«Ο Νόμος» (“The Law”) του Frédéric Bastiat
Μετάφραση του Έργου του Frédéric Bastiat με τίτλο Ο Νόμος.
Εισαγωγή του Μεταφραστή
Το έργο Ο Νόμος του Frédéric Bastiat δεν είναι απλώς ένα δοκίμιο πολιτικής φιλοσοφίας ούτε μια πολεμική πραγματεία υπέρ της οικονομικής ελευθερίας. Είναι μια θεμελιώδης διερεύνηση της φύσης του δικαίου, των ορίων της πολιτικής εξουσίας και της ηθικής νομιμοποίησης του κράτους. Γραμμένο το 1850, λίγους μόλις μήνες πριν από τον θάνατο του συγγραφέα του, το έργο συμπυκνώνει με εξαιρετική διαύγεια το κεντρικό ερώτημα ολόκληρης της φιλελεύθερης πολιτικής παράδοσης: ποια είναι η νόμιμη αποστολή του νόμου και σε ποιο σημείο η προστασία των δικαιωμάτων μετατρέπεται σε όργανο παραβίασής τους;
Ο Bastiat έγραψε σε μια εποχή βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής. Η Γαλλική Επανάσταση του 1848 είχε ανατρέψει τη Μοναρχία, είχε εγκαθιδρύσει τη Δεύτερη Δημοκρατία και είχε φέρει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης το κοινωνικό ζήτημα: τη φτώχεια, την εργασία, την ιδιοκτησία, την πολιτική συμμετοχή και τον ρόλο του κράτους στην οικονομική ζωή. Σοσιαλιστές, ρεπουμπλικανοί, συντηρητικοί, προστατευτιστές και κάθε είδους κοινωνικοί μεταρρυθμιστές διεκδικούσαν τη νομοθετική εξουσία, προκειμένου να αναμορφώσουν την κοινωνία σύμφωνα με το δικό τους πρότυπο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Bastiat αντιλήφθηκε ότι η διαμάχη δεν αφορούσε απλώς επιμέρους οικονομικά μέτρα. Αφορούσε μια πολύ βαθύτερη μεταβολή: τη μετατροπή του νόμου από θεσμό προστασίας σε μηχανισμό κοινωνικής αναδιαμόρφωσης.
Η αφετηρία του είναι ταυτόχρονα απλή και ριζοσπαστική. Η ζωή, η ελευθερία και η ιδιοκτησία δεν δημιουργούνται από τον νόμο. Προϋπάρχουν αυτού. Δεν είναι παραχωρήσεις του κράτους, αλλά θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος υπάρχει ως πρόσωπο, διαθέτει ικανότητες, επιλέγει σκοπούς, εργάζεται και ιδιοποιείται τους καρπούς της δράσης του. Επειδή τα δικαιώματα αυτά προηγούνται της πολιτικής οργάνωσης, η νομοθετική εξουσία δεν μπορεί να αποτελεί την πηγή τους. Η νόμιμη λειτουργία της είναι να τα προστατεύει.
Από αυτή την αρχή προκύπτει ο περίφημος ορισμός του Bastiat: ο νόμος είναι η συλλογική οργάνωση του ατομικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να υπερασπίζεται το πρόσωπο, την ελευθερία και την ιδιοκτησία του απέναντι στην επίθεση. Η κοινωνία μπορεί να συνενώσει τις ατομικές δυνάμεις και να συγκροτήσει μια κοινή δύναμη για τον ίδιο σκοπό. Δεν μπορεί, όμως, να αποκτήσει συλλογικά ένα δικαίωμα που κανένα από τα μέλη της δεν διαθέτει ατομικά. Αν το άτομο δεν δικαιούται να αφαιρεί διά της βίας την ιδιοκτησία του άλλου, ούτε το κράτος μπορεί να το πράττει εξ ονόματί του. Η συλλογική δύναμη δεν μετατρέπει την αδικία σε δικαιοσύνη· ούτε η δημοκρατική διαδικασία μπορεί, από μόνη της, να καταστήσει ηθικά θεμιτή μια πράξη που παραβιάζει τα δικαιώματα του προσώπου.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται η κεντρική έννοια του έργου: η «νόμιμη λεηλασία». Με τον όρο αυτό ο Bastiat δεν αναφέρεται μεταφορικά σε κάθε δημόσια δαπάνη ούτε χαρακτηρίζει συλλήβδην κάθε μορφή φορολογίας ως κλοπή. Του αποδίδει συγκεκριμένο και αυστηρό περιεχόμενο: νόμιμη λεηλασία υπάρχει όταν ο νόμος αφαιρεί από ορισμένους ανθρώπους ό,τι τους ανήκει, προκειμένου να το παραχωρήσει σε άλλους στους οποίους δεν ανήκει· όταν, δηλαδή, πραγματοποιεί προς όφελος ενός πολίτη ή μιας τάξης μια πράξη την οποία το ίδιο πρόσωπο δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει ιδιωτικά χωρίς να διαπράξει αδίκημα.
Ο προστατευτικός δασμός, το κρατικό προνόμιο, η επιδότηση, το μονοπώλιο και η αναγκαστική αναδιανομή δεν αντιμετωπίζονται εδώ μόνο ως αναποτελεσματικές οικονομικές πολιτικές. Υποβάλλονται πρωτίστως σε ηθικό και θεσμικό έλεγχο. Το αποφασιστικό ερώτημα δεν είναι αν κάποια ομάδα ωφελείται από ένα μέτρο, αλλά από ποιον προέρχεται αυτό το όφελος, με ποια μέσα μεταβιβάζεται και αν η μεταβίβαση θα ήταν θεμιτή χωρίς την παρέμβαση της κρατικής δύναμης. Ο Bastiat αποκαλύπτει έτσι ένα από τα διαρκέστερα προβλήματα της πολιτικής ζωής: κάθε οργανωμένο συμφέρον επιδιώκει να μετατρέψει τη δική του επιθυμία σε νομική αξίωση και το κόστος της σε υποχρέωση των άλλων.
Η ανάλυση αυτή εξηγεί και την ιδιαίτερη θέση του έργου στην ιστορία της οικονομικής σκέψης. Ο Bastiat ανήκει στη γαλλική φιλελεύθερη παράδοση του δέκατου ένατου αιώνα και δεν υπήρξε, με την αυστηρή ιστορική έννοια, εκπρόσωπος της Αυστριακής Σχολής, η οποία συγκροτήθηκε αργότερα με το έργο του Carl Menger. Ωστόσο, πολλές από τις ιδέες του προαναγγέλλουν βασικά θέματα της αυστριακής οικονομικής και κοινωνικής θεωρίας: την πρωτοκαθεδρία της ατομικής δράσης, τη σημασία της ιδιοκτησίας, τη δημιουργική λειτουργία της ελεύθερης ανταλλαγής, τη δυσπιστία απέναντι στον συγκεντρωτικό σχεδιασμό και την αντίληψη της κοινωνικής τάξης ως αποτελέσματος ελεύθερων ανθρώπινων αλληλεπιδράσεων και όχι ως τεχνητής κατασκευής ενός νομοθέτη.
Η συγγένεια με τη μεταγενέστερη σκέψη του Ludwig von Mises και του Friedrich A. Hayek είναι ιδιαίτερα εμφανής. Όπως ο Bastiat, έτσι και οι Αυστριακοί οικονομολόγοι αντιμετώπισαν την κοινωνία όχι ως μηχανή που περιμένει τον τεχνικό της, αλλά ως σύνθετη τάξη που αναδύεται από τις πράξεις, τις γνώσεις και τις επιλογές αμέτρητων προσώπων. Ο νομοθέτης δεν κατέχει την απαιτούμενη γνώση για να κατευθύνει αυτή την τάξη σύμφωνα με ένα ενιαίο σχέδιο. Ακόμη σημαντικότερο, δεν διαθέτει το ηθικό δικαίωμα να μεταχειρίζεται τα πρόσωπα ως αδρανές υλικό για την πραγματοποίηση των κοινωνικών του οραμάτων.
Η κριτική του Bastiat στρέφεται, επομένως, όχι μόνο εναντίον του οικονομικού παρεμβατισμού, αλλά και εναντίον μιας ολόκληρης φιλοσοφίας της πολιτικής. Στο στόχαστρό του βρίσκεται η αντίληψη ότι η κοινωνία δημιουργείται εκ των άνω· ότι οι άνθρωποι είναι παθητική ύλη· ότι ο νομοθέτης είναι ο παιδαγωγός, ο οργανωτής και ο ηθικός καθοδηγητής τους· και ότι η κρατική δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τους καταστήσει ενάρετους, αδελφικούς, μορφωμένους ή ευτυχισμένους. Ο Bastiat εντοπίζει αυτή την αντίληψη σε στοχαστές όπως ο Bossuet, ο Fénelon, ο Montesquieu, ο Rousseau, ο Raynal και ο Mably, καθώς και στους επαναστάτες νομοθέτες της Γαλλίας. Παρά τις σημαντικές διαφορές μεταξύ τους, θεωρεί ότι όλοι συμμερίζονται μια κοινή πλάνη: τοποθετούν τον νομοθέτη έξω και πάνω από την ανθρωπότητα, σαν να μην υπόκειται ο ίδιος στις αδυναμίες, στα συμφέροντα και στους γνωστικούς περιορισμούς των άλλων ανθρώπων.
Απέναντι σε αυτή τη νομοθετική αλαζονεία, ο Bastiat αντιπαραθέτει την ελευθερία, όχι ως αδιαφορία απέναντι στον συνάνθρωπο, αλλά ως αναγκαία προϋπόθεση της αυθεντικής κοινωνικής συνεργασίας. Η απόρριψη της κρατικά επιβεβλημένης αδελφοσύνης δεν αποτελεί απόρριψη της αλληλεγγύης. Η απόρριψη της κρατικής εκπαίδευσης δεν ισοδυναμεί με απόρριψη της γνώσης. Η αντίθεση στην υποχρεωτική κοινωνική οργάνωση δεν σημαίνει εχθρότητα προς την ένωση, την αλληλοβοήθεια ή τη φιλανθρωπία. Ο Bastiat διακρίνει επίμονα το εκούσιο από το καταναγκαστικό, την κοινωνία από το κράτος, τη συνεργασία από την επιβολή. Για εκείνον, η αδελφοσύνη χάνει την ηθική της αξία όταν παύει να είναι ελεύθερη και μετατρέπεται σε νομική υποχρέωση που εκπληρώνεται με ξένους πόρους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το έργο πρέπει να διαβαστεί ως τεχνική πραγματεία δημόσιας διοίκησης ή ως πλήρες πρόγραμμα θεσμικής πολιτικής. Ο Bastiat γράφει πολεμικά, με ρητορική ένταση, σαρκασμό και σκόπιμες αντιθέσεις. Η έννοια της δικαιοσύνης του είναι κατά κύριο λόγο αρνητική: δικαιοσύνη υπάρχει όταν εμποδίζεται η αδικία, όταν κανείς δεν προσβάλλει το πρόσωπο, την ελευθερία ή την ιδιοκτησία του άλλου. Το επιχείρημά του δεν επιλύει αυτομάτως κάθε δύσκολο ζήτημα σχετικά με τα δημόσια αγαθά, τη θεσμική συγκρότηση, την έκταση της φορολογίας ή τα όρια της ιδιοκτησίας. Προσφέρει, όμως, ένα αυστηρό κριτήριο αξιολόγησης: κάθε επέκταση της κρατικής εξουσίας πρέπει να δικαιολογείται απέναντι στα δικαιώματα εκείνων που θα εξαναγκαστούν να την υπηρετήσουν και να τη χρηματοδοτήσουν.
Η διαχρονική σημασία του Νόμου βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αντιστροφή της συνήθους πολιτικής οπτικής. Αντί να ρωτά τι καλό θα μπορούσε να πραγματοποιήσει η εξουσία, ο Bastiat ζητεί πρώτα να εξετάσουμε τι δικαιούται να πράξει. Αντί να αξιολογεί τον νόμο αποκλειστικά από τις διακηρυγμένες προθέσεις του, εξετάζει τα μέσα που χρησιμοποιεί και τις πραγματικές του συνέπειες. Αντί να θεωρεί τη δημοκρατική νομιμοποίηση επαρκή, υπενθυμίζει ότι και η πλειοψηφία μπορεί να αδικήσει. Και αντί να εμπιστεύεται την κοινωνική πρόοδο στη σοφία των κυβερνώντων, την αναθέτει στην ελεύθερη, υπεύθυνη και δημιουργική δράση των ίδιων των ανθρώπων.
Η τελική θέση του έργου συμπυκνώνεται σε τέσσερις λέξεις: «Ο νόμος είναι οργανωμένη δικαιοσύνη». Η φράση αυτή δεν εκφράζει πολιτική αδράνεια ούτε ηθικό μηδενισμό. Εκφράζει μια απαιτητική αντίληψη για το κράτος δικαίου: η δημόσια δύναμη πρέπει να είναι ισχυρή απέναντι στην αδικία, αλλά περιορισμένη απέναντι στην ελευθερία· αμερόληπτη απέναντι στα συμφέροντα και ανίκανη να μετατραπεί σε λεία εκείνων που ελέγχουν τη νομοθεσία. Η ειρήνη, η συνεργασία και η ευημερία δεν κατασκευάζονται με διατάγματα. Αναδύονται όταν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να εργάζονται, να ανταλλάσσουν, να συνεταιρίζονται, να δημιουργούν και να αναλαμβάνουν την ευθύνη των επιλογών τους μέσα σε ένα σταθερό πλαίσιο ίσων δικαιωμάτων.
Γι’ αυτό το Ο Νόμος παραμένει ένα έργο επίκαιρο. Δεν απευθύνεται μόνο στους υπερασπιστές της ελεύθερης αγοράς ούτε αφορά αποκλειστικά τις πολιτικές διαμάχες της Γαλλίας του 1850. Απευθύνεται σε κάθε κοινωνία στην οποία οι πολίτες αγωνίζονται να καταλάβουν τη νομοθετική εξουσία για να προστατευθούν από τους άλλους ή για να αποκτήσουν προνόμια εις βάρος τους. Μας καλεί να εξετάσουμε αν ο νόμος προστατεύει εξίσου όλους τους ανθρώπους ή αν έχει μετατραπεί σε όργανο οργανωμένων συμφερόντων· αν περιορίζει τη βία ή αν την νομιμοποιεί· αν διασφαλίζει την κοινωνική συνεργασία ή αν μετατρέπει την πολιτική σε αδιάκοπο αγώνα για τον έλεγχο της κρατικής δύναμης.
Πάνω απ’ όλα, ο Bastiat μας υπενθυμίζει ότι η ελευθερία δεν είναι ένα κενό που πρέπει να γεμίσει ο νομοθέτης. Είναι το πεδίο μέσα στο οποίο αναπτύσσονται η ευθύνη, η γνώση, η αρετή, η αλληλεγγύη και ο ανθρώπινος πολιτισμός. Η εμπιστοσύνη στην ελευθερία είναι, για εκείνον, εμπιστοσύνη στην ικανότητα των ανθρώπων να μαθαίνουν, να συνεργάζονται και να βελτιώνονται χωρίς να μετατρέπονται σε υλικό στα χέρια εκείνων που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν καλύτερα το καλό τους. Είναι, τελικά, μια πράξη πίστης στον άνθρωπο, στη δικαιοσύνη και στη δημιουργική τάξη μιας ελεύθερης κοινωνίας.
Πραξεολόγος
Ο Νόμος
[Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στα γαλλικά το 1850. Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά ως μέρος του έργου Essays on Political Economy (G. P. Putnam’s & Sons, 1874), στην έγκυρη μετάφραση του Βρετανού οικονομολόγου Patrick James Stirling, με τροποποιήσεις του David Wells.]
Ο νόμος διαστρεβλωμένος! Ο νόμος —και, μαζί του, όλες οι συλλογικές δυνάμεις του έθνους— ο νόμος, επαναλαμβάνω, όχι μόνο εκτραπείς από την ορθή του κατεύθυνση, αλλά εξαναγκασμένος να ακολουθεί μια κατεύθυνση εντελώς αντίθετη! Ο νόμος να έχει καταστεί όργανο κάθε μορφής απληστίας, αντί να αποτελεί τον φραγμό της! Ο νόμος ένοχος για την ίδια ακριβώς αδικία την οποία είχε ως αποστολή να τιμωρεί! Πράγματι, αν αυτό συμβαίνει, πρόκειται για γεγονός εξαιρετικά σοβαρό, και αισθάνομαι καθήκον μου να επιστήσω σε αυτό την προσοχή των συμπολιτών μου.
Από τον Θεό έχουμε λάβει το δώρο το οποίο, καθ’ όσον μας αφορά, εμπεριέχει όλα τα άλλα: τη Ζωή — τη σωματική, τη διανοητική και την ηθική ζωή.
Η ζωή, όμως, δεν μπορεί να συντηρηθεί από μόνη της. Εκείνος που μας την χάρισε μας εμπιστεύθηκε τη φροντίδα να τη συντηρούμε, να την αναπτύσσουμε και να την τελειοποιούμε. Προς τον σκοπό αυτό, μας προίκισε με ένα σύνολο θαυμαστών ικανοτήτων και μας τοποθέτησε μέσα σε μια ποικιλία φυσικών στοιχείων. Με την εφαρμογή των ικανοτήτων μας επάνω σε αυτά τα στοιχεία πραγματοποιούνται τα φαινόμενα της αφομοίωσης και της ιδιοποίησης, μέσω των οποίων η ζωή διαγράφει τον κύκλο που της έχει οριστεί.
Ύπαρξη, ικανότητες, αφομοίωση — με άλλα λόγια, προσωπικότητα, ελευθερία, ιδιοκτησία: αυτός είναι ο άνθρωπος.
Για αυτά τα τρία μπορεί να ειπωθεί, χωρίς καμία δημαγωγική σοφιστεία, ότι προηγούνται και υπερέχουν κάθε ανθρώπινης νομοθεσίας.
Η προσωπικότητα, η ελευθερία και η ιδιοκτησία δεν υπάρχουν επειδή οι άνθρωποι θέσπισαν νόμους. Αντιθέτως, οι άνθρωποι θεσπίζουν νόμους επειδή η προσωπικότητα, η ελευθερία και η ιδιοκτησία προϋπάρχουν. Τι είναι, λοιπόν, ο νόμος; Όπως έχω πει αλλού, είναι η συλλογική οργάνωση του ατομικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα.
Η φύση —ή, ακριβέστερα, ο Θεός— έχει παραχωρήσει στον καθένα μας το δικαίωμα να υπερασπίζεται το πρόσωπό του, την ελευθερία του και την ιδιοκτησία του, διότι αυτά αποτελούν τα τρία συστατικά ή συντηρητικά στοιχεία της ζωής· στοιχεία που το καθένα τους συμπληρώνεται από τα άλλα και δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς αυτά. Διότι τι άλλο είναι οι ικανότητές μας παρά προέκταση της προσωπικότητάς μας; Και τι άλλο είναι η ιδιοκτησία παρά προέκταση των ικανοτήτων μας;
Εάν κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να υπερασπίζεται, ακόμη και με τη βία, το πρόσωπό του, την ελευθερία του και την ιδιοκτησία του, τότε ένας αριθμός ανθρώπων έχει το δικαίωμα να ενωθεί, να διευρύνει και να οργανώσει μια κοινή δύναμη, ώστε να μεριμνά συστηματικά για αυτή την άμυνα.
Επομένως, η αρχή, ο λόγος ύπαρξης και η νομιμότητα του συλλογικού δικαιώματος βρίσκονται στο ατομικό δικαίωμα· και η κοινή δύναμη δεν μπορεί, κατά λογική αναγκαιότητα, να έχει άλλον σκοπό ή άλλη αποστολή από εκείνη των επιμέρους δυνάμεων τις οποίες υποκαθιστά. Έτσι, όπως η δύναμη ενός ατόμου δεν μπορεί νομίμως να προσβάλει το πρόσωπο, την ελευθερία ή την ιδιοκτησία ενός άλλου ατόμου, για τον ίδιο ακριβώς λόγο η κοινή δύναμη δεν μπορεί νομίμως να χρησιμοποιείται για την καταστροφή του προσώπου, της ελευθερίας ή της ιδιοκτησίας ατόμων ή κοινωνικών τάξεων.
Διότι μια τέτοια διαστροφή της δύναμης θα αντέβαινε, τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, στις θεμελιώδεις παραδοχές μας. Ποιος θα τολμούσε, άραγε, να ισχυριστεί ότι η δύναμη μας δόθηκε όχι για να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας, αλλά για να καταλύουμε τα ίσα δικαιώματα των συνανθρώπων μας; Και αν αυτό δεν ισχύει για καθεμία ατομική δύναμη που ενεργεί ανεξάρτητα, πώς θα μπορούσε να ισχύει για τη συλλογική δύναμη, η οποία δεν είναι παρά η οργανωμένη συνένωση των επιμέρους δυνάμεων;
Τίποτε, επομένως, δεν μπορεί να είναι πιο προφανές από το εξής: ο νόμος είναι η οργάνωση του φυσικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα· είναι η αντικατάσταση των ατομικών δυνάμεων από τη συλλογική δύναμη, προκειμένου αυτή να ενεργεί εντός της σφαίρας όπου εκείνες έχουν δικαίωμα να ενεργούν, να πράττει όσα εκείνες έχουν δικαίωμα να πράττουν, να διασφαλίζει τα πρόσωπα, τις ελευθερίες και τις ιδιοκτησίες και να διατηρεί τον καθένα εντός των δικαιωμάτων του, ώστε η δικαιοσύνη να βασιλεύει επί όλων.
Και αν υπήρχε ένας λαός θεμελιωμένος σε αυτή τη βάση, μου φαίνεται ότι η τάξη θα επικρατούσε τόσο στις πράξεις όσο και στις ιδέες του. Μου φαίνεται ότι ένας τέτοιος λαός θα διέθετε την απλούστερη, οικονομικότερη, λιγότερο καταπιεστική, λιγότερο αισθητή, με τις λιγότερες ευθύνες, δικαιότερη και, συνεπώς, σταθερότερη κυβέρνηση που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, όποια και αν ήταν η πολιτική μορφή της.
Διότι, υπό μια τέτοια διοίκηση, ο καθένας θα αισθανόταν ότι κατείχε τόσο όλη την πληρότητα όσο και όλη την ευθύνη της ύπαρξής του. Εφόσον εξασφαλιζόταν η προσωπική ασφάλεια, εφόσον η εργασία ήταν ελεύθερη και οι καρποί της προστατεύονταν από κάθε άδικη προσβολή, κανείς δεν θα είχε προστριβές με το Κράτος. Όταν ευημερούσαμε, είναι αλήθεια ότι δεν θα οφείλαμε να ευχαριστήσουμε το Κράτος για την επιτυχία μας· όταν όμως δυστυχούσαμε, δεν θα διανοούμασταν να του καταλογίσουμε τις συμφορές μας, όπως ακριβώς οι αγρότες μας δεν διανοούνται να του αποδώσουν την έλευση του χαλαζιού ή του παγετού. Θα το γνωρίζαμε μόνο μέσω της ανεκτίμητης ευεργεσίας της Ασφάλειας.
Μπορεί επιπλέον να υποστηριχθεί ότι, χάρη στη μη επέμβαση του Κράτους στις ιδιωτικές υποθέσεις, οι ανάγκες μας και τα μέσα ικανοποίησής τους θα αναπτύσσονταν σύμφωνα με τη φυσική τους τάξη. Δεν θα βλέπαμε φτωχές οικογένειες να επιζητούν φιλολογική μόρφωση προτού εξασφαλίσουν ψωμί. Δεν θα βλέπαμε τις πόλεις να αναπτύσσονται εις βάρος της υπαίθρου ούτε την ύπαιθρο εις βάρος των πόλεων. Δεν θα βλέπαμε εκείνες τις τεράστιες μετατοπίσεις κεφαλαίου, εργασίας και πληθυσμού που προκαλούν τα νομοθετικά μέτρα· μετατοπίσεις οι οποίες καθιστούν τόσο αβέβαιες και επισφαλείς τις ίδιες τις πηγές της διαβίωσης και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιβαρύνουν σε τόσο μεγάλο βαθμό την ευθύνη των κυβερνήσεων.
Δυστυχώς, ο νόμος κάθε άλλο παρά περιορίζεται στη δική του αρμοδιότητα. Ούτε έχει εγκαταλείψει την προσήκουσα σφαίρα του μόνο ως προς ορισμένες επουσιώδεις και αμφισβητήσιμες απόψεις. Έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο. Έχει ενεργήσει κατά τρόπο ευθέως αντίθετο προς τον ορθό σκοπό του· έχει καταστρέψει το ίδιο του το αντικείμενο· έχει χρησιμοποιηθεί για να καταλύσει τη δικαιοσύνη την οποία όφειλε να εγκαθιδρύσει, για να εξαλείψει μεταξύ των Δικαιωμάτων εκείνο το όριο που αληθινή αποστολή του ήταν να σέβεται· έχει θέσει τη συλλογική δύναμη στην υπηρεσία εκείνων που επιθυμούν να εμπορεύονται, χωρίς κίνδυνο και χωρίς ενδοιασμούς, το πρόσωπο, την ελευθερία και την ιδιοκτησία των άλλων· έχει μετατρέψει τη λεηλασία σε δικαίωμα, για να την προστατεύει, και τη νόμιμη άμυνα σε έγκλημα, για να την τιμωρεί.
Πώς συντελέστηκε αυτή η διαστροφή του νόμου; Και ποιες υπήρξαν οι συνέπειές της;
Ο νόμος διαστρεβλώθηκε υπό την επίδραση δύο πολύ διαφορετικών αιτίων: του απροκάλυπτου εγωισμού και της ψευδούς φιλανθρωπίας.
Ας μιλήσουμε για το πρώτο. Η αυτοσυντήρηση και η ανάπτυξη αποτελούν κοινή επιδίωξη όλων των ανθρώπων, κατά τρόπο ώστε, αν ο καθένας απολάμβανε την ελεύθερη άσκηση των ικανοτήτων του και την ελεύθερη διάθεση των καρπών τους, η κοινωνική πρόοδος θα ήταν αδιάκοπη, αδιάλειπτη και αναπόφευκτη.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη ροπή κοινή σε όλους: να ζουν και να αναπτύσσονται, όταν μπορούν, εις βάρος ο ένας του άλλου. Αυτό δεν αποτελεί απερίσκεπτη μομφή, απόρροια ενός ζοφερού και άσπλαχνου πνεύματος. Η ιστορία μαρτυρεί την αλήθεια της μέσα από τους αδιάκοπους πολέμους, τις μεταναστεύσεις των φυλών, τις καταπιέσεις εκ μέρους του ιερατείου, την καθολική εξάπλωση της δουλείας, τις απάτες στο εμπόριο και τα μονοπώλια από τα οποία βρίθουν τα χρονικά της. Αυτή η ολέθρια ροπή έχει την προέλευσή της στην ίδια τη φύση του ανθρώπου — σε εκείνο το πρωταρχικό, καθολικό και ακατανίκητο αίσθημα που τον ωθεί προς την ευημερία του και τον κάνει να επιδιώκει την αποφυγή του πόνου.
Ο άνθρωπος μπορεί να αντλεί τη ζωή και την απόλαυση μόνο από μια αδιάκοπη αναζήτηση και ιδιοποίηση· δηλαδή, από την αδιάκοπη εφαρμογή των ικανοτήτων του επάνω στα πράγματα, ή αλλιώς από την εργασία. Αυτή είναι η προέλευση της ιδιοκτησίας.
Μπορεί, ωστόσο, να ζει και να απολαμβάνει αρπάζοντας και ιδιοποιούμενος τα προϊόντα των ικανοτήτων των συνανθρώπων του. Αυτή είναι η προέλευση της λεηλασίας.
Επειδή, λοιπόν, η εργασία είναι αφ’ εαυτής επίπονη και ο άνθρωπος έχει φυσική τάση να αποφεύγει τον πόνο, συνάγεται —και η ιστορία το αποδεικνύει— ότι όπου η λεηλασία είναι λιγότερο επαχθής από την εργασία, επικρατεί· και στην περίπτωση αυτή ούτε η θρησκεία ούτε η ηθική μπορούν να εμποδίσουν την επικράτησή της.
Πότε παύει, επομένως, η λεηλασία; Όταν γίνεται πιο επαχθής και πιο επικίνδυνη από την εργασία. Είναι ολοφάνερο ότι ο ορθός σκοπός του νόμου είναι να αντιτάσσει το ισχυρό εμπόδιο της συλλογικής δύναμης σε αυτή την ολέθρια τάση· ότι όλα τα μέτρα του πρέπει να ευνοούν την ιδιοκτησία και να στρέφονται κατά της λεηλασίας.
Ο νόμος, όμως, θεσπίζεται συνήθως από έναν άνθρωπο ή από μία τάξη ανθρώπων. Και επειδή ο νόμος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την κύρωση και την υποστήριξη μιας υπέρτερης δύναμης, αναπόφευκτα καταλήγει να θέτει αυτή τη δύναμη στα χέρια εκείνων που νομοθετούν.
Αυτό το αναπόφευκτο φαινόμενο, σε συνδυασμό με την ολέθρια τάση η οποία, όπως είπαμε, υπάρχει στην καρδιά του ανθρώπου, εξηγεί τη σχεδόν καθολική διαστροφή του νόμου. Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πώς ο νόμος, αντί να λειτουργεί ως φραγμός στην αδικία, μετατρέπεται στο πιο ακατανίκητο όργανό της.
Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι ο νομοθέτης, ανάλογα με την έκταση της εξουσίας του, καταστρέφει προς ίδιον όφελος και σε διαφορετικούς βαθμούς, στους κόλπους της υπόλοιπης κοινωνίας, την προσωπική ανεξαρτησία μέσω της δουλείας, την ελευθερία μέσω της καταπίεσης και την ιδιοκτησία μέσω της λεηλασίας.
Είναι στη φύση των ανθρώπων να εξεγείρονται εναντίον της αδικίας της οποίας είναι θύματα. Όταν, επομένως, η λεηλασία οργανώνεται από τον νόμο προς όφελος εκείνων που τη διαπράττουν, όλες οι λεηλατούμενες τάξεις τείνουν, είτε με ειρηνικά είτε με επαναστατικά μέσα, να συμμετάσχουν με κάποιον τρόπο στη θέσπιση των νόμων. Ανάλογα με τον βαθμό διαφώτισης στον οποίο έχουν φθάσει, οι τάξεις αυτές μπορούν να θέσουν δύο πολύ διαφορετικούς σκοπούς όταν επιχειρούν κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποκτήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα: είτε να επιθυμούν να θέσουν τέλος στη νόμιμη λεηλασία είτε να επιδιώκουν να συμμετάσχουν σε αυτήν.
Αλίμονο στο έθνος στο οποίο αυτή η δεύτερη σκέψη επικρατεί στις μάζες τη στιγμή που εκείνες, με τη σειρά τους, καταλαμβάνουν τη νομοθετική εξουσία!
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η νόμιμη λεηλασία ασκούνταν από τους λίγους εις βάρος των πολλών, όπως συμβαίνει στις χώρες όπου το δικαίωμα της νομοθέτησης περιορίζεται σε λίγα χέρια. Τώρα, όμως, έχει καταστεί καθολική και η ισορροπία αναζητείται στην καθολική λεηλασία. Η αδικία που εμπεριέχεται στην κοινωνία, αντί να εκριζωθεί, γενικεύεται. Μόλις οι αδικημένες τάξεις ανακτήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα, η πρώτη τους σκέψη δεν είναι να καταργήσουν τη λεηλασία —αυτό θα προϋπέθετε έναν βαθμό διαφώτισης που δεν είναι δυνατόν να διαθέτουν— αλλά να οργανώσουν εναντίον των άλλων τάξεων, και τελικά εις βάρος του ίδιου τους του εαυτού, ένα σύστημα αντιποίνων· σαν να ήταν αναγκαίο, προτού έλθει η βασιλεία της δικαιοσύνης, να υποστούν όλοι μια σκληρή ανταπόδοση — άλλοι για την αδικία τους και άλλοι για την άγνοιά τους.
Θα ήταν, επομένως, αδύνατον να εισαχθεί στην κοινωνία μεγαλύτερη μεταβολή και μεγαλύτερο κακό από αυτό: η μετατροπή του νόμου σε όργανο λεηλασίας.
Ποιες θα ήταν οι συνέπειες μιας τέτοιας διαστροφής; Θα απαιτούνταν ολόκληροι τόμοι για να περιγραφούν όλες. Πρέπει να αρκεστούμε στην επισήμανση των πιο εντυπωσιακών.
Πρώτα απ’ όλα, θα εξαφάνιζε από τη συνείδηση όλων τη διάκριση ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την αδικία. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει αν οι νόμοι δεν γίνονται σε κάποιον βαθμό σεβαστοί· ο ασφαλέστερος, όμως, τρόπος για να γίνονται σεβαστοί είναι να είναι άξιοι σεβασμού. Όταν ο νόμος και η ηθική αντιφάσκουν μεταξύ τους, ο πολίτης βρίσκεται ενώπιον του οδυνηρού διλήμματος είτε να χάσει το ηθικό του αίσθημα είτε να χάσει τον σεβασμό του προς τον νόμο — δύο κακών ίσης βαρύτητας, μεταξύ των οποίων θα ήταν δύσκολο να επιλέξει κανείς.
Είναι τόσο σύμφυτο με τη φύση του νόμου να υποστηρίζει τη δικαιοσύνη, ώστε στη συνείδηση των μαζών τα δύο ταυτίζονται. Υπάρχει μέσα σε όλους μας μια ισχυρή τάση να θεωρούμε θεμιτό οτιδήποτε είναι νόμιμο, σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί να συνάγουν εσφαλμένα κάθε έννοια δικαιοσύνης από τον νόμο. Αρκεί, επομένως, ο νόμος να διατάξει και να κυρώσει τη λεηλασία για να εμφανιστεί αυτή, σε πολλές συνειδήσεις, ως δίκαιη και ιερή. Η δουλεία, ο προστατευτισμός και το μονοπώλιο βρίσκουν υπερασπιστές όχι μόνο μεταξύ εκείνων που ωφελούνται από αυτά, αλλά και μεταξύ εκείνων που υποφέρουν εξαιτίας τους. Αν διατυπώσετε κάποια αμφιβολία ως προς την ηθικότητα αυτών των θεσμών, αμέσως θα σας πουν: «Είστε ένας επικίνδυνος καινοτόμος, ένας ουτοπιστής, ένας θεωρητικολόγος, ένας περιφρονητής των νόμων· θέλετε να κλονίσετε τα θεμέλια επάνω στα οποία στηρίζεται η κοινωνία».
Αν διδάσκετε ηθική ή πολιτική οικονομία, θα βρεθούν επίσημα σώματα που θα απευθύνουν προς την κυβέρνηση το ακόλουθο αίτημα:
«Στο εξής, η επιστήμη να διδάσκεται όχι μόνο με αποκλειστική αναφορά στην ελεύθερη ανταλλαγή —στην ελευθερία, την ιδιοκτησία και τη δικαιοσύνη— όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα, αλλά επίσης, και ιδίως, με αναφορά στα πραγματικά δεδομένα και στη νομοθεσία —που αντιβαίνουν στην ελευθερία, την ιδιοκτησία και τη δικαιοσύνη— τα οποία ρυθμίζουν τη γαλλική βιομηχανία.
»Στις δημόσιες έδρες που μισθοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο, ο καθηγητής να απέχει αυστηρά από οτιδήποτε θα μπορούσε να θέσει, έστω και στον ελάχιστο βαθμό, σε κίνδυνο τον οφειλόμενο σεβασμό προς τους ισχύοντες νόμους».¹
Έτσι, αν υπάρχει ένας νόμος που κυρώνει τη δουλεία ή το μονοπώλιο, την καταπίεση ή τη λεηλασία, υπό οποιαδήποτε μορφή, δεν πρέπει καν να γίνεται μνεία του — διότι πώς θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς σε αυτόν χωρίς να υπονομεύσει τον σεβασμό που εμπνέει; Ακόμη περισσότερο, η ηθική και η πολιτική οικονομία πρέπει να διδάσκονται σε συμφωνία με αυτόν τον νόμο — δηλαδή με την παραδοχή ότι ο νόμος αυτός πρέπει να είναι δίκαιος, αποκλειστικά και μόνο επειδή είναι νόμος.
Μια άλλη συνέπεια αυτής της αξιοθρήνητης διαστροφής του νόμου είναι ότι προσδίδει στα ανθρώπινα πάθη και στους πολιτικούς αγώνες —και, γενικότερα, στην κυρίως ειπείν πολιτική— μια υπερβολική υπεροχή.
Θα μπορούσα να αποδείξω αυτόν τον ισχυρισμό με χίλιους τρόπους. Θα περιοριστώ, όμως, για λόγους παραδείγματος, να τον εφαρμόσω σε ένα ζήτημα το οποίο προσφάτως έχει απασχολήσει τη σκέψη όλων: την καθολική ψηφοφορία.
Ό,τι και αν πιστεύουν γι’ αυτήν οι οπαδοί της σχολής του Rousseau, η οποία διατείνεται ότι είναι πολύ προοδευμένη, αλλά την οποία εγώ θεωρώ ότι βρίσκεται είκοσι αιώνες πίσω, η καθολική ψηφοφορία —αν λάβουμε τον όρο με την αυστηρότερη σημασία του— δεν αποτελεί ένα από εκείνα τα ιερά δόγματα ως προς τα οποία η εξέταση και η αμφιβολία συνιστούν εγκλήματα.
Μπορούν να διατυπωθούν σοβαρές αντιρρήσεις εναντίον της.
Καταρχάς, η λέξη «καθολική» συγκαλύπτει έναν κατάφωρο σοφιστικό συλλογισμό. Στη Γαλλία υπάρχουν 36.000.000 κάτοικοι. Για να είναι καθολικό το δικαίωμα ψήφου, θα έπρεπε να υπολογίζονται 36.000.000 εκλογείς. Ακόμη και το ευρύτερο σύστημα αναγνωρίζει μόνο 9.000.000. Επομένως, τρεις στους τέσσερις αποκλείονται· και, ακόμη περισσότερο, αποκλείονται από τον τέταρτο. Σε ποια αρχή θεμελιώνεται αυτός ο αποκλεισμός; Στην αρχή της ανικανότητας. Καθολική ψηφοφορία, λοιπόν, σημαίνει: καθολική ψηφοφορία όσων είναι ικανοί. Ποιοι είναι, όμως, στην πραγματικότητα οι ικανοί; Είναι η ηλικία, το φύλο και οι δικαστικές καταδίκες οι μόνες προϋποθέσεις με τις οποίες πρέπει να συνδέεται η ανικανότητα;
Αν εξετάσουμε το ζήτημα από πιο κοντά, θα αντιληφθούμε σύντομα τον λόγο για τον οποίο το δικαίωμα ψήφου εξαρτάται από το τεκμήριο της ικανότητας ή της ανικανότητας. Το ευρύτερο σύστημα διαφέρει από το πιο περιορισμένο μόνο ως προς την εκτίμηση των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται αυτή η ανικανότητα· πρόκειται, συνεπώς, όχι για διαφορά αρχής, αλλά για διαφορά βαθμού.
Ο λόγος αυτός είναι ότι ο εκλογέας δεν αποφασίζει μόνο για τον εαυτό του, αλλά για όλους.
Αν, όπως ισχυρίζονται οι ελληνότροποι και ρωμαιότροποι δημοκρατικοί, το δικαίωμα ψήφου περιερχόταν στον καθένα από τη γέννησή του, θα αποτελούσε αδικία εκ μέρους των ενηλίκων να εμποδίζουν τις γυναίκες και τα παιδιά να ψηφίζουν. Γιατί αποκλείονται; Επειδή τεκμαίρεται ότι είναι ανίκανα. Και γιατί η ανικανότητα αποτελεί λόγο αποκλεισμού; Επειδή ο εκλογέας δεν επωμίζεται μόνος του την ευθύνη της ψήφου του· επειδή κάθε ψήφος δεσμεύει και επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία· επειδή η κοινωνία έχει το δικαίωμα να απαιτεί ορισμένες εγγυήσεις ως προς τις πράξεις από τις οποίες εξαρτώνται η ευημερία και η ίδια της η ύπαρξη.
Γνωρίζω τι θα μπορούσε να ειπωθεί ως απάντηση σε αυτό. Γνωρίζω ποιες αντιρρήσεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν. Δεν είναι, όμως, εδώ ο κατάλληλος τόπος για να εξαντληθεί μια τέτοια αντιπαράθεση. Εκείνο που επιθυμώ να παρατηρήσω είναι ότι αυτή ακριβώς η αντιπαράθεση —όπως και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών ζητημάτων— η οποία ταράζει, εξάπτει και αποσταθεροποιεί τα έθνη, θα έχανε σχεδόν όλη τη σημασία της, αν ο νόμος ήταν πάντοτε αυτό που οφείλει να είναι.
Πράγματι, αν ο νόμος περιοριζόταν στο να επιβάλλει τον σεβασμό όλων των προσώπων, όλων των ελευθεριών και όλων των ιδιοκτησιών· αν δεν ήταν παρά η οργάνωση του ατομικού δικαιώματος και της ατομικής άμυνας· αν αποτελούσε το εμπόδιο, τον φραγμό και την τιμωρία που αντιτάσσονται σε κάθε καταπίεση και σε κάθε λεηλασία — είναι άραγε πιθανό να φιλονικούσαμε τόσο πολύ, ως πολίτες, σχετικά με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη καθολικότητα της ψηφοφορίας; Είναι πιθανό αυτό το ζήτημα να έθετε σε κίνδυνο το υπέρτατο αγαθό της δημόσιας ειρήνης; Είναι πιθανό οι αποκλεισμένες τάξεις να μην περίμεναν ήρεμα να έλθει η σειρά τους; Είναι πιθανό οι τάξεις που απολάμβαναν το εκλογικό δικαίωμα να προστάτευαν με τόση ζηλοτυπία το προνόμιό τους; Και δεν είναι φανερό ότι, εφόσον το συμφέρον όλων θα ήταν ένα και το αυτό, ορισμένοι θα ενεργούσαν χωρίς να προκαλούν μεγάλη βλάβη στους άλλους;
Αν, όμως, εισαγόταν η ολέθρια αρχή ότι, με το πρόσχημα της οργάνωσης, της ρύθμισης, της προστασίας ή της ενθάρρυνσης, ο νόμος μπορεί να αφαιρεί από τη μία πλευρά για να δίνει στην άλλη· να ιδιοποιείται τον πλούτο που αποκτούν όλες οι τάξεις, προκειμένου να αυξήσει τον πλούτο μίας τάξης —είτε πρόκειται για τους γεωργούς, τους βιομηχάνους, τους πλοιοκτήτες είτε για τους καλλιτέχνες και τους ηθοποιούς— τότε ασφαλώς, σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει τάξη που να μην μπορεί, και μάλιστα δικαιολογημένα, να αξιώσει να θέσει το χέρι της επάνω στον νόμο· που να μην απαιτήσει με μανία το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι· που να μην ανατρέψει την κοινωνία μάλλον παρά να μην το αποκτήσει. Ακόμη και οι επαίτες και οι περιπλανώμενοι θα σας αποδείξουν ότι διαθέτουν αναμφισβήτητο τίτλο σε αυτό. Θα πουν:
«Ποτέ δεν αγοράζουμε κρασί, καπνό ή αλάτι χωρίς να πληρώνουμε τον φόρο· και ένα μέρος αυτού του φόρου παρέχεται από τον νόμο, υπό μορφή πρόσθετων απολαβών και επιχορηγήσεων, σε ανθρώπους πλουσιότερους από εμάς. Άλλοι χρησιμοποιούν τον νόμο για να προκαλέσουν τεχνητή αύξηση της τιμής του ψωμιού, του κρέατος, του σιδήρου ή των υφασμάτων. Αφού όλοι εμπορεύονται τον νόμο προς ίδιον όφελος, θα θέλαμε και εμείς να πράξουμε το ίδιο. Θα θέλαμε να τον κάνουμε να θεσπίσει το δικαίωμα στην αρωγή, το οποίο αποτελεί τη λεηλασία του φτωχού. Για να το επιτύχουμε αυτό, πρέπει να είμαστε εκλογείς και νομοθέτες, ώστε να οργανώσουμε σε μεγάλη κλίμακα την ελεημοσύνη υπέρ της δικής μας τάξης, όπως εσείς οργανώσατε σε μεγάλη κλίμακα την προστασία υπέρ της δικής σας. Μη μας λέτε ότι θα αναλάβετε εσείς την υπόθεσή μας και ότι θα μας πετάξετε 600.000 φράγκα για να μας κρατήσετε ήσυχους, σαν να μας δίνατε ένα κόκαλο για να ξεκοκαλίσουμε. Έχουμε και άλλες αξιώσεις και, εν πάση περιπτώσει, επιθυμούμε να διαπραγματευόμαστε για λογαριασμό μας, όπως οι άλλες τάξεις διαπραγματεύθηκαν για τον δικό τους!»
Πώς μπορεί να απαντηθεί αυτό το επιχείρημα; Πράγματι, όσο γίνεται δεκτό ότι ο νόμος μπορεί να εκτραπεί από την αληθινή του αποστολή, ότι μπορεί να παραβιάζει την ιδιοκτησία αντί να την προστατεύει, όλοι θα επιθυμούν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του νόμου, είτε για να αμυνθούν κατά της λεηλασίας είτε για να την οργανώσουν προς ίδιον όφελος. Το πολιτικό ζήτημα θα παραμένει πάντοτε επιζήμιο, κυρίαρχο και απορροφητικό· με μία λέξη, θα διεξάγεται μάχη γύρω από την είσοδο του Νομοθετικού Μεγάρου. Ο αγώνας δεν θα είναι λιγότερο λυσσαλέος στο εσωτερικό του. Για να πειστεί κανείς γι’ αυτό, ελάχιστα χρειάζεται να εξετάσει όσα συμβαίνουν στις Βουλές της Γαλλίας και της Αγγλίας· αρκεί να γνωρίζει τους όρους υπό τους οποίους τίθεται το ζήτημα.
Χρειάζεται άραγε να αποδειχθεί ότι αυτή η απεχθής διαστροφή του νόμου αποτελεί αδιάκοπη πηγή μίσους και διχόνοιας και ότι τείνει ακόμη και προς την αποδιοργάνωση της κοινωνίας; Κοιτάξτε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο όπου ο νόμος να διατηρείται περισσότερο εντός του προσήκοντος πεδίου του — δηλαδή να εξασφαλίζει στον καθένα την ελευθερία και την ιδιοκτησία του. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο όπου η κοινωνική τάξη να φαίνεται ότι εδράζεται σε σταθερότερα θεμέλια. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν δύο ζητήματα —και μόνο δύο— τα οποία εξαρχής έχουν θέσει σε κίνδυνο την πολιτική τάξη. Και ποια είναι αυτά τα δύο ζητήματα; Η δουλεία και οι δασμοί· δηλαδή ακριβώς τα μόνα δύο ζητήματα στα οποία, αντίθετα προς το γενικό πνεύμα αυτής της δημοκρατίας, ο νόμος έχει προσλάβει τον χαρακτήρα λεηλατητή. Η δουλεία είναι η διά νόμου κυρωμένη παραβίαση των δικαιωμάτων του προσώπου. Ο προστατευτισμός είναι η παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που διαπράττεται από τον νόμο· και είναι ασφαλώς εξαιρετικά αξιοσημείωτο ότι, ανάμεσα σε τόσες άλλες διαμάχες, αυτή η διπλή νομική μάστιγα, η οδυνηρή κληρονομιά του Παλαιού Κόσμου, είναι η μόνη που μπορεί —και ίσως πρόκειται— να προκαλέσει τη διάρρηξη της Ένωσης. Πράγματι, είναι αδύνατον να συλλάβει κανείς, στους κόλπους της κοινωνίας, γεγονός πιο συγκλονιστικό από αυτό: ο νόμος να έχει καταστεί όργανο αδικίας. Και αν το γεγονός αυτό επιφέρει τόσο τρομερές συνέπειες στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αποτελεί μόνο μία εξαίρεση, ποιες πρέπει να είναι οι συνέπειές του σε εμάς, στην Ευρώπη, όπου αποτελεί αρχή — σύστημα;
Ο κ. Montalembert, υιοθετώντας τη σκέψη μιας περίφημης διακήρυξης του κ. Carlier, είπε: «Πρέπει να διεξαγάγουμε πόλεμο κατά του σοσιαλισμού». Και με τον όρο «σοσιαλισμός», σύμφωνα με τον ορισμό του κ. Charles Dupin, εννοούσε τη λεηλασία. Ποια λεηλασία, όμως, εννοούσε; Διότι υπάρχουν δύο είδη: η εξωνομική και η νόμιμη λεηλασία.
Όσον αφορά την εξωνομική λεηλασία, όπως είναι η κλοπή ή η απάτη, η οποία ορίζεται, προβλέπεται και τιμωρείται από τον ποινικό κώδικα, δεν πιστεύω ότι μπορεί να εξωραϊστεί με την ονομασία «σοσιαλισμός». Δεν είναι αυτή που απειλεί συστηματικά τα θεμέλια της κοινωνίας. Άλλωστε, ο πόλεμος εναντίον αυτού του είδους λεηλασίας δεν περίμενε το σύνθημα του κ. Montalembert ή του κ. Carlier. Διεξάγεται από την απαρχή του κόσμου· η Γαλλία τον διεξήγαγε πολύ πριν από την Επανάσταση του Φεβρουαρίου —πολύ πριν από την εμφάνιση του σοσιαλισμού— με όλον τον μηχανισμό των δικαστικών αρχών, της αστυνομίας, της χωροφυλακής, των φυλακών, των μπουντρουμιών και των ικριωμάτων. Ο ίδιος ο νόμος διεξάγει αυτόν τον πόλεμο και, κατά τη γνώμη μου, είναι ευκταίο να διατηρεί πάντοτε αυτή τη στάση απέναντι στη λεηλασία.
Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει. Ο νόμος ενίοτε αναλαμβάνει ο ίδιος τη λεηλασία. Μερικές φορές την εκτελεί με τα ίδια του τα χέρια, προκειμένου να απαλλάξει τους ωφελουμένους από την ντροπή, τον κίνδυνο και τους ηθικούς ενδοιασμούς. Άλλοτε θέτει όλον αυτόν τον μηχανισμό των δικαστικών αρχών, της αστυνομίας, της χωροφυλακής και των φυλακών στην υπηρεσία του λεηλατητή και μεταχειρίζεται το θύμα της λεηλασίας, όταν αυτό αμύνεται, ως εγκληματία. Με μία λέξη, υπάρχει νόμιμη λεηλασία και, αναμφίβολα, αυτή εννοεί ο κ. Montalembert.
Αυτή η λεηλασία μπορεί να αποτελεί απλώς μια κατ’ εξαίρεση κηλίδα στη νομοθεσία ενός λαού· και, σε αυτή την περίπτωση, το καλύτερο που μπορεί να γίνει είναι, χωρίς τόσους λόγους και θρήνους, να καταργηθεί το συντομότερο δυνατόν, παρά τις κραυγές των ενδιαφερομένων. Πώς, όμως, μπορεί να αναγνωριστεί; Πολύ εύκολα. Εξετάστε αν ο νόμος αφαιρεί από ορισμένα πρόσωπα ό,τι τους ανήκει, για να δώσει σε άλλα ό,τι δεν τους ανήκει. Εξετάστε αν ο νόμος διαπράττει, προς όφελος ενός πολίτη και εις βάρος άλλων, μια πράξη την οποία ο πολίτης αυτός δεν θα μπορούσε να διαπράξει χωρίς να τελέσει έγκλημα. Καταργήστε αμέσως αυτόν τον νόμο· δεν αποτελεί απλώς αδικία — αποτελεί γόνιμη πηγή αδικιών, διότι προκαλεί αντίποινα· και αν δεν προσέξετε, η εξαιρετική περίπτωση θα επεκταθεί, θα πολλαπλασιαστεί και θα καταστεί σύστημα. Αναμφίβολα, ο ωφελούμενος θα διαμαρτυρηθεί με δυνατές κραυγές· θα επικαλεστεί τα κεκτημένα δικαιώματά του. Θα ισχυριστεί ότι το Κράτος οφείλει να προστατεύει και να ενθαρρύνει τον κλάδο του· θα υποστηρίξει ότι είναι καλό να πλουτίζει το Κράτος, ώστε να μπορεί να δαπανά περισσότερο και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να κατακλύζει με μισθούς τους φτωχούς εργάτες. Προσέξτε να μην ακούσετε αυτή τη σοφιστεία, διότι ακριβώς μέσω της συστηματοποίησης αυτών των επιχειρημάτων συστηματοποιείται και η νόμιμη λεηλασία.
Και αυτό ακριβώς έχει συμβεί. Η αυταπάτη της εποχής μας είναι να πλουτίσουν όλες οι τάξεις η μία εις βάρος της άλλης· είναι να γενικευθεί η λεηλασία υπό το πρόσχημα της οργάνωσής της. Η νόμιμη λεηλασία μπορεί να ασκηθεί με άπειρους τρόπους. Από εδώ προέρχεται ένα ατελείωτο πλήθος σχεδίων κοινωνικής οργάνωσης: δασμοί, προστατευτισμός, πρόσθετες απολαβές, επιχορηγήσεις, ενισχύσεις, προοδευτική φορολογία, δωρεάν εκπαίδευση, δικαίωμα στην εργασία, δικαίωμα στο κέρδος, δικαίωμα στον μισθό, δικαίωμα στην αρωγή, δικαίωμα στα μέσα εργασίας, δωρεάν πίστωση κ.ο.κ. Και είναι το σύνολο όλων αυτών των σχεδίων, με το κοινό τους στοιχείο —τη νόμιμη λεηλασία— που λαμβάνει την ονομασία «σοσιαλισμός».
Αφού, λοιπόν, ο σοσιαλισμός, οριζόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο, συγκροτεί ένα σώμα θεωρίας, ποιον άλλο πόλεμο θα μπορούσατε να διεξαγάγετε εναντίον του εκτός από έναν πόλεμο ιδεών; Θεωρείτε αυτή τη θεωρία ψευδή, παράλογη και αποτρόπαιη. Ανασκευάστε την. Αυτό θα είναι τόσο ευκολότερο όσο πιο ψευδής, πιο παράλογη και πιο αποτρόπαιη είναι. Πάνω απ’ όλα, αν επιθυμείτε να είστε ισχυροί, αρχίστε εκριζώνοντας από τη νομοθεσία σας κάθε ίχνος σοσιαλισμού που ενδέχεται να έχει παρεισφρήσει σε αυτήν — και αυτό δεν θα είναι διόλου εύκολο έργο.
Ο κ. Montalembert κατηγορήθηκε ότι επιθυμεί να στρέψει την ωμή βία εναντίον του σοσιαλισμού. Πρέπει να απαλλαγεί από αυτή την κατηγορία, διότι είπε ξεκάθαρα: «Ο πόλεμος που πρέπει να διεξαγάγουμε κατά του σοσιαλισμού πρέπει να είναι συμβατός με τον νόμο, την τιμή και τη δικαιοσύνη».
Πώς, όμως, δεν αντιλαμβάνεται ο κ. Montalembert ότι εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο; Θέλετε να αντιτάξετε τον νόμο στον σοσιαλισμό. Αλλά ακριβώς τον νόμο επικαλείται ο σοσιαλισμός. Επιδιώκει τη νόμιμη και όχι την εξωνομική λεηλασία. Τον ίδιο τον νόμο επιθυμεί να μετατρέψει σε όργανο, όπως ακριβώς και οι μονοπωλητές κάθε είδους· και όταν πλέον έχει τον νόμο με το μέρος του, πώς θα μπορέσετε να στρέψετε τον νόμο εναντίον του; Πώς θα τον υπαγάγετε στην εξουσία των δικαστηρίων, των χωροφυλάκων και των φυλακών σας; Τι θα κάνετε τότε; Επιθυμείτε να τον εμποδίσετε να συμμετάσχει στη θέσπιση των νόμων. Θα θέλατε να τον κρατήσετε έξω από το Νομοθετικό Μέγαρο. Τολμώ να προβλέψω ότι δεν θα το επιτύχετε, όσο η νόμιμη λεηλασία παραμένει η βάση της νομοθεσίας που θεσπίζεται στο εσωτερικό του.
Είναι απολύτως αναγκαίο να επιλυθεί αυτό το ζήτημα της νόμιμης λεηλασίας· και υπάρχουν μόνο τρεις δυνατές λύσεις:
Οι λίγοι λεηλατούν τους πολλούς.
Όλοι λεηλατούν όλους τους άλλους.
Κανείς δεν λεηλατεί κανέναν.
Μερική λεηλασία, καθολική λεηλασία, απουσία λεηλασίας: ανάμεσα σε αυτές πρέπει να επιλέξουμε. Ο νόμος μπορεί να παραγάγει μόνο ένα από αυτά τα αποτελέσματα.
Μερική λεηλασία. Αυτό είναι το σύστημα που επικρατούσε όσο το εκλογικό δικαίωμα ήταν περιορισμένο· ένα σύστημα στο οποίο καταφεύγουν προκειμένου να αποτρέψουν την επέλαση του σοσιαλισμού.
Καθολική λεηλασία. Με αυτό το σύστημα απειληθήκαμε όταν το εκλογικό δικαίωμα κατέστη καθολικό, καθώς οι μάζες συνέλαβαν την ιδέα να νομοθετούν σύμφωνα με την αρχή που ακολουθούσαν οι νομοθέτες οι οποίοι είχαν προηγηθεί.
Απουσία λεηλασίας. Αυτή είναι η αρχή της δικαιοσύνης, της ειρήνης, της τάξης, της σταθερότητας, της συμφιλίωσης και της κοινής λογικής, την οποία θα διακηρύσσω με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου —η οποία, δυστυχώς, είναι πολύ ανεπαρκής— μέχρι την ημέρα του θανάτου μου.
Και, με κάθε ειλικρίνεια, μπορεί άραγε να απαιτηθεί κάτι περισσότερο από τον νόμο; Μπορεί ο νόμος, του οποίου αναγκαίο μέσο επιβολής είναι η δύναμη, να χρησιμοποιείται εύλογα για οτιδήποτε πέρα από την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του καθενός; Προκαλώ οποιονδήποτε να τον απομακρύνει από αυτόν τον κύκλο χωρίς να τον διαστρεβλώσει και, κατά συνέπεια, χωρίς να στρέψει τη δύναμη εναντίον του δικαίου. Και επειδή αυτή είναι η πιο ολέθρια και η πιο παράλογη κοινωνική διαστροφή που θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει κανείς, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η αληθινή και τόσο επίμονα αναζητούμενη λύση του κοινωνικού προβλήματος περιέχεται σε αυτές τις απλές λέξεις — Ο ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.
Είναι σημαντικό, λοιπόν, να παρατηρήσουμε ότι η οργάνωση της δικαιοσύνης διά του νόμου —δηλαδή διά της δύναμης— αποκλείει την ιδέα να οργανώνεται διά του νόμου ή διά της δύναμης οποιαδήποτε εκδήλωση της ανθρώπινης δραστηριότητας: η εργασία, η αγαθοεργία, η γεωργία, το εμπόριο, η βιομηχανία, η εκπαίδευση, οι καλές τέχνες ή η θρησκεία· διότι οποιαδήποτε από αυτές τις οργανώσεις θα κατέστρεφε αναπόφευκτα τη θεμελιώδη οργάνωση της δικαιοσύνης. Πράγματι, πώς θα μπορούσαμε να φανταστούμε τη δύναμη να σφετερίζεται την ελευθερία των πολιτών χωρίς να παραβιάζει τη δικαιοσύνη και, επομένως, χωρίς να ενεργεί εναντίον του ίδιου της του σκοπού;
Εδώ έρχομαι αντιμέτωπος με την πιο διαδεδομένη προκατάληψη της εποχής μας. Δεν θεωρείται αρκετό να είναι ο νόμος δίκαιος· πρέπει να είναι και φιλάνθρωπος. Δεν αρκεί να εγγυάται σε κάθε πολίτη την ελεύθερη και μη επιβλαβή άσκηση των ικανοτήτων του, οι οποίες εφαρμόζονται στη σωματική, τη διανοητική και την ηθική του ανάπτυξη· απαιτείται να εξαπλώνει απευθείας σε ολόκληρο το έθνος την ευημερία, τη μόρφωση και την ηθικότητα. Αυτή είναι η γοητευτική όψη του σοσιαλισμού.
Επαναλαμβάνω, όμως, ότι αυτές οι δύο αποστολές του νόμου αντιφάσκουν μεταξύ τους. Πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσά τους. Ένας πολίτης δεν μπορεί να είναι ταυτοχρόνως ελεύθερος και ανελεύθερος. Ο κ. de Lamartine μου έγραψε κάποτε τα εξής: «Η θεωρία σας αποτελεί μόνο το μισό του προγράμματός μου· εσείς σταματήσατε στην ελευθερία, εγώ προχωρώ έως την αδελφοσύνη». Του απάντησα: «Το δεύτερο μέρος του προγράμματός σας θα καταστρέψει το πρώτο». Και πράγματι, μου είναι αδύνατον να διαχωρίσω τη λέξη «αδελφοσύνη» από τη λέξη «εθελούσια». Δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να συλλάβω μια αδελφοσύνη επιβεβλημένη διά του νόμου, χωρίς η ελευθερία να καταστρέφεται διά του νόμου και η δικαιοσύνη να καταπατείται διά του νόμου. Η νόμιμη λεηλασία έχει δύο ρίζες: η μία, όπως ήδη είδαμε, βρίσκεται στον ανθρώπινο εγωισμό· η άλλη βρίσκεται στην ψευδή φιλανθρωπία.
Πριν συνεχίσω, θεωρώ ότι οφείλω να διευκρινίσω τι εννοώ με τη λέξη «λεηλασία».²
Δεν τη χρησιμοποιώ, όπως συχνά συμβαίνει, με αόριστη, απροσδιόριστη, σχετική ή μεταφορική έννοια. Τη χρησιμοποιώ με την επιστημονική της σημασία, ως όρο που εκφράζει την αντίθετη προς την ιδιοκτησία έννοια. Όταν ένα μέρος του πλούτου περνά από τα χέρια εκείνου που τον απέκτησε —χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς αποζημίωση— στα χέρια εκείνου που δεν τον δημιούργησε, είτε με τη βία είτε με τέχνασμα, λέω ότι παραβιάζεται η ιδιοκτησία και διαπράττεται λεηλασία. Λέω ότι αυτή ακριβώς είναι η πράξη την οποία ο νόμος οφείλει να καταστέλλει πάντοτε και παντού. Αν ο ίδιος ο νόμος διαπράττει την πράξη που οφείλει να καταστέλλει, λέω ότι και πάλι διαπράττεται λεηλασία, και μάλιστα, από κοινωνική άποψη, υπό επιβαρυντικές περιστάσεις. Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, δεν ευθύνεται για τη λεηλασία εκείνος που ωφελείται από αυτήν· υπεύθυνοι είναι ο νόμος, ο νομοθέτης και η ίδια η κοινωνία — και εδώ ακριβώς έγκειται ο πολιτικός κίνδυνος.
Είναι λυπηρό το ότι η λέξη αυτή έχει κάτι το προσβλητικό. Αναζήτησα μάταια κάποια άλλη, διότι δεν θα επιθυμούσα ποτέ —και ιδίως αυτή τη στιγμή— να προσθέσω άλλη μία ερεθιστική λέξη στις διχογνωμίες μας. Επομένως, είτε γίνω πιστευτός είτε όχι, δηλώνω ότι δεν προτίθεμαι να κατηγορήσω τις προθέσεις ή την ηθική κανενός. Επιτίθεμαι σε μια ιδέα την οποία θεωρώ εσφαλμένη — σε ένα σύστημα που μου φαίνεται άδικο· και το ζήτημα αυτό είναι τόσο ανεξάρτητο από τις προθέσεις, ώστε ο καθένας μας ωφελείται από το σύστημα αυτό χωρίς να το επιθυμεί και υποφέρει εξαιτίας του χωρίς να έχει επίγνωση της αιτίας.
Όποιος αμφισβητεί την ειλικρίνεια του προστατευτισμού, του σοσιαλισμού, ακόμη και του κομμουνισμού —οι οποίοι αποτελούν ένα και το αυτό φυτό σε τρία διαφορετικά στάδια της ανάπτυξής του— πρέπει να γράφει υπό την επήρεια είτε του κομματικού πάθους είτε του φόβου. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η λεηλασία είναι περισσότερο ορατή, λόγω του μερικού της χαρακτήρα, στον προστατευτισμό³ και, λόγω του καθολικού της χαρακτήρα, στον κομμουνισμό· από αυτό συνάγεται ότι, από τα τρία συστήματα, ο σοσιαλισμός παραμένει το πιο ασαφές, το πιο απροσδιόριστο και, κατά συνέπεια, το πιο ειλικρινές.
Όπως και αν έχει, το συμπέρασμα ότι μία από τις ρίζες της νόμιμης λεηλασίας βρίσκεται στην ψευδή φιλανθρωπία θέτει προφανώς τις προθέσεις εκτός συζήτησης.
Με αυτή τη διευκρίνιση, ας εξετάσουμε την αξία, την προέλευση και την τάση αυτής της δημοφιλούς επιδίωξης, η οποία διατείνεται ότι θα πραγματοποιήσει το γενικό καλό μέσω της γενικευμένης λεηλασίας.
Οι σοσιαλιστές λένε: αφού ο νόμος οργανώνει τη δικαιοσύνη, γιατί να μην οργανώνει επίσης την εργασία, την εκπαίδευση και τη θρησκεία;
Γιατί; Επειδή δεν θα μπορούσε να οργανώσει την εργασία, την εκπαίδευση και τη θρησκεία χωρίς να αποδιοργανώσει τη δικαιοσύνη.
Διότι, ας θυμόμαστε ότι ο νόμος είναι δύναμη και ότι, κατά συνέπεια, το πεδίο του νόμου δεν μπορεί νομίμως να εκτείνεται πέρα από το πεδίο της δύναμης.
Όταν ο νόμος και η δύναμη κρατούν έναν άνθρωπο εντός των ορίων της δικαιοσύνης, δεν του επιβάλλουν παρά μια απλή άρνηση. Τον υποχρεώνουν μόνο να απέχει από την πρόκληση βλάβης. Δεν παραβιάζουν ούτε την προσωπικότητα ούτε την ελευθερία ούτε την ιδιοκτησία του. Προστατεύουν απλώς την προσωπικότητα, την ελευθερία και την ιδιοκτησία των άλλων. Παραμένουν σε αμυντική στάση· υπερασπίζονται το ίσο δικαίωμα όλων. Εκπληρώνουν μια αποστολή της οποίας ο αβλαβής χαρακτήρας είναι προφανής, η χρησιμότητα απτή και η νομιμότητα αδιαμφισβήτητη. Αυτό είναι τόσο αληθές ώστε, όπως μου παρατήρησε κάποτε ένας φίλος μου, το να λέμε ότι σκοπός του νόμου είναι να κάνει τη δικαιοσύνη να βασιλεύει σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε μια έκφραση που δεν είναι απολύτως ακριβής. Θα έπρεπε να λέμε: σκοπός του νόμου είναι να εμποδίζει την αδικία να βασιλεύει. Πράγματι, δεν είναι η δικαιοσύνη εκείνη που διαθέτει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά η αδικία. Η πρώτη προκύπτει από την απουσία της δεύτερης.
Όταν, όμως, ο νόμος, μέσω του αναγκαίου οργάνου του —της δύναμης— επιβάλλει μια μορφή εργασίας, μια μέθοδο ή ένα αντικείμενο διδασκαλίας, ένα δόγμα ή μια μορφή λατρείας, δεν είναι πλέον αρνητικός· ενεργεί θετικά επάνω στους ανθρώπους. Αντικαθιστά τη δική τους βούληση με τη βούληση του νομοθέτη και τη δική τους πρωτοβουλία με την πρωτοβουλία του νομοθέτη. Δεν έχουν πλέον ανάγκη να εξετάζουν, να συγκρίνουν ή να προνοούν· ο νόμος τα πράττει όλα αυτά για λογαριασμό τους. Η νόηση καθίσταται γι’ αυτούς άχρηστο βάρος· παύουν να είναι άνθρωποι· χάνουν την προσωπικότητα, την ελευθερία και την ιδιοκτησία τους.
Προσπαθήστε να φανταστείτε μια μορφή εργασίας επιβαλλόμενη διά της βίας, η οποία να μην παραβιάζει την ελευθερία· μια μεταβίβαση πλούτου επιβαλλόμενη διά της βίας, η οποία να μην παραβιάζει την ιδιοκτησία. Αν δεν κατορθώσετε να συμβιβάσετε αυτά τα πράγματα, είστε υποχρεωμένοι να συμπεράνετε ότι ο νόμος δεν μπορεί να οργανώσει την εργασία και τη βιομηχανία χωρίς να οργανώσει την αδικία.
Όταν ένας πολιτικός, από την απομόνωση του γραφείου του, παρατηρεί την κοινωνία, εντυπωσιάζεται από το θέαμα της ανισότητας που παρουσιάζεται μπροστά του. Θρηνεί για τα δεινά που αποτελούν τη μοίρα τόσων συνανθρώπων μας, δεινά των οποίων η όψη γίνεται ακόμη πιο θλιβερή εξαιτίας της αντίθεσης με την πολυτέλεια και τον πλούτο.
Θα έπρεπε ίσως να αναρωτηθεί μήπως αυτή η κοινωνική κατάσταση προκλήθηκε από τη λεηλασία των παλαιότερων εποχών, η οποία ασκήθηκε μέσω των κατακτήσεων, και από τη λεηλασία των νεότερων εποχών, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω των νόμων. Θα έπρεπε να αναρωτηθεί μήπως, δεδομένης της επιδίωξης όλων των ανθρώπων για ευημερία και τελειοποίηση, η επικράτηση της δικαιοσύνης θα αρκούσε για να επιφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή πρόοδο και τον μεγαλύτερο βαθμό ισότητας που συμβιβάζεται με εκείνη την ατομική ευθύνη την οποία ο Θεός έχει ορίσει ως δίκαιη ανταπόδοση της αρετής και της κακίας.
Ποτέ δεν συλλογίζεται κάτι τέτοιο. Η σκέψη του στρέφεται προς συνδυασμούς, διευθετήσεις και νομικές ή τεχνητές οργανώσεις. Αναζητεί τη θεραπεία στη διαιώνιση και στη διόγκωση εκείνου ακριβώς που προκάλεσε το κακό.
Διότι, αν εξαιρέσουμε τη δικαιοσύνη, η οποία, όπως είδαμε, αποτελεί απλώς μια άρνηση, υπάρχει άραγε έστω μία από αυτές τις νομικές διευθετήσεις που να μην εμπεριέχει την αρχή της λεηλασίας;
Λέτε: «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν χρήματα» και προσφεύγετε στον νόμο. Ο νόμος, όμως, δεν είναι μια αυτοτροφοδοτούμενη πηγή, από την οποία κάθε ρεύμα μπορεί να αντλεί πόρους ανεξάρτητα από την κοινωνία. Τίποτε δεν μπορεί να εισρεύσει στο δημόσιο ταμείο προς όφελος ενός πολίτη ή μιας τάξης, αν άλλοι πολίτες και άλλες τάξεις δεν έχουν εξαναγκαστεί να το καταβάλουν. Αν ο καθένας αντλεί από αυτό μόνο το ισοδύναμο όσων έχει συνεισφέρει, ο νόμος σας, είναι αλήθεια, δεν αποτελεί όργανο λεηλασίας· δεν προσφέρει, όμως, τίποτε στους ανθρώπους που χρειάζονται χρήματα — δεν προάγει την ισότητα. Μπορεί να αποτελέσει όργανο εξισορρόπησης μόνο στον βαθμό που αφαιρεί από τον έναν για να δώσει στον άλλον· και τότε αποτελεί όργανο λεηλασίας. Εξετάστε υπό αυτό το πρίσμα τη δασμολογική προστασία, τα βραβεία ενθάρρυνσης, το δικαίωμα στο κέρδος, το δικαίωμα στην εργασία, το δικαίωμα στην αρωγή, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, την προοδευτική φορολογία, τη δωρεάν παροχή πίστωσης και τα κοινωνικά εργαστήρια, και θα βρίσκετε πάντοτε στο βάθος τη νόμιμη λεηλασία, την οργανωμένη αδικία.
Λέτε: «Υπάρχουν άνθρωποι που στερούνται γνώσεων» και προσφεύγετε στον νόμο. Ο νόμος, όμως, δεν είναι μια δάδα που διαχέει προς τα έξω ένα φως το οποίο πηγάζει από την ίδια της τη φύση. Ενεργεί μέσα σε μια κοινωνία όπου υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν γνώσεις και άλλοι που δεν διαθέτουν· πολίτες που επιθυμούν να μάθουν και άλλοι που είναι πρόθυμοι να διδάξουν. Μπορεί να κάνει μόνο ένα από δύο πράγματα: είτε να επιτρέψει την ελεύθερη λειτουργία αυτού του είδους συναλλαγής —δηλαδή να αφήσει αυτή την ανάγκη να ικανοποιηθεί ελεύθερα— είτε να εξαναγκάσει τη βούληση των ανθρώπων ως προς το ζήτημα αυτό και να αφαιρέσει από ορισμένους όσα απαιτούνται για να αμειφθούν καθηγητές επιφορτισμένοι να διδάσκουν δωρεάν κάποιους άλλους. Στη δεύτερη, όμως, περίπτωση, δεν μπορεί παρά να υπάρχει παραβίαση της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας — νόμιμη λεηλασία.
Λέτε: «Ιδού άνθρωποι που στερούνται ηθικής ή θρησκείας» και προσφεύγετε στον νόμο. Ο νόμος, όμως, είναι δύναμη· και χρειάζεται άραγε να εξηγήσω σε ποιον βαθμό αποτελεί βίαιο και παράλογο εγχείρημα η εισαγωγή της δύναμης σε αυτά τα ζητήματα;
Ως αποτέλεσμα των συστημάτων και των προσπαθειών του, φαίνεται ότι ο σοσιαλισμός, παρ’ όλη την αυταρέσκειά του, δύσκολα μπορεί να μην αντιλαμβάνεται το τέρας της νόμιμης λεηλασίας. Τι κάνει, όμως; Το συγκαλύπτει επιδέξια από τους άλλους, ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό, κάτω από τις σαγηνευτικές ονομασίες της αδελφοσύνης, της αλληλεγγύης, της οργάνωσης και της συνεργασίας. Και επειδή εμείς δεν απαιτούμε τόσα πολλά από τον νόμο, επειδή του ζητούμε μόνο δικαιοσύνη, υποθέτει ότι απορρίπτουμε την αδελφοσύνη, την αλληλεγγύη, την οργάνωση και τη συνεργασία· και μας στιγματίζει ως ατομικιστές.
Μπορούμε να τους διαβεβαιώσουμε ότι εκείνο που αποκηρύσσουμε δεν είναι η φυσική οργάνωση, αλλά η εξαναγκαστική οργάνωση.
Δεν είναι η ελεύθερη συνεργασία, αλλά οι μορφές συνεργασίας που θα ήθελαν να μας επιβάλουν.
Δεν είναι η αυθόρμητη αδελφοσύνη, αλλά η διά νόμου επιβαλλόμενη αδελφοσύνη.
Δεν είναι η κατά θεία πρόνοια αλληλεγγύη, αλλά η τεχνητή αλληλεγγύη, η οποία δεν είναι παρά μια άδικη μετατόπιση της ευθύνης.
Ο σοσιαλισμός, όπως και η παλαιά πολιτική από την οποία προέρχεται, συγχέει την κυβέρνηση με την κοινωνία. Έτσι, κάθε φορά που αντιτασσόμαστε στην εκτέλεση ενός πράγματος από την κυβέρνηση, συμπεραίνει ότι αντιτασσόμαστε στην πραγματοποίησή του εν γένει. Αποδοκιμάζουμε την εκπαίδευση από το Κράτος — άρα είμαστε εναντίον κάθε εκπαίδευσης. Αντιτασσόμαστε στην κρατική θρησκεία — άρα δεν θέλουμε καμία απολύτως θρησκεία. Αντιτασσόμαστε σε μια ισότητα που επιβάλλεται από το Κράτος — άρα είμαστε εναντίον της ισότητας· και ούτω καθεξής. Θα μπορούσαν εξίσου εύλογα να μας κατηγορήσουν ότι δεν θέλουμε να τρώνε οι άνθρωποι, επειδή αντιτασσόμαστε στην καλλιέργεια των σιτηρών από το Κράτος.
Πώς κατόρθωσε άραγε να εδραιωθεί στον πολιτικό κόσμο η παράξενη ιδέα ότι ο νόμος μπορεί να παραγάγει όσα δεν εμπεριέχει ο ίδιος —την ευημερία με τη θετική έννοια, τον πλούτο, την επιστήμη και τη θρησκεία; Οι σύγχρονοι πολιτικοί θεωρητικοί, ιδίως εκείνοι της σοσιαλιστικής σχολής, θεμελιώνουν τις διαφορετικές θεωρίες τους σε μία κοινή υπόθεση· και ασφαλώς καμία πιο παράξενη και πιο αλαζονική ιδέα δεν θα μπορούσε ποτέ να εισέλθει στον ανθρώπινο νου.
Διαιρούν την ανθρωπότητα σε δύο μέρη. Οι άνθρωποι εν γένει, με εξαίρεση έναν, αποτελούν το πρώτο· ο ίδιος ο πολιτικός αποτελεί το δεύτερο, το οποίο θεωρείται μακράν το σημαντικότερο.
Πράγματι, αρχίζουν υποθέτοντας ότι οι άνθρωποι στερούνται κάθε εσωτερικής αρχής δράσης και κάθε ικανότητας διάκρισης· ότι δεν έχουν καμία κινητήρια δύναμη μέσα τους· ότι αποτελούν αδρανή ύλη, παθητικά σωματίδια, άτομα χωρίς ίδια ώθηση· στην καλύτερη περίπτωση, μια βλάστηση αδιάφορη για τον ίδιο τον τρόπο ύπαρξής της, ικανή να λάβει, από μια εξωτερική βούληση και ένα εξωτερικό χέρι, άπειρο αριθμό μορφών, περισσότερο ή λιγότερο συμμετρικών, καλλιτεχνικών και τελειοποιημένων.
Επιπλέον, καθένας από αυτούς τους πολιτικούς δεν διστάζει να φαντάζεται ότι ο ίδιος, υπό τις ονομασίες του οργανωτή, του επινοητή, του νομοθέτη, του θεμελιωτή ή του ιδρυτή, αποτελεί αυτή τη βούληση και αυτό το χέρι· αυτή την οικουμενική κινητήρια αρχή, αυτή τη δημιουργική δύναμη, της οποίας η υψηλή αποστολή είναι να συγκεντρώσει αυτά τα διάσπαρτα υλικά —δηλαδή τους ανθρώπους— και να τα συγκροτήσει σε κοινωνία.
Ξεκινώντας από αυτές τις παραδοχές, όπως ο κηπουρός διαμορφώνει, σύμφωνα με την ιδιοτροπία του, τα δέντρα του σε πυραμίδες, σκιάδια, κύβους, κώνους, αγγεία, δενδροστοιχίες, ατράκτους ή βεντάλιες, έτσι και ο σοσιαλιστής, ακολουθώντας τη χίμαιρά του, διαμορφώνει τη δύσμοιρη ανθρωπότητα σε ομάδες, σειρές, κύκλους, υποκύκλους, κυψέλες ή κοινωνικά εργαστήρια, με κάθε λογής παραλλαγές. Και όπως ο κηπουρός, για να δώσει μορφή στα δέντρα του, χρειάζεται πελέκεις, κλαδευτήρια, πριόνια και ψαλίδια, έτσι και ο πολιτικός, για να δώσει μορφή στην κοινωνία, χρειάζεται τις δυνάμεις που μπορεί να βρει μόνο στους νόμους: τον νόμο περί τελωνείων, τον νόμο περί φορολογίας, τον νόμο περί αρωγής και τον νόμο περί εκπαίδευσης.
Είναι τόσο αληθές ότι οι σοσιαλιστές αντιμετωπίζουν την ανθρωπότητα ως υλικό για κοινωνικούς συνδυασμούς, ώστε, αν τυχόν δεν είναι απολύτως βέβαιοι για την επιτυχία αυτών των συνδυασμών, ζητούν να τους παραχωρηθεί ένα τμήμα της ανθρωπότητας ως αντικείμενο πειραματισμού. Είναι γνωστό πόσο δημοφιλής είναι μεταξύ τους η ιδέα της δοκιμής όλων των συστημάτων· και είναι επίσης γνωστό ότι ένας από τους ηγέτες τους ζήτησε σοβαρά από τη Συντακτική Συνέλευση να του παραχωρηθεί μία κοινότητα, μαζί με όλους τους κατοίκους της, προκειμένου να πραγματοποιήσει επάνω τους τα πειράματά του.
Με τον ίδιο τρόπο ένας εφευρέτης κατασκευάζει ένα μικρό μηχάνημα προτού κατασκευάσει ένα κανονικού μεγέθους. Με τον ίδιο τρόπο ο χημικός θυσιάζει ορισμένες ουσίες και ο γεωργός ορισμένους σπόρους και μια γωνιά του χωραφιού του, για να δοκιμάσουν μια ιδέα.
Σκεφτείτε, όμως, την απροσμέτρητη απόσταση που χωρίζει τον κηπουρό από τα δέντρα του, τον εφευρέτη από τη μηχανή του, τον χημικό από τις ουσίες του, τον γεωργό από τους σπόρους του! Ο σοσιαλιστής πιστεύει, με κάθε ειλικρίνεια, ότι η ίδια απόσταση χωρίζει τον ίδιο από την ανθρωπότητα.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι πολιτικοί του δέκατου ένατου αιώνα αντιμετωπίζουν την κοινωνία ως τεχνητό δημιούργημα της ιδιοφυΐας του νομοθέτη. Αυτή η ιδέα, προϊόν της κλασικής παιδείας, έχει κυριαρχήσει σε όλους τους στοχαστές και τους μεγάλους συγγραφείς της χώρας μας.
Για όλους αυτούς τους ανθρώπους, οι σχέσεις ανάμεσα στην ανθρωπότητα και στον νομοθέτη φαίνονται ίδιες με εκείνες που υφίστανται ανάμεσα στον πηλό και στον αγγειοπλάστη.
Επιπλέον, ακόμη και όταν δέχθηκαν ότι στην καρδιά του ανθρώπου υπάρχει μια αρχή δράσης και στη διάνοιά του μια αρχή διάκρισης, θεώρησαν αυτό το δώρο του Θεού ολέθριο και πίστεψαν ότι η ανθρωπότητα, υπό την επίδραση αυτών των δύο παρορμήσεων, κατευθύνεται αναπόφευκτα προς την καταστροφή. Θεώρησαν δεδομένο ότι, αν οι άνθρωποι εγκαταλείπονταν στις δικές τους ροπές, θα ασχολούνταν με τη θρησκεία μόνο για να καταλήξουν στην αθεΐα, με την εκπαίδευση μόνο για να καταλήξουν στην αμάθεια, και με την εργασία και την ανταλλαγή μόνο για να αφανιστούν μέσα στην εξαθλίωση.
Ευτυχώς, σύμφωνα με αυτούς τους συγγραφείς, υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι, αποκαλούμενοι κυβερνήτες και νομοθέτες, στους οποίους ο Ουρανός έχει χαρίσει αντίθετες ροπές, όχι μόνο για χάρη των ίδιων, αλλά και για χάρη ολόκληρου του υπόλοιπου κόσμου.
Ενώ η ανθρωπότητα τείνει προς το κακό, εκείνοι κλίνουν προς το καλό· ενώ η ανθρωπότητα προχωρεί προς το σκοτάδι, εκείνοι επιδιώκουν τον φωτισμό· ενώ η ανθρωπότητα έλκεται από την κακία, εκείνοι έλκονται από την αρετή. Και, αφού γίνουν δεκτά όλα αυτά, ζητούν τη συνδρομή της δύναμης, μέσω της οποίας πρόκειται να υποκαταστήσουν τις ροπές του ανθρώπινου γένους με τις δικές τους.
Αρκεί να ανοίξει κανείς, σχεδόν στην τύχη, ένα βιβλίο φιλοσοφίας, πολιτικής ή ιστορίας, για να διαπιστώσει πόσο βαθιά είναι ριζωμένη στη χώρα μας αυτή η ιδέα —τέκνο των κλασικών σπουδών και μητέρα του σοσιαλισμού— σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα αποτελεί απλώς αδρανή ύλη, η οποία λαμβάνει ζωή, οργάνωση, ηθική και πλούτο από την εξουσία· ή, μάλλον —και ακόμη χειρότερα— σύμφωνα με την οποία η ίδια η ανθρωπότητα τείνει προς την κατάπτωση και ανακόπτεται στην πορεία της μόνο από το μυστηριώδες χέρι του νομοθέτη. Ο κλασικός συμβατισμός μάς παρουσιάζει παντού, πίσω από μια παθητική κοινωνία, μια αφανή δύναμη, υπό τις ονομασίες «Νόμος» ή «Νομοθέτης» —ή υπό κάποια διατύπωση που παραπέμπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα αναμφισβήτητου κύρους και εξουσίας, χωρίς όμως να τα κατονομάζει— η οποία κινεί, εμψυχώνει, πλουτίζει και αναγεννά την ανθρωπότητα.
Θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα από τον Bossuet:
«Ένα από τα πράγματα που εντυπώθηκαν με τη μεγαλύτερη ισχύ —από ποιον;— στη συνείδηση των Αιγυπτίων ήταν η αγάπη για την πατρίδα τους… Σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να είναι άχρηστος για το Κράτος· ο νόμος ανέθετε στον καθένα το επάγγελμά του, το οποίο μεταβιβαζόταν από τον πατέρα στον γιο. Σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να ασκεί δύο επαγγέλματα ούτε να υιοθετεί κάποιο άλλο… Υπήρχε, όμως, μία ενασχόληση που ήταν υποχρεωτικά κοινή για όλους: η μελέτη των νόμων και της σοφίας· η άγνοια της θρησκείας και των πολιτικών κανονισμών της χώρας δεν συγχωρούνταν σε καμία κοινωνική κατάσταση. Επιπλέον, σε κάθε επάγγελμα είχε ανατεθεί μια συγκεκριμένη περιοχή —από ποιον;—… Μεταξύ των καλών νόμων, ένα από τα καλύτερα πράγματα ήταν ότι όλοι διδάσκονταν να τους τηρούν —από ποιον;—. Η Αίγυπτος αφθονούσε σε θαυμαστές εφευρέσεις και τίποτε δεν παραμελούνταν από όσα μπορούσαν να καταστήσουν τη ζωή άνετη και γαλήνια».
Επομένως, σύμφωνα με τον Bossuet, οι άνθρωποι δεν αντλούν τίποτε από τον ίδιο τους τον εαυτό· ο πατριωτισμός, ο πλούτος, οι εφευρέσεις, η γεωργία και η επιστήμη — όλα τούς παρέχονται μέσω της επενέργειας των νόμων ή των βασιλέων. Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να παραμένουν παθητικοί. Με αυτό το σκεπτικό ο Bossuet διατυπώνει την αντίρρησή του όταν ο Διόδωρος κατηγορεί τους Αιγυπτίους ότι απέρριπταν την πάλη και τη μουσική. «Πώς είναι δυνατόν αυτό», λέει, «αφού αυτές οι τέχνες επινοήθηκαν από τον Ερμή τον Τρισμέγιστο;»
Το ίδιο συμβαίνει και με τους Πέρσες:
«Μία από τις πρώτες μέριμνες του ηγεμόνα ήταν η ενθάρρυνση της γεωργίας… Όπως είχαν θεσπιστεί αξιώματα για τη ρύθμιση των στρατευμάτων, έτσι υπήρχαν και υπηρεσίες για την επίβλεψη των αγροτικών εργασιών… Ο σεβασμός προς τη βασιλική εξουσία που είχε εμφυσηθεί στους Πέρσες ήταν υπέρμετρος».
Οι Έλληνες, μολονότι ήταν προικισμένοι με πνεύμα, δεν είχαν μικρότερη άγνοια της προσωπικής τους ευθύνης· σε τέτοιον βαθμό ώστε, από μόνοι τους, όπως οι σκύλοι και τα άλογα, δεν θα είχαν τολμήσει να επιδοθούν ούτε στα απλούστερα αγωνίσματα. Από την οπτική της κλασικής παράδοσης, θεωρείται αδιαμφισβήτητο ότι τα πάντα παρέχονται στον λαό έξωθεν.
«Οι Έλληνες, από τη φύση τους γεμάτοι πνεύμα και θάρρος, είχαν από νωρίς καλλιεργηθεί από βασιλείς και αποίκους που είχαν έλθει από την Αίγυπτο. Από αυτούς είχαν μάθει τις σωματικές ασκήσεις, τους αγώνες δρόμου και τις ιπποδρομίες και αρματοδρομίες… Το καλύτερο πράγμα που τους είχαν διδάξει οι Αιγύπτιοι ήταν να γίνουν υπάκουοι και να επιτρέψουν στους νόμους να τους διαμορφώσουν για το κοινό καλό».
Fénelon. Αναθρεμμένος με τη μελέτη και τον θαυμασμό της αρχαιότητας και μάρτυρας της ισχύος του Λουδοβίκου ΙΔ΄, ο Fénelon υιοθέτησε φυσιολογικά την ιδέα ότι η ανθρωπότητα πρέπει να είναι παθητική και ότι οι δυστυχίες και η ευημερία της, οι αρετές και οι κακίες της, προκαλούνται από την εξωτερική επιρροή που ασκείται επάνω της από τον νόμο ή από εκείνους που θεσπίζουν τον νόμο. Έτσι, στην ουτοπική πολιτεία του Σάλεντο, θέτει τους ανθρώπους —με τα συμφέροντα, τις ικανότητες, τις επιθυμίες και τα υπάρχοντά τους— υπό την απόλυτη διεύθυνση του νομοθέτη. Όποιο και αν είναι το ζήτημα, οι ίδιοι δεν έχουν κανέναν λόγο επ’ αυτού — ο ηγεμόνας κρίνει για λογαριασμό τους. Το έθνος δεν είναι παρά μια άμορφη μάζα, ψυχή της οποίας είναι ο ηγεμόνας. Σε αυτόν εδρεύουν η σκέψη, η πρόνοια και η αρχή κάθε οργάνωσης και κάθε προόδου· σε αυτόν, επομένως, βαρύνει ολόκληρη η ευθύνη.
Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού, θα μπορούσα να μεταγράψω ολόκληρο το δέκατο βιβλίο του Τηλέμαχου. Παραπέμπω τον αναγνώστη σε αυτό και θα αρκεστώ στην παράθεση ορισμένων αποσπασμάτων, επιλεγμένων στην τύχη από αυτό το περίφημο έργο, στο οποίο, από κάθε άλλη άποψη, είμαι ο πρώτος που αποδίδει την οφειλόμενη δικαιοσύνη.
Με την εκπληκτική ευπιστία που χαρακτηρίζει τους κλασικιστές, ο Fénelon, αντίθετα προς τη μαρτυρία του λόγου και των γεγονότων, αποδέχεται τη γενική ευημερία των Αιγυπτίων και την αποδίδει όχι στη δική τους σοφία, αλλά στη σοφία των βασιλέων τους:
«Δεν μπορούσαμε να στρέψουμε το βλέμμα μας προς τις δύο όχθες χωρίς να διακρίνουμε πλούσιες πόλεις και επαύλεις ευχάριστα τοποθετημένες· αγρούς που κάθε χρόνο, χωρίς διακοπή, καλύπτονταν από χρυσαφένιες σοδειές· λιβάδια γεμάτα κοπάδια· γεωργούς που λύγιζαν κάτω από το βάρος των καρπών τους οποίους η γη πρόσφερε αφειδώς στους καλλιεργητές της· και ποιμένες που έκαναν τις γύρω ηχώ να επαναλαμβάνουν τους γλυκούς ήχους από τις φλογέρες και τους αυλούς τους. “Ευτυχισμένος”, είπε ο Μέντωρ, “είναι ο λαός που κυβερνάται από έναν σοφό βασιλιά”… Στη συνέχεια, ο Μέντωρ μού ζήτησε να παρατηρήσω την ευτυχία και την αφθονία που ήταν απλωμένες σε ολόκληρη τη χώρα της Αιγύπτου, όπου μπορούσε κανείς να μετρήσει είκοσι δύο χιλιάδες πόλεις. Θαύμαζε την εξαίρετη ευταξία των πόλεων· τη δικαιοσύνη που απονεμόταν υπέρ των φτωχών απέναντι στους πλουσίους· την καλή ανατροφή των παιδιών, τα οποία είχαν συνηθίσει στην υπακοή, την εργασία και την αγάπη για τις τέχνες και τα γράμματα· την ακρίβεια με την οποία τελούνταν όλες οι θρησκευτικές τελετές· την ανιδιοτέλεια, τη φιλοτιμία, την πίστη προς τους ανθρώπους και τον φόβο των θεών, που κάθε πατέρας ενέπνεε στα παιδιά του. Δεν μπορούσε να θαυμάσει αρκετά την ευημερούσα κατάσταση της χώρας. “Ευτυχισμένος”, είπε, “είναι ο λαός τον οποίο ένας σοφός βασιλιάς κυβερνά με τέτοιον τρόπο”».
Το ειδύλλιο του Fénelon για την Κρήτη είναι ακόμη πιο σαγηνευτικό. Βάζει τον Μέντορα να λέει:
«Όλα όσα θα δείτε σε αυτό το θαυμαστό νησί είναι αποτέλεσμα των νόμων του Μίνωα. Η αγωγή που λαμβάνουν τα παιδιά καθιστά το σώμα υγιές και εύρωστο. Από την πρώτη στιγμή συνηθίζουν σε έναν λιτό και εργατικό βίο· θεωρείται ότι όλες οι αισθησιακές απολαύσεις αποδυναμώνουν το σώμα και τον νου· καμία άλλη απόλαυση δεν τους προσφέρεται εκτός από εκείνη του να καθίστανται ακατανίκητοι μέσω της αρετής και εκείνη του να αποκτούν μεγάλη δόξα… Εκεί τιμωρούν τρία ελαττώματα που μένουν ατιμώρητα στους άλλους λαούς — την αχαριστία, την υποκρισία και τη φιλαργυρία. Όσο για τη χλιδή και την ασωτία, δεν υπάρχει ανάγκη να τιμωρούνται, διότι είναι άγνωστες στην Κρήτη… Δεν επιτρέπονται ούτε πολυτελή έπιπλα ούτε μεγαλοπρεπή ενδύματα ούτε εκλεκτά συμπόσια ούτε επιχρυσωμένα ανάκτορα».
Με αυτόν τον τρόπο ο Μέντωρ προετοιμάζει τον μαθητή του να διαπλάσει και να χειραγωγήσει —αναμφίβολα με τις πιο φιλάνθρωπες προθέσεις— τον λαό της Ιθάκης· και, για να τον εδραιώσει σε αυτές τις ιδέες, του προβάλλει το παράδειγμα του Σάλεντο.
Έτσι ακριβώς λαμβάνουμε τις πρώτες πολιτικές μας αντιλήψεις. Διδασκόμαστε να μεταχειριζόμαστε τους ανθρώπους περίπου όπως ο Olivier de Serres διδάσκει τους γεωργούς να κατεργάζονται και να αναμειγνύουν το έδαφος.
Montesquieu. — «Για να διατηρηθεί το εμπορικό πνεύμα, είναι αναγκαίο όλοι οι νόμοι να το ευνοούν· οι ίδιοι αυτοί νόμοι πρέπει, μέσω των ρυθμίσεών τους, διαιρώντας τις περιουσίες καθώς το εμπόριο τις αυξάνει, να εξασφαλίζουν σε κάθε φτωχό πολίτη επαρκή άνεση ώστε να μπορεί να εργάζεται όπως οι άλλοι, και να περιορίζουν κάθε πλούσιο πολίτη σε τέτοια μετριότητα ώστε να είναι υποχρεωμένος να εργάζεται για να διατηρήσει ή να αποκτήσει περιουσία».
Οι νόμοι, λοιπόν, πρόκειται να διαθέτουν κατά βούληση όλες τις περιουσίες.
«Μολονότι, σε μια δημοκρατία, η πραγματική ισότητα αποτελεί την ψυχή του Κράτους, είναι εντούτοις τόσο δύσκολο να εγκαθιδρυθεί, ώστε η υπερβολική ακρίβεια ως προς αυτό δεν θα ήταν πάντοτε επιθυμητή. Αρκεί να καθοριστεί ένα περιουσιακό μέτρο, ώστε οι διαφορές να περιοριστούν ή να σταθεροποιηθούν μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Έπειτα, εναπόκειται σε ειδικούς νόμους να εξισώσουν, κατά κάποιον τρόπο, την ανισότητα, επιβάλλοντας βάρη στους πλουσίους και παρέχοντας βοηθήματα στους φτωχούς».
Εδώ βλέπουμε και πάλι την εξίσωση των περιουσιών μέσω του νόμου, δηλαδή μέσω της δύναμης.
«Υπήρχαν στην Ελλάδα δύο είδη δημοκρατιών. Η μία ήταν στρατιωτική, όπως των Λακεδαιμόνων· η άλλη εμπορική, όπως η Αθήνα. Στη μία επιθυμούσαν —ποιοι;— να μένουν οι πολίτες αργοί· στην άλλη ενθαρρυνόταν η αγάπη για την εργασία.
»Αξίζει να προσέξουμε λίγο την έκταση της ιδιοφυΐας που απαιτούνταν από αυτούς τους νομοθέτες, ώστε να δούμε πώς, συγχέοντας όλες τις αρετές, φανέρωσαν τη σοφία τους στον κόσμο. Ο Λυκούργος, συνδυάζοντας την κλοπή με το πνεύμα της δικαιοσύνης, τη σκληρότερη δουλεία με την άκρα ελευθερία και τα πιο αποτρόπαια αισθήματα με τη μεγαλύτερη μετριοπάθεια, προσέδωσε σταθερότητα στην πόλη του. Φαινόταν να της στερεί όλους τους πόρους της, τις τέχνες, το εμπόριο, το χρήμα και τα τείχη· υπήρχε φιλοδοξία χωρίς ελπίδα ανόδου· υπήρχαν φυσικά αισθήματα, μολονότι το άτομο δεν ήταν ούτε τέκνο ούτε σύζυγος ούτε πατέρας. Ακόμη και η αγνότητα είχε απογυμνωθεί από τη σεμνότητα. Μέσω αυτής της οδού οδηγήθηκε η Σπάρτη στο μεγαλείο και στη δόξα.
»Το φαινόμενο που παρατηρούμε στους θεσμούς της Ελλάδας έχει εμφανιστεί και μέσα στην παρακμή και τη διαφθορά των νεότερων χρόνων μας. Ένας έντιμος νομοθέτης διαμόρφωσε έναν λαό στον οποίο η εντιμότητα φαινόταν τόσο φυσική όσο η ανδρεία στους Σπαρτιάτες. Ο κ. Penn είναι ένας αληθινός Λυκούργος· και, μολονότι ο πρώτος είχε ως σκοπό την ειρήνη και ο δεύτερος τον πόλεμο, μοιάζουν ως προς την ιδιότυπη οδό από την οποία οδήγησαν τους λαούς τους, ως προς την επιρροή τους επάνω σε ελεύθερους ανθρώπους, τις προκαταλήψεις που υπερνίκησαν και τα πάθη που υπέταξαν.
»Η Παραγουάη μάς προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα. Η Εταιρεία κατηγορήθηκε για το έγκλημα ότι θεωρούσε την ευχαρίστηση της εξουσίας ως το μοναδικό αγαθό της ζωής· θα είναι, όμως, πάντοτε ευγενές να κυβερνά κανείς τους ανθρώπους καθιστώντας τους ευτυχισμένους.
»Όσοι επιθυμούν να θεμελιώσουν παρόμοιους θεσμούς θα καθιερώσουν την κοινοκτημοσύνη, όπως στη δημοκρατία του Πλάτωνα· τον ίδιο σεβασμό προς τους θεούς που εκείνος επέβαλλε· τον χωρισμό από τους ξένους για τη διατήρηση των ηθών· και θα αναθέσουν στην πόλη, αντί στους πολίτες, τη διεξαγωγή του εμπορίου. Πρέπει να προσφέρουν τις τέχνες μας χωρίς την πολυτέλειά μας, τις ανάγκες μας χωρίς τις επιθυμίες μας».
Ας αναφωνεί, αν θέλει, ο κοινότοπος ενθουσιασμός: «Είναι ο Montesquieu! Μεγαλοπρεπές! Υψηλό!» Εγώ δεν φοβάμαι να εκφράσω τη γνώμη μου και να πω: «Τι! Έχετε το θράσος να το αποκαλείτε αυτό ωραίο; Είναι φρικτό! Είναι απεχθές! Και αυτά τα αποσπάσματα, τα οποία θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω, αποδεικνύουν ότι, σύμφωνα με τον Montesquieu, τα πρόσωπα, οι ελευθερίες, η ιδιοκτησία, η ίδια η ανθρωπότητα, δεν είναι παρά υλικά επάνω στα οποία ασκείται η ευφυΐα των νομοθετών».
Rousseau. — Μολονότι αυτός ο πολιτικός στοχαστής, η ύψιστη αυθεντία των Δημοκρατικών, θεμελιώνει το κοινωνικό οικοδόμημα στη γενική βούληση, κανείς δεν έχει αποδεχθεί πληρέστερα την υπόθεση της απόλυτης παθητικότητας της ανθρώπινης φύσης ενώπιον του νομοθέτη:
«Αν είναι αλήθεια ότι ένας μεγάλος ηγεμόνας είναι κάτι σπάνιο, πόσο σπανιότερος πρέπει να είναι ένας μεγάλος νομοθέτης; Ο πρώτος δεν έχει παρά να ακολουθήσει το πρότυπο που του προτείνει ο δεύτερος. Ο δεύτερος είναι ο μηχανικός που επινοεί τη μηχανή· ο πρώτος είναι απλώς ο τεχνίτης που τη θέτει σε κίνηση».
Και ποιος είναι ο ρόλος των ανθρώπων σε όλα αυτά; Ο ρόλος της μηχανής που τίθεται σε κίνηση· ή, μάλλον, δεν είναι άραγε η άψυχη ύλη από την οποία κατασκευάζεται η μηχανή; Έτσι, ανάμεσα στον νομοθέτη και στον ηγεμόνα, και ανάμεσα στον ηγεμόνα και στους υπηκόους του, υπάρχουν οι ίδιες σχέσεις που υφίστανται ανάμεσα στον συγγραφέα μιας γεωπονικής πραγματείας και στον γεωργό, και ανάμεσα στον γεωργό και στον σβώλο της γης. Σε πόσο δυσθεώρητο ύψος τοποθετείται, λοιπόν, ο πολιτικός στοχαστής, ο οποίος εξουσιάζει τους ίδιους τους νομοθέτες και τους διδάσκει την τέχνη τους με τόσο επιτακτικούς όρους όπως οι ακόλουθοι:
«Θέλετε να προσδώσετε συνοχή στο Κράτος; Φέρτε τα άκρα όσο το δυνατόν πιο κοντά. Μην ανέχεστε ούτε πλουσίους ούτε επαίτες.
»Αν το έδαφος είναι φτωχό και άγονο ή η χώρα υπερβολικά περιορισμένη για τους κατοίκους της, στραφείτε στη βιομηχανία και στις τέχνες, των οποίων τα προϊόντα θα ανταλλάσσετε με τα αναγκαία εφόδια… Σε ένα εύφορο έδαφος, αν έχετε έλλειψη κατοίκων, αφιερώστε όλη σας την προσοχή στη γεωργία, η οποία πολλαπλασιάζει τους ανθρώπους, και εξορίστε τις τέχνες, οι οποίες χρησιμεύουν μόνο για την ερήμωση της χώρας… Στρέψτε την προσοχή σας στις εκτεταμένες και κατάλληλες ακτές. Καλύψτε τη θάλασσα με πλοία και θα έχετε μια λαμπρή αλλά σύντομη ύπαρξη. Αν οι θάλασσές σας βρέχουν μόνο απρόσιτους βράχους, αφήστε τον λαό να παραμείνει βάρβαρος και να τρέφεται με ψάρια· θα ζει πιο ήσυχα, ίσως καλύτερα και ασφαλώς πιο ευτυχισμένα. Εν ολίγοις, πέρα από τα αξιώματα που είναι κοινά σε όλους, κάθε λαός έχει τις δικές του ιδιαίτερες περιστάσεις, οι οποίες απαιτούν νομοθεσία ιδιάζουσα σε αυτόν.
»Έτσι, οι Εβραίοι κατά το παρελθόν και οι Άραβες πιο πρόσφατα είχαν ως κύριο σκοπό τους τη θρησκεία· οι Αθηναίοι τα γράμματα· η Καρχηδόνα και η Τύρος το εμπόριο· η Ρόδος τις ναυτικές υποθέσεις· η Σπάρτη τον πόλεμο· και η Ρώμη την αρετή. Ο συγγραφέας του Πνεύματος των Νόμων έδειξε την τέχνη με την οποία ο νομοθέτης πρέπει να διαμορφώνει τους θεσμούς του προς καθέναν από αυτούς τους σκοπούς… Αν, όμως, ο νομοθέτης, σφάλλοντας ως προς τον σκοπό του, υιοθετήσει μια αρχή διαφορετική από εκείνη που απορρέει από τη φύση των πραγμάτων· αν η μία τείνει προς τη δουλεία και η άλλη προς την ελευθερία· η μία προς τον πλούτο και η άλλη προς την αύξηση του πληθυσμού· η μία προς την ειρήνη και η άλλη προς τις κατακτήσεις· τότε οι νόμοι θα εξασθενούν ανεπαίσθητα, το Σύνταγμα θα φθείρεται και το Κράτος θα υπόκειται σε αδιάκοπες αναταραχές, έως ότου καταστραφεί ή μεταβληθεί και η ακατανίκητη Φύση ανακτήσει την κυριαρχία της».
Αν, όμως, η Φύση είναι αρκετά ακατανίκητη ώστε να ανακτήσει την κυριαρχία της, γιατί δεν παραδέχεται ο Rousseau ότι δεν είχε εξαρχής ανάγκη τον νομοθέτη για να την αποκτήσει; Γιατί δεν δέχεται ότι, υπακούοντας στις δικές τους παρορμήσεις, οι άνθρωποι θα επιδίδονταν από μόνοι τους στη γεωργία σε μια εύφορη περιοχή και στο εμπόριο σε εκτεταμένες και κατάλληλες ακτές, χωρίς την επέμβαση κάποιου Λυκούργου, Σόλωνα ή Rousseau, ο οποίος θα αναλάμβανε να το πράξει διατρέχοντας τον κίνδυνο να πλανηθεί;
Όπως και αν έχει, βλέπουμε με πόσο τρομερή ευθύνη επιφορτίζει ο Rousseau τους επινοητές, τους θεμελιωτές, τους καθοδηγητές και τους χειραγωγούς των κοινωνιών. Γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά απαιτητικός απέναντί τους.
«Εκείνος που τολμά να αναλάβει τη θέσπιση των θεσμών ενός λαού πρέπει να αισθάνεται ικανός, τρόπον τινά, να μεταμορφώσει κάθε άτομο, το οποίο καθαυτό αποτελεί ένα τέλειο και αυτοτελές όλον, ώστε να λαμβάνει τη ζωή και την ύπαρξή του από ένα ευρύτερο όλον, μέρος του οποίου αποτελεί· πρέπει να αισθάνεται ικανός να μεταβάλει τη συγκρότηση του ανθρώπου, για να την ενισχύσει, και να αντικαταστήσει τη φυσική και ανεξάρτητη ύπαρξη, την οποία όλοι λάβαμε από τη φύση, με μια μερική και ηθική ύπαρξη. Με μία λέξη, πρέπει να στερήσει από τον άνθρωπο τις δικές του δυνάμεις, για να του δώσει άλλες που του είναι ξένες».
Δύσμοιρη ανθρώπινη φύση! Τι θα απέμενε από την αξιοπρέπειά της, αν παραδιδόταν στους μαθητές του Rousseau;
Raynal. — «Το κλίμα, δηλαδή ο αέρας και το έδαφος, αποτελεί το πρώτο στοιχείο που πρέπει να εξετάζει ο νομοθέτης. Οι διαθέσιμοι πόροι τού υπαγορεύουν τα καθήκοντά του. Πρώτα πρέπει να εξετάζει τη γεωγραφική θέση. Ένας πληθυσμός που κατοικεί σε παράκτιες περιοχές πρέπει να έχει νόμους κατάλληλους για τη ναυσιπλοΐα… Αν η αποικία βρίσκεται σε μια ηπειρωτική περιοχή, ο νομοθέτης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση του εδάφους και τον βαθμό γονιμότητάς του…
»Η σοφία της νομοθεσίας θα φανεί ιδίως κατά τη διανομή της ιδιοκτησίας. Κατά γενικό κανόνα και σε κάθε χώρα, όταν ιδρύεται μια νέα αποικία, πρέπει να δίνεται σε κάθε άνδρα αρκετή γη για τη συντήρηση της οικογένειάς του…
»Σε ένα ακαλλιέργητο νησί, το οποίο αποικίζετε με παιδιά, θα χρειαστεί μόνο να αφήσετε τα σπέρματα της αλήθειας να αναπτυχθούν μαζί με την εξέλιξη του λογικού!… Όταν, όμως, εγκαθιστάτε ηλικιωμένους ανθρώπους σε μια νέα χώρα, η επιδεξιότητα συνίσταται στο να επιτρέψετε μόνο εκείνες τις επιβλαβείς αντιλήψεις και συνήθειες που είναι αδύνατον να θεραπευθούν και να διορθωθούν. Αν επιθυμείτε να αποτρέψετε τη διαιώνισή τους, θα επηρεάσετε την ανερχόμενη γενιά μέσω μιας γενικής και δημόσιας εκπαίδευσης των παιδιών. Ένας ηγεμόνας ή νομοθέτης δεν πρέπει ποτέ να ιδρύει αποικία χωρίς να έχει προηγουμένως στείλει εκεί σοφούς ανθρώπους για να διδάξουν τους νέους… Σε μια νέα αποικία, όλες οι δυνατότητες είναι ανοιχτές για τα προληπτικά μέτρα του νομοθέτη που επιθυμεί να εξαγνίσει το φρόνημα και τα ήθη του λαού. Αν διαθέτει ιδιοφυΐα και αρετή, η γη και οι άνθρωποι που βρίσκονται στη διάθεσή του θα εμπνεύσουν στην ψυχή του ένα σχέδιο κοινωνίας, το οποίο ένας συγγραφέας μπορεί να σκιαγραφήσει μόνο αόριστα και κατά τρόπο υποκείμενο στην αστάθεια όλων των υποθέσεων, οι οποίες μεταβάλλονται και περιπλέκονται από άπειρες περιστάσεις, υπερβολικά δύσκολες για να προβλεφθούν και να συνδυαστούν».
Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για καθηγητή γεωπονίας που λέει στους μαθητές του: «Το κλίμα είναι ο μοναδικός κανόνας για τον γεωργό. Οι πόροι του τού υπαγορεύουν τα καθήκοντά του. Το πρώτο πράγμα που οφείλει να εξετάσει είναι η τοπική του θέση. Αν βρίσκεται σε αργιλώδες έδαφος, πρέπει να πράξει τούτο και εκείνο. Αν έχει να αντιμετωπίσει αμμώδες έδαφος, πρέπει να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο. Κάθε δυνατότητα είναι ανοιχτή στον γεωργό που επιθυμεί να καθαρίσει και να βελτιώσει το έδαφός του. Αν διαθέτει την απαιτούμενη επιδεξιότητα, το λίπασμα που έχει στη διάθεσή του θα του υποδείξει ένα σχέδιο εργασίας, το οποίο ένας καθηγητής μπορεί να σκιαγραφήσει μόνο αόριστα και κατά τρόπο υποκείμενο στην αβεβαιότητα όλων των υποθέσεων, οι οποίες μεταβάλλονται και περιπλέκονται από άπειρες περιστάσεις, υπερβολικά δύσκολες για να προβλεφθούν και να συνδυαστούν».
Αλλά, ω υψηλοί συγγραφείς, καταδεχθείτε να θυμάστε μερικές φορές ότι αυτός ο πηλός, αυτή η άμμος και αυτό το λίπασμα, τα οποία διαθέτετε με τόσο αυθαίρετο τρόπο, είναι άνθρωποι, όμοιοί σας· νοήμονα και ελεύθερα όντα όπως εσείς, τα οποία έχουν λάβει από τον Θεό, όπως και εσείς, την ικανότητα να βλέπουν, να προβλέπουν, να σκέπτονται και να κρίνουν για λογαριασμό τους!
Mably. — Υποθέτει ότι οι νόμοι έχουν φθαρεί από τον χρόνο και από την παραμέληση της ασφάλειας και συνεχίζει ως εξής:
«Υπό αυτές τις συνθήκες, πρέπει να πεισθούμε ότι τα ελατήρια της Κυβέρνησης έχουν χαλαρώσει. Δώστε τους νέα ένταση —απευθύνεται στον αναγνώστη— και το κακό θα θεραπευθεί… Σκεφθείτε λιγότερο την τιμωρία των ελαττωμάτων και περισσότερο την ενθάρρυνση των αρετών που επιθυμείτε. Με αυτή τη μέθοδο θα χαρίσετε στη δημοκρατία σας το σφρίγος της νεότητας. Εξαιτίας της άγνοιας αυτής της αλήθειας, ένας ελεύθερος λαός έχασε την ελευθερία του! Αν, όμως, το κακό έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε οι τακτικοί άρχοντες να αδυνατούν να το θεραπεύσουν αποτελεσματικά, προσφύγετε σε μια έκτακτη αρχή, της οποίας η διάρκεια πρέπει να είναι σύντομη και η εξουσία μεγάλη. Πρέπει να εντυπωσιαστεί η φαντασία των πολιτών».
Με αυτό το ύφος συνεχίζει επί είκοσι τόμους.
Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία, υπό την επίδραση μιας τέτοιας διδασκαλίας —που αποτελεί τη ρίζα της κλασικής παιδείας— ο καθένας επιθυμούσε να τοποθετηθεί πέρα και πάνω από την ανθρωπότητα, ώστε να τη διευθετήσει, να την οργανώσει και να θεσπίσει τους θεσμούς της σύμφωνα με τη δική του αντίληψη.
Condillac. —
«Αναλάβετε, κύριέ μου, τον ρόλο του Λυκούργου ή του Σόλωνα. Προτού ολοκληρώσετε την ανάγνωση αυτού του δοκιμίου, διασκεδάστε θεσπίζοντας νόμους για κάποιον άγριο λαό της Αμερικής ή της Αφρικής. Εγκαταστήστε αυτούς τους περιπλανώμενους ανθρώπους σε μόνιμες κατοικίες· διδάξτε τους να εκτρέφουν κοπάδια… Προσπαθήστε να αναπτύξετε τις κοινωνικές ιδιότητες που η φύση έχει εμφυτεύσει μέσα τους… Κάντε τους να αρχίσουν να ασκούν τα καθήκοντα της ανθρωπιάς… Κάντε τις απολαύσεις των παθών απεχθείς σε αυτούς μέσω τιμωριών, και θα δείτε αυτούς τους βαρβάρους, με κάθε σχέδιο της νομοθεσίας σας, να χάνουν ένα ελάττωμα και να αποκτούν μία αρετή.
»Όλοι αυτοί οι λαοί είχαν νόμους. Λίγοι, όμως, υπήρξαν ευτυχισμένοι. Γιατί; Επειδή οι νομοθέτες αγνοούσαν σχεδόν πάντοτε τον σκοπό της κοινωνίας, ο οποίος είναι να ενώνει τις οικογένειες μέσω ενός κοινού συμφέροντος.
»Η αμεροληψία του νόμου συνίσταται σε δύο πράγματα: στην εγκαθίδρυση ισότητας ως προς τις περιουσίες και ως προς την κοινωνική θέση των πολιτών… Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός ισότητας που θεσπίζουν οι νόμοι, τόσο προσφιλέστεροι θα γίνονται σε κάθε πολίτη. Πώς θα μπορούσαν η φιλαργυρία, η φιλοδοξία, η ασωτία, η αεργία, η οκνηρία, ο φθόνος, το μίσος ή η ζηλοτυπία να ταράξουν ανθρώπους ίσους ως προς την περιουσία και την κοινωνική θέση, στους οποίους οι νόμοι δεν αφήνουν καμία ελπίδα να διαταράξουν αυτή την ισότητα;
»Όσα σας έχουν ειπωθεί για τη δημοκρατία της Σπάρτης πρέπει να σας διαφωτίσουν ως προς αυτό το ζήτημα. Κανένα άλλο Κράτος δεν είχε νόμους περισσότερο σύμφωνους με τη φυσική τάξη ή την ισότητα».
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο δέκατος έβδομος και ο δέκατος όγδοος αιώνας αντιμετώπισαν το ανθρώπινο γένος ως αδρανή ύλη, έτοιμη να λάβει τα πάντα —μορφή, σχήμα, ώθηση, κίνηση και ζωή— από έναν μεγάλο ηγεμόνα, έναν μεγάλο νομοθέτη ή μια μεγάλη ιδιοφυΐα. Αυτοί οι αιώνες ανατράφηκαν με τη μελέτη της αρχαιότητας· και η αρχαιότητα παρουσιάζει παντού —στην Αίγυπτο, στην Περσία, στην Ελλάδα και στη Ρώμη— το θέαμα λίγων ανθρώπων που διαπλάθουν την ανθρωπότητα σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες τους, ενώ η ανθρωπότητα υποδουλώνεται προς αυτόν τον σκοπό μέσω της βίας ή της εξαπάτησης. Και τι αποδεικνύει αυτό; Ότι, επειδή οι άνθρωποι και η κοινωνία είναι επιδεκτικοί βελτίωσης, η πλάνη, η άγνοια, ο δεσποτισμός, η δουλεία και η δεισιδαιμονία είναι αναγκαστικά πιο διαδεδομένα κατά τις πρώιμες εποχές.
Το σφάλμα των συγγραφέων που παρατέθηκαν παραπάνω δεν έγκειται στο ότι διαπίστωσαν αυτό το γεγονός, αλλά στο ότι το πρότειναν ως κανόνα προς θαυμασμό και μίμηση από τις μελλοντικές γενιές. Το σφάλμα τους ήταν ότι, με μιαν αδιανόητη έλλειψη κρίσης και στηριζόμενοι στην πίστη ενός παιδαριώδους συμβατισμού, αποδέχθηκαν κάτι απαράδεκτο: το μεγαλείο, την αξιοπρέπεια, την ηθικότητα και την ευημερία των τεχνητών κοινωνιών του αρχαίου κόσμου. Δεν κατανόησαν ότι ο χρόνος παράγει και διαδίδει τη γνώση· και ότι, όσο αυξάνεται η γνώση, το δίκαιο παύει να στηρίζεται στη δύναμη και η κοινωνία ανακτά την κυριαρχία επί του εαυτού της.
Και πράγματι, ποιο είναι το πολιτικό έργο που προσπαθούμε να προαγάγουμε; Δεν είναι τίποτε άλλο από την ενστικτώδη προσπάθεια κάθε λαού προς την ελευθερία. Και τι είναι η ελευθερία, της οποίας και μόνο το όνομα μπορεί να κάνει κάθε καρδιά να πάλλεται και να συγκλονίσει τον κόσμο, αν όχι η ένωση όλων των ελευθεριών —της ελευθερίας της συνείδησης, της εκπαίδευσης, του συνεταιρίζεσθαι, του Τύπου, της μετακίνησης, της εργασίας και της ανταλλαγής; Με άλλα λόγια, είναι η ελεύθερη άσκηση, για όλους, όλων των μη επιβλαβών ικανοτήτων· και, για να το εκφράσουμε διαφορετικά, είναι η κατάλυση όλων των δεσποτισμών, ακόμη και του νομικού δεσποτισμού, και ο περιορισμός του νόμου στη μοναδική ορθολογική του σφαίρα, η οποία συνίσταται στην οργάνωση του ατομικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα ή στην καταστολή της αδικίας.
Αυτή η τάση του ανθρώπινου γένους, πρέπει να το παραδεχθούμε, παρεμποδίζεται σε μεγάλο βαθμό, ιδίως στη χώρα μας, από την ολέθρια ροπή που απορρέει από την κλασική διδασκαλία και είναι κοινή σε όλους τους πολιτικούς: να τοποθετούν τον εαυτό τους πέρα και πάνω από την ανθρωπότητα, ώστε να τη διευθετούν, να την οργανώνουν και να τη ρυθμίζουν σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες τους.
Διότι, ενώ η κοινωνία αγωνίζεται να πραγματώσει την ελευθερία, οι μεγάλοι άνδρες που τίθενται επικεφαλής της, διαποτισμένοι από τις αρχές του δέκατου έβδομου και του δέκατου όγδοου αιώνα, σκέφτονται μόνο να την υποβάλουν στον φιλανθρωπικό δεσποτισμό των κοινωνικών τους επινοήσεων και να την κάνουν να φέρει πειθήνια, κατά την έκφραση του Rousseau, τον ζυγό της δημόσιας ευτυχίας όπως αυτή απεικονίζεται στη δική τους φαντασία.
Αυτό συνέβη ιδίως το 1789. Μόλις καταστράφηκε το παλαιό σύστημα, η κοινωνία επρόκειτο να υποβληθεί σε άλλες τεχνητές διευθετήσεις, με το ίδιο πάντοτε σημείο εκκίνησης — την παντοδυναμία του νόμου.
Saint-Just. — «Ο νομοθέτης εξουσιάζει το μέλλον. Σε αυτόν εναπόκειται να εκφράζει τη βούληση για το καλό της ανθρωπότητας. Σε αυτόν εναπόκειται να κάνει τους ανθρώπους αυτό που επιθυμεί να είναι».
Robespierre. — «Η λειτουργία της Κυβέρνησης είναι να κατευθύνει τις σωματικές και ηθικές δυνάμεις του έθνους προς τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε».
Billaud-Varenne. — «Ένας λαός που πρόκειται να αποκατασταθεί στην ελευθερία πρέπει να διαμορφωθεί εκ νέου. Οι αρχαίες προκαταλήψεις πρέπει να καταστραφούν, τα απαρχαιωμένα έθιμα να μεταβληθούν, τα διεφθαρμένα αισθήματα να διορθωθούν και τα ριζωμένα ελαττώματα να εκριζωθούν. Γι’ αυτό θα απαιτηθούν μια ισχυρή δύναμη και μια σφοδρή ώθηση… Πολίτες, η άκαμπτη αυστηρότητα του Λυκούργου δημιούργησε τη σταθερή βάση της σπαρτιατικής δημοκρατίας. Ο ασθενικός και εύπιστος χαρακτήρας του Σόλωνα βύθισε την Αθήνα στη δουλεία. Σε αυτόν τον παραλληλισμό περιέχεται ολόκληρη η επιστήμη της Κυβέρνησης».
Lepelletier. — «Λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ανθρώπινης εξαχρείωσης, είμαι πεπεισμένος για την αναγκαιότητα μιας ολοκληρωτικής αναγέννησης του ανθρώπινου γένους και, αν επιτρέπεται να εκφραστώ έτσι, της δημιουργίας ενός νέου λαού».
Οι άνθρωποι, επομένως, δεν είναι παρά πρώτη ύλη. Δεν εναπόκειται στους ίδιους να θελήσουν τη βελτίωσή τους. Δεν είναι ικανοί γι’ αυτό· σύμφωνα με τον Saint-Just, μόνο ο νομοθέτης είναι ικανός. Οι άνθρωποι οφείλουν απλώς να γίνουν αυτό που εκείνος θέλει να είναι. Σύμφωνα με τον Robespierre, ο οποίος αντιγράφει κατά λέξη τον Rousseau, ο νομοθέτης πρέπει να αρχίσει καθορίζοντας τον σκοπό των θεσμών του έθνους. Έπειτα, η Κυβέρνηση δεν έχει παρά να κατευθύνει προς αυτόν τον σκοπό όλες τις σωματικές και ηθικές του δυνάμεις. Σε όλο αυτό το διάστημα, το ίδιο το έθνος πρέπει να παραμένει απολύτως παθητικό· και ο Billaud-Varenne μας διδάσκει ότι δεν πρέπει να έχει άλλες προκαταλήψεις, αισθήματα ή ανάγκες εκτός από εκείνες που επιτρέπει ο νομοθέτης. Φθάνει μάλιστα στο σημείο να λέει ότι η άκαμπτη αυστηρότητα ενός ανθρώπου αποτελεί τη βάση μιας δημοκρατίας.
Είδαμε ότι, όταν το κακό είναι τόσο μεγάλο ώστε οι τακτικοί άρχοντες να αδυνατούν να το θεραπεύσουν, ο Mably συνιστά μια δικτατορία για την προαγωγή της αρετής. «Προσφύγετε», λέει, «σε μια έκτακτη αρχή, της οποίας η διάρκεια θα είναι σύντομη και η εξουσία μεγάλη. Πρέπει να εντυπωσιαστεί η φαντασία του λαού». Αυτή η θεωρία δεν παραμελήθηκε. Ακούστε τον Robespierre:
«Η αρχή της Δημοκρατικής Κυβέρνησης είναι η αρετή, και το μέσο που πρέπει να υιοθετηθεί κατά την εγκαθίδρυσή της είναι η τρομοκρατία. Θέλουμε να αντικαταστήσουμε στη χώρα μας τον εγωισμό με την ηθική, την τιμή με την εντιμότητα, τα έθιμα με τις αρχές, την ευπρέπεια με το καθήκον, την τυραννία της μόδας με την κυριαρχία του λόγου, την περιφρόνηση της δυστυχίας με την περιφρόνηση της κακίας, την αυθάδεια με την υπερηφάνεια, τη ματαιοδοξία με το μεγαλείο της ψυχής, την αγάπη του χρήματος με την αγάπη της δόξας, την καλή κοινωνία με τους καλούς ανθρώπους, τη μηχανορραφία με την αξία, την ευστροφία με τη μεγαλοφυΐα, τη λάμψη με την αλήθεια, την πλήξη της απόλαυσης με τη γοητεία της ευτυχίας, τη μικρότητα των μεγάλων με το μεγαλείο του ανθρώπου, έναν λαό εύκολο, επιπόλαιο και εξαχρειωμένο με έναν μεγαλόψυχο, ισχυρό και ευτυχισμένο λαό· με άλλα λόγια, θέλουμε να αντικαταστήσουμε όλα τα ελαττώματα και τους παραλογισμούς της μοναρχίας με όλες τις αρετές και τα θαύματα μιας δημοκρατίας».
Σε πόσο δυσθεώρητο ύψος πάνω από την υπόλοιπη ανθρωπότητα τοποθετεί εδώ ο Robespierre τον εαυτό του! Και προσέξτε την αλαζονεία με την οποία μιλά. Δεν αρκείται να εκφράσει την επιθυμία για μια μεγάλη ανακαίνιση της ανθρώπινης καρδιάς· ούτε καν αναμένει ένα τέτοιο αποτέλεσμα από μια τακτική Κυβέρνηση. Όχι· σκοπεύει να το επιτύχει ο ίδιος, και μάλιστα μέσω της τρομοκρατίας. Σκοπός της ομιλίας από την οποία προέρχεται αυτή η παιδαριώδης και κοπιώδης συσσώρευση αντιθέσεων ήταν να παρουσιάσει τις ηθικές αρχές οι οποίες όφειλαν να καθοδηγούν μια επαναστατική Κυβέρνηση.
Επιπλέον, όταν ο Robespierre ζητεί μια δικτατορία, δεν το κάνει απλώς για την απόκρουση ενός εξωτερικού εχθρού ή για την καταστολή των φατριών· τη ζητεί για να εγκαθιδρύσει μέσω της τρομοκρατίας, και ως προκαταρκτικό στάδιο πριν από την εφαρμογή του Συντάγματος, τις δικές του ηθικές αρχές. Δεν αξιώνει τίποτε λιγότερο από την εκρίζωση από τη χώρα, μέσω της τρομοκρατίας, του εγωισμού, της τιμής, των εθίμων, της ευπρέπειας, της μόδας, της ματαιοδοξίας, της αγάπης του χρήματος, της καλής κοινωνίας, της μηχανορραφίας, της ευστροφίας, της πολυτέλειας και της εξαθλίωσης. Μόνο αφού εκείνος, ο Robespierre, πραγματοποιήσει αυτά τα θαύματα —όπως ορθώς τα αποκαλεί— θα επιτρέψει στον νόμο να ανακτήσει την κυριαρχία του.
Πράγματι, θα ήταν καλό αν αυτοί οι οραματιστές, που έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και τόσο μικρή για την ανθρωπότητα, και οι οποίοι θέλουν να ανακαινίσουν τα πάντα, αρκούνταν στην προσπάθεια να μεταρρυθμίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό· και αυτό το έργο θα ήταν αρκετά δύσκολο γι’ αυτούς. Εντούτοις, γενικά, αυτοί οι κύριοι —οι μεταρρυθμιστές, οι νομοθέτες και οι πολιτικοί— δεν επιθυμούν να ασκήσουν άμεσο δεσποτισμό επάνω στην ανθρωπότητα. Όχι· είναι υπερβολικά μετριοπαθείς και φιλάνθρωποι γι’ αυτό. Διεκδικούν μόνο τον δεσποτισμό, την απολυταρχία και την παντοδυναμία του νόμου. Επιδιώκουν μόνο να θεσπίζουν τον νόμο.
Για να δείξω πόσο καθολική υπήρξε αυτή η παράξενη ροπή στη Γαλλία, θα έπρεπε όχι μόνο να αντιγράψω το σύνολο των έργων των Mably, Raynal, Rousseau και Fénelon και να παραθέσω εκτενή αποσπάσματα από τους Bossuet και Montesquieu, αλλά και να παρουσιάσω όλα τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης. Δεν πρόκειται, ωστόσο, να το κάνω· απλώς παραπέμπω τον αναγνώστη σε αυτά.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτή η ιδέα άρεσε εξαιρετικά στον Βοναπάρτη. Την ασπάστηκε με ζήλο και την έθεσε σε εφαρμογή με ενεργητικότητα. Παίζοντας τον ρόλο του χημικού, αντιμετώπιζε την Ευρώπη ως υλικό για τα πειράματά του. Το υλικό αυτό, όμως, αντέδρασε εναντίον του. Έχοντας απαλλαγεί σε μεγάλο βαθμό από την αυταπάτη, ο Βοναπάρτης, στην Αγία Ελένη, φαινόταν να παραδέχεται ότι κάθε λαός διαθέτει δική του πρωτοβουλία, και έγινε λιγότερο εχθρικός προς την ελευθερία. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμπόδισε να δώσει με τη διαθήκη του το ακόλουθο μάθημα στον γιο του: «Το να κυβερνάς σημαίνει να διαδίδεις την ηθική, την εκπαίδευση και την ευημερία».
Ύστερα από όλα αυτά, ελάχιστα χρειάζεται να παρουσιάσω, με κουραστικές παραθέσεις, τις απόψεις των Morelly, Babeuf, Owen, Saint-Simon και Fourier. Θα περιοριστώ σε λίγα αποσπάσματα από το βιβλίο του Louis Blanc σχετικά με την οργάνωση της εργασίας.
«Στο σχέδιό μας, η κοινωνία λαμβάνει την ώθησή της από την εξουσία».
Σε τι συνίσταται η ώθηση που δίνει η εξουσία στην κοινωνία; Στην επιβολή του σχεδίου του κ. Louis Blanc.
Από την άλλη πλευρά, κοινωνία είναι το ανθρώπινο γένος. Το ανθρώπινο γένος, λοιπόν, πρόκειται να λαμβάνει την ώθησή του από τον κ. Louis Blanc.
Θα ειπωθεί ότι είναι ελεύθερο να το πράξει ή να μην το πράξει. Ασφαλώς, το ανθρώπινο γένος είναι ελεύθερο να δεχθεί τις συμβουλές οποιουδήποτε. Δεν αντιλαμβάνεται, όμως, έτσι το ζήτημα ο κ. Louis Blanc. Εννοεί ότι το σχέδιό του πρέπει να μετατραπεί σε νόμο και, κατά συνέπεια, να επιβληθεί διά της βίας από την εξουσία.
«Στο σχέδιό μας, το Κράτος δεν έχει παρά να θεσπίσει μια νομοθεσία για την εργασία, μέσω της οποίας η βιομηχανική δραστηριότητα θα μπορεί και θα πρέπει να διεξάγεται με πλήρη ελευθερία. Το Κράτος απλώς τοποθετεί την κοινωνία σε ένα κεκλιμένο επίπεδο —αυτό είναι όλο— ώστε, αφού τοποθετηθεί εκεί, να κατέλθει με την ίδια τη δύναμη των πραγμάτων και με τη φυσική λειτουργία του εγκαθιδρυμένου μηχανισμού».
Ποιο είναι, όμως, αυτό το κεκλιμένο επίπεδο; Εκείνο που υποδεικνύει ο κ. Louis Blanc. Δεν οδηγεί σε άβυσσο; Όχι, οδηγεί στην ευτυχία. Γιατί, λοιπόν, δεν κατευθύνεται εκεί η κοινωνία από μόνη της; Επειδή δεν γνωρίζει τι θέλει και χρειάζεται μια ώθηση. Τι πρόκειται να της δώσει αυτή την ώθηση; Η εξουσία. Και ποιος πρόκειται να δώσει την ώθηση στην εξουσία; Ο επινοητής της μηχανής, ο κ. Louis Blanc.
Δεν θα εξέλθουμε ποτέ από αυτόν τον κύκλο: η ανθρωπότητα παραμένει παθητική και ένας μεγάλος άνδρας την κινεί μέσω της παρέμβασης του νόμου. Αφού βρεθεί σε αυτό το κεκλιμένο επίπεδο, θα απολαμβάνει άραγε η κοινωνία κάτι που να μοιάζει με ελευθερία; Αναμφίβολα. Και τι είναι η ελευθερία;
«Μία για πάντα: η ελευθερία δεν συνίσταται μόνο στο δικαίωμα που παραχωρείται, αλλά και στη δύναμη που δίνεται στον άνθρωπο να ασκεί και να αναπτύσσει τις ικανότητές του υπό την κυριαρχία της δικαιοσύνης και υπό την προστασία του νόμου.
»Και αυτή δεν είναι μια κενή διάκριση· εμπεριέχει βαθύ νόημα και οι συνέπειές της είναι ανυπολόγιστες. Διότι, μόλις γίνει δεκτό ότι ο άνθρωπος, για να είναι πραγματικά ελεύθερος, πρέπει να έχει τη δύναμη να ασκεί και να αναπτύσσει τις ικανότητές του, έπεται ότι κάθε μέλος της κοινωνίας έχει αξίωση απέναντί της για την εκπαίδευση που θα του επιτρέψει να τις εκδηλώσει, καθώς και για τα εργαλεία εργασίας χωρίς τα οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν μπορεί να βρει πεδίο άσκησης. Μέσω τίνος άλλου, λοιπόν, θα μπορούσε η κοινωνία να παρέχει σε κάθε μέλος της την απαιτούμενη εκπαίδευση και τα αναγκαία εργαλεία εργασίας, αν όχι μέσω του Κράτους;»
Η ελευθερία, επομένως, είναι δύναμη. Σε τι συνίσταται αυτή η δύναμη; Στην κατοχή εκπαίδευσης και εργαλείων εργασίας. Ποιος πρόκειται να παρέχει την εκπαίδευση και τα εργαλεία εργασίας; Η κοινωνία, η οποία τα οφείλει. Μέσω τίνος θα παρέχει η κοινωνία εργαλεία εργασίας σε όσους δεν τα διαθέτουν; Μέσω του Κράτους. Από ποιον θα τα αποκτήσει το Κράτος;
Εναπόκειται στον αναγνώστη να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και να παρατηρήσει πού οδηγούν όλα αυτά.
Ένα από τα πιο παράξενα φαινόμενα της εποχής μας —και ένα φαινόμενο που πιθανότατα θα προκαλεί έκπληξη στους απογόνους μας— είναι η θεωρία που θεμελιώνεται στην ακόλουθη τριπλή υπόθεση: τη ριζική παθητικότητα της ανθρωπότητας, την παντοδυναμία του νόμου και το αλάθητο του νομοθέτη. Αυτό είναι το ιερό σύμβολο πίστης του κόμματος που αυτοανακηρύσσεται αποκλειστικά δημοκρατικό.
Είναι αλήθεια ότι διακηρύσσει επίσης πως είναι κοινωνικό.
Στον βαθμό που είναι δημοκρατικό, τρέφει απεριόριστη πίστη στην ανθρωπότητα.
Στον βαθμό που είναι κοινωνικό, τη ρίχνει χαμηλότερα και από τη λάσπη.
Συζητούνται πολιτικά δικαιώματα; Πρόκειται να εκλεγεί ένας νομοθέτης; Τότε, ω, ναι, ο λαός διαθέτει ενστικτώδη γνώση· είναι προικισμένος με αξιοθαύμαστη κρίση· η βούλησή του είναι πάντοτε ορθή· η γενική βούληση δεν μπορεί να σφάλει. Η ψηφοφορία δεν μπορεί ποτέ να είναι υπερβολικά καθολική. Κανείς δεν υπέχει καμία ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Η βούληση και η ικανότητα ορθής επιλογής θεωρούνται δεδομένες. Είναι δυνατόν να πλανηθεί ο λαός; Δεν ζούμε άραγε σε έναν αιώνα διαφωτισμού; Τι! Θα μένει ο λαός για πάντα υπό κηδεμονία; Δεν απέκτησε τα δικαιώματά του με τίμημα κόπους και θυσίες; Δεν έχει δώσει επαρκείς αποδείξεις ευφυΐας και σοφίας; Δεν έχει φθάσει στην ωριμότητα; Δεν είναι ικανός να κρίνει για λογαριασμό του; Δεν γνωρίζει το δικό του συμφέρον; Υπάρχει άνθρωπος ή τάξη που θα τολμούσε να διεκδικήσει το δικαίωμα να υποκαταστήσει τον λαό, να αποφασίζει και να ενεργεί για λογαριασμό του; Όχι, όχι· ο λαός θέλει να είναι ελεύθερος και θα είναι. Επιθυμεί να διαχειρίζεται ο ίδιος τις υποθέσεις του και θα το πράξει.
Μόλις, όμως, εκλεγεί δεόντως ο νομοθέτης, τότε αλλάζει ριζικά ο τόνος του λόγου του. Το έθνος επαναφέρεται στην παθητικότητα, στην αδράνεια και στην ανυπαρξία, ενώ ο νομοθέτης περιβάλλεται με παντοδυναμία. Σε αυτόν ανήκει να επινοεί, σε αυτόν να κατευθύνει, σε αυτόν να δίνει ώθηση, σε αυτόν να οργανώνει. Η ανθρωπότητα δεν έχει παρά να υποταχθεί· η ώρα του δεσποτισμού έχει σημάνει.
Και πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας· διότι ο λαός, ο οποίος μόλις προηγουμένως ήταν τόσο φωτισμένος, τόσο ηθικός και τόσο τέλειος, τώρα δεν έχει καμία απολύτως ροπή· ή, αν έχει, όλες τον οδηγούν προς τα κάτω, στην εξαχρείωση. Και όμως θα έπρεπε να διαθέτει λίγη ελευθερία! Δεν μας διαβεβαιώνει, όμως, ο κ. Considerant ότι η ελευθερία οδηγεί αναπόφευκτα στο μονοπώλιο; Δεν μας λένε ότι ελευθερία σημαίνει ανταγωνισμός και ότι ο ανταγωνισμός, σύμφωνα με τον κ. Louis Blanc, αποτελεί σύστημα εξόντωσης του λαού και καταστροφής του εμπορίου; Γι’ αυτό άραγε οι άνθρωποι εξοντώνονται και καταστρέφονται κατ’ αναλογία προς την ελευθερία τους — όπως, για παράδειγμα, στην Ελβετία, στην Ολλανδία, στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν μας λέει επίσης ο κ. Louis Blanc ότι ο ανταγωνισμός οδηγεί στο μονοπώλιο και, για τον ίδιο λόγο, οι χαμηλές τιμές οδηγούν σε υπέρογκες τιμές; Ότι ο ανταγωνισμός τείνει να αποξηράνει τις πηγές της κατανάλωσης και ωθεί την παραγωγή σε μια καταστροφική δραστηριότητα; Ότι ο ανταγωνισμός εξαναγκάζει την παραγωγή να αυξάνεται και την κατανάλωση να μειώνεται — από όπου συνάγεται ότι οι ελεύθεροι λαοί παράγουν για να μην καταναλώνουν· ότι ανάμεσά τους δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά καταπίεση και παραφροσύνη· και ότι είναι απολύτως αναγκαίο να αναλάβει ο κ. Louis Blanc τη φροντίδα τους;
Τι είδους ελευθερία πρέπει, λοιπόν, να επιτραπεί στους ανθρώπους; Ελευθερία συνείδησης; Μα τότε θα τους βλέπαμε όλους να επωφελούνται από την άδεια για να γίνουν άθεοι. Ελευθερία της εκπαίδευσης; Μα τότε οι γονείς θα πλήρωναν καθηγητές για να διδάσκουν στα παιδιά τους την ανηθικότητα και την πλάνη· επιπλέον, αν πιστέψουμε τον κ. Thiers, η εκπαίδευση, αν αφηνόταν στην ελευθερία του έθνους, θα έπαυε να είναι εθνική, και θα ανατρέφαμε τα παιδιά μας με τις ιδέες των Τούρκων ή των Ινδών· ενώ τώρα, χάρη στον νομικό δεσποτισμό των πανεπιστημίων, έχουν την καλή τύχη να ανατρέφονται με τις ευγενείς ιδέες των Ρωμαίων.
Ελευθερία της εργασίας; Μα αυτή δεν είναι παρά ο ανταγωνισμός, αποτέλεσμα του οποίου είναι να αφήνει όλα τα προϊόντα αδιάθετα, να εξοντώνει τον λαό και να καταστρέφει τους εμπόρους. Ελευθερία των ανταλλαγών; Μα είναι πασίγνωστο ότι οι προστατευτιστές έχουν αποδείξει επανειλημμένως ότι ο άνθρωπος καταστρέφεται όταν ανταλλάσσει ελεύθερα και ότι, για να πλουτίσει, είναι αναγκαίο να ανταλλάσσει χωρίς ελευθερία. Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι; Μα, σύμφωνα με τη σοσιαλιστική θεωρία, η ελευθερία και η συνεργασία αλληλοαποκλείονται, διότι ακριβώς προσβάλλεται η ελευθερία των ανθρώπων για να εξαναγκαστούν να συνεταιριστούν.
Βλέπετε, λοιπόν, ότι οι σοσιαλιστές δημοκράτες δεν μπορούν, κατά συνείδηση, να παραχωρήσουν στους ανθρώπους καμία ελευθερία, διότι, σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη, οι άνθρωποι τείνουν από τη φύση τους, σε κάθε περίπτωση, προς κάθε είδους εξαχρείωση και ηθική κατάπτωση.
Μένει, επομένως, να εικάσουμε σε ποια βάση διεκδικείται γι’ αυτούς, με τόση επιμονή, η καθολική ψηφοφορία.
Οι αξιώσεις των οργανωτών γεννούν ένα ακόμη ερώτημα, το οποίο τους έχω θέσει πολλές φορές και στο οποίο, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έλαβα ποτέ απάντηση: εφόσον οι φυσικές τάσεις της ανθρωπότητας είναι τόσο κακές ώστε δεν είναι ασφαλές να της επιτραπεί η ελευθερία, πώς συμβαίνει οι τάσεις των οργανωτών να είναι πάντοτε καλές; Δεν αποτελούν οι νομοθέτες και τα όργανά τους μέρος του ανθρώπινου γένους; Πιστεύουν άραγε ότι είναι πλασμένοι από διαφορετικά υλικά από την υπόλοιπη ανθρωπότητα; Λένε ότι η κοινωνία, όταν αφήνεται στον εαυτό της, ορμά προς την αναπόφευκτη καταστροφή, επειδή τα ένστικτά της είναι διεστραμμένα. Ισχυρίζονται ότι θα ανακόψουν την καθοδική της πορεία και θα της δώσουν καλύτερη κατεύθυνση. Έχουν, επομένως, λάβει από τον Ουρανό διάνοια και αρετές που τους τοποθετούν πέρα και πάνω από την ανθρωπότητα· ας επιδείξουν τους τίτλους αυτής της υπεροχής τους. Θέλουν να είναι οι ποιμένες μας και εμείς το ποίμνιό τους. Αυτή η διευθέτηση προϋποθέτει ότι διαθέτουν φυσική υπεροχή, και έχουμε κάθε δικαίωμα να τους ζητήσουμε να αποδείξουν τη θεμελίωσή της.
Πρέπει να παρατηρήσετε ότι δεν αμφισβητώ το δικαίωμά τους να επινοούν κοινωνικούς συνδυασμούς, να τους διαδίδουν, να τους συνιστούν και να τους δοκιμάζουν επάνω στον εαυτό τους, με δικές τους δαπάνες και με δικό τους κίνδυνο. Αμφισβητώ, όμως, το δικαίωμά τους να μας τους επιβάλλουν μέσω του νόμου, δηλαδή μέσω της βίας και των δημόσιων φόρων.
Δεν θα απαιτούσα από τους Καμπετιστές, τους Φουριεριστές, τους Προυντονικούς, τους Ακαδημαϊκούς και τους Προστατευτιστές να απαρνηθούν τις ιδιαίτερες ιδέες τους. Θα απαιτούσα μόνο να απαρνηθούν την ιδέα που είναι κοινή σε όλους τους — δηλαδή την ιδέα να μας υποβάλλουν διά της βίας στις δικές τους ομάδες και σειρές, στα κοινωνικά τους εργαστήρια, στη δωρεάν τράπεζά τους, στην ελληνορωμαϊκή τους ηθική και στους εμπορικούς τους περιορισμούς. Θα τους ζητούσα να μας επιτρέψουν να κρίνουμε τα σχέδιά τους και να μη μας υποχρεώνουν να τα υιοθετήσουμε, αν διαπιστώσουμε ότι βλάπτουν τα συμφέροντά μας ή προσβάλλουν τη συνείδησή μας.
Η πρόθεση προσφυγής στην εξουσία και στη φορολογία, πέρα από το ότι είναι καταπιεστική και άδικη, εμπεριέχει και την προσβλητική υπόθεση ότι ο οργανωτής είναι αλάθητος και η ανθρωπότητα ανίκανη.
Και αν η ανθρωπότητα δεν είναι ικανή να κρίνει για λογαριασμό της, γιατί γίνεται τόσος λόγος για την καθολική ψηφοφορία;
Αυτή η αντίφαση στις ιδέες απαντά δυστυχώς και στα γεγονότα. Και ενώ το γαλλικό έθνος προηγήθηκε όλων των άλλων ως προς την απόκτηση των δικαιωμάτων του —ή, μάλλον, των πολιτικών του αξιώσεων— αυτό δεν το εμπόδισε καθόλου να κυβερνάται, να κατευθύνεται, να υφίσταται επιβολές, να δεσμεύεται και να εξαπατάται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έθνος. Είναι επίσης το έθνος στο οποίο, περισσότερο από κάθε άλλο, πρέπει διαρκώς να φοβούνται τις επαναστάσεις· και είναι απολύτως φυσικό να συμβαίνει αυτό.
Όσο διατηρείται αυτή η ιδέα —την οποία αποδέχονται όλοι οι πολιτικοί μας και εκφράζει τόσο εμφατικά ο κ. Louis Blanc με τις λέξεις «η κοινωνία λαμβάνει την ώθησή της από την εξουσία»— όσο οι άνθρωποι θεωρούν τον εαυτό τους ικανό να αισθάνεται αλλά παθητικό, ανίκανο να ανυψωθεί με τη δική του κρίση και τη δική του ενεργητικότητα σε οποιοδήποτε επίπεδο ηθικής ή ευημερίας, και όσο προσδοκούν τα πάντα από τον νόμο· με μία λέξη, όσο παραδέχονται ότι οι σχέσεις τους με το Κράτος είναι ίδιες με τις σχέσεις του ποιμνίου με τον ποιμένα, είναι φανερό ότι η ευθύνη της εξουσίας είναι τεράστια. Η ευτυχία και η δυστυχία, ο πλούτος και η στέρηση, η ισότητα και η ανισότητα, όλα προέρχονται από αυτήν. Είναι επιφορτισμένη με τα πάντα, αναλαμβάνει τα πάντα, πράττει τα πάντα· επομένως, οφείλει να λογοδοτεί για τα πάντα. Αν είμαστε ευτυχισμένοι, έχει το δικαίωμα να αξιώνει την ευγνωμοσύνη μας· αν, όμως, είμαστε δυστυχισμένοι, μόνον αυτή πρέπει να φέρει την ευθύνη.
Δεν βρίσκονται πράγματι τα πρόσωπα και οι περιουσίες μας στη διάθεσή της; Δεν είναι ο νόμος παντοδύναμος; Δημιουργώντας το πανεπιστημιακό μονοπώλιο, ανέλαβε την υποχρέωση να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των οικογενειαρχών που στερήθηκαν την ελευθερία τους· και αν αυτές οι προσδοκίες διαψευστούν, ποιος ευθύνεται;
Ρυθμίζοντας τη βιομηχανία, ανέλαβε την υποχρέωση να την καταστήσει ευημερούσα — διαφορετικά θα ήταν παράλογο να της στερήσει την ελευθερία της· και αν αυτή υποφέρει, ποιος ευθύνεται; Προσποιούμενη ότι εξισορροπεί το εμπόριο μέσω του μηχανισμού των δασμών, αναλαμβάνει την υποχρέωση να το καταστήσει ευημερούν· και αν, αντί να ευημερεί, αυτό καταστρέφεται, ποιος ευθύνεται; Παρέχοντας την προστασία της στους ναυτιλιακούς εξοπλισμούς με αντάλλαγμα την ελευθερία τους, ανέλαβε την υποχρέωση να τους καταστήσει επικερδείς· αν αυτοί γίνουν επαχθείς, ποιος ευθύνεται;
Δεν υπάρχει, επομένως, κανένα παράπονο στο έθνος για το οποίο η Κυβέρνηση να μην καθιστά οικειοθελώς τον εαυτό της υπεύθυνο. Προκαλεί άραγε έκπληξη το γεγονός ότι κάθε αποτυχία απειλεί να προκαλέσει επανάσταση; Και ποια θεραπεία προτείνεται; Η απεριόριστη επέκταση της επικράτειας του νόμου, δηλαδή της ευθύνης της Κυβέρνησης. Αν, όμως, η Κυβέρνηση αναλαμβάνει να αυξάνει και να ρυθμίζει τους μισθούς και δεν μπορεί να το πράξει· αν αναλαμβάνει να βοηθά όλους όσοι βρίσκονται σε ανάγκη και δεν μπορεί να το πράξει· αν αναλαμβάνει να εξασφαλίζει καταφύγιο σε κάθε εργάτη και δεν μπορεί να το πράξει· αν αναλαμβάνει να προσφέρει δωρεάν πίστωση σε όλους όσοι επιθυμούν διακαώς να δανειστούν και δεν μπορεί να το πράξει· αν, με λόγια που λυπούμαστε ότι διέφυγαν από την πένα του κ. de Lamartine, «το Κράτος θεωρεί ότι αποστολή του είναι να διαφωτίζει, να αναπτύσσει, να διευρύνει, να ενισχύει, να εξευγενίζει πνευματικά και να καθαγιάζει την ψυχή του λαού» — αν αποτύχει σε όλα αυτά, δεν είναι φανερό ότι ύστερα από κάθε απογοήτευση, η οποία, δυστυχώς, είναι κάτι περισσότερο από πιθανή, θα ακολουθήσει μια εξίσου αναπόφευκτη επανάσταση;
Επανέρχομαι τώρα στο κύριο θέμα, παρατηρώντας ότι, αμέσως μετά το οικονομικό μέρος του ζητήματος⁴ και στην είσοδο του πολιτικού του μέρους, παρουσιάζεται ένα θεμελιώδες ερώτημα. Είναι το ακόλουθο:
Τι είναι ο νόμος; Τι οφείλει να είναι; Ποιο είναι το πεδίο του; Ποια είναι τα όριά του; Πού σταματά, τελικά, η αρμοδιότητα του νομοθέτη;
Δεν διστάζω να απαντήσω: ο νόμος είναι η κοινή δύναμη οργανωμένη για την αποτροπή της αδικίας· εν ολίγοις, ο Νόμος είναι Δικαιοσύνη.
Δεν είναι αλήθεια ότι ο νομοθέτης διαθέτει απόλυτη εξουσία επάνω στα πρόσωπα και στις ιδιοκτησίες μας, διότι αυτά προϋπάρχουν, και το έργο του συνίσταται αποκλειστικά στην προστασία τους από κάθε προσβολή.
Δεν είναι αλήθεια ότι αποστολή του νόμου είναι να ρυθμίζει τη συνείδηση, τις ιδέες, τη βούληση, την εκπαίδευση, τα αισθήματα, τα έργα, τις ανταλλαγές, τις δωρεές και τις απολαύσεις μας. Αποστολή του είναι να εμποδίζει τα δικαιώματα του ενός να προσβάλλουν τα δικαιώματα του άλλου σε οποιοδήποτε από αυτά τα πεδία.
Επειδή αναγκαία κύρωση του νόμου είναι η δύναμη, το μόνο νόμιμο πεδίο του μπορεί να είναι το πεδίο της δύναμης, δηλαδή η δικαιοσύνη.
Και όπως κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να προσφεύγει στη δύναμη μόνο σε περιπτώσεις νόμιμης άμυνας, έτσι και η συλλογική δύναμη, η οποία δεν είναι παρά η συνένωση των ατομικών δυνάμεων, δεν μπορεί εύλογα να χρησιμοποιείται για κανέναν άλλον σκοπό.
Ο νόμος, λοιπόν, είναι αποκλειστικά η οργάνωση του προϋπάρχοντος ατομικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα.
Ο νόμος είναι δικαιοσύνη.
Όχι μόνο δεν μπορεί να καταπιέζει τα πρόσωπα του λαού ή να λεηλατεί την ιδιοκτησία τους, ακόμη και για κάποιον φιλανθρωπικό σκοπό, αλλά αποστολή του είναι να προστατεύει τα πρώτα και να εξασφαλίζει στους ανθρώπους την κατοχή της δεύτερης.
Ούτε πρέπει να λέγεται ότι ο νόμος μπορεί να είναι φιλανθρωπικός, εφόσον απέχει από κάθε καταπίεση· διότι αυτό αποτελεί αντίφαση. Ο νόμος δεν μπορεί να αποφύγει να ενεργεί επάνω στα πρόσωπα και στις ιδιοκτησίες μας. Αν δεν τα προστατεύει, τότε, εφόσον τα αγγίζει, τα παραβιάζει.
Ο νόμος είναι δικαιοσύνη.
Τίποτε δεν μπορεί να είναι σαφέστερο και απλούστερο, ακριβέστερα προσδιορισμένο και οριοθετημένο ή πιο ευδιάκριτο σε κάθε μάτι· διότι η δικαιοσύνη είναι ένα δεδομένο μέγεθος, αμετάβλητο και αναλλοίωτο, που δεν επιδέχεται ούτε αύξηση ούτε μείωση.
Απομακρυνθείτε από αυτό το σημείο· καταστήστε τον νόμο θρησκευτικό, αδελφικό, εξισωτικό, βιομηχανικό, φιλολογικό ή καλλιτεχνικό, και θα χαθείτε μέσα στην ασάφεια και στην αβεβαιότητα. Θα βρεθείτε σε άγνωστο έδαφος, σε μια εξαναγκαστική Ουτοπία ή —ακόμη χειρότερα— ανάμεσα σε πλήθος Ουτοπιών που αγωνίζονται να καταλάβουν τον νόμο και να σας επιβληθούν μέσω αυτού· διότι η αδελφοσύνη και η φιλανθρωπία δεν έχουν σταθερά όρια όπως η δικαιοσύνη. Πού θα σταματήσετε; Πού πρέπει να σταματήσει ο νόμος;
Ένας άνθρωπος, όπως ο κ. de Saint-Cricq, θα επεκτείνει τη φιλανθρωπία του μόνο σε ορισμένες βιομηχανικές τάξεις και θα απαιτήσει από τον νόμο να θέσει τους καταναλωτές στη διάθεση των παραγωγών. Ένας άλλος, όπως ο κ. Considerant, θα αναλάβει την υπεράσπιση των εργατικών τάξεων και θα αξιώσει γι’ αυτές, μέσω του νόμου και σε καθορισμένη ποσότητα, ενδύματα, στέγη, τροφή και όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση της ζωής. Ένας τρίτος, όπως ο κ. Louis Blanc, θα πει —και δικαιολογημένα— ότι αυτή θα ήταν μια ατελής αδελφοσύνη και ότι ο νόμος οφείλει να τους εξασφαλίσει εργαλεία εργασίας και μέσα εκπαίδευσης. Ένας τέταρτος θα παρατηρήσει ότι μια τέτοια διευθέτηση εξακολουθεί να αφήνει περιθώριο για ανισότητα και ότι ο νόμος οφείλει να εισαγάγει την πολυτέλεια, τη λογοτεχνία και τις τέχνες ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα χωριά. Αυτή είναι η μεγάλη λεωφόρος προς τον κομμουνισμό· με άλλα λόγια, η νομοθεσία θα είναι —όπως είναι και σήμερα— το πεδίο μάχης των ονείρων και της απληστίας όλων.
Ο νόμος είναι δικαιοσύνη.
Σε αυτή την πρόταση μπορούμε να παραστήσουμε νοητά μια απλή και αμετακίνητη Κυβέρνηση. Και προκαλώ οποιονδήποτε να μου πει από πού θα μπορούσε να γεννηθεί η σκέψη μιας επανάστασης, μιας εξέγερσης ή μιας απλής αναταραχής εναντίον μιας δημόσιας δύναμης περιορισμένης στην καταστολή της αδικίας. Υπό ένα τέτοιο σύστημα, θα υπήρχε μεγαλύτερη ευημερία και αυτή η ευημερία θα ήταν κατανεμημένη πιο ισόρροπα. Όσον αφορά τα βάσανα που είναι αναπόσπαστα από την ανθρώπινη κατάσταση, κανείς δεν θα διανοούνταν να κατηγορήσει την Κυβέρνηση γι’ αυτά, διότι θα ήταν τόσο αθώα ως προς αυτά όσο και ως προς τις μεταβολές της θερμοκρασίας.
Έχει συμβεί ποτέ να εξεγερθεί ο λαός εναντίον του ακυρωτικού δικαστηρίου ή να επιτεθεί στους ειρηνοδίκες, απαιτώντας καθορισμένο ύψος μισθών, δωρεάν πίστωση, εργαλεία εργασίας, τα οφέλη των δασμών ή κοινωνικά εργαστήρια; Γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτές οι διευθετήσεις βρίσκονται πέρα από τη δικαιοδοσία των ειρηνοδικών, και σύντομα θα μάθαινε ότι δεν εμπίπτουν ούτε στη δικαιοδοσία του νόμου.
Αν, όμως, ο νόμος θεμελιωνόταν στην αρχή της αδελφοσύνης· αν διακηρυσσόταν ότι από αυτόν προέρχονται όλα τα αγαθά και όλα τα δεινά· ότι είναι υπεύθυνος για κάθε ατομικό παράπονο και κάθε κοινωνική ανισότητα· τότε θα ανοίγατε την πόρτα σε μια ατελείωτη διαδοχή παραπόνων, ερεθισμών, ταραχών και επαναστάσεων.
Ο νόμος είναι δικαιοσύνη.
Και θα ήταν πολύ παράξενο αν μπορούσε δικαιολογημένα να είναι οτιδήποτε άλλο! Δεν είναι η δικαιοσύνη το δίκαιο; Δεν είναι τα δικαιώματα ίσα; Με ποιον μανδύα δικαίου μπορεί να παρεμβαίνει ο νόμος για να με υποβάλει στα κοινωνικά σχέδια των κυρίων Mimerel, de Melun, Thiers ή Louis Blanc, αντί να υποβάλει αυτούς τους κυρίους στα δικά μου σχέδια; Πρέπει άραγε να υποθέσουμε ότι η Φύση δεν μου έχει χαρίσει αρκετή φαντασία ώστε να επινοήσω και εγώ μια Ουτοπία; Εναπόκειται στον νόμο να επιλέξει μία ανάμεσα σε τόσες φαντασιοπληξίες και να θέσει τη δημόσια δύναμη στην υπηρεσία της;
Ο νόμος είναι δικαιοσύνη.
Και ας μη λέγεται, όπως διαρκώς λέγεται, ότι ο νόμος, με αυτή την έννοια, θα ήταν άθεος, ατομικιστικός και άκαρδος και ότι θα έκανε την ανθρωπότητα κατ’ εικόνα του. Αυτό είναι ένα παράλογο συμπέρασμα, απολύτως αντάξιο της κυβερνητικής αυταπάτης που βλέπει την ανθρωπότητα μέσα στον νόμο.
Τι λοιπόν; Έπεται άραγε ότι, αν είμαστε ελεύθεροι, θα πάψουμε να ενεργούμε; Έπεται ότι, αν δεν λαμβάνουμε ώθηση από τον νόμο, δεν θα λαμβάνουμε καμία απολύτως ώθηση; Έπεται ότι, αν ο νόμος περιορίζεται στην εξασφάλιση της ελεύθερης άσκησης των ικανοτήτων μας, οι ικανότητές μας θα παραλύσουν; Έπεται ότι, αν ο νόμος δεν μας επιβάλλει μορφές θρησκείας, τρόπους συνεργασίας, μεθόδους εκπαίδευσης, κανόνες εργασίας, κατευθύνσεις για τις ανταλλαγές και σχέδια αγαθοεργίας, θα βυθιστούμε με προθυμία στην αθεΐα, στην απομόνωση, στην άγνοια, στην εξαθλίωση και στον εγωισμό; Έπεται ότι δεν θα αναγνωρίζουμε πλέον τη δύναμη και την αγαθότητα του Θεού· ότι θα πάψουμε να συνεταιριζόμαστε, να βοηθούμε ο ένας τον άλλον, να αγαπούμε και να συνδράμουμε τους δυστυχείς συνανθρώπους μας, να μελετούμε τα μυστικά της φύσης και να επιδιώκουμε την τελειοποίηση της ύπαρξής μας;
Ο νόμος είναι δικαιοσύνη.
Και υπό τον νόμο της δικαιοσύνης, υπό την κυριαρχία του δικαίου, υπό την επίδραση της ελευθερίας, της ασφάλειας, της σταθερότητας και της ευθύνης, κάθε άνθρωπος θα φθάσει στο μέτρο της αξίας του και σε όλη την αξιοπρέπεια της ύπαρξής του· και η ανθρωπότητα θα πραγματοποιήσει, με τάξη και γαλήνη —αργά, είναι αλήθεια, αλλά με βεβαιότητα— την πρόοδο που της έχει οριστεί.
Πιστεύω ότι η θεωρία μου είναι ορθή· διότι, όποιο και αν είναι το ζήτημα επί του οποίου επιχειρηματολογώ —είτε θρησκευτικό είτε φιλοσοφικό είτε πολιτικό είτε οικονομικό· είτε αφορά την ευημερία, την ηθική, την ισότητα, το δίκαιο, τη δικαιοσύνη, την πρόοδο, την ευθύνη, την ιδιοκτησία, την εργασία, την ανταλλαγή, το κεφάλαιο, τους μισθούς, τους φόρους, τον πληθυσμό, την πίστωση ή την Κυβέρνηση— από όποιο σημείο του επιστημονικού ορίζοντα και αν ξεκινήσω, καταλήγω πάντοτε στο ίδιο πράγμα: η λύση του κοινωνικού προβλήματος βρίσκεται στην ελευθερία.
Και δεν έχω άραγε την εμπειρία με το μέρος μου; Ρίξτε το βλέμμα σας επάνω στην υφήλιο. Ποια είναι τα ευτυχέστερα, ηθικότερα και ειρηνικότερα έθνη; Εκείνα στα οποία ο νόμος παρεμβαίνει λιγότερο στην ιδιωτική δραστηριότητα· στα οποία η Κυβέρνηση γίνεται λιγότερο αισθητή· στα οποία η ατομικότητα διαθέτει το ευρύτερο πεδίο και η κοινή γνώμη τη μεγαλύτερη επιρροή· στα οποία ο διοικητικός μηχανισμός είναι ο λιγότερο σημαντικός και ο λιγότερο περίπλοκος· στα οποία η φορολογία είναι η ελαφρύτερη και η λιγότερο άνιση, και η λαϊκή δυσαρέσκεια η λιγότερο έντονη και η λιγότερο δικαιολογημένη· στα οποία η ευθύνη των ατόμων και των τάξεων είναι η πιο ενεργός και, κατά συνέπεια, αν τα ήθη δεν βρίσκονται σε τέλεια κατάσταση, τουλάχιστον τείνουν αδιάκοπα να αυτοδιορθώνονται· στα οποία οι συναλλαγές, οι συγκεντρώσεις και οι ενώσεις είναι οι λιγότερο περιορισμένες· στα οποία η εργασία, το κεφάλαιο και η παραγωγή υποφέρουν λιγότερο από τεχνητές μετατοπίσεις· στα οποία η ανθρωπότητα ακολουθεί πληρέστερα τη φυσική της πορεία· στα οποία η σκέψη του Θεού υπερισχύει περισσότερο έναντι των επινοήσεων των ανθρώπων. Με μία λέξη, τα έθνη που προσεγγίζουν περισσότερο την πραγμάτωση της ακόλουθης ιδέας: εντός των ορίων του δικαίου, τα πάντα πρέπει να απορρέουν από την ελεύθερη, επιδεκτική τελειοποίησης και εκούσια δράση του ανθρώπου· τίποτε δεν πρέπει να επιχειρείται μέσω του νόμου ή της δύναμης, εκτός από την απονομή καθολικής δικαιοσύνης.
Δεν μπορώ να αποφύγω το ακόλουθο συμπέρασμα: υπάρχουν υπερβολικά πολλοί μεγάλοι άνδρες στον κόσμο· υπάρχουν υπερβολικά πολλοί νομοθέτες, οργανωτές, θεμελιωτές της κοινωνίας, καθοδηγητές του λαού, πατέρες των εθνών και ούτω καθεξής. Υπερβολικά πολλοί άνθρωποι τοποθετούν τον εαυτό τους πάνω από την ανθρωπότητα, για να την κυβερνήσουν και να την κηδεμονεύσουν· υπερβολικά πολλοί ασκούν ως επάγγελμα τη φροντίδα της.
Θα μου απαντήσουν: «Και εσείς ο ίδιος ασχολείστε μαζί της όλο αυτό το διάστημα». Πολύ σωστά. Πρέπει, όμως, να γίνει δεκτό ότι μιλώ υπό μιαν εντελώς διαφορετική έννοια· και αν συγκαταλέγομαι μεταξύ των μεταρρυθμιστών, το κάνω μόνο για να τους πείσω να χαλαρώσουν τη λαβή τους.
Δεν ενεργώ απέναντι στην ανθρωπότητα όπως ο Vaucanson απέναντι στο αυτόματό του, αλλά όπως ένας φυσιολόγος απέναντι στην οργάνωση του ανθρώπινου σώματος· θέλω να τη μελετήσω και να τη θαυμάσω.
Ενεργώ απέναντί της με το πνεύμα που ενέπνευσε έναν διάσημο ταξιδιώτη. Βρέθηκε κάποτε ανάμεσα σε μια άγρια φυλή. Ένα παιδί μόλις είχε γεννηθεί και ένα πλήθος μάντεων, μάγων και κομπογιαννιτών το είχε περικυκλώσει, οπλισμένο με κρίκους, αγκίστρια και επιδέσμους. Ο ένας έλεγε: «Αυτό το παιδί δεν θα μυρίσει ποτέ το άρωμα της πίπας του καπνού, αν δεν του τεντώσω τα ρουθούνια». Ένας άλλος έλεγε: «Δεν θα αποκτήσει την αίσθηση της ακοής, αν δεν του τραβήξω τα αυτιά προς τα κάτω, μέχρι τους ώμους». Ένας τρίτος έλεγε: «Δεν θα δει ποτέ το φως του ήλιου, αν δεν δώσω στα μάτια του λοξή κατεύθυνση». Ένας τέταρτος έλεγε: «Δεν θα μπορέσει ποτέ να σταθεί όρθιο, αν δεν του λυγίσω τα πόδια». Ένας πέμπτος έλεγε: «Δεν θα μπορεί να σκέπτεται, αν δεν συμπιέσω τον εγκέφαλό του».
«Σταματήστε!» είπε ο ταξιδιώτης. «Ό,τι πράττει ο Θεός είναι καλώς καμωμένο· μην προσποιείστε ότι γνωρίζετε περισσότερα από Εκείνον. Και, αφού Εκείνος έδωσε όργανα σε αυτό το εύθραυστο πλάσμα, αφήστε τα όργανα αυτά να αναπτυχθούν και να ενισχυθούν μέσω της άσκησης, της χρήσης, της εμπειρίας και της ελευθερίας».
Ο Θεός εμφύτευσε επίσης στην ανθρωπότητα όλα όσα είναι αναγκαία για να μπορέσει να εκπληρώσει τον προορισμό της. Υπάρχει μια προνοιακή κοινωνική φυσιολογία, όπως υπάρχει και μια προνοιακή ανθρώπινη φυσιολογία. Τα κοινωνικά όργανα είναι συγκροτημένα έτσι ώστε να μπορούν να αναπτύσσονται αρμονικά στον ανοιχτό αέρα της ελευθερίας.
Μακριά, λοιπόν, οι κομπογιαννίτες και οι οργανωτές! Μακριά οι κρίκοι, οι αλυσίδες, τα αγκίστρια και οι λαβίδες τους! Μακριά οι τεχνητές μέθοδοί τους! Μακριά τα κοινωνικά τους εργαστήρια, οι κυβερνητικές τους ιδιοτροπίες, ο συγκεντρωτισμός τους, οι δασμοί τους, τα πανεπιστήμιά τους, οι κρατικές τους θρησκείες, οι δωρεάν ή μονοπωλιακές τους τράπεζες, οι περιορισμοί τους, οι απαγορεύσεις τους, οι ηθικοποιήσεις τους και η εξίσωση μέσω της φορολογίας!
Και τώρα, αφού επέβαλαν μάταια τόσα συστήματα στο κοινωνικό σώμα, ας καταλήξουν εκεί από όπου όφειλαν να είχαν αρχίσει: ας απορρίψουν όλα τα συστήματα και ας δοκιμάσουν την ελευθερία — την ελευθερία, η οποία αποτελεί πράξη πίστης στον Θεό και στο έργο Του.
Γενικό Συμβούλιο Βιομηχανιών, Γεωργίας και Εμπορίου, 6 Μαΐου 1850.
Η γαλλική λέξη είναι spoliation.
Αν στη Γαλλία η προστασία παρεχόταν σε μία μόνο τάξη —στους μηχανικούς, για παράδειγμα— ο λεηλατικός χαρακτήρας της θα ήταν τόσο παράλογα εμφανής, ώστε δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί. Γι’ αυτό βλέπουμε όλους τους προστατευόμενους κλάδους να συνασπίζονται, να συντάσσονται σε κοινό μέτωπο και ακόμη να προσελκύουν νέους συμμάχους, ώστε να φαίνεται ότι περιλαμβάνουν το σύνολο σχεδόν της εθνικής εργασίας. Αισθάνονται ενστικτωδώς ότι η λεηλασία συγκαλύπτεται όταν γενικεύεται.
Η πολιτική οικονομία προηγείται της πολιτικής: η πρώτη οφείλει να ανακαλύψει αν τα ανθρώπινα συμφέροντα είναι αρμονικά ή ανταγωνιστικά· πρόκειται για ζήτημα που πρέπει να έχει κριθεί προτού η δεύτερη μπορέσει να καθορίσει τις αρμοδιότητες της Κυβέρνησης.




