Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 14: ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΚΑΙ Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΚΑΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗ Ή Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ · Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 13: Ο ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 15: Η ΑΓΟΡΑ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΚΑΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗ Ή Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Κεφάλαιο 14: ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΚΑΙ Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ

Part Four Catallactics or Economics of the Market Society XIV. THE SCOPE AND METHOD OF CATALLACTICS

1

1. Η οριοθέτηση των καταλλακτικών προβλημάτων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. The Delimitation of Catallactic Problems

2

Δεν υπήρξαν ποτέ αμφιβολίες ή αβεβαιότητες ως προς το πεδίο της οικονομικής επιστήμης. Από τότε που οι άνθρωποι άρχισαν να επιδιώκουν τη συστηματική μελέτη της οικονομικής επιστήμης ή της πολιτικής οικονομίας, όλοι συμφωνούσαν ότι έργο αυτού του κλάδου της γνώσης είναι η διερεύνηση των φαινομένων της αγοράς· δηλαδή, ο προσδιορισμός των αμοιβαίων σχέσεων ανταλλαγής των αγαθών και των υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής στις αγορές, η προέλευσή τους από την ανθρώπινη δράση και οι συνέπειές τους για τη μεταγενέστερη δράση. Η δυσχέρεια του ακριβούς ορισμού του πεδίου της οικονομικής επιστήμης δεν πηγάζει από κάποια αβεβαιότητα ως προς τη σφαίρα των φαινομένων που πρέπει να διερευνηθούν. Οφείλεται στο γεγονός ότι οι προσπάθειες διασαφήνισης των σχετικών φαινομένων πρέπει να υπερβούν τα όρια της αγοράς και των αγοραίων συναλλαγών.

Για να κατανοήσει κανείς πλήρως την αγορά, είναι αναγκασμένος, αφενός, να μελετήσει τη δράση υποθετικών απομονωμένων ατόμων και, αφετέρου, να αντιπαραβάλει το σύστημα της αγοράς προς μια φανταστική σοσιαλιστική κοινοπολιτεία. Κατά τη μελέτη της διαπροσωπικής ανταλλαγής, δεν είναι δυνατό να αποφευχθεί η εξέταση της αυτιστικής ανταλλαγής. Τότε, όμως, δεν είναι πλέον δυνατό να χαραχθούν με ακρίβεια τα όρια μεταξύ του είδους δράσης που αποτελεί το καθαυτό πεδίο της οικονομικής επιστήμης με τη στενή έννοια και των άλλων μορφών δράσης. Η οικονομική επιστήμη διευρύνει τον ορίζοντά της και μετατρέπεται σε γενική επιστήμη κάθε ανθρώπινης δράσης ανεξαιρέτως, δηλαδή σε πραξεολογία. Ανακύπτει τότε το ερώτημα πώς μπορεί να διακριθεί με ακρίβεια, εντός του ευρύτερου πεδίου της γενικής πραξεολογίας, μια στενότερη σφαίρα ειδικά οικονομικών προβλημάτων.

THERE have never been any doubts and uncertainties about the scope of economic science. Ever since people have been eager for a systematic study of economics or political economy, all have agreed that it is the task of this branch of knowledge to investigate the market phenomena, that is, the determination of the mutual exchange ratios of the goods and services negotiated on markets, their origin in human action and their effects upon later action. The intricacy of a precise definition of the scope of economics does not stem from uncertainty with regard to the orbit of the phenomena to be investigated. It is due to the fact that the attempts to elucidate the phenomena concerned must go beyond the range of the market and of market transactions. In order to conceive the market fully one is forced to study the action of hypothetical isolated individuals on one hand and to contrast the market system with an imaginary socialist commonwealth on the other hand. In studying interpersonal exchange one cannot avoid dealing with autistic exchange. But then it is no longer possible to define neatly the boundaries between the kind of action which is the proper field of economic science in the narrower sense, and other action. Economics widens its horizon and turns into a general science of all and every human action, into praxeology. The question emerges of how to distinguish precisely, within the broader field of general praxeology, a narrower orbit of specifically economic problems.

3

Οι αποτυχημένες προσπάθειες επίλυσης αυτού του προβλήματος της ακριβούς οριοθέτησης του πεδίου της καταλλακτικής επέλεξαν ως κριτήριο είτε τα κίνητρα που προκαλούν τη δράση είτε τους σκοπούς προς τους οποίους αυτή αποβλέπει. Η ποικιλία και η πολλαπλότητα των κινήτρων που παρακινούν τη δράση ενός ανθρώπου είναι, όμως, άνευ σημασίας για μια περιεκτική μελέτη της δράσης. Κάθε δράση παρακινείται από την επιθυμία άρσης μιας αισθητής δυσφορίας. Για την επιστήμη της δράσης δεν έχει σημασία πώς χαρακτηρίζουν οι άνθρωποι αυτή τη δυσφορία από φυσιολογική, ψυχολογική ή ηθική άποψη.

Έργο της οικονομικής επιστήμης είναι να πραγματεύεται όλες τις τιμές των αγαθών όπως αυτές πράγματι ζητούνται και καταβάλλονται στις συναλλαγές της αγοράς. Δεν πρέπει να περιορίζει τις έρευνές της στη μελέτη εκείνων των τιμών που προκύπτουν ή είναι πιθανό να προκύψουν από μια συμπεριφορά η οποία εκδηλώνει στάσεις στις οποίες η ψυχολογία, η ηθική ή οποιαδήποτε άλλη θεώρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς θα απέδιδε έναν συγκεκριμένο χαρακτηρισμό. Η ταξινόμηση των πράξεων σύμφωνα με τα διαφορετικά κίνητρά τους μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντική για την ψυχολογία και να παρέχει κριτήριο ηθικής αξιολόγησης· για την οικονομική επιστήμη, όμως, είναι άνευ σημασίας.

Ουσιαστικά το ίδιο ισχύει και για τις προσπάθειες περιορισμού του πεδίου της οικονομικής επιστήμης σε εκείνες τις πράξεις που αποβλέπουν στον εφοδιασμό των ανθρώπων με απτά υλικά πράγματα του εξωτερικού σύμπαντος. Με την αυστηρή έννοια, οι άνθρωποι δεν επιθυμούν τα απτά αγαθά καθαυτά, αλλά τις υπηρεσίες που αυτά είναι ικανά να τους παράσχουν. Επιθυμούν να επιτύχουν την αύξηση της ευημερίας που μπορούν να τους προσφέρουν αυτές οι υπηρεσίες. Αν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, δεν επιτρέπεται να εξαιρούνται από τη σφαίρα της «οικονομικής» δράσης εκείνες οι πράξεις που αίρουν άμεσα τη δυσφορία, χωρίς τη μεσολάβηση οποιωνδήποτε απτών και ορατών πραγμάτων. Η συμβουλή ενός γιατρού, η διδασκαλία ενός εκπαιδευτικού, η εκτέλεση ενός καλλιτέχνη και άλλες προσωπικές υπηρεσίες αποτελούν αντικείμενα οικονομικής μελέτης στον ίδιο βαθμό με τα σχέδια ενός αρχιτέκτονα για την κατασκευή ενός κτιρίου, τον τύπο ενός επιστήμονα για την παραγωγή μιας χημικής ένωσης και τη συμβολή ενός συγγραφέα στην έκδοση ενός βιβλίου.

The abortive attempts to solve this problem of a precise delimitation of the scope of catallactics have chosen as a criterion either the motives causing action or the goals which action aims at. But the variety and manifoldness of the motives instigating a man’s action is without relevance for a comprehensive study of acting. Every action is motivated by the urge to remove a felt uneasiness. It does not matter for the science of action how people qualify this uneasiness from a physiological, psychological, or ethical point of view. It is the task of economics to deal with all commodity prices as they are really asked and paid in market transactions. It must not restrict its investigations to the study of those prices which result or are likely to result from a conduct displaying attitudes to which psychology, ethics, or any other way of looking at human behavior would attach a definite label. The classification of actions according to their various motives may be momentous for psychology and may provide a yardstick for a moral evaluation; for economics it is inconsequential. Essentially the same is valid with regard to the endeavors to restrict the scope of economics to those actions which aim at supplying people with tangible material things of the external universe. Strictly speaking, people do not long for tangible goods as such, but for the services which these goods are fitted to render them. They want to attain the increment in well-being which these services are able to convey. But if this is so, it is not permissible to except from the orbit of “economic” action those actions which remove uneasiness directly without the interposition of any tangible and visible things. The advice of a doctor, the instruction of a teacher, the recital of an artist, and other personal services are no less an object of economic studies than the architect’s plans for the construction of a building, the scientist’s formula for the production of a chemical compound, and the author’s contribution to the publishing of a book.

4

Αντικείμενο της καταλλακτικής είναι όλα τα φαινόμενα της αγοράς, μαζί με όλες τις ρίζες, τις διακλαδώσεις και τις συνέπειές τους. Αποτελεί γεγονός ότι, όταν συναλλάσσονται στην αγορά, οι άνθρωποι δεν παρακινούνται μόνο από την επιθυμία να αποκτήσουν τροφή, στέγη και σεξουαλική απόλαυση, αλλά και από πολυάριθμες «ιδεατές» επιδιώξεις. Ο δρων άνθρωπος ασχολείται πάντοτε τόσο με «υλικά» όσο και με «ιδεατά» πράγματα. Επιλέγει μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών δυνατοτήτων, ανεξάρτητα από το αν αυτές πρέπει να ταξινομηθούν ως υλικές ή ιδεατές. Στις πραγματικές κλίμακες αξιών, τα υλικά και τα ιδεατά πράγματα είναι αναμεμειγμένα μεταξύ τους. Ακόμη και αν ήταν δυνατό να χαραχθεί σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ των υλικών και των ιδεατών μελημάτων, θα έπρεπε να γίνει αντιληπτό ότι κάθε συγκεκριμένη δράση είτε αποβλέπει συγχρόνως στην πραγματοποίηση υλικών και ιδεατών σκοπών είτε αποτελεί αποτέλεσμα επιλογής μεταξύ ενός υλικού και ενός ιδεατού πράγματος.

The subject matter of catallactics is all market phenomena with all their roots, ramifications, and consequences. It is a fact that people in dealing on the market are motivated not only by the desire to get food, shelter, and sexual enjoyment, but also by manifold “ideal” urges. Acting man is always concerned both with “material” and “ideal” things. He chooses between various alternatives, no matter whether they are to be classified as material or ideal. In the actual scales of value material and ideal things are jumbled together. Even if it were feasible to draw a sharp line between material and ideal concerns, one must realize that every concrete action either aims at the realization both of material and ideal ends or is the outcome of a choice between something material and something ideal.

5

Το αν είναι δυνατό να διαχωριστούν με ακρίβεια οι πράξεις που αποβλέπουν στην ικανοποίηση αναγκών οι οποίες καθορίζονται αποκλειστικά από τη φυσιολογική σύσταση του ανθρώπου από άλλες, «ανώτερες» ανάγκες μπορεί να παραμείνει ανοικτό. Δεν πρέπει, όμως, να παραβλέπουμε ότι, στην πραγματικότητα, καμία τροφή δεν αποτιμάται αποκλειστικά για τη θρεπτική της ικανότητα και κανένα ένδυμα ή κατοικία αποκλειστικά για την προστασία που παρέχει από το ψύχος και τη βροχή. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η ζήτηση αγαθών επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από μεταφυσικές, θρησκευτικές και ηθικές θεωρήσεις, από αισθητικές αξιολογικές κρίσεις, από ήθη, συνήθειες, προκαταλήψεις, παραδόσεις, μεταβαλλόμενες μόδες και πολλά άλλα πράγματα. Για έναν οικονομολόγο που θα επιχειρούσε να περιορίσει τις έρευνές του αποκλειστικά στις «υλικές» όψεις, το αντικείμενο της έρευνας θα εξαφανιζόταν μόλις προσπαθούσε να το συλλάβει.

Whether it is possible to separate neatly those actions which aim at the satisfaction of needs exclusively conditioned by man’s physiological constitution from other “higher” needs can be left undecided. But we must not overlook the fact that in reality no food is valued solely for its nutritive power and no garment or house solely for the protection it affords against cold weather and rain. It cannot be denied that the demand for goods is widely influenced by metaphysical, religious, and ethical considerations, by aesthetic value judgments, by customs, habits, prejudices, tradition, changing fashions, and many other things. To an economist who would try to restrict his investigations to “material” aspects only, the subject matter of inquiry vanishes as soon he wants to catch it.

6

Το μόνο που μπορεί να υποστηριχθεί είναι το εξής: η οικονομική επιστήμη ασχολείται πρωτίστως με την ανάλυση του προσδιορισμού των χρηματικών τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών που ανταλλάσσονται στην αγορά. Για να επιτελέσει αυτό το έργο, πρέπει να έχει ως αφετηρία μια περιεκτική θεωρία της ανθρώπινης δράσης. Επιπλέον, πρέπει να μελετά όχι μόνο τα φαινόμενα της αγοράς, αλλά εξίσου και την υποθετική συμπεριφορά ενός απομονωμένου ανθρώπου και μιας σοσιαλιστικής κοινότητας. Τέλος, δεν πρέπει να περιορίζει τις έρευνές της σε εκείνους τους τρόπους δράσης που στην καθημερινή γλώσσα αποκαλούνται «οικονομικές» πράξεις, αλλά πρέπει να ασχολείται και με πράξεις που, κατά έναν χαλαρό τρόπο έκφρασης, χαρακτηρίζονται «μη οικονομικές».

All that can be contended is this: Economics is mainly concerned with the analysis of the determination of money prices of goods and services exchanged on the market. In order to accomplish this task it must start from a comprehensive theory of human action. Moreover, it must study not only the market phenomena, but no less the hypothetical conduct of an isolated man and of a socialist community. Finally, it must not restrict its investigations to those modes of action which in mundane speech are called “economic” actions, but must deal also with actions which are in a loose manner of speech called “uneconomic.”

7

Το πεδίο της πραξεολογίας, της γενικής θεωρίας της ανθρώπινης δράσης, μπορεί να οριστεί και να οριοθετηθεί με ακρίβεια. Τα ειδικά οικονομικά προβλήματα, δηλαδή τα προβλήματα της οικονομικής δράσης με τη στενή έννοια, μπορούν να αποσπαστούν από το περιεκτικό σώμα της πραξεολογικής θεωρίας μόνο κατά προσέγγιση. Συμπτωματικά δεδομένα της ιστορίας της επιστήμης και συμβατικές παραδοχές διαδραματίζουν ρόλο σε όλες τις προσπάθειες ορισμού του πεδίου της «καθαυτό» οικονομικής επιστήμης.

The scope of praxeology, the general theory of human action, can be precisely defined and circumscribed. The specifically economic problems, the problems of economic action in the narrower sense, can only by and large be disengaged from the comprehensive body of praxeological theory. Accidental facts of the history of science and conventions play a role in all attempts to provide a definition of the scope of “genuine” economics.

8

Δεν είναι η λογική ή επιστημολογική αυστηρότητα, αλλά θεωρήσεις σκοπιμότητας και η παραδοσιακή σύμβαση που μας κάνουν να διακηρύσσουμε ότι πεδίο της καταλλακτικής, ή της οικονομικής επιστήμης με τη στενή έννοια, είναι η ανάλυση των φαινομένων της αγοράς. Αυτό ισοδυναμεί με τη διατύπωση ότι η καταλλακτική είναι η ανάλυση εκείνων των πράξεων που διεξάγονται βάσει χρηματικού υπολογισμού. Η αγοραία ανταλλαγή και ο χρηματικός υπολογισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Μια αγορά στην οποία υπάρχει μόνο άμεση ανταλλαγή αποτελεί απλώς νοητική κατασκευή. Από την άλλη πλευρά, η ύπαρξη του χρήματος και του χρηματικού υπολογισμού προϋποθέτει την ύπαρξη της αγοράς.

Not logical or epistemological rigor, but considerations of expediency and traditional convention make us declare that the field of catallactics or of economics in the narrower sense is the analysis of the market phenomena. This is tantamount to the statement: Catallactics is the analysis of those actions which are conducted on the basis of monetary calculation. Market exchange and monetary calculation are inseparably linked together. A market in which there is direct exchange only is merely an imaginary construction. On the other hand, money and monetary calculation are conditioned by the existence of the market.

9

Ασφαλώς, ένα από τα καθήκοντα της οικονομικής επιστήμης είναι να αναλύσει τη λειτουργία ενός φανταστικού σοσιαλιστικού συστήματος παραγωγής. Η πρόσβαση, όμως, και σε αυτή τη μελέτη είναι δυνατή μόνο μέσω της καταλλακτικής, δηλαδή μέσω της διασαφήνισης ενός συστήματος στο οποίο υπάρχουν χρηματικές τιμές και οικονομικός υπολογισμός.

It is certainly one of the tasks of economics to analyze the working of an imaginary socialist system of production. But access to this study too is possible only through the study of catallactics, the elucidation of a system in which there are money prices and economic calculation.

10

Η άρνηση της οικονομικής επιστήμης

The Denial of Economics

11

Υπάρχουν θεωρίες που αρνούνται κατηγορηματικά ότι μπορεί να υπάρξει επιστήμη της οικονομίας. Εκείνο που διδάσκεται σήμερα στα περισσότερα πανεπιστήμια υπό τον τίτλο της οικονομικής επιστήμης αποτελεί, στην πράξη, άρνησή της.

There are doctrines flatly denying that there can be a science of economics. What is taught nowadays at most of the universities under the label of economics is practically a denial of it.

12

Όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της οικονομικής επιστήμης αρνείται ουσιαστικά ότι η ευημερία του ανθρώπου παρεμποδίζεται από οποιαδήποτε σπανιότητα εξωτερικών συντελεστών. Υπονοεί ότι όλοι θα μπορούσαν να απολαμβάνουν την πλήρη ικανοποίηση όλων των επιθυμιών τους, αν μια μεταρρύθμιση κατόρθωνε να υπερνικήσει ορισμένα εμπόδια τα οποία δημιούργησαν ακατάλληλοι ανθρωπογενείς θεσμοί. Η φύση, κατά την άποψη αυτή, είναι γενναιόδωρη· κατακλύζει αφειδώς την ανθρωπότητα με δώρα. Θα μπορούσαν να επικρατούν παραδείσιες συνθήκες για έναν απεριόριστο αριθμό ανθρώπων. Η σπανιότητα αποτελεί τεχνητό προϊόν των καθιερωμένων πρακτικών. Η κατάργηση αυτών των πρακτικών θα επέφερε αφθονία.

He who contests the existence of economics virtually denies that man’s well-being is disturbed by any scarcity of external factors. Everybody, he implies, could enjoy the perfect satisfaction of all his wishes, provided a reform succeeds in overcoming certain obstacles brought about by inappropriate man-made institutions. Nature is open-handed, it lavishly loads mankind with presents. Conditions could be paradisiac for an indefinite number of people. Scarcity is an artificial product of established practices. The abolition of such practices would result in abundance.

13

Στη θεωρία του Karl Marx και των οπαδών του, η σπανιότητα αποτελεί μόνο ιστορική κατηγορία. Είναι χαρακτηριστικό της αρχέγονης ιστορίας της ανθρωπότητας, το οποίο θα εξαλειφθεί οριστικά με την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Μόλις η ανθρωπότητα πραγματοποιήσει το άλμα από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας1 και φθάσει έτσι στην «ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας», θα υπάρχει αφθονία και, κατά συνέπεια, θα είναι δυνατό να παρέχονται «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του».2

Σε ολόκληρο τον τεράστιο όγκο των μαρξιστικών συγγραμμάτων δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή νύξη για το ενδεχόμενο μια κομμουνιστική κοινωνία, κατά την «ανώτερη φάση» της, να πρέπει να αντιμετωπίσει τη σπανιότητα των φυσικών συντελεστών παραγωγής. Το γεγονός της αρνητικής χρησιμότητας της εργασίας εξαφανίζεται με τον ισχυρισμό ότι, υπό τον κομμουνισμό ασφαλώς, η εργασία δεν θα αποτελεί πλέον οδύνη αλλά ευχαρίστηση, «την πρωταρχική ανάγκη της ζωής».3 Οι δυσάρεστες εμπειρίες του ρωσικού «πειράματος» ερμηνεύονται ως συνέπειες της εχθρότητας των καπιταλιστών, του γεγονότος ότι ο σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα δεν είναι ακόμη τέλειος και, επομένως, δεν έχει κατορθώσει να επιφέρει την «ανώτερη φάση», και, πιο πρόσφατα, του πολέμου.

In the doctrine of Karl Marx and his followers scarcity is a historical category only. It is the feature of the primeval history of mankind which will be forever liquidated by the abolition of private property. Once mankind has effected the leap from the realm of necessity into the realm of freedom[1] and thereby reached “the higher phase of communist society” there will be abundance and consequently it will be feasible to give “to each according to his needs.”[2] There is in the vast flood of Marxian writings not the slightest allusion to the possibility that a communist society in its “higher phase” might have to face a scarcity of natural factors of production. The fact of the disutility of labor is spirited away by the assertion that to work, under communism of course, will no longer be pain but pleasure, “the primary necessity of life.”[3] The unpleasant experiences of the Russian “experiment” are interpreted as caused by the capitalists’ hostility, by the fact that socialism in one country only is not yet perfect and therefore has not yet been able to bring about the “higher phase,” and, more recently, by the war.

14

Υπάρχουν, έπειτα, οι ριζοσπάστες πληθωριστές, τους οποίους εκπροσωπούν, παραδείγματος χάριν, ο Proudhon και ο Ernest Solvay. Κατά την άποψή τους, η σπανιότητα δημιουργείται από τους τεχνητούς περιορισμούς στην πιστωτική επέκταση και στις άλλες μεθόδους αύξησης της ποσότητας του χρήματος σε κυκλοφορία, τους οποίους επιβάλλουν στο εύπιστο κοινό τα ιδιοτελή ταξικά συμφέροντα των τραπεζιτών και άλλων εκμεταλλευτών. Συνιστούν ως πανάκεια τις απεριόριστες δημόσιες δαπάνες.

Then there are the radical inflationists as represented, for example, by Proudhon, Ernest Solvay, and, in present-day America, by the doctrine of “functional finance.” In their opinion scarcity is created by the artificial checks upon credit expansion and other methods of increasing the quantity of money in circulation, enjoined upon the gullible public by the selfish class interests of bankers and other exploiters. They recommend unlimited public spending as the panacea.

15

— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)

The foremost American champion of the substitution of an economy of abundance for the allegedly artificial economy of scarcity is the former Vice-President of the United States, Henry A. Wallace. Mr. Wallace will be remembered in history as the originator of the vastest scheme ever carried out to restrict by government decree the supply of essential foodstuffs and raw materials. However, this record in no way impairs the popularity of his teachings.

16

Αυτός είναι ο μύθος της δυνητικής αφθονίας και ευμάρειας. Η οικονομική επιστήμη μπορεί να αφήσει στους ιστορικούς και στους ψυχολόγους το έργο της εξήγησης της δημοτικότητας αυτού του είδους ευσεβούς πόθου και ονειροπόλησης. Το μόνο που έχει να πει για αυτές τις μάταιες διακηρύξεις είναι ότι ασχολείται με τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει ο άνθρωπος εξαιτίας του γεγονότος ότι η ζωή του καθορίζεται από φυσικούς παράγοντες. Ασχολείται με τη δράση, δηλαδή με τις συνειδητές προσπάθειες για την κατά το δυνατόν πληρέστερη άρση της αισθητής δυσφορίας. Δεν έχει τίποτε να υποστηρίξει σχετικά με μια κατάσταση πραγμάτων σε ένα απραγματοποίητο και, για τον ανθρώπινο λόγο, αδιανόητο σύμπαν απεριόριστων δυνατοτήτων.

Μπορεί να γίνει δεκτό ότι σε έναν τέτοιο κόσμο δεν θα υπήρχε νόμος της αξίας, σπανιότητα ή οικονομικά προβλήματα. Όλα αυτά θα απουσίαζαν επειδή δεν θα υπήρχαν επιλογές προς πραγματοποίηση, δράση ούτε προβλήματα προς επίλυση από τον λόγο. Τα όντα που θα ευδοκιμούσαν σε έναν τέτοιο κόσμο δεν θα είχαν αναπτύξει ποτέ την ικανότητα του συλλογισμού και της σκέψης. Αν ένας τέτοιος κόσμος προσφερόταν ποτέ στους απογόνους της ανθρώπινης φυλής, αυτά τα ευλογημένα όντα θα έβλεπαν την ικανότητά τους να σκέπτονται να μαραίνεται και θα έπαυαν να είναι ανθρώπινα. Διότι το πρωταρχικό έργο του λόγου είναι να αντιμετωπίζει συνειδητά τους περιορισμούς που επιβάλλει η φύση στον άνθρωπο· είναι να καταπολεμά τη σπανιότητα. Ο δρων και σκεπτόμενος άνθρωπος αποτελεί προϊόν ενός σύμπαντος σπανιότητας, στο οποίο κάθε εφικτός βαθμός ευημερίας αποτελεί αντίτιμο μόχθου, κόπου και συμπεριφοράς που στην καθημερινή γλώσσα αποκαλείται οικονομική.

Such is the myth of potential plenty and abundance. Economics may leave it to the historians and psychologists to explain the popularity of this kind of wishful thinking and indulgence in daydreams. All that economics has to say about such idle talk is that economics deals with the problems man has to face on account of the fact that his life is conditioned by natural factors. It deals with action, i.e., with the conscious endeavors to remove as far as possible felt uneasiness. It has nothing to assert with regard to the state of affairs in an unrealizable and for human reason even inconceivable universe of unlimited opportunities. In such a world, it may be admitted, there will be no law of value, no scarcity, and no economic problems. These things will be absent because there will be no choices to be made, no action, and no tasks to be solved by reason. Beings which would have thrived in such a world would never have developed reasoning and thinking. If ever such a world were to be given to the descendants of the human race, these blessed beings would see their power to think wither away and would cease to be human. For the primary task of reason is to cope consciously with the limitations imposed upon man by nature, to fight against scarcity. Acting and thinking man is the product of a universe of scarcity in which whatever well-being can be attained is the prize of toil and trouble, of conduct popularly called economic.

17

2. Η μέθοδος των νοητικών κατασκευών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. The Method of Imaginary Constructions

18

Η ιδιαίτερη μέθοδος της οικονομικής επιστήμης είναι η μέθοδος των νοητικών κατασκευών.

The specific method of economics is the method of imaginary constructions.

19

Η μέθοδος αυτή είναι η μέθοδος της πραξεολογίας. Το γεγονός ότι αναπτύχθηκε και τελειοποιήθηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια στο πεδίο των οικονομικών μελετών με τη στενή έννοια οφείλεται στο ότι η οικονομική επιστήμη υπήρξε, τουλάχιστον έως σήμερα, το περισσότερο ανεπτυγμένο μέρος της πραξεολογίας. Όποιος επιθυμεί να εκφράσει άποψη για τα προβλήματα που συνήθως αποκαλούνται οικονομικά προσφεύγει σε αυτή τη μέθοδο. Ασφαλώς, η χρήση αυτών των νοητικών κατασκευών δεν αποτελεί διαδικασία που προσιδιάζει αποκλειστικά στην επιστημονική ανάλυση των συγκεκριμένων προβλημάτων. Και ο μη ειδικός προσφεύγει στην ίδια μέθοδο όταν τα αντιμετωπίζει. Ενώ, όμως, οι κατασκευές του μη ειδικού είναι περισσότερο ή λιγότερο συγκεχυμένες και ασαφείς, η οικονομική επιστήμη επιδιώκει να τις αναπτύσσει με τη μέγιστη φροντίδα, σχολαστικότητα και ακρίβεια και να εξετάζει κριτικά τις συνθήκες και τις παραδοχές τους.

This method is the method of praxeology. That it has been carefully elaborated and perfected in the field of economic studies in the narrower sense is due to the fact that economics, at least until now, has been the bestdeveloped part of praxeology. Everyone who wants to express an opinion about the problems commonly called economic takes recourse to this method. The employment of these imaginary constructions is, to be sure, not a procedure peculiar to the scientific analysis of these problems. The layman in dealing with them resorts to the same method. But while the layman’s constructions are more or less confused and muddled, economics is intent upon elaborating them with the utmost care, scrupulousness, and precision, and upon examining their conditions and assumptions critically.

20

Μια νοητική κατασκευή είναι η εννοιολογική εικόνα μιας αλληλουχίας γεγονότων, η οποία αναπτύσσεται λογικά από τα στοιχεία της δράσης που χρησιμοποιούνται κατά τη διαμόρφωσή της. Αποτελεί προϊόν παραγωγικού συλλογισμού και ανάγεται τελικά στη θεμελιώδη κατηγορία της δράσης, δηλαδή στην πράξη της προτίμησης και της παραμέρισης.

Κατά τη διαμόρφωση μιας τέτοιας νοητικής κατασκευής, ο οικονομολόγος δεν ασχολείται με το ερώτημα αν αυτή απεικονίζει ή όχι τις συνθήκες της πραγματικότητας που επιθυμεί να αναλύσει. Ούτε ασχολείται με το ερώτημα αν ένα σύστημα όπως εκείνο που υποθέτει η νοητική του κατασκευή θα μπορούσε να νοηθεί ως πραγματικά υφιστάμενο και λειτουργούν. Ακόμη και νοητικές κατασκευές που είναι αδιανόητες, αυτοαντιφατικές ή απραγματοποίητες μπορούν να προσφέρουν χρήσιμες, ακόμη και απαραίτητες, υπηρεσίες στην κατανόηση της πραγματικότητας, υπό την προϋπόθεση ότι ο οικονομολόγος γνωρίζει πώς να τις χρησιμοποιεί ορθά.

An imaginary construction is a conceptual image of a sequence of events logically evolved from the elements of action employed in its formation. It is a product of deduction, ultimately derived from the fundamental category of action, the act of preferring and setting aside. In designing such an imaginary construction the economist is not concerned with the question of whether or not it depicts the conditions of reality which he wants to analyze. Nor does he bother about the question of whether or not such a system as his imaginary construction posits could be conceived as really existent and in operation. Even imaginary constructions which are inconceivable, self-contradictory, or unrealizable can render useful, even indispensable services in the comprehension of reality, provided the economist knows how to use them properly.

21

Η μέθοδος των νοητικών κατασκευών δικαιολογείται από την επιτυχία της. Η πραξεολογία δεν μπορεί, όπως οι φυσικές επιστήμες, να θεμελιώσει τις διδασκαλίες της σε εργαστηριακά πειράματα και στην αισθητηριακή αντίληψη εξωτερικών αντικειμένων. Αναγκάστηκε να αναπτύξει μεθόδους εντελώς διαφορετικές από εκείνες της φυσικής και της βιολογίας. Θα αποτελούσε σοβαρό σφάλμα η αναζήτηση αναλογιών προς τις νοητικές κατασκευές στο πεδίο των φυσικών επιστημών. Οι νοητικές κατασκευές της πραξεολογίας δεν μπορούν ποτέ να αντιπαραβληθούν προς οποιαδήποτε εμπειρία εξωτερικών πραγμάτων ούτε να αξιολογηθούν από τη σκοπιά μιας τέτοιας εμπειρίας. Λειτουργία τους είναι να εξυπηρετούν τον άνθρωπο σε μια διερεύνηση η οποία δεν μπορεί να βασιστεί στις αισθήσεις του.

Όταν αντιπαραβάλλουμε τις νοητικές κατασκευές προς την πραγματικότητα, δεν μπορούμε να θέσουμε το ερώτημα αν αντιστοιχούν στην εμπειρία και αν απεικονίζουν επαρκώς τα εμπειρικά δεδομένα. Πρέπει να ρωτήσουμε αν οι παραδοχές της κατασκευής μας ταυτίζονται με τις συνθήκες εκείνων των πράξεων που επιθυμούμε να κατανοήσουμε.

The method of imaginary constructions is justified by its success. Praxeology cannot, like the natural sciences, base its teachings upon laboratory experiments and sensory perception of external objects. It had to develop methods entirely different from those of physics and biology. It would be a serious blunder to look for analogies to the imaginary constructions in the field of the natural sciences. The imaginary constructions of praxeology can never be confronted with any experience of things external and can never be appraised from the point of view of such experience. Their function is to serve man in a scrutiny which cannot rely upon his senses. In confronting the imaginary constructions with reality we cannot raise the question of whether they correspond to experience and depict adequately the empirical data. We must ask whether the assumptions of our construction are identical with the conditions of those actions which we want to conceive.

22

Η βασική μέθοδος διαμόρφωσης νοητικών κατασκευών είναι η νοητική αφαίρεση της λειτουργίας ορισμένων συνθηκών που υφίστανται στην πραγματική δράση. Τότε είμαστε σε θέση να συλλάβουμε τις υποθετικές συνέπειες της απουσίας αυτών των συνθηκών και να κατανοήσουμε τα αποτελέσματα της παρουσίας τους.

Έτσι, κατανοούμε την κατηγορία της δράσης κατασκευάζοντας την εικόνα μιας κατάστασης στην οποία δεν υπάρχει δράση, είτε επειδή το άτομο είναι πλήρως ικανοποιημένο και δεν αισθάνεται καμία δυσφορία είτε επειδή δεν γνωρίζει καμία διαδικασία από την οποία θα μπορούσε να αναμένει βελτίωση της ευημερίας του, δηλαδή της κατάστασης ικανοποίησής του. Κατά τον ίδιο τρόπο, κατανοούμε την έννοια του πρωταρχικού τόκου μέσω μιας νοητικής κατασκευής στην οποία δεν γίνεται καμία διάκριση μεταξύ ικανοποιήσεων που αναμένονται σε χρονικές περιόδους ίσης διάρκειας, αλλά άνισα απομακρυσμένες από τη στιγμή της δράσης.

The main formula for designing of imaginary constructions is to abstract from the operation of some conditions present in actual action. Then we are in a position to grasp the hypothetical consequences of the absence of these conditions and to conceive the effects of their existence. Thus we conceive the category of action by constructing the image of a state in which there is no action, either because the individual is fully contented and does not feel any uneasiness or because he does not know any procedure from which an improvement in his well-being (state of satisfaction) could be expected. Thus we conceive the notion of originary interest from an imaginary construction in which no distinction is made between satisfactions in periods of time equal in length but unequal with regard to their distance from the instant of action.

23

Η μέθοδος των νοητικών κατασκευών είναι απαραίτητη για την πραξεολογία· αποτελεί τη μοναδική μέθοδο της πραξεολογικής και οικονομικής έρευνας. Είναι, ασφαλώς, δύσκολη στον χειρισμό της, επειδή μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε εσφαλμένους συλλογισμούς. Προχωρεί πάνω σε μια αιχμηρή κόψη· και στις δύο πλευρές της χάσκει η άβυσσος του παραλόγου και του ανόητου. Μόνο η αμείλικτη αυτοκριτική μπορεί να αποτρέψει τον άνθρωπο από το να κατακρημνιστεί σε αυτά τα αβυσσαλέα βάθη.

The method of imaginary constructions is indispensable for praxeology; it is the only method of praxeological and economic inquiry. It is, to be sure, a method very difficult to handle because it can easily result in fallacious syllogisms. It leads along a sharp edge; on both sides yawns the chasm of absurdity and nonsense. Only merciless self-criticism can prevent a man from falling headlong into these abysmal depths.

24

3. Η καθαρή οικονομία της αγοράς

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The Pure Market Economy

25

Η νοητική κατασκευή μιας καθαρής ή ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς προϋποθέτει την ύπαρξη καταμερισμού της εργασίας και ιδιωτικής ιδιοκτησίας —ή ιδιωτικού ελέγχου— των μέσων παραγωγής και, κατά συνέπεια, την ύπαρξη αγοραίας ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών. Προϋποθέτει ότι η λειτουργία της αγοράς δεν παρεμποδίζεται από θεσμικούς παράγοντες. Προϋποθέτει ότι η κυβέρνηση, δηλαδή ο κοινωνικός μηχανισμός καταναγκασμού και εξαναγκασμού, αποβλέπει στη διαφύλαξη της λειτουργίας του συστήματος της αγοράς, απέχει από την παρεμπόδιση της λειτουργίας του και το προστατεύει από τις προσβολές άλλων ανθρώπων. Η αγορά είναι ελεύθερη· δεν υπάρχει παρέμβαση παραγόντων ξένων προς την αγορά στις τιμές, στους μισθολογικούς συντελεστές και στα επιτόκια. Εκκινώντας από αυτές τις παραδοχές, η οικονομική επιστήμη επιχειρεί να διασαφηνίσει τη λειτουργία μιας καθαρής οικονομίας της αγοράς. Μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού εξαντλήσει όλα όσα μπορούν να συναχθούν από τη μελέτη αυτής της νοητικής κατασκευής, στρέφεται στην εξέταση των διαφόρων προβλημάτων που εγείρει η παρέμβαση στην αγορά εκ μέρους κυβερνήσεων και άλλων φορέων οι οποίοι χρησιμοποιούν εξαναγκασμό και καταναγκασμό.

The imaginary construction of a pure or unhampered market economy assumes that there is division of labor and private ownership (control) of the means of production and that consequently there is market exchange of goods and services. It assumes that the operation of the market is not obstructed by institutional factors. It assumes that the government, the social apparatus of compulsion and coercion, is intent upon preserving the operation of the market system, abstains from hindering its functioning, and protects it against encroachments on the part of other people. The market is free; there is no interference of factors, foreign to the market, with prices, wage rates, and interest rates. Starting from these assumptions economics tries to elucidate the operation of a pure market economy. Only at a later stage, having exhausted everything which can be learned from the study of this imaginary construction, does it turn to the study of the various problems raised by interference with the market on the part of governments and other agencies employing coercion and compulsion.

26

Είναι εκπληκτικό το ότι αυτή η λογικά αδιαμφισβήτητη διαδικασία, η μόνη κατάλληλη για την επίλυση των σχετικών προβλημάτων, έχει δεχθεί σφοδρές επιθέσεις. Οι άνθρωποι τη χαρακτήρισαν προκατάληψη υπέρ μιας φιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, την οποία με τη σειρά τους στιγματίζουν ως αντιδραστική, ως οικονομική βασιλοκρατία, ως μαντσεστερισμό, ως αρνητισμό και ούτω καθεξής. Αρνούνται ότι η ενασχόληση με αυτή τη νοητική κατασκευή μπορεί να προσφέρει οτιδήποτε στη γνώση της πραγματικότητας. Οι θορυβώδεις αυτοί επικριτές, όμως, αντιφάσκουν προς τον εαυτό τους, καθώς καταφεύγουν στην ίδια μέθοδο για να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς. Όταν ζητούν τη θέσπιση κατώτατων μισθολογικών συντελεστών, περιγράφουν τις υποτιθέμενες μη ικανοποιητικές συνθήκες μιας ελεύθερης αγοράς εργασίας· όταν ζητούν την επιβολή δασμών, περιγράφουν τις υποτιθέμενες καταστροφές που επιφέρει το ελεύθερο εμπόριο. Ασφαλώς, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για τη διασαφήνιση ενός μέτρου που περιορίζει την ελεύθερη λειτουργία των παραγόντων μιας ανεμπόδιστης αγοράς πέρα από την προηγούμενη μελέτη της κατάστασης πραγμάτων που επικρατεί υπό συνθήκες οικονομικής ελευθερίας.

It is amazing that this logically incontestable procedure, the only one that is fitted to solve the problems involved, has been passionately attacked. People have branded it as a prepossession in favor of a liberal economic policy, which they stigmatize as reactionary, economic royalism, Manchesterism, negativism, and so on. They deny that anything can be gained for the knowledge of reality from occupation with this imaginary construction. However, these turbulent critics contradict themselves as they take recourse to the same method in advancing their own assertions. In asking for minimum wage rates they depict the alleged unsatisfactory conditions of a free labor market and in asking for tariffs they describe the alleged disasters brought about by free trade. There is, of course, no other way available for the elucidation of a measure limiting the free play of the factors operating on an unhampered market than to study first the state of affairs prevailing under economic freedom.

27

Είναι αλήθεια ότι οι οικονομολόγοι συνήγαγαν από τις έρευνές τους το συμπέρασμα ότι οι σκοποί τους οποίους επιδιώκουν οι περισσότεροι άνθρωποι —στην πράξη, σχεδόν όλοι— μέσω του μόχθου και της εργασίας τους, καθώς και μέσω της οικονομικής πολιτικής, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα όταν το σύστημα της ελεύθερης αγοράς δεν παρεμποδίζεται από κυβερνητικά διατάγματα. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί προκατασκευασμένη κρίση που απορρέει από ανεπαρκή εξέταση των συνεπειών της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Αντιθέτως, αποτελεί αποτέλεσμα προσεκτικής και αμερόληπτης εξέτασης όλων των πτυχών του παρεμβατισμού.

It is true that economists have drawn from their investigations the conclusion that the goals which most people, practically even all people, are intent on attaining by toiling and working and by economic policy, can best be realized where the free market system is not impeded by government decrees. But this is not a preconceived judgment stemming from an insufficient occupation with the operation of government interference with business. It is, on the contrary, the result of a careful, unbiased scrutiny of all aspects of interventionism.

28

Είναι επίσης αλήθεια ότι οι κλασικοί οικονομολόγοι και οι επίγονοί τους συνήθιζαν να αποκαλούν «φυσικό» το σύστημα της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς και «τεχνητή» και «διαταρακτική» την κυβερνητική ανάμειξη στα φαινόμενα της αγοράς. Και αυτή, όμως, η ορολογία αποτελούσε προϊόν της προσεκτικής εξέτασης των προβλημάτων του παρεμβατισμού. Ακολουθούσαν τη σημασιολογική χρήση της εποχής τους, αποκαλώντας «αντίθετη προς τη φύση» μια ανεπιθύμητη κατάσταση των κοινωνικών πραγμάτων.

It is also true that the classical economists and their epigones used to call the system of unhampered market economy “natural” and government meddling with market phenomena “artificial” and “disturbing.” But this terminology also was the product of their careful scrutiny of the problems of interventionism. They were in conformity with the semantic practice of their age in calling an undesirable state of social affairs “contrary to nature.”

29

Ο θεϊσμός και ο ντεϊσμός της εποχής του Διαφωτισμού θεωρούσαν την κανονικότητα των φυσικών φαινομένων εκπόρευση των προσταγμάτων της Θείας Πρόνοιας. Όταν οι φιλόσοφοι του Διαφωτισμού ανακάλυψαν ότι κανονικότητα των φαινομένων επικρατεί επίσης στην ανθρώπινη δράση και στην κοινωνική εξέλιξη, ήταν διατεθειμένοι να την ερμηνεύσουν και αυτή ως απόδειξη της πατρικής μέριμνας του Δημιουργού του σύμπαντος. Αυτό ήταν το αληθινό νόημα της θεωρίας της προκαθορισμένης αρμονίας, όπως την ανέπτυξαν ορισμένοι οικονομολόγοι.4 Η κοινωνική φιλοσοφία του πατερναλιστικού δεσποτισμού υπογράμμιζε τη θεϊκή αποστολή των βασιλέων και των αυταρχικών ηγεμόνων, οι οποίοι ήταν προορισμένοι να κυβερνούν τους λαούς. Ο φιλελεύθερος αντέτεινε ότι η λειτουργία μιας ανεμπόδιστης αγοράς, στην οποία κυρίαρχος είναι ο καταναλωτής —δηλαδή κάθε πολίτης—, επιφέρει περισσότερο ικανοποιητικά αποτελέσματα από τα διατάγματα των κεχρισμένων ηγεμόνων. «Παρατηρήστε τη λειτουργία του συστήματος της αγοράς», έλεγαν, «και θα ανακαλύψετε και σε αυτή το δάκτυλο του Θεού».

Theism and Deism of the Age of Enlightenment viewed the regularity of natural phenomena as an emanation of the decrees of Providence. When the philosophers of the Enlightenment discovered that there prevails a regularity of phenomena also in human action and in social evolution, they were prepared to interpret it likewise as evidence of the paternal care of the Creator of the universe. This was the true meaning of the doctrine of the predetermined harmony as expounded by some economists.[4] The social philosophy of paternal despotism laid stress upon the divine mission of kings and autocrats predestined to rule the peoples. The liberals retorted that the operation of an unhampered market, on which the consumer—i.e., every citizen—is sovereign, brings about more satisfactory results than the decrees of anointed rulers. Observe the functioning of the market system, they said, and you will discover in it the finger of God.

30

Παράλληλα με τη νοητική κατασκευή μιας καθαρής οικονομίας της αγοράς, οι κλασικοί οικονομολόγοι ανέπτυξαν το λογικό της αντίστοιχο: τη νοητική κατασκευή μιας σοσιαλιστικής κοινοπολιτείας. Κατά την ευρετική διαδικασία που οδήγησε τελικά στην ανακάλυψη του τρόπου λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς, αυτή η εικόνα μιας σοσιαλιστικής τάξης είχε μάλιστα λογική προτεραιότητα. Το ερώτημα που απασχολούσε τους οικονομολόγους ήταν αν ένας ράφτης θα μπορούσε να εφοδιαστεί με ψωμί και υποδήματα χωρίς κυβερνητικό διάταγμα που θα υποχρέωνε τον αρτοποιό και τον υποδηματοποιό να μεριμνήσουν για τις ανάγκες του. Η πρώτη σκέψη ήταν ότι απαιτείται αυταρχική παρέμβαση προκειμένου κάθε ειδικός να υπηρετεί τους συμπολίτες του. Οι οικονομολόγοι αιφνιδιάστηκαν όταν ανακάλυψαν ότι δεν απαιτείται κανένας τέτοιος καταναγκασμός.

Όταν αντιπαρέβαλλαν την παραγωγικότητα προς την αποδοτικότητα, το ίδιον συμφέρον προς τη δημόσια ευημερία και τον εγωισμό προς τον αλτρουισμό, οι οικονομολόγοι αναφέρονταν εμμέσως στην εικόνα ενός σοσιαλιστικού συστήματος. Η έκπληξή τους μπροστά στην τρόπον τινά «αυτόματη» καθοδήγηση του συστήματος της αγοράς οφειλόταν ακριβώς στο ότι αντιλήφθηκαν πως μια «αναρχική» κατάσταση της παραγωγής εφοδιάζει τους ανθρώπους καλύτερα από τις διαταγές μιας συγκεντρωτικής και παντοδύναμης κυβέρνησης.

Η ιδέα του σοσιαλισμού —ενός συστήματος καταμερισμού της εργασίας που ελέγχεται και διευθύνεται εξ ολοκλήρου από μια σχεδιαστική αρχή— δεν γεννήθηκε στον νου των ουτοπιστών μεταρρυθμιστών. Οι ουτοπιστές αυτοί απέβλεπαν μάλλον στην αυτάρκη συνύπαρξη μικρών και αυτοδύναμων κοινωνικών σωμάτων· χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το φαλανστήριο του Fourier. Ο ριζοσπαστισμός των μεταρρυθμιστών στράφηκε προς τον σοσιαλισμό όταν αυτοί υιοθέτησαν ως πρότυπο της νέας τους τάξης την εικόνα μιας οικονομίας διευθυνόμενης από μια εθνική κυβέρνηση ή από μια παγκόσμια αρχή, η οποία εμπεριεχόταν στις θεωρίες των οικονομολόγων.

Along with the imaginary construction of a pure market economy the classical economists elaborated its logical counterpart, the imaginary construction of a socialist commonwealth. In the heuristic process which finally led to the discovery of the operation of a market economy this image of a socialist order even had logical priority. The question which preoccupied the economists was whether a tailor could be supplied with bread and shoes if there was no government decree compelling the baker and the shoemaker to provide for his needs. The first thought was that authoritarian interference is required to make every specialist serve his fellow citizens. The economists were taken aback when they discovered that no such compulsion is needed. In contrasting productivity and profitability, self-interest and public welfare, selfishness and altruism, the economists implicitly referred to the image of a socialist system. Their astonishment at the “automatic,” as it were, steering of the market system was precisely due to the fact that they realized that an “anarchic” state of production results in supplying people better than the orders of a centralized omnipotent government. The idea of socialism—a system of the division of labor entirely controlled and managed by a planning authority—did not originate in the heads of utopian reformers. These utopians aimed rather at the autarkic coexistence of small self-sufficient bodies; take, for instance, Fourier’s phalange. The radicalism of the reformers turned toward socialism when they took the image of an economy managed by a national government or a world authority, implied in the theories of the economists, as a model for their new order.

31

Η μεγιστοποίηση των κερδών

The Maximization of Profits

32

Είναι ευρέως διαδεδομένη η πεποίθηση ότι οι οικονομολόγοι, όταν πραγματεύονται τα προβλήματα μιας οικονομίας της αγοράς, είναι εντελώς μη ρεαλιστές επειδή υποθέτουν ότι όλοι οι άνθρωποι επιδιώκουν πάντοτε το μεγαλύτερο δυνατό όφελος. Κατασκευάζουν, υποστηρίζεται, την εικόνα ενός απολύτως εγωιστικού και ορθολογιστικού όντος, για το οποίο τίποτε άλλο δεν έχει σημασία πέρα από το κέρδος. Ένας τέτοιος homo oeconomicus μπορεί να αποτελεί ομοίωμα χρηματιστών και κερδοσκόπων. Η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Από τη μελέτη της συμπεριφοράς αυτής της απατηλής εικόνας δεν μπορεί να αντληθεί καμία γνώση της πραγματικότητας.

It is generally believed that economists, in dealing with the problems of a market economy, are quite unrealistic in assuming that all men are always eager to gain the highest attainable advantage. They construct, it is said, the image of a perfectly selfish and rationalistic being for whom nothing counts but profit. Such a homo oeconomicus may be a likeness of stock jobbers and speculators. But the immense majority are very different. Nothing for the cognition of reality can be learned from the study of the conduct of this delusive image.

33

Δεν είναι αναγκαίο να αντικρούσουμε εκ νέου όλη τη σύγχυση, τα σφάλματα και τις διαστρεβλώσεις που εμπεριέχονται σε αυτόν τον ισχυρισμό. Τα δύο πρώτα μέρη του παρόντος βιβλίου αποκάλυψαν τις σχετικές πλάνες. Στο σημείο αυτό αρκεί να πραγματευθούμε το πρόβλημα της μεγιστοποίησης των κερδών.

It is not necessary to enter again into a refutation of all the confusion, error, and distortion inherent in this contention. The first two parts of this book have unmasked the fallacies implied. At this point it is enough to deal with the problem of the maximization of profits.

34

Η πραξεολογία εν γένει και η οικονομική επιστήμη στο ειδικό της πεδίο δεν προϋποθέτουν, ως προς τις πηγές της ανθρώπινης δράσης, τίποτε άλλο πέρα από το ότι ο δρων άνθρωπος επιθυμεί να άρει τη δυσφορία. Υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της συναλλαγής στην αγορά, δράση σημαίνει αγορά και πώληση. Όλα όσα υποστηρίζει η οικονομική επιστήμη για τη ζήτηση και την προσφορά αναφέρονται σε κάθε περίπτωση ζήτησης και προσφοράς και όχι μόνο σε εκείνες που προκαλούνται από ειδικές περιστάσεις οι οποίες απαιτούν ιδιαίτερη περιγραφή ή ορισμό.

Ο ισχυρισμός ότι ένας άνθρωπος, όταν καλείται να επιλέξει αν θα λάβει περισσότερα ή λιγότερα για ένα αγαθό που επιθυμεί να πωλήσει, επιλέγει, ceteris paribus, την υψηλότερη τιμή δεν απαιτεί καμία πρόσθετη παραδοχή. Η υψηλότερη τιμή σημαίνει για τον πωλητή καλύτερη ικανοποίηση των αναγκών του. Το ίδιο ισχύει, mutatis mutandis, για τον αγοραστή. Το ποσό που εξοικονομεί κατά την αγορά του συγκεκριμένου αγαθού τού επιτρέπει να δαπανήσει περισσότερα για την ικανοποίηση άλλων αναγκών. Το να αγοράζει κανείς στη φθηνότερη αγορά και να πωλεί στην ακριβότερη δεν αποτελεί, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, συμπεριφορά που θα προϋπέθετε ειδικές παραδοχές σχετικά με τα κίνητρα και την ηθική του δρώντος. Αποτελεί απλώς αναγκαία απόρροια κάθε δράσης υπό τις συνθήκες της αγοραίας ανταλλαγής.

Praxeology in general and economics in its special field assume with regard to the springs of human action nothing other than that acting man wants to remove uneasiness. Under the particular conditions of dealing on the market, action means buying and selling. Everything that economics asserts about demand and supply refers to every instance of demand and supply and not only to demand and supply brought about by some special circumstances requiring a particular description or definition. To assert that a man, faced with the alternative of getting more or less for a commodity he wants to sell, ceteris paribus chooses the high price, does not require any further assumption. A higher price means for the seller a better satisfaction of his wants. The same applies mutatis mutandis to the buyer. The amount saved in buying the commodity concerned enables him to spend more for the satisfaction of other needs. To buy in the cheapest market and to sell in the dearest market is, other things being equal, not conduct which would presuppose any special assumptions concerning the actor’s motives and morality. It is merely the necessary offshoot of any action under the conditions of market exchange.

35

Υπό την ιδιότητά του ως επιχειρηματία, ο άνθρωπος είναι υπηρέτης των καταναλωτών και υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις επιθυμίες τους. Δεν μπορεί να ενδίδει στις προσωπικές του ιδιοτροπίες και φαντασιοτροπίες. Οι ιδιοτροπίες και οι φαντασιοτροπίες των πελατών του, όμως, αποτελούν για εκείνον υπέρτατο νόμο, υπό την προϋπόθεση ότι οι πελάτες είναι πρόθυμοι να πληρώσουν για αυτές. Είναι αναγκασμένος να προσαρμόζει τη συμπεριφορά του στη ζήτηση των καταναλωτών. Αν οι καταναλωτές, στερούμενοι καλαισθησίας, προτιμούν άσχημα και χυδαία πράγματα, πρέπει, αντίθετα προς τις δικές του πεποιθήσεις, να τους προμηθεύει τέτοια πράγματα.5 Αν οι καταναλωτές δεν επιθυμούν να καταβάλλουν υψηλότερη τιμή για τα εγχώρια προϊόντα από ό,τι για τα προϊόντα που παράγονται στο εξωτερικό, πρέπει να αγοράζει το αλλοδαπό προϊόν, εφόσον αυτό είναι φθηνότερο. Ένας εργοδότης δεν μπορεί να παρέχει ευεργετήματα εις βάρος των πελατών του. Δεν μπορεί να καταβάλλει μισθούς υψηλότερους από εκείνους που καθορίζει η αγορά, αν οι αγοραστές δεν είναι διατεθειμένοι να καταβάλλουν αναλογικά υψηλότερες τιμές για τα αγαθά που παράγονται σε μονάδες στις οποίες οι μισθοί είναι υψηλότεροι από ό,τι σε άλλες μονάδες.

In his capacity as a businessman a man is a servant of the consumers, bound to comply with their wishes. He cannot indulge in his own whims and fancies. But his customers’ whims and fancies are for him ultimate law, provided these customers are ready to pay for them. He is under the necessity of adjusting his conduct to the demand of the consumers. If the consumers, without a taste for the beautiful, prefer things ugly and vulgar, he must, contrary to his own convictions, supply them with such things.[5]

If consumers do not want to pay a higher price for domestic products than for those produced abroad, he must buy the foreign product, provided it is cheaper. An employer cannot grant favors at the expense of his customers. He cannot pay wage rates higher than those determined by the market if the buyers are not ready to pay proportionately higher prices for commodities produced in plants in which wage rates are higher than in other plants.

36

Τα πράγματα είναι διαφορετικά για τον άνθρωπο υπό την ιδιότητά του ως δαπανώντος το εισόδημά του. Είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι προτιμά περισσότερο. Μπορεί να προσφέρει ελεημοσύνη. Μπορεί, παρακινούμενος από διάφορες θεωρίες και προκαταλήψεις, να αποφεύγει αγαθά ορισμένης προέλευσης ή πηγής και να προτιμά το χειρότερο ή ακριβότερο προϊόν από εκείνο που είναι —από τεχνολογική άποψη— καλύτερο και φθηνότερο.

Κατά κανόνα, όταν αγοράζουν, οι άνθρωποι δεν κάνουν δώρα στον πωλητή. Παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοιο συμβαίνει. Τα όρια μεταξύ της αγοράς αναγκαίων αγαθών και υπηρεσιών και της παροχής ελεημοσύνης είναι μερικές φορές δυσδιάκριτα. Εκείνος που αγοράζει σε μια φιλανθρωπική αγορά συνδυάζει συνήθως την αγορά με μια δωρεά για φιλανθρωπικό σκοπό. Εκείνος που δίνει ένα κέρμα σε έναν τυφλό μουσικό του δρόμου ασφαλώς δεν πληρώνει για την αμφίβολη εκτέλεσή του· απλώς παρέχει ελεημοσύνη.

It is different with man in his capacity as spender of his income. He is free to do what he likes best. He can bestow alms. He can, motivated by various doctrines and prejudices, discriminate against goods of a certain origin or source and prefer the worse or more expensive product to the— technologically—better and cheaper one. As a rule people in buying do not make gifts to the seller. But nonetheless that happens. The boundaries between buying goods and services needed and giving alms are sometimes difficult to discern. He who buys at a charity sale usually combines a purchase with a donation for a charitable purpose. He who gives a dime to a blind street musician certainly does not pay for the questionable performance; he simply gives alms.

37

Ο άνθρωπος αποτελεί ενότητα κατά τη δράση του. Ο επιχειρηματίας που κατέχει ολόκληρη την επιχείρηση μπορεί μερικές φορές να εξαλείφει τα όρια μεταξύ επιχειρηματικής δραστηριότητας και φιλανθρωπίας. Αν επιθυμεί να ανακουφίσει έναν φίλο που βρίσκεται σε δυσχερή θέση, η λεπτότητα των αισθημάτων του μπορεί να τον ωθήσει να καταφύγει σε μια διαδικασία η οποία απαλλάσσει τον φίλο του από την αμηχανία της συντήρησης μέσω ελεημοσύνης. Του προσφέρει μια θέση εργασίας στο γραφείο του, μολονότι δεν χρειάζεται τη βοήθειά του ή θα μπορούσε να προσλάβει έναν εξίσου ικανό βοηθό με χαμηλότερο μισθό. Τότε ο καταβαλλόμενος μισθός εμφανίζεται τυπικά ως μέρος των επιχειρηματικών δαπανών. Στην πραγματικότητα, αποτελεί δαπάνη ενός μέρους του εισοδήματος του επιχειρηματία. Από την ορθή σκοπιά, αποτελεί κατανάλωση και όχι δαπάνη που αποβλέπει στην αύξηση των κερδών της επιχείρησης.6

Man in acting is a unity. The businessman who owns the whole firm may sometimes efface the boundaries between business and charity. If he wants to relieve a distressed friend, delicacy of feeling may prompt him to resort to a procedure which spares the latter the embarrassment of living on alms. He gives the friend a job in his office although he does not need his help or could hire an equivalent helper at a lower salary. Then the salary granted appears formally as a part of business outlays. In fact it is the spending of a fraction of the businessman’s income. It is, from a correct point of view, consumption and not an expenditure designed to increase the firm’s profits.[6]

38

Αδέξια σφάλματα προκύπτουν από την τάση να εξετάζονται μόνο τα απτά, ορατά και μετρήσιμα πράγματα και να παραβλέπονται όλα τα υπόλοιπα. Εκείνο που αγοράζει ο καταναλωτής δεν είναι απλώς τροφή ή θερμίδες. Δεν επιθυμεί να τραφεί όπως ο λύκος· επιθυμεί να φάει όπως ένας άνθρωπος. Για πολλούς ανθρώπους, η τροφή ικανοποιεί καλύτερα την όρεξη όσο πιο ελκυστικά και καλαίσθητα έχει παρασκευαστεί, όσο πιο κομψά είναι στρωμένο το τραπέζι και όσο πιο ευχάριστο είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο καταναλώνεται. Τέτοια πράγματα θεωρούνται ασήμαντα από μια θεώρηση που ασχολείται αποκλειστικά με τις χημικές πτυχές της διαδικασίας της πέψης.7 Το γεγονός, όμως, ότι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό των τιμών των τροφίμων είναι απολύτως συμβατό με τη θέση ότι οι άνθρωποι προτιμούν, ceteris paribus, να αγοράζουν στη φθηνότερη αγορά.

Κάθε φορά που ένας αγοραστής, επιλέγοντας μεταξύ δύο πραγμάτων τα οποία οι χημικοί και οι τεχνολόγοι θεωρούν απολύτως ισοδύναμα, προτιμά το ακριβότερο, έχει κάποιον λόγο. Αν δεν σφάλλει, πληρώνει για υπηρεσίες τις οποίες η χημεία και η τεχνολογία δεν μπορούν να συλλάβουν μέσω των ιδιαίτερων ερευνητικών τους μεθόδων. Αν ένας άνθρωπος προτιμά ένα ακριβό κατάστημα ή κέντρο διασκέδασης από ένα φθηνότερο, επειδή του αρέσει να πίνει τα κοκτέιλ του κοντά σε έναν δούκα, μπορούμε να σχολιάσουμε τη γελοία ματαιοδοξία του. Δεν πρέπει, όμως, να πούμε ότι η συμπεριφορά του δεν αποβλέπει στη βελτίωση της δικής του κατάστασης ικανοποίησης.

Awkward mistakes are due to the tendency to look only upon things tangible, visible, and measurable, and to neglect everything else. What the consumer buys is not simply food or calories. He does not want to feed like a wolf, he wants to eat like a man. Food satisfies the appetite of many people the better, the more appetizingly and tastefully it is prepared, the finer the table is set, and the more agreeable the environment is in which the food is consumed. Such things are regarded as of no consequence by a consideration exclusively occupied with the chemical aspects of the process of digestion.[7] But the fact that they play an important role in the determination of food prices is perfectly compatible with the assertion that people prefer, ceteris paribus, to buy in the cheapest market. Whenever a buyer, in choosing between two things which chemists and technologists deem perfectly equal, prefers the more expensive, he has a reason. If he does not err, he pays for services which chemistry and technology cannot comprehend with their specific methods of investigation. If a man prefers an expensive place to a cheaper one because he likes to sip his cocktails in the neighborhood of a duke or of café society, we may remark on his ridiculous vanity. But we must not say that the man’s conduct does not aim at an improvement of his own state of satisfaction.

39

Ό,τι πράττει ο άνθρωπος αποβλέπει πάντοτε στη βελτίωση της δικής του κατάστασης ικανοποίησης. Υπό αυτή την έννοια —και μόνο υπό αυτή— μπορούμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «εγωισμός» και να υπογραμμίζουμε ότι η δράση είναι αναγκαστικά πάντοτε εγωιστική. Ακόμη και μια δράση που αποβλέπει άμεσα στη βελτίωση των συνθηκών άλλων ανθρώπων είναι εγωιστική υπό αυτή την έννοια. Ο δρων άνθρωπος θεωρεί περισσότερο ικανοποιητικό για τον ίδιο να προσφέρει τροφή σε άλλους ανθρώπους παρά να τραφεί ο ίδιος. Η δυσφορία του προκαλείται από την επίγνωση ότι άλλοι άνθρωποι στερούνται τα αναγκαία.

What a man does is always aimed at an improvement of his own state of satisfaction. In this sense—and in no other—we are free to use the term selfishness and to emphasize that action is necessarily always selfish. Even an action directly aiming at the improvement of other people’s conditions is selfish. The actor considers it as more satisfactory for himself to make other people eat than to eat himself. His uneasiness is caused by the awareness of the fact that other people are in want.

40

Αποτελεί γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι συμπεριφέρονται διαφορετικά και προτιμούν να γεμίζουν το δικό τους στομάχι και όχι εκείνο των συμπολιτών τους. Αυτό, όμως, δεν αφορά την οικονομική επιστήμη· αποτελεί δεδομένο της ιστορικής εμπειρίας. Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική επιστήμη αναφέρεται σε κάθε είδος δράσης, ανεξάρτητα από το αν παρακινείται από την επιθυμία ενός ανθρώπου να τραφεί ο ίδιος ή να προσφέρει τροφή σε άλλους.

It is a fact that many people behave in another way and prefer to fill their own stomach and not that of their fellow citizens. But this has nothing to do with economics; it is a datum of historical experience. At any rate, economics refers to every kind of action, no matter whether motivated by the urge of a man to eat or to make other people eat.

41

Αν η μεγιστοποίηση του κέρδους σημαίνει ότι ένας άνθρωπος, σε όλες τις αγοραίες συναλλαγές του, αποβλέπει στη μέγιστη δυνατή αύξηση του αποκομιζόμενου οφέλους, τότε αποτελεί πλεοναστική και περιφραστική διατύπωση. Απλώς δηλώνει ό,τι εμπεριέχεται στην ίδια την κατηγορία της δράσης. Αν σημαίνει κάτι διαφορετικό, αποτελεί έκφραση μιας εσφαλμένης ιδέας.

If maximizing profits means that a man in all market transactions aims at increasing to the utmost the advantage derived, it is a pleonastic and periphrastic circumlocution. It only asserts what is implied in the very category of action. If it means anything else, it is the expression of an erroneous idea.

42

Ορισμένοι οικονομολόγοι πιστεύουν ότι έργο της οικονομικής επιστήμης είναι να προσδιορίσει πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί, στο σύνολο της κοινωνίας, η μέγιστη δυνατή ικανοποίηση όλων των ανθρώπων ή του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ανθρώπων. Δεν αντιλαμβάνονται ότι δεν υπάρχει καμία μέθοδος που θα μας επέτρεπε να μετρήσουμε την κατάσταση ικανοποίησης την οποία έχουν επιτύχει διαφορετικά άτομα. Παρανοούν τον χαρακτήρα των κρίσεων που βασίζονται στη σύγκριση της ευτυχίας διαφορετικών ανθρώπων. Ενώ διατυπώνουν αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις, πιστεύουν ότι εξακριβώνουν πραγματικά γεγονότα. Μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει δίκαιο το να ληστεύονται οι πλούσιοι προκειμένου να προσφέρονται δώρα στους φτωχούς. Ο χαρακτηρισμός, όμως, ενός πράγματος ως δίκαιου ή άδικου αποτελεί πάντοτε υποκειμενική αξιολογική κρίση και, ως τέτοια, είναι αμιγώς προσωπική και δεν επιδέχεται επαλήθευση ή διάψευση. Η οικονομική επιστήμη δεν αποβλέπει στη διατύπωση αξιολογικών κρίσεων. Επιδιώκει τη γνώση των συνεπειών ορισμένων τρόπων δράσης.

Some economists believe that it is the task of economics to establish how in the whole of society the greatest possible satisfaction of all people or of the greatest number could be attained. They do not realize that there is no method which would allow us to measure the state of satisfaction attained by various individuals. They misconstrue the character of judgments which are based on the comparison between various people’s happiness. While expressing arbitrary value judgments, they believe themselves to be establishing facts. One may call it just to rob the rich in order to make presents to the poor. However, to call something fair or unfair is always a subjective value judgment and as such purely personal and not liable to any verification or falsification. Economics is not intent upon pronouncing value judgments. It aims at a cognition of the consequences of certain modes of acting.

43

Έχει υποστηριχθεί ότι οι φυσιολογικές ανάγκες όλων των ανθρώπων είναι του ίδιου είδους και ότι αυτή η ομοιότητα παρέχει ένα μέτρο για τον προσδιορισμό του βαθμού της αντικειμενικής ικανοποίησής τους. Όποιος διατυπώνει τέτοιες απόψεις και συνιστά τη χρήση τέτοιων κριτηρίων ως οδηγού της κυβερνητικής πολιτικής προτείνει να αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι όπως ο κτηνοτρόφος αντιμετωπίζει τα ζώα του. Οι μεταρρυθμιστές, όμως, δεν αντιλαμβάνονται ότι δεν υπάρχει καθολική αρχή διατροφής που να ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Το ποια από τις διάφορες αρχές θα επιλεγεί εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τους σκοπούς που επιδιώκονται. Ο κτηνοτρόφος δεν ταΐζει τις αγελάδες του για να τις καταστήσει ευτυχισμένες, αλλά για να επιτύχει τους σκοπούς που τους έχει αποδώσει στα δικά του σχέδια. Μπορεί να προτιμά περισσότερο γάλα, περισσότερο κρέας ή κάτι άλλο. Τι είδους ανθρώπους επιθυμούν να εκθρέψουν οι εκτροφείς ανθρώπων — αθλητές ή μαθηματικούς; Πολεμιστές ή εργάτες εργοστασίων; Όποιος θα καθιστούσε τον άνθρωπο υλικό ενός σκόπιμου συστήματος εκτροφής και διατροφής θα αξίωνε για τον εαυτό του δεσποτικές εξουσίες και θα χρησιμοποιούσε τους συμπολίτες του ως μέσα για την επίτευξη των δικών του σκοπών, οι οποίοι διαφέρουν από εκείνους που επιδιώκουν οι ίδιοι.

It has been asserted that the physiological needs of all men are of the same kind and that this equality provides a standard for the measurement of the degree of their objective satisfaction. In expressing such opinions and in recommending the use of such criteria to guide the government’s policy, one proposes to deal with men as the breeder deals with his cattle. But the reformers fail to realize that there is no universal principle of alimentation valid for all men. Which one of the various principles one chooses depends entirely on the aims one wants to attain. The cattle breeder does not feed his cows in order to make them happy, but in order to attain the ends which he has assigned to them in his own plans. He may prefer more milk or more meat or something else. What type of man do the man breeders want to rear —athletes or mathematicians? Warriors or factory hands? He who would make man the material of a purposeful system of breeding and feeding would arrogate to himself despotic powers and would use his fellow citizens as means for the attainment of his own ends, which differ from those they themselves are aiming at.

44

Οι αξιολογικές κρίσεις ενός ατόμου διακρίνουν μεταξύ εκείνου που του παρέχει μεγαλύτερη και εκείνου που του παρέχει μικρότερη ικανοποίηση. Οι αξιολογικές κρίσεις που διατυπώνει ένας άνθρωπος σχετικά με την ικανοποίηση ενός άλλου δεν δηλώνουν τίποτε για την ικανοποίηση αυτού του άλλου ανθρώπου. Δηλώνουν μόνο ποια κατάσταση του άλλου ανθρώπου ικανοποιεί περισσότερο εκείνον που διατυπώνει την κρίση. Οι μεταρρυθμιστές που αναζητούν τη μεγιστοποίηση της γενικής ικανοποίησης δεν μας έχουν πει παρά μόνο ποια κατάσταση των υποθέσεων των άλλων ανθρώπων θα ταίριαζε καλύτερα στους ίδιους.

The value judgments of an individual differentiate between what makes him more satisfied and what less. The value judgments a man pronounces about another man’s satisfaction do not assert anything about this other man’s satisfaction. They only assert what condition of this other man better satisfies the man who pronounces the judgment. The reformers searching for the maximum of general satisfaction have told us merely what state of other people’s affairs would best suit themselves.

45

4. Η αυτιστική οικονομία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. The Autistic Economy

46

Καμία άλλη νοητική κατασκευή δεν έχει προκαλέσει περισσότερες αντιδράσεις από εκείνη ενός απομονωμένου οικονομικού δρώντος ο οποίος εξαρτάται αποκλειστικά από τον εαυτό του. Η οικονομική επιστήμη, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτήν. Για να μελετήσει τη διαπροσωπική ανταλλαγή, πρέπει να τη συγκρίνει με συνθήκες υπό τις οποίες αυτή απουσιάζει. Κατασκευάζει δύο παραλλαγές της εικόνας μιας αυτιστικής οικονομίας, στην οποία υπάρχει μόνο αυτιστική ανταλλαγή: την οικονομία ενός απομονωμένου ατόμου και την οικονομία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Όταν χρησιμοποιούν αυτή τη νοητική κατασκευή, οι οικονομολόγοι δεν ασχολούνται με το πρόβλημα αν ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε πράγματι να λειτουργήσει.8 Έχουν πλήρη επίγνωση του ότι η νοητική τους κατασκευή είναι πλασματική. Ο Ροβινσώνας Κρούσος, ο οποίος ενδέχεται παρά ταύτα να υπήρξε πραγματικό πρόσωπο, και ο γενικός διευθυντής μιας απολύτως απομονωμένης σοσιαλιστικής κοινοπολιτείας, η οποία ουδέποτε υπήρξε, δεν θα ήταν σε θέση να σχεδιάζουν και να δρουν με τον τρόπο που οι άνθρωποι μπορούν να σχεδιάζουν και να δρουν μόνο όταν προσφεύγουν στον οικονομικό υπολογισμό. Στο πλαίσιο, όμως, της νοητικής μας κατασκευής είμαστε ελεύθεροι να υποθέσουμε ότι θα μπορούσαν να υπολογίζουν, κάθε φορά που μια τέτοια μυθοπλασία είναι χρήσιμη για τη συζήτηση του συγκεκριμένου προβλήματος το οποίο εξετάζεται.

No other imaginary construction has caused more offense than that of an isolated economic actor entirely dependent on himself. However, economics cannot do without it. In order to study interpersonal exchange it must compare it with conditions under which it is absent. It constructs two varieties of the image of an autistic economy in which there is only autistic exchange: the economy of an isolated individual and the economy of a socialist society. In employing this imaginary construction the economists do not bother about the problem of whether or not such a system could really work.[8] They are fully aware of the fact that their imaginary construction is fictitious. Robinson Crusoe, who, for all that, may have existed, and the general manager of a perfectly isolated socialist commonwealth that never existed, would not have been in a position to plan and to act as people can only when taking recourse to economic calculation. However, in the frame of our imaginary construction we are free to pretend that they could calculate whenever such a fiction may be useful for the discussion of the specific problem to be dealt with.

47

Η νοητική κατασκευή μιας αυτιστικής οικονομίας βρίσκεται στη βάση της διαδεδομένης διάκρισης μεταξύ παραγωγικότητας και αποδοτικότητας, όπως αυτή εξελίχθηκε σε κριτήριο αξιολογικών κρίσεων. Όσοι καταφεύγουν σε αυτή τη διάκριση θεωρούν την αυτιστική οικονομία —και ιδίως την οικονομία σοσιαλιστικού τύπου— ως το επιθυμητότερο και τελειότερο σύστημα οικονομικής διαχείρισης. Κάθε φαινόμενο της οικονομίας της αγοράς κρίνεται ανάλογα με το αν μπορεί ή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τη σκοπιά ενός σοσιαλιστικού συστήματος. Θετική αξία και ο χαρακτηρισμός «παραγωγική» αποδίδονται μόνο σε μια δράση που θα ήταν πρόσφορη για την επίτευξη των σκοπών που περιλαμβάνονται στα σχέδια του διευθυντή ενός τέτοιου συστήματος. Όλες οι άλλες δραστηριότητες που εκτελούνται στην οικονομία της αγοράς αποκαλούνται μη παραγωγικές, παρά το γεγονός ότι ενδέχεται να είναι επικερδείς για όσους τις εκτελούν. Έτσι, παραδείγματος χάριν, η προώθηση των πωλήσεων, η διαφήμιση και η τραπεζική θεωρούνται επικερδείς αλλά μη παραγωγικές δραστηριότητες.

The imaginary construction of an autistic economy is at the bottom of the popular distinction between productivity and profitability as it developed as a yardstick of value judgments. Those resorting to this distinction consider the autistic economy, especially that of the socialist type, the most desirable and most perfect system of economic management. Every phenomenon of the market economy is judged with regard to whether or not it could be justified from the viewpoint of a socialist system. Only to acting that would be purposeful in the plans of such a system’s manager are positive value and the epithet productive attached. All other activities performed in the market economy are called unproductive in spite of the fact that they may be profitable to those who perform them. Thus, for example, sales promotion, advertising, and banking are considered as activities profitable but nonproductive.

48

Η οικονομική επιστήμη, ασφαλώς, δεν έχει τίποτε να πει σχετικά με τέτοιες αυθαίρετες αξιολογικές κρίσεις.

Economics, of course, has nothing to say about such arbitrary value judgments.

49

5. Η κατάσταση ηρεμίας και η ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. The State of Rest and the Evenly Rotating Economy

50

Η μοναδική μέθοδος αντιμετώπισης του προβλήματος της δράσης είναι να συλλάβουμε ότι η δράση αποβλέπει τελικά στην επίτευξη μιας κατάστασης πραγμάτων στην οποία δεν υπάρχει πλέον καμία δράση, είτε επειδή έχει αρθεί κάθε δυσφορία είτε επειδή αποκλείεται οποιαδήποτε περαιτέρω άρση της αισθητής δυσφορίας. Επομένως, η δράση τείνει προς μια κατάσταση ηρεμίας, προς την απουσία δράσης.

The only method of dealing with the problem of action is to conceive that action ultimately aims at bringing about a state of affairs in which there is no longer any action, whether because all uneasiness has been removed or because any further removal of felt uneasiness is out of the question. Action thus tends toward a state of rest, absence of action.

51

Κατά συνέπεια, η θεωρία των τιμών αναλύει τη διαπροσωπική ανταλλαγή από αυτή τη σκοπιά. Οι άνθρωποι συνεχίζουν να ανταλλάσσουν στην αγορά έως ότου δεν είναι πλέον δυνατή καμία περαιτέρω ανταλλαγή, επειδή κανένα από τα μέρη δεν αναμένει περαιτέρω βελτίωση της κατάστασής του από μια νέα πράξη ανταλλαγής. Οι δυνητικοί αγοραστές θεωρούν μη ικανοποιητικές τις τιμές που ζητούν οι δυνητικοί πωλητές και αντιστρόφως. Δεν πραγματοποιούνται πλέον συναλλαγές. Αναδύεται μια κατάσταση ηρεμίας. Αυτή η κατάσταση ηρεμίας, την οποία μπορούμε να αποκαλέσουμε απλή κατάσταση ηρεμίας, δεν αποτελεί νοητική κατασκευή. Πραγματοποιείται επανειλημμένως. Όταν κλείνει το χρηματιστήριο, οι χρηματιστές έχουν εκτελέσει όλες τις εντολές που μπορούσαν να εκτελεστούν στην αγοραία τιμή. Μόνο οι δυνητικοί πωλητές που θεωρούν την αγοραία τιμή υπερβολικά χαμηλή και οι δυνητικοί αγοραστές που τη θεωρούν υπερβολικά υψηλή δεν έχουν πωλήσει ή αγοράσει αντιστοίχως.9

Το ίδιο ισχύει για όλες τις συναλλαγές. Ολόκληρη η οικονομία της αγοράς αποτελεί, τρόπον τινά, ένα μεγάλο χρηματιστήριο ή μια μεγάλη αγορά. Σε κάθε χρονική στιγμή πραγματοποιούνται όλες εκείνες οι συναλλαγές στις οποίες τα μέρη είναι διατεθειμένα να προβούν στην εφικτή τιμή. Νέες πωλήσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο όταν έχουν μεταβληθεί οι αποτιμήσεις τουλάχιστον ενός από τα μέρη.

The theory of prices accordingly analyzes interpersonal exchange from this aspect. People keep on exchanging on the market until no further exchange is possible because no party expects any further improvement of its own conditions from a new act of exchange. The potential buyers consider the prices asked by the potential sellers unsatisfactory, and vice versa. No more transactions take place. A state of rest emerges. This state of rest, which we may call the plain state of rest, is not merely an imaginary construction. It comes to pass again and again. When the stock market closes, the brokers have carried out all orders which could be executed at the market price. Only those potential sellers and buyers who consider the market price too low or too high respectively have not sold or bought.[9] The same is valid with regard to all transactions. The whole market economy is a big exchange or market place, as it were. At any instant all those transactions take place which the parties are ready to enter into at the realizable price. New sales can only be effected when the valuations of the parties have changed.

52

Έχει υποστηριχθεί ότι η έννοια της απλής κατάστασης ηρεμίας είναι ανεπαρκής. Λέγεται ότι αναφέρεται μόνο στον προσδιορισμό των τιμών αγαθών των οποίων υπάρχει ήδη διαθέσιμο συγκεκριμένο απόθεμα και ότι δεν μας λέει τίποτε σχετικά με τις επιδράσεις αυτών των τιμών στην παραγωγή. Η ένσταση είναι αβάσιμη. Τα θεωρήματα που εμπεριέχονται στην έννοια της απλής κατάστασης ηρεμίας ισχύουν ανεξαιρέτως για όλες τις συναλλαγές. Είναι αλήθεια ότι οι αγοραστές συντελεστών παραγωγής θα αρχίσουν αμέσως την παραγωγή και πολύ σύντομα θα επανέλθουν στην αγορά, προκειμένου να πωλήσουν τα προϊόντα τους και να αγοράσουν όσα επιθυμούν για τη δική τους κατανάλωση και για τη συνέχιση των παραγωγικών διαδικασιών. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το σχήμα. Το σχήμα αυτό ασφαλώς δεν υποστηρίζει ότι η κατάσταση ηρεμίας θα διαρκέσει. Η παύση των συναλλαγών θα τερματιστεί οπωσδήποτε μόλις μεταβληθούν οι πρόσκαιρες συνθήκες που την προκάλεσαν.

It has been asserted that the notion of the plain state of rest is unsatisfactory. It refers, people have said, only to the determination of prices of goods of which a definite supply is already available, and does not say anything about the effects brought about by these prices upon production. The objection is unfounded. The theorems implied in the notion of the plain state of rest are valid with regard to all transactions without exception. It is true, the buyers of factors of production will immediately embark upon producing and very soon reenter the market in order to sell their products and to buy what they want for their own consumption and for continuing production processes. But this does not invalidate the scheme. This scheme, to be sure, does not contend that the state of rest will last. The lull will certainly disappear as soon as the momentary conditions which brought it about change.

53

Η έννοια της απλής κατάστασης ηρεμίας δεν αποτελεί νοητική κατασκευή, αλλά επαρκή περιγραφή εκείνου που συμβαίνει επανειλημμένως σε κάθε αγορά. Από αυτή την άποψη, διαφέρει ριζικά από τη νοητική κατασκευή της τελικής κατάστασης ηρεμίας.

The notion of the plain state of rest is not an imaginary construction but the adequate description of what happens again and again on every market. In this regard it differs radically from the imaginary construction of the final state of rest.

54

Κατά την εξέταση της απλής κατάστασης ηρεμίας, παρατηρούμε μόνο όσα συμβαίνουν κατά την παρούσα στιγμή. Περιορίζουμε την προσοχή μας σε ό,τι συνέβη στιγμιαία και παραβλέπουμε ό,τι θα συμβεί αργότερα, κατά την επόμενη στιγμή, αύριο ή σε μεταγενέστερο χρόνο. Ασχολούμαστε μόνο με τις τιμές που πράγματι καταβλήθηκαν στις πωλήσεις, δηλαδή με τις τιμές του άμεσου παρελθόντος. Δεν ερωτούμε αν οι μελλοντικές τιμές θα είναι ή όχι ίσες με αυτές.

In dealing with the plain state of rest we look only at what is going on right now. We restrict our attention to what has happened momentarily and disregard what will happen later, in the next instant or tomorrow or later.

We are dealing only with prices really paid in sales, i.e., with the prices of the immediate past. We do not ask whether or not future prices will equal these prices.

55

Τώρα, όμως, προχωρούμε ένα βήμα παραπέρα. Στρέφουμε την προσοχή μας στους παράγοντες που είναι αναπόφευκτο να δημιουργήσουν μια τάση μεταβολής των τιμών. Προσπαθούμε να εξακριβώσουμε προς ποιον σκοπό πρέπει να οδηγήσει αυτή η τάση, προτού εξαντληθεί όλη η κινητήρια δύναμή της και αναδυθεί μια νέα κατάσταση ηρεμίας. Η τιμή που αντιστοιχεί σε αυτή τη μελλοντική κατάσταση ηρεμίας αποκαλούνταν από τους παλαιότερους οικονομολόγους φυσική τιμή· σήμερα χρησιμοποιείται συχνά ο όρος στατική τιμή. Για να αποφύγουμε παραπλανητικούς συνειρμούς, είναι προτιμότερο να την αποκαλούμε τελική τιμή και, αντιστοίχως, να μιλάμε για τελική κατάσταση ηρεμίας.

Αυτή η τελική κατάσταση ηρεμίας αποτελεί νοητική κατασκευή και όχι περιγραφή της πραγματικότητας. Διότι η τελική κατάσταση ηρεμίας δεν θα επιτευχθεί ποτέ. Προτού πραγματοποιηθεί, θα εμφανιστούν νέοι διαταρακτικοί παράγοντες. Η προσφυγή σε αυτή τη νοητική κατασκευή καθίσταται αναγκαία επειδή η αγορά κινείται σε κάθε χρονική στιγμή προς μια τελική κατάσταση ηρεμίας. Κάθε νέα μεταγενέστερη στιγμή μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα που μεταβάλλουν αυτή την τελική κατάσταση ηρεμίας. Η αγορά, όμως, βρίσκεται πάντοτε σε κίνηση εξαιτίας της τάσης της προς μια συγκεκριμένη τελική κατάσταση ηρεμίας.

But now we go a step further. We pay attention to factors which are bound to bring about a tendency toward price changes. We try to find out to what goal this tendency must lead before all its driving force is exhausted and a new state of rest emerges. The price corresponding to this future state of rest was called the natural price by older economists; nowadays the term static price is often used. In order to avoid misleading associations it is more expedient to call it the final price and accordingly to speak of the final state of rest. This final state of rest is an imaginary construction, not a description of reality. For the final state of rest will never be attained. New disturbing factors will emerge before it will be realized. What makes it necessary to take recourse to this imaginary construction is the fact that the market at every instant is moving toward a final state of rest. Every later new instant can create new facts altering this final state of rest. But the market is always disquieted by a striving after a definite final state of rest.

56

Η αγοραία τιμή αποτελεί πραγματικό φαινόμενο· είναι η σχέση ανταλλαγής που πράγματι ίσχυσε σε μια πραγματοποιηθείσα συναλλαγή. Η τελική τιμή είναι υποθετική τιμή. Οι αγοραίες τιμές αποτελούν ιστορικά γεγονότα και, επομένως, είμαστε σε θέση να τις καταγράψουμε με αριθμητική ακρίβεια σε δολάρια και σεντ. Η τελική τιμή μπορεί να οριστεί μόνο μέσω του ορισμού των συνθηκών που απαιτούνται για την εμφάνισή της. Δεν μπορεί να της αποδοθεί καμία συγκεκριμένη αριθμητική τιμή, είτε σε χρηματικούς όρους είτε σε ποσότητες άλλων αγαθών. Δεν θα εμφανιστεί ποτέ στην αγορά. Η αγοραία τιμή δεν μπορεί ποτέ να συμπέσει με την τελική τιμή που αντιστοιχεί στη χρονική στιγμή κατά την οποία υφίσταται η συγκεκριμένη διάρθρωση της αγοράς.

Η καταλλακτική, όμως, θα αποτύγχανε οικτρά στο έργο της ανάλυσης των προβλημάτων του προσδιορισμού των τιμών, αν παρέλειπε να εξετάσει την τελική τιμή. Διότι στην κατάσταση της αγοράς από την οποία αναδύεται η αγοραία τιμή λειτουργούν ήδη λανθάνουσες δυνάμεις, οι οποίες θα εξακολουθήσουν να επιφέρουν μεταβολές των τιμών έως ότου —υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εμφανιστούν νέα δεδομένα— εγκαθιδρυθούν η τελική τιμή και η τελική κατάσταση ηρεμίας. Θα περιορίζαμε αδικαιολόγητα τη μελέτη του προσδιορισμού των τιμών, αν εξετάζαμε μόνο τις στιγμιαίες αγοραίες τιμές και την απλή κατάσταση ηρεμίας και παραβλέπαμε το γεγονός ότι η αγορά έχει ήδη τεθεί σε κίνηση από παράγοντες οι οποίοι πρέπει να οδηγήσουν σε περαιτέρω μεταβολές των τιμών και σε μια τάση προς διαφορετική κατάσταση ηρεμίας.

The market price is a real phenomenon; it is the exchange ratio which was actual in business transacted. The final price is a hypothetical price. The market prices are historical facts and we are therefore in a position to note them with numerical exactitude in dollars and cents. The final price can only be defined by defining the conditions required for its emergence. No definite numerical value in monetary terms or in quantities of other goods can be attributed to it. It will never appear on the market. The market price can never coincide with the final price coordinated to the instant in which this market structure is actual. But catallactics would fail lamentably in its task of analyzing the problems of price determination if it were to neglect dealing with the final price. For in the market situation from which the market price emerges there are already latent forces operating which will go on bringing about price changes until, provided no new data appear, the final price and the final state of rest are established. We would unduly restrict our study of price determination if we were to look only upon the momentary market prices and the plain state of rest and to disregard the fact that the market is already agitated by factors which must result in further price changes and a tendency toward a different state of rest.

57

Το φαινόμενο που πρέπει να αντιμετωπίσουμε είναι το γεγονός ότι οι μεταβολές των παραγόντων που καθορίζουν τη διαμόρφωση των τιμών δεν επιφέρουν όλες τις συνέπειές τους αμέσως. Πρέπει να παρέλθει ορισμένο χρονικό διάστημα προτού εξαντληθούν όλες οι συνέπειές τους. Μεταξύ της εμφάνισης ενός νέου δεδομένου και της πλήρους προσαρμογής της αγοράς σε αυτό πρέπει να μεσολαβήσει κάποιο χρονικό διάστημα. Και, ασφαλώς, ενώ παρέρχεται αυτό το διάστημα, εμφανίζονται άλλα νέα δεδομένα.

Κατά την εξέταση των συνεπειών οποιασδήποτε μεταβολής στους παράγοντες που λειτουργούν στην αγορά, δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι ασχολούμαστε με γεγονότα που λαμβάνουν χώρα διαδοχικά, με μια σειρά αποτελεσμάτων που διαδέχονται το ένα το άλλο. Δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε εκ των προτέρων πόσος χρόνος θα χρειαστεί να παρέλθει. Γνωρίζουμε, όμως, με βεβαιότητα ότι πρέπει να παρέλθει κάποιο χρονικό διάστημα, μολονότι αυτό μπορεί ενίοτε να είναι τόσο σύντομο ώστε να μην έχει σχεδόν καμία σημασία στην πρακτική ζωή.

The phenomenon with which we have to cope is the fact that changes in the factors which determine the formation of prices do not produce all their effects at once. A span of time must elapse before all their effects are exhausted. Between the appearance of a new datum and the perfect adjustment of the market to it some time must pass. (And, of course, while this period of time elapses, other new data appear.) In dealing with the effects of any change in the factors operating on the market, we must never forget that we are dealing with events taking place in succession, with a series of effects succeeding one another. We are not in a position to know in advance how much time will have to elapse. But we know for certain that some time must elapse, although this period may sometimes be so small that it hardly plays any role in practical life.

58

Οι οικονομολόγοι συχνά έσφαλλαν επειδή παραμελούσαν το στοιχείο του χρόνου. Ας εξετάσουμε, παραδείγματος χάριν, τη διαμάχη σχετικά με τις συνέπειες των μεταβολών της ποσότητας του χρήματος. Ορισμένοι ασχολούνταν αποκλειστικά με τις μακροχρόνιες συνέπειες, δηλαδή με τις τελικές τιμές και την τελική κατάσταση ηρεμίας. Άλλοι έβλεπαν μόνο τις βραχυχρόνιες συνέπειες, δηλαδή τις τιμές της στιγμής που ακολουθεί τη μεταβολή των δεδομένων. Και οι δύο πλευρές έσφαλλαν και, ως εκ τούτου, τα συμπεράσματά τους ήταν πλημμελή. Θα μπορούσαν να αναφερθούν πολλά ακόμη παραδείγματα του ίδιου σφάλματος.

Economists often erred in neglecting the element of time. Take for instance the controversy concerning the effects of changes in the quantity of money. Some people were only concerned with its long-run effects, i.e., with the final prices and the final state of rest. Others saw only the short-run effects, i.e., the prices of the instant following the change in the data. Both were mistaken and their conclusions were consequently vitiated. Many more examples of the same blunder could be cited.

59

Η νοητική κατασκευή της τελικής κατάστασης ηρεμίας χαρακτηρίζεται από την πλήρη συνεκτίμηση της μεταβολής στο πλαίσιο της χρονικής διαδοχής των γεγονότων. Από αυτή την άποψη, διαφέρει από τη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την εξάλειψη τόσο της μεταβολής των δεδομένων όσο και του χρονικού στοιχείου. Είναι ακατάλληλο και παραπλανητικό να αποκαλείται αυτή η νοητική κατασκευή, όπως συνηθίζεται, στατική οικονομία ή στατική ισορροπία· αποτελεί δε σοβαρό σφάλμα η σύγχυσή της με τη νοητική κατασκευή της στάσιμης οικονομίας.10

Η ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία είναι ένα πλασματικό σύστημα στο οποίο οι αγοραίες τιμές όλων των αγαθών και υπηρεσιών συμπίπτουν με τις τελικές τιμές. Στο πλαίσιό της δεν υπάρχουν καθόλου μεταβολές των τιμών· επικρατεί πλήρης σταθερότητα των τιμών. Οι ίδιες αγοραίες συναλλαγές επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά. Τα αγαθά ανώτερων τάξεων διέρχονται, στις ίδιες ποσότητες, από τα ίδια στάδια επεξεργασίας, έως ότου τελικά τα παραγόμενα καταναλωτικά αγαθά περιέλθουν στα χέρια των καταναλωτών και καταναλωθούν. Δεν επέρχεται καμία μεταβολή στα δεδομένα της αγοράς. Το σήμερα δεν διαφέρει από το χθες και το αύριο δεν θα διαφέρει από το σήμερα. Το σύστημα βρίσκεται σε αδιάκοπη ροή, παραμένει όμως πάντοτε στο ίδιο σημείο. Περιστρέφεται ομοιόμορφα γύρω από ένα σταθερό κέντρο. Η απλή κατάσταση ηρεμίας διαταράσσεται επανειλημμένως, αλλά αποκαθίσταται αμέσως στο προηγούμενο επίπεδο. Όλοι οι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκαλούν την επαναλαμβανόμενη διατάραξη της απλής κατάστασης ηρεμίας, είναι σταθεροί. Επομένως, παραμένουν σταθερές και οι τιμές, οι οποίες συνήθως αποκαλούνται στατικές τιμές ή τιμές ισορροπίας.

The imaginary construction of the final state of rest is marked by paying full regard to change in the temporal succession of events. In this respect it differs from the imaginary construction of the evenly rotating economy which is characterized by the elimination of change in the data and of the time element. (It is inexpedient and misleading to call this imaginary construction, as is usual, the static economy or the static equilibrium, and it is a bad mistake to confuse it with the imaginary construction of a stationary economy.[10]) The evenly rotating economy is a fictitious system in which the market prices of all goods and services coincide with the final prices. There are in its frame no price changes whatever; there is perfect price stability. The same market transactions are repeated again and again. The goods of the higher orders pass in the same quantities through the same stages of processing until ultimately the produced consumers’ goods come into the hands of the consumers and are consumed. No changes in the market data occur. Today does not differ from yesterday and tomorrow will not differ from today. The system is in perpetual flux, but it remains always at the same spot. It revolves evenly round a fixed center, it rotates evenly. The plain state of rest is disarranged again and again, but it is instantly reestablished at the previous level. All factors, including those bringing about the recurring disarrangement of the plain state of rest, are constant. Therefore prices—commonly called static or equilibrium prices—remain constant too.

60

Η ουσία αυτής της νοητικής κατασκευής είναι η εξάλειψη της παρέλευσης του χρόνου και της διαρκούς μεταβολής των φαινομένων της αγοράς. Η έννοια οποιασδήποτε μεταβολής της προσφοράς ή της ζήτησης είναι ασυμβίβαστη με αυτή την κατασκευή. Στο πλαίσιό της μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνο μεταβολές που δεν επηρεάζουν τη διάταξη των παραγόντων που καθορίζουν τις τιμές. Δεν είναι αναγκαίο να κατοικείται ο φανταστικός κόσμος της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας από αθάνατους ανθρώπους οι οποίοι δεν γηράσκουν και δεν αναπαράγονται. Μπορούμε ελεύθερα να υποθέσουμε ότι γεννιούνται βρέφη, μεγαλώνουν, γηράσκουν και τελικά πεθαίνουν, υπό την προϋπόθεση ότι τόσο το συνολικό μέγεθος του πληθυσμού όσο και ο αριθμός των ανθρώπων σε κάθε ηλικιακή ομάδα παραμένουν σταθερά. Τότε η ζήτηση για αγαθά των οποίων η κατανάλωση περιορίζεται σε ορισμένες ηλικιακές ομάδες δεν μεταβάλλεται, μολονότι τα άτομα από τα οποία προέρχεται δεν είναι τα ίδια.

The essence of this imaginary construction is the elimination of the lapse of time and of the perpetual change in the market phenomena. The notion of any change with regard to supply and demand is incompatible with this construction. Only such changes as do not affect the configuration of the price-determining factors can be considered in its frame. It is not necessary to people the imaginary world of the evenly rotating economy with immortal, non-aging and nonproliferating men. We are free to assume that infants are born, grow old, and finally die, provided that total population figures and the number of people in every age group remain equal. Then the demand for commodities whose consumption is limited to certain age groups does not alter, although the individuals from whom it originates are not the same.

61

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ποτέ ένα ομοιόμορφα περιστρεφόμενο οικονομικό σύστημα. Ωστόσο, για να αναλύσουμε τα προβλήματα της μεταβολής των δεδομένων και της ανομοιόμορφα και ακανόνιστα μεταβαλλόμενης κίνησης, πρέπει να τα αντιπαραβάλουμε προς μια πλασματική κατάσταση στην οποία αμφότερα έχουν υποθετικά εξαλειφθεί. Είναι, επομένως, παράλογο να υποστηρίζεται ότι η κατασκευή μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας δεν διασαφηνίζει τις συνθήκες ενός μεταβαλλόμενου σύμπαντος και να απαιτείται από τους οικονομολόγους να αντικαταστήσουν την υποτιθέμενη αποκλειστική ενασχόλησή τους με τη «στατική» από τη μελέτη της «δυναμικής».

Αυτή η λεγόμενη στατική μέθοδος αποτελεί ακριβώς το κατάλληλο νοητικό εργαλείο για την εξέταση της μεταβολής. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος μελέτης των σύνθετων φαινομένων της δράσης από το να αφαιρέσουμε αρχικά κάθε μεταβολή, να εισαγάγουμε κατόπιν έναν μεμονωμένο παράγοντα που προκαλεί μεταβολή και, τέλος, να αναλύσουμε τις συνέπειές του υπό την παραδοχή ότι οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι. Είναι επίσης παράλογη η πεποίθηση ότι οι υπηρεσίες που παρέχει η κατασκευή μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας είναι τόσο πολυτιμότερες όσο περισσότερο το αντικείμενο της μελέτης μας —η σφαίρα της πραγματικής δράσης— προσεγγίζει αυτή την κατασκευή ως προς την απουσία μεταβολής. Η στατική μέθοδος, δηλαδή η χρήση της νοητικής κατασκευής μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, αποτελεί τη μοναδική κατάλληλη μέθοδο ανάλυσης των σχετικών μεταβολών, ανεξάρτητα από το αν αυτές είναι μεγάλες ή μικρές, αιφνίδιες ή αργές.

In reality there is never such a thing as an evenly rotating economic system. However, in order to analyze the problems of change in the data and of unevenly and irregularly varying movement, we must confront them with a fictitious state in which both are hypothetically eliminated. It is therefore preposterous to maintain that the construction of an evenly rotating economy does not elucidate conditions within a changing universe and to require the economists to substitute a study of “dynamics” for their alleged exclusive occupation with “statics.” This so-called static method is precisely the proper mental tool for the examination of change. There is no means of studying the complex phenomena of action other than first to abstract from change altogether, then to introduce an isolated factor provoking change, and ultimately to analyze its effects under the assumption that other things remain equal. It is furthermore absurd to believe that the services rendered by the construction of an evenly rotating economy are the more valuable the more the object of our studies, the realm of real action, corresponds to this construction in respect to absence of change. The static method, the employment of the imaginary construction of an evenly rotating economy, is the only adequate method of analyzing the changes concerned without regard to whether they are great or small, sudden or slow.

62

Οι αντιρρήσεις που έχουν έως τώρα προβληθεί κατά της χρήσης της νοητικής κατασκευής μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας αστοχούν πλήρως. Οι δημιουργοί τους δεν κατανόησαν από ποια άποψη είναι προβληματική αυτή η κατασκευή και γιατί μπορεί εύκολα να γεννήσει σφάλματα και σύγχυση.

The objections hitherto raised against the use of the imaginary construction of an evenly rotating economy missed the mark entirely. Their authors did not grasp in what respect this construction is problematic and why it can easily engender error and confusion.

63

Η δράση είναι μεταβολή, και η μεταβολή λαμβάνει χώρα στη χρονική διαδοχή. Στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, όμως, εξαλείφονται η μεταβολή και η διαδοχή των γεγονότων. Δράση σημαίνει να προβαίνει κανείς σε επιλογές και να αντιμετωπίζει ένα αβέβαιο μέλλον. Στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, όμως, δεν υπάρχει επιλογή και το μέλλον δεν είναι αβέβαιο, καθώς δεν διαφέρει από τη γνωστή παρούσα κατάσταση. Ένα τέτοιο άκαμπτο σύστημα δεν κατοικείται από ζωντανούς ανθρώπους που προβαίνουν σε επιλογές και υπόκεινται σε σφάλματα· είναι ένας κόσμος άψυχων και αστόχαστων αυτομάτων. Δεν αποτελεί ανθρώπινη κοινωνία· αποτελεί μυρμηγκοφωλιά.

Action is change, and change is in the temporal sequence. But in the evenly rotating economy change and succession of events are eliminated. Action is to make choices and to cope with an uncertain future. But in the evenly rotating economy there is no choosing and the future is not uncertain as it does not differ from the present known state. Such a rigid system is not peopled with living men making choices and liable to error; it is a world of soulless unthinking automatons; it is not a human society, it is an ant hill.

64

Αυτές οι άλυτες αντιφάσεις, ωστόσο, δεν επηρεάζουν τη χρησιμότητα που παρέχει αυτή η νοητική κατασκευή για τα μοναδικά προβλήματα στην εξέταση των οποίων είναι συγχρόνως κατάλληλη και απαραίτητη: το πρόβλημα της σχέσης μεταξύ των τιμών των προϊόντων και των τιμών των συντελεστών που απαιτούνται για την παραγωγή τους, καθώς και τα συναφή προβλήματα της επιχειρηματικότητας, του κέρδους και της ζημίας. Για να κατανοήσουμε τη λειτουργία της επιχειρηματικότητας και το νόημα του κέρδους και της ζημίας, κατασκευάζουμε ένα σύστημα από το οποίο αυτά απουσιάζουν. Η εικόνα αυτή αποτελεί απλώς εργαλείο της σκέψης μας. Δεν είναι περιγραφή μιας δυνατής και πραγματοποιήσιμης κατάστασης πραγμάτων.

Είναι μάλιστα αδύνατο να αναπτύξουμε τη νοητική κατασκευή ενός ομοιόμορφα περιστρεφόμενου συστήματος έως τις έσχατες λογικές συνέπειές της. Διότι είναι αδύνατο να εξαλείψουμε τον επιχειρηματία από την εικόνα μιας οικονομίας της αγοράς. Οι διάφοροι συμπληρωματικοί συντελεστές παραγωγής δεν μπορούν να συνδυαστούν αυθόρμητα. Πρέπει να συνδυαστούν μέσω των σκόπιμων προσπαθειών ανθρώπων που αποβλέπουν σε συγκεκριμένους σκοπούς και παρακινούνται από την επιθυμία να βελτιώσουν την κατάσταση ικανοποίησής τους. Με την εξάλειψη του επιχειρηματία εξαλείφεται η κινητήρια δύναμη ολόκληρου του συστήματος της αγοράς.

These insoluble contradictions, however, do not affect the service which this imaginary construction renders for the only problem for whose treatment it is both appropriate and indispensable: the problem of the relation between the prices of products and those of the factors required for their production, and the implied problems of entrepreneurship and of profit and loss. In order to grasp the function of entrepreneurship and the meaning of profit and loss, we construct a system from which they are absent. This image is merely a tool for our thinking. It is not the description of a possible and realizable state of affairs. It is even out of the question to carry the imaginary construction of an evenly rotating system to its ultimate logical consequences. For it is impossible to eliminate the entrepreneur from the picture of a market economy. The various complementary factors of production cannot come together spontaneously. They need to be combined by the purposive efforts of men aiming at certain ends and motivated by the urge to improve their state of satisfaction. In eliminating the entrepreneur one eliminates the driving force of the whole market system.

65

Υπάρχει, έπειτα, μια δεύτερη ανεπάρκεια. Στη νοητική κατασκευή μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας υπονοούνται σιωπηρά η έμμεση ανταλλαγή και η χρήση χρήματος. Τι είδους χρήμα, όμως, μπορεί να είναι αυτό; Σε ένα σύστημα χωρίς μεταβολή, στο οποίο δεν υπάρχει καμία αβεβαιότητα σχετικά με το μέλλον, κανείς δεν χρειάζεται να διακρατεί χρηματικό υπόλοιπο. Κάθε άτομο γνωρίζει επακριβώς ποιο χρηματικό ποσό θα χρειαστεί σε κάθε μελλοντική ημερομηνία. Είναι, επομένως, σε θέση να δανείζει όλα τα κεφάλαια που εισπράττει κατά τέτοιον τρόπο, ώστε τα δάνεια να λήγουν κατά την ημερομηνία που θα χρειαστεί τα αντίστοιχα ποσά.

Then there is a second deficiency. In the imaginary construction of an evenly rotating economy, indirect exchange and the use of money are tacitly implied. But what kind of money can that be? In a system without change in which there is no uncertainty whatever about the future, nobody needs to hold cash. Every individual knows precisely what amount of money he will need at any future date. He is therefore in a position to lend all the funds he receives in such a way that the loans fall due on the date he will need them.

66

Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μόνο χρυσό χρήμα και μία μόνο κεντρική τράπεζα. Με τη σταδιακή πρόοδο προς την κατάσταση της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, όλα τα άτομα και οι επιχειρήσεις περιορίζουν βαθμιαία τα χρηματικά τους υπόλοιπα, και οι ποσότητες χρυσού που απελευθερώνονται κατ’ αυτόν τον τρόπο διοχετεύονται σε μη νομισματικές —βιομηχανικές— χρήσεις. Όταν επιτευχθεί τελικά η ισορροπία της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, δεν υπάρχουν πλέον χρηματικά υπόλοιπα· κανένας χρυσός δεν χρησιμοποιείται πλέον για νομισματικούς σκοπούς. Τα άτομα και οι επιχειρήσεις κατέχουν απαιτήσεις έναντι της κεντρικής τράπεζας, η λήξη κάθε μέρους των οποίων αντιστοιχεί επακριβώς στο ποσό που θα χρειαστούν κατά τις αντίστοιχες ημερομηνίες για την εξόφληση των υποχρεώσεών τους. Η κεντρική τράπεζα δεν χρειάζεται αποθεματικά, καθώς το συνολικό ποσό των καθημερινών καταβολών των πελατών της ισούται ακριβώς με το συνολικό ποσό των αναλήψεων. Όλες οι συναλλαγές μπορούν πράγματι να πραγματοποιούνται μέσω μεταφοράς στις λογιστικές εγγραφές της τράπεζας, χωρίς καμία προσφυγή σε μετρητά.

Επομένως, το «χρήμα» αυτού του συστήματος δεν αποτελεί μέσο ανταλλαγής· δεν αποτελεί καθόλου χρήμα. Είναι απλώς numéraire, μια άυλη και απροσδιόριστη λογιστική μονάδα με εκείνον τον ασαφή και απροσδιόριστο χαρακτήρα που η φαντασία ορισμένων οικονομολόγων και τα σφάλματα πολλών μη ειδικών απέδωσαν εσφαλμένα στο χρήμα. Η παρεμβολή αυτών των αριθμητικών εκφράσεων μεταξύ πωλητή και αγοραστή δεν επηρεάζει την ουσία των πωλήσεων· είναι ουδέτερη ως προς τις οικονομικές δραστηριότητες των ανθρώπων. Η έννοια, όμως, ενός ουδέτερου χρήματος είναι καθαυτή απραγματοποίητη και αδιανόητη.11 Αν χρησιμοποιούσαμε την ακατάλληλη ορολογία πολλών σύγχρονων οικονομικών συγγραμμάτων, θα έπρεπε να πούμε: το χρήμα είναι αναγκαστικά «δυναμικός παράγοντας»· σε ένα «στατικό» σύστημα δεν υπάρχει χώρος για χρήμα. Η ίδια, όμως, η έννοια μιας οικονομίας της αγοράς χωρίς χρήμα είναι αυτοαντιφατική.

Let us assume that there is only gold money and only one central bank. With the successive progress toward the state of an evenly rotating economy all individuals and firms restrict step by step their holding of cash and the quantities of gold thus released flow into nonmonetary—industrial —employment. When the equilibrium of the evenly rotating economy is finally reached, there are no more cash holdings; no more gold is used for monetary purposes. The individuals and firms own claims against the central bank, the maturity of each part of which precisely corresponds to the amount they will need on the respective dates for the settlement of their obligations. The central bank does not need any reserves as the total sum of the daily payments of its customers exactly equals the total sum of withdrawals. All transactions can in fact be effected through transfer in the bank’s books without any recourse to cash. Thus the “money” of this system is not a medium of exchange; it is not money at all; it is merely a numéraire, an ethereal and undetermined unit of accounting of that vague and indefinable character which the fancy of some economists and the errors of many laymen mistakenly have attributed to money. The interposition of these numerical expressions between seller and buyer does not affect the essence of the sales; it is neutral with regard to the people’s economic activities. But the notion of a neutral money is unrealizable and inconceivable in itself.[11] If we were to use the inexpedient terminology employed in many contemporary economic writings, we would have to say: Money is necessarily a “dynamic factor”; there is no room left for money in a “static” system. But the very notion of a market economy without money is self-contradictory.

67

Η νοητική κατασκευή ενός ομοιόμορφα περιστρεφόμενου συστήματος αποτελεί οριακή έννοια. Στο πλαίσιό της δεν υπάρχει πλέον, στην πραγματικότητα, καμία δράση. Η αυτόματη αντίδραση αντικαθιστά τη συνειδητή επιδίωξη του σκεπτόμενου ανθρώπου να άρει τη δυσφορία. Μπορούμε να χρησιμοποιούμε αυτή την προβληματική νοητική κατασκευή μόνο αν δεν λησμονούμε ποτέ τους σκοπούς που προορίζεται να εξυπηρετήσει.

Πρώτα απ’ όλα, επιθυμούμε να αναλύσουμε την τάση προς την εγκαθίδρυση μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, η οποία επικρατεί σε κάθε δράση. Κατά την ανάλυση αυτή πρέπει πάντοτε να λαμβάνουμε υπόψη ότι η συγκεκριμένη τάση δεν μπορεί ποτέ να επιτύχει τον σκοπό της σε ένα σύμπαν που δεν είναι απολύτως άκαμπτο και αμετάβλητο, δηλαδή σε ένα σύμπαν που είναι ζωντανό και όχι νεκρό. Δεύτερον, πρέπει να κατανοήσουμε από ποιες απόψεις οι συνθήκες ενός ζωντανού κόσμου, στον οποίο υπάρχει δράση, διαφέρουν από εκείνες ενός άκαμπτου κόσμου. Αυτό μπορούμε να το ανακαλύψουμε μόνο μέσω του argumentum a contrario που παρέχει η εικόνα μιας άκαμπτης οικονομίας.

Έτσι οδηγούμαστε στη διαπίστωση ότι η αντιμετώπιση των αβέβαιων συνθηκών του άγνωστου μέλλοντος —δηλαδή η κερδοσκοπία — είναι εγγενής σε κάθε δράση και ότι το κέρδος και η ζημία αποτελούν αναγκαία γνωρίσματα της δράσης, τα οποία δεν μπορούν να εξαφανιστούν μέσω οποιουδήποτε ευσεβούς πόθου. Οι διαδικασίες που υιοθετούν οι οικονομολόγοι οι οποίοι έχουν πλήρη επίγνωση αυτών των θεμελιωδών διαπιστώσεων μπορούν να αποκληθούν λογική μέθοδος της οικονομικής επιστήμης, σε αντιδιαστολή προς την τεχνική της μαθηματικής μεθόδου.

The imaginary construction of an evenly rotating system is a limiting notion. In its frame there is in fact no longer any action. Automatic reaction is substituted for the conscious striving of thinking man after the removal of uneasiness. We can employ this problematic imaginary construction only if we never forget what purposes it is designed to serve. We want first of all to analyze the tendency, prevailing in every action, toward the establishment of an evenly rotating economy; in doing so, we must always take into account that this tendency can never attain its goal in a universe not perfectly rigid and immutable, that is, in a universe which is living and not dead. Secondly we need to comprehend in what respects the conditions of a living world in which there is action differ from those of a rigid world. This we can discover only by the argumentum a contrario provided by the image of a rigid economy. Thus we are led to the insight that dealing with the uncertain conditions of the unknown future—that is, speculation—is inherent in every action, and that profit and loss are necessary features of acting which cannot be conjured away by any wishful thinking. The procedures adopted by those economists who are fully aware of these fundamental cognitions may be called the logical method of economics as contrasted with the technique of the mathematical method.

68

Οι μαθηματικοί οικονομολόγοι παραβλέπουν την εξέταση των πράξεων που, υπό τη νοητική και απραγματοποίητη παραδοχή ότι δεν θα εμφανιστούν περαιτέρω νέα δεδομένα, υποτίθεται ότι επιφέρουν την ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία. Δεν παρατηρούν τον μεμονωμένο κερδοσκόπο, ο οποίος δεν αποβλέπει στην εγκαθίδρυση της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, αλλά στο να επωφεληθεί από μια δράση που προσαρμόζει καλύτερα τη διαχείριση των υποθέσεων στην επίτευξη των σκοπών της δράσης, δηλαδή στην καλύτερη δυνατή άρση της δυσφορίας.

Τονίζουν αποκλειστικά τη φανταστική κατάσταση ισορροπίας στην οποία θα κατέληγε το συνολικό σύμπλεγμα όλων αυτών των πράξεων, αν δεν επερχόταν καμία περαιτέρω μεταβολή των δεδομένων. Περιγράφουν αυτή τη φανταστική ισορροπία μέσω συστημάτων ταυτόχρονων διαφορικών εξισώσεων. Δεν αντιλαμβάνονται ότι η κατάσταση πραγμάτων την οποία πραγματεύονται είναι μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχει πλέον δράση, αλλά μόνο μια διαδοχή γεγονότων προκαλούμενων από κάποιο μυστικιστικό πρώτο κινούν. Αφιερώνουν όλες τις προσπάθειές τους στην περιγραφή, μέσω μαθηματικών συμβόλων, διαφόρων «ισορροπιών», δηλαδή καταστάσεων ηρεμίας και απουσίας δράσης. Αντιμετωπίζουν την ισορροπία σαν να ήταν πραγματική οντότητα και όχι οριακή έννοια, ένα απλό νοητικό εργαλείο. Αυτό που πράττουν είναι μάταιο παίγνιο με μαθηματικά σύμβολα, μια ενασχόληση ακατάλληλη να προσφέρει οποιαδήποτε γνώση.12

The mathematical economists disregard dealing with the actions which, under the imaginary and unrealizable assumption that no further new data will emerge, are supposed to bring about the evenly rotating economy. They do not notice the individual speculator who aims not at the establishment of the evenly rotating economy but at profiting from an action which adjusts the conduct of affairs better to the attainment of the ends sought by acting, the best possible removal of uneasiness. They stress exclusively the imaginary state of equilibrium which the whole complex of all such actions would attain in the absence of any further change in the data. They describe this imaginary equilibrium by sets of simultaneous differential equations. They fail to recognize that the state of affairs they are dealing with is a state in which there is no longer any action but only a succession of events provoked by a mystical prime mover. They devote all their efforts to describing, in mathematical symbols, various “equilibria,” that is, states of rest and the absence of action. They deal with equilibrium as if it were a real entity and not a limiting notion, a mere mental tool. What they are doing is vain playing with mathematical symbols, a pastime not suited to convey any knowledge.[12]

69

6. Η στάσιμη οικονομία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6. The Stationary Economy

70

Η νοητική κατασκευή μιας στάσιμης οικονομίας έχει ενίοτε συγχυστεί με εκείνη της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Στην πραγματικότητα, όμως, οι δύο αυτές κατασκευές διαφέρουν.

The imaginary construction of a stationary economy has sometimes been confused with that of an evenly rotating economy. But in fact these two constructions differ.

71

Η στάσιμη οικονομία είναι μια οικονομία στην οποία ο πλούτος και το εισόδημα των ατόμων παραμένουν αμετάβλητα. Με αυτή την εικόνα είναι συμβατές μεταβολές οι οποίες θα ήταν ασυμβίβαστες με την κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Το μέγεθος του πληθυσμού μπορεί να αυξάνεται ή να μειώνεται, υπό την προϋπόθεση ότι συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση ή μείωση του συνολικού πλούτου και εισοδήματος. Η ζήτηση για ορισμένα αγαθά μπορεί να μεταβάλλεται· οι μεταβολές αυτές, όμως, πρέπει να επέρχονται τόσο αργά, ώστε η μεταφορά κεφαλαίου από τους κλάδους παραγωγής που πρέπει να περιοριστούν εξαιτίας τους προς εκείνους που πρέπει να επεκταθούν να μπορεί να πραγματοποιείται μέσω της μη αντικατάστασης του εξοπλισμού που φθείρεται στους συρρικνούμενους κλάδους και της επένδυσης, αντ’ αυτού, στους επεκτεινόμενους.

The stationary economy is an economy in which the wealth and income of the individuals remain unchanged. With this image changes are compatible which would be incompatible with the construction of the evenly rotating economy. Population figures may rise or drop provided that they are accompanied by a corresponding rise or drop in the sum of wealth and income. The demand for some commodities may change; but these changes must occur so slowly that the transfer of capital from those branches of production which are to be restricted in accordance with them into those to be expanded can be effected by not replacing equipment used up in the shrinking branches and instead investing in the expanding ones.

72

Η νοητική κατασκευή της στάσιμης οικονομίας οδηγεί σε δύο ακόμη νοητικές κατασκευές: την προοδεύουσα ή επεκτεινόμενη οικονομία και την οπισθοδρομούσα ή συρρικνούμενη οικονομία. Στην πρώτη, το κατά κεφαλήν μερίδιο πλούτου και εισοδήματος των ατόμων, καθώς και το μέγεθος του πληθυσμού, τείνουν προς υψηλότερη αριθμητική τιμή· στη δεύτερη, τείνουν προς χαμηλότερη.

The imaginary construction of a stationary economy leads to two further imaginary constructions: the progressing (expanding) economy and the retrogressing (shrinking) economy. In the former the per capita quota of wealth and income of the individuals and the population figure tend toward a higher numerical value, in the latter toward a lower numerical value.

73

Στη στάσιμη οικονομία, το συνολικό άθροισμα όλων των κερδών και όλων των ζημιών είναι μηδενικό. Στην προοδεύουσα οικονομία, το συνολικό ποσό των κερδών υπερβαίνει το συνολικό ποσό των ζημιών. Στην οπισθοδρομούσα οικονομία, το συνολικό ποσό των κερδών είναι μικρότερο από το συνολικό ποσό των ζημιών.

In the stationary economy the total sum of all profits and of all losses is zero. In the progressing economy the total amount of profits exceeds the total amount of losses. In the retrogressing economy the total amount of profits is smaller than the total amount of losses.

74

Η επισφάλεια αυτών των τριών νοητικών κατασκευών έγκειται στο γεγονός ότι προϋποθέτουν τη δυνατότητα μέτρησης του πλούτου και του εισοδήματος. Καθώς τέτοιες μετρήσεις δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν και δεν είναι καν νοητές, αποκλείεται η εφαρμογή τους για την αυστηρή ταξινόμηση των συνθηκών της πραγματικότητας. Κάθε φορά που η οικονομική ιστορία επιχειρεί να ταξινομήσει την οικονομική εξέλιξη μιας συγκεκριμένης περιόδου σύμφωνα με το σχήμα στάσιμη, προοδεύουσα ή οπισθοδρομούσα, προσφεύγει στην πραγματικότητα στην ιστορική κατανόηση και δεν «μετρά».

The precariousness of these three imaginary constructions is to be seen in the fact that they imply the possibility of the measurement of wealth and income. As such measurements cannot be made and are not even conceivable, it is out of the question to apply them for a rigorous classification of the conditions of reality. Whenever economic history ventures to classify economic evolution within a certain period according to the scheme stationary, progressing, or retrogressing, it resorts in fact to historical understanding and does not “measure.”

75

7. Η εννοιολογική απομόνωση των καταλλακτικών λειτουργιών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

7. The Integration of Catallactic Functions

76

Όταν οι άνθρωποι, κατά την αντιμετώπιση των προβλημάτων των δικών τους πράξεων, και όταν η οικονομική ιστορία, η περιγραφική οικονομική και η οικονομική στατιστική, κατά την καταγραφή των πράξεων άλλων ανθρώπων, χρησιμοποιούν τους όρους επιχειρηματίας, καπιταλιστής, γαιοκτήμονας, εργάτης και καταναλωτής, αναφέρονται σε ιδεατούς τύπους. Όταν η οικονομική επιστήμη χρησιμοποιεί τους ίδιους όρους, αναφέρεται σε καταλλακτικές κατηγορίες. Οι επιχειρηματίες, οι καπιταλιστές, οι γαιοκτήμονες, οι εργάτες και οι καταναλωτές της οικονομικής θεωρίας δεν είναι ζωντανοί άνθρωποι όπως τους συναντούμε στην πραγματικότητα της ζωής και της ιστορίας. Αποτελούν ενσαρκώσεις διακριτών λειτουργιών στο πλαίσιο των λειτουργιών της αγοράς.

Το γεγονός ότι τόσο οι δρώντες άνθρωποι όσο και οι ιστορικές επιστήμες εφαρμόζουν στους συλλογισμούς τους τα πορίσματα της οικονομικής επιστήμης και κατασκευάζουν τους ιδεατούς τύπους τους βάσει των κατηγοριών της πραξεολογικής θεωρίας και με αναφορά σε αυτές δεν μεταβάλλει τη ριζική λογική διάκριση μεταξύ ιδεατού τύπου και οικονομικής κατηγορίας. Οι οικονομικές κατηγορίες με τις οποίες ασχολούμαστε αναφέρονται σε αμιγώς απομονωμένες λειτουργίες· οι ιδεατοί τύποι αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα.

Ο ζωντανός και δρων άνθρωπος συνδυάζει αναγκαστικά διάφορες λειτουργίες. Δεν είναι ποτέ απλώς καταναλωτής. Είναι επιπλέον είτε επιχειρηματίας είτε γαιοκτήμονας είτε καπιταλιστής είτε εργάτης είτε πρόσωπο που συντηρείται από το εισόδημα το οποίο αποκτούν τέτοιοι άνθρωποι. Επιπλέον, οι λειτουργίες του επιχειρηματία, του γαιοκτήμονα, του καπιταλιστή και του εργάτη συνδυάζονται πολύ συχνά στα ίδια πρόσωπα. Η ιστορία αποβλέπει στην ταξινόμηση των ανθρώπων σύμφωνα με τους σκοπούς που επιδιώκουν και τα μέσα που χρησιμοποιούν για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Η οικονομική επιστήμη, διερευνώντας τη δομή της δράσης στην κοινωνία της αγοράς ανεξάρτητα από τους σκοπούς που επιδιώκουν οι άνθρωποι και τα μέσα που χρησιμοποιούν, αποβλέπει στη διάκριση κατηγοριών και λειτουργιών. Πρόκειται για δύο διαφορετικά έργα. Η διαφορά μπορεί να καταδειχθεί καλύτερα μέσω της εξέτασης της καταλλακτικής έννοιας του επιχειρηματία.

When men in dealing with the problems of their own actions, and when economic history, descriptive economics, and economic statistics in reporting other people’s actions, employ the terms entrepreneur, capitalist, landowner, worker, and consumer, they speak of ideal types. When economics employs the same terms it speaks of catallactic categories. The entrepreneurs, capitalists, landowners, workers, and consumers of economic theory are not living men as one meets them in the reality of life and history. They are the embodiment of distinct functions in the market operations. The fact that both acting men and historical sciences apply in their reasoning the results of economics and that they construct their ideal types on the basis of and with reference to the categories of praxeological theory, does not modify the radical logical distinction between ideal type and economic category. The economic categories we are concerned with refer to purely integrated functions, the ideal types refer to historical events. Living and acting man by necessity combines various functions. He is never merely a consumer. He is in addition either an entrepreneur, landowner, capitalist, or worker, or a person supported by the intake earned by such people. Moreover, the functions of the entrepreneur, the landowner, the capitalist, and the worker are very often combined by the same persons. History is intent upon classifying men according to the ends they aim at and the means they employ for the attainment of these ends. Economics, exploring the structure of acting in the market society without any regard to the ends people aim at and the means they employ, is intent upon discerning categories and functions. These are two different tasks. The difference can best be demonstrated in discussing the catallactic concept of the entrepreneur.

77

Στη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας δεν απομένει χώρος για επιχειρηματική δραστηριότητα, επειδή η κατασκευή αυτή εξαλείφει κάθε μεταβολή των δεδομένων που θα μπορούσε να επηρεάσει τις τιμές. Μόλις εγκαταλειφθεί αυτή η παραδοχή της ακαμψίας των δεδομένων, διαπιστώνεται ότι η δράση πρέπει αναγκαστικά να επηρεάζεται από κάθε μεταβολή τους. Καθώς η δράση κατευθύνεται αναγκαστικά προς την άσκηση επιρροής σε μια μελλοντική κατάσταση πραγμάτων —έστω και αν πρόκειται μόνο για το άμεσο μέλλον της επόμενης στιγμής— επηρεάζεται από κάθε μεταβολή των δεδομένων που δεν προβλέφθηκε ορθά και η οποία επέρχεται κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της έναρξής της και του τέλους της περιόδου για την οποία αποσκοπεί να μεριμνήσει, δηλαδή της περιόδου πρόβλεψης.13 Επομένως, το αποτέλεσμα της δράσης είναι πάντοτε αβέβαιο. Η δράση είναι πάντοτε κερδοσκοπική.

Αυτό δεν ισχύει μόνο για την οικονομία της αγοράς, αλλά εξίσου για τον Ροβινσώνα Κρούσο, τον φανταστικό απομονωμένο δρώντα, καθώς και για τις συνθήκες μιας σοσιαλιστικής οικονομίας. Στη νοητική κατασκευή ενός ομοιόμορφα περιστρεφόμενου συστήματος κανείς δεν είναι επιχειρηματίας και κερδοσκόπος. Σε κάθε πραγματική και ζωντανή οικονομία, κάθε δρων είναι πάντοτε επιχειρηματίας και κερδοσκόπος. Οι άνθρωποι για τους οποίους μεριμνούν οι δρώντες —τα ανήλικα μέλη της οικογένειας στην κοινωνία της αγοράς και οι μάζες μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας—, μολονότι δεν είναι οι ίδιοι δρώντες και, επομένως, δεν είναι κερδοσκόποι, επηρεάζονται από το αποτέλεσμα των κερδοσκοπικών ενεργειών των δρώντων.

In the imaginary construction of the evenly rotating economy there is no room left for entrepreneurial activity, because this construction eliminates any change of data that could affect prices. As soon as one abandons this assumption of rigidity of data, one finds that action must needs be affected by every change in the data. As action necessarily is directed toward influencing a future state of affairs, even if sometimes only the immediate future of the next instant, it is affected by every incorrectly anticipated change in the data occurring in the period of time between its beginning and the end of the period for which it aimed to provide (period of provision[13]). Thus the outcome of action is always uncertain. Action is always speculation. This is valid not only with regard to a market economy but no less for Robinson Crusoe, the imaginary isolated actor, and for the conditions of a socialist economy. In the imaginary construction of an evenly rotating system nobody is an entrepreneur and speculator. In any real and living economy every actor is always an entrepreneur and speculator; the people taken care of by the actors—the minor family members in the market society and the masses of a socialist society—are, although themselves not actors and therefore not speculators, affected by the outcome of the actors’ speculations.

78

Όταν η οικονομική επιστήμη μιλά για επιχειρηματίες, δεν έχει κατά νου ανθρώπους, αλλά μια συγκεκριμένη λειτουργία. Η λειτουργία αυτή δεν αποτελεί ιδιαίτερο γνώρισμα μιας ειδικής ομάδας ή τάξης ανθρώπων· είναι εγγενής σε κάθε δράση και επιβαρύνει κάθε δρώντα. Ενσαρκώνοντας αυτή τη λειτουργία σε ένα φανταστικό πρόσωπο, προσφεύγουμε σε ένα μεθοδολογικό τέχνασμα. Ο όρος επιχειρηματίας, όπως χρησιμοποιείται από την καταλλακτική θεωρία, σημαίνει τον δρώντα άνθρωπο εξεταζόμενο αποκλειστικά από τη σκοπιά της αβεβαιότητας που ενυπάρχει σε κάθε δράση. Κατά τη χρήση αυτού του όρου δεν πρέπει ποτέ να λησμονείται ότι κάθε δράση είναι ενταγμένη στη ροή του χρόνου και, ως εκ τούτου, εμπεριέχει κερδοσκοπία.

Οι καπιταλιστές, οι γαιοκτήμονες και οι εργάτες είναι αναγκαστικά κερδοσκόποι. Το ίδιο ισχύει και για τον καταναλωτή όταν μεριμνά για τις προβλεπόμενες μελλοντικές ανάγκες του. Πολλά μπορούν να συμβούν ανάμεσα στο κύπελλο και στα χείλη.

Economics, in speaking of entrepreneurs, has in view not men, but a definite function. This function is not the particular feature of a special group or class of men; it is inherent in every action and burdens every actor. In embodying this function in an imaginary figure, we resort to a methodological makeshift. The term entrepreneur as used by catallactic theory means: acting man exclusively seen from the aspect of the uncertainty inherent in every action. In using this term one must never forget that every action is embedded in the flux of time and therefore involves a speculation. The capitalists, the landowners, and the laborers are by necessity speculators. So is the consumer in providing for anticipated future needs. There’s many a slip ’twixt cup and lip.

79

Ας προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε τη νοητική κατασκευή του καθαρού επιχειρηματία έως τις έσχατες λογικές συνέπειές της. Αυτός ο επιχειρηματίας δεν κατέχει κανένα κεφάλαιο. Το κεφάλαιο που απαιτείται για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες του δανείζεται από τους καπιταλιστές με τη μορφή χρηματικών δανείων. Είναι αλήθεια ότι ο νόμος τον θεωρεί κύριο των διαφόρων μέσων παραγωγής που αγοράστηκαν με τη δαπάνη των δανεισθέντων ποσών. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να μην έχει καθαρή περιουσία, επειδή το ύψος του ενεργητικού του εξισορροπείται από το ύψος των υποχρεώσεών του. Αν επιτύχει, το καθαρό κέρδος τού ανήκει. Αν αποτύχει, η ζημία πρέπει να βαρύνει τους καπιταλιστές που του δάνεισαν τα κεφάλαια.

Ένας τέτοιος επιχειρηματίας θα ήταν, στην πραγματικότητα, υπάλληλος των καπιταλιστών, ο οποίος κερδοσκοπεί για λογαριασμό τους και λαμβάνει μερίδιο 100 τοις εκατό στα καθαρά κέρδη, χωρίς να επιβαρύνεται από τις ζημίες. Ακόμη, όμως, και αν ο επιχειρηματίας είναι σε θέση να εξασφαλίσει ο ίδιος ένα μέρος του απαιτούμενου κεφαλαίου και δανείζεται μόνο το υπόλοιπο, τα πράγματα δεν διαφέρουν ουσιωδώς. Στον βαθμό στον οποίο οι πραγματοποιηθείσες ζημίες δεν μπορούν να καλυφθούν από τα ίδια κεφάλαια του επιχειρηματία, βαρύνουν τους δανειστές καπιταλιστές, ανεξάρτητα από τους όρους της σύμβασης. Ο καπιταλιστής είναι πάντοτε, δυνητικά, και επιχειρηματίας και κερδοσκόπος. Διατρέχει πάντοτε τον κίνδυνο να χάσει τα κεφάλαιά του. Δεν υπάρχει απολύτως ασφαλής επένδυση.

Let us try to think the imaginary construction of a pure entrepreneur to its ultimate logical consequences. This entrepreneur does not own any capital. The capital required for his entrepreneurial activities is lent to him by the capitalists in the form of money loans. The law, it is true, considers him the proprietor of the various means of production purchased by expending the sums borrowed. Nevertheless he remains propertyless for the amount of his assets is balanced by his liabilities. If he succeeds, the net profit is his. If he fails, the loss must fall upon the capitalists who have lent him the funds. Such an entrepreneur would, in fact, be an employee of the capitalists who speculates on their account and takes a 100 per cent share in the net profits without being concerned about the losses. But even if the entrepreneur is in a position to provide himself a part of the capital required and borrows only the rest, things are essentially not different. To the extent that the losses incurred cannot be borne out of the entrepreneur’s own funds, they fall upon the lending capitalists, whatever the terms of the contract may be. A capitalist is always also virtually an entrepreneur and speculator. He always runs the chance of losing his funds. There is no such thing as a perfectly safe investment.

80

Ο αυτάρκης γαιοκτήμονας που καλλιεργεί το κτήμα του αποκλειστικά για να εφοδιάζει το δικό του νοικοκυριό επηρεάζεται από όλες τις μεταβολές που επιδρούν στη γονιμότητα του αγροκτήματός του ή στις προσωπικές του ανάγκες. Στο πλαίσιο μιας οικονομίας της αγοράς, το αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων ενός γεωργού επηρεάζεται από όλες τις μεταβολές που αφορούν τη σημασία του τεμαχίου γης του για τον εφοδιασμό της αγοράς. Ο γεωργός είναι σαφώς επιχειρηματίας, ακόμη και από τη σκοπιά της καθημερινής ορολογίας. Κανένας κύριος μέσων παραγωγής, ανεξάρτητα από το αν αυτά έχουν τη μορφή απτών αγαθών ή χρήματος, δεν παραμένει ανεπηρέαστος από την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Η χρησιμοποίηση οποιωνδήποτε απτών αγαθών ή χρηματικών ποσών για παραγωγή — δηλαδή για τη μέριμνα υπέρ μεταγενέστερων χρονικών περιόδων— αποτελεί καθαυτή επιχειρηματική δραστηριότητα.

The self-sufficient landowner who tills his estate only to supply his own household is affected by all changes influencing the fertility of his farm or the object of his needs. Within a market economy the result of a farmer’s activities is affected by all changes regarding the importance of his piece of land for supplying the market. The farmer is clearly, even from the point of view of mundane terminology, an entrepreneur. No proprietor of any means of production, whether they are represented in tangible goods or in money, remains untouched by the uncertainty of the future. The employment of any tangible goods or money for production, i.e., the provision for later days, is in itself an entrepreneurial activity.

81

Τα πράγματα είναι ουσιαστικά τα ίδια για τον εργάτη. Γεννιέται κύριος ορισμένων ικανοτήτων· οι έμφυτες ικανότητές του αποτελούν μέσο παραγωγής το οποίο είναι καταλληλότερο για ορισμένα είδη εργασίας, λιγότερο κατάλληλο για άλλα και εντελώς ακατάλληλο για κάποια άλλα.14 Αν έχει αποκτήσει τη δεξιότητα που απαιτείται για την εκτέλεση ορισμένων ειδών εργασίας, βρίσκεται, ως προς τον χρόνο και τις υλικές δαπάνες που απορρόφησε αυτή η εκπαίδευση, στη θέση ενός επενδυτή. Πραγματοποίησε μια εισροή προσδοκώντας ότι θα αποζημιωθεί από μια αντίστοιχη εκροή. Ο εργάτης είναι επιχειρηματίας στον βαθμό στον οποίο ο μισθός του καθορίζεται από την τιμή που προσφέρει η αγορά για το είδος εργασίας που είναι ικανός να εκτελέσει. Η τιμή αυτή μεταβάλλεται σύμφωνα με τις μεταβολές των συνθηκών, όπως ακριβώς μεταβάλλεται η τιμή κάθε άλλου συντελεστή παραγωγής.

Things are essentially the same for the laborer. He is born the proprietor of certain abilities; his innate faculties are a means of production which is better fitted for some kinds of work, less fitted for others, and not at all fitted for still others.[14] If he has acquired the skill needed for the performance of certain kinds of labor, he is, with regard to the time and the material outlays absorbed by this training, in the position of an investor. He has made an input in the expectation of being compensated by an adequate output. The laborer is an entrepreneur in so far as his wages are determined by the price the market allows for the kind of work he can perform. This price varies according to the change in conditions in the same way in which the price of every other factor of production varies.

82

Στο πλαίσιο της οικονομικής θεωρίας, οι σχετικοί όροι έχουν την ακόλουθη σημασία:

  • Επιχειρηματίας σημαίνει τον δρώντα άνθρωπο ως προς τις μεταβολές που επέρχονται στα δεδομένα της αγοράς.
  • Καπιταλιστής και γαιοκτήμονας σημαίνουν τον δρώντα άνθρωπο ως προς τις μεταβολές της αξίας και της τιμής οι οποίες, ακόμη και αν όλα τα δεδομένα της αγοράς παραμένουν αμετάβλητα, προκαλούνται από την απλή παρέλευση του χρόνου, ως συνέπεια της διαφορετικής αποτίμησης των παρόντων και των μελλοντικών αγαθών.
  • Εργάτης σημαίνει τον άνθρωπο ως προς τη χρησιμοποίηση του παραγωγικού συντελεστή της ανθρώπινης εργασίας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, κάθε λειτουργία απομονώνεται εννοιολογικά με ακρίβεια: ο επιχειρηματίας αποκομίζει κέρδος ή υφίσταται ζημία· οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής —κεφαλαιουχικών αγαθών ή γης— αποκομίζουν πρωταρχικό τόκο· οι εργάτες αποκομίζουν μισθούς. Υπό αυτή την έννοια αναπτύσσουμε τη νοητική κατασκευή της λειτουργικής κατανομής, σε αντιδιαστολή προς την πραγματική ιστορική κατανομή.15

In the context of economic theory the meaning of the terms concerned is this: Entrepreneur means acting man in regard to the changes occurring in the data of the market. Capitalist and landowner mean acting man in regard to the changes in value and price which, even with all the market data remaining equal, are brought about by the mere passing of time as a consequence of the different valuation of present goods and of future goods. Worker means man in regard to the employment of the factor of production human labor. Thus every function is nicely integrated: the entrepreneur earns profit or suffers loss; the owners of means of production (capital goods or land) earn originary interest; the workers earn wages. In this sense we elaborate the imaginary construction of functional distribution as different from the actual historical distribution.[15]

83

Η οικονομική επιστήμη, ωστόσο, χρησιμοποιούσε πάντοτε και εξακολουθεί να χρησιμοποιεί τον όρο «επιχειρηματίας» και με έννοια διαφορετική από εκείνη που του αποδίδεται στη νοητική κατασκευή της λειτουργικής κατανομής. Αποκαλεί επίσης επιχειρηματίες εκείνους που επιδιώκουν με ιδιαίτερο ζήλο να επωφεληθούν από την προσαρμογή της παραγωγής στις αναμενόμενες μεταβολές των συνθηκών· εκείνους που διαθέτουν μεγαλύτερη πρωτοβουλία, μεγαλύτερη τόλμη και οξύτερη αντίληψη από το πλήθος· τους δραστήριους και πρωτοπόρους φορείς της οικονομικής βελτίωσης.

Η έννοια αυτή είναι στενότερη από την έννοια του επιχειρηματία που χρησιμοποιείται στην κατασκευή της λειτουργικής κατανομής· δεν περιλαμβάνει πολλές περιπτώσεις τις οποίες περιλαμβάνει η δεύτερη. Είναι ατυχές το ότι ο ίδιος όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει δύο διαφορετικές έννοιες. Θα ήταν προτιμότερο να χρησιμοποιείται διαφορετικός όρος για τη δεύτερη έννοια, παραδείγματος χάριν ο όρος «προωθητής».

Economics, however, always did and still does use the term “entrepreneur” in a sense other than that attached to it in the imaginary construction of functional distribution. It also calls entrepreneurs those who are especially eager to profit from adjusting production to the expected changes in conditions, those who have more initiative, more venturesomeness, and a quicker eye than the crowd, the pushing and promoting pioneers of economic improvement. This notion is narrower than the concept of an entrepreneur as used in the construction of functional distribution; it does not include many instances which the latter includes. It is awkward that the same term should be used to signify two different notions. It would have been more expedient to employ another term for this second notion—for instance, the term “promoter.”

84

Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η έννοια του επιχειρηματία-προωθητή δεν μπορεί να οριστεί με πραξεολογική αυστηρότητα. Ως προς αυτό ομοιάζει με την έννοια του χρήματος, η οποία επίσης —σε αντίθεση με την έννοια του μέσου ανταλλαγής— δεν επιδέχεται αυστηρό πραξεολογικό ορισμό.16 Η οικονομική επιστήμη, όμως, δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς την έννοια του προωθητή. Διότι αυτή αναφέρεται σε ένα δεδομένο που αποτελεί γενικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης, είναι παρόν σε όλες τις αγοραίες συναλλαγές και τις χαρακτηρίζει βαθύτατα. Πρόκειται για το γεγονός ότι τα διάφορα άτομα δεν αντιδρούν σε μια μεταβολή των συνθηκών με την ίδια ταχύτητα και κατά τον ίδιο τρόπο.

Η ανισότητα των ανθρώπων, η οποία οφείλεται τόσο στις διαφορές των έμφυτων ιδιοτήτων τους όσο και στις μεταπτώσεις της ζωής τους, εκδηλώνεται και με αυτόν τον τρόπο. Στην αγορά υπάρχουν πρωτοπόροι που καθορίζουν τον ρυθμό και άλλοι που απλώς μιμούνται τις διαδικασίες των περισσότερο ευκίνητων συμπολιτών τους. Το φαινόμενο της ηγεσίας δεν είναι λιγότερο πραγματικό στην αγορά από ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο κλάδο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η κινητήρια δύναμη της αγοράς, το στοιχείο που τείνει προς την αδιάκοπη καινοτομία και βελτίωση, παρέχεται από την ανησυχία του προωθητή και από την επιθυμία του να πραγματοποιήσει τα μεγαλύτερα δυνατά κέρδη.

It is to be admitted that the notion of the entrepreneur-promoter cannot be defined with praxeological rigor. (In this it is like the notion of money which also defies—different from the notion of a medium of exchange—a rigid praxeological definition.[16]) However, economics cannot do without the promoter concept. For it refers to a datum that is a general characteristic of human nature, that is present in all market transactions and marks them profoundly. This is the fact that various individuals do not react to a change in conditions with the same quickness and in the same way. The inequality of men, which is due to differences both in their inborn qualities and in the vicissitudes of their lives, manifests itself in this way too. There are in the market pacemakers and others who only imitate the procedures of their more agile fellow citizens. The phenomenon of leadership is no less real on the market than in any other branch of human activities. The driving force of the market, the element tending toward unceasing innovation and improvement, is provided by the restlessness of the promoter and his eagerness to make profits as large as possible.

85

Δεν υπάρχει, ωστόσο, κίνδυνος η διφορούμενη χρήση αυτού του όρου να προκαλέσει ασάφεια κατά την ανάπτυξη του καταλλακτικού συστήματος. Όπου ενδέχεται να εμφανιστούν αμφιβολίες, μπορούν να εξαλειφθούν μέσω της χρήσης του όρου «προωθητής» αντί του όρου «επιχειρηματίας».

There is, however, no danger that the equivocal use of this term may result in any ambiguity in the exposition of the catallactic system. Wherever any doubts are likely to appear, they can be dispelled by the employment of the term promoter instead of entrepreneur.

86

Η επιχειρηματική λειτουργία στη στάσιμη οικονομία

The Entrepreneurial Function in the Stationary Economy

87

Η προθεσμιακή αγορά μπορεί να απαλλάξει έναν προωθητή από ένα μέρος της επιχειρηματικής του λειτουργίας. Στον βαθμό στον οποίο ένας επιχειρηματίας έχει αντισταθμίσει, μέσω κατάλληλων προθεσμιακών συναλλαγών, τις ζημίες που ενδέχεται να υποστεί, παύει ως προς αυτό το μέρος να είναι επιχειρηματίας και η επιχειρηματική λειτουργία μεταβιβάζεται στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος.

Ο νηματουργός βάμβακος ο οποίος, όταν αγοράζει ακατέργαστο βαμβάκι για το εργοστάσιό του, πωλεί προθεσμιακά την ίδια ποσότητα έχει εγκαταλείψει ένα μέρος της επιχειρηματικής του λειτουργίας. Δεν θα κερδίσει ούτε θα χάσει από τις μεταβολές της τιμής του βαμβακιού που θα επέλθουν κατά τη σχετική χρονική περίοδο. Ασφαλώς, δεν παύει εντελώς να ασκεί επιχειρηματική λειτουργία. Εξακολουθεί να επηρεάζεται από τις μεταβολές της τιμής του νήματος εν γένει ή της τιμής των συγκεκριμένων τίτλων και ειδών νήματος που παράγει, οι οποίες δεν προκαλούνται από μεταβολή της τιμής του ακατέργαστου βαμβακιού. Ακόμη και αν εκτελεί τη νηματουργική εργασία αποκλειστικά κατ’ ανάθεση, έναντι προκαθορισμένης αμοιβής, εξακολουθεί να ασκεί επιχειρηματική λειτουργία ως προς τα κεφάλαια που έχουν επενδυθεί στον εξοπλισμό της επιχείρησής του.

The futures market can relieve an entrepreneur of a part of his entrepreneurial function. As far as an entrepreneur has “insured” himself through suitable forward transactions against losses he may possibly suffer, he ceases to be an entrepreneur and the entrepreneurial function devolves on the other party to the contract. The cotton spinner who when buying raw cotton for his mill sells the same quantity forward has abandoned a part of his entrepreneurial function. He will neither profit nor lose from changes in the cotton price occurring in the period concerned. Of course, he does not entirely cease to serve in the entrepreneurial function. Those changes in the price of yarn in general or in the price of the special counts and kinds he produces which are not brought about by a change in the price of raw cotton affect him nonetheless. Even if he spins only as a contractor for a remuneration agreed upon, he is still in an entrepreneurial function with regard to the funds invested in his outfit.

88

Μπορούμε να κατασκευάσουμε την εικόνα μιας οικονομίας στην οποία οι συνθήκες που απαιτούνται για τη δημιουργία προθεσμιακών αγορών πληρούνται για όλα τα είδη αγαθών και υπηρεσιών. Σε μια τέτοια νοητική κατασκευή, η επιχειρηματική λειτουργία διαχωρίζεται πλήρως από όλες τις άλλες λειτουργίες. Αναδύεται μια τάξη καθαρών επιχειρηματιών. Οι τιμές που καθορίζονται στις προθεσμιακές αγορές κατευθύνουν ολόκληρο τον μηχανισμό της παραγωγής. Μόνο οι συναλλασσόμενοι στις προθεσμιακές αγορές πραγματοποιούν κέρδη και υφίστανται ζημίες. Όλοι οι άλλοι είναι, τρόπον τινά, ασφαλισμένοι έναντι των πιθανών δυσμενών συνεπειών της αβεβαιότητας του μέλλοντος. Από αυτή την άποψη απολαμβάνουν ασφάλεια. Οι επικεφαλής των διαφόρων επιχειρηματικών μονάδων είναι ουσιαστικά, τρόπον τινά, υπάλληλοι με σταθερό εισόδημα.

We may construct the image of an economy in which the conditions required for the establishment of futures markets are realized for all kinds of goods and services. In such an imaginary construction the entrepreneurial function is fully separated from all other functions. There emerges a class of pure entrepreneurs. The prices determined on the futures markets direct the whole apparatus of production. The dealers in futures alone make profits and suffer losses. All other people are insured, as it were, against the possible adverse effects of the uncertainty of the future. They enjoy security in this regard. The heads of the various business units are employees, as it were, with a fixed income.

89

Αν υποθέσουμε περαιτέρω ότι αυτή η οικονομία είναι στάσιμη και ότι όλες οι προθεσμιακές συναλλαγές συγκεντρώνονται σε μία εταιρεία, είναι προφανές ότι το συνολικό ποσό των ζημιών αυτής της εταιρείας ισούται επακριβώς με το συνολικό ποσό των κερδών της. Θα αρκούσε να εθνικοποιήσουμε αυτή την εταιρεία για να δημιουργήσουμε ένα σοσιαλιστικό κράτος χωρίς κέρδη και ζημίες, ένα κράτος αδιατάρακτης ασφάλειας και σταθερότητας. Αυτό, όμως, ισχύει μόνο επειδή ο ορισμός μας για τη στάσιμη οικονομία προϋποθέτει την ισότητα μεταξύ του συνολικού αθροίσματος των ζημιών και του συνολικού αθροίσματος των κερδών. Σε μια μεταβαλλόμενη οικονομία πρέπει να εμφανίζεται πλεόνασμα είτε κερδών είτε ζημιών.

If we further assume that this economy is a stationary economy and that all futures transactions are concentrated in one corporation, it is obvious that the total amount of losses precisely equals the total amount of profits. We need only to nationalize this corporation in order to bring about a socialist state without profits and losses, a state of undisturbed security and stability. But this is so only because our definition of a stationary economy implies equality of the total sum of losses and that of profits. In a changing economy an excess either of profits or of losses must emerge.

90

Θα ήταν σπατάλη χρόνου να επιμείνουμε περισσότερο σε τέτοιες υπερβολικά εξεζητημένες εικόνες, οι οποίες δεν προάγουν την ανάλυση των οικονομικών προβλημάτων. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τις αναφέρουμε είναι ότι αντανακλούν ιδέες οι οποίες βρίσκονται στη βάση ορισμένων επικρίσεων κατά του οικονομικού συστήματος του καπιταλισμού και ορισμένων απατηλών σχεδίων που προτείνονται για τον σοσιαλιστικό έλεγχο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.

Είναι πράγματι αληθές ότι ένα σοσιαλιστικό σχέδιο είναι λογικά συμβατό με τις απραγματοποίητες νοητικές κατασκευές της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης και της στάσιμης οικονομίας. Η προτίμηση με την οποία οι μαθηματικοί οικονομολόγοι ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με τις συνθήκες αυτών των νοητικών κατασκευών και με την κατάσταση «ισορροπίας» που εμπεριέχεται σε αυτές έκανε τους ανθρώπους να λησμονήσουν ότι πρόκειται για μη πραγματικά, αυτοαντιφατικά και φανταστικά βοηθήματα της σκέψης και για τίποτε περισσότερο. Ασφαλώς, δεν αποτελούν κατάλληλα πρότυπα για την οικοδόμηση μιας ζωντανής κοινωνίας δρώντων ανθρώπων.

It would be a waste of time to dwell longer upon such oversophisticated images which do not further the analysis of economic problems. The only reason for mentioning them is that they reflect ideas which are at the bottom of some criticisms made against the economic system of capitalism and of some delusive plans suggested for a socialist control of business. Now, it is true that a socialist scheme is logically compatible with the unrealizable imaginary constructions of an evenly rotating economy and of a stationary economy. The predilection with which mathematical economists almost exclusively deal with the conditions of these imaginary constructions and with the state of “equilibrium” implied in them, has made people oblivious of the fact that these are unreal, selfcontradictory and imaginary expedients of thought and nothing else. They are certainly not suitable models for the construction of a living society of acting men.

91

← Κεφάλαιο 13: Ο ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 15: Η ΑΓΟΡΑ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση