«Το Έσχατο Θεμέλιο της Οικονομικής Επιστήμης» (“The Ultimate Foundation of Economic Science”) του Ludwig von Mises
Μετάφραση του μεγαλειώδους έργου του Ludwig von Mises με τίτλο «Το Έσχατο Θεμέλιο της Οικονομικής Επιστήμης».
Εισαγωγή Μεταφραστή
Το Έσχατο Θεμέλιο της Οικονομικής Επιστήμης αποτελεί την καταληκτική συστηματική υπεράσπιση του Ludwig von Mises για την επιστημολογική αυτονομία της οικονομικής επιστήμης. Ο Mises υποστηρίζει ότι η οικονομική θεωρία δεν μπορεί να συγκροτηθεί κατά το πρότυπο των πειραματικών φυσικών επιστημών, επειδή το αντικείμενό της δεν είναι απλώς φυσικά συμβάντα που συνδέονται αιτιακά, αλλά η συνειδητή και σκόπιμη ανθρώπινη δράση.
Αφετηρία της πραξεολογίας είναι η αυταπόδεικτη πρόταση ότι «ο άνθρωπος δρα». Στην κατηγορία της δράσης εμπεριέχονται ήδη θεμελιώδεις έννοιες όπως οι σκοποί και τα μέσα, η επιλογή και η αξιολόγηση, το κόστος, το κέρδος και η ζημία, καθώς και η επιτυχία και η αποτυχία. Οι έννοιες αυτές δεν προέρχονται από την εμπειρική παρατήρηση, αλλά αποτελούν a priori προϋποθέσεις μέσω των οποίων κατανοούμε κάθε ανθρώπινη συμπεριφορά ως δράση.
Το έργο διακρίνει αυστηρά την αιτιολογική μέθοδο των φυσικών επιστημών από την τελεολογική κατανόηση των επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Τα φυσικά φαινόμενα εξετάζονται ως ακολουθίες αιτίων και αποτελεσμάτων, ενώ η ανθρώπινη δράση γίνεται κατανοητή μέσω των σκοπών που επιδιώκουν οι δρώντες και των μέσων που επιλέγουν. Η τελεολογία αυτή δεν αφορά κάποιο θεϊκό ή μεταφυσικό σχέδιο της ιστορίας, αλλά αποκλειστικά τους συγκεκριμένους σκοπούς των ανθρώπων.
Ο Mises ασκεί έντονη κριτική στον θετικισμό, στον πανεμπειρισμό, στον ιστορισμό και στην άκριτη μεταφορά των μεθόδων της φυσικής, των μαθηματικών ή της βιολογίας στην οικονομική επιστήμη. Κατά την άποψή του, οι προσεγγίσεις αυτές παραγνωρίζουν τη λογική και πραξεολογική δομή του ανθρώπινου νου και, συνεπώς, αδυνατούν να κατανοήσουν την ιδιαίτερη φύση της οικονομικής θεωρίας.
Παράλληλα, εξετάζει την υπόθεση ότι οι a priori κατηγορίες του ανθρώπινου νου αναδύθηκαν μέσα από την εξελικτική διαδικασία. Ακόμη και αν η συγκρότησή τους συνδέεται με τη φυσική επιλογή, δεν αποτελούν καταστάλαγμα συνειδητής προανθρώπινης εμπειρίας. Είναι οι αναγκαίες νοητικές προϋποθέσεις με τις οποίες ο άνθρωπος οργανώνει τα αισθητηριακά δεδομένα, σχηματίζει θεωρίες και κατευθύνει τη δράση του.
Συνολικά, το βιβλίο θεμελιώνει την οικονομική επιστήμη ως κλάδο της πραξεολογίας: μιας θεωρητικής επιστήμης της ανθρώπινης δράσης που στηρίζεται σε απριοριστικές κατηγορίες και παραγωγικό συλλογισμό. Η υπεράσπιση αυτής της μεθόδου συνδέεται, για τον Mises, όχι μόνο με την αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας, αλλά και με την ορθή κατανόηση της αγοράς, της κοινωνικής συνεργασίας και των θεσμικών προϋποθέσεων μιας ελεύθερης κοινωνίας.
Πραξεολόγος
Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση
Του Israel M. Kirzner
Η επανέκδοση του Έσχατου Θεμελίου της Οικονομικής Επιστήμης, έπειτα από παρέλευση δεκαπέντε ετών, πρέπει να θεωρηθεί εξαιρετικά ενθαρρυντικό γεγονός: αφενός, αντανακλά μια ευπρόσδεκτη αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το ίδιο το αντικείμενο και την προσέγγιση του βιβλίου και, αφετέρου, γεννά την προσδοκία ότι θα συμβάλει σημαντικά στην τρέχουσα πνευματική δυναμική προς μια βαθύτερη κατανόηση της φύσης της οικονομικής επιστήμης και του ρόλου της στην κοινωνική βελτίωση.
Ο παρών τόμος υπήρξε το «έσχατο» βιβλίο του Mises με περισσότερες από μία έννοιες. Όχι μόνο πραγματευόταν τις πλέον θεμελιώδεις, στοιχειώδεις και πρωταρχικές πηγές της οικονομικής επιστήμης· είναι «έσχατο» και επειδή υπήρξε το τελευταίο βιβλίο του ίδιου του Mises. Το έργο αυτό, το οποίο εμφανίστηκε όταν ο Mises είχε ήδη προ πολλού υπερβεί το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας του, ολοκλήρωσε μια αδιάλειπτη ροή επιστημονικής παραγωγής που είχε καλύψει ακριβώς μισό αιώνα — από την εμφάνιση, το 1912, του πρώτου του βιβλίου, της πρώτης γερμανικής έκδοσης της περίφημης Θεωρίας του Χρήματος και της Πίστης (Πιστώσεων) (Theory of Money and Credit). Μολονότι ο Mises εξακολούθησε, κατά τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, να δημοσιεύει αρκετές νέες μελέτες —μεταξύ των οποίων και τη σημαντική μονογραφία Το Ιστορικό Πλαίσιο της Αυστριακής Σχολής της Οικονομικής Επιστήμης— το παρόν έργο δεν ακολουθήθηκε από κανένα μεταγενέστερο βιβλίο. Με την εμφάνισή του, ο Mises είχε ολοκληρώσει τα μείζονα επιστημονικά του επιτεύγματα. Το έργο αυτό μας προσφέρει, υπό μια πραγματική έννοια, τα τελευταία λόγια που ο Mises —οικονομολόγος, φιλόσοφος και λάτρης της ελευθερίας— όφειλε να εκφέρει κατά την ολοκλήρωση του έργου της ζωής του.
Δεν θα πρέπει, επομένως, να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι πρόκειται για ένα βιβλίο γραμμένο, ολοφάνερα, με τεράστιο πάθος. Μολονότι πολλά από τα θέματα που πραγματεύεται ήταν θέματα στα οποία ο Mises είχε εντρυφήσει σε προγενέστερα έργα του, εδώ τα βρίσκουμε συγκεντρωμένα σε ένα μανιφέστο που διακηρύσσει με πάθος τον αληθινό χαρακτήρα της οικονομικής επιστήμης. Υπερασπίστηκε ατρόμητα τα επιστημολογικά της θεμέλια απέναντι στις επιθέσεις των επικριτών της, απορρίπτοντας περιφρονητικά τις αξιώσεις φιλοσοφιών της επιστήμης που είχαν οικοδομηθεί γερά επάνω σε μια αβυσσαλέα άγνοια των διδαγμάτων της οικονομικής επιστήμης.
Επί δεκαετίες, ο Mises ανέπτυσσε υπομονετικά και ακούραστα το σύστημα της κοινωνικής του σκέψης. Το έπραττε σε μια εποχή κατά την οποία το ρεύμα της φιλοσοφικής μόδας, για να το θέσουμε όσο το δυνατόν ηπιότερα, δεν έπνεε προς όφελός του. Παρά την επικράτηση επιστημολογικών απόψεων που καθιστούσαν την επιστήμη της ανθρώπινης δράσης του Mises εντελώς απαράδεκτη για τους φιλοσόφους της εποχής του, παρά τις μεθοδολογικές καινοτομίες της μόδας στην οικονομική επιστήμη, οι οποίες έκαναν την οικονομική θεωρία του ίδιου του Mises να εμφανίζεται στους επικριτές του ως σκοταδιστικό εμπόδιο στην επιστημονική πρόοδο, παρά τα ιδεολογικά ρεύματα που οδηγούσαν στο να χαρακτηρίζονται τα συμπεράσματα πολιτικής του Mises τόσο πεπαλαιωμένα όσο και αντιδραστικά — παρά όλη αυτή την αποθάρρυνση και απαξίωση, ο Mises ουδέποτε κλονίστηκε. Το πάθος που διαποτίζει το παρόν έργο μας επιτρέπει να αντιληφθούμε τι ήταν εκείνο που ωθούσε τον Mises να συνεχίζει να γράφει και να διδάσκει κατά τη διάρκεια εκείνων των πικρών δεκαετιών πνευματικής απομόνωσης.
Πράγματι, οι ιδέες πάνω στις οποίες ο Mises οικοδόμησε αυτό το βιβλίο αποτελούν την πεμπτουσία ολόκληρης της αντίληψής του για την οικονομική επιστήμη και για τις κοινωνικές επιστήμες εν γένει. Η οικονομική επιστήμη, εξηγούσε επανειλημμένως ο Mises, είναι ένας επιστημονικός κλάδος του οποίου ο χαρακτήρας διαφέρει ριζικά από τον χαρακτήρα των φυσικών επιστημών. Μόλις κάποιος κατακτήσει σε βάθος τα διδάγματα της οικονομικής επιστήμης, υποστήριζε ο Mises, καθίσταται πρόδηλο ότι η επιστήμη αυτή δεν εντάσσεται στο στενό επιστημολογικό σχήμα που ανέπτυξαν φιλόσοφοι των οποίων οι ορίζοντες δεν εκτείνονταν πέρα από τις φυσικές επιστήμες. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση οδήγησε τον Mises στη σφοδρή επίθεσή του κατά των δογμάτων του λογικού και του εμπειρικού θετικισμού. Η ρηχότητα αυτών των δογμάτων, υποστήριζε ο Mises, δεν γίνεται αντιληπτή μόνο βάσει φιλοσοφικών επιχειρημάτων· η χρεοκοπία τους αναδεικνύεται με σαφήνεια από τα θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης, όταν αυτά κατανοηθούν ορθά. Αντιστρόφως, επισήμαινε ο Mises, οι προκαταλήψεις των θετικιστών συγγραφέων ευθύνονταν για αδικαιολόγητες επιθέσεις κατά της ίδιας της οικονομικής επιστήμης.
Ο Mises εξαπέλυσε έναν συντριπτικό καταιγισμό πυρών κατά της αθέμιτης επέκτασης, στο πεδίο των κοινωνικών φαινομένων, μεθόδων και τρόπων σκέψης κατάλληλων μόνο για τις φυσικές επιστήμες. Στις ανθρώπινες υποθέσεις, επέμενε, δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από την κατηγορία του νου, από τον λόγο, από τον σκοπό και από την αξιολόγηση. Η απόπειρα να αναμετρηθούμε με τα φαινόμενα της κοινωνίας χωρίς να αναγνωρίζουμε τον ρόλο της σκόπιμης, έλλογης ατομικής ανθρώπινης δράσης αποτελεί μάταιο και πεπλανημένο εγχείρημα.
Δεν ήταν, όμως, απλώς η ηθελημένη τύφλωση που επιδείκνυε η θετικιστική σκέψη απέναντι στον ανθρώπινο σκοπό εκείνη που προκάλεσε την παθιασμένη επίθεση του Mises. Ο Mises θεωρούσε την άρνηση της οικονομικής επιστήμης ανησυχητική απειλή για την ελεύθερη κοινωνία και τον δυτικό πολιτισμό. Η οικονομική επιστήμη είναι εκείνη που μπορεί να καταδείξει τα κοινωνικά πλεονεκτήματα της ανεμπόδιστης αγοράς. Το κύρος αυτών των καταδείξεων στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό ακριβώς σε εκείνες τις ενοράσεις σχετικά με την ατομική ανθρώπινη δράση τις οποίες η θετικιστική σκέψη αντιμετωπίζει, στην πράξη, ως ανούσιες ανοησίες. Εκείνο που ενέπνευσε τη σθεναρή και ζωηρή σταυροφορία του Mises κατά των φιλοσοφικών θεμελίων μιας οικονομικής επιστήμης που δεν εδράζεται στη σκοπιμότητα της ανθρώπινης δράσης ήταν κάτι περισσότερο από το πάθος του επιστήμονα για την αλήθεια· ήταν η βαθιά του μέριμνα για τη διαφύλαξη της ανθρώπινης ελευθερίας και αξιοπρέπειας. Έτσι, αυτό το τελευταίο βιβλίο του Mises είναι εκείνο που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τα πλέον θεμελιώδη —τα «έσχατα»— κίνητρα στα οποία οφειλόταν η ισόβια αφοσίωσή του ως επιστήμονα και μελετητή.
Δεν πρέπει, ωστόσο, να υπάρξει καμία παρανόηση. Η «ανθρώπινη» εικόνα που σχηματίζουμε για τον Mises ως άνθρωπο ο οποίος ενδιαφερόταν με πάθος και προσωπική αγωνία για το μέλλον της ελεύθερης κοινωνίας δεν είναι διόλου ασυμβίβαστη με την εικόνα του Mises ως αυστηρού, απαθούς και αξιολογικά ουδέτερου επιστήμονα. Ο Mises, όπως είναι ευρέως γνωστό, υπήρξε άγρυπνος θεματοφύλακας της αξιολογικής ουδετερότητας (Wertfreiheit) της επιστήμης και ειδικότερα της οικονομικής επιστήμης. Τα συμπεράσματα της οικονομικής επιστήμης, επέμενε επανειλημμένως ο Mises, δεν αντανακλούν τα συμφέροντα και τις μέριμνες του οικονομολόγου. Πραγματεύονται αυστηρά και αμερόληπτα τον βαθμό στον οποίο οι σκοποί των ατόμων μέσα στην κοινωνία προάγονται ή παρεμποδίζονται από συγκεκριμένες πολιτικές ή θεσμικές ρυθμίσεις.
Ο Mises ασφαλώς θα παραδεχόταν ότι η ισόβια ενασχόλησή του με την οικονομική επιστήμη και η διδασκαλία της υποκινούνταν από αξίες, οι οποίες βρίσκονται κατ’ ανάγκην έξω από το πεδίο της επιστήμης. Αναμφίβολα, στις αξίες αυτές περιλαμβάνονταν τόσο το μη θεμελιωμένο στον λόγο πάθος του διανοουμένου για την αλήθεια όσο και η λαχτάρα του λάτρη της ελευθερίας για την ελεύθερη κοινωνία. Ο Mises, όμως, θα απέρριπτε με υπερήφανη —και δικαιολογημένη— περιφρόνηση κάθε αμφισβήτηση της αμεροληψίας των επιστημονικών του συμπερασμάτων. Ακριβώς επειδή πίστευε ότι η οικονομική επιστήμη έχει να διαδραματίσει καίριο ρόλο στον αγώνα για την ελευθερία, ο Mises αντιλαμβανόταν πόσο αναγκαίο είναι να παραμένει ο οικονομολόγος αδιάφθορος κατά την ανιδιοτελή αναζήτηση της επιστημονικής αλήθειας. Είναι αναγκαίο ο επιστήμονας να αναγνωρίζει, με την ίδια ειλικρίνεια και παρρησία με την οποία ανακοινώνει συμπεράσματα που θεωρεί περισσότερο συμβατά με τις δικές του αξίες, και τα πορίσματα εκείνα που φαίνονται να αντιστρατεύονται τα δικά του πνευματικά συμφέροντα.
Εάν η οικονομική επιστήμη πρόκειται να εκπληρώσει την ευεργετική δυναμική της στη διαμάχη των ιδεών και των ιδεολογιών, αυτό μπορεί να καταστεί δυνατό μόνο μέσω της αυστηρής προσήλωσης σε πρότυπα πνευματικής εντιμότητας και αντικειμενικότητας, απρόσβλητα από κάθε μορφή διαφθοράς. Μόνο κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε τη φαινομενικά ατάραχη γαλήνη με την οποία ο Mises συνέχιζε το επιστημονικό του έργο, παρά τις δεκαετίες άδοξης ακαδημαϊκής παραμέλησης. Η αυστηρή επιστημονική αξιολογική ουδετερότητα του Mises αντλούσε την πηγή της από το ίδιο το πάθος με το οποίο ενστερνιζόταν τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις του. Αν μη τι άλλο, η επανεμφάνιση αυτού του βιβλίου πρέπει να γίνει ευμενώς δεκτή για το φως που ρίχνει σε αυτή την πτυχή του Mises.
Κατά τα χρόνια που μεσολάβησαν από την πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου, το πνευματικό κλίμα μεταβλήθηκε σημαντικά από πολλές απόψεις. Ήδη πριν από την πρώτη εμφάνισή του, είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται ρωγμές, ακόμη και χάσκοντα ρήγματα, στην πρόσοψη της ορθόδοξης ακαδημαϊκής φιλοσοφίας, στην οποία ο Mises είχε αρνηθεί να παραδοθεί. Μέχρι σήμερα, οι μοιραίες αδυναμίες της θετικιστικής σκέψης, στις οποίες ο Mises επέστησε την προσοχή μας, έχουν αναγνωριστεί ευρέως στα βιβλία και στα επιστημονικά περιοδικά φιλοσόφων της επιστήμης με ριζικά διαφορετικούς ιδεολογικούς προσανατολισμούς. Το εκκρεμές της φιλοσοφικής μόδας έχει πλέον κινηθεί αποφασιστικά προς την κατεύθυνση του Mises. Δυστυχώς, συναντούμε συχνά οικονομολόγους να προσκολλώνται επίμονα σε φιλοσοφικές θέσεις τις οποίες οι ίδιοι οι φιλόσοφοι έχουν προ πολλού εγκαταλείψει και απαξιώσει. Παρ’ όλα αυτά, οι οξυδερκείς ενοράσεις που ανέπτυξε ο Mises σχετικά με την επιστημολογική φύση της οικονομικής επιστήμης έχουν αρχίσει να εκτιμώνται, τουλάχιστον σε διόλου ασήμαντο βαθμό, από έναν αυξανόμενο αριθμό οικονομολόγων σε αρκετές χώρες.
Η επανέκδοση αυτού του βιβλίου είναι, επομένως, εξαιρετικά επίκαιρη. Γραμμένο με τη χαρακτηριστική σαφήνεια, διεισδυτικότητα και ευθύτητα του Mises, το έργο αυτό δεν μπορεί παρά να αφήσει το αποτύπωμά του στο σημερινό, περισσότερο φιλόξενο πνευματικό κλίμα. Μπορούμε βάσιμα να εικάσουμε ότι ο ίδιος ο Mises θα αντιμετώπιζε αυτή την περίσταση με ήρεμη ικανοποίηση. Για να το θέσουμε όσο το δυνατόν ηπιότερα, δεν ήταν άνθρωπος που μετρούσε την επιτυχία του επιστημονικού του έργου με βάση τον βαθμό της λαϊκής του αποδοχής ή τον αριθμό των αντιτύπων που πωλήθηκαν. «Το κριτήριο της αλήθειας», διαβάζουμε σε αυτό το βιβλίο, «είναι ότι ισχύει ακόμη και αν κανείς δεν είναι διατεθειμένος να την αναγνωρίσει». Τώρα, όμως, που οι φιλόσοφοι και οι οικονομολόγοι είναι ίσως έτοιμοι να αναγνωρίσουν τις μιζεσιανές αλήθειες που διατυπώθηκαν με τόσο πάθος στο τελευταίο βιβλίο του Mises, είναι καλό που το έχουμε και πάλι ενώπιόν μας.
Israel M. Kirzner
Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης
Απρίλιος 1977
Πρόλογος
Το παρόν δοκίμιο δεν αποτελεί συμβολή στη φιλοσοφία. Είναι απλώς η έκθεση ορισμένων ιδεών τις οποίες οι απόπειρες ενασχόλησης με τη θεωρία της γνώσης οφείλουν να λαμβάνουν πλήρως υπόψη.
Η παραδοσιακή λογική και επιστημολογία έχουν παραγάγει, σε γενικές γραμμές, απλώς πραγματείες περί των μαθηματικών και των μεθόδων των φυσικών επιστημών. Οι φιλόσοφοι θεωρούσαν τη φυσική πρότυπο της επιστήμης και υπέθεταν αμέριμνα ότι κάθε γνώση πρέπει να διαμορφώνεται κατά το πρότυπό της. Παραμέριζαν τη βιολογία, αρκούμενοι στην πεποίθηση ότι κάποια ημέρα οι μεταγενέστερες γενεές θα κατόρθωναν να αναγάγουν τα φαινόμενα της ζωής στη λειτουργία στοιχείων τα οποία μπορούν να περιγραφούν πλήρως από τη φυσική. Υποτιμούσαν την ιστορία ως «απλή λογοτεχνία» και αγνοούσαν την ύπαρξη της οικονομικής επιστήμης. Ο θετικισμός, τον οποίο προανήγγειλε ο Λαπλάς, βάφτισε ο Ωγκύστ Κοντ και αναβίωσε και συστηματοποίησε ο σύγχρονος λογικός ή εμπειρικός θετικισμός, είναι κατ’ ουσίαν πανφυσικαλισμός: ένα σχήμα που αποσκοπεί στην άρνηση της ύπαρξης οποιασδήποτε άλλης μεθόδου επιστημονικής σκέψης πέραν εκείνης που εκκινεί από την καταγραφή «προτάσεων πρωτοκόλλου» από τον φυσικό επιστήμονα. Ο υλισμός του συνάντησε αντίσταση μόνο από μεταφυσικούς, οι οποίοι επιδίδονταν ανεμπόδιστα στην επινόηση πλασματικών οντοτήτων και αυθαίρετων συστημάτων αυτού που αποκαλούσαν «φιλοσοφία της ιστορίας».
Το παρόν δοκίμιο αποσκοπεί να τονίσει το γεγονός ότι υπάρχει στο σύμπαν κάτι, στην περιγραφή και την ανάλυση του οποίου οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να συνεισφέρουν τίποτε. Υπάρχουν συμβάντα πέρα από το πεδίο εκείνων των συμβάντων τα οποία οι διαδικασίες των φυσικών επιστημών είναι κατάλληλες να παρατηρούν και να περιγράφουν. Υπάρχει η ανθρώπινη δράση.
Είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει τίποτε για να γεφυρωθεί το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στα φυσικά συμβάντα, στην εκτύλιξη των οποίων η επιστήμη αδυνατεί να εντοπίσει οποιαδήποτε σκοπιμότητα, και στις συνειδητές πράξεις των ανθρώπων, οι οποίες αποβλέπουν απαρέγκλιτα σε καθορισμένους σκοπούς. Η παράλειψη, κατά την πραγμάτευση της ανθρώπινης δράσης, κάθε αναφοράς στους σκοπούς στους οποίους αποβλέπουν οι δρώντες δεν είναι λιγότερο παράλογη από τις απόπειρες προσφυγής στη σκοπιμότητα κατά την ερμηνεία των φυσικών φαινομένων.
Θα ήταν σφάλμα να υπαινιχθούμε ότι όλα τα σφάλματα σχετικά με την επιστημολογική ερμηνεία των επιστημών της ανθρώπινης δράσης πρέπει να αποδοθούν στην αδικαιολόγητη υιοθέτηση της επιστημολογίας του θετικισμού. Υπήρξαν και άλλες σχολές σκέψης που επέφεραν ακόμη σοβαρότερη σύγχυση στη φιλοσοφική πραγμάτευση της πραξεολογίας και της ιστορίας απ’ ό,τι ο θετικισμός· επί παραδείγματι, ο ιστορισμός. Ωστόσο, η ανάλυση που ακολουθεί ασχολείται πρωτίστως με την επίδραση του θετικισμού.1
Προκειμένου να αποφευχθεί η παρερμηνεία της οπτικής του παρόντος δοκιμίου, είναι σκόπιμο, και μάλιστα αναγκαίο, να τονιστεί ότι αυτό πραγματεύεται τη γνώση, την επιστήμη και την έλλογη πεποίθηση και ότι αναφέρεται σε μεταφυσικές θεωρίες μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να καταδειχθεί από ποιες απόψεις διαφέρουν από την επιστημονική γνώση. Ασπάζεται ανεπιφύλακτα την αρχή του Λοκ «να μην αποδεχόμαστε καμία πρόταση με βεβαιότητα μεγαλύτερη από εκείνη που δικαιολογούν οι αποδείξεις στις οποίες αυτή στηρίζεται». Το θεμελιώδες ελάττωμα του θετικισμού δεν έγκειται στην υιοθέτηση αυτής της αρχής, αλλά στο γεγονός ότι δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλο τρόπο απόδειξης μιας πρότασης πέραν όσων εφαρμόζουν οι πειραματικές φυσικές επιστήμες και χαρακτηρίζει μεταφυσικές —όρος ο οποίος, στην ορολογία των θετικιστών, είναι συνώνυμος του ανόητου— όλες τις άλλες μεθόδους έλλογου λόγου. Η αποκάλυψη του πεπλανημένου χαρακτήρα αυτής της θεμελιώδους θέσης του θετικισμού και η απεικόνιση των ολέθριων συνεπειών της αποτελούν το μοναδικό θέμα του παρόντος δοκιμίου.
Μολονότι είναι γεμάτη περιφρόνηση για καθετί που θεωρεί μεταφυσική, η επιστημολογία του θετικισμού στηρίζεται και η ίδια σε ένα συγκεκριμένο είδος μεταφυσικής. Η ανάλυση οποιασδήποτε εκδοχής της μεταφυσικής, η απόπειρα αποτίμησης της αξίας ή της βασιμότητάς της και η αποδοχή ή η απόρριψή της βρίσκονται έξω από τα όρια της ορθολογικής διερεύνησης. Το μόνο που μπορεί να επιτύχει ο διασκεπτικός συλλογισμός είναι να δείξει αν η επίμαχη μεταφυσική θεωρία αντιφάσκει ή όχι προς ό,τι έχει εδραιωθεί ως επιστημονικώς αποδεδειγμένη αλήθεια. Εάν αυτό μπορεί να καταδειχθεί σε σχέση με τους ισχυρισμούς του θετικισμού περί των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, οι αξιώσεις του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι μύθοι. Από τη σκοπιά της ίδιας τους της φιλοσοφίας, οι θετικιστές δεν θα μπορούσαν παρά να επικροτήσουν μια τέτοια ετυμηγορία.
Η γενική επιστημολογία μπορεί να μελετηθεί μόνο από εκείνους που είναι απολύτως εξοικειωμένοι με όλους τους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης. Τα ειδικά επιστημολογικά προβλήματα των διαφορετικών πεδίων της γνώσης είναι προσιτά μόνο σε όσους γνωρίζουν άριστα το αντίστοιχο πεδίο. Δεν θα υπήρχε ανάγκη να επισημανθεί το σημείο αυτό, αν δεν υπήρχε η συγκλονιστική άγνοια για οτιδήποτε αφορά τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης, η οποία χαρακτηρίζει τα συγγράμματα σχεδόν όλων των σύγχρονων φιλοσόφων.2
Θα μπορούσε μάλιστα να αμφισβητηθεί κατά πόσον είναι δυνατόν να διαχωριστεί η ανάλυση των επιστημολογικών προβλημάτων από την πραγμάτευση των ζητημάτων ουσίας της εκάστοτε επιστήμης. Οι θεμελιώδεις συμβολές στη σύγχρονη επιστημολογία των φυσικών επιστημών υπήρξαν επίτευγμα του Γαλιλαίου, όχι του Μπέικον, και του Νεύτωνα και του Λαβουαζιέ, όχι του Καντ και του Κοντ. Ό,τι είναι βάσιμο στις θεωρίες του λογικού θετικισμού βρίσκεται στα έργα των μεγάλων φυσικών των τελευταίων εκατό ετών και όχι στην «Εγκυκλοπαίδεια της Ενοποιημένης Επιστήμης». Οι δικές μου συμβολές στη θεωρία της γνώσης, όσο μετριοπαθείς και αν είναι, βρίσκονται στα οικονομικά και ιστορικά συγγράμματά μου, ιδίως στα βιβλία μου «Ανθρώπινη Δράση» και «Θεωρία και Ιστορία». Το παρόν δοκίμιο αποτελεί απλώς συμπλήρωμα και σχολιασμό όσων λέει η ίδια η οικονομική επιστήμη για τη δική της επιστημολογία.
Όποιος θέλει σοβαρά να συλλάβει το ουσιαστικό περιεχόμενο της οικονομικής θεωρίας οφείλει πρώτα να εξοικειωθεί με όσα διδάσκει η οικονομική επιστήμη και μόνο κατόπιν, αφού αναλογιστεί επανειλημμένως αυτά τα θεωρήματα, να στραφεί στη μελέτη των συναφών επιστημολογικών πτυχών. Χωρίς την πλέον προσεκτική εξέταση τουλάχιστον ορισμένων από τα μεγάλα ζητήματα της πραξεολογικής σκέψης —όπως, επί παραδείγματι, ο νόμος των αποδόσεων (ο οποίος αποκαλείται συνήθως νόμος των φθινουσών αποδόσεων), ο ρικαρδιανός νόμος του συνεταιρισμού (γνωστότερος ως νόμος του συγκριτικού κόστους), το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού και ούτω καθεξής— κανείς δεν μπορεί να προσδοκά ότι θα κατανοήσει τι σημαίνει πραξεολογία και τι συνεπάγονται τα ιδιαίτερα επιστημολογικά της προβλήματα.
Ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την πραξεολογία Αντί Εισαγωγής
1. Το μόνιμο υπόστρωμα της επιστημολογίας
«Πάντα ῥεῖ», τα πάντα βρίσκονται σε αδιάκοπη ροή, λέει ο Ηράκλειτος· δεν υπάρχει μόνιμο Είναι· τα πάντα είναι μεταβολή και γίγνεσθαι. Πρέπει να αφεθεί στη μεταφυσική εικοτολογία η ενασχόληση με τα ερωτήματα κατά πόσον η πρόταση αυτή μπορεί να επιβεβαιωθεί από τη σκοπιά μιας υπερανθρώπινης νόησης και, επιπλέον, κατά πόσον είναι δυνατόν ο ανθρώπινος νους να συλλάβει τη μεταβολή χωρίς να προϋποθέτει την έννοια ενός υποστρώματος το οποίο, ενώ μεταβάλλεται, παραμένει από κάποια άποψη και υπό κάποια έννοια σταθερό κατά τη διαδοχή των ποικίλων καταστάσεών του. Για την επιστημολογία, τη θεωρία της ανθρώπινης γνώσης, υπάρχει ασφαλώς κάτι που δεν μπορεί παρά να θεωρεί μόνιμο: αφενός, τη λογική και πραξεολογική δομή του ανθρώπινου νου και, αφετέρου, τις δυνάμεις των ανθρώπινων αισθήσεων. Έχοντας πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η ανθρώπινη φύση, όπως αυτή υφίσταται κατά την παρούσα εποχή των κοσμικών μεταβολών στην οποία ζούμε, δεν είναι ούτε κάτι που υπήρχε εξαρχής ούτε κάτι που θα διατηρηθεί για πάντα, η επιστημολογία οφείλει να την αντιμετωπίζει σαν να ήταν αμετάβλητη. Οι φυσικές επιστήμες μπορούν να επιχειρήσουν να προχωρήσουν περαιτέρω και να μελετήσουν τα προβλήματα της εξέλιξης. Η επιστημολογία, όμως, αποτελεί κλάδο —ή μάλλον τη βάση— των επιστημών του ανθρώπου. Πραγματεύεται μία πτυχή της φύσης του ανθρώπου, όπως αυτός αναδύθηκε μέσα από τους αιώνες του κοσμικού γίγνεσθαι και όπως είναι κατά την παρούσα περίοδο της ιστορίας του σύμπαντος. Δεν πραγματεύεται τη νόηση, την αντίληψη και τη γνώση εν γένει, αλλά την ανθρώπινη νόηση, αντίληψη και γνώση. Για την επιστημολογία υπάρχει κάτι το οποίο πρέπει να εκλάβει ως αμετάβλητο: τη λογική και πραξεολογική δομή του ανθρώπινου νου.
Δεν πρέπει να συγχέουμε τη γνώση με τον μυστικισμό. Ο μυστικιστής μπορεί να ισχυρίζεται ότι «η σκιά και το φως του ήλιου είναι το ίδιο».3 Η γνώση εκκινεί από τη σαφή διάκριση μεταξύ του Α και του μη Α.
Γνωρίζουμε ότι υπήρξαν εποχές της κοσμικής ιστορίας κατά τις οποίες δεν υπήρχαν όντα του είδους που αποκαλούμε Homo sapiens και είμαστε ελεύθεροι να υποθέσουμε ότι θα υπάρξουν και πάλι εποχές κατά τις οποίες το είδος αυτό δεν θα υπάρχει. Είναι, όμως, μάταιο να εικοτολογούμε σχετικά με την κατάσταση όντων τα οποία, ως προς τη λογική και πραξεολογική δομή του νου τους και ως προς τις δυνάμεις των αισθήσεών τους, διαφέρουν ουσιωδώς από τον άνθρωπο όπως τον γνωρίζουμε και όπως είμαστε εμείς οι ίδιοι. Η έννοια του υπερανθρώπου του Nietzsche στερείται οποιουδήποτε επιστημολογικού νοήματος.
2. Περί δράσης
Η επιστημολογία πραγματεύεται τα νοητικά φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής, τον άνθρωπο ως σκεπτόμενο και δρώντα. Η κύρια ανεπάρκεια των παραδοσιακών επιστημολογικών εγχειρημάτων πρέπει να αναζητηθεί στην παραμέληση των πραξεολογικών πτυχών. Οι επιστημολόγοι πραγματεύονταν τη νόηση σαν να αποτελούσε αυτοτελές πεδίο, αποκομμένο από τις άλλες εκδηλώσεις της ανθρώπινης προσπάθειας. Ασχολούνταν με τα προβλήματα της λογικής και των μαθηματικών, αλλά δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν τις πρακτικές πτυχές της νόησης. Αγνόησαν το πραξεολογικό a priori.
Οι ανεπάρκειες αυτής της προσέγγισης κατέστησαν έκδηλες στις διδασκαλίες της φυσικής θεολογίας, σε αντιδιαστολή προς την εξ αποκαλύψεως θεολογία. Η φυσική θεολογία έβλεπε το χαρακτηριστικό γνώρισμα της θεότητας στην απαλλαγή από τους περιορισμούς του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης βούλησης. Η θεότητα είναι παντογνώστρια και παντοδύναμη. Κατά την ανάπτυξη αυτών των ιδεών, όμως, οι φιλόσοφοι δεν αντιλήφθηκαν ότι μια έννοια της θεότητας η οποία προϋποθέτει έναν δρώντα Θεό —δηλαδή έναν Θεό που συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται ο άνθρωπος όταν δρα— είναι αυτοαντιφατική. Ο άνθρωπος δρα επειδή είναι δυσαρεστημένος με την κατάσταση πραγμάτων που επικρατεί ελλείψει της παρέμβασής του. Ο άνθρωπος δρα επειδή δεν διαθέτει τη δύναμη να καταστήσει τις συνθήκες πλήρως ικανοποιητικές και πρέπει να προσφύγει σε κατάλληλα μέσα προκειμένου να τις καταστήσει λιγότερο μη ικανοποιητικές. Για ένα παντοδύναμο υπέρτατο ον, όμως, δεν μπορεί να υπάρχει καμία δυσαρέσκεια ως προς την επικρατούσα κατάσταση πραγμάτων. Ο Παντοδύναμος δεν δρα, διότι δεν υπάρχει κατάσταση πραγμάτων την οποία να μην μπορεί να καταστήσει πλήρως ικανοποιητική χωρίς καμία δράση, δηλαδή χωρίς προσφυγή σε οποιοδήποτε μέσο. Για Εκείνον δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ σκοπών και μέσων. Η απόδοση δράσης στον Θεό αποτελεί ανθρωπομορφισμό. Εκκινώντας από τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης του, ο διασκεπτικός συλλογισμός του ανθρώπου δεν μπορεί ποτέ να οριοθετήσει και να ορίσει την ουσία της παντοδυναμίας.
Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι εκείνο που εμπόδισε τους ανθρώπους να στρέψουν την προσοχή τους στα πραξεολογικά ζητήματα δεν ήταν οι θεολογικοί συλλογισμοί. Ήταν η παθιασμένη λαχτάρα για την πραγμάτωση της ουτοπικής χίμαιρας της χώρας της Κοκάνιας. Επειδή η οικονομική επιστήμη, το αρτιότερα επεξεργασμένο έως σήμερα τμήμα της πραξεολογίας, κατέρριψε τις πλάνες κάθε μορφής ουτοπισμού, τέθηκε εκτός νόμου και στιγματίστηκε ως μη επιστημονική.
Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της σύγχρονης επιστημολογίας είναι η πλήρης παραμέληση της οικονομικής επιστήμης, εκείνου του κλάδου της γνώσης του οποίου η ανάπτυξη και η πρακτική εφαρμογή αποτέλεσαν το θεαματικότερο γεγονός της νεότερης ιστορίας.
3. Περί οικονομικής επιστήμης
Η μελέτη της οικονομικής επιστήμης έχει επανειλημμένως παραστρατήσει εξαιτίας της μάταιης ιδέας ότι η οικονομική επιστήμη πρέπει να ακολουθεί το πρότυπο άλλων επιστημών. Η βλάβη που προξενούν τέτοιες εσφαλμένες αντιλήψεις δεν μπορεί να αποτραπεί με παραινέσεις προς τον οικονομολόγο να πάψει να στρέφει βλέμματα λαχτάρας προς άλλα πεδία της γνώσης ή ακόμη και να τα αγνοεί ολοκληρωτικά. Η άγνοια, όποιο και αν είναι το αντικείμενό της, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ιδιότητα που θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμη στην αναζήτηση της αλήθειας. Εκείνο που απαιτείται για να αποτραπεί η διαστρέβλωση των οικονομικών μελετών από έναν μελετητή μέσω της προσφυγής στις μεθόδους των μαθηματικών, της φυσικής, της βιολογίας, της ιστορίας ή της νομικής επιστήμης δεν είναι η υποτίμηση και η παραμέληση αυτών των επιστημών, αλλά, αντιθέτως, η προσπάθεια να τις κατανοήσει και να τις κατέχει σε βάθος. Όποιος θέλει να επιτύχει οτιδήποτε στην πραξεολογία πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τα μαθηματικά, τη φυσική, τη βιολογία, την ιστορία και τη νομική επιστήμη, ώστε να μη συγχέει τα καθήκοντα και τις μεθόδους της θεωρίας της ανθρώπινης δράσης με τα καθήκοντα και τις μεθόδους οποιουδήποτε από αυτούς τους άλλους κλάδους της γνώσης. Το κατ’ εξοχήν σφάλμα των διαφόρων Ιστορικών Σχολών της οικονομικής επιστήμης ήταν ότι οι οπαδοί τους δεν ήταν παρά ερασιτέχνες στο πεδίο της ιστορίας. Κανένας επαρκώς καταρτισμένος μαθηματικός δεν μπορεί να μην αντιληφθεί τις θεμελιώδεις πλάνες όλων των εκδοχών αυτού που αποκαλείται μαθηματική οικονομική και ιδίως της οικονομετρίας. Κανένας βιολόγος δεν εξαπατήθηκε ποτέ από τον μάλλον ερασιτεχνικό οργανικισμό συγγραφέων όπως ο Paul de Lilienfeld.
Όταν κάποτε διατύπωσα αυτή την άποψη σε μια διάλεξη, ένας νεαρός από το ακροατήριο εξέφρασε την αντίρρησή του. «Απαιτείτε πάρα πολλά από έναν οικονομολόγο», παρατήρησε· «κανείς δεν μπορεί να με υποχρεώσει να διαθέτω τον χρόνο μου για τη μελέτη όλων αυτών των επιστημών». Η απάντησή μου ήταν: «Κανείς δεν σας ζητεί ούτε σας υποχρεώνει να γίνετε οικονομολόγος».
4. Η αφετηρία της πραξεολογικής σκέψης
Η a priori γνώση της πραξεολογίας είναι εντελώς διαφορετική —κατηγοριακά διαφορετική— από την a priori γνώση των μαθηματικών ή, ακριβέστερα, από τη μαθηματική a priori γνώση όπως την ερμηνεύει ο λογικός θετικισμός. Αφετηρία κάθε πραξεολογικής σκέψης δεν είναι αυθαίρετα επιλεγμένα αξιώματα, αλλά μια αυταπόδεικτη πρόταση, πλήρως, σαφώς και αναγκαίως παρούσα σε κάθε ανθρώπινο νου. Ένα αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τα ζώα στον νου των οποίων είναι παρούσα αυτή η γνώση από εκείνα στον νου των οποίων δεν είναι πλήρως και σαφώς παρούσα. Μόνο στα πρώτα αποδίδεται η ονομασία «άνθρωπος». Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου είναι ακριβώς ότι δρα συνειδητά. Ο άνθρωπος είναι Homo agens, το δρων ζώον.
Όλα όσα —πέραν της ζωολογίας— έχουν ποτέ διατυπωθεί επιστημονικά ως διακριτικά γνωρίσματα του ανθρώπου έναντι των μη ανθρώπινων θηλαστικών εμπεριέχονται στην πρόταση: ο άνθρωπος δρα. Δρω σημαίνει: επιδιώκω σκοπούς, δηλαδή επιλέγω έναν σκοπό και προσφεύγω σε μέσα προκειμένου να επιτύχω τον επιδιωκόμενο σκοπό.
Η ουσία του λογικού θετικισμού συνίσταται στην άρνηση της γνωστικής αξίας της a priori γνώσης, με το επιχείρημα ότι όλες οι a priori προτάσεις είναι απλώς αναλυτικές. Δεν παρέχουν νέες πληροφορίες, αλλά είναι απλώς λεκτικές ή ταυτολογικές, καθώς διατυπώνουν ό,τι εμπεριέχεται ήδη στους ορισμούς και στις προκείμενες. Μόνο η εμπειρία μπορεί να οδηγήσει σε συνθετικές προτάσεις. Υπάρχει μια προφανής αντίρρηση προς αυτή τη θεωρία: η πρόταση ότι δεν υπάρχουν συνθετικές a priori προτάσεις είναι η ίδια μια συνθετική a priori πρόταση —εσφαλμένη κατά τη γνώμη του γράφοντος—, διότι είναι πρόδηλο ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί μέσω της εμπειρίας.
Ωστόσο, ολόκληρη αυτή η διαμάχη στερείται νοήματος όταν εφαρμόζεται στην πραξεολογία. Αναφέρεται κατ’ ουσίαν στη γεωμετρία. Η σημερινή της μορφή, και ιδίως η πραγμάτευσή της από τον λογικό θετικισμό, έχει επηρεαστεί βαθιά από τον κλονισμό που υπέστη η δυτική φιλοσοφία εξαιτίας της ανακάλυψης των μη ευκλείδειων γεωμετριών. Πριν από τον Bolyai και τον Lobachevsky, η γεωμετρία αποτελούσε, στα μάτια των φιλοσόφων, το πρότυπο της τέλειας επιστήμης· θεωρούνταν ότι παρείχε ακλόνητη βεβαιότητα, αιωνίως και για όλους. Το μεγάλο ιδεώδες όσων αναζητούσαν την αλήθεια ήταν να ακολουθούν και στους άλλους κλάδους της γνώσης τη μέθοδο more geometrico. Όλες οι παραδοσιακές επιστημολογικές αντιλήψεις άρχισαν να κλονίζονται όταν στέφθηκαν με επιτυχία οι απόπειρες συγκρότησης μη ευκλείδειων γεωμετριών.
Η πραξεολογία, όμως, δεν είναι γεωμετρία. Η παραδοχή ότι τα επιστημολογικά χαρακτηριστικά ενός κλάδου της γνώσης πρέπει κατ’ ανάγκην να ισχύουν και για οποιονδήποτε άλλο κλάδο αποτελεί τη χειρότερη από όλες τις δεισιδαιμονίες. Κατά την εξέταση της επιστημολογίας των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, δεν πρέπει κανείς να καθοδηγείται από τη γεωμετρία, τη μηχανική ή οποιαδήποτε άλλη επιστήμη.
Οι παραδοχές του Ευκλείδη θεωρούνταν κάποτε αυταπόδεικτα αληθείς. Η σύγχρονη επιστημολογία τις αντιμετωπίζει ως ελεύθερα επιλεγμένα αιτήματα, ως την αφετηρία μιας υποθετικής αλυσίδας συλλογισμών. Όποια και αν είναι η σημασία αυτού, δεν έχει καμία απολύτως συνάφεια με τα προβλήματα της πραξεολογίας.
Αφετηρία της πραξεολογίας είναι μια αυταπόδεικτη αλήθεια: η γνώση της δράσης, δηλαδή η γνώση του γεγονότος ότι υπάρχει συνειδητή επιδίωξη σκοπών. Δεν έχει νόημα να μικρολογεί κανείς γύρω από αυτές τις λέξεις επικαλούμενος φιλοσοφικά προβλήματα που δεν έχουν καμία σχέση με το υπό εξέταση πρόβλημα. Η αλήθεια αυτής της γνώσης είναι τόσο αυταπόδεικτη και τόσο απαραίτητη για τον ανθρώπινο νου όσο και η διάκριση μεταξύ του Α και του μη Α.
6. Αιτιότητα και τελεολογία
Η δράση είναι μια κατηγορία την οποία οι φυσικές επιστήμες δεν λαμβάνουν υπόψη. Ο επιστήμονας δρα όταν αναλαμβάνει το ερευνητικό του έργο, αλλά στη σφαίρα των φυσικών συμβάντων του εξωτερικού κόσμου, την οποία διερευνά, δεν υπάρχει δράση. Υπάρχει κίνηση, υπάρχει ερέθισμα και αντίδραση και, όποιες αντιρρήσεις και αν προβάλλουν ορισμένοι φιλόσοφοι, υπάρχει αιτία και αποτέλεσμα. Υπάρχει κάτι που φαίνεται να αποτελεί αδήριτη κανονικότητα στη συνάρτηση και την αλληλουχία των φαινομένων. Υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ οντοτήτων, οι οποίες επιτρέπουν στον επιστήμονα να καθορίσει τη διαδικασία που αποκαλείται μέτρηση. Δεν υπάρχει, όμως, τίποτε που να υποδηλώνει επιδίωξη επιλεγμένων σκοπών· δεν υπάρχει κανένας διαπιστώσιμος σκοπός.
Οι φυσικές επιστήμες διερευνούν την αιτιότητα· οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης είναι τελεολογικές. Καθιερώνοντας αυτή τη διάκριση μεταξύ των δύο πεδίων της ανθρώπινης γνώσης, δεν εκφράζουμε καμία γνώμη σχετικά με το ερώτημα αν η πορεία όλων των κοσμικών συμβάντων καθορίζεται ή όχι, σε τελευταία ανάλυση, από το σχέδιο ενός υπερανθρώπινου όντος. Η πραγμάτευση αυτού του μεγάλου προβλήματος υπερβαίνει τα όρια του ανθρώπινου λόγου και βρίσκεται έξω από το πεδίο οποιασδήποτε ανθρώπινης επιστήμης. Ανήκει στη σφαίρα την οποία διεκδικούν για τον εαυτό τους η μεταφυσική και η θεολογία.
Ο σκοπός στον οποίο αναφέρονται οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης δεν είναι τα σχέδια και οι βουλές του Θεού, αλλά οι σκοποί που επιδιώκουν οι δρώντες άνθρωποι κατά την πραγμάτωση των δικών τους σχεδίων. Οι απόπειρες του μεταφυσικού κλάδου που συνήθως αποκαλείται φιλοσοφία της ιστορίας να αποκαλύψει, μέσα στη ροή των ιστορικών συμβάντων, τα κρυφά σχέδια του Θεού ή κάποιας μυθικής δύναμης —όπως, επί παραδείγματι, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις στο σχήμα του Marx— δεν αποτελούν επιστήμη.
Όταν πραγματεύεται ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, επί παραδείγματι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ιστορικός οφείλει να εξακριβώσει τους σκοπούς που επιδίωκαν τα διάφορα άτομα και οι διάφορες ομάδες ατόμων που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην οργάνωση αυτών των εκστρατειών ή στην αντιμετώπιση των επιτιθεμένων. Οφείλει να εξετάσει την έκβαση που προέκυψε από τις ενέργειες όλων των εμπλεκομένων και να τη συγκρίνει τόσο με την προγενέστερη κατάσταση πραγμάτων όσο και με τις προθέσεις των δρώντων. Δεν αποτελεί, όμως, έργο του ιστορικού να αναζητεί ένα «ανώτερο» ή «βαθύτερο» νόημα που εκδηλώθηκε στα συμβάντα ή πραγματώθηκε μέσω αυτών. Ίσως να υπάρχει ένας τέτοιος κρυφός «ανώτερος» ή «βαθύτερος» σκοπός ή μια τέτοια σημασία στην αλληλουχία των ιστορικών συμβάντων. Για τον θνητό άνθρωπο, όμως, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αποκτήσει γνώση τέτοιων «ανώτερων» ή «βαθύτερων» νοημάτων.
7. Η κατηγορία της δράσης
Όλα τα στοιχεία των θεωρητικών επιστημών της ανθρώπινης δράσης εμπεριέχονται ήδη στην κατηγορία της δράσης και πρέπει να καταστούν ρητά μέσω της ανάπτυξης του περιεχομένου της. Εφόσον μεταξύ αυτών των στοιχείων της τελεολογίας συγκαταλέγεται και η κατηγορία της αιτιότητας, η κατηγορία της δράσης αποτελεί τη θεμελιώδη κατηγορία της επιστημολογίας, την αφετηρία κάθε επιστημολογικής ανάλυσης.
Η ίδια η κατηγορία ή έννοια της δράσης εμπεριέχει τις έννοιες των μέσων και των σκοπών, της προτίμησης και της παραμέρισης —δηλαδή της αξιολόγησης—, της επιτυχίας και της αποτυχίας, του κέρδους και της ζημίας, καθώς και του κόστους. Καθώς καμία δράση δεν θα μπορούσε να συλληφθεί και να επιχειρηθεί χωρίς συγκεκριμένες ιδέες για τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, η τελεολογία προϋποθέτει την αιτιότητα.
Τα ζώα είναι αναγκασμένα να προσαρμόζονται στις φυσικές συνθήκες του περιβάλλοντός τους· εάν δεν επιτύχουν σε αυτή τη διαδικασία προσαρμογής, αφανίζονται. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που είναι ικανό —εντός καθορισμένων ορίων— να προσαρμόζει σκοπίμως το περιβάλλον του, ώστε να το καθιστά καταλληλότερο για τον ίδιο.
Μπορούμε να συλλάβουμε την εξελικτική διαδικασία που μετέτρεψε τους μη ανθρώπινους προγόνους της ανθρωπότητας σε ανθρώπινα όντα ως μια διαδοχή μικρών, βαθμιαίων μεταβολών που εκτείνονταν σε εκατομμύρια έτη. Δεν μπορούμε, όμως, να συλλάβουμε έναν νου στον οποίο η κατηγορία της δράσης θα ήταν παρούσα μόνο κατά τρόπο ατελή. Δεν υπάρχει καμία ενδιάμεση βαθμίδα μεταξύ ενός όντος που καθοδηγείται αποκλειστικά από ένστικτα και φυσιολογικές παρορμήσεις και ενός όντος που επιλέγει σκοπούς και τα μέσα για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε ένα δρων ον το οποίο δεν θα διέκρινε, in concreto, τι είναι σκοπός και τι είναι μέσο, τι είναι επιτυχία και τι είναι αποτυχία, τι προτιμά περισσότερο και τι λιγότερο, ποιο είναι το κέρδος ή η ζημία που αποκομίζει από τη δράση και ποιο είναι το κόστος της. Κατά τη σύλληψη όλων αυτών των πραγμάτων μπορεί, βεβαίως, να σφάλλει στις κρίσεις του σχετικά με τον ρόλο που διαδραματίζουν τα διάφορα εξωτερικά συμβάντα και υλικά στοιχεία στη διάρθρωση της δράσης του.
Ένας συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς αποτελεί δράση μόνο εφόσον οι διακρίσεις αυτές είναι παρούσες στον νου του συγκεκριμένου ανθρώπου.
8. Οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης
Η γερμανική γλώσσα έχει διαμορφώσει έναν όρο που θα ήταν πρόσφορος για να δηλώσει το σύνολο των επιστημών οι οποίες πραγματεύονται την ανθρώπινη δράση, σε αντιδιαστολή προς τις φυσικές επιστήμες, και συγκεκριμένα τον όρο Geisteswissenschaften. Δυστυχώς, ορισμένοι συγγραφείς έχουν επιβαρύνει υπέρμετρα αυτόν τον όρο με μεταφυσικές και μυστικιστικές συνδηλώσεις, οι οποίες περιορίζουν τη χρησιμότητά του. Στην αγγλική γλώσσα, ο όρος «πνευματολογία» —τον οποίο πρότεινε ο Bentham4 ως αντίθετο της «σωματολογίας»— θα μπορούσε να εξυπηρετήσει αυτόν τον σκοπό, αλλά ουδέποτε έγινε αποδεκτός. Ο όρος «ηθικές επιστήμες», όπως τον χρησιμοποιούσε ο John Stuart Mill, δεν είναι ικανοποιητικός λόγω της ετυμολογικής συγγένειάς του με την κανονιστική επιστήμη της ηθικής. Ο όρος «ανθρωπιστικές επιστήμες» χρησιμοποιείται παραδοσιακά αποκλειστικά για τους ιστορικούς κλάδους των επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Είμαστε, επομένως, αναγκασμένοι να χρησιμοποιούμε τον μάλλον δυσκίνητο όρο «επιστήμες της ανθρώπινης δράσης».
Κεφάλαιο 1: Ο Ανθρώπινος Νους
1. Η λογική δομή του ανθρώπινου νου
Όλα τα στοιχεία των θεωρητικών επιστημών της ανθρώπινης δράσης εμπεριέχονται ήδη στην κατηγορία της δράσης και πρέπει να καταστούν ρητά μέσω της ανάπτυξης του περιεχομένου της. Εφόσον μεταξύ αυτών των στοιχείων της τελεολογίας συγκαταλέγεται και η κατηγορία της αιτιότητας, η κατηγορία της δράσης αποτελεί τη θεμελιώδη κατηγορία της επιστημολογίας, την αφετηρία κάθε επιστημολογικής ανάλυσης.
Η ίδια η κατηγορία ή έννοια της δράσης εμπεριέχει τις έννοιες των μέσων και των σκοπών, της προτίμησης και της παραμέρισης —δηλαδή της αξιολόγησης—, της επιτυχίας και της αποτυχίας, του κέρδους και της ζημίας, καθώς και του κόστους. Καθώς καμία δράση δεν θα μπορούσε να συλληφθεί και να επιχειρηθεί χωρίς συγκεκριμένες ιδέες για τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, η τελεολογία προϋποθέτει την αιτιότητα.
Τα ζώα είναι αναγκασμένα να προσαρμόζονται στις φυσικές συνθήκες του περιβάλλοντός τους· εάν δεν επιτύχουν σε αυτή τη διαδικασία προσαρμογής, αφανίζονται. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που είναι ικανό —εντός καθορισμένων ορίων— να προσαρμόζει σκοπίμως το περιβάλλον του, ώστε να το καθιστά καταλληλότερο για τον ίδιο.
Μπορούμε να συλλάβουμε την εξελικτική διαδικασία που μετέτρεψε τους μη ανθρώπινους προγόνους της ανθρωπότητας σε ανθρώπινα όντα ως μια διαδοχή μικρών, βαθμιαίων μεταβολών που εκτείνονταν σε εκατομμύρια έτη. Δεν μπορούμε, όμως, να συλλάβουμε έναν νου στον οποίο η κατηγορία της δράσης θα ήταν παρούσα μόνο κατά τρόπο ατελή. Δεν υπάρχει καμία ενδιάμεση βαθμίδα μεταξύ ενός όντος που καθοδηγείται αποκλειστικά από ένστικτα και φυσιολογικές παρορμήσεις και ενός όντος που επιλέγει σκοπούς και τα μέσα για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε ένα δρων ον το οποίο δεν θα διέκρινε, in concreto, τι είναι σκοπός και τι είναι μέσο, τι είναι επιτυχία και τι είναι αποτυχία, τι προτιμά περισσότερο και τι λιγότερο, ποιο είναι το κέρδος ή η ζημία που αποκομίζει από τη δράση και ποιο είναι το κόστος της. Κατά τη σύλληψη όλων αυτών των πραγμάτων μπορεί, βεβαίως, να σφάλλει στις κρίσεις του σχετικά με τον ρόλο που διαδραματίζουν τα διάφορα εξωτερικά συμβάντα και υλικά στοιχεία στη διάρθρωση της δράσης του.
Ένας συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς αποτελεί δράση μόνο εφόσον οι διακρίσεις αυτές είναι
Στη Γη ο άνθρωπος κατέχει μια ιδιάζουσα θέση, η οποία τον διακρίνει από όλες τις άλλες οντότητες που απαρτίζουν τον πλανήτη μας και τον εξυψώνει πάνω από αυτές. Ενώ όλα τα άλλα πράγματα, έμψυχα ή άψυχα, συμπεριφέρονται σύμφωνα με κανονικά πρότυπα, μόνον ο άνθρωπος φαίνεται να διαθέτει —εντός καθορισμένων ορίων— κάποιον βαθμό ελευθερίας. Ο άνθρωπος συλλογίζεται τις συνθήκες του ίδιου του εαυτού του και του περιβάλλοντός του, συλλαμβάνει καταστάσεις πραγμάτων οι οποίες, όπως πιστεύει, θα του ταίριαζαν καλύτερα από τις υπάρχουσες και επιδιώκει, μέσω σκόπιμης συμπεριφοράς, να υποκαταστήσει με μια περισσότερο επιθυμητή κατάσταση μια λιγότερο επιθυμητή κατάσταση, η οποία θα επικρατούσε εάν δεν παρενέβαινε.
Μέσα στην απέραντη έκταση αυτού που αποκαλείται σύμπαν ή φύση υπάρχει ένα μικρό πεδίο στο οποίο η συνειδητή συμπεριφορά του ανθρώπου μπορεί να επηρεάσει την πορεία των συμβάντων.
Αυτό ακριβώς το γεγονός παρακινεί τον άνθρωπο να διακρίνει μεταξύ, αφενός, ενός εξωτερικού κόσμου που υπόκειται σε αδήριτη και άρρηκτη αναγκαιότητα και, αφετέρου, της ανθρώπινης ικανότητάς του να σκέπτεται, να γνωρίζει και να δρα. Ο νους ή ο λόγος αντιπαρατίθεται προς την ύλη, και η βούληση προς τις αυτοενεργείς παρορμήσεις, τα ένστικτα και τις φυσιολογικές διεργασίες. Έχοντας πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το ίδιο του το σώμα υπόκειται στις ίδιες δυνάμεις που καθορίζουν όλα τα άλλα πράγματα και όντα, ο άνθρωπος αποδίδει την ικανότητά του να σκέπτεται, να βούλεται και να δρα σε έναν αόρατο και άυλο παράγοντα, τον οποίο αποκαλεί νου του.
Κατά τις πρώιμες περιόδους της ιστορίας της ανθρωπότητας έγιναν απόπειρες να αποδοθεί μια τέτοια ικανότητα σκέψης και σκόπιμης επιδίωξης επιλεγμένων σκοπών σε πολλά ή ακόμη και σε όλα τα μη ανθρώπινα πράγματα. Αργότερα, οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι ήταν μάταιο να αντιμετωπίζουν τα μη ανθρώπινα πράγματα σαν να ήταν προικισμένα με κάτι ανάλογο προς τον ανθρώπινο νου. Κατόπιν αναπτύχθηκε η αντίθετη τάση. Οι άνθρωποι επιχείρησαν να αναγάγουν τα νοητικά φαινόμενα στη λειτουργία παραγόντων που δεν ήταν ειδικώς ανθρώπινοι. Η ριζικότερη έκφραση αυτής της θεωρίας εμπεριεχόταν ήδη στην περίφημη ρήση του John Locke, σύμφωνα με την οποία ο νους είναι ένα λευκό φύλλο χαρτιού επάνω στο οποίο ο εξωτερικός κόσμος γράφει τη δική του ιστορία.
Μια νέα επιστημολογία του ορθολογισμού απέβλεπε στην αναίρεση αυτού του ολοκληρωτικού εμπειρισμού. Ο Leibniz πρόσθεσε στη θέση ότι τίποτε δεν υπάρχει στη διάνοια το οποίο δεν υπήρξε προηγουμένως στις αισθήσεις την επιφύλαξη: εκτός από την ίδια τη διάνοια. Ο Kant, τον οποίο ο Hume αφύπνισε από τον «δογματικό του λήθαργο», έθεσε την ορθολογιστική θεωρία σε νέα βάση. Η εμπειρία, δίδαξε, παρέχει μόνο την πρώτη ύλη από την οποία ο νους διαμορφώνει αυτό που αποκαλείται γνώση. Κάθε γνώση εξαρτάται από τις κατηγορίες που προηγούνται όλων των δεδομένων της εμπειρίας τόσο χρονικά όσο και λογικά. Οι κατηγορίες είναι a priori· αποτελούν τη νοητική προικοδότηση του ατόμου, η οποία του επιτρέπει να σκέπτεται και —θα μπορούσαμε να προσθέσουμε— να δρα. Εφόσον κάθε συλλογισμός προϋποθέτει τις a priori κατηγορίες, είναι μάταιο να επιχειρεί κανείς να τις αποδείξει ή να τις ανασκευάσει.
Η εμπειριστική αντίδραση κατά του απριορισμού επικεντρώνεται σε μια παραπλανητική ερμηνεία των μη ευκλείδειων γεωμετριών, της σημαντικότερης συμβολής του δέκατου ένατου αιώνα στα μαθηματικά. Τονίζει τον αυθαίρετο χαρακτήρα των αξιωμάτων και των προκειμένων, καθώς και τον ταυτολογικό χαρακτήρα του παραγωγικού συλλογισμού. Η παραγωγή, διδάσκει, δεν μπορεί να προσθέσει τίποτε στη γνώση μας για την πραγματικότητα. Απλώς καθιστά ρητό ό,τι εμπεριεχόταν ήδη στις προκείμενες. Εφόσον αυτές οι προκείμενες είναι απλώς προϊόντα του νου και δεν προέρχονται από την εμπειρία, ό,τι συνάγεται από αυτές δεν μπορεί να διατυπώσει τίποτε σχετικά με την κατάσταση του σύμπαντος. Όσα προβάλλουν η λογική, τα μαθηματικά και οι άλλες απριοριστικές παραγωγικές θεωρίες αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, βολικά ή εύχρηστα εργαλεία για επιστημονικές διεργασίες. Ένα από τα καθήκοντα που βαρύνουν τον επιστήμονα είναι να επιλέγει για το έργο του, από την πληθώρα των διαφόρων υφιστάμενων συστημάτων λογικής, γεωμετρίας και άλγεβρας, το σύστημα που είναι καταλληλότερο για τον συγκεκριμένο σκοπό του.5 Τα αξιώματα από τα οποία εκκινεί ένα παραγωγικό σύστημα επιλέγονται αυθαίρετα. Δεν μας λένε τίποτε για την πραγματικότητα. Δεν υπάρχουν πρώτες αρχές δοσμένες a priori στον ανθρώπινο νου.6 Αυτή είναι η θεωρία του περίφημου «Κύκλου της Βιέννης» και άλλων σύγχρονων σχολών του ριζοσπαστικού εμπειρισμού και του λογικού θετικισμού.
Για να εξετάσουμε αυτή τη φιλοσοφία, ας αναφερθούμε στη σύγκρουση μεταξύ της ευκλείδειας γεωμετρίας και των μη ευκλείδειων γεωμετριών, η οποία προκάλεσε αυτές τις αντιπαραθέσεις. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο τεχνικός σχεδιασμός που καθοδηγείται από το ευκλείδειο σύστημα οδήγησε σε αποτελέσματα τα οποία έπρεπε να αναμένονται σύμφωνα με τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτό το σύστημα. Τα κτίρια δεν καταρρέουν και οι μηχανές λειτουργούν με τον αναμενόμενο τρόπο. Ο μηχανικός της πράξης δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτή η γεωμετρία τον βοήθησε στις προσπάθειές του να εκτρέψει τα συμβάντα του πραγματικού εξωτερικού κόσμου από την πορεία που θα είχαν ακολουθήσει αν δεν είχε παρέμβει και να τα κατευθύνει προς τους σκοπούς που ήθελε να επιτύχει. Πρέπει να συμπεράνει ότι αυτή η γεωμετρία, μολονότι βασίζεται σε ορισμένες a priori ιδέες, καταφάσκει κάτι για την πραγματικότητα και τη φύση. Ο πραγματιστής δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι η ευκλείδεια γεωμετρία λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί κάθε a posteriori γνώση που παρέχουν οι πειραματικές φυσικές επιστήμες. Πέρα από το γεγονός ότι η διάταξη των εργαστηριακών πειραμάτων προϋποθέτει ήδη και συνεπάγεται την εγκυρότητα του ευκλείδειου σχήματος, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το γεγονός πως η Γέφυρα George Washington επάνω από τον ποταμό Hudson και πολλές χιλιάδες άλλες γέφυρες παρέχουν τις υπηρεσίες που οι κατασκευαστές επιδίωκαν να εξασφαλίσουν επιβεβαιώνει την πρακτική αλήθεια όχι μόνο των εφαρμοσμένων διδαγμάτων της φυσικής, της χημείας και της μεταλλουργίας, αλλά εξίσου και εκείνων της γεωμετρίας του Ευκλείδη. Αυτό σημαίνει ότι τα αξιώματα από τα οποία εκκινεί ο Ευκλείδης μάς λένε κάτι για τον εξωτερικό κόσμο το οποίο, στον νου μας, πρέπει να φαίνεται όχι λιγότερο «αληθές» από τα διδάγματα των πειραματικών φυσικών επιστημών.
Οι επικριτές του απριορισμού επικαλούνται το γεγονός ότι, για την πραγμάτευση ορισμένων προβλημάτων, η προσφυγή σε μία από τις μη ευκλείδειες γεωμετρίες φαίνεται καταλληλότερη από την προσφυγή στο ευκλείδειο σύστημα. Τα στερεά σώματα και οι φωτεινές ακτίνες του περιβάλλοντός μας, λέει ο Reichenbach, συμπεριφέρονται σύμφωνα με τους νόμους του Ευκλείδη. Αυτό, όμως, προσθέτει, είναι απλώς «ένα ευτυχές εμπειρικό γεγονός». Πέρα από τον χώρο του περιβάλλοντός μας, ο φυσικός κόσμος συμπεριφέρεται σύμφωνα με άλλες γεωμετρίες.7 Δεν υπάρχει ανάγκη να αντιπαρατεθούμε επάνω σε αυτό το σημείο. Διότι και αυτές οι άλλες γεωμετρίες εκκινούν από a priori αξιώματα και όχι από πειραματικά γεγονότα. Εκείνο που οι πανεμπειριστές αδυνατούν να εξηγήσουν είναι πώς μια παραγωγική θεωρία, η οποία εκκινεί από υποτίθεται αυθαίρετα αιτήματα, παρέχει πολύτιμες, ακόμη και απαραίτητες, υπηρεσίες στις προσπάθειες να περιγραφούν ορθά οι συνθήκες του εξωτερικού κόσμου και να αντιμετωπιστούν επιτυχώς.
Το ευτυχές εμπειρικό γεγονός στο οποίο αναφέρεται ο Reichenbach είναι το γεγονός ότι ο ανθρώπινος νους έχει την ικανότητα να αναπτύσσει θεωρίες οι οποίες, μολονότι είναι a priori, συμβάλλουν καθοριστικά στις προσπάθειες συγκρότησης οποιουδήποτε a posteriori συστήματος γνώσης. Μολονότι η λογική, τα μαθηματικά και η πραξεολογία δεν προέρχονται από την εμπειρία, δεν κατασκευάζονται αυθαίρετα, αλλά μας επιβάλλονται από τον κόσμο στον οποίο ζούμε και δρούμε και τον οποίο θέλουμε να μελετήσουμε.8 Δεν είναι κενά, δεν στερούνται νοήματος και δεν είναι απλώς λεκτικά. Αποτελούν —για τον άνθρωπο— τους γενικότερους νόμους του σύμπαντος και, χωρίς αυτά, καμία γνώση δεν θα ήταν προσιτή στον άνθρωπο.
Οι a priori κατηγορίες αποτελούν την προικοδότηση που επιτρέπει στον άνθρωπο να επιτύχει καθετί το ειδικώς ανθρώπινο και τον διακρίνει από όλα τα άλλα όντα. Η ανάλυσή τους είναι ανάλυση της ανθρώπινης κατάστασης, του ρόλου που διαδραματίζει ο άνθρωπος στο σύμπαν. Αποτελούν τη δύναμη που επιτρέπει στον άνθρωπο να δημιουργεί και να παράγει όλα όσα αποκαλούνται ανθρώπινος πολιτισμός.
2. Μια υπόθεση σχετικά με την προέλευση των a priori κατηγοριών
Οι έννοιες της φυσικής επιλογής και της εξέλιξης καθιστούν δυνατή τη διατύπωση μιας υπόθεσης σχετικά με την ανάδυση της λογικής δομής του ανθρώπινου νου και του a priori.
Τα ζώα καθοδηγούνται από παρορμήσεις και ένστικτα. Η φυσική επιλογή εξάλειψε εκείνα τα άτομα και τα είδη που ανέπτυξαν ένστικτα τα οποία αποτελούσαν μειονέκτημα στον αγώνα για επιβίωση. Επιβίωσαν και μπόρεσαν να διαιωνίσουν το είδος τους μόνο όσα ήταν προικισμένα με παρορμήσεις πρόσφορες για την αυτοσυντήρησή τους.
Τίποτε δεν μας εμποδίζει να υποθέσουμε ότι, κατά τη μακρά πορεία που οδήγησε από τους μη ανθρώπινους προγόνους του ανθρώπου στην εμφάνιση του είδους Homo sapiens, ορισμένες ομάδες εξελιγμένων ανθρωποειδών πειραματίστηκαν, ούτως ειπείν, με κατηγοριακές έννοιες διαφορετικές από εκείνες του Homo sapiens και επιχείρησαν να τις χρησιμοποιήσουν για την καθοδήγηση της συμπεριφοράς τους. Επειδή, όμως, τέτοιες ψευδοκατηγορίες δεν ήταν προσαρμοσμένες στις συνθήκες της πραγματικότητας, η συμπεριφορά που κατευθυνόταν από έναν οιονεί συλλογισμό βασισμένο σε αυτές ήταν καταδικασμένη να αποτύχει και να αποβεί ολέθρια για όσους την ακολουθούσαν. Μόνο οι ομάδες εκείνες των οποίων τα μέλη δρούσαν σύμφωνα με τις ορθές κατηγορίες —δηλαδή με εκείνες που βρίσκονταν σε συμφωνία με την πραγματικότητα και, επομένως, για να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του πραγματισμού, λειτουργούσαν— μπορούσαν να επιβιώσουν.9
Ωστόσο, η αναφορά σε αυτή την ερμηνεία της προέλευσης των a priori κατηγοριών δεν μας παρέχει το δικαίωμα να τις αποκαλούμε καταστάλαγμα της εμπειρίας —μιας προανθρώπινης και προλογικής εμπειρίας, ούτως ειπείν.10 Δεν πρέπει να εξαλείψουμε τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ σκοπιμότητας και απουσίας σκοπιμότητας.
Η δαρβινική έννοια της φυσικής επιλογής επιχειρεί να εξηγήσει τη φυλογενετική μεταβολή ως φυσικό φαινόμενο, χωρίς προσφυγή στη σκοπιμότητα. Η φυσική επιλογή δεν λειτουργεί απλώς χωρίς οποιαδήποτε σκόπιμη παρέμβαση εκ μέρους εξωτερικών παραγόντων· λειτουργεί επίσης χωρίς οποιαδήποτε εκ προθέσεως συμπεριφορά εκ μέρους των επιμέρους ατόμων τα οποία αφορά.
Η εμπειρία είναι μια νοητική πράξη σκεπτόμενων και δρώντων ανθρώπων. Είναι αδύνατον να της αποδοθεί οποιοσδήποτε ρόλος σε μια αμιγώς φυσική αλυσίδα αιτιότητας, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι η απουσία εκ προθέσεως συμπεριφοράς. Είναι λογικώς αδύνατος οποιοσδήποτε συμβιβασμός μεταξύ σχεδιασμού και απουσίας σχεδιασμού. Τα πρωτεύοντα εκείνα που διέθεταν τις πρόσφορες κατηγορίες επιβίωσαν όχι επειδή, έχοντας αποκτήσει την εμπειρία ότι οι κατηγορίες τους ήταν πρόσφορες, αποφάσισαν να εμμείνουν σε αυτές. Επιβίωσαν επειδή δεν προσέφυγαν σε άλλες κατηγορίες, οι οποίες θα είχαν ως αποτέλεσμα τον ίδιο τους τον αφανισμό. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η εξελικτική διαδικασία εξάλειψε όλες τις άλλες ομάδες των οποίων τα άτομα, εξαιτίας συγκεκριμένων ιδιοτήτων του σώματός τους, δεν ήταν ικανά να επιβιώσουν υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες του περιβάλλοντός τους, εξάλειψε και εκείνες τις ομάδες των οποίων ο νους είχε αναπτυχθεί κατά τρόπο που καθιστούσε ολέθρια τη χρήση του για την καθοδήγηση της συμπεριφοράς.
Οι a priori κατηγορίες δεν είναι έμφυτες ιδέες. Εκείνο που το φυσιολογικό —υγιές— παιδί κληρονομεί από τους γονείς του δεν είναι κάποιες κατηγορίες, ιδέες ή έννοιες, αλλά ο ανθρώπινος νους, ο οποίος έχει την ικανότητα να μαθαίνει και να συλλαμβάνει ιδέες, την ικανότητα να καθιστά τον φορέα του ικανό να συμπεριφέρεται ως ανθρώπινο ον, δηλαδή να δρα.
Όπως και αν αντιλαμβανόμαστε αυτό το πρόβλημα, ένα πράγμα είναι βέβαιο. Εφόσον οι a priori κατηγορίες που απορρέουν από τη λογική δομή του ανθρώπινου νου επέτρεψαν στον άνθρωπο να αναπτύξει θεωρίες των οποίων η πρακτική εφαρμογή τον βοήθησε στις προσπάθειές του να αντεπεξέλθει στον αγώνα για επιβίωση και να επιτύχει διάφορους σκοπούς τους οποίους επιδίωκε, οι κατηγορίες αυτές παρέχουν ορισμένες πληροφορίες για την πραγματικότητα του σύμπαντος. Δεν είναι απλώς αυθαίρετες παραδοχές χωρίς καμία πληροφοριακή αξία ούτε απλές συμβάσεις που θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να αντικατασταθούν από κάποιες άλλες συμβάσεις. Αποτελούν το αναγκαίο νοητικό εργαλείο για τη συστηματική διάταξη των αισθητηριακών δεδομένων, για τη μετατροπή τους σε γεγονότα της εμπειρίας, κατόπιν των γεγονότων αυτών σε δομικά υλικά για την οικοδόμηση θεωριών και, τέλος, των θεωριών σε τεχνικές για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών.
Και τα ζώα είναι προικισμένα με αισθήσεις· ορισμένα από αυτά είναι μάλιστα ικανά να αισθάνονται ερεθίσματα τα οποία δεν επηρεάζουν τις αισθήσεις του ανθρώπου. Εκείνο που τα εμποδίζει να αξιοποιήσουν όσα τους μεταδίδουν οι αισθήσεις τους κατά τον τρόπο με τον οποίο τα αξιοποιεί ο άνθρωπος δεν είναι η κατωτερότητα του αισθητηριακού τους εξοπλισμού, αλλά το γεγονός ότι στερούνται αυτού που αποκαλείται ανθρώπινος νους, με τη λογική του δομή και τις a priori κατηγορίες του.
Η θεωρία, σε αντιδιαστολή προς την ιστορία, είναι η αναζήτηση σταθερών σχέσεων μεταξύ οντοτήτων ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, κανονικότητας στη διαδοχή των συμβάντων. Θεμελιώνοντας την επιστημολογία ως θεωρία της γνώσης, ο φιλόσοφος προϋποθέτει ή διαβεβαιώνει σιωπηρά ότι υπάρχει στην πνευματική προσπάθεια του ανθρώπου κάτι που παραμένει αμετάβλητο, και συγκεκριμένα η λογική δομή του ανθρώπινου νου.
Εάν δεν υπήρχε τίποτε μόνιμο στις εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου, δεν θα μπορούσε να υπάρχει καμία θεωρία της γνώσης, αλλά μόνο μια ιστορική εξιστόρηση των διαφόρων προσπαθειών που κατέβαλαν οι άνθρωποι για να αποκτήσουν γνώση. Η κατάσταση της επιστημολογίας θα έμοιαζε με εκείνη των διαφόρων κλάδων της ιστορίας, όπως, επί παραδείγματι, αυτού που αποκαλείται πολιτική επιστήμη. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η πολιτική επιστήμη απλώς καταγράφει όσα έχουν γίνει ή προταθεί στο πεδίο της κατά το παρελθόν, αλλά αδυνατεί να διατυπώσει οτιδήποτε σχετικά με αμετάβλητες σχέσεις μεταξύ των στοιχείων που πραγματεύεται, η επιστημολογία θα έπρεπε να περιορίσει το έργο της στη συγκέντρωση ιστορικών δεδομένων σχετικά με τις νοητικές δραστηριότητες του παρελθόντος.
Τονίζοντας το γεγονός ότι η λογική δομή του ανθρώπινου νου είναι κοινή σε όλα τα άτομα του είδους Homo sapiens, δεν επιδιώκουμε να ισχυριστούμε ότι αυτός ο ανθρώπινος νους, όπως τον γνωρίζουμε, είναι το μόνο ή το καλύτερο δυνατό νοητικό εργαλείο που θα μπορούσε να συλληφθεί ή που έχει ποτέ υπάρξει και θα υπάρξει ποτέ. Στην επιστημολογία, όπως και σε όλες τις άλλες επιστήμες, δεν πραγματευόμαστε ούτε την αιωνιότητα ούτε συνθήκες που επικρατούν σε μέρη του σύμπαντος από τα οποία κανένα σήμα δεν φθάνει στη δική μας περιοχή ούτε όσα ενδέχεται να συμβούν σε μελλοντικούς αιώνες του κοσμικού χρόνου. Ίσως να υπάρχουν κάπου στο άπειρο σύμπαν όντα των οποίων ο νους υπερέχει του δικού μας στον ίδιο βαθμό στον οποίο ο δικός μας υπερέχει του νου των εντόμων. Ίσως κάποτε, κάπου, να υπάρξουν όντα που θα μας αντιμετωπίζουν με την ίδια συγκατάβαση με την οποία εμείς αντιμετωπίζουμε τις αμοιβάδες. Η επιστημονική σκέψη, όμως, δεν μπορεί να επιδίδεται σε τέτοιες φαντασιακές απεικονίσεις. Είναι υποχρεωμένη να περιορίζεται σε ό,τι είναι προσιτό στον ανθρώπινο νου όπως αυτός είναι.
3. Το a priori
Δεν αναιρεί κανείς τη γνωστική σημασία του a priori χαρακτηρίζοντάς το ταυτολογικό. Μια ταυτολογία πρέπει ex definitione να αποτελεί ταυτολογία —επαναδιατύπωση— κάποιου πράγματος που έχει ήδη ειπωθεί προηγουμένως. Εάν χαρακτηρίσουμε την ευκλείδεια γεωμετρία ως ιεραρχικό σύστημα ταυτολογιών, μπορούμε να πούμε: το Πυθαγόρειο θεώρημα είναι ταυτολογικό, καθώς εκφράζει απλώς κάτι που εμπεριέχεται ήδη στον ορισμό του ορθογώνιου τριγώνου.
Το ερώτημα, όμως, είναι το εξής: Πώς φθάσαμε στην πρώτη —τη βασική— πρόταση, της οποίας η δεύτερη —η παράγωγη— πρόταση αποτελεί απλώς ταυτολογία; Στην περίπτωση των διαφόρων γεωμετριών, οι απαντήσεις που δίνονται σήμερα είναι είτε (α) μέσω αυθαίρετης επιλογής είτε (β) λόγω της ευχρηστίας ή της καταλληλότητάς της. Μια τέτοια απάντηση δεν μπορεί να δοθεί όσον αφορά την κατηγορία της δράσης.
Ούτε μπορούμε να ερμηνεύσουμε την έννοια που έχουμε περί δράσης ως καταστάλαγμα της εμπειρίας. Έχει νόημα να μιλούμε για εμπειρία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, πριν από την εμπειρία, θα μπορούσε ενδεχομένως να αναμένεται και κάτι διαφορετικό από εκείνο που βιώθηκε in concreto. Η εμπειρία μάς λέει κάτι το οποίο δεν γνωρίζαμε προηγουμένως και δεν θα μπορούσαμε να μάθουμε αν δεν είχαμε αποκτήσει αυτή την εμπειρία. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της a priori γνώσης, όμως, είναι ότι δεν μπορούμε να διανοηθούμε ως αληθή την άρνησή της ούτε κάτι που θα ερχόταν σε αντίθεση με αυτήν. Ό,τι εκφράζει το a priori εμπεριέχεται αναγκαίως σε κάθε πρόταση που αφορά το υπό εξέταση ζήτημα. Εμπεριέχεται σε κάθε σκέψη και δράση μας.
Όταν χαρακτηρίζουμε μια έννοια ή μια πρόταση ως a priori, θέλουμε να πούμε: πρώτον, ότι η άρνηση αυτού που διατυπώνει είναι αδιανόητη για τον ανθρώπινο νου και του φαίνεται παράλογη· δεύτερον, ότι αυτή η a priori έννοια ή πρόταση εμπεριέχεται αναγκαίως στη νοητική μας προσέγγιση όλων των συναφών προβλημάτων, δηλαδή στη σκέψη και τη δράση μας αναφορικά με αυτά τα προβλήματα.
Οι a priori κατηγορίες αποτελούν τη νοητική προικοδότηση χάρη στην οποία ο άνθρωπος είναι ικανός να σκέπτεται και να αποκτά εμπειρίες και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να αποκτά γνώση. Η αλήθεια ή η εγκυρότητά τους δεν μπορεί να αποδειχθεί ή να ανασκευαστεί όπως εκείνη των a posteriori προτάσεων, διότι αυτές ακριβώς οι κατηγορίες αποτελούν το όργανο που μας επιτρέπει να διακρίνουμε το αληθές ή έγκυρο από εκείνο που δεν είναι αληθές ή έγκυρο.
Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ό,τι η φύση ή η δομή των αισθήσεων και του νου μας καθιστά κατανοητό σε εμάς. Βλέπουμε την πραγματικότητα όχι όπως «είναι» και όπως ενδέχεται να εμφανίζεται σε ένα τέλειο ον, αλλά μόνο όπως μας επιτρέπει να τη βλέπουμε η ιδιαίτερη συγκρότηση του νου και των αισθήσεών μας. Ο ριζοσπαστικός εμπειρισμός και ο θετικισμός δεν θέλουν να το παραδεχθούν αυτό. Όπως την περιγράφουν, η πραγματικότητα γράφει, υπό τη μορφή της εμπειρίας, τη δική της ιστορία επάνω στα λευκά φύλλα του ανθρώπινου νου. Παραδέχονται ότι οι αισθήσεις μας είναι ατελείς και δεν αντανακλούν πλήρως και πιστά την πραγματικότητα. Δεν εξετάζουν, όμως, την ικανότητα του νου να παράγει, από το υλικό που παρέχει η αίσθηση, μια μη παραμορφωμένη αναπαράσταση της πραγματικότητας. Όταν πραγματευόμαστε το a priori, πραγματευόμαστε τα νοητικά εργαλεία που μας επιτρέπουν να αποκτούμε εμπειρίες, να μαθαίνουμε, να γνωρίζουμε και να δρούμε. Πραγματευόμαστε την ικανότητα του νου, και αυτό συνεπάγεται ότι πραγματευόμαστε τα όρια της ικανότητάς του.
Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι η αναπαράσταση που σχηματίζουμε για την πραγματικότητα του σύμπαντος καθορίζεται από τη δομή τόσο του νου όσο και των αισθήσεών μας. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση ότι υπάρχουν γνωρίσματα της πραγματικότητας τα οποία παραμένουν κρυμμένα από τις νοητικές μας ικανότητες, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από όντα προικισμένα με αποτελεσματικότερο νου και ασφαλώς από ένα τέλειο ον. Οφείλουμε να προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τους περιορισμούς του νου μας, ώστε να μην πέσουμε θύματα της ψευδαίσθησης της παντογνωσίας.
Η θετικιστική αλαζονεία ορισμένων από τους προδρόμους του σύγχρονου θετικισμού εκδηλώθηκε με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο στη ρήση: ο Θεός είναι μαθηματικός. Πώς μπορούν οι θνητοί, οι οποίοι είναι προικισμένοι με καταφανώς ατελείς αισθήσεις, να αξιώνουν για τον νου τους την ικανότητα να συλλαμβάνει το σύμπαν κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μπορεί να το συλλαμβάνει το απολύτως τέλειο ον; Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναλύσει ουσιώδη γνωρίσματα της πραγματικότητας χωρίς τη συνδρομή των εργαλείων των μαθηματικών. Αλλά το τέλειο ον;
Σε τελευταία ανάλυση, είναι εντελώς περιττό να σπαταλούμε χρόνο σε αντιπαραθέσεις σχετικά με το a priori. Κανείς δεν αρνείται ούτε θα μπορούσε να αρνηθεί ότι κανένας ανθρώπινος συλλογισμός και καμία ανθρώπινη αναζήτηση της γνώσης δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς όσα μας λένε αυτές οι a priori έννοιες, κατηγορίες και προτάσεις. Καμία σοφιστική μικρολογία δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε κατ’ ελάχιστον τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει η κατηγορία της δράσης σε όλα τα προβλήματα της επιστήμης του ανθρώπου, της πραξεολογίας, της οικονομικής επιστήμης και της ιστορίας.
4. Η a priori αναπαράσταση της πραγματικότητας
Καμία σκέψη και καμία δράση δεν θα ήταν δυνατή για τον άνθρωπο, εάν το σύμπαν ήταν χαοτικό, δηλαδή εάν δεν υπήρχε καμία απολύτως κανονικότητα στη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση των συμβάντων. Σε έναν τέτοιο κόσμο απεριόριστης ενδεχομενικότητας, τίποτε δεν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό πέρα από μια αδιάκοπη καλειδοσκοπική μεταβολή. Ο άνθρωπος δεν θα είχε τη δυνατότητα να αναμένει οτιδήποτε. Κάθε εμπειρία θα ήταν απλώς ιστορική, μια καταγραφή όσων συνέβησαν στο παρελθόν. Κανένα συμπέρασμα από συμβάντα του παρελθόντος για όσα ενδέχεται να συμβούν στο μέλλον δεν θα ήταν θεμιτό. Ως εκ τούτου, ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να δρα. Θα μπορούσε, στην καλύτερη περίπτωση, να είναι ένας παθητικός θεατής και δεν θα ήταν ικανός να προβαίνει σε καμία διευθέτηση για το μέλλον, έστω και μόνο για το μέλλον της αμέσως επόμενης στιγμής. Το πρώτο και θεμελιώδες επίτευγμα της σκέψης είναι η επίγνωση σταθερών σχέσεων μεταξύ των εξωτερικών φαινομένων που επενεργούν στις αισθήσεις μας. Ένα σύνολο συμβάντων τα οποία συνδέονται κατά τρόπο κανονικό και καθορισμένο με άλλα συμβάντα αποκαλείται συγκεκριμένο πράγμα και, ως τέτοιο, διακρίνεται από άλλα συγκεκριμένα πράγματα. Αφετηρία της εμπειρικής γνώσης είναι η γνώση ότι ένα Α ακολουθείται πάντοτε από ένα Β. Η αξιοποίηση αυτής της γνώσης είτε για την πρόκληση του Β είτε για την αποτροπή της εμφάνισης του Β αποκαλείται δράση. Ο πρωταρχικός σκοπός της δράσης είναι είτε να επιφέρει το Β είτε να εμποδίσει την επέλευσή του.
Ό,τι και αν λένε οι φιλόσοφοι για την αιτιότητα, παραμένει γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν καμία δράση χωρίς να καθοδηγούνται από αυτήν. Ούτε μπορούμε να συλλάβουμε έναν νου που να μην έχει επίγνωση του δεσμού μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να μιλούμε για την αιτιότητα ως κατηγορία ή ως a priori της σκέψης και της δράσης.
Στον άνθρωπο που επιθυμεί διακαώς να άρει, μέσω σκόπιμης συμπεριφοράς, κάποια αισθητή δυσφορία, τίθεται το ερώτημα: Πού, πώς και πότε θα ήταν αναγκαίο να παρέμβει, ώστε να επιτύχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα; Η γνώση της σχέσης μεταξύ μιας αιτίας και του αποτελέσματός της είναι το πρώτο βήμα προς τον προσανατολισμό του ανθρώπου μέσα στον κόσμο και αποτελεί τη διανοητική προϋπόθεση κάθε επιτυχούς δραστηριότητας. Όλες οι απόπειρες να εξευρεθεί ένα ικανοποιητικό λογικό, επιστημολογικό ή μεταφυσικό θεμέλιο για την κατηγορία της αιτιότητας ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν. Το μόνο που μπορούμε να πούμε για την αιτιότητα είναι ότι αποτελεί a priori όχι μόνο της ανθρώπινης σκέψης, αλλά και της ανθρώπινης δράσης.
Διαπρεπείς φιλόσοφοι επιχείρησαν να καταρτίσουν έναν πλήρη κατάλογο των a priori κατηγοριών, των αναγκαίων προϋποθέσεων της εμπειρίας και της σκέψης. Δεν υποτιμά κανείς αυτές τις απόπειρες ανάλυσης και συστηματοποίησης, όταν συνειδητοποιεί ότι κάθε προτεινόμενη λύση αφήνει ευρύ περιθώριο στην κρίση του εκάστοτε στοχαστή. Υπάρχει ένα μόνο σημείο ως προς το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαφωνία: ότι όλες αυτές οι κατηγορίες μπορούν να αναχθούν στην a priori ενόραση της κανονικότητας που διέπει τη διαδοχή όλων των παρατηρήσιμων φαινομένων του εξωτερικού κόσμου. Σε ένα σύμπαν από το οποίο θα απουσίαζε αυτή η κανονικότητα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία σκέψη και τίποτε δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εμπειρίας. Διότι εμπειρία είναι η επίγνωση της ταυτότητας ή της απουσίας ταυτότητας σε ό,τι γίνεται αντιληπτό· είναι το πρώτο βήμα προς την ταξινόμηση των συμβάντων. Και η έννοια των τάξεων θα ήταν κενή και άχρηστη, εάν δεν υπήρχε κανονικότητα.
Εάν δεν υπήρχε κανονικότητα, θα ήταν αδύνατον να προσφύγουμε στην ταξινόμηση και να συγκροτήσουμε μια γλώσσα. Όλες οι λέξεις δηλώνουν σύνολα αντιληπτικών πράξεων που συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο κανονικό ή κανονικές σχέσεις μεταξύ τέτοιων συνόλων. Αυτό ισχύει και για τη γλώσσα της φυσικής, την οποία οι θετικιστές θέλουν να ανυψώσουν στη βαθμίδα μιας καθολικής γλώσσας της επιστήμης. Σε έναν κόσμο χωρίς κανονικότητα δεν θα υπήρχε καμία δυνατότητα διατύπωσης «προτάσεων πρωτοκόλλου».11 Αλλά ακόμη και αν αυτό ήταν δυνατόν, μια τέτοια «γλώσσα πρωτοκόλλου» δεν θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας επιστήμης της φυσικής. Θα εξέφραζε απλώς ιστορικά γεγονότα.
Εάν δεν υπήρχε κανονικότητα, τίποτε δεν θα μπορούσε να μαθευτεί από την εμπειρία. Ανακηρύσσοντας την εμπειρία ως το κύριο όργανο απόκτησης γνώσης, ο εμπειρισμός αναγνωρίζει σιωπηρά τις αρχές της κανονικότητας και της αιτιότητας. Όταν ο εμπειριστής επικαλείται την εμπειρία, το νόημα είναι το εξής: εφόσον στο παρελθόν το Α ακολουθήθηκε από το Β και εφόσον υποθέτουμε ότι επικρατεί κανονικότητα στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των φυσικών συμβάντων, αναμένουμε ότι και στο μέλλον το Α θα ακολουθηθεί από το Β. Υπάρχει, επομένως, θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της σημασίας της εμπειρίας στο πεδίο των φυσικών συμβάντων και της σημασίας της στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης.
5. Επαγωγή
Ο συλλογισμός είναι κατ’ ανάγκην πάντοτε παραγωγικός. Αυτό έγινε σιωπηρά δεκτό από όλες τις απόπειρες δικαιολόγησης της επαυξητικής επαγωγής μέσω της κατάδειξης ή της απόδειξης της λογικής της νομιμότητας, δηλαδή μέσω της παροχής μιας παραγωγικής ερμηνείας της επαγωγής. Η δυσχερής θέση του εμπειρισμού συνίσταται ακριβώς στην αδυναμία του να εξηγήσει ικανοποιητικά πώς είναι δυνατόν να συναγάγουμε από παρατηρημένα γεγονότα κάτι που αφορά γεγονότα τα οποία δεν έχουν ακόμη παρατηρηθεί.
Κάθε ανθρώπινη γνώση σχετικά με το σύμπαν προϋποθέτει και στηρίζεται στη γνώση της κανονικότητας που διέπει τη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση των παρατηρήσιμων συμβάντων. Θα ήταν μάταιο να αναζητούμε έναν κανόνα, εάν δεν υπήρχε κανονικότητα. Το επαγωγικό συμπέρασμα συνάγεται από προκείμενες οι οποίες περιλαμβάνουν πάντοτε τη θεμελιώδη πρόταση της κανονικότητας.
Το πρακτικό πρόβλημα της επαυξητικής επαγωγής πρέπει να διακρίνεται σαφώς από το λογικό της πρόβλημα. Διότι όσοι προβαίνουν σε επαγωγικό συλλογισμό βρίσκονται αντιμέτωποι με το πρόβλημα της ορθής δειγματοληψίας. Επιλέξαμε ή δεν επιλέξαμε, από τα αναρίθμητα χαρακτηριστικά της επιμέρους περίπτωσης ή των επιμέρους περιπτώσεων που παρατηρήθηκαν, εκείνα που είναι συναφή με την πρόκληση του υπό εξέταση αποτελέσματος; Σοβαρές ανεπάρκειες των προσπαθειών να μάθουμε κάτι σχετικά με την κατάσταση της πραγματικότητας, είτε κατά την καθημερινή αναζήτηση της αλήθειας στον κοινό βίο είτε στο πλαίσιο της συστηματικής επιστημονικής έρευνας, οφείλονται σε σφάλματα κατά την επιλογή αυτή. Κανένας επιστήμονας δεν αμφιβάλλει ότι ό,τι παρατηρείται ορθά σε μία περίπτωση πρέπει να παρατηρείται και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις στις οποίες επικρατούν οι ίδιες συνθήκες. Σκοπός των εργαστηριακών πειραμάτων είναι να παρατηρηθούν τα αποτελέσματα μιας μεταβολής σε έναν μόνο παράγοντα, ενώ όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι. Η επιτυχία ή η αποτυχία τέτοιων πειραμάτων προϋποθέτει, βεβαίως, τον έλεγχο όλων των συνθηκών που υπεισέρχονται στη διάταξή τους. Τα συμπεράσματα που συνάγονται από τον πειραματισμό δεν βασίζονται στην επανάληψη της ίδιας διάταξης, αλλά στην παραδοχή ότι ό,τι συνέβη σε μία περίπτωση πρέπει κατ’ ανάγκην να συμβεί και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις του ίδιου τύπου. Θα ήταν αδύνατον να συναχθεί οτιδήποτε από μία περίπτωση ή από μια αναρίθμητη σειρά περιπτώσεων χωρίς αυτή την παραδοχή, η οποία ενέχει την a priori κατηγορία της κανονικότητας. Η εμπειρία είναι πάντοτε εμπειρία συμβάντων του παρελθόντος και δεν θα μπορούσε να μας διδάξει τίποτε σχετικά με μελλοντικά συμβάντα, εάν η κατηγορία της κανονικότητας αποτελούσε απλώς μάταιη παραδοχή.
Η πιθανοκρατική προσέγγιση των πανφυσικαλιστών στο πρόβλημα της επαγωγής αποτελεί αποτυχημένη απόπειρα πραγμάτευσης της επαγωγής χωρίς αναφορά στην κατηγορία της κανονικότητας. Εάν δεν λάβουμε υπόψη την κανονικότητα, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να συναγάγουμε από οτιδήποτε συνέβη στο παρελθόν τι θα συμβεί στο μέλλον. Μόλις επιχειρήσουμε να παρακάμψουμε την κατηγορία της κανονικότητας, κάθε επιστημονική προσπάθεια φαίνεται άχρηστη και η αναζήτηση γνώσης σχετικά με ό,τι κοινώς αποκαλείται νόμοι της φύσης καθίσταται ανούσια και μάταιη. Ποιο είναι το αντικείμενο της φυσικής επιστήμης, αν όχι η κανονικότητα στη ροή των συμβάντων;
Ωστόσο, η κατηγορία της κανονικότητας απορρίπτεται από τους υπέρμαχους του λογικού θετικισμού. Ισχυρίζονται ότι η σύγχρονη φυσική έχει οδηγήσει σε πορίσματα ασυμβίβαστα με τη θεωρία μιας κανονικότητας που επικρατεί καθολικά και έχει δείξει ότι εκείνο που η «σχολαστική φιλοσοφία» θεωρούσε εκδήλωση μιας αναγκαίας και αδήριτης κανονικότητας είναι απλώς το προϊόν ενός μεγάλου αριθμού ατομικών συμβάντων. Στη μικροσκοπική σφαίρα, λένε, δεν υπάρχει καμία απολύτως κανονικότητα. Εκείνο που η μακροσκοπική φυσική συνήθιζε να θεωρεί αποτέλεσμα της λειτουργίας μιας αυστηρής κανονικότητας είναι απλώς το αποτέλεσμα ενός μεγάλου αριθμού αμιγώς τυχαίων στοιχειωδών διεργασιών. Οι νόμοι της μακροσκοπικής φυσικής δεν είναι αυστηροί νόμοι, αλλά στην πραγματικότητα στατιστικοί νόμοι. Θα μπορούσε να συμβεί τα συμβάντα της μικροσκοπικής σφαίρας να προκαλέσουν στη μακροσκοπική σφαίρα συμβάντα διαφορετικά από εκείνα που περιγράφουν οι απλώς στατιστικοί νόμοι της μακροσκοπικής φυσικής, μολονότι, όπως παραδέχονται, η πιθανότητα ενός τέτοιου περιστατικού είναι πολύ μικρή. Υποστηρίζουν, όμως, ότι η γνώση αυτής της δυνατότητας καταρρίπτει την ιδέα πως στο σύμπαν επικρατεί αυστηρή κανονικότητα στη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση όλων των συμβάντων. Οι κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας πρέπει να εγκαταλειφθούν και να αντικατασταθούν από τους νόμους των πιθανοτήτων.12
Είναι αλήθεια ότι οι φυσικοί της εποχής μας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια συμπεριφορά ορισμένων οντοτήτων την οποία δεν μπορούν να περιγράψουν ως αποτέλεσμα μιας διακριτής κανονικότητας. Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που η επιστήμη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τέτοιο πρόβλημα. Η ανθρώπινη αναζήτηση της γνώσης πρέπει πάντοτε να καταλήγει σε κάτι το οποίο δεν μπορεί να αναγάγει σε κάτι άλλο, του οποίου το πρώτο θα εμφανιζόταν ως αναγκαίο αποτέλεσμα. Υπάρχει πάντοτε στην επιστήμη κάποιο έσχατο δεδομένο. Για τη σύγχρονη φυσική, η συμπεριφορά των ατόμων εμφανίζεται ως τέτοιο έσχατο δεδομένο. Οι φυσικοί αδυνατούν σήμερα να αναγάγουν ορισμένες ατομικές διεργασίες στα αίτιά τους. Δεν μειώνει κανείς τα θαυμαστά επιτεύγματα της φυσικής διαπιστώνοντας ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων είναι εκείνο που κοινώς αποκαλείται άγνοια.
Εκείνο που καθιστά δυνατό στον ανθρώπινο νου να προσανατολίζεται μέσα στη συγκεχυμένη πολλαπλότητα των εξωτερικών ερεθισμάτων που επενεργούν στις αισθήσεις μας, να αποκτά αυτό που αποκαλείται γνώση και να αναπτύσσει τις φυσικές επιστήμες είναι η γνώση μιας αναπόφευκτης κανονικότητας και ομοιομορφίας που επικρατεί στη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση τέτοιων συμβάντων. Το κριτήριο που μας παρακινεί να διακρίνουμε διάφορες τάξεις πραγμάτων είναι η συμπεριφορά αυτών των πραγμάτων. Εάν ένα πράγμα, έστω και από μία μόνο άποψη, συμπεριφέρεται —αντιδρά σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα— κατά τρόπο διαφορετικό από τη συμπεριφορά άλλων πραγμάτων με τα οποία είναι όμοιο από κάθε άλλη άποψη, πρέπει να καταταχθεί σε διαφορετική τάξη.
Μπορούμε να θεωρήσουμε τα μόρια και τα άτομα, η συμπεριφορά των οποίων βρίσκεται στη βάση των πιθανοκρατικών θεωριών, είτε ως πρωταρχικά στοιχεία είτε ως παράγωγα των πρωταρχικών στοιχείων της πραγματικότητας. Δεν έχει σημασία ποια από τις δύο εναλλακτικές επιλογές θα προτιμήσουμε. Διότι, σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά τους αποτελεί αποτέλεσμα της ίδιας τους της φύσης. Για να το διατυπώσουμε ακριβέστερα: η συμπεριφορά τους είναι εκείνη που συγκροτεί αυτό που αποκαλούμε φύση τους. Όπως αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, υπάρχουν διαφορετικές τάξεις αυτών των μορίων και ατόμων. Δεν είναι ομοιόμορφα· εκείνα που αποκαλούμε μόρια και άτομα είναι ομάδες αποτελούμενες από διάφορες υποομάδες, τα μέλη καθεμιάς από τις οποίες διαφέρουν, από ορισμένες απόψεις, ως προς τη συμπεριφορά τους από τα μέλη των άλλων υποομάδων. Εάν η συμπεριφορά των μελών των διαφόρων υποομάδων ήταν διαφορετική από αυτή που είναι ή εάν η αριθμητική κατανομή των μελών μεταξύ των υποομάδων ήταν διαφορετική, θα ήταν διαφορετικό και το συνδυασμένο αποτέλεσμα που παράγει η συμπεριφορά όλων των μελών των ομάδων. Το αποτέλεσμα αυτό καθορίζεται από δύο παράγοντες: την ιδιαίτερη συμπεριφορά των μελών κάθε υποομάδας και το πλήθος των μελών της.
Εάν οι υποστηρικτές της πιθανοκρατικής θεωρίας της επαγωγής είχαν αναγνωρίσει το γεγονός ότι υπάρχουν διάφορες υποομάδες μικροσκοπικών οντοτήτων, θα είχαν αντιληφθεί ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα της λειτουργίας αυτών των οντοτήτων καταλήγει σε εκείνο που η μακροσκοπική θεωρία αποκαλεί νόμο που δεν επιδέχεται καμία εξαίρεση. Θα ήταν υποχρεωμένοι να ομολογήσουν ότι δεν γνωρίζουμε σήμερα γιατί οι υποομάδες διαφέρουν μεταξύ τους από ορισμένες απόψεις και πώς, από την αλληλεπίδραση των μελών των διαφόρων υποομάδων, αναδύεται στη μακροσκοπική σφαίρα το συγκεκριμένο συνδυασμένο αποτέλεσμα. Αντί να ακολουθήσουν αυτή τη διαδικασία, αποδίδουν αυθαίρετα στα επιμέρους μόρια και άτομα την ικανότητα να επιλέγουν μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών τρόπων συμπεριφοράς. Η θεωρία τους δεν διαφέρει ουσιωδώς από τον πρωτόγονο ανιμισμό. Όπως ακριβώς οι πρωτόγονοι απέδιδαν στην «ψυχή» του ποταμού τη δύναμη να επιλέγει μεταξύ του να ρέει ήρεμα στη συνήθη κοίτη του και του να πλημμυρίζει τους παρακείμενους αγρούς, έτσι και αυτοί πιστεύουν ότι οι εν λόγω μικροσκοπικές οντότητες είναι ελεύθερες να καθορίζουν ορισμένα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, όπως, επί παραδείγματι, την ταχύτητα και την τροχιά των κινήσεών τους. Η φιλοσοφία τους ενέχει την αντίληψη ότι αυτές οι μικροσκοπικές οντότητες είναι δρώντα όντα ακριβώς όπως οι άνθρωποι.
Αλλά ακόμη και αν δεχόμασταν αυτή την ερμηνεία, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ανθρώπινη δράση καθορίζεται εξ ολοκλήρου από τη φυσιολογική συγκρότηση των ατόμων και από όλες τις ιδέες που ενεργούσαν στον νου τους. Εφόσον δεν έχουμε κανέναν λόγο να υποθέσουμε ότι αυτές οι μικροσκοπικές οντότητες είναι προικισμένες με νου που παράγει ιδέες, πρέπει να υποθέσουμε ότι όσα αποκαλούνται επιλογές τους αντιστοιχούν κατ’ ανάγκην στη φυσική και χημική δομή τους. Το επιμέρους άτομο ή μόριο συμπεριφέρεται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και υπό συγκεκριμένες συνθήκες ακριβώς όπως του επιτάσσει η δομή του. Η ταχύτητα και η τροχιά των κινήσεών του, καθώς και η αντίδρασή του σε κάθε συνάντηση με παράγοντες εξωτερικούς προς την ίδια του τη φύση ή δομή, καθορίζονται αυστηρά από αυτή τη φύση ή δομή. Εάν κανείς δεν αποδέχεται αυτή την ερμηνεία, ενδίδει στην παράλογη μεταφυσική παραδοχή ότι αυτά τα μόρια και τα άτομα είναι προικισμένα με ελεύθερη βούληση υπό την έννοια που οι ριζοσπαστικότερες και αφελέστερες ιντετερμινιστικές θεωρίες απέδιδαν στον άνθρωπο.
Ο Bertrand Russell επιχειρεί να διασαφηνίσει το πρόβλημα συγκρίνοντας τη θέση της κβαντομηχανικής απέναντι στη συμπεριφορά των ατόμων με τη θέση ενός σιδηροδρόμου απέναντι στη συμπεριφορά των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του. Ο υπάλληλος του εκδοτηρίου εισιτηρίων στον σταθμό Paddington μπορεί, εάν το θελήσει, να εξακριβώσει ποιο ποσοστό των ταξιδιωτών από τον σταθμό αυτό μεταβαίνει στο Birmingham, ποιο ποσοστό στο Exeter και ούτω καθεξής, αλλά δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά με τους ιδιαίτερους λόγους που οδηγούν στη μία επιλογή στη μία περίπτωση και στην άλλη επιλογή σε κάποια άλλη περίπτωση. Ο Russell είναι, όμως, υποχρεωμένος να παραδεχθεί ότι οι περιπτώσεις δεν είναι «εντελώς ανάλογες», επειδή ο υπάλληλος μπορεί, κατά τον χρόνο που δεν ασκεί τα επαγγελματικά του καθήκοντα, να πληροφορηθεί πράγματα σχετικά με τους ανθρώπους, τα οποία εκείνοι δεν αναφέρουν όταν αγοράζουν εισιτήρια, ενώ ο φυσικός, όταν παρατηρεί άτομα, δεν διαθέτει τέτοιο πλεονέκτημα.13
Είναι χαρακτηριστικό του συλλογισμού του Russell ότι επεξηγεί την άποψή του παραπέμποντας στον νου ενός κατώτερου υπαλλήλου, στον οποίο έχει ανατεθεί η αμετάβλητη εκτέλεση ενός αυστηρά περιορισμένου αριθμού απλών εργασιών. Ό,τι σκέπτεται ένας τέτοιος άνθρωπος —του οποίου η εργασία θα μπορούσε εξίσου καλά να εκτελείται από ένα αυτόματο μηχάνημα πώλησης— σχετικά με ζητήματα που υπερβαίνουν τη στενή σφαίρα των καθηκόντων του δεν έχει καμία σημασία. Για τους επιχειρηματικούς φορείς που ανέλαβαν την πρωτοβουλία προώθησης του σχεδίου του σιδηροδρόμου, για τους κεφαλαιούχους που επένδυσαν στην εταιρεία και για τα διοικητικά στελέχη που διευθύνουν τις δραστηριότητές της, τα σχετικά προβλήματα εμφανίζονται υπό εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Κατασκεύασαν και εκμεταλλεύονται τη σιδηροδρομική γραμμή επειδή προβλέπουν ότι υπάρχουν ορισμένοι λόγοι που θα παρακινήσουν έναν αριθμό ανθρώπων να ταξιδέψει από ένα σημείο της διαδρομής της σε κάποιο άλλο. Γνωρίζουν τις συνθήκες που καθορίζουν τη συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων· γνωρίζουν επίσης ότι οι συνθήκες αυτές μεταβάλλονται και επιδιώκουν να επηρεάσουν το μέγεθος και την κατεύθυνση αυτών των μεταβολών, προκειμένου να διατηρήσουν και να αυξήσουν την πελατεία τους και τις προσόδους της επιχείρησης. Η επιχειρηματική τους διαχείριση δεν έχει καμία σχέση με την εξάρτηση από την ύπαρξη κάποιου μυθικού «στατιστικού νόμου». Καθοδηγείται από την επίγνωση ότι υπάρχει λανθάνουσα ζήτηση για ταξιδιωτικές υπηρεσίες από έναν αριθμό ανθρώπων τέτοιον ώστε να είναι επικερδής η ικανοποίησή της μέσω της λειτουργίας ενός σιδηροδρόμου. Έχουν δε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η ποσότητα υπηρεσιών την οποία μπορούν να πωλήσουν θα μπορούσε κάποια ημέρα να μειωθεί δραστικά, σε τέτοιον βαθμό ώστε να αναγκαστούν να διακόψουν τη λειτουργία της επιχείρησης.
Ο Bertrand Russell και όλοι οι άλλοι θετικιστές που αναφέρονται σε ό,τι αποκαλούν «στατιστικούς νόμους» διαπράττουν σοβαρό σφάλμα όταν σχολιάζουν τις στατιστικές των ανθρώπινων φαινομένων, δηλαδή τις στατιστικές που πραγματεύονται γεγονότα της ανθρώπινης δράσης, σε αντιδιαστολή προς τα γεγονότα της ανθρώπινης φυσιολογίας. Δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι όλα αυτά τα στατιστικά μεγέθη μεταβάλλονται διαρκώς, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο γρήγορα. Στις ανθρώπινες αξιολογήσεις και, κατά συνέπεια, στις ανθρώπινες δράσεις δεν υπάρχει κανονικότητα όμοια με εκείνη που επικρατεί στο πεδίο το οποίο διερευνούν οι φυσικές επιστήμες. Η ανθρώπινη συμπεριφορά καθοδηγείται από κίνητρα και τόσο ο ιστορικός που πραγματεύεται το παρελθόν όσο και ο επιχειρηματίας που επιδιώκει να προβλέψει το μέλλον πρέπει να προσπαθούν να «κατανοήσουν» αυτή τη συμπεριφορά.14
Εάν οι ιστορικοί και τα δρώντα άτομα δεν ήταν ικανά να εφαρμόσουν αυτή την ιδιαίτερη κατανόηση της συμπεριφοράς των συνανθρώπων τους, και εάν οι φυσικές επιστήμες και τα δρώντα άτομα δεν ήταν σε θέση να συλλάβουν κάτι από την κανονικότητα που διέπει την αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των φυσικών συμβάντων, το σύμπαν θα τους εμφανιζόταν ως ακατανόητο χάος και δεν θα μπορούσαν να επινοήσουν κανένα μέσο για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού. Δεν θα υπήρχε κανένας συλλογισμός, καμία γνώση και καμία επιστήμη, ούτε θα υπήρχε καμία σκόπιμη επενέργεια του ανθρώπου στις συνθήκες του περιβάλλοντος.
Οι φυσικές επιστήμες είναι δυνατές μόνο επειδή επικρατεί κανονικότητα στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων. Ασφαλώς, υπάρχουν όρια σε όσα μπορεί να μάθει ο άνθρωπος σχετικά με τη δομή του σύμπαντος. Υπάρχουν μη παρατηρήσιμες οντότητες και υπάρχουν σχέσεις για τις οποίες η επιστήμη δεν έχει μέχρι σήμερα παράσχει ερμηνεία. Η επίγνωση, όμως, αυτών των γεγονότων δεν αναιρεί τις κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας.
6. Το παράδοξο του πιθανοκρατικού εμπειρισμού
Ο εμπειρισμός διακηρύσσει ότι η εμπειρία είναι η μόνη πηγή της ανθρώπινης γνώσης και απορρίπτει ως μεταφυσική προκατάληψη την ιδέα ότι κάθε εμπειρία προϋποθέτει a priori κατηγορίες. Εκκινώντας, όμως, από την εμπειριστική του προσέγγιση, αξιώνει ως δυνατή την επέλευση συμβάντων τα οποία ουδέποτε βίωσε κανένας άνθρωπος. Έτσι, μας λένε ότι η φυσική δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο «όταν τοποθετείτε έναν κύβο πάγου μέσα σε ένα ποτήρι νερό, το νερό να αρχίσει να βράζει και ο κύβος πάγου να γίνει τόσο ψυχρός όσο το εσωτερικό ενός καταψύκτη βαθιάς κατάψυξης».15
Ωστόσο, αυτός ο νεοεμπειρισμός απέχει πολύ από το να εφαρμόζει με συνέπεια τη θεωρία του. Εάν δεν υπάρχει κανονικότητα στη φύση, τίποτε δεν δικαιολογεί τη διάκριση μεταξύ των διαφόρων τάξεων πραγμάτων και συμβάντων. Εάν κάποια μόρια αποκαλούνται οξυγόνο και άλλα άζωτο, υποδηλώνεται ότι κάθε μέλος αυτών των τάξεων συμπεριφέρεται με έναν καθορισμένο τρόπο, διαφορετικό από τη συμπεριφορά των μελών άλλων τάξεων. Εάν υποθέσει κανείς ότι η συμπεριφορά ενός επιμέρους μορίου μπορεί να αποκλίνει από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται τα άλλα μόρια, πρέπει είτε να το κατατάξει σε μια ιδιαίτερη τάξη είτε να υποθέσει ότι η απόκλισή του προκλήθηκε από την παρέμβαση κάποιου πράγματος στο οποίο δεν είχαν εκτεθεί τα άλλα μέλη της τάξης του. Εάν πει κανείς ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο «κάποια ημέρα τα μόρια του αέρα στο δωμάτιό μας να περιέλθουν, εντελώς τυχαία, σε μια διατεταγμένη κατάσταση τέτοια ώστε τα μόρια του οξυγόνου να συγκεντρωθούν στη μία πλευρά του δωματίου και εκείνα του αζώτου στην άλλη»,16 υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει τίποτε ούτε στη φύση του οξυγόνου και του αζώτου ούτε στο περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται που να έχει ως αποτέλεσμα τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται στον αέρα. Υποθέτει ότι η συμπεριφορά των επιμέρους μορίων καθορίζεται, ως προς όλες τις άλλες απόψεις, από τη σύστασή τους, αλλά ότι αυτά είναι «ελεύθερα» να επιλέγουν τον τόπο της διαμονής τους. Υποθέτει, εντελώς αυθαίρετα, ότι ένα από τα χαρακτηριστικά των μορίων, δηλαδή η κίνησή τους, δεν είναι καθορισμένο, ενώ όλα τα άλλα χαρακτηριστικά τους είναι καθορισμένα. Υποδηλώνει ότι υπάρχει κάτι στη φύση των μορίων —μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει: στην «ψυχή» τους— το οποίο τους παρέχει την ικανότητα να «επιλέγουν» την τροχιά των περιπλανήσεών τους. Παραβλέπει ότι μια πλήρης περιγραφή της συμπεριφοράς των μορίων θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τις κινήσεις τους. Θα έπρεπε να πραγματεύεται τη διεργασία που κάνει τα μόρια του οξυγόνου και του αζώτου να συνυπάρχουν μεταξύ τους στον αέρα με τον τρόπο με τον οποίο πράγματι συνυπάρχουν.
Εάν ο Reichenbach είχε ζήσει την εποχή των μάγων και των θεραπευτών των φυλετικών κοινωνιών, θα είχε υποστηρίξει: Ορισμένοι άνθρωποι προσβάλλονται από μια νόσο με συγκεκριμένα συμπτώματα, η οποία τους θανατώνει· άλλοι παραμένουν υγιείς και ζωντανοί. Δεν γνωρίζουμε κανέναν παράγοντα του οποίου η παρουσία θα προκαλούσε την πάθηση όσων προσβάλλονται και του οποίου η απουσία θα προκαλούσε την ανοσία των υπολοίπων. Είναι προφανές ότι τα φαινόμενα αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν επιστημονικά, εάν εμμένετε στη δεισιδαιμονική έννοια της αιτιότητας. Το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε γι’ αυτά είναι ο «στατιστικός νόμος» ότι προσβλήθηκε το X% του πληθυσμού, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό δεν προσβλήθηκε.
7. Υλισμός
Ο ντετερμινισμός πρέπει να διακρίνεται σαφώς από τον υλισμό. Ο υλισμός διακηρύσσει ότι οι μόνοι παράγοντες που προκαλούν μεταβολές είναι εκείνοι οι οποίοι είναι προσιτοί στη διερεύνηση με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Δεν αρνείται κατ’ ανάγκην ότι οι ανθρώπινες ιδέες, οι αξιολογικές κρίσεις και οι βουλήσεις είναι και αυτές πραγματικές και μπορούν να προκαλέσουν συγκεκριμένες μεταβολές. Στον βαθμό, όμως, που δεν το αρνείται, υποστηρίζει ότι αυτοί οι «ιδεακοί» παράγοντες αποτελούν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα εξωτερικών συμβάντων, τα οποία προκαλούν κατ’ ανάγκην συγκεκριμένες αντιδράσεις στη σωματική συγκρότηση των ανθρώπων. Μόνο η ανεπάρκεια του σημερινού επιπέδου των φυσικών επιστημών μάς εμποδίζει να αναγάγουμε όλες τις εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου στα υλικά —φυσικά, χημικά, βιολογικά και φυσιολογικά— συμβάντα που τις προκάλεσαν. Μια τελειότερη γνώση, λένε, θα δείξει πώς οι υλικοί παράγοντες παρήγαγαν κατ’ ανάγκην στον άνθρωπο Μωάμεθ τη μουσουλμανική θρησκεία, στον άνθρωπο Descartes τη γεωμετρία των συντεταγμένων και στον άνθρωπο Racine τη Φαίδρα.
Είναι ανώφελο να αντιπαρατίθεται κανείς με τους υποστηρικτές μιας θεωρίας η οποία απλώς διατυπώνει ένα πρόγραμμα, χωρίς να υποδεικνύει πώς αυτό θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή. Εκείνο που μπορεί και πρέπει να γίνει είναι να αποκαλυφθεί πώς οι κήρυκές της αντιφάσκουν προς τον ίδιο τους τον εαυτό και ποιες συνέπειες πρέπει να προκύψουν από τη συνεπή εφαρμογή της.
Εάν η ανάδυση κάθε ιδέας πρόκειται να εξετάζεται όπως εξετάζεται η εκδήλωση όλων των άλλων φυσικών συμβάντων, δεν είναι πλέον θεμιτό να γίνεται διάκριση μεταξύ αληθών και ψευδών προτάσεων. Τότε τα θεωρήματα του Descartes δεν είναι ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα από τις αδέξιες απαντήσεις του Peter, ενός βραδύνοος υποψηφίου για την απόκτηση τίτλου σπουδών, στο γραπτό της εξέτασής του. Οι υλικοί παράγοντες δεν μπορούν να σφάλλουν. Παρήγαγαν στον άνθρωπο Descartes τη γεωμετρία των συντεταγμένων και στον άνθρωπο Peter κάτι το οποίο ο δάσκαλός του, μη διαφωτισμένος από το ευαγγέλιο του υλισμού, θεωρεί ανοησία. Τι είναι, όμως, εκείνο που παρέχει σε αυτόν τον δάσκαλο το δικαίωμα να κρίνει τη φύση; Ποιοι είναι οι υλιστές φιλόσοφοι ώστε να καταδικάζουν όσα παρήγαγαν οι υλικοί παράγοντες στα σώματα των «ιδεαλιστών» φιλοσόφων;
Θα ήταν ανώφελο να επικαλεστούν οι υλιστές τη διάκριση του πραγματισμού μεταξύ εκείνου που λειτουργεί και εκείνου που δεν λειτουργεί. Διότι η διάκριση αυτή εισάγει στην αλυσίδα του συλλογισμού έναν παράγοντα ξένο προς τις φυσικές επιστήμες, δηλαδή τη σκοπιμότητα. Μια θεωρία ή πρόταση λειτουργεί, εάν η συμπεριφορά που καθοδηγείται από αυτήν επιφέρει τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η επιλογή του σκοπού, όμως, καθορίζεται από ιδέες και αποτελεί η ίδια νοητικό γεγονός. Το ίδιο ισχύει και για την κρίση σχετικά με το αν επιτεύχθηκε ή όχι ο επιλεγμένος σκοπός. Για τον συνεπή υλισμό δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ σκόπιμης δράσης και μιας απλώς φυτικής, όμοιας με εκείνη των φυτών, διαβίωσης.
Οι υλιστές πιστεύουν ότι η θεωρία τους εξαλείφει απλώς τη διάκριση μεταξύ του ηθικώς καλού και του ηθικώς κακού. Δεν αντιλαμβάνονται ότι εξαλείφει εξίσου κάθε διαφορά μεταξύ του αληθούς και του αναληθούς και, ως εκ τούτου, στερεί από όλες τις νοητικές πράξεις κάθε νόημα. Εάν μεταξύ των «πραγματικών πραγμάτων» του εξωτερικού κόσμου και των νοητικών πράξεων δεν παρεμβάλλεται τίποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ουσιωδώς διαφορετικό από τη λειτουργία των δυνάμεων τις οποίες περιγράφουν οι παραδοσιακές φυσικές επιστήμες, τότε δεν μας απομένει παρά να αντιμετωπίζουμε αυτά τα νοητικά φαινόμενα όπως ακριβώς αντιδρούμε στα φυσικά συμβάντα. Μια θεωρία που υποστηρίζει ότι οι σκέψεις βρίσκονται προς τον εγκέφαλο στην ίδια σχέση στην οποία βρίσκεται η χολή προς το ήπαρ17 δεν δικαιούται να διακρίνει μεταξύ αληθών και αναληθών ιδεών περισσότερο απ’ όσο δικαιούται να διακρίνει μεταξύ αληθούς και αναληθούς χολής.
8. Ο παραλογισμός κάθε υλιστικής φιλοσοφίας
Οι ανυπέρβλητες δυσχέρειες που συναντά κάθε υλιστική ερμηνεία της πραγματικότητας μπορούν να καταδειχθούν μέσω της ανάλυσης της δημοφιλέστερης υλιστικής φιλοσοφίας, του μαρξικού διαλεκτικού υλισμού.
Βεβαίως, αυτό που αποκαλείται διαλεκτικός υλισμός δεν αποτελεί γνήσια υλιστική θεωρία. Στο πλαίσιό του, ο παράγοντας που προκαλεί όλες τις μεταβολές στις ιδεολογικές και κοινωνικές συνθήκες της ανθρώπινης ιστορίας είναι οι «υλικές παραγωγικές δυνάμεις». Ούτε ο Marx ούτε κανένας από τους οπαδούς του όρισε αυτόν τον όρο. Από όλα, όμως, τα παραδείγματα που παρέθεσαν πρέπει να συναγάγουμε ότι είχαν κατά νου τα εργαλεία, τις μηχανές και τα άλλα τεχνουργήματα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στις παραγωγικές τους δραστηριότητες. Εντούτοις, αυτά τα μέσα δεν αποτελούν καθαυτά έσχατα υλικά πράγματα, αλλά προϊόντα μιας σκόπιμης νοητικής διεργασίας.18 Ο μαρξισμός, όμως, είναι η μόνη απόπειρα να προχωρήσει μια υλιστική ή οιονεί υλιστική θεωρία πέρα από την απλή διατύπωση μιας μεταφυσικής αρχής και να συναγάγει από αυτήν όλες τις άλλες εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου. Επομένως, πρέπει να αναφερθούμε σε αυτόν, εάν θέλουμε να καταδείξουμε τη θεμελιώδη ανεπάρκεια του υλισμού.
Όπως το αντιλαμβάνεται ο Marx, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις γεννούν —ανεξάρτητα από τη βούληση των ανθρώπων— τις «σχέσεις παραγωγής», δηλαδή το κοινωνικό σύστημα των νόμων περί ιδιοκτησίας, και το «ιδεολογικό εποικοδόμημά» τους, δηλαδή τις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές ιδέες.19 Στο σχήμα αυτό, η δράση και η βούληση αποδίδονται στις υλικές παραγωγικές δυνάμεις. Αυτές επιδιώκουν να επιτύχουν έναν συγκεκριμένο σκοπό: θέλουν να απελευθερωθούν από τα δεσμά που παρεμποδίζουν την ανάπτυξή τους. Οι άνθρωποι πλανώνται όταν πιστεύουν ότι οι ίδιοι σκέπτονται, προβαίνουν σε αξιολογικές κρίσεις και δρουν. Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις παραγωγής, οι οποίες αποτελούν το αναγκαίο αποτέλεσμα του εκάστοτε σταδίου των υλικών παραγωγικών δυνάμεων, καθορίζουν τις ιδέες, τις βουλήσεις και τις πράξεις τους. Όλες οι ιστορικές μεταβολές προκαλούνται σε τελευταία ανάλυση από τις μεταβολές των υλικών παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες —όπως υποθέτει σιωπηρά ο Marx— είναι ανεξάρτητες από την ανθρώπινη επίδραση. Όλες οι ανθρώπινες ιδέες αποτελούν το αντίστοιχο εποικοδόμημα των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές αποβλέπουν τελικά στην εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, ενός μετασχηματισμού που είναι προορισμένος να επέλθει «με το αδήριτο ενός φυσικού νόμου».
Ας δεχθούμε τώρα, χάριν του επιχειρήματος, ότι οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έχουν τέτοια συγκρότηση ώστε να προσπαθούν διαρκώς να απελευθερωθούν από τα δεσμά που περιορίζουν την ανάπτυξή τους. Γιατί, όμως, πρέπει από αυτές τις προσπάθειες να αναδυθεί πρώτα ο καπιταλισμός και, σε μεταγενέστερο στάδιο της ανάπτυξής τους, ο σοσιαλισμός; Συλλογίζονται άραγε αυτές οι δυνάμεις τα δικά τους προβλήματα και καταλήγουν τελικά στο συμπέρασμα ότι οι υφιστάμενες σχέσεις ιδιοκτησίας, ενώ προηγουμένως αποτελούσαν μορφές της δικής τους —δηλαδή των δυνάμεων— ανάπτυξης, έχουν μετατραπεί σε δεσμά20 και ότι, επομένως, δεν αντιστοιχούν πλέον (entsprechen) στο παρόν στάδιο της δικής τους —δηλαδή των δυνάμεων— ανάπτυξης;21 Και αποφασίζουν άραγε, βάσει αυτής της επίγνωσης, ότι τα δεσμά αυτά πρέπει να «διαρραγούν», και προβαίνουν κατόπιν σε δράση που τα κάνει να διαρραγούν; Και καθορίζουν άραγε ποιες νέες σχέσεις παραγωγής πρέπει να πάρουν τη θέση εκείνων που διαρρήχθηκαν;
Ο παραλογισμός της απόδοσης τέτοιας σκέψης και δράσης στις υλικές παραγωγικές δυνάμεις είναι τόσο κατάδηλος, ώστε ο ίδιος ο Marx έδωσε ελάχιστη μόνο προσοχή στην περίφημη θεωρία του όταν αργότερα, στην κύρια πραγματεία του, το Κεφάλαιο, εξειδίκευσε την πρόγνωσή του σχετικά με την έλευση του σοσιαλισμού. Εδώ δεν αναφέρεται απλώς σε δράση εκ μέρους των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Μιλά για τις προλεταριακές μάζες, οι οποίες, δυσαρεστημένες με την προϊούσα εξαθλίωση που υποτίθεται ότι τους επιφέρει ο καπιταλισμός, αποβλέπουν στον σοσιαλισμό, προφανώς επειδή τον θεωρούν πιο ικανοποιητικό σύστημα.22
Κάθε εκδοχή υλιστικής ή οιονεί υλιστικής μεταφυσικής συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τη μετατροπή ενός άψυχου παράγοντα σε οιονεί άνθρωπο και την απόδοση σε αυτόν της ικανότητας να σκέπτεται, να προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις, να επιλέγει σκοπούς και να προσφεύγει σε μέσα για την επίτευξη των επιλεγμένων σκοπών. Πρέπει να μεταθέτει την ειδικώς ανθρώπινη ικανότητα του πράττειν σε μια μη ανθρώπινη οντότητα, την οποία προικίζει σιωπηρά με ανθρώπινη νοημοσύνη και κρίση. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εξαλειφθεί από την ανάλυση του σύμπαντος κάθε αναφορά στον νου. Όσοι το επιχειρούν απλώς υποκαθιστούν την πραγματικότητα με ένα φάντασμα δικής τους επινόησης.
Από τη σκοπιά του διακηρυγμένου υλισμού του —και, άλλωστε, από τη σκοπιά οποιασδήποτε υλιστικής θεωρίας— ο Marx δεν είχε το δικαίωμα να απορρίπτει ως ψευδείς τις θεωρίες που ανέπτυξαν εκείνοι με τους οποίους διαφωνούσε. Ο υλισμός του θα του επέβαλλε ένα είδος απαθούς αποδοχής κάθε γνώμης και την ετοιμότητα να αποδίδει σε κάθε ιδέα που διατυπώνει ένας άνθρωπος την ίδια αξία με οποιαδήποτε άλλη ιδέα διατυπώνει κάποιος άλλος. Για να αποφύγει ένα τέτοιο αυτοαναιρούμενο συμπέρασμα, ο Marx κατέφυγε στο σχήμα της φιλοσοφίας της ιστορίας του. Ισχυρίστηκε ότι, χάρη σε ένα ιδιαίτερο χάρισμα το οποίο δεν είχε παραχωρηθεί στους άλλους θνητούς, είχε δεχθεί μια αποκάλυψη που του φανέρωνε ποια πορεία πρέπει κατ’ ανάγκην και αναπόφευκτα να ακολουθήσει η ιστορία. Η ιστορία οδηγεί στον σοσιαλισμό. Το νόημα της ιστορίας, ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος —δεν αναφέρεται από ποιον— είναι να πραγματώσει τον σοσιαλισμό. Δεν υπάρχει λόγος να δίδεται οποιαδήποτε προσοχή στις ιδέες ανθρώπων στους οποίους δεν έφθασε αυτό το μήνυμα ή οι οποίοι αρνούνται πεισματικά να πιστέψουν σε αυτό.
Εκείνο που πρέπει να διδαχθεί η επιστημολογία από αυτή την κατάσταση πραγμάτων είναι το εξής: Κάθε θεωρία που διδάσκει ότι κάποιες «πραγματικές» ή «εξωτερικές» δυνάμεις γράφουν τη δική τους ιστορία στον ανθρώπινο νου και επιχειρεί έτσι να αναγάγει τον ανθρώπινο νου σε μια συσκευή η οποία μετασχηματίζει την «πραγματικότητα» σε ιδέες, κατά τον τρόπο με τον οποίο τα πεπτικά όργανα αφομοιώνουν την τροφή, αδυνατεί να διακρίνει μεταξύ του αληθούς και του μη αληθούς. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να αποφύγει έναν ριζικό σκεπτικισμό, ο οποίος δεν διαθέτει κανένα μέσο για να διαχωρίσει την αλήθεια από το ψεύδος στις ιδέες, είναι να διακρίνει μεταξύ «καλών» ανθρώπων —δηλαδή εκείνων που είναι προικισμένοι με την ικανότητα να κρίνουν σε συμφωνία με τη μυστηριώδη υπεράνθρωπη δύναμη που διευθύνει όλες τις υποθέσεις του σύμπαντος— και «κακών» ανθρώπων, οι οποίοι στερούνται αυτής της ικανότητας. Πρέπει να θεωρεί μάταιη κάθε απόπειρα μεταβολής των απόψεων των «κακών» ανθρώπων μέσω διασκεπτικού συλλογισμού και πειθούς. Το μόνο μέσο για να τερματιστεί η σύγκρουση μεταξύ ανταγωνιστικών ιδεών είναι η εξόντωση των «κακών» ανθρώπων, δηλαδή των φορέων ιδεών διαφορετικών από εκείνες των «καλών» ανθρώπων. Έτσι, ο υλισμός γεννά τελικά τις ίδιες μεθόδους αντιμετώπισης της διαφωνίας που χρησιμοποιούσαν πάντοτε και παντού οι τύραννοι.
Διαπιστώνοντας αυτό το γεγονός, η επιστημολογία παρέχει ένα κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας της εποχής μας.
Κεφάλαιο 2: Η Ακτιβιστική Βάση της Γνώσης
1. Ο άνθρωπος και η δράση
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου είναι η δράση. Ο άνθρωπος αποβλέπει στη μεταβολή ορισμένων από τις συνθήκες του περιβάλλοντός του, προκειμένου να υποκαταστήσει μια κατάσταση πραγμάτων που του ταιριάζει λιγότερο με μια άλλη που του ταιριάζει περισσότερο. Όλες οι εκδηλώσεις της ζωής και της συμπεριφοράς ως προς τις οποίες ο άνθρωπος διαφέρει από όλα τα άλλα όντα και πράγματα που γνωρίζει αποτελούν περιπτώσεις δράσης και μπορούν να εξεταστούν μόνο από εκείνη που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ακτιβιστική σκοπιά. Η μελέτη του ανθρώπου, στον βαθμό που δεν είναι βιολογία, αρχίζει και τελειώνει με τη μελέτη της ανθρώπινης δράσης.
Η δράση είναι σκόπιμη συμπεριφορά. Δεν είναι απλώς συμπεριφορά, αλλά συμπεριφορά που γεννάται από αξιολογικές κρίσεις, αποβλέπει σε έναν συγκεκριμένο σκοπό και καθοδηγείται από ιδέες σχετικά με την καταλληλότητα ή την ακαταλληλότητα συγκεκριμένων μέσων. Είναι αδύνατον να εξεταστεί χωρίς τις κατηγορίες της αιτιότητας και της σκοπιμότητας. Είναι συνειδητή συμπεριφορά. Είναι επιλογή. Είναι βούληση· είναι εκδήλωση της θέλησης.
Η δράση θεωρείται ενίοτε ως η ανθρώπινη εκδοχή του αγώνα για επιβίωση που είναι κοινός σε όλα τα έμβια όντα. Ωστόσο, ο όρος «αγώνας για επιβίωση», όταν εφαρμόζεται στα ζώα και στα φυτά, αποτελεί μεταφορά. Θα ήταν σφάλμα να συναγάγουμε οτιδήποτε από τη χρήση του. Εάν εφαρμόζαμε κυριολεκτικά τον όρο «αγώνας» στα ζώα και στα φυτά, θα τους αποδίδαμε την ικανότητα να αποκτούν επίγνωση των παραγόντων που απειλούν την ύπαρξή τους, τη βούληση να διαφυλάξουν την ακεραιότητά τους και τη νοητική ικανότητα να βρίσκουν μέσα για τη διαφύλαξή της.
Από ακτιβιστική σκοπιά, η γνώση αποτελεί εργαλείο της δράσης. Λειτουργία της είναι να υποδεικνύει στον άνθρωπο πώς να ενεργεί στις προσπάθειές του να άρει τη δυσφορία. Στα ανώτερα στάδια της εξέλιξης του ανθρώπου, από τις συνθήκες της Εποχής του Λίθου σε εκείνες της εποχής του σύγχρονου καπιταλισμού, δυσφορία προκαλεί επίσης και μόνον η επικράτηση της άγνοιας σχετικά με τη φύση και το νόημα όλων των πραγμάτων, ανεξαρτήτως του αν η γνώση αυτών των θεμελιωδών ζητημάτων θα είχε πρακτική χρησιμότητα για οποιονδήποτε τεχνικό σχεδιασμό. Η ζωή σε ένα σύμπαν του οποίου η έσχατη και πραγματική δομή μάς είναι άγνωστη δημιουργεί αφ’ εαυτής ένα αίσθημα αγωνίας. Από τις αρχαιότερες εποχές, μέριμνα της θρησκείας και της μεταφυσικής υπήρξε η άρση αυτής της αγωνίας και η παροχή στους ανθρώπους βεβαιότητας σχετικά με τα έσχατα πράγματα. Αργότερα, η φιλοσοφία του Διαφωτισμού και οι συγγενείς προς αυτήν σχολές υποσχέθηκαν ότι οι φυσικές επιστήμες θα επέλυαν όλα τα συναφή προβλήματα. Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι ο στοχασμός πάνω στην προέλευση και την ουσία των πραγμάτων, στη φύση του ανθρώπου και στον ρόλο του μέσα στο σύμπαν αποτελεί μία από τις μέριμνες πολλών ανθρώπων. Από αυτή τη σκοπιά, η καθαρή αναζήτηση της γνώσης, όταν δεν υποκινείται από την επιθυμία βελτίωσης των εξωτερικών συνθηκών της ζωής, αποτελεί και αυτή δράση, δηλαδή προσπάθεια επίτευξης μιας περισσότερο επιθυμητής κατάστασης πραγμάτων.
Διαφορετικό είναι το ερώτημα αν ο ανθρώπινος νους είναι κατάλληλα συγκροτημένος για την πλήρη επίλυση των συναφών προβλημάτων. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η βιολογική λειτουργία του λόγου είναι να συνδράμει τον άνθρωπο στον αγώνα του για επιβίωση και στην άρση της δυσφορίας. Λέγεται ότι κάθε βήμα πέρα από τα όρια που χαράσσει αυτή η λειτουργία οδηγεί σε φανταστικές μεταφυσικές εικοτολογίες, οι οποίες δεν επιδέχονται ούτε απόδειξη ούτε ανασκευή. Η παντογνωσία είναι για πάντα απρόσιτη στον άνθρωπο. Κάθε αναζήτηση της αλήθειας πρέπει, αργά ή γρήγορα, αλλά αναπόφευκτα, να καταλήξει σε ένα έσχατο δεδομένο.23
Η κατηγορία της δράσης είναι η θεμελιώδης κατηγορία της ανθρώπινης γνώσης. Εμπεριέχει όλες τις κατηγορίες της λογικής, καθώς και τις κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας. Εμπεριέχει την κατηγορία του χρόνου και εκείνη της αξίας. Περιλαμβάνει όλες τις ιδιαίτερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής, σε αντιδιαστολή προς τις εκδηλώσεις της φυσιολογικής συγκρότησης του ανθρώπου, την οποία αυτός έχει κοινή με όλα τα άλλα ζώα. Κατά τη δράση, ο νους του ατόμου αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως διαφορετικό από το περιβάλλον του, τον εξωτερικό κόσμο, και επιχειρεί να μελετήσει αυτό το περιβάλλον, προκειμένου να επηρεάσει την πορεία των συμβάντων που λαμβάνουν χώρα εντός του.
2. Σκοπιμότητα
Εκείνο που διακρίνει το πεδίο της ανθρώπινης δράσης από το πεδίο των εξωτερικών συμβάντων, όπως αυτό διερευνάται από τις φυσικές επιστήμες, είναι η κατηγορία της σκοπιμότητας. Δεν γνωρίζουμε κανένα τελικό αίτιο που να επενεργεί σε αυτό που αποκαλούμε φύση. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο άνθρωπος αποβλέπει σε συγκεκριμένους σκοπούς τους οποίους έχει επιλέξει. Στις φυσικές επιστήμες αναζητούμε σταθερές σχέσεις μεταξύ διαφόρων συμβάντων. Όταν πραγματευόμαστε την ανθρώπινη δράση, αναζητούμε τους σκοπούς τους οποίους ο δρων θέλει ή ήθελε να επιτύχει, καθώς και το αποτέλεσμα που επέφερε ή θα επιφέρει η δράση του.
Η σαφής διάκριση μεταξύ ενός πεδίου της πραγματικότητας για το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να μάθει τίποτε άλλο πέραν του ότι χαρακτηρίζεται από κανονικότητα στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των συμβάντων, και ενός πεδίου στο οποίο λαμβάνει χώρα η σκόπιμη επιδίωξη επιλεγμένων σκοπών, αποτελεί επίτευγμα μιας μακράς εξέλιξης. Ο άνθρωπος, όντας ο ίδιος δρων ον, έτεινε αρχικά να εξηγεί όλα τα συμβάντα ως εκδηλώσεις της δράσης όντων που δρούσαν κατά τρόπο ο οποίος δεν διέφερε ουσιωδώς από τον δικό του. Ο ανιμισμός απέδιδε σε όλα τα πράγματα του σύμπαντος την ικανότητα δράσης. Όταν η εμπειρία οδήγησε τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν αυτή την πεποίθηση, εξακολουθούσαν να υποθέτουν ότι ο Θεός ή η φύση ενεργεί κατά τρόπο που δεν διαφέρει από τους τρόπους της ανθρώπινης δράσης. Η χειραφέτηση από αυτόν τον ανθρωπομορφισμό αποτελεί ένα από τα επιστημολογικά θεμέλια της σύγχρονης φυσικής επιστήμης.
Η θετικιστική φιλοσοφία, η οποία σήμερα αυτοαποκαλείται επίσης επιστημονική φιλοσοφία, πιστεύει ότι αυτή η απόρριψη της τελοκρατίας από τις φυσικές επιστήμες συνεπάγεται την ανασκευή όλων των θεολογικών θεωριών, καθώς και των διδαγμάτων των επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Ισχυρίζεται ότι οι φυσικές επιστήμες μπορούν να λύσουν όλα τα «αινίγματα του σύμπαντος» και να παράσχουν μια δήθεν επιστημονική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που ενδέχεται να απασχολούν την ανθρωπότητα.
Ωστόσο, οι φυσικές επιστήμες δεν έχουν συνεισφέρει και δεν μπορούν να συνεισφέρουν τίποτε στη διασαφήνιση εκείνων των προβλημάτων τα οποία επιχειρεί να αντιμετωπίσει η θρησκεία. Η απόρριψη του αφελούς ανθρωπομορφισμού, ο οποίος φανταζόταν ένα υπέρτατο ον είτε ως δικτάτορα είτε ως ωρολογοποιό, υπήρξε επίτευγμα της θεολογίας και της μεταφυσικής. Ως προς τη θεωρία ότι ο Θεός είναι απολύτως άλλος από τον άνθρωπο και ότι η ουσία και η φύση Του δεν μπορούν να συλληφθούν από τον θνητό άνθρωπο, οι φυσικές επιστήμες και μια φιλοσοφία που απορρέει από αυτές δεν έχουν τίποτε να πουν. Το υπερβατικό βρίσκεται πέρα από το πεδίο για το οποίο παρέχουν πληροφορίες η φυσική και η φυσιολογία. Η λογική δεν μπορεί ούτε να αποδείξει ούτε να ανασκευάσει τον πυρήνα των θεολογικών θεωριών. Το μόνο που μπορεί να πράξει εν προκειμένω η επιστήμη —πέραν της ιστορίας— είναι να αποκαλύψει τις πλάνες της μαγείας και των φετιχιστικών δεισιδαιμονιών και πρακτικών.
Αρνούμενος την αυτονομία των επιστημών της ανθρώπινης δράσης και την κατηγορία των τελικών αιτίων τους, ο θετικισμός διατυπώνει ένα μεταφυσικό αίτημα το οποίο δεν μπορεί να τεκμηριώσει με κανένα από τα πορίσματα των πειραματικών μεθόδων των φυσικών επιστημών. Αποτελεί αδικαιολόγητη ματαιοπονία η εφαρμογή, στην περιγραφή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, των ίδιων μεθόδων που εφαρμόζουν οι φυσικές επιστήμες κατά την εξέταση της συμπεριφοράς των ποντικών ή του σιδήρου. Τα ίδια εξωτερικά συμβάντα προκαλούν διαφορετικές αντιδράσεις σε διαφορετικούς ανθρώπους, καθώς και στους ίδιους ανθρώπους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Οι φυσικές επιστήμες είναι ανίσχυρες απέναντι σε αυτή την «ακανονικότητα». Οι μέθοδοί τους μπορούν να πραγματευθούν μόνο συμβάντα που διέπονται από ένα κανονικό πρότυπο. Επιπλέον, δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο για τις έννοιες του νοήματος, της αξιολόγησης και των σκοπών.
3. Αξιολόγηση
Η αξιολόγηση είναι η συναισθηματική αντίδραση του ανθρώπου στις διάφορες καταστάσεις του περιβάλλοντός του, τόσο του εξωτερικού κόσμου όσο και των φυσιολογικών συνθηκών του ίδιου του σώματός του. Ο άνθρωπος διακρίνει μεταξύ περισσότερο και λιγότερο επιθυμητών καταστάσεων, όπως θα μπορούσαν να το διατυπώσουν οι αισιόδοξοι, ή μεταξύ μεγαλύτερων και μικρότερων δεινών, όπως είναι διατεθειμένοι να πουν οι απαισιόδοξοι. Δρα όταν πιστεύει ότι η δράση μπορεί να οδηγήσει στην αντικατάσταση μιας λιγότερο επιθυμητής κατάστασης από μια περισσότερο επιθυμητή.
Η αποτυχία των προσπαθειών εφαρμογής των μεθόδων και των επιστημολογικών αρχών των φυσικών επιστημών στα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης οφείλεται στο γεγονός ότι οι επιστήμες αυτές δεν διαθέτουν κανένα εργαλείο για την εξέταση της αξιολόγησης. Στη σφαίρα των φαινομένων που μελετούν δεν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε σκόπιμη συμπεριφορά. Ο ίδιος ο φυσικός και η έρευνά του στο πεδίο της φυσικής αποτελούν οντότητες έξω από τη σφαίρα που διερευνά. Οι αξιολογικές κρίσεις δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές μέσω των παρατηρησιακών προσεγγίσεων του πειραματιστή ούτε να περιγραφούν στις προτάσεις πρωτοκόλλου της γλώσσας της φυσικής. Ωστόσο, αποτελούν πραγματικά φαινόμενα και από τη σκοπιά των φυσικών επιστημών, καθώς συνιστούν αναγκαίο κρίκο σε αλυσίδες συμβάντων που παράγουν συγκεκριμένα φυσικά φαινόμενα.
Ο φυσικός μπορεί σήμερα να γελά με τη θεωρία που ερμήνευε ορισμένα φαινόμενα ως αποτέλεσμα ενός horror vacui. Δεν αντιλαμβάνεται, όμως, ότι τα αιτήματα του πανφυσικαλισμού δεν είναι λιγότερο γελοία. Εάν εξαλειφθεί κάθε αναφορά στις αξιολογικές κρίσεις, είναι αδύνατον να ειπωθεί οτιδήποτε για τις πράξεις του ανθρώπου, δηλαδή για κάθε συμπεριφορά που δεν αποτελεί απλώς την ολοκλήρωση φυσιολογικών διεργασιών οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο ανθρώπινο σώμα.
4. Η χίμαιρα της Ενοποιημένης Επιστήμης
Σκοπός όλων των εκδοχών του θετικισμού είναι να φιμώσουν τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης. Χάριν του επιχειρήματος, μπορούμε να απόσχουμε από την ανάλυση των συμβολών του θετικισμού στην επιστημολογία των φυσικών επιστημών, τόσο ως προς την πρωτοτυπία όσο και ως προς τη βασιμότητά τους. Ούτε χρειάζεται να επιμείνουμε επί μακρόν στα κίνητρα που υποκίνησαν τις παθιασμένες επιθέσεις των θετικιστών συγγραφέων κατά της «μη επιστημονικής μεθόδου» της οικονομικής επιστήμης και της ιστορίας. Υποστηρίζουν συγκεκριμένες πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες, όπως πιστεύουν, θα επιφέρουν τη σωτηρία της ανθρωπότητας και την εγκαθίδρυση αιώνιας ευδαιμονίας. Επειδή αδυνατούν να ανασκευάσουν τη συντριπτική κριτική που άσκησαν οι οικονομολόγοι στα φαντασιοκοπικά τους σχέδια, επιθυμούν να καταπνίξουν τη «ζοφερή επιστήμη».
Το ερώτημα αν ο όρος «επιστήμη» πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις φυσικές επιστήμες ή και στην πραξεολογία και την ιστορία είναι απλώς γλωσσικό και η επίλυσή του διαφέρει ανάλογα με τη χρήση που επικρατεί στις διάφορες γλώσσες. Στην αγγλική γλώσσα, για πολλούς ανθρώπους ο όρος science αναφέρεται μόνο στις φυσικές επιστήμες.24 Στη γερμανική γλώσσα συνηθίζεται να γίνεται λόγος για Geschichtswissenschaft και να αποκαλούνται Wissenschaft διάφοροι κλάδοι της ιστορίας, όπως οι Literaturwissenschaft, Sprachwissenschaft, Kunstwissenschaft και Kriegswissenschaft. Μπορεί κανείς να απορρίψει το πρόβλημα ως απλώς λεκτικό, ως μια ανόητη μικρολογία περί λέξεων.
Ο Auguste Comte αξίωσε μια εμπειρική επιστήμη της κοινωνιολογίας η οποία, διαμορφωμένη κατά το σχήμα της κλασικής μηχανικής, θα πραγματευόταν τους νόμους της κοινωνίας και τα κοινωνικά γεγονότα. Οι πολλές εκατοντάδες και χιλιάδες οπαδοί του Comte αυτοαποκαλούνται κοινωνιολόγοι και χαρακτηρίζουν τα βιβλία που δημοσιεύουν συμβολές στην κοινωνιολογία. Στην πραγματικότητα, πραγματεύονται διάφορα κεφάλαια της ιστορίας τα οποία έως τώρα είχαν παραμεληθεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό και, σε γενικές γραμμές, ακολουθούν τις δοκιμασμένες μεθόδους της ιστορικής και εθνολογικής έρευνας. Είναι αδιάφορο αν αναφέρουν στον τίτλο των βιβλίων τους την περίοδο και τη γεωγραφική περιοχή με τις οποίες ασχολούνται. Οι «εμπειρικές» μελέτες τους αναφέρονται αναγκαίως και πάντοτε σε μια συγκεκριμένη εποχή της ιστορίας και περιγράφουν φαινόμενα που εμφανίζονται, μεταβάλλονται και εξαφανίζονται μέσα στη ροή του χρόνου. Οι μέθοδοι των φυσικών επιστημών δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην ανθρώπινη συμπεριφορά, επειδή η συμπεριφορά αυτή —πέρα από εκείνο που τη χαρακτηρίζει ως ανθρώπινη δράση και μελετάται από την a priori επιστήμη της πραξεολογίας— στερείται του ιδιαίτερου γνωρίσματος που χαρακτηρίζει τα συμβάντα στο πεδίο των φυσικών επιστημών, δηλαδή της κανονικότητας.
Δεν υπάρχει τρόπος ούτε να επιβεβαιωθούν ούτε να απορριφθούν μέσω διασκεπτικού συλλογισμού οι μεταφυσικές ιδέες που βρίσκονται στη βάση του θορυβωδώς διαφημιζόμενου προγράμματος της «Ενοποιημένης Επιστήμης», όπως αυτό εκτίθεται στη Διεθνή Εγκυκλοπαίδεια της Ενοποιημένης Επιστήμης, το ιερό κείμενο του λογικού θετικισμού, του πανφυσικαλισμού και του μισαλλόδοξου εμπειρισμού. Κατά τρόπο αρκετά παράδοξο, αυτές οι θεωρίες, οι οποίες εκκίνησαν από μια ριζική απόρριψη της ιστορίας, μας ζητούν να θεωρήσουμε όλα τα συμβάντα μέρος του αντικειμένου μιας περιεκτικής κοσμικής ιστορίας. Όσα γνωρίζουμε για τα φυσικά συμβάντα —όπως, επί παραδείγματι, για τη συμπεριφορά του νατρίου και των μοχλών— ενδέχεται, όπως λένε, να ισχύουν μόνο για την περίοδο της κοσμικής συσσωμάτωσης κατά την οποία ζήσαμε εμείς και οι προηγούμενες γενεές επιστημόνων. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να αποδίδουμε στις χημικές και μηχανικές προτάσεις «οποιουδήποτε είδους καθολικότητα», αντί να τις αντιμετωπίζουμε ως ιστορικές προτάσεις.25 Από αυτή τη σκοπιά, οι φυσικές επιστήμες μετατρέπονται σε κεφάλαιο της κοσμικής ιστορίας. Δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ φυσικαλισμού και κοσμικής ιστορίας.
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτε σχετικά με τις συνθήκες μιας περιόδου της κοσμικής ιστορίας κατά την οποία οι προτάσεις αυτού που στην εποχή μας αποκαλούμε φυσικές επιστήμες δεν θα ισχύουν πλέον. Όταν μιλούμε για επιστήμη και γνώση, έχουμε κατά νου μόνο τις συνθήκες που μας επιτρέπει να διερευνούμε το γεγονός ότι ζούμε, σκεπτόμαστε και δρούμε. Ό,τι βρίσκεται πέρα από τις συνθήκες αυτής της —ίσως χρονικά περιορισμένης— κατάστασης πραγμάτων αποτελεί για εμάς μια άγνωστη και μη γνώσιμη περιοχή. Σε εκείνον τον τομέα του σύμπαντος που είναι προσιτός στον ερευνητικό μας νου, επικρατεί ένας δυϊσμός στη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση των συμβάντων. Υπάρχει, αφενός, το πεδίο των εξωτερικών συμβάντων, για τα οποία το μόνο που μπορούμε να μάθουμε είναι ότι επικρατούν μεταξύ τους σταθερές αμοιβαίες σχέσεις· και υπάρχει, αφετέρου, το πεδίο της ανθρώπινης δράσης, για το οποίο δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτε χωρίς να προσφύγουμε στην κατηγορία της σκοπιμότητας. Όλες οι απόπειρες παραγνώρισης αυτού του δυϊσμού υπαγορεύονται από αυθαίρετες μεταφυσικές προκαταλήψεις, παράγουν απλώς ανοησίες και είναι άχρηστες για την πρακτική δράση.
Η διαφορά που υφίσταται στο περιβάλλον μας μεταξύ της συμπεριφοράς του νατρίου και της συμπεριφοράς ενός συγγραφέα ο οποίος αναφέρεται στα γραπτά του στο νάτριο δεν μπορεί να εξαλειφθεί με καμία επίκληση της δυνατότητας να υπήρξαν κάποτε ή να υπάρξουν στο μέλλον περίοδοι της κοσμικής ιστορίας για τις συνθήκες των οποίων δεν γνωρίζουμε τίποτε. Κάθε γνώση μας πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, όσον αφορά το νάτριο, δεν γνωρίζουμε τίποτε για τελικά αίτια που κατευθύνουν τη συμπεριφορά του, ενώ γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος, επί παραδείγματι όταν γράφει ένα δοκίμιο για το νάτριο, αποβλέπει σε συγκεκριμένους σκοπούς. Οι απόπειρες του συμπεριφορισμού —ή της «συμπεριφοριστικής επιστήμης»26— να πραγματευθεί την ανθρώπινη δράση σύμφωνα με το σχήμα ερεθίσματος-αντίδρασης απέτυχαν οικτρά. Είναι αδύνατον να περιγραφεί οποιαδήποτε ανθρώπινη δράση, εάν δεν γίνει αναφορά τόσο στο νόημα που διακρίνει ο δρων στο ερέθισμα όσο και στον σκοπό στον οποίο αποβλέπει η αντίδρασή του.
Γνωρίζουμε επίσης τον σκοπό που παρακινεί τους υπέρμαχους όλων αυτών των συρμών, οι οποίοι σήμερα παρελαύνουν υπό την ονομασία της Ενοποιημένης Επιστήμης. Οι συγγραφείς τους διακατέχονται από το δικτατορικό σύμπλεγμα. Θέλουν να μεταχειρίζονται τους συνανθρώπους τους κατά τον τρόπο με τον οποίο ένας μηχανικός μεταχειρίζεται τα υλικά από τα οποία κατασκευάζει σπίτια, γέφυρες και μηχανές. Θέλουν να υποκαταστήσουν τις πράξεις των συμπολιτών τους με την «κοινωνική μηχανική» και τα σχέδια όλων των άλλων ανθρώπων με το δικό τους μοναδικό, καθολικό σχέδιο. Βλέπουν τον εαυτό τους στον ρόλο του δικτάτορα —του duce, του Führer, του τσάρου της παραγωγής— στα χέρια του οποίου όλα τα υπόλοιπα μέλη της ανθρωπότητας δεν είναι παρά πιόνια. Όταν αναφέρονται στην κοινωνία ως δρώντα φορέα, εννοούν τον εαυτό τους. Όταν λένε ότι η συνειδητή δράση της κοινωνίας πρέπει να υποκαταστήσει την επικρατούσα αναρχία του ατομικισμού, εννοούν αποκλειστικά τη δική τους συνείδηση και όχι τη συνείδηση οποιουδήποτε άλλου.
5. Οι δύο κλάδοι των επιστημών της ανθρώπινης δράσης
Οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης έχουν δύο κλάδους: αφενός την πραξεολογία και αφετέρου την ιστορία.
Η πραξεολογία είναι a priori. Εκκινεί από την a priori κατηγορία της δράσης και αναπτύσσει από αυτήν όλα όσα εμπεριέχει. Για πρακτικούς λόγους, η πραξεολογία κατά κανόνα δεν δίνει μεγάλη προσοχή σε προβλήματα που δεν χρησιμεύουν στη μελέτη της πραγματικότητας της ανθρώπινης δράσης, αλλά περιορίζει το έργο της στα προβλήματα που είναι αναγκαία για τη διασαφήνιση όσων συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Πρόθεσή της είναι να πραγματευθεί τη δράση που λαμβάνει χώρα υπό συνθήκες τις οποίες ο δρων άνθρωπος καλείται να αντιμετωπίσει. Αυτό δεν μεταβάλλει τον αμιγώς απριοριστικό χαρακτήρα της πραξεολογίας. Απλώς οριοθετεί το πεδίο που συνήθως επιλέγουν οι επιμέρους πραξεολόγοι για το έργο τους. Αναφέρονται στην εμπειρία μόνο για να διαχωρίσουν τα προβλήματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τη μελέτη του ανθρώπου όπως αυτός πράγματι είναι και δρα από άλλα προβλήματα που παρουσιάζουν απλώς ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Η απάντηση στο ερώτημα αν συγκεκριμένα θεωρήματα της πραξεολογίας εφαρμόζονται ή όχι σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα δράσης εξαρτάται από τη διαπίστωση του κατά πόσον οι ιδιαίτερες παραδοχές που χαρακτηρίζουν το εκάστοτε θεώρημα έχουν κάποια αξία για τη γνώση της πραγματικότητας. Ασφαλώς, δεν εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα αν οι παραδοχές αυτές αντιστοιχούν ή όχι στην πραγματική κατάσταση πραγμάτων την οποία θέλουν να διερευνήσουν οι πραξεολόγοι. Οι νοητικές κατασκευές, οι οποίες αποτελούν το κύριο —ή, όπως θα προτιμούσαν να πουν ορισμένοι, το μοναδικό— νοητικό εργαλείο της πραξεολογίας, περιγράφουν συνθήκες που δεν μπορούν ποτέ να υπάρξουν στην πραγματικότητα της δράσης. Ωστόσο, είναι απαραίτητες για τη σύλληψη όσων συμβαίνουν σε αυτή την πραγματικότητα. Ακόμη και οι πλέον δογματικοί υπέρμαχοι μιας εμπειριστικής ερμηνείας των μεθόδων της οικονομικής επιστήμης χρησιμοποιούν τη νοητική κατασκευή μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας (στατικής ισορροπίας), μολονότι μια τέτοια κατάσταση των ανθρώπινων υποθέσεων δεν μπορεί ποτέ να πραγματωθεί.27
Ακολουθώντας τις αναλύσεις του Kant, οι φιλόσοφοι έθεσαν το ερώτημα: Πώς μπορεί ο ανθρώπινος νους, μέσω απριοριστικής σκέψης, να πραγματευθεί την πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου; Όσον αφορά την πραξεολογία, η απάντηση είναι προφανής. Τόσο η a priori σκέψη και ο συλλογισμός, αφενός, όσο και η ανθρώπινη δράση, αφετέρου, αποτελούν εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου. Η λογική δομή του ανθρώπινου νου δημιουργεί την πραγματικότητα της δράσης. Ο λόγος και η δράση είναι ομογενή και ομοιογενή, δύο όψεις του ίδιου φαινομένου. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να εφαρμόσουμε στην πραξεολογία τη ρήση του Εμπεδοκλή: similia similibus percipiuntur.
Ορισμένοι συγγραφείς έθεσαν το μάλλον επιπόλαιο ερώτημα πώς θα αντιδρούσε ένας πραξεολόγος σε μια εμπειρία που θα αντέφασκε προς θεωρήματα της απριοριστικής του θεωρίας. Η απάντηση είναι: με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ένας μαθηματικός θα αντιδρούσε στην «εμπειρία» ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ δύο μήλων και επτά μήλων ή ένας μελετητής της λογικής στην «εμπειρία» ότι το Α και το μη Α είναι ταυτόσημα. Η εμπειρία που αφορά την ανθρώπινη δράση προϋποθέτει την κατηγορία της ανθρώπινης δράσης και όλα όσα απορρέουν από αυτήν. Εάν κανείς δεν αναφέρεται στο σύστημα του πραξεολογικού a priori, δεν δικαιούται ούτε μπορεί να μιλά για δράση, αλλά μόνο για συμβάντα που πρέπει να περιγραφούν με όρους των φυσικών επιστημών. Η επίγνωση των προβλημάτων που απασχολούν τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης προϋποθέτει εξοικείωση με τις a priori κατηγορίες της πραξεολογίας. Παρεμπιπτόντως, μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι κάθε εμπειρία στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης είναι ειδικώς ιστορική εμπειρία, δηλαδή εμπειρία σύνθετων φαινομένων, η οποία δεν μπορεί ποτέ να διαψεύσει οποιοδήποτε θεώρημα κατά τον τρόπο με τον οποίο ένα εργαστηριακό πείραμα μπορεί να διαψεύσει τις προτάσεις των φυσικών επιστημών.
Μέχρι σήμερα, το μόνο τμήμα της πραξεολογίας που έχει αναπτυχθεί σε επιστημονικό σύστημα είναι η οικονομική επιστήμη. Ένας Πολωνός φιλόσοφος, ο Tadeusz Kotarbinski, επιχειρεί να αναπτύξει έναν νέο κλάδο της πραξεολογίας, την πραξεολογική θεωρία της σύγκρουσης και του πολέμου, σε αντιδιαστολή προς τη θεωρία της συνεργασίας, δηλαδή την οικονομική επιστήμη.28
Ο άλλος κλάδος των επιστημών της ανθρώπινης δράσης είναι η ιστορία. Περιλαμβάνει το σύνολο όσων γνωρίζουμε μέσω της εμπειρίας σχετικά με την ανθρώπινη δράση. Είναι η μεθοδικά διατεταγμένη καταγραφή της ανθρώπινης δράσης, η περιγραφή των φαινομένων όπως συνέβησαν, δηλαδή στο παρελθόν. Εκείνο που διακρίνει τις περιγραφές της ιστορίας από εκείνες των φυσικών επιστημών είναι ότι δεν ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της κατηγορίας της κανονικότητας. Όταν ο φυσικός λέει «εάν το Α συναντήσει το Β, προκύπτει το Γ», θέλει, ό,τι και αν λένε οι φιλόσοφοι, να δηλώσει ότι το Γ θα προκύπτει όποτε ή όπου το Α συναντά το Β υπό ανάλογες συνθήκες. Όταν ο ιστορικός αναφέρεται στη μάχη των Καννών, γνωρίζει ότι μιλά για το παρελθόν και ότι η συγκεκριμένη μάχη δεν θα διεξαχθεί ποτέ ξανά.
Η εμπειρία είναι μια ενιαία νοητική δραστηριότητα. Δεν υπάρχουν δύο διαφορετικοί κλάδοι εμπειρίας, ο ένας στον οποίο προσφεύγουν οι φυσικές επιστήμες και ο άλλος στον οποίο προσφεύγει η ιστορική έρευνα. Κάθε ενέργημα εμπειρίας αποτελεί περιγραφή όσων συνέβησαν, με όρους του λογικού και πραξεολογικού εξοπλισμού του παρατηρητή και των γνώσεών του στις φυσικές επιστήμες. Η στάση του παρατηρητή είναι εκείνη που ερμηνεύει την εμπειρία, εντάσσοντάς την στο δικό του, ήδη συσσωρευμένο απόθεμα εμπειρικών γεγονότων. Εκείνο που διακρίνει την εμπειρία του ιστορικού από εκείνη του φυσιοδίφη και του φυσικού είναι ότι ο ιστορικός αναζητεί το νόημα που είχε ή έχει το συμβάν για όσους είτε συνέβαλαν στην πρόκλησή του είτε επηρεάστηκαν από την επέλευσή του.
Οι φυσικές επιστήμες δεν γνωρίζουν τίποτε για τελικά αίτια. Για την πραξεολογία, η σκοπιμότητα αποτελεί τη θεμελιώδη κατηγορία. Η πραξεολογία, όμως, αφαιρεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο των σκοπών στους οποίους αποβλέπουν οι άνθρωποι. Η ιστορία είναι εκείνη που πραγματεύεται τους συγκεκριμένους σκοπούς. Για την ιστορία, το κύριο ερώτημα είναι: Ποιο νόημα απέδιδαν οι δρώντες στην κατάσταση στην οποία βρέθηκαν, ποιο ήταν το νόημα της αντίδρασής τους και, τέλος, ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτών των πράξεων; Η αυτονομία της ιστορίας ή, όπως μπορούμε να πούμε, των διαφόρων ιστορικών επιστημονικών κλάδων συνίσταται στην αφοσίωσή τους στη μελέτη του νοήματος.
Ίσως δεν είναι περιττό να τονίζεται επανειλημμένως ότι, όταν οι ιστορικοί λένε «νόημα», αναφέρονται στο νόημα που διέκριναν στις πράξεις οι επιμέρους άνθρωποι —οι ίδιοι οι δρώντες και όσοι επηρεάστηκαν από τις πράξεις τους ή οι ιστορικοί. Η ιστορία καθαυτή δεν έχει τίποτε κοινό με τη σκοπιά των φιλοσοφιών της ιστορίας που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν το νόημα το οποίο αποδίδει στα διάφορα συμβάντα ο Θεός ή ένας οιονεί Θεός —όπως οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις στο σχήμα του Marx.
6. Ο λογικός χαρακτήρας της πραξεολογίας
Η πραξεολογία είναι a priori. Όλα τα θεωρήματά της είναι προϊόντα παραγωγικού συλλογισμού που εκκινεί από την κατηγορία της δράσης. Τα ερωτήματα αν οι κρίσεις της πραξεολογίας πρέπει να αποκαλούνται αναλυτικές ή συνθετικές και αν η μέθοδός της πρέπει ή όχι να χαρακτηρίζεται «απλώς» ταυτολογική παρουσιάζουν μόνο λεκτικό ενδιαφέρον.
Ό,τι διατυπώνει η πραξεολογία σχετικά με την ανθρώπινη δράση εν γένει ισχύει αυστηρά και χωρίς καμία εξαίρεση για κάθε δράση. Υπάρχει δράση και υπάρχει απουσία δράσης, αλλά δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο. Κάθε δράση αποτελεί απόπειρα αντικατάστασης μιας κατάστασης πραγμάτων από μια άλλη, και όλα όσα διαβεβαιώνει η πραξεολογία σχετικά με την ανταλλαγή ισχύουν αυστηρά γι’ αυτήν. Κατά την εξέταση κάθε δράσης συναντούμε τις θεμελιώδεις έννοιες του σκοπού και του μέσου, της επιτυχίας ή της αποτυχίας, του κέρδους ή της ζημίας, του κόστους. Μια ανταλλαγή μπορεί να είναι είτε άμεση είτε έμμεση, δηλαδή να πραγματοποιείται μέσω της παρεμβολής ενός ενδιάμεσου σταδίου. Το αν μια συγκεκριμένη δράση αποτελούσε έμμεση ανταλλαγή πρέπει να διαπιστωθεί μέσω της εμπειρίας. Εάν, όμως, αποτελούσε έμμεση ανταλλαγή, τότε όλα όσα λέει η πραξεολογία για την έμμεση ανταλλαγή εν γένει ισχύουν αυστηρά γι’ αυτήν.
Κάθε θεώρημα της πραξεολογίας συνάγεται μέσω λογικού συλλογισμού από την κατηγορία της δράσης. Μετέχει της αποδεικτικής βεβαιότητας που παρέχει ο λογικός συλλογισμός ο οποίος εκκινεί από μια a priori κατηγορία.
Στην αλυσίδα του πραξεολογικού συλλογισμού, ο πραξεολόγος εισάγει ορισμένες παραδοχές σχετικά με τις συνθήκες του περιβάλλοντος στο οποίο λαμβάνει χώρα μια δράση. Κατόπιν επιχειρεί να εξακριβώσει πώς αυτές οι ιδιαίτερες συνθήκες επηρεάζουν το αποτέλεσμα στο οποίο πρέπει να οδηγήσει ο συλλογισμός του. Το ερώτημα αν οι πραγματικές συνθήκες του εξωτερικού κόσμου αντιστοιχούν ή όχι σε αυτές τις παραδοχές πρέπει να απαντηθεί μέσω της εμπειρίας. Εάν, όμως, η απάντηση είναι καταφατική, όλα τα συμπεράσματα που συνάγονται μέσω λογικώς ορθού πραξεολογικού συλλογισμού περιγράφουν με ακρίβεια όσα συμβαίνουν στην πραγματικότητα.
7. Ο λογικός χαρακτήρας της ιστορίας
Η ιστορία, με την ευρύτατη έννοια του όρου, είναι το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας. Η ιστορία είναι εμπειρία και κάθε εμπειρία είναι ιστορική. Η ιστορία περιλαμβάνει επίσης το σύνολο της εμπειρίας των φυσικών επιστημών. Εκείνο που χαρακτηρίζει τις φυσικές επιστήμες ως τέτοιες είναι το γεγονός ότι προσεγγίζουν το υλικό της εμπειρίας με την κατηγορία μιας αυστηρής κανονικότητας στη διαδοχή των συμβάντων. Η ιστορία, με τη στενότερη έννοια του όρου, δηλαδή το σύνολο της εμπειρίας που αφορά την ανθρώπινη δράση, δεν πρέπει ούτε πράγματι αναφέρεται σε αυτή την κατηγορία. Αυτό τη διακρίνει επιστημολογικά από τις φυσικές επιστήμες.
Η εμπειρία είναι πάντοτε εμπειρία του παρελθόντος. Δεν υπάρχει εμπειρία ούτε ιστορία του μέλλοντος. Θα ήταν περιττό να επαναλάβουμε αυτή την κοινοτοπία, εάν δεν υπήρχε το πρόβλημα των επιχειρηματικών προβλέψεων από στατιστικούς, για το οποίο θα γίνει λόγος αργότερα.29
Η ιστορία είναι η καταγραφή των ανθρώπινων πράξεων. Διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι, εμπνεόμενοι από συγκεκριμένες ιδέες, διατύπωσαν συγκεκριμένες αξιολογικές κρίσεις, επέλεξαν συγκεκριμένους σκοπούς και προσέφυγαν σε συγκεκριμένα μέσα για να επιτύχουν τους επιλεγμένους σκοπούς· πραγματεύεται, επιπλέον, την έκβαση των πράξεών τους, την κατάσταση πραγμάτων που επέφερε η δράση.
Εκείνο που διακρίνει τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης από τις φυσικές επιστήμες δεν είναι τα συμβάντα που διερευνώνται, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξετάζονται. Το ίδιο συμβάν εμφανίζεται διαφορετικό όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της ιστορίας και όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της φυσικής ή της βιολογίας. Εκείνο που ενδιαφέρει τον ιστορικό σε μια περίπτωση φόνου ή πυρκαγιάς δεν είναι εκείνο που ενδιαφέρει τον φυσιολόγο ή τον χημικό, εφόσον αυτοί δεν ενεργούν ως πραγματογνώμονες για λογαριασμό δικαστηρίου. Για τον ιστορικό, τα συμβάντα του εξωτερικού κόσμου που μελετώνται από τις φυσικές επιστήμες έχουν σημασία μόνο στον βαθμό που επηρεάζουν την ανθρώπινη δράση ή παράγονται από αυτήν.
Το έσχατο δεδομένο στην ιστορία αποκαλείται ατομικότητα. Όταν ο ιστορικός φθάσει στο σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να προχωρήσει, αναφέρεται στην ατομικότητα. «Εξηγεί» ένα συμβάν —την προέλευση μιας ιδέας ή την επιτέλεση μιας πράξης— ανάγοντάς το στη δραστηριότητα ενός ανθρώπου ή ενός πλήθους ανθρώπων. Εδώ συναντά τον φραγμό που εμποδίζει τις φυσικές επιστήμες να πραγματευθούν τις πράξεις των ανθρώπων: την αδυναμία μας να μάθουμε πώς συγκεκριμένα εξωτερικά συμβάντα προκαλούν στον νου των ανθρώπων συγκεκριμένες αντιδράσεις, δηλαδή ιδέες και βουλήσεις.
Έχουν γίνει μάταιες απόπειρες να αναχθεί η ανθρώπινη δράση σε παράγοντες που μπορούν να περιγραφούν με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Με έμφαση στο γεγονός ότι η ορμή για διατήρηση της ίδιας της ζωής και για διαιώνιση του είδους είναι σύμφυτη με κάθε πλάσμα, η πείνα και η σεξουαλική ορμή ανακηρύχθηκαν οι κυριότερες ή ακόμη και οι μόνες κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης δράσης. Ωστόσο, δεν μπορούσε κανείς να αρνηθεί ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ του τρόπου με τον οποίο αυτές οι βιολογικές ορμές επηρεάζουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου και εκείνου με τον οποίο επηρεάζουν τη συμπεριφορά των μη ανθρώπινων όντων, καθώς και ότι ο άνθρωπος, πέρα από την επιδίωξη της ικανοποίησης των ζωικών του παρορμήσεων, επιδιώκει επίσης να επιτύχει άλλους σκοπούς, οι οποίοι είναι ειδικώς ανθρώπινοι και γι’ αυτό συνήθως αποκαλούνται ανώτεροι σκοποί. Οι ιστορικοί δεν λησμόνησαν ποτέ ότι η φυσιολογική δομή του ανθρώπινου σώματος —πρωτίστως οι ορέξεις της κοιλιάς και των γεννητικών αδένων— επηρεάζει τις επιλογές του δρώντος ανθρώπου. Σε τελευταία ανάλυση, ο άνθρωπος είναι ζώο. Είναι, όμως, το δρων ζώον· επιλέγει μεταξύ συγκρουόμενων σκοπών. Αυτό ακριβώς αποτελεί το αντικείμενο τόσο της πραξεολογίας όσο και της ιστορίας.
8. Η θυμολογική μέθοδος
Το περιβάλλον στο οποίο δρα ο άνθρωπος διαμορφώνεται αφενός από φυσικά συμβάντα και αφετέρου από την ανθρώπινη δράση. Το μέλλον για το οποίο καταστρώνει σχέδια θα συνδιαμορφωθεί από τις πράξεις ανθρώπων που σχεδιάζουν και δρουν όπως και ο ίδιος. Εάν θέλει να επιτύχει, πρέπει να προβλέψει τη συμπεριφορά τους.
Η αβεβαιότητα του μέλλοντος οφείλεται όχι μόνο στην αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές πράξεις των άλλων ανθρώπων, αλλά και στην ανεπαρκή γνώση σχετικά με πολλά φυσικά συμβάντα που έχουν σημασία για τη δράση. Η μετεωρολογία παρέχει ορισμένες πληροφορίες για τους παράγοντες που καθορίζουν τις ατμοσφαιρικές συνθήκες· η γνώση αυτή, όμως, επιτρέπει στον ειδικό, στην καλύτερη περίπτωση, να προβλέψει τον καιρό με κάποια πιθανότητα επιτυχίας για λίγες ημέρες, ποτέ για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Υπάρχουν άλλα πεδία στα οποία η προβλεπτική ικανότητα του ανθρώπου είναι ακόμη πιο περιορισμένη. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος όταν αντιμετωπίζει τέτοιες ανεπαρκώς γνωστές συνθήκες είναι να χρησιμοποιεί όσα του παρέχουν οι φυσικές επιστήμες, όσο πενιχρά και αν είναι αυτά.
Ριζικά διαφορετικές από τις μεθόδους που εφαρμόζονται κατά την αντιμετώπιση των φυσικών συμβάντων είναι εκείνες στις οποίες προσφεύγει ο άνθρωπος για να προβλέψει τη συμπεριφορά των συνανθρώπων του. Επί μακρόν, η φιλοσοφία και η επιστήμη έδιναν ελάχιστη προσοχή σε αυτές τις μεθόδους. Τις θεωρούσαν μη επιστημονικές και ανάξιες της προσοχής σοβαρών στοχαστών. Όταν οι φιλόσοφοι άρχισαν να ασχολούνται μαζί τους, τις ονόμασαν ψυχολογικές. Ο όρος αυτός, όμως, κατέστη ακατάλληλος όταν αναπτύχθηκαν οι τεχνικές της πειραματικής ψυχολογίας και σχεδόν όλα όσα οι προηγούμενες γενεές αποκαλούσαν ψυχολογία είτε απορρίφθηκαν ολοκληρωτικά ως μη επιστημονικά είτε κατατάχθηκαν σε μια κατηγορία ενασχολήσεων που χαρακτηριζόταν περιφρονητικά «απλή λογοτεχνία» ή «λογοτεχνική ψυχολογία». Οι υπέρμαχοι της πειραματικής ψυχολογίας ήταν βέβαιοι ότι κάποια ημέρα τα εργαστηριακά τους πειράματα θα παρείχαν επιστημονική λύση σε όλα τα προβλήματα για τα οποία, όπως έλεγαν, οι παραδοσιακές επιστήμες της ανθρώπινης συμπεριφοράς φλυαρούσαν με παιδαριώδεις ή μεταφυσικούς λόγους.
Στην πραγματικότητα, η πειραματική ψυχολογία δεν έχει τίποτε να πει και ουδέποτε είπε τίποτε για τα προβλήματα που έχουν κατά νου οι άνθρωποι όταν αναφέρονται στην ψυχολογία σε σχέση με τις πράξεις των συνανθρώπων τους. Το πρωταρχικό και κεντρικό πρόβλημα της «λογοτεχνικής ψυχολογίας» είναι το νόημα, κάτι που βρίσκεται έξω από τα όρια οποιασδήποτε φυσικής επιστήμης και οποιασδήποτε εργαστηριακής δραστηριότητας. Ενώ η πειραματική ψυχολογία αποτελεί κλάδο των φυσικών επιστημών, η «λογοτεχνική ψυχολογία» πραγματεύεται την ανθρώπινη δράση, δηλαδή τις ιδέες, τις αξιολογικές κρίσεις και τις βουλήσεις που καθορίζουν τη δράση. Καθώς ο όρος «λογοτεχνική ψυχολογία» είναι μάλλον δυσκίνητος και δεν επιτρέπει τον σχηματισμό ενός αντίστοιχου επιθέτου, πρότεινα να αντικατασταθεί από τον όρο θυμολογία.30
Η θυμολογία αποτελεί κλάδο της ιστορίας ή, όπως το διατύπωσε ο Collingwood, ανήκει στη «σφαίρα της ιστορίας».31 Πραγματεύεται τις νοητικές δραστηριότητες των ανθρώπων που καθορίζουν τις πράξεις τους. Πραγματεύεται τις νοητικές διεργασίες που καταλήγουν σε ένα συγκεκριμένο είδος συμπεριφοράς, τις αντιδράσεις του νου στις συνθήκες του περιβάλλοντος του ατόμου. Πραγματεύεται κάτι αόρατο και άυλο, που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Οι φυσικές επιστήμες, όμως, οφείλουν να παραδεχθούν ότι ο παράγοντας αυτός πρέπει να θεωρείται πραγματικός και από τη δική τους σκοπιά, καθώς αποτελεί κρίκο σε μια αλυσίδα συμβάντων που καταλήγουν σε μεταβολές στη σφαίρα την περιγραφή της οποίας θεωρούν ειδικό πεδίο των μελετών τους.
Αναλύοντας και καταρρίπτοντας τις αξιώσεις του θετικισμού του Comte, μια ομάδα φιλοσόφων και ιστορικών γνωστή ως südwestdeutsche Schule επεξεργάστηκε την κατηγορία της κατανόησης (Verstehen), η οποία ήταν ήδη οικεία, υπό μια λιγότερο ρητή έννοια, σε παλαιότερους συγγραφείς. Αυτή η ειδική κατανόηση των επιστημών της ανθρώπινης δράσης αποβλέπει στη διαπίστωση ότι οι άνθρωποι αποδίδουν συγκεκριμένο νόημα στην κατάσταση του περιβάλλοντός τους, ότι αξιολογούν αυτή την κατάσταση και ότι, παρακινούμενοι από αυτές τις αξιολογικές κρίσεις, προσφεύγουν σε συγκεκριμένα μέσα για να διατηρήσουν ή να επιτύχουν μια συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων, διαφορετική από εκείνη που θα επικρατούσε εάν απείχαν από κάθε σκόπιμη αντίδραση. Η κατανόηση πραγματεύεται τις αξιολογικές κρίσεις, την επιλογή των σκοπών και των μέσων στα οποία προσφεύγουν οι άνθρωποι για την επίτευξη αυτών των σκοπών, καθώς και την αξιολόγηση της έκβασης των πράξεων που επιτελέστηκαν.
Οι μέθοδοι της επιστημονικής έρευνας δεν διαφέρουν κατηγοριακά από τις διαδικασίες που εφαρμόζει ο καθένας στην καθημερινή του συμπεριφορά. Είναι απλώς πιο εκλεπτυσμένες και, στο μέτρο του δυνατού, απαλλαγμένες από ασυνέπειες και αντιφάσεις. Η κατανόηση δεν είναι μέθοδος που προσιδιάζει αποκλειστικά στους ιστορικούς. Ασκείται από τα βρέφη μόλις αυτά υπερβούν το απλώς φυτικό στάδιο των πρώτων ημερών και εβδομάδων τους. Δεν υπάρχει συνειδητή αντίδραση του ανθρώπου σε οποιοδήποτε ερέθισμα που να μην καθοδηγείται από την κατανόηση.
Η κατανόηση προϋποθέτει και ενέχει τη λογική δομή του ανθρώπινου νου με όλες τις a priori κατηγορίες. Ο βιογενετικός νόμος παρουσιάζει την οντογένεση του ατόμου ως συντομευμένη ανακεφαλαίωση της φυλογένεσης του είδους. Κατά ανάλογο τρόπο μπορεί κανείς να περιγράψει τις μεταβολές στη διανοητική δομή. Το παιδί ανακεφαλαιώνει, κατά τη μεταγεννητική του ανάπτυξη, την ιστορία της διανοητικής εξέλιξης της ανθρωπότητας.32 Το θηλάζον βρέφος γίνεται θυμολογικά ανθρώπινο όταν αρχίζει να αχνοφέγγει στον νου του η επίγνωση ότι ένας επιθυμητός σκοπός μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός συγκεκριμένου τρόπου συμπεριφοράς. Τα μη ανθρώπινα ζώα δεν προχωρούν ποτέ πέρα από τις ενστικτώδεις ορμές και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά.
Η έννοια της κατανόησης αναπτύχθηκε αρχικά από φιλοσόφους και ιστορικούς που ήθελαν να αντικρούσουν την απαξίωση των μεθόδων της ιστορίας από τους θετικιστές. Αυτό εξηγεί γιατί αρχικά εξετάστηκε μόνο ως νοητικό εργαλείο της μελέτης του παρελθόντος. Οι υπηρεσίες, όμως, που παρέχει η κατανόηση στον άνθρωπο φωτίζοντας το παρελθόν αποτελούν μόνο ένα προκαταρκτικό στάδιο στις προσπάθειες πρόβλεψης όσων ενδέχεται να συμβούν στο μέλλον. Από πρακτική σκοπιά, ο άνθρωπος φαίνεται να ενδιαφέρεται για το παρελθόν μόνο για να μπορεί να μεριμνήσει για το μέλλον. Οι φυσικές επιστήμες πραγματεύονται την εμπειρία —η οποία αναγκαίως αποτελεί πάντοτε καταγραφή όσων συνέβησαν στο παρελθόν— επειδή οι κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας καθιστούν τέτοιες μελέτες χρήσιμες για την καθοδήγηση της τεχνικής δράσης, η οποία αναπόφευκτα αποβλέπει πάντοτε στη διαμόρφωση μελλοντικών συνθηκών. Η κατανόηση του παρελθόντος παρέχει παρόμοια υπηρεσία, συμβάλλοντας ώστε η δράση να είναι όσο το δυνατόν πιο επιτυχής. Η κατανόηση αποβλέπει στην πρόβλεψη των μελλοντικών συνθηκών στον βαθμό που αυτές εξαρτώνται από ανθρώπινες ιδέες, αξιολογήσεις και πράξεις. Με εξαίρεση την περίπτωση του Ροβινσώνα Κρούσου πριν γνωρίσει τον υπηρέτη του, τον Παρασκευά, δεν υπάρχει δράση που θα μπορούσε να σχεδιαστεί ή να εκτελεστεί χωρίς να ληφθεί πλήρως υπόψη τι θα κάνουν οι συνάνθρωποι του δρώντος. Η δράση ενέχει την κατανόηση των αντιδράσεων των άλλων ανθρώπων.
Η πρόβλεψη συμβάντων στη σφαίρα που διερευνούν οι φυσικές επιστήμες βασίζεται στις κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας. Σε ορισμένους δευτερεύοντες δρόμους υπάρχουν γέφυρες που θα κατέρρεαν εάν περνούσε από πάνω τους ένα φορτηγό με φορτίο δέκα τόνων. Δεν αναμένουμε ότι ένα τέτοιο φορτίο θα έκανε τη Γέφυρα George Washington να καταρρεύσει. Εμπιστευόμαστε ακλόνητα τις κατηγορίες που αποτελούν τα θεμέλια των γνώσεών μας στη φυσική και τη χημεία.
Όταν εξετάζουμε τις αντιδράσεις των συνανθρώπων μας, δεν μπορούμε να στηριχθούμε σε μια τέτοια κανονικότητα. Υποθέτουμε ότι, σε γενικές γραμμές και εφόσον οι άλλες συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες, η μελλοντική συμπεριφορά των ανθρώπων δεν θα αποκλίνει χωρίς ιδιαίτερο λόγο από την προηγούμενη συμπεριφορά τους, επειδή υποθέτουμε ότι εκείνο που καθόρισε την προηγούμενη συμπεριφορά τους θα καθορίσει και τη μελλοντική. Όσο διαφορετικοί και αν γνωρίζουμε ότι είμαστε από τους άλλους ανθρώπους, προσπαθούμε να εικάσουμε πώς θα αντιδράσουν σε μεταβολές του περιβάλλοντός τους. Από όσα γνωρίζουμε για τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου στο παρελθόν, συγκροτούμε ένα σχήμα σχετικά με αυτό που αποκαλούμε χαρακτήρα του. Υποθέτουμε ότι ο χαρακτήρας αυτός δεν θα μεταβληθεί εάν δεν παρεμβληθούν ιδιαίτεροι λόγοι και, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, επιχειρούμε ακόμη και να προβλέψουμε πώς συγκεκριμένες μεταβολές των συνθηκών θα επηρεάσουν τις αντιδράσεις του. Σε σύγκριση με τη φαινομενικά απόλυτη βεβαιότητα που παρέχουν ορισμένες φυσικές επιστήμες, αυτές οι παραδοχές και όλα τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτές εμφανίζονται μάλλον επισφαλή· οι θετικιστές μπορούν να τα χλευάζουν ως μη επιστημονικά. Ωστόσο, αποτελούν τη μόνη διαθέσιμη προσέγγιση στα εν λόγω προβλήματα και είναι απαραίτητα για κάθε δράση που πρόκειται να επιτελεστεί μέσα σε κοινωνικό περιβάλλον.
Η κατανόηση δεν πραγματεύεται την πραξεολογική πλευρά της ανθρώπινης δράσης. Αναφέρεται στις αξιολογικές κρίσεις και στην επιλογή σκοπών και μέσων εκ μέρους των συνανθρώπων μας. Δεν αναφέρεται στο πεδίο της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης, αλλά στο πεδίο της ιστορίας. Είναι θυμολογική κατηγορία. Η έννοια του ανθρώπινου χαρακτήρα είναι θυμολογική έννοια. Το συγκεκριμένο περιεχόμενό της σε κάθε περίπτωση προέρχεται από την ιστορική εμπειρία.
Καμία δράση δεν μπορεί να σχεδιαστεί και να εκτελεστεί χωρίς κατανόηση του μέλλοντος. Ακόμη και η δράση ενός απομονωμένου ατόμου καθοδηγείται από συγκεκριμένες παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές αξιολογικές κρίσεις του δρώντος και, στον βαθμό αυτό, καθορίζεται από την εικόνα που έχει ο δρων για τον ίδιο του τον χαρακτήρα.
Ο όρος speculate χρησιμοποιούνταν αρχικά για να δηλώσει κάθε είδος στοχασμού και διαμόρφωσης γνώμης. Σήμερα χρησιμοποιείται με μειωτική συνδήλωση για να απαξιώσει εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι, στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, διακρίνονται επειδή προβλέπουν τις μελλοντικές αντιδράσεις των συνανθρώπων τους καλύτερα από ό,τι ο μέσος άνθρωπος. Η αιτία αυτής της σημασιολογικής χρήσης πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία των κοντόφθαλμων ανθρώπων να αντιληφθούν την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Οι άνθρωποι αυτοί δεν συνειδητοποιούν ότι όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες αποβλέπουν στην ικανοποίηση των πλέον επιτακτικών μελλοντικών αναγκών και ότι σήμερα δεν είναι διαθέσιμη καμία βεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές συνθήκες. Δεν έχουν επίγνωση του γεγονότος ότι η μέριμνα για το μέλλον εμπεριέχει ένα ποιοτικό πρόβλημα. Σε όλα τα συγγράμματα των σοσιαλιστών συγγραφέων δεν βρίσκεται ούτε η παραμικρή νύξη στο γεγονός ότι ένα από τα κύρια προβλήματα της διεξαγωγής των παραγωγικών δραστηριοτήτων είναι η πρόβλεψη της μελλοντικής ζήτησης των καταναλωτών.33
Κάθε δράση είναι κερδοσκοπία, δηλαδή καθοδηγείται από μια συγκεκριμένη γνώμη σχετικά με τις αβέβαιες συνθήκες του μέλλοντος. Η αβεβαιότητα αυτή επικρατεί ακόμη και στις βραχυπρόθεσμες δραστηριότητες. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν κάποιο απροσδόκητο γεγονός δεν θα καταστήσει μάταια όλα όσα έχει προετοιμάσει για την επόμενη ημέρα ή την επόμενη ώρα.
Κεφάλαιο 3: Αναγκαιότητα και Βούληση
1. Το άπειρο
Η άρνηση, η έννοια της απουσίας ή της ανυπαρξίας κάποιου πράγματος ή της άρνησης μιας πρότασης, είναι νοητή για τον ανθρώπινο νου. Η έννοια, όμως, μιας απόλυτης άρνησης των πάντων, η παράσταση ενός απόλυτου μηδενός, υπερβαίνει την ανθρώπινη κατανόηση. Το ίδιο ισχύει για την έννοια της ανάδυσης κάποιου πράγματος από το μηδέν, την έννοια μιας απόλυτης αρχής. Ο Κύριος, διδάσκει η Βίβλος, δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός· ο ίδιος ο Θεός, όμως, υπήρχε ανέκαθεν και θα υπάρχει αιωνίως, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.
Όπως το αντιλαμβάνεται ο ανθρώπινος νους, καθετί που συμβαίνει συμβαίνει σε κάτι που προϋπήρχε. Η ανάδυση κάποιου νέου πράγματος θεωρείται ως η εξέλιξη —η ωρίμανση— κάποιου πράγματος που ήταν ήδη δυνάμει παρόν σε ό,τι προϋπήρχε. Το σύμπαν στο σύνολό του, όπως ήταν χθες, περιείχε ήδη δυνάμει το σύμπαν στο σύνολό του, όπως είναι σήμερα. Το σύμπαν είναι ένα πλέγμα στοιχείων που περιλαμβάνει τα πάντα, μια συνέχεια που εκτείνεται απείρως προς το παρελθόν και προς το μέλλον, μια οντότητα στην οποία η απόδοση είτε μιας αρχής είτε ενός τέλους υπερβαίνει τη νοητική ικανότητα του ανθρώπου.
Καθετί που υπάρχει είναι όπως είναι και όχι κάτι διαφορετικό, επειδή ό,τι προηγήθηκε είχε συγκεκριμένη μορφή και δομή και όχι διαφορετική μορφή και δομή.
Δεν γνωρίζουμε τι θα σκεπτόταν για αυτά τα ζητήματα ένας υπεράνθρωπος, απολύτως τέλειος νους. Είμαστε απλώς άνθρωποι προικισμένοι με ανθρώπινο νου και δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τη δύναμη και την ικανότητα ενός τέτοιου τελειότερου νου, ουσιωδώς διαφορετικού από τις δικές μας νοητικές δυνάμεις.
2. Το έσχατο δεδομένο
Από αυτό συνάγεται ότι η επιστημονική έρευνα δεν θα κατορθώσει ποτέ να δώσει πλήρη απάντηση σε ό,τι αποκαλείται αινίγματα του σύμπαντος. Δεν μπορεί ποτέ να δείξει πώς από ένα αδιανόητο μηδέν αναδύθηκαν όλα όσα υπάρχουν και πώς κάποια ημέρα όλα όσα υπάρχουν ενδέχεται να εξαφανιστούν και πάλι και να απομείνει μόνο το «μηδέν».
Η επιστημονική έρευνα, αργά ή γρήγορα, αλλά αναπόφευκτα, συναντά κάτι το έσχατα δεδομένο, το οποίο δεν μπορεί να αναγάγει σε κάτι άλλο, ως κανονικό ή αναγκαίο παράγωγο του οποίου θα εμφανιζόταν. Η επιστημονική πρόοδος συνίσταται στη μετάθεση αυτού του έσχατου δεδομένου ακόμη πιο πίσω. Πάντοτε, όμως, θα απομένει κάτι το οποίο —για τον ανθρώπινο νου που διψά για πλήρη γνώση— αποτελεί, στο δεδομένο στάδιο της ιστορίας της επιστήμης, το προσωρινό σημείο παύσης της έρευνας. Μόνο η απόρριψη κάθε φιλοσοφικής και επιστημολογικής σκέψης από ορισμένους λαμπρούς αλλά μονομερείς φυσικούς των τελευταίων δεκαετιών τούς οδήγησε να ερμηνεύσουν ως ανασκευή του ντετερμινισμού το γεγονός ότι αδυνατούσαν να αναγάγουν ορισμένα φαινόμενα —τα οποία αποτελούσαν γι’ αυτούς έσχατο δεδομένο— σε κάποια άλλα φαινόμενα. Ίσως είναι αλήθεια, αν και όχι πιθανό, ότι η σύγχρονη φυσική έχει φθάσει σε ορισμένα σημεία σε έναν φραγμό πέρα από τον οποίο καμία περαιτέρω διεύρυνση της γνώσης δεν είναι δυνατή για τον άνθρωπο. Όπως και αν έχουν, όμως, τα πράγματα, στο σύνολο των διδαγμάτων των φυσικών επιστημών δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε με οποιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί ασυμβίβαστο με τον ντετερμινισμό.
Οι φυσικές επιστήμες βασίζονται εξ ολοκλήρου στην εμπειρία. Όλα όσα γνωρίζουν και πραγματεύονται προέρχονται από την εμπειρία. Και η εμπειρία δεν θα μπορούσε να διδάξει τίποτε, εάν δεν υπήρχε κανονικότητα στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των συμβάντων.
Η φιλοσοφία του θετικισμού, όμως, επιχειρεί να υποστηρίξει πολύ περισσότερα από όσα μπορούν να γίνουν γνωστά μέσω της εμπειρίας. Ισχυρίζεται ότι γνωρίζει πως δεν υπάρχει τίποτε στο σύμπαν που να μην μπορεί να διερευνηθεί και να διασαφηνιστεί πλήρως με τις πειραματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών. Όλοι, όμως, παραδέχονται ότι μέχρι σήμερα οι μέθοδοι αυτές δεν έχουν συνεισφέρει τίποτε στην εξήγηση των φαινομένων της ζωής, σε αντιδιαστολή προς τα φυσικοχημικά φαινόμενα. Και όλες οι απεγνωσμένες προσπάθειες αναγωγής της νόησης και της αξιολόγησης σε μηχανικές αρχές έχουν αποτύχει.
Σκοπός των προηγούμενων παρατηρήσεων δεν είναι επ’ ουδενί η έκφραση οποιασδήποτε γνώμης σχετικά με τη φύση και τη δομή της ζωής και του νου. Το παρόν δοκίμιο, όπως ειπώθηκε στις πρώτες λέξεις του προλόγου του, δεν αποτελεί συμβολή στη φιλοσοφία. Πρέπει να αναφερθούμε σε αυτά τα προβλήματα μόνο για να δείξουμε ότι η πραγμάτευση που τους επιφυλάσσει ο θετικισμός ενέχει ένα θεώρημα για το οποίο δεν μπορεί να παρασχεθεί καμία απολύτως πειραματική δικαιολόγηση: το θεώρημα ότι όλα τα παρατηρήσιμα φαινόμενα επιδέχονται αναγωγή σε φυσικές και χημικές αρχές. Από πού αντλούν οι θετικιστές αυτό το θεώρημα; Θα ήταν ασφαλώς εσφαλμένο να χαρακτηριστεί ως a priori παραδοχή. Χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας a priori κατηγορίας είναι ότι κάθε διαφορετική παραδοχή σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα εμφανίζεται στον ανθρώπινο νου ως αδιανόητη και αυτοαντιφατική. Αυτό, όμως, ασφαλώς δεν ισχύει για το θετικιστικό δόγμα που εξετάζουμε. Οι ιδέες που διδάσκουν ορισμένα θρησκευτικά και μεταφυσικά συστήματα δεν είναι ούτε αδιανόητες ούτε αυτοαντιφατικές. Δεν υπάρχει τίποτε στη λογική τους δομή που θα υποχρέωνε οποιονδήποτε έλλογο άνθρωπο να τις απορρίψει για τους ίδιους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε, επί παραδείγματι, να απορρίψει τη θέση ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά και διάκριση μεταξύ του Α και του μη Α.
Το χάσμα που χωρίζει, από επιστημολογική άποψη, τα συμβάντα στο πεδίο που διερευνούν οι φυσικές επιστήμες από εκείνα στο πεδίο της σκέψης και της δράσης δεν έχει περιοριστεί από κανένα εύρημα ή επίτευγμα των φυσικών επιστημών. Όλα όσα γνωρίζουμε για την αμοιβαία σχέση και την αλληλεξάρτηση αυτών των δύο πεδίων της πραγματικότητας αποτελούν μεταφυσική. Η θετικιστική θεωρία που αρνείται τη νομιμότητα κάθε μεταφυσικής θεωρίας δεν είναι λιγότερο μεταφυσική από πολλές άλλες θεωρίες που αντιτίθενται σε αυτήν. Αυτό σημαίνει το εξής: Όσα λέει ένας άνθρωπος, στο παρόν στάδιο του πολιτισμού και της γνώσης της ανθρωπότητας, για ζητήματα όπως η ψυχή, ο νους, το πιστεύειν, το σκέπτεσθαι, το συλλογίζεσθαι και το βούλεσθαι δεν έχουν τον επιστημολογικό χαρακτήρα της φυσικής επιστήμης και δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να θεωρηθούν επιστημονική γνώση.
Ένας έντιμος άνθρωπος, απολύτως εξοικειωμένος με όλα τα επιτεύγματα της σύγχρονης φυσικής επιστήμης, θα έπρεπε να παραδεχθεί απερίφραστα και ανεπιφύλακτα ότι οι φυσικές επιστήμες δεν γνωρίζουν τι είναι ο νους και πώς λειτουργεί, καθώς και ότι οι ερευνητικές τους μέθοδοι δεν είναι κατάλληλες για την πραγμάτευση των προβλημάτων που εξετάζουν οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης.
Θα ήταν φρόνιμο εκ μέρους των υπέρμαχων του λογικού θετικισμού να λάβουν σοβαρά υπόψη τη συμβουλή του Wittgenstein: «Για όσα δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει».34
3. Στατιστική
Η στατιστική είναι η περιγραφή, με αριθμητικούς όρους, εμπειριών που αφορούν φαινόμενα τα οποία δεν υπόκεινται σε σταθερή ομοιομορφία. Στον βαθμό που υπάρχει διαπιστώσιμη κανονικότητα στη διαδοχή των φαινομένων, δεν χρειάζεται προσφυγή στη στατιστική. Σκοπός της δημογραφικής στατιστικής δεν είναι να διαπιστώσει το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, αλλά να παράσχει πληροφορίες για τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ένα μέγεθος που δεν είναι ομοιόμορφο. Η στατιστική αποτελεί, επομένως, ιδιαίτερη μέθοδο της ιστορίας.
Όπου υπάρχει κανονικότητα, η στατιστική δεν θα μπορούσε να δείξει τίποτε άλλο παρά ότι το ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις από το και σε καμία περίπτωση από κάτι διαφορετικό από το . Εάν η στατιστική δείχνει ότι το ακολουθείται στο όλων των περιπτώσεων από το και στο όλων των περιπτώσεων από το , πρέπει να υποθέσουμε ότι μια τελειότερη γνώση θα πρέπει να διακρίνει το σε δύο παράγοντες, και , από τους οποίους ο πρώτος ακολουθείται κατά τρόπο κανονικό από το και ο δεύτερος από το .
Η στατιστική είναι ένα από τα μέσα της ιστορικής έρευνας. Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης υπάρχουν ορισμένα περιστατικά και συμβάντα των οποίων τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μπορούν να περιγραφούν με αριθμητικούς όρους. Έτσι, επί παραδείγματι, η επίδραση μιας συγκεκριμένης θεωρίας στον νου των ανθρώπων δεν επιδέχεται καμία αριθμητική έκφραση. Η «ποσότητά» της μπορεί να εξακριβωθεί μόνο με τη μέθοδο της ειδικής κατανόησης των ιστορικών επιστημονικών κλάδων.35 Αντιθέτως, ο αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους σε αγώνες για τη διαμόρφωση, μέσω πολέμων, επαναστάσεων και δολοφονιών, κοινωνικών συνθηκών σύμφωνων με μια συγκεκριμένη θεωρία μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς με αριθμούς, εφόσον είναι διαθέσιμο το σύνολο του απαιτούμενου τεκμηριωτικού υλικού.
Η στατιστική παρέχει αριθμητικές πληροφορίες για ιστορικά γεγονότα, δηλαδή για συμβάντα που συνέβησαν σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, σε συγκεκριμένους ανθρώπους και σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Πραγματεύεται το παρελθόν και όχι το μέλλον. Όπως κάθε άλλη εμπειρία του παρελθόντος, μπορεί ενίοτε να προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον σχεδιασμό για το μέλλον, αλλά δεν λέει τίποτε που να ισχύει άμεσα για το μέλλον.
Δεν υπάρχουν στατιστικοί νόμοι. Οι άνθρωποι προσφεύγουν στις μεθόδους της στατιστικής ακριβώς εκεί όπου δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν κανονικότητα στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των συμβάντων. Το διασημότερο επίτευγμα της στατιστικής, οι πίνακες θνησιμότητας, δεν δείχνει σταθερότητα, αλλά μεταβολές στα ποσοστά θνησιμότητας του πληθυσμού. Η μέση διάρκεια της ανθρώπινης ζωής μεταβάλλεται κατά την πορεία της ιστορίας, ακόμη και αν δεν επρόκειτο να επέλθουν μεταβολές στο φυσικό περιβάλλον, επειδή πολλοί παράγοντες που την επηρεάζουν αποτελούν αποτέλεσμα ανθρώπινης δράσης, όπως, επί παραδείγματι, η βία, η διατροφή, τα ιατρικά και προληπτικά μέτρα, ο εφοδιασμός σε τρόφιμα και άλλοι.
Η έννοια του «στατιστικού νόμου» προέκυψε όταν ορισμένοι συγγραφείς, κατά την εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεν αντιλήφθηκαν γιατί ορισμένα στατιστικά δεδομένα μεταβάλλονται μόνο αργά και, μέσα στον τυφλό ενθουσιασμό τους, ταύτισαν βιαστικά τη βραδύτητα της μεταβολής με την απουσία μεταβολής. Έτσι, πίστεψαν ότι είχαν ανακαλύψει κανονικότητες —νόμους— στην ανθρώπινη συμπεριφορά, για τις οποίες ούτε οι ίδιοι ούτε κανένας άλλος διέθεταν άλλη εξήγηση πέρα από την —όπως πρέπει να τονιστεί, αβάσιμη— παραδοχή ότι τις είχε καταδείξει η στατιστική.36 Από τη σαθρή φιλοσοφία αυτών των συγγραφέων δανείστηκαν οι φυσικοί τον όρο «στατιστικός νόμος», του προσέδωσαν όμως σημασία διαφορετική από εκείνη που του αποδίδεται στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης. Δεν αποτελεί έργο μας να πραγματευθούμε το νόημα που προσέδωσαν στον όρο αυτοί οι φυσικοί και οι μεταγενέστερες γενεές φυσικών ή τις υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει η στατιστική στην πειραματική έρευνα και την τεχνολογία.
Η σφαίρα των φυσικών επιστημών είναι το πεδίο στο οποίο ο ανθρώπινος νους είναι ικανός να ανακαλύπτει σταθερές σχέσεις μεταξύ διαφόρων στοιχείων. Εκείνο που χαρακτηρίζει το πεδίο των επιστημών της ανθρώπινης δράσης είναι η απουσία σταθερών σχέσεων, πέρα από εκείνες που πραγματεύεται η πραξεολογία. Στην πρώτη ομάδα επιστημών υπάρχουν νόμοι (της φύσης) και μέτρηση. Στη δεύτερη δεν υπάρχει μέτρηση και —με εξαίρεση την πραξεολογία— δεν υπάρχουν νόμοι· υπάρχει μόνο ιστορία, στην οποία περιλαμβάνεται η στατιστική.
4. Ελεύθερη βούληση
Ο άνθρωπος δεν είναι, όπως τα ζώα, πειθήνιο ανδρείκελο των ενστίκτων και των αισθησιακών παρορμήσεων. Ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να καταστέλλει τις ενστικτώδεις επιθυμίες, έχει δική του βούληση, επιλέγει μεταξύ ασυμβίβαστων σκοπών. Υπό αυτή την έννοια είναι ηθικό πρόσωπο· υπό αυτή την έννοια είναι ελεύθερος.
Ωστόσο, δεν είναι θεμιτό να ερμηνεύεται αυτή η ελευθερία ως ανεξαρτησία από το σύμπαν και τους νόμους του. Και ο άνθρωπος αποτελεί στοιχείο του σύμπαντος, προερχόμενο από το πρωταρχικό Χ από το οποίο αναπτύχθηκαν τα πάντα. Έχει κληρονομήσει από την άπειρη αλυσίδα των προγόνων του τη φυσιολογική συγκρότηση του εαυτού του· κατά τη μεταγεννητική του ζωή εκτέθηκε σε ποικίλες σωματικές και νοητικές εμπειρίες. Σε κάθε στιγμή της ζωής του —της επίγειας οδοιπορίας του— είναι προϊόν ολόκληρης της ιστορίας του σύμπαντος. Όλες οι πράξεις του αποτελούν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ατομικότητάς του, όπως αυτή διαμορφώθηκε από όλα όσα προηγήθηκαν. Ένα παντογνώστη ον ενδέχεται να είχε προβλέψει ορθά καθεμία από τις επιλογές του. (Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να πραγματευθούμε τα περίπλοκα θεολογικά προβλήματα που εγείρει η έννοια της παντογνωσίας.)
Η ελευθερία της βούλησης δεν σημαίνει ότι οι αποφάσεις που καθοδηγούν τη δράση ενός ανθρώπου εισέρχονται, ούτως ειπείν, από έξω στον ιστό του σύμπαντος και προσθέτουν σε αυτόν κάτι που δεν είχε καμία σχέση με τα στοιχεία τα οποία είχαν προηγουμένως συγκροτήσει το σύμπαν και ήταν ανεξάρτητο από αυτά. Οι πράξεις κατευθύνονται από ιδέες και οι ιδέες είναι προϊόντα του ανθρώπινου νου, ο οποίος ασφαλώς αποτελεί μέρος του σύμπαντος και του οποίου η δύναμη καθορίζεται αυστηρά από τη συνολική δομή του σύμπαντος.
Εκείνο στο οποίο αναφέρεται ο όρος «ελευθερία της βούλησης» είναι το γεγονός ότι οι ιδέες που παρακινούν έναν άνθρωπο να λάβει μια απόφαση —να κάνει μια επιλογή—, όπως και όλες οι άλλες ιδέες, δεν «παράγονται» από εξωτερικά «γεγονότα», δεν «αντικατοπτρίζουν» τις συνθήκες της πραγματικότητας και δεν «καθορίζονται μονοσήμαντα» από οποιονδήποτε διαπιστώσιμο εξωτερικό παράγοντα στον οποίο θα μπορούσαμε να τις αποδώσουμε, κατά τον τρόπο με τον οποίο αποδίδουμε, σε όλα τα άλλα συμβάντα, ένα αποτέλεσμα σε μια συγκεκριμένη αιτία. Δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτε άλλο για μια συγκεκριμένη περίπτωση δράσης και επιλογής ενός ανθρώπου πέρα από το ότι αυτή αποδίδεται στην ατομικότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Δεν γνωρίζουμε πώς από τη συνάντηση μιας ανθρώπινης ατομικότητας —δηλαδή ενός ανθρώπου όπως έχει διαμορφωθεί από όλα όσα κληρονόμησε και από όλες τις εμπειρίες του— με μια νέα εμπειρία προκύπτουν συγκεκριμένες ιδέες που καθορίζουν τη συμπεριφορά του ατόμου. Δεν έχουμε καν κάποια εικασία για το πώς θα μπορούσε να αποκτηθεί μια τέτοια γνώση. Επιπλέον, αντιλαμβανόμαστε ότι, εάν μια τέτοια γνώση ήταν προσιτή στους ανθρώπους και εάν, κατά συνέπεια, η διαμόρφωση των ιδεών και, μέσω αυτής, η βούληση μπορούσαν να χειραγωγηθούν όπως χειρίζεται τις μηχανές ο μηχανικός, οι συνθήκες της ανθρώπινης ζωής θα μεταβάλλονταν ουσιωδώς. Θα ανοιγόταν ένα βαθύ χάσμα μεταξύ εκείνων που χειραγωγούν τις ιδέες και τη βούληση των άλλων ανθρώπων και εκείνων των οποίων οι ιδέες και η βούληση χειραγωγούνται από άλλους.
Ακριβώς η έλλειψη μιας τέτοιας γνώσης είναι εκείνη που γεννά τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των φυσικών επιστημών και των επιστημών της ανθρώπινης δράσης.
Όταν αναφερόμαστε στην ελεύθερη βούληση, επισημαίνουμε ότι στην πρόκληση των συμβάντων μπορεί να συμβάλλει κάτι για το οποίο οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να παράσχουν καμία πληροφορία, κάτι που οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν καν να αντιληφθούν. Ωστόσο, η αδυναμία μας να διαπιστώσουμε μια απόλυτη αρχή εκ του μηδενός μάς υποχρεώνει να υποθέσουμε ότι και αυτό το αόρατο και άυλο κάτι —ο ανθρώπινος νους— αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του σύμπαντος, προϊόν ολόκληρης της ιστορίας του.37
Η παραδοσιακή πραγμάτευση του προβλήματος της ελεύθερης βούλησης αναφέρεται στην αμφιταλάντευση του δρώντος πριν από την τελική απόφαση. Σε αυτό το στάδιο, ο δρων ταλαντεύεται μεταξύ διαφορετικών τρόπων δράσης, καθένας από τους οποίους φαίνεται να έχει ορισμένα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που δεν έχουν οι άλλοι. Συγκρίνοντας τα υπέρ και τα κατά τους, επιδιώκει να βρει την απόφαση που συνάδει με την προσωπικότητά του και με τις ιδιαίτερες συνθήκες της στιγμής όπως τις αντιλαμβάνεται, και έτσι να ικανοποιήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο όλες τις μέριμνές του. Αυτό σημαίνει ότι η ατομικότητά του —το προϊόν όλων όσων κληρονόμησε κατά τη γέννησή του από τους προγόνους του και όλων όσων βίωσε ο ίδιος έως την κρίσιμη στιγμή— καθορίζει την τελική απόφαση. Εάν αργότερα ανασκοπήσει το παρελθόν του, έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η συμπεριφορά του σε κάθε κατάσταση καθορίστηκε πλήρως από το τι άνθρωπος ήταν τη στιγμή της δράσης. Δεν έχει σημασία αν, εκ των υστέρων, ο ίδιος ή ένας αμέτοχος παρατηρητής μπορεί να περιγράψει με σαφήνεια όλους τους παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της τότε απόφασης.
Κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει, με την ίδια βεβαιότητα με την οποία διατυπώνουν προβλέψεις οι φυσικές επιστήμες, πώς θα δράσουν στο μέλλον ο ίδιος και οι άλλοι άνθρωποι. Δεν υπάρχει μέθοδος που θα μας επέτρεπε να μάθουμε για μια ανθρώπινη προσωπικότητα όλα όσα θα απαιτούνταν για να διατυπώσουμε τέτοιες προγνώσεις με τον βαθμό βεβαιότητας που επιτυγχάνει η τεχνολογία στις προβλέψεις της.
Ο τρόπος με τον οποίο οι ιστορικοί και οι βιογράφοι αναλύουν και εξηγούν τις πράξεις των ανθρώπων με τους οποίους ασχολούνται αντανακλά μια ορθότερη αντίληψη των σχετικών προβλημάτων από ό,τι οι ογκώδεις, περίτεχνες πραγματείες ηθικής φιλοσοφίας. Ο ιστορικός αναφέρεται στο πνευματικό περιβάλλον και στις προηγούμενες εμπειρίες του δρώντος, στη γνώση ή στην άγνοιά του για όλα τα δεδομένα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφασή του, στην κατάσταση της υγείας του και σε πολλούς άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να έχουν διαδραματίσει κάποιον ρόλο. Αλλά ακόμη και αφού δοθεί πλήρης προσοχή σε όλα αυτά τα ζητήματα, απομένει κάτι που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα περαιτέρω ερμηνείας: η προσωπικότητα ή η ατομικότητα του δρώντος. Όταν έχουν ειπωθεί τα πάντα για την περίπτωση, δεν απομένει τελικά άλλη απάντηση στο ερώτημα γιατί ο Καίσαρας διέβη τον Ρουβίκωνα παρά η εξής: επειδή ήταν ο Καίσαρας. Κατά την πραγμάτευση της ανθρώπινης δράσης, δεν μπορούμε να εξαλείψουμε την αναφορά στην προσωπικότητα του δρώντος.
Οι άνθρωποι είναι άνισοι· τα άτομα διαφέρουν μεταξύ τους. Διαφέρουν επειδή τόσο η προγεννητική όσο και η μεταγεννητική ιστορία τους δεν είναι ποτέ ταυτόσημη.
5. Το αναπόφευκτο
Καθετί που συμβαίνει ήταν, υπό τις επικρατούσες συνθήκες, αναπόφευκτο να συμβεί. Συνέβη επειδή οι δυνάμεις που συνέβαλαν στην πρόκλησή του ήταν ισχυρότερες από τις αντίρροπες δυνάμεις. Υπό αυτή την έννοια, η επέλευσή του ήταν αναπόφευκτη.
Ωστόσο, ο ιστορικός που μιλά εκ των υστέρων για το αναπόφευκτο δεν επιδίδεται σε πλεονασμό. Πρόθεσή του είναι να χαρακτηρίσει ένα συγκεκριμένο συμβάν ή σύνολο συμβάντων Α ως την κινητήρια δύναμη που προκαλεί ένα δεύτερο συμβάν Β· η επιφύλαξη «εφόσον δεν εμφανίστηκε κάποιος επαρκώς ισχυρός αντίρροπος παράγοντας» είναι αυτονόητη. Εάν έλειπε ένα τέτοιο αντίβαρο, το Α ήταν αναπόφευκτο να καταλήξει στο Β και είναι θεμιτό να χαρακτηριστεί αναπόφευκτη η έκβαση Β.
Κατά την πρόβλεψη μελλοντικών συμβάντων, εκτός του πεδίου που καλύπτει ο πραξεολογικός νόμος, η αναφορά στο αναπόφευκτο αποτελεί ένα κενό νοήματος ρητορικό άνθος. Δεν προσθέτει τίποτε στην αποδεικτική ισχύ μιας πρόβλεψης. Απλώς μαρτυρεί την άκριτη προσήλωση εκείνου που τη διατυπώνει. Αυτά είναι όλα όσα χρειάζεται να ειπωθούν σχετικά με τις προφητικές εξάρσεις των διαφόρων συστημάτων φιλοσοφίας της ιστορίας.38 Το «αδήριτο ενός φυσικού νόμου» (Notwendigkeit eines Naturprozesses), το οποίο ο Marx διεκδικούσε για την προφητεία του,39 είναι απλώς ένα ρητορικό τέχνασμα.
Οι βαρυσήμαντες μεταβολές που συντελούνται κατά την πορεία της κοσμικής και της ανθρώπινης ιστορίας αποτελούν το σύνθετο αποτέλεσμα ενός πλήθους συμβάντων. Καθένα από αυτά τα συμβάντα που συμβάλλουν στο αποτέλεσμα καθορίζεται αυστηρά από τους παράγοντες που προηγήθηκαν και το προκάλεσαν· το ίδιο ισχύει και για τον ρόλο που διαδραματίζει καθένα τους στην πρόκληση της βαρυσήμαντης μεταβολής. Εάν, όμως, και στον βαθμό που οι αλυσίδες αιτιότητας από τις οποίες εξαρτάται η επέλευση αυτών των διαφόρων συμβάντων είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, μπορεί να προκύψει μια κατάσταση που έχει οδηγήσει ορισμένους ιστορικούς και φιλοσόφους να υπερτονίσουν τον ρόλο της τύχης στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν αντιλαμβάνονται ότι τα συμβάντα πρέπει να διαβαθμίζονται ως προς το μέγεθός τους με κριτήριο τη βαρύτητα των συνεπειών τους και τη συμβολή τους στην παραγωγή του σύνθετου αποτελέσματος. Εάν μεταβληθεί ένα μόνο από τα ελάσσονα συμβάντα, η επίδραση στη συνολική έκβαση θα είναι και αυτή μικρή.
Είναι μάλλον ανεπαρκής ο ακόλουθος τρόπος επιχειρηματολογίας: Εάν η αστυνομία στο Σεράγεβο ήταν αποτελεσματικότερη στις 28 Ιουνίου 1914, ο αρχιδούκας δεν θα είχε δολοφονηθεί και ο Παγκόσμιος Πόλεμος και όλες οι ολέθριες συνέπειές του θα είχαν αποφευχθεί. Εκείνο που κατέστησε —με την έννοια που προαναφέρθηκε— αναπόφευκτο τον Μεγάλο Πόλεμο ήταν, αφενός, οι ασυμφιλίωτες συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών ομάδων (εθνοτήτων) της Μοναρχίας των Αψβούργων και, αφετέρου, οι γερμανικές προσπάθειες συγκρότησης ενός πολεμικού ναυτικού αρκετά ισχυρού ώστε να νικήσει τις βρετανικές ναυτικές δυνάμεις. Η Ρωσική Επανάσταση ήταν αναπόφευκτο να επέλθει, καθώς το τσαρικό σύστημα και οι γραφειοκρατικές του μέθοδοι απορρίπτονταν με πάθος από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού· το ξέσπασμα του πολέμου δεν επέσπευσε την έλευσή της· μάλλον την καθυστέρησε για λίγο. Ο φλογερός εθνικισμός και ο κρατισμός των ευρωπαϊκών λαών δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν σε πόλεμο. Αυτοί ήταν οι παράγοντες που κατέστησαν αναπόφευκτο τον Μεγάλο Πόλεμο και τις συνέπειές του, ανεξαρτήτως του αν οι Σέρβοι εθνικιστές θα επιτύγχαναν ή θα αποτύγχαναν στις απόπειρές τους να δολοφονήσουν τον διάδοχο του αυστριακού θρόνου.
Οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές υποθέσεις αποτελούν την έκβαση της συνεργασίας όλων των ανθρώπων. Μολονότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τη σπουδαιότητα των συνεισφορών των διαφόρων ατόμων, οι συνεισφορές αυτές είναι σύμμετρες και, σε γενικές γραμμές, μπορούν να αντικατασταθούν από εκείνες άλλων ατόμων. Ένα τυχαίο περιστατικό που εξαλείφει το έργο ενός ατόμου, ακόμη και αρκετά επιφανούς, εκτρέπει την πορεία των συμβάντων ελάχιστα μόνο από την τροχιά που θα ακολουθούσαν εάν δεν είχε συμβεί.
Οι συνθήκες είναι διαφορετικές στο πεδίο των ύψιστων πνευματικών και καλλιτεχνικών επιτευγμάτων. Το επίτευγμα της μεγαλοφυΐας βρίσκεται έξω από την κανονική ροή των ανθρώπινων υποθέσεων. Και ο μεγαλοφυής άνθρωπος καθορίζεται από πολλές απόψεις από τις συνθήκες του περιβάλλοντός του. Εκείνο, όμως, που προσδίδει στο έργο του την ιδιαίτερη λάμψη του είναι κάτι μοναδικό, το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να αναπαραγάγει. Δεν γνωρίζουμε ούτε ποιος συνδυασμός γονιδίων παράγει τις έμφυτες δυνατότητες του μεγαλοφυούς ανθρώπου ούτε ποιες περιβαλλοντικές συνθήκες απαιτούνται για να καρποφορήσουν αυτές οι δυνατότητες. Εάν κατορθώσει να αποφύγει όλους τους κινδύνους που θα μπορούσαν να βλάψουν τον ίδιο και τα επιτεύγματά του, τόσο το καλύτερο για την ανθρωπότητα. Εάν κάποιο τυχαίο περιστατικό τον αφανίσει, όλοι οι άνθρωποι χάνουν κάτι αναντικατάστατο.
Εάν ο Δάντης, ο Shakespeare ή ο Beethoven είχαν πεθάνει στην παιδική τους ηλικία, η ανθρωπότητα θα στερούνταν όσα τους οφείλει. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι η τύχη διαδραματίζει ρόλο στις ανθρώπινες υποθέσεις. Η επισήμανση, όμως, αυτού του γεγονότος δεν αντιφάσκει ούτε κατ’ ελάχιστον προς την a priori κατηγορία του ντετερμινισμού.
Η μετάφραση του τίτλου:
Κεφάλαιο 4: Βεβαιότητα και Αβεβαιότητα
1. Το πρόβλημα του ποσοτικού προσδιορισμού
Τα εργαστηριακά πειράματα και η παρατήρηση των εξωτερικών φαινομένων επιτρέπουν στις φυσικές επιστήμες να προβαίνουν σε μετρήσεις και στην ποσοτικοποίηση της γνώσης. Με αναφορά σε αυτό το γεγονός, συνηθιζόταν να χαρακτηρίζονται αυτές οι επιστήμες ως ακριβείς επιστήμες και να υποτιμώνται οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης για την έλλειψη ακρίβειάς τους.
Σήμερα κανείς δεν αρνείται πλέον ότι, λόγω της ανεπάρκειας των αισθήσεών μας, η μέτρηση δεν είναι ποτέ τέλεια και ακριβής με την πλήρη έννοια αυτών των όρων. Είναι μόνο κατά το μάλλον ή ήττον προσεγγιστική. Επιπλέον, η αρχή του Heisenberg δείχνει ότι υπάρχουν σχέσεις τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετρήσει καθόλου. Δεν υπάρχει ποσοτική ακρίβεια στην περιγραφή που δίνουμε για τα φυσικά φαινόμενα. Ωστόσο, οι προσεγγίσεις που μπορεί να παράσχει η μέτρηση φυσικών και χημικών αντικειμένων επαρκούν, σε γενικές γραμμές, για πρακτικούς σκοπούς. Το πεδίο της τεχνολογίας είναι πεδίο προσεγγιστικής μέτρησης και προσεγγιστικού ποσοτικού προσδιορισμού.
Στη σφαίρα της ανθρώπινης δράσης δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ οποιωνδήποτε παραγόντων. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή ούτε η μέτρηση ούτε η ποσοτικοποίηση. Όλα τα μετρήσιμα μεγέθη που συναντούν οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης είναι ποσότητες του περιβάλλοντος στο οποίο ζει και δρα ο άνθρωπος. Αποτελούν ιστορικά γεγονότα, επί παραδείγματι γεγονότα της οικονομικής ή της στρατιωτικής ιστορίας, και πρέπει να διακρίνονται σαφώς από τα προβλήματα που πραγματεύεται η θεωρητική επιστήμη της δράσης —η πραξεολογία και, ειδικότερα, το πλέον ανεπτυγμένο τμήμα της, η οικονομική επιστήμη.
Παραπλανημένοι από την ιδέα ότι οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης πρέπει να πιθηκίζουν την τεχνική των φυσικών επιστημών, πλήθη συγγραφέων επιδιώκουν την ποσοτικοποίηση της οικονομικής επιστήμης. Πιστεύουν ότι η οικονομική επιστήμη οφείλει να μιμηθεί τη χημεία, η οποία προόδευσε από ένα ποιοτικό σε ένα ποσοτικό στάδιο.40 Σύνθημά τους είναι το θετικιστικό απόφθεγμα: Επιστήμη είναι μέτρηση. Με τη στήριξη άφθονων χρηματοδοτικών πόρων, επιδίδονται στην αναδημοσίευση και αναδιάταξη στατιστικών δεδομένων που παρέχουν κυβερνήσεις, επαγγελματικές ενώσεις, εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις. Επιχειρούν να υπολογίσουν τις αριθμητικές σχέσεις μεταξύ διαφόρων από αυτά τα δεδομένα και έτσι να προσδιορίσουν όσα αποκαλούν, κατ’ αναλογία προς τις φυσικές επιστήμες, συσχετίσεις και συναρτήσεις. Δεν αντιλαμβάνονται ότι στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης η στατιστική είναι πάντοτε ιστορία και ότι οι υποτιθέμενες «συσχετίσεις» και «συναρτήσεις» δεν περιγράφουν τίποτε άλλο παρά όσα συνέβησαν σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, ως αποτέλεσμα των πράξεων ενός συγκεκριμένου αριθμού ανθρώπων.41 Ως μέθοδος οικονομικής ανάλυσης, η οικονομετρία είναι ένα παιδαριώδες παιχνίδι με αριθμούς, το οποίο δεν συνεισφέρει τίποτε στη διασαφήνιση των προβλημάτων της οικονομικής πραγματικότητας.
2. Βέβαιη γνώση
Ο ριζοσπαστικός εμπειρισμός απορρίπτει την ιδέα ότι η βέβαιη γνώση σχετικά με τις συνθήκες του σύμπαντος είναι προσιτή στον νου των θνητών ανθρώπων. Θεωρεί τις a priori κατηγορίες της λογικής και των μαθηματικών παραδοχές ή συμβάσεις, ελεύθερα επιλεγμένες λόγω της καταλληλότητάς τους για την απόκτηση του είδους της γνώσης που είναι σε θέση να αποκτήσει ο άνθρωπος. Όλα όσα συνάγονται παραγωγικά από αυτές τις a priori κατηγορίες είναι απλώς ταυτολογικά και δεν παρέχουν καμία πληροφορία σχετικά με την κατάσταση της πραγματικότητας. Ακόμη και αν δεχόμασταν το αστήρικτο δόγμα της κανονικότητας στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των φυσικών συμβάντων, η σφαλερότητα και η ανεπάρκεια των ανθρώπινων αισθήσεων καθιστούν αδύνατο να αποδοθεί βεβαιότητα σε οποιαδήποτε a posteriori γνώση. Εμείς, ως ανθρώπινα όντα, πρέπει να αποδεχθούμε αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Το πώς είναι «πραγματικά» τα πράγματα ή πώς ενδέχεται να εμφανίζονται όταν εξετάζονται από τη σκοπιά μιας υπερανθρώπινης νόησης, ουσιωδώς διαφορετικής από τον ανθρώπινο νου όπως αυτός λειτουργεί κατά την παρούσα περίοδο της κοσμικής ιστορίας, είναι για εμάς ανεξιχνίαστο.
Ωστόσο, αυτός ο ριζικός σκεπτικισμός δεν αφορά την πραξεολογική γνώση. Και η πραξεολογία εκκινεί από μια a priori κατηγορία και προχωρεί μέσω παραγωγικού συλλογισμού. Εντούτοις, οι αντιρρήσεις που προβάλλει ο σκεπτικισμός κατά της αποδεικτικής ισχύος των a priori κατηγοριών και του a priori συλλογισμού δεν ισχύουν γι’ αυτήν. Διότι, όπως πρέπει να τονιστεί και πάλι, η πραγματικότητα της οποίας η διασαφήνιση και η ερμηνεία αποτελούν έργο της πραξεολογίας είναι ομογενής προς τη λογική δομή του ανθρώπινου νου. Ο ανθρώπινος νους γεννά τόσο την ανθρώπινη σκέψη όσο και την ανθρώπινη δράση. Η ανθρώπινη δράση και η ανθρώπινη σκέψη πηγάζουν από την ίδια πηγή και, υπό αυτή την έννοια, είναι ομοιογενείς. Δεν υπάρχει τίποτε στη δομή της δράσης που ο ανθρώπινος νους να μην μπορεί να εξηγήσει πλήρως. Υπό αυτή την έννοια, η πραξεολογία παρέχει βέβαιη γνώση.
Ο άνθρωπος, όπως υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη κατά την παρούσα περίοδο της κοσμικής ιστορίας, ενδέχεται κάποια ημέρα να εξαφανιστεί. Όσο, όμως, υπάρχουν όντα του είδους Homo sapiens, θα υπάρχει ανθρώπινη δράση του κατηγοριακού είδους που πραγματεύεται η πραξεολογία. Υπό αυτή την περιορισμένη έννοια, η πραξεολογία παρέχει ακριβή γνώση των μελλοντικών συνθηκών.
Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης, όλα τα ποσοτικά προσδιορισμένα μεγέθη αναφέρονται μόνο στην ιστορία και δεν παρέχουν καμία γνώση που να έχει σημασία πέρα από τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία που τα γέννησε. Κάθε γενική γνώση, δηλαδή κάθε γνώση που εφαρμόζεται όχι μόνο σε μια συγκεκριμένη συγκυρία του παρελθόντος αλλά σε όλες τις πραξεολογικά ταυτόσημες συγκυρίες τόσο του παρελθόντος όσο και του μέλλοντος, είναι παραγωγική γνώση που απορρέει σε τελευταία ανάλυση από την a priori κατηγορία της δράσης. Ισχύει απαρέγκλιτα για κάθε πραγματικότητα της δράσης, όπως αυτή εμφανίστηκε στο παρελθόν και θα εμφανιστεί στο μέλλον. Παρέχει ακριβή γνώση πραγματικών πραγμάτων.
3. Η αβεβαιότητα του μέλλοντος
Σύμφωνα με μια συχνά παρατιθέμενη ρήση του Auguste Comte, σκοπός των —φυσικών— επιστημών είναι η γνώση, προκειμένου να προβλέπεται τι θα συμβεί στο μέλλον. Οι προβλέψεις αυτές, στον βαθμό που αναφέρονται στα αποτελέσματα της ανθρώπινης δράσης, είναι υπό όρους. Λένε: Εάν Α, τότε Β. Δεν λένε, όμως, τίποτε για την εμφάνιση του Α. Εάν ένας άνθρωπος προσλάβει κυανιούχο κάλιο, θα πεθάνει. Το αν, όμως, θα καταπιεί ή όχι αυτό το δηλητήριο παραμένει απροσδιόριστο.
Οι προβλέψεις της πραξεολογίας είναι, εντός του πεδίου εφαρμογής τους, απολύτως βέβαιες. Δεν μας λένε, όμως, τίποτε για τις αξιολογικές κρίσεις των δρώντων ατόμων και για τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα καθορίσουν τις πράξεις τους. Όλα όσα μπορούμε να γνωρίζουμε για αυτές τις αξιολογικές κρίσεις έχουν τον κατηγοριακό χαρακτήρα της ειδικής κατανόησης των ιστορικών επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Το αν οι προβλέψεις μας σχετικά με τις μελλοντικές αξιολογικές κρίσεις —τις δικές μας ή των άλλων ανθρώπων— και με τα μέσα στα οποία θα προσφύγουμε ή θα προσφύγουν για την προσαρμογή της δράσης σε αυτές τις αξιολογικές κρίσεις θα είναι ορθές ή όχι δεν μπορεί να γίνει γνωστό εκ των προτέρων.
Αυτή η αβεβαιότητα του μέλλοντος αποτελεί ένα από τα κύρια γνωρίσματα της ανθρώπινης κατάστασης. Σκιάζει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής και της δράσης.
Ο άνθρωπος βρίσκεται στο έλεος δυνάμεων και ισχύων που διαφεύγουν του ελέγχου του. Δρα προκειμένου να αποφύγει, όσο το δυνατόν περισσότερο, όσα πιστεύει ότι θα τον βλάψουν. Στην καλύτερη περίπτωση, όμως, μπορεί να επιτύχει μόνο μέσα σε στενά όρια. Και ποτέ δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων σε ποιον βαθμό η δράση του θα επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό και, εάν τον επιτύχει, κατά πόσον αυτή η δράση θα εμφανιστεί εκ των υστέρων —στον ίδιο ή στους άλλους ανθρώπους που την εξετάζουν— ως η καλύτερη επιλογή μεταξύ εκείνων που είχε στη διάθεσή του τη στιγμή που την ανέλαβε.
Η τεχνολογία που βασίζεται στα επιτεύγματα των φυσικών επιστημών αποβλέπει στον πλήρη έλεγχο εντός μιας καθορισμένης σφαίρας, η οποία, βεβαίως, περιλαμβάνει μόνο ένα κλάσμα των συμβάντων που καθορίζουν τη μοίρα του ανθρώπου. Μολονότι η πρόοδος των φυσικών επιστημών τείνει να διευρύνει τη σφαίρα μιας τέτοιας επιστημονικά καθοδηγούμενης δράσης, η σφαίρα αυτή δεν θα καλύψει ποτέ παρά ένα μικρό μόνο μέρος των δυνατών συμβάντων. Ακόμη και μέσα σε αυτά τα όρια, όμως, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει απόλυτη βεβαιότητα. Η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος μπορεί να ματαιωθεί από την εισβολή δυνάμεων που δεν είναι ακόμη επαρκώς γνωστές ή που βρίσκονται πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο. Η εφαρμογή της τεχνολογίας δεν εξαλείφει το στοιχείο της τυχαιότητας από την ανθρώπινη ύπαρξη· απλώς περιορίζει λίγο το πεδίο του. Παραμένει πάντοτε μια σφαίρα η οποία, στην περιορισμένη γνώση του ανθρώπου, εμφανίζεται ως σφαίρα καθαρής τύχης και προσδίδει στη ζωή τον χαρακτήρα τυχερού παιχνιδιού. Ο άνθρωπος και τα έργα του είναι πάντοτε εκτεθειμένοι στην επίδραση απρόβλεπτων και ανεξέλεγκτων συμβάντων. Δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην καλή τύχη για να μην πληγεί από αυτά. Ακόμη και οι βραδύνοες δεν μπορούν να μην αντιληφθούν ότι η ευημερία τους εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση από τη δράση δυνάμεων που υπερβαίνουν την ανθρώπινη σοφία, γνώση, πρόβλεψη και πρόνοια. Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις, κάθε ανθρώπινος σχεδιασμός είναι μάταιος. Αυτό έχει κατά νου η θρησκεία όταν αναφέρεται στις ανεξιχνίαστες βουλές του Ουρανού και στρέφεται στην προσευχή.
4. Ποσοτικοποίηση και κατανόηση κατά τη δράση και στην ιστορία
Πολλά δεδομένα που απασχολούν τον νου, είτε κατά την αναδρομή στο παρελθόν είτε κατά τον σχεδιασμό για το μέλλον, μπορούν να εκφραστούν με αριθμητικούς όρους. Άλλα συναφή μεγέθη μπορούν να αποδοθούν μόνο με λέξεις μιας μη μαθηματικής γλώσσας. Όσον αφορά τέτοια μεγέθη, η ειδική κατανόηση των επιστημών της ανθρώπινης δράσης υποκαθιστά, ούτως ειπείν, τη μέτρηση, η οποία δεν είναι εφικτή.
Υπό αυτή την έννοια, τόσο ο ιστορικός όσο και ο δρων άνθρωπος μιλούν για τη σημασία διαφορετικών συμβάντων και πράξεων ως προς την πρόκληση άλλων συμβάντων και συγκεκριμένων καταστάσεων πραγμάτων. Υπό αυτή την έννοια, διακρίνουν μεταξύ περισσότερο και λιγότερο σημαντικών συμβάντων και γεγονότων, καθώς και μεταξύ μεγαλύτερων και μικρότερων ανθρώπων.
Οι εσφαλμένες κρίσεις σε αυτή την οιονεί ποσοτική αξιολόγηση της πραγματικότητας είναι ολέθριες όταν υπεισέρχονται στον σχεδιασμό πράξεων. Οι εικασίες είναι καταδικασμένες να αποτύχουν εάν βασίζονται σε μια απατηλή πρόβλεψη των μελλοντικών συνθηκών. Ακόμη και αν είναι «ποιοτικά» ορθές, δηλαδή εάν οι συνθήκες που προέβλεψαν πράγματι εμφανιστούν, μπορούν να επιφέρουν καταστροφή εάν είναι «ποσοτικά» εσφαλμένες, δηλαδή εάν έχουν σφάλει ως προς το μέγεθος των αποτελεσμάτων ή ως προς τον χρόνο εμφάνισής τους. Αυτό ακριβώς καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνες τις μακροπρόθεσμες εικασίες των πολιτικών ανδρών και των επιχειρηματιών.
5. Η επισφάλεια της πρόβλεψης στις ανθρώπινες υποθέσεις
Όταν προβλέπει τι ενδέχεται ή τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, ο άνθρωπος μπορεί είτε να έχει δίκιο είτε να σφάλλει. Η πρόβλεψή του για τα μελλοντικά συμβάντα, όμως, δεν μπορεί να επηρεάσει την πορεία της φύσης. Ό,τι και αν αναμένει ο άνθρωπος, η φύση θα ακολουθήσει τη δική της πορεία, ανεπηρέαστη από οποιεσδήποτε ανθρώπινες προσδοκίες, επιθυμίες, ευχές και ελπίδες.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά στη σφαίρα στην οποία μπορεί να επενεργήσει η ανθρώπινη δράση. Μια πρόβλεψη μπορεί να αποδειχθεί εσφαλμένη εάν παρακινήσει τους ανθρώπους να ενεργήσουν επιτυχώς κατά τρόπο που αποσκοπεί στην αποτροπή της επέλευσης των προβλεπόμενων συμβάντων. Εκείνο που ωθεί τους ανθρώπους να ακούν τις γνώμες των μάντεων ή να τους συμβουλεύονται είναι συχνά η επιθυμία να αποτρέψουν την επέλευση ανεπιθύμητων συμβάντων τα οποία, σύμφωνα με αυτές τις προφητείες, τους επιφυλάσσει το μέλλον. Εάν, από την άλλη πλευρά, όσα τους υποσχόταν ο χρησμός συμφωνούσαν με τις επιθυμίες τους, μπορούσαν να αντιδράσουν στην προφητεία με δύο τρόπους. Έχοντας εμπιστοσύνη στον χρησμό, μπορούσαν είτε να επαναπαυθούν και να παραμελήσουν όσα έπρεπε να γίνουν για να επιτευχθεί ο προαναγγελθείς σκοπός είτε, γεμάτοι αυτοπεποίθηση, να διπλασιάσουν την προσπάθειά τους για την επίτευξη του επιθυμητού σκοπού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το περιεχόμενο της προφητείας είχε τη δύναμη να εκτρέψει την πορεία των πραγμάτων από την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε ελλείψει μιας πρόβλεψης με υποτιθέμενο κύρος.
Μπορούμε να διασαφηνίσουμε το ζήτημα αναφερόμενοι στις επιχειρηματικές προβλέψεις. Εάν οι άνθρωποι πληροφορηθούν τον Μάιο ότι η τρέχουσα οικονομική άνθηση θα συνεχιστεί για αρκετούς μήνες και δεν θα καταλήξει σε κατάρρευση πριν από τον Δεκέμβριο, θα επιχειρήσουν να πωλήσουν το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε πριν από τον Δεκέμβριο. Τότε η οικονομική άνθηση θα τερματιστεί πριν από την ημέρα που προσδιόριζε η πρόβλεψη.
6. Η οικονομική πρόβλεψη και η θεωρία των τάσεων
Η οικονομική επιστήμη μπορεί να προβλέψει τα αποτελέσματα που πρέπει να αναμένονται από την προσφυγή σε συγκεκριμένα μέτρα οικονομικής πολιτικής. Μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα αν μια συγκεκριμένη πολιτική είναι ικανή να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς και, εάν η απάντηση είναι αρνητική, ποια θα είναι τα πραγματικά της αποτελέσματα. Βεβαίως, όμως, αυτή η πρόβλεψη μπορεί να είναι μόνο «ποιοτική». Δεν μπορεί να είναι «ποσοτική», καθώς δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ των σχετικών παραγόντων και αποτελεσμάτων. Η πρακτική αξία της οικονομικής επιστήμης έγκειται σε αυτή τη σαφώς οριοθετημένη ικανότητα πρόβλεψης της έκβασης συγκεκριμένων μέτρων.
Όσοι απορρίπτουν την απριοριστική οικονομική επιστήμη λόγω του απριορισμού της, οι οπαδοί των διαφόρων σχολών του ιστορισμού και του θεσμισμού, θα όφειλαν, από τη σκοπιά των δικών τους επιστημολογικών αρχών, να απέχουν από τη διατύπωση οποιασδήποτε κρίσης σχετικά με τα μελλοντικά αποτελέσματα που πρέπει να αναμένονται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη πολιτική. Δεν μπορούν καν να γνωρίζουν τι επέφερε στο παρελθόν ένα συγκεκριμένο μέτρο, όποτε εφαρμόστηκε. Διότι ό,τι συνέβη ήταν πάντοτε αποτέλεσμα της συνδυασμένης επενέργειας ενός πλήθους παραγόντων. Το εν λόγω μέτρο ήταν ένας μόνο από τους πολλούς παράγοντες που συνέβαλαν στην εμφάνιση του τελικού αποτελέσματος. Αλλά ακόμη και αν αυτοί οι μελετητές είναι αρκετά τολμηροί ώστε να υποστηρίξουν ότι ένα συγκεκριμένο μέτρο στο παρελθόν οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δεν θα δικαιολογούνταν —από τη σκοπιά των δικών τους αρχών— να υποθέσουν ότι, ως εκ τούτου, το ίδιο αποτέλεσμα θα επιτευχθεί και στο μέλλον. Ένας συνεπής ιστορισμός και ένας συνεπής θεσμισμός θα έπρεπε να απέχουν από τη διατύπωση οποιασδήποτε γνώμης σχετικά με τα —κατ’ ανάγκην μελλοντικά— αποτελέσματα οποιουδήποτε μέτρου ή οποιασδήποτε πολιτικής. Θα έπρεπε να περιορίσουν τις διδασκαλίες τους στην πραγμάτευση της οικονομικής ιστορίας. (Μπορούμε να παρακάμψουμε το ερώτημα πώς θα μπορούσε να γίνει πραγμάτευση της οικονομικής ιστορίας χωρίς οικονομική θεωρία.)
Ωστόσο, το ενδιαφέρον του κοινού για τις μελέτες που χαρακτηρίζονται οικονομικές οφείλεται εξ ολοκλήρου στην προσδοκία ότι μπορεί κανείς να μάθει κάτι για τις μεθόδους στις οποίες πρέπει να προσφύγει προκειμένου να επιτύχει συγκεκριμένους σκοπούς. Οι φοιτητές που παρακολουθούν τα μαθήματα των καθηγητών της «οικονομικής επιστήμης», όπως και οι κυβερνήσεις που διορίζουν «οικονομικούς» συμβούλους, επιθυμούν διακαώς να λάβουν πληροφορίες για το μέλλον, όχι για το παρελθόν. Όλα όσα μπορούν, όμως, να τους πουν αυτοί οι ειδικοί, εάν παραμείνουν πιστοί στις δικές τους επιστημολογικές αρχές, αφορούν το παρελθόν.
Για να παρηγορήσουν τους πελάτες τους —πολιτικούς άνδρες, επιχειρηματίες και φοιτητές— αυτοί οι μελετητές ανέπτυξαν τη θεωρία των τάσεων. Υποθέτουν ότι οι τάσεις που επικρατούσαν στο πρόσφατο παρελθόν —το οποίο συχνά αποκαλείται ακατάλληλα παρόν— θα συνεχιστούν και στο μέλλον. Εάν θεωρούν την τάση ανεπιθύμητη, συνιστούν μέτρα για τη μεταβολή της. Εάν τη θεωρούν επιθυμητή, τείνουν να τη χαρακτηρίζουν αναπόφευκτη και ακατανίκητη και δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι τάσεις που εκδηλώθηκαν στην ιστορία μπορούν να μεταβληθούν, ότι συχνά —ή μάλλον πάντοτε— πράγματι μεταβλήθηκαν και ότι ενδέχεται να μεταβληθούν ακόμη και στο άμεσο μέλλον.
7. Λήψη αποφάσεων
Υπάρχουν συρμοί και μόδες στην πραγμάτευση των επιστημονικών προβλημάτων και στην ορολογία της επιστημονικής γλώσσας.
Εκείνο που η πραξεολογία αποκαλεί επιλογή ονομάζεται σήμερα, στον βαθμό που αφορά την επιλογή μέσων, λήψη αποφάσεων. Ο νεολογισμός αυτός αποσκοπεί στο να αποσπάσει την προσοχή από το γεγονός ότι εκείνο που έχει σημασία δεν είναι απλώς να γίνει μια επιλογή, αλλά να γίνει η καλύτερη δυνατή επιλογή. Αυτό σημαίνει να ενεργεί κανείς κατά τρόπο ώστε να μην ικανοποιείται κανένας λιγότερο επιτακτικά επιθυμητός σκοπός, εάν η ικανοποίησή του εμποδίζει την επίτευξη ενός περισσότερο επιτακτικά επιθυμητού σκοπού. Στις παραγωγικές διαδικασίες που κατευθύνονται, στην οικονομία της αγοράς, από επιχειρήσεις οι οποίες επιδιώκουν το κέρδος, αυτό επιτυγχάνεται στον βαθμό του δυνατού με τη νοητική συνδρομή του οικονομικού υπολογισμού. Σε ένα αυτάρκες, κλειστό, σοσιαλιστικό σύστημα, το οποίο δεν μπορεί να προσφύγει σε κανέναν οικονομικό υπολογισμό, η λήψη αποφάσεων σχετικά με τα μέσα δεν είναι παρά τυχερό παιχνίδι.
8. Επιβεβαίωση και διαψευσιμότητα
Στις φυσικές επιστήμες, μια θεωρία μπορεί να διατηρηθεί μόνο εφόσον συμφωνεί με τα πειραματικώς διαπιστωμένα γεγονότα. Μέχρι πρόσφατα, η συμφωνία αυτή θεωρούνταν επιβεβαίωση. Ο Karl Popper, το 1935, στο Logik und Forschung,42 επισήμανε ότι τα γεγονότα δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν μια θεωρία· μπορούν μόνο να τη διαψεύσουν. Επομένως, μια ορθότερη διατύπωση πρέπει να δηλώνει: Μια θεωρία δεν μπορεί να διατηρηθεί εάν διαψεύδεται από τα δεδομένα της εμπειρίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εμπειρία περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του επιστήμονα κατά τη συγκρότηση θεωριών. Μια υπόθεση πρέπει να εγκαταλείπεται όταν τα πειράματα δείχνουν ότι είναι ασυμβίβαστη με τα διαπιστωμένα γεγονότα της εμπειρίας.
Είναι προφανές ότι όλα αυτά δεν μπορούν να αφορούν με κανέναν τρόπο τα προβλήματα των επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Σε αυτή τη σφαίρα δεν υπάρχουν πειραματικώς διαπιστωμένα γεγονότα. Κάθε εμπειρία σε αυτό το πεδίο είναι, όπως πρέπει να επαναλαμβάνεται διαρκώς, ιστορική εμπειρία, δηλαδή εμπειρία σύνθετων φαινομένων. Μια τέτοια εμπειρία δεν μπορεί ποτέ να παραγάγει κάτι που να έχει τον λογικό χαρακτήρα εκείνου που οι φυσικές επιστήμες αποκαλούν «γεγονότα της εμπειρίας».
Εάν αποδεχθεί κανείς την ορολογία του λογικού θετικισμού και ειδικότερα εκείνη του Popper, μια θεωρία ή υπόθεση είναι «μη επιστημονική» εάν δεν μπορεί κατ’ αρχήν να διαψευστεί από την εμπειρία. Κατά συνέπεια, όλες οι a priori θεωρίες, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών και της πραξεολογίας, είναι «μη επιστημονικές». Αυτό αποτελεί απλώς λεκτική μικρολογία. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν σπαταλά τον χρόνο του συζητώντας ένα τέτοιο ορολογικό ζήτημα. Η πραξεολογία και η οικονομική επιστήμη θα διατηρήσουν την πρωταρχική σημασία τους για την ανθρώπινη ζωή και δράση, όπως και αν τις ταξινομούν και τις περιγράφουν οι άνθρωποι.
Το κύρος που απολαμβάνουν οι φυσικές επιστήμες στο ευρύ κοινό του πολιτισμού μας δεν θεμελιώνεται, βεβαίως, στην απλώς αρνητική συνθήκη ότι τα θεωρήματά τους δεν έχουν διαψευστεί. Πέρα από την έκβαση των εργαστηριακών πειραμάτων, υπάρχει το γεγονός ότι οι μηχανές και όλα τα άλλα τεχνικά μέσα που κατασκευάζονται σύμφωνα με τα διδάγματα της επιστήμης λειτουργούν κατά τον τρόπο που αναμενόταν βάσει αυτών των διδαγμάτων. Οι ηλεκτροκίνητοι κινητήρες και μηχανές παρέχουν επιβεβαίωση των θεωριών του ηλεκτρισμού στις οποίες βασίστηκαν η παραγωγή και η λειτουργία τους. Καθισμένοι σε ένα δωμάτιο που φωτίζεται από ηλεκτρικούς λαμπτήρες, διαθέτει τηλέφωνο, δροσίζεται από ηλεκτρικό ανεμιστήρα και καθαρίζεται με ηλεκτρική σκούπα, τόσο ο φιλόσοφος όσο και ο μη ειδικός δεν μπορούν παρά να παραδεχθούν ότι οι θεωρίες του ηλεκτρισμού ενδέχεται να περιέχουν κάτι περισσότερο από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν διαψευστεί από κάποιο πείραμα.
9. Η εξέταση των πραξεολογικών θεωρημάτων
Ο επιστημολόγος που εκκινεί τους σχολαστικούς στοχασμούς του από την ανάλυση των μεθόδων των φυσικών επιστημών και του οποίου οι παρωπίδες τον εμποδίζουν να αντιληφθεί οτιδήποτε πέρα από αυτό το πεδίο μάς λέει απλώς ότι οι φυσικές επιστήμες είναι φυσικές επιστήμες και ότι ό,τι δεν είναι φυσική επιστήμη δεν είναι φυσική επιστήμη. Για τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης δεν γνωρίζει τίποτε και, επομένως, όλα όσα λέει γι’ αυτές δεν έχουν καμία βαρύτητα.
Δεν αποτελεί ανακάλυψη αυτών των συγγραφέων το γεγονός ότι οι θεωρίες της πραξεολογίας δεν μπορούν ούτε να διαψευστούν μέσω πειραμάτων ούτε να επιβεβαιωθούν μέσω της επιτυχούς χρησιμοποίησής τους στην κατασκευή διαφόρων συσκευών. Αυτά τα γεγονότα αποτελούν ακριβώς μία όψη του προβλήματός μας.
Η θετικιστική θεωρία ενέχει την αντίληψη ότι η φύση και η πραγματικότητα, παρέχοντας τα αισθητηριακά δεδομένα που καταγράφουν οι προτάσεις πρωτοκόλλου, γράφουν τη δική τους ιστορία επάνω στο λευκό φύλλο του ανθρώπινου νου. Το είδος εμπειρίας στο οποίο αναφέρονται οι θετικιστές όταν μιλούν για επαληθευσιμότητα και διαψευσιμότητα είναι, όπως πιστεύουν, κάτι που δεν εξαρτάται με κανέναν τρόπο από τη λογική δομή του ανθρώπινου νου. Παρέχει μια πιστή εικόνα της πραγματικότητας. Από την άλλη πλευρά, υποθέτουν ότι ο λόγος είναι αυθαίρετος και, επομένως, επιρρεπής σε σφάλματα και παρερμηνείες.
Η θεωρία αυτή όχι μόνο δεν λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο σφάλματος κατά τη σύλληψη των αισθητών αντικειμένων· δεν αντιλαμβάνεται ότι η αντίληψη είναι κάτι περισσότερο από απλή αισθητηριακή σύλληψη, ότι αποτελεί διανοητική πράξη την οποία επιτελεί ο νους. Ως προς αυτό συμφωνούν τόσο ο συνειρμισμός όσο και η μορφολογική ψυχολογία. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποδίδεται στην ενέργεια που επιτελεί ο νους όταν αποκτά επίγνωση ενός εξωτερικού αντικειμένου υψηλότερο επιστημολογικό κύρος από εκείνο που αποδίδεται στην ενέργεια που επιτελεί όταν περιγράφει τους δικούς του τρόπους λειτουργίας.
Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν είναι πιο βέβαιο για τον ανθρώπινο νου από όσα αναδεικνύει η κατηγορία της ανθρώπινης δράσης. Δεν υπάρχει ανθρώπινο ον στο οποίο να είναι ξένη η πρόθεση να αντικαταστήσει, μέσω κατάλληλης συμπεριφοράς, μια κατάσταση πραγμάτων που θα επικρατούσε εάν δεν παρενέβαινε με μια άλλη κατάσταση πραγμάτων. Μόνο όπου υπάρχει δράση υπάρχουν άνθρωποι.
Όσα γνωρίζουμε για τις δικές μας πράξεις και για εκείνες των άλλων ανθρώπων εξαρτώνται από την εξοικείωσή μας με την κατηγορία της δράσης, την οποία οφείλουμε σε μια διαδικασία αυτοεξέτασης και ενδοσκόπησης, καθώς και κατανόησης της συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων. Η αμφισβήτηση αυτής της επίγνωσης είναι εξίσου αδύνατη με την αμφισβήτηση του γεγονότος ότι είμαστε ζωντανοί.
Όποιος θέλει να προσβάλει ένα πραξεολογικό θεώρημα πρέπει να ανατρέξει, βήμα προς βήμα, στη συλλογιστική από την οποία αυτό προέκυψε, μέχρι να φθάσει σε ένα σημείο της αλυσίδας του συλλογισμού όπου μπορεί να αποκαλυφθεί ένα λογικό σφάλμα. Εάν, όμως, αυτή η αναδρομική εξέταση της παραγωγής του θεωρήματος καταλήξει στην κατηγορία της δράσης χωρίς να έχει εντοπίσει ελαττωματικό κρίκο στην αλυσίδα του συλλογισμού, το θεώρημα επιβεβαιώνεται πλήρως. Όσοι θετικιστές απορρίπτουν ένα τέτοιο θεώρημα χωρίς να το έχουν υποβάλει σε αυτή την εξέταση δεν είναι λιγότερο ανόητοι από εκείνους τους αστρονόμους του δέκατου έβδομου αιώνα που αρνήθηκαν να κοιτάξουν μέσα από το τηλεσκόπιο το οποίο θα τους έδειχνε ότι ο Γαλιλαίος είχε δίκιο και εκείνοι άδικο.
Κεφάλαιο 5: Περί ορισμένων διαδεδομένων πλανών σχετικά με το πεδίο και τη μέθοδο της οικονομικής επιστήμης
1. Ο μύθος της έρευνας
Οι διαδεδομένες αντιλήψεις σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούν ή οφείλουν να χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι στις μελέτες τους διαμορφώνονται από την πεποίθηση ότι οι μέθοδοι των φυσικών επιστημών είναι κατάλληλες και για τη μελέτη της ανθρώπινης δράσης. Ο μύθος αυτός ενισχύεται από τη συνήθη χρήση των όρων, η οποία συγχέει την οικονομική ιστορία με την οικονομική επιστήμη. Ο ιστορικός, είτε πραγματεύεται αυτό που αποκαλείται γενική ιστορία είτε την οικονομική ιστορία, οφείλει να μελετά και να αναλύει τα διαθέσιμα τεκμήρια. Πρέπει να επιδίδεται σε έρευνα. Μολονότι οι ερευνητικές δραστηριότητες ενός ιστορικού διαφέρουν επιστημολογικά και μεθοδολογικά από εκείνες ενός φυσικού ή ενός βιολόγου, δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο στη χρήση της ίδιας ονομασίας για όλες, δηλαδή της έρευνας. Η έρευνα δεν είναι μόνο χρονοβόρα. Είναι επίσης, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, δαπανηρή.
Η οικονομική επιστήμη, όμως, δεν είναι ιστορία. Η οικονομική επιστήμη αποτελεί κλάδο της πραξεολογίας, της απριοριστικής θεωρίας της ανθρώπινης δράσης. Ο οικονομολόγος δεν θεμελιώνει τις θεωρίες του στην ιστορική έρευνα, αλλά στη θεωρητική σκέψη, όπως εκείνη του μελετητή της λογικής ή του μαθηματικού. Μολονότι η ιστορία, όπως και όλες οι άλλες επιστήμες, αποτελεί υπόβαθρο των μελετών του, δεν αντλεί τη γνώση του απευθείας από την ιστορία. Αντιθέτως, η οικονομική ιστορία είναι εκείνη που χρειάζεται να ερμηνευθεί με τη βοήθεια των θεωριών που αναπτύσσει η οικονομική επιστήμη.
Ο λόγος είναι προφανής, όπως έχει ήδη επισημανθεί. Ο ιστορικός δεν μπορεί ποτέ να συναγάγει θεωρήματα περί αιτίας και αποτελέσματος από την ανάλυση του διαθέσιμου υλικού. Η ιστορική εμπειρία δεν είναι εργαστηριακή εμπειρία. Είναι εμπειρία σύνθετων φαινομένων, της έκβασης της συνδυασμένης επενέργειας διαφόρων δυνάμεων.
Αυτό δείχνει γιατί είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι «ακόμη και η παραγωγική οικονομική επιστήμη αντλεί από την παρατήρηση τις έσχατες προκείμενές της».43 Εκείνο που μπορούμε να «παρατηρήσουμε» είναι πάντοτε μόνο σύνθετα φαινόμενα. Όσα μπορεί να μας πει η οικονομική ιστορία, η παρατήρηση ή η εμπειρία είναι γεγονότα όπως τα εξής: Κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου του παρελθόντος, ο ανθρακωρύχος John, στα ανθρακωρυχεία της εταιρείας Χ στο χωριό Υ, αμειβόταν με δολάρια για μια εργάσιμη ημέρα ωρών. Δεν υπάρχει κανένας δρόμος που να οδηγεί από τη συγκέντρωση τέτοιων και παρόμοιων δεδομένων σε οποιαδήποτε θεωρία σχετικά με τους παράγοντες που καθορίζουν το ύψος των μισθών.
Υπάρχουν πολυάριθμα ιδρύματα υποτιθέμενης οικονομικής έρευνας. Συλλέγουν ποικίλο υλικό, σχολιάζουν κατά τρόπο περισσότερο ή λιγότερο αυθαίρετο τα συμβάντα στα οποία αναφέρεται αυτό το υλικό και μάλιστα τολμούν να διατυπώνουν, βάσει αυτής της γνώσης του παρελθόντος, προγνώσεις σχετικά με τη μελλοντική πορεία των επιχειρηματικών υποθέσεων. Θεωρώντας την πρόβλεψη του μέλλοντος κύριο σκοπό τους, αποκαλούν τις σειρές δεδομένων που συλλέγουν «εργαλεία». Θεωρώντας την εκπόνηση σχεδίων κυβερνητικής δράσης τη σημαντικότερη ενασχόλησή τους, φιλοδοξούν να αναλάβουν τον ρόλο ενός «οικονομικού γενικού επιτελείου» που επικουρεί τον ανώτατο διοικητή της οικονομικής προσπάθειας του έθνους. Ανταγωνιζόμενα τα ερευνητικά ινστιτούτα των φυσικών επιστημών για επιχορηγήσεις από το κράτος και από ιδρύματα, αποκαλούν τα γραφεία τους «εργαστήρια» και τις μεθόδους τους «πειραματικές». Η προσπάθειά τους μπορεί, από ορισμένες απόψεις, να τύχει μεγάλης εκτίμησης. Δεν είναι, όμως, οικονομική επιστήμη. Είναι οικονομική ιστορία του πρόσφατου παρελθόντος.
2. Η μελέτη των κινήτρων
Η κοινή γνώμη εξακολουθεί να υφίσταται τις συνέπειες της αποτυχίας της κλασικής οικονομικής επιστήμης να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αξίας. Αδυνατώντας να επιλύσουν το φαινομενικό παράδοξο της αξιολόγησης, οι κλασικοί οικονομολόγοι δεν μπορούσαν να αναγάγουν την αλυσίδα των συναλλαγών της αγοράς στον καταναλωτή, αλλά ήταν αναγκασμένοι να εκκινούν τον συλλογισμό τους από τις πράξεις του επιχειρηματία, για τον οποίο οι αξιολογήσεις των αγοραστών αποτελούν δεδομένο γεγονός. Η συμπεριφορά του επιχειρηματία υπό την ιδιότητά του ως εμπόρου που εξυπηρετεί το κοινό περιγράφεται εύστοχα από τον τύπο: Αγόραζε στη φθηνότερη αγορά και πούλα στην ακριβότερη. Το δεύτερο μέρος αυτού του τύπου αναφέρεται στη συμπεριφορά των αγοραστών, των οποίων οι αξιολογήσεις καθορίζουν το ύψος των τιμών που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για τα εμπορεύματα. Δεν λέγεται, όμως, τίποτε για τη διαδικασία που διαμορφώνει αυτές τις αξιολογήσεις. Αντιμετωπίζονται ως δεδομένα. Εάν αποδεχθεί κανείς αυτόν τον υπεραπλουστευμένο τύπο, είναι ασφαλώς δυνατόν να διακρίνει μεταξύ συμπεριφοράς με επιχειρηματικά κριτήρια —η οποία εσφαλμένα αποκαλείται οικονομική ή ορθολογική συμπεριφορά— και συμπεριφοράς που καθορίζεται από άλλες εκτιμήσεις εκτός των επιχειρηματικών —η οποία εσφαλμένα αποκαλείται μη οικονομική ή ανορθολογική συμπεριφορά. Αυτός ο τρόπος ταξινόμησης, όμως, δεν έχει κανένα νόημα εάν τον εφαρμόσουμε στη συμπεριφορά του καταναλωτή.
Η βλάβη που προκάλεσαν αυτές και άλλες παρόμοιες απόπειρες διάκρισης συνίστατο στο ότι απομάκρυναν την οικονομική επιστήμη από την πραγματικότητα. Έργο της οικονομικής επιστήμης, όπως την ασκούσαν πολλοί επίγονοι των κλασικών οικονομολόγων, ήταν να πραγματεύεται όχι τα συμβάντα όπως πράγματι συνέβαιναν, αλλά μόνο τις δυνάμεις που συνέβαλλαν, κατά κάποιον όχι σαφώς καθορισμένο τρόπο, στην επέλευση όσων πράγματι συνέβαιναν. Η οικονομική επιστήμη δεν απέβλεπε στην πραγματικότητα στην εξήγηση της διαμόρφωσης των τιμών της αγοράς, αλλά στην περιγραφή κάποιου πράγματος που, μαζί με άλλους παράγοντες, διαδραμάτιζε σε αυτή τη διαδικασία έναν ορισμένο, όχι σαφώς περιγραφόμενο ρόλο. Ουσιαστικά, δεν πραγματευόταν πραγματικά ζωντανά όντα, αλλά ένα φάντασμα, τον «οικονομικό άνθρωπο», ένα πλάσμα ουσιωδώς διαφορετικό από τον πραγματικό άνθρωπο.
Ο παραλογισμός αυτής της θεωρίας καθίσταται έκδηλος μόλις τεθεί το ερώτημα σε τι διαφέρει αυτός ο οικονομικός άνθρωπος από τον πραγματικό άνθρωπο. Θεωρείται απολύτως εγωιστής, παντογνώστης και προσηλωμένος αποκλειστικά στη συσσώρευση ολοένα και περισσότερου πλούτου. Για τον καθορισμό των τιμών της αγοράς, όμως, δεν έχει καμία σημασία αν ένας «εγωιστής» αγοραστής αγοράζει επειδή θέλει να απολαύσει ο ίδιος αυτό που αγόρασε ή αν ένας «αλτρουιστής» αγοραστής αγοράζει για κάποιους άλλους λόγους, επί παραδείγματι για να προσφέρει ένα δώρο σε φιλανθρωπικό ίδρυμα. Ούτε έχει καμία σημασία στην αγορά αν ο καταναλωτής, όταν αγοράζει, καθοδηγείται από απόψεις τις οποίες ένας αμέτοχος παρατηρητής θεωρεί αληθείς ή ψευδείς. Αγοράζει επειδή πιστεύει ότι η απόκτηση του συγκεκριμένου εμπορεύματος θα τον ικανοποιήσει περισσότερο από ό,τι η διατήρηση των χρημάτων ή η δαπάνη τους για κάτι άλλο. Είτε αποβλέπει στη συσσώρευση πλούτου είτε όχι, αποβλέπει πάντοτε στη χρησιμοποίηση όσων κατέχει για εκείνους τους σκοπούς που, όπως πιστεύει, θα τον ικανοποιήσουν περισσότερο.
Υπάρχει ένα μόνο κίνητρο που καθορίζει όλες τις πράξεις όλων των ανθρώπων: η άρση, άμεσα ή έμμεσα και στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, κάθε αισθητής δυσφορίας. Κατά την επιδίωξη αυτού του σκοπού, οι άνθρωποι υπόκεινται σε όλες τις ατέλειες και αδυναμίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκείνο που καθορίζει την πραγματική πορεία των συμβάντων, τη διαμόρφωση των τιμών και όλα τα άλλα φαινόμενα που κοινώς αποκαλούνται οικονομικά, καθώς και όλα τα άλλα συμβάντα της ανθρώπινης ιστορίας, είναι οι στάσεις αυτών των επιρρεπών στο σφάλμα ανθρώπων και τα αποτελέσματα που παράγουν οι πράξεις τους, οι οποίες επίσης υπόκεινται σε σφάλματα. Η υπεροχή της προσέγγισης της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης της οριακής χρησιμότητας συνίσταται στο γεγονός ότι λαμβάνει πλήρως υπόψη αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Δεν πραγματεύεται τις πράξεις ενός ιδεατού ανθρώπου, ουσιωδώς διαφορετικού από τον πραγματικό άνθρωπο, αλλά τις επιλογές όλων όσοι συμμετέχουν στην κοινωνική συνεργασία υπό τον καταμερισμό της εργασίας.
Η οικονομική επιστήμη, λένε πολλοί από τους επικριτές της, υποθέτει ότι ο καθένας συμπεριφέρεται σε όλες του τις πράξεις κατά τρόπο απολύτως «ορθολογικό» και αποβλέπει αποκλειστικά στο υψηλότερο δυνατό κέρδος, όπως οι κερδοσκόποι που αγοράζουν και πωλούν στο χρηματιστήριο. Ο πραγματικός άνθρωπος, όμως, υποστηρίζουν, είναι διαφορετικός. Αποβλέπει και σε άλλους σκοπούς πέρα από το υλικό όφελος που μπορεί να εκφραστεί με χρηματικούς όρους.
Σε αυτόν τον διαδεδομένο συλλογισμό υπάρχει ένα ολόκληρο πλέγμα σφαλμάτων και παρανοήσεων. Ο άνθρωπος που δραστηριοποιείται στο χρηματιστήριο καθοδηγείται σε αυτή τη δραστηριότητα από μία μόνο πρόθεση: να αυξήσει την περιουσία του. Ακριβώς η ίδια πρόθεση, όμως, εμψυχώνει την αποκτητική δραστηριότητα όλων των άλλων ανθρώπων. Ο αγρότης θέλει να πωλήσει την παραγωγή του στην υψηλότερη τιμή που μπορεί να επιτύχει και ο μισθωτός επιθυμεί διακαώς να πωλήσει την προσπάθειά του στην υψηλότερη δυνατή τιμή. Το γεγονός ότι, κατά τη σύγκριση της προσφερόμενης αμοιβής, ο πωλητής εμπορευμάτων ή υπηρεσιών λαμβάνει υπόψη όχι μόνο όσα εισπράττει σε χρηματικούς όρους αλλά και όλα τα άλλα συναφή οφέλη συνάδει πλήρως με τη συμπεριφορά του όπως αυτή χαρακτηρίζεται στην παρούσα περιγραφή.
Οι συγκεκριμένοι σκοποί στους οποίους αποβλέπουν οι άνθρωποι κατά τη δράση τους διαφέρουν πολύ και μεταβάλλονται διαρκώς. Κάθε δράση, όμως, υποκινείται πάντοτε από ένα μόνο κίνητρο: να αντικατασταθεί η κατάσταση που θα επικρατούσε ελλείψει της δράσης του δρώντος από μια κατάσταση που του ταιριάζει περισσότερο.
3. Θεωρία και πράξη
Μια διαδεδομένη άποψη θεωρεί την οικονομική επιστήμη επιστήμη των επιχειρηματικών συναλλαγών. Υποθέτει ότι η οικονομική επιστήμη έχει προς τις δραστηριότητες του επιχειρηματία την ίδια σχέση που έχει ο κλάδος της τεχνολογίας, ο οποίος διδάσκεται στις σχολές και εκτίθεται στα βιβλία, προς τις δραστηριότητες των μηχανικών, των τεχνικών και των τεχνιτών. Ο επιχειρηματίας πραγματοποιεί όσα ο οικονομολόγος απλώς συζητά και περιγράφει στα γραπτά του. Επομένως, ο επιχειρηματίας, υπό την ιδιότητά του ως ανθρώπου της πράξης, διαθέτει για τα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης μια καλύτερα θεμελιωμένη και περισσότερο ρεαλιστική γνώση, μια εκ των έσω πληροφόρηση, σε σύγκριση με τον θεωρητικό που παρατηρεί τις εμπορικές υποθέσεις εκ των έξω. Η καλύτερη μέθοδος που μπορεί να επιλέξει ο θεωρητικός για να μάθει κάτι σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες είναι να ακούει όσα λένε εκείνοι που ενεργούν στην πράξη.
Ωστόσο, η οικονομική επιστήμη δεν αφορά ειδικά τις επιχειρήσεις· πραγματεύεται όλα τα φαινόμενα της αγοράς και όλες τις πτυχές τους, όχι μόνο τις δραστηριότητες ενός επιχειρηματία. Η συμπεριφορά του καταναλωτή —δηλαδή του καθενός— αποτελεί αντικείμενο των οικονομικών μελετών εξίσου με τη συμπεριφορά οποιουδήποτε άλλου. Ο επιχειρηματίας, υπό την ιδιότητά του ως επιχειρηματία, δεν συνδέεται στενότερα ούτε εμπλέκεται περισσότερο στη διαδικασία που παράγει τα φαινόμενα της αγοράς από οποιονδήποτε άλλον. Η θέση του οικονομολόγου απέναντι στο αντικείμενο των μελετών του δεν πρέπει να συγκρίνεται με τη θέση του συγγραφέα βιβλίων τεχνολογίας απέναντι στους μηχανικούς και τους εργάτες της πράξης, αλλά μάλλον με τη θέση του βιολόγου απέναντι στα έμβια όντα —συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων— των οποίων τις ζωτικές λειτουργίες προσπαθεί να περιγράψει. Ειδικοί στην οφθαλμολογία δεν είναι οι άνθρωποι με την καλύτερη όραση, αλλά οι οφθαλμίατροι, ακόμη και αν είναι μύωπες.
Είναι ιστορικό γεγονός ότι ορισμένοι επιχειρηματίες, με προεξάρχοντα τον David Ricardo, συνέβαλαν εξαιρετικά στην οικονομική θεωρία. Υπήρξαν, όμως, και άλλοι διαπρεπείς οικονομολόγοι που ήταν «απλώς» θεωρητικοί. Το πρόβλημα με τον κλάδο που διδάσκεται σήμερα στα περισσότερα πανεπιστήμια υπό την παραπλανητική ονομασία της οικονομικής επιστήμης δεν είναι ότι οι διδάσκοντες και οι συγγραφείς των εγχειριδίων είτε δεν είναι επιχειρηματίες είτε απέτυχαν στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Το σφάλμα έγκειται στην άγνοιά τους για την οικονομική επιστήμη και στην αδυναμία τους να σκέπτονται λογικά.
Ο οικονομολόγος —όπως ο βιολόγος και ο ψυχολόγος— πραγματεύεται πράγματα που είναι παρόντα και επενεργούν σε κάθε άνθρωπο. Αυτό διακρίνει το έργο του από εκείνο του εθνολόγου που θέλει να καταγράψει τα ήθη και τις συνήθειες μιας πρωτόγονης φυλής. Ο οικονομολόγος δεν χρειάζεται να μετακινηθεί· μπορεί, παρά όλους τους χλευασμούς, όπως ο μελετητής της λογικής και ο μαθηματικός, να επιτελέσει το έργο του καθισμένος σε μια πολυθρόνα. Εκείνο που τον διακρίνει από τους άλλους ανθρώπους δεν είναι η προνομιακή δυνατότητα πρόσβασης σε κάποιο ιδιαίτερο υλικό απρόσιτο στους άλλους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξετάζει τα πράγματα και ανακαλύπτει σε αυτά πτυχές που οι άλλοι δεν αντιλαμβάνονται. Αυτό είχε κατά νου ο Philip Wicksteed όταν επέλεξε ως προμετωπίδα για τη μεγάλη πραγματεία του μια φράση από τον Φάουστ του Goethe: Την ανθρώπινη ζωή όλοι τη ζουν, μα μόνο λίγοι τη γνωρίζουν.
4. Οι παγίδες της υποστασιοποίησης
Ο χειρότερος εχθρός της καθαρής σκέψης είναι η τάση προς υποστασιοποίηση, δηλαδή προς απόδοση ουσίας ή πραγματικής ύπαρξης σε νοητικές κατασκευές ή έννοιες.
Στις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλάνης είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούν τον όρο κοινωνία διάφορες σχολές ψευδοεπιστήμης. Δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο στη χρήση του όρου για να δηλωθεί η συνεργασία ατόμων που ενώνονται στην προσπάθεια επίτευξης συγκεκριμένων σκοπών. Μια συγκεκριμένη πτυχή των πράξεων διαφόρων ατόμων είναι εκείνη που συγκροτεί αυτό που αποκαλείται κοινωνία ή «μεγάλη κοινωνία». Η ίδια η κοινωνία, όμως, δεν είναι ούτε ουσία ούτε δύναμη ούτε δρων ον. Μόνο τα άτομα δρουν. Ορισμένες από τις πράξεις των ατόμων κατευθύνονται από την πρόθεση συνεργασίας με άλλους. Η συνεργασία των ατόμων επιφέρει μια κατάσταση πραγμάτων την οποία περιγράφει η έννοια της κοινωνίας. Η κοινωνία δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώπων. Δεν έχει «συμφέροντα» και δεν αποβλέπει σε τίποτε. Το ίδιο ισχύει για όλες τις άλλες συλλογικότητες.
Η υποστασιοποίηση δεν αποτελεί απλώς επιστημολογική πλάνη και δεν παραπλανά μόνο την αναζήτηση της γνώσης. Στις λεγόμενες κοινωνικές επιστήμες εξυπηρετεί συνήθως συγκεκριμένες πολιτικές επιδιώξεις, διεκδικώντας για τη συλλογικότητα καθαυτή ανώτερη αξία από εκείνη του ατόμου ή ακόμη αποδίδοντας πραγματική ύπαρξη μόνο στη συλλογικότητα και αρνούμενη την ύπαρξη του ατόμου, το οποίο χαρακτηρίζει απλή αφαίρεση.
Οι ίδιοι οι κολεκτιβιστές διαφωνούν μεταξύ τους ως προς την αποτίμηση των διαφόρων κολεκτιβιστικών κατασκευών. Διεκδικούν για μία συλλογικότητα ανώτερη πραγματικότητα και ηθική αξία από ό,τι για άλλες ή, κατά τρόπο ριζικότερο, αρνούνται ακόμη και την πραγματική ύπαρξη και την αξία των κολεκτιβιστικών κατασκευών άλλων ανθρώπων. Έτσι, οι εθνικιστές θεωρούν το «έθνος» ως τη μόνη αληθινή συλλογικότητα, στη μόνη προς την οποία οφείλουν αφοσίωση όλα τα άτομα που θεωρούν ομοεθνείς τους, και στιγματίζουν όλες τις άλλες συλλογικότητες —επί παραδείγματι, τις θρησκευτικές κοινότητες— ως κατώτερης τάξης. Η επιστημολογία, όμως, δεν χρειάζεται να πραγματευθεί τις πολιτικές αντιπαραθέσεις που ενέχονται εδώ.
Αρνούμενος κανείς στις συλλογικότητες την καθαυτή ύπαρξη, δηλαδή τη δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη, δεν αρνείται ούτε κατ’ ελάχιστον την πραγματικότητα των αποτελεσμάτων που επιφέρει η συνεργασία των ατόμων. Απλώς διαπιστώνει ότι οι συλλογικότητες προκύπτουν από τις σκέψεις και τις πράξεις των ατόμων και ότι εξαφανίζονται όταν τα άτομα υιοθετούν διαφορετικό τρόπο σκέψης και δράσης. Οι σκέψεις και οι πράξεις ενός συγκεκριμένου ατόμου συμβάλλουν στην ανάδυση όχι μίας μόνο, αλλά διαφόρων συλλογικοτήτων. Έτσι, επί παραδείγματι, οι διάφορες στάσεις του ίδιου ατόμου μπορούν να συμβάλλουν στη συγκρότηση των συλλογικοτήτων έθνος, θρησκευτική κοινότητα, πολιτικό κόμμα και ούτω καθεξής. Από την άλλη πλευρά, ένας άνθρωπος μπορεί, χωρίς να παύει εντελώς να ανήκει σε μια συγκεκριμένη συλλογικότητα, να ενεργεί περιστασιακά ή ακόμη και τακτικά, σε ορισμένες πράξεις του, κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τη διατήρηση της ιδιότητάς του ως μέλους της. Έτσι, επί παραδείγματι, συνέβη στην πρόσφατη ιστορία διαφόρων εθνών καθολικοί που ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα να ψηφίζουν υπέρ υποψηφίων οι οποίοι διακήρυσσαν ανοιχτά την εχθρότητά τους προς τις πολιτικές επιδιώξεις της Εκκλησίας και απέρριπταν περιφρονητικά τα δόγματά της ως μύθους. Όταν πραγματεύεται συλλογικότητες, ο ιστορικός πρέπει να δίνει προσοχή στον βαθμό στον οποίο οι διάφορες ιδέες συνεργασίας καθορίζουν τη σκέψη και τις πράξεις των μελών τους. Έτσι, όταν πραγματεύεται την ιστορία του ιταλικού Risorgimento, πρέπει να διερευνά σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο η ιδέα ενός ιταλικού εθνικού κράτους και σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο η ιδέα ενός εγκόσμιου παπικού κράτους επηρέασαν τις στάσεις των διαφόρων ατόμων και ομάδων των οποίων η συμπεριφορά αποτελεί το αντικείμενο των μελετών του.
Οι πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες της Γερμανίας της εποχής του ώθησαν τον Marx να χρησιμοποιήσει, κατά την εξαγγελία του προγράμματός του για την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, τον όρο «κοινωνία» αντί του όρου «κράτος» (Staat), ο οποίος είναι το γερμανικό ισοδύναμο του αγγλικού όρου nation. Η σοσιαλιστική προπαγάνδα περιέβαλε τον όρο «κοινωνία» και το επίθετο «κοινωνικός» με μια αύρα ιερότητας, η οποία εκδηλώνεται με την οιονεί θρησκευτική εκτίμηση που απολαμβάνει αυτό που αποκαλείται «κοινωνική εργασία», δηλαδή η διαχείριση της διανομής ελεημοσύνης και παρόμοιων δραστηριοτήτων.
5. Περί της απόρριψης του μεθοδολογικού ατομικισμού
Καμία πρόταση με νόημα σχετικά με την ανθρώπινη δράση δεν μπορεί να διατυπωθεί χωρίς αναφορά σε όσα επιδιώκουν τα δρώντα άτομα και σε όσα θεωρούν επιτυχία ή αποτυχία, κέρδος ή ζημία. Εάν μελετήσουμε τις πράξεις των ατόμων, μαθαίνουμε όλα όσα μπορούν να γίνουν γνωστά για τη δράση, καθώς, απ’ όσο μπορούμε να διακρίνουμε, δεν υπάρχουν στο σύμπαν άλλες οντότητες ή όντα που, δυσαρεστημένα με την κατάσταση πραγμάτων που θα επικρατούσε ελλείψει της παρέμβασής τους, επιδιώκουν να βελτιώσουν τις συνθήκες μέσω της δράσης. Μελετώντας τη δράση, αποκτούμε επίγνωση τόσο των δυνάμεων του ανθρώπου όσο και των ορίων τους. Ο άνθρωπος δεν διαθέτει παντοδυναμία και δεν μπορεί ποτέ να επιτύχει μια κατάσταση πλήρους και διαρκούς ικανοποίησης. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αντικαταστήσει, προσφεύγοντας σε κατάλληλα μέσα, μια κατάσταση μεγαλύτερης δυσαρέσκειας με μια κατάσταση μικρότερης δυσαρέσκειας.
Μελετώντας τις πράξεις των ατόμων, μαθαίνουμε επίσης τα πάντα για τις συλλογικότητες και την κοινωνία. Διότι η συλλογικότητα δεν έχει ύπαρξη και πραγματικότητα παρά μόνο στις πράξεις των ατόμων. Δημιουργείται από ιδέες που παρακινούν τα άτομα να συμπεριφέρονται ως μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας και παύει να υπάρχει όταν εξασθενεί η πειστική δύναμη αυτών των ιδεών. Ο μόνος δρόμος προς τη γνώση των συλλογικοτήτων είναι η ανάλυση της συμπεριφοράς των μελών τους.
Δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί από την πραξεολογία και την οικονομική επιστήμη για τη δικαιολόγηση του μεθοδολογικού ατομικισμού και την απόρριψη της μυθολογίας του μεθοδολογικού κολεκτιβισμού.44 Ακόμη και οι πιο φανατικοί υπέρμαχοι του κολεκτιβισμού πραγματεύονται τις πράξεις ατόμων, ενώ ισχυρίζονται ότι πραγματεύονται τις πράξεις συλλογικοτήτων. Η στατιστική δεν καταγράφει συμβάντα που λαμβάνουν χώρα μέσα σε συλλογικότητες ή συμβαίνουν σε αυτές. Καταγράφει όσα συμβαίνουν στα άτομα που συγκροτούν συγκεκριμένες ομάδες. Το κριτήριο που καθορίζει τη συγκρότηση αυτών των ομάδων είναι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των ατόμων. Το πρώτο που πρέπει να καθοριστεί όταν γίνεται λόγος για μια κοινωνική οντότητα είναι ο σαφής ορισμός εκείνου που δικαιολογεί λογικά την ένταξη ή μη ένταξη ενός ατόμου στα μέλη αυτής της ομάδας.
Αυτό ισχύει και για τις ομάδες που φαινομενικά συγκροτούνται από «υλικά γεγονότα και πραγματικότητες» και όχι από «απλώς» ιδεολογικούς παράγοντες, όπως, επί παραδείγματι, οι ομάδες ανθρώπων με κοινή καταγωγή ή εκείνες ανθρώπων που κατοικούν στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Δεν είναι ούτε «φυσικό» ούτε «αναγκαίο» τα μέλη της ίδιας φυλής ή οι κάτοικοι της ίδιας χώρας να συνεργάζονται μεταξύ τους στενότερα απ’ ό,τι με μέλη άλλων φυλών ή κατοίκους άλλων χωρών. Οι ιδέες της φυλετικής αλληλεγγύης και του φυλετικού μίσους δεν είναι λιγότερο ιδέες από οποιεσδήποτε άλλες, και μόνο όπου γίνονται αποδεκτές από τα άτομα καταλήγουν σε αντίστοιχη δράση. Ακόμη και η πρωτόγονη φυλή των αγρίων διατηρεί τη συνοχή της ως δρώσα μονάδα —ως κοινωνία— επειδή τα μέλη της διαπνέονται από την ιδέα ότι η αφοσίωση στο γένος αποτελεί τον ορθό ή ακόμη και τον μοναδικό διαθέσιμο τρόπο να φροντίσουν τον εαυτό τους. Είναι αλήθεια ότι αυτή η πρωτόγονη ιδεολογία δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά επί χιλιάδες χρόνια. Το γεγονός, όμως, ότι μια ιδεολογία κυριαρχεί στον νου των ανθρώπων για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μεταβάλλει τον πραξεολογικό της χαρακτήρα. Και άλλες ιδεολογίες επέδειξαν σημαντική μακροβιότητα, όπως, επί παραδείγματι, η μοναρχική αρχή διακυβέρνησης.
Η απόρριψη του μεθοδολογικού ατομικισμού συνεπάγεται την παραδοχή ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων κατευθύνεται από κάποιες μυστηριώδεις δυνάμεις που δεν επιδέχονται καμία ανάλυση και περιγραφή. Διότι, εάν κανείς αντιληφθεί ότι εκείνο που θέτει τη δράση σε κίνηση είναι οι ιδέες, δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι οι ιδέες αυτές γεννιούνται στον νου ορισμένων ατόμων και μεταδίδονται σε άλλα άτομα. Τότε, όμως, έχει αποδεχθεί τη θεμελιώδη θέση του μεθοδολογικού ατομικισμού, δηλαδή ότι οι ιδέες που ενστερνίζονται τα άτομα καθορίζουν την αφοσίωσή τους σε μια ομάδα, και η συλλογικότητα δεν εμφανίζεται πλέον ως οντότητα που δρα αυτοβούλως και με δική της πρωτοβουλία.
Όλες οι διανθρώπινες σχέσεις είναι απόρροια ιδεών και της συμπεριφοράς των ατόμων που κατευθύνεται από αυτές τις ιδέες. Ο δεσπότης κυβερνά επειδή οι υπήκοοί του επέλεξαν να τον υπακούουν αντί να του αντιστέκονται ανοιχτά. Ο δουλοκτήτης είναι σε θέση να μεταχειρίζεται τους δούλους του σαν να ήταν κινητά περιουσιακά στοιχεία, επειδή οι δούλοι είναι εκόντες άκοντες διατεθειμένοι να υποκύπτουν στις αξιώσεις του. Ένας ιδεολογικός μετασχηματισμός είναι εκείνος που στην εποχή μας αποδυναμώνει και απειλεί να καταλύσει πλήρως την αυθεντία των γονέων, των δασκάλων και των κληρικών.
Το νόημα του φιλοσοφικού ατομικισμού έχει παρερμηνευθεί κατά τρόπο αξιοθρήνητο από τους κήρυκες του κολεκτιβισμού. Όπως το αντιλαμβάνονται, το δίλημμα είναι αν οι μέριμνες —τα συμφέροντα— των ατόμων πρέπει να προηγούνται εκείνων μιας από τις —αυθαίρετα επιλεγμένες— συλλογικότητες. Ωστόσο, η επιστημολογική διαμάχη μεταξύ ατομικισμού και κολεκτιβισμού δεν συνδέεται άμεσα με αυτό το αμιγώς πολιτικό ζήτημα. Ο ατομικισμός ως αρχή της φιλοσοφικής, πραξεολογικής και ιστορικής ανάλυσης της ανθρώπινης δράσης σημαίνει τη διαπίστωση ότι όλες οι πράξεις μπορούν να αναχθούν σε άτομα και ότι καμία επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να κατορθώσει να προσδιορίσει πώς συγκεκριμένα εξωτερικά συμβάντα, που επιδέχονται περιγραφή με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών, παράγουν μέσα στον ανθρώπινο νου συγκεκριμένες ιδέες, αξιολογικές κρίσεις και βουλήσεις. Υπό αυτή την έννοια, το άτομο που δεν μπορεί να αναλυθεί σε συστατικά μέρη αποτελεί τόσο την αφετηρία όσο και το έσχατο δεδομένο κάθε προσπάθειας πραγμάτευσης της ανθρώπινης δράσης.
Η κολεκτιβιστική μέθοδος είναι ανθρωπομορφική, καθώς θεωρεί απλώς δεδομένο ότι όλες οι έννοιες που αφορούν τη δράση των ατόμων μπορούν να εφαρμοστούν στη δράση των συλλογικοτήτων. Δεν αντιλαμβάνεται ότι όλες οι συλλογικότητες είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο δρουν τα άτομα· αποτελούν απόρροια ιδεών που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων.
6. Η μακροοικονομική προσέγγιση
Οι συγγραφείς που πιστεύουν ότι, στην ανάλυση της οικονομίας της αγοράς, έχουν αντικαταστήσει εκείνο που περιφρονούν ως κίβδηλη ατομικιστική προσέγγιση με μια ολιστική ή κοινωνική ή καθολιστική ή θεσμική ή μακροοικονομική προσέγγιση αυταπατώνται και παραπλανούν το κοινό τους. Διότι κάθε συλλογισμός σχετικά με τη δράση πρέπει να πραγματεύεται την αξιολόγηση και την επιδίωξη συγκεκριμένων σκοπών, καθώς δεν υπάρχει δράση που να μην προσανατολίζεται από τελικά αίτια. Είναι δυνατόν να αναλυθούν οι συνθήκες που θα επικρατούσαν σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα στο οποίο μόνο ο υπέρτατος τσάρος καθορίζει όλες τις δραστηριότητες και όλα τα άλλα άτομα εξαλείφουν τη δική τους προσωπικότητα και ουσιαστικά μετατρέπονται σε απλά όργανα των πράξεων του τσάρου. Για τη θεωρία του πλήρους σοσιαλισμού μπορεί να φαίνεται αρκετή η εξέταση μόνο των αξιολογήσεων και των πράξεων του υπέρτατου τσάρου. Εάν, όμως, εξετάζει κανείς ένα σύστημα στο οποίο η επιδίωξη συγκεκριμένων σκοπών από περισσότερους του ενός ανθρώπους κατευθύνει ή επηρεάζει τις πράξεις, δεν μπορεί να αποφύγει την αναγωγή των αποτελεσμάτων που παράγει η δράση στο σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να προχωρήσει καμία ανάλυση των πράξεων, δηλαδή στις αξιολογικές κρίσεις των ατόμων και στους σκοπούς στους οποίους αποβλέπουν.
Η μακροοικονομική προσέγγιση αντιμετωπίζει ένα αυθαίρετα επιλεγμένο τμήμα της οικονομίας της αγοράς —κατά κανόνα ένα έθνος— σαν να αποτελούσε ενιαία μονάδα. Όλα όσα συμβαίνουν σε αυτό το τμήμα είναι πράξεις ατόμων και ομάδων ατόμων που δρουν συντονισμένα. Η μακροοικονομική, όμως, προχωρεί σαν όλες αυτές οι ατομικές πράξεις να ήταν στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα της αμοιβαίας επενέργειας ενός μακροοικονομικού μεγέθους σε ένα άλλο τέτοιο μέγεθος.
Η διάκριση μεταξύ μακροοικονομικής και μικροοικονομικής είναι, από ορολογική άποψη, δανεισμένη από τη διάκριση της σύγχρονης φυσικής μεταξύ μικροσκοπικής φυσικής, η οποία πραγματεύεται συστήματα σε ατομική κλίμακα, και μακροσκοπικής φυσικής, η οποία πραγματεύεται συστήματα σε κλίμακα αντιληπτή από τις αδρές αισθήσεις του ανθρώπου. Η διάκριση αυτή συνεπάγεται ότι, ιδεωδώς, οι μικροσκοπικοί νόμοι και μόνο αρκούν για να καλύψουν ολόκληρο το πεδίο της φυσικής, ενώ οι μακροσκοπικοί νόμοι αποτελούν απλώς μια εύχρηστη προσαρμογή τους σε ένα ειδικό αλλά συχνά εμφανιζόμενο πρόβλημα. Ο μακροσκοπικός νόμος εμφανίζεται ως συμπυκνωμένη και περικομμένη εκδοχή του μικροσκοπικού νόμου.45 Έτσι, η εξέλιξη που οδήγησε από τη μακροσκοπική στη μικροσκοπική φυσική θεωρείται πρόοδος από μια λιγότερο ικανοποιητική σε μια περισσότερο ικανοποιητική μέθοδο πραγμάτευσης των φαινομένων της πραγματικότητας.
Εκείνο που έχουν κατά νου οι συγγραφείς οι οποίοι εισήγαγαν τη διάκριση μεταξύ μακροοικονομικής και μικροοικονομικής στην ορολογία της πραγμάτευσης των οικονομικών προβλημάτων είναι ακριβώς το αντίθετο. Η θεωρία τους συνεπάγεται ότι η μικροοικονομική αποτελεί μη ικανοποιητικό τρόπο μελέτης των σχετικών προβλημάτων και ότι η αντικατάσταση της μικροοικονομικής από τη μακροοικονομική ισοδυναμεί με την εξάλειψη μιας μη ικανοποιητικής μεθόδου μέσω της υιοθέτησης μιας περισσότερο ικανοποιητικής μεθόδου.
Ο μακροοικονομολόγος εξαπατά τον εαυτό του εάν χρησιμοποιεί στον συλλογισμό του χρηματικές τιμές που καθορίζονται στην αγορά από επιμέρους αγοραστές και πωλητές. Μια συνεπής μακροοικονομική προσέγγιση θα έπρεπε να αποφεύγει κάθε αναφορά στις τιμές και στο χρήμα. Η οικονομία της αγοράς είναι ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο δρουν άτομα. Οι αξιολογήσεις των ατόμων, όπως εκδηλώνονται στις τιμές της αγοράς, καθορίζουν την πορεία όλων των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Εάν θέλει κανείς να αντιπαραθέσει στην πραγματικότητα της οικονομίας της αγοράς την εικόνα ενός ολιστικού συστήματος, πρέπει να απέχει από κάθε χρήση τιμών.
Ας καταδείξουμε μία πτυχή των πλανών της μακροοικονομικής μεθόδου αναλύοντας ένα από τα δημοφιλέστερα σχήματά της, τη λεγόμενη προσέγγιση του εθνικού εισοδήματος.
Το εισόδημα είναι έννοια των λογιστικών μεθόδων των επιχειρήσεων που επιδιώκουν το κέρδος. Ο επιχειρηματίας εξυπηρετεί τους καταναλωτές προκειμένου να αποκομίσει κέρδος. Τηρεί λογαριασμούς για να διαπιστώσει αν επιτεύχθηκε ή όχι αυτός ο σκοπός. Ο ίδιος —και ομοίως οι κεφαλαιούχοι, οι επενδυτές που δεν δραστηριοποιούνται οι ίδιοι επιχειρηματικά και, βεβαίως, επίσης οι αγρότες και οι ιδιοκτήτες κάθε είδους ακινήτων— συγκρίνει το χρηματικό ισοδύναμο όλων των αγαθών που έχουν διατεθεί στην επιχείρηση σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές και έτσι πληροφορείται ποιο ήταν το αποτέλεσμα των συναλλαγών του κατά την περίοδο μεταξύ αυτών των δύο στιγμών. Από έναν τέτοιο υπολογισμό προκύπτουν οι έννοιες του κέρδους ή της ζημίας, σε αντιδιαστολή προς την έννοια του κεφαλαίου. Εάν ο ιδιοκτήτης της μονάδας στην οποία αναφέρεται αυτή η λογιστική αποκαλεί το πραγματοποιηθέν κέρδος «εισόδημα», εννοεί το εξής: Εάν το καταναλώσω ολόκληρο, δεν μειώνω το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στην επιχείρηση.
Οι σύγχρονοι φορολογικοί νόμοι αποκαλούν «εισόδημα» όχι μόνο εκείνο που ο λογιστής θεωρεί πραγματοποιηθέν κέρδος μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής μονάδας και εκείνο που ο ιδιοκτήτης αυτής της μονάδας θεωρεί εισόδημα προερχόμενο από τις εργασίες της, αλλά και τις καθαρές απολαβές των ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς και τους μισθούς και τα ημερομίσθια των εργαζομένων. Αθροίζοντας, για το σύνολο ενός έθνους, όσα αποτελούν εισόδημα με τη λογιστική έννοια και όσα αποτελούν εισόδημα μόνο κατά την έννοια των φορολογικών νόμων, προκύπτει το μέγεθος που αποκαλείται «εθνικό εισόδημα».
Ο απατηλός χαρακτήρας αυτής της έννοιας του εθνικού εισοδήματος δεν έγκειται μόνο στην εξάρτησή της από τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Όσο περισσότερο προχωρεί ο πληθωρισμός, τόσο υψηλότερα ανέρχεται το εθνικό εισόδημα. Σε ένα οικονομικό σύστημα στο οποίο δεν αυξάνεται η προσφορά χρήματος και ακάλυπτων υποκατάστατων χρήματος, η προοδευτική συσσώρευση κεφαλαίου και η βελτίωση των τεχνολογικών μεθόδων παραγωγής που αυτή επιφέρει θα οδηγούσαν σε προοδευτική πτώση των τιμών ή, πράγμα που είναι το ίδιο, σε άνοδο της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Η ποσότητα των διαθέσιμων προς κατανάλωση αγαθών θα αυξανόταν και το μέσο βιοτικό επίπεδο θα βελτιωνόταν, αλλά αυτές οι μεταβολές δεν θα γίνονταν ορατές στα μεγέθη των στατιστικών του εθνικού εισοδήματος.
Η έννοια του εθνικού εισοδήματος συσκοτίζει πλήρως τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής σε μια οικονομία της αγοράς. Ενέχει την ιδέα ότι τη βελτίωση —ή την επιδείνωση— ως προς την ποσότητα των διαθέσιμων αγαθών δεν την επιφέρουν οι δραστηριότητες των ατόμων, αλλά κάτι που βρίσκεται πάνω και έξω από αυτές τις δραστηριότητες. Αυτό το μυστηριώδες κάτι παράγει μια ποσότητα που αποκαλείται «εθνικό εισόδημα» και κατόπιν μια δεύτερη διαδικασία «διανέμει» αυτή την ποσότητα μεταξύ των διαφόρων ατόμων. Το πολιτικό νόημα αυτής της μεθόδου είναι προφανές. Επικρίνεται η «ανισότητα» που επικρατεί στη «διανομή» του εθνικού εισοδήματος. Το ερώτημα τι κάνει το εθνικό εισόδημα να αυξάνεται ή να μειώνεται καθίσταται απαγορευμένο και υπονοείται ότι δεν υπάρχει ανισότητα στις συνεισφορές και στα επιτεύγματα των ατόμων που δημιουργούν τη συνολική ποσότητα του εθνικού εισοδήματος.
Εάν τεθεί το ερώτημα ποιοι παράγοντες κάνουν το εθνικό εισόδημα να αυξάνεται, υπάρχει μία μόνο απάντηση: αφενός η βελτίωση του εξοπλισμού, των εργαλείων και των μηχανών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή και αφετέρου η βελτίωση της αξιοποίησης του διαθέσιμου εξοπλισμού για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Η πρώτη είναι αποτέλεσμα της αποταμίευσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου· η δεύτερη, της τεχνολογικής δεξιότητας και των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Εάν κανείς αποκαλεί οικονομική πρόοδο μια αύξηση του εθνικού εισοδήματος που δεν προκαλείται από πληθωρισμό, δεν μπορεί να αποφύγει τη διαπίστωση ότι η οικονομική πρόοδος είναι καρπός των προσπαθειών των αποταμιευτών, των εφευρετών και των επιχειρηματιών. Εκείνο που θα έπρεπε πρωτίστως να δείξει μια αμερόληπτη ανάλυση του εθνικού εισοδήματος είναι η κατάδηλη ανισότητα στη συνεισφορά των διαφόρων ατόμων στη δημιουργία του μεγέθους που αποκαλείται εθνικό εισόδημα. Θα έπρεπε επίσης να δείξει πώς η αύξηση του κατά κεφαλήν χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου και η τελειοποίηση των τεχνολογικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ωφελούν —αυξάνοντας την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας και, μέσω αυτής, το ύψος των μισθών, καθώς και αυξάνοντας τις τιμές που καταβάλλονται για τη χρήση των φυσικών πόρων— και εκείνες τις κατηγορίες ατόμων που δεν συνέβαλαν οι ίδιες στη βελτίωση των συνθηκών και στην άνοδο του «εθνικού εισοδήματος».
Η προσέγγιση του «εθνικού εισοδήματος» αποτελεί αποτυχημένη απόπειρα δικαιολόγησης της μαρξικής ιδέας ότι στον καπιταλισμό τα αγαθά παράγονται «κοινωνικά» (gesellschaftlich) και κατόπιν τα «ιδιοποιούνται» άτομα. Αντιστρέφει τα πράγματα. Στην πραγματικότητα, οι παραγωγικές διαδικασίες είναι δραστηριότητες ατόμων που συνεργάζονται μεταξύ τους. Κάθε επιμέρους συνεργαζόμενο άτομο λαμβάνει όσα οι συνάνθρωποί του —ανταγωνιζόμενοι μεταξύ τους ως αγοραστές στην αγορά— είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για τη συνεισφορά του. Χάριν του επιχειρήματος, μπορεί κανείς να δεχθεί ότι, αθροίζοντας τις τιμές που καταβάλλονται για τη συνεισφορά κάθε ατόμου, μπορεί να αποκαλέσει το προκύπτον σύνολο εθνικό εισόδημα. Αποτελεί, όμως, αδικαιολόγητη ματαιοπονία να συμπεραίνει ότι αυτό το σύνολο παρήχθη από το «έθνος» και να θρηνολογεί —παραβλέποντας την ανισότητα των συνεισφορών των διαφόρων ατόμων— για την ανισότητα της υποτιθέμενης διανομής του.
Δεν υπάρχει κανένας απολύτως μη πολιτικός λόγος να προβαίνει κανείς σε μια τέτοια άθροιση όλων των εισοδημάτων εντός ενός «έθνους» και όχι εντός μιας ευρύτερης ή στενότερης συλλογικότητας. Γιατί εθνικό εισόδημα των Ηνωμένων Πολιτειών και όχι «πολιτειακό εισόδημα» της Πολιτείας της Νέας Υόρκης ή «κομητειακό εισόδημα» της κομητείας Westchester ή «δημοτικό εισόδημα» του δήμου White Plains; Όλα τα επιχειρήματα που μπορούν να προβληθούν υπέρ της προτίμησης της έννοιας του «εθνικού εισοδήματος» των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι του εισοδήματος οποιασδήποτε από αυτές τις μικρότερες εδαφικές ενότητες μπορούν επίσης να προβληθούν υπέρ της προτίμησης του ηπειρωτικού εισοδήματος όλων των τμημάτων της αμερικανικής ηπείρου ή ακόμη και του «παγκόσμιου εισοδήματος» έναντι του εθνικού εισοδήματος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μόνο πολιτικές τάσεις καθιστούν εύλογη την επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών ως μονάδας. Όσοι είναι υπεύθυνοι για αυτή την επιλογή επικρίνουν εκείνο που θεωρούν ανισότητα των ατομικών εισοδημάτων εντός των Ηνωμένων Πολιτειών —ή εντός της επικράτειας κάποιου άλλου κυρίαρχου έθνους— και επιδιώκουν μεγαλύτερη ισότητα των εισοδημάτων των πολιτών του δικού τους έθνους. Δεν τάσσονται ούτε υπέρ μιας παγκόσμιας εξίσωσης των εισοδημάτων ούτε υπέρ μιας εξίσωσης εντός των διαφόρων πολιτειών που συγκροτούν τις Ηνωμένες Πολιτείες ή των διοικητικών τους υποδιαιρέσεων. Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τους πολιτικούς τους σκοπούς. Δεν πρέπει, όμως, να αρνείται ότι η μακροοικονομική έννοια του εθνικού εισοδήματος αποτελεί απλό πολιτικό σύνθημα, στερούμενο κάθε γνωστικής αξίας.
7. Πραγματικότητα και παιχνίδι
Οι φυσικές συνθήκες της ύπαρξής τους επέβαλλαν στους μη ανθρώπινους προγόνους του ανθρώπου την ανάγκη να μάχονται ανελέητα μεταξύ τους μέχρι θανάτου. Στον ζωικό χαρακτήρα του ανθρώπου είναι βαθιά ριζωμένη η επιθετική παρόρμηση, η ορμή να εξοντώσει όλους όσοι τον ανταγωνίζονται στην προσπάθεια να αποσπάσει ένα επαρκές μερίδιο από τα σπάνια μέσα διαβίωσης, τα οποία δεν αρκούν για την επιβίωση όλων όσοι γεννιούνται. Μόνο το ισχυρό ζώο είχε πιθανότητες να παραμείνει ζωντανό.
Εκείνο που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα είναι η αντικατάσταση της θανάσιμης έχθρας από την κοινωνική συνεργασία. Το έμφυτο ένστικτο της επιθετικότητας καταστέλλεται, ώστε να μη διαλύσει τη συντονισμένη προσπάθεια διατήρησης της ζωής και βελτίωσής της μέσω της ικανοποίησης ειδικώς ανθρώπινων αναγκών. Για να κατευναστούν οι καταπιεσμένες αλλά όχι πλήρως σβησμένες ορμές προς τη βίαιη δράση, οι άνθρωποι προσέφυγαν σε πολεμικούς χορούς και παιχνίδια. Εκείνο που κάποτε ήταν οδυνηρά σοβαρό αναπαριστανόταν πλέον με αθλητικό πνεύμα ως ψυχαγωγία. Το τουρνουά μοιάζει με μάχη, αλλά είναι απλώς θέαμα. Όλες οι κινήσεις των παικτών ρυθμίζονται αυστηρά από τους κανόνες του παιχνιδιού. Η νίκη δεν συνίσταται στην εξόντωση της άλλης πλευράς, αλλά στην επίτευξη μιας κατάστασης που οι κανόνες ορίζουν ως επιτυχία. Τα παιχνίδια δεν είναι πραγματικότητα, αλλά απλώς παιχνίδι. Αποτελούν τη διέξοδο του πολιτισμένου ανθρώπου για τα βαθιά ριζωμένα ένστικτα της έχθρας. Όταν το παιχνίδι τελειώσει, οι νικητές και οι ηττημένοι ανταλλάσσουν χειραψίες και επιστρέφουν στην πραγματικότητα της κοινωνικής τους ζωής, η οποία είναι συνεργασία και όχι μάχη.
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να παρερμηνεύσει ριζικότερα την ουσία της κοινωνικής συνεργασίας και της οικονομικής προσπάθειας της πολιτισμένης ανθρωπότητας από το να τις αντιμετωπίζει σαν να αποτελούσαν μάχη ή παιγνιώδη αναπαράσταση της μάχης, ένα παιχνίδι. Στην κοινωνική συνεργασία, ο καθένας, εξυπηρετώντας τα δικά του συμφέροντα, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των συνανθρώπων του. Παρακινούμενος από την ορμή να βελτιώσει τις δικές του συνθήκες, βελτιώνει τις συνθήκες των άλλων ανθρώπων. Ο αρτοποιός δεν βλάπτει εκείνους για τους οποίους παρασκευάζει ψωμί· τους εξυπηρετεί. Όλοι οι άνθρωποι θα ζημιώνονταν εάν ο αρτοποιός έπαυε να παράγει ψωμί και ο γιατρός έπαυε να περιθάλπει τους ασθενείς. Ο υποδηματοποιός δεν καταφεύγει σε «στρατηγική» για να νικήσει τους πελάτες του προμηθεύοντάς τους με παπούτσια. Ο ανταγωνισμός στην αγορά δεν πρέπει να συγχέεται με τον ανελέητο βιολογικό ανταγωνισμό που επικρατεί μεταξύ ζώων και φυτών ή με τους πολέμους που εξακολουθούν να διεξάγονται μεταξύ —δυστυχώς όχι ακόμη πλήρως— πολιτισμένων εθνών. Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός στην αγορά αποβλέπει στην ανάθεση σε κάθε άτομο εκείνης της λειτουργίας μέσα στο κοινωνικό σύστημα κατά την οποία μπορεί να προσφέρει σε όλους τους συνανθρώπους του την πολυτιμότερη από τις υπηρεσίες που είναι ικανό να παρέχει.
Υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι που, λόγω της συναισθηματικής τους συγκρότησης, αδυνατούσαν να συλλάβουν τη θεμελιώδη αρχή της συνεργασίας υπό το σύστημα του καταμερισμού των καθηκόντων. Μπορούμε να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε θυμολογικά αυτή την αδυναμία τους. Η αγορά οποιουδήποτε εμπορεύματος περιορίζει τη δυνατότητα του αγοραστή να αποκτήσει κάποιο άλλο εμπόρευμα το οποίο επίσης επιθυμεί, μολονότι, βεβαίως, θεωρεί την απόκτησή του λιγότερο σημαντική από εκείνη του αγαθού που πράγματι αγοράζει. Από αυτή τη σκοπιά, αντιμετωπίζει κάθε αγορά που πραγματοποιεί ως εμπόδιο που τον αποτρέπει από την ικανοποίηση κάποιων άλλων αναγκών. Εάν δεν αγόραζε το Α ή εάν έπρεπε να δαπανήσει λιγότερα για το Α, θα μπορούσε να αποκτήσει το Β. Για τους στενόμυαλους ανθρώπους, ένα μόνο βήμα χωρίζει αυτή τη σκέψη από το συμπέρασμα ότι ο πωλητής του Α είναι εκείνος που τους αναγκάζει να παραιτηθούν από το Β. Ο αγοραστής βλέπει στον πωλητή όχι τον άνθρωπο που του επιτρέπει να ικανοποιήσει μία από τις ανάγκες του, αλλά τον άνθρωπο που τον εμποδίζει να ικανοποιήσει κάποιες άλλες ανάγκες. Το κρύο τον παρακινεί να αγοράσει καύσιμη ύλη για τη σόμπα του και περιορίζει τα χρήματα που μπορεί να δαπανήσει για άλλα πράγματα. Δεν κατηγορεί, όμως, ούτε τον καιρό ούτε την επιθυμία του για ζεστασιά· επιρρίπτει την ευθύνη στον έμπορο κάρβουνου. Αυτός ο κακός άνθρωπος, σκέπτεται, κερδίζει από τη δυσχερή του θέση.
Αυτός ήταν ο συλλογισμός που οδήγησε τους ανθρώπους στο συμπέρασμα ότι η πηγή από την οποία προέρχονται τα κέρδη του επιχειρηματία είναι η ανάγκη και τα δεινά των συνανθρώπων του. Σύμφωνα με αυτόν τον συλλογισμό, ο γιατρός βιοπορίζεται από την αρρώστια του ασθενούς, όχι από τη θεραπεία της. Τα αρτοποιεία ευημερούν χάρη στην πείνα, όχι επειδή παρέχουν τα μέσα για την κατασίγασή της. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κερδίσει παρά μόνο εις βάρος κάποιων άλλων· το κέρδος του ενός είναι κατ’ ανάγκην ζημία του άλλου. Σε μια πράξη ανταλλαγής κερδίζει μόνο ο πωλητής, ενώ ο αγοραστής βγαίνει ζημιωμένος. Το εμπόριο ωφελεί τους πωλητές βλάπτοντας τους αγοραστές. Το όφελος του εξωτερικού εμπορίου, λέει η μερκαντιλιστική θεωρία, παλαιά και νέα, συνίσταται στις εξαγωγές και όχι στις εισαγωγές που αγοράζονται μέσω των εξαγωγών.46
Υπό το πρίσμα αυτής της πλάνης, μέλημα του επιχειρηματία είναι να βλάψει το κοινό. Η δεξιότητά του είναι, ούτως ειπείν, στρατηγική, η τέχνη να προκαλεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κακό στον εχθρό. Οι αντίπαλοι των οποίων σχεδιάζει την καταστροφή είναι τόσο οι δυνητικοί πελάτες του όσο και οι ανταγωνιστές του, εκείνοι που, όπως και ο ίδιος, εξαπολύουν επιδρομές εναντίον του κοινού. Η καταλληλότερη μέθοδος για την επιστημονική διερεύνηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και της διαδικασίας της αγοράς είναι η ανάλυση της συμπεριφοράς και της στρατηγικής ανθρώπων που συμμετέχουν σε παιχνίδια.47
Σε ένα παιχνίδι υπάρχει ένα συγκεκριμένο έπαθλο που περιέρχεται στον νικητή. Εάν το έπαθλο έχει παρασχεθεί από τρίτο, η ηττημένη πλευρά αποχωρεί με άδεια χέρια. Εάν το έπαθλο σχηματίζεται από τις εισφορές των παικτών, οι ηττημένοι χάνουν το διακύβευμά τους προς όφελος της νικήτριας πλευράς. Σε ένα παιχνίδι υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Μια επιχειρηματική συναλλαγή, όμως, είναι πάντοτε επωφελής και για τις δύο πλευρές. Εάν τόσο ο αγοραστής όσο και ο πωλητής δεν θεωρούσαν τη συναλλαγή ως την πλέον επωφελή πράξη που θα μπορούσαν να επιλέξουν υπό τις επικρατούσες συνθήκες, δεν θα προέβαιναν σε αυτήν.48
Είναι αλήθεια ότι τόσο η επιχειρηματική δραστηριότητα όσο και η συμμετοχή σε ένα παιχνίδι αποτελούν ορθολογική συμπεριφορά. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για όλες τις άλλες πράξεις του ανθρώπου. Ο επιστήμονας στις έρευνές του, ο δολοφόνος όταν σχεδιάζει το έγκλημά του, ο υποψήφιος για δημόσιο αξίωμα όταν αναζητεί ψήφους, ο δικαστής όταν αναζητεί μια δίκαιη απόφαση, ο ιεραπόστολος όταν επιχειρεί να προσηλυτίσει έναν άπιστο, ο δάσκαλος όταν διδάσκει τους μαθητές του, όλοι ενεργούν ορθολογικά.
Το παιχνίδι είναι ψυχαγωγία, ένα μέσο για να διαθέσει κανείς τον ελεύθερο χρόνο του και να διώξει την πλήξη. Συνεπάγεται κόστος και ανήκει στη σφαίρα της κατανάλωσης. Η επιχειρηματική δραστηριότητα, όμως, είναι ένα μέσο —το μοναδικό μέσο— για την αύξηση της ποσότητας των αγαθών που είναι διαθέσιμα για τη διατήρηση της ζωής και για να την καταστήσουν πιο ευχάριστη. Κανένα παιχνίδι δεν μπορεί, πέρα από την ευχαρίστηση που προσφέρει στους παίκτες και στους θεατές, να συνεισφέρει οτιδήποτε στη βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών.49 Είναι σφάλμα να εξισώνονται τα παιχνίδια με τα επιτεύγματα της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Η επιδίωξη του ανθρώπου να βελτιώσει τις συνθήκες της ύπαρξής του τον ωθεί στη δράση. Η δράση απαιτεί σχεδιασμό και απόφαση ως προς το ποιο από τα διάφορα σχέδια είναι το πλέον επωφελές. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όμως, δεν είναι ότι επιβάλλει στον άνθρωπο τη λήψη αποφάσεων καθαυτή, αλλά ότι αποβλέπει στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής. Τα παιχνίδια είναι ευθυμία, άθληση και διασκέδαση· η επιχειρηματική δραστηριότητα είναι ζωή και πραγματικότητα.
8. Η παρερμηνεία του κλίματος των ιδεών
Δεν εξηγεί κανείς μια θεωρία και τις πράξεις που αυτή γεννά δηλώνοντας ότι προέκυψε από το πνεύμα της εποχής ή από το προσωπικό ή γεωγραφικό περιβάλλον των δρώντων. Προσφεύγοντας σε τέτοιες ερμηνείες, απλώς τονίζει το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη ιδέα συμφωνούσε με άλλες ιδέες που ενστερνίζονταν άλλοι άνθρωποι την ίδια εποχή και στο ίδιο περιβάλλον. Εκείνο που αποκαλείται πνεύμα μιας εποχής, των μελών μιας συλλογικότητας ή ενός ορισμένου περιβάλλοντος είναι ακριβώς οι θεωρίες που επικρατούν μεταξύ των συγκεκριμένων ατόμων.
Οι ιδέες που μεταβάλλουν το πνευματικό κλίμα ενός δεδομένου περιβάλλοντος είναι εκείνες που δεν είχαν ακουστεί ποτέ προηγουμένως. Για αυτές τις νέες ιδέες δεν υπάρχει άλλη εξήγηση παρά ότι υπήρξε ένας άνθρωπος από τον νου του οποίου προήλθαν.
Μια νέα ιδέα αποτελεί απάντηση που δίνει ο δημιουργός της στην πρόκληση των φυσικών συνθηκών ή των ιδεών που ανέπτυξαν προηγουμένως άλλοι άνθρωποι. Ανατρέχοντας στην ιστορία των ιδεών —και των πράξεων που αυτές γέννησαν—, ο ιστορικός μπορεί να διακρίνει μια συγκεκριμένη τάση στη διαδοχή τους και να πει ότι «λογικά» η προγενέστερη ιδέα καθιστούσε αναμενόμενη την εμφάνιση της μεταγενέστερης. Ωστόσο, μια τέτοια εκ των υστέρων φιλοσοφία στερείται κάθε ορθολογικής δικαιολόγησης. Η τάση της να υποτιμά τις συμβολές του μεγαλοφυούς ανθρώπου —του ήρωα της πνευματικής ιστορίας— και να αποδίδει το έργο του στη συγκυρία των συμβάντων έχει νόημα μόνο στο πλαίσιο μιας φιλοσοφίας της ιστορίας που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει το κρυφό σχέδιο το οποίο ο Θεός ή μια υπεράνθρωπη δύναμη —όπως οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις στο σύστημα του Marx— θέλει να πραγματοποιήσει κατευθύνοντας τις πράξεις όλων των ανθρώπων. Από τη σκοπιά μιας τέτοιας φιλοσοφίας, όλοι οι άνθρωποι είναι ανδρείκελα, υποχρεωμένα να συμπεριφέρονται ακριβώς με τους τρόπους που τους έχει ορίσει ο δημιουργός.
9. Η πίστη στην παντοδυναμία της σκέψης
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των σημερινών διαδεδομένων ιδεών σχετικά με την κοινωνική συνεργασία είναι εκείνο που ο Freud αποκάλεσε πίστη στην παντοδυναμία της ανθρώπινης σκέψης (die Allmacht des Gedankens).50 Η πίστη αυτή, βεβαίως, δεν διατηρείται —με εξαίρεση τους ψυχοπαθείς και τους νευρωτικούς— όσον αφορά τη σφαίρα που διερευνούν οι φυσικές επιστήμες. Στο πεδίο των κοινωνικών συμβάντων, όμως, είναι γερά εδραιωμένη. Αναπτύχθηκε από τη θεωρία που αποδίδει αλάθητο στις πλειοψηφίες.
Το ουσιώδες σημείο των πολιτικών θεωριών του Διαφωτισμού ήταν η αντικατάσταση του βασιλικού δεσποτισμού από την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Στη συνταγματική σύγκρουση στην Ισπανία, κατά την οποία οι υπέρμαχοι της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης αγωνίζονταν εναντίον των απολυταρχικών επιδιώξεων του Βουρβόνου Φερδινάνδου Ζ΄, οι υποστηρικτές ενός συνταγματικού καθεστώτος αποκαλούνταν Φιλελεύθεροι και εκείνοι του βασιλιά Δουλόφρονες. Πολύ σύντομα η ονομασία Φιλελευθερισμός υιοθετήθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η αντιπροσωπευτική ή κοινοβουλευτική διακυβέρνηση —η οποία αποκαλείται επίσης διακυβέρνηση από τον λαό ή δημοκρατική διακυβέρνηση— είναι διακυβέρνηση από αξιωματούχους που αναδεικνύονται από την πλειοψηφία του λαού. Οι δημαγωγοί επιχείρησαν να τη δικαιολογήσουν με εκστατικές φλυαρίες περί της υπερφυσικής έμπνευσης των πλειοψηφιών. Είναι, όμως, σοβαρό σφάλμα να υποθέτει κανείς ότι οι φιλελεύθεροι του δέκατου ένατου αιώνα στην Ευρώπη και την Αμερική την υποστήριζαν επειδή πίστευαν στην αλάθητη σοφία, την ηθική τελειότητα, την έμφυτη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές του κοινού ανθρώπου και, επομένως, των πλειοψηφιών. Οι φιλελεύθεροι ήθελαν να διασφαλίσουν την ομαλή ανάπτυξη της ευημερίας όλων των λαών και της υλικής όσο και της πνευματικής τους ευεξίας. Ήθελαν να εξαλείψουν τη φτώχεια και την εξαθλίωση. Ως μέσο για την επίτευξη αυτών των σκοπών, υποστήριζαν θεσμούς που θα προήγαν την ειρηνική συνεργασία όλων των πολιτών εντός των διαφόρων εθνών, καθώς και τη διεθνή ειρήνη. Αντιμετώπιζαν τους πολέμους, είτε εμφύλιους πολέμους —επαναστάσεις— είτε πολέμους με άλλα κράτη, ως διατάραξη της σταθερής προόδου της ανθρωπότητας προς περισσότερο ικανοποιητικές συνθήκες. Αντιλαμβάνονταν πολύ καλά ότι η οικονομία της αγοράς, το ίδιο το θεμέλιο του σύγχρονου πολιτισμού, συνεπάγεται ειρηνική συνεργασία και διαλύεται όταν οι άνθρωποι, αντί να ανταλλάσσουν εμπορεύματα και υπηρεσίες, μάχονται μεταξύ τους.
Από την άλλη πλευρά, οι φιλελεύθεροι κατανοούσαν πολύ καλά ότι η ισχύς των κυβερνώντων στηρίζεται τελικά όχι στην υλική δύναμη, αλλά στις ιδέες. Όπως επισήμανε ο David Hume στο περίφημο δοκίμιό του Περί των πρώτων αρχών της διακυβέρνησης, οι κυβερνώντες αποτελούν πάντοτε μειονότητα. Η εξουσία τους και η δύναμή τους να εξασφαλίζουν την υπακοή της συντριπτικής πλειονότητας όσων υπάγονται σε αυτούς απορρέουν από την πεποίθηση των τελευταίων ότι εξυπηρετούν καλύτερα τα δικά τους συμφέροντα με την αφοσίωση στους ηγέτες τους και τη συμμόρφωση προς τις εντολές τους. Εάν αυτή η πεποίθηση εξασθενήσει, η πλειοψηφία αργά ή γρήγορα θα εξεγερθεί. Η επανάσταση —ο εμφύλιος πόλεμος— θα απομακρύνει το μη δημοφιλές σύστημα διακυβέρνησης και τους μη δημοφιλείς κυβερνώντες και θα τους αντικαταστήσει με ένα σύστημα και με αξιωματούχους τους οποίους η πλειοψηφία θεωρεί ευνοϊκότερους για την προώθηση των δικών της επιδιώξεων. Για να αποφευχθούν τέτοιες βίαιες διαταράξεις της ειρήνης και οι ολέθριες συνέπειές τους, για να διασφαλιστεί η ειρηνική λειτουργία του οικονομικού συστήματος, οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν τη διακυβέρνηση από τους αντιπροσώπους της πλειοψηφίας. Αυτό το σχήμα καθιστά δυνατή την ειρηνική μεταβολή στη διευθέτηση των δημόσιων υποθέσεων. Καθιστά περιττή την προσφυγή στα όπλα και την αιματοχυσία όχι μόνο στις εσωτερικές αλλά εξίσου και στις διεθνείς σχέσεις. Όταν κάθε περιοχή μπορεί να αποφασίζει με πλειοψηφική ψηφοφορία αν θα αποτελέσει ανεξάρτητο κράτος ή τμήμα ενός μεγαλύτερου κράτους, δεν θα υπάρχουν πλέον πόλεμοι για την κατάκτηση περισσότερων επαρχιών.51
Υποστηρίζοντας τη διακυβέρνηση από την πλειοψηφία του λαού, οι φιλελεύθεροι του δέκατου ένατου αιώνα δεν έτρεφαν καμία αυταπάτη σχετικά με τη διανοητική και ηθική τελειότητα των πολλών, των πλειοψηφιών. Γνώριζαν ότι όλοι οι άνθρωποι υπόκεινται σε σφάλματα και ότι θα μπορούσε η πλειοψηφία, παραπλανημένη από εσφαλμένες θεωρίες που διαδίδουν ανεύθυνοι δημαγωγοί, να ακολουθήσει πολιτικές που θα οδηγούσαν στην καταστροφή, ακόμη και στην ολοκληρωτική καταστροφή του πολιτισμού. Είχαν, όμως, εξίσου επίγνωση του γεγονότος ότι καμία νοητή μέθοδος διακυβέρνησης δεν θα μπορούσε να αποτρέψει μια τέτοια καταστροφή. Εάν η μικρή μειονότητα των φωτισμένων πολιτών που είναι ικανοί να συλλάβουν ορθές αρχές πολιτικής διαχείρισης δεν κατορθώσει να κερδίσει την υποστήριξη των συμπολιτών της και να τους πείσει να ενστερνιστούν πολιτικές που επιφέρουν και διατηρούν την ευημερία, η υπόθεση της ανθρωπότητας και του πολιτισμού είναι απελπιστική. Δεν υπάρχει άλλο μέσο για τη διασφάλιση μιας ευνοϊκής εξέλιξης των ανθρώπινων υποθέσεων παρά να υιοθετήσουν οι μάζες των κατώτερων ανθρώπων τις ιδέες της ελίτ. Αυτό πρέπει να επιτευχθεί με την πειθώ. Δεν μπορεί να επιτευχθεί από ένα δεσποτικό καθεστώς που, αντί να διαφωτίζει τις μάζες, τις υποτάσσει με τη βία. Μακροπρόθεσμα, οι ιδέες της πλειοψηφίας, όσο επιζήμιες και αν είναι, θα επικρατήσουν. Το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από την ικανότητα της ελίτ να επηρεάσει την κοινή γνώμη προς την ορθή κατεύθυνση.
Αυτοί οι φιλελεύθεροι δεν πίστευαν στο αλάθητο οποιουδήποτε ανθρώπου ούτε στο αλάθητο των πλειοψηφιών. Η αισιοδοξία τους για το μέλλον βασιζόταν στην προσδοκία ότι η πνευματική ελίτ θα έπειθε την πλειοψηφία να εγκρίνει επωφελείς πολιτικές.
Η ιστορία των τελευταίων εκατό ετών δεν εκπλήρωσε αυτές τις ελπίδες. Ίσως η μετάβαση από τον δεσποτισμό των βασιλέων και των αριστοκρατιών να υπήρξε υπερβολικά απότομη. Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι η θεωρία που αποδίδει διανοητική και ηθική υπεροχή στον κοινό άνθρωπο και, κατά συνέπεια, αλάθητο στην πλειοψηφία κατέστη το θεμελιώδες δόγμα της «προοδευτικής» πολιτικής προπαγάνδας. Κατά την περαιτέρω λογική της ανάπτυξη, γέννησε την πεποίθηση ότι, στο πεδίο της πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, κάθε σχέδιο που συλλαμβάνει η πλειοψηφία μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Οι άνθρωποι δεν διερωτώνται πλέον αν ο παρεμβατισμός ή ο σοσιαλισμός μπορούν να επιφέρουν τα αποτελέσματα που προσδοκούν από αυτούς οι υποστηρικτές τους. Και μόνο το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων τούς επιζητεί θεωρείται αδιάσειστη απόδειξη ότι μπορούν να λειτουργήσουν και θα επιφέρουν αναπόφευκτα τα προσδοκώμενα οφέλη. Κανένας πολιτικός δεν ενδιαφέρεται πλέον για το ερώτημα αν ένα μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Το μόνο που μετρά γι’ αυτόν είναι αν η πλειοψηφία των ψηφοφόρων το υποστηρίζει ή το απορρίπτει.52 Ελάχιστοι μόνο άνθρωποι δίνουν προσοχή σε όσα λέει η «απλή θεωρία» για τον σοσιαλισμό και στην εμπειρία των σοσιαλιστικών «πειραμάτων» στη Ρωσία και σε άλλες χώρες. Σχεδόν όλοι οι σύγχρονοί μας πιστεύουν ακράδαντα ότι ο σοσιαλισμός θα μετατρέψει τη γη σε παράδεισο. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει ευσεβή πόθο ή πίστη στην παντοδυναμία της σκέψης.
Ωστόσο, το κριτήριο της αλήθειας είναι ότι λειτουργεί ακόμη και αν κανείς δεν είναι διατεθειμένος να την αναγνωρίσει.
10. Η έννοια ενός τέλειου συστήματος διακυβέρνησης
Ο «κοινωνικός μηχανικός» είναι ο μεταρρυθμιστής που είναι διατεθειμένος να «εκκαθαρίσει» όλους όσοι δεν χωρούν στο σχέδιό του για τη διευθέτηση των ανθρώπινων υποθέσεων. Ωστόσο, οι ιστορικοί, και ενίοτε ακόμη και τα θύματα που θανατώνει, δεν διστάζουν να αναζητήσουν ορισμένα ελαφρυντικά για τις σφαγές του ή τις σχεδιαζόμενες σφαγές του, επισημαίνοντας ότι τελικά τον παρακινούσε μια ευγενής φιλοδοξία: ήθελε να εγκαθιδρύσει την τέλεια κατάσταση της ανθρωπότητας. Του αποδίδουν μια θέση στη μακρά σειρά των δημιουργών ουτοπικών σχεδίων.
Είναι ασφαλώς παραλογισμός να δικαιολογούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μαζικές δολοφονίες σαδιστών γκάνγκστερ όπως ο Stalin και ο Hitler. Δεν υπάρχει, όμως, αμφιβολία ότι πολλοί από τους πιο αιμοσταγείς «εκκαθαριστές» καθοδηγούνταν από τις ιδέες που ενέπνεαν από αμνημονεύτων χρόνων τις προσπάθειες των φιλοσόφων να στοχαστούν ένα τέλειο πολίτευμα. Αφού συλλάβει το σχέδιο μιας τέτοιας ιδανικής τάξης, ο δημιουργός του αναζητεί τον άνθρωπο που θα την εγκαθιδρύσει καταστέλλοντας την αντίσταση όλων όσοι διαφωνούν. Σε αυτό το πνεύμα, ο Πλάτων επιθυμούσε διακαώς να βρει έναν τύραννο που θα χρησιμοποιούσε τη δύναμή του για την πραγμάτωση της πλατωνικής ιδανικής πολιτείας. Το ερώτημα αν οι άλλοι άνθρωποι θα επιδοκίμαζαν ή θα αποδοκίμαζαν όσα ο ίδιος τους επιφύλασσε δεν απασχόλησε ποτέ τον Πλάτωνα. Γι’ αυτόν ήταν αυτονόητο ότι μόνο ο βασιλιάς που γινόταν φιλόσοφος ή ο φιλόσοφος που γινόταν βασιλιάς δικαιούνταν να δρα και ότι όλοι οι άλλοι άνθρωποι όφειλαν, χωρίς δική τους βούληση, να υποτάσσονται στις εντολές του. Από τη σκοπιά του φιλοσόφου που είναι ακράδαντα πεπεισμένος για το αλάθητό του, όλοι οι διαφωνούντες εμφανίζονται απλώς ως πεισματάρηδες στασιαστές που αντιστέκονται σε όσα θα τους ωφελήσουν.
Η εμπειρία που παρέχει η ιστορία, ιδίως εκείνη των τελευταίων διακοσίων ετών, δεν κλόνισε αυτή την πίστη στη σωτηρία μέσω της τυραννίας και της εκκαθάρισης των διαφωνούντων. Πολλοί σύγχρονοί μας είναι ακράδαντα πεπεισμένοι ότι εκείνο που απαιτείται για να καταστούν όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις απολύτως ικανοποιητικές είναι η βάναυση καταστολή όλων των «κακών» ανθρώπων, δηλαδή εκείνων με τους οποίους διαφωνούν. Ονειρεύονται ένα τέλειο σύστημα διακυβέρνησης το οποίο —όπως πιστεύουν— θα είχε ήδη πραγματωθεί προ πολλού, εάν αυτοί οι «κακοί» άνθρωποι, καθοδηγούμενοι από την ανοησία και τον εγωισμό, δεν είχαν παρεμποδίσει την εγκαθίδρυσή του.
Μια σύγχρονη, υποτίθεται επιστημονική σχολή μεταρρυθμιστών απορρίπτει αυτά τα βίαια μέτρα και επιρρίπτει την ευθύνη για όλα τα ανεπαρκή στοιχεία των ανθρώπινων συνθηκών στην υποτιθέμενη αποτυχία αυτού που αποκαλείται «πολιτική επιστήμη». Οι φυσικές επιστήμες, λένε, έχουν προοδεύσει σημαντικά τους τελευταίους αιώνες και η τεχνολογία μάς παρέχει σχεδόν κάθε μήνα νέα μέσα που καθιστούν τη ζωή πιο ευχάριστη. Η «πολιτική πρόοδος», όμως, «υπήρξε μηδενική». Ο λόγος είναι ότι «η πολιτική επιστήμη παρέμεινε στάσιμη».53 Η πολιτική επιστήμη οφείλει να υιοθετήσει τις μεθόδους των φυσικών επιστημών· δεν πρέπει πλέον να σπαταλά τον χρόνο της σε απλές θεωρητικές εικοτολογίες, αλλά να μελετά τα «γεγονότα». Διότι, όπως στις φυσικές επιστήμες, «τα γεγονότα απαιτούνται πριν από τη θεωρία».54
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να παρερμηνεύσει κατά πιο αξιοθρήνητο τρόπο κάθε πτυχή των ανθρώπινων συνθηκών. Περιορίζοντας την κριτική μας στα συναφή επιστημολογικά προβλήματα, πρέπει να πούμε: Εκείνο που σήμερα αποκαλείται «πολιτική επιστήμη» είναι ο κλάδος της ιστορίας που πραγματεύεται την ιστορία των πολιτικών θεσμών και την ιστορία της πολιτικής σκέψης, όπως αυτή εκδηλώνεται στα γραπτά συγγραφέων που πραγματεύτηκαν τους πολιτικούς θεσμούς και εκπόνησαν σχέδια για τη μεταβολή τους. Είναι ιστορία και, ως τέτοια, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, δεν μπορεί ποτέ να παράσχει «γεγονότα» με την έννοια υπό την οποία χρησιμοποιείται αυτός ο όρος στις πειραματικές φυσικές επιστήμες. Δεν χρειάζεται να παροτρύνει κανείς τους πολιτικούς επιστήμονες να συγκεντρώσουν όλα τα γεγονότα από το απώτερο παρελθόν και από την πρόσφατη ιστορία, η οποία εσφαλμένα χαρακτηρίζεται «παρούσα εμπειρία».55 Στην πραγματικότητα, πράττουν όλα όσα μπορούν να γίνουν ως προς αυτό. Και είναι ανόητο να τους λέει κανείς ότι τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτό το υλικό πρέπει «να ελέγχονται με πειράματα».56 Είναι περιττό να επαναλάβουμε ότι οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης δεν μπορούν να διεξάγουν πειράματα.
Θα ήταν παράλογο να υποστηρίξει κανείς αποδεικτικά ότι η επιστήμη δεν θα κατορθώσει ποτέ να αναπτύξει μια πραξεολογική απριοριστική θεωρία της πολιτικής οργάνωσης, η οποία θα τοποθετούσε μια θεωρητική επιστήμη δίπλα στον αμιγώς ιστορικό κλάδο της πολιτικής επιστήμης. Το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα είναι ότι κανένας εν ζωή άνθρωπος δεν γνωρίζει πώς θα μπορούσε να συγκροτηθεί μια τέτοια επιστήμη. Αλλά ακόμη και αν ένας τέτοιος νέος κλάδος της πραξεολογίας εμφανιζόταν κάποια ημέρα, δεν θα χρησίμευε στην πραγμάτευση του προβλήματος το οποίο οι φιλόσοφοι και οι πολιτικοί άνδρες επιθυμούσαν και επιθυμούν διακαώς να επιλύσουν.
Το ότι κάθε ανθρώπινη πράξη πρέπει να κρίνεται και κρίνεται από τους καρπούς ή τα αποτελέσματά της αποτελεί παλαιά κοινοτοπία. Είναι μια αρχή ως προς την οποία τα Ευαγγέλια συμφωνούν με τα συχνά σοβαρά παρερμηνευμένα διδάγματα της ωφελιμιστικής φιλοσοφίας. Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι οι άνθρωποι διαφέρουν πολύ μεταξύ τους στην αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Εκείνο που ορισμένοι θεωρούν καλό ή άριστο απορρίπτεται συχνά με πάθος από άλλους ως απολύτως κακό. Οι ουτοπιστές δεν μπήκαν στον κόπο να μας πουν ποια διευθέτηση των κρατικών υποθέσεων θα ικανοποιούσε καλύτερα τους συμπολίτες τους. Απλώς εξέθεταν ποιες συνθήκες για την υπόλοιπη ανθρωπότητα θα ήταν περισσότερο ικανοποιητικές για τους ίδιους. Ούτε στους ίδιους ούτε στους οπαδούς τους που επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους πέρασε ποτέ από τον νου ότι υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ αυτών των δύο πραγμάτων. Οι Σοβιετικοί δικτάτορες και η ακολουθία τους πιστεύουν ότι όλα είναι καλά στη Ρωσία εφόσον οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι.
Αλλά ακόμη και αν, χάριν του επιχειρήματος, παραμερίσουμε αυτό το ζήτημα, πρέπει να τονίσουμε ότι η έννοια του τέλειου συστήματος διακυβέρνησης είναι πεπλανημένη και αυτοαντιφατική.
Εκείνο που εξυψώνει τον άνθρωπο πάνω από όλα τα άλλα ζώα είναι η γνώση ότι η ειρηνική συνεργασία υπό την αρχή του καταμερισμού της εργασίας αποτελεί καλύτερη μέθοδο διατήρησης της ζωής και άρσης της αισθητής δυσφορίας από την επιδίδοση στον ανελέητο βιολογικό ανταγωνισμό για ένα μερίδιο στα σπάνια μέσα διαβίωσης που παρέχει η φύση. Καθοδηγούμενος από αυτή την επίγνωση, μόνο ο άνθρωπος, μεταξύ όλων των έμβιων όντων, αποβλέπει συνειδητά στην αντικατάσταση εκείνου που οι φιλόσοφοι αποκάλεσαν φυσική κατάσταση ή bellum omnium contra omnes ή νόμο της ζούγκλας από την κοινωνική συνεργασία. Ωστόσο, για να διατηρηθεί η ειρήνη, είναι απαραίτητο, με δεδομένο το πώς είναι οι άνθρωποι, να υπάρχει ετοιμότητα απόκρουσης με τη βία κάθε επίθεσης, είτε αυτή προέρχεται από εγχώριους κακοποιούς είτε από εξωτερικούς εχθρούς. Έτσι, η ειρηνική ανθρώπινη συνεργασία, η προϋπόθεση της ευημερίας και του πολιτισμού, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς έναν κοινωνικό μηχανισμό εξαναγκασμού και καταναγκασμού, δηλαδή χωρίς κυβέρνηση. Τα δεινά της βίας, της ληστείας και του φόνου μπορούν να αποτραπούν μόνο από έναν θεσμό ο οποίος, όποτε χρειάζεται, προσφεύγει ο ίδιος ακριβώς στις μεθόδους δράσης για την αποτροπή των οποίων έχει εγκαθιδρυθεί. Προκύπτει μια διάκριση μεταξύ της παράνομης χρήσης βίας και της νόμιμης προσφυγής σε αυτήν. Έχοντας επίγνωση αυτού του γεγονότος, ορισμένοι αποκάλεσαν την κυβέρνηση κακό, παραδεχόμενοι ωστόσο ότι αποτελεί αναγκαίο κακό. Όμως, εκείνο που απαιτείται για την επίτευξη ενός επιδιωκόμενου σκοπού που θεωρείται επωφελής δεν είναι κακό με την ηθική έννοια του όρου, αλλά μέσο, το τίμημα που πρέπει να καταβληθεί γι’ αυτόν. Παραμένει, εντούτοις, το γεγονός ότι πράξεις που θεωρούνται εξαιρετικά επιλήψιμες και εγκληματικές όταν διαπράττονται από «μη εξουσιοδοτημένα» άτομα επιδοκιμάζονται όταν διαπράττονται από τις «αρχές».
Η κυβέρνηση καθαυτή όχι μόνο δεν αποτελεί κακό, αλλά είναι ο πλέον αναγκαίος και επωφελής θεσμός, καθώς χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να διατηρηθούν ούτε διαρκής κοινωνική συνεργασία ούτε πολιτισμός. Είναι ένα μέσο αντιμετώπισης μιας εγγενούς ατέλειας πολλών ανθρώπων, ίσως της πλειονότητάς τους. Εάν όλοι οι άνθρωποι ήταν ικανοί να αντιληφθούν ότι η εναλλακτική λύση στην ειρηνική κοινωνική συνεργασία είναι η παραίτηση από όλα όσα διακρίνουν τον Homo sapiens από τα αρπακτικά θηρία και εάν όλοι είχαν την ηθική δύναμη να ενεργούν πάντοτε αναλόγως, δεν θα υπήρχε καμία ανάγκη εγκαθίδρυσης ενός κοινωνικού μηχανισμού εξαναγκασμού και καταπίεσης. Το κακό δεν είναι το κράτος, αλλά οι ανεπάρκειες του ανθρώπινου νου και χαρακτήρα που επιβάλλουν επιτακτικά τη λειτουργία μιας αστυνομικής εξουσίας. Η κυβέρνηση και το κράτος δεν μπορούν ποτέ να είναι τέλεια, επειδή οφείλουν τον λόγο ύπαρξής τους στην ατέλεια του ανθρώπου και μπορούν να επιτύχουν τον σκοπό τους, την εξάλειψη της έμφυτης ανθρώπινης παρόρμησης προς τη βία, μόνο προσφεύγοντας στη βία, σε εκείνο ακριβώς που καλούνται να αποτρέψουν.
Η ανάθεση σε ένα άτομο ή σε μια ομάδα ατόμων της εξουσίας να προσφεύγουν στη βία αποτελεί μια αναγκαστική λύση που είναι δίκοπο μαχαίρι. Ο πειρασμός που ενέχει είναι υπερβολικά ισχυρός για ένα ανθρώπινο ον. Οι άνθρωποι που πρόκειται να προστατεύουν την κοινότητα από τη βίαιη επίθεση μετατρέπονται εύκολα στους πιο επικίνδυνους επιτιθέμενους. Υπερβαίνουν την εντολή τους. Καταχρώνται τη δύναμή τους για να καταπιέζουν εκείνους τους οποίους υποτίθεται ότι θα υπερασπίζονταν απέναντι στην καταπίεση. Το κύριο πολιτικό πρόβλημα είναι πώς θα αποτραπεί η μετατροπή της αστυνομικής εξουσίας σε τυραννική. Αυτό είναι το νόημα όλων των αγώνων για την ελευθερία. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό του δυτικού πολιτισμού, το οποίο τον διακρίνει από τους στάσιμους και απολιθωμένους πολιτισμούς της Ανατολής, ήταν και είναι η μέριμνά του για την ελευθερία από το κράτος. Η ιστορία της Δύσης, από την εποχή της ελληνικής πόλεως έως τη σημερινή αντίσταση στον σοσιαλισμό, είναι κατ’ ουσίαν η ιστορία του αγώνα για την ελευθερία ενάντια στις επεμβάσεις των κρατικών αξιωματούχων.
Μια επιπόλαιη σχολή κοινωνικών φιλοσόφων, οι αναρχικοί, επέλεξε να αγνοήσει το ζήτημα προτείνοντας μια οργάνωση της ανθρωπότητας χωρίς κράτος. Απλώς παρέβλεψαν το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν είναι άγγελοι. Ήταν υπερβολικά βραδύνοες για να αντιληφθούν ότι βραχυπρόθεσμα ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων μπορούν ασφαλώς να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα εις βάρος των μακροπρόθεσμων συμφερόντων τόσο των ίδιων όσο και όλων των άλλων ανθρώπων. Μια κοινωνία που δεν είναι έτοιμη να αποκρούσει τις επιθέσεις τέτοιων αντικοινωνικών και κοντόφθαλμων επιτιθέμενων είναι ανίσχυρη και βρίσκεται στο έλεος των λιγότερο ευφυών και πιο βάναυσων μελών της. Ενώ ο Πλάτων θεμελίωσε την ουτοπία του στην ελπίδα ότι θα υπήρχε μια μικρή ομάδα απολύτως σοφών και ηθικά άμεμπτων φιλοσόφων για την ανώτατη διαχείριση των υποθέσεων, οι αναρχικοί προϋπέθεταν ότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως θα ήταν προικισμένοι με τέλεια σοφία και ηθική ακεραιότητα. Δεν κατόρθωσαν να συλλάβουν ότι κανένα σύστημα κοινωνικής συνεργασίας δεν μπορεί να εξαλείψει το δίλημμα μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας.
Η αταβιστική τάση του ανθρώπου να υποτάσσει με τη βία όλους τους άλλους εκδηλώνεται σαφώς στη δημοτικότητα του σοσιαλιστικού σχεδίου. Ο σοσιαλισμός είναι ολοκληρωτικός. Μόνο ο αυταρχικός άρχοντας ή το συμβούλιο των αυταρχικών αρχόντων καλείται να δρα. Όλοι οι άλλοι άνθρωποι θα στερηθούν κάθε ευχέρεια επιλογής και επιδίωξης των επιλεγμένων σκοπών· οι αντίπαλοι θα εκκαθαριστούν. Επιδοκιμάζοντας αυτό το σχέδιο, κάθε σοσιαλιστής προϋποθέτει σιωπηρά ότι οι δικτάτορες, εκείνοι στους οποίους ανατίθενται η διεύθυνση της παραγωγής και όλες οι κυβερνητικές λειτουργίες, θα συμμορφώνονται επακριβώς προς τις δικές του ιδέες για το επιθυμητό και το ανεπιθύμητο. Θεοποιώντας το κράτος —εάν είναι ορθόδοξος μαρξιστής, το αποκαλεί κοινωνία— και αναθέτοντάς του απεριόριστη δύναμη, θεοποιεί τον εαυτό του και αποβλέπει στη βίαιη καταστολή όλων εκείνων με τους οποίους διαφωνεί. Ο σοσιαλιστής δεν βλέπει κανένα πρόβλημα στη διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων, επειδή ενδιαφέρεται μόνο για τη δική του ικανοποίηση και δεν λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να ενεργήσει κατά τρόπο που δεν του αρέσει.
Οι «πολιτικοί επιστήμονες» είναι απαλλαγμένοι από τις ψευδαισθήσεις και την αυταπάτη που αλλοιώνουν την κρίση των αναρχικών και των σοσιαλιστών. Απορροφημένοι, όμως, από τη μελέτη του τεράστιου ιστορικού υλικού, προσηλώνονται στις λεπτομέρειες, στις αναρίθμητες περιπτώσεις μικροπρεπούς ζηλοτυπίας, φθόνου, προσωπικής φιλοδοξίας και πλεονεξίας που εκδηλώνουν οι δρώντες στην πολιτική σκηνή. Αποδίδουν την αποτυχία όλων των πολιτικών συστημάτων που έχουν δοκιμαστεί έως τώρα στην ηθική και διανοητική αδυναμία του ανθρώπου. Όπως το αντιλαμβάνονται, τα συστήματα αυτά απέτυχαν επειδή η ικανοποιητική λειτουργία τους θα απαιτούσε ανθρώπους με ηθικές και διανοητικές ιδιότητες που μόνο κατ’ εξαίρεση απαντούν στην πραγματικότητα. Εκκινώντας από αυτή τη θεωρία, επιχείρησαν να εκπονήσουν σχέδια για μια πολιτική τάξη που θα μπορούσε να λειτουργεί, ούτως ειπείν, αυτόματα και δεν θα διαταρασσόταν από την ανικανότητα και τα ελαττώματα των ανθρώπων. Το ιδανικό πολίτευμα όφειλε να διασφαλίζει την άμεμπτη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων παρά τη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα των κυβερνώντων και του λαού. Όσοι αναζητούσαν ένα τέτοιο νομικό σύστημα δεν ενέδιδαν στις ψευδαισθήσεις των ουτοπιστών συγγραφέων, οι οποίοι υπέθεταν ότι όλοι οι άνθρωποι ή τουλάχιστον μια μειονότητα ανώτερων ανθρώπων είναι άμεμπτοι και αποτελεσματικοί. Υπερηφανεύονταν για τη ρεαλιστική τους προσέγγιση στο πρόβλημα. Ποτέ, όμως, δεν έθεσαν το ερώτημα πώς άνθρωποι επιβαρυμένοι με όλες τις εγγενείς αδυναμίες του ανθρώπινου χαρακτήρα θα μπορούσαν να παρακινηθούν να υποταχθούν οικειοθελώς σε μια τάξη που θα τους εμπόδιζε να εκδηλώνουν τις ιδιοτροπίες και τις φαντασιοπληξίες τους.
Ωστόσο, η κύρια ανεπάρκεια αυτής της υποτίθεται ρεαλιστικής προσέγγισης στο πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτή. Έγκειται στην ψευδαίσθηση ότι η κυβέρνηση, ένας θεσμός του οποίου η ουσιώδης λειτουργία είναι η χρήση βίας, θα μπορούσε να λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της ηθικής που καταδικάζουν κατηγορηματικά την προσφυγή στη βία. Κυβέρνηση σημαίνει βίαιη υποταγή, φυλάκιση και θανάτωση. Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν την τάση να το λησμονούν, επειδή ο νομοταγής πολίτης υποτάσσεται πειθήνια στις εντολές των αρχών για να αποφύγει την τιμωρία. Οι νομικοί, όμως, είναι περισσότερο ρεαλιστές και αποκαλούν ατελή έναν νόμο που δεν συνοδεύεται από κύρωση. Το κύρος του ανθρώπινου νόμου οφείλεται εξ ολοκλήρου στα όπλα των αστυνομικών που επιβάλλουν την υπακοή στις διατάξεις του. Τίποτε από όσα μπορούν να ειπωθούν για την αναγκαιότητα της κυβερνητικής δράσης και τα οφέλη που απορρέουν από αυτήν δεν μπορεί να εξαλείψει ή να μετριάσει τα δεινά όσων μαραζώνουν στις φυλακές. Καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να καταστήσει απολύτως ικανοποιητική τη λειτουργία ενός θεσμού του οποίου η ουσιώδης δραστηριότητα συνίσταται στην πρόκληση πόνου.
Η ευθύνη για την αποτυχία ανακάλυψης ενός τέλειου συστήματος διακυβέρνησης δεν βαρύνει την υποτιθέμενη καθυστέρηση αυτού που αποκαλείται πολιτική επιστήμη. Εάν οι άνθρωποι ήταν τέλειοι, δεν θα υπήρχε ανάγκη κυβέρνησης. Με ατελείς ανθρώπους, κανένα σύστημα διακυβέρνησης δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ικανοποιητικά.
Η υπεροχή του ανθρώπου συνίσταται στην ικανότητά του να επιλέγει σκοπούς και να προσφεύγει σε μέσα για την επίτευξη των επιλεγμένων σκοπών· οι δραστηριότητες της κυβέρνησης αποβλέπουν στον περιορισμό αυτής της ευχέρειας των ατόμων. Κάθε άνθρωπος επιδιώκει να αποφεύγει όσα του προκαλούν πόνο· οι δραστηριότητες της κυβέρνησης συνίστανται τελικά στην πρόκληση πόνου. Όλα τα μεγάλα επιτεύγματα της ανθρωπότητας υπήρξαν προϊόν αυθόρμητης προσπάθειας ατόμων· η κυβέρνηση υποκαθιστά την εκούσια δράση με τον εξαναγκασμό. Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση είναι απαραίτητη, επειδή οι άνθρωποι δεν είναι άμεμπτοι. Καθώς, όμως, έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει ορισμένες πτυχές της ανθρώπινης ατέλειας, δεν μπορεί ποτέ να είναι τέλεια.
11. Οι επιστήμες της συμπεριφοράς
Οι αυτοαποκαλούμενες επιστήμες της συμπεριφοράς θέλουν να πραγματευθούν επιστημονικά την ανθρώπινη συμπεριφορά.57 Απορρίπτουν ως «μη επιστημονικές» ή «ορθολογιστικές» τις μεθόδους της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης. Από την άλλη πλευρά, υποτιμούν την ιστορία ως διαποτισμένη από αρχαιοδιφισμό και στερούμενη κάθε πρακτικής χρησιμότητας για τη βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών. Ο υποτιθέμενος νέος κλάδος τους, υπόσχονται, θα πραγματεύεται κάθε πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα παρέχει γνώση που θα προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στις προσπάθειες βελτίωσης της μοίρας της ανθρωπότητας.
Οι εκπρόσωποι αυτών των νέων επιστημών δεν είναι διατεθειμένοι να αντιληφθούν ότι είναι ιστορικοί και προσφεύγουν στις μεθόδους της ιστορικής έρευνας.58 Εκείνο που συχνά —αλλά όχι πάντοτε— τους διακρίνει από τους συνήθεις ιστορικούς είναι ότι, όπως οι κοινωνιολόγοι, επιλέγουν ως αντικείμενο των ερευνών τους συνθήκες του πρόσφατου παρελθόντος και πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς που οι περισσότεροι ιστορικοί παλαιότερων εποχών συνήθιζαν να παραμελούν. Αξιοσημείωτο ίσως περισσότερο είναι το γεγονός ότι οι πραγματείες τους συχνά προτείνουν μια συγκεκριμένη πολιτική ως δήθεν «δίδαγμα» της ιστορίας, μια στάση την οποία οι περισσότεροι αξιόλογοι ιστορικοί έχουν εγκαταλείψει προ πολλού. Δεν είναι μέλημά μας να επικρίνουμε τις μεθόδους που εφαρμόζονται σε αυτά τα βιβλία και άρθρα ούτε να αμφισβητήσουμε τις μάλλον αφελείς πολιτικές προκαταλήψεις που εκδηλώνουν ενίοτε οι συγγραφείς τους. Εκείνο που καθιστά σκόπιμο να δώσουμε προσοχή σε αυτές τις μελέτες της συμπεριφοράς είναι η παραμέληση μιας από τις σημαντικότερες επιστημολογικές αρχές της ιστορίας, της αρχής της σημαντικότητας.
Στην πειραματική έρευνα των φυσικών επιστημών, καθετί που μπορεί να παρατηρηθεί είναι αρκετά σημαντικό ώστε να καταγραφεί. Εφόσον, σύμφωνα με το a priori που βρίσκεται στην αφετηρία κάθε έρευνας στις φυσικές επιστήμες, οτιδήποτε συμβαίνει είναι αναπόφευκτο να συμβεί ως κανονικό αποτέλεσμα εκείνου που προηγήθηκε, κάθε συμβάν που παρατηρείται και περιγράφεται ορθά αποτελεί «γεγονός» που πρέπει να ενσωματωθεί στο σώμα της θεωρίας. Καμία περιγραφή μιας εμπειρίας δεν στερείται κάποιας συνάφειας με το σύνολο της γνώσης. Κατά συνέπεια, κάθε ερευνητικό εγχείρημα, εφόσον εκτελείται ευσυνείδητα και επιδέξια, πρέπει να θεωρείται συμβολή στην επιστημονική προσπάθεια της ανθρωπότητας.
Στις ιστορικές επιστήμες τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτές πραγματεύονται τις ανθρώπινες πράξεις: τις αξιολογικές κρίσεις που τις παρακίνησαν, την προσφορότητα των μέσων που επιλέχθηκαν για την επιτέλεσή τους και τα αποτελέσματα που αυτές επέφεραν. Καθένας από αυτούς τους παράγοντες διαδραματίζει τον δικό του ρόλο στη διαδοχή των συμβάντων. Κύριο έργο του ιστορικού είναι να προσδιορίσει όσο το δυνατόν ορθότερα την έκταση των αποτελεσμάτων κάθε παράγοντα. Αυτή η οιονεί ποσοτικοποίηση, αυτός ο προσδιορισμός της σημαντικότητας κάθε παράγοντα, αποτελεί μία από τις λειτουργίες που καλείται να επιτελέσει η ειδική κατανόηση των ιστορικών επιστημών.59
Στο πεδίο της ιστορίας —με την ευρύτατη έννοια του όρου— υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων θεμάτων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ερευνητικών δραστηριοτήτων. Είναι ασήμαντο και άνευ νοήματος να ορίζεται με γενικούς όρους η «συμπεριφορά του ανθρώπου» ως πρόγραμμα των δραστηριοτήτων ενός επιστημονικού κλάδου. Ο άνθρωπος αποβλέπει σε άπειρο αριθμό διαφορετικών σκοπών και προσφεύγει σε άπειρο αριθμό διαφορετικών μέσων για την επίτευξή τους. Ο ιστορικός —ή, για τον ίδιο λόγο, ο επιστήμονας της συμπεριφοράς— πρέπει να επιλέγει ένα θέμα σημαντικό για τη μοίρα της ανθρωπότητας και, επομένως, και για τη διεύρυνση της γνώσης μας. Δεν πρέπει να σπαταλά τον χρόνο του σε επουσιώδη ζητήματα. Επιλέγοντας το θέμα του βιβλίου του, κατατάσσει ο ίδιος τον εαυτό του. Ο ένας γράφει την ιστορία της ελευθερίας, ο άλλος την ιστορία ενός χαρτοπαιγνίου. Ο ένας γράφει τη βιογραφία του Δάντη, ο άλλος τη βιογραφία του αρχισερβιτόρου ενός κοσμικού ξενοδοχείου.60
Καθώς τα μεγάλα θέματα του παρελθόντος της ανθρωπότητας έχουν ήδη εξεταστεί από τις παραδοσιακές ιστορικές επιστήμες, εκείνο που απομένει στις επιστήμες της συμπεριφοράς είναι λεπτομερείς μελέτες για τις απολαύσεις, τις λύπες και τα εγκλήματα του κοινού ανθρώπου. Για τη συλλογή πρόσφατου υλικού σχετικά με αυτά και παρόμοια ζητήματα δεν απαιτείται καμία ειδική γνώση ή τεχνική. Κάθε φοιτητής μπορεί αμέσως να αναλάβει κάποιο ερευνητικό εγχείρημα. Υπάρχει απεριόριστος αριθμός θεμάτων για διδακτορικές διατριβές και εκτενέστερες πραγματείες. Πολλές από αυτές πραγματεύονται εντελώς επουσιώδη θέματα, χωρίς καμία αξία για τον εμπλουτισμό της γνώσης μας.
Αυτές οι λεγόμενες επιστήμες της συμπεριφοράς έχουν επιτακτική ανάγκη ριζικού αναπροσανατολισμού υπό το πρίσμα της αρχής της σημαντικότητας. Είναι δυνατόν να γραφτεί ένα ογκώδες βιβλίο για οποιοδήποτε θέμα. Το ερώτημα, όμως, είναι αν ένα τέτοιο βιβλίο πραγματεύεται κάτι που έχει σημασία από τη σκοπιά της θεωρίας ή της πράξης.
Κεφάλαιο 6: Περαιτέρω Συνέπειες της Παραμέλησης της Οικονομικής Σκέψης
1. Η ζωολογική προσέγγιση των ανθρώπινων προβλημάτων
Ο νατουραλισμός σκοπεύει να πραγματευθεί τα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης με τον τρόπο που η ζωολογία πραγματεύεται όλα τα άλλα έμβια όντα. Ο συμπεριφορισμός θέλει να εξαλείψει ό,τι διακρίνει την ανθρώπινη δράση από τη συμπεριφορά των ζώων. Σε αυτά τα σχήματα δεν απομένει χώρος για την ειδικώς ανθρώπινη ιδιότητα, το διακριτικό γνώρισμα του ανθρώπου, δηλαδή τη συνειδητή επιδίωξη επιλεγμένων σκοπών. Αγνοούν τον ανθρώπινο νου. Η έννοια της σκοπιμότητας τους είναι ξένη.
Από ζωολογική άποψη, ο άνθρωπος είναι ζώο. Υπάρχει, όμως, μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των συνθηκών όλων των άλλων ζώων και εκείνων του ανθρώπου. Κάθε έμβιο ον είναι εκ φύσεως αμείλικτος εχθρός κάθε άλλου έμβιου όντος, ιδίως όλων των άλλων μελών του δικού του είδους. Διότι τα μέσα διαβίωσης είναι σπάνια. Δεν επιτρέπουν σε όλα τα άτομα να επιβιώσουν και να ολοκληρώσουν την ύπαρξή τους έως το σημείο στο οποίο εξαντλείται πλήρως η έμφυτη ζωτικότητά τους. Αυτή η ασυμφιλίωτη σύγκρουση ζωτικών συμφερόντων επικρατεί πρωτίστως μεταξύ των μελών του ίδιου είδους, επειδή η επιβίωσή τους εξαρτάται από τις ίδιες τροφές. Η φύση είναι κυριολεκτικά «κόκκινη στα δόντια και στα νύχια».61
Και ο άνθρωπος είναι ζώο. Διαφέρει, όμως, από όλα τα άλλα ζώα, καθώς, χάρη στον λόγο του, έχει ανακαλύψει τον μεγάλο κοσμικό νόμο της υψηλότερης παραγωγικότητας της συνεργασίας υπό την αρχή του καταμερισμού της εργασίας. Ο άνθρωπος είναι, όπως το διατύπωσε ο Αριστοτέλης, το «ζώον πολιτικόν», το κοινωνικό ζώο, αλλά είναι «κοινωνικός» όχι λόγω της ζωικής του φύσης, αλλά λόγω της ειδικώς ανθρώπινης ιδιότητάς του. Τα άτομα του δικού του ζωολογικού είδους δεν είναι, για το ανθρώπινο άτομο, θανάσιμοι εχθροί που αντιπαρατίθενται προς αυτό σε έναν ανελέητο βιολογικό ανταγωνισμό, αλλά συνεργάτες ή δυνητικοί συνεργάτες σε κοινές προσπάθειες βελτίωσης των εξωτερικών συνθηκών της δικής του ευημερίας. Ένα αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τον άνθρωπο από όλα εκείνα τα όντα που στερούνται της ικανότητας να συλλάβουν το νόημα της κοινωνικής συνεργασίας.
2. Η προσέγγιση των «κοινωνικών επιστημών»
Συνηθίζεται να υποστασιοποιείται η κοινωνική συνεργασία με τη χρήση του όρου «κοινωνία». Κάποια μυστηριώδης υπεράνθρωπη δύναμη, λέγεται, δημιούργησε την κοινωνία και απαιτεί επιτακτικά από τον άνθρωπο να θυσιάσει τις επιδιώξεις του μικροπρεπούς εγωισμού του προς όφελος της κοινωνίας.
Η επιστημονική πραγμάτευση των σχετικών προβλημάτων εκκινεί από τη ριζική απόρριψη αυτής της μυθολογικής προσέγγισης. Εκείνο από το οποίο παραιτείται το άτομο για να συνεργαστεί με άλλα άτομα δεν είναι τα προσωπικά του συμφέροντα, αντιτιθέμενα προς το συμφέρον της κοινωνίας-φαντάσματος. Παραιτείται από ένα άμεσο όφελος προκειμένου να αποκομίσει αργότερα ένα μεγαλύτερο όφελος. Η θυσία του είναι προσωρινή. Επιλέγει μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του, εκείνων που οι κλασικοί οικονομολόγοι συνήθιζαν να αποκαλούν «ορθώς εννοούμενα» συμφέροντά του.
Η ωφελιμιστική φιλοσοφία δεν αντιμετωπίζει τους κανόνες της ηθικής ως αυθαίρετους νόμους που επιβάλλει στον άνθρωπο μια τυραννική Θεότητα και προς τους οποίους ο άνθρωπος οφείλει να συμμορφώνεται χωρίς να θέτει περαιτέρω ερωτήματα. Η συμπεριφορά σύμφωνα με τους κανόνες που απαιτούνται για τη διατήρηση της κοινωνικής συνεργασίας αποτελεί για τον άνθρωπο το μόνο μέσο ασφαλούς επίτευξης όλων εκείνων των σκοπών που θέλει να επιτύχει.
Οι απόπειρες απόρριψης αυτής της ορθολογιστικής ερμηνείας της ηθικής από τη σκοπιά της χριστιανικής διδασκαλίας είναι μάταιες. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη διδασκαλία της χριστιανικής θεολογίας και φιλοσοφίας, ο Θεός δημιούργησε τον ανθρώπινο νου προικίζοντας τον άνθρωπο με την ικανότητα της σκέψης. Εφόσον τόσο η αποκάλυψη όσο και ο ανθρώπινος λόγος αποτελούν εκδηλώσεις της δύναμης του Κυρίου, δεν μπορεί τελικά να υπάρχει καμία διαφωνία μεταξύ τους. Ο Θεός δεν αντιφάσκει προς τον εαυτό του. Έργο της φιλοσοφίας και της θεολογίας είναι να καταδείξουν τη συμφωνία μεταξύ αποκάλυψης και λόγου. Αυτό ήταν το πρόβλημα του οποίου την επίλυση επιδίωξαν η πατερική και η σχολαστική φιλοσοφία.62 Οι περισσότεροι από αυτούς τους στοχαστές αμφέβαλλαν αν ο ανθρώπινος νους, χωρίς τη συνδρομή της αποκάλυψης, θα μπορούσε να αποκτήσει επίγνωση όσων δίδασκαν τα δόγματα, ιδίως εκείνα της Ενανθρώπισης και της Αγίας Τριάδας. Δεν εξέφραζαν, όμως, σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα του ανθρώπινου λόγου από κάθε άλλη άποψη.
Οι διαδεδομένες επιθέσεις κατά της κοινωνικής φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και της ωφελιμιστικής θεωρίας, όπως τη δίδασκαν οι κλασικοί οικονομολόγοι, δεν προήλθαν από τη χριστιανική θεολογία, αλλά από θεϊστικούς, αθεϊστικούς και αντιθεϊστικούς συλλογισμούς. Θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη ορισμένων συλλογικοτήτων και δεν διερωτώνται ούτε πώς δημιουργήθηκαν αυτές οι συλλογικότητες ούτε υπό ποια έννοια «υπάρχουν». Αποδίδουν στη συλλογικότητα της επιλογής τους —την ανθρωπότητα (humanité), τη φυλή, το έθνος (με την έννοια που αποδίδεται στον όρο στα αγγλικά και στα γαλλικά και η οποία αντιστοιχεί στο γερμανικό Staat), την εθνότητα (το σύνολο όλων όσοι μιλούν την ίδια γλώσσα), την κοινωνική τάξη (με τη μαρξική έννοια) και ορισμένες άλλες— όλα τα γνωρίσματα των δρώντων ατόμων. Υποστηρίζουν ότι η πραγματικότητα αυτών των συλλογικοτήτων μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή και ότι αυτές υπάρχουν ανεξάρτητα από τις πράξεις των ατόμων που ανήκουν σε αυτές και πάνω από αυτές τις πράξεις. Υποθέτουν ότι ο ηθικός νόμος υποχρεώνει το άτομο να υποτάσσει τις «μικροπρεπείς» ιδιωτικές επιθυμίες και τα συμφέροντά του σε εκείνα της συλλογικότητας στην οποία ανήκει «δικαιωματικά» και στην οποία οφείλει ανεπιφύλακτη αφοσίωση. Το άτομο που επιδιώκει τα δικά του συμφέροντα ή προτιμά την αφοσίωση σε μια «κίβδηλη» συλλογικότητα αντί της αφοσίωσης στην «αληθινή» συλλογικότητα είναι απλώς ανυπότακτο.
Το κύριο χαρακτηριστικό του κολεκτιβισμού είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη τη βούληση και τον ηθικό αυτοκαθορισμό του ατόμου. Υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας του, το άτομο γεννιέται μέσα σε μια συλλογικότητα και είναι «φυσικό» και πρέπον να συμπεριφέρεται όπως αναμένεται να συμπεριφέρονται τα μέλη αυτής της συλλογικότητας. Από ποιον αναμένεται; Βεβαίως, από εκείνα τα άτομα στα οποία, σύμφωνα με τις μυστηριώδεις βουλές κάποιας μυστηριώδους δύναμης, έχει ανατεθεί το έργο του καθορισμού της συλλογικής βούλησης και της κατεύθυνσης των πράξεων της συλλογικότητας.
Στο Παλαιό Καθεστώς, ο αυταρχισμός βασιζόταν σε ένα είδος θεοκρατικής θεωρίας. Ο κεχρισμένος βασιλιάς κυβερνούσε ελέω Θεού· η εντολή του προερχόταν από τον Θεό. Ήταν η προσωποποίηση του βασιλείου. Η «Γαλλία» ήταν η ονομασία τόσο του βασιλιά όσο και της χώρας· τα παιδιά του βασιλιά ήταν enfants de France. Οι υπήκοοι που αψηφούσαν τις βασιλικές εντολές ήταν στασιαστές.
Η κοινωνική φιλοσοφία του Διαφωτισμού απέρριψε αυτή την αξίωση. Αποκάλεσε όλους τους Γάλλους enfants de la patrie, παιδιά της πατρίδας. Δεν θα επιβαλλόταν πλέον αναγκαστική ομοφωνία σε όλα τα ουσιώδη και πολιτικά ζητήματα. Ο θεσμός της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης —της διακυβέρνησης από τον λαό— αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι μπορεί να διαφωνούν ως προς τα πολιτικά ζητήματα και ότι όσοι συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις συνενώνονται σε κόμματα. Το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία κυβερνά όσο υποστηρίζεται από την πλειοψηφία.
Ο νέος αυταρχισμός του κολεκτιβισμού στιγματίζει αυτόν τον «σχετικισμό» ως αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση. Η συλλογικότητα αντιμετωπίζεται ως οντότητα υπεράνω των επιδιώξεων των ατόμων. Είναι αδιάφορο αν τα άτομα συμφωνούν αυθόρμητα ή όχι με τις επιδιώξεις του συνόλου. Σε κάθε περίπτωση, είναι καθήκον τους να συμφωνούν. Δεν υπάρχουν κόμματα· υπάρχει μόνο η συλλογικότητα.63 Όλοι οι άνθρωποι δεσμεύονται ηθικά να συμμορφώνονται προς τις εντολές της συλλογικότητας. Εάν παρακούσουν, εξαναγκάζονται να υποκύψουν. Αυτό αποκάλεσε ο Ρώσος στρατάρχης Zhukov «ιδεαλιστικό σύστημα», σε αντιδιαστολή προς το «υλιστικό σύστημα» του δυτικού ατομικισμού, το οποίο ο επικεφαλής στρατηγός των αμερικανικών δυνάμεων βρήκε «λίγο δύσκολο» να υπερασπιστεί.64
Οι «κοινωνικές επιστήμες» είναι αφοσιωμένες στη διάδοση της κολεκτιβιστικής θεωρίας. Δεν σπαταλούν λόγια στο μάταιο έργο της άρνησης της ύπαρξης των ατόμων ή της απόδειξης της φαυλότητάς τους. Ορίζοντας ως αντικείμενο των κοινωνικών επιστημών την ενασχόληση με «τις δραστηριότητες του ατόμου ως μέλους μιας ομάδας»65 και υπονοώντας ότι οι κοινωνικές επιστήμες, οριζόμενες κατ’ αυτόν τον τρόπο, καλύπτουν όλα όσα δεν ανήκουν στις φυσικές επιστήμες, απλώς αγνοούν την ύπαρξη του ατόμου. Κατά την άποψή τους, η ύπαρξη ομάδων ή συλλογικοτήτων αποτελεί έσχατο δεδομένο. Δεν επιχειρούν να αναζητήσουν τους παράγοντες που κάνουν τα άτομα να συνεργάζονται μεταξύ τους και να δημιουργούν έτσι ό,τι αποκαλείται ομάδες ή συλλογικότητες. Γι’ αυτές, η συλλογικότητα, όπως η ζωή ή ο νους, είναι πρωταρχικό φαινόμενο του οποίου η προέλευση δεν μπορεί να αναχθεί από την επιστήμη στη λειτουργία κάποιου άλλου φαινομένου. Κατά συνέπεια, οι κοινωνικές επιστήμες αδυνατούν να εξηγήσουν πώς είναι δυνατόν να υπάρχει πλήθος συλλογικοτήτων και τα ίδια άτομα να είναι ταυτοχρόνως μέλη διαφορετικών συλλογικοτήτων.
3. Η προσέγγιση της οικονομικής επιστήμης
Η οικονομική επιστήμη ή καταλλακτική, ο μόνος κλάδος των θεωρητικών επιστημών της ανθρώπινης δράσης που έχει αναπτυχθεί μέχρι σήμερα, αντιμετωπίζει τις συλλογικότητες ως δημιουργήματα της συνεργασίας των ατόμων. Καθοδηγούμενοι από την ιδέα ότι συγκεκριμένοι επιδιωκόμενοι σκοποί μπορούν να επιτευχθούν είτε καλύτερα είτε μόνο μέσω της συνεργασίας, οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους σε σχέσεις συνεργασίας και έτσι δημιουργούν ό,τι αποκαλείται ομάδες ή συλλογικότητες ή απλώς ανθρώπινη κοινωνία.
Το κατεξοχήν πρότυπο κολεκτιβοποίησης ή κοινωνικοποίησης είναι η οικονομία της αγοράς και η θεμελιώδης αρχή της συλλογικής δράσης είναι η αμοιβαία ανταλλαγή υπηρεσιών, το do ut des. Το άτομο προσφέρει και εξυπηρετεί προκειμένου να ανταμειφθεί με τις προσφορές και τις υπηρεσίες των συνανθρώπων του. Παραχωρεί ό,τι αξιολογεί λιγότερο, προκειμένου να λάβει κάτι που, τη στιγμή της συναλλαγής, θεωρεί περισσότερο επιθυμητό. Ανταλλάσσει —αγοράζει ή πωλεί— επειδή πιστεύει ότι αυτό είναι το πιο επωφελές πράγμα που μπορεί να κάνει εκείνη τη στιγμή.
Η διανοητική κατανόηση όσων κάνουν τα άτομα όταν ανταλλάσσουν εμπορεύματα και υπηρεσίες έχει συσκοτιστεί από τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές επιστήμες έχουν διαστρεβλώσει το νόημα όλων των σχετικών όρων. Στην ορολογία τους, «κοινωνία» δεν σημαίνει το αποτέλεσμα που επιφέρει η αντικατάσταση των μεμονωμένων προσπαθειών των ατόμων να βελτιώσουν τις συνθήκες τους από την αμοιβαία συνεργασία μεταξύ τους· σημαίνει μια μυθική συλλογική οντότητα, στο όνομα της οποίας μια ομάδα κυβερνώντων καλείται να φροντίσει όλους τους συνανθρώπους της. Χρησιμοποιούν αναλόγως το επίθετο «κοινωνικός» και το ουσιαστικό «κοινωνικοποίηση».
Η κοινωνική συνεργασία μεταξύ ατόμων —η κοινωνία— μπορεί να βασίζεται είτε στον αυθόρμητο συντονισμό είτε στη διαταγή και την υποταγή· κατά την ορολογία του Henry Sumner Maine, είτε στη σύμβαση είτε στο καθεστώς. Στη δομή της κοινωνίας της σύμβασης το άτομο εντάσσεται αυθόρμητα· στη δομή της κοινωνίας του καθεστώτος, η θέση και οι λειτουργίες του —τα καθήκοντά του— του ανατίθενται από εκείνους που διευθύνουν τον κοινωνικό μηχανισμό καταναγκασμού και καταπίεσης. Ενώ στην κοινωνία της σύμβασης αυτός ο μηχανισμός —η κυβέρνηση ή το κράτος— παρεμβαίνει μόνο για να καταστείλει βίαιες ή δόλιες μεθοδεύσεις ανατροπής του συστήματος αμοιβαίας ανταλλαγής υπηρεσιών, στην κοινωνία του καθεστώτος διατηρεί σε λειτουργία ολόκληρο το σύστημα με διαταγές και απαγορεύσεις.
Η οικονομία της αγοράς δεν επινοήθηκε από κάποια μεγαλοφυΐα· δεν σχεδιάστηκε πρώτα ως ουτοπικό σχήμα και κατόπιν τέθηκε σε λειτουργία. Αυθόρμητες πράξεις ατόμων, που δεν απέβλεπαν σε τίποτε άλλο παρά στη βελτίωση της δικής τους κατάστασης ικανοποίησης, υπονόμευσαν βήμα προς βήμα το κύρος του καταναγκαστικού συστήματος του καθεστώτος. Μόνο τότε, όταν η ανώτερη αποτελεσματικότητα της οικονομικής ελευθερίας δεν μπορούσε πλέον να αμφισβητηθεί, εμφανίστηκε στο προσκήνιο η κοινωνική φιλοσοφία και κατέρριψε την ιδεολογία του συστήματος του καθεστώτος. Η πολιτική υπεροχή των υποστηρικτών της προκαπιταλιστικής τάξης καταλύθηκε με εμφύλιους πολέμους. Η ίδια η οικονομία της αγοράς δεν ήταν προϊόν βίαιης δράσης —επαναστάσεων— αλλά μιας σειράς βαθμιαίων ειρηνικών μεταβολών. Οι συνδηλώσεις του όρου «βιομηχανική επανάσταση» είναι απολύτως παραπλανητικές.
4. Μια παρατήρηση σχετικά με τη νομική ορολογία
Στην πολιτική σφαίρα, η βίαιη ανατροπή των προκαπιταλιστικών μεθόδων διακυβέρνησης οδήγησε στην πλήρη εγκατάλειψη των φεουδαρχικών εννοιών του δημόσιου δικαίου και στην ανάπτυξη μιας νέας συνταγματικής θεωρίας, με νομικές έννοιες και όρους άγνωστους προηγουμένως. (Μόνο στην Αγγλία, όπου ο μετασχηματισμός του συστήματος της βασιλικής υπεροχής αρχικά σε σύστημα υπεροχής μιας κάστας προνομιούχων γαιοκτημόνων και κατόπιν σε σύστημα αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης με δικαίωμα ψήφου των ενηλίκων πραγματοποιήθηκε μέσω μιας διαδοχής ειρηνικών μεταβολών,66 διατηρήθηκε ως επί το πλείστον η ορολογία του Παλαιού Καθεστώτος, ενώ το αρχικό της νόημα είχε προ πολλού πάψει να έχει οποιαδήποτε πρακτική εφαρμογή.) Στη σφαίρα του αστικού δικαίου, η μετάβαση από τις προκαπιταλιστικές στις καπιταλιστικές συνθήκες πραγματοποιήθηκε μέσω μιας μακράς σειράς μικρών μεταβολών, χάρη στις πράξεις ανθρώπων που δεν είχαν τη δύναμη να μεταβάλουν τυπικά τους παραδοσιακούς νομικούς θεσμούς και τις έννοιες. Οι νέες μέθοδοι επιχειρηματικής δραστηριότητας γέννησαν νέους κλάδους δικαίου, οι οποίοι αναπτύχθηκαν από παλαιότερα εμπορικά έθιμα και πρακτικές. Όσο ριζικά, όμως, και αν μετασχημάτισαν αυτές οι νέες μέθοδοι την ουσία και το νόημα των παραδοσιακών νομικών θεσμών, θεωρούνταν ότι οι όροι και οι έννοιες του παλαιού δικαίου που παρέμεναν σε χρήση εξακολουθούσαν να δηλώνουν τις ίδιες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που δήλωναν σε περασμένες εποχές. Η διατήρηση των παραδοσιακών όρων εμποδίζει τους επιφανειακούς παρατηρητές να αντιληφθούν την πλήρη σημασία των θεμελιωδών μεταβολών που συντελέστηκαν. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα παρέχει η χρήση της έννοιας της ιδιοκτησίας.
Όπου επικρατεί, σε γενικές γραμμές, η οικονομική αυτάρκεια κάθε νοικοκυριού και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχει τακτική ανταλλαγή για το κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος όλων των προϊόντων, το νόημα της ιδιοκτησίας παραγωγικών αγαθών δεν διαφέρει από το νόημα της ιδιοκτησίας καταναλωτικών αγαθών. Σε κάθε περίπτωση, η ιδιοκτησία εξυπηρετεί αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη. Το να κατέχει κανείς κάτι, είτε παραγωγικό είτε καταναλωτικό αγαθό, σημαίνει ότι το έχει μόνο για τον εαυτό του και το χρησιμοποιεί για τη δική του ικανοποίηση.
Στο πλαίσιο μιας οικονομίας της αγοράς, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο ιδιοκτήτης παραγωγικών αγαθών αναγκάζεται να τα χρησιμοποιεί για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Χάνει την ιδιοκτησία του εάν άλλοι άνθρωποι τον υπερκεράσουν εξυπηρετώντας καλύτερα τους καταναλωτές. Στην οικονομία της αγοράς, η ιδιοκτησία αποκτάται και διατηρείται μέσω της εξυπηρέτησης του κοινού και χάνεται όταν το κοινό δυσαρεστείται με τον τρόπο με τον οποίο εξυπηρετείται. Η ιδιωτική ιδιοκτησία των συντελεστών παραγωγής αποτελεί, ούτως ειπείν, εντολή του κοινού, η οποία ανακαλείται μόλις οι καταναλωτές θεωρήσουν ότι άλλοι άνθρωποι θα την αξιοποιούσαν αποτελεσματικότερα. Μέσω του συστήματος κέρδους και ζημίας, οι ιδιοκτήτες αναγκάζονται να διαχειρίζονται τη «δική τους» ιδιοκτησία σαν να ήταν ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων, η οποία τους έχει εμπιστευθεί υπό την υποχρέωση να την αξιοποιούν για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των ουσιαστικών δικαιούχων, των καταναλωτών. Όλοι οι συντελεστές παραγωγής, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου συντελεστή, δηλαδή της εργασίας, υπηρετούν το σύνολο των μελών της οικονομίας της αγοράς. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα και ο χαρακτήρας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των υλικών συντελεστών παραγωγής υπό τον καπιταλισμό. Μπόρεσε να αγνοηθεί και να παρερμηνευθεί μόνο επειδή οι άνθρωποι —οικονομολόγοι και νομικοί, καθώς και μη ειδικοί— παραπλανήθηκαν από το γεγονός ότι η νομική έννοια της ιδιοκτησίας, όπως αναπτύχθηκε από τις νομικές πρακτικές και θεωρίες των προκαπιταλιστικών εποχών, διατηρήθηκε αμετάβλητη ή μόνο ελαφρώς τροποποιημένη, αφού το πραγματικό της νόημα είχε μεταβληθεί ριζικά.67
Είναι αναγκαίο να πραγματευθούμε αυτό το ζήτημα σε μια ανάλυση των επιστημολογικών προβλημάτων των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, επειδή δείχνει πόσο ριζικά διαφέρει η προσέγγιση της σύγχρονης πραξεολογίας από εκείνη των παραδοσιακών, παλαιότερων τρόπων μελέτης των κοινωνικών συνθηκών. Τυφλωμένες από την άκριτη αποδοχή των νομικιστικών θεωριών των προκαπιταλιστικών εποχών, γενεές συγγραφέων απέτυχαν πλήρως να διακρίνουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας της αγοράς και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής εντός της. Κατά την άποψή τους, οι κεφαλαιούχοι και οι επιχειρηματίες εμφανίζονται ως ανεξέλεγκτοι αυταρχικοί άρχοντες που διαχειρίζονται τις οικονομικές υποθέσεις προς ίδιον όφελος, χωρίς καμία μέριμνα για τις επιδιώξεις των υπόλοιπων ανθρώπων. Παρουσιάζουν το κέρδος ως άδικο χρηματικό όφελος που προέρχεται από την «εκμετάλλευση» των εργαζομένων και των καταναλωτών. Η παθιασμένη καταγγελία του κέρδους τούς εμπόδισε να αντιληφθούν ότι ακριβώς η αναγκαιότητα επίτευξης κερδών και αποφυγής ζημιών είναι εκείνη που αναγκάζει τους «εκμεταλλευτές» να ικανοποιούν τους καταναλωτές στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, προμηθεύοντάς τους με εκείνα τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες που ζητούν πιο επιτακτικά. Οι καταναλωτές είναι κυρίαρχοι επειδή καθορίζουν τελικά τι πρέπει να παραχθεί, σε ποια ποσότητα και ποιας ποιότητας.
5. Η κυριαρχία των καταναλωτών
Ένα από τα χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα προβλήματα που θέτει η βιολογική, ηθική και διανοητική ανισότητα των ανθρώπων.
Στις προκαπιταλιστικές εποχές, τα ανώτερα, δηλαδή τα ευφυέστερα και αποτελεσματικότερα άτομα, υπέτασσαν και υποδούλωναν τις μάζες των λιγότερο αποτελεσματικών συνανθρώπων τους. Στην κοινωνία του καθεστώτος υπάρχουν κάστες· υπάρχουν κύριοι και υπάρχουν υπηρέτες. Όλες οι υποθέσεις διευθύνονται προς αποκλειστικό όφελος των πρώτων, ενώ οι δεύτεροι αναγκάζονται να μοχθούν για τους κυρίους τους.
Στην οικονομία της αγοράς, οι ανώτεροι άνθρωποι εξαναγκάζονται, μέσω του συστήματος κέρδους και ζημίας, να υπηρετούν τις επιδιώξεις όλων, συμπεριλαμβανομένων των μαζών των κατώτερων ανθρώπων. Στο πλαίσιό της, οι πλέον επιθυμητές θέσεις μπορούν να κατακτηθούν μόνο μέσω πράξεων που ωφελούν όλους τους ανθρώπους. Οι μάζες, υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, καθορίζουν τελικά τα εισοδήματα και τον πλούτο του καθενός. Εμπιστεύονται τον έλεγχο των κεφαλαιουχικών αγαθών σε όσους γνωρίζουν πώς να τα χρησιμοποιούν για τη δική τους, δηλαδή των μαζών, καλύτερη ικανοποίηση.
Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι στην οικονομία της αγοράς δεν ευημερούν περισσότερο εκείνοι που, από τη σκοπιά μιας φωτισμένης κρίσης, θα έπρεπε να θεωρούνται τα πλέον εξέχοντα άτομα του ανθρώπινου είδους. Οι άξεστες ορδές των κοινών ανθρώπων δεν είναι ικανές να αναγνωρίσουν όπως πρέπει την αξία εκείνων που υπερβαίνουν τη δική τους αθλιότητα. Κρίνουν τους πάντες από τη σκοπιά της ικανοποίησης των επιθυμιών τους. Έτσι, οι πρωταθλητές της πυγμαχίας και οι συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών απολαμβάνουν μεγαλύτερο κύρος και κερδίζουν περισσότερα χρήματα από τους φιλοσόφους και τους ποιητές. Όσοι θρηνολογούν γι’ αυτό το γεγονός έχουν ασφαλώς δίκιο. Δεν θα μπορούσε, όμως, να επινοηθεί κανένα κοινωνικό σύστημα που να ανταμείβει δίκαια τις συνεισφορές του καινοτόμου, του οποίου η μεγαλοφυΐα οδηγεί την ανθρωπότητα σε ιδέες άγνωστες προηγουμένως και, ως εκ τούτου, αρχικά απορριπτόμενες από όλους όσοι στερούνται την ίδια έμπνευση.
Εκείνο που επιφέρει η λεγόμενη δημοκρατία της αγοράς είναι μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι παραγωγικές δραστηριότητες διευθύνονται από εκείνους των οποίων τη διαχείριση εγκρίνουν οι μάζες αγοράζοντας τα προϊόντα τους. Καθιστώντας τις επιχειρήσεις τους κερδοφόρες, οι καταναλωτές μεταφέρουν τον έλεγχο των συντελεστών παραγωγής στα χέρια εκείνων των επιχειρηματιών που τους εξυπηρετούν καλύτερα. Καθιστώντας τις επιχειρήσεις των αδέξιων επιχειρηματιών μη κερδοφόρες, αφαιρούν τον έλεγχο από εκείνους τους επιχειρηματίες των οποίων τις υπηρεσίες δεν εγκρίνουν. Είναι αντικοινωνικό με την αυστηρή έννοια του όρου να ματαιώνουν οι κυβερνήσεις αυτές τις αποφάσεις των ανθρώπων φορολογώντας τα κέρδη. Από μια γνήσια κοινωνική σκοπιά, θα ήταν περισσότερο «κοινωνικό» να φορολογούνται οι ζημίες παρά τα κέρδη.
Η κατωτερότητα του πλήθους εκδηλώνεται με τον πλέον πειστικό τρόπο στο γεγονός ότι απεχθάνεται το καπιταλιστικό σύστημα και στιγματίζει ως άδικα τα κέρδη που δημιουργεί η ίδια του η συμπεριφορά. Το αίτημα απαλλοτρίωσης όλης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ισόποσης αναδιανομής της μεταξύ όλων των μελών της κοινωνίας είχε νόημα σε μια αμιγώς αγροτική κοινωνία. Εκεί, το γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης ήταν το αναγκαίο επακόλουθο του γεγονότος ότι άλλοι δεν κατείχαν τίποτε ή δεν κατείχαν αρκετά για να συντηρήσουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους. Τα πράγματα, όμως, είναι διαφορετικά σε μια κοινωνία στην οποία το βιοτικό επίπεδο εξαρτάται από την προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών. Το κεφάλαιο συσσωρεύεται μέσω της φειδούς και της αποταμίευσης και διατηρείται μέσω της αποχής από την ανάλωση και τη διασπάθισή του. Ο πλούτος των ευπόρων μιας βιομηχανικής κοινωνίας αποτελεί τόσο αιτία όσο και αποτέλεσμα της ευημερίας των μαζών. Ακόμη και όσοι δεν τον κατέχουν πλουτίζουν, δεν φτωχαίνουν, χάρη σε αυτόν.
Το θέαμα που προσφέρουν οι πολιτικές των σύγχρονων κυβερνήσεων είναι πράγματι παράδοξο. Η τόσο δυσφημισμένη αποκτητική ορμή των ιδρυτών επιχειρήσεων και των κερδοσκόπων κατορθώνει καθημερινά να προμηθεύει τις μάζες με εμπορεύματα και υπηρεσίες άγνωστα προηγουμένως. Ένα κέρας της Αμάλθειας αδειάζει τα αγαθά του πάνω σε ανθρώπους για τους οποίους οι μέθοδοι παραγωγής όλων αυτών των θαυμαστών συσκευών είναι ακατανόητες. Αυτοί οι βραδύνοες ωφελούμενοι του καπιταλιστικού συστήματος παραδίδονται στην αυταπάτη ότι η δική τους εκτέλεση εργασιών ρουτίνας είναι εκείνη που δημιουργεί όλα αυτά τα θαύματα. Ψηφίζουν κυβερνώντες αφοσιωμένους σε μια πολιτική δολιοφθοράς και καταστροφής. Αντιμετωπίζουν τις «μεγάλες επιχειρήσεις», οι οποίες είναι κατ’ ανάγκην προσηλωμένες στην εξυπηρέτηση της μαζικής κατανάλωσης, ως τον υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο εχθρό και εγκρίνουν κάθε μέτρο που, όπως πιστεύουν, βελτιώνει τις δικές τους συνθήκες «τιμωρώντας» εκείνους που φθονούν.
Η ανάλυση των σχετικών προβλημάτων δεν αποτελεί, βεβαίως, έργο της επιστημολογίας.
Κεφάλαιο 7: Οι Επιστημολογικές Ρίζες του Μονισμού
1. Ο μη πειραματικός χαρακτήρας του μονισμού
Η κοσμοαντίληψη του ανθρώπου είναι, όπως έχει επισημανθεί, ντετερμινιστική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να συλλάβει την ιδέα ενός απόλυτου μηδενός ή κάποιου πράγματος που προέρχεται από το μηδέν και εισβάλλει στο σύμπαν εκ των έξω. Η ανθρώπινη έννοια του σύμπαντος περιλαμβάνει όλα όσα υπάρχουν. Η ανθρώπινη έννοια του χρόνου δεν γνωρίζει ούτε αρχή ούτε τέλος της ροής του χρόνου. Όλα όσα υπάρχουν και θα υπάρξουν ήταν δυνάμει παρόντα σε κάτι που ήδη υπήρχε προηγουμένως. Ό,τι συμβαίνει ήταν αναπόφευκτο να συμβεί. Η πλήρης ερμηνεία κάθε συμβάντος οδηγεί σε μια αναδρομή επ’ άπειρον.
Αυτός ο αδιάσπαστος ντετερμινισμός, ο οποίος αποτελεί την επιστημολογική αφετηρία όλων όσων πράττουν και διδάσκουν οι πειραματικές φυσικές επιστήμες, δεν προέρχεται από την εμπειρία· είναι a priori.68 Οι λογικοί θετικιστές αντιλαμβάνονται τον απριοριστικό χαρακτήρα του ντετερμινισμού και, πιστοί στον δογματικό εμπειρισμό τους, τον απορρίπτουν με πάθος. Δεν έχουν, όμως, επίγνωση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως λογική ή εμπειρική βάση για το ουσιώδες δόγμα του πιστεύω τους, τη μονιστική ερμηνεία όλων των φαινομένων. Εκείνο που δείχνει ο εμπειρισμός των φυσικών επιστημών είναι ένας δυϊσμός δύο σφαιρών, για τις αμοιβαίες σχέσεις των οποίων γνωρίζουμε ελάχιστα. Υπάρχει, αφενός, η σφαίρα των εξωτερικών συμβάντων, για τα οποία οι αισθήσεις μας μάς παρέχουν πληροφορίες, και υπάρχει, αφετέρου, η σφαίρα των αόρατων και άυλων σκέψεων και ιδεών. Εάν υποθέσουμε όχι μόνο ότι η ικανότητα ανάπτυξης αυτού που αποκαλείται νους ήταν ήδη δυνάμει ενσωματωμένη στην αρχική δομή των πραγμάτων που υπήρχαν ανέκαθεν και ότι έφθασε στην πραγμάτωσή της μέσω της διαδοχής συμβάντων τα οποία παρήγαγε κατ’ ανάγκην η φύση αυτών των πραγμάτων, αλλά και ότι σε αυτή τη διαδικασία δεν υπήρξε τίποτε που να μην μπορούσε να αναχθεί σε φυσικά και χημικά συμβάντα, προσφεύγουμε σε παραγωγικό συλλογισμό με αφετηρία ένα αυθαίρετο θεώρημα. Δεν υπάρχει εμπειρία που θα μπορούσε είτε να στηρίξει είτε να ανασκευάσει μια τέτοια θεωρία.
Όλα όσα μας έχουν διδάξει μέχρι σήμερα οι πειραματικές φυσικές επιστήμες για το πρόβλημα της σχέσης νου και σώματος είναι ότι υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ της ικανότητας του ανθρώπου να σκέπτεται και να δρα και της κατάστασης του σώματός του. Γνωρίζουμε ότι οι βλάβες του εγκεφάλου μπορούν να εξασθενίσουν σοβαρά ή ακόμη και να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις νοητικές ικανότητες του ανθρώπου και ότι ο θάνατος, η πλήρης αποδιοργάνωση των φυσιολογικών λειτουργιών των ζωντανών ιστών, εξαλείφει πάντοτε εκείνες τις δραστηριότητες του νου που μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον νου άλλων ανθρώπων. Δεν γνωρίζουμε, όμως, τίποτε για τη διαδικασία που παράγει σκέψεις και ιδέες μέσα στο σώμα ενός ζωντανού ανθρώπου. Σχεδόν ταυτόσημα εξωτερικά συμβάντα που επενεργούν στον ανθρώπινο νου καταλήγουν σε διαφορετικές σκέψεις και ιδέες σε διαφορετικούς ανθρώπους, καθώς και στους ίδιους ανθρώπους σε διαφορετικές στιγμές. Η φυσιολογία δεν διαθέτει καμία μέθοδο που θα μπορούσε να πραγματευθεί επαρκώς τα φαινόμενα της αντίδρασης του νου στα ερεθίσματα. Οι φυσικές επιστήμες αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν τις μεθόδους τους για την ανάλυση του νοήματος που αποδίδει ένας άνθρωπος σε οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου ή στο νόημα που αποδίδουν άλλοι άνθρωποι. Η υλιστική φιλοσοφία των La Mettrie και Feuerbach και ο μονισμός του Haeckel δεν είναι φυσική επιστήμη· είναι μεταφυσικές θεωρίες που αποβλέπουν στην εξήγηση κάποιου πράγματος το οποίο οι φυσικές επιστήμες δεν μπόρεσαν να διερευνήσουν. Το ίδιο ισχύει για τις μονιστικές θεωρίες του θετικισμού και του νεοθετικισμού.
Διαπιστώνοντας αυτά τα γεγονότα, δεν επιδιώκει κανείς να γελοιοποιήσει τις θεωρίες του υλιστικού μονισμού και να τις χαρακτηρίσει ανοησίες. Μόνο οι θετικιστές θεωρούν ανοησίες όλες τις μεταφυσικές εικοτολογίες και απορρίπτουν κάθε είδος απριορισμού. Συνετοί φιλόσοφοι και επιστήμονες έχουν παραδεχθεί χωρίς καμία επιφύλαξη ότι οι φυσικές επιστήμες δεν έχουν συνεισφέρει τίποτε που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις θέσεις του θετικισμού και του υλισμού και ότι όλα όσα διδάσκουν αυτές οι σχολές σκέψης είναι μεταφυσική, και μάλιστα ένα πολύ ανεπαρκές είδος μεταφυσικής.
Οι θεωρίες που διεκδικούν για τον εαυτό τους τον χαρακτηρισμό του ριζοσπαστικού ή καθαρού εμπειρισμού και στιγματίζουν ως ανοησία καθετί που δεν είναι πειραματική φυσική επιστήμη δεν αντιλαμβάνονται ότι ο υποτιθέμενος εμπειριστικός πυρήνας της φιλοσοφίας τους βασίζεται εξ ολοκλήρου σε παραγωγικό συλλογισμό με αφετηρία μια αδικαιολόγητη προκείμενη. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι φυσικές επιστήμες είναι να αναγάγουν όλα τα φαινόμενα που μπορούν να γίνουν —άμεσα ή έμμεσα— αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις σε ένα σύνολο έσχατων δεδομένων. Μπορεί κανείς να απορρίψει μια δυϊστική ή πλουραλιστική ερμηνεία της εμπειρίας και να υποθέσει ότι όλα αυτά τα έσχατα δεδομένα θα μπορούσαν, κατά τη μελλοντική ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, να αναχθούν σε μια κοινή πηγή. Μια τέτοια παραδοχή, όμως, δεν είναι πειραματική φυσική επιστήμη. Είναι μεταφυσική ερμηνεία. Το ίδιο ισχύει και για την περαιτέρω παραδοχή ότι αυτή η πηγή θα αποδειχθεί επίσης η ρίζα από την οποία εξελίχθηκαν όλα τα νοητικά φαινόμενα.
Από την άλλη πλευρά, όλες οι απόπειρες των φιλοσόφων να αποδείξουν την ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος με εγκόσμιες μεθόδους σκέψης, είτε μέσω απριοριστικού συλλογισμού είτε συνάγοντας συμπεράσματα από ορισμένες παρατηρούμενες ιδιότητες ορατών και απτών φαινομένων, κατέληξαν σε αδιέξοδο. Πρέπει, όμως, να αντιληφθούμε ότι είναι εξίσου αδύνατον να αποδειχθεί λογικά, με τις ίδιες φιλοσοφικές μεθόδους, η ανυπαρξία του Θεού ή να απορριφθεί η θέση ότι ο Θεός δημιούργησε το Χ από το οποίο προέρχονται όλα όσα πραγματεύονται οι φυσικές επιστήμες, καθώς και η περαιτέρω θέση ότι οι ανεξήγητες δυνάμεις του ανθρώπινου νου προέκυψαν και προκύπτουν από επανειλημμένες θεϊκές παρεμβάσεις στις υποθέσεις του σύμπαντος. Η χριστιανική διδασκαλία σύμφωνα με την οποία ο Θεός δημιουργεί την ψυχή κάθε ατόμου δεν μπορεί να ανασκευαστεί μέσω διασκεπτικού συλλογισμού, όπως δεν μπορεί και να αποδειχθεί με αυτόν τον τρόπο. Δεν υπάρχει ούτε στα λαμπρά επιτεύγματα των φυσικών επιστημών ούτε στον απριοριστικό συλλογισμό τίποτε που θα μπορούσε να αντιφάσκει προς το Ignorabimus του Du Bois-Reymond.
Δεν μπορεί να υπάρξει επιστημονική φιλοσοφία με την έννοια που ο λογικός θετικισμός και ο εμπειρισμός αποδίδουν στο επίθετο «επιστημονική». Ο ανθρώπινος νους, κατά την αναζήτηση της γνώσης, προσφεύγει στη φιλοσοφία ή στη θεολογία ακριβώς επειδή αποβλέπει στην εξήγηση προβλημάτων στα οποία οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να απαντήσουν. Η φιλοσοφία πραγματεύεται πράγματα πέρα από τα όρια όσων η λογική δομή του ανθρώπινου νου επιτρέπει στον άνθρωπο να συναγάγει από τα επιτεύγματα των φυσικών επιστημών.
2. Το ιστορικό πλαίσιο του θετικισμού
Δεν χαρακτηρίζει κανείς ικανοποιητικά τα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης λέγοντας ότι οι φυσικές επιστήμες έχουν —τουλάχιστον έως τώρα— αποτύχει να προσφέρουν οτιδήποτε για τη διασαφήνισή τους. Μια ορθή περιγραφή της κατάστασης θα έπρεπε να τονίζει ότι οι φυσικές επιστήμες δεν διαθέτουν καν τα νοητικά εργαλεία για να αποκτήσουν επίγνωση της ύπαρξης τέτοιων προβλημάτων. Οι ιδέες και τα τελικά αίτια είναι κατηγορίες για τις οποίες δεν υπάρχει χώρος στο σύστημα και στη δομή των φυσικών επιστημών. Από την ορολογία τους απουσιάζουν όλες οι έννοιες και οι λέξεις που θα μπορούσαν να παράσχουν επαρκή προσανατολισμό στη σφαίρα του νου και της δράσης. Και όλα τα επιτεύγματά τους, όσο θαυμαστά και επωφελή και αν είναι, δεν αγγίζουν ούτε επιφανειακά τα ουσιώδη προβλήματα της φιλοσοφίας που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν οι μεταφυσικές και θρησκευτικές θεωρίες.
Η διαμόρφωση της αντίθετης άποψης, η οποία είναι σχεδόν γενικώς αποδεκτή, μπορεί εύκολα να εξηγηθεί. Όλες οι μεταφυσικές και θρησκευτικές θεωρίες περιείχαν, πέρα από τις θεολογικές και ηθικές διδασκαλίες τους, και αστήρικτες προτάσεις σχετικά με φυσικά συμβάντα, οι οποίες, με την προοδευτική ανάπτυξη των φυσικών επιστημών, μπορούσαν όχι μόνο να ανασκευαστούν αλλά συχνά ακόμη και να γελοιοποιηθούν. Οι θεολόγοι και οι μεταφυσικοί προσπαθούσαν πεισματικά να υπερασπιστούν θέσεις που συνδέονταν μόνο επιφανειακά με τον πυρήνα του ηθικού τους μηνύματος και οι οποίες, στον επιστημονικά καταρτισμένο νου, εμφανίζονταν ως εντελώς παράλογοι μύθοι. Η κοσμική εξουσία των εκκλησιών καταδίωκε επιστήμονες που είχαν το θάρρος να αποκλίνουν από τέτοιες διδασκαλίες. Η ιστορία της επιστήμης στη σφαίρα του δυτικού χριστιανισμού είναι ιστορία συγκρούσεων στις οποίες οι θεωρίες της επιστήμης ήταν πάντοτε καλύτερα θεμελιωμένες από εκείνες της επίσημης θεολογίας. Σε κάθε αντιπαράθεση, οι θεολόγοι αναγκάζονταν τελικά να παραδεχθούν ταπεινά ότι οι αντίπαλοί τους είχαν δίκιο και ότι οι ίδιοι έσφαλλαν. Το θεαματικότερο παράδειγμα μιας τέτοιας άδοξης ήττας —ίσως όχι της θεολογίας καθαυτής, αλλά ασφαλώς των θεολόγων— ήταν η έκβαση των συζητήσεων σχετικά με την εξέλιξη.
Έτσι γεννήθηκε η ψευδαίσθηση ότι όλα τα ζητήματα που συνήθιζε να πραγματεύεται η θεολογία θα μπορούσαν κάποια ημέρα να επιλυθούν πλήρως και αδιαμφισβήτητα από τις φυσικές επιστήμες. Όπως ο Κοπέρνικος και ο Γαλιλαίος είχαν αντικαταστήσει τις αστήρικτες θεωρίες που υποστήριζε η Εκκλησία με μια καλύτερη θεωρία των ουράνιων κινήσεων, έτσι αναμενόταν ότι οι μελλοντικοί επιστήμονες θα κατόρθωναν να αντικαταστήσουν όλες τις άλλες «δεισιδαιμονικές» θεωρίες με την «επιστημονική» αλήθεια. Εάν κανείς επικρίνει τη μάλλον αφελή επιστημολογία και φιλοσοφία των Comte, Marx και Haeckel, δεν πρέπει να λησμονεί ότι η υπεραπλούστευσή τους αποτελούσε αντίδραση στις ακόμη πιο υπεραπλουστευτικές διδασκαλίες αυτού που σήμερα ονομάζεται φονταμενταλισμός, ενός δογματισμού που κανένας συνετός θεολόγος δεν θα τολμούσε πλέον να υιοθετήσει.
Η αναφορά σε αυτά τα γεγονότα δεν συγχωρεί με κανέναν τρόπο, και ακόμη λιγότερο δικαιολογεί, τις χονδροειδείς αντιλήψεις του σύγχρονου θετικισμού. Αποβλέπει απλώς στην καλύτερη κατανόηση του πνευματικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και έγινε δημοφιλής ο θετικισμός. Δυστυχώς, η χυδαιότητα των θετικιστών φανατικών βρίσκεται τώρα στα πρόθυρα της πρόκλησης μιας αντίδρασης που ενδέχεται να παρεμποδίσει σοβαρά το πνευματικό μέλλον της ανθρωπότητας. Και πάλι, όπως κατά την ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ανθούν διάφορες ειδωλολατρικές αιρέσεις. Υπάρχουν ο πνευματισμός, το βουντού και παρόμοιες δοξασίες και πρακτικές, πολλές από τις οποίες έχουν αντληθεί από τις λατρείες πρωτόγονων φυλών. Η αστρολογία αναβιώνει. Η εποχή μας δεν είναι μόνο εποχή της επιστήμης. Είναι επίσης εποχή κατά την οποία οι πιο παράλογες δεισιδαιμονίες βρίσκουν εύπιστους οπαδούς.
3. Η περίπτωση των φυσικών επιστημών
Ενόψει αυτών των ολέθριων συνεπειών μιας υπέρμετρης αντίδρασης που αρχίζει να εκδηλώνεται κατά των εκτροπών του θετικισμού, είναι αναγκαίο να επαναληφθεί ότι οι πειραματικές μέθοδοι των φυσικών επιστημών είναι οι μόνες κατάλληλες για την πραγμάτευση των σχετικών προβλημάτων. Χωρίς να συζητήσουμε εκ νέου τις προσπάθειες απαξίωσης της κατηγορίας της αιτιότητας και του ντετερμινισμού, πρέπει να τονίσουμε ότι εκείνο που είναι εσφαλμένο στον θετικισμό δεν είναι όσα διδάσκει για τις μεθόδους των εμπειρικών φυσικών επιστημών, αλλά όσα υποστηρίζει για ζητήματα σχετικά με τα οποία —τουλάχιστον έως τώρα— οι φυσικές επιστήμες δεν έχουν κατορθώσει να συνεισφέρουν καμία πληροφορία. Η θετικιστική αρχή της επαληθευσιμότητας, όπως διορθώθηκε από τον Popper,69 είναι απρόσβλητη ως επιστημολογική αρχή των φυσικών επιστημών. Δεν έχει, όμως, νόημα όταν εφαρμόζεται σε οτιδήποτε για το οποίο οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να παράσχουν καμία πληροφορία.
Δεν αποτελεί έργο αυτού του δοκιμίου η πραγμάτευση των αξιώσεων οποιασδήποτε μεταφυσικής θεωρίας ή της μεταφυσικής καθαυτής. Με δεδομένη τη φύση και τη λογική δομή του ανθρώπινου νου, πολλοί άνθρωποι δεν ικανοποιούνται με την άγνοια σχετικά με οποιοδήποτε πρόβλημα και δεν αποδέχονται εύκολα τον αγνωστικισμό στον οποίο καταλήγει η πιο ένθερμη αναζήτηση της γνώσης. Η μεταφυσική και η θεολογία δεν είναι, όπως ισχυρίζονται οι θετικιστές, προϊόντα μιας δραστηριότητας ανάξιας του Homo sapiens, κατάλοιπα της πρωτόγονης εποχής της ανθρωπότητας που οι πολιτισμένοι άνθρωποι οφείλουν να αποβάλουν. Αποτελούν εκδήλωση της ακόρεστης δίψας του ανθρώπου για γνώση. Είτε αυτή η δίψα για παντογνωσία μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί πλήρως είτε όχι, ο άνθρωπος δεν θα πάψει να την επιδιώκει με πάθος.70 Ούτε ο θετικισμός ούτε οποιαδήποτε άλλη θεωρία δικαιούται να καταδικάζει μια θρησκευτική ή μεταφυσική θέση που δεν αντιφάσκει προς κανένα από τα αξιόπιστα διδάγματα του a priori και της εμπειρίας.
4. Η περίπτωση των επιστημών της ανθρώπινης δράσης
Ωστόσο, το παρόν δοκίμιο δεν πραγματεύεται τη θεολογία ή τη μεταφυσική και την απόρριψη των θεωριών τους από τον θετικισμό. Πραγματεύεται την επίθεση του θετικισμού κατά των επιστημών της ανθρώπινης δράσης.
Το θεμελιώδες δόγμα του θετικισμού είναι η θέση ότι οι πειραματικές διαδικασίες των φυσικών επιστημών αποτελούν τη μόνη μέθοδο που πρέπει να εφαρμόζεται στην αναζήτηση της γνώσης. Όπως το αντιλαμβάνονται οι θετικιστές, οι φυσικές επιστήμες, απορροφημένες εξ ολοκλήρου από το πιο επείγον έργο της διασαφήνισης των προβλημάτων της φυσικής και της χημείας, έχουν στο παρελθόν παραμελήσει και ενδέχεται και στο εγγύς μέλλον να παραμελήσουν τα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης. Προσθέτουν, όμως, ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία πως, μόλις οι άνθρωποι που διαπνέονται από επιστημονικό πνεύμα και έχουν καταρτιστεί στις ακριβείς μεθόδους της εργαστηριακής εργασίας βρουν τον χρόνο να στραφούν στη μελέτη τέτοιων «δευτερευόντων» ζητημάτων όπως η ανθρώπινη συμπεριφορά, θα αντικαταστήσουν την άνευ αξίας φλυαρία που είναι σήμερα της μόδας με αυθεντική γνώση όλων αυτών των ζητημάτων. Η «Ενοποιημένη Επιστήμη» θα επιλύσει όλα τα σχετικά προβλήματα και θα εγκαινιάσει μια ευδαίμονα εποχή «κοινωνικής μηχανικής», κατά την οποία όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις θα διευθετούνται με τον ίδιο ικανοποιητικό τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη τεχνολογία παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα.
Ορισμένα αρκετά σημαντικά βήματα προς αυτό το αποτέλεσμα, ισχυρίζονται οι λιγότερο προσεκτικοί κήρυκες αυτού του δόγματος, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τον συμπεριφορισμό —ή, όπως προτιμούσε να τον αποκαλεί ο Neurath, τη συμπεριφοριστική επιστήμη. Επικαλούνται την ανακάλυψη των τροπισμών και των εξαρτημένων αντανακλαστικών. Προχωρώντας περαιτέρω με τη βοήθεια των μεθόδων που κατέστησαν δυνατά αυτά τα επιτεύγματα, η επιστήμη θα μπορέσει κάποια ημέρα να εκπληρώσει όλες τις υποσχέσεις του θετικισμού. Αποτελεί μάταιη έπαρση του ανθρώπου να υποθέτει ότι η συμπεριφορά του δεν καθορίζεται εξ ολοκλήρου από τις ίδιες παρορμήσεις που καθορίζουν τη συμπεριφορά των φυτών και των σκύλων.
Απέναντι σε όλη αυτή την παθιασμένη ρητορεία πρέπει να τονίσουμε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι φυσικές επιστήμες δεν διαθέτουν κανένα διανοητικό εργαλείο για την πραγμάτευση των ιδεών και της σκοπιμότητας.
Ένας πεπεισμένος θετικιστής μπορεί να ελπίζει ότι κάποια ημέρα οι φυσιολόγοι θα κατορθώσουν να περιγράψουν με όρους φυσικής και χημείας όλα τα συμβάντα που οδήγησαν στη δημιουργία συγκεκριμένων ατόμων και στην τροποποίηση της έμφυτης σύστασής τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Μπορούμε να παραλείψουμε το ερώτημα αν μια τέτοια γνώση θα αρκούσε για να εξηγήσει πλήρως τη συμπεριφορά των ζώων σε οποιαδήποτε κατάσταση ενδέχεται να κληθούν να αντιμετωπίσουν. Δεν μπορεί, όμως, να αμφισβητηθεί ότι δεν θα επέτρεπε στον μελετητή να πραγματευθεί τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος αντιδρά σε εξωτερικά ερεθίσματα. Διότι αυτή η ανθρώπινη αντίδραση καθορίζεται από ιδέες, ένα φαινόμενο του οποίου η περιγραφή υπερβαίνει τις δυνατότητες της φυσικής, της χημείας και της φυσιολογίας. Δεν υπάρχει εξήγηση με όρους των φυσικών επιστημών για το τι κάνει πλήθη ανθρώπων να παραμένουν πιστά στο θρησκευτικό δόγμα με το οποίο ανατράφηκαν και άλλους να αλλάζουν πίστη, γιατί οι άνθρωποι προσχωρούν σε πολιτικά κόμματα ή τα εγκαταλείπουν, γιατί υπάρχουν διαφορετικές σχολές φιλοσοφίας και διαφορετικές απόψεις για πλήθος προβλημάτων.
5. Οι πλάνες του θετικισμού
Αποβλέποντας σταθερά στη βελτίωση των συνθηκών υπό τις οποίες πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, τα έθνη της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και οι απόγονοί τους που εγκαταστάθηκαν σε υπερπόντια εδάφη κατόρθωσαν να αναπτύξουν αυτό που αποκαλείται —και συχνότερα δυσφημείται ως— δυτικός αστικός πολιτισμός. Θεμέλιό του είναι το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού, πολιτικό επακόλουθο του οποίου είναι η αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση και η ελευθερία της σκέψης και της διαπροσωπικής επικοινωνίας. Μολονότι υπονομεύεται διαρκώς από την ανοησία και την κακοβουλία των μαζών και από τα ιδεολογικά κατάλοιπα των προκαπιταλιστικών τρόπων σκέψης και δράσης, η ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα έχει μεταβάλει ριζικά τη μοίρα του ανθρώπου. Έχει μειώσει τα ποσοστά θνησιμότητας και έχει επιμηκύνει τη μέση διάρκεια ζωής, πολλαπλασιάζοντας έτσι τον πληθυσμό. Έχει αυξήσει κατά τρόπο πρωτοφανή το βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου στα έθνη εκείνα που δεν παρεμπόδισαν υπερβολικά το αποκτητικό πνεύμα των επιχειρηματικά δραστήριων ατόμων. Όλοι οι άνθρωποι, όσο φανατικοί και αν είναι στον ζήλο τους να δυσφημήσουν και να πολεμήσουν τον καπιταλισμό, του αποτίουν σιωπηρά φόρο τιμής απαιτώντας με πάθος τα προϊόντα που παράγει.
Ο πλούτος που έφερε ο καπιταλισμός στην ανθρωπότητα δεν είναι επίτευγμα μιας μυθικής δύναμης που αποκαλείται πρόοδος. Ούτε είναι επίτευγμα των φυσικών επιστημών και της εφαρμογής των διδαγμάτων τους για την τελειοποίηση της τεχνολογίας και της θεραπευτικής. Καμία τεχνολογική ή θεραπευτική βελτίωση δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πρακτικά, εάν τα υλικά μέσα για την αξιοποίησή της δεν έχουν προηγουμένως καταστεί διαθέσιμα μέσω της αποταμίευσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να γίνουν προσιτά σε όλους όλα όσα η τεχνολογία μάς πληροφορεί πώς να παράγουμε και να χρησιμοποιούμε είναι η ανεπάρκεια της προσφοράς συσσωρευμένου κεφαλαίου. Εκείνο που μετέτρεψε τις στάσιμες συνθήκες των παλιών καλών καιρών στη δραστηριότητα του καπιταλισμού δεν ήταν οι μεταβολές στις φυσικές επιστήμες και στην τεχνολογία, αλλά η υιοθέτηση της αρχής της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το μεγάλο ιδεολογικό κίνημα που άρχισε με την Αναγέννηση, συνεχίστηκε στον Διαφωτισμό και κορυφώθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα στον φιλελευθερισμό71 παρήγαγε τόσο τον καπιταλισμό —την ελεύθερη οικονομία της αγοράς— όσο και το πολιτικό του επακόλουθο ή —όπως οφείλουν να πουν οι μαρξιστές— το πολιτικό του «εποικοδόμημα»: την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση και τα δικαιώματα των ατόμων ως πολιτών, την ελευθερία της συνείδησης, της σκέψης, του λόγου και όλων των άλλων τρόπων επικοινωνίας. Μέσα στο κλίμα που δημιούργησε αυτό το καπιταλιστικό σύστημα ατομικισμού άνθησαν όλα τα σύγχρονα πνευματικά επιτεύγματα. Ποτέ προηγουμένως η ανθρωπότητα δεν είχε ζήσει υπό συνθήκες όπως εκείνες του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, όταν, στις πολιτισμένες χώρες, τα σημαντικότερα προβλήματα της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της επιστήμης μπορούσαν να συζητούνται ελεύθερα, χωρίς κανέναν φόβο αντιποίνων από τους κρατούντες. Ήταν μια εποχή παραγωγικής και ευεργετικής διαφωνίας.
Αναπτύχθηκε ένα αντίρροπο κίνημα, όχι όμως από την αναγέννηση των απαξιωμένων σκοτεινών δυνάμεων που στο παρελθόν προήγαν τη συμμόρφωση. Βλάστησε από το αυταρχικό και δικτατορικό σύμπλεγμα που ήταν βαθιά ριζωμένο στις ψυχές των πολλών, οι οποίοι ωφελούνταν από τους καρπούς της ελευθερίας και του ατομικισμού χωρίς να έχουν συνεισφέρει τίποτε στην ανάπτυξη και την ωρίμανσή τους. Οι μάζες δεν συμπαθούν εκείνους που τις υπερβαίνουν από οποιαδήποτε άποψη. Ο μέσος άνθρωπος φθονεί και μισεί όσους είναι διαφορετικοί.
Εκείνο που ωθεί τις μάζες στο στρατόπεδο του σοσιαλισμού είναι, ακόμη περισσότερο από την ψευδαίσθηση ότι ο σοσιαλισμός θα τις κάνει πλουσιότερες, η προσδοκία ότι θα χαλιναγωγήσει όλους όσοι είναι καλύτεροι από τις ίδιες. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των ουτοπικών σχεδίων, από εκείνο του Πλάτωνα έως εκείνο του Marx, είναι η άκαμπτη απολίθωση όλων των ανθρώπινων συνθηκών. Μόλις επιτευχθεί η «τέλεια» κατάσταση των κοινωνικών υποθέσεων, δεν πρέπει να γίνονται ανεκτές περαιτέρω μεταβολές. Δεν θα απομένει πλέον κανένας χώρος για καινοτόμους και μεταρρυθμιστές.
Στην πνευματική σφαίρα, την υπεράσπιση αυτής της μισαλλόδοξης τυραννίας εκπροσωπεί ο θετικισμός. Ο υπέρμαχός του, Auguste Comte, δεν συνέβαλε καθόλου στην πρόοδο της γνώσης. Απλώς κατάρτισε το σχέδιο μιας κοινωνικής τάξης υπό την οποία, στο όνομα της προόδου, της επιστήμης και της ανθρωπότητας, θα απαγορευόταν κάθε απόκλιση από τις δικές του ιδέες.
Οι πνευματικοί κληρονόμοι του Comte είναι οι σύγχρονοι θετικιστές. Όπως και ο ίδιος ο Comte, αυτοί οι υπέρμαχοι της «Ενοποιημένης Επιστήμης», του πανφυσικαλισμού, του «λογικού» ή «εμπειρικού θετικισμού» και της «επιστημονικής» φιλοσοφίας δεν συνέβαλαν οι ίδιοι στην πρόοδο των φυσικών επιστημών. Οι μελλοντικοί ιστορικοί της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας και της φυσιολογίας δεν θα χρειαστεί να αναφέρουν τα ονόματα και το έργο τους. Το μόνο που πρότεινε η «Ενοποιημένη Επιστήμη» ήταν η απαγόρευση των μεθόδων που εφαρμόζουν οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης και η αντικατάστασή τους από τις μεθόδους των πειραματικών φυσικών επιστημών. Δεν είναι αξιοσημείωτη για όσα συνεισέφερε, αλλά μόνο για όσα θέλει να δει να απαγορεύονται. Οι πρωταγωνιστές της είναι υπέρμαχοι της μισαλλοδοξίας και ενός στενόμυαλου δογματισμού.
Οι ιστορικοί οφείλουν να κατανοήσουν τις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές συνθήκες που γέννησαν τον θετικισμό, παλαιό και νέο. Η ειδική ιστορική κατανόηση, όμως, του περιβάλλοντος από το οποίο αναπτύχθηκαν συγκεκριμένες ιδέες δεν μπορεί ούτε να δικαιολογήσει ούτε να απορρίψει τις διδασκαλίες οποιασδήποτε σχολής σκέψης. Έργο της επιστημολογίας είναι να αποκαλύψει τις πλάνες του θετικισμού και να τις ανασκευάσει.
Κεφάλαιο 8: Ο Θετικισμός και η Κρίση του Δυτικού Πολιτισμού
1. Η παρερμηνεία του σύμπαντος
Ο τρόπος με τον οποίο η φιλοσοφία του λογικού θετικισμού απεικονίζει το σύμπαν είναι ελλιπής. Περιλαμβάνει μόνο όσα μπορούν να γίνουν γνωστά με τις πειραματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών. Αγνοεί τόσο τον ανθρώπινο νου όσο και την ανθρώπινη δράση.
Συνηθίζεται να δικαιολογείται αυτή η διαδικασία με την επισήμανση ότι ο άνθρωπος είναι μόνο ένας ελάχιστος κόκκος μέσα στην άπειρη απεραντοσύνη του σύμπαντος και ότι ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι παρά ένα φευγαλέο επεισόδιο στην ατέρμονη ροή της αιωνιότητας. Ωστόσο, η σπουδαιότητα και η σημασία ενός φαινομένου δεν επιδέχονται μια τέτοια απλώς ποσοτική αποτίμηση. Η θέση του ανθρώπου σε εκείνο το τμήμα του σύμπαντος για το οποίο μπορούμε να μάθουμε κάτι είναι ασφαλώς ταπεινή. Αλλά, απ’ όσο μπορούμε να διακρίνουμε, το θεμελιώδες γεγονός σχετικά με το σύμπαν είναι ότι διαιρείται σε δύο μέρη, τα οποία —χρησιμοποιώντας όρους που πρότειναν ορισμένοι φιλόσοφοι, αλλά χωρίς τις μεταφυσικές τους συνδηλώσεις— μπορούμε να αποκαλέσουμε res extensa, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα του εξωτερικού κόσμου, και res cogitans, την ικανότητα του ανθρώπου να σκέπτεται. Δεν γνωρίζουμε πώς μπορεί να εμφανίζονται οι αμοιβαίες σχέσεις αυτών των δύο σφαιρών από τη σκοπιά μιας υπερανθρώπινης νόησης. Για τον άνθρωπο, η διάκρισή τους είναι επιτακτική. Ίσως μόνο η ανεπάρκεια των νοητικών μας δυνάμεων μάς εμποδίζει να αναγνωρίσουμε την ουσιαστική ομοιογένεια όσων μας εμφανίζονται ως νους και ως ύλη. Ασφαλώς, όμως, καμία φλυαρία περί «ενοποιημένης επιστήμης» δεν μπορεί να μετατρέψει τον μεταφυσικό χαρακτήρα του μονισμού σε απρόσβλητο θεώρημα της εμπειρικής γνώσης. Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί παρά να διακρίνει δύο πεδία της πραγματικότητας: τη δική του σφαίρα και εκείνη των εξωτερικών συμβάντων. Και δεν πρέπει να υποβιβάζει τις εκδηλώσεις του νου σε κατώτερη βαθμίδα, καθώς μόνο ο νους επιτρέπει στον άνθρωπο να γνωρίζει και να σχηματίζει μια νοητική αναπαράσταση όσων υπάρχουν.
Η κοσμοαντίληψη του θετικισμού διαστρεβλώνει τη θεμελιώδη εμπειρία της ανθρωπότητας, για την οποία η ικανότητα αντίληψης, σκέψης και δράσης αποτελεί έσχατο γεγονός, σαφώς διακριτό από όλα όσα συμβαίνουν χωρίς την παρέμβαση της σκόπιμης ανθρώπινης δράσης. Είναι μάταιο να μιλά κανείς για εμπειρία χωρίς αναφορά στον παράγοντα που επιτρέπει στον άνθρωπο να έχει εμπειρία.
2. Η παρερμηνεία της ανθρώπινης κατάστασης
Όπως το αντιλαμβάνονται όλες οι εκδοχές του θετικισμού, ο εξέχων ρόλος που διαδραματίζει ο άνθρωπος στη γη είναι αποτέλεσμα της προόδου του στη γνώση της αλληλοσύνδεσης των φυσικών —δηλαδή όχι ειδικώς νοητικών και βουλητικών— φαινομένων και στην αξιοποίηση αυτής της γνώσης για τεχνολογική και θεραπευτική δράση. Ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός, η θεαματική αφθονία που παρήγαγε και η πρωτοφανής πληθυσμιακή αύξηση που κατέστησε δυνατή είναι καρποί της προοδευτικής ανάπτυξης των πειραματικών φυσικών επιστημών. Ο κύριος παράγοντας βελτίωσης της μοίρας της ανθρωπότητας είναι η επιστήμη, δηλαδή, κατά τη θετικιστική ορολογία, οι φυσικές επιστήμες. Στο πλαίσιο αυτής της φιλοσοφίας, η κοινωνία εμφανίζεται ως γιγαντιαίο εργοστάσιο και όλα τα κοινωνικά προβλήματα ως τεχνολογικά προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν μέσω της «κοινωνικής μηχανικής». Εκείνο που λείπει, επί παραδείγματι, από τις λεγόμενες υπανάπτυκτες χώρες είναι, υπό το πρίσμα αυτής της θεωρίας, η «τεχνογνωσία», η επαρκής εξοικείωση με την επιστημονική τεχνολογία.
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να παρερμηνεύσει πληρέστερα την ιστορία της ανθρωπότητας. Το θεμελιώδες γεγονός που επέτρεψε στον άνθρωπο να ανυψώσει το είδος του πάνω από το επίπεδο των θηρίων και τη φρίκη του βιολογικού ανταγωνισμού ήταν η ανακάλυψη της αρχής της υψηλότερης παραγωγικότητας της συνεργασίας υπό ένα σύστημα καταμερισμού της εργασίας, αυτής της μεγάλης κοσμικής αρχής του γίγνεσθαι. Εκείνο που βελτίωσε και εξακολουθεί να βελτιώνει την αποδοτικότητα των ανθρώπινων προσπαθειών είναι η προοδευτική συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών, χωρίς την οποία καμία τεχνολογική καινοτομία δεν θα μπορούσε ποτέ να αξιοποιηθεί πρακτικά. Κανένας τεχνολογικός λογαριασμός και υπολογισμός δεν θα ήταν δυνατός σε ένα περιβάλλον που δεν θα χρησιμοποιούσε ένα γενικώς χρησιμοποιούμενο μέσο ανταλλαγής, το χρήμα. Η σύγχρονη εκβιομηχάνιση, η πρακτική αξιοποίηση των ανακαλύψεων των φυσικών επιστημών, προϋποθέτει διανοητικά τη λειτουργία μιας οικονομίας της αγοράς στην οποία διαμορφώνονται χρηματικές τιμές για τους συντελεστές παραγωγής και παρέχεται έτσι στον μηχανικό η δυνατότητα να αντιπαραβάλλει το κόστος και τα έσοδα που αναμένονται από εναλλακτικά σχέδια. Η ποσοτικοποίηση της φυσικής και της χημείας θα ήταν άχρηστη για τον τεχνικό σχεδιασμό εάν δεν υπήρχε οικονομικός υπολογισμός.72 Εκείνο που λείπει από τα υπανάπτυκτα έθνη δεν είναι η γνώση, αλλά το κεφάλαιο.73
Η δημοτικότητα και το κύρος που απολαμβάνουν στην εποχή μας οι πειραματικές μέθοδοι των φυσικών επιστημών, καθώς και η διάθεση άφθονων πόρων για τη διεξαγωγή εργαστηριακής έρευνας, αποτελούν συνοδά φαινόμενα της προοδευτικής συσσώρευσης κεφαλαίου υπό τον καπιταλισμό. Εκείνο που μετέτρεψε βήμα προς βήμα τον κόσμο των ιππήλατων αμαξών, των ιστιοφόρων και των ανεμόμυλων σε έναν κόσμο αεροπλάνων και ηλεκτρονικής ήταν η αρχή του laissez-faire της Σχολής του Μάντσεστερ. Οι μεγάλες αποταμιεύσεις, που αναζητούν διαρκώς τις πλέον κερδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες, παρέχουν τους πόρους που απαιτούνται για να καταστούν αξιοποιήσιμα τα επιτεύγματα των φυσικών και των χημικών προς βελτίωση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Εκείνο που αποκαλείται οικονομική πρόοδος είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων των τριών προοδευτικών ομάδων —ή τάξεων— των αποταμιευτών, των επιστημόνων-εφευρετών και των επιχειρηματιών, οι οποίοι δρουν σε μια οικονομία της αγοράς στον βαθμό που αυτή δεν υπονομεύεται από τις προσπάθειες της μη προοδευτικής πλειονότητας των ανθρώπων της ρουτίνας και από τις δημόσιες πολιτικές που εκείνοι υποστηρίζουν.
Εκείνο που γέννησε όλα τα τεχνολογικά και θεραπευτικά επιτεύγματα που χαρακτηρίζουν την εποχή μας δεν ήταν η επιστήμη, αλλά το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα του καπιταλισμού. Μόνο μέσα στο κλίμα τεράστιας συσσώρευσης κεφαλαίου μπορούσε ο πειραματισμός να εξελιχθεί από ενασχόληση μεγαλοφυϊών όπως ο Αρχιμήδης και ο Leonardo da Vinci σε καλά οργανωμένη, συστηματική αναζήτηση της γνώσης. Η τόσο κατακριθείσα αποκτητική ορμή των ιδρυτών επιχειρήσεων και των κερδοσκόπων απέβλεπε στην εφαρμογή των επιτευγμάτων της επιστημονικής έρευνας για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μαζών. Στο ιδεολογικό περιβάλλον της εποχής μας, το οποίο, παρακινούμενο από φανατικό μίσος για τον «αστό», επιθυμεί διακαώς να αντικαταστήσει την αρχή του «κέρδους» με την αρχή της «υπηρεσίας», η τεχνολογική καινοτομία κατευθύνεται ολοένα και περισσότερο προς την κατασκευή αποτελεσματικών οργάνων πολέμου και καταστροφής.
Οι ερευνητικές δραστηριότητες των πειραματικών φυσικών επιστημών είναι καθαυτές ουδέτερες ως προς οποιοδήποτε φιλοσοφικό και πολιτικό ζήτημα. Μπορούν, όμως, να ανθίσουν και να καταστούν επωφελείς για την ανθρωπότητα μόνο όπου επικρατεί μια κοινωνική φιλοσοφία ατομικισμού και ελευθερίας.
Τονίζοντας ότι οι φυσικές επιστήμες οφείλουν όλα τα επιτεύγματά τους στην εμπειρία, ο θετικισμός απλώς επανέλαβε μια κοινοτοπία την οποία, μετά την κατάρρευση της Naturphilosophie, κανείς δεν αμφισβητούσε πλέον. Απαξιώνοντας τις μεθόδους των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, άνοιξε τον δρόμο στις δυνάμεις που υποσκάπτουν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού.
3. Η λατρεία της επιστήμης
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού δεν είναι τα επιστημονικά του επιτεύγματα και η συμβολή τους στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων και στην επιμήκυνση της μέσης διάρκειας ζωής. Αυτά είναι απλώς το αποτέλεσμα της εγκαθίδρυσης μιας κοινωνικής τάξης στην οποία, μέσω του συστήματος κέρδους και ζημίας, τα πλέον εξέχοντα μέλη της κοινωνίας παρακινούνται να υπηρετούν, στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, την ευημερία των μαζών των λιγότερο προικισμένων ανθρώπων. Εκείνο που αποφέρει όφελος υπό τον καπιταλισμό είναι η ικανοποίηση του κοινού ανθρώπου, του πελάτη. Όσο περισσότερους ανθρώπους ικανοποιείτε, τόσο το καλύτερο για εσάς.74
Αυτό το σύστημα ασφαλώς δεν είναι ιδανικό ή τέλειο. Στις ανθρώπινες υποθέσεις δεν υπάρχει τελειότητα. Η μόνη, όμως, εναλλακτική λύση είναι το ολοκληρωτικό σύστημα, στο οποίο, στο όνομα μιας πλασματικής οντότητας, της «κοινωνίας», μια ομάδα διευθυνόντων καθορίζει τη μοίρα όλων των ανθρώπων. Είναι πράγματι παράδοξο ότι τα σχέδια για την εγκαθίδρυση ενός συστήματος που, ρυθμίζοντας πλήρως τη συμπεριφορά κάθε ανθρώπινου όντος, θα εκμηδένιζε την ελευθερία του ατόμου διακηρύχθηκαν ως λατρεία της επιστήμης. Ο Saint-Simon σφετερίστηκε το κύρος των νόμων της βαρύτητας του Νεύτωνα ως προκάλυμμα του φαντασιοκοπικού ολοκληρωτισμού του, και ο μαθητής του, Comte, ισχυριζόταν ότι ενεργούσε ως εκπρόσωπος της επιστήμης όταν απαγόρευε, ως μάταιες και άχρηστες, ορισμένες αστρονομικές μελέτες που λίγο αργότερα παρήγαγαν μερικά από τα σημαντικότερα επιστημονικά αποτελέσματα του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Marx και ο Engels ιδιοποιήθηκαν για τα σοσιαλιστικά τους σχέδια τον χαρακτηρισμό «επιστημονικά». Οι σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές προδιαθέσεις και δραστηριότητες εξεχόντων υπέρμαχων του λογικού θετικισμού και της «ενοποιημένης επιστήμης» είναι ευρέως γνωστές.
Η ιστορία της επιστήμης είναι η καταγραφή των επιτευγμάτων ατόμων που εργάστηκαν απομονωμένα και, πολύ συχνά, συνάντησαν αδιαφορία ή ακόμη και ανοιχτή εχθρότητα από τους συγχρόνους τους. Δεν μπορεί κανείς να γράψει ιστορία της επιστήμης «χωρίς ονόματα». Εκείνο που έχει σημασία είναι το άτομο, όχι η «ομαδική εργασία». Δεν μπορεί κανείς να «οργανώσει» ή να «θεσμοποιήσει» την εμφάνιση νέων ιδεών. Μια νέα ιδέα είναι ακριβώς μια ιδέα που δεν πέρασε από τον νου εκείνων που σχεδίασαν το οργανωτικό πλαίσιο, που αντιβαίνει στα σχέδιά τους και ενδέχεται να ματαιώσει τις προθέσεις τους. Το να σχεδιάζει κανείς τις πράξεις άλλων ανθρώπων σημαίνει να τους εμποδίζει να σχεδιάζουν για τον εαυτό τους, σημαίνει να τους στερεί την ουσιωδώς ανθρώπινη ιδιότητά τους, σημαίνει να τους υποδουλώνει.
Η μεγάλη κρίση του πολιτισμού μας είναι αποτέλεσμα αυτού του ενθουσιασμού για τον καθολικό σχεδιασμό. Υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι πρόθυμοι να περιορίσουν το δικαίωμα και τη δυνατότητα των συμπολιτών τους να επιλέγουν τη δική τους συμπεριφορά. Ο κοινός άνθρωπος έβλεπε πάντοτε με δυσμένεια όλους όσοι τον υπερέβαιναν από οποιαδήποτε άποψη και υποστήριζε τη συμμόρφωση, τη Gleichschaltung. Εκείνο που είναι νέο και χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι ότι οι υπέρμαχοι της ομοιομορφίας και της συμμόρφωσης προβάλλουν τις αξιώσεις τους στο όνομα της επιστήμης.
4. Η επιστημολογική στήριξη του ολοκληρωτισμού
Κάθε βήμα προς την αντικατάσταση των παρωχημένων μεθόδων των προκαπιταλιστικών εποχών από αποτελεσματικότερες μεθόδους παραγωγής συνάντησε φανατική εχθρότητα από εκείνους των οποίων τα κατεστημένα συμφέροντα θίγονταν βραχυπρόθεσμα από οποιαδήποτε καινοτομία. Τα γαιοκτητικά συμφέροντα των αριστοκρατών επιθυμούσαν τη διατήρηση του οικονομικού συστήματος του Παλαιού Καθεστώτος όχι λιγότερο διακαώς από τους εξεγερμένους εργάτες που κατέστρεφαν μηχανές και κατεδάφιζαν εργοστασιακά κτίρια. Την υπόθεση της καινοτομίας, όμως, υποστήριζε η νέα επιστήμη της πολιτικής οικονομίας, ενώ η υπόθεση των παρωχημένων μεθόδων παραγωγής στερούνταν βάσιμου ιδεολογικού θεμελίου.
Καθώς όλες οι απόπειρες παρεμπόδισης της εξέλιξης του εργοστασιακού συστήματος και των τεχνολογικών του επιτευγμάτων απέτυχαν, άρχισε να διαμορφώνεται η συνδικαλιστική ιδέα. Διώξτε τον επιχειρηματία, αυτό το οκνηρό και άχρηστο παράσιτο, και παραδώστε όλα τα έσοδα —το «ολόκληρο προϊόν της εργασίας»— στους ανθρώπους που τα δημιουργούν με τον μόχθο τους! Αλλά ακόμη και οι πλέον φανατικοί εχθροί των νέων βιομηχανικών μεθόδων δεν μπορούσαν να μην αντιληφθούν την ανεπάρκεια αυτών των σχεδίων. Ο συνδικαλισμός παρέμεινε φιλοσοφία αγράμματων όχλων και απέσπασε την επιδοκιμασία των διανοουμένων μόνο πολύ αργότερα, υπό τη μορφή του βρετανικού συντεχνιακού σοσιαλισμού, του stato corporativo του ιταλικού φασισμού και της «οικονομικής της εργασίας» και της πολιτικής των εργατικών συνδικάτων του εικοστού αιώνα.75
Το μεγάλο αντικαπιταλιστικό επινόημα ήταν ο σοσιαλισμός, όχι ο συνδικαλισμός. Υπήρχε, όμως, κάτι που έφερνε τα σοσιαλιστικά κόμματα σε αμηχανία από τις απαρχές της προπαγάνδας τους: η αδυναμία τους να ανασκευάσουν την κριτική που ασκούσε η οικονομική επιστήμη στα σχέδιά τους. Έχοντας πλήρη επίγνωση της αδυναμίας του ως προς αυτό, ο Karl Marx κατέφυγε σε ένα τέχνασμα υπεκφυγής. Ο ίδιος και οι οπαδοί του, έως και εκείνους που αποκαλούσαν τις θεωρίες τους «κοινωνιολογία της γνώσης», επιχείρησαν να απαξιώσουν την οικονομική επιστήμη μέσω της κίβδηλης έννοιας της ιδεολογίας που είχαν διαμορφώσει. Όπως το αντιλαμβάνονται οι μαρξιστές, σε μια «ταξική κοινωνία» οι άνθρωποι είναι εγγενώς ανίκανοι να συλλάβουν θεωρίες που αποτελούν ουσιαστικά αληθή περιγραφή της πραγματικότητας. Οι σκέψεις ενός ανθρώπου είναι κατ’ ανάγκην «ιδεολογικά» νοθευμένες. Μια ιδεολογία, με τη μαρξική έννοια του όρου, είναι μια ψευδής θεωρία η οποία, ωστόσο, ακριβώς λόγω της αναλήθειάς της, εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης από την οποία προέρχεται ο δημιουργός της. Δεν υπάρχει ανάγκη να απαντηθεί οποιαδήποτε κριτική των σοσιαλιστικών σχεδίων. Αρκεί πλήρως να αποκαλυφθεί η μη προλεταριακή καταγωγή εκείνου που την ασκεί.76
Αυτός ο μαρξικός πολυλογισμός είναι η ζωντανή φιλοσοφία και επιστημολογία της εποχής μας. Αποβλέπει στο να καταστήσει τη μαρξική θεωρία απρόσβλητη, καθώς ορίζει σιωπηρά την αλήθεια ως συμφωνία με τον μαρξισμό. Ένας αντίπαλος του μαρξισμού σφάλλει κατ’ ανάγκην πάντοτε, και μόνο επειδή είναι αντίπαλος. Εάν ο διαφωνών έχει προλεταριακή καταγωγή, είναι προδότης· εάν ανήκει σε άλλη «τάξη», είναι εχθρός «της τάξης που κρατά το μέλλον στα χέρια της».77
Η γοητεία αυτού του μαρξικού εριστικού τεχνάσματος ήταν και είναι τόσο τεράστια, ώστε ακόμη και οι μελετητές της ιστορίας των ιδεών δεν αντιλήφθηκαν επί μακρόν ότι ο θετικισμός, ακολουθώντας τα ίχνη του Comte, προσέφερε ένα άλλο τέχνασμα για τη συλλήβδην απαξίωση της οικονομικής επιστήμης, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε κριτική ανάλυση της επιχειρηματολογίας της. Για τους θετικιστές, η οικονομική επιστήμη δεν είναι επιστήμη επειδή δεν προσφεύγει στις πειραματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών. Έτσι, ο Comte και εκείνοι από τους οπαδούς του που, υπό την ονομασία της κοινωνιολογίας, κήρυτταν το ολοκληρωτικό κράτος μπορούσαν να χαρακτηρίζουν την οικονομική επιστήμη μεταφυσική ανοησία και απαλλάσσονταν από την ανάγκη να ανασκευάσουν τα διδάγματά της μέσω διασκεπτικού συλλογισμού. Όταν ο αναθεωρητισμός του Bernstein αποδυνάμωσε προσωρινά το κύρος της μαρξικής ορθοδοξίας στο κοινό, ορισμένα νεότερα μέλη των μαρξικών κομμάτων άρχισαν να αναζητούν στα γραπτά των Avenarius και Mach μια φιλοσοφική δικαιολόγηση του σοσιαλιστικού δόγματος. Αυτή η απομάκρυνση από την ευθεία γραμμή του διαλεκτικού υλισμού εμφανιζόταν ως ιεροσυλία στα μάτια των αδιάλλακτων θεματοφυλάκων της αμόλυντης διδασκαλίας. Η ογκωδέστερη συμβολή του Lenin στη σοσιαλιστική γραμματεία είναι μια παθιασμένη επίθεση κατά της «αστικής φιλοσοφίας» του εμπειριοκριτικισμού και των οπαδών του στις τάξεις των σοσιαλιστικών κομμάτων.78 Μέσα στο πνευματικό γκέτο στο οποίο είχε αυτοπεριοριστεί σε όλη του τη ζωή, δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι η μαρξική θεωρία της ιδεολογίας είχε χάσει την πειστική της δύναμη στους κύκλους των φυσικών επιστημόνων και ότι ο πανφυσικαλισμός του θετικισμού μπορούσε να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες στις εκστρατείες δυσφήμισης της οικονομικής επιστήμης στα μάτια των μαθηματικών, των φυσικών και των βιολόγων. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, ο Otto Neurath προσέδωσε στον μεθοδολογικό μονισμό της «ενοποιημένης επιστήμης» τη σαφώς αντικαπιταλιστική του χροιά και μετέτρεψε τον νεοθετικισμό σε επικουρική δύναμη του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Σήμερα, οι δύο θεωρίες, ο μαρξικός πολυλογισμός και ο θετικισμός, συναγωνίζονται φιλικά στην παροχή θεωρητικής στήριξης στην «Αριστερά». Για τους φιλοσόφους, τους μαθηματικούς και τους βιολόγους υπάρχει η εσωτερική διδασκαλία του λογικού ή εμπειρικού θετικισμού, ενώ στις λιγότερο καλλιεργημένες μάζες εξακολουθεί να προσφέρεται μια παραποιημένη εκδοχή του διαλεκτικού υλισμού.
Ακόμη και αν, χάριν του επιχειρήματος, δεχθούμε ότι η απόρριψη της οικονομικής επιστήμης από τον πανφυσικαλισμό υπαγορεύτηκε μόνο από λογικές και επιστημολογικές εκτιμήσεις και ότι ούτε η πολιτική μεροληψία ούτε ο φθόνος προς ανθρώπους με υψηλότερους μισθούς ή μεγαλύτερο πλούτο διαδραμάτισαν οποιονδήποτε ρόλο στο ζήτημα, δεν πρέπει να αποσιωπήσουμε το γεγονός ότι οι υπέρμαχοι του ριζοσπαστικού εμπειρισμού αρνούνται πεισματικά να δώσουν οποιαδήποτε προσοχή στα διδάγματα της καθημερινής εμπειρίας που αντιφάσκουν προς τις σοσιαλιστικές τους προτιμήσεις. Δεν παραβλέπουν μόνο την αποτυχία όλων των «πειραμάτων» με κρατικοποιημένες επιχειρήσεις στις δυτικές χώρες. Δεν ενδιαφέρονται ούτε στο ελάχιστο για το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το μέσο βιοτικό επίπεδο είναι ασυγκρίτως υψηλότερο στις καπιταλιστικές χώρες απ’ ό,τι στις κομμουνιστικές. Εάν πιεστούν έντονα, επιχειρούν να παραμερίσουν αυτή την «εμπειρία» ερμηνεύοντάς την ως συνέπεια των υποτιθέμενων αντικομμουνιστικών μηχανορραφιών των καπιταλιστών.79 Ό,τι και αν πιστεύει κανείς για αυτή την ισχνή δικαιολογία, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ισοδυναμεί με θεαματική αποκήρυξη της ίδιας της αρχής που θεωρεί την εμπειρία μοναδική πηγή της γνώσης. Διότι, από τη σκοπιά αυτής της αρχής, δεν επιτρέπεται να εξαφανίζεται ως διά μαγείας ένα γεγονός της εμπειρίας με επίκληση κάποιων υποτιθέμενων θεωρητικών συλλογισμών.
5. Οι συνέπειες
Το εξέχον γεγονός της σύγχρονης ιδεολογικής κατάστασης είναι ότι οι δημοφιλέστερες πολιτικές θεωρίες αποβλέπουν στον ολοκληρωτισμό, στην πλήρη κατάργηση της ελευθερίας του ατόμου να επιλέγει και να δρα. Εξίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι πλέον φανατικοί υπέρμαχοι ενός τέτοιου συστήματος συμμόρφωσης αυτοαποκαλούνται επιστήμονες, μελετητές της λογικής και φιλόσοφοι.
Αυτό, βεβαίως, δεν είναι νέο φαινόμενο. Ο Πλάτων, ο οποίος, ακόμη περισσότερο από τον Αριστοτέλη, υπήρξε επί αιώνες ο maestro di color che sanno, επεξεργάστηκε ένα σχέδιο ολοκληρωτισμού του οποίου η ριζοσπαστικότητα ξεπεράστηκε μόνο τον δέκατο ένατο αιώνα από τα σχέδια των Comte και Marx. Είναι γεγονός ότι πολλοί φιλόσοφοι είναι απολύτως μισαλλόδοξοι απέναντι σε κάθε διαφωνία και επιθυμούν την παρεμπόδιση κάθε κριτικής των δικών τους ιδεών από τον αστυνομικό μηχανισμό της κυβέρνησης.
Στον βαθμό που η εμπειριστική αρχή του λογικού θετικισμού αναφέρεται στις πειραματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών, απλώς διατυπώνει όσα δεν αμφισβητούνται από κανέναν. Στον βαθμό που απορρίπτει τις επιστημολογικές αρχές των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, δεν είναι μόνο εντελώς εσφαλμένη. Υπονομεύει επίσης εν γνώσει και εκ προθέσεως τα πνευματικά θεμέλια του δυτικού πολιτισμού.
1 Για τον ιστορισμό, βλ. Mises, Theory and History (Washington, D.C.: Ludwig von Mises Institute, 1985), σσ. 198 κ.ε.
2 Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της άγνοιας, όπως εκδηλώνεται από έναν διαπρεπή φιλόσοφο, παρατίθεται στο Mises, Human Action (Chicago: Henry Regnery, 1966), σ. 33, σημείωση.
3 R. W. Emerson, Brahma.
4 Bentham, «Essay on Nomenclature and Classification», Παράρτημα αρ. IV στο Chrestomathia (Works, επιμ. Bowring 1838–1843, VIII, 84 και 88).
5 Πρβλ. Louis Rougier, Traité de la connaissance (Paris, 1955), σσ. 13 κ.ε.
6 Στο ίδιο, σσ. 47 κ.ε.
7 Πρβλ. Hans Reichenbach, The Rise of Scientific Philosophy (University of California Press, 1951), σ. 137.
8 Πρβλ. Morris Cohen, A Preface to Logic (New York: Henry Holt & Co., 1944), σσ. 44 και 92· Mises, Human Action, σσ. 72–91.
9 Mises, Human Action, σσ. 86 κ.ε.
10 Όπως υποστηρίζει ο J. Benda, La crise du rationalisme (Paris, 1949), σσ. 27 κ.ε.
11 Για τη «γλώσσα πρωτοκόλλου», πρβλ. Carnap, «Die physikalische Sprache als Universalsprache der Wissenschaft», Erkenntnis, II (1931), 432–465, και Carnap, «Über Protokollsätze», Erkenntnis, III (1932/33), 215–228.
12 Πρβλ. Reichenbach, ό.π., σσ. 157 κ.ε.
13 B. Russell, Religion and Science (London: Home University Library, 1936), σσ. 152 κ.ε.
14 Για την «κατανόηση», βλ. κατωτέρω, σσ. 48 κ.ε.
15 Πρβλ. Reichenbach, ό.π., σ. 162.
16 Στο ίδιο, σ. 161.
17 Karl Vogt, Köhlerglaube und Wissenschaft, 2η έκδ. (Giessen, 1855), σ. 32.
18 Πρβλ. Mises, Theory and History, σσ. 108 κ.ε.
19 Πρβλ. Karl Marx, Zur Kritik der politischen Oekonomie, επιμ. Kautsky (Stuttgart, 1897), σσ. x–xii.
20 Marx, ό.π., σ. xi.
21 Marx και Engels, The Communist Manifesto, I.
22 Marx, Das Kapital, 7η έκδ. (Hamburg, 1914), τόμ. I, κεφ. xxiv, σ. 728. Για μια κριτική ανάλυση αυτής της επιχειρηματολογίας, βλ. Mises, Theory and History, σσ. 102 κ.ε.
23 Βλ. κατωτέρω, σ. 53.
24 Ο R. G. Collingwood λέει (The Idea of History [Oxford, 1946], σ. 249): «Υπάρχει μια χρήση της αργκό, όπως εκείνη σύμφωνα με την οποία η λέξη “hall” σημαίνει αίθουσα μουσικών θεαμάτων ή η λέξη “pictures” κινηματογραφικές ταινίες, βάσει της οποίας η λέξη “science” σημαίνει φυσική επιστήμη». Ωστόσο, «στην παράδοση του ευρωπαϊκού λόγου ... η οποία συνεχίζεται αδιάλειπτα έως σήμερα, η λέξη “science” σημαίνει κάθε οργανωμένο σώμα γνώσης». Για τη γαλλική χρήση, βλ. Lalande, Vocabulaire technique et critique de la philosophie, 5η έκδ. (Paris, 1947), σσ. 933–940.
25 Otto Neurath, Foundations of the Social Sciences (International Encyclopedia of Unified Science, τόμ. II, αρ. 1, 3η ανατύπωση· University of Chicago Press, 1952), σ. 9.
26 Στο ίδιο, σ. 17.
27 Mises, Human Action, σσ. 237 κ.ε.
28 T. Kotarbinski, «Considérations sur la théorie générale de la lutte», Παράρτημα στο Z Zagadnien Ogólnej Teorii Walki (Warsaw, 1938), σσ. 65–92· του ίδιου, «Idée de la methodologie générale praxeologie», Travaux du IXe Congrés International de Philosophie (Paris, 1937), IV, 190–194. Η θεωρία των παιγνίων δεν έχει καμία απολύτως συνάφεια με τη θεωρία της δράσης. Βεβαίως, το να παίζει κανείς ένα παιχνίδι αποτελεί δράση, αλλά το ίδιο ισχύει και για το να καπνίζει ένα τσιγάρο ή να μασουλά ένα σάντουιτς. Βλ. κατωτέρω, σσ. 87 κ.ε.
29 Βλ. κατωτέρω, σ. 67.
30 Mises, Theory and History, σσ. 264 κ.ε.
31 Όταν ο H. Taine έγραφε το 1863 ότι «η ιστορία είναι κατά βάθος ένα πρόβλημα ψυχολογίας» (Histoire de la litérature anglaise, 10η έκδ. [Paris, 1899], τόμ. I, Εισαγωγή, σ. xlv), δεν αντιλαμβανόταν ότι το είδος ψυχολογίας που είχε κατά νου δεν ήταν η φυσική επιστήμη που αποκαλείται πειραματική ψυχολογία, αλλά εκείνο το είδος ψυχολογίας που αποκαλούμε θυμολογία, και ότι η θυμολογία αποτελεί καθαυτή ιστορικό επιστημονικό κλάδο, μια Geisteswissenschaft κατά την ορολογία του W. Dilthey (Einleitung in die Geisteswissenschaften [Leipzig, 1883]). Ο R. G. Collingwood (The Idea of History [Oxford, 1946], σ. 221) διακρίνει μεταξύ της «ιστορικής σκέψης», η οποία «μελετά τον νου ως δρώντα με ορισμένους καθορισμένους τρόπους σε ορισμένες καθορισμένες καταστάσεις», και ενός άλλου, προβληματικού τρόπου μελέτης του νου, δηλαδή μέσω της «διερεύνησης των γενικών χαρακτηριστικών του κατ’ αφαίρεση από οποιαδήποτε ιδιαίτερη κατάσταση ή ιδιαίτερη δράση». Ο τελευταίος θα ήταν «όχι ιστορία, αλλά επιστήμη του νου, ψυχολογία ή φιλοσοφία του νου». Μια τέτοια «θετική επιστήμη του νου, η οποία υπερβαίνει τη σφαίρα της ιστορίας και θεμελιώνει τους μόνιμους και αμετάβλητους νόμους της ανθρώπινης φύσης», επισημαίνει (σ. 224), είναι «δυνατή μόνο για κάποιον που εκλαμβάνει τις παροδικές συνθήκες μιας ορισμένης ιστορικής εποχής ως μόνιμες συνθήκες της ανθρώπινης ζωής».
32 Language, Thought and Culture, επιμ. Paul Henle (University of Michigan Press, 1958), σ. 48. Βεβαίως, η αναλογία δεν είναι πλήρης, καθώς η συντριπτική πλειονότητα σταματά την πολιτισμική της εξέλιξη πολύ πριν φθάσει στα θυμολογικά ύψη της εποχής της.
33 Mises, Theory and History, σσ. 140 κ.ε.
34 L. Wittgenstein, Tractatus Logico-Philosophicus (New York, 1922), σσ. 188 κ.ε.
35 Βλ. κατωτέρω, σ. 65.
36 Για την επιφανέστερη εκδοχή αυτής της θεωρίας, εκείνη του H. Th. Buckle, βλ. Mises, Theory and History, σσ. 84 κ.ε.
37 Για αυτά τα προβλήματα, βλ. Mises, σσ. 76–93.
38 Για τη φιλοσοφία της ιστορίας, βλ. Mises, Theory and History, σσ. 159 κ.ε.
39 Marx, Das Kapital, τόμ. I, κεφ. xxiv, σημείο 7.
40 J. Schumpeter, Das Wesen und der Hauptinhalt der theoretischen Nationalökonomie (Leipzig, 1908), σσ. 606 κ.ε.· W. Mitchell, «Quantitative Analysis in Economic Theory», American Economic Review, XV, 1 κ.ε.· G. Cassel, On Quantitative Thinking in Economics (Oxford, 1935)· και ένας καθημερινά διογκούμενος κατακλυσμός βιβλίων και άρθρων.
41 Mises, Human Action, σσ. 347 κ.ε.
42 Διατίθεται πλέον και σε αγγλόγλωσση έκδοση, The Logic of Scientific Discovery (New York, 1959).
43 John Neville Keynes, The Scope and Method of Political Economy (London, 1891), σ. 165.
44 Βλ. ιδίως Mises, Human Action, σσ. 41–44 και 145–153, και Theory and History, σσ. 250 κ.ε.
45 A. Eddington, The Philosophy of Physical Science (New York and Cambridge, 1939), σσ. 28 κ.ε.
46 Mises, Human Action, σσ. 660 κ.ε.
47 J. v. Neumann και O. Morgenstern, Theory of Games and Economic Behavior (Princeton University Press, 1944)· R. Duncan Luce και H. Raiffa, Games and Decisions (New York, 1957)· και πολλά άλλα βιβλία και άρθρα.
48 Mises, Human Action, σσ. 661 κ.ε.
49 Τα παιχνίδια που διοργανώνονται για την ψυχαγωγία των θεατών δεν είναι παιχνίδια με την κυριολεκτική έννοια, αλλά επιχειρηματική δραστηριότητα στον χώρο του θεάματος.
50 Freud, Totem und Tabu (Vienna, 1913), σσ. 79 κ.ε.
51 Η πρώτη προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση διαρκούς ειρήνης είναι, βεβαίως, η γενική υιοθέτηση των αρχών του καπιταλισμού του laissez-faire. Για το πρόβλημα αυτό, βλ. Mises, Human Action, σσ. 680 κ.ε., και Mises, Omnipotent Government (New Haven: Yale University Press, 1944), σσ. 89 κ.ε.
52 Χαρακτηριστική αυτής της νοοτροπίας είναι η βαρύτητα που αποδίδουν οι πολιτικοί στα ευρήματα των δημοσκοπήσεων της κοινής γνώμης.
53 N. C. Parkinson, The Evolution of Political Thought (Boston, 1958), σ. 306.
54 Στο ίδιο, σ. 309.
55 Στο ίδιο, σ. 314.
56 Στο ίδιο, σ. 314.
57 Δεν πρέπει να συγχέονται οι «επιστήμες της συμπεριφοράς» με τον συμπεριφορισμό. Για τον τελευταίο, βλ. Mises, Human Action, σ. 26.
58 Βεβαίως, ορισμένοι από αυτούς τους μελετητές πραγματεύονται προβλήματα ιατρικής και υγιεινής.
59 Βλ. ανωτέρω, σ. 66.
60 Karl Schriftgiesser, Oscar of the Waldorf (New York, 1943), 248 σελίδες.
61 Tennyson, In Memoriam, LVI, iv.
62 L. Rougier, La scolastique et le Thomisme (Paris, 1925), σσ. 36 κ.ε., 84 κ.ε., 102 κ.ε.
63 Ετυμολογικά, ο όρος party («κόμμα») προέρχεται από τον όρο part («μέρος»), σε αντιδιαστολή προς τον όρο whole («όλο»). Ένα κόμμα χωρίς άλλο ομόλογό του δεν διαφέρει από το σύνολο και, επομένως, δεν είναι κόμμα. Το σύνθημα «μονοκομματικό σύστημα» επινοήθηκε από τους Ρώσους κομμουνιστές —και αντιγράφηκε από τους οπαδούς τους, τους Ιταλούς φασίστες και τους Γερμανούς ναζί— για να συγκαλύψει την κατάργηση της ελευθερίας του ατόμου και του δικαιώματός του να διαφωνεί.
64 Για αυτό το περιστατικό, βλ. W. F. Buckley, Up from Liberalism (New York, 1959), σσ. 164–168.
65 E. R. A. Seligman, «What Are the Social Sciences?», Encyclopedia of the Social Sciences, I, 3.
66 Δεν ήταν οι επαναστάσεις του δέκατου έβδομου αιώνα εκείνες που μετασχημάτισαν το βρετανικό σύστημα διακυβέρνησης. Τα αποτελέσματα της πρώτης επανάστασης ακυρώθηκαν από την Παλινόρθωση και, κατά την Ένδοξη Επανάσταση του 1688, το βασιλικό αξίωμα απλώς μεταβιβάστηκε από τον «νόμιμο» βασιλιά σε άλλα μέλη της οικογένειάς του. Η διαμάχη μεταξύ της δυναστικής απολυταρχίας και του κοινοβουλευτικού καθεστώτος της γαιοκτητικής αριστοκρατίας συνεχίστηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου όγδοου αιώνα. Τερματίστηκε μόνο όταν ματαιώθηκαν οι απόπειρες του τρίτου βασιλιά του οίκου του Αννοβέρου να αναβιώσει το προσωπικό καθεστώς των Τυδώρ και των Στιούαρτ. Η αντικατάσταση της αριστοκρατικής διακυβέρνησης από τη λαϊκή πραγματοποιήθηκε —τον δέκατο ένατο αιώνα— μέσω μιας διαδοχής μεταρρυθμίσεων του δικαιώματος ψήφου.
67 Βλ. Mises, Die Gemeinwirtschaft, 2η έκδ. (Jena, 1932), σσ. 15–16· αγγλόγλωσση μετάφραση: Socialism (Yale University Press, 1951), σσ. 40 κ.ε.
68 «Η επιστήμη είναι ντετερμινιστική· είναι τέτοια a priori· θέτει ως αίτημα τον ντετερμινισμό, επειδή χωρίς αυτόν δεν θα μπορούσε να υπάρξει». Henri Poincaré, Dernières pensées (Paris, 1913), σ. 244.
69 Βλ. ανωτέρω, σ. 69.
70 «Ο άνθρωπος κάνει μεταφυσική όπως αναπνέει, χωρίς να το θέλει και, κυρίως, τις περισσότερες φορές χωρίς καν να το υποψιάζεται». E. Meyerson, De l’explication dans les sciences (Paris, 1927), σ. 20.
71 Ο όρος φιλελευθερισμός, όπως χρησιμοποιείται σε αυτό το δοκίμιο, πρέπει να νοείται με την κλασική σημασία που είχε τον δέκατο ένατο αιώνα και όχι με τη σημερινή αμερικανική του σημασία, κατά την οποία δηλώνει το αντίθετο όλων όσων δήλωνε τον δέκατο ένατο αιώνα.
72 Για τα προβλήματα του οικονομικού υπολογισμού, βλ. Mises, Human Action, σσ. 201–232 και 691–711.
73 Αυτό απαντά επίσης στο συχνά τιθέμενο ερώτημα γιατί οι αρχαίοι Έλληνες δεν κατασκεύασαν ατμομηχανές, μολονότι η φυσική τους τούς παρείχε την απαιτούμενη θεωρητική γνώση. Δεν αντιλήφθηκαν την πρωταρχική σημασία της αποταμίευσης και του σχηματισμού κεφαλαίου.
74 «Ο σύγχρονος πολιτισμός, σχεδόν κάθε πολιτισμός, βασίζεται στην αρχή να καθιστά τα πράγματα ευχάριστα για όσους ικανοποιούν την αγορά και δυσάρεστα για όσους αποτυγχάνουν να το πράξουν». Edwin Cannan, An Economist’s Protest (London, 1928), σσ. vi κ.ε.
75 Βλ. Mises, Human Action, σσ. 808–816.
76 Human Action, σσ. 72–91.
77 Κομμουνιστικό Μανιφέστο, I.
78 Lenin, Υλισμός και εμπειριοκριτικισμός (πρώτη έκδοση στα ρωσικά, 1908).
79 Βλ. Mises, Planned Chaos (1947), σσ. 80–87. Ανατυπώθηκε στο Socialism, νέα έκδ. (Yale University Press, 1951), σσ. 582–589.




