Μεταφράσεις25 Αυγούστου 202635 λεπτά ανάγνωσης

«Περί της Προέλευσης του Χρήματος» (“On the Origins of Money”) του Carl Menger

Μετάφραση του έργου του Carl Menger με τίτλο «Περί της Προέλευσης του Χρήματος».

Μετάφραση από το αγγλικό κείμενο του C. A. Foley, όπως αναδημοσιεύθηκε από το Ludwig von Mises Institute: Carl Menger, On the Origins of Money, Ludwig von Mises Institute, 2009.

Πρωτότυπη δημοσίευση: The Economic Journal 2 (1892), σ. 239–255.

Σημείωση ορολογίας: Ο όρος saleableness, με τον οποίο ο Foley απέδωσε το γερμανικό Absatzfähigkeit, μεταφράζεται εδώ ως «εμπορευσιμότητα»: η ευχέρεια με την οποία ένα αγαθό μπορεί να διατεθεί στην αγορά, στον επιθυμητό χρόνο και στην επιθυμητή ποσότητα, σε τιμή που ανταποκρίνεται στη γενική οικονομική κατάσταση. Δεν σημαίνει απλώς ότι «μπορεί να πωληθεί» σε οποιαδήποτε τιμή.

Περιεχόμενα

  • Πρόλογος του Douglas E. French

  • I. Εισαγωγή

  • II. Οι μέχρι σήμερα απόπειρες επίλυσης

  • III. Το πρόβλημα της γένεσης ενός μέσου ανταλλαγής

  • IV. Τα εμπορεύματα ως περισσότερο ή λιγότερο εμπορεύσιμα

  • V. Τα αίτια των διαφορετικών βαθμών εμπορευσιμότητας των εμπορευμάτων

  • VI. Η γένεση των μέσων ανταλλαγής

  • VII. Η διαδικασία διαφοροποίησης μεταξύ των εμπορευμάτων που έγιναν μέσα ανταλλαγής και των υπολοίπων

  • VIII. Πώς τα πολύτιμα μέταλλα έγιναν χρήμα

  • IX. Η επιρροή της κρατικής εξουσίας

  • X. Βιβλιογραφική και μεταφραστική σημείωση

---

Πρόλογος

Douglas E. French

Η κατανόηση του κοινού ως προς το τι είναι το χρήμα και ποια είναι η προέλευσή του έχει υποβαθμιστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι κρατικές νομισματικές αρχές μπορούν πλέον να προκαλούν πληθωρισμό χωρίς να υφίστανται συνέπειες, με τελικό αποτέλεσμα την καταστροφή του καταμερισμού της εργασίας και την ανατροπή ολόκληρης της έως τώρα προόδου της ανθρωπότητας. Ο μέσος άνθρωπος οφείλει να εμπιστεύεται τους «σοφούς» άνδρες και γυναίκες που εργάζονται μυστικά στις κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο και διαχειρίζονται αυτό που θεωρείται σήμερα χρήμα —χαρτί και ψηφία σε μια οθόνη υπολογιστή. Οι τράπεζες αυτές είναι οι μεγαλύτεροι εργοδότες ακαδημαϊκά καταρτισμένων οικονομολόγων. Υπό την καθοδήγηση, όμως, όσων έχουν εκπαιδευτεί στην κεϋνσιανή παράδοση, οι κεντρικές τράπεζες διεξάγουν νομισματικές πράξεις που εξυπηρετούν τις χρηματοδοτικές ανάγκες τις οποίες επιβάλλουν οι πολιτικοί για πολιτικούς σκοπούς.

Οι ελπίδες, τα όνειρα και το βιοτικό επίπεδο εκατομμυρίων ανθρώπων επηρεάζονται καθημερινά από αυτούς τους απρόσωπους γραφειοκράτες, οι οποίοι υποτίθεται ότι γνωρίζουν ακριβώς ποια νομισματικά κουμπιά πρέπει να πατήσουν και ποιους μοχλούς να κινήσουν, ώστε να εξασφαλίσουν την ευημερία μας. Η ιστορία, ωστόσο, δείχνει ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες διαθέτουν μία μόνο στρατηγική για τη θεραπεία κάθε προβλήματος, ιδίως των προηγούμενων σφαλμάτων τους: να τυπώνουν περισσότερο χρήμα, με αποτέλεσμα τα σχέδιά τους για σταθεροποίηση να επιφέρουν ακριβώς το αντίθετο.

Μακάρι όλοι να μπορούσαν να διαβάσουν και να κατανοήσουν το δοκίμιο που κρατάτε στα χέρια σας, το οποίο ο βραβευμένος το 2009 με το Schlarbaum Award Jesús Huerta de Soto περιέγραψε, στο έργο του Money, Bank Credit, and Economic Cycles, ως «την καλύτερη και ίσως λαμπρότερη σύνοψη της θεωρίας του Menger για την εξελικτική προέλευση του χρήματος».

Ο Carl Menger, γράφοντας το ίδιο έτος κατά το οποίο κατέθεσε ενώπιον της Νομισματικής Επιτροπής της Αυστροουγγαρίας, εξηγεί ότι το χρήμα δεν δημιουργείται από κρατικά διατάγματα, αλλά από την αγορά. Τα άτομα αποφασίζουν ποιο είναι το περισσότερο εμπορεύσιμο αγαθό που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο συναλλαγής. «Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι η αρχή και το τέλος κάθε οικονομίας», έγραψε ο Menger· το ίδιο ισχύει και για την απόφαση σχετικά με το τι θα αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής ως χρήμα.

Ο Menger ανέπτυξε μια ολοκληρωμένη θεωρία των κοινωνικών θεσμών που αναδύονται μέσα από την ανθρώπινη αλληλεπίδραση, καθώς κάθε άνθρωπος ενεργεί με βάση τις δικές του υποκειμενικές γνώσεις και εμπειρίες. Η αυθόρμητη εξέλιξη αυτών των ανθρώπινων πράξεων δημιουργεί θεσμούς, μέσω των οποίων τα άτομα ανακαλύπτουν ορισμένα πρότυπα συμπεριφοράς που βοηθούν τον καθένα να επιτυγχάνει αποτελεσματικότερα τους σκοπούς του. Τίποτε δεν είναι κεντρικότερο σε αυτή την εξέλιξη από την ανάπτυξη του χρήματος, το οποίο καθιστά δυνατό τον καταμερισμό της εργασίας και εφικτή την ικανοποίηση των αναγκών.

Στην κατάθεσή του ενώπιον της Νομισματικής Επιτροπής το 1892, ο Menger υποστήριξε την επιστροφή σε ένα υγιές χρήμα και διατύπωσε συγκεκριμένες προτάσεις για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Hans F. Sennholz, ο Menger ήταν:

πάντοτε επιφυλακτικός απέναντι στη γνώση και τη σοφία των πολιτικών αρχών που διεξήγαν τη μεταρρύθμιση. Είχε, όμως, ακλόνητη πίστη στις αρχές και στους νόμους της αγοράς, οι οποίοι πηγάζουν από τις υποκειμενικές επιλογές των ανθρώπων.¹

Ενώ οι οικονομολόγοι εκτός της Αυστριακής Σχολής παραλείπουν τις πράξεις των ατόμων κατά τη διατύπωση των θεωριών και των επιχειρημάτων τους, η συμβολή του Menger στην οικονομική επιστήμη αρχίζει ακριβώς από αυτό το σημείο. Το έργο του έθεσε τα θεμέλια ολόκληρης της Αυστριακής Σχολής και αποτέλεσε το υπόβαθρο της νομισματικής θεωρίας, προετοιμάζοντας το έδαφος για τον Mises, τον Hayek και τον Rothbard.

Δυστυχώς, οι οικονομίες του κόσμου εξακολουθούν να ταλαντεύονται μεταξύ διαδοχικών περιόδων άνθησης και ύφεσης, όσο το χρήμα παραμένει στα χέρια των κεντρικών τραπεζιτών. Και ενώ η ελεύθερη αγορά κατηγορείται για τις πρόσφατες χρηματοπιστωτικές καταρρεύσεις, δεν μπορεί να υπάρξει ελεύθερη αγορά όταν το χρήμα ελέγχεται και υποτιμάται από το κράτος. Ο Menger έδωσε την απάντηση πριν από περισσότερο από έναν αιώνα: ένα υγιές χρήμα και, συνακόλουθα, μια υγιής οικονομία μπορούν να αποτελούν μόνο προϊόν της αγοράς.

Douglas E. French

Auburn, Alabama

Νοέμβριος 2009

¹ Hans Sennholz, «The Monetary Writings of Carl Menger», στο The Gold Standard: An Austrian Perspective, επιμ. Llewellyn H. Rockwell Jr. (Lexington, Mass.: Lexington Books, 1985), σ. 33.

---

I. Εισαγωγή

Υπάρχει ένα φαινόμενο το οποίο, από παλαιότατους χρόνους, έχει προσελκύσει σε εξαιρετικό βαθμό την προσοχή των κοινωνικών φιλοσόφων και των πρακτικών οικονομολόγων: το γεγονός ότι ορισμένα αγαθά —στις προηγμένες κοινωνίες, κομμάτια χρυσού και αργύρου κομμένα σε νομίσματα και, αργότερα, έγγραφα που αντιπροσώπευαν αυτά τα νομίσματα— κατέστησαν καθολικά αποδεκτά μέσα συναλλαγής.

Είναι προφανές ακόμη και για την πιο κοινή αντίληψη ότι ο κάτοχος ενός αγαθού μπορεί να το παραχωρήσει με αντάλλαγμα ένα άλλο αγαθό χρησιμότερο για τον ίδιο. Το γεγονός, όμως, ότι κάθε οικονομικό υποκείμενο ενός έθνους είναι πρόθυμο να ανταλλάξει τα αγαθά του με μικρούς μεταλλικούς δίσκους, οι οποίοι καθαυτοί φαίνονται άχρηστοι, ή με έγγραφα που αντιπροσωπεύουν αυτούς τους δίσκους, αποτελεί συμπεριφορά τόσο αντίθετη προς τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ώστε δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι ακόμη και ένας διακεκριμένος στοχαστής όπως ο Savigny τη θεωρεί πραγματικά «μυστηριώδη».

Δεν πρέπει να υποτεθεί ότι το αίνιγμα αυτού του φαινομένου έγκειται στη μορφή του νομίσματος ή του εγγράφου που χρησιμοποιείται ως κυκλοφορούν χρήμα. Μπορούμε να παραμερίσουμε αυτές τις μορφές και να ανατρέξουμε σε προγενέστερα στάδια οικονομικής ανάπτυξης ή ακόμη και σε συνθήκες που εξακολουθούν να επικρατούν σε ορισμένες χώρες, όπου τα πολύτιμα μέταλλα σε άκοπη μορφή χρησιμεύουν ως μέσα συναλλαγής, όπως επίσης και άλλα αγαθά: βοοειδή, δέρματα, πλάκες τσαγιού, πλάκες αλατιού, κοχύλια κάουρι κ.ά. Και πάλι, όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο φαινόμενο. Οφείλουμε ακόμη να εξηγήσουμε γιατί ο οικονομικά δρων άνθρωπος είναι πρόθυμος να δεχθεί ένα ορισμένο είδος αγαθού ως αντάλλαγμα για όλα τα προϊόντα που έφερε στην αγορά, ακόμη και όταν δεν το χρειάζεται ή όταν η ανάγκη του γι’ αυτό έχει ήδη ικανοποιηθεί, μολονότι, ως προς τα αγαθά που επιδιώκει να αποκτήσει μέσω των συναλλαγών του, πρωτίστως λαμβάνει υπόψη τις δικές του ανάγκες.

Έτσι, από τις πρώτες απόπειρες στοχαστικής εξέτασης των κοινωνικών φαινομένων έως τις ημέρες μας εκτείνεται μια αδιάκοπη αλυσίδα πραγματειών σχετικά με τη φύση και τις ιδιαίτερες ιδιότητες του χρήματος, σε συνάρτηση με όλα όσα συγκροτούν τις συναλλαγές. Φιλόσοφοι, νομικοί και ιστορικοί, καθώς και οικονομολόγοι, ακόμη και φυσιοδίφες και μαθηματικοί, ασχολήθηκαν με αυτό το αξιοσημείωτο πρόβλημα· και δεν υπάρχει πολιτισμένος λαός που να μην έχει συνεισφέρει το μερίδιό του στην πλούσια σχετική γραμματεία.

Ποια είναι η φύση αυτών των μικρών δίσκων ή εγγράφων που, καθαυτά, φαίνεται να μην εξυπηρετούν κανέναν χρήσιμο σκοπό και τα οποία, εντούτοις, σε αντίθεση με την υπόλοιπη εμπειρία, περνούν από χέρι σε χέρι ως αντάλλαγμα για τα χρησιμότερα αγαθά —και, ακόμη περισσότερο, για την απόκτηση των οποίων όλοι είναι τόσο πρόθυμοι να παραδώσουν τα εμπορεύματά τους; Αποτελεί το χρήμα οργανικό μέλος του κόσμου των αγαθών ή οικονομική ανωμαλία; Πρέπει να αποδώσουμε την κυκλοφορία και την ανταλλακτική αξία του στις ίδιες αιτίες που καθορίζουν την κυκλοφορία και την αξία των άλλων αγαθών ή αποτελούν αυτά το ιδιαίτερο προϊόν σύμβασης και εξουσίας;

---

II. Οι μέχρι σήμερα απόπειρες επίλυσης

Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι τα μέχρι σήμερα αποτελέσματα της έρευνας για το παραπάνω πρόβλημα ανταποκρίνονται είτε στη μεγάλη ανάπτυξη της ιστορικής έρευνας γενικά είτε στον χρόνο και στην πνευματική προσπάθεια που δαπανήθηκαν για την επίλυσή του. Το αινιγματικό φαινόμενο του χρήματος εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να στερείται ικανοποιητικής εξήγησης· ούτε υπάρχει συμφωνία ως προς τα θεμελιωδέστερα ζητήματα της φύσης και των λειτουργιών του. Ακόμη και σήμερα δεν διαθέτουμε ικανοποιητική θεωρία του χρήματος.

Η πρώτη ιδέα που προσφερόταν για την εξήγηση της ιδιαίτερης λειτουργίας του χρήματος ως καθολικά κυκλοφορούντος μέσου συναλλαγής ήταν η αναγωγή του σε μια γενική σύμβαση ή σε μια νομική θέσπιση. Το πρόβλημα που καλείται εδώ να επιλύσει η επιστήμη συνίσταται στην εξήγηση μιας γενικής και ομοιόμορφης συμπεριφοράς την οποία ακολουθούν οι άνθρωποι στις συναλλαγές τους και η οποία, εξεταζόμενη συγκεκριμένα, υπηρετεί αναμφίβολα το κοινό συμφέρον, μολονότι φαίνεται να συγκρούεται με τα εγγύτερα και άμεσα συμφέροντα των συμβαλλόμενων ατόμων.

Υπό αυτές τις συνθήκες, τι θα μπορούσε να φαίνεται φυσικότερο από την απόδοση αυτής της συμπεριφοράς σε αιτίες που βρίσκονται έξω από τη σφαίρα των ατομικών υπολογισμών; Η υπόθεση ότι ορισμένα αγαθά, και ιδίως τα πολύτιμα μέταλλα, αναδείχθηκαν σε μέσα συναλλαγής μέσω γενικής σύμβασης ή νόμου, προς όφελος του κοινού καλού, φαινόταν να επιλύει τη δυσκολία· και μάλιστα τόσο ευκολότερα και φυσικότερα, όσο η μορφή των νομισμάτων φαινόταν να αποτελεί ένδειξη κρατικής ρύθμισης. Αυτή είναι πράγματι η άποψη του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και των Ρωμαίων νομικών, τους οποίους ακολούθησαν στενά οι μεσαιωνικοί συγγραφείς. Ακόμη και οι νεότερες εξελίξεις στη θεωρία του χρήματος δεν έχουν, ως προς την ουσία, υπερβεί αυτή την οπτική.

Εξεταζόμενη, όμως, προσεκτικότερα, η υπόθεση στην οποία στηρίζεται αυτή η θεωρία γεννά σοβαρές αμφιβολίες. Ένα γεγονός τόσο μεγάλης και καθολικής σημασίας, και τόσο αναπόφευκτα πασίγνωστο, όπως η καθιέρωση με νόμο ή σύμβαση ενός καθολικού μέσου συναλλαγής, θα είχε ασφαλώς διατηρηθεί στην ανθρώπινη μνήμη· ακόμη περισσότερο επειδή θα έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί σε μεγάλο αριθμό τόπων. Εντούτοις, κανένα ιστορικό μνημείο δεν μας παρέχει αξιόπιστες πληροφορίες για πράξεις που είτε αναγνώρισαν ρητώς ήδη χρησιμοποιούμενα μέσα συναλλαγής είτε αφορούσαν την υιοθέτησή τους από λαούς σχετικά πρόσφατου πολιτισμού· πολύ λιγότερο δε μαρτυρεί ότι οι πρώιμες κοινωνίες εισήχθησαν στη χρήση του χρήματος μέσω κάποιας τέτοιας πράξης.

Στην πραγματικότητα, η πλειονότητα των θεωρητικών του ζητήματος δεν περιορίζεται στην παραπάνω εξήγηση. Η ιδιαίτερη καταλληλότητα των πολύτιμων μετάλλων για σκοπούς κυκλοφορίας και νομισματοκοπίας είχε ήδη παρατηρηθεί από τον Αριστοτέλη, τον Ξενοφώντα και τον Πλίνιο, και σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από τον John Law, τον Adam Smith και τους μαθητές του, οι οποίοι αναζητούν περαιτέρω εξήγηση της επιλογής τους ως μέσων συναλλαγής στις ειδικές ιδιότητές τους.

Είναι, ωστόσο, σαφές ότι η επιλογή των πολύτιμων μετάλλων μέσω νόμου ή σύμβασης, ακόμη και αν έγινε λόγω της ιδιαίτερης καταλληλότητάς τους για νομισματικούς σκοπούς, προϋποθέτει μια πραγματιστική προέλευση του χρήματος και μια συνειδητή επιλογή αυτών των μετάλλων· αυτή όμως η προϋπόθεση δεν στηρίζεται ιστορικά. Ούτε οι προαναφερθέντες θεωρητικοί αντιμετωπίζουν ευθέως το πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί: να εξηγηθεί πώς ορισμένα αγαθά —και, σε ορισμένα στάδια πολιτισμού, τα πολύτιμα μέταλλα— ξεχώρισαν από τη μάζα όλων των άλλων αγαθών και έγιναν αποδεκτά ως γενικώς αναγνωρισμένα μέσα συναλλαγής. Το ερώτημα αφορά όχι μόνο την προέλευση, αλλά και τη φύση του χρήματος και τη θέση του σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα αγαθά.

---

III. Το πρόβλημα της γένεσης ενός μέσου συναλλαγής

Στις πρωτόγονες συναλλαγές, ο οικονομικά δρων άνθρωπος αποκτά μόνο πολύ σταδιακά επίγνωση των οικονομικών πλεονεκτημάτων που μπορούν να προκύψουν από την αξιοποίηση των υφιστάμενων ευκαιριών ανταλλαγής. Οι σκοποί του, σύμφωνα με την απλότητα κάθε πρωτόγονου πολιτισμού, κατευθύνονται πρωτίστως προς ό,τι βρίσκεται άμεσα ενώπιόν του. Μόνο στον αντίστοιχο βαθμό λαμβάνει υπόψη, κατά τη διαπραγμάτευση, την αξία χρήσης των αγαθών που επιδιώκει να αποκτήσει.

Υπό αυτές τις συνθήκες, κάθε άνθρωπος επιδιώκει να αποκτήσει μέσω ανταλλαγής ακριβώς εκείνα τα αγαθά που χρειάζεται άμεσα και απορρίπτει εκείνα τα οποία δεν χρειάζεται καθόλου ή από τα οποία διαθέτει ήδη επαρκή ποσότητα. Είναι, επομένως, σαφές ότι σε τέτοιες περιστάσεις ο αριθμός των συναλλαγών που πράγματι ολοκληρώνονται πρέπει να παραμένει εξαιρετικά περιορισμένος.

Αναλογιστείτε πόσο σπάνια συμβαίνει ένα αγαθό που ανήκει σε κάποιον να έχει γι’ αυτόν μικρότερη αξία χρήσης από ένα άλλο αγαθό που ανήκει σε κάποιον άλλο, ενώ για τον δεύτερο ισχύει ακριβώς η αντίστροφη σχέση. Και πόσο σπανιότερο είναι ακόμη να συναντηθούν αυτά τα δύο πρόσωπα. Αναλογιστείτε, πράγματι, τις ιδιαίτερες δυσκολίες που παρεμποδίζουν την άμεση ανταλλαγή αγαθών σε περιπτώσεις όπου η προσφορά και η ζήτηση δεν συμπίπτουν ποσοτικά: όταν, για παράδειγμα, ένα αδιαίρετο αγαθό πρόκειται να ανταλλαγεί με ποικίλα αγαθά που βρίσκονται στην κατοχή διαφορετικών προσώπων ή με αγαθά για τα οποία υπάρχει ζήτηση μόνο σε διαφορετικούς χρόνους και τα οποία μπορούν να προσφερθούν μόνο από διαφορετικά πρόσωπα.

Ακόμη και στη σχετικά απλή και συχνά επαναλαμβανόμενη περίπτωση κατά την οποία ένα οικονομικό υποκείμενο Α χρειάζεται ένα αγαθό που κατέχει ο Β, ο Β χρειάζεται ένα αγαθό που κατέχει ο Γ, ενώ ο Γ επιθυμεί ένα αγαθό που ανήκει στον Α, ακόμη και εδώ, υπό καθεστώς απλής ανταλλαγής, η ανταλλαγή των σχετικών αγαθών θα έμενε κατά κανόνα αναγκαστικά ανεκτέλεστη.

Οι δυσκολίες αυτές θα αποτελούσαν απολύτως ανυπέρβλητα εμπόδια στην ανάπτυξη των συναλλαγών και, ταυτόχρονα, στην παραγωγή αγαθών που δεν διέθεταν τακτική ζήτηση, αν δεν υπήρχε μια λύση ενυπάρχουσα στην ίδια τη φύση των πραγμάτων: οι διαφορετικοί βαθμοί εμπορευσιμότητας (Absatzfähigkeit) των αγαθών.

Η διαφορά που υφίσταται από αυτή την άποψη μεταξύ των αντικειμένων του εμπορίου έχει ύψιστη σημασία για τη θεωρία του χρήματος και της αγοράς γενικότερα. Η αποτυχία της οικονομικής επιστήμης να αξιοποιήσει επαρκώς αυτή τη διαφορά για την εξήγηση των φαινομένων του εμπορίου δεν αποτελεί μόνο, αυτή καθαυτή, λυπηρό κενό στην επιστήμη μας, αλλά και μία από τις ουσιώδεις αιτίες της καθυστέρησης της νομισματικής θεωρίας.

Η θεωρία του χρήματος προϋποθέτει αναγκαστικά μια θεωρία της εμπορευσιμότητας των αγαθών. Εάν το κατανοήσουμε αυτό, θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε ότι η σχεδόν απεριόριστη εμπορευσιμότητα του χρήματος αποτελεί απλώς μια ειδική περίπτωση —μια διαφορά βαθμού και μόνο— ενός γενικότερου φαινομένου της οικονομικής ζωής: των διαφορών στην εμπορευσιμότητα των αγαθών εν γένει.

IV. Τα αγαθά ως περισσότερο ή λιγότερο εμπορεύσιμα

Αποτελεί σφάλμα στην οικονομική επιστήμη —σφάλμα τόσο διαδεδομένο όσο και πρόδηλο— η υπόθεση ότι όλα τα αγαθά, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και σε μια ορισμένη αγορά, βρίσκονται μεταξύ τους σε καθορισμένη ανταλλακτική σχέση· ότι, με άλλα λόγια, μπορούν να ανταλλάσσονται αμοιβαία, κατά βούληση, σε καθορισμένες ποσότητες.

Δεν είναι αληθές ότι, σε οποιαδήποτε δεδομένη αγορά, 10 εκατόβαρα ενός είδους ισούνται με 2 εκατόβαρα ενός άλλου, με 3 λίβρες ενός τρίτου κ.ο.κ. Ακόμη και η πιο επιφανειακή παρατήρηση των φαινομένων της αγοράς μάς διδάσκει ότι δεν είναι στο χέρι μας, όταν αγοράσουμε ένα αγαθό σε ορισμένη τιμή, να το μεταπωλήσουμε αμέσως στην ίδια τιμή. Εάν επιχειρήσουμε να διαθέσουμε ένα ένδυμα, ένα βιβλίο ή ένα έργο τέχνης που μόλις αγοράσαμε στην ίδια αγορά —έστω και αμέσως, προτού μεταβληθεί η συγκυρία— θα διαπιστώσουμε εύκολα πόσο εσφαλμένη είναι μια τέτοια υπόθεση.

Η τιμή στην οποία κάποιος μπορεί, κατά βούληση, να αγοράσει ένα αγαθό σε δεδομένη αγορά και δεδομένη χρονική στιγμή, και η τιμή στην οποία μπορεί, επίσης κατά βούληση, να διαθέσει το ίδιο αγαθό, αποτελούν δύο ουσιωδώς διαφορετικά μεγέθη.

Αυτό ισχύει τόσο για τις τιμές χονδρικής όσο και για τις τιμές λιανικής. Ακόμη και αγαθά με υψηλή εμπορευσιμότητα, όπως τα δημητριακά, το βαμβάκι και ο ακατέργαστος σίδηρος, δεν μπορούν να διατεθούν κατά βούληση στην τιμή στην οποία αγοράστηκαν. Το εμπόριο και η κερδοσκοπία θα ήταν τα απλούστερα πράγματα στον κόσμο, εάν ήταν ορθή η θεωρία περί «αντικειμενικού ισοδυνάμου σε αγαθά»· εάν, δηλαδή, ήταν πράγματι αληθές ότι, σε μια δεδομένη αγορά και σε μια δεδομένη στιγμή, τα αγαθά θα μπορούσαν να μετατρέπονται κατά βούληση το ένα στο άλλο, σύμφωνα με καθορισμένες ποσοτικές αναλογίες —ότι, εν ολίγοις, θα μπορούσαν σε ορισμένη τιμή να διατίθενται εξίσου εύκολα όσο αποκτώνται.

Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει γενική εμπορευσιμότητα των αγαθών με αυτή την έννοια. Η αλήθεια είναι ότι, ακόμη και στις καλύτερα οργανωμένες αγορές, ενώ μπορούμε ενδεχομένως να αγοράσουμε όποτε και ό,τι επιθυμούμε σε μια ορισμένη τιμή, δηλαδή στην τιμή αγοράς, μπορούμε να το διαθέσουμε εκ νέου, όποτε και όπως επιθυμούμε, μόνο εάν υποστούμε ζημία, δηλαδή στην τιμή πώλησης.²

Η ζημία που υφίσταται όποιος είναι υποχρεωμένος να διαθέσει ένα αγαθό σε ορισμένη χρονική στιγμή, σε σύγκριση με τις τρέχουσες τιμές αγοράς, αποτελεί μέγεθος εξαιρετικά μεταβλητό, όπως καταδεικνύει μια απλή παρατήρηση του εμπορίου και των αγορών συγκεκριμένων αγαθών.

Εάν πρέπει να διατεθούν δημητριακά ή βαμβάκι σε οργανωμένη αγορά, ο πωλητής θα είναι σε θέση να τα διαθέσει σε σχεδόν οποιαδήποτε ποσότητα και σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή επιλέξει, στην τρέχουσα τιμή ή, το πολύ, με ζημία λίγων μόνο πενών επί του συνολικού ποσού. Εάν, όμως, πρόκειται να διατεθούν κατά βούληση μεγάλες ποσότητες υφασμάτων ή μεταξωτών, ο πωλητής θα πρέπει κατά κανόνα να συμβιβαστεί με σημαντική ποσοστιαία μείωση της τιμής. Ακόμη δυσμενέστερη είναι η θέση εκείνου που πρέπει, σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, να απαλλαγεί από αστρονομικά όργανα, ανατομικά παρασκευάσματα, σανσκριτικά συγγράμματα και άλλα εξαιρετικά δυσπώλητα αντικείμενα.

Εάν χαρακτηρίσουμε τα αγαθά ή τα εμπορεύματα περισσότερο ή λιγότερο εμπορεύσιμα ανάλογα με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ευχέρεια με την οποία μπορούν να διατεθούν σε μια αγορά, σε οποιαδήποτε πρόσφορη χρονική στιγμή, στις τρέχουσες τιμές αγοράς ή με μικρότερη ή μεγαλύτερη μείωση σε σχέση με αυτές, τότε μπορούμε να διαπιστώσουμε, από όσα προηγήθηκαν, ότι υφίστανται σαφείς διαφορές εμπορευσιμότητας μεταξύ των αγαθών.

Παρά τη μεγάλη πρακτική σημασία αυτού του φαινομένου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η οικονομική επιστήμη το έχει λάβει επαρκώς υπόψη. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η διερεύνηση των φαινομένων των τιμών έχει στραφεί σχεδόν αποκλειστικά στις ποσότητες των ανταλλασσόμενων αγαθών και όχι, επίσης, στη μεγαλύτερη ή μικρότερη ευχέρεια με την οποία τα εμπορεύματα μπορούν να διατεθούν σε κανονικές τιμές. Εν μέρει, επίσης, οφείλεται στην υπερβολικά αφηρημένη μέθοδο με την οποία εξετάστηκε η εμπορευσιμότητα των αγαθών, χωρίς να ληφθούν δεόντως υπόψη όλες οι συγκεκριμένες περιστάσεις.

Ο άνθρωπος που προσέρχεται στην αγορά με τα εμπορεύματά του σκοπεύει, κατά κανόνα, να τα διαθέσει όχι σε οποιαδήποτε τιμή, αλλά σε τιμή που ανταποκρίνεται στη γενική οικονομική κατάσταση. Εάν πρόκειται να διερευνήσουμε τους διαφορετικούς βαθμούς εμπορευσιμότητας των αγαθών, ώστε να καταδείξουμε τη σημασία τους για την πρακτική ζωή, μπορούμε να το πράξουμε μόνο εξετάζοντας τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ευχέρεια με την οποία τα αγαθά μπορούν να διατεθούν σε τιμές που ανταποκρίνονται στη γενική οικονομική κατάσταση, δηλαδή σε οικονομικές τιμές.³

Ένα αγαθό είναι περισσότερο ή λιγότερο εμπορεύσιμο ανάλογα με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη πιθανότητα να μπορέσει να διατεθεί σε τιμές που αντιστοιχούν στη γενική οικονομική κατάσταση.

Το χρονικό διάστημα εντός του οποίου μπορεί να αναμένεται η διάθεση ενός αγαθού στην οικονομική τιμή έχει επίσης μεγάλη σημασία για τη διερεύνηση του βαθμού εμπορευσιμότητάς του. Μπορεί η ζήτηση για ένα αγαθό να είναι μικρή ή η εμπορευσιμότητά του να είναι περιορισμένη για άλλους λόγους· εάν, όμως, ο κάτοχός του μπορεί να περιμένει, θα κατορθώσει τελικά, μακροπρόθεσμα, να το διαθέσει σε οικονομικές τιμές.

Επειδή, ωστόσο, αυτή η δυνατότητα αναμονής συχνά απουσιάζει από την πραγματική πορεία των συναλλαγών, προκύπτει, για πρακτικούς σκοπούς, μια σημαντική διαφορά: από τη μία πλευρά βρίσκονται τα αγαθά που μπορεί κανείς να αναμένει ότι θα διαθέσει ανά πάσα στιγμή σε οικονομικές ή τουλάχιστον κατά προσέγγιση οικονομικές τιμές· από την άλλη βρίσκονται εκείνα για τα οποία δεν υφίσταται ανάλογη προοπτική, ή τουλάχιστον όχι στον ίδιο βαθμό, και για τη διάθεση των οποίων σε οικονομικές τιμές ο κάτοχος προβλέπει ότι θα χρειαστεί είτε να περιμένει για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα είτε να δεχθεί μια περισσότερο ή λιγότερο αισθητή μείωση της τιμής.

Πρέπει, επιπλέον, να λαμβάνεται υπόψη ο ποσοτικός παράγοντας της εμπορευσιμότητας των αγαθών. Ορισμένα αγαθά, ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των αγορών και ειδικότερα της κερδοσκοπικής δραστηριότητας, μπορούν ανά πάσα στιγμή να βρουν αγοραστή σε σχεδόν οποιαδήποτε ποσότητα και σε οικονομικές ή κατά προσέγγιση οικονομικές τιμές. Άλλα αγαθά μπορούν να διατεθούν σε οικονομικές τιμές μόνο σε μικρότερες ποσότητες, ανάλογες με τη σταδιακή αύξηση της πραγματικής ζήτησης, ενώ, όταν η προσφερόμενη ποσότητα είναι μεγαλύτερη, αποφέρουν σχετικά μειωμένη τιμή.

---

² Πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ, αφενός, των υψηλότερων τιμών αγοράς που βαρύνουν τον αγοραστή λόγω της επιθυμίας του να αγοράσει σε ορισμένη χρονική στιγμή και, αφετέρου, των χαμηλότερων τιμών πώλησης με τις οποίες πρέπει να συμβιβαστεί εκείνος που είναι υποχρεωμένος να διαθέσει τα αγαθά εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος. Όσο μικρότερη είναι η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής πώλησης ενός αγαθού, τόσο περισσότερο εμπορεύσιμο αποδεικνύεται συνήθως.

³ Ο υψηλός βαθμός εμπορευσιμότητας ενός αγαθού δεν αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μπορεί να διατεθεί σε οποιαδήποτε τιμή, συμπεριλαμβανομένων των τιμών που προκύπτουν από ανάγκη ή από τυχαίες περιστάσεις. Με αυτή την έννοια, όλα τα αγαθά είναι σχεδόν εξίσου εμπορεύσιμα. Υψηλός βαθμός εμπορευσιμότητας ενός αγαθού σημαίνει ότι αυτό μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να διατεθεί εύκολα και με βεβαιότητα σε τιμή που ανταποκρίνεται ή τουλάχιστον δεν αποκλίνει σημαντικά από τη γενική οικονομική κατάσταση —σε οικονομική ή κατά προσέγγιση οικονομική τιμή.

Η τιμή ενός αγαθού μπορεί να χαρακτηριστεί μη οικονομική για δύο λόγους:

  • εξαιτίας πλάνης, άγνοιας, ιδιοτροπίας και ούτω καθεξής·

  • επειδή μόνο ένα τμήμα της προσφοράς είναι διαθέσιμο στη ζήτηση, ενώ το υπόλοιπο παρακρατείται για κάποιον λόγο, με αποτέλεσμα η τιμή να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικά υφιστάμενη οικονομική κατάσταση.

---

V. Για τα αίτια των διαφορετικών βαθμών εμπορευσιμότητας των αγαθών

Ο βαθμός στον οποίο ένα αγαθό αποδεικνύεται, σύμφωνα με την εμπειρία, ότι μπορεί να διατεθεί σε μια δεδομένη αγορά, ανά πάσα στιγμή και σε τιμές που αντιστοιχούν στην οικονομική κατάσταση —δηλαδή σε οικονομικές τιμές— εξαρτάται από τις ακόλουθες περιστάσεις:

  1. Από τον αριθμό των προσώπων που εξακολουθούν να έχουν ανάγκη το συγκεκριμένο αγαθό, καθώς και από την έκταση και την ένταση αυτής της ανικανοποίητης ή διαρκώς επανεμφανιζόμενης ανάγκης.

  2. Από την αγοραστική δύναμη αυτών των προσώπων.

  3. Από τη διαθέσιμη ποσότητα του αγαθού σε σχέση με τη συνολική ανάγκη που εξακολουθεί να παραμένει ανικανοποίητη.

  4. Από τη διαιρετότητα του αγαθού και από κάθε άλλο χαρακτηριστικό χάρη στο οποίο μπορεί να προσαρμοστεί στις ανάγκες των επιμέρους αγοραστών.

  5. Από τον βαθμό ανάπτυξης της αγοράς και, ειδικότερα, της κερδοσκοπικής δραστηριότητας.

  6. Τέλος, από τον αριθμό και τη φύση των πολιτικών και κοινωνικών περιορισμών που επιβάλλονται στην ανταλλαγή και στην κατανάλωση του συγκεκριμένου αγαθού.

Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο εξετάσαμε τον βαθμό εμπορευσιμότητας των αγαθών σε ορισμένες αγορές και σε ορισμένες χρονικές στιγμές, μπορούμε επίσης να προσδιορίσουμε τα χωρικά και χρονικά όρια της εμπορευσιμότητάς τους. Και από αυτές τις απόψεις παρατηρούμε ότι στις αγορές μας υπάρχουν ορισμένα αγαθά των οποίων η εμπορευσιμότητα είναι σχεδόν απεριόριστη ως προς τον τόπο ή τον χρόνο, και άλλα των οποίων η δυνατότητα διάθεσης περιορίζεται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, από αυτούς τους παράγοντες.

Τα χωρικά όρια της εμπορευσιμότητας

Τα χωρικά όρια της εμπορευσιμότητας των αγαθών καθορίζονται κυρίως:

  1. Από τον βαθμό στον οποίο η ανάγκη για τα συγκεκριμένα αγαθά είναι γεωγραφικά κατανεμημένη.

  2. Από τον βαθμό στον οποίο τα αγαθά προσφέρονται για μεταφορά, καθώς και από το κόστος μεταφοράς τους σε σχέση με την αξία τους.

  3. Από τον βαθμό ανάπτυξης των μέσων μεταφοράς και του εμπορίου γενικότερα, όσον αφορά τις διάφορες κατηγορίες αγαθών.

  4. Από τη γεωγραφική έκταση των οργανωμένων αγορών και από τη μεταξύ τους επικοινωνία μέσω πράξεων εξισορροπητικής αγοραπωλησίας ή αρμπιτράζ.

  5. Από τις διαφορές στους περιορισμούς που επιβάλλονται στην εμπορική επικοινωνία για τα διάφορα αγαθά, τόσο στο διατοπικό όσο και, ιδίως, στο διεθνές εμπόριο.

Τα χρονικά όρια της εμπορευσιμότητας

Τα χρονικά όρια της εμπορευσιμότητας των αγαθών καθορίζονται κυρίως:

  1. Από τη μονιμότητα της ανάγκης γι’ αυτά, δηλαδή από τον βαθμό στον οποίο η ανάγκη αυτή είναι ανεξάρτητη από διακυμάνσεις.

  2. Από την ανθεκτικότητά τους, δηλαδή από την καταλληλότητά τους για διατήρηση.

  3. Από το κόστος διατήρησης και αποθήκευσής τους.

  4. Από το επιτόκιο.

  5. Από την περιοδικότητα της αντίστοιχης αγοράς.

  6. Από την ανάπτυξη της κερδοσκοπικής δραστηριότητας και, ειδικότερα, των προθεσμιακών συναλλαγών που συνδέονται με αυτά.

  7. Από τους πολιτικούς και κοινωνικούς περιορισμούς που επιβάλλονται στη μεταφορά τους από μία χρονική περίοδο σε άλλη.

Όλες αυτές οι περιστάσεις, από τις οποίες εξαρτώνται οι διαφορετικοί βαθμοί και τα διαφορετικά τοπικά και χρονικά όρια της εμπορευσιμότητας των αγαθών, εξηγούν γιατί ορισμένα αγαθά μπορούν να διατίθενται εύκολα και με βεβαιότητα σε ορισμένες αγορές —δηλαδή εντός συγκεκριμένων τοπικών και χρονικών ορίων— ανά πάσα στιγμή και σε σχεδόν οποιαδήποτε ποσότητα, σε τιμές που αντιστοιχούν στη γενική οικονομική κατάσταση.

Αντιθέτως, η εμπορευσιμότητα άλλων αγαθών περιορίζεται μέσα σε στενά χωρικά και χρονικά όρια· ακόμη και εντός αυτών, η διάθεσή τους είναι δύσκολη και, εάν δεν είναι δυνατόν να αναμένεται η εκδήλωση της ζήτησης, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς περισσότερο ή λιγότερο αισθητή μείωση της τιμής.

---

VI. Για τη γένεση των μέσων συναλλαγής

Από παλαιά αποτελούσε αντικείμενο γενικής παρατήρησης στα κέντρα συναλλαγών ότι για ορισμένα αγαθά υπήρχε μεγαλύτερη, σταθερότερη και αποτελεσματικότερη ζήτηση απ’ ό,τι για άλλα, τα οποία, από ορισμένες απόψεις, ήταν λιγότερο επιθυμητά.

Τα πρώτα αυτά αγαθά ανταποκρίνονταν σε μια ανάγκη των προσώπων που ήταν ικανά και πρόθυμα να συναλλάσσονται —ανάγκη καθολική και, λόγω της σχετικής σπανιότητας των εν λόγω αγαθών, πάντοτε ατελώς ικανοποιημένη. Παρατηρήθηκε επίσης ότι όποιος επιθυμούσε να αποκτήσει ορισμένα συγκεκριμένα αγαθά ανταλλάσσοντάς τα με τα δικά του βρισκόταν σε ευνοϊκότερη θέση, εάν έφερνε στην αγορά αγαθά αυτού του είδους, παρά εάν προσέφερε αγαθά που δεν διέθεταν τα ίδια πλεονεκτήματα ή τουλάχιστον δεν τα διέθεταν στον ίδιο βαθμό.⁴

Εξοπλισμένος με τέτοια αγαθά, είχε την προοπτική να αποκτήσει εκείνα που τελικά επιθυμούσε όχι μόνο με μεγαλύτερη ευκολία και ασφάλεια, αλλά επίσης —εξαιτίας της σταθερότερης και ευρύτερα διαδεδομένης ζήτησης για τα δικά του αγαθά— σε τιμές που αντιστοιχούσαν στη γενική οικονομική κατάσταση, δηλαδή σε οικονομικές τιμές.

Υπό αυτές τις συνθήκες, όταν κάποιος έφερνε στην αγορά αγαθά που δεν ήταν ιδιαίτερα εμπορεύσιμα, η πρώτη σκέψη του ήταν να τα ανταλλάξει όχι μόνο με τα συγκεκριμένα αγαθά τα οποία τύχαινε να χρειάζεται, αλλά —εάν αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί άμεσα— και με άλλα αγαθά τα οποία, μολονότι δεν τα χρειαζόταν ο ίδιος, ήταν περισσότερο εμπορεύσιμα από τα δικά του.

Ενεργώντας έτσι, ασφαλώς δεν πετύχαινε αμέσως τον τελικό σκοπό της συναλλακτικής του δραστηριότητας, δηλαδή την απόκτηση των αγαθών που του ήταν αναγκαία. Πλησίαζε, όμως, περισσότερο προς αυτόν τον σκοπό. Ακολουθώντας την έμμεση οδό της διαμεσολαβημένης ανταλλαγής, αποκτούσε την προοπτική να επιτύχει τον σκοπό του με μεγαλύτερη ασφάλεια και οικονομικότητα απ’ ό,τι εάν είχε περιοριστεί στην άμεση ανταλλαγή.

Και αυτό ακριβώς φαίνεται ότι συνέβη παντού. Καθώς οι άνθρωποι κατανοούσαν ολοένα καλύτερα τα ατομικά τους συμφέροντα, οδηγήθηκαν —ο καθένας από το δικό του οικονομικό συμφέρον, χωρίς σύμβαση, χωρίς νομικό καταναγκασμό, και μάλιστα χωρίς καμία αναφορά στο κοινό συμφέρον— να ανταλλάσσουν τα αγαθά που προόριζαν για ανταλλαγή, δηλαδή τα «εμπορεύματά» τους, με άλλα αγαθά που επίσης προορίζονταν για περαιτέρω ανταλλαγή, αλλά ήταν περισσότερο εμπορεύσιμα.

Με τη γεωγραφική επέκταση των συναλλαγών και με τη διεύρυνση του χρονικού ορίζοντα της μέριμνας για την ικανοποίηση των υλικών αναγκών, κάθε άτομο μάθαινε, με γνώμονα το δικό του οικονομικό συμφέρον, να φροντίζει ώστε να ανταλλάσσει τα λιγότερο εμπορεύσιμα αγαθά του με εκείνα τα συγκεκριμένα αγαθά τα οποία, πέρα από την υψηλή εμπορευσιμότητά τους στον συγκεκριμένο τόπο, διέθεταν επίσης ευρεία εμπορευσιμότητα τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο.

Η υψηλή αξία, η ευχέρεια μεταφοράς και η καταλληλότητά τους για διατήρηση —σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ανταποκρίνονταν σε μια σταθερή και ευρέως κατανεμημένη ζήτηση— καθιστούσαν αυτά τα εμπορεύματα ικανά να εξασφαλίζουν στον κάτοχό τους εξουσία διαθέσεως πάνω σε όλα τα άλλα αγαθά της αγοράς, σε οικονομικές τιμές, όχι μόνο «εδώ» και «τώρα», αλλά κατά τρόπο όσο το δυνατόν λιγότερο περιορισμένο στον χώρο και στον χρόνο.

Έτσι, καθώς οι άνθρωποι εξοικειώνονταν ολοένα περισσότερο με αυτά τα οικονομικά πλεονεκτήματα —κυρίως μέσω μιας κατανόησης που μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά και μέσω της συνήθειας στην οικονομική δράση—, τα αγαθά που ήταν περισσότερο εμπορεύσιμα, τόσο χωρικά όσο και χρονικά, έγιναν σε κάθε αγορά εκείνα τα εμπορεύματα τα οποία όχι μόνο συνέφερε κάθε άνθρωπο να δέχεται ως αντάλλαγμα για τα λιγότερο εμπορεύσιμα αγαθά του, αλλά και τα οποία πράγματι δεχόταν πρόθυμα.

Η ανώτερη εμπορευσιμότητα αυτών των αγαθών στηριζόταν ακριβώς στη σχετικά κατώτερη εμπορευσιμότητα κάθε άλλου είδους αγαθού· μόνο χάρη σε αυτή τη διαφορά μπόρεσαν να καταστούν γενικώς αποδεκτά μέσα συναλλαγής.

Είναι προφανές πόσο σημαντικός παράγοντας υπήρξε η συνήθεια στη γένεση τέτοιων γενικά χρησιμοποιήσιμων μέσων συναλλαγής. Βρίσκεται στο οικονομικό συμφέρον κάθε συναλλασσομένου να ανταλλάσσει λιγότερο εμπορεύσιμα αγαθά με περισσότερο εμπορεύσιμα. Η πρόθυμη αποδοχή, όμως, ενός μέσου συναλλαγής προϋποθέτει ήδη ότι τα οικονομικά υποκείμενα από τα οποία αναμένεται να δεχθούν, ως αντάλλαγμα για τα εμπορεύματά τους, ένα αγαθό το οποίο καθαυτό ενδέχεται να τους είναι εντελώς άχρηστο, έχουν κατανοήσει αυτό το συμφέρον.

Είναι βέβαιο ότι αυτή η γνώση δεν αναδύεται ταυτόχρονα σε όλα τα μέλη ενός λαού. Αρχικά, μόνο ένας περιορισμένος αριθμός οικονομικών υποκειμένων αναγνωρίζει το πλεονέκτημα μιας τέτοιας συμπεριφοράς. Το πλεονέκτημα αυτό, καθαυτό, είναι ανεξάρτητο από τη γενική αναγνώριση ενός αγαθού ως μέσου συναλλαγής, διότι μια τέτοια ανταλλαγή, πάντοτε και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, φέρνει το οικονομικό υποκείμενο αρκετά πλησιέστερα στον σκοπό του: στην απόκτηση των χρήσιμων πραγμάτων που πραγματικά χρειάζεται.

Πρέπει, όμως, να αναγνωριστεί ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να διαφωτιστεί κάποιος ως προς τα οικονομικά του συμφέροντα από το να παρατηρήσει την οικονομική επιτυχία εκείνων που χρησιμοποιούν τα κατάλληλα μέσα για την επίτευξη των δικών τους σκοπών.

Καθίσταται, συνεπώς, σαφές ότι τίποτε δεν θα μπορούσε να ευνοήσει περισσότερο τη γένεση ενός μέσου συναλλαγής από την εκ μέρους των πιο διορατικών και ικανών οικονομικών υποκειμένων αποδοχή, για το δικό τους οικονομικό όφελος και επί σημαντικό χρονικό διάστημα, των κατεξοχήν εμπορεύσιμων αγαθών κατά προτίμηση έναντι όλων των άλλων.

Με αυτό τον τρόπο, η πρακτική και η συνήθεια συνέβαλαν αναμφίβολα σε σημαντικό βαθμό ώστε τα αγαθά που ήταν κάθε φορά τα περισσότερο εμπορεύσιμα να γίνουν αποδεκτά ως αντάλλαγμα για τα λιγότερο εμπορεύσιμα αγαθά όχι μόνο από πολλούς, αλλά τελικά από όλα τα οικονομικά υποκείμενα· και, επιπλέον, να γίνονται εξαρχής αποδεκτά με την πρόθεση να ανταλλαγούν εκ νέου.

Τα αγαθά που είχαν κατ’ αυτόν τον τρόπο καταστεί γενικώς αποδεκτά μέσα συναλλαγής ονομάστηκαν από τους Γερμανούς Geld, από το ρήμα gelten, δηλαδή «πληρώνω», «εκπληρώνω», ενώ άλλοι λαοί σχημάτισαν τις ονομασίες τους για το χρήμα κυρίως από την ύλη που χρησιμοποιούνταν,⁵ από τη μορφή του νομίσματος⁶ ή ακόμη και από ορισμένα είδη νομισμάτων.⁷

Δεν είναι αδύνατον τα μέσα συναλλαγής, τα οποία υπηρετούν το κοινό καλό με την εμφατικότερη έννοια της λέξης, να θεσπιστούν επίσης διά της νομοθεσίας, όπως και άλλοι κοινωνικοί θεσμοί. Αυτό, όμως, δεν αποτελεί ούτε τον μοναδικό ούτε τον πρωταρχικό τρόπο με τον οποίο προήλθε το χρήμα.

Η προέλευσή του πρέπει, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, να αναζητηθεί στη διαδικασία που περιγράφηκε παραπάνω. Η φύση αυτής της διαδικασίας, ωστόσο, θα εξηγούνταν πολύ ατελώς εάν απλώς την αποκαλούσαμε «οργανική» ή χαρακτηρίζαμε το χρήμα ως κάτι «πρωταρχικό», ως ένα «αρχέγονο μόρφωμα» και ούτω καθεξής.

Εάν παραμερίσουμε τις ιστορικά αβάσιμες υποθέσεις, μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως την προέλευση του χρήματος μόνο εφόσον μάθουμε να θεωρούμε την καθιέρωση της κοινωνικής πρακτικής με την οποία ασχολούμαστε ως το αυθόρμητο αποτέλεσμα, τη μη προσχεδιασμένη συνισταμένη των επιμέρους ατομικών προσπαθειών των μελών της κοινωνίας, τα οποία κατόρθωσαν σταδιακά να διακρίνουν τους διαφορετικούς βαθμούς εμπορευσιμότητας των αγαθών.⁸

---

⁴ Βλ. το λήμμα μου «Money» στο Handwörterbuch der Staatswissenschaften («Λεξικό Κοινωνικών Επιστημών»), Ιένα, 1891, τόμ. III, σ. 730 επ.

⁵ Το εβραϊκό keseph, το ελληνικό ἀργύριον, το λατινικό argentum, το γαλλικό argent κ.ά.

⁶ Το αγγλικό money, το ισπανικό moneda, το πορτογαλικό moeda, το γαλλικό monnaie, το εβραϊκό maoth, το αραβικό fulus, το ελληνικό νόμισμα κ.ά.

⁷ Το ιταλικό danaro, το ρωσικό dengi, το πολωνικό pieniądze, το βοημικό και σλαβονικό peníze, το δανικό penge, το σουηδικό penningar, το ουγγρικό pénz κ.ά. —δηλαδή όροι που ανάγονται σε ονομασίες όπως denare, Pfennige, penny.

⁸ Βλ. σχετικά Carl Menger, Grundsätze der Volkswirtschaftslehre, 1871, σ. 250 επ.

---

VII. Η διαδικασία διαφοροποίησης μεταξύ των αγαθών που έγιναν μέσα συναλλαγής και των υπολοίπων

Όταν τα σχετικά περισσότερο εμπορεύσιμα αγαθά καταστούν «χρήμα», το μεγάλο αυτό γεγονός έχει, κατά πρώτο λόγο, ως αποτέλεσμα να αυξήσει ουσιωδώς την ήδη υψηλή εμπορευσιμότητά τους.

Κάθε οικονομικό υποκείμενο που φέρνει στην αγορά λιγότερο εμπορεύσιμα προϊόντα για να αποκτήσει αγαθά άλλου είδους έχει πλέον ισχυρότερο συμφέρον να μετατρέψει πρώτα όσα κατέχει στα εμπορεύματα που έχουν καταστεί χρήμα. Διότι, ανταλλάσσοντας τα λιγότερο εμπορεύσιμα προϊόντα τους με εκείνα που είναι περισσότερο εμπορεύσιμα ως χρήμα, τα πρόσωπα αυτά δεν αποκτούν πλέον απλώς, όπως προηγουμένως, μεγαλύτερη πιθανότητα, αλλά τη βεβαιότητα ότι μπορούν να αποκτήσουν αμέσως ισοδύναμες ποσότητες κάθε είδους αγαθού που διατίθεται στην αγορά. Η εξουσία τους επάνω σε αυτά εξαρτάται απλώς από την επιθυμία και την επιλογή τους.

Pecuniam habens, habet omnem rem quem vult habere.

Όποιος έχει χρήμα, έχει κάθε πράγμα που επιθυμεί να αποκτήσει.

Από την άλλη πλευρά, όποιος φέρνει στην αγορά εμπορεύματα διαφορετικά από το χρήμα βρίσκεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο μειονέκτημα. Για να αποκτήσει την ίδια εξουσία διαθέσεως επάνω σε όσα προσφέρει η αγορά, πρέπει πρώτα να μετατρέψει τα ανταλλάξιμα αγαθά του σε χρήμα. Η φύση του οικονομικού του μειονεκτήματος καταδεικνύεται από το γεγονός ότι είναι υποχρεωμένος να υπερβεί μια δυσκολία προτού μπορέσει να επιτύχει τον σκοπό του —μια δυσκολία η οποία δεν υπάρχει για τον κάτοχο χρήματος ή, ακριβέστερα, έχει ήδη υπερνικηθεί από αυτόν.

Αυτό έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την πρακτική ζωή, διότι η υπέρβαση της συγκεκριμένης δυσκολίας δεν βρίσκεται άνευ όρων στη διάθεση εκείνου που φέρνει λιγότερο εμπορεύσιμα αγαθά στην αγορά, αλλά εξαρτάται εν μέρει από περιστάσεις επί των οποίων ο μεμονωμένος συναλλασσόμενος δεν ασκεί κανέναν έλεγχο.

Όσο λιγότερο εμπορεύσιμα είναι τα αγαθά του, τόσο πιθανότερο είναι ότι θα πρέπει είτε να υποστεί απώλεια ως προς την οικονομική τιμή είτε να αρκεστεί στην αναμονή της χρονικής στιγμής κατά την οποία θα καταστεί δυνατή η μετατροπή τους σε οικονομικές τιμές.

Όποιος, σε μια εποχή χρηματικής οικονομίας, επιθυμεί να ανταλλάξει αγαθά οποιουδήποτε είδους τα οποία δεν είναι χρήμα με άλλα αγαθά που προσφέρονται στην αγορά, δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι θα επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα αμέσως ή εντός οποιουδήποτε προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος και σε οικονομικές τιμές.

Όσο λιγότερο εμπορεύσιμα είναι τα αγαθά που φέρνει στην αγορά ένα οικονομικό υποκείμενο, τόσο δυσμενέστερη θα είναι, ως προς την επίτευξη των σκοπών του, η οικονομική του θέση σε σύγκριση με τη θέση εκείνων που προσέρχονται στην αγορά με χρήμα.

Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, την περίπτωση του κατόχου ενός αποθέματος χειρουργικών εργαλείων, ο οποίος, λόγω αιφνίδιας οικονομικής ανάγκης ή εξαιτίας πιέσεων από τους πιστωτές του, υποχρεώνεται να το μετατρέψει σε χρήμα. Οι τιμές που θα επιτύχει θα εξαρτώνται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από τυχαίες περιστάσεις· πράγματι, επειδή τα αγαθά αυτά έχουν τόσο περιορισμένη εμπορευσιμότητα, οι τιμές τους θα είναι σχεδόν αδύνατον να υπολογιστούν. Το ίδιο ισχύει για όλες τις μετατροπές που, από χρονική άποψη, έχουν τον χαρακτήρα αναγκαστικής πώλησης.⁹

Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση εκείνου που επιθυμεί να μετατρέψει αμέσως, σε μια αγορά, το αγαθό που έχει καταστεί χρήμα σε άλλα αγαθά που προσφέρονται σε αυτή. Θα επιτύχει τον σκοπό του όχι μόνο με βεβαιότητα, αλλά συνήθως και σε τιμή που ανταποκρίνεται στη γενική οικονομική κατάσταση.

Πράγματι, η συνήθεια της οικονομικής δράσης μάς έχει καταστήσει τόσο βέβαιους ότι μπορούμε, όποτε το επιθυμούμε, να προμηθευτούμε έναντι χρήματος οποιοδήποτε αγαθό προσφέρεται στην αγορά, και μάλιστα σε τιμές που ανταποκρίνονται στην οικονομική κατάσταση, ώστε ως επί το πλείστον δεν συνειδητοποιούμε πόσες από τις αγορές που επιδιώκουμε καθημερινά αποτελούν, από την άποψη των αναγκών μας και του χρόνου πραγματοποίησής τους, αναγκαστικές αγορές.

Αντιθέτως, οι αναγκαστικές πωλήσεις, λόγω του οικονομικού μειονεκτήματος που κατά κανόνα συνεπάγονται, επιβάλλονται στην προσοχή των εμπλεκόμενων με τρόπο αναμφισβήτητο.

Εκείνο, επομένως, που συνιστά την ιδιαιτερότητα ενός αγαθού το οποίο έχει καταστεί χρήμα είναι ότι η κατοχή του μας εξασφαλίζει, ανά πάσα στιγμή —δηλαδή οποτεδήποτε το κρίνουμε σκόπιμο— βέβαιη εξουσία αποκτήσεως κάθε αγαθού που διατίθεται στην αγορά, και μάλιστα συνήθως σε τιμές προσαρμοσμένες στην οικονομική κατάσταση της συγκεκριμένης στιγμής.

Αντιθέτως, η εξουσία αποκτήσεως αγαθών της αγοράς που μας παρέχεται από την κατοχή άλλων ειδών αγαθών είναι αβέβαιη ως προς τον χρόνο και, εν μέρει, ως προς την τιμή —σχετικά, αν όχι απολύτως.

Το αποτέλεσμα, συνεπώς, της μετατροπής των σχετικά περισσότερο εμπορεύσιμων αγαθών σε χρήμα είναι η ολοένα εντονότερη διαφοροποίηση μεταξύ του βαθμού εμπορευσιμότητάς τους και του αντίστοιχου βαθμού όλων των άλλων αγαθών. Αυτή η διαφορά εμπορευσιμότητας παύει πλέον να είναι απολύτως βαθμιαία και πρέπει, από ορισμένη άποψη, να θεωρηθεί απόλυτη.

Η πρακτική της καθημερινής ζωής, όπως και η νομολογία —η οποία ως επί το πλείστον ακολουθεί στενά τις αντιλήψεις που επικρατούν στην καθημερινή ζωή— διακρίνουν δύο κατηγορίες στα μέσα που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές:

  1. τα αγαθά που έχουν καταστεί χρήμα, και

  2. τα αγαθά που δεν έχουν καταστεί χρήμα.

Η βάση αυτής της διάκρισης βρίσκεται ουσιαστικά στη διαφορά εμπορευσιμότητας των αγαθών που αναπτύχθηκε παραπάνω —μια διαφορά τεράστιας σημασίας για την πρακτική ζωή, η οποία τονίζεται περαιτέρω με την παρέμβαση του κράτους.

Η ίδια διάκριση εκφράζεται επίσης στη γλώσσα, στη διαφορετική σημασία των όρων «χρήμα» και «εμπορεύματα», καθώς και των όρων «αγορά» και «ανταλλαγή». Παρέχει, επιπλέον, την κύρια εξήγηση της υπεροχής του αγοραστή έναντι του πωλητή, η οποία έχει συζητηθεί εκτενώς, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς.

---

VIII. Πώς τα πολύτιμα μέταλλα έγιναν χρήμα

Τα αγαθά τα οποία, υπό δεδομένες τοπικές και χρονικές συνθήκες, είναι τα περισσότερο εμπορεύσιμα έχουν καταστεί χρήμα μεταξύ των ίδιων λαών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και μεταξύ διαφορετικών λαών κατά την ίδια χρονική περίοδο· και τα αγαθά αυτά είναι διαφορετικά ως προς το είδος τους.

Ο λόγος για τον οποίο τα πολύτιμα μέταλλα έγιναν το γενικά κυκλοφορούν μέσο συναλλαγής —σε ορισμένους λαούς ήδη πριν από την είσοδό τους στην καταγεγραμμένη ιστορία και, στη συνέχεια, σε όλους τους λαούς προηγμένου οικονομικού πολιτισμού— είναι ότι η εμπορευσιμότητά τους υπερβαίνει κατά πολύ εκείνη όλων των άλλων αγαθών και, ταυτόχρονα, ότι είναι ιδιαιτέρως κατάλληλα για τις συνακόλουθες και επικουρικές λειτουργίες του χρήματος.

Δεν υπάρχει κανένα πληθυσμιακό κέντρο το οποίο, ήδη από τα πρώτα στάδια του πολιτισμού, να μην επιθυμούσε έντονα και να μην επιδίωκε με ζήλο την απόκτηση των πολύτιμων μετάλλων: κατά τους πρωτόγονους χρόνους λόγω της χρησιμότητας και της ιδιαίτερης ομορφιάς τους ως διακοσμητικών υλών καθαυτών· αργότερα ως εκλεκτών υλικών για πλαστική και αρχιτεκτονική διακόσμηση και, ιδίως, για κοσμήματα και σκεύη κάθε είδους.

Παρά τη φυσική τους σπανιότητα, τα πολύτιμα μέταλλα είναι ευρέως κατανεμημένα γεωγραφικά και, σε σύγκριση με τα περισσότερα άλλα μέταλλα, εξορύσσονται και κατεργάζονται εύκολα.

Επιπλέον, η αναλογία της διαθέσιμης ποσότητας των πολύτιμων μετάλλων προς τη συνολική ανάγκη γι’ αυτά είναι τόσο μικρή, ώστε ο αριθμός εκείνων των οποίων η ανάγκη παραμένει ανικανοποίητη ή τουλάχιστον ανεπαρκώς ικανοποιημένη, καθώς και η έκταση αυτής της ανικανοποίητης ανάγκης, είναι πάντοτε σχετικά μεγάλα —σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό από ό,τι στην περίπτωση άλλων, σημαντικότερων αλλά περισσότερο άφθονων αγαθών.

Επιπλέον, λόγω του είδους των αναγκών που ικανοποιούνται από τα πολύτιμα μέταλλα, η κατηγορία των προσώπων που επιθυμούν να τα αποκτήσουν περιλαμβάνει, σε ιδιαίτερα μεγάλο βαθμό, εκείνα τα μέλη της κοινωνίας που διαθέτουν την ισχυρότερη δυνατότητα να συναλλάσσονται· γι’ αυτό και η ζήτηση για πολύτιμα μέταλλα είναι κατά κανόνα αποτελεσματικότερη.

Εντούτοις, τα όρια της πραγματικής ζήτησης για τα πολύτιμα μέταλλα επεκτείνονται επίσης στα στρώματα του πληθυσμού που έχουν μικρότερη συναλλακτική ικανότητα. Αυτό οφείλεται στη μεγάλη διαιρετότητα των πολύτιμων μετάλλων και στην ωφέλεια που μπορεί να αντληθεί, στο πλαίσιο της ατομικής οικονομίας, ακόμη και από τη χρησιμοποίηση πολύ μικρών ποσοτήτων τους.

Πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα ευρέα χρονικά και χωρικά όρια της εμπορευσιμότητας των πολύτιμων μετάλλων. Αυτά αποτελούν συνέπεια, αφενός, της σχεδόν απεριόριστης γεωγραφικής κατανομής της ανάγκης γι’ αυτά, σε συνδυασμό με το χαμηλό κόστος μεταφοράς τους σε σχέση με την αξία τους· και, αφετέρου, της απεριόριστης ανθεκτικότητάς τους και του σχετικά μικρού κόστους αποθησαύρισής τους.

Σε καμία εθνική οικονομία που έχει προχωρήσει πέρα από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης δεν υπάρχουν αγαθά των οποίων η εμπορευσιμότητα να υπόκειται σε τόσο λίγους περιορισμούς από τόσο πολλές απόψεις —προσωπικές, ποσοτικές, χωρικές και χρονικές— όσο τα πολύτιμα μέταλλα.

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι, πολύ πριν καταστούν γενικώς αναγνωρισμένα μέσα συναλλαγής, τα πολύτιμα μέταλλα αποτελούσαν, μεταξύ πάρα πολλών λαών, αντικείμενο θετικής και αποτελεσματικής ζήτησης σε κάθε τόπο και χρόνο και για σχεδόν οποιαδήποτε ποσότητα έφθανε στην αγορά.

Από αυτό προέκυψε μια περίσταση που αναγκαστικά απέκτησε ιδιαίτερη σημασία για τη μετατροπή τους σε χρήμα. Για οποιονδήποτε διέθετε πολύτιμα μέταλλα υπό αυτές τις συνθήκες, υπήρχε όχι μόνο η εύλογη προοπτική να μπορέσει να τα μετατρέψει σε όλες τις αγορές, ανά πάσα στιγμή και σε σχεδόν οποιαδήποτε ποσότητα, αλλά επίσης —και αυτό αποτελεί, σε τελική ανάλυση, το κριτήριο της εμπορευσιμότητας— η προοπτική να τα μετατρέψει σε τιμές που ανταποκρίνονταν κάθε φορά στη γενική οικονομική κατάσταση, δηλαδή σε οικονομικές τιμές.

Η σχετικά ισχυρή, διαρκής και πανταχού παρούσα ζήτηση εκ μέρους των συναλλασσομένων με τη μεγαλύτερη οικονομική ισχύ συνέβαλε περισσότερο στην αποτροπή στιγμιαίων, έκτακτων ή τυχαίων τιμών στην περίπτωση των πολύτιμων μετάλλων απ’ ό,τι στην περίπτωση οποιωνδήποτε άλλων αγαθών. Αυτό ίσχυε ιδίως από τη στιγμή που, λόγω της υψηλής αξίας, της ανθεκτικότητας και της ευκολίας διατήρησής τους, τα πολύτιμα μέταλλα είχαν καταστεί τόσο το δημοφιλέστερο μέσο αποθησαύρισης όσο και τα αγαθά που προτιμούνταν περισσότερο στις εμπορικές συναλλαγές.

Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κυρίαρχη ιδέα στη σκέψη των διορατικότερων συναλλασσομένων —και, στη συνέχεια, καθώς η κατάσταση γινόταν ευρύτερα κατανοητή, στη σκέψη όλων— ήταν ότι το απόθεμα των αγαθών που προοριζόταν για ανταλλαγή με άλλα αγαθά έπρεπε, σε πρώτο στάδιο, να τοποθετείται σε πολύτιμα μέταλλα ή να μετατρέπεται σε αυτά, εκτός εάν ο κάτοχός του είχε ήδη ικανοποιήσει τις ανάγκες του προς αυτή την κατεύθυνση.

Με αυτή ακριβώς τη λειτουργία, τα πολύτιμα μέταλλα είχαν ήδη καταστεί γενικώς κυκλοφορούντα μέσα συναλλαγής. Με άλλα λόγια, λειτουργούσαν πλέον ως αγαθά με τα οποία όλοι επιδίωκαν να ανταλλάξουν τα προϊόντα που έφερναν στην αγορά —όχι, κατά κανόνα, με σκοπό την κατανάλωσή τους, αλλά αποκλειστικά λόγω της ιδιαίτερης εμπορευσιμότητάς τους και με την πρόθεση να τα ανταλλάξουν αργότερα με άλλα αγαθά που θα τους παρείχαν άμεση ωφέλεια.

Δεν ήταν ούτε τυχαίο γεγονός ούτε συνέπεια κρατικού καταναγκασμού ούτε αποτέλεσμα εκούσιας συμφωνίας μεταξύ των συναλλασσομένων. Η ορθή κατανόηση του ατομικού τους συμφέροντος ήταν εκείνη που οδήγησε όλους τους οικονομικά περισσότερο προηγμένους λαούς να αποδεχθούν τα πολύτιμα μέταλλα ως χρήμα, μόλις συγκεντρώθηκε και εισήχθη στο εμπόριο επαρκής ποσότητά τους. Η μετάβαση από λιγότερο πολύτιμες σε πολυτιμότερες χρηματικές ύλες οφείλεται σε ανάλογα αίτια.

Η εξέλιξη αυτή υποβοηθήθηκε ουσιωδώς από το γεγονός ότι η ανταλλακτική σχέση μεταξύ των πολύτιμων μετάλλων και των άλλων αγαθών παρουσίαζε, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, μικρότερες διακυμάνσεις από εκείνες που παρατηρούνταν μεταξύ των περισσότερων άλλων αγαθών. Η σταθερότητα αυτή οφείλεται στις ιδιαίτερες περιστάσεις που συνδέονται με την παραγωγή, την κατανάλωση και την ανταλλαγή των πολύτιμων μετάλλων και, επομένως, σχετίζεται με τους λεγόμενους εσωτερικούς παράγοντες που καθορίζουν την ανταλλακτική τους αξία.

Αυτό συνιστά έναν ακόμη λόγο για τον οποίο κάθε άνθρωπος θα έπρεπε, σε πρώτο στάδιο —δηλαδή έως ότου επενδύσει τα διαθέσιμα ανταλλακτικά του μέσα σε αγαθά που του είναι άμεσα χρήσιμα— να διατηρεί το διαθέσιμο προς ανταλλαγή απόθεμά του σε πολύτιμα μέταλλα ή να το μετατρέπει σε αυτά.

Επιπλέον, η ομοιογένεια των πολύτιμων μετάλλων και η συνακόλουθη ευχέρεια με την οποία μπορούν να χρησιμεύσουν ως αντικαταστατά πράγματα (res fungibiles) στις ενοχικές σχέσεις οδήγησαν στη διαμόρφωση συμβατικών τύπων μέσω των οποίων διευκολύνθηκαν οι συναλλαγές. Και αυτό συνέβαλε ουσιωδώς στην εμπορευσιμότητα των πολύτιμων μετάλλων και, κατ’ επέκταση, στην υιοθέτησή τους ως χρήματος.

Τέλος, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του χρώματός τους, του ήχου τους και, εν μέρει, του ειδικού τους βάρους, τα πολύτιμα μέταλλα δεν είναι δύσκολο να αναγνωριστούν έπειτα από κάποια εξάσκηση. Επιπλέον, με τη χάραξη επάνω τους μιας ανθεκτικής σφραγίδας, η ποιότητα και το βάρος τους μπορούν εύκολα να ελέγχονται. Και αυτό συνέβαλε ουσιωδώς στην αύξηση της εμπορευσιμότητάς τους και στην προώθηση της υιοθέτησης και της διάδοσής τους ως χρήματος.

---

IX. Η επίδραση της κρατικής εξουσίας

Το χρήμα δεν δημιουργήθηκε διά νόμου. Ως προς την προέλευσή του, αποτελεί κοινωνικό και όχι κρατικό θεσμό. Η ιδέα ότι για την ύπαρξή του απαιτείται η κύρωση της κρατικής εξουσίας είναι ξένη προς τη φύση του.

Από την άλλη πλευρά, μέσω της κρατικής αναγνώρισης και της κρατικής ρύθμισης, ο κοινωνικός θεσμός του χρήματος τελειοποιήθηκε και προσαρμόστηκε στις ποικίλες και μεταβαλλόμενες ανάγκες ενός εξελισσόμενου εμπορίου, όπως ακριβώς τα εθιμικά δικαιώματα τελειοποιήθηκαν και προσαρμόστηκαν μέσω της νομοθεσίας.

Τα πολύτιμα μέταλλα, τα οποία αρχικά αντιμετωπίζονταν κατά βάρος όπως και τα άλλα αγαθά, απέκτησαν σταδιακά, με τη μορφή των νομισμάτων, μια διαμόρφωση χάρη στην οποία αυξήθηκε ουσιωδώς η ήδη υψηλή εμπορευσιμότητά τους.

Ο καθορισμός ενός νομισματικού συστήματος που να περιλαμβάνει όλες τις βαθμίδες αξίας (Wertstufen), καθώς και η θέσπιση και διατήρηση νομισματικών τεμαχίων κατά τρόπο ικανό να εξασφαλίζει την εμπιστοσύνη του κοινού και, στο μέτρο του δυνατού, να προλαμβάνει τον κίνδυνο ως προς τη γνησιότητα, το βάρος και την καθαρότητά τους —και, πάνω απ’ όλα, να εξασφαλίζει τη γενική κυκλοφορία τους— αναγνωρίστηκαν παντού ως σημαντικές λειτουργίες της κρατικής διοίκησης.

Οι δυσχέρειες που προκαλούνται στις εμπορικές συναλλαγές και στους τρόπους πληρωμής μιας χώρας από τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων αγαθών που χρησιμοποιούνται ως νομίσματα, καθώς και το γεγονός ότι η παράλληλη ύπαρξη διαφορετικών νομισματικών προτύπων δημιουργεί πολλαπλή αβεβαιότητα στο εμπόριο και καθιστά αναγκαίες διάφορες μετατροπές μεταξύ των κυκλοφορούντων μέσων, οδήγησαν στη νομική αναγνώριση ορισμένων αγαθών ως χρήματος, δηλαδή ως νομίμων νομισματικών προτύπων.

Και όπου περισσότερα από ένα αγαθά έγιναν αποδεκτά ή επιτράπηκαν ως νόμιμες μορφές πληρωμής, ο νόμος ή κάποιο σύστημα αποτίμησης καθόρισε μια συγκεκριμένη αναλογία αξίας μεταξύ τους.

Η κρατική εξουσία τελειοποίησε τη λειτουργία των πολύτιμων μετάλλων ως χρήματος ως προς το βάρος και την καθαρότητά τους και, μέσω της νομισματοκοπίας, αναγνώρισε την εγκυρότητά τους. Δεν δημιούργησε, όμως, εξαρχής τον χρηματικό χαρακτήρα των πολύτιμων μετάλλων· απλώς τα τελειοποίησε κατά την άσκηση της λειτουργίας τους ως χρήματος.

---

X Βιβλιογραφική και μεταφραστική σημείωση

Η κεντρική θέση του Μένγκερ μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: το χρήμα δεν αποτελεί προϊόν αρχικού κρατικού σχεδιασμού ή κοινωνικού συμβολαίου. Αναδύεται μέσα από αποκεντρωμένες ατομικές ενέργειες. Οι συναλλασσόμενοι ανακαλύπτουν ότι ορισμένα αγαθά είναι ευκολότερο να ανταλλαγούν από άλλα χωρίς σημαντική απώλεια αξίας. Αρχίζουν επομένως να τα δέχονται όχι για άμεση κατανάλωση, αλλά επειδή προβλέπουν ότι θα μπορέσουν να τα ανταλλάξουν αργότερα. Η ευρύτερη αποδοχή τους αυξάνει περαιτέρω την εμπορευσιμότητά τους, δημιουργώντας μια αυτοενισχυόμενη διαδικασία που καταλήγει στην εμφάνιση του χρήματος.

Η κρατική εξουσία μπορεί αργότερα να τυποποιήσει το βάρος, την καθαρότητα, τη σήμανση και τη νομική χρήση των νομισμάτων. Κατά τον Μένγκερ, όμως, αυτό αποτελεί τελειοποίηση ενός ήδη αναδυθέντος θεσμού και όχι την αρχική δημιουργία του.

Πηγή: Carl Menger, On the Origins of Money, μετάφραση C. A. Foley, αρχική δημοσίευση στο Economic Journal 2 (1892), σ. 239–255· έκδοση Ludwig von Mises Institute, 2009, με άδεια Creative Commons Attribution 3.0.

Πραξεολόγος

Σας άρεσε;

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε κάθε νέο κείμενο.

Εγγραφή

Σχετικά κείμενα