Δίγλωσση ανάγνωση: Οικονομική Πολιτική
Ludwig von Mises · Economic Policy: Thoughts for Today and Tomorrow · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο
Πραξεολόγος
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Economic Policy: Thoughts for Today and Tomorrow, 3η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση 2013). © Margit von Mises· 2η και 3η έκδοση © 1995, 2006 Bettina Bien Greaves. Πηγή: mises.org/library/book/economic-policy-thoughts-today-and-tomorrow.
Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» δεν έχει πρωτότυπο και δεν περιλαμβάνεται. Η «Εισαγωγή» είναι της Bettina Bien Greaves και ο «Πρόλογος» της Margit von Mises. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Η ιδανική οικονομική πολιτική, τόσο για το σήμερα όσο και για το αύριο, είναι πολύ απλή. Το κράτος οφείλει να προστατεύει και να υπερασπίζεται τη ζωή και την περιουσία των προσώπων που υπάγονται στη δικαιοδοσία του από επιθέσεις προερχόμενες από το εσωτερικό και το εξωτερικό, να επιλύει τις διαφορές που ανακύπτουν και, κατά τα λοιπά, να αφήνει τους ανθρώπους ελεύθερους να επιδιώκουν τους ποικίλους στόχους και σκοπούς τους στη ζωή. Πρόκειται για μια ριζοσπαστική ιδέα στην εποχή του παρεμβατισμού που διανύουμε. Από τις κυβερνήσεις σήμερα ζητείται συχνά να ρυθμίζουν και να ελέγχουν την παραγωγή, να αυξάνουν τις τιμές ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών και να μειώνουν τις τιμές άλλων, να καθορίζουν τους μισθούς, να βοηθούν ορισμένες επιχειρήσεις να ξεκινήσουν τη δραστηριότητά τους και να αποτρέπουν την αποτυχία άλλων, να ενθαρρύνουν ή να παρεμποδίζουν τις εισαγωγές και τις εξαγωγές, να φροντίζουν τους ασθενείς και τους ηλικιωμένους, να στηρίζουν τους ασώτους, και ούτω καθεξής, και ούτω καθεξής, και ούτω καθεξής.
The ideal economic policy, both for today and tomorrow, is very simple. Government should protect and defend against domestic and foreign aggression the lives and property of the persons under its jurisdiction, settle disputes that arise, and leave the people otherwise free to pursue their various goals and ends in life. This is a radical idea in our interventionist age. Governments today are often asked to regulate and control production, to raise the prices of some goods and services and to lower the prices of others, to fix wages, to help some businesses get started and to keep others from failing, to encourage or hamper imports and exports, to care for the sick and the elderly, to support the profligate, and so on and on and on.
Ιδανικά, το κράτος θα έπρεπε να λειτουργεί ως ένα είδος θεματοφύλακα, όχι των ίδιων των ανθρώπων, αλλά των συνθηκών που θα επιτρέπουν στα άτομα, στους παραγωγούς, στους εμπόρους, στους εργαζομένους, στους επιχειρηματίες, στους αποταμιευτές και στους καταναλωτές να επιδιώκουν ειρηνικά τους δικούς τους στόχους. Εάν το κράτος κάνει αυτό και τίποτε περισσότερο, οι άνθρωποι θα είναι σε θέση να καλύπτουν μόνοι τους τις ανάγκες τους πολύ καλύτερα απ’ όσο θα μπορούσε ποτέ να το κάνει το κράτος. Αυτό είναι, στην ουσία, το μήνυμα του καθηγητή Ludwig von Mises σε αυτόν τον μικρό τόμο.
Ideally government should be a sort of caretaker, not of the people themselves, but of the conditions which will allow individuals, producers, traders, workers, entrepreneurs, savers, and consumers to pursue their own goals in peace. If government does that, and no more, the people will be able to provide for themselves much better than the government possibly could. This in essence is the message of Professor Ludwig von Mises in this small volume.
Ο καθηγητής Mises (1881–1973) υπήρξε ένας από τους κορυφαίους οικονομολόγους του 20ού αιώνα. Ήταν ο συγγραφέας βαθυστόχαστων θεωρητικών βιβλίων, όπως η Ανθρώπινη Δράση (Human Action), ο Σοσιαλισμός (Socialism), η Θεωρία και Ιστορία (Theory and History), καθώς και δώδεκα άλλων έργων. Ωστόσο, στις διαλέξεις αυτές, που δόθηκαν στην Αργεντινή το 1959, μίλησε χωρίς εξειδικευμένη ορολογία, με τρόπο κατάλληλο για το ακροατήριό του, το οποίο αποτελούνταν από επαγγελματίες του επιχειρηματικού κόσμου, πανεπιστημιακούς καθηγητές, εκπαιδευτικούς και φοιτητές. Φωτίζει τη θεωρία με απλά παραδείγματα από την καθημερινή ζωή. Εξηγεί απλές ιστορικές αλήθειες με βάση οικονομικές αρχές. Περιγράφει πώς ο καπιταλισμός κατέλυσε την ιεραρχική τάξη της ευρωπαϊκής φεουδαρχίας και εξετάζει τις πολιτικές συνέπειες διαφόρων μορφών διακυβέρνησης. Αναλύει τις αποτυχίες του σοσιαλισμού και του κράτους πρόνοιας και δείχνει τι μπορούν να επιτύχουν οι καταναλωτές και οι εργαζόμενοι όταν είναι ελεύθεροι, υπό τον καπιταλισμό, να καθορίζουν οι ίδιοι τη μοίρα τους.
Professor Mises (1881–1973) was one of the 20th century’s foremost economists. He was the author of profound theoretical books such a Human Action, Socialism, Theory and History, and a dozen other works. However, in these lectures, delivered in Argentina in 1959, he spoke in nontechnical terms suitable for his audience of business professionals, professors, teachers, and students. He illustrates theory with homespun examples. He explains simple truths of history in terms of economic principles. He describes how capitalism destroyed the hierarchical order of European feudalism, and discusses the political consequences of various kinds of government. He analyzes the failures of socialism and the welfare state and shows what consumers and workers can accomplish when they are free under capitalism to determine their own destinies.
Όταν το κράτος προστατεύει τα δικαιώματα των ατόμων να ενεργούν όπως επιθυμούν, εφόσον δεν παραβιάζουν την ίση ελευθερία των άλλων να πράττουν το ίδιο, οι άνθρωποι θα κάνουν ό,τι τους έρχεται φυσικά — θα εργάζονται, θα συνεργάζονται και θα συναλλάσσονται μεταξύ τους. Θα έχουν τότε το κίνητρο να αποταμιεύουν, να συσσωρεύουν κεφάλαιο, να καινοτομούν, να πειραματίζονται, να αξιοποιούν ευκαιρίες και να παράγουν. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο καπιταλισμός θα αναπτυχθεί. Οι αξιοσημείωτες οικονομικές βελτιώσεις του 18ου και του 19ου αιώνα και το «οικονομικό θαύμα» της Γερμανίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οφείλονταν, όπως εξηγεί ο καθηγητής Mises, στον καπιταλισμό:
When government protects the rights of individuals to do as they wish, so long as they do not infringe on the equal freedom of others to do the same, they will do what comes naturally—work, cooperate, and trade with one another. They will then have the incentive to save, accumulate capital, innovate, experiment, take advantage of opportunities, and produce. Under these conditions, capitalism will develop. The remarkable economic improvements of the 18th and 19th centuries and Germany’s post-World War II “economic miracle” were due, as Professor Mises explains, to capitalism:
Στην οικονομική πολιτική δεν υπάρχουν θαύματα. Έχετε διαβάσει σε πολλές εφημερίδες και ομιλίες για το λεγόμενο γερμανικό οικονομικό θαύμα — την ανάκαμψη της Γερμανίας μετά την ήττα και την καταστροφή της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό, όμως, δεν ήταν θαύμα. Ήταν η εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, των μεθόδων του καπιταλισμού, έστω και αν δεν εφαρμόστηκαν πλήρως από κάθε άποψη. Κάθε χώρα μπορεί να γνωρίσει το ίδιο «θαύμα» οικονομικής ανάκαμψης, αν και οφείλω να επιμείνω ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν προέρχεται από κάποιο θαύμα· προέρχεται από την υιοθέτηση ορθών οικονομικών πολιτικών — και αποτελεί το αποτέλεσμά τους. (σ. 16)
[I]n economic policies, there are no miracles. You have read in many newspapers and speeches, about the so-called German economic miracle—the recovery of Germany after its defeat and destruction in the Second World War. But this was no miracle. It was the application of the principles of the free market economy, of the methods of capitalism, even though they were not applied completely in all respects. Every country can experience the same “miracle” of economic recovery, although I must insist that economic recovery does not come from a miracle; it comes from the adoption of—and is the result of—sound economic policies. (p. 15)
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η καλύτερη οικονομική πολιτική είναι να περιορίζεται το κράτος στη δημιουργία των συνθηκών που επιτρέπουν στα άτομα να επιδιώκουν τους δικούς τους στόχους και να ζουν ειρηνικά με τους γείτονές τους. Υποχρέωση του κράτους είναι απλώς να προστατεύει τη ζωή και την περιουσία και να επιτρέπει στους ανθρώπους να απολαμβάνουν την ελευθερία και τη δυνατότητα να συνεργάζονται και να συναλλάσσονται μεταξύ τους. Με αυτόν τον τρόπο το κράτος δημιουργεί το οικονομικό περιβάλλον που επιτρέπει στον καπιταλισμό να ανθεί:
So we see that the best economic policy is to limit government to creating the conditions which permit individuals to pursue their own goals and live at peace with their neighbors. Government’s obligation is simply to protect life and property and to allow people to enjoy the freedom and opportunity to cooperate and trade with one another. In this way government creates the economic environment that permits capitalism to flourish:
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνίσταται στο ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εξυπηρετεί τον πελάτη καλύτερα και/ή φθηνότερα. Και αυτή η μέθοδος, αυτή η αρχή, έχει μεταμορφώσει ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε συγκριτικά σύντομο χρονικό διάστημα. Κατέστησε δυνατή μια πρωτοφανή αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού. (σ. 10)
The development of capitalism consists in everyone’s having the right to serve the customer better and/or more cheaply. And this method, this principle, has, within a comparatively short time, transformed the whole world. It has made possible an unprecedented increase in world population. (p. 5)
Όταν το κράτος αναλαμβάνει εξουσία και ισχύ για να κάνει περισσότερα από αυτά και καταχράται αυτή την εξουσία και αυτή την ισχύ, όπως έχει συμβεί πολλές φορές στην ιστορία — ιδίως στη Γερμανία υπό τον Hitler, στη Σοβιετική Ένωση υπό τον Stalin και στην Αργεντινή υπό τον Perón —, παρεμποδίζει το καπιταλιστικό σύστημα και γίνεται καταστροφικό για την ανθρώπινη ελευθερία.
When government assumes authority and power to do more than this, and abuses that authority and power, as it has many times throughout history—notably in Germany under Hitler, in the U.S.S.R. under Stalin, and in Argentina under Perón—it hampers the capitalistic system and becomes destructive of human freedom.
Ο δικτάτορας Juan Perón, που εξελέγη πρόεδρος το 1946, βρισκόταν στην εξορία όταν ο Mises επισκέφθηκε την Αργεντινή το 1959, καθώς είχε εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα το 1955. Η σύζυγός του, η δημοφιλής Eva, είχε πεθάνει νωρίτερα, το 1952. Μολονότι ο Perón βρισκόταν εκτός της χώρας, είχε πολλούς υποστηρικτές και εξακολουθούσε να αποτελεί υπολογίσιμη δύναμη. Επέστρεψε στην Αργεντινή το 1973, εξελέγη και πάλι πρόεδρος και, με τη νέα του σύζυγο, την Isabelita, ως αντιπρόεδρο, κυβέρνησε μέχρι τον θάνατό του, δέκα μήνες αργότερα. Στη συνέχεια ανέλαβε την εξουσία η χήρα του, η Isabelita, έως ότου η κυβέρνησή της, κατηγορούμενη για διαφθορά, ανατράπηκε τελικά το 1976. Έκτοτε, στην Αργεντινή έχουν διαδεχθεί ο ένας τον άλλον διάφοροι πρόεδροι και η χώρα έχει κάνει ορισμένα βήματα προς τη βελτίωση της οικονομικής της κατάστασης. Η ζωή και η περιουσία έχουν τύχει μεγαλύτερου σεβασμού, ορισμένες εθνικοποιημένες βιομηχανίες έχουν πωληθεί σε ιδιώτες αγοραστές και ο πληθωρισμός έχει επιβραδυνθεί.
Dictator Juan Perón, elected President in 1946, was in exile when Mises visited Argentina in 1959, having been forced out of the country in 1955. His wife, the popular Eva, had died earlier, in 1952. Although Perón was out of the country, he had many supporters and was still a force to be reckoned with. He returned to Argentina in 1973, was again elected President and, with his new wife Isabelita as Vice President, ruled until he died ten months later. His widow, Isabelita, then took over until her administration, charged with corruption, was finally ousted in 1976. Argentina has had a series of Presidents since then and has made some strides toward improving her economic situation. Life and property have been accorded greater respect, some nationalized industries have been sold to private buyers, and the inflation has been slowed.
Το παρόν έργο αποτελεί μια ιδιαίτερα εύστοχη εισαγωγή στις ιδέες του Mises. Οι ιδέες αυτές αναπτύσσονται, βεβαίως, πληρέστερα στην Ανθρώπινη Δράση και στα άλλα επιστημονικά του έργα. Όσοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με τις ιδέες του, ωστόσο, θα ήταν καλό να ξεκινήσουν με ορισμένα από τα απλούστερα βιβλία του, όπως η Γραφειοκρατία (Bureaucracy) ή Η Αντικαπιταλιστική Νοοτροπία (The Anti-Capitalistic Mentality). Με αυτό το υπόβαθρο, οι αναγνώστες θα μπορέσουν να κατανοήσουν ευκολότερα τις αρχές της ελεύθερης αγοράς και τις οικονομικές θεωρίες της Αυστριακής Σχολής που παρουσιάζει ο Mises στα μείζονα έργα του.
The present work is a felicitous introduction to Mises’ ideas. They are, of course, elaborated more fully in Human Action and his other scholarly works. Newcomers to his ideas would do well, however, to start with some of his simpler books such as Bureaucracy, or The Anti-Capitalistic Mentality. With this background, readers will find it easier to grasp the principles of the free market and the economic theories of the Austrian school that Mises presents in his major works.
Το παρόν βιβλίο αντανακλά πλήρως τη θεμελιώδη θέση του συγγραφέα, για την οποία υπήρξε — και εξακολουθεί να είναι — αντικείμενο θαυμασμού για τους οπαδούς του και λοιδορίας για τους αντιπάλους του. … Μολονότι καθεμία από τις έξι διαλέξεις μπορεί να σταθεί μόνη της ως αυτοτελές δοκίμιο, η αρμονία της σειράς προσφέρει αισθητική απόλαυση παρόμοια με εκείνη που αντλεί κανείς παρατηρώντας την αρχιτεκτονική ενός καλοσχεδιασμένου οικοδομήματος.
The present book fully reflects the author’s fundamental position for which he was—and still is—admired by followers and reviled by opponents.... While each of the six lectures can stand alone as an independent essay, the harmony of the series gives an aesthetic pleasure similar to that derived from looking at the architecture of a well-designed edifice.
Στα τέλη του 1958, όταν ο σύζυγός μου προσκλήθηκε από τον δρα Alberto Benegas-Lynch να έρθει στην Αργεντινή και να δώσει μια σειρά διαλέξεων, μου ζητήθηκε να τον συνοδεύσω. Το βιβλίο αυτό περιέχει, σε γραπτή μορφή, όσα είπε ο σύζυγός μου σε εκατοντάδες φοιτητές της Αργεντινής κατά τις διαλέξεις εκείνες.
Late in 1958, when my husband was invited by Dr. Alberto Benegas-Lynch to come to Argentina and deliver a series of lectures, I was asked to accompany him. This book contains, in written word, what my husband said to hundreds of Argentinian students in those lectures.
Φτάσαμε στην Αργεντινή αρκετά χρόνια αφότου ο Perón είχε εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα. Είχε κυβερνήσει με καταστροφικό τρόπο και είχε καταστρέψει ολοκληρωτικά τα οικονομικά θεμέλια της Αργεντινής. Οι διάδοχοί του δεν ήταν πολύ καλύτεροι. Το έθνος ήταν έτοιμο για νέες ιδέες, και ο σύζυγός μου ήταν εξίσου έτοιμος να τις προσφέρει.
We arrived in Argentina several years after Perón had been forced to leave the country. He had governed destructively and completely destroyed Argentina’s economic foundations. His successors were not much better. The nation was ready for new ideas, and my husband was equally ready to provide them.
Οι διαλέξεις του δόθηκαν στα αγγλικά, στην τεράστια αίθουσα διαλέξεων του Πανεπιστημίου του Buenos Aires. Σε δύο γειτονικές αίθουσες τα λόγια του μεταφράζονταν ταυτόχρονα στα ισπανικά για τους φοιτητές που άκουγαν με ακουστικά. Ο Ludwig von Mises μίλησε χωρίς κανέναν περιορισμό για τον καπιταλισμό, τον σοσιαλισμό, τον παρεμβατισμό, τον κομμουνισμό, τον φασισμό, την οικονομική πολιτική και τους κινδύνους της δικτατορίας. Οι νέοι αυτοί, που άκουγαν τον σύζυγό μου, δεν γνώριζαν πολλά για την ελευθερία της αγοράς ή την ατομική ελευθερία. Όπως έγραψα για την περίσταση αυτή στο βιβλίο Τα χρόνια μου με τον Ludwig von Mises: «Αν κάποιος εκείνα τα χρόνια είχε τολμήσει να επιτεθεί στον κομμουνισμό και στον φασισμό όπως έκανε ο σύζυγός μου, η αστυνομία θα είχε εισβάλει και θα τον είχε συλλάβει αμέσως, και η συγκέντρωση θα είχε διαλυθεί».
His lectures were delivered in English, in the enormous lecture hall of the University of Buenos Aires. In two neighboring rooms his words were simultaneously translated into Spanish for students who listened with earphones. Ludwig von Mises spoke without any restraint about capitalism, socialism, interventionism, communism, fascism, economic policy and the dangers of dictatorship. These young people, who listened to my husband, did not know much about freedom of the market or individual freedom. As I wrote about this occasion in My Years with Ludwig von Mises, “If anyone in those times would have dared to attack communism and fascism as my husband did, the police would have come in and taken hold of him immediately, and the assembly would have been broken up.”
Το ακροατήριο αντέδρασε σαν να είχε ανοίξει ένα παράθυρο και να είχε αφεθεί φρέσκος αέρας να διαπεράσει τις αίθουσες. Μιλούσε χωρίς καθόλου σημειώσεις. Όπως πάντα, τη σκέψη του καθοδηγούσαν μόνον λίγες λέξεις, γραμμένες σε ένα μικρό κομμάτι χαρτί. Ήξερε ακριβώς τι ήθελε να πει και, χρησιμοποιώντας συγκριτικά απλούς όρους, κατόρθωσε να μεταδώσει τις ιδέες του σε ένα ακροατήριο που δεν ήταν εξοικειωμένο με το έργο του, ώστε να μπορεί να κατανοήσει ακριβώς όσα έλεγε.
The audience reacted as if a window had been opened and fresh air allowed to breeze through the rooms. He spoke without any notes. As always, his thoughts were guided by just a few words, written on a scrap of paper. He knew exactly what he wanted to say, and by using comparatively simple terms, he succeeded in communicating his ideas to an audience not familiar with his work, so that they could understand exactly what he was saying.
Οι διαλέξεις μαγνητοφωνήθηκαν και οι ταινίες απομαγνητοφωνήθηκαν αργότερα από μια ισπανόφωνη γραμματέα, της οποίας το δακτυλόγραφο βρήκα ανάμεσα στα κατάλοιπα του συζύγου μου. Διαβάζοντας την απομαγνητοφώνηση, θυμήθηκα ζωηρά τον ξεχωριστό ενθουσιασμό με τον οποίο εκείνοι οι ακροατές από την Αργεντινή είχαν ανταποκριθεί στα λόγια του συζύγου μου. Και μου φάνηκε, ως μη οικονομολόγου, ότι οι διαλέξεις αυτές, που είχαν δοθεί σε ένα μη ειδικό ακροατήριο στη Νότια Αμερική, ήταν πολύ πιο κατανοητές από πολλά από τα περισσότερο θεωρητικά κείμενα του Ludwig von Mises. Ένιωθα ότι περιείχαν τόσο πολύτιμο υλικό, τόσες σκέψεις σημαντικές για το σήμερα και το μέλλον, ώστε έπρεπε να γίνουν προσιτές στο κοινό.
The lectures were taped, and the tapes were later transcribed by a Spanish-speaking secretary whose typed manuscript I found among my husband’s posthumous papers. On reading the transcript, I remembered vividly the singular enthusiasm with which those Argentinians had responded to my husband’s words. And it seemed to me, as a non-economist, that these lectures, delivered to a lay audience in South America, were much easier to understand than many of Ludwig von Mises’ more theoretical writings. I felt they contained so much valuable material, so many thoughts important for today and the future, that they should be made available to the public.
Επειδή ο σύζυγός μου δεν είχε ποτέ διασκευάσει τις απομαγνητοφωνήσεις των διαλέξεών του προκειμένου να εκδοθούν σε βιβλίο, το έργο αυτό απέμεινε σε μένα. Φρόντισα με ιδιαίτερη προσοχή να διατηρήσω άθικτο το νόημα κάθε πρότασης, να μην αλλάξω τίποτε από το περιεχόμενο και να διαφυλάξω όλες τις εκφράσεις που χρησιμοποιούσε συχνά ο σύζυγός μου και που είναι τόσο οικείες στους αναγνώστες του. Η μόνη μου συμβολή ήταν να συνδέσω τις προτάσεις μεταξύ τους και να αφαιρέσω ορισμένες από τις μικρές λέξεις που χρησιμοποιεί κανείς όταν μιλά ανεπίσημα. Αν η προσπάθειά μου να μετατρέψω αυτές τις διαλέξεις σε βιβλίο πέτυχε, αυτό οφείλεται αποκλειστικά στο ότι, σε κάθε πρόταση, άκουγα τη φωνή του συζύγου μου, τον άκουγα να μιλά. Για μένα ήταν ζωντανός, ζωντανός στον τρόπο με τον οποίο έδειχνε τόσο καθαρά το κακό και τον κίνδυνο που συνεπάγεται η υπέρμετρη κρατική εξουσία· στο πόσο κατανοητά και με πόση διαύγεια περιέγραφε τις διαφορές μεταξύ δικτατορίας και παρεμβατισμού· στο πόσο πνευματώδης ήταν όταν μιλούσε για σημαντικές ιστορικές προσωπικότητες· στο πόσο λίγες παρατηρήσεις του αρκούσαν για να ζωντανέψει περασμένες εποχές.
Since my husband had never revised the transcripts of his lectures for book publication, that task remained for me. I have been very careful to keep intact the meaning of every sentence, to change nothing of the content and to preserve all the expressions my husband often used which are so familiar to his readers. My only contribution has been to pull the sentences together and take out some of the little words one uses when talking informally. If my attempt to convert these lectures into a book has succeeded, it is only due to the fact that, with every sentence, I heard my husband’s voice, I heard him talk. He was alive to me, alive in how clearly he demonstrated the evil and danger of too much government; how comprehensibly and lucidly he described the differences between dictatorship and interventionism; with how much wit he talked about important historic personalities; with how few remarks he succeeded in making bygone times come alive.
Θέλω να εκμεταλλευτώ αυτή την ευκαιρία για να ευχαριστήσω τον καλό μου φίλο George Koether για τη βοήθειά του σε αυτό το έργο. Η εμπειρία του στην επιμέλεια κειμένων και η κατανόηση των θεωριών του συζύγου μου υπήρξαν πολύτιμη βοήθεια για το βιβλίο αυτό.
I want to use this opportunity to thank my good friend George Koether for assisting me with this task. His editorial experience and his understanding of my husband’s theories were a great help to this book.
Ελπίζω ότι τις διαλέξεις αυτές θα τις διαβάσουν όχι μόνο επιστήμονες, αλλά και οι πολλοί θαυμαστές του συζύγου μου που δεν είναι οικονομολόγοι. Και ελπίζω ολόψυχα ότι το βιβλίο αυτό θα γίνει προσιτό σε νεότερα ακροατήρια, ιδίως σε μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και φοιτητές σε ολόκληρο τον κόσμο.
I hope these lectures will be read not only by scholars but also by my husband’s many admirers among non-economists. And I earnestly hope that this book will be made available to younger audiences, especially high school and college students around the world.
Οι περιγραφικοί όροι που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι είναι συχνά αρκετά παραπλανητικοί. Όταν μιλούν, για παράδειγμα, για τους σύγχρονους μεγιστάνες της βιομηχανίας και τους επικεφαλής των μεγάλων επιχειρήσεων, αποκαλούν κάποιον «βασιλιά της σοκολάτας», «βασιλιά του βαμβακιού» ή «βασιλιά του αυτοκινήτου». Η χρήση μιας τέτοιας ορολογίας υποδηλώνει ότι δεν βλέπουν ουσιαστικά καμία διαφορά ανάμεσα στους σύγχρονους επικεφαλής της βιομηχανίας και στους φεουδάρχες βασιλείς, δούκες ή άρχοντες παλαιότερων εποχών. Στην πραγματικότητα, όμως, η διαφορά είναι πολύ μεγάλη, διότι ένας βασιλιάς της σοκολάτας δεν κυβερνά καθόλου· υπηρετεί. Δεν βασιλεύει σε κατακτημένα εδάφη, ανεξάρτητος από την αγορά, ανεξάρτητος από τους πελάτες του. Ο βασιλιάς της σοκολάτας — ή ο βασιλιάς του χάλυβα ή ο βασιλιάς του αυτοκινήτου ή οποιοσδήποτε άλλος βασιλιάς της σύγχρονης βιομηχανίας — εξαρτάται από τη βιομηχανική επιχείρηση που διευθύνει και από τους πελάτες που εξυπηρετεί. Αυτός ο «βασιλιάς» πρέπει να διατηρεί την εύνοια των υπηκόων του, των καταναλωτών· χάνει το «βασίλειό» του μόλις πάψει να είναι σε θέση να προσφέρει στους πελάτες του καλύτερη εξυπηρέτηση και να την παρέχει με χαμηλότερο κόστος από τους άλλους με τους οποίους πρέπει να ανταγωνίζεται.
Descriptive terms which people use are often quite misleading. In talking about modem captains of industry and leaders of big business, for instance, they call a man a “chocolate king” or a “cotton king” or an “automobile king.” Their use of such terminology implies that they see practically no difference between the modern heads of industry and those feudal kings, dukes or lords of earlier days. But the difference is in fact very great, for a chocolate king does not rule at all, he serves. He does not reign over conquered territory, independent of the market, independent of his customers. The chocolate king—or the steel king or the automobile king or any other king of modern industry—depends on the industry he operates and on the customers he serves. This “king” must stay in the good graces of his subjects, the consumers; he loses his “kingdom” as soon as he is no longer in a position to give his customers better service and provide it at lower cost than others with whom he must compete.
Πριν από διακόσια χρόνια, πριν από την έλευση του καπιταλισμού, η κοινωνική θέση ενός ανθρώπου ήταν καθορισμένη από την αρχή έως το τέλος της ζωής του· την κληρονομούσε από τους προγόνους του και δεν άλλαζε ποτέ. Αν γεννιόταν φτωχός, παρέμενε πάντοτε φτωχός, και αν γεννιόταν πλούσιος — άρχοντας ή δούκας —, διατηρούσε το δουκάτο του και την περιουσία που το συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής του.
Two hundred years ago, before the advent of capitalism, a man’s social status was fixed from the beginning to the end of his life; he inherited it from his ancestors, and it never changed. If he was born poor, he always remained poor, and if he was born rich—a lord or a duke—he kept his dukedom and the property that went with it for the rest of his life.
Όσον αφορά τη μεταποίηση, οι πρωτόγονες μεταποιητικές βιομηχανίες εκείνης της εποχής υπήρχαν σχεδόν αποκλειστικά προς όφελος των πλουσίων. Οι περισσότεροι άνθρωποι — το ενενήντα τοις εκατό ή και περισσότερο του ευρωπαϊκού πληθυσμού — καλλιεργούσαν τη γη και δεν έρχονταν σε επαφή με τις μεταποιητικές βιομηχανίες που ήταν προσανατολισμένες στις πόλεις. Αυτό το άκαμπτο σύστημα της φεουδαρχικής κοινωνίας επικρατούσε στις πιο ανεπτυγμένες περιοχές της Ευρώπης επί πολλές εκατοντάδες χρόνια.
As for manufacturing, the primitive processing industries of those days existed almost exclusively for the benefit of the wealthy. Most of the people (ninety percent or more of the European population) worked the land and did not come in contact with the city-oriented processing industries. This rigid system of feudal society prevailed in the most developed areas of Europe for many hundreds of years.
Καθώς, όμως, αυξανόταν ο αγροτικός πληθυσμός, δημιουργήθηκε ένα πλεόνασμα ανθρώπων στην ύπαιθρο. Για αυτόν τον πλεονάζοντα πληθυσμό, που δεν είχε κληρονομήσει γη ή κτήματα, δεν υπήρχε αρκετή εργασία· ούτε ήταν δυνατόν να εργαστεί στις μεταποιητικές βιομηχανίες· οι βασιλιάδες των πόλεων του απέκλειαν την πρόσβαση. Ο αριθμός αυτών των «απόκληρων» εξακολουθούσε να αυξάνεται, και κανείς ακόμη δεν γνώριζε τι να κάνει με αυτούς. Ήταν, με την πλήρη έννοια της λέξης, «προλετάριοι», απόκληροι τους οποίους το κράτος δεν μπορούσε παρά να κλείσει σε ιδρύματα καταναγκαστικής εργασίας ή σε πτωχοκομεία. Σε ορισμένες περιοχές της Ευρώπης, ιδίως στην Ολλανδία και στην Αγγλία, έγιναν τόσο πολυάριθμοι ώστε, έως τον δέκατο όγδοο αιώνα, αποτελούσαν πραγματική απειλή για τη διατήρηση του επικρατούντος κοινωνικού συστήματος.
However, as the rural population expanded, there developed a surplus of people on the land. For this surplus of population without inherited land or estates, there was not enough to do, nor was it possible for them to work in the processing industries; the kings of the cities denied them access. The numbers of these “outcasts” continued to grow, and still no one knew what to do with them. They were, in the full sense of the word, “proletarians,” outcasts whom the government could only put into the workhouse or the poorhouse. In some sections of Europe, especially in the Netherlands and in England, they became so numerous that, by the eighteenth century, they were a real menace to the preservation of the prevailing social system.
Σήμερα, όταν συζητάμε για παρόμοιες συνθήκες σε τόπους όπως η Ινδία ή άλλες αναπτυσσόμενες χώρες, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Αγγλία του δέκατου όγδοου αιώνα οι συνθήκες ήταν πολύ χειρότερες. Εκείνη την εποχή, η Αγγλία είχε πληθυσμό έξι ή επτά εκατομμυρίων ανθρώπων· από αυτά τα έξι ή επτά εκατομμύρια, όμως, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο, πιθανότατα δύο εκατομμύρια, ήταν απλώς φτωχοί απόκληροι, για τους οποίους το υφιστάμενο κοινωνικό σύστημα δεν προέβλεπε καμία μέριμνα. Το τι θα γινόταν με αυτούς τους απόκληρους ήταν ένα από τα μεγάλα προβλήματα της Αγγλίας του δέκατου όγδοου αιώνα.
Today, in discussing similar conditions in places like India or other developing countries, we must not forget that, in eighteenth-century England, conditions were much worse. At that time, England had a population of six or seven million people, but of those six or seven million people, more than one million, probably two million, were simply poor outcasts for whom the existing social system made no provision. What to do with these outcasts was one of the great problems of eighteenth-century England.
Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν η έλλειψη πρώτων υλών. Οι Βρετανοί ήταν αναγκασμένοι να θέσουν στον εαυτό τους, με κάθε σοβαρότητα, το εξής ερώτημα: τι θα κάνουμε στο μέλλον, όταν τα δάση μας δεν θα μας δίνουν πια την ξυλεία που χρειαζόμαστε για τις βιομηχανίες μας και για τη θέρμανση των σπιτιών μας; Για τις άρχουσες τάξεις η κατάσταση ήταν απελπιστική. Οι πολιτικοί ηγέτες δεν γνώριζαν τι να κάνουν, και οι κυβερνώντες γαιοκτήμονες δεν είχαν απολύτως καμία ιδέα για το πώς θα μπορούσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες.
Another great problem was the lack of raw materials. The British, very seriously, had to ask themselves this question: what are we going to do in the future, when our forests will no longer give us the wood we need for our industries and for heating our houses? For the ruling classes it was a desperate situation. The statesmen did not know what to do, and the ruling gentry were absolutely without any ideas on how to improve conditions.
Μέσα από αυτή τη σοβαρή κοινωνική κατάσταση αναδύθηκαν οι απαρχές του σύγχρονου καπιταλισμού. Ανάμεσα σε εκείνους τους απόκληρους, ανάμεσα σε εκείνους τους φτωχούς ανθρώπους, υπήρχαν ορισμένοι που προσπάθησαν να οργανώσουν άλλους, προκειμένου να δημιουργήσουν μικρά εργαστήρια που θα μπορούσαν να παράγουν κάτι. Αυτό αποτελούσε καινοτομία. Αυτοί οι καινοτόμοι δεν παρήγαν ακριβά αγαθά κατάλληλα μόνο για τις ανώτερες τάξεις· παρήγαν φθηνότερα προϊόντα για τις ανάγκες όλων. Και αυτή ήταν η απαρχή του καπιταλισμού όπως λειτουργεί σήμερα. Ήταν η αρχή της μαζικής παραγωγής, της θεμελιώδους αρχής της καπιταλιστικής βιομηχανίας. Ενώ οι παλαιές μεταποιητικές βιομηχανίες που εξυπηρετούσαν τους πλουσίους των πόλεων υπήρχαν σχεδόν αποκλειστικά για να ανταποκρίνονται στη ζήτηση των ανώτερων τάξεων, οι νέες καπιταλιστικές βιομηχανίες άρχισαν να παράγουν πράγματα που μπορούσε να αγοράσει ο ευρύτερος πληθυσμός. Ήταν μαζική παραγωγή για την ικανοποίηση των αναγκών των μαζών.
Out of this serious social situation emerged the beginnings of modern capitalism. There were some persons among those outcasts, among those poor people, who tried to organize others to set up small shops which could produce something. This was an innovation. These innovators did not produce expensive goods suitable only for the upper classes; they produced cheaper products for everyone’s needs. And this was the origin of capitalism as it operates today. It was the beginning of mass production, the fundamental principle of capitalistic industry. Whereas the old processing industries serving the rich people in the cities had existed almost exclusively for the demands of the upper classes, the new capitalist industries began to produce things that could be purchased by the general population. It was mass production to satisfy the needs of the masses.
Αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή του καπιταλισμού όπως υπάρχει σήμερα σε όλες εκείνες τις χώρες που διαθέτουν ένα ιδιαίτερα ανεπτυγμένο σύστημα μαζικής παραγωγής: οι μεγάλες επιχειρήσεις, στόχος των πιο φανατικών επιθέσεων από τους λεγόμενους αριστερούς, παράγουν σχεδόν αποκλειστικά για να ικανοποιούν τις επιθυμίες των μαζών. Οι επιχειρήσεις που παράγουν αγαθά πολυτελείας αποκλειστικά για τους ευκατάστατους δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν το μέγεθος των μεγάλων επιχειρήσεων. Και σήμερα, οι άνθρωποι που εργάζονται στα μεγάλα εργοστάσια είναι οι κύριοι καταναλωτές των προϊόντων που κατασκευάζονται σε αυτά. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στις καπιταλιστικές αρχές παραγωγής και στις φεουδαρχικές αρχές των προηγούμενων εποχών.
This is the fundamental principle of capitalism as it exists today in all of those countries in which there is a highly developed system of mass production: Big business, the target of the most fanatic attacks by the so-called leftists, produces almost exclusively to satisfy the wants of the masses. Enterprises producing luxury goods solely for the well-to-do can never attain the magnitude of big businesses. And today, it is the people who work in large factories who are the main consumers of the products made in those factories. This is the fundamental difference between the capitalistic principles of production and the feudalistic principles of the preceding ages.
Όταν οι άνθρωποι υποθέτουν ή ισχυρίζονται ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους παραγωγούς και στους καταναλωτές των προϊόντων των μεγάλων επιχειρήσεων, σφάλλουν σοβαρά. Στα αμερικανικά πολυκαταστήματα ακούτε το σύνθημα: «Ο πελάτης έχει πάντα δίκιο». Και αυτός ο πελάτης είναι ο ίδιος άνθρωπος που παράγει στο εργοστάσιο τα πράγματα που πωλούνται στα πολυκαταστήματα. Σφάλλουν επίσης όσοι πιστεύουν ότι η δύναμη των μεγάλων επιχειρήσεων είναι τεράστια, διότι οι μεγάλες επιχειρήσεις εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από την προτίμηση όσων αγοράζουν τα προϊόντα τους: ακόμη και η μεγαλύτερη επιχείρηση χάνει τη δύναμη και την επιρροή της όταν χάνει τους πελάτες της.
When people assume, or claim, that there is a difference between the producers and the consumers of the products of big businesses, they are badly mistaken. In American department stores you hear the slogan, “the customer is always right.” And this customer is the same man who produces in the factory those things which are sold in the department stores. The people who think that the power of big business is enormous are mistaken also, since big business depends entirely on the patronage of those who buy its products: the biggest enterprise loses its power and its influence when it loses its customers.
Πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια λεγόταν, σε όλες σχεδόν τις καπιταλιστικές χώρες, ότι οι σιδηροδρομικές εταιρείες ήταν υπερβολικά μεγάλες και υπερβολικά ισχυρές· ότι κατείχαν μονοπώλιο· ότι ήταν αδύνατον να τις ανταγωνιστεί κανείς. Υποστηριζόταν ότι, στον τομέα των μεταφορών, ο καπιταλισμός είχε ήδη φτάσει σε ένα στάδιο στο οποίο είχε καταστρέψει τον ίδιο του τον εαυτό, διότι είχε εξαλείψει τον ανταγωνισμό. Εκείνο που παραβλεπόταν ήταν το γεγονός ότι η δύναμη των σιδηροδρόμων εξαρτιόταν από την ικανότητά τους να εξυπηρετούν τους ανθρώπους καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταφοράς. Βεβαίως, θα ήταν γελοίο να ανταγωνιστεί κανείς μία από αυτές τις μεγάλες σιδηροδρομικές εταιρείες κατασκευάζοντας έναν άλλο σιδηρόδρομο παράλληλα με την παλαιά γραμμή, αφού η παλαιά γραμμή επαρκούσε για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων αναγκών. Πολύ σύντομα, όμως, εμφανίστηκαν άλλοι ανταγωνιστές. Η ελευθερία του ανταγωνισμού δεν σημαίνει ότι μπορείτε να επιτύχετε απλώς μιμούμενοι ή αντιγράφοντας ακριβώς ό,τι έχει κάνει κάποιος άλλος. Η ελευθερία του Τύπου δεν σημαίνει ότι έχετε το δικαίωμα να αντιγράψετε όσα έχει γράψει ένας άλλος άνθρωπος και έτσι να αποκτήσετε την επιτυχία την οποία εκείνος επάξια κέρδισε χάρη στα επιτεύγματά του. Σημαίνει ότι έχετε το δικαίωμα να γράψετε κάτι διαφορετικό. Η ελευθερία του ανταγωνισμού όσον αφορά τους σιδηροδρόμους, για παράδειγμα, σημαίνει ότι είστε ελεύθεροι να εφεύρετε κάτι, να κάνετε κάτι που θα αμφισβητήσει τη θέση των σιδηροδρόμων και θα τους φέρει σε πολύ επισφαλή ανταγωνιστική θέση.
Fifty or sixty years ago it was said in almost all capitalist countries that the railroad companies were too big and too powerful; they had a monopoly; it was impossible to compete with them. It was alleged that, in the field of transportation, capitalism had already reached a stage at which it had destroyed itself, for it had eliminated competition. What people overlooked was the fact that the power of the railroads depended on their ability to serve people better than any other method of transportation. Of course it would have been ridiculous to compete with one of these big railroad companies by building another railroad parallel to the old line, since the old line was sufficient to serve existing needs. But very soon there came other competitors. Freedom of competition does not mean that you can succeed simply by imitating or copying precisely what someone else has done. Freedom of the press does not mean that you have the right to copy what another man has written and thus to acquire the success which this other man has duly merited on account of his achievements. It means that you have the right to write something different. Freedom of competition concerning railroads, for example, means that you are free to invent something, to do something, which will challenge the railroads and place them in a very precarious competitive situation.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο ανταγωνισμός προς τους σιδηροδρόμους — με τη μορφή λεωφορείων, αυτοκινήτων, φορτηγών και αεροπλάνων — τους έχει πλήξει και έχει οδηγήσει στη σχεδόν ολοκληρωτική ήττα τους όσον αφορά τη μεταφορά επιβατών.
In the United States the competition to the railroads—in the form of buses, automobiles, trucks, and airplanes—has caused the railroads to suffer and to be almost completely defeated, as far as passenger transportation is concerned.
Η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνίσταται στο ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να εξυπηρετεί τον πελάτη καλύτερα και/ή φθηνότερα. Και αυτή η μέθοδος, αυτή η αρχή, έχει μεταμορφώσει ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε συγκριτικά σύντομο χρονικό διάστημα. Κατέστησε δυνατή μια πρωτοφανή αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού.
The development of capitalism consists in everyone’s having the right to serve the customer better and/or more cheaply. And this method, this principle, has, within a comparatively short time, transformed the whole world. It has made possible an unprecedented increase in world population.
Στην Αγγλία του δέκατου όγδοου αιώνα, η γη μπορούσε να συντηρήσει μόλις έξι εκατομμύρια ανθρώπους σε ένα πολύ χαμηλό βιοτικό επίπεδο. Σήμερα, περισσότεροι από πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι απολαμβάνουν πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από εκείνο που απολάμβαναν ακόμη και οι πλούσιοι κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα. Και το σημερινό βιοτικό επίπεδο στην Αγγλία θα ήταν πιθανότατα ακόμη υψηλότερο, αν μεγάλο μέρος της ενεργητικότητας των Βρετανών δεν είχε σπαταληθεί σε πολιτικές και στρατιωτικές «περιπέτειες» που, από διάφορες απόψεις, μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.
In eighteenth-century England, the land could support only six million people at a very low standard of living. Today more than fifty million people enjoy a much higher standard of living than even the rich enjoyed during the eighteenth-century. And today’s standard of living in England would probably be still higher, had not a great deal of the energy of the British been wasted in what were, from various points of view, avoidable political and military “adventures.”
Αυτά είναι τα γεγονότα σχετικά με τον καπιταλισμό. Επομένως, αν ένας Άγγλος — ή, για την ακρίβεια, οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου — λέει σήμερα στους φίλους του ότι αντιτίθεται στον καπιταλισμό, υπάρχει ένας θαυμάσιος τρόπος να του απαντήσετε: «Γνωρίζεις ότι ο πληθυσμός αυτού του πλανήτη είναι σήμερα δεκαπλάσιος από ό,τι ήταν στις εποχές που προηγήθηκαν του καπιταλισμού· γνωρίζεις ότι όλοι οι άνθρωποι σήμερα απολαμβάνουν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο από εκείνο των προγόνων σου πριν από την εποχή του καπιταλισμού. Πώς γνωρίζεις, όμως, ότι εσύ είσαι ο ένας στους δέκα που θα ζούσε αν δεν υπήρχε ο καπιταλισμός; Και μόνο το γεγονός ότι ζεις σήμερα αποτελεί απόδειξη ότι ο καπιταλισμός έχει επιτύχει, είτε θεωρείς τη δική σου ζωή πολύτιμη είτε όχι».
These are the facts about capitalism. Thus, if an Englishman—or, for that matter, any other man in any country of the world—says today to his friends that he is opposed to capitalism, there is a wonderful way to answer him: “You know that the population of this planet is now ten times greater than it was in the ages preceding capitalism; you know that all men today enjoy a higher standard of living than your ancestors did before the age of capitalism. But how do you know that you are the one out of ten who would have lived in the absence of capitalism? The mere fact that you are living today is proof that capitalism has succeeded, whether or not you consider your own life very valuable.”
Παρά τα οφέλη του, ο καπιταλισμός έχει δεχθεί λυσσαλέες επιθέσεις και επικρίσεις. Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την προέλευση αυτής της αντιπάθειας. Είναι γεγονός ότι το μίσος για τον καπιταλισμό δεν προήλθε από τις μάζες, ούτε από τους ίδιους τους εργάτες, αλλά από τη γαιοκτητική αριστοκρατία — τους γαιοκτήμονες και τους ευγενείς της Αγγλίας και της ηπειρωτικής Ευρώπης. Κατηγορούσαν τον καπιταλισμό για κάτι που δεν τους ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο: στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, οι υψηλότεροι μισθοί που κατέβαλλε η βιομηχανία στους εργάτες της ανάγκαζαν τους γαιοκτήμονες να καταβάλλουν εξίσου υψηλότερους μισθούς στους αγρεργάτες τους. Η αριστοκρατία επιτίθετο στις βιομηχανίες επικρίνοντας το βιοτικό επίπεδο των εργατικών μαζών.
In spite of all its benefits, capitalism has been furiously attacked and criticized. It is necessary that we understand the origin of this antipathy. It is a fact that the hatred of capitalism originated not with the masses, not among the workers themselves, but among the landed aristocracy—the gentry, the nobility, of England and the European continent. They blamed capitalism for something that was not very pleasant for them: at the beginning of the nineteenth century, the higher wages paid by industry to its workers forced the landed gentry to pay equally higher wages to their agricultural workers. The aristocracy attacked the industries by criticising the standard of living of the masses of the workers.
Βεβαίως, από τη δική μας σκοπιά, το βιοτικό επίπεδο των εργατών ήταν εξαιρετικά χαμηλό· οι συνθήκες κατά τον πρώιμο καπιταλισμό ήταν απολύτως συγκλονιστικές, όχι όμως επειδή οι νεοεμφανιζόμενες καπιταλιστικές βιομηχανίες είχαν βλάψει τους εργάτες. Οι άνθρωποι που προσλαμβάνονταν στα εργοστάσια ζούσαν ήδη σε συνθήκες σχεδόν υπανθρώπινες.
Of course—from our viewpoint, the workers’ standard of living was extremely low; conditions under early capitalism were absolutely shocking, but not because the newly developed capitalistic industries had harmed the workers. The people hired to work in factories had already been existing at a virtually subhuman level.
Η γνωστή παλαιά ιστορία, που έχει επαναληφθεί εκατοντάδες φορές, ότι τα εργοστάσια απασχολούσαν γυναίκες και παιδιά και ότι αυτές οι γυναίκες και αυτά τα παιδιά, προτού εργαστούν στα εργοστάσια, ζούσαν σε ικανοποιητικές συνθήκες, είναι ένα από τα μεγαλύτερα ψεύδη της ιστορίας. Οι μητέρες που εργάζονταν στα εργοστάσια δεν είχαν τίποτε με το οποίο να μαγειρέψουν· δεν άφησαν τα σπίτια και τις κουζίνες τους για να πάνε στα εργοστάσια· πήγαν στα εργοστάσια επειδή δεν είχαν κουζίνες, και αν είχαν κουζίνα, δεν είχαν τρόφιμα για να μαγειρέψουν εκεί. Και τα παιδιά δεν προέρχονταν από άνετα παιδικά δωμάτια. Λιμοκτονούσαν και πέθαιναν. Και όλα όσα λέγονται για τη λεγόμενη ανείπωτη φρίκη του πρώιμου καπιταλισμού μπορούν να αντικρουστούν με ένα και μόνο στατιστικό στοιχείο: ακριβώς στα χρόνια κατά τα οποία αναπτύχθηκε ο βρετανικός καπιταλισμός, ακριβώς στην εποχή που ονομάζεται Βιομηχανική Επανάσταση στην Αγγλία, στα χρόνια από το 1760 έως το 1830, ακριβώς σε εκείνα τα χρόνια ο πληθυσμός της Αγγλίας διπλασιάστηκε, πράγμα που σημαίνει ότι εκατοντάδες ή χιλιάδες παιδιά — τα οποία σε προηγούμενες εποχές θα είχαν πεθάνει — επέζησαν και μεγάλωσαν, έγιναν άνδρες και γυναίκες.
The famous old story, repeated hundreds of times, that the factories employed women and children and that these women and children, before they were working in factories, had lived under satisfactory conditions, is one of the greatest falsehoods of history. The mothers who worked in the factories had nothing to cook with; they did not leave their homes and their kitchens to go into the factories, they went into factories because they had no kitchens, and if they had a kitchen they had no food to cook in those kitchens. And the children did not come from comfortable nurseries. They were starving and dying. And all the talk about the so-called unspeakable horror of early capitalism can be refuted by a single statistic: precisely in these years in which British capitalism developed, precisely in the age called the Industrial Revolution in England, in the years from 1760 to 1830, precisely in those years the population of England doubled, which means that hundreds or thousands of children—who would have died in preceding times—survived and grew to become men and women.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συνθήκες των προηγούμενων εποχών ήταν πολύ ανεπαρκείς. Η καπιταλιστική επιχειρηματική δραστηριότητα ήταν εκείνη που τις βελτίωσε. Ακριβώς εκείνα τα πρώτα εργοστάσια κάλυπταν τις ανάγκες των εργατών τους, είτε άμεσα είτε έμμεσα, εξάγοντας προϊόντα και εισάγοντας τρόφιμα και πρώτες ύλες από άλλες χώρες. Επανειλημμένα, οι πρώτοι ιστορικοί του καπιταλισμού έχουν — δύσκολα μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει ηπιότερη λέξη — παραποιήσει την ιστορία.
There is no doubt that the conditions of the preceding times were very unsatisfactory. It was capitalist business that improved them. It was precisely those early factories that provided for the needs of their workers, either directly or indirectly by exporting products and importing food and raw materials from other countries. Again and again, the early historians of capitalism have—one can hardly use a milder word—falsified history.
Μια ανεκδοτολογική ιστορία που συνήθιζαν να διηγούνται, πιθανότατα επινοημένη, αφορούσε τον Benjamin Franklin. Σύμφωνα με την ιστορία, ο Ben Franklin επισκέφθηκε ένα βαμβακουργείο στην Αγγλία και ο ιδιοκτήτης τού είπε, γεμάτος υπερηφάνεια: «Κοιτάξτε, εδώ έχουμε βαμβακερά προϊόντα για την Ουγγαρία». Ο Benjamin Franklin, κοιτάζοντας γύρω του και βλέποντας ότι οι εργάτες ήταν κακοντυμένοι, είπε: «Γιατί δεν παράγετε και για τους δικούς σας εργάτες;»
One anecdote they used to tell, quite possibly invented, involved Benjamin Franklin. According to the story, Ben Franklin visited a cotton mill in England, and the owner of the mill told him, full of pride: “Look, here are cotton goods for Hungary.” Benjamin Franklin, looking around, seeing that the workers were shabbily dressed, said: “Why don’t you produce also for your own workers?”
Όμως εκείνες οι εξαγωγές για τις οποίες μιλούσε ο ιδιοκτήτης του εργοστασίου σήμαιναν πράγματι ότι παρήγε για τους δικούς του εργάτες, διότι η Αγγλία ήταν αναγκασμένη να εισάγει όλες τις πρώτες ύλες της. Δεν υπήρχε βαμβάκι ούτε στην Αγγλία ούτε στην ηπειρωτική Ευρώπη. Στην Αγγλία υπήρχε έλλειψη τροφίμων, και τα τρόφιμα έπρεπε να εισάγονται από την Πολωνία, τη Ρωσία και την Ουγγαρία. Αυτές οι εξαγωγές ήταν το αντάλλαγμα για τις εισαγωγές τροφίμων που καθιστούσαν δυνατή την επιβίωση του βρετανικού πληθυσμού. Πολλά παραδείγματα από την ιστορία εκείνων των εποχών δείχνουν τη στάση των γαιοκτημόνων και της αριστοκρατίας απέναντι στους εργάτες. Θέλω να αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα. Το ένα είναι το περίφημο βρετανικό σύστημα «Speenhamland». Με αυτό το σύστημα, η βρετανική κυβέρνηση κατέβαλλε σε όλους τους εργάτες που δεν λάμβαναν τον κατώτατο μισθό — όπως αυτός καθοριζόταν από την κυβέρνηση — τη διαφορά ανάμεσα στις αποδοχές τους και σε αυτόν τον κατώτατο μισθό. Έτσι, η γαιοκτητική αριστοκρατία απαλλασσόταν από τον κόπο να καταβάλλει υψηλότερους μισθούς. Οι γαιοκτήμονες κατέβαλλαν τον παραδοσιακά χαμηλό αγροτικό μισθό και η κυβέρνηση τον συμπλήρωνε, αποτρέποντας έτσι τους εργάτες από το να εγκαταλείψουν τις αγροτικές εργασίες και να αναζητήσουν απασχόληση στα εργοστάσια των πόλεων.
But those exports of which the owner of the mill spoke really meant that he did produce for his own workers, because England had to import all its raw materials. There was no cotton either in England or in continental Europe. There was a shortage of food in England, and food had to be imported from Poland, from Russia, from Hungary. These exports were the payment for the imports of the food which made the survival of the British population possible. Many examples from the history of those ages will show the attitude of the gentry and aristocracy toward the workers. I want to cite only two examples. One is the famous British “Speenhamland” system. By this system, the British government paid all workers who did not get the minimum wage (determined by the government) the difference between the wages they received and this minimum wage. This saved the landed aristocracy the trouble of paying higher wages. The gentry would pay the traditionally low agricultural wage, and the government would supplement it, thus keeping workers from leaving rural occupations to seek urban factory employment.
Ογδόντα χρόνια αργότερα, μετά την εξάπλωση του καπιταλισμού από την Αγγλία στην ηπειρωτική Ευρώπη, η γαιοκτητική αριστοκρατία αντέδρασε και πάλι εναντίον του νέου συστήματος παραγωγής. Στη Γερμανία, οι Πρώσοι Junkers, έχοντας χάσει πολλούς εργάτες που στράφηκαν στις καπιταλιστικές βιομηχανίες με τους υψηλότερους μισθούς, επινόησαν έναν ειδικό όρο για το πρόβλημα: «φυγή από την ύπαιθρο» — Landflucht. Και στο γερμανικό κοινοβούλιο συζητούσαν τι θα μπορούσε να γίνει για την αντιμετώπιση αυτού του κακού, όπως το έβλεπε η γαιοκτητική αριστοκρατία.
Eighty years later, after capitalism’s expansion from England to continental Europe, the landed aristocracy again reacted against the new production system. In Germany the Prussian Junkers, having lost many workers to the higher-paying capitalistic industries, invented a special term for the problem: “flight from the countryside”—Landflucht. And in the German Parliament, they discussed what might be done against this evil, as it was seen from the point of view of the landed aristocracy.
Ο πρίγκιπας Bismarck, ο περίφημος καγκελάριος του γερμανικού Reich, είπε κάποτε σε μια ομιλία: «Συνάντησα στο Βερολίνο έναν άνθρωπο που είχε εργαστεί άλλοτε στο κτήμα μου και τον ρώτησα: “Γιατί εγκατέλειψες το κτήμα; Γιατί έφυγες από την ύπαιθρο; Γιατί ζεις τώρα στο Βερολίνο;”» Και, σύμφωνα με τον Bismarck, εκείνος απάντησε: «Στο χωριό δεν έχετε μια τόσο ωραία υπαίθρια μπυραρία (Biergarten) όπως έχουμε εδώ στο Βερολίνο, όπου μπορεί κανείς να καθίσει, να πιει μπύρα και να ακούσει μουσική». Αυτή, βεβαίως, είναι μια ιστορία ειπωμένη από τη σκοπιά του πρίγκιπα Bismarck, του εργοδότη. Δεν ήταν η σκοπιά όλων των εργαζομένων του. Στράφηκαν στη βιομηχανία επειδή η βιομηχανία τούς κατέβαλλε υψηλότερους μισθούς και ανέβαζε το βιοτικό τους επίπεδο σε πρωτοφανή βαθμό.
Prince Bismarck, the famous chancellor of the German Reich, in a speech one day said, “I met a man in Berlin who once had worked on my estate, and I asked this man, ‘Why did you leave the estate; why did you go away from the country; why are you now living in Berlin?’” And, according to Bismarck, this man answered, “You don’t have such a nice Biergarten in the village as we have here in Berlin, where you can sit, drink beer, and listen to music.” This is, of course, a story told from the point of view of Prince Bismarck, the employer. It was not the point of view of all his employees. They went into industry because industry paid them higher wages and raised their standard of living to an unprecedented degree.
Σήμερα, στις καπιταλιστικές χώρες, η διαφορά ανάμεσα στις βασικές συνθήκες διαβίωσης των λεγόμενων ανώτερων και κατώτερων τάξεων είναι σχετικά μικρή· και οι δύο διαθέτουν τροφή, ένδυση και στέγη. Τον δέκατο όγδοο αιώνα και παλαιότερα, όμως, η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο της μεσαίας τάξης και στον άνθρωπο της κατώτερης τάξης ήταν ότι ο πρώτος είχε παπούτσια, ενώ ο δεύτερος δεν είχε. Στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα, η διαφορά ανάμεσα σε έναν πλούσιο και έναν φτωχό άνθρωπο σημαίνει πολύ συχνά μόνο τη διαφορά ανάμεσα σε μια Cadillac και μια Chevrolet. Η Chevrolet μπορεί να έχει αγοραστεί μεταχειρισμένη, αλλά ουσιαστικά προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες στον ιδιοκτήτη της: και αυτός μπορεί να οδηγήσει από το ένα σημείο στο άλλο. Περισσότερο από το πενήντα τοις εκατό των ανθρώπων στις Ηνωμένες Πολιτείες ζουν σε σπίτια και διαμερίσματα που τους ανήκουν.
Today, in the capitalist countries, there is relatively little difference between the basic life of the so-called higher and lower classes; both have food, clothing, and shelter. But in the eighteenth century and earlier, the difference between the man of the middle class and the man of the lower class was that the man of the middle class had shoes and the man of the lower class did not have shoes. In the United States today the difference between a rich man and a poor man means very often only the difference between a Cadillac and a Chevrolet. The Chevrolet may be bought secondhand, but basically it renders the same services to its owner: he, too, can drive from one point to another. More than fifty percent of the people in the United States are living in houses and apartments they own themselves.
Οι επιθέσεις κατά του καπιταλισμού — ιδίως όσον αφορά τα υψηλότερα επίπεδα μισθών — εκκινούν από την εσφαλμένη παραδοχή ότι οι μισθοί καταβάλλονται, σε τελική ανάλυση, από ανθρώπους διαφορετικούς από εκείνους που απασχολούνται στα εργοστάσια. Βεβαίως, είναι θεμιτό οι οικονομολόγοι και όσοι μελετούν τις οικονομικές θεωρίες να διακρίνουν τον εργαζόμενο από τον καταναλωτή και να προβαίνουν σε διάκριση μεταξύ τους. Γεγονός είναι, όμως, ότι κάθε καταναλωτής πρέπει, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να κερδίζει τα χρήματα που δαπανά, και η συντριπτική πλειονότητα των καταναλωτών είναι ακριβώς οι ίδιοι άνθρωποι που εργάζονται ως μισθωτοί στις επιχειρήσεις οι οποίες παράγουν τα πράγματα που καταναλώνουν. Τα επίπεδα των μισθών υπό τον καπιταλισμό δεν καθορίζονται από μια κατηγορία ανθρώπων διαφορετική από εκείνη που λαμβάνει τους μισθούς· πρόκειται για τους ίδιους ανθρώπους. Δεν είναι η κινηματογραφική εταιρεία του Hollywood εκείνη που πληρώνει την αμοιβή ενός κινηματογραφικού αστέρα· είναι οι άνθρωποι που πληρώνουν εισιτήριο για τον κινηματογράφο. Και δεν είναι ο επιχειρηματίας που διοργανώνει έναν αγώνα πυγμαχίας εκείνος που καταβάλλει τις τεράστιες αμοιβές που απαιτούν οι επαγγελματίες πυγμάχοι· είναι οι άνθρωποι που πληρώνουν εισιτήριο για τον αγώνα. Με τη διάκριση ανάμεσα στον εργοδότη και στον εργαζόμενο γίνεται μια διάκριση στην οικονομική θεωρία· δεν πρόκειται, όμως, για διάκριση στην πραγματική ζωή· εδώ, ο εργοδότης και ο εργαζόμενος είναι, σε τελική ανάλυση, ένα και το αυτό πρόσωπο.
The attacks against capitalism—especially with respect to the higher wage rates—start from the false assumption that wages are ultimately paid by people who are different from those who are employed in the factories. Now it is all right for economists and for students of economic theories to distinguish between the worker and the consumer and to make a distinction between them. But the fact is that every consumer must, in some way or the other, earn the money he spends, and the immense majority of the consumers are precisely the same people who work as employees in the enterprises that produce the things which they consume. Wage rates under capitalism are not set by a class of people different from the class of people who earn the wages; they are the same people. It is not the Hollywood film corporation that pays the wages of a movie star; it is the people who pay admission to the movies. And it is not the entrepreneur of a boxing match who pays the enormous demands of the prize fighters; it is the people who pay admission to the fight. Through the distinction between the employer and the employee, a distinction is drawn in economic theory, but it is not a distinction in real life; here, the employer and the employee ultimately are one and the same person.
Σε πολλές χώρες υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν πολύ άδικο να λαμβάνει ένας άνθρωπος που πρέπει να συντηρήσει μια οικογένεια με αρκετά παιδιά τον ίδιο μισθό με έναν άνθρωπο που έχει να φροντίσει μόνο τον εαυτό του. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν ο εργοδότης θα έπρεπε να φέρει μεγαλύτερη ευθύνη για το μέγεθος της οικογένειας ενός εργαζομένου.
There are people in many countries who consider it very unjust that a man who has to support a family with several children will receive the same salary as a man who has only himself to take care of. But the question is not whether the employer should bear greater responsibility for the size of a worker’s family.
Το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε σε αυτή την περίπτωση είναι το εξής: είστε εσείς, ως άτομο, διατεθειμένοι να πληρώσετε περισσότερο για κάτι, ας πούμε για ένα καρβέλι ψωμί, αν σας πουν ότι ο άνθρωπος που παρήγαγε αυτό το καρβέλι έχει έξι παιδιά; Ο ειλικρινής άνθρωπος ασφαλώς θα απαντήσει αρνητικά και θα πει: «Κατ’ αρχήν θα ήμουν, αλλά στην πράξη, αν κοστίζει λιγότερο, θα προτιμούσα να αγοράσω το ψωμί που παρήγαγε ένας άνθρωπος χωρίς παιδιά». Γεγονός είναι ότι, αν οι αγοραστές δεν πληρώνουν στον εργοδότη αρκετά ώστε να μπορεί να πληρώνει τους εργαζομένους του, είναι αδύνατον ο εργοδότης να συνεχίσει να λειτουργεί την επιχείρησή του.
The question we must ask in this case is: Are you, as an individual, prepared to pay more for something, let us say, a loaf of bread, if you are told that the man who produced this loaf of bread has six children? The honest man will certainly answer in the negative and say, “In principle I would, but in fact if it costs less I would rather buy the bread produced by a man without any children.” The fact is that, if the buyers do not pay the employer enough to enable him to pay his workers, it becomes impossible for the employer to remain in business.
Το καπιταλιστικό σύστημα ονομάστηκε «καπιταλισμός» όχι από έναν φίλο του συστήματος, αλλά από ένα άτομο που το θεωρούσε το χειρότερο από όλα τα ιστορικά συστήματα, το μεγαλύτερο κακό που είχε πλήξει ποτέ την ανθρωπότητα. Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Karl Marx. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος να απορρίψουμε τον όρο του Marx, διότι περιγράφει με σαφήνεια την πηγή των μεγάλων κοινωνικών βελτιώσεων που επέφερε ο καπιταλισμός. Οι βελτιώσεις αυτές είναι αποτέλεσμα της συσσώρευσης κεφαλαίου· βασίζονται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι, κατά κανόνα, δεν καταναλώνουν όλα όσα έχουν παραγάγει, αλλά αποταμιεύουν — και επενδύουν — ένα μέρος τους. Υπάρχουν πολλές παρανοήσεις γύρω από αυτό το ζήτημα και, κατά τη διάρκεια αυτών των διαλέξεων, θα έχω την ευκαιρία να ασχοληθώ με τις πιο θεμελιώδεις εσφαλμένες αντιλήψεις σχετικά με τη συσσώρευση κεφαλαίου, τη χρήση του κεφαλαίου και τα οφέλη που μπορούν να αποκομίσουν όλοι από αυτή τη χρήση. Θα ασχοληθώ με τον καπιταλισμό ιδίως στις διαλέξεις μου για τις ξένες επενδύσεις και για το εξαιρετικά κρίσιμο αυτό πρόβλημα της σημερινής πολιτικής, τον πληθωρισμό. Γνωρίζετε, βεβαίως, ότι ο πληθωρισμός δεν υπάρχει μόνο σε αυτή τη χώρα. Είναι σήμερα πρόβλημα σε ολόκληρο τον κόσμο.
The capitalist system was termed “capitalism” not by a friend of the system, but by an individual who considered it to be the worst of all historical systems, the greatest evil that had ever befallen mankind. That man was Karl Marx. Nevertheless, there is no reason to reject Marx’s term, because it describes clearly the source of the great social improvements brought about by capitalism. Those improvements are the result of capital accumulation; they are based on the fact that people, as a rule, do not consume everything they have produced, that they save—and invest—a part of it. There is a great deal of misunderstanding about this problem and—in the course of these lectures—I will have the opportunity to deal with the most fundamental misapprehensions which people have concerning the accumulation of capital, the use of capital, and the universal advantages to be gained from such use. I will deal with capitalism particularly in my lectures about foreign investment and about that most critical problem of present-day politics, inflation. You know, of course, that inflation exists not only in this country. It is a problem all over the world today.
Ένα γεγονός σχετικά με τον καπιταλισμό που συχνά δεν γίνεται αντιληπτό είναι το εξής: η αποταμίευση συνεπάγεται οφέλη για όλους όσοι επιθυμούν να παράγουν ή να αμείβονται με μισθό. Όταν ένας άνθρωπος έχει συγκεντρώσει ένα ορισμένο χρηματικό ποσό — ας πούμε, χίλια δολάρια — και, αντί να το δαπανήσει, εμπιστεύεται αυτά τα δολάρια σε ένα ταμιευτήριο ή σε μια ασφαλιστική εταιρεία, τα χρήματα περιέρχονται στα χέρια ενός επιχειρηματία, ενός ανθρώπου των επιχειρήσεων, δίνοντάς του τη δυνατότητα να αναλάβει ένα εγχείρημα που δεν θα μπορούσε να είχε αναληφθεί χθες, επειδή το απαιτούμενο κεφάλαιο δεν ήταν διαθέσιμο.
An often unrealized fact about capitalism is this: savings mean benefits for all those who are anxious to produce or to earn wages. When a man has accrued a certain amount of money—let us say, one thousand dollars—and, instead of spending it, entrusts these dollars to a savings bank or an insurance company, the money goes into the hands of an entrepreneur, a businessman, enabling him to go out and embark on a project which could not have been embarked on yesterday, because the required capital was unavailable.
Τι θα κάνει τώρα ο επιχειρηματίας με το πρόσθετο κεφάλαιο; Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνει, η πρώτη χρήση αυτού του πρόσθετου κεφαλαίου, είναι να προσλάβει εργάτες και να αγοράσει πρώτες ύλες — προκαλώντας έτσι, με τη σειρά του, πρόσθετη ζήτηση για εργάτες και πρώτες ύλες, καθώς και μια τάση προς υψηλότερους μισθούς και υψηλότερες τιμές των πρώτων υλών. Πολύ προτού ο αποταμιευτής ή ο επιχειρηματίας αποκομίσει οποιοδήποτε κέρδος από όλα αυτά, ο άνεργος εργάτης, ο παραγωγός πρώτων υλών, ο αγρότης και ο μισθωτός συμμετέχουν ήδη όλοι στα οφέλη της πρόσθετης αποταμίευσης.
What will the businessman do now with the additional capital? The first thing he must do, the first use he will make of this additional capital, is to go out and hire workers and buy raw materials—in turn causing a further demand for workers and raw materials to develop, as well as a tendency toward higher wages and higher prices for raw materials. Long before the saver or the entrepreneur obtains any profit from all of this, the unemployed worker, the producer of raw materials, the farmer, and the wage-earner are all sharing in the benefits of the additional savings.
Το πότε θα αποκομίσει κάτι ο επιχειρηματίας από το εγχείρημα εξαρτάται από τη μελλοντική κατάσταση της αγοράς και από την ικανότητά του να προβλέψει σωστά αυτή τη μελλοντική κατάσταση. Οι εργάτες, όμως, όπως και οι παραγωγοί πρώτων υλών, αποκομίζουν τα οφέλη αμέσως. Πριν από τριάντα ή σαράντα χρόνια, πολλά ειπώθηκαν για τη «μισθολογική πολιτική», όπως την αποκαλούσαν, του Henry Ford. Ένα από τα μεγάλα επιτεύγματα του κυρίου Ford ήταν ότι κατέβαλλε υψηλότερους μισθούς από άλλους βιομηχάνους ή εργοστάσια. Η μισθολογική του πολιτική περιγράφηκε ως «εφεύρεση», αλλά δεν αρκεί να πούμε ότι αυτή η νέα πολιτική που «επινοήθηκε» ήταν αποτέλεσμα της γενναιοδωρίας του κυρίου Ford. Ένας νέος κλάδος επιχειρηματικής δραστηριότητας ή ένα νέο εργοστάσιο σε έναν ήδη υφιστάμενο κλάδο πρέπει να προσελκύσει εργάτες από άλλες απασχολήσεις, από άλλα μέρη της χώρας, ακόμη και από άλλες χώρες. Και ο μόνος τρόπος να το επιτύχει είναι να προσφέρει στους εργάτες υψηλότερους μισθούς για την εργασία τους. Αυτό συνέβη στις απαρχές του καπιταλισμού και εξακολουθεί να συμβαίνει σήμερα.
When the entrepreneur will get something out of the project depends on the future state of the market and on his ability to anticipate correctly the future state of the market. But the workers as well as the producers of raw materials get the benefits immediately. Much was said, thirty or forty years ago, about the “wage policy,” as they called it, of Henry Ford. One of Mr. Ford’s great accomplishments was that he paid higher wages than did other industrialists or factories. His wage policy was described as an “invention,” yet it is not enough to say that this new “invented” policy was the result of the liberality of Mr. Ford. A new branch of business, or a new factory in an already existing branch of business, has to attract workers from other employments, from other parts of the country, even from other countries. And the only way to do this is to offer the workers higher wages for their work. This is what took place in the early days of capitalism, and it is still taking place today.
Όταν οι βιομήχανοι στη Μεγάλη Βρετανία άρχισαν για πρώτη φορά να παράγουν βαμβακερά προϊόντα, πλήρωναν τους εργάτες τους περισσότερο απ’ όσο κέρδιζαν προηγουμένως. Βεβαίως, ένα μεγάλο ποσοστό αυτών των νέων εργατών δεν κέρδιζε απολύτως τίποτε προηγουμένως και ήταν διατεθειμένο να δεχθεί οτιδήποτε του προσφερόταν. Ύστερα, όμως, από σύντομο χρονικό διάστημα — καθώς συσσωρευόταν ολοένα περισσότερο κεφάλαιο και δημιουργούνταν ολοένα περισσότερες νέες επιχειρήσεις —, τα επίπεδα των μισθών αυξήθηκαν, και το αποτέλεσμα ήταν η πρωτοφανής αύξηση του βρετανικού πληθυσμού για την οποία μίλησα νωρίτερα.
When the manufacturers in Great Britain first began to produce cotton goods, they paid their workers more than they had earned before. Of course, a great percentage of these new workers had earned nothing at all before that and were prepared to take anything they were offered. But after a short time—when more and more capital was accumulated and more and more new enterprises were developed—wage rates went up, and the result was the unprecedented increase in British population which I spoke of earlier.
Η περιφρονητική παρουσίαση του καπιταλισμού από ορισμένους ως συστήματος σχεδιασμένου να κάνει τους πλουσίους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους είναι εσφαλμένη από την αρχή έως το τέλος. Η θέση του Marx σχετικά με την έλευση του σοσιαλισμού βασιζόταν στην παραδοχή ότι οι εργάτες γίνονταν φτωχότεροι, ότι οι μάζες περιέρχονταν σε ολοένα μεγαλύτερη εξαθλίωση και ότι, τελικά, όλος ο πλούτος μιας χώρας θα συγκεντρωνόταν σε λίγα χέρια ή στα χέρια ενός και μόνο ανθρώπου. Και τότε οι μάζες των εξαθλιωμένων εργατών θα εξεγείρονταν τελικά και θα απαλλοτρίωναν τα πλούτη των εύπορων ιδιοκτητών. Σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία του Karl Marx, δεν μπορεί να υπάρξει καμία ευκαιρία, καμία δυνατότητα μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα για οποιαδήποτε βελτίωση των συνθηκών ζωής των εργατών.
The scornful depiction of capitalism by some people as a system designed to make the rich become richer and the poor become poorer is wrong from beginning to end. Marx’s thesis regarding the coming of socialism was based on the assumption that workers were getting poorer, that the masses were becoming more destitute, and that finally all the wealth of a country would be concentrated in a few hands or in the hands of one man only. And then the masses of impoverished workers would finally rebel and expropriate the riches of the wealthy proprietors. According to this doctrine of Karl Marx, there can be no opportunity, no possibility within the capitalistic system for any improvement of the conditions of the workers.
Το 1864, μιλώντας ενώπιον της Διεθνούς Ένωσης Εργατών (International Workingmen’s Association) στην Αγγλία, ο Marx είπε ότι η πεποίθηση πως τα εργατικά συνδικάτα μπορούσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής του εργαζόμενου πληθυσμού ήταν «απολύτως εσφαλμένη». Την πολιτική των συνδικάτων να ζητούν υψηλότερους μισθούς και λιγότερες ώρες εργασίας την αποκάλεσε συντηρητική — και ο συντηρητισμός ήταν, βεβαίως, ο πλέον καταδικαστικός χαρακτηρισμός που μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο Karl Marx. Πρότεινε στα συνδικάτα να θέσουν έναν νέο, επαναστατικό στόχο: να «καταργήσουν ολοκληρωτικά το σύστημα της μισθωτής εργασίας», να αντικαταστήσουν το σύστημα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας με τον «σοσιαλισμό» — την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
In 1864, speaking before the International Workingmen’s Association in England, Marx said the belief that labor unions could improve conditions for the working population was “absolutely in error.” The union policy of asking for higher wage rates and shorter work hours he called conservative—conservatism being, of course, the most condemnatory term which Karl Marx could use. He suggested that the unions set themselves a new, revolutionary goal: that they “do away with the wage system altogether,” that they substitute “socialism”—government ownership of the means of production—for the system of private ownership.
Αν εξετάσουμε την ιστορία του κόσμου, και ιδίως την ιστορία της Αγγλίας από το 1865 και έπειτα, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Marx έσφαλλε από κάθε άποψη. Δεν υπάρχει δυτική καπιταλιστική χώρα στην οποία οι συνθήκες ζωής των μαζών να μην έχουν βελτιωθεί με πρωτοφανή τρόπο. Όλες αυτές οι βελτιώσεις των τελευταίων ογδόντα ή ενενήντα ετών συντελέστηκαν παρά τις προβλέψεις του Karl Marx. Διότι οι μαρξιστές σοσιαλιστές πίστευαν ότι οι συνθήκες ζωής των εργατών δεν θα μπορούσαν ποτέ να βελτιωθούν. Ακολουθούσαν μια εσφαλμένη θεωρία, τον περίφημο «σιδηρούν νόμο των μισθών» — τον νόμο σύμφωνα με τον οποίο ο μισθός ενός εργάτη υπό τον καπιταλισμό δεν θα υπερέβαινε το ποσό που χρειαζόταν για να διατηρείται στη ζωή, ώστε να υπηρετεί την επιχείρηση.
If we look upon the history of the world, and especially upon the history of England since 1865, we realize that Marx was wrong in every respect. There is no western, capitalistic country in which the conditions of the masses have not improved in an unprecedented way. All these improvements of the last eighty or ninety years were made in spite of the prognostications of Karl Marx. For the Marxian socialists believed that the conditions of the workers could never be ameliorated. They followed a false theory, the famous “iron law of wages”—the law which stated that a worker’s wages, under capitalism, would not exceed the amount he needed to sustain his life for service to the enterprise.
Οι μαρξιστές διατύπωναν τη θεωρία τους ως εξής: αν αυξηθούν τα επίπεδα των μισθών των εργατών, ανεβάζοντας τις αποδοχές τους πάνω από το επίπεδο της στοιχειώδους συντήρησης, οι εργάτες θα αποκτήσουν περισσότερα παιδιά· και αυτά τα παιδιά, όταν εισέλθουν στο εργατικό δυναμικό, θα αυξήσουν τον αριθμό των εργατών σε τέτοιο βαθμό ώστε οι μισθοί να μειωθούν, επαναφέροντας τους εργάτες στο επίπεδο της στοιχειώδους συντήρησης — σε εκείνο το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης που μόλις επαρκεί για να μην αφανιστεί ο εργαζόμενος πληθυσμός. Αυτή, όμως, η ιδέα του Marx και πολλών άλλων σοσιαλιστών συνιστά μια αντίληψη για τον εργαζόμενο άνθρωπο απολύτως όμοια με εκείνη που χρησιμοποιούν οι βιολόγοι — και δικαίως — όταν μελετούν τη ζωή των ζώων. Των ποντικών, για παράδειγμα.
The Marxians formulated their theory in this way: if the workers’ wage rates go up, raising wages above the subsistence level, they will have more children; and these children, when they enter the labor force, will increase the number of workers to the point where the wage rates will drop, bringing the workers once more down to the subsistence level—to that minimal sustenance level which will just barely prevent the working population from dying out. But this idea of Marx, and of many other socialists, is a concept of the working man precisely like that which biologists use—and rightly so—in studying the life of animals. Of mice, for instance.
Αν αυξήσετε την ποσότητα τροφής που είναι διαθέσιμη για ζωικούς οργανισμούς ή για μικρόβια, τότε θα επιβιώσουν περισσότερα από αυτά. Και αν περιορίσετε την τροφή τους, θα περιορίσετε τον αριθμό τους. Ο άνθρωπος, όμως, είναι διαφορετικός. Ακόμη και ο εργάτης — παρά το γεγονός ότι οι μαρξιστές δεν το αναγνωρίζουν — έχει ανθρώπινες επιθυμίες πέρα από την τροφή και την αναπαραγωγή του είδους του. Η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν επιφέρει μόνο αύξηση του πληθυσμού· επιφέρει επίσης, και προπάντων, βελτίωση του μέσου βιοτικού επιπέδου. Γι’ αυτό σήμερα έχουμε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στη Δυτική Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες από ό,τι στις αναπτυσσόμενες χώρες, ας πούμε, της Αφρικής.
If you increase the quantity of food available for animal organisms or for microbes, then more of them will survive. And if you restrict their food, then you will restrict their numbers. But man is different. Even the worker—in spite of the fact that Marxists do not acknowledge it—has human wants other than food and reproduction of his species. An increase in real wages results not only in an increase in population, it results also, and first of all, in an improvement in the average standard of living. That is why today we have a higher standard of living in Western Europe and in the United States than in the developing nations of, say, Africa.
Πρέπει, ωστόσο, να αντιληφθούμε ότι αυτό το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο εξαρτάται από το διαθέσιμο κεφάλαιο. Αυτό εξηγεί τη διαφορά ανάμεσα στις συνθήκες στις Ηνωμένες Πολιτείες και στις συνθήκες στην Ινδία· στην Ινδία έχουν εισαχθεί σύγχρονες μέθοδοι καταπολέμησης των μεταδοτικών ασθενειών — τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό — και το αποτέλεσμα υπήρξε μια πρωτοφανής αύξηση του πληθυσμού· επειδή, όμως, αυτή η αύξηση του πληθυσμού δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση του ύψους του επενδεδυμένου κεφαλαίου, το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της φτώχειας. Μια χώρα ευημερεί περισσότερο ανάλογα με την αύξηση του επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά κάτοικο.
We must realize, however, that this higher standard of living depends on the supply of capital. This explains the difference between conditions in the United States and conditions in India; modern methods of fighting contagious diseases have been introduced in India—at least, to some extent—and the effect has been an unprecedented increase in population but, since this increase in population has not been accompanied by a corresponding increase in the amount of capital invested, the result has been an increase in poverty. A country becomes more prosperous in proportion to the rise in the invested capital per unit of its population.
Ελπίζω ότι στις άλλες διαλέξεις μου θα έχω την ευκαιρία να εξετάσω αυτά τα προβλήματα λεπτομερέστερα και θα μπορέσω να τα αποσαφηνίσω, διότι ορισμένοι όροι — όπως το «κατά κεφαλήν επενδεδυμένο κεφάλαιο» — απαιτούν αρκετά λεπτομερή εξήγηση.
I hope that in my other lectures I will have the opportunity to deal in greater detail with these problems and will be able to clarify them, because some terms—such as “the capital invested per capita”—require a rather detailed explanation.
Πρέπει, όμως, να θυμάστε ότι στην οικονομική πολιτική δεν υπάρχουν θαύματα. Έχετε διαβάσει σε πολλές εφημερίδες και ομιλίες για το λεγόμενο γερμανικό οικονομικό θαύμα — την ανάκαμψη της Γερμανίας μετά την ήττα και την καταστροφή της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό, όμως, δεν ήταν θαύμα. Ήταν η εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, των μεθόδων του καπιταλισμού, έστω και αν δεν εφαρμόστηκαν πλήρως από κάθε άποψη. Κάθε χώρα μπορεί να γνωρίσει το ίδιο «θαύμα» οικονομικής ανάκαμψης, αν και οφείλω να επιμείνω ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν προέρχεται από κάποιο θαύμα· προέρχεται από την υιοθέτηση ορθών οικονομικών πολιτικών — και αποτελεί το αποτέλεσμά τους.
But you have to remember that, in economic policies, there are no miracles. You have read in many newspapers and speeches, about the so-called German economic miracle—the recovery of Germany after its defeat and destruction in the Second World War. But this was no miracle. It was the application of the principles of the free market economy, of the methods of capitalism, even though they were not applied completely in all respects. Every country can experience the same “miracle” of economic recovery, although I must insist that economic recovery does not come from a miracle; it comes from the adoption of—and is the result of—sound economic policies.
Βρίσκομαι εδώ, στο Buenos Aires, ως προσκεκλημένος του Centro de Difusión Economía Libre.1 Τι είναι η economía libre; Τι σημαίνει αυτό το σύστημα οικονομικής ελευθερίας; Η απάντηση είναι απλή: είναι η οικονομία της αγοράς, είναι το σύστημα στο οποίο η συνεργασία των ατόμων στο πλαίσιο του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας επιτυγχάνεται μέσω της αγοράς. Αυτή η αγορά δεν είναι ένας τόπος· είναι μια διαδικασία, είναι ο τρόπος με τον οποίο τα άτομα, πουλώντας και αγοράζοντας, παράγοντας και καταναλώνοντας, συμβάλλουν στη συνολική λειτουργία της κοινωνίας.
I am here in Buenos Aires as a guest of the Centro de Difusión Economía Libre. What is economía libre? What does this system of economic freedom mean? The answer is simple: it is the market economy, it is the system in which the cooperation of individuals in the social division of labor is achieved by the market. This market is not a place; it is a process, it is the way in which, by selling and buying, by producing and consuming, the individuals contribute to the total workings of society.
Όταν εξετάζουμε αυτό το σύστημα οικονομικής οργάνωσης — την οικονομία της αγοράς —, χρησιμοποιούμε τον όρο «οικονομική ελευθερία». Πολύ συχνά, οι άνθρωποι παρανοούν τη σημασία του, πιστεύοντας ότι η οικονομική ελευθερία είναι κάτι εντελώς ξεχωριστό από τις άλλες ελευθερίες και ότι αυτές οι άλλες ελευθερίες — τις οποίες θεωρούν σημαντικότερες — μπορούν να διατηρηθούν ακόμη και χωρίς οικονομική ελευθερία. Η οικονομική ελευθερία σημαίνει το εξής: ότι το άτομο είναι σε θέση να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θέλει να ενταχθεί στο κοινωνικό σύνολο. Το άτομο μπορεί να επιλέξει τη σταδιοδρομία του· είναι ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει να κάνει.
In dealing with this system of economic organization—the market economy—we employ the term “economic freedom.” Very often, people misunderstand what it means, believing that economic freedom is something quite apart from other freedoms, and that these other freedoms—which they hold to be more important—can be preserved even in the absence of economic freedom. The meaning of economic freedom is this: that the individual is in a position to choose the way in which he wants to integrate himself into the totality of society. The individual is able to choose his career, he is free to do what he wants to do.
Αυτό, βεβαίως, δεν εννοείται με κάποια από τις σημασίες που αποδίδουν σήμερα τόσοι άνθρωποι στη λέξη ελευθερία· εννοείται μάλλον με την έννοια ότι, μέσω της οικονομικής ελευθερίας, ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τις φυσικές συνθήκες. Στη φύση δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να ονομαστεί ελευθερία· υπάρχει μόνο η κανονικότητα των νόμων της φύσης, στους οποίους ο άνθρωπος πρέπει να υπακούει αν θέλει να επιτύχει κάτι.
This is of course not meant in any sense which so many people attach to the word freedom today; it is meant rather in the sense that, through economic freedom, man is freed from natural conditions. In nature, there is nothing that can be termed freedom, there is only the regularity of the laws of nature, which man must obey if he wants to attain something.
Όταν χρησιμοποιούμε τον όρο ελευθερία αναφερόμενοι στους ανθρώπους, εννοούμε μόνο την ελευθερία μέσα στην κοινωνία. Ωστόσο, σήμερα πολλοί θεωρούν τις κοινωνικές ελευθερίες ανεξάρτητες τη μία από την άλλη. Όσοι αυτοαποκαλούνται σήμερα «φιλελεύθεροι» ζητούν πολιτικές ακριβώς αντίθετες από εκείνες που υποστήριζαν οι φιλελεύθεροι του δέκατου ένατου αιώνα στα φιλελεύθερα προγράμματά τους. Οι λεγόμενοι φιλελεύθεροι της εποχής μας ασπάζονται την πολύ δημοφιλή ιδέα ότι η ελευθερία του λόγου, της σκέψης, του Τύπου, η θρησκευτική ελευθερία, η ελευθερία από τη φυλάκιση χωρίς δίκη — ότι όλες αυτές οι ελευθερίες μπορούν να διατηρηθούν χωρίς αυτό που ονομάζεται οικονομική ελευθερία. Δεν αντιλαμβάνονται ότι, σε ένα σύστημα όπου δεν υπάρχει αγορά, όπου το κράτος διευθύνει τα πάντα, όλες αυτές οι άλλες ελευθερίες είναι απατηλές, ακόμη και αν κατοχυρώνονται με νόμους και εγγράφονται σε συντάγματα.
In using the term freedom as applied to human beings, we think only of freedom within society. Yet, today, social freedoms are considered by many people to be independent of one another. Those who call themselves “liberals” today are asking for policies which are precisely the opposite of those policies which the liberals of the nineteenth century advocated in their liberal programs. The so-called liberals of today have the very popular idea that freedom of speech, of thought, of the press, freedom of religion, freedom from imprisonment without trial—that all these freedoms can be preserved in the absence of what is called economic freedom. They do not realize that, in a system where there is no market, where the government directs everything, all those other freedoms are illusory, even if they are made into laws and written up in constitutions.
Ας πάρουμε μία ελευθερία, την ελευθερία του Τύπου. Αν το κράτος κατέχει όλα τα τυπογραφικά πιεστήρια, θα καθορίζει τι θα τυπώνεται και τι δεν θα τυπώνεται. Και αν το κράτος κατέχει όλα τα τυπογραφικά πιεστήρια και καθορίζει τι θα τυπώνεται και τι όχι, τότε η δυνατότητα να τυπωθούν οποιαδήποτε επιχειρήματα αντίθετα προς τις ιδέες της κυβέρνησης καθίσταται πρακτικά ανύπαρκτη. Η ελευθερία του Τύπου εξαφανίζεται. Και το ίδιο συμβαίνει με όλες τις άλλες ελευθερίες.
Let us take one freedom, the freedom of the press. If the government owns all the printing presses, it will determine what is to be printed and what is not to be printed. And if the government owns all the printing presses and determines what shall or shall not be printed, then the possibility of printing any kind of opposing arguments against the ideas of the government becomes practically nonexistent. Freedom of the press disappears. And it is the same with all the other freedoms.
Σε μια οικονομία της αγοράς, το άτομο έχει την ελευθερία να επιλέξει όποια σταδιοδρομία επιθυμεί να ακολουθήσει, να επιλέξει τον δικό του τρόπο ένταξης στην κοινωνία. Σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα, όμως, δεν συμβαίνει αυτό: η σταδιοδρομία του αποφασίζεται με κυβερνητικό διάταγμα. Η κυβέρνηση μπορεί να διατάξει ανθρώπους που αντιπαθεί, τους οποίους δεν θέλει να ζουν σε ορισμένες περιοχές, να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές και σε άλλους τόπους. Και η κυβέρνηση είναι πάντοτε σε θέση να δικαιολογήσει και να εξηγήσει μια τέτοια διαδικασία, δηλώνοντας ότι το κυβερνητικό σχέδιο απαιτεί την παρουσία αυτού του επιφανούς πολίτη πέντε χιλιάδες μίλια μακριά από τον τόπο όπου θα μπορούσε να είναι ενοχλητικός για τους κατέχοντες την εξουσία.
In a market economy, the individual has the freedom to choose whatever career he wishes to pursue, to choose his own way of integrating himself into society. But in a socialist system, that is not so: his career is decided by decree of the government. The government can order people whom it dislikes, whom it does not want to live in certain regions, to move into other regions and to other places. And the government is always in a position to justify and to explain such procedure by declaring that the governmental plan requires the presence of this eminent citizen five thousand miles away from the place in which he could be disagreeable to those in power.
Είναι αλήθεια ότι η ελευθερία που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος σε μια οικονομία της αγοράς δεν είναι τέλεια ελευθερία από μεταφυσική άποψη. Τέλεια ελευθερία, όμως, δεν υπάρχει. Η ελευθερία έχει νόημα μόνο μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας. Οι συγγραφείς του δέκατου όγδοου αιώνα που πραγματεύθηκαν το «φυσικό δίκαιο» — προπάντων ο Jean Jacques Rousseau — πίστευαν ότι κάποτε, στο μακρινό παρελθόν, οι άνθρωποι απολάμβαναν κάτι που ονομαζόταν «φυσική» ελευθερία. Σε εκείνη τη μακρινή εποχή, όμως, τα άτομα δεν ήταν ελεύθερα· βρίσκονταν στο έλεος οποιουδήποτε ήταν ισχυρότερός τους. Τα περίφημα λόγια του Rousseau, «Ο άνθρωπος γεννιέται ελεύθερος και παντού βρίσκεται αλυσοδεμένος», μπορεί να ακούγονται ωραία, αλλά ο άνθρωπος στην πραγματικότητα δεν γεννιέται ελεύθερος. Ο άνθρωπος γεννιέται ως ένα πολύ αδύναμο βρέφος που θηλάζει. Χωρίς την προστασία των γονέων του, χωρίς την προστασία που παρέχει η κοινωνία στους γονείς του, δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί στη ζωή.
It is true that the freedom a man may have in a market economy is not a perfect freedom from the metaphysical point of view. But there is no such thing as perfect freedom. Freedom means something only within the framework of society. The eighteenth-century authors of “natural law”—above all, Jean Jacques Rousseau—believed that once, in the remote past, men enjoyed something called “natural” freedom. But in that remote age, individuals were not free, they were at the mercy of everyone who was stronger than they were. The famous words of Rousseau: “Man is born free and everywhere he is in chains” may sound good, but man is in fact not born free. Man is born a very weak suckling. Without the protection of his parents, without the protection given to his parents by society, he would not be able to preserve his life.
Ελευθερία μέσα στην κοινωνία σημαίνει ότι ένας άνθρωπος εξαρτάται από τους άλλους όσο και οι άλλοι εξαρτώνται από αυτόν. Η κοινωνία υπό την οικονομία της αγοράς, υπό τις συνθήκες της «economía libre», σημαίνει μια κατάσταση στην οποία ο καθένας υπηρετεί τους συμπολίτες του και υπηρετείται από αυτούς σε αντάλλαγμα. Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι στην οικονομία της αγοράς υπάρχουν αφεντικά ανεξάρτητα από την καλή θέληση και την υποστήριξη των άλλων. Πιστεύουν ότι οι μεγιστάνες της βιομηχανίας, οι άνθρωποι των επιχειρήσεων, οι επιχειρηματίες είναι τα πραγματικά αφεντικά του οικονομικού συστήματος. Αυτό, όμως, είναι πλάνη. Τα πραγματικά αφεντικά του οικονομικού συστήματος είναι οι καταναλωτές. Και αν οι καταναλωτές πάψουν να προτιμούν έναν κλάδο επιχειρηματικής δραστηριότητας, οι επιχειρηματίες αυτού του κλάδου αναγκάζονται είτε να εγκαταλείψουν την εξέχουσα θέση τους στο οικονομικό σύστημα είτε να προσαρμόσουν τις ενέργειές τους στις επιθυμίες και στις εντολές των καταναλωτών.
Freedom in society means that a man depends as much upon other people as other people depend upon him. Society under the market economy, under the conditions of “economía libre,” means a state of affairs in which everybody serves his fellow citizens and is served by them in return. People believe that there are in the market economy bosses who are independent of the good will and support of other people. They believe that the captains of industry, the businessmen, the entrepreneurs are the real bosses in the economic system. But this is an illusion. The real bosses in the economic system are the consumers. And if the consumers stop patronizing a branch of business, these businessmen are either forced to abandon their eminent position in the economic system or to adjust their actions to the wishes and to the orders of the consumers.
Μία από τις πιο γνωστές προπαγανδίστριες του κομμουνισμού ήταν η Lady Passfield, με το πατρικό της όνομα Beatrice Potter, γνωστή επίσης μέσω του συζύγου της, Sidney Webb. Η κυρία αυτή ήταν κόρη ενός πλούσιου επιχειρηματία και, όταν ήταν νεαρή ενήλικη, εργαζόταν ως γραμματέας του πατέρα της. Στα απομνημονεύματά της γράφει: «Στην επιχείρηση του πατέρα μου όλοι έπρεπε να υπακούν στις εντολές που έδινε ο πατέρας μου, το αφεντικό. Μόνον αυτός έδινε εντολές, αλλά σε εκείνον δεν έδινε κανείς εντολές». Πρόκειται για μια πολύ κοντόφθαλμη αντίληψη. Στον πατέρα της έδιναν εντολές οι καταναλωτές, οι αγοραστές. Δυστυχώς, εκείνη δεν μπορούσε να δει αυτές τις εντολές· δεν μπορούσε να δει τι συμβαίνει σε μια οικονομία της αγοράς, επειδή ενδιαφερόταν μόνο για τις εντολές που δίνονταν μέσα στο γραφείο ή στο εργοστάσιο του πατέρα της.
One of the best-known propagators of communism was Lady Passfield, under her maiden name Beatrice Potter, and well-known also through her husband Sidney Webb. This lady was the daughter of a wealthy businessman and, when she was a young adult, she served as her father’s secretary. In her memoirs she writes: “In the business of my father everybody had to obey the orders issued by my father, the boss. He alone had to give orders, but to him nobody gave any orders.” This is a very short-sighted view. Orders were given to her father by the consumers, by the buyers. Unfortunately, she could not see these orders; she could not see what goes on in a market economy, because she was interested only in the orders given within her father’s office or his factory.
Σε όλα τα οικονομικά προβλήματα πρέπει να έχουμε κατά νου τα λόγια του μεγάλου Γάλλου οικονομολόγου Frédéric Bastiat, ο οποίος έδωσε σε ένα από τα λαμπρά δοκίμιά του τον τίτλο: «Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas» («Αυτό που βλέπουμε και αυτό που δεν βλέπουμε»). Για να κατανοήσουμε τη λειτουργία ενός οικονομικού συστήματος, δεν πρέπει να ασχολούμαστε μόνο με όσα είναι ορατά, αλλά πρέπει επίσης να στρέφουμε την προσοχή μας σε όσα δεν μπορούν να γίνουν άμεσα αντιληπτά. Για παράδειγμα, μια εντολή που δίνει ένα αφεντικό σε έναν νεαρό βοηθό γραφείου μπορεί να την ακούσει οποιοσδήποτε βρίσκεται στο δωμάτιο. Εκείνο που δεν μπορεί να ακουστεί είναι οι εντολές που δίνουν στο αφεντικό οι πελάτες του.
In all economic problems, we must bear in mind the words of the great French economist Frédéric Bastiat, who titled one of his brilliant essays: “Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas” (“That which is seen and that which is not seen”). In order to comprehend the operation of an economic system, we must deal not only with the things that can be seen, but we also have to give our attention to the things which cannot be perceived directly. For instance, an order issued by a boss to an office boy can be heard by everybody who is present in the room. What cannot be heard are the orders given to the boss by his customers.
Γεγονός είναι ότι, υπό το καπιταλιστικό σύστημα, τα τελικά αφεντικά είναι οι καταναλωτές. Κυρίαρχο δεν είναι το κράτος· κυρίαρχος είναι ο λαός. Και η απόδειξη ότι ο λαός είναι κυρίαρχος επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να φέρονται ανόητα. Αυτό είναι το προνόμιο του κυρίαρχου. Έχει το δικαίωμα να κάνει λάθη· κανείς δεν μπορεί να τον εμποδίσει να τα κάνει, αλλά βεβαίως πρέπει να πληρώνει για τα λάθη του. Όταν λέμε ότι ο καταναλωτής έχει την υπέρτατη εξουσία ή ότι ο καταναλωτής είναι κυρίαρχος, δεν λέμε ότι είναι αλάνθαστος, ότι είναι ένας άνθρωπος που γνωρίζει πάντοτε τι θα ήταν καλύτερο για τον ίδιο. Οι καταναλωτές πολύ συχνά αγοράζουν ή καταναλώνουν πράγματα που δεν θα έπρεπε να αγοράζουν ή να καταναλώνουν.
The fact is that, under the capitalistic system, the ultimate bosses are the consumers. The sovereign is not the state, it is the people. And the proof that they are the sovereign is borne out by the fact that they have the right to be foolish. This is the privilege of the sovereign. He has the right to make mistakes, no one can prevent him from making them, but of course he has to pay for his mistakes. If we say the consumer is supreme or that the consumer is sovereign, we do not say that the consumer is free from faults, that the consumer is a man who always knows what would be best for him. The consumers very often buy things or consume things they ought not to buy or ought not to consume.
Είναι, όμως, εσφαλμένη η αντίληψη ότι μια καπιταλιστική μορφή διακυβέρνησης μπορεί να εμποδίζει τους ανθρώπους να βλάπτουν τον εαυτό τους ελέγχοντας την κατανάλωσή τους. Η ιδέα του κράτους ως πατρικής εξουσίας, ως κηδεμόνα όλων, είναι η ιδέα όσων υποστηρίζουν τον σοσιαλισμό. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πριν από μερικά χρόνια, η κυβέρνηση επιχείρησε αυτό που ονομάστηκε «ευγενές πείραμα». Αυτό το ευγενές πείραμα ήταν ένας νόμος που καθιστούσε παράνομη την αγορά ή την πώληση οινοπνευματωδών ποτών. Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι πολλοί άνθρωποι πίνουν υπερβολικό μπράντι και ουίσκι και ότι μπορεί έτσι να βλάπτουν τον εαυτό τους. Ορισμένες αρχές στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιτίθενται ακόμη και στο κάπνισμα. Ασφαλώς υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που καπνίζουν υπερβολικά και που καπνίζουν παρότι θα ήταν καλύτερο για αυτούς να μην καπνίζουν. Αυτό εγείρει ένα ερώτημα που υπερβαίνει κατά πολύ την οικονομική συζήτηση: δείχνει τι πραγματικά σημαίνει ελευθερία.
But the notion that a capitalist form of government can prevent people from hurting themselves by controlling their consumption is false. The idea of government as a paternal authority, as a guardian for everybody, is the idea of those who favor socialism. In the United States some years ago, the government tried what was called “a noble experiment.” This noble experiment was a law making it illegal to buy or sell intoxicating beverages. It is certainly true that many people drink too much brandy and whiskey, and that they may hurt themselves by doing so. Some authorities in the United States are even opposed to smoking. Certainly there are many people who smoke too much and who smoke in spite of the fact that it would be better for them not to smoke. This raises a question which goes far beyond economic discussion: it shows what freedom really means.
Ας δεχθούμε ότι είναι καλό να εμποδίζουμε τους ανθρώπους να βλάπτουν τον εαυτό τους πίνοντας ή καπνίζοντας υπερβολικά. Μόλις, όμως, το παραδεχθείτε αυτό, άλλοι θα πουν: είναι το σώμα το παν; Δεν είναι πολύ σημαντικότερος ο νους του ανθρώπου; Δεν είναι ο νους του ανθρώπου το πραγματικό ανθρώπινο χάρισμα, η πραγματική ανθρώπινη ιδιότητα; Αν δώσετε στην κυβέρνηση το δικαίωμα να καθορίζει τι καταναλώνει το ανθρώπινο σώμα, να καθορίζει αν πρέπει κανείς να καπνίζει ή να μην καπνίζει, να πίνει ή να μην πίνει, δεν μπορείτε να δώσετε καμία πειστική απάντηση σε όσους λένε: «Σημαντικότερα από το σώμα είναι ο νους και η ψυχή, και ο άνθρωπος βλάπτει πολύ περισσότερο τον εαυτό του διαβάζοντας κακά βιβλία, ακούγοντας κακή μουσική και βλέποντας κακές ταινίες. Επομένως, είναι καθήκον της κυβέρνησης να εμποδίζει τους ανθρώπους να διαπράττουν αυτά τα σφάλματα».
Granted, that it is good to keep people from hurting themselves by drinking or smoking too much. But once you have admitted this, other people will say: Is the body everything? Is not the mind of man much more important? Is not the mind of man the real human endowment, the real human quality? If you give the government the right to determine the consumption of the human body, to determine whether one should smoke or not smoke, drink or not drink, there is no good reply you can give to people who say: “More important than the body is the mind and the soul, and man hurts himself much more by reading bad books, by listening to bad music and looking at bad movies. Therefore it is the duty of the government to prevent people from committing these faults.”
Και, όπως γνωρίζετε, επί πολλές εκατοντάδες χρόνια οι κυβερνήσεις και οι αρχές πίστευαν ότι αυτό ήταν πράγματι καθήκον τους. Ούτε συνέβαινε αυτό μόνο σε πολύ μακρινές εποχές· πριν από λίγο καιρό υπήρχε στη Γερμανία μια κυβέρνηση που θεωρούσε κυβερνητικό καθήκον τη διάκριση ανάμεσα στους καλούς και στους κακούς πίνακες ζωγραφικής — πράγμα που, βεβαίως, σήμαινε καλούς και κακούς από τη σκοπιά ενός ανθρώπου που, στα νιάτα του, είχε αποτύχει στις εισαγωγικές εξετάσεις της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στη Βιέννη· καλούς και κακούς από τη σκοπιά ενός ζωγράφου εικονογραφημένων καρτ ποστάλ, του Adolf Hitler. Και κατέστη παράνομο να εκφράζουν οι άνθρωποι απόψεις για την τέχνη και τη ζωγραφική διαφορετικές από τις δικές του, από εκείνες του υπέρτατου Führer.
And, as you know, for many hundreds of years governments and authorities believed that this really was their duty. Nor did this happen in far distant ages only; not long ago, there was a government in Germany that considered it a governmental duty to distinguish between good and bad paintings—which of course meant good and bad from the point of view of a man who, in his youth, had failed the entrance examination at the Academy of Art in Vienna; good and bad from the point of view of a picture-postcard painter, Adolf Hitler. And it became illegal for people to utter other views about art and paintings than his, the Supreme Führer’s.
Από τη στιγμή που αρχίζετε να παραδέχεστε ότι είναι καθήκον της κυβέρνησης να ελέγχει την κατανάλωση αλκοόλ εκ μέρους σας, τι μπορείτε να απαντήσετε σε όσους λένε ότι ο έλεγχος των βιβλίων και των ιδεών είναι πολύ σημαντικότερος;
Once you begin to admit that it is the duty of the government to control your consumption of alcohol, what can you reply to those who say the control of books and ideas is much more important?
Ελευθερία σημαίνει πραγματικά την ελευθερία να κάνει κανείς λάθη. Αυτό πρέπει να το αντιληφθούμε. Μπορεί να επικρίνουμε δριμύτατα τον τρόπο με τον οποίο οι συμπολίτες μας ξοδεύουν τα χρήματά τους και ζουν τη ζωή τους. Μπορεί να πιστεύουμε ότι όσα κάνουν είναι απολύτως ανόητα και κακά· σε μια ελεύθερη κοινωνία, όμως, υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους για το πώς θα έπρεπε οι συμπολίτες τους να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους. Μπορούν να γράφουν βιβλία· μπορούν να γράφουν άρθρα· μπορούν να εκφωνούν ομιλίες· μπορούν ακόμη και να κηρύττουν στις γωνίες των δρόμων, αν το επιθυμούν — και το κάνουν σε πολλές χώρες. Δεν πρέπει, όμως, να προσπαθούν να αστυνομεύουν τους άλλους για να τους εμποδίζουν να κάνουν ορισμένα πράγματα, απλώς και μόνο επειδή οι ίδιοι δεν θέλουν να έχουν οι άλλοι την ελευθερία να τα κάνουν.
Freedom really means the freedom to make mistakes. This we have to realize. We may be highly critical with regard to the way in which our fellow citizens are spending their money and living their lives. We may believe that what they are doing is absolutely foolish and bad, but in a free society, there are many ways for people to air their opinions on how their fellow citizens should change their ways of life. They can write books; they can write articles; they can make speeches; they can even preach at street comers if they want—and they do this in many countries. But they must not try to police other people in order to prevent them from doing certain things simply because they themselves do not want these other people to have the freedom to do it.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στη δουλεία και στην ελευθερία. Ο δούλος πρέπει να κάνει ό,τι τον διατάζει ο ανώτερός του· ο ελεύθερος πολίτης, όμως — και αυτό σημαίνει ελευθερία —, είναι σε θέση να επιλέγει τον δικό του τρόπο ζωής. Ασφαλώς, ορισμένοι άνθρωποι μπορούν να καταχρώνται αυτό το καπιταλιστικό σύστημα, και πράγματι το καταχρώνται. Είναι ασφαλώς δυνατόν να γίνονται πράγματα που δεν θα έπρεπε να γίνονται. Αν, όμως, αυτά τα πράγματα εγκρίνονται από την πλειονότητα των ανθρώπων, εκείνος που τα αποδοκιμάζει έχει πάντοτε τη δυνατότητα να προσπαθήσει να αλλάξει τη γνώμη των συμπολιτών του. Μπορεί να προσπαθήσει να τους μεταπείσει, να τους πείσει, αλλά δεν επιτρέπεται να προσπαθήσει να τους εξαναγκάσει χρησιμοποιώντας την εξουσία, την αστυνομική εξουσία του κράτους.
This is the difference between slavery and freedom. The slave must do what his superior orders him to do, but the free citizen—and this is what freedom means—is in a position to choose his own way of life. Certainly this capitalistic system can be abused, and is abused, by some people. It is certainly possible to do things which ought not to be done. But if these things are approved by a majority of the people, a disapproving person always has a way to attempt to change the minds of his fellow citizens. He can try to persuade them, to convince them, but he may not try to force them by the use of power, of governmental police power.
Στην οικονομία της αγοράς, ο καθένας υπηρετεί τους συμπολίτες του υπηρετώντας τον εαυτό του. Αυτό είχαν κατά νου οι φιλελεύθεροι συγγραφείς του δέκατου όγδοου αιώνα όταν μιλούσαν για την αρμονία των ορθώς εννοούμενων συμφερόντων όλων των ομάδων και όλων των ατόμων του πληθυσμού. Και σε αυτή τη διδασκαλία της αρμονίας των συμφερόντων αντιτάχθηκαν οι σοσιαλιστές. Μιλούσαν για μια «ασυμφιλίωτη σύγκρουση συμφερόντων» ανάμεσα σε διάφορες ομάδες.
In the market economy, everyone serves his fellow citizens by serving himself. This is what the liberal authors of the eighteenth century had in mind when they spoke of the harmony of the rightly understood interests of all groups and of all individuals of the population. And it was this doctrine of the harmony of interests which the socialists opposed. They spoke of an “irreconcilable conflict of interests” between various groups.
Τι σημαίνει αυτό; Όταν ο Karl Marx — στο πρώτο κεφάλαιο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, εκείνου του μικρού φυλλαδίου που εγκαινίασε το σοσιαλιστικό του κίνημα — ισχυρίστηκε ότι υπήρχε μια ασυμφιλίωτη σύγκρουση ανάμεσα στις τάξεις, δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τη θέση του με κανένα άλλο παράδειγμα πέρα από όσα αντλούσε από τις συνθήκες της προκαπιταλιστικής κοινωνίας. Στις προκαπιταλιστικές εποχές, η κοινωνία ήταν διαιρεμένη σε ομάδες με κληρονομικά καθορισμένη κοινωνική θέση, οι οποίες στην Ινδία ονομάζονται «κάστες». Σε μια κοινωνία νομοκατεστημένων τάξεων, ένας άνθρωπος δεν γεννιόταν, για παράδειγμα, Γάλλος· γεννιόταν μέλος της γαλλικής αριστοκρατίας ή της γαλλικής αστικής τάξης ή της γαλλικής αγροτιάς. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα ήταν απλώς δουλοπάροικος. Και η δουλοπαροικία στη Γαλλία δεν εξαφανίστηκε πλήρως παρά μετά την Αμερικανική Επανάσταση. Σε άλλα μέρη της Ευρώπης εξαφανίστηκε ακόμη αργότερα.
What does this mean? When Karl Marx—in the first chapter of the Communist Manifesto, that small pamphlet which inaugurated his socialist movement—claimed that there was an irreconcilable conflict between classes, he could not illustrate his thesis by any examples other than those drawn from the conditions of precapitalistic society. In precapitalistic ages, society was divided into hereditary status groups, which in India are called “castes.” In a status society a man was not, for example, born a Frenchman; he was born as a member of the French aristocracy or of the French bourgeoisie or of the French peasantry. In the greater part of the Middle Ages, he was simply a serf. And serfdom, in France, did not disappear completely until after the American Revolution. In other parts of Europe it disappeared even later.
Η χειρότερη, όμως, μορφή με την οποία υπήρξε η δουλοπαροικία — και εξακολούθησε να υπάρχει ακόμη και μετά την κατάργηση της δουλείας — απαντούσε στις υπερπόντιες βρετανικές αποικίες. Το άτομο κληρονομούσε την κοινωνική του θέση από τους γονείς του και τη διατηρούσε σε όλη τη διάρκεια της ζωής του. Τη μεταβίβαζε στα παιδιά του. Κάθε ομάδα είχε προνόμια και μειονεκτήματα. Οι ανώτατες ομάδες είχαν μόνο προνόμια, οι κατώτατες μόνο μειονεκτήματα. Και δεν υπήρχε τρόπος να απαλλαγεί ένας άνθρωπος από τα νομικά μειονεκτήματα που του επέβαλλε η κοινωνική του θέση, παρά μόνο διεξάγοντας πολιτικό αγώνα εναντίον των άλλων τάξεων. Υπό τέτοιες συνθήκες, θα μπορούσε κανείς να πει ότι υπήρχε μια «ασυμφιλίωτη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στους ιδιοκτήτες δούλων και στους δούλους», διότι αυτό που ήθελαν οι δούλοι ήταν να απαλλαγούν από τη δουλεία τους, από την ιδιότητά τους ως δούλων. Αυτό, όμως, σήμαινε απώλεια για τους ιδιοκτήτες. Επομένως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αναγκαστικά υπήρχε αυτή η ασυμφιλίωτη σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στα μέλη των διαφόρων τάξεων.
But the worst form in which serfdom existed—and continued to exist even after the abolition of slavery—was in the British colonies abroad. The individual inherited his status from his parents, and he retained it throughout his life. He transferred it to his children. Every group had privileges and disadvantages. The highest groups had only privileges, the lowest groups only disadvantages. And there was no way a man could rid himself of the legal disadvantages placed upon him by his status other than by fighting a political struggle against the other classes. Under such conditions, you could say that there was an “irreconcilable conflict of interests between the slave owners and the slaves,” because what the slaves wanted was to be rid of their slavery, of their quality of being slaves. This meant a loss, however, for the owners. Therefore, there is no question that there had to be this irreconcilable conflict of interests between the members of the various classes.
Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι σε εκείνες τις εποχές — κατά τις οποίες οι κοινωνίες νομοκατεστημένων τάξεων επικρατούσαν στην Ευρώπη, καθώς και στις αποικίες που ίδρυσαν αργότερα οι Ευρωπαίοι στην Αμερική — οι άνθρωποι δεν θεωρούσαν ότι συνδέονταν με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο με τις άλλες τάξεις του δικού τους έθνους· αισθάνονταν πολύ μεγαλύτερη ενότητα με τα μέλη της δικής τους τάξης σε άλλες χώρες. Ένας Γάλλος αριστοκράτης δεν θεωρούσε συμπολίτες του τους Γάλλους των κατώτερων τάξεων· ήταν ο «όχλος», τον οποίο αντιπαθούσε. Θεωρούσε ίσους του μόνο τους αριστοκράτες άλλων χωρών — της Ιταλίας, της Αγγλίας και της Γερμανίας, για παράδειγμα.
One must not forget that in those ages—in which the status societies were predominant in Europe, as well as in the colonies which the Europeans later founded in America—people did not consider themselves to be connected in any special way with the other classes of their own nation; they felt much more at one with the members of their own class in other countries. A French aristocrat did not look upon lower class Frenchmen as his fellow citizens; they were the “rabble,” which he did not like. He regarded only the aristocrats of other countries—those of Italy, England, and Germany, for instance, as his equals.
Το πιο ορατό αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν το γεγονός ότι οι αριστοκράτες σε ολόκληρη την Ευρώπη χρησιμοποιούσαν την ίδια γλώσσα. Και αυτή η γλώσσα ήταν τα γαλλικά, μια γλώσσα που, εκτός της Γαλλίας, δεν την κατανοούσαν άλλες ομάδες του πληθυσμού. Οι μεσαίες τάξεις — η αστική τάξη — είχαν τη δική τους γλώσσα, ενώ οι κατώτερες τάξεις — η αγροτιά — χρησιμοποιούσαν τοπικές διαλέκτους, τις οποίες πολύ συχνά δεν κατανοούσαν άλλες ομάδες του πληθυσμού. Το ίδιο ίσχυε και για τον τρόπο με τον οποίο ντύνονταν οι άνθρωποι. Όταν ταξίδευε κανείς το 1750 από τη μία χώρα στην άλλη, διαπίστωνε ότι οι ανώτερες τάξεις, οι αριστοκράτες, ντύνονταν συνήθως με τον ίδιο τρόπο σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ οι κατώτερες τάξεις ντύνονταν διαφορετικά. Όταν συναντούσε κανείς κάποιον στον δρόμο, μπορούσε να δει αμέσως — από τον τρόπο που ήταν ντυμένος — σε ποια τάξη, σε ποια κοινωνική βαθμίδα ανήκε.
The most visible effect of this state of affairs was the fact that the aristocrats all over Europe used the same language. And this language was French, a language which was not understood, outside France, by other groups of the population. The middle classes—the bourgeoisie—had their own language, while the lower classes—the peasantry—used local dialects which very often were not understood by other groups of the population. The same was true with regard to the way people dressed. When you travelled in 1750 from one country to another, you found that the upper classes, the aristocrats, were usually dressed in the same way all over Europe, and you found that the lower classes dressed differently. When you met someone in the street, you could see immediately—from the way he dressed—to which class, to which status he belonged.
Είναι δύσκολο να φανταστούμε πόσο διαφορετικές ήταν αυτές οι συνθήκες από τις σημερινές. Όταν έρχομαι από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην Αργεντινή και βλέπω έναν άνθρωπο στον δρόμο, δεν μπορώ να γνωρίζω ποια είναι η κοινωνική του θέση. Υποθέτω μόνο ότι είναι πολίτης της Αργεντινής και ότι δεν ανήκει σε κάποια ομάδα που υπόκειται σε νομικούς περιορισμούς. Αυτό είναι ένα από όσα επέφερε ο καπιταλισμός. Βεβαίως, υπάρχουν διαφορές και μέσα στον καπιταλισμό. Υπάρχουν διαφορές πλούτου, τις οποίες οι μαρξιστές θεωρούν εσφαλμένα ισοδύναμες με τις παλαιές διαφορές που υπήρχαν ανάμεσα στους ανθρώπους στην κοινωνία των νομοκατεστημένων τάξεων.
It is difficult to imagine how different these conditions were from present-day conditions. When I come from the United States to Argentina and I see a man on the street, I cannot know what his status is. I only assume that he is a citizen of Argentina and that he is not a member of some legally restricted group. This is one thing that capitalism has brought about. Of course, there are also differences within capitalism. There are differences in wealth, differences which Marxians mistakenly consider to be equivalent to the old differences that existed between men in the status society.
Οι διαφορές μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι ίδιες με εκείνες που υπάρχουν σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Στον Μεσαίωνα — και σε πολλές χώρες ακόμη και πολύ αργότερα — μια οικογένεια μπορούσε να είναι αριστοκρατική και να κατέχει μεγάλο πλούτο, μπορούσε να είναι οικογένεια δουκών επί εκατοντάδες και εκατοντάδες χρόνια, ανεξάρτητα από τις ικανότητες, τα χαρίσματα, τον χαρακτήρα ή τα ήθη της. Υπό τις σύγχρονες καπιταλιστικές συνθήκες, όμως, υπάρχει αυτό που οι κοινωνιολόγοι έχουν περιγράψει με τον τεχνικό όρο «κοινωνική κινητικότητα». Η αρχή λειτουργίας αυτής της κοινωνικής κινητικότητας, σύμφωνα με τον Ιταλό κοινωνιολόγο και οικονομολόγο Vilfredo Pareto, είναι η «la circulation des élites» — η κυκλοφορία των ελίτ. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που βρίσκονται στην κορυφή της κοινωνικής κλίμακας, που είναι πλούσιοι, που έχουν πολιτική σημασία, αλλά αυτοί οι άνθρωποι — αυτές οι ελίτ — αλλάζουν διαρκώς.
The differences within a capitalist society are not the same as those in a socialist society. In the Middle Ages—and in many countries even much later—a family could be an aristocrat family and possess great wealth, it could be a family of dukes for hundreds and hundreds of years, whatever its qualities, its talents, its character or morals. But, under modem capitalistic conditions, there is what has been technically described by sociologists as “social mobility.” The operating principle of this social mobility, according to the Italian sociologist and economist Vilfredo Pareto, is “la circulation des élites” (the circulation of the elites). This means that there are always people who are at the top of the social ladder, who are wealthy, who are politically important, but these people—these elites—are continually changing.
Αυτό ισχύει απολύτως σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Δεν ίσχυε σε μια προκαπιταλιστική κοινωνία νομοκατεστημένων τάξεων. Οι οικογένειες που θεωρούνταν οι μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες της Ευρώπης παραμένουν και σήμερα οι ίδιες οικογένειες ή, ας πούμε, είναι απόγονοι οικογενειών που κατείχαν πρωτεύουσα θέση στην Ευρώπη πριν από 800 ή 1000 ή και περισσότερα χρόνια. Οι Capetians του οίκου Bourbon — που κυβέρνησαν εδώ, στην Αργεντινή, για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα — ήταν βασιλικός οίκος ήδη από τον δέκατο αιώνα. Αυτοί οι βασιλείς κυβερνούσαν την επικράτεια που είναι σήμερα γνωστή ως Ile-de-France, επεκτείνοντας την κυριαρχία τους από γενιά σε γενιά. Σε μια καπιταλιστική κοινωνία, όμως, υπάρχει συνεχής κινητικότητα — φτωχοί άνθρωποι γίνονται πλούσιοι και οι απόγονοι αυτών των πλουσίων χάνουν τον πλούτο τους και γίνονται φτωχοί.
This is perfectly true in a capitalist society. It was not true for a precapitalistic status society. The families who were considered the great aristocratic families of Europe are still the same families today or, let us say, they are the descendants of families that were foremost in Europe, 800 or 1000 or more years ago. The Capetians of Bourbon—who for a very long time ruled here in Argentina—were a royal house as early as the tenth century. These kings ruled the territory which is known now as the Ile-de-France, extending their reign from generation to generation. But in a capitalist society, there is continuous mobility—poor people becoming rich and the descendants of those rich people losing their wealth and becoming poor.
Σήμερα είδα σε ένα βιβλιοπωλείο, σε έναν από τους κεντρικούς δρόμους του Buenos Aires, τη βιογραφία ενός επιχειρηματία τόσο επιφανούς, τόσο σημαντικού, τόσο χαρακτηριστικού εκπροσώπου των μεγάλων επιχειρήσεων στην Ευρώπη του δέκατου ένατου αιώνα, ώστε ακόμη και σε αυτή τη χώρα, μακριά από την Ευρώπη, το βιβλιοπωλείο διέθετε αντίτυπα της βιογραφίας του. Τυχαίνει να γνωρίζω τον εγγονό αυτού του ανθρώπου. Έχει το ίδιο όνομα με τον παππού του και εξακολουθεί να δικαιούται να φέρει τον τίτλο ευγενείας που είχε λάβει πριν από ογδόντα χρόνια ο παππούς του — ο οποίος είχε ξεκινήσει ως σιδεράς. Σήμερα αυτός ο εγγονός είναι ένας φτωχός φωτογράφος στη Νέα Υόρκη.
Today I saw in a bookshop in one of the central streets of Buenos Aires the biography of a businessman who was so eminent, so important, so characteristic of big business in the nineteenth century in Europe that, even in this country, far away from Europe, the bookshop carried copies of his biography. I happen to know the grandson of this man. He has the same name his grandfather had, and he still has a right to wear the title of nobility which his grandfather—who started as a blacksmith—had received eighty years ago. Today this grandson is a poor photographer in New York City.
Άλλοι άνθρωποι, που ήταν φτωχοί την εποχή κατά την οποία ο παππούς αυτού του φωτογράφου γινόταν ένας από τους μεγαλύτερους βιομηχάνους της Ευρώπης, είναι σήμερα μεγιστάνες της βιομηχανίας. Ο καθένας είναι ελεύθερος να αλλάξει την κοινωνική του θέση. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο σύστημα των νομοκατεστημένων τάξεων και στο καπιταλιστικό σύστημα οικονομικής ελευθερίας, στο οποίο ο καθένας έχει μόνο τον εαυτό του να κατηγορήσει αν δεν φτάσει στη θέση στην οποία επιθυμεί να φτάσει.
Other people, who were poor at the time this photographer’s grandfather became one of Europe’s biggest industrialists, are today captains of industry. Everyone is free to change his status. That is the difference between the status system and the capitalist system of economic freedom, in which everyone has only himself to blame if he does not reach the position he wants to reach.
Ο πιο διάσημος βιομήχανος του εικοστού αιώνα μέχρι σήμερα είναι ο Henry Ford. Ξεκίνησε με μερικές εκατοντάδες δολάρια που είχε δανειστεί από τους φίλους του και, μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, δημιούργησε μία από τις σημαντικότερες μεγάλες επιχειρήσεις του κόσμου. Και μπορεί κανείς να ανακαλύπτει καθημερινά εκατοντάδες τέτοιες περιπτώσεις.
The most famous industrialist of the twentieth century up to now is Henry Ford. He started with a few hundred dollars which he had borrowed from his friends, and within a very short time he developed one of the most important big business firms of the world. And one can discover hundreds of such cases every day.
Κάθε μέρα, η εφημερίδα New York Times δημοσιεύει εκτενείς νεκρολογίες. Αν διαβάσετε αυτές τις βιογραφίες, μπορεί να συναντήσετε το όνομα ενός επιφανούς επιχειρηματία που ξεκίνησε πουλώντας εφημερίδες στις γωνίες των δρόμων της Νέας Υόρκης. Ή ξεκίνησε ως νεαρός βοηθός γραφείου και, όταν πέθανε, ήταν πρόεδρος της ίδιας τραπεζικής επιχείρησης στην οποία είχε αρχίσει από την κατώτατη βαθμίδα. Βεβαίως, δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να φτάσουν σε αυτές τις θέσεις. Ούτε θέλουν όλοι να φτάσουν σε αυτές. Υπάρχουν άνθρωποι που ενδιαφέρονται περισσότερο για άλλα ζητήματα και, για αυτούς, είναι σήμερα ανοιχτοί άλλοι δρόμοι, οι οποίοι δεν ήταν ανοιχτοί την εποχή της φεουδαρχικής κοινωνίας, στις εποχές της κοινωνίας των νομοκατεστημένων τάξεων.
Every day, the New York Times prints long notices of people who have died. If you read these biographies, you may come across the name of an eminent businessman, who started out as a seller of newspapers at street corners in New York. Or he started as an office boy, and at his death he was the president of the same banking firm where he started on the lowest rung of the ladder. Of course, not all people can attain these positions. Not all people want to attain them. There are people who are more interested in other problems and, for these people, other ways are open today which were not open in the days of feudal society, in the ages of the status society.
Το σοσιαλιστικό σύστημα, όμως, απαγορεύει αυτή τη θεμελιώδη ελευθερία να επιλέγει κανείς τη δική του σταδιοδρομία. Υπό σοσιαλιστικές συνθήκες, υπάρχει μόνο μία οικονομική αρχή, και αυτή έχει το δικαίωμα να καθορίζει όλα τα ζητήματα που αφορούν την παραγωγή.
The socialist system, however, forbids this fundamental freedom to choose one’s own career. Under socialist conditions, there is only one economic authority, and it has the right to determine all matters concerning production.
Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής μας είναι ότι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν πολλά ονόματα για το ίδιο πράγμα. Ένα συνώνυμο του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού είναι ο «σχεδιασμός». Όταν οι άνθρωποι μιλούν για «σχεδιασμό», εννοούν, βεβαίως, τον κεντρικό σχεδιασμό, δηλαδή ένα σχέδιο καταρτισμένο από την κυβέρνηση — ένα σχέδιο που εμποδίζει οποιονδήποτε άλλον, εκτός από την κυβέρνηση, να σχεδιάζει.
One of the characteristic features of our day is that people use many names for the same thing. One synonym for socialism and communism is “planning.” If people speak of “planning” they mean, of course, central planning, which means one plan made by the government—one plan that prevents planning by anyone except the government.
Μια Βρετανίδα κυρία, η οποία είναι επίσης μέλος της Άνω Βουλής, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Σχέδιο ή κανένα σχέδιο, ένα βιβλίο που έγινε αρκετά δημοφιλές σε ολόκληρο τον κόσμο. Τι σημαίνει ο τίτλος του βιβλίου της; Όταν λέει «σχέδιο», εννοεί μόνο το είδος σχεδίου που οραματίστηκαν ο Lenin, ο Stalin και οι διάδοχοί τους, το είδος που διέπει όλες τις δραστηριότητες όλων των ανθρώπων ενός έθνους. Επομένως, αυτή η κυρία εννοεί ένα κεντρικό σχέδιο που αποκλείει όλα τα προσωπικά σχέδια που μπορεί να έχουν τα άτομα. Ο τίτλος της, Σχέδιο ή κανένα σχέδιο, είναι συνεπώς μια πλάνη, μια εξαπάτηση· η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε ένα κεντρικό σχέδιο και στην απουσία σχεδίου, αλλά ανάμεσα στο συνολικό σχέδιο μιας κεντρικής κυβερνητικής αρχής και στην ελευθερία των ατόμων να καταρτίζουν τα δικά τους σχέδια, να κάνουν τον δικό τους σχεδιασμό. Το άτομο σχεδιάζει τη ζωή του κάθε μέρα, αλλάζοντας τα καθημερινά του σχέδια όποτε το θελήσει.
A British lady, who also is a member of the Upper House, wrote a book entitled Plan or No Plan, a book which was quite popular around the world. What does the title of her book mean? When she says “plan,” she means only the type of plan envisioned by Lenin and Stalin and their successors, the type which governs all the activities of all the people of a nation. Thus, this lady means a central plan which excludes all the personal plans that individuals may have. Her title Plan or No Plan is therefore an illusion, a deception; the alternative is not a central plan or no plan, it is the total plan of a central governmental authority or freedom for individuals to make their own plans, to do their own planning. The individual plans his life, every day, changing his daily plans whenever he will.
Ο ελεύθερος άνθρωπος σχεδιάζει καθημερινά για τις ανάγκες του· λέει, για παράδειγμα: «Χθες σχεδίαζα να εργαστώ όλη μου τη ζωή στην Cordoba». Τώρα μαθαίνει ότι υπάρχουν καλύτερες συνθήκες στο Buenos Aires και αλλάζει τα σχέδιά του, λέγοντας: «Αντί να εργαστώ στην Cordoba, θέλω να πάω στο Buenos Aires». Και αυτό σημαίνει ελευθερία. Μπορεί να σφάλλει· μπορεί η μετάβασή του στο Buenos Aires να αποδειχθεί λάθος. Οι συνθήκες ίσως να ήταν καλύτερες για αυτόν στην Cordoba, αλλά τα σχέδιά του τα κατήρτισε ο ίδιος.
The free man plans daily for his needs; he says, for example: “Yesterday I planned to work all my life in Cordoba.” Now he learns about better conditions in Buenos Aires and changes his plans, saying: “Instead of working in Cordoba, I want to go to Buenos Aires.” And that is what freedom means. It may be that he is mistaken, it may be that his going to Buenos Aires will turn out to have been a mistake. Conditions may have been better for him in Cordoba, but he himself made his plans.
Υπό τον κυβερνητικό σχεδιασμό, είναι σαν στρατιώτης σε έναν στρατό. Ο στρατιώτης δεν έχει το δικαίωμα να επιλέξει τη φρουρά του, να επιλέξει τον τόπο όπου θα υπηρετήσει. Πρέπει να υπακούει στις διαταγές. Και το σοσιαλιστικό σύστημα — όπως γνώριζαν και παραδέχονταν ο Karl Marx, ο Lenin και όλοι οι σοσιαλιστές ηγέτες — είναι η μεταφορά της στρατιωτικής διοίκησης σε ολόκληρο το σύστημα παραγωγής. Ο Marx μιλούσε για «βιομηχανικούς στρατούς» και ο Lenin ζητούσε «την οργάνωση των πάντων — του ταχυδρομείου, του εργοστασίου και των άλλων βιομηχανιών — σύμφωνα με το πρότυπο του στρατού».
Under government planning, he is like a soldier in an army. The soldier in the army does not have the right to choose his garrison, to choose the place where he will serve. He has to obey orders. And the socialist system—as Karl Marx, Lenin, and all socialist leaders knew and admitted—is the transfer of army rule to the whole production system. Marx spoke of “industrial armies,” and Lenin called for “the organization of everything—the postoffice, the factory, and other industries, according to the model of the army.”
Επομένως, στο σοσιαλιστικό σύστημα τα πάντα εξαρτώνται από τη σοφία, τις ικανότητες και τα χαρίσματα των ανθρώπων που συγκροτούν την ανώτατη αρχή. Ό,τι δεν γνωρίζει ο υπέρτατος δικτάτορας — ή η επιτροπή του — δεν λαμβάνεται υπόψη. Όμως τη γνώση που έχει συσσωρεύσει η ανθρωπότητα στη μακρά ιστορία της δεν την κατέχει ο καθένας· έχουμε συσσωρεύσει ανά τους αιώνες τόσο τεράστιο όγκο επιστημονικών και τεχνικών γνώσεων, ώστε είναι ανθρωπίνως αδύνατον να τα γνωρίζει όλα αυτά ένα άτομο, ακόμη και αν είναι εξαιρετικά χαρισματικό.
Therefore, in the socialist system everything depends on the wisdom, the talents, and the gifts of those people who form the supreme authority. That which the supreme dictator—or his committee—does not know, is not taken into account. But the knowledge which mankind has accumulated in its long history is not acquired by everyone; we have accumulated such an enormous amount of scientific and technical knowledge over the centuries that it is humanly impossible for one individual to know all these things, even though he be a most gifted man.
Και οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί, είναι άνισοι. Πάντοτε θα είναι. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι περισσότερο προικισμένοι σε έναν τομέα και λιγότερο σε έναν άλλο. Και υπάρχουν άνθρωποι που έχουν το χάρισμα να βρίσκουν νέους δρόμους, να αλλάζουν την κατεύθυνση της γνώσης. Στις καπιταλιστικές κοινωνίες, η τεχνολογική και η οικονομική πρόοδος επιτυγχάνονται μέσω τέτοιων ανθρώπων. Αν ένας άνθρωπος έχει μια ιδέα, θα προσπαθήσει να βρει μερικούς ανθρώπους αρκετά ευφυείς ώστε να αντιληφθούν την αξία της. Ορισμένοι κεφαλαιούχοι, που τολμούν να κοιτάξουν στο μέλλον και αντιλαμβάνονται τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας ιδέας, θα αρχίσουν να την εφαρμόζουν. Άλλοι μπορεί αρχικά να πουν: «Είναι ανόητοι»· θα πάψουν, όμως, να το λένε όταν διαπιστώσουν ότι αυτή η επιχείρηση, την οποία χαρακτήριζαν ανόητη, ευημερεί και ότι οι άνθρωποι αγοράζουν ευχαρίστως τα προϊόντα της.
And people are different, they are unequal. They always will be. There are some people who are more gifted in one subject and less in another one. And there are people who have the gift to find new paths, to change the trend of knowledge. In capitalist societies, technological progress and economic progress are gained through such people. If a man has an idea, he will try to find a few people who are clever enough to realize the value of his idea. Some capitalists, who dare to look into the future, who realize the possible consequences of such an idea, will start to put it to work. Other people, at first, may say: “They are fools”; but they will stop saying so when they discover that this enterprise, which they called foolish, is flourishing, and that people are happy to buy its products.
Υπό το μαρξιστικό σύστημα, αντιθέτως, πρέπει πρώτα να πειστεί το ανώτατο κυβερνητικό όργανο για την αξία μιας τέτοιας ιδέας, προτού καταστεί δυνατόν να προωθηθεί και να αναπτυχθεί. Αυτό μπορεί να είναι πολύ δύσκολο, διότι μόνο η ομάδα των ανθρώπων που βρίσκεται στην κορυφή — ή ο ίδιος ο υπέρτατος δικτάτορας — έχει την εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις. Και αν αυτοί οι άνθρωποι — από οκνηρία ή λόγω προχωρημένης ηλικίας ή επειδή δεν είναι ιδιαίτερα ευφυείς και μορφωμένοι — αδυνατούν να συλλάβουν τη σημασία της νέας ιδέας, τότε το νέο εγχείρημα δεν θα αναληφθεί.
Under the Marxian system, on the other hand, the supreme government body must first be convinced of the value of such an idea before it can be pursued and developed. This can be a very difficult thing to do, for only the group of people at the head—or the supreme dictator himself—has the power to make decisions. And if these people—because of laziness or old age, or because they are not very bright and learned—are unable to grasp the importance of the new idea, then the new project will not be undertaken.
Μπορούμε να σκεφτούμε παραδείγματα από τη στρατιωτική ιστορία. Ο Napoleon ήταν ασφαλώς ιδιοφυΐα στα στρατιωτικά ζητήματα· είχε, όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα, και η αδυναμία του να το λύσει οδήγησε τελικά στην ήττα του και στην εξορία του στη μοναξιά της Αγίας Ελένης. Το πρόβλημα του Napoleon ήταν: «Πώς να κατακτήσω την Αγγλία;» Για να το κάνει, χρειαζόταν έναν στόλο που θα διέσχιζε τη Μάγχη, και υπήρχαν άνθρωποι που του έλεγαν ότι είχαν έναν τρόπο να πραγματοποιήσουν αυτόν τον διάπλου, άνθρωποι που — σε μια εποχή ιστιοφόρων — είχαν συλλάβει τη νέα ιδέα των ατμόπλοιων. Ο Napoleon, όμως, δεν κατάλαβε την πρότασή τους.
We can think of examples from military history. Napoleon was certainly a genius in military affairs; he had one serious problem, however, and his inability to solve that problem culminated, finally, in his defeat and exile to the loneliness of St. Helena. Napoleon’s problem was: “How to conquer England?” In order to do that, he needed a navy to cross the English Channel, and there were people who told him they had a way to accomplish that crossing, people who—in an age of sailing ships—had come up with the new idea of steam ships. But Napoleon did not understand their proposal.
Υπήρχε επίσης το Generalstab της Γερμανίας, το περίφημο γερμανικό γενικό επιτελείο. Πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, θεωρούνταν παγκοσμίως ανυπέρβλητο ως προς τη στρατιωτική του σοφία. Ανάλογη φήμη είχε το επιτελείο του στρατηγού Foch στη Γαλλία. Όμως ούτε οι Γερμανοί ούτε οι Γάλλοι — οι οποίοι, υπό την ηγεσία του στρατηγού Foch, νίκησαν αργότερα τους Γερμανούς — αντιλήφθηκαν τη σημασία της αεροπορίας για στρατιωτικούς σκοπούς. Το γερμανικό γενικό επιτελείο έλεγε: «Η αεροπορία είναι απλώς για διασκέδαση· οι πτήσεις είναι καλές για αργόσχολους. Από στρατιωτική άποψη, μόνο τα Zeppelin έχουν σημασία», και το γαλλικό γενικό επιτελείο είχε την ίδια γνώμη.
Then there was Germany’s Generalstab, the famous German general staff. Before the First World War, it was universally considered to be unsurpassed in military wisdom. A similar reputation was held by the staff of General Foch in France. But neither the Germans nor the French—who, under the leadership of General Foch, later defeated the Germans—realized the importance of aviation for military purposes. The German general staff said: “Aviation is merely for pleasure, flying is good for idle people. From a military point of view, only the Zeppelins are important,” and the French general staff was of the same opinion.
Αργότερα, κατά την περίοδο ανάμεσα στον Πρώτο και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρχε στις Ηνωμένες Πολιτείες ένας στρατηγός που ήταν πεπεισμένος ότι η αεροπορία θα είχε πολύ μεγάλη σημασία στον επόμενο πόλεμο. Όλοι, όμως, οι άλλοι ειδικοί στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εναντίον του. Δεν μπορούσε να τους πείσει. Αν πρέπει να πείσετε μια ομάδα ανθρώπων που δεν εξαρτώνται άμεσα από την επίλυση ενός προβλήματος, δεν θα τα καταφέρετε ποτέ. Αυτό ισχύει και για μη οικονομικά προβλήματα.
Later, during the period between World War I and World War II, there was a general in the United States who was convinced that aviation would be very important in the next war. But all other experts in the United States were against him. He could not convince them. If you have to convince a group of people who are not directly dependent on the solution of a problem, you will never succeed. This is true also of noneconomic problems.
Υπήρξαν ζωγράφοι, ποιητές, συγγραφείς και συνθέτες που παραπονιούνταν ότι το κοινό δεν αναγνώριζε το έργο τους και τους καταδίκαζε να παραμένουν φτωχοί. Ασφαλώς, το κοινό μπορεί να είχε κακή κρίση· όταν, όμως, αυτοί οι καλλιτέχνες έλεγαν: «Το κράτος οφείλει να στηρίζει τους μεγάλους καλλιτέχνες, ζωγράφους και συγγραφείς», έσφαλλαν σοβαρά. Σε ποιον θα έπρεπε να αναθέσει το κράτος να αποφασίσει αν ένας πρωτοεμφανιζόμενος είναι πράγματι μεγάλος ζωγράφος ή όχι; Θα έπρεπε να βασιστεί στην κρίση των κριτικών και των καθηγητών ιστορίας της τέχνης, οι οποίοι στρέφονται πάντοτε προς το παρελθόν, αλλά πολύ σπάνια έχουν δείξει το χάρισμα να ανακαλύπτουν μια νέα ιδιοφυΐα. Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε ένα σύστημα «σχεδιασμού» και σε ένα σύστημα στο οποίο ο καθένας μπορεί να σχεδιάζει και να ενεργεί για τον εαυτό του.
There have been painters, poets, writers, composers, who complained that the public did not acknowledge their work and caused them to remain poor. The public may certainly have had poor judgment, but when these artists said: “The government ought to support great artists, painters, and writers,” they were very much in the wrong. Whom should the government entrust with the task of deciding whether a newcomer is really a great painter or not? It would have to rely on the judgment of the critics, and the professors of the history of art who are always looking back into the past yet who very rarely have shown the talent to discover new genius. This is the great difference between a system of “planning” and a system in which everyone can plan and act for himself.
Είναι αλήθεια, βεβαίως, ότι μεγάλοι ζωγράφοι και μεγάλοι συγγραφείς αναγκάστηκαν συχνά να υπομείνουν μεγάλες στερήσεις. Μπορεί να επιτύγχαναν στην τέχνη τους, αλλά όχι πάντοτε και στο να κερδίζουν χρήματα. Ο van Gogh ήταν ασφαλώς μεγάλος ζωγράφος. Υπέστη αφόρητες στερήσεις και, τελικά, όταν ήταν τριάντα επτά ετών, αυτοκτόνησε. Σε ολόκληρη τη ζωή του πούλησε μόνο έναν πίνακα, και ο αγοραστής ήταν ο ξάδελφός του. Πέρα από αυτή τη μία πώληση, ζούσε με τα χρήματα του αδελφού του, ο οποίος δεν ήταν ούτε καλλιτέχνης ούτε ζωγράφος. Ο αδελφός του van Gogh, όμως, κατανοούσε τις ανάγκες ενός ζωγράφου. Σήμερα δεν μπορείτε να αγοράσετε έναν πίνακα του van Gogh για λιγότερα από εκατό ή διακόσιες χιλιάδες δολάρια.
It is true, of course, that great painters and great writers have often had to endure great hardships. They might have succeeded in their art, but not always in getting money. Van Gogh was certainly a great painter. He had to suffer unbearable hardship and, finally, when he was thirty-seven years old, he committed suicide. In all his life he sold only one painting and the buyer of it was his cousin. Apart from this one sale, he lived from the money of his brother, who was not an artist nor a painter. But van Gogh’s brother understood a painter’s needs. Today you cannot buy a van Gogh for less than hundred or two hundred thousand dollars.
Υπό ένα σοσιαλιστικό σύστημα, η μοίρα του van Gogh θα μπορούσε να ήταν διαφορετική. Κάποιος κρατικός αξιωματούχος θα ρωτούσε μερικούς γνωστούς ζωγράφους — τους οποίους ο van Gogh ασφαλώς δεν θα θεωρούσε καν καλλιτέχνες — αν αυτός ο νεαρός, μισότρελος ή εντελώς τρελός, ήταν πράγματι ζωγράφος άξιος υποστήριξης. Και εκείνοι, χωρίς αμφιβολία, θα απαντούσαν: «Όχι, δεν είναι ζωγράφος· δεν είναι καλλιτέχνης· είναι απλώς ένας άνθρωπος που σπαταλά χρώματα»· και θα τον έστελναν σε ένα εργοστάσιο γάλακτος ή σε ένα φρενοκομείο. Επομένως, όλος αυτός ο ενθουσιασμός υπέρ του σοσιαλισμού από τη νέα γενιά ζωγράφων, ποιητών, μουσικών, δημοσιογράφων και ηθοποιών βασίζεται σε μια πλάνη. Το αναφέρω επειδή αυτές οι ομάδες συγκαταλέγονται στους πιο φανατικούς υποστηρικτές της σοσιαλιστικής ιδέας.
Under a socialist system, van Gogh’s fate might have been different. Some government official would have asked some well-known painters (whom van Gogh certainly would not have regarded as artists at all) whether this young man, half or completely crazy, was really a painter worthy to be supported. And they without a doubt, would have answered: “No, he is not a painter; he is not an artist; he is just a man who wastes paint;” and they would have sent him into a milk factory or into a home for the insane. Therefore all this enthusiasm in favor of socialism by the rising generation of painters, poets, musicians, journalists, actors, is based on an illusion. I mention this because these groups are among the most fanatical supporters of the socialist idea.
Όταν πρόκειται για την επιλογή ανάμεσα στον σοσιαλισμό και στον καπιταλισμό ως οικονομικό σύστημα, το πρόβλημα είναι κάπως διαφορετικό. Οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού δεν υποψιάστηκαν ποτέ ότι η σύγχρονη βιομηχανία και όλες οι λειτουργίες των σύγχρονων επιχειρήσεων βασίζονται στον υπολογισμό. Οι μηχανικοί δεν είναι καθόλου οι μόνοι που καταρτίζουν σχέδια βάσει υπολογισμών· το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι επιχειρηματίες. Και όλοι οι υπολογισμοί των επιχειρηματιών βασίζονται στο γεγονός ότι, στην οικονομία της αγοράς, οι χρηματικές τιμές των αγαθών δεν πληροφορούν μόνο τον καταναλωτή, αλλά παρέχουν επίσης στους επιχειρηματίες ζωτικής σημασίας πληροφορίες για τους συντελεστές παραγωγής· η κύρια λειτουργία της αγοράς δεν είναι απλώς να καθορίζει το κόστος του τελευταίου σταδίου της διαδικασίας παραγωγής και μεταβίβασης των αγαθών στα χέρια του καταναλωτή, αλλά και το κόστος των σταδίων που οδηγούν σε αυτό. Ολόκληρο το σύστημα της αγοράς συνδέεται άρρηκτα με το γεγονός ότι υπάρχει ένας καταμερισμός της εργασίας που αποτελεί αντικείμενο νοητικού υπολογισμού ανάμεσα στους διάφορους επιχειρηματίες, οι οποίοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους με τις προσφορές τους για τους συντελεστές παραγωγής — τις πρώτες ύλες, τις μηχανές, τα εργαλεία — και για τον ανθρώπινο συντελεστή παραγωγής, με τους μισθούς που καταβάλλονται για την εργασία. Αυτό το είδος υπολογισμού εκ μέρους του επιχειρηματία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τις τιμές που παρέχει η αγορά.
When it comes to choosing between socialism and capitalism as an economic system, the problem is somewhat different. The authors of socialism never suspected that modern industry, and all the operations of modern business, are based on calculation. Engineers are by no means the only ones who make plans on the basis of calculations, businessmen also must do so. And businessmen’s calculations are all based on the fact that, in the market economy, the money prices of goods inform not only the consumer, they also provide vital information to businessmen about the factors of production, the main function of the market being not merely to determine the cost of the last part of the process of production and transfer of goods to the hands of the consumer, but the cost of those steps leading up to it. The whole market system is bound up with the fact that there is a mentally calculated division of labor between the various businessmen who vie with each other in bidding for the factors of production—the raw materials, the machines, the instruments—and for the human factor of production, the wages paid to labor. This sort of calculation by the businessman cannot be accomplished in the absence of prices supplied by the market.
Την ίδια ακριβώς στιγμή που καταργείτε την αγορά — πράγμα που θα ήθελαν να κάνουν οι σοσιαλιστές — καθιστάτε άχρηστους όλους τους υπολογισμούς των μηχανικών και των τεχνολόγων. Οι τεχνολόγοι μπορούν να σας προτείνουν πολυάριθμα σχέδια τα οποία, από την άποψη των φυσικών επιστημών, είναι εξίσου εφικτά· απαιτούνται, όμως, οι υπολογισμοί του επιχειρηματία που βασίζονται στην αγορά για να καταστεί σαφές ποιο από αυτά τα σχέδια είναι το πιο συμφέρον από οικονομική άποψη.
At the very instant you abolish the market—which is what the socialists would like to do—you render useless all the computations and calculations of the engineers and technologists. The technologists can give you a great number of projects which, from the point of view of the natural sciences, are equally feasible, but it takes the market-based calculations of the businessman to make clear which of those projects is the most advantageous, from the economic point of view.
Το πρόβλημα που εξετάζω εδώ είναι το θεμελιώδες ζήτημα του οικονομικού υπολογισμού στον καπιταλισμό σε αντιδιαστολή προς τον σοσιαλισμό. Γεγονός είναι ότι ο οικονομικός υπολογισμός, και συνεπώς κάθε τεχνολογικός σχεδιασμός, είναι δυνατός μόνο αν υπάρχουν χρηματικές τιμές, όχι μόνο για τα καταναλωτικά αγαθά αλλά και για τους συντελεστές παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει αγορά για τις πρώτες ύλες, για όλα τα ημικατεργασμένα αγαθά, για όλα τα εργαλεία και τις μηχανές και για όλα τα είδη ανθρώπινης εργασίας και ανθρώπινων υπηρεσιών.
The problem with which I am dealing here is the fundamental issue of capitalistic economic calculation as opposed to socialism. The fact is that economic calculation, and therefore all technological planning, is possible only if there are money prices, not only for consumer goods but also for the factors of production. This means there has to be a market for raw materials, for all half-finished goods, for all tools and machines, and for all kinds of human labor and human services.
Όταν ανακαλύφθηκε αυτό το γεγονός, οι σοσιαλιστές δεν ήξεραν πώς να απαντήσουν. Επί 150 χρόνια έλεγαν: «Όλα τα κακά του κόσμου προέρχονται από το γεγονός ότι υπάρχουν αγορές και τιμές αγοράς. Θέλουμε να καταργήσουμε την αγορά και μαζί της, βεβαίως, την οικονομία της αγοράς, και να την αντικαταστήσουμε με ένα σύστημα χωρίς τιμές και χωρίς αγορές». Ήθελαν να καταργήσουν αυτό που ο Marx αποκαλούσε «εμπορευματικό χαρακτήρα» των εμπορευμάτων και της εργασίας.
When this fact was discovered, the socialists did not know how to respond. For 150 years they had said: “All the evils in the world come from the fact that there are markets and market prices. We want to abolish the market and with it, of course, the market economy, and substitute for it a system without prices and without markets.” They wanted to abolish what Marx called the “commodity character” of commodities and of labor.
Όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυτό το νέο πρόβλημα, οι θεωρητικοί του σοσιαλισμού, μην έχοντας απάντηση, είπαν τελικά: «Δεν θα καταργήσουμε εντελώς την αγορά· θα προσποιηθούμε ότι υπάρχει αγορά· θα παίζουμε την αγορά, όπως τα παιδιά που παίζουν το σχολείο». Όλοι, όμως, γνωρίζουν ότι όταν τα παιδιά παίζουν το σχολείο, δεν μαθαίνουν τίποτε. Είναι απλώς μια άσκηση, ένα παιχνίδι, και μπορείτε να «παίζετε» πολλά πράγματα.
When faced with this new problem, the authors of socialism, having no answer, finally said: “We will not abolish the market altogether; we will pretend that a market exists; we will play market, like children who play school.” But everyone knows that when children play school, they do not learn anything. It is just an exercise, a game, and you can “play” at many things.
Πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο και περίπλοκο πρόβλημα και, για να το εξετάσει κανείς πλήρως, χρειάζεται λίγο περισσότερο χρόνο από όσο έχω εδώ στη διάθεσή μου. Το έχω εξηγήσει λεπτομερώς στα γραπτά μου. Σε έξι διαλέξεις δεν μπορώ να προχωρήσω σε ανάλυση όλων των πτυχών του. Γι’ αυτό θέλω να σας συστήσω, αν σας ενδιαφέρει το θεμελιώδες πρόβλημα της αδυνατότητας υπολογισμού και σχεδιασμού υπό τον σοσιαλισμό, να διαβάσετε το βιβλίο μου Ανθρώπινη Δράση, το οποίο διατίθεται σε εξαιρετική ισπανική μετάφραση.
This is a very difficult and complicated problem and in order to deal with it in full one needs a little more time than I have here. I have explained it in detail in my writings. In six lectures I cannot enter into an analysis of all its aspects. Therefore, I want to advise you, if you are interested in the fundamental problem of the impossibility of calculation and planning under socialism, read my book Human Action, which is available in an excellent Spanish translation.
Διαβάστε, όμως, και άλλα βιβλία, όπως το βιβλίο του Νορβηγού οικονομολόγου Trygve Hoff, ο οποίος έγραψε για τον οικονομικό υπολογισμό. Και αν δεν θέλετε να είστε μονόπλευροι, σας συνιστώ να διαβάσετε το ιδιαίτερα εκτιμώμενο σοσιαλιστικό βιβλίο για το θέμα αυτό του διακεκριμένου Πολωνού οικονομολόγου Oskar Lange, ο οποίος υπήρξε κάποτε καθηγητής σε αμερικανικό πανεπιστήμιο, κατόπιν έγινε πρεσβευτής της Πολωνίας και αργότερα επέστρεψε στην Πολωνία.
But read other books, too, like the book of the Norwegian economist Trygve Hoff, who wrote on economic calculation. And if you do not want to be one-sided, I recommend that you read the highly-regarded socialist book on this subject by the eminent Polish economist Oskar Lange, who at one time was a professor at an American university, then became a Polish ambassador, and later returned to Poland.
Πιθανότατα θα με ρωτήσετε: «Και τι γίνεται με τη Ρωσία; Πώς αντιμετωπίζουν οι Ρώσοι αυτό το ζήτημα;» Αυτό αλλάζει το πρόβλημα. Οι Ρώσοι λειτουργούν το σοσιαλιστικό τους σύστημα μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο υπάρχουν τιμές για όλους τους συντελεστές παραγωγής, για όλες τις πρώτες ύλες, για τα πάντα. Μπορούν, επομένως, να χρησιμοποιούν για τον σχεδιασμό τους τις τιμές του εξωτερικού, τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς. Και επειδή υπάρχουν ορισμένες διαφορές ανάμεσα στις συνθήκες στη Ρωσία και σε εκείνες στις Ηνωμένες Πολιτείες, πολύ συχνά το αποτέλεσμα είναι ότι οι Ρώσοι θεωρούν δικαιολογημένο και ενδεδειγμένο — από τη δική τους οικονομική σκοπιά — κάτι που οι Αμερικανοί δεν θα θεωρούσαν καθόλου οικονομικά δικαιολογημένο.
You will probably ask me: “What about Russia? How do the Russians handle this question?” This changes the problem. The Russians operate their socialistic system within a world in which there are prices for all the factors of production, for all raw materials, for everything. They can therefore employ, for their planning, the foreign prices of the world market. And because there are certain differences between conditions in Russia and those in United States, the result is very often that the Russians consider something to be justified and advisable—from their economic point of view—that the Americans would not consider economically justifiable at all.
Το «σοβιετικό πείραμα», όπως ονομάστηκε, δεν αποδεικνύει τίποτε. Δεν μας λέει τίποτε για το θεμελιώδες πρόβλημα του σοσιαλισμού, το πρόβλημα του υπολογισμού. Δικαιούμαστε, όμως, να μιλούμε γι’ αυτό ως πείραμα; Δεν πιστεύω ότι υπάρχει επιστημονικό πείραμα στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης και της οικονομικής επιστήμης. Δεν μπορείτε να διεξάγετε εργαστηριακά πειράματα στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης, διότι ένα επιστημονικό πείραμα απαιτεί να κάνετε το ίδιο πράγμα υπό διάφορες συνθήκες ή να διατηρείτε τις ίδιες συνθήκες, μεταβάλλοντας ίσως μόνο έναν παράγοντα. Για παράδειγμα, αν χορηγήσετε με ένεση ένα πειραματικό φάρμακο σε ένα ζώο που πάσχει από καρκίνο, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η εξαφάνιση του καρκίνου. Μπορείτε να το δοκιμάσετε αυτό σε διάφορα ζώα του ίδιου είδους που πάσχουν από την ίδια κακοήθεια. Αν υποβάλετε ορισμένα από αυτά στη νέα θεραπευτική μέθοδο και δεν υποβάλετε τα υπόλοιπα, τότε μπορείτε να συγκρίνετε το αποτέλεσμα. Αυτό δεν μπορείτε να το κάνετε στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης. Δεν υπάρχουν εργαστηριακά πειράματα στην ανθρώπινη δράση.
The “Soviet experiment,” as it was called, does not prove anything. It does not tell us anything about the fundamental problem of socialism, the problem of calculation. But are we entitled to speak of it as an experiment? I do not believe there is such a thing as a scientific experiment in the field of human action and economics. You cannot make laboratory experiments in the field of human action because a scientific experiment requires that you do the same thing under various conditions, or that you maintain the same conditions, changing perhaps only one factor. For instance, if you inject into a cancerous animal some experimental medication, the result may be that the cancer will disappear. You can test this with various animals of the same kind which suffer from the same malignancy. If you treat some of them with the new method and do not treat the rest, then you can compare the result. You cannot do this within the field of human action. There are no laboratory experiments in human action.
Το λεγόμενο σοβιετικό «πείραμα» δείχνει απλώς ότι το βιοτικό επίπεδο είναι ασύγκριτα χαμηλότερο στη σοβιετική Ρωσία από ό,τι στη χώρα που θεωρείται από ολόκληρο τον κόσμο το κατεξοχήν υπόδειγμα καπιταλισμού: τις Ηνωμένες Πολιτείες.
The so-called Soviet “experiment” merely shows that the standard of living is incomparably lower in Soviet Russia than it is in the country that is considered, by the whole world, as the paragon of capitalism: the United States.
Βεβαίως, αν το πείτε αυτό σε έναν σοσιαλιστή, θα πει: «Τα πράγματα είναι θαυμάσια στη Ρωσία». Και του λέτε: «Μπορεί να είναι θαυμάσια, αλλά το μέσο βιοτικό επίπεδο είναι πολύ χαμηλότερο». Τότε θα απαντήσει: «Ναι, αλλά θυμηθείτε πόσο φρικτή ήταν η κατάσταση για τους Ρώσους υπό τους τσάρους και πόσο φρικτό πόλεμο αναγκαστήκαμε να πολεμήσουμε».
Of course, if you tell this to a socialist, he will say: “Things are wonderful in Russia.” And you tell him: “They may be wonderful, but the average standard of living is much lower.” Then he will answer: “Yes, but remember how terrible it was for the Russians under the tsars and how terrible a war we had to fight.”
Δεν θέλω να υπεισέλθω στη συζήτηση για το αν αυτή είναι ή δεν είναι ορθή εξήγηση· αν, όμως, αρνείστε ότι οι συνθήκες είναι ίδιες, αρνείστε ότι επρόκειτο για πείραμα. Πρέπει τότε να πείτε το εξής — που θα ήταν πολύ ορθότερο: «Ο σοσιαλισμός στη Ρωσία δεν επέφερε βελτίωση στις συνθήκες ζωής του μέσου ανθρώπου συγκρίσιμη με τη βελτίωση των συνθηκών, κατά την ίδια περίοδο, στις Ηνωμένες Πολιτείες».
I do not want to enter into discussion of whether this is or is not a correct explanation, but if you deny that the conditions are the same, you deny that it was an experiment. You must then say this (which would be much more correct): “Socialism in Russia has not brought about an improvement in the conditions of the average man which can be compared with the improvement of conditions, during the same period, in the United States.”
Στις Ηνωμένες Πολιτείες ακούτε σχεδόν κάθε εβδομάδα για κάτι καινούργιο, για κάποια βελτίωση. Πρόκειται για βελτιώσεις που έχει δημιουργήσει η επιχειρηματική δραστηριότητα, επειδή χιλιάδες και χιλιάδες επιχειρηματίες προσπαθούν μέρα και νύχτα να βρουν κάποιο νέο προϊόν που να ικανοποιεί καλύτερα τον καταναλωτή ή να κοστίζει λιγότερο στην παραγωγή ή να είναι καλύτερο και λιγότερο δαπανηρό από τα υφιστάμενα προϊόντα. Δεν το κάνουν από αλτρουισμό· το κάνουν επειδή θέλουν να κερδίσουν χρήματα. Και το αποτέλεσμα είναι ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει μια βελτίωση του βιοτικού επιπέδου σχεδόν θαυματουργή, σε σύγκριση με τις συνθήκες που επικρατούσαν πριν από πενήντα ή εκατό χρόνια. Στη σοβιετική Ρωσία, όμως, όπου δεν υπάρχει ένα τέτοιο σύστημα, δεν υπάρχει συγκρίσιμη βελτίωση. Επομένως, όσοι μας λένε ότι πρέπει να υιοθετήσουμε το σοβιετικό σύστημα σφάλλουν σοβαρά.
In the United States you hear of something new, of some improvement, almost every week. These are improvements that business has generated, because thousands and thousands of business people are trying day and night to find some new product which satisfies the consumer better or is less expensive to produce, or better and less expensive than the existing products. They do not do this out of altruism, they do it because they want to make money. And the effect is that you have an improvement in the standard of living in the United States which is almost miraculous, when compared with the conditions that existed fifty or a hundred years ago. But in Soviet Russia, where you do not have such a system, you do not have a comparable improvement. So those people who tell us that we ought to adopt the Soviet system are badly mistaken.
Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να αναφερθεί. Ο Αμερικανός καταναλωτής, το άτομο, είναι ταυτόχρονα αγοραστής και αφεντικό. Όταν βγαίνετε από ένα κατάστημα στην Αμερική, μπορεί να δείτε μια πινακίδα που λέει: «Σας ευχαριστούμε για την προτίμησή σας. Σας παρακαλούμε να μας επισκεφθείτε ξανά». Όταν, όμως, μπαίνετε σε ένα κατάστημα σε μια ολοκληρωτική χώρα — είτε στη σημερινή Ρωσία είτε στη Γερμανία όπως ήταν υπό το καθεστώς του Hitler —, ο καταστηματάρχης σάς λέει: «Πρέπει να ευγνωμονείτε τον μεγάλο ηγέτη που σας δίνει αυτό το πράγμα».
There is something else that should be mentioned. The American consumer, the individual, is both a buyer and a boss. When you leave a store in America, you may find a sign saying: “Thank you for your patronage. Please come again.” But when you go into a shop in a totalitarian country—be it in present-day Russia, or in Germany as it was under the regime of Hitler—the shopkeeper tells you: “You have to be thankful to the great leader for giving you this.”
Στις σοσιαλιστικές χώρες, εκείνος που πρέπει να είναι ευγνώμων δεν είναι ο πωλητής· είναι ο αγοραστής. Ο πολίτης δεν είναι το αφεντικό· το αφεντικό είναι η Κεντρική Επιτροπή, η Κεντρική Υπηρεσία. Αυτές οι σοσιαλιστικές επιτροπές, οι ηγέτες και οι δικτάτορες έχουν την υπέρτατη εξουσία, και ο λαός πρέπει απλώς να τους υπακούει.
In socialist countries, it is not the seller who has to be grateful, it is the buyer. The citizen is not the boss; the boss is the Central Committee, the Central Office. Those socialist committees and leaders and dictators are supreme, and the people simply have to obey them.
Μια περίφημη φράση, που παρατίθεται πολύ συχνά, λέει: «Καλύτερη κυβέρνηση είναι εκείνη που κυβερνά λιγότερο». Δεν πιστεύω ότι αυτή είναι μια ορθή περιγραφή των λειτουργιών μιας καλής κυβέρνησης. Το κράτος οφείλει να κάνει όλα εκείνα για τα οποία είναι αναγκαίο και για τα οποία θεσπίστηκε. Οφείλει να προστατεύει τα άτομα εντός της χώρας από τις βίαιες και δόλιες επιθέσεις των κακοποιών και να υπερασπίζεται τη χώρα από τους εξωτερικούς εχθρούς. Αυτές είναι οι λειτουργίες του κράτους μέσα σε ένα ελεύθερο σύστημα, μέσα στο σύστημα της οικονομίας της αγοράς.
A famous, very often quoted phrase says: “That government is best, which governs least.” I do not believe this to be a correct description of the functions of a good government. Government ought to do all the things for which it is needed and for which it was established. Government ought to protect the individuals within the country against the violent and fraudulent attacks of gangsters, and it should defend the country against foreign enemies. These are the functions of government within a free system, within the system of the market economy.
Υπό τον σοσιαλισμό, βεβαίως, το κράτος είναι ολοκληρωτικό και τίποτε δεν βρίσκεται έξω από τη σφαίρα δράσης και τη δικαιοδοσία του. Στην οικονομία της αγοράς, όμως, το κύριο έργο του κράτους είναι να προστατεύει την ομαλή λειτουργία της οικονομίας της αγοράς από την απάτη ή τη βία που προέρχονται από το εσωτερικό ή το εξωτερικό της χώρας.
Under socialism, of course, the government is totalitarian, and there is nothing outside its sphere and its jurisdiction. But in the market economy the main task of the government is to protect the smooth functioning of the market economy against fraud or violence from within and from outside the country.
Όσοι δεν συμφωνούν με αυτόν τον ορισμό των λειτουργιών του κράτους μπορεί να πουν: «Αυτός ο άνθρωπος μισεί το κράτος». Τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Αν έλεγα ότι η βενζίνη είναι ένα πολύ χρήσιμο υγρό, χρήσιμο για πολλούς σκοπούς, αλλά ότι, παρ’ όλα αυτά, δεν θα έπινα βενζίνη, επειδή θεωρώ ότι αυτή δεν θα ήταν η σωστή χρήση της, δεν θα ήμουν εχθρός της βενζίνης ούτε θα τη μισούσα. Απλώς λέω ότι η βενζίνη είναι πολύ χρήσιμη για ορισμένους σκοπούς, αλλά ακατάλληλη για άλλους. Αν λέω ότι είναι καθήκον του κράτους να συλλαμβάνει δολοφόνους και άλλους εγκληματίες, αλλά όχι να λειτουργεί τους σιδηροδρόμους ή να δαπανά χρήματα για άχρηστα πράγματα, τότε δεν μισώ το κράτος όταν δηλώνω ότι είναι κατάλληλο να κάνει ορισμένα πράγματα, αλλά ακατάλληλο να κάνει άλλα.
People who do not agree with this definition of the functions of government may say: “This man hates the government.” Nothing could be farther from the truth. If I should say that gasoline is a very useful liquid, useful for many purposes, but that I would nevertheless not drink gasoline because I think that would not be the right use for it, I am not an enemy of gasoline, and I do not hate gasoline. I only say that gasoline is very useful for certain purposes, but not fit for other purposes. If I say it is the government’s duty to arrest murderers and other criminals, but not its duty to run the railroads or to spend money for useless things, then I do not hate the government by declaring that it is fit to do certain things but not fit to do other things.
Έχει υποστηριχθεί ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, δεν έχουμε πλέον ελεύθερη οικονομία της αγοράς. Υπό τις σημερινές συνθήκες έχουμε κάτι που ονομάζεται «μικτή οικονομία». Και ως απόδειξη της «μικτής οικονομίας» μας προβάλλονται οι πολλές επιχειρήσεις που ανήκουν στο κράτος και λειτουργούν υπό τη διαχείρισή του. Η οικονομία είναι μικτή, λέγεται, επειδή σε πολλές χώρες υπάρχουν ορισμένες υπηρεσίες — όπως η τηλεφωνία, η τηλεγραφία και οι σιδηρόδρομοι — που ανήκουν στο κράτος και λειτουργούν υπό τη διαχείρισή του.
It has been said that under present-day conditions we no longer have a free market economy. Under present-day conditions we have something called the “mixed economy.” And for evidence of our “mixed economy,” people point to the many enterprises which are operated and owned by the government. The economy is mixed, people say, because there are, in many countries, certain institutions—like the telephone, telegraph, and railroads—which are owned and operated by the government.
Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι ορισμένοι από αυτούς τους οργανισμούς και τις επιχειρήσεις λειτουργούν υπό κρατική διαχείριση. Αυτό το γεγονός, όμως, από μόνο του δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα του οικονομικού μας συστήματος. Δεν σημαίνει καν ότι υπάρχει «λίγος σοσιαλισμός» μέσα στην κατά τα λοιπά μη σοσιαλιστική, ελεύθερη οικονομία της αγοράς. Διότι το κράτος, όταν λειτουργεί αυτές τις επιχειρήσεις, υπόκειται στην κυριαρχία της αγοράς, πράγμα που σημαίνει ότι υπόκειται στην κυριαρχία των καταναλωτών. Το κράτος — αν λειτουργεί, ας πούμε, ταχυδρομεία ή σιδηροδρόμους — πρέπει να προσλάβει ανθρώπους για να εργαστούν σε αυτές τις επιχειρήσεις. Πρέπει επίσης να αγοράσει τις πρώτες ύλες και τα άλλα πράγματα που είναι απαραίτητα για τη λειτουργία τους. Και, από την άλλη πλευρά, «πουλά» αυτές τις υπηρεσίες ή τα εμπορεύματα στο κοινό. Ωστόσο, μολονότι λειτουργεί αυτούς τους οργανισμούς χρησιμοποιώντας τις μεθόδους του ελεύθερου οικονομικού συστήματος, το αποτέλεσμα είναι, κατά κανόνα, έλλειμμα. Το κράτος, όμως, είναι σε θέση να χρηματοδοτεί ένα τέτοιο έλλειμμα — τουλάχιστον αυτό πιστεύουν τα μέλη της κυβέρνησης και του κυβερνώντος κόμματος.
That some of these institutions and enterprises are operated by the government is certainly true. But this fact alone does not change the character of our economic system. It does not even mean there is a “little socialism” within the otherwise nonsocialist, free market economy. For the government, in operating these enterprises, is subject to the supremacy of the market, which means it is subject to the supremacy of the consumers. The government—if it operates, let us say, post offices or railroads—has to hire people who have to work in these enterprises. It also has to buy the raw materials and other things that are needed for the conduct of these enterprises. And on the other hand, it “sells” these services or commodities to the public. Yet, even though it operates these institutions using the methods of the free economic system, the result, as a rule, is a deficit. The government, however, is in a position to finance such a deficit—at least the members of the government and of the ruling party believe so.
Για έναν ιδιώτη, ασφαλώς, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η δυνατότητά του να λειτουργεί μια επιχείρηση με έλλειμμα είναι πολύ περιορισμένη. Αν το έλλειμμα δεν εξαλειφθεί πολύ σύντομα και αν η επιχείρηση δεν καταστεί κερδοφόρα — ή τουλάχιστον δεν δείξει ότι δεν συσσωρεύονται νέες ζημίες —, ο ιδιώτης πτωχεύει και η επιχείρηση πρέπει να παύσει να λειτουργεί.
It is certainly different for an individual. The individual’s power to operate something with a deficit is very limited. If the deficit is not very soon eliminated, and if the enterprise does not become profitable (or at least show that no further deficit losses are being incurred), the individual goes bankrupt and the enterprise must come to an end.
Για το κράτος, όμως, οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Το κράτος μπορεί να λειτουργεί με έλλειμμα, επειδή έχει την εξουσία να φορολογεί τους ανθρώπους. Και αν οι φορολογούμενοι είναι διατεθειμένοι να πληρώνουν υψηλότερους φόρους ώστε να μπορεί το κράτος να λειτουργεί μια επιχείρηση με ζημία — δηλαδή με λιγότερο αποδοτικό τρόπο από ό,τι θα τη λειτουργούσε ένας ιδιωτικός φορέας — και αν το κοινό αποδέχεται αυτή τη ζημία, τότε, βεβαίως, η επιχείρηση θα συνεχίσει να λειτουργεί.
But for the government, conditions are different. The government can run at a deficit, because it has the power to tax people. And if the taxpayers are prepared to pay higher taxes in order to make it possible for the government to operate an enterprise at a loss—that is, in a less efficient way than it would be done by a private institution—and if the public will accept this loss, then of course the enterprise will continue.
Τα τελευταία χρόνια, στις περισσότερες χώρες, οι κυβερνήσεις αύξησαν τον αριθμό των εθνικοποιημένων οργανισμών και επιχειρήσεων σε τέτοιο βαθμό, ώστε τα ελλείμματα έχουν υπερβεί κατά πολύ το ποσό που θα μπορούσε να εισπραχθεί από τους πολίτες μέσω φόρων. Αυτό που συμβαίνει τότε δεν αποτελεί το αντικείμενο της σημερινής διάλεξης. Είναι ο πληθωρισμός, και θα ασχοληθώ με αυτόν αύριο. Το ανέφερα μόνο επειδή η μικτή οικονομία δεν πρέπει να συγχέεται με το πρόβλημα του παρεμβατισμού, για το οποίο θέλω να μιλήσω απόψε.
In recent years, governments have increased the number of nationalized institutions and enterprises in most countries to such an extent that the deficits have grown far beyond the amount that could be collected in taxes from the citizens. What happens then is not the subject of today’s lecture. It is inflation, and I shall deal with that tomorrow. I mentioned this only because the mixed economy must not be confused with the problem of interventionism, about which I want to talk tonight.
Τι είναι ο παρεμβατισμός; Παρεμβατισμός σημαίνει ότι το κράτος δεν περιορίζει τη δραστηριότητά του στη διατήρηση της τάξης ή — όπως συνήθιζαν να λένε οι άνθρωποι πριν από εκατό χρόνια — στην «παραγωγή ασφάλειας». Παρεμβατισμός σημαίνει ότι το κράτος θέλει να κάνει περισσότερα. Θέλει να επεμβαίνει στα φαινόμενα της αγοράς.
What is interventionism? Interventionism means that the government does not restrict its activity to the preservation of order, or—as people used to say a hundred years ago—to “the production of security.” Interventionism means that the government wants to do more. It wants to interfere with market phenomena.
Αν κάποιος αντιτείνει ότι το κράτος δεν θα έπρεπε να επεμβαίνει στην επιχειρηματική δραστηριότητα, πολύ συχνά λαμβάνει την απάντηση: «Μα το κράτος αναγκαστικά επεμβαίνει πάντοτε. Αν υπάρχουν αστυνομικοί στον δρόμο, το κράτος επεμβαίνει. Επεμβαίνει όταν ένας ληστής λεηλατεί ένα κατάστημα ή εμποδίζει κάποιον να κλέψει ένα αυτοκίνητο». Όταν, όμως, εξετάζουμε τον παρεμβατισμό και ορίζουμε τι εννοούμε με αυτόν τον όρο, μιλούμε για την κρατική επέμβαση στην αγορά. (Το ότι αναμένεται από το κράτος και την αστυνομία να προστατεύουν τους πολίτες, στους οποίους περιλαμβάνονται οι επιχειρηματίες και, βεβαίως, οι εργαζόμενοί τους, από επιθέσεις κακοποιών του εσωτερικού ή του εξωτερικού αποτελεί πράγματι μια φυσιολογική και αναγκαία προσδοκία από κάθε κυβέρνηση. Μια τέτοια προστασία δεν αποτελεί παρέμβαση, διότι η μόνη θεμιτή λειτουργία του κράτους είναι, ακριβώς, η παραγωγή ασφάλειας.)
If one objects and says the government should not interfere with business, people very often answer: “But the government necessarily always interferes. If there are policemen on the street, the government interferes. It interferes with a robber looting a shop or it prevents a man from stealing a car.” But when dealing with interventionism and defining what is meant by interventionism, we are speaking about government interference with the market. (That the government and the police are expected to protect the citizens, which includes businessmen, and of course their employees, against attacks on the part of domestic or foreign gangsters, is in fact a normal, necessary expectation of any government. Such protection is not an intervention, for the government’s only legitimate function is, precisely, to produce security.)
Όταν μιλούμε για παρεμβατισμό, έχουμε κατά νου την επιθυμία του κράτους να κάνει περισσότερα από το να αποτρέπει τις επιθέσεις και την απάτη. Παρεμβατισμός σημαίνει ότι το κράτος όχι μόνο δεν προστατεύει την ομαλή λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, αλλά επεμβαίνει στα διάφορα φαινόμενα της αγοράς· επεμβαίνει στις τιμές, στα επίπεδα των μισθών, στα επιτόκια και στα κέρδη.
What we have in mind when we talk about interventionism is the government’s desire to do more than prevent assaults and fraud. Interventionism means that the government not only fails to protect the smooth functioning of the market economy, but that it interferes with the various market phenomena; it interferes with prices, with wage rates, interest rates, and profits.
Το κράτος θέλει να επεμβαίνει προκειμένου να εξαναγκάζει τους επιχειρηματίες να διεξάγουν τις υποθέσεις τους με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που θα επέλεγαν αν υπάκουαν μόνο στους καταναλωτές. Επομένως, όλα τα μέτρα κρατικού παρεμβατισμού αποβλέπουν στον περιορισμό της κυριαρχίας των καταναλωτών. Το κράτος θέλει να σφετεριστεί την εξουσία, ή τουλάχιστον ένα μέρος της εξουσίας, που στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς βρίσκεται στα χέρια των καταναλωτών.
The government wants to interfere in order to force businessmen to conduct their affairs in a different way than they would have chosen if they had obeyed only the consumers. Thus, all the measures of interventionism by the government are directed toward restricting the supremacy of consumers. The government wants to arrogate to itself the power, or at least a part of the power, which, in the free market economy, is in the hands of the consumers.
Ας εξετάσουμε ένα παράδειγμα παρεμβατισμού, πολύ δημοφιλές σε πολλές χώρες, το οποίο έχουν δοκιμάσει επανειλημμένα πολλές κυβερνήσεις, ιδίως σε περιόδους πληθωρισμού. Αναφέρομαι στον έλεγχο των τιμών.
Let us consider one example of interventionism, very popular in many countries and tried again and again by many governments, especially in times of inflation. I refer to price control.
Οι κυβερνήσεις συνήθως καταφεύγουν στον έλεγχο των τιμών όταν έχουν διογκώσει την προσφορά χρήματος και οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να διαμαρτύρονται για την επακόλουθη άνοδο των τιμών. Υπάρχουν πολλά γνωστά ιστορικά παραδείγματα μεθόδων ελέγχου των τιμών που απέτυχαν, αλλά θα αναφερθώ μόνο σε δύο, επειδή και στις δύο αυτές περιπτώσεις οι κυβερνήσεις επέδειξαν πράγματι μεγάλη ενεργητικότητα στην επιβολή ή στην προσπάθεια επιβολής των ελέγχων των τιμών.
Governments usually resort to price control when they have inflated the money supply and people have begun to complain about the resulting rise in prices. There are many famous historical examples of price control methods that failed, but I shall refer to only two of them because, in both these cases, the governments were really very energetic in enforcing or trying to enforce their price controls.
Το πρώτο γνωστό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Ρωμαίου αυτοκράτορα Διοκλητιανού, πασίγνωστου ως του τελευταίου από εκείνους τους Ρωμαίους αυτοκράτορες που καταδίωξαν τους χριστιανούς. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, κατά το δεύτερο μισό του τρίτου αιώνα, διέθετε μόνο μία μέθοδο χρηματοδότησης, και αυτή ήταν η νόθευση του νομίσματος. Σε εκείνες τις πρωτόγονες εποχές, πριν από την εφεύρεση του τυπογραφικού πιεστηρίου, ακόμη και ο πληθωρισμός ήταν, ας πούμε, πρωτόγονος. Συνίστατο στη νόθευση των κερμάτων, ιδίως των αργυρών. Η κυβέρνηση ανέμειγνυε όλο και περισσότερο χαλκό με τον άργυρο, έως ότου άλλαξε το χρώμα των αργυρών νομισμάτων και μειώθηκε σημαντικά το βάρος τους. Το αποτέλεσμα αυτής της νόθευσης των κερμάτων και της συνακόλουθης αύξησης της ποσότητας χρήματος ήταν η άνοδος των τιμών, την οποία ακολούθησε ένα διάταγμα για τον έλεγχό τους. Και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν ήταν ιδιαίτερα επιεικείς όταν επέβαλλαν έναν νόμο· δεν θεωρούσαν τον θάνατο υπερβολικά ήπια ποινή για έναν άνθρωπο που είχε ζητήσει υψηλότερη τιμή. Επέβαλαν τον έλεγχο των τιμών, αλλά απέτυχαν να διατηρήσουν την κοινωνία. Το αποτέλεσμα ήταν η αποσύνθεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και του συστήματος καταμερισμού της εργασίας.
The first famous example is the case of the Roman Emperor Diocletian, very well-known as the last of those Roman emperors who persecuted the Christians. The Roman emperor in the second part of the third century had only one financial method, and this was currency debasement. In those primitive ages, before the invention of the printing press, even inflation was, let us say, primitive. It involved debasement of the coinage, especially the silver. The government mixed more and more copper into the silver until the color of the silver coins was changed and the weight was reduced considerably. The result of this coinage debasement and the associated increase in the quantity of money was an increase in prices, followed by an edict to control prices. And Roman emperors were not very mild when they enforced a law; they did not consider death too mild a punishment for a man who had asked for a higher price. They enforced price control, but they failed to maintain the society. The result was the disintegration of the Roman Empire and the system of the division of labor.
Έπειτα, 1500 χρόνια αργότερα, η ίδια νόθευση του νομίσματος συνέβη κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Αυτή τη φορά, όμως, χρησιμοποιήθηκε διαφορετική μέθοδος. Η τεχνολογία παραγωγής χρήματος είχε βελτιωθεί σημαντικά. Οι Γάλλοι δεν χρειάζονταν πλέον να καταφύγουν στη νόθευση των κερμάτων: διέθεταν το τυπογραφικό πιεστήριο. Και το τυπογραφικό πιεστήριο ήταν πολύ αποδοτικό. Και πάλι, το αποτέλεσμα ήταν μια πρωτοφανής άνοδος των τιμών. Στη Γαλλική Επανάσταση, όμως, οι ανώτατες τιμές δεν επιβάλλονταν με την ίδια μέθοδο θανατικής εκτέλεσης που είχε χρησιμοποιήσει ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός. Είχε σημειωθεί βελτίωση και στην τεχνική θανάτωσης των πολιτών. Όλοι θυμάστε τον περίφημο γιατρό J. I. Guillotin (1738–1814), ο οποίος υποστήριξε τη χρήση της λαιμητόμου. Παρά τη λαιμητόμο, οι Γάλλοι απέτυχαν και αυτοί με τους νόμους τους περί ανώτατων τιμών (maximum prices). Όταν ο ίδιος ο Robespierre μεταφερόταν με κάρο στη λαιμητόμο, ο κόσμος φώναζε: «Να το, το βρομερό Maximum!»
Then, 1500 years later, the same currency debasement took place during the French Revolution. But this time a different method was used. The technology for producing money was considerably improved. It was no longer necessary for the French to resort to debasement of the coinage: they had the printing press. And the printing press was very efficient. Again, the result was an unprecedented rise in prices. But in the French Revolution maximum prices were not enforced by the same method of capital punishment which the Emperor Diocletian had used. There had also been an improvement in the technique of killing citizens. You all remember the famous Doctor J. I. Guillotin (1738–1814), who advocated the use of the guillotine. Despite the guillotine the French also failed with their laws of maximum prices. When Robespierre himself was carted off to the guillotine the people shouted, “There goes the dirty Maximum.”
Ήθελα να το αναφέρω αυτό, επειδή οι άνθρωποι λένε συχνά: «Το μόνο που χρειάζεται για να είναι ο έλεγχος των τιμών αποτελεσματικός και αποδοτικός είναι περισσότερη ωμότητα και περισσότερη ενεργητικότητα». Ασφαλώς, ο Διοκλητιανός ήταν πολύ ωμός, όπως ήταν και η Γαλλική Επανάσταση. Παρ’ όλα αυτά, τα μέτρα ελέγχου των τιμών απέτυχαν ολοκληρωτικά και στις δύο εποχές.
I wanted to mention this, because people often say: “What is needed in order to make price control effective and efficient is merely more brutality and more energy.” Now certainly, Diocletian was very brutal, and so was the French Revolution. Nevertheless, price control measures in both ages failed entirely.
Ας αναλύσουμε τώρα τους λόγους αυτής της αποτυχίας. Η κυβέρνηση ακούει τους ανθρώπους να διαμαρτύρονται ότι η τιμή του γάλακτος έχει αυξηθεί. Και το γάλα είναι ασφαλώς πολύ σημαντικό, ιδίως για τη νέα γενιά, για τα παιδιά. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση καθορίζει μια ανώτατη τιμή για το γάλα, χαμηλότερη από εκείνη που θα διαμορφωνόταν στην αγορά. Τώρα η κυβέρνηση λέει: «Ασφαλώς κάναμε όλα όσα χρειάζονταν για να μπορούν οι φτωχοί γονείς να αγοράζουν όσο γάλα χρειάζονται για να θρέψουν τα παιδιά τους».
Now let us analyze the reasons for this failure. The government hears people complain that the price of milk has gone up. And milk is certainly very important, especially for the rising generation, for children. Consequently, the government declares a maximum price for milk, a maximum price that is lower than the potential market price would be. Now the government says: “Certainly we have done everything needed in order to make it possible for poor parents to buy as much milk as they need to feed their children.”
Τι συμβαίνει, όμως; Από τη μία πλευρά, η χαμηλότερη τιμή του γάλακτος αυξάνει τη ζήτησή του· άνθρωποι που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν γάλα σε υψηλότερη τιμή μπορούν τώρα να το αγοράσουν στη χαμηλότερη τιμή που όρισε η κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά, ορισμένοι παραγωγοί, εκείνοι που παράγουν γάλα με το υψηλότερο κόστος — δηλαδή οι οριακοί παραγωγοί —, υφίστανται τώρα ζημίες, επειδή η τιμή που όρισε η κυβέρνηση είναι χαμηλότερη από το κόστος τους. Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο στην οικονομία της αγοράς. Ο ιδιώτης επιχειρηματίας, ο ιδιώτης παραγωγός, δεν μπορεί να υφίσταται ζημίες μακροπρόθεσμα. Και επειδή δεν μπορεί να υφίσταται ζημίες από το γάλα, περιορίζει την παραγωγή γάλακτος για την αγορά. Μπορεί να πουλήσει ορισμένες από τις αγελάδες του για σφαγή ή, αντί για γάλα, να πουλά ορισμένα προϊόντα που παρασκευάζονται από γάλα, όπως ξινή κρέμα, βούτυρο ή τυρί.
But what happens? On the one hand, the lower price of milk increases the demand for milk; people who could not afford to buy milk at a higher price are now able to buy it at the lower price which the government has decreed. And on the other hand some of the producers, those producers of milk who are producing at the highest cost—that is, the marginal producers—are now suffering losses, because the price which the government has decreed is lower than their costs. This is the important point in the market economy. The private entrepreneur, the private producer, cannot take losses in the long run. And as he cannot take losses in milk, he restricts the production of milk for the market. He may sell some of his cows for the slaughter house, or instead of milk he may sell some products made out of milk, for instance sour cream, butter or cheese.
Έτσι, η κρατική επέμβαση στην τιμή του γάλακτος θα έχει ως αποτέλεσμα να υπάρχει λιγότερο γάλα από πριν και, ταυτόχρονα, μεγαλύτερη ζήτηση. Ορισμένοι άνθρωποι που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν την τιμή που όρισε η κυβέρνηση δεν μπορούν να το αγοράσουν. Ένα άλλο αποτέλεσμα θα είναι ότι οι άνθρωποι, ανήσυχοι, θα σπεύδουν να φτάσουν πρώτοι στα καταστήματα. Πρέπει να περιμένουν απ’ έξω. Οι μεγάλες ουρές ανθρώπων που περιμένουν στα καταστήματα αποτελούν πάντοτε γνώριμο φαινόμενο σε μια πόλη όπου η κυβέρνηση έχει ορίσει ανώτατες τιμές για εμπορεύματα που θεωρεί σημαντικά. Αυτό συνέβη παντού όπου ελέγχθηκε η τιμή του γάλακτος. Οι οικονομολόγοι το προέβλεπαν πάντοτε. Βεβαίως, μόνο οι ορθά σκεπτόμενοι οικονομολόγοι, και ο αριθμός τους δεν είναι πολύ μεγάλος.
Thus the government’s interference with the price of milk will result in less milk than there was before, and at the same time there will be a greater demand. Some people who are prepared to pay the government-decreed price cannot buy it. Another result will be that anxious people will hurry to be first at the shops. They have to wait outside. The long lines of people waiting at shops always appear as a familiar phenomenon in a city in which the government has decreed maximum prices for commodities that the government considers as important. This has happened everywhere when the price of milk was controlled. This was always prognosticated by economists. Of course, only by sound economists, and their number is not very great.
Ποιο είναι, όμως, το αποτέλεσμα του κρατικού ελέγχου των τιμών; Η κυβέρνηση απογοητεύεται. Ήθελε να αυξήσει την ικανοποίηση όσων πίνουν γάλα. Στην πραγματικότητα, όμως, τους έχει δυσαρεστήσει. Πριν από την κρατική επέμβαση, το γάλα ήταν ακριβό, αλλά οι άνθρωποι μπορούσαν να το αγοράσουν. Τώρα η διαθέσιμη ποσότητα γάλακτος είναι ανεπαρκής. Επομένως, η συνολική κατανάλωση γάλακτος μειώνεται. Τα παιδιά παίρνουν λιγότερο γάλα, όχι περισσότερο. Το επόμενο μέτρο στο οποίο καταφεύγει τώρα η κυβέρνηση είναι η διανομή με δελτίο. Η διανομή με δελτίο, όμως, σημαίνει απλώς ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν προνομιακή μεταχείριση και παίρνουν γάλα, ενώ άλλοι δεν παίρνουν καθόλου. Το ποιος παίρνει γάλα και ποιος όχι καθορίζεται, βεβαίως, πάντοτε με πολύ αυθαίρετο τρόπο. Μια διαταγή μπορεί να ορίζει, για παράδειγμα, ότι τα παιδιά κάτω των τεσσάρων ετών πρέπει να παίρνουν γάλα και ότι τα παιδιά άνω των τεσσάρων ετών ή ηλικίας μεταξύ τεσσάρων και έξι ετών πρέπει να παίρνουν μόνο τη μισή ποσότητα από εκείνη που λαμβάνουν τα παιδιά κάτω των τεσσάρων ετών.
But what is the result of the government’s price control? The government is disappointed. It wanted to increase the satisfaction of the milk drinkers. But actually it has dissatisfied them. Before the government interfered, milk was expensive, but people could buy it. Now there is only an insufficient quantity of milk available. Therefore, the total consumption of milk drops. The children are getting less milk, not more. The next measure to which the government now resorts, is rationing. But rationing only means that certain people are privileged and are getting milk while other people are not getting any at all. Who gets milk and who does not, of course, is always very arbitrarily determined. One order may determine, for example, that children under four years old should get milk, and that children over four years, or between the age of four and six should get only half the ration which children under four years receive.
Ό,τι και αν κάνει η κυβέρνηση, το γεγονός παραμένει: η διαθέσιμη ποσότητα γάλακτος είναι μικρότερη. Έτσι, οι άνθρωποι εξακολουθούν να είναι περισσότερο δυσαρεστημένοι από πριν. Τώρα η κυβέρνηση ρωτά τους παραγωγούς γάλακτος — επειδή δεν διαθέτει αρκετή φαντασία για να το καταλάβει μόνη της: «Γιατί δεν παράγετε την ίδια ποσότητα γάλακτος που παράγατε προηγουμένως;» Η κυβέρνηση λαμβάνει την απάντηση: «Δεν μπορούμε να το κάνουμε, επειδή το κόστος παραγωγής είναι υψηλότερο από την ανώτατη τιμή που έχει καθορίσει η κυβέρνηση». Τώρα η κυβέρνηση εξετάζει το κόστος των διαφόρων στοιχείων της παραγωγής και διαπιστώνει ότι ένα από αυτά είναι οι ζωοτροφές.
Whatever the government does, the fact remains, there is only a smaller amount of milk available. Thus people are still more dissatisfied than they were before. Now the government asks the milk producers (because the government does not have enough imagination to find out for itself): “Why do you not produce the same amount of milk you produced before?” The government gets the answer: “We cannot do it, since the costs of production are higher than the maximum price which the government has established.” Now the government studies the costs of the various items of production, and it discovers one of the items is fodder.
«Α», λέει η κυβέρνηση, «τον ίδιο έλεγχο που εφαρμόσαμε στο γάλα θα τον εφαρμόσουμε τώρα και στις ζωοτροφές. Θα καθορίσουμε μια ανώτατη τιμή για τις ζωοτροφές, και τότε θα μπορείτε να ταΐζετε τις αγελάδες σας σε χαμηλότερη τιμή, με μικρότερη δαπάνη. Τότε όλα θα είναι εντάξει· θα μπορείτε να παράγετε περισσότερο γάλα και θα πουλάτε περισσότερο γάλα».
“Oh,” says the government, “the same control we applied to milk we will now apply to fodder. We will determine a maximum price for fodder, and then you will be able to feed your cows at a lower price, at a lower expenditure. Then everything will be all right; you will be able to produce more milk and you will sell more milk.”
Τι συμβαίνει, όμως, τώρα; Η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται με τις ζωοτροφές και, όπως μπορείτε να καταλάβετε, για τους ίδιους λόγους. Η παραγωγή ζωοτροφών μειώνεται και η κυβέρνηση βρίσκεται και πάλι αντιμέτωπη με ένα δίλημμα. Οργανώνει, λοιπόν, νέες ακροάσεις για να διαπιστώσει τι δεν πάει καλά με την παραγωγή ζωοτροφών. Και λαμβάνει από τους παραγωγούς ζωοτροφών μια εξήγηση ακριβώς ίδια με εκείνη που είχε λάβει από τους παραγωγούς γάλακτος. Επομένως, η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει ένα βήμα παραπέρα, αφού δεν θέλει να εγκαταλείψει την αρχή του ελέγχου των τιμών. Καθορίζει ανώτατες τιμές για τα παραγωγικά αγαθά που είναι απαραίτητα για την παραγωγή ζωοτροφών. Και η ίδια ιστορία επαναλαμβάνεται.
But what happens now? The same story repeats itself with fodder, and as you can understand, for the same reasons. The production of fodder drops and the government is again faced with a dilemma. So the government arranges new hearings, to find out what is wrong with fodder production. And it gets an explanation from the producers of fodder precisely like the one it got from the milk producers. So the government must go a step farther, since it does not want to abandon the principle of price control. It determines maximum prices for producers’ goods which are necessary for the production of fodder. And the same story happens again.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση αρχίζει να ελέγχει όχι μόνο το γάλα, αλλά και τα αυγά, το κρέας και άλλα είδη πρώτης ανάγκης. Και κάθε φορά επιτυγχάνει το ίδιο αποτέλεσμα· παντού η συνέπεια είναι η ίδια. Από τη στιγμή που η κυβέρνηση καθορίζει ανώτατη τιμή για τα καταναλωτικά αγαθά, πρέπει να προχωρήσει προς τα προηγούμενα στάδια της παραγωγής, στα παραγωγικά αγαθά, και να περιορίσει τις τιμές των παραγωγικών αγαθών που απαιτούνται για την παραγωγή των καταναλωτικών αγαθών των οποίων οι τιμές ελέγχονται. Και έτσι η κυβέρνηση, έχοντας αρχίσει με λίγους μόνο ελέγχους τιμών, προχωρεί όλο και πιο πίσω στην παραγωγική διαδικασία, καθορίζοντας ανώτατες τιμές για κάθε είδους παραγωγικά αγαθά, συμπεριλαμβανομένης, βεβαίως, της τιμής της εργασίας, διότι χωρίς έλεγχο των μισθών ο κρατικός «έλεγχος του κόστους» δεν θα είχε νόημα.
The government at the same time starts controlling not only milk, but also eggs, meat, and other necessities. And every time the government gets the same result, everywhere the consequence is the same. Once the government fixes a maximum price for consumer goods, it has to go farther back to producers’ goods, and limit the prices of the producers’ goods required for the production of the price-controlled consumer goods. And so the government, having started with only a few price controls, goes farther and farther back in the process of production, fixing maximum prices for all kinds of producers’ goods, including of course the price of labor, because without wage control, the government’s “cost control” would be meaningless.
Επιπλέον, η κυβέρνηση δεν μπορεί να περιορίσει την επέμβασή της στην αγορά μόνο σε όσα θεωρεί ζωτικής σημασίας είδη πρώτης ανάγκης, όπως το γάλα, το βούτυρο, τα αυγά και το κρέας. Πρέπει αναγκαστικά να συμπεριλάβει και τα αγαθά πολυτελείας, διότι, αν δεν περιόριζε τις τιμές τους, το κεφάλαιο και η εργασία θα εγκατέλειπαν την παραγωγή των ειδών ζωτικής ανάγκης και θα στρέφονταν στην παραγωγή όσων η κυβέρνηση θεωρεί περιττά αγαθά πολυτελείας. Έτσι, η μεμονωμένη επέμβαση σε μία ή σε λίγες τιμές καταναλωτικών αγαθών επιφέρει πάντοτε αποτελέσματα — και είναι σημαντικό να το αντιληφθούμε αυτό — ακόμη λιγότερο ικανοποιητικά από τις συνθήκες που επικρατούσαν προηγουμένως.
Moreover, the government cannot limit its interference into the market to only those things which it views as vital necessities, like milk, butter, eggs, and meat. It must necessarily include luxury goods, because if it did not limit their prices, capital and labor would abandon the production of vital necessities and would turn to producing those things which the government considers unnecessary luxury goods. Thus, the isolated interference with one or a few prices of consumer goods always brings about effects—and this is important to realize—which are even less satisfactory than the conditions that prevailed before.
Πριν από την κρατική επέμβαση, το γάλα και τα αυγά ήταν ακριβά· μετά την κρατική επέμβαση άρχισαν να εξαφανίζονται από την αγορά. Η κυβέρνηση θεωρούσε αυτά τα είδη τόσο σημαντικά, ώστε επενέβη· ήθελε να αυξήσει την ποσότητα και να βελτιώσει την προσφορά τους. Το αποτέλεσμα ήταν το αντίθετο: η μεμονωμένη επέμβαση δημιούργησε μια κατάσταση η οποία — από τη σκοπιά της κυβέρνησης — είναι ακόμη πιο ανεπιθύμητη από την προηγούμενη κατάσταση που η κυβέρνηση ήθελε να μεταβάλει. Και καθώς η κυβέρνηση προχωρεί όλο και περισσότερο, θα φτάσει τελικά σε ένα σημείο όπου όλες οι τιμές, όλα τα επίπεδα των μισθών, όλα τα επιτόκια, με λίγα λόγια τα πάντα σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα, θα καθορίζονται από την ίδια. Και αυτό, σαφώς, είναι σοσιαλισμός.
Before the government interfered, milk and eggs were expensive; after the government interfered they began to disappear from the market. The government considered those items to be so important that it interfered; it wanted to increase the quantity and improve the supply. The result was the opposite: the isolated interference brought about a condition which—from the point of view of the government—is even more undesirable than the previous state of affairs which the government wanted to alter. And as the government goes farther and farther, it will finally arrive at a point where all prices, all wage rates, all interest rates, in short everything in the whole economic system, is determined by the government. And this, clearly, is socialism.
Αυτό που σας παρουσίασα εδώ, αυτή η σχηματική και θεωρητική εξήγηση, είναι ακριβώς ό,τι συνέβη στις χώρες που επιχείρησαν να επιβάλουν έλεγχο ανώτατων τιμών και στις οποίες οι κυβερνήσεις επέδειξαν αρκετή επιμονή ώστε να προχωρήσουν βήμα προς βήμα μέχρι το τέλος. Αυτό συνέβη κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γερμανία και στην Αγγλία.
What I have told you here, this schematic and theoretical explanation, is precisely what happened in those countries which tried to enforce a maximum price control, where governments were stubborn enough to go step by step until they came to the end. This happened in the First World War in Germany and England.
Ας αναλύσουμε την κατάσταση στις δύο χώρες. Και οι δύο γνώρισαν πληθωρισμό. Οι τιμές αυξήθηκαν και οι δύο κυβερνήσεις επέβαλαν ελέγχους τιμών. Ξεκινώντας από λίγες τιμές, ξεκινώντας μόνο από το γάλα και τα αυγά, αναγκάστηκαν να προχωρούν όλο και περισσότερο. Όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος, τόσο περισσότερος πληθωρισμός δημιουργούνταν. Και ύστερα από τρία χρόνια πολέμου, οι Γερμανοί — συστηματικοί όπως πάντοτε — εκπόνησαν ένα μεγάλο σχέδιο. Το ονόμασαν Σχέδιο Hindenburg: καθετί στη Γερμανία που η κυβέρνηση θεωρούσε καλό εκείνη την εποχή έπαιρνε το όνομα του Hindenburg.
Let us analyze the situation in both countries. Both countries experienced inflation. Prices went up, and the two governments imposed price controls. Starting with a few prices, starting with only milk and eggs, they had to go farther and farther. The longer the war went on, the more inflation was generated. And after three years of war, the Germans—systematically as always—elaborated a great plan. They called it the Hindenburg Plan: everything in Germany considered to be good by the government at that time was named after Hindenburg.
Το Σχέδιο Hindenburg σήμαινε ότι ολόκληρο το γερμανικό οικονομικό σύστημα έπρεπε να ελέγχεται από την κυβέρνηση: τιμές, μισθοί, κέρδη… τα πάντα. Και η γραφειοκρατία άρχισε αμέσως να το θέτει σε εφαρμογή. Προτού, όμως, ολοκληρωθεί η εφαρμογή του, επήλθε η πανωλεθρία: η γερμανική αυτοκρατορία κατέρρευσε, ολόκληρος ο γραφειοκρατικός μηχανισμός εξαφανίστηκε, η επανάσταση έφερε τα αιματηρά της αποτελέσματα — όλα έφτασαν στο τέλος τους.
The Hindenburg Plan meant that the whole German economic system should be controlled by the government: prices, wages, profits... everything. And the bureaucracy immediately began to put this into effect. But before they had finished, the debacle came: the German empire broke down, the entire bureaucratic apparatus disappeared, the revolution brought its bloody results—things came to an end.
Στην Αγγλία ξεκίνησαν με τον ίδιο τρόπο, αλλά ύστερα από κάποιο διάστημα, την άνοιξη του 1917, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήλθαν στον πόλεμο και εφοδίασαν τους Βρετανούς με επαρκείς ποσότητες από τα πάντα. Έτσι, η πορεία προς τον σοσιαλισμό, ο δρόμος προς τη δουλοπαροικία, διακόπηκε.
In England they started in the same way, but after a time, in the spring of 1917, the United States entered the war and supplied the British with sufficient quantities of everything. Therefore the road to socialism, the road to serfdom, was interrupted.
Πριν ανέλθει ο Hitler στην εξουσία, ο καγκελάριος Brüning εισήγαγε και πάλι τον έλεγχο των τιμών στη Γερμανία για τους συνήθεις λόγους. Ο Hitler τον επέβαλε ακόμη και πριν αρχίσει ο πόλεμος. Διότι στη Γερμανία του Hitler δεν υπήρχε ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα ούτε ιδιωτική πρωτοβουλία. Υπήρχε ένα σύστημα σοσιαλισμού που διέφερε από το ρωσικό σύστημα μόνο κατά το ότι διατηρούνταν ακόμη η ορολογία και οι ονομασίες του ελεύθερου οικονομικού συστήματος. Εξακολουθούσαν να υπάρχουν «ιδιωτικές επιχειρήσεις», όπως ονομάζονταν. Ο ιδιοκτήτης, όμως, δεν ήταν πλέον επιχειρηματίας· ονομαζόταν «διευθυντής της επιχείρησης» (Betriebsführer).
Before Hitler came to power, Chancellor Brüning again introduced price control in Germany for the usual reasons. Hitler enforced it, even before the war started. For in Hitler’s Germany there was no private enterprise or private initiative. In Hitler’s Germany there was a system of socialism which differed from the Russian system only to the extent that the terminology and labels of the free economic system were still retained. There still existed “private enterprises,” as they were called. But the owner was no longer an entrepreneur, the owner was called a “shop manager” (Betriebsführer).
Ολόκληρη η Γερμανία ήταν οργανωμένη σε μια ιεραρχία από Führer· υπήρχε ο ανώτατος Führer, ο Hitler βεβαίως, και κατόπιν υπήρχαν Führer στις πολυάριθμες κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας. Και ο επικεφαλής μιας επιχείρησης ήταν ο Betriebsführer. Οι εργαζόμενοι της επιχείρησης ονομάζονταν με μια λέξη που στον Μεσαίωνα σήμαινε την ακολουθία ενός φεουδάρχη: Gefolgschaft. Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να υπακούν στις εντολές που εξέδιδε ένας οργανισμός με ένα τρομερά μακρύ όνομα: Reichsführerwirtschaftsministerium,2 επικεφαλής του οποίου ήταν ο γνωστός παχύσαρκος άνδρας ονόματι Goering, στολισμένος με κοσμήματα και παράσημα.
The whole of Germany was organized in a hierarchy of führers; there was the Highest Führer, Hitler of course, and then there were führers down to the many hierarchies of smaller führers. And the head of an enterprise was the Betriebsführer. And the workers of the enterprise were named by a word that, in the Middle Ages, had signified the retinue of a feudal lord: the Gefolgschaft. And all of these people had to obey the orders issued by an institution which had a terribly long name: Reichsführerwirtschaftsministerium, at the head of which was the well-known fat man, named Goering, adorned with jewelry and medals.
Και από αυτό το υπουργικό σώμα με το μακρύ όνομα προέρχονταν όλες οι εντολές προς κάθε επιχείρηση: τι να παράγει, σε ποια ποσότητα, από πού να προμηθεύεται τις πρώτες ύλες και πόσο να πληρώνει γι’ αυτές, σε ποιον να πουλά τα προϊόντα και σε ποιες τιμές. Οι εργάτες λάμβαναν εντολή να εργαστούν σε ένα συγκεκριμένο εργοστάσιο και έπαιρναν μισθούς που καθόριζε η κυβέρνηση. Ολόκληρο το οικονομικό σύστημα ρυθμιζόταν πλέον σε κάθε λεπτομέρεια από την κυβέρνηση.
And from this body of ministers with the long name came all the orders to every enterprise: what to produce, in what quantity, where to get the raw materials and what to pay for them, to whom to sell the products and at what prices to sell them. The workers got the order to work in a definite factory, and they received wages which the government decreed. The whole economic system was now regulated in every detail by the government.
Ο Betriebsführer δεν είχε το δικαίωμα να κρατά τα κέρδη για τον εαυτό του· λάμβανε κάτι που ισοδυναμούσε με μισθό και, αν ήθελε να πάρει περισσότερα, έλεγε, για παράδειγμα: «Είμαι πολύ άρρωστος, χρειάζομαι αμέσως εγχείρηση και η εγχείρηση θα κοστίσει 500 μάρκα». Τότε έπρεπε να ρωτήσει τον Führer της περιφέρειας — τον Gauführer ή Gauleiter — αν είχε το δικαίωμα να λάβει περισσότερα από τον μισθό που του χορηγούνταν. Οι τιμές δεν ήταν πλέον τιμές, οι μισθοί δεν ήταν πλέον μισθοί· όλα ήταν ποσοτικοί προσδιορισμοί μέσα σε ένα σύστημα σοσιαλισμού.
The Betriebsführer did not have the right to take the profits for himself; he received what amounted to a salary, and if he wanted to get more he would, for example, say: “I am very sick, I need an operation immediately, and the operation will cost 500 Marks,” then he had to ask the führer of the district (the Gauführer or Gauleiter) whether he had the right to take out more than the salary which was given to him. The prices were no longer prices, the wages were no longer wages, they were all quantitative terms in a system of socialism.
Ας σας πω τώρα πώς κατέρρευσε αυτό το σύστημα. Μια μέρα, ύστερα από χρόνια πολέμου, οι ξένοι στρατοί έφτασαν στη Γερμανία. Προσπάθησαν να διατηρήσουν αυτό το κρατικά διευθυνόμενο οικονομικό σύστημα, αλλά για να διατηρηθεί θα χρειαζόταν η ωμότητα του Hitler· χωρίς αυτήν, δεν λειτουργούσε.
Now let me tell you how that system broke down. One day, after years of fighting, the foreign armies arrived in Germany. They tried to preserve this government-directed economic system, but the brutality of Hitler would have been necessary to preserve it and, without this, it did not work.
Και ενώ αυτά συνέβαιναν στη Γερμανία, η Μεγάλη Βρετανία — κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο — έκανε ακριβώς ό,τι και η Γερμανία. Ξεκινώντας με τον έλεγχο των τιμών ορισμένων μόνο εμπορευμάτων, η βρετανική κυβέρνηση άρχισε βήμα προς βήμα — με τον ίδιο τρόπο που το είχε κάνει ο Hitler σε καιρό ειρήνης, πριν ακόμη αρχίσει ο πόλεμος — να ελέγχει όλο και μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας, ώσπου, όταν τελείωσε ο πόλεμος, είχε φτάσει σε κάτι που ήταν σχεδόν αμιγής σοσιαλισμός.
And while this was going on in Germany, Great Britain—during the Second World War—did precisely what Germany did. Starting with the price control of some commodities only, the British government began step by step (in the same way Hitler had done in peacetime, even before the start of the war) to control more and more of the economy until, by the time the war ended, they had reached something that was almost pure socialism.
Η Μεγάλη Βρετανία δεν οδηγήθηκε στον σοσιαλισμό από την κυβέρνηση των Εργατικών που σχηματίστηκε το 1945. Η Μεγάλη Βρετανία έγινε σοσιαλιστική κατά τη διάρκεια του πολέμου, μέσω της κυβέρνησης της οποίας πρωθυπουργός ήταν ο Sir Winston Churchill. Η κυβέρνηση των Εργατικών απλώς διατήρησε το σύστημα σοσιαλισμού που είχε ήδη εισαγάγει η κυβέρνηση του Sir Winston Churchill. Και αυτό παρά τη μεγάλη αντίσταση του λαού.
Great Britain was not brought to socialism by the Labour government which was established in 1945. Great Britain became socialist during the war, through the government of which Sir Winston Churchill was the prime minister. The Labour government simply retained the system of socialism which the government of Sir Winston Churchill had already introduced. And this in spite of great resistance by the people.
Οι εθνικοποιήσεις στη Μεγάλη Βρετανία δεν σήμαιναν πολλά· η εθνικοποίηση της Τράπεζας της Αγγλίας ήταν απλώς ονομαστική, επειδή η Τράπεζα της Αγγλίας βρισκόταν ήδη υπό τον πλήρη έλεγχο της κυβέρνησης. Και το ίδιο ίσχυε για την εθνικοποίηση των σιδηροδρόμων και της χαλυβουργίας. Ο «πολεμικός σοσιαλισμός», όπως ονομαζόταν — δηλαδή το σύστημα του παρεμβατισμού που προχωρούσε βήμα προς βήμα —, είχε ήδη ουσιαστικά εθνικοποιήσει το σύστημα.
The nationalizations in Great Britain did not mean very much; the nationalization of the Bank of England was merely nominal, because the Bank of England was already under the complete control of the government. And it was the same with the nationalization of the railroads and the steel industry. The “war socialism,” as it was called—meaning the system of interventionism proceeding step by step—had already virtually nationalized the system.
Η διαφορά ανάμεσα στο γερμανικό και στο βρετανικό σύστημα δεν ήταν σημαντική, αφού οι άνθρωποι που τα διαχειρίζονταν είχαν διοριστεί από την κυβέρνηση και, στις δύο περιπτώσεις, έπρεπε να υπακούν στις κυβερνητικές εντολές από κάθε άποψη. Όπως είπα προηγουμένως, το σύστημα των Γερμανών ναζί διατηρούσε τις ονομασίες και τους όρους της καπιταλιστικής ελεύθερης οικονομίας της αγοράς. Σήμαιναν, όμως, κάτι πολύ διαφορετικό: υπήρχαν πλέον μόνο κυβερνητικά διατάγματα.
The difference between the German and British systems was not important since the people who operated them had been appointed by the government and in both cases they had to obey the government’s orders in every respect. As I said before, the system of the German Nazis retained the labels and terms of the capitalistic free market economy. But they meant something very different: there were now only government decrees.
Το ίδιο ίσχυε και για το βρετανικό σύστημα. Όταν το Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία επανήλθε στην εξουσία, ορισμένοι από αυτούς τους ελέγχους καταργήθηκαν. Στη Μεγάλη Βρετανία υπάρχουν τώρα προσπάθειες από τη μία πλευρά να διατηρηθούν οι έλεγχοι και από την άλλη να καταργηθούν. (Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνούμε ότι οι συνθήκες στην Αγγλία είναι πολύ διαφορετικές από τις συνθήκες στη Ρωσία). Το ίδιο ισχύει και για άλλες χώρες που εξαρτώνται από την εισαγωγή τροφίμων και πρώτων υλών και, επομένως, πρέπει να εξάγουν βιομηχανικά προϊόντα. Για χώρες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το εξαγωγικό εμπόριο, ένα σύστημα κρατικού ελέγχου απλώς δεν λειτουργεί.
This was also true for the British system. When the Conservative party in Britain was returned to power, some of those controls were removed. In Great Britain we now have attempts from one side to retain controls and from the other side to abolish them. (But one must not forget that, in England, conditions are very different from conditions in Russia.) The same is true for other countries which depend on the importation of food and raw materials and therefore have to export manufactured goods. For countries depending heavily on export trade, a system of government control simply does not work.
Έτσι, στον βαθμό που απομένει οικονομική ελευθερία — και εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική ελευθερία σε ορισμένες χώρες, όπως η Νορβηγία, η Αγγλία και η Σουηδία —, υπάρχει λόγω της ανάγκης να διατηρηθεί το εξαγωγικό εμπόριο. Προηγουμένως επέλεξα το παράδειγμα του γάλακτος όχι επειδή έχω ιδιαίτερη προτίμηση στο γάλα, αλλά επειδή σχεδόν όλες οι κυβερνήσεις — ή οι περισσότερες από αυτές — έχουν ρυθμίσει, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τις τιμές του γάλακτος, των αυγών ή του βουτύρου.
Thus, as far as there is economic freedom left (and there is still substantial freedom in some countries, such as Norway, England, Sweden), it exists because of the necessity to retain export trade. Earlier, I chose the example of milk, not because I have a special preference for milk, but because practically all governments—or most of them—in recent decades, have regulated milk, egg or butter prices.
Θέλω να αναφερθώ με λίγα λόγια σε ένα άλλο παράδειγμα, και αυτό είναι ο έλεγχος των ενοικίων. Αν η κυβέρνηση ελέγχει τα ενοίκια, ένα αποτέλεσμα είναι ότι άνθρωποι που διαφορετικά θα μετακόμιζαν από μεγαλύτερα διαμερίσματα σε μικρότερα όταν άλλαζαν οι οικογενειακές τους συνθήκες δεν το κάνουν πλέον. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, γονείς των οποίων τα παιδιά έφυγαν από το σπίτι όταν μπήκαν στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους, παντρεύτηκαν ή πήγαν σε άλλες πόλεις για να εργαστούν. Οι γονείς αυτοί συνήθιζαν να αλλάζουν διαμέρισμα και να νοικιάζουν μικρότερο και φθηνότερο. Αυτή η ανάγκη εξαφανίστηκε όταν επιβλήθηκαν οι έλεγχοι των ενοικίων.
I want to refer, in a few words, to another example, and that is rent control. If the government controls rents, one result is that people who would otherwise have moved from bigger apartments to smaller ones when their family conditions changed, will no longer do so. For example, consider parents whose children left home when they came into their twenties, married or went into other cities to work. Such parents used to change their apartments and take smaller and cheaper ones. This necessity disappeared when rent controls were imposed.
Στη Βιέννη της Αυστρίας, στις αρχές της δεκαετίας του είκοσι, όπου ο έλεγχος των ενοικίων είχε εδραιωθεί, το χρηματικό ποσό που εισέπραττε ο ιδιοκτήτης για ένα μέσο διαμέρισμα υπό καθεστώς ελέγχου ενοικίων δεν ξεπερνούσε το διπλάσιο της τιμής ενός εισιτηρίου για μια διαδρομή με τα δημοτικά τραμ. Μπορείτε να φανταστείτε ότι οι άνθρωποι δεν είχαν κανένα κίνητρο να αλλάξουν διαμέρισμα. Και, από την άλλη πλευρά, δεν κατασκευάζονταν νέες κατοικίες. Παρόμοιες συνθήκες επικράτησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίζονται σε πολλές πόλεις έως σήμερα.
In Vienna, Austria, in the early twenties, where rent control was well-established, the amount of money that the landlord received for an average apartment under rent control was not more than twice the price of a ticket for a ride on the city-owned street cars. You can imagine that people did not have any incentive to change their apartments. And, on the other hand, there was no construction of new houses. Similar conditions prevailed in the United States after the Second World War and are continuing in many cities to this day.
Ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους πολλές πόλεις στις Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν τόσο μεγάλες οικονομικές δυσκολίες είναι ότι έχουν έλεγχο ενοικίων και τη συνακόλουθη έλλειψη κατοικιών. Έτσι, το κράτος έχει δαπανήσει δισεκατομμύρια για την κατασκευή νέων κατοικιών. Γιατί, όμως, υπήρξε τέτοια έλλειψη κατοικιών; Η έλλειψη κατοικιών προέκυψε για τους ίδιους λόγους που προκαλούσαν ελλείψεις γάλακτος όταν ελεγχόταν η τιμή του γάλακτος. Αυτό σημαίνει ότι, όταν το κράτος επεμβαίνει στην αγορά, ωθείται όλο και περισσότερο προς τον σοσιαλισμό.
One of the main reasons why many cities in the United States are in such great financial difficulty is that they have rent control and a resulting shortage of housing. So the government has spent billions for the building of new houses. But why was there such a housing shortage? The housing shortage developed for the same reasons that brought milk shortages when there was milk price control. That means: when the government interferes with the market, it is more and more driven towards socialism.
Και αυτή είναι η απάντηση σε όσους λένε: «Δεν είμαστε σοσιαλιστές, δεν θέλουμε το κράτος να ελέγχει τα πάντα. Αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό είναι κακό. Γιατί, όμως, να μην επεμβαίνει το κράτος λιγάκι στην αγορά; Γιατί να μην εξαλείφει ορισμένα πράγματα που δεν μας αρέσουν;»
And this is the answer to those people who say: “We are not socialists, we do not want the government to control everything. We realize this is bad. But why should not the government interfere a little bit with the market? Why shouldn’t the government do away with some things which we do not like?”
Αυτοί οι άνθρωποι μιλούν για μια πολιτική της «μέσης οδού». Εκείνο που δεν βλέπουν είναι ότι η μεμονωμένη επέμβαση, δηλαδή η επέμβαση σε ένα μόνο μικρό τμήμα του οικονομικού συστήματος, δημιουργεί μια κατάσταση την οποία η ίδια η κυβέρνηση — και όσοι ζητούν την κρατική επέμβαση — θεωρούν χειρότερη από τις συνθήκες που ήθελαν να καταργήσουν: όσοι ζητούν έλεγχο των ενοικίων εξοργίζονται όταν διαπιστώνουν ότι υπάρχει έλλειψη διαμερισμάτων και έλλειψη κατοικιών.
These people talk of a “middle-of-the-road” policy. What they do not see is that the isolated interference, which means the interference with only one small part of the economic system, brings about a situation which the government itself—and the people who are asking for government interference—find worse than the conditions they wanted to abolish: the people who are asking for rent control are very angry when they discover there is a shortage of apartments and a shortage of housing.
Αυτή η έλλειψη κατοικιών, όμως, δημιουργήθηκε ακριβώς από την κρατική επέμβαση, από τον καθορισμό των ενοικίων κάτω από το επίπεδο που θα έπρεπε να πληρώνουν οι άνθρωποι σε μια ελεύθερη αγορά.
But this shortage of housing was created precisely by government interference, by the establishment of rents below the level people would have had to pay in a free market.
Η ιδέα ότι υπάρχει ένα τρίτο σύστημα — ανάμεσα στον σοσιαλισμό και στον καπιταλισμό, όπως λένε οι υποστηρικτές του —, ένα σύστημα που απέχει εξίσου από τον σοσιαλισμό και από τον καπιταλισμό, αλλά διατηρεί τα πλεονεκτήματα και αποφεύγει τα μειονεκτήματα και των δύο, είναι καθαρός παραλογισμός. Όσοι πιστεύουν ότι υπάρχει ένα τέτοιο μυθικό σύστημα μπορούν να γίνουν πραγματικά ποιητικοί όταν εξυμνούν τα μεγαλεία του παρεμβατισμού. Το μόνο που μπορεί κανείς να πει είναι ότι σφάλλουν. Η κρατική επέμβαση που εξυμνούν δημιουργεί συνθήκες που δεν αρέσουν ούτε στους ίδιους.
The idea that there is a third system—between socialism and capitalism, as its supporters say—a system as far away from socialism as it is from capitalism but that retains the advantages and avoids the disadvantages of each—is pure nonsense. People who believe there is such a mythical system can become really poetic when they praise the glories of interventionism. One can only say they are mistaken. The government interference which they praise brings about conditions which they themselves do not like.
Ένα από τα προβλήματα με τα οποία θα ασχοληθώ αργότερα είναι ο προστατευτισμός. Η κυβέρνηση προσπαθεί να απομονώσει την εγχώρια αγορά από την παγκόσμια αγορά. Επιβάλλει δασμούς που αυξάνουν την εγχώρια τιμή ενός εμπορεύματος πάνω από την τιμή της παγκόσμιας αγοράς, καθιστώντας δυνατό στους εγχώριους παραγωγούς να σχηματίσουν καρτέλ. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση επιτίθεται στα καρτέλ, δηλώνοντας: «Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι απαραίτητη νομοθεσία κατά των καρτέλ».
One of the problems I will deal with later is protectionism. The government tries to isolate the domestic market from the world market. It introduces tariffs which raise the domestic price of a commodity above the world market price, making it possible for domestic producers to form cartels. The cartels are then attacked by the government, declaring: “Under these conditions, anti-cartel legislation is necessary.”
Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν και άλλοι λόγοι για την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία και για την κυβερνητική εκστρατεία κατά του φάσματος του μονοπωλίου.
This is precisely the situation with most of the European governments. In the United States, there are yet other reasons for antitrust legislation and the government’s campaign against the specter of monopoly.
Είναι παράλογο να βλέπει κανείς την κυβέρνηση — η οποία δημιουργεί με τη δική της παρέμβαση τις συνθήκες που καθιστούν δυνατή την εμφάνιση εγχώριων καρτέλ — να στρέφει κατηγορηματικά το δάχτυλο προς τις επιχειρήσεις, λέγοντας: «Υπάρχουν καρτέλ· επομένως, είναι αναγκαία η κρατική επέμβαση στην επιχειρηματική δραστηριότητα». Θα ήταν πολύ απλούστερο να αποφευχθούν τα καρτέλ με τον τερματισμό της κρατικής επέμβασης στην αγορά — μιας επέμβασης που καθιστά δυνατά αυτά τα καρτέλ.
It is absurd to see the government—which creates by its own intervention the conditions making possible the emergence of domestic cartels—point its finger at business, saying: “There are cartels, therefore government interference with business is necessary.” It would be much simpler to avoid cartels by ending the government’s interference with the market—an interference which makes these cartels possible.
Η ιδέα της κρατικής επέμβασης ως «λύσης» στα οικονομικά προβλήματα οδηγεί, σε κάθε χώρα, σε συνθήκες που είναι, τουλάχιστον, πολύ ανεπαρκείς και συχνά αρκετά χαοτικές. Αν η κυβέρνηση δεν σταματήσει εγκαίρως, θα επιφέρει τον σοσιαλισμό.
The idea of government interference as a “solution” to economic problems leads, in every country, to conditions which, at the least, are very unsatisfactory and often quite chaotic. If the government does not stop in time, it will bring on socialism.
Παρ’ όλα αυτά, η κρατική επέμβαση στην επιχειρηματική δραστηριότητα εξακολουθεί να είναι πολύ δημοφιλής. Μόλις σε κάποιον δεν αρέσει κάτι που συμβαίνει στον κόσμο, λέει: «Η κυβέρνηση οφείλει να κάνει κάτι γι’ αυτό. Για ποιον λόγο έχουμε κυβέρνηση; Η κυβέρνηση πρέπει να το κάνει». Και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό κατάλοιπο σκέψης παλαιότερων εποχών, εποχών που προηγήθηκαν της σύγχρονης ελευθερίας και της σύγχρονης συνταγματικής διακυβέρνησης, πριν από την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση ή τον σύγχρονο ρεπουμπλικανισμό.
Nevertheless, government interference with business is still very popular. As soon as someone does not like something that happens in the world, he says: “The government ought to do something about it. What do we have a government for? The government should do it.” And this is a characteristic remnant of thought from past ages, of ages preceding modern freedom, modern constitutional government, before representative government or modern republicanism.
Επί αιώνες υπήρχε η δοξασία — την οποία υποστήριζαν και αποδέχονταν όλοι — ότι ένας βασιλιάς, ένας χρισμένος βασιλιάς, ήταν απεσταλμένος του Θεού· διέθετε μεγαλύτερη σοφία από τους υπηκόους του και είχε υπερφυσικές δυνάμεις. Ακόμη και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, άνθρωποι που υπέφεραν από ορισμένες ασθένειες προσδοκούσαν να θεραπευτούν με το βασιλικό άγγιγμα, με το χέρι του βασιλιά. Οι γιατροί ήταν συνήθως καλύτεροι· παρ’ όλα αυτά, έστελναν τους ασθενείς τους να δοκιμάσουν και τον βασιλιά.
For centuries there was the doctrine—maintained and accepted by everyone—that a king, an anointed king, was the messenger of God; he had more wisdom than his subjects, and he had supernatural powers. As recently as the beginning of the nineteenth century, people suffering from certain diseases expected to be cured by the royal touch, by the hand of the king. Doctors were usually better; nevertheless, they had their patients try the king.
Αυτή η δοξασία της ανωτερότητας μιας πατρικής κυβέρνησης, των υπερφυσικών και υπεράνθρωπων δυνάμεων των κληρονομικών βασιλέων, εξαφανίστηκε σταδιακά — ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε. Επανήλθε, όμως. Υπήρχε ένας Γερμανός καθηγητής ονόματι Werner Sombart — τον γνώριζα πολύ καλά —, ο οποίος ήταν γνωστός σε ολόκληρο τον κόσμο, επίτιμος διδάκτορας πολλών πανεπιστημίων και επίτιμο μέλος της American Economic Association. Ο καθηγητής αυτός έγραψε ένα βιβλίο που κυκλοφορεί σε αγγλική μετάφραση από την Princeton University Press. Κυκλοφορεί επίσης σε γαλλική μετάφραση και πιθανότατα και σε ισπανική — τουλάχιστον ελπίζω να κυκλοφορεί, διότι τότε μπορείτε να ελέγξετε όσα λέω. Σε αυτό το βιβλίο, που εκδόθηκε στον αιώνα μας και όχι στους Σκοτεινούς Αιώνες, ο Werner Sombart, καθηγητής οικονομικών, λέει απλώς: «Ο Führer, ο δικός μας Führer» — εννοεί, βεβαίως, τον Hitler — «λαμβάνει τις εντολές του απευθείας από τον Θεό, τον Führer του Σύμπαντος».
This doctrine of the superiority of a paternal government, of the supernatural and superhuman powers of the hereditary kings gradually disappeared—or at least we thought so. But it came back again. There was a German professor named Werner Sombart (I knew him very well), who was known the world over, who was an honorary doctor of many universities and an honorary member of the American Economic Association. That professor wrote a book, which is available in an English translation, published by the Princeton University Press. It is available also in a French translation, and probably also in Spanish—at least I hope it is available, because then you can check what I am saying. In this book, published in our century, not in the Dark Ages, Werner Sombart, a professor of economics, simply says: “The Führer, our Führer”—he means, of course, Hitler—“gets his orders directly from God, the Führer of the Universe.”
Μίλησα προηγουμένως για αυτή την ιεραρχία των Führer και, μέσα σε αυτή την ιεραρχία, ανέφερα τον Hitler ως τον «υπέρτατο Führer»… Σύμφωνα, όμως, με τον Werner Sombart, υπάρχει ένας ακόμη ανώτερος Führer, ο Θεός, ο Führer του Σύμπαντος. Και ο Θεός, έγραψε, δίνει τις εντολές Του απευθείας στον Hitler. Βεβαίως, ο καθηγητής Sombart είπε με μεγάλη μετριοφροσύνη: «Δεν γνωρίζουμε πώς επικοινωνεί ο Θεός με τον Führer. Το γεγονός, όμως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί».
I spoke of this hierarchy of the führers earlier, and in this hierarchy, I mentioned Hitler as the “Supreme Führer”... But there is, according to Werner Sombart, a still higher Führer, God, the Führer of the universe. And God, he wrote, gives His orders directly to Hitler. Of course, Professor Sombart said very modestly: “We do not know how God communicates with the Führer. But the fact cannot be denied.”
Αν, λοιπόν, ακούσετε ότι ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να εκδοθεί στη γερμανική γλώσσα, στη γλώσσα ενός έθνους που κάποτε εξυμνούνταν ως «το έθνος των φιλοσόφων και των ποιητών», και αν το δείτε μεταφρασμένο στα αγγλικά και στα γαλλικά, τότε δεν θα εκπλαγείτε που ακόμη και ένας μικρός γραφειοκράτης θεωρεί τον εαυτό του σοφότερο και καλύτερο από τους πολίτες και θέλει να επεμβαίνει στα πάντα, μολονότι είναι απλώς ένας ασήμαντος γραφειοκρατίσκος και όχι ο περίφημος καθηγητής Werner Sombart, επίτιμο μέλος των πάντων.
Now, if you hear that such a book can be published in the German language, the language of a nation which was once hailed as “the nation of philosophers and poets,” and if you see it translated into English and French, then you will not be astonished at the fact that even a little bureaucrat considers himself wiser and better than the citizens and wants to interfere with everything, even though he is only a poor little bureaucrat, and not the famous Professor Werner Sombart, honorary member of everything.
Υπάρχει τρόπος αντιμετώπισης τέτοιων φαινομένων; Θα έλεγα πως ναι, υπάρχει. Και αυτός είναι η δύναμη των πολιτών· πρέπει να εμποδίζουν την εγκαθίδρυση ενός τέτοιου απολυταρχικού καθεστώτος, που αξιώνει για τον εαυτό του ανώτερη σοφία από εκείνη του μέσου πολίτη. Αυτή είναι η θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στην ελευθερία και στη δουλοπαροικία.
Is there a remedy against such happenings? I would say, yes, there is a remedy. And this remedy is the power of the citizens; they have to prevent the establishment of such an autocratic regime that arrogates to itself a higher wisdom than that of the average citizen. This is the fundamental difference between freedom and serfdom.
Τα σοσιαλιστικά έθνη έχουν οικειοποιηθεί τον όρο δημοκρατία. Οι Ρώσοι αποκαλούν το δικό τους σύστημα Λαϊκή Δημοκρατία· πιθανότατα υποστηρίζουν ότι ο λαός εκπροσωπείται στο πρόσωπο του δικτάτορα. Νομίζω ότι ένας δικτάτορας, ο Juan Perón εδώ στην Αργεντινή, έλαβε μια καλή απάντηση όταν εξαναγκάστηκε σε εξορία το 1955. Ας ελπίσουμε ότι όλοι οι άλλοι δικτάτορες, σε άλλα έθνη, θα λάβουν παρόμοια απάντηση.
The socialist nations have arrogated to themselves the term democracy. The Russians call their own system a People’s Democracy; they probably maintain that the people are represented in the person of the dictator. I think that one dictator, Juan Perón here in Argentina, was given a good answer when he was forced into exile in 1955. Let us hope that all other dictators, in other nations, will be accorded a similar response.
Αν η προσφορά χαβιαριού ήταν εξίσου άφθονη με την προσφορά πατάτας, η τιμή του χαβιαριού — δηλαδή η σχέση ανταλλαγής μεταξύ χαβιαριού και χρήματος ή μεταξύ χαβιαριού και άλλων εμπορευμάτων — θα μεταβαλλόταν σημαντικά. Σε αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε κανείς να αποκτήσει χαβιάρι με πολύ μικρότερη θυσία από εκείνη που απαιτείται σήμερα. Ομοίως, αν αυξηθεί η ποσότητα χρήματος, μειώνεται η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας και μειώνεται επίσης η ποσότητα αγαθών που μπορεί να αποκτηθεί με μία μονάδα αυτού του χρήματος.
If the supply of caviar were as plentiful as the supply of potatoes, the price of caviar—that is, the exchange ratio between caviar and money or caviar and other commodities—would change considerably. In that case, one could obtain caviar at a much smaller sacrifice than is required today. Likewise, if the quantity of money is increased, the purchasing power of the monetary unit decreases, and the quantity of goods that can be obtained for one unit of this money decreases also.
Όταν, τον δέκατο έκτο αιώνα, ανακαλύφθηκαν και άρχισαν να αξιοποιούνται τα αποθέματα χρυσού και αργύρου της Αμερικής, τεράστιες ποσότητες αυτών των πολύτιμων μετάλλων μεταφέρθηκαν στην Ευρώπη. Αποτέλεσμα αυτής της αύξησης της ποσότητας χρήματος ήταν μια γενική τάση ανόδου των τιμών στην Ευρώπη. Με τον ίδιο τρόπο, σήμερα, όταν μια κυβέρνηση αυξάνει την ποσότητα χαρτονομίσματος, το αποτέλεσμα είναι ότι η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας αρχίζει να μειώνεται και, επομένως, οι τιμές αυξάνονται. Αυτό ονομάζεται πληθωρισμός.
When, in the sixteenth century, American resources of gold and silver were discovered and exploited, enormous quantities of the precious metals were transported to Europe. The result of this increase in the quantity of money was a general tendency toward an upward movement of prices in Europe. In the same way, today, when a government increases the quantity of paper money, the result is that the purchasing power of the monetary unit begins to drop, and so prices rise. This is called inflation.
Δυστυχώς, στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και σε άλλες χώρες, ορισμένοι προτιμούν να αποδίδουν την αιτία του πληθωρισμού όχι στην αύξηση της ποσότητας χρήματος, αλλά στην άνοδο των τιμών.
Unfortunately, in the United States, as well as in other countries, some people prefer to attribute the cause of inflation not to an increase in the quantity of money but, rather, to the rise in prices.
Ωστόσο, δεν έχει διατυπωθεί ποτέ κανένα σοβαρό επιχείρημα κατά της οικονομικής ερμηνείας της σχέσης ανάμεσα στις τιμές και στην ποσότητα χρήματος ή της σχέσης ανταλλαγής ανάμεσα στο χρήμα και στα άλλα αγαθά, εμπορεύματα και υπηρεσίες. Υπό τις σημερινές τεχνολογικές συνθήκες, τίποτε δεν είναι ευκολότερο από την κατασκευή κομματιών χαρτιού πάνω στα οποία τυπώνονται ορισμένα χρηματικά ποσά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου όλα τα χαρτονομίσματα έχουν το ίδιο μέγεθος, η εκτύπωση ενός χαρτονομίσματος χιλίων δολαρίων δεν κοστίζει στην κυβέρνηση περισσότερο από την εκτύπωση ενός χαρτονομίσματος ενός δολαρίου. Πρόκειται αποκλειστικά για μια διαδικασία εκτύπωσης που απαιτεί την ίδια ποσότητα χαρτιού και μελανιού.
However, there has never been any serious argument against the economic interpretation of the relationship between prices and the quantity of money, or the exchange ratio between money and other goods, commodities, and services. Under present day technological conditions there is nothing easier than to manufacture pieces of paper upon which certain monetary amounts are printed. In the United States, where all the notes are of the same size, it does not cost the government more to print a bill of a thousand dollars than it does to print a bill of one dollar. It is purely a printing procedure that requires the same quantity of paper and ink.
Τον δέκατο όγδοο αιώνα, όταν έγιναν οι πρώτες προσπάθειες έκδοσης τραπεζογραμματίων και απόδοσης σε αυτά της ιδιότητας του νόμιμου μέσου πληρωμής — δηλαδή του δικαιώματος να γίνονται δεκτά στις συναλλαγές όπως γίνονταν δεκτά τα χρυσά και αργυρά νομίσματα —, οι κυβερνήσεις και τα έθνη πίστευαν ότι οι τραπεζίτες κατείχαν κάποια μυστική γνώση που τους επέτρεπε να παράγουν πλούτο από το τίποτε. Όταν οι κυβερνήσεις του δέκατου όγδοου αιώνα αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες, πίστευαν ότι το μόνο που χρειάζονταν για να απαλλαγούν από όλες τις δυσκολίες τους ήταν ένας ευφυής τραπεζίτης επικεφαλής της οικονομικής τους διαχείρισης.
In the eighteenth century, when the first attempts were made to issue bank notes and to give these bank notes the quality of legal tender—that is, the right to be honored in exchange transactions in the same way that gold and silver pieces were honored—the governments and nations believed that bankers had some secret knowledge enabling them to produce wealth out of nothing. When the governments of the eighteenth century were in financial difficulties, they thought all they needed was a clever banker at the head of their financial management in order to get rid of all their difficulties.
Μερικά χρόνια πριν από τη Γαλλική Επανάσταση, όταν το Στέμμα της Γαλλίας αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, ο βασιλιάς της Γαλλίας αναζήτησε έναν τέτοιον ευφυή τραπεζίτη και τον διόρισε σε υψηλή θέση. Ο άνθρωπος αυτός ήταν, από κάθε άποψη, το αντίθετο εκείνων που έως τότε κυβερνούσαν τη Γαλλία. Πρώτα απ’ όλα, δεν ήταν Γάλλος· ήταν ξένος — ένας Ελβετός από τη Γενεύη, ο Jacques Necker. Δεύτερον, δεν ήταν μέλος της αριστοκρατίας· ήταν ένας απλός άνθρωπος χωρίς τίτλο ευγενείας. Και, πράγμα ακόμη σημαντικότερο στη Γαλλία του δέκατου όγδοου αιώνα, δεν ήταν καθολικός αλλά προτεστάντης. Έτσι, ο κύριος Necker, ο πατέρας της περίφημης Madame de Staël, έγινε υπουργός Οικονομικών και όλοι περίμεναν από αυτόν να λύσει τα οικονομικά προβλήματα της Γαλλίας. Παρά τον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που απολάμβανε ο κύριος Necker, όμως, το βασιλικό ταμείο παρέμενε άδειο — το μεγαλύτερο λάθος του Necker ήταν η προσπάθειά του να χρηματοδοτήσει τη βοήθεια προς τους Αμερικανούς αποίκους στον πόλεμο της ανεξαρτησίας τους εναντίον της Αγγλίας χωρίς να αυξήσει τους φόρους. Αυτός ασφαλώς δεν ήταν ο σωστός τρόπος αντιμετώπισης των οικονομικών δυσχερειών της Γαλλίας.
Some years before the French Revolution, when the royalty of France was in financial trouble, the king of France sought out such a clever banker, and appointed him to a high position. This man was, in every regard, the opposite of the people who, up to that time, had ruled France. First of all he was not a Frenchman, he was a foreigner—a Swiss from Geneva, Jacques Necker. Secondly, he was not a member of the aristocracy, he was a simple commoner. And what counted even more in eighteenth century France, he was not a Catholic, but a Protestant. And so Monsieur Necker, the father of the famous Madame de Staël, became the minister of finance, and everyone expected him to solve the financial problems of France. But in spite of the high degree of confidence Monsieur Necker enjoyed, the royal cashbox remained empty—Necker’s greatest mistake having been his attempt to finance aid to the American colonists in their war of independence against England without raising taxes. That was certainly the wrong way to go about solving France’s financial troubles.
Δεν μπορεί να υπάρχει κάποιος μυστικός τρόπος επίλυσης των οικονομικών προβλημάτων μιας κυβέρνησης· αν χρειάζεται χρήματα, πρέπει να τα εξασφαλίσει φορολογώντας τους πολίτες της ή, υπό ειδικές συνθήκες, δανειζόμενη από ανθρώπους που διαθέτουν χρήματα. Πολλές κυβερνήσεις, όμως — μπορούμε μάλιστα να πούμε οι περισσότερες —, πιστεύουν ότι υπάρχει και άλλη μέθοδος για να εξασφαλίσουν τα χρήματα που χρειάζονται: απλώς να τα τυπώσουν.
There can be no secret way to the solution of the financial problems of a government; if it needs money, it has to obtain the money by taxing its citizens (or, under special conditions, by borrowing it from people who have the money). But many governments, we can even say most governments, think there is another method for getting the needed money; simply to print it.
Αν η κυβέρνηση θέλει να κάνει κάτι ωφέλιμο — αν, για παράδειγμα, θέλει να κατασκευάσει ένα νοσοκομείο —, ο τρόπος να βρει τα αναγκαία χρήματα για αυτό το έργο είναι να φορολογήσει τους πολίτες και να κατασκευάσει το νοσοκομείο με τα φορολογικά έσοδα. Τότε δεν θα επέλθει κάποια ιδιαίτερη «επανάσταση των τιμών», διότι, όταν η κυβέρνηση συγκεντρώνει χρήματα για την κατασκευή του νοσοκομείου, οι πολίτες — έχοντας πληρώσει τους φόρους — αναγκάζονται να μειώσουν τις δαπάνες τους. Ο μεμονωμένος φορολογούμενος αναγκάζεται να περιορίσει είτε την κατανάλωσή του είτε τις επενδύσεις του είτε την αποταμίευσή του. Η κυβέρνηση, εμφανιζόμενη στην αγορά ως αγοραστής, αντικαθιστά τον μεμονωμένο πολίτη: ο πολίτης αγοράζει λιγότερα, αλλά η κυβέρνηση αγοράζει περισσότερα. Η κυβέρνηση, βεβαίως, δεν αγοράζει πάντοτε τα ίδια αγαθά που θα αγόραζαν οι πολίτες· κατά μέσο όρο, όμως, δεν σημειώνεται άνοδος των τιμών εξαιτίας της κατασκευής του νοσοκομείου από την κυβέρνηση.
If the government wants to do something beneficial—if, for example, it wants to build a hospital—the way to find the needed money for this project is to tax the citizens and build the hospital out of tax revenues. Then no special “price revolution” will occur, because when the government collects money for the construction of the hospital, the citizens—having paid the taxes—are forced to reduce their spending. The individual taxpayer is forced to restrict either his consumption, his investments or his savings. The government, appearing on the market as a buyer, replaces the individual citizen: the citizen buys less, but the government buys more. The government, of course, does not always buy the same goods which the citizens would have bought; but on the average there occurs no rise in prices due to the government’s construction of a hospital.
Επιλέγω αυτό το παράδειγμα του νοσοκομείου ακριβώς επειδή οι άνθρωποι λένε μερικές φορές: «Έχει σημασία αν η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα χρήματά της για καλούς ή για κακούς σκοπούς». Θέλω να υποθέσω ότι η κυβέρνηση χρησιμοποιεί πάντοτε τα χρήματα που έχει τυπώσει για τους καλύτερους δυνατούς σκοπούς — σκοπούς με τους οποίους συμφωνούμε όλοι. Διότι δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο δαπανώνται τα χρήματα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο τα εξασφαλίζει η κυβέρνηση εκείνος που επιφέρει τις συνέπειες τις οποίες ονομάζουμε πληθωρισμό και τις οποίες οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο σήμερα δεν θεωρούν ωφέλιμες.
I choose this example of a hospital precisely because people sometimes say: “It makes a difference whether the government uses its money for good or for bad purposes.” I want to assume that the government always uses the money which it has printed for the best possible purposes—purposes with which we all agree. For it is not the way in which the money is spent, it is the way in which the government obtains this money that brings about those consequences we call inflation and which most people in the world today do not consider as beneficial.
Για παράδειγμα, χωρίς να αυξήσει πληθωριστικά την ποσότητα χρήματος, η κυβέρνηση θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα χρήματα που εισέπραξε από τη φορολογία για να προσλάβει νέους υπαλλήλους ή για να αυξήσει τους μισθούς όσων βρίσκονται ήδη στην κρατική υπηρεσία. Τότε αυτοί οι άνθρωποι, των οποίων οι μισθοί αυξήθηκαν, μπορούν να αγοράζουν περισσότερα. Όταν η κυβέρνηση φορολογεί τους πολίτες και χρησιμοποιεί αυτά τα χρήματα για να αυξήσει τους μισθούς των κρατικών υπαλλήλων, οι φορολογούμενοι έχουν λιγότερα να δαπανήσουν, αλλά οι κρατικοί υπάλληλοι έχουν περισσότερα. Οι τιμές γενικά δεν θα αυξηθούν.
For example, without inflating, the government could use the tax-collected money for hiring new employees or for raising the salaries of those who are already in government service. Then these people, whose salaries have been increased, are in a position to buy more. When the government taxes the citizens and uses this money to increase the salaries of government employees, the taxpayers have less to spend, but the government employees have more. Prices in general will not increase.
Αν, όμως, η κυβέρνηση δεν χρησιμοποιήσει για αυτόν τον σκοπό φορολογικά έσοδα, αλλά νεοτυπωμένο χρήμα, αυτό σημαίνει ότι θα υπάρχουν άνθρωποι που θα έχουν τώρα περισσότερα χρήματα, ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα εξακολουθούν να έχουν όσα είχαν προηγουμένως. Έτσι, όσοι έλαβαν το νεοτυπωμένο χρήμα θα ανταγωνίζονται εκείνους που ήταν ήδη αγοραστές. Και εφόσον δεν υπάρχουν περισσότερα εμπορεύματα από πριν, αλλά υπάρχει περισσότερο χρήμα στην αγορά — και εφόσον υπάρχουν τώρα άνθρωποι που μπορούν να αγοράσουν σήμερα περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να αγοράσουν χθες —, θα υπάρξει πρόσθετη ζήτηση για την ίδια ποσότητα αγαθών. Επομένως, οι τιμές θα τείνουν να αυξηθούν. Αυτό δεν μπορεί να αποφευχθεί, ανεξάρτητα από τη χρήση αυτού του νεοεκδοθέντος χρήματος.
But if the government does not use tax money for this purpose, if it uses freshly printed money instead, it means that there will be people who now have more money while all other people still have as much as they had before. So those who received the newly-printed money will be competing with those people who were buyers before. And since there are no more commodities than there were previously, but there is more money on the market—and since there are now people who can buy more today than they could have bought yesterday—there will be an additional demand for that same quantity of goods. Therefore prices will tend to go up. This cannot be avoided, no matter what the use of this newly-issued money will be.
Και, ακόμη σημαντικότερο, αυτή η τάση ανόδου των τιμών θα αναπτυχθεί βήμα προς βήμα· δεν πρόκειται για μια γενική ανοδική κίνηση αυτού που έχει ονομαστεί «επίπεδο των τιμών». Η μεταφορική έκφραση «επίπεδο των τιμών» δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται.
And more importantly, this tendency for prices to go up will develop step by step; it is not a general upward movement of what has been called the “price level.” The metaphorical expression “price level” must never be used.
Όταν οι άνθρωποι μιλούν για «επίπεδο των τιμών», έχουν κατά νου την εικόνα της στάθμης ενός υγρού, η οποία ανεβαίνει ή κατεβαίνει ανάλογα με την αύξηση ή τη μείωση της ποσότητάς του, αλλά η οποία, όπως η στάθμη ενός υγρού σε μια δεξαμενή, ανεβαίνει πάντοτε ομοιόμορφα. Στις τιμές, όμως, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο όπως ένα «επίπεδο». Οι τιμές δεν μεταβάλλονται στον ίδιο βαθμό και ταυτόχρονα. Υπάρχουν πάντοτε τιμές που μεταβάλλονται ταχύτερα, που αυξάνονται ή μειώνονται ταχύτερα από άλλες. Και υπάρχει λόγος γι’ αυτό.
When people talk of a “price level,” they have in mind the image of a level of a liquid which goes up or down according to the increase or decrease in its quantity, but which, like a liquid in a tank, always rises evenly. But with prices, there is no such thing as a “level.” Prices do not change to the same extent at the same time. There are always prices that are changing more rapidly, rising or falling more rapidly than other prices. There is a reason for this.
Σκεφτείτε την περίπτωση του κρατικού υπαλλήλου που έλαβε το νέο χρήμα το οποίο προστέθηκε στην προσφορά χρήματος. Οι άνθρωποι δεν αγοράζουν σήμερα ακριβώς τα ίδια εμπορεύματα και στις ίδιες ποσότητες όπως χθες. Το πρόσθετο χρήμα που τύπωσε η κυβέρνηση και εισήγαγε στην αγορά δεν χρησιμοποιείται για την αγορά όλων των εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Χρησιμοποιείται για την αγορά ορισμένων εμπορευμάτων, των οποίων οι τιμές θα αυξηθούν, ενώ οι τιμές άλλων εμπορευμάτων θα παραμείνουν ακόμη στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν εισαχθεί το νέο χρήμα στην αγορά. Επομένως, όταν αρχίζει ο πληθωρισμός, οι διάφορες ομάδες του πληθυσμού επηρεάζονται από αυτόν με διαφορετικούς τρόπους. Οι ομάδες που λαμβάνουν πρώτες το νέο χρήμα αποκομίζουν ένα προσωρινό όφελος.
Consider the case of the government employee who received the new money added to the money supply. People do not buy today precisely the same commodities and in the same quantities as they did yesterday. The additional money which the government has printed and introduced into the market is not used for the purchase of all commodities and services. It is used for the purchase of certain commodities, the prices of which will rise, while other commodities will still remain at the prices that prevailed before the new money was put on the market. Therefore, when inflation starts, different groups within the population are affected by this inflation in different ways. Those groups who get the new money first gain a temporary benefit.
Όταν η κυβέρνηση αυξάνει πληθωριστικά την ποσότητα χρήματος για να διεξαγάγει έναν πόλεμο, πρέπει να αγοράσει πολεμοφόδια, και οι πρώτοι που λαμβάνουν το πρόσθετο χρήμα είναι οι βιομηχανίες πολεμοφοδίων και οι εργαζόμενοί τους. Αυτές οι ομάδες βρίσκονται τώρα σε πολύ ευνοϊκή θέση. Έχουν υψηλότερα κέρδη και υψηλότερους μισθούς· οι δουλειές τους προχωρούν. Γιατί; Επειδή έλαβαν πρώτες το πρόσθετο χρήμα. Και έχοντας τώρα περισσότερα χρήματα στη διάθεσή τους, αγοράζουν. Αγοράζουν από άλλους ανθρώπους, οι οποίοι κατασκευάζουν και πωλούν τα εμπορεύματα που επιθυμούν αυτοί οι παραγωγοί πολεμοφοδίων.
When the government inflates in order to wage a war, it has to buy munitions, and the first to get the additional money are the munitions industries and the workers within these industries. These groups are now in a very favorable position. They have higher profits and higher wages; their business is moving. Why? Because they were the first to receive the additional money. And having now more money at their disposal, they are buying. And they are buying from other people who are manufacturing and selling the commodities that these munitions makers want.
Αυτοί οι άλλοι άνθρωποι αποτελούν μια δεύτερη ομάδα. Και αυτή η δεύτερη ομάδα θεωρεί τον πληθωρισμό πολύ καλό για τις επιχειρήσεις. Γιατί όχι; Δεν είναι θαυμάσιο να πουλά κανείς περισσότερα; Για παράδειγμα, ο ιδιοκτήτης ενός εστιατορίου κοντά σε ένα εργοστάσιο πολεμοφοδίων λέει: «Είναι πραγματικά υπέροχο! Οι εργάτες των πολεμοφοδίων έχουν περισσότερα χρήματα· είναι τώρα πολύ περισσότεροι από πριν· όλοι προτιμούν το εστιατόριό μου· είμαι πολύ ευχαριστημένος». Δεν βλέπει κανέναν λόγο να αισθάνεται διαφορετικά.
These other people form a second group. And this second group considers inflation to be very good for business. Why not? Isn’t it wonderful to sell more? For example, the owner of a restaurant in the neighborhood of a munitions factory says: “It is really marvelous! The munitions workers have more money; there are many more of them now than before; they are all patronizing my restaurant; I am very happy about it.” He does not see any reason to feel otherwise.
Η κατάσταση είναι η εξής: οι άνθρωποι στους οποίους φτάνει πρώτο το χρήμα έχουν τώρα υψηλότερο εισόδημα και μπορούν ακόμη να αγοράζουν πολλά εμπορεύματα και υπηρεσίες σε τιμές που αντιστοιχούν στην προηγούμενη κατάσταση της αγοράς, στις συνθήκες που επικρατούσαν την παραμονή της έναρξης του πληθωρισμού. Επομένως, βρίσκονται σε πολύ ευνοϊκή θέση. Και έτσι ο πληθωρισμός συνεχίζεται βήμα προς βήμα, από τη μία ομάδα του πληθυσμού στην άλλη. Όλοι όσοι λαμβάνουν το πρόσθετο χρήμα στο αρχικό στάδιο του πληθωρισμού ωφελούνται, επειδή αγοράζουν ορισμένα πράγματα σε τιμές που εξακολουθούν να αντιστοιχούν στην προηγούμενη κατάσταση της σχέσης ανταλλαγής μεταξύ χρήματος και εμπορευμάτων.
The situation is this: those people to whom the money comes first now have a higher income, and they can still buy many commodities and services at prices which correspond to the previous state of the market, to the condition that existed on the eve of inflation. Therefore, they are in a very favorable position. And thus inflation continues step by step, from one group of the population to another. And all those to whom the additional money comes at the early state of inflation are benefited because they are buying some things at prices still corresponding to the previous stage of the the exchange ratio between money and commodities.
Υπάρχουν, όμως, άλλες ομάδες του πληθυσμού στις οποίες αυτό το πρόσθετο χρήμα φτάνει πολύ, πολύ αργότερα. Αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται σε δυσμενή θέση. Προτού φτάσει σε αυτούς το πρόσθετο χρήμα, αναγκάζονται να πληρώνουν υψηλότερες τιμές από πριν για ορισμένα — ή για σχεδόν όλα — τα εμπορεύματα που ήθελαν να αγοράσουν, ενώ το εισόδημά τους έχει παραμείνει το ίδιο ή δεν έχει αυξηθεί αναλογικά με τις τιμές.
But there are other groups in the population to whom this additional money comes much, much later. These people are in an unfavorable position. Before the additional money comes to them they are forced to pay higher prices than they paid before for some—or for practically all—of the commodities they wanted to purchase, while their income has remained the same, or has not increased proportionately with prices.
Σκεφτείτε, για παράδειγμα, μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο· από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός εκείνης της εποχής ευνόησε τους εργάτες των πολεμοφοδίων, τις βιομηχανίες πολεμοφοδίων και τους κατασκευαστές όπλων, ενώ από την άλλη έβλαψε άλλες ομάδες του πληθυσμού. Και εκείνοι που υπέστησαν τις μεγαλύτερες απώλειες από τον πληθωρισμό ήταν οι εκπαιδευτικοί και οι κληρικοί.
Consider for instance a country like the United States during the Second World War; on the one hand, inflation at that time favored the munitions workers, the munitions industries, the manufacturers of guns, while on the other hand it worked against other groups of the population. And the ones who suffered the greatest disadvantages from inflation were the teachers and the ministers.
Όπως γνωρίζετε, ένας κληρικός είναι ένας πολύ ταπεινός άνθρωπος που υπηρετεί τον Θεό και δεν πρέπει να μιλά υπερβολικά για χρήματα. Οι εκπαιδευτικοί, ομοίως, είναι αφοσιωμένοι άνθρωποι που αναμένεται να σκέφτονται περισσότερο τη μόρφωση των νέων παρά τους μισθούς τους. Κατά συνέπεια, οι εκπαιδευτικοί και οι κληρικοί συγκαταλέγονταν σε εκείνους που επλήγησαν περισσότερο από τον πληθωρισμό, διότι τα διάφορα σχολεία και οι εκκλησίες ήταν οι τελευταίοι φορείς που αντιλήφθηκαν ότι έπρεπε να αυξήσουν τους μισθούς. Όταν οι πρεσβύτεροι των εκκλησιών και οι φορείς διοίκησης των σχολείων αντιλήφθηκαν τελικά ότι, εντέλει, έπρεπε να αυξηθούν και οι μισθοί αυτών των αφοσιωμένων ανθρώπων, οι προηγούμενες απώλειες που είχαν υποστεί παρέμεναν.
As you know, a minister is a very modest person who serves God and must not talk too much about money. Teachers, likewise, are dedicated persons who are supposed to think more about educating the young than about their salaries. Consequently, the teachers and ministers were among those who were most penalized by inflation, for the various schools and churches were the last to realize that they must raise salaries. When the church elders and the school corporations finally discovered that, after all, one should also raise the salaries of those dedicated people, the earlier losses they had suffered still remained.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα αναγκάζονταν να αγοράζουν λιγότερα από πριν, να μειώνουν την κατανάλωση καλύτερων και ακριβότερων τροφίμων και να περιορίζουν τις αγορές ενδυμάτων — επειδή οι τιμές είχαν ήδη αναπροσαρμοστεί προς τα πάνω, ενώ τα εισοδήματά τους, οι μισθοί τους, δεν είχαν ακόμη αυξηθεί. (Η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει σημαντικά σήμερα, τουλάχιστον για τους εκπαιδευτικούς.)
For a long time, they had to buy less than they did before, to cut down their consumption of better and more expensive foods, and to restrict their purchase of clothing—because prices had already adjusted upward, while their incomes, their salaries, had not yet been raised. (This situation has changed considerably today, at least for teachers.)
Υπάρχουν, επομένως, πάντοτε διαφορετικές ομάδες του πληθυσμού που επηρεάζονται διαφορετικά από τον πληθωρισμό. Για ορισμένες από αυτές, ο πληθωρισμός δεν είναι τόσο κακός· ζητούν ακόμη και τη συνέχισή του, επειδή είναι οι πρώτες που ωφελούνται από αυτόν. Στην επόμενη διάλεξη θα δούμε πώς αυτή η ανομοιομορφία των συνεπειών του πληθωρισμού επηρεάζει καθοριστικά τις πολιτικές διεργασίες που οδηγούν στον πληθωρισμό.
There are therefore always different groups in the population being affected differently by inflation. For some of them, inflation is not so bad; they even ask for a continuation of it, because they are the first to profit from it. We will see, in the next lecture, how this unevenness in the consequences of inflation vitally affects the politics that lead toward inflation.
Μέσα σε αυτές τις μεταβολές που επιφέρει ο πληθωρισμός, υπάρχουν ομάδες που ευνοούνται και ομάδες που κερδοσκοπούν άμεσα. Δεν χρησιμοποιώ τον όρο «κερδοσκοπούν» ως μομφή προς αυτούς τους ανθρώπους· διότι, αν υπάρχει κάποιος που πρέπει να κατηγορηθεί, αυτός είναι η κυβέρνηση που προκάλεσε τον πληθωρισμό. Και υπάρχουν πάντοτε άνθρωποι που τάσσονται υπέρ του πληθωρισμού, επειδή αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει νωρίτερα από τους άλλους. Τα ιδιαίτερα κέρδη τους οφείλονται στο γεγονός ότι η διαδικασία του πληθωρισμού είναι αναγκαστικά ανομοιόμορφη.
Under these changes brought about by inflation, we have groups who are favored and groups who are directly profiteering. I do not use the term “profiteering” as a reproach to these people, for if there is someone to blame, it is the government that established the inflation. And there are always people who favor inflation, because they realize what is going on sooner than other people do. Their special profits are due to the fact that there will necessarily be unevenness in the process of inflation.
Η κυβέρνηση μπορεί να θεωρεί ότι ο πληθωρισμός — ως μέθοδος άντλησης πόρων — είναι προτιμότερος από τη φορολογία, η οποία είναι πάντοτε αντιδημοφιλής και δύσκολη. Σε πολλά πλούσια και μεγάλα έθνη, οι νομοθέτες συζητούσαν συχνά επί μήνες και μήνες τις διάφορες μορφές νέων φόρων που ήταν αναγκαίοι επειδή το κοινοβούλιο είχε αποφασίσει να αυξήσει τις δαπάνες. Αφού συζητούσαν διάφορες μεθόδους εξασφάλισης των χρημάτων μέσω φορολογίας, αποφάσιζαν τελικά ότι ίσως ήταν καλύτερο να τα εξασφαλίσουν μέσω πληθωρισμού.
The government may think that inflation—as a method of raising funds—is better than taxation, which is always unpopular and difficult. In many rich and great nations, legislators have often discussed, for months and months, the various forms of new taxes that were necessary because the parliament had decided to increase expenditures. Having discussed various methods of getting the money by taxation, they finally decided that perhaps it was better to do it by inflation.
Βεβαίως, όμως, δεν χρησιμοποιούσαν τη λέξη «πληθωρισμός». Ο πολιτικός που βρίσκεται στην εξουσία και προχωρεί προς τον πληθωρισμό δεν ανακοινώνει: «Προχωρώ προς τον πληθωρισμό». Οι τεχνικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση του πληθωρισμού είναι τόσο περίπλοκες, ώστε ο μέσος πολίτης δεν αντιλαμβάνεται ότι ο πληθωρισμός έχει αρχίσει.
But of course, the word “inflation” was not used. The politician in power who proceeds toward inflation does not announce: “I am proceeding toward inflation.” The technical methods employed to achieve the inflation are so complicated that the average citizen does not realize inflation has begun.
Ένας από τους μεγαλύτερους πληθωρισμούς στην ιστορία σημειώθηκε στο γερμανικό Reich μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πληθωρισμός δεν ήταν τόσο σοβαρός κατά τη διάρκεια του πολέμου· εκείνος που επέφερε την καταστροφή ήταν ο μεταπολεμικός πληθωρισμός. Η κυβέρνηση δεν έλεγε: «Προχωρούμε προς τον πληθωρισμό». Απλώς δανειζόταν χρήματα, με πολύ έμμεσο τρόπο, από την κεντρική τράπεζα. Δεν χρειαζόταν να ρωτήσει πώς θα έβρισκε και θα της παρέδιδε τα χρήματα η κεντρική τράπεζα. Η κεντρική τράπεζα απλώς τα τύπωνε.
One of the biggest inflations in history was in the German Reich after the First World War. The inflation was not so momentous during the war; it was the inflation after the war that brought about the catastrophe. The government did not say: “We are proceeding toward inflation.” The government simply borrowed money very indirectly from the central bank. The government did not have to ask how the central bank would find and deliver the money. The central bank simply printed it.
Σήμερα, οι τεχνικές πρόκλησης πληθωρισμού περιπλέκονται από το γεγονός ότι υπάρχει καταθετικό χρήμα που διακινείται με επιταγές. Πρόκειται για διαφορετική τεχνική, αλλά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Με μια μονοκονδυλιά, η κυβέρνηση δημιουργεί χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, αυξάνοντας έτσι την ποσότητα χρήματος και πιστώσεων. Η κυβέρνηση απλώς εκδίδει την εντολή, και το χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας υπάρχει.
Today the techniques for inflation are complicated by the fact that there is checkbook money. It involves another technique, but the result is the same. With the stroke of a pen, the government creates fiat money, thus increasing the quantity of money and credit. The government simply issues the order, and the fiat money is there.
Αρχικά, η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για το ότι ορισμένοι άνθρωποι θα ζημιωθούν· δεν ενδιαφέρεται για το ότι οι τιμές θα αυξηθούν. Οι νομοθέτες λένε: «Αυτό είναι ένα θαυμάσιο σύστημα!» Αυτό το θαυμάσιο σύστημα, όμως, έχει μία θεμελιώδη αδυναμία: δεν μπορεί να διαρκέσει. Αν ο πληθωρισμός μπορούσε να συνεχίζεται για πάντα, δεν θα είχε νόημα να λέμε στις κυβερνήσεις ότι δεν πρέπει να τον προκαλούν. Το βέβαιο, όμως, σχετικά με τον πληθωρισμό είναι ότι, αργά ή γρήγορα, πρέπει να τερματιστεί. Είναι μια πολιτική που δεν μπορεί να διαρκέσει.
The government does not care, at first, that some people will be losers, it does not care that prices will go up. The legislators say: “This is a wonderful system!” But this wonderful system has one fundamental weakness: it cannot last. If inflation could go on forever, there would be no point in telling governments they should not inflate. But the certain fact about inflation is that, sooner or later, it must come to an end. It is a policy that cannot last.
Μακροπρόθεσμα, ο πληθωρισμός τερματίζεται με την κατάρρευση του νομίσματος· καταλήγει σε μια καταστροφή, σε μια κατάσταση όπως εκείνη της Γερμανίας το 1923. Την 1η Αυγούστου 1914, η αξία του δολαρίου ήταν τέσσερα μάρκα και είκοσι πφένιχ. Εννέα χρόνια και τρεις μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 1923, η ισοτιμία του δολαρίου καθορίστηκε στα 4,2 τρισεκατομμύρια μάρκα. Με άλλα λόγια, το μάρκο δεν άξιζε τίποτε. Δεν είχε πλέον καμία αξία.
In the long run, inflation comes to an end with the breakdown of the currency; it comes to a catastrophe, to a situation like the one in Germany in 1923. On August 1, 1914, the value of the dollar was four marks and twenty pfennigs. Nine years and three months later, in November 1923, the dollar was pegged at 4.2 trillion marks. In other words, the mark was worth nothing. It no longer had any value.
Πριν από μερικά χρόνια, ένας διάσημος συγγραφέας, ο John Maynard Keynes, έγραψε: «Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί». Αυτό είναι ασφαλώς αλήθεια, λυπάμαι που το λέω. Το ερώτημα, όμως, είναι πόσο σύντομη ή μακρά θα είναι η βραχυχρόνια περίοδος. Τον δέκατο όγδοο αιώνα υπήρχε μια διάσημη κυρία, η Madame de Pompadour, στην οποία αποδίδεται το απόφθεγμα: «Après nous le déluge» («Μετά από εμάς, ο κατακλυσμός»). Η Madame de Pompadour είχε την τύχη να πεθάνει μέσα στη βραχυχρόνια περίοδο. Η διάδοχός της, όμως, στη θέση της, η Madame du Barry, επέζησε της βραχυχρόνιας περιόδου και αποκεφαλίστηκε στη μακροχρόνια. Για πολλούς ανθρώπους, το «μακροπρόθεσμο» γίνεται γρήγορα «βραχυπρόθεσμο» — και όσο περισσότερο συνεχίζεται ο πληθωρισμός, τόσο συντομότερα έρχεται το «βραχυπρόθεσμο».
Some years ago, a famous author, John Maynard Keynes, wrote: “In the long run we are all dead.” This is certainly true, I am sorry to say. But the question is, how short or long will the short run be? In the eighteenth century there was a famous lady, Madame de Pompadour, who is credited with the dictum: “Après nous le déluge” (“After us will come the flood”). Madame de Pompadour was happy enough to die in the short run. But her successor in office, Madame du Barry, outlived the short run and was beheaded in the long run. For many people the “long run” quickly becomes the “short run”—and the longer inflation goes on the sooner the “short run.”
Πόσο μπορεί να διαρκέσει η βραχυχρόνια περίοδος; Για πόσο μπορεί μια κεντρική τράπεζα να συνεχίζει τον πληθωρισμό; Πιθανότατα για όσο διάστημα οι άνθρωποι είναι πεπεισμένοι ότι η κυβέρνηση, αργά ή γρήγορα, αλλά ασφαλώς όχι υπερβολικά αργά, θα σταματήσει να τυπώνει χρήματα και, συνεπώς, θα σταματήσει να μειώνει την αξία κάθε νομισματικής μονάδας.
How long can the short run last? How long can a central bank continue an inflation? Probably as long as people are convinced that the government, sooner or later, but certainly not too late, will stop printing money and thereby stop decreasing the value of each unit of money.
Όταν οι άνθρωποι παύουν να το πιστεύουν αυτό, όταν αντιλαμβάνονται ότι η κυβέρνηση θα συνεχίζει αδιάκοπα χωρίς καμία πρόθεση να σταματήσει, τότε αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι οι τιμές αύριο θα είναι υψηλότερες από ό,τι σήμερα. Τότε αρχίζουν να αγοράζουν σε οποιαδήποτε τιμή, προκαλώντας άνοδο των τιμών σε τέτοια ύψη, ώστε το νομισματικό σύστημα καταρρέει.
When people no longer believe this, when they realize that the government will go on and on without any intention of stopping, then they begin to understand that prices tomorrow will be higher than they are today. Then they begin buying at any price, causing prices to go up to such heights that the monetary system breaks down.
Αναφέρομαι στην περίπτωση της Γερμανίας, την οποία παρακολουθούσε ολόκληρος ο κόσμος. Πολλά βιβλία έχουν περιγράψει τα γεγονότα εκείνης της εποχής. (Μολονότι δεν είμαι Γερμανός αλλά Αυστριακός, έζησα τα πάντα από μέσα: στην Αυστρία οι συνθήκες δεν ήταν πολύ διαφορετικές από εκείνες στη Γερμανία· ούτε διέφεραν πολύ σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.) Επί αρκετά χρόνια, ο γερμανικός λαός πίστευε ότι ο πληθωρισμός του ήταν απλώς προσωρινό φαινόμενο, ότι σύντομα θα τελείωνε. Το πίστευε επί σχεδόν εννέα χρόνια, μέχρι το καλοκαίρι του 1923. Τότε, τελικά, άρχισε να αμφιβάλλει. Καθώς ο πληθωρισμός συνεχιζόταν, οι άνθρωποι θεωρούσαν φρονιμότερο να αγοράζουν οτιδήποτε ήταν διαθέσιμο, αντί να κρατούν χρήματα στις τσέπες τους. Επιπλέον, συλλογίζονταν ότι δεν έπρεπε κανείς να δανείζει χρήματα, αλλά ότι, αντιθέτως, ήταν πολύ καλή ιδέα να είναι οφειλέτης. Έτσι, ο πληθωρισμός συνέχιζε να αυτοτροφοδοτείται.
I refer to the case of Germany, which the whole world was watching. Many books have described the events of that time. (Although I am not a German, but an Austrian, I saw everything from the inside: in Austria, conditions were not very different from those in Germany; nor were they much different in many other European countries.) For several years, the German people believed that their inflation was just a temporary affair, that it would soon come to an end. They believed it for almost nine years, until the summer of 1923. Then, finally, they began to doubt. As the inflation continued, people thought it wiser to buy anything available, instead of keeping money in their pockets. Furthermore, they reasoned that one should not give loans of money, but on the contrary, that it was a very good idea to be a debtor. Thus inflation continued feeding on itself.
Και συνεχίστηκε στη Γερμανία μέχρι ακριβώς τις 20 Νοεμβρίου 1923. Οι μάζες πίστευαν ότι το πληθωριστικό χρήμα ήταν πραγματικό χρήμα, αλλά κατόπιν διαπίστωσαν ότι οι συνθήκες είχαν αλλάξει. Στο τέλος του γερμανικού πληθωρισμού, το φθινόπωρο του 1923, τα γερμανικά εργοστάσια πλήρωναν τους εργάτες τους κάθε πρωί προκαταβολικά για την εργασία της ημέρας. Και ο εργάτης που ερχόταν στο εργοστάσιο μαζί με τη σύζυγό του της παρέδιδε αμέσως τον μισθό του — όλα τα εκατομμύρια που είχε πάρει. Και η γυναίκα πήγαινε αμέσως σε κάποιο κατάστημα για να αγοράσει κάτι, οτιδήποτε. Αντιλαμβανόταν αυτό που γνώριζαν οι περισσότεροι εκείνη την εποχή: ότι μέσα σε μια νύχτα, από τη μια μέρα στην άλλη, το μάρκο έχανε το πενήντα τοις εκατό της αγοραστικής του δύναμης. Το χρήμα, σαν σοκολάτα σε ζεστό φούρνο, έλιωνε στις τσέπες των ανθρώπων. Αυτή η τελευταία φάση του γερμανικού πληθωρισμού δεν διήρκεσε πολύ· ύστερα από λίγες ημέρες, ολόκληρος ο εφιάλτης τελείωσε: το μάρκο δεν είχε αξία και έπρεπε να καθιερωθεί νέο νόμισμα.
And it went on in Germany until exactly November 20, 1923. The masses had believed inflation money to be real money, but then they found out that conditions had changed. At the end of the German inflation, in the fall of 1923, the German factories paid their workers every morning in advance for the day. And the workingman who came to the factory with his wife, handed his wages—all the millions he got—over to her immediately. And the lady immediately went to a shop to buy something, no matter what. She realized what most people knew at that time—that overnight, from one day to another, the mark lost 50% of its purchasing power. Money, like chocolate in a hot oven, was melting in the pockets of the people. This last phase of German inflation did not last long; after a few days, the whole nightmare was over: the mark was valueless and a new currency had to be established.
Ο λόρδος Keynes, ο ίδιος άνθρωπος που είπε ότι μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί, ήταν ένας από μια μακρά σειρά συγγραφέων του εικοστού αιώνα που υποστήριζαν τον πληθωρισμό. Όλοι τους έγραψαν εναντίον του κανόνα χρυσού. Όταν ο Keynes επιτέθηκε στον κανόνα χρυσού, τον αποκάλεσε «βάρβαρο κατάλοιπο». Και οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα θεωρούν γελοίο να μιλά κανείς για επιστροφή στον κανόνα χρυσού. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, θεωρείστε λίγο πολύ ονειροπόλος αν πείτε: «Αργά ή γρήγορα, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να επιστρέψουν στον κανόνα χρυσού».
Lord Keynes, the same man who said that in the long run we are all dead, was one of a long line of inflationist authors of the twentieth century. They all wrote against the gold standard. When Keynes attacked the gold standard, he called it a “barbarous relic.” And most people today consider it ridiculous to speak of a return to the gold standard. In the United States, for instance, you are considered to be more or less a dreamer if you say: “Sooner or later, the United States will have to return to the gold standard.”
Ωστόσο, ο κανόνας χρυσού έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: η ποσότητα χρήματος υπό τον κανόνα χρυσού είναι ανεξάρτητη από τις πολιτικές των κυβερνήσεων και των πολιτικών κομμάτων. Αυτό είναι το πλεονέκτημά του. Αποτελεί μια μορφή προστασίας από τις σπάταλες κυβερνήσεις. Αν, υπό τον κανόνα χρυσού, ζητηθεί από μια κυβέρνηση να δαπανήσει χρήματα για κάτι καινούργιο, ο υπουργός Οικονομικών μπορεί να πει: «Και πού θα βρω τα χρήματα; Πείτε μου πρώτα πώς θα βρω τα χρήματα για αυτή την πρόσθετη δαπάνη».
Yet the gold standard has one tremendous virtue: the quantity of money under the gold standard is independent of the policies of governments and political parties. This is its advantage. It is a form of protection against spendthrift governments. If, under the gold standard, a government is asked to spend money for something new, the minister of finance can say: “And where do I get the money? Tell me, first, how I will find the money for this additional expenditure.”
Υπό ένα πληθωριστικό σύστημα, τίποτε δεν είναι ευκολότερο για τους πολιτικούς από το να διατάξουν το κρατικό τυπογραφείο να τους παράσχει όσα χρήματα χρειάζονται για τα σχέδιά τους. Υπό τον κανόνα χρυσού, η χρηστή διακυβέρνηση έχει πολύ καλύτερες προοπτικές· οι κυβερνώντες μπορούν να πουν στον λαό και στους πολιτικούς: «Δεν μπορούμε να το κάνουμε αν δεν αυξήσουμε τους φόρους».
Under an inflationary system, nothing is simpler for the politicians to do than to order the government printing office to provide as much money as they need for their projects. Under a gold standard, sound government has a much better chance; its leaders can say to the people and to the politicians: “We can’t do it unless we increase taxes.”
Υπό πληθωριστικές συνθήκες, όμως, οι άνθρωποι αποκτούν τη συνήθεια να βλέπουν την κυβέρνηση ως έναν θεσμό που διαθέτει απεριόριστα μέσα: το κράτος, η κυβέρνηση, μπορεί να κάνει τα πάντα. Αν, για παράδειγμα, το έθνος θέλει ένα νέο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων, αναμένεται από την κυβέρνηση να το κατασκευάσει. Αλλά πού θα βρει η κυβέρνηση τα χρήματα;
But under inflationary conditions, people acquire the habit of looking upon the government as an institution with limitless means at its disposal: the state, the government, can do anything. If, for instance, the nation wants a new highway system, the government is expected to build it. But where will the government get the money?
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες σήμερα — ακόμη και στο παρελθόν, επί McKinley — το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τασσόταν λίγο πολύ υπέρ του υγιούς χρήματος και του κανόνα χρυσού, ενώ το Δημοκρατικό Κόμμα τασσόταν υπέρ του πληθωρισμού· όχι, βεβαίως, πληθωρισμού μέσω χαρτονομίσματος, αλλά μέσω αργύρου.
One could say that in the United States today—and even in the past, under McKinley—the Republican party was more or less in favor of sound money and of the gold standard, and the Democratic party was in favor of inflation, of course not a paper inflation, but a silver inflation.
Ωστόσο, ένας Δημοκρατικός πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πρόεδρος Cleveland, ήταν εκείνος που, στα τέλη της δεκαετίας του 1880, άσκησε βέτο σε απόφαση του Κογκρέσου να δοθεί ένα μικρό ποσό — περίπου 10.000 δολάρια — για τη βοήθεια μιας κοινότητας που είχε πληγεί από κάποια καταστροφή. Και ο πρόεδρος Cleveland αιτιολόγησε το βέτο του γράφοντας: «Ενώ είναι καθήκον των πολιτών να συντηρούν το κράτος, δεν είναι καθήκον του κράτους να συντηρεί τους πολίτες». Αυτό είναι κάτι που κάθε πολιτικός ηγέτης θα έπρεπε να γράψει στον τοίχο του γραφείου του, για να το δείχνει σε όσους έρχονται ζητώντας χρήματα.
It was, however, a Democratic president of the United States, President Cleveland, who at the end of the 1880s vetoed a decision of Congress, to give a small sum—about $10,000—to help a community that had suffered some disaster. And President Cleveland justified his veto by writing: “While it is the duty of the citizens to support the government, it is not the duty of the government to support the citizens.” This is something which every statesman should write on the wall of his office to show to people who come asking for money.
Με φέρνει σε κάποια αμηχανία η ανάγκη να απλουστεύω αυτά τα προβλήματα. Υπάρχουν τόσα περίπλοκα προβλήματα στο νομισματικό σύστημα, και δεν θα είχα γράψει ολόκληρους τόμους γι’ αυτά αν ήταν τόσο απλά όσο τα περιγράφω εδώ. Τα θεμελιώδη, όμως, είναι ακριβώς αυτά: αν αυξήσετε την ποσότητα χρήματος, επιφέρετε μείωση της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Αυτό είναι που δεν αρέσει σε όσους επηρεάζονται δυσμενώς στις ιδιωτικές τους υποθέσεις. Εκείνοι που δεν ωφελούνται από τον πληθωρισμό είναι εκείνοι που διαμαρτύρονται.
I am rather embarrassed by the necessity to simplify these problems. There are so many complex problems in the monetary system, and I would not have written volumes about them if they were as simple as I am describing them here. But the fundamentals are precisely these: if you increase the quantity of money, you bring about the lowering of the purchasing power of the monetary unit. This is what people whose private affairs are unfavorably affected do not like. People who do not benefit from inflation are the ones who complain.
Αν ο πληθωρισμός είναι κακός και αν οι άνθρωποι το αντιλαμβάνονται, γιατί έχει γίνει σχεδόν τρόπος ζωής σε όλες τις χώρες; Ακόμη και μερικές από τις πλουσιότερες χώρες υποφέρουν από αυτή την ασθένεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι σήμερα ασφαλώς η πλουσιότερη χώρα στον κόσμο, με το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Αν, όμως, ταξιδέψετε στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα διαπιστώσετε ότι γίνεται διαρκώς λόγος για τον πληθωρισμό και για την ανάγκη να σταματήσει. Αλλά μόνο μιλούν· δεν ενεργούν.
If inflation is bad and if people realize it, why has it become almost a way of life in all countries? Even some of the richest countries suffer from this disease. The United States today is certainly the richest country in the world, with the highest standard of living. But when you travel in the United States, you will discover that there is constant talk about inflation and about the necessity to stop it. But they only talk; they do not act.
Για να σας παραθέσω ορισμένα γεγονότα: μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Μεγάλη Βρετανία επανήλθε στην προπολεμική ισοτιμία της λίρας προς τον χρυσό. Δηλαδή ανατίμησε τη λίρα. Αυτό αύξησε την αγοραστική δύναμη του μισθού κάθε εργαζομένου. Σε μια ανεμπόδιστη αγορά, ο ονομαστικός χρηματικός μισθός θα είχε μειωθεί ώστε να αντισταθμιστεί αυτή η μεταβολή, και ο πραγματικός μισθός των εργαζομένων δεν θα είχε θιγεί. Δεν έχουμε εδώ τον χρόνο να συζητήσουμε τους λόγους γι’ αυτό. Τα συνδικάτα στη Μεγάλη Βρετανία, όμως, δεν ήταν διατεθειμένα να δεχθούν προσαρμογή των χρηματικών μισθών προς τα κάτω καθώς αυξανόταν η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας. Επομένως, αυτό το νομισματικό μέτρο αύξησε σημαντικά τους πραγματικούς μισθούς. Αυτό υπήρξε σοβαρή καταστροφή για την Αγγλία, επειδή η Μεγάλη Βρετανία είναι μια κατά κύριο λόγο βιομηχανική χώρα, η οποία, για να ζήσει, πρέπει να εισάγει πρώτες ύλες, ημικατεργασμένα αγαθά και τρόφιμα και να εξάγει βιομηχανικά προϊόντα για να πληρώνει αυτές τις εισαγωγές. Με την άνοδο της διεθνούς αξίας της λίρας, οι τιμές των βρετανικών αγαθών αυξήθηκαν στις ξένες αγορές και οι πωλήσεις και οι εξαγωγές μειώθηκαν. Η Μεγάλη Βρετανία είχε, στην πράξη, αποκλείσει τον εαυτό της από την παγκόσμια αγορά λόγω των υψηλών τιμών της.
To give you some facts: after the First World War, Great Britain returned to the prewar gold parity of the pound. That is, it revalued the pound upward. This increased the purchasing power of every worker’s wages. In an unhampered market the nominal money wage would have fallen to compensate for this and the workers’ real wage would not have suffered. We do not have time here to discuss the reasons for this. But the unions in Great Britain were unwilling to accept an adjustment of money wage rates downward as the purchasing power of the monetary unit rose. Therefore real wages were raised considerably by this monetary measure. This was a serious catastrophe for England, because Great Britain is a predominantly industrial country that has to import its raw materials, half-finished goods, and food stuffs in order to live, and has to export manufactured goods to pay for these imports. With the rise in the international value of the pound, the price of British goods rose on foreign markets and sales and exports declined. Great Britain had, in effect, priced itself out of the world market.
Τα συνδικάτα δεν μπορούσαν να καμφθούν. Γνωρίζετε τη δύναμη ενός συνδικάτου σήμερα. Έχει το δικαίωμα, ουσιαστικά το προνόμιο, να καταφεύγει στη βία. Και μια συνδικαλιστική εντολή δεν είναι, επομένως, ας πούμε, λιγότερο σημαντική από ένα κυβερνητικό διάταγμα. Το κυβερνητικό διάταγμα είναι μια εντολή για την επιβολή της οποίας βρίσκεται σε ετοιμότητα ο κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους — η αστυνομία. Πρέπει να υπακούσετε στο κυβερνητικό διάταγμα, διαφορετικά θα έχετε προβλήματα με την αστυνομία.
The unions could not be defeated. You know the power of a union today. It has the right, practically the privilege, to resort to violence. And a union order is, therefore, let us say, not less important than a government decree. The government decree is an order for the enforcement of which the enforcement apparatus of the government—the police—is ready. You must obey the government decree, otherwise you will have difficulties with the police.
Δυστυχώς, έχουμε πλέον, σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, μια δεύτερη εξουσία που είναι σε θέση να ασκεί βία: τα εργατικά συνδικάτα. Τα εργατικά συνδικάτα καθορίζουν τους μισθούς και κατόπιν απεργούν για να τους επιβάλουν, όπως ακριβώς η κυβέρνηση θα μπορούσε να θεσπίσει έναν κατώτατο μισθό. Δεν θα συζητήσω τώρα το συνδικαλιστικό ζήτημα· θα ασχοληθώ με αυτό αργότερα. Θέλω μόνο να καταστήσω σαφές ότι η πολιτική των συνδικάτων είναι να αυξάνουν τους μισθούς πάνω από το επίπεδο που θα είχαν σε μια ανεμπόδιστη αγορά. Ως αποτέλεσμα, ένα σημαντικό μέρος του δυνητικού εργατικού δυναμικού μπορεί να απασχοληθεί μόνο από ανθρώπους ή βιομηχανίες που είναι διατεθειμένοι να υφίστανται ζημίες. Και επειδή οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να συνεχίζουν να υφίστανται ζημίες, κλείνουν και οι άνθρωποι μένουν άνεργοι. Ο καθορισμός των μισθών πάνω από το επίπεδο που θα είχαν στην ανεμπόδιστη αγορά έχει πάντοτε ως αποτέλεσμα την ανεργία ενός σημαντικού μέρους του δυνητικού εργατικού δυναμικού.
Unfortunately, we have now, in almost all countries all over the world, a second power that is in a position to exercise force: the labor unions. The labor unions determine wages and then strike to enforce them in the same way in which the government might decree a minimum wage rate. I will not discuss the union question now; I shall deal with it later. I only want to establish that it is the union policy to raise wage rates above the level they would have on an unhampered market. As a result, a considerable part of the potential labor force can be employed only by people or industries that are prepared to suffer losses. And, since businesses are not able to keep on suffering losses, they close their doors and people become unemployed. The setting of wage rates above the level they would have on the unhampered market always results in the unemployment of a considerable part of the potential labor force.
Στη Μεγάλη Βρετανία, αποτέλεσμα των υψηλών μισθών που επέβαλαν τα εργατικά συνδικάτα ήταν η μόνιμη ανεργία, η οποία παρατεινόταν χρόνο με τον χρόνο. Εκατομμύρια εργάτες ήταν άνεργοι, η παραγωγή μειωνόταν. Ακόμη και οι ειδικοί βρίσκονταν σε αμηχανία. Σε αυτή την κατάσταση, η βρετανική κυβέρνηση προέβη σε μια ενέργεια που θεωρούσε απαραίτητο έκτακτο μέτρο: υποτίμησε το νόμισμά της.
In Great Britain, the result of high wage rates enforced by the labor unions was lasting unemployment, prolonged year after year. Millions of workers were unemployed, production figures dropped. Even experts were perplexed. In this situation the British government made a move which it considered an indispensable, emergency measure: it devalued its currency.
Το αποτέλεσμα ήταν ότι η αγοραστική δύναμη των χρηματικών μισθών, στους οποίους επέμεναν τα συνδικάτα, δεν ήταν πλέον η ίδια. Οι πραγματικοί μισθοί, οι μισθοί εκφρασμένοι σε εμπορεύματα, μειώθηκαν. Τώρα ο εργαζόμενος δεν μπορούσε να αγοράσει όσα μπορούσε προηγουμένως, μολονότι οι ονομαστικοί μισθοί παρέμεναν οι ίδιοι. Με αυτόν τον τρόπο, θεωρήθηκε ότι οι πραγματικοί μισθοί θα επέστρεφαν στα επίπεδα της ελεύθερης αγοράς και η ανεργία θα εξαφανιζόταν.
The result was that the purchasing power of the money wages, upon which the unions had insisted, was no longer the same. The real wages, the commodity wages, were reduced. Now the worker could not buy as much as he had been able to buy before, even though the nominal wage rates remained the same. In this way, it was thought, real wage rates would return to free market levels and unemployment would disappear.
Αυτό το μέτρο — η υποτίμηση — υιοθετήθηκε από διάφορες άλλες χώρες, από τη Γαλλία, την Ολλανδία και το Βέλγιο. Μία χώρα κατέφυγε μάλιστα δύο φορές σε αυτό το μέτρο μέσα σε ενάμιση χρόνο. Η χώρα αυτή ήταν η Τσεχοσλοβακία. Ήταν, ας πούμε, μια συγκαλυμμένη μέθοδος εξουδετέρωσης της δύναμης των συνδικάτων. Δεν θα μπορούσε, ωστόσο, να χαρακτηριστεί πραγματική επιτυχία.
This measure—devaluation—was adopted by various other countries, by France, the Netherlands, and Belgium. One country even resorted twice to this measure within a period of one year and a half. That country was Czechoslovakia. It was a surreptitious method, let us say, to thwart the power of the unions. You could not call it a real success, however.
Ύστερα από λίγα χρόνια, οι άνθρωποι, οι εργαζόμενοι, ακόμη και τα συνδικάτα, άρχισαν να καταλαβαίνουν τι συνέβαινε. Αντιλήφθηκαν ότι η υποτίμηση του νομίσματος είχε μειώσει τους πραγματικούς τους μισθούς. Τα συνδικάτα είχαν τη δύναμη να αντιταχθούν σε αυτό. Σε πολλές χώρες εισήγαγαν στις μισθολογικές συμβάσεις μια ρήτρα που προέβλεπε ότι οι χρηματικοί μισθοί έπρεπε να αυξάνονται αυτομάτως όταν αυξάνονταν οι τιμές. Αυτό ονομάζεται τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Τα συνδικάτα άρχισαν να παρακολουθούν τον τιμάριθμο. Έτσι, αυτή η μέθοδος μείωσης της ανεργίας που εγκαινίασε η κυβέρνηση της Μεγάλης Βρετανίας το 1931 — και την οποία υιοθέτησαν αργότερα όλες σχεδόν οι σημαντικές κυβερνήσεις —, αυτή η μέθοδος «επίλυσης της ανεργίας», δεν λειτουργεί πλέον σήμερα.
After a few years, the people, the workers, even the unions, began to understand what was going on. They came to realize that currency devaluation had reduced their real wages. The unions had the power to oppose this. In many countries they inserted a clause into wage contracts providing that money wages must go up automatically with an increase in prices. This is called indexing. The unions became index conscious. So, this method of reducing unemployment that the government of Great Britain started in 1931—which was later adopted by almost all important governments—this method of “solving unemployment” no longer works today.
Το 1936, στη Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, ο λόρδος Keynes δυστυχώς ανήγαγε αυτή τη μέθοδο — τα έκτακτα μέτρα της περιόδου μεταξύ 1929 και 1933 — σε αρχή, σε θεμελιώδες σύστημα πολιτικής. Και τη δικαιολόγησε λέγοντας, στην ουσία: «Η ανεργία είναι κακή. Αν θέλετε να εξαφανιστεί η ανεργία, πρέπει να αυξήσετε πληθωριστικά την ποσότητα χρήματος».
In 1936, in his General Theory of Employment, Interest and Money, Lord Keynes unfortunately elevated this method—the emergency measures of the period between 1929 and 1933—to a principle, to a fundamental system of policy. And he justified it by saying, in effect: “Unemployment is bad. If you want unemployment to disappear you must inflate the currency.”
Αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι οι μισθοί μπορεί να είναι υπερβολικά υψηλοί για την αγορά, δηλαδή υπερβολικά υψηλοί για να είναι κερδοφόρο για έναν εργοδότη να αυξήσει το εργατικό του δυναμικό· συνεπώς, υπερβολικά υψηλοί από τη σκοπιά του συνόλου του εργαζόμενου πληθυσμού, διότι, όταν τα συνδικάτα επιβάλλουν μισθούς πάνω από το επίπεδο της αγοράς, μόνο ένα μέρος όσων επιθυμούν να αμείβονται με μισθό μπορεί να βρει εργασία.
He realized very well that wage rates can be too high for the market, that is, too high to make it profitable for an employer to increase his work force, thus too high from the point of view of the total working population, for with wage rates imposed by unions above the market only a part of those anxious to earn wages can obtain jobs.
Και ο Keynes έλεγε, στην ουσία: «Ασφαλώς, η μαζική ανεργία που παρατείνεται χρόνο με τον χρόνο είναι μια πολύ δυσάρεστη κατάσταση». Αντί, όμως, να προτείνει ότι οι μισθοί θα μπορούσαν και θα έπρεπε να προσαρμοστούν στις συνθήκες της αγοράς, έλεγε, στην ουσία: «Αν υποτιμηθεί το νόμισμα και οι εργαζόμενοι δεν είναι αρκετά ευφυείς ώστε να το αντιληφθούν, δεν θα αντισταθούν στη μείωση των πραγματικών μισθών, εφόσον οι ονομαστικοί μισθοί παραμένουν οι ίδιοι». Με άλλα λόγια, ο λόρδος Keynes έλεγε ότι, αν ένας άνθρωπος λαμβάνει σήμερα το ίδιο ποσό σε στερλίνες με εκείνο που λάμβανε πριν υποτιμηθεί το νόμισμα, δεν θα αντιληφθεί ότι στην πραγματικότητα λαμβάνει πλέον λιγότερα.
And Keynes said, in effect: “Certainly mass unemployment, prolonged year after year, is a very unsatisfactory condition.” But instead of suggesting that wage rates could and should be adjusted to market conditions, he said, in effect: “If one devalues the currency and the workers are not clever enough to realize it, they will not offer resistance against a drop in real wage rates, as long as nominal wage rates remain the same.” In other words, Lord Keynes was saying that if a man gets the same amount of sterling today as he got before the currency was devalued, he will not realize that he is, in fact, now getting less.
Για να το πούμε με την παλαιά, απλή γλώσσα, ο Keynes πρότεινε την εξαπάτηση των εργαζομένων. Αντί να δηλώσει ανοιχτά ότι οι μισθοί πρέπει να προσαρμοστούν στις συνθήκες της αγοράς — διότι, αν δεν προσαρμοστούν, ένα μέρος του εργατικού δυναμικού θα παραμείνει αναπόφευκτα άνεργο —, έλεγε, στην ουσία: «Η πλήρης απασχόληση μπορεί να επιτευχθεί μόνο αν υπάρχει πληθωρισμός. Εξαπατήστε τους εργαζομένους». Το πιο ενδιαφέρον γεγονός, όμως, είναι ότι, όταν δημοσιεύθηκε η Γενική Θεωρία του, η εξαπάτηση δεν ήταν πλέον δυνατή, επειδή οι άνθρωποι είχαν ήδη αρχίσει να παρακολουθούν τον τιμάριθμο. Ο στόχος της πλήρους απασχόλησης, όμως, παρέμεινε.
In old fashioned language, Keynes proposed cheating the workers. Instead of declaring openly that wage rates must be adjusted to the conditions of the market—because, if they are not, a part of the labor force will inevitably remain unemployed—he said, in effect: “Full employment can be reached only if you have inflation. Cheat the workers.” The most interesting fact, however, is that when his General Theory was published, it was no longer possible to cheat, because people had already become index conscious. But the goal of full employment remained.
Τι σημαίνει «πλήρης απασχόληση»; Αφορά την ανεμπόδιστη αγορά εργασίας, η οποία δεν χειραγωγείται από τα συνδικάτα ή από την κυβέρνηση. Σε αυτή την αγορά, οι μισθοί για κάθε είδος εργασίας τείνουν να φτάσουν σε ένα σημείο όπου όποιος θέλει εργασία μπορεί να τη βρει και κάθε εργοδότης μπορεί να προσλάβει όσους εργαζομένους χρειάζεται. Αν αυξηθεί η ζήτηση εργασίας, ο μισθός θα τείνει να αυξηθεί· αν χρειάζονται λιγότεροι εργαζόμενοι, ο μισθός θα τείνει να μειωθεί.
What does “full employment” mean? It has to do with the unhampered labor market, which is not manipulated by the unions or by the government. On this market, wage rates for every type of labor tend to reach a point at which everybody who wants a job can get one and every employer can hire as many workers as he needs. If there is an increase in the demand for labor, the wage rate will tend to be greater, and if fewer workers are needed, the wage rate will tend to fall.
Η μόνη μέθοδος με την οποία μπορεί να επιτευχθεί μια κατάσταση «πλήρους απασχόλησης» είναι η διατήρηση μιας ανεμπόδιστης αγοράς εργασίας. Αυτό ισχύει για κάθε είδος εργασίας και για κάθε είδος εμπορεύματος.
The only method by which a “full employment” situation can be brought about is by the maintenance of an unhampered labor market. This is valid for every kind of labor and for every kind of commodity.
Τι κάνει ένας επιχειρηματίας που θέλει να πουλήσει ένα εμπόρευμα προς πέντε δολάρια τη μονάδα; Όταν δεν μπορεί να το πουλήσει σε αυτή την τιμή, η τεχνική έκφραση που χρησιμοποιείται στις επιχειρήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι: «Το απόθεμα δεν κινείται». Πρέπει, όμως, να κινηθεί. Δεν μπορεί να κρατά τα πράγματα, επειδή πρέπει να αγοράσει κάτι καινούργιο· οι μόδες αλλάζουν. Έτσι, πουλά σε χαμηλότερη τιμή. Αν δεν μπορεί να πουλήσει το εμπόρευμα στα πέντε δολάρια, πρέπει να το πουλήσει στα τέσσερα. Αν δεν μπορεί να το πουλήσει στα τέσσερα, πρέπει να το πουλήσει στα τρία. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή όσο συνεχίζει την επιχειρηματική του δραστηριότητα. Μπορεί να υποστεί ζημίες, αλλά αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι η πρόβλεψή του για την αγορά του προϊόντος του ήταν λανθασμένη.
What does a businessman do who wants to sell a commodity for five dollars a unit? When he cannot sell it at that price, the technical business expression in the United States is, “the inventory does not move.” But it must move. He cannot retain things because he must buy something new; fashions are changing. So he sells at a lower price. If he cannot sell the merchandise at five dollars, he must sell it at four. If he cannot sell it at four, he must sell it at three. There is no other choice as long as he stays in business. He may suffer losses, but these losses are due to the fact that his anticipation of the market for his product was wrong.
Το ίδιο συμβαίνει με τις χιλιάδες και χιλιάδες νέων που έρχονται καθημερινά από τις αγροτικές περιοχές στην πόλη προσπαθώντας να κερδίσουν χρήματα. Αυτό συμβαίνει σε κάθε βιομηχανικό έθνος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες έρχονται στην πόλη με την ιδέα ότι θα έπρεπε να παίρνουν, ας πούμε, εκατό δολάρια την εβδομάδα. Αυτό μπορεί να είναι αδύνατον. Αν, λοιπόν, ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βρει δουλειά με εκατό δολάρια την εβδομάδα, πρέπει να προσπαθήσει να βρει δουλειά με ενενήντα ή ογδόντα δολάρια, ίσως και λιγότερα. Αν, όμως, έλεγε — όπως λένε τα συνδικάτα — «εκατό δολάρια την εβδομάδα ή τίποτε», τότε μπορεί να αναγκαζόταν να παραμείνει άνεργος. (Πολλούς δεν τους ενοχλεί να είναι άνεργοι, επειδή το κράτος καταβάλλει επιδόματα ανεργίας — από ειδικούς φόρους που επιβάλλονται στους εργοδότες — τα οποία είναι μερικές φορές σχεδόν ίσα με τον μισθό που θα λάμβανε ο άνθρωπος αυτός αν εργαζόταν.)
It is the same with the thousands and thousands of young people who come every day from the agricultural districts into the city trying to earn money. It happens so in every industrial nation. In the United States they come to town with the idea that they should get, say, a hundred dollars a week. This may be impossible. So if a man cannot get a job for a hundred dollars a week, he must try to get a job for ninety or eighty dollars, and perhaps even less. But if he were to say—as the unions do—“one hundred dollars a week or nothing,” then he might have to remain unemployed. (Many do not mind being unemployed, because the government pays unemployment benefits—out of special taxes levied on the employers—which are sometimes nearly as high as the wages the man would receive if he were employed.)
Επειδή μια ορισμένη ομάδα ανθρώπων πιστεύει ότι η πλήρης απασχόληση μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω πληθωρισμού, ο πληθωρισμός γίνεται αποδεκτός στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι άνθρωποι, όμως, συζητούν το ερώτημα: πρέπει να έχουμε υγιές νόμισμα με ανεργία ή πληθωρισμό με πλήρη απασχόληση; Στην πραγματικότητα, αυτή είναι μια βαθιά εσφαλμένη ανάλυση.
Because a certain group of people believes that full employment can be attained only by inflation, inflation is accepted in the United States. But people are discussing the question: Should we have a sound currency with unemployment, or inflation with full employment? This is in fact a very vicious analysis.
Για να αντιμετωπίσουμε αυτό το πρόβλημα, πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: πώς μπορεί κανείς να βελτιώσει την κατάσταση των εργαζομένων και όλων των άλλων ομάδων του πληθυσμού; Η απάντηση είναι: διατηρώντας μια ανεμπόδιστη αγορά εργασίας και επιτυγχάνοντας έτσι πλήρη απασχόληση. Το δίλημμά μας είναι αν οι μισθοί θα καθορίζονται από την αγορά ή από τη συνδικαλιστική πίεση και τον εξαναγκασμό. Το δίλημμα δεν είναι «θα έχουμε πληθωρισμό ή ανεργία;»
To deal with this problem we must raise the question: How can one improve the condition of the workers and of all other groups of the population? The answer is: by maintaining an unhampered labor market and thus achieving full employment. Our dilemma is, shall the market determine wage rates or shall they be determined by union pressure and compulsion? The dilemma is not “shall we have inflation or unemployment?”
Αυτή η εσφαλμένη ανάλυση του προβλήματος υποστηρίζεται στην Αγγλία, στις ευρωπαϊκές βιομηχανικές χώρες, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και ορισμένοι λένε: «Μα κοιτάξτε, ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες προκαλούν πληθωρισμό. Γιατί να μην το κάνουμε κι εμείς;»
This mistaken analysis of the problem is argued in England, in European industrial countries and even in the United States. And some people say: “Now look, even the United States is inflating. Why should we not do it also.”
Σε αυτούς θα έπρεπε να απαντήσει κανείς πρώτα απ’ όλα: «Ένα από τα προνόμια ενός πλούσιου ανθρώπου είναι ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να φέρεται ανόητα για πολύ μεγαλύτερο διάστημα από έναν φτωχό». Και αυτή είναι η κατάσταση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η οικονομική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών είναι πολύ κακή και γίνεται χειρότερη. Ίσως οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν την οικονομική δυνατότητα να φέρονται ανόητα λίγο περισσότερο από ορισμένες άλλες χώρες.
To these people one should answer first of all: “One of the privileges of a rich man is that he can afford to be foolish much longer than a poor man.” And this is the situation of the United States. The financial policy of the United States is very bad and is getting worse. Perhaps the United States can afford to be foolish a bit longer than some other countries.
Το σημαντικότερο που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι ο πληθωρισμός δεν είναι θεομηνία· δεν είναι καταστροφή από τα στοιχεία της φύσης ούτε ασθένεια που εμφανίζεται σαν την πανώλη. Ο πληθωρισμός είναι πολιτική — μια σκόπιμη πολιτική ανθρώπων που καταφεύγουν σε αυτόν επειδή τον θεωρούν μικρότερο κακό από την ανεργία. Γεγονός είναι, όμως, ότι, σε έναν όχι και τόσο μακρινό χρονικό ορίζοντα, ο πληθωρισμός δεν θεραπεύει την ανεργία.
The most important thing to remember is that inflation is not an act of God; inflation is not a catastrophe of the elements or a disease that comes like the plague. Inflation is a policy—a deliberate policy of people who resort to inflation because they consider it to be a lesser evil than unemployment. But the fact is that, in the not very long run, inflation does not cure unemployment.
Ο πληθωρισμός είναι πολιτική. Και μια πολιτική μπορεί να αλλάξει. Επομένως, δεν υπάρχει λόγος να υποκύπτουμε στον πληθωρισμό. Αν θεωρούμε τον πληθωρισμό κακό, πρέπει να πάψουμε να τον προκαλούμε. Πρέπει να ισοσκελίσουμε τον κρατικό προϋπολογισμό. Βεβαίως, η κοινή γνώμη πρέπει να το υποστηρίξει αυτό· οι διανοούμενοι πρέπει να βοηθήσουν τον λαό να κατανοήσει. Με την υποστήριξη της κοινής γνώμης, είναι ασφαλώς δυνατόν οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι του λαού να εγκαταλείψουν την πολιτική του πληθωρισμού.
Inflation is a policy. And a policy can be changed. Therefore, there is no reason to give in to inflation. If one regards inflation as an evil, then one has to stop inflating. One has to balance the budget of the government. Of course, public opinion must support this; the intellectuals must help the people to understand. Given the support of public opinion, it is certainly possible for the people’s elected representatives to abandon the policy of inflation.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι, μακροπρόθεσμα, μπορεί να είμαστε όλοι νεκροί και ασφαλώς θα είμαστε νεκροί. Οφείλουμε, όμως, να διευθετήσουμε τις επίγειες υποθέσεις μας, για τη βραχυχρόνια περίοδο κατά την οποία έχουμε να ζήσουμε, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Και ένα από τα αναγκαία μέτρα για αυτόν τον σκοπό είναι η εγκατάλειψη των πληθωριστικών πολιτικών.
We must remember that, in the long run, we may all be dead and certainly will be dead. But we should arrange our earthly affairs, for the short run in which we have to live, in the best possible way. And one of the measures necessary for this purpose is to abandon inflationary policies.
Ορισμένοι χαρακτηρίζουν τα προγράμματα οικονομικής ελευθερίας αρνητικά προγράμματα. Λένε: «Τι θέλετε πραγματικά εσείς οι φιλελεύθεροι; Είστε εναντίον του σοσιαλισμού, της κρατικής παρέμβασης, του πληθωρισμού, της συνδικαλιστικής βίας, των προστατευτικών δασμών… Λέτε “όχι” στα πάντα».
Some people call the programs of economic freedom a negative program. They say: “What do you liberals really want? You are against socialism, government intervention, inflation, labor union violence, protective tariffs.... You say ‘no’ to everything.”
Θα χαρακτήριζα αυτή τη δήλωση μονόπλευρη και επιφανειακή διατύπωση του προβλήματος. Διότι είναι δυνατόν να διατυπωθεί ένα φιλελεύθερο πρόγραμμα με θετικό τρόπο. Αν κάποιος λέει: «Είμαι κατά της λογοκρισίας», δεν είναι αρνητικός· υποστηρίζει το δικαίωμα των συγγραφέων να αποφασίζουν τι θέλουν να δημοσιεύσουν χωρίς κρατική επέμβαση. Αυτό δεν είναι αρνητισμός· είναι ακριβώς ελευθερία. (Βεβαίως, όταν χρησιμοποιώ τον όρο «φιλελεύθερος» αναφερόμενος στις συνθήκες του οικονομικού συστήματος, εννοώ τον φιλελεύθερο με την παλαιά, κλασική σημασία της λέξης.)
I would call this statement a one-sided and shallow formulation of the problem. For it is possible to formulate a liberal program in a positive way. If a man says: “I am against censorship,” he is not negative; he is in favor of authors having the right to determine what they want to publish without the interference of government. This is not negativism, this is precisely freedom. (Of course, when I use the term “liberal” with respect to the conditions of the economic system, I mean liberal in the old classical sense of the word.)
Σήμερα, οι περισσότεροι θεωρούν μη ικανοποιητική την ύπαρξη σημαντικών διαφορών στο βιοτικό επίπεδο μεταξύ πολλών χωρών. Πριν από διακόσια χρόνια, οι συνθήκες στη Μεγάλη Βρετανία ήταν πολύ χειρότερες από ό,τι είναι σήμερα στην Ινδία. Οι Βρετανοί, όμως, το 1750 δεν αυτοχαρακτηρίζονταν «υπανάπτυκτοι» ή «καθυστερημένοι», επειδή δεν ήταν σε θέση να συγκρίνουν τις συνθήκες της χώρας τους με εκείνες χωρών όπου οι οικονομικές συνθήκες ήταν πιο ικανοποιητικές. Σήμερα, όλοι όσοι δεν έχουν φτάσει στο μέσο βιοτικό επίπεδο των Ηνωμένων Πολιτειών πιστεύουν ότι κάτι δεν πάει καλά με τη δική τους οικονομική κατάσταση. Πολλές από αυτές τις χώρες αυτοαποκαλούνται «αναπτυσσόμενες χώρες» και, με αυτή την ιδιότητα, ζητούν βοήθεια από τις λεγόμενες ανεπτυγμένες ή ακόμη και υπερανεπτυγμένες χώρες.
Today, most people regard the considerable differences in the standard of living between many countries as unsatisfactory. Two hundred years ago, conditions in Great Britain were much worse than they are today in India. But the British in 1750 did not call themselves “undeveloped” or “backward,” because they were not in a position to compare the conditions of their country with those of countries in which economic conditions were more satisfactory. Today all people who have not attained the average standard of living of the United States believe that there is something wrong with their own economic situation. Many of these countries call themselves “developing countries” and, as such, are asking for aid from the so-called developed or even overdeveloped countries.
Επιτρέψτε μου να εξηγήσω την πραγματικότητα αυτής της κατάστασης. Το βιοτικό επίπεδο είναι χαμηλότερο στις λεγόμενες αναπτυσσόμενες χώρες, επειδή οι μέσες αποδοχές για το ίδιο είδος εργασίας είναι χαμηλότερες σε αυτές τις χώρες από ό,τι σε ορισμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, στον Καναδά, στην Ιαπωνία και, ιδίως, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αν προσπαθήσουμε να βρούμε τους λόγους αυτής της διαφοράς, πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν οφείλεται σε κατωτερότητα των εργατών ή των άλλων μισθωτών. Σε ορισμένες ομάδες εργατών της Βόρειας Αμερικής επικρατεί η τάση να πιστεύουν ότι οι ίδιοι είναι καλύτεροι από τους άλλους — ότι χάρη στη δική τους αξία λαμβάνουν υψηλότερους μισθούς από άλλους ανθρώπους.
Let me explain the reality of this situation. The standard of living is lower in the so-called developing countries because the average earnings for the same type of labor is lower in those countries than it is in some countries of Western Europe, Canada, Japan, and especially in the United States. If we try to find the reasons for this difference, we must realize that it is not due to an inferiority of the workers or other employees. There prevails among some groups of North American workers a tendency to believe that they themselves are better than other people—that it is through their own merit that they are getting higher wages than other people.
Θα αρκούσε ένας Αμερικανός εργάτης να επισκεφθεί μια άλλη χώρα — ας πούμε την Ιταλία, από την οποία προήλθαν πολλοί Αμερικανοί εργάτες — για να διαπιστώσει ότι δεν είναι οι προσωπικές του ιδιότητες αλλά οι συνθήκες της χώρας που του επιτρέπουν να λαμβάνει υψηλότερους μισθούς. Αν ένας άνθρωπος από τη Σικελία μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, μπορεί πολύ σύντομα να λαμβάνει τους μισθούς που συνηθίζονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και αν ο ίδιος άνθρωπος επιστρέψει στη Σικελία, θα διαπιστώσει ότι η παραμονή του στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν του προσέδωσε ιδιότητες που θα του επέτρεπαν να λαμβάνει στη Σικελία υψηλότερους μισθούς από τους συμπατριώτες του.
It would only be necessary for an American worker to visit another country—let us say, Italy, where many American workers came from—in order to discover that it is not his personal qualities but the conditions in the country that make it possible for him to earn higher wages. If a man from Sicily immigrates to the United States, he can very soon earn the wage rates that are customary in the United States. And if the same man returns to Sicily, he will discover that his visit to the United States did not give him qualities which would permit him to earn higher wages in Sicily than his fellow countrymen.
Ούτε μπορεί κανείς να εξηγήσει αυτή την οικονομική κατάσταση υποθέτοντας κάποια κατωτερότητα των επιχειρηματιών εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι γεγονός ότι, εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών, του Καναδά, της Δυτικής Ευρώπης και ορισμένων περιοχών της Ασίας, ο εξοπλισμός των εργοστασίων και οι τεχνολογικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι, σε γενικές γραμμές, κατώτερα από εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτό, όμως, δεν οφείλεται στην άγνοια των επιχειρηματιών αυτών των «υπανάπτυκτων» χωρών. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα εργοστάσια στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά είναι πολύ καλύτερα εξοπλισμένα. Οι ίδιοι γνωρίζουν όλα όσα πρέπει να γνωρίζουν για την τεχνολογία· και αν δεν τα γνωρίζουν, έχουν τη δυνατότητα να μάθουν όσα χρειάζονται από εγχειρίδια και τεχνικά περιοδικά που διαδίδουν αυτές τις γνώσεις.
Nor can one explain this economic situation by assuming any inferiority on the part of the entrepreneurs outside the United States. It is a fact that outside of the United States, Canada, Western Europe, and certain parts of Asia the equipment of the factories and the technological methods employed are, by and large, inferior to those within the United States. But this is not due to the ignorance of the entrepreneurs in those “undeveloped” countries. They know very well that the factories in the United States and Canada are much better equipped. They themselves know everything they must know about technology, and if they do not, they have the opportunity to learn what they must know from textbooks and technical magazines which disseminate this knowledge.
Για άλλη μια φορά: η διαφορά δεν έγκειται στην προσωπική κατωτερότητα ή στην άγνοια. Η διαφορά έγκειται στο διαθέσιμο κεφάλαιο, στην ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών. Με άλλα λόγια, το ποσό του επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά κάτοικο είναι μεγαλύτερο στα λεγόμενα προηγμένα έθνη από ό,τι στα αναπτυσσόμενα.
Once again: the difference is not personal inferiority or ignorance. The difference is the supply of capital, the quantity of capital goods available. In other words, the amount of capital invested per unit of the population is greater in the so-called advanced nations than in the developing nations.
Ένας επιχειρηματίας δεν μπορεί να πληρώνει έναν εργαζόμενο περισσότερο από το ποσό κατά το οποίο η εργασία αυτού του εργαζομένου αυξάνει την αξία του προϊόντος. Δεν μπορεί να τον πληρώνει περισσότερο από όσο είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν οι πελάτες για την πρόσθετη εργασία του συγκεκριμένου εργαζομένου. Αν τον πληρώνει περισσότερο, δεν θα ανακτήσει τις δαπάνες του από τους πελάτες. Υφίσταται ζημίες και, όπως έχω επισημάνει επανειλημμένα και όπως γνωρίζει ο καθένας, ένας επιχειρηματίας που υφίσταται ζημίες πρέπει να αλλάξει τις επιχειρηματικές του μεθόδους ή να πτωχεύσει.
A businessman cannot pay a worker more than the amount added by the work of this employee to the value of the product. He cannot pay him more than the customers are prepared to pay for the additional work of this individual worker. If he pays him more, he will not recover his expenditures from the customers. He incurs losses and, as I have pointed out again and again, and as everybody knows, a businessman who suffers losses must change his methods of business, or go bankrupt.
Οι οικονομολόγοι περιγράφουν αυτή την κατάσταση λέγοντας ότι «οι μισθοί καθορίζονται από την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας». Αυτός είναι απλώς ένας άλλος τρόπος να εκφραστεί ό,τι μόλις είπα. Είναι γεγονός ότι το ύψος των μισθών καθορίζεται από το ποσό κατά το οποίο η εργασία ενός ανθρώπου αυξάνει την αξία του προϊόντος. Αν ένας άνθρωπος εργάζεται με καλύτερα και αποδοτικότερα εργαλεία, μπορεί μέσα σε μία ώρα να επιτελέσει πολύ περισσότερα από έναν άνθρωπο που εργάζεται επί μία ώρα με λιγότερο αποδοτικά μέσα. Είναι προφανές ότι 100 άνθρωποι που εργάζονται σε ένα αμερικανικό εργοστάσιο υποδημάτων, εξοπλισμένο με τα πιο σύγχρονα εργαλεία και μηχανήματα, παράγουν πολύ περισσότερα στο ίδιο χρονικό διάστημα από 100 υποδηματοποιούς στην Ινδία, οι οποίοι είναι αναγκασμένοι να εργάζονται με παλαιού τύπου εργαλεία και με λιγότερο εξελιγμένο τρόπο.
The economists describe this state of affairs by saying “wages are determined by the marginal productivity of labor.” This is only another expression for what I have just said before. It is a fact that the scale of wages is determined by the amount a man’s work increases the value of the product. If a man works with better and more efficient tools, then he can perform in one hour much more than a man who works one hour with less efficient instruments. It is obvious that 100 men working in an American shoe factory, equipped with the most modem tools and machines, produce much more in the same length of time than 100 shoemakers in India, who have to work with old-fashioned tools in a less sophisticated way.
Οι εργοδότες σε όλα αυτά τα αναπτυσσόμενα έθνη γνωρίζουν πολύ καλά ότι τα καλύτερα εργαλεία θα καθιστούσαν τις επιχειρήσεις τους πιο κερδοφόρες. Θα ήθελαν να κατασκευάσουν περισσότερα και καλύτερα εργοστάσια. Το μόνο που τους εμποδίζει είναι η έλλειψη κεφαλαίου. Η διαφορά ανάμεσα στα λιγότερο και στα περισσότερο ανεπτυγμένα έθνη είναι συνάρτηση του χρόνου: οι Βρετανοί άρχισαν να αποταμιεύουν νωρίτερα από όλα τα άλλα έθνη· άρχισαν επίσης νωρίτερα να συσσωρεύουν κεφάλαιο και να το επενδύουν σε επιχειρήσεις. Επειδή ξεκίνησαν νωρίτερα, στη Μεγάλη Βρετανία υπήρχε υψηλότερο βιοτικό επίπεδο όταν, σε όλες τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το βιοτικό επίπεδο ήταν ακόμη χαμηλότερο. Σταδιακά, όλα τα άλλα έθνη άρχισαν να μελετούν τις βρετανικές συνθήκες, και δεν δυσκολεύτηκαν να ανακαλύψουν την αιτία του πλούτου της Μεγάλης Βρετανίας. Έτσι, άρχισαν να μιμούνται τις μεθόδους των βρετανικών επιχειρήσεων.
The employers in all of these developing nations know very well that better tools would make their own enterprises more profitable. They would like to build more and better factories. The only thing that prevents them from doing it is the shortage of capital. The difference between the less developed and the more developed nations is a function of time: the British started to save sooner than all other nations: they also started sooner to accumulate capital and to invest it in business. Because they started sooner, there was a higher standard of living in Great Britain when, in all other European countries, there was still a lower standard of living. Gradually, all the other nations began to study British conditions, and it was not difficult for them to discover the reason for Great Britain’s wealth. So they began to imitate the methods of British business.
Επειδή τα άλλα έθνη ξεκίνησαν αργότερα και επειδή οι Βρετανοί δεν σταμάτησαν να επενδύουν κεφάλαιο, παρέμενε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις συνθήκες της Αγγλίας και σε εκείνες των άλλων χωρών. Συνέβη, όμως, κάτι που έκανε το προβάδισμα της Μεγάλης Βρετανίας να εξαφανιστεί.
Since other nations started later, and since the British did not stop investing capital, there remained a large difference between conditions in England and conditions in those other countries. But something happened which caused the headstart of Great Britain to disappear.
Αυτό που συνέβη ήταν το μεγαλύτερο γεγονός στην ιστορία του δέκατου ένατου αιώνα, και αυτό δεν αφορά μόνο την ιστορία μιας μεμονωμένης χώρας. Το μεγάλο αυτό γεγονός ήταν η ανάπτυξη των ξένων επενδύσεων κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Το 1817, ο μεγάλος Βρετανός οικονομολόγος Ricardo εξακολουθούσε να θεωρεί δεδομένο ότι το κεφάλαιο μπορούσε να επενδύεται μόνο εντός των συνόρων μιας χώρας. Θεωρούσε δεδομένο ότι οι κεφαλαιούχοι δεν θα επιχειρούσαν να επενδύσουν στο εξωτερικό. Λίγες δεκαετίες αργότερα, όμως, οι επενδύσεις κεφαλαίου στο εξωτερικό άρχισαν να διαδραματίζουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις.
What happened was the greatest event in the history of the nineteenth century, and this means not only in the history of an individual country. This great event was the development, in the nineteenth century, of foreign investment. In 1817, the great British economist Ricardo still took it for granted that capital could be invested only within the borders of a country. He took it for granted that capitalists would not try to invest abroad. But a few decades later, capital investment abroad began to play a most important role in world affairs.
Χωρίς επενδύσεις κεφαλαίου, τα λιγότερο ανεπτυγμένα από τη Μεγάλη Βρετανία έθνη θα ήταν αναγκασμένα να ξεκινήσουν με τις μεθόδους και την τεχνολογία με τις οποίες είχαν ξεκινήσει οι Βρετανοί στις αρχές και στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα και, αργά, βήμα προς βήμα — πάντοτε πολύ κάτω από το τεχνολογικό επίπεδο της βρετανικής οικονομίας —, να προσπαθήσουν να μιμηθούν όσα είχαν κάνει οι Βρετανοί.
Without capital investment, it would have been necessary for nations less developed than Great Britain to start with the methods and the technology with which the British had started in the beginning and middle of the eighteenth century, and slowly, step by step—always far below the technological level of the British economy—try to imitate what the British had done.
Θα χρειάζονταν πολλές, πάρα πολλές δεκαετίες για να φτάσουν αυτές οι χώρες στο επίπεδο τεχνολογικής ανάπτυξης στο οποίο είχε φτάσει η Μεγάλη Βρετανία εκατό ή και περισσότερα χρόνια πριν από αυτές. Το μεγάλο γεγονός, όμως, που βοήθησε όλες αυτές τις χώρες ήταν οι ξένες επενδύσεις.
It would have taken many, many decades for these countries to attain the standard of technological development which Great Britain had reached a hundred years or more before them. But the great event that helped all these countries was foreign investment.
Ξένες επενδύσεις σήμαινε ότι Βρετανοί κεφαλαιούχοι επένδυαν βρετανικό κεφάλαιο σε άλλα μέρη του κόσμου. Αρχικά το επένδυσαν σε εκείνες τις ευρωπαϊκές χώρες που, από τη σκοπιά της Μεγάλης Βρετανίας, στερούνταν κεφαλαίου και υστερούσαν στην ανάπτυξή τους. Είναι γνωστό ότι οι σιδηρόδρομοι των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών, καθώς και των Ηνωμένων Πολιτειών, κατασκευάστηκαν με τη βοήθεια βρετανικού κεφαλαίου. Γνωρίζετε ότι το ίδιο συνέβη και σε αυτή τη χώρα, στην Αργεντινή.
Foreign investment meant that British capitalists invested British capital in other parts of the world. They first invested it in those European countries which, from the point of view of Great Britain, were short of capital and backward in their development. It is a well-known fact that the railroads of most European countries, and also of the United States, were built with the aid of British capital. You know that the same happened in this country, in Argentina.
Οι εταιρείες αερίου σε όλες τις πόλεις της Ευρώπης ήταν επίσης βρετανικές. Στα μέσα της δεκαετίας του 1870, ένας Βρετανός συγγραφέας και ποιητής επέκρινε τους συμπατριώτες του. Είπε: «Οι Βρετανοί έχουν χάσει την παλιά τους ζωτικότητα και δεν έχουν πλέον νέες ιδέες. Δεν είναι πια σημαντικό ή ηγετικό έθνος στον κόσμο». Σε αυτό ο Herbert Spencer, ο μεγάλος κοινωνιολόγος, απάντησε: «Κοιτάξτε την ευρωπαϊκή ήπειρο. Όλες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν φωτισμό επειδή μια βρετανική εταιρεία αερίου τις εφοδιάζει με αέριο». Αυτό συνέβαινε, βεβαίως, στην εποχή του φωτισμού με αέριο, η οποία μας φαίνεται σήμερα «μακρινή». Συνεχίζοντας την απάντησή του σε αυτόν τον Βρετανό επικριτή, ο Herbert Spencer πρόσθεσε: «Λέτε ότι οι Γερμανοί προηγούνται κατά πολύ της Μεγάλης Βρετανίας. Κοιτάξτε, όμως, τη Γερμανία. Ακόμη και το Βερολίνο, η πρωτεύουσα του γερμανικού Reich, η πρωτεύουσα του πνεύματος, θα βρισκόταν στο σκοτάδι αν μια βρετανική εταιρεία αερίου δεν είχε εισβάλει στη χώρα και δεν είχε φωτίσει τους δρόμους».
The gas companies in all the cities of Europe were also British. In the mid 1870s, a British author and poet criticized his countrymen. He said: “The British have lost their old vigor and they have no longer any new ideas. They are no longer an important or leading nation in the world.” To which Herbert Spencer, the great sociologist, answered: “Look at the European continent. All European capitals have light because a British gas company provides them with gas.” This was, of course, in what seems to us the “remote” age of gas lighting. Further answering this British critic, Herbert Spencer added: “You say that the Germans are far ahead of Great Britain. But look at Germany. Even Berlin, the capital of the German Reich, the capital of Geist, would be in the dark if a British gas company had not invaded the country and lighted the streets.”
Με τον ίδιο τρόπο, το βρετανικό κεφάλαιο ανέπτυξε τους σιδηροδρόμους και πολλούς βιομηχανικούς κλάδους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και, βεβαίως, όσο μια χώρα εισάγει κεφάλαιο, το εμπορικό της ισοζύγιο είναι αυτό που οι μη οικονομολόγοι αποκαλούν «δυσμενές». Αυτό σημαίνει ότι οι εισαγωγές της υπερβαίνουν τις εξαγωγές της. Ο λόγος για το «ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο» της Μεγάλης Βρετανίας ήταν ότι τα βρετανικά εργοστάσια έστελναν πολλών ειδών εξοπλισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες και αυτός ο εξοπλισμός δεν πληρωνόταν με τίποτε άλλο παρά με μετοχές αμερικανικών εταιρειών. Αυτή η περίοδος στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών διήρκεσε, σε γενικές γραμμές, έως τη δεκαετία του 1890.
In the same way, British capital developed the railroads and many branches of industry in the United States. And, of course, as long as a country imports capital its balance of trade is what the noneconomists call “unfavorable.” That means that it has an excess of imports over exports. The reason for the “favorable balance of trade” of Great Britain was that the British factories sent many types of equipment to the United States, and this equipment was not paid for by anything other than shares of American corporations. This period in the history of the United States lasted, by and large, until the 1890s.
Όταν, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τη βοήθεια του βρετανικού κεφαλαίου — και αργότερα με τη βοήθεια των δικών τους φιλοκαπιταλιστικών πολιτικών —, ανέπτυξαν το οικονομικό τους σύστημα με πρωτοφανή τρόπο, οι Αμερικανοί άρχισαν να επαναγοράζουν τις μετοχές που είχαν άλλοτε πουλήσει σε ξένους. Τότε οι εξαγωγές των Ηνωμένων Πολιτειών υπερέβαιναν τις εισαγωγές τους. Η διαφορά εξοφλούνταν με την εισαγωγή — με τον επαναπατρισμό, όπως λεγόταν — κοινών μετοχών αμερικανικών εταιρειών.
But when the United States, with the aid of British capital—and later with the aid of its own procapitalistic policies—developed its own economic system in an unprecedented way, the Americans began to buy back the capital stocks they had once sold to foreigners. Then the United States had a surplus of exports over imports. The difference was paid by the importation—by the repatriation, as one called it—of American common stock.
Αυτή η περίοδος διήρκεσε έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσα συνέβησαν αργότερα είναι μια άλλη ιστορία. Είναι η ιστορία των αμερικανικών επιχορηγήσεων προς τις εμπόλεμες χώρες μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων και μετά από αυτούς: τα δάνεια και οι επενδύσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη, πέρα από το πρόγραμμα δανεισμού και εκμίσθωσης, την εξωτερική βοήθεια, το Σχέδιο Marshall, τα τρόφιμα που αποστέλλονταν στο εξωτερικό και άλλες επιχορηγήσεις. Το τονίζω αυτό επειδή οι άνθρωποι πιστεύουν μερικές φορές ότι είναι ντροπή ή ταπείνωση να δραστηριοποιείται ξένο κεφάλαιο στη χώρα τους. Πρέπει να αντιληφθείτε ότι σε όλες τις χώρες, εκτός από την Αγγλία, οι επενδύσεις ξένου κεφαλαίου διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των σύγχρονων βιομηχανιών.
This period lasted until the First World War. What happened later is another story. It is the story of the American subsidies for the belligerent countries in between and after two world wars: the loans, the investments the United States made in Europe, in addition to lend-lease, foreign aid, the Marshall Plan, food that was sent overseas, and other subsidies. I emphasize this because people sometimes believe that it is shameful or degrading to have foreign capital working in their country. You have to realize that, in all countries except England, foreign capital investment played a considerable part in the development of modern industries.
Όταν λέω ότι οι ξένες επενδύσεις ήταν το μεγαλύτερο ιστορικό γεγονός του δέκατου ένατου αιώνα, πρέπει να σκεφτείτε όλα όσα δεν θα είχαν δημιουργηθεί αν δεν υπήρχαν ξένες επενδύσεις. Όλοι οι σιδηρόδρομοι, τα λιμάνια, τα εργοστάσια και τα ορυχεία στην Ασία, καθώς και η Διώρυγα του Σουέζ και πολλά άλλα έργα στο δυτικό ημισφαίριο, δεν θα είχαν κατασκευαστεί αν δεν υπήρχαν ξένες επενδύσεις.
If I say that foreign investment was the greatest historical event of the nineteenth century, you must think of all those things that would not have come into being if there had not been any foreign investment. All the railroads, the harbors, the factories and mines in Asia, and the Suez Canal and many other things in the Western hemisphere, would not have been constructed had there been no foreign investment.
Οι ξένες επενδύσεις πραγματοποιούνται με την προσδοκία ότι δεν θα απαλλοτριωθούν. Κανείς δεν θα επένδυε τίποτε αν γνώριζε εκ των προτέρων ότι κάποιος θα απαλλοτρίωνε τις επενδύσεις του. Την εποχή κατά την οποία πραγματοποιούνταν αυτές οι ξένες επενδύσεις, τον δέκατο ένατο αιώνα και στις αρχές του εικοστού, δεν ετίθετο ζήτημα απαλλοτρίωσης. Εξαρχής, ορισμένες χώρες έδειχναν κάποια εχθρότητα προς το ξένο κεφάλαιο, αλλά ως επί το πλείστον αντιλαμβάνονταν πολύ καλά ότι αποκόμιζαν τεράστιο όφελος από αυτές τις ξένες επενδύσεις.
Foreign investment is made in the expectation that it will not be expropriated. Nobody would invest anything if he knew in advance that somebody would expropriate his investments. At the time when these foreign investments were made in the nineteenth century, and at the beginning of the twentieth century, there was no question of expropriation. From the beginning, some countries showed a certain hostility toward foreign capital, but for the most part they realized very well that they derived an enormous advantage from these foreign investments.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτές οι ξένες επενδύσεις δεν πραγματοποιούνταν απευθείας προς ξένους κεφαλαιούχους, αλλά έμμεσα, μέσω δανείων προς την ξένη κυβέρνηση. Τότε η κυβέρνηση ήταν εκείνη που χρησιμοποιούσε τα χρήματα για επενδύσεις. Αυτή ήταν, για παράδειγμα, η περίπτωση της Ρωσίας. Για καθαρά πολιτικούς λόγους, οι Γάλλοι επένδυσαν στη Ρωσία, κατά τις δύο δεκαετίες που προηγήθηκαν του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, περίπου είκοσι δισεκατομμύρια χρυσά φράγκα, δανείζοντάς τα κυρίως στη ρωσική κυβέρνηση. Όλα τα μεγάλα έργα της ρωσικής κυβέρνησης — για παράδειγμα, ο σιδηρόδρομος που συνδέει τη Ρωσία από τα Ουράλια Όρη, μέσα από τους πάγους και τα χιόνια της Σιβηρίας, έως τον Ειρηνικό Ωκεανό — κατασκευάστηκαν κυρίως με ξένο κεφάλαιο που είχε δανειστεί η ρωσική κυβέρνηση. Αντιλαμβάνεστε ότι οι Γάλλοι δεν υπέθεταν πως μια μέρα θα υπήρχε μια κομμουνιστική ρωσική κυβέρνηση που απλώς θα δήλωνε ότι δεν θα εξοφλούσε τα χρέη που είχε συνάψει η προκάτοχός της, η τσαρική κυβέρνηση.
In some cases, these foreign investments were not made directly to foreign capitalists, but indirectly by loans to the foreign government. Then it was the government that used the money for investments. Such was, for instance, the case in Russia. For purely political reasons, the French invested in Russia, in the two decades preceding the First World War, about twenty billion gold francs, lending them chiefly to the Russian government. All the great enterprises of the Russian government—for instance, the railroad that connects Russia from the Ural Mountains, through the ice and snow of Siberia, to the Pacific—were built mostly with foreign capital lent to the Russian government. You will realize that the French did not assume that one day there would be a communist Russian government that would simply declare it would not pay the debts incurred by its predecessor, the tsarist government.
Με αφετηρία τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισε μια περίοδος ανοιχτού πολέμου κατά των ξένων επενδύσεων σε ολόκληρο τον κόσμο. Εφόσον δεν υπάρχει μέσο που να εμποδίζει μια κυβέρνηση να απαλλοτριώσει επενδεδυμένο κεφάλαιο, σήμερα πρακτικά δεν υπάρχει νομική προστασία των ξένων επενδύσεων στον κόσμο. Οι κεφαλαιούχοι δεν το προέβλεψαν αυτό. Αν οι κεφαλαιούχοι των χωρών που εξάγουν κεφάλαιο το είχαν αντιληφθεί, όλες οι ξένες επενδύσεις θα είχαν τερματιστεί πριν από σαράντα ή πενήντα χρόνια. Οι κεφαλαιούχοι, όμως, δεν πίστευαν ότι οποιαδήποτε χώρα θα ήταν τόσο ανήθικη ώστε να αθετήσει ένα χρέος, να απαλλοτριώσει και να δημεύσει ξένο κεφάλαιο. Με αυτές τις πράξεις άρχισε ένα νέο κεφάλαιο στην οικονομική ιστορία του κόσμου.
Starting with the First World War, there began a period of worldwide open warfare against foreign investments. Since there is no remedy to prevent a government from expropriating invested capital, there is practically no legal protection for foreign investments in the world today. The capitalists did not foresee this. If the capitalists of the capital exporting countries had realized it, all foreign investments would have come to an end forty or fifty years ago. But the capitalists did not believe that any country would be so unethical as to renege on a debt, to expropriate and confiscate foreign capital. With these acts, a new chapter began in the economic history of the world.
Με το τέλος της μεγάλης περιόδου του δέκατου ένατου αιώνα, κατά την οποία το ξένο κεφάλαιο βοήθησε να αναπτυχθούν σε όλα τα μέρη του κόσμου σύγχρονες μέθοδοι μεταφορών, μεταποίησης, εξόρυξης και γεωργίας, ήρθε μια νέα εποχή στην οποία οι κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα θεωρούσαν τον ξένο επενδυτή εκμεταλλευτή που έπρεπε να εκδιωχθεί από τη χώρα.
With the end of the great period in the nineteenth century when foreign capital helped to develop, in all parts of the world, modem methods of transportation, manufacturing, mining, and agriculture, there came a new era in which the governments and the political parties considered the foreign investor as an exploiter who should be expelled from the country.
Σε αυτή την αντικαπιταλιστική στάση, οι Ρώσοι δεν ήταν οι μόνοι αμαρτωλοί. Θυμηθείτε, για παράδειγμα, την απαλλοτρίωση των αμερικανικής ιδιοκτησίας πετρελαιοφόρων κοιτασμάτων στο Μεξικό και όλα όσα συνέβησαν σε αυτή τη χώρα, την Αργεντινή, τα οποία δεν χρειάζεται να συζητήσω.
In this anti-capitalist attitude the Russians were not the only sinners. Remember, for example, the expropriation of the American oil fields in Mexico, and all the things that have happened in this country (Argentina) which I have no need to discuss.
Η σημερινή κατάσταση στον κόσμο, την οποία δημιούργησε το σύστημα απαλλοτρίωσης του ξένου κεφαλαίου, συνίσταται είτε σε άμεση απαλλοτρίωση είτε σε έμμεση απαλλοτρίωση μέσω συναλλαγματικών ελέγχων ή φορολογικών διακρίσεων. Αυτό είναι κυρίως πρόβλημα των αναπτυσσόμενων εθνών.
The situation in the world today, created by the system of expropriation of foreign capital, consists either of direct expropriation or of indirect expropriation through foreign exchange control or tax discrimination. This is mainly a problem of developing nations.
Πάρτε, για παράδειγμα, το μεγαλύτερο από αυτά τα έθνη: την Ινδία. Υπό το βρετανικό σύστημα, βρετανικό κεφάλαιο — κατά κύριο λόγο βρετανικό, αλλά και κεφάλαιο άλλων ευρωπαϊκών χωρών — επενδυόταν στην Ινδία. Και οι Βρετανοί εξήγαγαν στην Ινδία και κάτι άλλο που πρέπει επίσης να αναφερθεί σε αυτό το πλαίσιο: εξήγαγαν σύγχρονες μεθόδους καταπολέμησης των μεταδοτικών ασθενειών. Το αποτέλεσμα ήταν μια τεράστια αύξηση του ινδικού πληθυσμού και μια αντίστοιχη αύξηση των προβλημάτων της χώρας. Αντιμέτωπη με αυτή την επιδεινούμενη κατάσταση, η Ινδία στράφηκε στην απαλλοτρίωση ως μέσο αντιμετώπισης των προβλημάτων της. Δεν επρόκειτο, όμως, πάντοτε για άμεση απαλλοτρίωση· η κυβέρνηση παρενοχλούσε τους ξένους κεφαλαιούχους, παρεμποδίζοντας τις επενδύσεις τους με τέτοιον τρόπο ώστε οι ξένοι αυτοί επενδυτές αναγκάζονταν να εκποιήσουν τις επιχειρήσεις τους.
Take, for instance, the biggest of these nations: India. Under the British system, British capital—predominately British capital, but also capital of other European countries—was invested in India. And the British exported to India something else which also has to be mentioned in this connection; they exported into India modern methods of fighting contagious diseases. The result was a tremendous increase in the Indian population and a corresponding increase in the country’s troubles. Facing such a worsening situation, India turned to expropriation as a means of dealing with its problems. But it was not always direct expropriation; the government harassed foreign capitalists, hampering them in their investments in such a way that these foreign investors were forced to sell out.
Η Ινδία θα μπορούσε, βεβαίως, να συσσωρεύσει κεφάλαιο με άλλη μέθοδο: με την εγχώρια συσσώρευση κεφαλαίου. Ωστόσο, η Ινδία είναι εξίσου εχθρική προς την εγχώρια συσσώρευση κεφαλαίου όσο και προς τους ξένους κεφαλαιούχους. Η ινδική κυβέρνηση λέει ότι θέλει να εκβιομηχανίσει την Ινδία, αλλά αυτό που πραγματικά έχει κατά νου είναι να αποκτήσει σοσιαλιστικές επιχειρήσεις.
India could, of course, accumulate capital by another method: the domestic accumulation of capital. However, India is as hostile to the domestic accumulation of capital as it is to foreign capitalists. The Indian government says it wants to industrialize India, but what it really has in mind is to have socialist enterprises.
Πριν από λίγα χρόνια, ο διάσημος πολιτικός ηγέτης Jawaharlal Nehru δημοσίευσε μια συλλογή ομιλιών του. Το βιβλίο εκδόθηκε με σκοπό να καταστήσει πιο ελκυστικές τις ξένες επενδύσεις στην Ινδία. Η ινδική κυβέρνηση δεν αντιτίθεται στις ξένες επενδύσεις προτού αυτές πραγματοποιηθούν. Η εχθρότητα αρχίζει μόνο όταν έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Σε αυτό το βιβλίο — παραθέτω κατά λέξη από το βιβλίο — ο κύριος Nehru είπε: «Βεβαίως, θέλουμε να κοινωνικοποιήσουμε. Δεν είμαστε, όμως, αντίθετοι στην ιδιωτική επιχείρηση. Θέλουμε να ενθαρρύνουμε με κάθε τρόπο την ιδιωτική επιχείρηση. Θέλουμε να υποσχεθούμε στους επιχειρηματίες που επενδύουν στη χώρα μας ότι δεν θα απαλλοτριώσουμε ούτε θα κοινωνικοποιήσουμε τις επιχειρήσεις τους για δέκα χρόνια, ίσως και για μεγαλύτερο διάστημα». Και θεωρούσε ότι αυτό ήταν πρόσκληση να έρθουν στην Ινδία!
A few years ago the famous statesman Jawaharlal Nehru published a collection of his speeches. The book was published with the intention of making foreign investment in India more attractive. The Indian government is not opposed to foreign investment before it is invested. The hostility begins only when it is already invested. In this book—I am quoting literally from the book—Mr. Nehru said: “Of course, we want to socialize. But we are not opposed to private enterprise. We want to encourage in every way private enterprise. We want to promise the entrepreneurs who invest in our country, that we will not expropriate them nor socialize them for ten years, perhaps even for a longer time.” And he thought this was an invitation to come to India!
Το πρόβλημα — όπως γνωρίζετε — είναι η εγχώρια συσσώρευση κεφαλαίου. Σε όλες τις χώρες σήμερα επιβάλλονται πολύ βαρείς φόροι στις εταιρείες. Στην πραγματικότητα, υπάρχει διπλή φορολογία των εταιρειών. Πρώτα, τα κέρδη των εταιρειών φορολογούνται πολύ βαριά και, στη συνέχεια, τα μερίσματα που καταβάλλουν οι εταιρείες στους μετόχους τους φορολογούνται εκ νέου. Και αυτό γίνεται με προοδευτικό τρόπο.
The problem—as you know—is domestic capital accumulation. In all countries today there are very heavy taxes on corporations. In fact, there is double taxation on corporations. First, the profits of corporations are taxed very heavily, and the dividends which corporations pay to their shareholders are taxed again. And this is done in a progressive way.
Η προοδευτική φορολογία των εισοδημάτων και των κερδών σημαίνει ότι ακριβώς εκείνα τα τμήματα του εισοδήματος που οι άνθρωποι θα αποταμίευαν και θα επένδυαν αφαιρούνται μέσω της φορολογίας. Πάρτε το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Πριν από λίγα χρόνια υπήρχε ένας φόρος «υπερκερδών», που σήμαινε ότι από κάθε δολάριο κέρδους μια εταιρεία κρατούσε μόνο δεκαοκτώ σεντ. Όταν αυτά τα δεκαοκτώ σεντ καταβάλλονταν στους μετόχους, όσοι κατείχαν μεγάλο αριθμό μετοχών έπρεπε να πληρώσουν επιπλέον εξήντα ή ογδόντα τοις εκατό αυτού του ποσού, ή και περισσότερο, σε φόρους. Από το ένα δολάριο κέρδους κρατούσαν περίπου επτά σεντ και τα ενενήντα τρία σεντ πήγαιναν στο κράτος. Από αυτό το ενενήντα τρία τοις εκατό, το μεγαλύτερο μέρος θα είχε αποταμιευθεί και επενδυθεί. Αντ’ αυτού, η κυβέρνηση το χρησιμοποιούσε για τρέχουσες δαπάνες. Αυτή είναι η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών.
Progressive taxation of income and profits means that precisely those parts of the income which people would have saved and invested are taxed away. Take the example of the United States. A few years ago, there was an “excess-profit” tax, which meant that out of one dollar earned, a corporation retained only eighteen cents. When these eighteen cents were paid out to the shareholders, those who had a great number of shares had to pay another sixty or eighty or even greater percent of it in taxes. Out of the dollar of profit they retained about seven cents, and ninety-three cents went to the government. Of this ninety-three percent, the greater part would have been saved and invested. Instead, the government used it for current expenditure. This is the policy of the United States.
Νομίζω ότι κατέστησα σαφές πως η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών δεν αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για άλλες χώρες. Αυτή η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών είναι χειρότερη από κακή — είναι παράφρων. Το μόνο που θα πρόσθετα είναι ότι μια πλούσια χώρα μπορεί να αντέξει περισσότερες κακές πολιτικές από μια φτωχή. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά όλες αυτές τις μεθόδους φορολογίας, εξακολουθούν να πραγματοποιούνται κάθε χρόνο κάποια πρόσθετη συσσώρευση κεφαλαίου και επενδύσεις και, επομένως, εξακολουθεί να υπάρχει μια τάση βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου.
I think I have made it clear that the policy of the United States is not an example to be imitated by other countries. This policy of the United States is worse than bad—it is insane. The only thing I would add is that a rich country can afford more bad policies than a poor country. In the United States, in spite of all these methods of taxation, there is still some additional accumulation of capital and investment every year, and therefore there is still a trend toward an improvement of the standard of living.
Σε πολλές άλλες χώρες, όμως, το πρόβλημα είναι πολύ κρίσιμο. Δεν υπάρχει εγχώρια αποταμίευση — ή δεν είναι επαρκής — και οι επενδύσεις κεφαλαίου από το εξωτερικό περιορίζονται σοβαρά από το γεγονός ότι αυτές οι χώρες είναι ανοιχτά εχθρικές προς τις ξένες επενδύσεις. Πώς μπορούν να μιλούν για εκβιομηχάνιση, για την ανάγκη δημιουργίας νέων εργοστασίων, βελτίωσης των συνθηκών, ανόδου του βιοτικού επιπέδου, υψηλότερων μισθών και καλύτερων μέσων μεταφοράς, όταν κάνουν πράγματα που θα έχουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα; Αυτό που επιτυγχάνουν στην πραγματικότητα οι πολιτικές τους είναι να αποτρέπουν ή να επιβραδύνουν τη συσσώρευση εγχώριου κεφαλαίου και να παρεμβάλλουν εμπόδια στο ξένο κεφάλαιο.
But in many other countries the problem is very critical. There is no—or not sufficient—domestic saving, and capital investment from abroad is seriously reduced by the fact that these countries are openly hostile to foreign investment. How can they talk about industrialization, about the necessity to develop new plants, to improve conditions, to raise the standard of living, to have higher wage rates, better means of transportation, if they are doing things that will have precisely the opposite effect? What their policies actually accomplish is to prevent or to slow down the accumulation of domestic capital and to put obstacles in the way of foreign capital.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι ασφαλώς πολύ κακό. Μια τέτοια κατάσταση αναπόφευκτα οδηγεί σε απώλεια εμπιστοσύνης, και τώρα υπάρχει στον κόσμο ολοένα μεγαλύτερη δυσπιστία απέναντι στις ξένες επενδύσεις. Ακόμη και αν οι ενδιαφερόμενες χώρες άλλαζαν αμέσως τις πολιτικές τους και έδιναν κάθε δυνατή υπόσχεση, είναι πολύ αμφίβολο αν θα μπορούσαν να πείσουν και πάλι τους ξένους κεφαλαιούχους να επενδύσουν.
The end result is certainly very bad. Such a situation must bring about a loss of confidence, and there is now more and more distrust of foreign investment in the world. Even if the countries concerned were to change their policies immediately and were to make all possible promises, it is very doubtful that they could once more inspire foreign capitalists to invest.
Υπάρχουν, βεβαίως, ορισμένες μέθοδοι για να αποφευχθεί αυτή η συνέπεια. Θα μπορούσαν να θεσπιστούν ορισμένοι διεθνείς κανόνες δικαίου, όχι απλώς συμφωνίες, που θα εξαιρούσαν τις ξένες επενδύσεις από την εθνική δικαιοδοσία. Αυτό είναι κάτι που θα μπορούσαν να κάνουν τα Ηνωμένα Έθνη. Τα Ηνωμένα Έθνη, όμως, είναι απλώς ένας τόπος συνάντησης για άχρηστες συζητήσεις. Αντιλαμβανόμενος κανείς την τεράστια σημασία των ξένων επενδύσεων, αντιλαμβανόμενος ότι μόνο οι ξένες επενδύσεις μπορούν να επιφέρουν βελτίωση των πολιτικών και οικονομικών συνθηκών στον κόσμο, θα μπορούσε να προσπαθήσει να κάνει κάτι στο πεδίο της διεθνούς νομοθεσίας.
There are, of course, some methods to avoid this consequence. One could establish some international statutes, not only agreements, that would withdraw the foreign investments from national jurisdiction. This is something the United Nations could do. But the United Nations is simply a meeting place for useless discussions. Realizing the enormous importance of foreign investment, realizing that foreign investment alone can bring about an improvement in political and economical world conditions, one could try to do something from the point of view of international legislation.
Αυτό είναι ένα τεχνικό νομικό πρόβλημα, το οποίο απλώς αναφέρω επειδή η κατάσταση δεν είναι απελπιστική. Αν ο κόσμος ήθελε πραγματικά να καταστήσει δυνατό στις αναπτυσσόμενες χώρες να ανεβάσουν το βιοτικό τους επίπεδο στο επίπεδο του αμερικανικού τρόπου ζωής, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί. Αρκεί να αντιληφθούμε πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί.
This is a technical legal problem, which I only mention, because the situation is not hopeless. If the world really wanted to make it possible for the developing countries to raise their standard of living to the level of the American way of life, then it could be done. It is only necessary to realize how it could be done.
Για να γίνουν οι αναπτυσσόμενες χώρες εξίσου ευημερούσες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, λείπει μόνο ένα πράγμα: κεφάλαιο — και, βεβαίως, η ελευθερία να χρησιμοποιείται υπό την πειθαρχία της αγοράς και όχι υπό την πειθαρχία της κυβέρνησης. Αυτά τα έθνη πρέπει να συσσωρεύσουν εγχώριο κεφάλαιο και να καταστήσουν δυνατή την εισροή ξένου κεφαλαίου στις χώρες τους.
What is lacking in order to make the developing countries as prosperous as the United States is only one thing: capital—and, of course, the freedom to employ it under the discipline of the market and not the discipline of the government. These nations must accumulate domestic capital, and they must make it possible for foreign capital to come into their countries.
Για την ανάπτυξη της εγχώριας αποταμίευσης είναι αναγκαίο να αναφερθεί και πάλι ότι η εγχώρια αποταμίευση από τις μάζες του πληθυσμού προϋποθέτει μια σταθερή νομισματική μονάδα. Αυτό συνεπάγεται την απουσία κάθε είδους πληθωρισμού.
For the development of domestic saving it is necessary to mention again that domestic saving by the masses of the population presupposes a stable monetary unit. This implies the absence of any kind of inflation.
Μεγάλο μέρος του κεφαλαίου που χρησιμοποιείται στις αμερικανικές επιχειρήσεις ανήκει στους ίδιους τους εργαζομένους και σε άλλους ανθρώπους με περιορισμένα οικονομικά μέσα. Δισεκατομμύρια επί δισεκατομμυρίων σε καταθέσεις ταμιευτηρίου, ομόλογα και ασφαλιστήρια συμβόλαια αξιοποιούνται σε αυτές τις επιχειρήσεις. Στην αμερικανική χρηματαγορά σήμερα, οι μεγαλύτεροι δανειστές χρήματος δεν είναι πλέον οι τράπεζες, αλλά οι ασφαλιστικές εταιρείες. Και τα χρήματα της ασφαλιστικής εταιρείας αποτελούν — όχι νομικά, αλλά οικονομικά — περιουσία των ασφαλισμένων. Και σχεδόν όλοι στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ασφαλισμένοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
A great part of the capital at work in American enterprises is owned by the workers themselves and by other people with modest means. Billions and billions of saving deposits, of bonds, and of insurance policies are operating in these enterprises. On the American money market today it is no longer the banks, it is the insurance companies that are the greatest money lenders. And the money of the insurance company is—not legally, but economically—the property of the insured. And practically everybody in the United States is insured in one way or another.
Προϋπόθεση για μεγαλύτερη οικονομική ισότητα στον κόσμο είναι η εκβιομηχάνιση. Και αυτή είναι δυνατή μόνο μέσω της αύξησης των επενδύσεων κεφαλαίου, της αύξησης της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ίσως σας εκπλήσσει ότι δεν ανέφερα ένα μέτρο που θεωρείται πρωταρχική μέθοδος εκβιομηχάνισης μιας χώρας. Εννοώ τον προστατευτισμό. Οι δασμοί και οι συναλλαγματικοί έλεγχοι, όμως, είναι ακριβώς τα μέσα που εμποδίζουν την εισαγωγή κεφαλαίου και την εκβιομηχάνιση της χώρας. Ο μόνος τρόπος να προχωρήσει η εκβιομηχάνιση είναι να υπάρχει περισσότερο κεφάλαιο. Ο προστατευτισμός μπορεί μόνο να εκτρέψει τις επενδύσεις από έναν κλάδο επιχειρηματικής δραστηριότητας σε έναν άλλο.
The prerequisite for more economic equality in the world is industrialization. And this is possible only through increased capital investment, increased capital accumulation. You may be astonished that I have not mentioned a measure which is considered a prime method to industrialize a country. I mean protectionism. But tariffs and foreign exchange controls are exactly the means to prevent the importation of capital and industrialization into the country. The only way to increase industrialization is to have more capital. Protectionism can only divert investments from one branch of business to another branch.
Ο προστατευτισμός, από μόνος του, δεν προσθέτει τίποτε στο κεφάλαιο μιας χώρας. Για να δημιουργηθεί ένα νέο εργοστάσιο χρειάζεται κεφάλαιο. Για να βελτιωθεί ένα ήδη υπάρχον εργοστάσιο χρειάζεται κεφάλαιο, όχι δασμός.
Protectionism, in itself, does not add anything to the capital of a country. To start a new factory one needs capital. To improve an already existing factory one needs capital, and not a tariff.
Δεν θέλω να συζητήσω ολόκληρο το ζήτημα του ελεύθερου εμπορίου ή του προστατευτισμού. Ελπίζω ότι τα περισσότερα από τα εγχειρίδιά σας οικονομικών το παρουσιάζουν ορθά. Η δασμολογική προστασία δεν μεταβάλλει προς το καλύτερο την οικονομική κατάσταση μιας χώρας. Και εκείνο που ασφαλώς δεν τη μεταβάλλει προς το καλύτερο είναι ο εργατικός συνδικαλισμός. Αν οι συνθήκες δεν είναι ικανοποιητικές, αν οι μισθοί είναι χαμηλοί, αν ο μισθωτός μιας χώρας στρέφει το βλέμμα του στις Ηνωμένες Πολιτείες και διαβάζει για όσα συμβαίνουν εκεί, αν βλέπει στον κινηματογράφο πώς το σπίτι του μέσου Αμερικανού είναι εξοπλισμένο με όλες τις σύγχρονες ανέσεις, μπορεί να αισθανθεί φθόνο. Έχει απόλυτο δίκιο όταν λέει: «Θα έπρεπε να έχουμε κι εμείς το ίδιο». Ο μόνος τρόπος, όμως, να το αποκτήσει είναι μέσω της αύξησης του κεφαλαίου.
I do not want to discuss the whole problem of free trade or protectionism. I hope that most of your textbooks on economics represent it in a proper way. Protection does not change the economic situation in a country for the better. And what certainly does not change it for the better is labor unionism. If conditions are unsatisfactory, if wages are low, if the wage earner in a country looks to the United States and reads about what is going on there, if he sees in the movies how the home of an average American is equipped with all modern comforts, he may be envious. He is perfectly right in saying: “We ought to have the same thing.” But the only way to obtain it is through an increase in capital.
Τα εργατικά συνδικάτα χρησιμοποιούν βία εναντίον των επιχειρηματιών και εναντίον ανθρώπων που αποκαλούν απεργοσπάστες. Παρά τη δύναμη και τη βία τους, όμως, τα συνδικάτα δεν μπορούν να αυξάνουν διαρκώς τους μισθούς όλων των μισθωτών. Εξίσου αναποτελεσματικά είναι τα κυβερνητικά διατάγματα που καθορίζουν κατώτατους μισθούς. Εκείνο που πράγματι επιφέρουν τα συνδικάτα — αν κατορθώσουν να αυξήσουν τους μισθούς — είναι μόνιμη, παρατεταμένη ανεργία.
Labor unions use violence against entrepreneurs and against people they call strikebreakers. Despite their power and their violence, however, unions cannot raise wages continually for all wage earners. Equally ineffective are government decrees fixing minimum wage rates. What the unions do bring about (if they succeed in raising wage rates) is permanent, lasting unemployment.
Τα συνδικάτα, όμως, δεν μπορούν να εκβιομηχανίσουν τη χώρα, δεν μπορούν να ανεβάσουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Και αυτό είναι το αποφασιστικό σημείο: πρέπει να αντιληφθούμε ότι όλες οι πολιτικές μιας χώρας που θέλει να βελτιώσει το βιοτικό της επίπεδο πρέπει να κατευθύνονται προς την αύξηση του κατά κεφαλήν επενδεδυμένου κεφαλαίου. Αυτό το κατά κεφαλήν επενδεδυμένο κεφάλαιο εξακολουθεί να αυξάνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά όλες τις κακές πολιτικές που εφαρμόζονται εκεί. Και το ίδιο ισχύει στον Καναδά και σε ορισμένες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Δυστυχώς, όμως, μειώνεται σε χώρες όπως η Ινδία.
But unions cannot industrialize the country, they cannot raise the standard of living of the workers. And this is the decisive point: One must realize that all the policies of a country that wants to improve its standard of living must be directed toward an increase in the capital invested per capital. This per capita investment of capital is still increasing in the United States, in spite of all of the bad policies there. And the same is true in Canada and in some of the West European countries. But it is unfortunately decreasing in countries like India.
Διαβάζουμε καθημερινά στις εφημερίδες ότι ο πληθυσμός του κόσμου αυξάνεται, ίσως κατά 45 εκατομμύρια ανθρώπους — ή και περισσότερους — τον χρόνο. Και πού θα καταλήξει αυτό; Ποια θα είναι τα αποτελέσματα και οι συνέπειες; Θυμηθείτε όσα είπα για τη Μεγάλη Βρετανία. Το 1750 οι Βρετανοί πίστευαν ότι έξι εκατομμύρια άνθρωποι συνιστούσαν τεράστιο υπερπληθυσμό για τις Βρετανικές Νήσους και ότι βάδιζαν προς λιμούς και επιδημίες. Την παραμονή, όμως, του τελευταίου παγκοσμίου πολέμου, το 1939, πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν στις Βρετανικές Νήσους και το βιοτικό επίπεδο ήταν ασύγκριτα υψηλότερο από ό,τι το 1750. Αυτό ήταν το αποτέλεσμα αυτού που ονομάζεται εκβιομηχάνιση — ένας μάλλον ανεπαρκής όρος.
We read every day in the newspapers that the population of the world is becoming greater, by perhaps 45 million people—or even more—per year. And how will this end? What will the results and the consequences be? Remember what I said about Great Britain. In 1750 the British people believed that six million constituted a tremendous overpopulation of the British Isles and that they were headed for famines and plagues. But on the eve of the last world war, in 1939, fifty million people were living in the British Isles, and the standard of living was incomparably higher than it had been in 1750. This was the effect of what is called industrialization—a rather inadequate term.
Η πρόοδος της Βρετανίας επιτεύχθηκε με την αύξηση του κατά κεφαλήν επενδεδυμένου κεφαλαίου. Όπως είπα προηγουμένως, υπάρχει μόνο ένας τρόπος με τον οποίο ένα έθνος μπορεί να επιτύχει ευημερία: αν αυξήσετε το κεφάλαιο, αυξάνετε την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας, και το αποτέλεσμα θα είναι η άνοδος των πραγματικών μισθών.
Britain’s progress was brought about by increasing the per capita investment of capital. As I said before, there is only one way a nation can achieve prosperity: if you increase capital, you increase the marginal productivity of labor, and the effect will be that real wages will rise.
Σε έναν κόσμο χωρίς φραγμούς στη μετανάστευση, θα υπήρχε σε ολόκληρο τον κόσμο μια τάση εξίσωσης των μισθών. Αν δεν υπήρχαν σήμερα φραγμοί στη μετανάστευση, πιθανότατα είκοσι εκατομμύρια άνθρωποι θα προσπαθούσαν κάθε χρόνο να φτάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες για να λάβουν υψηλότερους μισθούς. Αυτή η εισροή θα μείωνε τους μισθούς στις Ηνωμένες Πολιτείες και θα τους αύξανε στις άλλες χώρες.
In a world without migration barriers, there would be a tendency all over the world toward an equalization of wage rates. If there were no migration barriers today, probably twenty million people would try to reach the United States every year, in order to get higher wages. The inflow would reduce wages in the United States, and raise them in other countries.
Δεν έχω τον χρόνο να εξετάσω αυτό το πρόβλημα των φραγμών στη μετανάστευση. Θέλω, όμως, να πω ότι υπάρχει μια άλλη μέθοδος για την εξίσωση των μισθών σε ολόκληρο τον κόσμο. Αυτή η άλλη μέθοδος, που λειτουργεί όταν δεν υπάρχει ελευθερία μετανάστευσης, είναι η μετανάστευση του κεφαλαίου. Οι κεφαλαιούχοι τείνουν να κατευθύνονται προς τις χώρες στις οποίες υπάρχει άφθονο διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και η εργασία προσφέρεται σε προσιτό κόστος. Και φέρνοντας κεφάλαιο σε αυτές τις χώρες, δημιουργούν μια τάση προς υψηλότερους μισθούς. Αυτό λειτούργησε στο παρελθόν και θα λειτουργήσει με τον ίδιο τρόπο στο μέλλον.
I do not have time to deal with this problem of migration barriers. But I do want to say that there is another method toward the equalization of wage rates all over the world. This other method, which operates in the absence of the freedom to migrate, is the migration of capital. Capitalists have the tendency to move towards those countries in which there is plenty of labor available and in which labor is reasonable. And by the fact that they bring capital into these countries, they bring about a trend toward higher wage rates. This has worked in the past, and it will work in the future, in the same way.
Όταν το βρετανικό κεφάλαιο επενδύθηκε για πρώτη φορά, ας πούμε, στην Αυστρία ή στη Βολιβία, οι μισθοί εκεί ήταν πολύ, πολύ χαμηλότεροι από ό,τι στη Μεγάλη Βρετανία. Αυτή η πρόσθετη επένδυση, όμως, δημιούργησε μια τάση προς υψηλότερους μισθούς σε εκείνες τις χώρες. Και μια τέτοια τάση επικράτησε σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι πασίγνωστο ότι μόλις, για παράδειγμα, η United Fruit Company εγκαταστάθηκε στη Γουατεμάλα, το αποτέλεσμα ήταν μια γενική τάση προς υψηλότερους μισθούς, ξεκινώντας από τους μισθούς που κατέβαλλε η United Fruit Company, οι οποίοι κατέστησαν στη συνέχεια αναγκαίο να καταβάλλουν υψηλότερους μισθούς και οι άλλοι εργοδότες. Επομένως, δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος απαισιοδοξίας για το μέλλον των «υπανάπτυκτων» χωρών.
When British capital was first invested in, let us say, Austria or Bolivia, wage rates there were much, much lower than they were in Great Britain. But this additional investment brought about a trend toward higher wage rates in those countries. And such a tendency prevailed all over the world. It is a very well-known fact that as soon as, for instance, the United Fruit Company moved into Guatemala, the result was a general tendency toward higher wage rates, beginning with the wages which United Fruit Company paid, which then made it necessary for other employers to pay higher wages also. Therefore, there is no reason at all to be pessimistic in regard to the future of “undeveloped” countries.
Συμφωνώ απολύτως με τους κομμουνιστές και τα εργατικά συνδικάτα όταν λένε: «Εκείνο που χρειάζεται είναι να ανέβει το βιοτικό επίπεδο». Πριν από λίγο καιρό, σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας καθηγητής είπε: «Έχουμε πλέον αρκετά από τα πάντα· γιατί να εξακολουθούν οι άνθρωποι στον κόσμο να εργάζονται τόσο σκληρά; Έχουμε ήδη τα πάντα». Δεν αμφιβάλλω ότι αυτός ο καθηγητής έχει τα πάντα. Υπάρχουν, όμως, άλλοι άνθρωποι σε άλλες χώρες, καθώς και πολλοί άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες, που θέλουν και θα έπρεπε να έχουν καλύτερο βιοτικό επίπεδο.
I fully agree with the Communists and the labor unions, when they say: “What is needed is to raise the standard of living.” A short time ago, in a book published in the United States, a professor said: “We now have enough of everything, why should people in the world still work so hard? We have everything already.” I do not doubt that this professor has everything. But there are other people in other countries, also many people in the United States, who want and should have a better standard of living.
Εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών — στη Λατινική Αμερική και ακόμη περισσότερο στην Ασία και στην Αφρική —, ο καθένας επιθυμεί να δει τις συνθήκες στη δική του χώρα να βελτιώνονται. Ένα υψηλότερο βιοτικό επίπεδο επιφέρει επίσης υψηλότερο επίπεδο πνευματικής καλλιέργειας και πολιτισμού.
Outside of the United States—in Latin America, and still more in Asia and Africa—everyone wishes to see conditions improved in his own country. A higher standard of living also brings about a higher standard of culture and civilization.
Συμφωνώ, λοιπόν, απολύτως με τον τελικό στόχο της ανόδου του βιοτικού επιπέδου παντού. Διαφωνώ, όμως, ως προς τα μέτρα που πρέπει να υιοθετηθούν για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ποια μέτρα θα επιτύχουν αυτόν τον σκοπό; Όχι η δασμολογική προστασία, όχι η κρατική επέμβαση, όχι ο σοσιαλισμός και ασφαλώς όχι η βία των εργατικών συνδικάτων — η οποία κατ’ ευφημισμόν ονομάζεται συλλογική διαπραγμάτευση, ενώ στην πραγματικότητα είναι διαπραγμάτευση υπό την απειλή όπλου.
So I fully agree with the ultimate goal of raising the standard of living everywhere. But I disagree about the measures to be adopted in attaining this goal. What measures will attain this end? Not protection, not government interference, not socialism, and certainly not the violence of the labor unions (euphemistically called collective bargaining, which, in fact, is bargaining at the point of a gun).
Για να επιτευχθεί ο σκοπός, όπως τον αντιλαμβάνομαι εγώ, υπάρχει μόνο ένας δρόμος! Είναι μια αργή μέθοδος. Ορισμένοι μπορεί να πουν ότι είναι υπερβολικά αργή. Δεν υπάρχουν, όμως, συντομεύσεις προς έναν επίγειο παράδεισο. Χρειάζεται χρόνος και πρέπει κανείς να εργαστεί. Δεν χρειάζεται, όμως, τόσος χρόνος όσο πιστεύουν οι άνθρωποι, και τελικά θα επέλθει εξίσωση.
To attain the end, as I see it, there is only one way! It is a slow method. Some people may say, it is too slow. But there are no short cuts to an earthly paradise. It takes time, and one has to work. But it does not take as much time as people believe, and finally an equalization will come.
Γύρω στο 1840, στο δυτικό τμήμα της Γερμανίας — στη Σουαβία και στη Βυρτεμβέργη, σε μία από τις πιο εκβιομηχανισμένες περιοχές του κόσμου —, λεγόταν: «Δεν μπορούμε ποτέ να φτάσουμε στο επίπεδο των Βρετανών. Οι Άγγλοι έχουν προβάδισμα και θα βρίσκονται για πάντα μπροστά μας». Τριάντα χρόνια αργότερα, οι Βρετανοί έλεγαν: «Αυτόν τον γερμανικό ανταγωνισμό δεν μπορούμε να τον αντέξουμε· πρέπει να κάνουμε κάτι εναντίον του». Εκείνη την εποχή, βεβαίως, το γερμανικό βιοτικό επίπεδο ανέβαινε γρήγορα και ήδη πλησίαζε το βρετανικό. Και σήμερα το γερμανικό κατά κεφαλήν εισόδημα δεν υστερεί καθόλου έναντι εκείνου της Μεγάλης Βρετανίας.
Around 1840, in the western part of Germany—in Swabia and Würtemberg, which was one of the most industrialized areas in the world—it was said: “We can never attain the level of the British. The English have a head start, and they will forever be ahead of us.” Thirty years later the British said: “This German competition, we cannot stand it; we have to do something against it.” At that time, of course, the German standard was rapidly rising and was, even then, approaching the British standard. And today the German income per capita is not behind that of Great Britain at all.
Στο κέντρο της Ευρώπης υπάρχει μια μικρή χώρα, η Ελβετία, την οποία η φύση έχει προικίσει πολύ φτωχά. Δεν έχει ανθρακωρυχεία, ούτε ορυκτά, ούτε φυσικούς πόρους. Ο λαός της, όμως, επί αιώνες ακολουθούσε σταθερά μια καπιταλιστική πολιτική. Οι κάτοικοί της έχουν επιτύχει το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στην ηπειρωτική Ευρώπη και η χώρα τους συγκαταλέγεται στα μεγάλα κέντρα πολιτισμού του κόσμου. Δεν βλέπω γιατί μια χώρα όπως η Αργεντινή — πολύ μεγαλύτερη από την Ελβετία τόσο σε πληθυσμό όσο και σε έκταση — δεν θα μπορούσε να φτάσει στο ίδιο υψηλό βιοτικό επίπεδο ύστερα από μερικά χρόνια ορθών πολιτικών. Όμως — όπως επισήμανα — οι πολιτικές πρέπει να είναι ορθές.
In the center of Europe, there is a small country, Switzerland, which nature has endowed very poorly. It has no coal mines, no minerals, and no natural resources. But its people, over the centuries, have continually pursued a capitalistic policy. They have developed the highest standard of living in continental Europe, and their country ranks as one of the world’s great centers of civilization. I do not see why a country such as Argentina—which is much larger than Switzerland both in population and in size—should not attain the same high standard of living after some years of good policies. But—as I pointed out—the policies must be good.
Στην εποχή του Διαφωτισμού, στα χρόνια κατά τα οποία οι Βορειοαμερικανοί θεμελίωσαν την ανεξαρτησία τους και, λίγα χρόνια αργότερα, όταν οι ισπανικές και πορτογαλικές αποικίες μετατράπηκαν σε ανεξάρτητα έθνη, το κλίμα που επικρατούσε στον δυτικό πολιτισμό ήταν αισιόδοξο. Εκείνη την εποχή, όλοι οι φιλόσοφοι και οι πολιτικοί ηγέτες ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι ζούσαμε στην απαρχή μιας νέας εποχής ευημερίας, προόδου και ελευθερίας. Τότε οι άνθρωποι προσδοκούσαν ότι οι νέοι πολιτικοί θεσμοί — οι συνταγματικές αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις που είχαν εγκαθιδρυθεί στα ελεύθερα έθνη της Ευρώπης και της Αμερικής — θα λειτουργούσαν με πολύ ευεργετικό τρόπο και ότι η οικονομική ελευθερία θα βελτίωνε διαρκώς τις υλικές συνθήκες της ανθρωπότητας.
In the Age of Enlightenment, in the years in which the North Americans founded their independence, and a few years later, when the Spanish and Portuguese colonies were transformed into independent nations, the prevailing mood in Western civilization was optimistic. At that time all philosophers and statesmen were fully convinced that we were living at the beginning of a new age of prosperity, progress, and freedom. In those days people expected that the new political institutions—the constitutional representative governments established in the free nations of Europe and America—would work in a very beneficial way, and that economic freedom would continuously improve the material conditions of mankind.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι ορισμένες από αυτές τις προσδοκίες ήταν υπερβολικά αισιόδοξες. Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι, κατά τον δέκατο ένατο και τον εικοστό αιώνα, γνωρίσαμε μια πρωτοφανή βελτίωση των οικονομικών συνθηκών, η οποία κατέστησε δυνατό σε έναν πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό να ζει σε πολύ υψηλότερο βιοτικό επίπεδο. Γνωρίζουμε, όμως, επίσης ότι πολλές από τις ελπίδες των φιλοσόφων του δέκατου όγδοου αιώνα διαψεύστηκαν οικτρά — οι ελπίδες ότι δεν θα υπήρχαν πλέον πόλεμοι και ότι οι επαναστάσεις θα καθίσταντο περιττές. Αυτές οι προσδοκίες δεν πραγματοποιήθηκαν.
We know very well that some of these expectations were too optimistic. It is certainly true that we have experienced, in the nineteenth and twentieth centuries, an unprecedented improvement in economic conditions, making it possible for a much larger population to live at a much higher standard of living. But we also know that many of the hopes of the eighteenth century philosophers have been badly shattered—hopes that there would not be any more wars and that revolutions would become unnecessary. These expectations were not realized.
Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία οι πόλεμοι μειώθηκαν τόσο σε αριθμό όσο και σε σφοδρότητα. Ο εικοστός αιώνας, όμως, έφερε μια αναζωπύρωση του πολεμικού πνεύματος, και μπορούμε βάσιμα να πούμε ότι ενδέχεται να μην έχουμε φτάσει ακόμη στο τέλος των δοκιμασιών από τις οποίες θα πρέπει να περάσει η ανθρωπότητα.
During the nineteenth century, there was a period when wars decreased in both number and severity. But the twentieth century brought a resurgence of the warlike spirit, and we can fairly well say that we may not yet be at the end of the trials through which mankind will have to go.
Το συνταγματικό σύστημα που εμφανίστηκε στα τέλη του δέκατου όγδοου και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα έχει απογοητεύσει την ανθρωπότητα. Οι περισσότεροι άνθρωποι — όπως και οι περισσότεροι συγγραφείς — που έχουν ασχοληθεί με αυτό το πρόβλημα φαίνεται να πιστεύουν ότι δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στην οικονομική και στην πολιτική του πλευρά. Έτσι, τείνουν να ασχολούνται εκτενώς με την παρακμή του κοινοβουλευτισμού — της διακυβέρνησης από τους εκπροσώπους του λαού — σαν αυτό το φαινόμενο να ήταν εντελώς ανεξάρτητο από την οικονομική κατάσταση και από τις οικονομικές ιδέες που καθορίζουν τις δραστηριότητες των ανθρώπων.
The constitutional system that began at the end of the eighteenth and the beginning of the nineteenth century has disappointed mankind. Most people—also most authors—who have dealt with this problem seem to think there has been no connection between the economic and the political side of the problem. Thus, they tend to deal at great length with the decay of parliamentarianism—government by the representatives of the people—as if this phenomenon were completely independent of the economic situation and of the economic ideas that determine the activities of people.
Τέτοια ανεξαρτησία, όμως, δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος δεν είναι ένα ον που έχει, από τη μία πλευρά, μια οικονομική όψη και, από την άλλη, μια πολιτική, χωρίς καμία σύνδεση μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, αυτό που αποκαλείται παρακμή της ελευθερίας, της συνταγματικής διακυβέρνησης και των αντιπροσωπευτικών θεσμών είναι συνέπεια της ριζικής μεταβολής των οικονομικών και πολιτικών ιδεών. Τα πολιτικά γεγονότα είναι η αναπόφευκτη συνέπεια της μεταβολής των οικονομικών πολιτικών.
But such an independence does not exist. Man is not a being that, on the one hand, has an economic side and, on the other hand, a political side, with no connection between the two. In fact, what is called the decay of freedom, of constitutional government and representative institutions, is the consequence of the radical change in economic and political ideas. The political events are the inevitable consequence of the change in economic policies.
Οι ιδέες που καθοδηγούσαν τους πολιτικούς ηγέτες, τους φιλοσόφους και τους νομικούς οι οποίοι, κατά τον δέκατο όγδοο και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, ανέπτυξαν τις θεμελιώδεις αρχές του νέου πολιτικού συστήματος εκκινούσαν από την παραδοχή ότι, μέσα σε ένα έθνος, όλοι οι έντιμοι πολίτες έχουν τον ίδιο τελικό σκοπό. Αυτός ο τελικός σκοπός, στον οποίο θα έπρεπε να είναι αφοσιωμένοι όλοι οι ευπρεπείς άνθρωποι, είναι η ευημερία ολόκληρου του έθνους, καθώς και η ευημερία των άλλων εθνών — καθώς αυτοί οι ηθικοί και πολιτικοί ηγέτες ήταν απολύτως πεπεισμένοι ότι ένα ελεύθερο έθνος δεν ενδιαφέρεται για κατακτήσεις. Θεωρούσαν την κομματική διαμάχη απολύτως φυσική· θεωρούσαν απολύτως φυσιολογικό να υπάρχουν διαφορές απόψεων σχετικά με τον καλύτερο τρόπο διαχείρισης των κρατικών υποθέσεων.
The ideas that guided the statesmen, philosophers and lawyers who, in the eighteenth century and in the early nineteenth century developed the fundamentals of the new political system, started from the assumption that, within a nation, all honest citizens have the same ultimate goal. This ultimate goal, to which all decent men should be dedicated, is the welfare of the whole nation, and also the welfare of other nations—these moral and political leaders being fully convinced that a free nation is not interested in conquest. They conceived of party strife as only natural, that it was perfectly normal for there to be differences of opinion concerning the best way to conduct the affairs of state.
Όσοι είχαν παρόμοιες ιδέες για ένα πρόβλημα συνεργάζονταν, και αυτή η συνεργασία ονομαζόταν κόμμα. Η κομματική συγκρότηση, όμως, δεν ήταν μόνιμη. Δεν εξαρτιόταν από τη θέση των ατόμων μέσα στη συνολική κοινωνική δομή. Μπορούσε να μεταβληθεί αν οι άνθρωποι διαπίστωναν ότι η αρχική τους θέση βασιζόταν σε εσφαλμένες παραδοχές, σε εσφαλμένες ιδέες. Από αυτή τη σκοπιά, πολλοί θεωρούσαν τις συζητήσεις κατά τις προεκλογικές εκστρατείες και, αργότερα, στις νομοθετικές συνελεύσεις σημαντικό πολιτικό παράγοντα. Οι ομιλίες των μελών ενός νομοθετικού σώματος δεν θεωρούνταν απλές διακηρύξεις που γνωστοποιούσαν στον κόσμο τι ήθελε ένα πολιτικό κόμμα. Θεωρούνταν προσπάθειες να πειστούν οι αντίπαλες ομάδες ότι οι ιδέες του ίδιου του ομιλητή ήταν ορθότερες, ευεργετικότερες για το κοινό καλό από εκείνες που είχαν ακούσει προηγουμένως.
Those people who held similar ideas about a problem cooperated, and this cooperation was called a party. But a party structure was not permanent. It did not depend on the position of the individuals within the whole social structure. It could change if people learned that their original position was based on erroneous assumptions, on erroneous ideas. From this point of view, many regarded the discussions in the election campaigns and later in the legislative assemblies as an important political factor. The speeches of members of a legislature were not considered to be merely pronouncements telling the world what a political party wanted. They were regarded as attempts to convince opposing groups that the speaker’s own ideas were more correct, more beneficial to the common weal, than those which they had heard before.
Οι πολιτικές ομιλίες, τα κύρια άρθρα των εφημερίδων, τα φυλλάδια και τα βιβλία γράφονταν με σκοπό να πείσουν. Δεν υπήρχε σοβαρός λόγος να πιστεύει κανείς ότι, αν οι ιδέες του ήταν ορθές, δεν θα μπορούσε να πείσει την πλειονότητα ότι η θέση του ήταν απολύτως σωστή. Από αυτή τη σκοπιά συντάχθηκαν οι συνταγματικοί κανόνες στα νομοθετικά σώματα των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα.
Political speeches, editorials in newspapers, pamphlets, and books were written in order to persuade. There was little reason to believe that one could not convince the majority that one’s own position was absolutely correct if one’s ideas were sound. It was from this point of view that the constitutional rules were written in the legislative bodies of the early nineteenth century.
Αυτό, όμως, προϋπέθετε ότι η κυβέρνηση δεν θα επενέβαινε στις οικονομικές συνθήκες της αγοράς. Προϋπέθετε ότι όλοι οι πολίτες είχαν έναν και μόνο πολιτικό σκοπό: την ευημερία ολόκληρης της χώρας και ολόκληρου του έθνους. Και ακριβώς αυτή την κοινωνική και οικονομική φιλοσοφία αντικατέστησε ο παρεμβατισμός. Ο παρεμβατισμός γέννησε μια πολύ διαφορετική φιλοσοφία.
But this implied that the government would not interfere with the economic conditions of the market. It implied that all citizens had only one political aim: the welfare of the whole country and of the whole nation. And it is precisely this social and economic philosophy that interventionism has replaced. Interventionism has spawned a very different philosophy.
Σύμφωνα με τις παρεμβατικές ιδέες, καθήκον της κυβέρνησης είναι να στηρίζει, να επιδοτεί και να παραχωρεί προνόμια σε ιδιαίτερες ομάδες. Η αντίληψη των πολιτικών ηγετών του δέκατου όγδοου αιώνα ήταν ότι οι νομοθέτες είχαν ιδιαίτερες ιδέες για το κοινό καλό. Αυτό, όμως, που έχουμε σήμερα, αυτό που βλέπουμε σήμερα στην πραγματικότητα της πολιτικής ζωής, σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις, σε όλες τις χώρες του κόσμου όπου δεν υπάρχει απλώς κομμουνιστική δικτατορία, είναι μια κατάσταση στην οποία δεν υπάρχουν πλέον πραγματικά πολιτικά κόμματα με την παλαιά, κλασική έννοια, αλλά μόνο ομάδες πίεσης.
Under interventionist ideas, it is the duty of the government to support, to subsidize, to give privileges to special groups. The idea of the eighteenth century statesmen was that the legislators had special ideas about the common good. But what we have today, what we see today in the reality of political life, practically without any exceptions, in all the countries of the world where there is not simply communist dictatorship, is a situation where there are no longer real political parties in the old classical sense, but merely pressure groups.
Μια ομάδα πίεσης είναι μια ομάδα ανθρώπων που θέλουν να εξασφαλίσουν για τον εαυτό τους ένα ιδιαίτερο προνόμιο εις βάρος του υπόλοιπου έθνους. Αυτό το προνόμιο μπορεί να συνίσταται σε έναν δασμό επί των ανταγωνιστικών εισαγωγών, μπορεί να συνίσταται σε μια επιδότηση, μπορεί να συνίσταται σε νόμους που εμποδίζουν άλλους ανθρώπους να ανταγωνίζονται τα μέλη της ομάδας πίεσης. Σε κάθε περίπτωση, παρέχει στα μέλη της ομάδας πίεσης μια ιδιαίτερη θέση. Τους παρέχει κάτι που δεν παραχωρείται ή που δεν θα έπρεπε να παραχωρείται — σύμφωνα με τις αντιλήψεις της ομάδας πίεσης — σε άλλες ομάδες.
A pressure group is a group of people who want to attain for themselves a special privilege at the expense of the rest of the nation. This privilege may consist in a tariff on competing imports, it may consist in a subsidy, it may consist in laws that prevent other people from competing with the members of the pressure group. At any rate, it gives to the members of the pressure group a special position. It gives them something which is denied or ought to be denied—according to the ideas of the pressure group—to other groups.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το δικομματικό σύστημα των παλαιότερων εποχών φαίνεται ότι διατηρείται ακόμη. Αυτό, όμως, είναι απλώς συγκάλυψη της πραγματικής κατάστασης. Στην πραγματικότητα, η πολιτική ζωή των Ηνωμένων Πολιτειών — όπως και η πολιτική ζωή όλων των άλλων χωρών — καθορίζεται από τη διαμάχη και τις επιδιώξεις των ομάδων πίεσης. Στις Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να υπάρχουν ένα Ρεπουμπλικανικό και ένα Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά μέσα σε καθένα από αυτά υπάρχουν εκπρόσωποι ομάδων πίεσης. Αυτοί οι εκπρόσωποι ενδιαφέρονται περισσότερο για τη συνεργασία με τους εκπροσώπους της ίδιας ομάδας πίεσης στο αντίπαλο κόμμα παρά για τις προσπάθειες των άλλων μελών του δικού τους κόμματος.
In the United States, the two-party system of the old days is seemingly still preserved. But this is only a camouflage of the real situation. In fact, the political life of the United States—as well as the political life of all other countries—is determined by the struggle and aspirations of pressure groups. In the United States there is still a Republican party and a Democratic party, but in each of these parties there are pressure group representatives. These pressure group representatives are more interested in cooperation with representatives of the same pressure group in the opposing party than with the efforts of fellow members in their own party.
Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, αν μιλήσετε με ανθρώπους στις Ηνωμένες Πολιτείες που γνωρίζουν πραγματικά τις εργασίες του Κογκρέσου, θα σας πουν: «Αυτός ο άνθρωπος, αυτό το μέλος του Κογκρέσου, εκπροσωπεί τα συμφέροντα των ομάδων του αργύρου». Ή θα σας πουν ότι κάποιος άλλος εκπροσωπεί τους σιτοπαραγωγούς.
To give you an example, if you talk to people in the United States who really know the business of Congress, they will tell you: “This man, this member of Congress represents the interests of the silver groups.” Or they will tell you another man represents the wheat growers.
Βεβαίως, καθεμία από αυτές τις ομάδες πίεσης αποτελεί αναγκαστικά μειονότητα. Σε ένα σύστημα που βασίζεται στον καταμερισμό της εργασίας, κάθε ιδιαίτερη ομάδα που επιδιώκει προνόμια είναι αναγκαστικά μειονότητα. Και οι μειονότητες δεν έχουν ποτέ τη δυνατότητα να επιτύχουν αν δεν συνεργαστούν με άλλες παρόμοιες μειονότητες, με παρόμοιες ομάδες πίεσης. Στις νομοθετικές συνελεύσεις προσπαθούν να σχηματίσουν έναν συνασπισμό μεταξύ διαφόρων ομάδων πίεσης, ώστε να καταστούν πλειοψηφία. Ύστερα από κάποιο διάστημα, όμως, αυτός ο συνασπισμός μπορεί να διαλυθεί, επειδή υπάρχουν ζητήματα για τα οποία είναι αδύνατον να επιτευχθεί συμφωνία με άλλες ομάδες πίεσης, και σχηματίζονται νέοι συνασπισμοί ομάδων πίεσης.
Of course each of these pressure groups is necessarily a minority. In a system based on the division of labor, every special group that aims at privileges has to be a minority. And minorities never have the chance to attain success if they do not cooperate with other similar minorities, similar pressure groups. In the legislative assemblies, they try to bring about a coalition between various pressure groups, so that they might become the majority. But, after a time, this coalition may disintegrate, because there are problems on which it is impossible to reach agreement with other pressure groups, and new pressure group coalitions are formed.
Αυτό συνέβη στη Γαλλία το 1871, μια κατάσταση την οποία οι ιστορικοί χαρακτήρισαν «παρακμή της Τρίτης Δημοκρατίας». Δεν επρόκειτο για παρακμή της Τρίτης Δημοκρατίας· ήταν απλώς ένα παράδειγμα του γεγονότος ότι το σύστημα των ομάδων πίεσης δεν είναι ένα σύστημα που μπορεί να εφαρμοστεί επιτυχώς στη διακυβέρνηση ενός μεγάλου έθνους.
That is what happened in France in 1871, a situation which historians deemed “the decay of the Third Republic.” It was not a decay of the Third Republic; it was simply an exemplification of the fact that the pressure group system is not a system that can be successfully applied to the government of a big nation.
Στα νομοθετικά σώματα υπάρχουν εκπρόσωποι του σιταριού, του κρέατος, του αργύρου και του πετρελαίου, αλλά προπάντων των διαφόρων συνδικάτων. Ένα μόνο πράγμα δεν εκπροσωπείται στο νομοθετικό σώμα: το έθνος ως σύνολο. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που υπερασπίζονται το έθνος ως σύνολο. Και όλα τα προβλήματα, ακόμη και εκείνα της εξωτερικής πολιτικής, εξετάζονται από τη σκοπιά των ιδιαίτερων συμφερόντων των ομάδων πίεσης.
You have, in the legislatures, representatives of wheat, of meat, of silver, and of oil, but first of all, of the various unions. Only one thing is not represented in the legislature: the nation as a whole. There are only a few who take the side of the nation as a whole. And all problems, even those of foreign policy, are seen from the point of view of the special pressure group interests.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ορισμένες από τις λιγότερο πολυπληθείς πολιτείες ενδιαφέρονται για την τιμή του αργύρου. Δεν ενδιαφέρονται, όμως, όλοι οι κάτοικοι αυτών των πολιτειών γι’ αυτήν. Παρ’ όλα αυτά, επί πολλές δεκαετίες οι Ηνωμένες Πολιτείες δαπανούν ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, εις βάρος των φορολογουμένων, για να αγοράζουν άργυρο σε τιμή υψηλότερη από την τιμή της αγοράς. Ένα άλλο παράδειγμα: στις Ηνωμένες Πολιτείες μόνο ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού απασχολείται στη γεωργία· ο υπόλοιπος πληθυσμός αποτελείται από καταναλωτές — αλλά όχι παραγωγούς — γεωργικών προϊόντων. Ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν μια πολιτική δαπάνης δισεκατομμυρίων επί δισεκατομμυρίων, προκειμένου να διατηρούν τις τιμές των γεωργικών προϊόντων πάνω από τις τιμές που θα διαμορφώνονταν στην αγορά.
In the United States, some of the less-populated states are interested in the price of silver. But not everybody in these states is interested in it. Nevertheless, the United States, for many decades, has spent a considerable sum of money, at the expense of the taxpayers, in order to buy silver above its market price. For another example, in the United States only a small proportion of the population is employed in agriculture; the remainder of the population is made up of consumers—but not producers—of agricultural products. The United States, nevertheless, has a policy of spending billions and billions in order to keep the prices of agricultural products above the potential market price.
Δεν μπορεί κανείς να πει ότι πρόκειται για πολιτική υπέρ μιας μικρής μειονότητας, διότι αυτά τα γεωργικά συμφέροντα δεν είναι ομοιογενή. Ο γαλακτοπαραγωγός δεν ενδιαφέρεται για υψηλή τιμή των δημητριακών· αντιθέτως, θα προτιμούσε χαμηλότερη τιμή για αυτό το προϊόν. Ο πτηνοτρόφος θέλει χαμηλότερη τιμή για τις πτηνοτροφές. Μέσα σε αυτή την ομάδα υπάρχουν πολλά ασυμβίβαστα ιδιαίτερα συμφέροντα. Και όμως, οι επιδέξιοι διπλωματικοί χειρισμοί στην πολιτική του Κογκρέσου καθιστούν δυνατό σε μικρές μειονοτικές ομάδες να εξασφαλίζουν προνόμια εις βάρος της πλειονότητας.
One cannot say that this is a policy in favor of a small minority, because these agricultural interests are not uniform. The dairy farmer is not interested in a high price for cereals; on the contrary, he would prefer a lower price for this product. A chicken farmer wants a lower price for chicken feed. There are many incompatible special interests within this group. And yet, clever diplomacy in congressional politics makes it possible for small minority groups to get privileges at the expense of the majority.
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση στις Ηνωμένες Πολιτείες αφορά τη ζάχαρη. Ίσως μόνο ένας στους 500 Αμερικανούς έχει συμφέρον από υψηλότερη τιμή της ζάχαρης. Πιθανότατα οι 499 στους 500 θέλουν χαμηλότερη τιμή. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών είναι προσηλωμένη, μέσω δασμών και άλλων ειδικών μέτρων, στη διατήρηση υψηλότερης τιμής της ζάχαρης. Αυτή η πολιτική δεν βλάπτει μόνο τα συμφέροντα εκείνων των 499 που είναι καταναλωτές ζάχαρης· δημιουργεί επίσης ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σκοπός της εξωτερικής πολιτικής είναι η συνεργασία με όλες τις άλλες αμερικανικές δημοκρατίες, ορισμένες από τις οποίες ενδιαφέρονται να πωλούν ζάχαρη στις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα ήθελαν να πωλούν μεγαλύτερη ποσότητα. Αυτό δείχνει πώς τα συμφέροντα των ομάδων πίεσης μπορούν να καθορίζουν ακόμη και την εξωτερική πολιτική ενός έθνους.
One situation, especially interesting in the United States, concerns sugar. Perhaps only one out of 500 Americans is interested in a higher price for sugar. Probably 499 out of 500 want a lower price for sugar. Nevertheless, the policy of the United States is committed, by tariffs and other special measures, to a higher price for sugar. This policy is not only detrimental to the interests of those 499 who are consumers of sugar, it also creates a very severe problem of foreign policy for the United States. The aim of foreign policy is cooperation with all other American republics, some of which are interested in selling sugar to the United States. They would like to sell a greater quantity of it. This illustrates how pressure group interests may determine even the foreign policy of a nation.
Επί χρόνια, άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο γράφουν για τη δημοκρατία — για τη λαϊκή, αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Διαμαρτύρονται για τις ανεπάρκειές της, αλλά η δημοκρατία που επικρίνουν είναι μόνο εκείνη η δημοκρατία στην οποία ο παρεμβατισμός αποτελεί την κυβερνητική πολιτική της χώρας.
For years, people throughout the world have been writing about democracy—about popular, representative government. They have been complaining about its inadequacies, but the democracy they criticize is only that democracy under which interventionism is the governing policy of the country.
Σήμερα μπορεί να ακούσει κανείς να λένε: «Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, στα νομοθετικά σώματα της Γαλλίας, της Αγγλίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων εθνών, εκφωνούνταν ομιλίες για τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας. Αγωνίζονταν κατά της τυραννίας, υπέρ της ελευθερίας, υπέρ της συνεργασίας με όλα τα άλλα ελεύθερα έθνη. Τώρα, όμως, είμαστε πιο πρακτικοί στο νομοθετικό σώμα!»
Today one might hear people say: “In the early nineteenth century, in the legislatures of France, England, the United States, and other nations, there were speeches about the great problems of mankind. They fought against tyranny, for freedom, for cooperation with all other free nations. But now we are more practical in the legislature!”
Βεβαίως και είμαστε πιο πρακτικοί· οι άνθρωποι σήμερα δεν μιλούν για την ελευθερία: μιλούν για υψηλότερη τιμή των αράπικων φιστικιών. Αν αυτό είναι πρακτικό, τότε ασφαλώς τα νομοθετικά σώματα έχουν αλλάξει σημαντικά, αλλά δεν έχουν βελτιωθεί.
If course we are more practical; people today do not talk about freedom: they talk about a higher price for peanuts. If this is practical, then of course the legislatures have changed considerably, but not improved.
Αυτές οι πολιτικές μεταβολές, τις οποίες επέφερε ο παρεμβατισμός, έχουν αποδυναμώσει σημαντικά την ικανότητα των εθνών και των εκπροσώπων τους να αντιστέκονται στις επιδιώξεις των δικτατόρων και στις ενέργειες των τυράννων. Οι νομοθετικοί εκπρόσωποι των οποίων η μόνη μέριμνα είναι να ικανοποιούν τους ψηφοφόρους που θέλουν, για παράδειγμα, υψηλή τιμή για τη ζάχαρη, το γάλα και το βούτυρο και χαμηλή τιμή για το σιτάρι — επιδοτούμενη από την κυβέρνηση — μπορούν να εκπροσωπούν τον λαό μόνο με πολύ ανεπαρκή τρόπο· δεν μπορούν ποτέ να εκπροσωπούν όλους τους εκλογείς της περιφέρειάς τους.
These political changes, brought about by interventionism, have considerably weakened the power of nations and of representatives to resist the aspirations of dictators and the operations of tyrants. The legislative representatives whose only concern is to satisfy the voters who want, for instance, a high price for sugar, milk, and butter, and a low price for wheat (subsidized by the government) can represent the people only in a very weak way; they can never represent all their constituents.
Οι ψηφοφόροι που υποστηρίζουν τέτοια προνόμια δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν και αντίπαλοι που θέλουν το αντίθετο και εμποδίζουν τους εκπροσώπους τους να επιτύχουν πλήρως.
The voters who are in favor of such privileges do not realize that there are also opponents who want the opposite thing and who prevent their representatives from achieving full success.
Αυτό το σύστημα οδηγεί επίσης, από τη μία πλευρά, σε διαρκή αύξηση των δημόσιων δαπανών και, από την άλλη, καθιστά δυσκολότερη την επιβολή φόρων. Αυτοί οι εκπρόσωποι των ομάδων πίεσης θέλουν πολλά ειδικά προνόμια για τις ομάδες τους, αλλά δεν θέλουν να επιβαρύνουν τους υποστηρικτές τους με υπερβολικά βαρύ φορολογικό φορτίο.
This system leads also to a constant increase of public expenditures, on the one hand, and makes it more difficult, on the other, to levy taxes. These pressure group representatives want many special privileges for their pressure groups, but they do not want to burden their supporters with a too-heavy tax load.
Η αντίληψη των θεμελιωτών της σύγχρονης συνταγματικής διακυβέρνησης κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα δεν ήταν ότι ένας νομοθέτης θα έπρεπε να εκπροσωπεί όχι ολόκληρο το έθνος, αλλά μόνο τα ιδιαίτερα συμφέροντα της περιφέρειας στην οποία εξελέγη· αυτό ήταν μία από τις συνέπειες του παρεμβατισμού. Η αρχική αντίληψη ήταν ότι κάθε μέλος του νομοθετικού σώματος έπρεπε να εκπροσωπεί ολόκληρο το έθνος. Εκλεγόταν σε μια συγκεκριμένη περιφέρεια μόνο επειδή εκεί ήταν γνωστός και τον εξέλεγαν άνθρωποι που τον εμπιστεύονταν.
It was not the idea of the eighteenth century founders of modern constitutional government that a legislator should represent, not the whole nation, but only the special interests of the district in which he was elected; that was one of the consequences of interventionism. The original idea was that every member of the legislature should represent the whole nation. He was elected in a special district only because there he was known and elected by people who had confidence in him.
Δεν προβλεπόταν, όμως, να εισέρχεται στη διακυβέρνηση για να εξασφαλίσει κάτι ιδιαίτερο για την εκλογική του περιφέρεια, να ζητά ένα νέο σχολείο ή ένα νέο νοσοκομείο ή ένα νέο φρενοκομείο — προκαλώντας έτσι σημαντική αύξηση των κρατικών δαπανών μέσα στην περιφέρειά του. Η πολιτική των ομάδων πίεσης εξηγεί γιατί είναι σχεδόν αδύνατον για όλες τις κυβερνήσεις να σταματήσουν τον πληθωρισμό. Μόλις οι εκλεγμένοι αξιωματούχοι προσπαθήσουν να περιορίσουν τις δαπάνες, να περιστείλουν τα έξοδα, όσοι υποστηρίζουν ιδιαίτερα συμφέροντα, όσοι αποκομίζουν οφέλη από συγκεκριμένα κονδύλια του προϋπολογισμού, εμφανίζονται και δηλώνουν ότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν μπορεί να εφαρμοστεί ή ότι εκείνο το άλλο πρέπει να υλοποιηθεί.
But it was not intended that he go into government in order to procure something special for his constituency, that he ask for a new school or a new hospital or a new lunatic asylum—thereby causing a considerable rise in government expenditures within his district. Pressure group politics explains why it is almost impossible for all governments to stop inflation. As soon as the elected officials try to restrict expenditures, to limit spending, those who support special interests, who derive advantages from special items in the budget, come and declare that this particular project cannot be undertaken, or that that one must be done.
Η δικτατορία, βεβαίως, δεν αποτελεί λύση στα οικονομικά προβλήματα, όπως δεν αποτελεί απάντηση στα προβλήματα της ελευθερίας. Ένας δικτάτορας μπορεί να ξεκινήσει δίνοντας κάθε λογής υποσχέσεις· ως δικτάτορας, όμως, δεν θα τις τηρήσει. Αντιθέτως, θα καταστείλει αμέσως την ελευθερία του λόγου, ώστε οι εφημερίδες και οι ομιλητές στα νομοθετικά σώματα να μην μπορούν να επισημάνουν — ημέρες, μήνες ή χρόνια αργότερα — ότι την πρώτη ημέρα της δικτατορίας του έλεγε κάτι διαφορετικό από όσα έλεγε στη συνέχεια.
Dictatorship, of course, is no solution to the problems of economics, just as it is not the answer to the problems of freedom. A dictator may start out by making promises of every sort but, being a dictator, he will not keep his promises. He will, instead, suppress free speech immediately, so that the newspapers and the legislative speech-makers will not be able to point out—days, months or years afterwards—that he said something different on the first day of his dictatorship than he did later on.
Καθώς παρατηρούμε την υποχώρηση της ελευθερίας σε τόσες χώρες σήμερα, έρχεται στον νου η τρομερή δικτατορία που αναγκάστηκε να ζήσει στο πρόσφατο παρελθόν μια τόσο μεγάλη χώρα όπως η Γερμανία. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι μιλούν τώρα για την παρακμή της ελευθερίας και για την παρακμή του πολιτισμού μας.
The terrible dictatorship which such a big country as Germany had to live through in the recent past comes to mind, as we look upon the decline of freedom in so many countries today. As a result, people speak now about the decay of freedom and about the decline of our civilization.
Λένε ότι κάθε πολιτισμός πρέπει τελικά να καταρρεύσει και να αποσυντεθεί. Υπάρχουν επιφανείς υποστηρικτές αυτής της ιδέας. Ένας ήταν ένας Γερμανός εκπαιδευτικός, ο Spengler, και ένας άλλος, πολύ πιο γνωστός, ήταν ο Άγγλος ιστορικός Toynbee. Μας λένε ότι ο πολιτισμός μας έχει πλέον γεράσει. Ο Spengler συνέκρινε τους πολιτισμούς με φυτά που μεγαλώνουν και μεγαλώνουν, αλλά των οποίων η ζωή τελικά τελειώνει. Το ίδιο, λέει, ισχύει και για τους πολιτισμούς. Η μεταφορική παρομοίωση ενός πολιτισμού με ένα φυτό είναι εντελώς αυθαίρετη.
People say that every civilization must finally fall into ruin and disintegrate. There are eminent supporters of this idea. One was a German teacher, Spengler, and another one, much better known, was the English historian, Toynbee. They tell us that our civilization is now old. Spengler compared civilizations to plants which grow and grow, but whose life finally comes to an end. The same, he says, is true for civilizations. The metaphorical likening of a civilization to a plant is completely arbitrary.
Πρώτα απ’ όλα, μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε διαφορετικούς, ανεξάρτητους πολιτισμούς. Οι πολιτισμοί δεν είναι ανεξάρτητοι· είναι αλληλεξαρτώμενοι, επηρεάζουν διαρκώς ο ένας τον άλλον. Επομένως, δεν μπορεί κανείς να μιλά για την παρακμή ενός συγκεκριμένου πολιτισμού με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να μιλά για τον θάνατο ενός συγκεκριμένου φυτού.
First of all, it is within the history of mankind very difficult to distinguish between different, independent civilizations. Civilizations are not independent; they are interdependent, they constantly influence each other. One cannot speak of the decline of a particular civilization, therefore, in the same way that one can speak of the death of a particular plant.
Ακόμη, όμως, και αν αντικρούσετε τις θεωρίες του Spengler και του Toynbee, παραμένει μια πολύ δημοφιλής σύγκριση: η σύγκριση μεταξύ πολιτισμών που παρακμάζουν. Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι, κατά τον δεύτερο αιώνα μ.Χ., η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έτρεφε έναν ιδιαίτερα ακμαίο πολιτισμό και ότι, σε εκείνα τα μέρη της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής όπου κυριαρχούσε, υπήρχε πολιτισμός πολύ υψηλού επιπέδου. Υπήρχε επίσης ένας πολύ ανεπτυγμένος οικονομικός πολιτισμός, βασισμένος σε έναν ορισμένο βαθμό καταμερισμού της εργασίας. Μολονότι φαίνεται αρκετά πρωτόγονος σε σύγκριση με τις σημερινές μας συνθήκες, ήταν ασφαλώς αξιοσημείωτος. Είχε φτάσει στον υψηλότερο βαθμό καταμερισμού της εργασίας που είχε επιτευχθεί ποτέ πριν από τον σύγχρονο καπιταλισμό. Είναι εξίσου αλήθεια ότι αυτός ο πολιτισμός αποσυντέθηκε, ιδίως κατά τον τρίτο αιώνα. Αυτή η αποσύνθεση στο εσωτερικό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέστησε αδύνατον για τους Ρωμαίους να αντισταθούν στις επιθέσεις από το εξωτερικό. Μολονότι οι επιθέσεις αυτές δεν ήταν χειρότερες από εκείνες στις οποίες οι Ρωμαίοι είχαν αντισταθεί επανειλημμένα κατά τους προηγούμενους αιώνες, δεν μπορούσαν πλέον να τις αντιμετωπίσουν ύστερα από όσα είχαν συμβεί στο εσωτερικό της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
But even if you refute the doctrines of Spengler and Toynbee, a very popular comparison still remains: the comparison of decaying civilizations. It is certainly true that in the second century A.D., the Roman Empire nurtured a very flourishing civilization, that in those parts of Europe, Asia, and Africa in which the Roman Empire ruled, there was a very high civilization. There was also a very high economic civilization, based on a certain degree of division of labor. Although it appears quite primitive when compared with our conditions today, it certainly was remarkable. It reached the highest degree of the division of labor ever attained before modem capitalism. It is no less true that this civilization disintegrated, especially in the third century. This disintegration within the Roman Empire made it impossible for the Romans to resist aggression from without. Although the aggression was no worse than that which the Romans had resisted again and again in the preceding centuries, they could withstand it no longer after what had taken place within the Roman Empire.
Τι είχε συμβεί; Ποιο ήταν το πρόβλημα; Τι προκάλεσε την αποσύνθεση μιας αυτοκρατορίας που, από κάθε άποψη, είχε φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο πολιτισμού που είχε επιτευχθεί ποτέ πριν από τον δέκατο όγδοο αιώνα; Η αλήθεια είναι ότι αυτό που κατέστρεψε εκείνον τον αρχαίο πολιτισμό ήταν κάτι παρόμοιο, σχεδόν πανομοιότυπο με τους κινδύνους που απειλούν σήμερα τον δικό μας πολιτισμό: από τη μία πλευρά ήταν ο παρεμβατισμός και από την άλλη ο πληθωρισμός. Ο παρεμβατισμός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας συνίστατο στο ότι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ακολουθώντας την προγενέστερη ελληνική πολιτική, δεν απείχε από τον έλεγχο των τιμών. Αυτός ο έλεγχος των τιμών ήταν ήπιος, ουσιαστικά χωρίς συνέπειες, επειδή επί αιώνες δεν επιχειρούσε να μειώσει τις τιμές κάτω από το επίπεδο της αγοράς.
What had taken place? What was the problem? What was it that caused the disintegration of an empire which, in every regard, had attained the highest civilization ever achieved before the eighteenth century? The truth is that what destroyed this ancient civilization was something similar, almost identical to the dangers that threaten our civilization today: on the one hand it was interventionism, and on the other hand, inflation. The interventionism of the Roman Empire consisted in the fact that the Roman Empire, following the preceding Greek policy, did not abstain from price control. This price control was mild, practically without any consequences, because for centuries it did not try to reduce prices below the market level.
Όταν, όμως, άρχισε ο πληθωρισμός κατά τον τρίτο αιώνα, οι καημένοι οι Ρωμαίοι δεν διέθεταν ακόμη τα δικά μας τεχνικά μέσα πρόκλησης πληθωρισμού. Δεν μπορούσαν να τυπώσουν χρήματα· έπρεπε να νοθεύσουν τα κέρματα, και αυτό ήταν ένα πολύ κατώτερο σύστημα πληθωρισμού σε σύγκριση με το σημερινό, το οποίο — μέσω της χρήσης του σύγχρονου τυπογραφικού πιεστηρίου — μπορεί τόσο εύκολα να καταστρέψει την αξία του χρήματος. Ήταν, όμως, αρκετά αποτελεσματικό και επέφερε το ίδιο αποτέλεσμα με τον έλεγχο των τιμών, διότι οι τιμές που επέτρεπαν οι αρχές ήταν πλέον χαμηλότερες από εκείνες που θα διαμορφώνονταν για τα διάφορα εμπορεύματα υπό την επίδραση του πληθωρισμού.
But when inflation began in the third century, the poor Romans did not yet have our technical means for inflation. They could not print money; they had to debase the coinage, and this was a much inferior system of inflation compared to the present system, which—through the use of the modem printing press—can so easily destroy the value of money. But it was efficient enough, and it brought about the same result as price control, for the prices which the authorities tolerated were now below the potential price to which inflation had brought the prices of the various commodities.
Το αποτέλεσμα, βεβαίως, ήταν να μειωθεί ο εφοδιασμός των πόλεων με τρόφιμα. Οι κάτοικοι των πόλεων αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην ύπαιθρο και στην αγροτική ζωή. Οι Ρωμαίοι δεν αντιλήφθηκαν ποτέ τι συνέβαινε. Δεν το κατανοούσαν. Δεν είχαν αναπτύξει τα νοητικά εργαλεία για να ερμηνεύσουν τα προβλήματα του καταμερισμού της εργασίας και τις συνέπειες του πληθωρισμού στις τιμές της αγοράς. Ότι αυτός ο νομισματικός πληθωρισμός, αυτή η νόθευση του νομίσματος, ήταν κακό πράγμα, το γνώριζαν, βεβαίως, πολύ καλά.
The result, of course, was that the supply of foodstuffs in the cities declined. The people in the cities were forced to go back to the country and to return to agricultural life. The Romans never realized what was happening. They did not understand it. They had not developed the mental tools to interpret the problems of the division of labor and the consequences of inflation upon market prices. That this currency inflation, currency debasement, was bad, this they knew of course very well.
Κατά συνέπεια, οι αυτοκράτορες θέσπισαν νόμους κατά αυτής της μετακίνησης. Υπήρχαν νόμοι που απαγόρευαν στον κάτοικο της πόλης να μετακινηθεί στην ύπαιθρο, αλλά οι νόμοι αυτοί ήταν αναποτελεσματικοί. Καθώς οι άνθρωποι δεν είχαν τίποτε να φάνε στην πόλη, καθώς λιμοκτονούσαν, κανένας νόμος δεν μπορούσε να τους εμποδίσει να εγκαταλείψουν την πόλη και να επιστρέψουν στη γεωργία. Ο κάτοικος της πόλης δεν μπορούσε πλέον να εργάζεται ως τεχνίτης στις μεταποιητικές βιομηχανίες των πόλεων. Και, με την απώλεια των αγορών στις πόλεις, κανείς δεν μπορούσε πια να αγοράσει τίποτε εκεί.
Consequently, the emperors made laws against this movement. There were laws preventing the city dweller from moving to the country, but such laws were ineffective. As the people did not have anything to eat in the city, as they were starving, no law could keep them from leaving the city and going back into agriculture. The city dweller could no longer work in the processing industries of the cities as an artisan. And, with the loss of the markets in the cities, no one could buy anything there anymore.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι από τον τρίτο αιώνα και έπειτα οι πόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας παρήκμαζαν και ότι ο καταμερισμός της εργασίας έγινε λιγότερο εντατικός από ό,τι προηγουμένως. Τελικά, αναδύθηκε το μεσαιωνικό σύστημα του αυτάρκους οίκου, της «villa», όπως ονομαζόταν σε μεταγενέστερους νόμους.
Thus we see that, from the third century on, the cities of the Roman Empire were declining and that the division of labor became less intensive than it had been before. Finally, the medieval system of the self-sufficient household, of the “villa,” as it was called in later laws, emerged.
Επομένως, αν οι άνθρωποι συγκρίνουν τις συνθήκες μας με εκείνες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και λένε: «Θα ακολουθήσουμε τον ίδιο δρόμο», έχουν κάποιους λόγους να το λένε. Μπορούν να βρουν ορισμένα παρόμοια γεγονότα. Υπάρχουν, όμως, και τεράστιες διαφορές. Οι διαφορές αυτές δεν βρίσκονται στην πολιτική δομή που επικρατούσε κατά το δεύτερο μισό του τρίτου αιώνα. Τότε, κατά μέσο όρο κάθε τρία χρόνια, ένας αυτοκράτορας δολοφονούνταν και διάδοχός του γινόταν ο άνθρωπος που τον είχε σκοτώσει ή είχε προκαλέσει τον θάνατό του. Ύστερα από τρία χρόνια, κατά μέσο όρο, το ίδιο συνέβαινε στον νέο αυτοκράτορα. Όταν ο Διοκλητιανός έγινε αυτοκράτορας το 284, προσπάθησε για κάποιο διάστημα να αναχαιτίσει την παρακμή, αλλά χωρίς επιτυχία.
Therefore, if people compare our conditions with those of the Roman Empire and say: “We will go the same way,” they have some reasons for saying so. They can find some facts which are similar. But there are also enormous differences. These differences are not in the political structure which prevailed in the second part of the third century. Then, on the average of every three years, an emperor was assassinated, and the man who killed him or had caused his death became his successor. After three years, on the average, the same happened to the new emperor. When Diocletian, in the year 284, became emperor, he tried for some time to oppose the decay, but without success.
Υπάρχουν τεράστιες διαφορές ανάμεσα στις σημερινές συνθήκες και σε εκείνες που επικρατούσαν στη Ρώμη, καθώς τα μέτρα που προκάλεσαν την αποσύνθεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν ήταν προσχεδιασμένα. Δεν ήταν, θα έλεγα, αποτέλεσμα κατακριτέων, συστηματικά διατυπωμένων δογμάτων.
There are enormous differences between present-day conditions and those that prevailed in Rome, in that the measures that caused the disintegration of the Roman Empire were not premeditated. They were not, I would say, the result of reprehensible formalized doctrines.
Αντιθέτως, οι παρεμβατικές ιδέες, οι σοσιαλιστικές ιδέες και οι ιδέες υπέρ του πληθωρισμού της εποχής μας έχουν επινοηθεί και συστηματοποιηθεί από συγγραφείς και καθηγητές. Και διδάσκονται σε κολέγια και πανεπιστήμια. Μπορεί να πείτε: «Η σημερινή κατάσταση είναι πολύ χειρότερη». Θα απαντήσω: «Όχι, δεν είναι χειρότερη». Κατά τη γνώμη μου, είναι καλύτερη, επειδή οι ιδέες μπορούν να ηττηθούν από άλλες ιδέες. Κανείς, στην εποχή των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, δεν αμφέβαλλε ότι το κράτος είχε το δικαίωμα να καθορίζει ανώτατες τιμές και ότι αυτό αποτελούσε ορθή πολιτική. Κανείς δεν το αμφισβητούσε.
In contrast, however, the interventionist ideas, the socialist ideas, the inflationist ideas of our time, have been concocted and formalized by writers and professors. And they are taught at colleges and universities. You may say: “Today’s situation is much worse.” I will answer: “No, it is not worse.” It is better, in my opinion, because ideas can be defeated by other ideas. Nobody doubted, in the age of the Roman emperors, that the government had the right and that it was a good policy to determine maximum prices. Nobody disputed this.
Τώρα, όμως, που έχουμε σχολές, καθηγητές και βιβλία που το συνιστούν, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι πρόκειται για ένα ζήτημα ανοιχτό στη συζήτηση. Όλες αυτές οι κακές ιδέες από τις οποίες υποφέρουμε σήμερα, οι οποίες έχουν καταστήσει τις πολιτικές μας τόσο επιβλαβείς, αναπτύχθηκαν από ακαδημαϊκούς θεωρητικούς.
But now that we have schools and professors and books that recommend this, we know very well that this is a problem for discussion. All these bad ideas from which we suffer today, which have made our policies so harmful, were developed by academic theorists.
Ένας διάσημος Ισπανός συγγραφέας3 μίλησε για την «εξέγερση των μαζών». Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο, επειδή αυτή η εξέγερση δεν έγινε από τις μάζες· έγινε από τους διανοουμένους. Και εκείνοι οι διανοούμενοι που ανέπτυξαν αυτές τις θεωρίες δεν ήταν άνθρωποι προερχόμενοι από τις μάζες. Η μαρξιστική διδασκαλία διατείνεται ότι μόνο οι προλετάριοι έχουν τις ορθές ιδέες και ότι μόνο ο προλεταριακός νους δημιούργησε τον σοσιαλισμό· όλοι, όμως, ανεξαιρέτως οι σοσιαλιστές συγγραφείς ήταν αστοί με την έννοια που δίνουν οι σοσιαλιστές σε αυτόν τον όρο.
A famous Spanish author spoke about “the revolt of the masses.” We have to be very cautious in using this term, because this revolt was not made by the masses: it was made by the intellectuals. And those intellectuals who developed these doctrines were not men from the masses. The Marxian doctrine pretends that it is only the proletarians that have the good ideas and that only the proletarian mind created socialism, but all the socialist authors, without exception, were bourgeois in the sense in which the socialists use this term.
Ο Karl Marx δεν προερχόταν από το προλεταριάτο. Ήταν γιος δικηγόρου. Δεν χρειάστηκε να εργαστεί για να φοιτήσει στο πανεπιστήμιο. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο με τον ίδιο τρόπο που σπουδάζουν σήμερα οι γιοι εύπορων ανθρώπων. Αργότερα, και για το υπόλοιπο της ζωής του, τον συντηρούσε ο φίλος του Friedrich Engels, ο οποίος — ως βιομήχανος — ήταν ο χειρότερος τύπος «αστού», σύμφωνα με τις σοσιαλιστικές αντιλήψεις. Στη γλώσσα του μαρξισμού, ήταν εκμεταλλευτής.
Karl Marx was not a man from the proletariat. He was the son of a lawyer. He did not have to work to go to the university. He studied at the university in the same way as do the sons of well-to-do people today. Later, and for the rest of his life, he was supported by his friend Friedrich Engels, who—being a manufacturer—was the worst type of “bourgeois,” according to socialist ideas. In the language of Marxism, he was an exploiter.
Όλα όσα συμβαίνουν στον κοινωνικό κόσμο της εποχής μας είναι αποτέλεσμα ιδεών. Τα καλά και τα κακά. Εκείνο που χρειάζεται είναι να πολεμήσουμε τις κακές ιδέες. Πρέπει να πολεμήσουμε όλα όσα μας δυσαρεστούν στη δημόσια ζωή. Πρέπει να αντικαταστήσουμε τις εσφαλμένες ιδέες με καλύτερες. Πρέπει να αντικρούσουμε τις θεωρίες που προάγουν τη συνδικαλιστική βία. Πρέπει να αντιταχθούμε στη δήμευση της περιουσίας, στον έλεγχο των τιμών, στον πληθωρισμό και σε όλα εκείνα τα δεινά από τα οποία υποφέρουμε.
Everything that happens in the social world in our time is the result of ideas. Good things and bad things. What is needed is to fight bad ideas. We must fight all that we dislike in public life. We must substitute better ideas for wrong ideas. We must refute the doctrines that promote union violence. We must oppose the confiscation of property, the control of prices, inflation, and all those evils from which we suffer.
Οι ιδέες, και μόνο οι ιδέες, μπορούν να φωτίσουν το σκοτάδι. Αυτές οι ιδέες πρέπει να παρουσιαστούν στο κοινό με τρόπο που να πείθει τους ανθρώπους. Πρέπει να τους πείσουμε ότι αυτές είναι οι ορθές ιδέες και όχι οι εσφαλμένες. Η μεγάλη εποχή του δέκατου ένατου αιώνα, τα μεγάλα επιτεύγματα του καπιταλισμού, ήταν αποτέλεσμα των ιδεών των κλασικών οικονομολόγων, του Adam Smith και του David Ricardo, του Bastiat και άλλων.
Ideas and only ideas can light the darkness. These ideas must be brought to the public in such a way that they persuade people. We must convince them that these ideas are the right ideas and not the wrong ones. The great age of the nineteenth century, the great achievements of capitalism, were the result of the ideas of the classical economists, of Adam Smith and David Ricardo, of Bastiat and others.
Δεν χρειαζόμαστε τίποτε άλλο παρά να αντικαταστήσουμε τις κακές ιδέες με καλύτερες. Ελπίζω, και είμαι βέβαιος, ότι αυτό θα το κάνει η νέα γενιά. Ο πολιτισμός μας δεν είναι καταδικασμένος, όπως μας λένε ο Spengler και ο Toynbee. Ο πολιτισμός μας δεν θα κατακτηθεί από το πνεύμα της Μόσχας. Ο πολιτισμός μας θα επιβιώσει και πρέπει να επιβιώσει. Και θα επιβιώσει μέσω ιδεών καλύτερων από εκείνες που κυβερνούν σήμερα το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου· αυτές τις καλύτερες ιδέες θα τις αναπτύξει η νέα γενιά.
What we need is nothing else than to substitute better ideas for bad ideas. This, I hope and am confident, will be done by the rising generation. Our civilization is not doomed, as Spengler and Toynbee tell us. Our civilization will not be conquered by the spirit of Moscow. Our civilization will and must survive. And it will survive through better ideas than those which now govern most of the world today, and these better ideas will be developed by the rising generation.
Θεωρώ πολύ καλό σημάδι το ότι, ενώ πριν από πενήντα χρόνια σχεδόν κανείς στον κόσμο δεν είχε το θάρρος να πει οτιδήποτε υπέρ μιας ελεύθερης οικονομίας, σήμερα έχουμε, τουλάχιστον σε ορισμένες από τις προηγμένες χώρες του κόσμου, ιδρύματα που αποτελούν κέντρα διάδοσης της ελεύθερης οικονομίας, όπως, για παράδειγμα, το «Centro» στη χώρα σας, το οποίο με προσκάλεσε να έρθω στο Buenos Aires για να πω λίγα λόγια σε αυτή τη μεγάλη πόλη.
I consider it as a very good sign that, while fifty years ago, practically nobody in the world had the courage to say anything in favor of a free economy, we have now, at least in some of the advanced countries of the world, institutions that are centers for the propagation of a free economy, such as, for example, the “Centro” in your country which invited me to come to Buenos Aires to say a few words in this great city.
Δεν μπόρεσα να πω πολλά για αυτά τα σημαντικά ζητήματα. Έξι διαλέξεις μπορεί να είναι πολλές για ένα ακροατήριο, αλλά δεν αρκούν για να αναπτυχθεί ολόκληρη η φιλοσοφία ενός ελεύθερου οικονομικού συστήματος και ασφαλώς δεν αρκούν για να αντικρουστούν όλες οι ανοησίες που έχουν γραφτεί τα τελευταία πενήντα χρόνια για τα οικονομικά προβλήματα με τα οποία ασχολούμαστε.
I could not say much about these important matters. Six lectures may be very much for an audience, but they are not enough to develop the whole philosophy of a free economic system, and certainly not enough to refute all the nonsense that has been written in the last fifty years about the economic problems with which we are dealing.
Είμαι βαθύτατα ευγνώμων σε αυτό το κέντρο που μου έδωσε την ευκαιρία να απευθυνθώ σε ένα τόσο εκλεκτό ακροατήριο, και ελπίζω ότι σε λίγα χρόνια ο αριθμός εκείνων που υποστηρίζουν τις ιδέες της ελευθερίας σε αυτή τη χώρα και σε άλλες χώρες θα αυξηθεί σημαντικά. Προσωπικά, έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στο μέλλον της ελευθερίας, τόσο της πολιτικής όσο και της οικονομικής.
I am very grateful to this center for giving me the opportunity to address such a distinguished audience, and I hope that in a few years the number of those who are supporting ideas for freedom in this country, and in other countries, will increase considerably. I myself have full confidence in the future of freedom, both political and economic.