Δίγλωσση ανάγνωση: Σχεδιασμένο Χάος
Ludwig von Mises · Planned Chaos · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο
Πραξεολόγος
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Planned Chaos (1947), ηλεκτρονική έκδοση του Ludwig von Mises Institute, 2010. Πηγή: mises.org/library/book/planned-chaos.
Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» δεν έχει πρωτότυπο και δεν περιλαμβάνεται. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής της εποχής [Σ.τ.Μ.: το βιβλίο εκδόθηκε το 1947] των δικτατόρων, των πολέμων και των επαναστάσεων είναι η αντικαπιταλιστική της προκατάληψη. Οι περισσότερες κυβερνήσεις και τα περισσότερα πολιτικά κόμματα επιδιώκουν με ζήλο να περιορίσουν το πεδίο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της ελεύθερης επιχειρηματικής δράσης. Αποτελεί σχεδόν αδιαμφισβήτητο δόγμα ότι ο καπιταλισμός έχει φτάσει στο τέλος του και ότι η έλευση μιας καθολικής κανονιστικής υπαγωγής των οικονομικών δραστηριοτήτων είναι τόσο αναπόφευκτη όσο και εξαιρετικά επιθυμητή.
The characteristic mark of this age of dictators, wars and revolutions is its anti-capitalistic bias. Most governments and political parties are eager to restrict the sphere of private initiative and free enterprise. It is an almost unchallenged dogma that capitalism is done for and that the coming of all-round regimentation of economic activities is both inescapable and highly desirable.
Παρ’ όλα αυτά, ο καπιταλισμός εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα ακμαίος στο Δυτικό Ημισφαίριο. Η καπιταλιστική παραγωγή σημείωσε αξιοσημείωτη πρόοδο ακόμη και κατά τα τελευταία αυτά χρόνια. Οι μέθοδοι παραγωγής βελτιώθηκαν σημαντικά. Στους καταναλωτές προσφέρθηκαν καλύτερα και φθηνότερα αγαθά, καθώς και πολλά νέα είδη που μέχρι πρόσφατα ήταν άγνωστα. Πολλές χώρες διεύρυναν την κλίμακα και βελτίωσαν την ποιότητα της μεταποιητικής τους παραγωγής. Παρά τις αντικαπιταλιστικές πολιτικές όλων των κυβερνήσεων και σχεδόν όλων των πολιτικών κομμάτων, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής εξακολουθεί, σε πολλές χώρες, να επιτελεί την κοινωνική του λειτουργία, παρέχοντας στους καταναλωτές περισσότερα, καλύτερα και φθηνότερα αγαθά.
None the less capitalism is still very vigorous in the Western Hemisphere. Capitalist production has made very remarkable progress even in these last years. Methods of production were greatly improved. Consumers have been supplied with better and cheaper goods and with many new articles unheard of a short time ago. Many countries have expanded the size and improved the quality of their manufacturing. In spite of the anti-capitalistic policies of all governments and of almost all political parties, the capitalist mode of production is in many countries still fulfilling its social function in supplying the consumers with more, better and cheaper goods.
Ασφαλώς δεν αποτελεί επίτευγμα των κυβερνήσεων, των πολιτικών και των συνδικαλιστικών στελεχών το γεγονός ότι βελτιώνεται το βιοτικό επίπεδο στις χώρες που είναι προσηλωμένες στην αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Το γεγονός ότι οι περισσότερες οικογένειες στις Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν αυτοκίνητο και ραδιόφωνο δεν οφείλεται στις δημόσιες υπηρεσίες και στους γραφειοκράτες, αλλά στις μεγάλες επιχειρήσεις. Η αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης στην Αμερική, σε σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούσαν πριν από ένα τέταρτο του αιώνα, δεν είναι επίτευγμα νόμων και εκτελεστικών διαταγμάτων. Είναι επίτευγμα επιχειρηματιών οι οποίοι επέκτειναν τα εργοστάσιά τους ή κατασκεύασαν νέα.
It is certainly not a merit of governments, politicians and labour union officers that the standard of living is improving in the countries committed to the principle of private ownership of the means of production. Not offices and bureaucrats, but big business deserves credit for the fact that most of the families in the United States own a motor car and a radio set. The increase in per capita consumption in America as compared with conditions a quarter of a century ago is not an achievement of laws and executive orders. It is an accomplishment of business men who enlarged the size of their factories or built new ones.
Το σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί, διότι οι σύγχρονοί μας τείνουν να το παραβλέπουν. Παγιδευμένοι στις δεισιδαιμονίες του κρατισμού και της κυβερνητικής παντοδυναμίας, ασχολούνται αποκλειστικά με τα κυβερνητικά μέτρα. Περιμένουν τα πάντα από την αυταρχική δράση και ελάχιστα από την πρωτοβουλία των επιχειρηματικά δραστήριων πολιτών. Εντούτοις, το μόνο μέσο για την αύξηση της ευημερίας είναι η αύξηση της ποσότητας των προϊόντων. Αυτό ακριβώς επιδιώκει η επιχειρηματική δραστηριότητα.
One must stress this point because our contemporaries are inclined to ignore it. Entangled in the superstitions of statism and government omnipotence, they are exclusively preoccupied with governmental measures. They expect everything from authoritarian action and very little from the initiative of enterprising citizens. Yet, the only means to increase well-being is to increase the quantity of products. This is what business aims at.
Είναι παράδοξο το γεγονός ότι γίνεται πολύ περισσότερος λόγος για τα επιτεύγματα της Αρχής της Κοιλάδας του Τενεσί παρά για το σύνολο των πρωτοφανών και απαράμιλλων επιτευγμάτων των αμερικανικών μεταποιητικών βιομηχανιών που λειτουργούν υπό ιδιωτική διεύθυνση. Ωστόσο, μόνο οι τελευταίες κατέστησαν δυνατή τη νίκη των Συμμαχικών Εθνών στον πόλεμο και επιτρέπουν σήμερα στις Ηνωμένες Πολιτείες να συνδράμουν τις χώρες του Σχεδίου Μάρσαλ.
It is grotesque that there is much more talk about the achievements of the Tennessee Valley Authority than about all the unprecedented and unparalleled achievements of American privately operated processing industries. However, it was only the latter which enabled the United Nations to win the war and today enables the United States to come to the aid of the Marshall Plan countries.
Το δόγμα ότι το κράτος ή η κυβέρνηση αποτελεί την ενσάρκωση όλων όσων είναι καλά και ωφέλιμα, ενώ τα άτομα είναι άθλιοι υπήκοοι, αποκλειστικά προσηλωμένοι στο να προκαλούν βλάβη ο ένας στον άλλον και έχοντας επιτακτική ανάγκη από έναν κηδεμόνα, παραμένει σχεδόν αδιαμφισβήτητο. Αποτελεί ταμπού να αμφισβητηθεί έστω και κατ’ ελάχιστον. Όποιος διακηρύσσει τη θεϊκή φύση του κράτους και το αλάθητο των ιερέων του, των γραφειοκρατών, θεωρείται αμερόληπτος μελετητής των κοινωνικών επιστημών. Όσοι διατυπώνουν αντιρρήσεις στιγματίζονται ως προκατειλημμένοι και στενόμυαλοι. Οι οπαδοί της νέας θρησκείας της κρατολατρίας δεν είναι λιγότερο φανατικοί και μισαλλόδοξοι από όσο υπήρξαν οι μωαμεθανοί κατακτητές της Αφρικής και της Ισπανίας.
The dogma that the State or the Government is the embodiment of all that is good and beneficial and that the individuals are wretched underlings, exclusively intent upon inflicting harm upon one another and badly in need of a guardian, is almost unchallenged. It is taboo to question it in the slightest way. He who proclaims the godliness of the State and the infallibility of its priests, the bureaucrats, is considered as an impartial student of the social sciences. All those raising objections are branded as biased and narrow-minded. The supporters of the new religion of statolatry are no less fanatical and intolerant than were the Mohammedan conquerors of Africa and Spain.
Η ιστορία θα αποκαλέσει την εποχή μας εποχή των δικτατόρων και των τυράννων. Κατά τα τελευταία χρόνια γίναμε μάρτυρες της πτώσης δύο από αυτούς τους υπερφίαλους υπερανθρώπους. Όμως το πνεύμα που ανύψωσε αυτούς τους αχρείους σε απολυταρχική εξουσία εξακολουθεί να επιβιώνει. Διαποτίζει τα διδακτικά εγχειρίδια και τα περιοδικά, μιλά μέσα από τα στόματα δασκάλων και πολιτικών και εκδηλώνεται στα κομματικά προγράμματα, στα θεατρικά έργα και στα μυθιστορήματα. Όσο επικρατεί αυτό το πνεύμα, δεν μπορεί να υπάρξει καμία ελπίδα για διαρκή ειρήνη, για δημοκρατία, για διατήρηση της ελευθερίας ή για σταθερή βελτίωση της οικονομικής ευημερίας του έθνους.
History will call our age the age of the dictators and tyrants. We have witnessed in the last years the fall of two of these inflated supermen. But the spirit which raised these knaves to autocratic power survives. It permeates textbooks and periodicals, it speaks through the mouths of teachers and politicians, it manifests itself in party programmes and in plays and novels. As long as this spirit prevails there cannot be any hope of durable peace, of democracy, of the preservation of freedom or of a steady improvement in the nation’s economic well-being.
Τίποτε δεν είναι σήμερα πιο αντιδημοφιλές από την οικονομία της ελεύθερης αγοράς, δηλαδή τον καπιταλισμό. Για καθετί που θεωρείται μη ικανοποιητικό στις σημερινές συνθήκες κατηγορείται ο καπιταλισμός. Οι άθεοι θεωρούν τον καπιταλισμό υπεύθυνο για την επιβίωση του χριστιανισμού. Οι παπικές εγκύκλιοι, όμως, κατηγορούν τον καπιταλισμό για την εξάπλωση της αθρησκίας και για τις αμαρτίες των συγχρόνων μας, ενώ οι προτεσταντικές εκκλησίες και αιρέσεις δεν είναι λιγότερο σφοδρές στην καταγγελία της καπιταλιστικής απληστίας. Οι φίλοι της ειρήνης θεωρούν τους πολέμους μας απόρροια του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού. Αλλά οι αδιάλλακτοι εθνικιστές πολεμοκάπηλοι της Γερμανίας και της Ιταλίας κατηγορούσαν τον καπιταλισμό για τον «αστικό» ειρηνισμό του, ο οποίος, κατά τη γνώμη τους, αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση και στους αναπόδραστους νόμους της ιστορίας. Οι ηθικολόγοι κατηγορούν τον καπιταλισμό ότι διαλύει την οικογένεια και ενθαρρύνει την ακολασία. Οι «προοδευτικοί», όμως, τον κατηγορούν ότι διατηρεί υποτιθέμενα παρωχημένους κανόνες σεξουαλικού περιορισμού. Σχεδόν όλοι συμφωνούν ότι η φτώχεια αποτελεί προϊόν του καπιταλισμού. Από την άλλη πλευρά, πολλοί αποδοκιμάζουν το γεγονός ότι ο καπιταλισμός, ικανοποιώντας αφειδώς τις επιθυμίες ανθρώπων που επιδιώκουν περισσότερες ανέσεις και καλύτερη διαβίωση, προάγει έναν χονδροειδή υλισμό. Αυτές οι αντιφατικές κατηγορίες εναντίον του καπιταλισμού αλληλοαναιρούνται. Παραμένει, ωστόσο, το γεγονός ότι ελάχιστοι άνθρωποι έχουν απομείνει οι οποίοι δεν θα καταδίκαζαν συλλήβδην τον καπιταλισμό.
Nothing is more unpopular today than the free market economy, i.e., capitalism. Everything that is considered unsatisfactory in present-day conditions is charged to capitalism. The atheists make capitalism responsible for the survival of Christianity. But the papal encyclicals blame capitalism for the spread of irreligion and the sins of our contemporaries, and the Protestant churches and sects are no less vigorous in their indictment of capitalist greed. Friends of peace consider our wars as an offshoot of capitalist imperialism. But the adamant nationalist warmongers of Germany and Italy indicted capitalism for its “bourgeois” pacifism, contrary to human nature and to the inescapable laws of history. Sermonizers accuse capitalism of disrupting the family and fostering licentiousness. But the “progressives” blame capitalism for the preservation of allegedly outdated rules of sexual restraint. Almost all men agree that poverty is an outcome of capitalism. On the other hand many deplore the fact that capitalism, in catering lavishly to the wishes of people intent upon getting more amenities and a better living, promotes a crass materialism. These contradictory accusations of capitalism cancel one another. But the fact remains that there are few people left who would not condemn capitalism altogether.
Μολονότι ο καπιταλισμός αποτελεί το οικονομικό σύστημα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, οι πολιτικές όλων των δυτικών εθνών καθοδηγούνται από εξ ολοκλήρου αντικαπιταλιστικές ιδέες. Σκοπός αυτών των παρεμβατικών πολιτικών δεν είναι η διατήρηση του καπιταλισμού, αλλά η αντικατάστασή του από μια μικτή οικονομία. Υποτίθεται ότι αυτή η μικτή οικονομία δεν είναι ούτε καπιταλισμός ούτε σοσιαλισμός. Περιγράφεται ως ένα τρίτο σύστημα, εξίσου απομακρυσμένο από τον καπιταλισμό και από τον σοσιαλισμό. Υποστηρίζεται ότι βρίσκεται στο μέσο μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού, διατηρώντας τα πλεονεκτήματα και των δύο και αποφεύγοντας τα εγγενή μειονεκτήματα καθενός.
Although capitalism is the economic system of modern Western civilization, the policies of all Western nations are guided by utterly anti-capitalistic ideas. The aim of these interventionist policies is not to preserve capitalism, but to substitute a mixed economy for it. It is assumed that this mixed economy is neither capitalism nor socialism. It is described as a third system, as far from capitalism as it is from socialism. It is alleged that it stands midway between socialism and capitalism, retaining the advantages of both and avoiding the disadvantages inherent in each.
Πριν από περισσότερο από μισό αιώνα, η εξέχουσα προσωπικότητα του βρετανικού σοσιαλιστικού κινήματος, ο Sidney Webb, διακήρυξε ότι η σοσιαλιστική φιλοσοφία «δεν είναι παρά η συνειδητή και ρητή διατύπωση αρχών κοινωνικής οργάνωσης, οι οποίες έχουν ήδη, κατά μεγάλο μέρος, υιοθετηθεί ασυνείδητα». Πρόσθεσε δε ότι η οικονομική ιστορία του δέκατου ένατου αιώνα αποτελούσε «μια σχεδόν αδιάλειπτη καταγραφή της προόδου του σοσιαλισμού».1 Λίγα χρόνια αργότερα, ένας επιφανής Βρετανός πολιτικός, ο σερ William Harcourt, δήλωσε: «Τώρα είμαστε όλοι σοσιαλιστές».2 Όταν, το 1913, ένας Αμερικανός, ο Elmer Roberts, δημοσίευσε ένα βιβλίο για τις οικονομικές πολιτικές της Αυτοκρατορικής Κυβέρνησης της Γερμανίας, όπως αυτές ασκούνταν από τα τέλη της δεκαετίας του 1870, τις αποκάλεσε «μοναρχικό σοσιαλισμό».3
More than half a century ago the outstanding man in the British socialist movement, Sidney Webb, declared that the socialist philosophy is “but the conscious and explicit assertion of principles of social organization which have been already in great part unconsciously adopted.” And he added that the economic history of the nineteenth century was “an almost continuous record of the progress of socialism.” A few years later an eminent British statesman, Sir William Harcourt, stated: “We are all socialists now.” When in 1913 an American, Elmer Roberts, published a book on the economic policies of the Imperial Government of Germany as conducted since the end of the 1870s, he called them “monarchical socialism.”
Ωστόσο, δεν ήταν ορθό να ταυτίζεται απλώς ο παρεμβατισμός με τον σοσιαλισμό. Υπάρχουν πολλοί υποστηρικτές του παρεμβατισμού οι οποίοι τον θεωρούν την καταλληλότερη μέθοδο για τη βαθμιαία —βήμα προς βήμα— πραγμάτωση του πλήρους σοσιαλισμού. Υπάρχουν όμως και πολλοί παρεμβατιστές που δεν είναι απροκάλυπτα σοσιαλιστές· αποσκοπούν στην εγκαθίδρυση της μικτής οικονομίας ως μόνιμου συστήματος οικονομικής διαχείρισης. Επιδιώκουν να περιορίσουν, να ρυθμίσουν και να «βελτιώσουν» τον καπιταλισμό μέσω κυβερνητικών παρεμβάσεων στην επιχειρηματική δραστηριότητα και μέσω του συνδικαλισμού.
However, it was not correct simply to identify interventionism and socialism. There are many supporters of interventionism who consider it the most appropriate method of realizing—step by step—full socialism. But there are also many interventionists who are not outright socialists; they aim at the establishment of the mixed economy as a permanent system of economic management. They endeavour to restrain, to regulate and to “improve” capitalism by government interference with business and by labour unionism.
Για να κατανοήσουμε τον τρόπο λειτουργίας του παρεμβατισμού και της μικτής οικονομίας, είναι αναγκαίο να διευκρινίσουμε δύο σημεία:
In order to comprehend the working of interventionism and of the mixed economy it is necessary to clarify two points:
Πρώτον: Εάν, σε μια κοινωνία θεμελιωμένη στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ορισμένα από αυτά τα μέσα ανήκουν στο κράτος ή στους δήμους και λειτουργούν υπό τη διαχείρισή τους, αυτό δεν δημιουργεί ακόμη ένα μικτό σύστημα που θα συνδύαζε τον σοσιαλισμό με την ιδιωτική ιδιοκτησία. Εφόσον μόνο ορισμένες μεμονωμένες επιχειρήσεις τελούν υπό δημόσιο έλεγχο, τα χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς που καθορίζουν την οικονομική δραστηριότητα παραμένουν κατ’ ουσίαν αναλλοίωτα. Ακόμη και οι επιχειρήσεις δημόσιας ιδιοκτησίας, ως αγοραστές πρώτων υλών, ημιτελών προϊόντων και εργασίας, και ως πωλητές αγαθών και υπηρεσιών, οφείλουν να ενταχθούν στον μηχανισμό της οικονομίας της αγοράς. Υπόκεινται στον νόμο της αγοράς· πρέπει να επιδιώκουν κέρδη ή, τουλάχιστον, να αποφεύγουν τις ζημίες. Όταν επιχειρείται να μετριαστεί ή να εξαλειφθεί αυτή η εξάρτηση μέσω της κάλυψης των ζημιών των επιχειρήσεων αυτών με επιδοτήσεις από δημόσιους πόρους, το μόνο αποτέλεσμα είναι η μετατόπιση αυτής της εξάρτησης σε άλλο σημείο. Και τούτο διότι τα μέσα για τις επιδοτήσεις πρέπει να εξευρεθούν από κάπου. Μπορούν να αντληθούν μέσω της επιβολής φόρων. Ωστόσο, το βάρος αυτών των φόρων ασκεί τις συνέπειές του στο κοινό και όχι στην κυβέρνηση που εισπράττει τον φόρο. Η αγορά, και όχι η φορολογική υπηρεσία, αποφασίζει ποιος θα επωμιστεί το βάρος του φόρου και με ποιον τρόπο αυτός θα επηρεάσει την παραγωγή και την κατανάλωση. Η αγορά και ο αναπόδραστος νόμος της είναι υπέρτατοι.
First: If within a society based on private ownership of the means of production some of these means are owned and operated by the government or by municipalities, this still does not make for a mixed system which would combine socialism and private ownership. As long as only certain individual enterprises are publicly controlled, the characteristics of the market economy determining economic activity remain essentially unimpaired. The publicly owned enterprises, too, as buyers of raw materials, semi-finished goods and labour, and as sellers of goods and services, must fit into the mechanism of the market economy. They are subject to the law of the market; they have to strive after profits or, at least, to avoid losses. When it is attempted to mitigate or to eliminate this dependence by covering the losses of such enterprises with subsidies out of public funds, the only result is a shifting of this dependence somewhere else. This is because the means for the subsidies have to be raised somewhere. They may be raised by collecting taxes. But the burden of such taxes has its effects on the public, not on the government collecting the tax. It is the market, and not the revenue department, which decides upon whom the burden of the tax falls and how it affects production and consumption. The market and its inescapable law are supreme.
Δεύτερον: Υπάρχουν δύο διαφορετικά πρότυπα πραγμάτωσης του σοσιαλισμού. Το πρώτο πρότυπο —το οποίο μπορούμε να αποκαλέσουμε μαρξικό [Σ.τ.Μ.: ή μαρξιστικό] ή ρωσικό— είναι αμιγώς γραφειοκρατικό. Όλες οι οικονομικές επιχειρήσεις αποτελούν υπηρεσίες του κράτους, όπως ακριβώς η διοίκηση του στρατού και του ναυτικού ή το ταχυδρομικό σύστημα. Κάθε επιμέρους εργοστάσιο, κατάστημα ή αγρόκτημα βρίσκεται στην ίδια σχέση προς την ανώτερη κεντρική οργάνωση όπως ένα ταχυδρομείο προς τη Γενική Διεύθυνση Ταχυδρομείων. Ολόκληρο το έθνος συγκροτεί έναν ενιαίο στρατό εργασίας με υποχρεωτική υπηρεσία· διοικητής αυτού του στρατού είναι ο αρχηγός του κράτους.
Second: There are two different patterns for the realization of socialism. The one pattern—we may call it the Marxian or Russian pattern—is purely bureaucratic. All economic enterprises are departments of the government just as the administration of the army and the navy or the postal system. Every single plant, shop or farm, stands in the same relation to the superior central organization as does a post office to the office of the Postmaster-General. The whole nation forms one single labour army with compulsory service; the commander of this army is the chief of state.
Το δεύτερο πρότυπο —το οποίο μπορούμε να αποκαλέσουμε γερμανικό σύστημα ή σύστημα Zwangswirtschaft4— διαφέρει από το πρώτο κατά το ότι διατηρεί, φαινομενικά και κατ’ όνομα, την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την επιχειρηματικότητα και τις συναλλαγές στην αγορά. Οι λεγόμενοι επιχειρηματίες αγοράζουν και πωλούν, πληρώνουν τους εργαζομένους, συνάπτουν χρέη και καταβάλλουν τόκους και χρεολύσια. Δεν είναι όμως πλέον επιχειρηματίες. Στη ναζιστική Γερμανία αποκαλούνταν διευθυντές επιχειρησιακών μονάδων ή Betriebsführer. Η κυβέρνηση υπαγορεύει σε αυτούς τους κατ’ επίφαση επιχειρηματίες τι και πώς να παράγουν, σε ποιες τιμές και από ποιον να αγοράζουν, καθώς και σε ποιες τιμές και σε ποιον να πωλούν. Η κυβέρνηση καθορίζει με διάταγμα έναντι ποιων μισθών πρέπει να εργάζονται οι εργάτες, καθώς και σε ποιον και με ποιους όρους πρέπει οι κεφαλαιούχοι να εμπιστεύονται τα κεφάλαιά τους. Η συναλλαγή στην αγορά δεν είναι παρά επίφαση. Εφόσον όλες οι τιμές, οι μισθοί και τα επιτόκια καθορίζονται από την αρχή, αποτελούν τιμές, μισθούς και επιτόκια μόνο κατ’ επίφαση· στην πραγματικότητα, δεν είναι παρά ποσοτικοί όροι στις αυταρχικές διαταγές που καθορίζουν το εισόδημα, την κατανάλωση και το βιοτικό επίπεδο κάθε πολίτη. Η αρχή, και όχι οι καταναλωτές, κατευθύνει την παραγωγή. Το κεντρικό συμβούλιο διεύθυνσης της παραγωγής είναι υπέρτατο· όλοι οι πολίτες δεν είναι παρά δημόσιοι υπάλληλοι. Πρόκειται για σοσιαλισμό με την εξωτερική εμφάνιση του καπιταλισμού. Ορισμένες ονομασίες της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς διατηρούνται, αλλά εδώ σημαίνουν κάτι εντελώς διαφορετικό από ό,τι σημαίνουν στην οικονομία της αγοράς.
The second pattern—we may call it the German or Zwangswirtschaft system —differs from the first one in that it, seemingly and nominally, maintains private ownership of the means of production, entrepreneurship, and market exchange. So-called entrepreneurs do the buying and selling, pay the workers, contract debts and pay interest and amortization. But they are no longer entrepreneurs. In Nazi Germany they were called shop managers or Betriebsführer. The government tells these seeming entrepreneurs what and how to produce, at what prices and from whom to buy, at what prices and to whom to sell. The government decrees at what wages labourers should work, and to whom and under what terms the capitalists should entrust their funds. Market exchange is but a sham. As all prices, wages and interest rates are fixed by the authority, they are prices, wages and interest rates in appearance only; in fact they are merely quantitative terms in the authoritarian orders determining each citizen’s income, consumption and standard of living. The authority, not the consumers, directs production. The central board of production management is supreme; all citizens are nothing else but civil servants. This is socialism with the outward appearance of capitalism. Some labels of the capitalistic market economy are retained, but they signify here something entirely different from what they mean in the market economy.
Είναι αναγκαίο να επισημανθεί αυτό το γεγονός, ώστε να αποτραπεί η σύγχυση μεταξύ σοσιαλισμού και παρεμβατισμού. Το σύστημα της παρεμποδιζόμενης οικονομίας της αγοράς, δηλαδή ο παρεμβατισμός, διαφέρει από τον σοσιαλισμό ακριβώς επειδή εξακολουθεί να αποτελεί οικονομία της αγοράς. Η κρατική αρχή επιδιώκει να επηρεάσει την αγορά μέσω της παρέμβασης της καταναγκαστικής της εξουσίας, αλλά δεν θέλει να καταργήσει ολοκληρωτικά την αγορά. Επιθυμεί η παραγωγή και η κατανάλωση να εξελίσσονται προς κατευθύνσεις διαφορετικές από εκείνες που θα υπαγόρευε η ανεμπόδιστη αγορά και θέλει να επιτύχει τον σκοπό της εισάγοντας στη λειτουργία της αγοράς διαταγές, εντολές και απαγορεύσεις, για την επιβολή των οποίων βρίσκεται σε ετοιμότητα η αστυνομική εξουσία και ο μηχανισμός εξαναγκασμού και καταναγκασμού της. Πρόκειται, όμως, για μεμονωμένες παρεμβάσεις· οι εμπνευστές τους ισχυρίζονται ότι δεν σχεδιάζουν να συνδυάσουν αυτά τα μέτρα σε ένα πλήρως ενοποιημένο σύστημα, το οποίο θα ρυθμίζει όλες τις τιμές, τους μισθούς και τα επιτόκια και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα θέτει τον πλήρη έλεγχο της παραγωγής και της κατανάλωσης στα χέρια των αρχών.
It is necessary to point out this fact to prevent a confusion of socialism and interventionism. The system of the hampered market economy, or interventionism, differs from socialism by the very fact that it is still market economy. The authority seeks to influence the market by the intervention of its coercive power, but it does not want to eliminate the market altogether. It desires that production and consumption should develop along lines different from those prescribed by the unhindered market, and it wants to achieve its aim by injecting into the working of the market orders, commands and prohibitions for whose enforcement the police power and its apparatus of coercion and compulsion stand ready. But these are isolated interventions; their authors assert that they do not plan to combine these measures into a completely integrated system which regulates all prices, wages and interest rates, and which thus places full control of production and consumption in the hands of the authorities.
Ωστόσο, όλες οι μέθοδοι του παρεμβατισμού είναι καταδικασμένες σε αποτυχία. Αυτό σημαίνει ότι τα παρεμβατικά μέτρα οδηγούν αναγκαστικά σε συνθήκες οι οποίες, από την άποψη των ίδιων των υποστηρικτών τους, είναι λιγότερο ικανοποιητικές από την προγενέστερη κατάσταση πραγμάτων την οποία είχαν σχεδιαστεί να μεταβάλουν. Επομένως, οι πολιτικές αυτές αντιστρατεύονται τον ίδιο τους τον σκοπό.
However, all the methods of interventionism are doomed to failure. This means: the interventionist measures must needs result in conditions which from the point of view of their own advocates are more unsatisfactory than the previous state of affairs they were designed to alter. These policies are therefore contrary to purpose.
Τα κατώτατα μισθολογικά επίπεδα, είτε επιβάλλονται με κυβερνητικό διάταγμα είτε μέσω συνδικαλιστικής πίεσης και εξαναγκασμού, είναι περιττά εάν καθορίζουν τους μισθούς στο επίπεδο της αγοράς. Εάν, όμως, επιχειρούν να αυξήσουν τους μισθούς πάνω από το επίπεδο που θα είχε καθορίσει η ανεμπόδιστη αγορά εργασίας, έχουν ως αποτέλεσμα τη μόνιμη ανεργία μεγάλου μέρους του δυνητικού εργατικού δυναμικού.
Minimum wage rates, whether enforced by government decree or by labour union pressure and compulsion, are useless if they fix wage rates at the market level. But if they try to raise wage rates above the level which the unhampered labour market would have determined, they result in permanent unemployment of a great part of the potential labour force.
Οι δημόσιες δαπάνες δεν μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετες θέσεις εργασίας. Εάν η κυβέρνηση εξασφαλίσει τα απαιτούμενα κεφάλαια φορολογώντας τους πολίτες ή δανειζόμενη από το κοινό, καταργεί από τη μία πλευρά τόσες θέσεις εργασίας όσες δημιουργεί από την άλλη. Εάν οι δημόσιες δαπάνες χρηματοδοτούνται με δανεισμό από τις εμπορικές τράπεζες, αυτό σημαίνει πιστωτική επέκταση και πληθωρισμό. Εάν, κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου πληθωρισμού, η άνοδος των τιμών των εμπορευμάτων υπερβεί την άνοδο των ονομαστικών μισθών, η ανεργία θα μειωθεί. Εκείνο όμως που προκαλεί τη μείωση της ανεργίας είναι ακριβώς το γεγονός ότι οι πραγματικοί μισθοί υποχωρούν.
Government spending cannot create additional jobs. If the government provides the funds required by taxing the citizens or by borrowing from the public, it abolishes on the one hand as many jobs as it creates on the other. If government spending is financed by borrowing from the commercial banks, it means credit expansion and inflation. If in the course of such an inflation the rise in commodity prices exceeds the rise in nominal wage rates, unemployment will drop. But what makes unemployment shrink is precisely the fact that real wage rates are falling.
Η εγγενής τάση της καπιταλιστικής εξέλιξης είναι η σταθερή αύξηση των πραγματικών μισθών. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της προοδευτικής συσσώρευσης κεφαλαίου, μέσω της οποίας βελτιώνονται οι τεχνολογικές μέθοδοι παραγωγής. Δεν υπάρχει κανένα μέσο με το οποίο μπορούν να αυξηθούν τα μισθολογικά επίπεδα για όλους όσοι επιθυμούν να αποκτούν εισόδημα από μισθωτή εργασία, εκτός από την αύξηση του κατά κεφαλήν μεριδίου του επενδεδυμένου κεφαλαίου. Όποτε παύει η συσσώρευση πρόσθετου κεφαλαίου, ανακόπτεται και η τάση περαιτέρω αύξησης των πραγματικών μισθών. Εάν η κατανάλωση κεφαλαίου αντικαταστήσει την αύξηση του διαθέσιμου κεφαλαίου, οι πραγματικοί μισθοί πρέπει προσωρινά να υποχωρήσουν, μέχρι να αρθούν τα εμπόδια σε μια περαιτέρω αύξηση του κεφαλαίου. Κυβερνητικά μέτρα που επιβραδύνουν τη συσσώρευση κεφαλαίου ή οδηγούν σε κατανάλωση κεφαλαίου —όπως η δημευτική φορολογία— είναι, επομένως, επιζήμια για τα ζωτικά συμφέροντα των εργαζομένων.
The inherent tendency of capitalist evolution is to raise real wage rates steadily. This is the effect of the progressive accumulation of capital by means of which technological methods of production are improved. There is no means by which the height of wage rates can be raised for all those eager to earn wages other than through the increase of the per capita quota of capital invested. Whenever the accumulation of additional capital stops, the tendency towards a further increase in real wage rates comes to a standstill. If capital consumption is substituted for an increase in capital available, real wage rates must drop temporarily until the checks on a further increase in capital are removed. Government measures which retard capital accumulation or lead to capital consumption—such as confiscatory taxation—are therefore detrimental to the vital interests of the workers.
Η πιστωτική επέκταση μπορεί να επιφέρει μια προσωρινή οικονομική άνθηση. Μια τέτοια, όμως, πλασματική ευημερία πρέπει να καταλήξει σε γενικευμένη εμπορική ύφεση, σε οικονομική κατάρρευση.
Credit expansion can bring about a temporary boom. But such a fictitious prosperity must end in a general depression of trade, a slump.
Δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η οικονομική ιστορία των τελευταίων δεκαετιών διέψευσε τις απαισιόδοξες προβλέψεις των οικονομολόγων. Η εποχή μας έχει να αντιμετωπίσει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Δεν πρόκειται, όμως, για κρίση του καπιταλισμού. Πρόκειται για την κρίση του παρεμβατισμού, των πολιτικών που αποσκοπούν στη βελτίωση του καπιταλισμού και στην αντικατάστασή του από ένα καλύτερο σύστημα.
It can hardly be asserted that the economic history of the last decades has run counter to the pessimistic predictions of the economists. Our age has to face great economic troubles. But this is not a crisis of capitalism. It is the crisis of interventionism, of policies designed to improve capitalism and to substitute a better system for it.
Κανένας οικονομολόγος δεν τόλμησε ποτέ να ισχυριστεί ότι ο παρεμβατισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε οτιδήποτε άλλο εκτός από καταστροφή και χάος. Οι υποστηρικτές του παρεμβατισμού — προπάντων η Πρωσική Ιστορική Σχολή και οι Αμερικανοί θεσμικοί— δεν ήταν οικονομολόγοι. Αντιθέτως, για να προωθήσουν τα σχέδιά τους, αρνήθηκαν απερίφραστα ότι υφίσταται κάτι τέτοιο όπως ο οικονομικός νόμος. Κατά τη γνώμη τους, οι κυβερνήσεις είναι ελεύθερες να επιτυγχάνουν όλους τους σκοπούς που θέτουν, χωρίς να περιορίζονται από οποιαδήποτε αδυσώπητη κανονικότητα στην αλληλουχία των οικονομικών φαινομένων. Όπως ο Γερμανός σοσιαλιστής Ferdinand Lassalle, υποστηρίζουν ότι το κράτος είναι Θεός.
No economist ever dared to assert that interventionism could result in anything else than in disaster and chaos. The advocates of interventionism—foremost among them the Prussian Historical School and the American Institutionalists—were not economists. On the contrary. In order to promote their plans they flatly denied that there is any such thing as economic law. In their opinion governments are free to achieve all they aim at without being restrained by an inexorable regularity in the sequence of economicphenomena Like the German socialist Ferdinand Lassalle, they maintain that the State is God.
Οι παρεμβατιστές δεν προσεγγίζουν τη μελέτη των οικονομικών ζητημάτων με επιστημονική αμεροληψία. Οι περισσότεροι κινούνται από φθονερή μνησικακία εναντίον εκείνων των οποίων τα εισοδήματα είναι υψηλότερα από τα δικά τους. Αυτή η προκατάληψη καθιστά αδύνατο να δουν τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Για εκείνους, το κύριο ζήτημα δεν είναι η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των μαζών, αλλά η πρόκληση βλάβης στους επιχειρηματίες και στους κεφαλαιούχους, ακόμη και αν αυτή η πολιτική θυματοποιεί τη συντριπτική πλειονότητα του λαού.
The interventionists do not approach the study of economic matters with scientific disinterestedness. Most of them are driven by an envious resentment against those whose incomes are larger than their own. This bias makes it impossible for them to see things as they really are. For them the main thing is not to improve the conditions of the masses, but to harm the entrepreneurs and capitalists even if this policy victimizes the immense majority of the people.
Στα μάτια των παρεμβατιστών, η ίδια η ύπαρξη κερδών είναι επιλήψιμη. Μιλούν για το κέρδος χωρίς να εξετάζουν το αναγκαίο συμπλήρωμά του, τη ζημία. Δεν κατανοούν ότι το κέρδος και η ζημία αποτελούν τα μέσα με τα οποία οι καταναλωτές ασκούν αυστηρό έλεγχο σε όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Το κέρδος και η ζημία είναι αυτά που καθιστούν τους καταναλωτές κυρίαρχους ως προς την κατεύθυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Είναι παράλογο να αντιπαρατίθεται η παραγωγή για το κέρδος προς την παραγωγή για τη χρήση. Στην ανεμπόδιστη αγορά, ένας άνθρωπος μπορεί να αποκομίσει κέρδη μόνο εφόσον προμηθεύει τους καταναλωτές, με τον καλύτερο και φθηνότερο τρόπο, με τα αγαθά που επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν. Το κέρδος και η ζημία αποσύρουν τους υλικούς συντελεστές της παραγωγής από τα χέρια των αναποτελεσματικών και τους τοποθετούν στα χέρια των αποτελεσματικότερων. Η κοινωνική τους λειτουργία συνίσταται στο να καθιστούν έναν άνθρωπο τόσο περισσότερο επιδραστικό στη διεξαγωγή των επιχειρηματικών υποθέσεων, όσο καλύτερα επιτυγχάνει να παράγει εμπορεύματα για τα οποία οι άνθρωποι διαγκωνίζονται. Οι καταναλωτές ζημιώνονται όταν οι νόμοι της χώρας εμποδίζουν τους αποτελεσματικότερους επιχειρηματίες να διευρύνουν το πεδίο των δραστηριοτήτων τους. Εκείνο που κατέστησε ορισμένες επιχειρήσεις «μεγάλες επιχειρήσεις» ήταν ακριβώς η επιτυχία τους να ανταποκριθούν, καλύτερα από όλους, στη ζήτηση των μαζών.
In the eyes of the interventionists the mere existence of profits is objectionable. They speak of profit without dealing with its corollary, loss. They do not comprehend that profit and loss are the instruments by means of which the consumers keep a tight rein on all entrepreneurial activities. It is profit and loss that make the consumers supreme in the direction of business. It is absurd to contrast production for profit and production for use. On the unhampered market a man can earn profits only by supplying the consumers in the best and cheapest way with the goods they want to use. Profit and loss withdraw the material factors of production from the hands of the inefficient and place them in the hands of the more efficient. It is their social function to make a man the more influential in the conduct of business the better he succeeds in producing commodities for which people scramble. The consumers suffer when the laws of the country prevent the most efficient entrepreneurs from expanding the sphere of their activities. What made some enterprises develop into “big business” was precisely their success in filling best the demand of the masses.
Οι αντικαπιταλιστικές πολιτικές υπονομεύουν τη λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος της οικονομίας της αγοράς. Η αποτυχία του παρεμβατισμού δεν καταδεικνύει την αναγκαιότητα υιοθέτησης του σοσιαλισμού. Αποκαλύπτει απλώς τη ματαιότητα του παρεμβατισμού. Όλα εκείνα τα δεινά τα οποία οι αυτοαποκαλούμενοι «προοδευτικοί» ερμηνεύουν ως αποδείξεις της αποτυχίας του καπιταλισμού είναι το αποτέλεσμα των υποτιθέμενα ευεργετικών παρεμβάσεών τους στην αγορά. Μόνο οι αδαείς, ταυτίζοντας εσφαλμένα τον παρεμβατισμό με τον καπιταλισμό, πιστεύουν ότι η θεραπεία αυτών των δεινών είναι ο σοσιαλισμός.
Anti-capitalistic policies sabotage the operation of the capitalist system of the market economy. The failure of interventionism does not demonstrate the necessity of adopting socialism. It merely exposes the futility of interventionism. All those evils which the self-styled “progressives” interpret as evidence of the failure of capitalism are the outcome of their allegedly beneficial interference with the market. Only the ignorant, wrongly identifying interventionism and capitalism, believe that the remedy for these evils is socialism.
2. Ο Δικτατορικός, Αντιδημοκρατικός και Σοσιαλιστικός Χαρακτήρας του Παρεμβατισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου2 The Dictatorial, Anti-Democratic and Socialist Character of Interventionism
Πολλοί υποστηρικτές του παρεμβατισμού απορούν όταν τους επισημαίνεται ότι, συνιστώντας τον παρεμβατισμό, ενισχύουν οι ίδιοι τις αντιδημοκρατικές και δικτατορικές τάσεις και προωθούν την εγκαθίδρυση του ολοκληρωτικού σοσιαλισμού. Διαμαρτύρονται ότι είναι ειλικρινείς στις πεποιθήσεις τους και ότι αντιτίθενται στην τυραννία και στον σοσιαλισμό. Το μόνο που επιδιώκουν, ισχυρίζονται, είναι η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των φτωχών. Λένε ότι παρακινούνται από λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης και ότι τάσσονται υπέρ μιας δικαιότερης κατανομής του εισοδήματος ακριβώς επειδή επιθυμούν να διαφυλάξουν τον καπιταλισμό και το πολιτικό του επακόλουθο ή εποικοδόμημα, δηλαδή τη δημοκρατική διακυβέρνηση.
Many advocates of interventionism are bewildered when one tells them that in recommending interventionism they themselves are fostering anti-democratic and dictatorial tendencies and the establishment of totalitarian socialism. They protest that they are sincere believers and opposed to tyranny and socialism. What they aim at is only the improvement of the conditions of the poor. They say that they are driven by considerations of social justice, and favour a fairer distribution of income precisely because they are intent upon preserving capitalism and its political corollary or superstructure, viz., democratic government.
Εκείνο που οι άνθρωποι αυτοί αδυνατούν να αντιληφθούν είναι ότι τα διάφορα μέτρα που προτείνουν δεν είναι ικανά να επιφέρουν τα ευεργετικά αποτελέσματα στα οποία αποβλέπουν. Αντιθέτως, δημιουργούν μια κατάσταση η οποία, από την άποψη των ίδιων των υποστηρικτών τους, είναι χειρότερη από την προγενέστερη κατάσταση την οποία σχεδιάστηκαν να μεταβάλουν. Εάν η κυβέρνηση, αντιμέτωπη με την αποτυχία της πρώτης της παρέμβασης, δεν είναι διατεθειμένη να άρει την επέμβασή της στην αγορά και να επιστρέψει σε μια ελεύθερη οικονομία, πρέπει να προσθέτει στο αρχικό της μέτρο ολοένα περισσότερες ρυθμίσεις και περιορισμούς. Προχωρώντας βήμα προς βήμα σε αυτή την κατεύθυνση, καταλήγει τελικά σε ένα σημείο στο οποίο έχει εξαφανιστεί κάθε οικονομική ελευθερία των ατόμων. Τότε αναδύεται ο σοσιαλισμός του γερμανικού προτύπου, η ναζιστική Zwangswirtschaft, δηλαδή η καταναγκαστικά διευθυνόμενη οικονομία.
What these people fail to realize is that the various measures they suggest are not capable of bringing about the beneficial results aimed at. On the contrary they produce a state of affairs which from the point of view of their advocates is worse than the previous state which they were designed to alter. If the government, faced with this failure of its first intervention, is not prepared to undo its interference with the market and to return to a free economy, it must add to its first measure more and more regulations and restrictions. Proceeding step by step on this way it finally reaches a point in which all economic freedom of individuals has disappeared. Then socialism of the German pattern, the Zwangswirtschaft of the Nazis, emerges.
Έχουμε ήδη αναφερθεί στην περίπτωση των κατώτατων μισθολογικών ορίων. Ας διασαφηνίσουμε περαιτέρω το ζήτημα αναλύοντας μια χαρακτηριστική περίπτωση ελέγχου των τιμών.
We have already mentioned the case of minimum wage rates. Let us illustrate the matter further by an analysis of a typical case of price control.
Εάν η κυβέρνηση επιθυμεί να καταστήσει δυνατό για τους φτωχούς γονείς να δίνουν περισσότερο γάλα στα παιδιά τους, πρέπει να αγοράζει γάλα στην τιμή της αγοράς και να το πωλεί σε αυτούς τους φτωχούς ανθρώπους φθηνότερα, υφιστάμενη ζημία· η ζημία αυτή μπορεί να καλυφθεί από τα έσοδα που συγκεντρώνονται μέσω της φορολογίας. Εάν, όμως, η κυβέρνηση απλώς καθορίσει την τιμή του γάλακτος σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο της αγοράς, τα αποτελέσματα θα είναι αντίθετα προς τους σκοπούς της. Οι οριακοί παραγωγοί, προκειμένου να αποφύγουν τις ζημίες, θα εγκαταλείψουν την παραγωγή και την πώληση γάλακτος. Θα διατίθεται στους καταναλωτές λιγότερο γάλα, όχι περισσότερο. Το αποτέλεσμα αυτό αντιβαίνει στις προθέσεις της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση παρενέβη επειδή θεωρούσε το γάλα ζωτικής σημασίας αγαθό. Δεν επιθυμούσε να περιορίσει την προσφορά του.
If the government wants to make it possible for poor parents to give more milk to their children, it must buy milk at the market price and sell it to those poor people with a loss at a cheaper rate; the loss may be covered from the means collected by taxation. But if the government simply fixes the price of milk at a lower rate than the market, the results obtained will be contrary to the aims of the government. The marginal producers will, in order to avoid losses, go out of the business of producing and selling milk. There will be less milk available for the consumers, not more. This outcome is contrary to the government’s intentions. The government interfered because it considered milk as a vital necessity. It did not want to restrict its supply.
Η κυβέρνηση βρίσκεται τώρα ενώπιον της εξής επιλογής: είτε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια ελέγχου των τιμών είτε να προσθέσει στο πρώτο της μέτρο ένα δεύτερο, δηλαδή να καθορίσει τις τιμές των συντελεστών παραγωγής που απαιτούνται για την παραγωγή γάλακτος. Τότε η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται σε ένα πιο απομακρυσμένο στάδιο: η κυβέρνηση πρέπει και πάλι να καθορίσει τις τιμές των συντελεστών παραγωγής που είναι αναγκαίοι για την παραγωγή εκείνων των συντελεστών παραγωγής οι οποίοι απαιτούνται για την παραγωγή γάλακτος. Έτσι, η κυβέρνηση πρέπει να προχωρεί ολοένα μακρύτερα, καθορίζοντας τις τιμές όλων των συντελεστών παραγωγής —τόσο των ανθρώπινων, δηλαδή της εργασίας, όσο και των υλικών— και εξαναγκάζοντας κάθε επιχειρηματία και κάθε εργαζόμενο να συνεχίσει να εργάζεται με αυτές τις τιμές και αυτούς τους μισθούς. Κανένας κλάδος παραγωγής δεν μπορεί να εξαιρεθεί από αυτόν τον καθολικό καθορισμό τιμών και μισθών και από αυτή τη γενική διαταγή συνέχισης της παραγωγής. Εάν ορισμένοι κλάδοι παραγωγής παρέμεναν ελεύθεροι, το αποτέλεσμα θα ήταν η μετατόπιση κεφαλαίου και εργασίας προς αυτούς και η αντίστοιχη μείωση της προσφοράς των αγαθών των οποίων τις τιμές είχε καθορίσει η κυβέρνηση. Ωστόσο, ακριβώς αυτά τα αγαθά θεωρεί η κυβέρνηση ιδιαιτέρως σημαντικά για την ικανοποίηση των αναγκών των μαζών.
Now the government has to face the alternative: either to refrain from any endeavours to control prices, or to add to its first measure a second one, i.e., to fix the prices of the factors of production necessary for the production of milk. Then the same story repeats itself on a remoter plane: the government has again to fix the prices of the factors of production necessary for the production of those factors of production which are needed for the production of milk. Thus the government has to go further and further, fixing the prices of all the factors of production—both human (labour) and material—and forcing every entrepreneur and every worker to continue work at these prices and wages. No branch of production can be omitted from this all-round fixing of prices and wages and this general order to continue production. If some branches of production were left free, the result would be a shifting of capital and labour to them and a corresponding fall of the supply of the goods whose prices the government had fixed. However, it is precisely these goods which the government considers as especially important for the satisfaction of the needs of the masses.
Όταν, όμως, επιτευχθεί αυτή η κατάσταση καθολικού ελέγχου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η οικονομία της αγοράς έχει αντικατασταθεί από ένα σύστημα σχεδιασμένης οικονομίας, δηλαδή από τον σοσιαλισμό. Αυτός, βεβαίως, δεν είναι ο σοσιαλισμός της άμεσης κρατικής διαχείρισης κάθε εργοστασίου από την κυβέρνηση, όπως στη Ρωσία, αλλά ο σοσιαλισμός του γερμανικού ή ναζιστικού προτύπου.
But when this state of all-round control of business is achieved, the market economy has been replaced by a system of planned economy, by socialism. Of course, this is not the socialism of immediate state management of every plant by the government as in Russia, but the socialism of the German or Nazi pattern.
Πολλοί άνθρωποι γοητεύτηκαν από την υποτιθέμενη επιτυχία του γερμανικού ελέγχου των τιμών. Έλεγαν: Αρκεί να είστε τόσο βίαιοι και αδίστακτοι όσο οι ναζί και θα επιτύχετε να ελέγξετε τις τιμές. Εκείνο που δεν αντιλαμβάνονταν αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι επιθυμούσαν να πολεμήσουν τον ναζισμό υιοθετώντας τις μεθόδους του, ήταν ότι οι ναζί δεν επέβαλαν έλεγχο τιμών στο πλαίσιο μιας κοινωνίας της αγοράς, αλλά εγκαθίδρυσαν ένα πλήρες σοσιαλιστικό σύστημα, μια ολοκληρωτική πολιτειακή τάξη.
Many people were fascinated by the alleged success of German price control. They said: You have only to be as brutal and ruthless as the Nazis and you will succeed in controlling prices. What these people, eager to fight Nazism by adopting its methods, did not see was that the Nazis did not enforce price control within a market society, but they established a full socialist system, a totalitarian commonwealth.
Ο έλεγχος των τιμών αντιστρατεύεται τον σκοπό του όταν περιορίζεται σε ορισμένα μόνο εμπορεύματα. Δεν μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά στο πλαίσιο μιας οικονομίας της αγοράς. Εάν η κυβέρνηση δεν συναγάγει από αυτή την αποτυχία το συμπέρασμα ότι πρέπει να εγκαταλείψει κάθε απόπειρα ελέγχου των τιμών, είναι αναγκασμένη να προχωρεί ολοένα μακρύτερα, μέχρις ότου αντικαταστήσει την οικονομία της αγοράς με έναν καθολικό σοσιαλιστικό σχεδιασμό.
Price control is contrary to purpose if it is limited to some commodities only. It cannot work satisfactorily within a market economy. If the government does not draw from this failure the conclusion that it must abandon all attempts to control prices, it must go further and further until it substitutes socialist all-round planning for the market economy.
Η παραγωγή μπορεί είτε να κατευθύνεται από τις τιμές που διαμορφώνονται στην αγορά μέσω των αγορών του κοινού και της αποχής του από αυτές είτε να κατευθύνεται από το κεντρικό συμβούλιο διαχείρισης της παραγωγής της κυβέρνησης. Δεν υπάρχει τρίτη διαθέσιμη λύση. Δεν είναι εφικτό ένα τρίτο κοινωνικό σύστημα το οποίο δεν θα ήταν ούτε οικονομία της αγοράς ούτε σοσιαλισμός. Ο κυβερνητικός έλεγχος ενός μόνο μέρους των τιμών οδηγεί αναγκαστικά σε μια κατάσταση την οποία όλοι, ανεξαιρέτως, θεωρούν παράλογη και αντίθετη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αναπόφευκτο αποτέλεσμά του είναι το χάος και η κοινωνική αναταραχή.
Production can either be directed by the prices fixed on the market by the buying and by the abstention from buying on the part of the public. Or it can be directed by the government’s central board of production management. There is no third solution available. There is no third social system feasible which would be neither market economy nor socialism. Government control of only a part of prices must result in a state of affairs which—without any exception—everybody considers as absurd and contrary to purpose. Its inevitable result is chaos and social unrest.
Αυτό ακριβώς έχουν κατά νου οι οικονομολόγοι όταν αναφέρονται στον οικονομικό νόμο και υποστηρίζουν ότι ο παρεμβατισμός αντιβαίνει στους οικονομικούς νόμους.
It is this that the economists have in mind in referring to economic law and asserting that interventionism is contrary to economic law.
Στην οικονομία της αγοράς οι καταναλωτές είναι κυρίαρχοι. Οι αγορές τους και η αποχή τους από αγορές καθορίζουν σε τελευταία ανάλυση τι θα παραγάγουν οι επιχειρηματίες, καθώς και σε ποια ποσότητα και ποιότητα. Καθορίζουν άμεσα τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών και έμμεσα τις τιμές όλων των παραγωγικών αγαθών, δηλαδή της εργασίας και των υλικών συντελεστών παραγωγής. Καθορίζουν την εμφάνιση κερδών και ζημιών και τη διαμόρφωση του επιτοκίου. Καθορίζουν το εισόδημα κάθε ατόμου. Το επίκεντρο της οικονομίας της αγοράς είναι η αγορά, δηλαδή η διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών των εμπορευμάτων, των μισθολογικών και των επιτοκιακών συντελεστών, καθώς και των παραγώγων τους, των κερδών και των ζημιών. Η αγορά καθιστά όλους τους ανθρώπους, υπό την ιδιότητά τους ως παραγωγών, υπόλογους στους καταναλωτές. Η εξάρτηση αυτή είναι άμεση για τους επιχειρηματίες, τους κεφαλαιούχους, τους αγρότες και τους ελεύθερους επαγγελματίες, και έμμεση για όσους εργάζονται έναντι μισθού ή ημερομισθίου. Η αγορά προσαρμόζει τις προσπάθειες όλων όσοι ασχολούνται με την ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών στις επιθυμίες εκείνων για τους οποίους παράγουν, δηλαδή των καταναλωτών. Υποτάσσει την παραγωγή στην κατανάλωση.
In the market economy the consumers are supreme. Their buying and their abstention from buying ultimately determine what the entrepreneurs produce and in what quantity and quality. It determines directly the prices of the consumers’ goods and indirectly the prices of all producers’ goods, viz., labour and material factors of production. It determines the emergence of profits and losses and the formation of the rate of interest. It determines every individual’s income. The focal point of the market economy is the market, i.e., the process of the formation of commodity prices, wage rates and interest rates and their derivatives, profits and losses. It makes all men in their capacity as producers responsible to the consumers. This dependence is direct with entrepreneurs, capitalists, farmers and professional men, and indirect with people working for salaries and wages. The market adjusts the efforts of all those engaged in supplying the needs of the consumers to the wishes of those for whom they produce, the consumers. It subjects production to consumption.
Η αγορά είναι μια δημοκρατία στην οποία κάθε χρηματική μονάδα παρέχει δικαίωμα ψήφου. Είναι αλήθεια ότι τα διάφορα άτομα δεν διαθέτουν την ίδια εκλογική δύναμη. Ο πλουσιότερος διαθέτει περισσότερες ψήφους από τον φτωχότερο. Ωστόσο, στην οικονομία της αγοράς, το να είναι κανείς πλούσιος και να αποκτά υψηλότερο εισόδημα αποτελεί ήδη το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης εκλογής. Το μόνο μέσο για την απόκτηση και τη διατήρηση πλούτου σε μια οικονομία της αγοράς, η οποία δεν έχει νοθευτεί από προνόμια και περιορισμούς που έχουν θεσπιστεί από την κυβέρνηση, είναι η εξυπηρέτηση των καταναλωτών με τον καλύτερο και οικονομικότερο τρόπο. Οι κεφαλαιούχοι και οι γαιοκτήμονες που αποτυγχάνουν ως προς αυτό υφίστανται ζημίες. Εάν δεν αλλάξουν τον τρόπο δράσης τους, χάνουν τον πλούτο τους και γίνονται φτωχοί. Οι καταναλωτές είναι εκείνοι που καθιστούν τους φτωχούς πλούσιους και τους πλούσιους φτωχούς. Οι καταναλωτές είναι εκείνοι που καθορίζουν τον μισθό ενός αστέρα του κινηματογράφου ή ενός τραγουδιστή της όπερας σε υψηλότερο επίπεδο από τον μισθό ενός συγκολλητή ή ενός λογιστή.
The market is a democracy in which every penny gives a right to vote. It is true that the various individuals have not the same power to vote. The richer man casts more ballots than the poorer fellow. But to be rich and to earn a higher income is, in the market economy, already the outcome of a previous election. The only means to acquire wealth and to preserve it, in a market economy not adulterated by government-made privileges and restrictions, is to serve the consumers in the best and cheapest way. Capitalists and landowners who fail in this regard suffer losses. If they do not change their procedure, they lose their wealth and become poor. It is consumers who make poor people rich and rich people poor. It is the consumers who fix the wages of a movie star and an opera singer at a higher level than those of a welder or an accountant.
Κάθε άτομο είναι ελεύθερο να διαφωνεί με το αποτέλεσμα μιας εκλογικής αναμέτρησης ή με το αποτέλεσμα της διαδικασίας της αγοράς. Σε μια δημοκρατία, όμως, δεν διαθέτει κανένα άλλο μέσο για να μεταβάλει την κατάσταση πέρα από την πειθώ. Εάν κάποιος έλεγε: «Δεν μου αρέσει ο δήμαρχος που εξελέγη με την πλειοψηφία των ψήφων· γι’ αυτό ζητώ από την κυβέρνηση να τον αντικαταστήσει με τον άνθρωπο που προτιμώ εγώ», δύσκολα θα τον αποκαλούσε κανείς δημοκράτη. Όταν, όμως, προβάλλονται οι ίδιες αξιώσεις σε σχέση με την αγορά, οι περισσότεροι άνθρωποι είναι υπερβολικά αμβλύνοες για να διακρίνουν τις δικτατορικές επιδιώξεις που αυτές εμπεριέχουν.
Every individual is free to disagree with the outcome of an election campaign or of the market process. But in a democracy he has no other means to alter things than persuasion. If a man were to say: “I do not like the mayor elected by majority vote; therefore I ask the government to replace him by the man I prefer,” one would hardly call him a democrat. But if the same claims are raised with regard to the market, most people are too dull to discover the dictatorial aspirations involved.
Οι καταναλωτές έκαναν τις επιλογές τους και καθόρισαν το εισόδημα του κατασκευαστή υποδημάτων, του αστέρα του κινηματογράφου και του συγκολλητή. Ποιος είναι ο καθηγητής X ώστε να ιδιοποιείται το προνόμιο της ανατροπής της απόφασής τους; Εάν δεν ήταν επίδοξος δικτάτορας, δεν θα ζητούσε από την κυβέρνηση να παρέμβει. Θα προσπαθούσε να πείσει τους συμπολίτες του να αυξήσουν τη ζήτησή τους για τα προϊόντα της εργασίας των συγκολλητών και να περιορίσουν τη ζήτησή τους για υποδήματα και κινηματογραφικές ταινίες.
The consumers have made their choices and determined the income of the shoe manufacturer, the movie star and the welder. Who is Professor X to arrogate to himself the privilege of overthrowing their decision? If he were not a potential dictator, he would not ask the government to interfere. He would try to persuade his fellow-citizens to increase their demand for the products of the welders and to reduce their demand for shoes and pictures.
Οι καταναλωτές δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν για το βαμβάκι τιμές που θα καθιστούσαν επικερδείς τις οριακές γεωργικές εκμεταλλεύσεις, δηλαδή εκείνες που παράγουν υπό τις λιγότερο ευνοϊκές συνθήκες. Αυτό είναι πράγματι εξαιρετικά δυσάρεστο για τους ενδιαφερόμενους αγρότες· πρέπει να διακόψουν την καλλιέργεια βαμβακιού και να προσπαθήσουν να ενταχθούν με διαφορετικό τρόπο στο συνολικό σύστημα της παραγωγής.
The consumers are not prepared to pay for cotton prices which would render the marginal farms, i.e., those producing under the least favourable conditions, profitable. This is very unfortunate indeed for the farmers concerned; they must discontinue growing cotton and try to integrate themselves in another way into the whole of production.
Τι πρέπει, όμως, να σκεφτούμε για τον πολιτικό ο οποίος επεμβαίνει καταναγκαστικά προκειμένου να αυξήσει την τιμή του βαμβακιού πάνω από το επίπεδο στο οποίο θα έφθανε στην ελεύθερη αγορά; Εκείνο που επιδιώκει ο παρεμβατιστής είναι η αντικατάσταση των επιλογών των καταναλωτών από την αστυνομική πίεση. Όλες αυτές οι διατυπώσεις — το κράτος πρέπει να κάνει τούτο ή εκείνο— σημαίνουν σε τελική ανάλυση ότι η αστυνομία πρέπει να εξαναγκάσει τους καταναλωτές να συμπεριφερθούν διαφορετικά από ό,τι θα συμπεριφέρονταν αυθόρμητα. Σε προτάσεις όπως «ας αυξήσουμε τις τιμές των αγροτικών προϊόντων», «ας αυξήσουμε τους μισθούς», «ας μειώσουμε τα κέρδη», «ας περιορίσουμε τις αποδοχές των διευθυντικών στελεχών», το «ας» αναφέρεται τελικά στην αστυνομία. Και όμως, οι εμπνευστές αυτών των σχεδίων διαμαρτύρονται ότι σχεδιάζουν υπέρ της ελευθερίας και της βιομηχανικής δημοκρατίας.
But what shall we think of the statesman who interferes by compulsion in order to raise the price of cotton above the level it would reach on the free market? What the interventionist aims at is the substitution of police pressure for the choice of the consumers. All this talk: the state should do this or that, ultimately means: the police should force consumers to behave otherwise than they would behave spontaneously. In such proposals as: let us raise farm prices, let us raise wage rates, let us lower profits, let us curtail the salaries of executives, the us ultimately refers to the police. Yet the authors of these projects protest that they are planning for freedom and industrial democracy.
Στις περισσότερες μη σοσιαλιστικές χώρες έχουν παραχωρηθεί ειδικά δικαιώματα στις εργατικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Τους επιτρέπεται να εμποδίζουν τα μη μέλη τους να εργάζονται. Τους επιτρέπεται να προκηρύσσουν απεργία και, κατά τη διάρκειά της, είναι ουσιαστικά ελεύθερες να ασκούν βία εναντίον όλων όσοι είναι διατεθειμένοι να συνεχίσουν να εργάζονται, δηλαδή εναντίον των απεργοσπαστών. Το σύστημα αυτό παραχωρεί ένα απεριόριστο προνόμιο σε όσους απασχολούνται σε ζωτικούς κλάδους της οικονομίας. Οι εργαζόμενοι των οποίων η απεργία διακόπτει την παροχή νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, τροφίμων και άλλων αγαθών πρώτης ανάγκης είναι σε θέση να αποκτήσουν όλα όσα επιθυμούν εις βάρος του υπόλοιπου πληθυσμού. Είναι αλήθεια ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες οι συνδικαλιστικές τους οργανώσεις έχουν μέχρι σήμερα επιδείξει κάποια μετριοπάθεια κατά την αξιοποίηση αυτής της δυνατότητας. Άλλα αμερικανικά συνδικάτα και πολλά ευρωπαϊκά έχουν φανεί λιγότερο επιφυλακτικά. Είναι αποφασισμένα να επιβάλλουν αυξήσεις μισθών, χωρίς να ενδιαφέρονται για την καταστροφή που αναπόφευκτα θα προκύψει.
In most non-socialist countries the labour unions are granted special rights. They are permitted to prevent non-members from working. They are allowed to call a strike and, when on strike, are virtually free to employ violence against all those who are prepared to continue working, viz., the strike-breakers. This system assigns an unlimited privilege to those engaged in vital branches of industry. Those workers whose strike cuts off the supply of water, light, food and other necessities are in a position to obtain all they want at the expense of the rest of the population. It is true that in the United States their unions have up to now exercised some moderation in taking advantage of this opportunity. Other American unions and many European unions have been less cautious. They are intent upon enforcing wage increases without bothering about the disaster inevitably resulting.
Οι παρεμβατιστές δεν είναι αρκετά οξυδερκείς ώστε να αντιληφθούν ότι η συνδικαλιστική πίεση και ο συνδικαλιστικός καταναγκασμός είναι απολύτως ασυμβίβαστα με οποιοδήποτε σύστημα κοινωνικής οργάνωσης. Το συνδικαλιστικό πρόβλημα δεν σχετίζεται καθόλου με το δικαίωμα των πολιτών να συνέρχονται και να συγκροτούν ενώσεις· καμία δημοκρατική χώρα δεν αρνείται στους πολίτες της αυτό το δικαίωμα. Ούτε αμφισβητεί κανείς το δικαίωμα ενός ανθρώπου να διακόψει την εργασία του και να απεργήσει. Το μόνο ζήτημα είναι κατά πόσον πρέπει να παραχωρείται στα συνδικάτα το προνόμιο να προσφεύγουν ατιμωρητί στη βία. Το προνόμιο αυτό είναι εξίσου ασυμβίβαστο με τον σοσιαλισμό όσο και με τον καπιταλισμό. Καμία κοινωνική συνεργασία στο πλαίσιο του καταμερισμού της εργασίας δεν είναι δυνατή όταν παραχωρείται σε ορισμένους ανθρώπους ή ενώσεις ανθρώπων το δικαίωμα να εμποδίζουν, με τη βία ή με την απειλή βίας, άλλους ανθρώπους να εργάζονται. Όταν επιβάλλεται με τη βία, μια απεργία σε ζωτικούς κλάδους της παραγωγής ή μια γενική απεργία ισοδυναμεί με επαναστατική καταστροφή της κοινωνίας.
The interventionists are not shrewd enough to realize that labour union pressure and compulsion are absolutely incompatible with any system of social organization. The union problem has no reference whatsoever to the right of citizens to associate with one another in assemblies and associations; no democratic country denies its citizens this right. Neither does anybody dispute a man’s right to stop work and to go on strike. The only question is whether or not the unions should be granted the privilege of resorting with impunity to violence. This privilege is no less incompatible with socialism than with capitalism. No social co-operation under the division of labour is possible when some people or unions of people are granted the right to prevent by violence and the threat of violence other people from working. When enforced by violence, a strike in vital branches of production or a general strike are tantamount to a revolutionary destruction of society.
Μια κυβέρνηση παραιτείται από την εξουσία της εάν ανέχεται τη χρήση βίας από οποιονδήποτε μη κυβερνητικό φορέα. Εάν η κυβέρνηση εγκαταλείψει το μονοπώλιό της επί του εξαναγκασμού και του καταναγκασμού, προκύπτουν συνθήκες αναρχίας. Εάν ήταν αλήθεια ότι ένα δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης είναι ανίκανο να προστατεύσει ανεπιφύλακτα το δικαίωμα κάθε ατόμου να εργάζεται, αψηφώντας τις διαταγές ενός συνδικάτου, τότε η δημοκρατία θα ήταν καταδικασμένη. Σε αυτή την περίπτωση, η δικτατορία θα αποτελούσε το μοναδικό μέσο για τη διατήρηση του καταμερισμού της εργασίας και την αποφυγή της αναρχίας. Εκείνο που γέννησε τη δικτατορία στη Ρωσία και στη Γερμανία ήταν ακριβώς το γεγονός ότι η νοοτροπία αυτών των εθνών καθιστούσε ανέφικτη, υπό δημοκρατικές συνθήκες, την καταστολή της συνδικαλιστικής βίας. Οι δικτάτορες κατάργησαν τις απεργίες και, με αυτόν τον τρόπο, συνέτριψαν τη ραχοκοκαλιά του συνδικαλισμού. Στη σοβιετική αυτοκρατορία δεν τίθεται καν ζήτημα απεργιών.
A government abdicates if it tolerates any non-governmental agency’s use of violence. If the government forsakes its monopoly of coercion and compulsion, anarchic conditions result. If it were true that a democratic system of government is unfit to protect unconditionally every individual’s right to work in defiance of the orders of a union, democracy would be doomed. Then dictatorship would be the only means to preserve the division of labour and to avoid anarchy. What generated dictatorship in Russia and Germany was precisely the fact that the mentality of these nations made suppression of union violence unfeasible under democratic conditions. The dictators abolished strikes and thus broke the spine of labour unionism. There is no question of strikes in the Soviet empire.
Είναι αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι η διαιτησία των εργατικών διαφορών θα μπορούσε να εντάξει τα συνδικάτα στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς και να καταστήσει τη λειτουργία τους συμβατή με τη διατήρηση της εσωτερικής ειρήνης. Η δικαστική επίλυση διαφορών είναι εφικτή όταν υπάρχει ένα σύνολο κανόνων βάσει των οποίων μπορούν να κρίνονται οι επιμέρους υποθέσεις. Εάν, όμως, ένας τέτοιος κώδικας είναι έγκυρος και οι διατάξεις του εφαρμόζονται για τον καθορισμό του ύψους των μισθών, τότε δεν είναι πλέον η αγορά εκείνη που τους καθορίζει, αλλά ο κώδικας και όσοι νομοθετούν σχετικά με αυτόν. Τότε υπέρτατη αρχή είναι η κυβέρνηση και όχι πλέον οι καταναλωτές που αγοράζουν και πωλούν στην αγορά. Εάν δεν υπάρχει τέτοιος κώδικας, απουσιάζει το κριτήριο βάσει του οποίου θα μπορούσε να κριθεί μια διαφορά μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Είναι μάταιο να γίνεται λόγος για «δίκαιους» μισθούς ελλείψει ενός τέτοιου κώδικα. Η έννοια της δικαιοσύνης στερείται νοήματος εάν δεν συσχετίζεται με ένα καθιερωμένο κριτήριο. Στην πράξη, εάν οι εργοδότες δεν υποκύψουν στις απειλές των συνδικάτων, η διαιτησία ισοδυναμεί με τον καθορισμό των μισθών από τον διορισμένο από την κυβέρνηση διαιτητή. Η επιτακτική αυταρχική απόφαση αντικαθιστά την τιμή της αγοράς. Το ζήτημα είναι πάντοτε το ίδιο: η κυβέρνηση ή η αγορά. Τρίτη λύση δεν υπάρχει.
It is illusory to believe that arbitration of labour disputes could bring the unions into the framework of the market economy and make their functioning compatible with the preservation of domestic peace. Judicial settlement of controversies is feasible if there is a set of rules available, according to which individual cases can be judged. But if such a code is valid and its provisions are applied to the determination of the height of wage rates, it is no longer the market which fixes them, but the code and those who legislate with regard to it. Then the government is supreme and no longer the consumers buying and selling on the market. If no such code exists, a standard according to which a controversy between employers and employees could be decided is lacking. It is vain to speak of “fair” wages in the absence of such a code. The notion of fairness is nonsensical if not related to an established standard. In practice, if the employers do not yield to the threats of the unions, arbitration is tantamount to the determination of wage rates by the government-appointed arbitrator. Peremptory authoritarian decision is substituted for the market price. The issue is always the same: the government or the market. There is no third solution.
Οι μεταφορές είναι συχνά πολύ χρήσιμες για τη διασαφήνιση πολύπλοκων προβλημάτων και για να γίνονται αυτά κατανοητά από λιγότερο οξυδερκείς ανθρώπους. Καταντούν, όμως, παραπλανητικές και οδηγούν σε παραλογισμούς εάν οι άνθρωποι λησμονούν ότι κάθε σύγκριση είναι ατελής. Είναι ανόητο να εκλαμβάνει κανείς κυριολεκτικά τις μεταφορικές εκφράσεις και να συνάγει από την ερμηνεία τους ιδιότητες του αντικειμένου το οποίο επιδίωκε να καταστήσει περισσότερο κατανοητό μέσω της χρήσης τους. Δεν υπάρχει τίποτε επιλήψιμο στην περιγραφή της λειτουργίας της αγοράς από τους οικονομολόγους ως «αυτόματης» ούτε στη συνήθειά τους να μιλούν για τις «ανώνυμες δυνάμεις» που δρουν στην αγορά. Δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι κάποιος θα ήταν τόσο ανόητος ώστε να εκλάβει αυτές τις μεταφορές κυριολεκτικά.
Metaphors are often very useful in elucidating complicated problems and in making them comprehensible to less intelligent minds. But they become misleading and result in nonsense if people forget that every comparison is imperfect. It is silly to take metaphorical idioms literally and to deduce from their interpretation features of the object one wished to make more easily understandable by their use. There is no harm in the economists’ description of the operation of the market as automatic and in their custom of speaking of the anonymous forces operating on the market. They could not anticipate that anybody would be so stupid as to take these metaphors literally.
Καμία «αυτόματη» και «ανώνυμη» δύναμη δεν θέτει σε κίνηση τον «μηχανισμό» της αγοράς. Οι μόνοι παράγοντες που κατευθύνουν την αγορά και καθορίζουν τις τιμές είναι οι σκόπιμες δράσεις των ανθρώπων. Δεν υπάρχει κανένας αυτοματισμός· υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι επιδιώκουν συνειδητά σκοπούς που οι ίδιοι επέλεξαν και προσφεύγουν εσκεμμένα σε συγκεκριμένα μέσα για την επίτευξή τους. Δεν υπάρχουν μυστηριώδεις μηχανικές δυνάμεις· υπάρχει μόνο η βούληση κάθε ατόμου να ικανοποιήσει τη ζήτησή του για διάφορα αγαθά. Δεν υπάρχει ανωνυμία· υπάρχετε εσείς και εγώ, ο Bill και ο Joe και όλοι οι υπόλοιποι. Και καθένας μας συμμετέχει τόσο στην παραγωγή όσο και στην κατανάλωση. Ο καθένας συνεισφέρει το μερίδιό του στον καθορισμό των τιμών.
No “automatic” and “anonymous” forces actuate the “mechanism” of the market. The only factors directing the market and determining prices are purposive acts of men. There is no automatism; there are men consciously aiming at ends chosen and deliberately resorting to definite means for the attainment of these ends. There are no mysterious mechanical forces; there is only the will of every individual to satisfy his demand for various goods. There is no anonymity; there are you and I and Bill and Joe and all the rest. And each of us is engaged both in production and consumption. Each contributes his share to the determination of prices.
Το δίλημμα δεν βρίσκεται μεταξύ αυτόματων δυνάμεων και σχεδιασμένης δράσης. Βρίσκεται μεταξύ της δημοκρατικής διαδικασίας της αγοράς, στην οποία συμμετέχει κάθε άτομο, και της αποκλειστικής εξουσίας ενός δικτατορικού οργάνου. Οτιδήποτε πράττουν οι άνθρωποι στην οικονομία της αγοράς αποτελεί εκτέλεση των δικών τους σχεδίων. Υπό αυτή την έννοια, κάθε ανθρώπινη δράση σημαίνει σχεδιασμό. Εκείνο που υποστηρίζουν όσοι αυτοαποκαλούνται σχεδιαστές δεν είναι η αντικατάσταση της άνευ σχεδίου εξέλιξης των πραγμάτων από τη σχεδιασμένη δράση. Είναι η αντικατάσταση των σχεδίων των συνανθρώπων τους από το ίδιο το σχέδιο του σχεδιαστή. Ο σχεδιαστής είναι ένας επίδοξος δικτάτορας, ο οποίος θέλει να στερήσει από όλους τους άλλους ανθρώπους την εξουσία να σχεδιάζουν και να ενεργούν σύμφωνα με τα δικά τους σχέδια. Επιδιώκει ένα και μόνο πράγμα: την αποκλειστική και απόλυτη υπεροχή του δικού του σχεδίου.
The dilemma is not between automatic forces and planned action. It is between the democratic process of the market, in which every individual has his share, and the exclusive rule of a dictatorial body. Whatever people do in the market economy, is the execution of their own plans. In this sense every human action means planning. What those calling themselves planners advocate is not the substitution of planned action for letting things go. It is the substitution of the planner’s own plan for the plans of his fellow-men. The planner is a potential dictator who wants to deprive all other people of the power to plan and act according to their own plans. He aims at one thing only: the exclusive absolute preeminence of his own plan.
Δεν είναι λιγότερο εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι μια μη σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν διαθέτει σχέδιο. Οτιδήποτε πράττει μια κυβέρνηση αποτελεί εκτέλεση ενός σχεδίου, δηλαδή ενός προγράμματος δράσης. Κάποιος μπορεί να διαφωνεί με ένα τέτοιο σχέδιο. Δεν πρέπει, όμως, να ισχυρίζεται ότι αυτό δεν αποτελεί καθόλου σχέδιο. Ο καθηγητής Wesley C. Mitchell υποστήριζε ότι η βρετανική φιλελεύθερη κυβέρνηση «σχεδίαζε να μην έχει σχέδιο».5 Ωστόσο, κατά τη φιλελεύθερη εποχή, η βρετανική κυβέρνηση διέθετε ασφαλώς ένα συγκεκριμένο σχέδιο. Το σχέδιό της ήταν η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, η ελεύθερη πρωτοβουλία και η οικονομία της αγοράς. Η Μεγάλη Βρετανία ευημέρησε πράγματι σε εξαιρετικό βαθμό υπό αυτό το σχέδιο, το οποίο, σύμφωνα με τον καθηγητή Mitchell, δεν ήταν «σχέδιο».
It is no less erroneous to declare that a government that is not socialistic has no plan. Whatever a government does is the execution of a plan, i.e., of a design. One may disagree with such a plan. But one must not say that it is not a plan at all. Professor Wesley C. Mitchell maintained that the British liberal government “planned to have no plan.” However, the British government in the liberal age certainly had a definite plan. Its plan was private ownership of the means of production, free initiative and market economy. Great Britain was very prosperous indeed under this plan which according to Professor Mitchell is “no plan.”
Οι σχεδιαστές ισχυρίζονται ότι τα σχέδιά τους είναι επιστημονικά και ότι κανένας καλοπροαίρετος και ευπρεπής άνθρωπος δεν θα μπορούσε να διαφωνήσει με αυτά. Δεν υπάρχει, όμως, «επιστημονικό δέον». Η επιστήμη είναι αρμόδια να διαπιστώνει τι υπάρχει. Δεν μπορεί ποτέ να υπαγορεύσει τι πρέπει να υπάρχει ούτε ποιους σκοπούς πρέπει να επιδιώκουν οι άνθρωποι. Είναι γεγονός ότι οι άνθρωποι διαφωνούν ως προς τις αξιολογικές τους κρίσεις. Αποτελεί αυθάδεια να ιδιοποιείται κάποιος το δικαίωμα να παραμερίζει τα σχέδια των άλλων ανθρώπων και να τους εξαναγκάζει να υποταχθούν στο σχέδιο του σχεδιαστή. Ποιανού το σχέδιο πρέπει να εκτελεστεί; Το σχέδιο του CIO ή τα σχέδια κάποιας άλλης ομάδας; Το σχέδιο του Trotsky ή εκείνο του Stalin; Το σχέδιο του Hitler ή εκείνο του Strasser;
The planners pretend that their plans are scientific and that there cannot be disagreement with regard to them among well-intentioned and decent people. However, there is no such thing as a scientific ought. Science is competent to establish what is. It can never dictate what ought to be and what ends people should aim at. It is a fact that men disagree in their value judgments. It is insolent to arrogate to oneself the right to overrule the plans of other people and to force them to submit to the plan of the planner. Whose plan should be executed? The plan of the CIO or those of any other group? The plan of Trotsky or that of Stalin? The plan of Hitler or that of Strasser?
Όταν οι άνθρωποι ήταν προσηλωμένοι στην ιδέα ότι, στο πεδίο της θρησκείας, έπρεπε να υιοθετηθεί ένα και μόνο σχέδιο, το αποτέλεσμα ήταν αιματηροί πόλεμοι. Με την αναγνώριση της αρχής της θρησκευτικής ελευθερίας, οι πόλεμοι αυτοί έπαυσαν. Η οικονομία της αγοράς διασφαλίζει την ειρηνική οικονομική συνεργασία επειδή δεν επιβάλλεται διά της βίας στα οικονομικά σχέδια των πολιτών. Εάν ένα ενιαίο γενικό σχέδιο πρόκειται να αντικαταστήσει τα σχέδια κάθε πολίτη, πρέπει αναπόφευκτα να ξεσπάσουν ατέρμονες συγκρούσεις. Όσοι διαφωνούν με το σχέδιο του δικτάτορα δεν διαθέτουν κανένα άλλο μέσο για να συνεχίσουν τον αγώνα τους παρά να νικήσουν τον δεσπότη με τη δύναμη των όπλων.
When people were committed to the idea that in the field of religion only one plan must be adopted, bloody wars resulted. With the acknowledgment of the principle of religious freedom these wars ceased. The market economy safeguards peaceful economic co-operation because it does not use force upon the economic plans of the citizens. If one master plan is to be substituted for the plans of each citizen, endless fighting must emerge. Those who disagree with the dictator’s plan have no other means to carry on than to defeat the despot by force of arms.
Είναι αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι ένα σύστημα σχεδιασμένου σοσιαλισμού θα μπορούσε να λειτουργήσει με δημοκρατικές μεθόδους διακυβέρνησης. Η δημοκρατία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον καπιταλισμό. Δεν μπορεί να υπάρξει εκεί όπου επικρατεί ο κεντρικός σχεδιασμός. Ας αναφερθούμε στα λόγια του επιφανέστερου από τους σύγχρονους υποστηρικτές του σοσιαλισμού. Ο καθηγητής Harold Laski δήλωσε ότι η άνοδος του Βρετανικού Εργατικού Κόμματος στην εξουσία μέσω της συνήθους κοινοβουλευτικής διαδικασίας πρέπει να οδηγήσει σε ριζικό μετασχηματισμό της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης. Μια σοσιαλιστική κυβέρνηση χρειάζεται «εγγυήσεις» ότι το μετασχηματιστικό της έργο δεν θα «ανατραπεί» μέσω της κατάργησης των μέτρων της, σε περίπτωση εκλογικής της ήττας. Ως εκ τούτου, η αναστολή του Συντάγματος είναι «αναπόφευκτη».6 Πόσο ευτυχείς θα ήταν ο Κάρολος Α΄ και ο Γεώργιος Γ΄ εάν γνώριζαν τα βιβλία του καθηγητή Laski!
It is an illusion to believe that a system of planned socialism could be operated according to democratic methods of government. Democracy is inextricably linked with capitalism. It cannot exist where there is planning. Let us refer to the words of the most eminent of the contemporary advocates of socialism. Professor Harold Laski declared that the attainment of power by the British Labour Party in the normal parliamentary fashion must result in a radical transformation of parliamentary government. A socialist administration needs “guarantees” that its work of transformation would not be “disrupted” by repeal in event of its defeat at the polls. Therefore the suspension of the Constitution is “inevitable.” How pleased would Charles I and George III have been if they had known the books of Professor Laski!
Ο Sidney και η Beatrice Webb —ο λόρδος και η λαίδη Passfield— μας λένε ότι «σε κάθε συλλογική δράση, η πιστή ενότητα της σκέψης είναι τόσο σημαντική ώστε, προκειμένου να επιτευχθεί οτιδήποτε, η δημόσια συζήτηση πρέπει να αναστέλλεται από τη στιγμή της εξαγγελίας της απόφασης μέχρι την ολοκλήρωση του έργου». Ενόσω «το έργο βρίσκεται σε εξέλιξη», οποιαδήποτε έκφραση αμφιβολίας ή ακόμη και φόβου ότι το σχέδιο δεν θα επιτύχει αποτελεί «πράξη απιστίας ή ακόμη και προδοσίας».7 Εφόσον, όμως, η παραγωγική διαδικασία δεν παύει ποτέ, κάποιο έργο βρίσκεται πάντοτε σε εξέλιξη και υπάρχει πάντοτε κάτι που πρέπει να επιτευχθεί, συνάγεται ότι μια σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν πρέπει ποτέ να παραχωρεί ελευθερία του λόγου και του Τύπου. «Πιστή ενότητα της σκέψης»: τι βαρύγδουπη περίφραση για τα ιδεώδη του Φιλίππου Β΄ και της Ιεράς Εξέτασης! Ως προς αυτό, ένας άλλος επιφανής θαυμαστής των Σοβιετικών, ο T. G. Crowther, μιλά χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Δηλώνει απερίφραστα ότι η Ιερά Εξέταση είναι «ωφέλιμη για την επιστήμη όταν προστατεύει μια ανερχόμενη τάξη»8, δηλαδή όταν καταφεύγουν σε αυτήν οι φίλοι του κ. Crowther. Θα μπορούσαν να παρατεθούν εκατοντάδες παρόμοιες αποφάνσεις.
Sidney and Beatrice Webb (Lord and Lady Passfield) tell us that “in any corporate action a loyal unity of thought is so important that, if anything is to be achieved, public discussion must be suspended between the promulgation of the decision and the accomplishment of the task.” Whilst “the work is in progress” any expression of doubt, or even of fear that the plan will not be successful, is “an act of disloyalty, or even of treachery.” Now as the process of production never ceases and some work is always in progress and there is always something to be achieved, it follows that a socialist government must never concede any freedom of speech and the press. “A loyal unity of thought,” what a high-sounding circumlocution for the ideals of Philip II and the Inquisition! In this regard another eminent admirer of the Soviets, Mr. T. G. Crowther, speaks without any reserve. He plainly declares that inquisition is “beneficial to science when it protects a rising class,” i.e., when Mr. Crowther’s friends resort to it. Hundreds of similar dicta could be quoted.
Κατά τη βικτωριανή εποχή, όταν ο John Stuart Mill έγραψε το δοκίμιό του Περί Ελευθερίας, απόψεις όπως εκείνες που υποστηρίζουν ο καθηγητής Laski, ο κ. και η κ. Webb και ο κ. Crowther χαρακτηρίζονταν αντιδραστικές. Σήμερα αποκαλούνται «προοδευτικές» και «φιλελεύθερες». Από την άλλη πλευρά, οι άνθρωποι που αντιτίθενται στην αναστολή της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης, στην κατάργηση της ελευθερίας του λόγου και του Τύπου και στην εγκαθίδρυση μιας νέας Ιεράς Εξέτασης χλευάζονται ως «αντιδραστικοί», ως «οικονομικοί βασιλείς» και ως «φασίστες».
In the Victorian age, when John Stuart Mill wrote his essay On Liberty, such views as those held by Professor Laski, Mr. and Mrs. Webb and Mr. Crowther were called reactionary. Today they are called “progressive” and “liberal.” On the other hand people who oppose the suspension of parliamentary government and of the freedom of speech and the press and the establishment of inquisition are scorned as “reactionaries,” as “economic royalists” and as “Fascists.”
Εκείνοι οι παρεμβατιστές που θεωρούν τον παρεμβατισμό μέθοδο για τη βαθμιαία εγκαθίδρυση του πλήρους σοσιαλισμού είναι τουλάχιστον συνεπείς. Εάν τα μέτρα που υιοθετούνται αποτυγχάνουν να επιφέρουν τα αναμενόμενα ευεργετικά αποτελέσματα και καταλήγουν σε καταστροφή, ζητούν ολοένα περισσότερες κυβερνητικές παρεμβάσεις, έως ότου η κυβέρνηση αναλάβει τη διεύθυνση όλων των οικονομικών δραστηριοτήτων. Εκείνοι, όμως, οι παρεμβατιστές που αντιμετωπίζουν τον παρεμβατισμό ως μέσο βελτίωσης και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, διατήρησης του καπιταλισμού βρίσκονται σε πλήρη σύγχυση.
Those interventionists who consider interventionism as a method of bringing about full socialism step by step are at least consistent. If the measures adopted fail to achieve the beneficial results expected and end in disaster, they ask for more and more government interference until the government has taken over the direction of all economic activities. But those interventionists who look at interventionism as a means of improving capitalism and thereby preserving it are utterly confused.
Στα μάτια αυτών των ανθρώπων, όλα τα ανεπιθύμητα και επιβλαβή αποτελέσματα της κυβερνητικής επέμβασης στις επιχειρηματικές δραστηριότητες προκαλούνται από τον καπιταλισμό. Το ίδιο το γεγονός ότι ένα κυβερνητικό μέτρο έχει δημιουργήσει μια κατάσταση την οποία αποδοκιμάζουν αποτελεί, γι’ αυτούς, δικαιολόγηση για τη λήψη περαιτέρω μέτρων. Αδυνατούν, για παράδειγμα, να αντιληφθούν ότι ο ρόλος που διαδραματίζουν στην εποχή μας οι μονοπωλιακές διευθετήσεις είναι αποτέλεσμα κυβερνητικών παρεμβάσεων, όπως οι δασμοί και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας. Υποστηρίζουν την ανάληψη κυβερνητικής δράσης για την αποτροπή των μονοπωλίων. Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μια πιο ανεδαφική ιδέα. Διότι οι κυβερνήσεις από τις οποίες ζητούν να καταπολεμήσουν τα μονοπώλια είναι οι ίδιες κυβερνήσεις που είναι προσηλωμένες στην αρχή του μονοπωλίου. Έτσι, η αμερικανική κυβέρνηση του New Deal, μέσω της Εθνικής Διοίκησης Ανάκαμψης (National Recovery Administration, NRA), επιδόθηκε σε μια καθολική μονοπωλιακή οργάνωση κάθε κλάδου της αμερικανικής επιχειρηματικής δραστηριότητας και επιδίωξε να οργανώσει την αμερικανική γεωργία ως ένα τεράστιο μονοπωλιακό σύστημα, περιορίζοντας την αγροτική παραγωγή προκειμένου να αντικαταστήσει τις χαμηλότερες τιμές της αγοράς με μονοπωλιακές τιμές. Συμμετείχε σε διάφορες διεθνείς συμφωνίες ελέγχου εμπορευμάτων, αδιαμφισβήτητος σκοπός των οποίων ήταν η εγκαθίδρυση διεθνών μονοπωλίων για διάφορα εμπορεύματα. Το ίδιο ισχύει για όλες τις άλλες κυβερνήσεις. Ακόμη και η Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών συμμετείχε σε ορισμένες από αυτές τις διακυβερνητικές μονοπωλιακές συμβάσεις.9 Η απέχθειά της για τη συνεργασία με τις καπιταλιστικές χώρες δεν ήταν τόσο μεγάλη ώστε να την κάνει να χάσει οποιαδήποτε ευκαιρία προώθησης του μονοπωλίου.
In the eyes of these people all the undesired and undesirable effects of government interference with business are caused by capitalism. The very fact that a governmental measure has brought about a state of affairs which they dislike is for them a justification of further measures. They fail, for instance, to realize that the role monopolistic schemes play in our time is the effect of government interference such as tariffs and patents. They advocate government action for the prevention of monopoly. One could hardly imagine a more unrealistic idea. For the governments whom they ask to fight monopoly are the same governments who are devoted to the principle of monopoly. Thus, the American New Deal Government embarked upon a thorough-going monopolistic organization of every branch of American business, by the NRA, and aimed at organizing American farming as a vast monopolistic scheme, restricting farm output for the sake of substituting monopoly prices for the lower market prices. It was a party to various international commodity control agreements the undisguised aim of which was to establish international monopolies of various commodities. The same is true of all other governments. The Union of Soviet Socialist Republics was also a party to some of these intergovernmental monopolistic conventions. Its repugnance for collaboration with the capitalistic countries was not so great as to cause it to miss any opportunity for fostering monopoly.
Το πρόγραμμα αυτού του αυτοαντιφατικού παρεμβατισμού είναι η δικτατορία, η οποία υποτίθεται ότι θα καταστήσει τους ανθρώπους ελεύθερους. Η ελευθερία, όμως, την οποία υποστηρίζουν οι οπαδοί του είναι η ελευθερία να πράττει κανείς τα «ορθά» πράγματα, δηλαδή εκείνα που οι ίδιοι θέλουν να γίνονται. Δεν αγνοούν απλώς το σχετικό οικονομικό πρόβλημα. Στερούνται και της ικανότητας λογικής σκέψης.
The programme of this self-contradictory interventionism is dictatorship, supposedly to make people free. But the liberty its supporters advocate is liberty to do the “right” things, i.e., the things they themselves want to be done. They are not only ignorant of the economic problem involved. They lack the faculty of logical thinking.
Η πιο παράλογη δικαιολόγηση του παρεμβατισμού προέρχεται από εκείνους που αντιμετωπίζουν τη σύγκρουση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού σαν να επρόκειτο για μια αντιδικία σχετικά με την κατανομή του εισοδήματος. Γιατί να μην είναι πιο υποχωρητικές οι κατέχουσες τάξεις; Γιατί να μην παραχωρήσουν στους φτωχούς εργαζομένους ένα μέρος των άφθονων εισοδημάτων τους; Γιατί να αντιτίθενται στο σχέδιο της κυβέρνησης να αυξήσει το μερίδιο των μη προνομιούχων, θεσπίζοντας κατώτατα μισθολογικά όρια και ανώτατες τιμές και μειώνοντας τα κέρδη και τα επιτόκια σε ένα «δικαιότερο» επίπεδο; Η διαλλακτικότητα σε τέτοια ζητήματα, λένε, θα αφαιρούσε τη δυναμική από τους ριζοσπάστες επαναστάτες και θα διέσωζε τον καπιταλισμό. Οι χειρότεροι εχθροί του καπιταλισμού, υποστηρίζουν, είναι εκείνοι οι αδιάλλακτοι δογματικοί των οποίων η υπερβολική υπεράσπιση της οικονομικής ελευθερίας, του laissez-faire και του μαντσεστεριανισμού ματαιώνει κάθε προσπάθεια συμβιβασμού με τις διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Αυτοί οι ανένδοτοι αντιδραστικοί είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την οξύτητα των σύγχρονων κομματικών συγκρούσεων και για το αδιάλλακτο μίσος που αυτές γεννούν. Εκείνο που χρειάζεται είναι η αντικατάσταση της αμιγώς αρνητικής στάσης των «οικονομικών βασιλέων» από ένα εποικοδομητικό πρόγραμμα. Και, βεβαίως, στα μάτια αυτών των ανθρώπων, «εποικοδομητικός» είναι μόνο ο παρεμβατισμός.
The most absurd justification of interventionism is provided by those who look upon the conflict between capitalism and socialism as if it were a contest over the distribution of income. Why should not the propertied classes be more compliant? Why should they not accord to the poor workers a part of their ample revenues? Why should they oppose the government’s design to raise the share of the underprivileged by decreeing minimum wage rates and maximum prices and by cutting profits and interest rates down to a “fairer” level? Pliability in such matters, they say, would take the wind from the sails of the radical revolutionaries and preserve capitalism. The worst enemies of capitalism, they say, are those intransigent doctrinaires whose excessive advocacy of economic freedom, of laisser-faire and Manchesterism renders vain all attempts to come to a compromise with the claims of labour. These adamant reactionaries are alone responsible for the bitterness of contemporary party strife and the implacable hatred it generates. What is needed is the substitution of a constructive programme for the purely negative attitude of the economic royalists. And, of course, “constructive” is in the eyes of these people only interventionism.
Ωστόσο, αυτός ο τρόπος συλλογισμού είναι εξ ολοκλήρου εσφαλμένος. Θεωρεί δεδομένο ότι τα διάφορα μέτρα κυβερνητικής επέμβασης στις επιχειρηματικές δραστηριότητες θα επιτύχουν τα ευεργετικά αποτελέσματα που αναμένουν από αυτά οι υποστηρικτές τους. Παραβλέπει αμέριμνα όλα όσα διδάσκει η οικονομική επιστήμη σχετικά με την αδυναμία αυτών των μέτρων να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους σκοπούς και σχετικά με τις αναπόφευκτες και ανεπιθύμητες συνέπειές τους. Το ζήτημα δεν είναι εάν τα κατώτατα μισθολογικά όρια είναι δίκαια ή άδικα, αλλά εάν προκαλούν ή όχι την ανεργία ενός μέρους όσων επιθυμούν να εργαστούν. Αποκαλώντας τα μέτρα αυτά δίκαια, ο παρεμβατιστής δεν αντικρούει τις ενστάσεις που εγείρουν οι οικονομολόγοι ως προς τη σκοπιμότητά τους. Απλώς αποκαλύπτει ότι αγνοεί το υπό συζήτηση ζήτημα.
However, this mode of reasoning is entirely vicious. It takes for granted that the various measures of government interference with business will attain those beneficial results which their advocates expect from them. It blithely disregards all that economics says about their futility in attaining the ends sought, and their unavoidable and undesirable consequences. The question is not whether minimum wage rates are fair or unfair, but whether or not they bring about unemployment of a part of those eager to work. By calling these measures just, the interventionist does not refute the objections raised against their expediency by the economists. He merely displays ignorance of the question at issue.
Η σύγκρουση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού δεν αποτελεί διαμάχη μεταξύ δύο ομάδων διεκδικητών ως προς το μέγεθος των μεριδίων που πρέπει να κατανεμηθούν σε καθεμία από μια δεδομένη ποσότητα αγαθών. Είναι μια διαφωνία σχετικά με το ποιο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης υπηρετεί καλύτερα την ανθρώπινη ευημερία. Όσοι αντιμάχονται τον σοσιαλισμό δεν τον απορρίπτουν επειδή φθονούν τους εργαζομένους για τα οφέλη τα οποία υποτίθεται ότι θα μπορούσαν να αντλήσουν από τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής. Αντιμάχονται τον σοσιαλισμό ακριβώς επειδή είναι πεπεισμένοι ότι θα έβλαπτε τις μάζες, υποβιβάζοντάς τες στη θέση εξαθλιωμένων δουλοπάροικων, ολοκληρωτικά παραδομένων στο έλεος ανεύθυνων δικτατόρων.
The conflict between capitalism and socialism is not a contest between two groups of claimants concerning the size of the portions to be allotted to each of them out of a definite supply of goods. It is a dispute concerning what system of social organization best serves human welfare. Those fighting socialism do not reject socialism because they envy the workers the benefits they (the workers) could allegedly derive from the socialist mode of production. They fight socialism precisely because they are convinced that it would harm the masses in reducing them to the status of poor serfs entirely at the mercy of irresponsible dictators.
Σε αυτή τη σύγκρουση απόψεων, ο καθένας πρέπει να σχηματίσει τη δική του κρίση και να λάβει σαφή θέση. Ο καθένας πρέπει να ταχθεί είτε με τους υποστηρικτές της οικονομικής ελευθερίας είτε με τους υποστηρικτές του ολοκληρωτικού σοσιαλισμού. Δεν μπορεί να αποφύγει αυτό το δίλημμα υιοθετώντας μια υποτιθέμενη ενδιάμεση θέση, δηλαδή τον παρεμβατισμό. Διότι ο παρεμβατισμός δεν αποτελεί ούτε μέση οδό ούτε συμβιβασμό μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Είναι ένα τρίτο σύστημα. Είναι ένα σύστημα για τον παραλογισμό και τη ματαιότητα του οποίου συμφωνούν όχι μόνο όλοι οι οικονομολόγοι αλλά ακόμη και οι μαρξιστές.
In this conflict of opinions everybody must make up his mind and take a definite stand. Everybody must side either with the advocates of economic freedom or with those of totalitarian socialism. One cannot evade this dilemma by adopting an allegedly middle-of-the-road position, namely interventionism. For interventionism is neither a middle way nor a compromise between capitalism and socialism. It is a third system. It is a system the absurdity and futility of which is agreed upon not only by all economists but even by the Marxians.
Δεν υπάρχει «υπερβολική» υπεράσπιση της οικονομικής ελευθερίας. Από τη μία πλευρά, η παραγωγή μπορεί να κατευθύνεται από τις προσπάθειες κάθε ατόμου να προσαρμόσει τη συμπεριφορά του έτσι ώστε να ικανοποιεί, με τον καταλληλότερο τρόπο, τις πιο επείγουσες ανάγκες των καταναλωτών. Αυτή είναι η οικονομία της αγοράς. Από την άλλη πλευρά, η παραγωγή μπορεί να κατευθύνεται μέσω αυταρχικών διαταγμάτων. Εάν τα διατάγματα αυτά αφορούν μόνο ορισμένα μεμονωμένα στοιχεία της οικονομικής διάρθρωσης, αποτυγχάνουν να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους σκοπούς, ενώ ούτε οι ίδιοι οι υποστηρικτές τους είναι ικανοποιημένοι από τα αποτελέσματά τους. Εάν επεκταθούν σε καθολική κανονιστική υπαγωγή της οικονομικής ζωής, ισοδυναμούν με ολοκληρωτικό σοσιαλισμό.
There is no such thing as an “excessive” advocacy of economic freedom. On the one hand, production can be directed by the efforts of each individual to adjust his conduct so as to fill the most urgent wants of the consumers in the most appropriate way. This is the market economy. On the other hand, production can be directed by authoritarian decree. If these decrees concern only some isolated items of the economic structure, they fail to attain the ends sought, and their own advocates do not like their outcome. If they come up to all-round regimentation, they mean totalitarian socialism.
Οι άνθρωποι πρέπει να επιλέξουν μεταξύ της οικονομίας της αγοράς και του σοσιαλισμού. Το κράτος μπορεί να διαφυλάξει την οικονομία της αγοράς, προστατεύοντας τη ζωή, την υγεία και την ιδιωτική ιδιοκτησία από βίαιες ή δόλιες επιθέσεις· ή μπορεί να ελέγχει το ίδιο τη διεξαγωγή όλων των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Κάποιος φορέας πρέπει να καθορίζει τι πρόκειται να παραχθεί. Εάν δεν είναι οι καταναλωτές, μέσω της προσφοράς και της ζήτησης στην αγορά, τότε πρέπει να είναι η κυβέρνηση, μέσω του καταναγκασμού.
Men must choose between the market economy and socialism. The state can preserve the market economy in protecting life, health and private property against violent or fraudulent aggression; or it can itself control the conduct of all production activities. Some agency must determine what should be produced. If it is not the consumers by means of demand and supply on the market, it must be the government by compulsion.
Στην ορολογία του Marx και του Engels, οι λέξεις «κομμουνισμός» και «σοσιαλισμός» είναι συνώνυμες. Χρησιμοποιούνται εναλλάξ, χωρίς να γίνεται καμία διάκριση μεταξύ τους. Το ίδιο ίσχυε και στην πρακτική όλων των μαρξικών ομάδων και αιρέσεων μέχρι το 1917. Τα πολιτικά κόμματα του μαρξισμού, τα οποία θεωρούσαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο αναλλοίωτο ευαγγέλιο του δόγματός τους, αυτοαποκαλούνταν σοσιαλιστικά κόμματα. Το ισχυρότερο και πολυπληθέστερο από αυτά, το γερμανικό κόμμα, υιοθέτησε την ονομασία Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Στην Ιταλία, στη Γαλλία και σε όλες τις άλλες χώρες στις οποίες τα μαρξικά κόμματα διαδραμάτιζαν ήδη ρόλο στην πολιτική ζωή πριν από το 1917, ο όρος «σοσιαλιστής» είχε επίσης εκτοπίσει τον όρο «κομμουνιστής». Πριν από το 1917, κανένας μαρξιστής δεν είχε ποτέ τολμήσει να διακρίνει τον κομμουνισμό από τον σοσιαλισμό.
In the terminology of Marx and Engels the words communism and socialism are synonymous. They are alternately applied without any distinction between them. The same was true for the practice of all Marxian groups and sects until 1917. The political parties of Marxism which considered the Communist Manifesto as the unalterable gospel of their doctrine called themselves socialist parties. The most influential and most numerous of these parties, the German party, adopted the name Social Democratic Party. In Italy, in France and in all other countries in which Marxian parties already played a role in political life before 1917, the term socialist likewise superseded the term communist. No Marxian ever ventured, before 1917, to distinguish between communism and socialism.
Το 1875, στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, ο Marx διέκρινε μεταξύ μιας κατώτερης, προγενέστερης φάσης και μιας ανώτερης, μεταγενέστερης φάσης της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας. Δεν επιφύλαξε, όμως, την ονομασία «κομμουνισμός» για την ανώτερη φάση ούτε αποκάλεσε την κατώτερη φάση «σοσιαλισμό», διακρίνοντάς την από τον κομμουνισμό.
In 1875, in his Criticism of the Gotha Programme of the German Social Democratic Party, Marx distinguished between a lower (earlier) and a higher (later) phase of the future communist society. But he did not reserve the name of communism to the higher phase, and did not call the lower phase socialism as differentiated from communism.
Ένα από τα θεμελιώδη δόγματα του Marx είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι αναπόφευκτο να έλθει «με το αδυσώπητο ενός φυσικού νόμου». Η καπιταλιστική παραγωγή γεννά την ίδια της την άρνηση και εγκαθιδρύει το σοσιαλιστικό σύστημα της δημόσιας ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Η διαδικασία αυτή «συντελείται μέσω της λειτουργίας των εγγενών νόμων της καπιταλιστικής παραγωγής».10 Είναι ανεξάρτητη από τη βούληση των ανθρώπων.11 Είναι αδύνατον οι άνθρωποι να την επιταχύνουν, να την καθυστερήσουν ή να την εμποδίσουν. Διότι «κανένα κοινωνικό σύστημα δεν εξαφανίζεται ποτέ προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις για την ανάπτυξη των οποίων είναι αρκετά ευρύ, και νέες, ανώτερες μέθοδοι παραγωγής δεν εμφανίζονται ποτέ προτού οι υλικές προϋποθέσεις της ύπαρξής τους εκκολαφθούν στους κόλπους της προηγούμενης κοινωνίας».12
One of the fundamental dogmas of Marx is that socialism is bound to come “with the inexorability of a law of nature.” Capitalist production begets its own negation and establishes the socialist system of public ownership of the means of production. This process “executes itself through the operation of the inherent laws of capitalist production.” It is independent of the wills of people. It is impossible for men to accelerate it, to delay it or to hinder it. For “no social system ever disappears before all the productive forces are developed for the development of which it is broad enough, and new higher methods of production never appear before the material conditions of their existence have been hatched out in the womb of previous society.”
Το δόγμα αυτό είναι, βεβαίως, ασυμβίβαστο με την ίδια την πολιτική δραστηριότητα του Marx και με τις διδασκαλίες που προέβαλε για να δικαιολογήσει αυτή τη δραστηριότητα. Ο Marx προσπάθησε να οργανώσει ένα πολιτικό κόμμα το οποίο, μέσω της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου, θα πραγματοποιούσε τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό. Στα μάτια του Marx και όλων των μαρξιστών θεωρητικών, χαρακτηριστικό γνώρισμα των κομμάτων τους ήταν ότι αποτελούσαν επαναστατικά κόμματα, αμετάκλητα προσηλωμένα στην ιδέα της βίαιης δράσης. Σκοπός τους ήταν να εξεγερθούν, να εγκαθιδρύσουν τη δικτατορία των προλεταρίων και να εξοντώσουν ανελέητα όλους τους αστούς. Οι πράξεις των Κομμουνάρων του Παρισιού το 1871 θεωρούνταν το τέλειο πρότυπο ενός τέτοιου εμφυλίου πολέμου. Η παρισινή εξέγερση είχε, βεβαίως, αποτύχει οικτρά. Αναμενόταν, όμως, ότι μεταγενέστερες εξεγέρσεις θα επιτύγχαναν.13
This doctrine is, of course, irreconcilable with Marx’s own political activities and with the teachings he advanced for the justification of these activities. Marx tried to organize a political party which by means of revolution and civil war should accomplish the transition from capitalism to socialism. The characteristic feature of their parties was, in the eyes of Marx and all Marxian doctrinaires, that they were revolutionary parties invariably committed to the idea of violent action. Their aim was to rise in rebellion, to establish the dictatorship of the proletarians and to exterminate mercilessly all bourgeois. The deeds of the Paris Communards in 1871 were considered as the perfect model of such a civil war. The Paris revolt, of course, had lamentably failed. But later uprisings were expected to succeed.
Ωστόσο, η τακτική που εφάρμοζαν τα μαρξικά κόμματα στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες βρισκόταν σε ασυμφιλίωτη αντίθεση και προς τις δύο αυτές αντιφατικές εκδοχές της διδασκαλίας του Karl Marx. Δεν εμπιστεύονταν το αναπόφευκτο της έλευσης του σοσιαλισμού. Ούτε πίστευαν στην επιτυχία μιας επαναστατικής ανατροπής. Υιοθέτησαν τις μεθόδους της κοινοβουλευτικής δράσης. Ζητούσαν ψήφους στις προεκλογικές εκστρατείες και έστελναν τους αντιπροσώπους τους στα κοινοβούλια. «Εκφυλίστηκαν» σε δημοκρατικά κόμματα. Στα κοινοβούλια συμπεριφέρονταν όπως όλα τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης. Σε ορισμένες χώρες συνήπταν προσωρινές συμμαχίες με άλλα κόμματα, ενώ κατά καιρούς σοσιαλιστές συμμετείχαν στα υπουργικά συμβούλια. Αργότερα, μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, τα σοσιαλιστικά κόμματα απέκτησαν δεσπόζουσα θέση σε πολλά κοινοβούλια. Σε ορισμένες χώρες κυβέρνησαν μόνα τους και σε άλλες σε στενή συνεργασία με «αστικά» κόμματα.
However, the tactics applied by the Marxian parties in various European countries were irreconcilably opposed to each of these two contradictory varieties of the teachings of Karl Marx. They did not place confidence in the inevitability of the coming of socialism. Neither did they trust in the success of a revolutionary upheaval. They adopted the methods of parliamentary action. They solicited votes in election campaigns and sent their delegates into the parliaments. They “degenerated” into democratic parties. In the parliaments they behaved like other parties of the opposition. In some countries they entered into temporary alliances with other parties, and occasionally socialist members sat in the cabinets. Later, after the end of the first World War, the socialist parties became paramount in many parliaments. In some countries they ruled exclusively, in others in close co-operation with “bourgeois” parties.
Είναι αλήθεια ότι, πριν από το 1917, αυτοί οι εξημερωμένοι σοσιαλιστές δεν έπαψαν ποτέ να αποτίουν στα λόγια φόρο τιμής στις άκαμπτες αρχές του ορθόδοξου μαρξισμού. Επαναλάμβαναν ξανά και ξανά ότι η έλευση του σοσιαλισμού ήταν αναπόφευκτη. Τόνιζαν τον εγγενώς επαναστατικό χαρακτήρα των κομμάτων τους. Τίποτε δεν μπορούσε να προκαλέσει περισσότερο την οργή τους από το να τολμήσει κάποιος να αμφισβητήσει το ανυποχώρητο επαναστατικό τους πνεύμα. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν κοινοβουλευτικά κόμματα όπως όλα τα άλλα.
It is true that these domesticated socialists before 1917 never abandoned lip service to the rigid principles of orthodox Marxism. They repeated again and again that the coming of socialism is unavoidable. They emphasized the inherent revolutionary character of their parties. Nothing could arouse their anger more than when somebody dared to dispute their adamant revolutionary spirit. However, in fact they were parliamentary parties like all other parties.
Από την ορθή μαρξική άποψη, όπως αυτή εκφράστηκε στα μεταγενέστερα γραπτά του Marx και του Engels —όχι όμως ακόμη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο—, όλα τα μέτρα που αποσκοπούσαν στον περιορισμό, στη ρύθμιση και στη βελτίωση του καπιταλισμού δεν ήταν παρά «μικροαστικές» ανοησίες, προερχόμενες από την άγνοια των ενυπαρχόντων νόμων της καπιταλιστικής εξέλιξης. Οι αληθινοί σοσιαλιστές δεν έπρεπε να θέτουν κανένα εμπόδιο στην πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης. Διότι μόνο η πλήρης ωρίμανση του καπιταλισμού μπορούσε να επιφέρει τον σοσιαλισμό. Η προσφυγή σε τέτοια μέτρα δεν είναι απλώς μάταιη αλλά και επιζήμια για τα συμφέροντα των προλεταρίων. Ακόμη και ο συνδικαλισμός δεν αποτελεί κατάλληλο μέσο για τη βελτίωση των συνθηκών των εργαζομένων.14
Ο Marx δεν πίστευε ότι ο παρεμβατισμός μπορούσε να ωφελήσει τις μάζες. Απέρριπτε με σφοδρότητα την ιδέα ότι μέτρα όπως τα κατώτατα μισθολογικά όρια, οι ανώτατες τιμές, ο περιορισμός των επιτοκίων, η κοινωνική ασφάλιση και άλλα παρόμοια αποτελούν προκαταρκτικά βήματα προς την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Αποσκοπούσε στη ριζική κατάργηση του μισθωτού συστήματος, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από τον κομμουνισμό στην ανώτερη φάση του. Θα χλεύαζε σαρκαστικά την ιδέα ότι ο «εμπορευματικός χαρακτήρας» της εργασίας θα μπορούσε να καταργηθεί στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής κοινωνίας με τη θέσπιση ενός νόμου.
From a correct Marxian point of view, as expressed in the later writings of Marx and Engels (but not yet in the Communist Manifesto), all measures designed to restrain, to regulate and to improve capitalism were simply “petty-bourgeois” nonsense stemming from an ignorance of the immanent laws of capitalist evolution. True socialists should not place any obstacles in the way of capitalist evolution. For only the full maturity of capitalism could bring about socialism. It is not only vain, but harmful to the interests of the proletarians to resort to such measures. Even labour-unionism is not an adequate means for the improvement of the conditions of the workers. Marx did not believe that interventionism could benefit the masses. He violently rejected the idea that such measures as minimum wage rates, price ceilings, restriction of interest rates, social security and so on are preliminary steps in bringing about socialism. He aimed at the radical abolition of the wages system which can be accomplished only by communism in its higher phase. He would have sarcastically ridiculed the idea of abolishing the “commodity character” of labour within the frame of a capitalist society by the enactment of a law.
Τα σοσιαλιστικά κόμματα, όμως, όπως δρούσαν στις ευρωπαϊκές χώρες, ήταν στην πράξη εξίσου προσηλωμένα στον παρεμβατισμό όσο και η Sozialpolitik, δηλαδή η κοινωνική πολιτική της αυτοκρατορικής Γερμανίας, και το αμερικανικό New Deal. Εναντίον αυτής της πολιτικής στρέφονταν οι επιθέσεις του Georges Sorel και του επαναστατικού συνδικαλισμού. Ο Sorel, ένας άτολμος διανοούμενος αστικής καταγωγής, αποδοκίμαζε τον «εκφυλισμό» των σοσιαλιστικών κομμάτων, τον οποίο απέδιδε στη διείσδυση αστών διανοουμένων στις τάξεις τους. Επιθυμούσε να δει να αναβιώνει και να απελευθερώνεται από την κηδεμονία των διανοούμενων δειλών το πνεύμα της αδίστακτης επιθετικότητας που θεωρούσε εγγενές στις μάζες. Για τον Sorel τίποτε άλλο δεν είχε σημασία παρά μόνο οι ταραχές. Υποστήριζε την action directe (την άμεση δράση), δηλαδή το σαμποτάζ και τη γενική απεργία, ως προκαταρκτικά βήματα προς την τελική μεγάλη επανάσταση.
But the socialist parties as they operated in the European countries were virtually no less committed to interventionism than the Sozialpolitik of the Kaiser’s Germany and the American New Deal. It was against this policy that George Sorel and Syndicalism directed their attacks. Sorel, a timid intellectual of a bourgeois background, deprecated the “degeneration” of the socialist parties for which he blamed their penetration by bourgeois intellectuals. He wanted to see the spirit of ruthless aggressiveness, inherent in the masses, revived and freed from the guardianship of intellectual cowards. For Sorel nothing counted but riots. He advocated action directe, i.e., sabotage and the general strike, as initiatory steps towards the final great revolution.
Ο Sorel σημείωσε επιτυχία κυρίως μεταξύ σνομπ και αργόσχολων διανοουμένων, καθώς και μεταξύ εξίσου σνομπ και αργόσχολων κληρονόμων πλούσιων επιχειρηματιών. Δεν επηρέασε αισθητά τις μάζες. Για τα μαρξικά κόμματα της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης, η παθιασμένη κριτική του δεν αποτελούσε παρά μια μικρή ενόχληση. Η ιστορική σημασία του συνίσταται κυρίως στον ρόλο που διαδραμάτισαν οι ιδέες του στην εξέλιξη του ρωσικού μπολσεβικισμού και του ιταλικού φασισμού.
Sorel had success mostly among snobbish and idle intellectuals and no less snobbish and idle heirs of wealthy entrepreneurs. He did not perceptibly move the masses. For the Marxian parties in Western and Central Europe his passionate criticism was hardly more than a nuisance. His historical importance consisted mainly in the role his ideas played in the evolution of Russian Bolshevism and Italian Fascism.
Για να κατανοήσουμε τη νοοτροπία των μπολσεβίκων, πρέπει να ανατρέξουμε και πάλι στα δόγματα του Karl Marx. Ο Marx ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι ο καπιταλισμός αποτελεί στάδιο της οικονομικής ιστορίας το οποίο δεν περιορίζεται μόνο σε λίγες προηγμένες χώρες. Ο καπιταλισμός έχει την τάση να μετατρέπει όλα τα μέρη του κόσμου σε καπιταλιστικές χώρες. Η αστική τάξη εξαναγκάζει όλα τα έθνη να γίνουν καπιταλιστικά. Όταν σημάνει η τελευταία ώρα του καπιταλισμού, ολόκληρος ο κόσμος θα βρίσκεται ομοιόμορφα στο στάδιο του ώριμου καπιταλισμού και θα είναι έτοιμος για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό. Ο σοσιαλισμός θα αναδυθεί ταυτόχρονα σε όλα τα μέρη του κόσμου.
In order to understand the mentality of the Bolshevists we must again refer to the dogmas of Karl Marx. Marx was fully convinced that capitalism is a stage of economic history which is not limited to a few advanced countries only. Capitalism has the tendency to convert all parts of the world into capitalist countries. The bourgeoisie forces all nations to become capitalist nations. When the final hour of capitalism sounds, the whole world will be uniformly in the stage of mature capitalism, ripe for the transition to socialism. Socialism will emerge at the same time in all parts of the world.
Ο Marx έσφαλε ως προς αυτό το σημείο όχι λιγότερο από όσο σε όλες τις άλλες αποφάνσεις του. Σήμερα, ακόμη και οι μαρξιστές δεν μπορούν και δεν επιχειρούν να αρνηθούν ότι εξακολουθούν να υφίστανται τεράστιες διαφορές ως προς την ανάπτυξη του καπιταλισμού στις διάφορες χώρες. Αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν πολλές χώρες οι οποίες, από την άποψη της μαρξικής ερμηνείας της ιστορίας, πρέπει να χαρακτηριστούν προκαπιταλιστικές. Στις χώρες αυτές, η αστική τάξη δεν έχει ακόμη κατακτήσει κυρίαρχη θέση και δεν έχει ακόμη εγκαθιδρύσει το ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εμφάνιση του σοσιαλισμού. Επομένως, οι χώρες αυτές πρέπει πρώτα να ολοκληρώσουν την «αστική επανάστασή» τους και να διέλθουν από όλες τις φάσεις του καπιταλισμού, προτού μπορέσει να τεθεί ζήτημα μετατροπής τους σε σοσιαλιστικές χώρες.
Η μόνη πολιτική την οποία θα μπορούσαν να υιοθετήσουν οι μαρξιστές σε τέτοιες χώρες θα ήταν να υποστηρίξουν ανεπιφύλακτα την αστική τάξη, αρχικά στις προσπάθειές της να καταλάβει την εξουσία και στη συνέχεια στα καπιταλιστικά της εγχειρήματα. Για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ένα μαρξικό κόμμα δεν θα μπορούσε να έχει άλλο καθήκον παρά να υπηρετεί τον αστικό φιλελευθερισμό. Αυτή και μόνο είναι η αποστολή την οποία ο ιστορικός υλισμός, εάν εφαρμοζόταν με συνέπεια, θα μπορούσε να αναθέσει στους Ρώσους μαρξιστές. Θα ήταν αναγκασμένοι να περιμένουν ήσυχα έως ότου ο καπιταλισμός καταστήσει το έθνος τους ώριμο για τον σοσιαλισμό.
Marx erred on this point no less than in all his other statements. Today even the Marxians cannot and do not deny that there still prevail enormous differences in the development of capitalism in various countries. They realize that there are many countries which, from the point of view of the Marxian interpretation of history, must be described as precapitalistic. In these countries the bourgeoisie has not yet attained a ruling position and has not yet set the historical stage of capitalism which is the necessary prerequisite of the appearance of socialism. These countries therefore must first accomplish their “bourgeois revolution” and must go through all phases of capitalism before there can be any question of transforming them into socialist countries. The only policy which Marxians could adopt in such countries would be to support the bourgeois unconditionally, first in their endeavours to seize power and then in their capitalistic ventures. A Marxian party could for a very long time have no other task than to be subservient to bourgeois liberalism. This alone is the mission which historical materialism, if consistently applied, could assign to Russian Marxians. They would be forced to wait quietly until capitalism should have made their nation ripe for socialism.
Οι Ρώσοι μαρξιστές, όμως, δεν ήθελαν να περιμένουν. Κατέφυγαν σε μια νέα τροποποίηση του μαρξισμού, σύμφωνα με την οποία ήταν δυνατόν ένα έθνος να υπερπηδήσει ένα από τα στάδια της ιστορικής εξέλιξης. Έκλεισαν τα μάτια τους στο γεγονός ότι αυτό το νέο δόγμα δεν αποτελούσε τροποποίηση του μαρξισμού, αλλά μάλλον άρνηση και του τελευταίου υπολείμματός του. Επρόκειτο για απροκάλυπτη επιστροφή στις προμαρξικές και αντιμαρξικές σοσιαλιστικές διδασκαλίες, σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να υιοθετήσουν τον σοσιαλισμό οποιαδήποτε στιγμή, εάν τον θεωρούν σύστημα επωφελέστερο για το κοινό καλό από τον καπιταλισμό. Το νέο δόγμα κονιορτοποίησε ολοκληρωτικά όλο τον μυστικισμό που ήταν ενσωματωμένος στον διαλεκτικό υλισμό και στην υποτιθέμενη μαρξική ανακάλυψη των αδυσώπητων νόμων της οικονομικής εξέλιξης της ανθρωπότητας.
But the Russian Marxians did not want to wait. They resorted to a new modification of Marxism according to which it was possible for a nation to skip one of the stages of historical evolution. They shut their eyes to the fact that this new doctrine was not a modification of Marxism, but rather the denial of the last remnant which was left of it. It was an undisguised return to the pre-Marxian and anti-Marxian socialist teachings according to which men are free to adopt socialism at any time if they consider it as a system more beneficial to the commonweal than capitalism. It utterly exploded all the mysticism inwrought into dialectical materialism and in the alleged Marxian discovery of the inexorable laws of mankind’s economic evolution.
Έχοντας απελευθερωθεί από τον μαρξικό ντετερμινισμό, οι Ρώσοι μαρξιστές ήταν πλέον ελεύθεροι να συζητήσουν την καταλληλότερη τακτική για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού στη χώρα τους. Δεν τους απασχολούσαν πλέον τα οικονομικά προβλήματα. Δεν χρειαζόταν πλέον να διερευνήσουν εάν είχε έλθει ή όχι η κατάλληλη στιγμή. Είχαν να επιτελέσουν ένα μόνο καθήκον: να καταλάβουν τα ηνία της κυβέρνησης.
Having emancipated themselves from Marxian determinism, the Russian Marxians were free to discuss the most appropriate tactics for the realization of socialism in their country. They were no longer bothered with economic problems. They had no longer to investigate whether or not the time had come. They had only one task to accomplish, the seizure of the reins of government.
Η μία ομάδα υποστήριζε ότι διαρκής επιτυχία μπορούσε να αναμένεται μόνο εάν εξασφαλιζόταν η υποστήριξη επαρκούς αριθμού ανθρώπων, όχι όμως κατ’ ανάγκην και της πλειοψηφίας. Η άλλη ομάδα δεν επιδοκίμαζε μια τόσο χρονοβόρα διαδικασία. Πρότεινε ένα τολμηρό αιφνιδιαστικό πλήγμα. Μια μικρή ομάδα φανατικών έπρεπε να οργανωθεί ως πρωτοπορία της επανάστασης. Η αυστηρή πειθαρχία και η άνευ όρων υπακοή στον αρχηγό θα καθιστούσαν αυτούς τους επαγγελματίες επαναστάτες ικανούς να πραγματοποιήσουν μια αιφνιδιαστική επίθεση. Θα έπρεπε να εκτοπίσουν την τσαρική κυβέρνηση και, στη συνέχεια, να κυβερνήσουν τη χώρα σύμφωνα με τις παραδοσιακές μεθόδους της τσαρικής αστυνομίας.
One group maintained that lasting success could be expected only if the support of a sufficient number of the people, though not necessarily of the majority, could be won. Another group did not favour such a time-consuming procedure. They suggested a bold stroke. A small group of fanatics should be organized as the vanguard of the revolution. Strict discipline and unconditional obedience to the chief should make these professional revolutionists fit for a sudden attack. They should supplant the Czarist government and then rule the country according to the traditional methods of the Czar’s police.
Οι όροι που χρησιμοποιήθηκαν για να δηλώσουν αυτές τις δύο ομάδες —Μπολσεβίκοι, δηλαδή πλειοψηφούντες, για τη δεύτερη, και Μενσεβίκοι, δηλαδή μειοψηφούντες, για την πρώτη— αναφέρονται σε μια ψηφοφορία που διεξήχθη το 1903, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης αφιερωμένης στη συζήτηση αυτών των ζητημάτων τακτικής. Η μόνη διαφορά που χώριζε τις δύο ομάδες ήταν το ζήτημα των μεθόδων τακτικής. Συμφωνούσαν ως προς τον τελικό σκοπό: τον σοσιαλισμό.
The terms used to signify these two groups—Bolshevists (majority) for the latter and Mensheviks (minority) for the former—refer to a vote taken in 1903 at a meeting held for the discussion of these tactical issues. The only difference dividing the two groups from one another was this matter of tactical methods. They both agreed with regard to the ultimate end: socialism.
Και οι δύο αιρέσεις προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τις αντίστοιχες απόψεις τους παραθέτοντας χωρία από τα γραπτά του Marx και του Engels. Αυτή είναι, βεβαίως, η μαρξική συνήθεια. Και κάθε αίρεση ήταν σε θέση να ανακαλύψει σε αυτά τα ιερά βιβλία αποφάνσεις που επιβεβαίωναν τη δική της θέση.
Both sects tried to justify their respective points of view by quoting passages from Marx’s and Engels’s writings. This is, of course, the Marxian custom. And each sect was in a position to discover in these sacred books dicta confirming its own stand.
Ο Lenin, ο αρχηγός των Μπολσεβίκων, γνώριζε τους συμπατριώτες του πολύ καλύτερα από όσο τους γνώριζαν οι αντίπαλοί του και ο ηγέτης τους, ο Plekhanov. Δεν διέπραξε, όπως ο Plekhanov, το σφάλμα να εφαρμόσει στους Ρώσους τα μέτρα και τα σταθμά των δυτικών εθνών. Θυμόταν πώς ξένες γυναίκες είχαν δύο φορές απλώς σφετεριστεί την υπέρτατη εξουσία και είχαν κυβερνήσει ανενόχλητες σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Γνώριζε ότι οι τρομοκρατικές μέθοδοι της τσαρικής μυστικής αστυνομίας ήταν επιτυχείς και ήταν βέβαιος ότι μπορούσε να τις βελτιώσει σημαντικά. Ήταν ένας αδίστακτος δικτάτορας και γνώριζε ότι οι Ρώσοι δεν διέθεταν το θάρρος να αντισταθούν στην καταπίεση. Όπως ο Cromwell, ο Robespierre και ο Ναπολέων, ήταν ένας φιλόδοξος σφετεριστής και εμπιστευόταν απόλυτα την απουσία επαναστατικού πνεύματος από τη συντριπτική πλειονότητα. Η απολυταρχία των Romanov ήταν καταδικασμένη επειδή ο δύσμοιρος Νικόλαος Β΄ ήταν αδύναμος. Ο σοσιαλιστής δικηγόρος Kerensky απέτυχε επειδή ήταν προσηλωμένος στην αρχή της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης. Ο Lenin πέτυχε επειδή δεν επιδίωξε ποτέ τίποτε άλλο πέρα από τη δική του δικτατορία. Και οι Ρώσοι λαχταρούσαν έναν δικτάτορα, έναν διάδοχο του Ιβάν του Τρομερού.
Lenin, the Bolshevist chief, knew his countrymen much better than his adversaries and their leader, Plekhanov, did. He did not, like Plekhanov, make the mistake of applying to Russians the standards of the Western nations. He remembered how foreign women had twice simply usurped supreme power and quietly ruled for a life-time. He was aware of the fact that the terrorist methods of the Czar’s secret police were successful and he was confident that he could considerably improve on these methods. He was a ruthless dictator and he knew that the Russians lacked the courage to resist oppression. Like Cromwell, Robespierre and Napoleon, he was an ambitious usurper and fully trusted the absence of revolutionary spirit in the immense majority. The autocracy of the Romanovs was doomed because the unfortunate Nicholas II was a weakling. The socialist lawyer Kerensky failed because he was committed to the principle of parliamentary government. Lenin succeeded because he never aimed at anything else than his own dictatorship. And the Russians yearned for a dictator, for a successor of the Terrible Ivan.
Η εξουσία του Νικολάου Β΄ δεν τερματίστηκε από μια γνήσια επαναστατική ανατροπή. Κατέρρευσε στα πεδία των μαχών. Ακολούθησε αναρχία, την οποία ο Kerensky δεν μπόρεσε να θέσει υπό έλεγχο. Μια συμπλοκή στους δρόμους της Αγίας Πετρούπολης ανέτρεψε τον Kerensky. Λίγο αργότερα, ο Lenin πραγματοποίησε τη δική του 18η Μπρυμαίρ. Παρά την τρομοκρατία που ασκούσαν οι Μπολσεβίκοι, στη Συντακτική Συνέλευση, η οποία εξελέγη με καθολική ψηφοφορία ανδρών και γυναικών, οι Μπολσεβίκοι κατείχαν μόνο περίπου το είκοσι τοις εκατό των εδρών. Ο Lenin διέλυσε διά της βίας των όπλων τη Συντακτική Συνέλευση. Το βραχύβιο «φιλελεύθερο» διάλειμμα εκκαθαρίστηκε. Η Ρωσία πέρασε από τα χέρια των ανίκανων Romanov στα χέρια ενός πραγματικού απολυταρχικού ηγεμόνα.
The rule of Nicholas II was not ended by a real revolutionary upheaval. It collapsed on the battlefields. Anarchy resulted which Kerensky could not master. A skirmish in the streets of Saint Petersburg removed Kerensky. A short time later Lenin had his eighteenth Brumaire. In spite of all the terror practised by the Bolshevists the Constituent Assembly, elected by universal franchise for men and women, had only about twenty per cent Bolshevist members. Lenin dispelled by force of arms the Constituent Assembly. The short-lived “liberal” interlude was liquidated. Russia passed from the hands of the inept Romanovs into those of a real autocrat.
Ο Lenin δεν αρκέστηκε στην κατάκτηση της Ρωσίας. Ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι προοριζόταν να προσφέρει την ευδαιμονία του σοσιαλισμού σε όλα τα έθνη και όχι μόνο στη Ρωσία. Η επίσημη ονομασία που επέλεξε για το κράτος του —Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών— δεν περιέχει καμία αναφορά στη Ρωσία. Το κράτος αυτό σχεδιάστηκε ως ο πυρήνας μιας παγκόσμιας κυβέρνησης. Εξυπακουόταν ότι όλοι οι σύντροφοι στο εξωτερικό όφειλαν δικαιωματικά πίστη σε αυτή την κυβέρνηση και ότι όλοι οι ξένοι αστοί που τολμούσαν να αντισταθούν ήταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας και άξιζαν τη θανατική ποινή. Ο Lenin δεν αμφέβαλλε ούτε στο ελάχιστο ότι όλες οι δυτικές χώρες βρίσκονταν στις παραμονές της μεγάλης τελικής επανάστασης. Περίμενε καθημερινά το ξέσπασμά της.
Lenin did not content himself with the conquest of Russia. He was fully convinced that he was destined to bring the bliss of socialism to all nations, not only to Russia. The official name which he chose for his government—Union of the Soviet Socialist Republics —does not contain any reference to Russia. It was designed as the nucleus of a world government. It was implied that all foreign comrades by rights owed allegiance to this government and that all foreign bourgeois who dared to resist were guilty of high treason and deserved capital punishment. Lenin did not doubt in the least that all Western countries were on the eve of the great final revolution. He daily expected its outbreak.
Κατά τη γνώμη του Lenin, υπήρχε στην Ευρώπη μία μόνο ομάδα η οποία θα μπορούσε —αν και χωρίς καμία προοπτική επιτυχίας— να προσπαθήσει να αποτρέψει την επαναστατική ανατροπή: τα εξαχρειωμένα μέλη της διανόησης που είχαν σφετεριστεί την ηγεσία των σοσιαλιστικών κομμάτων. Ο Lenin μισούσε από καιρό αυτούς τους ανθρώπους για την προσήλωσή τους στις κοινοβουλευτικές διαδικασίες και για την απροθυμία τους να εγκρίνουν τις δικτατορικές του επιδιώξεις. Καταφερόταν μανιωδώς εναντίον τους, επειδή τους θεωρούσε υπεύθυνους για το γεγονός ότι τα σοσιαλιστικά κόμματα είχαν υποστηρίξει την πολεμική προσπάθεια των χωρών τους. Ήδη κατά την εξορία του στην Ελβετία, η οποία έληξε το 1917, ο Lenin είχε αρχίσει να διασπά τα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα. Τώρα ίδρυσε μια νέα, Τρίτη Διεθνή, την οποία έλεγχε με τον ίδιο δικτατορικό τρόπο με τον οποίο διηύθυνε τους Ρώσους Μπολσεβίκους.
Για αυτό το νέο κόμμα, ο Lenin επέλεξε την ονομασία Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι κομμουνιστές έπρεπε να πολεμήσουν μέχρι θανάτου τα διάφορα ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κόμματα, αυτούς τους «σοσιαλπροδότες», και να οργανώσουν την άμεση εκκαθάριση της αστικής τάξης και την κατάληψη της εξουσίας από τους ένοπλους εργάτες. Ο Lenin δεν διέκρινε τον σοσιαλισμό από τον κομμουνισμό ως κοινωνικά συστήματα. Ο σκοπός στον οποίο απέβλεπε δεν ονομαζόταν κομμουνισμός σε αντιδιαστολή προς τον σοσιαλισμό. Η επίσημη ονομασία του σοβιετικού κράτους είναι Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών —όχι Κομμουνιστικών— Δημοκρατιών. Ως προς αυτό, δεν επιθυμούσε να μεταβάλει την παραδοσιακή ορολογία, η οποία θεωρούσε τους δύο όρους συνώνυμους.
Αποκαλούσε απλώς τους οπαδούς του —τους μόνους ειλικρινείς και συνεπείς υποστηρικτές των επαναστατικών αρχών του ορθόδοξου μαρξισμού— «κομμουνιστές» και τις μεθόδους τακτικής τους «κομμουνισμό», επειδή ήθελε να τους διακρίνει από τους «προδοτικούς μισθοφόρους των κεφαλαιούχων εκμεταλλευτών», τους μοχθηρούς σοσιαλδημοκράτες ηγέτες όπως ο Kautsky και ο Albert Thomas. Αυτοί οι προδότες, τόνιζε, επιθυμούσαν διακαώς να διατηρήσουν τον καπιταλισμό. Δεν ήταν αληθινοί σοσιαλιστές. Οι μόνοι γνήσιοι μαρξιστές ήταν εκείνοι που απέρριπταν την ονομασία «σοσιαλιστές», η οποία είχε περιπέσει σε ανεπανόρθωτη ανυποληψία.
There was in the opinion of Lenin only one group in Europe that might—although without any prospect of success—try to prevent the revolutionary upheaval: the depraved members of the intelligentsia who had usurped the leadership of the socialist parties. Lenin had long hated these men for their addiction to parliamentary procedure and their reluctance to endorse his dictatorial aspirations. He raged against them because he held them responsible for the fact that the socialist parties had supported the war effort of their countries. Already in his Swiss exile, which ended in 1917, Lenin began to split the European socialist parties. Now he set up a new, a Third International which he controlled in the same dictatorial manner in which he directed the Russian Bolshevists. For this new party Lenin chose the name Communist Party. The communists were to fight unto death the various European socialist parties, these “social traitors,” and they were to arrange the immediate liquidation of the bourgeoisie and seizure of power by the armed workers. Lenin did not differentiate between socialism and communism as social systems. The goal which he aimed at was not called communism as opposed to socialism. The official name of the Soviet government is Union of the Socialist (not of the Communist Soviet Republics. In this regard he did not want to alter the traditional terminology which considered the terms as synonymous. He merely called his partisans, the only sincere and consistent supporters of the revolutionary principles of orthodox Marxism, communists and their tactical methods communism because he wanted to distinguish them from the “treacherous hirelings of the capitalist exploiters,” the wicked Social Democratic leaders like Kautsky and Albert Thomas. These traitors, he emphasized, were anxious to preserve capitalism. They were not true socialists. The only genuine Marxians were those who rejected the name of socialists, irremediably fallen into disrepute.
Έτσι προέκυψε η διάκριση μεταξύ κομμουνιστών και σοσιαλιστών. Όσοι μαρξιστές δεν υποτάχθηκαν στον δικτάτορα της Μόσχας αυτοαποκαλούνταν σοσιαλδημοκράτες ή, εν συντομία, σοσιαλιστές. Χαρακτηριστικό τους ήταν η πεποίθηση ότι η καταλληλότερη μέθοδος για την πραγματοποίηση των σχεδίων τους προς εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού —του τελικού σκοπού που ήταν κοινός τόσο σε αυτούς όσο και στους κομμουνιστές— ήταν η εξασφάλιση της υποστήριξης της πλειονότητας των συμπολιτών τους. Εγκατέλειψαν τα επαναστατικά συνθήματα και προσπάθησαν να υιοθετήσουν δημοκρατικές μεθόδους για την κατάληψη της εξουσίας. Δεν προβληματίστηκαν για το κατά πόσον ένα σοσιαλιστικό καθεστώς είναι συμβατό με τη δημοκρατία. Για την επίτευξη, όμως, του σοσιαλισμού ήταν αποφασισμένοι να εφαρμόσουν δημοκρατικές διαδικασίες.
Thus the distinction between communists and socialists came into being. Those Marxians who did not surrender to the dictator in Moscow called themselves social democrats or, in short, socialists. What characterized them was the belief that the most appropriate method for the realization of their plans to establish socialism, the final goal common to them as well as to the communists, was to win the support of the majority of their fellow-citizens. They abandoned the revolutionary slogans and tried to adopt democratic methods for the seizure of power. They did not bother about the problem whether or not a socialist regime is compatible with democracy. But for the attainment of socialism they were resolved to apply democratic procedures.
Από την άλλη πλευρά, κατά τα πρώτα χρόνια της Τρίτης Διεθνούς, οι κομμουνιστές παρέμεναν σταθερά προσηλωμένοι στην αρχή της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου. Ήταν πιστοί μόνο στον Ρώσο αρχηγό τους. Απέβαλλαν από τις τάξεις τους οποιονδήποτε θεωρούνταν ύποπτος ότι αισθανόταν δεσμευμένος από οποιονδήποτε νόμο της χώρας του. Συνωμοτούσαν αδιάκοπα και σπαταλούσαν αίμα σε αποτυχημένες εξεγέρσεις.
The communists, on the other hand, were in the early years of the Third International firmly committed to the principle of revolution and civil war. They were loyal only to their Russian chief. They expelled from their ranks everybody who was suspected of feeling himself bound by any of his country’s laws. They plotted unceasingly and squandered blood in unsuccessful riots.
Ο Lenin δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί οι κομμουνιστές αποτύγχαναν παντού έξω από τη Ρωσία. Δεν περίμενε πολλά από τους Αμερικανούς εργάτες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, συμφωνούσαν οι κομμουνιστές, οι εργάτες στερούνταν επαναστατικού πνεύματος επειδή είχαν διαφθαρεί από την ευημερία και είχαν βυθιστεί στο ελάττωμα της χρηματοθηρίας. Ο Lenin, όμως, δεν αμφέβαλλε ότι οι ευρωπαϊκές μάζες διέθεταν ταξική συνείδηση και, επομένως, ήταν απολύτως προσηλωμένες στις επαναστατικές ιδέες. Κατά τη γνώμη του, ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν είχε πραγματοποιηθεί η επανάσταση ήταν η ανεπάρκεια και η δειλία των κομμουνιστικών στελεχών. Καθαιρούσε ξανά και ξανά τους τοποτηρητές του και διόριζε νέους. Δεν σημείωσε, όμως, μεγαλύτερη επιτυχία.
Lenin could not understand why the communists failed everywhere outside Russia. He did not expect much from the American workers. In the United States, the communists agreed, the workers lacked the revolutionary spirit because they were spoiled by well-being and steeped in the vice of money-making. But Lenin did not doubt that the European masses were class-conscious and therefore fully committed to revolutionary ideas. The only reason why the revolution had not been realized was in his opinion the inadequacy and cowardice of the communist officials. Again and again he deposed his vicars and appointed new men. But he did not succeed any better.
Στις αγγλοσαξονικές και στις λατινοαμερικανικές χώρες, οι σοσιαλιστές ψηφοφόροι εμπιστεύονται τις δημοκρατικές μεθόδους. Εκεί ο αριθμός των ανθρώπων που επιδιώκουν σοβαρά μια κομμουνιστική επανάσταση είναι πολύ μικρός. Οι περισσότεροι από όσους διακηρύσσουν δημοσίως την προσήλωσή τους στις αρχές του κομμουνισμού θα αισθάνονταν εξαιρετικά δυστυχείς εάν ξεσπούσε η επανάσταση και εξέθετε σε κίνδυνο τη ζωή και την περιουσία τους. Εάν οι ρωσικές στρατιές εισέβαλλαν στις χώρες τους ή εάν οι εγχώριοι κομμουνιστές καταλάμβαναν την εξουσία χωρίς να τους εμπλέξουν στον αγώνα, πιθανότατα θα χαίρονταν, με την ελπίδα ότι θα ανταμείβονταν για τη μαρξική τους ορθοδοξία. Οι ίδιοι, όμως, δεν λαχταρούν τις επαναστατικές δάφνες.
In the Anglo-Saxon and in the Latin-American countries the socialist voters place confidence in democratic methods. Here the number of people who seriously aim at a communist revolution is very small. Most of those who publicly proclaim their adherence to the principles of communism would feel extremely unhappy if the revolution were to arise and expose their lives and their property to danger. If the Russian armies were to march into their countries or if domestic communists were to seize power without engaging them in the fight, they would probably rejoice in the hope of being rewarded for their Marxian orthodoxy. But they themselves do not long for revolutionary laurels.
Είναι γεγονός ότι, σε όλα αυτά τα τριάντα χρόνια παθιασμένης φιλοσοβιετικής προπαγάνδας, καμία χώρα εκτός της Ρωσίας δεν έγινε κομμουνιστική με τη θέληση των ίδιων των πολιτών της. Η Ανατολική Ευρώπη στράφηκε προς τον κομμουνισμό μόνο όταν οι διπλωματικοί διακανονισμοί της διεθνούς πολιτικής ισχύος τη μετέτρεψαν σε σφαίρα αποκλειστικής ρωσικής επιρροής και ηγεμονίας. Είναι απίθανο η Δυτική Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία να ενστερνιστούν τον κομμουνισμό, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Μεγάλη Βρετανία δεν υιοθετήσουν πολιτική απόλυτης διπλωματικής désintéressement, δηλαδή πλήρους αδιαφορίας και αποχής. Εκείνο που προσδίδει ισχύ στο κομμουνιστικό κίνημα σε αυτές και σε ορισμένες άλλες χώρες είναι η πεποίθηση ότι η Ρωσία καθοδηγείται από έναν ακατάβλητο «δυναμισμό», ενώ οι αγγλοσαξονικές δυνάμεις είναι αδιάφορες και δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την τύχη τους.
It is a fact that in all these thirty years of passionate pro-Soviet agitation not a single country outside Russia went communist of its citizens’ own accord. Eastern Europe turned to communism only when the diplomatic arrangements of international power politics had converted it into a sphere of exclusive Russian influence and hegemony. It is unlikely that Western Germany, France, Italy and Spain will espouse communism if the United States and Great Britain do not adopt a policy of absolute diplomatic “désintéressement. “What gives strength to the communist movement in these and in some other countries is the belief that Russia is driven by an unflinching “dynamism” while the Anglo-Saxon powers are indifferent and not very much interested in their fate.
Ο Marx και οι μαρξιστές έσφαλαν οικτρά όταν υπέθεσαν ότι οι μάζες λαχταρούν την επαναστατική ανατροπή της «αστικής» κοινωνικής τάξης. Οι μαχητικοί κομμουνιστές απαντούν μόνο στις τάξεις εκείνων που βιοπορίζονται από τον κομμουνισμό τους ή προσδοκούν ότι μια επανάσταση θα προωθήσει τις προσωπικές τους φιλοδοξίες. Οι ανατρεπτικές δραστηριότητες αυτών των επαγγελματιών συνωμοτών είναι επικίνδυνες ακριβώς εξαιτίας της αφέλειας εκείνων που απλώς φλερτάρουν με την επαναστατική ιδέα. Αυτοί οι συγκεχυμένοι και παραπλανημένοι συμπαθούντες που αυτοαποκαλούνται «φιλελεύθεροι» και τους οποίους οι κομμουνιστές αποκαλούν «χρήσιμους αθώους», οι συνοδοιπόροι, ακόμη και η πλειονότητα των επισήμως εγγεγραμμένων μελών του κόμματος, θα καταλαμβάνονταν από τρόμο εάν ανακάλυπταν κάποια ημέρα ότι οι ηγέτες τους κυριολεκτούν όταν κηρύσσουν την εξέγερση. Τότε, όμως, ενδέχεται να είναι πλέον πολύ αργά για να αποτραπεί η καταστροφή.
Marx and the Marxians erred lamentably when they assumed that the masses long for a revolutionary overthrow of the “bourgeois” order of society. The militant communists are to be found only in the ranks of those who make a living from their communism or expect that a revolution would further their personal ambitions. The subversive activities of these professional plotters are dangerous precisely on account of the naivety of those who are merely flirting with the revolutionary idea. Those confused and misguided sympathizers who call themselves “liberals” and whom the communists call “useful innocents,” the fellow-travellers and even the majority of the officially registered party members, would be terribly frightened if they were to discover one day that their chiefs mean business when preaching sedition. But then it may be too late to avert disaster.
Προς το παρόν, ο δυσοίωνος κίνδυνος που ενέχουν τα κομμουνιστικά κόμματα στη Δύση έγκειται στη στάση τους απέναντι στις εξωτερικές υποθέσεις. Διακριτικό γνώρισμα όλων των σύγχρονων κομμουνιστικών κομμάτων είναι η αφοσίωσή τους στην επιθετική εξωτερική πολιτική των Σοβιετικών. Όποτε πρέπει να επιλέξουν μεταξύ της Ρωσίας και της δικής τους χώρας, δεν διστάζουν να προτιμήσουν τη Ρωσία. Η αρχή τους είναι: «Είτε έχει δίκιο είτε άδικο, η Ρωσία μου». Υπακούν αυστηρά σε όλες τις διαταγές που εκδίδονται από τη Μόσχα.
Όταν η Ρωσία ήταν σύμμαχος του Hitler, οι Γάλλοι κομμουνιστές υπονόμευαν την πολεμική προσπάθεια της δικής τους χώρας, ενώ οι Αμερικανοί κομμουνιστές αντιτάσσονταν με πάθος στα σχέδια του προέδρου Roosevelt να βοηθήσει την Αγγλία και τη Γαλλία στον αγώνα τους κατά των ναζί. Οι κομμουνιστές σε ολόκληρο τον κόσμο στιγμάτιζαν όλους όσοι αμύνονταν κατά των Γερμανών εισβολέων ως «ιμπεριαλιστές πολεμοκάπηλους». Μόλις, όμως, ο Hitler επιτέθηκε στη Ρωσία, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος των κεφαλαιούχων μεταμορφώθηκε εν μία νυκτί σε δίκαιο αμυντικό πόλεμο. Κάθε φορά που ο Stalin κατακτά μία ακόμη χώρα, οι κομμουνιστές δικαιολογούν αυτή την επίθεση ως πράξη αυτοάμυνας απέναντι στους «φασίστες».
For the time being, the ominous peril of the communist parties in the West lies in their stand on foreign affairs. The distinctive mark of all present-day communist parties is their devotion to the aggressive foreign policy of the Soviets. Whenever they must choose between Russia and their own country, they do not hesitate to prefer Russia. Their principle is: Right or wrong, my Russia. They strictly obey all orders issued from Moscow. When Russia was an ally of Hitler, the French communists sabotaged their own country’s war effort and the American communists passionately opposed President Roosevelt’s plans to aid England and France in their struggle against the Nazis. The communists all over the world branded all those who defended themselves against the German invaders as “imperialist warmongers.” But as soon as Hitler attacked Russia, the imperialist war of the capitalists changed overnight into a just war of defence. Whenever Stalin conquers one more country, the communists justify this aggression as an act of self-defence against “Fascists.”
Με την τυφλή λατρεία τους για καθετί ρωσικό, οι κομμουνιστές της Δυτικής Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών υπερβαίνουν κατά πολύ τις χειρότερες υπερβολές στις οποίες επιδόθηκαν ποτέ οι σωβινιστές. Εκστασιάζονται με τις ρωσικές κινηματογραφικές ταινίες, τη ρωσική μουσική και τις υποτιθέμενες ανακαλύψεις της ρωσικής επιστήμης. Μιλούν με εκστατικούς όρους για τα οικονομικά επιτεύγματα των Σοβιετικών. Αποδίδουν τη νίκη των Συμμαχικών Εθνών στα κατορθώματα των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων. Η Ρωσία, υποστηρίζουν, έσωσε τον κόσμο από τη φασιστική απειλή. Η Ρωσία είναι η μόνη ελεύθερη χώρα, ενώ όλα τα άλλα έθνη υπόκεινται στη δικτατορία των κεφαλαιούχων. Μόνο οι Ρώσοι είναι ευτυχισμένοι και απολαμβάνουν την ευδαιμονία μιας ολοκληρωμένης ζωής· στις καπιταλιστικές χώρες, η συντριπτική πλειονότητα υποφέρει από ματαιώσεις και ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Όπως ο ευσεβής μουσουλμάνος λαχταρά να προσκυνήσει τον τάφο του Προφήτη στη Μέκκα, έτσι και ο κομμουνιστής διανοούμενος θεωρεί ένα προσκύνημα στους ιερούς τόπους της Μόσχας το μεγάλο γεγονός της ζωής του.
In their blind worship of everything that is Russian, the communists of Western Europe and the United States by far surpass the worst excesses ever committed by chauvinists. They wax rapturous about Russian movies, Russian music and the alleged discoveries of Russian science. They speak in ecstatic words about the economic achievements of the Soviets. They ascribe the victory of the United Nations to the deeds of the Russian armed forces. Russia, they contend, has saved the world from the Fascist menace. Russia is the only free country while all other nations are subject to the dictatorship of the capitalists. The Russians alone are happy and enjoy the bliss of living a full life; in the capitalist countries the immense majority are suffering from frustration and unfulfilled desires. Just as the pious Muslim yearns for a pilgrimage to the Prophet’s tomb at Mecca, so the communist intellectual deems a pilgrimage to the holy shrines of Moscow as the event of his life.
Ωστόσο, η διάκριση κατά τη χρήση των όρων «κομμουνιστές» και «σοσιαλιστές» δεν επηρέασε τη σημασία των όρων «κομμουνισμός» και «σοσιαλισμός», όταν αυτοί εφαρμόζονταν στον τελικό σκοπό των πολιτικών που ήταν κοινές και στους δύο. Μόλις το 1928 το πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το οποίο εγκρίθηκε από το Έκτο Συνέδριο στη Μόσχα,15 άρχισε να διακρίνει τον κομμουνισμό από τον σοσιαλισμό —και όχι απλώς τους κομμουνιστές από τους σοσιαλιστές.
However, the distinction in the use of the terms communists and socialists did not affect the meaning of the terms communism and socialism as applied to the final goal of the policies common to them both. It was only in 1928 that the programme of the Communist International, adopted by the sixth congress in Moscow, began to differentiate between communism and socialism (and not merely between communists and socialists).
Σύμφωνα με αυτό το νέο δόγμα, στην οικονομική εξέλιξη της ανθρωπότητας, μεταξύ του ιστορικού σταδίου του καπιταλισμού και εκείνου του κομμουνισμού, παρεμβάλλεται ένα τρίτο στάδιο, το στάδιο του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός είναι ένα κοινωνικό σύστημα θεμελιωμένο στον δημόσιο έλεγχο των μέσων παραγωγής και στην πλήρη διεύθυνση όλων των διαδικασιών παραγωγής και διανομής από μια κεντρική αρχή σχεδιασμού. Από αυτή την άποψη, είναι ταυτόσημος με τον κομμουνισμό. Διαφέρει, όμως, από τον κομμουνισμό κατά το ότι δεν υπάρχει ισότητα των μεριδίων που κατανέμονται σε κάθε άτομο για την προσωπική του κατανάλωση. Εξακολουθούν να καταβάλλονται μισθοί στους συντρόφους, και τα μισθολογικά επίπεδα διαβαθμίζονται σύμφωνα με κριτήρια οικονομικής σκοπιμότητας, στον βαθμό που η κεντρική αρχή το θεωρεί αναγκαίο για την εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής παραγωγής αγαθών.
Εκείνο που ο Stalin αποκαλεί σοσιαλισμό αντιστοιχεί, σε γενικές γραμμές, στην έννοια της «πρώιμης φάσης» του κομμουνισμού κατά τον Marx. Ο Stalin επιφυλάσσει τον όρο «κομμουνισμός» αποκλειστικά για εκείνο που ο Marx αποκαλούσε «ανώτερη φάση» του κομμουνισμού. Ο σοσιαλισμός, με την έννοια που έχει προσδώσει προσφάτως ο Stalin στον όρο, κινείται προς τον κομμουνισμό, αλλά δεν αποτελεί ακόμη ο ίδιος κομμουνισμό. Ο σοσιαλισμός θα μετατραπεί σε κομμουνισμό μόλις η αύξηση του πλούτου που αναμένεται να προκύψει από τη λειτουργία των σοσιαλιστικών μεθόδων παραγωγής ανυψώσει το χαμηλό βιοτικό επίπεδο των ρωσικών μαζών στο υψηλότερο επίπεδο το οποίο απολαμβάνουν στη σημερινή Ρωσία οι διακεκριμένοι κάτοχοι σημαντικών αξιωμάτων.16
According to this new doctrine there is, in the economic evolution of mankind, between the historical stage of capitalism and that of communism, a third stage, namely that of socialism. Socialism is a social system based on public control of the means of production and full management of all processes of production and distribution by a planning central authority. In this regard it is equal to communism. But it differs from communism in so far as there is no equality of the portions allotted to each individual for his own consumption. There are still wages paid to the comrades and these wage rates are graduated according to economic expediency as far as the central authority deems it necessary for securing the greatest possible output of products. What Stalin calls socialism corresponds by and large to Marx’s concept of the “early phase” of communism. Stalin reserves the term communism exclusively for what Marx called the “higher phase” of communism. Socialism, in the sense in which Stalin has lately used the term, is moving towards communism, but is in itself not yet communism. Socialism will turn into communism as soon as the increase in wealth to be expected from the operation of the socialist methods of production has raised the lower standard of living of the Russian masses to the higher standard which the distinguished holders of important offices enjoy in present-day Russia.
Ο απολογητικός χαρακτήρας αυτής της νέας ορολογικής πρακτικής είναι προφανής. Ο Stalin θεωρεί αναγκαίο να εξηγήσει στη συντριπτική πλειονότητα των υπηκόων του γιατί το βιοτικό τους επίπεδο είναι εξαιρετικά χαμηλό, πολύ χαμηλότερο από εκείνο των μαζών στις καπιταλιστικές χώρες και ακόμη χαμηλότερο από εκείνο των Ρώσων προλεταρίων κατά την εποχή της τσαρικής διακυβέρνησης. Θέλει να δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι μισθοί και οι αποδοχές είναι άνισοι· ότι μια μικρή ομάδα Σοβιετικών αξιωματούχων απολαμβάνει όλες τις πολυτέλειες που μπορεί να προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία· ότι μια δεύτερη ομάδα, πολυπληθέστερη από την πρώτη αλλά ολιγάριθμη σε σύγκριση με τη μεσαία τάξη της αυτοκρατορικής Ρωσίας, ζει με «αστικό» τρόπο· ενώ οι μάζες, ρακένδυτες και ξυπόλυτες, συντηρούνται σε ασφυκτικά πυκνοκατοικημένες παραγκουπόλεις και υποσιτίζονται. Δεν μπορεί πλέον να κατηγορήσει τον καπιταλισμό για αυτή την κατάσταση. Έτσι, αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένα νέο ιδεολογικό εφεύρημα ανάγκης.
The apologetical character of this new terminological practice is obvious. Stalin finds it necessary to explain to the vast majority of his subjects why their standard of living is extremely low, much lower than that of the masses in the capitalist countries and even lower than that of the Russian proletarians in the days of Czarist rule. He wants to justify the fact that salaries and wages are unequal, that a small group of Soviet officials enjoys all the luxuries modern technique can provide, that a second group, more numerous than the first one, but less numerous than the middle class in imperial Russia, lives in “bourgeois” style, while the masses, ragged and barefooted, subsist in congested slums and are poorly fed. He can no longer blame capitalism for this state of affairs. Thus he was compelled to resort to a new ideological makeshift.
Το πρόβλημα του Stalin ήταν ακόμη πιο πιεστικό, επειδή οι Ρώσοι κομμουνιστές, κατά τις πρώτες ημέρες της διακυβέρνησής τους, είχαν διακηρύξει με πάθος την εισοδηματική ισότητα ως αρχή που έπρεπε να εφαρμοστεί από την πρώτη κιόλας στιγμή της κατάληψης της εξουσίας από τους προλεταρίους. Επιπλέον, στις καπιταλιστικές χώρες, το ισχυρότερο δημαγωγικό τέχνασμα που χρησιμοποιούν τα χρηματοδοτούμενα από τη Ρωσία κομμουνιστικά κόμματα είναι η διέγερση του φθόνου εκείνων που έχουν χαμηλότερα εισοδήματα εναντίον όλων όσοι έχουν υψηλότερα. Το κύριο επιχείρημα που προέβαλλαν οι κομμουνιστές για να υποστηρίξουν τη θέση τους ότι ο εθνικοσοσιαλισμός του Hitler δεν αποτελούσε γνήσιο σοσιαλισμό αλλά, αντιθέτως, τη χειρότερη μορφή καπιταλισμού, ήταν ότι στη ναζιστική Γερμανία υπήρχε ανισότητα ως προς το βιοτικό επίπεδο.
Stalin’s problem was the more burning as the Russian communists in the early days of their rule had passionately proclaimed income equality as a principle to be enforced from the first instant of the proletarians’ seizure of power. Moreover, in the capitalist countries the most powerful demagogic trick applied by the Russia-sponsored communist parties is to excite the envy of those with lower incomes against all those with higher incomes. The main argument advanced by the communists for the support of their thesis that Hitler’s National Socialism was not genuine socialism, but, on the contrary, the worst variety of capitalism, was that there was in Nazi Germany inequality in the standard of living.
Η νέα διάκριση του Stalin μεταξύ σοσιαλισμού και κομμουνισμού βρίσκεται σε απροκάλυπτη αντίθεση με την πολιτική του Lenin και εξίσου με τις αρχές της προπαγάνδας των κομμουνιστικών κομμάτων εκτός των ρωσικών συνόρων. Τέτοιες αντιφάσεις, όμως, δεν έχουν σημασία στην επικράτεια των Σοβιετικών. Ο λόγος του δικτάτορα αποτελεί την τελική απόφαση και κανείς δεν είναι τόσο παράτολμος ώστε να αποπειραθεί να του αντιταχθεί.
Stalin’s new distinction between socialism and communism is in open contradiction to the policy of Lenin, and no less to the tenets of the propaganda of the communist parties outside the Russian frontiers. But such contradictions do not matter in the realm of the Soviets. The word of the dictator is the ultimate decision, and nobody is so foolhardy as to venture opposition.
Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι η σημασιολογική καινοτομία του Stalin επηρεάζει μόνο τους όρους «κομμουνισμός» και «σοσιαλισμός». Δεν μετέβαλε τη σημασία των όρων «σοσιαλιστής» και «κομμουνιστής». Το Μπολσεβικικό Κόμμα εξακολουθεί, όπως και προηγουμένως, να αποκαλείται κομμουνιστικό. Τα ρωσόφιλα κόμματα πέρα από τα σύνορα της Σοβιετικής Ένωσης αυτοαποκαλούνται κομμουνιστικά κόμματα και πολεμούν με σφοδρότητα τα σοσιαλιστικά κόμματα, τα οποία, στα μάτια τους, δεν είναι παρά σοσιαλπροδότες. Η επίσημη ονομασία, όμως, της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών παραμένει αμετάβλητη.
It is important to realize that Stalin’s semantical innovation affects merely the terms communism and socialism. He did not alter the meaning of the terms socialist and communist. The Bolshevist party is just as before called communist. The Russophile parties beyond the borders of the Soviet Union call themselves communist parties and are violently fighting the socialist parties which, in their eyes, are simply social traitors. But the official name of the Union of Soviet Socialist Republics remains unchanged.
Οι Γερμανοί, Ιταλοί και Ιάπωνες εθνικιστές δικαιολογούσαν τις επιθετικές πολιτικές τους επικαλούμενοι την έλλειψη Lebensraum, δηλαδή ζωτικού χώρου. Οι χώρες τους είναι σχετικά υπερπληθυσμένες. Δεν είναι ιδιαίτερα προικισμένες από τη φύση και εξαρτώνται από την εισαγωγή τροφίμων και πρώτων υλών από το εξωτερικό. Πρέπει να εξάγουν μεταποιημένα προϊόντα προκειμένου να πληρώνουν για αυτές τις απολύτως αναγκαίες εισαγωγές. Όμως οι προστατευτικές πολιτικές που υιοθετούν οι χώρες οι οποίες παράγουν πλεονάσματα τροφίμων και πρώτων υλών κλείνουν τα σύνορά τους στις εισαγωγές μεταποιημένων προϊόντων. Ο κόσμος τείνει εμφανώς προς μια κατάσταση πλήρους οικονομικής αυτάρκειας κάθε έθνους. Σε έναν τέτοιο κόσμο, ποια μοίρα επιφυλάσσεται για τα έθνη που δεν μπορούν ούτε να θρέψουν ούτε να ενδύσουν τους πολίτες τους με εγχώριους πόρους;
The German, Italian and Japanese nationalists justified their aggressive policies by their lack of Lebensraum. Their countries are comparatively over populated. They are poorly endowed by nature and depend on the import of foodstuffs and raw materials from abroad. They must export manufactures to pay for these badly needed imports. But the protectionist policies espoused by the countries producing a surplus of foodstuffs and raw materials close their frontiers to import of manufactures. The world is manifestly tending towards a state of full economic autarky of each nation. In such a world, what fate is in store for those nations who can neither feed nor clothe their citizens out of domestic resources?
Το δόγμα του Lebensraum των αυτοαποκαλούμενων «μη προνομιούχων» λαών τονίζει ότι στην Αμερική και στην Αυστραλία υπάρχουν εκατομμύρια άκρ (1 άκρ ≈ 4 στρέμματα) ακαλλιέργητης γης, πολύ γονιμότερης από τα άγονα εδάφη που καλλιεργούν οι αγρότες των μη προνομιούχων εθνών. Οι φυσικές συνθήκες για την εξόρυξη και τη μεταποίηση είναι επίσης πολύ ευνοϊκότερες από ό,τι στις χώρες των μη προνομιούχων. Ωστόσο, οι Γερμανοί, Ιταλοί και Ιάπωνες αγρότες και εργάτες αποκλείονται από την πρόσβαση σε αυτές τις περιοχές που είναι ευνοημένες από τη φύση. Οι μεταναστευτικοί νόμοι των σχετικά αραιοκατοικημένων χωρών εμποδίζουν τη μετανάστευσή τους. Οι νόμοι αυτοί αυξάνουν την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας και, ως εκ τούτου, τα μισθολογικά επίπεδα στις αραιοκατοικημένες χώρες, ενώ τα μειώνουν στις υπερπληθυσμένες. Το υψηλό βιοτικό επίπεδο στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις Βρετανικές Κτήσεις εξασφαλίζεται με τίμημα τη μείωση του βιοτικού επιπέδου στις ασφυκτικά πυκνοκατοικημένες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας.
The Lebensraum doctrine of the self-styled “have-not” peoples emphasizes that there are in America and in Australia millions of acres of unused land much more fertile than the barren soil which the farmers of the have-not nations are tilling. Natural conditions for mining and manufacturing are likewise much more propitious than in the countries of the have-nots. But the German, Italian and Japanese peasants and workers are barred from access to these areas favoured by nature. The immigration laws of the comparatively underpopulated countries prevent their migration. These laws raise the marginal productivity of labour and thereby wage rates in the underpopulated countries and lower them in the overpopulated countries. The high standard of living in the United States and the British Dominions is paid for by a lowering of the standard of living in the congested countries of Europe and Asia.
Οι πραγματικοί επιτιθέμενοι, λένε αυτοί οι Γερμανοί, Ιταλοί και Ιάπωνες εθνικιστές, είναι τα έθνη τα οποία, μέσω εμπορικών και μεταναστευτικών φραγμών, ιδιοποιήθηκαν τη μερίδα του λέοντος από τον φυσικό πλούτο της γης. Δεν διακήρυξε άραγε ο ίδιος ο Πάπας17 ότι οι βαθύτερες αιτίες των Παγκοσμίων Πολέμων είναι «εκείνος ο ψυχρός και υπολογιστικός εγωισμός που τείνει να συσσωρεύει τους οικονομικούς πόρους και τα υλικά τα οποία προορίζονται για τη χρήση όλων, σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην επιτρέπεται στα έθνη που είναι λιγότερο ευνοημένα από τη φύση να έχουν πρόσβαση σε αυτά»;18 Από αυτή την άποψη, ο πόλεμος που εξαπέλυσαν ο Hitler, ο Mussolini και ο Hirohito ήταν δίκαιος πόλεμος, διότι ο μόνος σκοπός του ήταν να δώσει στους μη προνομιούχους εκείνο που τους ανήκε δυνάμει του φυσικού και του θεϊκού δικαίου.
The true aggressors, say these German, Italian and Japanese nationalists, are those nations who by means of trade and migration barriers have arrogated to themselves the lion’s share of the natural riches of the earth. Has not the Pope himself declared that the root causes of the World Wars are “that cold and calculating egoism which tends to hoard the economic resources and materials destined for the use of all to such an extent that the nations less favoured by nature are not permitted access to them”? The war that Hitler, Mussolini and Hirohito kindled was from this point of view a just war, for its only aim was to give to the have-nots what, by virtue of natural and divine right, belongs to them.
Οι Ρώσοι δεν μπορούν να αποτολμήσουν να δικαιολογήσουν την επιθετική πολιτική τους με τέτοια επιχειρήματα. Η Ρωσία είναι μια σχετικά αραιοκατοικημένη χώρα. Το έδαφός της είναι πολύ περισσότερο προικισμένο από τη φύση από ό,τι εκείνο οποιουδήποτε άλλου έθνους. Προσφέρει τις ευνοϊκότερες συνθήκες για την καλλιέργεια κάθε είδους δημητριακών, καρπών, σπόρων και φυτών. Η Ρωσία διαθέτει απέραντους βοσκοτόπους και σχεδόν ανεξάντλητα δάση. Διαθέτει πλουσιότατους πόρους για την παραγωγή χρυσού, αργύρου, λευκόχρυσου, σιδήρου, χαλκού, νικελίου, μαγγανίου και όλων των άλλων μετάλλων, καθώς και πετρελαίου. Αν δεν υπήρχαν ο δεσποτισμός των τσάρων και η οικτρή ανεπάρκεια του κομμουνιστικού συστήματος, ο πληθυσμός της θα μπορούσε από καιρό να απολαμβάνει το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Ασφαλώς δεν είναι η έλλειψη φυσικών πόρων εκείνη που ωθεί τη Ρωσία προς τις κατακτήσεις.
The Russians cannot venture to justify their aggressive policy by such arguments. Russia is a comparatively underpopulated country. Its soil is much better endowed by nature than that of any other nation. It offers the most advantageous conditions for the growing of all kinds of cereals, fruits, seeds and plants. Russia owns immense pastures and almost inexhaustible forests. It has the richest resources for the production of gold, silver, platinum, iron, copper, nickel, manganese and all other metals, and of oil. But for the despotism of the Czars and the lamentable inadequacy of the communist system, its population could long since have enjoyed the highest standard of living. It is certainly not lack of natural resources that pushes Russia towards conquest.
Η επιθετικότητα του Lenin απέρρεε από την πεποίθησή του ότι ήταν ο ηγέτης της τελικής παγκόσμιας επανάστασης. Θεωρούσε τον εαυτό του νόμιμο διάδοχο της Πρώτης Διεθνούς, προορισμένο να εκπληρώσει το έργο στο οποίο είχαν αποτύχει ο Marx και ο Engels. Η νεκρώσιμη καμπάνα του καπιταλισμού είχε ηχήσει και καμία καπιταλιστική μηχανορραφία δεν μπορούσε πλέον να αναβάλει την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ο δικτάτορας της νέας κοινωνικής τάξης. Ο Lenin ήταν έτοιμος να επωμιστεί αυτό το βάρος.
Lenin’s aggressiveness was an outgrowth of his conviction that he was the leader of the final world revolution. He considered himself as the legitimate successor of the First International, destined to accomplish the task in which Marx and Engels had failed. The knell of capitalism had sounded, and no capitalist machinations could delay the expropriation of the expropriators any longer. What was needed was only the dictator of the new social order. Lenin was ready to take the burden upon his shoulders.
Από την εποχή των μογγολικών εισβολών, η ανθρωπότητα δεν είχε βρεθεί αντιμέτωπη με μια τόσο ανυποχώρητη και ολοκληρωτική επιδίωξη απεριόριστης παγκόσμιας κυριαρχίας. Σε κάθε χώρα, οι Ρώσοι απεσταλμένοι και οι κομμουνιστικές πέμπτες φάλαγγες εργάζονταν φανατικά για την «προσάρτηση» στη Ρωσία. Ο Lenin, όμως, δεν διέθετε τις πρώτες τέσσερις φάλαγγες. Οι στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας ήταν τότε αξιοκαταφρόνητες. Όταν διέσχισαν τα ρωσικά σύνορα, αναχαιτίστηκαν από τους Πολωνούς. Δεν μπόρεσαν να προελάσουν δυτικότερα. Η μεγάλη εκστρατεία για την κατάκτηση του κόσμου έσβησε άδοξα.
Since the days of the Mongol invasions mankind has not had to face such an unflinching and thorough-going aspiration for unlimited world supremacy. In every country the Russian emissaries and the communist fifth columns were fanatically working for the “Anschluss” to Russia. But Lenin lacked the first four columns. Russia’s military forces were at that time contemptible. When they crossed the Russian borders, they were stopped by the Poles. They could not march further West. The great campaign for world conquest petered out.
Ήταν απλώς ανούσια συζήτηση το να εξετάζεται εάν ο κομμουνισμός σε μία μόνο χώρα ήταν δυνατός ή επιθυμητός. Οι κομμουνιστές είχαν αποτύχει ολοκληρωτικά έξω από τα σύνορα της Ρωσίας. Αναγκάστηκαν να παραμείνουν στη χώρα τους.
It was just idle talk to discuss the problems whether communism in one country only is possible or desirable. The communists had failed utterly outside the Russian frontiers. They were forced to stay at home.
Ο Stalin αφιέρωσε όλη του την ενεργητικότητα στην οργάνωση ενός μόνιμου στρατού μεγέθους πρωτοφανούς στην παγκόσμια ιστορία. Δεν σημείωσε, όμως, μεγαλύτερη επιτυχία από όση είχαν σημειώσει ο Lenin και ο Trotsky. Οι ναζί νίκησαν εύκολα αυτόν τον στρατό και κατέλαβαν το σημαντικότερο τμήμα της ρωσικής επικράτειας. Η Ρωσία σώθηκε από τις βρετανικές και, πρωτίστως, από τις αμερικανικές δυνάμεις. Το αμερικανικό πρόγραμμα Εκμίσθωσης και Δανεισμού κατέστησε δυνατό για τους Ρώσους να ακολουθήσουν κατά πόδας τους Γερμανούς, όταν η έλλειψη εξοπλισμού και η επαπειλούμενη αμερικανική εισβολή τούς ανάγκασαν να αποσυρθούν από τη Ρωσία. Μπορούσαν ακόμη και να νικούν περιστασιακά τις οπισθοφυλακές των υποχωρούντων ναζί. Μπόρεσαν να κατακτήσουν το Βερολίνο και τη Βιέννη, όταν τα αμερικανικά αεροπλάνα είχαν συντρίψει τη γερμανική άμυνα. Όταν οι Αμερικανοί είχαν συντρίψει τους Ιάπωνες, οι Ρώσοι μπόρεσαν ανενόχλητοι να τους μαχαιρώσουν πισώπλατα.
Stalin devoted all his energy to the organization of a standing army of a size the world had never seen before. But he was not more successful than Lenin and Trotsky had been. The Nazis easily defeated this army and occupied the most important part of Russia’s territory. Russia was saved by the British and, above all, by the American forces. American Lend-Lease enabled the Russians to follow on the heels of the Germans when the scarcity of equipment and the threatening American invasion forced them to withdraw from Russia. They could even occasionally defeat the rearguards of the retreating Nazis. They could conquer Berlin and Vienna when the American airplanes had smashed the German defences. When the Americans had crushed the Japanese, the Russians could quietly stab them in the back.
Βεβαίως, οι κομμουνιστές εντός και εκτός της Ρωσίας, καθώς και οι συνοδοιπόροι τους, υποστηρίζουν με πάθος ότι η Ρωσία ήταν εκείνη που νίκησε τους ναζί και απελευθέρωσε την Ευρώπη. Αποσιωπούν το γεγονός ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο οι ναζί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τη Μόσχα, το Λένινγκραντ και το Στάλινγκραντ ήταν η έλλειψη πυρομαχικών, αεροπλάνων και βενζίνης. Ο αποκλεισμός ήταν εκείνος που κατέστησε αδύνατο για τους ναζί να εφοδιάσουν τις στρατιές τους με τον αναγκαίο εξοπλισμό και να κατασκευάσουν στην κατεχόμενη ρωσική επικράτεια ένα σύστημα μεταφορών ικανό να μεταφέρει αυτόν τον εξοπλισμό στην πολύ μακρινή γραμμή του μετώπου. Η αποφασιστική μάχη του πολέμου ήταν η Μάχη του Ατλαντικού. Τα μεγάλα στρατηγικά γεγονότα στον πόλεμο κατά της Γερμανίας ήταν η κατάκτηση της Αφρικής και της Σικελίας και η νίκη στη Νορμανδία. Μετρημένο με τα γιγαντιαία δεδομένα αυτού του πολέμου, το Στάλινγκραντ δεν ήταν παρά κάτι ελάχιστα περισσότερο από μια επιτυχία τακτικού επιπέδου. Στον αγώνα κατά των Ιταλών και των Ιαπώνων, η συμβολή της Ρωσίας ήταν μηδενική.
Of course, the communists inside and outside of Russia and the fellow-travellers passionately contend that it was Russia that defeated the Nazis and liberated Europe. They pass over in silence the fact that the only reason why the Nazis could not capture Moscow, Leningrad and Stalingrad was their lack of munitions, airplanes and gasoline. It was the blockade that made it impossible for the Nazis to provide their armies with the equipment needed, and to construct in the occupied Russian territory a transport system that could ship this equipment to the far distant front line. The decisive battle of the war was the battle of the Atlantic. The great strategical events in the war against Germany were the conquest of Africa and Sicily and the victory in Normandy. Stalingrad was, when measured by the gigantic standards of this war, hardly more than a tactical success. In the struggle against the Italians and the Japanese, Russia’s share was nil.
Τα λάφυρα της νίκης, όμως, περιέρχονται αποκλειστικά στη Ρωσία. Ενώ τα άλλα Συμμαχικά Έθνη δεν επιδιώκουν εδαφική επέκταση, οι Ρώσοι βρίσκονται σε πλήρη δράση. Προσάρτησαν τις τρεις Βαλτικές Δημοκρατίες, τη Βεσσαραβία, την επαρχία της Καρπαθορωσίας της Τσεχοσλοβακίας,19 ένα τμήμα της Φινλανδίας, μεγάλο μέρος της Πολωνίας και τεράστιες περιοχές στην Άπω Ανατολή. Διεκδικούν την υπόλοιπη Πολωνία, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία, την Κορέα και την Κίνα ως αποκλειστική σφαίρα επιρροής τους. Επιθυμούν διακαώς να εγκαθιδρύσουν στις χώρες αυτές «φιλικές» κυβερνήσεις, δηλαδή κυβερνήσεις-ανδρείκελα. Αν δεν υπήρχε η αντίσταση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μεγάλης Βρετανίας, θα κυβερνούσαν σήμερα ολόκληρη την ηπειρωτική Ευρώπη, την ηπειρωτική Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Μόνο οι αμερικανικές και βρετανικές φρουρές στη Γερμανία φράσσουν τον δρόμο των Ρώσων προς τις ακτές του Ατλαντικού.
But the spoils of the victory go to Russia alone. While the other United Nations do not seek for territorial aggrandizement, the Russians are in full swing. They have annexed the three Baltic Republics, Bessarabia, Czechoslovakia’s province of Carpatho-Russia, a part of Finland, a great part of Poland and huge territories in the Far East. They claim the rest of Poland, Rumania, Hungary, Yugoslavia, Bulgaria, Korea and China as their exclusive sphere of influence. They are anxious to establish in these countries “friendly” governments, i.e. puppet governments. But for the opposition raised by the United States and Great Britain they would rule today in the whole of continental Europe, continental Asia and Northern Africa. Only the American and British garrisons in Germany bar the Russians’ way to the shores of the Atlantic.
Σήμερα, όπως και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η πραγματική απειλή για τη Δύση δεν έγκειται στη στρατιωτική ισχύ της Ρωσίας. Η Μεγάλη Βρετανία θα μπορούσε εύκολα να αποκρούσει μια ρωσική επίθεση και θα ήταν καθαρή παραφροσύνη εκ μέρους των Ρώσων να αναλάβουν πόλεμο κατά των Ηνωμένων Πολιτειών. Δεν είναι οι ρωσικές στρατιές αλλά οι κομμουνιστικές ιδεολογίες που απειλούν τη Δύση. Οι Ρώσοι το γνωρίζουν πολύ καλά και εναποθέτουν την εμπιστοσύνη τους όχι στον δικό τους στρατό αλλά στους οπαδούς τους στο εξωτερικό. Θέλουν να ανατρέψουν τις δημοκρατίες από το εσωτερικό και όχι από το εξωτερικό. Το κύριο όπλο τους είναι οι φιλορωσικές μηχανορραφίες των πέμπτων φαλάγγων τους. Αυτές αποτελούν τις επίλεκτες μεραρχίες του μπολσεβικισμού.
Today, no less than after the first World War, the real menace for the West does not lie in the military power of Russia. Great Britain could easily repel a Russian attack and it would be sheer lunacy for the Russians to undertake a war against the United States. Not the Russian armies, but the communist ideologies threaten the West. The Russians know it very well and place confidence not in their own army, but in their foreign partisans. They want to overthrow the democracies from within, not from without. Their main weapon is the pro-Russian machinations of their Fifth Columns. These are the crack divisions of Bolshevism.
Οι κομμουνιστές συγγραφείς και πολιτικοί εντός και εκτός της Ρωσίας ερμηνεύουν τις επιθετικές πολιτικές της Ρωσίας ως απλή αυτοάμυνα. Δεν είναι, λένε, η Ρωσία εκείνη που σχεδιάζει επίθεση· αντιθέτως, είναι οι παρακμάζουσες καπιταλιστικές δημοκρατίες. Η Ρωσία επιθυμεί απλώς να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της. Πρόκειται για παλαιά και δοκιμασμένη μέθοδο δικαιολόγησης της επιθετικότητας. Ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ και ο Ναπολέων Α΄, ο Γουλιέλμος Β΄ και ο Hitler υπήρξαν οι πλέον φιλειρηνικοί από όλους τους ανθρώπους. Όταν εισέβαλλαν σε ξένες χώρες, το έπρατταν μόνο στο πλαίσιο δίκαιης αυτοάμυνας. Η Ρωσία απειλούνταν από την Εσθονία ή τη Λετονία όσο ακριβώς απειλούνταν η Γερμανία από το Λουξεμβούργο ή τη Δανία.
The communist writers and politicians inside and outside of Russia explain Russia’s aggressive policies as mere self-defence. It is, they say, not Russia that plans aggression but, on the contrary, the decaying capitalist democracies. Russia wants merely to defend its own independence. This is an old and well-tried method of justifying aggression. Louis XIV and Napoleon I, Wilhelm II and Hitler were the most peace-loving of all men. When they invaded foreign countries, they did so only in just self-defence. Russia was as much menaced by Esthonia or Latvia as Germany was by Luxemburg or Denmark.
Απότοκος αυτού του μύθου περί αυτοάμυνας είναι ο θρύλος του cordon sanitaire, της «υγειονομικής ζώνης». Υποστηρίζεται ότι η πολιτική ανεξαρτησία των μικρών χωρών που γειτονεύουν με τη Ρωσία αποτελεί απλώς ένα καπιταλιστικό τέχνασμα, σχεδιασμένο για να αποτρέψει τη μόλυνση των ευρωπαϊκών δημοκρατιών από το μικρόβιο του κομμουνισμού. Εξ αυτού συνάγεται ότι αυτά τα μικρά έθνη έχουν απολέσει το δικαίωμά τους στην ανεξαρτησία. Διότι η Ρωσία έχει το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα να απαιτεί οι γείτονές της —καθώς και οι γείτονες των γειτόνων της— να κυβερνώνται αποκλειστικά από «φιλικές», δηλαδή αυστηρά κομμουνιστικές, κυβερνήσεις. Τι θα συνέβαινε στον κόσμο εάν όλες οι μεγάλες δυνάμεις προέβαλλαν την ίδια αξίωση;
An outgrowth of this fable of self-defence is the legend of the cordon sanitaire. The political independence of the small neighbour countries of Russia, it is maintained, is merely a capitalist makeshift designed to prevent the European democracies from being infected with the germ of communism. Hence, it is concluded, these small nations have forfeited their right to independence. For Russia has the inalienable right to claim that its neighbours—and likewise its neighbours’ neighbours—should only be ruled by “friendly,” i.e., strictly communist, governments. What would happen to the world if all great powers were to make the same pretension?
Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι οι κυβερνήσεις των δημοκρατικών εθνών εκείνες που επιδιώκουν την ανατροπή του υφιστάμενου ρωσικού συστήματος. Δεν υποθάλπουν φιλοδημοκρατικές πέμπτες φάλαγγες στη Ρωσία ούτε υποκινούν τις ρωσικές μάζες εναντίον των κυβερνητών τους. Οι Ρώσοι, όμως, εργάζονται νυχθημερόν για να υποδαυλίσουν αναταραχές σε κάθε χώρα.
The truth is that it is not the governments of the democratic nations that aim at overthrowing the present Russian system. They do not foster pro-democratic fifth columns in Russia and they do not incite the Russian masses against their rulers. But the Russians are busy day and night fomenting unrest in every country.
Η εξαιρετικά ανεπαρκής και διστακτική επέμβαση των Συμμαχικών Εθνών στον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο δεν αποτελούσε φιλοκαπιταλιστικό και αντικομμουνιστικό εγχείρημα. Για τα Συμμαχικά Έθνη, τα οποία διεξήγαγαν έναν αγώνα ζωής και θανάτου κατά των Γερμανών, ο Lenin ήταν εκείνη την εποχή απλώς όργανο των θανάσιμων εχθρών τους. Ο Ludendorff είχε στείλει τον Lenin στη Ρωσία προκειμένου να ανατρέψει το καθεστώς του Kerensky και να προκαλέσει την αποχώρηση της Ρωσίας από τον πόλεμο. Οι Μπολσεβίκοι πολέμησαν με τα όπλα όλους εκείνους τους Ρώσους που επιθυμούσαν να συνεχιστεί η συμμαχία με τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από στρατιωτική άποψη, ήταν αδύνατον για τα δυτικά έθνη να παραμείνουν ουδέτερα, ενώ οι Ρώσοι σύμμαχοί τους αμύνονταν απεγνωσμένα κατά των Μπολσεβίκων. Για τα Συμμαχικά Έθνη διακυβευόταν το Ανατολικό Μέτωπο. Η υπόθεση των «Λευκών» στρατηγών ήταν και δική τους υπόθεση.
The very lame and hesitant intervention of the Allied Nations in the Russian Civil War was not a pro-capitalist and anti-communist venture. For the Allied Nations, involved in their struggle for life and death with the Germans, Lenin was at that time merely a tool of their deadly foes. Ludendorff had dispatched Lenin to Russia in order to overthrow the Kerensky regime and to bring about the defection of Russia. The Bolshevists fought by force of arms all those Russians who wanted to continue the alliance with France, Great Britain and the United States. From a military point of view it was impossible for the Western nations to stay neutral while their Russian allies were desperately defending themselves against the Bolshevists. For the Allied Nations the Eastern Front was at stake. The cause of the “White” generals was their own cause.
Μόλις έληξε ο πόλεμος κατά της Γερμανίας το 1918, οι Σύμμαχοι έχασαν το ενδιαφέρον τους για τις ρωσικές υποθέσεις. Δεν υπήρχε πλέον ανάγκη για Ανατολικό Μέτωπο. Δεν ενδιαφέρονταν στο ελάχιστο για τα εσωτερικά προβλήματα της Ρωσίας. Λαχταρούσαν την ειρήνη και επιθυμούσαν διακαώς να αποσυρθούν από τις μάχες. Βρίσκονταν, βεβαίως, σε δύσκολη θέση, επειδή δεν γνώριζαν πώς να τερματίσουν το εγχείρημά τους με τρόπο αξιοπρεπή. Οι στρατηγοί τους ντρέπονταν να εγκαταλείψουν συμπολεμιστές οι οποίοι είχαν αγωνιστεί όσο καλύτερα μπορούσαν για έναν κοινό σκοπό. Κατά τη γνώμη τους, το να αφήσουν αυτούς τους ανθρώπους αβοήθητους δεν απείχε πολύ από τη δειλία και τη λιποταξία. Τέτοιες εκτιμήσεις στρατιωτικής τιμής καθυστέρησαν για κάποιο χρονικό διάστημα την αποχώρηση των ασήμαντων συμμαχικών αποσπασμάτων και τον τερματισμό του ανεφοδιασμού των Λευκών. Όταν αυτό επιτεύχθηκε τελικά, οι Σύμμαχοι πολιτικοί αισθάνθηκαν ανακούφιση. Έκτοτε υιοθέτησαν πολιτική αυστηρής ουδετερότητας απέναντι στις ρωσικές υποθέσεις.
As soon as the war against Germany came to an end in 1918, the Allies lost interest in Russian affairs. There was no longer any need for an Eastern Front. They did not care a whit about the internal problems of Russia. They longed for peace and were anxious to withdraw from the fighting. They were, of course, embarrassed because they did not know how to liquidate their venture with propriety. Their generals were ashamed of abandoning companions in arms who had fought to the best of their abilities in a common cause. To leave these men in the lurch was in their opinion nothing short of cowardice and desertion. Such considerations of military honour delayed for some time the withdrawal of the inconspicuous Allied detachments and the termination of deliveries to the Whites. When this was finally accomplished, the Allied statesmen felt relief. From then on they adopted a policy of strict neutrality with regard to Russian affairs.
Ήταν πράγματι εξαιρετικά ατυχές το γεγονός ότι τα Συμμαχικά Έθνη είχαν εμπλακεί, θέλοντας και μη, στον Ρωσικό Εμφύλιο Πόλεμο. Θα ήταν προτιμότερο εάν η στρατιωτική κατάσταση του 1917 και του 1918 δεν τα είχε αναγκάσει να επέμβουν. Δεν πρέπει, όμως, να παραβλέπεται το γεγονός ότι η εγκατάλειψη της επέμβασης στη Ρωσία ισοδυναμούσε με την οριστική αποτυχία της πολιτικής του προέδρου Wilson. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν εισέλθει στον πόλεμο για «να καταστήσουν τον κόσμο ασφαλή για τη δημοκρατία». Η νίκη είχε συντρίψει τον Κάιζερ και είχε αντικαταστήσει στη Γερμανία τη σχετικά ήπια και περιορισμένη αυτοκρατορική απολυταρχία με μια δημοκρατική κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, είχε ως αποτέλεσμα την εγκαθίδρυση στη Ρωσία μιας δικτατορίας σε σύγκριση με την οποία ο δεσποτισμός των τσάρων θα μπορούσε να χαρακτηριστεί φιλελεύθερος. Οι Σύμμαχοι, όμως, δεν επιθυμούσαν να καταστήσουν τη Ρωσία ασφαλή για τη δημοκρατία, όπως είχαν προσπαθήσει να πράξουν με τη Γερμανία. Σε τελική ανάλυση, η Γερμανία του Κάιζερ διέθετε κοινοβούλια, υπουργούς υπεύθυνους έναντι των κοινοβουλίων, δίκη με ενόρκους, ελευθερία της σκέψης, της θρησκείας και του Τύπου, όχι πολύ περισσότερο περιορισμένη από ό,τι στη Δύση, καθώς και πολλούς άλλους δημοκρατικούς θεσμούς. Η Σοβιετική Ρωσία, όμως, ήταν ένας απεριόριστος δεσποτισμός.
It was very unfortunate indeed that the Allied Nations had been willynilly entangled in the Russian Civil War. It would have been better if the military situation of 1917 and 1918 had not compelled them to interfere. But one must not overlook the fact that the abandonment of intervention in Russia was tantamount to the final failure of President Wilson’s policy. The United States had entered the war in order to make “the world safe for democracy.” The victory had crushed the Kaiser and substituted in Germany a republican government for the comparatively mild and limited imperial autocracy. On the other hand, it had resulted in Russia in establishing a dictatorship compared with which the despotism of the Czars could be called liberal. But the Allies were not eager to make Russia safe for democracy as they had tried to do with Germany. After all, the Kaiser’s Germany had parliaments, ministers responsible to the parliaments, trial by jury, freedom of thought, of religion and of the press not much more limited than in the West, and many other democratic institutions. But Soviet Russia was an unlimited despotism.
Οι Αμερικανοί, οι Γάλλοι και οι Βρετανοί δεν κατόρθωσαν να δουν τα πράγματα από αυτή την οπτική γωνία. Οι αντιδημοκρατικές δυνάμεις στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Πολωνία, στην Ουγγαρία και στα Βαλκάνια, όμως, τα έβλεπαν διαφορετικά. Όπως ερμήνευαν το ζήτημα οι εθνικιστές αυτών των χωρών, η ουδετερότητα των Συμμαχικών Δυνάμεων απέναντι στη Ρωσία αποδείκνυε ότι το ενδιαφέρον τους για τη δημοκρατία δεν ήταν παρά πρόσχημα. Οι Σύμμαχοι, υποστήριζαν, είχαν πολεμήσει τη Γερμανία επειδή φθονούσαν την οικονομική της ευημερία, ενώ άφηναν ανέγγιχτη τη νέα ρωσική απολυταρχία επειδή δεν φοβούνταν την οικονομική ισχύ της Ρωσίας. Η δημοκρατία, συμπέραιναν αυτοί οι εθνικιστές, δεν ήταν παρά ένα βολικό σύνθημα για την εξαπάτηση των ευκολόπιστων. Και φοβούνταν ότι η συναισθηματική απήχηση αυτού του συνθήματος θα χρησιμοποιούνταν κάποια ημέρα ως προκάλυμμα για ύπουλες επιθέσεις κατά της δικής τους ανεξαρτησίας.
The Americans, the French and the British failed to see things from this angle. But the anti-democratic forces in Germany, Italy, Poland, Hungary and the Balkans thought differently. As the nationalists of these countries interpreted it, the neutrality of the Allied Powers with regard to Russia was evidence of the fact that their concern for democracy had been a mere blind. The Allies, they argued, had fought Germany because they envied Germany’s economic prosperity and they spared the new Russian autocracy because they were not afraid of Russian economic power. Democracy, these nationalists concluded, was nothing else than a convenient catchword to delude gullible people. And they became frightened that the emotional appeal of this slogan would one day be used as a disguise for insidious assaults against their own independence.
Μετά την εγκατάλειψη της επέμβασης, η Ρωσία ασφαλώς δεν είχε πλέον κανέναν λόγο να φοβάται τις μεγάλες δυτικές δυνάμεις. Ούτε φοβούνταν οι Σοβιετικοί μια ναζιστική επίθεση. Οι αντίθετοι ισχυρισμοί, οι οποίοι ήταν πολύ δημοφιλείς στη Δυτική Ευρώπη και στην Αμερική, προέρχονταν από πλήρη άγνοια των γερμανικών υποθέσεων. Οι Ρώσοι, όμως, γνώριζαν τη Γερμανία και τους ναζί. Είχαν διαβάσει το Ο Αγών μου. Από αυτό το βιβλίο έμαθαν όχι μόνο ότι ο Hitler εποφθαλμιούσε την Ουκρανία, αλλά και ότι η θεμελιώδης στρατηγική του ιδέα ήταν να αρχίσει την κατάκτηση της Ρωσίας μόνο αφού θα είχε εξουδετερώσει οριστικά και για πάντα τη Γαλλία.
Οι Ρώσοι ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι η προσδοκία του Hitler, όπως εκφραζόταν στο Ο Αγών μου, ότι η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έμεναν έξω από αυτόν τον πόλεμο και θα επέτρεπαν ατάραχες την καταστροφή της Γαλλίας, ήταν μάταιη. Ήταν βέβαιοι ότι ένας τέτοιος νέος παγκόσμιος πόλεμος, στον οποίο οι ίδιοι σχεδίαζαν να παραμείνουν ουδέτεροι, θα κατέληγε σε νέα γερμανική ήττα. Και αυτή η ήττα, συλλογίζονταν, θα καθιστούσε τη Γερμανία —αν όχι ολόκληρη την Ευρώπη— ασφαλή για τον μπολσεβικισμό. Καθοδηγούμενος από αυτή την αντίληψη, ο Stalin, ήδη από την εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, βοήθησε τον τότε μυστικό επανεξοπλισμό της Γερμανίας. Οι Γερμανοί κομμουνιστές βοήθησαν τους ναζί όσο περισσότερο μπορούσαν στις προσπάθειές τους να υπονομεύσουν το καθεστώς της Βαϊμάρης. Τελικά, τον Αύγουστο του 1939, ο Stalin συνήψε ανοικτή συμμαχία με τον Hitler, προκειμένου να του δώσει ελευθερία κινήσεων κατά της Δύσης.
Since the abandonment of the intervention Russia had certainly no longer any reason to fear the great Western powers. Neither were the Soviets afraid of a Nazi aggression. The assertions to the contrary, very popular in Western Europe and in America, resulted from complete ignorance of German affairs. But the Russians knew Germany and the Nazis. They had read Mein Kampf. They learned from this book not only that Hitler coveted the Ukraine, but also that Hitler’s fundamental strategical idea was to embark upon the conquest of Russia only after having definitely and forever annihilated France. The Russians were fully convinced that Hitler’s expectation, as expressed in Mein Kampf, that Great Britain and the United States would keep out of this war and would quietly let France be destroyed, was vain. They were certain that such a new world war, in which they themselves planned to stay neutral, would result in a new German defeat. And this defeat, they argued, would make Germany—if not the whole of Europe— safe for Bolshevism. Guided by this opinion, Stalin already in the time of the Weimar Republic aided the then secret German rearmament. The German communists helped the Nazis as much as they could in their endeavours to undermine the Weimar regime. Finally Stalin entered in August 1939 into an open alliance with Hitler, in order to give him a free hand against the West.
Εκείνο που ο Stalin —όπως και όλοι οι άλλοι— δεν είχε προβλέψει ήταν η συντριπτική επιτυχία των γερμανικών στρατιών το 1940. Ο Hitler επιτέθηκε στη Ρωσία το 1941 επειδή ήταν απολύτως πεπεισμένος ότι όχι μόνο η Γαλλία αλλά και η Μεγάλη Βρετανία είχαν πλέον εξουδετερωθεί και ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, απειλούμενες στα νώτα τους από την Ιαπωνία, δεν θα ήταν αρκετά ισχυρές ώστε να παρέμβουν αποτελεσματικά στις ευρωπαϊκές υποθέσεις.
What Stalin—like all other people—did not anticipate was the overwhelming success of the German armies in 1940. Hitler attacked Russia in 1941 because he was fully convinced that not only France but also Great Britain was done for, and that the United States, menaced in the rear by Japan, would not be strong enough to interfere successfully with European affairs.
Η διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων το 1918 και η ήττα των ναζί το 1945 άνοιξαν τις πύλες της Ευρώπης στη Ρωσία. Η Ρωσία είναι σήμερα η μόνη στρατιωτική δύναμη στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Γιατί, όμως, επιδιώκουν οι Ρώσοι τόσο επίμονα να κατακτούν και να προσαρτούν εδάφη; Ασφαλώς δεν χρειάζονται τους πόρους αυτών των χωρών. Ούτε παρακινείται ο Stalin από την ιδέα ότι τέτοιες κατακτήσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν τη δημοτικότητά του στις ρωσικές μάζες. Οι υπήκοοί του αδιαφορούν για τη στρατιωτική δόξα.
The disintegration of the Hapsburg Empire in 1918 and the Nazi defeat in 1945 have opened the gates of Europe to Russia. Russia is today the only military power on the European continent. But why are the Russians so intent upon conquering and annexing? They certainly do not need the resources of these countries. Neither is Stalin driven by the idea that such conquests could increase his popularity with the Russian masses. His subjects are indifferent to military glory.
Δεν είναι οι μάζες εκείνες που θέλει να κατευνάσει ο Stalin με την επιθετική πολιτική του, αλλά οι διανοούμενοι. Διότι διακυβεύεται η μαρξική ορθοδοξία τους, το ίδιο το θεμέλιο της σοβιετικής ισχύος.
It is not the masses whom Stalin wants to placate by his aggressive policy, but the intellectuals. For their Marxian orthodoxy is at stake, the very foundation of the Soviet might.
Αυτοί οι Ρώσοι διανοούμενοι ήταν αρκετά στενόμυαλοι ώστε να αποδεχθούν τροποποιήσεις του μαρξικού δόγματος οι οποίες, στην πραγματικότητα, συνιστούσαν εγκατάλειψη των ουσιωδών διδασκαλιών του διαλεκτικού υλισμού, υπό τον όρο ότι οι τροποποιήσεις αυτές κολάκευαν τον ρωσικό σωβινισμό τους. Κατάπιαν το δόγμα ότι η ιερή τους Ρωσία μπορούσε να παρακάμψει ένα από τα αναπόδραστα στάδια της οικονομικής εξέλιξης που είχε περιγράψει ο Marx. Υπερηφανεύονταν ότι αποτελούσαν την πρωτοπορία του προλεταριάτου και της παγκόσμιας επανάστασης, η οποία, πραγματώνοντας πρώτη τον σοσιαλισμό σε μία μόνο χώρα, έδινε ένα ένδοξο παράδειγμα σε όλα τα άλλα έθνη. Είναι, όμως, αδύνατον να τους εξηγηθεί γιατί τα άλλα έθνη δεν φθάνουν επιτέλους τη Ρωσία.
Στα γραπτά του Marx και του Engels, τα οποία δεν μπορεί κανείς να τους στερήσει, ανακαλύπτουν ότι οι πατέρες του μαρξισμού θεωρούσαν τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία, ακόμη και τη Γερμανία, ως τις χώρες που βρίσκονταν στην πλέον προηγμένη βαθμίδα πολιτισμού και καπιταλιστικής εξέλιξης. Αυτοί οι σπουδαστές των μαρξικών πανεπιστημίων μπορεί να είναι υπερβολικά αμβλύνοες για να κατανοήσουν τα φιλοσοφικά και οικονομικά δόγματα του μαρξικού ευαγγελίου. Δεν είναι, όμως, τόσο αμβλύνοες ώστε να μην αντιλαμβάνονται ότι ο Marx θεωρούσε αυτές τις δυτικές χώρες πολύ πιο προηγμένες από τη Ρωσία.
These Russian intellectuals were narrow-minded enough to absorb modifications of the Marxian creed which were in fact an abandonment of the essential teachings of dialectical materialism, provided that these modifications flattered their Russian chauvinism. They swallowed the doctrine that their holy Russia could skip one of the inextricable stages of economic evolution as described by Marx. They prided themselves on being the vanguard of the proletariat and the world revolution who, by realizing socialism first in one country only, set up a glorious example for all other nations. But it is impossible to explain to them why the other nations do not finally catch up with Russia. In the writings of Marx and Engels, which one cannot keep out of their hands, they discover that the fathers of Marxism considered Great Britain and France and even Germany as the countries most advanced in civilization and in the evolution of capitalism. These students of the Marxian universities may be too dull to comprehend the philosophical and economic doctrines of the Marxian gospel. But they are not too dull to see that Marx considered those Western countries as much more advanced than Russia.
Ορισμένοι από αυτούς τους σπουδαστές οικονομικής πολιτικής και στατιστικής αρχίζουν τότε να υποψιάζονται ότι το βιοτικό επίπεδο των μαζών είναι πολύ υψηλότερο στις καπιταλιστικές χώρες από ό,τι στη δική τους. Πώς είναι δυνατόν να συμβαίνει αυτό; Γιατί είναι οι συνθήκες πολύ ευνοϊκότερες στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες —μολονότι πρωτοπορούν στην καπιταλιστική παραγωγή— είναι οι πλέον καθυστερημένες ως προς την αφύπνιση της ταξικής συνείδησης των προλεταρίων;
Then some of these students of economic policies and statistics begin to suspect that the standard of living of the masses is much higher in the capitalist countries than in their own country. How can this be? Why are conditions much more propitious in the United States which—although foremost in capitalist production—is most backward in awakening class-consciousness in the proletarians?
Το συμπέρασμα που προκύπτει από αυτά τα γεγονότα φαίνεται αναπόφευκτο. Εάν οι πλέον προηγμένες χώρες δεν υιοθετούν τον κομμουνισμό και ευημερούν αρκετά υπό τον καπιταλισμό, εάν ο κομμουνισμός περιορίζεται σε μια χώρα την οποία ο Marx θεωρούσε καθυστερημένη και δεν επιφέρει πλούτο για όλους, μήπως η ορθή ερμηνεία είναι ότι ο κομμουνισμός αποτελεί γνώρισμα των καθυστερημένων χωρών και οδηγεί σε γενικευμένη φτώχεια; Δεν πρέπει ένας Ρώσος πατριώτης να αισθάνεται ντροπή για το γεγονός ότι η χώρα του είναι προσηλωμένη σε αυτό το σύστημα;
The inference from these facts seems inescapable. If the most advanced countries do not adopt communism and fare rather well under capitalism, if communism is limited to a country which Marx considered as backward and does not bring about riches for all, is not perhaps the correct interpretation that communism is a feature of backward countries and results in general poverty? Must not a Russian patriot be ashamed of the fact that his country is committed to this system?
Τέτοιες σκέψεις είναι εξαιρετικά επικίνδυνες σε μια δεσποτική χώρα. Όποιος τολμούσε να τις εκφράσει θα εκκαθαριζόταν ανελέητα από την GPU. Ακόμη και αν παραμένουν ανείπωτες, όμως, βρίσκονται στην άκρη της γλώσσας κάθε ευφυούς ανθρώπου. Διαταράσσουν τον ύπνο των ανώτατων αξιωματούχων και ίσως ακόμη και του ίδιου του μεγάλου δικτάτορα. Αυτός διαθέτει ασφαλώς τη δύναμη να συντρίψει κάθε αντίπαλο. Λόγοι σκοπιμότητας, όμως, καθιστούν ασύνετο το να εξοντώσει όλους τους σχετικά συνετούς ανθρώπους και να διοικεί τη χώρα αποκλειστικά με ανόητους και ανεγκέφαλους.
Such thoughts are very dangerous in a despotic country. Whoever dared to express them would be mercilessly liquidated by the G.P.U. But, even unspoken, they are on the tip of every intelligent man’s tongue. They trouble the sleep of the supreme officials and perhaps even that of the great dictator. He certainly has the power to crush every opponent. But considerations of expediency make it inadvisable to eradicate all somewhat judicious people and to run the country only with stupid blockheads.
Αυτή είναι η πραγματική κρίση του ρωσικού μαρξισμού. Κάθε ημέρα που περνά χωρίς να φέρνει την παγκόσμια επανάσταση την επιδεινώνει. Οι Σοβιετικοί πρέπει να κατακτήσουν τον κόσμο, διαφορετικά απειλούνται στην ίδια τους τη χώρα από την αποσκίρτηση της διανόησης. Η ανησυχία για την ιδεολογική κατάσταση των οξυδερκέστερων πνευμάτων της Ρωσίας είναι εκείνη που ωθεί τη Ρωσία του Stalin προς την ανυποχώρητη επιθετικότητα.
This is the real crisis of Russian Marxism. Every day that passes without bringing the world revolution aggravates it. The Soviets must conquer the world or else they are menaced in their own country by a defection of the intelligentsia. It is concern about the ideological state of Russia’s shrewdest minds that pushes Stalin’s Russia towards unflinching aggression.
Το δικτατορικό δόγμα, όπως διδάχθηκε από τους Ρώσους Μπολσεβίκους, τους Ιταλούς φασίστες και τους Γερμανούς ναζί, υπονοεί σιωπηρά ότι δεν μπορεί να προκύψει καμία διαφωνία ως προς το ποιος πρέπει να είναι ο δικτάτορας. Οι μυστικιστικές δυνάμεις που κατευθύνουν την πορεία των ιστορικών γεγονότων υποδεικνύουν τον εκ Θείας Πρόνοιας ηγέτη. Όλοι οι ενάρετοι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να υποταχθούν στα ανεξιχνίαστα προστάγματα της ιστορίας και να γονατίσουν ενώπιον του θρόνου του ανθρώπου του πεπρωμένου. Όσοι αρνούνται να το πράξουν είναι αιρετικοί, άθλιοι κακούργοι που πρέπει να «εκκαθαριστούν».
The dictatorial doctrine as taught by the Russian Bolshevists, the Italian Fascists and the German Nazis tacitly implies that there cannot arise any disagreement with regard to the question who shall be the dictator. The mystical forces directing the course of historical events designate the providential leader. All righteous people are bound to submit to the unfathomable decrees of history and to bend their knees before the throne of the man of destiny. Those who decline to do so are heretics, abject scoundrels who must be “liquidated.”
Στην πραγματικότητα, τη δικτατορική εξουσία καταλαμβάνει εκείνος ο υποψήφιος που κατορθώνει να εξοντώσει εγκαίρως όλους τους αντιπάλους του και τους υποστηρικτές τους. Ο δικτάτορας ανοίγει τον δρόμο του προς την υπέρτατη εξουσία σφαγιάζοντας όλους τους ανταγωνιστές του. Διατηρεί την εξέχουσα θέση του κατακρεουργώντας όλους εκείνους που θα μπορούσαν ενδεχομένως να την αμφισβητήσουν. Τόσο η ιστορία όλων των ανατολικών δεσποτισμών όσο και η εμπειρία των σύγχρονων δικτατοριών μαρτυρούν αυτή την πραγματικότητα.
In reality the dictatorial power is seized by that candidate who succeeds in exterminating in time all his rivals and their helpers. The dictator paves his way to supreme power by slaughtering all his competitors. He preserves his eminent position by butchering all those who could possibly dispute it. The history of all oriental despotisms bears witness to this, as well as the experience of contemporary dictatorship.
Όταν πέθανε ο Lenin το 1924, ο Stalin παραμέρισε τον επικινδυνότερο αντίπαλό του, τον Trotsky. Ο Trotsky διέφυγε, πέρασε χρόνια στο εξωτερικό, σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αμερικής, και τελικά δολοφονήθηκε στην Πόλη του Μεξικού. Ο Stalin παρέμεινε ο απόλυτος κυβερνήτης της Ρωσίας.
When Lenin died in 1924, Stalin supplanted his most dangerous rival, Trotsky. Trotsky escaped, spent years abroad in various countries of Europe, Asia and America and was finally assassinated in Mexico City. Stalin remained the absolute ruler of Russia.
Ο Trotsky ήταν διανοούμενος του ορθόδοξου μαρξικού τύπου. Ως τέτοιος, προσπάθησε να παρουσιάσει την προσωπική του διαμάχη με τον Stalin ως σύγκρουση αρχών. Προσπάθησε να συγκροτήσει ένα τροτσκιστικό δόγμα διακριτό από το σταλινικό. Χαρακτήριζε τις πολιτικές του Stalin αποστασία από την ιερή κληρονομιά του Marx και του Lenin. Ο Stalin απαντούσε με τον ίδιο τρόπο. Στην πραγματικότητα, όμως, η σύγκρουση ήταν ανταγωνισμός μεταξύ δύο ανδρών και όχι σύγκρουση ανταγωνιστικών ιδεών και αρχών. Υπήρχαν ορισμένες ήσσονος σημασίας διαφωνίες ως προς τις μεθόδους τακτικής. Σε όλα τα ουσιώδη ζητήματα, όμως, ο Stalin και ο Trotsky συμφωνούσαν.
Trotsky was an intellectual of the orthodox Marxian type. As such he tried to represent his personal feud with Stalin as a conflict of principles. He tried to construct a Trotsky doctrine as distinguished from the Stalin doctrine. He branded Stalin’s policies as an apostasy from the sacred legacy of Marx and Lenin. Stalin retorted in the same way. In fact, however, the conflict was a rivalry of two men, not a conflict of antagonistic ideas and principles. There was some minor dissent with regard to tactical methods. But in all essential matters Stalin and Trotsky were in agreement.
Πριν από το 1917, ο Trotsky είχε ζήσει επί πολλά χρόνια σε ξένες χώρες και ήταν ως έναν βαθμό εξοικειωμένος με τις κυριότερες γλώσσες των δυτικών λαών. Παρουσιαζόταν ως ειδικός στις διεθνείς υποθέσεις. Στην πραγματικότητα, δεν γνώριζε τίποτε για τον δυτικό πολιτισμό, τις πολιτικές ιδέες και τις οικονομικές συνθήκες της Δύσης. Ως περιπλανώμενος εξόριστος, κινούνταν σχεδόν αποκλειστικά στους κύκλους άλλων εξόριστων. Οι μόνοι ξένοι τους οποίους συναντούσε περιστασιακά στα καφενεία και στις αίθουσες των λεσχών της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης ήταν ριζοσπάστες δογματικοί, τους οποίους οι μαρξικές προκαταλήψεις τους απέκοπταν από την πραγματικότητα. Τα κύρια αναγνώσματά του ήταν μαρξικά βιβλία και περιοδικά. Περιφρονούσε όλα τα άλλα συγγράμματα ως «αστική» φιλολογία. Ήταν απολύτως ανίκανος να εξετάσει τα γεγονότα από οποιαδήποτε άλλη οπτική γωνία πέρα από εκείνη του μαρξισμού. Όπως ο Marx, ήταν έτοιμος να ερμηνεύσει κάθε μεγάλη απεργία και κάθε μικρή ταραχή ως σημείο της έκρηξης της τελικής μεγάλης επανάστασης.
Trotsky had lived, before 1917, many years in foreign countries and was to some degree familiar with the main languages of the Western peoples. He posed as an expert in international affairs. Actually he did not know anything about Western civilization, political ideas and economic conditions. As a wandering exile he had moved almost exclusively in the circles of his fellow-exiles. The only foreigners whom he had met occasionally in coffee-houses and club-rooms of Western and Central Europe were radical doctrinaires, by their Marxian prepossessions precluded from reality. His main reading was Marxian books and periodicals. He scorned all other writings as “bourgeois” literature. He was absolutely unfitted to see events from any other angle than that of Marxism. Like Marx he was ready to interpret every great strike and every small riot as the sign of the outbreak of the final great revolution.
Ο Stalin είναι ένας ανεπαρκώς μορφωμένος Γεωργιανός. Δεν έχει την παραμικρή γνώση οποιασδήποτε δυτικής γλώσσας. Δεν γνωρίζει την Ευρώπη ή την Αμερική. Ακόμη και τα επιτεύγματά του ως μαρξιστή συγγραφέα είναι αμφισβητήσιμα. Ακριβώς, όμως, το γεγονός ότι, μολονότι ήταν ανένδοτος υποστηρικτής του κομμουνισμού, δεν είχε υποστεί τη δογματική κατήχηση του μαρξισμού ήταν εκείνο που τον κατέστησε ανώτερο από τον Trotsky. Ο Stalin δεν είχε εξαπατηθεί από τις κίβδηλες αρχές του διαλεκτικού υλισμού. Όταν αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα, δεν αναζητούσε την ερμηνεία του στα γραπτά του Marx και του Engels. Εμπιστευόταν την κοινή του λογική. Ήταν αρκετά συνετός ώστε να διακρίνει ότι η πολιτική της παγκόσμιας επανάστασης, την οποία είχαν εγκαινιάσει ο Lenin και ο Trotsky το 1917, είχε αποτύχει ολοκληρωτικά έξω από τα σύνορα της Ρωσίας.
Stalin is a poorly educated Georgian. He has not the slightest knowledge of any Western language. He does not know Europe or America. Even his achievements as a Marxian author are questionable. But it was precisely the fact that, although an adamant supporter of communism, he was not indoctrinated with Marxian dogmas that made him superior to Trotsky. Stalin was not deluded by the spurious tenets of dialectical materialism. When faced with a problem, he did not search for an interpretation in the writings of Marx and Engels. He trusted his common sense. He was judicious enough to discern the fact that the policy of world revolution as inaugurated by Lenin and Trotsky in 1917 had failed completely outside the borders of Russia.
Στη Γερμανία, οι κομμουνιστές, υπό την ηγεσία του Karl Liebknecht και της Rosa Luxemburg, συντρίφθηκαν από αποσπάσματα του τακτικού στρατού και από εθνικιστές εθελοντές σε μια αιματηρή μάχη που διεξήχθη τον Ιανουάριο του 1919 στους δρόμους του Βερολίνου. Η κατάληψη της εξουσίας από τους κομμουνιστές στο Μόναχο την άνοιξη του 1919 και η εξέγερση του Hölz20 τον Μάρτιο του 1921 κατέληξαν επίσης σε καταστροφή. Στην Ουγγαρία, το 1919, οι κομμουνιστές ηττήθηκαν από τον Horthy, τον Gömbös και τον ρουμανικό στρατό. Στην Αυστρία, διάφορες κομμουνιστικές συνωμοσίες απέτυχαν το 1918 και το 1919· μια βίαιη εξέγερση τον Ιούλιο του 1927 καταπνίγηκε εύκολα από την αστυνομία της Βιέννης. Στην Ιταλία, το 1920, η κατάληψη των εργοστασίων απέτυχε πλήρως. Στη Γαλλία και στην Ελβετία, η κομμουνιστική προπαγάνδα φαινόταν πολύ ισχυρή κατά τα πρώτα χρόνια μετά την Ανακωχή του 1918, αλλά πολύ σύντομα εξανεμίστηκε. Στη Μεγάλη Βρετανία, η γενική απεργία που κήρυξαν τα εργατικά συνδικάτα το 1926 κατέληξε σε οικτρή αποτυχία.
In Germany the communists, led by Karl Liebknecht and Rosa Luxemburg, were crushed by detachments of the regular army and by nationalist volunteers in a bloody battle fought in January 1919 in the streets of Berlin. The communist seizure of power in Munich in spring 1919 and the Hölz riot in March 1921 ended likewise in disaster. In Hungary, in 1919, the communists were defeated by Horthy and Gömbös and the Rumanian army. In Austria various communist plots failed in 1918 and 1919; a violent upheaval in July 1927 was easily quelled by the Vienna police. In Italy, in 1920, the occupation of the factories was a complete miscarriage. In France and in Switzerland the communist propaganda seemed to be very powerful in the first years following the Armistice of 1918; but it evaporated very soon. In Great Britain, in 1926, the general strike called by the labour unions resulted in lamentable failure.
Ο Trotsky ήταν τόσο τυφλωμένος από την ορθοδοξία του ώστε αρνούνταν να παραδεχθεί ότι οι μπολσεβικικές μέθοδοι είχαν αποτύχει. Ο Stalin, όμως, το αντιλαμβανόταν πολύ καλά. Δεν εγκατέλειψε την ιδέα της υποκίνησης επαναστατικών εξεγέρσεων σε όλες τις ξένες χώρες και της κατάκτησης ολόκληρου του κόσμου για λογαριασμό των Σοβιετικών. Είχε, όμως, πλήρη επίγνωση ότι ήταν αναγκαίο να αναβληθεί η επιθετική ενέργεια για μερικά χρόνια και να χρησιμοποιηθούν νέες μέθοδοι για την εκτέλεσή της. Ο Trotsky έσφαλε όταν κατηγορούσε τον Stalin ότι στραγγάλιζε το κομμουνιστικό κίνημα εκτός Ρωσίας. Εκείνο που έκανε πραγματικά ο Stalin ήταν να εφαρμόσει διαφορετικά μέσα για την επίτευξη σκοπών κοινών σε αυτόν και σε όλους τους άλλους μαρξιστές.
Trotsky was so blinded by his orthodoxy that he refused to admit that the Bolshevist methods had failed. But Stalin realized it very well. He did not abandon the idea of instigating revolutionary outbreaks in all foreign countries and of conquering the whole world for the Soviets. But he was fully aware of the fact that it was necessary to postpone the aggression for a few years and to resort to new methods for its execution. Trotsky was wrong in accusing Stalin of strangling the communist movement outside of Russia. What Stalin really did was to apply other means for the attainment of ends which are common to him and all other Marxians.
Ως ερμηνευτής των μαρξικών δογμάτων, ο Stalin ήταν ασφαλώς κατώτερος από τον Trotsky. Ως πολιτικός, όμως, υπερείχε κατά πολύ του αντιπάλου του. Ο μπολσεβικισμός οφείλει τις επιτυχίες του στην παγκόσμια πολιτική στον Stalin και όχι στον Trotsky.
As an exegetic of Marxian dogmas Stalin was certainly inferior to Trotsky. But he surpassed his rival by far as a politician. Bolshevism owes its successes in world policies to Stalin, not to Trotsky.
Στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής, ο Trotsky κατέφυγε στα πατροπαράδοτα και δοκιμασμένα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσαν ανέκαθεν οι μαρξιστές όταν επέκριναν σοσιαλιστικά μέτρα τα οποία είχαν υιοθετήσει άλλα κόμματα. Οτιδήποτε έκανε ο Stalin δεν ήταν, κατά τον Trotsky, αληθινός σοσιαλισμός και κομμουνισμός αλλά, αντιθέτως, το ακριβώς αντίθετό τους: μια τερατώδης διαστροφή των υψηλών αρχών του Marx και του Lenin. Όλα τα καταστροφικά γνωρίσματα του δημόσιου ελέγχου της παραγωγής και της διανομής, όπως εμφανίστηκαν στη Ρωσία, είχαν προκληθεί, κατά την ερμηνεία του Trotsky, από τις πολιτικές του Stalin. Δεν αποτελούσαν αναπόφευκτες συνέπειες των κομμουνιστικών μεθόδων. Ήταν συνοδά φαινόμενα του σταλινισμού και όχι του κομμουνισμού.
Ήταν αποκλειστικά σφάλμα του Stalin ότι κυριαρχούσε μια απολυταρχική και ανεύθυνη γραφειοκρατία· ότι μια τάξη προνομιούχων ολιγαρχών απολάμβανε πολυτέλειες, ενώ οι μάζες ζούσαν στα όρια της λιμοκτονίας· ότι ένα τρομοκρατικό καθεστώς εκτελούσε την παλαιά φρουρά των επαναστατών και καταδίκαζε εκατομμύρια ανθρώπους σε καταναγκαστική εργασία στα στρατόπεδα συγκέντρωσης· ότι η μυστική αστυνομία ήταν παντοδύναμη· ότι τα εργατικά συνδικάτα ήταν ανίσχυρα· και ότι οι μάζες είχαν στερηθεί όλα τα δικαιώματα και όλες τις ελευθερίες τους. Ο Stalin δεν ήταν υπέρμαχος της εξισωτικής αταξικής κοινωνίας. Ήταν ο πρωτοπόρος μιας επιστροφής στις χειρότερες μεθόδους ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Μια νέα άρχουσα τάξη, αποτελούμενη από περίπου το δέκα τοις εκατό του πληθυσμού, καταπίεζε και εκμεταλλευόταν ανελέητα τη συντριπτική πλειονότητα των εργαζόμενων προλεταρίων.
In the field of domestic policies, Trotsky resorted to the well-tried traditional tricks which Marxians had always applied in criticizing socialist measures adopted by other parties. Whatever Stalin did was not true socialism and communism, but, on the contrary, the very opposite of it, a monstrous perversion of the lofty principles of Marx and Lenin. All the disastrous features of public control of production and distribution as they appeared in Russia were, in Trotsky’s interpretation, brought about by Stalin’s policies. They were not unavoidable consequences of communist methods. They were attendant phenomena of Stalinism, not of communism. It was exclusively Stalin’s fault that an absolutist irresponsible bureaucracy was supreme, that a class of privileged oligarchs enjoyed luxuries while the masses lived on the verge of starvation, that a terrorist regime executed the old guard of revolutionaries and condemned millions to slave labour in concentration camps, that the secret police was omnipotent, that the labour unions were powerless, that the masses were deprived of all rights and liberties. Stalin was not a champion of the egalitarian classless society. He was the pioneer of a return to the worst methods of class rule and exploitation. A new ruling class of about 10 per cent of the population ruthlessly oppressed and exploited the immense majority of toiling proletarians.
Ο Trotsky αδυνατούσε να εξηγήσει πώς μπορούσαν όλα αυτά να έχουν επιτευχθεί από έναν μόνο άνθρωπο και τους λιγοστούς κόλακές του. Πού βρίσκονταν οι «υλικές παραγωγικές δυνάμεις», για τις οποίες γίνεται τόσος λόγος στον μαρξικό ιστορικό υλισμό και οι οποίες —«ανεξάρτητα από τη βούληση των ατόμων»— καθορίζουν την πορεία των ανθρώπινων γεγονότων «με το αδυσώπητο ενός φυσικού νόμου»; Πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος να βρίσκεται σε θέση να μεταβάλει το «νομικό και πολιτικό εποικοδόμημα», το οποίο καθορίζεται κατά τρόπο μοναδικό και αμετάβλητο από την οικονομική διάρθρωση της κοινωνίας;
Ακόμη και ο Trotsky συμφωνούσε ότι δεν υπήρχε πλέον ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής στη Ρωσία. Στην αυτοκρατορία του Stalin, η παραγωγή και η διανομή ελέγχονταν εξ ολοκλήρου από την «κοινωνία». Θεμελιώδες δόγμα του μαρξισμού είναι ότι το εποικοδόμημα ενός τέτοιου συστήματος πρέπει αναγκαστικά να είναι η ευδαιμονία του επίγειου παραδείσου. Στα μαρξικά δόγματα δεν υπάρχει περιθώριο για μια ερμηνεία που αποδίδει σε άτομα την ευθύνη για μια διαδικασία εκφυλισμού, η οποία θα μπορούσε να μετατρέψει την ευλογία του δημόσιου ελέγχου της οικονομικής δραστηριότητας σε δεινό. Ένας συνεπής μαρξιστής —εάν η συνέπεια ήταν συμβατή με τον μαρξισμό— θα έπρεπε να παραδεχθεί ότι το πολιτικό σύστημα του Stalin ήταν το αναγκαίο εποικοδόμημα του κομμουνισμού.
Trotsky was at a loss to explain how all this could be achieved by only one man and his few sycophants. Where were the “material productive forces,” much talked about in Marxian historical materialism, which—“independent of the wills of individuals”—determine the course of human events “with the inexorability of a law of nature”? How could it happen that one man was in a position to alter the “juridical and political superstructure” which is uniquely and inalterably fixed by the economic structure of society? Even Trotsky agreed that there was no longer any private ownership of the means of production in Russia. In Stalin’s empire, production and distribution are entirely controlled by “society.” It is a fundamental dogma of Marxism that the superstructure of such a system must necessarily be the bliss of the earthly paradise. There is in Marxian doctrines no room for an interpretation blaming individuals for a degenerative process which could convert the blessing of public control of business into evil. A consistent Marxian—if consistency were compatible with Marxism—would have to admit that Stalin’s political system was the necessary superstructure of communism.
Όλα τα ουσιώδη σημεία του προγράμματος του Trotsky βρίσκονταν σε πλήρη συμφωνία με τις πολιτικές του Stalin. Ο Trotsky υποστήριζε την εκβιομηχάνιση της Ρωσίας. Σε αυτήν ακριβώς απέβλεπαν τα Πενταετή Προγράμματα του Stalin. Ο Trotsky υποστήριζε την κολεκτιβοποίηση της γεωργίας. Ο Stalin εγκαθίδρυσε τα κολχόζ και εξόντωσε τους κουλάκους. Ο Trotsky τασσόταν υπέρ της οργάνωσης ενός μεγάλου στρατού. Ο Stalin οργάνωσε έναν τέτοιο στρατό. Ούτε ο Trotsky ήταν φίλος της δημοκρατίας όταν βρισκόταν ακόμη στην εξουσία. Αντιθέτως, ήταν φανατικός υποστηρικτής της δικτατορικής καταπίεσης όλων των «σαμποτέρ». Είναι αλήθεια ότι δεν είχε προβλέψει πως ο δικτάτορας θα μπορούσε να θεωρήσει εκείνον, τον Trotsky, συγγραφέα μαρξικών πραγματειών και βετεράνο της ένδοξης εξόντωσης των Romanov, ως τον πλέον μοχθηρό σαμποτέρ. Όπως όλοι οι άλλοι υποστηρικτές της δικτατορίας, υπέθετε ότι δικτάτορας θα ήταν ο ίδιος ή κάποιος στενός του φίλος.
All essential items in Trotsky’s programme were in perfect agreement with the policies of Stalin. Trotsky advocated the industrialization of Russia. It was this that Stalin’s Five-Year Plans aimed at. Trotsky advocated the collectivization of agriculture. Stalin established the Kolkhoz and liquidated the Kulaks. Trotsky favoured the organization of a big army. Stalin organized such an army. Neither was Trotsky when still in power a friend of democracy. He was, on the contrary, a fanatical supporter of dictatorial oppression of all “saboteurs.” It is true, he did not anticipate that the dictator could consider him, Trotsky, author of Marxian tracts and veteran of the glorious extermination of the Romanovs, as the most wicked saboteur. Like all other advocates of dictatorship, he assumed that he himself or one of his intimate friends would be the dictator.
Ο Trotsky επέκρινε τη γραφειοκρατία. Δεν πρότεινε, όμως, καμία άλλη μέθοδο για τη διεκπεραίωση των υποθέσεων στο πλαίσιο ενός σοσιαλιστικού συστήματος. Η μόνη εναλλακτική λύση απέναντι στην ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα που επιδιώκει το κέρδος είναι η γραφειοκρατική διαχείριση.21
Trotsky was a critic of bureaucratism. But he did not suggest any other method for the conduct of affairs in a socialist system. There is no other alternative to profit-seeking private business than bureaucratic management.
Η αλήθεια είναι ότι ο Trotsky εντόπιζε ένα μόνο σφάλμα στον Stalin: ότι δικτάτορας ήταν εκείνος, ο Stalin, και όχι ο ίδιος, ο Trotsky. Στη μεταξύ τους διαμάχη είχαν και οι δύο δίκιο. Ο Stalin είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι το καθεστώς του αποτελούσε την ενσάρκωση των σοσιαλιστικών αρχών. Ο Trotsky είχε δίκιο όταν ισχυριζόταν ότι το καθεστώς του Stalin είχε μετατρέψει τη Ρωσία σε κόλαση.
The truth is that Trotsky found only one fault with Stalin: that he, Stalin, was the dictator and not himself, Trotsky. In their feud they both were right. Stalin was right in maintaining that his regime was the embodiment of socialist principles. Trotsky was right in asserting that Stalin’s regime had made Russia a hell.
Ο τροτσκισμός δεν εξαφανίστηκε ολοκληρωτικά με τον θάνατο του Trotsky. Και ο μπουλανζισμός στη Γαλλία επέζησε για κάποιο διάστημα μετά το τέλος του στρατηγού Boulanger. Στην Ισπανία εξακολουθούν να υπάρχουν καρλιστές, μολονότι η δυναστική γραμμή του Don Carlos έχει εκλείψει. Τέτοια μεταθανάτια κινήματα είναι, βεβαίως, καταδικασμένα.
Trotskyism did not entirely disappear with Trotsky’s death. Boulangerism in France, too, survived for some time the end of General Boulanger. There are still Carlists left in Spain although the line of Don Carlos died out. Such posthumous movements are, of course, doomed.
Σε όλες τις χώρες, όμως, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι, μολονότι είναι οι ίδιοι φανατικά προσηλωμένοι στην ιδέα του καθολικού σχεδιασμού, δηλαδή της δημόσιας ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, τρομοκρατούνται όταν έρχονται αντιμέτωποι με το πραγματικό πρόσωπο του κομμουνισμού. Οι άνθρωποι αυτοί αισθάνονται απογοητευμένοι. Ονειρεύονται έναν Κήπο της Εδέμ. Για εκείνους, κομμουνισμός ή σοσιαλισμός σημαίνει άνετη ζωή μέσα στον πλούτο και πλήρη απόλαυση όλων των ελευθεριών και των ηδονών. Αδυνατούν να αντιληφθούν τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν στην εικόνα την οποία έχουν σχηματίσει για την κομμουνιστική κοινωνία. Έχουν αποδεχθεί άκριτα όλες τις παράφρονες φαντασιοκοπίες του Charles Fourier και όλους τους παραλογισμούς του Veblen. Πιστεύουν ακράδαντα στον ισχυρισμό του Engels ότι ο σοσιαλισμός θα αποτελέσει ένα βασίλειο απεριόριστης ελευθερίας. Κατηγορούν τον καπιταλισμό για οτιδήποτε τους δυσαρεστεί και είναι απολύτως πεπεισμένοι ότι ο σοσιαλισμός θα τους απαλλάξει από κάθε κακό.
Αποδίδουν τις αποτυχίες και τις απογοητεύσεις τους στην αδικία αυτού του «παράφρονος» ανταγωνιστικού συστήματος και προσδοκούν ότι ο σοσιαλισμός θα τους απονείμει την εξέχουσα θέση και το υψηλό εισόδημα που δικαιωματικά, κατά τη γνώμη τους, τους ανήκουν. Είναι Σταχτοπούτες που λαχταρούν τον πρίγκιπα-σωτήρα ο οποίος θα αναγνωρίσει τα προτερήματα και τις αρετές τους. Η απέχθεια προς τον καπιταλισμό και η λατρεία του κομμουνισμού λειτουργούν γι’ αυτούς ως παρηγοριά. Τους βοηθούν να αποκρύπτουν από τον ίδιο τους τον εαυτό την κατωτερότητά τους και να κατηγορούν το «σύστημα» για τις δικές τους ανεπάρκειες.
But in all countries there are people who, although themselves fanatically committed to the idea of all-round planning, i.e. public ownership of the means of production, become frightened when they are confronted with the real face of communism. These people are disappointed. They dream of a Garden of Eden. For them communism, or socialism, means an easy life in riches and the full enjoyment of all liberties and pleasures. They fail to realize the contradictions inherent in their image of the communist society. They have uncritically swallowed all the lunatic fantasies of Charles Fourier and all the absurdities of Veblen. They firmly believe in Engels’s assertion that socialism will be a realm of unlimited freedom. They indict capitalism for everything they dislike, and are fully convinced that socialism will deliver them from all evil. They ascribe their own failures and frustrations to the unfairness of this “mad” competitive system and expect that socialism will assign them that eminent position and high income which by right are due to them. They are Cinderellas yearning for the prince-saviour who will recognize their merits and virtues. The loathing of capitalism and the worship of communism are consolations for them. They help them to disguise to themselves their own inferiority, and to blame the “system” for their own shortcomings.
Όταν υποστηρίζουν τη δικτατορία, τέτοιοι άνθρωποι υποστηρίζουν πάντοτε τη δικτατορία της δικής τους κλίκας. Όταν ζητούν σχεδιασμό, αυτό που έχουν πάντοτε κατά νου είναι το δικό τους σχέδιο και όχι το σχέδιο των άλλων. Δεν θα παραδεχθούν ποτέ ότι ένα σοσιαλιστικό ή κομμουνιστικό καθεστώς αποτελεί αληθινό και γνήσιο σοσιαλισμό ή κομμουνισμό, εάν δεν απονέμει στους ίδιους την επιφανέστερη θέση και το υψηλότερο εισόδημα. Για εκείνους, το ουσιώδες γνώρισμα του αληθινού και γνήσιου κομμουνισμού είναι να διεξάγονται όλες οι υποθέσεις ακριβώς σύμφωνα με τη δική τους βούληση και να εξαναγκάζονται σε υποταγή όλοι όσοι διαφωνούν.
In advocating dictatorship such people always advocate the dictatorship of their own clique. In asking for planning, what they have in mind is always their own plan, not that of others. They will never admit that a socialist or communist regime is true and genuine socialism or communism, if it does not assign to themselves the most eminent position and the highest income. For them the essential feature of true and genuine communism is that all affairs are precisely conducted according to their own will, and that all those who disagree are beaten into submission.
Είναι γεγονός ότι η πλειονότητα των συγχρόνων μας είναι διαποτισμένη από σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές ιδέες. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι υπάρχει ομοφωνία ως προς τις προτάσεις τους για την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και τον δημόσιο έλεγχο της παραγωγής και της διανομής. Το αντίθετο συμβαίνει. Κάθε σοσιαλιστική κλίκα αντιτίθεται φανατικά στα σχέδια όλων των άλλων σοσιαλιστικών ομάδων. Οι διάφορες σοσιαλιστικές αιρέσεις αλληλοπολεμούνται με τη μεγαλύτερη δυνατή σφοδρότητα.
It is a fact that the majority of our contemporaries are imbued with socialist and communist ideas. However, this does not mean that they are unanimous in their proposals for socialization of the means of production and public control of production and distribution. On the contrary. Each socialist coterie is fanatically opposed to the plans of all other socialist groups. The various socialist sects fight one another most bitterly.
Εάν η περίπτωση του Trotsky και η ανάλογη περίπτωση του Gregor Strasser στη ναζιστική Γερμανία ήταν μεμονωμένες περιπτώσεις, δεν θα υπήρχε λόγος να ασχοληθούμε μαζί τους. Δεν πρόκειται, όμως, για περιστασιακά συμβάντα. Πρόκειται για χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Η μελέτη τους αποκαλύπτει τα ψυχολογικά αίτια τόσο της δημοτικότητας του σοσιαλισμού όσο και του ανεφάρμοστου χαρακτήρα του.
If the case of Trotsky and the analogous case of Gregor Strasser in Nazi Germany were isolated cases, there would be no need to deal with them. But they are not casual incidents. They are typical. Study of them reveals the psychological causes both of the popularity of socialism and of its unfeasibility.
Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία των ιδεών. Διότι οι ιδέες, οι θεωρίες και τα δόγματα είναι εκείνα που καθοδηγούν την ανθρώπινη δράση, καθορίζουν τους τελικούς σκοπούς προς τους οποίους αποβλέπουν οι άνθρωποι και προσδιορίζουν την επιλογή των μέσων που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Τα εντυπωσιακά γεγονότα που διεγείρουν τα συναισθήματα και προσελκύουν το ενδιαφέρον των επιφανειακών παρατηρητών δεν είναι παρά η ολοκλήρωση ιδεολογικών μεταβολών. Δεν υπάρχουν αιφνίδιοι και σαρωτικοί μετασχηματισμοί των ανθρώπινων υποθέσεων. Εκείνο που αποκαλείται, με μάλλον παραπλανητικό τρόπο, «σημείο καμπής της ιστορίας» είναι η εμφάνιση στο προσκήνιο δυνάμεων οι οποίες δρούσαν ήδη επί μακρόν στο παρασκήνιο. Νέες ιδεολογίες, οι οποίες είχαν από καιρό εκτοπίσει τις παλαιές, αποβάλλουν το τελευταίο τους προσωπείο, και ακόμη και οι πιο αμβλύνους αντιλαμβάνονται τις μεταβολές που προηγουμένως δεν είχαν προσέξει.
The history of mankind is the history of ideas. For it is ideas, theories and doctrines that guide human action, determine the ultimate ends men aim at, and the choice of the means employed for the attainment of these ends. The sensational events which stir the emotions and catch the interest of superficial observers are merely the consummation of ideological changes. There are no such things as abrupt sweeping transformations of human affairs. What is called, in rather misleading terms, a “turning point in history” is the coming on the scene of forces which were already for a long time at work behind the scene. New ideologies, which had already long since superseded the old ones, throw off their last veil and even the dullest people become aware of the changes which they did not notice before.
Υπό αυτή την έννοια, η κατάληψη της εξουσίας από τον Lenin τον Οκτώβριο του 1917 αποτέλεσε ασφαλώς σημείο καμπής. Η σημασία της, όμως, ήταν πολύ διαφορετική από εκείνη που της αποδίδουν οι κομμουνιστές.
In this sense Lenin’s seizure of power in October 1917 was certainly a turning point. But its meaning was very different from that which the communists attribute to it.
Η σοβιετική νίκη διαδραμάτισε μόνο δευτερεύοντα ρόλο στην εξέλιξη προς τον σοσιαλισμό. Πολύ σημαντικότερες από αυτή την άποψη ήταν οι φιλοσοσιαλιστικές πολιτικές των βιομηχανικών χωρών της Κεντρικής και της Δυτικής Ευρώπης. Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης του Bismarck αποτέλεσε σημαντικότερο πρωτοποριακό βήμα στην πορεία προς τον σοσιαλισμό από ό,τι η απαλλοτρίωση των καθυστερημένων ρωσικών μεταποιητικών επιχειρήσεων. Οι Πρωσικοί Κρατικοί Σιδηρόδρομοι είχαν προσφέρει το μοναδικό παράδειγμα μιας κρατικά διαχειριζόμενης επιχείρησης η οποία, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, είχε αποφύγει την έκδηλη οικονομική αποτυχία. Ήδη πριν από το 1914, οι Βρετανοί είχαν υιοθετήσει ουσιώδη τμήματα του γερμανικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Σε όλες τις βιομηχανικές χώρες, οι κυβερνήσεις είχαν δεσμευθεί σε παρεμβατικές πολιτικές οι οποίες ήταν αναπόφευκτο να καταλήξουν τελικά στον σοσιαλισμό. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι περισσότερες από αυτές υιοθέτησαν εκείνο που αποκαλούνταν πολεμικός σοσιαλισμός. Το γερμανικό Πρόγραμμα Hindenburg, το οποίο βεβαίως δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί πλήρως εξαιτίας της ήττας της Γερμανίας, δεν ήταν λιγότερο ριζοσπαστικό, αλλά ήταν πολύ καλύτερα σχεδιασμένο από τα πολυσυζητημένα ρωσικά Πενταετή Προγράμματα.
The Soviet victory played only a minor role in the evolution towards socialism. The pro-socialist policies of the industrial countries of Central and Western Europe were of much greater consequence in this regard. Bismarck’s social security scheme was a more momentous pioneering on the way towards socialism than was the expropriation of the backward Russian manufactures. The Prussian National Railways had provided the only instance of a government-operated business which, for some time at least, had avoided manifest financial failure. The British had already before 1914 adopted essential parts of the German social security system. In all industrial countries, the governments were committed to interventionist policies which were bound to result ultimately in socialism. During the war most of them embarked upon what was called war socialism. The German Hindenburg Programme which, of course, could not be executed completely on account of Germany’s defeat, was no less radical but much better designed than the much talked-about Russian Five-Year Plans.
Για τους σοσιαλιστές των κατεξοχήν βιομηχανικών χωρών της Δύσης, οι ρωσικές μέθοδοι δεν μπορούσαν να φανούν χρήσιμες. Για τις χώρες αυτές, η παραγωγή μεταποιημένων προϊόντων προς εξαγωγή ήταν απαραίτητη. Δεν μπορούσαν να υιοθετήσουν το ρωσικό σύστημα οικονομικής αυτάρκειας. Η Ρωσία δεν είχε ποτέ εξάγει μεταποιημένα προϊόντα σε ποσότητες άξιες λόγου. Υπό το σοβιετικό σύστημα αποσύρθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από την παγκόσμια αγορά δημητριακών και πρώτων υλών. Ακόμη και οι φανατικοί σοσιαλιστές δεν μπορούσαν παρά να παραδεχθούν ότι η Δύση δεν είχε τίποτε να διδαχθεί από τη Ρωσία. Είναι προφανές ότι τα τεχνολογικά επιτεύγματα για τα οποία υπερηφανεύονταν οι μπολσεβίκοι δεν ήταν παρά αδέξιες απομιμήσεις όσων είχαν επιτευχθεί στη Δύση. Ο Lenin όρισε τον κομμουνισμό ως «τη σοβιετική εξουσία συν τον εξηλεκτρισμό». Ο εξηλεκτρισμός, όμως, ασφαλώς δεν ήταν ρωσικής προέλευσης, και τα δυτικά έθνη υπερτερούσαν της Ρωσίας στον τομέα αυτόν όχι λιγότερο από όσο σε κάθε άλλον κλάδο της βιομηχανίας.
For the socialists in the predominantly industrial countries of the West, the Russian methods could not be of any use. For these countries, production of manufactures for export was indispensable. They could not adopt the Russian system of economic autarky. Russia had never exported manufactures in quantities worth mentioning. Under the Soviet system it withdrew almost entirely from the world market of cereals and raw materials. Even fanatical socialists could not help admitting that the West could not learn anything from Russia. It is obvious that the technological achievements in which the Bolshevist gloried were merely clumsy imitations of things accomplished in the West. Lenin defined communism as: “the Soviet power plus electrification.” Now, electrification was certainly not of Russian origin, and the Western nations surpass Russia in the field of electrification no less than in every other branch of industry.
Η πραγματική σημασία της λενινιστικής επανάστασης πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι αποτέλεσε την εκρηκτική εκδήλωση της αρχής της απεριόριστης βίας και καταπίεσης. Αποτέλεσε την άρνηση όλων των πολιτικών ιδεωδών τα οποία είχαν καθοδηγήσει επί τρεις χιλιάδες χρόνια την εξέλιξη του δυτικού πολιτισμού.
The real significance of the Lenin revolution is to be seen in the fact that it was the bursting forth of the principle of unrestricted violence and oppression. It was the negation of all the political ideals that had for three thousand years guided the evolution of Western civilization.
Το κράτος και η κυβέρνηση αποτελούν τον κοινωνικό μηχανισμό του βίαιου εξαναγκασμού και της καταστολής. Ένας τέτοιος μηχανισμός, η αστυνομική εξουσία, είναι απαραίτητος προκειμένου να εμποδίζονται αντικοινωνικά άτομα και ομάδες από το να καταστρέφουν την κοινωνική συνεργασία. Η βίαιη αποτροπή και καταστολή των αντικοινωνικών δραστηριοτήτων ωφελεί το σύνολο της κοινωνίας και καθένα από τα μέλη της. Η βία και η καταπίεση, όμως, δεν παύουν γι’ αυτόν τον λόγο να αποτελούν δεινά, τα οποία διαφθείρουν εκείνους που είναι επιφορτισμένοι με την άσκησή τους. Είναι αναγκαίο να περιορίζεται η εξουσία των κυβερνώντων, ώστε να μην καταστούν απόλυτοι δεσπότες. Η κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς έναν μηχανισμό βίαιου εξαναγκασμού. Δεν μπορεί, όμως, να υπάρξει ούτε εάν οι φορείς της εξουσίας είναι ανεύθυνοι τύραννοι, ελεύθεροι να βλάπτουν όσους αντιπαθούν.
State and government are the social apparatus of violent coercion and repression. Such an apparatus, the police power, is indispensable in order to prevent anti-social individuals and bands from destroying social co-operation. Violent prevention and suppression of anti-social activities benefit the whole of society and each of its members. But violence and oppression are none the less evils and corrupt those in charge of their application. It is necessary to restrict the power of those in office lest they become absolute despots. Society cannot exist without an apparatus of violent coercion. But neither can it exist if the office holders are irresponsible tyrants free to inflict harm upon those they dislike.
Η κοινωνική λειτουργία των νόμων συνίσταται στον περιορισμό της αυθαιρεσίας της αστυνομικής εξουσίας. Το κράτος δικαίου περιορίζει όσο το δυνατόν περισσότερο την αυθαιρεσία των κρατικών οργάνων. Περιορίζει αυστηρά τη διακριτική τους ευχέρεια και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εξασφαλίζει στους πολίτες μια σφαίρα εντός της οποίας είναι ελεύθεροι να ενεργούν χωρίς να παρεμποδίζονται από κυβερνητικές επεμβάσεις.
It is the social function of the laws to curb the arbitrariness of the police. The rule of law restricts the arbitrariness of the Officers as much as possible. It strictly limits their discretion, and thus assigns to the citizens a sphere in which they are free to act without being frustrated by government interference.
Ελευθερία σημαίνει πάντοτε ελευθερία από την επέμβαση της αστυνομικής εξουσίας. Στη φύση δεν υπάρχουν πράγματα όπως η ελευθερία. Υπάρχει μόνο η ακαμψία των φυσικών νόμων, στους οποίους ο άνθρωπος πρέπει να υποτάσσεται άνευ όρων εάν θέλει να επιτύχει οποιονδήποτε σκοπό. Ούτε υπήρχε ελευθερία στις φανταστικές παραδείσιες συνθήκες οι οποίες, σύμφωνα με τις φαντασιοκοπίες πολλών συγγραφέων, προηγήθηκαν της συγκρότησης κοινωνικών δεσμών. Όπου δεν υπάρχει κυβέρνηση, ο καθένας βρίσκεται στο έλεος του ισχυρότερου γείτονά του. Η ελευθερία μπορεί να πραγματωθεί μόνο στο πλαίσιο ενός εγκαθιδρυμένου κράτους, έτοιμου να εμποδίσει έναν κακοποιό να σκοτώσει και να ληστέψει τους ασθενέστερους συνανθρώπους του. Μόνο, όμως, το κράτος δικαίου εμποδίζει τους κυβερνώντες να μετατραπούν στους χειρότερους κακοποιούς.
Freedom and liberty always mean freedom from police interference. In nature there are no such things as liberty and freedom. There is only the adamant rigidity of the laws of nature to which man must unconditionally submit if he wants to attain any ends at all. Neither was there liberty in the imaginary paradisaical conditions which, according to the fantastic prattle of many writers, preceded the establishment of societal bonds. Where there is no government, everybody is at the mercy of his stronger neighbour. Liberty can be realized only within an established state ready to prevent a gangster from killing and robbing his weaker fellows. But it is the rule of law alone which hinders the rulers from turning themselves into the worst gangsters.
Οι νόμοι θεσπίζουν κανόνες νόμιμης δράσης. Καθορίζουν τις διαδικασίες που απαιτούνται για την κατάργηση ή την τροποποίηση των υφιστάμενων νόμων και για τη θέσπιση νέων. Καθορίζουν επίσης τις διαδικασίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των νόμων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, δηλαδή τη δέουσα νομική διαδικασία. Ιδρύουν δικαστήρια και δικαιοδοτικά όργανα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αποσκοπούν στην αποτροπή μιας κατάστασης στην οποία τα άτομα θα βρίσκονταν στο έλεος των κυβερνώντων.
The laws establish norms of legitimate action. They fix the procedures required for the repeal or alteration of existing laws and for the enactment of new laws. They likewise fix the procedures required for the application of the laws in definite cases, the due process of law. They establish courts and tribunals. Thus they are intent upon avoiding a situation in which the individuals are at the mercy of the rulers.
Οι θνητοί άνθρωποι υπόκεινται σε σφάλματα, και οι νομοθέτες και οι δικαστές είναι θνητοί άνθρωποι. Μπορεί να συμβεί επανειλημμένα οι ισχύοντες νόμοι ή η ερμηνεία τους από τα δικαστήρια να εμποδίζουν τα εκτελεστικά όργανα να προσφύγουν σε ορισμένα μέτρα τα οποία θα μπορούσαν να είναι επωφελή. Ωστόσο, δεν μπορεί να προκύψει μεγάλη βλάβη από αυτό. Εάν οι νομοθέτες αναγνωρίσουν τις ατέλειες των ισχυόντων νόμων, μπορούν να τους τροποποιήσουν. Είναι ασφαλώς κακό το γεγονός ότι ένας εγκληματίας μπορεί ενίοτε να αποφεύγει την τιμωρία επειδή υπάρχει κάποιο κενό στον νόμο ή επειδή ο εισαγγελέας παρέλειψε ορισμένες διατυπώσεις. Πρόκειται, όμως, για το μικρότερο κακό, συγκρινόμενο με τις συνέπειες της απεριόριστης διακριτικής εξουσίας του «καλοπροαίρετου» δεσπότη.
Mortal men are liable to error, and legislators and judges are mortal men. It may happen again and again that the valid laws or their interpretation by the courts prevent the executive organs from resorting to some measures which could be beneficial. No great harm, however, can result. If the legislators recognize the deficiency of the valid laws, they can alter them. It is certainly a bad thing that a criminal may sometimes evade punishment because there is a loophole left in the law, or because the prosecutor has neglected some formalities. But it is the minor evil when compared with the consequences of unlimited discretionary power on the part of the “benevolent” despot.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο που αδυνατούν να αντιληφθούν τα αντικοινωνικά άτομα. Τέτοιοι άνθρωποι καταδικάζουν την τυπικότητα της δέουσας νομικής διαδικασίας. Γιατί, ρωτούν, πρέπει οι νόμοι να εμποδίζουν την κυβέρνηση να λαμβάνει ευεργετικά μέτρα; Δεν είναι φετιχισμός να τίθενται υπεράνω όλων οι νόμοι και όχι η σκοπιμότητα; Υποστηρίζουν την αντικατάσταση του κράτους δικαίου (Rechtsstaat) από το κράτος πρόνοιας ή κράτος παροχών (Wohlfahrtsstaat). Σε αυτό το κράτος πρόνοιας, η πατερναλιστική κυβέρνηση πρέπει να είναι ελεύθερη να πραγματοποιεί οτιδήποτε θεωρεί επωφελές για το κοινό καλό. Κανένα «παλιόχαρτο» δεν πρέπει να περιορίζει έναν πεφωτισμένο ηγεμόνα στις προσπάθειές του να προάγει τη γενική ευημερία. Όλοι οι αντίπαλοι πρέπει να συντρίβονται ανελέητα, ώστε να μην παρεμποδίζουν την ευεργετική δράση της κυβέρνησης. Καμία κενή τυπικότητα δεν πρέπει πλέον να τους προστατεύει από την τιμωρία που τους αξίζει.
It is precisely this point which anti-social individuals fail to see. Such people condemn the formalism of the due process of law. Why should the laws hinder the government from resorting to beneficial measures? Is it not fetishism to make supreme the laws, and not expediency? They advocate the substitution of the welfare state (Wohlfahrtsstaat) for the state governed by the rule of law (Rechtsstaat). In this welfare state, paternal government should be free to accomplish all things it considers beneficial to the commonweal. No “scraps of paper” should restrain an enlightened ruler in his endeavours to promote the general welfare. All opponents must be crushed mercilessly lest they frustrate the beneficial action of the government. No empty formalities must protect them any longer against their well-deserved punishment.
Είναι σύνηθες η οπτική των υποστηρικτών του κράτους πρόνοιας να αποκαλείται «κοινωνική», σε αντιδιαστολή προς την «ατομικιστική» και «εγωιστική» οπτική των υπερασπιστών του κράτους δικαίου. Στην πραγματικότητα, όμως, οι υποστηρικτές του κράτους πρόνοιας είναι απολύτως αντικοινωνικοί και μισαλλόδοξοι ζηλωτές. Διότι η ιδεολογία τους υπονοεί σιωπηρά ότι η κυβέρνηση θα εκτελεί επακριβώς όσα οι ίδιοι θεωρούν ορθά και ωφέλιμα. Παραβλέπουν ολοκληρωτικά την πιθανότητα να προκύψει διαφωνία ως προς το τι είναι ορθό και σκόπιμο και τι δεν είναι. Υποστηρίζουν την πεφωτισμένη δεσποτεία, είναι όμως πεπεισμένοι ότι ο πεφωτισμένος δεσπότης θα συμμορφώνεται σε κάθε λεπτομέρεια με τις δικές τους απόψεις σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται. Τάσσονται υπέρ του σχεδιασμού, αλλά εκείνο που έχουν κατά νου είναι αποκλειστικά το δικό τους σχέδιο και όχι τα σχέδια άλλων ανθρώπων. Θέλουν να εξοντώσουν όλους τους αντιπάλους τους, δηλαδή όλους όσοι διαφωνούν μαζί τους. Είναι απολύτως μισαλλόδοξοι και δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν καμία συζήτηση.
Κάθε υποστηρικτής του κράτους πρόνοιας και του σχεδιασμού είναι ένας επίδοξος δικτάτορας. Εκείνο που σχεδιάζει είναι να στερήσει από όλους τους άλλους ανθρώπους όλα τα δικαιώματά τους και να εγκαθιδρύσει την απεριόριστη παντοδυναμία του ιδίου και των φίλων του. Αρνείται να πείσει τους συμπολίτες του. Προτιμά να τους «εκκαθαρίσει». Περιφρονεί την «αστική» κοινωνία, η οποία σέβεται τον νόμο και τη νόμιμη διαδικασία. Ο ίδιος λατρεύει τη βία και την αιματοχυσία.
It is customary to call the point of view of the advocates of the welfare state the “social” point of view as distinguished from the “individualistic” and “selfish” point of view of the champions of the rule of law. In fact, however, the supporters of the welfare state are utterly anti-social and intolerant zealots. For their ideology tacitly implies that the government will exactly execute what they themselves deem right and beneficial. They entirely disregard the possibility that there could arise disagreement with regard to the question of what is right and expedient and what is not. They advocate enlightened despotism, but they are convinced that the enlightened despot will in every detail comply with their own opinion concerning the measures to be adopted. They favour planning, but what they have in mind is exclusively their own plan, not those of other people. They want to exterminate all opponents, that is, all those who disagree with them. They are utterly intolerant and are not prepared to allow any discussion. Every advocate of the welfare state and of planning is a potential dictator. What he plans is to deprive all other men of all their rights, and to establish his own and his friends’ unrestricted omnipotence. He refuses to convince his fellow-citizens. He prefers to “liquidate” them. He scorns the “bourgeois” society that worships law and legal procedure. He himself worships violence and bloodshed.
Η ασυμφιλίωτη σύγκρουση μεταξύ αυτών των δύο δογμάτων —του κράτους δικαίου αφενός και του κράτους πρόνοιας αφετέρου— αποτέλεσε το διακύβευμα όλων των αγώνων που διεξήγαγαν οι άνθρωποι για την ελευθερία. Υπήρξε μια μακρά και επίπονη εξέλιξη. Επανειλημμένα θριάμβευσαν οι υπέρμαχοι της απολυταρχίας. Τελικά, όμως, το κράτος δικαίου επικράτησε στο πεδίο του δυτικού πολιτισμού. Το κράτος δικαίου, ή η περιορισμένη διακυβέρνηση, όπως διασφαλίζεται από τα συντάγματα και τους καταστατικούς χάρτες δικαιωμάτων, αποτελεί το χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του πολιτισμού. Το κράτος δικαίου ήταν εκείνο που κατέστησε δυνατά τα θαυμαστά επιτεύγματα του σύγχρονου καπιταλισμού και του —όπως θα έλεγαν οι συνεπείς μαρξιστές— «εποικοδομήματός» του, της δημοκρατίας. Εξασφάλισε σε έναν διαρκώς αυξανόμενο πληθυσμό πρωτοφανή ευημερία. Οι μάζες στις καπιταλιστικές χώρες απολαμβάνουν σήμερα βιοτικό επίπεδο πολύ ανώτερο από εκείνο των ευκατάστατων τάξεων παλαιότερων εποχών.
The irreconcilable conflict of these two doctrines, rule of law versus welfare state, was at issue in all the struggles which men fought for liberty. It was a long and hard evolution. Again and again the champions of absolutism triumphed. But finally the rule of law predominated in the realm of Western civilization. The rule of law, or limited government, as safeguarded by constitutions and bills of rights, is the characteristic mark of this civilization. It was the rule of law that brought about the marvelous achievements of modern capitalism and of its—as consistent Marxians should say—“superstructure,” democracy. It secured for a steadily increasing population unprecedented well-being. The masses in the capitalist countries enjoy today a standard of living far above that of the well-to-do of earlier ages.
Όλα αυτά τα επιτεύγματα δεν ανέκοψαν τους υποστηρικτές της δεσποτείας και του σχεδιασμού. Θα ήταν, ωστόσο, παράλογο για τους υπέρμαχους του ολοκληρωτισμού να αποκαλύψουν ανοιχτά τις αναπόσπαστα δικτατορικές συνέπειες των επιδιώξεών τους. Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, οι ιδέες της ελευθερίας και του κράτους δικαίου είχαν αποκτήσει τέτοιο κύρος ώστε θα φαινόταν παράφρον να τους επιτεθεί κανείς απροκάλυπτα. Η κοινή γνώμη ήταν ακράδαντα πεπεισμένη ότι η δεσποτεία είχε παρέλθει οριστικά και δεν μπορούσε ποτέ να αποκατασταθεί. Δεν είχε εξαναγκαστεί ακόμη και ο τσάρος της βάρβαρης Ρωσίας να καταργήσει τη δουλοπαροικία, να καθιερώσει τη δίκη με ενόρκους, να παραχωρήσει περιορισμένη ελευθερία στον Τύπο και να σέβεται τους νόμους;
All these accomplishments have not restrained the advocates of despotism and planning. However, it would have been preposterous for the champions of totalitarianism to disclose the inextricable dictatorial consequences of their endeavours openly. In the nineteenth century the ideas of liberty and the rule of law had won such a prestige that it seemed crazy to attack them frankly. Public opinion was firmly convinced that despotism was done for and could never be restored. Was not even the Czar of barbarian Russia forced to abolish serfdom, to establish trial by jury, to grant a limited freedom to the press and to respect the laws?
Έτσι, οι σοσιαλιστές κατέφυγαν σε ένα τέχνασμα. Στους εσωτερικούς τους κύκλους εξακολούθησαν να συζητούν την επικείμενη δικτατορία του προλεταριάτου, δηλαδή τη δικτατορία των ιδεών κάθε σοσιαλιστή συγγραφέα. Στο ευρύ κοινό, όμως, μιλούσαν διαφορετικά. Ο σοσιαλισμός, ισχυρίζονταν, θα φέρει αληθινή και πλήρη ελευθερία και δημοκρατία. Θα εξαλείψει κάθε μορφή εξαναγκασμού και καταναγκασμού. Το κράτος θα «μαραζώσει». Στη μελλοντική σοσιαλιστική κοινοπολιτεία δεν θα υπάρχουν ούτε δικαστές και αστυνομικοί ούτε φυλακές και αγχόνες.
Thus the socialists resorted to a trick. They continued to discuss the coming dictatorship of the proletariat, i.e., the dictatorship of each socialist author’s own ideas, in their esoteric circles. But to the broad public they spoke in a different way. Socialism, they asserted, will bring true and full liberty and democracy. It will remove all kinds of compulsion and coercion. The state will “wither away.” In the socialist commonwealth of the future there will be neither judges and policemen nor prisons and gallows.
Οι μπολσεβίκοι, όμως, αφαίρεσαν το προσωπείο. Ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι είχε ανατείλει η ημέρα της οριστικής και ακλόνητης νίκης τους. Η περαιτέρω προσποίηση δεν ήταν ούτε δυνατή ούτε αναγκαία. Το ευαγγέλιο της αιματοχυσίας μπορούσε πλέον να κηρύσσεται ανοιχτά. Βρήκε ενθουσιώδη ανταπόκριση μεταξύ όλων των εκφυλισμένων λογίων και διανοουμένων των σαλονιών, οι οποίοι επί πολλά ήδη χρόνια παραληρούσαν με τα έργα του Sorel και του Nietzsche. Οι καρποί της «προδοσίας των διανοουμένων»22 είχαν ωριμάσει. Οι νέοι που είχαν ανατραφεί με τις ιδέες του Carlyle και του Ruskin ήταν έτοιμοι να αρπάξουν τα ηνία.
But the Bolshevists took off the mask. They were fully convinced that the day of their final and unshakable victory had dawned. Further dissimulation was neither possible nor required. The gospel of bloodshed could be preached openly. It found an enthusiastic response among all the degenerate literati and parlour intellectuals who for many years already had raved about the writings of Sorel and Nietzsche. The fruits of the “treason of the intellectuals” mellowed to maturity. The youths who had been fed on the ideas of Carlyle and Ruskin were ready to seize the reins.
Ο Lenin δεν ήταν ο πρώτος σφετεριστής. Είχαν προηγηθεί πολλοί τύραννοι. Οι προκάτοχοί του, όμως, βρίσκονταν σε σύγκρουση με τις ιδέες που ασπάζονταν οι επιφανέστεροι σύγχρονοί τους. Η κοινή γνώμη τούς αντιτασσόταν, επειδή οι αρχές διακυβέρνησής τους αντέβαιναν στις αποδεκτές αρχές του δικαίου και της νομιμότητας. Περιφρονούνταν και προκαλούσαν αποστροφή ως σφετεριστές. Ο σφετερισμός του Lenin, όμως, αντιμετωπίστηκε υπό διαφορετικό πρίσμα. Ήταν ο βίαιος υπεράνθρωπος του οποίου την έλευση λαχταρούσαν οι ψευδοφιλόσοφοι. Ήταν ο κίβδηλος σωτήρας τον οποίο είχε επιλέξει η ιστορία για να φέρει τη σωτηρία μέσω της αιματοχυσίας. Δεν ήταν άραγε ο πλέον ορθόδοξος οπαδός του μαρξικού «επιστημονικού» σοσιαλισμού; Δεν ήταν ο άνθρωπος που προοριζόταν να πραγματοποιήσει τα σοσιαλιστικά σχέδια, για την εκτέλεση των οποίων οι αδύναμοι πολιτικοί των παρακμαζουσών δημοκρατιών ήταν υπερβολικά δειλοί; Όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι ζητούσαν σοσιαλισμό· η επιστήμη, διά στόματος των αλάθητων καθηγητών, τον συνιστούσε· οι εκκλησίες κήρυτταν τον χριστιανικό σοσιαλισμό· οι εργάτες λαχταρούσαν την κατάργηση του συστήματος της μισθωτής εργασίας. Ιδού, λοιπόν, ο άνθρωπος που θα εκπλήρωνε όλες αυτές τις επιθυμίες. Ήταν αρκετά συνετός ώστε να γνωρίζει ότι δεν μπορεί κανείς να φτιάξει ομελέτα χωρίς να σπάσει αυγά.
Lenin was not the first usurper. Many tyrants had preceded him. But his predecessors were in conflict with the ideas held by their most eminent contemporaries. They were opposed by public opinion because their principles of government were at variance with the accepted principles of right and legality. They were scorned and detested as usurpers. But Lenin’s usurpation was seen in a different light. He was the brutal superman for whose coming the pseudo-philosophers had yearned. He was the counterfeit saviour whom history had elected to bring salvation through bloodshed. Was he not the most orthodox adept of Marxian “scientific” socialism? Was he not the man destined to realize the socialist plans for whose execution the weak statesmen of the decaying democracies were too timid? All well-intentioned people asked for socialism; science, through the mouths of the infallible professors, recommended it; the churches preached Christian socialism; the workers longed for the abolition of the wage system. Here was the man to fulfil all these wishes. He was judicious enough to know that you cannot make an omelet without breaking eggs.
Μισό αιώνα νωρίτερα, όλοι οι πολιτισμένοι άνθρωποι είχαν κατακρίνει τον Bismarck όταν διακήρυξε ότι τα μεγάλα προβλήματα της ιστορίας πρέπει να επιλυθούν με αίμα και σίδηρο. Τώρα, η πλειονότητα των κατ’ επίφαση πολιτισμένων ανθρώπων υποκλινόταν στον δικτάτορα που ήταν έτοιμος να χύσει πολύ περισσότερο αίμα από όσο είχε χύσει ποτέ ο Bismarck.
Half a century ago all civilized people had censured Bismarck when he declared that history’s great problems must be solved by blood and iron. Now the majority of quasi-civilized men bowed to the dictator who was prepared to shed much more blood than Bismarck ever did.
Αυτό ήταν το αληθινό νόημα της λενινιστικής επανάστασης. Όλες οι παραδοσιακές ιδέες περί δικαίου και νομιμότητας ανατράπηκαν. Η κυριαρχία της ανεξέλεγκτης βίας και του σφετερισμού αντικατέστησε το κράτος δικαίου. Ο «στενός ορίζοντας της αστικής νομιμότητας», όπως τον είχε αποκαλέσει ο Marx, εγκαταλείφθηκε. Στο εξής, κανένας νόμος δεν μπορούσε πλέον να περιορίσει την εξουσία των εκλεκτών. Ήταν ελεύθεροι να σκοτώνουν ad libitum, κατά βούληση. Οι έμφυτες παρορμήσεις του ανθρώπου προς τη βίαιη εξόντωση όλων όσοι του είναι αντιπαθείς, οι οποίες είχαν κατασταλεί μέσω μιας μακράς και επίπονης εξέλιξης, ξέσπασαν. Οι δαίμονες απελευθερώθηκαν. Ανέτειλε μια νέα εποχή, η εποχή των σφετεριστών. Οι κακοποιοί κλήθηκαν σε δράση και υπάκουσαν στη Φωνή.
This was the true meaning of the Lenin revolution. All the traditional ideas of right and legality were overthrown. The rule of unrestrained violence and usurpation was substituted for the rule of law. The “narrow horizon of bourgeois legality,” as Marx had dubbed it, was abandoned. Henceforth no laws could any longer limit the power of the elect. They were free to kill ad libitum. Man’s innate impulses towards violent extermination of all whom he dislikes, repressed by a long and wearisome evolution, burst forth. The demons were unfettered. A new age, the age of the usurpers, dawned. The gangsters were called to action, and they listened to the Voice.
Ο Lenin, βεβαίως, δεν εννοούσε κάτι τέτοιο. Δεν ήθελε να παραχωρήσει σε άλλους ανθρώπους τα προνόμια τα οποία αξίωνε για τον εαυτό του. Δεν ήθελε να αναγνωρίσει σε άλλους το προνόμιο να εκκαθαρίζουν τους αντιπάλους τους. Η ιστορία είχε επιλέξει αποκλειστικά εκείνον και του είχε εμπιστευθεί τη δικτατορική εξουσία. Εκείνος ήταν ο μόνος «νόμιμος» δικτάτορας, διότι —έτσι του είχε πει μια εσωτερική φωνή. Ο Lenin δεν ήταν αρκετά οξυδερκής ώστε να προβλέψει ότι και άλλοι άνθρωποι, διαποτισμένοι από διαφορετικά δόγματα, θα μπορούσαν να αποδειχθούν αρκετά τολμηροί ώστε να ισχυριστούν ότι είχαν και εκείνοι κληθεί από μια εσωτερική φωνή. Εντούτοις, μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, τέτοιοι άνθρωποι —ο Mussolini και ο Hitler— εμφανίστηκαν με ιδιαίτερα αισθητό τρόπο.
Of course, Lenin did not mean this. He did not want to concede to other people the prerogatives which he claimed for himself. He did not want to assign to other men the privilege of liquidating their adversaries. Him alone had history elected and entrusted with the dictatorial power. He was the only “legitimate” dictator because—an inner voice had told him so. Lenin was not bright enough to anticipate that other people, imbued with other creeds, could be bold enough to pretend that they also were called by an inner voice. Yet, within a few years too such men, Mussolini and Hitler, became quite conspicuous.
Είναι σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούσαν σοσιαλιστικές δικτατορίες. Οι κομμουνιστές, τόσο τα εγγεγραμμένα μέλη των κομμουνιστικών κομμάτων όσο και οι συνοδοιπόροι τους, στιγματίζουν τον φασισμό και τον ναζισμό ως το ανώτατο, έσχατο και πλέον εξαχρειωμένο στάδιο του καπιταλισμού. Αυτό βρίσκεται σε πλήρη συμφωνία με τη συνήθειά τους να αποκαλούν κάθε κόμμα που δεν υποτάσσεται άνευ όρων στις επιταγές της Μόσχας —ακόμη και τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες, το κλασικό κόμμα του μαρξισμού— όργανο του καπιταλισμού.
It is important to realize that Fascism and Nazism were socialist dictatorships. The communists, both the registered members of the communist parties and the fellow-travellers, stigmatize Fascism and Nazism as the highest and last and most depraved stage of capitalism. This is in perfect agreement with their habit of calling every party which does not unconditionally surrender to the dictates of Moscow—even the German Social Democrats, the classical party of Marxism—hirelings of capitalism.
Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι οι κομμουνιστές κατόρθωσαν να μεταβάλουν τη σημασιολογική συνδήλωση του όρου «φασισμός». Ο φασισμός, όπως θα καταδειχθεί αργότερα, αποτελούσε μια παραλλαγή του ιταλικού σοσιαλισμού. Ήταν προσαρμοσμένος στις ιδιαίτερες συνθήκες των μαζών της υπερπληθυσμιακής Ιταλίας. Δεν ήταν προϊόν της σκέψης του Mussolini και θα επιβιώσει μετά την πτώση του. Από τις απαρχές τους, οι εξωτερικές πολιτικές του φασισμού και του ναζισμού ήταν μάλλον αντίθετες μεταξύ τους. Το γεγονός ότι οι ναζί και οι φασίστες συνεργάστηκαν στενά μετά τον πόλεμο της Αιθιοπίας και υπήρξαν σύμμαχοι στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν εξάλειψε τις διαφορές μεταξύ αυτών των δύο δογμάτων, όπως ακριβώς η συμμαχία μεταξύ της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών δεν εξάλειψε τις διαφορές μεταξύ του σοβιετισμού και του αμερικανικού οικονομικού συστήματος. Τόσο ο φασισμός όσο και ο ναζισμός ήταν προσηλωμένοι στη σοβιετική αρχή της δικτατορίας και της βίαιης καταπίεσης των αντιφρονούντων. Εάν θέλει κανείς να κατατάξει τον φασισμό και τον ναζισμό στην ίδια κατηγορία πολιτικών συστημάτων, πρέπει να αποκαλέσει αυτή την κατηγορία «δικτατορικά καθεστώτα» και δεν πρέπει να παραλείψει να κατατάξει και τους Σοβιετικούς στην ίδια κατηγορία.
It is of much greater consequence that the communists have succeeded in changing the semantic connotation of the term Fascism. Fascism, as will be shown later, was a variety of Italian socialism. It was adjusted to the particular conditions of the masses in overpopulated Italy. It was not a product of Mussolini’s mind and will survive the fall of Mussolini. The foreign policies of Fascism and Nazism, from their early beginnings, were rather opposed to one another. The fact that the Nazis and the Fascists closely co-operated after the Ethiopian war, and were allies in the second World War, did not eradicate the differences between these two tenets any more than did the alliance between Russia and the United States eradicate the differences between Sovietism and the American economic system. Fascism and Nazism were both committed to the Soviet principle of dictatorship and violent oppression of dissenters. If one wants to assign Fascism and Nazism to the same class of political systems, one must call this class dictatorial regime and one must not neglect to assign the Soviets to the same class.
Κατά τα τελευταία χρόνια, οι σημασιολογικοί νεωτερισμοί των κομμουνιστών έχουν προχωρήσει ακόμη περισσότερο. Αποκαλούν «φασίστα» οποιονδήποτε αντιπαθούν, κάθε υποστηρικτή του συστήματος της ελεύθερης επιχειρηματικής δράσης. Ο μπολσεβικισμός, λένε, είναι το μόνο αληθινά δημοκρατικό σύστημα. Όλες οι μη κομμουνιστικές χώρες και όλα τα μη κομμουνιστικά κόμματα είναι κατ’ ουσίαν αντιδημοκρατικά και φασιστικά.
In recent years the communists’ semantic innovations have gone even further. They call everybody whom they dislike, every advocate of the free enterprise system, a Fascist. Bolshevism, they say, is the only really democratic system. All non-communist countries and parties are essentially undemocratic and Fascist.
Είναι αλήθεια ότι, κατά καιρούς, ακόμη και μη σοσιαλιστές —τα τελευταία κατάλοιπα της παλαιάς αριστοκρατίας— έπαιξαν με την ιδέα μιας αριστοκρατικής επανάστασης, διαμορφωμένης σύμφωνα με το πρότυπο της σοβιετικής δικτατορίας. Ο Lenin τούς είχε ανοίξει τα μάτια. «Τι εύπιστοι που υπήρξαμε!» θρηνολογούσαν. «Επιτρέψαμε να εξαπατηθούμε από τα ψευδεπίγραφα συνθήματα της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Πιστεύαμε ότι δεν επιτρεπόταν να παρεκκλίνουμε από το κράτος δικαίου και να συντρίβουμε ανελέητα όσους αμφισβητούσαν τα δικαιώματά μας. Πόσο ανόητοι ήταν αυτοί οι Romanov που παραχωρούσαν στους θανάσιμους εχθρούς τους τα ευεργετήματα μιας δίκαιης δίκης! Εάν κάποιος κινήσει τις υποψίες του Lenin, είναι τελειωμένος. Ο Lenin δεν διστάζει να εξοντώσει χωρίς καμία δίκη όχι μόνο κάθε ύποπτο, αλλά και όλους τους συγγενείς και τους φίλους του. Οι τσάροι, όμως, φοβούνταν από δεισιδαιμονία να παραβιάσουν τους κανόνες που είχαν θεσπιστεί από εκείνα τα παλιόχαρτα που αποκαλούνται νόμοι. Όταν ο Alexander Ulyanov συνωμότησε κατά της ζωής του τσάρου, εκτελέστηκε μόνο ο ίδιος· ο αδελφός του Βλαντίμιρ αφέθηκε ελεύθερος. Έτσι, ο ίδιος ο Αλέξανδρος Γ΄ διαφύλαξε τη ζωή του Ulyanov-Lenin, του ανθρώπου που εξόντωσε ανελέητα τον γιο του, τη νύφη του και τα παιδιά τους, καθώς και όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας που κατόρθωσε να συλλάβει. Δεν ήταν αυτή η πλέον ανόητη και αυτοκτονική πολιτική;»
It is true that sometimes also non-socialists—the last vestiges of the old aristocracy—toyed with the idea of an aristocratic revolution modelled according to the pattern of Soviet dictatorship. Lenin had opened their eyes. What dupes, they moaned, have we been! We have let ourselves be deluded by the spurious catchwords of the liberal bourgeoisie. We believed that it was not permissible to deviate from the rule of law and to crush mercilessly those challenging our rights. How silly were these Romanovs in granting to their deadly foes the benefits of a fair legal trial! If somebody arouses the suspicion of Lenin, he is done for. Lenin does not hesitate to exterminate, without any trial, not only every suspect, but all his kin and friends too. But the Czars were superstitiously afraid of infringing the rules established by those scraps of paper called laws. When Alexander Ulyanov conspired against the Czar’s life, he alone was executed; his brother Vladimir was spared. Thus Alexander III himself preserved the life of Ulyanov-Lenin, the man who ruthlessly exterminated his son, his daughter-in-law and their children and with them all the other members of the family he could catch. Was this not the most stupid and suicidal policy?
Ωστόσο, καμία δράση δεν μπορούσε να προκύψει από τις ονειροπολήσεις αυτών των παλαιών Συντηρητικών. Αποτελούσαν μια μικρή ομάδα ανίσχυρων μεμψίμοιρων. Δεν υποστηρίζονταν από καμία ιδεολογική δύναμη και δεν διέθεταν οπαδούς.
However, no action could result from the day dreams of these old Tories. They were a small group of powerless grumblers. They were not backed by any ideological forces and they had no followers.
Η ιδέα μιας τέτοιας αριστοκρατικής επανάστασης ενέπνευσε το γερμανικό Stahlhelm και τους Γάλλους Cagoulards.23 Το Stahlhelm διαλύθηκε απλώς με διαταγή του Hitler. Η γαλλική κυβέρνηση μπόρεσε εύκολα να φυλακίσει τους Cagoulards προτού τους δοθεί οποιαδήποτε ευκαιρία να προκαλέσουν βλάβη.
The idea of such an aristocratic revolution motivated the German Stahlhelm and the French Cagoulards. The Stahlhelm was simply dispelled by order of Hitler. The French Government could easily imprison the Cagoulards before they had any opportunity to do harm.
Η πλησιέστερη προσέγγιση προς μια αριστοκρατική δικτατορία είναι το καθεστώς του Franco. Ο Franco, όμως, ήταν απλώς ανδρείκελο του Mussolini και του Hitler, οι οποίοι ήθελαν να εξασφαλίσουν την ισπανική συνδρομή στον επικείμενο πόλεμο κατά της Γαλλίας ή, τουλάχιστον, τη «φιλική» ουδετερότητα της Ισπανίας. Μετά την εξαφάνιση των προστατών του, θα πρέπει είτε να υιοθετήσει δυτικές μεθόδους διακυβέρνησης είτε να αντιμετωπίσει την απομάκρυνσή του.
The nearest approach to an aristocratic dictatorship is Franco’s regime. But Franco was merely a puppet of Mussolini and Hitler, who wanted to secure Spanish aid for the impending war against France or at least Spanish “friendly” neutrality. With his protectors gone, he will either have to adopt Western methods of government or face removal.
Η δικτατορία και η βίαιη καταπίεση όλων των αντιφρονούντων αποτελούν σήμερα αποκλειστικά σοσιαλιστικούς θεσμούς. Αυτό καθίσταται σαφές εάν εξετάσουμε προσεκτικότερα τον φασισμό και τον ναζισμό.
Dictatorship and violent oppression of all dissenters are today exclusively socialist institutions. This becomes clear as we take a closer look at Fascism and Nazism.
Όταν ξέσπασε ο πόλεμος το 1914, το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα διχάστηκε ως προς την πολιτική που έπρεπε να ακολουθηθεί. Η μία ομάδα παρέμεινε προσηλωμένη στις άκαμπτες αρχές του μαρξισμού. Αυτός ο πόλεμος, υποστήριζε, είναι πόλεμος των κεφαλαιούχων. Δεν αρμόζει στους προλεταρίους να ταχθούν με το μέρος οποιουδήποτε από τους εμπολέμους. Οι προλετάριοι πρέπει να περιμένουν τη μεγάλη επανάσταση, τον εμφύλιο πόλεμο των ενωμένων σοσιαλιστών εναντίον των ενωμένων εκμεταλλευτών. Πρέπει να υποστηρίξουν την ουδετερότητα της Ιταλίας.
When the war broke out in 1914, the Italian socialist party was divided as to the policy to be adopted.
One group clung to the rigid principles of Marxism. This war, they maintained, is a war of the capitalists. It is not seemly for the proletarians to side with any of the belligerent parties. The proletarians must wait for the great revolution, the civil war of the united socialists against the united exploiters. They must stand for Italian neutrality.
Η δεύτερη ομάδα επηρεαζόταν βαθύτατα από το παραδοσιακό μίσος κατά της Αυστρίας. Κατά τη γνώμη της, το πρώτο καθήκον των Ιταλών ήταν να απελευθερώσουν τους αλύτρωτους αδελφούς τους. Μόνο τότε θα ανέτειλε η ημέρα της σοσιαλιστικής επανάστασης.
The second group was deeply affected by the traditional hatred of Austria. In their opinion the first task of the Italians was to free their unredeemed brethren. Only then would the day of the socialist revolution appear.
Σε αυτή τη σύγκρουση, ο Benito Mussolini, η εξέχουσα προσωπικότητα του ιταλικού σοσιαλισμού, επέλεξε αρχικά την ορθόδοξη μαρξική θέση. Κανείς δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον Mussolini σε μαρξικό ζήλο. Ήταν ο αδιάλλακτος υπέρμαχος του ανόθευτου δόγματος, ο ανυποχώρητος υπερασπιστής των δικαιωμάτων των εκμεταλλευόμενων προλεταρίων, ο εύγλωττος προφήτης της επερχόμενης σοσιαλιστικής μακαριότητας. Ήταν ανένδοτος αντίπαλος του πατριωτισμού, του εθνικισμού, του ιμπεριαλισμού, της μοναρχικής διακυβέρνησης και όλων των θρησκευτικών δογμάτων. Όταν, το 1911, η Ιταλία εγκαινίασε τη μεγάλη σειρά πολέμων της με μια ύπουλη επίθεση κατά της Τουρκίας, ο Mussolini οργάνωσε βίαιες διαδηλώσεις κατά της αναχώρησης στρατευμάτων για τη Λιβύη. Τώρα, το 1914, χαρακτήριζε τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και της Αυστρίας ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Την εποχή εκείνη εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό την κυρίαρχη επιρροή της Angelica Balabanoff, κόρης ενός εύπορου Ρώσου γαιοκτήμονα. Η δεσποινίς Balabanoff τον είχε μυήσει στις λεπτές αποχρώσεις του μαρξισμού. Στα μάτια της, η ήττα των Romanov είχε μεγαλύτερη σημασία από την ήττα των Αψβούργων. Δεν έτρεφε καμία συμπάθεια για τα ιδεώδη του Risorgimento.
In this conflict Benito Mussolini, the outstanding man in Italian socialism, chose at first the orthodox Marxian position. Nobody could surpass Mussolini in Marxian zeal. He was the intransigent champion of the pure creed, the unyielding defender of the rights of the exploited proletarians, the eloquent prophet of the socialist bliss to come. He was an adamant adversary of patriotism, nationalism, imperialism, monarchical rule and all religious creeds. When Italy in 1911 opened the great series of wars by an insidious assault upon Turkey, Mussolini organized violent demonstrations against the departure of troops for Libya. Now, in 1914, he branded the war against Germany and Austria as an imperialist war. He was then still under the dominating influence of Angelica Balabanoff, the daughter of a wealthy Russian landowner. Miss Balabanoff had initiated him into the subtleties of Marxism. In her eyes the defeat of the Romanovs counted more than the defeat of the Habsburgs. She had no sympathy for the ideals of the Risorgimento.
Οι Ιταλοί διανοούμενοι, όμως, ήταν πρωτίστως εθνικιστές. Όπως και σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι περισσότεροι μαρξιστές λαχταρούσαν τον πόλεμο και τις κατακτήσεις. Ο Mussolini δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει τη δημοτικότητά του. Εκείνο που μισούσε περισσότερο από καθετί ήταν να μη βρίσκεται στο πλευρό της νικήτριας παράταξης. Άλλαξε γνώμη και έγινε ο πλέον φανατικός υποστηρικτής της ιταλικής επίθεσης κατά της Αυστρίας. Με γαλλική χρηματοδοτική υποστήριξη ίδρυσε μια εφημερίδα για να αγωνιστεί υπέρ της εισόδου στον πόλεμο.
But the Italian intellectuals were first of all nationalists. As in all other European countries, most of the Marxians longed for war and conquest. Mussolini was not prepared to lose his popularity. The thing he hated most was not to be on the side of the victorious faction. He changed his mind and became the most fanatical advocate of Italy’s attack on Austria. With French financial aid he founded a newspaper to fight for the cause of the war.
Οι αντιφασίστες κατηγορούν τον Mussolini γι’ αυτή την αποστασία από τις διδασκαλίες του άκαμπτου μαρξισμού. Δωροδοκήθηκε από τους Γάλλους, λένε. Ακόμη και αυτοί οι άνθρωποι, όμως, θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι η έκδοση μιας εφημερίδας απαιτεί κεφάλαια. Οι ίδιοι δεν μιλούν για δωροδοκία όταν ένας πλούσιος Αμερικανός παρέχει σε κάποιον τα χρήματα που απαιτούνται για την έκδοση μιας εφημερίδας των συνοδοιπόρων του κομμουνισμού ή όταν κεφάλαια εισρέουν μυστηριωδώς σε κομμουνιστικούς εκδοτικούς οίκους. Είναι γεγονός ότι ο Mussolini εισήλθε στη σκηνή της παγκόσμιας πολιτικής ως σύμμαχος των δημοκρατιών, ενώ ο Lenin εισήλθε σε αυτήν ως ουσιαστικός σύμμαχος της αυτοκρατορικής Γερμανίας.
The anti-Fascists blame Mussolini for this defection from the teachings of rigid Marxism. He was bribed, they say, by the French. Now, even these people should know that the publication of a newspaper requires funds. They themselves do not speak of bribery if a wealthy American provides a man with the money needed for the publication of a fellow-traveller newspaper, or if funds mysteriously flow into the communist publishing firms. It is a fact that Mussolini entered the scene of world politics as an ally of the democracies, while Lenin entered it as a virtual ally of imperial Germany.
Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, ο Mussolini συνέβαλε στην είσοδο της Ιταλίας στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η δημοσιογραφική του προπαγάνδα κατέστησε δυνατό για την κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο κατά της Αυστρίας. Μόνο οι λίγοι εκείνοι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ότι η διάλυση της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας σήμανε την καταδίκη της Ευρώπης έχουν δικαίωμα να επικρίνουν τη στάση του κατά τα έτη 1914 έως 1918. Μόνο εκείνοι οι Ιταλοί που αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι το μοναδικό μέσο προστασίας των ιταλόφωνων μειονοτήτων στις παράκτιες περιοχές της Αυστρίας από την επαπειλούμενη εξάλειψή τους εκ μέρους των σλαβικών πλειονοτήτων ήταν η διατήρηση της ακεραιότητας του αυστριακού κράτους, του οποίου το σύνταγμα εγγυόταν ίσα δικαιώματα σε όλες τις γλωσσικές ομάδες, είναι ελεύθεροι να κατηγορούν τον Mussolini. Ο Mussolini υπήρξε μία από τις πλέον αξιοθρήνητες μορφές της ιστορίας. Παραμένει, όμως, γεγονός ότι η πρώτη μεγάλη πολιτική πράξη του εξακολουθεί να απολαμβάνει την επιδοκιμασία όλων των συμπατριωτών του και της συντριπτικής πλειονότητας των ξένων επικριτών του.
More than anybody else Mussolini was instrumental in achieving Italy’s entry into the first World War. His journalistic propaganda made it possible for the government to declare war on Austria. Only those few people have a right to find fault with his attitude in the years 1914 to 1918 who realize that the disintegration of the Austro-Hungarian Empire spelled the doom of Europe. Only those Italians are free to blame Mussolini who begin to understand that the only means of protecting the Italian-speaking minorities in the littoral districts of Austria against the threatening annihilation by the Slavonic majorities was to preserve the integrity of the Austrian state, whose constitution guaranteed equal rights to all linguistic groups. Mussolini was one of the most wretched figures of history. But the fact remains that his first great political deed still meets with the approval of all his countrymen and of the immense majority of his foreign detractors.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, η δημοτικότητα του Mussolini υποχώρησε. Οι κομμουνιστές, τους οποίους τα γεγονότα στη Ρωσία είχαν αναδείξει σε δημοφιλή δύναμη, συνέχισαν την πορεία τους. Το μεγάλο κομμουνιστικό εγχείρημα, όμως, η κατάληψη των εργοστασίων το 1920, κατέληξε σε ολοκληρωτική αποτυχία, και οι απογοητευμένες μάζες θυμήθηκαν τον πρώην ηγέτη του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Συνέρρευσαν στο νέο κόμμα του Mussolini, στους φασίστες. Η νεολαία υποδέχθηκε με θυελλώδη ενθουσιασμό τον αυτοανακηρυγμένο διάδοχο των Καισάρων. Κατά τα επόμενα χρόνια, ο Mussolini καυχιόταν ότι είχε σώσει την Ιταλία από τον κίνδυνο του κομμουνισμού. Οι εχθροί του αμφισβητούν με πάθος τον ισχυρισμό του. Ο κομμουνισμός, λένε, δεν αποτελούσε πλέον πραγματικό παράγοντα στην Ιταλία όταν ο Mussolini κατέλαβε την εξουσία. Η αλήθεια είναι ότι η αποτυχία του κομμουνισμού διόγκωσε τις τάξεις των φασιστών και τους έδωσε τη δυνατότητα να καταστρέψουν όλα τα άλλα κόμματα. Η συντριπτική νίκη των φασιστών δεν ήταν η αιτία αλλά η συνέπεια του κομμουνιστικού φιάσκου.
When the war came to an end, Mussolini’s popularity dwindled. The communists, swept into popularity by events in Russia, carried on. But the great communist venture, the occupation of the factories in 1920, ended in complete failure, and the disappointed masses remembered the former leader of the socialist party. They flocked to Mussolini’s new party, the Fascists. The youth greeted with turbulent enthusiasm the self-styled successor of the Caesars. Mussolini boasted in later years that he had saved Italy from the danger of communism. His foes passionately dispute his claims. Communism, they say, was no longer a real factor in Italy when Mussolini seized power. The truth is that the frustration of communism swelled the ranks of the Fascists and made it possible for them to destroy all other parties. The overwhelming victory of the Fascists was not the cause, but the consequence, of the communist fiasco.
Το πρόγραμμα των φασιστών, όπως διατυπώθηκε το 1919, ήταν σφοδρά αντικαπιταλιστικό.24 Οι πλέον ριζοσπάστες οπαδοί του New Deal, ακόμη και οι κομμουνιστές, θα μπορούσαν να συμφωνήσουν με αυτό. Όταν οι φασίστες ανήλθαν στην εξουσία, είχαν λησμονήσει εκείνα τα σημεία του προγράμματός τους που αναφέρονταν στην ελευθερία της σκέψης και του Τύπου και στο δικαίωμα του συνέρχεσθαι. Από αυτή την άποψη υπήρξαν ευσυνείδητοι μαθητές του Bukharin και του Lenin. Επιπλέον, δεν κατήργησαν, όπως είχαν υποσχεθεί, τις βιομηχανικές και χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Η Ιταλία είχε μεγάλη ανάγκη από ξένες πιστώσεις για την ανάπτυξη της βιομηχανίας της. Κατά τα πρώτα χρόνια της φασιστικής διακυβέρνησης, το κύριο πρόβλημα του φασισμού ήταν να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ξένων τραπεζιτών. Η καταστροφή των ιταλικών εταιρειών θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.
The programme of the Fascists, as drafted in 1919, was vehemently anti-capitalistic. The most radical New Dealers and even communists could agree with it. When the Fascists came to power, they had forgotten those points of their programme which referred to the liberty of thought and the press and the right of assembly. In this respect they were conscientious disciples of Bukharin and Lenin. Moreover they did not suppress, as they had promised, the industrial and financial corporations. Italy badly needed foreign credits for the development of its industries. The main problem for Fascism, in the first years of its rule, was to win the confidence of the foreign bankers. It would have been suicidal to destroy the Italian corporations.
Στην αρχή, η φασιστική οικονομική πολιτική δεν διέφερε ουσιωδώς από τις πολιτικές όλων των άλλων δυτικών εθνών. Ήταν πολιτική παρεμβατισμού. Με την πάροδο των ετών προσέγγιζε ολοένα περισσότερο το ναζιστικό πρότυπο σοσιαλισμού. Όταν η Ιταλία, μετά την ήττα της Γαλλίας, εισήλθε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικονομία της είχε ήδη διαμορφωθεί, σε γενικές γραμμές, σύμφωνα με το ναζιστικό πρότυπο. Η κύρια διαφορά ήταν ότι οι φασίστες ήταν λιγότερο αποτελεσματικοί και ακόμη περισσότερο διεφθαρμένοι από τους ναζί.
Fascist economic policy did not—at the beginning—essentially differ from those of all other Western nations. It was a policy of interventionism. As the years went on, it more and more approached the Nazi pattern of socialism. When Italy, after the defeat of France, entered the second World War, its economy was by and large already shaped according to the Nazi pattern. The main difference was that the Fascists were less efficient and even more corrupt than the Nazis.
Ο Mussolini, όμως, δεν μπορούσε να παραμείνει για πολύ χωρίς μια οικονομική φιλοσοφία δικής του επινόησης. Ο φασισμός εμφανιζόταν ως μια νέα φιλοσοφία, η οποία δεν είχε ακουστεί ποτέ προηγουμένως και ήταν άγνωστη σε όλα τα άλλα έθνη. Ισχυριζόταν ότι αποτελούσε το ευαγγέλιο το οποίο το αναστημένο πνεύμα της αρχαίας Ρώμης κόμιζε στους παρακμάζοντες δημοκρατικούς λαούς, των οποίων οι βάρβαροι πρόγονοι είχαν κάποτε καταστρέψει τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Παρουσιαζόταν, από κάθε άποψη, ως η ολοκλήρωση τόσο του Rinascimento όσο και του Risorgimento, ως η οριστική απελευθέρωση της λατινικής μεγαλοφυΐας από τον ζυγό των ξένων ιδεολογιών. Ο λαμπρός ηγέτης του, ο ασύγκριτος Duce, είχε κληθεί να ανακαλύψει την οριστική λύση στα φλέγοντα προβλήματα της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
But Mussolini could not long remain without an economic philosophy of his own invention. Fascism posed as a new philosophy, unheard of before and unknown to all other nations. It claimed to be the gospel which the resurrected spirit of ancient Rome brought to the decaying democratic peoples whose barbarian ancestors had once destroyed the Roman empire. It was the consummation both of the Rinascimento and the Risorgimento in every respect, the final liberation of the Latin genius from the yoke of foreign ideologies. Its shining leader, the peerless Duce, was called to find the ultimate solution for the burning problems of society’s economic organization and of social justice.
Από τον σκουπιδότοπο των εγκαταλελειμμένων σοσιαλιστικών ουτοπιών, οι φασίστες θεωρητικοί ανέσυραν το σχέδιο του συντεχνιακού σοσιαλισμού. Ο συντεχνιακός σοσιαλισμός ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής μεταξύ των Βρετανών σοσιαλιστών κατά τα τελευταία χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και τα πρώτα χρόνια μετά την Ανακωχή. Ήταν τόσο ανεφάρμοστος ώστε εξαφανίστηκε πολύ γρήγορα από τη σοσιαλιστική φιλολογία. Κανένας σοβαρός πολιτικός δεν έδωσε ποτέ προσοχή στα αντιφατικά και συγκεχυμένα σχέδια του συντεχνιακού σοσιαλισμού. Είχε σχεδόν λησμονηθεί όταν οι φασίστες τού προσέδωσαν μια νέα ονομασία και διακήρυξαν με τυμπανοκρουσίες τον κορπορατισμό ως τη νέα κοινωνική πανάκεια. Το κοινό, εντός και εκτός της Ιταλίας, γοητεύτηκε. Γράφτηκαν αναρίθμητα βιβλία, φυλλάδια και άρθρα προς έπαινο του stato corporativo, του κορπορατικού κράτους. Οι κυβερνήσεις της Αυστρίας και της Πορτογαλίας διακήρυξαν πολύ σύντομα την προσήλωσή τους στις ευγενείς αρχές του κορπορατισμού. Η παπική εγκύκλιος Quadragesimo Anno του 1931 περιείχε ορισμένες παραγράφους οι οποίες μπορούσαν —χωρίς αυτό να είναι αναγκαίο— να ερμηνευθούν ως επιδοκιμασία του κορπορατισμού. Στη Γαλλία, οι ιδέες του βρήκαν πολλούς εύγλωττους υποστηρικτές.
From the dust-heap of discarded socialist utopias, the Fascist scholars salvaged the scheme of guild socialism. Guild socialism was very popular with British socialists in the last years of the first World War and in the first years following the Armistice. It was so impracticable that it disappeared very soon from socialist literature. No serious statesman ever paid any attention to contradictory and confused plans of guild socialism. It was almost forgotten when the Fascists attached it to a new label, and flamboyantly proclaimed corporativism as the new social panacea. The public inside and outside of Italy was captivated. Innumerable books, pamphlets and articles were written in praise of the stato corporativo. The governments of Austria and Portugal very soon declared that they were committed to the noble principles of corporativism. The papal encyclical Quadragesimo Anno (1931) contained some paragraphs which could be interpreted—but need not be—as an approval of corporativism. In France its ideas found many eloquent supporters.
Δεν επρόκειτο παρά για κενή φλυαρία. Οι φασίστες δεν επιχείρησαν ποτέ να υλοποιήσουν το κορπορατιστικό πρόγραμμα της βιομηχανικής αυτοδιοίκησης. Μετονόμασαν τα εμπορικά επιμελητήρια σε κορπορατιστικά συμβούλια. Αποκάλεσαν corporazioni τις υποχρεωτικές οργανώσεις των διαφόρων βιομηχανικών κλάδων, οι οποίες αποτελούσαν τις διοικητικές μονάδες για την εφαρμογή του γερμανικού προτύπου σοσιαλισμού που είχαν υιοθετήσει. Δεν ετίθετο, όμως, καν ζήτημα αυτοδιοίκησης των corporazioni. Το φασιστικό υπουργικό συμβούλιο δεν ανεχόταν καμία ανάμειξη στον απόλυτο αυταρχικό έλεγχό του επί της παραγωγής. Όλα τα σχέδια για την εγκαθίδρυση του κορπορατιστικού συστήματος παρέμειναν νεκρό γράμμα.
It was mere idle talk. Never did the Fascists make any attempt to realize the corporativist programme, industrial self-government. They changed the name of the chambers of commerce into corporative councils. They called corporazione the compulsory organizations of the various branches of industry which were the administrative units for the execution of the German pattern of socialism they had adopted. But there was no question of the corporazione’s self-government. The Fascist cabinet did not tolerate anybody’s interference with its absolute authoritarian control of production. All the plans for the establishment of the corporative system remained a dead letter.
Το κύριο πρόβλημα της Ιταλίας είναι ο σχετικός υπερπληθυσμός της. Σε αυτή την εποχή των φραγμών στο εμπόριο και στη μετανάστευση, οι Ιταλοί είναι καταδικασμένοι να συντηρούνται μονίμως με βιοτικό επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο των κατοίκων χωρών που είναι περισσότερο ευνοημένες από τη φύση. Οι φασίστες διέκριναν ένα μόνο μέσο για τη θεραπεία αυτής της δυσμενούς κατάστασης: την κατάκτηση. Ήταν υπερβολικά στενόμυαλοι για να αντιληφθούν ότι η θεραπεία που συνιστούσαν ήταν απατηλή και χειρότερη από το ίδιο το κακό. Ήταν, επιπλέον, τόσο ολοκληρωτικά τυφλωμένοι από την αυταρέσκεια και τη ματαιοδοξία ώστε αδυνατούσαν να αντιληφθούν ότι οι προκλητικές ομιλίες τους ήταν απλώς γελοίες. Οι ξένοι, τους οποίους προκαλούσαν με τόση θρασύτητα, γνώριζαν πολύ καλά πόσο αμελητέες ήταν οι στρατιωτικές δυνάμεις της Ιταλίας.
Italy’s main problem is its comparative overpopulation. In this age of barriers to trade and migration, the Italians are condemned to subsist permanently on a lower standard of living than that of the inhabitants of the countries more favoured by nature. The Fascists saw only one means to remedy this unfortunate situation: conquest. They were too narrow-minded to comprehend that the redress they recommended was spurious and worse than the evil. They were moreover so entirely blinded by self-conceit and vain-glory that they failed to realize that their provocative speeches were simply ridiculous. The foreigners whom they insolently challenged knew very well how negligible Italy’s military forces were.
Ο φασισμός δεν αποτελούσε, όπως καυχιούνταν οι υποστηρικτές του, πρωτότυπο προϊόν της ιταλικής σκέψης. Ξεκίνησε με μια διάσπαση στις τάξεις του μαρξικού σοσιαλισμού, ο οποίος ασφαλώς αποτελούσε εισαγόμενο δόγμα. Το οικονομικό του πρόγραμμα είχε δανειστεί από τον γερμανικό μη μαρξικό σοσιαλισμό, ενώ και η επιθετικότητά του είχε αντιγραφεί από τους Γερμανούς Alldeutsche, τους πανγερμανιστές προδρόμους των ναζί. Η διαχείριση των κυβερνητικών υποθέσεων από τον φασισμό αποτελούσε αντίγραφο της δικτατορίας του Lenin. Ο κορπορατισμός, το πολυδιαφημισμένο ιδεολογικό του στολίδι, ήταν βρετανικής προέλευσης. Το μόνο γηγενές συστατικό του φασισμού ήταν το θεατρικό ύφος των παρελάσεων, των θεαμάτων και των εορτασμών του.
Fascism was not, as its advocates boasted, an original product of the Italian mind. It began with a split in the ranks of Marxian socialism, which certainly was an imported doctrine. Its economic programme was borrowed from German non-Marxian socialism and its aggressiveness was likewise copied from Germans, the All-deutsche or Pan-German forerunners of the Nazis. Its conduct of government affairs was a replica of Lenin’s dictatorship. Corporativism, its much advertised ideological adornment, was of British origin. The only home-grown ingredient of Fascism was the theatrical style of its processions, shows and festivals.
Το βραχύβιο φασιστικό επεισόδιο έληξε μέσα στο αίμα, την εξαθλίωση και την ατίμωση. Οι δυνάμεις, όμως, που γέννησαν τον φασισμό δεν έχουν πεθάνει. Ο φανατικός εθνικισμός αποτελεί κοινό γνώρισμα όλων των σημερινών Ιταλών. Οι κομμουνιστές ασφαλώς δεν είναι διατεθειμένοι να αποκηρύξουν την αρχή τους περί δικτατορικής καταπίεσης όλων των αντιφρονούντων. Ούτε τα καθολικά κόμματα υποστηρίζουν την ελευθερία της σκέψης, του Τύπου ή της θρησκείας. Στην Ιταλία υπάρχουν πράγματι ελάχιστοι άνθρωποι που αντιλαμβάνονται ότι η οικονομική ελευθερία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
The shortlived Fascist episode ended in blood, misery and ignominy. But the forces which generated Fascism are not dead. Fanatical nationalism is a feature common to all present-day Italians. The communists are certainly not prepared to renounce their principle of dictatorial oppression of all dissenters. Neither do the Catholic parties advocate freedom of thought, of the press or of religion. There are in Italy only very few people indeed who comprehend that the indispensable prerequisite of democracy and the rights of men is economic freedom.
Είναι πιθανό ο φασισμός να αναβιώσει υπό νέα ονομασία και με νέα συνθήματα και σύμβολα. Εάν, όμως, συμβεί αυτό, οι συνέπειες θα είναι ολέθριες. Διότι ο φασισμός δεν είναι, όπως διατυμπάνιζαν οι φασίστες, «ένας νέος τρόπος ζωής»25· είναι ένας αρκετά παλαιός δρόμος προς την καταστροφή και τον θάνατο.
It may happen that Fascism will be resurrected under a new label and with new slogans and symbols. But if this happens, the consequences will be detrimental. For Fascism is not as the Fascists trumpeted a “new way to life,” it is a rather old way towards destruction and death.
Η φιλοσοφία των ναζί, του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, αποτελεί την καθαρότερη και συνεπέστερη εκδήλωση του αντικαπιταλιστικού και σοσιαλιστικού πνεύματος της εποχής μας. Οι θεμελιώδεις ιδέες της δεν είναι γερμανικής ή «άριας» προέλευσης ούτε αποτελούν ιδιαιτερότητα των σημερινών Γερμανών. Στο γενεαλογικό δέντρο του ναζιστικού δόγματος, Λατίνοι όπως ο Sismondi και ο Georges Sorel και Αγγλοσάξονες όπως ο Carlyle, ο Ruskin και ο Houston Stewart Chamberlain κατέχουν επιφανέστερη θέση από οποιονδήποτε Γερμανό. Ακόμη και το γνωστότερο ιδεολογικό περίβλημα του ναζισμού, ο μύθος περί ανωτερότητας της άριας κυρίαρχης φυλής, δεν ήταν γερμανικής προέλευσης· δημιουργός του ήταν ένας Γάλλος, ο Gobineau. Γερμανοί εβραϊκής καταγωγής, όπως ο Lassalle, ο Lasson, ο Stahl και ο Walter Rathenau, συνεισέφεραν περισσότερο στις ουσιώδεις αρχές του ναζισμού από ό,τι άνθρωποι όπως ο Sombart, ο Spann και ο Ferdinand Fried.
Το σύνθημα στο οποίο οι ναζί συμπύκνωσαν την οικονομική φιλοσοφία τους, δηλαδή το Gemeinnutz geht vor Eigennutz —το κοινό συμφέρον υπερέχει του ιδιωτικού οφέλους— αποτελεί επίσης τη θεμελιώδη ιδέα τόσο του αμερικανικού New Deal όσο και της σοβιετικής διεύθυνσης των οικονομικών υποθέσεων. Υποδηλώνει ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα που αποβλέπει στο κέρδος βλάπτει τα ζωτικά συμφέροντα της συντριπτικής πλειονότητας και ότι αποτελεί ιερό καθήκον μιας λαϊκής κυβέρνησης να αποτρέπει την εμφάνιση κερδών μέσω του δημόσιου ελέγχου της παραγωγής και της διανομής.
The philosophy of the Nazis, the German National Socialist Labour Party, is the purest and most consistent manifestation of the anticapitalistic and socialistic spirit of our age. Its essential ideas are not German or “Aryan” in origin, nor are they peculiar to the present day Germans. In the genealogical tree of the Nazi doctrine such Latins as Sismondi and Georges Sorel, and such Anglo-Saxons as Carlyle, Ruskin and Houston Stewart Chamberlain, were more conspicuous than any German. Even the best known ideological attire of Nazism, the fable of the superiority of the Aryan master race, was not of German provenance; its author was a Frenchman, Gobineau. Germans of Jewish descent, like Lassalle, Lasson, Stahl and Walter Rathenau, contributed more to the essential tenets of Nazism than such men as Sombart, Spann and Ferdinand Fried. The slogan into which the Nazis condensed their economic philosophy, viz., Gemeinnutz geht vor Eigennutz (i.e., the commonweal ranks above private profit), is likewise the idea underlying the American New Deal and the Soviet management of economic affairs. It implies that profit-seeking business harms the vital interests of the immense majority, and that it is the sacred duty of popular government to prevent the emergence of profits by public control of production and distribution.
Το μόνο ειδικώς γερμανικό συστατικό του ναζισμού ήταν η επιδίωξή του να κατακτήσει Lebensraum, δηλαδή ζωτικό χώρο. Και αυτή, όμως, απέρρεε από τη συμφωνία των ναζί με τις ιδέες που καθοδηγούσαν τις πολιτικές των ισχυρότερων πολιτικών κομμάτων όλων των άλλων χωρών. Τα κόμματα αυτά διακηρύσσουν ότι το κυριότερο ζήτημα είναι η εισοδηματική ισότητα. Το ίδιο κάνουν και οι ναζί. Εκείνο που χαρακτηρίζει τους ναζί είναι το γεγονός ότι δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν μια κατάσταση στην οποία οι Γερμανοί είναι καταδικασμένοι να παραμένουν για πάντα «φυλακισμένοι», όπως λένε, σε μια σχετικά μικρή και υπερπληθυσμένη περιοχή, όπου η παραγωγικότητα της εργασίας πρέπει να είναι χαμηλότερη από ό,τι στις σχετικά αραιοκατοικημένες χώρες που είναι καλύτερα προικισμένες με φυσικούς πόρους και κεφαλαιουχικά αγαθά.
Αποβλέπουν σε μια δικαιότερη κατανομή των φυσικών πόρων της γης. Ως «μη προνομιούχο» έθνος, αντιμετωπίζουν τον πλούτο των ευπορότερων εθνών με τα ίδια αισθήματα με τα οποία πολλοί άνθρωποι στις δυτικές χώρες αντιμετωπίζουν τα υψηλότερα εισοδήματα ορισμένων συμπατριωτών τους. Οι «προοδευτικοί» στις αγγλοσαξονικές χώρες ισχυρίζονται ότι «η ελευθερία δεν έχει καμία αξία» για εκείνους που αδικούνται λόγω του συγκριτικά χαμηλού ύψους των εισοδημάτων τους. Οι ναζί λένε το ίδιο όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις. Κατά τη γνώμη τους, η μόνη ελευθερία που έχει σημασία είναι η Nahrungsfreiheit, δηλαδή η απαλλαγή από την ανάγκη εισαγωγής τροφίμων. Επιδιώκουν την απόκτηση μιας επικράτειας τόσο εκτεταμένης και πλούσιας σε φυσικούς πόρους, ώστε να μπορούν να ζουν υπό συνθήκες οικονομικής αυτάρκειας και με βιοτικό επίπεδο όχι χαμηλότερο από εκείνο οποιουδήποτε άλλου έθνους. Θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστάτες που αγωνίζονται για τα αναπαλλοτρίωτα φυσικά τους δικαιώματα εναντίον των κατεστημένων συμφερόντων ενός πλήθους αντιδραστικών εθνών.
The only specifically German ingredient in Nazism was its striving after the conquest of Lebensraum. And this, too, was an outcome of their agreement with the ideas guiding the policies of the most influential political parties of all other countries. These parties proclaim income equality as the main thing. The Nazis do the same. What characterizes the Nazis is the fact that they are not prepared to acquiesce in a state of affairs in which the Germans are doomed forever to be “imprisoned,” as they say, in a comparatively small and overpopulated area in which the productivity of labour must be smaller than in the comparatively underpopulated countries, which are better endowed with natural resources and capital goods. They aim at a fairer distribution of earth’s natural resources. As a “have-not” nation they look at the wealth of the richer nations with the same feelings with which many people in the Western countries look at the higher incomes of some of their countrymen. The “progressives” in the Anglo-Saxon countries assert that “liberty is not worth having” for those who are wronged by the comparative smallness of their incomes. The Nazis say the same with regard to international relations. In their opinion the only freedom that matters is Nahrungsfreiheit (viz., freedom from importing food). They aim at the acquisition of a territory so large and rich in natural resources that they could live in economic self-sufficiency at a standard not lower than that of any other nation. They consider themselves as revolutionaries fighting for their inalienable natural rights against the vested interests of a host of reactionary nations.
Είναι εύκολο για τους οικονομολόγους να καταρρίψουν τις πλάνες που εμπεριέχονται στα ναζιστικά δόγματα. Όσοι, όμως, απαξιώνουν την οικονομική επιστήμη ως «ορθόδοξη και αντιδραστική» και υποστηρίζουν φανατικά τα κίβδηλα δόγματα του σοσιαλισμού και του οικονομικού εθνικισμού αδυνατούσαν να τα αντικρούσουν. Διότι ο ναζισμός δεν ήταν παρά η λογική εφαρμογή των δικών τους αρχών στις ιδιαίτερες συνθήκες της σχετικά υπερπληθυσμένης Γερμανίας.
It is easy for economists to explode the fallacies involved in the Nazi doctrines. But those who disparage economics as “orthodox and reactionary,” and fantically support the spurious creeds of socialism and economic nationalism, were at a loss to refute them. For Nazism was nothing but the logical application of their own tenets to the particular conditions of comparatively overpopulated Germany.
Επί περισσότερα από εβδομήντα χρόνια, οι Γερμανοί καθηγητές πολιτικής επιστήμης, ιστορίας, νομικής, γεωγραφίας και φιλοσοφίας διαπότιζαν με ζήλο τους μαθητές τους με ένα υστερικό μίσος κατά του καπιταλισμού και κήρυτταν τον πόλεμο της «απελευθέρωσης» εναντίον της καπιταλιστικής Δύσης. Οι Γερμανοί «σοσιαλιστές της πανεπιστημιακής έδρας», οι οποίοι έχαιραν μεγάλου θαυμασμού σε όλες τις ξένες χώρες, υπήρξαν οι προπομποί των δύο Παγκοσμίων Πολέμων. Στις αρχές του εικοστού αιώνα, η συντριπτική πλειονότητα των Γερμανών υποστήριζε ήδη τον ριζοσπαστικό σοσιαλισμό και τον επιθετικό εθνικισμό. Ήταν ήδη σταθερά προσηλωμένη στις αρχές του ναζισμού. Εκείνο που έλειπε και προστέθηκε αργότερα ήταν απλώς ένας νέος όρος για να δηλώσει το δόγμα τους.
For more than seventy years the German professors of political science, history, law, geography and philosophy eagerly imbued their disciples with a hysterical hatred of capitalism, and preached the war of “liberation” against the capitalistic West. The German “socialists of the chair,” much admired in all foreign countries, were the pacemakers of the two World Wars. At the turn of the century the immense majority of the Germans were already radical supporters of socialism and aggressive nationalism. They were then already firmly committed to the principles of Nazism. What was lacking and was added later was only a new term to signify their doctrine.
Όταν οι σοβιετικές πολιτικές μαζικής εξόντωσης όλων των αντιφρονούντων και αδίστακτης βίας παραμέρισαν τους ενδοιασμούς απέναντι στις μαζικές δολοφονίες, οι οποίοι εξακολουθούσαν να προβληματίζουν ορισμένους Γερμανούς, τίποτε δεν μπορούσε πλέον να ανακόψει την προέλαση του ναζισμού. Οι ναζί έσπευσαν να υιοθετήσουν τις σοβιετικές μεθόδους. Εισήγαγαν από τη Ρωσία το μονοκομματικό σύστημα και την υπεροχή του κόμματος αυτού στην πολιτική ζωή· την κυρίαρχη θέση που αποδιδόταν στη μυστική αστυνομία· τα στρατόπεδα συγκέντρωσης· τη διοικητική εκτέλεση ή φυλάκιση όλων των αντιπάλων· την εξόντωση των οικογενειών των υπόπτων και των εξόριστων· τις μεθόδους προπαγάνδας· την οργάνωση συνδεδεμένων κομμάτων στο εξωτερικό και τη χρησιμοποίησή τους για την καταπολέμηση των εγχώριων κυβερνήσεών τους, καθώς και για κατασκοπεία και δολιοφθορά· τη χρησιμοποίηση των διπλωματικών και προξενικών υπηρεσιών για την υποδαύλιση επαναστάσεων· και πολλά άλλα. Πουθενά δεν υπήρξαν πιο υπάκουοι μαθητές του Lenin, του Trotsky και του Stalin από ό,τι οι ναζί.
When the Soviet policies of mass extermination of all dissenters and of ruthless violence removed the inhibitions against wholesale murder, which still troubled some of the Germans, nothing could any longer stop the advance of Nazism. The Nazis were quick to adopt the Soviet methods. They imported from Russia: the one-party system and the pre-eminence of this party in political life; the paramount position assigned to the secret police; the concentration camps; the administrative execution or imprisonment of all opponents; the extermination of the families of suspects and of exiles; the methods of propaganda; the organization of affiliated parties abroad and their employment for fighting their domestic governments and espionage and sabotage; the use of the diplomatic and consular service for fomenting revolution; and many other things besides. There were nowhere more docile disciples of Lenin, Trotsky and Stalin than the Nazis were.
Ο Hitler δεν ήταν ο ιδρυτής του ναζισμού· ήταν προϊόν του. Όπως και οι περισσότεροι συνεργάτες του, ήταν ένας σαδιστής κακοποιός. Ήταν αμόρφωτος και αμαθής· είχε αποτύχει ακόμη και στις κατώτερες τάξεις της μέσης εκπαίδευσης. Δεν είχε ποτέ του έντιμη εργασία. Αποτελεί μύθο ότι υπήρξε ποτέ ελαιοχρωματιστής. Η στρατιωτική του σταδιοδρομία κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μάλλον μέτρια. Ο Σιδηρούς Σταυρός Πρώτης Τάξεως τού απονεμήθηκε μετά το τέλος του πολέμου ως ανταμοιβή για τις δραστηριότητές του ως πολιτικού πράκτορα. Ήταν ένας μανιακός κυριευμένος από μεγαλομανία.
Λόγιοι καθηγητές, όμως, εξέθρεψαν την έπαρσή του. Ο Werner Sombart, ο οποίος είχε κάποτε καυχηθεί ότι η ζωή του ήταν αφιερωμένη στον αγώνα για τις ιδέες του Marx,26 ο Sombart, τον οποίο η Αμερικανική Οικονομική Ένωση είχε εκλέξει επίτιμο μέλος και στον οποίο πολλά μη γερμανικά πανεπιστήμια είχαν απονείμει επίτιμους τίτλους, διακήρυξε απερίφραστα ότι το Führertum, δηλαδή η αρχή της ηγεσίας, σημαίνει μια διαρκή αποκάλυψη και ότι ο Führer λάμβανε τις εντολές του απευθείας από τον Θεό, τον υπέρτατο Führer του Σύμπαντος.27
Hitler was not the founder of Nazism; he was its product. He was, like most of his collaborators, a sadistic gangster. He was uneducated and ignorant; he had failed even in the lower grades of high school. He never had any honest job. It is a fable that he had ever been a paperhanger. His military career in the first World War was rather mediocre. The First Class Iron Cross was given to him after the end of the war as a reward for his activities as a political agent. He was a maniac obsessed by megalomania. But learned professors nourished his self-conceit. Werner Sombart, who once had boasted that his life was devoted to the task of fighting for the ideas of Marx, Sombart, whom the American Economic Association had elected to Honorary membership and many non-German universities to honorary degrees, candidly declared that Führertum means a permanent revelation and that the Führer received his orders directly from God, the supreme Führer of the Universe.
Το ναζιστικό σχέδιο ήταν περιεκτικότερο και, ως εκ τούτου, ολεθριότερο από εκείνο των μαρξιστών. Αποσκοπούσε στην κατάργηση του laissez-faire όχι μόνο στην παραγωγή υλικών αγαθών αλλά εξίσου και στην παραγωγή ανθρώπων. Ο Führer δεν ήταν μόνο ο γενικός διευθυντής όλων των βιομηχανιών· ήταν επίσης ο γενικός διευθυντής ενός εκτροφείου, προσηλωμένου στην αναπαραγωγή ανώτερων ανθρώπων και στην εξάλειψη του κατώτερου ανθρώπινου αποθέματος. Ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο ευγονικής επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή σύμφωνα με «επιστημονικές» αρχές.
The Nazi plan was more comprehensive and therefore more pernicious than that of the Marxians. It aimed at abolishing laisser-faire not only in the production of material goods, but no less in the production of men. The Führer was not only the general manager of all industries; he was also the general manager of the breeding-farm intent upon rearing superior men and eliminating inferior stock. A grandiose scheme of eugenics was to be put into effect according to “scientific” principles.
Είναι μάταιο να διαμαρτύρονται οι υπέρμαχοι της ευγονικής ότι δεν εννοούσαν όσα έθεσαν σε εφαρμογή οι ναζί. Η ευγονική αποβλέπει στο να θέσει ορισμένους ανθρώπους, υποστηριζόμενους από την αστυνομική εξουσία, υπό πλήρη έλεγχο της ανθρώπινης αναπαραγωγής. Προτείνει να εφαρμοστούν στους ανθρώπους οι μέθοδοι που εφαρμόζονται στα οικόσιτα ζώα. Αυτό ακριβώς προσπάθησαν να κάνουν οι ναζί. Η μόνη ένσταση την οποία μπορεί να προβάλει ένας συνεπής ευγονιστής είναι ότι το δικό του σχέδιο διαφέρει από εκείνο των ναζί θεωρητικών και ότι επιθυμεί να αναπαραγάγει διαφορετικό τύπο ανθρώπων από εκείνον που επιθυμούσαν οι ναζί. Όπως κάθε υποστηρικτής του οικονομικού σχεδιασμού αποβλέπει αποκλειστικά στην εκτέλεση του δικού του σχεδίου, έτσι και κάθε υπέρμαχος του ευγονικού σχεδιασμού αποβλέπει στην εκτέλεση του δικού του σχεδίου και επιθυμεί να ενεργεί ο ίδιος ως εκτροφέας του ανθρώπινου γένους.
It is vain for the champions of eugenics to protest that they did not mean what the Nazis executed. Eugenics aims at placing some men, backed by the police power, in complete control of human reproduction. It suggests that the methods applied to domestic animals be applied to men. This is precisely what the Nazis tried to do. The only objection which a consistent eugenist can raise is that his own plan differs from that of the Nazi scholars and that he wants to rear another type of men than the Nazis. As every supporter of economic planning aims at the execution of his own plan only, so every advocate of eugenic planning aims at the execution of his own plan and wants himself to act as the breeder of human stock.
Οι ευγονιστές ισχυρίζονται ότι θέλουν να εξαλείψουν τα εγκληματικά άτομα. Ο χαρακτηρισμός, όμως, ενός ανθρώπου ως εγκληματία εξαρτάται από τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους της χώρας και μεταβάλλεται μαζί με τις κοινωνικές και πολιτικές ιδεολογίες. Ο John Huss, ο Giordano Bruno και ο Galileo Galilei ήταν εγκληματίες από την άποψη των νόμων που εφάρμοσαν οι δικαστές τους. Όταν ο Stalin λήστεψε τη Ρωσική Κρατική Τράπεζα αποσπώντας αρκετά εκατομμύρια ρούβλια, διέπραξε έγκλημα. Σήμερα αποτελεί αδίκημα στη Ρωσία το να διαφωνεί κανείς με τον Stalin. Στη ναζιστική Γερμανία, οι σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ «Αρίων» και μελών μιας «κατώτερης» φυλής αποτελούσαν έγκλημα. Ποιον θέλουν να εξαλείψουν οι ευγονιστές, τον Βρούτο ή τον Καίσαρα; Και οι δύο παραβίασαν τους νόμους της χώρας τους. Εάν οι ευγονιστές του δέκατου όγδοου αιώνα είχαν εμποδίσει τους εθισμένους στο αλκοόλ να αποκτούν παιδιά, ο σχεδιασμός τους θα είχε εξαλείψει τον Beethoven.
The eugenists pretend that they want to eliminate criminal individuals. But the qualification of a man as a criminal depends upon the prevailing laws of the country and varies with the change in social and political ideologies. John Huss, Giordano Bruno and Galileo Galilei were criminals from the point of view of the laws which their judges applied. When Stalin robbed the Russian State Bank of several million rubles, he committed a crime. Today it is an offence in Russia to disagree with Stalin. In Nazi Germany sexual intercourse between “Aryans” and the members of an “inferior” race was a crime. Whom do the eugenists want to eliminate, Brutus or Caesar? Both violated the laws of their country. If eighteenth-century eugenists had prevented alcohol addicts from generating children, their planning would have eliminated Beethoven.
Πρέπει να τονιστεί εκ νέου: δεν υπάρχει «επιστημονικό δέον». Το ποιοι άνθρωποι είναι ανώτεροι και ποιοι κατώτεροι μπορεί να αποφασιστεί μόνο βάσει προσωπικών αξιολογικών κρίσεων, οι οποίες δεν επιδέχονται επαλήθευση ή διάψευση. Οι ευγονιστές αυταπατώνται όταν υποθέτουν ότι οι ίδιοι θα κληθούν να αποφασίσουν ποιες ιδιότητες πρέπει να διατηρηθούν στο ανθρώπινο γένος. Είναι υπερβολικά αμβλύνοες ώστε να λάβουν υπόψη το ενδεχόμενο άλλοι άνθρωποι να προβούν στην επιλογή σύμφωνα με τις δικές τους αξιολογικές κρίσεις.28 Στα μάτια των ναζί, ο κτηνώδης φονιάς, το «ξανθό κτήνος», αποτελεί το τελειότερο δείγμα της ανθρωπότητας.
It must be emphasized again: there is no such thing as a scientific ought. Which men are superior and which are inferior can only be decided by personal value judgments not liable to Verification or falsification. The eugenists delude themselves in assuming that they themselves will be called to decide what qualities are to be conserved in the human stock. They are too dull to take into account the possibility that other people might make the choice according to their own value judgments. In the eyes of the Nazis the brutal killer, the “fair-haired beast,” is the most perfect specimen of mankind.
Οι μαζικές σφαγές που διαπράχθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα φρίκης είναι υπερβολικά αποτρόπαιες για να περιγραφούν επαρκώς με λόγια. Αποτελούσαν, όμως, τη λογική και συνεπή εφαρμογή δογμάτων και πολιτικών που εμφανίζονταν ως εφαρμοσμένη επιστήμη και είχαν υποτίθεται αποδειχθεί από ορισμένους ανθρώπους οι οποίοι, σε έναν τομέα των φυσικών επιστημών, είχαν επιδείξει οξυδέρκεια και τεχνική επιδεξιότητα στην εργαστηριακή έρευνα.
The mass slaughters perpetrated in the Nazi horror camps are too horrible to be adequately described by words. But they were the logical and consistent application of doctrines and policies parading as applied science and proved by some men who in a sector of the natural sciences have displayed acumen and technical skill in laboratory research.
9. Τα Διδάγματα της Σοβιετικής Εμπειρίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου9 The Teachings of Soviet Experience
Πολλοί άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο υποστηρίζουν ότι το σοβιετικό «πείραμα» παρέσχε αδιάσειστες αποδείξεις υπέρ του σοσιαλισμού και αναίρεσε όλες ή, τουλάχιστον, τις περισσότερες ενστάσεις που είχαν διατυπωθεί εναντίον του. Τα γεγονότα, λένε, μιλούν από μόνα τους. Δεν επιτρέπεται πλέον να δίνεται οποιαδήποτε προσοχή στους κίβδηλους απριοριστικούς συλλογισμούς των οικονομολόγων του γραφείου που επικρίνουν τα σοσιαλιστικά σχέδια. Ένα αποφασιστικό πείραμα έχει καταρρίψει τις πλάνες τους.
Many people all over the world assert that the Soviet “experiment” has supplied conclusive evidence in favour of socialism and disproved all, or at least most, of the objections raised against it. The facts, they say, speak for themselves. It is no longer permissible to pay any attention to the spurious aprioristic reasoning of armchair economists criticizing the socialist plans. A crucial experiment has exploded their fallacies.
Πρώτα απ’ όλα, είναι αναγκαίο να γίνει κατανοητό ότι στο πεδίο της σκόπιμης ανθρώπινης δράσης και των κοινωνικών σχέσεων δεν μπορούν να διεξαχθούν πειράματα και ότι ουδέποτε έχουν διεξαχθεί τέτοια πειράματα. Η πειραματική μέθοδος, στην οποία οι φυσικές επιστήμες οφείλουν όλα τα επιτεύγματά τους, δεν είναι εφαρμόσιμη στις κοινωνικές επιστήμες. Οι φυσικές επιστήμες είναι σε θέση να παρατηρούν, στο πλαίσιο ενός εργαστηριακού πειράματος, τις συνέπειες της μεμονωμένης μεταβολής ενός μόνο στοιχείου, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία παραμένουν αμετάβλητα. Η πειραματική τους παρατήρηση αναφέρεται, σε τελική ανάλυση, σε ορισμένα απομονώσιμα στοιχεία της αισθητηριακής εμπειρίας. Εκείνο που οι φυσικές επιστήμες αποκαλούν γεγονότα είναι οι αιτιώδεις σχέσεις που καταδεικνύονται σε τέτοια πειράματα. Οι θεωρίες και οι υποθέσεις τους πρέπει να συμφωνούν με αυτά τα γεγονότα.
It is, first of all, necessary to comprehend that in the field of purposive human action and social relations no experiments can be made and no experiments have ever been made. The experimental method to which the natural sciences owe all their achievements is inapplicable in the social sciences. The natural sciences are in a position to observe in the laboratory experiment the consequences of the isolated change in one element only, while other elements remain unchanged. Their experimental observation refers ultimately to certain isolable elements in sense experience. What the natural sciences call facts are the causal relations shown in such experiments. Their theories and hypotheses must be in agreement with these facts.
Η εμπειρία, όμως, με την οποία ασχολούνται οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης είναι ουσιωδώς διαφορετική. Είναι ιστορική εμπειρία. Είναι εμπειρία σύνθετων φαινομένων, των συνδυασμένων αποτελεσμάτων που προκαλούνται από την αλληλεπίδραση πολλών επιμέρους στοιχείων. Οι κοινωνικές επιστήμες δεν είναι ποτέ σε θέση να ελέγχουν τις συνθήκες των μεταβολών και να τις απομονώνουν τη μία από την άλλη, όπως πράττει ο πειραματιστής κατά τη διευθέτηση των πειραμάτων του. Δεν έχουν ποτέ το πλεονέκτημα να παρατηρούν τις συνέπειες μιας μεταβολής σε ένα μόνο στοιχείο, με όλες τις άλλες συνθήκες να παραμένουν αμετάβλητες. Δεν βρίσκονται ποτέ αντιμέτωπες με «γεγονότα» υπό την έννοια με την οποία χρησιμοποιούν τον όρο αυτό οι φυσικές επιστήμες. Κάθε γεγονός και κάθε εμπειρία με τα οποία ασχολούνται οι κοινωνικές επιστήμες επιδέχονται ποικίλες ερμηνείες. Τα ιστορικά γεγονότα και η ιστορική εμπειρία δεν μπορούν ποτέ να αποδείξουν ή να διαψεύσουν μια απόφανση κατά τον τρόπο με τον οποίο ένα πείραμα την αποδεικνύει ή τη διαψεύδει.
But the experience with which the sciences of human action have to deal is essentially different. It is historical experience. It is an experience of complex phenomena, of the joint effects brought about by the co-operation of a multiplicity of elements. The social sciences are never in a position to control the conditions of change and to isolate them from one another in the way in which the experimenter proceeds in arranging his experiments. They never enjoy the advantage of observing the consequences of a change in one element only, other conditions being equal. They are never faced with facts in the sense in which the natural sciences employ this term. Every fact and every experience with which the social sciences have to deal is open to various interpretations. Historical facts and historical experience can never prove or disprove a statement in the way in which an experiment proves or disproves.
Η ιστορική εμπειρία ουδέποτε ερμηνεύει η ίδια τον εαυτό της. Χρειάζεται να ερμηνευθεί από την οπτική γωνία θεωριών που έχουν συγκροτηθεί χωρίς τη συνδρομή πειραματικών παρατηρήσεων. Δεν είναι αναγκαίο να υπεισέλθουμε σε επιστημολογική ανάλυση των σχετικών λογικών και φιλοσοφικών προβλημάτων. Αρκεί να αναφερθούμε στο γεγονός ότι κανείς —είτε επιστήμονας είτε απλός άνθρωπος— δεν ενεργεί ποτέ διαφορετικά όταν εξετάζει την ιστορική εμπειρία. Κάθε συζήτηση σχετικά με τη συνάφεια και τη σημασία των ιστορικών γεγονότων καταλήγει πολύ σύντομα σε συζήτηση αφηρημένων γενικών αρχών, οι οποίες προηγούνται λογικά των γεγονότων που πρέπει να διασαφηνιστούν και να ερμηνευθούν. Η επίκληση της ιστορικής εμπειρίας δεν μπορεί ποτέ να επιλύσει οποιοδήποτε πρόβλημα ή να απαντήσει σε οποιοδήποτε ερώτημα. Τα ίδια ιστορικά γεγονότα και τα ίδια στατιστικά στοιχεία προβάλλονται ως επιβεβαιώσεις αντιφατικών θεωριών.
Historical experience never comments upon itself. It needs to be interpreted from the point of view of theories constructed without the aid of experimental observations. There is no need to enter into an epistemological analysis of the logical and philosophical problems involved. It is enough to refer to the fact that nobody—whether scientist or layman—ever proceeds otherwise when dealing with historical experience. Every discussion of the relevance and meaning of historical facts falls back very soon on a discussion of abstract general principles, logically antecedent to the facts to be elucidated and interpreted. Reference to historical experience can never solve any problem or answer any question. The same historical events and the same statistical figures are claimed as confirmations of contradictory theories.
Εάν η ιστορία μπορούσε να αποδείξει και να μας διδάξει οτιδήποτε, αυτό θα ήταν ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του πολιτισμού και της υλικής ευημερίας. Όλοι οι πολιτισμοί μέχρι σήμερα βασίστηκαν στην ιδιωτική ιδιοκτησία. Μόνο τα έθνη που ήταν προσηλωμένα στην αρχή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας κατόρθωσαν να ανυψωθούν πάνω από την ένδεια και να δημιουργήσουν επιστήμη, τέχνη και λογοτεχνία. Δεν υπάρχει καμία εμπειρία που να καταδεικνύει ότι κάποιο άλλο κοινωνικό σύστημα θα μπορούσε να προσφέρει στην ανθρωπότητα οποιοδήποτε από τα επιτεύγματα του πολιτισμού. Παρ’ όλα αυτά, ελάχιστοι μόνον άνθρωποι θεωρούν το γεγονός αυτό επαρκή και αδιαμφισβήτητη αναίρεση του σοσιαλιστικού προγράμματος.
If history could prove and teach us anything, it would be that private ownership of the means of production is a necessary requisite of civilization and material well-being. All civilizations have up to now been based on private property. Only nations committed to the principle of private property have risen above penury and produced science, art and literature. There is no experience to show that any other social system could provide mankind with any of the achievements of civilization. Nevertheless, only few people consider this as a sufficient and incontestable refutation of the socialist programme.
Αντιθέτως, υπάρχουν ακόμη και άνθρωποι που επιχειρηματολογούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Συχνά υποστηρίζεται ότι το σύστημα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας έχει εξαντληθεί, ακριβώς επειδή ήταν το σύστημα που εφάρμοσαν οι άνθρωποι στο παρελθόν. Όσο ευεργετικό και αν υπήρξε ένα κοινωνικό σύστημα κατά το παρελθόν, λένε, δεν μπορεί να είναι εξίσου ευεργετικό και στο μέλλον· μια νέα εποχή απαιτεί έναν νέο τρόπο κοινωνικής οργάνωσης. Η ανθρωπότητα έχει πλέον ωριμάσει· θα ήταν ολέθριο να παραμένει προσκολλημένη στις αρχές στις οποίες προσέφυγε κατά τα προγενέστερα στάδια της εξέλιξής της. Αυτή είναι ασφαλώς η ριζικότερη εγκατάλειψη του πειραματισμού. Η πειραματική μέθοδος μπορεί να υποστηρίξει ότι, επειδή το a παρήγαγε κατά το παρελθόν το αποτέλεσμα b, θα το παραγάγει και στο μέλλον. Δεν πρέπει ποτέ να υποστηρίξει ότι, επειδή το a παρήγαγε κατά το παρελθόν το αποτέλεσμα b, έχει αποδειχθεί ότι δεν μπορεί πλέον να το παραγάγει.
On the contrary, there are even people who argue the other way round. It is frequently asserted that the system of private property is done for precisely because it was the system that men applied in the past. However beneficial a social system may have been in the past, they say, it cannot be so in the future too; a new age requires a new mode of social organization. Mankind has reached maturity; it would be pernicious for it to cling to the principles to which it resorted in the earlier stages of its evolution. This is certainly the most radical abandonment of experimentalism. The experimental method may assert: because aproduced in the past the result b, it will produce it in the future also. It must never assert: because aproduced in the past the result b, it is proved that it cannot produce it any longer.
Παρά το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν είχε καμία εμπειρία του σοσιαλιστικού τρόπου παραγωγής, οι σοσιαλιστές συγγραφείς κατασκεύασαν διάφορα σχέδια σοσιαλιστικών συστημάτων, βασισμένα σε απριοριστικούς συλλογισμούς. Μόλις, όμως, τολμήσει κάποιος να αναλύσει αυτά τα σχέδια και να τα εξετάσει ως προς την πρακτική τους δυνατότητα και την ικανότητά τους να προαγάγουν την ανθρώπινη ευημερία, οι σοσιαλιστές αντιδρούν με σφοδρότητα. Αυτές οι αναλύσεις, λένε, δεν είναι παρά ανούσιες απριοριστικές εικασίες. Δεν μπορούν να διαψεύσουν την ορθότητα των ισχυρισμών μας ούτε τη σκοπιμότητα των σχεδίων μας. Δεν είναι πειραματικές. Πρέπει να δοκιμάσουμε τον σοσιαλισμό και τότε τα αποτελέσματα θα μιλήσουν από μόνα τους.
In spite of the fact that mankind has had no experience with the socialist mode of production, the socialist writers have constructed various schemes of socialist systems based on aprioristic reasoning. But as soon as anybody dares to analyse these projects and to scrutinize them with regard to their feasibility and their ability to further human welfare, the socialists vehemently object. These analyses, they say, are merely idle aprioristic speculations. They cannot disprove the correctness of our statements and the expediency of our plans. They are not experimental. One must try socialism and then the results will speak for themselves.
Αυτό που ζητούν οι σοσιαλιστές αυτοί είναι παράλογο. Εάν οδηγηθεί στις έσχατες λογικές του συνέπειες, ο ισχυρισμός τους συνεπάγεται ότι οι άνθρωποι δεν είναι ελεύθεροι να αντικρούσουν διά του ορθού λόγου οποιοδήποτε σχέδιο —όσο παράλογο, αυτοαντιφατικό και ανεφάρμοστο και αν είναι— το οποίο ευαρεστείται να προτείνει κάποιος μεταρρυθμιστής. Σύμφωνα με την άποψή τους, η μόνη επιτρεπτή μέθοδος αναίρεσης ενός τέτοιου —κατ’ ανάγκην αφηρημένου και απριοριστικού— σχεδίου είναι να δοκιμαστεί μέσω της αναδιοργάνωσης ολόκληρης της κοινωνίας σύμφωνα με τις υποδείξεις του. Μόλις κάποιος σκιαγραφήσει το σχέδιο μιας καλύτερης κοινωνικής τάξης, όλα τα έθνη υποχρεούνται να το δοκιμάσουν και να δουν τι θα συμβεί.
What these socialists ask for is absurd. Carried to its ultimate logical consequences, their idea implies that men are not free to refute by reasoning any scheme, however nonsensical, self-contradictory and impracticable, that any reformer is pleased to suggest. According to their view, the only method permissible for the refutation of such a—necessarily abstract and aprioristic—plan is to test it by reorganizing the whole of society according to its designs. As soon as a man sketches the plan for a better social order, all nations are bound to try it and to see what will happen.
Ακόμη και οι πλέον αδιάλλακτοι σοσιαλιστές δεν μπορούν παρά να παραδεχθούν ότι υπάρχουν διάφορα, αμοιβαίως ασύμβατα σχέδια για την οικοδόμηση της μελλοντικής ουτοπίας. Υπάρχει το σοβιετικό πρότυπο της καθολικής κοινωνικοποίησης όλων των επιχειρήσεων και της απροκάλυπτης γραφειοκρατικής τους διαχείρισης· υπάρχει το γερμανικό πρότυπο της Zwangswirtschaft, δηλαδή της καταναγκαστικά διευθυνόμενης οικονομίας, προς την πλήρη υιοθέτηση του οποίου τείνουν εμφανώς οι αγγλοσαξονικές χώρες· υπάρχει ο συντεχνιακός σοσιαλισμός, ο οποίος, υπό την ονομασία του κορπορατισμού, εξακολουθεί να είναι πολύ δημοφιλής σε ορισμένες καθολικές χώρες. Υπάρχουν και πολλές άλλες παραλλαγές.
Οι υποστηρικτές των περισσότερων από αυτά τα ανταγωνιστικά σχέδια ισχυρίζονται ότι τα ευεργετικά αποτελέσματα που αναμένουν από το δικό τους σχέδιο θα εμφανιστούν μόνο όταν το υιοθετήσουν όλα τα έθνη· αρνούνται ότι ο σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα μπορεί ήδη να επιφέρει τις ευλογίες που αποδίδουν στον σοσιαλισμό. Οι μαρξιστές διακηρύσσουν ότι η ευδαιμονία του σοσιαλισμού θα εμφανιστεί μόνο κατά την «ανώτερη φάση» του, η οποία, όπως υπαινίσσονται, θα έλθει μόνον αφού η εργατική τάξη περάσει «μέσα από μακροχρόνιους αγώνες, μέσα από μια ολόκληρη σειρά ιστορικών διαδικασιών που θα μετασχηματίσουν ολοκληρωτικά τόσο τις περιστάσεις όσο και τους ανθρώπους».29
Το συμπέρασμα που προκύπτει από όλα αυτά είναι ότι πρέπει να εγκαθιδρυθεί ο σοσιαλισμός και κατόπιν να αναμένουμε υπομονετικά επί πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα έως ότου εμφανιστούν τα υποσχόμενα οφέλη του. Καμία δυσάρεστη εμπειρία κατά τη μεταβατική περίοδο, όσο μακρά και αν είναι αυτή, δεν μπορεί να διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι ο σοσιαλισμός είναι ο καλύτερος από όλους τους νοητούς τρόπους κοινωνικής οργάνωσης. Όποιος πιστεύει θα σωθεί.
Even the most stubborn socialists cannot fail to admit that there are various plans for the construction of the future utopia, incompatible with one another. There is the Soviet pattern of all-round socialization of all enterprises and their outright bureaucratic management; there is the German pattern of Zwangswirtschaft, towards the complete adoption of which the Anglo-Saxon countries are manifestly tending; there is guild socialism, under the name of corporativism still very popular in some Catholic countries. There are many other varieties. The supporters of most of these competing schemes assert that the beneficial results to be expected from their own scheme will appear only when all nations will have adopted it; they deny that socialism in one country only can already bring the blessings they ascribe to socialism. The Marxians declare that the bliss of socialism will emerge only in its “higher phase” which, as they hint, will appear only after the working class will have passed “through long struggles, through a whole series of historical processes, wholly transforming both circumstances and men.” The inference from all this is that one must realize socialism and quietly wait for a very long time until its promised benefits come. No unpleasant experiences in the period of transition, no matter how long this period may be, can disprove the assertion that socialism is the best of all conceivable modes of social organization. He that believeth shall be saved.
Ποιο, όμως, από τα πολλά αλληλοαναιρούμενα σοσιαλιστικά σχέδια πρέπει να υιοθετηθεί; Κάθε σοσιαλιστική αίρεση διακηρύσσει με πάθος ότι η δική της εκδοχή είναι ο μόνος γνήσιος σοσιαλισμός και ότι όλες οι άλλες αιρέσεις υποστηρίζουν κίβδηλα και εξ ολοκλήρου ολέθρια μέτρα. Κατά τις μεταξύ τους συγκρούσεις, οι διάφορες σοσιαλιστικές παρατάξεις καταφεύγουν στις ίδιες μεθόδους αφηρημένου συλλογισμού τις οποίες στιγματίζουν ως μάταιο απριορισμό κάθε φορά που αυτές εφαρμόζονται εναντίον της ορθότητας των δικών τους ισχυρισμών και της σκοπιμότητας και πρακτικής δυνατότητας των δικών τους σχεδίων. Δεν υπάρχει, βεβαίως, καμία άλλη διαθέσιμη μέθοδος. Οι πλάνες που εμπεριέχονται σε ένα σύστημα αφηρημένου συλλογισμού —όπως είναι ο σοσιαλισμός— δεν μπορούν να ανασκευαστούν παρά μόνο μέσω αφηρημένου συλλογισμού.
But which of the many socialist plans, contradicting one another, should be adopted? Every socialist sect passionately proclaims that its own brand is alone genuine socialism and that all other sects advocate counterfeit, entirely pernicious measures. In fighting one another, the various socialist factions resort to the same methods of abstract reasoning which they stigmatize as vain apriorism whenever they are applied against the correctness of their own statements and the expediency and practicability of their own schemes. There is, of course, no other method available. The fallacies implied in a system of abstract reasoning—such as socialism is—cannot be smashed otherwise than by abstract reasoning.
Η θεμελιώδης ένσταση που προβάλλεται κατά της πρακτικής δυνατότητας του σοσιαλισμού αφορά την αδυναμία του οικονομικού υπολογισμού. Έχει αποδειχθεί με αδιάσειστο τρόπο ότι μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία δεν θα ήταν σε θέση να εφαρμόσει οικονομικό υπολογισμό. Όπου δεν υπάρχουν αγοραίες τιμές για τους συντελεστές παραγωγής, επειδή αυτοί ούτε αγοράζονται ούτε πωλούνται, είναι αδύνατον να χρησιμοποιηθεί ο υπολογισμός για τον σχεδιασμό της μελλοντικής δράσης και για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων της παρελθούσας δράσης. Η σοσιαλιστική διεύθυνση της παραγωγής απλούστατα δεν θα γνώριζε εάν όσα σχεδιάζει και εκτελεί αποτελούν τα καταλληλότερα μέσα για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Θα ενεργούσε, τρόπον τινά, στο σκοτάδι. Θα κατασπαταλούσε τους σπάνιους συντελεστές παραγωγής, τόσο τους υλικούς όσο και τους ανθρώπινους, δηλαδή την εργασία. Αναπόφευκτο αποτέλεσμα θα ήταν το χάος και η φτώχεια για όλους.
The fundamental objection advanced against the practicability of socialism refers to the impossibility of economic calculation. It has been demonstrated in an irrefutable way that a socialist commonwealth would not be in a position to apply economic calculation. Where there are no market prices for the factors of production because they are neither bought nor sold, it is impossible to resort to calculation in planning future action and in determining the result of past action. A socialist management of production would simply not know whether or not what it plans and executes is the most appropriate means to attain the ends sought. It will operate in the dark, as it were. It will squander the scarce factors of production both material and human (labour). Chaos and poverty for all will unavoidably result.
Όλοι οι προγενέστεροι σοσιαλιστές ήταν υπερβολικά στενόμυαλοι ώστε να αντιληφθούν αυτό το ουσιώδες σημείο. Ούτε οι παλαιότεροι οικονομολόγοι είχαν συλλάβει την πλήρη σημασία του. Όταν ο συγγραφέας του παρόντος έργου κατέδειξε, το 1920, την αδυναμία του οικονομικού υπολογισμού υπό τον σοσιαλισμό, οι απολογητές του σοσιαλισμού επιδόθηκαν στην αναζήτηση μιας μεθόδου υπολογισμού που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα. Απέτυχαν ολοκληρωτικά σε αυτές τις προσπάθειες. Η ματαιότητα των σχεδίων που παρουσίασαν μπορούσε εύκολα να καταδειχθεί. Όσοι κομμουνιστές δεν είχαν τρομοκρατηθεί πλήρως από τον φόβο των Σοβιετικών δημίων, όπως ο Trotsky, παραδέχθηκαν ελεύθερα ότι ο οικονομικός υπολογισμός είναι αδιανόητος χωρίς σχέσεις αγοράς.30
Η πνευματική χρεοκοπία του σοσιαλιστικού δόγματος δεν μπορεί πλέον να συγκαλυφθεί. Παρά την πρωτοφανή δημοτικότητά του, ο σοσιαλισμός έχει χρεοκοπήσει. Κανένας οικονομολόγος δεν μπορεί πλέον να αμφισβητεί το ανεφάρμοστό του. Η διακήρυξη σοσιαλιστικών ιδεών αποτελεί σήμερα απόδειξη πλήρους άγνοιας των θεμελιωδών προβλημάτων της οικονομικής επιστήμης. Οι αξιώσεις των σοσιαλιστών είναι εξίσου μάταιες με εκείνες των αστρολόγων και των μάγων.
All earlier socialists were too narrow-minded to see this essential point. Neither did the earlier economists conceive its full importance. When the present writer in 1920 showed the impossibility of economic calculation under socialism, the apologists of socialism embarked upon the search for a method of calculation applicable to a socialist system. They utterly failed in these endeavours. The futility of the schemes they produced could easily be shown. Those communists who were not entirely intimidated by the fear of the Soviet executioners, for instance Trotsky, freely admitted that economic accounting is unthinkable without market relations. The intellectual bankruptcy of the socialist doctrine can no longer be disguised. In spite of its unprecedented popularity, socialism is done for. No economist can any longer question its impracticability. The avowal of socialist ideas is today the proof of a complete ignorance of the basic problems of economics. The socialist’s claims are as vain as those of the astrologers and the magicians.
Όσον αφορά αυτό το ουσιώδες πρόβλημα του σοσιαλισμού, δηλαδή τον οικονομικό υπολογισμό, το ρωσικό «πείραμα» δεν προσφέρει καμία βοήθεια. Οι Σοβιετικοί λειτουργούν μέσα σε έναν κόσμο, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου εξακολουθεί να παραμένει προσηλωμένο στην οικονομία της αγοράς. Θεμελιώνουν τους υπολογισμούς βάσει των οποίων λαμβάνουν τις αποφάσεις τους στις τιμές που διαμορφώνονται στο εξωτερικό. Χωρίς τη συνδρομή αυτών των τιμών, οι ενέργειές τους θα στερούνταν σκοπού και σχεδίου. Μόνο στον βαθμό που αναφέρονται σε αυτό το ξένο σύστημα τιμών είναι σε θέση να προβαίνουν σε υπολογισμούς, να τηρούν λογιστικά βιβλία και να καταρτίζουν τα σχέδιά τους.
Από αυτή την άποψη, μπορεί κανείς να συμφωνήσει με τη δήλωση διαφόρων σοσιαλιστών και κομμουνιστών συγγραφέων ότι ο σοσιαλισμός σε μία ή σε λίγες μόνο χώρες δεν είναι ακόμη αληθινός σοσιαλισμός. Οι συγγραφείς αυτοί, βεβαίως, αποδίδουν εντελώς διαφορετικό νόημα στον ισχυρισμό τους. Θέλουν να πουν ότι οι πλήρεις ευλογίες του σοσιαλισμού μπορούν να αποκομιστούν μόνο στο πλαίσιο μιας παγκόσμιας σοσιαλιστικής κοινότητας. Όσοι γνωρίζουν τις διδασκαλίες της οικονομικής επιστήμης πρέπει, αντιθέτως, να αναγνωρίσουν ότι ο σοσιαλισμός θα οδηγήσει σε πλήρες χάος ακριβώς εάν εφαρμοστεί στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου.
With regard to this essential problem of socialism, viz., economic calculation, the Russian “experiment” is of no avail. The Soviets are operating within a world the greater part of which still clings to a market economy. They base the calculations on which they make their decisions on the prices established abroad. Without the help of these prices their actions would be aimless and planless. Only as far as they refer to this foreign price system are they able to calculate, keep books and prepare their plans. In this respect one may agree with the statement of various socialist and communist authors that socialism in one or a few countries only is not yet true socialism. Of course, these authors attach a quite different meaning to their assertion. They want to say that the full blessings of socialism can be reaped only in a world-embracing socialist community. Those familiar with the teachings of economics must, on the contrary, recognize that socialism will result in full chaos precisely if it is applied in the greater part of the world.
Η δεύτερη κύρια ένσταση που προβάλλεται κατά του σοσιαλισμού είναι ότι αποτελεί λιγότερο αποτελεσματικό τρόπο παραγωγής από τον καπιταλισμό και ότι θα μειώσει την παραγωγικότητα της εργασίας. Κατά συνέπεια, σε μια σοσιαλιστική κοινοπολιτεία, το βιοτικό επίπεδο των μαζών θα είναι χαμηλό σε σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούν υπό τον καπιταλισμό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ένσταση αυτή δεν έχει διαψευστεί από τη σοβιετική εμπειρία. Το μόνο βέβαιο γεγονός ως προς τις συνθήκες στη Ρωσία υπό το σοβιετικό καθεστώς, για το οποίο συμφωνούν όλοι, είναι ότι το βιοτικό επίπεδο των ρωσικών μαζών είναι πολύ χαμηλότερο από εκείνο των μαζών στη χώρα που θεωρείται παγκοσμίως πρότυπο του καπιταλισμού, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Εάν επρόκειτο να αντιμετωπίσουμε το σοβιετικό καθεστώς ως πείραμα, θα έπρεπε να πούμε ότι το πείραμα κατέδειξε σαφώς την ανωτερότητα του καπιταλισμού και την κατωτερότητα του σοσιαλισμού.
The second main objection raised against socialism is that it is a less efficient mode of production than is capitalism and that it will impair the productivity of labour. Consequently, in a socialist commonwealth the standard of living of the masses will be low when compared with conditions prevailing under capitalism. There is no doubt that this objection has not been disproved by the Soviet experience. The only certain fact about Russian affairs under the Soviet regime with regard to which all people agree is: that the standard of living of the Russian masses is much lower than that of the masses in the country which is universally considered as the paragon of capitalism, the United States of America. If we were to regard the Soviet regime as an experiment, we would have to say that the experiment has clearly demonstrated the superiority of capitalism and the inferiority of socialism.
Είναι αλήθεια ότι οι υποστηρικτές του σοσιαλισμού επιδιώκουν να ερμηνεύσουν διαφορετικά το χαμηλό βιοτικό επίπεδο της Ρωσίας. Όπως αντιλαμβάνονται εκείνοι τα πράγματα, αυτό δεν προκλήθηκε από τον σοσιαλισμό, αλλά δημιουργήθηκε —παρά τον σοσιαλισμό— από άλλους παράγοντες. Αναφέρονται σε διάφορες αιτίες, όπως στη φτώχεια της Ρωσίας υπό τους τσάρους, στις καταστροφικές συνέπειες των πολέμων, στην υποτιθέμενη εχθρότητα των καπιταλιστικών δημοκρατικών εθνών και στην υποτιθέμενη δολιοφθορά των καταλοίπων της ρωσικής αριστοκρατίας και αστικής τάξης, καθώς και των κουλάκων.
Δεν είναι αναγκαίο να εξετάσουμε αυτά τα ζητήματα. Διότι δεν υποστηρίζουμε ότι οποιαδήποτε ιστορική εμπειρία μπορεί να αποδείξει ή να διαψεύσει μια θεωρητική πρόταση με τον τρόπο με τον οποίο ένα αποφασιστικό πείραμα μπορεί να επαληθεύσει ή να διαψεύσει μια πρόταση σχετική με φυσικά φαινόμενα. Δεν είναι οι επικριτές του σοσιαλισμού αλλά οι φανατικοί υποστηρικτές του εκείνοι που ισχυρίζονται ότι το σοβιετικό «πείραμα» αποδεικνύει κάτι ως προς τα αποτελέσματα του σοσιαλισμού. Εκείνο που πράττουν στην πραγματικότητα, όταν εξετάζουν τα πρόδηλα και αδιαμφισβήτητα δεδομένα της ρωσικής εμπειρίας, είναι να τα παραμερίζουν μέσω ανεπίτρεπτων τεχνασμάτων και εσφαλμένων συλλογισμών. Αρνούνται τα προφανή γεγονότα σχολιάζοντάς τα με τέτοιον τρόπο, ώστε να απορρίπτουν τη συνάφεια και τη σημασία τους για το υπό εξέταση ζήτημα.
It is true that the advocates of socialism are intent upon interpreting the lowness of the Russian standard of living in a different way. As they see things, it was not caused by socialism, but was—in spite of socialism—brought about by other agencies. They refer to various factors, e.g., the poverty of Russia under the Czars, the disastrous effects of the wars, the alleged hostility of the capitalist democratic nations, the alleged sabotage of the remnants of the Russian aristocracy and bourgeoisie and of the Kulaks. There is no need to enter into an examination of these matters. For we do not contend that any historical experience could prove or disprove a theoretical statement in the way in which a crucial experiment can verify or falsify a statement concerning natural events. It is not the critics of socialism, but its fanatical advocates, who maintain that the Soviet “experiment” proves something with regard to the effects of socialism. However, what they are really doing in dealing with the manifest and undisputed facts of Russian experience is to push them aside by impermissible tricks and fallacious syllogisms. They disavow the obvious facts by commenting upon them in such a way as to deny their bearing and their significance upon the question to be answered.
Ας υποθέσουμε, χάριν της συζήτησης, ότι η ερμηνεία τους είναι ορθή. Ακόμη και τότε, όμως, θα ήταν παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι το σοβιετικό πείραμα απέδειξε την ανωτερότητα του σοσιαλισμού. Το μόνο που θα μπορούσε να ειπωθεί είναι το εξής: το γεγονός ότι το βιοτικό επίπεδο των μαζών είναι χαμηλό στη Ρωσία δεν παρέχει αδιάσειστη απόδειξη ότι ο σοσιαλισμός είναι κατώτερος από τον καπιταλισμό.
Let us, for the sake of argument, assume that their interpretation is correct. But then it would still be absurd to assert that the Soviet experiment has evidenced the superiority of socialism. All that could be said is: the fact that the masses’ standard of living is low in Russia does not provide conclusive evidence that socialism is inferior to capitalism.
Μια σύγκριση με τον πειραματισμό στο πεδίο των φυσικών επιστημών μπορεί να αποσαφηνίσει το ζήτημα. Ένας βιολόγος θέλει να δοκιμάσει μια νέα, κατοχυρωμένη τροφή. Τη χορηγεί σε ορισμένα ινδικά χοιρίδια. Όλα χάνουν βάρος και τελικά πεθαίνουν. Ο πειραματιστής πιστεύει ότι η εξασθένηση και ο θάνατός τους δεν προκλήθηκαν από τη δοκιμαζόμενη τροφή αλλά από μια απλώς συμπτωματική προσβολή τους από πνευμονία. Θα ήταν, παρ’ όλα αυτά, παράλογο να διακηρύξει ότι το πείραμά του απέδειξε τη θρεπτική αξία του παρασκευάσματος, με το επιχείρημα ότι το δυσμενές αποτέλεσμα πρέπει να αποδοθεί σε τυχαία συμβάντα που δεν συνδέονταν αιτιωδώς με την πειραματική διάταξη. Το περισσότερο που θα μπορούσε να υποστηρίξει είναι ότι το αποτέλεσμα του πειράματος δεν ήταν τελεσίδικο και ότι δεν αποδεικνύει τίποτε κατά της θρεπτικής αξίας της τροφής που δοκιμάστηκε. Θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η κατάσταση είναι σαν να μην είχε διεξαχθεί κανένα απολύτως πείραμα.
A comparison with experimentation in the field of the natural sciences may clarify the issue. A biologist wants to test a new patent food. He feeds it to a number of guinea pigs. They all lose weight and finally die. The experimenter believes that their decline and death were not caused by the patent food, but by merely accidental affliction with pneumonia. It would nevertheless be absurd for him to proclaim that his experiment had evidenced the nutritive value of the compound because the unfavourable result is to be ascribed to accidental occurrences, not causally linked with the experimental arrangement. The best he could contend is that the outcome of the experiment was not conclusive, that it does not prove anything against the nutritive value of the food tested. Things are, he could assert, as if no experiment had been tried at all.
Ακόμη και αν το βιοτικό επίπεδο των ρωσικών μαζών ήταν πολύ υψηλότερο από εκείνο των καπιταλιστικών χωρών, και πάλι αυτό δεν θα αποτελούσε τελεσίδικη απόδειξη της ανωτερότητας του σοσιαλισμού. Μπορεί να γίνει δεκτό ότι το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως το βιοτικό επίπεδο στη Ρωσία είναι χαμηλότερο από εκείνο στην καπιταλιστική Δύση δεν αποδεικνύει τελεσίδικα την κατωτερότητα του σοσιαλισμού. Αλλά δεν είναι τίποτε λιγότερο από ηλιθιότητα να διακηρύσσεται ότι η εμπειρία της Ρωσίας απέδειξε την ανωτερότητα του δημόσιου ελέγχου της παραγωγής.
Even if the Russian masses’ standard of living were much higher than that of the capitalist countries, this still would not be conclusive proof of the superiority of socialism. It may be admitted that the undisputed fact that the standard of living in Russia is lower than that in the capitalist West does not conclusively prove the inferiority of socialism. But it is nothing short of idiocy to announce that the experience of Russia has demonstrated the superiority of public control of production.
Ούτε το γεγονός ότι οι ρωσικές στρατιές, αφού υπέστησαν πολλές ήττες, μπόρεσαν τελικά —με εξοπλισμό που είχε κατασκευαστεί από τις μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις και τους είχε παραχωρηθεί από τους Αμερικανούς φορολογουμένους— να βοηθήσουν τους Αμερικανούς στην κατάκτηση της Γερμανίας αποδεικνύει την υπεροχή του κομμουνισμού. Όταν οι βρετανικές δυνάμεις υπέστησαν μια προσωρινή ανατροπή στη Βόρεια Αφρική, ο καθηγητής Harold Laski, εκείνος ο πλέον ριζοσπάστης υποστηρικτής του σοσιαλισμού, έσπευσε να διακηρύξει την οριστική αποτυχία του καπιταλισμού. Δεν υπήρξε αρκετά συνεπής ώστε να ερμηνεύσει τη γερμανική κατάκτηση της Ουκρανίας ως οριστική αποτυχία του ρωσικού κομμουνισμού. Ούτε ανακάλεσε την καταδίκη του βρετανικού συστήματος όταν η χώρα του εξήλθε νικήτρια από τον πόλεμο. Εάν τα στρατιωτικά γεγονότα πρέπει να θεωρηθούν απόδειξη της υπεροχής οποιουδήποτε κοινωνικού συστήματος, τότε συνηγορούν μάλλον υπέρ του αμερικανικού παρά υπέρ του ρωσικού συστήματος.
Neither does the fact that the Russian armies, after having suffered many defeats, finally—with armament manufactured by American big business and donated to them by the American taxpayers—could aid the Americans in the conquest of Germany prove the pre-eminence of communism. When the British forces had to sustain a temporary reverse in North Africa, Professor Harold Laski, that most radical advocate of socialism, was quick to announce the final failure of capitalism. He was not consistent enough to interpret the German conquest of the Ukraine as the final failure of Russian communism. Neither did he retract his condemnation of the British system when his country emerged victorious from the war. If the military events are to be considered as the proof of any social system’s excellence, it is rather the American than the Russian system for which they bear witness.
Τίποτε από όσα συνέβησαν στη Ρωσία από το 1917 και έπειτα δεν αντιφάσκει προς οποιαδήποτε από τις διαπιστώσεις των επικριτών του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Ακόμη και αν κάποιος βασίσει την κρίση του αποκλειστικά στα γραπτά των κομμουνιστών και των συνοδοιπόρων τους, δεν μπορεί να ανακαλύψει στις ρωσικές συνθήκες κανένα γνώρισμα που να συνηγορεί υπέρ του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος των Σοβιετικών. Όλες οι τεχνολογικές βελτιώσεις των τελευταίων δεκαετιών προήλθαν από τις καπιταλιστικές χώρες. Είναι αλήθεια ότι οι Ρώσοι προσπάθησαν να αντιγράψουν ορισμένες από αυτές τις καινοτομίες. Το ίδιο, όμως, έπραξαν και όλοι οι καθυστερημένοι λαοί της Ανατολής.
Nothing that has happened in Russia since 1917 contradicts any of the statements of the critics of socialism and communism. Even if one bases one’s judgment exclusively on the writings of communists and fellow-travellers, one cannot discover any feature in Russian conditions that tells in favour of the Soviet’s social and political system. All the technological improvements of the last decades originated in the capitalistic countries. It is true that the Russians have tried to copy some of these innovations. But so did all backward oriental peoples too.
Ορισμένοι κομμουνιστές επιθυμούν διακαώς να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι η αδίστακτη καταπίεση των αντιφρονούντων και η ριζική κατάργηση της ελευθερίας της σκέψης, του λόγου και του Τύπου δεν αποτελούν εγγενή γνωρίσματα του δημόσιου ελέγχου της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Πρόκειται, υποστηρίζουν, απλώς για συμπτωματικά φαινόμενα του κομμουνισμού, για ιδιαίτερα γνωρίσματά του σε μια χώρα η οποία —όπως συνέβαινε με τη Ρωσία— δεν είχε απολαύσει ποτέ ελευθερία της σκέψης και της συνείδησης. Αυτοί οι απολογητές του ολοκληρωτικού δεσποτισμού, όμως, αδυνατούν να εξηγήσουν πώς θα μπορούσαν να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του ανθρώπου υπό συνθήκες κυβερνητικής παντοδυναμίας.
Some communists are eager to have us believe that the ruthless oppression of dissenters and the radical abolition of the freedom of thought, speech and the press are not inherent marks of the public control of business. They are, they argue, only accidental phenomena of communism, its signature in a country which—as was the case with Russia—never enjoyed freedom of thought and conscience. However, these apologists for totalitarian despotism are at a loss to explain how the rights of man could be safeguarded under government omnipotence.
Η ελευθερία της σκέψης και της συνείδησης αποτελεί επίφαση σε μια χώρα όπου οι αρχές είναι ελεύθερες να εξορίζουν οποιονδήποτε αντιπαθούν στην Αρκτική ή στην έρημο και να τον καταδικάζουν σε ισόβια καταναγκαστική εργασία. Ο απολυταρχικός ηγεμόνας μπορεί πάντοτε να επιχειρεί να δικαιολογήσει τέτοιες αυθαίρετες πράξεις, προσποιούμενος ότι παρακινούνται αποκλειστικά από λόγους δημόσιας ευημερίας και οικονομικής σκοπιμότητας. Εκείνος και μόνο είναι ο υπέρτατος κριτής που αποφασίζει για όλα τα ζητήματα τα οποία αφορούν την εκτέλεση του σχεδίου. Η ελευθερία του Τύπου είναι απατηλή όταν η κυβέρνηση κατέχει και λειτουργεί όλες τις χαρτοβιομηχανίες, τα τυπογραφεία και τους εκδοτικούς οίκους και αποφασίζει τελικά τι θα τυπωθεί και τι όχι. Το δικαίωμα του συνέρχεσθαι είναι κενό περιεχομένου όταν η κυβέρνηση κατέχει όλες τις αίθουσες συγκεντρώσεων και καθορίζει για ποιους σκοπούς θα χρησιμοποιηθούν. Το ίδιο ισχύει και για όλες τις άλλες ελευθερίες.
Σε μία από τις στιγμές διαύγειάς του, ο Trotsky —βεβαίως ο Trotsky ως καταδιωκόμενος εξόριστος και όχι ως αδίστακτος διοικητής του Κόκκινου Στρατού— αντίκρισε τα πράγματα ρεαλιστικά και διακήρυξε: «Σε μια χώρα όπου ο μοναδικός εργοδότης είναι το κράτος, η αντιπολίτευση σημαίνει θάνατο από αργή λιμοκτονία. Η παλαιά αρχή “όποιος δεν εργάζεται δεν θα τρώει” έχει αντικατασταθεί από μια νέα: “όποιος δεν υπακούει δεν θα τρώει”».31 Αυτή η ομολογία επιλύει οριστικά το ζήτημα.
Freedom of thought and conscience is a sham in a country in which the authorities are free to exile everybody whom they dislike into the Arctic or the desert, and to assign him hard labour for life. The autocrat may always try to justify such arbitrary acts by pretending that they are motivated exclusively by considerations of public welfare and economic expediency. He alone is the supreme arbiter to decide all matters referring to the execution of the plan. Freedom of the press is illusory when the government owns and operates all paper mills, printing offices and publishing houses, and ultimately decides what is to be printed and what not. The right of assembly is vain if the government owns all assembly halls and determines for what purposes they shall be used. And so it is with all other liberties too. In one of his lucid intervals Trotsky—of course Trotsky the hunted exile, not the ruthless commander of the Red army—saw things realistically and declared: “In a country where the sole employer is the State, opposition means death by slow starvation. The old principle: who does not work shall not eat, has been replaced by a new one: who does not obey shall not eat.” This confession settles the issue.
Εκείνο που καταδεικνύει η ρωσική εμπειρία είναι το εξαιρετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο των μαζών και ο απεριόριστος δικτατορικός δεσποτισμός. Οι απολογητές του κομμουνισμού επιδιώκουν να παρουσιάσουν αυτά τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως απλώς συμπτωματικά· δεν αποτελούν, λένε, καρπό του κομμουνισμού, αλλά προέκυψαν παρά τον κομμουνισμό. Ακόμη, όμως, και αν γίνονταν δεκτές αυτές οι δικαιολογίες χάριν της συζήτησης, θα εξακολουθούσε να είναι παράλογο να υποστηρίζεται ότι το σοβιετικό «πείραμα» απέδειξε οτιδήποτε υπέρ του κομμουνισμού και του σοσιαλισμού.
What the Russian experience shows is a very low level of the standard of living of the masses and unlimited dictatorial despotism. The apologists of communism are intent upon explaining these uncontested facts as accidental only; they are, they say, not the fruit of communism, but occurred in spite of communism. But even if one were to accept these excuses for the sake of argument, it would be nonsensical to maintain that the Soviet “experiment” has demonstrated anything in favour of communism and socialism.
10. Η Υποτιθέμενη Αναπόφευκτη Έλευση του Σοσιαλισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου10 The Alleged Inevitability of Socialism
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η έλευση του ολοκληρωτισμού είναι αναπόφευκτη. «Το κύμα του μέλλοντος», λένε, «παρασύρει αδυσώπητα την ανθρωπότητα προς ένα σύστημα στο οποίο όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις θα διευθύνονται από παντοδύναμους δικτάτορες. Είναι μάταιο να αγωνίζεται κανείς εναντίον των ανεξιχνίαστων προσταγμάτων της ιστορίας».
Many people believe that the coming of totalitarianism is inevitable. The “wave of the future,” they say, “carries mankind inexorably towards a system under which all human affairs are managed by omnipotent dictators. It is useless to fight against the unfathomable decrees of history.”
Η αλήθεια είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στερούνται της διανοητικής ικανότητας και του θάρρους που απαιτούνται για να αντισταθούν σε ένα δημοφιλές κίνημα, όσο ολέθριο και απερίσκεπτο και αν είναι. Ο Bismarck παραπονέθηκε κάποτε για την έλλειψη εκείνου που αποκαλούσε πολιτικό θάρρος, δηλαδή γενναιότητα κατά την αντιμετώπιση των δημόσιων υποθέσεων, εκ μέρους των συμπατριωτών του. Ούτε, όμως, οι πολίτες άλλων εθνών επέδειξαν περισσότερο θάρρος και ορθή κρίση όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απειλή της κομμουνιστικής δικτατορίας. Είτε υποχώρησαν σιωπηρά είτε διατύπωσαν δειλά ορισμένες επουσιώδεις ενστάσεις.
The truth is that most people lack the intellectual ability and courage to resist a popular movement, however pernicious and ill-considered. Bismarck once deplored the lack of what he called civilian courage, i.e., bravery in dealing with civic affairs, on the part of his countrymen. But neither did the citizens of other nations display more courage and judiciousness when faced with the menace of communist dictatorship. They either yielded silently, or timidly raised some trifling objections.
Δεν αντιμάχεται κανείς τον σοσιαλισμό επικρίνοντας απλώς ορισμένα συμπτωματικά γνωρίσματα των σχεδίων του. Επικρίνοντας τη στάση πολλών σοσιαλιστών ως προς το διαζύγιο και τον έλεγχο των γεννήσεων ή τις αντιλήψεις τους για την τέχνη και τη λογοτεχνία, δεν αντικρούει κανείς τον σοσιαλισμό. Δεν αρκεί να αποδοκιμάζει κανείς τους μαρξικούς ισχυρισμούς ότι η θεωρία της σχετικότητας, η φιλοσοφία του Bergson ή η ψυχανάλυση αποτελούν «αστικές» ανοησίες. Όσοι κατακρίνουν τον μπολσεβικισμό και τον ναζισμό μόνο για τις αντιχριστιανικές τους τάσεις επιδοκιμάζουν σιωπηρά όλα τα υπόλοιπα στοιχεία αυτών των αιματηρών σχεδίων.
One does not fight socialism by criticizing only some accidental features of its schemes. In attacking many socialists’ stand on divorce and birth control, or their ideas about art and literature, one does not refute socialism. It is not enough to disapprove of the Marxian assertions that the theory of relativity or the philosophy of Bergson or psycho-analysis is “bourgeois” moonshine. Those who find fault with Bolshevism and Nazism only for their anti-Christian leanings implicitly endorse all the rest of these bloody schemes.
Από την άλλη πλευρά, αποτελεί καθαρή ανοησία να επαινούνται τα ολοκληρωτικά καθεστώτα για υποτιθέμενα επιτεύγματα τα οποία δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τις πολιτικές και οικονομικές αρχές τους. Είναι αμφίβολο κατά πόσον ήταν ορθές οι παρατηρήσεις ότι, στη φασιστική Ιταλία, τα τρένα εκτελούσαν τα δρομολόγιά τους σύμφωνα με το ωράριο και ότι μειωνόταν ο πληθυσμός των κοριών στα κρεβάτια των ξενοδοχείων δεύτερης κατηγορίας· σε κάθε περίπτωση, όμως, αυτές δεν έχουν καμία σημασία για το ζήτημα του φασισμού. Οι συνοδοιπόροι εκστασιάζονται με τις ρωσικές κινηματογραφικές ταινίες, τη ρωσική μουσική και το ρωσικό χαβιάρι. Μεγαλύτεροι μουσικοί έζησαν, όμως, σε άλλες χώρες και υπό διαφορετικά κοινωνικά συστήματα· καλές κινηματογραφικές ταινίες παράχθηκαν και σε άλλες χώρες· και ασφαλώς η νοστιμιά του χαβιαριού δεν αποτελεί επίτευγμα του αρχιστράτηγου Stalin. Ούτε η ομορφιά των Ρωσίδων χορευτριών του μπαλέτου ούτε η κατασκευή ενός μεγάλου υδροηλεκτρικού σταθμού στον Δνείπερο εξιλεώνουν τη μαζική σφαγή των κουλάκων.
On the other hand, it is sheer stupidity to praise the totalitarian regimes for alleged achievements which have no reference whatever to their political and economic principles. It is questionable whether the observations that in Fascist Italy the railway trains ran on schedule and the bug population of second-rate hotel beds was decreasing, were correct or not; but it is in any case of no importance for the problem of Fascism. The fellow-travellers are enraptured by Russian films, Russian music and Russian caviar. But there lived greater musicians in other countries and under other social systems; good pictures were produced in other countries too; and it is certainly not a merit of Generalissimo Stalin that the taste of caviar is delicious. Neither does the prettiness of Russian ballet dancers or the construction of a great power station on the Dnieper expiate for the mass slaughter of the Kulaks.
Οι αναγνώστες των εικονογραφημένων περιοδικών και οι φίλοι του κινηματογράφου λαχταρούν το θεαματικό και το γραφικό. Οι πομπώδεις παραστάσεις των φασιστών και των ναζί και οι παρελάσεις των γυναικείων ταγμάτων του Κόκκινου Στρατού ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις τους. Είναι πιο διασκεδαστικό να ακούει κανείς από το ραδιόφωνο τις ομιλίες ενός δικτάτορα παρά να μελετά οικονομικές πραγματείες. Οι επιχειρηματίες και οι τεχνολόγοι που ανοίγουν τον δρόμο προς την οικονομική πρόοδο εργάζονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας· το έργο τους δεν προσφέρεται για εντυπωσιακή απεικόνιση στην κινηματογραφική οθόνη. Οι δικτάτορες, όμως, οι οποίοι επιδιώκουν να διασπείρουν τον θάνατο και την καταστροφή, βρίσκονται θεαματικά εκτεθειμένοι στα μάτια του κοινού. Ντυμένοι με στρατιωτικές στολές, επισκιάζουν στα μάτια των κινηματογραφόφιλων τους άχρωμους αστούς με την κοινή πολιτική περιβολή.
The readers of picture magazines and the movie-fans long for the picturesque. The operatic pageants of the Fascists and the Nazis and the parading of the girl-battalions of the Red army are after their heart. It is more fun to listen to the radio speeches of a dictator than to study economic treatises. The entrepreneurs and technologists who pave the way for economic improvement work in seclusion; their work is not suitable to be visualized on the screen. But the dictators, intent upon spreading death and destruction, are spectacularly in sight of the public. Dressed in military garb they eclipse in the eyes of the movie-goers the colourless bourgeois in plain clothes.
Τα προβλήματα της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας δεν προσφέρονται για επιπόλαιες συζητήσεις σε κοσμικές δεξιώσεις. Ούτε μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς από δημαγωγούς που εκφωνούν φλογερούς λόγους ενώπιον μαζικών συγκεντρώσεων. Πρόκειται για σοβαρά ζητήματα. Απαιτούν επίπονη μελέτη. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με ελαφρότητα.
The problems of society’s economic organization are not suitable for light talk at fashionable cocktail parties. Neither can they be dealt with adequately by demagogues haranguing mass assemblies. They are serious things. They require painstaking study. They must not be taken lightly.
Η σοσιαλιστική προπαγάνδα δεν συνάντησε ποτέ αποφασιστική αντίσταση. Η συντριπτική κριτική με την οποία οι οικονομολόγοι κατέρριψαν τη ματαιότητα και το ανεφάρμοστο των σοσιαλιστικών σχεδίων και δογμάτων δεν έφθασε σε εκείνους που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Τα πανεπιστήμια κυριαρχούνταν ως επί το πλείστον από σχολαστικιστές σοσιαλιστικής ή παρεμβατιστικής κατεύθυνσης, όχι μόνο στην ηπειρωτική Ευρώπη, όπου ανήκαν στα κράτη και λειτουργούσαν υπό τη διεύθυνσή τους, αλλά ακόμη και στις αγγλοσαξονικές χώρες. Οι πολιτικοί και οι κυβερνήτες, ανήσυχοι μήπως χάσουν τη δημοτικότητά τους, υπερασπίζονταν την ελευθερία χωρίς ζήλο. Η πολιτική του κατευνασμού, η οποία επικρίθηκε τόσο έντονα όταν εφαρμόστηκε απέναντι στους ναζί και στους φασίστες, ασκούνταν επί πολλές δεκαετίες, σε οικουμενική κλίμακα, απέναντι σε όλες τις άλλες μορφές σοσιαλισμού. Αυτή ακριβώς η ηττοπάθεια έκανε την ανερχόμενη γενιά να πιστέψει ότι η νίκη του σοσιαλισμού ήταν αναπόφευκτη.
The socialist propaganda never encountered any decided opposition. The devastating critique by which the economists exploded the futility and impracticability of the socialist schemes and doctrines did not reach the moulders of public opinion. The universities were mostly dominated by socialist or interventionist pedants not only in continental Europe, where they were owned and operated by the governments, but even in the Anglo-Saxon countries. The politicians and the statesmen, anxious not to lose popularity, were lukewarm in their defence of freedom. The policy of appeasement, so much criticized when applied in the case of the Nazis and the Fascists, was practised universally for many decades with regard to all other brands of socialism. It was this defeatism that made the rising generation believe that the victory of socialism is inevitable.
Δεν είναι αλήθεια ότι οι μάζες απαιτούν με σφοδρότητα τον σοσιαλισμό και ότι δεν υπάρχει κανένα μέσο αντίστασης σε αυτές. Οι μάζες ευνοούν τον σοσιαλισμό επειδή εμπιστεύονται τη σοσιαλιστική προπαγάνδα των διανοουμένων. Οι διανοούμενοι, όχι ο λαός, διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Αποτελεί σαθρή δικαιολογία των διανοουμένων ο ισχυρισμός ότι είναι υποχρεωμένοι να υποκύπτουν στις μάζες. Οι ίδιοι δημιούργησαν τις σοσιαλιστικές ιδέες και κατήχησαν τις μάζες σε αυτές. Κανένας προλετάριος ή γιος προλεταρίου δεν συνέβαλε στην επεξεργασία των παρεμβατιστικών και σοσιαλιστικών προγραμμάτων. Οι δημιουργοί τους προέρχονταν όλοι από αστικό περιβάλλον.
Τα εσωτερικού χαρακτήρα και δυσπρόσιτα για το ευρύ κοινό συγγράμματα του διαλεκτικού υλισμού, του Hegel —πατέρα τόσο του μαρξισμού όσο και του γερμανικού επιθετικού εθνικισμού— και τα βιβλία του Georges Sorel, του Gentile και του Spengler δεν διαβάζονταν από τον μέσο άνθρωπο· δεν κινητοποίησαν άμεσα τις μάζες. Οι διανοούμενοι ήταν εκείνοι που τα εκλαΐκευσαν.
It is not true that the masses are vehemently asking for socialism and that there is no means to resist them. The masses favour socialism because they trust the socialist propaganda of the intellectuals. The intellectuals, not the populace, are moulding public opinion. It is a lame excuse of the intellectuals that they must yield to the masses. They themselves have generated the socialist ideas and indoctrinated the masses with them. No proletarian or son of a proletarian has contributed to the elaboration of the interventionist and socialist programmes. Their authors were all of bourgeois background. The esoteric writings of dialectical materialism, of Hegel, the father both of Marxism and of German aggressive nationalism, the books of Georges Sorel, of Gentile and of Spengler were not read by the average man; they did not move the masses directly. It was the intellectuals who popularized them.
Οι πνευματικοί ηγέτες των λαών δημιούργησαν και διέδωσαν τις πλάνες που βρίσκονται στα πρόθυρα να καταστρέψουν την ελευθερία και τον δυτικό πολιτισμό. Οι διανοούμενοι και μόνον είναι υπεύθυνοι για τις μαζικές σφαγές που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα του αιώνα μας. Μόνον αυτοί μπορούν να αντιστρέψουν αυτή την τάση και να ανοίξουν τον δρόμο για την αναγέννηση της ελευθερίας.
The intellectual leaders of the peoples have produced and propagated the fallacies which are on the point of destroying liberty and Western civilization. The intellectuals alone are responsible for the mass slaughters which are the characteristic mark of our century. They alone can reverse the trend and pave the way for a resurrection of freedom.
Δεν είναι μυθικές «υλικές παραγωγικές δυνάμεις» αλλά ο λόγος και οι ιδέες εκείνα που καθορίζουν την πορεία των ανθρώπινων υποθέσεων. Εκείνο που απαιτείται για να ανακοπεί η πορεία προς τον σοσιαλισμό και τον δεσποτισμό είναι κοινός νους και ηθικό θάρρος.
Not mythical “material productive forces,” but reason and ideas determine the course of human affairs. What is needed to stop the trend towards socialism and despotism is common sense and moral courage.