Οικονομικός Αλφαβητισμόςγια Παιδιά

Μια ηλιόλουστη αμμουδιά με φοίνικες. Έξι φίλοι στέκονται μαζί και χαμογελούν. Ο Παρασκευάς κρατά ένα καλάθι με καρύδες. Ο Ροβινσώνας, με ψάθινο καπέλο και κόκκινο μαντίλι, κρατά ένα ασημένιο ψάρι. Η μικρή Λάνι, με δύο μαύρες κοτσίδες, μοβ φόρεμα και κολιέ από κοχύλια, δείχνει στην ανοιχτή παλάμη της μερικά μικρά ροζ κοχύλια. Η μητέρα της, η Μάλου, με ένα κόκκινο λουλούδι στα μαλλιά και πορτοκαλί φόρεμα, κρατά ένα πήλινο κανάτι. Ο ψηλός Τίκο, με τα μαλλιά δεμένα κότσο ψηλά και κοντά γένια, κρατά ένα κουπί. Από πάνω τους πετά ο Ζαχαρίας, ο πράσινος παπαγάλος με το κόκκινο κεφάλι, με ένα ροζ κοχύλι στο ράμφος.
6–9 ετών

Εικονογραφημένο βιβλίο

Οι περιπέτειες του Ροβινσώνα · Βιβλίο 3

Τα ροζ κοχύλια

Η συνέχεια της ιστορίας «Ο Ροβινσώνας και ο Παρασκευάς»

Οι ήρωες της ιστορίας

  • Ο Ροβινσώνας, ένας ναυτικός που ζει σε ένα νησί και ψαρεύει με το δίχτυ του
  • Ο Παρασκευάς, ένας θαρραλέος θαλασσοπόρος και ο καλύτερος σκαρφαλωτής του νησιού
  • Ο Ζαχαρίας, ο φλύαρος πράσινος παπαγάλος με το κόκκινο κεφάλι
  • Η Μάλου, φίλη του Παρασκευά, που φτιάχνει πήλινα κανάτια
  • Η Λάνι, η κόρη της, που πλέκει ψάθες πιο γρήγορα από όλους
  • Ο Τίκο, που φτιάχνει βάρκες και κουπιά

Τι κάνεις όταν θέλεις ένα κανάτι, αλλά αυτή που φτιάχνει τα κανάτια δε θέλει τα ψάρια σου; Στο νησί του Ροβινσώνα ήρθαν καινούργιοι φίλοι, και οι ανταλλαγές έγιναν ένα μεγάλο μπέρδεμα. Ώσπου βρέθηκαν τα μικρά ροζ κοχύλια.

Θυμάστε τον Ροβινσώνα, τον Παρασκευά και τον Ζαχαρία; Στο τέλος της προηγούμενης ιστορίας, ο Παρασκευάς τούς μίλησε για τους φίλους του στο μακρινό του νησί. Τώρα έρχονται κι αυτοί! Η ιστορία είναι φανταστική, όμως κάπως έτσι γεννήθηκε το χρήμα σε πολλά μέρη του κόσμου.

Μια αμμουδιά την ώρα της ανατολής, με χρυσαφένιο ουρανό. Τρία στενά κανό με πανιά από πλεγμένα φύλλα φτάνουν στα ρηχά, φορτωμένα με πήλινα κανάτια και τυλιγμένες ψάθες. Ο Παρασκευάς πηδά από χαρά με τα χέρια ψηλά. Η Μάλου, με ένα κόκκινο λουλούδι στα μαλλιά και πορτοκαλί φόρεμα, πατά στα ρηχά και χαιρετά, και πίσω της στέκεται η κόρη της, η Λάνι, με δύο κοτσίδες και μοβ φόρεμα. Ο ψηλός Τίκο, με κότσο και κοντά γένια, κρατά ένα κουπί. Αριστερά, στην άμμο, ο Ροβινσώνας τούς χαιρετά με το χέρι, και σε ένα κλαδί φοίνικα κάθεται ο Ζαχαρίας.

Ένα πρωί

Πανιά στον ορίζοντα!

Ένα πρωί, ο Ζαχαρίας κρώζει από ένα κλαδί φοίνικα: «Πανιά! Τρία πανιά στον ορίζοντα!» Τρία κανό πλησιάζουν την ακτή, φορτωμένα με πήλινα κανάτια, ψάθες και εργαλεία. Ο Παρασκευάς τρέχει στα ρηχά και χοροπηδά από χαρά. «Είναι οι φίλοι μου από το νησί μου! Ήρθαν να ζήσουν κι αυτοί εδώ!»

Πρώτη πατά στην άμμο η Μάλου, που φτιάχνει πήλινα κανάτια. Πίσω της έρχεται η κόρη της, η Λάνι, που πλέκει ψάθες πιο γρήγορα από όλους. Τελευταίος βγαίνει ο Τίκο, που φτιάχνει βάρκες και κουπιά. «Καλώς ήρθατε!» φωνάζει ο Ροβινσώνας. Κι ο Ζαχαρίας κρώζει: «Τόσοι καινούργιοι φίλοι!»

Ένα ηλιόλουστο πρωί μπροστά σε ένα υπόστεγο από φύλλα φοίνικα, με ράφια γεμάτα πήλινα κανάτια. Ο Ροβινσώνας, με τον Ζαχαρία πάνω στο ψάθινο καπέλο του, κρατά ψηλά τρία ασημένια ψάρια σε ένα σχοινάκι και τα δείχνει στη Μάλου. Η Μάλου χαμογελά και σηκώνει ευγενικά την παλάμη της. Με το άλλο χέρι κρατά ένα κουπί σπασμένο στα δύο. Στην άμμο, μπροστά στον Ροβινσώνα, μια μισή καρύδα έχει αναποδογυρίσει και το νερό της χύνεται.

Την ίδια μέρα

Ο Ροβινσώνας θέλει ένα κανάτι

Ο Ροβινσώνας κουβαλά νερό από την πηγή μέσα σε μισές καρύδες, και το μισό χύνεται στον δρόμο. Όταν βλέπει τα κανάτια της Μάλου, τα μάτια του λάμπουν. «Τι ωραίο κανάτι! Σου δίνω τρία ψάρια γι’ αυτό. Θέλεις;»

Η Μάλου χαμογελά, αλλά κουνάει το κεφάλι της. «Ευχαριστώ, αλλά τρώγαμε ψάρια κάθε μέρα σε όλο το ταξίδι! Δε θέλω άλλα ψάρια. Θέλω ένα καινούργιο κουπί. Το δικό μου έσπασε στο ταξίδι.» Ο Ροβινσώνας ξύνει το κεφάλι του. Κουπιά δεν ξέρει να φτιάχνει.

Ένα ζεστό απόγευμα στην παραλία. Ο Ροβινσώνας περπατά κουρασμένος και κρατά μακριά του ένα σχοινάκι με ψάρια, από τα οποία βγαίνουν πράσινες κυματιστές γραμμές μυρωδιάς. Δίπλα του πετά ο Ζαχαρίας και κάνει μια αστεία γκριμάτσα. Πίσω αριστερά, ο Τίκο, με ένα κουπί, ξύνει το κεφάλι του, και η Λάνι κάθεται στην άμμο δίπλα σε μια τυλιγμένη ψάθα και μια καρύδα. Δεξιά, ο Παρασκευάς έχει σκαρφαλώσει σε έναν φοίνικα και γελά.

Όλο το απόγευμα

Γύρω γύρω όλο το νησί

Ο Ροβινσώνας παίρνει τα ψάρια του και ξεκινά. Ο Τίκο φτιάχνει κουπιά, αλλά δε θέλει ψάρια· θέλει μια ψάθα για να κοιμάται. Η Λάνι πλέκει ψάθες, αλλά ούτε αυτή θέλει ψάρια· θέλει καρύδες. Κι ο Παρασκευάς, που μαζεύει τις καρύδες; «Ψάρια; Μου έδωσες έξι σήμερα το πρωί!» γελά από την κορυφή του φοίνικα.

Ως το απόγευμα, ο Ροβινσώνας έχει γυρίσει όλο το νησί. Το κανάτι είναι ακόμα στο ράφι της Μάλου, και τα ψάρια του… έχουν αρχίσει να μυρίζουν. Ο Ζαχαρίας πετά δίπλα του και κάνει μια γκριμάτσα: «Πφφ! Αυτά τα ψάρια δεν περιμένουν κανέναν!»

Βράδυ στην παραλία, με αστέρια σε μοβ ουρανό και μια φωτιά στη μέση. Ο Τίκο κάθεται σε έναν κορμό, κουρασμένος, με ένα βαρύ κουπί στα χέρια. Δίπλα του ο Ροβινσώνας χαϊδεύει σκεφτικός τα γένια του. Πίσω, ο Παρασκευάς πηδά με ένα καλάθι, και οι καρύδες πετάγονται στον αέρα. Δεξιά, η Λάνι κρατά ψηλά το κολιέ της από ροζ κοχύλια που λάμπουν στη φωτιά, και η Μάλου το κοιτάζει ενθουσιασμένη με ενωμένα χέρια. Μπροστά, ο Ζαχαρίας έχει μπερδευτεί σε ένα κομμάτι σπάγκο.

Το ίδιο βράδυ

Ένα μεγάλο μπέρδεμα

Το βράδυ, γύρω από τη φωτιά, όλοι έχουν το ίδιο πρόβλημα. Ο Τίκο κουβαλούσε όλη μέρα ένα βαρύ κουπί, και ακόμα δεν έχει ψάθα. Ο Παρασκευάς σκόνταψε σε μια ρίζα, και οι καρύδες του πετάχτηκαν από το καλάθι. «Τι μπέρδεμα! Χειρότερο κι από κουβάρι!» κρώζει ο Ζαχαρίας, που έχει μπερδευτεί σε ένα κομμάτι σπάγκο.

Η Λάνι παίζει με το κολιέ της, από μικρά ροζ κοχύλια που λάμπουν στη φωτιά. «Τι όμορφο!» λέει η Μάλου. «Για ένα τέτοιο κολιέ θα έδινα το καλύτερό μου κανάτι.» «Κι εγώ θα ήθελα μερικά, για να στολίσω την πλώρη της βάρκας μου», λέει ο Τίκο. Ο Ροβινσώνας τούς κοιτάζει σκεφτικός.

Μεσημέρι στην αμμουδιά, μπροστά στην καλύβα του Ροβινσώνα. Η Λάνι, με μια τυλιγμένη ψάθα στο μπράτσο, απλώνει την παλάμη της και δείχνει μικρά ροζ κοχύλια. Ο Ροβινσώνας, με ένα πλεχτό σακουλάκι στη ζώνη του, σκύβει χαμογελαστός και κρατά τρία φρέσκα ασημένια ψάρια. Πάνω σε μια ξύλινη κρεμάστρα για να στεγνώνουν τα ψάρια κάθεται ο Ζαχαρίας και κοιτάζει με περιέργεια.

Την επόμενη μέρα, το μεσημέρι

Η Λάνι πεινάει

Την επόμενη μέρα το μεσημέρι, η Λάνι πεινάει, και σήμερα έχει μεγάλη όρεξη για ψάρι. «Θέλω τρία ψάρια», λέει στον Ροβινσώνα. «Να σου δώσω μια ψάθα;» «Ευχαριστώ, Λάνι, αλλά έχω ήδη ψάθα.» Η Λάνι σκέφτεται λίγο κι ανοίγει τη χούφτα της: «Τότε θέλεις τρία ροζ κοχύλια;»

Ο Ροβινσώνας δε θέλει να φορέσει κολιέ. Θυμάται όμως τι είπε η Μάλου δίπλα στη φωτιά. «Θέλω!» λέει. «Όχι για μένα, αλλά ξέρω κάποια που τα θέλει πολύ.» Δίνει στη Λάνι τρία ψάρια και βάζει τα κοχύλια στο σακουλάκι του.

Μια μικρή πηγή με καταρράκτη ανάμεσα σε πέτρες, φτέρες και φοίνικες. Ο Ροβινσώνας κρατά περήφανος ένα στρογγυλό πήλινο κανάτι γεμάτο νερό και χαμογελά. Στο χερούλι του κανατιού κάθεται ο Ζαχαρίας με το ένα φτερό σηκωμένο. Δεξιά, η Μάλου κάθεται σε μια πέτρα και περνά χαρούμενη ροζ κοχύλια σε μια κλωστή.

Λίγο αργότερα

Επιτέλους, κανάτι!

Ο Ροβινσώνας τρέχει στη Μάλου. «Σου δίνω τρία ροζ κοχύλια για το κανάτι. Θέλεις;» «Θέλω!» λέει η Μάλου, και περνά αμέσως τα κοχύλια σε μια κλωστή. Ο Ροβινσώνας γεμίζει το κανάτι του στην πηγή και γυρίζει χωρίς να χύσει ούτε σταγόνα.

Ο Ζαχαρίας κάθεται στο χερούλι του κανατιού και μετράει με το φτερό του: «Τα ψάρια έγιναν κοχύλια, και τα κοχύλια έγιναν κανάτι! Δηλαδή… τα ψάρια σου έγιναν κανάτι!» «Ακριβώς», γελά ο Ροβινσώνας. «Και τα ψάρια μου τα έφαγε η Λάνι, που τα ήθελε.»

Ένας ύφαλος με καθαρά γαλαζοπράσινα νερά, που φαίνεται μισός πάνω και μισός κάτω από την επιφάνεια. Κάτω από το νερό, ανάμεσα σε χρωματιστά κοράλλια και ριγέ ψαράκια, ο Παρασκευάς κολυμπά και σηκώνει μια πέτρα με δύο ροζ κοχύλια. Η Λάνι έχει μόλις βγει στην επιφάνεια και κρατά ψηλά ένα ροζ κοχύλι, γελώντας. Αριστερά, ο Ροβινσώνας κάθεται σε έναν βράχο με τα πόδια στο νερό και κρατά ένα μπολ από καρύδα με ροζ κοχύλια, και ο Ζαχαρίας κάθεται δίπλα του.

Στον μακρινό ύφαλο

Βουτιά στον ύφαλο

Από πού έρχονται τα ροζ κοχύλια; Η Λάνι και ο Παρασκευάς πάνε τον Ροβινσώνα στον μακρινό ύφαλο, στην άλλη άκρη του νησιού. Βουτάνε στα βαθιά, καθαρά νερά, ανάμεσα σε κοράλλια και χρωματιστά ψαράκια. Τα ροζ κοχύλια κρύβονται κάτω από τις πέτρες, και είναι λίγα.

Ψάχνουν όλο το πρωί και βρίσκουν μόνο μια χούφτα. «Γι’ αυτό τα θέλουν όλοι», λέει η Λάνι. «Είναι όμορφα, δε σπάνε εύκολα, δε χαλάνε ποτέ, και δεν τα βρίσκεις όπου κι αν σκύψεις.» Ο Ζαχαρίας γυρίζει ένα στο ράμφος του: «Σαν μικρό ροζ αυγουλάκι!»

Ένα χαρούμενο πρωί στην αμμουδιά. Αριστερά, η Μάλου δίνει ροζ κοχύλια στον Τίκο, κι εκείνος της δίνει ένα καινούργιο ξύλινο κουπί. Μπροστά τους, σε έναν πάγκο, είναι πήλινα κανάτια και τυλιγμένες ψάθες. Δεξιά, ο Παρασκευάς δίνει στη Λάνι ένα καλάθι με καρύδες και παίρνει ένα ροζ κοχύλι. Από πάνω πετά ο Ζαχαρίας.

Μέρα με τη μέρα

Κοχύλια για όλα

Σύντομα όλοι κάνουν το ίδιο. Η Μάλου δίνει κανάτια για κοχύλια, και όταν μαζεύει έξι, παίρνει με αυτά ένα καινούργιο κουπί από τον Τίκο. Ο Τίκο δίνει τα δύο στη Λάνι για μια ψάθα. Η Λάνι δίνει ένα στον Παρασκευά για καρύδες. «Γιατί παίρνεις κοχύλια, αφού δε φοράς κολιέ;» ρωτά ο Ζαχαρίας. «Επειδή ξέρω ότι όλοι οι άλλοι θα τα πάρουν από μένα», απαντά ο Παρασκευάς.

Κανείς δεν είπε «από σήμερα πληρώνουμε με κοχύλια». Κανείς δεν έδωσε διαταγή. Ο καθένας το ανακάλυψε μόνος του, μία ανταλλαγή τη φορά.

Ένα απόγευμα στην αμμουδιά. Η Λάνι, ο Ροβινσώνας και ο Παρασκευάς κάθονται σταυροπόδι στην άμμο σαν μαθητές, και η Λάνι σηκώνει το χέρι. Μπροστά τους, στη σειρά, είναι ένα ψάρι με κυματιστές γραμμές μυρωδιάς, μια μεγάλη καρύδα, μια τυλιγμένη ψάθα και ένα μικρό ροζ κοχύλι. Ο Ζαχαρίας στέκεται δίπλα τους με ένα ξυλάκι, σαν δάσκαλος.

Ένα απόγευμα

Γιατί όχι ψάρια;

Ένα απόγευμα, ο Ζαχαρίας παίζει τον δάσκαλο. Βάζει στη σειρά στην άμμο ένα ψάρι, μια καρύδα, μια ψάθα κι ένα ροζ κοχύλι. «Το ψάρι μυρίζει ως το βράδυ. Η καρύδα είναι βαριά και κυλάει μακριά. Και την ψάθα δεν μπορείς να την κόψεις στη μέση, όταν θέλεις κάτι μικρό.»

«Και το ροζ κοχύλι;» ρωτά η Λάνι. «Είναι ελαφρύ, δε χαλάει ποτέ, χωράει σε ένα σακουλάκι και μετριέται εύκολα: ένα, δύο, τρία!» λέει ο Ζαχαρίας. «Για κάτι μικρό δίνεις ένα, για κάτι μεγάλο δίνεις πολλά.»

Μια αμμουδιά γεμάτη άσπρα κοχύλια. Ο Ζαχαρίας στέκεται δίπλα σε ένα πλεχτό καλάθι γεμάτο άσπρα κοχύλια και κοιτάζει με ελπίδα τον Παρασκευά. Ο Παρασκευάς κάθεται στη ρίζα ενός φοίνικα, δίπλα σε ένα μεγάλο τσαμπί μπανάνες, και γελά δυνατά με κλειστά μάτια και το χέρι στο μέτωπο.

Το επόμενο πρωί

Τα άσπρα κοχύλια του Ζαχαρία

Ο Ζαχαρίας έχει μια πονηρή ιδέα. Γεμίζει ένα καλάθι με άσπρα κοχύλια από την αμμουδιά και το σέρνει ως τον Παρασκευά. «Σου δίνω όλα αυτά τα κοχύλια για όλες σου τις μπανάνες!»

Ο Παρασκευάς βάζει τα γέλια. «Όχι, ευχαριστώ, Ζαχαρία! Άσπρα κοχύλια υπάρχουν παντού. Ένα καλάθι το γεμίζω κι εγώ σε λίγη ώρα. Για τα ροζ πρέπει να βουτάς όλο το πρωί, για να βρεις λίγα.» Ο Ζαχαρίας κατεβάζει τα φτερά του, κι ο Παρασκευάς τού χαρίζει μια μπανάνα.

Μπροστά σε μια καλύβα από φύλλα φοίνικα, η Λάνι είναι γονατιστή πάνω σε μια μεγάλη ψάθα και μετράει. Μπροστά της, στη σειρά, ένα ψάρι με ένα ροζ κοχύλι δίπλα του, μια τυλιγμένη ψάθα με δύο, ένα πήλινο κανάτι με τρία κι ένα κουπί με έξι. Πίσω, στην πόρτα της καλύβας, ο Ροβινσώνας ρίχνει ένα ροζ κοχύλι σε ένα πήλινο δοχείο. Ο Ζαχαρίας κάθεται στη σκεπή.

Λίγες μέρες αργότερα

Πόσα κοχύλια;

Τώρα όλοι ξέρουν πόσα κοχύλια δίνουν για κάθε πράγμα. Για ένα ψάρι, ένα κοχύλι. Για μια ψάθα, δύο. Για ένα κανάτι, τρία. Για ένα κουπί, έξι. «Δηλαδή ένα κουπί αξίζει όσο δύο κανάτια, ή όσο έξι ψάρια!» λέει η Λάνι, μετρώντας στα δάχτυλά της. Πριν, κανείς δεν μπορούσε να το βρει τόσο εύκολα.

Κι υπάρχει κι άλλο: τα κοχύλια δε χαλάνε. Ο Ροβινσώνας φυλάει μερικά σε ένα μικρό πήλινο δοχείο, για αργότερα. «Τα ψάρια δεν περιμένουν», λέει. «Τα κοχύλια όμως περιμένουν όσο θέλω.»

Μια νύχτα με αστέρια και ολόγιομο φεγγάρι στην αμμουδιά, με μια φωτιά μπροστά. Ο Ροβινσώνας βάζει νερό από το πήλινο κανάτι του σε δυο μισά καρύδας που κρατά ο Παρασκευάς. Η Μάλου γελά, με ροζ κοχύλια πλεγμένα στα μαλλιά της δίπλα στο κόκκινο λουλούδι. Η Λάνι κάθεται σε μια ψάθα και γελά με ανοιχτά χέρια. Πίσω, ο Τίκο δείχνει ψηλά με το δάχτυλο. Μπροστά αριστερά, ο Ζαχαρίας χορεύει με ανοιχτά φτερά. Αριστερά, ένα κανό με πανί στην ακτή.

Ένα βράδυ με φεγγάρι

Γιορτή με το φεγγάρι

Ένα βράδυ με φεγγάρι, κάνουν όλοι μαζί γιορτή στην αμμουδιά. Ο Ροβινσώνας βάζει νερό από το καινούργιο του κανάτι, ο Τίκο κάθεται στην καινούργια του ψάθα, κι η Μάλου έχει πλέξει ροζ κοχύλια στα μαλλιά της. «Ποιος αποφάσισε ότι θα πληρώνουμε με ροζ κοχύλια;» ρωτά ο Ζαχαρίας. «Ο Ροβινσώνας; Ο Παρασκευάς;»

«Κανείς!» γελά η Λάνι. «Ο καθένας μας τα πήρε, επειδή ήξερε ότι θα τα έπαιρναν κι οι άλλοι.» Ο Τίκο δείχνει τον λόφο πάνω από την αμμουδιά. «Αύριο θα αρχίσω να χτίζω εκεί πάνω τη δική μου καλύβα», λέει. Κι ο Ζαχαρίας κρώζει: «Κι εγώ θέλω φωλιά! Πόσα κοχύλια κάνει μια φωλιά;» Και γελούν όλοι κάτω από το φεγγάρι.

Τέλος

Το δίδαγμα

Στην αρχή, κάθε ανταλλαγή ήταν δύσκολη. Ο Ροβινσώνας είχε ψάρια, αλλά η Μάλου δεν ήθελε ψάρια. Ο καθένας έψαχνε κάποιον που να έχει αυτό που ήθελε και να θέλει αυτό που είχε, και τις περισσότερες φορές δεν έβρισκε κανέναν.

Ύστερα βρήκαν κάτι που το ήθελαν σχεδόν όλοι: τα ροζ κοχύλια. Ήταν ελαφριά, δε χαλούσαν ποτέ, μετριόνταν εύκολα και δύσκολα τα έβρισκες. Ο καθένας τα έπαιρνε, ακόμα κι όταν δεν τα χρειαζόταν, επειδή ήξερε ότι θα τα δέχονταν κι οι άλλοι. Έτσι γεννήθηκε το χρήμα του νησιού. Κανείς δεν το αποφάσισε και κανείς δεν το διέταξε. Γεννήθηκε από τις ανταλλαγές τους, μία μία.

Την επόμενη φορά που θα ανταλλάξεις κάτι με έναν φίλο, θυμήσου τα ροζ κοχύλια του νησιού: το καλό χρήμα δεν το επινοεί κάποιος αρχηγός. Το διαλέγουν οι ίδιοι οι άνθρωποι, μία ανταλλαγή τη φορά.

Για τους μεγάλους: πηγές και περισσότερη μελέτη

Από πού προέρχεται κάθε σελίδα

Για περισσότερη μελέτη

  • Carl Menger, «Για την προέλευση του χρήματος»: πώς οι άνθρωποι, ο καθένας για το δικό του συμφέρον, αρχίζουν να δέχονται στις ανταλλαγές τα πράγματα που δέχονται οι περισσότεροι, ώσπου ένα από αυτά γίνεται χρήμα, χωρίς συμφωνία και χωρίς νόμο (ενότητες III, VI και IX).
  • Murray N. Rothbard, «Τί έχει Κάνει η Κυβέρνηση στα Χρήματά μας;», κεφ. 1: η δυσκολία της ανταλλαγής σε είδος, η έμμεση ανταλλαγή και γιατί κάποια πράγματα (ανάμεσά τους και τα κοχύλια cowrie) γίνονται χρήμα (ενότητες 2–4).

Σημείωση

Οι εικόνες είναι εικονογραφήσεις για παιδιά και η ιστορία είναι φανταστική. Ο Ροβινσώνας και ο Παρασκευάς είναι εμπνευσμένοι από τους ήρωες του Daniel Defoe (1719)· ο Ζαχαρίας, η Μάλου, η Λάνι και ο Τίκο είναι επινοημένοι. Τα ροζ κοχύλια μοιάζουν με τα κοχύλια cowrie, που οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν ως χρήμα για αιώνες, στην Αφρική, στην Ασία και στα νησιά του Ειρηνικού. Οι αριθμοί των κοχυλιών είναι δικοί μας, για να μετρούν εύκολα τα παιδιά. Η ιστορία ακολουθεί την εξήγηση του Carl Menger: το χρήμα δεν το επινόησε κανείς· γεννήθηκε από τις ανταλλαγές των ανθρώπων.

← Για παιδιάΌλες οι ιστορίες