες της επεκτεινόμενης τράπεζας.
Οι πελάτες αγοράζουν από τους μη πελάτες περισσότερα απ’ όσα πωλούν σε αυτούς· πρέπει να καταβάλουν στους μη πελάτες περισσότερα απ’ όσα εισπράττουν από αυτούς. Τα χρηματικά υποκατάστατα, όμως, που εκδίδει η επεκτεινόμενη τράπεζα δεν είναι κατάλληλα για πληρωμές προς μη πελάτες, επειδή αυτοί δεν τους αποδίδουν τον χαρακτήρα χρηματικών υποκατάστατων. Για να εξοφλήσουν τις οφειλές τους προς τους μη πελάτες, οι πελάτες πρέπει πρώτα να ανταλλάξουν τα χρηματικά υποκατάστατα που εξέδωσε η δική τους τράπεζα —δηλαδή η επεκτεινόμενη τράπεζα— με χρήμα. Η επεκτεινόμενη τράπεζα πρέπει να εξαργυρώσει τα τραπεζογραμμάτιά της και να καταβάλει τις καταθέσεις. Το απόθεμά της —υποθέτουμε ότι μόνο μέρος των χρηματικών υποκατάστατων που είχε εκδώσει είχε τον χαρακτήρα καταπιστευματικών μέσων— συρρικνώνεται. Πλησιάζει η στιγμή κατά την οποία, μετά την εξάντληση του χρηματικού της αποθέματος, η τράπεζα δεν θα είναι πλέον σε θέση να εξαργυρώνει τα χρηματικά υποκατάστατα που εξακολουθούν να κυκλοφορούν. Για να αποφύγει την αφερεγγυότητα, πρέπει το ταχύτερο δυνατόν να επιστρέψει σε μια πολιτική ενίσχυσης του χρηματικού της αποθέματος. Πρέπει να εγκαταλείψει τις επεκτατικές της μεθόδους.
But now, we assume further, one bank alone embarks upon an additional issue of fiduciary media while the other banks do not follow suit.
The clients of the expanding bank—whether its old clients or new ones acquired on account of the expansion—receive additional credits, they expand their business activities, they appear on the market with an additional demand for goods and services, they bid up prices. Those people who are not clients of the expanding bank are not in a position to afford these higher prices; they are forced to restrict their purchases. Thus there prevails on the market a shifting of goods from the nonclients to the clients of the expanding bank. The clients buy more from the nonclients than they sell to them; they have more to pay to the nonclients than they receive from them. But money-substitutes issued by the expanding bank are not suitable for payments to nonclients, as these people do not assign to them the character of money-substitutes. In order to settle the payments due to nonclients, the clients must first exchange the money-substitutes issued by their own—viz., the expanding bank—against money. The expanding bank must redeem its banknotes and pay out its deposits. Its reserve—we suppose that only a part of the money-substitutes it had issued had the character of fiduciary media—dwindles. The instant approaches in which the bank will—after the exhaustion of its money reserve—no longer be in a position to redeem the money-substitutes still current. In order to avoid insolvency it must as soon as possible return to a policy of strengthening its money reserve. It must abandon its expansionist methods.
Αυτή η αντίδραση της αγοράς απέναντι στην πιστωτική επέκταση μιας τράπεζας με περιορισμένη πελατεία περιγράφηκε με εξαιρετική σαφήνεια από τη Νομισματική Σχολή (Currency School). Η ειδική περίπτωση που εξέτασε η Νομισματική Σχολή αφορούσε τη συνύπαρξη, αφενός, πιστωτικής επέκτασης από την προνομιούχο κεντρική τράπεζα μιας χώρας ή από όλες τις τράπεζες της χώρας αυτής και, αφετέρου, μιας μη επεκτατικής πολιτικής των τραπεζών άλλων χωρών. Η απόδειξή μας καλύπτει τη γενικότερη περίπτωση της συνύπαρξης πολλών τραπεζών με διαφορετικές πελατείες, καθώς και τη γενικότατη περίπτωση της ύπαρξης μίας τράπεζας με περιορισμένη πελατεία σε ένα σύστημα όπου οι υπόλοιποι άνθρωποι δεν συναλλάσσονται με καμία τράπεζα και δεν θεωρούν καμία απαίτηση χρηματικό υποκατάστατο.
Δεν έχει σημασία, ασφαλώς, αν υποθέσουμε ότι οι πελάτες μιας τράπεζας ζουν σαφώς διαχωρισμένοι από τους πελάτες των άλλων τραπεζών σε ορισμένη περιοχή ή χώρα ή ότι ζουν πλάι πλάι με αυτούς. Πρόκειται απλώς για διαφορές στα δεδομένα, οι οποίες δεν επηρεάζουν τα καταλλακτικά προβλήματα που υπεισέρχονται.
This reaction of the market to a credit expansion on the part of a bank with a limited clientele has been brilliantly described by the Currency School. The special case dealt with by the Currency School referred to the coincidence of credit expansion on the part of one country’s privileged central bank or of all banks of one country and of a nonexpansionist policy on the part of the banks of other countries. Our demonstration covers the more general case of the coexistence of a multiplicity of banks with different clientele as well as the most general case of the existence of one bank with a limited clientele in a system in which the rest of the people do not patronize any bank and do not consider any claims as moneysubstitutes. It does not matter, of course, whether one assumes that the clients of a bank live neatly separated from those of the other banks in a definite district or country or whether they live together with those of the other banks. These are merely differences in the data not affecting the catallactic problems involved.
Μια τράπεζα δεν μπορεί ποτέ να εκδώσει περισσότερα χρηματικά υποκατάστατα από όσα μπορούν να διακρατήσουν οι πελάτες της στα χρηματικά τους υπόλοιπα. Ο επιμέρους πελάτης δεν μπορεί ποτέ να διακρατεί υπό μορφή χρηματικών υποκατάστατων μεγαλύτερο μέρος του συνολικού χρηματικού του υπολοίπου από εκείνο που αντιστοιχεί στην αναλογία των συναλλαγών του με άλλους πελάτες της τράπεζάς του προς το σύνολο των συναλλαγών του. Για λόγους πρακτικής ευχέρειας, κατά κανόνα θα παραμένει πολύ κάτω από αυτή τη μέγιστη αναλογία. Τίθεται έτσι ένα όριο στην έκδοση καταπιστευματικών μέσων.
Μπορούμε να δεχθούμε ότι όλοι είναι διατεθειμένοι να αποδέχονται αδιακρίτως στις τρέχουσες συναλλαγές τους τραπεζογραμμάτια που εκδίδονται από οποιαδήποτε τράπεζα και επιταγές που σύρονται επί οποιασδήποτε τράπεζας. Καταθέτουν, όμως, χωρίς καθυστέρηση στη δική τους τράπεζα όχι μόνο τις επιταγές, αλλά και τα τραπεζογραμμάτια τραπεζών των οποίων δεν είναι οι ίδιοι πελάτες. Στη συνέχεια, η τράπεζά τους εκκαθαρίζει τους λογαριασμούς της με την αντίστοιχη τράπεζα. Με αυτόν τον τρόπο τίθεται σε κίνηση η διαδικασία που περιγράφηκε παραπάνω.
A bank can never issue more money-substitutes than its clients can keep in their cash holdings. The individual client can never keep a larger portion of his total cash holding in money-substitutes than that corresponding to the proportion of his turnover with other clients of his bank to his total turnover. For considerations of convenience he will, as a rule, remain far below this maximum proportion. Thus a limit is drawn to the issue of fiduciary media. We may admit that everybody is ready to accept in his current transactions indiscriminately banknotes issued by any bank and checks drawn upon any bank. But he deposits without delay with his own bank not only the checks but also the banknotes of banks of which he is not himself a client. In the further course his bank settles its accounts with the bank engaged. Thus the process described above comes into motion.
Έχουν γραφτεί πολλές ανοησίες σχετικά με μια υποτιθέμενα διεστραμμένη προτίμηση του κοινού για τραπεζογραμμάτια που εκδίδονται από αμφίβολες τράπεζες. Η αλήθεια είναι ότι, με εξαίρεση μικρές ομάδες επιχειρηματιών που ήταν σε θέση να διακρίνουν τις υγιείς από τις επισφαλείς τράπεζες, τα τραπεζογραμμάτια αντιμετωπίζονταν πάντοτε με δυσπιστία. Μόνο τα ειδικά προνόμια που παραχωρούσαν οι κυβερνήσεις σε προνομιούχες τράπεζες έκαναν σταδιακά αυτές τις υποψίες να εξαφανιστούν. Το συχνά προβαλλόμενο επιχείρημα ότι τα τραπεζογραμμάτια μικρής ονομαστικής αξίας περιέρχονται στα χέρια φτωχών και αδαών ανθρώπων, οι οποίοι δεν μπορούν να διακρίνουν τα καλά από τα επισφαλή τραπεζογραμμάτια, δεν μπορεί να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Όσο φτωχότερος είναι ο αποδέκτης ενός τραπεζογραμματίου και όσο λιγότερο εξοικειωμένος είναι με τις τραπεζικές υποθέσεις, τόσο ταχύτερα θα δαπανήσει το τραπεζογραμμάτιο και τόσο ταχύτερα αυτό θα επιστρέψει, μέσω του λιανικού και του χονδρικού εμπορίου, στην εκδότρια τράπεζα ή σε ανθρώπους που γνωρίζουν καλά τις τραπεζικές συνθήκες.
A lot of nonsense has been written about a perverse predilection of the public for banknotes issued by dubious banks. The truth is that, except for small groups of businessmen who were able to distinguish between good and bad banks, banknotes were always looked upon with distrust. It was the special charters which the governments granted to privileged banks that slowly made these suspicions disappear. The often advanced argument that small banknotes come into the hands of poor and ignorant people who cannot distinguish between good and bad notes cannot be taken seriously. The poorer the recipient of a banknote is and the less familiar he is with bank affairs, the more quickly will he spend the note and the more quickly will it return, by way of retail and wholesale trade, to the issuing bank or to people conversant with banking conditions.
Είναι πολύ εύκολο για μια τράπεζα να αυξήσει τον αριθμό των ανθρώπων που είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν δάνεια χορηγούμενα μέσω πιστωτικής επέκτασης και καταβαλλόμενα με τη μορφή χρηματικών υποκατάστατων. Είναι, όμως, πολύ δύσκολο για οποιαδήποτε τράπεζα να διευρύνει την πελατεία της, δηλαδή τον αριθμό των ανθρώπων που είναι διατεθειμένοι να θεωρούν αυτές τις απαιτήσεις χρηματικά υποκατάστατα και να τις διακρατούν υπό αυτή την ιδιότητα στα χρηματικά τους υπόλοιπα. Η διεύρυνση αυτής της πελατείας αποτελεί επίπονη και βραδεία διαδικασία, όπως ακριβώς συμβαίνει με την απόκτηση κάθε είδους εμπορικής πίστης και καλής φήμης. Αντιθέτως, μια τράπεζα μπορεί να χάσει την πελατεία της πολύ γρήγορα. Αν επιθυμεί να τη διατηρήσει, δεν πρέπει ποτέ να επιτρέψει να ανακύψει οποιαδήποτε αμφιβολία για την ικανότητα και την προθυμία της να εξοφλεί όλες τις υποχρεώσεις της σε πλήρη συμμόρφωση με τους όρους των συμβάσεων.
It is very easy for a bank to increase the number of people who are ready to accept loans granted by credit expansion and paid out in an amount of money-substitutes. But it is very difficult for any bank to enlarge its clientele, that is, the number of people who are ready to consider these claims as money-substitutes and to keep them as such in their cashholdings. To enlarge this clientele is a troublesome and slow process, as is the acquisition of any kind of good will. On the other hand, a bank can lose its clientele very quickly. If it wants to preserve it, it must never permit any doubt about its ability and readiness to discharge all its liabilities in due compliance with the terms of the contract. A reserve must be kept large enough to redeem all banknotes which a holder may submit for redemption.
Πρέπει να διατηρείται απόθεμα αρκετά μεγάλο ώστε να εξαργυρώνονται όλα τα τραπεζογραμμάτια που ενδέχεται να υποβάλει προς εξαργύρωση κάποιος κάτοχος. Επομένως, καμία τράπεζα δεν μπορεί να αρκεστεί αποκλειστικά στην έκδοση καταπιστευματικών μέσων· πρέπει να διατηρεί απόθεμα έναντι της συνολικής ποσότητας των χρηματικών υποκατάστατων που έχει εκδώσει και, ως εκ τούτου, να συνδυάζει την έκδοση καταπιστευματικών μέσων με την έκδοση πιστοποιητικών χρήματος.
Therefore no bank can content itself with issuing fiduciary media only; it must keep a reserve against the total amount of money-substitutes issued and thus combine issuing fiduciary media and money-certificates.
Αποτελούσε σοβαρό σφάλμα η πεποίθηση ότι έργο του αποθέματος είναι να παρέχει τα μέσα εξαργύρωσης εκείνων των τραπεζογραμματίων των οποίων οι κάτοχοι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στην τράπεζα. Η εμπιστοσύνη που απολαμβάνουν μια τράπεζα και τα χρηματικά υποκατάστατα τα οποία αυτή έχει εκδώσει είναι αδιαίρετη. Είτε υπάρχει μεταξύ όλων των πελατών της είτε εξαφανίζεται ολοκληρωτικά. Αν ορισμένοι πελάτες χάσουν την εμπιστοσύνη τους, θα τη χάσουν και οι υπόλοιποι. Καμία τράπεζα που εκδίδει καταπιστευματικά μέσα και χορηγεί κυκλοφοριακή πίστη δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τις οποίες ανέλαβε με την έκδοση χρηματικών υποκατάστατων, αν όλοι οι πελάτες χάσουν την εμπιστοσύνη τους και ζητήσουν να εξαργυρωθούν τα τραπεζογραμμάτιά τους και να τους επιστραφούν οι καταθέσεις τους.
Αυτό αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό —ή αδυναμία— της δραστηριότητας έκδοσης καταπιστευματικών μέσων και χορήγησης κυκλοφοριακής πίστης. Κανένα σύστημα πολιτικής αποθεμάτων και καμία νομοθετικώς επιβαλλόμενη απαίτηση τήρησης αποθεμάτων δεν μπορεί να το θεραπεύσει. Το μόνο που μπορεί να επιτελέσει ένα απόθεμα είναι να επιτρέψει στην τράπεζα να αποσύρει από την αγορά μια υπερβολική ποσότητα καταπιστευματικών μέσων που έχει εκδώσει. Αν η τράπεζα έχει εκδώσει περισσότερα τραπεζογραμμάτια από όσα μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι πελάτες της στις συναλλαγές μεταξύ τους, πρέπει να εξαργυρώσει την πλεονάζουσα ποσότητα.
It was a serious blunder to believe that the reserve’s task is to provide the means for the redemption of those banknotes the holders of which have lost confidence in the bank. The confidence which a bank and the moneysubstitutes it has issued enjoy is indivisible. It is either present with all its clients or it vanishes entirely. If some of the clients lose confidence, the rest of them lose it too. No bank issuing fiduciary media and granting circulation credit can fulfill the obligations which it has taken over in issuing money-substitutes if all clients are losing confidence and want to have their banknotes redeemed and their deposits paid back. This is an essential feature or weakness of the business of issuing fiduciary media and granting circulation credit. No system of reserve policy and no reserve requirements as enforced by the laws can remedy it. All that a reserve can do is to make it possible for the bank to withdraw from the market an excessive amount of fiduciary media issued. If the bank has issued more banknotes than its clients can use in doing business with other clients, it must redeem such an excess.
Οι νόμοι που υποχρέωναν τις τράπεζες να διατηρούν απόθεμα σε ορισμένη αναλογία προς τη συνολική ποσότητα των καταθέσεων και των εκδοθέντων τραπεζογραμματίων ήταν αποτελεσματικοί στον βαθμό που περιόριζαν την αύξηση της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων και της κυκλοφοριακής πίστης. Ήταν όμως μάταιοι στον βαθμό που απέβλεπαν, σε περίπτωση απώλειας της εμπιστοσύνης, στη διασφάλιση της άμεσης εξαργύρωσης των τραπεζογραμματίων και της άμεσης επιστροφής των καταθέσεων.
The laws which compelled the banks to keep a reserve in a definite ratio of the total amount of deposits and of banknotes issued were effective in so far as they restricted the increase in the amount of fiduciary media and of circulation credit. They were futile as far as they aimed at safeguarding, in the event of a loss of confidence, the prompt redemption of the banknotes and the prompt payment of deposits.
Η Τραπεζική Σχολή (Banking School) απέτυχε ολοκληρωτικά στην πραγμάτευση αυτών των προβλημάτων. Παραπλανήθηκε από την εσφαλμένη ιδέα ότι οι ανάγκες των επιχειρήσεων περιορίζουν αυστηρά τη μέγιστη ποσότητα μετατρέψιμων τραπεζογραμματίων που μπορεί να εκδώσει μια τράπεζα. Οι εκπρόσωποί της δεν αντιλήφθηκαν ότι η ζήτηση του κοινού για πίστωση είναι μέγεθος που εξαρτάται από την προθυμία των τραπεζών να δανείσουν και ότι οι τράπεζες που δεν ενδιαφέρονται για τη δική τους φερεγγυότητα μπορούν να επεκτείνουν την κυκλοφοριακή πίστη μειώνοντας το επιτόκιο κάτω από το αγοραίο επίπεδο.
Δεν είναι αληθές ότι η μέγιστη ποσότητα την οποία μπορεί να δανείσει μια τράπεζα, αν περιορίζει τις πιστοδοτήσεις της στην προεξόφληση βραχυπρόθεσμων συναλλαγματικών που προκύπτουν από την αγορά και την πώληση πρώτων υλών και ημικατεργασμένων αγαθών, αποτελεί μέγεθος μονοσήμαντα προσδιοριζόμενο από την κατάσταση των επιχειρήσεων και ανεξάρτητο από την πολιτική της τράπεζας. Το μέγεθος αυτό διευρύνεται ή συρρικνώνεται ανάλογα με τη μείωση ή την αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου. Η μείωση του επιτοκίου ισοδυναμεί με αύξηση του ύψους εκείνου που εσφαλμένα θεωρείται δίκαιη και κανονική πιστωτική ανάγκη των επιχειρήσεων.
The Banking School failed entirely in dealing with these problems. It was confused by a spurious idea according to which the requirements of business rigidly limit the maximum amount of convertible banknotes that a bank can issue. They did not see that the demand of the public for credit is a magnitude dependent on the banks’ readiness to lend, and that banks which do not bother about their own solvency are in a position to expand circulation credit by lowering the rate of interest below the market rate. It is not true that the maximum amount which a bank can lend if it limits its lending to discounting short-term bills of exchange resulting from the sale and purchase of raw materials and half-manufactured goods, is a quantity uniquely determined by the state of business and independent of the bank’s policies. This quantity expands or shrinks with the lowering or raising of the rate of discount. Lowering the rate of interest is tantamount to increasing the quantity of what is mistakenly considered as the fair and normal requirements of business.
Η Νομισματική Σχολή εξήγησε απολύτως ορθά τις επαναλαμβανόμενες κρίσεις που διατάραξαν τις συνθήκες της αγγλικής οικονομίας κατά τις δεκαετίες του 1830 και του 1840. Η Τράπεζα της Αγγλίας και οι άλλες βρετανικές τράπεζες και τραπεζίτες προέβαιναν σε πιστωτική επέκταση, ενώ στις χώρες με τις οποίες συναλλασσόταν η Μεγάλη Βρετανία είτε δεν υπήρχε πιστωτική επέκταση είτε αυτή δεν πραγματοποιούνταν στον ίδιο βαθμό. Η εξωτερική εκροή μεταλλικού χρήματος επήλθε ως αναγκαία συνέπεια αυτής της κατάστασης. Όλα όσα προέβαλε η Τραπεζική Σχολή για να αναιρέσει αυτή τη θεωρία ήταν μάταια.
Δυστυχώς, η Νομισματική Σχολή έσφαλε σε δύο σημεία. Πρώτον, δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι το προτεινόμενο από αυτήν μέσο θεραπείας —δηλαδή ο αυστηρός νομοθετικός περιορισμός της ποσότητας των τραπεζογραμματίων που εκδίδονταν πέραν του αποθέματος μεταλλικού χρήματος— δεν ήταν το μοναδικό. Δεν εξέτασε ποτέ την ιδέα της ελεύθερης τραπεζικής. Δεύτερον, δεν αναγνώρισε ότι οι καταθέσεις όψεως, οι οποίες είναι διαθέσιμες μέσω επιταγής, αποτελούν χρηματικά υποκατάστατα και, στον βαθμό που η ποσότητά τους υπερβαίνει το τηρούμενο απόθεμα, καταπιστευματικά μέσα· κατά συνέπεια, αποτελούν όχημα πιστωτικής επέκτασης στον ίδιο βαθμό με τα τραπεζογραμμάτια.
Η μοναδική αρετή της Τραπεζικής Σχολής ήταν ότι αναγνώρισε πως το λεγόμενο καταθετικό νόμισμα αποτελεί χρηματικό υποκατάστατο εξίσου με τα τραπεζογραμμάτια. Πέραν αυτού, όμως, όλες οι θεωρίες της ήταν εσφαλμένες. Καθοδηγούνταν από αντιφατικές αντιλήψεις σχετικά με την ουδετερότητα του χρήματος· επιχείρησε να αναιρέσει την ποσοτική θεωρία του χρήματος επικαλούμενη έναν deus ex machina, τους πολυσυζητημένους αποθησαυρισμένους χρηματικούς πόρους, και παρανόησε πλήρως τα προβλήματα του επιτοκίου.
The Currency School gave a quite correct explanation of the recurring crises as they upset English business conditions in the ’thirties and ’forties of the nineteenth century. There was credit expansion on the part of the Bank of England and the other British banks and bankers, while there was no credit expansion, or at least not to the same degree, in the countries with which Great Britain traded. The external drain occurred as the necessary consequence of this state of affairs. Everything that the Banking School advanced in order to refute this theory was vain. Unfortunately, the Currency School erred in two respects. It never realized that the remedy it suggested, namely strict legal limitation of the amount of banknotes issued beyond the specie reserve, was not the only one. It never gave a thought to the idea of free banking. The second fault of the Currency School was that it failed to recognize that deposits subject to check are money-substitutes and, as far as their amount exceeds the reserve kept, fiduciary media, and consequently no less a vehicle of credit expansion than are banknotes. It was the only merit of the Banking School that it recognized that what is called deposit currency is a money-substitute no less than banknotes. But except for this point, all the doctrines of the Banking School were spurious. It was guided by contradictory ideas concerning money’s neutrality; it tried to refute the quantity theory of money by referring to a deus ex machina, the much talked about hoards, and it misconstrued entirely the problems of the rate of interest.
Πρέπει να τονιστεί ότι το πρόβλημα των νομοθετικών περιορισμών στην έκδοση καταπιστευματικών μέσων μπορούσε να ανακύψει μόνο επειδή οι κυβερνήσεις είχαν παραχωρήσει ειδικά προνόμια σε μία ή περισσότερες τράπεζες και είχαν έτσι εμποδίσει την ελεύθερη εξέλιξη της τραπεζικής. Αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν ποτέ παρέμβει προς όφελος ορισμένων τραπεζών, αν δεν είχαν ποτέ απαλλάξει κάποιες τράπεζες από την υποχρέωση —η οποία βαρύνει όλα τα άτομα και όλες τις επιχειρήσεις στην οικονομία της αγοράς— να εξοφλούν πλήρως τις οφειλές τους σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων, δεν θα είχε εμφανιστεί κανένα τραπεζικό πρόβλημα.
Τα όρια που τίθενται στην πιστωτική επέκταση θα είχαν λειτουργήσει αποτελεσματικά. Η μέριμνα για τη φερεγγυότητά της θα είχε εξαναγκάσει κάθε τράπεζα να επιδεικνύει συνετή αυτοσυγκράτηση κατά την έκδοση καταπιστευματικών μέσων. Οι τράπεζες που δεν θα τηρούσαν αυτούς τους απαραίτητους κανόνες θα πτώχευαν και το κοινό, έχοντας διδαχθεί μέσω των ζημιών που υπέστη, θα γινόταν διπλά επιφυλακτικό και καχύποπτο.
It must be emphasized that the problem of legal restrictions upon the issue of fiduciary media could emerge only because governments had granted special privileges to one or several banks and had thus prevented the free evolution of banking. If the governments had never interfered for the benefit of special banks, if they had never released some banks from the obligation, incumbent upon all individuals and firms in the market economy, to settle their liabilities in full compliance with the terms of the contract, no bank problem would have come into being. The limits which are drawn to credit expansion would have worked effectively. Considerations of its own solvency would have forced every bank to cautious restraint in issuing fiduciary media. Those banks which would not have observed these indispensable rules would have gone bankrupt, and the public, warned through damage, would have become doubly suspicious and reserved.
Η στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στην τραπεζική ήταν εξαρχής ανειλικρινής και απατηλή. Η προσποιητή μέριμνα για την ευημερία του έθνους, για το κοινό εν γένει και ειδικότερα για τις φτωχές και αδαείς μάζες δεν ήταν παρά προπέτασμα. Οι κυβερνήσεις επιθυμούσαν τον πληθωρισμό και την πιστωτική επέκταση· επιθυμούσαν οικονομικές ανθήσεις και φθηνό χρήμα. Όσοι Αμερικανοί κατόρθωσαν δύο φορές να καταργήσουν μια κεντρική τράπεζα είχαν επίγνωση των κινδύνων που ενέχουν τέτοια ιδρύματα. Ήταν ατυχές μόνο το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκαν πως τα δεινά τα οποία πολεμούσαν ενυπάρχουν σε κάθε μορφή κυβερνητικής παρέμβασης στην τραπεζική. Σήμερα, ακόμη και οι φανατικότεροι κρατιστές δεν μπορούν να αρνηθούν ότι όλα τα υποτιθέμενα δεινά της ελεύθερης τραπεζικής είναι ασήμαντα σε σύγκριση με τις καταστροφικές συνέπειες των τεράστιων πληθωρισμών που προκάλεσαν οι προνομιούχες και ελεγχόμενες από τις κυβερνήσεις τράπεζες.
The attitudes of the European governments and their satellites with regard to banking were from the beginning insincere and mendacious. The pretended solicitude for the nation’s welfare, for the public in general, and for the poor ignorant masses in particular was a mere blind. The governments wanted inflation and credit expansion, they wanted booms and easy money. Those Americans who twice succeeded in doing away with a central bank were aware of the dangers of such institutions; it was only too bad that they failed to see that the evils they fought were present in every kind of government interference with banking. Today even the most bigoted étatists cannot deny that all the alleged evils of free banking count little when compared with the disastrous effects of the tremendous inflations which the privileged and government-controlled banks have brought about.
Αποτελεί μύθο ότι οι κυβερνήσεις παρενέβησαν στην τραπεζική για να περιορίσουν την έκδοση καταπιστευματικών μέσων και να αποτρέψουν την πιστωτική επέκταση. Αντιθέτως, η ιδέα που καθοδηγούσε τις κυβερνήσεις ήταν η επιθυμία για πληθωρισμό και πιστωτική επέκταση. Παραχώρησαν προνόμια στις τράπεζες επειδή επιθυμούσαν να διευρύνουν τα όρια που θέτει η ανεμπόδιστη αγορά στην πιστωτική επέκταση ή επειδή επιδίωκαν να εξασφαλίσουν στο δημόσιο ταμείο μια πηγή εσόδων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αρχές παρακινούνταν και από τις δύο αυτές επιδιώξεις. Ήταν πεπεισμένες ότι τα καταπιστευματικά μέσα αποτελούν αποτελεσματικό μέσο μείωσης του επιτοκίου και ζητούσαν από τις τράπεζες να επεκτείνουν την πίστωση προς όφελος τόσο των επιχειρήσεων όσο και του δημόσιου ταμείου.
Μόνο όταν κατέστησαν ορατές οι ανεπιθύμητες συνέπειες της πιστωτικής επέκτασης θεσπίστηκαν νόμοι για τον περιορισμό της έκδοσης τραπεζογραμματίων —και ενίοτε επίσης καταθέσεων— που δεν καλύπτονταν από μεταλλικό χρήμα. Η εγκαθίδρυση της ελεύθερης τραπεζικής δεν εξετάστηκε ποτέ σοβαρά, ακριβώς επειδή θα ήταν υπερβολικά αποτελεσματική στον περιορισμό της πιστωτικής επέκτασης. Οι κυβερνώντες, οι συγγραφείς και το κοινό πίστευαν ομόφωνα ότι οι επιχειρήσεις είχαν δίκαιη αξίωση σε μια «κανονική» και «αναγκαία» ποσότητα κυκλοφοριακής πίστης και ότι η ποσότητα αυτή δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης τραπεζικής.17
It is a fable that governments interfered with banking in order to restrict the issue of fiduciary media and to prevent credit expansion. The idea that guided governments was, on the contrary, the lust for inflation and credit expansion. They privileged banks because they wanted to widen the limits drawn to credit expansion by conditions prevailing on the unhampered market or because they were eager to open to the treasury a source of revenue. For the most part both of these considerations motivated the authorities. They were convinced that the fiduciary media are an efficient means of lowering the rate of interest, and asked the banks to expand credit for the benefit of both business and the treasury. Only when the undesired effects of credit expansion became visible, were laws enacted to restrict the issue of banknotes—and sometimes also of deposits—not covered by specie. The establishment of free banking was never seriously considered precisely because it would have been too efficient in restricting credit expansion. For rulers, writers, and the public were unanimous in the belief that business has a fair claim to a “normal” and “necessary” amount of circulation credit and that this amount could not be attained under free banking.[17]
Πολλές κυβερνήσεις δεν αντιμετώπισαν ποτέ την έκδοση καταπιστευματικών μέσων από άλλη σκοπιά πέραν της δημοσιονομικής. Κατά την άποψή τους, πρωταρχικό έργο των τραπεζών ήταν να δανείζουν χρήματα στο δημόσιο ταμείο. Τα χρηματικά υποκατάστατα θεωρούνταν ευνοϊκά ως προπομποί του χαρτονομίσματος που εξέδιδε η κυβέρνηση. Το μετατρέψιμο τραπεζογραμμάτιο αποτελούσε απλώς το πρώτο βήμα προς το μη εξαργυρώσιμο τραπεζογραμμάτιο. Με την πρόοδο της κρατολατρίας και της παρεμβατικής πολιτικής, αυτές οι ιδέες γενικεύθηκαν και δεν αμφισβητούνται πλέον από κανέναν. Καμία κυβέρνηση δεν είναι σήμερα διατεθειμένη να εξετάσει το πρόγραμμα της ελεύθερης τραπεζικής, επειδή καμία κυβέρνηση δεν επιθυμεί να παραιτηθεί από εκείνο που θεωρεί πρόσφορη πηγή εσόδων.
Αυτό που αποκαλείται σήμερα χρηματοοικονομική προπαρασκευή για πόλεμο δεν είναι παρά η δυνατότητα εξασφάλισης, μέσω προνομιούχων και ελεγχόμενων από την κυβέρνηση τραπεζών, όλων των χρηματικών πόρων που ενδέχεται να χρειαστεί ένα εμπόλεμο έθνος. Ο ριζικός πληθωρισμός ως πολιτικό πρόγραμμα, μολονότι δεν αναγνωρίζεται ρητά, αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα της οικονομικής ιδεολογίας της εποχής μας.
Many governments never looked upon the issuance of fiduciary media from a point of view other than that of fiscal concerns. In their eyes the foremost task of the banks was to lend money to the treasury. The moneysubstitutes were pacemakers for government-issued paper money. The convertible banknote was merely a first step on the way to the nonredeemable banknote. With the progress of statolatry and the policy of interventionism these ideas have become general and are no longer questioned by anybody. No government is willing today to give any thought to the program of free banking because no government wants to renounce what it considers a handy source of revenue. What is called today financial war preparedness is merely the ability to procure by means of privileged and government-controlled banks all the money a warring nation may need. Radical inflationism, although not admitted explicitly, is an essential feature of the economic ideology of our age.
Αλλά ακόμη και κατά την εποχή κατά την οποία ο φιλελευθερισμός απολάμβανε το μεγαλύτερο κύρος του και οι κυβερνήσεις ενδιαφέρονταν περισσότερο να διαφυλάξουν την ειρήνη και την ευημερία παρά να υποδαυλίσουν τον πόλεμο, τον θάνατο, την καταστροφή και την εξαθλίωση, οι άνθρωποι προσέγγιζαν τα προβλήματα της τραπεζικής με προκατάληψη. Εκτός των αγγλοσαξονικών χωρών, η κοινή γνώμη ήταν πεπεισμένη ότι ένα από τα κύρια καθήκοντα μιας χρηστής κυβέρνησης ήταν να μειώνει το επιτόκιο και ότι η πιστωτική επέκταση αποτελούσε το κατάλληλο μέσο για την επίτευξη αυτού του σκοπού.
But even at the time liberalism enjoyed its highest prestige and governments were more eager to preserve peace and well-being than to foment war, death, destruction, and misery, people were biased in dealing with the problems of banking. Outside of the Anglo-Saxon countries public opinion was convinced that it is one of the main tasks of good government to lower the rate of interest and that credit expansion is the appropriate means for the attainment of this end.
Η Μεγάλη Βρετανία ήταν απαλλαγμένη από αυτές τις πλάνες όταν, το 1844, αναμόρφωσε την τραπεζική της νομοθεσία. Ωστόσο, οι δύο αδυναμίες της Νομισματικής Σχολής υπονόμευσαν τον περίφημο αυτό νόμο. Αφενός, διατηρήθηκε το σύστημα κυβερνητικής παρέμβασης στην τραπεζική. Αφετέρου, επιβλήθηκαν όρια μόνο στην έκδοση τραπεζογραμματίων που δεν καλύπτονταν από απόθεμα μεταλλικού χρήματος. Τα καταπιστευματικά μέσα περιορίστηκαν μόνο υπό τη μορφή τραπεζογραμματίων. Μπορούσαν να αναπτυχθούν ανεμπόδιστα υπό τη μορφή καταθετικού νομίσματος.
Great Britain was free from these errors when in 1844 it reformed its bank laws. But the two shortcomings of the Currency School vitiated this famous act. On one hand, the system of government interference with banking was preserved. On the other hand, limits were placed only on the issuance of banknotes not covered by specie. The fiduciary media were suppressed only in the shape of banknotes.
Αν οδηγούσε κανείς την ιδέα που εμπεριέχεται στη θεωρία της Νομισματικής Σχολής έως την πλήρη λογική της κατάληξη, θα μπορούσε να προτείνει να υποχρεωθούν νομοθετικά όλες οι τράπεζες να διατηρούν, έναντι της συνολικής ποσότητας των χρηματικών υποκατάστατων —των τραπεζογραμματίων και των καταθέσεων όψεως —, χρηματικό απόθεμα ίσο με το 100% της ποσότητας αυτής. Αυτό αποτελεί τον πυρήνα του σχεδίου πλήρους κάλυψης του καθηγητή Irving Fisher. Ο καθηγητής Fisher, όμως, συνέδεσε το σχέδιό του με τις προτάσεις του για την υιοθέτηση ενός νομισματικού κανόνα βασισμένου σε τιμαριθμικούς δείκτες. Έχει ήδη καταδειχθεί γιατί ένα τέτοιο σχέδιο είναι απατηλό και ισοδυναμεί με ανοικτή επιδοκιμασία της εξουσίας της κυβέρνησης να χειραγωγεί την αγοραστική δύναμη σύμφωνα με τις επιθυμίες ισχυρών ομάδων πίεσης.
Αλλά ακόμη και αν το σχέδιο αποθέματος 100% υιοθετούνταν βάσει ενός ανόθευτου κανόνα του χρυσού, δεν θα εξάλειφε πλήρως τα μειονεκτήματα που ενυπάρχουν σε κάθε μορφή κυβερνητικής παρέμβασης στην τραπεζική. Εκείνο που απαιτείται για να αποτραπεί κάθε περαιτέρω πιστωτική επέκταση είναι να υπαχθούν οι τραπεζικές εργασίες στους γενικούς κανόνες του εμπορικού και του αστικού δικαίου, οι οποίοι υποχρεώνουν κάθε άτομο και κάθε επιχείρηση να εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του σε πλήρη συμμόρφωση με τους όρους των συμβάσεων.
Αν οι τράπεζες διατηρούνται ως προνομιούχα ιδρύματα που υπόκεινται σε ειδικές νομοθετικές διατάξεις, παραμένει στη θέση του το εργαλείο που μπορούν να χρησιμοποιήσουν οι κυβερνήσεις για δημοσιονομικούς σκοπούς. Τότε κάθε περιορισμός που επιβάλλεται στην έκδοση καταπιστευματικών μέσων εξαρτάται από τις καλές προθέσεις της κυβέρνησης και του κοινοβουλίου. Μπορούν να περιορίσουν την έκδοση κατά τις περιόδους που αποκαλούνται κανονικές. Ο περιορισμός, όμως, θα αρθεί μόλις μια κυβέρνηση κρίνει ότι κάποια κατάσταση έκτακτης ανάγκης δικαιολογεί την προσφυγή σε έκτακτα μέτρα.
Αν μια κυβέρνηση και το κόμμα που τη στηρίζει επιθυμούν να αυξήσουν τις δαπάνες χωρίς να θέσουν σε κίνδυνο τη δημοτικότητά τους μέσω της επιβολής υψηλότερων φόρων, θα είναι πάντοτε πρόθυμα να χαρακτηρίσουν το αδιέξοδό τους κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η προσφυγή στο πιεστήριο εκτύπωσης χρήματος και στην προθυμία των διοικητών τραπεζών να συμμορφωθούν με τις επιθυμίες των αρχών που ρυθμίζουν τη λειτουργία τους αποτελεί το κυριότερο μέσο των κυβερνήσεων που επιθυμούν να δαπανούν χρήματα για σκοπούς για τους οποίους οι φορολογούμενοι δεν είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν υψηλότερους φόρους.
They could thrive as deposit currency. In carrying the idea implied in the Currency Theory to its full logical conclusion, one could suggest that all banks be forced by law to keep against the total amount of money-substitutes (banknotes plus demand deposits) a 100 per cent money reserve. This is the core of Professor Irving Fisher’s 100 per cent plan. But Professor Fisher combined his plan with his proposals concerning the adoption of an index-number standard. It has been pointed out already why such a scheme is illusory and tantamount to open approval of the government’s power to manipulate purchasing power according to the appetites of powerful pressure groups. But even if the 100 per cent reserve plan were to be adopted on the basis of the unadulterated gold standard, it would not entirely remove the drawbacks inherent in every kind of government interference with banking. What is needed to prevent any further credit expansion is to place the banking business under the general rules of commercial and civil laws compelling every individual and firm to fulfill all obligations in full compliance with the terms of the contract. If banks are preserved as privileged establishments subject to special legislative provisions, the tool remains that governments can use for fiscal purposes. Then every restriction imposed upon the issuance of fiduciary media depends upon the government’s and the parliament’s good intentions. They may limit the issuance for periods which are called normal. The restriction will be withdrawn whenever a government deems that an emergency justifies resorting to extraordinary measures. If an administration and the party backing it want to increase expenditure without jeopardizing their popularity through the imposition of higher taxes, they will always be ready to call their impasse an emergency. Recourse to the printing press and to the obsequiousness of bank managers, willing to oblige the authorities regulating their conduct of affairs, is the foremost means of governments eager to spend money for purposes for which the taxpayers are not ready to pay higher taxes.
Η ελεύθερη τραπεζική είναι η μόνη διαθέσιμη μέθοδος για την αποτροπή των κινδύνων που ενυπάρχουν στην πιστωτική επέκταση. Είναι αλήθεια ότι δεν θα εμπόδιζε μια βραδεία πιστωτική επέκταση, διατηρούμενη εντός πολύ στενών ορίων, από συνετές τράπεζες οι οποίες παρέχουν στο κοινό όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την οικονομική τους κατάσταση. Υπό καθεστώς ελεύθερης τραπεζικής, όμως, θα ήταν αδύνατον η πιστωτική επέκταση, με όλες τις αναπόφευκτες συνέπειές της, να εξελιχθεί σε τακτικό —θα μπορούσε κανείς να πει κανονικό— χαρακτηριστικό του οικονομικού συστήματος. Μόνο η ελεύθερη τραπεζική θα μπορούσε να διασφαλίσει την οικονομία της αγοράς έναντι κρίσεων και υφέσεων.
Free banking is the only method available for the prevention of the dangers inherent in credit expansion. It would, it is true, not hinder a slow credit expansion, kept within very narrow limits, on the part of cautious banks which provide the public with all information required about their financial status. But under free banking it would have been impossible for credit expansion with all its inevitable consequences to have developed into a regular—one is tempted to say normal—feature of the economic system. Only free banking would have rendered the market economy secure against crises and depressions.
Ανατρέχοντας στην ιστορία των δύο τελευταίων αιώνων, δεν μπορεί κανείς παρά να αντιληφθεί ότι τα σφάλματα που διέπραξε ο φιλελευθερισμός κατά την αντιμετώπιση των προβλημάτων της τραπεζικής επέφεραν θανάσιμο πλήγμα στην οικονομία της αγοράς. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να εγκαταλειφθεί η αρχή της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τραπεζικό τομέα. Η πλειονότητα των φιλελεύθερων πολιτικών υποχώρησε απλώς απέναντι στη λαϊκή εχθρότητα προς τον χρηματικό δανεισμό και την είσπραξη τόκου. Δεν κατανόησαν ότι το επιτόκιο αποτελεί φαινόμενο της αγοράς, το οποίο δεν μπορεί να χειραγωγείται κατά βούληση από τις αρχές ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα. Υιοθέτησαν τη δεισιδαιμονική πεποίθηση ότι η μείωση του επιτοκίου είναι ευεργετική και ότι η πιστωτική επέκταση αποτελεί το κατάλληλο μέσο για την επίτευξη αυτού του φθηνού χρήματος.
Τίποτε δεν έβλαψε περισσότερο την υπόθεση του φιλελευθερισμού από τη σχεδόν τακτική επανεμφάνιση πυρετωδών οικονομικών ανθήσεων και τις δραματικές καταρρεύσεις των ανοδικών αγορών, τις οποίες ακολουθούσαν παρατεταμένες υφέσεις. Η κοινή γνώμη πείστηκε ότι τέτοια φαινόμενα είναι αναπόφευκτα στην ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς. Οι άνθρωποι δεν αντιλήφθηκαν ότι εκείνο για το οποίο παραπονούνταν αποτελούσε την αναγκαία συνέπεια πολιτικών που απέβλεπαν στη μείωση του επιτοκίου μέσω πιστωτικής επέκτασης. Ενέμειναν πεισματικά σε αυτές τις πολιτικές και προσπάθησαν μάταια να καταπολεμήσουν τις ανεπιθύμητες συνέπειές τους με ολοένα περισσότερες κυβερνητικές παρεμβάσεις.
Looking backward upon the history of the last hundred years, one cannot help realizing that the blunders committed by liberalism in handling the problems of banking were a deadly blow to the market economy. There was no reason whatever to abandon the principle of free enterprise in the field of banking. The majority of liberal politicians simply surrendered to the popular hostility against moneylending and interest taking. They failed to realize that the rate of interest is a market phenomenon which cannot be manipulated ad libitum by the authorities or by any other agency. They adopted the superstition that lowering the rate of interest is beneficial and that credit expansion is the right means of attaining such cheap money. Nothing harmed the cause of liberalism more than the almost regular return of feverish booms and of the dramatic breakdown of bull markets followed by lingering slumps. Public opinion has become convinced that such happenings are inevitable in the unhampered market economy. People did not conceive that what they lamented was the necessary outcome of policies directed toward a lowering of the rate of interest by means of credit expansion. They stubbornly kept to these policies and tried in vain to fight their undesired consequences by more and more government interference.
Παρατηρήσεις σχετικά με τις συζητήσεις περί ελεύθερης τραπεζικής
Observations on the Discussions Concerning Free Banking
Η Τραπεζική Σχολή δίδασκε ότι η υπερβολική έκδοση τραπεζογραμματίων είναι αδύνατη, εφόσον η τράπεζα περιορίζει τις εργασίες της στη χορήγηση βραχυπρόθεσμων δανείων.18 Όταν το δάνειο εξοφλείται κατά τη λήξη του, τα τραπεζογραμμάτια επιστρέφουν στην τράπεζα και, με αυτόν τον τρόπο, εξαφανίζονται από την αγορά. Αυτό, όμως, συμβαίνει μόνο αν η τράπεζα περιορίζει την ποσότητα των χορηγούμενων πιστώσεων. Αλλά ακόμη και τότε δεν θα αναιρούνταν οι επιδράσεις της προηγούμενης πιστωτικής επέκτασης· απλώς θα προστίθεντο σε αυτές οι επιδράσεις μιας μεταγενέστερης πιστωτικής συστολής. Η συνήθης πορεία των πραγμάτων είναι ότι η τράπεζα αντικαθιστά τις συναλλαγματικές που έληξαν και εξοφλήθηκαν προεξοφλώντας νέες συναλλαγματικές. Τότε, στην ποσότητα των τραπεζογραμματίων που αποσύρεται από την αγορά μέσω της αποπληρωμής του προηγούμενου δανείου αντιστοιχεί ίση ποσότητα νεοεκδιδόμενων τραπεζογραμματίων.
The Banking School taught that an overissuance of banknotes is impossible if the bank limits its business to the granting of short-term loans. When the loan is paid back at maturity, the banknotes return to the bank and thus disappear from the market. However, this happens only if the bank restricts the amount of credits granted. (But even then it would not undo the effects of its previous credit expansion. It would merely add to it the effects of a later credit contraction.) The regular course of affairs is that the bank replaces the bills expired and paid back by discounting new bills of exchange. Then to the amount of banknotes withdrawn from the market by the repayment of the earlier loan there corresponds an amount of newly issued banknotes.
Η αλληλουχία που θέτει όριο στην πιστωτική επέκταση υπό καθεστώς ελεύθερης τραπεζικής λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο. Δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τη διαδικασία στην οποία αναφέρεται η λεγόμενη αρχή του Fullarton. Προκαλείται από το γεγονός ότι η πιστωτική επέκταση δεν διευρύνει αφ’ εαυτής την πελατεία μιας τράπεζας, δηλαδή τον αριθμό των ανθρώπων που αποδίδουν στις απαιτήσεις όψεως έναντι αυτής της τράπεζας τον χαρακτήρα χρηματικών υποκατάστατων. Εφόσον, όπως καταδείχθηκε παραπάνω, η υπερβολική έκδοση καταπιστευματικών μέσων από μία τράπεζα αυξάνει το ποσό που πρέπει να καταβάλουν οι πελάτες της επεκτεινόμενης τράπεζας σε άλλους ανθρώπους, αυξάνει ταυτοχρόνως τη ζήτηση για την εξαργύρωση των χρηματικών της υποκατάστατων. Εξαναγκάζει έτσι την επεκτεινόμενη τράπεζα να επιστρέψει σε πολιτική περιορισμού.
The concatenation which sets a limit to credit expansion under a system of free banking works in a different way. It has no reference whatever to the process which this so-called Principle of Fullarton has in mind. It is brought about by the fact that credit expansion in itself does not expand a bank’s clientele, viz., the number of people who assign to the demand-claims against this bank the character of money-substitutes. Since the overissuance of fiduciary media on the part of one bank, as has been shown above, increases the amount to be paid by the expanding bank’s clients to other people, it increases concomitantly the demand for the redemption of its money-substitutes. It thus forces the expanding bank back to a restraint.[18]
Το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε ποτέ ως προς τις καταθέσεις όψεως που είναι διαθέσιμες μέσω επιταγής. Είναι προφανές ότι μια επεκτεινόμενη τράπεζα θα περιερχόταν πολύ γρήγορα σε δυσχερή θέση κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών της με τις άλλες τράπεζες. Ενίοτε, όμως, υποστηρίχθηκε ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά όσον αφορά τα τραπεζογραμμάτια.
This fact was never questioned with regard to demand deposits subject to check. It is obvious that an expanding bank would very soon find itself in a difficult position in clearing with the other banks. However, people sometimes maintained that things are different as far as banknotes are concerned.
Κατά την εξέταση των προβλημάτων των χρηματικών υποκατάστατων, η καταλλακτική υποστηρίζει ότι οι συγκεκριμένες απαιτήσεις αντιμετωπίζονται από ορισμένο αριθμό ανθρώπων όπως το χρήμα, ότι, όπως το χρήμα, παραδίδονται και γίνονται αποδεκτές στις συναλλαγές και ότι διακρατούνται στα χρηματικά υπόλοιπα. Όλα όσα υποστηρίζει η καταλλακτική σχετικά με τα χρηματικά υποκατάστατα προϋποθέτουν αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Θα ήταν, όμως, παράλογο να πιστεύουμε ότι κάθε τραπεζογραμμάτιο που εκδίδεται από οποιαδήποτε τράπεζα μετατρέπεται πράγματι σε χρηματικό υποκατάστατο. Εκείνο που καθιστά ένα τραπεζογραμμάτιο χρηματικό υποκατάστατο είναι η ιδιαίτερη εμπορική πίστη της εκδότριας τράπεζας.
Η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με την ικανότητα ή την προθυμία της τράπεζας να εξαργυρώνει κάθε τραπεζογραμμάτιο χωρίς καθυστέρηση, ανά πάσα στιγμή και χωρίς δαπάνη για τον κομιστή, υπονομεύει αυτή την ιδιαίτερη εμπορική πίστη και στερεί από τα τραπεζογραμμάτια τον χαρακτήρα χρηματικού υποκατάστατου. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλοι είναι διατεθειμένοι όχι μόνο να λάβουν τέτοια αμφίβολα τραπεζογραμμάτια ως δάνειο, αλλά και να τα δεχθούν ως πληρωμή αντί να περιμένουν περισσότερο. Αν, όμως, υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τον πρώτης τάξεως χαρακτήρα τους, οι άνθρωποι θα σπεύσουν να τα διαθέσουν το συντομότερο δυνατόν. Θα διακρατούν στα χρηματικά τους υπόλοιπα χρήμα και όσα χρηματικά υποκατάστατα θεωρούν απολύτως ασφαλή, ενώ θα απαλλάσσονται από τα ύποπτα τραπεζογραμμάτια. Τα τραπεζογραμμάτια αυτά θα συναλλάσσονται με έκπτωση έναντι της ονομαστικής τους αξίας και το γεγονός αυτό θα τα επαναφέρει στην εκδότρια τράπεζα, η οποία είναι η μόνη υποχρεωμένη να τα εξαργυρώνει στην πλήρη ονομαστική τους αξία.
In dealing with the problems of money-substitutes, catallactics maintains that the claims in question are dealt with by a number of people like money, that they are, like money, given away and received in transactions and kept in cash holdings. Everything that catallactics asserts with regard to money-substitutes presupposes this state of affairs. But it would be preposterous to believe that every banknote issued by any bank really becomes a money-substitute. What makes a banknote a moneysubstitute is the special kind of good will of the issuing bank. The slightest doubt concerning the bank’s ability or willingness to redeem every banknote without any delay at any time and with no expense to the bearer impairs this special good will and removes the banknotes’ character as a money-substitute. We may assume that everybody not only is prepared to get such questionable banknotes as a loan but also prefers to receive them as payment instead of waiting longer. But if any doubts exist concerning their prime character, people will hurry to get rid of them as soon as possible. They will keep in their cash holdings money and such moneysubstitutes as they consider perfectly safe and will dispose of the suspect banknotes. These banknotes will be traded at a discount, and this fact will carry them back to the issuing bank which alone is bound to redeem them at their full face value.
Το ζήτημα μπορεί να διασαφηνιστεί ακόμη καλύτερα μέσω της εξέτασης των τραπεζικών συνθηκών στην ηπειρωτική Ευρώπη. Εκεί οι εμπορικές τράπεζες ήταν απαλλαγμένες από κάθε περιορισμό ως προς το ύψος των καταθέσεων όψεως που ήταν διαθέσιμες μέσω επιταγής. Θα μπορούσαν να χορηγούν κυκλοφοριακή πίστη και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να επεκτείνουν την πίστη υιοθετώντας τις μεθόδους που εφάρμοζαν οι τράπεζες των αγγλοσαξονικών χωρών. Το κοινό, όμως, δεν ήταν διατεθειμένο να αντιμετωπίζει αυτές τις τραπεζικές καταθέσεις ως χρηματικά υποκατάστατα. Κατά κανόνα, όποιος λάμβανε μια επιταγή την εξαργύρωνε αμέσως, αποσύροντας έτσι το αντίστοιχο ποσό από την τράπεζα.
Ήταν αδύνατον για μια εμπορική τράπεζα να χορηγεί δάνεια, εκτός από αμελητέα ποσά, πιστώνοντας απλώς τον λογαριασμό του οφειλέτη. Μόλις ο οφειλέτης εξέδιδε επιταγή, το αντίστοιχο ποσό αποσυρόταν από την τράπεζα. Μόνο οι μεγάλες επιχειρήσεις αντιμετώπιζαν τις καταθέσεις ως χρηματικά υποκατάστατα. Μολονότι οι κεντρικές τράπεζες των περισσότερων από αυτές τις χώρες δεν υπόκειντο σε νομοθετικούς περιορισμούς ως προς τις καταθετικές τους εργασίες, δεν μπορούσαν να τις χρησιμοποιήσουν ως όχημα πιστωτικής επέκτασης μεγάλης κλίμακας, επειδή η πελατεία του καταθετικού νομίσματος ήταν υπερβολικά περιορισμένη. Τα τραπεζογραμμάτια αποτελούσαν ουσιαστικά το μοναδικό μέσο κυκλοφοριακής πίστης και πιστωτικής επέκτασης.
The issue can still better be clarified by reviewing banking conditions in continental Europe. Here the commercial banks were free from any limitation concerning the amount of deposits subject to check. They would have been in a position to grant circulation credit and thus expand credit by adopting the methods applied by the banks of the Anglo-Saxon countries. However, the public was not ready to treat such bank deposits as moneysubstitutes. As a rule a man who received a check cashed it immediately and thereby withdrew the amount from the bank. It was impossible for a commercial bank to lend, except for negligible sums, by crediting the debtor’s account. As soon as the debtor wrote out a check, a withdrawal of the amount concerned from the bank resulted. Only a small group of big business treated deposits with the country’s Central Bank of Issue (not those with the commercial banks) as money-substitutes. Although the Central Banks in most of these countries were not submitted to any legal restrictions with regard to their deposit business, they were prevented from using it as a vehicle of large-scale credit expansion because the clientele for deposit currency was too small. Banknotes were practically the sole instrument of circulation credit and credit expansion. Similar conditions prevailed and for the most part still prevail by and large in all countries of the world which are outside the pale of Anglo-Saxon banking methods.
Κατά τη δεκαετία του 1880, η αυστριακή κυβέρνηση ανέλαβε ένα εγχείρημα διάδοσης του λογιστικού χρήματος μέσω της ίδρυσης τμήματος τρεχούμενων λογαριασμών στην Ταχυδρομική Υπηρεσία Ταμιευτηρίου. Το εγχείρημα σημείωσε κάποια επιτυχία. Τα υπόλοιπα που τηρούνταν σε αυτό το τμήμα του Ταχυδρομείου αντιμετωπίζονταν ως χρηματικά υποκατάστατα από πελατεία ευρύτερη από εκείνη του τμήματος τρεχούμενων λογαριασμών της κεντρικής εκδοτικής τράπεζας της χώρας. Το σύστημα διατηρήθηκε αργότερα από τα νέα κράτη που διαδέχθηκαν την Αυτοκρατορία των Αψβούργων το 1918. Υιοθετήθηκε επίσης από πολλά άλλα ευρωπαϊκά κράτη, όπως, παραδείγματος χάριν, τη Γερμανία.
Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι αυτό το είδος καταθετικού νομίσματος αποτελούσε αμιγώς κυβερνητικό εγχείρημα και ότι η κυκλοφοριακή πίστη που χορηγούσε το σύστημα δανειζόταν αποκλειστικά στις κυβερνήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αυστριακή Ταχυδρομική Υπηρεσία Ταμιευτηρίου, όπως και τα περισσότερα αντίστοιχα ιδρύματα άλλων χωρών, δεν ονομαζόταν Ταμιευτήριο ή Τράπεζα Ταμιευτηρίου, αλλά Υπηρεσία Ταμιευτηρίου (Amt). Πέρα από αυτές τις καταθέσεις όψεως στο κυβερνητικό ταχυδρομικό σύστημα, στις περισσότερες μη αγγλοσαξονικές χώρες τα τραπεζογραμμάτια —και, σε μικρότερο βαθμό, οι καταθέσεις στην ελεγχόμενη από την κυβέρνηση κεντρική εκδοτική τράπεζα— αποτελούν τα κύρια οχήματα της κυκλοφοριακής πίστης. Όταν γίνεται λόγος για πιστωτική επέκταση σε σχέση με αυτές τις χώρες, η αναφορά αφορά σχεδόν αποκλειστικά τα τραπεζογραμμάτια.
In the ’eighties of the nineteenth century the Austrian Government embarked upon a project of popularizing checkbook money by establishing a checking account department with the Post Office Savings Service. It succeeded to some degree. Balances with this department of the Post Office were treated as money-substitutes by a clientele which was broader than that of the checking account department of the country’s Central Bank of Issue. The system was later preserved by the new states which in 1918 succeeded the Habsburg Empire. It has also been adopted by many other European nations, for instance Germany. It is important to realize that this kind of deposit currency was a purely governmental venture and that the circulation credit that the system granted was exclusively lent to the governments. It is characteristic that the name of the Austrian Post Office Savings Institution, and likewise of most its foreign replicas, was not Savings Bank, but Savings Office (Amt). Apart from these demand deposits with the government post system in most of the non-Anglo-Saxon countries, banknotes—and, to a small extent, also deposits with the Government-controlled Central Bank of Issue—are the only vehicles of circulation credit. In speaking of credit expansion with regard to these countries, one refers almost entirely to banknotes.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολλοί εργοδότες καταβάλλουν τους μισθούς και τα ημερομίσθια εκδίδοντας επιταγές. Στον βαθμό που οι δικαιούχοι εξαργυρώνουν αμέσως τις επιταγές που λαμβάνουν και αποσύρουν ολόκληρο το ποσό από την τράπεζα, η μέθοδος σημαίνει απλώς ότι το επαχθές έργο της διαχείρισης κερμάτων και τραπεζογραμματίων μετατίθεται από το ταμείο του εργοδότη στο ταμείο της τράπεζας. Δεν έχει καμία καταλλακτική συνέπεια. Αν όλοι οι πολίτες μεταχειρίζονταν με αυτόν τον τρόπο τις επιταγές που λάμβαναν, οι καταθέσεις δεν θα αποτελούσαν χρηματικά υποκατάστατα και δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα κυκλοφοριακής πίστης. Μόνο το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος του κοινού αντιμετωπίζει τις καταθέσεις ως χρηματικά υποκατάστατα τις καθιστά αυτό που συνήθως αποκαλείται λογιστικό χρήμα ή καταθετικό νόμισμα.
In the United States many employers pay salaries and even wages by writing out checks. As far as the payees immediately cash the checks received and withdraw the whole amount from the bank, the method means merely that the onerous burden of manipulating coins and banknotes is shifted from the employer’s cashier to the bank’s cashier. It has no catallactic implications. If all citizens were to deal in this way with checks received, the deposits would not be money-substitutes and could not be used as instruments of circulation credit. It is solely the fact that a considerable part of the public looks upon deposits as money-substitutes that makes them what is popularly called checkbook money or deposit currency.
Είναι σφάλμα να συνδέεται η έννοια της ελεύθερης τραπεζικής με την εικόνα μιας κατάστασης στην οποία όλοι είναι ελεύθεροι να εκδίδουν τραπεζογραμμάτια και να εξαπατούν κατά βούληση το κοινό. Γίνεται συχνά αναφορά στη ρήση ενός ανώνυμου Αμερικανού, την οποία παραθέτει ο Tooke: «Η ελευθερία στο τραπεζικό εμπόριο είναι ελευθερία στην απάτη». Η ελευθερία έκδοσης τραπεζογραμματίων, όμως, θα είχε περιορίσει σημαντικά τη χρήση τους, αν δεν την είχε εξαλείψει ολοκληρωτικά. Αυτή ήταν η ιδέα που διατύπωσε ο Cernuschi κατά τις ακροάσεις της γαλλικής τραπεζικής έρευνας της 24ης Οκτωβρίου 1865: «Πιστεύω ότι αυτό που αποκαλείται ελευθερία της τραπεζικής θα είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη κατάργηση των τραπεζογραμματίων στη Γαλλία. Θέλω να δοθεί σε όλους το δικαίωμα να εκδίδουν τραπεζογραμμάτια, ώστε κανείς να μην αποδέχεται πλέον κανένα τραπεζογραμμάτιο».19
It is a mistake to associate with the notion of free banking the image of a state of affairs under which everybody is free to issue banknotes and to cheat the public ad libitum. People often refer to the dictum of an anonymous American quoted by Tooke: “Free trade in banking is free trade in swindling.” However, freedom in the issuance of banknotes would have narrowed down the use of banknotes considerably if it had not entirely suppressed it. It was this idea which Cernuschi advanced in the hearings of the French Banking Inquiry on October 24, 1865: “I believe that what is called freedom of banking would result in a total suppression of banknotes in France. I want to give everybody the right to issue banknotes so that nobody should take any banknotes any longer.”[19]
Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι τα τραπεζογραμμάτια είναι πρακτικότερα από τα κέρματα και ότι λόγοι ευχρηστίας συνηγορούν υπέρ της χρησιμοποίησής τους. Στον βαθμό που αυτό ισχύει, το κοινό θα ήταν διατεθειμένο να καταβάλει ένα πρόσθετο τίμημα για την αποφυγή της δυσχέρειας που συνεπάγεται η μεταφορά μεγάλου βάρους κερμάτων στις τσέπες του. Έτσι, κατά το παρελθόν, τα τραπεζογραμμάτια που εκδίδονταν από τράπεζες αδιαμφισβήτητης φερεγγυότητας συναλλάσσονταν με μικρή υπερτίμηση έναντι του μεταλλικού χρήματος. Για τον ίδιο λόγο, οι ταξιδιωτικές επιταγές είναι αρκετά δημοφιλείς, μολονότι η τράπεζα που τις εκδίδει χρεώνει προμήθεια.
Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν καμία σχέση με το υπό εξέταση πρόβλημα. Δεν δικαιολογούν τις πολιτικές που ωθούν το κοινό να προσφύγει στη χρήση τραπεζογραμματίων. Οι κυβερνήσεις δεν ενθάρρυναν τη χρήση τραπεζογραμματίων για να απαλλάξουν από πρακτικές δυσχέρειες τις κυρίες που πραγματοποιούσαν τις αγορές τους. Σκοπός τους ήταν να μειώσουν το επιτόκιο και να εξασφαλίσουν στα δημόσια ταμεία τους μια πηγή φθηνής πίστωσης. Κατά την άποψή τους, η αύξηση της ποσότητας των καταπιστευματικών μέσων αποτελούσε μέσο προαγωγής της ευημερίας.
People may uphold the opinion that banknotes are more handy than coins and that considerations of convenience recommend their use. As far as this is the case, the public would be prepared to pay a premium for the avoidance of the inconveniences involved in carrying a heavy weight of coins in their pockets. Thus in earlier days banknotes issued by banks of unquestionable solvency stood at a slight premium as against metallic currency. Thus travelers’ checks are rather popular although the bank issuing them charges a commission for their issuance. But all this has no reference whatever to the problem in question. It does not provide a justification for the policies urging the public to resort to the use of banknotes. Governments did not foster the use of banknotes in order to avoid inconvenience to ladies shopping. Their idea was to lower the rate of interest and to open a source of cheap credit to their treasuries. In their eyes the increase in the quantity of fiduciary media was a means of promoting welfare.
Τα τραπεζογραμμάτια δεν είναι απαραίτητα. Όλα τα οικονομικά επιτεύγματα του καπιταλισμού θα είχαν πραγματοποιηθεί ακόμη και αν αυτά δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Επιπλέον, το καταθετικό νόμισμα μπορεί να επιτελέσει όλες τις λειτουργίες που επιτελούν τα τραπεζογραμμάτια. Ούτε μπορεί η κυβερνητική παρέμβαση στις καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών να δικαιολογηθεί με το υποκριτικό πρόσχημα ότι οι φτωχοί και αδαείς μισθωτοί και γεωργοί πρέπει να προστατευθούν από τους μοχθηρούς τραπεζίτες.
Banknotes are not indispensable. All the economic achievements of capitalism would have been accomplished if they had never existed. Besides, deposit currency can do all the things banknotes do. And government interference with the deposits of commercial banks cannot be justified by the hypocritical pretext that poor ignorant wage earners and farmers must be protected against wicked bankers.
Ορισμένοι, όμως, μπορεί να ρωτήσουν: τι θα συνέβαινε σε περίπτωση σύστασης καρτέλ από τις εμπορικές τράπεζες; Δεν θα μπορούσαν οι τράπεζες να συμπράξουν με σκοπό την απεριόριστη επέκταση της έκδοσης καταπιστευματικών μέσων; Η ένσταση αυτή είναι παράλογη. Εφόσον το κοινό δεν στερείται, μέσω κυβερνητικής παρέμβασης, το δικαίωμα να αποσύρει τις καταθέσεις του, καμία τράπεζα δεν μπορεί να διακινδυνεύσει τη δική της εμπορική πίστη συμπράττοντας με τράπεζες των οποίων η εμπορική πίστη είναι χαμηλότερη από τη δική της.
Δεν πρέπει να λησμονείται ότι κάθε τράπεζα που εκδίδει καταπιστευματικά μέσα βρίσκεται σε μάλλον επισφαλή θέση. Το πολυτιμότερο περιουσιακό της στοιχείο είναι η φήμη της. Οφείλει να οδηγηθεί σε πτώχευση μόλις ανακύψουν αμφιβολίες σχετικά με την πλήρη αξιοπιστία και φερεγγυότητά της. Θα ήταν αυτοκτονικό για μια τράπεζα υψηλού κύρους να συνδέσει το όνομά της με άλλες τράπεζες που διαθέτουν κατώτερη εμπορική πίστη. Υπό καθεστώς ελεύθερης τραπεζικής, ένα τραπεζικό καρτέλ θα κατέστρεφε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα της χώρας. Δεν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα καμίας τράπεζας.
But, some people may ask, what about a cartel of the commercial banks? Could not the banks collude for the sake of a boundless expansion of their issuance of fiduciary media? The objection is preposterous. As long as the public is not, by government interference, deprived of the right of withdrawing its deposits, no bank can risk its own good will by collusion with banks whose good will is not so high as its own. One must not forget that every bank issuing fiduciary media is in a rather precarious position. Its most valuable asset is its reputation. It must go bankrupt as soon as doubts arise concerning its perfect trustworthiness and solvency. It would be suicidal for a bank of good standing to link its name with that of other banks with a poorer good will. Under free banking a cartel of the banks would destroy the country’s whole banking system. It would not serve the interests of any bank.
Κατά κανόνα, οι τράπεζες καλής φήμης επικρίνονται για τον συντηρητισμό και την απροθυμία τους να επεκτείνουν την πίστωση. Στα μάτια ανθρώπων που δεν είναι πιστοληπτικά αξιόχρεοι, αυτή η αυτοσυγκράτηση εμφανίζεται ως ελάττωμα. Αποτελεί, όμως, τον πρώτο και υπέρτατο κανόνα διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών υπό καθεστώς ελεύθερης τραπεζικής.
For the most part the banks of good repute are blamed for their conservatism and their reluctance to expand credit. In the eyes of people not deserving of credit such restraint appears as a vice. But it is the first and supreme rule for the conduct of banking operations under free banking.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο για τους συγχρόνους μας να συλλάβουν τις συνθήκες της ελεύθερης τραπεζικής, επειδή θεωρούν δεδομένη και αναγκαία την κυβερνητική παρέμβαση στην τραπεζική. Πρέπει, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι αυτή η κυβερνητική παρέμβαση βασίστηκε στην εσφαλμένη υπόθεση ότι η πιστωτική επέκταση αποτελεί πρόσφορο μέσο για τη μόνιμη μείωση του επιτοκίου, χωρίς να βλάπτει κανέναν εκτός από τους αναίσθητους κεφαλαιούχους. Οι κυβερνήσεις παρενέβησαν ακριβώς επειδή γνώριζαν ότι η ελεύθερη τραπεζική διατηρεί την πιστωτική επέκταση εντός στενών ορίων.
It is extremely difficult for our contemporaries to conceive of the conditions of free banking because they take government interference with banking for granted and as necessary. However, one must remember that this government interference was based on the erroneous assumption that credit expansion is a proper means of lowering the rate of interest permanently and without harm to anybody but the callous capitalists. The governments interfered precisely because they knew that free banking keeps credit expansion within narrow limits.
Οι οικονομολόγοι μπορεί να έχουν δίκιο όταν υποστηρίζουν ότι η σημερινή κατάσταση της τραπεζικής καθιστά σκόπιμη την κυβερνητική παρέμβαση στα τραπεζικά προβλήματα. Αυτή, όμως, η σημερινή κατάσταση δεν αποτελεί αποτέλεσμα της λειτουργίας της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς. Αποτελεί προϊόν των προσπαθειών των διαφόρων κυβερνήσεων να δημιουργήσουν τις αναγκαίες συνθήκες για πιστωτική επέκταση μεγάλης κλίμακας. Αν οι κυβερνήσεις δεν είχαν παρέμβει ποτέ, η χρήση τραπεζογραμματίων και καταθετικού νομίσματος θα περιοριζόταν σε εκείνα τα στρώματα του πληθυσμού που γνωρίζουν πολύ καλά πώς να διακρίνουν τις φερέγγυες από τις αφερέγγυες τράπεζες. Καμία πιστωτική επέκταση μεγάλης κλίμακας δεν θα ήταν δυνατή. Αποκλειστικά υπεύθυνες για τη διάδοση του δεισιδαιμονικού δέους με το οποίο ο απλός άνθρωπος αντιμετωπίζει κάθε τεμάχιο χαρτιού πάνω στο οποίο το δημόσιο ταμείο ή οι ελεγχόμενοι από αυτό φορείς έχουν τυπώσει τις μαγικές λέξεις «νόμιμο μέσο πληρωμής» είναι οι κυβερνήσεις.
Economists may be right in asserting that the present state of banking makes government interference with banking problems advisable. But this present state of banking is not the outcome of the operation of the unhampered market economy. It is a product of the various governments’ attempts to bring about the conditions required for large-scale credit expansion. If the governments had never interfered, the use of banknotes and of deposit currency would be limited to those strata of the population who know very well how to distinguish between solvent and insolvent banks. No large-scale credit expansion would have been possible. The governments alone are responsible for the spread of the superstitious awe with which the common man looks upon every bit of paper upon which the treasury or agencies which it controls have printed the magical words legal tender.
Η κυβερνητική παρέμβαση στη σημερινή κατάσταση των τραπεζικών πραγμάτων θα μπορούσε να δικαιολογηθεί αν σκοπός της ήταν η εξάλειψη των μη ικανοποιητικών συνθηκών μέσω της αποτροπής ή, τουλάχιστον, του σοβαρού περιορισμού κάθε περαιτέρω πιστωτικής επέκτασης. Στην πραγματικότητα, κύριος σκοπός της σημερινής κυβερνητικής παρέμβασης είναι η περαιτέρω εντατικοποίηση της πιστωτικής επέκτασης. Η πολιτική αυτή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Αργά ή γρήγορα πρέπει να καταλήξει σε καταστροφή.
Government interference with the present state of banking affairs could be justified if its aim were to liquidate the unsatisfactory conditions by preventing or at least seriously restricting any further credit expansion. In fact, the chief objective of present-day government interference is to intensify further credit expansion. This policy is doomed to failure. Sooner or later it must result in a catastrophe.
13. Το μέγεθος και η σύνθεση των χρηματικών υπολοίπων
↗ στη σελίδα του βιβλίου13. The Size and Composition of Cash Holdings
Η συνολική ποσότητα χρήματος και χρηματικών υποκατάστατων διακρατείται από τα άτομα και τις επιχειρήσεις στα χρηματικά τους υπόλοιπα. Το μερίδιο που διακρατεί καθένας προσδιορίζεται από την οριακή χρησιμότητα. Καθένας επιδιώκει να διατηρεί υπό χρηματική μορφή ένα ορισμένο μέρος του συνολικού του πλούτου. Απαλλάσσεται από ένα πλεόνασμα χρηματικού υπολοίπου αυξάνοντας τις αγορές του και θεραπεύει μια ανεπάρκεια χρηματικού υπολοίπου αυξάνοντας τις πωλήσεις του. Η διαδεδομένη ορολογία, η οποία συγχέει τη ζήτηση χρήματος προς διακράτηση σε χρηματικό υπόλοιπο με τη ζήτηση πλούτου και πωλήσιμων αγαθών, δεν πρέπει να παραπλανά τον οικονομολόγο.
The total amount of money and money-substitutes is kept by individuals and firms in their cash holdings. The share of each is determined by marginal utility. Each is eager to keep a certain portion of his total wealth in cash. He gets rid of an excess of cash by increased purchases and remedies a deficiency of cash by increased sales. The popular terminology confusing the demand for money for cash holding and the demand for wealth and vendible goods must not delude an economist.
Ό,τι ισχύει για τα άτομα και τις επιχειρήσεις ισχύει εξίσου και για κάθε άθροισμα των χρηματικών υπολοίπων ενός αριθμού ατόμων και επιχειρήσεων. Η οπτική γωνία από την οποία αντιμετωπίζουμε έναν αριθμό τέτοιων ατόμων και επιχειρήσεων ως ενιαίο σύνολο και αθροίζουμε τα χρηματικά τους υπόλοιπα είναι αδιάφορη. Το χρηματικό υπόλοιπο μιας πόλης, μιας επαρχίας ή μιας χώρας είναι το άθροισμα των χρηματικών υπολοίπων όλων των κατοίκων της.
What is valid with regard to individuals and firms is no less true with regard to every sum of the cash holdings of a number of individuals and firms. The point of view from which we treat a number of such individuals and firms as a totality and sum up their cash holdings is immaterial. The cash holdings of a city, a province, or a country is the sum of the cash holdings of all its residents.
Ας υποθέσουμε ότι η οικονομία της αγοράς χρησιμοποιεί ένα μόνο είδος χρήματος και ότι τα χρηματικά υποκατάστατα είτε είναι άγνωστα είτε χρησιμοποιούνται σε ολόκληρη την επικράτεια από όλους αδιακρίτως. Υπάρχουν, παραδείγματος χάριν, χρυσό χρήμα και εξαργυρώσιμα τραπεζογραμμάτια, τα οποία εκδίδονται από μια παγκόσμια τράπεζα και αντιμετωπίζονται από όλους ως χρηματικά υποκατάστατα. Υπό αυτές τις παραδοχές, τα μέτρα που παρεμποδίζουν την ανταλλαγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών δεν επηρεάζουν την κατάσταση των νομισματικών πραγμάτων ούτε το μέγεθος των χρηματικών υπολοίπων. Οι δασμοί, τα εμπάργκο και οι φραγμοί στη μετανάστευση επηρεάζουν τις τάσεις εξίσωσης των τιμών, των μισθολογικών ποσοστών και των επιτοκίων. Δεν επιδρούν άμεσα στα χρηματικά υπόλοιπα.
Let us assume that the market economy uses only one kind of money and that money-substitutes are either unknown or used in the whole area by everybody without any difference. There are, for example, gold money and redeemable banknotes, issued by a world bank and treated by everybody as money-substitutes. On these assumptions measures hindering the exchange of commodities and services do not affect the state of monetary affairs and the size of cash holdings. Tariffs, embargoes, and migration barriers affect the tendencies toward an equalization of prices, wages, and interest rates. They do not react directly upon cash holdings.
Αν μια κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει το ύψος των χρηματικών υπολοίπων που διακρατούν οι υπήκοοί της, πρέπει να τους διατάξει να καταθέσουν ένα ορισμένο ποσό σε κάποια υπηρεσία και να το αφήσουν εκεί ανέγγιχτο. Η ανάγκη εξεύρεσης αυτού του ποσού θα εξανάγκαζε τους πάντες να πωλούν περισσότερο και να αγοράζουν λιγότερο· οι εγχώριες τιμές θα μειώνονταν, οι εξαγωγές θα αυξάνονταν και οι εισαγωγές θα περιορίζονταν· μια ποσότητα χρήματος θα εισαγόταν στη χώρα. Αν, όμως, η κυβέρνηση απλώς παρεμπόδιζε την εισαγωγή αγαθών και την εξαγωγή χρήματος, δεν θα κατόρθωνε να επιτύχει τον σκοπό της. Αν οι εισαγωγές μειωθούν, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, μειώνονται ταυτοχρόνως και οι εξαγωγές.
If a government aims at increasing the amount of cash kept by its subjects, it must order them to deposit a certain amount with an office and to leave it there untouched. The necessity of procuring this amount would force everybody to sell more and to buy less; domestic prices would drop; exports would be increased and imports reduced; a quantity of cash would be imported. But if the government were simply to obstruct the importation of goods and the exportation of money, it would fail to attain its goal. If imports drop, other things being equal, exports drop concomitantly.
Ο ρόλος που διαδραματίζει το χρήμα στο διεθνές εμπόριο δεν διαφέρει από εκείνον που διαδραματίζει στο εσωτερικό εμπόριο. Το χρήμα δεν αποτελεί σε μικρότερο βαθμό μέσο ανταλλαγής στο εξωτερικό εμπόριο απ’ ό,τι στο εσωτερικό. Τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές εμπόριο, οι αγορές και οι πωλήσεις επιφέρουν στα χρηματικά υπόλοιπα των ατόμων και των επιχειρήσεων μεταβολές που υπερβαίνουν τον παροδικό χαρακτήρα μόνο εφόσον οι άνθρωποι επιδιώκουν σκοπίμως να αυξήσουν ή να περιορίσουν το μέγεθος των χρηματικών τους υπολοίπων.
Ένα πλεόνασμα χρήματος εισρέει σε μια χώρα μόνο όταν οι κάτοικοί της επιθυμούν εντονότερα να αυξήσουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα απ’ ό,τι οι αλλοδαποί. Εκροή χρήματος επέρχεται μόνο όταν οι κάτοικοι επιθυμούν εντονότερα να μειώσουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα απ’ ό,τι οι αλλοδαποί. Η μεταφορά χρήματος από μια χώρα σε άλλη, η οποία δεν αντισταθμίζεται από μεταφορά προς την αντίθετη κατεύθυνση, δεν αποτελεί ποτέ ακούσιο αποτέλεσμα των συναλλαγών του διεθνούς εμπορίου. Είναι πάντοτε αποτέλεσμα σκόπιμων μεταβολών στα χρηματικά υπόλοιπα των κατοίκων. Όπως το σιτάρι εξάγεται μόνο όταν οι κάτοικοι μιας χώρας επιθυμούν να εξαγάγουν ένα πλεόνασμα σιταριού, έτσι και το χρήμα εξάγεται μόνο όταν οι κάτοικοι επιθυμούν να εξαγάγουν ένα χρηματικό ποσό το οποίο θεωρούν πλεονάζον.
The role money plays in international trade is not different from that which it plays in domestic trade. Money is no less a medium of exchange in foreign trade than it is in domestic trade. Both in domestic trade and in international trade purchases and sales result in a more than passing change in the cash holdings of individuals and firms only if people are purposely intent upon increasing or restricting the size of their cash holdings. A surplus of money flows into a country only when its residents are more eager to increase their cash holdings than are the foreigners. An outflow of money occurs only if the residents are more eager to reduce their cash holdings than are the foreigners. A transfer of money from one country into another country which is not compensated by a transfer in the opposite direction is never the unintended result of international trade transactions. It is always the outcome of intended changes in the cash holdings of the residents. Just as wheat is exported only if a country’s residents want to export a surplus of wheat, so money is exported only if the residents want to export a sum of money which they consider as a surplus.
Αν μια χώρα στραφεί στη χρήση χρηματικών υποκατάστατων τα οποία δεν χρησιμοποιούνται στο εξωτερικό, εμφανίζεται ένα τέτοιο πλεόνασμα. Η εμφάνιση αυτών των χρηματικών υποκατάστατων ισοδυναμεί με αύξηση της προσφοράς χρήματος της χώρας υπό την ευρεία έννοια, δηλαδή της προσφοράς χρήματος συν τα καταπιστευματικά μέσα· δημιουργεί πλεόνασμα στην προσφορά χρήματος υπό την ευρεία έννοια. Οι κάτοικοι επιδιώκουν να απαλλαγούν από το μερίδιό τους σε αυτό το πλεόνασμα, αυξάνοντας τις αγορές είτε εγχώριων είτε αλλοδαπών αγαθών. Στην πρώτη περίπτωση μειώνονται οι εξαγωγές και στη δεύτερη αυξάνονται οι εισαγωγές. Και στις δύο περιπτώσεις, το πλεόνασμα χρήματος κατευθύνεται στο εξωτερικό. Εφόσον, σύμφωνα με την παραδοχή μας, τα χρηματικά υποκατάστατα δεν μπορούν να εξαχθούν, εκρέει μόνο το καθαυτό χρήμα. Το αποτέλεσμα είναι ότι, εντός της εγχώριας προσφοράς χρήματος υπό την ευρεία έννοια —χρήμα συν καταπιστευματικά μέσα—, μειώνεται το μερίδιο του χρήματος και αυξάνεται το μερίδιο των καταπιστευματικών μέσων. Το εγχώριο απόθεμα χρήματος υπό τη στενή έννοια είναι πλέον μικρότερο από ό,τι προηγουμένως.
If a country turns to the employment of money-substitutes which are not employed abroad, such a surplus emerges. The appearance of these money-substitutes is tantamount to an increase in the country’s supply of money in the broader sense, i.e., supply of money plus fiduciary media; it brings about a surplus in the supply of money in the broader sense. The residents are eager to get rid of their share in the surplus by increasing their purchases either of domestic or of foreign goods. In the first case exports drop and in the second case imports increase. In both cases the surplus of money goes abroad. As, according to our assumption, money-substitutes cannot be exported, only money proper flows out. The result is that within the domestic supply of money in the broader sense (money + fiduciary media) the portion of money drops and the portion of fiduciary media increases. The domestic stock of money in the narrower sense is now smaller than it was previously.
Ας υποθέσουμε περαιτέρω ότι τα εγχώρια χρηματικά υποκατάστατα παύουν να είναι χρηματικά υποκατάστατα. Η τράπεζα που τα εξέδωσε δεν τα εξαργυρώνει πλέον σε χρήμα. Αυτά τα πρώην χρηματικά υποκατάστατα αποτελούν πλέον απαιτήσεις έναντι μιας τράπεζας η οποία δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της και της οποίας η ικανότητα και η προθυμία εξόφλησης των χρεών της είναι αμφίβολες. Κανείς δεν γνωρίζει αν και πότε θα εξαργυρωθούν ποτέ. Ενδέχεται, όμως, αυτές οι απαιτήσεις να χρησιμοποιούνται από το κοινό ως πιστωτικό χρήμα. Ως χρηματικά υποκατάστατα θεωρούνταν ισοδύναμες με το χρηματικό ποσό επί του οποίου παρείχαν απαίτηση, πληρωτέα ανά πάσα στιγμή. Ως πιστωτικό χρήμα συναλλάσσονται πλέον με έκπτωση έναντι της ονομαστικής τους αξίας.
Now, we assume further, the domestic money-substitutes cease to be money-substitutes. The bank which issued them no longer redeems them in money. These former money-substitutes are now claims against a bank which does not fulfill its obligations, a bank whose ability and willingness to pay its debts is questionable. Nobody knows whether and when they will ever be redeemed. But it may be that these claims are used by the public as credit money. As money-substitutes they had been considered as equivalents of the sum of money to which they gave a claim payable at any moment. As credit money they are now traded at a discount.
Στο σημείο αυτό μπορεί να παρέμβει η κυβέρνηση. Διατάσσει ότι αυτά τα τεμάχια πιστωτικού χρήματος αποτελούν νόμιμο μέσο πληρωμής στην ονομαστική τους αξία.20 Κανένας συναλλασσόμενος δεν είναι ελεύθερος να τα μεταχειριστεί δυσμενέστερα. Το διάταγμα επιχειρεί να εξαναγκάσει το κοινό να αντιμετωπίζει πράγματα διαφορετικής ανταλλακτικής αξίας σαν να είχαν την ίδια ανταλλακτική αξία. Παρεμβαίνει στη διάρθρωση των τιμών, όπως αυτή προσδιορίζεται από την αγορά. Καθορίζει κατώτατες τιμές για το πιστωτικό χρήμα και ανώτατες τιμές για το εμπορευματικό χρήμα —τον χρυσό— και το συνάλλαγμα.
Το αποτέλεσμα δεν είναι εκείνο στο οποίο απέβλεπε η κυβέρνηση. Η διαφορά ανταλλακτικής αξίας μεταξύ πιστωτικού χρήματος και χρυσού δεν εξαφανίζεται. Επειδή απαγορεύεται η χρησιμοποίηση των κερμάτων σύμφωνα με την αγοραία τιμή τους, οι άνθρωποι παύουν να τα χρησιμοποιούν στις αγορές, στις πωλήσεις και στην εξόφληση χρεών. Τα διακρατούν ή τα εξάγουν. Το εμπορευματικό χρήμα εξαφανίζεται από την εγχώρια αγορά. Σύμφωνα με τον νόμο του Gresham, το κακό χρήμα εκδιώκει το καλό χρήμα από τη χώρα. Ακριβέστερο θα ήταν να λεχθεί ότι το χρήμα το οποίο το κυβερνητικό διάταγμα έχει υποτιμήσει εξαφανίζεται από την αγορά, ενώ παραμένει το χρήμα το οποίο το διάταγμα έχει υπερτιμήσει.
At this point the government may interfere. It decrees that these pieces of credit money are legal tender at their face value.[20] Every creditor is bound to accept them in payment at their face value. No trader is free to discriminate against them. The decree tries to force the public to treat things of different exchange value as if they had the same exchange value. It interferes with the structure of prices as determined by the market. It fixes minimum prices for the credit money and maximum prices for the commodity money (gold) and foreign exchange. The result is not what the government aimed at. The difference in exchange value between credit money and gold does not disappear. As it is forbidden to employ the coins according to their market price, people no longer employ them in buying and selling and in paying debts. They keep them or they export them. The commodity money disappears from the domestic market. Bad money, says Gresham’s Law, drives good money out of the country. It would be more correct to say that the money which the government’s decree has undervalued disappears from the market and the money which the decree has overvalued remains.
Επομένως, η εκροή εμπορευματικού χρήματος δεν αποτελεί συνέπεια ενός δυσμενούς ισοζυγίου πληρωμών, αλλά κυβερνητικής παρέμβασης στη διάρθρωση των τιμών.
The outflow of commodity money is thus not the effect of an unfavorable balance of payments, but the effect of a government interference with the price structure.
Η αντιπαραβολή του χρηματικού ισοδυνάμου όλων των εισροών και εκροών ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε συγκεκριμένης χρονικής περιόδου αποκαλείται ισοζύγιο πληρωμών. Η πιστωτική και η χρεωστική πλευρά είναι πάντοτε ίσες. Το ισοζύγιο είναι πάντοτε ισοσκελισμένο.
The confrontation of the money equivalent of all incomings and outgoings of an individual or a group of individuals during any particular period of time is called the balance of payments. The credit side and the debit side art always equal. The balance is always in balance.
Αν επιθυμούμε να γνωρίσουμε τη θέση ενός ατόμου στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς, πρέπει να εξετάσουμε το ισοζύγιο πληρωμών του. Αυτό μας πληροφορεί πλήρως για τον ρόλο που διαδραματίζει στο σύστημα του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Δείχνει τι παρέχει στους συνανθρώπους του και τι λαμβάνει ή παίρνει από αυτούς. Δείχνει αν είναι ένας αξιοπρεπής πολίτης που συντηρεί τον εαυτό του ή ένας κλέφτης ή ένας άνθρωπος που ζει από ελεημοσύνη. Δείχνει αν καταναλώνει το σύνολο των εσόδων του ή αν αποταμιεύει μέρος τους.
Υπάρχουν πολλές πτυχές της ανθρώπινης ζωής που δεν αποτυπώνονται στα λογιστικά βιβλία· υπάρχουν αρετές και επιτεύγματα, ελαττώματα και εγκλήματα που δεν αφήνουν κανένα ίχνος στους λογαριασμούς. Στον βαθμό, όμως, που ένας άνθρωπος είναι ενταγμένος στην κοινωνική ζωή και δραστηριότητα, στον βαθμό που συνεισφέρει στην κοινή προσπάθεια της κοινωνίας και οι συνεισφορές του εκτιμώνται από τους συνανθρώπους του, και στον βαθμό που καταναλώνει ό,τι πωλείται ή θα μπορούσε να πωληθεί και να αγοραστεί στην αγορά, οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι πλήρεις.
If we want to know an individual’s position in the frame of the market economy, we must look at his balance of payments. It tells us everything about the role he plays in the system of the social division of labor. It shows what he gives to his fellow men and what he receives or takes from them. It shows whether he is a self-supporting decent citizen or a thief or an almsman. It shows whether he consumes all his proceeds or whether he saves a part of them. There are many human things which are not reflected in the sheets of the ledger; there are virtues and achievements, vices and crimes that do not leave any traces in the accounts. But as far as a man is integrated into social life and activities, as far as he contributes to the joint effort of society and his contributions are appreciated by his fellow men, and as far as he consumes what is or could be sold and bought on the market, the information conveyed is complete.
Αν συνενώσουμε τα ισοζύγια πληρωμών ορισμένου αριθμού ατόμων και παραλείψουμε τα στοιχεία που αναφέρονται σε συναλλαγές μεταξύ των μελών αυτής της ομάδας, καταρτίζουμε το ισοζύγιο πληρωμών της ομάδας. Το ισοζύγιο αυτό μας δείχνει πώς τα μέλη της ομάδας, εξεταζόμενα ως ενιαίο σύνολο ανθρώπων, συνδέονται με την υπόλοιπη κοινωνία της αγοράς. Μπορούμε έτσι να καταρτίσουμε το ισοζύγιο πληρωμών των μελών του Δικηγορικού Συλλόγου της Νέας Υόρκης, των Βέλγων γεωργών, των κατοίκων του Παρισιού ή των κατοίκων του ελβετικού καντονιού της Βέρνης. Οι στατιστικολόγοι ενδιαφέρονται κυρίως για την κατάρτιση του ισοζυγίου πληρωμών των κατοίκων των διαφόρων χωρών που είναι οργανωμένες ως ανεξάρτητα κράτη.
If we combine the balances of payments of a definite number of individuals and leave out of account the items referring to transactions between the members of this group, we draw up the group’s balance of payment. This balance tells us how the members of the group, considered as an integrated complex of people, are connected with the rest of the market society. Thus we can draw up the balance of payments of the members of the New York Bar, of the Belgian farmers, of the residents of Paris, or of those of the Swiss Canton of Bern. Statisticians are mostly interested in establishing the balance of payments of the residents of the various countries which are organized as independent nations.
Ενώ το ισοζύγιο πληρωμών ενός ατόμου παρέχει εξαντλητικές πληροφορίες σχετικά με την κοινωνική του θέση, το ισοζύγιο μιας ομάδας αποκαλύπτει πολύ λιγότερα. Δεν λέει τίποτε για τις αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ των μελών της ομάδας. Όσο μεγαλύτερη είναι η ομάδα και όσο λιγότερο ομοιογενή είναι τα μέλη της, τόσο περισσότερο ανεπαρκείς είναι οι πληροφορίες που παρέχει το ισοζύγιο πληρωμών. Το ισοζύγιο πληρωμών της Δανίας αποκαλύπτει περισσότερα για την κατάσταση των Δανών απ’ όσα αποκαλύπτει το ισοζύγιο πληρωμών των Ηνωμένων Πολιτειών για την κατάσταση των Αμερικανών. Αν επιθυμεί κανείς να περιγράψει την κοινωνική και οικονομική κατάσταση μιας χώρας, δεν χρειάζεται να εξετάσει το προσωπικό ισοζύγιο πληρωμών κάθε επιμέρους κατοίκου της. Δεν πρέπει, όμως, να σχηματίζει άλλες ομάδες πέραν εκείνων που αποτελούνται από μέλη τα οποία είναι, σε γενικές γραμμές, ομοιογενή ως προς την κοινωνική τους θέση και τις οικονομικές τους δραστηριότητες.
While an individual’s balance of payments conveys exhaustive information about his social position, a group’s balance discloses much less. It says nothing about the mutual relations between the members of the group. The greater the group is and the less homogeneous its members are, the more defective is the information vouchsafed by the balance of payments. The balance of payments of Latvia tells more about the conditions of the Latvians than the United States balance of payments about the conditions of the Americans. If one wants to describe a country’s social and economic condition, one does not need to deal with every single inhabitant’s personal balance of payments. But one must not form other groups than such as are composed of members who are by and large homogeneous in their social standing and their economic activities.
Η μελέτη των ισοζυγίων πληρωμών είναι, επομένως, εξαιρετικά διαφωτιστική. Για να προφυλαχθεί, όμως, κανείς από τις διαδεδομένες πλάνες, πρέπει να γνωρίζει πώς να τα ερμηνεύει.
Reading balances of payments is thus very instructive. However, one must know how to interpret them, to guard against popular fallacies.
Συνηθίζεται να καταχωρίζονται χωριστά τα χρηματικά και τα μη χρηματικά στοιχεία του ισοζυγίου πληρωμών μιας χώρας. Το ισοζύγιο αποκαλείται ευνοϊκό όταν οι εισαγωγές χρήματος και πολύτιμων μετάλλων υπερβαίνουν τις εξαγωγές τους. Αποκαλείται δυσμενές όταν οι εξαγωγές χρήματος και πολύτιμων μετάλλων υπερβαίνουν τις εισαγωγές τους. Αυτή η ορολογία απορρέει από βαθιά ριζωμένες μερκαντιλιστικές πλάνες, οι οποίες δυστυχώς εξακολουθούν να επιβιώνουν παρά τη συντριπτική κριτική των οικονομολόγων.
Οι εισαγωγές και οι εξαγωγές χρήματος και πολύτιμων μετάλλων θεωρούνται ακούσιο αποτέλεσμα της διαμόρφωσης των μη χρηματικών στοιχείων του ισοζυγίου πληρωμών. Η άποψη αυτή είναι απολύτως εσφαλμένη. Το πλεόνασμα των εξαγωγών χρήματος και πολύτιμων μετάλλων δεν αποτελεί προϊόν μιας δυσμενούς αλληλουχίας περιστάσεων που πλήττει ένα έθνος σαν θεομηνία. Αποτελεί αποτέλεσμα του γεγονότος ότι οι κάτοικοι της συγκεκριμένης χώρας επιδιώκουν να μειώσουν την ποσότητα χρήματος που διακρατούν και να αγοράσουν αντί αυτού αγαθά. Γι’ αυτόν τον λόγο το ισοζύγιο πληρωμών των χρυσοπαραγωγών χωρών είναι κατά κανόνα «δυσμενές»· και γι’ αυτόν τον λόγο είναι «δυσμενές» το ισοζύγιο πληρωμών μιας χώρας η οποία αντικαθιστά μέρος του χρηματικού της αποθέματος με καταπιστευματικά μέσα, ενόσω διαρκεί αυτή η διαδικασία.
It is customary to list separately the monetary and the nonmonetary items of a country’s balance of payments. One calls the balance favorable if there is a surplus of the imports of money and bullion over the exports of money and bullion. One calls the balance unfavorable if the exports of money and bullion exceed the imports. This terminology stems from inveterate Mercantilist errors unfortunately still surviving in spite of the devastating criticisms of the economists. The imports and exports of money and bullion are viewed as the unintentional outcome of the configuration of the nonmonetary items of the balance of payments. This opinion is utterly fallacious. An excess in the exports of money and bullion is not the product of an unhappy concatenation of circumstances that befalls a nation like an act of God. It is the result of the fact that the residents of the country concerned are intent upon reducing the amount of money held and upon buying goods instead. This is why the balance of payments of the goldproducing countries is as a rule “unfavorable”; this is why the balance of payments of a country substituting fiduciary media for a part of its money stock is “unfavorable” as long as this process goes on.
Δεν απαιτείται καμία προνοητική ενέργεια εκ μέρους κάποιας κηδεμονικής αρχής προκειμένου να αποτραπεί η απώλεια ολόκληρου του χρηματικού αποθέματος μιας χώρας εξαιτίας ενός δυσμενούς ισοζυγίου πληρωμών. Ως προς αυτό το ζήτημα, τα πράγματα δεν διαφέρουν μεταξύ των προσωπικών ισοζυγίων πληρωμών των ατόμων και εκείνων των ομάδων. Ούτε διαφέρουν μεταξύ των ισοζυγίων πληρωμών μιας πόλης ή μιας περιφέρειας και εκείνων ενός κυρίαρχου κράτους. Δεν απαιτείται κυβερνητική παρέμβαση για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να δαπανήσουν οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης ολόκληρο το χρήμα τους στις συναλλαγές τους με τις άλλες σαράντα εννέα πολιτείες της Ένωσης.
Ενόσω οποιοσδήποτε Αμερικανός αποδίδει κάποια σημασία στη διακράτηση χρηματικού υπολοίπου, θα φροντίζει αυτοβούλως για το ζήτημα αυτό. Με αυτόν τον τρόπο θα συνεισφέρει το μερίδιό του στη διατήρηση επαρκούς προσφοράς χρήματος στη χώρα του. Αν, όμως, κανένας Αμερικανός δεν ενδιαφερόταν να διατηρεί χρηματικό υπόλοιπο, κανένα κυβερνητικό μέτρο σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο και τον διακανονισμό των διεθνών πληρωμών δεν θα μπορούσε να αποτρέψει την εκροή ολόκληρου του αμερικανικού χρηματικού αποθέματος. Θα απαιτούνταν ένα αυστηρώς επιβαλλόμενο εμπάργκο στην εξαγωγή χρήματος και πολύτιμων μετάλλων.
No provident action on the part of a paternal authority is required lest a country lose its whole money stock by an unfavorable balance of payments. Things are in this regard not different between the personal balances of payments of individuals and those of groups. Neither are they different between the balances of payments of a city or a district and those of a sovereign nation. No government interference is needed to prevent the residents of New York from spending all their money in dealings with the other forty-seven states of the Union. As long as any American attaches any weight to the keeping of cash, he will spontaneously take charge of the matter. Thus he will contribute his share to the maintenance of an adequate supply of money in his country. But if no American were interested in keeping any cash holding, no government measure concerning foreign trade and the settlement of international payments could prevent an outflow of America’s total monetary stock. A rigidly enforced embargo upon the exportation of money and bullion would be required.
Ας υποθέσουμε αρχικά ότι υπάρχει ένα μόνο είδος χρήματος. Τότε, ως προς την αγοραστική δύναμη του χρήματος σε διαφορετικούς τόπους, ισχύει ό,τι ισχύει και για τις τιμές των εμπορευμάτων. Η τελική τιμή του βαμβακιού στο Λίβερπουλ δεν μπορεί να υπερβαίνει την τελική τιμή του στο Χιούστον του Τέξας κατά ποσό μεγαλύτερο από το κόστος μεταφοράς. Μόλις η τιμή στο Λίβερπουλ αυξηθεί πέραν αυτού του ορίου, οι έμποροι θα αποστείλουν βαμβάκι στο Λίβερπουλ και θα δημιουργήσουν έτσι τάση επανόδου προς την τελική τιμή.
Ελλείψει θεσμικών εμποδίων, η τιμή μιας εντολής πληρωμής ορισμένου ποσού φιορινιών στο Άμστερνταμ δεν μπορεί να αυξηθεί στη Νέα Υόρκη πέραν του ποσού που προσδιορίζεται από το κόστος ανακοπής των νομισμάτων, της αποστολής, της ασφάλισης και του τόκου για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για όλες αυτές τις ενέργειες. Μόλις η διαφορά υπερβεί αυτό το σημείο —το σημείο εξαγωγής χρυσού—, καθίσταται επικερδής η αποστολή χρυσού από τη Νέα Υόρκη στο Άμστερνταμ. Τέτοιες αποστολές ωθούν τη συναλλαγματική ισοτιμία του φιορινιού στη Νέα Υόρκη κάτω από το σημείο εξαγωγής χρυσού.
Η διαφορά μεταξύ της διαμόρφωσης των διατοπικών συναλλαγματικών σχέσεων για τα εμπορεύματα και εκείνης για το χρήμα οφείλεται στο γεγονός ότι, κατά κανόνα, τα εμπορεύματα κινούνται μόνο προς μία κατεύθυνση: από τους τόπους πλεονάζουσας παραγωγής προς τους τόπους πλεονάζουσας κατανάλωσης. Το βαμβάκι αποστέλλεται από το Χιούστον στο Λίβερπουλ και όχι από το Λίβερπουλ στο Χιούστον. Η τιμή του στο Χιούστον είναι χαμηλότερη από την τιμή του στο Λίβερπουλ κατά το ύψος του κόστους μεταφοράς. Το χρήμα, αντιθέτως, αποστέλλεται άλλοτε προς τη μία και άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση.
Let us first assume that there is only one kind of money. Then with regard to money’s purchasing power at various places the same is valid as with regard to commodity prices. The final price of cotton in Liverpool cannot exceed the final price in Houston, Texas, by more than the cost of transportation. As soon as the price in Liverpool rises to a higher point, merchants will ship cotton to Liverpool and thus will bring about a tendency toward a return to the final price. The price of an order for the payment of a definite amount of guilders in Amsterdam cannot rise in New York above the amount determined by the costs involved by reminting the coins, shipment, insurance, and the interest during the period required for all these manipulations. As soon as the difference rises above this point— the gold export point—it becomes profitable to ship gold from New York to Amsterdam. Such shipments force the guilder exchange rate in New York down below the gold export point. A difference between the configuration of interlocal exchange rates for commodities and those for money is brought about by the fact that as a rule commodities move only in one direction, namely, from the places of surplus production to those of surplus consumption. Cotton is shipped from Houston to Liverpool and not from Liverpool to Houston. Its price is lower in Houston than in Liverpool by the amount of shipping costs. But money is shipped now this way, now that.
Το σφάλμα εκείνων που επιχειρούν να ερμηνεύσουν τις διακυμάνσεις των διατοπικών συναλλαγματικών ισοτιμιών και τις διατοπικές αποστολές χρήματος ως προσδιοριζόμενες από τη διαμόρφωση των μη χρηματικών στοιχείων του ισοζυγίου πληρωμών έγκειται στο ότι αποδίδουν στο χρήμα μια εξαιρετική θέση. Δεν αντιλαμβάνονται ότι, ως προς τις διατοπικές συναλλαγματικές σχέσεις, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ χρήματος και εμπορευμάτων. Αν το εμπόριο βαμβακιού μεταξύ Χιούστον και Λίβερπουλ είναι εν γένει δυνατό, οι τιμές του βαμβακιού στους δύο αυτούς τόπους δεν μπορούν να διαφέρουν περισσότερο από το συνολικό κόστος που απαιτείται για τη μεταφορά του. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το βαμβάκι ρέει από τις νότιες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών προς την Ευρώπη, ο χρυσός ρέει από τις χρυσοπαραγωγές χώρες, όπως η Νότια Αφρική, προς την Ευρώπη.
The error of those who try to interpret the fluctuations of the interlocal exchange rates and the interlocal shipments of money as determined by the configuration of the nonmonetary items of the balance of payments is that they assign to money an exceptional position. They do not see that with regard to interlocal exchange rates there is no difference between money and commodities. If cotton trade between Houston and Liverpool is possible at all, the cotton prices at these two places cannot differ by more than the total amount of costs required for shipment. In the same way in which there is a flow of cotton from the southern states of the United States to Europe, gold flows from the gold-producing countries like South Africa to Europe.
Ας παραβλέψουμε το τριγωνικό εμπόριο και την περίπτωση των χρυσοπαραγωγών χωρών και ας υποθέσουμε ότι τα άτομα και οι επιχειρήσεις που συναλλάσσονται μεταξύ τους βάσει του κανόνα του χρυσού δεν προτίθενται να μεταβάλουν το μέγεθος των χρηματικών τους υπολοίπων. Από τις αγορές και τις πωλήσεις τους δημιουργούνται απαιτήσεις που καθιστούν αναγκαίες τις διατοπικές πληρωμές. Σύμφωνα, όμως, με την παραδοχή μας, οι διατοπικές αυτές πληρωμές είναι ίσου ύψους. Το ποσό που οφείλουν να καταβάλουν οι κάτοικοι του A στους κατοίκους του B είναι ίσο με το ποσό που οφείλουν να καταβάλουν οι κάτοικοι του B στους κατοίκους του A.
Είναι, επομένως, δυνατόν να εξοικονομηθεί το κόστος αποστολής χρυσού από το A στο B και από το B στο A. Οι απαιτήσεις και οι οφειλές μπορούν να διακανονιστούν μέσω ενός είδους διατοπικού συμψηφισμού. Το αν η εξίσωση αυτή πραγματοποιείται από έναν οργανισμό διατοπικού συμψηφισμού ή μέσω των συναλλαγών μιας ειδικής αγοράς συναλλάγματος αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, η τιμή που πρέπει να καταβάλει ένας κάτοικος του A —ή του B— για μια πληρωμή οφειλόμενη στο B —ή στο A— διατηρείται εντός των ορίων που προσδιορίζει το κόστος αποστολής. Δεν μπορεί να αυξηθεί πάνω από την ισοτιμία κατά ποσό μεγαλύτερο από το κόστος αποστολής —το σημείο εξαγωγής χρυσού— ούτε να μειωθεί κάτω από την ισοτιμία κατά ποσό μεγαλύτερο από το κόστος αποστολής —το σημείο εισαγωγής χρυσού.
Let us disregard the case of the gold-producing countries and let us assume that the individuals and firms trading with one another on the basis of the gold standard do not have the intention of changing the size of their cash holdings. From their purchases and sales, claims are generated which necessitate interlocal payments. But according to our assumption these interlocal payments are equal in amount. The amount that the residents of A have to pay to the residents of B is equal to the amount that the residents of B have to pay to the residents of A. It is therefore possible to save the costs of shipping gold from A to B and from B to A. Claims and debts can be settled by a sort of interlocal clearing. It is merely a technical problem whether this evening up is affected by an interlocal clearinghouse organization or by the turnovers of a special market for foreign exchange. At any rate, the price which a resident of A (or of B) has to pay for a payment due in B (or in A) is kept within the margins determined by the shipment costs. It cannot rise above the par value by more than the shipment costs (gold export point) and cannot fall below the shipment costs (gold import point).
Ενδέχεται, ενώ όλες οι άλλες παραδοχές μας παραμένουν αμετάβλητες, να υπάρχει χρονική απόκλιση μεταξύ των πληρωμών που οφείλονται από το A προς το B και εκείνων που οφείλονται από το B προς το A. Τότε μια διατοπική αποστολή χρυσού μπορεί να αποφευχθεί μόνο μέσω της παρεμβολής μιας πιστωτικής συναλλαγής. Αν ο εισαγωγέας που πρέπει σήμερα να καταβάλει χρήματα από το A προς το B μπορεί να αγοράσει στην αγορά συναλλάγματος απαιτήσεις έναντι κατοίκων του B οι οποίες λήγουν σε ενενήντα ημέρες, μπορεί να εξοικονομήσει το κόστος αποστολής χρυσού δανειζόμενος το σχετικό ποσό στο B για περίοδο ενενήντα ημερών.
Οι έμποροι συναλλάγματος θα προσφύγουν σε αυτή την προσωρινή λύση, εφόσον το κόστος δανεισμού στο B δεν υπερβαίνει το κόστος δανεισμού στο A κατά ποσό μεγαλύτερο από το διπλάσιο κόστος αποστολής χρυσού. Αν το κόστος αποστολής χρυσού είναι 1/8 τοις εκατό, θα είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν για ένα τρίμηνο δάνειο στο B επιτόκιο έως και μία ποσοστιαία μονάδα ετησίως υψηλότερο από εκείνο που αντιστοιχεί στην κατάσταση του επιτοκίου της χρηματαγοράς, βάσει του οποίου θα πραγματοποιούνταν οι πιστωτικές συναλλαγές μεταξύ A και B αν δεν υπήρχαν αυτές οι ανάγκες διατοπικών πληρωμών.
It may happen that—all our other assumptions remaining unaltered— there is a temporal discrepancy between the payments due from A to B and those from B to A. Then an interlocal shipment of gold can only be avoided by the interposition of a credit transaction. If the importer who today has to pay from A to B can buy at the market of foreign exchange only such claims against residents of B as fall due in ninety days, he can save the costs of shipping gold by borrowing the sum concerned in B for a period of ninety days. The dealers in foreign exchange will resort to this makeshift if the costs of borrowing in B do not exceed the costs of borrowing in A by more than double the costs of shipping gold. If the cost of shipping gold is 1/8 per cent, they will be ready to pay for a three months’ loan in B up to 1 per cent (pro anno) more as interest than corresponds to the state of the moneymarket interest rate at which, in the absence of such requirements for interlocal payments, credit transactions between A and B would be effected.
Είναι θεμιτό να εκφράσουμε αυτά τα γεγονότα λέγοντας ότι η ημερήσια κατάσταση του ισοζυγίου πληρωμών μεταξύ A και B προσδιορίζει το ημερήσιο σημείο στο οποίο καθορίζονται οι συναλλαγματικές ισοτιμίες, εντός των ορίων που χαράσσουν το σημείο εξαγωγής και το σημείο εισαγωγής χρυσού. Δεν πρέπει, όμως, να παραλείψουμε να προσθέσουμε ότι αυτό συμβαίνει μόνο εφόσον οι κάτοικοι του A και του B δεν προτίθενται να μεταβάλουν το μέγεθος των χρηματικών τους υπολοίπων. Μόνο επειδή συντρέχει αυτή η προϋπόθεση καθίσταται δυνατόν να αποφευχθεί πλήρως η μεταφορά χρυσού και να διατηρηθούν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες εντός των ορίων που καθορίζονται από τα δύο σημεία χρυσού.
Αν οι κάτοικοι του A επιθυμούν να μειώσουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα και οι κάτοικοι του B να αυξήσουν τα δικά τους, πρέπει να αποσταλεί χρυσός από το A στο B και η τιμή της τηλεγραφικής μεταφοράς προς το B φθάνει στο A στο σημείο εξαγωγής χρυσού. Τότε ο χρυσός αποστέλλεται από το A στο B κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο το βαμβάκι αποστέλλεται τακτικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ευρώπη. Η τιμή της τηλεγραφικής μεταφοράς προς το B φθάνει στο σημείο εξαγωγής χρυσού επειδή οι κάτοικοι του A πωλούν χρυσό στους κατοίκους του B και όχι επειδή το ισοζύγιο πληρωμών τους είναι δυσμενές.
It is permissible to express these facts by contending that the daily state of the balance of payments between A and B determines the point at which, within the margins drawn by the gold export point and the gold import point, the foreign exchange rates are fixed. But one must not forget to add that this happens only if the residents of A and of B do not intend to change the size of their cash holdings. Only because this is the case does it become possible to avoid the transfer of gold altogether and to keep foreign exchange rates within the limits drawn by the two gold points. If the residents of A want to reduce their cash holdings and those of B want to increase theirs, gold must be shipped from A to B and the rate for cable transfer B reaches in A the gold export point. Then gold is sent from A to B in the same way in which cotton is regularly sent from the United States to Europe. The rate of cable transfer B reaches the gold export point because the residents of A are selling gold to those of B, not because their balance of payments is unfavorable.
Όλα αυτά ισχύουν για κάθε πληρωμή που πρέπει να πραγματοποιηθεί μεταξύ διαφορετικών τόπων. Δεν έχει σημασία αν οι συγκεκριμένες πόλεις ανήκουν στο ίδιο κυρίαρχο κράτος ή σε διαφορετικά κυρίαρχα κράτη. Ωστόσο, η κυβερνητική παρέμβαση έχει μεταβάλει σημαντικά τις συνθήκες. Όλες οι κυβερνήσεις έχουν δημιουργήσει θεσμούς οι οποίοι επιτρέπουν στους κατοίκους των χωρών τους να πραγματοποιούν εγχώριες διατοπικές πληρωμές στο άρτιο. Το κόστος μεταφοράς νομίσματος από έναν τόπο σε άλλον αναλαμβάνεται είτε από το δημόσιο ταμείο είτε από το σύστημα της κεντρικής τράπεζας της χώρας είτε από άλλη κρατική τράπεζα, όπως τα ταχυδρομικά ταμιευτήρια διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών.
Επομένως, δεν υπάρχει πλέον αγορά για τις εγχώριες διατοπικές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Το κοινό δεν επιβαρύνεται περισσότερο για μια διατοπική εντολή πληρωμής απ’ ό,τι για μια τοπική ή, αν η επιβάρυνση διαφέρει ελαφρώς, δεν συνδέεται πλέον με τις διακυμάνσεις των διατοπικών κινήσεων του νομίσματος στο εσωτερικό της χώρας. Αυτή ακριβώς η κυβερνητική παρέμβαση όξυνε τη διαφορά μεταξύ εγχώριων και εξωτερικών πληρωμών. Οι εγχώριες πληρωμές πραγματοποιούνται στο άρτιο, ενώ στις εξωτερικές πληρωμές εμφανίζονται διακυμάνσεις εντός των ορίων που καθορίζονται από τα σημεία χρυσού.
All this is valid with regard to any payments to be transacted between various places. It makes no difference whether the cities concerned belong to the same sovereign nation or to different sovereign nations. However, government interference has considerably changed the conditions. All governments have created institutions which make it possible for the residents of their countries to make interlocal domestic payments at par. The costs involved in shipment of currency from one place to another are borne either by the treasury or by the country’s central bank system or by another government bank such as the postal savings banks of various European countries. Thus there is no longer any market for domestic interlocal exchange. The public is not charged more for an interlocal order to pay than for a local one or, if the charge is slightly different, it no longer has any reference to the fluctuations of the interlocal movements of currency within the country. It is this government interference which has sharpened the difference between domestic payment and payment abroad. Domestic payments are transacted at par, while with regard to foreign payments fluctuations occur within the limits drawn by the gold points.
Αν χρησιμοποιούνται ως μέσα ανταλλαγής περισσότερα από ένα είδη χρήματος, η αμοιβαία ανταλλακτική σχέση μεταξύ τους προσδιορίζεται από την αγοραστική τους δύναμη. Οι τελικές τιμές των διαφόρων εμπορευμάτων, εκφρασμένες σε καθένα από τα δύο ή περισσότερα είδη χρήματος, είναι ανάλογες μεταξύ τους. Η τελική συναλλαγματική σχέση μεταξύ των διαφόρων ειδών χρήματος αντανακλά την αγοραστική τους δύναμη ως προς τα εμπορεύματα. Αν εμφανιστεί οποιαδήποτε απόκλιση, παρουσιάζεται ευκαιρία για επικερδείς συναλλαγές και οι προσπάθειες των επιχειρηματιών να επωφεληθούν από αυτή την ευκαιρία τείνουν να την εξαλείψουν εκ νέου. Η θεωρία της ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης των συναλλαγματικών ισοτιμιών αποτελεί απλώς εφαρμογή των γενικών θεωρημάτων για τον προσδιορισμό των τιμών στην ειδική περίπτωση της συνύπαρξης διαφόρων ειδών χρήματος.
If more than one kind of money is used as medium of exchange, the mutual exchange ratio between them is determined by their purchasing power. The final prices of the various commodities, as expressed in each of the two or several kinds of money, are in proportion to each other. The final exchange ratio between the various kinds of money reflects their purchasing power with regard to the commodities. If any discrepancy appears, opportunity for profitable transactions presents itself and the endeavors of businessmen eager to take advantage of this opportunity tend to make it disappear again. The purchasing-power parity theory of foreign exchange is merely the application of the general theorems concerning the determination of prices to the special case of the coexistence of various kinds of money.
Δεν έχει σημασία αν τα διαφορετικά είδη χρήματος συνυπάρχουν στην ίδια επικράτεια ή αν η χρήση τους περιορίζεται σε διακριτές περιοχές. Σε κάθε περίπτωση, η αμοιβαία συναλλαγματική τους σχέση τείνει προς μια τελική κατάσταση στην οποία δεν έχει πλέον σημασία αν κάποιος αγοράζει και πωλεί έναντι του ενός ή του άλλου είδους χρήματος. Στον βαθμό που υπεισέρχεται κόστος διατοπικής μεταφοράς, το κόστος αυτό πρέπει να προστεθεί ή να αφαιρεθεί.
It does not matter whether the various kinds of money coexist in the same territory or whether their use is limited to distinct areas. In any case the mutual exchange ratio between them tends to a final state at which it no longer makes any difference whether one buys and sells against this or that kind of money. As far as costs of interlocal transfer come into play, these costs must be added or deducted.
Οι μεταβολές της αγοραστικής δύναμης δεν επέρχονται ταυτοχρόνως ως προς όλα τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες. Ας εξετάσουμε εκ νέου την εξαιρετικά σημαντική από πρακτική άποψη περίπτωση πληθωρισμού σε μία μόνο χώρα. Η αύξηση της ποσότητας του εγχώριου πιστωτικού χρήματος ή χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας επηρεάζει αρχικά μόνο τις τιμές ορισμένων εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Οι τιμές των υπόλοιπων εμπορευμάτων παραμένουν για κάποιο χρονικό διάστημα στο προηγούμενο επίπεδό τους.
Η συναλλαγματική σχέση μεταξύ του εγχώριου νομίσματος και των ξένων νομισμάτων προσδιορίζεται στο χρηματιστήριο συναλλάγματος, μια αγορά οργανωμένη και διοικούμενη σύμφωνα με τα πρότυπα και τα εμπορικά έθιμα του χρηματιστηρίου αξιών. Οι συναλλασσόμενοι σε αυτή την ειδική αγορά προεξοφλούν τις μελλοντικές μεταβολές ταχύτερα από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Κατά συνέπεια, η διάρθρωση των τιμών στην αγορά συναλλάγματος αντανακλά τη νέα χρηματική σχέση νωρίτερα από τις τιμές πολλών εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Μόλις ο εγχώριος πληθωρισμός αρχίσει να επηρεάζει τις τιμές ορισμένων εμπορευμάτων —οπωσδήποτε πολύ προτού εξαντλήσει όλες τις επιδράσεις του στο μεγαλύτερο μέρος των τιμών των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών—, η τιμή του συναλλάγματος τείνει να αυξηθεί μέχρι το σημείο που αντιστοιχεί στην τελική κατάσταση των εγχώριων τιμών και των μισθολογικών ποσοστών.
The changes in purchasing power do not occur at the same time with regard to all commodities and services. Let us consider again the practically very important instance of an inflation in one country only. The increase in the quantity of domestic credit money or fiat money affects at first only the prices of some commodities and services. The prices of the other commodities remain for some time still at their previous stand. The exchange ratio between the domestic currency and the foreign currencies is determined on the bourse, a market organized and managed according to the pattern and the commercial customs of the stock exchange. The dealers on this special market are quicker than the rest of the people in anticipating future changes. Consequently the price structure of the market for foreign exchange reflects the new money relation sooner than the prices of many commodities and services. As soon as the domestic inflation begins to affect the prices of some commodities, at any rate long before it has exhausted all its effects upon the greater part of the prices of commodities and services, the price of foreign exchange tends to rise to the point corresponding to the final state of domestic prices and wage rates.
Το γεγονός αυτό έχει παρερμηνευθεί πλήρως. Οι άνθρωποι δεν αντιλήφθηκαν ότι η άνοδος των συναλλαγματικών ισοτιμιών απλώς προεξοφλεί την κίνηση των εγχώριων τιμών των εμπορευμάτων. Εξήγησαν την άνοδο στην αγορά συναλλάγματος ως αποτέλεσμα ενός δυσμενούς ισοζυγίου πληρωμών. Υποστήριξαν ότι η ζήτηση συναλλάγματος αυξήθηκε εξαιτίας της επιδείνωσης του εμπορικού ισοζυγίου ή άλλων στοιχείων του ισοζυγίου πληρωμών ή απλώς εξαιτίας σκοτεινών μηχανορραφιών εκ μέρους αντιπατριωτών κερδοσκόπων. Οι υψηλότερες τιμές που πρέπει να καταβληθούν για το συνάλλαγμα προκαλούν, κατά την άποψή τους, άνοδο των εγχώριων τιμών των εισαγόμενων αγαθών. Οι τιμές των εγχώριων προϊόντων πρέπει να ακολουθήσουν, διότι διαφορετικά το χαμηλό τους επίπεδο θα ενθάρρυνε τις επιχειρήσεις να τα στερήσουν από την εγχώρια κατανάλωση και να τα πωλήσουν στο εξωτερικό έναντι υψηλότερου τιμήματος.
This fact has been entirely misinterpreted. People failed to realize that the rise in foreign exchange rates merely anticipates the movement of domestic commodity prices. They explained the boom in foreign exchange as an outcome of an unfavorable balance of payments. The demand for foreign exchange, they maintained, has been increased by a deterioration of the balance of trade or of other items of the balance of payments, or simply by sinister machinations on the part of unpatriotic speculators. The higher prices to be paid for foreign exchange cause the domestic prices of imported goods to rise. The prices of the domestic products must follow suit because otherwise their low state would encourage business to withhold them from domestic consumption and to sell them abroad at a premium.
Οι πλάνες που εμπεριέχονται σε αυτή τη δημοφιλή θεωρία μπορούν εύκολα να καταδειχθούν. Αν το ονομαστικό εισόδημα του εγχώριου κοινού δεν είχε αυξηθεί λόγω του πληθωρισμού, οι άνθρωποι θα αναγκάζονταν να περιορίσουν την κατανάλωση είτε εισαγόμενων είτε εγχώριων προϊόντων. Στην πρώτη περίπτωση θα μειώνονταν οι εισαγωγές και στη δεύτερη θα αυξάνονταν οι εξαγωγές. Έτσι, το εμπορικό ισοζύγιο θα επανερχόταν σε εκείνο που οι μερκαντιλιστές αποκαλούν ευνοϊκή κατάσταση.
The fallacies involved in this popular doctrine can easily be shown. If the nominal income of the domestic public had not been increased by the inflation, they would be forced to restrict their consumption either of imported or of domestic products. In the first case imports would drop and in the second case exports would increase. Thus the balance of trade would again be brought back to what the Mercantilists call a favorable state.
Όταν πιεστούν, οι μερκαντιλιστές δεν μπορούν παρά να παραδεχθούν την πειστικότητα αυτού του συλλογισμού. Ισχυρίζονται, όμως, ότι αυτός ισχύει μόνο υπό κανονικές συνθήκες εμπορίου. Δεν λαμβάνει, λένε, υπόψη την κατάσταση χωρών που είναι υποχρεωμένες να εισάγουν ζωτικά εμπορεύματα, όπως τρόφιμα και βασικές πρώτες ύλες. Η εισαγωγή τέτοιων αγαθών δεν μπορεί να περιοριστεί κάτω από ένα ορισμένο ελάχιστο επίπεδο. Τα αγαθά αυτά εισάγονται ανεξάρτητα από τις τιμές που πρέπει να καταβληθούν γι’ αυτά. Αν το αναγκαίο για την εισαγωγή τους συνάλλαγμα δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω επαρκούς όγκου εξαγωγών, το εμπορικό ισοζύγιο καθίσταται δυσμενές και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες πρέπει να αυξάνονται διαρκώς.
Pressed hard, the Mercantilists cannot help admitting the correctness of this reasoning. But, they say, it applies only to normal trade conditions. It does not take into account the state of affairs in countries which are under the necessity of importing vital commodities such as food and essential raw materials. The importation of such goods cannot be curtailed below a certain minimum. They are imported no matter what prices must be paid for them. If the foreign exchange required for importing them cannot be procured by an adequate amount of exports, the balance of trade becomes unfavorable and the foreign exchange rates must rise more and more.
Αυτό είναι εξίσου απατηλό με όλες τις άλλες μερκαντιλιστικές ιδέες. Όσο επείγουσα και ζωτική και αν είναι η ζήτηση ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων για ορισμένα αγαθά, μπορούν να την ικανοποιήσουν στην αγορά μόνο καταβάλλοντας την αγοραία τιμή. Αν ένας Αυστριακός επιθυμεί να αγοράσει καναδικό σιτάρι, πρέπει να καταβάλει την αγοραία τιμή σε καναδικά δολάρια. Πρέπει να εξασφαλίσει αυτά τα καναδικά δολάρια εξάγοντας αγαθά είτε απευθείας στον Καναδά είτε σε κάποια άλλη χώρα. Δεν αυξάνει την ποσότητα των διαθέσιμων καναδικών δολαρίων καταβάλλοντας υψηλότερες τιμές σε σελίνια —το εγχώριο αυστριακό νόμισμα— για την απόκτησή τους. Επιπλέον, δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά την καταβολή αυτών των υψηλότερων τιμών σε σελίνια για το εισαγόμενο σιτάρι, αν το εισόδημά του σε σελίνια παραμένει αμετάβλητο.
Μόνο αν η αυστριακή κυβέρνηση υιοθετήσει πληθωριστική πολιτική και αυξήσει έτσι τον αριθμό των σελινιών στις τσέπες των πολιτών της μπορούν οι Αυστριακοί να συνεχίσουν να αγοράζουν τις ποσότητες καναδικού σιταριού που αγόραζαν προηγουμένως χωρίς να περιορίζουν άλλες δαπάνες. Αν δεν υπήρχε εγχώριος πληθωρισμός, κάθε άνοδος της τιμής των εισαγόμενων αγαθών θα οδηγούσε είτε σε μείωση της κατανάλωσής τους είτε σε περιορισμό της κατανάλωσης άλλων αγαθών. Έτσι θα ετίθετο σε κίνηση η διαδικασία αναπροσαρμογής που περιγράφηκε παραπάνω.
This is no less illusory than all other Mercantilist ideas. However urgent and vital an individual’s or a group of individuals’ demand for some goods may be, they can satisfy it on the market only by paying the market price. If an Austrian wants to buy Canadian wheat, he must pay the market price in Canadian dollars. He must procure these Canadian dollars by exporting goods either directly to Canada or to some other country. He does not increase the amount of Canadian dollars available by paying higher prices (in schillings, the Austrian domestic currency) for Canadian dollars. Moreover, he cannot afford to pay such higher prices (in schillings) for imported wheat if his income (in schillings) remains unchanged. Only if the Austrian Government embarks upon an inflationary policy and thus increases the number of schillings in the pockets of its citizens, are the Austrians in a position to continue to buy the quantities of Canadian wheat they used to buy without curtailing other expenditures. If there were no domestic inflation, any rise in the price of imported goods would result either in a drop in their consumption or in a restriction in the consumption of other goods. Thus the process of readjustment as described above would have come into motion.
Αν ένας άνθρωπος δεν διαθέτει τα χρήματα για να αγοράσει ψωμί από τον γείτονά του, τον αρτοποιό του χωριού, η αιτία δεν πρέπει να αναζητηθεί σε κάποια υποτιθέμενη ανεπάρκεια χρήματος. Η αιτία είναι ότι ο άνθρωπος αυτός δεν κατόρθωσε να κερδίσει το αναγκαίο χρηματικό ποσό είτε πωλώντας αγαθά είτε παρέχοντας υπηρεσίες για τις οποίες οι άλλοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν. Το ίδιο ισχύει και για το διεθνές εμπόριο. Μια χώρα μπορεί να βρίσκεται σε δυσχερή θέση επειδή αδυνατεί να πωλήσει στο εξωτερικό τόσα εμπορεύματα όσα θα έπρεπε να πωλήσει για να αγοράσει όλα τα τρόφιμα που επιθυμούν οι πολίτες της. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υπάρχει ανεπάρκεια συναλλάγματος. Σημαίνει ότι οι κάτοικοί της είναι φτωχοί. Και ο εγχώριος πληθωρισμός ασφαλώς δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για την εξάλειψη αυτής της φτώχειας.
If a man lacks the money to buy bread from his neighbor, the village baker, the cause is not to be seen in an alleged scarcity of money. The cause is that this man did not succeed in earning the amount of money needed either by selling goods or by rendering services for which people are prepared to pay. The same is true with regard to international trade. A country may be distressed on account of the fact that it is at a loss to sell abroad as many commodities as it would have to sell in order to buy all the food its citizens want. But this does not mean that foreign exchange is scarce. It means that the residents are poor. And domestic inflation is certainly not an appropriate means to remove this poverty.
Ούτε η κερδοσκοπία έχει σχέση με τον προσδιορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Οι κερδοσκόποι απλώς προεξοφλούν τις αναμενόμενες μεταβολές. Αν σφάλλουν, αν η άποψή τους ότι βρίσκεται σε εξέλιξη πληθωρισμός είναι εσφαλμένη, η διάρθρωση των τιμών και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν θα ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους και θα πληρώσουν για τα σφάλματά τους υφιστάμενοι ζημίες.
Neither has speculation any reference to the determination of foreign exchange rates. The speculators merely anticipate the expected alterations. If they err, if their opinion that an inflation is in progress is wrong, the structure of prices and foreign exchange rates will not correspond to their anticipations and they will have to pay for their mistakes by losses.
Η θεωρία σύμφωνα με την οποία οι συναλλαγματικές ισοτιμίες προσδιορίζονται από το ισοζύγιο πληρωμών βασίζεται σε ανεπίτρεπτη γενίκευση μιας ειδικής περίπτωσης. Αν δύο τόποι, το A και το B, χρησιμοποιούν το ίδιο είδος χρήματος και οι κάτοικοί τους δεν επιθυμούν να μεταβάλουν το μέγεθος των χρηματικών τους υπολοίπων, τότε, κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου, το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται από τους κατοίκους του A στους κατοίκους του B ισούται με το ποσό που καταβάλλεται από τους κατοίκους του B στους κατοίκους του A, και όλες οι πληρωμές μπορούν να διακανονιστούν χωρίς αποστολή χρήματος από το A στο B ή από το B στο A.
Τότε η τιμή της τηλεγραφικής μεταφοράς προς το B στο A δεν μπορεί να αυξηθεί πάνω από ένα σημείο ελαφρώς χαμηλότερο από το σημείο εξαγωγής χρυσού ούτε να μειωθεί κάτω από ένα σημείο ελαφρώς υψηλότερο από το σημείο εισαγωγής χρυσού, και αντιστρόφως. Εντός αυτού του περιθωρίου, η ημερήσια κατάσταση του ισοζυγίου πληρωμών προσδιορίζει την ημερήσια κατάσταση της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Αυτό συμβαίνει μόνο επειδή ούτε οι κάτοικοι του A ούτε οι κάτοικοι του B επιθυμούν να μεταβάλουν το μέγεθος των χρηματικών τους υπολοίπων.
Αν οι κάτοικοι του A επιθυμούν να μειώσουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα και οι κάτοικοι του B να αυξήσουν τα δικά τους, αποστέλλεται χρήμα από το A στο B και η τιμή της τηλεγραφικής μεταφοράς προς το B φθάνει στο A στο σημείο εξαγωγής χρυσού. Το χρήμα, όμως, δεν αποστέλλεται επειδή το ισοζύγιο πληρωμών του A κατέστη δυσμενές. Εκείνο που οι μερκαντιλιστές αποκαλούν δυσμενές ισοζύγιο πληρωμών αποτελεί αποτέλεσμα του σκόπιμου περιορισμού των χρηματικών υπολοίπων εκ μέρους των κατοίκων του A και της σκόπιμης αύξησης των χρηματικών υπολοίπων εκ μέρους των κατοίκων του B. Αν κανένας κάτοικος του A δεν ήταν διατεθειμένος να μειώσει το χρηματικό του υπόλοιπο, μια τέτοια εκροή χρήματος από το A δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί.
The doctrine according to which foreign exchange rates are determined by the balance of payments is based upon an illicit generalization of a special case. If two places, A and B, use the same kind of money and if the residents do not want to make any changes in the size of their cash holdings, over a given period of time the amount of money paid from the residents of A to those of B equals the amount paid from the residents of B to those of A and all payments can be settled without shipping money from A to B or from B to A. Then the rate of cable transfer B in A cannot rise above a point slightly below the gold export point and cannot drop below a point slightly above the gold import point, and vice versa. Within this margin the daily state of the balance of payments determines the daily state of the foreign exchange rate. This is the case only because neither the residents of A nor those of B want to alter the amount of their cash holdings. If the residents of A want to decrease their cash holdings and those of B to increase theirs, money is shipped from A to B and the cable rate B reaches in A the gold export point. But money is not shipped because A’s balance of payments has become unfavorable. What is called by the Mercantilists an unfavorable balance of payments is the effect of a deliberate restriction of cash holdings on the part of the citizens of A and a deliberate increase in cash holdings on the part of the citizens of B. If no resident of A were ready to reduce his cash holding, such an outflow of money from A could never materialize.
Η διαφορά μεταξύ του εμπορίου χρήματος και του εμπορίου πωλήσιμων εμπορευμάτων είναι η ακόλουθη: κατά κανόνα, τα εμπορεύματα κινούνται προς μία μόνο κατεύθυνση, δηλαδή από τους τόπους πλεονάζουσας παραγωγής προς τους τόπους πλεονάζουσας κατανάλωσης. Κατά συνέπεια, η τιμή ενός ορισμένου εμπορεύματος στους τόπους πλεονάζουσας παραγωγής είναι κατά κανόνα χαμηλότερη, κατά το ποσό του κόστους μεταφοράς, από την τιμή του στους τόπους πλεονάζουσας κατανάλωσης.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά ως προς το χρήμα, αν δεν λάβουμε υπόψη τις συνθήκες των χρυσοπαραγωγών χωρών και των χωρών των οποίων οι κάτοικοι επιδιώκουν σκοπίμως να μεταβάλουν το μέγεθος των χρηματικών τους υπολοίπων. Το χρήμα κινείται άλλοτε προς τη μία και άλλοτε προς την άλλη κατεύθυνση. Μια χώρα εξάγει χρήμα σε μια χρονική περίοδο και εισάγει χρήμα σε μια άλλη. Κάθε χώρα που εξάγει χρήμα μετατρέπεται πολύ σύντομα σε χώρα εισαγωγής χρήματος, ακριβώς εξαιτίας των προηγούμενων εξαγωγών της. Αποκλειστικά και μόνο γι’ αυτόν τον λόγο καθίσταται δυνατή η εξοικονόμηση του κόστους αποστολής χρήματος μέσω της αλληλεπίδρασης στην αγορά συναλλάγματος.
The difference between the trade in money and that in the vendible commodities is this: As a rule commodities move on a one-way road, viz., from the places of surplus production to those of surplus consumption. Consequently the price of a certain commodity in the places of surplus production is as a rule lower by the amount of shipping costs than in the places of surplus consumption. Things are different with money if we do not take into account the conditions of the gold-mining countries and of those countries whose residents deliberately aim at altering the size of their cash holdings. Money moves now this way, now that. At one time a country exports money, at another time it imports money. Every exporting country very soon becomes an importing country precisely on account of its previous exports. For this reason alone it is possible to save the costs of shipping money by the interplay of the market for foreign exchange.
16. Επιτόκια και χρηματική σχέση
↗ στη σελίδα του βιβλίου16. Interest Rates and the Money Relation
Το χρήμα διαδραματίζει στις πιστωτικές συναλλαγές τον ίδιο ρόλο που διαδραματίζει σε όλες τις άλλες επιχειρηματικές συναλλαγές. Κατά κανόνα, τα δάνεια χορηγούνται σε χρήμα και ο τόκος και το κεφάλαιο εξοφλούνται σε χρήμα. Οι πληρωμές που απορρέουν από τέτοιες συναλλαγές επηρεάζουν το μέγεθος των χρηματικών υπολοίπων μόνο προσωρινά. Οι αποδέκτες δανείων, τόκων και αποπληρωμών κεφαλαίου δαπανούν τα ποσά που λαμβάνουν είτε για κατανάλωση είτε για επένδυση. Αυξάνουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα μόνο αν ορισμένες εκτιμήσεις, ανεξάρτητες από την εισροή των χρημάτων που έλαβαν, τους παρακινούν να ενεργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Money plays in credit transactions the same role it plays in all other business transactions. As a rule loans are granted in money, and interest and principal are paid in money. The payments resulting from such dealings influence the size of cash holding only temporarily. The recipients of loans, interest, and principal spend the sums received either for consumption or for investment. They increase their cash holdings only if definite considerations, independent of the inflow of the money received, motivate them to act in this way.
Η τελική κατάσταση του αγοραίου επιτοκίου είναι η ίδια για όλα τα δάνεια του ίδιου χαρακτήρα. Οι διαφορές στο επιτόκιο προκαλούνται είτε από διαφορές ως προς τη φερεγγυότητα και την αξιοπιστία του οφειλέτη είτε από διαφορές στους όρους της σύμβασης.21 Οι διαφορές των επιτοκίων που δεν προκαλούνται από αυτές τις διαφορές των συνθηκών τείνουν να εξαφανιστούν. Όσοι ζητούν πίστωση απευθύνονται στους δανειστές που απαιτούν χαμηλότερο επιτόκιο. Οι δανειστές επιδιώκουν να εξυπηρετούν ανθρώπους που είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν υψηλότερα επιτόκια. Τα πράγματα στη χρηματαγορά δεν διαφέρουν από ό,τι σε όλες τις άλλες αγορές.
The final state of the market rate of interest is the same for all loans of the same character. Differences in the rate of interest are caused either by differences in the soundness and trustworthiness of the debtor or by differences in the terms of the contract.[21] Differences in interest rates which are not brought about by these differences in conditions tend to disappear. The applicants for credits approach the lenders who ask a lower rate of interest. The lenders are eager to cater to people who are ready to pay higher interest rates. Things on the money market are the same as on all other markets.
Στις διατοπικές πιστωτικές συναλλαγές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο οι διατοπικές συναλλαγματικές ισοτιμίες όσο και οι διαφορές του νομισματικού κανόνα, εφόσον υπάρχουν. Ας εξετάσουμε την περίπτωση δύο χωρών, του A και του B. Το A βρίσκεται υπό τον κανόνα του χρυσού και το B υπό τον κανόνα αργύρου. Ο δανειστής που εξετάζει το ενδεχόμενο να δανείσει χρήματα από το A στο B πρέπει αρχικά να πωλήσει χρυσό έναντι αργύρου και αργότερα, κατά τη λήξη του δανείου, να πωλήσει άργυρο έναντι χρυσού. Αν στο μεταξύ μειωθεί η τιμή του αργύρου έναντι του χρυσού, το κεφάλαιο που θα αποπληρώσει ο οφειλέτης σε άργυρο θα αγοράζει μικρότερη ποσότητα χρυσού από εκείνη που είχε δαπανήσει ο πιστωτής όταν συνήψε προηγουμένως τη συναλλαγή.
Επομένως, ο πιστωτής θα αναλάβει να δανείσει στο B μόνο αν η διαφορά μεταξύ των αγοραίων επιτοκίων στο A και στο B είναι αρκετά μεγάλη ώστε να καλύψει την αναμενόμενη πτώση της τιμής του αργύρου έναντι του χρυσού. Η τάση εξίσωσης των αγοραίων επιτοκίων των βραχυπρόθεσμων δανείων, η οποία επικρατεί όταν τόσο το A όσο και το B βρίσκονται υπό τον ίδιο νομισματικό κανόνα, παρεμποδίζεται σοβαρά όταν οι νομισματικοί κανόνες διαφέρουν.
With regard to interlocal credit transactions the interlocal exchange rates are to be taken into account as well as differences in the monetary standard if there are any. Let us contemplate the case of two countries, A and B. A is under the gold standard, B under the silver standard. The lender who considers lending money from A to B must first sell gold against silver and later, at the termination of the loan, silver against gold. If at that later date the price of silver has dropped as against gold, the principal repaid by the debtor (in silver) will buy a smaller amount of gold than that expended by the creditor when he previously embarked upon the transaction. He will therefore only venture lending in B if the difference in the market rate of interest between A and B is large enough to cover an expected fall in the price of silver as against gold. The tendency toward an equalization of the market rate of interest for short-term loans which prevails if A and B are both under the same monetary standard is seriously impaired under a diversity of standards.
Αν τόσο το A όσο και το B βρίσκονται υπό τον ίδιο νομισματικό κανόνα, είναι αδύνατον οι τράπεζες του A να επεκτείνουν την πίστωση, αν οι τράπεζες του B δεν υιοθετήσουν την ίδια πολιτική. Η πιστωτική επέκταση στο A προκαλεί άνοδο των τιμών και προσωρινή πτώση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων στο A, ενώ οι τιμές και τα επιτόκια στο B παραμένουν αμετάβλητα. Κατά συνέπεια, οι εξαγωγές από το A μειώνονται και οι εισαγωγές προς το A αυξάνονται. Επιπλέον, οι χρηματικοί δανειστές του A επιδιώκουν να χορηγήσουν δάνεια στην αγορά βραχυπρόθεσμων πιστώσεων του B. Το αποτέλεσμα είναι μια εξωτερική εκροή χρήματος από το A, η οποία συρρικνώνει τα χρηματικά αποθέματα των τραπεζών του A. Αν οι τράπεζες του A δεν εγκαταλείψουν την επεκτατική πολιτική τους, θα καταστούν αφερέγγυες.
If A and B are both under the same standard, it is impossible for the banks of A to expand credit if those of B do not espouse the same policy. Credit expansion in A makes prices rise, and short-term interest rates drop in A, while prices and interest rates in B remain unchanged. Consequently exports from A drop and imports to A increase. In addition, the money lenders of A become eager to lend on the short-term loan market of B. The result is an external drain from A which makes the money reserves of A’s banks dwindle. If the banks of A do not abandon their expansionist policy, they will become insolvent.
Η διαδικασία αυτή έχει παρερμηνευθεί πλήρως. Γίνεται λόγος για μια σημαντική και ζωτική λειτουργία την οποία οφείλει να επιτελεί η κεντρική τράπεζα μιας χώρας για λογαριασμό του έθνους. Λέγεται ότι αποτελεί ιερό καθήκον της κεντρικής τράπεζας να διατηρεί τη σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και να προστατεύει το απόθεμα χρυσού του έθνους από τις επιθέσεις ξένων κερδοσκόπων και των εγχώριων συνεργών τους. Η αλήθεια είναι ότι όλα όσα πράττει μια κεντρική τράπεζα για να αποτρέψει την εξανέμιση του αποθέματός της σε χρυσό τα πράττει για να διαφυλάξει τη δική της φερεγγυότητα. Έθεσε σε κίνδυνο την οικονομική της θέση προβαίνοντας σε πιστωτική επέκταση και πρέπει τώρα να αναιρέσει την προηγούμενη ενέργειά της για να αποφύγει τις καταστροφικές της συνέπειες. Η επεκτατική πολιτική της προσέκρουσε στα εμπόδια που περιορίζουν την έκδοση καταπιστευματικών μέσων.
This process has been entirely misinterpreted. People speak of an important and vital function which a country’s central bank has to fulfill on behalf of the nation. It is, they say, the central bank’s sacred duty to preserve the stability of foreign exchange rates and to protect the nation’s gold reserve against attacks on the part of foreign speculators and their domestic abettors. The truth is that all that a central bank does lest its gold reserve evaporate is done for the sake of the preservation of its own solvency. It has jeopardized its financial position by embarking upon credit expansion and must now undo its previous action in order to avoid its disastrous consequences. Its expansionist policy has encountered the obstacles limiting the issuance of fiduciary media.
Η χρήση πολεμικής ορολογίας είναι απρόσφορη κατά την εξέταση των νομισματικών ζητημάτων, όπως είναι και κατά την πραγμάτευση όλων των άλλων καταλλακτικών προβλημάτων. Δεν υφίσταται κανένας «πόλεμος» μεταξύ των κεντρικών τραπεζών. Καμία σκοτεινή δύναμη δεν «επιτίθεται» στη θέση μιας τράπεζας ούτε απειλεί τη σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Δεν απαιτείται κανένας «υπερασπιστής» για να «προστατεύσει» το νομισματικό σύστημα ενός έθνους.
Επιπλέον, δεν είναι αληθές ότι εκείνο που εμποδίζει την κεντρική ή τις ιδιωτικές τράπεζες μιας χώρας να μειώσουν το εγχώριο αγοραίο επιτόκιο είναι η μέριμνα για τη διατήρηση του κανόνα του χρυσού και της συναλλαγματικής σταθερότητας ή για τη ματαίωση των μηχανορραφιών μιας διεθνούς συμμαχίας καπιταλιστών χρηματικών δανειστών. Το αγοραίο επιτόκιο δεν μπορεί να μειωθεί μέσω πιστωτικής επέκτασης παρά μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα· ακόμη και τότε, όμως, η πιστωτική επέκταση επιφέρει όλες εκείνες τις συνέπειες που περιγράφει η θεωρία του οικονομικού κύκλου.
The use of the terminology of warfare is inappropriate in dealing with monetary matters, as it is in the treatment of all other catallactic problems. There is no such thing as a “war” between the central banks. No sinister forces are “attacking” a bank’s position and threatening the stability of foreign exchange rates. No “defender” is needed to “protect” a nation’s currency system. It is, moreover, not true that what prevents a nation’s central bank or its private banks from lowering the domestic market rate of interest is considerations of the preservation of the gold standard and of foreign exchange stability and of frustrating the machinations of an international combine of capitalistic moneylenders. The market rate of interest cannot be lowered by a credit expansion except for a short time, and even then it brings about all those effects which the theory of the trade cycle describes.
Όταν η Τράπεζα της Αγγλίας εξαργύρωνε ένα τραπεζογραμμάτιο που είχε εκδοθεί σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, δεν παρείχε ανιδιοτελώς κάποια ζωτικής σημασίας υπηρεσία στον βρετανικό λαό. Έπραττε απλώς ό,τι πράττει κάθε νοικοκυρά όταν εξοφλεί τον λογαριασμό του παντοπώλη. Η ιδέα ότι υπάρχει κάποια ιδιαίτερη αρετή στην εκπλήρωση, εκ μέρους μιας κεντρικής τράπεζας, των υποχρεώσεων που ανέλαβε οικειοθελώς μπορούσε να εμφανιστεί μόνο επειδή οι κυβερνήσεις παραχωρούσαν επανειλημμένως σε αυτές τις τράπεζες το προνόμιο να αρνούνται στους πελάτες τους τις πληρωμές επί των οποίων αυτοί διέθεταν νόμιμη αξίωση.
Στην πραγματικότητα, οι κεντρικές τράπεζες μετατρέπονταν ολοένα περισσότερο σε υποδεέστερες υπηρεσίες των δημόσιων ταμείων, σε απλά εργαλεία για την πραγματοποίηση πιστωτικής επέκτασης και πληθωρισμού. Από πρακτική άποψη, δεν έχει σημασία αν ανήκουν ή όχι στην κυβέρνηση και αν διοικούνται άμεσα ή όχι από κυβερνητικούς αξιωματούχους. Στην πράξη, οι τράπεζες που χορηγούν κυκλοφοριακή πίστη αποτελούν σήμερα, σε κάθε χώρα, απλώς παραρτήματα του δημόσιου ταμείου.
When the Bank of England redeemed a banknote issued according to the terms of the contract, it did not render unselfishly a vital service to the British people. It simply did what every housewife does in paying the grocer’s bill. The idea that there is some special merit in a central bank’s fulfillment of its voluntarily assumed responsibilities could originate only because again and again governments granted to these banks the privilege of denying to their clients the payments to which they had a legal title. In fact, the central banks became more and more subordinate offices of the treasuries, mere tools for the performance of credit expansion and inflation. It does not make any difference practically whether they are or are not owned by the government and directly managed by government officials. In effect the banks granting circulation credit are in every country today only affiliates of the treasuries.
Υπάρχει μόνο ένα μέσο για τη μόνιμη διατήρηση ενός τοπικού ή εθνικού νομίσματος στο άρτιο έναντι του χρυσού και του συναλλάγματος: η άνευ όρων εξαργύρωση. Η κεντρική τράπεζα πρέπει να αγοράζει, στην τιμή της επίσημης ισοτιμίας, οποιαδήποτε ποσότητα χρυσού και συναλλάγματος προσφέρεται έναντι εγχώριων τραπεζογραμματίων και καταθετικού νομίσματος. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να πωλεί, χωρίς διακρίσεις, οποιαδήποτε ποσότητα χρυσού και συναλλάγματος ζητούν άνθρωποι διατεθειμένοι να καταβάλουν την τιμή της ισοτιμίας σε εγχώρια τραπεζογραμμάτια, κέρματα ή καταθετικό νόμισμα.
Αυτή ήταν η πολιτική των κεντρικών τραπεζών υπό τον κανόνα του χρυσού. Αυτή ήταν επίσης η πολιτική των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών που είχαν υιοθετήσει το νομισματικό σύστημα το οποίο είναι ευρέως γνωστό ως κανόνας χρυσού συναλλάγματος. Η μόνη διαφορά μεταξύ, αφενός, του «ορθόδοξου» ή κλασικού κανόνα του χρυσού, όπως υφίστατο στη Μεγάλη Βρετανία από τις αρχές της δεκαετίας του 1820 έως την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και σε άλλες χώρες, και, αφετέρου, του κανόνα χρυσού συναλλάγματος αφορούσε τη χρήση χρυσών νομισμάτων στην εγχώρια αγορά. Υπό τον κλασικό κανόνα του χρυσού, ένα μέρος των χρηματικών υπολοίπων των πολιτών αποτελούνταν από χρυσά νομίσματα και το υπόλοιπο από χρηματικά υποκατάστατα. Υπό τον κανόνα χρυσού συναλλάγματος, τα χρηματικά υπόλοιπα αποτελούνταν εξ ολοκλήρου από χρηματικά υποκατάστατα.
There is but one means of keeping a local and national currency permanently at par with gold and foreign exchange: unconditional redemption. The central bank has to buy at the parity rate any amount of gold and foreign exchange offered against domestic banknotes and deposit currency; on the other hand it has to sell, without discrimination, any amount of gold and foreign exchange asked for by people ready to pay the parity price in domestic banknotes, coins, or deposit currency. Such was the policy of central banks under the gold standard. Such was also the policy of those governments and central banks which had adopted the currency system commonly known under the name of the gold exchange standard. The only difference between the “orthodox” or classical gold standard as it existed in Great Britain from the early ’twenties of the nineteenth century until the outbreak of the first World War and in other countries on the one hand, and the gold exchange standard on the other, concerned the use of gold coins on the domestic market. Under the classical gold standard a part of the cash holdings of the citizens consisted in gold coins and the rest in money substitutes. Under the gold exchange standard the cash holdings consisted entirely in money-substitutes.
Η πρόσδεση μιας ορισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας ισοδυναμεί με εξαργύρωση σε αυτή την ισοτιμία.
Pegging a certain rate of foreign exchange is tantamount to redemption at this rate.
Ένα ταμείο εξισορρόπησης συναλλάγματος μπορεί επίσης να επιτύχει στις εργασίες του μόνο στον βαθμό που προσκολλάται στις ίδιες μεθόδους.
A foreign exchange equalization account, too, can succeed in its operations only as far as it clings to the same methods.
Οι λόγοι για τους οποίους, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προτίμησαν τα ταμεία εξισορρόπησης συναλλάγματος από τις εργασίες των κεντρικών τραπεζών είναι προφανείς. Η νομοθεσία περί κεντρικών τραπεζών αποτελούσε επίτευγμα φιλελεύθερων κυβερνήσεων ή κυβερνήσεων οι οποίες δεν τολμούσαν να αψηφήσουν ανοικτά —τουλάχιστον κατά την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής— την κοινή γνώμη των φιλελεύθερων χωρών. Επομένως, οι εργασίες των κεντρικών τραπεζών είχαν προσαρμοστεί στην οικονομική ελευθερία. Γι’ αυτόν τον λόγο θεωρήθηκαν μη ικανοποιητικές σε αυτή την εποχή της ανόδου του ολοκληρωτισμού.
Τα κύρια χαρακτηριστικά της λειτουργίας ενός ταμείου εξισορρόπησης συναλλάγματος, σε αντιδιαστολή προς την πολιτική μιας κεντρικής τράπεζας, είναι τα ακόλουθα:
The reasons why European governments in the last few years have preferred foreign exchange equalization accounts to the operation of central banks are obvious. Central bank legislation was an achievement of liberal governments or of governments which did not dare to challenge openly, at least in the conduct of financial policies, public opinion of the liberal countries. The operations of central banks were therefore adjusted to economic freedom. For that reason they were considered unsatisfactory in this age of rising totalitarianism. The main characteristics of the operation of a foreign exchange equalization account as distinguished from central bank policy are:
- Οι αρχές κρατούν μυστικές τις συναλλαγές του ταμείου. Οι νόμοι υποχρέωναν τις κεντρικές τράπεζες να δημοσιοποιούν την πραγματική τους κατάσταση σε σύντομα χρονικά διαστήματα, κατά κανόνα κάθε εβδομάδα. Η κατάσταση, όμως, των ταμείων εξισορρόπησης συναλλάγματος είναι γνωστή μόνο στους μυημένους. Η δημόσια διοίκηση υποβάλλει έκθεση προς το κοινό μόνο μετά την παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος, ώστε οι αριθμοί να ενδιαφέρουν πλέον αποκλειστικά τους ιστορικούς και να μην έχουν καμία απολύτως χρησιμότητα για τους επιχειρηματίες.
- Η μυστικότητα αυτή καθιστά δυνατή τη δυσμενή διάκριση εις βάρος ανθρώπων που δεν απολαμβάνουν ιδιαίτερη εύνοια από τις αρχές. Σε πολλές χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης οδήγησε σε σκανδαλώδη διαφθορά. Άλλες κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν την εξουσία διάκρισης εις βάρος επιχειρηματιών που ανήκαν σε γλωσσικές ή θρησκευτικές μειονότητες ή υποστήριζαν αντιπολιτευόμενα κόμματα.
- Η ισοτιμία δεν καθορίζεται πλέον από νόμο που έχει δεόντως ψηφιστεί από το κοινοβούλιο και, επομένως, είναι γνωστός σε κάθε πολίτη. Ο προσδιορισμός της εξαρτάται από την αυθαιρεσία των γραφειοκρατών. Κατά διαστήματα οι εφημερίδες ανέφεραν: «Το νόμισμα της Ρουριτανίας είναι ασθενές». Μια ακριβέστερη περιγραφή θα ήταν: «Οι αρχές της Ρουριτανίας αποφάσισαν να αυξήσουν την τιμή του συναλλάγματος».22
1. The authorities keep the transactions of the account secret. The laws have obliged the central banks to publicize their actual status at short intervals, as a rule every week. But the status of the foreign exchange equalization accounts is known only to the initiated. Officialdom renders a report to the public only after a lapse of time when the figures are of interest to historians alone and of no use whatever to the businessman.
2. This secrecy makes it possible to discriminate against people not in great favor with the authorities. In many continental countries of Europe it resulted in scandalous corruption. Other governments used the power to discriminate to the detriment of businessmen belonging to linguistic or religious minorities or supporting opposition parties.
3. A parity is no longer fixed by a law duly promulgated by parliament and therefore known to every citizen. The determination depends upon the arbitrariness of bureaucrats. From time to time the newspapers reported: The Ruritanian currency is weak. A more correct description would have been: The Ruritanian authorities have decided to raise the price of foreign exchange.[22]
Ένα ταμείο εξισορρόπησης συναλλάγματος δεν αποτελεί μαγική ράβδο ικανή να θεραπεύσει τα δεινά του πληθωρισμού. Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κανένα άλλο μέσο πέρα από εκείνα που διαθέτουν οι «ορθόδοξες» κεντρικές τράπεζες. Και, όπως οι κεντρικές τράπεζες, πρέπει να αποτύχει στην προσπάθειά του να διατηρήσει τις συναλλαγματικές ισοτιμίες στο άρτιο, αν υφίστανται εγχώριος πληθωρισμός και πιστωτική επέκταση.
A foreign exchange equalization account is not a magic wand for remedying the evils of inflation. It cannot apply any means other than those available to “orthodox” central banks. And it must, like the central banks, fail in the endeavors to keep foreign exchange rates at par if there is domestic inflation and credit expansion.
Έχει υποστηριχθεί ότι οι «ορθόδοξες» μέθοδοι αντιμετώπισης μιας εξωτερικής εκροής χρήματος μέσω της χρησιμοποίησης του προεξοφλητικού επιτοκίου δεν λειτουργούν πλέον, επειδή τα έθνη δεν είναι πλέον διατεθειμένα να συμμορφωθούν με τους «κανόνες του παιχνιδιού». Ο κανόνας του χρυσού, όμως, δεν είναι παιχνίδι, αλλά κοινωνικός θεσμός. Η λειτουργία του δεν εξαρτάται από την προθυμία κάποιου λαού να τηρήσει ορισμένους αυθαίρετους κανόνες. Διέπεται από τη λειτουργία αμείλικτων οικονομικών νόμων.
It has been asserted that the “orthodox” methods of fighting an external drain by raising the rate of discount no longer work because nations are no longer prepared to comply with “the rules of the game.” Now, the gold standard is not a game, but a social institution. Its working does not depend on the preparedness of any people to observe some arbitrary rules. It is controlled by the operation of inexorable economic law.
Οι επικριτές επιχειρούν να ενισχύσουν την ένστασή τους επικαλούμενοι το γεγονός ότι, κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, η αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου απέτυχε να ανακόψει την εξωτερική εκροή, δηλαδή την εκροή μεταλλικού χρήματος και τη μεταφορά καταθέσεων σε ξένες χώρες. Το φαινόμενο αυτό, όμως, προκαλούνταν από τις αντίθετες προς τον χρυσό και ευνοϊκές προς τον πληθωρισμό πολιτικές των κυβερνήσεων. Αν κάποιος αναμένει ότι θα χάσει το 40% του υπολοίπου του λόγω μιας επικείμενης υποτίμησης, θα προσπαθήσει να μεταφέρει την κατάθεσή του σε άλλη χώρα και δεν θα αλλάξει γνώμη αν το τραπεζικό επιτόκιο στη χώρα που σχεδιάζει την υποτίμηση αυξηθεί κατά μία ή δύο ποσοστιαίες μονάδες. Μια τέτοια αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου προφανώς δεν αντισταθμίζει μια ζημία δέκα, είκοσι ή ακόμη και σαράντα φορές μεγαλύτερη. Ασφαλώς, ο κανόνας του χρυσού δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να υπονομεύσουν τη λειτουργία του.
The critics give point to their objection by citing the fact that in the interwar period a rise in the rate of discount failed to stop the external drain, i.e., the outflow of specie and the transfer of deposits into foreign countries. But this phenomenon was caused by the governments’ anti-gold and proinflation policies. If a man expects that he will lose 40 per cent of his balance by an impending devaluation, he will try to transfer his deposit into another country and will not change his mind if the bank rate in the country planning a devaluation rises 1 or 2 per cent. Such a rise in the rate of discount is obviously not a compensation for a loss ten or twenty or even forty times greater. Of course, the gold standard cannot work if governments are eager to sabotage its operations.
Η χρήση του χρήματος δεν εξαλείφει τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των διαφόρων μη χρηματικών αγαθών ως προς την εμπορευσιμότητά τους. Στη χρηματική οικονομία υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ της εμπορευσιμότητας του χρήματος και εκείνης των πωλήσιμων αγαθών. Παραμένουν, όμως, διαφορές και μεταξύ των επιμέρους αγαθών της δεύτερης αυτής κατηγορίας. Για ορισμένα από αυτά είναι ευκολότερο να βρεθεί χωρίς καθυστέρηση αγοραστής πρόθυμος να καταβάλει την υψηλότερη τιμή που μπορεί να επιτευχθεί υπό τις εκάστοτε συνθήκες της αγοράς. Για άλλα είναι δυσκολότερο. Ένα ομόλογο πρώτης τάξεως είναι περισσότερο εμπορεύσιμο από ένα ακίνητο στον κεντρικό δρόμο μιας πόλης, και ένα παλαιό γούνινο παλτό είναι περισσότερο εμπορεύσιμο από το αυτόγραφο ενός πολιτικού άνδρα του δέκατου όγδοου αιώνα. Δεν συγκρίνουμε πλέον την εμπορευσιμότητα των διαφόρων πωλήσιμων αγαθών με την τέλεια εμπορευσιμότητα του χρήματος. Συγκρίνουμε απλώς τον βαθμό εμπορευσιμότητας των διαφόρων εμπορευμάτων. Μπορούμε να κάνουμε λόγο για τη δευτερογενή εμπορευσιμότητα των πωλήσιμων αγαθών.
The use of money does not remove the differences which exist between the various nonmonetary goods with regard to their marketability. In the money economy there is a very substantial difference between the marketability of money and that of the vendible goods. But there remain differences between the various specimens of this latter group. For some of them it is easier to find without delay a buyer ready to pay the highest price which, under the state of the market, can possibly be attained. With others it is more difficult. A first-class bond is more marketable than a house in a city’s main street, and an old fur coat is more marketable than an autograph of an eighteenth-century statesman. One no longer compares the marketability of the various vendible goods with the perfect marketability of money. One merely compares the degree of marketability of the various commodities. One may speak of the secondary marketability of the vendible goods.
Εκείνος που κατέχει απόθεμα αγαθών υψηλού βαθμού δευτερογενούς εμπορευσιμότητας είναι σε θέση να περιορίσει το χρηματικό του υπόλοιπο. Μπορεί να αναμένει ότι, όταν κάποια ημέρα καταστεί αναγκαίο να αυξήσει το χρηματικό του υπόλοιπο, θα μπορέσει να πωλήσει χωρίς καθυστέρηση αυτά τα αγαθά στην υψηλότερη τιμή που μπορεί να επιτευχθεί στην αγορά. Επομένως, το μέγεθος του χρηματικού υπολοίπου ενός ανθρώπου ή μιας επιχείρησης επηρεάζεται από το αν αυτός κατέχει ή όχι απόθεμα αγαθών υψηλού βαθμού δευτερογενούς εμπορευσιμότητας. Το μέγεθος του χρηματικού υπολοίπου και η δαπάνη που συνεπάγεται η διατήρησή του μπορούν να μειωθούν, εφόσον υπάρχουν εισοδηματοφόρα αγαθά υψηλού βαθμού δευτερογενούς εμπορευσιμότητας.
He who owns a stock of goods of a high degree of secondary marketability is in a position to restrict his cash holding. He can expect that when one day it is necessary for him to increase his cash holding he will be in a position to sell these goods of a high degree of secondary marketability without delay at the highest price attainable at the market. Thus the size of a man’s or a firm’s cash holding is influenced by whether or not he owns a stock of goods with a high degree of secondary marketability. The size of cash holding and the expense incurred in keeping it can be reduced if income-producing goods of a high degree of secondary marketability are available.
Κατά συνέπεια, εμφανίζεται ειδική ζήτηση για τέτοια αγαθά εκ μέρους ανθρώπων που επιθυμούν να τα διακρατούν προκειμένου να μειώσουν το κόστος διατήρησης χρηματικού υπολοίπου. Οι τιμές αυτών των αγαθών προσδιορίζονται εν μέρει από αυτή την ειδική ζήτηση· αν αυτή απουσίαζε, οι τιμές τους θα ήταν χαμηλότερες. Τα αγαθά αυτά αποτελούν, ούτως ειπείν, δευτερογενή μέσα ανταλλαγής, και η ανταλλακτική τους αξία είναι η συνισταμένη δύο ειδών ζήτησης: της ζήτησης που συνδέεται με τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν ως δευτερογενή μέσα ανταλλαγής και της ζήτησης που συνδέεται με τις άλλες υπηρεσίες που παρέχουν.
Consequently there emerges a specific demand for such goods on the part of people eager to keep them in order to reduce the costs of cash holding. The prices of these goods are partly determined by this specific demand; they would be lower in its absence. These goods are secondary media of exchange, as it were, and their exchange value is the resultant of two kinds of demand: the demand related to their services as secondary media of exchange, and the demand related to the other services they render.
Το κόστος διατήρησης χρηματικού υπολοίπου ισούται με το ποσό του τόκου που θα απέφερε το αντίστοιχο χρηματικό ποσό αν επενδυόταν. Το κόστος διατήρησης αποθέματος δευτερογενών μέσων ανταλλαγής συνίσταται στη διαφορά μεταξύ της απόδοσης σε τόκο των τίτλων που χρησιμοποιούνται για αυτόν τον σκοπό και της υψηλότερης απόδοσης άλλων τίτλων, οι οποίοι διαφέρουν από τους πρώτους μόνο ως προς τη χαμηλότερη εμπορευσιμότητά τους και, επομένως, δεν είναι κατάλληλοι να λειτουργήσουν ως δευτερογενή μέσα ανταλλαγής.
The costs incurred by holding cash are equal to the amount of interest which the sum concerned would have borne when invested. The cost incurred by holding a stock of secondary media of exchange consists in the difference between the interest yield of the securities employed for this purpose and the higher yield of other securities which differ from the former only in regard to their lower marketability and are therefore not suited for the role of secondary media of exchange.
Από αμνημονεύτων χρόνων, τα κοσμήματα χρησιμοποιούνται ως δευτερογενή μέσα ανταλλαγής. Σήμερα, τα δευτερογενή μέσα ανταλλαγής που χρησιμοποιούνται συνήθως είναι τα ακόλουθα:
From time immemorial jewels have been used as secondary media of exchange. Today the secondary media of exchange commonly used are:
- Απαιτήσεις έναντι τραπεζών, τραπεζιτών και ταμιευτηρίων οι οποίες —μολονότι δεν αποτελούν χρηματικά υποκατάστατα23— είναι καθημερινώς ληξιπρόθεσμες ή μπορούν να αναληφθούν κατόπιν σύντομης προειδοποίησης.
- Ομόλογα των οποίων ο όγκος και η ευρεία αποδοχή είναι τόσο μεγάλοι, ώστε κατά κανόνα είναι δυνατή η πώληση μέτριων ποσοτήτων τους χωρίς να υποχωρήσει η τιμή τους στην αγορά.
- Τέλος, ενίοτε ακόμη και ορισμένες ιδιαίτερα εμπορεύσιμες μετοχές ή εμπορεύματα.
1. Claims against banks, bankers, and savings banks which—although not money-substitutes[23]—are daily maturing or can be withdrawn on short notice.
2. Bonds whose volume and popularity are so great that it is, as a rule, possible to sell moderate quantities of them without depressing the market.
3. Finally, sometimes even certain especially marketable stocks or even commodities.
Τα αναμενόμενα οφέλη από τη μείωση του κόστους διατήρησης χρηματικού υπολοίπου πρέπει, βεβαίως, να σταθμίζονται έναντι ορισμένων αναλαμβανόμενων κινδύνων. Η πώληση τίτλων και, ακόμη περισσότερο, εμπορευμάτων μπορεί να είναι εφικτή μόνο με ζημία. Ο κίνδυνος αυτός δεν υφίσταται στην περίπτωση των τραπεζικών υπολοίπων, ενώ ο κίνδυνος αφερεγγυότητας της τράπεζας είναι συνήθως αμελητέος. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι τοκοφόρες απαιτήσεις έναντι τραπεζών και τραπεζιτών, οι οποίες μπορούν να αναληφθούν κατόπιν σύντομης προειδοποίησης, αποτελούν τα δημοφιλέστερα δευτερογενή μέσα ανταλλαγής.
Of course, the advantages to be expected from lowering the costs of holding cash must be confronted with certain hazards incurred. The sale of securities and still more that of commodities may only be feasible with a loss. This danger is not present with bank balances and the hazard of the bank’s insolvency is usually negligible. Therefore interest-bearing claims against banks and bankers, which can be withdrawn at short notice, are the most popular secondary media of exchange.
Δεν πρέπει να συγχέονται τα δευτερογενή μέσα ανταλλαγής με τα χρηματικά υποκατάστατα. Κατά τον διακανονισμό πληρωμών, τα χρηματικά υποκατάστατα παραδίδονται και γίνονται αποδεκτά όπως το χρήμα. Αντιθέτως, τα δευτερογενή μέσα ανταλλαγής πρέπει πρώτα να ανταλλαχθούν με χρήμα ή χρηματικά υποκατάστατα, αν κάποιος επιθυμεί να τα χρησιμοποιήσει —με αυτόν τον έμμεσο τρόπο— για την πραγματοποίηση πληρωμών ή την αύξηση του χρηματικού του υπολοίπου.
One must not confuse secondary media of exchange with moneysubstitutes. Money-substitutes are in the settlement of payments given away and received like money. But the secondary media of exchange must first be exchanged against money or money-substitutes if one wants to use them— in a roundabout way—for paying or for increasing cash holdings.
Οι απαιτήσεις που χρησιμοποιούνται ως δευτερογενή μέσα ανταλλαγής διαθέτουν, λόγω αυτής της χρήσης, ευρύτερη αγορά και υψηλότερη τιμή. Ως αποτέλεσμα, αποδίδουν χαμηλότερο τόκο από απαιτήσεις του ίδιου είδους οι οποίες δεν είναι κατάλληλες να χρησιμεύσουν ως δευτερογενή μέσα ανταλλαγής. Τα κρατικά ομόλογα και τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δευτερογενή μέσα ανταλλαγής είναι δυνατόν να εκδίδονται με όρους ευνοϊκότερους για τον οφειλέτη από εκείνους των δανείων που δεν είναι κατάλληλα για τον σκοπό αυτό. Οι αντίστοιχοι οφειλέτες επιδιώκουν, επομένως, να οργανώσουν την αγορά των πιστωτικών τους τίτλων κατά τρόπο που να τους καθιστά ελκυστικούς για όσους αναζητούν δευτερογενή μέσα ανταλλαγής. Φροντίζουν να καταστήσουν δυνατή για κάθε κάτοχο τέτοιων τίτλων την πώλησή τους ή τη χρησιμοποίησή τους ως ενεχύρου για τη σύναψη δανείου με τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους. Κατά τη διαφήμιση των ομολογιακών τους εκδόσεων προς το κοινό, προβάλλουν αυτές τις δυνατότητες ως ιδιαίτερο πλεονέκτημα.
Claims employed as secondary media of exchange have, because of this employment, a broader market and a higher price. The outcome of this is that they yield lower interest than claims of the same kind which are not fit to serve as secondary media of exchange. Government bonds and treasury bills which can be used as secondary media of exchange can be floated on conditions more favorable to the debtor than loans not suitable for this purpose. The debtors concerned are therefore eager to organize the market for their certificates of indebtedness in such a way as to make them attractive for those in search of secondary media of exchange. They are intent upon making it possible for every holder of such securities to sell them or to use them as collateral in borrowing under the most reasonable terms. In advertising their bond issues to the public they stress these opportunities as a special boon.
Κατά τον ίδιο τρόπο, οι τράπεζες και οι τραπεζίτες επιδιώκουν να προσελκύσουν τη ζήτηση για δευτερογενή μέσα ανταλλαγής. Προσφέρουν ευνοϊκούς όρους στους πελάτες τους. Προσπαθούν να υπερκεράσουν ο ένας τον άλλον συντομεύοντας την προθεσμία προειδοποίησης για την ανάληψη. Ενίοτε καταβάλλουν τόκο ακόμη και για χρήματα που είναι αναλήψιμα χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση. Στο πλαίσιο αυτού του ανταγωνισμού, ορισμένες τράπεζες προχώρησαν υπερβολικά και έθεσαν σε κίνδυνο τη φερεγγυότητά τους.
In the same way banks and bankers are intent upon attracting demand for secondary media of exchange. They offer convenient terms to their customers. They try to outdo one another by shortening the time allowed for notice. Sometimes they pay interest even for money maturing without notice. In this rivalry some banks have gone too far and endangered their solvency.
Οι πολιτικές συνθήκες των τελευταίων δεκαετιών προσέδωσαν αυξημένη σημασία στα τραπεζικά υπόλοιπα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως δευτερογενή μέσα ανταλλαγής. Οι κυβερνήσεις σχεδόν όλων των χωρών διεξάγουν εκστρατεία εναντίον των κεφαλαιούχων. Επιδιώκουν να τους απαλλοτριώσουν μέσω φορολογικών και νομισματικών μέτρων. Οι κεφαλαιούχοι επιδιώκουν να προστατεύσουν την περιουσία τους διατηρώντας μέρος των κεφαλαίων τους σε ρευστή μορφή, ώστε να μπορούν εγκαίρως να αποφεύγουν τα δημευτικά μέτρα. Διατηρούν υπόλοιπα σε τράπεζες χωρών στις οποίες ο κίνδυνος δήμευσης ή υποτίμησης του νομίσματος είναι, προς το παρόν, μικρότερος απ’ ό,τι σε άλλες χώρες. Μόλις μεταβληθούν οι προοπτικές, μεταφέρουν τα υπόλοιπά τους σε χώρες που φαίνεται προσωρινά να προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια. Αυτά τα κεφάλαια έχουν κατά νου οι άνθρωποι όταν μιλούν για «θερμό χρήμα».
Political conditions of the last decades have given to bank balances which can be used as secondary media of exchange an increased importance. The governments of almost all countries are engaged in a campaign against the capitalists. They are intent upon expropriating them by means of taxation and monetary measures. The capitalists are eager to protect their property by keeping a part of their funds liquid in order to evade confiscatory measures in time. They keep balances with the banks of those countries in which the danger of confiscation or currency devaluation is for the moment less than in other countries. As soon as the prospects change, they transfer their balances into countries which temporarily seem to offer more security. It is these funds which people have in mind when speaking of “hot money.”
Η σημασία του θερμού χρήματος για τη διαμόρφωση των νομισματικών συνθηκών αποτελεί συνέπεια του συστήματος ενιαίου αποθέματος. Για να διευκολύνουν τις κεντρικές τράπεζες να προβαίνουν σε πιστωτική επέκταση, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιδίωξαν από πολύ παλιά τη συγκέντρωση των αποθεμάτων χρυσού των χωρών τους στις κεντρικές τράπεζες. Οι άλλες τράπεζες —οι ιδιωτικές, δηλαδή εκείνες που δεν είναι προικισμένες με ειδικά προνόμια και δεν δικαιούνται να εκδίδουν τραπεζογραμμάτια— περιορίζουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα στις ανάγκες των καθημερινών τους συναλλαγών. Δεν διατηρούν πλέον απόθεμα έναντι των καθημερινώς ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών τους. Δεν θεωρούν αναγκαίο να αντιστοιχίζουν τις ημερομηνίες λήξης των υποχρεώσεων και των απαιτήσεών τους κατά τρόπο που να είναι καθημερινά έτοιμες να εκπληρώσουν χωρίς εξωτερική συνδρομή τις υποχρεώσεις τους προς τους πιστωτές τους. Στηρίζονται στην κεντρική τράπεζα. Όταν οι πιστωτές επιθυμούν να αναλάβουν ποσό μεγαλύτερο από το «κανονικό», οι ιδιωτικές τράπεζες δανείζονται τα απαιτούμενα κεφάλαια από την κεντρική τράπεζα. Μια ιδιωτική τράπεζα θεωρεί ότι διαθέτει επαρκή ρευστότητα, αν κατέχει είτε επαρκή ποσότητα ενεχύρων έναντι των οποίων θα τη δανείσει η κεντρική τράπεζα είτε συναλλαγματικές τις οποίες η κεντρική τράπεζα θα αναπροεξοφλήσει.24
The significance of hot money for the constellation of monetary affairs is the outcome of the one-reserve system. In order to make it easier for the central banks to embark upon credit expansion, the European governments aimed long ago at a concentration of their countries’ gold reserves with the central banks. The other banks (the private banks, i.e., those not endowed with special privileges and not entitled to issue banknotes) restrict their cash holdings to the requirements of their daily transactions. They no longer keep a reserve against their daily maturing liabilities. They do not consider it necessary to balance the maturity dates of their liabilities and their assets in such a way as to be any day ready to comply unaided with their obligations to their creditors. They rely upon the central bank. When the creditors want to withdraw more than the “normal” amount, the private banks borrow the funds needed from the central bank. A private bank considers itself liquid if it owns a sufficient amount either of collateral against which the central bank will lend or of bills of exchange which the central bank will rediscount.[24]
Όταν άρχισε η εισροή θερμού χρήματος, οι ιδιωτικές τράπεζες των χωρών στις οποίες αυτό κατατέθηκε προσωρινά δεν διέκριναν κανένα πρόβλημα στο να μεταχειριστούν αυτά τα κεφάλαια με τον συνήθη τρόπο. Χρησιμοποίησαν τα πρόσθετα κεφάλαια που τους εμπιστεύθηκαν για να αυξήσουν τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις. Δεν ανησυχούσαν για τις συνέπειες, μολονότι γνώριζαν ότι τα κεφάλαια αυτά θα αποσύρονταν μόλις εμφανίζονταν αμφιβολίες σχετικά με τη δημοσιονομική ή νομισματική πολιτική της χώρας τους. Η έλλειψη ρευστότητας αυτών των τραπεζών ήταν προφανής: από τη μία πλευρά υπήρχαν μεγάλα ποσά τα οποία οι πελάτες δικαιούνταν να αποσύρουν κατόπιν σύντομης προειδοποίησης και, από την άλλη, δάνεια προς επιχειρήσεις που μπορούσαν να ανακτηθούν μόνο σε μεταγενέστερο χρόνο. Η μόνη συνετή μέθοδος διαχείρισης του θερμού χρήματος θα ήταν η διατήρηση αποθέματος χρυσού και συναλλάγματος αρκετά μεγάλου ώστε να καταστεί δυνατή η επιστροφή ολόκληρου του ποσού σε περίπτωση αιφνίδιας απόσυρσης. Η μέθοδος αυτή, βεβαίως, θα απαιτούσε από τις τράπεζες να χρεώνουν στους πελάτες προμήθεια για την ασφαλή φύλαξη των κεφαλαίων τους.
When the inflow of hot money began, the private banks of the countries in which it was temporarily deposited saw nothing wrong in treating these funds in the usual way. They employed the additional funds entrusted to them in increasing their loans to business. They did not worry about the consequences, although they knew that these funds would be withdrawn as soon as any doubts about their country’s fiscal or monetary policy emerged. The illiquidity of the status of these banks was manifest: on the one hand large sums which the customers had the right to withdraw at short notice, and on the other hand loans to business which could be recovered only at a later date. The only cautious method of dealing with hot money would have been to keep a reserve of gold and foreign exchange big enough to pay back the whole amount in case of a sudden withdrawal. Of course, this method would have required the banks to charge the customers a commission for keeping their funds safe.
Η κρίσιμη στιγμή για τις ελβετικές τράπεζες ήλθε τον Σεπτέμβριο του 1936, την ημέρα κατά την οποία η Γαλλία υποτίμησε το γαλλικό φράγκο. Οι καταθέτες θερμού χρήματος φοβήθηκαν· ανησύχησαν μήπως η Ελβετία ακολουθήσει το γαλλικό παράδειγμα. Ήταν αναμενόμενο ότι όλοι θα επιχειρούσαν να μεταφέρουν αμέσως τα κεφάλαιά τους στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη, ή ακόμη και στο Παρίσι, το οποίο για τις αμέσως επόμενες εβδομάδες φαινόταν να παρουσιάζει μικρότερο κίνδυνο νομισματικής υποτίμησης. Οι ελβετικές εμπορικές τράπεζες, όμως, δεν ήταν σε θέση να επιστρέψουν αυτά τα κεφάλαια χωρίς τη συνδρομή της Εθνικής Τράπεζας. Τα είχαν δανείσει σε επιχειρήσεις —σε μεγάλο βαθμό σε επιχειρήσεις χωρών οι οποίες, μέσω συναλλαγματικών ελέγχων, είχαν δεσμεύσει τα υπόλοιπά τους.
Η μόνη διέξοδος θα ήταν να δανειστούν από την Εθνική Τράπεζα. Έτσι, θα διατηρούσαν τη δική τους φερεγγυότητα. Οι καταθέτες, όμως, μόλις πληρώνονταν, θα ζητούσαν αμέσως από την Εθνική Τράπεζα να εξαργυρώσει σε χρυσό ή συνάλλαγμα τα τραπεζογραμμάτια που έλαβαν. Αν η Εθνική Τράπεζα δεν ικανοποιούσε το αίτημα αυτό, θα εγκατέλειπε στην πράξη τον κανόνα του χρυσού και θα υποτιμούσε το ελβετικό φράγκο. Αν, από την άλλη πλευρά, εξαργύρωνε τα τραπεζογραμμάτια, θα έχανε το μεγαλύτερο μέρος του αποθέματός της. Θα επακολουθούσε πανικός. Οι ίδιοι οι Ελβετοί θα επιχειρούσαν να αποκτήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο χρυσό και συνάλλαγμα. Ολόκληρο το νομισματικό σύστημα της χώρας θα κατέρρεε.
The showdown came for the Swiss banks on the day in September, 1936, on which France devalued the French franc. The depositors of hot money became frightened; they feared that Switzerland might follow the French example. It was to be expected that they would all try to transfer their funds immediately to London or New York, or even to Paris, which for the immediate coming weeks seemed to offer a smaller hazard of currency depreciation. But the Swiss commercial banks were not in a position to pay back these funds without the aid of the National Bank. They had lent them to business—a great part to business in countries which, by foreign exchange control, had blocked their balances. The only way out would have been for them to borrow from the National Bank. Then they would have maintained their own solvency. But the depositors paid would have immediately asked the National Bank for the redemption, in gold or foreign exchange, of the banknotes received. If the National Bank were not to comply with this request, it would thereby have actually abandoned the gold standard and devalued the Swiss franc. If, on the other hand, the Bank had redeemed the notes, it would have lost the greater part of its reserve. A panic would have resulted. The Swiss themselves would have tried to procure as much gold and foreign exchange as possible. The whole monetary system of the country would have collapsed.
Η μόνη εναλλακτική δυνατότητα για την Ελβετική Εθνική Τράπεζα θα ήταν να μην παράσχει καμία απολύτως συνδρομή στις ιδιωτικές τράπεζες. Αυτό, όμως, θα ισοδυναμούσε με την αφερεγγυότητα των σημαντικότερων πιστωτικών ιδρυμάτων της χώρας.
The only alternative for the Swiss National Bank would have been not to assist the private banks at all. But this would have been equivalent to the insolvency of the country’s most important credit institutions.
Επομένως, δεν απέμενε καμία επιλογή στην ελβετική κυβέρνηση. Διέθετε μόνο ένα μέσο για να αποτρέψει την οικονομική καταστροφή: να ακολουθήσει αμέσως το γαλλικό παράδειγμα και να υποτιμήσει το ελβετικό φράγκο. Το ζήτημα δεν επιδεχόταν αναβολή.
Thus for the Swiss Government no choice was left. It had only one means to prevent an economic catastrophe: to follow suit forthwith and to devalue the Swiss franc. The matter did not brook delay.
Σε γενικές γραμμές, η Μεγάλη Βρετανία αντιμετώπισε παρόμοιες συνθήκες κατά την έκρηξη του πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1939. Το Σίτι του Λονδίνου υπήρξε κάποτε το τραπεζικό κέντρο του κόσμου. Είχε προ πολλού απολέσει αυτή τη λειτουργία. Ωστόσο, παραμονές του πολέμου, αλλοδαποί και πολίτες των Κτήσεων της Βρετανικής Κοινοπολιτείας εξακολουθούσαν να διατηρούν σημαντικά βραχυπρόθεσμα υπόλοιπα στις βρετανικές τράπεζες. Επιπλέον, υπήρχαν οι μεγάλες καταθέσεις που οφείλονταν στις κεντρικές τράπεζες της «περιοχής της στερλίνας». Αν η βρετανική κυβέρνηση δεν είχε δεσμεύσει όλα αυτά τα υπόλοιπα μέσω συναλλαγματικών περιορισμών, η αφερεγγυότητα των βρετανικών τραπεζών θα είχε καταστεί έκδηλη. Ο συναλλαγματικός έλεγχος αποτελούσε συγκαλυμμένο χρεοστάσιο υπέρ των τραπεζών. Τις απάλλαξε από τη δυσάρεστη ανάγκη να ομολογήσουν δημοσίως ότι αδυνατούσαν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους.
By and large, Great Britain, at the outbreak of the war in September, 1939, had to face similar conditions. The City of London was once the world’s banking center. It has long since lost this function. But foreigners and citizens of the Dominions still kept, on the eve of the war, considerable short-term balances in the British banks. Besides, there were the large deposits due to the central banks in the “sterling area.” If the British Government had not frozen all these balances by means of foreign exchange restrictions, the insolvency of the British banks would have become manifest. Foreign exchange control was a disguised moratorium for the banks. It relieved them from the plight of having to confess publicly their inability to fulfill their obligations.
18. Η πληθωριστική ερμηνεία της ιστορίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου18. The Inflationist View of History
Μια ιδιαίτερα δημοφιλής θεωρία υποστηρίζει ότι η προοδευτική μείωση της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην ιστορική εξέλιξη. Υποστηρίζεται ότι η ανθρωπότητα δεν θα είχε φθάσει στο σημερινό επίπεδο ευημερίας της, αν η προσφορά χρήματος δεν είχε αυξηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό από τη ζήτηση χρήματος. Η επακόλουθη πτώση της αγοραστικής δύναμης υπήρξε, λέγεται, αναγκαία προϋπόθεση της οικονομικής προόδου. Η εντατικοποίηση του καταμερισμού της εργασίας και η συνεχής αύξηση της συσσώρευσης κεφαλαίου, που εκατονταπλασίασαν την παραγωγικότητα της εργασίας, μπορούσαν να συντελεστούν μόνο σε έναν κόσμο προοδευτικά αυξανόμενων τιμών. Ο πληθωρισμός δημιουργεί ευημερία και πλούτο· ο αποπληθωρισμός προκαλεί δυσχέρεια και οικονομική παρακμή.25
Μια επισκόπηση της πολιτικής φιλολογίας και των ιδεών που καθοδήγησαν επί αιώνες τη νομισματική και πιστωτική πολιτική των εθνών αποκαλύπτει ότι η άποψη αυτή είναι σχεδόν καθολικά αποδεκτή. Παρά τις προειδοποιήσεις των οικονομολόγων, εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να αποτελεί τον πυρήνα της οικονομικής φιλοσοφίας του μη ειδικού. Αποτελεί εξίσου την ουσία της διδασκαλίας του λόρδου Keynes και των μαθητών του και στα δύο ημισφαίρια.
A very popular doctrine maintains that progressive lowering of the monetary unit’s purchasing power played a decisive role in historical evolution. It is asserted that mankind would not have reached its present state of well-being if the supply of money had not increased to a greater extent than the demand for money. The resulting fall in purchasing power, it is said, was a necessary condition of economic progress. The intensification of the division of labor and the continuous growth of capital accumulation, which have centupled the productivity of labor, could ensue only in a world of progressive price rises. Inflation creates prosperity and wealth; deflation distress and economic decay.[25] A survey of political literature and of the ideas that guided for centuries the monetary and credit policies of the nations reveals that this opinion is almost generally accepted. In spite of all warnings on the part of economists it is still today the core of the layman’s economic philosophy. It is no less the essence of the teachings of Lord Keynes and his disciples in both hemispheres.
Η δημοτικότητα του πληθωρισμού ως πολιτικού προγράμματος οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο βαθιά ριζωμένο μίσος κατά των πιστωτών. Ο πληθωρισμός θεωρείται δίκαιος επειδή ευνοεί τους οφειλέτες εις βάρος των πιστωτών. Ωστόσο, η πληθωριστική ερμηνεία της ιστορίας με την οποία ασχολούμαστε στην παρούσα ενότητα συνδέεται μόνο χαλαρά με αυτό το επιχείρημα κατά των πιστωτών. Ο ισχυρισμός της ότι ο «επεκτατισμός» αποτελεί την κινητήρια δύναμη της οικονομικής προόδου και ότι ο «περιορισμός» είναι το χείριστο όλων των κακών βασίζεται κυρίως σε άλλα επιχειρήματα.
The popularity of inflationism is in great part due to deep-rooted hatred of creditors. Inflation is considered just because it favors debtors at the expense of creditors. However, the inflationist view of history which we have to deal with in this section is only loosely related to this anticreditor argument. Its assertion that “expansionism” is the driving force of economic progress and that “restrictionism” is the worst of all evils is mainly based on other arguments.
Είναι προφανές ότι τα προβλήματα που εγείρει η πληθωριστική θεωρία δεν μπορούν να επιλυθούν με προσφυγή στα διδάγματα της ιστορικής εμπειρίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιστορία των τιμών παρουσιάζει, σε γενικές γραμμές, μια συνεχή ανοδική τάση, μολονότι αυτή διακόπτεται ενίοτε για σύντομες περιόδους. Είναι, βεβαίως, αδύνατον να διαπιστωθεί αυτό το γεγονός με άλλο τρόπο πέρα από την ιστορική κατανόηση. Η καταλλακτική ακρίβεια δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε ιστορικά προβλήματα. Οι προσπάθειες ορισμένων ιστορικών και στατιστικολόγων να ανασυνθέσουν τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης των πολύτιμων μετάλλων ανά τους αιώνες και να τις μετρήσουν είναι μάταιες. Έχει ήδη καταδειχθεί ότι όλες οι απόπειρες μέτρησης οικονομικών μεγεθών βασίζονται σε εντελώς εσφαλμένες παραδοχές και φανερώνουν άγνοια των θεμελιωδών αρχών τόσο της οικονομικής επιστήμης όσο και της ιστορίας. Όσα, όμως, μπορεί να μας πει η ιστορία σε αυτό το πεδίο μέσω των ιδιαίτερων μεθόδων της αρκούν για να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό ότι η αγοραστική δύναμη του χρήματος παρουσίασε επί αιώνες τάση υποχώρησης. Ως προς αυτό το σημείο συμφωνούν όλοι.
It is obvious that the problems raised by the inflationist doctrine cannot be solved by a recourse to the teachings of historical experience. It is beyond doubt that the history of prices shows, by and large, a continuous, although sometimes for short periods interrupted, upward trend. It is of course impossible to establish this fact otherwise than by historical understanding. Catallactic precision cannot be applied to historical problems. The endeavors of some historians and statisticians to trace back the changes in the purchasing power of the precious metals for centuries, and to measure them, are futile. It has been shown already that all attempts to measure economic magnitudes are based on entirely fallacious assumptions and display ignorance of the fundamental principles both of economics and of history. But what history by means of its specific methods can tell us in this field is enough to justify the assertion that the purchasing power of money has for centuries shown a tendency to fall. With regard to this point all people agree.
Δεν είναι, όμως, αυτό το πρόβλημα που πρέπει να διασαφηνιστεί. Το ερώτημα είναι αν η πτώση της αγοραστικής δύναμης υπήρξε ή όχι απαραίτητος παράγοντας της εξέλιξης που οδήγησε από τη φτώχεια παλαιότερων εποχών στις περισσότερο ικανοποιητικές συνθήκες του σύγχρονου δυτικού καπιταλισμού. Το ερώτημα αυτό πρέπει να απαντηθεί χωρίς αναφορά στην ιστορική εμπειρία, η οποία μπορεί να ερμηνευθεί και πράγματι ερμηνεύεται πάντοτε με διαφορετικούς τρόπους και την οποία επικαλούνται τόσο οι υποστηρικτές όσο και οι αντίπαλοι κάθε θεωρίας και κάθε ερμηνείας της ιστορίας ως απόδειξη των αμοιβαία αντιφατικών και ασυμβίβαστων ισχυρισμών τους. Εκείνο που απαιτείται είναι η αποσαφήνιση των επιδράσεων των μεταβολών της αγοραστικής δύναμης στον καταμερισμό της εργασίας, στη συσσώρευση κεφαλαίου και στην τεχνολογική βελτίωση.
But this is not the problem to be elucidated. The question is whether the fall in purchasing power was or was not an indispensable factor in the evolution which led from the poverty of ages gone by to the more satisfactory conditions of modern Western capitalism. This question must be answered without reference to the historical experience, which can be and always is interpreted in different ways, and to which supporters and adversaries of every theory and of every explanation of history refer as a proof of their mutually contradictory and incompatible statements. What is needed is a clarification of the effects of changes in purchasing power on the division of labor, the accumulation of capital, and technological improvement.
Κατά την εξέταση αυτού του προβλήματος δεν αρκεί να αναιρεθούν τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι πληθωριστές προς υποστήριξη της θέσης τους. Ο παραλογισμός αυτών των επιχειρημάτων είναι τόσο πρόδηλος, ώστε η αναίρεση και η αποκάλυψή του είναι πράγματι εύκολες. Από τις απαρχές της, η οικονομική επιστήμη κατέδειξε επανειλημμένως ότι οι ισχυρισμοί σχετικά με τα υποτιθέμενα ευεργετήματα της αφθονίας χρήματος και τις υποτιθέμενες συμφορές της ανεπάρκειας χρήματος αποτελούν προϊόντα κατάφωρων συλλογιστικών σφαλμάτων. Οι προσπάθειες των αποστόλων του πληθωρισμού και του επεκτατισμού να αναιρέσουν την ορθότητα των διδασκαλιών των οικονομολόγων απέτυχαν ολοκληρωτικά.
In dealing with this problem one cannot satisfy oneself with the refutation of the arguments advanced by the inflationists in support of their thesis. The absurdity of these arguments is so manifest that their refutation and exposure is easy indeed. From its very beginnings economics has shown again and again that assertions concerning the alleged blessings of an abundance of money and the alleged disasters of a scarcity of money are the outcome of crass errors in reasoning. The endeavors of the apostles of inflationism and expansionism to refute the correctness of the economists’ teachings have failed utterly.
Το μόνο κρίσιμο ερώτημα είναι το ακόλουθο: είναι ή δεν είναι δυνατόν να μειωθεί διαρκώς το επιτόκιο μέσω πιστωτικής επέκτασης; Το πρόβλημα αυτό θα εξεταστεί εξαντλητικά στο κεφάλαιο που πραγματεύεται τη συνάφεια μεταξύ της χρηματικής σχέσης και του επιτοκίου. Εκεί θα καταδειχθεί ποιες πρέπει να είναι οι συνέπειες των οικονομικών ανθήσεων που δημιουργούνται μέσω πιστωτικής επέκτασης.
The only relevant question is this: Is it possible or not to lower the rate of interest lastingly by means of credit expansion? This problem will be treated exhaustively in the chapter dealing with the interconnection between the money relation and the rate of interest. There it will be shown what the consequences of booms created by credit expansion must be.
Στο παρόν σημείο της έρευνάς μας, όμως, πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως είναι δυνατόν να υπάρχουν άλλοι λόγοι που θα μπορούσαν να προβληθούν υπέρ της πληθωριστικής ερμηνείας της ιστορίας. Μήπως οι υπέρμαχοι του πληθωρισμού παρέλειψαν να επικαλεστούν ορισμένα βάσιμα επιχειρήματα που θα μπορούσαν να στηρίξουν τη θέση τους; Είναι ασφαλώς αναγκαίο να προσεγγίσουμε το ζήτημα από κάθε δυνατή πλευρά.
But we must ask ourselves at this point of our inquiries whether it is not possible that there are other reasons which could be advanced in favor of the inflationary interpretation of history. Is it not possible that the champions of inflationism have neglected to resort to some valid arguments which could support their stand? It is certainly necessary to approach the issue from every possible avenue.
Ας φανταστούμε έναν κόσμο στον οποίο η ποσότητα του χρήματος είναι απολύτως αμετάβλητη. Σε ένα πρώιμο στάδιο της ιστορίας, οι κάτοικοι αυτού του κόσμου παρήγαγαν ολόκληρη την ποσότητα του εμπορεύματος που χρησιμοποιείται για τη χρηματική λειτουργία και η οποία είναι δυνατόν να παραχθεί. Περαιτέρω αύξηση της ποσότητας του χρήματος αποκλείεται. Τα καταπιστευματικά μέσα είναι άγνωστα. Όλα τα χρηματικά υποκατάστατα —περιλαμβανομένων των κερμάτων περιορισμένης νόμιμης ισχύος— είναι πιστοποιητικά χρήματος.
Let us think of a world in which the quantity of money is rigid. At an early stage of history the inhabitants of this world have produced the whole quantity of the commodity employed for the monetary service which can possibly be produced. A further increase in the quantity of money is out of the question. Fiduciary media are unknown. All money-substitutes—the subsidiary coins included—are money-certificates.
Υπό αυτές τις παραδοχές, η εντατικοποίηση του καταμερισμού της εργασίας, η εξέλιξη από την οικονομική αυτάρκεια των νοικοκυριών, των χωριών, των περιφερειών και των χωρών προς το παγκόσμιο σύστημα αγοράς του δέκατου ένατου αιώνα, η προοδευτική συσσώρευση κεφαλαίου και η βελτίωση των τεχνολογικών μεθόδων παραγωγής θα είχαν οδηγήσει σε συνεχή πτωτική τάση των τιμών. Θα είχε άραγε ανακόψει την εξέλιξη του καπιταλισμού μια τέτοια άνοδος της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας;
On these assumptions the intensification of the division of labor, the evolution from the economic self-sufficiency of households, villages, districts, and countries to the world-embracing market system of the nineteenth century, the progressive accumulation of capital, and the improvement of technological methods of production would have resulted in a continuous trend toward falling prices. Would such a rise in the purchasing power of the monetary unit have stopped the evolution of capitalism?
Ο μέσος επιχειρηματίας θα απαντήσει καταφατικά. Επειδή ζει και ενεργεί σε ένα περιβάλλον όπου η βραδεία αλλά συνεχής πτώση της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας θεωρείται φυσιολογική, αναγκαία και επωφελής, αδυνατεί απλώς να κατανοήσει μια διαφορετική κατάσταση πραγμάτων. Συνδέει, αφενός, τις έννοιες της ανόδου των τιμών και των κερδών και, αφετέρου, τις έννοιες της πτώσης των τιμών και των ζημιών. Το γεγονός ότι υπάρχουν επίσης πτωτικές κερδοσκοπικές πράξεις και ότι μεγάλες περιουσίες έχουν δημιουργηθεί από κερδοσκόπους που προσδοκούσαν πτώση των τιμών δεν κλονίζει τον δογματισμό του. Αυτές, λέει, είναι απλώς κερδοσκοπικές συναλλαγές ανθρώπων που επιδιώκουν να επωφεληθούν από την πτώση των τιμών ήδη παραχθέντων και διαθέσιμων αγαθών. Οι δημιουργικές καινοτομίες, οι νέες επενδύσεις και η εφαρμογή βελτιωμένων τεχνολογικών μεθόδων απαιτούν το κίνητρο που παρέχει η προσδοκία ανόδου των τιμών. Η οικονομική πρόοδος είναι δυνατή μόνο σε έναν κόσμο αυξανόμενων τιμών.
The average businessman will answer this question in the affirmative. Living and acting in an environment in which a slow but continuous fall in the monetary unit’s purchasing power is deemed normal, necessary, and beneficial, he simply cannot comprehend a different state of affairs. He associates the notions of rising prices and profits on the one hand and of falling prices and losses on the other. The fact that there are bear operations too and that great fortunes have been made by bears does not shake his dogmatism. These are, he says, merely speculative transactions of people eager to profit from the fall in the prices of goods already produced and available. Creative innovations, new investments, and the application of improved technological methods require the inducement brought about by the expectation of price rises. Economic progress is possible only in a world of rising prices.
Η άποψη αυτή είναι αστήρικτη. Σε έναν κόσμο αυξανόμενης αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας, ο τρόπος σκέψης όλων θα είχε προσαρμοστεί σε αυτή την κατάσταση πραγμάτων, όπως ακριβώς στον πραγματικό μας κόσμο έχει προσαρμοστεί στη φθίνουσα αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας. Σήμερα, όλοι είναι διατεθειμένοι να θεωρούν την αύξηση του ονομαστικού ή χρηματικού τους εισοδήματος βελτίωση της υλικής τους ευημερίας. Η προσοχή των ανθρώπων στρέφεται περισσότερο προς την αύξηση των ονομαστικών μισθολογικών ποσοστών και του χρηματικού ισοδυνάμου του πλούτου παρά προς την αύξηση της προσφοράς εμπορευμάτων. Σε έναν κόσμο αυξανόμενης αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας θα ενδιαφέρονταν περισσότερο για τη μείωση του κόστους ζωής. Αυτό θα καθιστούσε σαφέστερο το γεγονός ότι η οικονομική πρόοδος συνίσταται πρωτίστως στο να καθίστανται οι ανέσεις της ζωής ευκολότερα προσιτές.
This opinion is untenable. In a world of a rising purchasing power for the monetary unit everybody’s mode of thinking would have adjusted itself to this state of affairs, just as in our actual world it has adjusted itself to a falling purchasing power of the monetary unit. Today everybody is prepared to consider a rise in his nominal or monetary income as an improvement of his material well-being. People’s attention is directed more toward the rise in nominal wage rates and the money equivalent of wealth than to the increase in the supply of commodities. In a world of rising purchasing power for the monetary unit they would concern themselves more with the fall in living costs. This would bring into clearer relief the fact that economic progress consists primarily in making the amenities of life more easily accessible.
Κατά τη διεξαγωγή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, οι εκτιμήσεις σχετικά με τη μακροχρόνια τάση των τιμών δεν διαδραματίζουν κανέναν απολύτως ρόλο. Οι επιχειρηματίες και οι επενδυτές δεν ασχολούνται με μακροχρόνιες τάσεις. Τις ενέργειές τους καθοδηγεί η κρίση τους σχετικά με την κίνηση των τιμών κατά τις προσεχείς εβδομάδες, μήνες ή, το πολύ, χρόνια. Δεν λαμβάνουν υπόψη τη γενική κίνηση όλων των τιμών. Εκείνο που έχει σημασία γι’ αυτούς είναι η ύπαρξη αποκλίσεων μεταξύ των τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής και των προσδοκώμενων τιμών των προϊόντων.
Κανένας επιχειρηματίας δεν αναλαμβάνει ένα συγκεκριμένο παραγωγικό εγχείρημα επειδή πιστεύει ότι οι τιμές —δηλαδή οι τιμές όλων των αγαθών και υπηρεσιών— θα αυξηθούν. Το αναλαμβάνει αν πιστεύει ότι μπορεί να επωφεληθεί από μια διαφορά μεταξύ των τιμών αγαθών διαφορετικών τάξεων. Σε έναν κόσμο με μακροχρόνια τάση πτώσης των τιμών, τέτοιες ευκαιρίες αποκόμισης κέρδους θα εμφανίζονταν κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εμφανίζονται σε έναν κόσμο με μακροχρόνια τάση ανόδου των τιμών. Η προσδοκία μιας γενικής και προοδευτικής ανοδικής κίνησης όλων των τιμών δεν επιφέρει εντατικοποίηση της παραγωγής και βελτίωση της ευημερίας. Καταλήγει στη «φυγή προς τις εμπράγματες αξίες», στην καταστροφική ανατιμητική έκρηξη και στην πλήρη κατάρρευση του νομισματικού συστήματος.
In the conduct of business, reflections concerning the secular trend of prices do not play any role whatever. Entrepreneurs and investors do not bother about secular trends. What guides their actions is their opinion about the movement of prices in the coming weeks, months, or at most years. They do not heed the general movement of all prices. What matters for them is the existence of discrepancies between the prices of the complementary factors of production and the anticipated prices of the products. No businessman embarks upon a definite production project because he believes that the prices, i.e., the prices of all goods and services, will rise. He engages himself if he believes that he can profit from a difference between the prices of goods of various orders. In a world with a secular tendency toward falling prices, such opportunities for earning profit will appear in the same way in which they appear in a world with a secular trend toward rising prices. The expectation of a general progressive upward movement of all prices does not bring about intensified production and improvement in well-being. It results in the “flight to real values,” in the crack-up boom and the complete breakdown of the monetary system.
Αν γενικευθεί η πεποίθηση ότι οι τιμές όλων των εμπορευμάτων θα μειωθούν, το βραχυπρόθεσμο αγοραίο επιτόκιο μειώνεται κατά το ύψος της αρνητικής προσαύξησης τιμής.26 Έτσι, ο επιχειρηματίας που χρησιμοποιεί δανειακά κεφάλαια προστατεύεται από τις συνέπειες μιας τέτοιας πτώσης των τιμών στον ίδιο βαθμό στον οποίο, υπό συνθήκες αυξανόμενων τιμών, ο δανειστής προστατεύεται μέσω της προσαύξησης τιμής από τις συνέπειες της πτώσης της αγοραστικής δύναμης.
If the opinion that the prices of all commodities will drop becomes general, the short-term market rate of interest is lowered by the amount of the negative price premium.[26] Thus the entrepreneur employing borrowed funds is secured against the consequences of such a drop in prices to the same extent to which, under conditions of rising prices, the lender is secured through the price premium against the consequences of falling purchasing power.
Μια μακροχρόνια τάση ανόδου της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας θα απαιτούσε από τους επιχειρηματίες και τους επενδυτές διαφορετικούς πρακτικούς κανόνες από εκείνους που αναπτύχθηκαν υπό τη μακροχρόνια τάση πτώσης της αγοραστικής της δύναμης. Ασφαλώς, όμως, δεν θα επηρέαζε ουσιωδώς την πορεία των οικονομικών πραγμάτων. Δεν θα εξάλειφε την παρόρμηση των ανθρώπων να βελτιώσουν όσο το δυνατόν περισσότερο την υλική τους ευημερία μέσω κατάλληλης διάρθρωσης της παραγωγής. Δεν θα στερούσε από το οικονομικό σύστημα τους παράγοντες που οδηγούν στην υλική βελτίωση: την επιδίωξη κέρδους από τους δραστήριους και πρωτοπόρους επιχειρηματίες και την προθυμία του κοινού να αγοράζει τα εμπορεύματα που μπορούν να του προσφέρουν τη μεγαλύτερη ικανοποίηση με το χαμηλότερο κόστος.
A secular tendency toward a rise in the monetary unit’s purchasing power would require rules of thumb on the part of businessmen and investors other than those developed under the secular tendency toward a fall in its purchasing power. But it would certainly not influence substantially the course of economic affairs. It would not remove the urge of people to improve their material well-being as far as possible by an appropriate arrangement of production. It would not deprive the economic system of the factors making for material improvement, namely, the striving of enterprising promoters after profit and the readiness of the public to buy those commodities which are apt to provide them the greatest satisfaction at the lowest costs.
Οι παρατηρήσεις αυτές ασφαλώς δεν συνιστούν συνηγορία υπέρ μιας αποπληθωριστικής πολιτικής. Συνεπάγονται απλώς την αναίρεση των ανεξάλειπτων πληθωριστικών μύθων. Αποκαλύπτουν τον απατηλό χαρακτήρα της θεωρίας του λόρδου Keynes, σύμφωνα με την οποία η πηγή της φτώχειας και της δυσχέρειας, της ύφεσης των συναλλαγών και της ανεργίας πρέπει να αναζητηθεί σε μια «συσταλτική πίεση». Δεν είναι αληθές ότι «μια αποπληθωριστική πίεση ... θα είχε ... εμποδίσει την ανάπτυξη της σύγχρονης βιομηχανίας». Δεν είναι αληθές ότι η πιστωτική επέκταση επιτελεί το «θαύμα ... της μετατροπής μιας πέτρας σε ψωμί».27
Such observations are certainly not a plea for a policy of deflation. They imply merely a refutation of the ineradicable inflationist fables. They unmask the illusiveness of Lord Keynes’s doctrine that the source of poverty and distress, of depression of trade, and of unemployment is to be seen in a “contractionist pressure.” It is not true that “a deflationary pressure . . . would have . . . prevented the development of modern industry.” It is not true that credit expansion brings about the “miracle . . . of turning a stone into bread.”[27]
Η οικονομική επιστήμη δεν συνιστά ούτε πληθωριστική ούτε αποπληθωριστική πολιτική. Δεν παροτρύνει τις κυβερνήσεις να επεμβαίνουν στην επιλογή του μέσου ανταλλαγής από την αγορά. Θεμελιώνει μόνο τις ακόλουθες αλήθειες:
Economics recommends neither inflationary nor deflationary policy. It does not urge the governments to tamper with the market’s choice of a medium of exchange. It establishes only the following truths:
- Όταν μια κυβέρνηση δεσμεύεται σε πληθωριστική ή αποπληθωριστική πολιτική, δεν προάγει τη δημόσια ευημερία, το κοινό καλό ή τα συμφέροντα ολόκληρου του έθνους. Απλώς ευνοεί μία ή περισσότερες ομάδες του πληθυσμού εις βάρος άλλων ομάδων.
- Είναι αδύνατον να γνωρίζουμε εκ των προτέρων ποια ομάδα θα ευνοηθεί από ένα συγκεκριμένο πληθωριστικό ή αποπληθωριστικό μέτρο και σε ποιον βαθμό. Οι επιδράσεις αυτές εξαρτώνται από ολόκληρο το σύμπλεγμα των σχετικών δεδομένων της αγοράς. Εξαρτώνται επίσης σε μεγάλο βαθμό από την ταχύτητα των πληθωριστικών ή αποπληθωριστικών κινήσεων και ενδέχεται να αντιστραφούν πλήρως καθώς οι κινήσεις αυτές εξελίσσονται.
- Σε κάθε περίπτωση, η νομισματική επέκταση καταλήγει σε εσφαλμένες επενδύσεις κεφαλαίου και υπερκατανάλωση. Αφήνει το έθνος ως σύνολο φτωχότερο και όχι πλουσιότερο. Τα προβλήματα αυτά εξετάζονται στο Κεφάλαιο XX.
- Ο συνεχιζόμενος πληθωρισμός πρέπει τελικά να καταλήξει στην καταστροφική ανατιμητική έκρηξη και στην πλήρη κατάρρευση του νομισματικού συστήματος.
- Η αποπληθωριστική πολιτική είναι δαπανηρή για το δημόσιο ταμείο και αντιδημοφιλής στις μάζες. Η πληθωριστική πολιτική, αντιθέτως, αποτελεί ευεργέτημα για το δημόσιο ταμείο και είναι εξαιρετικά δημοφιλής μεταξύ των αδαών. Στην πράξη, ο κίνδυνος του αποπληθωρισμού είναι μικρός, ενώ ο κίνδυνος του πληθωρισμού τεράστιος.
- Πρβλ. την κριτική μελέτη της Marianne von Herzfeld, «Die Geschichte als Funktion der Geldbewegung», Archiv für Sozialwissenschaft, LVI, σσ. 654–686, καθώς και τα έργα που παρατίθενται σε αυτή τη μελέτη.
- Πρβλ. κατωτέρω, σσ. 541–545.
- Παρατίθεται από το International Clearing Union, Text of a Paper Containing Proposals by British Experts for an International Clearing Union, 8 Απριλίου 1943, έκδοση της British Information Services, υπηρεσίας της βρετανικής κυβέρνησης, σ. 12.
1. By committing itself to an inflationary or deflationary policy a government does not promote the public welfare, the commonweal, or the interests of the whole nation. It merely favors one or several groups of the population at the expense of other groups.
2. It is impossible to know in advance which group will be favored by a definite inflationary or deflationary measure and to what extent. These effects depend on the whole complex of the market data involved. They also depend largely on the speed of the inflationary or deflationary movements and may be completely reversed with the progress of these movements.
3. At any rate, an expansion results in misinvestment of capital and overconsumption. It leaves the nation as a whole poorer, not richer. These problems are dealt with in Chapter XX.
4. Continued inflation must finally end in the crack-up boom, the complete breakdown of the currency system.
5. Deflationary policy is costly for the treasury and unpopular with the masses. But inflationary policy is a boon for the treasury and very popular with the ignorant. Practically, the danger of deflation is but slight and the danger of inflation tremendous.
Οι άνθρωποι επέλεξαν τα πολύτιμα μέταλλα, τον χρυσό και τον άργυρο, για τη χρηματική λειτουργία λόγω των ορυκτολογικών, φυσικών και χημικών ιδιοτήτων τους. Η χρήση του χρήματος σε μια οικονομία της αγοράς αποτελεί πραξεολογικώς αναγκαίο γεγονός. Το ότι χρησιμοποιείται ως χρήμα ο χρυσός —και όχι κάτι άλλο— αποτελεί απλώς ιστορικό γεγονός και, ως τέτοιο, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο καταλλακτικής σύλληψης. Και στη νομισματική ιστορία, όπως και σε όλους τους άλλους κλάδους της ιστορίας, πρέπει να προσφεύγουμε στην ιστορική κατανόηση. Αν κάποιος αρέσκεται να αποκαλεί τον κανόνα του χρυσού «βαρβαρικό κατάλοιπο»,28 δεν μπορεί να αντιταχθεί στην εφαρμογή του ίδιου χαρακτηρισμού σε κάθε ιστορικά προσδιορισμένο θεσμό. Τότε, το γεγονός ότι οι Βρετανοί μιλούν αγγλικά —και όχι δανικά, γερμανικά ή γαλλικά— αποτελεί επίσης βαρβαρικό κατάλοιπο, και κάθε Βρετανός που αντιτίθεται στην αντικατάσταση της αγγλικής από την Εσπεράντο είναι εξίσου δογματικός και ορθόδοξος με όσους δεν ενθουσιάζονται με τα σχέδια για ένα διαχειριζόμενο νόμισμα.
Men have chosen the precious metals gold and silver for the money service on account of their mineralogical, physical, and chemical features. The use of money in a market economy is a praxeologically necessary fact. That gold—and not something else—is used as money is merely a historical fact and as such cannot be conceived by catallactics. In monetary history too, as in all other branches of history, one must resort to historical understanding. If one takes pleasure in calling the gold standard a “barbarous relic,”[28] one cannot object to the application of the same term to every historically determined institution. Then the fact that the British speak English—and not Danish, German, or French—is a barbarous relic too, and every Briton who opposes the substitution of Esperanto for English is no less dogmatic and orthodox than those who do not wax rapturous about the plans for a managed currency.
Η απονομισματοποίηση του αργύρου και η εγκαθίδρυση του μονομεταλλισμού του χρυσού αποτέλεσαν αποτέλεσμα σκόπιμης κυβερνητικής παρέμβασης στα νομισματικά ζητήματα. Είναι άσκοπο να εγείρεται το ερώτημα τι θα είχε συμβεί αν δεν είχαν εφαρμοστεί αυτές οι πολιτικές. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται ότι πρόθεση των κυβερνήσεων δεν ήταν η εγκαθίδρυση του κανόνα του χρυσού. Εκείνο στο οποίο απέβλεπαν ήταν ο διμεταλλικός κανόνας. Επιθυμούσαν να αντικαταστήσουν την κυμαινόμενη αγοραία σχέση μεταξύ των ανεξάρτητα συνυπαρχόντων χρυσών και αργυρών νομισμάτων με μια αμετάβλητη, κυβερνητικώς καθορισμένη ανταλλακτική σχέση μεταξύ χρυσού και αργύρου. Οι νομισματικές θεωρίες στις οποίες βασίζονταν αυτές οι προσπάθειες παρανοούσαν τα φαινόμενα της αγοράς με εκείνον τον ολοκληρωτικό τρόπο με τον οποίο μόνο οι γραφειοκράτες μπορούν να τα παρανοήσουν. Οι απόπειρες δημιουργίας διμεταλλικού κανόνα του χρυσού και αργύρου απέτυχαν παταγωδώς. Αυτή ακριβώς η αποτυχία γέννησε τον κανόνα του χρυσού. Η εμφάνιση του κανόνα του χρυσού αποτέλεσε εκδήλωση της συντριπτικής ήττας των κυβερνήσεων και των προσφιλών τους θεωριών.
The demonetization of silver and the establishment of gold monometallism was the outcome of deliberate government interference with monetary matters. It is pointless to raise the question concerning what would have happened in the absence of these policies. But it must not be forgotten that it was not the intention of the governments to establish the gold standard. What the governments aimed at was the double standard. They wanted to substitute a rigid, government-decreed exchange ratio between gold and silver for the fluctuating market ratios between the independently coexistent gold and silver coins. The monetary doctrines underlying these endeavors misconstrued the market phenomena in that complete way in which only bureaucrats can misconstrue them. The attempts to create a double standard of both metals, gold and silver, failed lamentably. It was this failure which generated the gold standard. The emergence of the gold standard was the manifestation of a crushing defeat of the governments and their cherished doctrines.
Κατά τον δέκατο έβδομο αιώνα, οι τιμές στις οποίες η αγγλική κυβέρνηση διατίμησε τα νομίσματα υπερτιμούσαν τη γκινέα έναντι του αργύρου και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, προκάλεσαν την εξαφάνιση των αργυρών νομισμάτων. Σε κυκλοφορία παρέμειναν μόνο όσα αργυρά νομίσματα είχαν φθαρεί σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση ή είχαν αλλοιωθεί ή χάσει βάρος με κάποιον άλλο τρόπο· δεν συνέφερε η εξαγωγή και η πώλησή τους στην αγορά πολύτιμων μετάλλων. Έτσι, η Αγγλία απέκτησε τον κανόνα του χρυσού παρά την αντίθετη πρόθεση της κυβέρνησής της. Μόνο πολύ αργότερα η νομοθεσία μετέτρεψε τον de facto κανόνα του χρυσού σε de jure κανόνα. Η κυβέρνηση εγκατέλειψε τις περαιτέρω άκαρπες προσπάθειες να διοχετεύσει στην αγορά αργυρά νομίσματα πλήρους μεταλλικής αξίας και έκοβε πλέον άργυρο μόνο σε κέρματα περιορισμένης νόμιμης ισχύος. Τα κέρματα αυτά δεν ήταν χρήμα, αλλά χρηματικά υποκατάστατα. Η ανταλλακτική τους αξία δεν εξαρτιόταν από την περιεκτικότητά τους σε άργυρο, αλλά από το γεγονός ότι μπορούσαν ανά πάσα στιγμή, χωρίς καθυστέρηση και χωρίς δαπάνη, να ανταλλαχθούν στην πλήρη ονομαστική τους αξία με χρυσό. Αποτελούσαν στην πράξη τραπεζογραμμάτια τυπωμένα πάνω σε άργυρο, δηλαδή απαιτήσεις επί ορισμένης ποσότητας χρυσού.
In the seventeenth century the rates at which the English government tariffed the coins overvalued the guinea with regard to silver and thus made the silver coins disappear. Only those silver coins which were much worn by usage or in any other way defaced or reduced in weight remained in current use; it did not pay to export and to sell them on the bullion market.
Thus England got the gold standard against the intention of its government. Only much later the laws made the de facto gold standard a de jure standard. The government abandoned further fruitless attempts to pump silver standard coins into the market and minted silver only as subsidiary coins with a limited legal tender power. These subsidiary coins were not money, but money-substitutes. Their exchange value depended not on their silver content, but on the fact that they could be exchanged at every instant, without delay and without cost, at their full face value against gold. They were de facto silver printed notes, claims against a definite amount of gold.
Αργότερα, κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, ο διμεταλλικός κανόνας οδήγησε με παρόμοιο τρόπο στη Γαλλία και στις άλλες χώρες της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης στην εμφάνιση ενός de facto μονομεταλλισμού του χρυσού. Όταν η πτώση της τιμής του αργύρου, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1870, θα είχε αυτομάτως ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση του de facto κανόνα του χρυσού από έναν de facto κανόνα αργύρου, οι κυβερνήσεις αυτές ανέστειλαν την κοπή αργυρών νομισμάτων προκειμένου να διατηρήσουν τον κανόνα του χρυσού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η διάρθρωση των τιμών στην αγορά πολύτιμων μετάλλων είχε ήδη, πριν από την έκρηξη του Εμφυλίου Πολέμου, μετατρέψει τον νόμιμο διμεταλλισμό σε de facto μονομεταλλισμό του χρυσού. Μετά την περίοδο των greenbacks ακολούθησε σύγκρουση μεταξύ, αφενός, των υποστηρικτών του κανόνα του χρυσού και, αφετέρου, των υποστηρικτών του αργύρου. Το αποτέλεσμα ήταν η επικράτηση του κανόνα του χρυσού. Μόλις τα οικονομικώς περισσότερο προηγμένα έθνη υιοθέτησαν τον κανόνα του χρυσού, όλα τα υπόλοιπα ακολούθησαν το παράδειγμά τους. Μετά τις μεγάλες πληθωριστικές περιπέτειες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι περισσότερες χώρες έσπευσαν να επιστρέψουν στον κανόνα του χρυσού ή στον κανόνα χρυσού συναλλάγματος.
Later in the course of the nineteenth century the double standard resulted in a similar way in France and in the other countries of the Latin Monetary Union in the emergence of de facto gold monometallism. When the drop in the price of silver in the later ’seventies would automatically have effected the replacement of the de facto gold standard by the de facto silver standard, these governments suspended the coinage of silver in order to preserve the gold standard. In the United States the price structure on the bullion market had already, before the outbreak of the Civil War, transformed the legal bimetallism into de facto gold monometallism. After the greenback period there ensued a struggle between the friends of the gold standard on the one hand and those of silver on the other hand. The result was a victory for the gold standard. Once the economically most advanced nations had adopted the gold standard, all other nations followed suit. After the great inflationary adventures of the first World War most countries hastened to return to the gold standard or the gold exchange standard.
Ο κανόνας του χρυσού ήταν ο παγκόσμιος κανόνας της εποχής του καπιταλισμού, της αυξανόμενης ευημερίας, της ελευθερίας και της δημοκρατίας, τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομικής. Στα μάτια των υποστηρικτών του ελεύθερου εμπορίου, το κυριότερο πλεονέκτημά του ήταν ακριβώς ότι αποτελούσε διεθνή κανόνα, όπως απαιτούσαν το διεθνές εμπόριο και οι συναλλαγές των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίου.29 Αποτελούσε το μέσο ανταλλαγής μέσω του οποίου η δυτική εκβιομηχάνιση και το δυτικό κεφάλαιο είχαν μεταφέρει τον δυτικό πολιτισμό στα πιο απομακρυσμένα σημεία της επιφάνειας της Γης, καταστρέφοντας παντού τα δεσμά πανάρχαιων προκαταλήψεων και δεισιδαιμονιών, σπέρνοντας τους σπόρους μιας νέας ζωής και μιας νέας ευημερίας, απελευθερώνοντας τον νου και την ψυχή και δημιουργώντας πλούτη πρωτοφανή έως τότε. Συνόδευσε τον θριαμβευτικό και άνευ προηγουμένου βηματισμό του δυτικού φιλελευθερισμού, ο οποίος ήταν έτοιμος να ενώσει όλα τα έθνη σε μια κοινότητα ελεύθερων εθνών που θα συνεργάζονταν ειρηνικά μεταξύ τους.
The gold standard was the world standard of the age of capitalism, increasing welfare, liberty, and democracy, both political and economic. In the eyes of the free traders its main eminence was precisely the fact that it was an international standard as required by international trade and the transactions of the international money and capital market.[29] It was the medium of exchange by means of which Western industrialism and Western capital had borne Western civilization into the remotest parts of the earth’s surface, everywhere destroying the fetters of age-old prejudices and superstitions, sowing the seeds of new life and new well-being, freeing minds and souls, and creating riches unheard of before. It accompanied the triumphal unprecedented progress of Western liberalism ready to unite all nations into a community of free nations peacefully cooperating with one another.
Είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί οι άνθρωποι αντιμετώπισαν τον κανόνα του χρυσού ως σύμβολο αυτής της μεγαλύτερης και ευεργετικότερης από όλες τις ιστορικές μεταβολές. Όλοι όσοι επιδίωκαν να υπονομεύσουν την εξέλιξη προς την ευημερία, την ειρήνη, την ελευθερία και τη δημοκρατία αποστρέφονταν τον κανόνα του χρυσού, και όχι μόνο εξαιτίας της οικονομικής του σημασίας. Στα μάτια τους, ο κανόνας του χρυσού ήταν το λάβαρο, το σύμβολο όλων εκείνων των θεωριών και πολιτικών τις οποίες επιθυμούσαν να καταστρέψουν. Στον αγώνα κατά του κανόνα του χρυσού διακυβεύονταν πολύ περισσότερα από τις τιμές των εμπορευμάτων και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
It is easy to understand why people viewed the gold standard as the symbol of this greatest and most beneficial of all historical changes. All those intent upon sabotaging the evolution toward welfare, peace, freedom, and democracy loathed the gold standard, and not only on account of its economic significance. In their eyes the gold standard was the labarum, the symbol, of all those doctrines and policies they wanted to destroy. In the struggle against the gold standard much more was at stake than commodity prices and foreign exchange rates.
Οι εθνικιστές πολεμούν τον κανόνα του χρυσού επειδή επιθυμούν να αποκόψουν τις χώρες τους από την παγκόσμια αγορά και να εγκαθιδρύσουν, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, εθνική αυτάρκεια. Οι παρεμβατικές κυβερνήσεις και οι ομάδες πίεσης πολεμούν τον κανόνα του χρυσού επειδή τον θεωρούν το σοβαρότερο εμπόδιο στις προσπάθειές τους να χειραγωγήσουν τις τιμές και τα μισθολογικά ποσοστά. Οι φανατικότερες, όμως, επιθέσεις κατά του χρυσού εξαπολύονται από όσους επιδιώκουν την πιστωτική επέκταση. Γι’ αυτούς, η πιστωτική επέκταση αποτελεί πανάκεια για όλα τα οικονομικά δεινά. Θα μπορούσε να μειώσει ή ακόμη και να καταργήσει πλήρως τα επιτόκια, να αυξήσει τους μισθούς και τις τιμές προς όφελος όλων, εκτός από τους παρασιτικούς κεφαλαιούχους και τους εκμεταλλευτές εργοδότες, και να απαλλάξει το κράτος από την ανάγκη ισοσκέλισης του προϋπολογισμού του· με λίγα λόγια, θα μπορούσε να καταστήσει όλους τους αξιοπρεπείς ανθρώπους εύπορους και ευτυχισμένους. Μόνο ο κανόνας του χρυσού, αυτό το διαβολικό τέχνασμα των μοχθηρών και ανόητων «ορθόδοξων» οικονομολόγων, εμποδίζει την ανθρωπότητα να αποκτήσει αιώνια ευημερία.
The nationalists are fighting the gold standard because they want to sever their countries from the world market and to establish national autarky as far as possible. Interventionist governments and pressure groups are fighting the gold standard because they consider it the most serious obstacle to their endeavors to manipulate prices and wage rates. But the most fanatical attacks against gold are made by those intent upon credit expansion. With them credit expansion is the panacea for all economic ills. It could lower or even entirely abolish interest rates, raise wages and prices for the benefit of all except the parasitic capitalists and the exploiting employers, free the state from the necessity of balancing its budget—in short, make all decent people prosperous and happy. Only the gold standard, that devilish contrivance of the wicked and stupid “orthodox” economists, prevents mankind from attaining everlasting prosperity.
Ο κανόνας του χρυσού ασφαλώς δεν είναι τέλειος ή ιδεώδης κανόνας. Δεν υπάρχει τελειότητα στα ανθρώπινα πράγματα. Κανείς, όμως, δεν είναι σε θέση να μας πει με τι θα μπορούσε να αντικατασταθεί ο κανόνας του χρυσού ώστε να προκύψει κάτι περισσότερο ικανοποιητικό. Η αγοραστική δύναμη του χρυσού δεν είναι σταθερή. Οι ίδιες, όμως, οι έννοιες της σταθερότητας και του αμετάβλητου της αγοραστικής δύναμης είναι παράλογες. Σε έναν ζωντανό και μεταβαλλόμενο κόσμο δεν μπορεί να υπάρχει σταθερότητα της αγοραστικής δύναμης. Στο νοητικό κατασκεύασμα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας δεν απομένει χώρος για μέσο ανταλλαγής. Αποτελεί ουσιώδες χαρακτηριστικό του χρήματος το ότι η αγοραστική του δύναμη μεταβάλλεται. Στην πραγματικότητα, οι αντίπαλοι του κανόνα του χρυσού δεν επιθυμούν να καταστήσουν σταθερή την αγοραστική δύναμη του χρήματος. Επιθυμούν μάλλον να παράσχουν στις κυβερνήσεις την εξουσία να χειραγωγούν την αγοραστική δύναμη χωρίς να παρεμποδίζονται από έναν «εξωτερικό» παράγοντα, δηλαδή από τη χρηματική σχέση του κανόνα του χρυσού.
The gold standard is certainly not a perfect or ideal standard. There is no such thing as perfection in human things. But nobody is in a position to tell us how something more satisfactory could be put in place of the gold standard. The purchasing power of gold is not stable. But the very notions of stability and unchangeability of purchasing power are absurd. In a living and changing world there cannot be any such thing as stability of purchasing power. In the imaginary construction of an evenly rotating economy there is no room left for a medium of exchange. It is an essential feature of money that its purchasing power is changing. In fact, the adversaries of the gold standard do not want to make money’s purchasing power stable. They want rather to give to the governments the power to manipulate purchasing power without being hindered by an “external” factor, namely, the money relation of the gold standard.
Η κύρια ένσταση που προβάλλεται κατά του κανόνα του χρυσού είναι ότι καθιστά ενεργό στον προσδιορισμό των τιμών έναν παράγοντα τον οποίο καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να ελέγξει: τις διακυμάνσεις της παραγωγής χρυσού. Έτσι, μια «εξωτερική» ή «αυτόματη» δύναμη περιορίζει την εξουσία της εθνικής κυβέρνησης να καταστήσει τους υπηκόους της όσο εύπορους θα επιθυμούσε. Οι διεθνείς κεφαλαιούχοι υπαγορεύουν τους όρους τους και η εθνική κυριαρχία μετατρέπεται σε επίφαση.
The main objection raised against the gold standard is that it makes operative in the determination of prices a factor which no government can control—the vicissitudes of gold production. Thus an “external” or “automatic” force restrains a national government’s power to make its subjects as prosperous as it would like to make them. The international capitalists dictate and the nation’s sovereignty becomes a sham.
Ωστόσο, η ματαιότητα των παρεμβατικών πολιτικών δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα νομισματικά ζητήματα. Θα καταδειχθεί αργότερα γιατί όλα τα μεμονωμένα μέτρα κυβερνητικής παρέμβασης στα φαινόμενα της αγοράς πρέπει να αποτυγχάνουν να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους σκοπούς τους. Αν η παρεμβατική κυβέρνηση επιθυμεί να θεραπεύσει τις ανεπάρκειες των πρώτων παρεμβάσεών της προχωρώντας ολοένα περισσότερο, μετατρέπει τελικά το οικονομικό σύστημα της χώρας της σε σοσιαλισμό γερμανικού τύπου. Τότε καταργεί πλήρως την εγχώρια αγορά και, μαζί με αυτήν, το χρήμα και όλα τα νομισματικά προβλήματα, ακόμη και αν διατηρεί ορισμένους όρους και ορισμένες ονομασίες της οικονομίας της αγοράς.30 Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν είναι ο κανόνας του χρυσού εκείνος που ματαιώνει τις καλές προθέσεις της αγαθοεργού αρχής.
However, the futility of interventionist policies has nothing at all to do with monetary matters. It will be shown later why all isolated measures of government interference with market phenomena must fail to attain the ends sought. If the interventionist government wants to remedy the shortcomings of its first interferences by going further and further, it finally converts its country’s economic system into socialism of the German pattern. Then it abolishes the domestic market altogether, and with it money and all monetary problems, even though it may retain some of the terms and labels of the market economy.[30] In both cases it is not the gold standard that frustrates the good intentions of the benevolent authority.
Η σημασία του γεγονότος ότι ο κανόνας του χρυσού εξαρτά την αύξηση της προσφοράς χρυσού από την κερδοφορία της παραγωγής του έγκειται, βεβαίως, στο ότι περιορίζει την εξουσία της κυβέρνησης να καταφεύγει στον πληθωρισμό. Ο κανόνας του χρυσού καθιστά τον προσδιορισμό της αγοραστικής δύναμης του χρήματος ανεξάρτητο από τις μεταβαλλόμενες φιλοδοξίες και θεωρίες των πολιτικών κομμάτων και των ομάδων πίεσης. Αυτό δεν αποτελεί ελάττωμα του κανόνα του χρυσού· αποτελεί το κυριότερο πλεονέκτημά του. Κάθε μέθοδος χειραγώγησης της αγοραστικής δύναμης είναι κατ’ ανάγκην αυθαίρετη. Όλες οι μέθοδοι που συνιστώνται για την ανακάλυψη ενός υποτιθέμενα αντικειμενικού και «επιστημονικού» μέτρου νομισματικής χειραγώγησης βασίζονται στην ψευδαίσθηση ότι οι μεταβολές της αγοραστικής δύναμης μπορούν να «μετρηθούν».
Ο κανόνας του χρυσού απομακρύνει από την πολιτική αρένα τον προσδιορισμό των χρηματογενών μεταβολών της αγοραστικής δύναμης. Η γενική αποδοχή του απαιτεί την αναγνώριση της αλήθειας ότι δεν είναι δυνατόν να γίνουν όλοι οι άνθρωποι πλουσιότεροι μέσω της εκτύπωσης χρήματος. Η αποστροφή προς τον κανόνα του χρυσού εμπνέεται από τη δεισιδαιμονική πεποίθηση ότι οι παντοδύναμες κυβερνήσεις μπορούν να δημιουργήσουν πλούτο από μικρά κομμάτια χαρτιού.
The significance of the fact that the gold standard makes the increase in the supply of gold depend upon the profitability of producing gold is, of course, that it limits the government’s power to resort to inflation. The gold standard makes the determination of money’s purchasing power independent of the changing ambitions and doctrines of political parties and pressure groups. This is not a defect of the gold standard; it is its main excellence. Every method of manipulating purchasing power is by necessity arbitrary. All methods recommended for the discovery of an allegedly objective and “scientific” yardstick for monetary manipulation are based on the illusion that changes in purchasing power can be “measured.” The gold standard removes the determination of cash-induced changes in purchasing power from the political arena. Its general acceptance requires the acknowledgment of the truth that one cannot make all people richer by printing money. The abhorrence of the gold standard is inspired by the superstition that omnipotent governments can create wealth out of little scraps of paper.
Έχει υποστηριχθεί ότι και ο κανόνας του χρυσού αποτελεί χειραγωγούμενο κανόνα. Οι κυβερνήσεις μπορούν να επηρεάσουν το ύψος της αγοραστικής δύναμης του χρυσού είτε μέσω πιστωτικής επέκτασης —ακόμη και αν αυτή διατηρείται εντός των ορίων που επιβάλλει η ανάγκη διαφύλαξης της εξαργυρωσιμότητας των χρηματικών υποκατάστατων— είτε εμμέσως, προωθώντας μέτρα που παρακινούν τους ανθρώπους να περιορίσουν το μέγεθος των χρηματικών τους υπολοίπων. Αυτό είναι αληθές. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η άνοδος των τιμών των εμπορευμάτων που σημειώθηκε μεταξύ 1896 και 1914 προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τέτοιες κυβερνητικές πολιτικές. Το ουσιώδες, όμως, είναι ότι ο κανόνας του χρυσού διατηρεί εντός στενών ορίων όλες αυτές τις προσπάθειες μείωσης της αγοραστικής δύναμης του χρήματος. Οι πληθωριστές πολεμούν τον κανόνα του χρυσού ακριβώς επειδή θεωρούν αυτά τα όρια σοβαρό εμπόδιο στην υλοποίηση των σχεδίων τους.
It has been asserted that the gold standard too is a manipulated standard. The governments may influence the height of gold’s purchasing power either by credit expansion, even if it is kept within the limits drawn by considerations of preserving the redeemability of the money-substitutes, or indirectly by furthering measures which induce people to restrict the size of their cash holdings. This is true. It cannot be denied that the rise in commodity prices which occurred between 1896 and 1914 was to a great extent provoked by such government policies. But the main thing is that the gold standard keeps all such endeavors toward lowering money’s purchasing power within narrow limits. The inflationists are fighting the gold standard precisely because they consider these limits a serious obstacle to the realization of their plans.
Εκείνα που οι επεκτατιστές αποκαλούν ελαττώματα του κανόνα του χρυσού αποτελούν στην πραγματικότητα τα ίδια τα πλεονεκτήματα και τη χρησιμότητά του. Αναχαιτίζει τις πληθωριστικές επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας των κυβερνήσεων. Ο κανόνας του χρυσού δεν απέτυχε. Οι κυβερνήσεις επιδίωξαν να τον καταστρέψουν επειδή ήταν προσηλωμένες στις πλάνες ότι η πιστωτική επέκταση αποτελεί κατάλληλο μέσο για τη μείωση του επιτοκίου και τη «βελτίωση» του εμπορικού ισοζυγίου.
What the expansionists call the defects of the gold standard are indeed its very eminence and usefulness. It checks large-scale inflationary ventures on the part of governments. The gold standard did not fail. The governments were eager to destroy it, because they were committed to the fallacies that credit expansion is an appropriate means of lowering the rate of interest and of “improving” the balance of trade.
Καμία κυβέρνηση, ωστόσο, δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να καταργήσει τον κανόνα του χρυσού. Ο χρυσός είναι το χρήμα του διεθνούς εμπορίου και της υπερεθνικής οικονομικής κοινότητας της ανθρωπότητας. Δεν μπορεί να επηρεαστεί από μέτρα κυβερνήσεων των οποίων η κυριαρχία περιορίζεται σε συγκεκριμένες χώρες. Ενόσω μια χώρα δεν είναι οικονομικώς αυτάρκης με την αυστηρή έννοια του όρου, ενόσω παραμένουν ορισμένα ανοίγματα στα τείχη με τα οποία οι εθνικές κυβερνήσεις επιχειρούν να απομονώσουν τις χώρες τους από τον υπόλοιπο κόσμο, ο χρυσός εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ως χρήμα. Δεν έχει σημασία ότι οι κυβερνήσεις δημεύουν τα χρυσά νομίσματα και τον άκοπο χρυσό που μπορούν να κατασχέσουν και τιμωρούν ως εγκληματίες όσους κατέχουν χρυσό.
Η γλώσσα των διμερών συμφωνιών συμψηφισμού, μέσω των οποίων οι κυβερνήσεις επιδιώκουν να εξαλείψουν τον χρυσό από το διεθνές εμπόριο, αποφεύγει κάθε αναφορά στον χρυσό. Οι συναλλαγές, όμως, που πραγματοποιούνται βάσει αυτών των συμφωνιών υπολογίζονται με βάση τις τιμές του χρυσού. Εκείνος που αγοράζει ή πωλεί σε ξένη αγορά υπολογίζει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα αυτών των συναλλαγών σε χρυσό. Παρά το γεγονός ότι μια χώρα έχει αποσυνδέσει το εγχώριο νόμισμά της από κάθε δεσμό με τον χρυσό, η εγχώρια διάρθρωση των τιμών της παραμένει στενά συνδεδεμένη με τον χρυσό και τις τιμές χρυσού στην παγκόσμια αγορά. Αν μια κυβέρνηση επιθυμεί να αποσυνδέσει την εγχώρια διάρθρωση των τιμών της από εκείνη της παγκόσμιας αγοράς, πρέπει να καταφύγει σε άλλα μέτρα, όπως απαγορευτικούς εισαγωγικούς και εξαγωγικούς δασμούς και εμπάργκο. Η κρατικοποίηση του εξωτερικού εμπορίου, είτε πραγματοποιείται ανοικτά είτε έμμεσα μέσω συναλλαγματικού ελέγχου, δεν εξαλείφει τον χρυσό. Οι κυβερνήσεις, υπό την ιδιότητά τους ως εμπόρων, συναλλάσσονται χρησιμοποιώντας τον χρυσό ως μέσο ανταλλαγής.
No government is, however, powerful enough to abolish the gold standard. Gold is the money of international trade and of the supernational economic community of mankind. It cannot be affected by measures of governments whose sovereignty is limited to definite countries. As long as a country is not economically self-sufficient in the strict sense of the term, as long as there are still some loopholes left in the walls by which nationalistic governments try to isolate their countries from the rest of the world, gold is still used as money. It does not matter that governments confiscate the gold coins and bullion they can seize and punish those holding gold as felons. The language of bilateral clearing agreements by means of which governments are intent upon eliminating gold from international trade, avoids any reference to gold. But the turnovers performed on the ground of those agreements are calculated on gold prices. He who buys or sells on a foreign market calculates the advantages and disadvantages of such transactions in gold. In spite of the fact that a country has severed its local currency from any link with gold, its domestic structure of prices remains closely connected with gold and the gold prices of the world market. If a government wants to sever its domestic price structure from that of the world market, it must resort to other measures, such as prohibitive import and export duties and embargoes. Nationalization of foreign trade, whether effected openly or directly by foreign exchange control, does not eliminate gold. The governments qua traders are trading by the use of gold as a medium of exchange.
Ο αγώνας κατά του χρυσού, ο οποίος αποτελεί μία από τις κύριες μέριμνες όλων των σύγχρονων κυβερνήσεων, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο φαινόμενο. Αποτελεί απλώς ένα στοιχείο της γιγαντιαίας διαδικασίας καταστροφής που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Οι άνθρωποι πολεμούν τον κανόνα του χρυσού επειδή επιθυμούν να αντικαταστήσουν το ελεύθερο εμπόριο με την εθνική αυτάρκεια, την ειρήνη με τον πόλεμο και την ελευθερία με την παντοδυναμία της ολοκληρωτικής κυβέρνησης.
The struggle against gold which is one of the main concerns of all contemporary governments must not be looked upon as an isolated phenomenon. It is but one item in the gigantic process of destruction which is the mark of our time. People fight the gold standard because they want to substitute national autarky for free trade, war for peace, totalitarian government omnipotence for liberty.
Ενδέχεται κάποια ημέρα η τεχνολογία να ανακαλύψει μια μέθοδο αύξησης της προσφοράς χρυσού με τόσο χαμηλό κόστος, ώστε ο χρυσός να καταστεί ακατάλληλος για τη χρηματική λειτουργία. Τότε οι άνθρωποι θα πρέπει να αντικαταστήσουν τον κανόνα του χρυσού με κάποιον άλλο κανόνα. Είναι μάταιο να ανησυχούμε σήμερα για τον τρόπο με τον οποίο θα επιλυθεί αυτό το πρόβλημα. Δεν γνωρίζουμε τίποτε για τις συνθήκες υπό τις οποίες θα πρέπει να ληφθεί η σχετική απόφαση.
It may happen one day that technology will discover a method of enlarging the supply of gold at such a low cost that gold will become useless for the monetary service. Then people will have to replace the gold standard by another standard. It is futile to bother today about the way in which this problem will be solved. We do not know anything about the conditions under which the decision will have to be made.
Ο διεθνής κανόνας του χρυσού λειτουργεί χωρίς καμία ενέργεια εκ μέρους των κυβερνήσεων. Αποτελεί πραγματική και αποτελεσματική συνεργασία όλων των μελών της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς. Δεν χρειάζεται να παρέμβει καμία κυβέρνηση για να λειτουργήσει ο κανόνας του χρυσού ως διεθνής κανόνας.
The international gold standard works without any action on the part of governments. It is effective real cooperation of all members of the worldembracing market economy. There is no need for any government to interfere in order to make the gold standard work as an international standard.
Αυτό που οι κυβερνήσεις αποκαλούν διεθνή νομισματική συνεργασία είναι συντονισμένη δράση με σκοπό την πιστωτική επέκταση. Έχουν διδαχθεί ότι η πιστωτική επέκταση, όταν περιορίζεται σε μία μόνο χώρα, καταλήγει σε εξωτερική εκροή χρηματικών αποθεμάτων. Πιστεύουν ότι μόνο αυτή η εξωτερική εκροή ματαιώνει τα σχέδιά τους για τη μείωση του επιτοκίου και, ως εκ τούτου, για τη δημιουργία μιας αέναης οικονομικής άνθησης. Αν όλες οι κυβερνήσεις συνεργάζονταν στις επεκτατικές τους πολιτικές, πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να εξαλείψουν αυτό το εμπόδιο. Εκείνο που απαιτείται είναι μια διεθνής τράπεζα η οποία θα εκδίδει καταπιστευματικά μέσα που θα αντιμετωπίζονται ως χρηματικά υποκατάστατα από όλους τους ανθρώπους σε όλες τις χώρες.
What governments call international monetary cooperation is concerted action for the sake of credit expansion. They have learned that credit expansion, when limited to one country only, results in an external drain. They believe that it is only the external drain that frustrates their plans of lowering the rate of interest and thus of creating an everlasting boom. If all governments were to cooperate in their expansionist policies, they think, they could remove this obstacle. What is required is an international bank issuing fiduciary media which are dealt with as moneysubstitutes by all people in all countries.
Δεν χρειάζεται να τονιστεί εκ νέου εδώ ότι εκείνο που καθιστά αδύνατη τη μείωση του επιτοκίου μέσω πιστωτικής επέκτασης δεν είναι απλώς η εξωτερική εκροή χρηματικών αποθεμάτων. Αυτό το θεμελιώδες ζήτημα εξετάζεται εξαντλητικά σε άλλα κεφάλαια και ενότητες του παρόντος βιβλίου.31
There is no need to stress again here the point that what makes it impossible to lower the rate of interest by means of credit expansion is not merely the external drain. This fundamental issue is dealt with exhaustively in other chapters and sections of this book.[31]
Υπάρχει, όμως, ένα ακόμη σημαντικό ερώτημα που πρέπει να τεθεί.
But there is another important question to be raised.
Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μια διεθνής τράπεζα η οποία εκδίδει καταπιστευματικά μέσα και της οποίας η πελατεία περιλαμβάνει ολόκληρο τον παγκόσμιο πληθυσμό. Δεν έχει σημασία αν αυτά τα χρηματικά υποκατάστατα εισέρχονται απευθείας στα χρηματικά υπόλοιπα των ατόμων και των επιχειρήσεων ή αν διακρατούνται μόνο από τις κεντρικές τράπεζες των διαφόρων εθνών ως αποθέματα έναντι της έκδοσης εθνικών χρηματικών υποκατάστατων. Το αποφασιστικό σημείο είναι ότι υπάρχει ενιαίο παγκόσμιο νόμισμα. Τα εθνικά τραπεζογραμμάτια και το λογιστικό χρήμα είναι εξαργυρώσιμα σε χρηματικά υποκατάστατα που εκδίδει η διεθνής τράπεζα. Η ανάγκη διατήρησης του εθνικού νομίσματος στο άρτιο έναντι του διεθνούς νομίσματος περιορίζει την εξουσία του συστήματος κεντρικής τραπεζικής κάθε έθνους να επεκτείνει την πίστωση. Η παγκόσμια τράπεζα, όμως, περιορίζεται μόνο από εκείνους τους παράγοντες που περιορίζουν την πιστωτική επέκταση μιας μοναδικής τράπεζας η οποία λειτουργεί σε ένα απομονωμένο οικονομικό σύστημα ή σε ολόκληρο τον κόσμο.
Let us assume that there exists an international bank issuing fiduciary media the clientele of which is the world’s whole population. It does not matter whether these money-substitutes go directly into the cash holdings of the individuals and firms, or are only kept by the various nations’ central banks as reserves against their issuance of national money-substitutes. The deciding point is that there is a uniform world currency. The national banknotes and checkbook money are redeemable in money-substitutes issued by the international bank. The necessity of keeping its national currency at par with the international currency limits the power of every nation’s central banking system to expand credit. But the world bank is restrained only by those factors which limit credit expansion on the part of a single bank operating in an isolated economic system or in the whole world.
Μπορούμε εξίσου να υποθέσουμε ότι η διεθνής τράπεζα δεν είναι τράπεζα που εκδίδει χρηματικά υποκατάστατα, μέρος των οποίων αποτελείται από καταπιστευματικά μέσα, αλλά μια παγκόσμια αρχή που εκδίδει διεθνές χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας. Ο χρυσός έχει απονομισματοποιηθεί πλήρως. Το μοναδικό χρησιμοποιούμενο χρήμα είναι εκείνο που δημιουργεί η διεθνής αρχή. Η διεθνής αρχή είναι ελεύθερη να αυξάνει την ποσότητα αυτού του χρήματος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα προχωρήσει τόσο ώστε να προκαλέσει την καταστροφική ανατιμητική έκρηξη και την κατάρρευση του νομίσματος.
We may as well assume that the international bank is not a bank issuing money-substitutes a part of which are fiduciary media, but a world authority issuing international fiat money. Gold has been entirely demonetized. The only money in use is that created by the international authority. The international authority is free to increase the quantity of this money provided it does not go so far as to bring about the crack-up boom and the breakdown of the currency.
Τότε πραγματώνεται το ιδεώδες των κεϋνσιανών. Υπάρχει ένας θεσμός που μπορεί να ασκήσει «επεκτατική πίεση στο παγκόσμιο εμπόριο».
Then the ideal of the Keynesians is realized. There is an institution operating which can exercise an “expansionist pressure on world trade.” It is free to pour a horn of plenty over the world.
Οι υποστηρικτές, όμως, τέτοιων σχεδίων έχουν παραβλέψει ένα θεμελιώδες πρόβλημα: την κατανομή των πρόσθετων ποσοτήτων αυτού του πιστωτικού ή χάρτινου χρήματος.
However, the champions of such plans have neglected a fundamental problem, namely, that of the distribution of the additional quantities of this credit money or of this paper money.
Ας υποθέσουμε ότι η διεθνής αρχή αυξάνει την ποσότητα της έκδοσής της κατά ένα ορισμένο ποσό, το σύνολο του οποίου περιέρχεται σε μία χώρα, τη Ρουριτανία. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της πληθωριστικής ενέργειας θα είναι η άνοδος των τιμών των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών σε ολόκληρο τον κόσμο. Όσο, όμως, διαρκεί αυτή η διαδικασία, οι συνθήκες των πολιτών των διαφόρων χωρών επηρεάζονται με διαφορετικό τρόπο. Οι Ρουριτανοί αποτελούν την πρώτη ομάδα που ευλογείται από το πρόσθετο μάννα. Έχουν περισσότερο χρήμα στις τσέπες τους, ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι του κόσμου δεν έχουν ακόμη λάβει μερίδιο από το νέο χρήμα. Μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες τιμές, ενώ οι άλλοι δεν μπορούν. Επομένως, οι Ρουριτανοί αποσύρουν από την παγκόσμια αγορά περισσότερα αγαθά από όσα προηγουμένως. Οι μη Ρουριτανοί αναγκάζονται να περιορίσουν την κατανάλωσή τους, επειδή δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις υψηλότερες τιμές που καταβάλλουν οι Ρουριτανοί. Ενόσω η διαδικασία προσαρμογής των τιμών στη μεταβληθείσα χρηματική σχέση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, οι Ρουριτανοί κατέχουν πλεονεκτική θέση έναντι των μη Ρουριτανών. Όταν η διαδικασία ολοκληρωθεί, οι Ρουριτανοί θα έχουν πλουτίσει εις βάρος των μη Ρουριτανών.
Let us assume that the international authority increases the amount of its issuance by a definite sum, all of which goes to one country, Ruritania. The final result of this inflationary action will be a rise in prices of commodities and services all over the world. But while this process is going on, the conditions of the citizens of various countries are affected in a different way. The Ruritanians are the first group blessed by the additional manna. They have more money in their pockets while the rest of the world’s inhabitants have not yet got a share of the new money. They can bid higher prices, while the others cannot. Therefore the Ruritanians withdraw more goods from the world market than they did before. The non-Ruritanians are forced to restrict their consumption because they cannot compete with the higher prices paid by the Ruritanians. While the process of adjusting prices to the altered money relation is still in progress, the Ruritanians are in an advantageous position against the non-Ruritanians. When the process finally comes to an end, the Ruritanians have been enriched at the expense of the non-Ruritanians.
Το κύριο πρόβλημα σε τέτοια επεκτατικά εγχειρήματα είναι η αναλογία σύμφωνα με την οποία πρέπει να κατανέμεται μεταξύ των διαφόρων εθνών το πρόσθετο χρήμα. Κάθε έθνος θα επιδιώκει να υποστηρίξει έναν τρόπο κατανομής που θα του εξασφαλίζει το μεγαλύτερο δυνατό μερίδιο στο πρόσθετο νόμισμα. Τα βιομηχανικώς καθυστερημένα έθνη της Ανατολής θα συνιστούσαν πιθανότατα, παραδείγματος χάριν, ίση κατά κεφαλήν κατανομή, μέθοδο που προφανώς θα τα ευνοούσε εις βάρος των βιομηχανικώς προηγμένων εθνών. Όποια μέθοδος και αν υιοθετούνταν, όλα τα έθνη θα ήταν δυσαρεστημένα και θα διαμαρτύρονταν ότι υπέστησαν άδικη μεταχείριση. Θα ακολουθούσαν σοβαρές συγκρούσεις, οι οποίες θα διέλυαν ολόκληρο το σχέδιο.
The main problem in such expansionist ventures is the proportion according to which the additional money is to be allotted to the various nations. Each nation will be eager to advocate a mode of distribution which will give it the greatest possible share in the additional currency. The industrially backward nations of the East will, for instance, probably recommend equal distribution per capita of population, a mode which would obviously favor them at the expense of the industrially advanced nations. Whatever mode may be adopted, all nations would be dissatisfied and would complain of unfair treatment. Serious conflicts would ensue and would disrupt the whole scheme.
Θα ήταν άνευ σημασίας η ένσταση ότι το πρόβλημα αυτό δεν διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν της ίδρυσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και ότι επιτεύχθηκε εύκολα συμφωνία σχετικά με τη χρησιμοποίηση των πόρων του Ταμείου. Η Διάσκεψη του Bretton Woods πραγματοποιήθηκε υπό εξαιρετικά ιδιαίτερες συνθήκες. Τα περισσότερα από τα συμμετέχοντα έθνη εξαρτώνταν τότε ολοκληρωτικά από την καλή θέληση των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα ήταν καταδικασμένα αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν πάψει να αγωνίζονται για την ελευθερία τους και να τα ενισχύουν υλικά μέσω του προγράμματος δανεισμού και εκμίσθωσης. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, από την άλλη πλευρά, αντιμετώπιζε τη νομισματική συμφωνία ως σχέδιο συγκαλυμμένης συνέχισης του προγράμματος δανεισμού και εκμίσθωσης μετά τη λήξη των εχθροπραξιών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν διατεθειμένες να δώσουν και οι υπόλοιποι συμμετέχοντες —ιδίως οι ευρωπαϊκές χώρες, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονταν τότε ακόμη υπό την κατοχή των γερμανικών στρατευμάτων, καθώς και οι ασιατικές χώρες— ήταν διατεθειμένοι να λάβουν οτιδήποτε τους προσφερόταν. Τα σχετικά προβλήματα θα καταστούν ευδιάκριτα μόλις η απατηλή στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στα χρηματοπιστωτικά και εμπορικά ζητήματα αντικατασταθεί από μια περισσότερο ρεαλιστική νοοτροπία.
It would be irrelevant to object that this problem did not play an important role in the negotiations which preceded the establishment of the International Monetary Fund and that it was easy to reach an agreement concerning the use of the Fund’s resources. The Bretton Woods Conference was held under very particular circumstances. Most of the participating nations were at that time entirely dependent on the benevolence of the United States. They would have been doomed if the United States had stopped fighting for their freedom and aiding them materially by lend-lease. The government of the United States, on the other hand, looked upon the monetary agreement as a scheme for a disguised continuation of lend-lease after the cessation of hostilities. The United States was ready to give and the other participants—especially those of the European countries, most of them at that time still entirely occupied by the German armies, and those of the Asiatic countries—were ready to take whatever was offered to them. The problems involved will become discernible as soon as the wartime attitude in the United States toward financial and trade matters is replaced by a more realistic mentality.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν πέτυχε όσα ανέμεναν οι εμπνευστές του. Στις ετήσιες συνεδριάσεις του Ταμείου διεξάγονται πολλές συζητήσεις και, κατά καιρούς, διατυπώνονται εύστοχες παρατηρήσεις και επικρίσεις σχετικά με τις νομισματικές και πιστωτικές πολιτικές των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών. Το ίδιο το Ταμείο συνάπτει δανειοδοτικές και δανειοληπτικές συναλλαγές με διάφορες κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες. Θεωρεί ως κύρια λειτουργία του την παροχή συνδρομής στις κυβερνήσεις για τη διατήρηση μιας μη ρεαλιστικής συναλλαγματικής ισοτιμίας για τα υπερδιογκωμένα εθνικά τους νομίσματα. Οι μέθοδοι στις οποίες προσφεύγει στο πλαίσιο αυτών των προσπαθειών δεν διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνες που εφαρμόζονταν ανέκαθεν για τον ίδιο σκοπό. Οι παγκόσμιες νομισματικές υποθέσεις εξελίσσονται σαν να μην υπήρχαν ούτε η Συμφωνία του Bretton Woods ούτε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Η διαμόρφωση των παγκόσμιων πολιτικών και οικονομικών συνθηκών επέτρεψε στην αμερικανική κυβέρνηση να τηρεί την υπόσχεσή της να παρέχει στις ξένες κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες μία ουγγιά χρυσού έναντι καταβολής 35 USD. Η συνέχιση και η εντατικοποίηση της αμερικανικής «επεκτατικής» πολιτικής, όμως, αύξησε σημαντικά τις αναλήψεις χρυσού και προκαλεί ανησυχία σχετικά με το μέλλον των νομισματικών συνθηκών. Οι άνθρωποι φοβούνται το φάσμα μιας περαιτέρω αύξησης της ζήτησης χρυσού, η οποία μπορεί να εξαντλήσει τα αποθέματα χρυσού των Ηνωμένων Πολιτειών και να τις εξαναγκάσει να εγκαταλείψουν τις υφιστάμενες μεθόδους διαχείρισης του χρυσού.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της δημόσιας συζήτησης των σχετικών προβλημάτων είναι ότι αποφεύγει προσεκτικά να αναφέρει τα γεγονότα που προκαλούν τη διεύρυνση της ζήτησης χρυσού. Δεν γίνεται καμία αναφορά στις πολιτικές ελλειμματικών δαπανών και πιστωτικής επέκτασης. Αντ’ αυτού, διατυπώνονται παράπονα για κάτι που αποκαλείται «ανεπαρκής ρευστότητα» και για την έλλειψη «αποθεμάτων». Ως θεραπεία προτείνεται περισσότερη ρευστότητα, η οποία θα επιτευχθεί μέσω της «δημιουργίας» νέων και πρόσθετων «αποθεμάτων». Αυτό σημαίνει ότι προτείνεται η θεραπεία των συνεπειών του πληθωρισμού μέσω περισσότερου πληθωρισμού.
Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι πολιτικές της αμερικανικής κυβέρνησης και της Τράπεζας της Αγγλίας για τη διατήρηση στην αγορά χρυσού του Λονδίνου τιμής 35 USD ανά ουγγιά χρυσού αποτελούν το μοναδικό μέτρο που εμποδίζει σήμερα τα δυτικά έθνη να προχωρήσουν σε απεριόριστο πληθωρισμό. Οι πολιτικές αυτές δεν επηρεάζονται άμεσα από το μέγεθος των «αποθεμάτων» των διαφόρων εθνών. Επομένως, τα σχέδια για νέα «αποθέματα» φαίνεται να μη συνδέονται άμεσα με το ζήτημα της σχέσης μεταξύ χρυσού και δολαρίου. Συνδέονται, όμως, έμμεσα, επειδή επιχειρούν να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού από το πραγματικό πρόβλημα: τον πληθωρισμό. Κατά τα λοιπά, η επίσημη θεωρία στηρίζεται στην προ πολλού απαξιωμένη ερμηνεία των νομισματικών προβλημάτων βάσει του ισοζυγίου πληρωμών.
- Λόρδος Keynes, ομιλία ενώπιον της Βουλής των Λόρδων, 23 Μαΐου 1944.
- T. E. Gregory, The Gold Standard and Its Future, 1η έκδ., Λονδίνο, 1934, σσ. 22 επ.
- Πρβλ. κατωτέρω, Κεφάλαια XXVII–XXXI.
- Πρβλ. ανωτέρω, σσ. 441–442, και κατωτέρω, σσ. 550–586.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
← Κεφάλαιο 16: ΟΙ ΤΙΜΕΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 18: Η ΔΡΑΣΗ ΣΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ →