Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 15: Η ΑΓΟΡΑ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 14: ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΚΑΙ Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 16: ΟΙ ΤΙΜΕΣ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
1. Τα χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Characteristics of the Market Economy
Η οικονομία της αγοράς είναι το κοινωνικό σύστημα του καταμερισμού της εργασίας υπό καθεστώς ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Καθένας δρα για δικό του λογαριασμό· οι πράξεις του καθενός, όμως, αποβλέπουν τόσο στην ικανοποίηση των αναγκών των άλλων ανθρώπων όσο και στην ικανοποίηση των δικών του. Καθένας, δρώντας, υπηρετεί τους συμπολίτες του. Από την άλλη πλευρά, καθένας υπηρετείται από τους συμπολίτες του. Καθένας είναι συγχρόνως μέσο και αυτοσκοπός: έσχατος σκοπός για τον ίδιο και μέσο για τους άλλους ανθρώπους κατά τις προσπάθειές τους να επιτύχουν τους δικούς τους σκοπούς.
THE market economy is the social system of the division of labor under private ownership of the means of production. Everybody acts on his own behalf; but everybody’s actions aim at the satisfaction of other people’s needs as well as at the satisfaction of his own. Everybody in acting serves his fellow citizens. Everybody, on the other hand, is served by his fellow citizens. Everybody is both a means and an end in himself; an ultimate end for himself and a means to other people in their endeavors to attain their own ends.
Το σύστημα αυτό κατευθύνεται από την αγορά. Η αγορά διοχετεύει τις δραστηριότητες του ατόμου προς εκείνες τις κατευθύνσεις στις οποίες εξυπηρετεί καλύτερα τις επιθυμίες των συνανθρώπων του. Στη λειτουργία της αγοράς δεν υπάρχει καταναγκασμός ή εξαναγκασμός. Το κράτος, ο κοινωνικός μηχανισμός εξαναγκασμού και καταναγκασμού, δεν παρεμβαίνει στην αγορά ούτε στις δραστηριότητες των πολιτών που κατευθύνονται από αυτήν. Χρησιμοποιεί τη δύναμή του για να εξαναγκάζει τους ανθρώπους σε υποταγή αποκλειστικά και μόνο προκειμένου να αποτρέπει πράξεις που καταστρέφουν τη διατήρηση και την ομαλή λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Προστατεύει τη ζωή, την υγεία και την ιδιοκτησία του ατόμου από βίαιες ή δόλιες επιθέσεις εγχώριων κακοποιών και εξωτερικών εχθρών. Έτσι, το κράτος δημιουργεί και διατηρεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορεί να λειτουργεί με ασφάλεια η οικονομία της αγοράς.
Το μαρξιστικό σύνθημα «αναρχική παραγωγή» χαρακτηρίζει εύστοχα αυτή την κοινωνική δομή ως οικονομικό σύστημα το οποίο δεν κατευθύνεται από έναν δικτάτορα, έναν τσάρο της παραγωγής που αναθέτει στον καθένα ένα καθήκον και τον εξαναγκάζει να υπακούσει στη διαταγή του. Κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος· κανείς δεν υπόκειται σε δεσπότη. Το άτομο εντάσσεται με δική του πρωτοβουλία στο σύστημα συνεργασίας. Η αγορά το κατευθύνει και του αποκαλύπτει με ποιον τρόπο μπορεί να προαγάγει καλύτερα τόσο τη δική του ευημερία όσο και εκείνη των άλλων ανθρώπων. Η αγορά είναι κυρίαρχη. Μόνο η αγορά οργανώνει ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα και του προσδίδει λογική συνοχή και νόημα.
This system is steered by the market. The market directs the individual’s activities into those channels in which he best serves the wants of his fellow men. There is in the operation of the market no compulsion and coercion. The state, the social apparatus of coercion and compulsion, does not interfere with the market and with the citizens’ activities directed by the market. It employs its power to beat people into submission solely for the prevention of actions destructive to the preservation and the smooth operation of the market economy. It protects the individual’s life, health, and property against violent or fraudulent aggression on the part of domestic gangsters and external foes. Thus the state creates and preserves the environment in which the market economy can safely operate. The Marxian slogan “anarchic production” pertinently characterizes this social structure as an economic system which is not directed by a dictator, a production tsar who assigns to each a task and compels him to obey this command. Each man is free; nobody is subject to a despot. Of his own accord the individual integrates himself into the cooperative system. The market directs him and reveals to him in what way he can best promote his own welfare as well as that of other people. The market is supreme. The market alone puts the whole social system in order and provides it with sense and meaning.
Η αγορά δεν είναι τόπος, πράγμα ή συλλογική οντότητα. Η αγορά είναι μια διαδικασία, η οποία κινείται από την αλληλεπίδραση των πράξεων των διαφόρων ατόμων που συνεργάζονται υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας. Οι δυνάμεις που καθορίζουν τη διαρκώς μεταβαλλόμενη κατάσταση της αγοράς είναι οι αξιολογικές κρίσεις αυτών των ατόμων και οι πράξεις τους, όπως αυτές κατευθύνονται από τις εν λόγω αξιολογικές κρίσεις. Η κατάσταση της αγοράς σε κάθε χρονική στιγμή είναι η διάρθρωση των τιμών, δηλαδή το σύνολο των σχέσεων ανταλλαγής όπως αυτές διαμορφώνονται από την αλληλεπίδραση εκείνων που επιθυμούν να αγοράσουν και εκείνων που επιθυμούν να πωλήσουν. Δεν υπάρχει τίποτε απάνθρωπο ή μυστικιστικό στην αγορά. Η διαδικασία της αγοράς αποτελεί εξ ολοκλήρου συνισταμένη ανθρώπινων πράξεων. Κάθε φαινόμενο της αγοράς μπορεί να αναχθεί σε συγκεκριμένες επιλογές των μελών της κοινωνίας της αγοράς.
The market is not a place, a thing, or a collective entity. The market is a process, actuated by the interplay of the actions of the various individuals cooperating under the division of labor. The forces determining the— continually changing—state of the market are the value judgments of these individuals and their actions as directed by these value judgments. The state of the market at any instant is the price structure, i.e., the totality of the exchange ratios as established by the interaction of those eager to buy and those eager to sell. There is nothing inhuman or mystical with regard to the market. The market process is entirely a resultant of human actions. Every market phenomenon can be traced back to definite choices of the members of the market society.
Η διαδικασία της αγοράς συνίσταται στην προσαρμογή των επιμέρους πράξεων των διαφόρων μελών της κοινωνίας της αγοράς στις απαιτήσεις της αμοιβαίας συνεργασίας. Οι αγοραίες τιμές υποδεικνύουν στους παραγωγούς τι πρέπει να παραγάγουν, πώς πρέπει να το παραγάγουν και σε ποια ποσότητα. Η αγορά είναι το επίκεντρο προς το οποίο συγκλίνουν οι δραστηριότητες των ατόμων. Είναι το κέντρο από το οποίο εκπορεύονται οι δραστηριότητές τους.
The market process is the adjustment of the individual actions of the various members of the market society to the requirements of mutual cooperation. The market prices tell the producers what to produce, how to produce, and in what quantity. The market is the focal point to which the activities of the individuals converge. It is the center from which the activities of the individuals radiate.
Η οικονομία της αγοράς πρέπει να διακρίνεται αυστηρά από το δεύτερο νοητό —μολονότι μη πραγματοποιήσιμο— σύστημα κοινωνικής συνεργασίας υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας: το σύστημα κοινωνικής ή κρατικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Το δεύτερο αυτό σύστημα αποκαλείται συνήθως σοσιαλισμός, κομμουνισμός, σχεδιασμένη οικονομία ή κρατικός καπιταλισμός. Η οικονομία της αγοράς, ή καπιταλισμός όπως συνήθως αποκαλείται, και η σοσιαλιστική οικονομία αποκλείουν αμοιβαία η μία την άλλη. Κανένα μείγμα των δύο συστημάτων δεν είναι δυνατό ή νοητό· δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως μια μικτή οικονομία, δηλαδή ένα σύστημα που θα ήταν εν μέρει καπιταλιστικό και εν μέρει σοσιαλιστικό. Η παραγωγή κατευθύνεται είτε από την αγορά είτε από τα διατάγματα ενός τσάρου της παραγωγής ή μιας επιτροπής τσάρων της παραγωγής.
The market economy must be strictly differentiated from the second thinkable—although not realizable—system of social cooperation under the division of labor: the system of social or governmental ownership of the means of production. This second system is commonly called socialism, communism, planned economy, or state capitalism. The market economy or capitalism, as it is usually called, and the socialist economy preclude one another. There is no mixture of the two systems possible or thinkable; there is no such thing as a mixed economy, a system that would be in part capitalistic and in part socialist. Production is directed either by the market or by the decrees of a production tsar or a committee of production tsars.
Αν, σε μια κοινωνία βασισμένη στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ορισμένα από αυτά τα μέσα ανήκουν στο δημόσιο και λειτουργούν υπό δημόσια διαχείριση —δηλαδή ανήκουν στην κυβέρνηση ή σε κάποιον οργανισμό της και λειτουργούν υπό τη διαχείρισή τους—, αυτό δεν δημιουργεί ένα μικτό σύστημα που θα συνδύαζε τον σοσιαλισμό με τον καπιταλισμό. Το γεγονός ότι το κράτος ή οι δήμοι κατέχουν και λειτουργούν ορισμένες παραγωγικές εγκαταστάσεις δεν μεταβάλλει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας της αγοράς. Οι δημόσιες επιχειρήσεις υπόκεινται στην κυριαρχία της αγοράς. Πρέπει να ενταχθούν, ως αγοραστές πρώτων υλών, εξοπλισμού και εργασίας και ως πωλητές αγαθών και υπηρεσιών, στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς. Υπόκεινται στους νόμους της αγοράς και, ως εκ τούτου, εξαρτώνται από τους καταναλωτές, οι οποίοι μπορούν να τις προτιμήσουν ή να μην τις προτιμήσουν. Πρέπει να επιδιώκουν την πραγματοποίηση κερδών ή, τουλάχιστον, την αποφυγή ζημιών.
Η κυβέρνηση μπορεί να καλύπτει τις ζημίες των παραγωγικών ή εμπορικών της επιχειρήσεων αντλώντας χρήματα από δημόσιους πόρους. Αυτό, όμως, ούτε εξαλείφει ούτε μετριάζει την κυριαρχία της αγοράς· απλώς τη μετατοπίζει σε άλλον τομέα. Διότι τα μέσα για την κάλυψη των ζημιών πρέπει να συγκεντρωθούν μέσω της επιβολής φόρων. Η φορολόγηση αυτή, όμως, επιφέρει συνέπειες στην αγορά και επηρεάζει την οικονομική δομή σύμφωνα με τους νόμους της αγοράς. Η λειτουργία της αγοράς, και όχι η κυβερνητική υπηρεσία που εισπράττει τους φόρους, αποφασίζει ποιοι θα φέρουν τελικά το βάρος των φόρων και πώς αυτοί θα επηρεάσουν την παραγωγή και την κατανάλωση. Επομένως, η αγορά, και όχι η δημόσια υπηρεσία, καθορίζει τη λειτουργία αυτών των επιχειρήσεων.
If within a society based on private ownership of the means of production some of these means are publicly owned and operated—that is, owned and operated by the government or one of its agencies—this does not make for a mixed system which would combine socialism and capitalism. The fact that the state or municipalities own and operate some plants does not alter the characteristic features of the market economy. These publicly owned and operated enterprises are subject to the sovereignty of the market. They must fit themselves, as buyers of raw materials, equipment, and labor, and as sellers of goods and services, into the scheme of the market economy. They are subject to the laws of the market and thereby depend on the consumers who may or may not patronize them. They must strive for profits or, at least, to avoid losses. The government may cover losses of its plants or shops by drawing on public funds. But this neither eliminates nor mitigates the supremacy of the market; it merely shifts it to another sector. For the means for covering the losses must be raised by the imposition of taxes. But this taxation has its effects on the market and influences the economic structure according to the laws of the market. It is the operation of the market, and not the government collecting the taxes, that decides upon whom the incidence of the taxes falls and how they affect production and consumption. Thus the market, not a government bureau, determines the working of these publicly operated enterprises.
Τίποτε που συνδέεται κατά οποιονδήποτε τρόπο με τη λειτουργία μιας αγοράς δεν πρέπει να αποκαλείται σοσιαλισμός με την πραξεολογική ή οικονομική έννοια. Η έννοια του σοσιαλισμού, όπως έχει συλληφθεί και οριστεί από όλους τους σοσιαλιστές, προϋποθέτει την απουσία αγοράς για τους συντελεστές παραγωγής και τιμών για αυτούς τους συντελεστές. Η «κοινωνικοποίηση» επιμέρους παραγωγικών εγκαταστάσεων, καταστημάτων και αγροκτημάτων —δηλαδή η μεταβίβασή τους από την ιδιωτική στη δημόσια ιδιοκτησία— αποτελεί μέθοδο σταδιακής εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού. Είναι ένα βήμα προς τον σοσιαλισμό, όχι όμως αφ’ εαυτού σοσιαλισμός. Ο Marx και οι ορθόδοξοι μαρξιστές αρνούνται κατηγορηματικά τη δυνατότητα μιας τέτοιας βαθμιαίας μετάβασης στον σοσιαλισμό. Σύμφωνα με τη θεωρία τους, η εξέλιξη του καπιταλισμού θα φθάσει κάποια ημέρα σε ένα σημείο στο οποίο ο καπιταλισμός θα μετασχηματιστεί μονομιάς σε σοσιαλισμό.
Nothing that is in any way connected with the operation of a market is in the praxeological or economic sense to be called socialism. The notion of socialism as conceived and defined by all socialists implies the absence of a market for factors of production and of prices of such factors. The “socialization” of individual plants, shops, and farms—that is, their transfer from private into public ownership—is a method of bringing about socialism by successive measures. It is a step on the way toward socialism, but not in itself socialism. (Marx and the orthodox Marxians flatly deny the possibility of such a gradual approach to socialism. According to their doctrine the evolution of capitalism will one day reach a point in which at one stroke capitalism is transformed into socialism.)
Οι επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό κρατική διαχείριση, καθώς και η ρωσική σοβιετική οικονομία, συνδέονται με το καπιταλιστικό σύστημα από το γεγονός και μόνο ότι αγοράζουν και πωλούν στις αγορές. Οι ίδιες μαρτυρούν αυτή τη σύνδεση, υπολογίζοντας σε χρηματικούς όρους. Χρησιμοποιούν έτσι τις διανοητικές μεθόδους του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο καταδικάζουν με φανατισμό.
Government-operated enterprises and the Russian Soviet economy are, by the mere fact that they buy and sell on markets, connected with the capitalist system. They themselves bear witness to this connection by calculating in terms of money. They thus utilize the intellectual methods of the capitalist system that they fanatically condemn.
Διότι ο χρηματικός οικονομικός υπολογισμός αποτελεί το διανοητικό θεμέλιο της οικονομίας της αγοράς. Τα καθήκοντα που τίθενται στη δράση εντός οποιουδήποτε συστήματος καταμερισμού της εργασίας δεν μπορούν να εκτελεστούν χωρίς οικονομικό υπολογισμό. Η οικονομία της αγοράς υπολογίζει σε όρους χρηματικών τιμών. Το γεγονός ότι είναι ικανή να πραγματοποιεί τέτοιους υπολογισμούς συνέβαλε αποφασιστικά στην εξέλιξή της και αποτελεί προϋπόθεση της σημερινής λειτουργίας της. Η οικονομία της αγοράς είναι πραγματική επειδή μπορεί να υπολογίζει.
For monetary economic calculation is the intellectual basis of the market economy. The tasks set to acting within any system of the division of labor cannot be achieved without economic calculation. The market economy calculates in terms of money prices. That it is capable of such calculation was instrumental in its evolution and conditions its present-day operation. The market economy is real because it can calculate.
Σε όλα τα ζωντανά όντα είναι εγγενής μια παρόρμηση που τα κατευθύνει προς την αφομοίωση ύλης η οποία διατηρεί, ανανεώνει και ενισχύει τη ζωτική τους ενέργεια. Η υπεροχή του δρώντος ανθρώπου εκδηλώνεται στο γεγονός ότι αποβλέπει συνειδητά και σκόπιμα στη διατήρηση και στην ενίσχυση της ζωτικότητάς του. Κατά την επιδίωξη αυτού του σκοπού, η επινοητικότητά του τον οδηγεί στην κατασκευή εργαλείων τα οποία αρχικά τον βοηθούν να αποκτήσει τροφή, σε μεταγενέστερο στάδιο τον παρακινούν να επινοήσει μεθόδους αύξησης της διαθέσιμης ποσότητας τροφίμων και, τέλος, του επιτρέπουν να μεριμνήσει για την ικανοποίηση των περισσότερο επιτακτικών από τις επιθυμίες που είναι ειδικά ανθρώπινες. Όπως το περιέγραψε ο Böhm-Bawerk, ο άνθρωπος επιλέγει έμμεσες μεθόδους παραγωγής οι οποίες απαιτούν περισσότερο χρόνο, αλλά αντισταθμίζουν αυτή την καθυστέρηση παράγοντας περισσότερα και καλύτερα προϊόντα.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Στην αφετηρία κάθε βήματος προόδου προς μια ζωή μεγαλύτερης αφθονίας βρίσκεται η αποταμίευση: η δημιουργία αποθέματος προϊόντων που καθιστά δυνατή την επιμήκυνση της μέσης χρονικής περιόδου η οποία μεσολαβεί μεταξύ της έναρξης της παραγωγικής διαδικασίας και της ολοκλήρωσης ενός προϊόντος έτοιμου προς χρήση και κατανάλωση. Τα προϊόντα που συσσωρεύονται για αυτόν τον σκοπό αποτελούν είτε ενδιάμεσα στάδια της τεχνολογικής διαδικασίας — δηλαδή εργαλεία και ημικατεργασμένα προϊόντα— είτε αγαθά έτοιμα προς κατανάλωση, τα οποία επιτρέπουν στον άνθρωπο να αντικαταστήσει μια βραχύτερη παραγωγική διαδικασία με μια περισσότερο χρονοβόρα, χωρίς να υποστεί στέρηση κατά την περίοδο αναμονής. Τα αγαθά αυτά ονομάζονται κεφαλαιουχικά αγαθά. Επομένως, η αποταμίευση και η συνακόλουθη συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών βρίσκονται στην αφετηρία κάθε προσπάθειας βελτίωσης των υλικών συνθηκών του ανθρώπου· αποτελούν το θεμέλιο του ανθρώπινου πολιτισμού. Χωρίς αποταμίευση και συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία επιδίωξη μη υλικών σκοπών.1
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Από την έννοια των κεφαλαιουχικών αγαθών πρέπει να διακρίνεται σαφώς η έννοια του κεφαλαίου.2 Η έννοια του κεφαλαίου αποτελεί τη θεμελιώδη έννοια του οικονομικού υπολογισμού, το κυριότερο νοητικό εργαλείο για τη διεξαγωγή των υποθέσεων στην οικονομία της αγοράς. Σύστοιχή της είναι η έννοια του εισοδήματος.
The mental tool of the market economy is economic calculation. The fundamental notion of economic calculation is the notion of capital and its correlative income.
Οι έννοιες του κεφαλαίου και του εισοδήματος, όπως εφαρμόζονται στη λογιστική και στους καθημερινούς συλλογισμούς τους οποίους η λογιστική απλώς εκλεπτύνει, αντιπαραβάλλουν τα μέσα προς τους σκοπούς. Ο υπολογίζων νους του δρώντος χαράσσει μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ των καταναλωτικών αγαθών που σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει για την άμεση ικανοποίηση των αναγκών του και των αγαθών όλων των τάξεων —συμπεριλαμβανομένων των αγαθών πρώτης τάξεως— τα οποία σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει, μέσω περαιτέρω δράσης, για την ικανοποίηση μελλοντικών αναγκών. Η διάκριση μεταξύ μέσων και σκοπών μετατρέπεται έτσι σε διάκριση μεταξύ απόκτησης και κατανάλωσης, επιχειρηματικής δραστηριότητας και νοικοκυριού, επιχειρηματικών κεφαλαίων και οικιακών αγαθών.
Ολόκληρο το σύμπλεγμα των αγαθών που προορίζονται για απόκτηση εισοδήματος αποτιμάται σε χρηματικούς όρους, και αυτό το άθροισμα —το κεφάλαιο— αποτελεί την αφετηρία του οικονομικού υπολογισμού. Ο άμεσος σκοπός της αποκτητικής δράσης είναι η αύξηση ή, τουλάχιστον, η διατήρηση του κεφαλαίου. Το ποσό που μπορεί να καταναλωθεί εντός μιας ορισμένης περιόδου χωρίς να μειωθεί το κεφάλαιο ονομάζεται εισόδημα. Αν η κατανάλωση υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα, η διαφορά ονομάζεται ανάλωση κεφαλαίου. Αν το διαθέσιμο εισόδημα είναι μεγαλύτερο από το ποσό που καταναλώνεται, η διαφορά ονομάζεται αποταμίευση. Μεταξύ των κυριότερων καθηκόντων του οικονομικού υπολογισμού συγκαταλέγεται ο προσδιορισμός του ύψους του εισοδήματος, της αποταμίευσης και της ανάλωσης κεφαλαίου.
The notions of capital and income as applied in accountancy and in the mundane reflections of which accountancy is merely a refinement, contrast the means and the ends. The calculating mind of the actor draws a boundary line between the consumers’ goods which he plans to employ for the immediate satisfaction of his wants and the goods of all orders—including those of the first order[1]—which he plans to employ for providing, by further acting, for the satisfaction of future wants. The differentiation of means and ends thus becomes a differentiation of acquisition and consumption, of business and household, of trading funds and of household goods. The whole complex of goods destined for acquisition is evaluated in money terms, and this sum—the capital—is the starting point of economic calculation. The immediate end of acquisitive action is to increase or, at least, to preserve the capital. That amount which can be consumed within a definite period without lowering the capital is called income. If consumption exceeds the income available, the difference is called capital consumption. If the income available is greater than the amount consumed, the difference is called saving. Among the main tasks of economic calculation are those of establishing the magnitudes of income, saving, and capital consumption.
Οι συλλογισμοί που οδήγησαν τον δρώντα άνθρωπο στις έννοιες που εμπεριέχονται στους όρους κεφάλαιο και εισόδημα βρίσκονται σε λανθάνουσα μορφή σε κάθε εκ των προτέρων εξέταση και σχεδιασμό μιας δράσης. Ακόμη και οι πιο πρωτόγονοι γεωργοί έχουν αμυδρή επίγνωση των συνεπειών πράξεων οι οποίες, για έναν σύγχρονο λογιστή, θα αποτελούσαν ανάλωση κεφαλαίου. Η απροθυμία του κυνηγού να σκοτώσει μια κυοφορούσα ελαφίνα και η δυσφορία που αισθάνονταν ακόμη και οι πιο αδίστακτοι πολεμιστές όταν έκοβαν οπωροφόρα δέντρα αποτελούσαν εκδηλώσεις μιας νοοτροπίας επηρεασμένης από τέτοιους συλλογισμούς. Οι ίδιοι συλλογισμοί ήταν παρόντες στον πανάρχαιο νομικό θεσμό της επικαρπίας και σε ανάλογα έθιμα και πρακτικές.
Μόνο, όμως, οι άνθρωποι που είναι σε θέση να προσφεύγουν στον χρηματικό υπολογισμό μπορούν να αναπτύξουν με πλήρη σαφήνεια τη διάκριση μεταξύ μιας οικονομικής υπόστασης και των πλεονεκτημάτων που απορρέουν από αυτήν και να την εφαρμόσουν με ακρίβεια σε όλες τις κατηγορίες, τα είδη και τις τάξεις αγαθών και υπηρεσιών. Μόνο αυτοί μπορούν να θεμελιώσουν τέτοιες διακρίσεις υπό τις αδιάκοπα μεταβαλλόμενες συνθήκες των εξαιρετικά ανεπτυγμένων μεταποιητικών βιομηχανιών και της περίπλοκης δομής της κοινωνικής συνεργασίας εκατοντάδων χιλιάδων εξειδικευμένων εργασιών και υπηρεσιών.
The reflections which led acting man to the notions implied in the concepts of capital and income are latent in every premeditation and planning of action. Even the most primitive husbandmen are dimly aware of the consequences of acts which to a modern accountant would appear as capital consumption. The hunter’s reluctance to kill a pregnant hind and the uneasiness felt even by the most ruthless warriors in cutting fruit trees were manifestations of a mentality which was influenced by such considerations. These considerations were present in the age-old legal institution of usufruct and in analogous customs and practices. But only people who are in a position to resort to monetary calculation can evolve to full clarity the distinction between an economic substance and the advantages derived from it, and can apply it neatly to all classes, kinds, and orders of goods and services. They alone can establish such distinctions with regard to the perpetually changing conditions of highly developed processing industries and the complicated structure of the social cooperation of hundreds of thousands of specialized jobs and performances.
Ανατρέχοντας, από τη σκοπιά της γνώσης που παρέχει η σύγχρονη λογιστική, στις συνθήκες των άγριων προγόνων της ανθρώπινης φυλής, μπορούμε να πούμε μεταφορικά ότι και εκείνοι χρησιμοποιούσαν «κεφάλαιο». Ένας σύγχρονος λογιστής θα μπορούσε να εφαρμόσει όλες τις μεθόδους του επαγγέλματός του στα πρωτόγονα εργαλεία κυνηγιού και αλιείας, στην κτηνοτροφία και στην καλλιέργεια του εδάφους τους, αν γνώριζε ποιες τιμές έπρεπε να αποδώσει στα διάφορα σχετικά στοιχεία. Ορισμένοι οικονομολόγοι συνήγαγαν από αυτό ότι το «κεφάλαιο» αποτελεί κατηγορία κάθε ανθρώπινης παραγωγής, ότι είναι παρόν σε κάθε νοητό σύστημα διεξαγωγής παραγωγικών διαδικασιών —τόσο στην ακούσια απομόνωση του Ροβινσώνα Κρούσου όσο και σε μια σοσιαλιστική κοινωνία— και ότι δεν εξαρτάται από την εφαρμογή του χρηματικού υπολογισμού.4 Αυτό, όμως, αποτελεί σύγχυση.
Η έννοια του κεφαλαίου δεν μπορεί να αποσπαστεί από το πλαίσιο του χρηματικού υπολογισμού και από την κοινωνική δομή μιας οικονομίας της αγοράς, μόνο εντός της οποίας είναι δυνατός ο χρηματικός υπολογισμός. Είναι μια έννοια που δεν έχει κανένα νόημα έξω από τις συνθήκες της οικονομίας της αγοράς. Διαδραματίζει ρόλο αποκλειστικά στα σχέδια και στις καταγραφές ατόμων που δρουν για δικό τους λογαριασμό μέσα σε ένα τέτοιο σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και αναπτύχθηκε παράλληλα με την εξάπλωση του οικονομικού υπολογισμού σε χρηματικούς όρους.5
Looking backward from the cognition provided by modern accountancy to the conditions of the savage ancestors of the human race, we may say metaphorically that they too used “capital.” A contemporary accountant could apply all the methods of his profession to their primitive tools of hunting and fishing, to their cattle breeding and their tilling of the soil, if he knew what prices to assign to the various items concerned. Some economists concluded there from that “capital” is a category of all human production, that it is present in every thinkable system of the conduct of production processes—i.e., no less in Robinson Crusoe’s involuntary hermitage than in a socialist society—and that it does not depend upon the practice of monetary calculation.[2] This is, however, a confusion. The concept of capital cannot be separated from the context of monetary calculation and from the social structure of a market economy in which alone monetary calculation is possible. It is a concept which makes no sense outside the conditions of a market economy. It plays a role exclusively in the plans and records of individuals acting on their own account in such a system of private ownership of the means of production, and it developed with the spread of economic calculation in monetary terms.[3]
Η σύγχρονη λογιστική αποτελεί προϊόν μακράς ιστορικής εξέλιξης. Σήμερα επικρατεί ομοφωνία μεταξύ επιχειρηματιών και λογιστών ως προς τη σημασία του κεφαλαίου. Κεφάλαιο είναι το άθροισμα του χρηματικού ισοδυνάμου όλων των στοιχείων του ενεργητικού, μείον το άθροισμα του χρηματικού ισοδυνάμου όλων των υποχρεώσεων, το οποίο έχει διατεθεί σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής μονάδας. Δεν έχει σημασία από τι αποτελούνται αυτά τα περιουσιακά στοιχεία: από τεμάχια γης, κτίρια, εξοπλισμό, εργαλεία, αγαθά οποιουδήποτε είδους και τάξεως, αξιώσεις, εισπρακτέες απαιτήσεις, μετρητά ή οτιδήποτε άλλο.
Modern accountancy is the fruit of a long historical evolution. Today there is, among businessmen and accountants, unanimity with regard to the meaning of capital. Capital is the sum of the money equivalent of all assets minus the sum of the money equivalent of all liabilities as dedicated at a definite date to the conduct of the operations of a definite business unit. It does not matter in what these assets may consist, whether they are pieces of land, buildings, equipment, tools, goods of any kind and order, claims, receivables, cash, or whatever.
Αποτελεί ιστορικό γεγονός ότι, κατά τις πρώτες εποχές της λογιστικής, οι έμποροι, οι πρωτοπόροι στην πορεία προς τον χρηματικό υπολογισμό, δεν συμπεριλάμβαναν κατά κανόνα στην έννοια του κεφαλαίου το χρηματικό ισοδύναμο των κτιρίων και της γης τους. Αποτελεί επίσης ιστορικό γεγονός ότι οι γεωργοί άργησαν να εφαρμόσουν την έννοια του κεφαλαίου στη γη τους. Ακόμη και σήμερα, στις περισσότερο ανεπτυγμένες χώρες, μόνο ένα μέρος των γεωργών είναι εξοικειωμένο με την πρακτική της ορθής λογιστικής. Πολλοί γεωργοί αρκούνται σε ένα σύστημα τήρησης βιβλίων που παραλείπει να λάβει υπόψη τη γη και τη συμβολή της στην παραγωγή. Οι λογιστικές εγγραφές τους δεν περιλαμβάνουν το χρηματικό ισοδύναμο της γης και, συνεπώς, παραμένουν αδιάφορες απέναντι στις μεταβολές αυτού του ισοδυνάμου.
Τέτοιοι λογαριασμοί είναι ελαττωματικοί, επειδή δεν παρέχουν την πληροφορία που αποτελεί τον μοναδικό σκοπό της λογιστικής του κεφαλαίου. Δεν υποδεικνύουν αν η λειτουργία του αγροκτήματος προκάλεσε ή όχι υποβάθμιση της ικανότητας της γης να συμβάλλει στην παραγωγή, δηλαδή της αντικειμενικής αξίας χρήσεώς της. Αν έχει επέλθει διάβρωση του εδάφους, τα λογιστικά βιβλία την αγνοούν και, ως εκ τούτου, το υπολογιζόμενο εισόδημα —η καθαρή απόδοση— εμφανίζεται μεγαλύτερο από όσο θα έδειχνε μια πληρέστερη μέθοδος λογιστικής.
It is a historical fact that in the early days of accountancy the tradesmen, the pacemakers on the way toward monetary calculation, did not for the most part include the money equivalent of their buildings and land in the notion of capital. It is another historical fact that agriculturists were slow in applying the capital concept to their land. Even today in the most advanced countries only a part of the farmers are familiar with the practice of sound accountancy. Many farmers acquiesce in a system of bookkeeping that neglects to pay heed to the land and its contribution to production. Their book entries do not include the money equivalent of the land and are consequently indifferent to changes in this equivalent. Such accounts are defective because they fail to convey that information which is the sole aim sought by capital accounting. They do not indicate whether or not the operation of the farm has brought about a deterioration in the land’s capacity to contribute to production, that is, in its objective use value. If an erosion of the soil has taken place, their books ignore it, and thus the calculated income (net yield) is greater than a more complete method of bookkeeping would have shown.
Είναι αναγκαίο να αναφερθούν αυτά τα ιστορικά γεγονότα, επειδή επηρέασαν τις προσπάθειες των οικονομολόγων να διαμορφώσουν την έννοια του πραγματικού κεφαλαίου.
It is necessary to mention these historical facts because they influenced the endeavors of the economists to construct the notion of real capital.
Οι οικονομολόγοι βρίσκονταν και εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να βρίσκονται αντιμέτωποι με τη δεισιδαίμονα πεποίθηση ότι η σπανιότητα των συντελεστών παραγωγής θα μπορούσε να εξαλειφθεί, είτε ολοκληρωτικά είτε τουλάχιστον εν μέρει, μέσω της αύξησης της ποσότητας του χρήματος σε κυκλοφορία και της πιστωτικής επέκτασης. Προκειμένου να αντιμετωπίσουν επαρκώς αυτό το θεμελιώδες πρόβλημα της οικονομικής πολιτικής, θεώρησαν αναγκαίο να κατασκευάσουν μια έννοια πραγματικού κεφαλαίου και να την αντιπαραβάλουν προς την έννοια του κεφαλαίου που χρησιμοποιεί ο επιχειρηματίας, του οποίου ο υπολογισμός αναφέρεται στο συνολικό σύμπλεγμα των αποκτητικών του δραστηριοτήτων.
Όταν οι οικονομολόγοι άρχισαν αυτές τις προσπάθειες, η θέση του χρηματικού ισοδυνάμου της γης στην έννοια του κεφαλαίου εξακολουθούσε να αμφισβητείται. Έτσι, θεώρησαν εύλογο να παραβλέψουν τη γη κατά την κατασκευή της έννοιας του πραγματικού κεφαλαίου. Όρισαν το πραγματικό κεφάλαιο ως το σύνολο των διαθέσιμων παραχθέντων συντελεστών παραγωγής. Άρχισαν σχολαστικιστικές συζητήσεις σχετικά με το αν τα αποθέματα καταναλωτικών αγαθών που διατηρούν οι επιχειρηματικές μονάδες αποτελούν ή όχι πραγματικό κεφάλαιο. Υπήρχε, όμως, σχεδόν ομοφωνία ότι τα μετρητά δεν αποτελούν πραγματικό κεφάλαιο.
The economists were and are still today confronted with the superstitious belief that the scarcity of factors of production could be brushed away, either entirely or at least to some extent, by increasing the amount of money in circulation and by credit expansion. In order to deal adequately with this fundamental problem of economic policy they considered it necessary to construct a notion of real capital and to oppose it to the notion of capital as applied by the businessman whose calculation refers to the whole complex of his acquisitive activities. At the time the economists embarked upon these endeavors the place of the money equivalent of land in the concept of capital was still questioned. Thus the economists thought it reasonable to disregard land in constructing their notion of real capital. They defined real capital as the totality of the produced factors of production available. Hairsplitting discussions were started as to whether inventories of consumers’ goods held by business units are or are not real capital. But there was almost unanimity that cash is not real capital.
Αυτή η έννοια του συνόλου των παραχθέντων συντελεστών παραγωγής είναι κενή περιεχομένου. Το χρηματικό ισοδύναμο των διαφόρων συντελεστών παραγωγής που κατέχει μια επιχειρηματική μονάδα μπορεί να προσδιοριστεί και να αθροιστεί. Αν, όμως, αφαιρέσουμε αυτή την αποτίμηση σε χρηματικούς όρους, το σύνολο των παραχθέντων συντελεστών παραγωγής αποτελεί απλώς απαρίθμηση φυσικών ποσοτήτων χιλιάδων και χιλιάδων διαφορετικών αγαθών. Μια τέτοια απογραφή δεν έχει καμία χρησιμότητα για τη δράση. Αποτελεί περιγραφή ενός τμήματος του σύμπαντος με όρους τεχνολογίας και τοπογραφίας και δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα προβλήματα που εγείρουν οι προσπάθειες βελτίωσης της ανθρώπινης ευημερίας. Μπορούμε να αποδεχθούμε την ορολογική χρήση σύμφωνα με την οποία οι παραχθέντες συντελεστές παραγωγής ονομάζονται κεφαλαιουχικά αγαθά. Αυτό, όμως, δεν καθιστά την έννοια του πραγματικού κεφαλαίου περισσότερο ουσιαστική.
Now this concept of a totality of the produced factors of production is an empty concept. The money equivalent of the various factors of production owned by a business unit can be determined and summed up. But if we abstract from such an evaluation in money terms, the totality of the produced factors of production is merely an enumeration of physical quantities of thousands and thousands of various goods. Such an inventory is of no use to acting. It is a description of a part of the universe in terms of technology and topography and has no reference whatever to the problems raised by the endeavors to improve human well-being. We may acquiesce in the terminological usage of calling the produced factors of production capital goods. But this does not render the concept of real capital any more meaningful.
Η χειρότερη συνέπεια της χρήσης της μυθικής έννοιας του πραγματικού κεφαλαίου ήταν ότι οι οικονομολόγοι άρχισαν να θεωρητικολογούν σχετικά με ένα νόθο πρόβλημα, το οποίο ονομάστηκε παραγωγικότητα του πραγματικού κεφαλαίου. Ένας συντελεστής παραγωγής είναι, εξ ορισμού, ένα πράγμα ικανό να συμβάλλει στην επιτυχία μιας παραγωγικής διαδικασίας. Η αγοραία τιμή του αντανακλά πλήρως την αξία που αποδίδουν οι άνθρωποι σε αυτή τη συμβολή. Οι υπηρεσίες που αναμένονται από τη χρησιμοποίηση ενός συντελεστή παραγωγής —δηλαδή η συμβολή του στην παραγωγικότητα— αμείβονται στις αγοραίες συναλλαγές σύμφωνα με την πλήρη αξία που τους αποδίδουν οι άνθρωποι. Οι συντελεστές αυτοί θεωρούνται πολύτιμοι μόνο εξαιτίας αυτών των υπηρεσιών. Οι υπηρεσίες αυτές αποτελούν τον μοναδικό λόγο για τον οποίο καταβάλλονται τιμές για την απόκτησή τους. Αφού καταβληθούν αυτές οι τιμές, δεν απομένει τίποτε που θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω πληρωμές εκ μέρους οποιουδήποτε ως αποζημίωση για πρόσθετες παραγωγικές υπηρεσίες αυτών των συντελεστών παραγωγής. Αποτέλεσε σφάλμα η εξήγηση του τόκου ως εισοδήματος που προέρχεται από την παραγωγικότητα του κεφαλαίου.6
The worst outgrowth of the use of the mythical notion of real capital was that economists began to speculate about a spurious problem called the productivity of (real) capital. A factor of production is by definition a thing that is able to contribute to the success of a process of production. Its market price reflects entirely the value that people attach to this contribution. The services expected from the employment of a factor of production (i.e., its contribution to productivity) are in market transactions paid according to the full value people attach to them. These factors are considered valuable only on account of these services. These services are the only reason why prices are paid for them. Once these prices are paid, nothing remains that can bring about further payments on the part of anybody as a compensation for additional productive services of these factors of production. It was a blunder to explain interest as an income derived from the productivity of capital.[4]
Εξίσου επιζήμια υπήρξε μια δεύτερη σύγχυση που προέκυψε από την έννοια του πραγματικού κεφαλαίου. Οι άνθρωποι άρχισαν να στοχάζονται μια έννοια κοινωνικού κεφαλαίου διαφορετική από εκείνη του ιδιωτικού κεφαλαίου. Εκκινώντας από τη νοητική κατασκευή μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, επιδίωξαν να ορίσουν μια έννοια κεφαλαίου κατάλληλη για τις οικονομικές δραστηριότητες του γενικού διευθυντή ενός τέτοιου συστήματος. Ορθώς υπέθεταν ότι αυτός ο διευθυντής θα επιθυμούσε να γνωρίζει αν η διαχείριση των υποθέσεων από μέρους του ήταν επιτυχής —δηλαδή από τη σκοπιά των δικών του αποτιμήσεων και των σκοπών που επιδιώκονταν σύμφωνα με αυτές— και πόσα θα μπορούσε να δαπανήσει για την κατανάλωση των υπηκόων του χωρίς να μειώσει το διαθέσιμο απόθεμα συντελεστών παραγωγής και, ως εκ τούτου, να περιορίσει την απόδοση της μελλοντικής παραγωγής.
Μια σοσιαλιστική κυβέρνηση θα είχε επιτακτική ανάγκη τις έννοιες του κεφαλαίου και του εισοδήματος ως οδηγό για τις ενέργειές της. Σε ένα οικονομικό σύστημα, όμως, στο οποίο δεν υπάρχουν ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αγορά και τιμές για τέτοια αγαθά, οι έννοιες του κεφαλαίου και του εισοδήματος αποτελούν απλώς ακαδημαϊκά αιτήματα, στερούμενα κάθε πρακτικής εφαρμογής. Σε μια σοσιαλιστική οικονομία υπάρχουν κεφαλαιουχικά αγαθά, αλλά όχι κεφάλαιο.
No less detrimental was a second confusion derived from the real capital concept. People began to meditate upon a concept of social capital as different from private capital. Starting from the imaginary construction of a socialist economy, they were intent upon defining a capital concept suitable to the economic activities of the general manager of such a system. They were right in assuming that this manager would be eager to know whether his conduct of affairs was successful (viz., from the point of view of his own valuations and the ends aimed at in accordance with these valuations) and how much he could expend for his wards’ consumption without diminishing the available stock of factors of production and thus impairing the yield of further production. A socialist government would badly need the concepts of capital and income as a guide for its operations. However, in an economic system in which there is no private ownership of the means of production, no market, and no prices for such goods, the concepts of capital and income are mere academic postulates devoid of any practical application. In a socialist economy there are capital goods, but no capital.
Η έννοια του κεφαλαίου έχει νόημα μόνο στην οικονομία της αγοράς. Εξυπηρετεί τους συλλογισμούς και τους υπολογισμούς ατόμων ή ομάδων ατόμων που ενεργούν για δικό τους λογαριασμό εντός μιας τέτοιας οικονομίας. Αποτελεί εργαλείο των καπιταλιστών, των επιχειρηματιών και των γεωργών που επιδιώκουν την πραγματοποίηση κερδών και την αποφυγή ζημιών. Δεν αποτελεί κατηγορία κάθε δράσης. Αποτελεί κατηγορία της δράσης εντός μιας οικονομίας της αγοράς.
The notion of capital makes sense only in the market economy. It serves the deliberations and calculations of individuals or groups of individuals operating on their own account in such an economy. It is a device of capitalists, entrepreneurs, and farmers eager to make profits and to avoid losses. It is not a category of all acting. It is a category of acting within a market economy.
Όλοι οι πολιτισμοί έως σήμερα βασίστηκαν στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Κατά το παρελθόν, ο πολιτισμός και η ιδιωτική ιδιοκτησία υπήρξαν άρρηκτα συνδεδεμένοι. Όσοι υποστηρίζουν ότι η οικονομική επιστήμη είναι πειραματική επιστήμη και, παρ’ όλα αυτά, συνιστούν τον δημόσιο έλεγχο των μέσων παραγωγής αντιφάσκουν οικτρά προς τον εαυτό τους. Αν η ιστορική εμπειρία μπορούσε να μας διδάξει οτιδήποτε, αυτό θα ήταν ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον πολιτισμό. Δεν υπάρχει καμία εμπειρική περίπτωση που να καταδεικνύει ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να εξασφαλίσει επίπεδο διαβίωσης εξίσου υψηλό με εκείνο που παρέχει ο καπιταλισμός.7
All civilizations have up to now been based on private ownership of the means of production. In the past civilization and private property have been linked together. Those who maintain that economics is an experimental science and nevertheless recommend public control of the means of production, lamentably contradict themselves. If historical experience could teach us anything, it would be that private property is inextricably linked with civilization. There is no experience to the effect that socialism could provide a standard of living as high as that provided by capitalism.[5]
Το σύστημα της οικονομίας της αγοράς δεν εφαρμόστηκε ποτέ πλήρως και σε καθαρή μορφή. Από τον Μεσαίωνα, όμως, επικρατούσε σε γενικές γραμμές στη σφαίρα του δυτικού πολιτισμού μια γενική τάση προς την κατάργηση των θεσμών που παρεμπόδιζαν τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Με τη σταδιακή πρόοδο αυτής της τάσης, το μέγεθος του πληθυσμού πολλαπλασιάστηκε και το βιοτικό επίπεδο των μαζών ανυψώθηκε σε ένα πρωτοφανές και έως τότε αδιανόητο ύψος. Ο μέσος Αμερικανός εργάτης απολαμβάνει ανέσεις για τις οποίες θα τον ζήλευαν ο Κροίσος, ο Crassus, οι Medici και ο Louis XIV.
The system of market economy has never been fully and purely tried. But there prevailed in the orbit of Western civilization since the Middle Ages by and large a general tendency toward the abolition of institutions hindering the operation of the market economy. With the successive progress of this tendency, population figures multiplied and the masses’ standard of living was raised to an unprecedented and hitherto undreamed of level. The average American worker enjoys amenities for which Croesus, Crassus, the Medici, and Louis XIV would have envied him.
Τα προβλήματα που εγείρει η σοσιαλιστική και η παρεμβατιστική κριτική της οικονομίας της αγοράς είναι αμιγώς οικονομικά και μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με τον τρόπο που επιχειρεί να τα αντιμετωπίσει το παρόν βιβλίο: μέσω ενδελεχούς ανάλυσης της ανθρώπινης δράσης και όλων των νοητών συστημάτων κοινωνικής συνεργασίας. Το ψυχολογικό πρόβλημα του γιατί οι άνθρωποι χλευάζουν και απαξιώνουν τον καπιταλισμό, αποκαλούν «καπιταλιστικό» οτιδήποτε αντιπαθούν και «σοσιαλιστικό» οτιδήποτε επαινούν αφορά την ιστορία και πρέπει να αφεθεί στους ιστορικούς. Υπάρχουν, όμως, ορισμένα άλλα ζητήματα που πρέπει να υπογραμμίσουμε στο σημείο αυτό.
The problems raised by the socialist and interventionist critique of the market economy are purely economic and can be dealt with only in the way in which this book tries to deal with them: by a thorough analysis of human action and all thinkable systems of social cooperation. The psychological problem of why people scorn and disparage capitalism and call everything they dislike “capitalistic” and everything they praise “socialistic” concerns history and must be left to the historians. But there are several other issues which we must stress at this point.
Οι υποστηρικτές του ολοκληρωτισμού θεωρούν τον «καπιταλισμό» ένα αποτρόπαιο κακό, μια φρικτή ασθένεια που έπληξε την ανθρωπότητα. Στα μάτια του Marx αποτελούσε αναπόφευκτο στάδιο της εξέλιξης της ανθρωπότητας, αλλά, παρ’ όλα αυτά, το χειρότερο από όλα τα κακά· ευτυχώς, η σωτηρία επίκειται και θα απαλλάξει για πάντα τον άνθρωπο από αυτή τη συμφορά. Κατά την άποψη άλλων ανθρώπων, ο καπιταλισμός θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί, αν οι άνθρωποι ήταν ηθικότεροι ή ικανότεροι στην επιλογή οικονομικών πολιτικών.
Όλες αυτές οι θεωρητικολογίες έχουν ένα κοινό γνώρισμα. Αντιμετωπίζουν τον καπιταλισμό σαν να ήταν συμπτωματικό φαινόμενο, το οποίο θα μπορούσε να εξαλειφθεί χωρίς να μεταβληθούν συνθήκες ουσιώδεις για τη δράση και τη σκέψη του πολιτισμένου ανθρώπου. Καθώς δεν ασχολούνται με το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού, αγνοούν τις συνέπειες που θα επιφέρει αναγκαστικά η κατάργηση του χρηματικού υπολογισμού. Δεν αντιλαμβάνονται ότι οι άνθρωποι μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, για τους οποίους η αριθμητική δεν θα έχει καμία χρησιμότητα κατά τον σχεδιασμό της δράσης, θα διαφέρουν εντελώς ως προς τη νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης τους από τους συγχρόνους μας. Κατά την εξέταση του σοσιαλισμού δεν πρέπει να παραβλέπουμε αυτόν τον νοητικό μετασχηματισμό, ακόμη και αν ήμασταν διατεθειμένοι να αποσιωπήσουμε τις καταστροφικές συνέπειες που θα προκαλούσε στην υλική ευημερία του ανθρώπου.
The advocates of totalitarianism consider “capitalism” a ghastly evil, an awful illness that came upon mankind. In the eyes of Marx it was an inevitable stage of mankind’s evolution, but for all that the worst of evils; fortunately salvation is imminent and will free man forever from this disaster. In the opinion of other people it would have been possible to avoid capitalism if only men had been more moral or more skillful in the choice of economic policies. All such lucubrations have one feature in common. They look upon capitalism as if it were an accidental phenomenon which could be eliminated without altering conditions that are essential in civilized man’s acting and thinking. As they neglect to bother about the problem of economic calculation, they are not aware of the consequences which the abolition of the monetary calculus is bound to bring about. They do not realize that socialist men for whom arithmetic will be of no use in planning action, will differ entirely in their mentality and in their mode of thinking from our contemporaries. In dealing with socialism, we must not overlook this mental transformation, even if we were ready to pass over in silence the disastrous consequences which would result for man’s material well-being.
Η οικονομία της αγοράς είναι ένας ανθρωπογενής τρόπος δράσης υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι αποτελεί κάτι συμπτωματικό ή τεχνητό, το οποίο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάποιον άλλο τρόπο. Η οικονομία της αγοράς αποτελεί προϊόν μακράς εξελικτικής διαδικασίας. Είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών του ανθρώπου να προσαρμόσει τη δράση του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στις δεδομένες συνθήκες του περιβάλλοντός του, τις οποίες δεν μπορεί να μεταβάλει. Αποτελεί, τρόπον τινά, τη στρατηγική μέσω της εφαρμογής της οποίας ο άνθρωπος προόδευσε θριαμβευτικά από την αγριότητα στον πολιτισμό.
The market economy is a man-made mode of acting under the division of labor. But this does not imply that it is something accidental or artificial and could be replaced by another mode. The market economy is the product of a long evolutionary process. It is the outcome of man’s endeavors to adjust his action in the best possible way to the given conditions of his environment that he cannot alter. It is the strategy, as it were, by the application of which man has triumphantly progressed from savagery to civilization.
Ορισμένοι συγγραφείς επιχειρηματολογούν ως εξής: ο καπιταλισμός ήταν το οικονομικό σύστημα που επέφερε τα θαυμαστά επιτεύγματα των τελευταίων διακοσίων ετών· επομένως, έχει ολοκληρώσει τον ιστορικό του ρόλο, επειδή εκείνο που υπήρξε ευεργετικό κατά το παρελθόν δεν μπορεί να είναι ευεργετικό για τη δική μας εποχή και για το μέλλον. Ένας τέτοιος συλλογισμός αντιφάσκει κατάφωρα προς τις αρχές της εμπειρικής γνώσης. Δεν χρειάζεται στο σημείο αυτό να θέσουμε εκ νέου το ερώτημα αν η επιστήμη της ανθρώπινης δράσης μπορεί ή όχι να υιοθετήσει τις μεθόδους των πειραματικών φυσικών επιστημών. Ακόμη και αν επιτρεπόταν να δοθεί καταφατική απάντηση σε αυτό το ερώτημα, θα ήταν παράλογο να επιχειρηματολογεί κανείς όπως αυτοί οι αντεστραμμένοι εμπειριστές. Η πειραματική επιστήμη υποστηρίζει ότι, επειδή το a ίσχυε στο παρελθόν, θα ισχύει και στο μέλλον. Δεν πρέπει ποτέ να επιχειρηματολογεί αντιστρόφως και να ισχυρίζεται ότι, επειδή το ίσχυε στο παρελθόν, δεν θα ισχύει στο μέλλον.
This mode of argumentation is very popular among present-day authors: Capitalism was the economic system which brought about the marvelous achievements of the last two hundred years; therefore it is done for because what was beneficial in the past cannot be so for our time and for the future. Such reasoning is in open contradiction to the principles of experimental cognition. There is no need at this point to raise again the question of whether or not the science of human action can adopt the methods of the experimental natural sciences. Even if it were permissible to answer this question in the affirmative, it would be absurd to argue as these à rebours experimentalists do. Experimental science argues that because a was valid in the past, it will be valid in the future too. It must never argue the other way round and assert that because a was valid in the past, it is not valid in the future.
Συνηθίζεται να κατηγορούνται οι οικονομολόγοι ότι υποτίθεται πως παραβλέπουν την ιστορία. Υποστηρίζεται ότι θεωρούν την οικονομία της αγοράς ιδανικό και αιώνιο πρότυπο κοινωνικής συνεργασίας. Επικεντρώνουν τις μελέτες τους στη διερεύνηση των συνθηκών της οικονομίας της αγοράς και παραμελούν οτιδήποτε άλλο. Δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι ο καπιταλισμός εμφανίστηκε μόλις κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια και ότι ακόμη και σήμερα περιορίζεται σε ένα συγκριτικά μικρό τμήμα της επιφάνειας της γης και σε μια μειονότητα λαών. Υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν, λένε οι επικριτές αυτοί, άλλοι πολιτισμοί με διαφορετική νοοτροπία και διαφορετικούς τρόπους διεξαγωγής των οικονομικών υποθέσεων. Ο καπιταλισμός, ιδωμένος sub specie aeternitatis, αποτελεί παροδικό φαινόμενο, ένα εφήμερο στάδιο της ιστορικής εξέλιξης, απλώς τη μετάβαση από τις προκαπιταλιστικές εποχές σε ένα μετακαπιταλιστικό μέλλον.
It is customary to blame the economists for an alleged disregard of history. The economists, it is contended, consider the market economy as the ideal and eternal pattern of social cooperation. They concentrate their studies upon investigating the conditions of the market economy and neglect everything else. They do not bother about the fact that capitalism emerged only in the last two hundred years and that even today it is restricted to a comparatively small area of the earth’s surface and to a minority of peoples. There were and are other civilizations with a different mentality and different modes of conducting economic affairs. Capitalism is, when seen sub specie aeternitatis, a passing phenomenon, an ephemeral stage of historical evolution, just the transition from precapitalistic ages to a postcapitalistic future.
Όλες αυτές οι επικρίσεις είναι νόθες. Η οικονομική επιστήμη δεν αποτελεί, ασφαλώς, κλάδο της ιστορίας ή οποιασδήποτε άλλης ιστορικής επιστήμης. Είναι η θεωρία κάθε ανθρώπινης δράσης, η γενική επιστήμη των αμετάβλητων κατηγοριών της δράσης και της λειτουργίας τους υπό όλες τις νοητές ειδικές συνθήκες στις οποίες δρα ο άνθρωπος. Ως τέτοια, παρέχει το απαραίτητο νοητικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των ιστορικών και εθνογραφικών προβλημάτων.
Ο ιστορικός ή ο εθνογράφος που παραλείπει να αξιοποιήσει πλήρως στο έργο του τα πορίσματα της οικονομικής επιστήμης εκτελεί πλημμελώς το έργο του. Στην πραγματικότητα, δεν προσεγγίζει το αντικείμενο της έρευνάς του ανεπηρέαστος από εκείνο που απαξιώνει ως θεωρία. Σε κάθε στάδιο της συλλογής των υποτιθέμενων ανόθευτων γεγονότων, της διάταξης αυτών των γεγονότων και της συναγωγής συμπερασμάτων από αυτά καθοδηγείται από συγκεχυμένα και διαστρεβλωμένα κατάλοιπα επιφανειακών οικονομικών θεωριών, τις οποίες είχαν κατασκευάσει αδέξιοι συγγραφείς κατά τους αιώνες που προηγήθηκαν της ανάπτυξης της οικονομικής επιστήμης και οι οποίες έχουν προ πολλού καταρριφθεί πλήρως.
All these criticisms are spurious. Economics is, of course, not a branch of history or of any other historical science. It is the theory of all human action, the general science of the immutable categories of action and of their operation under all thinkable special conditions under which man acts. It provides as such the indispensable mental tool for dealing with historical and ethnographic problems. A historian or an ethnographer who neglects in his work to take full advantage of the results of economics is doing a poor job. In fact he does not approach the subject matter of his research unaffected by what he disregards as theory. He is at every step of his gathering of allegedly unadulterated facts, in arranging these facts, and in his conclusions derived from them, guided by confused and garbled remnants of perfunctory economic doctrines constructed by botchers in the centuries preceding the elaboration of an economic science and long since entirely exploded.
Η ανάλυση των προβλημάτων της κοινωνίας της αγοράς —του μοναδικού προτύπου ανθρώπινης δράσης στο οποίο μπορεί να εφαρμοστεί υπολογισμός κατά τον σχεδιασμό της δράσης— ανοίγει την πρόσβαση στην ανάλυση όλων των νοητών τρόπων δράσης και όλων των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ιστορικοί και οι εθνογράφοι. Όλες οι μη καπιταλιστικές μέθοδοι οικονομικής διαχείρισης μπορούν να μελετηθούν μόνο υπό την υποθετική παραδοχή ότι και σε αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν απόλυτοι αριθμοί για την καταγραφή της παρελθούσας και τον σχεδιασμό της μελλοντικής δράσης. Για αυτόν τον λόγο, οι οικονομολόγοι τοποθετούν τη μελέτη της καθαρής οικονομίας της αγοράς στο επίκεντρο των ερευνών τους.
The analysis of the problems of the market society, the only pattern of human action in which calculation can be applied in planning action, opens access to the analysis of all thinkable modes of action and of all economic problems with which historians and ethnographers are confronted. All noncapitalistic methods of economic management can be studied only under the hypothetical assumption that in them too cardinal numbers can be used in recording past action and planning future action. This is why economists place the study of the pure market economy in the center of their investigations.
Δεν είναι οι οικονομολόγοι εκείνοι που στερούνται «ιστορικής αίσθησης» και αγνοούν τον παράγοντα της εξέλιξης, αλλά οι επικριτές τους. Οι οικονομολόγοι είχαν πάντοτε πλήρη επίγνωση ότι η οικονομία της αγοράς αποτελεί προϊόν μιας μακράς ιστορικής διαδικασίας, η οποία άρχισε όταν το ανθρώπινο είδος αναδύθηκε από τις τάξεις των άλλων πρωτευόντων. Οι υπέρμαχοι εκείνου που εσφαλμένα αποκαλείται «ιστορισμός» επιδιώκουν να αναιρέσουν τα αποτελέσματα των εξελικτικών μεταβολών. Στα μάτια τους, οτιδήποτε δεν μπορούν να αναγάγουν σε ένα μακρινό παρελθόν ή να ανακαλύψουν στα έθιμα κάποιας πρωτόγονης πολυνησιακής φυλής είναι τεχνητό, ακόμη και παρακμιακό. Θεωρούν το γεγονός ότι ένας θεσμός ήταν άγνωστος στους αγρίους ως απόδειξη της αχρηστίας και της διαφθοράς του. Ο Marx, ο Engels και οι Πρώσοι καθηγητές της Ιστορικής Σχολής θριαμβολόγησαν όταν πληροφορήθηκαν ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία αποτελεί «μόνο» ιστορικό φαινόμενο. Για αυτούς, αυτό αποτελούσε απόδειξη ότι τα σοσιαλιστικά τους σχέδια ήταν πραγματοποιήσιμα.8
It is not the economists who lack the “historical sense” and ignore the factor of evolution, but their critics. The economists have always been fully aware of the fact that the market economy is the product of a long historical process which began when the human race emerged from the ranks of the other primates. The champions of what is mistakenly called “historicism” are intent upon undoing the effects of evolutionary changes. In their eyes everything the existence of which they cannot trace back to a remote past or cannot discover in the customs of some primitive Polynesian tribes is artificial, even decadent. They consider the fact that an institution was unknown to savages as a proof of its uselessness and rottenness. Marx and Engels and the Prussian professors of the Historical School exulted when they learned that private property is “only” a historical phenomenon. For them this was the proof that their socialist plans were realizable.[6]
Η δημιουργική μεγαλοφυΐα βρίσκεται σε διαφωνία με τους συμπολίτες της. Ως πρωτοπόρος νέων και πρωτάκουστων πραγμάτων, συγκρούεται με την άκριτη αποδοχή των παραδοσιακών κριτηρίων και αξιών από μέρους τους. Στα μάτια της, η συνήθης συμπεριφορά του τακτικού πολίτη, του μέσου ή κοινού ανθρώπου, είναι απλώς ανοησία. Για αυτήν, ο όρος «αστός» είναι συνώνυμος της ηλιθιότητας.9 Οι αποτυχημένοι καλλιτέχνες, οι οποίοι αντλούν ευχαρίστηση από τη μίμηση των ιδιομορφιών της μεγαλοφυΐας για να λησμονήσουν και να αποκρύψουν τη δική τους ανικανότητα, υιοθετούν αυτή την ορολογία. Αυτοί οι μποέμ αποκαλούν «αστικό» οτιδήποτε αντιπαθούν. Επειδή ο Marx κατέστησε τον όρο «καπιταλιστικός» ισοδύναμο προς τον όρο «αστικός», χρησιμοποιούν και τις δύο λέξεις ως συνώνυμες. Στο λεξιλόγιο όλων των γλωσσών, οι λέξεις «καπιταλιστικό» και «αστικό» δηλώνουν σήμερα οτιδήποτε επαίσχυντο, ταπεινωτικό και ατιμωτικό.10 Αντιστρόφως, οι άνθρωποι αποκαλούν «σοσιαλιστικό» οτιδήποτε θεωρούν αγαθό και αξιέπαινο. Το σύνηθες σχήμα επιχειρηματολογίας είναι το εξής: κάποιος αποκαλεί αυθαίρετα «καπιταλιστικό» οτιδήποτε αντιπαθεί και κατόπιν συνάγει από αυτόν τον χαρακτηρισμό ότι το συγκεκριμένο πράγμα είναι κακό.
The creative genius is at variance with his fellow citizens. As the pioneer of things new and unheard of he is in conflict with their uncritical acceptance of traditional standards and values. In his eyes the routine of the regular citizen, the average or common man, is simply stupidity. For him “bourgeois” is a synonym of imbecility.[7] The frustrated artists who take delight in aping the genius’s mannerism in order to forget and to conceal their own impotence adopt this terminology. These Bohemians call everything they dislike “bourgeois.” Since Marx has made the term “capitalist” equivalent to “bourgeois,” they use both words synonymously. In the vocabularies of all languages the words “capitalistic” and “bourgeois” signify today all that is shameful, degrading, and infamous.[8] Contrariwise, people call all that they deem good and praiseworthy “socialist.” The regular scheme of arguing is this: A man arbitrarily calls anything he dislikes “capitalistic,” and then deduces from this appellation that the thing is bad.
Αυτή η σημασιολογική σύγχυση προχωρεί ακόμη περισσότερο. Ο Sismondi, οι ρομαντικοί εγκωμιαστές του Μεσαίωνα, όλοι οι σοσιαλιστές συγγραφείς, η Πρωσική Ιστορική Σχολή και οι Αμερικανοί θεσμιστές δίδαξαν ότι ο καπιταλισμός είναι ένα άδικο σύστημα εκμετάλλευσης, το οποίο θυσιάζει τα ζωτικά συμφέροντα της πλειονότητας των ανθρώπων προς αποκλειστικό όφελος μιας μικρής ομάδας κερδοσκόπων. Κανένας αξιοπρεπής άνθρωπος δεν μπορεί να υπερασπίζεται αυτό το «παράφρον» σύστημα. Οι οικονομολόγοι που υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός ωφελεί όχι μόνο μια μικρή ομάδα αλλά όλους είναι «κόλακες της αστικής τάξης». Είτε είναι υπερβολικά ανόητοι για να αναγνωρίσουν την αλήθεια είτε αποτελούν εξαγορασμένους απολογητές των ιδιοτελών ταξικών συμφερόντων των εκμεταλλευτών.
This semantic confusion goes still further. Sismondi, the romantic eulogists of the Middle Ages, all socialist authors, the Prussian Historical School, and the American Institutionalists taught that capitalism is an unfair system of exploitation sacrificing the vital interests of the majority of people for the sole benefit of a small group of profiteers. No decent man can advocate this “mad” system. The economists who contend that capitalism is beneficial not only to a small group but to everyone are “sycophants of the bourgeoisie.” They are either too dull to recognize the truth or bribed apologists of the selfish class interests of the exploiters.
Στην ορολογία αυτών των εχθρών της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς, καπιταλισμός σημαίνει την οικονομική πολιτική που υποστηρίζουν οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι εκατομμυριούχοι. Αντιμέτωποι με το γεγονός ότι ορισμένοι —ασφαλώς όχι όλοι— εύποροι επιχειρηματίες και καπιταλιστές υποστηρίζουν σήμερα μέτρα που περιορίζουν το ελεύθερο εμπόριο και τον ανταγωνισμό και οδηγούν σε μονοπώλιο, λένε: ο σύγχρονος καπιταλισμός αντιπροσωπεύει τον προστατευτισμό, τα καρτέλ και την κατάργηση του ανταγωνισμού. Είναι αλήθεια, προσθέτουν, ότι κατά μια ορισμένη περίοδο του παρελθόντος ο βρετανικός καπιταλισμός υποστήριζε το ελεύθερο εμπόριο τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στις διεθνείς σχέσεις. Αυτό συνέβαινε επειδή, κατά την εποχή εκείνη, μια τέτοια πολιτική εξυπηρετούσε καλύτερα τα ταξικά συμφέροντα της βρετανικής αστικής τάξης. Οι συνθήκες, όμως, μεταβλήθηκαν και σήμερα ο καπιταλισμός —δηλαδή η θεωρία που υποστηρίζουν οι εκμεταλλευτές— αποβλέπει σε διαφορετική πολιτική.
Capitalism, in the terminology of these foes of liberty, democracy, and the market economy, means the economic policy advocated by big business and millionaires. Confronted with the fact that some—but certainly not all —wealthy entrepreneurs and capitalists nowadays favor measures restricting free trade and competition and resulting in monopoly, they say: Contemporary capitalism stands for protectionism, cartels, and the abolition of competition. It is true, they add, that at a definite period of the past British capitalism favored free trade both on the domestic market and in international relations. This was because at that time the class interests of the British bourgeoisie were best served by such a policy. Conditions, however, changed and today capitalism, i.e., the policy advocated by the exploiters, aims at another policy.
Έχει ήδη επισημανθεί ότι αυτή η θεωρία διαστρεβλώνει κατάφωρα τόσο την οικονομική θεωρία όσο και τα ιστορικά γεγονότα.11 Υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι των οποίων οι ιδιοτελείς φιλοδοξίες απαιτούν την προστασία κατεστημένων συμφερόντων και οι οποίοι ελπίζουν να αποκομίσουν οφέλη από μέτρα που περιορίζουν τον ανταγωνισμό. Οι επιχειρηματίες που έχουν γεράσει και κουραστεί, καθώς και οι παρακμασμένοι κληρονόμοι ανθρώπων που είχαν επιτύχει κατά το παρελθόν, αντιπαθούν τους δραστήριους νεόπλουτους που απειλούν τον πλούτο και την εξέχουσα κοινωνική τους θέση. Το αν η επιθυμία τους να καταστήσουν άκαμπτες τις οικονομικές συνθήκες και να παρεμποδίσουν τις βελτιώσεις μπορεί να πραγματοποιηθεί εξαρτάται από το κλίμα της κοινής γνώμης.
Η ιδεολογική δομή του δέκατου ένατου αιώνα, όπως διαμορφώθηκε από το κύρος των διδασκαλιών των φιλελεύθερων οικονομολόγων, καθιστούσε μάταιες τέτοιες επιθυμίες. Όταν οι τεχνολογικές βελτιώσεις της εποχής του φιλελευθερισμού επαναστατικοποίησαν τις παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής, μεταφοράς και εμπορίας, εκείνοι των οποίων τα κατεστημένα συμφέροντα πλήττονταν δεν ζητούσαν προστασία, επειδή μια τέτοια προσπάθεια δεν θα είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας.
Σήμερα, όμως, θεωρείται θεμιτό καθήκον της κυβέρνησης να εμποδίζει τον αποτελεσματικό άνθρωπο να ανταγωνίζεται τον λιγότερο αποτελεσματικό. Η κοινή γνώμη συμμερίζεται τις απαιτήσεις ισχυρών ομάδων πίεσης για αναστολή της προόδου. Οι παραγωγοί βουτύρου αγωνίζονται με σημαντική επιτυχία εναντίον της μαργαρίνης και οι μουσικοί εναντίον της ηχογραφημένης μουσικής. Τα συνδικάτα είναι θανάσιμοι εχθροί κάθε νέας μηχανής. Δεν είναι εκπληκτικό το ότι, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι λιγότερο αποτελεσματικοί επιχειρηματίες επιδιώκουν την προστασία τους από αποτελεσματικότερους ανταγωνιστές.
It has already been pointed out that this doctrine badly distorts both economic theory and historical facts.[9] There were and there will always be people whose selfish ambitions demand protection for vested interests and who hope to derive advantage from measures restricting competition. Entrepreneurs grown old and tired and the decadent heirs of people who succeeded in the past dislike the agile parvenus who challenge their wealth and their eminent social position. Whether or not their desire to make economic conditions rigid and to hinder improvements can be realized, depends on the climate of public opinion. The ideological structure of the nineteenth century as fashioned by the prestige of the teachings of the liberal economists rendered such wishes vain. When the technological improvements of the age of liberalism revolutionized the traditional methods of production, transportation, and marketing, those whose vested interests were hurt did not ask for protection because it would have been a hopeless venture. But today it is deemed a legitimate task of government to prevent an efficient man from competing with the less efficient. Public opinion sympathizes with the demands of powerful pressure groups to stop progress. The butter producers are with considerable success fighting against margarine and the musicians against recorded music. The labor unions are deadly foes of every new machine. It is not amazing that in such an environment less efficient businessmen aim at protection against more efficient competitors.
Θα ήταν ορθό να περιγραφεί αυτή η κατάσταση πραγμάτων ως εξής: σήμερα πολλές ή ορισμένες επιχειρηματικές ομάδες δεν είναι πλέον φιλελεύθερες· δεν υποστηρίζουν μια καθαρή οικονομία της αγοράς και την ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά, αντιθέτως, ζητούν διάφορα μέτρα κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις. Είναι, όμως, εντελώς παραπλανητικό να λέγεται ότι μεταβλήθηκε η σημασία της έννοιας του καπιταλισμού και ότι ο «ώριμος καπιταλισμός» —όπως τον αποκαλούν οι Αμερικανοί θεσμιστές— ή ο «ύστερος καπιταλισμός» —όπως τον αποκαλούν οι μαρξιστές— χαρακτηρίζεται από περιοριστικές πολιτικές που αποσκοπούν στην προστασία των κατεστημένων συμφερόντων των μισθωτών, των γεωργών, των καταστηματαρχών, των τεχνιτών και, μερικές φορές, των καπιταλιστών και των επιχειρηματιών.
Η έννοια του καπιταλισμού, ως οικονομική έννοια, είναι αμετάβλητη· αν σημαίνει οτιδήποτε, σημαίνει την οικονομία της αγοράς. Αν κάποιος αποδεχθεί διαφορετική ορολογία, στερεί από τον εαυτό του τα σημασιολογικά εργαλεία που απαιτούνται για την επαρκή αντιμετώπιση των προβλημάτων της σύγχρονης ιστορίας και της οικονομικής πολιτικής. Αυτή η εσφαλμένη ονοματολογία καθίσταται κατανοητή μόνο αν αντιληφθούμε ότι οι ψευδοοικονομολόγοι και οι πολιτικοί που τη χρησιμοποιούν επιθυμούν να εμποδίσουν τους ανθρώπους να μάθουν τι είναι πραγματικά η οικονομία της αγοράς. Θέλουν να κάνουν τους ανθρώπους να πιστέψουν ότι όλες οι αποκρουστικές εκδηλώσεις των περιοριστικών κυβερνητικών πολιτικών αποτελούν προϊόν του «καπιταλισμού».
It would be correct to describe this state of affairs in this way: Today many or some groups of business are no longer liberal; they do not advocate a pure market economy and free enterprise, but, on the contrary, are asking for various measures of government interference with business. But it is entirely misleading to say that the meaning of the concept of capitalism has changed and that “mature capitalism”—as the Americans call it—or “late capitalism”—as the Marxians call it—is characterized by restrictive policies to protect the vested interests of wage earners, farmers, shopkeepers, artisans, and sometimes also of capitalists and entrepreneurs. The concept of capitalism is as an economic concept immutable; if it means anything, it means market economy. One deprives oneself of the semantic tools to deal adequately with the problems of contemporary history and economic policies if one acquiesces in a different terminology. This faulty nomenclature becomes understandable only if we realize that the pseudoeconomists and the politicians who apply it want to prevent people from knowing what the market economy really is. They want to make people believe that all the repulsive manifestations of restrictive government policies are produced by “capitalism.”
Στην κοινωνία της αγοράς, η διεύθυνση όλων των οικονομικών υποθέσεων αποτελεί έργο των επιχειρηματιών. Αυτοί ελέγχουν την παραγωγή. Βρίσκονται στο πηδάλιο και κυβερνούν το πλοίο. Ένας επιφανειακός παρατηρητής θα πίστευε ότι είναι κυρίαρχοι. Δεν είναι, όμως. Είναι υποχρεωμένοι να υπακούουν ανεπιφύλακτα στις εντολές του κυβερνήτη. Ο κυβερνήτης είναι ο καταναλωτής.
Ούτε οι επιχειρηματίες ούτε οι γεωργοί ούτε οι καπιταλιστές καθορίζουν τι πρέπει να παραχθεί. Αυτό το καθορίζουν οι καταναλωτές. Αν ένας επιχειρηματίας δεν υπακούει αυστηρά στις εντολές του κοινού, όπως αυτές του διαβιβάζονται μέσω της διάρθρωσης των αγοραίων τιμών, υφίσταται ζημίες, πτωχεύει και απομακρύνεται έτσι από την εξέχουσα θέση του στο πηδάλιο. Τον αντικαθιστούν άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι κατόρθωσαν να ικανοποιήσουν καλύτερα τη ζήτηση των καταναλωτών.
The direction of all economic affairs is in the market society a task of the entrepreneurs. Theirs is the control of production. They are at the helm and steer the ship. A superficial observer would believe that they are supreme. But they are not. They are bound to obey unconditionally the captain’s orders. The captain is the consumer. Neither the entrepreneurs nor the farmers nor the capitalists determine what has to be produced. The consumers do that. If a businessman does not strictly obey the orders of the public as they are conveyed to him by the structure of market prices, he suffers losses, he goes bankrupt, and is thus removed from his eminent position at the helm. Other men who did better in satisfying the demand of the consumers replace him.
Οι καταναλωτές προτιμούν εκείνα τα καταστήματα στα οποία μπορούν να αγοράσουν όσα επιθυμούν στη χαμηλότερη τιμή. Η αγορά τους και η αποχή τους από την αγορά καθορίζουν ποιος πρέπει να κατέχει και να διευθύνει τις παραγωγικές εγκαταστάσεις και τα αγροκτήματα. Καθιστούν πλούσιους τους φτωχούς και φτωχούς τους πλούσιους. Καθορίζουν επακριβώς τι πρέπει να παραχθεί, σε ποια ποιότητα και σε ποιες ποσότητες. Είναι αμείλικτοι κύριοι, γεμάτοι ιδιοτροπίες και παραξενιές, ευμετάβλητοι και απρόβλεπτοι. Για αυτούς τίποτε δεν έχει σημασία πέρα από τη δική τους ικανοποίηση. Δεν ενδιαφέρονται καθόλου για προγενέστερες υπηρεσίες ή για κατεστημένα συμφέροντα. Αν τους προσφερθεί κάτι που τους αρέσει περισσότερο ή είναι φθηνότερο, εγκαταλείπουν τους παλαιούς προμηθευτές τους. Υπό την ιδιότητά τους ως αγοραστών και καταναλωτών είναι σκληρόκαρδοι και ασυγκίνητοι, χωρίς μέριμνα για τους άλλους ανθρώπους.
The consumers patronize those shops in which they can buy what they want at the cheapest price. Their buying and their abstention from buying decides who should own and run the plants and the land. They make poor people rich and rich people poor. They determine precisely what should be produced, in what quality, and in what quantities. They are merciless egoistic bosses, full of whims and fancies, changeable and unpredictable. For them nothing counts other than their own satisfaction. They do not care a whit for past merit and vested interests. If something is offered to them that they like better or that is cheaper, they desert their old purveyors. In their capacity as buyers and consumers they are hard-hearted and callous, without consideration for other people.
Μόνο οι πωλητές αγαθών και υπηρεσιών πρώτης τάξεως βρίσκονται σε άμεση επαφή με τους καταναλωτές και εξαρτώνται άμεσα από τις εντολές τους. Μεταβιβάζουν, όμως, τις εντολές που λαμβάνουν από το κοινό σε όλους όσοι παράγουν αγαθά και υπηρεσίες ανώτερων τάξεων. Οι παραγωγοί καταναλωτικών αγαθών, οι λιανοπωλητές, οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και οι ελεύθεροι επαγγελματίες είναι υποχρεωμένοι να αποκτούν όσα χρειάζονται για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων τους από εκείνους τους προμηθευτές που τα προσφέρουν στη χαμηλότερη τιμή. Αν δεν επιδίωκαν να αγοράζουν στη φθηνότερη αγορά και να οργανώνουν την επεξεργασία των συντελεστών παραγωγής έτσι ώστε να ικανοποιούν τη ζήτηση των καταναλωτών με τον καλύτερο και οικονομικότερο τρόπο, θα αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν την επιχειρηματική δραστηριότητα. Θα τους εκτόπιζαν αποτελεσματικότεροι άνθρωποι, οι οποίοι θα επιτύγχαναν καλύτερα αποτελέσματα κατά την αγορά και την επεξεργασία των συντελεστών παραγωγής.
Ο καταναλωτής μπορεί να αφήνει ελεύθερες τις ιδιοτροπίες και τις παραξενιές του. Τα χέρια των επιχειρηματιών, των καπιταλιστών και των γεωργών είναι δεμένα· είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνουν τις δραστηριότητές τους προς τις εντολές του αγοραστικού κοινού. Κάθε απόκλιση από τις κατευθύνσεις που υπαγορεύει η ζήτηση των καταναλωτών επιβαρύνει τον λογαριασμό τους. Η παραμικρή απόκλιση, είτε είναι εκούσια είτε προκαλείται από σφάλμα, εσφαλμένη κρίση ή αναποτελεσματικότητα, περιορίζει τα κέρδη τους ή τα εξαφανίζει. Μια σοβαρότερη απόκλιση προκαλεί ζημίες και, ως εκ τούτου, μειώνει ή απορροφά πλήρως τον πλούτο τους. Οι καπιταλιστές, οι επιχειρηματίες και οι γαιοκτήμονες μπορούν να διατηρήσουν και να αυξήσουν τον πλούτο τους μόνο αν εκπληρώνουν με τον καλύτερο τρόπο τις εντολές των καταναλωτών. Δεν είναι ελεύθεροι να δαπανούν χρήματα τα οποία οι καταναλωτές δεν είναι διατεθειμένοι να τους επιστρέψουν καταβάλλοντας υψηλότερες τιμές για τα προϊόντα. Κατά τη διεξαγωγή των επιχειρηματικών τους υποθέσεων πρέπει να είναι ασυγκίνητοι και σκληρόκαρδοι, επειδή και οι καταναλωτές, οι κύριοί τους, είναι οι ίδιοι ασυγκίνητοι και σκληρόκαρδοι.
Only the sellers of goods and services of the first order are in direct contact with the consumers and directly depend on their orders. But they transmit the orders received from the public to all those producing goods and services of the higher orders. For the manufacturers of consumers’ goods, the retailers, the service trades, and the professions are forced to acquire what they need for the conduct of their own business from those purveyors who offer them at the cheapest price. If they were not intent upon buying in the cheapest market and arranging their processing of the factors of production so as to fill the demands of the consumers in the best and cheapest way, they would be forced to go out of business. More efficient men who succeeded better in buying and processing the factors of production would supplant them. The consumer is in a position to give free rein to his caprices and fancies. The entrepreneurs, capitalists, and farmers have their hands tied; they are bound to comply in their operations with the orders of the buying public. Every deviation from the lines prescribed by the demand of the consumers debits their account. The slightest deviation, whether willfully brought about or caused by error, bad judgment, or inefficiency, restricts their profits or makes them disappear. A more serious deviation results in losses and thus impairs or entirely absorbs their wealth. Capitalists, entrepreneurs, and landowners can only preserve and increase their wealth by filling best the orders of the consumers. They are not free to spend money which the consumers are not prepared to refund to them in paying more for the products. In the conduct of their business affairs they must be unfeeling arid stony-hearted because the consumers, their bosses, are themselves unfeeling and stony-hearted.
Οι καταναλωτές καθορίζουν τελικά όχι μόνο τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών, αλλά εξίσου και τις τιμές όλων των συντελεστών παραγωγής. Καθορίζουν το εισόδημα κάθε μέλους της οικονομίας της αγοράς. Οι καταναλωτές, και όχι οι επιχειρηματίες, καταβάλλουν τελικά τους μισθούς που αποκομίζει κάθε εργαζόμενος, τόσο ο λαμπερός αστέρας του κινηματογράφου όσο και η καθαρίστρια. Με κάθε δεκάρα που δαπανούν, οι καταναλωτές καθορίζουν την κατεύθυνση όλων των παραγωγικών διαδικασιών και τις λεπτομέρειες της οργάνωσης όλων των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
Αυτή η κατάσταση πραγμάτων έχει περιγραφεί με τον χαρακτηρισμό της αγοράς ως δημοκρατίας, στην οποία κάθε δεκάρα παρέχει δικαίωμα ψήφου.12 Θα ήταν ακριβέστερο να πούμε ότι το δημοκρατικό πολίτευμα αποτελεί μέθοδο παροχής στους πολίτες, κατά τη διακυβέρνηση, της ίδιας κυριαρχίας που τους παρέχει η οικονομία της αγοράς υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών. Η σύγκριση, ωστόσο, είναι ατελής. Στην πολιτική δημοκρατία, μόνο οι ψήφοι που δίνονται στον πλειοψηφήσαντα υποψήφιο ή στο σχέδιο της πλειοψηφίας επηρεάζουν τη διαμόρφωση της πορείας των υποθέσεων. Οι ψήφοι της μειοψηφίας δεν επηρεάζουν άμεσα την πολιτική. Στην αγορά, όμως, καμία ψήφος δεν δίδεται μάταια. Κάθε δεκάρα που δαπανάται έχει τη δύναμη να επηρεάζει τις παραγωγικές διαδικασίες.
Οι εκδότες εξυπηρετούν όχι μόνο την πλειονότητα, εκδίδοντας αστυνομικές ιστορίες, αλλά και τη μειονότητα που διαβάζει λυρική ποίηση και φιλοσοφικές πραγματείες. Τα αρτοποιεία παρασκευάζουν ψωμί όχι μόνο για τους υγιείς ανθρώπους, αλλά και για τους ασθενείς που ακολουθούν ειδική δίαιτα. Η απόφαση ενός καταναλωτή τίθεται σε εφαρμογή με ολόκληρη την ισχύ που της προσδίδει η προθυμία του να δαπανήσει ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό.
The consumers determine ultimately not only the prices of the consumers’ goods, but no less the prices of all factors of production. They determine the income of every member of the market economy. The consumers, not the entrepreneurs, pay ultimately the wages earned by every worker, the glamorous movie star as well as the charwoman. With every penny spent the consumers determine the direction of all production processes and the minutest details of the organization of all business activities. This state of affairs has been described by calling the market a democracy in which every penny gives a right to cast a ballot.[10] It would be more correct to say that a democratic constitution is a scheme to assign to the citizens in the conduct of government the same supremacy the market economy gives them in their capacity as consumers. However, the comparison is imperfect. In the political democracy only the votes cast for the majority candidate or the majority plan are effective in shaping the course of affairs. The votes polled by the minority do not directly influence policies. But on the market no vote is cast in vain. Every penny spent has the power to work upon the production processes. The publishers cater not only to the majority by publishing detective stories, but also to the minority reading lyrical poetry and philosophical tracts. The bakeries bake bread not only for healthy people, but also for the sick on special diets. The decision of a consumer is carried into effect with the full momentum he gives it through his readiness to spend a definite amount of money.
Είναι αλήθεια ότι στην αγορά οι διάφοροι καταναλωτές δεν διαθέτουν το ίδιο δικαίωμα ψήφου. Οι πλούσιοι δίνουν περισσότερες ψήφους από τους φτωχότερους πολίτες. Αυτή η ανισότητα, όμως, αποτελεί η ίδια προϊόν μιας προηγούμενης διαδικασίας ψηφοφορίας. Στην καθαρή οικονομία της αγοράς, ο πλούτος είναι αποτέλεσμα της επιτυχίας στην καλύτερη δυνατή ικανοποίηση της ζήτησης των καταναλωτών. Ο πλούσιος μπορεί να διατηρήσει τον πλούτο του μόνο αν εξακολουθεί να υπηρετεί τους καταναλωτές με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο.
It is true, in the market the various consumers have not the same voting right. The rich cast more votes than the poorer citizens. But this inequality is itself the outcome of a previous voting process. To be rich, in a pure market economy, is the outcome of success in filling best the demands of the consumers. A wealthy man can preserve his wealth only by continuing to serve the consumers in the most efficient way.
Επομένως, οι ιδιοκτήτες των υλικών συντελεστών παραγωγής και οι επιχειρηματίες είναι ουσιαστικά εντολοδόχοι ή διαχειριστές των καταναλωτών, διορισμένοι κατά τρόπο ανακλητό μέσω μιας εκλογικής διαδικασίας που επαναλαμβάνεται καθημερινά.
Thus the owners of the material factors of production and the entrepreneurs are virtually mandataries or trustees of the consumers, revocably appointed by an election daily repeated.
Στη λειτουργία μιας οικονομίας της αγοράς υπάρχει μόνο μία περίπτωση στην οποία η ιδιοκτητική τάξη δεν υπόκειται πλήρως στην κυριαρχία των καταναλωτών. Οι μονοπωλιακές τιμές αποτελούν προσβολή της εξουσίας των καταναλωτών.
There is in the operation of a market economy only one instance in which the proprietary class is not completely subject to the supremacy of the consumers. Monopoly prices are an infringement of the sway of the consumers.
Η μεταφορική χρήση της ορολογίας της πολιτικής εξουσίας
The Metaphorical Employment of the Terminology of Political Rule
Οι εντολές που δίνουν οι επιχειρηματίες κατά τη διεύθυνση των υποθέσεών τους μπορούν να ακουστούν και να παρατηρηθούν. Κανείς δεν μπορεί να μην τις αντιληφθεί. Ακόμη και οι υπάλληλοι για τις εξωτερικές εργασίες γνωρίζουν ότι το αφεντικό διευθύνει όσα συμβαίνουν στην επιχείρηση. Απαιτείται, όμως, κάπως οξύτερη διάνοια για να αντιληφθεί κανείς την εξάρτηση του επιχειρηματία από την αγορά. Οι εντολές που δίνουν οι καταναλωτές δεν είναι απτές· δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τις αισθήσεις. Πολλοί άνθρωποι στερούνται της οξυδέρκειας που απαιτείται για να τις αναγνωρίσουν. Πέφτουν θύματα της πλάνης ότι οι επιχειρηματίες και οι καπιταλιστές είναι ανεύθυνοι αυταρχικοί ηγεμόνες, από τους οποίους κανείς δεν ζητεί να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους.13
The orders given by businessmen in the conduct of their affairs can be heard and seen. Nobody can fail to become aware of them. Even messenger boys know that the boss runs things around the shop. But it requires a little more brains to notice the entrepreneur’s dependence on the market. The orders given by the consumers are not tangible, they cannot be perceived by the senses. Many people lack the discernment to take cognizance of them. They fall victim to the delusion that entrepreneurs and capitalists are irresponsible autocrats whom nobody calls to account for their actions.[11]
Απόρροια αυτής της νοοτροπίας είναι η πρακτική εφαρμογής στις επιχειρήσεις της ορολογίας της πολιτικής εξουσίας και της στρατιωτικής δράσης. Οι επιτυχημένοι επιχειρηματίες αποκαλούνται βασιλείς ή δούκες και οι επιχειρήσεις τους αυτοκρατορίες, βασίλεια ή δουκάτα. Αν αυτή η γλωσσική χρήση αποτελούσε απλώς ακίνδυνη μεταφορά, δεν θα υπήρχε λόγος να επικριθεί. Είναι, όμως, πηγή σοβαρών σφαλμάτων, τα οποία διαδραματίζουν ολέθριο ρόλο στις σύγχρονες θεωρίες.
The outgrowth of this mentality is the practice of applying to business the terminology of political rule and military action. Successful businessmen are called kings or dukes, their enterprises an empire, a kingdom, or a dukedom. If this idiom were only a harmless metaphor, there would be no need to criticize it. But it is the source of serious errors which play a sinister role in contemporary doctrines.
Η κυβέρνηση είναι μηχανισμός εξαναγκασμού και καταναγκασμού. Έχει τη δύναμη να επιβάλλει την υπακοή μέσω της βίας. Ο πολιτικός κυρίαρχος, είτε είναι ένας αυταρχικός ηγεμόνας είτε ο λαός όπως εκπροσωπείται από τους εντολοδόχους του, έχει τη δύναμη να συντρίβει τις εξεγέρσεις όσο διατηρείται η ιδεολογική του ισχύς.
Government is an apparatus of compulsion and coercion. It has the power to obtain obedience by force. The political sovereign, be it an autocrat or the people as represented by its mandataries, has power to crush rebellions as long as his ideological might subsists.
Η θέση που κατέχουν οι επιχειρηματίες και οι καπιταλιστές στην οικονομία της αγοράς έχει διαφορετικό χαρακτήρα. Ένας «βασιλιάς της σοκολάτας» δεν ασκεί καμία εξουσία επί των καταναλωτών, των πελατών του. Τους προσφέρει σοκολάτα της καλύτερης δυνατής ποιότητας στη χαμηλότερη τιμή. Δεν εξουσιάζει τους καταναλωτές· τους υπηρετεί. Οι καταναλωτές δεν είναι δεσμευμένοι απέναντί του. Είναι ελεύθεροι να πάψουν να αγοράζουν από τα καταστήματά του. Χάνει το «βασίλειό» του, αν οι καταναλωτές προτιμήσουν να δαπανήσουν αλλού τις δεκάρες τους.
Ούτε «εξουσιάζει» τους εργαζομένους του. Μισθώνει τις υπηρεσίες τους καταβάλλοντάς τους ακριβώς εκείνο το ποσό που οι καταναλωτές είναι διατεθειμένοι να του επιστρέψουν αγοράζοντας το προϊόν. Ακόμη λιγότερο ασκούν οι καπιταλιστές και οι επιχειρηματίες πολιτικό έλεγχο. Τα πολιτισμένα έθνη της Ευρώπης και της Αμερικής βρίσκονταν επί μακρόν υπό τον έλεγχο κυβερνήσεων οι οποίες δεν παρεμπόδιζαν σημαντικά τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς. Σήμερα, και αυτές οι χώρες κυριαρχούνται από κόμματα εχθρικά προς τον καπιταλισμό, τα οποία πιστεύουν ότι κάθε βλάβη που προκαλείται στους καπιταλιστές και στους επιχειρηματίες είναι εξαιρετικά επωφελής για τον λαό.
The position which entrepreneurs and capitalists occupy in the market economy is of a different character. A “chocolate king” has no power over the consumers, his patrons. He provides them with chocolate of the best possible quality and at the cheapest price. He does not rule the consumers, he serves them. The consumers are not tied to him. They are free to stop patronizing his shops. He loses his “kingdom” if the consumers prefer to spend their pennies elsewhere. Nor does he “rule” his workers. He hires their services by paying them precisely that amount which the consumers are ready to restore to him in buying the product. Still less do the capitalists and entrepreneurs exercise political control. The civilized nations of Europe and America were long controlled by governments which did not considerably hinder the operation of the market economy. Today many of these countries too are dominated by parties which are hostile to capitalism and believe that every harm inflicted upon capitalists and entrepreneurs is extremely beneficial to the people.
Σε μια ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς, οι καπιταλιστές και οι επιχειρηματίες δεν μπορούν να προσδοκούν οφέλη από τη δωροδοκία δημόσιων λειτουργών και πολιτικών. Από την άλλη πλευρά, οι δημόσιοι λειτουργοί και οι πολιτικοί δεν είναι σε θέση να εκβιάζουν τους επιχειρηματίες και να τους αποσπούν παράνομες παροχές. Σε μια παρεμβατιστική χώρα, ισχυρές ομάδες πίεσης επιδιώκουν να εξασφαλίσουν για τα μέλη τους προνόμια εις βάρος ασθενέστερων ομάδων και ατόμων. Τότε οι επιχειρηματίες ενδέχεται να θεωρήσουν σκόπιμο να προστατευθούν, μέσω δωροδοκιών, από πράξεις διακριτικής μεταχείρισης εκ μέρους των οργάνων της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας· αφού εξοικειωθούν με τέτοιες μεθόδους, ενδέχεται να προσπαθήσουν να τις χρησιμοποιήσουν για να εξασφαλίσουν προνόμια για τους ίδιους.
Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες δωροδοκούν πολιτικούς και δημόσιους λειτουργούς και εκβιάζονται από αυτούς δεν αποδεικνύει ότι είναι κυρίαρχοι και κυβερνούν τις χώρες. Εκείνοι που δωροδοκούν και καταβάλλουν φόρο υποτέλειας είναι οι κυβερνώμενοι και όχι οι κυβερνώντες.
In an unhampered market economy the capitalists and entrepreneurs cannot expect an advantage from bribing officeholders and politicians. On the other hand, the officeholders and politicians are not in a position to blackmail businessmen and to extort graft from them. In an interventionist country powerful pressure groups are intent upon securing for their members privileges at the expense of weaker groups and individuals. Then the businessmen may deem it expedient to protect themselves against discriminatory acts on the part of the executive officers and the legislature by bribery; once used to such methods, they may even try to employ them in order to secure privileges for themselves. At any rate the fact that businessmen corrupt politicians and officeholders and are blackmailed by such people does not indicate that they are supreme and rule the countries. It is those ruled—and not the rulers—who bribe and are paying tribute.
Η πλειονότητα των επιχειρηματιών αποτρέπεται από τη δωροδοκία είτε λόγω των ηθικών της πεποιθήσεων είτε λόγω φόβου. Επιχειρεί να διατηρήσει το σύστημα της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας και να αμυνθεί κατά των διακρίσεων με νόμιμες δημοκρατικές μεθόδους. Οι επιχειρηματίες συγκροτούν επαγγελματικές ενώσεις και προσπαθούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη. Τα αποτελέσματα αυτών των προσπαθειών υπήρξαν μάλλον πενιχρά, όπως καταδεικνύει η θριαμβευτική προέλαση των αντικαπιταλιστικών πολιτικών. Το καλύτερο που κατόρθωσαν ήταν να καθυστερήσουν για κάποιο χρονικό διάστημα ορισμένα ιδιαιτέρως επιζήμια μέτρα.
The majority of businessmen are prevented from resorting to bribery either by their moral convictions or by fear. They venture to preserve the free enterprise system and to defend themselves against discrimination by legitimate democratic methods. They form trade associations and try to influence public opinion. The results of these endeavors have been rather poor, as is evidenced by the triumphant advance of anticapitalist policies. The best that they have been able to achieve is to delay for a while some especially obnoxious measures.
Οι δημαγωγοί παραποιούν αυτή την κατάσταση πραγμάτων με τον πλέον κατάφωρο τρόπο. Μας λένε ότι αυτές οι ενώσεις τραπεζιτών και βιομηχάνων είναι οι πραγματικοί κυβερνήτες των χωρών τους και ότι ολόκληρος ο μηχανισμός εκείνου που αποκαλούν «πλουτοδημοκρατική» διακυβέρνηση κυριαρχείται από αυτές. Μια απλή απαρίθμηση των νόμων που ψηφίστηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες από το νομοθετικό σώμα οποιασδήποτε χώρας αρκεί για να καταρρίψει τέτοιους μύθους.
Demagogues misrepresent this state of affairs in the crassest way. They tell us that these associations of bankers and manufacturers are the true rulers of their countries and that the whole apparatus of what they call “plutodemocratic” government is dominated by them. A simple enumeration of the laws passed in the last decades by any country’s legislature is enough to explode such legends.
Στη φύση επικρατούν ασυμφιλίωτες συγκρούσεις συμφερόντων. Τα μέσα συντήρησης είναι σπάνια. Η αναπαραγωγή τείνει να υπερβεί τα διαθέσιμα μέσα συντήρησης. Επιβιώνουν μόνο τα καλύτερα προσαρμοσμένα φυτά και ζώα. Ο ανταγωνισμός μεταξύ ενός ζώου που πεθαίνει από την πείνα και ενός άλλου που του αρπάζει την τροφή είναι αδυσώπητος.
In nature there prevail irreconcilable conflicts of interests. The means of subsistence are scarce. Proliferation tends to outrun subsistence. Only the fittest plants and animals survive. The antagonism between an animal starving to death and another that snatches the food away from it is implacable.
Η κοινωνική συνεργασία υπό καθεστώς καταμερισμού της εργασίας εξαλείφει τέτοιους ανταγωνισμούς. Αντικαθιστά την εχθρότητα με τη σύμπραξη και την αμοιβαιότητα. Τα μέλη της κοινωνίας ενώνονται σε ένα κοινό εγχείρημα.
Social cooperation under the division of labor removes such antagonisms. It substitutes partnership and mutuality for hostility. The members of society are united in a common venture.
Ο όρος ανταγωνισμός, όταν εφαρμόζεται στις συνθήκες της ζωής των ζώων, σημαίνει την αντιπαλότητα μεταξύ ζώων, η οποία εκδηλώνεται κατά την αναζήτηση τροφής. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτό το φαινόμενο βιολογικό ανταγωνισμό. Ο βιολογικός ανταγωνισμός δεν πρέπει να συγχέεται με τον κοινωνικό ανταγωνισμό, δηλαδή με την επιδίωξη των ατόμων να καταλάβουν την ευνοϊκότερη δυνατή θέση στο σύστημα της κοινωνικής συνεργασίας. Καθώς θα υπάρχουν πάντοτε θέσεις τις οποίες οι άνθρωποι αποτιμούν υψηλότερα από άλλες, θα τις επιδιώκουν και θα προσπαθούν να υπερκεράσουν τους ανταγωνιστές τους. Επομένως, κοινωνικός ανταγωνισμός υπάρχει σε κάθε νοητό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης.
Αν θέλουμε να διανοηθούμε μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία δεν υπάρχει κοινωνικός ανταγωνισμός, πρέπει να κατασκευάσουμε την εικόνα ενός σοσιαλιστικού συστήματος στο οποίο ο αρχηγός, κατά την προσπάθειά του να αναθέσει στον καθένα τη θέση και το καθήκον του στην κοινωνία, δεν υποβοηθείται από καμία φιλοδοξία των υπηκόων του. Τα άτομα είναι εντελώς αδιάφορα και δεν διεκδικούν συγκεκριμένες τοποθετήσεις. Συμπεριφέρονται σαν τους επιβήτορες, οι οποίοι δεν προσπαθούν να παρουσιάσουν τον εαυτό τους υπό ευνοϊκό πρίσμα όταν ο ιδιοκτήτης επιλέγει τον επιβήτορα που θα γονιμοποιήσει την καλύτερη φοράδα αναπαραγωγής του. Τέτοιοι άνθρωποι, όμως, δεν θα ήταν πλέον δρώντα ανθρώπινα όντα.
Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός είναι άμιλλα μεταξύ ανθρώπων που επιθυμούν να υπερβούν ο ένας τον άλλον. Δεν αποτελεί μάχη, μολονότι συνηθίζεται να χρησιμοποιείται μεταφορικά για αυτόν η ορολογία του πολέμου και της αδελφοκτόνου σύγκρουσης, της επίθεσης και της άμυνας, της στρατηγικής και της τακτικής. Όσοι αποτυγχάνουν δεν εξοντώνονται· μετατοπίζονται σε μια θέση του κοινωνικού συστήματος η οποία είναι μετριοπαθέστερη, αλλά περισσότερο αντίστοιχη προς τα επιτεύγματά τους από εκείνη που σχεδίαζαν να καταλάβουν.
The term competition as applied to the conditions of animal life signifies the rivalry between animals which manifests itself in their search for food. We may call this phenomenon biological competition. Biological competition must not be confused with social competition, i.e., the striving of individuals to attain the most favorable position in the system of social cooperation. As there will always be positions which men value more highly than others, people will strive for them and try to outdo rivals. Social competition is consequently present in every conceivable mode of social organization. If we want to think of a state of affairs in which there is no social competition, we must construct the image of a socialist system in which the chief in his endeavors to assign to everybody his place and task in society is not aided by any ambition on the part of his subjects. The individuals are entirely indifferent and do not apply for special appointments. They behave like the stud horses which do not try to put themselves in a favorable light when the owner picks out the stallion to impregnate his best brood mare. But such people would no longer be acting men.
Σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα, ο κοινωνικός ανταγωνισμός εκδηλώνεται στις προσπάθειες των ανθρώπων να κερδίσουν την εύνοια εκείνων που κατέχουν την εξουσία. Στην οικονομία της αγοράς, ο ανταγωνισμός εκδηλώνεται στο γεγονός ότι οι πωλητές πρέπει να υπερβαίνουν ο ένας τον άλλον προσφέροντας καλύτερα ή φθηνότερα αγαθά και υπηρεσίες, ενώ οι αγοραστές πρέπει να υπερβαίνουν ο ένας τον άλλον προσφέροντας υψηλότερες τιμές. Κατά την εξέταση αυτής της μορφής κοινωνικού ανταγωνισμού, η οποία μπορεί να αποκληθεί καταλλακτικός ανταγωνισμός, πρέπει να προφυλασσόμαστε από διάφορες διαδεδομένες πλάνες.
In a totalitarian system social competition manifests itself in the endeavors of people to court the favor of those in power. In the market economy competition manifests itself in the facts that the sellers must outdo one another by offering better or cheaper goods and services and that the buyers must outdo one another by offering higher prices. In dealing with this variety of social competition which may be called catallactic competition, we must guard ourselves against various popular fallacies.
Οι κλασικοί οικονομολόγοι υποστήριζαν την κατάργηση όλων των εμπορικών φραγμών που εμπόδιζαν τους ανθρώπους να ανταγωνίζονται στην αγορά. Τέτοιοι περιοριστικοί νόμοι, εξηγούσαν, έχουν ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση της παραγωγής από τόπους στους οποίους οι φυσικές συνθήκες παραγωγής είναι ευνοϊκότερες προς τόπους στους οποίους είναι λιγότερο ευνοϊκές. Προστατεύουν τον λιγότερο αποτελεσματικό άνθρωπο από τον αποτελεσματικότερο ανταγωνιστή του. Τείνουν να διαιωνίζουν καθυστερημένες τεχνολογικές μεθόδους παραγωγής. Εν ολίγοις, περιορίζουν την παραγωγή και, ως εκ τούτου, μειώνουν το βιοτικό επίπεδο.
Για να καταστούν όλοι οι άνθρωποι ευπορότεροι, υποστήριζαν οι οικονομολόγοι, ο ανταγωνισμός πρέπει να είναι ελεύθερος για όλους. Υπό αυτή την έννοια χρησιμοποιούσαν τον όρο ελεύθερος ανταγωνισμός. Δεν υπήρχε τίποτε μεταφυσικό στη χρήση του επιθέτου «ελεύθερος». Υποστήριζαν την κατάργηση των προνομίων που απέκλειαν τους ανθρώπους από την πρόσβαση σε ορισμένους επαγγελματικούς κλάδους και αγορές. Όλες οι εξεζητημένες θεωρητικολογίες που επικρίνουν τις μεταφυσικές συνδηλώσεις του επιθέτου «ελεύθερος», όταν εφαρμόζεται στον ανταγωνισμό, είναι νόθες· δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με το καταλλακτικό πρόβλημα του ανταγωνισμού.
The classical economists favored the abolition of all trade barriers preventing people from competing on the market. Such restrictive laws, they explained, result in shifting production from those places in which natural conditions of production are more favorable to places in which they are less favorable. They protect the less efficient man against his more efficient rival. They tend to perpetuate backward technological methods of production. In short they curtail production and thus lower the standard of living. In order to make all people more prosperous, the economists argued, competition should be free to everybody. In this sense they used the term free competition. There was nothing metaphysical in their employment of the term free. They advocated the nullification of privileges barring people from access to certain trades and markets. All the sophisticated lucubrations caviling at the metaphysical connotations of the adjective free as applied to competition are spurious; they have no reference whatever to the catallactic problem of competition.
Στον βαθμό στον οποίο υπεισέρχονται οι φυσικές συνθήκες, ο ανταγωνισμός μπορεί να είναι «ελεύθερος» μόνο ως προς εκείνους τους συντελεστές παραγωγής που δεν είναι σπάνιοι και, επομένως, δεν αποτελούν αντικείμενα ανθρώπινης δράσης. Στο καταλλακτικό πεδίο, ο ανταγωνισμός περιορίζεται πάντοτε από την αναπόδραστη σπανιότητα των οικονομικών αγαθών και υπηρεσιών. Ακόμη και όταν απουσιάζουν οι θεσμικοί φραγμοί που έχουν δημιουργηθεί για να περιορίσουν τον αριθμό των ανταγωνιστών, η κατάσταση δεν είναι ποτέ τέτοια ώστε να επιτρέπει σε όλους να ανταγωνίζονται σε κάθε τομέα της αγοράς. Σε κάθε τομέα μπορούν να συμμετέχουν στον ανταγωνισμό μόνο συγκριτικά μικρές ομάδες.
As far as natural conditions come into play, competition can only be “free” with regard to those factors of production which are not scarce and therefore not objects of human action. In the catallactic field competition is always restricted by the inexorable scarcity of the economic goods and services. Even in the absence of institutional barriers erected to restrict the number of those competing, the state of affairs is never such as to enable everyone to compete in all sectors of the market. In each sector only comparatively small groups can engage in competition.
Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός, ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας της αγοράς, αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο. Δεν αποτελεί δικαίωμα εγγυημένο από το κράτος και τους νόμους, το οποίο θα επέτρεπε σε κάθε άτομο να επιλέγει κατά βούληση τη θέση που του αρέσει περισσότερο στη δομή του καταμερισμού της εργασίας. Η ανάθεση στον καθένα της αρμόζουσας θέσης του στην κοινωνία αποτελεί έργο των καταναλωτών. Η αγορά τους και η αποχή τους από την αγορά συμβάλλουν καθοριστικά στον προσδιορισμό της κοινωνικής θέσης κάθε ατόμου. Η κυριαρχία τους δεν περιορίζεται από προνόμια που παραχωρούνται στα άτομα υπό την ιδιότητά τους ως παραγωγών.
Η είσοδος νεοεισερχομένων σε έναν συγκεκριμένο βιομηχανικό κλάδο είναι ουσιαστικά ελεύθερη μόνο στον βαθμό στον οποίο οι καταναλωτές εγκρίνουν την επέκταση αυτού του κλάδου ή στον βαθμό στον οποίο οι νεοεισερχόμενοι κατορθώνουν να εκτοπίσουν όσους ήδη δραστηριοποιούνται σε αυτόν, ικανοποιώντας καλύτερα ή οικονομικότερα τη ζήτηση των καταναλωτών. Η πρόσθετη επένδυση είναι εύλογη μόνο στον βαθμό στον οποίο ικανοποιεί τις επιτακτικότερες από τις ακόμη ανικανοποίητες ανάγκες των καταναλωτών. Αν οι υφιστάμενες παραγωγικές εγκαταστάσεις επαρκούν, η επένδυση περισσότερου κεφαλαίου στον ίδιο κλάδο θα ήταν σπάταλη. Η διάρθρωση των αγοραίων τιμών ωθεί τους νέους επενδυτές προς άλλους κλάδους.
Catallactic competition, one of the characteristic features of the market economy, is a social phenomenon. It is not a right, guaranteed by the state and the laws, that would make it possible for every individual to choose ad libitum the place in the structure of the division of labor he likes best. To assign to everybody his proper place in society is the task of the consumers. Their buying and abstention from buying is instrumental in determining each individual’s social position. Their supremacy is not impaired by any privileges granted to the individuals qua producers. Entrance into a definite branch of industry is virtually free to newcomers only as far as the consumers approve of this branch’s expansion or as far as the newcomers succeed in supplanting those already occupied in it by filling better or more cheaply the demands of the consumers. Additional investment is reasonable only to the extent that it fills the most urgent among the not yet satisfied needs of the consumers. If the existing plants are sufficient, it would be wasteful to invest more capital in the same industry. The structure of market prices pushes the new investors into other branches.
Είναι αναγκαίο να υπογραμμιστεί αυτό το σημείο, επειδή η αδυναμία κατανόησής του βρίσκεται στη ρίζα πολλών διαδεδομένων παραπόνων περί αδυναμίας του ανταγωνισμού. Πριν από περίπου εξήντα χρόνια οι άνθρωποι συνήθιζαν να δηλώνουν: «Δεν μπορείτε να ανταγωνιστείτε τις σιδηροδρομικές εταιρείες· είναι αδύνατο να αμφισβητήσετε τη θέση τους ιδρύοντας ανταγωνιστικές γραμμές· στον τομέα των χερσαίων μεταφορών δεν υπάρχει πλέον ανταγωνισμός». Η αλήθεια ήταν ότι, κατά την εποχή εκείνη, οι ήδη λειτουργούσες γραμμές επαρκούσαν σε γενικές γραμμές. Για πρόσθετες επενδύσεις κεφαλαίου, οι προοπτικές ήταν ευνοϊκότερες ως προς τη βελτίωση της χρησιμότητας των ήδη λειτουργουσών γραμμών και ως προς άλλους επιχειρηματικούς κλάδους παρά ως προς την κατασκευή νέων σιδηροδρόμων. Αυτό, ωστόσο, δεν παρεμπόδισε την περαιτέρω τεχνολογική πρόοδο στις τεχνικές των μεταφορών. Το μέγεθος και η οικονομική «ισχύς» των σιδηροδρομικών εταιρειών δεν εμπόδισαν την εμφάνιση του αυτοκινήτου και του αεροπλάνου.
It is necessary to emphasize this point because the failure to grasp it is at the root of many popular complaints about the impossibility of competition. Some fifty years ago people used to declare: You cannot compete with the railroad companies; it is impossible to challenge their position by starting competing lines; in the field of land transportation there is no longer competition. The truth was that at that time the already operating lines were by and large sufficient. For additional capital investment the prospects were more favorable in improving the serviceableness of the already operating lines and in other branches of business than in the construction of new railroads. However, this did not interfere with further technological progress in transportation technique. The bigness and the economic “power” of the railroad companies did not impede the emergence of the motor car and the airplane.
Σήμερα οι άνθρωποι διατυπώνουν τον ίδιο ισχυρισμό για διάφορους κλάδους των μεγάλων επιχειρήσεων: «Δεν μπορείτε να αμφισβητήσετε τη θέση τους· είναι υπερβολικά μεγάλες και ισχυρές». Ο ανταγωνισμός, όμως, δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε μπορεί να ευημερήσει απλώς μιμούμενος όσα κάνουν οι άλλοι. Σημαίνει τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των καταναλωτών με καλύτερο ή οικονομικότερο τρόπο, χωρίς περιορισμούς που απορρέουν από προνόμια παραχωρημένα σε εκείνους των οποίων τα κατεστημένα συμφέροντα πλήττονται από την καινοτομία. Εκείνο που χρειάζεται περισσότερο ένας νεοεισερχόμενος ο οποίος επιθυμεί να αμφισβητήσει τα κατεστημένα συμφέροντα των παλαιών και εδραιωμένων επιχειρήσεων είναι ευφυΐα και ιδέες. Αν το σχέδιό του είναι κατάλληλο να ικανοποιήσει τις επιτακτικότερες από τις ανικανοποίητες ανάγκες των καταναλωτών ή να τους εφοδιάσει οικονομικότερα από τους παλαιούς προμηθευτές τους, θα επιτύχει παρά το πολυσυζητημένο μέγεθος και την ισχύ των παλαιών επιχειρήσεων.
Today people assert the same with regard to various branches of big business: You cannot challenge their position, they are too big and too powerful. But competition does not mean that anybody can prosper by simply imitating what other people do. It means the opportunity to serve the consumers in a better or cheaper way without being restrained by privileges granted to those whose vested interests the innovation hurts. What a newcomer who wants to defy the vested interests of the old established firms needs most is brains and ideas. If his project is fit to fill the most urgent of the unsatisfied needs of the consumers or to purvey them at a cheaper price than their old purveyors, he will succeed in spite of the much talked of bigness and power of the old firms.
Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός δεν πρέπει να συγχέεται με τους αγώνες πυγμαχίας και τα καλλιστεία. Σκοπός τέτοιων αγώνων και διαγωνισμών είναι να ανακαλυφθεί ποιος είναι ο καλύτερος πυγμάχος ή η ομορφότερη γυναίκα. Η κοινωνική λειτουργία του καταλλακτικού ανταγωνισμού δεν είναι, ασφαλώς, να εξακριβώσει ποιος είναι ο ευφυέστερος άνθρωπος και να ανταμείψει τον νικητή με έναν τίτλο και μετάλλια. Λειτουργία του είναι να διασφαλίζει την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των καταναλωτών υπό τη δεδομένη κατάσταση των οικονομικών δεδομένων.
Catallactic competition must not be confused with prize fights and beauty contests. The purpose of such fights and contests is to discover who is the best boxer or the prettiest girl. The social function of catallactic competition is, to be sure, not to establish who is the smartest boy and to reward the winner by a title and medals. Its function is to safeguard the best satisfaction of the consumers which they can attain under the given state of the economic data.
Η ισότητα των ευκαιριών δεν αποτελεί παράγοντα ούτε στους αγώνες πυγμαχίας και στα καλλιστεία ούτε σε οποιοδήποτε άλλο πεδίο ανταγωνισμού, είτε βιολογικού είτε κοινωνικού. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων στερείται, λόγω της φυσιολογικής διάρθρωσης του σώματός της, κάθε δυνατότητας να αποκτήσει τις διακρίσεις ενός πρωταθλητή πυγμαχίας ή μιας βασίλισσας της ομορφιάς. Ελάχιστοι μόνο άνθρωποι μπορούν να ανταγωνιστούν στην αγορά εργασίας ως τραγουδιστές όπερας ή αστέρες του κινηματογράφου. Οι ευνοϊκότερες ευκαιρίες ανταγωνισμού στο πεδίο των επιστημονικών επιτευγμάτων παρέχονται στους πανεπιστημιακούς καθηγητές. Ωστόσο, χιλιάδες επί χιλιάδων καθηγητές πεθαίνουν χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος στην ιστορία των ιδεών και της επιστημονικής προόδου, ενώ πολλοί μειονεκτούντες άνθρωποι που βρίσκονται εκτός πανεπιστημιακού συστήματος αποκτούν δόξα χάρη στις θαυμαστές συνεισφορές τους.
Equality of opportunity is a factor neither in prize fights and beauty contests nor in any other field of competition, whether biological or social. The immense majority of people are by the physiological structure of their bodies deprived of a chance to attain the honors of a boxing champion or a beauty queen. Only very few people can compete on the labor market as opera singers and movie stars. The most favorable opportunity to compete in the field of scientific achievement is provided to the university professors. Yet, thousands and thousands of professors pass away without leaving any trace in the history of ideas and scientific progress, while many of the handicapped outsiders win glory through marvelous contributions.
Συνηθίζεται να επικρίνεται το γεγονός ότι ο καταλλακτικός ανταγωνισμός δεν είναι ανοικτός σε όλους με τον ίδιο τρόπο. Η αφετηρία είναι πολύ δυσκολότερη για ένα φτωχό παιδί από ό,τι για τον γιο ενός πλούσιου ανθρώπου. Οι καταναλωτές, όμως, δεν ενδιαφέρονται για το αν οι άνθρωποι που θα τους υπηρετήσουν αρχίζουν τη σταδιοδρομία τους υπό ίσες συνθήκες. Το μοναδικό τους ενδιαφέρον είναι να εξασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών τους. Επειδή το σύστημα της κληρονομικής ιδιοκτησίας είναι αποτελεσματικότερο ως προς αυτό, το προτιμούν από άλλα, λιγότερο αποτελεσματικά συστήματα. Εξετάζουν το ζήτημα από τη σκοπιά της κοινωνικής σκοπιμότητας και ευημερίας και όχι από τη σκοπιά ενός υποτιθέμενου, φανταστικού και απραγματοποίητου «φυσικού» δικαιώματος κάθε ατόμου να ανταγωνίζεται με ίσες ευκαιρίες. Η πραγμάτωση ενός τέτοιου δικαιώματος θα απαιτούσε να τεθούν σε μειονεκτική θέση όσοι γεννήθηκαν με ανώτερη ευφυΐα και μεγαλύτερη δύναμη βούλησης από τον μέσο άνθρωπο. Είναι προφανές ότι αυτό θα ήταν παράλογο.
It is usual to find fault with the fact that catallactic competition is not open to everybody in the same way. The start is much more difficult for a poor boy than for the son of a wealthy man. But the consumers are not concerned about the problem of whether or not the men who shall serve them start their careers under equal conditions. Their only interest is to secure the best possible satisfaction of their needs. If the system of hereditary property is more efficient in this regard, they prefer it to other less efficient systems. They look at the matter from the point of view of social expediency and social welfare, not from the point of view of an alleged, imaginary, and unrealizable “natural” right of every individual to compete with equal opportunity. The realization of such a right would require placing at a disadvantage those born with better intelligence and greater will power than the average man. It is obvious that this would be absurd.
Ο όρος ανταγωνισμός χρησιμοποιείται κυρίως ως αντίθετος προς τον όρο μονοπώλιο. Σε αυτή τη γλωσσική χρήση, ο όρος μονοπώλιο χρησιμοποιείται με διαφορετικές σημασίες, οι οποίες πρέπει να διαχωριστούν με σαφήνεια.
The term competition is mainly employed as the antithesis of monopoly. In this mode of speech the term monopoly is applied in different meanings which must be clearly separated.
Η πρώτη σημασία του μονοπωλίου, η οποία υπονοείται πολύ συχνά στη διαδεδομένη χρήση του όρου, δηλώνει μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία ο μονοπωλητής, είτε είναι άτομο είτε ομάδα ατόμων, ελέγχει αποκλειστικά μία από τις ζωτικές προϋποθέσεις της ανθρώπινης επιβίωσης. Ένας τέτοιος μονοπωλητής έχει τη δύναμη να αφήσει να πεθάνουν από την πείνα όλοι όσοι δεν υπακούουν στις εντολές του. Αυτός υπαγορεύει και οι άλλοι δεν έχουν καμία άλλη επιλογή παρά είτε να παραδοθούν είτε να πεθάνουν. Σε σχέση με ένα τέτοιο μονοπώλιο δεν υπάρχει αγορά ούτε οποιαδήποτε μορφή καταλλακτικού ανταγωνισμού. Ο μονοπωλητής είναι κύριος και όλοι οι υπόλοιποι είναι δούλοι, οι οποίοι εξαρτώνται πλήρως από την εύνοιά του. Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε σε αυτό το είδος μονοπωλίου. Δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την οικονομία της αγοράς. Αρκεί να αναφερθεί ένα παράδειγμα. Ένα παγκόσμιο σοσιαλιστικό κράτος θα ασκούσε ένα τέτοιο απόλυτο και ολοκληρωτικό μονοπώλιο· θα είχε τη δύναμη να συντρίβει τους αντιπάλους του καταδικάζοντάς τους σε θάνατο από ασιτία.14
The first connotation of monopoly, very frequently implied in the popular use of the term, signifies a state of affairs in which the monopolist, whether an individual or a group of individuals, exclusively controls one of the vital conditions of human survival. Such a monopolist has the power to starve to death all those who do not obey his orders. He dictates and the others have no alternative but either to surrender or to die. With regard to such a monopoly there is no market or any other kind of catallactic competition. The monopolist is the master and the rest are slaves entirely dependent on his good graces. There is no need to dwell upon this kind of monopoly. It has no reference whatever to a market economy. It is enough to cite one instance. A world-embracing socialist state would exercise such an absolute and total monopoly; it would have the power to crush its opponents by starving them to death.[12]
Η δεύτερη σημασία του μονοπωλίου διαφέρει από την πρώτη, καθώς περιγράφει μια κατάσταση πραγμάτων συμβατή με τις συνθήκες της οικονομίας της αγοράς. Μονοπωλητής, υπό αυτή την έννοια, είναι ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων που έχουν ενωθεί πλήρως για κοινή δράση και ελέγχουν αποκλειστικά την προσφορά ενός συγκεκριμένου αγαθού. Αν ορίσουμε τον όρο μονοπώλιο με αυτόν τον τρόπο, το πεδίο του μονοπωλίου εμφανίζεται εξαιρετικά ευρύ. Τα προϊόντα των μεταποιητικών βιομηχανιών διαφέρουν περισσότερο ή λιγότερο μεταξύ τους. Κάθε εργοστάσιο παράγει προϊόντα διαφορετικά από εκείνα των άλλων εγκαταστάσεων. Κάθε ξενοδοχείο διαθέτει μονοπώλιο στην πώληση των υπηρεσιών του στον συγκεκριμένο τόπο όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του. Οι επαγγελματικές υπηρεσίες που παρέχει ένας γιατρός ή ένας δικηγόρος δεν είναι ποτέ απολύτως ίδιες με εκείνες οποιουδήποτε άλλου γιατρού ή δικηγόρου. Με εξαίρεση ορισμένες πρώτες ύλες, τρόφιμα και άλλα βασικά αγαθά, το μονοπώλιο βρίσκεται παντού στην αγορά.
The second connotation of monopoly differs from the first in that it describes a state of affairs compatible with the conditions of a market economy. A monopolist in this sense is an individual or a group of individuals, fully combining for joint action, who has the exclusive control of the supply of a definite commodity. If we define the term monopoly in this way, the domain of monopoly appears very vast. The products of the processing industries are more or less different from one another. Each factory turns out products different from those of the other plants. Each hotel has a monopoly on the sale of its services on the site of its premises. The professional services rendered by a physician or a lawyer are never perfectly equal to those rendered by any other physician or lawyer. Except for certain raw materials, foodstuffs, and other staple goods, monopoly is everywhere on the market.
Το απλό φαινόμενο του μονοπωλίου, ωστόσο, στερείται σημασίας για τη λειτουργία της αγοράς και τον προσδιορισμό των τιμών. Δεν παρέχει στον μονοπωλητή κανένα πλεονέκτημα κατά την πώληση των προϊόντων του. Βάσει του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας, κάθε στιχοπλόκος διαθέτει μονοπώλιο στην πώληση της ποίησής του. Αυτό, όμως, δεν επηρεάζει την αγορά. Ενδέχεται να μην μπορεί να επιτευχθεί καμία απολύτως τιμή για το έργο του και τα βιβλία του να μπορούν να πωληθούν μόνο στην αξία τους ως άχρηστου χαρτιού.
However, the mere phenomenon of monopoly is without any significance and relevance for the operation of the market and the determination of prices. It does not give the monopolist any advantage in selling his products. Under copyright law every rhymester enjoys a monopoly in the sale of his poetry. But this does not influence the market. It may happen that no price whatever can be realized for his stuff and that his books can only be sold at their waste paper value.
Το μονοπώλιο, υπό αυτή τη δεύτερη σημασία του όρου, καθίσταται παράγοντας προσδιορισμού των τιμών μόνο αν η καμπύλη ζήτησης για το σχετικό μονοπωλιακό αγαθό έχει ιδιαίτερη μορφή. Αν οι συνθήκες είναι τέτοιες ώστε ο μονοπωλητής να μπορεί να εξασφαλίσει υψηλότερες καθαρές εισπράξεις πωλώντας μικρότερη ποσότητα του προϊόντος του σε υψηλότερη τιμή από ό,τι θα εξασφάλιζε πωλώντας μεγαλύτερη ποσότητα σε χαμηλότερη τιμή, εμφανίζεται μονοπωλιακή τιμή, υψηλότερη από τη δυνητική αγοραία τιμή που θα είχε διαμορφωθεί αν δεν υπήρχε το μονοπώλιο. Οι μονοπωλιακές τιμές αποτελούν σημαντικό φαινόμενο της αγοράς, ενώ το μονοπώλιο καθαυτό έχει σημασία μόνο αν μπορεί να οδηγήσει στη διαμόρφωση μονοπωλιακών τιμών.
Monopoly in this second connotation of the term becomes a factor in the determination of prices only if the demand curve for the monopoly good concerned is shaped in a particular way. If conditions are such that the monopolist can secure higher net proceeds by selling a smaller quantity of his product at a higher price than by selling a greater quantity of his supply at a lower price, there emerges a monopoly price higher than the potential market price would have been in the absence of monopoly. Monopoly prices are an important market phenomenon, while monopoly as such is only important if it can result in the formation of monopoly prices.
Συνηθίζεται οι τιμές που δεν είναι μονοπωλιακές να αποκαλούνται ανταγωνιστικές τιμές. Μολονότι είναι αμφίβολο αν αυτή η ορολογία είναι κατάλληλη, έχει γίνει γενικά αποδεκτή και θα ήταν δύσκολο να μεταβληθεί. Πρέπει, όμως, να προφυλασσόμαστε από την παρερμηνεία της. Θα αποτελούσε σοβαρό σφάλμα να συναχθεί από την αντίθεση μεταξύ μονοπωλιακής και ανταγωνιστικής τιμής ότι η μονοπωλιακή τιμή αποτελεί προϊόν της απουσίας ανταγωνισμού.
Στην αγορά υπάρχει πάντοτε καταλλακτικός ανταγωνισμός. Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός αποτελεί παράγοντα προσδιορισμού των μονοπωλιακών τιμών στον ίδιο βαθμό στον οποίο αποτελεί παράγοντα προσδιορισμού των ανταγωνιστικών τιμών. Η μορφή της καμπύλης ζήτησης, η οποία καθιστά δυνατή την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών και κατευθύνει τη συμπεριφορά των μονοπωλητών, καθορίζεται από τον ανταγωνισμό όλων των άλλων αγαθών που διεκδικούν τα χρήματα των αγοραστών. Όσο υψηλότερα καθορίζει ο μονοπωλητής την τιμή στην οποία είναι διατεθειμένος να πωλήσει, τόσο περισσότεροι δυνητικοί αγοραστές στρέφουν τα χρήματά τους προς άλλα πωλήσιμα αγαθά. Στην αγορά κάθε αγαθό ανταγωνίζεται όλα τα άλλα αγαθά.
It is customary to call prices which are not monopoly prices competitive prices. While it is questionable whether or not this terminology is expedient, it is generally accepted and it would be difficult to change it. But one must guard oneself against its misinterpretation. It would be a serious blunder to deduce from the antithesis between monopoly price and competitive price that the monopoly price is the outgrowth of the absence of competition. There is always catallactic competition on the market. Catallactic competition is no less a factor in the determination of monopoly prices than it is in the determination of competitive prices. The shape of the demand curve that makes the appearance of monopoly prices possible and directs the monopolists’ conduct is determined by the competition of all other commodities competing for the buyers’ dollars. The higher the monopolist fixes the price at which he is ready to sell, the more potential buyers turn their dollars toward other vendible goods. On the market every commodity competes with all other commodities.
Υπάρχουν άνθρωποι που υποστηρίζουν ότι η καταλλακτική θεωρία των τιμών δεν είναι χρήσιμη για τη μελέτη της πραγματικότητας, επειδή δεν υπήρξε ποτέ «ελεύθερος» ανταγωνισμός ή επειδή, τουλάχιστον σήμερα, δεν υπάρχει πλέον κάτι τέτοιο. Όλες αυτές οι θεωρίες είναι εσφαλμένες.15 Παρανοούν τα φαινόμενα και απλώς αγνοούν τι είναι πραγματικά ο ανταγωνισμός.
Αποτελεί γεγονός ότι η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών είναι χρονικό πολιτικών που αποβλέπουν στον περιορισμό του ανταγωνισμού. Πρόδηλη πρόθεση αυτών των σχεδίων είναι η παραχώρηση προνομίων σε ορισμένες ομάδες παραγωγών, μέσω της προστασίας τους από τον ανταγωνισμό αποτελεσματικότερων ανταγωνιστών. Σε πολλές περιπτώσεις, οι πολιτικές αυτές δημιούργησαν τις συνθήκες που απαιτούνται για την εμφάνιση μονοπωλιακών τιμών. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις δεν συνέβη αυτό και το μοναδικό αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία μιας κατάστασης πραγμάτων που εμπόδιζε πολλούς καπιταλιστές, επιχειρηματίες, γεωργούς και εργαζομένους να εισέλθουν σε εκείνους τους κλάδους της παραγωγής στους οποίους θα μπορούσαν να προσφέρουν τις πολυτιμότερες υπηρεσίες στους συμπολίτες τους.
Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός έχει περιοριστεί σοβαρά. Η οικονομία της αγοράς, όμως, εξακολουθεί να λειτουργεί, μολονότι υπονομεύεται από τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης και των συνδικάτων. Το σύστημα του καταλλακτικού ανταγωνισμού εξακολουθεί να λειτουργεί, παρότι η παραγωγικότητα της εργασίας έχει μειωθεί σοβαρά.
There are people who maintain that the catallactic theory of prices is of no use for the study of reality because there has never been “free” competition or because, at least today, there is no longer any such thing. All these doctrines are wrong.[13] They misconstrue the phenomena and simply do not know what competition really is. It is a fact that the history of the last decades is a record of policies aiming at the restriction of competition. It is the manifest intention of these schemes to grant privileges to certain groups of producers by protecting them against the competition of more efficient competitors. In many instances these policies have brought about the conditions required for the emergence of monopoly prices. In many other instances this was not the case and the result was only a state of affairs preventing many capitalists, entrepreneurs, farmers, and workers from entering those branches of industry in which they would have rendered the most valuable services to their fellow citizens. Catallactic competition has been seriously restricted, but the market economy is still in operation although sabotaged by government and labor union interference. The system of catallactic competition is still functioning although the productivity of labor has been seriously reduced.
Έσχατος σκοπός αυτών των πολιτικών κατά του ανταγωνισμού είναι η αντικατάσταση του καπιταλισμού από ένα σοσιαλιστικό σύστημα σχεδιασμού, στο οποίο δεν υπάρχει καθόλου καταλλακτικός ανταγωνισμός. Ενώ χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την παρακμή του ανταγωνισμού, οι σχεδιαστές επιθυμούν να καταργήσουν αυτό το «παράφρον» ανταγωνιστικό σύστημα. Σε ορισμένες χώρες έχουν επιτύχει τον σκοπό τους. Στον υπόλοιπο κόσμο, όμως, έχουν απλώς περιορίσει τον ανταγωνισμό σε ορισμένους επιχειρηματικούς κλάδους, αυξάνοντας τον αριθμό όσων ανταγωνίζονται σε άλλους.
It is the ultimate end of these anticompetition policies to substitute for capitalism a socialist system of planning in which there is no catallactic competition at all. While shedding crocodile tears about the decline of competition, the planners want to abolish this “mad” competitive system. They have attained their goal in some countries. But in the rest of the world they have only restricted competition in some branches of business by increasing the number of people competing in other branches.
Οι δυνάμεις που αποβλέπουν στον περιορισμό του ανταγωνισμού διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εποχή μας. Η εξέτασή τους αποτελεί σημαντικό έργο της ιστορίας της εποχής μας. Η οικονομική θεωρία δεν χρειάζεται να αναφέρεται ειδικά σε αυτές. Το γεγονός ότι υπάρχουν εμπορικοί φραγμοί, προνόμια, καρτέλ, κρατικά μονοπώλια και συνδικάτα αποτελεί απλώς δεδομένο της οικονομικής ιστορίας. Δεν απαιτούνται ειδικά θεωρήματα για την ερμηνεία του.
The forces aiming at a restriction of competition play a great role in our day. It is an important task of the history of our age to deal with them. Economic theory has no need to refer to them in particular. The fact that there are trade barriers, privileges, cartels, government monopolies and labor unions is merely a datum of economic history. It does not require special theorems for its interpretation.
Οι φιλόσοφοι και οι νομικοί κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να ορίσουν την έννοια της ελευθερίας. Δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι προσπάθειες αυτές υπήρξαν επιτυχείς.
Η έννοια της ελευθερίας έχει νόημα μόνο στον βαθμό στον οποίο αναφέρεται στις διανθρώπινες σχέσεις. Υπήρξαν συγγραφείς που αφηγήθηκαν ιστορίες για μια αρχική —φυσική— ελευθερία, την οποία υποτίθεται ότι απολάμβανε ο άνθρωπος σε μια μυθική φυσική κατάσταση που προηγήθηκε της εγκαθίδρυσης των κοινωνικών σχέσεων. Τέτοια, όμως, νοητικά και οικονομικά αυτάρκη άτομα ή οικογένειες, που περιπλανώνταν στην ύπαιθρο, ήταν ελεύθερα μόνο όσο δεν βρίσκονταν στον δρόμο κάποιου ισχυρότερου ανθρώπου. Στον αμείλικτο βιολογικό ανταγωνισμό, ο ισχυρότερος είχε πάντοτε δίκιο και στον ασθενέστερο δεν απέμενε καμία επιλογή πέρα από την άνευ όρων παράδοση. Ο πρωτόγονος άνθρωπος ασφαλώς δεν γεννήθηκε ελεύθερος.
The words freedom and liberty signified for the most eminent representatives of mankind one of the most precious and desirable goods. Today it is fashionable to sneer at them. They are, trumpets the modern sage, “slippery” notions and “bourgeois” prejudices.
Freedom and liberty are not to be found in nature. In nature there is no phenomenon to which these terms could be meaningfully applied. Whatever man does, he can never free himself from the restraints which nature imposes upon him. If he wants to succeed in acting, he must submit unconditionally to the laws of nature.
Μόνο στο πλαίσιο ενός κοινωνικού συστήματος μπορεί να αποδοθεί νόημα στον όρο ελευθερία. Ως πραξεολογικός όρος, η ελευθερία αναφέρεται στη σφαίρα μέσα στην οποία το δρων άτομο είναι σε θέση να επιλέγει μεταξύ εναλλακτικών τρόπων δράσης. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος στον βαθμό στον οποίο του επιτρέπεται να επιλέγει τους σκοπούς και τα μέσα που θα χρησιμοποιήσει για την επίτευξή τους. Η ελευθερία του ανθρώπου περιορίζεται με τη μεγαλύτερη αυστηρότητα τόσο από τους νόμους της φύσης όσο και από τους νόμους της πραξεολογίας. Δεν μπορεί να επιτύχει αμοιβαίως ασυμβίβαστους σκοπούς. Αν επιλέξει να ενδώσει σε απολαύσεις που επιφέρουν συγκεκριμένες συνέπειες στη λειτουργία του σώματος ή του νου του, πρέπει να υποστεί αυτές τις συνέπειες.
Θα ήταν ακατάλληλο να λέγεται ότι ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος επειδή δεν μπορεί να απολαμβάνει τις ηδονές που προσφέρει η χρήση ορισμένων ναρκωτικών ουσιών χωρίς να υφίσταται τις αναπόφευκτες συνέπειές τους, οι οποίες θεωρούνται γενικά εξαιρετικά ανεπιθύμητες. Μολονότι αυτό γίνεται σε γενικές γραμμές αποδεκτό από όλους τους συνετούς ανθρώπους, δεν υπάρχει ανάλογη ομοφωνία ως προς την εκτίμηση των νόμων της πραξεολογίας.
Ο άνθρωπος δεν μπορεί να απολαμβάνει συγχρόνως, αφενός, τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την ειρηνική συνεργασία υπό την αρχή του καταμερισμού της εργασίας εντός της κοινωνίας και, αφετέρου, την ανεξέλεγκτη δυνατότητα να επιδίδεται σε συμπεριφορά που είναι αναπόφευκτο να αποσυνθέσει την κοινωνία. Πρέπει να επιλέξει μεταξύ της τήρησης ορισμένων κανόνων που καθιστούν δυνατή τη ζωή εντός της κοινωνίας και της φτώχειας και ανασφάλειας του «επικίνδυνου βίου» σε μια κατάσταση διαρκούς πολέμου μεταξύ ανεξάρτητων ατόμων. Αυτός ο νόμος καθορίζει τα αποτελέσματα κάθε ανθρώπινης δράσης με αυστηρότητα όχι μικρότερη από εκείνη των νόμων της φυσικής.
Υπάρχει, ωστόσο, εκτεταμένη διαφορά μεταξύ των συνεπειών που προκαλούνται από την παραγνώριση των νόμων της φύσης και εκείνων που προκαλούνται από την παραγνώριση των νόμων της πραξεολογίας. Ασφαλώς, αμφότερες οι κατηγορίες νόμων επιβάλλονται αφ’ εαυτών, χωρίς να απαιτούν οποιαδήποτε επιβολή εκ μέρους του ανθρώπου. Οι συνέπειες, όμως, μιας επιλογής του ατόμου είναι διαφορετικές. Ο άνθρωπος που λαμβάνει δηλητήριο βλάπτει μόνο τον εαυτό του. Εκείνος, όμως, που επιλέγει να καταφύγει στη ληστεία διαταράσσει ολόκληρη την κοινωνική τάξη. Ενώ απολαμβάνει μόνο ο ίδιος τα βραχυχρόνια οφέλη της πράξης του, οι καταστροφικές μακροχρόνιες συνέπειές της βλάπτουν όλους τους ανθρώπους. Η πράξη του αποτελεί έγκλημα επειδή έχει επιζήμιες συνέπειες για τους συνανθρώπους του. Αν η κοινωνία δεν απέτρεπε τέτοια συμπεριφορά, αυτή σύντομα θα καθίστατο γενική και θα έθετε τέλος στην κοινωνική συνεργασία και σε όλα τα οφέλη που αυτή παρέχει σε όλους.
Για την εγκαθίδρυση και τη διατήρηση της κοινωνικής συνεργασίας και του πολιτισμού απαιτούνται μέτρα που θα εμποδίζουν τα αντικοινωνικά άτομα να διαπράττουν πράξεις οι οποίες είναι αναπόφευκτο να αναιρέσουν όλα όσα κατόρθωσε ο άνθρωπος κατά την πρόοδό του από το επίπεδο του Νεάντερταλ. Για να διατηρηθεί μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία το άτομο προστατεύεται από την απεριόριστη τυραννία ισχυρότερων και ευφυέστερων συνανθρώπων του, απαιτείται ένας θεσμός που θα περιορίζει όλα τα αντικοινωνικά στοιχεία.
Η ειρήνη —η απουσία του διαρκούς πολέμου όλων εναντίον όλων— μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω της εγκαθίδρυσης ενός συστήματος στο οποίο η δύναμη προσφυγής στη βίαιη δράση μονοπωλείται από έναν κοινωνικό μηχανισμό εξαναγκασμού και καταναγκασμού και η εφαρμογή αυτής της δύναμης σε κάθε επιμέρους περίπτωση ρυθμίζεται από ένα σύνολο κανόνων: τους ανθρωπογενείς νόμους, σε αντιδιαστολή τόσο προς τους νόμους της φύσης όσο και προς τους νόμους της πραξεολογίας. Απαραίτητο όργανο ενός κοινωνικού συστήματος είναι η λειτουργία ενός τέτοιου μηχανισμού, ο οποίος συνήθως αποκαλείται κυβέρνηση.
Οι έννοιες της ελευθερίας και της υποτέλειας έχουν νόημα μόνο όταν αναφέρονται στον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης. Θα ήταν εξαιρετικά ακατάλληλο και παραπλανητικό να λέγεται ότι ένας άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος επειδή, αν θέλει να παραμείνει ζωντανός, η δύναμή του να επιλέξει μεταξύ ενός ποτηριού νερού και ενός ποτηριού κυανιούχου καλίου περιορίζεται από τη φύση. Θα ήταν εξίσου ακατάλληλο να χαρακτηρίζεται ένας άνθρωπος ανελεύθερος επειδή ο νόμος επιβάλλει κυρώσεις στην επιθυμία του να σκοτώσει κάποιον άλλον και επειδή η αστυνομία και τα ποινικά δικαστήρια επιβάλλουν αυτές τις κυρώσεις.
Freedom and liberty always refer to interhuman relations. A man is free as far as he can live and get on without being at the mercy of arbitrary decisions on the part of other people. In the frame of society everybody depends upon his fellow citizens. Social man cannot become independent without forsaking all the advantages of social cooperation. The selfsufficient individual is independent, but he is not free. He is at the mercy of everybody who is stronger than himself. The stronger fellow has the power to kill him with impunity. It is therefore nonsense to rant about an alleged “natural” and “inborn” freedom which people are supposed to have enjoyed in the ages preceding the emergence of social bonds. Man was not created free; what freedom he may possess has been given to him by society. Only societal conditions can present a man with an orbit within the limits of which he can attain liberty.
Στον βαθμό στον οποίο η κυβέρνηση —ο κοινωνικός μηχανισμός εξαναγκασμού και καταπίεσης— περιορίζει την άσκηση της βίας και την απειλή της στη καταστολή και στην αποτροπή της αντικοινωνικής δράσης, επικρατεί εκείνο που μπορεί εύλογα και ουσιαστικά να αποκληθεί ελευθερία. Εκείνο που περιορίζεται είναι απλώς μια συμπεριφορά που είναι αναπόφευκτο να αποσυνθέσει την κοινωνική συνεργασία και τον πολιτισμό και, ως εκ τούτου, να επαναφέρει όλους τους ανθρώπους στις συνθήκες που επικρατούσαν όταν ο Homo sapiens αναδύθηκε από την αμιγώς ζωική ύπαρξη των μη ανθρώπινων προγόνων του. Ένας τέτοιος εξαναγκασμός δεν περιορίζει ουσιωδώς τη δύναμη επιλογής του ανθρώπου. Ακόμη και αν δεν υπήρχε κυβέρνηση που να επιβάλλει ανθρωπογενείς νόμους, το άτομο δεν θα μπορούσε να απολαμβάνει συγχρόνως τα πλεονεκτήματα της κοινωνικής συνεργασίας και τις απολαύσεις της ανεμπόδιστης υποχώρησης στα αρπακτικά ζωικά ένστικτα της επιθετικότητας.
Στην οικονομία της αγοράς, στον τύπο κοινωνικής οργάνωσης του laissez-faire, υπάρχει μια σφαίρα εντός της οποίας το άτομο είναι ελεύθερο να επιλέγει μεταξύ διαφόρων τρόπων δράσης, χωρίς να περιορίζεται από την απειλή τιμωρίας. Αν, όμως, η κυβέρνηση πράττει περισσότερα από το να προστατεύει τους ανθρώπους από τη βίαιη ή δόλια επιθετικότητα αντικοινωνικών ατόμων, περιορίζει τη σφαίρα της ατομικής ελευθερίας δράσης πέρα από τον βαθμό στον οποίο αυτή περιορίζεται από τον πραξεολογικό νόμο. Μπορούμε, επομένως, να ορίσουμε την ελευθερία ως εκείνη την κατάσταση πραγμάτων στην οποία η διακριτική ευχέρεια επιλογής του ατόμου δεν περιορίζεται από την κυβερνητική βία πέρα από το όριο εντός του οποίου περιορίζεται ούτως ή άλλως από τον πραξεολογικό νόμο.
Αυτό εννοείται όταν η ελευθερία ορίζεται ως η κατάσταση του ατόμου εντός του πλαισίου της οικονομίας της αγοράς. Είναι ελεύθερο υπό την έννοια ότι οι νόμοι και η κυβέρνηση δεν το εξαναγκάζουν να παραιτηθεί από την αυτονομία και τον αυτοκαθορισμό του σε βαθμό μεγαλύτερο από εκείνον που επιβάλλει ο αναπόφευκτος πραξεολογικός νόμος. Εκείνο από το οποίο παραιτείται είναι μόνο η ζωική ελευθερία να ζει χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη την ύπαρξη άλλων μελών του είδους του. Εκείνο που επιτυγχάνει ο κοινωνικός μηχανισμός εξαναγκασμού και καταναγκασμού είναι να υποχρεώνει σε αποχή από τέτοιες πράξεις τα άτομα τα οποία, λόγω κακίας, κοντόφθαλμης κρίσης ή διανοητικής ανεπάρκειας, αδυνατούν να αντιληφθούν ότι, επιδιδόμενα σε πράξεις που καταστρέφουν την κοινωνία, βλάπτουν τόσο τον εαυτό τους όσο και όλα τα άλλα ανθρώπινα όντα.
Από αυτή τη σκοπιά πρέπει να εξεταστεί το συχνά διατυπωμένο ερώτημα αν η υποχρεωτική στράτευση και η επιβολή φόρων συνιστούν περιορισμό της ελευθερίας. Αν οι αρχές της οικονομίας της αγοράς αναγνωρίζονταν από όλους τους ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο, δεν θα υπήρχε λόγος διεξαγωγής πολέμων και τα επιμέρους κράτη θα μπορούσαν να ζουν σε αδιατάρακτη ειρήνη.16 Υπό τις συνθήκες, όμως, που επικρατούν στην εποχή μας, ένα ελεύθερο έθνος απειλείται διαρκώς από τα επιθετικά σχέδια ολοκληρωτικών απολυταρχιών. Αν θέλει να διατηρήσει την ελευθερία του, πρέπει να είναι προετοιμασμένο να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία του.
Αν η κυβέρνηση μιας ελεύθερης χώρας υποχρεώνει κάθε πολίτη να συνεργάζεται πλήρως στα σχέδιά της για την απόκρουση των επιτιθεμένων και κάθε αρτιμελή άνδρα να ενταχθεί στις ένοπλες δυνάμεις, δεν επιβάλλει στο άτομο καθήκον που υπερβαίνει όσα υπαγορεύει ο πραξεολογικός νόμος. Σε έναν κόσμο γεμάτο αδιάλλακτους επιτιθέμενους και υποδουλωτές, ο απόλυτος και ανεπιφύλακτος πασιφισμός ισοδυναμεί με άνευ όρων παράδοση στους πλέον αδίστακτους καταπιεστές. Όποιος επιθυμεί να παραμείνει ελεύθερος πρέπει να πολεμήσει μέχρι θανάτου εκείνους που επιδιώκουν να του στερήσουν την ελευθερία. Καθώς οι μεμονωμένες προσπάθειες αντίστασης κάθε ατόμου είναι καταδικασμένες σε αποτυχία, ο μοναδικός λειτουργικός τρόπος είναι η οργάνωση της αντίστασης από την κυβέρνηση. Βασικό έργο της κυβέρνησης είναι η υπεράσπιση του κοινωνικού συστήματος όχι μόνο από τους εγχώριους κακοποιούς, αλλά και από τους εξωτερικούς εχθρούς. Όποιος στην εποχή μας αντιτίθεται στους εξοπλισμούς και στην υποχρεωτική στράτευση είναι, ίσως χωρίς να το γνωρίζει, συνεργός εκείνων που επιδιώκουν την υποδούλωση όλων.
Η διατήρηση ενός κυβερνητικού μηχανισμού δικαστηρίων, αστυνομικών, φυλακών και ενόπλων δυνάμεων απαιτεί σημαντικές δαπάνες. Η επιβολή φόρων για αυτούς τους σκοπούς είναι απολύτως συμβατή με την ελευθερία που απολαμβάνει το άτομο σε μια ελεύθερη οικονομία της αγοράς. Η διατύπωση αυτή δεν συνιστά, ασφαλώς, δικαιολόγηση των δημευτικών και μεροληπτικών μεθόδων φορολόγησης που εφαρμόζουν σήμερα οι αυτοαποκαλούμενες προοδευτικές κυβερνήσεις. Είναι αναγκαίο να υπογραμμιστεί αυτό το γεγονός, επειδή, στη δική μας εποχή του παρεμβατισμού και της σταθερής «προόδου» προς τον ολοκληρωτισμό, οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τη φορολογική εξουσία για την καταστροφή της οικονομίας της αγοράς.
Κάθε βήμα που πραγματοποιεί μια κυβέρνηση πέρα από την εκπλήρωση των βασικών λειτουργιών της —δηλαδή την προστασία της ομαλής λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς από επιθέσεις εγχώριων ή εξωτερικών διαταρακτών— αποτελεί βήμα προς μια οδό που οδηγεί άμεσα στο ολοκληρωτικό σύστημα, στο οποίο δεν υπάρχει καμία απολύτως ελευθερία.
Ελευθερία είναι η κατάσταση του ανθρώπου εντός μιας συμβατικής κοινωνίας. Η κοινωνική συνεργασία υπό ένα σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας των συντελεστών παραγωγής σημαίνει ότι, εντός της σφαίρας της αγοράς, το άτομο δεν είναι υποχρεωμένο να υπακούει και να υπηρετεί έναν απόλυτο κύριο. Στον βαθμό στον οποίο παρέχει αγαθά και υπηρετεί άλλους ανθρώπους, το πράττει με τη θέλησή του, προκειμένου να ανταμειφθεί και να υπηρετηθεί από τους αποδέκτες. Ανταλλάσσει αγαθά και υπηρεσίες· δεν εκτελεί καταναγκαστική εργασία και δεν καταβάλλει φόρο υποτέλειας. Ασφαλώς, δεν είναι ανεξάρτητο. Εξαρτάται από τα άλλα μέλη της κοινωνίας. Η εξάρτηση αυτή, όμως, είναι αμοιβαία. Ο αγοραστής εξαρτάται από τον πωλητή και ο πωλητής από τον αγοραστή.
Liberty and freedom are the conditions of man within a contractual society. Social cooperation under a system of private ownership of the means of production means that within the range of the market the individual is not bound to obey and to serve an overlord. As far as he gives and serves other people, he does so of his own accord in order to be rewarded and served by the receivers. He exchanges goods and services, he does not do compulsory labor and does not pay tribute. He is certainly not independent. He depends on the other members of society. But this dependence is mutual. The buyer depends on the seller and the seller on the buyer.
Κύριο μέλημα πολλών συγγραφέων του δέκατου ένατου και του εικοστού αιώνα ήταν η παραποίηση και η διαστρέβλωση αυτής της προφανούς κατάστασης πραγμάτων. Οι εργαζόμενοι, έλεγαν, βρίσκονται στο έλεος των εργοδοτών τους. Είναι πράγματι αληθές ότι ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να απολύσει τον εργαζόμενο. Αν, όμως, χρησιμοποιήσει αυτό το δικαίωμα για να ικανοποιήσει τις ιδιοτροπίες του, βλάπτει τα δικά του συμφέροντα. Αποβαίνει εις βάρος του αν απολύσει έναν ικανότερο εργαζόμενο για να προσλάβει έναν λιγότερο αποτελεσματικό.
Η αγορά δεν εμποδίζει άμεσα κανέναν να προκαλεί αυθαίρετα βλάβη στους συμπολίτες του· απλώς επιβάλλει κόστος σε μια τέτοια συμπεριφορά. Ο καταστηματάρχης είναι ελεύθερος να συμπεριφέρεται με αγένεια στους πελάτες του, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διατεθειμένος να υποστεί τις συνέπειες. Οι καταναλωτές είναι ελεύθεροι να μποϊκοτάρουν έναν προμηθευτή, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν το σχετικό κόστος. Εκείνο που ωθεί κάθε άνθρωπο να καταβάλει τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια στην υπηρεσία των συνανθρώπων του και περιορίζει τις έμφυτες τάσεις προς την αυθαιρεσία και την κακία δεν είναι, στην αγορά, ο εξαναγκασμός και ο καταναγκασμός εκ μέρους φρουρών, δημίων και ποινικών δικαστηρίων· είναι το ίδιον συμφέρον. Το μέλος μιας συμβατικής κοινωνίας είναι ελεύθερο επειδή υπηρετεί τους άλλους μόνο υπηρετώντας τον εαυτό του. Το μόνο που το περιορίζει είναι το αναπόφευκτο φυσικό φαινόμενο της σπανιότητας. Κατά τα λοιπά, είναι ελεύθερο εντός της σφαίρας της αγοράς.
The main concern of many writers of the nineteenth and twentieth centuries was to misrepresent and to distort this obvious state of affairs. The workers, they said, are at the mercy of their employers. Now, it is true that the employer has the right to fire the employee. But if he makes use of this right in order to indulge in his whims, he hurts his own interests. It is to his own disadvantage if he discharges a better man in order to hire a less efficient one. The market does not directly prevent anybody from arbitrarily inflicting harm on his fellow citizens; it only puts a penalty upon such conduct. The shopkeeper is free to be rude to his customers provided he is ready to bear the consequences. The consumers are free to boycott a purveyor provided they are ready to pay the costs. What impels every man to the utmost exertion in the service of his fellow men and curbs innate tendencies toward arbitrariness and malice is, in the market, not compulsion and coercion on the part of gendarmes, hangmen, and, penal courts; it is self-interest. The member of a contractual society is free because he serves others only in serving himself. What restrains him is only the inevitable natural phenomenon of scarcity. For the rest he is free in the range of the market.
Δεν υπάρχει άλλο είδος ελευθερίας πέρα από εκείνο που δημιουργεί η οικονομία της αγοράς. Σε μια ολοκληρωτική ηγεμονική κοινωνία, η μοναδική ελευθερία που απομένει στο άτομο, επειδή δεν μπορεί να του αφαιρεθεί, είναι η ελευθερία να αυτοκτονήσει.
There is no kind of freedom and liberty other than the kind which the market economy brings about. In a totalitarian hegemonic society the only freedom that is left to the individual, because it cannot be denied to him, is the freedom to commit suicide.
Το κράτος, ο κοινωνικός μηχανισμός εξαναγκασμού και καταναγκασμού, αποτελεί αναγκαστικά ηγεμονικό δεσμό. Αν η κυβέρνηση μπορούσε να επεκτείνει την εξουσία της κατά βούληση, θα μπορούσε να καταργήσει την οικονομία της αγοράς και να την αντικαταστήσει με καθολικό ολοκληρωτικό σοσιαλισμό. Για να αποτραπεί αυτό, είναι αναγκαίο να περιορίζεται η εξουσία της κυβέρνησης. Αυτό είναι το έργο όλων των συνταγμάτων, των διακηρύξεων δικαιωμάτων και των νόμων. Αυτό είναι το νόημα όλων των αγώνων που διεξήγαγαν οι άνθρωποι για την ελευθερία.
The state, the social apparatus of coercion and compulsion, is by necessity a hegemonic bond. If government were in a position to expand its power ad libitum, it could abolish the market economy and substitute for it all-round totalitarian socialism. In order to prevent this, it is necessary to curb the power of government. This is the task of all constitutions, bills of rights, and laws. This is the meaning of all the struggles which men have fought for liberty.
Υπό αυτή την έννοια, οι επικριτές της ελευθερίας έχουν δίκιο όταν την αποκαλούν «αστικό» ζήτημα και όταν κατηγορούν τα δικαιώματα που εγγυώνται την ελευθερία ότι είναι αρνητικά. Στη σφαίρα του κράτους και της κυβέρνησης, ελευθερία σημαίνει τον περιορισμό που επιβάλλεται στην άσκηση της αστυνομικής εξουσίας.
The detractors of liberty are in this sense right in calling it a “bourgeois” issue and in blaming the rights guaranteeing liberty for being negative. In the realm of state and government, liberty means restraint imposed upon the exercise of the police power.
— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)
Liberty and freedom are terms employed for the description of the social conditions of the individual members of a market society in which the power of the indispensable hegemonic bond, the state, is curbed lest the operation of the market be endangered. In a totalitarian system there is nothing to which the attribute “free” could be attached but the unlimited arbitrariness of the dictator.
Δεν θα ήταν αναγκαίο να επιμείνουμε σε αυτό το προφανές γεγονός, αν οι υπέρμαχοι της κατάργησης της ελευθερίας δεν είχαν προκαλέσει εσκεμμένα σημασιολογική σύγχυση. Αντιλήφθηκαν ότι ήταν μάταιο να αγωνιστούν ανοικτά και ειλικρινά υπέρ του περιορισμού και της υποτέλειας. Οι έννοιες της ελευθερίας διέθεταν τόσο μεγάλο κύρος, ώστε καμία προπαγάνδα δεν μπορούσε να κλονίσει τη δημοτικότητά τους. Από αμνημονεύτων χρόνων, στη σφαίρα του δυτικού πολιτισμού, η ελευθερία θεωρούνταν το πολυτιμότερο αγαθό. Εκείνο που προσέδωσε στη Δύση την υπεροχή της ήταν ακριβώς το ενδιαφέρον της για την ελευθερία, ένα κοινωνικό ιδεώδες ξένο προς τους ανατολικούς λαούς. Η κοινωνική φιλοσοφία της Δύσης είναι ουσιαστικά φιλοσοφία της ελευθερίας. Το κύριο περιεχόμενο της ιστορίας της Ευρώπης και των κοινοτήτων που ίδρυσαν οι Ευρωπαίοι μετανάστες και οι απόγονοί τους σε άλλα μέρη του κόσμου υπήρξε ο αγώνας για την ελευθερία. Ο ακλόνητος ατομικισμός αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα του πολιτισμού μας. Καμία ανοικτή επίθεση κατά της ελευθερίας του ατόμου δεν είχε πιθανότητα επιτυχίας.
There would be no need to dwell upon this obvious fact if the champions of the abolition of liberty had not purposely brought about a semantic confusion. They realized that it was hopeless for them to fight openly and sincerely for restraint and servitude. The notions liberty and freedom had such prestige that no propaganda could shake their popularity. Since time immemorial in the realm of Western civilization liberty has been considered as the most precious good. What gave to the West its eminence was precisely its concern about liberty, a social ideal foreign to the oriental peoples. The social philosophy of the Occident is essentially a philosophy of freedom. The main content of the history of Europe and the communities founded by European emigrants and their descendants in other parts of the world was the struggle for liberty. “Rugged” individualism is the signature of our civilization. No open attack upon the freedom of the individual had any prospect of success.
Έτσι, οι υποστηρικτές του ολοκληρωτισμού επέλεξαν διαφορετική τακτική. Αντέστρεψαν το νόημα των λέξεων. Αποκαλούν αληθινή ή γνήσια ελευθερία την κατάσταση των ατόμων υπό ένα σύστημα στο οποίο δεν έχουν κανένα άλλο δικαίωμα πέρα από το να υπακούουν στις διαταγές. Στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτοαποκαλούνται γνήσιοι φιλελεύθεροι, επειδή επιδιώκουν μια τέτοια κοινωνική τάξη. Αποκαλούν δημοκρατία τις ρωσικές μεθόδους δικτατορικής διακυβέρνησης. Αποκαλούν τις βίαιες και καταναγκαστικές μεθόδους των συνδικάτων «βιομηχανική δημοκρατία». Αποκαλούν ελευθερία του Τύπου μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία μόνο η κυβέρνηση είναι ελεύθερη να εκδίδει βιβλία και εφημερίδες. Ορίζουν την ελευθερία ως τη δυνατότητα να πράττει κάποιος τα «ορθά» πράγματα και, ασφαλώς, αξιώνουν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να καθορίζουν τι είναι ορθό και τι όχι. Στα μάτια τους, η κυβερνητική παντοδυναμία σημαίνει πλήρη ελευθερία. Η απελευθέρωση της αστυνομικής εξουσίας από κάθε περιορισμό αποτελεί το αληθινό νόημα του αγώνα τους για την ελευθερία.
Thus the advocates of totalitarianism chose other tactics. They reversed the meaning of words. They call true or genuine liberty the condition of the individuals under a system in which they have no right other than to obey orders. They call themselves true liberals because they strive after such a social order. They call democracy the Russian methods of dictatorial government. They call the labor union methods of violence and coercion “industrial democracy.” They call freedom of the press a state of affairs in which only the government is free to publish books and newspapers. They define liberty as the opportunity to do the “right” things, and, of course, they arrogate to themselves the determination of what is right and what is not. In their eyes government omnipotence means full liberty. To free the police power from all restraints is the true meaning of their struggle for freedom.
Η οικονομία της αγοράς, λένε αυτοί οι αυτοαποκαλούμενοι φιλελεύθεροι, παρέχει ελευθερία μόνο σε μια παρασιτική τάξη εκμεταλλευτών, την αστική τάξη. Αυτοί οι φαύλοι άνθρωποι απολαμβάνουν την ελευθερία να υποδουλώνουν τις μάζες. Ο μισθωτός δεν είναι ελεύθερος· πρέπει να μοχθεί αποκλειστικά προς όφελος των κυρίων του, των εργοδοτών. Οι καπιταλιστές ιδιοποιούνται όσα, σύμφωνα με τα αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα του ανθρώπου, θα έπρεπε να ανήκουν στον εργαζόμενο. Υπό τον σοσιαλισμό, ο εργαζόμενος θα απολαμβάνει ελευθερία και ανθρώπινη αξιοπρέπεια, επειδή δεν θα χρειάζεται πλέον να δουλεύει ως δούλος για έναν καπιταλιστή. Σοσιαλισμός σημαίνει χειραφέτηση του κοινού ανθρώπου· σημαίνει ελευθερία για όλους. Σημαίνει, επιπλέον, πλούτο για όλους.
The market economy, say these self-styled liberals, grants liberty only to a parasitic class of exploiters, the bourgeoisie. These scoundrels enjoy the freedom to enslave the masses. The wage earner is not free; he must toil for the sole benefit of his masters, the employers. The capitalists appropriate to themselves what according to the inalienable rights of man should belong to the worker. Under socialism the worker will enjoy freedom and human dignity because he will no longer have to slave for a capitalist. Socialism means the emancipation of the common man, means freedom for all. It means, moreover, riches for all.
Οι θεωρίες αυτές κατόρθωσαν να θριαμβεύσουν επειδή δεν συνάντησαν αποτελεσματική ορθολογική κριτική. Ορισμένοι οικονομολόγοι επιτέλεσαν λαμπρό έργο αποκαλύπτοντας τις κατάφωρες πλάνες και αντιφάσεις τους. Το κοινό, όμως, αγνοεί τις διδασκαλίες της οικονομικής επιστήμης. Τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι συνήθεις πολιτικοί και συγγραφείς κατά του σοσιαλισμού είναι είτε ανόητα είτε άσχετα. Είναι μάταιο να επικαλείται κανείς ένα υποτιθέμενο «φυσικό» δικαίωμα των ατόμων στην ιδιοκτησία, αν άλλοι υποστηρίζουν ότι το πρωταρχικό «φυσικό» δικαίωμα είναι η ισότητα του εισοδήματος. Τέτοιες διαφορές δεν μπορούν ποτέ να διευθετηθούν. Είναι άσχετο να επικρίνονται τα επουσιώδη, παρεπόμενα γνωρίσματα του σοσιαλιστικού προγράμματος. Ο σοσιαλισμός δεν αναιρείται με την επίθεση κατά των θέσεων των σοσιαλιστών σχετικά με τη θρησκεία, τον γάμο, τον έλεγχο των γεννήσεων και την τέχνη. Επιπλέον, κατά την εξέταση τέτοιων ζητημάτων, οι επικριτές του σοσιαλισμού είχαν συχνά άδικο.
These doctrines have been able to triumph because they did not encounter effective rational criticism. Some economists did a brilliant job in unmasking their crass fallacies and contradictions. But the public ignores the teachings of economics. They are too heavy for the readers of tabloids and pulp magazines. The arguments advanced by average politicians and writers against socialism are either silly or irrelevant. It is useless to stand upon an alleged “natural” right of individuals to own property if other people assert that the foremost “natural” right is that of income equality. Such disputes can never be settled. It is beside the point to criticize nonessential, attendant features of the socialist program. One does not refute socialism by attacking the socialists’ stand on religion, marriage, birth control, and art. Moreover, in dealing with such matters the critics of socialism were often in the wrong. Thus, for instance, they were so inept as to turn the disapproval of the Bolshevist persecution of the Russian Church into an approbation of this debased, adamantly intolerant church and its superstitious practices.
Παρά αυτές τις σοβαρές ανεπάρκειες των υπερασπιστών της οικονομικής ελευθερίας, ήταν αδύνατο να εξαπατώνται όλοι οι άνθρωποι διαρκώς σχετικά με τα ουσιώδη γνωρίσματα του σοσιαλισμού. Οι φανατικότεροι σχεδιαστές αναγκάστηκαν να παραδεχθούν ότι τα σχέδιά τους συνεπάγονται την κατάργηση πολλών ελευθεριών τις οποίες απολαμβάνουν οι άνθρωποι υπό τον καπιταλισμό και την «πλουτοδημοκρατία». Όταν πιέστηκαν, κατέφυγαν σε ένα νέο τέχνασμα. Η ελευθερία που πρόκειται να καταργηθεί, υπογραμμίζουν, είναι απλώς η νόθα «οικονομική» ελευθερία των καπιταλιστών, η οποία βλάπτει τον κοινό άνθρωπο. Έξω από την «οικονομική σφαίρα», η ελευθερία όχι μόνο θα διατηρηθεί πλήρως, αλλά θα διευρυνθεί σημαντικά. Ο «σχεδιασμός για την ελευθερία» έχει καταστεί τελευταία το δημοφιλέστερο σύνθημα των υπερμάχων της ολοκληρωτικής διακυβέρνησης και του εκρωσισμού όλων των εθνών.
In spite of these serious shortcomings of the defenders of economic freedom it was impossible to fool all the people all the time about the essential features of socialism. The most fanatical planners were forced to admit that their projects involve the abolition of many freedoms people enjoy under capitalism and “plutodemocracy.” Pressed hard, they resorted to a new subterfuge. The freedom to be abolished, they emphasize, is merely the spurious “economic” freedom of the capitalists that harms the common man. Outside the “economic sphere” freedom will not only be fully preserved, but considerably expanded. “Planning for Freedom” has lately become the most popular slogan of the champions of totalitarian government and the Russification of all nations.
Η πλάνη αυτού του επιχειρήματος πηγάζει από τη νόθα διάκριση μεταξύ δύο εντελώς χωριστών σφαιρών της ανθρώπινης ζωής και δράσης: της «οικονομικής» και της «μη οικονομικής» σφαίρας. Ως προς αυτό το ζήτημα δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε σε όσα ειπώθηκαν στα προηγούμενα μέρη του παρόντος βιβλίου. Πρέπει, όμως, να υπογραμμιστεί ένα ακόμη σημείο.
The fallacy of this argument stems from the spurious distinction between two realms of human life and action, entirely separated from one another, viz., the “economic” sphere and the “noneconomic” sphere. With regard to this issue there is no need to add anything to what has been said in the preceding parts of this book. However, there is another point to be stressed.
Η ελευθερία, όπως την απολάμβαναν οι άνθρωποι στις δημοκρατικές χώρες του δυτικού πολιτισμού κατά τα χρόνια του θριάμβου του παλαιού φιλελευθερισμού, δεν αποτελούσε προϊόν συνταγμάτων, διακηρύξεων δικαιωμάτων, νόμων και νομοθετικών διατάξεων. Τα έγγραφα αυτά αποσκοπούσαν μόνο στη διαφύλαξη της ελευθερίας, η οποία είχε ήδη εδραιωθεί μέσω της λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς, από τις προσβολές των δημόσιων λειτουργών. Καμία κυβέρνηση και κανένα αστικό δίκαιο δεν μπορούν να εγγυηθούν και να δημιουργήσουν την ελευθερία με άλλον τρόπο πέρα από την υποστήριξη και την υπεράσπιση των θεμελιωδών θεσμών της οικονομίας της αγοράς.
Η κυβέρνηση σημαίνει πάντοτε εξαναγκασμό και καταναγκασμό και αποτελεί αναγκαστικά το αντίθετο της ελευθερίας. Η κυβέρνηση εγγυάται την ελευθερία και είναι συμβατή με αυτή μόνο αν το πεδίο δράσης της περιορίζεται επαρκώς στη διατήρηση εκείνου που αποκαλείται οικονομική ελευθερία. Όπου δεν υπάρχει οικονομία της αγοράς, ακόμη και οι διατάξεις συνταγμάτων και νόμων που έχουν συνταχθεί με τις καλύτερες προθέσεις παραμένουν νεκρό γράμμα.
Freedom, as people enjoyed it in the democratic countries of Western civilization in the years of the old liberalism’s triumph, was not a product of constitutions, bills of rights, laws, and statutes. Those documents aimed only at safeguarding liberty and freedom, firmly established by the operation of the market economy, against encroachments on the part of officeholders. No government and no civil law can guarantee and bring about freedom otherwise than by supporting and defending the fundamental institutions of the market economy. Government means always coercion and compulsion and is by necessity the opposite of liberty. Government is a guarantor of liberty and is compatible with liberty only if its range is adequately restricted to the preservation of economic freedom. Where there is no market economy, the best-intentioned provisions of constitutions and laws remain a dead letter.
Η ελευθερία του ανθρώπου υπό τον καπιταλισμό αποτελεί αποτέλεσμα του ανταγωνισμού. Ο εργαζόμενος δεν εξαρτάται από την εύνοια ενός εργοδότη. Αν ο εργοδότης του τον απολύσει, βρίσκει άλλον εργοδότη.17 Ο καταναλωτής δεν βρίσκεται στο έλεος του καταστηματάρχη. Είναι ελεύθερος να προτιμήσει άλλο κατάστημα, αν το επιθυμεί. Κανείς δεν χρειάζεται να ασπάζεται τα χέρια άλλων ανθρώπων ή να φοβάται τη δυσμένειά τους. Οι διαπροσωπικές σχέσεις έχουν επιχειρηματικό χαρακτήρα. Η ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών είναι αμοιβαία· η πώληση ή η αγορά δεν αποτελεί χάρη, αλλά συναλλαγή υπαγορευόμενη από το ίδιον συμφέρον αμφοτέρων των πλευρών.
The freedom of man under capitalism is an effect of competition. The worker does not depend on the good graces of an employer. If his employer discharges him, he finds another employer.[14] The consumer is not at the mercy of the shopkeeper. He is free to patronize another shop if he likes. Nobody must kiss other people’s hands or fear their disfavor. Interpersonal relations are businesslike. The exchange of goods and services is mutual; it is not a favor to sell or to buy, it is a transaction dictated by selfishness on either side.
Είναι αλήθεια ότι, υπό την ιδιότητά του ως παραγωγού, κάθε άνθρωπος εξαρτάται είτε άμεσα —όπως ο επιχειρηματίας— είτε έμμεσα —όπως ο μισθωτός εργαζόμενος— από τη ζήτηση των καταναλωτών. Αυτή, όμως, η εξάρτηση από την κυριαρχία των καταναλωτών δεν είναι απεριόριστη. Αν ένας άνθρωπος έχει σοβαρό λόγο να αψηφήσει την κυριαρχία των καταναλωτών, μπορεί να το επιχειρήσει. Εντός της σφαίρας της αγοράς υπάρχει ένα πολύ ουσιαστικό και αποτελεσματικό δικαίωμα αντίστασης στην καταπίεση. Κανείς δεν εξαναγκάζεται να εισέλθει στη βιομηχανία οινοπνευματωδών ποτών ή σε ένα εργοστάσιο όπλων, αν η συνείδησή του αντιτίθεται σε αυτό. Ενδέχεται να πρέπει να καταβάλει κάποιο τίμημα για την πεποίθησή του· σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν σκοποί των οποίων η επίτευξη είναι δωρεάν. Εναπόκειται, όμως, στη δική του απόφαση να επιλέξει μεταξύ ενός υλικού πλεονεκτήματος και της επιταγής εκείνου που θεωρεί καθήκον του. Στην οικονομία της αγοράς, το άτομο είναι ο μοναδικός υπέρτατος κριτής των ζητημάτων που αφορούν τη δική του ικανοποίηση.18
It is true that in his capacity as a producer every man depends either directly—e.g., the entrepreneur—or indirectly—e.g., the hired worker—on the demands of the consumers. However, this dependence upon the supremacy of the consumers is not unlimited. If a man has a weighty reason for defying the sovereignty of the consumers, he can try it. There is in the range of the market a very substantial and effective right to resist oppression. Nobody is forced to go into the liquor industry or into a gun factory if his conscience objects. He may have to pay a price for his conviction; there are in this world no ends the attainment of which is gratuitous. But it is left to a man’s own decision to choose between a material advantage and the call of what he believes to be his duty. In the market economy the individual alone is the supreme arbiter in matters of his satisfaction.[15]
Η καπιταλιστική κοινωνία δεν διαθέτει κανένα μέσο για να εξαναγκάσει έναν άνθρωπο να αλλάξει επάγγελμα ή τόπο εργασίας πέρα από την παροχή υψηλότερης αμοιβής σε όσους συμμορφώνονται προς τις επιθυμίες των καταναλωτών. Ακριβώς αυτό το είδος πίεσης θεωρούν πολλοί άνθρωποι ανυπόφορο και ελπίζουν να το δουν να καταργείται υπό τον σοσιαλισμό. Είναι υπερβολικά αμβλύνοες για να αντιληφθούν ότι η μοναδική εναλλακτική λύση είναι να παραχωρηθεί στις αρχές η πλήρης εξουσία να καθορίζουν σε ποιον κλάδο και σε ποιον τόπο πρέπει να εργάζεται κάθε άνθρωπος.
Capitalist society has no means of compelling a man to change his occupation or his place or work other than to reward those complying with the wants of the consumers by higher pay. It is precisely this kind of pressure which many people consider as unbearable and hope to see abolished under socialism. They are too dull to realize that the only alternative is to convey to the authorities full power to determine in what branch and at what place a man should work.
Υπό την ιδιότητά του ως καταναλωτή, ο άνθρωπος δεν είναι λιγότερο ελεύθερος. Μόνο ο ίδιος αποφασίζει τι είναι περισσότερο και τι λιγότερο σημαντικό για αυτόν. Επιλέγει πώς θα δαπανήσει τα χρήματά του σύμφωνα με τη δική του βούληση.
In his capacity as a consumer man is no less free. He alone decides what is more and what is less important for him. He chooses how to spend his money according to his own will.
Η αντικατάσταση της οικονομίας της αγοράς από τον οικονομικό σχεδιασμό εξαλείφει κάθε ελευθερία και αφήνει στο άτομο μόνο το δικαίωμα της υπακοής. Η αρχή που διευθύνει όλες τις οικονομικές υποθέσεις ελέγχει κάθε πτυχή της ζωής και των δραστηριοτήτων του ανθρώπου. Είναι ο μοναδικός εργοδότης. Κάθε εργασία καθίσταται καταναγκαστική εργασία, επειδή ο εργαζόμενος πρέπει να αποδέχεται ό,τι καταδέχεται να του προσφέρει ο αρχηγός. Ο οικονομικός τσάρος καθορίζει τι και πόσο από κάθε αγαθό επιτρέπεται να καταναλώνει ο καταναλωτής. Δεν υπάρχει κανένας τομέας της ανθρώπινης ζωής στον οποίο να εναπόκειται η απόφαση στις αξιολογικές κρίσεις του ατόμου. Η αρχή τού αναθέτει ένα συγκεκριμένο καθήκον, τον εκπαιδεύει για την εργασία του και τον απασχολεί στον τόπο και με τον τρόπο που η ίδια θεωρεί κατάλληλο.
The substitution of economic planning for the market economy removes all freedom and leaves to the individual merely the right to obey. The authority directing all economic matters controls all aspects of a man’s life and activities. It is the only employer. All labor becomes compulsory labor because the employee must accept what the chief deigns to offer him. The economic tsar determines what and how much of each the consumer may consume. There is no sector of human life in which a decision is left to the individual’s value judgments. The authority assigns a definite task to him, trains him for this job, and employs him at the place and in the manner it deems expedient.
Μόλις καταργηθεί η οικονομική ελευθερία που παρέχει η οικονομία της αγοράς στα μέλη της, όλες οι πολιτικές ελευθερίες και οι διακηρύξεις δικαιωμάτων καθίστανται απάτη. Το habeas corpus και η δίκη με ενόρκους αποτελούν προσχήματα, αν η αρχή, υπό το πρόσχημα της οικονομικής σκοπιμότητας, έχει πλήρη εξουσία να εξορίζει κάθε πολίτη που αντιπαθεί στην Αρκτική ή σε μια έρημο και να του αναθέτει ισόβια «καταναγκαστική εργασία». Η ελευθερία του Τύπου αποτελεί απλό προκάλυμμα, αν η αρχή ελέγχει όλα τα τυπογραφεία και τις χαρτοβιομηχανίες. Το ίδιο ισχύει για όλα τα άλλα ανθρώπινα δικαιώματα.
As soon as the economic freedom which the market economy grants to its members is removed, all political liberties and bills of rights become humbug. Habeas corpus and trial by jury are a sham if, under the pretext of economic expediency, the authority has full power to relegate every citizen it dislikes to the arctic or to a desert and to assign him “hard labor” for life. Freedom of the press is a mere blind if the authority controls all printing offices and paper plants. And so are all the other rights of men.
Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος στον βαθμό στον οποίο διαμορφώνει τη ζωή του σύμφωνα με τα δικά του σχέδια. Ο άνθρωπος του οποίου η μοίρα καθορίζεται από τα σχέδια μιας ανώτερης αρχής, στην οποία έχει ανατεθεί η αποκλειστική εξουσία σχεδιασμού, δεν είναι ελεύθερος με την έννοια που χρησιμοποιούσαν και κατανοούσαν τον όρο «ελεύθερος» όλοι οι άνθρωποι, προτού η σημασιολογική επανάσταση της εποχής μας προκαλέσει σύγχυση των γλωσσικών εννοιών.
A man has freedom as far as he shapes his life according to his own plans. A man whose fate is determined by the plans of a superior authority, in which the exclusive power to plan is vested, is not free in the sense in which this term “free” was used and understood by all people until the semantic revolution of our day brought about a confusion of tongues.
Η ανισότητα των ατόμων ως προς τον πλούτο και το εισόδημα αποτελεί ουσιώδες γνώρισμα της οικονομίας της αγοράς.
The inequality of individuals with regard to wealth and income is an essential feature of the market economy.
Πολλοί συγγραφείς έχουν τονίσει ότι η ελευθερία είναι ασυμβίβαστη με την ισότητα πλούτου και εισοδήματος. Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε τα συναισθηματικά επιχειρήματα που προβάλλονται στα συγγράμματα αυτά. Ούτε είναι αναγκαίο να θέσουμε το ερώτημα αν η παραίτηση από την ελευθερία θα μπορούσε αφ’ εαυτής να εγγυηθεί την εγκαθίδρυση ισότητας πλούτου και εισοδήματος ή αν θα μπορούσε μια κοινωνία να διατηρηθεί στη ζωή στη βάση μιας τέτοιας ισότητας. Το έργο μας περιορίζεται στην περιγραφή του ρόλου που διαδραματίζει η ανισότητα στο πλαίσιο της κοινωνίας της αγοράς.
The fact that freedom is incompatible with equality of wealth and income has been stressed by many authors. There is no need to enter into an examination of the emotional arguments advanced in these writings. Neither is it necessary to raise the question of whether the renunciation of liberty could in itself guarantee the establishment of equality of wealth and income and whether or not a society could subsist on the basis of such an equality. Our task is merely to describe the role inequality plays in the framework of the market society.
Στην κοινωνία της αγοράς, ο άμεσος εξαναγκασμός και καταναγκασμός ασκούνται αποκλειστικά για την αποτροπή πράξεων επιζήμιων για την κοινωνική συνεργασία. Κατά τα λοιπά, τα άτομα δεν υφίστανται παρενοχλήσεις από την αστυνομική εξουσία. Ο νομοταγής πολίτης είναι απαλλαγμένος από την παρέμβαση των δεσμοφυλάκων και των δημίων. Η πίεση που απαιτείται για να παρακινηθεί το άτομο να συνεισφέρει το μερίδιό του στην κοινή παραγωγική προσπάθεια ασκείται μέσω της διάρθρωσης των αγοραίων τιμών. Η πίεση αυτή είναι έμμεση. Απονέμει στη συνεισφορά κάθε ατόμου μια αμοιβή διαβαθμισμένη σύμφωνα με την αξία που της αποδίδουν οι καταναλωτές. Αμείβοντας την προσπάθεια του ατόμου σύμφωνα με την αξία της, αφήνει στον καθένα την επιλογή μεταξύ πληρέστερης ή λιγότερο πλήρους αξιοποίησης των δικών του ικανοτήτων και δεξιοτήτων. Η μέθοδος αυτή δεν μπορεί, ασφαλώς, να εξαλείψει τα μειονεκτήματα της έμφυτης προσωπικής κατωτερότητας. Παρέχει, όμως, σε όλους κίνητρο να αναπτύξουν στον μέγιστο δυνατό βαθμό τις ικανότητες και τις δεξιότητές τους.
In the market society direct compulsion and coercion are practiced only for the sake of preventing acts detrimental to social cooperation. For the rest individuals are not molested by the police power. The law-abiding citizen is free from the interference of jailers and hangmen. What pressure is needed to impel an individual to contribute his share to the cooperative effort of production is exercised by the price structure of the market. This pressure is indirect. It puts on each individual’s contribution a premium graduated according to the value which the consumers attach to this contribution. In rewarding the individual’s effort according to its value, it leaves to everybody the choice between a more or less complete utilization of his own faculties and abilities. This method can, of course, not eliminate the disadvantages of inherent personal inferiority. But it provides an incentive to everybody to exert his faculties and abilities to the utmost.
Η μοναδική εναλλακτική λύση προς αυτή τη χρηματική πίεση που ασκεί η αγορά είναι η άμεση πίεση και ο καταναγκασμός που ασκεί η αστυνομική εξουσία. Πρέπει τότε να ανατεθεί στις αρχές το καθήκον να προσδιορίζουν την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας που είναι υποχρεωμένο να εκτελέσει κάθε άτομο. Καθώς τα άτομα είναι άνισα ως προς τις ικανότητές τους, αυτό απαιτεί την εξέταση της προσωπικότητάς τους από τις αρχές. Το άτομο καθίσταται, τρόπον τινά, τρόφιμος σωφρονιστικού ιδρύματος, στον οποίο ανατίθεται συγκεκριμένο καθήκον. Αν δεν επιτύχει όσα του διέταξαν οι αρχές να εκτελέσει, υπόκειται σε τιμωρία.
The only alternative to this financial pressure as exercised by the market is direct pressure and compulsion as exercised by the police power. The authorities must be entrusted with the task of determining the quantity and quality of work that each individual is bound to perform. As individuals are unequal with regard to their abilities, this requires an examination of their personalities on the part of the authorities. The individual becomes an inmate of a penitentiary, as it were, to whom a definite task is assigned. If he fails to achieve what the authorities have ordered him to do, he is liable to punishment.
Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε σε τι συνίσταται η διαφορά μεταξύ της άμεσης πίεσης που ασκείται για την αποτροπή εγκλημάτων και εκείνης που ασκείται για την εξαναγκαστική απόσπαση συγκεκριμένης εργασιακής επίδοσης. Στην πρώτη περίπτωση, το μόνο που απαιτείται από το άτομο είναι να αποφεύγει έναν ορισμένο τρόπο συμπεριφοράς, επακριβώς καθορισμένο από τον νόμο. Κατά κανόνα, είναι εύκολο να εξακριβωθεί αν τηρήθηκε ή όχι αυτή η απαγόρευση. Στη δεύτερη περίπτωση, το άτομο υποχρεούται να εκτελέσει συγκεκριμένο έργο· ο νόμος το εξαναγκάζει να προβεί σε μια απροσδιόριστη δράση, ο καθορισμός της οποίας επαφίεται στην κρίση της εκτελεστικής εξουσίας. Το άτομο υποχρεούται να υπακούει σε οτιδήποτε του διατάσσει η διοίκηση.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να εξακριβωθεί αν η εντολή της εκτελεστικής εξουσίας ανταποκρινόταν στις δυνάμεις και στις ικανότητες του ατόμου και αν αυτό συμμορφώθηκε προς την εντολή στον μέγιστο βαθμό που του επέτρεπαν οι ικανότητές του. Κάθε πολίτης υπόκειται στις αποφάσεις των αρχών ως προς όλες τις πτυχές της προσωπικότητάς του και όλες τις εκδηλώσεις της συμπεριφοράς του. Στην οικονομία της αγοράς, κατά την ποινική δίκη, ο εισαγγελέας υποχρεούται να προσκομίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την ενοχή του κατηγορουμένου. Όταν, όμως, πρόκειται για την εκτέλεση καταναγκαστικής εργασίας, ο κατηγορούμενος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι το έργο που του ανατέθηκε υπερέβαινε τις ικανότητές του ή ότι έπραξε όλα όσα μπορούσαν να αναμένονται από αυτόν. Οι διοικητικοί λειτουργοί συνενώνουν στα πρόσωπά τους τα αξιώματα του νομοθέτη, του εκτελεστή του νόμου, του δημόσιου κατηγόρου και του δικαστή. Οι κατηγορούμενοι βρίσκονται ολοκληρωτικά στο έλεός τους. Αυτό ακριβώς έχουν κατά νου οι άνθρωποι όταν μιλούν για έλλειψη ελευθερίας.
It is important to realize in what the difference consists between direct pressure exercised for the prevention of crime and that exercised for the extortion of a definite performance. In the former case all that is required from the individual is to avoid a certain mode of conduct, precisely determined by law. As a rule it is easy to establish whether or not this interdiction has been observed. In the second case the individual is liable to accomplish a definite task; the law forces him toward an indefinite action, the determination of which is left to the decision of the executive power. The individual is bound to obey whatever the administration orders him to do. Whether or not the command issued by the executive power was adequate to his forces and faculties and whether or not he has complied with it to the best of his abilities is extremely difficult to establish. Every citizen is with regard to all aspects of his personality and with regard to all manifestations of his conduct subject to the decisions of the authorities. In the market economy in a trial before a penal court the prosecutor is obliged to produce sufficient evidence that the defendant is guilty. But in matters of the performance of compulsory work it devolves upon the defendant to prove that the task assigned to him was beyond his abilities or that he has done all that can be expected of him. The administrators combine in their persons the offices of the legislator, the executor of the law, the public prosecutor, and the judge. The defendants are entirely at their mercy. This is what people have in mind when speaking of lack of freedom.
Κανένα σύστημα κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς κάποια μέθοδο που καθιστά τα άτομα υπεύθυνα για τη συνεισφορά τους στην κοινή παραγωγική προσπάθεια. Αν αυτή η ευθύνη δεν επιβάλλεται μέσω της διάρθρωσης των αγοραίων τιμών και της ανισότητας πλούτου και εισοδήματος που αυτή δημιουργεί, πρέπει να επιβληθεί μέσω των μεθόδων άμεσου καταναγκασμού που εφαρμόζει η αστυνομική εξουσία.
No system of the social division of labor can do without a method that makes individuals responsible for their contributions to the joint productive effort. If this responsibility is not brought about by the price structure of the market and the inequality of wealth and income it begets, it must be enforced by the methods of direct compulsion as practiced by the police.
Το κέρδος, υπό την ευρύτερη έννοια, είναι το όφελος που απορρέει από τη δράση· είναι η αύξηση της ικανοποίησης —η μείωση της δυσφορίας — που αυτή επιφέρει· είναι η διαφορά μεταξύ της υψηλότερης αξίας που αποδίδεται στο επιτευχθέν αποτέλεσμα και της χαμηλότερης αξίας που αποδίδεται στις θυσίες οι οποίες απαιτήθηκαν για την επίτευξή του· με άλλα λόγια, είναι η απόδοση μείον το κόστος. Η πραγματοποίηση κέρδους αποτελεί απαρέγκλιτα τον σκοπό κάθε δράσης. Αν μια δράση αποτύχει να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς, η απόδοση είτε δεν υπερβαίνει το κόστος είτε υπολείπεται αυτού. Στη δεύτερη περίπτωση, το αποτέλεσμα συνιστά ζημία, δηλαδή μείωση της ικανοποίησης.
Profit, in a broader sense, is the gain derived from action; it is the increase in satisfaction (decrease in uneasiness) brought about; it is the difference between the higher value attached to the result attained and the lower value attached to the sacrifices made for its attainment; it is, in other words, yield minus costs. To make profit is invariably the aim sought by any action. If an action fails to attain the ends sought, yield either does not exceed costs or lags behind costs. In the latter case the outcome means a loss, a decrease in satisfaction.
Το κέρδος και η ζημία, με αυτή την πρωταρχική έννοια, αποτελούν ψυχικά φαινόμενα και, ως τέτοια, δεν επιδέχονται μέτρηση ούτε τρόπο έκφρασης ικανό να μεταδώσει σε άλλους ανθρώπους ακριβείς πληροφορίες σχετικά με την έντασή τους. Ένας άνθρωπος μπορεί να πει σε κάποιον άλλο ότι το a τον ικανοποιεί περισσότερο από το b · δεν μπορεί, όμως, παρά μόνο με ασαφείς και αόριστους όρους, να του γνωστοποιήσει πόσο υπερβαίνει η ικανοποίηση που αντλεί από το εκείνη που αντλεί από το b.
Profit and loss in this original sense are psychic phenomena and as such not open to measurement and a mode of expression which could convey to other people precise information concerning their intensity. A man can tell a fellow man that a suits him better than b; but he cannot communicate to another man, except in vague and indistinct terms, how much the satisfaction derived from a exceeds that derived from b.
Στην οικονομία της αγοράς, όλα τα πράγματα που αγοράζονται και πωλούνται έναντι χρήματος φέρουν χρηματικές τιμές. Στον χρηματικό υπολογισμό, το κέρδος εμφανίζεται ως πλεόνασμα των χρημάτων που εισπράχθηκαν έναντι των χρημάτων που δαπανήθηκαν, ενώ η ζημία ως πλεόνασμα των χρημάτων που δαπανήθηκαν έναντι των χρημάτων που εισπράχθηκαν. Το κέρδος και η ζημία μπορούν να εκφραστούν σε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά. Είναι δυνατό να εξακριβωθεί σε χρηματικούς όρους πόσο κέρδισε ή έχασε ένα άτομο.
Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί διατύπωση σχετικά με κάποιο κοινωνικό φαινόμενο, δηλαδή σχετικά με τη συνεισφορά του ατόμου στην κοινωνική προσπάθεια, όπως αυτή αποτιμάται από τα άλλα μέλη της κοινωνίας. Δεν μας λέει τίποτε για την αύξηση ή τη μείωση της ικανοποίησης ή της ευτυχίας του ατόμου. Αντανακλά απλώς την αποτίμηση της συνεισφοράς του στην κοινωνική συνεργασία από τους συνανθρώπους του. Η αποτίμηση αυτή καθορίζεται τελικά από τις προσπάθειες κάθε μέλους της κοινωνίας να επιτύχει το υψηλότερο δυνατό ψυχικό κέρδος. Αποτελεί τη συνισταμένη του σύνθετου αποτελέσματος όλων αυτών των υποκειμενικών και προσωπικών αξιολογικών κρίσεων, όπως αυτές εκδηλώνονται στη συμπεριφορά των ανθρώπων στην αγορά. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέεται με τις ίδιες αυτές αξιολογικές κρίσεις.
In the market economy all those things that are bought and sold against money are marked with money prices. In the monetary calculus profit appears as a surplus of money received over money expended and loss as a surplus of money expended over money received. Profit and loss can be expressed in definite amounts of money. It is possible to ascertain in terms of money how much an individual has profited or lost. However, this is not a statement about this individual’s psychic profit or loss. It is a statement about a social phenomenon, about the individual’s contribution to the societal effort as it is appraised by the other members of society. It does not tell us anything about the individual’s increase or decrease in satisfaction or happiness. It merely reflects his fellow men’s evaluation of his contribution to social cooperation. This evaluation is ultimately determined by the efforts of every member of society to attain the highest possible psychic profit. It is the resultant of the composite effect of all these people’s subjective and personal value judgments as manifested in their conduct on the market. But it must not be confused with these value judgments as such.
Δεν μπορούμε καν να διανοηθούμε μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι άνθρωποι δρουν χωρίς την πρόθεση να επιτύχουν ψυχικό κέρδος και στην οποία οι πράξεις τους δεν καταλήγουν ούτε σε ψυχικό κέρδος ούτε σε ψυχική ζημία.19 Στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας δεν υπάρχουν ούτε χρηματικά κέρδη ούτε χρηματικές ζημίες. Κάθε άτομο, όμως, αποκομίζει ψυχικό κέρδος από τις πράξεις του· διαφορετικά, δεν θα δρούσε καθόλου. Ο γεωργός τρέφει και αρμέγει τις αγελάδες του και πωλεί το γάλα, επειδή αποτιμά τα πράγματα που μπορεί να αγοράσει με τα χρήματα που αποκτά υψηλότερα από το κόστος που καταβάλλει. Η απουσία χρηματικών κερδών ή ζημιών σε ένα τέτοιο ομοιόμορφα περιστρεφόμενο σύστημα οφείλεται στο γεγονός ότι, αν παραβλέψουμε τις διαφορές που προκαλεί η υψηλότερη αποτίμηση των παρόντων αγαθών σε σύγκριση με τα μελλοντικά αγαθά, το άθροισμα των τιμών όλων των συμπληρωματικών συντελεστών που απαιτούνται για την παραγωγή ισούται επακριβώς με την τιμή του προϊόντος.
We cannot even think of a state of affairs in which people act without the intention of attaining psychic profit and in which their actions result neither in psychic profit nor in psychic loss.[16] In the imaginary construction of an evenly rotating economy there are neither money profits nor money losses. But every individual derives a psychic profit from his actions, or else he would not act at all. The farmer feeds and milks his cows and sells the milk because he values the things he can buy against the money thus earned more highly than the costs expended. The absence of money profits or losses in such an evenly rotating system is due to the fact that, if we disregard the differences brought about by the higher valuation of present goods as compared with future goods, the sum of the prices of all complementary factors needed for production precisely equals the price of the product.
Στον μεταβαλλόμενο κόσμο της πραγματικότητας εμφανίζονται επανειλημμένως διαφορές μεταξύ του αθροίσματος των τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής και των τιμών των προϊόντων. Αυτές οι διαφορές δημιουργούν τα χρηματικά κέρδη και τις χρηματικές ζημίες. Τις μεταβολές αυτές, στον βαθμό που επηρεάζουν τους πωλητές εργασίας, τους πωλητές των πρωταρχικών φυσικών συντελεστών παραγωγής και τους καπιταλιστές ως δανειστές χρήματος, θα τις εξετάσουμε αργότερα. Στο σημείο αυτό ασχολούμαστε με το επιχειρηματικό κέρδος και την επιχειρηματική ζημία των προωθητών. Αυτό είναι το πρόβλημα που έχουν κατά νου οι άνθρωποι όταν χρησιμοποιούν τους όρους κέρδος και ζημία στην καθημερινή γλώσσα.
In the changing world of reality differences between the sum of the prices of the complementary factors of production and the prices of the products emerge again and again. It is these differences that bring about money profits and money losses. As far as such changes affect the sellers of labor and those of the original nature-given factors of production and of the capitalists as moneylenders, we will deal with them later. At this point we are dealing with entrepreneurial profit and loss. It is this problem that people have in mind when employing the terms profit and loss in mundane speech.
Όπως κάθε δρων άνθρωπος, ο επιχειρηματίας είναι πάντοτε κερδοσκόπος. Αντιμετωπίζει τις αβέβαιες συνθήκες του μέλλοντος. Η επιτυχία ή η αποτυχία του εξαρτάται από την ορθότητα της πρόβλεψής του για αβέβαια γεγονότα. Αν αποτύχει να κατανοήσει ορθά όσα πρόκειται να συμβούν, είναι καταδικασμένος. Η μοναδική πηγή από την οποία απορρέουν τα κέρδη ενός επιχειρηματία είναι η ικανότητά του να προβλέπει καλύτερα από τους άλλους ανθρώπους τη μελλοντική ζήτηση των καταναλωτών. Αν όλοι προέβλεπαν ορθά τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς ενός συγκεκριμένου αγαθού, η τιμή του και οι τιμές των σχετικών συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής θα είχαν ήδη προσαρμοστεί σήμερα σε αυτή τη μελλοντική κατάσταση. Δεν θα μπορούσε να προκύψει ούτε κέρδος ούτε ζημία για όσους θα εισέρχονταν στον συγκεκριμένο επιχειρηματικό κλάδο.
Like every acting man, the entrepreneur is always a speculator. He deals with the uncertain conditions of the future. His success or failure depends on the correctness of his anticipation of uncertain events. If he fails in his understanding of things to come, he is doomed. The only source from which an entrepreneur’s profits stem is his ability to anticipate better than other people the future demand of the consumers. If everybody is correct in anticipating the future state of the market of a certain commodity, its price and the prices of the complementary factors of production concerned would already today be adjusted to this future state. Neither profit nor loss can emerge for those embarking upon this line of business.
Η ειδική επιχειρηματική λειτουργία συνίσταται στον καθορισμό της χρήσης των συντελεστών παραγωγής. Επιχειρηματίας είναι ο άνθρωπος που τους αφιερώνει σε συγκεκριμένους σκοπούς. Κατά την ενέργεια αυτή παρακινείται αποκλειστικά από το ίδιον συμφέρον του να πραγματοποιήσει κέρδη και να αποκτήσει πλούτο. Δεν μπορεί, όμως, να αποφύγει τον νόμο της αγοράς. Μπορεί να επιτύχει μόνο αν υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τους καταναλωτές. Το κέρδος του εξαρτάται από την έγκριση της συμπεριφοράς του από τους καταναλωτές.
The specific entrepreneurial function consists in determining the employment of the factors of production. The entrepreneur is the man who dedicates them to special purposes. In doing so he is driven solely by the selfish interest in making profits and in acquiring wealth. But he cannot evade the law of the market. He can succeed only by best serving the consumers. His profit depends on the approval of his conduct by the consumers.
Δεν πρέπει να συγχέεται το επιχειρηματικό κέρδος και η επιχειρηματική ζημία με άλλους παράγοντες που επηρεάζουν τις προσόδους του επιχειρηματία.
One must not confuse entrepreneurial profit and loss with other factors affecting the entrepreneur’s proceeds.
Η τεχνολογική ικανότητα του επιχειρηματία δεν επηρεάζει το ειδικό επιχειρηματικό κέρδος ή τη ζημία. Στον βαθμό στον οποίο οι δικές του τεχνολογικές δραστηριότητες συμβάλλουν στις αποδόσεις που επιτυγχάνονται και αυξάνουν το καθαρό του εισόδημα, βρισκόμαστε ενώπιον αμοιβής για παρασχεθείσα εργασία. Πρόκειται για μισθό που καταβάλλεται στον επιχειρηματία για τη δική του εργασία.
Ούτε το γεγονός ότι δεν επιτυγχάνει κάθε παραγωγική διαδικασία, από τεχνολογική άποψη, να παραγάγει το αναμενόμενο προϊόν επηρεάζει το ειδικό επιχειρηματικό κέρδος ή τη ζημία. Τέτοιες αποτυχίες είναι είτε αποτρέψιμες είτε αναπότρεπτες. Στην πρώτη περίπτωση οφείλονται στην τεχνολογικά ανεπαρκή διαχείριση των υποθέσεων. Οι ζημίες που προκύπτουν πρέπει τότε να καταλογιστούν στην προσωπική ανεπάρκεια του επιχειρηματία, δηλαδή είτε στην έλλειψη τεχνολογικής ικανότητας είτε στην αδυναμία του να προσλάβει κατάλληλους συνεργάτες.
Στη δεύτερη περίπτωση, οι αποτυχίες οφείλονται στο γεγονός ότι η παρούσα κατάσταση της τεχνολογικής γνώσης δεν μας επιτρέπει να ελέγξουμε πλήρως τις συνθήκες από τις οποίες εξαρτάται η επιτυχία. Αυτή η ανεπάρκεια μπορεί να προκαλείται είτε από ελλιπή γνώση των προϋποθέσεων της επιτυχίας είτε από άγνοια μεθόδων πλήρους ελέγχου ορισμένων από τις γνωστές προϋποθέσεις. Η τιμή των συντελεστών παραγωγής λαμβάνει υπόψη αυτή τη μη ικανοποιητική κατάσταση της γνώσης και της τεχνολογικής μας δύναμης. Η τιμή της καλλιεργήσιμης γης, παραδείγματος χάριν, λαμβάνει πλήρως υπόψη το γεγονός ότι υπάρχουν κακές συγκομιδές, καθώς καθορίζεται βάσει της προσδοκώμενης μέσης απόδοσης. Το γεγονός ότι η θραύση των φιαλών μειώνει την παραγόμενη ποσότητα σαμπάνιας δεν επηρεάζει το επιχειρηματικό κέρδος και τη ζημία. Αποτελεί απλώς έναν από τους παράγοντες που καθορίζουν το κόστος παραγωγής και την τιμή της σαμπάνιας.20
The entrepreneur’s technological ability does not affect the specific entrepreneurial profit or loss. As far as his own technological activities contribute to the returns earned and increase his net income, we are confronted with a compensation for work rendered. It is wages paid to the entrepreneur for his labor. Neither does the fact that not every process of production succeeds technologically in bringing about the product expected, influence the specific entrepreneurial profit or loss. Such failures are either avoidable or unavoidable. In the first case they are due to the technologically inefficient conduct of affairs. Then the losses resulting are to be debited to the entrepreneur’s personal insufficiency, i.e., either to his lack of technological ability or to his lack of the ability to hire adequate helpers. In the second case the failures are due to the fact that the present state of technological knowledge prevents us from fully controlling the conditions on which success depends. This deficiency may be caused either by incomplete knowledge concerning the conditions of success or by ignorance of methods for controlling fully some of the known conditions. The price of the factors of production takes into account this unsatisfactory state of our knowledge and technological power. The price of arable land, for instance, takes into full account the fact that there are bad harvests, as it is determined by the anticipated average yield. The fact that the bursting of bottles reduces the output of champagne does not affect entrepreneurial profit and loss. It is merely one of the factors determining the cost of production and the price of champagne.[17]
Τα ατυχήματα που επηρεάζουν την παραγωγική διαδικασία, τα μέσα παραγωγής ή τα προϊόντα ενώ αυτά εξακολουθούν να βρίσκονται στα χέρια του επιχειρηματία αποτελούν στοιχείο του κόστους παραγωγής. Η εμπειρία, η οποία παρέχει στον επιχειρηματία όλες τις άλλες τεχνολογικές γνώσεις, του παρέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τη μέση μείωση της ποσότητας του φυσικού προϊόντος που είναι πιθανό να προκαλέσουν τέτοια ατυχήματα. Σχηματίζοντας αποθεματικά για απρόβλεπτες ζημίες, μετατρέπει τις συνέπειές τους σε τακτικό κόστος παραγωγής.
Ως προς ενδεχόμενα των οποίων η αναμενόμενη συχνότητα είναι υπερβολικά χαμηλή και ακανόνιστη ώστε να μπορούν να αντιμετωπιστούν κατ’ αυτόν τον τρόπο από επιμέρους επιχειρήσεις κανονικού μεγέθους, το ζήτημα διευθετείται μέσω συντονισμένης δράσης αρκετά μεγάλων ομάδων επιχειρήσεων. Οι επιμέρους επιχειρήσεις συνεργάζονται σύμφωνα με την αρχή της ασφάλισης κατά ζημιών που προκαλούνται από πυρκαγιά, πλημμύρα ή άλλα παρόμοια ενδεχόμενα. Τότε, το ασφάλιστρο αντικαθιστά την πρόβλεψη για τον σχηματισμό αποθεματικού απρόβλεπτων ζημιών. Σε κάθε περίπτωση, οι κίνδυνοι από ατυχήματα δεν εισάγουν αβεβαιότητα στη διεξαγωγή των τεχνολογικών διαδικασιών.21 Αν ο επιχειρηματίας παραλείψει να τους αντιμετωπίσει δεόντως, αποδεικνύει την τεχνική του ανεπάρκεια. Οι ζημίες που προκύπτουν πρέπει να καταλογιστούν στις ανεπαρκείς τεχνικές που εφαρμόστηκαν και όχι στην επιχειρηματική του λειτουργία.
Accidents affecting the process of production, the means of production, or the products while they are still in the hands of the entrepreneur are an item in the bill of production costs. Experience, which conveys to the businessman all other technological knowledge, provides him also with information about the average reduction in the quantity of physical output which such accidents are likely to bring about. By opening contingent reserves, he converts their effects into regular costs of production. With regard to contingencies the expected incidence of which is too rare and too irregular to be dealt with in this way by individual firms of normal size, concerted action on the part of sufficiently large groups of firms takes care of the matter. The individual firms cooperate under the principle of insurance against damage caused by fire, flood, or other similar contingencies. Then an insurance premium is substituted for an appropriation to a contingency reserve. At any rate, the risks incurred by accidents do not introduce uncertainty into the conduct of the technological processes.[18] If an entrepreneur neglects to deal with them duly, he gives proof of his technical insufficiency. The losses thus incurred are to be debited to bad techniques applied, not to his entrepreneurial function.
Η εξάλειψη των επιχειρηματιών που αποτυγχάνουν να εξασφαλίσουν στις επιχειρήσεις τους τον κατάλληλο βαθμό τεχνολογικής αποδοτικότητας ή των οποίων η τεχνολογική άγνοια καθιστά εσφαλμένο τον υπολογισμό του κόστους πραγματοποιείται στην αγορά με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εξαλείφονται όσοι είναι ανεπαρκείς στην εκτέλεση των ειδικών επιχειρηματικών λειτουργιών. Ενδέχεται ένας επιχειρηματίας να είναι τόσο επιτυχημένος στην ειδική επιχειρηματική του λειτουργία, ώστε να μπορεί να αντισταθμίσει τις ζημίες που προκαλεί η τεχνολογική του ανεπάρκεια. Ενδέχεται επίσης να αντισταθμίζει τις ζημίες που οφείλονται σε αποτυχία της επιχειρηματικής του λειτουργίας με τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την τεχνολογική του υπεροχή ή από τη διαφορική πρόσοδο που αποδίδει η υψηλότερη παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής που χρησιμοποιεί.
Δεν πρέπει, όμως, να συγχέονται οι διαφορετικές λειτουργίες που συνδυάζονται κατά τη διεύθυνση μιας επιχειρηματικής μονάδας. Ο τεχνολογικά αποτελεσματικότερος επιχειρηματίας αποκομίζει υψηλότερο μισθό ή οιονεί μισθό από τον λιγότερο αποτελεσματικό, όπως ακριβώς ο αποτελεσματικότερος εργάτης αποκομίζει περισσότερα από τον λιγότερο αποτελεσματικό. Η αποτελεσματικότερη μηχανή και το γονιμότερο έδαφος παράγουν υψηλότερο φυσικό προϊόν ανά μονάδα καταβαλλόμενου κόστους· αποδίδουν διαφορική πρόσοδο σε σύγκριση με τη λιγότερο αποτελεσματική μηχανή και το λιγότερο γόνιμο έδαφος. Οι υψηλότεροι μισθοί και η υψηλότερη πρόσοδος αποτελούν, ceteris paribus, επακόλουθο του υψηλότερου φυσικού προϊόντος.
Το ειδικό επιχειρηματικό κέρδος και η ζημία, όμως, δεν παράγονται από την ποσότητα του φυσικού προϊόντος. Εξαρτώνται από την προσαρμογή του προϊόντος στις επιτακτικότερες ανάγκες των καταναλωτών. Εκείνο που τα δημιουργεί είναι ο βαθμός στον οποίο ο επιχειρηματίας πέτυχε ή απέτυχε να προβλέψει τη μελλοντική —και αναγκαστικά αβέβαιη— κατάσταση της αγοράς.
The elimination of those entrepreneurs who fail to give to their enterprises the adequate degree of technological efficiency or whose technological ignorance vitiates their cost calculation is effected on the market in the same way in which those deficient in the performance of the specific entrepreneurial functions are eliminated. It may happen that an entrepreneur is so successful in his specific entrepreneurial function that he can compensate losses caused by his technological failure. It may also happen that an entrepreneur can counterbalance losses due to failure in his entrepreneurial function by the advantages derived from his technological superiority or from the differential rent yielded by the higher productivity of the factors of production he employs. But one must not confuse the various functions which are combined in the conduct of a business unit. The technologically more efficient entrepreneur earns higher wage rates or quasi-wage rates than the less efficient in the same way in which the more efficient worker earns more than the less efficient. The more efficient machine and the more fertile soil produce higher physical returns per unit of costs expended; they yield a differential rent when compared with the less efficient machine and the less fertile soil. The higher wage rates and the higher rent are, ceteris paribus, the corollary of higher physical output. But the specific entrepreneurial profits and losses are not produced by the quantity of physical output. They depend on the adjustment of output to the most urgent wants of the consumers. What produces them is the extent to which the entrepreneur has succeeded or failed in anticipating the future— necessarily uncertain—state of the market.
Ο επιχειρηματίας απειλείται επίσης από πολιτικούς κινδύνους. Οι κυβερνητικές πολιτικές, οι επαναστάσεις και οι πόλεμοι μπορούν να βλάψουν ή να εξαλείψουν την επιχείρησή του. Τέτοια γεγονότα δεν επηρεάζουν μόνο τον ίδιο· επηρεάζουν την οικονομία της αγοράς ως τέτοια και όλα τα άτομα, μολονότι όχι όλα στον ίδιο βαθμό. Για τον επιμέρους επιχειρηματία αποτελούν δεδομένα που δεν μπορεί να μεταβάλει. Αν είναι ικανός, θα τα προβλέψει εγκαίρως. Δεν είναι, όμως, πάντοτε δυνατό να προσαρμόσει τις δραστηριότητές του κατά τρόπο που να αποφεύγει τη ζημία.
Αν οι αναμενόμενοι κίνδυνοι αφορούν μόνο ένα μέρος της επικράτειας που είναι προσιτή στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, μπορεί να αποφύγει να δραστηριοποιηθεί στις απειλούμενες περιοχές και να προτιμήσει χώρες στις οποίες ο κίνδυνος είναι λιγότερο άμεσος. Αν, όμως, δεν μπορεί να μεταναστεύσει, πρέπει να παραμείνει εκεί όπου βρίσκεται. Αν όλοι οι επιχειρηματίες ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι επίκειται η ολοκληρωτική νίκη του μπολσεβικισμού, δεν θα εγκατέλειπαν παρ’ όλα αυτά τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Η προσδοκία επικείμενης απαλλοτρίωσης θα ωθούσε τους καπιταλιστές να αναλώσουν τα κεφάλαιά τους. Οι επιχειρηματίες θα αναγκάζονταν να προσαρμόσουν τα σχέδιά τους στην κατάσταση της αγοράς που θα δημιουργούσαν αυτή η ανάλωση κεφαλαίου και η απειλούμενη εθνικοποίηση των καταστημάτων και των παραγωγικών εγκαταστάσεών τους. Δεν θα έπαυαν, όμως, να δραστηριοποιούνται.
Αν ορισμένοι επιχειρηματίες αποχωρούσαν από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, άλλοι θα καταλάμβαναν τη θέση τους — νεοεισερχόμενοι ή παλαιοί επιχειρηματίες που θα διεύρυναν το μέγεθος των επιχειρήσεών τους. Σε μια οικονομία της αγοράς θα υπάρχουν πάντοτε επιχειρηματίες. Οι εχθρικές προς τον καπιταλισμό πολιτικές μπορούν να στερήσουν από τους καταναλωτές το μεγαλύτερο μέρος των ωφελειών που θα αποκόμιζαν από ανεμπόδιστες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Δεν μπορούν, όμως, να εξαλείψουν τους επιχειρηματίες ως τέτοιους, αν δεν καταστρέψουν ολοκληρωτικά την οικονομία της αγοράς.
The entrepreneur is also jeopardized by political dangers. Government policies, revolutions, and wars can damage or annihilate his enterprise. Such events do not affect him alone; they affect the market economy as such and all individuals, although not all of them to the same extent. For the individual entrepreneur they are data which he cannot alter. If he is efficient, he will anticipate them in time. But it is not always possible for him to adjust his operations in such a way as to avoid damage. If the dangers expected concern only a part of the territory which is accessible to his entrepreneurial activities, he can avoid operating in the menaced areas and can prefer countries in which the danger is less imminent. But if he cannot emigrate, he must stay where he is. If all entrepreneurs were fully convinced that the total victory of Bolshevism was impending, they would nevertheless not abandon their entrepreneurial activities. The expectation of imminent expropriation will impel the capitalists to consume their funds. The entrepreneurs will be forced to adjust their plans to the market situation created by such capital consumption and the threatened nationalization of their shops and plants. But they will not stop operating. If some entrepreneurs go out of business, others will take their place—newcomers or old entrepreneurs expanding the size of their enterprises. In the market economy there will always be entrepreneurs. Policies hostile to capitalism may deprive the consumers of the greater part of the benefits they would have reaped from unhampered entrepreneurial activities. But they cannot eliminate the entrepreneurs as such if they do not entirely destroy the market economy.
Η έσχατη πηγή από την οποία απορρέουν το επιχειρηματικό κέρδος και η επιχειρηματική ζημία είναι η αβεβαιότητα της μελλοντικής διάταξης της ζήτησης και της προσφοράς.
The ultimate source from which entrepreneurial profit and loss are derived is the uncertainty of the future constellation of demand and supply.
Αν όλοι οι επιχειρηματίες προέβλεπαν ορθά τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς, δεν θα υπήρχαν ούτε κέρδη ούτε ζημίες. Οι τιμές όλων των συντελεστών παραγωγής θα είχαν ήδη προσαρμοστεί πλήρως σήμερα στις αυριανές τιμές των προϊόντων. Κατά την αγορά των συντελεστών παραγωγής, ο επιχειρηματίας θα έπρεπε να δαπανήσει —αφού ληφθεί δεόντως υπόψη η διαφορά μεταξύ των τιμών των παρόντων και των μελλοντικών αγαθών— ποσό όχι μικρότερο από εκείνο που θα του κατέβαλλαν αργότερα οι αγοραστές για το προϊόν. Ένας επιχειρηματίας μπορεί να πραγματοποιήσει κέρδος μόνο αν προβλέψει τις μελλοντικές συνθήκες ορθότερα από τους άλλους επιχειρηματίες. Τότε αγοράζει τους συμπληρωματικούς συντελεστές παραγωγής σε τιμές των οποίων το άθροισμα —συμπεριλαμβανομένης της προσαρμογής για τη χρονική διαφορά— είναι μικρότερο από την τιμή στην οποία πωλεί το προϊόν.
If all entrepreneurs were to anticipate correctly the future state of the market, there would be neither profits nor losses. The prices of all the factors of production would already today be fully adjusted to tomorrow’s prices of the products. In buying the factors of production the entrepreneur would have to expend (with due allowance for the difference between the prices of present goods and future goods) no less an amount than the buyers will pay him later for the product. An entrepreneur can make a profit only if he anticipates future conditions more correctly than other entrepreneurs. Then he buys the complementary factors of production at prices the sum of which is smaller than the price at which he sells the product.
Αν θέλουμε να κατασκευάσουμε την εικόνα μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών στις οποίες δεν υπάρχουν ούτε κέρδη ούτε ζημίες, πρέπει να προσφύγουμε σε μια απραγματοποίητη παραδοχή: την τέλεια πρόγνωση όλων των μελλοντικών γεγονότων από όλα τα άτομα. Αν οι πρωτόγονοι εκείνοι κυνηγοί και αλιείς, στους οποίους συνηθίζεται να αποδίδεται η πρώτη συσσώρευση παραχθέντων συντελεστών παραγωγής, γνώριζαν εκ των προτέρων όλες τις μελλοντικές μεταπτώσεις των ανθρώπινων υποθέσεων· και αν τόσο οι ίδιοι όσο και όλοι οι απόγονοί τους, έως την ημέρα της Έσχατης Κρίσης, προικισμένοι με την ίδια παντογνωσία, αποτιμούσαν αναλόγως όλους τους συντελεστές παραγωγής, δεν θα είχαν εμφανιστεί ποτέ επιχειρηματικά κέρδη και ζημίες.
Τα επιχειρηματικά κέρδη και οι ζημίες δημιουργούνται από την απόκλιση μεταξύ των αναμενόμενων τιμών και των τιμών που πράγματι διαμορφώνονται αργότερα στις αγορές. Είναι δυνατό να δημευθούν τα κέρδη και να μεταβιβαστούν από τα άτομα στα οποία περιήλθαν σε άλλους ανθρώπους. Ούτε τα κέρδη ούτε οι ζημίες, όμως, μπορούν ποτέ να εξαφανιστούν από έναν μεταβαλλόμενο κόσμο που δεν κατοικείται αποκλειστικά από παντογνώστες ανθρώπους.
If we want to construct the image of changing economic conditions in which there are neither profits nor losses, we must resort to an unrealizable assumption: perfect foresight of all future events on the part of all individuals. If those primitive hunters and fishermen to whom it is customary to ascribe the first accumulation of produced factors of production had known in advance all the future vicissitudes of human affairs, and if they and all their descendants until the last day of judgment, equipped with the same omniscience, had appraised all factors of production accordingly, entrepreneurial profits and losses would never have emerged. Entrepreneurial profits and losses are created through the discrepancy between the expected prices and the prices later really fixed on the markets. It is possible to confiscate profits and to transfer them from the individuals to whom they have accrued to other people. But neither profits nor losses can ever disappear from a changing world not populated solely with omniscient people.
9. Επιχειρηματικά κέρδη και ζημίες σε μια προοδεύουσα οικονομία
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. Entrepreneurial Profits and Losses in a Progressing Economy
Στη νοητική κατασκευή μιας στάσιμης οικονομίας, το συνολικό άθροισμα των κερδών όλων των επιχειρηματιών ισούται με το συνολικό άθροισμα των ζημιών τους. Ό,τι κερδίζει ένας επιχειρηματίας αντισταθμίζεται, στο συνολικό οικονομικό σύστημα, από τη ζημία κάποιου άλλου. Η πρόσθετη δαπάνη στην οποία προβαίνουν όλοι οι καταναλωτές από κοινού για την απόκτηση ενός συγκεκριμένου αγαθού αντισταθμίζεται από τη μείωση της δαπάνης τους για την απόκτηση άλλων αγαθών.22
Τα πράγματα είναι διαφορετικά σε μια προοδεύουσα οικονομία.
In the imaginary construction of a stationary economy the total sum of all entrepreneurs’ profits equals the total sum of all entrepreneurs’ losses. What one entrepreneur profits is in the total economic system counterbalanced by another entrepreneur’s loss. The surplus which all the consumers together expend for the acquisition of a certain commodity is counterbalanced by the reduction in their expenditure for the acquisition of other commodities.[19]
Αποκαλούμε προοδεύουσα οικονομία μια οικονομία στην οποία αυξάνεται το κατά κεφαλήν επενδεδυμένο κεφάλαιο. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον όρο, δεν διατυπώνουμε αξιολογική κρίση. Δεν υιοθετούμε ούτε την «υλιστική» άποψη ότι μια τέτοια πρόοδος είναι καλή ούτε την «ιδεαλιστική» άποψη ότι είναι κακή ή, τουλάχιστον, άνευ σημασίας από κάποια «ανώτερη σκοπιά». Αποτελεί, ασφαλώς, πασίγνωστο γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων θεωρεί τις συνέπειες της προόδου υπό αυτή την έννοια ως την επιθυμητότερη κατάσταση πραγμάτων και επιθυμεί συνθήκες που μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο σε μια προοδεύουσα οικονομία.
It is different in a progressing economy. We call a progressing economy an economy in which the per capita quota of capital invested is increasing. In using this term we do not imply value judgments. We adopt neither the “materialistic” view that such a progression is good nor the “idealistic” view that it is bad or at least irrelevant from a “higher point of view.” Of course, it is a well-known fact that the immense majority of people consider the consequences of progress in this sense as the most desirable state of affairs and yearn for conditions which can be realized only in a progressing economy.
Στη στάσιμη οικονομία, οι επιχειρηματίες, κατά την άσκηση των ειδικών τους λειτουργιών, δεν μπορούν να επιτύχουν τίποτε άλλο από το να αποσύρουν συντελεστές παραγωγής —υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί εξακολουθούν να είναι μετατρέψιμοι—23 από έναν επιχειρηματικό κλάδο για να τους χρησιμοποιήσουν σε κάποιον άλλο ή να διοχετεύσουν την αποκατάσταση του ισοδυνάμου των κεφαλαιουχικών αγαθών που αναλώθηκαν κατά τις παραγωγικές διαδικασίες προς την επέκταση ορισμένων βιομηχανικών κλάδων εις βάρος άλλων.
Στην προοδεύουσα οικονομία, το πεδίο της επιχειρηματικής δραστηριότητας περιλαμβάνει επιπλέον τον καθορισμό της χρήσης των πρόσθετων κεφαλαιουχικών αγαθών που συσσωρεύτηκαν μέσω νέας αποταμίευσης. Η εισαγωγή αυτών των πρόσθετων κεφαλαιουχικών αγαθών είναι αναπόφευκτο να αυξήσει το συνολικό παραγόμενο εισόδημα, δηλαδή το απόθεμα καταναλωτικών αγαθών που μπορεί να καταναλωθεί χωρίς να μειωθεί το διαθέσιμο κεφάλαιο και, ως εκ τούτου, χωρίς να περιοριστεί το προϊόν της μελλοντικής παραγωγής. Η αύξηση του εισοδήματος πραγματοποιείται είτε μέσω επέκτασης της παραγωγής χωρίς μεταβολή των τεχνολογικών μεθόδων είτε μέσω βελτίωσης τεχνολογικών μεθόδων που δεν θα ήταν εφικτή υπό τις προηγούμενες συνθήκες της λιγότερο άφθονης προσφοράς κεφαλαιουχικών αγαθών.
In the stationary economy the entrepreneurs, in the pursuit of their specific functions, cannot achieve anything other than to withdraw factors of production, provided that they are still convertible,[20] from one line of business in order to employ them in another line, or to direct the restoration of the equivalent of capital goods used up in the course of production processes toward the expansion of certain branches of industry at the expense of other branches. In the progressing economy the range of entrepreneurial activities includes, moreover, the determination of the employment of the additional capital goods accumulated by new savings. The injection of these additional capital goods is bound to increase the total sum of the income produced, i.e., of that supply of consumers’ goods which can be consumed without diminishing the capital equipment used in its production and thereby without impairing the output of future production. The increase of income is effected either by an expansion of production without altering the technological methods of production or by an improvement in technological methods which would not have been feasible under the previous conditions of a less ample supply of capital goods.
Από αυτόν τον πρόσθετο πλούτο απορρέει το πλεόνασμα του συνολικού αθροίσματος των επιχειρηματικών κερδών έναντι του συνολικού αθροίσματος των επιχειρηματικών ζημιών. Μπορεί, όμως, εύκολα να καταδειχθεί ότι αυτό το πλεόνασμα δεν μπορεί ποτέ να εξαντλήσει τη συνολική αύξηση του πλούτου που προκαλεί η οικονομική πρόοδος. Οι νόμοι της αγοράς κατανέμουν αυτόν τον πρόσθετο πλούτο μεταξύ των επιχειρηματιών, των προμηθευτών εργασίας και των προμηθευτών ορισμένων υλικών συντελεστών παραγωγής κατά τέτοιον τρόπο, ώστε τη μερίδα του λέοντος να λαμβάνουν οι μη επιχειρηματικές ομάδες.
It is out of this additional wealth that the surplus of the total sum of entrepreneurial profits over the total sum of entrepreneurial losses flows. But it can be easily demonstrated that this surplus can never exhaust the total increase in wealth brought about by economic progress. The laws of the market divide this additional wealth between the entrepreneurs and the suppliers of labor and those of certain material factors of production in such a way that the lion’s share goes to the nonentrepreneurial groups.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να αντιληφθούμε ότι τα επιχειρηματικά κέρδη δεν αποτελούν μόνιμο αλλά μόνο προσωρινό φαινόμενο. Επικρατεί μια εγγενής τάση εξαφάνισης των κερδών και των ζημιών. Η αγορά κινείται πάντοτε προς την εμφάνιση των τελικών τιμών και της τελικής κατάστασης ηρεμίας. Αν νέες μεταβολές των δεδομένων δεν διέκοπταν αυτή την κίνηση και δεν δημιουργούσαν την ανάγκη νέας προσαρμογής της παραγωγής στις μεταβληθείσες συνθήκες, οι τιμές όλων των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής —αφού λαμβανόταν δεόντως υπόψη η χρονική προτίμηση— θα εξισώνονταν τελικά με την τιμή του προϊόντος και δεν θα απέμενε τίποτε για κέρδη ή ζημίες. Μακροχρόνια, κάθε αύξηση της παραγωγικότητας ωφελεί αποκλειστικά τους εργαζομένους και ορισμένες ομάδες ιδιοκτητών γης και κεφαλαιουχικών αγαθών.
First of all we must realize that entrepreneurial profits are not a lasting phenomenon but only temporary. There prevails an inherent tendency for profits and losses to disappear. The market is always moving toward the emergence of the final prices and the final state of rest. If new changes in the data were not to interrupt this movement and not to create the need for a new adjustment of production to the altered conditions, the prices of all complementary factors of production would—due allowance being made for time preference—finally equal the price of the product, and nothing would be left for profits or losses. In the long run every increase in productivity benefits exclusively the workers and some groups of the owners of land and of capital goods.
Μεταξύ των ιδιοκτητών κεφαλαιουχικών αγαθών ωφελούνται:
- Εκείνοι των οποίων η αποταμίευση αύξησε την ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών. Κατέχουν αυτόν τον πρόσθετο πλούτο, ο οποίος αποτελεί προϊόν της εγκράτειάς τους στην κατανάλωση.
- Οι ιδιοκτήτες εκείνων των ήδη υφιστάμενων κεφαλαιουχικών αγαθών που, χάρη στη βελτίωση των τεχνολογικών μεθόδων παραγωγής, αξιοποιούνται πλέον καλύτερα από προηγουμένως. Αυτά τα οφέλη είναι, ασφαλώς, μόνο προσωρινά. Είναι αναπόφευκτο να εξαφανιστούν, καθώς προκαλούν τάση προς εντατικότερη παραγωγή των σχετικών κεφαλαιουχικών αγαθών.
In the groups of the owners of capital goods there are benefited: 1. Those whose saving has increased the quantity of capital goods available. They own this additional wealth, the outcome of their restraint in consuming.
2. The owners of those capital goods already previously existing which, thanks to the improvement in technological methods of production, are now better utilized than before. Such gains are, of course, temporary only. They are bound to disappear as they cause a tendency toward an intensified production of the capital goods concerned.
Από την άλλη πλευρά, η αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας κεφαλαιουχικών αγαθών μειώνει την οριακή παραγωγικότητά τους· επιφέρει έτσι πτώση των τιμών τους και, ως εκ τούτου, βλάπτει τα συμφέροντα όλων εκείνων των καπιταλιστών που δεν συμμετείχαν καθόλου ή δεν συμμετείχαν επαρκώς στη διαδικασία αποταμίευσης και συσσώρευσης της πρόσθετης προσφοράς κεφαλαιουχικών αγαθών.
On the other hand, the increase in the quantity of capital goods available lowers the marginal productivity of capital; it thus brings about a fall in the prices of the capital goods and thereby hurts the interests of all those capitalists who did not share at all or not sufficiently in the process of saving and the accumulation of the additional supply of capital goods.
Μεταξύ των γαιοκτημόνων ωφελούνται όλοι εκείνοι για τους οποίους η νέα κατάσταση πραγμάτων συνεπάγεται υψηλότερη παραγωγικότητα των αγροκτημάτων, των δασών, των αλιευτικών πεδίων, των ορυχείων τους και ούτω καθεξής. Από την άλλη πλευρά, ζημιώνονται όλοι εκείνοι των οποίων η ιδιοκτησία ενδέχεται να καταστεί υποοριακή εξαιτίας της υψηλότερης απόδοσης που παρέχει η γη των ευνοημένων ιδιοκτητών.
In the group of the landowners all those are benefited for whom the new state of affairs results in a higher productivity of their farms, forests, fisheries, mines, and so on. On the other hand, all those are hurt whose property may become submarginal on account of the higher return yielded by the land owned by those benefited.
Στην ομάδα της εργασίας, όλοι αποκομίζουν διαρκές όφελος από την αύξηση της οριακής παραγωγικότητας της εργασίας. Βραχυχρόνια, όμως, ορισμένοι ενδέχεται να υποστούν μειονεκτήματα. Πρόκειται για ανθρώπους που είχαν ειδικευτεί στην εκτέλεση εργασιών οι οποίες καθίστανται παρωχημένες ως αποτέλεσμα της τεχνολογικής βελτίωσης και είναι κατάλληλοι μόνο για θέσεις στις οποίες —παρά τη γενική αύξηση των μισθών— αποκομίζουν λιγότερα από προηγουμένως.
In the group of labor all derive a lasting gain from the increase in the marginal productivity of labor. But, on the other hand, in the short run some may suffer disadvantages. These are people who were specialized in the performance of work which becomes obsolete as a result of technological improvement and are fitted only for jobs in which—in spite of the general rise in wage rates—they earn less than before.
Όλες αυτές οι μεταβολές στις τιμές των συντελεστών παραγωγής αρχίζουν αμέσως με την έναρξη των επιχειρηματικών πράξεων που αποσκοπούν στην προσαρμογή των παραγωγικών διαδικασιών στη νέα κατάσταση πραγμάτων. Κατά την εξέταση αυτού του προβλήματος, όπως και των άλλων προβλημάτων που αφορούν τις μεταβολές των δεδομένων της αγοράς, πρέπει να προφυλασσόμαστε από τη διαδεδομένη πλάνη της χάραξης αυστηρής διαχωριστικής γραμμής μεταξύ βραχυχρόνιων και μακροχρόνιων συνεπειών.
Όσα συμβαίνουν βραχυχρόνια αποτελούν ακριβώς τα πρώτα στάδια της αλυσίδας των διαδοχικών μετασχηματισμών που τείνουν να επιφέρουν τις μακροχρόνιες συνέπειες. Στην προκειμένη περίπτωση, η μακροχρόνια συνέπεια είναι η εξαφάνιση των επιχειρηματικών κερδών και ζημιών. Οι βραχυχρόνιες συνέπειες αποτελούν τα προκαταρκτικά στάδια αυτής της διαδικασίας εξάλειψης, η οποία τελικά, αν δεν διακοπτόταν από νέα μεταβολή των δεδομένων, θα κατέληγε στην εμφάνιση της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας.
All these changes in the prices of the factors of production begin immediately with the initiation of the entrepreneurial actions designed to adjust the processes of production to the new state of affairs. In dealing with this problem as with the other problems of changes in the market data, we must guard ourselves against the popular fallacy of drawing a sharp line between short-run and long-run effects. What happens in the short run is precisely the first stages of the chain of successive transformations which tend to bring about the long-run effects. The long-run effect is in our case the disappearance of entrepreneurial profits and losses. The short-run effects are the preliminary stages of this process of elimination which finally, if not interrupted by a further change in the data, would result in the emergence of the evenly rotating economy.
Είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητό ότι η ίδια η εμφάνιση πλεονάσματος του συνολικού ποσού των επιχειρηματικών κερδών έναντι του συνολικού ποσού των επιχειρηματικών ζημιών εξαρτάται από το γεγονός ότι η διαδικασία εξάλειψης του επιχειρηματικού κέρδους και της ζημίας αρχίζει την ίδια στιγμή κατά την οποία οι επιχειρηματίες αρχίζουν να προσαρμόζουν το σύμπλεγμα των παραγωγικών δραστηριοτήτων στα μεταβληθέντα δεδομένα. Δεν υπάρχει ποτέ, σε ολόκληρη την αλληλουχία των γεγονότων, χρονική στιγμή κατά την οποία τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από την αύξηση του διαθέσιμου κεφαλαίου και από τις τεχνικές βελτιώσεις ωφελούν αποκλειστικά τους επιχειρηματίες. Αν ο πλούτος και το εισόδημα των άλλων στρωμάτων παρέμεναν ανεπηρέαστα, τα άτομα αυτά θα μπορούσαν να αγοράσουν τα πρόσθετα προϊόντα μόνο περιορίζοντας αναλόγως τις αγορές άλλων προϊόντων. Τότε τα κέρδη μιας ομάδας επιχειρηματιών θα ισούνταν επακριβώς με τις ζημίες που θα υφίσταντο άλλες ομάδες.
It is necessary to comprehend that the very appearance of an excess in the total amount of entrepreneurial profits over the total amount of entrepreneurial losses depends upon the fact that this process of the elimination of entrepreneurial profit and loss begins at the same time as the entrepreneurs begin to adjust the complex of production activities to the changed data. There is never in the whole sequence of events an instant in which the advantages derived from the increase in the amount of capital available and from technical improvements benefit the entrepreneurs only. If the wealth and the income of the other strata were to remain unaffected, these people could buy the additional products only by restricting their purchases of other products accordingly. Then the profits of one group of entrepreneurs would exactly equal the losses incurred by other groups.
Εκείνο που συμβαίνει είναι το εξής: οι επιχειρηματίες που αναλαμβάνουν την αξιοποίηση των νεοσυσσωρευμένων κεφαλαιουχικών αγαθών και των βελτιωμένων τεχνολογικών μεθόδων παραγωγής χρειάζονται συμπληρωματικούς συντελεστές παραγωγής. Η ζήτησή τους για αυτούς τους συντελεστές αποτελεί νέα, πρόσθετη ζήτηση, η οποία πρέπει να αυξήσει τις τιμές τους. Μόνο στον βαθμό στον οποίο επέρχεται αυτή η αύξηση των τιμών και των μισθών είναι οι καταναλωτές σε θέση να αγοράσουν τα νέα προϊόντα χωρίς να περιορίσουν τις αγορές άλλων αγαθών. Μόνο σε αυτόν τον βαθμό μπορεί να εμφανιστεί πλεόνασμα του συνολικού αθροίσματος των επιχειρηματικών κερδών έναντι του συνολικού αθροίσματος των επιχειρηματικών ζημιών.
What happens is this: The entrepreneurs embarking upon the utilization of the newly accumulated capital goods and the improved technological methods of production are in need of complementary factors of production. Their demand for these factors is a new additional demand which must raise their prices. Only as far as this rise in prices and wage rates occurs, are the consumers in a position to buy the new products without curtailing the purchase of other goods. Only so far can a surplus of the total sum of all entrepreneurial profits over all entrepreneurial losses come into existence.
Το όχημα της οικονομικής προόδου είναι η συσσώρευση πρόσθετων κεφαλαιουχικών αγαθών μέσω της αποταμίευσης και η βελτίωση των τεχνολογικών μεθόδων παραγωγής, η εφαρμογή των οποίων εξαρτάται σχεδόν πάντοτε από τη διαθεσιμότητα αυτού του νέου κεφαλαίου. Φορείς της προόδου είναι οι πρωτοπόροι επιχειρηματίες, οι οποίοι επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν κέρδη προσαρμόζοντας τη διαχείριση των υποθέσεων στην καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των καταναλωτών. Κατά την εκτέλεση των σχεδίων τους για την πραγματοποίηση της προόδου, αναγκάζονται να μοιραστούν τα οφέλη της με τους εργαζομένους, καθώς και με ένα μέρος των καπιταλιστών και των γαιοκτημόνων, και να αυξάνουν βαθμιαία το μερίδιο που περιέρχεται σε αυτούς, έως ότου το δικό τους μερίδιο εξαφανιστεί ολοκληρωτικά.
The vehicle of economic progress is the accumulation of additional capital goods by means of saving and improvement in technological methods of production the execution of which is almost always conditioned by the availability of such new capital. The agents of progress are the promoting entrepreneurs intent upon profiting by means of adjusting the conduct of affairs to the best possible satisfaction of the consumers. In the performance of their projects for the realization of progress they are bound to share the benefits derived from progress with the workers and also with a part of the capitalists and landowners and to increase the portion allotted to these people step by step until their own share melts away entirely.
Από αυτά καθίσταται πρόδηλο ότι είναι παράλογο να γίνεται λόγος για «ποσοστό κέρδους» ή «μέσο ποσοστό κέρδους». Το κέρδος δεν σχετίζεται ούτε εξαρτάται από το ύψος του κεφαλαίου που χρησιμοποιεί ο επιχειρηματίας. Το κεφάλαιο δεν «γεννά» κέρδος. Το κέρδος και η ζημία καθορίζονται εξ ολοκλήρου από την επιτυχία ή την αποτυχία του επιχειρηματία να προσαρμόσει την παραγωγή στη ζήτηση των καταναλωτών. Δεν υπάρχει τίποτε «φυσιολογικό» στα κέρδη και δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει «ισορροπία» ως προς αυτά. Αντιθέτως, το κέρδος και η ζημία αποτελούν πάντοτε φαινόμενα απόκλισης από την «κανονικότητα», μεταβολών που δεν είχαν προβλεφθεί από την πλειονότητα και «ανισορροπίας». Δεν έχουν θέση σε έναν φανταστικό κόσμο κανονικότητας και ισορροπίας.
Σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία επικρατεί πάντοτε εγγενής τάση εξαφάνισης των κερδών και των ζημιών. Μόνο η εμφάνιση νέων μεταβολών τα αναγεννά. Υπό στάσιμες συνθήκες, το «μέσο ποσοστό» κερδών και ζημιών είναι μηδενικό. Το πλεόνασμα του συνολικού ποσού των κερδών έναντι των ζημιών αποδεικνύει ότι υπάρχει οικονομική πρόοδος και βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων των στρωμάτων του πληθυσμού. Όσο μεγαλύτερο είναι αυτό το πλεόνασμα, τόσο μεγαλύτερη είναι η αύξηση της γενικής ευημερίας.
From this it becomes evident that it is absurd to speak of a “rate of profit” or a “normal rate of profit” or an “average rate of profit.” Profit is not related to or dependent on the amount of capital employed by the entrepreneur. Capital does not “beget” profit. Profit and loss are entirely determined by the success or failure of the entrepreneur to adjust production to the demand of the consumers. There is nothing “normal” in profits and there can never be an “equilibrium” with regard to them. Profit and loss are, on the contrary, always a phenomenon of a deviation from “normalcy,” of changes unforeseen by the majority, and of a “disequilibrium.” They have no place in an imaginary world of normalcy and equilibrium. In a changing economy there prevails always an inherent tendency for profits and losses to disappear. It is only the emergence of new changes which revives them again. Under stationary conditions the “average rate” of profits and losses is zero. An excess of the total amount of profits over that of losses is a proof of the fact that there is economic progress and an improvement in the standard of living of all strata of the population. The greater this excess is, the greater is the increment in general prosperity.
Πολλοί άνθρωποι είναι εντελώς ανίκανοι να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο του επιχειρηματικού κέρδους χωρίς να υποκύψουν σε φθονερή μνησικακία. Στα μάτια τους, πηγή του κέρδους είναι η εκμετάλλευση των μισθωτών και των καταναλωτών, δηλαδή η άδικη μείωση των μισθών και η εξίσου άδικη αύξηση των τιμών των προϊόντων. Κατά την άποψή τους, κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχουν καθόλου κέρδη.
Many people are utterly unfit to deal with the phenomenon of entrepreneurial profit without indulging in envious resentment. In their eyes the source of profit is exploitation of the wage earners and the consumers, i.e., an unfair reduction in wage rates and a no less unfair increase in the prices of the products. By rights there should not be any profits at all.
Η οικονομική επιστήμη παραμένει αδιάφορη απέναντι σε τέτοιες αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις. Δεν ενδιαφέρεται για το αν τα κέρδη πρέπει να επιδοκιμάζονται ή να καταδικάζονται από τη σκοπιά ενός υποτιθέμενου φυσικού δικαίου και ενός υποτιθέμενου αιώνιου και αμετάβλητου ηθικού κώδικα, για τα οποία η προσωπική διαίσθηση ή η θεϊκή αποκάλυψη υποτίθεται ότι παρέχουν ακριβείς πληροφορίες. Η οικονομική επιστήμη απλώς διαπιστώνει ότι τα επιχειρηματικά κέρδη και οι ζημίες αποτελούν ουσιώδη φαινόμενα της οικονομίας της αγοράς. Δεν μπορεί να υπάρξει οικονομία της αγοράς χωρίς αυτά.
Ασφαλώς, είναι δυνατό η αστυνομική εξουσία να δημεύσει όλα τα κέρδη. Μια τέτοια πολιτική, όμως, θα μετέτρεπε αναγκαστικά την οικονομία της αγοράς σε άλογο χάος. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο άνθρωπος διαθέτει τη δύναμη να καταστρέψει πολλά πράγματα και ότι, κατά την πορεία της ιστορίας, έκανε εκτεταμένη χρήση αυτής της ικανότητας. Θα μπορούσε να καταστρέψει και την οικονομία της αγοράς.
Economics is indifferent with regard to such arbitrary value judgments. It is not interested in the problem of whether profits are to be approved or condemned from the point of view of an alleged natural law and of an alleged eternal and immutable code of morality about which personal intuition or divine revelation are supposed to convey precise information. Economics merely establishes the fact that entrepreneurial profits and losses are essential phenomena of the market economy. There cannot be a market economy without them. It is certainly possible for the police to confiscate all profits. But such a policy would by necessity convert the market economy into a senseless chaos. Man has, there is no doubt, the power to destroy many things, and he has made in the course of history ample use of this faculty. He could destroy the market economy too.
Αν αυτοί οι αυτοαποκαλούμενοι ηθικολόγοι δεν ήταν τυφλωμένοι από τον φθόνο τους, δεν θα εξέταζαν το κέρδος χωρίς να εξετάζουν συγχρόνως το σύστοιχό του, τη ζημία. Δεν θα αποσιωπούσαν το γεγονός ότι οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις της οικονομικής βελτίωσης αποτελούν επίτευγμα εκείνων των οποίων η αποταμίευση συσσωρεύει τα πρόσθετα κεφαλαιουχικά αγαθά και των εφευρετών, ενώ η αξιοποίηση αυτών των προϋποθέσεων για την πραγματοποίηση της οικονομικής βελτίωσης επιτελείται από τους επιχειρηματίες. Ο υπόλοιπος πληθυσμός δεν συμβάλλει στην πρόοδο, ωφελείται όμως από το κέρας της Αμαλθείας που εκχέουν επάνω του οι δραστηριότητες άλλων ανθρώπων.
If those self-styled moralists were not blinded by their envy, they would not deal with profit without dealing simultaneously with its corollary, loss. They would not pass over in silence the fact that the preliminary conditions of economic improvement are an achievement of those whose saving accumulates the additional capital goods and of the inventors, and that the utilization of these conditions for the realization of economic improvement is effected by the entrepreneurs. The rest of the people do not contribute to progress, but they are benefited by the horn of plenty which other people’s activities pour upon them.
Όσα ειπώθηκαν για την προοδεύουσα οικονομία πρέπει να εφαρμοστούν, mutatis mutandis, στις συνθήκες μιας οπισθοδρομούσας οικονομίας, δηλαδή μιας οικονομίας στην οποία μειώνεται το κατά κεφαλήν επενδεδυμένο κεφάλαιο. Σε μια τέτοια οικονομία, το συνολικό άθροισμα των επιχειρηματικών ζημιών υπερβαίνει εκείνο των κερδών.
Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να απελευθερωθούν από την πλάνη της σκέψης με έννοιες συλλογικών οντοτήτων και ολόκληρων ομάδων ενδέχεται να θέσουν το ερώτημα πώς θα μπορούσε να υπάρχει οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα σε μια τέτοια οπισθοδρομούσα οικονομία. Γιατί θα αναλάμβανε κάποιος ένα επιχειρηματικό εγχείρημα, αν γνώριζε εκ των προτέρων ότι, από μαθηματική άποψη, οι πιθανότητές του να πραγματοποιήσει κέρδη είναι μικρότερες από τις πιθανότητες να υποστεί ζημίες;
Αυτός ο τρόπος διατύπωσης του προβλήματος είναι εσφαλμένος. Όπως όλοι οι άλλοι, οι επιχειρηματίες δεν δρουν ως μέλη μιας τάξης, αλλά ως άτομα. Κανένας επιχειρηματίας δεν ενδιαφέρεται ούτε στο ελάχιστο για την τύχη του συνόλου των επιχειρηματιών. Για τον επιμέρους επιχειρηματία δεν έχει σημασία τι συμβαίνει στους άλλους ανθρώπους τους οποίους οι θεωρίες, βάσει ενός ορισμένου χαρακτηριστικού, κατατάσσουν στην ίδια κατηγορία με εκείνον. Στη ζωντανή και αδιάκοπα μεταβαλλόμενη κοινωνία της αγοράς υπάρχουν πάντοτε κέρδη που μπορούν να πραγματοποιηθούν από ικανούς επιχειρηματίες. Το γεγονός ότι σε μια οπισθοδρομούσα οικονομία το συνολικό ποσό των ζημιών υπερβαίνει το συνολικό ποσό των κερδών δεν αποτρέπει έναν άνθρωπο που έχει εμπιστοσύνη στη δική του ανώτερη ικανότητα.
Ο υποψήφιος επιχειρηματίας δεν συμβουλεύεται τον λογισμό των πιθανοτήτων, ο οποίος δεν παρέχει καμία βοήθεια στο πεδίο της κατανόησης. Εμπιστεύεται τη δική του ικανότητα να κατανοήσει τις μελλοντικές συνθήκες της αγοράς καλύτερα από τους λιγότερο προικισμένους συνανθρώπους του.
What has been said about the progressing economy is mutatis mutandis to be applied to the conditions of a retrogressing economy, i.e., an economy in which the per capita quota of capital invested is decreasing. In such an economy there is an excess in the total sum of entrepreneurial losses over that of profits. People who cannot free themselves from the fallacy of thinking in concepts of collectives and whole groups might raise the question of how in such a retrogressing economy there could be any entrepreneurial activity at all. Why should anybody embark upon an enterprise if he knows in advance that mathematically his chance of earning profits are smaller than those of suffering losses? However, this mode of posing the problem is fallacious. Like other people, entrepreneurs do not act as members of a class, but as individuals. No entrepreneur bothers a whit about the fate of the totality of the entrepreneurs. It is irrelevant to the individual entrepreneur what happens to other people whom theories, according to a certain characteristic, assign to the same class they assign him. In the living, perpetually changing market society there are always profits to be earned by efficient entrepreneurs. The fact that in a retrogressing economy the total amount of losses exceeds the total amount of profits does not deter a man who has confidence in his own superior efficiency. A prospective entrepreneur does not consult the calculus of probability which is of no avail in the field of understanding. He trusts his own ability to understand future market conditions better than his less gifted fellow men.
Η επιχειρηματική λειτουργία, δηλαδή η επιδίωξη κερδών από τους επιχειρηματίες, αποτελεί την κινητήρια δύναμη της οικονομίας της αγοράς. Το κέρδος και η ζημία είναι οι μηχανισμοί μέσω των οποίων οι καταναλωτές ασκούν την κυριαρχία τους στην αγορά. Η συμπεριφορά των καταναλωτών προκαλεί την εμφάνιση κερδών και ζημιών και, μέσω αυτών, μεταβιβάζει την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τα χέρια των λιγότερο αποτελεσματικών στα χέρια των αποτελεσματικότερων. Όσο καλύτερα επιτυγχάνει ένας άνθρωπος να υπηρετεί τους καταναλωτές, τόσο μεγαλύτερη επιρροή αποκτά στη διεύθυνση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Αν δεν υπήρχαν κέρδη και ζημίες, οι επιχειρηματίες δεν θα γνώριζαν ποιες είναι οι επιτακτικότερες ανάγκες των καταναλωτών. Ακόμη και αν ορισμένοι επιχειρηματίες τις μάντευαν, θα στερούνταν τα μέσα για να προσαρμόσουν αναλόγως την παραγωγή.
The entrepreneurial function, the striving of entrepreneurs after profits, is the driving power in the market economy. Profit and loss are the devices by means of which the consumers exercise their supremacy on the market. The behavior of the consumers makes profits and losses appear and thereby shifts ownership of the means of production from the hands of the less efficient into those of the more efficient. It makes a man the more influential in the direction of business activities the better he succeeds in serving the consumers. In the absence of profit and loss the entrepreneurs would not know what the most urgent needs of the consumers are. If some entrepreneurs were to guess it, they would lack the means to adjust production accordingly.
Η επιχειρηματική δραστηριότητα που αποβλέπει στο κέρδος υπόκειται στην κυριαρχία των καταναλωτών, ενώ οι μη κερδοσκοπικοί οργανισμοί είναι κυρίαρχοι του εαυτού τους και δεν λογοδοτούν στο κοινό. Η παραγωγή για το κέρδος είναι αναγκαστικά παραγωγή για χρήση, επειδή κέρδη μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο μέσω της παροχής στους καταναλωτές εκείνων των πραγμάτων που επιθυμούν επιτακτικότερα να χρησιμοποιήσουν.
Profit-seeking business is subject to the sovereignty of the consumers, while non-profit institutions are sovereign unto themselves and not responsible to the public. Production for profit is necessarily production for use, as profits can only be earned by providing the consumers with those things they most urgently want to use.
Η κριτική των ηθικολόγων και των ιεροκηρύκων κατά των κερδών αστοχεί. Δεν ευθύνονται οι επιχειρηματίες για το ότι οι καταναλωτές —ο λαός, ο κοινός άνθρωπος— προτιμούν τα οινοπνευματώδη ποτά από τις Βίβλους και τις αστυνομικές ιστορίες από τα σοβαρά βιβλία ούτε για το ότι οι κυβερνήσεις προτιμούν τα όπλα από το βούτυρο. Ο επιχειρηματίας δεν πραγματοποιεί μεγαλύτερα κέρδη πωλώντας «κακά» πράγματα από όσα πραγματοποιεί πωλώντας «καλά». Τα κέρδη του είναι τόσο μεγαλύτερα όσο καλύτερα επιτυγχάνει να παρέχει στους καταναλωτές τα πράγματα που αυτοί ζητούν με τη μεγαλύτερη ένταση.
Οι άνθρωποι δεν καταναλώνουν οινοπνευματώδη ποτά για να καταστήσουν ευτυχές το «αλκοολικό κεφάλαιο» ούτε πηγαίνουν στον πόλεμο για να αυξήσουν τα κέρδη των «εμπόρων του θανάτου». Η ύπαρξη των πολεμικών βιομηχανιών αποτελεί συνέπεια του πολεμοχαρούς πνεύματος και όχι αιτία του.
The moralists’ and sermonizers’ critique of profits misses the point. It is not the fault of the entrepreneurs that the consumers—the people, the common man—prefer liquor to Bibles and detective stories to serious books, and that governments prefer guns to butter. The entrepreneur does not make greater profits in selling “bad” things than in selling “good” things. His profits are the greater the better he succeeds in providing the consumers with those things they ask for most intensely. People do not drink intoxicating beverages in order to make the “alcohol capital” happy, and they do not go to war in order to increase the profits of the “merchants of death.” The existence of the armaments industries is a consequence of the warlike spirit, not its cause.
Δεν αποτελεί έργο των επιχειρηματιών να κάνουν τους ανθρώπους να αντικαταστήσουν τις εσφαλμένες ιδεολογίες με ορθές. Στους φιλοσόφους εναπόκειται να μεταβάλουν τις ιδέες και τα ιδεώδη των ανθρώπων. Ο επιχειρηματίας υπηρετεί τους καταναλωτές όπως είναι σήμερα, όσο φαύλοι και αδαείς και αν είναι.
It is not the business of the entrepreneurs to make people substitute sound ideologies for unsound. It rests with the philosophers to change people’s ideas and ideals. The entrepreneur serves the consumers as they are today, however wicked and ignorant.
Μπορούμε να θαυμάζουμε όσους απέχουν από την πραγματοποίηση κερδών που θα μπορούσαν να αποκομίσουν παράγοντας φονικά όπλα ή ισχυρά οινοπνευματώδη ποτά. Η αξιέπαινη συμπεριφορά τους, όμως, αποτελεί απλή χειρονομία χωρίς πρακτικές συνέπειες. Ακόμη και αν όλοι οι επιχειρηματίες και οι καπιταλιστές ακολουθούσαν το παράδειγμά τους, οι πόλεμοι και ο αλκοολισμός δεν θα εξαφανίζονταν. Όπως συνέβαινε κατά τις προκαπιταλιστικές εποχές, οι κυβερνήσεις θα παρήγαν τα όπλα στα δικά τους οπλοστάσια και οι πότες θα απόσταζαν μόνοι τους τα οινοπνευματώδη ποτά.
We may admire those who abstain from making gains they could reap in producing deadly weapons or hard liquor. However, their laudable conduct is a mere gesture without any practical effects. Even if all entrepreneurs and capitalists were to follow their example, wars and dipsomania would not disappear. As was the case in the precapitalistic ages, governments would produce the weapons in their own arsenals and drinkers would distill their own liquor.
Το κέρδος πραγματοποιείται μέσω της προσαρμογής της χρήσης των ανθρώπινων και υλικών συντελεστών παραγωγής στις μεταβολές των συνθηκών. Εκείνοι που ωφελούνται από αυτή την προσαρμογή είναι αυτοί οι οποίοι, συναγωνιζόμενοι για την απόκτηση των σχετικών προϊόντων και προσφέροντας και καταβάλλοντας για αυτά τιμές που υπερβαίνουν το κόστος του πωλητή, δημιουργούν τα κέρδη. Το επιχειρηματικό κέρδος δεν αποτελεί «ανταμοιβή» που παρέχει ο πελάτης στον προμηθευτή ο οποίος τον υπηρέτησε καλύτερα από τους νωθρούς οπαδούς της ρουτίνας. Αποτελεί αποτέλεσμα της επιθυμίας των αγοραστών να υπερκεράσουν με τις προσφορές τους άλλους, οι οποίοι επιθυμούν εξίσου έντονα να αποκτήσουν μέρος του περιορισμένου αποθέματος.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Τα μερίσματα των κεφαλαιουχικών εταιρειών αποκαλούνται συνήθως κέρδη. Στην πραγματικότητα, αποτελούνται από τον τόκο επί του επενδεδυμένου κεφαλαίου και από εκείνο το μέρος των κερδών που δεν επανεπενδύεται στην επιχείρηση. Αν η επιχείρηση δεν λειτουργεί επιτυχώς, είτε δεν καταβάλλονται καθόλου μερίσματα είτε τα καταβαλλόμενα μερίσματα περιλαμβάνουν μόνο τόκο επί ολόκληρου ή μέρους του κεφαλαίου.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Οι σοσιαλιστές και οι παρεμβατιστές αποκαλούν το κέρδος και τον τόκο εισόδημα χωρίς εργασία, αποτέλεσμα της στέρησης από τους εργαζομένους σημαντικού μέρους των καρπών της προσπάθειάς τους. Κατά την άποψή τους, τα προϊόντα δημιουργούνται αποκλειστικά από τον μόχθο ως τέτοιο και, ως εκ τούτου, θα έπρεπε δικαιωματικά να περιέρχονται μόνο στους εργαζομένους.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Η γυμνή εργασία, όμως, παράγει ελάχιστα, αν δεν υποβοηθείται από τη χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων προηγούμενης αποταμίευσης και συσσώρευσης κεφαλαίου. Τα προϊόντα αποτελούν καρπό της συνεργασίας της εργασίας με εργαλεία και άλλα κεφαλαιουχικά αγαθά, η οποία κατευθύνεται από προνοητικό επιχειρηματικό σχεδιασμό. Οι αποταμιευτές, των οποίων η αποταμίευση συσσώρευσε και διατηρεί το κεφάλαιο, και οι επιχειρηματίες, οι οποίοι διοχετεύουν το κεφάλαιο σε εκείνες τις χρήσεις στις οποίες υπηρετεί καλύτερα τους καταναλωτές, είναι εξίσου απαραίτητοι για την παραγωγική διαδικασία με τους εργαζομένους.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Είναι παράλογο να καταλογίζεται ολόκληρο το προϊόν στους προμηθευτές εργασίας και να αποσιωπάται η συνεισφορά των προμηθευτών κεφαλαίου και επιχειρηματικών ιδεών. Εκείνο που δημιουργεί χρήσιμα αγαθά δεν είναι η σωματική προσπάθεια καθαυτή, αλλά η σωματική προσπάθεια που κατευθύνεται κατάλληλα από τον ανθρώπινο νου προς συγκεκριμένο σκοπό. Όσο μεγαλύτερος καθίσταται —με την πρόοδο της γενικής ευημερίας— ο ρόλος των κεφαλαιουχικών αγαθών και όσο αποτελεσματικότερη είναι η χρησιμοποίησή τους στο πλαίσιο της συνεργασίας των συντελεστών παραγωγής, τόσο παραλογότερη καθίσταται η ρομαντική εξύμνηση της απλής εκτέλεσης χειρωνακτικών εργασιών ρουτίνας.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Οι θαυμαστές οικονομικές βελτιώσεις των τελευταίων διακοσίων ετών αποτέλεσαν επίτευγμα των καπιταλιστών που παρείχαν τα αναγκαία κεφαλαιουχικά αγαθά και της ελίτ των τεχνολόγων και των επιχειρηματιών. Οι μάζες των χειρωνάκτων εργατών ωφελήθηκαν από μεταβολές τις οποίες όχι μόνο δεν δημιούργησαν, αλλά τις οποίες, τις περισσότερες φορές, προσπάθησαν να ανακόψουν.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Παρατηρήσεις σχετικά με το φάσμα της υποκατανάλωσης και το επιχείρημα της αγοραστικής δύναμης
Some Observations on the Underconsumption Bogey and on the Purchasing Power Argument
Με τον όρο υποκατανάλωση οι άνθρωποι επιδιώκουν να περιγράψουν μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία ένα μέρος των παραγόμενων αγαθών δεν μπορεί να καταναλωθεί, επειδή οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να τα καταναλώσουν εμποδίζονται, λόγω της φτώχειας τους, να τα αγοράσουν. Τα αγαθά αυτά παραμένουν απούλητα ή μπορούν να διατεθούν μόνο σε τιμές που δεν καλύπτουν το κόστος παραγωγής. Ως εκ τούτου, ανακύπτουν διάφορες δυσλειτουργίες και διαταραχές, το συνολικό σύμπλεγμα των οποίων αποκαλείται οικονομική ύφεση.
In speaking of underconsumption, people mean to describe a state of affairs in which a part of the goods produced cannot be consumed because the people who could consume them are by their poverty prevented from buying them. These goods remain unsold or can be swapped only at prices not covering the cost of production. Hence various disarrangements and disturbances arise, the total complex of which is called economic depression.
Συμβαίνει επανειλημμένως οι επιχειρηματίες να σφάλλουν κατά την πρόβλεψη της μελλοντικής κατάστασης της αγοράς. Αντί να παράγουν εκείνα τα αγαθά για τα οποία η ζήτηση των καταναλωτών είναι εντονότερη, παράγουν αγαθά που χρειάζονται λιγότερο επιτακτικά ή πράγματα που δεν μπορούν καθόλου να πωληθούν. Αυτοί οι ανεπαρκείς επιχειρηματίες υφίστανται ζημίες, ενώ οι αποτελεσματικότεροι ανταγωνιστές τους, οι οποίοι προέβλεψαν τις επιθυμίες των καταναλωτών, πραγματοποιούν κέρδη. Οι ζημίες της πρώτης ομάδας επιχειρηματιών δεν προκαλούνται από γενική αποχή του κοινού από τις αγορές· οφείλονται στο γεγονός ότι το κοινό προτιμά να αγοράσει άλλα αγαθά.
Now it happens again and again that entrepreneurs err in anticipating the future state of the market. Instead of producing those goods for which the demand of the consumers is most intense, they produce less urgently needed goods or things which cannot be sold at all. These inefficient entrepreneurs suffer losses while their more efficient competitors who anticipated the wishes of the consumers earn profits. The losses of the former group of entrepreneurs are not caused by a general abstention from buying in the part of the public; they are due to the fact that the public prefers to buy other goods.
Αν ήταν αληθές, όπως υπονοεί ο μύθος της υποκατανάλωσης, ότι οι εργαζόμενοι είναι υπερβολικά φτωχοί για να αγοράσουν τα προϊόντα, επειδή οι επιχειρηματίες και οι καπιταλιστές ιδιοποιούνται αδίκως όσα θα έπρεπε δικαιωματικά να περιέρχονται στους μισθωτούς, η κατάσταση πραγμάτων δεν θα μεταβαλλόταν. Δεν υποτίθεται ότι οι «εκμεταλλευτές» εκμεταλλεύονται από απλή κακοβουλία. Υπονοείται ότι επιθυμούν να αυξήσουν, εις βάρος των «εκμεταλλευομένων», είτε τη δική τους κατανάλωση είτε τις δικές τους επενδύσεις. Δεν αποσύρουν τη λεία τους από το σύμπαν. Τη δαπανούν είτε αγοράζοντας είδη πολυτελείας για το νοικοκυριό τους είτε αγοράζοντας παραγωγικά αγαθά για την επέκταση των επιχειρήσεών τους.
Ασφαλώς, η ζήτησή τους κατευθύνεται προς αγαθά διαφορετικά από εκείνα που θα αγόραζαν οι μισθωτοί, αν τα κέρδη είχαν δημευθεί και διανεμηθεί μεταξύ τους. Τα επιχειρηματικά σφάλματα σχετικά με την κατάσταση της αγοράς των διαφόρων κατηγοριών αγαθών, όπως αυτή διαμορφώνεται από την υποτιθέμενη «εκμετάλλευση», δεν διαφέρουν κατά κανέναν τρόπο από οποιαδήποτε άλλα επιχειρηματικά σφάλματα. Τα επιχειρηματικά σφάλματα προκαλούν ζημίες στους ανεπαρκείς επιχειρηματίες, οι οποίες αντισταθμίζονται από τα κέρδη των αποτελεσματικών επιχειρηματιών. Καθιστούν τις επιχειρηματικές συνθήκες δυσμενείς για ορισμένες ομάδες βιομηχανιών και ευνοϊκές για άλλες. Δεν προκαλούν γενική εμπορική ύφεση.
If it were true, as the underconsumption myth implies, that the workers are too poor to buy the products because the entrepreneurs and the capitalists unfairly appropriate to themselves what by rights should go to the wage earners, the state of affairs would not be altered. The “exploiters” are not supposed to exploit from sheer wantonness. They want, it is insinuated, to increase at the expense of the “exploited” either their own consumption or their own investments. They do not withdraw their booty from the universe. They spend it either in buying luxuries for their own household or in buying producers’ goods for the expansion of their enterprises. Of course, their demand is directed toward goods other than those the wage earners would have bought if the profits had been confiscated and distributed among them. Entrepreneurial errors with regard to the state of the market of various classes of commodities as created by such “exploitation” are in no way different from any other entrepreneurial shortcomings. Entrepreneurial errors result in losses for the inefficient entrepreneurs which are counterbalanced by the profits of the efficient entrepreneurs. They make business bad for some groups of industries and good for other groups. They do not bring about a general depression of trade.
Ο μύθος της υποκατανάλωσης είναι αβάσιμη και αυτοαντιφατική ανοησία. Ο συλλογισμός του καταρρέει μόλις αρχίσει κανείς να τον εξετάζει. Είναι αστήρικτος ακόμη και αν, χάριν της συζήτησης, αποδεχθούμε ως ορθή τη θεωρία της «εκμετάλλευσης».
The underconsumption myth is baseless self-contradictory balderdash. Its reasoning crumbles away as soon as one begins to examine it. It is untenable even if one, for the sake of argument, accepts the “exploitation” doctrine as correct.
Το επιχείρημα της αγοραστικής δύναμης ακολουθεί κάπως διαφορετική συλλογιστική. Υποστηρίζει ότι η αύξηση των μισθών αποτελεί προϋπόθεση για την επέκταση της παραγωγής. Αν δεν αυξηθούν οι μισθοί, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αυξήσουν οι επιχειρήσεις την ποσότητα και να βελτιώσουν την ποιότητα των παραγόμενων αγαθών. Διότι τα πρόσθετα προϊόντα είτε δεν θα έβρισκαν αγοραστές είτε θα έβρισκαν μόνο αγοραστές που θα περιόριζαν τις αγορές άλλων αγαθών. Εκείνο που απαιτείται πρωτίστως για την πραγματοποίηση της οικονομικής προόδου είναι η συνεχής αύξηση των μισθών. Η κυβερνητική ή συνδικαλιστική πίεση και ο καταναγκασμός που αποβλέπουν στην επιβολή υψηλότερων μισθών αποτελούν, κατά την άποψη αυτή, τα κύρια οχήματα της προόδου.
The purchasing power argument runs in a slightly different manner. It contends that a rise in wage rates is a prerequisite of the expansion of production. If wage rates do not rise, there is no use for business to increase the quantity and to improve the quality of the goods produced. For the additional products would find no buyers or only such buyers as restrict their purchases of other goods. What is needed first for the realization of economic progress is to make wage rates rise continually. Government or labor union pressure and compulsion aiming at the enforcement of higher wage rates are the main vehicles of progress.
Όπως καταδείχθηκε παραπάνω, η εμφάνιση πλεονάσματος του συνολικού αθροίσματος των επιχειρηματικών κερδών έναντι του συνολικού αθροίσματος των επιχειρηματικών ζημιών συνδέεται άρρηκτα με το γεγονός ότι μέρος των ωφελειών που απορρέουν από την αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας κεφαλαιουχικών αγαθών και από τη βελτίωση των τεχνολογικών διαδικασιών περιέρχεται στις μη επιχειρηματικές ομάδες.
Η αύξηση των τιμών των συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής —και πρωτίστως των μισθών— δεν αποτελεί ούτε παραχώρηση την οποία οι επιχειρηματίες αναγκάζονται να κάνουν απρόθυμα προς τον υπόλοιπο πληθυσμό ούτε επιτήδειο τέχνασμα των επιχειρηματιών για την πραγματοποίηση κερδών. Αποτελεί αναπόφευκτο και αναγκαίο φαινόμενο στην αλυσίδα των διαδοχικών γεγονότων που προκαλούν αναγκαστικά οι προσπάθειες των επιχειρηματιών να πραγματοποιήσουν κέρδη προσαρμόζοντας την προσφορά των καταναλωτικών αγαθών στη νέα κατάσταση πραγμάτων.
Η ίδια διαδικασία που καταλήγει σε πλεόνασμα των επιχειρηματικών κερδών έναντι των ζημιών προκαλεί πρώτα —δηλαδή προτού εμφανιστεί αυτό το πλεόνασμα— την εμφάνιση τάσης αύξησης των μισθών και των τιμών πολλών υλικών συντελεστών παραγωγής. Και πάλι η ίδια διαδικασία θα εξαφάνιζε, κατά την περαιτέρω πορεία των γεγονότων, αυτό το πλεόνασμα κερδών έναντι ζημιών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα επέρχονταν περαιτέρω μεταβολές που θα αύξαναν τη διαθέσιμη ποσότητα κεφαλαιουχικών αγαθών.
Το πλεόνασμα των κερδών έναντι των ζημιών δεν αποτελεί συνέπεια της αύξησης των τιμών των συντελεστών παραγωγής. Τα δύο φαινόμενα —η αύξηση των τιμών των συντελεστών παραγωγής και το πλεόνασμα των κερδών έναντι των ζημιών— αποτελούν αμφότερα στάδια της διαδικασίας προσαρμογής της παραγωγής στην αύξηση της ποσότητας των κεφαλαιουχικών αγαθών και στις τεχνολογικές μεταβολές που θέτουν σε κίνηση οι επιχειρηματικές πράξεις. Μόνο στον βαθμό στον οποίο τα άλλα στρώματα του πληθυσμού πλουτίζουν χάρη σε αυτή την προσαρμογή μπορεί να εμφανιστεί προσωρινά πλεόνασμα των κερδών έναντι των ζημιών.
As has been demonstrated above the emergence of an excess in the total sum of entrepreneurial profits over the total sum of entrepreneurial losses is inseparably bound up with the fact that a portion of the benefits derived from the increase in the quantity of capital goods available and from the improvement of technological procedures goes to the nonentrepreneurial groups. The rise in the prices of complementary factors of production, first among them wage rates, is neither a concession which the entrepreneurs willy-nilly must make to the rest of the people nor a clever device of the entrepreneurs in order to make profits. It is an unavoidable and necessary phenomenon in the chain of successive events which the endeavors of the entrepreneurs to make profits by adjusting the supply of the consumers’ goods to the new state of affairs are bound to bring about. The same process which results in an excess of entrepreneurial profits over losses causes first—i.e., before such an excess appears—the emergence of a tendency toward a rise in wage rates and in the prices of many material factors of production. And it is again the same process that would in the further course of events make this excess of profits over losses disappear, provided that no further changes, increasing the amount of capital goods available, were to occur. The excess of profits over losses is not a consequence of the rise in the prices of the factors of production. The two phenomena—the rise in the prices of the factors of production and the excess of profits over losses—are both steps in the process of adjustment of production to the increase in the quantity of capital goods and to the technological changes which the entrepreneurial actions actuate. Only to the extent that the other strata of the population are enriched by this adjustment can an excess of profits over losses temporarily come into being.
Το θεμελιώδες σφάλμα του επιχειρήματος της αγοραστικής δύναμης συνίσταται στην παρανόηση αυτής της αιτιώδους σχέσης. Αντιστρέφει την πραγματική ακολουθία των γεγονότων, θεωρώντας την αύξηση των μισθών ως τη δύναμη που επιφέρει την οικονομική βελτίωση.
The basic error of the purchasing power argument consists in misconstruing this causal relation. It turns things upside down when considering the rise in wage rates as the force bringing about economic improvement.
Σε μεταγενέστερο στάδιο του παρόντος βιβλίου θα εξετάσουμε τις συνέπειες των προσπαθειών των κυβερνήσεων και της οργανωμένης συνδικαλιστικής βίας να επιβάλουν μισθούς υψηλότερους από εκείνους που καθορίζει μια ανεμπόδιστη αγορά.24 Εδώ χρειάζεται να προσθέσουμε μόνο μία ακόμη διευκρινιστική παρατήρηση.
We will discuss at a later stage of this book the consequences of the attempts of the governments and of organized labor violence to enforce wage rates higher than those determined by a nonhampered market.[21] Here we must only add one more explanatory remark.
Όταν μιλάμε για κέρδη και ζημίες, τιμές και μισθούς, έχουμε πάντοτε κατά νου πραγματικά κέρδη και ζημίες, πραγματικές τιμές και πραγματικούς μισθούς. Η αυθαίρετη εναλλαγή χρηματικών και πραγματικών όρων έχει παραπλανήσει πολλούς ανθρώπους. Και αυτό το πρόβλημα θα εξεταστεί εξαντλητικά σε μεταγενέστερα κεφάλαια. Ας αναφέρουμε εδώ παρεμπιπτόντως μόνο ότι η αύξηση των πραγματικών μισθών είναι συμβατή με τη μείωση των ονομαστικών μισθών.
When speaking of profits and losses, prices and wage rates, what we have in mind is always real profits and losses, real prices and real wage rates. It is the arbitrary interchange of money terms and real terms that has led many people astray. This problem too will be dealt with exhaustively in later chapters. Let us incidentally only mention the fact that a rise in real wage rates is compatible with a drop in nominal wage rates.
10. Προωθητές, διευθυντικά στελέχη, τεχνικοί και γραφειοκράτες
↗ στη σελίδα του βιβλίου10. Promoters, Managers, Technicians, and Bureaucrats
Ο επιχειρηματίας προσλαμβάνει τους τεχνικούς, δηλαδή ανθρώπους που διαθέτουν την ικανότητα και τη δεξιότητα να εκτελούν συγκεκριμένα είδη και ποσότητες εργασίας. Η κατηγορία των τεχνικών περιλαμβάνει τους μεγάλους εφευρέτες, τις εξέχουσες προσωπικότητες του πεδίου της εφαρμοσμένης επιστήμης, τους κατασκευαστές και τους σχεδιαστές, καθώς και όσους εκτελούν τα απλούστερα καθήκοντα. Ο επιχειρηματίας εντάσσεται στις τάξεις τους στον βαθμό στον οποίο συμμετέχει ο ίδιος στην τεχνική εκτέλεση των επιχειρηματικών του σχεδίων. Ο τεχνικός συνεισφέρει τον δικό του μόχθο και κόπο· ο επιχειρηματίας, όμως, υπό την ιδιότητά του ακριβώς ως επιχειρηματία, κατευθύνει την εργασία του τεχνικού προς συγκεκριμένους σκοπούς. Και ο ίδιος ο επιχειρηματίας ενεργεί, τρόπον τινά, ως εντολοδόχος των καταναλωτών.
The entrepreneur hires the technicians, i.e., people who have the ability and the skill to perform definite kinds and quantities of work. The class of technicians includes the great inventors, the champions in the field of applied science, the constructors and designers as well as the performers of the most simple tasks. The entrepreneur joins their ranks as far as he himself takes part in the technical execution of his entrepreneurial plans. The technician contributes his own toil and trouble; but it is the entrepreneur qua entrepreneur who directs his labor toward definite goals. And the entrepreneur himself acts as a mandatary, as it were, of the consumers.
Οι επιχειρηματίες δεν είναι πανταχού παρόντες. Δεν μπορούν να επιμελούνται προσωπικά τα πολυάριθμα καθήκοντα που τους βαρύνουν. Η προσαρμογή της παραγωγής στην καλύτερη δυνατή παροχή προς τους καταναλωτές των αγαθών που ζητούν επιτακτικότερα δεν συνίσταται απλώς στον καθορισμό του γενικού σχεδίου αξιοποίησης των πόρων. Δεν υπάρχει, ασφαλώς, αμφιβολία ότι αυτή είναι η κύρια λειτουργία του προωθητή και κερδοσκόπου. Πέρα, όμως, από τις μεγάλης κλίμακας προσαρμογές, απαιτούνται και πολυάριθμες μικρότερες. Καθεμία από αυτές μπορεί να φαίνεται ασήμαντη και να έχει περιορισμένη μόνο επίδραση στο συνολικό αποτέλεσμα. Η σωρευτική επίδραση, όμως, των ανεπαρκειών σε πολλά από αυτά τα δευτερεύοντα ζητήματα μπορεί να ματαιώσει ολοκληρωτικά την επιτυχία ακόμη και μιας ορθής επίλυσης των μεγάλων προβλημάτων. Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο ότι κάθε αποτυχία κατά την αντιμετώπιση των μικρότερων προβλημάτων οδηγεί σε σπατάλη σπάνιων συντελεστών παραγωγής και, κατά συνέπεια, παρεμποδίζει την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των καταναλωτών.
The entrepreneurs are not omnipresent. They cannot themselves attend to the manifold tasks which are incumbent upon them. Adjustment of production to the best possible supplying of the consumers with the goods they are asking for most urgently does not merely consist in determining the general plan for the utilization of resources. There is, of course, no doubt that this is the main function of the promoter and speculator. But besides the great adjustments, many small adjustments are necessary too. Each of them may seem trifling and of little bearing upon the total result. But the cumulative effect of shortcomings in many of these minor matters can be such as to frustrate entirely the success of a correct solution of the great problems. At any rate, it is certain that every failure to handle the smaller problems results in a squandering of scarce factors of production and consequently in impairing the best possible satisfaction of the consumers.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε από ποιες απόψεις το πρόβλημα που έχουμε κατά νου διαφέρει από τα τεχνολογικά καθήκοντα των τεχνικών. Η εκτέλεση κάθε έργου που αποφάσισε να αναλάβει ο επιχειρηματίας στο πλαίσιο του γενικού σχεδίου δράσης απαιτεί πλήθος επιμέρους αποφάσεων. Καθεμία από αυτές πρέπει να λαμβάνεται κατά τρόπο ώστε να προκρίνεται εκείνη η λύση του προβλήματος η οποία — χωρίς να παρεμβαίνει στους σκοπούς του γενικού σχεδίου για ολόκληρο το έργο— είναι η οικονομικότερη. Πρέπει να αποφεύγει το περιττό κόστος, όπως ακριβώς οφείλει να το αποφεύγει και το γενικό σχέδιο.
Από την αμιγώς τεχνολογική του σκοπιά, ο τεχνικός ενδέχεται είτε να μη διακρίνει καμία διαφορά μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων που προσφέρουν οι διάφορες μέθοδοι για την επίλυση ενός τέτοιου επιμέρους προβλήματος είτε να προτιμά μία από αυτές λόγω του μεγαλύτερου φυσικού προϊόντος που αποδίδει. Ο επιχειρηματίας, όμως, παρακινείται από το κίνητρο του κέρδους. Αυτό τον ωθεί να προτιμά την οικονομικότερη λύση, δηλαδή εκείνη που αποφεύγει τη χρησιμοποίηση συντελεστών παραγωγής των οποίων η χρήση θα περιόριζε την ικανοποίηση περισσότερο επιτακτικών αναγκών των καταναλωτών. Μεταξύ των διαφόρων μεθόδων ως προς τις οποίες οι τεχνικοί παραμένουν αδιάφοροι, θα προτιμήσει εκείνη της οποίας η εφαρμογή απαιτεί το μικρότερο κόστος. Μπορεί να απορρίψει την πρόταση των τεχνικών για την επιλογή μιας δαπανηρότερης μεθόδου που εξασφαλίζει μεγαλύτερο φυσικό προϊόν, αν ο υπολογισμός του καταδεικνύει ότι η αύξηση του προϊόντος δεν αντισταθμίζει την απαιτούμενη αύξηση του κόστους.
Ο επιχειρηματίας πρέπει να επιτελεί το έργο της προσαρμογής της παραγωγής στη ζήτηση των καταναλωτών, όπως αυτή αντανακλάται στις αγοραίες τιμές, όχι μόνο κατά τη λήψη των μεγάλων αποφάσεων και την κατάρτιση των γενικών σχεδίων, αλλά εξίσου και κατά την καθημερινή επίλυση των μικρών προβλημάτων που ανακύπτουν στην τρέχουσα διεξαγωγή των υποθέσεων.
It is important to conceive in what respects the problem we have in mind differs from the technological tasks of the technicians. The execution of every project upon which the entrepreneur has embarked in making his decision with regard to the general plan of action requires a multiplicity of minute decisions. Each of these decisions must be effected in such a way as to prefer that solution of the problem which—without interfering with the designs of the general plan for the whole project—is the most economical one. It must avoid superfluous costs in the same way as does the general plan. The technician from his purely technological point of view either may not see any difference in the alternatives offered by various methods for the solution of such a detail or may give preference to one of these methods on account of its greater output in physical quantities. But the entrepreneur is actuated by the profit motive. This enjoins upon him the urge to prefer the most economical solution, i.e., that solution which avoids employing factors of production whose employment would impair the satisfaction of the more intensely felt wants of the consumers. He will prefer among the various methods with regard to which the technicians are neutral, the one the application of which requires the smallest cost. He may reject the technicians’ suggestion to choose a more costly method securing a greater physical output if his calculation shows that the increase in output would not outweigh the increase in cost required. Not only in the great decisions and plans but no less in the daily decisions of small problems as they turn up in the current conduct of affairs, the entrepreneur must perform his task of adjusting production to the demand of the consumers as reflected in the prices of the market.
Ο οικονομικός υπολογισμός, όπως εφαρμόζεται στην οικονομία της αγοράς, και ιδίως το σύστημα της διπλογραφικής λογιστικής καθιστούν δυνατό να απαλλαγεί ο επιχειρηματίας από την ενασχόληση με υπερβολικά πολλές λεπτομέρειες. Μπορεί να αφοσιωθεί στα μεγάλα καθήκοντά του χωρίς να εμπλέκεται σε ένα πλήθος μικροζητημάτων που υπερβαίνουν το οπτικό πεδίο οποιουδήποτε θνητού ανθρώπου. Μπορεί να διορίσει βοηθούς, στη φροντίδα των οποίων αναθέτει δευτερεύοντα επιχειρηματικά καθήκοντα. Οι βοηθοί αυτοί μπορούν, με τη σειρά τους και σύμφωνα με την ίδια αρχή, να υποβοηθούνται από άλλους βοηθούς, στους οποίους ανατίθεται στενότερο πεδίο καθηκόντων. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να οικοδομηθεί μια ολόκληρη διευθυντική ιεραρχία.
Economic calculation as practiced in the market economy, and especially the system of double-entry bookkeeping, make it possible to relieve the entrepreneur of involvement in too much detail. He can devote himself to his great tasks without being entangled in a multitude of trifles beyond any mortal man’s range of sight. He can appoint assistants to whose solicitude he entrusts the care of subordinate entrepreneurial duties. And these assistants in their turn can be aided according to the same principle by assistants appointed for a smaller sphere of duties. In this way a whole managerial hierarchy can be built up.
Το διευθυντικό στέλεχος είναι, τρόπον τινά, ελάσσων εταίρος του επιχειρηματία, ανεξάρτητα από τους συμβατικούς και οικονομικούς όρους της απασχόλησής του. Το μόνο συναφές στοιχείο είναι ότι τα προσωπικά οικονομικά του συμφέροντα το υποχρεώνουν να ασκεί, στον μέγιστο βαθμό των ικανοτήτων του, τις επιχειρηματικές λειτουργίες που του έχουν ανατεθεί εντός ενός περιορισμένου και επακριβώς καθορισμένου πεδίου δράσης.
A manager is a junior partner of the entrepreneur, as it were, no matter what the contractual and financial terms of his employment are. The only relevant thing is that his own financial interests force him to attend to the best of his abilities to the entrepreneurial functions which are assigned to him within a limited and precisely determined sphere of action.
Το σύστημα της διπλογραφικής λογιστικής είναι εκείνο που καθιστά δυνατή τη λειτουργία του διευθυντικού συστήματος. Χάρη σε αυτό, ο επιχειρηματίας μπορεί να διαχωρίζει τον υπολογισμό κάθε μέρους της συνολικής επιχείρησής του, ώστε να προσδιορίζει τον ρόλο που αυτό διαδραματίζει στο σύνολό της. Μπορεί έτσι να αντιμετωπίζει κάθε τμήμα σαν να ήταν χωριστή οντότητα και να το αξιολογεί σύμφωνα με τη συμβολή του στην επιτυχία της συνολικής επιχείρησης.
Στο πλαίσιο αυτού του συστήματος επιχειρηματικού υπολογισμού, κάθε τμήμα μιας επιχείρησης αντιπροσωπεύει μια αυτοτελή οντότητα, τρόπον τινά μια υποθετικά ανεξάρτητη επιχείρηση. Θεωρείται ότι το τμήμα αυτό «κατέχει» ένα συγκεκριμένο μέρος του συνολικού κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στην επιχείρηση, ότι αγοράζει από άλλα τμήματα και πωλεί σε αυτά, ότι έχει τις δικές του δαπάνες και τα δικά του έσοδα και ότι οι συναλλαγές του καταλήγουν είτε σε κέρδος είτε σε ζημία, η οποία καταλογίζεται στη δική του διαχείριση, χωριστά από το αποτέλεσμα των άλλων τμημάτων.
Ο επιχειρηματίας μπορεί έτσι να παραχωρήσει στη διοίκηση κάθε τμήματος μεγάλο βαθμό αυτονομίας. Η μοναδική οδηγία που δίνει στον άνθρωπο στον οποίο αναθέτει τη διοίκηση ενός οριοθετημένου έργου είναι να πραγματοποιεί το μεγαλύτερο δυνατό κέρδος. Η εξέταση των λογαριασμών καταδεικνύει πόσο επιτυχώς ή ανεπιτυχώς εκτέλεσαν τα διευθυντικά στελέχη αυτή την οδηγία. Κάθε διευθυντής και υποδιευθυντής είναι υπεύθυνος για τη λειτουργία του τμήματος ή του υποτμήματός του. Αν οι λογαριασμοί εμφανίζουν κέρδος, αυτό πιστώνεται στην επιτυχία του· αν εμφανίζουν ζημία, λειτουργεί εις βάρος του. Τα προσωπικά του συμφέροντα τον ωθούν να επιδεικνύει τη μέγιστη δυνατή φροντίδα και προσπάθεια κατά τη διαχείριση των υποθέσεων του τμήματός του.
Αν προκαλεί ζημίες, θα αντικατασταθεί από κάποιον τον οποίο ο επιχειρηματίας θεωρεί πιθανότερο να επιτύχει ή θα καταργηθεί ολόκληρο το τμήμα. Σε κάθε περίπτωση, ο διευθυντής θα χάσει τη θέση του. Αν επιτύχει να πραγματοποιήσει κέρδη, το εισόδημά του θα αυξηθεί ή, τουλάχιστον, δεν θα κινδυνεύει να το απολέσει. Το αν δικαιούται ή όχι μερίδιο από το κέρδος που καταλογίζεται στο τμήμα του δεν έχει καθοριστική σημασία για το προσωπικό του ενδιαφέρον ως προς τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων του τμήματος. Η ευημερία του συνδέεται οπωσδήποτε στενά με την ευημερία του τμήματός του.
Το καθήκον του δεν είναι, όπως εκείνο του τεχνικού, να εκτελεί ένα συγκεκριμένο έργο σύμφωνα με συγκεκριμένη οδηγία. Είναι να προσαρμόζει —εντός του περιορισμένου πεδίου που έχει αφεθεί στη διακριτική του ευχέρεια— τη λειτουργία του τμήματός του στην κατάσταση της αγοράς. Όπως ένας επιχειρηματίας μπορεί να συνδυάζει στο πρόσωπό του τις επιχειρηματικές λειτουργίες με τις λειτουργίες ενός τεχνικού, έτσι και ένα διευθυντικό στέλεχος μπορεί να συνδυάζει διαφορετικές λειτουργίες.
It is the system of double-entry bookkeeping that makes the functioning of the managerial system possible. Thanks to it the entrepreneur is in a position to separate the calculation of each part of his total enterprise in such a way that he can determine the role it plays within his whole enterprise. Thus he can look at each section as if it were a separate entity and can appraise it according to the share it contributes to the success of the total enterprise. Within this system of business calculation each section of a firm represents an integral entity, a hypothetical independent business, as it were. It is assumed that this section “owns” a definite part of the whole capital employed in the enterprise, that it buys from other sections and sells to them, that it has its own expenses and its own revenues, that its dealings result either in a profit or in a loss which is imputed to its own conduct of affairs as distinguished from the result of the other sections. Thus the entrepreneur can assign to each section’s management a great deal of independence. The only directive he gives to a man whom he entrusts with the management of a circumscribed job is to make as much profit as possible. An examination of the accounts shows how successful or unsuccessful the managers were in executing this directive. Every manager and submanager is responsible for the working of his section or subsection. It is to his credit if the accounts show a profit, and it is to his disadvantage if they show a loss. His own interests impel him toward the utmost care and exertion in the conduct of his section’s affairs. If he incurs losses, he will be replaced by a man whom the entrepreneur expects to be more successful, or the whole section will be discontinued. At any rate, the manager will lose his job. If he succeeds in making profits, his income will be increased, or at least he will not be in danger of losing it. Whether or not a manager is entitled to a share in the profit imputed to his section is not important with regard to the personal interest he takes in the results of his section’s dealings. His welfare is at any rate closely connected with that of his section. His task is not like that of the technician, to perform a definite piece of work according to a definite precept. It is to adjust—within the limited scope left to his discretion—the operation of his section to the state of the market. Of course, just as an entrepreneur may combine in his person entrepreneurial functions and those of a technician, such a union of various functions can also occur with a manager.
Η διευθυντική λειτουργία παραμένει πάντοτε υποταγμένη στην επιχειρηματική λειτουργία. Μπορεί να απαλλάξει τον επιχειρηματία από ένα μέρος των δευτερευόντων καθηκόντων του· δεν μπορεί ποτέ να εξελιχθεί σε υποκατάστατο της επιχειρηματικότητας. Η αντίθετη πλάνη οφείλεται στη σύγχυση της κατηγορίας της επιχειρηματικότητας, όπως αυτή ορίζεται στη νοητική κατασκευή της λειτουργικής κατανομής, με τις συνθήκες μιας ζωντανής και λειτουργούσας οικονομίας της αγοράς. Η λειτουργία του επιχειρηματία δεν μπορεί να διαχωριστεί από την καθοδήγηση της χρησιμοποίησης των συντελεστών παραγωγής για την επιτέλεση συγκεκριμένων έργων. Ο επιχειρηματίας ελέγχει τους συντελεστές παραγωγής· αυτός ο έλεγχος είναι εκείνος που του αποφέρει είτε επιχειρηματικό κέρδος είτε επιχειρηματική ζημία.
The managerial function is always subservient to the entrepreneurial function. It can relieve the entrepreneur of a part of his minor duties; it can never evolve into a substitute for entrepreneurship. The fallacy to the contrary is due to the error confusing the category of entrepreneurship as it is defined in the imaginary construction of functional distribution with conditions in a living and operating market economy. The function of the entrepreneur cannot be separated from the direction of the employment of factors of production for the accomplishment of definite tasks. The entrepreneur controls the factors of production; it is this control that brings him either entrepreneurial profit or loss.
Είναι δυνατό να αμείβεται το διευθυντικό στέλεχος για τις υπηρεσίες του ανάλογα με τη συμβολή του τμήματός του στο κέρδος που πραγματοποιεί ο επιχειρηματίας. Αυτό, όμως, δεν επιλύει το πρόβλημα. Όπως επισημάνθηκε, το διευθυντικό στέλεχος ενδιαφέρεται υπό όλες τις περιστάσεις για την επιτυχία του μέρους της επιχείρησης που του έχει ανατεθεί. Δεν μπορεί, όμως, να καταστεί υπεύθυνο για τις πραγματοποιούμενες ζημίες. Τις ζημίες αυτές υφίστανται οι ιδιοκτήτες του χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου. Δεν μπορούν να μεταβιβαστούν στον διευθυντή.
It is possible to reward the manager by paying for his services in proportion to the contribution of his section to the profit earned by the entrepreneur. But this is of no avail. As has been pointed out, the manager is under any circumstances interested in the success of that part of the business which is entrusted to his care. But the manager cannot be made answerable for the losses incurred. These losses are suffered by the owners of the capital employed. They cannot be shifted to the manager.
Η κοινωνία μπορεί να αφήσει ανεμπόδιστα στους ιδιοκτήτες των κεφαλαιουχικών αγαθών τη μέριμνα για την καλύτερη δυνατή χρησιμοποίησή τους. Αναλαμβάνοντας συγκεκριμένα έργα, οι ιδιοκτήτες αυτοί θέτουν σε κίνδυνο τη δική τους ιδιοκτησία, τον πλούτο και την κοινωνική τους θέση. Ενδιαφέρονται ακόμη περισσότερο για την επιτυχία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους από όσο ενδιαφέρεται η κοινωνία ως σύνολο. Για την κοινωνία ως σύνολο, η σπατάλη του κεφαλαίου που επενδύθηκε σε ένα συγκεκριμένο έργο σημαίνει μόνο την απώλεια ενός μικρού μέρους των συνολικών της πόρων· για τον ιδιοκτήτη σημαίνει πολύ περισσότερα και, στις περισσότερες περιπτώσεις, την απώλεια ολόκληρης της περιουσίας του.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά, αν παραχωρηθεί σε ένα διευθυντικό στέλεχος πλήρης ελευθερία ενεργειών. Κερδοσκοπεί διακινδυνεύοντας χρήματα άλλων ανθρώπων. Αντιμετωπίζει τις προοπτικές ενός αβέβαιου εγχειρήματος από διαφορετική σκοπιά από εκείνη του ανθρώπου που είναι υπεύθυνος για τις ζημίες. Ακριβώς όταν αμείβεται με μερίδιο των κερδών τείνει να καθίσταται παράτολμος, επειδή δεν συμμετέχει επίσης στις ζημίες.
Society can freely leave the care for the best possible employment of capital goods to their owners. In embarking upon definite projects these owners expose their own property, wealth, and social position. They are even more interested in the success of their entrepreneurial activities than, is society as a whole. For society as a whole the squandering of capital invested in a definite project means only the loss of a small part of its total funds; for the owner it means much more, for the most part the loss of his total fortune. But if a manager is given a completely free hand, things are different. He speculates in risking other people’s money. He sees the prospects of an uncertain enterprise from another angle than that of the man who is answerable for the losses. It is precisely when he is rewarded by a share of the profits that he becomes foolhardy because he does not share in the losses too.
Η πλάνη ότι η διοίκηση αποτελεί το σύνολο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και ότι συνιστά τέλειο υποκατάστατο της επιχειρηματικότητας αποτελεί προϊόν παρανόησης των συνθηκών των κεφαλαιουχικών εταιρειών, της χαρακτηριστικής μορφής της σύγχρονης επιχείρησης. Υποστηρίζεται ότι η εταιρεία διοικείται από έμμισθα διευθυντικά στελέχη, ενώ οι μέτοχοι είναι απλώς παθητικοί θεατές. Όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στα χέρια μισθωτών υπαλλήλων. Οι μέτοχοι είναι αδρανείς και άχρηστοι· θερίζουν όσα έσπειραν οι διευθυντές.
The illusion that management is the totality of entrepreneurial activities and that management is a perfect substitute for entrepreneurship is the outgrowth of a misinterpretation of the conditions of the corporations, the typical form of present-day business. It is asserted that the corporation is operated by the salaried managers, while the shareholders are merely passive spectators. All the powers are concentrated in the hands of hired employees. The shareholders are idle and useless; they harvest what the managers have sown.
Η θεωρία αυτή αγνοεί πλήρως τον ρόλο που διαδραματίζουν στη διεύθυνση των εταιρικών δραστηριοτήτων η αγορά κεφαλαίου και χρήματος και το χρηματιστήριο μετοχών και ομολογιών, το οποίο μια εύστοχη γλωσσική χρήση αποκαλεί απλώς «αγορά». Οι συναλλαγές σε αυτή την αγορά στιγματίζονται από τη διαδεδομένη αντικαπιταλιστική προκατάληψη ως παρακινδυνευμένο παίγνιο και απλός τζόγος. Στην πραγματικότητα, οι μεταβολές των τιμών των κοινών και προνομιούχων μετοχών και των εταιρικών ομολογιών αποτελούν τα μέσα που χρησιμοποιούν οι καπιταλιστές για τον υπέρτατο έλεγχο της ροής του κεφαλαίου. Η διάρθρωση των τιμών, όπως καθορίζεται από τις κερδοσκοπικές δραστηριότητες στις αγορές κεφαλαίου και χρήματος και στα μεγάλα χρηματιστήρια εμπορευμάτων, δεν καθορίζει μόνο πόσο κεφάλαιο είναι διαθέσιμο για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων κάθε εταιρείας· δημιουργεί επίσης μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία τα διευθυντικά στελέχη πρέπει να προσαρμόζουν λεπτομερώς τις ενέργειές τους.
This doctrine disregards entirely the role that the capital and money market, the stock and bond exchange, which a pertinent idiom simply calls the “market,” plays in the direction of corporate business. The dealings of this market are branded by popular anticapitalistic bias as a hazardous game, as mere gambling. In fact, the changes in the prices of common and preferred stock and of corporate bonds are the means applied by the capitalists for the supreme control of the flow of capital. The price structure as determined by the speculations on the capital and money markets and on the big commodity exchanges not only decides how much capital is available for the conduct of each corporation’s business; it creates a state of affairs to which the managers must adjust their operations in detail.
Η γενική κατεύθυνση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μιας εταιρείας ασκείται από τους μετόχους και τους εκλεγμένους εντολοδόχους τους, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Το διοικητικό συμβούλιο διορίζει και απολύει τα διευθυντικά στελέχη. Στις μικρότερες εταιρείες και, ορισμένες φορές, ακόμη και στις μεγαλύτερες, οι λειτουργίες των μελών του διοικητικού συμβουλίου και των διευθυντικών στελεχών συνδυάζονται συχνά στα ίδια πρόσωπα. Μια επιτυχημένη εταιρεία δεν ελέγχεται ποτέ, σε τελική ανάλυση, από μισθωτούς διευθυντές.
Η εμφάνιση μιας παντοδύναμης διευθυντικής τάξης δεν αποτελεί φαινόμενο της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς. Αντιθέτως, υπήρξε προϊόν παρεμβατιστικών πολιτικών που απέβλεπαν συνειδητά στην εξάλειψη της επιρροής των μετόχων και στην ουσιαστική απαλλοτρίωσή τους. Στη Γερμανία, στην Ιταλία και στην Αυστρία αποτέλεσε προκαταρκτικό βήμα προς την αντικατάσταση της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας από τον κρατικό έλεγχο των επιχειρήσεων, όπως συνέβη στη Μεγάλη Βρετανία με την Τράπεζα της Αγγλίας και τους σιδηροδρόμους. Παρόμοιες τάσεις επικρατούν στις αμερικανικές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.
Τα θαυμαστά επιτεύγματα των κεφαλαιουχικών εταιρειών δεν υπήρξαν αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων μιας έμμισθης διευθυντικής ολιγαρχίας. Επιτεύχθηκαν από ανθρώπους οι οποίοι συνδέονταν με την εταιρεία μέσω της ιδιοκτησίας σημαντικού ή του μεγαλύτερου μέρους των μετοχών της και τους οποίους ένα μέρος του κοινού χλεύαζε ως προωθητές και κερδοσκόπους.
The general direction of a corporation’s conduct of business is exercised by the stockholders and their elected mandataries, the directors. The directors appoint and discharge the managers. In smaller companies and sometimes even in bigger ones the offices of the directors and the managers are often combined in the same persons. A successful corporation is ultimately never controlled by hired managers. The emergence of an omnipotent managerial class is not a phenomenon of the unhampered market economy. It was, on the contrary, an outgrowth of the interventionist policies consciously aiming at an elimination of the influence of the shareholders and at their virtual expropriation. In Germany, Italy, and Austria it was a preliminary step on the way toward the substitution of government control of business for free enterprise, as has been the case in Great Britain with regard to the Bank of England and the railroads. Similar tendencies are prevalent in the American public utilities. The marvelous achievements of corporate business were not a result of the activities of a salaried managerial oligarchy; they were accomplished by people who were connected with the corporation by means of the ownership of a considerable part or of the greater part of its stock and whom part of the public scorned as promoters and profiteers.
Ο επιχειρηματίας καθορίζει μόνος του, χωρίς διευθυντική παρέμβαση, σε ποιους επιχειρηματικούς κλάδους θα χρησιμοποιηθεί κεφάλαιο και πόσο κεφάλαιο θα χρησιμοποιηθεί. Καθορίζει την επέκταση ή τη συρρίκνωση του συνολικού μεγέθους της επιχείρησης και των κύριων τμημάτων της. Καθορίζει τη χρηματοοικονομική διάρθρωση της επιχείρησης. Αυτές είναι οι ουσιώδεις αποφάσεις που καθορίζουν τη διεξαγωγή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Βαρύνουν πάντοτε τον επιχειρηματία, τόσο στις κεφαλαιουχικές εταιρείες όσο και στις άλλες νομικές μορφές επιχειρήσεων.
Κάθε βοήθεια που παρέχεται στον επιχειρηματία ως προς αυτά τα ζητήματα έχει μόνο επικουρικό χαρακτήρα. Λαμβάνει από ειδικούς στους τομείς του δικαίου, της στατιστικής και της τεχνολογίας πληροφορίες σχετικά με την παρελθούσα κατάσταση πραγμάτων· η τελική απόφαση, όμως, η οποία εμπεριέχει κρίση για τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς, ανήκει αποκλειστικά σε αυτόν. Η εκτέλεση των λεπτομερειών των σχεδίων του μπορεί κατόπιν να ανατεθεί στα διευθυντικά στελέχη.
The entrepreneur determines alone, without any managerial interference, in what lines of business to employ capital and how much capital to employ. He determines the expansion and contraction of the size of the total business and its main sections. He determines the enterprise’s financial structure. These are the essential decisions which are instrumental in the conduct of business. They always fall upon the entrepreneur, in corporations as well as in other types of a firm’s legal structure. Any assistance given to the entrepreneur in this regard is of ancillary character only; he takes information about the past state of affairs from experts in the fields of law, statistics, and technology; but the final decision implying a judgment about the future state of the market rests with him alone. The execution of the details of his projects may then be entrusted to managers.
Οι κοινωνικές λειτουργίες της διευθυντικής ελίτ είναι εξίσου απαραίτητες για τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς με τις λειτουργίες της ελίτ των εφευρετών, των τεχνολόγων, των μηχανικών, των σχεδιαστών, των επιστημόνων και των πειραματιστών. Στις τάξεις των διευθυντικών στελεχών, πολλοί εξαιρετικά ικανοί άνθρωποι υπηρετούν την υπόθεση της οικονομικής προόδου. Τα επιτυχημένα διευθυντικά στελέχη αμείβονται με υψηλούς μισθούς και συχνά με μερίδιο στα ακαθάριστα κέρδη της επιχείρησης. Πολλά από αυτά καθίστανται, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, καπιταλιστές και επιχειρηματίες. Παρ’ όλα αυτά, η διευθυντική λειτουργία διαφέρει από την επιχειρηματική.
The social functions of the managerial elite are no less indispensable for the operation of the market economy than are the functions of the elite of inventors, technologists, engineers, designers, scientists, and experimenters. In the ranks of the managers many of the most eminent men serve the cause of economic progress. Successful managers are remunerated by high salaries and often by a share in the enterprise’s gross profits. Many of them in the course of their careers become themselves capitalists and entrepreneurs. Nonetheless, the managerial function is different from the entrepreneurial function.
Αποτελεί σοβαρό σφάλμα η ταύτιση της επιχειρηματικότητας με τη διοίκηση, όπως συμβαίνει στη διαδεδομένη αντιπαράθεση μεταξύ «διοίκησης» και «εργασίας». Η σύγχυση αυτή είναι, ασφαλώς, σκόπιμη. Αποβλέπει στη συγκάλυψη του γεγονότος ότι οι λειτουργίες της επιχειρηματικότητας διαφέρουν εντελώς από εκείνες των διευθυντικών στελεχών που επιμελούνται τις δευτερεύουσες λεπτομέρειες της λειτουργίας μιας επιχείρησης. Η διάρθρωση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η κατανομή του κεφαλαίου στους διάφορους κλάδους παραγωγής και στις διάφορες επιχειρήσεις, καθώς και το μέγεθος και το αντικείμενο λειτουργίας κάθε παραγωγικής μονάδας και καταστήματος θεωρούνται δεδομένα, και υπονοείται ότι δεν θα επέλθουν περαιτέρω μεταβολές ως προς αυτά. Το μοναδικό καθήκον είναι η συνέχιση της παλαιάς ρουτίνας. Σε έναν τέτοιο στάσιμο κόσμο δεν υπάρχει, ασφαλώς, ανάγκη για καινοτόμους και προωθητές· το συνολικό ποσό των κερδών αντισταθμίζεται από το συνολικό ποσό των ζημιών. Για να καταρριφθούν οι πλάνες αυτής της θεωρίας, αρκεί να συγκριθεί η διάρθρωση των αμερικανικών επιχειρήσεων το 1960 με εκείνη του 1940.
It is a serious mistake to identify entrepreneurship with management as in the popular antithesis of “management” and “labor.” This confusion is, of course, intentional. It is designed to obscure the fact that the functions of entrepreneurship are entirely different from those of the managers attending to the minor details of the conduct of business. The structure of business, the allocation of capital to the various branches of production and firms, the size and the line of operation of each plant and shop are considered as given facts and it is implied that no further changes will be effected with regard to them. The only task is to go on in the old routine. In such a stationary world, of course, there is no need for innovators and promoters; the total amount of profits is counterbalanced by the total amount of losses. To explode the fallacies of this doctrine it is enough to compare the structure of American business in 1945 with that of 1915.
Ακόμη, όμως, και σε έναν στάσιμο κόσμο θα ήταν παράλογο να παραχωρηθεί στην «εργασία», όπως απαιτεί ένα διαδεδομένο σύνθημα, μερίδιο στη διοίκηση. Η πραγματοποίηση μιας τέτοιας αξίωσης θα οδηγούσε στον συνδικαλισμό.25
But even in a stationary world it would be nonsensical to give “labor,” as a popular slogan demands, a share in management. The realization of such a postulate would result in syndicalism.[22]
Υπάρχει, επιπλέον, η τάση να συγχέεται το διευθυντικό στέλεχος με τον γραφειοκράτη.
There is furthermore a readiness to confuse the manager with a bureaucrat.
Η γραφειοκρατική διοίκηση, σε αντιδιαστολή προς τη διοίκηση που αποβλέπει στο κέρδος, είναι η μέθοδος που εφαρμόζεται στη διεξαγωγή διοικητικών υποθέσεων των οποίων το αποτέλεσμα δεν έχει χρηματική αξία στην αγορά. Η επιτυχής εκτέλεση των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί σε μια αστυνομική υπηρεσία είναι υψίστης σημασίας για τη διατήρηση της κοινωνικής συνεργασίας και ωφελεί κάθε μέλος της κοινωνίας. Δεν έχει, όμως, τιμή στην αγορά· δεν μπορεί να αγοραστεί ή να πωληθεί και, επομένως, δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί προς τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την εξασφάλισή του. Επιφέρει οφέλη, αλλά τα οφέλη αυτά δεν αντανακλώνται σε κέρδη που μπορούν να εκφραστούν σε χρηματικούς όρους.
Οι μέθοδοι του οικονομικού υπολογισμού και ιδίως της διπλογραφικής λογιστικής δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε αυτές τις δραστηριότητες. Η επιτυχία ή η αποτυχία των ενεργειών μιας αστυνομικής υπηρεσίας δεν μπορεί να εξακριβωθεί σύμφωνα με τις αριθμητικές διαδικασίες μιας κερδοσκοπικής επιχείρησης. Κανένας λογιστής δεν μπορεί να προσδιορίσει αν μια αστυνομική υπηρεσία ή κάποιο από τα τμήματά της πέτυχε ή απέτυχε.
Bureaucratic management, as distinguished from profit management, is the method applied in the conduct of administrative affairs, the result of which has no cash value on the market. The successful performance of the duties entrusted to the care of a police department is of the greatest importance for the preservation of social cooperation and benefits each member of society. But it has no price on the market, it cannot be bought or sold; it can therefore not be confronted with the expenses incurred in the endeavors to secure it. It results in gains, but these gains are not reflected in profits liable to expression in terms of money. The methods of economic calculation, and especially those of double-entry bookkeeping, are not applicable to them. Success or failure of a police department’s activities cannot be ascertained according to the arithmetical procedures of profitseeking business. No accountant can establish whether or not a police department or one of its subdivisions has succeeded.
Το χρηματικό ποσό που πρέπει να δαπανηθεί σε κάθε κλάδο κερδοσκοπικής επιχειρηματικής δραστηριότητας καθορίζεται από τη συμπεριφορά των καταναλωτών. Αν η αυτοκινητοβιομηχανία τριπλασίαζε το χρησιμοποιούμενο κεφάλαιο, θα βελτίωνε ασφαλώς τις υπηρεσίες που παρέχει στο κοινό. Θα υπήρχαν περισσότερα διαθέσιμα αυτοκίνητα. Αυτή, όμως, η επέκταση του κλάδου θα απέσυρε κεφάλαιο από άλλους κλάδους της παραγωγής, στους οποίους θα μπορούσε να ικανοποιήσει περισσότερο επιτακτικές ανάγκες των καταναλωτών. Το γεγονός αυτό θα καθιστούσε μη επικερδή την επέκταση της αυτοκινητοβιομηχανίας και θα αύξανε τα κέρδη σε άλλους επιχειρηματικούς κλάδους.
Επιδιώκοντας το υψηλότερο δυνατό κέρδος, οι επιχειρηματίες αναγκάζονται να διαθέτουν σε κάθε επιχειρηματικό κλάδο μόνο τόσο κεφάλαιο όσο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε αυτόν χωρίς να παρεμποδίζεται η ικανοποίηση περισσότερο επιτακτικών αναγκών των καταναλωτών. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες κατευθύνονται έτσι, τρόπον τινά αυτόματα, από τις επιθυμίες των καταναλωτών, όπως αυτές αντανακλώνται στη διάρθρωση των τιμών των καταναλωτικών αγαθών.
The amount of money to be expended in every branch of profitseeking business is determined by the behavior of the consumers. If the automobile industry were to treble the capital employed, it would certainly improve the services it renders to the public. There would be more cars available. But this expansion of the industry would withhold capital from other branches of production in which it could fill more urgent wants of the consumers. This fact would render the expansion of the automobile industry unprofitable and increase profits in other branches of business. In their endeavors to strive after the highest profit obtainable, entrepreneurs are forced to allocate to each branch of business only as much capital as can be employed in it without impairing the satisfaction of more urgent wants of the consumers. Thus the entrepreneurial activities are automatically, as it were, directed by the consumers’ wishes as they are reflected in the price structure of consumers’ goods.
Κανένας αντίστοιχος περιορισμός δεν επιβάλλεται στην κατανομή των κεφαλαίων για την εκτέλεση των καθηκόντων των κυβερνητικών υπηρεσιών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι υπηρεσίες που παρέχει η αστυνομική διεύθυνση της πόλης της Νέας Υόρκης θα μπορούσαν να βελτιωθούν σημαντικά, αν τριπλασιαζόταν η σχετική πίστωση του προϋπολογισμού. Το ερώτημα, όμως, είναι αν αυτή η βελτίωση θα ήταν αρκετά σημαντική ώστε να δικαιολογεί είτε τον περιορισμό των υπηρεσιών που παρέχουν άλλες δημόσιες υπηρεσίες —όπως η υπηρεσία καθαριότητας— είτε τον περιορισμό της ιδιωτικής κατανάλωσης των φορολογουμένων.
Στο ερώτημα αυτό δεν μπορούν να απαντήσουν οι λογαριασμοί της αστυνομικής υπηρεσίας. Οι λογαριασμοί αυτοί παρέχουν μόνο πληροφορίες για τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες. Δεν μπορούν να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με τα επιτευχθέντα αποτελέσματα, επειδή αυτά δεν μπορούν να εκφραστούν σε χρηματικά ισοδύναμα. Οι πολίτες πρέπει να προσδιορίσουν άμεσα ποια ποσότητα υπηρεσιών επιθυμούν να λάβουν και για ποια ποσότητα είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν. Επιτελούν αυτό το έργο εκλέγοντας δημοτικούς συμβούλους και δημόσιους λειτουργούς που είναι διατεθειμένοι να συμμορφωθούν προς τις επιθυμίες τους.
No such limitation is enjoined upon the allocation of funds for the performance of the tasks incumbent upon government activities. There is no doubt that the services rendered by the police department of the City of New York could be considerably improved by trebling the budgetary allocation. But the question is whether or not this improvement would be considerable enough to justify either the restriction of the services rendered by other departments—e.g., those of the department of sanitation—or the restriction of the private consumption of the taxpayers. This question cannot be answered by the accounts of the police department. These accounts provide information only about the expenses incurred. They cannot provide any information about the results obtained, as these results cannot be expressed in money equivalents. The citizens must directly determine the amount of services they want to get and are ready to pay for. They discharge this task by electing councilmen and officeholders who are prepared to comply with their intentions.
Ο δήμαρχος και οι επικεφαλής των διαφόρων υπηρεσιών της πόλης περιορίζονται, επομένως, από τον προϋπολογισμό. Δεν είναι ελεύθεροι να ενεργούν σύμφωνα με εκείνο που οι ίδιοι θεωρούν ως την επωφελέστερη λύση των διαφόρων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι πολίτες. Είναι υποχρεωμένοι να δαπανούν τα κονδύλια που τους έχουν διατεθεί για τους σκοπούς που καθορίζει ο προϋπολογισμός. Δεν πρέπει να τα χρησιμοποιούν για άλλα καθήκοντα. Ο οικονομικός έλεγχος στο πεδίο της δημόσιας διοίκησης διαφέρει εντελώς από τον αντίστοιχο έλεγχο στις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις. Σκοπός του είναι να εξακριβώσει αν τα διατιθέμενα κονδύλια δαπανήθηκαν σε αυστηρή συμμόρφωση προς τις διατάξεις του προϋπολογισμού.
Thus the mayor and the chiefs of the city’s various departments are restricted by the budget. They are not free to act upon what they themselves consider the most beneficial solution of the various problems the citizenry has to face. They are bound to spend the funds allocated for the purposes the budget has assigned them. They must not use them for other tasks. Auditing in the field of public administration is entirely different from that in the field of profit-seeking business. Its goal is to establish whether or not the funds allocated have been expended in strict compliance with the provisions of the budget.
Στις κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, η διακριτική ευχέρεια των διευθυντών και των υποδιευθυντών περιορίζεται από τις εκτιμήσεις κέρδους και ζημίας. Το κίνητρο του κέρδους είναι η μοναδική οδηγία που απαιτείται για να τους υποτάξει στις επιθυμίες των καταναλωτών. Δεν χρειάζεται να περιορίζεται η διακριτική τους ευχέρεια μέσω λεπτομερών οδηγιών και κανόνων. Αν είναι αποτελεσματικοί, μια τέτοια παρέμβαση στις λεπτομέρειες θα ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, περιττή και, στη χειρότερη, επιζήμια, επειδή θα τους έδενε τα χέρια. Αν είναι ανεπαρκείς, δεν θα καθιστούσε τις δραστηριότητές τους περισσότερο επιτυχείς. Θα τους παρείχε απλώς την ανεπαρκή δικαιολογία ότι η αποτυχία προκλήθηκε από ακατάλληλους κανόνες. Η μοναδική απαιτούμενη οδηγία είναι αυτονόητη και δεν χρειάζεται να διατυπωθεί ειδικά: επιδίωξε το κέρδος.
In profit-seeking business the discretion of the managers and submanagers is restricted by considerations of profit and loss. The profit motive is the only directive needed to make them subservient to the wishes of the consumers. There is no need to restrict their discretion by minute instructions and rules. If they are efficient, such meddling with details would at best be superfluous, if not pernicious in tying their hands. If they are inefficient, it would not render their activities more successful. It would only provide them with a lame excuse that the failure was caused by inappropriate rules. The only instruction required is self-understood and does not need to be especially mentioned: Seek profit.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά στη δημόσια διοίκηση, κατά τη διεξαγωγή των κυβερνητικών υποθέσεων. Σε αυτό το πεδίο, η διακριτική ευχέρεια των δημόσιων λειτουργών και των υφιστάμενων βοηθών τους δεν περιορίζεται από εκτιμήσεις κέρδους και ζημίας. Αν ο υπέρτατος προϊστάμενός τους —ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τον κυρίαρχο λαό ή για έναν κυρίαρχο δεσπότη— τους άφηνε πλήρη ελευθερία, θα παραιτούνταν από τη δική του κυριαρχία προς όφελός τους. Οι λειτουργοί αυτοί θα καθίσταντο ανεύθυνοι φορείς εξουσίας και η δύναμή τους θα αντικαθιστούσε εκείνη του λαού ή του δεσπότη. Θα έπρατταν ό,τι τους ευχαριστούσε και όχι ό,τι επιθυμούσαν οι προϊστάμενοί τους.
Για να αποτραπεί αυτή η έκβαση και να καταστούν υπηρέτες της βούλησης των προϊσταμένων τους, είναι αναγκαίο να τους δίνονται λεπτομερείς οδηγίες που ρυθμίζουν από κάθε άποψη τη διεξαγωγή των υποθέσεων. Καθήκον τους είναι τότε να χειρίζονται όλες τις υποθέσεις σε αυστηρή συμμόρφωση προς αυτούς τους κανόνες και κανονισμούς. Η ελευθερία τους να προσαρμόζουν τις πράξεις τους σε εκείνο που τους φαίνεται ως η καταλληλότερη λύση ενός συγκεκριμένου προβλήματος περιορίζεται από αυτούς τους κανόνες. Είναι γραφειοκράτες, δηλαδή άνθρωποι οι οποίοι οφείλουν σε κάθε περίπτωση να τηρούν ένα σύνολο άκαμπτων κανονισμών.
Things are different in public administration, in the conduct of government affairs. In this field the discretion of the officeholders and their subaltern aids is not restricted by considerations of profit and loss. If their supreme boss—no matter whether he is the sovereign people or a sovereign despot—were to leave them a free hand, he would renounce his own supremacy in their favor. These officers would become irresponsible agents, and their power would supersede that of the people or the despot. They would do what pleased them, not what their bosses wanted them to do. To prevent this outcome and to make them subservient to the will of their bosses it is necessary to give them detailed instructions regulating their conduct of affairs in every respect. Then it becomes their duty to handle all affairs in strict compliance with these rules and regulations. Their freedom to adjust their acts to what seems to them the most appropriate solution of a concrete problem is limited by these norms. They are bureaucrats, i.e., men who in every instance must observe a set of inflexible regulations.
Γραφειοκρατική διεξαγωγή των υποθέσεων είναι η διαχείριση που υποχρεούται να συμμορφώνεται προς λεπτομερείς κανόνες και κανονισμούς, τους οποίους καθορίζει η εξουσία ενός ανώτερου οργάνου. Αποτελεί τη μοναδική εναλλακτική λύση προς τη διοίκηση που αποβλέπει στο κέρδος. Η κερδοσκοπική διοίκηση δεν μπορεί να εφαρμοστεί ούτε στην επιδίωξη σκοπών που δεν έχουν χρηματική αξία στην αγορά ούτε στη μη κερδοσκοπική διεξαγωγή δραστηριοτήτων οι οποίες θα μπορούσαν επίσης να λειτουργούν σε κερδοσκοπική βάση. Η πρώτη περίπτωση είναι εκείνη της διοίκησης του κοινωνικού μηχανισμού εξαναγκασμού και καταναγκασμού. Η δεύτερη είναι εκείνη της λειτουργίας ενός ιδρύματος σε μη κερδοσκοπική βάση, όπως ενός σχολείου, ενός νοσοκομείου ή ενός ταχυδρομικού συστήματος. Κάθε φορά που η λειτουργία ενός συστήματος δεν κατευθύνεται από το κίνητρο του κέρδους, πρέπει να κατευθύνεται από γραφειοκρατικούς κανόνες.
Bureaucratic conduct of affairs is conduct bound to comply with detailed rules and regulations fixed by the authority of a superior body. It is the only alternative to profit management. Profit management is inapplicable in the pursuit of affairs which have no cash value on the market and in the non-profit conduct of affairs which could also be operated on a profit basis. The former is the case of the administration of the social apparatus of coercion and compulsion; the latter is the case in the conduct of an institution on a non-profit basis, e.g., a school, a hospital, or a postal system. Whenever the operation of a system is not directed by the profit motive, it must be directed by bureaucratic rules.
Η γραφειοκρατική διεξαγωγή των υποθέσεων δεν αποτελεί καθαυτή κακό. Είναι η μοναδική κατάλληλη μέθοδος διαχείρισης των κυβερνητικών υποθέσεων, δηλαδή του κοινωνικού μηχανισμού καταναγκασμού και εξαναγκασμού. Εφόσον η κυβέρνηση είναι αναγκαία, η γραφειοκρατία είναι εξίσου αναγκαία σε αυτό το πεδίο. Όπου ο οικονομικός υπολογισμός είναι ανέφικτος, οι γραφειοκρατικές μέθοδοι είναι απαραίτητες. Μια σοσιαλιστική κυβέρνηση πρέπει να τις εφαρμόζει σε όλες τις υποθέσεις.
Bureaucratic conduct of affairs is, as such, not an evil. It is the only appropriate method of handling governmental affairs, i.e., the social apparatus of compulsion and coercion. As government is necessary, bureaucratism is—in this field—no less necessary. Where economic calculation is unfeasible, bureaucratic methods are indispensable. A socialist government must apply them to all affairs.
Καμία επιχείρηση, ανεξάρτητα από το μέγεθος ή το ειδικό αντικείμενό της, δεν μπορεί ποτέ να καταστεί γραφειοκρατική, όσο λειτουργεί πλήρως και αποκλειστικά με γνώμονα το κέρδος. Μόλις, όμως, εγκαταλείψει την επιδίωξη του κέρδους και την αντικαταστήσει με εκείνο που αποκαλείται αρχή της υπηρεσίας —δηλαδή την παροχή υπηρεσιών ανεξάρτητα από το αν οι εισπραττόμενες τιμές καλύπτουν τις δαπάνες— πρέπει να αντικαταστήσει τις μεθόδους της επιχειρηματικής διοίκησης με γραφειοκρατικές μεθόδους.26
No business, whatever its size or specific task, can ever become bureaucratic so long as it is entirely and solely operated on a profit basis. But as soon as it abandons profit-seeking and substitutes for it what is called the service principle—i.e., the rendering of services without regard as to whether or not the prices to be obtained for them cover the expenses—it must adopt bureaucratic methods for those of entrepreneurial management. [23]
Η διαδικασία επιλογής της αγοράς τίθεται σε κίνηση από τη συνδυασμένη προσπάθεια όλων των μελών της οικονομίας της αγοράς. Παρακινούμενο από την επιθυμία να άρει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη δική του δυσφορία, κάθε άτομο επιδιώκει, αφενός, να καταλάβει εκείνη τη θέση στην οποία μπορεί να συμβάλει περισσότερο στην καλύτερη δυνατή ικανοποίηση όλων των άλλων και, αφετέρου, να αξιοποιήσει όσο το δυνατόν καλύτερα τις υπηρεσίες που προσφέρουν όλοι οι άλλοι. Αυτό σημαίνει ότι προσπαθεί να πωλεί στην ακριβότερη αγορά και να αγοράζει στη φθηνότερη.
Η συνισταμένη αυτών των προσπαθειών δεν είναι μόνο η διάρθρωση των τιμών, αλλά εξίσου και η κοινωνική διάρθρωση, δηλαδή η ανάθεση συγκεκριμένων καθηκόντων στα διάφορα άτομα. Η αγορά καθιστά τους ανθρώπους πλούσιους ή φτωχούς, καθορίζει ποιος θα διευθύνει τις μεγάλες παραγωγικές εγκαταστάσεις και ποιος θα καθαρίζει τα δάπεδα και προσδιορίζει πόσοι άνθρωποι θα εργάζονται στα ορυχεία χαλκού και πόσοι στις συμφωνικές ορχήστρες. Καμία από αυτές τις αποφάσεις δεν λαμβάνεται άπαξ και διά παντός· όλες μπορούν να ανακληθούν καθημερινά.
Η διαδικασία επιλογής δεν σταματά ποτέ. Εξακολουθεί να προσαρμόζει τον κοινωνικό μηχανισμό της παραγωγής στις μεταβολές της ζήτησης και της προσφοράς. Επανεξετάζει διαρκώς τις προηγούμενες αποφάσεις της και υποχρεώνει τον καθένα να υποβάλλεται σε νέα κρίση. Δεν υπάρχει ασφάλεια ούτε δικαίωμα διατήρησης οποιασδήποτε θέσης αποκτήθηκε κατά το παρελθόν. Κανείς δεν εξαιρείται από τον νόμο της αγοράς, δηλαδή από την κυριαρχία των καταναλωτών.
The selective process of the market is actuated by the composite effort of all members of the market economy. Driven by the urge to remove his own uneasiness as much as possible, each individual is intent, on the one hand, upon attaining that position in which he can contribute most to the best satisfaction of everyone else and, on the other hand, upon taking best advantage of the services offered by everyone else. This means that he tries to sell on the dearest market and to buy on the cheapest market. The resultant of these endeavors is not only the price structure but no less the social structure, the assignment of definite tasks to the various individuals. The market makes people rich or poor, determines who shall run the big plants and who shall scrub the floors, fixes how many people shall work in the copper mines and how many in the symphony orchestras. None of these decisions is made once and for all; they are revocable every day. The selective process never stops. It goes on adjusting the social apparatus of production to the changes in demand and supply. It reviews again and again its previous decisions and forces everybody to submit to a new examination of his case. There is no security and no such thing as a right to preserve any position acquired in the past. Nobody is exempt from the law of the market, the consumers’ sovereignty.
Η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν αποτελεί προνόμιο, αλλά κοινωνική ευθύνη. Οι καπιταλιστές και οι γαιοκτήμονες υποχρεώνονται να χρησιμοποιούν την ιδιοκτησία τους για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των καταναλωτών. Αν είναι βραδείς και ανεπαρκείς κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, τιμωρούνται μέσω ζημιών. Αν δεν διδαχθούν από το πάθημά τους και δεν μεταρρυθμίσουν τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται τις υποθέσεις τους, χάνουν τον πλούτο τους. Καμία επένδυση δεν είναι ασφαλής για πάντα. Όποιος δεν χρησιμοποιεί την ιδιοκτησία του για να υπηρετεί τους καταναλωτές με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Δεν απομένει χώρος για ανθρώπους που θα ήθελαν να απολαμβάνουν την περιουσία τους με οκνηρία και απερισκεψία. Ο ιδιοκτήτης πρέπει να επιδιώκει να επενδύει τα κεφάλαιά του κατά τρόπο ώστε τουλάχιστον να μη μειώνεται το κεφάλαιο ούτε η απόδοσή του.
Ownership of the means of production is not a privilege, but a social liability. Capitalists and landowners are compelled to employ their property for the best possible satisfaction of the consumers. If they are slow and inept in the performance of their duties, they are penalized by losses. If they do not learn the lesson and do not reform their conduct of affairs, they lose their wealth. No investment is safe forever. He who does not use his property in serving the consumers in the most efficient way is doomed to failure. There is no room left for people who would like to enjoy their fortunes in idleness and thoughtlessness. The proprietor must aim to invest his funds in such a way that principal and yield are at least not impaired.
Κατά τις εποχές των προνομίων των καστών και των εμπορικών φραγμών υπήρχαν εισοδήματα ανεξάρτητα από την αγορά. Οι πρίγκιπες και οι άρχοντες ζούσαν εις βάρος των ταπεινών δούλων και δουλοπαροίκων, οι οποίοι τους όφειλαν δεκάτες, αγγαρείες και φόρους υποτέλειας. Η ιδιοκτησία γης μπορούσε να αποκτηθεί μόνο μέσω κατάκτησης ή δωρεάς εκ μέρους ενός κατακτητή. Μπορούσε να απολεσθεί μόνο μέσω ανάκλησης της δωρεάς από τον δωρητή ή μέσω κατάκτησης από άλλον κατακτητή.
Ακόμη και αργότερα, όταν οι άρχοντες και οι υποτελείς τους άρχισαν να πωλούν τα πλεονάσματά τους στην αγορά, δεν μπορούσαν να εκτοπιστούν από τον ανταγωνισμό αποτελεσματικότερων ανθρώπων. Ο ανταγωνισμός ήταν ελεύθερος μόνο εντός πολύ στενών ορίων. Η απόκτηση φεουδαρχικών κτημάτων επιφυλασσόταν στους ευγενείς, η απόκτηση αστικών ακινήτων στους πολίτες του δήμου και η απόκτηση γεωργικής γης στους αγρότες. Ο ανταγωνισμός στις τέχνες και στα επαγγέλματα περιοριζόταν από τις συντεχνίες. Οι καταναλωτές δεν ήταν σε θέση να ικανοποιούν τις ανάγκες τους με τον οικονομικότερο τρόπο, επειδή οι διατιμήσεις καθιστούσαν αδύνατη την προσφορά χαμηλότερων τιμών από τους πωλητές. Οι αγοραστές βρίσκονταν στο έλεος των προμηθευτών τους. Αν οι προνομιούχοι παραγωγοί αρνούνταν να χρησιμοποιήσουν τις καταλληλότερες πρώτες ύλες και τις αποτελεσματικότερες μεθόδους επεξεργασίας, οι καταναλωτές ήταν υποχρεωμένοι να υποστούν τις συνέπειες αυτής της αδιαλλαξίας και του συντηρητισμού.
In the ages of caste privileges and trade barriers there were revenues not dependent on the market. Princes and lords lived at the expense of the humble slaves and serfs who owed them tithes, statute labor, and tributes. Ownership of land could only be acquired either by conquest or by largesse on the part of a conqueror. It could be forfeited only by recantation on the part of the donor or by conquest on the part of another conqueror. Even later, when the lords and their liegemen began to sell their surpluses on the market, they could not be ousted by the competition of more efficient people. Competition was free only within very narrow limits. The acquisition of manorial estates was reserved to the nobility, that of urban real property to the citizens of the township, that of farm land to the peasants. Competition in the arts and crafts was restricted by the guilds. The consumers were not in a position to satisfy their wants in the cheapest way, as price control made underbidding impossible to the sellers. The buyers were at the mercy of their purveyors. If the privileged producers refused to resort to the employment of the most adequate raw materials and of the most efficient methods of processing, the consumers were forced to endure the consequences of such stubbornness and conservatism.
Ο γαιοκτήμονας που ζει σε πλήρη αυτάρκεια από τους καρπούς της δικής του καλλιέργειας είναι ανεξάρτητος από την αγορά. Ο σύγχρονος γεωργός, όμως, που αγοράζει εξοπλισμό, λιπάσματα, σπόρους, εργασία και άλλους συντελεστές παραγωγής και πωλεί γεωργικά προϊόντα υπόκειται στον νόμο της αγοράς. Το εισόδημά του εξαρτάται από τους καταναλωτές και πρέπει να προσαρμόζει τις δραστηριότητές του στις επιθυμίες τους.
The landowner who lives in perfect self-sufficiency from the fruits of his own farming is independent of the market. But the modern farmer who buys equipment, fertilizers, seed, labor, and other factors of production and sells agricultural products is subject to the law of the market. His income depends on the consumers and he must adjust his operations to their wishes.
Η επιλεκτική λειτουργία της αγοράς επενεργεί και στην εργασία. Ο εργαζόμενος έλκεται από εκείνο το είδος εργασίας στο οποίο μπορεί να προσδοκά τις υψηλότερες απολαβές. Όπως συμβαίνει με τους υλικούς συντελεστές παραγωγής, έτσι και ο συντελεστής εργασία κατανέμεται σε εκείνες τις χρήσεις στις οποίες υπηρετεί καλύτερα τους καταναλωτές. Επικρατεί τάση να μη σπαταλάται καμία ποσότητα εργασίας για την ικανοποίηση λιγότερο επιτακτικής ζήτησης, όσο παραμένει ανικανοποίητη περισσότερο επιτακτική ζήτηση. Όπως όλα τα άλλα στρώματα της κοινωνίας, ο εργαζόμενος υπόκειται στην κυριαρχία των καταναλωτών. Αν παρακούσει τις εντολές τους, τιμωρείται με μείωση των απολαβών του.
The selective function of the market works also with regard to labor. The worker is attracted by that kind of work in which he can expect to earn most. As is the case with material factors of production, the factor labor too is allocated to those employments in which it best serves the consumers. There prevails the tendency not to waste any quantity of labor for the satisfaction of less urgent demand if more urgent demand is still unsatisfied. Like all other strata of society, the worker is subject to the supremacy of the consumers. If he disobeys, he is penalized by a cut in income.
Η επιλογή της αγοράς δεν εγκαθιδρύει κοινωνικές τάξεις, κάστες ή τάξεις με τη μαρξιστική έννοια. Ούτε οι επιχειρηματίες και οι προωθητές συγκροτούν μια ενιαία κοινωνική τάξη. Κάθε άτομο είναι ελεύθερο να καταστεί προωθητής, αν εμπιστεύεται τη δική του ικανότητα να προβλέπει τις μελλοντικές συνθήκες της αγοράς καλύτερα από τους συμπολίτες του και αν οι προσπάθειές του να δρα με δικό του κίνδυνο και ευθύνη εγκρίνονται από τους καταναλωτές.
Κάποιος εντάσσεται στις τάξεις των προωθητών προωθώντας αυθόρμητα τον εαυτό του και υποβαλλόμενος έτσι στη δοκιμασία στην οποία υποβάλλει η αγορά, χωρίς προσωποληψία, όλους όσοι επιθυμούν να γίνουν προωθητές ή να παραμείνουν σε αυτή την εξέχουσα θέση. Όλοι έχουν την ευκαιρία να δοκιμάσουν την τύχη τους. Ο νεοεισερχόμενος δεν χρειάζεται να περιμένει πρόσκληση ή ενθάρρυνση από οποιονδήποτε. Πρέπει να προχωρήσει με δική του πρωτοβουλία και να γνωρίζει ο ίδιος πώς θα εξασφαλίσει τα αναγκαία μέσα.
The selection of the market does not establish social orders, castes, or classes in the Marxian sense. Nor do the entrepreneurs and promoters form an integrated social class. Each individual is free to become a promoter if he relies upon his own ability to anticipate future market conditions better than his fellow citizens and if his attempts to act at his own peril and on his own responsibility are approved by the consumers. One enters the ranks of the promoters by aggressively pushing forward and thus submitting to the trial to which the market subjects, without respect for persons, everybody who wants to become a promoter or to remain in this eminent position. Everybody has the opportunity to take his chance. A newcomer does not need to wait for an invitation or encouragement from anyone. He must leap forward on his own account and must himself know how to provide the means needed.
Έχει επανειλημμένως υποστηριχθεί ότι, υπό τις συνθήκες του «ύστερου» ή «ώριμου» καπιταλισμού, δεν είναι πλέον δυνατό για ανθρώπους χωρίς χρήματα να ανέλθουν στην κλίμακα του πλούτου και της επιχειρηματικής θέσης. Ουδέποτε έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια να αποδειχθεί αυτή η θέση. Από τότε που διατυπώθηκε για πρώτη φορά, η σύνθεση των επιχειρηματικών και καπιταλιστικών ομάδων έχει μεταβληθεί σημαντικά. Μεγάλο μέρος των παλαιών επιχειρηματιών και των κληρονόμων τους έχει εξαλειφθεί, και άλλοι άνθρωποι, νεοεισερχόμενοι, κατέλαβαν τη θέση τους. Είναι, ασφαλώς, αληθές ότι κατά τα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκαν σκόπιμα θεσμοί οι οποίοι, αν δεν καταργηθούν πολύ σύντομα, θα καταστήσουν αδύνατη τη λειτουργία της αγοράς από κάθε άποψη.
It has been contended again and again that under the conditions of “late” or “mature” capitalism it is no longer possible for penniless people to climb the ladder to wealth and entrepreneurial position. No attempt has ever been made to prove this thesis. Since it was first advanced, the composition of the entrepreneurial and capitalist groups has changed considerably. A great part of the former entrepreneurs and their heirs have been eliminated and other people, newcomers, have taken their places. It is, of course, true that in the last years institutions have been purposely developed which, if not abolished very soon, will make the functioning of the market in every regard impossible.
Το αποκλειστικό κριτήριο βάσει του οποίου οι καταναλωτές επιλέγουν τους ηγέτες της βιομηχανίας και των επιχειρήσεων είναι η ικανότητά τους να προσαρμόζουν την παραγωγή στις ανάγκες των καταναλωτών. Δεν ενδιαφέρονται για άλλα γνωρίσματα και προτερήματα. Επιθυμούν ο κατασκευαστής υποδημάτων να παράγει καλά και φθηνά υποδήματα. Δεν επιδιώκουν να αναθέσουν τη διεύθυνση της υποδηματοποιίας σε εμφανίσιμους και ευχάριστους νέους, σε ανθρώπους με καλούς κοινωνικούς τρόπους, καλλιτεχνικά χαρίσματα, λόγιες συνήθειες ή οποιεσδήποτε άλλες αρετές και ικανότητες. Ένας ικανός επιχειρηματίας ενδέχεται συχνά να στερείται πολλών προσόντων που συμβάλλουν στην επιτυχία ενός ανθρώπου σε άλλες σφαίρες της ζωής.
The point of view from which the consumers choose the captains of industry and business is exclusively their qualification to adjust production to the needs of the consumers. They do not bother about other features and merits. They want a shoe manufacturer to fabricate good and cheap shoes. They are not intent upon entrusting the conduct of the shoe trade to handsome amiable boys, to people of good drawing-room manners, of artistic gifts, of scholarly habits, or of any other virtues or talents. A proficient businessman may often be deficient in many accomplishments which contribute to the success of a man in other spheres of life.
Σήμερα είναι εξαιρετικά συνηθισμένο να υποτιμώνται οι καπιταλιστές και οι επιχειρηματίες. Ο άνθρωπος έχει την τάση να χλευάζει όσους είναι ευπορότεροι από τον ίδιο. Υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι πλουσιότεροι μόνο επειδή είναι λιγότερο ευσυνείδητοι από εκείνον. Αν ο ίδιος δεν περιοριζόταν από τον προσήκοντα σεβασμό προς τους νόμους της ηθικής και της ευπρέπειας, θα ήταν εξίσου επιτυχημένος. Με αυτόν τον τρόπο, οι άνθρωποι δοξάζονται μέσα στη φωτοχυσία της αυταρέσκειας και της φαρισαϊκής αυτοδικαίωσης.
It is quite common nowadays to deprecate the capitalists and entrepreneurs. A man is prone to sneer at those who are more prosperous than himself. These people, he contends, are richer only because they are less scrupulous than he. If he were not restrained by due consideration for the laws of morality and decency, he would be no less successful than they are. Thus men glory in the aureole of self-complacency and Pharisaic selfrighteousness.
Είναι αλήθεια ότι, υπό τις συνθήκες που δημιουργεί ο παρεμβατισμός, πολλοί άνθρωποι μπορούν να αποκτήσουν πλούτο μέσω διαφθοράς και δωροδοκιών. Σε πολλές χώρες, ο παρεμβατισμός έχει υπονομεύσει την κυριαρχία της αγοράς σε τέτοιο βαθμό, ώστε είναι επωφελέστερο για έναν επιχειρηματία να βασίζεται στη βοήθεια όσων κατέχουν πολιτικά αξιώματα παρά στην καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Αυτό, όμως, δεν είναι εκείνο που έχουν κατά νου οι διαδεδομένες επικρίσεις κατά του πλούτου των άλλων. Οι επικριτές ισχυρίζονται ότι οι μέθοδοι μέσω των οποίων αποκτάται πλούτος σε μια καθαρή κοινωνία της αγοράς είναι επιλήψιμες από ηθική άποψη.
Now it is true that under the conditions brought about by interventionism many people can acquire wealth by graft and bribery. In many countries interventionism has so undermined the supremacy of the market that it is more advantageous for a businessman to rely upon the aid of those in political office than upon the best satisfaction of the needs of the consumers. But it is not this that the popular critics of other people’s wealth have in mind. They contend that the methods by which wealth is acquired in a pure market society are objectionable from the ethical point of view.
Απέναντι σε τέτοιους ισχυρισμούς πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στον βαθμό στον οποίο η λειτουργία της αγοράς δεν υπονομεύεται από τις παρεμβάσεις των κυβερνήσεων και άλλων φορέων καταναγκασμού, η επιχειρηματική επιτυχία αποτελεί απόδειξη υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στους καταναλωτές. Ο φτωχός άνθρωπος δεν είναι αναγκαστικά κατώτερος από τον ευημερούντα επιχειρηματία από άλλες απόψεις· ενδέχεται να διακρίνεται για επιστημονικά, λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά επιτεύγματα ή για την προσφορά του ως πολίτη. Στο κοινωνικό σύστημα της παραγωγής, όμως, είναι κατώτερος.
Η δημιουργική μεγαλοφυΐα ενδέχεται να έχει δίκιο όταν περιφρονεί την εμπορική επιτυχία· μπορεί να είναι αληθές ότι θα είχε ευημερήσει στις επιχειρήσεις αν δεν είχε προτιμήσει άλλα πράγματα. Οι υπάλληλοι και οι εργάτες, όμως, που καυχώνται για την ηθική τους ανωτερότητα εξαπατούν τον εαυτό τους και βρίσκουν παρηγοριά σε αυτή την αυταπάτη. Δεν παραδέχονται ότι δοκιμάστηκαν από τους συμπολίτες τους, τους καταναλωτές, και κρίθηκαν ανεπαρκείς.
Against such statements it is necessary to emphasize that, so far as the operation of the market is not sabotaged by the interference of governments and other factors of coercion, success in business is the proof of services rendered to the consumers. The poor man need not be inferior to the prosperous businessman in other regards; he may sometimes be outstanding in scientific, literary, and artistic achievements or in civic leadership. But in the social system of production he is inferior. The creative genius may be right in his disdain for commercial success; it may be true that he would have been prosperous in business if he had not preferred other things. But the clerks and workers who boast of their moral superiority deceive themselves and find consolation in this self-deception. They do not admit that they have been tried and found wanting by their fellow citizens, the consumers.
Συχνά υποστηρίζεται ότι η αποτυχία του φτωχού ανθρώπου στον ανταγωνισμό της αγοράς προκαλείται από την έλλειψη εκπαίδευσης. Η ισότητα ευκαιριών, λέγεται, μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο αν καταστεί προσιτή σε όλους η εκπαίδευση κάθε βαθμίδας. Επικρατεί σήμερα η τάση να ανάγονται όλες οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων στην εκπαίδευσή τους και να αρνείται κανείς την ύπαρξη έμφυτων ανισοτήτων ως προς τη διάνοια, τη δύναμη της βούλησης και τον χαρακτήρα.
Δεν γίνεται γενικά αντιληπτό ότι η εκπαίδευση δεν μπορεί ποτέ να είναι κάτι περισσότερο από διδασκαλία θεωριών και ιδεών που έχουν ήδη αναπτυχθεί. Όποια οφέλη και αν παρέχει, η εκπαίδευση είναι μετάδοση παραδοσιακών θεωριών και αποτιμήσεων· είναι αναγκαστικά συντηρητική. Παράγει μίμηση και ρουτίνα, όχι βελτίωση και πρόοδο. Οι καινοτόμοι και οι δημιουργικές μεγαλοφυΐες δεν μπορούν να διαμορφωθούν στα σχολεία. Είναι ακριβώς οι άνθρωποι που αψηφούν όσα τους δίδαξε το σχολείο.
It is often asserted that the poor man’s failure in the competition of the market is caused by his lack of education. Equality of opportunity, it is said, could be provided only by making education at every level accessible to all. There prevails today the tendency to reduce all differences among various peoples to their education and to deny the existence of inborn inequalities in intellect, will power, and character. It is not generally realized that education can never be more than indoctrination with theories and ideas already developed. Education, whatever benefits it may confer, is transmission of traditional doctrines and valuations; it is by necessity conservative. It produces imitation and routine, not improvement and progress. Innovators and creative geniuses cannot be reared in schools. They are precisely the men who defy what the school has taught them.
Για να επιτύχει στις επιχειρήσεις, ένας άνθρωπος δεν χρειάζεται πτυχίο από σχολή διοίκησης επιχειρήσεων. Οι σχολές αυτές εκπαιδεύουν υφισταμένους για εργασίες ρουτίνας. Ασφαλώς δεν εκπαιδεύουν επιχειρηματίες. Ο επιχειρηματίας δεν μπορεί να εκπαιδευτεί ως τέτοιος. Ένας άνθρωπος καθίσταται επιχειρηματίας όταν αξιοποιεί μια ευκαιρία και καλύπτει ένα κενό. Δεν απαιτείται ειδική εκπαίδευση για μια τέτοια εκδήλωση οξείας κρίσης, προνοητικότητας και ενεργητικότητας. Οι επιτυχέστεροι επιχειρηματίες ήταν συχνά αμόρφωτοι, αν κριθούν σύμφωνα με τα σχολαστικά κριτήρια του εκπαιδευτικού επαγγέλματος. Ανταποκρίνονταν, όμως, στην κοινωνική τους λειτουργία: στην προσαρμογή της παραγωγής προς την επιτακτικότερη ζήτηση. Εξαιτίας αυτών των προσόντων, οι καταναλωτές τούς επέλεξαν για την ηγεσία των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
In order to succeed in business a man does not need a degree from a school of business administration. These schools train the subalterns for routine jobs. They certainly do not train entrepreneurs. An entrepreneur cannot be trained. A man becomes an entrepreneur in seizing an opportunity and filling the gap. No special education is required for such a display of keen judgment, foresight, and energy. The most successful businessmen were often uneducated when measured by the scholastic standards of the teaching profession. But they were equal to their social function of adjusting production to the most urgent demand. Because of these merits the consumers chose them for business leadership.
Συνηθίζεται να γίνεται μεταφορικά λόγος για τις αυτόματες και ανώνυμες δυνάμεις που θέτουν σε λειτουργία τον «μηχανισμό» της αγοράς. Χρησιμοποιώντας τέτοιες μεταφορές, οι άνθρωποι τείνουν να παραβλέπουν ότι οι μοναδικοί παράγοντες που κατευθύνουν την αγορά και τον προσδιορισμό των τιμών είναι οι σκόπιμες πράξεις των ανθρώπων. Δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός· υπάρχουν μόνο άνθρωποι που επιδιώκουν συνειδητά και σκόπιμα επιλεγμένους σκοπούς. Δεν υπάρχουν μυστηριώδεις μηχανικές δυνάμεις· υπάρχει μόνο η ανθρώπινη βούληση για άρση της δυσφορίας. Δεν υπάρχει ανωνυμία· υπάρχω εγώ, εσύ, ο Bill, ο Joe και όλοι οι υπόλοιποι. Και καθένας από εμάς είναι συγχρόνως παραγωγός και καταναλωτής.
It is customary to speak metaphorically of the automatic and anonymous forces actuating the “mechanism” of the market. In employing such metaphors people are ready to disregard the fact that the only factors directing the market and the determination of prices are purposive acts of men. There is no automatism; there are only men consciously and deliberately aiming at ends chosen. There are no mysterious mechanical forces; there is only the human will to remove uneasiness. There is no anonymity; there is I and you and Bill and Joe and all the rest. And each of us is both a producer and a consumer.
Η αγορά αποτελεί κοινωνικό σώμα· είναι το κυριότερο κοινωνικό σώμα. Τα φαινόμενα της αγοράς αποτελούν κοινωνικά φαινόμενα. Είναι η συνισταμένη της ενεργού συνεισφοράς κάθε ατόμου. Διαφέρουν, όμως, από καθεμία από αυτές τις επιμέρους συνεισφορές. Εμφανίζονται στο άτομο ως κάτι δεδομένο, το οποίο δεν μπορεί να μεταβάλει μόνο του. Το άτομο δεν αντιλαμβάνεται πάντοτε ότι αποτελεί και το ίδιο μέρος —έστω και μικρό— του συμπλέγματος των στοιχείων που καθορίζουν την εκάστοτε κατάσταση της αγοράς.
Επειδή αδυνατεί να αναγνωρίσει αυτό το γεγονός, θεωρεί ότι, όταν επικρίνει τα φαινόμενα της αγοράς, είναι ελεύθερο να καταδικάζει στους συνανθρώπους του έναν τρόπο συμπεριφοράς τον οποίο θεωρεί απολύτως ορθό όταν πρόκειται για τον εαυτό του. Κατηγορεί την αγορά για αναλγησία και αδιαφορία απέναντι στα πρόσωπα και ζητεί τον κοινωνικό έλεγχο της αγοράς προκειμένου να «εξανθρωπιστεί». Αφενός, ζητεί μέτρα για την προστασία του καταναλωτή από τους παραγωγούς. Αφετέρου, επιμένει ακόμη εντονότερα στην ανάγκη να προστατευτεί ο ίδιος, ως παραγωγός, από τους καταναλωτές. Αποτέλεσμα αυτών των αντιφατικών απαιτήσεων είναι οι σύγχρονες μέθοδοι κυβερνητικής παρέμβασης, εξέχοντα παραδείγματα των οποίων υπήρξαν η Sozialpolitik της αυτοκρατορικής Γερμανίας και το αμερικανικό New Deal.
The market is a social body; it is the foremost social body. The market phenomena are social phenomena. They are the resultant of each individual’s active contribution. But they are different from each such contribution. They appear to the individual as something given which he himself cannot alter. He does not always see that he himself is a part, although a small part, of the complex of elements determining each momentary state of the market. Because he fails to realize this fact he feels himself free, in criticizing the market phenomena, to condemn with regard to his fellow men a mode of conduct which he considers as quite right with regard to himself. He blames the market for its callousness and disregard of persons and asks for social control of the market in order to “humanize” it. He asks on the one hand for measures to protect the consumer against the producers. But on the other hand he insists even more passionately upon the necessity of protecting himself as a producer against the consumers. The outcome of these contradictory demands is the modern methods of government interference whose most outstanding examples were the Sozialpolitik of imperial Germany and the American New Deal.
Αποτελεί παλαιά πλάνη η πεποίθηση ότι θεμιτό καθήκον της πολιτικής κυβέρνησης είναι να προστατεύει τον λιγότερο αποτελεσματικό παραγωγό από τον ανταγωνισμό του αποτελεσματικότερου. Ζητείται μια «πολιτική υπέρ των παραγωγών», σε αντιδιαστολή προς μια «πολιτική υπέρ των καταναλωτών». Ενώ επαναλαμβάνεται πομπωδώς η αυτονόητη αλήθεια ότι μοναδικός σκοπός της παραγωγής είναι να παρέχει άφθονες ποσότητες αγαθών προς κατανάλωση, τονίζεται με όχι μικρότερη ευγλωττία ότι ο «εργατικός» παραγωγός πρέπει να προστατευτεί από τον «αργόσχολο» καταναλωτή.
It is an old fallacy that it is a legitimate task of civil government to protect the less efficient producer against the competition of the more efficient. One asks for a “producers’ policy” as distinct from a “consumers’ policy.” While flamboyantly repeating the truism that the only aim of production is to provide ample supplies for consumption, people emphasize with no less eloquence that the “industrious” producer should be protected against the “idle” consumer.
Οι παραγωγοί και οι καταναλωτές, όμως, είναι τα ίδια πρόσωπα. Η παραγωγή και η κατανάλωση αποτελούν διαφορετικά στάδια της δράσης. Η καταλλακτική ενσαρκώνει αυτή τη διάκριση κάνοντας λόγο για παραγωγούς και καταναλωτές. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους.
Είναι, ασφαλώς, δυνατό να προστατευτεί ένας λιγότερο αποτελεσματικός παραγωγός από τον ανταγωνισμό αποτελεσματικότερων συνανθρώπων του. Ένα τέτοιο προνόμιο παρέχει στον δικαιούχο τα οφέλη που η ανεμπόδιστη αγορά παρέχει μόνο σε όσους επιτυγχάνουν να ικανοποιούν καλύτερα τις επιθυμίες των καταναλωτών. Αναγκαστικά, όμως, περιορίζει την ικανοποίηση των καταναλωτών. Αν παραχωρηθεί προνόμιο σε έναν μόνο παραγωγό ή σε μια μικρή ομάδα, οι δικαιούχοι αποκομίζουν πλεονέκτημα εις βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού. Αν, όμως, όλοι οι παραγωγοί αποκτήσουν προνόμια στον ίδιο βαθμό, καθένας χάνει υπό την ιδιότητά του ως καταναλωτή όσα κερδίζει υπό την ιδιότητά του ως παραγωγού. Επιπλέον, όλοι ζημιώνονται, επειδή η προσφορά προϊόντων μειώνεται όταν εμποδίζονται οι αποτελεσματικότεροι άνθρωποι να χρησιμοποιήσουν τις ικανότητές τους στο πεδίο στο οποίο θα μπορούσαν να παράσχουν τις πολυτιμότερες υπηρεσίες στους καταναλωτές.
However, producers and consumers are identical. Production and consumption are different stages in acting. Catallactics embodies these differences in speaking of producers and consumers. But in reality they are the same people. It is, of course, possible to protect a less efficient producer against the competition of more efficient fellows. Such a privilege conveys to the privileged the benefits which the unhampered market provides only to those who succeed in best filling the wants of the consumers. But it necessarily impairs the satisfaction of the consumers. If only one producer or a small group is privileged, the beneficiaries enjoy an advantage at the expense of the rest of the people. But if all producers are privileged to the same extent, everybody loses in his capacity as consumer as much as he gains in his capacity as a producer. Moreover, all are injured because the supply of products drops if the most efficient men are prevented from employing their skill in that field in which they could render the best services to the consumers.
Αν ένας καταναλωτής πιστεύει ότι είναι σκόπιμο ή ορθό να καταβάλλει υψηλότερη τιμή για εγχώρια σιτηρά από ό,τι για σιτηρά εισαγόμενα από το εξωτερικό ή για μεταποιημένα προϊόντα που κατασκευάζονται σε μονάδες μικρών επιχειρήσεων ή σε μονάδες που απασχολούν συνδικαλισμένους εργαζομένους από ό,τι για αντίστοιχα προϊόντα διαφορετικής προέλευσης, είναι ελεύθερος να το πράξει. Θα έπρεπε απλώς να βεβαιωθεί ότι το προσφερόμενο προς πώληση εμπόρευμα πληροί τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτά την προθυμία του να καταβάλει υψηλότερη τιμή.
Νόμοι που απαγορεύουν την παραποίηση των ενδείξεων προέλευσης και των εμπορικών σημάτων θα επιτύγχαναν τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν οι δασμοί, η εργατική νομοθεσία και τα προνόμια που παραχωρούνται στις μικρές επιχειρήσεις. Δεν υπάρχει, όμως, αμφιβολία ότι οι καταναλωτές δεν είναι διατεθειμένοι να ενεργήσουν με αυτόν τον τρόπο. Το γεγονός ότι ένα αγαθό φέρει την ένδειξη «εισαγόμενο» δεν περιορίζει τη δυνατότητα πώλησής του, αν είναι καλύτερο ή φθηνότερο ή και τα δύο. Κατά κανόνα, οι αγοραστές επιθυμούν να αγοράζουν όσο το δυνατόν φθηνότερα, ανεξάρτητα από την προέλευση του προϊόντος ή από ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των παραγωγών του.
If a consumer believes that it is expedient or right to pay a higher price for domestic cereals than for cereals imported from abroad, or for manufactures processed in plants operated by small business or employing unionized workers than for those of another provenance, he is free to do so. He would only have to satisfy himself that the commodity offered for sale meets the conditions upon which he makes the allowance of a higher price depend. Laws which forbid counterfeiting of labels of origin and trademarks would succeed in attaining the ends aimed at by tariffs, labor legislation, and privileges granted to small business. But it is beyond doubt that the consumers are not prepared to act in this way. The fact that a commodity is marked as imported does not impair its salability if it is better or cheaper, or both. As a rule the buyers want to buy as cheaply as possible without regard for the origin of the article or some particular characteristics of the producers.
Η ψυχολογική ρίζα της πολιτικής υπέρ των παραγωγών, όπως αυτή εφαρμόζεται σήμερα σε όλα τα μέρη του κόσμου, πρέπει να αναζητηθεί σε νόθες οικονομικές θεωρίες. Οι θεωρίες αυτές αρνούνται κατηγορηματικά ότι τα προνόμια που παραχωρούνται στους λιγότερο αποτελεσματικούς παραγωγούς επιβαρύνουν τον καταναλωτή. Οι υποστηρικτές τους ισχυρίζονται ότι τέτοια μέτρα είναι επιζήμια μόνο για εκείνους εις βάρος των οποίων εισάγουν διακρίσεις. Όταν, υπό περαιτέρω πίεση, αναγκάζονται να παραδεχθούν ότι ζημιώνονται και οι καταναλωτές, υποστηρίζουν ότι οι ζημίες των καταναλωτών υπεραντισταθμίζονται από την αύξηση του χρηματικού τους εισοδήματος, την οποία υποτίθεται ότι επιφέρουν τα σχετικά μέτρα.
The psychological root of the producers’ policy as practiced today in all parts of the world is to be seen in spurious economic doctrines. These doctrines flatly deny that the privileges granted to less efficient producers burden the consumer. Their advocates contend that such measures are prejudicial only to those against whom they discriminate. When, pressed further, they are forced to admit that the consumers are damaged too, they maintain that the losses of the consumers are more than compensated by an increase in their money income which the measures in question are bound to bring about.
Έτσι, στις κυρίως βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης, οι προστατευτιστές έσπευσαν αρχικά να διακηρύξουν ότι οι δασμοί επί των γεωργικών προϊόντων βλάπτουν αποκλειστικά τα συμφέροντα των γεωργών των κυρίως αγροτικών χωρών και των εμπόρων σιτηρών. Είναι βέβαιο ότι ζημιώνονται και αυτά τα εξαγωγικά συμφέροντα. Δεν είναι, όμως, λιγότερο βέβαιο ότι ζημιώνονται μαζί τους και οι καταναλωτές της χώρας που υιοθετεί τη δασμολογική πολιτική. Πρέπει να καταβάλλουν υψηλότερες τιμές για τα τρόφιμά τους.
Ο προστατευτιστής απαντά, ασφαλώς, ότι αυτό δεν αποτελεί επιβάρυνση. Υποστηρίζει ότι το πρόσθετο ποσό που καταβάλλει ο εγχώριος καταναλωτής αυξάνει το εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των γεωργών· αυτοί θα δαπανήσουν ολόκληρο το πλεόνασμα αγοράζοντας περισσότερα προϊόντα που κατασκευάζουν τα μη γεωργικά στρώματα του πληθυσμού. Αυτός ο παραλογισμός μπορεί εύκολα να καταρριφθεί μέσω της γνωστής ιστορίας του ανθρώπου που ζητεί από έναν πανδοχέα δωρεά 10 USD, υποστηρίζοντας ότι η δωρεά δεν θα του κοστίσει τίποτε, επειδή ο επαίτης υπόσχεται να δαπανήσει ολόκληρο το ποσό στο πανδοχείο του.
Παρ’ όλα αυτά, η προστατευτιστική πλάνη κατέλαβε την κοινή γνώμη, και μόνο αυτό εξηγεί τη δημοτικότητα των μέτρων που εμπνέονται από αυτή. Πολλοί άνθρωποι απλώς δεν αντιλαμβάνονται ότι μοναδικό αποτέλεσμα του προστατευτισμού είναι η μετατόπιση της παραγωγής από τόπους στους οποίους θα μπορούσε να παράγει περισσότερα ανά μονάδα δαπανώμενου κεφαλαίου και εργασίας προς τόπους στους οποίους παράγει λιγότερα. Καθιστά τους ανθρώπους φτωχότερους και όχι ευπορότερους.
Thus in the predominantly industrial countries of Europe the protectionists were first eager to declare that the tariff on agricultural products hurts exclusively the interests of the farmers of the predominantly agricultural countries and of the grain dealers. It is certain that these exporting interests are damaged too. But it is no less certain that the consumers of the country that adopts the tariff policy are losing with them. They must pay higher prices for their food. Of course, the protectionist retorts, that this is not a burden. For, he argues, the additional amount that the domestic consumer pays increases the farmers’ income and their purchasing power; they will spend the whole surplus in buying more of the products manufactured by the nonagricultural strata of the population. This paralogism can easily be exploded by referring to the well-known anecdote of the man who asks an innkeeper for a gift of ten dollars; it will not cost him anything because the beggar promises to spend the whole amount in his inn. But for all that, the protectionist fallacy got hold of public opinion, and this alone explains the popularity of the measures inspired by it. Many people simply do not realize that the only effect of protection is to divert production from those places in which it could produce more per unit of capital and labor expended to places in which it produces less. It makes people poorer, not more prosperous.
Το έσχατο θεμέλιο του σύγχρονου προστατευτισμού και της επιδίωξης οικονομικής αυτάρκειας από κάθε χώρα βρίσκεται στην εσφαλμένη πεποίθηση ότι αποτελούν τα καλύτερα μέσα για να καταστήσουν πλουσιότερο κάθε πολίτη ή, τουλάχιστον, τη συντριπτική πλειονότητά τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο όρος πλούτος σημαίνει αύξηση του πραγματικού εισοδήματος του ατόμου και βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου.
Είναι αλήθεια ότι η πολιτική της εθνικής οικονομικής απομόνωσης αποτελεί αναγκαίο επακόλουθο των προσπαθειών παρέμβασης στις εγχώριες επιχειρηματικές δραστηριότητες και ότι είναι τόσο αποτέλεσμα πολεμοχαρών τάσεων όσο και ένας από τους παράγοντες που τις δημιουργούν. Παραμένει, όμως, γεγονός ότι δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να γίνει αποδεκτή από τους ψηφοφόρους η ιδέα του προστατευτισμού, αν δεν είχαν πειστεί ότι αυτός όχι μόνο δεν μειώνει το βιοτικό τους επίπεδο, αλλά το αυξάνει σημαντικά.
The ultimate foundation of modern protectionism and of the striving for economic autarky of each country is to be found in this mistaken belief that they are the best means to make every citizen, or at least the immense majority of them, richer. The term riches means in this connection an increase in the individual’s real income and an improvement in his standard of living. It is true that the policy of national economic insulation is a necessary corollary of the endeavors to interfere with domestic business, and that it is an outcome of warlike tendencies as well as one of the factors producing these tendencies. But the fact remains that it would never have been possible to sell the idea of protection to the voters if one had not been able to convince them that protection not only does not impair their standard of living but raises it considerably.
Είναι σημαντικό να τονιστεί αυτό το γεγονός, επειδή καταρρίπτει πλήρως έναν μύθο που διαδίδουν πολλά δημοφιλή βιβλία. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν παρακινείται πλέον από την επιθυμία να βελτιώσει την υλική του ευημερία και να ανυψώσει το βιοτικό του επίπεδο. Οι αντίθετες διατυπώσεις των οικονομολόγων θεωρούνται εσφαλμένες. Ο σύγχρονος άνθρωπος, λέγεται, δίνει προτεραιότητα σε «μη οικονομικά» ή «ανορθολογικά» πράγματα και είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από την υλική βελτίωση κάθε φορά που η επίτευξή της παρεμποδίζει αυτές τις «ιδεατές» μέριμνες. Αποτελεί σοβαρό σφάλμα, το οποίο υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει κυρίως τους οικονομολόγους και τους επιχειρηματίες, να ερμηνεύονται τα γεγονότα της εποχής μας από «οικονομική» σκοπιά και να επικρίνονται οι σύγχρονες ιδεολογίες με βάση τις υποτιθέμενες οικονομικές πλάνες τους. Οι άνθρωποι, υποστηρίζεται, επιθυμούν άλλα πράγματα περισσότερο από μια καλή ζωή.
It is important to emphasize this fact because it utterly explodes a myth propagated by many popular books. According to these myths, contemporary man is no longer motivated by the desire to improve his material well-being and to raise his standard of living. The assertions of the economists to the contrary are mistaken. Modern man gives priority to “noneconomic” or “irrational” things and is ready to forego material betterment whenever its attainment stands in the way of those “ideal” concerns. It is a serious blunder, common mostly with economists and businessmen, to interpret the events of our time from an “economic” point of view and to criticize current ideologies with regard to the alleged economic fallacies implied. People long for other things more than for a good life.
Δύσκολα θα μπορούσε να παρερμηνευθεί κατά περισσότερο κατάφωρο τρόπο η ιστορία της εποχής μας. Οι σύγχρονοί μας παρακινούνται από φανατικό ζήλο να αποκτήσουν περισσότερες ανέσεις και από ασυγκράτητη επιθυμία να απολαύσουν τη ζωή. Χαρακτηριστικό κοινωνικό φαινόμενο της εποχής μας είναι η ομάδα πίεσης, μια συμμαχία ανθρώπων που επιθυμούν να προαγάγουν τη δική τους υλική ευημερία χρησιμοποιώντας κάθε μέσο, νόμιμο ή παράνομο, ειρηνικό ή βίαιο. Για την ομάδα πίεσης τίποτε δεν έχει σημασία πέρα από την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος των μελών της. Δεν ενδιαφέρεται για καμία άλλη πτυχή της ζωής. Δεν την απασχολεί αν η πραγματοποίηση του προγράμματός της βλάπτει τα ζωτικά συμφέροντα άλλων ανθρώπων, του δικού της έθνους ή χώρας ή ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Κάθε ομάδα πίεσης, όμως, επιθυμεί ασφαλώς να παρουσιάζει τις απαιτήσεις της ως επωφελείς για τη γενική δημόσια ευημερία και να στιγματίζει τους επικριτές της ως άθλιους κακοποιούς, ηλίθιους και προδότες. Κατά την επιδίωξη των σχεδίων της επιδεικνύει οιονεί θρησκευτικό ζήλο.
It is hardly possible to misconstrue the history of our age more crassly. Our contemporaries are driven by a fanatical zeal to get more amenities and by an unrestrained appetite to enjoy life. A characteristic social phenomenon of our day is the pressure group, an alliance of people eager to promote their own material well-being by the employment of all means, legal or illegal, peaceful or violent. For the pressure group nothing matters but the increase of its members’ real income. It is not concerned with any other aspects of life. It does not bother whether or not the realization of its program hurts the vital interests of other men, of their own nation or country, and of the whole of mankind. But, of course, every pressure group is anxious to justify its demands as beneficial to the general public welfare and to stigmatize its critics as abject scoundrels, idiots, and traitors. In the pursuit of its plans it displays a quasi-religious ardor.
Όλα ανεξαιρέτως τα πολιτικά κόμματα υπόσχονται στους υποστηρικτές τους υψηλότερο πραγματικό εισόδημα. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ εθνικιστών και διεθνιστών ούτε μεταξύ των υποστηρικτών της οικονομίας της αγοράς και των υπερμάχων του σοσιαλισμού ή του παρεμβατισμού. Αν ένα κόμμα ζητεί από τους υποστηρικτές του να υποβληθούν σε θυσίες για την υπόθεσή του, παρουσιάζει πάντοτε αυτές τις θυσίες ως αναγκαίο προσωρινό μέσο για την επίτευξη του έσχατου σκοπού, δηλαδή της βελτίωσης της υλικής ευημερίας των μελών του. Κάθε κόμμα θεωρεί ύπουλη συνωμοσία κατά του κύρους και της επιβίωσής του κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης της ικανότητας των σχεδίων του να καταστήσουν τα μέλη της ομάδας ευπορότερα. Κάθε κόμμα αντιμετωπίζει με θανάσιμο μίσος τους οικονομολόγους που προβαίνουν σε τέτοια κριτική.
Without exception all political parties promise their supporters a higher real income. There is no difference in this respect between nationalists and internationalists and between the supporters of a market economy and the advocates of either socialism or interventionism. If a party asks its supporters to make sacrifices for its cause, it always explains these sacrifices as the necessary temporary means for the attainment of the ultimate goal, the improvement of the material well-being of its members. Each party considers it as an insidious plot against its prestige and its survival if somebody ventures to question the capacity of its projects to make the group members more prosperous. Each party regards with a deadly hatred the economists embarking upon such a critique.
Όλες οι μορφές πολιτικής υπέρ των παραγωγών υποστηρίζονται βάσει της υποτιθέμενης ικανότητάς τους να ανυψώνουν το βιοτικό επίπεδο των μελών του κόμματος. Ο προστατευτισμός και η οικονομική αυτάρκεια, η συνδικαλιστική πίεση και ο συνδικαλιστικός καταναγκασμός, η εργατική νομοθεσία, οι κατώτατοι μισθολογικοί συντελεστές, οι δημόσιες δαπάνες, η πιστωτική επέκταση, οι επιδοτήσεις και άλλα τεχνάσματα συνιστώνται πάντοτε από τους υποστηρικτές τους ως τα καταλληλότερα ή τα μοναδικά μέσα αύξησης του πραγματικού εισοδήματος των ανθρώπων των οποίων επιδιώκουν τις ψήφους. Κάθε σύγχρονος πολιτικός ηγέτης ή πολιτευτής λέει απαρέγκλιτα στους ψηφοφόρους του: «Το πρόγραμμά μου θα σας καταστήσει όσο εύπορους επιτρέπουν οι συνθήκες, ενώ το πρόγραμμα των αντιπάλων μου θα σας οδηγήσει στη στέρηση και στην αθλιότητα».
All varieties of the producers’ policy are advocated on the ground of their alleged ability to raise the party members’ standard of living. Protectionism and economic self-sufficiency, labor union pressure and compulsion, labor legislation, minimum wage rates, public spending, credit expansion, subsidies, and other makeshifts are always recommended by their advocates as the most suitable or the only means to increase the real income of the people for whose votes they canvass. Every contemporary statesman or politician invariably tells his voters: My program will make you as affluent as conditions may permit, while my adversaries’ program will bring you want and misery.
Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι απομονωμένοι διανοούμενοι μιλούν διαφορετικά στους εσωτερικούς τους κύκλους. Διακηρύσσουν την προτεραιότητα εκείνων που αποκαλούν αιώνιες και απόλυτες αξίες και προσποιούνται στις ρητορικές τους διακηρύξεις —όχι στην προσωπική τους συμπεριφορά— ότι περιφρονούν τα εγκόσμια και παροδικά πράγματα. Το κοινό, όμως, αγνοεί αυτές τις αποφάνσεις. Κύριος σκοπός της σύγχρονης πολιτικής δράσης είναι να εξασφαλίσει στα μέλη της αντίστοιχης ομάδας πίεσης την υψηλότερη δυνατή υλική ευημερία. Ο μοναδικός τρόπος για να επιτύχει ένας ηγέτης είναι να εμφυσήσει στους ανθρώπους την πεποίθηση ότι το πρόγραμμά του εξυπηρετεί καλύτερα την επίτευξη αυτού του σκοπού.
It is true that some secluded intellectuals in their esoteric circles talk differently. They proclaim the priority of what they call eternal absolute values and feign in their declamations—not in their personal conduct—a disdain of things secular and transitory. But the public ignores such utterances. The main goal of present-day political action is to secure for the respective pressure group memberships the highest material well-being. The only way for a leader to succeed is to instill in people the conviction that his program best serves the attainment of this goal.
Το σφάλμα των πολιτικών υπέρ των παραγωγών έγκειται στην εσφαλμένη οικονομική θεωρία στην οποία βασίζονται.
Αν κάποιος επιθυμεί να ακολουθήσει τη σύγχρονη τάση εξήγησης των ανθρώπινων ζητημάτων μέσω της ορολογίας της ψυχοπαθολογίας, ενδέχεται να μπει στον πειρασμό να πει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος, αντιπαραθέτοντας μια πολιτική υπέρ των παραγωγών προς μια πολιτική υπέρ των καταναλωτών, έχει πέσει θύμα ενός είδους σχιζοφρένειας. Αδυνατεί να αντιληφθεί ότι αποτελεί ενιαίο και αδιαίρετο πρόσωπο, δηλαδή άτομο, και ότι, ως τέτοιο, δεν είναι λιγότερο καταναλωτής από όσο είναι παραγωγός. Η ενότητα της συνείδησής του διασπάται σε δύο μέρη· ο νους του βρίσκεται σε εσωτερική σύγκρουση με τον ίδιο του τον εαυτό.
Ελάχιστη σημασία έχει, όμως, αν θα υιοθετήσουμε ή όχι αυτόν τον τρόπο περιγραφής του γεγονότος ότι η οικονομική θεωρία από την οποία απορρέουν αυτές οι πολιτικές είναι εσφαλμένη. Δεν ασχολούμαστε με την παθολογική πηγή από την οποία μπορεί να προέρχεται ένα σφάλμα, αλλά με το ίδιο το σφάλμα και τις λογικές του ρίζες. Το πρωταρχικό ζήτημα είναι η αποκάλυψη του σφάλματος μέσω λογικού συλλογισμού. Αν μια πρόταση δεν είχε αποδειχθεί λογικά εσφαλμένη, η ψυχοπαθολογία δεν θα ήταν σε θέση να χαρακτηρίσει ως παθολογική την ψυχική κατάσταση από την οποία προέρχεται. Αν ένας άνθρωπος φαντάζεται ότι είναι ο βασιλιάς του Σιάμ, το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξακριβώσει ο ψυχίατρος είναι αν πράγματι είναι αυτό που πιστεύει ότι είναι. Μόνο αν δοθεί αρνητική απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί ο άνθρωπος να θεωρηθεί παράφρων.
What is wrong with the producers’ policies is their faulty economics. If one is prepared to indulge in the fashionable tendency to explain human things by resorting to the terminology of psychopathology, one might be tempted to say that modern man in contrasting a producers’ policy with a consumers’ policy has fallen victim to a kind of schizophrenia. He fails to realize that he is an undivided and indivisible person, i.e., an individual, and as such no less a consumer than a producer. The unity of his consciousness is split into two parts; his mind is inwardly divided against himself. But it matters little whether or not we adopt this mode of describing the fact that the economic doctrine resulting in these policies is faulty. We are not concerned with the pathological source from which an error may stem, but with the error as such and with its logical roots. The unmasking of the error by means of ratiocination is the primary fact. If a statement were not exposed as logically erroneous, psychopathology would not be in a position to qualify the state of mind from which it stems as pathological. If a man imagines himself to be the king of Siam, the first thing which the psychiatrist has to establish is whether or not he really is what he believes himself to be. Only if this question is answered in the negative can the man be considered insane.
Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι σύγχρονοί μας έχουν υιοθετήσει μια εσφαλμένη ερμηνεία της σχέσης παραγωγού και καταναλωτή. Όταν αγοράζουν, συμπεριφέρονται σαν να συνδέονται με την αγορά αποκλειστικά ως αγοραστές και αντιστρόφως όταν πωλούν. Ως αγοραστές υποστηρίζουν αυστηρά μέτρα για την προστασία τους από τους πωλητές· ως πωλητές υποστηρίζουν εξίσου αυστηρά μέτρα κατά των αγοραστών. Αυτή, όμως, η αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία κλονίζει τα ίδια τα θεμέλια της κοινωνικής συνεργασίας, δεν αποτελεί προϊόν παθολογικής ψυχικής κατάστασης. Είναι αποτέλεσμα μιας στενότητας αντιλήψεων που αδυνατεί να κατανοήσει τη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς και να προβλέψει τις έσχατες συνέπειες των ίδιων της των πράξεων.
It is true that most of our contemporaries are committed to a fallacious interpretation of the producer-consumer nexus. In buying they behave as if they were connected with the market only as buyers, and vice versa in selling. As buyers they advocate stern measures to protect them against the sellers, and as sellers they advocate no less harsh measures against the buyers. But this antisocial conduct which shakes the very foundations of social cooperation is not an outgrowth of a pathological state of mind. It is the, outcome of a narrow-mindedness which fails to conceive the operation of the market economy and to anticipate the ultimate effects of one’s own actions.
Μπορεί ευλόγως να υποστηριχθεί ότι η συντριπτική πλειονότητα των συγχρόνων μας δεν είναι διανοητικά και πνευματικά προσαρμοσμένη στη ζωή εντός της κοινωνίας της αγοράς, μολονότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι πατέρες τους δημιούργησαν ασυνείδητα αυτή την κοινωνία μέσω των πράξεών τους. Η αδυναμία προσαρμογής τους, όμως, δεν συνίσταται σε τίποτε άλλο παρά στην αποτυχία τους να αναγνωρίσουν τις εσφαλμένες θεωρίες ως τέτοιες.
It is permissible to contend that the immense majority of our contemporaries are mentally and intellectually not adjusted to life in the market society although they themselves and their fathers have unwittingly created this society by their actions. But this maladjustment consists in nothing else than in the failure to recognize erroneous doctrines as such.
Ο καταναλωτής δεν είναι παντογνώστης. Δεν γνωρίζει πού μπορεί να αποκτήσει στη χαμηλότερη τιμή εκείνο που αναζητεί. Πολύ συχνά δεν γνωρίζει καν ποιο είδος αγαθού ή υπηρεσίας είναι κατάλληλο να άρει με τον αποτελεσματικότερο τρόπο τη συγκεκριμένη δυσφορία που επιθυμεί να εξαλείψει. Στην καλύτερη περίπτωση, γνωρίζει τις συνθήκες της αγοράς κατά το άμεσο παρελθόν και διαμορφώνει τα σχέδιά του βάσει αυτών των πληροφοριών. Έργο της επιχειρηματικής προβολής είναι να του μεταδώσει πληροφορίες σχετικά με την πραγματική κατάσταση της αγοράς.
The consumer is not omniscient. He does not know where he can obtain at the cheapest price what he is looking for. Very often he does not even know what kind of commodity or service is suitable to remove most efficaciously the particular uneasiness he wants to remove. At best he is familiar with the market conditions of the immediate past and arranges his plans on the basis of this information. To convey to him information about the actual state of the market is the task of business propaganda.
Η επιχειρηματική προβολή πρέπει να είναι επίμονη και κραυγαλέα. Σκοπός της είναι να προσελκύσει την προσοχή των βραδυκίνητων ανθρώπων, να αφυπνίσει λανθάνουσες επιθυμίες και να παρακινήσει τους ανθρώπους να αντικαταστήσουν την αδρανή προσκόλληση στην παραδοσιακή ρουτίνα με την καινοτομία. Για να επιτύχει, η διαφήμιση πρέπει να προσαρμόζεται στη νοοτροπία των ανθρώπων τους οποίους επιδιώκει να προσελκύσει. Πρέπει να ανταποκρίνεται στις προτιμήσεις τους και να μιλά τη γλώσσα τους. Η διαφήμιση είναι οξεία, θορυβώδης, χονδροειδής και υπερβολική, επειδή το κοινό δεν ανταποκρίνεται σε αξιοπρεπείς υπαινιγμούς. Η κακογουστιά του κοινού αναγκάζει τους διαφημιστές να επιδεικνύουν κακογουστιά στις εκστρατείες προβολής τους. Η τέχνη της διαφήμισης έχει εξελιχθεί σε κλάδο της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, συγγενή προς την παιδαγωγική.
Business propaganda must be obtrusive and blatant. It is its aim to attract the attention of slow people, to rouse latent wishes, to entice men to substitute innovation for inert clinging to traditional routine. In order to succeed, advertising must be adjusted to the mentality of the people courted. It must suit their tastes and speak their idiom. Advertising is shrill, noisy, coarse, puffing, because the public does not react to dignified allusions. It is the bad taste of the public that forces the advertisers to display bad taste in their publicity campaigns. The art of advertising has evolved into a branch of applied psychology, a sister discipline of pedagogy.
Όπως όλα τα πράγματα που έχουν σχεδιαστεί ώστε να ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις των μαζών, η διαφήμιση προκαλεί αποστροφή στους ανθρώπους με εκλεπτυσμένη ευαισθησία. Αυτή η αποστροφή επηρεάζει την αξιολόγηση της επιχειρηματικής προβολής. Η διαφήμιση και όλες οι άλλες μέθοδοι επιχειρηματικής προβολής καταδικάζονται ως μία από τις πιο αποκρουστικές συνέπειες του απεριόριστου ανταγωνισμού. Υποστηρίζεται ότι πρέπει να απαγορευτούν. Οι καταναλωτές, λέγεται, πρέπει να ενημερώνονται από αμερόληπτους ειδικούς· τα δημόσια σχολεία, ο «ακομμάτιστος» Τύπος και οι συνεταιρισμοί πρέπει να αναλάβουν αυτό το καθήκον.
Like all things designed to suit the taste of the masses, advertising is repellent to people of delicate feeling. This abhorrence influences the appraisal of business propaganda. Advertising and all other methods of business propaganda are condemned as one of the most outrageous outgrowths of unlimited competition. It should be forbidden. The consumers should be instructed by impartial experts; the public schools, the “nonpartisan” press, and cooperatives should perform this task.
Ο περιορισμός του δικαιώματος των επιχειρηματιών να διαφημίζουν τα προϊόντα τους θα περιόριζε την ελευθερία των καταναλωτών να δαπανούν το εισόδημά τους σύμφωνα με τις δικές τους ανάγκες και επιθυμίες. Θα καθιστούσε αδύνατο να μάθουν όσα μπορούν και επιθυμούν να μάθουν σχετικά με την κατάσταση της αγοράς και τις συνθήκες που ενδέχεται να θεωρούν συναφείς όταν επιλέγουν τι θα αγοράσουν και τι όχι. Δεν θα ήταν πλέον σε θέση να αποφασίζουν βάσει της άποψης που έχουν σχηματίσει οι ίδιοι σχετικά με την αποτίμηση των προϊόντων του από τον πωλητή· θα αναγκάζονταν να ενεργούν βάσει των συστάσεων άλλων ανθρώπων.
Δεν είναι απίθανο αυτοί οι καθοδηγητές να τους προφύλασσαν από ορισμένα σφάλματα. Οι επιμέρους καταναλωτές, όμως, θα βρίσκονταν υπό την κηδεμονία επιτρόπων. Αν η διαφήμιση δεν περιορίζεται, οι καταναλωτές βρίσκονται, σε γενικές γραμμές, στη θέση ενός σώματος ενόρκων που ενημερώνεται για την υπόθεση ακούγοντας τους μάρτυρες και εξετάζοντας άμεσα όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Αν η διαφήμιση περιορίζεται, βρίσκονται στη θέση ενός σώματος ενόρκων στο οποίο ένας δημόσιος λειτουργός ανακοινώνει το αποτέλεσμα της δικής του εξέτασης των αποδεικτικών στοιχείων.
The restriction of the right of businessmen to advertise their products would restrict the freedom of the consumers to spend their income according to their own wants and desires. It would make it impossible for them to learn as much as they can and want about the state of the market and the conditions which they may consider as relevant in choosing what to buy and what not to buy. They would no longer be in a position to decide on the basis of the opinion which they themselves have formed about the seller’s appraisal of his products; they would be forced to act on the recommendation of other people. It is not unlikely that these mentors would save them some mistakes. But the individual consumers would be under the tutelage of guardians. If advertising is not restricted, the consumers are by and large in the position of a jury which learns about the case by hearing the witnesses and examining directly all other means of evidence. If advertising is restricted, they are in the position of a jury to whom an officer reports about the result of his own examination of evidence.
Αποτελεί ευρέως διαδεδομένη πλάνη η πεποίθηση ότι η επιδέξια διαφήμιση μπορεί να πείσει τους καταναλωτές να αγοράσουν οτιδήποτε επιθυμεί να τους πωλήσει ο διαφημιζόμενος. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, ο καταναλωτής είναι εντελώς ανυπεράσπιστος απέναντι στην «επιθετική» διαφήμιση. Αν αυτό ήταν αληθές, η επιτυχία ή η αποτυχία στις επιχειρήσεις θα εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον τρόπο διαφήμισης.
Κανείς, όμως, δεν πιστεύει ότι οποιοδήποτε είδος διαφήμισης θα μπορούσε να είχε επιτρέψει στους κηροποιούς να διατηρήσουν τη θέση τους απέναντι στον ηλεκτρικό λαμπτήρα, στους αμαξάδες απέναντι στα αυτοκίνητα ή στην πένα από φτερό χήνας απέναντι στη χαλύβδινη πένα και, αργότερα, στην πένα με δοχείο μελάνης. Όποιος το παραδέχεται αυτό αποδέχεται εμμέσως ότι η ποιότητα του διαφημιζόμενου αγαθού συμβάλλει αποφασιστικά στην επιτυχία μιας διαφημιστικής εκστρατείας. Δεν υπάρχει τότε κανένας λόγος να υποστηρίζεται ότι η διαφήμιση αποτελεί μέθοδο εξαπάτησης του εύπιστου κοινού.
It is a widespread fallacy that skillful advertising can talk the consumers into buying everything that the advertiser wants them to buy. The consumer is, according to this legend, simply defenseless against “high-pressure” advertising. If this were true, success or failure in business would depend on the mode of advertising only. However, nobody believes that any kind of advertising would have succeeded in making the candlemakers hold the field against the electric bulb, the horsedrivers against the motorcars, the goose quill against the steel pen and later against the fountain pen. But whoever admits this implies that the quality of the commodity advertised is instrumental in bringing about the success of an advertising campaign. Then there is no reason to maintain that advertising is a method of cheating the gullible public.
Είναι ασφαλώς δυνατό ένας διαφημιζόμενος να παρακινήσει κάποιον να δοκιμάσει ένα προϊόν το οποίο δεν θα είχε αγοράσει αν γνώριζε εκ των προτέρων τις ιδιότητές του. Όσο, όμως, η διαφήμιση είναι ελεύθερα διαθέσιμη σε όλες τις ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις, το προϊόν που είναι καλύτερο από τη σκοπιά των επιθυμιών των καταναλωτών θα υπερκεράσει τελικά το λιγότερο κατάλληλο προϊόν, ανεξάρτητα από τις χρησιμοποιούμενες διαφημιστικές μεθόδους. Τα τεχνάσματα και τα επινοήματα της διαφήμισης είναι εξίσου διαθέσιμα στον πωλητή του καλύτερου προϊόντος όσο και στον πωλητή του χειρότερου. Μόνο ο πρώτος, όμως, απολαμβάνει το πλεονέκτημα που απορρέει από την ανώτερη ποιότητα του προϊόντος του.
It is certainly possible for an advertiser to induce a man to try an article which he would not have bought if he had known its qualities beforehand. But as long as advertising is free to all competing firms, the article which is better from the point of view of the consumers’ appetites will finally outstrip the less appropriate article, whatever methods of advertising may be applied. The tricks and artifices of advertising are available to the seller of the better product no less than to the seller of the poorer product. But only the former enjoys the advantage derived from the better quality of his product.
Οι συνέπειες της διαφήμισης αγαθών καθορίζονται από το γεγονός ότι, κατά κανόνα, ο αγοραστής είναι σε θέση να σχηματίσει ορθή άποψη σχετικά με τη χρησιμότητα ενός προϊόντος που αγόρασε. Η νοικοκυρά που δοκίμασε μια συγκεκριμένη μάρκα σαπουνιού ή κονσερβοποιημένου τροφίμου μαθαίνει από την εμπειρία αν τη συμφέρει να αγοράζει και να καταναλώνει το ίδιο προϊόν και στο μέλλον. Επομένως, η διαφήμιση ωφελεί τον διαφημιζόμενο μόνο αν η δοκιμή του πρώτου αγορασθέντος δείγματος δεν οδηγήσει τον καταναλωτή στην άρνηση να αγοράσει και άλλο. Μεταξύ των επιχειρηματιών είναι γενικά αποδεκτό ότι δεν συμφέρει να διαφημίζονται προϊόντα που δεν είναι καλά.
The effects of advertising of commodities are determined by the fact that as a rule the buyer is in a position to form a correct opinion about the usefulness of an article bought. The housewife who has tried a particular brand of soap or canned food learns from experience whether it is good for her to buy and consume that product in the future too. Therefore advertising pays the advertiser only if the examination of the first sample bought does not result in the consumer’s refusal to buy more of it. It is agreed among businessmen that it does not pay to advertise products other than good ones.
Εντελώς διαφορετικές είναι οι συνθήκες στα πεδία στα οποία η εμπειρία δεν μπορεί να μας διδάξει τίποτε. Οι διατυπώσεις της θρησκευτικής, μεταφυσικής και πολιτικής προπαγάνδας δεν μπορούν ούτε να επαληθευτούν ούτε να διαψευστούν από την εμπειρία. Ως προς τη μεταθανάτια ζωή και το απόλυτο δεν υπάρχει καμία εμπειρία. Ως προς τα ζητήματα της πολιτικής οργάνωσης, κάθε εμπειρία αποτελεί πάντοτε εμπειρία σύνθετων φαινομένων, η οποία επιδέχεται διαφορετικές ερμηνείες· το μοναδικό κριτήριο που μπορεί να εφαρμοστεί στις πολιτικές θεωρίες είναι ο απριοριστικός συλλογισμός. Επομένως, η πολιτική προπαγάνδα και η επιχειρηματική προβολή είναι ουσιωδώς διαφορετικά πράγματα, μολονότι συχνά προσφεύγουν στις ίδιες τεχνικές μεθόδους.
Entirely different are conditions in those fields in which experience cannot teach us anything. The statements of religious, metaphysical, and political propaganda can be neither verified nor falsified by experience. With regard to the life beyond and the absolute, any experience is denied to men living in this world. In political matters experience is always the experience of complex phenomena which is open to different interpretations; the only yardstick which can be applied to political doctrines is aprioristic reasoning. Thus political propaganda and business propaganda are essentially different things, although they often resort to the same technical methods.
Υπάρχουν πολλά δεινά για τα οποία η σύγχρονη τεχνολογία και θεραπευτική δεν διαθέτουν θεραπεία. Υπάρχουν ανίατες ασθένειες και ανεπανόρθωτα προσωπικά ελαττώματα. Αποτελεί θλιβερό γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τη δυσχερή θέση των συνανθρώπων τους προσφέροντάς τους δήθεν θαυματουργά φάρμακα. Τέτοιες κομπογιαννίτικες πρακτικές δεν καθιστούν τους ηλικιωμένους νέους ούτε τις άσχημες γυναίκες όμορφες. Δημιουργούν μόνο ελπίδες.
Η λειτουργία της αγοράς δεν θα πληττόταν αν οι αρχές εμπόδιζαν διαφημίσεις των οποίων η αλήθεια δεν μπορεί να αποδειχθεί με τις μεθόδους των πειραματικών φυσικών επιστημών. Όποιος, όμως, είναι πρόθυμος να παραχωρήσει αυτή την εξουσία στην κυβέρνηση θα ήταν ασυνεπής αν αντιτασσόταν στην απαίτηση να υποβάλλονται στον ίδιο έλεγχο οι ισχυρισμοί των εκκλησιών και των θρησκευτικών αιρέσεων. Η ελευθερία είναι αδιαίρετη. Μόλις αρχίσει κάποιος να την περιορίζει, εισέρχεται σε μια κατωφέρεια στην οποία είναι δύσκολο να σταματήσει. Αν αναθέσει στην κυβέρνηση το καθήκον να επιβάλλει την αλήθεια στη διαφήμιση αρωμάτων και οδοντόκρεμας, δεν μπορεί να της αρνηθεί το δικαίωμα να επιβλέπει την αλήθεια στα σημαντικότερα ζητήματα της θρησκείας, της φιλοσοφίας και της κοινωνικής ιδεολογίας.
There are many evils for which contemporary technology and therapeutics have no remedy. There are incurable diseases and there are irreparable personal defects. It is a sad fact that some people try to exploit their fellow men’s plight by offering them patent medicines. Such quackeries do not make old people young and ugly girls pretty. They only raise hopes. It would not impair the operation of the market if the authorities were to prevent such advertising, the truth of which cannot be evidenced by the methods of the experimental natural sciences. But whoever is ready to grant to the government this power would be inconsistent if he objected to the demand to submit the statements of churches and sects to the same examination. Freedom is indivisible. As soon as one starts to restrict it, one enters upon a decline on which it is difficult to stop. If one assigns to the government the task of making truth prevail in the advertising of perfumes and tooth paste, one cannot contest it the right to look after truth in the more important matters of religion, philosophy, and social ideology.
Η ιδέα ότι η επιχειρηματική προβολή μπορεί να εξαναγκάσει τους καταναλωτές να υποταχθούν στη βούληση των διαφημιζομένων είναι εσφαλμένη. Η διαφήμιση δεν μπορεί ποτέ να επιτύχει την αντικατάσταση καλύτερων ή φθηνότερων αγαθών από χειρότερα αγαθά.
The idea that business propaganda can force the consumers to submit to the will of the advertisers is spurious. Advertising can never succeed in supplanting better or cheaper goods available and offered for sale.
Από τη σκοπιά του διαφημιζομένου, οι δαπάνες διαφήμισης αποτελούν μέρος του συνολικού κόστους παραγωγής. Ο επιχειρηματίας δαπανά χρήματα για διαφήμιση εφόσον και στον βαθμό στον οποίο αναμένει ότι η συνακόλουθη αύξηση των πωλήσεων θα αυξήσει τις συνολικές καθαρές εισπράξεις. Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ του διαφημιστικού κόστους και όλων των άλλων στοιχείων του κόστους παραγωγής.
Έχει επιχειρηθεί να γίνει διάκριση μεταξύ κόστους παραγωγής και κόστους πωλήσεων. Έχει υποστηριχθεί ότι η αύξηση του κόστους παραγωγής αυξάνει την προσφορά, ενώ η αύξηση του κόστους πωλήσεων —συμπεριλαμβανομένου του διαφημιστικού κόστους— αυξάνει τη ζήτηση.27 Αυτό αποτελεί σφάλμα. Όλες οι δαπάνες παραγωγής πραγματοποιούνται με την πρόθεση να αυξηθεί η ζήτηση. Αν ένας παραγωγός ζαχαρωτών χρησιμοποιεί καλύτερη πρώτη ύλη, αποβλέπει στην αύξηση της ζήτησης, όπως ακριβώς όταν καθιστά ελκυστικότερες τις συσκευασίες, περισσότερο φιλόξενα τα καταστήματά του ή δαπανά περισσότερα για διαφήμιση.
Η ιδέα που βρίσκεται πίσω από την αύξηση του κόστους παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος είναι πάντοτε η αύξηση της ζήτησης. Αν ένας επιχειρηματίας επιθυμεί να αυξήσει την προσφορά, πρέπει να αυξήσει το συνολικό κόστος παραγωγής, πράγμα που συχνά οδηγεί σε μείωση του κόστους παραγωγής ανά μονάδα.
The costs incurred by advertising are, from the point of view of the advertiser, a part of the total bill of production costs. A businessman expends money for advertising if and as far as he expects that the increase in sales resulting will increase the total net proceeds. In this regard there is no difference between the costs of advertising and all other costs of production. An attempt has been made to distinguish between production costs and sales costs. An increase in production costs, it has been said, increases supply, while an increase in sales costs (advertising costs included) increases demand.[24] This is a mistake. All costs of production are expended with the intention of increasing demand. If the manufacturer of candy employs a better raw material, he aims at an increase in demand in the same way as he does in making the wrappings more attractive and his stores more inviting and in spending more for advertisements. In increasing production costs per unit of the product the idea is always to increase demand. If a businessman wants to increase supply, he must increase the total cost of production, which often results in lowering production costs per unit.
ΣτΜ: Ο όρος Volkswirtschaft διατηρείται στο γερμανικό πρωτότυπο, επειδή, όπως επισημαίνει ο ίδιος ο Ludwig von Mises, δεν διαθέτει ακριβές μονολεκτικό ισοδύναμο και εδώ δηλώνει την εθνική οικονομία ως ενιαίο σύνολο που διευθύνεται από το κράτος.
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Η οικονομία της αγοράς καθαυτή δεν αναγνωρίζει πολιτικά σύνορα. Πεδίο της είναι ολόκληρος ο κόσμος.
The market economy as such does not respect political frontiers. Its field is the world.
Ο όρος Volkswirtschaft χρησιμοποιήθηκε επί μακρόν από τους Γερμανούς υπερμάχους της παντοδυναμίας του κράτους. Μόνο πολύ αργότερα άρχισαν οι Βρετανοί και οι Γάλλοι να μιλούν για τη «βρετανική οικονομία» και τη «γαλλική οικονομία» —l’économie française— ως διακριτές από τις οικονομίες άλλων εθνών. Ούτε η αγγλική ούτε η γαλλική γλώσσα, όμως, δημιούργησε όρο ισοδύναμο προς το Volkswirtschaft. Με τη σύγχρονη τάση προς τον εθνικό σχεδιασμό και την εθνική αυτάρκεια, η θεωρία που εμπεριέχεται σε αυτή τη γερμανική λέξη έγινε δημοφιλής παντού. Παρ’ όλα αυτά, μόνο η γερμανική γλώσσα μπορεί να εκφράσει με μία λέξη το σύνολο των ιδεών που αυτή υποδηλώνει.
The term Volkswirtschaft was long applied by the German champions of government omnipotence. Only much later did the British and the French begin to speak of the “British economy” and “l’économie française” as distinct from the economies of other nations. But neither the English nor the French language produced an equivalent of the term Volkswirtschaft. With the modern trend toward national planning and national autarky, the doctrine involved in this German word became popular everywhere. Nonetheless, only the German language is able to express in one word all the ideas implied.
Η Volkswirtschaft είναι το συνολικό σύμπλεγμα των οικονομικών δραστηριοτήτων ενός κυρίαρχου έθνους, το οποίο διευθύνεται και ελέγχεται από την κυβέρνηση. Είναι ο σοσιαλισμός πραγματωμένος εντός των πολιτικών συνόρων κάθε έθνους. Όταν χρησιμοποιούν αυτόν τον όρο, οι άνθρωποι έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι οι πραγματικές συνθήκες διαφέρουν από την κατάσταση πραγμάτων την οποία θεωρούν ως τη μόνη κατάλληλη και επιθυμητή. Κρίνουν, όμως, όλα όσα συμβαίνουν στην οικονομία της αγοράς από τη σκοπιά αυτού του ιδεώδους. Υποθέτουν ότι υπάρχει ασυμφιλίωτη σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων της Volkswirtschaft και των συμφερόντων των ιδιοτελών ατόμων που επιδιώκουν το κέρδος. Δεν διστάζουν να αποδώσουν προτεραιότητα στα συμφέροντα της Volkswirtschaft έναντι των συμφερόντων των ατόμων.
Ο ενάρετος πολίτης πρέπει πάντοτε να θέτει τα συμφέροντα της Volkswirtschaft —τα volkswirtschaftliche συμφέροντα— υπεράνω των δικών του ιδιοτελών συμφερόντων. Πρέπει να ενεργεί αυτοβούλως σαν να ήταν δημόσιος λειτουργός που εκτελεί τις εντολές της κυβέρνησης. Gemeinnutz geht vor Eigennutz —«το κοινό όφελος προηγείται του ατομικού συμφέροντος»— ήταν η θεμελιώδης αρχή της ναζιστικής οικονομικής διαχείρισης. Επειδή, όμως, οι άνθρωποι θεωρούνται υπερβολικά αμβλύνοες και φαύλοι για να συμμορφωθούν προς αυτόν τον κανόνα, έργο της κυβέρνησης είναι να επιβάλει τη συμμόρφωσή τους. Οι Γερμανοί ηγεμόνες του δέκατου έβδομου και του δέκατου όγδοου αιώνα —με εξέχοντες ανάμεσά τους τους εκλέκτορες του Βρανδεμβούργου από τον Οίκο των Hohenzollern και τους βασιλείς της Πρωσίας— ανταποκρίθηκαν πλήρως σε αυτό το καθήκον. Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, ακόμη και στη Γερμανία, οι φιλελεύθερες ιδεολογίες που εισήχθησαν από τη Δύση εκτόπισαν τις δοκιμασμένες και «φυσικές» πολιτικές του εθνικισμού και του σοσιαλισμού. Ωστόσο, η Sozialpolitik του Bismarck και των διαδόχων του και, τελικά, ο ναζισμός τις αποκατέστησαν.
The Volkswirtschaft is a sovereign nation’s total complex of economic activities directed and controlled by the government. It is socialism realized within the political frontiers of each nation. In employing this term people are fully aware of the fact that real conditions differ from the state of affairs which they deem the only adequate and desirable state. But they judge everything that happens in the market economy from the point of view of their ideal. They assume that there is an irreconcilable conflict between the interests of the Volkswirtschaft and those of the selfish individuals eager to seek profit. They do not hesitate to assign priority to the interests of the Volkswirtschaft over those of the individuals. The righteous citizen should always place the volkswirtschaftliche interests above his own selfish interests. He should act of his own accord as if he were an officer of the government executing its orders. Gemeinnutz geht vor Eigennutz (the welfare of the nation takes precedence over the selfishness of the individuals) was the fundamental principle of Nazi economic management. But as people are too dull and too vicious to comply with this rule, it is the task of government to enforce it. The German princes of the seventeenth and eighteenth century, foremost among them the Hohenzollern Electors of Brandenburg and Kings of Prussia, were fully equal to this task. In the nineteenth century, even in Germany the liberal ideologies imported from the West superseded the well-tried and natural policies of nationalism and socialism. However, Bismarck’s and his successors’ Sozialpolitik and finally Nazism restored them.
Τα συμφέροντα μιας Volkswirtschaft θεωρούνται αδυσώπητα αντίθετα όχι μόνο προς τα συμφέροντα των ατόμων, αλλά εξίσου και προς τα συμφέροντα της Volkswirtschaft κάθε ξένου έθνους. Η επιθυμητότερη κατάσταση μιας Volkswirtschaft είναι η πλήρης οικονομική αυτάρκεια. Ένα έθνος που εξαρτάται από οποιεσδήποτε εισαγωγές από το εξωτερικό στερείται οικονομικής ανεξαρτησίας· η κυριαρχία του αποτελεί απλώς επίφαση. Κατά συνέπεια, ένα έθνος που δεν μπορεί να παράγει στο εσωτερικό του όλα όσα χρειάζεται είναι υποχρεωμένο να κατακτήσει όλες τις αναγκαίες επικράτειες. Για να είναι πραγματικά κυρίαρχο και ανεξάρτητο, ένα έθνος πρέπει να διαθέτει Lebensraum, δηλαδή ζωτικό χώρο: μια επικράτεια τόσο μεγάλη και τόσο πλούσια σε φυσικούς πόρους, ώστε να μπορεί να ζει σε συνθήκες αυτάρκειας με βιοτικό επίπεδο όχι χαμηλότερο από εκείνο οποιουδήποτε άλλου έθνους.
The interests of a Volkswirtschaft are seen as implacably opposed not only to those of the individuals, but no less to those of the Volkswirtschaft of any foreign nation. The most desirable state of a Volkswirtschaft is complete economic self-sufficiency. A nation which depends on any imports from abroad lacks economic independence; its sovereignty is only a sham. Therefore a nation which cannot produce at home all that it needs is bound to conquer all the territories required. To be really sovereign and independent a nation must have Lebensraum, i.e., a territory so large and rich in natural resources that it can live in autarky at a standard no lower than that of any other nation.
Επομένως, η ιδέα της Volkswirtschaft αποτελεί τη ριζικότερη άρνηση όλων των αρχών της οικονομίας της αγοράς. Αυτή η ιδέα καθοδήγησε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τις οικονομικές πολιτικές όλων των εθνών κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η επιδίωξη αυτής της ιδέας προκάλεσε τους τρομερούς πολέμους του αιώνα μας και ενδέχεται να πυροδοτήσει ακόμη ολεθριότερους πολέμους στο μέλλον.
Thus the idea of the Volkswirtschaft is the most radical denial of all the principles of the market economy. It was this idea that guided, more or less, the economic policies of all nations in the last decades. It was the pursuit of this idea that brought about the terrific wars of our century and will probably kindle still more pernicious wars in the future.
Από τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας, οι δύο αντίθετες αρχές της οικονομίας της αγοράς και της Volkswirtschaft συγκρούονταν μεταξύ τους. Η κυβέρνηση, δηλαδή ο κοινωνικός μηχανισμός εξαναγκασμού και καταναγκασμού, αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ειρηνικής συνεργασίας. Η οικονομία της αγοράς δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς μια αστυνομική εξουσία που διαφυλάσσει την ομαλή λειτουργία της μέσω της απειλής ή της άσκησης βίας κατά όσων διαταράσσουν την ειρήνη. Οι απαραίτητοι, όμως, διοικητικοί λειτουργοί και οι ένοπλοι υποστηρικτές τους βρίσκονται πάντοτε στον πειρασμό να χρησιμοποιήσουν τα όπλα τους για να εγκαθιδρύσουν τη δική τους ολοκληρωτική κυριαρχία. Για τους φιλόδοξους βασιλείς και αρχιστρατήγους, η ίδια η ύπαρξη μιας σφαίρας της ζωής των ατόμων που δεν υπόκειται σε κρατική ρύθμιση αποτελεί πρόκληση. Οι ηγεμόνες, οι κυβερνήτες και οι στρατηγοί δεν είναι ποτέ φιλελεύθεροι με δική τους πρωτοβουλία. Καθίστανται φιλελεύθεροι μόνο όταν εξαναγκάζονται από τους πολίτες.
From the early beginnings of human history the two opposite principles of the market economy and of the Volkswirtschaft fought each other. Government, i.e., a social apparatus of coercion and compulsion, is a necessary requisite of peaceful cooperation. The market economy cannot do without a police power safeguarding its smooth functioning by the threat or the application of violence against peace-breakers. But the indispensable administrators and their armed satellites are always tempted to use their arms for the establishment of their own totalitarian rule. For ambitious kings and generalissimos the very existence of a sphere of individuals’ lives not subject to regimentation is a challenge. Princes, governors, and generals are never spontaneously liberal. They become liberal only when forced to by the citizens.
Τα προβλήματα που εγείρουν τα σχέδια των σοσιαλιστών και των παρεμβατιστών θα εξεταστούν σε μεταγενέστερα μέρη του παρόντος βιβλίου. Εδώ πρέπει να απαντήσουμε μόνο στο ερώτημα αν κάποια από τα ουσιώδη γνωρίσματα της Volkswirtschaft είναι συμβατά με την οικονομία της αγοράς. Διότι οι υπέρμαχοι της ιδέας της Volkswirtschaft δεν θεωρούν το σχέδιό τους απλώς ως πρότυπο για την εγκαθίδρυση μιας μελλοντικής κοινωνικής τάξης. Διακηρύσσουν εμφατικά ότι ακόμη και υπό το σύστημα της οικονομίας της αγοράς —το οποίο, ασφαλώς, στα μάτια τους αποτελεί εξαχρειωμένο και φαύλο προϊόν πολιτικών αντίθετων προς την ανθρώπινη φύση— υπάρχουν διακριτές Volkswirtschaften.
Κατά την άποψή τους, εκείνο που διαχωρίζει μια Volkswirtschaft από όλες τις άλλες δεν είναι απλώς οι πολιτικοί θεσμοί, όπως θα ήθελαν να μας κάνουν να πιστέψουμε οι οικονομολόγοι. Δεν είναι οι εμπορικοί και μεταναστευτικοί φραγμοί που δημιουργούνται μέσω της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρηματικές δραστηριότητες ούτε οι διαφορές στη νομοθεσία και στην προστασία που παρέχουν στα άτομα τα δικαστήρια εκείνα που δημιουργούν τη διάκριση μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού εμπορίου. Αυτή η διαφορά, υποστηρίζουν, αποτελεί αντιθέτως αναγκαίο προϊόν της ίδιας της φύσης των πραγμάτων, ενός αναπόδραστου παράγοντα. Δεν μπορεί να εξαλειφθεί από καμία ιδεολογία και επιφέρει τις συνέπειές της ανεξάρτητα από το αν οι νόμοι, οι διοικητικοί λειτουργοί και οι δικαστές είναι διατεθειμένοι να την αναγνωρίσουν.
Έτσι, στα μάτια τους, η Volkswirtschaft εμφανίζεται ως πραγματικότητα δεδομένη από τη φύση, ενώ η παγκόσμια οικουμενική κοινωνία των ανθρώπων, η παγκόσμια οικονομία —Weltwirtschaft— δεν είναι παρά ένα φανταστικό φάντασμα μιας νόθας θεωρίας, ένα σχέδιο που επινοήθηκε για την καταστροφή του πολιτισμού.
The problems raised by the plans of the socialists and the interventionists will be dealt with in later parts of this book. Here we have only to answer the question of whether or not any of the essential features of the Volkswirtschaft are compatible with the market economy. For the champions of the idea of the Volkswirtschaft do not consider their scheme merely as a pattern for the establishment of a future social order. They declare emphatically that even under the system of the market economy, which, or course, in their eyes is a debased and vicious product of policies contrary to human nature, the Volkswirtschaften of the various nations are integrated units whose interests are irreconcilably opposed to those of all other nations’ Volkswirtschaften. What separates one Volkswirtschaft from all the others is not, as the economists would have us believe, merely political institutions. It is not the trade and migration barriers established by government interference with business and the differences in legislation and in the protection granted to the individuals by the courts and tribunals that bring about the distinction between domestic trade and foreign trade. This diversity is, on the contrary, the necessary outcome of the very nature of things, of an inextricable factor; it cannot be removed by any ideology and produces its effects whether the laws and the administrators and judges are prepared to take notice of it or not. The Volkswirtschaft is a nature-given reality, while the world-embracing ecumenic society of men, the world economy (Weltwirtschaft), is only an imaginary phantom of a spurious doctrine, a plan devised for the destruction of civilization.
Η αλήθεια είναι ότι τα άτομα, όταν δρουν υπό την ιδιότητά τους ως παραγωγών και καταναλωτών, πωλητών και αγοραστών, δεν διακρίνουν μεταξύ εγχώριας και ξένης αγοράς. Διακρίνουν μεταξύ τοπικού εμπορίου και εμπορίου με περισσότερο απομακρυσμένους τόπους, στον βαθμό στον οποίο υπεισέρχεται το κόστος μεταφοράς. Αν η κυβερνητική παρέμβαση, όπως η επιβολή δασμών, καθιστά ακριβότερες τις διεθνείς συναλλαγές, λαμβάνουν υπόψη το γεγονός αυτό με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν υπόψη το κόστος μεταφοράς. Ένας δασμός στο χαβιάρι δεν έχει διαφορετικό αποτέλεσμα από μια αύξηση του κόστους μεταφοράς. Η απόλυτη απαγόρευση εισαγωγής χαβιαριού δημιουργεί μια κατάσταση πραγμάτων η οποία δεν διαφέρει από εκείνη που θα επικρατούσε αν το χαβιάρι δεν μπορούσε να μεταφερθεί χωρίς ουσιώδη υποβάθμιση της ποιότητάς του.
The truth is that individuals in their acting, in their capacity as producers and consumers, as sellers and buyers, do not make any distinction as between the domestic market and the foreign market. They make a distinction as between local trade and trading with more distant places as far as the costs of transportation play a role. If government interference, such as tariffs, render international transactions more expensive, they take this fact into account in the same way in which they pay regard to shipping costs. A tariff on caviar has no effect other than would a rise in the cost of transportation. A rigid prohibition of the importation of caviar produces a state of affairs no different from that which would prevail if caviar could not stand shipping without an essential deterioration in its quality.
Στην ιστορία της Δύσης δεν υπήρξε ποτέ περιφερειακή ή εθνική αυτάρκεια. Μπορούμε να δεχθούμε ότι υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία ο καταμερισμός της εργασίας δεν υπερέβαινε τα μέλη ενός οικογενειακού νοικοκυριού. Υπήρχε αυτάρκεια οικογενειών και φυλών που δεν ασκούσαν διαπροσωπική ανταλλαγή. Μόλις, όμως, εμφανίστηκε η διαπροσωπική ανταλλαγή, υπερέβη τα όρια των πολιτικών κοινοτήτων. Ο αντιπραγματισμός μεταξύ των κατοίκων περιοχών που απείχαν περισσότερο μεταξύ τους και μεταξύ των μελών διαφορετικών φυλών, χωριών και πολιτικών κοινοτήτων προηγήθηκε του αντιπραγματισμού μεταξύ γειτόνων.
Τα πρώτα πράγματα που επιδίωξαν να αποκτήσουν οι άνθρωποι μέσω αντιπραγματισμού και εμπορίου ήταν εκείνα που δεν μπορούσαν να παραγάγουν οι ίδιοι από τους δικούς τους πόρους. Το αλάτι, άλλα ορυκτά και μέταλλα των οποίων τα κοιτάσματα είναι άνισα κατανεμημένα στην επιφάνεια της γης, τα δημητριακά που δεν μπορούσαν να καλλιεργηθούν στο εγχώριο έδαφος και τα τεχνουργήματα που ήταν ικανοί να κατασκευάσουν μόνο οι κάτοικοι ορισμένων περιοχών αποτέλεσαν τα πρώτα αντικείμενα του εμπορίου. Το εμπόριο άρχισε ως εξωτερικό εμπόριο. Μόνο αργότερα αναπτύχθηκε η εγχώρια ανταλλαγή μεταξύ γειτόνων. Τα προϊόντα μακρινών περιοχών άνοιξαν τα πρώτα ρήγματα μέσω των οποίων η κλειστή οικιακή οικονομία εισήλθε στη διαπροσωπική ανταλλαγή. Κανένας καταναλωτής δεν ενδιαφερόταν, για τους δικούς του σκοπούς, αν το αλάτι και τα μέταλλα που αγόραζε είχαν «εγχώρια» ή «ξένη» προέλευση. Αν συνέβαινε διαφορετικά, οι κυβερνήσεις δεν θα είχαν κανέναν λόγο να παρεμβαίνουν μέσω δασμών και άλλων φραγμών στο εξωτερικό εμπόριο.
There has never been in the history of the West such a thing as regional or national autarky. There was, as we may admit, a period in which the division of labor did not go beyond the members of a family household. There was autarky of families and tribes which did not practice interpersonal exchange. But as soon as interpersonal exchange emerged, it crossed the boundaries of the political communities. Barter between the inhabitants of regions more remote from one another, between the members of various tribes, villages, and political communities preceded the practice of barter between neighbors. What people wanted first to acquire by barter and trade were things they could not produce themselves out of their own resources. Salt, other minerals and metals the deposits of which are unequally distributed over the earth’s surface, cereals which one could not grow on the domestic soil, and artifacts which only the inhabitants of some regions were able to manufacture, were the first objects of trade. Trade started as foreign trade. Only later did domestic exchange develop between neighbors. The first holes that opened the closed household economy to interpersonal exchange were made by the products of distant regions. No consumer cared on his own account whether the salt and the metals he bought were of “domestic” or of “foreign” provenance. If it had been otherwise, the governments would not have had any reason to interfere by means of tariffs and other barriers to foreign trade.
Ακόμη, όμως, και αν μια κυβέρνηση κατορθώσει να καταστήσει ανυπέρβλητους τους φραγμούς που διαχωρίζουν την εγχώρια αγορά της από τις ξένες αγορές και εγκαθιδρύσει έτσι πλήρη εθνική αυτάρκεια, δεν δημιουργεί μια Volkswirtschaft. Μια απολύτως αυτάρκης οικονομία της αγοράς εξακολουθεί, παρ’ όλα αυτά, να αποτελεί οικονομία της αγοράς· συγκροτεί ένα κλειστό και απομονωμένο καταλλακτικό σύστημα. Το γεγονός ότι οι πολίτες της στερούνται τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να αποκομίσουν από τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας αποτελεί απλώς δεδομένο των οικονομικών τους συνθηκών. Μόνο αν μια τέτοια απομονωμένη χώρα μεταβεί ολοκληρωτικά στον σοσιαλισμό μετατρέπει την οικονομία της αγοράς της σε Volkswirtschaft.
But even if a government succeeds in making the barriers separating its domestic market from foreign markets insurmountable and thus establishes perfect national autarky, it does not create a Volkswirtschaft. A market economy which is perfectly autarkic remains for all that a market economy; it forms a closed and isolated catallactic system. The fact that its citizens miss the advantages which they could derive from the international division of labor is simply a datum of their economic conditions. Only if such an isolated country goes outright socialist, does it convert its market economy into a Volkswirtschaft.
Γοητευμένοι από την προπαγάνδα του νεομερκαντιλισμού, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν εκφράσεις που αντιβαίνουν τόσο στις αρχές τις οποίες ακολουθούν στη δράση τους όσο και σε όλα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής τάξης μέσα στην οποία ζουν. Οι Βρετανοί άρχισαν προ πολλού να αποκαλούν «δικές μας» τις παραγωγικές εγκαταστάσεις και τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις που βρίσκονταν στη Μεγάλη Βρετανία, ακόμη και εκείνες που βρίσκονταν στις Κτήσεις, στις Ανατολικές Ινδίες και στις αποικίες. Αν, όμως, κάποιος δεν επιθυμούσε απλώς να επιδείξει τον πατριωτικό του ζήλο και να εντυπωσιάσει τους άλλους, δεν ήταν διατεθειμένος να καταβάλει υψηλότερη τιμή για τα προϊόντα των «δικών του» παραγωγικών εγκαταστάσεων από ό,τι για τα προϊόντα των «ξένων» εγκαταστάσεων.
Ακόμη και αν συμπεριφερόταν με αυτόν τον τρόπο, ο χαρακτηρισμός ως «δικών μας» των παραγωγικών εγκαταστάσεων που βρίσκονταν εντός των πολιτικών συνόρων του έθνους του δεν θα ήταν κατάλληλος. Υπό ποια έννοια μπορούσε ένας κάτοικος του Λονδίνου, πριν από την εθνικοποίηση, να αποκαλεί «δικά μας» τα ανθρακωρυχεία που βρίσκονταν στην Αγγλία αλλά δεν του ανήκαν και «ξένα» τα ανθρακωρυχεία του Ruhr; Είτε αγόραζε «βρετανικό» είτε «γερμανικό» άνθρακα, έπρεπε πάντοτε να καταβάλει ολόκληρη την αγοραία τιμή. Δεν είναι η «Αμερική» εκείνη που αγοράζει σαμπάνια από τη «Γαλλία». Είναι πάντοτε ένας συγκεκριμένος Αμερικανός που την αγοράζει από έναν συγκεκριμένο Γάλλο.
Fascinated by the propaganda of Neo-Mercantilism, people apply idioms which are in contrast to the principles they take as guides in their acting and to all the characteristics of the social order in which they are living. Long ago the British began to call plants and farms located in Great Britain, and even those located in the Dominions, in the East Indies, and in the colonies, “ours.” But if a man did not just want to make a show of his patriotic zeal and to impress other people, he was not prepared to pay a higher price for the products of his “own” plants than for those of the “foreign” plants. Even if he had behaved in this way, the designation of the plants located within the political boundaries of his nation as “ours” would not be adequate. In what sense could a Londoner, before the nationalization, call coal mines located in England which he did not own “our” mines and those of the Ruhr “foreign” mines? Whether he bought “British” coal or “German” coal, he always had to pay the full market price. It is not “America” that buys champagne from “France.” It is always an individual American who buys it from an individual Frenchman.
Στον βαθμό στον οποίο απομένει ακόμη κάποιο πεδίο για τις πράξεις των ατόμων, στον βαθμό στον οποίο υπάρχουν ιδιωτική ιδιοκτησία και ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ ατόμων, δεν υπάρχει Volkswirtschaft. Μόνο όταν ο πλήρης κυβερνητικός έλεγχος αντικαταστήσει τις επιλογές των ατόμων αναδύεται η Volkswirtschaft ως πραγματική οντότητα.
As far as there is still some room left for the actions of individuals, as far as there is private ownership and exchange of goods and services between individuals, there is no Volkswirtschaft. Only if full government control is substituted for the choices of individuals does the Volkswirtschaft emerge as a real entity.
← Κεφάλαιο 14: ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΚΑΙ Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 16: ΟΙ ΤΙΜΕΣ →