Δίγλωσση ανάγνωση: Ο Οικονομικός Υπολογισμός στη Σοσιαλιστική Κοινότητα
Ludwig von Mises · Economic Calculation in the Socialist Commonwealth · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο
Πραξεολόγος
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Economic Calculation in the Socialist Commonwealth, μτφρ. S. Adler, με πρόλογο του Yuri N. Maltsev, εισαγωγή του Jacek Kochanowicz και υστερόγραφο του Joseph T. Salerno, Ludwig von Mises Institute, 1990 (ανατύπωση 2012). © 1990 Margit von Mises· πρόλογος, εισαγωγή και υστερόγραφο © 1990 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/economic-calculation-socialist-commonwealth.
Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» δεν έχει πρωτότυπο και δεν περιλαμβάνεται. Ο πρόλογος και η εισαγωγή του 1990 προέρχονται από το PDF της ίδιας έκδοσης, το υπόλοιπο κείμενο από το EPUB. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Ο εικοστός αιώνας γνώρισε την έναρξη, την εξέλιξη και το τέλος του τραγικότερου πειράματος στην ανθρώπινη ιστορία: του σοσιαλισμού. Το πείραμα προκάλεσε τεράστιες απώλειες ανθρώπινων ζωών, την καταστροφή οικονομιών που θα μπορούσαν να είναι πλούσιες και κολοσσιαίες οικολογικές καταστροφές. Το πείραμα τελείωσε, αλλά ο όλεθρος που άφησε πίσω του θα επηρεάζει τη ζωή και την υγεία των επερχόμενων γενεών.
The twentieth century has witnessed the beginning, development, and end of the most tragic experiment in human history: socialism. The experiment resulted in tremendous human losses, destruction of potentially rich economies, and colossal ecological disasters. The experiment has ended, but the devastation will affect the lives and health of generations to come.
Η πραγματική τραγωδία αυτού του πειράματος είναι ότι ο Ludwig von Mises και οι οπαδοί του —ορισμένα από τα κορυφαία πνεύματα της οικονομικής επιστήμης αυτού του αιώνα— είχαν αποκαλύψει την αλήθεια για τον σοσιαλισμό ήδη το 1920, κι όμως οι προειδοποιήσεις τους δεν εισακούστηκαν.
The real tragedy of this experiment is that Ludwig von Mises and his followers—among the best economic minds of this century—had exposed the truth about socialism in 1920, yet their warnings went unheeded.
Στο δοκίμιο αυτό, «Ο Οικονομικός Υπολογισμός στη Σοσιαλιστική Κοινότητα», ο Mises εξετάζει τους πλέον θεμελιώδεις ισχυρισμούς του μαρξισμού. Εξετάζοντάς τους, αποκαλύπτει ότι ο σοσιαλισμός είναι ένα ουτοπικό σχέδιο, παράλογο, αντιοικονομικό και ανεφάρμοστο στον ίδιο του τον πυρήνα. Είναι «αδύνατος» και αναπόφευκτα αποτυγχάνει, επειδή στερείται οικονομικής λογικής· δεν παρέχει κανένα μέσο για τη θεμελίωση του οικονομικού υπολογισμού σε οποιαδήποτε αντικειμενική βάση και, επομένως, κανέναν τρόπο να διατεθούν οι πόροι στις πιο παραγωγικές χρήσεις τους. Το 1920, ωστόσο, ο ενθουσιασμός για τον σοσιαλισμό ήταν τόσο έντονος, ιδίως μεταξύ των δυτικών διανοουμένων, ώστε οι επικριτές του Mises είτε δεν κατανόησαν είτε διαστρέβλωσαν σκόπιμα το σύντομο και διεισδυτικό αριστούργημά του.
In this essay, “Economic Calculation in the Socialist Commonwealth,” Mises examines Marxism’s most fundamental claims. In doing so, Mises exposes socialism as a utopian scheme that is illogical, uneconomic, and unworkable at its core. It is “impossible” and must fail because it is devoid of economic rationale; it provides no means for any objective basis of economic calculation and thus no way to assign resources to their most productive uses. In 1920, howeverthe enthusiasm for socialism was so strong, especially among Western intellectuals, that Mises’s short and insightful masterpiece was either not understood or deliberately distorted by his critics.
Ωστόσο, η εφαρμογή του σοσιαλισμού στην πράξη κατέδειξε την πλήρη εγκυρότητα της ανάλυσής του. Ο σοσιαλισμός επιχείρησε να αντικαταστήσει δισεκατομμύρια ατομικές αποφάσεις, τις οποίες λάμβαναν οι κυρίαρχοι καταναλωτές στην αγορά, με τον «ορθολογικό οικονομικό σχεδιασμό» ορισμένων ολίγων, στους οποίους είχε δοθεί η εξουσία να καθορίζουν το ποιος, το τι, το πώς και το πότε της παραγωγής και της κατανάλωσης. Οδήγησε σε εκτεταμένες ελλείψεις, λιμοκτονία και μαζική απογοήτευση του πληθυσμού. Όταν η σοβιετική κυβέρνηση καθόριζε 22 εκατομμύρια τιμές, 460.000 μισθολογικούς συντελεστές και πάνω από 90 εκατομμύρια νόρμες εργασίας για 110 εκατομμύρια κρατικούς υπαλλήλους, το χάος και οι ελλείψεις ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Το σοσιαλιστικό κράτος κατέστρεψε την εργασιακή ηθική, στέρησε από τους ανθρώπους τις επιχειρηματικές ευκαιρίες και την πρωτοβουλία και οδήγησε στην ευρεία διάδοση μιας νοοτροπίας εξάρτησης από τις κρατικές παροχές.
Yet the actual implementation of socialism showed the complete validity of his analysis. Socialism attempted to replace billions of individual decisions made by sovereign consumers in the market with “rational economic planning” by a few vested with the power to determine the who, what, how, and when of production and consumption. It led to widespread shortages, starvation, and mass frustration of the population. When the Soviet government set 22 million prices, 460,000 wage rates, and over 90 million work quotas for 110 million government employees, chaos and shortages were the inevitable result. The socialist state destroyed work ethic, deprived people of entrepreneurial opportunity and initiative, and led to a widespread welfare mentality.
Ο σοσιαλισμός γέννησε πολιτικά τέρατα όπως ο Stalin και ο Mao Tse-Tung και οδήγησε σε πρωτοφανή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σε όλα τα κομμουνιστικά κράτη. Η καταστροφή της Ρωσίας και της Καμπότζης, η ταπείνωση του κινεζικού λαού και των λαών της Ανατολικής Ευρώπης δεν αποτελούν «διαστρεβλώσεις του σοσιαλισμού», όπως θα ήθελαν να μας πείσουν οι υπερασπιστές αυτού του δόγματος: είναι αναπόφευκτες συνέπειες της καταστροφής της αγοράς, η οποία άρχισε με την απόπειρα να αντικατασταθούν οι οικονομικές αποφάσεις των ελεύθερων ατόμων από τη «σοφία των σχεδιαστών».
Socialism produced political monsters like Stalin and Mao Tse-Tung, and led to unheard-of crimes against humanity in all communist states. The destruction of Russia and Kampuchea, the humiliation of the Chinese and Eastern European people, are not “distortions of socialism” as the defenders of this doctrine would like to convince us: they are inevitable consequences of the destruction of the market which started with an attempt to replace the economic decisions of free individuals by the “wisdom of the planners.”
Ο πραγματικός χαρακτήρας της λεγόμενης κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας αποτυπώνεται εύστοχα σε ένα ευφυολόγημα που άκουσα πριν από αρκετά χρόνια από τον σοβιετικό οικονομολόγο Nikolai Fedorenko. Είπε ότι ένα πλήρως ισοσκελισμένο, ελεγμένο και λεπτομερές οικονομικό σχέδιο για το επόμενο έτος θα ήταν έτοιμο, με τη βοήθεια ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε 30.000 χρόνια. Υπάρχουν εκατομμύρια παραλλαγές προϊόντων· υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες επιχειρήσεις· είναι αναγκαίο να ληφθούν δισεκατομμύρια αποφάσεις για τις εισροές και τις εκροές· τα σχέδια πρέπει να καλύπτουν το εργατικό δυναμικό, τις προμήθειες υλικών, τους μισθούς, το κόστος, τις τιμές, τα «σχεδιασμένα κέρδη», τις επενδύσεις, τις μεταφορές, την αποθήκευση και τη διανομή. Οι αποφάσεις αυτές προέρχονται από διαφορετικά τμήματα της ιεραρχίας του σχεδιασμού. Κατά κανόνα, είναι ασύμβατες και αντιφατικές μεταξύ τους, επειδή αντανακλούν τα συγκρουόμενα συμφέροντα διαφορετικών στρωμάτων της γραφειοκρατίας. Επειδή το σχέδιο του επόμενου έτους πρέπει να είναι έτοιμο έως το επόμενο έτος, και όχι σε 29.999 χρόνια, αναπόφευκτα δεν είναι ούτε ισοσκελισμένο ούτε ορθολογικό. Και ο Mises απέδειξε ότι, χωρίς ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, ακόμη και αν διέθεταν 30.000 χρόνια υπολογιστικού χρόνου, πάλι δεν θα μπορούσαν να κάνουν τον σοσιαλισμό να λειτουργήσει.
The real character of the so-called centrally planned economy is well illustrated by a quip I heard several years ago by Soviet economist Nikolai Fedorenko. He said that a fully balanced, checked, and detailed economic plan for the next year would be ready, with the help of computers, in 30,000 years. There are millions of product variants; there are hundreds of thousands of enterprises; it is necessary to make billions of decisions on inputs and outputs; the plans must relate to labor force, material supplies, wages, costs, prices, “planned profits,” investments, transportation, storage, and distribution. These decisions originate from different parts of the planning hierarchy. They are, as a rule, inconsistent and contradictory to each other because they reflect the conflicting interests of different strata of bureaucracy. Because the next year’s plan must be ready by next year, and not in 29,999 years, it is inevitably neither balanced nor rational. And Mises proved that without private property in the means of production, even with 30,000 years of computer time, they still couldn’t make socialism work.
Οι υπερασπιστές του σοσιαλισμού βρέθηκαν σε θεωρητικό και πρακτικό αδιέξοδο μόλις κατέστρεψαν τον θεσμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Κατέφυγαν, λοιπόν, στην επινόηση τεχνητών σχημάτων. Στη σοβιετική οικονομία, το κέρδος σχεδιάζεται ως συνάρτηση του κόστους. Στις επιχειρήσεις δίνονται «αριθμητικοί δείκτες ελέγχου», οι οποίοι καθορίζουν τα «σχεδιασμένα κέρδη» ως ποσοστό του κόστους. Έτσι, όσο περισσότερα δαπανά κανείς, τόσο υψηλότερα είναι τα κέρδη του. Υπό συνθήκες μονοπώλησης κατά 100%, αυτό το απλό τέχνασμα κατέστρεψε ολοσχερώς τις οικονομίες της Σοβιετικής Ένωσης, της Ανατολικής Ευρώπης και άλλων «σοσιαλιστικών» κρατών, σε έκταση συγκρίσιμη μόνο με τις βαρβαρικές εισβολές στη Ρώμη.
The defenders of socialism found themselves in a theoretical and practical deadlock as soon as they destroyed the institution of private property. Thus they resorted to the creation of artificial schemes. In the Soviet economy, profit is planned as a function of the cost. Enterprises are given “control figures” which determine the “planned profits” as a percentage of the costs. Thus the more you spend, the higher your profits. Under conditions of 100 percent monopolization, this simple device completely ruined the economies of the Soviet Union, Eastern Europe, and other “socialist” states to an extent comparable only to the barbarian invasions of Rome.
Σήμερα, οι καταστροφικές συνέπειες της επιβολής της ουτοπίας στους δυστυχείς πληθυσμούς των κομμουνιστικών κρατών είναι σαφείς ακόμη και στους ηγέτες τους. Όπως προέβλεψε ο Mises, παρά τις «νεφελοκοκκυγίες της φαντασίας τους», τα ψητά περιστέρια δεν πέταξαν στα στόματα των συντρόφων. Και, ακόμη και σύμφωνα με τις επίσημες σοβιετικές στατιστικές, 234 από τα 277 βασικά καταναλωτικά αγαθά που περιλαμβάνει η Κρατική Επιτροπή Στατιστικής της ΕΣΣΔ στο «καλάθι της αγοράς» του σοβιετικού λαού «απουσιάζουν» από το κρατικό σύστημα διανομής.
Today, the disastrous consequences of enforcing the utopia on the unfortunate populations of the communist states are clear even to their leaders. As Mises predicted, despite the “cloud-cuckoo lands of their fancy,” roasted pigeons failed to fly into the mouths of the comrades. And even according to official Soviet statistics, 234 of 277 basic consumer goods included by the USSR State Committee on Statistics in the “market basket” of the Soviet people are “missing” from the state distribution system.
Κι όμως, οι δυτικοί υπέρμαχοι του σοσιαλισμού εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν την ίδια παλιά επωδό για την αναγκαιότητα να περιοριστούν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και να αντικατασταθεί η αγορά από τη «σοφία» του ορθολογικού κεντρικού σχεδιασμού.
Yet Western advocates of socialism are still singing the old tune about the necessity to restrict property rights and replace the market with the “wisdom” of rational central planning.
Το 1920, ο κόσμος αγνόησε ή απέρριψε την προειδοποίηση του Mises ότι «ο σοσιαλισμός είναι η κατάργηση της ορθολογικής οικονομίας». Δεν έχουμε την πολυτέλεια να επαναλάβουμε σήμερα αυτό το σφάλμα. Πρέπει να παραμένουμε σε επαγρύπνηση απέναντι σε κάθε σχέδιο που θα μας παρέσυρε σε έναν νέο γύρο κρατικών πειραματισμών πάνω στους ανθρώπους και στην οικονομία.
In 1920, the world neglected or rejected Mises’s warning that “socialism is the abolition of rational economy.” We cannot afford to repeat this mistake today. We must stay alert to all schemes that would draw us into a new round of state experimentation on the people and the economy.
«Η ιδιωτική ιδιοκτησία των υλικών συντελεστών παραγωγής», τόνιζε ο Mises, «δεν αποτελεί περιορισμό της ελευθερίας όλων των άλλων ανθρώπων να επιλέγουν ό,τι τους ταιριάζει. Είναι, αντιθέτως, το μέσο που εξασφαλίζει στον απλό άνθρωπο, υπό την ιδιότητά του ως αγοραστή, την κυριαρχία σε όλες τις οικονομικές υποθέσεις. Είναι το μέσο που παρακινεί τους πιο δραστήριους επιχειρηματικά ανθρώπους ενός έθνους να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια στην υπηρεσία ολόκληρου του λαού».
“Private property of the material factors of production,” Mises emphasized, “is not a restriction of the freedom of all other people to choose what suits them. It is, on the contrary, the means that assigns to the common man in his capacity as a buyer, supremacy in all economic affairs. It is the means to stimulate a nation’s most enterprising men to exert themselves to the best of their abilities in the service of all of the people.”
Για χάρη της ελευθερίας και των επερχόμενων γενεών, δεν πρέπει ποτέ ξανά να λησμονήσουμε ή να αγνοήσουμε τις διεισδυτικές διαπιστώσεις αυτού του μεγάλου στοχαστή.
We must never again forget or ignore the insights of this great thinker, for the sake of liberty and the generations to come.
Yuri N. Maltsev
Ανώτερος επιστημονικός συνεργάτης, Διεθνές Κέντρο Αναπτυξιακής Πολιτικής·
Ινστιτούτο Ludwig von Mises·
και ανώτερος ερευνητής, Ινστιτούτο Οικονομικών,
Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ (1987–89)
Απρίλιος 1990
Yuri N. Maltsev Senior Fellow, International Center for Development Policy;
The Ludwig von Mises Institute; and Senior Researcher, Institute of Economics, Academy of Sciences, USSR (1987–89) April 1990
Η θεμελιώδης ανασκευή της σοσιαλιστικής οικονομικής θεωρίας από τον Ludwig von Mises, η οποία αναδημοσιεύεται εδώ, γράφτηκε πριν από εβδομήντα χρόνια, αποτελεί όμως περιγραφή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» του σήμερα —ή, μάλλον, του χθες. Η θέση του Mises είναι ότι, σε μια σοσιαλιστική οικονομία, ο ορθολογικός οικονομικός υπολογισμός είναι αδύνατος· οι προσπάθειές της να κατανείμει αποδοτικά τους πόρους χωρίς ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής είναι καταδικασμένες να αποτύχουν. Η καταστροφική εμπειρία του Ανατολικού Συνασπισμού με τον σοσιαλισμό έδειξε στον κόσμο ότι ο Mises είχε δίκιο εξαρχής.
Ludwig von Mises’s seminal refutation of socialist economics, republished here, was written seventy years ago, but it is a description of the “real socialism” of today—or rather yesterday. Mises’s thesis is that in a socialist economy rational economic calculation is impossible; its attempts to allocate resources efficiently in the absence of private ownership of the means of production must fail. The East Bloc’s disastrous experience with socialism has shown the world that Mises was correct all along.
Στο άρθρο αυτό, ο Mises πραγματεύεται τον πλήρως ανεπτυγμένο σοσιαλισμό, όπου το κράτος είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής. Μολονότι διατυπώθηκε πριν από τόσο καιρό, η περιγραφή του αποτυπώνει με μεγάλη ακρίβεια την οικονομική πραγματικότητα της Σοβιετικής Ένωσης από τα τέλη της δεκαετίας του είκοσι και της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης από τα τέλη της δεκαετίας του σαράντα έως, ουσιαστικά, σήμερα.
In this article, Mises writes of full-blown socialism, where the state is the sole owner of the means of production. Although made so long ago, his description reflects very well the economic realities of the Soviet Union since the late twenties, and of Central and Eastern Europe since the late forties until, practically, today.
Στη σοσιαλιστική οικονομία που περιέγραψε ο Mises, τα καταναλωτικά αγαθά ζητούνται και ανταλλάσσονται ελεύθερα από άτομα με διαφορετικές προτιμήσεις. Μπορεί να υπάρχει χρήμα, αλλά μόνο εντός της περιορισμένης σφαίρας της αγοράς καταναλωτικών αγαθών. Στη σφαίρα της παραγωγής, ωστόσο, δεν υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Τα μέσα αυτά δεν ανταλλάσσονται και, κατά συνέπεια, είναι αδύνατον να διαμορφωθούν τιμές που να αντανακλούν τις πραγματικές συνθήκες. Εάν δεν υπάρχουν τιμές, δεν υπάρχει μέθοδος για την εξεύρεση του αποτελεσματικότερου συνδυασμού των συντελεστών παραγωγής.
In the socialist economy that Mises described, consumption goods are freely demanded and exchanged by individuals of different tastes. Money can exist, but only within the limited sphere of the market for consumer goods. In the sphere of production, however, there is no private ownership of the means of production. They are not exchanged, and as a consequence, it is impossible to establish prices that reflect actual conditions. If there are no prices, there is no method of finding the most effective combination of the factors of production.
Το πρωτοποριακό άρθρο του Mises έδωσε έναυσμα σε μια περίφημη διαμάχη για τον οικονομικό υπολογισμό υπό τον σοσιαλισμό. Ο Πολωνός οικονομολόγος Oskar Lange αμφισβήτησε τη θέση του Mises και επιχείρησε να δείξει ότι ο σοσιαλισμός μπορεί να λειτουργήσει με τη μέθοδο της «δοκιμής και του σφάλματος».1 Στο υπόδειγμα του Lange, η οικονομία διαθέτει ελεύθερη αγορά καταναλωτικών αγαθών. Η σφαίρα της παραγωγής οργανώνεται σε επιχειρήσεις και κλάδους, ενώ υπάρχει ένα Κεντρικό Συμβούλιο Σχεδιασμού. Οι επικεφαλής των επιχειρήσεων υποχρεούνται να καταρτίζουν σχέδια παραγωγής με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα το έκαναν οι ιδιώτες επιχειρηματίες —με τρόπο που ελαχιστοποιεί το κόστος και εξισώνει το οριακό κόστος με την τιμή. Το Κεντρικό Συμβούλιο Σχεδιασμού καθορίζει τον ρυθμό επένδυσης, τον όγκο και τη διάρθρωση των δημόσιων αγαθών, καθώς και τις τιμές όλων των εισροών. Ο ρυθμός επένδυσης καθορίζεται με την εξίσωση της ζήτησης και της προσφοράς κεφαλαιουχικών αγαθών. Το Συμβούλιο αυξάνει τις τιμές όταν η ζήτηση δεν ικανοποιείται και τις μειώνει όταν η προσφορά είναι υπερβολικά μεγάλη.
Mises’s pathbreaking article led to a famous debate on socialist calculation. Polish economist Oskar Lange contested Mises’s position and tried to show that socialism can work by a “trial and error” method. In the Lange model, the economy has a free market for consumption goods. The production sphere is organized into enterprises and branches, and there is a Central Planning Board. The bosses of enterprises are required to establish production plans in exactly the same way the private entrepreneurs would do—in a way that minimizes costs and makes marginal cost equal to price. The Central Planning Board determines the rate of investment, the volume and structure of public goods, and the prices of all inputs. The rate of investment is established by equating the demand and supply of capital goods. The Board raises the prices when the demand is not satisfied and lowers them when supply is too large.
Αν υποθέσουμε προς στιγμήν ότι αυτό θα λειτουργούσε, ανακύπτει το ερώτημα: γιατί είναι αυτή η μέθοδος καλύτερη από την πραγματική αγορά; Για τον Lange, υπήρχαν δύο πλεονεκτήματα. Πρώτον, το εισόδημα μπορεί να κατανέμεται πιο ισότιμα. Εφόσον δεν υπάρχει εισόδημα από κεφάλαιο, οι άνθρωποι αμείβονται ανάλογα με την εργασία που προσφέρουν. (Ορισμένοι ταλαντούχοι άνθρωποι λαμβάνουν πρόσθετο εισόδημα, το οποίο αποτελεί ένα είδος «προσόδου» από τις ιδιαίτερες δεξιότητές τους.) Δεύτερον, ο σοσιαλισμός επιτρέπει τον καλύτερο σχεδιασμό των μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Οι επενδύσεις δεν θα καθοδηγούνται από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις των απόψεων σχετικά με τις μελλοντικές ευκαιρίες και, επομένως, θα συνεπάγονται λιγότερη σπατάλη και θα είναι πιο ορθολογικές. Όπως ο John Maynard Keynes και, αργότερα, ο Paul Samuelson, ο Lange θεωρούσε ότι, μολονότι η ελεύθερη αγορά μπορεί να παρέχει κατάλληλα σήματα για τις βραχυπρόθεσμες αποφάσεις παραγωγής, δεν παρέχει μακροπρόθεσμα σήματα για τις επενδύσεις.
Presuming for a moment that this would work, the question arises: why is this method better than the real market? For Lange, there were two advantages. First, income can be more equally distributed. Since there is no capital income, people are paid according to their input labor. (Some talented people receive additional income which is a sort of “rent” on their particular skills.) Second, socialism allows for better planning of long-term investment. Investment will not be directed by short-term fluctuation of opinions about future opportunities, and thus it would be less wasteful and more rational. Similar to John Maynard Keynes and, later, Paul Samuelson, Lange thought that although the free market may give proper signals concerning short-term production decisions, it does not give long-term signals concerning investment.
Ο Lange χρησιμοποιούσε νεοκλασική, όχι μαρξιστική ορολογία. Μολονότι ήταν σοσιαλιστής εκ πεποιθήσεως, τον γοήτευαν η διανοητική πλευρά της οριακής οικονομικής θεωρίας και η δυνατότητα να δείξει, με αυτό το αναλυτικό οπλοστάσιο, ότι ο Mises έσφαλλε. Ο Lange θεωρούσε ότι η δυνατότητα υπολογισμού χωρίς πραγματική αγορά είχε καταδειχθεί θεωρητικά από τον Ιταλό οικονομολόγο Enrico Barone το 1908.2 Ο Barone αναφερόταν σε ένα σύστημα γενικής ισορροπίας, λέγοντας ότι, εάν μπορούσαν να επιλυθούν τα συστήματα εξισώσεων, οι επιμέρους ισορροπίες των παραγωγών και των καταναλωτών θα μπορούσαν να προσδιοριστούν ex ante. Η θέση του Barone, ωστόσο, ήταν ότι κάτι τέτοιο είναι πρακτικά αδύνατον· επομένως, όπως και ο Mises, υποστήριζε την άποψη ότι ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά. Σκοπός του Lange ήταν να δείξει ότι τόσο ο Mises όσο και ο Barone έσφαλλαν —ο Mises, όμως, σε μεγαλύτερο βαθμό— και ότι ο υπολογισμός ήταν δυνατός τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά.
Lange used neoclassical, not Marxist terminology. Although he was a socialist by conviction, he was fascinated by the intellectual side of marginalist economics and by the possibility of showing with this apparatus that Mises was wrong. Lange thought that, theoretically, the possibility of calculation without an actual market was shown by the Italian economist Enrico Barone in 1908. Barone referred to a system of general equilibrium saying that if the sets of equations could be solved, the partial equilibria of producers and consumers could be established ex ante. Barone’s point was, however, that such a possibility is practically impossible, so (similar to Mises) he supported the view that socialism cannot work efficiently. Lange’s aim was to show that both Mises and Barone were wrong (but Mises to a larger degree) and that theoretically and practically, calculation was possible.
Ο Lange θεωρούσε ότι είχε επιτέλους επιλύσει τα προβλήματα του οικονομικού υπολογισμού υπό τον σοσιαλισμό, τα οποία είχε καταδείξει ο Mises στο δοκίμιό του «Ο Οικονομικός Υπολογισμός στη Σοσιαλιστική Κοινότητα». Σχετικά με αυτό, ο Lange έγραφε στο άρθρο του «Περί της οικονομικής θεωρίας του σοσιαλισμού»:
Lange thought he had finally solved the problems of socialist calculation that Mises had demonstrated in his essay “Economic Calculation in the Socialist Commonwealth.” And to this point Lange wrote in his article “On the Economic Theory of Socialism”:
Οι σοσιαλιστές έχουν ασφαλώς βάσιμους λόγους να είναι ευγνώμονες στον καθηγητή Mises, τον μεγάλο advocatus diaboli της υπόθεσής τους. Διότι η ισχυρή πρόκληση που τους απηύθυνε ήταν εκείνη που ανάγκασε τους σοσιαλιστές να αναγνωρίσουν τη σημασία ενός επαρκούς συστήματος οικονομικής λογιστικής για την καθοδήγηση της κατανομής των πόρων σε μια σοσιαλιστική οικονομία. Επιπλέον, κυρίως χάρη στην πρόκληση του καθηγητή Mises πολλοί σοσιαλιστές συνειδητοποίησαν την ίδια την ύπαρξη ενός τέτοιου προβλήματος.… Η τιμή για το ότι ώθησε τους σοσιαλιστές να προσεγγίσουν συστηματικά αυτό το πρόβλημα ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθηγητή Mises.
Socialists have certainly good reason to be grateful to Professor Mises, the great advocatus diabol of their cause. For it was his powerful challenge that forced the socialists to recognize the importance of an adequate system of economic accounting to guide the allocation of resources in a socialist economy. Even more, it was chiefly due to Professor Mises’ challenge that many socialists became aware of the very existence of such a problem. . . . [T]he merit of having caused the socialists to approach this problem systematically belongs entirely to Professor Mises.
Τόσο ως έκφραση αναγνώρισης της μεγάλης υπηρεσίας που προσέφερε όσο και ως υπενθύμιση της πρωταρχικής σημασίας της ορθής οικονομικής λογιστικής, ένα άγαλμα του καθηγητή Mises θα έπρεπε να κατέχει τιμητική θέση στη μεγάλη αίθουσα του Υπουργείου Κοινωνικοποίησης ή του Κεντρικού Συμβουλίου Σχεδιασμού του σοσιαλιστικού κράτους.
Both as an expression of recognition for the great service rendered by him and as a memento of the prime importance of sound economic accounting, a statue of Professor Mises ought to occupy an honorable place in the great hall of the Ministry of Socialization or of the Central Planning Board of the socialist state.
Οι θεωρητικές απόψεις του Lange, καθώς και η πεποίθησή του ότι μια «σκιώδης αγορά» μπορούσε να εφαρμοστεί στην πράξη στη σοσιαλιστική οικονομία, αμφισβητήθηκαν, με τη σειρά τους, από τον Friedrich A. Hayek.3 Ο Hayek θεωρούσε ότι ο Lange είχε διαπράξει πολλά σφάλματα. Στην εκδοχή του σοσιαλισμού που πρότεινε ο Lange, θα απαιτούνταν μια στρατιά ελεγκτών για να επαληθεύει τους υπολογισμούς των επικεφαλής των επιχειρήσεων. Τι θα παρακινούσε, όμως, τους επικεφαλής των επιχειρήσεων και των κλάδων; Θα εμποδίζονταν να εξαπατούν; Επιπλέον, τα αποτελέσματα αυτών των υπολογισμών θα έπρεπε να συγκρίνονται με πρόσθετους, αντιπραγματικούς υπολογισμούς, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι επικεφαλής των επιχειρήσεων είχαν επιλέξει τον καλύτερο δυνατό συνδυασμό συντελεστών παραγωγής. Όλα αυτά θα απαιτούσαν ένα τεράστιο γραφειοκρατικό κράτος.
Lange’s theoretical views, as well as his conviction of the practical applicability of a “shadow market” in the socialist economy, were, in turn, questioned by Friedrich A. Hayek. Hayek thought that Lange had committed many errors. In Lange’s version of socialism, an army of controllers would be needed to verify the calculations of the heads of enterprises. But what would motivate the heads of enterprises and branches? Would they be prevented from cheating. Moreover, the results of these calculations would have to be compared with additional, counterfactual calculations in order to see whether the bosses of enterprises have chosen the best combination of factors of production possible. All this would call for an enormous bureaucratic state.
Η πρακτική πλευρά του σοσιαλισμού ακολούθησε τη δική της πορεία. Μια κομμουνιστική οικονομία, όπως τη γνωρίζουμε, οικοδομήθηκε στη Σοβιετική Ένωση στα τέλη της δεκαετίας του είκοσι και στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα και κατόπιν μεταφυτεύθηκε στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για ένα διάστημα φαινόταν ότι είχε λειτουργήσει καλά, τουλάχιστον από τη σκοπιά των κυρίαρχων γραφειοκρατιών, οι οποίες δεν δίσταζαν να χρησιμοποιούν ολοκληρωτικά μέτρα και μαζική τρομοκρατία.
The practical side of socialism took its own course. A communist economy as we know it was constructed in the Soviet Union in the late twenties and early thirties and then transplanted to Central and Eastern Europe after World War II. For a time it seemed to have worked well, at least from the point of view of the ruling bureaucracies, who did not hesitate to use totalitarian measures and mass terror.
Δεν υπήρχε θέση ούτε για την ιδιωτική ιδιοκτησία ούτε για την αγορά. Η μόνη μέθοδος συντονισμού της οικονομικής δραστηριότητας ήταν οι κυβερνητικές εντολές και η γραφειοκρατική κατανομή. Το αποτέλεσμα ήταν μια παρατεταμένη κρίση, που χαρακτηριζόταν από στασιμότητα ή μείωση της παραγωγής, από πληθωρισμό, οικολογική καταστροφή —λόγω της σπάταλης χρήσης κάθε είδους πόρων: ενέργειας, νερού, δασών κ.λπ.—, από πτώση του βιοτικού επιπέδου και από διάχυτη απογοήτευση του πληθυσμού και κοινωνική παθολογία. Η κρίση αυτή, σε συνδυασμό με πολιτικές εξελίξεις στις οποίες περιλαμβανόταν η ανάδυση μιας οργανωμένης αντιπολίτευσης, επέφερε τις επαναστατικές αλλαγές των οποίων γίναμε μάρτυρες το 1989.
There was no place for private ownership, nor for the market. The only method of coordinating economic activity was government command and bureaucratic allocation. The result was a prolonged crisis, marked by a stagnation or decrease of production, by inflation, ecological disaster (because of wasteful use of all types of resources—energy, water, forests, etc.), by falling standards of living, and by widespread public frustration and social pathology. This crisis, coupled with political developments including the rise of an organized opposition, brought about the revolutionary changes we witnessed in 1989.
Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, και ιδίως στην Πολωνία, υπάρχει τώρα έντονη επιθυμία να επανέλθουν η ιδιωτική ιδιοκτησία και η ελεύθερη αγορά.
In Eastern European countries, and in Poland in particular, there is now a strong desire to reintroduce private property and the free market.
Όταν αυτό επιτευχθεί, ίσως θα πρέπει να υιοθετηθεί η πρόταση του Lange: να ανεγερθεί στην Πολωνία ένα άγαλμα του Mises —ως φόρος τιμής στην τελική διανοητική του νίκη. Διότι το όραμά του για μια ελεύθερη κοινωνία παρέχει στέρεο διανοητικό θεμέλιο για την ανάδυση μιας ελεύθερης και ευημερούσας Πολωνίας.
When it has been accomplished, perhaps Lange’s suggestion should be taken up: a statue of Mises should be erected in Poland—in tribute to his final intellectual triumph. For his vision of a free society provides firm intellectual grounding for the emergence of a free and prosperous Poland.
Jacek Kochanowicz
Καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης
Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, Πολωνία
Απρίλιος 1990
Jacek Kochanowicz Professor of Economics University of Warsaw, Poland April 1990
Υπάρχουν πολλοί σοσιαλιστές που δεν έχουν ποτέ καταπιαστεί με κανέναν τρόπο με τα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης και δεν έχουν καταβάλει την παραμικρή προσπάθεια να σχηματίσουν μια σαφή αντίληψη των συνθηκών που καθορίζουν τον χαρακτήρα της ανθρώπινης κοινωνίας. Υπάρχουν άλλοι που έχουν εμβαθύνει στην οικονομική ιστορία του παρελθόντος και του παρόντος και έχουν προσπαθήσει, πάνω σε αυτή τη βάση, να συγκροτήσουν μια οικονομική θεωρία της «αστικής» κοινωνίας. Έχουν ασκήσει με μεγάλη ευχέρεια κριτική στην οικονομική δομή της «ελεύθερης» κοινωνίας, αλλά έχουν συστηματικά παραλείψει να εφαρμόσουν στην οικονομία του υπό συζήτηση σοσιαλιστικού κράτους την ίδια καυστική οξυδέρκεια που έχουν επιδείξει αλλού, όχι πάντοτε με επιτυχία. Η οικονομική επιστήμη, καθαυτή, ελάχιστη θέση κατέχει στις σαγηνευτικές εικόνες που φιλοτεχνούν οι ουτοπιστές. Εξηγούν πάντοτε πώς, στις νεφελοκοκκυγίες της φαντασίας τους, τα ψητά περιστέρια θα πετούν με κάποιον τρόπο στα στόματα των συντρόφων, παραλείπουν όμως να δείξουν πώς θα συντελεστεί αυτό το θαύμα. Όπου πράγματι αρχίζουν να γίνονται σαφέστεροι στο πεδίο της οικονομικής επιστήμης, σύντομα βρίσκονται σε αμηχανία —ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, τα φαντασιοκοπήματα του Proudhon περί μιας «τράπεζας ανταλλαγών»—, ώστε δεν είναι δύσκολο να επισημάνει κανείς τις λογικές τους πλάνες. Όταν ο μαρξισμός απαγορεύει επίσημα στους οπαδούς του να ασχολούνται με οικονομικά προβλήματα πέρα από την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών, δεν υιοθετεί καμία νέα αρχή, αφού και οι ουτοπιστές, σε όλες τις περιγραφές τους, έχουν παραμελήσει κάθε οικονομική παράμετρο και έχουν επικεντρώσει την προσοχή τους αποκλειστικά στη σκιαγράφηση ζοφερών εικόνων των υφιστάμενων συνθηκών και λαμπρών εικόνων εκείνης της χρυσής εποχής που αποτελεί τη φυσική συνέπεια της Νέας Τάξης Πραγμάτων.
There are many socialists who have never come to grips in any way with the problems of economics, and who have made no attempt at all to form for themselves any clear conception of the conditions which determine the character of human society. There are others, who have probed deeply into the economic history of the past and present, and striven, on this basis, to construct a theory of economics of the “bourgeois” society. They have criticized freely enough the economic structure of “free” society, but have consistently neglected to apply to the economics of the disputed socialist state the same caustic acumen, which they have revealed elsewhere, not always with success. Economics, as such, figures all too sparsely in the glamorous pictures painted by the Utopians. They invariably explain how, in the cloud-cuckoo lands of their fancy, roast pigeons will in some way fly into the mouths of the comrades, but they omit to show how this miracle is to take place. Where they do in fact commence to be more explicit in the domain of economics, they soon find themselves at a loss–one remembers, for instance, Proudhon’s fantastic dreams of an “exchange bank”–so that it is not difficult to point out their logical fallacies. When Marxism solemnly forbids its adherents to concern themselves with economic problems beyond the expropriation of the expropriators, it adopts no new principle, since the Utopians throughout their descriptions have also neglected all economic considerations, and concentrated attention solely upon painting lurid pictures of existing conditions and glowing pictures of that golden age which is the natural consequence of the New Dispensation.
Είτε θεωρεί κανείς την έλευση του σοσιαλισμού αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εξέλιξης της ανθρωπότητας είτε θεωρεί την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής τη μεγαλύτερη ευλογία ή τη χειρότερη συμφορά που μπορεί να βρει την ανθρωπότητα, οφείλει τουλάχιστον να παραδεχθεί ότι η διερεύνηση των συνθηκών μιας κοινωνίας οργανωμένης σε σοσιαλιστική βάση έχει αξία που υπερβαίνει εκείνη «μιας καλής διανοητικής άσκησης και ενός μέσου για την προαγωγή της πολιτικής σαφήνειας και της συνέπειας της σκέψης».1 Σε μια εποχή κατά την οποία πλησιάζουμε ολοένα περισσότερο στον σοσιαλισμό και μάλιστα, υπό μία ορισμένη έννοια, κυριαρχούμαστε από αυτόν, η έρευνα των προβλημάτων του σοσιαλιστικού κράτους αποκτά πρόσθετη σημασία για την εξήγηση όσων συμβαίνουν γύρω μας. Οι προηγούμενες αναλύσεις της ανταλλακτικής οικονομίας δεν επαρκούν πλέον για την ορθή κατανόηση των κοινωνικών φαινομένων στη σημερινή Γερμανία και στις ανατολικές γειτονικές της χώρες. Το έργο μας εν προκειμένω είναι να συμπεριλάβουμε στην εξέτασή μας, σε αρκετά ευρεία έκταση, τα στοιχεία της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Οι προσπάθειες να αποσαφηνιστεί αυτό το ζήτημα δεν χρειάζονται περαιτέρω δικαιολόγηση.
Whether one regards the coming of socialism as an unavoidable result of human evolution, or considers the socialization of the means of production as the greatest blessing or the worst disaster that can befall mankind, one must at least concede, that investigation into the conditions of society organized upon a socialist basis is of value as something more than “a good mental exercise, and a means of promoting political clearness and consistency of thought.” In an age in which we are approaching nearer and nearer to socialism, and even, in a certain sense, are dominated by it, research into the problems of the socialist state acquires added significance for the explanation of what is going on around us. Previous analyses of the exchange economy no longer suffice for a proper understanding of social phenomena in Germany and its eastern neighbors today. Our task in this connection is to embrace within a fairly wide range the elements of socialistic society. Attempts to achieve clarity on this subject need no further justification.
1. Η διανομή των καταναλωτικών αγαθών στη σοσιαλιστική κοινότητα
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Distribution of Consumption Goods in the Socialist Commonwealth
Υπό τον σοσιαλισμό, όλα τα μέσα παραγωγής αποτελούν ιδιοκτησία της κοινότητας. Μόνον η κοινότητα μπορεί να τα διαθέτει και να καθορίζει τη χρήση τους στην παραγωγή. Είναι αυτονόητο ότι η κοινότητα θα μπορεί να ασκεί τις εξουσίες διάθεσης που διαθέτει μόνο μέσω της συγκρότησης ενός ειδικού οργάνου για τον σκοπό αυτό. Η δομή αυτού του οργάνου και το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα εκφράζει και θα εκπροσωπεί τη βούληση της κοινότητας έχουν για εμάς δευτερεύουσα σημασία. Μπορεί κανείς να υποθέσει ότι το τελευταίο αυτό ζήτημα θα εξαρτάται από την επιλογή του προσωπικού και, στις περιπτώσεις όπου η εξουσία δεν έχει ανατεθεί σε μια δικτατορία, από την πλειοψηφική ψήφο των μελών του συλλογικού σώματος.
Under socialism all the means of production are the property of the community. It is the community alone which can dispose of them and which determines their use in production. It goes without saying that the community will only be in a position to employ its powers of disposal through the setting up of a special body for the purpose. The structure of this body and the question of how it will articulate and represent the communal will is for us of subsidiary importance. One may assume that this last will depend upon the choice of personnel, and in cases where the power is not vested in a dictatorship, upon the majority vote of the members of the corporation.
Ο ιδιοκτήτης παραγωγικών αγαθών, ο οποίος έχει παραγάγει καταναλωτικά αγαθά και γίνεται έτσι ιδιοκτήτης τους, έχει πλέον την επιλογή είτε να τα καταναλώσει ο ίδιος είτε να τα διαθέσει προς κατανάλωση σε άλλους. Όταν, όμως, η κοινότητα γίνεται ιδιοκτήτρια καταναλωτικών αγαθών, τα οποία έχει αποκτήσει μέσω της παραγωγής, η επιλογή αυτή παύει να υφίσταται. Η ίδια δεν μπορεί να καταναλώσει· είναι αναγκασμένη να επιτρέψει σε άλλους να το πράξουν. Το ποιος θα καταναλώσει και το τι θα καταναλώσει ο καθένας αποτελούν τον πυρήνα του προβλήματος της σοσιαλιστικής διανομής.
The owner of production goods, who has manufactured consumption goods and thus becomes their owner, now has the choice of either consuming them himself or of having them consumed by others. But where the community becomes the owner of consumption goods, which it has acquired in production, such a choice will no longer obtain. It cannot itself consume; it has perforce to allow others to do so. Who is to do the consuming and what is to be consumed by each is the crux of the problem of socialist distribution.
Χαρακτηριστικό του σοσιαλισμού είναι ότι η διανομή των καταναλωτικών αγαθών πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το ζήτημα της παραγωγής και από τις οικονομικές της συνθήκες. Είναι ασυμβίβαστο με τη φύση της κοινοτικής ιδιοκτησίας των παραγωγικών αγαθών να στηρίζεται η διανομή, έστω και εν μέρει, στον οικονομικό καταλογισμό της απόδοσης στους επιμέρους συντελεστές παραγωγής. Είναι λογικά παράλογο να γίνεται λόγος για την απόλαυση της «πλήρους απόδοσης» της εργασίας από τον εργαζόμενο και κατόπιν να υποβάλλονται σε χωριστή διανομή τα μερίδια των υλικών συντελεστών παραγωγής. Διότι, όπως θα δείξουμε, έγκειται στην ίδια τη φύση της σοσιαλιστικής παραγωγής το ότι δεν μπορούν να προσδιοριστούν τα μερίδια των επιμέρους συντελεστών παραγωγής στο εθνικό εισόδημα και ότι είναι πράγματι αδύνατον να υπολογιστεί η σχέση μεταξύ δαπάνης και εισοδήματος.
It is characteristic of socialism that the distribution of consumption goods must be independent of the question of production and of its economic conditions. It is irreconcilable with the nature of the communal ownership of production goods that it should rely even for a part of its distribution upon the economic imputation of the yield to the particular factors of production. It is logically absurd to speak of the worker’s enjoying the “full yield” of his work, and then to subject to a separate distribution the shares of the material factors of production. For, as we shall show, it lies in the very nature of socialist production that the shares of the particular factors of production in the national dividend cannot be ascertained, and that it is impossible in fact to gauge the relationship between expenditure and income.
Το ποια βάση θα επιλεγεί για τη διανομή των καταναλωτικών αγαθών μεταξύ των επιμέρους συντρόφων αποτελεί για εμάς ζήτημα περισσότερο ή λιγότερο δευτερεύουσας σημασίας. Το αν θα κατανεμηθούν σύμφωνα με τις ατομικές ανάγκες, ώστε να λαμβάνει τα περισσότερα εκείνος που τα χρειάζεται περισσότερο, ή αν ο ανώτερος άνθρωπος θα λαμβάνει περισσότερα από τον κατώτερο, ή αν θα θεωρείται ιδεώδης μια απολύτως ίση διανομή, ή αν κριτήριο θα είναι η υπηρεσία προς το κράτος, δεν αλλάζει το γεγονός ότι, σε κάθε περίπτωση, τα μερίδια θα διανέμονται από το κράτος.
What basis will be chosen for the distribution of consumption goods among the individual comrades is for us a consideration of more or less secondary importance. Whether they will be apportioned according to individual needs, so that he gets most who needs most, or whether the superior man is to receive more than the inferior, or whether a strictly equal distribution is envisaged as the ideal, or whether service to the State is to be the criterion, is immaterial to the fact that, in any event, the portions will be meted out by the State.
Ας δεχθούμε την απλή παραδοχή ότι η διανομή θα καθορίζεται με βάση την αρχή ότι το κράτος μεταχειρίζεται όλα τα μέλη του κατά τον ίδιο τρόπο· δεν είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς μια σειρά από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως η ηλικία, το φύλο, η υγεία, το επάγγελμα κ.λπ., σύμφωνα με τα οποία θα διαφοροποιούνται όσα λαμβάνει ο καθένας. Κάθε σύντροφος λαμβάνει μια δέσμη δελτίων, εξαργυρώσιμων εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος έναντι καθορισμένης ποσότητας συγκεκριμένων αγαθών. Έτσι μπορεί να τρώει αρκετές φορές την ημέρα, να εξασφαλίζει μόνιμη στέγη, περιστασιακή ψυχαγωγία και ένα καινούργιο κοστούμι πότε πότε. Το αν η κάλυψη αυτών των αναγκών θα είναι επαρκής ή όχι θα εξαρτάται από την παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας.
Let us assume the simple proposition that distribution will be determined upon the principle that the State treats all its members alike; it is not difficult to conceive of a number of peculiarities such as age, sex, health, occupation, etc., according to which what each receives will be graded. Each comrade receives a bundle of coupons, redeemable within a certain period against a definite quantity of certain specified goods. And so he can eat several times a day, find permanent lodgings, occasional amusements and a new suit every now and again. Whether such provision for these needs is ample or not, will depend on the productivity of social labor.
Επιπλέον, δεν είναι αναγκαίο να καταναλώνει κάθε άνθρωπος ολόκληρο το μερίδιό του. Μπορεί να αφήσει ένα μέρος του να καταστραφεί χωρίς να το καταναλώσει· μπορεί να το χαρίσει· μπορεί ακόμη, εφόσον το επιτρέπει η φύση των αγαθών, να το αποθηκεύσει για μελλοντική χρήση. Μπορεί, ωστόσο, και να ανταλλάξει ορισμένα από αυτά. Ο πότης της μπίρας θα παραχωρήσει ευχαρίστως τα μη αλκοολούχα ποτά που του έχουν κατανεμηθεί, εάν μπορεί να αποκτήσει περισσότερη μπίρα ως αντάλλαγμα, ενώ εκείνος που απέχει εντελώς από το αλκοόλ θα είναι πρόθυμος να παραχωρήσει το μερίδιό του σε αλκοολούχα ποτά, εάν μπορεί να αποκτήσει άλλα αγαθά αντί γι’ αυτό. Ο φιλότεχνος θα είναι πρόθυμος να παραχωρήσει τα εισιτήριά του για τον κινηματογράφο, προκειμένου να ακούει συχνότερα καλή μουσική· ο άμουσος θα είναι απολύτως πρόθυμος να παραχωρήσει τα εισιτήρια εισόδου του σε εκθέσεις τέχνης με αντάλλαγμα ευκαιρίες απόλαυσης που του είναι πιο κατανοητές. Όλοι τους θα δέχονται ευχαρίστως τις ανταλλαγές. Αντικείμενο αυτών των ανταλλαγών, όμως, θα είναι πάντοτε καταναλωτικά αγαθά. Τα παραγωγικά αγαθά σε μια σοσιαλιστική κοινότητα ανήκουν αποκλειστικά στην κοινότητα· αποτελούν αναπαλλοτρίωτη ιδιοκτησία της και, συνεπώς, res extra commercium.
Moreover, it is not necessary that every man should consume the whole of his portion. He may let some of it perish without consuming it; he may give it away in presents; he many even in so far as the nature of the goods permit, hoard it for future use. He can, however, also exchange some of them. The beer tippler will gladly dispose of non-alcoholic drinks allotted to him, if he can get more beer in exchange, whilst the teetotaler will be ready to give up his portion of drink if he can get other goods for it. The art lover will be willing to dispose of his cinema tickets in order the more often to hear good music; the Philistine will be quite prepared to give up the tickets which admit him to art exhibitions in return for opportunities for pleasure he more readily understands. They will all welcome exchanges. But the material of these exchanges will always be consumption goods. Production goods in a socialist commonwealth are exclusively communal; they are an inalienable property of the community, and thus res extra commercium.
Η αρχή της ανταλλαγής μπορεί, επομένως, να λειτουργεί ελεύθερα σε ένα σοσιαλιστικό κράτος, εντός των στενών ορίων που της επιτρέπονται. Δεν είναι αναγκαίο να εκδηλώνεται πάντοτε με τη μορφή άμεσων ανταλλαγών. Οι ίδιοι λόγοι που ανέκαθεν οδήγησαν στην ανάπτυξη της έμμεσης ανταλλαγής θα εξακολουθήσουν και σε ένα σοσιαλιστικό κράτος να προσφέρουν πλεονεκτήματα σε όσους επιδίδονται σε αυτήν. Συνάγεται, επομένως, ότι και το σοσιαλιστικό κράτος θα αφήνει περιθώριο για τη χρήση ενός καθολικού μέσου ανταλλαγής —δηλαδή του χρήματος. Ο ρόλος του θα είναι ουσιαστικά ο ίδιος σε μια σοσιαλιστική και σε μια ανταγωνιστική κοινωνία· και στις δύο χρησιμεύει ως καθολικό μέσο ανταλλαγής. Ωστόσο, η σημασία του χρήματος σε μια κοινωνία όπου τα μέσα παραγωγής ελέγχονται από το κράτος θα διαφέρει από εκείνη που έχει σε μια κοινωνία όπου αυτά αποτελούν ιδιωτική ιδιοκτησία. Στην πραγματικότητα, θα είναι ασυγκρίτως πιο περιορισμένη, αφού και το σύνολο των αγαθών που είναι διαθέσιμα προς ανταλλαγή θα είναι πιο περιορισμένο, καθώς θα περιλαμβάνει μόνο καταναλωτικά αγαθά. Επιπλέον, ακριβώς επειδή κανένα παραγωγικό αγαθό δεν θα γίνεται ποτέ αντικείμενο ανταλλαγής, θα είναι αδύνατον να προσδιοριστεί η χρηματική του αξία. Το χρήμα δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτελέσει σε ένα σοσιαλιστικό κράτος τον ρόλο που επιτελεί σε μια ανταγωνιστική κοινωνία κατά τον προσδιορισμό της αξίας των παραγωγικών αγαθών. Ο χρηματικός υπολογισμός θα είναι εδώ αδύνατος.
The principle of exchange can thus operate freely in a socialist state within the narrow limits permitted. It need not always develop in the form of direct exchanges. The same grounds which have always existed for the building-up of indirect exchange will continue in a socialist state, to place advantages in the way of those who indulge in it. It follows that the socialist state will thus also afford room for the use of a universal medium of exchange–that is, of money. Its role will be fundamentally the same in a socialist as in a competitive society; in both it serves as the universal medium of exchange. Yet the significance of money in a society where the means of production are State controlled will be different from that which attaches to it in one where they are privately owned. It will be, in fact, incomparably narrower, since the material available for exchange will be narrower, inasmuch as it will be confined to consumption goods. Moreover, just because no production good will ever become the object of exchange, it will be impossible to determine its monetary value. Money could never fill in a socialist state the role it fills in a competitive society in determining the value of production goods. Calculation in terms of money will here be impossible.
Οι σχέσεις που προκύπτουν από αυτό το σύστημα ανταλλαγών μεταξύ συντρόφων δεν μπορούν να αγνοούνται από τους υπευθύνους για τη διαχείριση και τη διανομή των προϊόντων. Οφείλουν να λαμβάνουν ως βάση αυτές τις σχέσεις όταν επιδιώκουν να διανείμουν τα αγαθά κατ’ άτομο σύμφωνα με την ανταλλακτική τους αξία. Εάν, για παράδειγμα, 1 πούρο καταστεί ισοδύναμο με 5 τσιγάρα, θα είναι αδύνατον για τη διοίκηση να ορίσει την αυθαίρετη ισοδυναμία του 1 πούρου με 3 τσιγάρα ως βάση για την ίση διανομή πούρων και τσιγάρων αντιστοίχως. Εάν τα δελτία καπνού δεν πρόκειται να εξαργυρώνονται ομοιόμορφα για κάθε άτομο, εν μέρει έναντι πούρων και εν μέρει έναντι τσιγάρων, και εάν ορισμένοι λαμβάνουν μόνο πούρα και άλλοι μόνο τσιγάρα, είτε επειδή αυτό επιθυμούν είτε επειδή η υπηρεσία δελτίων δεν μπορεί να πράξει διαφορετικά εκείνη τη στιγμή, τότε θα πρέπει να τηρούνται οι όροι ανταλλαγής που επικρατούν στην αγορά. Διαφορετικά, όλοι όσοι λαμβάνουν τσιγάρα θα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι όσων λαμβάνουν πούρα. Διότι εκείνος που λαμβάνει ένα πούρο μπορεί να το ανταλλάξει με πέντε τσιγάρα, ενώ στον λογαριασμό του χρεώνονται μόνο τρία τσιγάρα.
The relationships which result from this system of exchange between comrades cannot be disregarded by those responsible for the administration and distribution of products. They must take these relationships as their basis, when they seek to distribute goods per head in accordance with their exchange value. If, for instance 1 cigar becomes equal to 5 cigarettes, it will be impossible for the administration to fix the arbitrary value of 1 cigar = 3 cigarettes as a basis for the equal distribution of cigars and cigarettes respectively. If the tobacco coupons are not to be redeemed uniformly for each individual, partly against cigars, partly against cigarettes, and if some receive only cigars and others only cigarettes, either because that is their wish or because the coupon office cannot do anything else at the moment, the market conditions of exchange would then have to be observed. Otherwise everybody getting cigarettes would suffer as against those getting cigars. For the man who gets one cigar can exchange it for five cigarettes, and he is only marked down with three cigarettes.
Οι μεταβολές στις σχέσεις ανταλλαγής κατά τις συναλλαγές μεταξύ συντρόφων θα συνεπάγονται, επομένως, αντίστοιχες μεταβολές στις εκτιμήσεις της διοίκησης για την αντιπροσωπευτική αξία των διαφορετικών καταναλωτικών αγαθών. Κάθε τέτοια μεταβολή δείχνει ότι έχει εμφανιστεί μια απόκλιση ανάμεσα στις ιδιαίτερες ανάγκες των συντρόφων και στην ικανοποίησή τους, επειδή, πράγματι, κάποιο εμπόρευμα είναι περισσότερο επιθυμητό από κάποιο άλλο.
Variations in exchange relations in the dealings between comrades will therefore entail corresponding variations in the administrations’ estimates of the representative character of the different consumption-goods. Every such variation shows that a gap has appeared between the particular needs of comrades and their satisfactions because in fact, some one commodity is more strongly desired than another.
Η διοίκηση θα φροντίζει ασφαλώς να λαμβάνει υπόψη αυτό το στοιχείο και όσον αφορά την παραγωγή. Τα είδη με μεγαλύτερη ζήτηση θα πρέπει να παράγονται σε μεγαλύτερες ποσότητες, ενώ η παραγωγή εκείνων που ζητούνται λιγότερο θα πρέπει να περιορίζεται. Μια τέτοια ρύθμιση μπορεί να είναι εφικτή, υπάρχει όμως ένα πράγμα που η διοίκηση δεν θα είναι ελεύθερη να πράξει: δεν πρέπει να αφήνει στον εκάστοτε σύντροφο τη δυνατότητα να ζητά την αξία του δελτίου καπνού του είτε σε πούρα είτε σε τσιγάρα, κατά βούληση. Εάν ο σύντροφος είχε αυτό το δικαίωμα επιλογής, θα μπορούσε κάλλιστα η ζήτηση πούρων και τσιγάρων να υπερβαίνει την προσφορά ή, αντιστρόφως, να συσσωρεύονται πούρα ή τσιγάρα στις υπηρεσίες διανομής, επειδή κανείς δεν θα τα παραλάμβανε.
The administration will indeed take pains to bear this point in mind also as regards production. Articles in greater demand will have to be produced in greater quantities while production of those which are less demanded will have to suffer a curtailment. Such control may be possible, but one thing it will not be free to do; it must not leave it to the individual comrade to ask the value of his tobacco ticket either in cigars or cigarettes at will. If the comrade were to have the right of choice, then it might well be that the demand for cigars and cigarettes would exceed the supply, or vice versa, that cigars or cigarettes pile up in the distributing offices because no one will take them.
Εάν υιοθετήσει κανείς την οπτική της εργασιακής θεωρίας της αξίας, το πρόβλημα επιδέχεται εύκολα μια απλή λύση. Στον σύντροφο πιστώνεται τότε κάθε ώρα εργασίας που έχει προσφέρει, και αυτό του δίνει το δικαίωμα να λάβει το προϊόν μιας ώρας εργασίας, αφαιρουμένου του ποσού που παρακρατείται για την κάλυψη υποχρεώσεων της κοινότητας ως συνόλου, όπως η συντήρηση των ανίκανων προς εργασία, η εκπαίδευση κ.λπ.
Εάν θεωρήσουμε ότι το ποσό που παρακρατείται για την κάλυψη των κοινοτικών δαπανών είναι το ήμισυ του προϊόντος της εργασίας, κάθε εργαζόμενος που έχει εργαστεί μία πλήρη ώρα θα δικαιούται να λάβει μόνο τόση ποσότητα προϊόντος όση αντιστοιχεί πράγματι σε μισή ώρα εργασίας. Κατά συνέπεια, όποιος είναι σε θέση να προσφέρει διπλάσιο χρόνο εργασίας από εκείνον που απαιτήθηκε για την κατασκευή ενός είδους θα μπορεί να το πάρει από την αγορά και να το διαθέσει για δική του χρήση ή κατανάλωση. Για την αποσαφήνιση του προβλήματός μας, είναι προτιμότερο να υποθέσουμε ότι το κράτος δεν παρακρατεί στην πραγματικότητα τίποτε από τους εργαζομένους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, αλλά, αντί γι’ αυτό, επιβάλλει φόρο εισοδήματος στα εργαζόμενα μέλη του. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε ώρα εργασίας που προσφέρεται θα συνεπάγεται το δικαίωμα απόκτησης τόσης ποσότητας αγαθών όση απαίτησε μία ώρα εργασίας.
If one adopts the standpoint of the labor theory of value, the problem freely admits of a simple solution. The comrade is then marked up for every hour’s work put in, and this entitles him to receive the product of one hour’s labor, less the amount deducted for meeting such obligations of the community as a whole as maintenance of the unfit, education, etc. Taking the amount deducted for covering communal expenses as one half of the labor product, each worker who had worked a full hour would be entitled only to obtain such amount of the product as really answered to half an hour’s work. Accordingly, anybody who is in a position to offer twice the labor time taken in manufacturing an article, could take it from the market and transfer to his own use or consumption. For the clarification of our problem it will be better to assume that the State does not in fact deduct anything from the workers towards meeting its obligations, but instead imposes an income tax on its working members. In that way every hour of work put in would carry with it the right of taking for oneself such amount of goods as entailed an hour’s work.
Ωστόσο, ένας τέτοιος τρόπος ρύθμισης της διανομής θα ήταν ανεφάρμοστος, αφού η εργασία δεν είναι ομοιόμορφο και ομοιογενές μέγεθος. Μεταξύ των διαφόρων ειδών εργασίας υπάρχει αναγκαστικά μια ποιοτική διαφορά, η οποία οδηγεί σε διαφορετική αξιολόγηση ανάλογα με τη διαφορά στις συνθήκες ζήτησης και προσφοράς των προϊόντων τους. Για παράδειγμα, η προσφορά ζωγραφικών πινάκων δεν μπορεί να αυξηθεί, ceteris paribus, χωρίς να υποβαθμιστεί η ποιότητα του προϊόντος. Δεν μπορεί, όμως, να αναγνωριστεί στον εργαζόμενο που έχει προσφέρει μία ώρα εργασίας του απλούστερου είδους το δικαίωμα να λάβει το προϊόν μιας ώρας εργασίας ανώτερου είδους. Συνεπώς, καθίσταται εντελώς αδύνατον, σε οποιαδήποτε σοσιαλιστική κοινότητα, να θεμελιωθεί μια σύνδεση ανάμεσα στη σημασία που έχει για την κοινότητα οποιοδήποτε είδος εργασίας και στον επιμερισμό της απόδοσης της κοινοτικής παραγωγικής διαδικασίας. Η αμοιβή της εργασίας δεν μπορεί παρά να καθορίζεται σε αυθαίρετη βάση· δεν μπορεί να στηρίζεται στην οικονομική αξιολόγηση της απόδοσης, όπως σε μια ανταγωνιστική μορφή κοινωνικής οργάνωσης, όπου τα μέσα παραγωγής βρίσκονται σε ιδιωτικά χέρια, αφού —όπως είδαμε— κάθε τέτοια αξιολόγηση είναι αδύνατη σε μια σοσιαλιστική κοινότητα. Η οικονομική πραγματικότητα θέτει σαφή όρια στην εξουσία της κοινότητας να καθορίζει αυθαίρετα την αμοιβή της εργασίας: σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το ποσό που δαπανάται για μισθούς να υπερβαίνει το εισόδημα επί παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Yet such a manner of regulating distribution would be unworkable, since labor is not a uniform and homogeneous quantity. Between various types of labor there is necessarily a qualitative difference, which leads to a different valuation according to the difference in the conditions of demand for and supply of their products. For instance, the supply of pictures cannot be increased ceteris paribus, without damage to the quality of the product. Yet one cannot allow the laborer who had put in an hour of the most simple type of labor to be entitled to the product of an hour’s higher type of labor. Hence, it becomes utterly impossible in any socialist community to posit a connection between the significance to the community of any type of labor and the apportionment of the yield of the communal process of production. The remuneration of labor cannot but proceed upon an arbitrary basis; it cannot be based upon the economic valuation of the yield as in a competitive state of society, where the means of production are in private hands, since–as we have seen–any such valuation is impossible in a socialist community. Economic realities impose clear limits to the community’s power of fixing the remuneration of labor on an arbitrary basis: in no circumstances can the sum expended on wages exceed the income for any length of time.
Εντός αυτών των ορίων, η κοινότητα μπορεί να πράττει κατά βούληση. Μπορεί να ορίσει ευθύς εξαρχής ότι κάθε εργασία θα λογίζεται ως ίσης αξίας, ώστε κάθε ώρα εργασίας, όποια και αν είναι η ποιότητά της, να συνεπάγεται την ίδια αμοιβή· μπορεί εξίσου να προβαίνει σε διαφοροποιήσεις ανάλογα με την ποιότητα της εκτελούμενης εργασίας. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, πρέπει να διατηρεί την εξουσία να ελέγχει την επιμέρους διανομή του προϊόντος της εργασίας. Δεν θα μπορέσει ποτέ να θεσπίσει μια ρύθμιση κατά την οποία εκείνος που έχει προσφέρει μία ώρα εργασίας θα έχει και το δικαίωμα να καταναλώσει το προϊόν μιας ώρας εργασίας, ακόμη και αν παραμερίσουμε το ζήτημα των διαφορών στην ποιότητα της εργασίας και των προϊόντων και υποθέσουμε επιπλέον ότι θα ήταν δυνατόν να υπολογιστεί η ποσότητα εργασίας που αντιπροσωπεύει οποιοδήποτε δεδομένο είδος. Διότι, πέρα από την ίδια την εργασία, η παραγωγή όλων των οικονομικών αγαθών συνεπάγεται και το κόστος των υλικών. Ένα είδος για το οποίο χρησιμοποιείται περισσότερη πρώτη ύλη δεν μπορεί ποτέ να λογίζεται ως ίσης αξίας με ένα άλλο για το οποίο χρησιμοποιείται λιγότερη.
Within these limits it can do as it will. It can rule forthwith that all labor is to be reckoned of equal worth, so that every hour of work, whatever its quality, entails the same reward; it can equally well make a distinction in regard to the quality of work done. Yet in both cases it must reserve the power to control the particular distribution of the labor product. It will never be able to arrange that he who has put in an hour’s labor shall also have the right to consume the product of an hour’s labor, even leaving aside the question of differences in the quality of the labor and the products, and assuming moreover that it would be possible to gauge the amount of labor represented by any given article. For, over and above the actual labor, the production of all economic goods entails also the cost of materials. An article in which more raw material is used can never be reckoned of equal value with one in which less is used.
2. Η φύση του οικονομικού υπολογισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Nature of Economic Calculation
Κάθε άνθρωπος ο οποίος, κατά την οικονομική του ζωή, επιλέγει ανάμεσα στην ικανοποίηση μιας ανάγκης και στην ικανοποίηση μιας άλλης, διατυπώνει, εκ του γεγονότος αυτού και μόνον, μια αξιολογική κρίση. Τέτοιες αξιολογικές κρίσεις αφορούν άμεσα μόνο την ίδια την ικανοποίηση της ανάγκης· από αυτήν αντανακλώνται στα αγαθά κατώτερης τάξης και, κατόπιν, στα αγαθά ανώτερης τάξης.1 Κατά κανόνα, ο άνθρωπος που γνωρίζει τι θέλει είναι σε θέση να αξιολογεί αγαθά κατώτερης τάξης. Υπό απλές συνθήκες, μπορεί επίσης, χωρίς μεγάλη δυσκολία, να σχηματίσει κάποια κρίση για τη σημασία που έχουν γι’ αυτόν αγαθά ανώτερης τάξης. Όταν, όμως, η κατάσταση είναι πιο περίπλοκη και οι μεταξύ τους συνδέσεις δεν διακρίνονται τόσο εύκολα, πρέπει να χρησιμοποιηθούν πιο εκλεπτυσμένα μέσα για να επιτευχθεί μια ορθή2 αξιολόγηση των μέσων παραγωγής. Δεν θα ήταν δύσκολο για έναν γεωργό σε οικονομική απομόνωση να διακρίνει μεταξύ της επέκτασης της κτηνοτροφίας σε βοσκοτόπους και της ανάπτυξης της κυνηγετικής δραστηριότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι σχετικές παραγωγικές διαδικασίες είναι σχετικά σύντομες και η δαπάνη και το εισόδημα που συνεπάγονται μπορούν εύκολα να υπολογιστούν. Τα πράγματα είναι, όμως, εντελώς διαφορετικά όταν η επιλογή αφορά την αξιοποίηση ενός υδατορεύματος για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, την επέκταση ενός ανθρακωρυχείου ή την κατάρτιση σχεδίων για την καλύτερη αξιοποίηση της ενέργειας που περικλείεται στον ακατέργαστο άνθρακα. Εδώ οι έμμεσες διαδικασίες παραγωγής είναι πολλές και καθεμία τους ιδιαίτερα μακροχρόνια· εδώ οι αναγκαίες προϋποθέσεις για την επιτυχία των εγχειρημάτων που πρόκειται να αναληφθούν είναι ποικίλες, ώστε δεν μπορεί κανείς να αρκεστεί σε αόριστες αξιολογήσεις, αλλά χρειάζεται ακριβέστερες εκτιμήσεις και κάποια κρίση για τα οικονομικά ζητήματα που πράγματι τίθενται.
Every man who, in the course of economic life, takes a choice between the satisfaction of one need as against another, eo ipso makes a judgment of value. Such judgments of value at once include only the very satisfaction of the need itself; and from this they reflect back upon the goods of a lower, and then further upon goods of a higher order. As a rule, the man who knows his own mind is in a position to value goods of a lower order. Under simple conditions it is also possible for him without much ado to form some judgment of the significance to him of goods of a higher order. But where the state of affairs is more involved and their interconnections not so easily discernible, subtler means must be employed to accomplish a correct valuation of the means of production. It would not be difficult for a farmer in economic isolation to come by a distinction between the expansion of pasture-farming and the development of activity in the hunting field. In such a case the processes of production involved are relatively short and the expense and income entailed can be easily gauged. But it is quite a different matter when the choice lies between the utilization of a water-course for the manufacture of electricity or the extension of a coal mine or the drawing up of plans for the better employment of the energies latent in raw coal. Here the roundabout processes of production are many and each is very lengthy; here the conditions necessary for the success of the enterprises which are to be initiated are diverse, so that one cannot apply merely vague valuations, but requires rather more exact estimates and some judgment of the economic issues actually involved.
Η αξιολόγηση μπορεί να γίνεται μόνο κατά μονάδες, είναι όμως αδύνατον να υπάρξει ποτέ μονάδα υποκειμενικής αξίας χρήσης των αγαθών. Η οριακή χρησιμότητα δεν προϋποθέτει καμία μονάδα αξίας, αφού είναι προφανές ότι η αξία δύο μονάδων ενός δεδομένου αποθέματος είναι αναγκαστικά μεγαλύτερη από την αξία μιας μόνο μονάδας, αλλά μικρότερη από το διπλάσιό της. Οι αξιολογικές κρίσεις δεν μετρούν· απλώς καθορίζουν βαθμίδες και κλίμακες.3 Ακόμη και ο Robinson Crusoe, όταν πρέπει να λάβει μια απόφαση για την οποία δεν διαθέτει έτοιμη αξιολογική κρίση και πρέπει να σχηματίσει μια τέτοια κρίση βάσει μιας περισσότερο ή λιγότερο ακριβούς εκτίμησης, δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην υποκειμενική αξία χρήσης, αλλά οφείλει να λαμβάνει υπόψη τη δυνατότητα αμοιβαίας υποκατάστασης των αγαθών, βάσει της οποίας μπορεί κατόπιν να διαμορφώσει τις εκτιμήσεις του. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα του είναι αδύνατον να αναγάγει τα πάντα σε μία μονάδα. Αντιθέτως, θα ανάγει, στο μέτρο του δυνατού, όλα τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη διαμόρφωση της εκτίμησής του σε εκείνα τα οικονομικά αγαθά που μπορούν να συλληφθούν με μια άμεσα προφανή αξιολογική κρίση —δηλαδή στα αγαθά κατώτερης τάξης και στο κόστος σε μόχθο. Είναι προφανές ότι αυτό είναι δυνατόν μόνο υπό πολύ απλές συνθήκες. Στην περίπτωση πιο περίπλοκων και πιο μακροχρόνιων παραγωγικών διαδικασιών, προφανώς δεν επαρκεί.
Valuation can only take place in terms of units, yet it is impossible that there should ever be a unit of subjective use value for goods. Marginal utility does not posit any unit of value, since it is obvious that the value of two units of a given stock is necessarily greater than, but less than double, the value of a single unit. Judgments of value do not measure; they merely establish grades and scales. Even Robinson Crusoe, when he has to make a decision where no ready judgment of value appears and where he has to construct one upon the basis of a more or less exact estimate, cannot operate solely with subjective use value, but must take into consideration the intersubstitutability of goods on the basis of which he can then form his estimates. In such circumstances it will be impossible for him to refer all things back to one unit. Rather will he, so far as he can, refer all the elements which have to be taken into account in forming his estimate to those economic goods which can be apprehended by an obvious judgment of value–that is to say, to goods of a lower order and to pain-cost. That this is only possible in very simple conditions is obvious. In the case of more complicated and more lengthy processes of production it will, plainly, not answer.
Σε μια ανταλλακτική οικονομία, η αντικειμενική ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων χρησιμεύει ως μονάδα οικονομικού υπολογισμού. Αυτό συνεπάγεται ένα τριπλό πλεονέκτημα. Πρώτον, καθιστά δυνατό να βασιστεί ο υπολογισμός στις αξιολογήσεις όλων όσοι συμμετέχουν στις συναλλαγές. Η υποκειμενική αξία χρήσης για κάθε άτομο, ως αμιγώς ατομικό φαινόμενο, δεν είναι άμεσα συγκρίσιμη με την υποκειμενική αξία χρήσης για άλλους ανθρώπους. Καθίσταται συγκρίσιμη μόνο μέσω της ανταλλακτικής αξίας, η οποία προκύπτει από την αλληλεπίδραση των υποκειμενικών αξιολογήσεων όλων όσοι συμμετέχουν στην ανταλλαγή. Ο υπολογισμός βάσει της ανταλλακτικής αξίας παρέχει τότε ένα μέσο ελέγχου της κατάλληλης χρησιμοποίησης των αγαθών. Όποιος επιθυμεί να προβεί σε υπολογισμούς σχετικά με μια περίπλοκη παραγωγική διαδικασία θα διαπιστώσει αμέσως αν έχει εργαστεί οικονομικότερα από τους άλλους ή όχι· εάν διαπιστώσει, με βάση τις σχέσεις ανταλλαγής που επικρατούν στην αγορά, ότι δεν θα είναι σε θέση να παράγει επικερδώς, αυτό δείχνει ότι άλλοι γνωρίζουν πώς να χρησιμοποιήσουν καλύτερα τα εν λόγω αγαθά ανώτερης τάξης. Τέλος, ο υπολογισμός βάσει της ανταλλακτικής αξίας καθιστά δυνατή την αναγωγή των αξιών σε μία μονάδα. Για τον σκοπό αυτό μπορεί να επιλεγεί οποιοδήποτε αγαθό, αφού τα αγαθά είναι αμοιβαίως υποκαταστάσιμα σύμφωνα με τις σχέσεις ανταλλαγής που επικρατούν στην αγορά. Σε μια χρηματική οικονομία, ως τέτοιο αγαθό επιλέγεται το χρήμα.
In an exchange economy the objective exchange value of commodities enters as the unit of economic calculation. This entails a threefold advantage. In the first place, it renders it possible to base the calculation upon the valuations of all participants in trade. The subjective use value of each is not immediately comparable as a purely individual phenomenon with the subjective use value of other men. It only becomes so in exchange value, which arises out of the interplay of the subjective valuations of all who take part in exchange. But in that case calculation by exchange value furnishes a control over the appropriate employment of goods. Anyone who wishes to make calculations in regard to a complicated process of production will immediately notice whether he has worked more economically than others or not; if he finds, from reference to the exchange relations obtaining in the market, that he will not be able to produce profitably, this shows that others understand how to make a better use of the goods of higher order in question. Lastly, calculation by exchange value makes it possible to refer values back to a unit. For this purpose, since goods are mutually substitutable in accordance with the exchange relations obtaining in the market, any possible good can be chosen. In a monetary economy it is money that is so chosen.
Ο χρηματικός υπολογισμός έχει τα όριά του. Το χρήμα δεν είναι μέτρο της αξίας, ούτε της τιμής. Πράγματι, ούτε η αξία μετριέται σε χρήμα ούτε η τιμή. Απλώς εκφράζονται σε χρήμα. Το χρήμα, ως οικονομικό αγαθό, δεν έχει σταθερή αξία, όπως αφελώς αλλά εσφαλμένα έχει υποτεθεί όταν χρησιμοποιείται ως «πρότυπο αναβαλλόμενων πληρωμών». Η σχέση ανταλλαγής μεταξύ χρήματος και αγαθών υπόκειται σε συνεχείς, αν και κατά κανόνα όχι ιδιαίτερα έντονες, διακυμάνσεις, οι οποίες προέρχονται όχι μόνο από την πλευρά των άλλων οικονομικών αγαθών, αλλά και από την πλευρά του χρήματος. Ωστόσο, οι διακυμάνσεις αυτές διαταράσσουν τους υπολογισμούς αξίας μόνο σε ελάχιστο βαθμό, αφού συνήθως, λόγω των αδιάκοπων μεταβολών των άλλων οικονομικών δεδομένων, οι υπολογισμοί αυτοί αφορούν μόνο συγκριτικά σύντομα χρονικά διαστήματα —διαστήματα κατά τα οποία το «καλό» χρήμα, τουλάχιστον υπό κανονικές συνθήκες, παρουσιάζει συγκριτικά ασήμαντες διακυμάνσεις στις σχέσεις ανταλλαγής του. Η ανεπάρκεια του χρηματικού υπολογισμού της αξίας δεν οφείλεται πρωτίστως στο ότι η αξία υπολογίζεται τότε με όρους ενός καθολικού μέσου ανταλλαγής, δηλαδή του χρήματος, αλλά μάλλον στο ότι, σε αυτό το σύστημα, ο υπολογισμός βασίζεται στην ανταλλακτική αξία και όχι στην υποκειμενική αξία χρήσης. Δεν μπορεί ποτέ να χρησιμεύσει ως μέτρο για τον υπολογισμό εκείνων των προσδιοριστικών της αξίας στοιχείων που βρίσκονται εκτός του πεδίου των ανταλλακτικών συναλλαγών. Εάν, για παράδειγμα, κάποιος υπολόγιζε την κερδοφορία της κατασκευής ενός υδραυλικού έργου, δεν θα μπορούσε να συμπεριλάβει στον υπολογισμό του την ομορφιά του καταρράκτη που το έργο ενδέχεται να αλλοίωνε, παρά μόνο στον βαθμό που θα λάμβανε υπόψη τη μείωση της τουριστικής κίνησης ή παρόμοιες μεταβολές, οι οποίες μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα. Ωστόσο, τέτοιες παράμετροι θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν έναν από τους παράγοντες που θα έκριναν αν το έργο θα κατασκευαζόταν τελικά ή όχι.
Monetary calculation has its limits. Money is no yardstick of value, nor yet of price. Value is not indeed measured in money, nor is price. They merely consist in money. Money as an economic good is not of stable value as has been naïvely, but wrongly, assumed in using it as a “standard of deferred payments.” The exchange-relationship which obtains between money and goods is subjected to constant, if (as a rule) not too violent, fluctuations originating not only from the side of other economic goods, but also from the side of money. However, these fluctuations disturb value calculations only in the slightest degree, since usually, in view of the ceaseless alternations in other economic data–these calculations will refer only to comparatively short periods of time–periods in which “good” money, at least normally, undergoes comparatively trivial fluctuations in regard to its exchange relations. The inadequacy of the monetary calculation of value does not have its mainspring in the fact that value is then calculated in terms of a universal medium of exchange, namely money, but rather in the fact that in this system it is exchange value and not subjective use value on which the calculation is based. It can never obtain as a measure for the calculation of those value determining elements which stand outside the domain of exchange transactions. If, for example, a man were to calculate the profitability of erecting a waterworks, he would not be able to include in his calculation the beauty of the waterfall which the scheme might impair, except that he may pay attention to the diminution of tourist traffic or similar changes, which may be valued in terms of money. Yet these considerations might well prove one of the factors in deciding whether or not the building is to go up at all.
Συνηθίζεται να αποκαλούνται τέτοια στοιχεία «εξωοικονομικά». Αυτό ίσως είναι εύστοχο· δεν μας απασχολούν οι ορολογικές διαμάχες· ωστόσο, οι ίδιες αυτές παράμετροι δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ανορθολογικές. Όπου οι άνθρωποι θεωρούν σημαντική την ομορφιά μιας περιοχής ή ενός κτιρίου, την υγεία, την ευτυχία και την ικανοποίηση των ανθρώπων, την τιμή των ατόμων ή των εθνών, τα στοιχεία αυτά αποτελούν κινητήριες δυνάμεις ορθολογικής συμπεριφοράς εξίσου με τους οικονομικούς παράγοντες υπό την κυριολεκτική έννοια του όρου, ακόμη και όταν δεν είναι αμοιβαίως υποκαταστάσιμα στην αγορά και, επομένως, δεν υπεισέρχονται σε σχέσεις ανταλλαγής.
It is customary to term such elements “extra-economic.” This perhaps is appropriate; we are not concerned with disputes over terminology; yet the considerations themselves can scarcely be termed irrational. In any place where men regard as significant the beauty of a neighborhood or of a building, the health, happiness and contentment of mankind, the honor of individuals or nations, they are just as much motive forces of rational conduct as are economic factors in the proper sense of the word, even where they are not substitutable against each other on the market and therefore do not enter into exchange relationships.
Το ότι ο χρηματικός υπολογισμός δεν μπορεί να συμπεριλάβει αυτούς τους παράγοντες έγκειται στην ίδια του τη φύση· για τους σκοπούς, όμως, της καθημερινής οικονομικής μας ζωής, αυτό δεν μειώνει τη σημασία του χρηματικού υπολογισμού. Διότι όλα αυτά τα ιδεατά αγαθά είναι αγαθά κατώτερης τάξης και μπορούν, συνεπώς, να ενταχθούν άμεσα στο πεδίο των αξιολογικών μας κρίσεων. Δεν υπάρχει, επομένως, καμία δυσκολία να τα λάβουμε υπόψη, παρότι πρέπει να παραμείνουν εκτός της σφαίρας της χρηματικής αξίας. Το ότι δεν επιδέχονται τέτοιον υπολογισμό καθιστά ευκολότερη, και όχι δυσκολότερη, τη συνεκτίμησή τους στις υποθέσεις της ζωής. Μόλις αντιληφθούμε σαφώς πόσο υψηλά αξιολογούμε την ομορφιά, την υγεία, την τιμή και την υπερηφάνεια, ασφαλώς τίποτε δεν μπορεί να μας εμποδίσει να τους αποδώσουμε την ανάλογη βαρύτητα. Σε κάθε ευαίσθητο πνεύμα μπορεί να φαίνεται οδυνηρό να πρέπει να σταθμίζει τα πνευματικά αγαθά έναντι των υλικών. Αυτό, όμως, δεν είναι σφάλμα του χρηματικού υπολογισμού· έγκειται στην ίδια τη φύση των πραγμάτων. Ακόμη και όταν οι αξιολογικές κρίσεις μπορούν να σχηματιστούν άμεσα, χωρίς υπολογισμό σε όρους αξίας ή χρήματος, η αναγκαιότητα επιλογής μεταξύ υλικής και πνευματικής ικανοποίησης δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Ο Robinson Crusoe και το σοσιαλιστικό κράτος είναι εξίσου υποχρεωμένοι να προβούν σε αυτή την επιλογή.
That monetary calculation cannot embrace these factors lies in its very nature; but for the purposes of our everyday economic life this does not detract from the significance of monetary calculation. For all those ideal goods are goods of a lower order, and can hence be embraced straightway within the ambit of our judgment of values. There is therefore no difficulty in taking them into account, even though they must remain outside the sphere of monetary value. That they do not admit of such computation renders their consideration in the affairs of life easier and not harder. Once we see clearly how highly we value beauty, health, honor and pride, surely nothing can prevent us from paying a corresponding regard to them. It may seem painful to any sensitive spirit to have to balance spiritual goods against material. But that is not the fault of monetary calculation; it lies in the very nature of things themselves. Even where judgments of value can be established directly without computation in value or in money, the necessity of choosing between material and spiritual satisfaction cannot be evaded. Robinson Crusoe and the socialist state have an equal obligation to make the choice.
Όποιος έχει γνήσια αίσθηση των ηθικών αξιών δεν δυσκολεύεται να αποφασίσει ανάμεσα στην τιμή και στον βιοπορισμό. Γνωρίζει το σαφές καθήκον του. Αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει την τιμή του ψωμί, μπορεί ωστόσο να απαρνηθεί το ψωμί του για χάρη της τιμής του. Μόνον όσοι προτιμούν να απαλλαγούν από την αγωνία αυτής της απόφασης, επειδή δεν μπορούν να αποφασίσουν να απαρνηθούν την υλική άνεση για χάρη ενός πνευματικού οφέλους, βλέπουν στην επιλογή αυτή μια βεβήλωση των αληθινών αξιών.
Anyone with a genuine sense of moral values experiences no hardship in deciding between honor and livelihood. He knows his plain duty. If a man cannot make honor his bread, yet can he renounce his bread for honor’s sake. Only they who prefer to be relieved of the agony of this decision, because they cannot bring themselves to renounce material comfort for the sake of spiritual advantage, see in the choice a profanation of true values.
Ο χρηματικός υπολογισμός έχει νόημα μόνο εντός της σφαίρας της οικονομικής οργάνωσης. Είναι ένα σύστημα μέσω του οποίου οι κανόνες της οικονομίας μπορούν να εφαρμόζονται στη διάθεση των οικονομικών αγαθών. Τα οικονομικά αγαθά εντάσσονται σε αυτό το σύστημα μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο μπορούν να ανταλλάσσονται με χρήμα. Κάθε επέκταση της σφαίρας του χρηματικού υπολογισμού προκαλεί παρανοήσεις. Δεν μπορεί να θεωρείται ένα είδος μέτρου για την αξιολόγηση των αγαθών ούτε να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο στις ιστορικές έρευνες για την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων· δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως κριτήριο του εθνικού πλούτου και εισοδήματος ούτε ως μέσο υπολογισμού της αξίας αγαθών που βρίσκονται εκτός της σφαίρας της ανταλλαγής, όπως θα έκανε όποιος επιχειρούσε να εκτιμήσει σε χρήμα το μέγεθος των ανθρώπινων απωλειών από μεταναστεύσεις ή πολέμους.4 Πρόκειται απλώς για ανοησία ημιμαθών, όσο και αν επιδίδονται σε αυτήν οικονομολόγοι κατά τα άλλα οξυδερκείς.
Monetary calculation only has meaning within the sphere of economic organization. It is a system whereby the rules of economics may be applied in the disposition of economic goods. Economic goods only have part in this system in proportion to the extent to which they may be exchanged for money. Any extension of the sphere of monetary calculation causes misunderstanding. It cannot be regarded as constituting a kind of yardstick for the valuation of goods, and cannot be so treated in historical investigations into the development of social relationships; it cannot be used as a criterion of national wealth and income, nor as a means of gauging the value of goods which stand outside the sphere of exchange, as who should seek to estimate the extent of human losses through emigrations or wars in terms of money? This is mere sciolistic tomfoolery, however much it may be indulged in by otherwise perspicacious economists.
Εντούτοις, εντός αυτών των ορίων, τα οποία στην οικονομική ζωή ουδέποτε υπερβαίνει, ο χρηματικός υπολογισμός ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του οικονομικού υπολογισμού. Μας παρέχει έναν οδηγό μέσα στο ασφυκτικό πλήθος των οικονομικών δυνατοτήτων. Μας επιτρέπει να επεκτείνουμε σε όλα τα αγαθά ανώτερης τάξης την αξιολογική κρίση που συνδέεται με τα αγαθά τα έτοιμα προς κατανάλωση και είναι σαφώς προφανής στην περίπτωσή τους ή, το πολύ, στην περίπτωση παραγωγικών αγαθών της κατώτατης τάξης. Καθιστά την αξία τους υπολογίσιμη και μας παρέχει έτσι την πρωταρχική βάση για όλες τις οικονομικές πράξεις που αφορούν αγαθά ανώτερης τάξης. Χωρίς αυτόν, κάθε παραγωγή που περιλαμβάνει διαδικασίες οι οποίες εκτείνονται πολύ πίσω στον χρόνο και όλες οι μακροχρόνιες έμμεσες διαδικασίες της καπιταλιστικής παραγωγής θα αποτελούσαν ψηλάφηση στο σκοτάδι.
Nevertheless within these limits, which in economic life it never oversteps, monetary calculation fulfils all the requirements of economic calculation. It affords us a guide through the oppressive plenitude of economic potentialities. It enables us to extend to all goods of a higher order the judgment of value, which is bound up with and clearly evident in, the case of goods ready for consumption, or at best of production goods of the lowest order. It renders their value capable of computation and thereby gives us the primary basis for all economic operations with goods of a higher order. Without it, all production involving processes stretching well back in time and all the longer roundabout processes of capitalistic production would be gropings in the dark.
Η δυνατότητα υπολογισμού της αξίας σε χρήμα διέπεται από δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, όχι μόνο τα αγαθά κατώτερης τάξης αλλά και εκείνα ανώτερης τάξης πρέπει να εμπίπτουν στη σφαίρα της ανταλλαγής, προκειμένου να συμπεριληφθούν στον υπολογισμό. Εάν δεν συμβαίνει αυτό, δεν προκύπτουν σχέσεις ανταλλαγής. Είναι βέβαια αλήθεια ότι οι παράμετροι που πρέπει να λαμβάνει υπόψη ο Robinson Crusoe όταν είναι διατεθειμένος, στο πλαίσιο του νοικοκυριού του, να ανταλλάξει, μέσω της παραγωγής, εργασία και αλεύρι με ψωμί δεν διαφέρουν από εκείνες που λαμβάνει υπόψη όταν είναι διατεθειμένος να ανταλλάξει ψωμί με ενδύματα στην ανοικτή αγορά· επομένως, είναι ως έναν βαθμό ορθό να λέγεται ότι κάθε οικονομική δράση, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της παραγωγής του Robinson Crusoe, μπορεί να ονομαστεί ανταλλαγή.5 Επιπλέον, ο νους ενός και μόνο ανθρώπου —όσο ευφυής και αν είναι— είναι υπερβολικά αδύναμος για να συλλάβει τη σημασία καθενός από τα αναρίθμητα αγαθά ανώτερης τάξης. Κανένας μεμονωμένος άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει σε βάθος όλες τις δυνατότητες παραγωγής, αναρίθμητες καθώς είναι, ώστε να είναι σε θέση να σχηματίζει άμεσα προφανείς αξιολογικές κρίσεις χωρίς τη βοήθεια κάποιου συστήματος υπολογισμού. Η κατανομή του διαχειριστικού ελέγχου των οικονομικών αγαθών μεταξύ περισσότερων ατόμων, σε μια κοινότητα ανθρώπων που συμμετέχουν στην εργασία για την παραγωγή τους και έχουν οικονομικό συμφέρον σε αυτά, συνεπάγεται ένα είδος διανοητικού καταμερισμού της εργασίας, το οποίο δεν θα ήταν δυνατό χωρίς κάποιο σύστημα υπολογισμού της παραγωγής και χωρίς οικονομία.
There are two conditions governing the possibility of calculating value in terms of money. Firstly, not only must goods of a lower, but also those of a higher order, come within the ambit of exchange, if they are to be included. If they do not do so, exchange relationships would not arise. True enough, the considerations which must obtain in the case of Robinson Crusoe prepared, within the range of his own hearth, to exchange, by production, labor and flour for bread, are indistinguishable from those which obtain when he is prepared to exchange bread for clothes in the open market, and, therefore, it is to some extent true to say that every economic action, including Robinson Crusoe’s own production, can be termed exchange. Moreover, the mind of one man alone–be it ever so cunning, is too weak to grasp the importance of any single one among the countlessly many goods of a higher order. No single man can ever master all the possibilities of production, innumerable as they are, as to be in a position to make straightway evident judgments of value without the aid of some system of computation. The distribution among a number of individuals of administrative control over economic goods in a community of men who take part in the labor of producing them, and who are economically interested in them, entails a kind of intellectual division of labor, which would not be possible without some system of calculating production and without economy.
Η δεύτερη προϋπόθεση είναι να υπάρχει πράγματι ένα καθολικά χρησιμοποιούμενο μέσο ανταλλαγής —δηλαδή χρήμα—, το οποίο να επιτελεί τον ίδιο ρόλο ως μέσο και στην ανταλλαγή παραγωγικών αγαθών. Εάν αυτό δεν συνέβαινε, δεν θα ήταν δυνατόν να αναχθούν όλες οι σχέσεις ανταλλαγής σε έναν κοινό παρονομαστή.
The second condition is that there exists in fact a universally employed medium of exchange–namely, money –which plays the same part as a medium in the exchange of production goods also. If this were not the case, it would not be possible to reduce all exchange-relationships to a common denominator.
Μόνο υπό απλές συνθήκες μπορεί η οικονομία να λειτουργήσει χωρίς χρηματικό υπολογισμό. Μέσα στα στενά όρια της οικιακής οικονομίας, για παράδειγμα, όπου ο πατέρας μπορεί να εποπτεύει ολόκληρη την οικονομική διαχείριση, είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η σημασία των μεταβολών στις παραγωγικές διαδικασίες χωρίς τέτοια βοηθήματα του νου και, παρ’ όλα αυτά, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, η διαδικασία εξελίσσεται με σχετικά περιορισμένη χρήση κεφαλαίου. Ελάχιστες από τις καπιταλιστικές έμμεσες διαδικασίες παραγωγής εισάγονται εδώ: κατά κανόνα, παράγονται καταναλωτικά αγαθά ή, τουλάχιστον, αγαθά ανώτερης τάξης που βρίσκονται πολύ κοντά στα καταναλωτικά αγαθά. Ο καταμερισμός της εργασίας βρίσκεται σε υποτυπώδες στάδιο: ένας και ο αυτός εργαζόμενος ελέγχει, από την αρχή έως το τέλος, την εργασία που συνιστά ουσιαστικά μια πλήρη διαδικασία παραγωγής αγαθών έτοιμων προς κατανάλωση. Όλα αυτά, όμως, διαφέρουν στην ανεπτυγμένη κοινωνική παραγωγή. Οι εμπειρίες μιας μακρινής και παρωχημένης εποχής απλής παραγωγής δεν παρέχουν κανενός είδους επιχείρημα για τη θεμελίωση της δυνατότητας ενός οικονομικού συστήματος χωρίς χρηματικό υπολογισμό.
Only under simple conditions can economics dispense with monetary calculation. Within the narrow confines of household economy, for instance, where the father can supervise the entire economic management, it is possible to determine the significance of changes in the processes of production, without such aids to the mind, and yet with more or less of accuracy. In such a case the process develops under a relatively limited use of capital. Few of the capitalistic roundabout processes of production are here introduced: what is manufactured is, as a rule, consumption goods or at least such goods of a higher order as stand very near to consumption-goods. The division of labor is in its rudimentary stages: one and the same laborer controls the labor of what is in effect, a complete process of production of goods ready for consumption, from beginning to end. All this is different, however, in developed communal production. The experiences of a remote and bygone period of simple production do not provide any sort of argument for establishing the possibility of an economic system without monetary calculation.
Μέσα στα στενά όρια μιας κλειστής οικιακής οικονομίας, είναι δυνατόν να εποπτεύει κανείς διαρκώς την παραγωγική διαδικασία από την αρχή έως το τέλος και να κρίνει ανά πάσα στιγμή αν ο ένας ή ο άλλος τρόπος εργασίας αποδίδει περισσότερα καταναλώσιμα αγαθά. Αυτό, όμως, δεν είναι πλέον δυνατόν υπό τις ασυγκρίτως πιο περίπλοκες συνθήκες της δικής μας κοινωνικής οικονομίας. Θα είναι προφανές, ακόμη και στη σοσιαλιστική κοινωνία, ότι 1.000 εκατόλιτρα κρασιού είναι προτιμότερα από 800, και δεν είναι δύσκολο να αποφασιστεί αν η κοινωνία επιθυμεί 1.000 εκατόλιτρα κρασιού αντί για 500 εκατόλιτρα λαδιού. Δεν χρειάζεται κανένα σύστημα υπολογισμού για να διαπιστωθεί αυτό: αποφασιστικό στοιχείο είναι η βούληση των εμπλεκόμενων οικονομικών υποκειμένων. Μόλις, όμως, ληφθεί αυτή η απόφαση, τότε μόλις αρχίζει το πραγματικό έργο της ορθολογικής διεύθυνσης της οικονομίας, δηλαδή η οικονομική διάθεση των μέσων στην υπηρεσία του σκοπού. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο με κάποια μορφή οικονομικού υπολογισμού. Χωρίς μια τέτοια βοήθεια, ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί να προσανατολιστεί ορθά μέσα στο ιλιγγιώδες πλήθος των ενδιάμεσων προϊόντων και των δυνατοτήτων παραγωγής. Θα στεκόταν απλώς αμήχανος μπροστά στα προβλήματα της διαχείρισης και της χωροθέτησης.6
In the narrow confines of a closed household economy, it is possible throughout to review the process of production from beginning to end, and to judge all the time whether one or another mode of procedure yields more consumable goods. This, however, is no longer possible in the incomparably more involved circumstances of our own social economy. It will be evident, even in the socialist society, that 1,000 hectolitres of wine are better than 800, and it is not difficult to decide whether it desires 1,000 hectolitres of wine rather than 500 of oil. There is no need for any system of calculation to establish this fact: the deciding element is the will of the economic subjects involved. But once this decision has been taken, the real task of rational economic direction only commences, i.e. economically, to place the means at the service of the end. That can only be done with some kind of economic calculation. The human mind cannot orientate itself properly among the bewildering mass of intermediate products and potentialities of production without such aid. It would simply stand perplexed before the problems of management and location.
Είναι αυταπάτη να φαντάζεται κανείς ότι, σε ένα σοσιαλιστικό κράτος, ο υπολογισμός σε φυσικές μονάδες μπορεί να υποκαταστήσει τον χρηματικό υπολογισμό. Ο υπολογισμός σε φυσικές μονάδες, σε μια οικονομία χωρίς ανταλλαγή, μπορεί να συμπεριλάβει μόνο καταναλωτικά αγαθά· αποτυγχάνει πλήρως όταν πρόκειται για αγαθά ανώτερης τάξης. Και μόλις εγκαταλειφθεί η έννοια μιας ελεύθερα διαμορφούμενης χρηματικής τιμής για τα αγαθά ανώτερης τάξης, η ορθολογική παραγωγή καθίσταται εντελώς αδύνατη. Κάθε βήμα που μας απομακρύνει από την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και από τη χρήση του χρήματος μας απομακρύνει επίσης από την ορθολογική οικονομία.
It is an illusion to imagine that in a socialist state calculation in natura can take the place of monetary calculation. Calculation in natura, in an economy without exchange, can embrace consumption goods only; it completely fails when it comes to dealing with goods of a higher order. And as soon as one gives up the conception of a freely established monetary price for goods of a higher order, rational production becomes completely impossible. Every step that takes us away from private ownership of the means of production and from the use of money also takes us away from rational economics.
Είναι εύκολο να παραβλέψει κανείς αυτό το γεγονός, αν αναλογιστεί ότι ο σοσιαλισμός, στον βαθμό που υπάρχει ανάμεσά μας, αποτελεί μόνο μια σοσιαλιστική όαση μέσα σε μια κοινωνία χρηματικών ανταλλαγών, η οποία εξακολουθεί να είναι ως έναν βαθμό ελεύθερη. Υπό μία έννοια, μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον ισχυρισμό των σοσιαλιστών —ο οποίος κατά τα άλλα είναι εντελώς αβάσιμος και προβάλλεται μόνο για δημαγωγικούς σκοπούς— ότι η κρατικοποίηση των επιχειρήσεων και η περιέλευσή τους στους δήμους δεν αποτελούν πραγματικά σοσιαλισμό, αφού οι επιχειρήσεις αυτές, ως προς την επιχειρηματική τους οργάνωση, εξαρτώνται τόσο πολύ από το περιβάλλον οικονομικό σύστημα με τις ελεύθερες συναλλαγές του, ώστε δεν μπορεί να λεχθεί ότι ενσαρκώνουν σήμερα την πραγματική ουσία μιας σοσιαλιστικής οικονομίας. Στις κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις εισάγονται τεχνικές βελτιώσεις επειδή μπορούν να παρατηρηθούν τα αποτελέσματά τους σε παρόμοιες ιδιωτικές επιχειρήσεις, εγχώριες ή ξένες, και επειδή οι ιδιωτικές βιομηχανίες που παράγουν τα υλικά γι’ αυτές τις βελτιώσεις δίνουν την ώθηση για την εισαγωγή τους. Στις επιχειρήσεις αυτές μπορούν να διαπιστωθούν τα πλεονεκτήματα της αναδιοργάνωσης, επειδή λειτουργούν μέσα στη σφαίρα μιας κοινωνίας που βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και στο σύστημα των χρηματικών ανταλλαγών, και έτσι έχουν τη δυνατότητα υπολογισμού και λογιστικής. Αυτή η κατάσταση, όμως, δεν θα μπορούσε να υφίσταται στην περίπτωση σοσιαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν σε ένα αμιγώς σοσιαλιστικό περιβάλλον.
It is easy to overlook this fact, considering that the extent to which socialism is in evidence among us constitutes only a socialistic oasis in a society with monetary exchange, which is still a free society to a certain degree. In one sense we may agree with the socialists’ assertion which is otherwise entirely untenable and advanced only as a demagogic point, to the effect that the nationalization and municipalization of enterprise is not really socialism, since these concerns in their business organizations are so much dependent upon the environing economic system with its free commerce that they cannot be said to partake today of the really essential nature of a socialist economy. In state and municipal undertakings technical improvements are introduced because their effect in similar private enterprises, domestic or foreign, can be noticed, and because those private industries which produce the materials for these improvements give the impulse for their introduction. In these concerns the advantages of reorganization can be established, because they operate within the sphere of a society based upon private ownership of the means of production and upon the system of monetary exchange, being thus capable of computation and account. This state of affairs, however, could not obtain in the case of socialist concerns operating in a purely socialistic environment.
Χωρίς οικονομικό υπολογισμό δεν μπορεί να υπάρξει οικονομία. Επομένως, σε ένα σοσιαλιστικό κράτος, όπου η διενέργεια οικονομικού υπολογισμού είναι αδύνατη, δεν μπορεί να υπάρξει καμία απολύτως οικονομία —με την έννοια που αποδίδουμε στον όρο. Σε ασήμαντα και δευτερεύοντα ζητήματα, η ορθολογική συμπεριφορά θα μπορούσε ακόμη να είναι δυνατή, αλλά γενικά θα ήταν πλέον αδύνατον να γίνεται λόγος για ορθολογική παραγωγή. Δεν θα υπήρχε κανένα μέσο για να προσδιοριστεί τι είναι ορθολογικό και, επομένως, είναι προφανές ότι η παραγωγή δεν θα μπορούσε ποτέ να καθοδηγείται από οικονομικά κριτήρια. Το τι σημαίνει αυτό είναι αρκετά σαφές, πέρα από τις επιπτώσεις του στην προσφορά εμπορευμάτων. Η ορθολογική συμπεριφορά θα αποκοπτόταν από το ίδιο το έδαφος που αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο της. Θα υπήρχε, πράγματι, πλέον κάτι που να μπορεί να ονομαστεί ορθολογική συμπεριφορά ή, ακόμη, ορθολογικότητα και λογική στην ίδια τη σκέψη; Ιστορικά, η ανθρώπινη ορθολογικότητα αποτελεί προϊόν της εξέλιξης της οικονομικής ζωής. Θα μπορούσε, λοιπόν, να υφίσταται αποκομμένη από αυτήν;
Without economic calculation there can be no economy. Hence, in a socialist state wherein the pursuit of economic calculation is impossible, there can be–in our sense of the term–no economy whatsoever. In trivial and secondary matters rational conduct might still be possible, but in general it would be impossible to speak of rational production any more. There would be no means of determining what was rational, and hence it is obvious that production could never be directed by economic considerations. What this means is clear enough, apart from its effects on the supply of commodities. Rational conduct would be divorced from the very ground which is its proper domain. Would there, in fact, be any such thing as rational conduct at all, or, indeed, such a thing as rationality and logic in thought itself? Historically, human rationality is a development of economic life. Could it then obtain when divorced therefrom?
Για κάποιο διάστημα, η ανάμνηση των εμπειριών που αποκτήθηκαν σε μια ανταγωνιστική οικονομία, η οποία υφίσταται εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια, μπορεί να ανακόψει την πλήρη κατάρρευση της τέχνης της οικονομίας. Οι παλαιότερες μέθοδοι θα μπορούσαν να διατηρηθούν όχι λόγω της ορθολογικότητάς τους, αλλά επειδή φαίνονται καθαγιασμένες από την παράδοση. Στην πραγματικότητα, θα είχαν στο μεταξύ καταστεί ανορθολογικές, καθώς δεν θα ανταποκρίνονταν πλέον στις νέες συνθήκες. Τελικά, μέσω της γενικής ανασυγκρότησης της οικονομικής σκέψης, θα υποστούν μεταβολές που θα τις καταστήσουν πράγματι αντιοικονομικές. Η προσφορά αγαθών δεν θα πραγματοποιείται πλέον αναρχικά και από μόνη της· αυτό είναι αλήθεια. Όλες οι συναλλαγές που αποσκοπούν στην κάλυψη αναγκών θα υπόκεινται στον έλεγχο μιας ανώτατης αρχής. Ωστόσο, στη θέση της οικονομικότητας του «αναρχικού» τρόπου παραγωγής θα τεθεί η άσκοπη παραγωγή ενός παράλογου μηχανισμού. Οι τροχοί θα γυρίζουν, αλλά θα κινούνται χωρίς αποτέλεσμα.
For a time the remembrance of the experiences gained in a competitive economy, which has obtained for some thousands of years, may provide a check to the complete collapse of the art of economy. The older methods of procedure might be retained not because of their rationality but because they appear to be hallowed by tradition. Actually, they would meanwhile have become irrational, as no longer comporting with the new conditions. Eventually, through the general reconstruction of economic thought, they will experience alterations which will render them in fact uneconomic. The supply of goods will no longer proceed anarchically of its own accord; that is true. All transactions which serve the purpose of meeting requirements will be subject to the control of a supreme authority. Yet in place of the economy of the “anarchic” method of production, recourse will be had to the senseless output of an absurd apparatus. The wheels will turn, but will run to no effect.
Μπορεί κανείς να προδιαγράψει τη φύση της μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Θα λειτουργούν εκατοντάδες και χιλιάδες εργοστάσια. Ελάχιστα από αυτά θα παράγουν είδη έτοιμα προς χρήση· στις περισσότερες περιπτώσεις θα παράγονται ημιτελή αγαθά και παραγωγικά αγαθά. Όλες αυτές οι επιχειρήσεις θα συνδέονται μεταξύ τους. Κάθε αγαθό θα περνά από μια ολόκληρη σειρά σταδίων προτού καταστεί έτοιμο προς χρήση. Μέσα στον αδιάκοπο μόχθο και στην αναταραχή αυτής της διαδικασίας, όμως, η διοίκηση δεν θα διαθέτει κανένα μέσο για να ελέγχει τον προσανατολισμό της. Δεν θα μπορεί ποτέ να διαπιστώσει αν ένα δεδομένο αγαθό παρέμεινε περισσότερο από όσο χρειαζόταν στις αναγκαίες παραγωγικές διαδικασίες ή αν σπαταλήθηκαν εργασία και υλικά για την ολοκλήρωσή του. Πώς θα μπορέσει να αποφασίσει αν η μία ή η άλλη μέθοδος παραγωγής είναι πιο επικερδής; Στην καλύτερη περίπτωση, θα μπορεί μόνο να συγκρίνει την ποιότητα και την ποσότητα του παραγόμενου τελικού καταναλώσιμου προϊόντος, αλλά μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις θα είναι σε θέση να συγκρίνει τις δαπάνες που συνεπάγεται η παραγωγή. Θα γνωρίζει, ή θα νομίζει ότι γνωρίζει, τους σκοπούς που πρέπει να επιτευχθούν μέσω της οικονομικής οργάνωσης και θα πρέπει να ρυθμίζει αναλόγως τις δραστηριότητές της, δηλαδή θα πρέπει να επιτυγχάνει αυτούς τους σκοπούς με την ελάχιστη δαπάνη. Θα πρέπει να διενεργεί τους υπολογισμούς της με σκοπό την εξεύρεση του λιγότερο δαπανηρού τρόπου. Ο υπολογισμός αυτός θα πρέπει φυσικά να είναι υπολογισμός αξίας. Είναι απολύτως σαφές, και δεν απαιτεί περαιτέρω απόδειξη, ότι δεν μπορεί να έχει τεχνικό χαρακτήρα ούτε να βασίζεται στην αντικειμενική αξία χρήσης των αγαθών και των υπηρεσιών.
One may anticipate the nature of the future socialist society. There will be hundreds and thousands of factories in operation. Very few of these will be producing wares ready for use; in the majority of cases what will be manufactured will be unfinished goods and production goods. All these concerns will be interrelated. Every good will go through a whole series of stages before it is ready for use. In the ceaseless toil and moil of this process, however, the administration will be without any means of testing their bearings. It will never be able to determine whether a given good has not been kept for a superfluous length of time in the necessary processes of production, or whether work and material have not been wasted in its completion. How will it be able to decide whether this or that method of production is the more profitable? At best it will only be able to compare the quality and quantity of the consumable end product produced, but will in the rarest cases be in a position to compare the expenses entailed in production. It will know, or think it knows, the ends to be achieved by economic organization, and will have to regulate its activities accordingly, i.e. it will have to attain those ends with the least expense. It will have to make its computations with a view to finding the cheapest way. This computation will naturally have to be a value computation. It is eminently clear, and requires no further proof, that it cannot be of a technical character, and that it cannot be based upon the objective use value of goods and services.
Στο οικονομικό σύστημα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, το σύστημα υπολογισμού βάσει της αξίας χρησιμοποιείται αναγκαστικά από κάθε ανεξάρτητο μέλος της κοινωνίας. Καθένας συμμετέχει στη διαμόρφωσή του με διττό τρόπο: αφενός ως καταναλωτής και αφετέρου ως παραγωγός. Ως καταναλωτής, διαμορφώνει μια κλίμακα αξιολόγησης για τα αγαθά που είναι έτοιμα προς κατανάλωση. Ως παραγωγός, διαθέτει τα αγαθά ανώτερης τάξης στη χρήση που αποφέρει τη μεγαλύτερη απόδοση. Με αυτόν τον τρόπο, όλα τα αγαθά ανώτερης τάξης λαμβάνουν μια θέση στην κλίμακα των αξιολογήσεων σύμφωνα με τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες παραγωγής και τις κοινωνικές ανάγκες. Μέσω της αλληλεπίδρασης αυτών των δύο διαδικασιών αξιολόγησης παρέχονται τα μέσα ώστε τόσο η κατανάλωση όσο και η παραγωγή να διέπονται σε όλη τους την έκταση από την οικονομική αρχή. Κάθε διαβαθμισμένο σύστημα διαμόρφωσης τιμών προκύπτει από το γεγονός ότι οι άνθρωποι εναρμονίζουν διαρκώς τις ανάγκες τους με την εκτίμησή τους για τα οικονομικά δεδομένα.
Now, in the economic system of private ownership of the means of production, the system of computation by value is necessarily employed by each independent member of society. Everybody participates in its emergence in a double way: on the one hand as a consumer and on the other as a producer. As a consumer he establishes a scale of valuation for goods ready for use in consumption. As a producer he puts goods of a higher order into such use as produces the greatest return. In this way all goods of a higher order receive a position in the scale of valuations in accordance with the immediate state of social conditions of production and of social needs. Through the interplay of these two processes of valuation, means will be afforded for governing both consumption and production by the economic principle throughout. Every graded system of pricing proceeds from the fact that men always and ever harmonized their own requirements with their estimation of economic facts.
Όλα αυτά απουσιάζουν αναγκαστικά από ένα σοσιαλιστικό κράτος. Η διοίκηση μπορεί να γνωρίζει ακριβώς ποια αγαθά χρειάζονται πιο επειγόντως. Με αυτό, όμως, έχει εξασφαλίσει στην πραγματικότητα μόνο τη μία από τις δύο αναγκαίες προϋποθέσεις του οικονομικού υπολογισμού. Από τη φύση των πραγμάτων, οφείλει ωστόσο να στερηθεί την άλλη —την αξιολόγηση των μέσων παραγωγής. Μπορεί να προσδιορίσει την αξία που έχει το σύνολο των μέσων παραγωγής· αυτή είναι προφανώς ταυτόσημη με την αξία όλων των αναγκών που ικανοποιούνται μέσω αυτών. Ενδέχεται επίσης να μπορεί να υπολογίσει την αξία οποιουδήποτε μέσου παραγωγής, υπολογίζοντας τη συνέπεια της απόσυρσής του ως προς την ικανοποίηση των αναγκών. Δεν μπορεί, όμως, να αναγάγει αυτή την αξία στην ενιαία έκφραση μιας χρηματικής τιμής, όπως μπορεί να κάνει μια ανταγωνιστική οικονομία, στην οποία όλες οι τιμές μπορούν να αναχθούν σε μια κοινή έκφραση σε χρήμα. Σε μια σοσιαλιστική κοινότητα, η οποία, μολονότι δεν είναι αναγκαίο να καταργήσει εντελώς το χρήμα, αδυνατεί ωστόσο να το χρησιμοποιήσει για να εκφράσει την τιμή των συντελεστών παραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της εργασίας, το χρήμα δεν μπορεί να διαδραματίσει κανέναν ρόλο στον οικονομικό υπολογισμό.7
All this is necessarily absent from a socialist state. The administration may know exactly what goods are most urgently needed. But in so doing, it has only found what is, in fact, but one of the two necessary prerequisites for economic calculation. In the nature of the case it must, however, dispense with the other–the valuation of the means of production. It may establish the value attained by the totality of the means of production; this is obviously identical with that of all the needs thereby satisfied. It may also be able to calculate the value of any means of production by calculating the consequence of its withdrawal in relation to the satisfaction of needs. Yet it cannot reduce this value to the uniform expression of a money price, as can a competitive economy, wherein all prices can be referred back to a common expression in terms of money. In a socialist commonwealth which, whilst it need not of necessity dispense with money altogether, yet finds it impossible to use money as an expression of the price of the factors of production (including labor), money can play no role in economic calculation.
Ας φανταστούμε την κατασκευή μιας νέας σιδηροδρομικής γραμμής. Πρέπει άραγε να κατασκευαστεί και, αν ναι, ποια από τις διάφορες νοητές διαδρομές πρέπει να επιλεγεί; Σε μια ανταγωνιστική χρηματική οικονομία, το ερώτημα αυτό θα απαντιόταν μέσω του χρηματικού υπολογισμού. Η νέα γραμμή θα καταστήσει λιγότερο δαπανηρή τη μεταφορά ορισμένων αγαθών, και ενδέχεται να είναι δυνατόν να υπολογιστεί αν αυτή η μείωση της δαπάνης υπερβαίνει τη δαπάνη κατασκευής και συντήρησης της νέας γραμμής. Αυτό μπορεί να υπολογιστεί μόνο σε χρήμα. Δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός απλώς με την αντιπαραβολή των διαφόρων δαπανών και εξοικονομήσεων σε φυσικές ποσότητες. Όταν δεν μπορεί κανείς να εκφράσει σε μια κοινή μονάδα τις ώρες εργασίας, τον σίδηρο, τον άνθρακα, κάθε είδους δομικό υλικό, τις μηχανές και τα άλλα πράγματα που είναι αναγκαία για την κατασκευή και τη συντήρηση της σιδηροδρομικής γραμμής, δεν είναι δυνατόν να προβεί σε κανέναν απολύτως υπολογισμό. Η κατάρτιση λογαριασμών σε οικονομική βάση είναι δυνατή μόνο όταν όλα τα σχετικά αγαθά μπορούν να αναχθούν σε χρήμα. Ομολογουμένως, ο χρηματικός υπολογισμός έχει δυσχέρειες και σοβαρά ελαττώματα, αλλά ασφαλώς δεν διαθέτουμε τίποτε καλύτερο για να τον αντικαταστήσουμε, και για τους πρακτικούς σκοπούς της ζωής ο χρηματικός υπολογισμός, όπως λειτουργεί υπό ένα υγιές νομισματικό σύστημα, επαρκεί πάντοτε. Αν τον εγκαταλείπαμε, κάθε σύστημα οικονομικού υπολογισμού θα καθίστατο απολύτως αδύνατο.
Picture the building of a new railroad. Should it be built at all, and if so, which out of a number of conceivable roads should be built? In a competitive and monetary economy, this question would be answered by monetary calculation. The new road will render less expensive the transport of some goods, and it may be possible to calculate whether this reduction of expense transcends that involved in the building and upkeep of the next line. That can only be calculated in money. It is not possible to attain the desired end merely by counterbalancing the various physical expenses and physical savings. Where one cannot express hours of labor, iron, coal, all kinds of building material, machines and other things necessary for the construction and upkeep of the railroad in a common unit it is not possible to make calculations at all. The drawing up of bills on an economic basis is only possible where all the goods concerned can be referred back to money. Admittedly, monetary calculation has its inconveniences and serious defects, but we have certainly nothing better to put in its place, and for the practical purposes of life monetary calculation as it exists under a sound monetary system always suffices. Were we to dispense with it, any economic system of calculation would become absolutely impossible.
Η σοσιαλιστική κοινωνία θα ήξερε πώς να τα βγάλει πέρα. Θα εξέδιδε ένα διάταγμα και θα αποφάσιζε υπέρ ή κατά της σχεδιαζόμενης κατασκευής. Ωστόσο, η απόφαση αυτή θα εξαρτιόταν, στην καλύτερη περίπτωση, από αόριστες εκτιμήσεις· δεν θα στηριζόταν ποτέ στο θεμέλιο ενός ακριβούς υπολογισμού αξίας.
The socialist society would know how to look after itself. It would issue an edict and decide for or against the projected building. Yet this decision would depend at best upon vague estimates; it would never be based upon the foundation of an exact calculation of value.
Η στατική κατάσταση μπορεί να υπάρξει χωρίς οικονομικό υπολογισμό. Διότι εδώ επαναλαμβάνονται διαρκώς τα ίδια γεγονότα της οικονομικής ζωής· και αν υποθέσουμε ότι η αρχική διάρθρωση της στατικής σοσιαλιστικής οικονομίας διαμορφώνεται με βάση την τελική κατάσταση της ανταγωνιστικής οικονομίας, θα μπορούσαμε οπωσδήποτε να συλλάβουμε ένα σοσιαλιστικό σύστημα παραγωγής που διευθύνεται ορθολογικά από οικονομική άποψη. Αυτό, όμως, είναι δυνατόν μόνο εννοιολογικά. Προς το παρόν, αφήνουμε κατά μέρος το γεγονός ότι μια στατική κατάσταση είναι αδύνατη στην πραγματική ζωή, αφού τα οικονομικά μας δεδομένα μεταβάλλονται διαρκώς, ώστε ο στατικός χαρακτήρας της οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί μόνο μια θεωρητική παραδοχή που δεν αντιστοιχεί σε καμία πραγματική κατάσταση πραγμάτων, όσο αναγκαία και αν είναι για τη σκέψη μας και για την τελειοποίηση της γνώσης μας για την οικονομική επιστήμη. Ακόμη και έτσι, πρέπει να δεχθούμε ότι η μετάβαση στον σοσιαλισμό, ως συνέπεια της εξάλειψης των εισοδηματικών διαφορών και των συνακόλουθων αναπροσαρμογών στην κατανάλωση και, επομένως, στην παραγωγή, θα μεταβάλει αναγκαστικά όλα τα οικονομικά δεδομένα με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταστεί αδύνατη η σύνδεση με την τελική κατάσταση της προϋπάρχουσας ανταγωνιστικής οικονομίας. Τότε, όμως, έχουμε μπροστά μας το θέαμα μιας σοσιαλιστικής οικονομικής τάξης που παραδέρνει στον ωκεανό των δυνατών και νοητών οικονομικών συνδυασμών, χωρίς την πυξίδα του οικονομικού υπολογισμού.
The static state can dispense with economic calculation. For here the same events in economic life are ever recurring; and if we assume that the first disposition of the static socialist economy follows on the basis of the final state of the competitive economy, we might at all events conceive of a socialist production system which is rationally controlled from an economic point of view. But this is only conceptually possible. For the moment, we leave aside the fact that a static state is impossible in real life, as our economic data are forever changing, so that the static nature of economic activity is only a theoretical assumption corresponding to no real state of affairs, however necessary it may be for our thinking and for the perfection of our knowledge of economics. Even so, we must assume that the transition to socialism must, as a consequence of the levelling out of the differences in income and the resultant readjustments in consumption, and therefore production, change all economic data in such a way that a connecting link with the final state of affairs in the previously existing competitive economy becomes impossible. But then we have the spectacle of a socialist economic order floundering in the ocean of possible and conceivable economic combinations without the compass of economic calculation.
Έτσι, στη σοσιαλιστική κοινότητα, κάθε οικονομική μεταβολή γίνεται ένα εγχείρημα του οποίου η επιτυχία δεν μπορεί ούτε να εκτιμηθεί εκ των προτέρων ούτε να διαπιστωθεί εκ των υστέρων. Απομένει μόνο η ψηλάφηση στο σκοτάδι. Ο σοσιαλισμός είναι η κατάργηση της ορθολογικής οικονομίας.
Thus in the socialist commonwealth every economic change becomes an undertaking whose success can be neither appraised in advance nor later retrospectively determined. There is only groping in the dark. Socialism is the abolition of rational economy.
3. Ο Οικονομικός Υπολογισμός στη Σοσιαλιστική Κοινότητα
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. Economic Calculation in the Socialist Commonwealth
Έχουμε πράγματι να κάνουμε με τις αναγκαίες συνέπειες της κοινής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής; Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να συνδεθεί κάποια μορφή οικονομικού υπολογισμού με ένα σοσιαλιστικό σύστημα;
Are we really dealing with the necessary consequences of common ownership of the means of production? Is there no way in which some kind of economic calculation might be tied up with a socialist system?
Σε κάθε μεγάλη επιχείρηση, κάθε επιμέρους επιχειρηματική μονάδα ή κλάδος δραστηριότητας διαθέτει ως έναν βαθμό λογιστική αυτοτέλεια. Υπολογίζει την εργασία και τα υλικά αντιπαραβάλλοντάς τα μεταξύ τους, και κάθε επιμέρους μονάδα μπορεί πάντοτε να καταρτίζει χωριστό ισολογισμό και να εξετάζει τα οικονομικά αποτελέσματα των δραστηριοτήτων της από λογιστική άποψη. Μπορούμε έτσι να διαπιστώνουμε με ποια επιτυχία έχει εργαστεί κάθε επιμέρους τμήμα και, αναλόγως, να συνάγουμε συμπεράσματα για την αναδιοργάνωση, τον περιορισμό, την κατάργηση ή την επέκταση των υφιστάμενων μονάδων και για τη σύσταση νέων. Ομολογουμένως, ορισμένα σφάλματα είναι αναπόφευκτα σε έναν τέτοιο υπολογισμό. Προκύπτουν εν μέρει από τις δυσκολίες που συνεπάγεται ο επιμερισμός των γενικών εξόδων. Άλλα σφάλματα προκύπτουν από την ανάγκη να χρησιμοποιούνται στους υπολογισμούς δεδομένα που, από πολλές απόψεις, δεν μπορούν να προσδιοριστούν με απόλυτη ακρίβεια· για παράδειγμα, όταν, κατά τον προσδιορισμό της κερδοφορίας μιας ορισμένης μεθόδου εργασίας, υπολογίζουμε την απόσβεση των χρησιμοποιούμενων μηχανών υποθέτοντας μια δεδομένη διάρκεια της ωφέλιμης ζωής τους. Ωστόσο, όλα αυτά τα σφάλματα μπορούν να περιοριστούν εντός ορισμένων στενών ορίων, ώστε να μη διαταράσσουν το τελικό αποτέλεσμα του υπολογισμού. Η αβεβαιότητα που απομένει εντάσσεται στη συνεκτίμηση της αβεβαιότητας των μελλοντικών συνθηκών, η οποία αποτελεί αναπόφευκτο επακόλουθο της δυναμικής φύσης της οικονομικής ζωής.
In every great enterprise, each particular business or branch of business is to some extent independent in its accounting. It reckons the labor and material against each other, and it is always possible for each individual group to strike a particular balance and to approach the economic results of its activities from an accounting point of view. We can thus ascertain with what success each particular section has labored, and accordingly draw conclusions about the reorganization, curtailment, abandonment, or expansion of existing groups and about the institution of new ones. Admittedly, some mistakes are inevitable in such a calculation. They arise partly from the difficulties consequent upon an allocation of general expenses. Yet other mistakes arise from the necessity of calculating with what are not from many points of view rigorously ascertainable data, e.g. when in the ascertainment of the profitability of a certain method of procedure we compute the amortization of the machines used on the assumption of a given duration for their usefulness. Still, all such mistakes can be confined within certain narrow limits, so that they do not disturb the net result of the calculation. What remains of uncertainty comes into the calculation of the uncertainty of future conditions, which is an inevitable concomitant of the dynamic nature of economic life.
Φαίνεται δελεαστικό να επιχειρήσουμε, κατ’ αναλογία, μια χωριστή εκτίμηση των επιμέρους παραγωγικών μονάδων και στο σοσιαλιστικό κράτος. Αυτό, όμως, είναι εντελώς αδύνατον. Διότι κάθε χωριστός υπολογισμός των επιμέρους κλάδων μιας και της αυτής επιχείρησης εξαρτάται αποκλειστικά από το γεγονός ότι ακριβώς στις συναλλαγές της αγοράς διαμορφώνονται, για όλα τα είδη αγαθών και εργασίας που χρησιμοποιούνται, οι τιμές της αγοράς που λαμβάνονται ως βάσεις του υπολογισμού. Όπου δεν υπάρχει ελεύθερη αγορά, δεν υπάρχει μηχανισμός διαμόρφωσης τιμών· χωρίς μηχανισμό διαμόρφωσης τιμών, δεν υπάρχει οικονομικός υπολογισμός.
It seems tempting to try to construct by analogy a separate estimation of the particular production groups in the socialist state also. But it is quite impossible. For each separate calculation of the particular branches of one and the same enterprise depends exclusively on the fact that is precisely in market dealings that market prices to be taken as the bases of calculation are formed for all kinds of goods and labor employed. Where there is no free market, there is no pricing mechanism; without a pricing mechanism, there is no economic calculation.
Θα μπορούσαμε να φανταστούμε μια κατάσταση στην οποία επιτρέπονται οι ανταλλαγές μεταξύ επιμέρους κλάδων δραστηριότητας, ώστε να προκύψει ο μηχανισμός των σχέσεων ανταλλαγής, δηλαδή των τιμών, και να δημιουργηθεί έτσι μια βάση για οικονομικό υπολογισμό ακόμη και στη σοσιαλιστική κοινότητα. Στο πλαίσιο μιας ενιαίας οικονομίας που δεν γνωρίζει ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, οι επιμέρους ομάδες εργαζομένων συγκροτούνται ως ανεξάρτητοι φορείς με εξουσία διάθεσης· οφείλουν μεν να ενεργούν σύμφωνα με τις οδηγίες του ανώτατου οικονομικού συμβουλίου, αλλά παρέχουν η μία στην άλλη υλικά αγαθά και υπηρεσίες μόνο έναντι πληρωμής, η οποία θα πρέπει να πραγματοποιείται στο γενικό μέσο ανταλλαγής. Κάπως έτσι αντιλαμβανόμαστε την οργάνωση της σοσιαλιστικής διαχείρισης των επιχειρήσεων όταν μιλάμε σήμερα για πλήρη κοινωνικοποίηση και τα παρόμοια. Δεν έχουμε, όμως, φτάσει ακόμη στο κρίσιμο σημείο. Σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ παραγωγικών αγαθών μπορούν να διαμορφωθούν μόνο στη βάση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Όταν το «συνδικάτο άνθρακα» προμηθεύει το «συνδικάτο σιδήρου» με άνθρακα, καμία τιμή δεν μπορεί να διαμορφωθεί, παρά μόνο εάν και τα δύο συνδικάτα είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής που χρησιμοποιούνται στις επιχειρήσεις τους. Αυτό δεν θα ήταν κοινωνικοποίηση, αλλά εργατικός καπιταλισμός και συνδικαλισμός.
We might conceive of a situation, in which exchange between particular branches of business is permitted, so as to obtain the mechanism of exchange relations (prices) and thus create a basis for economic calculation even in the socialist commonwealth. Within the framework of a uniform economy knowing not private ownership of the means of production, individual labor groups are constituted independent and authoritative disposers, which have indeed to behave in accordance with the directions of the supreme economic council, but which nevertheless assign each other material goods and services only against a payment, which would have to be made in the general medium of exchange. It is roughly in this way that we conceive of the organization of the socialist running of business when we nowadays talk of complete socialization and the like. But we have still not come to the crucial point. Exchange relations between production goods can only be established on the basis of private ownership of the means of production. When the “coal syndicate” provides the “iron syndicate” with coal, no price can be formed, except when both syndicates are the owners of the means of production employed in their business. This would not be socialization but workers’ capitalism and syndicalism.
Το ζήτημα είναι πράγματι πολύ απλό για εκείνους τους θεωρητικούς του σοσιαλισμού που στηρίζονται στην εργασιακή θεωρία της αξίας.
The matter is indeed very simple for those socialist theorists who rely on the labor theory of value.
Μόλις η κοινωνία πάρει στην κατοχή της τα μέσα παραγωγής και τα χρησιμοποιήσει στην παραγωγή υπό την άμεσα κοινωνικοποιημένη μορφή τους, η εργασία κάθε ατόμου, όσο διαφορετική και αν είναι η ειδική χρησιμότητά της, γίνεται a priori και άμεσα κοινωνική εργασία. Η ποσότητα κοινωνικής εργασίας που έχει δαπανηθεί για ένα προϊόν δεν χρειάζεται τότε να προσδιορίζεται έμμεσα· η καθημερινή εμπειρία μάς δείχνει άμεσα πόση χρειάζεται κατά μέσο όρο. Η κοινωνία μπορεί απλώς να υπολογίσει πόσες ώρες εργασίας έχουν δαπανηθεί για μια ατμομηχανή, ένα quarter σιταριού της τελευταίας συγκομιδής και 100 γιάρδες λινού υφάσματος δεδομένης ποιότητας… Βεβαίως, η κοινωνία θα πρέπει επίσης να γνωρίζει πόση εργασία χρειάζεται για την παραγωγή οποιουδήποτε καταναλωτικού αγαθού. Θα πρέπει να καταρτίζει το σχέδιο παραγωγής της σύμφωνα με τα μέσα παραγωγής της, στα οποία συγκαταλέγεται ιδίως η εργασία. Η χρησιμότητα που αποφέρουν τα διάφορα καταναλωτικά αγαθά, σταθμιζόμενη τόσο μεταξύ τους όσο και έναντι της ποσότητας εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους, θα καθορίζει τελικά το σχέδιο. Οι άνθρωποι θα απλοποιήσουν τα πάντα χωρίς τη μεσολάβηση της περιβόητης «αξίας».1
As soon as society takes possession of the means of production and applies them to production in their directly socialized form, each individual’s labour, however different its specific utility may be, becomes a priori and directly social labour. The amount of social labour invested in a product need not then be established indirectly; daily experience immediately tells us how much is necessary on an average. Society can simply calculate how many hours of labour are invested in a steam engine, a quarter of last harvest’s wheat, and a 100 yards of linen of given quality... To be sure, society will also have to know how much labour is needed to produce any consumption-good. It will have to arrange its production plan according to its means of production, to which labour especially belongs. The utility yielded by the various consumption-goods, weighted against each other and against the amount of labour required to produce them, will ultimately determine the plan. People will make everything simple without the mediation of the notorious “value.”
Δεν είναι εδώ έργο μας να διατυπώσουμε εκ νέου κριτικές αντιρρήσεις κατά της εργασιακής θεωρίας της αξίας. Στο παρόν πλαίσιο, αυτές μπορούν να μας ενδιαφέρουν μόνο στον βαθμό που σχετίζονται με την εκτίμηση της δυνατότητας χρησιμοποίησης της εργασίας στους υπολογισμούς αξίας μιας σοσιαλιστικής κοινότητας.
Here it is not our task once more to advance critical objections against the labor theory of value. In this connection they can only interest us in so far as they are relevant to an assessment of the applicability of labor in the value computations of a socialist community.
Εκ πρώτης όψεως, ο υπολογισμός σε όρους εργασίας λαμβάνει επίσης υπόψη τις φυσικές, μη ανθρώπινες συνθήκες της παραγωγής. Ο νόμος των φθινουσών αποδόσεων έχει ήδη ληφθεί υπόψη στην έννοια του κοινωνικά αναγκαίου μέσου χρόνου εργασίας, στον βαθμό που η λειτουργία του οφείλεται στην ποικιλία των φυσικών συνθηκών παραγωγής. Εάν αυξηθεί η ζήτηση ενός εμπορεύματος και πρέπει να αξιοποιηθούν δυσμενέστεροι φυσικοί πόροι, τότε αυξάνεται επίσης ο μέσος κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας. Εάν ανακαλυφθούν ευνοϊκότεροι φυσικοί πόροι, η ποσότητα κοινωνικά αναγκαίας εργασίας μειώνεται.2 Η συνεκτίμηση της φυσικής συνθήκης της παραγωγής επαρκεί μόνο στον βαθμό που αυτή αντανακλάται στην ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας. Ακριβώς ως προς αυτό, όμως, αποτυγχάνει η αξιολόγηση σε όρους εργασίας. Αφήνει εκτός υπολογισμού τη χρησιμοποίηση των υλικών συντελεστών παραγωγής. Έστω ότι ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή καθενός από τα εμπορεύματα P και Q είναι 10 ώρες. Έστω επίσης ότι, πέρα από την εργασία, η παραγωγή τόσο του P όσο και του Q απαιτεί την πρώτη ύλη a, μία μονάδα της οποίας παράγεται με μία ώρα κοινωνικά αναγκαίας εργασίας· για την παραγωγή του P χρησιμοποιούνται 2 μονάδες της a και 8 ώρες εργασίας, ενώ για την παραγωγή του Q χρησιμοποιούνται μία μονάδα της a και 9 ώρες εργασίας. Σε όρους εργασίας, τα P και Q είναι ισοδύναμα, αλλά σε όρους αξίας το P έχει μεγαλύτερη αξία από το Q . Η πρώτη κρίση είναι εσφαλμένη, και μόνο η δεύτερη ανταποκρίνεται στη φύση και στον σκοπό του υπολογισμού. Είναι αλήθεια ότι αυτό το επιπλέον στοιχείο, λόγω του οποίου, σύμφωνα με τον υπολογισμό αξίας, το P έχει μεγαλύτερη αξία από το Q, αυτό το υλικό υπόστρωμα, «παρέχεται από τη φύση χωρίς καμία προσθήκη από τον άνθρωπο».3 Ωστόσο, το γεγονός ότι είναι διαθέσιμο μόνο σε ποσότητες τέτοιες ώστε να καθίσταται αντικείμενο οικονομικής διαχείρισης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, με τη μία ή την άλλη μορφή, στον υπολογισμό αξίας.
On a first impression calculation in terms of labor also takes into consideration the natural non-human conditions of production. The law of diminishing returns is already allowed for in the concept of socially necessary average labor time to the extent that its operation is due to the variety of the natural conditions of production. If the demand for a commodity increases and worse natural resources must be exploited, then the average socially necessary labor time required for the production of a unit increases too. If more favorable natural resources are discovered, the amount of socially necessary labor diminishes. The consideration of the natural condition of production suffices only in so far as it is reflected in the amount of labor socially necessary. But it is in this respect that valuation in terms of labor fails. It leaves the employment of material factors of production out of account. Let the amount of socially necessary labor time required for the production of each of the commodities P and Q be 10 hours. Further, in addition to labor the production of both P and Q requires the raw material a, a unit of which is produced by an hour’s socially necessary labor; 2 units of a and 8 hours’ labor are used in the production of P, and one unit of a and 9 hours’ labor in the production of Q. In terms of labor P and Q are equivalent, but in value terms P is more valuable than Q. The former is false, and only the latter corresponds to the nature and purpose of calculation. True, this surplus, by which according to value calculation P is more valuable than Q, this material sub-stratum “is given by nature without any addition from man.” Still, the fact that it is only present in such quantities that it becomes an object of economizing, must be taken into account in some form or other in value calculation.
Το δεύτερο ελάττωμα του υπολογισμού σε όρους εργασίας είναι η παράβλεψη των διαφορετικών ποιοτήτων της εργασίας. Για τον Marx, κάθε ανθρώπινη εργασία είναι, από οικονομική άποψη, του ίδιου είδους, αφού είναι πάντοτε «η παραγωγική δαπάνη ανθρώπινου εγκεφάλου, μυών, νεύρων και χεριών».4
The second defect in calculation in terms of labor is the ignoring of the different qualities of labor. To Marx all human labor is economically of the same kind, as it is always “the productive expenditure of human brain, brawn, nerve and hand.”
Η ειδικευμένη εργασία λογίζεται μόνο ως εντατικοποιημένη ή, μάλλον, πολλαπλασιασμένη απλή εργασία, έτσι ώστε μια μικρότερη ποσότητα ειδικευμένης εργασίας να ισούται με μια μεγαλύτερη ποσότητα απλής εργασίας. Η εμπειρία δείχνει ότι η ειδικευμένη εργασία μπορεί πάντοτε να αναχθεί με αυτόν τον τρόπο σε όρους απλής εργασίας. Όσο υψηλής ειδίκευσης και αν είναι η εργασία της οποίας αποτελεί προϊόν ένα εμπόρευμα, η αξία του μπορεί να εξισωθεί με εκείνη του προϊόντος απλής εργασίας, ώστε να αντιπροσωπεύει απλώς μια καθορισμένη ποσότητα απλής εργασίας.
Skilled labour counts only as intensified, or rather multiplied, simple labour, so that a smaller quantity of skilled labour is equal to a larger quantity of simple labour. Experience shows that skilled labour can always be reduced in this way to the terms of simple labour. No matter that a commodity be the product of the most highly skilled labour, its value can be equated with that of the product of simple labour, so that it represents merely a definite amount of simple labour.
Ο Böhm-Bawerk δεν απέχει πολύ από την αλήθεια όταν χαρακτηρίζει αυτό το επιχείρημα «μια θεωρητική ταχυδακτυλουργία σχεδόν αποσβολωτικής αφέλειας».5 Για να κρίνουμε την άποψη του Marx, δεν χρειάζεται να αναρωτηθούμε αν είναι δυνατόν να ανακαλυφθεί ένα ενιαίο και ομοιόμορφο φυσιολογικό μέτρο για κάθε ανθρώπινη εργασία, είτε σωματική είτε «πνευματική». Διότι είναι βέβαιο ότι μεταξύ των ανθρώπων υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί ικανότητας και επιδεξιότητας, οι οποίοι προσδίδουν διαφορετικές ποιότητες στα προϊόντα και στις υπηρεσίες της εργασίας. Εκείνο που πρέπει να είναι καθοριστικό για την επίλυση του ζητήματος αν ο υπολογισμός σε όρους εργασίας είναι εφαρμόσιμος ή όχι είναι το αν μπορούν ή όχι να αναχθούν διαφορετικά είδη εργασίας σε έναν κοινό παρονομαστή χωρίς τη μεσολάβηση της αξιολόγησης των προϊόντων τους από το οικονομικό υποκείμενο. Η απόδειξη που επιχειρεί να δώσει ο Marx δεν επιτυγχάνει. Η εμπειρία δείχνει πράγματι ότι τα αγαθά καταναλώνονται υπό σχέσεις ανταλλαγής ανεξαρτήτως του αν έχουν παραχθεί με απλή ή σύνθετη εργασία. Αυτό, όμως, θα αποτελούσε απόδειξη ότι δεδομένες ποσότητες απλής εργασίας εξισώνονται άμεσα με δεδομένες ποσότητες σύνθετης εργασίας μόνον εάν αποδεικνυόταν ότι η εργασία είναι η πηγή της ανταλλακτικής τους αξίας. Αυτό όχι μόνο δεν έχει αποδειχθεί, αλλά είναι ακριβώς εκείνο που ο Marx επιχειρεί να αποδείξει μέσω αυτών των ίδιων επιχειρημάτων.
Böhm-Bawerk is not far wrong when he calls this argument “a theoretical juggle of almost stupefying naïveté. To judge Marx’s view we need not ask if it is possible to discover a single uniform physiological measure of all human labor, whether it be physical or “mental.” For it is certain that there exist among men varying degrees of capacity and dexterity, which cause the products and services of labor to have varying qualities. What must be conclusive in deciding the question whether reckoning in terms of labor is applicable or not, is whether it is or is not possible to bring different kinds of labor under a common denominator without the mediation of the economic subject’s valuation of their products. The proof Marx attempts to give is not successful. Experience indeed shows that goods are consumed under exchange relations without regard of the fact of their being produced by simple or complex labor. But this would only be a proof that given amounts of simple labor are directly made equal to given amounts of complex labor, if it were shown that labor is their source of exchange value. This not only is not demonstrated, but is what Marx is trying to demonstrate by means of these very arguments.
Ούτε αποτελεί απόδειξη αυτής της ομοιογένειας το ότι οι αναλογίες υποκατάστασης μεταξύ απλής και σύνθετης εργασίας εκδηλώνονται στο ύψος των μισθών σε μια ανταλλακτική οικονομία —γεγονός στο οποίο ο Marx δεν αναφέρεται σε αυτό το πλαίσιο. Αυτή η διαδικασία εξίσωσης είναι αποτέλεσμα των συναλλαγών της αγοράς και όχι προϋπόθεσή τους. Ο υπολογισμός σε όρους εργασίας θα έπρεπε να καθορίσει μια αυθαίρετη αναλογία για την υποκατάσταση της σύνθετης εργασίας από απλή, πράγμα που αποκλείει τη χρησιμοποίησή του για σκοπούς οικονομικής διοίκησης.
No more is it a proof of this homogeneity that rates of substitution between simple and complex labor are manifested in the wage rate in an exchange economy–a fact to which Marx does not allude in this context. This equalizing process is a result of market transactions and not its antecedent. Calculation in terms of labor would have to set up an arbitrary proportion for the substitution of complex by simple labor, which excludes its employment for purposes of economic administration.
Επί μακρόν θεωρούνταν ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας ήταν απαραίτητη στον σοσιαλισμό, ώστε το αίτημα της κρατικοποίησης των μέσων παραγωγής να διαθέτει ηθικό θεμέλιο. Σήμερα αναγνωρίζουμε ότι αυτό είναι πλάνη. Μολονότι η πλειονότητα των υποστηρικτών του σοσιαλισμού έχει χρησιμοποιήσει με αυτόν τον τρόπο αυτή την εσφαλμένη αντίληψη και μολονότι ο Marx, όσο και αν κατά βάση υιοθετούσε διαφορετική οπτική, δεν ήταν εντελώς απαλλαγμένος από αυτήν, είναι σαφές, αφενός, ότι το πολιτικό αίτημα για την εισαγωγή κοινωνικοποιημένης παραγωγής ούτε χρειάζεται ούτε μπορεί να αντλήσει στήριξη από την εργασιακή θεωρία της αξίας και, αφετέρου, ότι άνθρωποι που έχουν διαφορετικές απόψεις για τη φύση και την προέλευση της οικονομικής αξίας μπορούν, ως προς τις πεποιθήσεις τους, να είναι σοσιαλιστές. Ωστόσο, η εργασιακή θεωρία της αξίας είναι εγγενώς αναγκαία για τους υποστηρικτές της σοσιαλιστικής παραγωγής υπό μια έννοια διαφορετική από εκείνη που συνήθως εννοείται. Σε γενικές γραμμές, η σοσιαλιστική παραγωγή θα μπορούσε να εμφανίζεται ως ορθολογικά πραγματοποιήσιμη μόνον εάν διέθετε μια αντικειμενικά αναγνωρίσιμη μονάδα αξίας, η οποία θα επέτρεπε τον οικονομικό υπολογισμό σε μια οικονομία όπου δεν θα υπήρχε ούτε χρήμα ούτε ανταλλαγή. Και μόνο η εργασία θα μπορούσε νοητά να θεωρηθεί τέτοια μονάδα.
It was long supposed that the labor theory of value was indispensable to socialism, so that the demand for the nationalization of the means of production should have an ethical basis. Today we know this for the error it is. Although the majority of socialist supporters have thus employed this misconception, and although Marx, however much he fundamentally took another point of view, was not altogether free from it, it is clear that the political call for the introduction of socialized production neither requires nor can obtain the support of the labor theory of value on the one hand, and that on the other those people holding different views on the nature and origin of economic value can be socialist according to their sentiments. Yet the labor theory of value is inherently necessary for the supporters of socialist production in a sense other than that usually intended. In the main socialist production might only appear rationally realizable, if it provided an objectively recognizable unit of value, which would permit of economic calculation in an economy where neither money nor exchange were present. And only labor can conceivably be considered as such.
4. Ευθύνη και πρωτοβουλία στις κοινοτικές επιχειρήσεις
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. Responsibility and Initiative in Communal Concerns
Το πρόβλημα της ευθύνης και της πρωτοβουλίας στις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις συνδέεται στενά με εκείνο του οικονομικού υπολογισμού. Είναι πλέον καθολικά αποδεκτό ότι ο αποκλεισμός της ελεύθερης πρωτοβουλίας και της ατομικής ευθύνης, από τις οποίες εξαρτώνται οι επιτυχίες της ιδιωτικής επιχείρησης, αποτελεί τη σοβαρότερη απειλή για τη σοσιαλιστική οικονομική οργάνωση.1
The problem of responsibility and initiative in socialist enterprises is closely connected with that of economic calculation. It is now universally agreed that the exclusion of free initiative and individual responsibility, on which the successes of private enterprise depend, constitutes the most serious menace to socialist economic organization.
Η πλειονότητα των σοσιαλιστών παρακάμπτει σιωπηρά αυτό το πρόβλημα. Άλλοι πιστεύουν ότι μπορούν να το απαντήσουν επικαλούμενοι τους διευθυντές των εταιρειών· μολονότι δεν είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής, οι επιχειρήσεις υπό τον έλεγχό τους έχουν ευημερήσει. Αν η κοινωνία, αντί για τους μετόχους των εταιρειών, γίνει ιδιοκτήτρια των μέσων παραγωγής, τίποτε δεν θα έχει αλλάξει. Οι διευθυντές δεν θα εργάζονταν λιγότερο ικανοποιητικά για την κοινωνία απ’ ό,τι για τους μετόχους.
The majority of socialists silently pass this problem by. Others believe they can answer it with an allusion to the directors of companies; in spite of the fact that they are not the owners of the means of production, enterprises under their control have flourished. If society, instead of company shareholders, becomes the owner of the means of production, nothing will have altered. The directors would not work less satisfactorily for society than for shareholders.
Πρέπει να διακρίνουμε δύο κατηγορίες ανώνυμων εταιρειών και παρόμοιων επιχειρήσεων. Στην πρώτη κατηγορία, που αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από μικρότερες εταιρείες, λίγα άτομα ενώνονται σε μια κοινή επιχείρηση υπό την εταιρική νομική μορφή. Συχνά είναι οι κληρονόμοι των ιδρυτών της εταιρείας ή πρώην ανταγωνιστές που έχουν συνενωθεί. Εδώ ο πραγματικός έλεγχος και η διαχείριση της επιχείρησης βρίσκονται στα χέρια των ίδιων των μετόχων ή, τουλάχιστον, ορισμένων από αυτούς, οι οποίοι ενεργούν προς το δικό τους συμφέρον ή προς το συμφέρον μετόχων που συνδέονται στενά μαζί τους, όπως σύζυγοι, ανήλικοι κ.λπ. Οι διευθυντές, υπό την ιδιότητά τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εποπτικού συμβουλίου, και ενίοτε ακόμη και με περιορισμένη νομική ιδιότητα, ασκούν οι ίδιοι την αποφασιστική επιρροή στη διεξαγωγή των εργασιών. Αυτό δεν επηρεάζεται ούτε από το γεγονός ότι μερικές φορές μέρος του μετοχικού κεφαλαίου κατέχεται από μια χρηματοπιστωτική κοινοπραξία ή τράπεζα. Εδώ, στην πραγματικότητα, η εταιρεία διαφέρει από την ομόρρυθμη εμπορική εταιρεία μόνο ως προς τη νομική της μορφή.
We must distinguish between two groups of joint-stock companies and similar concerns. In the first group, consisting for the large part of smaller companies, a few individuals unite in a common enterprise in the legal form of a company. They are often the heirs of the founders of the company, or often previous competitors who have amalgamated. Here the actual control and management of business is in the hands of the shareholders themselves or at least of some of the shareholders, who do business in their own interest; or in that of closely related shareholders such as wives, minors, etc. The directors in their capacity as members of the board of management or of the board of control, and sometimes also in an attenuated legal capacity, themselves exercise the decisive influence in the conduct of affairs. Nor is this affected by the circumstance that sometimes part of the share-capital is held by a financial consortium or bank. Here in fact the company is only differentiated from the public commercial company by its legal form.
Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική στην περίπτωση των μεγάλων εταιρειών, όπου μόνο ένα μέρος των μετόχων, δηλαδή οι μεγαλομέτοχοι, συμμετέχουν στον πραγματικό έλεγχο της επιχείρησης. Και αυτοί έχουν συνήθως το ίδιο συμφέρον από την ευημερία της επιχείρησης με οποιονδήποτε ιδιοκτήτη. Ωστόσο, μπορεί κάλλιστα να έχουν συμφέροντα διαφορετικά από εκείνα της μεγάλης πλειονότητας των μικρομετόχων, οι οποίοι αποκλείονται από τη διαχείριση ακόμη και αν κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος του μετοχικού κεφαλαίου. Μπορεί να προκύψουν σοβαρές συγκρούσεις όταν οι εργασίες της εταιρείας διεξάγονται προς όφελος των διευθυντών με τρόπο που ζημιώνει τους μετόχους. Όπως και αν έχουν όμως τα πράγματα, είναι σαφές ότι οι πραγματικοί κάτοχοι της εξουσίας στις εταιρείες διευθύνουν την επιχείρηση προς το δικό τους συμφέρον, είτε αυτό συμπίπτει με το συμφέρον των μετόχων είτε όχι. Μακροπρόθεσμα, θα είναι κατά κανόνα προς όφελος του συνετού διαχειριστή μιας εταιρείας, ο οποίος δεν επιδιώκει απλώς ένα πρόσκαιρο κέρδος, να εκπροσωπεί σε κάθε περίπτωση αποκλειστικά τα συμφέροντα των μετόχων και να αποφεύγει χειρισμούς που θα μπορούσαν να τους βλάψουν. Αυτό ισχύει πρωτίστως για τις τράπεζες και τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους, οι οποίοι δεν πρέπει να διακυβεύουν, εις βάρος του κοινού, την πίστη που απολαμβάνουν. Επομένως, η επιτυχία των εταιρειών δεν εξαρτάται απλώς από τη δεσμευτική ισχύ των ηθικών κινήτρων.
The situation is quite different in the case of large-scale companies, where only a fraction of the shareholders, i.e. the big shareholders, participate in the actual control of the enterprise. And these usually have the same interest in the firm’s prosperity as any property holder. Still, it may well be that they have interests other than those of the vast majority of small shareholders, who are excluded from the management even if they own the larger part of the share-capital. Severe collisions may occur, when the firm’s business is so handled on behalf of the directors that the shareholders are injured. But be that as it may, it is clear that the real holders of power in companies run the business in their own interest, whether it coincides with that of the shareholders or not. In the long run it will generally be to the advantage of the solid company administrator, who is not merely bent on making a transient profit, to represent the shareholders’ interests only in every case and to avoid manipulations which might damage them. This holds good in the first instance for banks and financial groups, which should not trifle at the public’s expense with the credit they enjoy. Thus it is not merely on the prescriptiveness of ethical motives that the success of companies depends.
Η κατάσταση μεταβάλλεται ριζικά όταν μια επιχείρηση κρατικοποιείται. Με τον αποκλεισμό των υλικών συμφερόντων των ιδιωτών εξαφανίζεται η κινητήρια δύναμη, και αν οι κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις ευημερούν έστω και κάπως, το οφείλουν στη μεταφορά της «διοίκησης» από την ιδιωτική επιχείρηση ή στο γεγονός ότι ωθούνται διαρκώς σε μεταρρυθμίσεις και καινοτομίες από τους επιχειρηματίες από τους οποίους αγοράζουν τα εργαλεία παραγωγής και τις πρώτες ύλες τους.
The situation is completely transformed when an undertaking is nationalized. The motive force disappears with the exclusion of the material interests of private individuals, and if State and municipal enterprises thrive at all, they owe it to the taking over of “management” from private enterprise, or to the fact that they are ever driven to reforms and innovations by the business men from whom they purchase their instruments of production and raw material.
Καθώς είμαστε πλέον σε θέση να εξετάσουμε αναδρομικά δεκαετίες κρατικών και σοσιαλιστικών προσπαθειών, αναγνωρίζεται τώρα γενικά ότι στις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις δεν υπάρχει εσωτερική πίεση για μεταρρύθμιση και βελτίωση της παραγωγής, ότι δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της ζήτησης και ότι, με μια λέξη, αποτελούν νεκρό μέλος του οικονομικού οργανισμού. Όλες οι προσπάθειες να τους εμφυσήσουν ζωή έχουν έως τώρα αποβεί μάταιες. Υποτέθηκε ότι μια μεταρρύθμιση του συστήματος αμοιβών θα μπορούσε να επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αν οι διευθυντές αυτών των επιχειρήσεων είχαν οικονομικό συμφέρον από την απόδοση, θεωρήθηκε ότι θα βρίσκονταν σε θέση συγκρίσιμη με εκείνη του διευθυντή μιας μεγάλης εταιρείας. Πρόκειται για ολέθριο σφάλμα. Οι διευθυντές των μεγάλων εταιρειών συνδέονται με τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που διοικούν με τρόπο εντελώς διαφορετικό από εκείνον που θα μπορούσε να ισχύει στις δημόσιες επιχειρήσεις. Είτε είναι ήδη ιδιοκτήτες ενός διόλου αμελητέου μέρους του μετοχικού κεφαλαίου είτε ελπίζουν να γίνουν με την πάροδο του χρόνου. Επιπλέον, είναι σε θέση να αποκομίζουν κέρδη μέσω χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας στις μετοχές της εταιρείας. Έχουν την προοπτική να κληροδοτήσουν τις θέσεις τους στους κληρονόμους τους ή, τουλάχιστον, να τους εξασφαλίσουν μέρος της επιρροής τους. Ο τύπος ανθρώπου στον οποίο πρέπει να αποδοθεί η επιτυχία των ανώνυμων εταιρειών δεν είναι ο εύπορος και αυτάρεσκος διευθύνων σύμβουλος που μοιάζει στον δημόσιο υπάλληλο ως προς τη νοοτροπία και την εμπειρία του· είναι, αντιθέτως, ακριβώς ο διευθυντής, ο προωθητής και ο άνθρωπος των επιχειρήσεων που έχει ο ίδιος συμφέρον ως μέτοχος και τον οποίο κάθε κρατικοποίηση και κάθε περιέλευση επιχειρήσεων στους δήμους αποσκοπεί να αποκλείσει.
Since we are in a position to survey decades of State and socialist endeavor, it is now generally recognized that there is no internal pressure to reform and improvement of production in socialist undertakings, that they cannot be adjusted to the changing conditions of demand, and that in a word they are a dead limb in the economic organism. All attempts to breathe life into them have so far been in vain. It was supposed that a reform in the system of renumeration might achieve the desired end. If the managers of these enterprises were interested in the yield, it was thought they would be in a position comparable to that of the manager of large-scale companies. This is a fatal error. The managers of large-scale companies are bound up with the interests of the businesses they administer in an entirely different way from what could be the case in public concerns. They are either already owners of a not inconsiderable fraction of the share capital, or hope to become so in due course. Further, they are in a position to obtain profits by stock exchange speculation in the company’s shares. They have the prospect of bequeathing their positions to, or at least securing part of their influence for, their heirs. The type to which the success of joint-stock companies is to be attributed, is not that of a complacently prosperous managing director resembling the civil servant in his outlook and experience; rather it is precisely the manager, promoter, and man of affairs, who is himself interested as a shareholder, whom it is the aim of all nationalization and municipalization to exclude.
Γενικά, δεν είναι θεμιτό, σε ένα σοσιαλιστικό πλαίσιο, να επικαλείται κανείς τέτοια επιχειρήματα προκειμένου να εγγυηθεί την επιτυχία μιας οικονομικής τάξης οικοδομημένης σε σοσιαλιστικές βάσεις. Όλα τα σοσιαλιστικά συστήματα, συμπεριλαμβανομένου εκείνου του Karl Marx και των ορθόδοξων οπαδών του, εκκινούν από την παραδοχή ότι σε μια σοσιαλιστική κοινωνία δεν θα μπορούσε να προκύψει σύγκρουση μεταξύ ατομικού και γενικού συμφέροντος. Καθένας θα ενεργεί προς το δικό του συμφέρον προσφέροντας το καλύτερο δυνατό, επειδή συμμετέχει στο προϊόν του συνόλου της οικονομικής δραστηριότητας. Την προφανή αντίρρηση ότι το άτομο έχει ελάχιστο συμφέρον να είναι το ίδιο επιμελές και ενθουσιώδες και ότι μεγαλύτερη σημασία έχει γι’ αυτό να είναι όλοι οι άλλοι, είτε την αγνοούν εντελώς είτε την αντιμετωπίζουν ανεπαρκώς. Πιστεύουν ότι μπορούν να οικοδομήσουν μια σοσιαλιστική κοινότητα με μόνη βάση την Κατηγορική Προσταγή. Το πόσο επιπόλαια συνηθίζουν να προχωρούν με αυτόν τον τρόπο το δείχνει καλύτερα ο Kautsky όταν λέει: «Αν ο σοσιαλισμός είναι κοινωνική αναγκαιότητα, τότε η ανθρώπινη φύση, και όχι ο σοσιαλισμός, θα έπρεπε να αναπροσαρμοστεί, αν ποτέ τα δύο συγκρούονταν».2 Αυτό δεν είναι παρά καθαρός ουτοπισμός.
It is not generally legitimate to appeal in a socialist context to such arguments in order to ensure the success of an economic order built on socialist foundations. All socialist systems, including that of Karl Marx, and his orthodox supporters, proceed from the assumption that in a socialist society a conflict between the interests of the particular and general could not possibly arise. Everybody will act in his own interest in giving of his best because he participates in the product of all economic activity. The obvious objection that the individual is very little concerned whether he himself is diligent and enthusiastic, and that it is of greater moment to him that everybody else should be, is either completely ignored or is insufficiently dealt with by them. They believe they can construct a socialist commonwealth on the basis of the Categorical Imperative alone. How lightly it is their wont to proceed in this way is best shown by Kautsky when he says, “If socialism is a social necessity, then it would be human nature and not socialism which would have to readjust itself, if ever the two clashed.” This is nothing but sheer Utopianism.
Αλλά ακόμη και αν δεχθούμε προς στιγμήν ότι αυτές οι ουτοπικές προσδοκίες μπορούν πράγματι να πραγματοποιηθούν, ότι κάθε άτομο σε μια σοσιαλιστική κοινωνία θα καταβάλλει προσπάθειες με τον ίδιο ζήλο όπως σήμερα σε μια κοινωνία όπου υπόκειται στην πίεση του ελεύθερου ανταγωνισμού, εξακολουθεί να υφίσταται το πρόβλημα της μέτρησης του αποτελέσματος της οικονομικής δραστηριότητας σε μια σοσιαλιστική κοινότητα που δεν επιτρέπει κανέναν οικονομικό υπολογισμό. Δεν μπορούμε να ενεργούμε οικονομικά αν δεν είμαστε σε θέση να κατανοούμε σε τι συνίσταται η οικονομική χρησιμοποίηση των μέσων.
But even if we for the moment grant that these Utopian expectations can actually be realized, that each individual in a socialist society will exert himself with the same zeal as he does today in a society where he is subjected to the pressure of free competition, there still remains the problem of measuring the result of economic activity in a socialist commonwealth which does not permit of any economic calculation. We cannot act economically if we are not in a position to understand economizing.
Ένα διαδεδομένο σύνθημα διαβεβαιώνει ότι, αν στις κοινοτικές επιχειρήσεις σκεφτόμαστε λιγότερο γραφειοκρατικά και περισσότερο εμπορικά, αυτές θα λειτουργούν εξίσου καλά με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι διευθυντικές θέσεις πρέπει να καταλαμβάνονται από εμπόρους, και τότε το εισόδημα θα αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Δυστυχώς, η «εμπορική νοοτροπία» δεν είναι κάτι εξωτερικό που μπορεί να μεταφερθεί κατά βούληση. Οι ιδιότητες του εμπόρου δεν αποτελούν προσωπικό γνώρισμα που εξαρτάται από έμφυτη κλίση ούτε αποκτώνται με σπουδές σε μια εμπορική σχολή, με εργασία σε έναν εμπορικό οίκο ή ακόμη και με την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας για κάποιο χρονικό διάστημα. Η εμπορική στάση και δραστηριότητα του επιχειρηματία απορρέουν από τη θέση του στην οικονομική διαδικασία και χάνονται όταν αυτή εκλείψει. Όταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας διορίζεται διευθυντής μιας δημόσιας επιχείρησης, μπορεί βεβαίως να φέρει μαζί του ορισμένες εμπειρίες από την προηγούμενη απασχόλησή του και να είναι σε θέση να τις αξιοποιήσει επωφελώς, κατά τρόπο μηχανικό, για κάποιο διάστημα. Ωστόσο, με την είσοδό του στην κοινοτική δραστηριότητα παύει να είναι έμπορος και γίνεται εξίσου γραφειοκράτης με οποιονδήποτε άλλον διορισμένο σε δημόσια θέση. Δεν είναι η γνώση της τήρησης λογιστικών βιβλίων, της οργάνωσης επιχειρήσεων ή του ύφους της εμπορικής αλληλογραφίας, ούτε ακόμη η αποφοίτηση από μια ανώτατη εμπορική σχολή, που καθιστά κάποιον έμπορο, αλλά η ιδιαίτερη θέση του στην παραγωγική διαδικασία, η οποία επιτρέπει την ταύτιση των συμφερόντων της επιχείρησης με τα δικά του. Δεν αποτελεί λύση του προβλήματος η πρόταση του Otto Bauer, στο πιο πρόσφατα δημοσιευμένο έργο του, να ορίζονται οι διευθυντές της Εθνικής Κεντρικής Τράπεζας, στους οποίους θα ανατεθεί η ηγεσία της οικονομικής διαδικασίας, από ένα συλλογικό σώμα στο οποίο θα συμμετέχουν και εκπρόσωποι του διδακτικού προσωπικού των ανώτατων εμπορικών σχολών.3 Όπως οι φιλόσοφοι του Πλάτωνα, οι διευθυντές που διορίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί κάλλιστα να είναι οι σοφότεροι και οι καλύτεροι του είδους τους, αλλά στις θέσεις τους ως ηγέτες μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας δεν μπορούν να είναι έμποροι, ακόμη και αν υπήρξαν προηγουμένως.
A popular slogan affirms that if we think less bureaucratically and more commercially in communal enterprises, they will work just as well as private enterprises. The leading positions must be occupied by merchants, and then income will grow apace. Unfortunately “commercial-mindedness” is not something external, which can be arbitrarily transferred. A merchant’s qualities are not the property of a person depending on inborn aptitude, nor are they acquired by studies in a commercial school or by working in a commercial house, or even by having been a business man oneself for some period of time. The entrepreneur’s commercial attitude and activity arises from his position in the economic process and is lost with its disappearance. When a successful business man is appointed the manager of a public enterprise, he may still bring with him certain experiences from his previous occupation, and be able to turn them to good account in a routine fashion for some time. Still, with his entry into communal activity he ceases to be a merchant and becomes as much a bureaucrat as any other placeman in the public employ. It is not a knowledge of bookkeeping, of business organization, or of the style of commercial correspondence, or even a dispensation from a commercial high school, which makes the merchant, but his characteristic position in the production process, which allows of the identification of the firm’s and his own interests. It is no solution of the problem when Otto Bauer in his most recently published work proposes that the directors of the National Central Bank, on whom leadership in the economic process will be conferred, should be nominated by a Collegium, to which representatives of the teaching staff of the commercial high schools would also belong. Like Plato’s philosophers, the directors so appointed may well be the wisest and best of their kind, but they cannot be merchants in their posts as leaders of a socialist society, even if they should have been previously.
Είναι γενικό το παράπονο ότι η διοίκηση των δημόσιων επιχειρήσεων στερείται πρωτοβουλίας. Πιστεύεται ότι αυτό θα μπορούσε να θεραπευθεί με οργανωτικές αλλαγές. Και αυτό αποτελεί σοβαρό σφάλμα. Η διαχείριση μιας σοσιαλιστικής επιχείρησης δεν μπορεί να ανατεθεί εξ ολοκλήρου σε ένα μόνο άτομο, επειδή πρέπει πάντοτε να υπάρχει η υπόνοια ότι θα επιτρέψει να γίνουν σφάλματα που θα επιφέρουν βαριές ζημίες στην κοινότητα. Αν, όμως, οι σημαντικές αποφάσεις εξαρτώνται από τις ψηφοφορίες επιτροπών ή από τη συγκατάθεση των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, τότε επιβάλλονται περιορισμοί στην πρωτοβουλία του ατόμου. Οι επιτροπές σπανίως είναι διατεθειμένες να εισαγάγουν τολμηρές καινοτομίες. Η έλλειψη ελεύθερης πρωτοβουλίας στις δημόσιες επιχειρήσεις δεν οφείλεται σε απουσία οργάνωσης· είναι εγγενής στην ίδια τη φύση τους. Δεν μπορεί κανείς να μεταβιβάσει την ελεύθερη διάθεση των συντελεστών παραγωγής σε έναν υπάλληλο, όσο υψηλόβαθμος και αν είναι, και αυτό καθίσταται ακόμη λιγότερο δυνατό όσο ισχυρότερο είναι το υλικό του συμφέρον από την επιτυχή εκτέλεση των καθηκόντων του· διότι, στην πράξη, ο διαχειριστής που δεν διαθέτει περιουσία μπορεί να υπέχει μόνο ηθική ευθύνη για τις ζημίες που προκύπτουν. Έτσι, οι ηθικές ζημίες αντιπαρατίθενται στις ευκαιρίες υλικού κέρδους. Ο ιδιοκτήτης, αντιθέτως, φέρει ο ίδιος την ευθύνη, αφού ο ίδιος πρέπει πρωτίστως να υποστεί τη ζημία που προκύπτει από την άφρονα διαχείριση της επιχείρησης. Ακριβώς σε αυτό έγκειται μια χαρακτηριστική διαφορά μεταξύ φιλελεύθερης και σοσιαλιστικής παραγωγής.
It is a general complaint that the administration of public undertakings lacks initiative. It is believed that this might be remedied by changes in organization. This also is a grievous mistake. The management of a socialist concern cannot entirely be placed in the hands of a single individual, because there must always be the suspicion that he will permit errors inflicting heavy damages on the community. But if the important conclusions are made dependent on the votes of committees, or on the consent of the relevant government offices, then limitations are imposed on the individual’s initiative. Committees are rarely inclined to introduce bold innovations. The lack of free initiative in public business rests not on an absence of organization, it is inherent in the nature of the business itself. One cannot transfer free disposal of the factors of production to an employee, however high his rank, and this becomes even less possible, the more strongly he is materially interested in the successful performance of his duties; for in practice the propertyless manager can only be held morally responsible for losses incurred. And so ethical losses are juxtaposed with opportunities for material gain. The property owner on the other hand himself bears responsibility, as he himself must primarily feel the loss arising from unwisely conducted business. It is precisely in this that there is a characteristic difference between liberal and socialist production.
5. Οι πιο πρόσφατες σοσιαλιστικές θεωρίες και το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. The Most Recent Socialist Doctrines and the Problem of Economic Calculation
Αφότου τα πρόσφατα γεγονότα βοήθησαν τα σοσιαλιστικά κόμματα να καταλάβουν την εξουσία στη Ρωσία, στην Ουγγαρία, στη Γερμανία και στην Αυστρία, καθιστώντας έτσι επίκαιρο ζήτημα την εφαρμογή ενός σοσιαλιστικού προγράμματος κρατικοποιήσεων,1 οι ίδιοι οι μαρξιστές συγγραφείς άρχισαν να ασχολούνται διεξοδικότερα με τα προβλήματα της ρύθμισης της σοσιαλιστικής κοινότητας. Ακόμη και τώρα, όμως, εξακολουθούν να αποφεύγουν προσεκτικά το κρίσιμο ερώτημα, αφήνοντας την αντιμετώπισή του στους περιφρονημένους «ουτοπιστές». Οι ίδιοι προτιμούν να περιορίζουν την προσοχή τους σε όσα πρέπει να γίνουν στο άμεσο μέλλον· καταρτίζουν αδιάκοπα προγράμματα για την πορεία προς τον σοσιαλισμό και όχι για τον ίδιο τον σοσιαλισμό. Το μόνο δυνατό συμπέρασμα από όλα αυτά τα κείμενα είναι ότι δεν έχουν καν επίγνωση του ευρύτερου προβλήματος του οικονομικού υπολογισμού σε μια σοσιαλιστική κοινωνία.
Since recent events helped socialist parties to obtain power in Russia, Hungary, Germany and Austria, and have thus made the execution of a socialist nationalization program a topical issue, Marxist writers have themselves begun to deal more closely with the problems of the regulation of the socialist commonwealth. But even now they still cautiously avoid the crucial question, leaving it to be tackled by the despised “Utopians.” They themselves prefer to confine their attention to what is to be done in the immediate future; they are forever drawing up programs of the path to Socialism and not of Socialism itself. The only possible conclusion from all these writings is that they are not even conscious of the larger problem of economic calculation in a socialist society.
Για τον Otto Bauer, η κρατικοποίηση των τραπεζών φαίνεται να αποτελεί το τελικό και αποφασιστικό βήμα στην ολοκλήρωση του σοσιαλιστικού προγράμματος κρατικοποιήσεων. Αν όλες οι τράπεζες κρατικοποιηθούν και συγχωνευθούν σε μία ενιαία κεντρική τράπεζα, τότε το διοικητικό της συμβούλιο γίνεται «η ανώτατη οικονομική αρχή, το κύριο διοικητικό όργανο ολόκληρης της οικονομίας. Μόνο με την κρατικοποίηση των τραπεζών αποκτά η κοινωνία την εξουσία να ρυθμίζει την εργασία της σύμφωνα με ένα σχέδιο και να κατανέμει ορθολογικά τους πόρους της μεταξύ των διαφόρων κλάδων παραγωγής, ώστε να τους προσαρμόζει στις ανάγκες του έθνους».2 Ο Bauer δεν εξετάζει το νομισματικό καθεστώς που θα επικρατεί στη σοσιαλιστική κοινότητα μετά την ολοκλήρωση της κρατικοποίησης των τραπεζών. Όπως και άλλοι μαρξιστές, προσπαθεί να δείξει πόσο απλά και αυτονόητα θα προκύψει η μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνική τάξη από τις συνθήκες που επικρατούν σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία. «Αρκεί να μεταβιβαστεί στους εκπροσώπους του έθνους η εξουσία που ασκούν σήμερα οι μέτοχοι των τραπεζών μέσω των διοικητικών συμβουλίων που εκλέγουν»,3 προκειμένου να κοινωνικοποιηθούν οι τράπεζες και να τοποθετηθεί έτσι το τελευταίο τούβλο στο οικοδόμημα του σοσιαλισμού. Ο Bauer αφήνει τους αναγνώστες του σε πλήρη άγνοια του γεγονότος ότι η φύση των τραπεζών μεταβάλλεται εξ ολοκλήρου κατά τη διαδικασία της κρατικοποίησης και της συγχώνευσής τους σε μία κεντρική τράπεζα. Μόλις οι τράπεζες συγχωνευθούν σε μία και μόνη τράπεζα, η ουσία τους μεταμορφώνεται πλήρως· είναι τότε σε θέση να χορηγούν πίστωση χωρίς κανέναν περιορισμό.4 Με αυτόν τον τρόπο, το νομισματικό σύστημα όπως το γνωρίζουμε σήμερα εξαφανίζεται από μόνο του. Όταν, επιπλέον, η ενιαία κεντρική τράπεζα κρατικοποιείται σε μια κοινωνία που κατά τα άλλα είναι ήδη πλήρως κοινωνικοποιημένη, οι συναλλαγές της αγοράς εξαφανίζονται και κάθε ανταλλακτική συναλλαγή καταργείται. Ταυτόχρονα, η Τράπεζα παύει να είναι τράπεζα, οι ιδιαίτερες λειτουργίες της εκλείπουν, διότι δεν υπάρχει πλέον θέση γι’ αυτήν σε μια τέτοια κοινωνία. Μπορεί να διατηρείται η ονομασία «Τράπεζα», το Ανώτατο Οικονομικό Συμβούλιο της σοσιαλιστικής κοινότητας να ονομάζεται Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας και οι συνεδριάσεις του να γίνονται σε κτίριο που προηγουμένως στέγαζε μια τράπεζα. Δεν πρόκειται, όμως, πλέον για τράπεζα· δεν επιτελεί καμία από τις λειτουργίες που επιτελεί μια τράπεζα σε ένα οικονομικό σύστημα το οποίο στηρίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και στη χρήση ενός γενικού μέσου ανταλλαγής —του χρήματος. Δεν χορηγεί πλέον καμία πίστωση, διότι μια σοσιαλιστική κοινωνία καθιστά αναγκαστικά αδύνατη την πίστωση. Ο ίδιος ο Bauer δεν μας λέει τι είναι τράπεζα, αλλά αρχίζει το κεφάλαιό του για την κρατικοποίηση των τραπεζών με την πρόταση: «Όλο το διαθέσιμο κεφάλαιο συγκεντρώνεται σε μια κοινή δεξαμενή στις τράπεζες».5 Ως μαρξιστής, δεν οφείλει άραγε να θέσει το ερώτημα ποιες θα είναι οι δραστηριότητες των τραπεζών μετά την κατάργηση του καπιταλισμού;
To Otto Bauer the nationalization of the banks appears the final and decisive step in the carrying through of the socialist nationalization program. If all banks are nationalized and amalgamated into a single central bank, then its administrative board becomes “the supreme economic authority, the chief administrative organ of the whole economy. Only by nationalization of the banks does society obtain the power to regulate its labor according to a plan, and to distribute its resources rationally among the various branches of production, so as to adapt them to the nation’s needs.” Bauer is not discussing the monetary arrangements which will prevail in the socialist commonwealth after the completion of the nationalization of the banks. Like other Marxists he is trying to show how simply and obviously the future socialist order of society will evolve from the conditions prevailing in a developed capitalist economy. “It suffices to transfer to the nation’s representatives the power now exercised by bank shareholders through the Administrative Boards they elect,” in order to socialize the banks and thus to lay the last brick on the edifice of socialism. Bauer leaves his readers completely ignorant of the fact that the nature of the banks is entirely changed in the process of nationalization and amalgamation into one central bank. Once the banks merge into a single bank, their essence is wholly transformed; they are then in a position to issue credit without any limitation. In this fashion the monetary system as we know it today disappears of itself. When in addition the single central bank is nationalized in a society, which is otherwise already completely socialized, market dealings disappear and all exchange transactions are abolished. At the same time the Bank ceases to be a bank, its specific functions are extinguished, for there is no longer any place for it in such a society. It may be that the name “Bank” is retained, that the Supreme Economic Council of the socialist community is called the Board of Directors of the Bank, and that they hold their meetings in a building formerly occupied by a bank. But it is no longer a bank, it fulfils none of those functions which a bank fulfils in an economic system resting on the private ownership of the means of production and the use of a general medium of exchange-money. It no longer distributes any credit, for a socialist society makes credit of necessity impossible. Bauer himself does not tell us what a bank is, but he begins his chapter on the nationalization of the banks with the sentence: “All disposable capital flows into a common pool in the banks.” As a Marxist must he not raise the question of what the banks’ activities will be after the abolition of capitalism?
Όλοι οι άλλοι συγγραφείς που καταπιάστηκαν με τα προβλήματα της οργάνωσης της σοσιαλιστικής κοινότητας υποπίπτουν σε παρόμοιες συγχύσεις. Δεν αντιλαμβάνονται ότι ο αποκλεισμός της ανταλλαγής και του μηχανισμού διαμόρφωσης τιμών εξαλείφει τις βάσεις του οικονομικού υπολογισμού και ότι πρέπει να τεθεί κάτι στη θέση του, αν δεν πρόκειται να καταργηθεί κάθε οικονομία και να προκύψει ένα χάος χωρίς διέξοδο. Πιστεύουν ότι οι σοσιαλιστικοί θεσμοί μπορούν να προκύψουν δίχως άλλο από εκείνους μιας καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτό δεν ισχύει καθόλου. Και το πράγμα γίνεται ακόμη πιο αλλόκοτο όταν μιλάμε για τράπεζες, διοίκηση τραπεζών κ.λπ. σε μια σοσιαλιστική κοινότητα.
All other writers who have grappled with the problems of the organization of the socialist commonwealth are guilty of similar confusions. They do not realize that the bases of economic calculation are removed by the exclusion of exchange and the pricing mechanism, and that something must be substituted in its place, if all economy is not to be abolished and a hopeless chaos is not to result. People believe that socialist institutions might evolve without further ado from those of a capitalist economy. This is not at all the case. And it becomes all the more grotesque when we talk of banks, banks management, etc. in a socialist commonwealth.
Η επίκληση των συνθηκών που διαμορφώθηκαν στη Ρωσία και στην Ουγγαρία υπό τη σοβιετική εξουσία δεν αποδεικνύει τίποτε. Αυτό που έχουμε εκεί δεν είναι παρά η εικόνα της καταστροφής μιας υφιστάμενης τάξης κοινωνικής παραγωγής, στη θέση της οποίας έχει τεθεί μια κλειστή αγροτική οικιακή οικονομία. Όλοι οι κλάδοι παραγωγής που εξαρτώνται από τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας βρίσκονται σε κατάσταση πλήρους διάλυσης. Αυτό που συμβαίνει υπό την εξουσία των Lenin και Trotsky δεν είναι παρά καταστροφή και αφανισμός. Το αν, όπως υποστηρίζουν οι φιλελεύθεροι,6 ο σοσιαλισμός συνεπάγεται αναπόφευκτα αυτές τις συνέπειες ή αν, όπως αντιτείνουν οι σοσιαλιστές, αυτό είναι απλώς αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η Σοβιετική Δημοκρατία δέχεται επίθεση από το εξωτερικό, είναι ένα ερώτημα που δεν μας ενδιαφέρει στο παρόν πλαίσιο. Το μόνο που πρέπει να διαπιστωθεί είναι ότι η σοβιετική σοσιαλιστική κοινότητα δεν έχει καν αρχίσει να συζητά το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού, ούτε έχει λόγο να το πράξει. Διότι, όπου στη Σοβιετική Ρωσία εξακολουθούν να παράγονται αγαθά για την αγορά παρά τις κυβερνητικές απαγορεύσεις, αυτά αποτιμώνται σε χρήμα, αφού στον βαθμό αυτό υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τα αγαθά πωλούνται έναντι χρήματος. Ακόμη και η κυβέρνηση δεν μπορεί να αρνηθεί την αναγκαιότητα διατήρησης ενός νομισματικού συστήματος τουλάχιστον για τη μεταβατική περίοδο —αναγκαιότητα την οποία επιβεβαιώνει αυξάνοντας την ποσότητα του χρήματος σε κυκλοφορία.
Reference to the conditions that have developed in Russia and Hungary under Soviet rule proves nothing. What we have there is nothing but a picture of the destruction of an existing order of social production, for which a closed peasant household economy has been substituted. All branches of production depending on social division of labor are in a state of entire dissolution. What is happening under the rule of Lenin and Trotsky is merely destruction and annihilation. Whether, as the liberals hold, socialism must inevitably draw these consequences in its train, or whether, as the socialists retort, this is only a result of the fact that the Soviet Republic is attacked from without, is a question of no interest to us in this context. All that has to be established is the fact that the Soviet socialist commonwealth has not even begun to discuss the problem of economic calculation, nor has it any cause to do so. For where things are still produced for the market in Soviet Russia in spite of governmental prohibitions, they are valued in terms of money, for there exists to that extent private ownership of the means of production, and goods are sold against money. Even the Government cannot deny the necessity, which it confirms by increasing the amount of money in circulation, of retaining a monetary system for at least the transition period.
Το ότι η ουσία του προβλήματος που πρέπει να αντιμετωπιστεί δεν έχει ακόμη καταστεί φανερή στη Σοβιετική Ρωσία το δείχνουν καλύτερα οι δηλώσεις του Lenin στο δοκίμιό του Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας. Στους συλλογισμούς του δικτάτορα επανέρχεται διαρκώς η σκέψη ότι το άμεσο και πλέον επιτακτικό καθήκον του ρωσικού κομμουνισμού είναι «η οργάνωση της τήρησης λογιστικών βιβλίων και του ελέγχου των επιχειρήσεων στις οποίες οι καπιταλιστές έχουν ήδη απαλλοτριωθεί, καθώς και όλων των άλλων οικονομικών επιχειρήσεων».7 Παρ’ όλα αυτά, ο Lenin απέχει πολύ από το να αντιληφθεί ότι πρόκειται εδώ για ένα εντελώς νέο πρόβλημα, το οποίο είναι αδύνατον να επιλυθεί με τα εννοιολογικά εργαλεία του «αστικού» πολιτισμού. Ως γνήσιος πολιτικός, δεν ασχολείται με ζητήματα πέρα από τη μύτη του. Εξακολουθεί να περιβάλλεται από χρηματικές συναλλαγές και δεν αντιλαμβάνεται ότι, με την προοδευτική κοινωνικοποίηση, το χρήμα χάνει επίσης αναγκαστικά τη λειτουργία του ως γενικώς χρησιμοποιούμενου μέσου ανταλλαγής, στον βαθμό που εξαφανίζονται η ιδιωτική ιδιοκτησία και, μαζί της, η ανταλλαγή. Από τους συλλογισμούς του Lenin συνάγεται ότι θα ήθελε να επανεισαγάγει στις σοβιετικές επιχειρήσεις την «αστική» τήρηση λογιστικών βιβλίων σε χρηματική βάση. Γι’ αυτό επιθυμεί επίσης να επαναφέρει τους «αστούς ειδικούς» σε καθεστώς εύνοιας.8 Κατά τα άλλα, ο Lenin έχει εξίσου περιορισμένη επίγνωση με τον Bauer του γεγονότος ότι, σε μια σοσιαλιστική κοινότητα, οι λειτουργίες της τράπεζας είναι αδιανόητες με την υφιστάμενη έννοιά τους. Επιθυμεί να προχωρήσει περισσότερο στην «κρατικοποίηση των τραπεζών» και να προβεί «στη μετατροπή των τραπεζών σε κομβικό σημείο της κοινωνικής λογιστικής υπό τον σοσιαλισμό».9
That the essence of the problem to be faced has not yet come to light in Soviet Russia, Lenin’s statements in his essay on Die nächsten Aufgaben der Sowjetmacht best show. In the dictator’s deliberations there ever recurs the thought that the immediate and most pressing task of Russian communism is “the organization of bookkeeping and control of those concerns, in which the capitalists have already been expropriated, and of all other economic concerns.” Even so Lenin is far from realizing that an entirely new problem is here involved which it is impossible to solve with the conceptual instruments of “bourgeois” culture. Like a real politician, he does not bother with issues beyond his nose. He still finds himself surrounded by monetary transactions, and does not notice that with progressive socialization money also necessarily loses its function as the medium of exchange in general use, to the extent that private property and with it exchange disappear. The implication of Lenin’s reflections is that he would like to re-introduce into Soviet business “bourgeois” bookkeeping carried on on a monetary basis. Therefore he also desires to restore “bourgeois experts” to a state of grace. For the rest Lenin is as little aware as Bauer of the fact that in a socialist commonwealth the functions of the bank are unthinkable in their existing sense. He wishes to go farther with the “nationalization of the banks” and to proceed “to a transformation of the banks into the nodal point of social bookkeeping under socialism.”
Οι ιδέες του Lenin για το σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα, στο οποίο προσπαθεί να οδηγήσει τον λαό του, είναι γενικά ασαφείς.
Lenin’s ideas on the socialist economic system, to which he is striving to lead his people, are generally obscure.
«Το σοσιαλιστικό κράτος», λέει, «μπορεί να προκύψει μόνο ως δίκτυο παραγωγικών και καταναλωτικών κομμούνων, οι οποίες καταγράφουν ευσυνείδητα την παραγωγή και την κατανάλωσή τους, εκτελούν την εργασία τους οικονομικά, αυξάνουν αδιάκοπα την παραγωγικότητα της εργασίας τους και αποκτούν έτσι τη δυνατότητα να μειώσουν την εργάσιμη ημέρα σε επτά ή έξι ώρες ή ακόμη λιγότερες».10 «Κάθε εργοστάσιο, κάθε χωριό εμφανίζεται ως κομμούνα παραγωγής και κατανάλωσης που έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να εφαρμόζει τη γενική σοβιετική νομοθεσία με τον δικό της τρόπο (“με τον δικό της τρόπο” όχι με την έννοια της παραβίασής της, αλλά με την έννοια της ποικιλίας των μορφών εφαρμογής της) και να επιλύει με τον δικό της τρόπο τα προβλήματα του υπολογισμού της παραγωγής και της διανομής των προϊόντων».11
“The socialist state,” he says “can only arise as a net of producing and consuming communes, which conscientiously record their production and consumption, go about their labour economically, uninterruptedly raise their labour productivity and thus attain the possibility of lowering the working day to seven or six hours or even lower.” “Every factor, every village appears as a production and consumption commune having the right and obligation to apply the general Soviet legislation in its own way (’in its own way’ not in the sense of its violation but in the sense of the variety of its forms of realisation), and to solve in its own way the problems of calculating the production and distribution of products.”
«Οι πρωτοπόρες κομμούνες πρέπει και πρόκειται να υπηρετούν τις πιο καθυστερημένες ως παιδαγωγοί, δάσκαλοι και ηγέτες που τις παρακινούν». Οι επιτυχίες των πρωτοπόρων κομμούνων πρέπει να δημοσιοποιούνται με όλες τους τις λεπτομέρειες, ώστε να παρέχουν ένα καλό παράδειγμα. Οι κομμούνες «που παρουσιάζουν καλά επιχειρηματικά αποτελέσματα» θα πρέπει να ανταμείβονται αμέσως «με μείωση της εργάσιμης ημέρας και αύξηση των μισθών, καθώς και με τη δυνατότητα να δίνεται μεγαλύτερη προσοχή στα πολιτιστικά και αισθητικά αγαθά και αξίες».12
“The chief communes must and will serve the most backward ones as educators, teachers, and stimulating leaders.” The successes of the chief communes must be broadcast in all their details in order to provide a good example. The communes “showing good business results” should be immediately rewarded “by a curtailment of the working day and with an increase in wages, and by allowing more attention to be paid to cultural and aesthetic goods and values.”
Μπορούμε να συναγάγουμε ότι το ιδεώδες του Lenin είναι μια μορφή κοινωνικής οργάνωσης στην οποία τα μέσα παραγωγής δεν αποτελούν ιδιοκτησία ορισμένων περιφερειών, δήμων ή ακόμη και των εργαζομένων της επιχείρησης, αλλά ολόκληρης της κοινότητας. Το ιδεώδες του είναι σοσιαλιστικό και όχι συνδικαλιστικό. Αυτό δεν χρειάζεται να τονιστεί ιδιαίτερα για έναν μαρξιστή όπως ο Lenin. Δεν είναι αξιοπερίεργο για τον Lenin τον θεωρητικό, είναι όμως για τον Lenin τον πολιτικό ηγέτη, που ηγείται της ρωσικής επανάστασης των συνδικαλιστών και των μικροϊδιοκτητών αγροτών. Προς το παρόν, ωστόσο, ασχολούμαστε με τον Lenin τον συγγραφέα και μπορούμε να εξετάσουμε χωριστά τα ιδεώδη του, χωρίς να αφήνουμε την εικόνα της πεζής πραγματικότητας να μας περισπά. Σύμφωνα με τον Lenin τον θεωρητικό, κάθε μεγάλη αγροτική και βιομηχανική επιχείρηση αποτελεί μέλος της μεγάλης κοινότητας της εργασίας. Όσοι δραστηριοποιούνται σε αυτή την κοινότητα έχουν δικαίωμα αυτοδιοίκησης· ασκούν βαθιά επιρροή στη διεύθυνση της παραγωγής, καθώς και στη διανομή των αγαθών που τους παραχωρούνται προς κατανάλωση. Ωστόσο, η εργασία αποτελεί ιδιοκτησία ολόκληρης της κοινωνίας και, καθώς το προϊόν της ανήκει επίσης στην κοινωνία, αυτή αποφασίζει για τη διανομή του. Πώς, πρέπει τώρα να αναρωτηθούμε, διενεργείται ο υπολογισμός στην οικονομία μιας σοσιαλιστικής κοινότητας οργανωμένης κατ’ αυτόν τον τρόπο; Ο Lenin μάς δίνει μια εντελώς ανεπαρκή απάντηση, παραπέμποντάς μας και πάλι στη στατιστική.
We can infer that Lenin’s ideal is a state of society in which the means of production are not the property of a few districts, municipalities, or even of the workers in the concern, but of the whole community. His ideal is socialist and not syndicalist. This need not be specially stressed for a Marxist such as Lenin. It is not extraordinary of Lenin the theorist, but of Lenin the statesman, who is the leader of the syndicalist and small-holding peasant Russian revolution. However, at the moment we are engaged with the writer Lenin and may consider his ideals separately, without letting ourselves be disturbed by the picture of sober reality. According to Lenin the theorist, every large agricultural and industrial concern is a member of the great commonwealth of labor. Those who are active in this commonwealth have the right of self-government; they exercise a profound influence on the direction of production and again on the distribution of the goods they are assigned for consumption. Still labor is the property of the whole society, and as its product belongs to society also, it therefore disposes of its distribution. How, we must now ask, is calculation in the economy carried on in a socialist commonwealth which is so organized? Lenin gives us a most inadequate answer by referring us back to statistics. We must
Πρέπει να φέρουμε τη στατιστική στις μάζες, να την εκλαϊκεύσουμε, ώστε ο ενεργός πληθυσμός να μάθει σταδιακά από μόνος του να κατανοεί και να αντιλαμβάνεται πόση και τι είδους εργασία πρέπει να γίνεται, πόση και τι είδους αναψυχή πρέπει να απολαμβάνει, ώστε η σύγκριση των βιομηχανικών αποτελεσμάτων της οικονομίας στις επιμέρους κομμούνες να γίνει αντικείμενο γενικού ενδιαφέροντος και εκπαίδευσης.13
bring statistics to the masses, make it popular, so that the active population will gradually learn by themselves to understand and realize how much and what kind of work must be done, how much and what kind of recreation should be taken, so that the comparison of the economy’s industrial results in the case of individual communes becomes the object of general interest and education.
Από αυτές τις πενιχρές αναφορές είναι αδύνατον να συναχθεί τι εννοεί ο Lenin με τον όρο στατιστική και αν έχει κατά νου χρηματικό υπολογισμό ή υπολογισμό σε φυσικές μονάδες. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επανέλθουμε σε όσα είπαμε για την αδυναμία γνώσης των χρηματικών τιμών των παραγωγικών αγαθών σε μια σοσιαλιστική κοινότητα και για τις δυσκολίες που παρεμβάλλονται στην αξιολόγηση σε φυσικές μονάδες.14 Η στατιστική θα μπορούσε να εφαρμοστεί στον οικονομικό υπολογισμό μόνον εάν μπορούσε να υπερβεί τον υπολογισμό σε φυσικές μονάδες, του οποίου την ακαταλληλότητα γι’ αυτόν τον σκοπό έχουμε αποδείξει. Αυτό είναι φυσικά αδύνατον όπου δεν διαμορφώνονται σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ των αγαθών κατά τη διαδικασία των συναλλαγών.
From these scanty allusions it is impossible to infer what Lenin understands by statistics and whether he is thinking of monetary or in natura computation. In any case, we must refer back to what we have said about the impossibility of learning the money prices of production-goods in a socialist commonwealth and about the difficulties standing in the way of in natura valuation. Statistics would only be applicable to economic calculation if it could go beyond the in natura calculation, whose ill-suitedness for this purpose we have demonstrated. It is naturally impossible where no exchange relations are formed between goods in the process of trade.
Από όσα μπορέσαμε να θεμελιώσουμε με τα προηγούμενα επιχειρήματά μας πρέπει να συνάγεται ότι οι υπέρμαχοι ενός σοσιαλιστικού συστήματος παραγωγής αξιώνουν να προτιμηθεί αυτό λόγω της μεγαλύτερης ορθολογικότητάς του έναντι μιας οικονομίας συγκροτημένης στη βάση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Δεν χρειάζεται να εξετάσουμε αυτή την άποψη στο πλαίσιο του παρόντος δοκιμίου, στον βαθμό που στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η ορθολογική οικονομική δραστηριότητα αναγκαστικά δεν μπορεί να είναι τέλεια, επειδή δρουν ορισμένες δυνάμεις που παρεμποδίζουν την άσκησή της. Εν προκειμένω, μπορούμε να εξετάσουμε μόνο την οικονομική και τεχνική αιτιολόγηση αυτής της άποψης. Οι υποστηρικτές αυτής της θέσης έχουν κατά νου μια συγκεχυμένη αντίληψη της τεχνικής ορθολογικότητας, την οποία αντιπαραθέτουν στην οικονομική ορθολογικότητα, για την οποία επίσης δεν έχουν ιδιαίτερα σαφή αντίληψη. Συνηθίζουν να παραβλέπουν το γεγονός ότι «κάθε τεχνική ορθολογικότητα της παραγωγής ταυτίζεται με ένα χαμηλό επίπεδο ειδικής δαπάνης στις παραγωγικές διαδικασίες».1 Παραβλέπουν το γεγονός ότι ο τεχνικός υπολογισμός δεν αρκεί για να διαγνωστεί ο «βαθμός γενικής και τελεολογικής σκοπιμότητας»2 μιας διαδικασίας· ότι μπορεί μόνο να κατατάσσει τις επιμέρους διαδικασίες ανάλογα με τη σημασία τους· αλλά ότι δεν μπορεί ποτέ να μας καθοδηγήσει στις κρίσεις που απαιτεί το οικονομικό σύμπλεγμα ως σύνολο. Μόνο χάρη στο γεγονός ότι οι τεχνικές εκτιμήσεις μπορούν να βασίζονται στην κερδοφορία μπορούμε να υπερβούμε τη δυσκολία που προκύπτει από την πολυπλοκότητα των σχέσεων μεταξύ του τεράστιου συστήματος της σύγχρονης παραγωγής, αφενός, και της ζήτησης και της αποδοτικότητας των επιχειρήσεων και των οικονομικών μονάδων, αφετέρου· και μπορούμε να αποκτήσουμε την πλήρη εικόνα της κατάστασης στο σύνολό της, την οποία απαιτεί η ορθολογική οικονομική δραστηριότητα.3
It must follow from what we have been able to establish in our previous arguments that the protagonists of a socialist system of production claim preference for it on the ground of greater rationality as against an economy so constituted as to depend on private ownership of the means of production. We have no need to consider this opinion within the framework of the present essay, in so far as it falls back on the assertion that rational economic activity necessarily cannot be perfect, because certain forces are operative which hinder its pursuance. In this connection we may only pay attention to the economic and technical reason for this opinion. There hovers before the holders of this tenet a muddled conception of technical rationality, which stands in antithesis to economic rationality, on which also they are not very clear. They are wont to overlook the fact that “all technical rationality of production is identical with a low level of specific expenditure in the processes of production.” They overlook the fact that technical calculation is not enough to realize the “degree of general and teleological expediency” of an event; that it can only grade individual events according to their significance; but that it can never guide us in those judgments which are demanded by the economic complex as a whole. Only because of the fact that technical considerations can be based on profitability can we overcome the difficulty arising from the complexity of the relations between the mighty system of present-day production on the one hand and demand and the efficiency of enterprises and economic units on the other; and can we gain the complete picture of the situation in its totality, which rational economic activity requires.
Στις θεωρίες αυτές κυριαρχεί μια συγκεχυμένη αντίληψη για την πρωτοκαθεδρία της αντικειμενικής αξίας χρήσης. Στην πραγματικότητα, όσον αφορά την οικονομική διαχείριση, η αντικειμενική αξία χρήσης μπορεί να αποκτήσει σημασία για την οικονομία μόνο μέσω της επιρροής που ασκεί, χάρη στην υποκειμενική αξία χρήσης, στη διαμόρφωση των σχέσεων ανταλλαγής των οικονομικών αγαθών. Μια δεύτερη συγκεχυμένη ιδέα παρεισφρέει ανεξήγητα —η προσωπική κρίση του παρατηρητή για τη χρησιμότητα των αγαθών, σε αντιπαράθεση προς τις κρίσεις των ανθρώπων που συμμετέχουν στις οικονομικές συναλλαγές. Αν κάποιος θεωρεί «ανορθολογικό» να δαπανώνται τόσα όσα δαπανώνται στην κοινωνία για το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ και παρόμοιες απολαύσεις, τότε αναμφίβολα έχει δίκιο από τη σκοπιά της δικής του προσωπικής κλίμακας αξιών. Κρίνοντας όμως έτσι, αγνοεί το γεγονός ότι η οικονομία είναι μέσο και ότι, με την επιφύλαξη των ορθολογικών εκτιμήσεων που επηρεάζουν τη διαμόρφωσή της, η κλίμακα των τελικών σκοπών είναι ζήτημα βούλησης και όχι γνώσης.
These theories are dominated by a confused conception of the primacy of objective use value. In fact, so far as economic administration is concerned, objective use value can only acquire significance for the economy through the influence it derives from subjective use value on the formation of the exchange relations of economic goods. A second confused idea is inexplicably involved–the observer’s personal judgment of the utility of goods as opposed to the judgments of the people participating in economic transactions. If anyone finds it “irrational” to spend as much as is expended in society on smoking, drinking, and similar enjoyments, then doubtless he is right from the point of view of his own personal scale of values. But in so judging, he is ignoring the fact that economy is a means, and that, without prejudice to the rational considerations influencing its pattern, the scale of ultimate ends is a matter for conation and not for cognition.
Η γνώση του γεγονότος ότι η ορθολογική οικονομική δραστηριότητα είναι αδύνατη σε μια σοσιαλιστική κοινότητα δεν μπορεί, βεβαίως, να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα ούτε υπέρ ούτε κατά του σοσιαλισμού. Όποιος είναι διατεθειμένος να προχωρήσει στον σοσιαλισμό για ηθικούς λόγους, αποδεχόμενος την υπόθεση ότι, υπό ένα σύστημα κοινής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, η παροχή αγαθών κατώτερης τάξης στους ανθρώπους μειώνεται, ή όποιος καθοδηγείται από ασκητικά ιδεώδη στην επιθυμία του για τον σοσιαλισμό, δεν θα επιτρέψει σε όσα είπαμε να επηρεάσουν τις επιδιώξεις του. Ακόμη λιγότερο θα αποτραπούν εκείνοι οι σοσιαλιστές του «πολιτισμού» που, όπως ο Muckle, προσδοκούν από τον σοσιαλισμό πρωτίστως «τη διάλυση της πιο φρικτής από όλες τις βαρβαρότητες —της καπιταλιστικής ορθολογικότητας».4 Όποιος όμως προσδοκά από τον σοσιαλισμό ένα ορθολογικό οικονομικό σύστημα θα αναγκαστεί να επανεξετάσει τις απόψεις του.
The knowledge of the fact that rational economic activity is impossible in a socialist commonwealth cannot, of course, be used as an argument either for or against socialism. Whoever is prepared himself to enter upon socialism on ethical grounds on the supposition that the provision of goods of a lower order for human beings under a system of common ownership of the means of production is diminished, or whoever is guided by ascetic ideals in his desire for socialism, will not allow himself to be influenced in his endeavors by what we have said. Still less will those “culture” socialists be deterred who, like Muckle, expect from socialism primarily “the dissolution of the most frightful of all barbarisms–capitalist rationality.” But he who expects a rational economic system from socialism will be forced to re-examine his views.
Υστερόγραφο: Γιατί μια σοσιαλιστική οικονομία είναι «αδύνατη»
↗ στη σελίδα του βιβλίουPostscript: Why a Socialist Economy is “Impossible”
Στο δοκίμιο «Ο Οικονομικός Υπολογισμός στη Σοσιαλιστική Κοινότητα», ο Ludwig von Mises αποδεικνύει, άπαξ διά παντός, ότι υπό τον σοσιαλιστικό κεντρικό σχεδιασμό δεν υπάρχουν μέσα οικονομικού υπολογισμού και ότι, επομένως, η ίδια η σοσιαλιστική οικονομία είναι «αδύνατη» («unmöglich») —όχι απλώς μη αποδοτική ή λιγότερο καινοτόμος ή οργανωμένη χωρίς το όφελος της αποκεντρωμένης γνώσης, αλλά πραγματικά, αληθινά και κυριολεκτικά αδύνατη.
In “Economic Calculation in a Socialist Commonwealth,” Ludwig von Mises demonstrates, once and forever, that, under socialist central planning, there are no means of economic calculation and that, therefore, socialist economy itself is “impossible” (“unmöglich”)–not just inefficient or less innovative or conducted without benefit of decentralized knowledge, but really and truly and literally impossible.
Ταυτόχρονα, θεμελιώνει ότι οι αναγκαίες και επαρκείς προϋποθέσεις για την ύπαρξη και την εξέλιξη της ανθρώπινης κοινωνίας είναι η ελευθερία, η ιδιοκτησία και το υγιές χρήμα: η ελευθερία κάθε ατόμου να παράγει και να ανταλλάσσει σύμφωνα με ανεξάρτητα διαμορφωμένες αξιολογικές κρίσεις και αποτιμήσεις τιμών· η απεριόριστη ιδιωτική ιδιοκτησία παραγωγικών αγαθών κάθε είδους και τάξης, καθώς και καταναλωτικών αγαθών· και η ύπαρξη ενός καθολικού μέσου ανταλλαγής του οποίου η αξία δεν υπόκειται σε μεγάλες ή απρόβλεπτες μεταβολές.
At the same time, he establishes that the necessary and sufficient conditions of the existence and evolution of human society is liberty, property, and sound money: the liberty of each individual to produce and exchange according to independently formed value judgments and price appraisements; unrestricted private ownership of all types and orders of producers’ goods as well as of consumers’ good; and the existence of a universal medium of exchange whose value is not subject to large or unforeseeable variations.
Καταργήστε όλους αυτούς τους θεσμούς, ή ακόμη και έναν μόνο από αυτούς, και η ανθρώπινη κοινωνία αποσυντίθεται σε ένα συνονθύλευμα απομονωμένων οικιακών οικονομιών και αρπακτικών φυλών. Η κατάργηση, όμως, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής από ένα σοσιαλιστικό κράτος που εκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο δεν καθιστά απλώς αδύνατη την κοινωνική ύπαρξη του ανθρώπου: η ανάλυση του Mises συνεπάγεται επίσης ότι ο σοσιαλισμός καταστρέφει την πραξεολογική σημασία του χρόνου και εκμηδενίζει τη μοναδικά τελεολογική συμβολή της ανθρωπότητας στο σύμπαν.
Abolish all or ever one of these institutions and human society disintegrates amid a congeries of isolated household economies and predatory tribes. But not only does abolition of private ownership of the means of production by a world embracing socialist state render human social existence impossible: Mises’s analysis also implies that socialism destroys the praxeological significance of time and nullifies humanity’s uniquely teleological contribution to the universe.
Επειδή η κριτική του Mises στον σοσιαλισμό έχει υποστεί σοβαρές παρερμηνείες τόσο από τους οπαδούς όσο και από τους αντιπάλους του, το επιχείρημά του, όπως παρουσιάζεται σε αυτό το άρθρο, πρέπει να διατυπωθεί εκ νέου.
Because Mises’s critique of socialism has been the subject of significant misinterpretation by his followers as well as his opponents, his argument, as it is presented in this article, should be restated.
(1) Η πρωτοποριακή και κεντρική διαπίστωση του Mises είναι ότι ο χρηματικός υπολογισμός αποτελεί το απαραίτητο διανοητικό εργαλείο για την επιλογή του βέλτιστου σχεδίου μέσα από το τεράστιο πλήθος των περίπλοκα αλληλοσυνδεόμενων σχεδίων παραγωγής που είναι διαθέσιμα για τη χρησιμοποίηση των συντελεστών παραγωγής στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Χωρίς προσφυγή στον υπολογισμό και στη σύγκριση των ωφελειών και του κόστους της παραγωγής με τη χρήση της διάρθρωσης των χρηματικών τιμών που καθορίζονται κάθε στιγμή στην αγορά, ο ανθρώπινος νους μπορεί μόνο να εποπτεύει, να αξιολογεί και να διευθύνει παραγωγικές διαδικασίες των οποίων η έκταση περιορίζεται δραστικά στα όρια της πρωτόγονης οικιακής οικονομίας.
(1) Mises’s pathbreaking and central insight is that monetary calculation is the indispensable mental tool for choosing the optimum among the vast array of intricately-related production plans that are available for employing the factors of production within the framework of the social division of labor. Without recourse to calculating and comparing the benefits and costs of production using the structure of monetary prices determined at each moment on the market, the human mind is only capable of surveying, evaluating, and directing production processes whose scope is drastically restricted to the compass of the primitive household economy.
Ο πρακτικά απεριόριστος αριθμός εναλλακτικών σχεδίων για την κατανομή των συντελεστών παραγωγής και η συντριπτική πολυπλοκότητα των μεταξύ τους σχέσεων απορρέουν από δύο αλληλένδετα δεδομένα του κόσμου μας. Πρώτον, ο κόσμος μας διαθέτει μεγάλη ποικιλία σχετικά «μη ειδικών» πόρων, οι οποίοι μπορούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να υποκαθιστούν ο ένας τον άλλον σε ένα ευρύ φάσμα παραγωγικών διαδικασιών. Δεύτερον, αφού η ίδια η ανθρώπινη δράση συνεπάγεται την ανεξάλειπτη σπανιότητα τόσο του χρόνου όσο και των πόρων, υπάρχει πάντοτε μια σχεδόν ανεξάντλητη δυνατότητα συσσώρευσης κεφαλαίου και επιμήκυνσης της δομής παραγωγής της οικονομίας, η οποία πολλαπλασιάζει έτσι πέρα από κάθε μέτρηση τις τεχνικές δυνατότητες συνδυασμού των συντελεστών παραγωγής.
The practically unlimited number of alternative plans for allocating the factors of production and the overwhelming complexities of their interrelationships stem from two related facts about our world. First, our world is endowed with a wide variety of relatively “nonspecific” resources, which to a greater or lesser degree are substitutable for one another over a broad range of production processes. Second, since human action itself implies the ineradicable scarcity of time as well as of resources, there always exists an almost inexhaustible opportunity to accumulate capital and lengthen the economy’s structure of production, thus multiplying beyond number the technical possibilities for combining the factors of production.
Δεδομένου, επομένως, του άπειρου πλήθους των σχέσεων συμπληρωματικότητας και υποκατάστασης που συνυπάρχουν μεταξύ των διαφόρων ειδών παραγωγικών πόρων, ένας και μόνο ανθρώπινος νους —ακόμη και αν διέθετε κατά θαυμαστό τρόπο πλήρη και ακριβή γνώση των ποσοτήτων και των ποιοτήτων των διαθέσιμων συντελεστών παραγωγής, των πλέον πρόσφατων τεχνικών για τον συνδυασμό και τη μετατροπή τους σε καταναλωτικά αγαθά, καθώς και του συνόλου των αξιολογικών κατατάξεων των καταναλωτικών αγαθών από όλα τα άτομα — θα ήταν εντελώς ανίκανος να προσδιορίσει το βέλτιστο πρότυπο κατανομής των πόρων ή ακόμη και να διαπιστώσει αν ένα συγκεκριμένο σχέδιο ήταν αντιοικονομικό σε βαθμό γελοίο και καταστροφικό. Όχι μόνο δεν θα μπορούσε αυτό το απολύτως ενημερωμένο άτομο να επινοήσει μια ορθολογική λύση του προβλήματος, αλλά δεν θα μπορούσε καν να αποκτήσει πλήρη διανοητική «εποπτεία» του προβλήματος σε όλη του την πολυπλοκότητα.
Given, therefore, the infinitude of the relationships of complementarity and substitutability simultaneously subsisting among the various types of productive resources, a single human mind–even if it were miraculously endowed with complete and accurate knowledge of the quantities and qualities of the available factors of production, of the latest techniques for combining and transforming these factors into consumer goods, and of the set of all individuals’ value rankings of consumer goods–would be utterly incapable of determining the optimal pattern of resource allocation or even if a particular plan was ludicrously and destructively uneconomic. Not only would this perfectly knowledgeable person be unable to devise a rational solution of the problem, he or she would be unable to even achieve a full intellectual “survey” of the problem in all its complexity.
Έτσι, όπως λέει ο Mises (κεφ. 2), «…ο νους ενός και μόνο ανθρώπου —όσο ευφυής και αν είναι— είναι υπερβολικά αδύναμος για να συλλάβει τη σημασία καθενός από τα αναρίθμητα αγαθά ανώτερης τάξης. Κανένας μεμονωμένος άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει σε βάθος όλες τις δυνατότητες παραγωγής, αναρίθμητες καθώς είναι, ώστε να είναι σε θέση να σχηματίζει άμεσα προφανείς αξιολογικές κρίσεις χωρίς τη βοήθεια κάποιου συστήματος υπολογισμού».
Thus, as Mises [p.17] says, “...the mind of one man alone–be it ever so cunning, is too weak to grasp the importance of any single one among the countlessly many goods of a higher order. No single man can ever master all the possibilities of production, innumerable as they are, as to be in a position to make straightway evident judgments of value without the aid of some system of computation.”
(2) Εκείνο, λοιπόν, που απαιτείται για να προκύψουν οι πληθικοί αριθμοί οι αναγκαίοι για τον υπολογισμό του κόστους και των ωφελειών των παραγωγικών διαδικασιών είναι αυτό που ο Mises (κεφ. 2) αποκαλεί «διανοητικό καταμερισμό της εργασίας», ο οποίος αναδύεται όταν οι ιδιώτες ιδιοκτήτες είναι ελεύθεροι να ανταλλάσσουν αγαθά και υπηρεσίες έναντι χρήματος σύμφωνα με τις ατομικές αξιολογικές κρίσεις και τις αποτιμήσεις τιμών τους. Έτσι, σε μια κοινωνία της αγοράς, κάθε ατομικός νους αναλαμβάνει διττό ρόλο στον προσδιορισμό των ποσοτικών μεγεθών του χρηματικού υπολογισμού. Υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, όλοι οι άνθρωποι υποβάλλουν χρηματικές προσφορές για τα υφιστάμενα αποθέματα τελικών αγαθών σύμφωνα με τις υποκειμενικές αξιολογήσεις τους, οδηγώντας στην ανάδυση αντικειμενικών χρηματικών σχέσεων ανταλλαγής που συσχετίζουν μεταξύ τους τις αξίες όλων των καταναλωτικών αγαθών.
(2) What is needed, then, to produce the cardinal numbers necessary for computing the costs and benefits of production processes is what Mises [p. 19] calls the “intellectual division of labor” which emerges when private property owners are at liberty to exchange goods and services against money according to their individual value judgments and price appraisements. Thus in a market society every individual mind is accorded a dual role in determining the quantities of monetary calculation. In their consumer roles, all people make monetary bids for the existing stocks of final goods according to their subjective valuations, leading to the emergence of objective monetary exchange ratios which relate the values of all consumer goods to one another.
Με βάση το σύστημα τιμών των καταναλωτικών αγαθών που καθορίζεται έτσι και την υφιστάμενη γνώση των τεχνικών συνθηκών παραγωγής, οι επιχειρηματίες που επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν το χρηματικό κέρδος πλειοδοτούν ανταγωνιστικά για να αποκτήσουν τις υπηρεσίες των συντελεστών παραγωγής που είναι επί του παρόντος διαθέσιμοι και ανήκουν στους ίδιους αυτούς καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων όσων αναλαμβάνουν επιχειρηματικούς ρόλους. Σε αυτή την ανταγωνιστική διαδικασία, κάθε είδος παραγωγικής υπηρεσίας αποτιμάται αντικειμενικά σε χρηματικούς όρους σύμφωνα με την τελική συμβολή του στην παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Διαμορφώνεται έτσι η διάρθρωση των χρηματικών τιμών της αγοράς, ένα γνήσια «κοινωνικό» φαινόμενο στο οποίο αποδίδεται σε κάθε μονάδα ανταλλάξιμων αγαθών και υπηρεσιών ένας κοινωνικά σημαντικός πληθικός αριθμός και το οποίο έχει τις ρίζες του στον νου κάθε μέλους της κοινωνίας, αλλά αναγκαστικά υπερβαίνει πάντοτε τη συμβολή του μεμονωμένου ανθρώπινου νου.
In light of the system of consumer goods’ prices thus determined, and of the existing knowledge of the technical conditions of production, entrepreneurs seeking to maximize monetary profit bid against one another to acquire the services of the productive factors currently available and owned by these same consumers (including those in entrepreneurial roles). In this competitive process, each and every type of productive service is objectively appraised in monetary terms according to its ultimate contribution to the production of consumer goods. There thus comes into being the market’s monetary price structure, a genuinely “social” phenomenon in which every unit of exchangeable goods and services is assigned a socially significant cardinal number and which has its roots in the minds of every single member of society yet must forever transcend the contribution of the individual human mind.
(3) Εφόσον η κοινωνική διάρθρωση των τιμών καταστρέφεται και αναδημιουργείται συνεχώς, κάθε χρονική στιγμή, από την ανταγωνιστική διαδικασία αποτίμησης που λειτουργεί εν μέσω αδιάκοπων μεταβολών των οικονομικών δεδομένων, οι επιχειρηματίες διαθέτουν πάντοτε τα μέσα για να εκτιμούν το κόστος και τα έσοδα και να υπολογίζουν την κερδοφορία οποιασδήποτε νοητής παραγωγικής διαδικασίας.
(3) Since the social price structure is continually being destroyed and recreated at every moment of time by the competitive appraisement process operating in the face of ceaseless change of the economic data, there is always available to entrepreneurs the means of estimating the costs and revenues and calculating the profitability of any thinkable process of production.
Μόλις, όμως, καταργηθεί η ιδιωτική ιδιοκτησία των μη ανθρώπινων μέσων παραγωγής, όπως συμβαίνει υπό τον σοσιαλισμό, η διαδικασία αποτίμησης σταματά αναγκαστικά, αφήνοντας μόνο την ανάμνηση της τελευταίας διάρθρωσης τιμών της αγοράς, η οποία καθίσταται ολοένα λιγότερο συναφής προς τις συνθήκες. Ελλείψει ανταγωνιστικών προσφορών των επιχειρηματιών για παραγωγικούς πόρους, δεν υπάρχει δυνατότητα να αποδοθεί οικονομικό νόημα στο κράμα των δυνητικών φυσικών παραγωγικοτήτων που ενσωματώνεται σε καθέναν από τους μυριάδες φυσικούς πόρους και τα κεφαλαιουχικά αγαθά που βρίσκονται πλέον στα χέρια των σοσιαλιστών κεντρικών σχεδιαστών.
Once private property in the nonhuman means of production is abolished, however, as it is under socialism, the appraisement process must grind to a halt, leaving only the increasingly irrelevant memory of the market’s final price structure. In the absence of competitive bidding for productive resources by entrepreneurs, there is no possibility of assigning economic meaning to the amalgam of potential physical productivities embodied in each of the myriad of natural resources and capital goods now in the hands of the socialist central planners.
Ακόμη και αν οι σχεδιαστές παρατηρούσαν τις χρηματικές τιμές που θα εξακολουθούσαν να διαμορφώνονται σε μια ανεμπόδιστη αγορά καταναλωτικών αγαθών ή αντικαθιστούσαν τις κλίμακες αξιών των υπαγόμενων στην εξουσία τους καταναλωτών με τη δική τους ενιαία κλίμακα αξιών, και πάλι δεν θα υπήρχε καμία δυνατότητα να γνωρίσουν ή να εικάσουν ποτέ οι κεντρικοί σχεδιαστές το «κόστος ευκαιρίας» οποιασδήποτε κοινωνικής παραγωγικής διαδικασίας. Όπου οι δρώντες δεν είναι καταρχήν σε θέση να συγκρίνουν το εκτιμώμενο κόστος και τις ωφέλειες των αποφάσεών τους, αποκλείονται εξ ορισμού οι δραστηριότητες οικονομικής χρησιμοποίησης των μέσων.
Even if planners observed the money prices which continued to be generated on an unhampered market for consumer goods, or substituted their own unitary scale of values for those of their subject consumers, there would still be no possibility for the central planners to ever know or guess the “opportunity cost” of any social production process. Where actors, in principle, are not in a position to compare the estimated costs and benefits of their decisions, economizing activities, by definition, are ruled out.
Μια κοινωνία χωρίς χρηματικό υπολογισμό, δηλαδή μια σοσιαλιστική κοινωνία, είναι επομένως απολύτως κυριολεκτικά μια κοινωνία χωρίς οικονομία. Έτσι, αντίθετα προς ό,τι έχει καταστεί η καθιερωμένη ερμηνεία τόσο μεταξύ φίλων όσο και μεταξύ αντιπάλων, ο Mises (κεφ. 2· τέλος του κεφ. 2) δεν επιδιδόταν σε ρητορική υπερβολή, αλλά διατύπωνε στεγνά ένα αποδείξιμο συμπέρασμα της οικονομικής επιστήμης όταν δήλωνε σε αυτό το άρθρο: «Χωρίς οικονομικό υπολογισμό δεν μπορεί να υπάρξει οικονομία. Επομένως, σε ένα σοσιαλιστικό κράτος, όπου η διενέργεια οικονομικού υπολογισμού είναι αδύνατη, δεν μπορεί να υπάρξει καμία απολύτως οικονομία —με την έννοια που αποδίδουμε στον όρο… Ο σοσιαλισμός είναι η κατάργηση της ορθολογικής οικονομίας».
A society without monetary calculation, that is, a socialist society, is therefore quite literally a society without an economy. Thus, contrary to what has become the conventional interpretation by friend and foe alike, Mises (pp. 21 and 26) was not indulging in rhetorical hyperbole but drily stating a demonstrable conclusion of economic science when he declared in this article: “Without economic calculation there can be no economy. Hence in a socialist state wherein the pursuit of economic calculation is impossible, there can be–in our sense of the term–no economy whatsoever... Socialism is the abolition of rational economy.”
(4) Ο σοσιαλισμός θα έχει ιδιαίτερα καταστροφικές επιπτώσεις στη δομή του κεφαλαίου της οικονομίας. Χωρίς ενιαία έκφραση των χρονικών προτιμήσεων σε χρηματικούς όρους, οι κεντρικοί σχεδιαστές δεν θα γνωρίζουν ποτέ αν η επένδυση των τρεχόντων πόρων στα ανώτερα στάδια παραγωγής, τα οποία αποδίδουν φυσικά ετερογενείς και μη σύμμετρες εκροές, θα δημιουργήσει μια συνολική δομή παραγωγής της οποίας τα μέρη συναρμόζονται ή της οποίας η επιδιωκόμενη διάρκεια είναι προσαρμοσμένη στην ποσότητα του διαθέσιμου κεφαλαίου. Έτσι, θα αναλαμβάνονται τεχνικές διαδικασίες ανώτερης τάξης των οποίων οι εκροές δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε περαιτέρω παραγωγικές διαδικασίες, επειδή δεν είναι διαθέσιμα τα αναγκαία συμπληρωματικά παραγωγικά αγαθά.
(4) Socialism will have particularly devastating effects on the economy’s capital structure. Without a unitary expression for time preferences in monetary terms, central planners will never know whether the investment of current resources in the higher stages of production, which yield physically heterogeneous and noncommensurable outputs, will generate an overall production structure whose parts fit together or whose intended length is adjusted to the amount of capital available. Thus higher-order technical processes will be undertaken whose outputs cannot be used in further production processes because the needed complementary producer goods are not available.
Στη Σοβιετική Ένωση, για παράδειγμα, εν μέσω οξείας ανεπάρκειας της προσφοράς τροφίμων, καινούργιοι και αχρησιμοποίητοι ελκυστήρες σκουριάζουν σε χωράφια με αθέριστα σιτηρά, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή καύσιμα για να κινηθούν, εργατικά χέρια για να λειτουργήσουν ή κτίσματα για να στεγαστούν. Μία από τις σημαντικότερες συνέπειες του γεγονότος ότι οι κεντρικά σχεδιασμένες οικονομίες υπάρχουν μέσα σε μια παγκόσμια οικονομία της αγοράς είναι ότι οι σχεδιαστές μπορούν να παρατηρούν και να αντιγράφουν χονδροειδώς τις καπιταλιστικές οικονομίες όταν αποφασίζουν ποιες τεχνικές διαδικασίες μπορούν να συνυπάρξουν σε μια ευλόγως συνεκτική δομή κεφαλαίου. Αν ολόκληρος ο κόσμος, και όχι μεμονωμένα έθνη, βρισκόταν υπό κεντρικό σχεδιασμό τον τελευταίο μισό αιώνα, η παγκόσμια δομή κεφαλαίου θα είχε προ πολλού κονιορτοποιηθεί ανεπανόρθωτα και η ανθρωπότητα θα είχε εκτιναχθεί πίσω στον πρωτογονισμό της αυτάρκειας.
In the Soviet Union, for example, in the midst of a dire undersupply of food products, new and unused tractors stand rusting in fields of unharvested grain, because there does not exist sufficient fuel to power them, labor to operate them, or structures to house them. One of the most important consequences of the fact that centrally planned economies exist within a world market economy is that the planners can observe and crudely copy capitalist economies in deciding which technical processes can coexist in a reasonably coherent capital structure. Had the entire world, rather than isolated nations, existed under central planning for the last half century, the global capital structure would long since have crumbled irretrievably to dust and humanity been catapulted back to autarkic primitivism.
(5) Έτσι, εξαρχής ο Mises τόνισε ένα σημείο που οι εχθρικοί και ανειλικρινείς επικριτές του βολικά αγνόησαν: ότι η ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης και άλλων κεντρικά ελεγχόμενων οικονομιών δεν ανασκευάζει τη θέση του σχετικά με το αδύνατο της σοσιαλιστικής οικονομίας. Παρά την κατάφωρη έλλειψη αποδοτικότητάς τους, αυτές οι οικονομίες πράγματι κατορθώνουν να επιβιώνουν επισφαλώς, παρασιτώντας στην κοινωνική διαδικασία αποτίμησης και στην ενοποιημένη δομή κεφαλαίου που παράγει η περιβάλλουσα παγκόσμια αγορά. Όπως επισημαίνει ο Mises (κεφ. 2), ούτε αυτές οι οικονομίες ούτε οι κρατικοποιημένες επιχειρήσεις μέσα στις καπιταλιστικές οικονομίες είναι γνήσια σοσιαλιστικές, επειδή και οι δύο αυτές μορφές οργάνωσης
(5) Thus, from the first, Mises emphasized the point, which was conveniently ignored by hostile and disingenuous critics: that the existence of the Soviet Union and other centrally-controlled economies is no refutation of his thesis regarding the impossibility of socialist economy. Their gross inefficiency notwithstanding, these economies in fact do eke out a precarious existence as parasites on the social appraisement process and integrated capital structure produced by the surrounding world market. As Mises (p. 20) points out, neither these economies nor nationalized enterprises within capitalist economies are genuinely socialistic, because both entities
εξαρτώνται τόσο πολύ από το περιβάλλον οικονομικό σύστημα με τις ελεύθερες συναλλαγές του, ώστε δεν μπορεί να λεχθεί ότι ενσαρκώνουν… την πραγματική ουσία μιας σοσιαλιστικής οικονομίας.… Στις κρατικές και δημοτικές επιχειρήσεις εισάγονται τεχνικές βελτιώσεις επειδή μπορούν να παρατηρηθούν τα αποτελέσματά τους σε παρόμοιες ιδιωτικές επιχειρήσεις, εγχώριες και ξένες, και επειδή οι ιδιωτικές βιομηχανίες που παράγουν τα υλικά γι’ αυτές τις βελτιώσεις δίνουν την ώθηση για την εισαγωγή τους. Στις επιχειρήσεις αυτές μπορούν να διαπιστωθούν τα πλεονεκτήματα της αναδιοργάνωσης, επειδή λειτουργούν μέσα στη σφαίρα μιας κοινωνίας που βασίζεται στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και στο σύστημα των χρηματικών ανταλλαγών, και έτσι έχουν τη δυνατότητα υπολογισμού και λογιστικής.
are so much dependent upon the environing economic system with its free commerce that they cannot be said to partake... of the really essential nature of a socialist economy....In state and municipal undertakings technical improvements are introduced because their effect in similar private enterprises, domestic and foreign, can be noticed, and because those private industries which produce the materials for these improvements give the impulse for their introduction. In these concerns the advantages of reorganization can be established, because they operate within the sphere of a society based upon the private ownership of the means of production and upon the system of monetary exchange, being thus capable of computation and account.
(6) Ο Mises, όμως, δεν σταματά στην απόδειξη ότι ο σοσιαλισμός εξαλείφει αναγκαστικά τη δραστηριότητα οικονομικής χρησιμοποίησης των μέσων μέσα στο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων· διερευνά επίσης τις συνέπειές του για την ανάπτυξη του ανθρώπινου νου. Με τη διάλυση της κοινωνικής παραγωγής που ακολουθεί αναπόφευκτα την επιβολή ενός σοσιαλιστικού κράτους παγκόσμιας εμβέλειας, η ανθρωπότητα καταλήγει σύντομα να εξαρτάται από οικονομικές δραστηριότητες που διεξάγονται σε σχετική απομόνωση. Οι πρωτόγονες παραγωγικές διαδικασίες που αρμόζουν σε οικονομίες αυτάρκειας δεν απαιτούν οικονομικό υπολογισμό με πληθικούς αριθμούς, ούτε τέτοιες απλές διαδικασίες προσφέρουν μεγάλο περιθώριο για αμιγώς τεχνικό υπολογισμό. Καθώς δεν εξαρτάται πλέον από αριθμητικές πράξεις για τη συντήρησή του, ο ανθρώπινος νους αρχίζει να χάνει τη χαρακτηριστική ικανότητά του να υπολογίζει.
(6) But Mises does not stop with the demonstration that socialism must eradicate economizing activity within the social nexus; he also traces out its implications for the development of the human mind. With the dissolution of social production that inevitably ensures upon the imposition of a world-embracing socialist state, humanity is reduced in short order to dependence upon economic activities carried on in relative isolation. The primitive production processes suitable to autarkic economies do not require economic calculation using cardinal numbers nor do such simple processes offer much scope for purely technical calculation. No longer dependent upon arithmetic operations to sustain itself, the human mind begins to lose its characteristic ability to calculate.
Η ανάλυση του Mises για τις επιπτώσεις του σοσιαλισμού έχει και μια άλλη βαρυσήμαντη συνέπεια. Λόγω της αδυναμίας οικοδόμησης και διατήρησης μιας δομής κεφαλαίου χωρίς χρηματικό υπολογισμό, η ανθρώπινη οικονομία υπό τον σοσιαλισμό καταλήγει να συνίσταται σε εξαιρετικά σύντομες και επαναλαμβανόμενες οικιακές διαδικασίες, οι οποίες χρησιμοποιούν ελάχιστο κεφάλαιο και αφήνουν μικρό περιθώριο προσαρμογής σε νέες ανάγκες. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο ίδιος ο χρόνος —με την πραξεολογική έννοια της διάκρισης μεταξύ παρόντος και μέλλοντος— παύει να διαδραματίζει ρόλο στις ανθρώπινες υποθέσεις. Άνδρες και γυναίκες, στην ύπαρξή τους χωρίς κεφάλαιο και με ορίζοντα την καθημερινή επιβίωση, αρχίζουν να βιώνουν παθητικά τον χρόνο όπως τα άλογα ζώα —όχι ενεργητικά, ως εργαλείο σχεδιασμού και δράσης, αλλά παθητικά, ως απλή διάρκεια. Η ανθρωπότητα ως τελεολογική δύναμη στο σύμπαν αποτελεί, επομένως, αναγκαστικά δημιούργημα των αδιάρρηκτα συνδεδεμένων φαινομένων του υπολογισμού και του κεφαλαίου. Υπό μια ουσιαστική έννοια, λοιπόν, ο σοσιαλισμός δεν εξοντώνει μόνο την οικονομία και την κοινωνία, αλλά και την ανθρώπινη νόηση και το πνεύμα.
Mises’s analysis of the effects of socialism also has another momentous implication. With the impossibility of building up and maintaining a capital structure in the absence of monetary calculation, human economy under socialism comes to consist of super-short and repetitive household processes utilizing minimal capital and with little scope for adjustment to new wants. The result is that time itself–in the praxeological sense of a distinction between present and future–ceases to play a role in human affairs. Men and women, in their capitalless, hand-to-mouth existence, begin to passively experience time as the brute beasts do–not actively as a tool of planning and action but passively as mere duration. Humanity as a teleological force in the universe is therefore necessarily a creation of the inextricably related phenomena of calculation and capital. In a meaningful sense, then, socialism not only exterminates economy and society but the human intellect and spirit as well.
(1) Είναι ύψιστης σημασίας να αναγνωριστεί ότι, τόσο στο αρχικό άρθρο του όσο και σε όλα τα μεταγενέστερα κείμενά του για το θέμα, ο Mises προσδιόριζε απαρέγκλιτα το ιδιαίτερο και άλυτο πρόβλημα του σοσιαλισμού ως την αδυναμία υπολογισμού —όχι, όπως στην περίπτωση του F.A. Hayek, ως την απουσία ενός αποδοτικού μηχανισμού μετάδοσης γνώσης στους σχεδιαστές. Αυτή η διαφορά μεταξύ Mises και Hayek αντανακλάται στις αντίστοιχες αντιλήψεις τους για την κοινωνική λειτουργία του ανταγωνισμού, καθώς και στις απαντήσεις τους στους ισχυρισμούς των μεταγενέστερων υποστηρικτών του σοσιαλισμού της αγοράς και του μαθηματικού σοσιαλισμού. Στην πραγματικότητα, ο Mises προέβλεψε και ανασκεύασε τα επιχειρήματα και των δύο ομάδων στο αρχικό του άρθρο. Παρ’ όλα αυτά, η θέση του Mises σε αυτά τα ζητήματα σήμερα γενικά αγνοείται ή συγχέεται με εκείνη του Hayek.
(1) It is of utmost importance to recognize that, in his original article as well as all later writings on the subject, Mises unswervingly identified the unique and insoluble problem of socialism as the impossibility of calculation–not, as in the case of F.A. Hayek, as an absence of an efficient mechanism for conveying knowledge to the planners. This difference between Mises and Hayek is reflected in their respective conceptions of the social function of competition as well as in their responses to the claims of the later market and mathematical socialists. Actually, Mises anticipated and refuted both groups in his original article. Nonetheless, Mises’s position on these issues is today generally ignored or conflated with Hayek’s.
(2) Για τον Mises, αφετηρία του επιχειρηματικού σχεδιασμού της παραγωγής σε μια οικονομία της αγοράς είναι η εμπειρία της παρούσας —στην πραγματικότητα, της αμέσως προηγούμενης— διάρθρωσης τιμών της αγοράς, καθώς και των υποκείμενων οικονομικών δεδομένων. Η γνώση των παρελθουσών τιμών της αγοράς από τον επιχειρηματία δεν υποκαθιστά τις ποιοτικές πληροφορίες για την οικονομία, όπως φαίνεται να υποστηρίζει ο Hayek, αλλά είναι αναγκαστικά συμπληρωματική προς αυτές. Ο λόγος, για τον Mises, είναι ότι οι διαρθρώσεις τιμών όπως θα αναδυθούν σε μελλοντικές χρονικές στιγμές είναι εκείνες που έχουν σημασία για τα σχέδια παραγωγής, τα οποία αναπόφευκτα απαιτούν χρόνο και, επομένως, είναι προσανατολισμένα στο μέλλον. Οι επιχειρηματίες, όμως, δεν μπορούν ποτέ να γνωρίζουν άμεσα τις μελλοντικές τιμές· μπορούν μόνο να τις αποτιμούν υπό το φως της «εμπειρίας» τους από τις παρελθούσες τιμές και της «κατανόησής» τους για τους μετασχηματισμούς που θα επέλθουν στην παρούσα διάταξη των ποιοτικών οικονομικών δεδομένων. Είτε προτιμά κανείς να χαρακτηρίζει την επιχειρηματική πρόβλεψη και αποτίμηση ως διαδικασία «ανακάλυψης» γνώσης, όπως κάνει ο Hayek, είτε όχι, το σημαντικό είναι ότι για τον Mises αυτή αποτελεί την απαραίτητη αφετηρία της ανταγωνιστικής διαδικασίας και όχι την κοινωνική της κορύφωση.
(2) For Mises, the starting point for entrepreneurial planning of production in a market economy is the experience of the present (actually immediately past) price structure of the market as well as of the underlying economic data. Knowledge of past market prices by the entrepreneur does not substitute for qualitative information about the economy, as Hayek seems to argue, but is necessarily complementary to it. The reason, for Mises, is that it is price structures as they emerge at future moments of time that are relevant to unavoidably time-consuming and therefore future-oriented production plans. But entrepreneurs can never know future prices directly; they are only able to appraise them in light of their “experience” of past prices and of their “understanding” of what transformations will take place in the present configuration of the qualitative economic data. Whether or not one prefers to characterize entrepreneurial forecasting and appraisement as a procedure for “discovery” of knowledge, as Hayek does, what is important is that for Mises it is the indispensable starting point of the competitive process and not its social culminant.
Με άλλα λόγια, η πρόβλεψη και η αποτίμηση των μελλοντικών διαρθρώσεων τιμών, στις οποίες μπορεί να λεχθεί ότι διαδραματίζει ρόλο η ανακάλυψη νέας γνώσης, αποτελούν προανταγωνιστική και μη κοινωνική λειτουργία· δηλαδή προηγούνται των ανταγωνιστικών επιχειρηματικών προσφορών για τους υφιστάμενους συντελεστές παραγωγής, τις καθορίζουν και διεξάγονται εξ ολοκλήρου μέσα στα όρια των ατομικών νόων. Η κοινωνική λειτουργία του ανταγωνισμού, από την άλλη πλευρά, είναι η αντικειμενική αποτίμηση των αγαθών ανώτερης τάξης σε τιμές, η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση του επιχειρηματικού υπολογισμού της κερδοφορίας εναλλακτικών σχεδίων παραγωγής. Ο ανταγωνισμός αποκτά, επομένως, τον χαρακτήρα μιας κατεξοχήν κοινωνικής διαδικασίας, όχι επειδή η λειτουργία του προϋποθέτει την ανακάλυψη γνώσης, η οποία είναι αναπόδραστα ατομική λειτουργία, αλλά επειδή, χωρίς ανταγωνιστικά καθορισμένες χρηματικές τιμές για τους συντελεστές παραγωγής, η κατοχή κυριολεκτικά όλης της γνώσης του κόσμου δεν θα επέτρεπε σε ένα άτομο να κατανείμει οικονομικά τους παραγωγικούς πόρους μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας.
In other words, the forecasting and appraisement of future price structures in which discovery of new knowledge may be said to play a role is a precompetitive and nonsocial operation, that is, it precedes and conditions competitive entrepreneurial bidding for existing factors of production and is carried on wholly within the compass of individual minds. The social function of competition, on the other hand, is the objective price appraisement of the higher-order goods, the sine qua non of entrepreneurial calculation of the profitability of alternative production plans. Competition therefore acquires the characteristic of a quintessentially social process, not because its operation presupposes knowledge discovery, which is inescapably an individual function, but because, in the absence of competitively determined money prices for the factors of production, possession of literally all the knowledge in the world would not enable an individual to allocate productive resources economically within the social division of labor.
(3) Ο Mises, επομένως, υποθέτει σε όλα τα κείμενά του για το θέμα ότι οι σχεδιαστές έχουν πλήρη γνώση των αξιολογήσεων των τελικών αγαθών από τους καταναλωτές, καθώς και των διαφόρων διαθέσιμων μέσων για την παραγωγή αυτών των αγαθών υπό γνωστές τεχνολογικές συνθήκες. Για παράδειγμα, ο Mises (κεφ. 2) γράφει: «Η διοίκηση μπορεί να γνωρίζει ακριβώς ποια αγαθά χρειάζονται πιο επειγόντως.… Ενδέχεται επίσης να μπορεί να υπολογίσει την αξία οποιουδήποτε μέσου παραγωγής, υπολογίζοντας τη συνέπεια της απόσυρσής του ως προς την ικανοποίηση των αναγκών». Παρά αυτή τη γνώση, οι σοσιαλιστές διοικητές δεν θα ήταν σε θέση να καταλήξουν σε μια χρήσιμη κοινωνική αποτίμηση των μέσων παραγωγής σε πληθικούς όρους. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όπου υπάρχουν ιδιωτική ιδιοκτησία και ανταλλαγή παραγωγικών πόρων, οι οποίες γεννούν καταλλακτικό ανταγωνισμό μεταξύ ανεξάρτητων παραγωγών και οδηγούν στον καταλογισμό χρηματικών τιμών με οικονομικό νόημα στους πόρους.
(3) Mises thus assumes in all his writings on the subject that the planners have full knowledge of consumer valuations of final goods as well as of the various means available for producing these goods under known technological conditions. For example, Mises [pp. 23] writes, “The administration may know exactly what goods are most urgently needed....It may also be able to calculate the value of any means of production by calculating the consequence of its withdrawal in relation to the satisfaction of needs.” Despite this knowledge, the socialist administrators would be unable to arrive at a useful social appraisement of the means of production in cardinal terms. This can only occur where there exists private ownership and exchange of productive resources, which generate catallactic competition among independent producers resulting in the imputation of meaningful money prices to the resources.
(4) Προβλέποντας τα μελλοντικά επιχειρήματα των υποστηρικτών του σοσιαλισμού της αγοράς, ο Mises συλλογίζεται ότι κάθε απόπειρα εφαρμογής χρηματικού υπολογισμού με τον εξαναγκασμό ή την παρακίνηση των διευθυντών σοσιαλιστικών επιχειρήσεων να ενεργούν ως επιχειρηματίες που μεγιστοποιούν το κέρδος —ή, ακόμη πιο παράλογα, εξισώνουν την τιμή με το οριακό κόστος— προσκρούει στο γεγονός ότι οι διευθυντές αυτοί δεν έχουν ιδιοκτησιακό συμφέρον στο κεφάλαιο και στο προϊόν των επιχειρήσεών τους. Κατά συνέπεια, οι ανταγωνιστικές προσφορές που υποβάλλουν επιδιώκοντας να αποκτήσουν επενδυτικά κεφάλαια και να αγοράσουν παραγωγικούς πόρους οδηγούν αναγκαστικά σε επιτόκια και τιμές που είναι πλήρως και αναπόφευκτα αυθαίρετα και άχρηστα ως εργαλεία οικονομικού υπολογισμού.
(4) Anticipating the future arguments of market socialists, Mises reasons that any attempt to implement monetary calculation by forcing or inducing managers of socialist enterprises to act as profit-maximizing (or even more absurdly, price-and-marginal-cost-equalizing) entrepreneurs founders on the fact that these managers do not have an ownership interest in the capital and output of their enterprises. Consequently, the bids they make against one another in seeking to acquire investment funds and purchase productive resources must result in interest rates and prices that are wholly and inescapably arbitrary and useless as tools of economic calculation.
Η απουσία νοήματος από αυτές τις λεγόμενες «παραμετρικές τιμές» του σοσιαλισμού της αγοράς και η αποτυχία τους να αναπαραγάγουν τη διάρθρωση τιμών της αγοράς απορρέουν από το γεγονός ότι καθορίζονται εξ ολοκλήρου από το σύστημα ανταμοιβών και ποινών και τις άλλες ρυθμίσεις που θεσπίζουν οι μονοπωλιακοί ιδιοκτήτες των συντελεστών παραγωγής —οι σχεδιαστές— για να κατευθύνουν τη συμπεριφορά των διευθυντών τους. Αυτό το σύστημα διευθυντικών κινήτρων, όμως, είναι το ίδιο κατασκεύασμα του ατομικού ανθρώπινου νου, ο οποίος θα έπρεπε πρώτα να επιλύσει μόνος του το πρόβλημα της αξιολόγησης των συντελεστών παραγωγής, προτού μπορέσει έστω να ελπίζει ότι θα επινοήσει την κατάλληλη —αλλά πλέον περιττή— δομή κινήτρων.
The meaninglessness of these so-called “parametric prices” of market socialism, and their failure to replicate the price structure of the market, derives from the circumstance that they are wholly conditioned by the system of rewards and penalties and other arrangements instituted by the monopoly owners of the factors of production (the planners) to guide the behavior of their managers. But this system of managerial incentives is itself a construct of the individual human mind, which would first have to solve for itself the problem of valuing the factors of production before it could even hope to devise the proper (but now superfluous) incentive structure.
(5) Ο Hayek και οι οπαδοί του είναι επιφυλακτικοί ως προς το πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά μπορεί να ενσωματωθεί στο σοσιαλιστικό σύστημα τιμών η διάσπαρτη γνώση των μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών. Για την ανάλυση του Mises, όμως, αυτό βρίσκεται εντελώς εκτός θέματος. Ανεξάρτητα από το πόσο καλά ενημερωμένοι είναι οι σοσιαλιστές διευθυντές, οι προσφορές τους στην «αγορά» συντελεστών παραγωγής, στις οποίες υποτίθεται ότι οι κεντρικοί σχεδιαστές προσαρμόζουν τις παραμέτρους τιμών του συστήματος, προκύπτουν από ένα αυθαίρετο σύνολο οδηγιών των ίδιων των σχεδιαστών και όχι από τον ανταγωνισμό μεταξύ ιδιωτών ιδιοκτητών. Οι τιμές δεν θα ήταν περισσότερο άχρηστες για το έργο του οικονομικού υπολογισμού αν οι σχεδιαστές απέφευγαν την περίτεχνη και σπάταλη παρωδία της ενορχήστρωσης μιας ψευδοαγοράς και απλώς τις τραβούσαν στην τύχη από ένα καπέλο.
(5) Hayek and his followers are skeptical regarding how quickly and effectively dispersed knowledge of the changing economic circumstances can be incorporated into the socialist price system. But for Mises’s analysis, this is quite beside the point. Regardless of how well-informed the socialist managers are, their bids in the “market” for factors of production, to which the central planners are supposed to adjust the price parameters of the system, emerge from an arbitrary set of directives from the planners themselves and not from competition among private property owners. The prices could be no more useless for the task of economic calculation, if the planners eschewed the elaborate and wasteful charade of orchestrating a pseudo-market and simply picked them out of a hat.
(6) Επιπλέον, από τη σκοπιά του Mises, οι ανεπάρκειες των τιμών του σοσιαλισμού της αγοράς δεν απορρέουν από το γεγονός ότι οι διευθυντές υποτίθεται πως πρέπει να αντιμετωπίζουν αυτές τις τιμές ως «παραμετρικές», όπως περιέργως υποστήριξαν πρόσφατα ορισμένοι οπαδοί του Mises. Το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι τέτοιες τιμές δεν είναι γνήσια παραμετρικές από τη σκοπιά όλων των μελών του κοινωνικού σώματος. Οι τιμές που αναδύονται στην ελεύθερη αγορά έχουν νόημα για τον οικονομικό υπολογισμό επειδή, και στον βαθμό που, καθορίζονται από μια κοινωνική διαδικασία αποτίμησης η οποία, μολονότι αποτελεί το αναπόφευκτο αποτέλεσμα των νοητικών διεργασιών όλων των καταναλωτών και παραγωγών, υπεισέρχεται εντούτοις ως αμετάβλητος εξωτερικός παράγοντας στα σχέδια αγορών και πωλήσεων κάθε μεμονωμένου δρώντος.
(6) From the Misesian point of view, moreover, the shortcomings of the prices of market socialism do not stem from the fact that such prices are supposed to be treated as “parametric” by the managers, as has been curiously argued recently by some of Mises’s followers. The problem is precisely that such prices are not genuinely parametric from the point of view of all members of the social body. The prices which emerge on the free market are meaningful for economic calculation because and to the extent that they are determined by a social appraisement process, which, though it is the inevitable outcome of the mental operations of all consumers and producers, yet enters as an unalterable external factor in the buying and selling plans of every individual actor.
(7) Κατά τη δεκαετία του 1930, ο Hayek και ο Βρετανός οπαδός του Mises Lionel —μετέπειτα λόρδος— Robbins προέβησαν σε μια μοιραία και εντελώς αδικαιολόγητη παραχώρηση προς όσους υποστήριζαν ότι οι μέθοδοι της μαθηματικής οικονομικής επιστήμης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν επιτυχώς για να δώσουν λύση στο πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού υπό τον σοσιαλισμό. Απαντώντας στο επιχείρημα ότι οι τιμές των συντελεστών παραγωγής θα προέκυπταν από τη λύση ενός συστήματος ταυτόχρονων εξισώσεων που θα ενσωμάτωνε τα δεδομένα του οικονομικού συστήματος, οι Hayek και Robbins υποστήριξαν ότι αυτό ήταν αληθές «θεωρητικά», αλλά εξαιρετικά προβληματικό «στην πράξη».
(7) In the 1930s, Hayek and the British Misesian Lionel (later Lord) Robbins made a fateful and wholly unwarranted concession to those who contended that the methods of mathematical economics could be successfully bent to yield a solution for the socialist calculation problem. In response to the argument that prices of the factors of production would emerge from the solution of a set of simultaneous equations which incorporated the given data of the economic system, Hayek and Robbins argued that in “theory” this was true but in “practice,” highly problematic.
Ο λόγος για τον οποίο αυτό είναι ανεφάρμοστο στην πράξη, σύμφωνα με τους Hayek και Robbins, είναι ότι, στην πραγματική οικονομία, οι ανάγκες των καταναλωτών, οι διαθέσιμοι πόροι και η τεχνολογία υπόκεινται σε συνεχείς και απρόβλεπτες μεταβολές. Επομένως, ώσπου οι σχεδιαστές να συγκεντρώσουν τον τεράστιο όγκο πληροφοριών που απαιτείται για τη διατύπωση του γιγαντιαίου συστήματος εξισώσεων και να κατορθώσουν να το επιλύσουν —με το χέρι ή μηχανικά, αφού τη δεκαετία του 1930 δεν υπήρχαν υπολογιστές υψηλής ταχύτητας—, το σύστημα τιμών που θα προέκυπτε θα ήταν εντελώς ανεφάρμοστο στην τρέχουσα οικονομία, της οποίας τα υποκείμενα δεδομένα θα είχαν στο μεταξύ μεταβληθεί γρήγορα και απρόβλεπτα.
The reason for its impracticality, according to Hayek and Robbins, is that, in the real-world economy, consumer wants, available resources, and technology are subject to continual and unforeseeable change. Therefore, by the time the planners had assembled the vast amount of information needed to formulate the massive equation system and succeeded in solving it (manually or mechanically, since there were no high-speed computers in the 1930s), the system of prices which emerged would be completely inapplicable to the current economy, whose underlying data had changed rapidly and unpredictably in the meantime.
Δυστυχώς, οι περισσότεροι οικονομολόγοι ερμήνευσαν την απάντηση των Hayek και Robbins ως ένδειξη ότι η θεωρητική διαμάχη για τον σοσιαλιστικό υπολογισμό είχε λήξει, με την παραδοχή από την πλευρά των οπαδών του Mises ότι ο σοσιαλισμός μπορούσε τελικά να υπολογίζει, έστω και ίσως με μια μέρα καθυστέρηση στην πράξη. Επιπλέον, ορισμένοι σύγχρονοι οικονομολόγοι της Αυστριακής Σχολής, σε μια καθυστερημένη προσπάθεια να ανακτήσουν τη θεωρητική υπεροχή, ανασυγκρότησαν την επιχειρηματολογία κατά του σοσιαλισμού ακολουθώντας κατευθύνσεις που υποδείκνυαν τα μεταγενέστερα άρθρα του Hayek για τη γνώση και τον ανταγωνισμό· άρθρα τα οποία, παρά τη λεπτή και πειστική επιχειρηματολογία τους, προσεγγίζουν ανησυχητικά τη θεωρία του Walras, καθώς φαίνεται να παραβλέπουν το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ παρόντων και μελλοντικών τιμών. Το αποτέλεσμα υπήρξε μια ανομολόγητη αλλά βαρυσήμαντη υποχώρηση από την αρχική και μη ανασκευασμένη κριτική του Mises, η οποία τονίζει την απόλυτη αδυναμία οικονομικού υπολογισμού χωρίς τιμές της αγοράς, σε μια κατηγορικά διαφορετική θέση του Hayek, η οποία επικρίνει τη σχετική έλλειψη αποδοτικότητας των μη αγοραίων μηχανισμών ανακάλυψης, μετάδοσης και χρήσης της γνώσης στην κατανομή των παραγωγικών πόρων.
Unfortunately, the Hayek-Robbins response was construed by most economists to mean that the theoretical debate over socialist calculation had come to an end with the concession from the Misesian side that socialism could calculate after all, though perhaps a day late in practice. Moreover, some modern Austrian economists, in a belated effort to reclaim the theoretical high ground, reconstructed the case against socialism along lines suggested by Hayek’s later articles on knowledge and competition, which, for all their subtle and compelling argumentation, are disturbingly quasi-Walrasian, seemingly disregarding the lapse of time between present and future prices. The result has been an unacknowledged but momentous retreat from the original and unrefuted Misesian critique emphasizing the absolute impossibility of economic calculation without market prices to a categorically different Hayekian position criticizing the relative inefficiency of non-market mechanisms for discovery, communication, and use of knowledge in the allocation of productive resources.
(8) Σε οξεία αντίθεση προς την ανταπάντηση των Hayek και Robbins και την ανασυγκροτημένη θέση της Αυστριακής Σχολής, η παραμελημένη ανασκευή των επιχειρημάτων των μαθηματικών σοσιαλιστών από τον Mises, η οποία σκιαγραφείται στο αρχικό του άρθρο (κεφ. 2) και αναπτύσσεται στην Ανθρώπινη Δράση, δεν αποκλίνει ούτε στο ελάχιστο από τη θεμελιώδη και κρίσιμη οπτική του υπολογισμού. Έτσι, ο Mises υποθέτει ότι τα οικονομικά δεδομένα στα οποία στηρίζεται μια υφιστάμενη οικονομία της αγοράς παγιώνονται ξαφνικά και για πάντα και αποκαλύπτονται στους νεοδιορισμένους κεντρικούς σχεδιαστές.
(8) In sharp contrast to the Hayek-Robbins rejoinder and the reconstructed Austrian position, Mises’s neglected refutation of the mathematical socialists, which is outlined in his original article (pp. 25-26) and elaborated upon in Human Action, does not deviate in the slightest from the fundamental and crucial calculation perspective. Thus Mises assumes that the economic data underlying an existing market economy are suddenly and forever frozen and revealed to newly appointed central planners.
Με λαμπρή οξυδέρκεια, ο Mises αποδεικνύει ότι, ακόμη και αν τα προβλήματα γνώσης που θέτει ο Hayek αποκλειστούν έτσι από την εξέταση, οι σχεδιαστές και πάλι δεν θα μπορούσαν να υπολογίσουν το βέλτιστο ή οποιοδήποτε άλλο πρότυπο χρησιμοποίησης των συντελεστών παραγωγής. Ο λόγος είναι ότι η υφιστάμενη δομή κεφαλαίου και οι αποκτημένες δεξιότητες και θέσεις εγκατάστασης του εργατικού δυναμικού δεν είναι αρχικά προσαρμοσμένες στη νέα επικρατούσα διάταξη ισορροπίας των δεδομένων. Οι σχεδιαστές θα αναγκάζονταν, επομένως, να αποφασίσουν πώς να κατανείμουν τη ροή παραγωγικών υπηρεσιών μεταξύ των μυριάδων δυνητικών τεχνικών διαδικασιών παραγωγής και σχεδίων επανεκπαίδευσης και μετεγκατάστασης του εργατικού δυναμικού, ώστε να εξασφαλίσουν τη βέλτιστη πορεία προσαρμογής προς την ισορροπία για τα υφιστάμενα αποθέματα κεφαλαιουχικών αγαθών, εργασιακών δεξιοτήτων και κατοικιών. Η ιλιγγιώδης πολυπλοκότητα αυτής της απόφασης κατανομής οφείλεται στο γεγονός ότι οι σχεδιαστές θα αντιμετωπίζουν μεταβαλλόμενες συνθήκες σε κάθε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια αυτής της μεταβατικής διαδικασίας ανισορροπίας, αφού οι ποσότητες και οι ποιότητες των ίδιων των διαθέσιμων παραγωγικών υπηρεσιών βρίσκονται σε συνεχή μεταβολή, επειδή προέρχονται από τα ίδια αποθέματα υλικών περιουσιακών στοιχείων και εργασιακών δεξιοτήτων που μετασχηματίζονται προοδευτικά.
With brilliant insight, Mises demonstrates that, even with Hayekian knowledge problems thus banished from consideration, the planners would still be unable to calculate the optimal or any pattern of deployment for the factors of production. The reason is that the existing capital structure and acquired skills and locations of the labor force are initially maladjusted to the newly prevailing equilibrium configuration of the data. The planners therefore would be forced to decide how to allocate the flow of productive services among the myriads of potential technical production processes and labor retraining and relocation projects so as to secure the optimal path of adjustment to equilibrium for the existing stocks of capital goods, labor skills, and housing. The bewildering complexity of this allocation decision rests on the fact that the planners will be confronted with altered conditions at every moment of time during this disequilibrium transition process, since the quantities and qualities of the available productive services themselves are in constant flux due to the circumstance that they originate in the very stocks of physical assets and labor skills that are being progressively transformed.
(9) Αυτό το πρόβλημα καθίσταται ασύλληπτα πιο περίπλοκο από το πρόσθετο γεγονός ότι η εξίσωση των εισοδημάτων υπό το νέο σοσιαλιστικό καθεστώς και η αναπόφευκτη διακύμανση των τρεχόντων εισοδημάτων που συνοδεύει τον μετασχηματισμό της δομής παραγωγής θα προκαλούσαν συνεχή ανατροπή στη διάρθρωση της καταναλωτικής ζήτησης κατά τη μεταβατική περίοδο. Ο Mises (κεφ. 2) ασφαλώς δεν υπερβάλλει όταν καταλήγει ότι «…η μετάβαση στον σοσιαλισμό… θα μεταβάλει αναγκαστικά όλα τα οικονομικά δεδομένα με τέτοιον τρόπο, ώστε να καταστεί αδύνατη η σύνδεση με την τελική κατάσταση της προϋπάρχουσας ανταγωνιστικής οικονομίας. Τότε, όμως, έχουμε μπροστά μας το θέαμα μιας σοσιαλιστικής οικονομικής τάξης που παραδέρνει στον ωκεανό των δυνατών και νοητών οικονομικών συνδυασμών, χωρίς την πυξίδα του οικονομικού υπολογισμού».
(9) Complicating this problem beyond conception is the added fact that the leveling of incomes under the new socialist regime and the inevitable fluctuation of current incomes attending the transformation of the production structure would effect a continual revolution in the structure of consumer demands during the transition period. Mises [p. 26] is surely not overstating his case when he concludes that “... the transition to socialism must... change all economic data in such a way that a connecting link with the final state of affairs in the previously existent competitive economy becomes impossible. But then we have the spectacle of a socialist economic order floundering in the ocean of possible and conceivable economic combinations without the compass of economic calculation.”
Ακόμη και αν, επομένως, τα μαθηματικά αποδίδουν ένα συνεπές σύνολο τιμών για τα δεδομένα της ισορροπίας, αυτή η λύση είναι ανεφάρμοστη στα προβλήματα υπολογισμού της δυναμικής προσέγγισης προς την ισορροπία. Σε αυτή την κατάσταση, η χρήση τέτοιων τιμών για την κατανομή των πόρων δεν επιτρέπει στην οικονομία να επιτύχει ισορροπία, τουλάχιστον όχι προτού καταστραφούν η δομή κεφαλαίου και ολόκληρο το σύστημα κοινωνικής παραγωγής.
Even if mathematics, therefore, yields a consistent set of prices for the given data of equilibrium, this solution is inapplicable to the calculation problems of the dynamic approach to equilibrium. In this situation, use of such prices to allocate resources does not allow the economy to achieve equilibrium, at any rate, before the capital structure and the entire system of social production is demolished.
Έτσι, η αρχική θέση του Mises στέκει αυτοτελώς απέναντι σε όλα τα αντεπιχειρήματα και χωρίς καμία ανάγκη περιορισμού ή διόρθωσης: χωρίς ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και καταλλακτικό ανταγωνισμό για την απόκτησή τους, δεν μπορούν να υπάρξουν οικονομικός υπολογισμός και ορθολογική κατανομή των πόρων υπό συνθήκες κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας. Εν ολίγοις, η σοσιαλιστική οικονομία και κοινωνία είναι αδύνατες.
Thus Mises’s original thesis stands on its own against all counterarguments and without any need for qualification or emendation: without private ownership of the means of production, and catallactic competition for them, there cannot exist economic calculation and rational allocation of resources under conditions of the social division of labor. In short, socialist economy and society are impossible.
(1) Αλλά, ακόμη και αν η θέση του Mises παραμένει έγκυρη, εξακολουθεί άραγε να είναι επίκαιρη σε έναν κόσμο όπου οι σοσιαλιστικές σχεδιασμένες οικονομίες έχουν καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος; Η απάντηση είναι ένα ηχηρό «ναι», διότι το επιχείρημα του Mises (κεφ. 2) συνεπάγεται ότι «Κάθε βήμα που μας απομακρύνει από την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και από τη χρήση του χρήματος μας απομακρύνει επίσης από την ορθολογική οικονομία».
(1) But though Mises’s thesis may remain valid, is it sill relevant in a world in which socialist planned economies have collapsed like a house of cards? The answer is a resounding “yes,” for Mises’s argument [p. 20] implies that “Every step that takes us away from private ownership of the means of production and from the use of money also takes us away from rational economics.”
Η ατέρμονη διόγκωση του υπερτροφικού, αρπακτικού, άδικου και απεχθούς αμερικανικού κράτους πρόνοιας, καθώς και των άλλων κρατών πρόνοιας δυτικού τύπου, περιλαμβάνει μια αδιάκοπη σειρά τέτοιων βημάτων. Αν το δούμε από άλλη οπτική γωνία, οι ευτυχώς εκλιπούσες σχεδιασμένες οικονομίες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως σημειώθηκε παραπάνω, απείχαν πολύ από το να είναι γνήσια σοσιαλιστικές οικονομίες με την έννοια του Mises, λόγω της δυνατότητάς τους να συναλλάσσονται στην παγκόσμια αγορά και να παρατηρούν τις συμπληρωματικότητες του κεφαλαίου και τις τιμές της. Ήταν —και η Σοβιετική Ένωση, η Κίνα και άλλες χώρες εξακολουθούν να είναι— γιγαντιαίες μονοπωλιοειδείς οντότητες που καταστέλλουν τις εσωτερικές αγορές κεφαλαιουχικών αγαθών, διατηρούν όμως υποκειμενικές και αντικειμενικές σχέσεις με την τάξη της παγκόσμιας αγοράς, η οποία τους επιτρέπει να υπολογίζουν χονδροειδώς τις ενέργειές τους.
The never-ending growth of the bloated, rapacious, unjust, and unlovely American and other Western-style welfare states involves an ongoing series of such steps. Looking at it from another angle, the blessedly defunct planned economies of Eastern Europe, as noted above, were far from being genuinely socialist economies in the Misesian sense, because of their ability to trade in and observe the capital complementarities and prices of the world market. They were, and the Soviet Union, China, and others still are, gigantic monopoloid entities that suppress internal markets for capital goods yet maintain subjective and objective relationships with the world market order which enables them to crudely calculate their actions.
Καθώς το παρασιτικό κράτος πρόνοιας επεκτείνει την εξουσία του να προκαλεί νομισματικό πληθωρισμό, να ρυθμίζει και να παρεμβαίνει στη «μικτή» οικονομία που αποτελεί τον ξενιστή του, μπορούμε να αναμένουμε ότι οι παραγωγικές δραστηριότητες θα γίνονται πιο χαοτικές και θα καθοδηγούνται ολοένα λιγότερο από κοινωνικά καθορισμένες τιμές της αγοράς. Στην πραγματικότητα, πολύ πριν επιτευχθεί μια κατάσταση πλήρους κοινωνικοποίησης, η οικονομία και η κοινωνία θα αρχίσουν να αποσυντίθενται εν μέσω αδυναμίας εκκαθάρισης των αγορών, αυξανόμενου αντιπραγματισμού, λιγότερο αποδοτικών μεγεθών και μορφών επιχειρηματικής οργάνωσης, εσφαλμένης κατανομής και τεχνικά μη αποδοτικής χρήσης των παραγωγικών πόρων, καθώς και καταστροφικής μείωσης της ακαθάριστης επένδυσης κεφαλαίου, της παραγωγικότητας της εργασίας και του βιοτικού επιπέδου. Οι κίνδυνοι που απειλούν σήμερα να βυθίσουν τομείς της οικονομίας των ΗΠΑ σε χάος οικονομικού υπολογισμού μπορούν να παρουσιαστούν με ορισμένα παραδείγματα.
As the parasitic welfare state expands its power of monetary inflation and of regulating and intervening into its host “mixed” economy, we can expect productive activities to become more chaotic and guided less and less by socially-determined market prices. In fact, long before a state of complete socialization is achieved, economy and society will begin to disintegrate amid failure of markets to clear, increasing barter, less efficient sizes and forms of business organizations, misallocation, and technical inefficiency of productive resources and disastrous declines of gross capital investment, labor productivity, and living standards. The dangers currently threatening to plunge sectors of the U.S. economy into calculational chaos can be illustrated with a few examples.
(2) Ας εξετάσουμε τον πληθωρισμό. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που συγκρατούν τις κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων μικτών οικονομιών από την επαναφορά των πληθωριστικών νομισματικών πολιτικών που μας έφεραν τους διψήφιους ρυθμούς αύξησης των τιμών της δεκαετίας του 1970 είναι η συνύπαρξη στενά ενοποιημένων παγκόσμιων κεφαλαιαγορών και ανεξάρτητων εθνικών νομισμάτων αναγκαστικής κυκλοφορίας, τα οποία εκδίδονται από κεντρικές τράπεζες που περιφρουρούν ζηλότυπα τα προνόμιά τους. Κάθε έθνος που επιχειρεί να εφαρμόσει μια έντονα πληθωριστική νομισματική πολιτική διακινδυνεύει την ταχεία υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματός του, τη «φυγή» επενδυτών από την εγχώρια κεφαλαιαγορά του και τη στρατοσφαιρική άνοδο των επιτοκίων. Στην τρέχουσα ορολογία, οι νομισματικές αρχές, ακόμη και μεγάλων εθνών όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν «χάσει τον έλεγχο των εγχώριων επιτοκίων».
(2) Let us consider inflation. One of the most important factors operating to restrain governments of the United States and other mixed economies from reinstituting the inflationary monetary policies which brought us the double -digit rates of price increase of the 1970s is the coexistence of closely integrated global capital markets and independent national fiat currencies issued by central banks jealous of their prerogatives. Any nation that attempts a highly inflationary monetary policy courts the prospect of a rapidly depreciating exchange rate for its currency, a “flight” of investors from its domestic capital market, and a stratospheric climb in interest rates. In the current jargon, monetary authorities, even of large nations such as the United States, have “lost control of domestic interest rates.”
Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη μια πολυδιαφημισμένη κίνηση για μεγαλύτερο διεθνή «συντονισμό» των νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών ή ακόμη και για την ίδρυση μιας υπερεθνικής κεντρικής τράπεζας, εξουσιοδοτημένης να εκδίδει το δικό της νόμισμα αναγκαστικής κυκλοφορίας. Κατά βάθος, τέτοιες προτάσεις επιδιώκουν να χαλαρώσουν τους περιορισμούς στον νομισματικό πληθωρισμό σε εγχώριο επίπεδο και να επιτρέψουν στους πολιτικούς, στους γραφειοκράτες και στα ειδικά συμφέροντα που συντάσσονται μαζί τους να αποσπούν κρυφά μια διογκούμενη ροή προσόδων ιδιοτελούς πλουτισμού ή «παροχών» από τους παραγωγικούς τομείς των οικονομιών τους.
Now, there is a much ballyhooed movement afoot to effect greater international “coordination” of monetary and fiscal policies or even to introduce a supranational central bank empowered to issue its own fiat currency. At bottom, such proposals seek to loosen the restraints on monetary inflation at the domestic level and allow politicians and bureaucrats and their allowed special interests to surreptitiously extract an expanding flow of lucre or “welfare” from the productive sectors of their economies.
Ακόμη σημαντικότερο από τη σκοπιά μας είναι ότι αυτές οι διεθνείς νομισματικές διευθετήσεις αυξάνουν σε μεγάλο βαθμό την απειλή υπερπληθωρισμού και της συνακόλουθης αποσύνθεσης της παγκόσμιας οικονομίας της αγοράς. Επιπλέον, ακόμη και αν αναχαιτιζόταν προτού εκτραπεί σε υπερπληθωριστική κατάρρευση του νομίσματος, ένα επεισόδιο καλπάζοντος πληθωρισμού σε μια οικονομία με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη και περίπλοκη δομή κεφαλαίου θα παραποιούσε δραστικά τον χρηματικό υπολογισμό και θα προκαλούσε ανάλωση κεφαλαίου και απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου.
More importantly from our point of view, these international monetary arrangements greatly increase the threat of hyperinflation and the consequent disintegration of the world market economy. Moreover, even if it were reined in before hiving off into hyper-inflationary currency collapse, a bout of galloping inflation in an economy with a highly developed and complex capital structure would drastically falsify monetary calculation and cause capital consumption and a drastic plunge in living standards.
(3) Ένας άλλος τομέας στον οποίο αντιμετωπίζουμε την προοπτική χάους οικονομικού υπολογισμού είναι η υγειονομική περίθαλψη. Επιδοτώντας ανεξέλεγκτα και ενισχύοντας τη ζήτηση υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης επιλεγμένων ομάδων ειδικών συμφερόντων από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών προκάλεσε μια ατέρμονη και καταστροφική ανοδική σπείρα του κόστους υγειονομικής περίθαλψης.
(3) Another area in which we face the prospect of calculational chaos is health care. By wildly subsidizing and stimulating the demand for health care services of selected special interest groups beginning in the mid-1960s, the United States government precipitated a never ending and catastrophic upward-spiral of health care costs.
Επιπλέον, το ανορθολογικό και δαιδαλώδες πλέγμα ρυθμίσεων και απαγορεύσεων που επέβαλε η κυβέρνηση στον κλάδο έχει στρεβλώσει μαζικά την κατανομή των πόρων, έχει περιορίσει την προσφορά και έχει αυξήσει περαιτέρω το κόστος της ιατρικής περίθαλψης. Το τραγικό αλλά προβλέψιμο αποτέλεσμα αυτής της παρέμβασης είναι ότι πολλά από τα μη επιδοτούμενα μέλη της κοινωνίας έχουν ουσιαστικά αποκλειστεί από την αγορά υγειονομικής περίθαλψης λόγω των υψηλών τιμών. Η απλή και ανθρώπινη λύση αυτής της τραγωδίας είναι η ταχεία κατάργηση αυτών των αντικοινωνικών επιδοτήσεων και η αποξήλωση του καταστροφικού ρυθμιστικού πλαισίου, ώστε να επιτραπεί στην ανταγωνιστική διαδικασία αποτίμησης τιμών και κατανομής πόρων να λειτουργήσει ανεμπόδιστα.
In addition, the irrational and labyrinthine structure of regulations and prohibitions imposed by government on the industry has massively distorted resource allocation, restricted supply, and further driven up the costs of medical care. The tragic but predictable result of such intervention is that many of the unsubsidized members of society have been effectively priced out of the market for health care. The simple and humane solution to this tragedy is to quickly terminate these antisocial subsidies and dismantle the destructive regulatory structure, permitting the competitive price appraisement and resource allocation process to operate unimpeded.
Αλλά, βεβαίως, η εσωτερική δυναμική του κράτους πρόνοιας δεν του επιτρέπει ποτέ να περιορίσει τη δράση του και να διακινδυνεύσει τη δυσαρέσκεια των ευνοημένων και ισχυρών ομάδων που το στηρίζουν, όπως, για παράδειγμα, η Αμερικανική Ιατρική Ένωση, η Αμερικανική Ένωση Συνταξιούχων, οι παγιωμένες γραφειοκρατίες των μη κερδοσκοπικών νοσοκομείων κ.ο.κ. Και έτσι αντιμετωπίζουμε την προοπτική μιας «εθνικής ασφάλισης υγειονομικής περίθαλψης», ευφημισμού για την πλήρη κοινωνικοποίηση του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, με τις συνακόλουθες ελλείψεις, την περαιτέρω καταστολή των ανταγωνιστικών κινήτρων και την υποβάθμιση της ποιότητας. Αυτό, όμως, αποτελεί απλώς ένα ακόμη παράδειγμα της παράλογης λογικής του κράτους πρόνοιας: εφόσον η κυβέρνηση δεν παράγει τίποτε που να έχει αξία από την άποψη της κοινωνικής αποτίμησης, μπορεί να παρέχει ευημερία σε ορισμένους μόνο απομυζώντας τους πόρους και καταστρέφοντας τις οικονομικές διευθετήσεις που στηρίζουν την ευημερία άλλων. Στην προσπάθειά της να αποκαταστήσει την πολιτικά αντιδημοφιλή καταστροφή που προκάλεσαν οι προηγούμενες πολιτικές της, οδηγείται σε περαιτέρω μεμονωμένες πράξεις καταστροφής, ώσπου καταλήγει, με σκληρή και έσχατη ειρωνεία, στην πολιτική της συστηματικής καταστροφής της κοινωνίας και της ανθρώπινης ευημερίας, δηλαδή στον σοσιαλισμό.
But, of course, the internal dynamic of the welfare state is never to retrench and risk disaffection of its pampered and powerful constituencies, for example, the American Medical Association, the American Association for Retired Persons, the entrenched bureaucracies of nonprofit hospitals, and so on. And so we face the prospect of “national health care insurance” which is a euphemism for the thoroughgoing socialization of the health care sector, with its resultant shortages, further suppression of competitive incentives, and deterioration of quality. But this is simply another example of the mad logic of the welfare state: since the government produces nothing that is valuable in terms of social appraisement, it can only supply welfare to some by siphoning off the resources and destroying the economic arrangements that support the welfare of others. In attempting to repair the politically unpopular destruction of its earlier policies, it is driven to further isolated acts of destruction until it arrives, with cruel and ultimate irony, at the policy for the systematic destruction of society and human welfare, that is, socialism.
(4) Τέλος, υπάρχουν οι περιβαλλοντικές πολιτικές, των οποίων το πεδίο διευρύνεται προοδευτικά και η επιβολή γίνεται ολοένα πιο δρακόντεια. Στον βαθμό που αυτές οι πολιτικές υπερβαίνουν την προστασία των ατομικών δικαιωμάτων και της ιδιοκτησίας —και σήμερα βρίσκονται πολύ, πάρα πολύ πέρα από αυτό το σημείο— γίνονται αντικοινωνικές και καταστρεπτικές για το κεφάλαιο και το βιοτικό επίπεδο. Στην πραγματικότητα, σε πολλές, αν όχι στις περισσότερες, περιπτώσεις, επιδιώκεται η εξάλειψη της οικονομικής παραγωγικότητας καθαυτής, η οποία αποτελεί την προνοιακή επιδότηση σε είδος προς την εύπορη και καλά οργανωμένη μειονότητα των περιβαλλοντιστών της ανώτερης μεσαίας τάξης.
(4) Finally, we have environmental policies, which are becoming progressively broader in scope and more draconian in enforcement. To the extent that such policies go beyond the protection of individual rights and property–and they are now far, far beyond this point–they become antisocial and destructive of capital and living standards. In fact, in many if not in most cases, it is the obliteration of economic productivity per se which is intended and which constitutes the in-kind welfare subsidy to the well-heeled and well-organized minority of upper-middle class environmentalists.
Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για τις περιβαλλοντικές ρυθμίσεις που απαγορεύουν αναπτυξιακές δραστηριότητες στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της γης της Αλάσκας και κατά μήκος μεγάλου μέρους της ακτογραμμής της Καλιφόρνιας, καθώς και για τις πρόσφατες εκκλήσεις να κατασταλεί η ανάπτυξη του τροπικού δάσους του Αμαζονίου και να διατηρηθεί διά του καταναγκασμού ολόκληρη η ήπειρος της Ανταρκτικής για πάντα σε άγρια κατάσταση. Είναι αυτονόητο ότι οι καθολικές και συγκεντρωτικές ρυθμίσεις των χρήσεων γης, τις οποίες ζητούν ορισμένοι φανατικοί περιβαλλοντιστές, ισοδυναμούν με την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των εθνικών πόρων και των επαγγελματικών κτισμάτων. Η σύνδεση μεταξύ περιβαλλοντισμού και σοσιαλισμού είναι ακόμη ισχυρότερη όταν αντιληφθούμε ότι εκείνο που ο σοσιαλισμός επιφέρει ακούσια —την εξάλειψη της ανθρωπότητας ως τελεολογικής δύναμης που διαμορφώνει τη φύση σύμφωνα με τους σκοπούς της— αποτελεί ακριβώς τον στόχο του ριζοσπαστικού περιβαλλοντιστικού προγράμματος.
This is true, for example, of environmental regulations that prohibit development activities for the vast majority of Alaskan land and along much of the California coastline as well as of recent calls for suppressing development of Amazon rain forest and coercively maintaining the entire continent of Antarctica forever wild. Needless to say, thoroughgoing and centralized land use regulations, which some fanatical environmentalists are calling for, is tantamount to the abolition of private property in national resources and business structures. The connection between environmentalism and socialism is even stronger when we realize that what socialism brings about unintentionally–the abolition of humanity as a teleological force shaping nature to its purposes–is precisely the aim of the radical environmentalist program.
Η σημασία του άρθρου του Mises του 1920 εκτείνεται πολύ πέρα από την καταλυτική απόδειξή του ότι η σοσιαλιστική οικονομία και κοινωνία είναι αδύνατες. Παρέχει τη θεμελίωση του συστήματος τιμών, των απολύτως ελεύθερων αγορών, της ασφάλειας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας έναντι κάθε προσβολής και του υγιούς χρήματος. Η θέση του θα εξακολουθήσει να είναι επίκαιρη όσο οι οικονομολόγοι και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής επιθυμούν να κατανοήσουν γιατί ακόμη και οι μικρές κυβερνητικές οικονομικές παρεμβάσεις αποτυγχάνουν συστηματικά να επιτύχουν κοινωνικά επωφελή αποτελέσματα. «Ο Οικονομικός Υπολογισμός στη Σοσιαλιστική Κοινότητα» συγκαταλέγεται ασφαλώς στα σημαντικότερα οικονομικά άρθρα που γράφτηκαν αυτόν τον αιώνα.
The significance of Mises’s 1920 article extends far beyond its devastating demonstration of the impossibility of socialist economy and society. It provides the rationale for the price system, purely free markets, the security of private property against all encroachments, and sound money. Its thesis will continue to be relevant as long as economists and policy-makers want to understand why even minor government economic interventions consistently fail to achieve socially beneficial results. “Economic Calculation in the Socialist Commonwealth” surely ranks among the most important economic articles written this century.
Joseph T. Salerno
Αναπληρωτής καθηγητής Οικονομικής Επιστήμης
Μεταπτυχιακή Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων Lubin
Πανεπιστήμιο Pace
Απρίλιος 1990
Joseph T. Salerno
Associate Professor of Economics
Lubin Graduate School of Business
Pace University
April 1990