Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 12: ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 11: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 13: Ο ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 12: ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

↗ στη σελίδα του βιβλίου

XII. THE SPHERE OF ECONOMIC CALCULATION

1

1. Ο χαρακτήρας των χρηματικών εγγραφών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. The Character of Monetary Entries

2

Ο οικονομικός υπολογισμός μπορεί να περιλάβει οτιδήποτε ανταλλάσσεται έναντι χρήματος.

CONOMIC calculation can comprehend everything that is exchanged against money.

3

Οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών είναι είτε ιστορικά δεδομένα που περιγράφουν παρελθόντα γεγονότα είτε προβλέψεις πιθανών μελλοντικών γεγονότων. Η πληροφορία σχετικά με μια παρελθούσα τιμή μας γνωστοποιεί ότι μία ή περισσότερες πράξεις διαπροσωπικής ανταλλαγής πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τη συγκεκριμένη σχέση ανταλλαγής. Δεν μας παρέχει άμεσα καμία γνώση σχετικά με τις μελλοντικές τιμές. Μπορούμε συχνά να υποθέσουμε ότι οι συνθήκες της αγοράς οι οποίες καθόρισαν τη διαμόρφωση των τιμών κατά το πρόσφατο παρελθόν δεν θα μεταβληθούν καθόλου ή, τουλάχιστον, δεν θα μεταβληθούν σημαντικά στο άμεσο μέλλον και ότι, ως εκ τούτου, οι τιμές θα παραμείνουν αμετάβλητες ή θα μεταβληθούν μόνο ελαφρώς. Τέτοιες προσδοκίες είναι εύλογες, αν οι σχετικές τιμές αποτέλεσαν προϊόν της αλληλεπίδρασης πολλών ανθρώπων, πρόθυμων να αγοράσουν ή να πωλήσουν εφόσον οι σχέσεις ανταλλαγής τούς φαίνονταν ευνοϊκές, και αν η κατάσταση της αγοράς δεν επηρεάστηκε από συνθήκες που θεωρούνται συμπτωματικές, έκτακτες και απίθανο να επανεμφανιστούν.

Ωστόσο, το κύριο έργο του οικονομικού υπολογισμού δεν είναι να ασχολείται με τα προβλήματα αμετάβλητων ή ελάχιστα μεταβαλλόμενων καταστάσεων και τιμών της αγοράς, αλλά να αντιμετωπίζει τη μεταβολή. Το δρων άτομο είτε προβλέπει μεταβολές που θα επέλθουν χωρίς τη δική του παρέμβαση και επιθυμεί να προσαρμόσει τις πράξεις του σε αυτή την προβλεπόμενη κατάσταση πραγμάτων είτε επιθυμεί να αναλάβει ένα εγχείρημα το οποίο θα μεταβάλει τις συνθήκες, ακόμη και αν κανένας άλλος παράγοντας δεν προκαλέσει μεταβολή. Οι τιμές του παρελθόντος αποτελούν γι’ αυτόν απλώς αφετηρίες στην προσπάθειά του να προβλέψει τις μελλοντικές τιμές.

The prices of goods and services are either historical data describing past events or anticipations of probable future events. Information about a past price conveys the knowledge that one or several acts of interpersonal exchange were effected according to this ratio. It does not convey directly any knowledge about future prices. We may often assume that the market conditions which determined the formation of prices in the recent past will not change at all or at least not change considerably in the immediate future so that prices too will remain unchanged or change only slightly. Such expectations are reasonable if the prices concerned were the result of the interaction of many people ready to buy or to sell provided the exchange ratios seemed propitious to them and if the market situation was not influenced by conditions which are considered as accidental, extraordinary, and not likely to return. However, the main task of economic calculation is not to deal with the problems of unchanging or only slightly changing market situations and prices, but to deal with change. The acting individual either anticipates changes which will occur without his own interference and wants to adjust his actions to this anticipated state of affairs; or he wants to embark upon a project which will change conditions even if no other factors produce a change. The prices of the past are for him merely starting points in his endeavors to anticipate future prices.

4

Οι ιστορικοί και οι στατιστικολόγοι αρκούνται στις τιμές του παρελθόντος. Ο άνθρωπος της πράξης στρέφει το βλέμμα του στις τιμές του μέλλοντος, ακόμη και αν πρόκειται μόνο για το άμεσο μέλλον της επόμενης ώρας, ημέρας ή του επόμενου μήνα. Για εκείνον, οι τιμές του παρελθόντος αποτελούν απλώς βοήθημα για την πρόβλεψη των μελλοντικών τιμών. Όχι μόνο κατά τον προκαταρκτικό υπολογισμό του αναμενόμενου αποτελέσματος μιας σχεδιαζόμενης δράσης, αλλά εξίσου και κατά τις προσπάθειές του να εξακριβώσει το αποτέλεσμα των παρελθουσών συναλλαγών του, ενδιαφέρεται πρωτίστως για τις μελλοντικές τιμές.

Historians and statisticians content themselves with prices of the past. Practical man looks at the prices of the future, be it only the immediate future of the next hour, day, or month. For him the prices of the past are merely a help in anticipating future prices. Not only in his preliminary calculation of the expected outcome of planned action, but no less in his attempts to establish the result of his past transactions, he is primarily concerned with future prices.

5

Στους ισολογισμούς και στις καταστάσεις αποτελεσμάτων χρήσεως, το αποτέλεσμα της παρελθούσας δράσης καθίσταται ορατό ως η διαφορά μεταξύ του χρηματικού ισοδυνάμου των ιδίων κεφαλαίων —του συνολικού ενεργητικού μείον το σύνολο των υποχρεώσεων— στην αρχή και στο τέλος της υπό εξέταση περιόδου, καθώς και ως η διαφορά μεταξύ του χρηματικού ισοδυνάμου του αναληφθέντος κόστους και των πραγματοποιηθέντων ακαθάριστων εσόδων. Σε τέτοιες καταστάσεις είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται το εκτιμώμενο χρηματικό ισοδύναμο όλων των στοιχείων του ενεργητικού και των υποχρεώσεων, εκτός από τα μετρητά. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να αποτιμώνται σύμφωνα με τις τιμές στις οποίες θα μπορούσαν πιθανώς να πωληθούν στο μέλλον ή, όπως συμβαίνει ιδίως με τον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται στις παραγωγικές διαδικασίες, σε συνάρτηση με τις αναμενόμενες τιμές πώλησης των εμπορευμάτων που θα παραχθούν με τη βοήθειά τους.

Ωστόσο, παλαιές επιχειρηματικές συνήθειες και διατάξεις του εμπορικού και του φορολογικού δικαίου έχουν προκαλέσει απόκλιση από τις ορθές λογιστικές αρχές, οι οποίες αποβλέπουν απλώς στον υψηλότερο εφικτό βαθμό ακρίβειας. Οι συνήθειες και οι νόμοι αυτοί δεν ενδιαφέρονται τόσο για την ακρίβεια των ισολογισμών και των καταστάσεων αποτελεσμάτων χρήσεως όσο για την επιδίωξη άλλων σκοπών. Η εμπορική νομοθεσία αποβλέπει σε μια μέθοδο λογιστικής η οποία θα μπορούσε να προστατεύει έμμεσα τους πιστωτές από ζημίες. Τείνει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, προς την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων κάτω από την εκτιμώμενη αγοραία αξία τους, προκειμένου το καθαρό κέρδος και τα συνολικά ίδια κεφάλαια να εμφανίζονται μικρότερα από ό,τι πράγματι είναι.

Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένα περιθώριο ασφαλείας, το οποίο περιορίζει τον κίνδυνο να αποσυρθούν από την επιχείρηση, εις βάρος των πιστωτών, υπερβολικά ποσά ως δήθεν κέρδη και να συνεχίσει τη λειτουργία της μια ήδη αφερέγγυα επιχείρηση έως ότου εξαντλήσει τα διαθέσιμα μέσα για την ικανοποίηση των πιστωτών της. Αντιθέτως, οι φορολογικοί νόμοι τείνουν συχνά προς μια μέθοδο υπολογισμού η οποία εμφανίζει τα κέρδη υψηλότερα από όσο θα τα εμφάνιζε μια αμερόληπτη μέθοδος. Σκοπός είναι να αυξηθούν οι πραγματικοί φορολογικοί συντελεστές, χωρίς αυτή η αύξηση να καθίσταται εμφανής στους πίνακες των ονομαστικών φορολογικών συντελεστών.

Πρέπει, επομένως, να διακρίνουμε μεταξύ του οικονομικού υπολογισμού, όπως αυτός εφαρμόζεται από τους επιχειρηματίες που σχεδιάζουν μελλοντικές συναλλαγές, και των υπολογισμών επιχειρηματικών δεδομένων που εξυπηρετούν άλλους σκοπούς. Ο προσδιορισμός των οφειλόμενων φόρων και ο οικονομικός υπολογισμός είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Αν ένας νόμος που επιβάλλει φόρο στην απασχόληση οικιακών υπηρετών ορίζει ότι ένας άνδρας υπηρέτης πρέπει να υπολογίζεται ως δύο γυναίκες υπηρέτριες, κανείς δεν θα ερμήνευε αυτή τη διάταξη ως οτιδήποτε άλλο πέρα από μέθοδο προσδιορισμού του ύψους του οφειλόμενου φόρου. Ομοίως, αν ένας νόμος περί φόρου κληρονομίας ορίζει ότι οι τίτλοι πρέπει να αποτιμώνται σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή τους τιμή κατά την ημέρα θανάτου του κληρονομουμένου, παρέχει απλώς έναν τρόπο προσδιορισμού του ύψους του φόρου.

In balance sheets and in profit-and-loss statements the result of past action becomes visible as the difference between the money equivalent of funds owned (total assets minus total liabilities) at the beginning and at the end of the period reported, and as the difference between the money equivalent of costs incurred and gross proceeds earned. In such statements it is necessary to enter the estimated money equivalent of all assets and liabilities other than cash. These items should be appraised according to the prices at which they could probably be sold in the future or, as is especially the case with equipment for production processes, in reference to the prices to be expected in the sale of merchandise manufactured with their aid. However, old business customs and the provisions of commercial law and of the tax laws have brought about a deviation from sound principles of accounting which aim merely at the best attainable degree of correctness. These customs and laws are not so much concerned with correctness in balance sheets and profit-and-loss statements as with the pursuit of other aims. Commercial legislation aims at a method of accounting which could indirectly protect creditors against loss. It tends more or less to an appraisal of assets below their estimated market value in order to make the net profit and the total funds owned appear smaller than they really are. Thus a safety margin is created which reduces the danger that, to the prejudice of creditors, too much might be withdrawn from the firm as alleged profit and that an already insolvent firm might go on until it had exhausted the means available for the satisfaction of its creditors. Contrariwise tax laws often tend toward a method of computation which makes earnings appear higher than an unbiased method would. The idea is to raise effective tax rates without making this raise visible in the nominal tax rate schedules. We must therefore distinguish between economic calculation as it is practiced by businessmen planning future transactions and those computations of business facts which serve other purposes. The determination of taxes due and economic calculation are two different things. If a law imposing a tax upon the keeping of domestic servants prescribes that one male servant should be counted as two female servants, nobody would interpret such a provision as anything other than a method for determining the amount of tax due. Likewise if an inheritance tax law prescribes that securities should be appraised at the stock market quotation on the day of the decedent’s death, we are merely provided with a way of determining the amount of the tax.

6

Οι δεόντως τηρούμενοι λογαριασμοί ενός συστήματος ορθής λογιστικής είναι ακριβείς μέχρι και το τελευταίο δολάριο και σεντ. Εμφανίζουν εντυπωσιακή ακρίβεια και η αριθμητική ακρίβεια των επιμέρους εγγραφών τους φαίνεται να εξαλείφει κάθε αμφιβολία. Στην πραγματικότητα, όμως, τα σημαντικότερα μεγέθη που περιέχουν αποτελούν κερδοσκοπικές προβλέψεις σχετικά με τους μελλοντικούς συσχετισμούς της αγοράς. Είναι σφάλμα να συγκρίνονται οι εγγραφές οποιουδήποτε εμπορικού λογαριασμού με τα μεγέθη που χρησιμοποιούνται σε αμιγώς τεχνολογικούς υπολογισμούς, όπως, για παράδειγμα, σε ένα σχέδιο κατασκευής μηχανής. Ο μηχανικός —στον βαθμό στον οποίο ασχολείται με την τεχνολογική πλευρά της εργασίας του— χρησιμοποιεί μόνο αριθμητικές σχέσεις που έχουν εξακριβωθεί με τις μεθόδους των πειραματικών φυσικών επιστημών. Ο επιχειρηματίας, αντιθέτως, δεν μπορεί να αποφύγει τη χρήση αριθμητικών όρων που αποτελούν προϊόν της κατανόησής του για τη μελλοντική ανθρώπινη συμπεριφορά.

Το κύριο ζήτημα στους ισολογισμούς και στις καταστάσεις αποτελεσμάτων χρήσεως είναι η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων που δεν έχουν τη μορφή μετρητών. Όλοι αυτοί οι ισολογισμοί και οι καταστάσεις αποτελούν ουσιαστικά ενδιάμεσους ισολογισμούς και ενδιάμεσες καταστάσεις. Περιγράφουν, όσο το δυνατόν καλύτερα, την κατάσταση των πραγμάτων σε μια αυθαίρετα επιλεγμένη χρονική στιγμή, ενώ η ζωή και η δράση συνεχίζονται και δεν σταματούν. Είναι δυνατό να τεθεί τέλος στη λειτουργία επιμέρους επιχειρηματικών μονάδων, αλλά το συνολικό σύστημα της κοινωνικής παραγωγής δεν παύει ποτέ να λειτουργεί.

Ούτε τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που έχουν τη μορφή μετρητών εξαιρούνται από την απροσδιοριστία που ενυπάρχει σε όλες τις εγγραφές της επιχειρηματικής λογιστικής. Εξαρτώνται από τον μελλοντικό συσχετισμό των δεδομένων της αγοράς όχι λιγότερο από οποιοδήποτε στοιχείο αποθέματος ή εξοπλισμού. Η αριθμητική ακρίβεια των επιχειρηματικών λογαριασμών και υπολογισμών δεν πρέπει να μας εμποδίζει να αντιληφθούμε την αβεβαιότητα και τον κερδοσκοπικό χαρακτήρα των εγγραφών τους και όλων των υπολογισμών που βασίζονται σε αυτές.

The duly kept accounts in a system of correct bookkeeping are accurate as to dollars and cents. They display an impressive precision, and the numerical exactitude of their items seems to remove all doubts. In fact, the most important figures they contain are speculative anticipations of future market constellations. It is a mistake to compare the items of any commercial account to the items used in purely technological reckoning, e.g., in the design for the construction of a machine. The engineer—as far as he attends to the technological side of his job—applies only numerical relations established by the methods of the experimental natural sciences; the businessman cannot avoid numerical terms which are the outcome of his understanding of future human conduct. The main thing in balance sheets and in profit-and-loss statements is the evaluation of assets and liabilities not embodied in cash. All such balances and statements are virtually interim balances and interim statements. They describe as well as possible the state of affairs at an arbitrarily chosen instant while life and action go on and do not stop. It is possible to wind up individual business units, but the whole system of social production never ceases. Nor are the assets and liabilities consisting in cash exempt from the indeterminacy inherent in all business accounting items. They depend on the future constellation of the market no less than any item of inventory or equipment. The numerical exactitude of business accounts and calculations must not prevent us from realizing the uncertainty and speculative character of their items and of all computations based on them.

7

Εντούτοις, τα γεγονότα αυτά δεν μειώνουν την αποτελεσματικότητα του οικονομικού υπολογισμού. Ο οικονομικός υπολογισμός είναι τόσο αποτελεσματικός όσο είναι δυνατό να είναι. Καμία μεταρρύθμιση δεν θα μπορούσε να αυξήσει την αποτελεσματικότητά του. Παρέχει στον δρώντα άνθρωπο όλες τις υπηρεσίες που είναι δυνατό να αποκομίσει από τον αριθμητικό υπολογισμό. Ασφαλώς, δεν αποτελεί μέσο για τη βέβαιη γνώση των μελλοντικών συνθηκών και δεν στερεί από τη δράση τον κερδοσκοπικό της χαρακτήρα. Αυτό, όμως, μπορεί να θεωρηθεί ανεπάρκεια μόνο από όσους δεν αναγνωρίζουν ότι η ζωή δεν είναι άκαμπτη, ότι όλα τα πράγματα μεταβάλλονται αδιάκοπα και ότι οι άνθρωποι δεν διαθέτουν βέβαιη γνώση του μέλλοντος.

Yet, these facts do not detract from the efficiency of economic calculation. Economic calculation is as efficient as it can be. No reform could add to its efficiency. It renders to acting man all the services which he can obtain from numerical computation. It is, of course, not a means of knowing future conditions with certainty, and it does not deprive action of its speculative character. But this can be considered a deficiency only by those who do not come to recognize the facts that life is not rigid, that all things are perpetually fluctuating, and that men have no certain knowledge about the future.

8

Έργο του οικονομικού υπολογισμού δεν είναι να διευρύνει τις πληροφορίες του ανθρώπου σχετικά με τις μελλοντικές συνθήκες. Έργο του είναι να προσαρμόζει τις πράξεις του όσο το δυνατόν καλύτερα στην παρούσα γνώμη του σχετικά με τη μελλοντική ικανοποίηση των αναγκών. Για τον σκοπό αυτό, ο δρων άνθρωπος χρειάζεται μια μέθοδο υπολογισμού· και ο υπολογισμός απαιτεί έναν κοινό παρονομαστή, στον οποίο πρέπει να μπορούν να αναχθούν όλα τα καταχωριζόμενα στοιχεία. Ο κοινός παρονομαστής του οικονομικού υπολογισμού είναι το χρήμα.

It is not the task of economic calculation to expand man’s information about future conditions. Its task is to adjust his actions as well as possible to his present opinion concerning want-satisfaction in the future. For this purpose acting man needs a method of computation, and computation requires a common denominator to which all items entered are to be referable. The common denominator of economic calculation is money.

9

2. Τα όρια του οικονομικού υπολογισμού

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. The Limits of Economic Calculation

10

Ο οικονομικός υπολογισμός δεν μπορεί να περιλάβει πράγματα τα οποία δεν πωλούνται και δεν αγοράζονται έναντι χρήματος.

Economic calculation cannot comprehend things which are not sold and bought against money.

11

Υπάρχουν πράγματα που δεν προσφέρονται προς πώληση και για την απόκτηση των οποίων πρέπει να καταβληθούν θυσίες διαφορετικές από το χρήμα και τα χρηματικά ισοδύναμα. Εκείνος που επιθυμεί να προετοιμάσει τον εαυτό του για μεγάλα επιτεύγματα πρέπει να χρησιμοποιήσει πολλά μέσα, ορισμένα από τα οποία ενδέχεται να απαιτούν χρηματική δαπάνη. Τα ουσιώδη πράγματα, όμως, που πρέπει να αφιερωθούν σε μια τέτοια προσπάθεια δεν είναι αγοραστά. Η τιμή, η αρετή και η δόξα, όπως επίσης η ρώμη, η υγεία και η ίδια η ζωή, διαδραματίζουν στη δράση ρόλο τόσο ως μέσα όσο και ως σκοποί, αλλά δεν υπεισέρχονται στον οικονομικό υπολογισμό.

There are things which are not for sale and for whose acquisition sacrifices other than money and money’s worth must be expended. He who wants to train himself for great achievements must employ many means, some of which may require expenditure of money. But the essential things to be devoted to such an endeavor are not purchasable. Honor, virtue, glory, and likewise vigor, health, and life itself play a role in action both as means and as ends; but they do not enter into economic calculation.

12

Υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν καθόλου να αποτιμηθούν σε χρήμα και άλλα που μπορούν να αποτιμηθούν χρηματικά μόνο ως προς ένα μέρος της αξίας που τους αποδίδεται. Η αποτίμηση ενός παλαιού κτιρίου πρέπει να παραβλέπει την καλλιτεχνική και ιστορική του σπουδαιότητα, στον βαθμό στον οποίο οι ιδιότητες αυτές δεν αποτελούν πηγή χρηματικών εσόδων ή εσόδων σε πωλήσιμα αγαθά. Ό,τι αγγίζει μόνο την καρδιά ενός ανθρώπου, χωρίς να παρακινεί άλλους ανθρώπους να υποβληθούν σε θυσίες για την απόκτησή του, παραμένει εκτός του πεδίου του οικονομικού υπολογισμού.

There are things which cannot at all be evaluated in money, and there are other things which can be appraised in money only with regard to a fraction of the value assigned to them. The appraisal of an old building must disregard its artistic and historical eminence as far as these qualities are not a source of proceeds in money or goods vendible. What touches a man’s heart only and does not induce other people to make sacrifices for its attainment remains outside the pale of economic calculation.

13

Όλα αυτά, ωστόσο, δεν μειώνουν στο ελάχιστο τη χρησιμότητα του οικονομικού υπολογισμού. Τα πράγματα που δεν υπεισέρχονται στις εγγραφές της λογιστικής και του υπολογισμού είναι είτε σκοποί είτε αγαθά πρώτης τάξεως. Δεν απαιτείται κανένας υπολογισμός για να αναγνωριστούν πλήρως και να ληφθούν δεόντως υπόψη. Το μόνο που χρειάζεται ο δρων άνθρωπος για να πραγματοποιήσει την επιλογή του είναι να τα αντιπαραβάλει προς το συνολικό κόστος που απαιτεί η απόκτηση ή η διατήρησή τους.

Ας υποθέσουμε ότι ένα δημοτικό συμβούλιο πρέπει να αποφασίσει μεταξύ δύο έργων ύδρευσης. Το ένα συνεπάγεται την κατεδάφιση ενός ιστορικού μνημείου, ενώ το άλλο διασώζει το μνημείο με τίμημα μια αύξηση της χρηματικής δαπάνης. Το γεγονός ότι τα αισθήματα που συνηγορούν υπέρ της διατήρησης του μνημείου δεν μπορούν να αποτιμηθούν σε ορισμένο χρηματικό ποσό δεν παρεμποδίζει κατά κανέναν τρόπο την απόφαση των δημοτικών συμβούλων. Αντιθέτως, οι αξίες που δεν αντανακλώνται σε καμία χρηματική σχέση ανταλλαγής ανυψώνονται, ακριβώς εξαιτίας αυτού του γεγονότος, σε μια ιδιαίτερη θέση, η οποία μάλλον διευκολύνει την απόφαση. Καμία διαμαρτυρία δεν είναι λιγότερο δικαιολογημένη από τον θρήνο ότι οι υπολογιστικές μέθοδοι της αγοράς δεν περιλαμβάνουν πράγματα που δεν είναι πωλήσιμα. Οι ηθικές και αισθητικές αξίες δεν υφίστανται καμία βλάβη εξαιτίας αυτού του γεγονότος.

However, all this does not in the least impair the usefulness of economic calculation. Those things which do not enter into the items of accountancy and calculation are either ends or goods of the first order. No calculation is required to acknowledge them fully and to make due allowance for them. All that acting man needs in order to make his choice is to contrast them with the total amount of costs their acquisition or preservation requires. Let us assume that a town council has to decide between two water supply projects. One of them implies the demolition of a historical landmark, while the other at the cost of an increase in money expenditure spares this landmark. The fact that the feelings which recommend the conservation of the monument cannot be estimated in a sum of money does not in any way impede the councilmen’s decision. The values that are not reflected in any monetary exchange ratio are, on the contrary, by this very fact lifted into a particular position which makes the decision rather easier. No complaint is less justified than the lamentation that the computation methods of the market do not comprehend things not vendible. Moral and aesthetic values do not suffer any damage on account of this fact.

14

Το χρήμα, οι χρηματικές τιμές, οι συναλλαγές της αγοράς και ο οικονομικός υπολογισμός που βασίζεται σε αυτές αποτελούν τους κύριους στόχους της κριτικής. Φλύαροι ιεροκήρυκες απαξιώνουν τον δυτικό πολιτισμό ως ευτελές σύστημα εμποροκρατίας και μικροπραγματείας. Η αυταρέσκεια, η αυτοδικαίωση και η υποκρισία θριαμβολογούν χλευάζοντας τη «φιλοσοφία του δολαρίου» της εποχής μας. Νευρωτικοί μεταρρυθμιστές, ψυχικά ασταθείς άνθρωποι των γραμμάτων και φιλόδοξοι δημαγωγοί αντλούν ευχαρίστηση από την καταγγελία της «ορθολογικότητας» και από το κήρυγμα του ευαγγελίου του «ανορθολογικού». Στα μάτια αυτών των φλύαρων επικριτών, το χρήμα και ο υπολογισμός αποτελούν πηγή των σοβαρότερων δεινών.

Ωστόσο, το γεγονός ότι οι άνθρωποι ανέπτυξαν μια μέθοδο για να εξακριβώνουν, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την καταλληλότητα των πράξεών τους και να αίρουν τη δυσφορία με τον πρακτικότερο και οικονομικότερο τρόπο δεν εμποδίζει κανέναν να διαμορφώνει τη συμπεριφορά του σύμφωνα με την αρχή που ο ίδιος θεωρεί ορθή. Ο «υλισμός» του χρηματιστηρίου και της επιχειρηματικής λογιστικής δεν εμποδίζει κανέναν να ζει σύμφωνα με τις αρχές του Thomas à Kempis ούτε να πεθάνει για έναν ευγενή σκοπό. Το γεγονός ότι οι μάζες προτιμούν τις αστυνομικές ιστορίες από την ποίηση και ότι, ως εκ τούτου, η συγγραφή των πρώτων είναι περισσότερο προσοδοφόρα από τη συγγραφή της δεύτερης δεν προκαλείται από τη χρήση του χρήματος και της χρηματικής λογιστικής. Δεν ευθύνεται το χρήμα για την ύπαρξη κακοποιών, κλεφτών, δολοφόνων, εκδιδόμενων προσώπων, δωροδοκήσιμων αξιωματούχων και δικαστών. Δεν είναι αλήθεια ότι η εντιμότητα «δεν αποδίδει». Αποδίδει για όσους προτιμούν την αφοσίωση σε εκείνο που θεωρούν ορθό από τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να αποκομίσουν υιοθετώντας διαφορετική στάση.

Money, money prices, market transactions, and economic calculation based upon them are the main targets of criticism. Loquacious sermonizers disparage Western civilization as a mean system of mongering and peddling. Complacency, self-righteousness, and hypocrisy exult in scorning the “dollar-philosophy” of our age. Neurotic reformers, mentally unbalanced literati, and ambitious demagogues take pleasure in indicting “rationality” and in preaching the gospel of the “irrational.” In the eyes of these babblers money and calculation are the source of the most serious evils. However, the fact that men have developed a method of ascertaining as far as possible the expediency of their actions and of removing uneasiness in the most practical and economic way does not prevent anybody from arranging his conduct according to the principle he considers to be right. The “materialism” of the stock exchange and of business accountancy does not hinder anybody from living up to the standards of Thomas à Kempis or from dying for a noble cause. The fact that the masses prefer detective stories to poetry and that it therefore pays better to write the former than the latter, is not caused by the use of money and monetary accounting. It is not the fault of money that there are gangsters, thieves, murderers, prostitutes, corruptible officials and judges. It is not true that honesty does not “pay.” It pays for those who prefer fidelity to what they consider to be right to the advantages which they could derive from a different attitude.

15

Άλλοι επικριτές του οικονομικού υπολογισμού δεν αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για μέθοδο διαθέσιμη μόνο σε ανθρώπους που δρουν στο πλαίσιο του οικονομικού συστήματος του καταμερισμού της εργασίας και μιας κοινωνικής τάξης βασισμένης στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Μπορεί να εξυπηρετεί μόνο τους συλλογισμούς ατόμων ή ομάδων ατόμων που λειτουργούν εντός του θεσμικού πλαισίου αυτής της κοινωνικής τάξης. Κατά συνέπεια, αποτελεί υπολογισμό ιδιωτικών κερδών και όχι «κοινωνικής ευημερίας». Αυτό σημαίνει ότι οι αγοραίες τιμές αποτελούν το έσχατο δεδομένο του οικονομικού υπολογισμού. Ο οικονομικός υπολογισμός δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε συλλογισμούς των οποίων κριτήριο δεν είναι η ζήτηση των καταναλωτών, όπως αυτή εκδηλώνεται στην αγορά, αλλά οι υποθετικές αποτιμήσεις ενός δικτατορικού οργάνου που διαχειρίζεται όλες τις εθνικές ή παγκόσμιες υποθέσεις.

Other critics of economic calculation fail to realize that it is a method available only to people acting in the economic system of the division of labor in a social order based upon private ownership of the means of production. It can only serve the considerations of individuals or groups of individuals operating in the institutional setting of this social order. It is consequently a calculation of private profits and not of “social welfare.”

16

Όποιος επιδιώκει να κρίνει τις πράξεις από τη σκοπιά μιας υποτιθέμενης «κοινωνικής αξίας», δηλαδή από τη σκοπιά της «κοινωνίας ως όλου», και να τις επικρίνει συγκρίνοντάς τες με τα γεγονότα ενός φανταστικού σοσιαλιστικού συστήματος στο οποίο υπέρτατη είναι η δική του βούληση δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον οικονομικό υπολογισμό. Ο οικονομικός υπολογισμός σε όρους χρηματικών τιμών είναι ο υπολογισμός των επιχειρηματιών που παράγουν για τους καταναλωτές μιας κοινωνίας της αγοράς. Δεν προσφέρεται για άλλα καθήκοντα.

This means that the prices of the market are the ultimate fact for economic calculation. It cannot be applied for considerations whose standard is not the demand of the consumers as manifested on the market but the hypothetical valuations of a dictatorial body managing all national or earthly affairs. He who seeks to judge actions from the point of view of a pretended “social value,” i.e., from the point of view of the “whole society,” and to criticize them by comparison with the events in an imaginary socialist system in which his own will is supreme, has no use for economic calculation. Economic calculation in terms of money prices is the calculation of entrepreneurs producing for the consumers of a market society. It is of no avail for other tasks.

17

Όποιος επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τον οικονομικό υπολογισμό δεν πρέπει να εξετάζει τις υποθέσεις με τον τρόπο ενός δεσποτικού νου. Οι τιμές μπορούν να χρησιμοποιούνται για υπολογισμό από τους επιχειρηματίες, τους καπιταλιστές, τους γαιοκτήμονες και τους μισθωτούς μιας καπιταλιστικής κοινωνίας. Είναι ακατάλληλες για ζητήματα που υπερβαίνουν τις επιδιώξεις αυτών των κατηγοριών. Είναι παράλογο να αποτιμώνται χρηματικά αντικείμενα που δεν αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής στην αγορά και να χρησιμοποιούνται στους υπολογισμούς αυθαίρετες εγγραφές που δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα.

Ο νόμος προσδιορίζει το ποσό που πρέπει να καταβληθεί ως αποζημίωση για την πρόκληση του θανάτου ενός ανθρώπου. Η νομοθετική διάταξη, όμως, που θεσπίζεται για τον προσδιορισμό της οφειλόμενης αποζημίωσης δεν σημαίνει ότι υπάρχει τιμή για την ανθρώπινη ζωή. Όπου υπάρχει δουλεία, υπάρχουν αγοραίες τιμές για τους δούλους. Όπου δεν υπάρχει δουλεία, ο άνθρωπος, η ανθρώπινη ζωή και η υγεία είναι res extra commercium, πράγματα εκτός συναλλαγής. Σε μια κοινωνία ελεύθερων ανθρώπων, η διατήρηση της ζωής και της υγείας αποτελεί σκοπό και όχι μέσο. Η ζωή και η υγεία δεν υπεισέρχονται σε καμία διαδικασία λογιστικού υπολογισμού των μέσων.

He who wants to employ economic calculation must not look at affairs in the manner of a despotic mind. Prices can be used for calculation by the entrepreneurs, capitalists, landowners, and wage earners of a capitalist society. For matters beyond the pursuits of these categories it is inadequate. It is nonsensical to evaluate in money objects which are not negotiated on the market and to employ in calculations arbitrary items which do not refer to reality. The law determines the amount which ought to be paid as indemnification for having caused a man’s death. But the prescription enacted for the determination of the amends due does not mean that there is a price for human life. Where there is slavery, there are market prices of slaves. Where there is no slavery man, human life, and health are res extra commercium. In a society of free men the preservation of life and health are ends, not means. They do not enter into any process of accounting means.

18

Είναι δυνατό να προσδιοριστεί σε χρηματικές τιμές το συνολικό εισόδημα ή ο συνολικός πλούτος ορισμένων ανθρώπων. Είναι, όμως, παράλογο να υπολογίζεται το εθνικό εισόδημα ή ο εθνικός πλούτος. Μόλις εισέλθουμε σε συλλογισμούς ξένους προς τον τρόπο σκέψης ενός ανθρώπου που δρα εντός του πλαισίου μιας κοινωνίας της αγοράς, οι μέθοδοι του χρηματικού υπολογισμού παύουν να μας παρέχουν οποιαδήποτε βοήθεια. Οι προσπάθειες χρηματικού προσδιορισμού του πλούτου ενός έθνους ή ολόκληρης της ανθρωπότητας είναι τόσο παιδαριώδεις όσο οι μυστικιστικές προσπάθειες επίλυσης των αινιγμάτων του σύμπαντος μέσω της ενασχόλησης με τις διαστάσεις της πυραμίδας του Χέοπα.

Αν ένας επιχειρηματικός υπολογισμός αποτιμά ένα απόθεμα γεωμήλων σε 100 USD, η υποκείμενη ιδέα είναι ότι θα είναι δυνατό είτε να πωληθεί το απόθεμα έναντι αυτού του ποσού είτε να αντικατασταθεί με την καταβολή του ίδιου ποσού. Αν μια ολόκληρη επιχειρηματική μονάδα αποτιμάται σε 1.000.000 USD, αυτό σημαίνει ότι αναμένεται πως θα είναι δυνατό να πωληθεί έναντι αυτού του ποσού. Ποιο είναι, όμως, το νόημα των εγγραφών σε μια κατάσταση του συνολικού πλούτου ενός έθνους; Ποιο είναι το νόημα του τελικού αποτελέσματος αυτού του υπολογισμού; Τι πρέπει να περιληφθεί σε αυτόν και τι πρέπει να παραμείνει εκτός; Είναι ορθό ή όχι να συμπεριληφθεί η «αξία» του κλίματος της χώρας, καθώς και των έμφυτων ικανοτήτων και των επίκτητων δεξιοτήτων του πληθυσμού; Ο επιχειρηματίας μπορεί να μετατρέψει την περιουσία του σε χρήμα· ένα έθνος, όμως, δεν μπορεί.

It is possible to determine in terms of money prices the sum of the income or the wealth of a number of people. But it is nonsensical to reckon national income or national wealth. As soon as we embark upon considerations foreign to the reasoning of a man operating within the pale of a market society, we are no longer helped by monetary calculation methods. The attempts to determine in money the wealth of a nation or of the whole of mankind are as childish as the mystic efforts to solve the riddles of the universe by worrying about the dimensions of the pyramid of Cheops. If a business calculation values a supply of potatoes at $100, the idea is that it will be possible to sell it or to replace it against this sum. If a whole entrepreneurial unit is estimated $1,000,000, it means that one expects to sell it for this amount. But what is the meaning of the items in a statement of a nation’s total wealth? What is the meaning of the computation’s final result? What must be entered into it and what is to be left outside? Is it correct or not to enclose the “value” of the country’s climate and the people’s innate abilities and acquired skill? The businessman can convert his property into money, but a nation cannot.

19

Τα χρηματικά ισοδύναμα που χρησιμοποιούνται στη δράση και στον οικονομικό υπολογισμό είναι χρηματικές τιμές, δηλαδή σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ του χρήματος και άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Οι τιμές δεν μετρώνται σε χρήμα· συνίστανται σε χρηματικά ποσά. Είναι είτε τιμές του παρελθόντος είτε αναμενόμενες τιμές του μέλλοντος. Μια τιμή αποτελεί αναγκαστικά ιστορικό γεγονός, είτε του παρελθόντος είτε του μέλλοντος. Δεν υπάρχει τίποτε στις τιμές που να επιτρέπει την παρομοίωσή τους με τη μέτρηση φυσικών και χημικών φαινομένων.

The money equivalents as used in acting and in economic calculation are money prices, i.e., exchange ratios between money and other goods and services. The prices are not measured in money; they consist in money. Prices are either prices of the past or expected prices of the future. A price is necessarily a historical fact either of the past or of the future. There is nothing in prices which permits one to liken them to the measurement of physical and chemical phenomena.

20

3. Η μεταβλητότητα των τιμών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The Changeability of Prices

21

Οι σχέσεις ανταλλαγής υπόκεινται σε αδιάκοπη μεταβολή, επειδή οι συνθήκες που τις διαμορφώνουν μεταβάλλονται αδιάκοπα. Η αξία που αποδίδει ένα άτομο τόσο στο χρήμα όσο και στα διάφορα αγαθά και τις υπηρεσίες αποτελεί αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας επιλογής. Κάθε μεταγενέστερη στιγμή μπορεί να γεννήσει κάτι νέο και να επιφέρει διαφορετικές εκτιμήσεις και αποτιμήσεις. Εκείνο που θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί πρόβλημα χρήζον εξήγησης δεν είναι το ότι οι τιμές μεταβάλλονται, αλλά το ότι δεν μεταβάλλονται ταχύτερα.

Exchange ratios are subject to perpetual change because the conditions which produce them are perpetually changing. The value that an individual attaches both to money and to various goods and services is the outcome of a moment’s choice. Every later instant may generate something new and bring about other considerations and valuations. Not that prices are fluctuating, but that they do not alter more quickly could fairly be deemed a problem requiring explanation.

22

Η καθημερινή εμπειρία διδάσκει στους ανθρώπους ότι οι αγοραίες σχέσεις ανταλλαγής είναι μεταβλητές. Θα ανέμενε, επομένως, κανείς ότι οι αντιλήψεις τους περί τιμών θα λάμβαναν πλήρως υπόψη αυτό το γεγονός. Παρ’ όλα αυτά, όλες οι διαδεδομένες αντιλήψεις σχετικά με την παραγωγή και την κατανάλωση, την εμπορική διάθεση και τις τιμές είναι περισσότερο ή λιγότερο επηρεασμένες από μια ασαφή και αντιφατική έννοια της ακαμψίας των τιμών. Ο μη ειδικός έχει την τάση να θεωρεί τη διατήρηση της χθεσινής διάρθρωσης των τιμών συγχρόνως φυσιολογική και δίκαιη και να καταδικάζει τις μεταβολές των σχέσεων ανταλλαγής ως παραβίαση των νόμων της φύσης και της δικαιοσύνης.

Daily experience teaches people that the exchange ratios of the market are mutable. One would assume that their ideas about prices would take full account of this fact. Nevertheless all popular notions of production and consumption, marketing and prices are more or less contaminated by a vague and contradictory notion of price rigidity. The layman is prone to consider the preservation of yesterday’s price structure both as normal and as fair, and to condemn changes in the exchange ratios as a violation of the rules of nature and of justice.

23

Θα ήταν σφάλμα να εξηγηθούν αυτές οι διαδεδομένες πεποιθήσεις ως κατάλοιπο παλαιών αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν σε προγενέστερες εποχές, κατά τις οποίες οι συνθήκες παραγωγής και εμπορίας ήταν σταθερότερες. Είναι αμφίβολο αν οι τιμές ήταν πράγματι λιγότερο μεταβλητές σε εκείνες τις παλαιότερες εποχές. Αντιθέτως, θα μπορούσε μάλλον να υποστηριχθεί ότι η συγχώνευση των τοπικών αγορών σε μεγαλύτερες εθνικές αγορές, η τελική εμφάνιση μιας παγκόσμιας αγοράς που περιλαμβάνει ολόκληρη την υφήλιο και η εξέλιξη του εμπορίου προς τον διαρκή εφοδιασμό των καταναλωτών κατέστησαν τις μεταβολές των τιμών λιγότερο συχνές και λιγότερο απότομες. Κατά την προκαπιταλιστική εποχή υπήρχε μεγαλύτερη σταθερότητα στις τεχνολογικές μεθόδους παραγωγής, αλλά πολύ μεγαλύτερη ακανόνιστη μεταβλητότητα στον εφοδιασμό των διαφόρων τοπικών αγορών και στην προσαρμογή της προσφοράς προς τη μεταβαλλόμενη ζήτησή τους.

Ακόμη, όμως, και αν ήταν αληθές ότι οι τιμές ήταν κάπως σταθερότερες στο μακρινό παρελθόν, το γεγονός αυτό θα είχε ελάχιστη σημασία για τη δική μας εποχή. Οι διαδεδομένες αντιλήψεις για το χρήμα και τις χρηματικές τιμές δεν προέρχονται από ιδέες που διαμορφώθηκαν στο παρελθόν. Θα ήταν εσφαλμένο να ερμηνευθούν ως αταβιστικά κατάλοιπα. Υπό τις σύγχρονες συνθήκες, κάθε άτομο αντιμετωπίζει καθημερινά τόσα πολλά προβλήματα αγοράς και πώλησης, ώστε δικαιούμαστε να υποθέσουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο σκέπτεται για αυτά τα ζητήματα δεν αποτελεί απλώς αστόχαστη αποδοχή παραδοσιακών ιδεών.

It would be a mistake to explain these popular beliefs as a precipitate of old opinions conceived in earlier ages of more stable conditions of production and marketing. It is questionable whether or not prices were less changeable in those older days. On the contrary, it could rather be asserted that the merger of local markets into larger national markets, the final emergence of a world embracing world market, and the evolution of commerce aiming at continuously supplying the consumers have made price changes less frequent and less sharp. In precapitalistic times there was more stability in technological methods of production, but there was much more irregularity in supplying the various local markets and in adjusting supply to their changing demands. But even if it were true that prices were somewhat more stable in a remote past, it would be of little avail for our age. The popular notions about money and money prices are not derived from ideas formed in the past. It would be wrong to interpret them as atavistic remnants. Under modern conditions every individual is daily faced with so many problems of buying and selling that we are right in assuming that his thinking about these matters is not simply a thoughtless reception of traditional ideas.

24

Είναι εύκολο να κατανοήσουμε γιατί εκείνοι των οποίων τα βραχυχρόνια συμφέροντα πλήττονται από μια μεταβολή των τιμών αντιδρούν αρνητικά σε τέτοιες μεταβολές, τονίζουν ότι οι προηγούμενες τιμές δεν ήταν μόνο δικαιότερες αλλά και φυσιολογικότερες και υποστηρίζουν ότι η σταθερότητα των τιμών είναι σύμφωνη με τους νόμους της φύσης και της ηθικής. Κάθε μεταβολή των τιμών, όμως, προάγει τα βραχυχρόνια συμφέροντα άλλων ανθρώπων. Εκείνοι που ευνοούνται ασφαλώς δεν θα παρακινηθούν να υπογραμμίσουν τη δικαιοσύνη και τον φυσιολογικό χαρακτήρα της ακαμψίας των τιμών.

It is easy to understand why those whose short-run interests are hurt by a change in prices resent such changes, emphasize that the previous prices were not only fairer but also more normal, and maintain that price stability is in conformity with the laws of nature and of morality. But every change in prices furthers the short-run interests of other people. Those favored will certainly not be prompted by the urge to stress the fairness and normalcy of price rigidity.

25

Ούτε οι αταβιστικές αναμνήσεις ούτε η κατάσταση των ιδιοτελών ομαδικών συμφερόντων μπορούν να εξηγήσουν τη δημοτικότητα της ιδέας της σταθερότητας των τιμών. Οι ρίζες της πρέπει να αναζητηθούν στο γεγονός ότι οι αντιλήψεις σχετικά με τις κοινωνικές σχέσεις διαμορφώθηκαν σύμφωνα με το πρότυπο των φυσικών επιστημών. Οι οικονομολόγοι και οι κοινωνιολόγοι που επιδίωξαν να διαμορφώσουν τις κοινωνικές επιστήμες σύμφωνα με το πρότυπο της φυσικής ή της φυσιολογίας απλώς ακολούθησαν έναν τρόπο σκέψης τον οποίο είχαν υιοθετήσει πολύ νωρίτερα οι διαδεδομένες πλάνες.

Neither atavistic reminiscences nor the state of selfish group interests can explain the popularity of the idea of price stability. Its roots are to be seen in the fact that notions concerning social relations have been constructed according to the pattern of the natural sciences. The economists and sociologists who aimed at shaping the social sciences according to the pattern of physics or physiology only indulged in a way of thinking which popular fallacies had adopted long before.

26

Ακόμη και οι κλασικοί οικονομολόγοι άργησαν να απελευθερωθούν από αυτό το σφάλμα. Για αυτούς, η αξία ήταν κάτι αντικειμενικό, δηλαδή ένα φαινόμενο του εξωτερικού κόσμου και μια ιδιότητα εγγενής στα πράγματα και, ως εκ τούτου, μετρήσιμη. Απέτυχαν ολοκληρωτικά να κατανοήσουν τον αμιγώς ανθρώπινο και βουλητικό χαρακτήρα των αξιολογικών κρίσεων. Από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε σήμερα, ο Samuel Bailey ήταν ο πρώτος που αποκάλυψε τι πράγματι συμβαίνει όταν ένα πράγμα προτιμάται έναντι κάποιου άλλου.1 Το βιβλίο του, όμως, αγνοήθηκε, όπως αγνοήθηκαν και τα συγγράμματα άλλων προδρόμων της υποκειμενικής θεωρίας της αξίας.

Even the classical economists were slow to free themselves from this error. With them value was something objective, i.e., a phenomenon of the external world and a quality inherent in things and therefore measurable. They utterly failed to comprehend the purely human and voluntaristic character of value judgments. As far as we can see today it was Samuel Bailey who first disclosed what is going on in preferring one thing to another.[1] But his book was overlooked as were the writings of other precursors of the subjective theory of value.

27

Δεν αποτελεί έργο μόνο της οικονομικής επιστήμης να απορρίψει τις πλάνες σχετικά με τη δυνατότητα μέτρησης στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης. Αποτελεί εξίσου έργο της οικονομικής πολιτικής. Διότι οι αποτυχίες των σύγχρονων οικονομικών πολιτικών οφείλονται σε κάποιον βαθμό στην αξιοθρήνητη σύγχυση που προκαλεί η ιδέα ότι υπάρχει κάτι σταθερό και, επομένως, μετρήσιμο στις διανθρώπινες σχέσεις.

It is not only a task of economic science to discard the errors concerning measurability in the field of action. It is no less a task of economic policy. For the failures of present-day economic policies are to some extent due to the lamentable confusion brought about by the idea that there is something fixed and therefore measurable in interhuman relations.

28

Σημείωση

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

29

4. Stabilization

30

Απόρροια όλων αυτών των σφαλμάτων είναι η ιδέα της σταθεροποίησης.

Οι ανεπάρκειες του τρόπου με τον οποίο οι κυβερνήσεις διαχειρίζονταν τα νομισματικά ζητήματα και οι καταστροφικές συνέπειες των πολιτικών που αποσκοπούσαν στη μείωση του επιτοκίου και στην ενθάρρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας μέσω της πιστωτικής επέκτασης γέννησαν τις ιδέες που οδήγησαν τελικά στο σύνθημα της «σταθεροποίησης». Μπορεί κανείς να εξηγήσει την εμφάνιση και τη λαϊκή απήχηση αυτού του συνθήματος· μπορεί να το κατανοήσει ως προϊόν της ιστορίας του νομίσματος και της τραπεζικής κατά τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια· μπορεί, τρόπον τινά, να αναγνωρίσει ελαφρυντικές περιστάσεις για το σχετικό σφάλμα. Καμία τέτοια επιεικής κατανόηση, όμως, δεν μπορεί να καταστήσει περισσότερο βάσιμες τις πλάνες που αυτό εμπεριέχει.

An outgrowth of all these errors is the idea of stabilization. Shortcomings in the governments’ handling of monetary matters and the disastrous consequences of policies aimed at lowering the rate of interest and at encouraging business activities through credit expansion gave birth to the ideas which finally generated the slogan “stabilization.” One can explain its emergence and its popular appeal, one can understand it as the fruit of the last hundred and fifty years’ history of currency and banking, one can, as it were, plead extenuating circumstances for the error involved. But no such sympathetic appreciation can render its fallacies any more tenable.

31

Η σταθερότητα, στην εγκαθίδρυση της οποίας αποβλέπει το πρόγραμμα της σταθεροποίησης, αποτελεί κενή και αντιφατική έννοια. Η παρόρμηση προς τη δράση, δηλαδή προς τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής, είναι έμφυτη στον άνθρωπο. Ο ίδιος ο άνθρωπος μεταβάλλεται από στιγμή σε στιγμή και μαζί του μεταβάλλονται οι αποτιμήσεις, οι βουλήσεις και οι πράξεις του. Στη σφαίρα της δράσης τίποτε δεν είναι διαρκές, εκτός από τη μεταβολή. Δεν υπάρχει κανένα σταθερό σημείο σε αυτή την αδιάκοπη διακύμανση πέρα από τις αιώνιες απριοριστικές κατηγορίες της δράσης. Είναι μάταιο να αποσπώνται η αποτίμηση και η δράση από την αστάθεια του ανθρώπου και τη μεταβλητότητα της συμπεριφοράς του και να συλλογιζόμαστε σαν να υπήρχαν στο σύμπαν αιώνιες αξίες, ανεξάρτητες από τις ανθρώπινες αξιολογικές κρίσεις και κατάλληλες να χρησιμεύσουν ως μέτρο για την αποτίμηση της πραγματικής δράσης.2

Stability, the establishment of which the program of stabilization aims at, is an empty and contradictory notion. The urge toward action, i.e., improvement of the conditions of life, is inborn in man. Man himself changes from moment to moment and his valuations, volitions, and acts change with him. In the realm of action there is nothing perpetual but change. There is no fixed point in this ceaseless fluctuation other than the eternal aprioristic categories of action. It is vain to sever valuation and action from man’s unsteadiness and the changeability of his conduct and to argue as if there were in the universe eternal values independent of human value judgments and suitable to serve as a yardstick for the appraisal of real action.[2]

32

Όλες οι μέθοδοι που έχουν προταθεί για τη μέτρηση των μεταβολών της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας βασίζονται, περισσότερο ή λιγότερο ασυνείδητα, στην απατηλή εικόνα ενός αιώνιου και αμετάβλητου όντος, το οποίο προσδιορίζει, εφαρμόζοντας ένα αμετάβλητο μέτρο, την ποσότητα ικανοποίησης που του παρέχει μία μονάδα χρήματος. Αποτελεί ανεπαρκή δικαιολόγηση αυτής της αστόχαστης ιδέας ο ισχυρισμός ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι απλώς η μέτρηση των μεταβολών της αγοραστικής δύναμης του χρήματος. Ο πυρήνας της έννοιας της σταθερότητας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την έννοια της αγοραστικής δύναμης.

Ο μη ειδικός, επηρεασμένος από τις αντιλήψεις της φυσικής, θεωρούσε κάποτε το χρήμα μέτρο των τιμών. Πίστευε ότι οι διακυμάνσεις των σχέσεων ανταλλαγής επέρχονται μόνο στις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών και όχι επίσης στη σχέση μεταξύ του χρήματος και της «ολότητας» των αγαθών και των υπηρεσιών. Αργότερα, οι άνθρωποι αντέστρεψαν το επιχείρημα. Η σταθερότητα της αξίας δεν αποδιδόταν πλέον στο χρήμα, αλλά στην «ολότητα» των πωλήσιμων και αγοραστών πραγμάτων. Άρχισαν να επινοούν μεθόδους για την κατασκευή συνόλων μονάδων αγαθών, τα οποία θα αντιπαραβάλλονταν προς τη νομισματική μονάδα. Η επιθυμία ανακάλυψης δεικτών για τη μέτρηση της αγοραστικής δύναμης κατέπνιξε κάθε ενδοιασμό. Παραβλέφθηκαν τόσο η αμφίβολη αξιοπιστία και η έλλειψη συγκρισιμότητας των χρησιμοποιούμενων καταγραφών των τιμών όσο και ο αυθαίρετος χαρακτήρας των διαδικασιών που εφαρμόζονταν για τον υπολογισμό των μέσων όρων.

All methods suggested for a measurement of the changes in the monetary unit’s purchasing power are more or less unwittingly founded on the illusory image of an eternal and immutable being who determines by the application of an immutable standard the quantity of satisfaction which a unit of money conveys to him. It is a poor justification of this ill-thought idea that what is wanted is merely to measure changes in the purchasing power of money. The crux of the stability notion lies precisely in this concept of purchasing power. The layman, laboring under the ideas of physics, once considered money as a yardstick of prices. He believed that fluctuations of exchange ratios occur only in the relations between the various commodities and services and not also in the relation between money and the “totality” of goods and services. Later, people reversed the argument. It was no longer money to which constancy of value was attributed, but the “totality” of things vendible and purchasable. People began to devise methods for working up complexes of commodity units to be contrasted to the monetary unit. Eagerness to find indexes for the measurement of purchasing power silenced all scruples. Both the doubtfulness and the incomparability of the price records employed and the arbitrary character of the procedures used for the computation of averages were disregarded.

33

Ο Irving Fisher, ο επιφανής οικονομολόγος που υπήρξε υπέρμαχος του αμερικανικού κινήματος σταθεροποίησης, αντιπαραβάλλει προς το δολάριο ένα καλάθι που περιέχει όλα τα αγαθά τα οποία αγοράζει η νοικοκυρά στην αγορά για την τρέχουσα συντήρηση του νοικοκυριού της. Η αγοραστική δύναμη του δολαρίου μεταβάλλεται κατά την ίδια αναλογία με την οποία μεταβάλλεται το χρηματικό ποσό που απαιτείται για την αγορά του περιεχομένου αυτού του καλαθιού. Σκοπός της πολιτικής σταθεροποίησης είναι η διατήρηση αυτού του χρηματικού ποσού αμετάβλητου.3 Αυτό θα ήταν ορθό αν η νοικοκυρά και το φανταστικό καλάθι της αποτελούσαν σταθερά στοιχεία· αν το καλάθι περιείχε πάντοτε τα ίδια αγαθά και την ίδια ποσότητα από καθένα· και αν ο ρόλος που διαδραματίζει αυτό το σύνολο αγαθών στη ζωή της οικογένειας δεν μεταβαλλόταν. Ζούμε, όμως, σε έναν κόσμο στον οποίο δεν πληρούται καμία από αυτές τις προϋποθέσεις.

Irving Fisher, the eminent economist, who was the champion of the American stabilization movement, contrasts with the dollar a basket containing all the goods the housewife buys on the market for the current provision of her household. In the proportion in which the amount of money required for the purchase of the content of this basket changes, the purchasing power of the dollar has changed. The goal assigned to the policy of stabilization is the preservation of the immutability of this money expenditure.[3] This would be all right if the housewife and her imaginary basket were constant elements, if the basket were always to contain the same goods and the same quantity of each and if the role which this assortment of goods plays in the family’s life were not to change. But we are living in a world in which none of these conditions is realized.

34

Πρώτα απ’ όλα, υπάρχει το γεγονός ότι η ποιότητα των παραγόμενων και καταναλισκόμενων αγαθών μεταβάλλεται διαρκώς. Είναι σφάλμα να ταυτίζεται το σιτάρι με το σιτάρι· πόσο μάλλον τα υποδήματα, τα καπέλα και τα άλλα μεταποιημένα προϊόντα. Οι μεγάλες διαφορές τιμών κατά τις ταυτόχρονες πωλήσεις αγαθών τα οποία η καθημερινή γλώσσα και η στατιστική κατατάσσουν στην ίδια κατηγορία αποδεικνύουν σαφώς αυτή την αυτονόητη αλήθεια. Μια ιδιωματική έκφραση λέει ότι δύο μπιζέλια είναι πανομοιότυπα· οι αγοραστές και οι πωλητές, όμως, διακρίνουν διαφορετικές ποιότητες και διαβαθμίσεις μπιζελιών.

Η σύγκριση των τιμών που καταβάλλονται σε διαφορετικούς τόπους ή σε διαφορετικές χρονικές στιγμές για αγαθά τα οποία η τεχνολογία ή η στατιστική αποκαλεί με το ίδιο όνομα είναι άχρηστη, αν δεν είναι βέβαιο ότι οι ποιότητές τους —εκτός από τη διαφορά του τόπου— είναι απολύτως ίδιες. Στο πλαίσιο αυτό, ποιότητα σημαίνει όλες τις ιδιότητες τις οποίες λαμβάνουν υπόψη οι αγοραστές και οι δυνητικοί αγοραστές. Το γεγονός και μόνο ότι η ποιότητα όλων των αγαθών και υπηρεσιών πρώτης τάξεως υπόκειται σε μεταβολή καταρρίπτει μία από τις θεμελιώδεις παραδοχές όλων των μεθόδων των αριθμοδεικτών.

Δεν έχει σημασία ότι μια περιορισμένη ποσότητα αγαθών ανώτερων τάξεων —ιδίως μέταλλα και χημικές ουσίες που μπορούν να προσδιοριστούν μονοσήμαντα μέσω ενός τύπου— επιδέχεται ακριβή περιγραφή των χαρακτηριστικών της. Η μέτρηση της αγοραστικής δύναμης θα έπρεπε να βασίζεται στις τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών πρώτης τάξεως και, επιπλέον, στις τιμές όλων αυτών. Η χρήση των τιμών των παραγωγικών αγαθών δεν προσφέρει καμία βοήθεια, επειδή δεν θα μπορούσε να αποφύγει την πολλαπλή καταμέτρηση των διαφόρων σταδίων παραγωγής του ίδιου καταναλωτικού αγαθού και, ως εκ τούτου, τη νόθευση του αποτελέσματος. Ο περιορισμός σε μια ομάδα επιλεγμένων αγαθών θα ήταν εντελώς αυθαίρετος και, συνεπώς, εσφαλμένος.

First of all there is the fact that the quality of the commodities produced and consumed changes continuously. It is a mistake to identify wheat with wheat, not to speak of shoes, hats, and other manufactures. The great price differences in the synchronous sales of commodities which mundane speech and statistics arrange in the same class clearly evidence this truism. An idiomatic expression asserts that two peas are alike; but buyers and sellers distinguish various qualities and grades of peas. A comparison of prices paid at different places or at different dates for commodities which technology or statistics call by the same name, is useless if it is not certain that their qualities—but for the place difference— are perfectly the same. Quality means in this connection: all those properties to which the buyers and would-be-buyers pay heed. The mere fact that the quality of all goods and services of the first order is subject to change explodes one of the fundamental assumptions of all index number methods. It is irrelevant that a limited amount of goods of the higher orders —especially metals and chemicals which can be uniquely determined by a formula—are liable to a precise description of their characteristic features. A measurement of purchasing power would have to rely upon the prices of the goods and services of the first order and, what is more, of all of them. To employ the prices of the producers’ goods is not helpful because it could not avoid counting the various stages of the production of one and the same consumers’ good several times and thus falsifying the result. A restriction to a group of selected goods would be quite arbitrary and therefore vicious.

35

Ακόμη και αν παραβλέπαμε όλα αυτά τα ανυπέρβλητα εμπόδια, το έργο θα παρέμενε άλυτο. Δεν μεταβάλλονται μόνο τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά των αγαθών, ενώ εμφανίζονται νέα είδη αγαθών και εξαφανίζονται πολλά παλαιά. Μεταβάλλονται επίσης οι αποτιμήσεις, προκαλώντας μεταβολές στη ζήτηση και στην παραγωγή. Οι παραδοχές της θεωρίας της μέτρησης θα απαιτούσαν ανθρώπους των οποίων οι ανάγκες και οι αποτιμήσεις θα ήταν άκαμπτες. Μόνο αν οι άνθρωποι αποτιμούσαν πάντοτε τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τις μεταβολές των τιμών ως έκφραση μεταβολών της δύναμης του χρήματος να αγοράζει πράγματα.

But even apart from all these insurmountable obstacles the task would remain insoluble. For not only do the technological features of commodities change and new kinds of goods appear while many old ones disappear. Valuations change too, and they cause changes in demand and production. The assumptions of the measurement doctrine would require men whose wants and valuations are rigid. Only if people were to value the same things always in the same way, could we consider price changes as expressive of changes in the power of money to buy things.

36

Καθώς είναι αδύνατο να προσδιοριστεί το συνολικό χρηματικό ποσό που δαπανάται για καταναλωτικά αγαθά κατά τη διάρκεια ενός δεδομένου κλάσματος του χρόνου, οι στατιστικολόγοι πρέπει να βασίζονται στις τιμές που καταβάλλονται για επιμέρους αγαθά. Αυτό εγείρει δύο ακόμη προβλήματα, για τα οποία δεν υπάρχει καμία αποδεικτικά βέβαιη λύση.

Πρώτον, καθίσταται αναγκαίο να αποδοθούν στα διάφορα αγαθά συντελεστές βαρύτητας. Θα ήταν προδήλως εσφαλμένο να εντάσσονται στον υπολογισμό οι τιμές των διαφόρων αγαθών χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορετικοί ρόλοι που αυτά διαδραματίζουν στο συνολικό σύστημα των νοικοκυριών των ατόμων. Ο προσδιορισμός, όμως, μιας τέτοιας κατάλληλης στάθμισης είναι και πάλι αυθαίρετος.

Δεύτερον, καθίσταται αναγκαίο να υπολογιστούν μέσοι όροι με βάση τα δεδομένα που έχουν συλλεχθεί και προσαρμοστεί. Υπάρχουν, όμως, διαφορετικές μέθοδοι υπολογισμού των μέσων όρων. Υπάρχει ο αριθμητικός, ο γεωμετρικός και ο αρμονικός μέσος, καθώς και ο οιονεί μέσος που είναι γνωστός ως διάμεσος. Καθεμία από αυτές τις μεθόδους οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα. Καμία δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως η μοναδική οδός προς μια λογικά απρόσβλητη απάντηση. Η επιλογή μίας από αυτές τις υπολογιστικές μεθόδους είναι αυθαίρετη.

As it is impossible to establish the total amount of money spent at a given fraction of time for consumers’ goods, statisticians must rely upon the prices paid for individual commodities. This raises two further problems for which there is no apodictic solution. It becomes necessary to attach to the various commodities coefficients of importance. It would be manifestly wrong to let the prices of various commodities enter into the computation without taking into account the different roles they play in the total system of the individuals’ households. But the establishment of such proper weighting is again arbitrary. Secondly, it becomes necessary to compute averages out of the data collected and adjusted. But there exist different methods for the computation of averages. There are the arithmetic, the geometric, the harmonic averages, there is the quasi-average known as the median. Each of them leads to different results. None of them can be recognized as the unique way to attain a logically unassailable answer. The decision in favor of one of these methods of computation is arbitrary.

37

Αν όλες οι ανθρώπινες συνθήκες ήταν αμετάβλητες, αν όλοι οι άνθρωποι επαναλάμβαναν πάντοτε τις ίδιες πράξεις επειδή η δυσφορία τους και οι ιδέες τους σχετικά με την άρση της παρέμεναν σταθερές ή αν μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι οι μεταβολές αυτών των παραγόντων σε ορισμένα άτομα ή ομάδες αντισταθμίζονται πάντοτε από αντίθετες μεταβολές σε άλλα άτομα ή ομάδες και, συνεπώς, δεν επηρεάζουν τη συνολική ζήτηση και τη συνολική προσφορά, θα ζούσαμε σε έναν κόσμο σταθερότητας. Η ιδέα, όμως, ότι σε έναν τέτοιο κόσμο θα μπορούσε να μεταβληθεί η αγοραστική δύναμη του χρήματος είναι αντιφατική.

Όπως θα καταδειχθεί αργότερα, οι μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος πρέπει αναγκαστικά να επηρεάζουν τις τιμές των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών σε διαφορετικούς χρόνους και σε διαφορετικό βαθμό· πρέπει, συνεπώς, να επιφέρουν μεταβολές στη ζήτηση και στην προσφορά, στην παραγωγή και στην κατανάλωση.4 Η ιδέα που εμπεριέχεται στον ακατάλληλο όρο «επίπεδο τιμών» —σαν να μπορούσαν, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παρέμεναν αμετάβλητοι, όλες οι τιμές να αυξάνονται ή να μειώνονται ομοιόμορφα— είναι αστήρικτη. Οι άλλοι όροι δεν μπορούν να παραμένουν αμετάβλητοι, αν μεταβάλλεται η αγοραστική δύναμη του χρήματος.

If all human conditions were unchangeable, if all people were always to repeat the same actions because their uneasiness and their ideas about its removal were constant, or if we were in a position to assume that changes in these factors occurring with some individuals or groups are always outweighed by opposite changes with other individuals or groups and therefore do not affect total demand and total supply, we would live in a world of stability. But the idea that in such a world money’s purchasing power could change is contradictory. As will be shown later, changes in the purchasing power of money must necessarily affect the prices of different commodities and services at different times and to different extents; they must consequently bring about changes in demand and supply, in production and consumption.[4] The idea implied in the inappropriate term level of prices, as if—other things being equal—all prices could rise or drop evenly, is untenable. Other things cannot remain equal if the purchasing power of money changes.

38

Στο πεδίο της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης δεν μπορεί να αποδοθεί κανένα νόημα στην έννοια της μέτρησης. Στην υποθετική κατάσταση των άκαμπτων συνθηκών δεν υπάρχουν μεταβολές προς μέτρηση. Στον πραγματικό κόσμο της μεταβολής δεν υπάρχουν σταθερά σημεία, διαστάσεις ή σχέσεις που θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως μέτρο. Η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας δεν μεταβάλλεται ποτέ ομοιόμορφα ως προς όλα τα πωλήσιμα και αγοραστά πράγματα. Οι έννοιες της σταθερότητας και της σταθεροποίησης είναι κενές, αν δεν αναφέρονται σε μια κατάσταση ακαμψίας και στη διατήρησή της. Αυτή η κατάσταση ακαμψίας, όμως, δεν μπορεί καν να συλληφθεί με συνέπεια έως τις έσχατες λογικές συνέπειές της· ακόμη λιγότερο μπορεί να πραγματοποιηθεί.5 Όπου υπάρχει δράση, υπάρχει μεταβολή. Η δράση αποτελεί μοχλό μεταβολής.

In the field of praxeology and economics no sense can be given to the notion of measurement. In the hypothetical state of rigid conditions there are no changes to be measured. In the actual world of change there are no fixed points, dimensions, or relations which could serve as a standard. The monetary unit’s purchasing power never changes evenly with regard to all things vendible and purchasable. The notions of stability and stabilization are empty if they do not refer to a state of rigidity and its preservation. However this state of rigidity cannot even be thought out consistently to its ultimate logical consequences; still less can it be realized.[5] Where there is action, there is change. Action is a lever of change.

39

Η επιτηδευμένη επισημότητα που επιδεικνύουν οι στατιστικολόγοι και οι στατιστικές υπηρεσίες κατά τον υπολογισμό δεικτών αγοραστικής δύναμης και κόστους ζωής είναι αδικαιολόγητη. Αυτοί οι αριθμοδείκτες αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, εξαιρετικά αδρομερείς και ανακριβείς απεικονίσεις των μεταβολών που έχουν συντελεστεί. Σε περιόδους αργών μεταβολών στη σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης χρήματος δεν παρέχουν καμία απολύτως πληροφορία. Σε περιόδους πληθωρισμού και, συνεπώς, απότομων μεταβολών των τιμών παρέχουν μια αδρομερή εικόνα γεγονότων τα οποία κάθε άτομο βιώνει στην καθημερινή του ζωή.

Μια συνετή νοικοκυρά γνωρίζει πολύ περισσότερα για τις μεταβολές των τιμών, στον βαθμό που αυτές επηρεάζουν το δικό της νοικοκυριό, από όσα μπορούν να της πουν οι στατιστικοί μέσοι όροι. Ελάχιστα την ωφελούν υπολογισμοί που παραβλέπουν τις μεταβολές τόσο της ποιότητας όσο και της ποσότητας των αγαθών τα οποία είναι σε θέση ή της επιτρέπεται να αγοράζει στις τιμές που υπεισέρχονται στον υπολογισμό. Αν «μετρά» τις μεταβολές για τη δική της προσωπική εκτίμηση χρησιμοποιώντας ως μέτρο τις τιμές δύο ή τριών μόνο αγαθών, δεν είναι ούτε λιγότερο «επιστημονική» ούτε περισσότερο αυθαίρετη από τους εκλεπτυσμένους μαθηματικούς κατά την επιλογή των μεθόδων με τις οποίες επεξεργάζονται τα δεδομένα της αγοράς.

The pretentious solemnity which statisticians and statistical bureaus display in computing indexes of purchasing power and cost of living is out of place. These index numbers are at best rather crude and inaccurate illustrations of changes which have occurred. In periods of slow alterations in the relation between the supply of and the demand for money they do not convey any information at all. In periods of inflation and consequently of sharp price changes they provide a rough image of events which every individual experiences in his daily life. A judicious housewife knows much more about price changes as far as they affect her own household than the statistical averages can tell. She has little use for computations disregarding changes both in quality and in the amount of goods which she is able or permitted to buy at the prices entering into the computation. If she “measures” the changes for her personal appreciation by taking the prices of only two or three commodities as a yardstick, she is no less “scientific” and no more arbitrary than the sophisticated mathematicians in choosing their methods for the manipulation of the data of the market.

40

Στην πρακτική ζωή κανείς δεν επιτρέπει στους αριθμοδείκτες να τον εξαπατήσουν. Κανείς δεν αποδέχεται τη μυθοπλασία ότι πρέπει να θεωρούνται μετρήσεις. Όπου μετρώνται ποσότητες, παύουν όλες οι περαιτέρω αμφιβολίες και διαφωνίες σχετικά με τις διαστάσεις τους. Τα ζητήματα αυτά διευθετούνται. Κανείς δεν διανοείται να αμφισβητήσει τους μετεωρολόγους σχετικά με τις μετρήσεις της θερμοκρασίας, της υγρασίας, της ατμοσφαιρικής πίεσης και άλλων μετεωρολογικών δεδομένων. Από την άλλη πλευρά, όμως, κανείς δεν αποδέχεται έναν αριθμοδείκτη, αν δεν αναμένει προσωπικό όφελος από την αναγνώρισή του από την κοινή γνώμη. Η κατάρτιση αριθμοδεικτών δεν επιλύει τις διαφορές· απλώς τις μετατοπίζει σε ένα πεδίο στο οποίο η σύγκρουση των αντιτιθέμενων απόψεων και συμφερόντων είναι ασυμφιλίωτη.

In practical life nobody lets himself be fooled by index numbers. Nobody agrees with the fiction that they are to be considered as measurements. Where quantities are measured, all further doubts and disagreements concerning their dimensions cease. These questions are settled. Nobody ventures to argue with the meteorologists about their measurements of temperature, humidity, atmospheric pressure, and other meteorological data. But on the other hand nobody acquiesces in an index number if he does not expect a personal advantage from its acknowledgment by public opinion. The establishment of index numbers does not settle disputes; it merely shifts them into a field in which the clash of antagonistic opinions and interests is irreconcilable.

41

Η ανθρώπινη δράση γεννά τη μεταβολή. Στον βαθμό στον οποίο υπάρχει ανθρώπινη δράση, δεν υπάρχει σταθερότητα, αλλά αδιάκοπη μεταβολή. Η ιστορική διαδικασία αποτελεί αλληλουχία μεταβολών. Υπερβαίνει τη δύναμη του ανθρώπου να τη σταματήσει και να επιφέρει μια εποχή σταθερότητας, στην οποία ολόκληρη η ιστορία θα περιέλθει σε ακινησία. Είναι στη φύση του ανθρώπου να επιδιώκει τη βελτίωση, να γεννά νέες ιδέες και να αναδιατάσσει τις συνθήκες της ζωής του σύμφωνα με αυτές τις ιδέες.

Human action originates change. As far as there is human action there is no stability, but ceaseless alteration. The historical process is a sequence of changes. It is beyond the power of man to stop it and to bring about an age of stability in which all history comes to a standstill. It is man’s nature to strive after improvement, to beget new ideas, and to rearrange the conditions of his life according to these ideas.

42

Οι τιμές της αγοράς αποτελούν ιστορικά γεγονότα που εκφράζουν μια κατάσταση πραγμάτων η οποία επικρατούσε σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή της μη αναστρέψιμης ιστορικής διαδικασίας. Στο πραξεολογικό πεδίο, η έννοια της μέτρησης δεν έχει κανένα νόημα. Στη φανταστική —και, ασφαλώς, απραγματοποίητη— κατάσταση ακαμψίας και σταθερότητας δεν υπάρχουν μεταβολές προς μέτρηση. Στον πραγματικό κόσμο της διαρκούς μεταβολής δεν υπάρχουν σταθερά σημεία, αντικείμενα, ιδιότητες ή σχέσεις σε αναφορά προς τα οποία θα μπορούσαν να μετρηθούν οι μεταβολές.

The prices of the market are historical facts expressive of a state of affairs that prevailed at a definite instant of the irreversible historical process. In the praxeological orbit the concept of measurement does not make any sense. In the imaginary—and, of course, unrealizable—state of rigidity and stability there are no changes to be measured. In the actual world of permanent change there are no fixed points, objects, qualities or relations with regard to which changes could be measured.

43

5. Η ρίζα της ιδέας της σταθεροποίησης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. The Root of the Stabilization Idea

44

Ο οικονομικός υπολογισμός δεν απαιτεί νομισματική σταθερότητα με την έννοια που αποδίδουν στον όρο οι υποστηρικτές του κινήματος της σταθεροποίησης. Το γεγονός ότι η ακαμψία της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας είναι αδιανόητη και απραγματοποίητη δεν υπονομεύει τις μεθόδους του οικονομικού υπολογισμού. Εκείνο που απαιτεί ο οικονομικός υπολογισμός είναι ένα νομισματικό σύστημα του οποίου η λειτουργία δεν υπονομεύεται από κυβερνητικές παρεμβάσεις.

Οι προσπάθειες αύξησης της ποσότητας του χρήματος σε κυκλοφορία, είτε για να αυξηθεί η ικανότητα της κυβέρνησης να πραγματοποιεί δαπάνες είτε για να επιτευχθεί προσωρινή μείωση του επιτοκίου, αποδιοργανώνουν ολόκληρο το νομισματικό σύστημα και διαταράσσουν τον οικονομικό υπολογισμό. Πρωταρχικός σκοπός της νομισματικής πολιτικής πρέπει να είναι η αποτροπή των κυβερνήσεων από την προσφυγή στον πληθωρισμό και από τη δημιουργία συνθηκών που ενθαρρύνουν την πιστωτική επέκταση εκ μέρους των τραπεζών. Αυτό το πρόγραμμα, όμως, διαφέρει ριζικά από το συγκεχυμένο και αυτοαντιφατικό πρόγραμμα σταθεροποίησης της αγοραστικής δύναμης.

Economic calculation does not require monetary stability in the sense in which this term is used by the champions of the stabilization movement. The fact that rigidity in the monetary unit’s purchasing power is unthinkable and unrealizable does not impair the methods of economic calculation. What economic calculation requires is a monetary system whose functioning is not sabotaged by government interference. The endeavors to expand the quantity of money in circulation either in order to increase the government’s capacity to spend or in order to bring about a temporary lowering of the rate of interest disintegrate all currency matters and derange economic calculation. The first aim of monetary policy must be to prevent governments from embarking upon inflation and from creating conditions which encourage credit expansion on the part of banks. But this program is very different from the confused and self-contradictory program of stabilizing purchasing power.

45

Για τους σκοπούς του οικονομικού υπολογισμού, το μόνο που χρειάζεται είναι να αποφεύγονται οι μεγάλες και απότομες διακυμάνσεις της προσφοράς χρήματος. Ο χρυσός και, έως τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, ο άργυρος εξυπηρέτησαν πολύ καλά όλους τους σκοπούς του οικονομικού υπολογισμού. Οι μεταβολές στη σχέση μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης των πολύτιμων μετάλλων και οι συνακόλουθες μεταβολές της αγοραστικής δύναμης εξελίσσονταν τόσο αργά, ώστε ο οικονομικός υπολογισμός του επιχειρηματία μπορούσε να τις παραβλέπει χωρίς να αποκλίνει υπερβολικά από την πραγματικότητα.

Η ακρίβεια είναι ανέφικτη στον οικονομικό υπολογισμό, εντελώς ανεξάρτητα από τις αδυναμίες που απορρέουν από τη μη δέουσα συνεκτίμηση των νομισματικών μεταβολών.6 Ο επιχειρηματίας που καταρτίζει σχέδια δεν μπορεί παρά να χρησιμοποιεί δεδομένα σχετικά με το άγνωστο μέλλον· ασχολείται με μελλοντικές τιμές και μελλοντικά κόστη παραγωγής. Η λογιστική και η τήρηση βιβλίων, κατά την προσπάθειά τους να προσδιορίσουν το αποτέλεσμα της παρελθούσας δράσης, βρίσκονται στην ίδια θέση, στον βαθμό στον οποίο βασίζονται στην εκτίμηση του πάγιου εξοπλισμού, των αποθεμάτων και των απαιτήσεων. Παρά όλες αυτές τις αβεβαιότητες, ο οικονομικός υπολογισμός μπορεί να επιτελέσει τα καθήκοντά του. Διότι αυτές οι αβεβαιότητες δεν πηγάζουν από αδυναμίες του συστήματος υπολογισμού. Είναι εγγενείς στην ουσία της δράσης, η οποία ασχολείται πάντοτε με το αβέβαιο μέλλον.

For the sake of economic calculation all that is needed is to avoid great and abrupt fluctuations in the supply of money. Gold and, up to the middle of the nineteenth century, silver served very well all the purposes of economic calculation. Changes in the relation between the supply of and the demand for the precious metals and the resulting alterations in purchasing power went on so slowly that the entrepreneur’s economic calculation could disregard them without going too far afield. Precision is unattainable in economic calculation quite apart from the shortcomings emanating from not paying due consideration to monetary changes.[6] The planning businessman cannot help employing data concerning the unknown future; he deals with future prices and future costs of production. Accounting and bookkeeping in their endeavors to establish the result of past action are in the same position as far as they rely upon the estimation of fixed equipment, inventories, and receivables. In spite of all these uncertainties economic calculation can achieve its tasks. For these uncertainties do not stem from deficiencies of the system of calculation. They are inherent in the essence of acting that always deals with the uncertain future.

46

Η ιδέα της σταθεροποίησης της αγοραστικής δύναμης δεν προήλθε από προσπάθειες να καταστεί ακριβέστερος ο οικονομικός υπολογισμός. Πηγή της ήταν η επιθυμία δημιουργίας μιας σφαίρας αποσυρμένης από την αδιάκοπη ροή των ανθρώπινων υποθέσεων, ενός πεδίου το οποίο δεν θα επηρεαζόταν από την ιστορική διαδικασία. Τα κληροδοτήματα που αποσκοπούσαν στην αιώνια συντήρηση ενός εκκλησιαστικού σώματος, ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος ή μιας οικογένειας συστήνονταν επί μακρόν με τη μορφή γης ή καταβολών γεωργικών προϊόντων σε είδος. Αργότερα προστέθηκαν πρόσοδοι καταβλητέες σε χρήμα. Οι διαθέτες και οι δικαιούχοι ανέμεναν ότι μια πρόσοδος καθορισμένη ως συγκεκριμένη ποσότητα πολύτιμων μετάλλων δεν θα επηρεαζόταν από τις μεταβολές των οικονομικών συνθηκών. Οι ελπίδες αυτές, όμως, ήταν απατηλές. Οι μεταγενέστερες γενιές διαπίστωσαν ότι τα σχέδια των προγόνων τους δεν είχαν πραγματοποιηθεί. Παρακινούμενες από αυτή την εμπειρία, άρχισαν να διερευνούν πώς θα μπορούσαν να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι σκοποί. Έτσι, προχώρησαν σε προσπάθειες μέτρησης και εξάλειψης των μεταβολών της αγοραστικής δύναμης.

The idea of rendering purchasing power stable did not originate from endeavors to make economic calculation more correct. Its source is the wish to create a sphere withdrawn from the ceaseless flux of human affairs, a realm which the historical process does not affect. Endowments which were designed to provide in perpetuity for an ecclesiastic body, for a charitable institution, or for a family were long established in land or in disbursement of agricultural products in kind. Later annuities to be settled in money were added. Endowers and beneficiaries expected that an annuity determined in terms of a definite amount of precious metals would not be affected by changes in economic conditions. But these hopes were illusory. Later generations learned that the plans of their ancestors were not realized. Stimulated by this experience they began to investigate how the aims sought could be attained. Thus they embarked upon attempts to measure changes in purchasing power and to eliminate such changes.

47

Το πρόβλημα απέκτησε πολύ μεγαλύτερη σημασία όταν οι κυβερνήσεις εγκαινίασαν την πολιτική των μακροπρόθεσμων, μη εξαγοράσιμων και αέναων δανείων. Το κράτος —η νέα αυτή θεότητα της αναδυόμενης εποχής της κρατολατρίας, ο αιώνιος και υπεράνθρωπος αυτός θεσμός που υποτίθεται ότι βρισκόταν υπεράνω των επίγειων αδυναμιών— προσέφερε στον πολίτη την ευκαιρία να τοποθετήσει τον πλούτο του σε ασφάλεια και να απολαμβάνει ένα σταθερό εισόδημα, προστατευμένο από όλες τις μεταπτώσεις. Άνοιξε μια οδό για την απαλλαγή του ατόμου από την ανάγκη να διακινδυνεύει και να αποκτά εκ νέου καθημερινά τον πλούτο και το εισόδημά του στην καπιταλιστική αγορά.

Εκείνος που επένδυε τα κεφάλαιά του σε ομολογίες εκδιδόμενες από την κυβέρνηση και τις υποδιαιρέσεις της δεν υπαγόταν πλέον στους αναπόδραστους νόμους της αγοράς και στην κυριαρχία των καταναλωτών. Δεν ήταν πλέον αναγκασμένος να επενδύει τα κεφάλαιά του κατά τέτοιον τρόπο ώστε να εξυπηρετούν όσο το δυνατόν καλύτερα τις επιθυμίες και τις ανάγκες των καταναλωτών. Ήταν ασφαλής· ήταν προστατευμένος από τους κινδύνους της ανταγωνιστικής αγοράς, στην οποία οι ζημίες αποτελούν την ποινή της αναποτελεσματικότητας. Το αιώνιο κράτος τον είχε θέσει υπό την προστασία του και του εγγυόταν την ανενόχλητη απόλαυση των κεφαλαίων του. Στο εξής, το εισόδημά του δεν προερχόταν πλέον από τη διαδικασία της κατά το δυνατόν καλύτερης ικανοποίησης των επιθυμιών των καταναλωτών, αλλά από τους φόρους που επέβαλλε ο μηχανισμός εξαναγκασμού και καταναγκασμού του κράτους. Δεν ήταν πλέον υπηρέτης των συμπολιτών του, υποκείμενος στην κυριαρχία τους· ήταν εταίρος της κυβέρνησης, η οποία εξουσίαζε τον λαό και απαιτούσε φόρο υποτέλειας από αυτόν.

Το επιτόκιο που κατέβαλλε η κυβέρνηση ήταν χαμηλότερο από εκείνο που προσέφερε η αγορά. Η διαφορά αυτή, όμως, υπεραντισταθμιζόταν από την υποτιθέμενη αδιαμφισβήτητη φερεγγυότητα του οφειλέτη: του κράτους, του οποίου τα έσοδα δεν εξαρτώνταν από την ικανοποίηση του κοινού, αλλά από την επιβολή της πληρωμής φόρων.

The problem assumed much greater importance when governments initiated their policies of long-term irredeemable and perpetual loans. The state, this new deity of the dawning age of statolatry, this eternal and superhuman institution beyond the reach of earthly frailties, offered to the citizen an opportunity to put his wealth in safety and to enjoy a stable income secure against all vicissitudes. It opened a way to free the individual from the necessity of risking and acquiring his wealth and his income anew each day in the capitalist market. He who invested his funds in bonds issued by the government and its subdivisions was no longer subject to the inescapable laws of the market and to the sovereignty of the consumers. He was no longer under the necessity of investing his funds in such a way that they would best serve the wants and needs of the consumers. He was secure, he was safeguarded against the dangers of the competitive market in which losses are the penalty of inefficiency; the eternal state had taken him under its wing and guaranteed him the undisturbed enjoyment of his funds. Henceforth his income no longer stemmed from the process of supplying the wants of the consumers in the best possible way, but from the taxes levied by the state’s apparatus of compulsion and coercion. He was no longer a servant of his fellow citizens, subject to their sovereignty; he was a partner of the government which ruled the people and exacted tribute from them. What the government paid as interest was less than the market offered. But this difference was far outweighed by the unquestionable solvency of the debtor, the state whose revenue did not depend on satisfying the public, but on insisting on the payment of taxes.

48

Παρά τις δυσάρεστες εμπειρίες με τα δημόσια χρέη κατά τις παλαιότερες εποχές, οι άνθρωποι ήταν πρόθυμοι να εμπιστευτούν ανεπιφύλακτα το εκσυγχρονισμένο κράτος του δέκατου ένατου αιώνα. Θεωρούνταν γενικά ότι αυτό το νέο κράτος θα εκπλήρωνε ευσυνείδητα τις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει εκουσίως. Οι καπιταλιστές και οι επιχειρηματίες είχαν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι, στην κοινωνία της αγοράς, δεν υπάρχει κανένας τρόπος διατήρησης του ήδη αποκτηθέντος πλούτου πέρα από την εκ νέου απόκτησή του καθημερινά μέσα στον σκληρό ανταγωνισμό με όλους: τόσο με τις ήδη υφιστάμενες επιχειρήσεις όσο και με τους νεοεισερχομένους που «ξεκινούν με πενιχρά κεφάλαια». Ο επιχειρηματίας που είχε γεράσει και κουραστεί και δεν ήταν πλέον διατεθειμένος να διακινδυνεύει τον με κόπο αποκτηθέντα πλούτο του μέσω νέων προσπαθειών ικανοποίησης των επιθυμιών των καταναλωτών, καθώς και ο κληρονόμος των κερδών άλλων ανθρώπων, ο οποίος ήταν οκνηρός και είχε πλήρη επίγνωση της δικής του ανικανότητας, προτιμούσαν την επένδυση σε ομολογίες του δημόσιου χρέους, επειδή επιθυμούσαν να απαλλαγούν από τον νόμο της αγοράς.

In spite of the unpleasant experiences with public debts in earlier days, people were ready to trust freely the modernized state of the nineteenth century. It was generally assumed that this new state would scrupulously meet its voluntarily contracted obligations. Capitalists and entrepreneurs were fully aware of the fact that in the market society there is no means of preserving acquired wealth other than by acquiring it anew each day in tough competition with everybody, with the already existing firms as well as with newcomers “operating on a shoe string.” The entrepreneur, grown old and weary and no longer prepared to risk his hard-earned wealth by new attempts to meet the wants of consumers, and the heir of other people’s profits, lazy and fully conscious of his own inefficiency, preferred investment in bonds of the public debt because they wanted to be free from the law of the market.

49

Το μη εξαγοράσιμο και αέναο δημόσιο χρέος, όμως, προϋποθέτει σταθερότητα της αγοραστικής δύναμης. Μολονότι το κράτος και ο εξαναγκασμός του ενδέχεται να είναι αιώνια, ο τόκος που καταβάλλεται επί του δημόσιου χρέους θα μπορούσε να είναι αιώνιος μόνο αν βασιζόταν σε ένα μέτρο αμετάβλητης αξίας. Υπό αυτή τη μορφή, ο επενδυτής ο οποίος, χάριν της ασφάλειας, αποφεύγει την αγορά, την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις στην ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα και προτιμά τις κρατικές ομολογίες βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπος με το πρόβλημα της μεταβλητότητας όλων των ανθρώπινων υποθέσεων. Ανακαλύπτει ότι, στο πλαίσιο μιας κοινωνίας της αγοράς, δεν υπάρχει χώρος για πλούτο ανεξάρτητο από την αγορά. Οι προσπάθειές του να ανακαλύψει μια ανεξάντλητη πηγή εισοδήματος αποτυγχάνουν.

Now, the irredeemable perpetual public debt presupposes the stability of purchasing power. Although the state and its compulsion may be eternal, the interest paid on the public debt could be eternal only if based on a standard of unchanging value. In this form the investor who for security’s sake shuns the market, entrepreneurship, and investment in free enterprise and prefers government bonds is faced again with the problem of the changeability of all human affairs. He discovers that in the frame of a market society there is no room left for wealth not dependent upon the market. His endeavors to find an inexhaustible source of income fail.

50

Σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν σταθερότητα και ασφάλεια, και καμία ανθρώπινη προσπάθεια δεν είναι αρκετά ισχυρή ώστε να τις δημιουργήσει. Στο κοινωνικό σύστημα της κοινωνίας της αγοράς δεν υπάρχει άλλος τρόπος απόκτησης και διατήρησης του πλούτου πέρα από την επιτυχή εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Το κράτος είναι, ασφαλώς, σε θέση να απαιτεί καταβολές από τους υπηκόους του και να δανείζεται κεφάλαια. Ωστόσο, ακόμη και η πιο αδίστακτη κυβέρνηση δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να αψηφά τους νόμους που καθορίζουν την ανθρώπινη ζωή και δράση.

Αν η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα ποσά που δανείστηκε για επενδύσεις σε εκείνους τους κλάδους στους οποίους εξυπηρετούν καλύτερα τις επιθυμίες των καταναλωτών και αν επιτύχει σε αυτές τις επιχειρηματικές δραστηριότητες υπό συνθήκες ελεύθερου και ισότιμου ανταγωνισμού με όλους τους ιδιώτες επιχειρηματίες, βρίσκεται στην ίδια θέση με οποιονδήποτε άλλον επιχειρηματία· μπορεί να καταβάλλει τόκους επειδή έχει πραγματοποιήσει πλεονάσματα. Αν, όμως, η κυβέρνηση επενδύσει τα κεφάλαια ανεπιτυχώς και δεν προκύψει κανένα πλεόνασμα ή αν δαπανήσει τα χρήματα για τρέχουσες δαπάνες, το δανεισθέν κεφάλαιο συρρικνώνεται ή εξαφανίζεται πλήρως και δεν δημιουργείται καμία πηγή από την οποία θα μπορούσαν να καταβληθούν οι τόκοι και το κεφάλαιο του δανείου.

Τότε, η φορολόγηση του πληθυσμού αποτελεί τη μοναδική διαθέσιμη μέθοδο για την τήρηση των όρων της πιστωτικής σύμβασης. Επιβάλλοντας φόρους για την πραγματοποίηση τέτοιων πληρωμών, η κυβέρνηση καθιστά τους πολίτες υπεύθυνους για χρήματα που σπαταλήθηκαν κατά το παρελθόν. Οι καταβαλλόμενοι φόροι δεν αντισταθμίζονται από οποιαδήποτε παρούσα υπηρεσία που παρέχεται από τον κυβερνητικό μηχανισμό. Η κυβέρνηση καταβάλλει τόκους επί κεφαλαίου που έχει καταναλωθεί και δεν υπάρχει πλέον. Το δημόσιο ταμείο επιβαρύνεται με τα ατυχή αποτελέσματα παρελθουσών πολιτικών.

There are in this world no such things as stability and security and no human endeavors are powerful enough to bring them about. There is in the social system of the market society no other means of acquiring wealth and of preserving it than successful service to the consumers. The state is, of course, in a position to exact payments from its subjects and to borrow funds. However, even the most ruthless government in the long run is not able to defy the laws determining human life and action. If the government uses the sums borrowed for investment in those lines in which they best serve the wants of the consumers, and if it succeeds in these entrepreneurial activities in free and equal competition with all private entrepreneurs, it is in the same position as any other businessman; it can pay interest because it has made surpluses. But if the government invests funds unsuccessfully and no surplus results, or if it spends the money for current expenditure, the capital borrowed shrinks or disappears entirely, and no source is opened from which interest and principal could be paid. Then taxing the people is the only method available for complying with the articles of the credit contract. In asking taxes for such payments the government makes the citizens answerable for money squandered in the past. The taxes paid are not compensated by any present service rendered by the government’s apparatus. The government pays interest on capital which has been consumed and no longer exists. The treasury is burdened with the unfortunate results of past policies.

51

Μπορεί να διατυπωθεί ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ των βραχυπρόθεσμων δημόσιων δανείων υπό ειδικές συνθήκες. Ασφαλώς, η διαδεδομένη δικαιολόγηση των πολεμικών δανείων είναι παράλογη. Όλα τα υλικά που απαιτούνται για τη διεξαγωγή ενός πολέμου πρέπει να εξασφαλιστούν μέσω του περιορισμού της κατανάλωσης των πολιτών, της ανάλωσης μέρους του διαθέσιμου κεφαλαίου και της εντατικότερης εργασίας. Ολόκληρο το βάρος του πολέμου βαρύνει τη γενιά που βρίσκεται στη ζωή. Οι μελλοντικές γενιές επηρεάζονται μόνο στον βαθμό στον οποίο, εξαιτίας των πολεμικών δαπανών, θα κληρονομήσουν από τη σημερινή γενιά λιγότερα από όσα θα κληρονομούσαν αν δεν είχε διεξαχθεί ο πόλεμος. Η χρηματοδότηση ενός πολέμου μέσω δανείων δεν μεταθέτει το βάρος στα παιδιά και στα εγγόνια.7 Αποτελεί απλώς μέθοδο κατανομής του βάρους μεταξύ των πολιτών.

Αν ολόκληρη η δαπάνη έπρεπε να καλυφθεί μέσω φόρων, θα μπορούσαν να επιβαρυνθούν μόνο όσοι διαθέτουν ρευστά κεφάλαια. Ο υπόλοιπος πληθυσμός δεν θα συνεισέφερε σε επαρκή βαθμό. Τα βραχυπρόθεσμα δάνεια μπορούν να συμβάλουν στην άρση τέτοιων ανισοτήτων, καθώς επιτρέπουν τη δίκαιη επιβάρυνση των κατόχων πάγιου κεφαλαίου.

A good case can be made out for short-term government debts under special conditions. Of course, the popular justification of war loans is nonsensical. All the materials needed for the conduct of a war must be provided by restriction of civilian consumption, by using up a part of the capital available and by working harder. The whole burden of warring falls upon the living generation. The coming generations are only affected to the extent to which, on account of the war expenditure, they will inherit less from those now living than they would have if no war had been fought. Financing a war through loans does not shift the burden to the sons and grandsons.[7] It is merely a method of distributing the burden among the citizens. If the whole expenditure had to be provided by taxes, only those who have liquid funds could be approached. The rest of the people would not contribute adequately. Short-term loans can be instrumental in removing such inequalities, as they allow for a fair assessment on the owners of fixed capital.

52

Η μακροπρόθεσμη δημόσια και ημιδημόσια πίστη αποτελεί ξένο και διαταρακτικό στοιχείο στη δομή μιας κοινωνίας της αγοράς. Η εγκαθίδρυσή της υπήρξε μάταιη προσπάθεια υπέρβασης των ορίων της ανθρώπινης δράσης και δημιουργίας μιας σφαίρας ασφάλειας και αιωνιότητας, απαλλαγμένης από την παροδικότητα και την αστάθεια των επίγειων υποθέσεων. Τι αλαζονική αξίωση να δανείζεται και να δανείζει κανείς χρήματα εις τους αιώνας των αιώνων, να συνάπτει συμβάσεις για την αιωνιότητα και να καθορίζει όρους για όλους τους μελλοντικούς χρόνους!

Από αυτή την άποψη, ελάχιστη σημασία είχε αν τα δάνεια καθίσταντο επισήμως μη εξαγοράσιμα ή όχι· κατά την πρόθεση και στην πράξη, κατά κανόνα θεωρούνταν και αντιμετωπίζονταν ως τέτοια. Κατά την ακμή του φιλελευθερισμού, ορισμένα δυτικά έθνη πράγματι εξόφλησαν τμήματα του μακροπρόθεσμου χρέους τους μέσω έντιμης αποπληρωμής. Ως επί το πλείστον, όμως, νέα χρέη απλώς συσσωρεύονταν πάνω στα παλαιά. Η δημοσιονομική ιστορία του τελευταίου αιώνα παρουσιάζει σταθερή αύξηση του ύψους του δημόσιου χρέους. Κανείς δεν πιστεύει ότι τα κράτη θα εξακολουθήσουν αιωνίως να φέρουν το βάρος αυτών των πληρωμών τόκων. Είναι προφανές ότι, αργά ή γρήγορα, όλα αυτά τα χρέη θα εκκαθαριστούν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ασφαλώς όμως όχι μέσω της καταβολής τόκων και κεφαλαίου σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων. Ένα πλήθος εκλεπτυσμένων συγγραφέων ασχολείται ήδη με την επεξεργασία της ηθικής δικαιολόγησης για την ημέρα της τελικής εκκαθάρισης.8

The long-term public and semipublic credit is a foreign and disturbing element in the structure of a market society. Its establishment was a futile attempt to go beyond the limits of human action and to create an orbit of security and eternity removed from the transitoriness and instability of earthly affairs. What an arrogant presumption to borrow and to lend money for ever and ever, to make contracts for eternity, to stipulate for all times to come! In this respect it mattered little whether the loans were in a formal manner made irredeemable or not; intentionally and practically they were as a rule considered and dealt with as such. In the heyday of liberalism some Western nations really retired parts of their long-term debt by honest reimbursement. But for the most part new debts were only heaped upon old ones. The financial history of the last century shows a steady increase in the amount of public indebtedness. Nobody believes that the states will eternally drag the burden of these interest payments. It is obvious that sooner or later all these debts will be liquidated in some way or other, but certainly not by payment of interest and principal according to the terms of the contract. A host of sophisticated writers are already busy elaborating the moral palliation for the day of final settlement.[8]

53

Το γεγονός ότι ο οικονομικός υπολογισμός σε χρηματικούς όρους δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στα καθήκοντα που του ανατίθενται στο πλαίσιο αυτών των απατηλών σχεδίων για την εγκαθίδρυση μιας απραγματοποίητης σφαίρας γαλήνης —απαλλαγμένης από τους αναπόδραστους περιορισμούς της ανθρώπινης δράσης και ικανής να παρέχει αιώνια ασφάλεια— δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ανεπάρκεια. Δεν υπάρχουν αιώνιες, απόλυτες και αμετάβλητες αξίες. Η αναζήτηση ενός μέτρου τέτοιων αξιών είναι μάταιη. Ο οικονομικός υπολογισμός δεν είναι ατελής επειδή δεν ανταποκρίνεται στις συγκεχυμένες αντιλήψεις ανθρώπων οι οποίοι αποζητούν ένα σταθερό εισόδημα ανεξάρτητο από τις παραγωγικές διαδικασίες των ανθρώπων.

The fact that economic calculation in terms of money is unequal to the tasks which are assigned to it in these illusory schemes for establishment of an unrealizable realm of calm removed from the inescapable limitations of human action and providing eternal security cannot be called a deficiency. There are no such things as eternal, absolute, and unchanging values. The search for a standard of such values is vain. Economic calculation is not imperfect because it does not correspond to the confused ideas of people yearning for a stable income not dependent on the productive processes of men.

54

← Κεφάλαιο 11: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 13: Ο ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΩΣ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση