Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 11: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ · Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 10: Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 12: ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.

Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: Ο ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

Κεφάλαιο 11: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

Part Three Economic Calculation XI. VALUATION WITHOUT CALCULATION

1

1. Η ιεράρχηση των μέσων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. The Gradation of the Means

2

Ο δρων άνθρωπος μεταβιβάζει στα μέσα την αποτίμηση των σκοπών που επιδιώκει.

Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, αποδίδει στο σύνολο των διαφόρων μέσων την ίδια αξία την οποία αποδίδει στον σκοπό που αυτά είναι ικανά να επιφέρουν. Προς το παρόν μπορούμε να παραβλέψουμε τον χρόνο που απαιτείται για την παραγωγή του επιδιωκόμενου αποτελέσματος, καθώς και την επίδρασή του στη σχέση μεταξύ της αξίας των σκοπών και της αξίας των μέσων.

ACTING man transfers the valuation of ends he aims at to the means. Other things being equal, he assigns to the total amount of the various means the same value he attaches to the end which they are fit to bring about. For the moment we may disregard the time needed for production of the end and its influence upon the relation between the value of the ends and that of the means.

3

Η ιεράρχηση των μέσων, όπως και η ιεράρχηση των σκοπών, αποτελεί διαδικασία προτίμησης του a έναντι του b . Συνίσταται στην προτίμηση και στην παραμέριση. Αποτελεί εκδήλωση μιας κρίσης σύμφωνα με την οποία το a επιθυμείται εντονότερα από το b . Παρέχει πεδίο εφαρμογής στους τακτικούς αριθμούς, όχι όμως στους απόλυτους αριθμούς και στις αριθμητικές πράξεις που βασίζονται σε αυτούς.

Αν κάποιος μου προσφέρει τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών εισιτηρίων, τα οποία παρέχουν δικαίωμα παρακολούθησης των λυρικών έργων Aida, Falstaff και La Traviata, και εγώ, αν μπορώ να επιλέξω μόνο ένα, επιλέξω την Aida, ενώ, αν μπορώ να επιλέξω ακόμη ένα, επιλέξω και το Falstaff, τότε έχω πραγματοποιήσει μια επιλογή. Αυτό σημαίνει ότι, υπό τις δεδομένες συνθήκες, προτιμώ την Aida και το Falstaff από τη La Traviata· και ότι, αν μπορούσα να επιλέξω μόνο ένα από αυτά, θα προτιμούσα την Aida και θα παραιτούμουν από το Falstaff. Αν συμβολίσω την είσοδο στην Aida με a , την είσοδο στο Falstaff με b και την είσοδο στη La Traviata με c, μπορώ να πω: προτιμώ το a από το b και το b από το c.

The gradation of the means is like that of the ends a process of preferring a to b. It is preferring and setting aside. It is manifestation of a judgment that a is more intensely desired than is b. It opens a field for application of ordinal numbers, but it is not open to application of cardinal numbers and arithmetical operations based on them. If somebody gives me the choice among three tickets entitling one to attend the operas Aïda, Falstaff, and Traviata and I take, if I can only take one of them, Aïda, and if I can take one more, Falstaff also, I have made a choice. That means: under given conditions I prefer Aïda and Falstaff to Traviata; if I could only choose one of them, I would prefer Aïda and renounce Falstaff. If I call the admission to Aïda a, that to Falstaff b and that to Traviata c, I can say: I prefer a to b and b to c.

4

Ο άμεσος σκοπός της δράσης είναι συχνά η απόκτηση αριθμήσιμων και μετρήσιμων αποθεμάτων απτών πραγμάτων. Τότε ο δρων άνθρωπος πρέπει να επιλέξει μεταξύ αριθμήσιμων ποσοτήτων· προτιμά, παραδείγματος χάριν, 15r από 7p · αν όμως έπρεπε να επιλέξει μεταξύ 15r και 8p , θα μπορούσε να προτιμήσει 8p . Μπορούμε να εκφράσουμε αυτή την κατάσταση λέγοντας ότι αποτιμά το 15r χαμηλότερα από το 8p, αλλά υψηλότερα από το 7p . Αυτό ισοδυναμεί με τη διατύπωση ότι προτιμά το a από το b και το b από το c. Η αντικατάσταση του a από το 8p, του b από το 15r και του c από το 7p δεν μεταβάλλει ούτε το νόημα της διατύπωσης ούτε το γεγονός που αυτή περιγράφει. Ασφαλώς, δεν καθιστά δυνατό τον υπολογισμό με απόλυτους αριθμούς. Δεν ανοίγει πεδίο για οικονομικό υπολογισμό ούτε για τις νοητικές πράξεις που βασίζονται σε έναν τέτοιο υπολογισμό.

The immediate goal of acting is frequently the acquisition of countable and measurable supplies of tangible things. Then acting man has to choose between countable quantities; he prefers, for example, 15 r to 7 p; but if he had to choose between 15 r and 8 p, he might prefer 8 p. We can express this state of affairs by declaring that he values 15 r less than 8 p, but higher than 7 p. This is tantamount to the statement that he prefers a to b and b to c. The substitution of 8 p for a, of 15 r for b and of 7 p for c changes neither the meaning of the statement nor the fact that it describes. It certainly does not render reckoning with cardinal numbers possible. It does not open a field for economic calculation and the mental operations based upon such calculation.

5

2. Η κατασκευή της ανταλλαγής σε είδος στη στοιχειώδη θεωρία της αξίας και των τιμών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. The Barter-Fiction of the Elementary Theory of Value and Prices

6

Η ανάπτυξη της οικονομικής θεωρίας εξαρτάται, από ευρετική άποψη, σε τόσο μεγάλο βαθμό από τις λογικές διαδικασίες του υπολογισμού, ώστε οι οικονομολόγοι δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν το θεμελιώδες πρόβλημα που ενυπάρχει στις μεθόδους του οικονομικού υπολογισμού. Είχαν την τάση να θεωρούν τον οικονομικό υπολογισμό αυτονόητο· δεν αντιλαμβάνονταν ότι δεν αποτελεί έσχατο δεδομένο, αλλά παράγωγο που πρέπει να αναχθεί σε στοιχειωδέστερα φαινόμενα. Παρανόησαν τον οικονομικό υπολογισμό. Τον εξέλαβαν ως κατηγορία κάθε ανθρώπινης δράσης και αγνόησαν ότι αποτελεί κατηγορία εγγενή μόνο στη δράση υπό ειδικές συνθήκες.

Είχαν πλήρη επίγνωση ότι η διαπροσωπική ανταλλαγή και, κατά συνέπεια, η αγοραία ανταλλαγή που πραγματοποιείται με τη μεσολάβηση ενός κοινού μέσου ανταλλαγής —του χρήματος— και, επομένως, οι τιμές αποτελούν ιδιαίτερα γνωρίσματα μιας ορισμένης κατάστασης της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, τα οποία δεν υπήρχαν στους πρωτόγονους πολιτισμούς και θα μπορούσαν ενδεχομένως να εξαφανιστούν κατά την περαιτέρω πορεία της ιστορικής μεταβολής.1 Δεν κατανόησαν, όμως, ότι οι χρηματικές τιμές αποτελούν το μοναδικό όχημα του οικονομικού υπολογισμού. Ως εκ τούτου, οι περισσότερες μελέτες τους έχουν περιορισμένη χρησιμότητα. Ακόμη και τα συγγράμματα των επιφανέστερων οικονομολόγων έχουν σε κάποιον βαθμό πληγεί από τις πλάνες που εμπεριέχονται στις αντιλήψεις τους περί οικονομικού υπολογισμού.

The elaboration of economic theory is heuristically dependent on the logical processes of reckoning to such an extent that the economists failed to realize the fundamental problem involved in the methods of economic calculation. They were prone to take economic calculation as a matter of course; they did not see that it is not an ultimate given, but a derivative requiring reduction to more elementary phenomena. They misconstrued economic calculation. They took it for a category of all human action and ignored the fact that it is only a category inherent in acting under special conditions. They were fully aware of the fact that interpersonal exchange, and consequently market exchange effected by the intermediary of a common medium of exchange—money, and therefore prices, are special features of a certain state of society’s economic organization which did not exist in primitive civilizations and could possibly disappear in the further course of historical change.[1] But they did not comprehend that money prices are the only vehicle of economic calculation. Thus most of their studies are of little use. Even the writings of the most eminent economists are vitiated to some extent by the fallacies implied in their ideas about economic calculation.

7

Η σύγχρονη θεωρία της αξίας και των τιμών καταδεικνύει πώς οι επιλογές των ατόμων —η προτίμηση ορισμένων πραγμάτων και η παραμέριση άλλων— οδηγούν, στη σφαίρα της διαπροσωπικής ανταλλαγής, στην εμφάνιση των αγοραίων τιμών.2 Αυτές οι αριστοτεχνικές αναλύσεις είναι ανεπαρκείς ως προς ορισμένα δευτερεύοντα σημεία και παραμορφώνονται από ακατάλληλες διατυπώσεις. Είναι, όμως, κατ’ ουσίαν αδιάψευστες. Στον βαθμό που χρειάζονται τροποποίηση, αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω της συνεπούς περαιτέρω ανάπτυξης των θεμελιωδών ιδεών των δημιουργών τους και όχι μέσω της αναίρεσης του συλλογισμού τους.

The modern theory of value and prices shows how the choices of individuals, their preferring of some things and setting aside of other things, result, in the sphere of interpersonal exchange, in the emergence of market prices.[2] These masterful expositions are unsatisfactory in some minor points and disfigured by unsuitable expressions. But they are essentially irrefutable. As far as they need to be amended, it must be done by a consistent elaboration of the fundamental thoughts of their authors rather than by a refutation of their reasoning.

8

Για να αναγάγει τα φαινόμενα της αγοράς στην καθολική κατηγορία της προτίμησης του a έναντι του b, η στοιχειώδης θεωρία της αξίας και των τιμών είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιεί ορισμένες νοητικές κατασκευές. Η χρήση νοητικών κατασκευών στις οποίες δεν αντιστοιχεί τίποτε στην πραγματικότητα αποτελεί απαραίτητο εργαλείο της σκέψης. Καμία άλλη μέθοδος δεν θα μπορούσε να συμβάλει στην ερμηνεία της πραγματικότητας. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της επιστήμης, όμως, είναι η αποφυγή των πλανών που μπορεί να συνεπάγεται η απερίσκεπτη χρήση τέτοιων κατασκευών.

In order to trace back the phenomena of the market to the universal category of preferring a to b, the elementary theory of value and prices is bound to use some imaginary constructions. The use of imaginary constructions to which nothing corresponds in reality is an indispensable tool of thinking. No other method would have contributed anything to the interpretation of reality. But one of the most important problems of science is to avoid the fallacies which ill-considered employment of such constructions can entail.

9

Η στοιχειώδης θεωρία της αξίας και των τιμών χρησιμοποιεί, πέρα από άλλες νοητικές κατασκευές που θα εξεταστούν αργότερα,3 την κατασκευή μιας αγοράς στην οποία όλες οι συναλλαγές πραγματοποιούνται μέσω άμεσης ανταλλαγής. Δεν υπάρχει χρήμα· τα αγαθά και οι υπηρεσίες ανταλλάσσονται απευθείας με άλλα αγαθά και υπηρεσίες. Αυτή η νοητική κατασκευή είναι αναγκαία. Πρέπει να παραβλέψουμε τον μεσολαβητικό ρόλο του χρήματος, προκειμένου να αντιληφθούμε ότι εκείνα που ανταλλάσσονται σε τελική ανάλυση είναι πάντοτε οικονομικά αγαθά πρώτης τάξεως έναντι άλλων αγαθών της ίδιας τάξεως. Το χρήμα δεν είναι παρά μέσο διαπροσωπικής ανταλλαγής. Πρέπει, όμως, να προφυλασσόμαστε προσεκτικά από τις πλάνες που μπορεί εύκολα να προκαλέσει αυτή η κατασκευή μιας αγοράς άμεσης ανταλλαγής.

The elementary theory of value and prices employs, apart from other imaginary constructions to be dealt with later,[3] the construction of a market in which all transactions are performed in direct exchange. There is no money; goods and services are directly bartered against other goods and services. This imaginary construction is necessary. One must disregard the intermediary role played by money in order to realize that what is ultimately exchanged is always economic goods of the first order against other such goods. Money is nothing but a medium of interpersonal exchange. But one must carefully guard oneself against the delusions which this construction of a market with direct exchange can easily engender.

10

Ένα σοβαρό σφάλμα, το οποίο οφείλει τόσο την προέλευση όσο και την επιμονή του σε μια παρανόηση αυτής της νοητικής κατασκευής, ήταν η υπόθεση ότι το μέσο ανταλλαγής αποτελεί απλώς ουδέτερο παράγοντα. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η μοναδική διαφορά μεταξύ άμεσης και έμμεσης ανταλλαγής ήταν ότι μόνο στη δεύτερη χρησιμοποιούνταν ένα μέσο ανταλλαγής. Υποστηριζόταν ότι η παρεμβολή του χρήματος στη συναλλαγή δεν επηρέαζε τα κύρια γνωρίσματά της. Δεν αγνοούνταν το γεγονός ότι, κατά την πορεία της ιστορίας, συνέβησαν τεράστιες μεταβολές στην αγοραστική δύναμη του χρήματος και ότι οι διακυμάνσεις αυτές συχνά συγκλόνισαν ολόκληρο το σύστημα ανταλλαγής. Πιστευόταν, όμως, ότι τέτοια συμβάντα αποτελούσαν εξαιρετικές περιπτώσεις, προκαλούμενες από ακατάλληλες πολιτικές. Μόνο το «κακό» χρήμα, υποστηριζόταν, μπορεί να προκαλέσει τέτοιες διαταραχές.

Επιπλέον, οι άνθρωποι παρανοούσαν τις αιτίες και τις συνέπειες αυτών των διαταραχών. Υπέθεταν σιωπηρά ότι οι μεταβολές της αγοραστικής δύναμης επέρχονται ως προς όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες ταυτόχρονα και στον ίδιο βαθμό. Αυτό ακριβώς υποδηλώνει ο μύθος της ουδετερότητας του χρήματος. Θεωρούνταν ότι ολόκληρη η θεωρία της καταλλακτικής μπορούσε να αναπτυχθεί υπό την παραδοχή ότι υπάρχει μόνο άμεση ανταλλαγή. Αφού θα είχε επιτευχθεί αυτό, το μόνο που θα απέμενε θα ήταν η «απλή» εισαγωγή χρηματικών όρων στο σύμπλεγμα των θεωρημάτων σχετικά με την άμεση ανταλλαγή. Αυτή, όμως, η τελική ολοκλήρωση του καταλλακτικού συστήματος θεωρούνταν ζήτημα δευτερεύουσας μόνο σημασίας. Δεν πιστευόταν ότι θα μπορούσε να μεταβάλει οτιδήποτε ουσιώδες στη δομή των οικονομικών διδασκαλιών. Ως κύριο έργο της οικονομικής επιστήμης νοούνταν η μελέτη της άμεσης ανταλλαγής. Εκείνο που απέμενε επιπροσθέτως να γίνει ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, απλώς η εξέταση των προβλημάτων του «κακού» χρήματος.

A serious blunder that owes its origin and its tenacity to a misinterpretation of this imaginary construction was the assumption that the medium of exchange is a neutral factor only. According to this opinion the only difference between direct and indirect exchange was that only in the latter was a medium of exchange used. The interpolation of money into the transaction, it was asserted, did not affect the main features of the business. One did not ignore the fact that in the course of history tremendous alterations in the purchasing power of money have occurred and that these fluctuations often convulsed the whole system of exchange. But it was believed that such events were exceptional facts caused by inappropriate policies. Only “bad” money can bring about such disarrangements. In addition people misunderstood the causes and effects of these disturbances. They tacitly assumed that changes in purchasing power occur with regard to all goods and services at the same time and to the same extent. This is, of course, what the fable of money’s neutrality implies. The whole theory of catallactics, it was held, can be elaborated under the assumption that there is direct exchange only. If this is once achieved, the only thing to be added is the “simple” insertion of money terms into the complex of theorems concerning direct exchange. However, this final completion of the catallactic system was considered of minor importance only. It was not believed that it could alter anything essential in the structure of economic teachings. The main task of economics was study of direct exchange. What remained to be done besides this was at best only a scrutiny of the problems of “bad” money.

11

Ακολουθώντας αυτή την αντίληψη, οι οικονομολόγοι παρέλειψαν να αποδώσουν τη δέουσα έμφαση στα προβλήματα της έμμεσης ανταλλαγής. Η πραγμάτευση των νομισματικών προβλημάτων από μέρους τους ήταν επιφανειακή και μόνο χαλαρά συνδεδεμένη με τον κύριο κορμό της εξέτασης της αγοραίας διαδικασίας. Περί τις αρχές του εικοστού αιώνα, τα προβλήματα της έμμεσης ανταλλαγής είχαν, σε γενικές γραμμές, υποβιβαστεί σε δευτερεύουσα θέση. Υπήρχαν πραγματείες καταλλακτικής οι οποίες ασχολούνταν μόνο παρεμπιπτόντως και ακροθιγώς με τα νομισματικά ζητήματα, καθώς και βιβλία περί νομίσματος και τραπεζικής που δεν επιχειρούσαν καν να εντάξουν το αντικείμενό τους στη δομή ενός καταλλακτικού συστήματος. Στα πανεπιστήμια των αγγλοσαξονικών χωρών υπήρχαν χωριστές έδρες οικονομικής επιστήμης και νομίσματος και τραπεζικής, ενώ στα περισσότερα γερμανικά πανεπιστήμια τα νομισματικά προβλήματα παραβλέπονταν σχεδόν ολοκληρωτικά.4

Μόνο αργότερα αντιλήφθηκαν οι οικονομολόγοι ότι ορισμένα από τα σημαντικότερα και πιο περίπλοκα προβλήματα της καταλλακτικής εντοπίζονται στο πεδίο της έμμεσης ανταλλαγής και ότι μια οικονομική θεωρία που δεν τους αποδίδει πλήρη προσοχή είναι αξιοθρήνητα ελαττωματική. Η διάδοση των ερευνών σχετικά με τη σχέση μεταξύ του «φυσικού επιτοκίου» και του «χρηματικού επιτοκίου», η επικράτηση της νομισματικής θεωρίας του οικονομικού κύκλου και η πλήρης κατεδάφιση της θεωρίας περί ταυτόχρονων και ομοιόμορφων μεταβολών της αγοραστικής δύναμης του χρήματος αποτέλεσαν γνωρίσματα του νέου προσανατολισμού της οικονομικής σκέψης. Ασφαλώς, αυτές οι νέες ιδέες αποτελούσαν ουσιαστικά συνέχεια του έργου που είχαν εγκαινιάσει με λαμπρό τρόπο ο David Hume, η Βρετανική Νομισματική Σχολή, ο John Stuart Mill και ο Cairnes.

Complying with this opinion economists neglected to lay due stress upon the problems of indirect exchange. Their treatment of monetary problems was superficial; it was only loosely connected with the main body of their scrutiny of the market process. About the turn of the nineteenth and twentieth centuries the problems of indirect exchange were by and large relegated to a subordinate place. There were treatises on catallactics which dealt only incidentally and cursorily with monetary matters, and there were books on currency and banking which did not even attempt to integrate their subject into the structure of a catallactic system. At the universities of the Anglo-Saxon countries there were separate chairs for economics and for currency and banking, and at most of the German universities monetary problems were almost entirely disregarded.[4] Only later economists realized that some of the most important and most intricate problems of catallactics are to be found in the field of indirect exchange and that an economic theory which does not pay full regard to them is lamentably defective. The coming into vogue of investigations concerning the relation between the “natural rate of interest” and the “money rate of interest,” the ascendancy of the monetary theory of the trade cycle, and the entire demolition of the doctrine of the simultaneousness and evenness of the changes in the purchasing power of money were marks of the new tenor of economic thought. Of course, these new ideas were essentially a continuation of the work gloriously begun by David Hume, the British Currency School, John Stuart Mill and Cairnes.

12

Ακόμη επιβλαβέστερο ήταν ένα δεύτερο σφάλμα, το οποίο προέκυψε από την απρόσεκτη χρήση της νοητικής κατασκευής μιας αγοράς άμεσης ανταλλαγής.

Still more detrimental was a second error which emerged from the careless use of the imaginary construction of a market with direct exchange.

13

Μια βαθιά ριζωμένη πλάνη υποστήριζε ότι τα ανταλλασσόμενα πράγματα και οι ανταλλασσόμενες υπηρεσίες έχουν ίση αξία. Η αξία θεωρούνταν αντικειμενική, μια εγγενής ιδιότητα των πραγμάτων, και όχι απλώς έκφραση του διαφορετικού βαθμού στον οποίο οι άνθρωποι επιθυμούν να τα αποκτήσουν. Υποτίθεται ότι οι άνθρωποι προσδιόριζαν πρώτα, μέσω μιας πράξης μέτρησης, το μέγεθος της αξίας που προσιδιάζει στα αγαθά και στις υπηρεσίες και έπειτα προχωρούσαν στην ανταλλαγή τους με ποσότητες αγαθών και υπηρεσιών ίσης αξίας. Αυτή η πλάνη ματαίωσε την προσέγγιση του Αριστοτέλη στα οικονομικά προβλήματα και, επί σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια, τον συλλογισμό όλων εκείνων για τους οποίους οι απόψεις του Αριστοτέλη αποτελούσαν αυθεντία. Έπληξε σοβαρά τα θαυμαστά επιτεύγματα των κλασικών οικονομολόγων και κατέστησε εντελώς μάταια τα συγγράμματα των επιγόνων τους, ιδίως εκείνα του Marx και της μαρξιστικής σχολής.

Θεμέλιο της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης είναι η διαπίστωση ότι ακριβώς η διαφορά στην αξία που αποδίδεται στα ανταλλασσόμενα αντικείμενα προκαλεί την ανταλλαγή τους. Οι άνθρωποι αγοράζουν και πωλούν μόνο επειδή αποτιμούν όσα εγκαταλείπουν χαμηλότερα από όσα λαμβάνουν. Επομένως, η έννοια της μέτρησης της αξίας είναι κενή περιεχομένου. Καμιά διαδικασία που θα μπορούσε να αποκληθεί μέτρηση της αξίας δεν προηγείται ούτε συνοδεύει μια πράξη ανταλλαγής. Ένα άτομο μπορεί να αποδίδει την ίδια αξία σε δύο πράγματα· τότε, όμως, δεν μπορεί να προκύψει ανταλλαγή. Αν υπάρχει διαφορά στην αποτίμηση, το μόνο που μπορεί να διατυπωθεί σχετικά με αυτή είναι ότι μία μονάδα του a αποτιμάται υψηλότερα και προτιμάται από μία μονάδα του b. Οι αξίες και οι αποτιμήσεις είναι εντατικά και όχι εκτατικά μεγέθη. Δεν μπορούν να συλληφθούν νοητικά μέσω της εφαρμογής απόλυτων αριθμών.

An inveterate fallacy asserted that things and services exchanged are of equal value. Value was considered as objective, as an intrinsic quality inherent in things and not merely as the expression of various people’s eagerness to acquire them. People, it was assumed, first established the magnitude of value proper to goods and services by an act of measurement and then proceeded to barter them against quantities of goods and services of the same amount of value. This fallacy frustrated Aristotle’s approach to economic problems and, for almost two thousand years, the reasoning of all those for whom Aristotle’s opinions were authoritative. It seriously vitiated the marvelous achievements of the classical economists and rendered the writings of their epigones, especially those of Marx and the Marxian school, entirely futile. The basis of modern economics is the cognition that it is precisely the disparity in the value attached to the objects exchanged that results in their being exchanged. People buy and sell only because they appraise the things given up less than those received. Thus the notion of a measurement of value is vain. An act of exchange is neither preceded nor accompanied by any process which could be called a measuring of value. An individual may attach the same value to two things; but then no exchange can result. But if there is a diversity in valuation, all that can be asserted with regard to it is that one a is valued higher, that it is preferred to one b. Values and valuations are intensive quantities and not extensive quantities. They are not susceptible to mental grasp by the application of cardinal numbers.

14

Ωστόσο, η ψευδής ιδέα ότι οι αξίες είναι μετρήσιμες και ότι πράγματι μετρώνται κατά τη διεξαγωγή των οικονομικών συναλλαγών είχε ριζώσει τόσο βαθιά, ώστε ακόμη και επιφανείς οικονομολόγοι έπεσαν θύματα της πλάνης που αυτή εμπεριέχει. Ακόμη και ο Friedrich von Wieser και ο Irving Fisher θεώρησαν αυτονόητο ότι πρέπει να υπάρχει κάτι σαν μέτρηση της αξίας και ότι η οικονομική επιστήμη πρέπει να είναι ικανή να προσδιορίσει και να εξηγήσει τη μέθοδο με την οποία πραγματοποιείται μια τέτοια μέτρηση.5 Οι περισσότεροι οικονομολόγοι μικρότερου διαμετρήματος υποστήριζαν απλώς ότι το χρήμα χρησιμεύει «ως μέτρο των αξιών».

However, the spurious idea that values are measurable and are really measured in the conduct of economic transactions was so deeply rooted that even eminent economists fell victim to the fallacy implied. Even Friedrich von Wieser and Irving Fisher took it for granted that there must be something like measurement of value and that economics must be able to indicate and to explain the method by which such measurement is effected. [5] Most of the lesser economists simply maintained that money serves “as a measure of values.”

15

Πρέπει, όμως, να αντιληφθούμε ότι αποτίμηση σημαίνει προτίμηση του a έναντι του b. Υπάρχει —από λογική, επιστημολογική, ψυχολογική και πραξεολογική άποψη— μόνο ένα υπόδειγμα προτίμησης. Δεν έχει σημασία αν ένας ερωτευμένος προτιμά μία γυναίκα από άλλες, ένας άνθρωπος έναν φίλο από άλλους ανθρώπους, ένας φιλότεχνος έναν πίνακα από άλλους πίνακες ή ένας καταναλωτής ένα καρβέλι ψωμί από ένα γλύκισμα. Η προτίμηση σημαίνει πάντοτε ότι κάποιος αγαπά ή επιθυμεί το a περισσότερο από το b. Όπως δεν υπάρχει κανένα κριτήριο και καμία μέτρηση της ερωτικής αγάπης, της φιλίας και της συμπάθειας ή της αισθητικής απόλαυσης, έτσι δεν υπάρχει καμία μέτρηση της αξίας των εμπορευμάτων.

Αν ένας άνθρωπος ανταλλάξει δύο λίβρες βουτύρου με ένα πουκάμισο, το μόνο που μπορούμε να διατυπώσουμε σχετικά με αυτή τη συναλλαγή είναι ότι —κατά τη στιγμή της συναλλαγής και υπό τις συνθήκες που του προσφέρει αυτή η στιγμή— προτιμά ένα πουκάμισο από δύο λίβρες βουτύρου. Είναι βέβαιο ότι κάθε πράξη προτίμησης χαρακτηρίζεται από μια ορισμένη ψυχική ένταση των συναισθημάτων που εμπεριέχει. Υπάρχουν διαβαθμίσεις στην ένταση της επιθυμίας για την επίτευξη ενός συγκεκριμένου σκοπού, και αυτή η ένταση καθορίζει το ψυχικό όφελος που αποφέρει η επιτυχής δράση στο δρων άτομο. Τα ψυχικά μεγέθη, όμως, μπορούν μόνο να γίνουν αισθητά. Είναι απολύτως προσωπικά και δεν υπάρχει κανένα σημασιολογικό μέσο με το οποίο να μπορεί να εκφραστεί η έντασή τους και να μεταδοθούν σχετικές πληροφορίες σε άλλους ανθρώπους.

Now, we must realize that valuing means to prefer a to b. There is— logically, epistemologically, psychologically, and praxeologically—only one pattern of preferring. It does not matter whether a lover prefers one girl to other girls, a man one friend to other people, an amateur one painting to other paintings, or a consumer a loaf of bread to a piece of candy. Preferring always means to love or to desire a more than b. Just as there is no standard and no measurement of sexual love, of friendship and sympathy, and of aesthetic enjoyment, so there is no measurement of the value of commodities. If a man exchanges two pounds of butter for a shirt, all that we can assert with regard to this transaction is that he—at the instant of the transaction and under the conditions which this instant offers to him— prefers one shirt to two pounds of butter. It is certain that every act of preferring is characterized by a definite psychic intensity of the feelings it implies. There are grades in the intensity of the desire to attain a definite goal and this intensity determines the psychic profit which the successful action brings to the acting individual. But psychic quantities can only be felt. They are entirely personal, and there is no semantic means to express their intensity and to convey information about them to other people.

16

Δεν υπάρχει διαθέσιμη μέθοδος για την κατασκευή μιας μονάδας αξίας. Ας θυμηθούμε ότι δύο μονάδες ενός ομοιογενούς αποθέματος αποτιμώνται αναγκαστικά διαφορετικά. Η αξία που αποδίδεται στη νιοστή μονάδα είναι χαμηλότερη από εκείνη που αποδίδεται στη (n −1)-οστή μονάδα.

There is no method available to construct a unit of value. Let us remember that two units of a homogeneous supply are necessarily valued differently. The value attached to the nth unit is lower than that attached to the (n-1)th unit.

17

Στην κοινωνία της αγοράς υπάρχουν χρηματικές τιμές. Ο οικονομικός υπολογισμός είναι υπολογισμός σε όρους χρηματικών τιμών. Οι διάφορες ποσότητες αγαθών και υπηρεσιών εισέρχονται σε αυτόν τον υπολογισμό με το χρηματικό ποσό έναντι του οποίου αγοράζονται και πωλούνται στην αγορά ή έναντι του οποίου θα μπορούσαν, κατά πρόβλεψη, να αγοραστούν και να πωληθούν. Αποτελεί πλασματική παραδοχή ότι ένα απομονωμένο και αυτάρκες άτομο ή ο γενικός διευθυντής ενός σοσιαλιστικού συστήματος —δηλαδή ενός συστήματος στο οποίο δεν υπάρχει αγορά για τα μέσα παραγωγής— θα μπορούσε να υπολογίζει. Δεν υπάρχει καμία οδός που θα μπορούσε να οδηγήσει από τον χρηματικό υπολογισμό μιας οικονομίας της αγοράς σε οποιοδήποτε είδος υπολογισμού εντός ενός μη αγοραίου συστήματος.

In the market society there are money prices. Economic calculation is calculation in terms of money prices. The various quantities of goods and services enter into this calculation with the amount of money for which they are bought and sold on the market or for which they could prospectively be bought and sold. It is a fictitious assumption that an isolated self-sufficient individual or the general manager of a socialist system, i.e., a system in which there is no market for means of production, could calculate. There is no way which could lead one from the money computation of a market economy to any kind of computation in a nonmarket system.

18

Η θεωρία της αξίας και ο σοσιαλισμός

The Theory of Value and Socialism

19

Οι σοσιαλιστές, οι θεσμιστές και η Ιστορική Σχολή κατηγόρησαν τους οικονομολόγους επειδή χρησιμοποίησαν τη νοητική κατασκευή ενός απομονωμένου ατόμου που σκέπτεται και δρα. Αυτό το υπόδειγμα του Ροβινσώνα Κρούσου, υποστηρίζεται, είναι άχρηστο για τη μελέτη των συνθηκών μιας οικονομίας της αγοράς. Η επίπληξη αυτή είναι σε κάποιον βαθμό δικαιολογημένη. Οι νοητικές κατασκευές ενός απομονωμένου ατόμου και μιας σχεδιασμένης οικονομίας χωρίς αγοραία ανταλλαγή καθίστανται αξιοποιήσιμες μόνο μέσω της σιωπηρής εισαγωγής της πλασματικής παραδοχής —η οποία είναι νοητικά αυτοαντιφατική και αντίθετη προς την πραγματικότητα— ότι ο οικονομικός υπολογισμός είναι δυνατός και εντός ενός συστήματος χωρίς αγορά για τα μέσα παραγωγής.

Socialists, Institutionalists and the Historical School have blamed economists for having employed the imaginary construction of an isolated individual’s thinking and acting. This Robinson Crusoe pattern, it is asserted, is of no use for the study of the conditions of a market economy. The rebuke is somewhat justified. Imaginary constructions of an isolated individual and of a planned economy without market exchange become utilizable only through the implication of the fictitious assumption, selfcontradictory in thought and contrary to reality, that economic calculation is possible also within a system without a market for the means of production.

20

Ασφαλώς, αποτέλεσε σοβαρό σφάλμα το ότι οι οικονομολόγοι δεν αντιλήφθηκαν αυτή τη διαφορά μεταξύ των συνθηκών μιας οικονομίας της αγοράς και μιας μη αγοραίας οικονομίας. Οι σοσιαλιστές, όμως, είχαν ελάχιστους λόγους να επικρίνουν αυτό το σφάλμα. Διότι συνίστατο ακριβώς στο ότι οι οικονομολόγοι εισήγαγαν σιωπηρά την παραδοχή πως και μια σοσιαλιστική κοινωνική τάξη θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον οικονομικό υπολογισμό και, ως εκ τούτου, υποστήριζαν τη δυνατότητα πραγμάτωσης των σοσιαλιστικών σχεδίων.

It was certainly a serious blunder that economists did not become aware of this difference between the conditions of a market economy and a nonmarket economy. Yet the socialists had little reason for criticizing this fault. For it consisted precisely in the fact that the economists tacitly implied the assumption that a socialist order of society could also resort to economic calculation and that they thus asserted the possibility of the realization of the socialist plans.

21

Οι κλασικοί οικονομολόγοι και οι επίγονοί τους δεν μπορούσαν, ασφαλώς, να αναγνωρίσουν τα σχετικά προβλήματα. Αν ήταν αληθές ότι η αξία των πραγμάτων καθορίζεται από την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ή την αναπαραγωγή τους, τότε δεν θα υπήρχε περαιτέρω πρόβλημα οικονομικού υπολογισμού. Οι υποστηρικτές της εργασιακής θεωρίας της αξίας δεν μπορούν να κατηγορηθούν επειδή παρανόησαν τα προβλήματα ενός σοσιαλιστικού συστήματος. Το μοιραίο σφάλμα τους ήταν η αστήρικτη θεωρία τους περί αξίας. Το γεγονός ότι ορισμένοι από αυτούς ήταν πρόθυμοι να θεωρήσουν τη νοητική κατασκευή μιας σοσιαλιστικής οικονομίας χρήσιμο και πραγματοποιήσιμο πρότυπο για τη ριζική αναμόρφωση της κοινωνικής οργάνωσης δεν αντέφασκε προς το ουσιώδες περιεχόμενο της θεωρητικής τους ανάλυσης. Τα πράγματα, όμως, ήταν διαφορετικά στην περίπτωση της υποκειμενιστικής καταλλακτικής. Ήταν ασυγχώρητο το ότι οι σύγχρονοι οικονομολόγοι δεν αναγνώρισαν τα σχετικά προβλήματα.

The classical economists and their epigones could not, of course, recognize the problems involved. If it were true that the value of things is determined by the quantity of labor required for their production or reproduction, then there is no further problem of economic calculation. The supporters of the labor theory of value cannot be blamed for having misconstrued the problems of a socialist system. Their fateful failure was their untenable doctrine of value. That some of them were ready to consider the imaginary construction of a socialist economy as a useful and realizable pattern for a thorough reform of social organization did not contradict the essential content of their theoretical analysis. But it was different with subjective catallactics. It was unpardonable for the modern economists to have failed to recognize the problems involved.

22

Ο Wieser είχε δίκιο όταν δήλωσε κάποτε ότι πολλοί οικονομολόγοι είχαν, χωρίς να το συνειδητοποιούν, ασχοληθεί με τη θεωρία της αξίας του κομμουνισμού και, για τον λόγο αυτό, είχαν παραμελήσει την ανάπτυξη της θεωρίας της αξίας της υφιστάμενης κοινωνικής τάξης.6 Είναι τραγικό το ότι και ο ίδιος δεν κατόρθωσε να αποφύγει αυτό το σφάλμα.

Wieser was right when he once declared that many economists have unwittingly dealt with the value theory of communism and have on that account neglected to elaborate that of the present state of society.[6] It is tragic that he himself did not avoid this failure.

23

Η πλάνη ότι είναι δυνατή μια ορθολογική τάξη οικονομικής διαχείρισης σε μια κοινωνία που βασίζεται στη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής οφείλει την προέλευσή της στη θεωρία της αξίας των κλασικών οικονομολόγων και την επιμονή της στην αποτυχία πολλών σύγχρονων οικονομολόγων να αναπτύξουν με συνέπεια, έως τα έσχατα συμπεράσματά του, το θεμελιώδες θεώρημα της υποκειμενιστικής θεωρίας. Έτσι, οι σοσιαλιστικές ουτοπίες γεννήθηκαν και διατηρήθηκαν από τις ανεπάρκειες εκείνων ακριβώς των σχολών σκέψης τις οποίες οι μαρξιστές απορρίπτουν ως «ιδεολογικό προκάλυμμα του ιδιοτελούς ταξικού συμφέροντος της εκμεταλλεύτριας αστικής τάξης». Στην πραγματικότητα, τα σφάλματα αυτών των σχολών ήταν εκείνα που επέτρεψαν στις σοσιαλιστικές ιδέες να ευδοκιμήσουν. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει σαφώς την κενότητα των μαρξιστικών διδασκαλιών περί «ιδεολογιών» και του σύγχρονου παρακλαδιού τους, της κοινωνιολογίας της γνώσης.

The illusion that a rational order of economic management is possible in a society based on public ownership of the means of production owed its origin to the value theory of the classical economists and its tenacity to the failure of many modern economists to think through consistently to its ultimate conclusions the fundamental theorem of the subjectivist theory. Thus the socialist utopias were generated and preserved by the shortcomings of those schools of thought which the Marxians reject as “an ideological disguise of the selfish class interest of the exploiting bourgeoisie.” In truth it was the errors of these schools that made the socialist ideas thrive. This fact clearly demonstrates the emptiness of the Marxian teachings concerning “ideologies” and its modern offshoot, the sociology of knowledge.

24

Σημειώσεις

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

25

3. Το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. The Problem of Economic Calculation

26

Ο δρων άνθρωπος χρησιμοποιεί τη γνώση που παρέχουν οι φυσικές επιστήμες για την ανάπτυξη της τεχνολογίας, της εφαρμοσμένης επιστήμης της δράσης που είναι δυνατή στο πεδίο των εξωτερικών γεγονότων. Η τεχνολογία καταδεικνύει τι θα μπορούσε να επιτευχθεί, αν κάποιος επιθυμούσε να το επιτύχει, και πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί, υπό την προϋπόθεση ότι οι άνθρωποι θα ήταν διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν τα ενδεικνυόμενα μέσα. Με την πρόοδο των φυσικών επιστημών προόδευσε και η τεχνολογία· πολλοί θα προτιμούσαν να πουν ότι η επιθυμία βελτίωσης των τεχνολογικών μεθόδων υποκίνησε την πρόοδο των φυσικών επιστημών. Η ποσοτικοποίηση των φυσικών επιστημών προσέδωσε ποσοτικό χαρακτήρα και στην τεχνολογία. Η σύγχρονη τεχνολογία είναι ουσιαστικά η εφαρμοσμένη τέχνη της ποσοτικής πρόβλεψης των αποτελεσμάτων μιας δυνατής δράσης. Υπολογίζει κανείς με εύλογο βαθμό ακρίβειας το αποτέλεσμα των σχεδιαζόμενων ενεργειών και προβαίνει σε υπολογισμούς προκειμένου να διαμορφώσει μια δράση κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να προκύψει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Acting man uses knowledge provided by the natural sciences for the elaboration of technology, the applied science of action possible in the field of external events. Technology shows what could be achieved if one wanted to achieve it, and how it could be achieved provided people were prepared to employ the means indicated. With the progress of the natural sciences technology progressed too; many would prefer to say that the desire to improve technological methods prompted the progress of the natural sciences. The quantification of the natural sciences made technology quantitative. Modern technology is essentially the applied art of quantitative prediction of the outcome of possible action. One calculates with a reasonable degree of precision the outcome of planned actions, and one calculates in order to arrange an action in such a way that a definite result emerges.

27

Ωστόσο, οι πληροφορίες που παρέχει η τεχνολογία θα επαρκούσαν για την πραγματοποίηση υπολογισμών μόνο αν όλα τα μέσα παραγωγής —τόσο τα υλικά όσο και τα ανθρώπινα— μπορούσαν να υποκαθίστανται πλήρως μεταξύ τους σύμφωνα με καθορισμένες αναλογίες ή αν ήταν όλα απολύτως ειδικά. Στην πρώτη περίπτωση, όλα τα μέσα παραγωγής θα ήταν κατάλληλα, αν και σε διαφορετικές αναλογίες, για την επίτευξη οποιωνδήποτε σκοπών· τα πράγματα θα ήταν σαν να υπήρχε μόνο ένα είδος μέσων, δηλαδή μόνο ένα είδος οικονομικών αγαθών ανώτερης τάξεως. Στη δεύτερη περίπτωση, κάθε μέσο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την επίτευξη ενός μόνο σκοπού· σε κάθε ομάδα συμπληρωματικών συντελεστών παραγωγής θα αποδιδόταν η αξία που αποδίδεται στο αντίστοιχο αγαθό πρώτης τάξεως. Και εδώ παραβλέπουμε προσωρινά τις μεταβολές που επιφέρει ο παράγοντας χρόνος.

Καμία από αυτές τις δύο συνθήκες δεν υφίσταται στο σύμπαν εντός του οποίου δρα ο άνθρωπος. Τα μέσα μπορούν να υποκαθίστανται μεταξύ τους μόνο εντός στενών ορίων· είναι περισσότερο ή λιγότερο ειδικά μέσα για την επίτευξη διαφόρων σκοπών. Από την άλλη πλευρά, όμως, τα περισσότερα μέσα δεν είναι απολύτως ειδικά· τα περισσότερα είναι κατάλληλα για διάφορες χρήσεις. Τα γεγονότα ότι υπάρχουν διαφορετικές κατηγορίες μέσων, ότι τα περισσότερα μέσα είναι καταλληλότερα για την πραγματοποίηση ορισμένων σκοπών, λιγότερο κατάλληλα για την επίτευξη άλλων και απολύτως άχρηστα για την παραγωγή μιας τρίτης κατηγορίας αποτελεσμάτων και ότι, συνεπώς, τα διάφορα μέσα επιδέχονται διαφορετικές χρήσεις θέτουν στον άνθρωπο το καθήκον να τα κατανείμει σε εκείνες τις χρήσεις στις οποίες μπορούν να προσφέρουν τις σημαντικότερες υπηρεσίες.

Στο σημείο αυτό, ο υπολογισμός σε είδος που εφαρμόζει η τεχνολογία δεν παρέχει καμία βοήθεια. Η τεχνολογία ασχολείται με αριθμήσιμες και μετρήσιμες ποσότητες εξωτερικών πραγμάτων και αποτελεσμάτων· γνωρίζει τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ τους, αλλά δεν ασχολείται με τη σημασία τους για τις ανθρώπινες ανάγκες και επιθυμίες. Το πεδίο της περιορίζεται αποκλειστικά στην αντικειμενική αξία χρήσεως. Κρίνει όλα τα προβλήματα από την ανιδιοτελή σκοπιά ενός ουδέτερου παρατηρητή φυσικών, χημικών και βιολογικών γεγονότων. Στις διδασκαλίες της τεχνολογίας δεν υπάρχει χώρος για την έννοια της υποκειμενικής αξίας χρήσεως, για την ειδικά ανθρώπινη οπτική ούτε για τα διλήμματα του δρώντος ανθρώπου.

Η τεχνολογία αγνοεί το οικονομικό πρόβλημα: πώς πρέπει να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα μέσα, ώστε καμία περισσότερο επιτακτικά αισθητή ανάγκη να μην παραμείνει ανικανοποίητη επειδή τα κατάλληλα για την ικανοποίησή της μέσα χρησιμοποιήθηκαν —δηλαδή σπαταλήθηκαν— για την ικανοποίηση μιας λιγότερο επιτακτικά αισθητής ανάγκης. Η τεχνολογία και οι μέθοδοι απαρίθμησης και μέτρησης που εφαρμόζει είναι ακατάλληλες για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων. Η τεχνολογία εξηγεί πώς μπορεί να επιτευχθεί ένας δεδομένος σκοπός μέσω της χρησιμοποίησης διαφόρων μέσων, τα οποία μπορούν να συνδυαστούν με ποικίλους τρόπους, ή πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ορισμένους σκοπούς τα διάφορα διαθέσιμα μέσα. Αδυνατεί, όμως, να υποδείξει στον άνθρωπο ποια διαδικασία πρέπει να επιλέξει από την άπειρη ποικιλία των νοητών και δυνατών τρόπων παραγωγής.

Εκείνο που επιθυμεί να γνωρίζει ο δρων άνθρωπος είναι πώς πρέπει να χρησιμοποιήσει τα διαθέσιμα μέσα για την καλύτερη δυνατή — δηλαδή την οικονομικότερη— άρση της αισθητής δυσφορίας. Η τεχνολογία, όμως, δεν του παρέχει τίποτε περισσότερο από διατυπώσεις σχετικά με τις αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ εξωτερικών πραγμάτων. Μας λέει, για παράδειγμα, ότι:

7a + 3b + ⋯+ xn

είναι δυνατό να επιφέρουν 8P.

Μολονότι, όμως, γνωρίζει την αξία που αποδίδει ο δρων άνθρωπος στα διάφορα αγαθά πρώτης τάξεως, δεν μπορεί να αποφασίσει αν αυτός ο τύπος ή οποιοσδήποτε άλλος από το άπειρο πλήθος των τύπων που έχουν κατασκευαστεί κατά παρόμοιο τρόπο εξυπηρετεί καλύτερα την επίτευξη των σκοπών του δρώντος ανθρώπου. Η επιστήμη του μηχανικού μπορεί να προσδιορίσει πώς πρέπει να κατασκευαστεί μια γέφυρα, ώστε να διασχίζει έναν ποταμό σε συγκεκριμένο σημείο και να αντέχει ορισμένα φορτία. Δεν μπορεί, όμως, να απαντήσει στο ερώτημα αν η κατασκευή αυτής της γέφυρας θα απέσυρε υλικούς συντελεστές παραγωγής και εργασία από μια χρήση στην οποία θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν περισσότερο επιτακτικές ανάγκες. Δεν μπορεί να μας πει αν πρέπει πράγματι να κατασκευαστεί η γέφυρα, πού πρέπει να κατασκευαστεί, ποια φέρουσα ικανότητα πρέπει να διαθέτει και ποια από τις πολυάριθμες δυνατές μεθόδους κατασκευής της πρέπει να επιλεγεί. Ο τεχνολογικός υπολογισμός μπορεί να προσδιορίζει σχέσεις μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών μέσων μόνο στον βαθμό στον οποίο αυτά μπορούν να υποκαθίστανται μεταξύ τους κατά την προσπάθεια επίτευξης ενός συγκεκριμένου σκοπού. Η δράση, όμως, είναι υποχρεωμένη να ανακαλύπτει σχέσεις μεταξύ όλων των μέσων, όσο ανόμοια και αν είναι, ανεξάρτητα από το αν μπορούν ή όχι να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο κατά την παροχή των ίδιων υπηρεσιών.

However, the mere information conveyed by technology would suffice for the performance of calculation only if all means of production—both material and human—could be perfectly substituted for one another according to definite ratios, or if they all were absolutely specific. In the former case all means of production would be fit, although according to different ratios, for the attainment of all ends whatever; things would be as if only one kind of means—one kind of economic goods of a higher order existed. In the latter case each means could be employed for the attainment of one end only; one would attach to each group of complementary factors of production the value attached to the respective good of the first order. (Here again we disregard provisionally the modifications brought about by the time factor.) Neither of these two conditions is present in the universe in which man acts. The means can only be substituted for one another within narrow limits; they are more or less specific means for the attainment of various ends. But, on the other hand, most means are not absolutely specific; most of them are fit for various purposes. The facts that there are different classes of means, that most of the means are better suited for the realization of some ends, less suited for the attainment of some other ends and absolutely useless for the production of a third group of ends, and that therefore the various means allow for various uses, set man the tasks of allocating them to those employments in which they can render the best service. Here computation in kind as applied by technology is of no avail. Technology operates with countable and measurable quantities of external things and effects; it knows causal relations between them, but it is foreign to their relevance to human wants and desires. Its field is that of objective use-value only. It judges all problems from the disinterested point of view of a neutral observer of physical, chemical, and biological events. For the notion of subjective use-value, for the specifically human angle, and for the dilemmas of acting man there is no room in the teachings of technology. It ignores the economic problem: to employ the available means in such a way that no want more urgently felt should remain unsatisfied because the means suitable for its attainment were employed—wasted—for the attainment of a want less urgently felt. For the solution of such problems technology and its methods of counting and measuring are unfit. Technology tells how a given end could be attained by the employment of various means which can be used together in various combinations, or how various available means could be employed for certain purposes. But it is at a loss to tell man which procedures he should choose out of the infinite variety of imaginable and possible modes of production. What acting man wants to know is how he must employ the available means for the best possible—the most economic—removal of felt uneasiness. But technology provides him with nothing more than statements about causal relations between external things. It tells, for example, 7a + 3b + 5c + . . . xn are liable to bring about 8 P. But although it knows the value attached by acting man to the various goods of the first order, it cannot decide whether this precept or any other out of the infinite multitude of similarly constructed precepts best serves the attainment of the ends sought by acting man. The art of engineering can establish how a bridge must be built in order to span a river at a given point and to carry definite loads. But it cannot answer the question whether or not the construction of such a bridge would withdraw material factors of production and labor from an employment in which they could satisfy needs more urgently felt. It cannot tell whether or not the bridge should be built at all, where it should be built, what capacity for bearing burdens it should have, and which of the many possibilities for its construction should be chosen. Technological computation can establish relations between various classes of means only to the extent that they can be substituted for one another in the attempts to attain a definite goal. But action is bound to discover relations among all means, however dissimilar they may be, without any regard to the question whether or not they can replace one another in performing the same services.

28

Η τεχνολογία και οι θεωρήσεις που απορρέουν από αυτήν θα είχαν περιορισμένη χρησιμότητα για τον δρώντα άνθρωπο, αν ήταν αδύνατο να εισαχθούν στα σχήματά τους οι χρηματικές τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών. Τα σχέδια και οι μελέτες των μηχανικών θα ήταν αμιγώς ακαδημαϊκά, αν δεν μπορούσαν να συγκρίνουν τις εισροές και τις εκροές πάνω σε μια κοινή βάση. Ο υψηλόφρων θεωρητικός, απομονωμένος στο εργαστήριό του, δεν ασχολείται με τέτοια ασήμαντα ζητήματα· εκείνο που αναζητεί είναι οι αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων στοιχείων του σύμπαντος. Ο άνθρωπος της πράξης, όμως, ο οποίος επιθυμεί να βελτιώσει τις ανθρώπινες συνθήκες αίροντας στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη δυσφορία, πρέπει να γνωρίζει αν, υπό τις δεδομένες συνθήκες, εκείνο που σχεδιάζει αποτελεί την καλύτερη μέθοδο —ή έστω μια κατάλληλη μέθοδο— για να μειώσει τη δυσφορία των ανθρώπων. Πρέπει να γνωρίζει αν αυτό που επιθυμεί να επιτύχει θα αποτελέσει βελτίωση σε σύγκριση τόσο με την παρούσα κατάσταση πραγμάτων όσο και με τα πλεονεκτήματα που αναμένεται να προκύψουν από την εκτέλεση άλλων τεχνικά πραγματοποιήσιμων σχεδίων, τα οποία δεν μπορούν να εκτελεστούν αν το σχέδιο που έχει κατά νου απορροφήσει τα διαθέσιμα μέσα. Τέτοιες συγκρίσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο μέσω της χρήσης χρηματικών τιμών.

Technology and the considerations derived from it would be of little use for acting man if it were impossible to introduce into their schemes the money prices of goods and services. The projects and designs of engineers would be purely academic if they could not compare input and output on a common basis. The lofty theorist in the seclusion of his laboratory does not bother about such trifling things; what he is searching for is causal relations between various elements of the universe. But the practical man, eager to improve human conditions by removing uneasiness as far as possible, must know whether, under given conditions, what he is planning is the best method, or even a method, to make people less uneasy. He must know whether what he wants to achieve will be an improvement when compared with the present state of affairs and with the advantages to be expected from the execution of other technically realizable projects which cannot be put into execution if the project he has in mind absorbs the available means. Such comparisons can only be made by the use of money prices.

29

Έτσι, το χρήμα καθίσταται το όχημα του οικονομικού υπολογισμού. Αυτό δεν αποτελεί χωριστή λειτουργία του χρήματος. Το χρήμα είναι το καθολικά χρησιμοποιούμενο μέσο ανταλλαγής και τίποτε άλλο. Μόνο επειδή το χρήμα αποτελεί το κοινό μέσο ανταλλαγής, επειδή τα περισσότερα αγαθά και οι περισσότερες υπηρεσίες μπορούν να πωλούνται και να αγοράζονται στην αγορά έναντι χρήματος, και μόνο στον βαθμό στον οποίο συμβαίνει αυτό, μπορούν οι άνθρωποι να χρησιμοποιούν τις χρηματικές τιμές στους υπολογισμούς τους. Οι σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ του χρήματος και των διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών, όπως διαμορφώθηκαν στην αγορά κατά το παρελθόν και όπως αναμένεται να διαμορφωθούν στην αγορά κατά το μέλλον, αποτελούν τα νοητικά εργαλεία του οικονομικού σχεδιασμού. Όπου δεν υπάρχουν χρηματικές τιμές, δεν υπάρχουν οικονομικά μεγέθη. Υπάρχουν μόνο διάφορες ποσοτικές σχέσεις μεταξύ διαφορετικών αιτίων και αποτελεσμάτων στον εξωτερικό κόσμο. Δεν υπάρχει κανένα μέσο με το οποίο ο άνθρωπος θα μπορούσε να εξακριβώσει ποιο είδος δράσης θα εξυπηρετούσε καλύτερα τις προσπάθειές του να άρει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τη δυσφορία.

Thus money becomes the vehicle of economic calculation. This is not a separate function of money. Money is the universally used medium of exchange, nothing else. Only because money is the common medium of exchange, because most goods and services can be sold and bought on the market against money, and only as far as this is the case, can men use money prices in reckoning. The exchange ratios between money and the various goods and services as established on the market of the past and as expected to be established on the market of the future are the mental tools of economic planning. Where there are no money prices, there are no such things as economic quantities. There are only various quantitative relations between various causes and effects in the external world. There is no means for man to find out what kind of action would best serve his endeavors to remove uneasiness as far as possible.

30

Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στις πρωτόγονες συνθήκες της οικιακής οικονομίας των αυτάρκων γεωργών. Οι άνθρωποι αυτοί εκτελούσαν μόνο πολύ απλές παραγωγικές διαδικασίες. Δεν χρειάζονταν κανέναν υπολογισμό, επειδή μπορούσαν να συγκρίνουν άμεσα τις εισροές με τις εκροές. Αν ήθελαν πουκάμισα, καλλιεργούσαν κάνναβη, την έκλωθαν, την ύφαιναν και έραβαν τα πουκάμισα. Μπορούσαν εύκολα, χωρίς κανέναν υπολογισμό, να αποφασίσουν αν ο μόχθος και η καταπόνηση που είχαν υποστεί αντισταθμίζονταν από το προϊόν. Για την πολιτισμένη ανθρωπότητα, όμως, η επιστροφή σε έναν τέτοιο τρόπο ζωής αποκλείεται.

There is no need to dwell upon the primitive conditions of the household economy of self-sufficient farmers. These people performed only very simple processes of production. For them no calculation was needed, as they could directly compare input and output. If they wanted shirts, they grew hemp, they spun, wove, and sewed. They could, without any calculation, easily make up their minds whether or not the toil and trouble expended were compensated by the product. But for civilized mankind a return to such a life is out of the question.

31

4. Ο οικονομικός υπολογισμός και η αγορά

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. Economic Calculation and the Market

32

Η ποσοτική πραγμάτευση των οικονομικών προβλημάτων δεν πρέπει να συγχέεται με τις ποσοτικές μεθόδους που εφαρμόζονται κατά την εξέταση των προβλημάτων του εξωτερικού σύμπαντος των φυσικών και χημικών γεγονότων. Το διακριτικό γνώρισμα του οικονομικού υπολογισμού είναι ότι ούτε βασίζεται ούτε σχετίζεται με οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μέτρηση.

The quantitative treatment of economic problems must not be confused with the quantitative methods applied in dealing with the problems of the external universe of physical and chemical events. The distinctive mark of economic calculation is that it is neither based upon nor related to anything which could be characterized as measurement.

33

Μια διαδικασία μέτρησης συνίσταται στον προσδιορισμό της αριθμητικής σχέσης ενός αντικειμένου προς ένα άλλο αντικείμενο, δηλαδή προς τη μονάδα μέτρησης. Η έσχατη πηγή της μέτρησης βρίσκεται στις χωρικές διαστάσεις. Με τη βοήθεια μιας μονάδας που ορίζεται σε σχέση με την έκταση, μετρώνται η ενέργεια και το δυναμικό, η ικανότητα ενός πράγματος να επιφέρει μεταβολές σε άλλα πράγματα και σχέσεις, καθώς και η παρέλευση του χρόνου. Η ένδειξη ενός δείκτη υποδηλώνει άμεσα μια χωρική σχέση και μόνο έμμεσα άλλα μεγέθη. Η παραδοχή στην οποία βασίζεται η μέτρηση είναι το αμετάβλητο της μονάδας. Η μονάδα μήκους αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο πάνω στον οποίο θεμελιώνεται κάθε μέτρηση. Θεωρείται ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να την αντιμετωπίζει ως αμετάβλητη.

A process of measurement consists in the establishment of the numerical relation of an object with regard to another object, viz., the unit of the measurement. The ultimate source of measurement is that of spatial dimensions. With the aid of the unit defined in reference to extension one measures energy and potentiality, the power of a thing to bring about changes in other things and relations, and the passing of time. A pointerreading is directly indicative of a spatial relation and only indirectly of other quantities. The assumption underlying measurement is the immutability of the unit. The unit of length is the rock upon which all measurement is based. It is assumed that man cannot help considering it immutable.

34

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες συντελέστηκε επανάσταση στο παραδοσιακό επιστημολογικό πλαίσιο της φυσικής, της χημείας και των μαθηματικών. Βρισκόμαστε στις παραμονές καινοτομιών των οποίων η έκταση δεν μπορεί να προβλεφθεί. Ενδέχεται οι μελλοντικές γενιές φυσικών να κληθούν να αντιμετωπίσουν προβλήματα τα οποία, από ορισμένες απόψεις, θα είναι παρόμοια με εκείνα που πρέπει να αντιμετωπίσει η πραξεολογία. Ίσως αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την ιδέα ότι υπάρχει κάτι ανεπηρέαστο από τις κοσμικές μεταβολές, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο παρατηρητής ως μέτρο. Όπως όμως και αν εξελιχθούν τα πράγματα, η λογική δομή της μέτρησης των επίγειων οντοτήτων στο μακροσκοπικό πεδίο της φυσικής δεν θα μεταβληθεί. Και η μέτρηση στο πεδίο της μικροσκοπικής φυσικής πραγματοποιείται με μετρικές κλίμακες, μικρόμετρα και φασματογράφους —σε τελική ανάλυση, μέσω των αδρών αισθητηρίων οργάνων του ανθρώπου, δηλαδή του παρατηρητή και πειραματιστή, ο οποίος ανήκει ο ίδιος στο μακροσκοπικό πεδίο.7 Δεν μπορεί να απελευθερωθεί από την ευκλείδεια γεωμετρία και από την έννοια ενός αμετάβλητου μέτρου.

The last decades have witnessed a revolution in the traditional epistemological setting of physics, chemistry, and mathematics. We are on the eve of innovations whose scope cannot be foreseen. It may be that the coming generations of physicists will have to face problems in some way similar to those with which praxeology must deal. Perhaps they will be forced to drop the idea that there is something unaffected by cosmic changes which the observer can use as a standard of measurement. But however that may come, the logical structure of the measurement of earthly entities in the macroscopic or molar field of physics will not alter. Measurement in the orbit of microscopic physics too is made with meter scales, micrometers, spectrographs—ultimately with the gross sense organs of man, the observer and experimenter, who himself is molar.[7] It cannot free itself from Euclidian geometry and from the notion of an unchangeable standard.

35

Υπάρχουν χρηματικές μονάδες, καθώς και μετρήσιμες φυσικές μονάδες διαφόρων οικονομικών αγαθών και πολλών —όχι όμως όλων— των υπηρεσιών που αγοράζονται και πωλούνται. Οι σχέσεις ανταλλαγής, όμως, με τις οποίες έχουμε να κάνουμε μεταβάλλονται διαρκώς. Δεν υπάρχει σε αυτές τίποτε σταθερό και αμετάβλητο. Αντιστέκονται σε κάθε απόπειρα μέτρησής τους. Δεν αποτελούν γεγονότα με την έννοια με την οποία ένας φυσικός αποκαλεί γεγονός τον προσδιορισμό του βάρους μιας ποσότητας χαλκού. Αποτελούν ιστορικά συμβάντα, τα οποία εκφράζουν ό,τι συνέβη μία φορά, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και υπό συγκεκριμένες περιστάσεις.

Η ίδια αριθμητική σχέση ανταλλαγής μπορεί να εμφανιστεί εκ νέου. Δεν είναι, όμως, καθόλου βέβαιο ότι αυτό πράγματι θα συμβεί· και, αν συμβεί, παραμένει ανοικτό το ερώτημα αν αυτό το πανομοιότυπο αποτέλεσμα προέκυψε από τη διατήρηση ή την επάνοδο των ίδιων περιστάσεων και όχι από την αλληλεπίδραση μιας εντελώς διαφορετικής διάταξης παραγόντων που καθορίζουν τις τιμές. Οι αριθμοί που χρησιμοποιεί ο δρων άνθρωπος στον οικονομικό υπολογισμό δεν αναφέρονται σε μετρημένες ποσότητες, αλλά στις σχέσεις ανταλλαγής που αναμένεται —βάσει της κατανόησης— να πραγματοποιηθούν στις μελλοντικές αγορές, προς τις οποίες και μόνο κατευθύνεται κάθε δράση και οι οποίες και μόνο έχουν σημασία για τον δρώντα άνθρωπο.

There are monetary units and there are measurable physical units of various economic goods and of many—but not of all—services bought and sold. But the exchange ratios which we have to deal with are permanently fluctuating. There is nothing constant and invariable in them. They defy any attempt to measure them. They are not facts in the sense in which a physicist calls the establishment of the weight of a quantity of copper a fact. They are historical events, expressive of what happened once at a definite instant and under definite circumstances. The same numerical exchange ratio may appear again, but it is by no means certain whether this will really happen and, if it happens, the question is open whether this identical result was the outcome of preservation of the same circumstances or of a return to them rather than the outcome of the interplay of a very different constellation of price-determining factors. Numbers applied by acting man in economic calculation do not refer to quantities measured but to exchange ratios as they are expected—on the basis of understanding—to be realized on the markets of the future to which alone all acting is directed and which alone counts for acting man.

36

Στο σημείο αυτό της έρευνάς μας δεν ασχολούμαστε με το πρόβλημα μιας «ποσοτικής οικονομικής επιστήμης», αλλά με την ανάλυση των νοητικών διαδικασιών που εκτελεί ο δρων άνθρωπος όταν εφαρμόζει ποσοτικές διακρίσεις κατά τον σχεδιασμό της συμπεριφοράς του. Καθώς η δράση κατευθύνεται πάντοτε προς την άσκηση επιρροής σε μια μελλοντική κατάσταση πραγμάτων, ο οικονομικός υπολογισμός ασχολείται πάντοτε με το μέλλον. Στον βαθμό στον οποίο λαμβάνει υπόψη παρελθόντα γεγονότα και σχέσεις ανταλλαγής του παρελθόντος, το πράττει αποκλειστικά για χάρη της διευθέτησης της μελλοντικής δράσης.

We are not dealing at this point of our investigation with the problem of a “quantitative science of economics,” but with the analysis of the mental processes performed by acting man in applying quantitative distinctions when planning conduct. As action is always directed toward influencing a future state of affairs, economic calculation always deals with the future. As far as it takes past events and exchange ratios of the past into consideration, it does so only for the sake of an arrangement of future action.

37

Το έργο που επιθυμεί να επιτελέσει ο δρων άνθρωπος μέσω του οικονομικού υπολογισμού είναι να εξακριβώσει το αποτέλεσμα της δράσης, αντιπαραβάλλοντας τις εισροές προς τις εκροές. Ο οικονομικός υπολογισμός είναι είτε εκτίμηση του αναμενόμενου αποτελέσματος μιας μελλοντικής δράσης είτε εξακρίβωση του αποτελέσματος μιας παρελθούσας δράσης. Η δεύτερη περίπτωση, όμως, δεν εξυπηρετεί απλώς ιστορικούς και διδακτικούς σκοπούς. Η πρακτική της σημασία είναι να καταδείξει πόσα είναι δυνατό να καταναλωθούν χωρίς να πληγεί η μελλοντική παραγωγική ικανότητα. Σε σχέση με αυτό το πρόβλημα αναπτύχθηκαν οι θεμελιώδεις έννοιες του οικονομικού υπολογισμού: κεφάλαιο και εισόδημα, κέρδος και ζημία, δαπάνη και αποταμίευση, κόστος και απόδοση.

Η πρακτική χρήση αυτών των εννοιών και όλων των εννοιών που απορρέουν από αυτές συνδέεται αδιάρρηκτα με τη λειτουργία μιας αγοράς στην οποία αγαθά και υπηρεσίες όλων των τάξεων ανταλλάσσονται έναντι ενός καθολικά χρησιμοποιούμενου μέσου ανταλλαγής, δηλαδή του χρήματος. Σε έναν κόσμο με διαφορετική δομή δράσης, οι έννοιες αυτές θα ήταν απλώς ακαδημαϊκές και δεν θα είχαν καμία σημασία για τη δράση.

The task which acting man wants to achieve by economic calculation is to establish the outcome of acting by contrasting input and output. Economic calculation is either an estimate of the expected outcome of future action or the establishment of the outcome of past action. But the latter does not serve merely historical and didactic aims. Its practical meaning is to show how much one is free to consume without impairing the future capacity to produce. It is with regard to this problem that the fundamental notions of economic calculation—capital and income, profit and loss, spending and saving, cost and yield—are developed. The practical employment of these notions and of all notions derived from them is inseparably linked with the operation of a market in which goods and services of all orders are exchanged against a universally used medium of exchange, viz., money. They would be merely academic, without any relevance for acting within a world with a different structure of action.

38

← Κεφάλαιο 10: Η ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 12: ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Ανθρώπινη Δράση