Μεταφράσεις27 Σεπτεμβρίου 20265 λεπτά ανάγνωσης

«Για μια Nέα Eλευθερία: Το Λιμπερταριανό Μανιφέστο (Μανιφέστο του Ελευθερισμού)» (“For a New Liberty: The Libertarian Manifesto”)του Murray N. Rothbard

Μετάφραση του έργου του Murray N. Rothbard με τίτλο «Για μια Nέα Eλευθερία: Το Λιμπερταριανό Μανιφέστο (Μανιφέστο του Ελευθερισμού)»

Η πλήρης μετάφραση του έργου έχει δημοσιευθεί σε μορφή pdf από το Ινστιτούτο Ludwig von Mises (Mises Institute) στον ακόλουθο σύνδεσμο:

https://mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto

Πρόλογος Μεταφραστή

ΣτΜ: Ο όρος libertarianism αποδόθηκε ως λιμπερταριανισμός αλλά μπορεί να αποδοθεί και ως ελευθερισμός.

Η ελευθερία είναι εύκολο να υμνείται και δύσκολο να λαμβάνεται στα σοβαρά. Σχεδόν όλοι την υπερασπίζονται, μέχρι τη στιγμή που η επιλογή κάποιου άλλου συγκρούεται με τις δικές τους πεποιθήσεις. Τότε αρχίζουν οι εξαιρέσεις: μια απαγόρευση για το καλό του, ένας περιορισμός για την ασφάλεια όλων, ένας εξαναγκασμός επειδή ο σκοπός θεωρείται αναγκαίος. Το Για Μια Νέα Ελευθερία: Το Λιμπερταριανό Μανιφέστο (ή Μανιφέστο του Ελευθερισμού) του Murray N. Rothbard αρχίζει ακριβώς εκεί όπου τελειώνουν οι εύκολες διακηρύξεις. Ρωτά ποιος δικαιούται να επιβάλλει αυτές τις εξαιρέσεις, με ποια εξουσιοδότηση και εις βάρος τίνος.

Η αφετηρία του είναι απλή, αλλά οι συνέπειές της φτάνουν πολύ μακριά: κανείς δεν δικαιούται να αρχίζει τη χρήση βίας εναντίον του προσώπου ή της θεμιτά αποκτημένης περιουσίας κάποιου άλλου. Κάθε άνθρωπος έχει κυριότητα επί του εαυτού του. Δεν αποτελεί ιδιοκτησία του κράτους, εργαλείο της πλειοψηφίας ή διαθέσιμο μέσο για την εκπλήρωση ενός συλλογικού σχεδίου. Μπορεί να συνεργάζεται, να προσφέρει, να ανταλλάσσει, να αναλαμβάνει δεσμεύσεις· δεν οφείλει όμως να παραδίδει τη ζωή του σε όποιον ισχυρίζεται ότι γνωρίζει καλύτερα πώς πρέπει να τη ζήσει.

Ο Rothbard επιμένει ότι αυτή η αρχή πρέπει να ισχύει για όλους. Αν μια πράξη είναι άδικη όταν την κάνει ένας ιδιώτης, ο δημόσιος τίτλος εκείνου που την εκτελεί δεν αρκεί για να την καταστήσει δίκαιη. Έτσι μεταφέρει τη συζήτηση από τις καλές προθέσεις στα πραγματικά μέσα: ποιος πληρώνει, ποιος εξαναγκάζεται, ποιος αποφασίζει και ποιος υφίσταται τις συνέπειες; Η απαίτηση αυτή δίνει στο βιβλίο τη συνοχή και τη μαχητικότητά του.

Από αυτή την αφετηρία, η προσωπική και η οικονομική ελευθερία δεν μπορούν να χωριστούν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Η ελευθερία του λόγου χρειάζεται ανθρώπους που μπορούν να διαθέτουν χώρους, να εκδίδουν βιβλία και να συντηρούν ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης. Η ελευθερία της εργασίας περιλαμβάνει τόσο το δικαίωμα να αναλαμβάνει κανείς μια εργασία όσο και το δικαίωμα να την εγκαταλείπει. Και η υπεράσπιση της ζωής και της περιουσίας δεν σταματά στα σύνορα: η κριτική του πολέμου, της υποχρεωτικής στράτευσης και της αυτοκρατορικής πολιτικής βρίσκεται στον πυρήνα του έργου, όχι στο περιθώριό του.

Το βιβλίο, ωστόσο, δεν μένει στις αρχές. Συνδέοντας τη φιλοσοφία των φυσικών δικαιωμάτων με την οικονομική σκέψη της Αυστριακής Σχολής, εξετάζει την εκπαίδευση, την πρόνοια, το χρήμα, τη ρύπανση, τις μεταφορές, την αστυνομία και τα δικαστήρια. Σε κάθε πεδίο θέτει ένα ερώτημα που συχνά παρακάμπτεται: από το γεγονός ότι μια υπηρεσία είναι απαραίτητη, προκύπτει άραγε ότι πρέπει να παρέχεται από κρατικό μονοπώλιο; Ο Rothbard απαντά αρνητικά και επιχειρεί να δείξει πώς η εθελοντική συνεργασία, ο ανταγωνισμός και η ευθύνη για τις πράξεις μας μπορούν να στηρίξουν ακόμη και θεσμούς που έχουμε μάθει να θεωρούμε αδιαχώριστους από το κράτος.

Εδώ βρίσκεται και η πιο απαιτητική πλευρά του βιβλίου. Ο συγγραφέας δεν υπερασπίζεται απλώς χαμηλότερους φόρους ή λιγότερη γραφειοκρατία. Υποστηρίζει μια κοινωνία χωρίς κρατικό μονοπώλιο καταναγκασμού. Δεν χρειάζεται να αποδεχθεί ο αναγνώστης αυτό το συμπέρασμα πριν αρχίσει να διαβάζει. Χρειάζεται όμως να το αντιμετωπίσει ως επιχείρημα προς εξέταση, όχι ως ιδέα που απορρίπτεται επειδή απέχει από τη συνήθεια. Η δύναμη του έργου βρίσκεται ακριβώς στην πίεση που ασκεί πάνω στα πολιτικά μας αυτονόητα.

Γραμμένο μέσα στις συγκρούσεις και στις κρίσεις της δεκαετίας του 1970, το βιβλίο φέρει καθαρά τα σημάδια της εποχής του. Το βασικό του ερώτημα, όμως, παραμένει ανοιχτό: πόση εξουσία είμαστε διατεθειμένοι να παραχωρήσουμε πάνω στη ζωή των άλλων, και γιατί θεωρούμε ότι αυτή η εξουσία δεν θα στραφεί κάποτε εναντίον μας;

Ο Rothbard δεν υπόσχεται έναν κόσμο χωρίς λάθη, διαφωνίες ή αδικίες. Ζητά να εξετάσουμε αν η ελευθερία προσφέρει καλύτερους τρόπους να τα αντιμετωπίζουμε από τον εξαναγκασμό. Και μας καλεί να εφαρμόσουμε τις αρχές μας ακόμη κι όταν αυτό μας δυσκολεύει: όταν διαφωνούμε με τις επιλογές του γείτονα, όταν φοβόμαστε, όταν ένας δημοφιλής σκοπός φαίνεται να δικαιολογεί κάθε μέσο. Διότι η ελευθερία αποκτά πραγματικό περιεχόμενο όχι μόνο όταν τη διεκδικούμε για τον εαυτό μας, αλλά όταν αναγνωρίζουμε ότι ανήκει εξίσου και στον άλλον.

Πραξεολόγος, Αθήνα, 2026

Πρόλογος

Όταν δημοσιεύθηκε η πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου (1973), το νέο λιμπερταριανό κίνημα στην Αμερική βρισκόταν στα σπάργανα. Μέσα σε έξι χρόνια, το κίνημα έχει ωριμάσει με εκπληκτική ταχύτητα και έχει αναπτυχθεί σημαντικά τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Επομένως, μολονότι η πραγμάτευση του λιμπερταριανισμού στο βιβλίο αυτό έχει ενισχυθεί και επικαιροποιηθεί σε όλη της την έκταση, η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά την πραγμάτευση του λιμπερταριανού κινήματος. Το αρχικό κεφάλαιο i, με τίτλο «Το νέο λιμπερταριανό κίνημα», δεν ανταποκρίνεται πλέον στη σημερινή πραγματικότητα και είναι παρωχημένο· έχει μετατραπεί σε παράρτημα που παρέχει ένα σχολιασμένο περίγραμμα της σύνθετης δομής του σημερινού κινήματος. Το νέο κεφάλαιο 1, με τίτλο «Η λιμπερταριανή κληρονομιά», παρέχει μια σύντομη αλλά απολύτως αναγκαία παρουσίαση του ιστορικού υπόβαθρου της αμερικανικής και δυτικής παράδοσης της ελευθερίας, καθώς και των επιτυχιών και των αποτυχιών της, προετοιμάζοντας το έδαφος για την πραγμάτευση της αναγέννησής της στο σημερινό κίνημα. Έχει προστεθεί ένα νέο κεφάλαιο 9 για το ζωτικής σημασίας ζήτημα του πληθωρισμού και του οικονομικού κύκλου, καθώς και για τον ρόλο του κράτους και της ελεύθερης αγοράς στην πρόκληση ή στον μετριασμό αυτών των δεινών. Τέλος, στο καταληκτικό κεφάλαιο για τη στρατηγική έχει προστεθεί η παρουσίαση και η εξήγηση της πεποίθησης που απέκτησα πρόσφατα: ότι η ελευθερία θα νικήσει, ότι η ελευθερία θα προχωρά με μεγάλα βήματα τόσο άμεσα όσο και μακροπρόθεσμα, ότι, εν ολίγοις, η ελευθερία είναι μια ιδέα της οποίας η ώρα έχει έρθει.

Οφείλω την αρχική σύλληψη και την έμπνευση αυτού του βιβλίου στον πρώτο μου επιμελητή, Tom Mandel, ο οποίος είχε τη διορατικότητα να προβλέψει την πρόσφατη τεράστια αύξηση του ενδιαφέροντος για τον λιμπερταριανισμό. Χωρίς αυτόν, το βιβλίο ούτε θα είχε συλληφθεί ως ιδέα ούτε θα είχε γραφτεί. Για την αναθεωρημένη έκδοση, ο Roy A. Childs, Jr., διευθυντής του Libertarian Review, βοήθησε εξαιρετικά, προτείνοντας αναγκαίες αλλαγές. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω τον Dominic T. Armentano, του Τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Χάρτφορντ, τον Williamson M. Evers, διευθυντή του *Inquiry*, και τον Leonard P. Liggio, διευθυντή του *The Literature of Liberty*, για τις ευπρόσδεκτες υποδείξεις τους. Ο απεριόριστος ενθουσιασμός του Walter C. Mickleburgh για το βιβλίο αυτό είχε ζωτική σημασία για την προετοιμασία της αναθεωρημένης έκδοσης· και ο Edward H. Crane HI, πρόεδρος του Ινστιτούτου Cato στο Σαν Φρανσίσκο, στάθηκε αναντικατάστατος με τη βοήθεια, την ενθάρρυνση, τις συνετές συμβουλές και τις προτάσεις βελτίωσης που πρόσφερε.

Murray N. Rothbard

Πάλο Άλτο, Καλιφόρνια

Φεβρουάριος 1978

Σχετικά κείμενα