Δοκίμια15 Σεπτεμβρίου 202615 λεπτά ανάγνωσης

«Η Διδασκαλία της Οικονομικής Επιστήμης στα Πανεπιστήμια» του Ludwig von Mises

Μετάφραση του δοκιμίου του Ludwig von Mises που δημοσιεύτηκε στο The Freeman, στις 7 Απριλίου 1952

Η Διδασκαλία της Οικονομικής Επιστήμης στα Πανεπιστήμια

Από το βιβλίο «Σχεδιασμός για την ελευθερία». Δημοσιεύθηκε αρχικά στο The Freeman, στις 7 Απριλίου 1952.

Πριν από λίγα χρόνια, μια υποεπιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων για τη δημοσιότητα και την προπαγάνδα στις υπηρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας, υπό την προεδρία του βουλευτή Forest A. Harness, διερεύνησε τις δραστηριότητες προπαγάνδας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Σε μία περίπτωση, η επιτροπή εξέτασε ως μάρτυρα έναν γιατρό που εργαζόταν για το κράτος. Όταν ρωτήθηκε αν στις δημόσιες ομιλίες του σε ολόκληρη τη χώρα παρουσίαζε και τις δύο πλευρές της συζήτησης σχετικά με την υποχρεωτική εθνική ασφάλιση υγείας, ο μάρτυρας απάντησε: «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε όταν λέτε και τις δύο πλευρές».

Αυτή η αφελής απάντηση φωτίζει τη νοοτροπία ανθρώπων που αποκαλούν υπερήφανα τον εαυτό τους προοδευτικούς διανοουμένους. Απλώς δεν μπορούν να φανταστούν ότι θα μπορούσε να διατυπωθεί οποιοδήποτε επιχείρημα εναντίον των διαφόρων σχεδίων που προτείνουν. Όπως βλέπουν τα πράγματα, όλοι, χωρίς να θέτουν ερωτήματα, οφείλουν να υποστηρίζουν κάθε σχέδιο που αποβλέπει σε ολοένα μεγαλύτερο κρατικό έλεγχο όλων των πτυχών της ζωής και της συμπεριφοράς του πολίτη. Ποτέ δεν επιχειρούν να αντικρούσουν τις αντιρρήσεις που προβάλλονται κατά των δογμάτων τους. Προτιμούν, όπως έκανε πρόσφατα η κυρία Eleanor Roosevelt στη στήλη της, να αποκαλούν ανέντιμους εκείνους με τους οποίους διαφωνούν.

Πολλοί επιφανείς πολίτες θεωρούν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα υπεύθυνα για την εξάπλωση αυτής της μισαλλοδοξίας. Επικρίνουν δριμύτατα τον τρόπο με τον οποίο διδάσκονται η οικονομική επιστήμη, η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία, η ιστορία και η πολιτική επιστήμη στα περισσότερα αμερικανικά πανεπιστήμια και κολέγια. Κατηγορούν πολλούς διδάσκοντες ότι κατηχούν τους φοιτητές τους στις ιδέες του καθολικού σχεδιασμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Ορισμένοι από εκείνους που δέχονται αυτές τις επικρίσεις προσπαθούν να αρνηθούν κάθε ευθύνη. Άλλοι, αντιλαμβανόμενοι τη ματαιότητα αυτού του τρόπου άμυνας, κραυγάζουν περί «διώξεων» και παραβίασης της «ακαδημαϊκής ελευθερίας».

Ωστόσο, το προβληματικό στοιχείο των σημερινών ακαδημαϊκών συνθηκών — όχι μόνο σε αυτή τη χώρα, αλλά και στα περισσότερα ξένα έθνη — δεν είναι το γεγονός ότι πολλοί διδάσκοντες είναι τυφλά προσκολλημένοι στις πλάνες των Veblen, Marx και Keynes και προσπαθούν να πείσουν τους φοιτητές τους ότι δεν μπορούν να προβληθούν βάσιμες αντιρρήσεις εναντίον όσων αποκαλούν προοδευτικές πολιτικές· το κακό εντοπίζεται μάλλον στο ότι οι ισχυρισμοί αυτών των διδασκόντων δεν αντιμετωπίζουν καμία κριτική αμφισβήτηση στον ακαδημαϊκό χώρο. Οι ψευδοφιλελεύθεροι μονοπωλούν τις διδακτικές θέσεις σε πολλά πανεπιστήμια. Μόνο όσοι συμφωνούν μαζί τους διορίζονται καθηγητές και διδάσκοντες των κοινωνικών επιστημών και χρησιμοποιούνται μόνο εγχειρίδια που υποστηρίζουν τις ιδέες τους. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι πώς θα απαλλαγούμε από τους ανεπαρκείς διδάσκοντες και τα κακά εγχειρίδια. Είναι πώς θα δοθεί στους φοιτητές η ευκαιρία να ακούσουν κάτι για τις ιδέες των οικονομολόγων που απορρίπτουν τις αρχές των υποστηρικτών του παρεμβατισμού, του πληθωρισμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.

1. Οι μέθοδοι των «προοδευτικών» διδασκόντων

Ας φωτίσουμε το ζήτημα εξετάζοντας ένα βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα. Ένας καθηγητής του Harvard University επιμελείται, με την υποστήριξη μιας συμβουλευτικής επιτροπής της οποίας όλα τα μέλη είναι, όπως και ο ίδιος, καθηγητές οικονομικών στο Harvard University, μια σειρά εγχειριδίων, την «Economics Handbook Series». Στη σειρά αυτή εκδόθηκε ένας τόμος για τον σοσιαλισμό. Ο συγγραφέας του, Paul M. Sweezy, αρχίζει τον πρόλογό του δηλώνοντας ότι το βιβλίο «είναι γραμμένο από τη σκοπιά ενός σοσιαλιστή». Ο επιμελητής της σειράς, καθηγητής Seymour E. Harris, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα στην εισαγωγή του, δηλώνοντας ότι η «οπτική του συγγραφέα βρίσκεται πλησιέστερα στην οπτική της ομάδας που καθορίζει τη σοβιετική πολιτική παρά σε εκείνη της ομάδας που κρατά τώρα [1949] τα ηνία της διακυβέρνησης στη Βρετανία». Αυτή είναι μια ήπια περιγραφή του γεγονότος ότι ο τόμος αποτελεί, από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα, ένα άκριτο εγκώμιο του σοβιετικού συστήματος.

Είναι, βεβαίως, απολύτως θεμιτό να γράψει ο δρ Sweezy ένα τέτοιο βιβλίο και να το επιμεληθούν και να το εκδώσουν καθηγητές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια ελεύθερη χώρα — μία από τις λίγες ελεύθερες χώρες που έχουν απομείνει στον κόσμο — και το Σύνταγμα και οι τροποποιήσεις του παρέχουν στον καθένα το δικαίωμα να σκέφτεται όπως επιθυμεί και να δημοσιεύει έντυπα όσα σκέφτεται. Ο Sweezy έχει, πράγματι, προσφέρει άθελά του μεγάλη υπηρεσία στο οξυδερκές κοινό. Διότι ο τόμος του δείχνει καθαρά σε κάθε κριτικό αναγνώστη που γνωρίζει την οικονομική επιστήμη ότι οι επιφανέστεροι υποστηρικτές του σοσιαλισμού έχουν εξαντλήσει την επινοητικότητά τους, δεν ξέρουν πώς να διατυπώσουν οποιοδήποτε πειστικό επιχείρημα υπέρ του πιστεύω τους και αδυνατούν πλήρως να αντικρούσουν οποιαδήποτε από τις σοβαρές αντιρρήσεις που έχουν προβληθεί εναντίον του.

Το βιβλίο, όμως, δεν προορίζεται για οξυδερκείς επιστήμονες με καλή γνώση των κοινωνικών επιστημών. Όπως τονίζεται στην εισαγωγή των επιμελητών, έχει γραφτεί για τον μη ειδικό αναγνώστη, με σκοπό την εκλαΐκευση ιδεών, και ιδίως για χρήση στη διδασκαλία. Μη ειδικοί και φοιτητές που γνωρίζουν ελάχιστα ή τίποτε για τα σχετικά προβλήματα θα αντλήσουν από αυτό το σύνολο των γνώσεών τους για τον σοσιαλισμό. Δεν διαθέτουν την εξοικείωση με θεωρίες και γεγονότα που θα τους επέτρεπε να σχηματίσουν ανεξάρτητη γνώμη για τις διάφορες διδασκαλίες που εκθέτει ο συγγραφέας. Θα δεχθούν όλες τις θέσεις και τις περιγραφές του ως αδιαμφισβήτητη επιστήμη και σοφία. Πώς θα μπορούσαν να είναι τόσο αλαζόνες ώστε να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία ενός βιβλίου γραμμένου, όπως λέει η εισαγωγή, από μια «αυθεντία» του πεδίου και υποστηριζόμενου από μια επιτροπή καθηγητών του σεβάσμιου Harvard!

Το σφάλμα της επιτροπής δεν έγκειται στο ότι εξέδωσε ένα τέτοιο βιβλίο, αλλά στο ότι η σειρά της περιλαμβάνει μόνο αυτό το βιβλίο για τον σοσιαλισμό. Αν είχε εκδώσει, μαζί με το βιβλίο του δρος Sweezy, έναν ακόμη τόμο που θα ανέλυε κριτικά τις κομμουνιστικές ιδέες και τα επιτεύγματα των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, κανείς δεν θα μπορούσε να την κατηγορήσει ότι διαδίδει τον κομμουνισμό. Η ευπρέπεια θα έπρεπε να είχε ωθήσει τα μέλη της να δώσουν στους επικριτές του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού την ίδια ευκαιρία να παρουσιάσουν τις απόψεις τους στους φοιτητές των πανεπιστημίων και των κολεγίων που έδωσαν στον δρα Sweezy.

Σε κάθε σελίδα του βιβλίου του δρος Sweezy συναντά κανείς πραγματικά εκπληκτικούς ισχυρισμούς. Έτσι, όταν πραγματεύεται το πρόβλημα των ατομικών δικαιωμάτων υπό ένα σοσιαλιστικό καθεστώς, εξισώνει απλώς το σοβιετικό σύνταγμα με το αμερικανικό. Και τα δύο, δηλώνει, είναι:

γενικώς αποδεκτά ως η διατύπωση των ιδανικών που οφείλουν να καθοδηγούν τις πράξεις τόσο του κράτους όσο και του μεμονωμένου πολίτη. Το ότι αυτά τα ιδανικά δεν τηρούνται πάντοτε στην πράξη — είτε στη Σοβιετική Ένωση είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες — είναι ασφαλώς αληθές και σημαντικό· δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν υπάρχουν ή ότι μπορούν να αγνοούνται, ακόμη λιγότερο ότι μπορούν να μετατρέπονται στο αντίθετό τους.

Αφήνοντας κατά μέρος τα περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να προβληθούν για την ανασκευή αυτού του συλλογισμού, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το αμερικανικό σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα ιδανικό, αλλά το ισχύον δίκαιο της χώρας. Για να μη μετατραπεί σε νεκρό γράμμα, υπάρχει μια ανεξάρτητη δικαστική εξουσία, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται το Ανώτατο Δικαστήριο. Χωρίς έναν τέτοιο θεματοφύλακα του δικαίου και της νομιμότητας, κάθε νόμος μπορεί να αγνοηθεί και να μετατραπεί στο αντίθετό του — και πράγματι αυτό συμβαίνει. Δεν αντιλήφθηκε ποτέ ο δρ Sweezy αυτή τη λεπτή διαφορά; Πιστεύει πράγματι ότι τα εκατομμύρια που μαραζώνουν στις σοβιετικές φυλακές και στα στρατόπεδα εργασίας μπορούν να επικαλεστούν το habeas corpus;

Ας το επαναλάβουμε: ο δρ Sweezy έχει το δικαίωμα — ακριβώς επειδή η αμερικανική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων δεν είναι απλώς ένα ιδανικό, αλλά εφαρμοζόμενος νόμος — να μετατρέπει κάθε γεγονός στο αντίθετό του. Καθηγητές, όμως, που προσφέρουν στους φοιτητές τους τέτοια εγκώμια των Σοβιετικών, χωρίς να τους ενημερώνουν για τις απόψεις των αντιπάλων του σοσιαλισμού, δεν πρέπει να κραυγάζουν περί κυνηγιού μαγισσών όταν δέχονται κριτική.

Ο καθηγητής Harris υποστηρίζει στην εισαγωγή του ότι «όσοι φοβούνται την υπέρμετρη επιρροή του παρόντος τόμου μπορούν να ενθαρρυνθούν από έναν συμπληρωματικό τόμο για τον καπιταλισμό, που πρόκειται να εκδοθεί στην ίδια σειρά, γραμμένο από κάποιον εξίσου αφοσιωμένο στην ιδιωτική επιχείρηση όσο ο δρ Sweezy στο σοσιαλισμό». Ο τόμος αυτός, γραμμένος από τον καθηγητή David McCord Wright του University of Virginia, έχει στο μεταξύ εκδοθεί. Ασχολείται παρεμπιπτόντως και με το σοσιαλισμό και επιχειρεί να ανασκευάσει ορισμένες δευτερεύουσες σοσιαλιστικές πλάνες, όπως τη θεωρία της απονέκρωσης του κράτους, μια θεωρία την οποία ακόμη και οι πιο φανατικοί σοβιετικοί συγγραφείς θέτουν σήμερα σε δεύτερη μοίρα. Ασφαλώς, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικό υποκατάστατο — ή καν υποκατάστατο — μιας διεξοδικής κριτικής εξέτασης ολόκληρου του σώματος των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών ιδεών και της οικτρής αποτυχίας όλων των σοσιαλιστικών πειραμάτων.

Ορισμένοι διδάσκοντες προσπαθούν να αντικρούσουν τις κατηγορίες ιδεολογικής μισαλλοδοξίας που διατυπώνονται κατά των πανεπιστημίων τους και να αποδείξουν τη δική τους αμεροληψία προσκαλώντας περιστασιακά έναν διαφωνούντα εκτός του ιδρύματος να μιλήσει στους φοιτητές τους. Αυτό είναι απλώς παραπλάνηση. Μία ώρα ορθής οικονομικής θεωρίας απέναντι σε αρκετά χρόνια κατήχησης σε πλάνες! Ας επιτραπεί στον γράφοντα να παραθέσει ένα απόσπασμα από επιστολή με την οποία αρνήθηκε μια τέτοια πρόσκληση:

Εκείνο που μου καθιστά αδύνατη την παρουσίαση της λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς σε μια σύντομη διάλεξη — είτε πενήντα λεπτών είτε δύο πενηνταλέπτων — είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι, επηρεασμένοι από τις επικρατούσες ιδέες για τα οικονομικά προβλήματα, είναι γεμάτοι εσφαλμένες αντιλήψεις σχετικά με αυτό το σύστημα. Είναι πεπεισμένοι ότι οι οικονομικές υφέσεις, η μαζική ανεργία, το μονοπώλιο, ο επιθετικός ιμπεριαλισμός και οι πόλεμοι, καθώς και η φτώχεια του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας, προκαλούνται από την ανεμπόδιστη λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Αν ο ομιλητής δεν διαλύσει καθένα από αυτά τα δόγματα, η εντύπωση που απομένει στο ακροατήριο είναι ανεπαρκής. Η ανασκευή, όμως, οποιουδήποτε από αυτά απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο από εκείνον που μου έχει παραχωρηθεί στο πρόγραμμά σας. Οι ακροατές θα σκεφτούν: «Δεν αναφέρθηκε καθόλου σε αυτό» ή «Έκανε μόνο μερικές παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις για εκείνο». Η διάλεξή μου μάλλον θα ενίσχυε την παρανόησή τους για το σύστημα… Αν ήταν δυνατόν να εκτεθεί η λειτουργία του καπιταλισμού σε μία ή δύο σύντομες ομιλίες, θα ήταν χάσιμο χρόνου να παραμένουν οι φοιτητές οικονομικών επί αρκετά χρόνια στα πανεπιστήμια. Θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί γιατί πρέπει να γράφονται ογκώδη εγχειρίδια γι’ αυτό το θέμα… Αυτοί είναι οι λόγοι που με αναγκάζουν, παρά τη θέλησή μου, να αρνηθώ την ευγενική πρόσκλησή σας.

2. Η υποτιθέμενη αμεροληψία των πανεπιστημίων

Οι ψευδοπροοδευτικοί διδάσκοντες δικαιολογούν την πολιτική τους να αποκλείουν από τις διδακτικές θέσεις όλους όσοι διασύρονται από αυτούς ως παρωχημένοι αντιδραστικοί, αποκαλώντας τους μεροληπτικούς.

Η αναφορά στη μεροληψία είναι εντελώς άτοπη όταν ο κατήγορος δεν είναι σε θέση να αποδείξει καθαρά σε τι συνίσταται το ελάττωμα της διδασκαλίας του συγγραφέα που διασύρει. Το μόνο που έχει σημασία είναι αν μια διδασκαλία είναι ορθή ή εσφαλμένη. Αυτό πρέπει να διαπιστώνεται μέσω γεγονότων και παραγωγικού συλλογισμού. Αν δεν μπορούν να προβληθούν βάσιμα επιχειρήματα για την ανασκευή μιας θεωρίας, οι υβριστικοί χαρακτηρισμοί κατά του συγγραφέα της δεν μειώνουν στο ελάχιστο την ορθότητά της. Αν, από την άλλη πλευρά, το εσφαλμένο μιας διδασκαλίας έχει ήδη αποδειχθεί καθαρά με μια αδιάσειστη ακολουθία συλλογισμών, δεν υπάρχει λόγος να αποκαλείται μεροληπτικός ο συγγραφέας της.

Ένας βιογράφος μπορεί να προσπαθήσει να εξηγήσει τις πλάνες του προσώπου του οποίου γράφει τη βιογραφία, αφού αυτές έχουν σαφώς ανασκευαστεί, ανάγοντάς τες στη μεροληψία του. Μια τέτοια ψυχολογική ερμηνεία, όμως, δεν έχει σημασία σε συζητήσεις που αφορούν την ορθότητα ή το εσφαλμένο μιας θεωρίας. Οι καθηγητές που αποκαλούν μεροληπτικούς όσους διαφωνούν μαζί τους απλώς ομολογούν την αδυναμία τους να εντοπίσουν οποιοδήποτε σφάλμα στις θεωρίες των αντιπάλων τους.

Πολλοί «προοδευτικοί» καθηγητές έχουν υπηρετήσει για κάποιο διάστημα σε μία από τις διάφορες κρατικές υπηρεσίες που είναι γνωστές με τα αρχικά τους. Τα καθήκοντα που τους ανατίθεντο σε αυτές τις υπηρεσίες ήταν, κατά κανόνα, απλώς επικουρικά. Συγκέντρωναν στατιστικά στοιχεία και συνέτασσαν υπομνήματα τα οποία οι προϊστάμενοί τους, είτε πολιτικοί είτε πρώην διευθυντικά στελέχη εταιρειών, αρχειοθετούσαν χωρίς να τα διαβάσουν. Οι καθηγητές δεν εμφύσησαν επιστημονικό πνεύμα στις υπηρεσίες. Οι υπηρεσίες, όμως, τους προσέδωσαν τη νοοτροπία του αυταρχισμού. Δυσπιστούν απέναντι στον λαό και θεωρούν το Κράτος — με κεφαλαίο Κ — θεόσταλτο κηδεμόνα των αξιοθρήνητων υποτελών. Μόνο η κυβέρνηση είναι αμερόληπτη και απροκατάληπτη. Όποιος αντιτίθεται σε οποιαδήποτε διεύρυνση των κυβερνητικών εξουσιών αποκαλύπτεται, εξ αυτού και μόνο, ως εχθρός του κοινού καλού. Είναι προφανές ότι «μισεί» το κράτος.

Αν, όμως, ένας οικονομολόγος αντιτίθεται στην κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών, δεν «μισεί» το κράτος. Απλώς δηλώνει ότι το κοινωνικό σύνολο εξυπηρετείται καλύτερα από την ιδιωτική παρά από τη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η εμπειρία από τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις διαψεύδει αυτή την άποψη.

Μια άλλη τυπικά γραφειοκρατική προκατάληψη που απέκτησαν οι καθηγητές στην Washington είναι να χαρακτηρίζουν «αρνητισμό» τη στάση όσων αντιτίθενται στους κρατικούς ελέγχους και στη σύσταση νέων υπηρεσιών. Υπό το πρίσμα αυτής της ορολογίας, όλα όσα έχει επιτύχει το αμερικανικό σύστημα ατομικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας είναι απλώς «αρνητικά»· μόνο οι κρατικές υπηρεσίες είναι «θετικές».

Υπάρχει, επιπλέον, η πλαστή αντίθεση «σχέδιο ή κανένα σχέδιο». Σχεδιασμός αποκαλείται μόνο ο ολοκληρωτικός κρατικός σχεδιασμός, που υποβιβάζει τους πολίτες σε απλά πιόνια των σχεδίων της γραφειοκρατίας. Τα σχέδια των μεμονωμένων πολιτών είναι απλώς «μη σχέδια». Τι σημασιολογία!

3. Πώς διδάσκεται η νεότερη ιστορία

Ο προοδευτικός διανοούμενος θεωρεί τον καπιταλισμό το φρικτότερο από όλα τα κακά. Η ανθρωπότητα, υποστηρίζει, ζούσε μάλλον ευτυχισμένη στον παλιό καλό καιρό. Έπειτα, όμως, όπως είπε ένας Βρετανός ιστορικός, η Βιομηχανική Επανάσταση «έπεσε σαν πόλεμος ή σαν πανώλη» πάνω στους λαούς. Η «αστική τάξη» μετέτρεψε την αφθονία σε σπανιότητα. Λίγοι μεγιστάνες απολαμβάνουν κάθε πολυτέλεια. Αλλά, όπως παρατήρησε ο ίδιος ο Marx, ο εργάτης «βυθίζεται ολοένα και περισσότερο», επειδή η αστική τάξη «είναι ανίκανη να εξασφαλίσει την ύπαρξη του δούλου της μέσα στην ίδια του τη δουλεία».

Ακόμη χειρότερες είναι οι πνευματικές και ηθικές συνέπειες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Υπάρχει, πιστεύει ο προοδευτικός, μόνο ένα μέσο για να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα από την εξαθλίωση και την κατάπτωση που παράγουν το laissez-faire και ο άκαμπτος ατομικισμός: η υιοθέτηση του κεντρικού σχεδιασμού, του συστήματος με το οποίο πειραματίζονται επιτυχώς οι Ρώσοι. Είναι αλήθεια ότι τα αποτελέσματα που πέτυχαν οι Σοβιετικοί δεν είναι ακόμη απολύτως ικανοποιητικά. Αυτές οι αδυναμίες, όμως, προκλήθηκαν αποκλειστικά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της Ρωσίας. Η Δύση θα αποφύγει τις παγίδες στις οποίες έπεσαν οι Ρώσοι και θα πραγματοποιήσει το κράτος πρόνοιας χωρίς τα απλώς συμπτωματικά χαρακτηριστικά που το παραμόρφωσαν στη Russia και στη Γερμανία του Hitler.

Αυτή είναι η φιλοσοφία που διδάσκεται στα περισσότερα σημερινά εκπαιδευτικά ιδρύματα και διαδίδεται από μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Αυτή η διδασκαλία καθοδηγεί τις ενέργειες σχεδόν όλων των σύγχρονων κυβερνήσεων. Ο Αμερικανός «προοδευτικός» ντρέπεται για αυτό που αποκαλεί κοινωνική καθυστέρηση της χώρας του. Θεωρεί καθήκον των Ηνωμένων Πολιτειών να επιδοτούν αφειδώς τις ξένες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, ώστε να μπορούν να συνεχίζουν τα καταστροφικά σοσιαλιστικά τους εγχειρήματα. Στα μάτια του, ο πραγματικός εχθρός του αμερικανικού λαού είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή οι επιχειρήσεις που παρέχουν στον απλό Αμερικανό το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί ποτέ στην ιστορία. Χαιρετίζει ως πρόοδο κάθε βήμα προς τον καθολικό έλεγχο της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Διασύρει ως αντιδραστικούς, οικονομικούς μοναρχικούς και φασίστες όλους όσοι υπαινίσσονται τις ολέθριες συνέπειες της σπατάλης, των ελλειμματικών δαπανών και της αποσυσσώρευσης κεφαλαίου. Ποτέ δεν αναφέρει τα νέα ή βελτιωμένα προϊόντα που οι επιχειρήσεις καθιστούν προσιτά στις μάζες σχεδόν κάθε χρόνο. Εκστασιάζεται, όμως, με τα μάλλον αμφισβητήσιμα επιτεύγματα της Tennessee Valley Authority, της οποίας το έλλειμμα καλύπτεται από φόρους που εισπράττονται από τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Οι πιο τυφλά αφοσιωμένοι εκφραστές αυτής της ιδεολογίας βρίσκονται στα πανεπιστημιακά τμήματα ιστορίας, πολιτικής επιστήμης, κοινωνιολογίας και λογοτεχνίας. Οι καθηγητές αυτών των τμημάτων απολαμβάνουν το πλεονέκτημα, όταν αναφέρονται σε οικονομικά ζητήματα, να μιλούν για ένα αντικείμενο με το οποίο δεν είναι καθόλου εξοικειωμένοι. Αυτό είναι ιδιαίτερα κραυγαλέο στην περίπτωση των ιστορικών. Ο τρόπος με τον οποίο έχει αντιμετωπιστεί η ιστορία των τελευταίων 200 ετών είναι πραγματικά σκανδαλώδης. Μόλις πρόσφατα άρχισαν επιφανείς μελετητές να αποκαλύπτουν τις χονδροειδείς πλάνες του Lujo Brentano, του ζεύγους Webb, του ζεύγους Hammond, του Tawney, του Arnold Toynbee, του Elie Halevy, του ζεύγους Beard και άλλων συγγραφέων. Στην τελευταία συνάντηση της Mont Pelerin Society, ο κάτοχος της έδρας οικονομικής ιστορίας στο London School of Economics, καθηγητής T. S. Ashton, παρουσίασε μια ανακοίνωση στην οποία επισήμαινε ότι οι κοινώς αποδεκτές απόψεις για τις οικονομικές εξελίξεις του 19ου αιώνα «δεν διαπνέονται ούτε από την παραμικρή αναλαμπή οικονομικής κατανόησης». Οι ιστορικοί κακοποίησαν τα γεγονότα όταν επινόησαν τον θρύλο ότι «η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης υπό τον βιομηχανικό καπιταλισμό, το εργοστάσιο, προέκυψε από τη ζήτηση όχι των απλών ανθρώπων, αλλά των πλουσίων και των κυβερνώντων».

Η αλήθεια είναι ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού ήταν και παραμένει η μαζική παραγωγή για τις ανάγκες των μαζών. Κάθε φορά που το εργοστάσιο, με τις μεθόδους μαζικής παραγωγής μέσω μηχανών κινούμενων από μηχανική ισχύ, εισερχόταν σε έναν νέο κλάδο παραγωγής, ξεκινούσε με φθηνά αγαθά για τις πλατιές μάζες. Τα εργοστάσια στρέφονταν στην παραγωγή εκλεκτότερων και, επομένως, ακριβότερων εμπορευμάτων μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν η πρωτοφανής βελτίωση που είχαν επιφέρει στο βιοτικό επίπεδο των μαζών καθιστούσε εύλογη την εφαρμογή των μεθόδων μαζικής παραγωγής και σε καλύτερα είδη. Οι μεγάλες επιχειρήσεις εξυπηρετούν τις ανάγκες των πολλών· εξαρτώνται αποκλειστικά από τη μαζική κατανάλωση. Υπό την ιδιότητά του ως καταναλωτή, ο απλός άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος, του οποίου η αγορά ή η αποχή από την αγορά αποφασίζει τη μοίρα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Ο «προλετάριος» είναι ο περιβόητος πελάτης που έχει πάντα δίκιο.

Η δημοφιλέστερη μέθοδος απαξίωσης του καπιταλισμού είναι να του αποδίδεται η ευθύνη για κάθε κατάσταση που θεωρείται μη ικανοποιητική. Η φυματίωση και, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η σύφιλη αποκαλούνταν ασθένειες του καπιταλισμού. Η εξαθλίωση δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε χώρες όπως η Ινδία, οι οποίες δεν υιοθέτησαν τον καπιταλισμό, αποδίδεται στον καπιταλισμό. Είναι θλιβερό γεγονός ότι οι άνθρωποι εξασθενούν στα γηρατειά και τελικά πεθαίνουν. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει μόνο στους πωλητές αλλά και στους εργοδότες, και δεν ήταν λιγότερο τραγικό στις προκαπιταλιστικές εποχές από ό,τι υπό τον καπιταλισμό. Η πορνεία, ο αλκοολισμός και η εξάρτηση από τα ναρκωτικά αποκαλούνται όλες καπιταλιστικά πάθη.

Κάθε φορά που συζητούνται οι υποτιθέμενες ανομίες των καπιταλιστών, ένας πολυμαθής καθηγητής ή ένας εκλεπτυσμένος καλλιτέχνης αναφέρεται στα υψηλά εισοδήματα των αστέρων του κινηματογράφου, των πυγμάχων και των παλαιστών. Ποιοί, όμως, συνεισφέρουν περισσότερο σε αυτά τα εισοδήματα, οι εκατομμυριούχοι ή οι «προλετάριοι»;

Πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι χειρότερες ακρότητες αυτής της προπαγάνδας δεν διαπράττονται από καθηγητές οικονομικών, αλλά από διδάσκοντες των άλλων κοινωνικών επιστημών, από δημοσιογράφους, συγγραφείς και μερικές φορές ακόμη και από κληρικούς. Η πηγή, όμως, από την οποία αναβλύζουν όλα τα συνθήματα αυτού του πυρετώδους φανατισμού είναι οι διδασκαλίες που κληροδότησε η «θεσμική» σχολή οικονομικής πολιτικής. Όλα αυτά τα δόγματα και οι πλάνες μπορούν, τελικά, να αναχθούν σε υποτιθέμενες οικονομικές διδασκαλίες.

4. Ο αποκλεισμός της ορθής οικονομικής επιστήμης

Οι οπαδοί των Marx, Keynes και Veblen, καθώς και οι άλλοι «προοδευτικοί», γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι διδασκαλίες τους δεν αντέχουν σε καμία κριτική ανάλυση. Έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ένας και μόνο εκπρόσωπος της ορθής οικονομικής επιστήμης στο τμήμα τους θα εκμηδένιζε ολόκληρη τη διδασκαλία τους. Γι’ αυτό επιδιώκουν με τόση αγωνία να αποκλείσουν κάθε «ορθόδοξο» από τα οχυρά της «ανορθοδοξίας» τους.

Η χειρότερη συνέπεια αυτού του αποκλεισμού της ορθής οικονομικής επιστήμης είναι ότι οι προικισμένοι νέοι απόφοιτοι αποφεύγουν τη σταδιοδρομία του πανεπιστημιακού οικονομολόγου. Δεν θέλουν να υφίστανται αποκλεισμό από πανεπιστήμια, βιβλιοκριτικούς και εκδοτικούς οίκους. Προτιμούν να στραφούν στις επιχειρήσεις ή στη δικηγορία, όπου τα ταλέντα τους θα εκτιμηθούν δίκαια. Κυρίως όσοι είναι διατεθειμένοι να συμβιβαστούν και δεν επιθυμούν ιδιαίτερα να ανακαλύψουν τις αδυναμίες της επίσημης διδασκαλίας είναι εκείνοι που επιδιώκουν τις διδακτικές θέσεις. Έχουν απομείνει λίγοι ικανοί άνθρωποι για να διαδεχθούν τους επιφανείς επιστήμονες που πεθαίνουν ή φτάνουν στην ηλικία συνταξιοδότησης. Στην ανερχόμενη γενιά διδασκόντων δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου άξιοι διάδοχοι οικονομολόγων όπως οι Frank A. Fetter και Edwin W. Kemmerer του Princeton, ο Irving Fisher του Yale και ο Benjamin M. Anderson του California.

Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να διορθωθεί αυτή η κατάσταση. Στους πραγματικούς οικονομολόγους πρέπει να δοθεί στις πανεπιστημιακές μας σχολές η ίδια ευκαιρία που απολαμβάνουν σήμερα μόνο οι υποστηρικτές του σοσιαλισμού και του παρεμβατισμού. Ασφαλώς δεν είναι υπερβολικό να ζητείται αυτό, εφόσον η χώρα αυτή δεν έχει ακόμη γίνει ολοκληρωτική.

Το άρθρο αυτό αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο «Σχεδιασμός για την ελευθερία». Δημοσιεύθηκε αρχικά στο The Freeman, στις 7 Απριλίου 1952.

Σχετικά κείμενα