Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Δίγλωσση ανάγνωση: Η Οικονομική Επιστήμη και η Αυστριακή Μέθοδος

Hans-Hermann Hoppe · Economic Science and the Austrian Method · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο

Πραξεολόγος

← Όλα τα δίγλωσσα κείμενα

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Hans-Hermann Hoppe, Economic Science and the Austrian Method, Ludwig von Mises Institute, 1995 (ηλεκτρονική έκδοση 2007). © 1995, 2007 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/economic-science-and-austrian-method.

Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η «Σημείωση για την προέλευση του κειμένου» της ελληνικής σελίδας δεν έχουν πρωτότυπο και δεν περιλαμβάνονται, όπως και ο κατάλογος «Recommended Readings» της αγγλικής έκδοσης. Η μετάφραση χωρίζει πολλές μεγάλες αγγλικές παραγράφους (και τα παραθέματα που αυτές περιέχουν) σε μικρότερες· εμφανίζονται μαζί απέναντι στην αγγλική παράγραφο. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Ήταν μια τραγική ημέρα όταν η οικονομική επιστήμη, η βασίλισσα των κοινωνικών επιστημών, υιοθέτησε τις μεθόδους που συνδέονται με τις φυσικές επιστήμες: τον εμπειρισμό και τον θετικισμό. Στη συνολική πορεία της οικονομικής σκέψης, η μεταβολή αυτή συνέβη —όχι συμπτωματικά— περίπου την ίδια εποχή κατά την οποία οι διανοούμενοι και οι πολιτικοί άρχισαν να πιστεύουν στην αποτελεσματικότητα του κρατικού σχεδιασμού. Παρά τις αποτυχίες τους, και τα δύο δόγματα εξακολουθούν να αποτελούν άθεες πίστεις της εποχής μας.

It was a tragic day when economics, the queen of the social sciences, adopted the methods associated with the natural sciences: empiricism and positivism. In the sweep of economic thought, this change occurred—not coincidentally—about the same time that intellectuals and politicians came to believe in the efficacy of government planning. Despite their failures, both doctrines remain godless faiths of our age.

2

Σε αυτό το εξαιρετικό δοκίμιο, ο Hans-Hermann Hoppe προεκτείνει το επιχείρημα του Ludwig von Mises ότι οι μέθοδοι που συνδέονται με τις φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να μεταφερθούν και να εφαρμοστούν επιτυχώς στην οικονομική θεωρία. Στη συνέχεια, ο καθηγητής Hoppe επιχειρηματολογεί υπέρ της ύπαρξης a priori γνώσης, της εγκυρότητας της καθαρής θεωρίας, της χρήσης της παραγωγικής λογικής, του αμείλικτου χαρακτήρα των οικονομικών νόμων και της άποψης ότι η οικονομική επιστήμη δεν αποτελεί παρά μέρος του ευρύτερου γνωστικού κλάδου της πραξεολογίας: της επιστήμης της ανθρώπινης δράσης.

In this extraordinary essay, Hans-Hermann Hoppe extends the argument of Ludwig von Mises that the methods associated with natural sciences cannot be successfully appropriated for economic theory. Professor Hoppe then argues for the existence of a priori knowledge, the validity of pure theory, the use of deductive logic, the implacability of economic law, and the view that economics is but a part of the larger discipline of praxeology: the science of human action.

3

Εάν οι οικονομολόγοι πρόκειται να απελευθερωθούν από τις αποτυχημένες παραδοχές ότι μπορούν να προβλέπουν με ακρίβεια το μέλλον και, κατά συνέπεια, ότι το κράτος μπορεί να σχεδιάζει την οικονομία καλύτερα από την αγορά, θα πρέπει να επανεξετάσουν θεμελιωδέστερα μεθοδολογικά σφάλματα. Όταν συμβεί αυτό, ο καθηγητής Hoppe, ο σημαντικότερος εν ενεργεία εκπρόσωπος της πραξεολογίας σήμερα, θα έχει διαδραματίσει έναν αναντικατάστατο ρόλο.

If economists are to free themselves from the failed assumptions that they can precisely predict the future and, thus, that the state can plan the economy better than the market, they will have to revisit more fundamental methodological errors. When that happens, Professor Hoppe, the outstanding praxeologist working today, will have played an indispensable role.

4

Llewellyn H. Rockwell, Jr.

Ludwig von Mises Institute

—Llewellyn H. Rockwell, Jr. Ludwig von Mises Institute

5

Η Πραξεολογία και η Οικονομική Επιστήμη

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Praxeology and Economic Science

6

Είναι ευρέως γνωστό ότι οι Αυστριακοί διαφωνούν έντονα με άλλες σχολές οικονομικής σκέψης, όπως οι Κεϋνσιανοί, οι Μονεταριστές, οι θεωρητικοί της Δημόσιας Επιλογής, οι Ιστορικιστές, οι Θεσμιστές και οι Μαρξιστές.1 Η διαφωνία γίνεται, ασφαλώς, περισσότερο εμφανής όταν τίθενται ζητήματα οικονομικής πολιτικής και προτάσεων οικονομικής πολιτικής. Κατά καιρούς υφίσταται επίσης μια συμμαχία μεταξύ των Αυστριακών και, ειδικότερα, των οικονομολόγων της Σχολής του Σικάγου και των θεωρητικών της Δημόσιας Επιλογής. Ο Ludwig von Mises, ο Murray N. Rothbard, ο Milton Friedman και ο James Buchanan, για να αναφέρουμε μερικά ονόματα, συχνά ενώνονται στις προσπάθειές τους να υπερασπιστούν την οικονομία της ελεύθερης αγοράς απέναντι στους «φιλελεύθερους» και σοσιαλιστές επικριτές της.

It is well-known that Austrians disagree strongly with other schools of economic thought, such as the Keynesians, the Monetarists, the Public Choicers, Historicists, Institutionalists, and Marxists. Disagreement is most conspicuous, of course, when it comes to economic policy and economic policy proposals. At times there also exists an alliance between Austrians and, in particular, Chicagoites and Public Choicers. Ludwig von Mises, Murray N. Rothbard, Milton Friedman, and James Buchanan, to cite a few names, are often united in their efforts to defend the free market economy against its "liberal" and socialist detractors.

7

Ωστόσο, όσο σημαντικές και αν είναι αυτές οι περιστασιακές συμφωνίες για λόγους τακτικής ή στρατηγικής, δεν μπορούν παρά να παραμένουν επιφανειακές, διότι συγκαλύπτουν ορισμένες πραγματικά θεμελιώδεις διαφορές μεταξύ της Αυστριακής Σχολής, όπως αυτή εκπροσωπείται από τον Mises και τον Rothbard, και όλων των υπολοίπων. Η έσχατη διαφορά, από την οποία απορρέουν όλες οι επιμέρους διαφωνίες στα επίπεδα της οικονομικής θεωρίας και της οικονομικής πολιτικής —διαφωνίες, λόγου χάριν, ως προς τα πλεονεκτήματα του κανόνα χρυσού έναντι του χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας, της ελεύθερης τραπεζικής έναντι της κεντρικής τραπεζικής, των συνεπειών των αγορών έναντι της κρατικής δράσης για την ευημερία, του καπιταλισμού έναντι του σοσιαλισμού, της θεωρίας του τόκου και του οικονομικού κύκλου κ.ο.κ.— αφορά την απάντηση στο πρώτο κιόλας ερώτημα που οφείλει να θέσει κάθε οικονομολόγος: Ποιο είναι το αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης και τι είδους προτάσεις είναι τα οικονομικά θεωρήματα;

Nonetheless, as important as such occasional agreements may be for tactical or strategic reasons, they can only be superficial, for they cover up some truly fundamental differences between the Austrian school, as represented by Mises and Rothbard, and all the rest. The ultimate difference from which all disagreements at the levels of economic theory and economic policy stem—disagreements, for instance, as regards the merit of the gold standard vs. fiat money, free-banking vs. central banking, the welfare implications of markets vs. state-action, capitalism vs. socialism, the theory of interest and the business cycle, etc.—concerns the answer to the very first question that any economist must raise: What is the subject matter of economics, and what kind of propositions are economic theorems?

8

Η απάντηση του Mises είναι ότι η οικονομική επιστήμη αποτελεί την επιστήμη της ανθρώπινης δράσης. Αυτό, καθαυτό, ενδέχεται να μην ακούγεται ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο. Στη συνέχεια, όμως, ο Mises λέει για την οικονομική επιστήμη:

Mises’s answer is that economics is the science of human action. In itself, this may not sound very controversial. But then Mises says of the science of economics:

9

Οι αποφάνσεις και οι προτάσεις της δεν προέρχονται από την εμπειρία. Είναι, όπως εκείνες της λογικής και των μαθηματικών, a priori. Δεν υπόκεινται σε επαλήθευση ή διάψευση βάσει της εμπειρίας και των γεγονότων. Προηγούνται, τόσο από λογική όσο και από χρονική άποψη, κάθε κατανόησης των ιστορικών γεγονότων. Αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση κάθε διανοητικής κατανόησης των ιστορικών συμβάντων.2

Its statements and propositions are not derived from experience. They are, like those of logic and mathematics, a priori. They are not subject to verification and falsification on the ground of experience and facts. They are both logically and temporally antecedent to any comprehension of historical facts. They are a necessary requirement of any intellectual grasp of historical events.

10

Για να υπογραμμίσει την υπόσταση της οικονομικής επιστήμης ως καθαρής επιστήμης —ως επιστήμης που έχει περισσότερα κοινά με έναν κλάδο όπως η εφαρμοσμένη λογική παρά, λόγου χάριν, με τις εμπειρικές φυσικές επιστήμες— ο Mises προτείνει τον όρο «πραξεολογία», δηλαδή «λογική της δράσης», για τον γνωστικό κλάδο του οποίου χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η οικονομική επιστήμη.3

In order to emphasize the status of economics as a pure science, a science that has more in common with a discipline like applied logic than, for instance, with the empirical natural sciences, Mises proposes the term “praxeology” (the logic of action) for the branch of knowledge exemplified by economics.

11

Ακριβώς αυτή η θεώρηση της οικονομικής επιστήμης ως a priori επιστήμης, ως επιστήμης της οποίας οι προτάσεις μπορούν να θεμελιωθούν με αυστηρή λογική αιτιολόγηση, είναι εκείνη που διακρίνει τους Αυστριακούς —ή, ακριβέστερα, τους Μιζεσιανούς— από όλες τις άλλες σύγχρονες οικονομικές σχολές. Όλες οι υπόλοιπες αντιλαμβάνονται την οικονομική επιστήμη ως εμπειρική επιστήμη, ως επιστήμη ανάλογη της φυσικής, η οποία διατυπώνει υποθέσεις που απαιτούν συνεχή εμπειρικό έλεγχο. Και όλες θεωρούν δογματική και αντιεπιστημονική την άποψη του Mises ότι οικονομικά θεωρήματα — όπως ο νόμος της οριακής χρησιμότητας, ο νόμος των αποδόσεων, η θεωρία χρονικής προτίμησης του τόκου ή η Αυστριακή θεωρία του οικονομικού κύκλου— μπορούν να αποδειχθούν οριστικά, κατά τρόπο ώστε η άρνηση της εγκυρότητάς τους να μπορεί να καταδειχθεί ως πρόδηλα αντιφατική.

It is this assessment of economics as an a priori science, a science whose propositions can be given a rigorous logical justification, which distinguishes Austrians, or more precisely Misesians, from all other current economic schools. All the others conceive of economics as an empirical science, as a science like physics, which develops hypotheses that require continual empirical testing. And they all regard as dogmatic and unscientific Mises’s view that economic theorems—like the law of marginal utility, or the law of returns, or the time-preference theory of interest and the Austrian business cycle theory—can be given definite proof, such that it can be shown to be plainly contradictory to deny their validity.

12

Η άποψη του Mark Blaug, η οποία είναι σε μεγάλο βαθμό αντιπροσωπευτική της κυρίαρχης μεθοδολογικής σκέψης, καταδεικνύει αυτή τη σχεδόν καθολική αντίθεση προς την Αυστριακή Σχολή. Ο Blaug λέει για τον Mises: «Τα γραπτά του σχετικά με τα θεμέλια της οικονομικής επιστήμης είναι τόσο αλλόκοτα και ιδιοσυγκρασιακά, ώστε δεν μπορεί παρά να απορεί κανείς που οποιοσδήποτε τα αντιμετώπισε σοβαρά».4

The view of Mark Blaug, highly representative of mainstream methodological thought, illustrates this almost universal opposition to Austrianism. Blaug says of Mises, “His writings on the foundations of economic science are so cranky and idiosyncratic that one can only wonder that they have been taken seriously by anyone.”

13

Ο Blaug δεν προβάλλει ούτε ένα επιχείρημα για να τεκμηριώσει την αγανάκτησή του. Το κεφάλαιό του για την Αυστριακή Σχολή απλώς ολοκληρώνεται με αυτή τη δήλωση. Θα μπορούσε άραγε η απόρριψη του απριορισμού του Mises από τον Blaug και άλλους να συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι τα απαιτητικά πρότυπα επιχειρηματολογικής αυστηρότητας, τα οποία συνεπάγεται μια απριοριστική μεθοδολογία, αποδεικνύονται υπερβολικά υψηλά γι’ αυτούς;5

Blaug does not provide one argument to substantiate his outrage. His chapter on Austrianism simply ends with that statement. Could it be that Blaug’s and others’ rejection of Mises’s apriorism may have more to do with the fact that the demanding standards of argumentative rigor, which an apriorist methodology implies, prove too much for them?

14

Τι οδήγησε τον Mises στον χαρακτηρισμό της οικονομικής επιστήμης ως a priori επιστήμης; Από τη σημερινή οπτική γωνία, ίσως προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Mises δεν θεωρούσε τη σύλληψή του ασύμβατη με την κυρίαρχη αντίληψη που επικρατούσε στις αρχές του εικοστού αιώνα. Ο Mises δεν επιθυμούσε να υποδείξει τι θα έπρεπε να κάνουν οι οικονομολόγοι, σε αντιδιαστολή προς ό,τι πράγματι έκαναν. Αντιθέτως, θεωρούσε ότι το επίτευγμά του ως φιλοσόφου της οικονομικής επιστήμης συνίστατο στη συστηματοποίηση και στη ρητή διατύπωση του τι πραγματικά ήταν η οικονομική επιστήμη και του τρόπου με τον οποίο είχε σιωπηρά συλληφθεί από σχεδόν όλους όσοι αποκαλούσαν τον εαυτό τους οικονομολόγο.

What led Mises to his characterization of economics as an a priori science? From the present day perspective it might be surprising to hear that Mises did not see his conception as out of line with the mainstream view prevailing in the early twentieth century. Mises did not wish to prescribe what economists should be doing as opposed to what they actually were doing. Rather, he saw his achievement as a philosopher of economics in systematizing, and in making explicit what economics really was, and how it had implicitly been conceived by almost everyone calling himself an economist.

15

Και αυτό πράγματι ισχύει. Παρέχοντας μια συστηματική εξήγηση εκείνου που προηγουμένως αποτελούσε απλώς άρρητη και μη διατυπωμένη γνώση, ο Mises εισήγαγε ορισμένες εννοιολογικές και ορολογικές διακρίσεις οι οποίες μέχρι τότε παρέμεναν ασαφείς και ανοίκειες, τουλάχιστον στον αγγλόφωνο κόσμο. Ωστόσο, η θέση του σχετικά με την επιστημολογική υπόσταση της οικονομικής επιστήμης βρισκόταν ουσιαστικά σε πλήρη συμφωνία με την τότε ορθόδοξη άποψη επί του ζητήματος. Οικονομολόγοι του κυρίαρχου ρεύματος, όπως ο Jean-Baptiste Say, ο Nassau Senior και ο John E. Cairnes, λόγου χάριν, δεν χρησιμοποιούσαν τον όρο a priori, αλλά περιέγραφαν την οικονομική επιστήμη με αρκετά παρόμοιο τρόπο.

And this is indeed the case. In giving a systematic explanation of what was formerly only implicit and unspoken knowledge, Mises did introduce some conceptual and terminological distinctions that had previously been unclear and unfamiliar, at least to the English-speaking world. But his position on the status of economics was essentially in full agreement with the then-orthodox view on the matter. They did not employ the term “a priori,” but such mainstream economists as Jean Baptiste Say, Nassau Senior, and John E. Cairnes, for instance, described economics quite similarly.

16

Ο Say γράφει:

Μια πραγματεία περί πολιτικής οικονομίας θα … περιορίζεται στη διατύπωση ορισμένων γενικών αρχών, οι οποίες δεν χρειάζονται καν την υποστήριξη αποδείξεων ή παραδειγμάτων· διότι δεν θα αποτελούν παρά την έκφραση όσων γνωρίζει ο καθένας, διατεταγμένων σε μορφή κατάλληλη για την κατανόησή τους τόσο σε όλη τους την έκταση όσο και ως προς τη μεταξύ τους σχέση.

Και επίσης:

Η πολιτική οικονομία … όταν οι αρχές που συγκροτούν τη βάση της αποτελούν αυστηρές συναγωγές από αναμφισβήτητα γενικά γεγονότα, εδράζεται σε ακλόνητο θεμέλιο.6

Say writes: “A treatise on political economy will... be confined to the enunciation of a few general principles, not requiring even the support of proofs or illustrations; because these will be but the expression of what every one will know, arranged in a form convenient for comprehending them, as well as in their whole scope as in their relation to each other.” And “political economy... whenever the principles which constitute its basis are the rigorous deductions of undeniable general facts, rests upon an immovable foundation.“

17

Σύμφωνα με τον Nassau Senior, οι οικονομικές:

προκείμενες [Σ.τ.Μ.: προκείμενες ή λογικές υποθέσεις] συνίστανται σε ορισμένες γενικές προτάσεις, οι οποίες είναι αποτέλεσμα παρατηρήσεων ή της συνείδησης και οι οποίες μόλις που απαιτούν απόδειξη ή ακόμη και τυπική διατύπωση· προτάσεις τις οποίες σχεδόν κάθε άνθρωπος, μόλις τις ακούσει, αναγνωρίζει ως οικείες προς τη σκέψη του ή, τουλάχιστον, ως ήδη περιεχόμενες στην προγενέστερη γνώση του. Και τα συμπεράσματά του είναι σχεδόν εξίσου γενικά και, εφόσον έχει συλλογιστεί ορθά, εξίσου βέβαια με τις προκείμενές του.

Οι οικονομολόγοι θα πρέπει επίσης να έχουν:

επίγνωση ότι η επιστήμη εξαρτάται περισσότερο από τον συλλογισμό παρά από την παρατήρηση και ότι η κύρια δυσκολία της δεν συνίσταται στην εξακρίβωση των γεγονότων της, αλλά στη χρήση των όρων της.7

According to Nassau Senior, economic “premises consist of a few general propositions, the result of observations, or consciousness, and scarcely requiring proof, or even formal statement, which almost every man, as soon as he hears them, admits as familiar to his thoughts, or at least as included in his previous knowledge; and his inferences are nearly as general, and, if he has reasoned correctly, as certain as his premises.” And economists should be “aware that the Science depends more on reasoning than on observation, and that its principal difficulty consists not in the ascertainment of its facts, but in the use of its terms.”

18

Ο John E. Cairnes, εξάλλου, παρατηρεί ότι, ενώ «η ανθρωπότητα δεν διαθέτει άμεση γνώση των έσχατων φυσικών αρχών», «ο οικονομολόγος ξεκινά με γνώση των έσχατων αιτίων».

Ο οικονομολόγος μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι, ήδη κατά την έναρξη των ερευνών του, κατέχει εκείνες τις έσχατες αρχές που διέπουν τα φαινόμενα τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της μελέτης του, η ανακάλυψη των οποίων, στην περίπτωση της φυσικής έρευνας, συνιστά το πλέον επίπονο έργο του ερευνητή.

Και ακόμη:

Η εικασία στην οικονομική επιστήμη θα ήταν προδήλως άτοπη, στον βαθμό που διαθέτουμε, στη συνείδησή μας και στη μαρτυρία των αισθήσεών μας … άμεση και εύκολη απόδειξη εκείνου που επιθυμούμε να γνωρίσουμε. Κατά συνέπεια, στην Πολιτική Οικονομία η υπόθεση δεν χρησιμοποιείται ποτέ ως βοήθημα για την ανακάλυψη των έσχατων αιτίων και νόμων.8

And John E. Cairnes remarks that while “mankind has no direct knowledge of ultimate physical principles”... “the economist starts with a knowledge of ultimate causes.”... “The economist may thus be considered at the outset of his researches as already in possession of those ultimate principles governing the phenomena which form the subject of his study, the discovery of which in the case of physical investigation constitutes for the inquirer his most arduous task.” “Conjecture [in economics] would manifestly be out of place, inasmuch as we possess in our consciousness and in the testimony of our senses... direct and easy proof of that which we desire to know. In Political Economy, accordingly, hypothesis is never used as a help toward the discovery of ultimate causes and laws.”

19

Οι απόψεις των προδρόμων του Mises —του Menger, του Böhm-Bawerk και του Wieser— είναι ίδιες: και αυτοί περιγράφουν την οικονομική επιστήμη ως κλάδο του οποίου οι προτάσεις μπορούν, σε αντίθεση με εκείνες των φυσικών επιστημών, να λάβουν μια έσχατη θεμελίωση. Και πάλι, όμως, το πράττουν χωρίς να χρησιμοποιούν την ορολογία που υιοθέτησε ο Mises.9

The views of Mises’s predecessors, Menger, Böhm-Bawerk, and Wieser, are the same: They, too, describe economics as a discipline whose propositions can—in contrast to those of the natural sciences—be given some ultimate justification. Again, however, they do so without using the terminology employed by Mises.

20

Τέλος, ακόμη και μετά τη ρητή διατύπωσή της από τον Mises, η επιστημολογική του περιγραφή της οικονομικής επιστήμης θεωρούνταν απολύτως ορθόδοξη —και ασφαλώς όχι ιδιοσυγκρασιακή, όπως θα ήθελε ο Blaug. Το βιβλίο του Lionel Robbins The Nature and Significance of Economic Science, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε το 1932, δεν είναι παρά μια κάπως αποδυναμωμένη εκδοχή της περιγραφής της οικονομικής επιστήμης από τον Mises ως πραξεολογίας. Παρ’ όλα αυτά, έγινε σεβαστό από το οικονομικό επάγγελμα ως ο καθοδηγητικός μεθοδολογικός αστέρας του επί σχεδόν είκοσι χρόνια.

And finally, Mises’s epistemological characterization of economics was also considered quite orthodox—and certainly not idiosyncratic, as Blaug would have it—after having been explicitly formulated by Mises. Lionel Robbins’s book The Nature and Significance of Economic Science, which first appeared in 1932, is nothing but a somewhat watered-down version of Mises’s description of economics as praxeology. Yet it was respected by the economics profession as the guiding methodological star for almost twenty years.

21

Πράγματι, στον Πρόλογό του ο Robbins κατονομάζει ρητά τον Mises ως τη σημαντικότερη πηγή της δικής του μεθοδολογικής θέσης. Και ο Mises και ο Richard von Strigl —η θέση του οποίου είναι ουσιαστικά αδύνατο να διακριθεί από εκείνη του Mises10— παρατίθενται επιδοκιμαστικά στο κείμενο συχνότερα από οποιονδήποτε άλλον.11

In fact, Robbins, in his Preface, explicitly singles out Mises as the most important source of his own methodological position. And Mises and Richard von Strigl—whose position is essentially indistinguishable from Mises’s—are cited approvingly in the text more often than anyone else.

22

Ωστόσο, όσο διαφωτιστικά και αν είναι όλα αυτά για την αξιολόγηση της σημερινής κατάστασης, δεν παύουν να αποτελούν απλώς ιστορία. Ποιο είναι, λοιπόν, το σκεπτικό των κλασικών οικονομολόγων όταν θεωρούν την επιστήμη τους διαφορετική από τις φυσικές επιστήμες; Και τι βρίσκεται πίσω από τη ρητή ανασυγκρότηση αυτής της διαφοράς από τον Mises ως διαφοράς μεταξύ μιας a priori και μιας a posteriori επιστήμης; Πρόκειται για την αναγνώριση ότι η διαδικασία επικύρωσης —η διαδικασία εξακρίβωσης του αν μια πρόταση είναι αληθής ή όχι— διαφέρει από το ένα πεδίο έρευνας στο άλλο.

Yet, illuminating as all this may be for an assessment of the present-day situation, it is only history. What then is the rationale of the classical economists for regarding their science as different than the natural sciences? And what is behind Mises’s explicit reconstruction of this difference as one between an a priori science and an aposteriori science? It was the recognition that the process of validation—the process of discovering whether some proposition is true or not—is different in one field of inquiry than in the other.

23

Ας εξετάσουμε πρώτα, εν συντομία, τις φυσικές επιστήμες. Πώς γνωρίζουμε ποιες θα είναι οι συνέπειες εάν υποβάλουμε ένα υλικό που μας παρέχει η φύση σε συγκεκριμένες δοκιμές —εάν, λόγου χάριν, το αναμείξουμε με ένα άλλο είδος υλικού; Προφανώς, δεν το γνωρίζουμε προτού το επιχειρήσουμε πραγματικά και παρατηρήσουμε τι συμβαίνει. Μπορούμε, ασφαλώς, να προβούμε σε μια πρόβλεψη, αλλά η πρόβλεψή μας είναι απλώς υποθετική και απαιτούνται παρατηρήσεις για να διαπιστώσουμε αν έχουμε δίκιο ή άδικο.

Let us first look briefly at the natural sciences. How do we know what the consequences will be if we subject some nature-given material to specified tests, let’s say, if we mix it with another kind of material? Obviously we do not know before we actually try it and observe what happens. We can make a prediction, of course, but our prediction is only a hypothetical one, and observations are required to find out if we are right or wrong.

24

Επιπλέον, ακόμη και αν έχουμε παρατηρήσει κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα —ας πούμε ότι η ανάμειξη των δύο υλικών οδηγεί σε έκρηξη— μπορούμε τότε να είμαστε βέβαιοι ότι το ίδιο αποτέλεσμα θα προκύπτει ανεξαιρέτως κάθε φορά που αναμειγνύουμε τέτοια υλικά; Και πάλι, η απάντηση είναι αρνητική. Οι προβλέψεις μας θα εξακολουθούν να είναι, και θα παραμένουν μονίμως, υποθετικές. Είναι πιθανό να προκαλείται έκρηξη μόνον εφόσον πληρούνται ορισμένες άλλες συνθήκες —A, B και C. Μπορούμε να ανακαλύψουμε αν πράγματι συμβαίνει αυτό και ποιες είναι οι άλλες αυτές συνθήκες μόνο μέσω μιας ατέρμονης διαδικασίας δοκιμής και σφάλματος. Αυτή μας επιτρέπει να βελτιώνουμε προοδευτικά τη γνώση μας σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της αρχικής υποθετικής πρόβλεψής μας.

Moreover, even if we have observed some definite outcome, let’s say that mixing the two materials leads to an explosion, can we then be sure that such an outcome will invariably occur whenever we mix such materials? Again, the answer is no. Our predictions will still, and permanently, be hypothetical. It is possible that an explosion will only result if certain other conditions—A, B, and C—are fulfilled. We can only find out whether or not this is the case and what these other conditions are by engaging in a never-ending trial and error process. This enables us to improve our knowledge progressively about the range of application for our original hypothetical prediction.

25

Ας στραφούμε τώρα σε ορισμένες χαρακτηριστικές οικονομικές προτάσεις. Ας εξετάσουμε τη διαδικασία επικύρωσης μιας πρότασης όπως η ακόλουθη: Κάθε φορά που δύο άνθρωποι, ο A και ο B, προβαίνουν σε εθελοντική ανταλλαγή, πρέπει αμφότεροι να αναμένουν ότι θα ωφεληθούν από αυτήν. Και πρέπει να διαθέτουν αντίστροφες κλίμακες προτιμήσεων ως προς τα ανταλλασσόμενα αγαθά και τις υπηρεσίες, έτσι ώστε ο A να αξιολογεί εκείνο που λαμβάνει από τον B περισσότερο από εκείνο που του παραδίδει, ενώ ο B πρέπει να αξιολογεί τα ίδια πράγματα με τον αντίστροφο τρόπο.

Now let us turn to some typical economic propositions. Consider the validation process of a proposition such as the following: Whenever two people A and B engage in a voluntary exchange, they must both expect to profit from it. And they must have reverse preference orders for the goods and services exchanged so that A values what he receives from B more highly than what he gives to him, and B must evaluate the same things the other way around.

26

Ή ας εξετάσουμε την ακόλουθη πρόταση: Κάθε φορά που μια ανταλλαγή δεν είναι εθελοντική αλλά εξαναγκαστική, το ένα μέρος ωφελείται εις βάρος του άλλου.

Or consider this: Whenever an exchange is not voluntary but coerced, one party profits at the expense of the other.

27

Ή τον νόμο της οριακής χρησιμότητας: Κάθε φορά που η προσφορά ενός αγαθού αυξάνεται κατά μία πρόσθετη μονάδα, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε μονάδα θεωρείται από ένα πρόσωπο ως εξίσου κατάλληλη να παράσχει την ίδια υπηρεσία, η αξία που αποδίδεται σε αυτή τη μονάδα πρέπει να μειωθεί. Και τούτο διότι αυτή η πρόσθετη μονάδα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού που θεωρείται λιγότερο πολύτιμος από τον λιγότερο πολύτιμο σκοπό που θα ικανοποιούνταν από μία μονάδα του ίδιου αγαθού, εάν η προσφορά ήταν κατά μία μονάδα μικρότερη.

Or the law of marginal utility: Whenever the supply of a good increases by one additional unit, provided each unit is regarded as of equal serviceability by a person, the value attached to this unit must decrease. For this additional unit can only be employed as a means for the attainment of a goal that is considered less valuable than the least valued goal satisfied by a unit of such good if the supply were one unit shorter.

28

Ή ας πάρουμε τον ρικαρδιανό νόμο της συνεργασίας: Εάν, από δύο παραγωγούς, ο A είναι παραγωγικότερος από τον B στην παραγωγή δύο ειδών αγαθών, μπορούν παρ’ όλα αυτά να συμμετάσχουν σε έναν αμοιβαία επωφελή καταμερισμό της εργασίας. Αυτό συμβαίνει διότι η συνολική φυσική παραγωγικότητα είναι υψηλότερη αν ο A εξειδικεύεται στην παραγωγή του ενός αγαθού, το οποίο μπορεί να παράγει αποτελεσματικότερα, αντί να παράγουν τόσο ο A όσο και ο B και τα δύο αγαθά χωριστά και αυτόνομα.

Or take the Ricardian law of association: Of two producers, if A is more productive in the production of two types of goods than is B, they can still engage in a mutually beneficial division of labor. This is because overall physical productivity is higher if A specializes in producing one good which he can produce most efficiently, rather than both A and B producing both goods separately and autonomously.

29

Ή, ως άλλο παράδειγμα: Κάθε φορά που επιβάλλονται νόμοι περί κατώτατου μισθού, οι οποίοι απαιτούν οι μισθοί να είναι υψηλότεροι από τους υφιστάμενους μισθούς της αγοράς, θα προκύπτει ακούσια ανεργία.

Or as another example: Whenever minimum wage laws are enforced that require wages to be higher than existing market wages, involuntary unemployment will result.

30

Ή, ως τελικό παράδειγμα: Κάθε φορά που αυξάνεται η ποσότητα του χρήματος, ενώ η ζήτηση για διακράτηση χρήματος υπό τη μορφή άμεσα διαθέσιμου ταμειακού αποθέματος παραμένει αμετάβλητη, η αγοραστική δύναμη του χρήματος θα μειώνεται.

Or as a final example: Whenever the quantity of money is increased while the demand for money to be held as cash reserve on hand is unchanged, the purchasing power of money will fall.

31

Όταν εξετάζουμε τέτοιες προτάσεις, είναι άραγε η διαδικασία επικύρωσης μέσω της οποίας διαπιστώνεται αν είναι αληθείς ή ψευδείς του ίδιου τύπου με εκείνη που χρησιμοποιείται για τη θεμελίωση μιας πρότασης στις φυσικές επιστήμες; Είναι αυτές οι προτάσεις υποθετικές με την ίδια έννοια που είναι υποθετική μια πρόταση σχετικά με τα αποτελέσματα της ανάμειξης δύο ειδών φυσικών υλικών; Πρέπει να ελέγχουμε συνεχώς αυτές τις οικονομικές προτάσεις αντιπαραβάλλοντάς τες προς τις παρατηρήσεις; Και απαιτείται μια ατέρμονη διαδικασία δοκιμής και σφάλματος για να ανακαλύψουμε το πεδίο εφαρμογής αυτών των προτάσεων και να βελτιώσουμε βαθμιαία τη γνώση μας, όπως είδαμε ότι συμβαίνει στις φυσικές επιστήμες;

Considering such propositions, is the validation process involved in establishing them as true or false of the same type as that involved in establishing a proposition in the natural sciences? Are these propositions hypothetical in the same sense as a proposition regarding the effects of mixing two types of natural materials? Do we have to test these economic propositions continuously against observations? And does it require a never-ending trial and error process in order to find out the range of application for these propositions and to gradually improve our knowledge, such as we have seen to be the case in the natural sciences?

32

Φαίνεται απολύτως προφανές —με εξαίρεση την πλειονότητα των οικονομολόγων των τελευταίων σαράντα ετών— ότι η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι ένα σαφές και κατηγορηματικό «όχι». Το ότι ο A και ο B πρέπει να αναμένουν ότι θα ωφεληθούν και να διαθέτουν αντίστροφες κλίμακες προτιμήσεων απορρέει από την κατανόησή μας του τι είναι μια ανταλλαγή. Το ίδιο ισχύει και για τις συνέπειες μιας εξαναγκαστικής ανταλλαγής. Είναι αδιανόητο τα πράγματα να μπορούσαν ποτέ να είναι διαφορετικά: έτσι ήταν πριν από ένα εκατομμύριο χρόνια και έτσι θα είναι και σε ένα εκατομμύριο χρόνια από τώρα. Και το πεδίο εφαρμογής αυτών των προτάσεων είναι επίσης σαφές άπαξ και διά παντός: είναι αληθείς κάθε φορά που κάτι αποτελεί εθελοντική ή εξαναγκαστική ανταλλαγή, και αυτό εξαντλεί το ζήτημα.

It seems quite evident—except to most economists for the last forty years—that the answer to these questions is a clear and unambiguous No. That A and B must expect to profit and have reverse preference orders follows from our understanding of what an exchange is. And the same is the case concerning the consequences of a coerced exchange. It is inconceivable that things could ever be different: It was so a million years ago and it will be so a million years hence. And the range of application for these propositions too is clear once and for all: They are true whenever something is a voluntary exchange or a coerced exchange, and that is all there is to it.

33

Δεν υπάρχει καμία διαφορά ως προς τα υπόλοιπα παραδείγματα που δόθηκαν. Το ότι η οριακή χρησιμότητα των πρόσθετων μονάδων της προσφοράς ομοιογενών αγαθών πρέπει να μειώνεται απορρέει από την αδιαμφισβήτητη πρόταση ότι κάθε δρων άνθρωπος προτιμά πάντοτε εκείνο που τον ικανοποιεί περισσότερο από εκείνο που τον ικανοποιεί λιγότερο. Είναι απλώς παράλογο να θεωρεί κανείς ότι απαιτείται συνεχής έλεγχος για τη θεμελίωση μιας τέτοιας πρότασης.

There is no difference with respect to the other examples given. That the marginal utility of additional units of supply of homogeneous goods must fall follows from the incontestable statement that every acting person always prefers what satisfies him more over what satisfies him less. It is simply absurd to think that continuous testing would be required to establish such a proposition.

34

Ο ρικαρδιανός νόμος της συνεργασίας, μαζί με τον οριστικό και άπαξ διά παντός προσδιορισμό του πεδίου εφαρμογής του, απορρέει επίσης λογικά από την ίδια την ύπαρξη της περιγραφόμενης κατάστασης. Εάν ο A και ο B διαφέρουν κατά τον τρόπο που περιγράφηκε και, κατά συνέπεια, υπάρχει μια τεχνολογική αναλογία υποκατάστασης για τα παραγόμενα αγαθά —μία τέτοια αναλογία για τον A και μία για τον B— τότε, εφόσον συμμετέχουν σε έναν καταμερισμό της εργασίας όπως αυτός χαρακτηρίζεται από τον νόμο, το παραγόμενο φυσικό προϊόν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από ό,τι θα ήταν υπό διαφορετικές συνθήκες. Οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα είναι λογικά εσφαλμένο.

The Ricardian law of association, along with a once-and-for-all delineation of its range of application, also logically follows from the very existence of the situation described. If A and B differ as described and accordingly there exists a technological substitution ratio for the goods produced (one such rate for A and one for B), then if they engage in a division of labor as characterized by the law, the physical output produced must be greater than it otherwise would be. Any other conclusion is logically flawed.

35

Το ίδιο ισχύει ως προς τις συνέπειες των νόμων περί κατώτατου μισθού ή μιας αύξησης της ποσότητας του χρήματος. Η αύξηση της ανεργίας και η μείωση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος αποτελούν συνέπειες που εμπεριέχονται λογικά στην ίδια την περιγραφή της αρχικής κατάστασης, όπως αυτή διατυπώνεται στις υπό εξέταση προτάσεις. Πράγματι, είναι παράλογο να θεωρούμε αυτές τις προβλέψεις υποθετικές και να πιστεύουμε ότι η εγκυρότητά τους δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις —δηλαδή με άλλον τρόπο εκτός από την πραγματική εφαρμογή νόμων περί κατώτατου μισθού ή την εκτύπωση περισσότερου χρήματος και την παρατήρηση του τι θα συμβεί.

The same is true regarding the consequences of minimum wage laws or an increase in the quantity of money. An increase in unemployment and a decrease in the purchasing power of money are consequences which are logically implied in the very description of the initial condition as stated in the propositions at hand. As a matter of fact, it is absurd to regard these predictions as hypothetical and to think that their validity could not be established independently of observations, i.e., other than by actually trying out minimum wage laws or printing more money and observing what happens.

36

Για να χρησιμοποιήσουμε μια αναλογία, θα ήταν σαν να ήθελε κάποιος να θεμελιώσει το Πυθαγόρειο θεώρημα μετρώντας στην πράξη τις πλευρές και τις γωνίες τριγώνων. Όπως ακριβώς θα έπρεπε να σχολιάσει κανείς ένα τέτοιο εγχείρημα, δεν οφείλουμε άραγε να πούμε ότι η αντίληψη σύμφωνα με την οποία οι οικονομικές προτάσεις πρέπει να υποβάλλονται σε εμπειρικό έλεγχο αποτελεί ένδειξη απροκάλυπτης διανοητικής σύγχυσης;

To use an analogy, it is as if one wanted to establish the theorem of Pythagoras by actually measuring sides and angles of triangles. Just as anyone would have to comment on such an endeavor, mustn’t we say that to think economic propositions would have to be empirically tested is a sign of outright intellectual confusion?

37

Ο Mises, όμως, επ’ ουδενί περιορίζεται στην επισήμανση αυτής της μάλλον προφανούς διαφοράς μεταξύ της οικονομικής επιστήμης και των εμπειρικών επιστημών. Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε τη φύση αυτής της διαφοράς και εξηγεί πώς και γιατί μπορεί να υπάρχει ένας μοναδικός επιστημονικός κλάδος όπως η οικονομική επιστήμη, ο οποίος μας διδάσκει κάτι για την πραγματικότητα χωρίς να απαιτεί παρατηρήσεις. Αυτό είναι το επίτευγμα του Mises, η αξία του οποίου δύσκολα θα μπορούσε να υπερεκτιμηθεί.

But Mises by no means merely notices this rather obvious difference between economics and the empirical sciences. He makes us understand the nature of this difference and explains how and why a unique discipline like economics, which teaches something about reality without requiring observations, can possibly exist. It is this achievement of Mises’s which can hardly be overrated.

38

Για να κατανοήσουμε καλύτερα την εξήγησή του, πρέπει να κάνουμε μια παρέκβαση στο πεδίο της φιλοσοφίας ή, ακριβέστερα, στο πεδίο της φιλοσοφίας της γνώσης, δηλαδή της επιστημολογίας. Ειδικότερα, πρέπει να εξετάσουμε την επιστημολογία του Immanuel Kant, όπως αυτή αναπτύχθηκε πληρέστερα στην Κριτική του Καθαρού Λόγου. Η ιδέα του Mises περί πραξεολογίας είναι σαφώς επηρεασμένη από τον Kant. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Mises είναι απλώς και αμιγώς καντιανός. Πράγματι, όπως θα επισημάνω αργότερα, ο Mises οδηγεί την καντιανή επιστημολογία πέρα από το σημείο στο οποίο την άφησε ο ίδιος ο Kant. Βελτιώνει την καντιανή φιλοσοφία με έναν τρόπο ο οποίος, μέχρι και σήμερα, έχει αγνοηθεί πλήρως και δεν έχει εκτιμηθεί από τους ορθόδοξους καντιανούς φιλοσόφους. Παρ’ όλα αυτά, ο Mises αντλεί από τον Kant τις κεντρικές εννοιολογικές και ορολογικές διακρίσεις του, καθώς και ορισμένες θεμελιώδεις καντιανές ενοράσεις σχετικά με τη φύση της ανθρώπινης γνώσης. Πρέπει, επομένως, να στραφούμε στον Kant.

In order to better understand his explanation, we must make an excursion into the field of philosophy, or more precisely into the field of the philosophy of knowledge or epistemology. In particular, we must examine the epistemology of Immanuel Kant as developed most completely in his Critique of Pure Reason. Mises’s idea of praxeology is clearly influenced by Kant. This is not to say that Mises is a plain and simple Kantian. As a matter of fact, as I will point out later, Mises carries the Kantian epistemology beyond the point at which Kant himself left off. Mises improves the Kantian philosophy in a way that to this very day has been completely ignored and unappreciated by orthodox Kantian philosophers. Nonetheless, Mises takes from Kant his central conceptual and terminological distinctions as well as some fundamental Kantian insights into the nature of human knowledge. Thus we must turn to Kant.

39

Κατά την κριτική του κλασικού εμπειρισμού, και ειδικότερα του εμπειρισμού του David Hume, ο Kant ανέπτυξε την ιδέα ότι όλες οι προτάσεις μας μπορούν να ταξινομηθούν με δύο τρόπους: αφενός, είναι είτε αναλυτικές είτε συνθετικές και, αφετέρου, είναι είτε a priori είτε a posteriori. Η σημασία αυτών των διακρίσεων είναι, συνοπτικά, η ακόλουθη. Οι προτάσεις είναι αναλυτικές όταν τα μέσα της τυπικής λογικής επαρκούν για να διαπιστωθεί αν είναι αληθείς ή όχι· διαφορετικά, οι προτάσεις είναι συνθετικές. Και οι προτάσεις είναι a posteriori όταν απαιτούνται παρατηρήσεις προκειμένου να θεμελιωθεί ή τουλάχιστον να επιβεβαιωθεί η αλήθεια τους. Εάν δεν απαιτούνται παρατηρήσεις, τότε οι προτάσεις είναι a priori.

Kant, in the course of his critique of classical empiricism, in particular that of David Hume, developed the idea that all our propositions can be classified in a two-fold way: On the one hand they are either analytic or synthetic, and on the other they are either a priori or a posteriori. The meaning of these distinctions is, in short, the following. Propositions are analytic whenever the means of formal logic are sufficient in order to find out whether they are true or not; otherwise propositions are synthetic ones. And propositions are a posteriori whenever observations are necessary in order to establish their truth or at least confirm them. If observations are not necessary, then propositions are a priori.

40

Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της καντιανής φιλοσοφίας είναι ο ισχυρισμός ότι υπάρχουν αληθείς συνθετικές a priori προτάσεις —και επειδή ο Mises αποδέχεται αυτόν τον ισχυρισμό, μπορεί να χαρακτηριστεί καντιανός. Συνθετικές a priori είναι εκείνες οι προτάσεις των οποίων η τιμή αλήθειας μπορεί να προσδιοριστεί οριστικά, μολονότι τα μέσα της τυπικής λογικής δεν είναι επαρκή για τον σκοπό αυτό —αν και είναι, ασφαλώς, αναγκαία— και οι παρατηρήσεις δεν χρειάζονται.

The characteristic mark of Kantian philosophy is the claim that true a priori synthetic propositions exist—and it is because Mises subscribes to this claim that he can be called a Kantian. Synthetic a priori propositions are those whose truth-value can be definitely established, even though in order to do so the means of formal logic are not sufficient (while, of course, necessary) and observations are unnecessary.

41

Σύμφωνα με τον Kant, τα μαθηματικά και η γεωμετρία παρέχουν παραδείγματα αληθών συνθετικών a priori προτάσεων. Θεωρεί επίσης ότι μια πρόταση όπως η γενική αρχή της αιτιότητας —δηλαδή η πρόταση ότι υπάρχουν αιτίες που λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο και ότι κάθε συμβάν εντάσσεται σε ένα δίκτυο τέτοιων αιτίων— αποτελεί αληθή συνθετική a priori πρόταση.

According to Kant, mathematics and geometry provide examples of true a priori synthetic propositions. Yet he also thinks that a proposition such as the general principle of causality—i.e., the statement that there are time-invariantly operating causes, and every event is embedded into a network of such causes—is a true synthetic a priori proposition.

42

Δεν μπορώ εδώ να υπεισέλθω σε μεγάλες λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο Kant δικαιολογεί αυτή την άποψη.12 Θα πρέπει να αρκεστούμε σε ορισμένες παρατηρήσεις.

Πρώτον, από πού προκύπτει η αλήθεια τέτοιων προτάσεων, εάν η τυπική λογική δεν επαρκεί και οι παρατηρήσεις δεν είναι αναγκαίες; Η απάντηση του Kant είναι ότι η αλήθεια τους απορρέει από αυταπόδεικτα υλικά αξιώματα.

I cannot go into great detail here to explain how Kant justifies this view. A few remarks will have to suffice. First, how is the truth of such propositions derived, if formal logic is not sufficient and observations are unnecessary? Kant’s answer is that the truth follows from self-evident material axioms.

43

Τι καθιστά αυτά τα αξιώματα αυταπόδεικτα; Ο Kant απαντά ότι αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι προφανή με ψυχολογική έννοια, οπότε θα είχαμε άμεση επίγνωσή τους. Αντιθέτως, επιμένει ο Kant, συνήθως απαιτείται πολύ πιο επίπονη προσπάθεια για την ανακάλυψη τέτοιων αξιωμάτων απ’ ό,τι για την ανακάλυψη μιας εμπειρικής αλήθειας, όπως ότι τα φύλλα των δέντρων είναι πράσινα. Είναι αυταπόδεικτα επειδή δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί την αλήθεια τους χωρίς να υποπέσει σε αυτοαντίφαση· δηλαδή, επιχειρώντας να τα αρνηθεί, θα παραδεχόταν στην πραγματικότητα, έστω και σιωπηρά, την αλήθεια τους.

What makes these axioms self-evident? Kant answers, it is not because they are evident in a psychological sense, in which case we would be immediately aware of them. On the contrary, Kant insists, it is usually much more painstaking to discover such axioms than it is to discover some empirical truth such as that the leaves of trees are green. They are self-evident because one cannot deny their truth without self-contradiction; that is, in attempting to deny them one would actually, implicitly, admit their truth.

44

Πώς ανακαλύπτουμε τέτοια αξιώματα; Ο Kant απαντά: αναστοχαζόμενοι τον ίδιο μας τον εαυτό, κατανοώντας τον εαυτό μας ως υποκείμενο της γνώσης. Και αυτό το γεγονός —ότι η αλήθεια των συνθετικών a priori προτάσεων προέρχεται τελικά από μια εσωτερική εμπειρία που παράγεται αναστοχαστικά— εξηγεί επίσης πώς είναι δυνατόν αυτές οι προτάσεις να διαθέτουν την υπόσταση αναγκαίων αληθειών. Η παρατηρησιακή εμπειρία μπορεί μόνο να αποκαλύψει τα πράγματα όπως τυχαίνει να είναι· δεν υπάρχει τίποτε σε αυτήν που να υποδεικνύει γιατί τα πράγματα πρέπει να είναι όπως είναι. Αντιθέτως, γράφει ο Kant, ο λόγος μας μπορεί να κατανοεί ως αναγκαία εκείνα τα πράγματα «τα οποία έχει ο ίδιος παραγάγει σύμφωνα με το δικό του σχέδιο».13

How do we find such axioms? Kant answers, by reflecting upon ourselves, by understanding ourselves as knowing subjects. And this fact—that the truth of a priori synthetic propositions derives ultimately from inner, reflectively produced experience—also explains why such propositions can possibly have the status of being understood as necessarily true. Observational experience can only reveal things as they happen to be; there is nothing in it that indicates why things must be the way they are. Contrary to this, however, writes Kant, our reason can understand such things as being necessarily the way they are, “which it has itself produced according to its own design.”

45

Σε όλα αυτά ο Mises ακολουθεί τον Kant. Ωστόσο, όπως ανέφερα προηγουμένως, ο Mises προσθέτει μία ακόμη εξαιρετικά σημαντική ενόραση, την οποία ο Kant είχε μόνο αμυδρά διακρίνει. Μια συνήθης μομφή κατά του καντιανισμού είναι ότι αυτή η φιλοσοφία φαίνεται να συνεπάγεται κάποιο είδος ιδεαλισμού. Διότι, αν, όπως το αντιλαμβάνεται ο Kant, οι αληθείς συνθετικές a priori προτάσεις είναι προτάσεις σχετικά με το πώς λειτουργεί και πρέπει κατ’ ανάγκην να λειτουργεί ο νους μας, πώς μπορεί να εξηγηθεί ότι αυτές οι νοητικές κατηγορίες αντιστοιχούν στην πραγματικότητα; Πώς μπορεί να εξηγηθεί, λόγου χάριν, ότι η πραγματικότητα συμμορφώνεται προς την αρχή της αιτιότητας, εάν αυτή η αρχή πρέπει να γίνει αντιληπτή ως αρχή προς την οποία οφείλει να συμμορφώνεται η λειτουργία του νου μας; Δεν υποχρεωνόμαστε άραγε να δεχθούμε την παράλογη ιδεαλιστική υπόθεση ότι αυτό είναι δυνατό μόνο επειδή η πραγματικότητα δημιουργήθηκε πράγματι από τον νου;

Για να μην παρεξηγηθώ, δεν θεωρώ δικαιολογημένη μια τέτοια μομφή κατά του καντιανισμού.14 Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σε ορισμένες από τις διατυπώσεις του, ο Kant έχει προσδώσει σε αυτή τη μομφή κάποια αληθοφάνεια.

In all this Mises follows Kant. Yet, as I said earlier, Mises adds one more extremely important insight that Kant had only vaguely glimpsed. It has been a common quarrel with Kantianism that this philosophy seemed to imply some sort of idealism. For if, as Kant sees it, true synthetic a priori propositions are propositions about how our mind works and must of necessity work, how can it be explained that such mental categories fit reality? How can it be explained, for instance, that reality conforms to the principle of causality if this principle has to be understood as one to which the operation of our mind must conform? Don't we have to make the absurd idealistic assumption that this is possible only because reality was actually created by the mind? So that I am not misunderstood, I do not think that such a charge against Kantianism is justified. And yet, through parts of his formulations Kant has no doubt given this charge some plausibility.

46

Ας εξετάσουμε, λόγου χάριν, την ακόλουθη προγραμματική διατύπωσή του:

Μέχρι τώρα θεωρούνταν δεδομένο ότι η γνώση μας έπρεπε να συμμορφώνεται προς την παρατηρησιακή πραγματικότητα.

Αντιθέτως, θα έπρεπε να γίνει δεκτό:

ότι η παρατηρησιακή πραγματικότητα συμμορφώνεται προς τη γνώση μας.15

Consider, for example, this programmatic statement of his: “So far it has been assumed that our knowledge had to conform to observational reality”; instead it should be assumed “that observational reality conform to our knowledge.”

47

Ο Mises παρέχει τη λύση σε αυτή την πρόκληση. Είναι αλήθεια, όπως λέει ο Kant, ότι οι αληθείς συνθετικές a priori προτάσεις θεμελιώνονται σε αυταπόδεικτα αξιώματα και ότι αυτά τα αξιώματα πρέπει να κατανοούνται μέσω του αναστοχασμού πάνω στον ίδιο μας τον εαυτό, αντί να θεωρούνται «παρατηρήσιμα» με οποιαδήποτε ουσιαστική έννοια. Πρέπει, όμως, να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τέτοιες αναγκαίες αλήθειες δεν αποτελούν απλώς κατηγορίες του νου μας, αλλά ότι ο νους μας είναι ο νους δρώντων προσώπων. Οι νοητικές κατηγορίες μας πρέπει να γίνουν αντιληπτές ως θεμελιωμένες, σε τελική ανάλυση, στις κατηγορίες της δράσης.

Μόλις αυτό αναγνωριστεί, κάθε υποψία ιδεαλισμού εξαφανίζεται αμέσως. Αντιθέτως, μια επιστημολογία που υποστηρίζει την ύπαρξη αληθών συνθετικών a priori προτάσεων μετατρέπεται σε ρεαλιστική επιστημολογία. Εφόσον γίνεται αντιληπτή ως θεμελιωμένη τελικά στις κατηγορίες της δράσης, γεφυρώνεται το χάσμα μεταξύ του νοητικού και του πραγματικού, εξωτερικού, φυσικού κόσμου. Ως κατηγορίες της δράσης, πρέπει να είναι νοητικά πράγματα στον ίδιο βαθμό που αποτελούν χαρακτηριστικά της πραγματικότητας. Διότι μέσω των δράσεων έρχονται σε επαφή ο νους και η πραγματικότητα.

Mises provides the solution to this challenge. It is true, as Kant says, that true synthetic a priori propositions are grounded in self-evident axioms and that these axioms have to be understood by reflection upon ourselves rather than being in any meaningful sense “observable.” Yet we have to go one step further. We must recognize that such necessary truths are not simply categories of our mind, but that our mind is one of acting persons. Our mental categories have to be understood as ultimately grounded in categories of action. And as soon as this is recognized, all idealistic suggestions immediately disappear. Instead, an epistemology claiming the existence of true synthetic a priori propositions becomes a realistic epistemology. Since it is understood as ultimately grounded in categories of action, the gulf between the mental and the real, outside, physical world is bridged. As categories of action, they must be mental things as much as they are characteristics of reality. For it is through actions that the mind and reality make contact.

48

Ο Kant είχε υπαινιχθεί αυτή τη λύση. Θεωρούσε, λόγου χάριν, ότι τα μαθηματικά έπρεπε να θεμελιώνονται στη γνώση μας για τη σημασία της επανάληψης, των επαναληπτικών πράξεων. Είχε επίσης αντιληφθεί, έστω και κάπως αόριστα, ότι η αρχή της αιτιότητας εμπεριέχεται στην κατανόησή μας του τι είναι και τι σημαίνει το να δρούμε.16

Kant had hinted at this solution. He thought mathematics, for instance, had to be grounded in our knowledge of the meaning of repetition, of repetitive operations. And he also realized, if only somewhat vaguely, that the principle of causality is implied in our understanding of what it is and means to act.

49

Είναι, όμως, ο Mises εκείνος που φέρνει αυτή την ενόραση στο προσκήνιο: η αιτιότητα, αντιλαμβάνεται, αποτελεί κατηγορία της δράσης. Το να δρα κανείς σημαίνει ότι παρεμβαίνει σε κάποιο προγενέστερο χρονικό σημείο προκειμένου να επιφέρει ένα μεταγενέστερο αποτέλεσμα· επομένως, κάθε δρων πρέπει να προϋποθέτει την ύπαρξη αιτίων που λειτουργούν με σταθερότητα. Όπως το διατυπώνει ο Mises, η αιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση της δράσης.

Yet it is Mises who brings this insight to the foreground: Causality, he realizes, is a category of action. To act means to interfere at some earlier point in time in order to produce some later result, and thus every actor must presuppose the existence of constantly operating causes. Causality is a prerequisite of acting, as Mises puts it.

50

Ο Mises, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται, όπως ο Kant, για την επιστημολογία καθαυτή. Με την αναγνώριση της δράσης ως γέφυρας μεταξύ του νου και της εξωτερικής πραγματικότητας, έχει βρει μια λύση στο καντιανό πρόβλημα του πώς είναι δυνατές οι αληθείς συνθετικές a priori προτάσεις. Προσέφερε, επίσης, ορισμένες εξαιρετικά πολύτιμες ενοράσεις σχετικά με την έσχατη θεμελίωση άλλων κεντρικών επιστημολογικών προτάσεων πέρα από την αρχή της αιτιότητας, όπως ο νόμος της μη αντίφασης ως ακρογωνιαίος λίθος της λογικής. Με αυτόν τον τρόπο άνοιξε έναν δρόμο για μελλοντική φιλοσοφική έρευνα, ο οποίος, εξ όσων γνωρίζω, ελάχιστα έχει ακολουθηθεί. Το αντικείμενο του Mises, όμως, είναι η οικονομική επιστήμη και, συνεπώς, θα πρέπει να αφήσω κατά μέρος το ζήτημα της λεπτομερέστερης εξήγησης της αρχής της αιτιότητας ως a priori αληθούς πρότασης.17

But Mises is not, as is Kant, interested in epistemology as such. With his recognition of action as the bridge between the mind and the outside reality, he has found a solution to the Kantian problem of how true synthetic a priori propositions can be possible. And he has offered some extremely valuable insights regarding the ultimate foundation of other central epistemological propositions besides the principle of causality, such as the law of contradiction as the cornerstone of logic. And he has thereby opened a path for future philosophical research that, to my knowledge, has hardly been traveled. Yet Mises’s subject matter is economics, and so I will have to lay to rest the problem of explaining in more detail the causality principle as an a priori true proposition.

51

Ο Mises δεν αναγνωρίζει μόνο ότι η επιστημολογία στηρίζεται έμμεσα στην αναστοχαστική μας γνώση της δράσης και ότι μπορεί, ως εκ τούτου, να αξιώνει πως διατυπώνει κάτι a priori αληθές σχετικά με την πραγματικότητα. Αναγνωρίζει ότι και η οικονομική επιστήμη πράττει το ίδιο, και μάλιστα με πολύ πιο άμεσο τρόπο. Οι οικονομικές προτάσεις απορρέουν άμεσα από τη γνώση της δράσης που αποκτούμε μέσω του αναστοχασμού· και η υπόσταση αυτών των προτάσεων ως a priori αληθών αποφάνσεων για κάτι πραγματικό προέρχεται από την κατανόηση εκείνου που ο Mises αποκαλεί «αξίωμα της δράσης».

Mises not only recognizes that epistemology indirectly rests on our reflective knowledge of action and can thereby claim to state something a priori true about reality but that economics does so too and does so in a much more direct way. Economic propositions flow directly from our reflectively gained knowledge of action; and the status of these propositions as a priori true statements about something real is derived from our understanding of what Mises terms “the axiom of action.”

52

Αυτό το αξίωμα —η πρόταση ότι οι άνθρωποι δρουν— πληροί επακριβώς τις προϋποθέσεις μιας αληθούς συνθετικής a priori πρότασης. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η πρόταση αυτή είναι αληθής, διότι η άρνησή της θα έπρεπε η ίδια να κατηγοριοποιηθεί ως δράση —και, ως εκ τούτου, η αλήθεια της πρότασης κυριολεκτικά δεν μπορεί να αναιρεθεί. Το αξίωμα επίσης δεν προέρχεται από την παρατήρηση — εκείνο που μπορεί να παρατηρηθεί είναι μόνο σωματικές κινήσεις, όχι πράξεις— αλλά πηγάζει από την αναστοχαστική κατανόηση.

This axiom, the proposition that humans act, fulfills the requirements precisely for a true synthetic a priori proposition. It cannot be denied that this proposition is true, since the denial would have to be categorized as an action—and so the truth of the statement literally cannot be undone. And the axiom is also not derived from observation—there are only bodily movements to be observed but no such things as actions—but stems instead from reflective understanding.

53

Επιπλέον, μολονότι πρόκειται για κάτι που πρέπει να κατανοηθεί και όχι να παρατηρηθεί, εξακολουθεί να αποτελεί γνώση για την πραγματικότητα. Αυτό συμβαίνει επειδή οι εννοιολογικές διακρίσεις που εμπλέκονται σε αυτή την κατανόηση δεν είναι τίποτε λιγότερο από τις κατηγορίες που χρησιμοποιούνται κατά την αλληλεπίδραση του νου με τον φυσικό κόσμο μέσω του ίδιου του φυσικού σώματός του. Και το αξίωμα της δράσης, με όλες τις συνεπαγωγές του, ασφαλώς δεν είναι αυταπόδεικτο με ψυχολογική έννοια, αν και, μόλις διατυπωθεί ρητά, μπορεί να κατανοηθεί ως αναμφισβήτητα αληθής πρόταση για κάτι πραγματικό και υπαρκτό.18

Moreover, as something that has to be understood rather than observed, it is still knowledge about reality. This is because the conceptual distinctions involved in this understanding are nothing less than the categories employed in the mind’s interaction with the physical world by means of its own physical body. And the axiom of action in all its implications is certainly not self-evident in a psychological sense, although once made explicit it can be understood as an undeniably true proposition about something real and existent.

54

Ασφαλώς, δεν είναι ψυχολογικά προφανές ούτε παρατηρήσιμο ότι με κάθε δράση ένας δρων επιδιώκει έναν σκοπό· και ότι, όποιος και αν είναι αυτός ο σκοπός, το γεγονός ότι επιδιώκεται από έναν δρώντα αποκαλύπτει ότι ο τελευταίος του αποδίδει σχετικά υψηλότερη αξία απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο σκοπό δράσης θα μπορούσε να συλλάβει κατά την έναρξη της δράσης του.

Certainly, it is not psychologically evident nor is it observable that with every action an actor pursues a goal; and that whatever the goal may be, the fact that it is pursued by an actor reveals that he places a relatively higher value on it than on any other goal of action he could conceive of at the start of his action.

55

Ούτε είναι προφανές ή παρατηρήσιμο ότι, προκειμένου να επιτύχει τον σκοπό στον οποίο αποδίδει τη μεγαλύτερη αξία, μια δράση πρέπει να παρεμβαίνει ή να αποφασίζει να μην παρέμβει —κάτι που, ασφαλώς, συνιστά και αυτό παρέμβαση— σε ένα προγενέστερο χρονικό σημείο, ώστε να παραγάγει κάποιο μεταγενέστερο αποτέλεσμα· ούτε ότι τέτοιες παρεμβάσεις συνεπάγονται πάντοτε τη χρησιμοποίηση κάποιων σπάνιων μέσων —τουλάχιστον του σώματος του δρώντος, του χώρου που αυτό καταλαμβάνει και του χρόνου που απορροφά η παρέμβαση.

It is neither evident nor observable that in order to achieve his most highly valued goal an action must interfere or decide not to interfere (which, of course, is also an interference) at an earlier point in time to produce some later result; nor that such interferences invariably imply the employment of some scarce means (at least those of the actor’s body, its standing room and the time absorbed by the interference).

56

Ούτε είναι αυταπόδεικτο ή παρατηρήσιμο ότι αυτά τα μέσα πρέπει επίσης να διαθέτουν αξία για τον δρώντα —αξία που απορρέει από εκείνη του σκοπού— επειδή ο δρων πρέπει να θεωρεί τη χρησιμοποίησή τους αναγκαία για την αποτελεσματική επίτευξη του σκοπού· ούτε ότι οι δράσεις μπορούν να εκτελούνται μόνο διαδοχικά και συνεπάγονται πάντοτε την πραγματοποίηση μιας επιλογής, δηλαδή την ανάληψη εκείνης της πορείας δράσης η οποία, σε ένα δεδομένο χρονικό σημείο, υπόσχεται στον δρώντα το αποτέλεσμα με τη μεγαλύτερη αξία, αποκλείοντας ταυτόχρονα την επιδίωξη άλλων σκοπών μικρότερης αξίας.

It is neither self-evident nor can it be observed that these means must also have value for an actor—a value derived from that of the goal—because the actor must regard their employment as necessary in order to effectively achieve the goal; and that actions can only be performed sequentially, always involving the making of a choice, i.e., taking up that one course of action which at some given point in time promises the most highly valued result to the actor and excluding at the same time the pursuit of other, less highly valued goals.

57

Δεν είναι αυτομάτως σαφές ή παρατηρήσιμο ότι, ως συνέπεια της αναγκαιότητας να επιλέγεται και να προτιμάται ένας σκοπός έναντι ενός άλλου —της αδυναμίας να πραγματοποιηθούν όλοι οι σκοποί ταυτόχρονα— κάθε δράση ανεξαιρέτως συνεπάγεται την ανάληψη κόστους. Τούτο σημαίνει, λόγου χάριν, την παραίτηση από την αξία που αποδίδεται στον εναλλακτικό σκοπό με τη μεγαλύτερη αξία, ο οποίος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ή του οποίου η πραγματοποίηση πρέπει να αναβληθεί, επειδή τα μέσα που είναι αναγκαία για την επίτευξή του έχουν δεσμευθεί για την παραγωγή ενός άλλου σκοπού ακόμη μεγαλύτερης αξίας.

It is not automatically clear or observable that as a consequence of having to choose and give preference to one goal over another—of not being able to realize all goals simultaneously—each and every action implies the incurrence of costs. For example, forsaking the value attached to the most highly valued alternative goal that cannot be realized or whose realization must be deferred because the means necessary to effect it are bound up in the production of another, even more highly valued goal.

58

Τέλος, δεν είναι καταφανές ή παρατηρήσιμο ότι, κατά το σημείο εκκίνησής του, κάθε σκοπός της δράσης πρέπει να θεωρείται από τον δρώντα ότι αξίζει περισσότερο από το κόστος του και ότι είναι ικανός να αποφέρει κέρδος, δηλαδή ένα αποτέλεσμα του οποίου η αξία κατατάσσεται υψηλότερα από εκείνη των ευκαιριών που εγκαταλείφθηκαν. Και όμως, κάθε δράση απειλείται επίσης πάντοτε από το ενδεχόμενο ζημίας, εάν ο δρων διαπιστώσει εκ των υστέρων ότι το αποτέλεσμα που πράγματι επιτεύχθηκε —σε αντίθεση με τις προηγούμενες προσδοκίες— έχει χαμηλότερη αξία από εκείνη που θα είχε η εναλλακτική επιλογή από την οποία παραιτήθηκε.

And lastly, it is not plainly evident or observable that at its starting point every goal of action must be considered worth more to the actor than its cost and capable of yielding a profit, i.e., a result whose value is ranked higher than that of the foregone opportunities. And yet, every action is also invariably threatened by the possibility of a loss if an actor finds, in retrospect, that the result actually achieved—contrary to previous expectations—has a lower value than the relinquished alternative would have had.

59

Όλες αυτές οι κατηγορίες —αξίες, σκοποί, μέσα, επιλογή, προτίμηση, κόστος, κέρδος και ζημία, καθώς και χρόνος και αιτιότητα— εμπεριέχονται στο αξίωμα της δράσης. Ωστόσο, για να είναι κάποιος σε θέση να ερμηνεύσει τις παρατηρήσεις μέσω τέτοιων κατηγοριών, απαιτείται να γνωρίζει ήδη τι σημαίνει το να δρα. Κανείς που δεν είναι ο ίδιος δρων δεν θα μπορούσε ποτέ να τις κατανοήσει. Δεν είναι «δεδομένες», έτοιμες προς παρατήρηση· αντιθέτως, η παρατηρησιακή εμπειρία προσλαμβάνει τη μορφή αυτών των εννοιών, καθώς ερμηνεύεται από έναν δρώντα. Ούτε η αναστοχαστική ανασυγκρότησή τους αποτελεί ένα απλό και ψυχολογικά αυταπόδεικτο διανοητικό έργο, όπως αποδεικνύει η μακρά σειρά αποτυχημένων προσπαθειών που προηγήθηκαν των ενοράσεων για τη φύση της δράσης οι οποίες μόλις σκιαγραφήθηκαν.

All of these categories—values, ends, means, choice, preference, cost, profit and loss, as well as time and causality—are implied in the axiom of action. Yet, that one is able to interpret observations in such categories requires that one already knows what it means to act. No one who is not an actor could ever understand them. They are not “given,” ready to be observed, but observational experience is cast in these terms as it is construed by an actor. Nor is their reflective reconstruction a simple, psychologically self-evident intellectual task, as proved by a long line of abortive attempts along the way to the just-outlined insights into the nature of action.

60

Απαιτήθηκε επίπονη διανοητική προσπάθεια για να αναγνωριστεί ρητά εκείνο που, μόλις διατυπωθεί ρητά, αναγνωρίζεται αμέσως από όλους ως αληθές και μπορεί να γίνει κατανοητό ως αληθής συνθετική a priori απόφανση —δηλαδή ως πρόταση που μπορεί να επικυρωθεί ανεξάρτητα από τις παρατηρήσεις και, ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατόν να διαψευστεί από οποιαδήποτε παρατήρηση.

It took painstaking intellectual effort to recognize explicitly what, once made explicit, everybody recognizes immediately as true and can understand as true synthetic a priori statements, i.e., propositions that can be validated independently of observations and thus cannot possibly be falsified by any observation whatsoever.

61

Η απόπειρα διάψευσης του αξιώματος της δράσης θα αποτελούσε η ίδια μια δράση προσανατολισμένη προς έναν σκοπό, η οποία θα απαιτούσε μέσα, θα απέκλειε άλλες πορείες δράσης, θα συνεπαγόταν κόστος, θα εξέθετε τον δρώντα στο ενδεχόμενο επίτευξης ή μη επίτευξης του επιθυμητού σκοπού και, συνεπώς, θα οδηγούσε σε κέρδος ή ζημία.

The attempt to disprove the action-axiom would itself be an action aimed at a goal, requiring means, excluding other courses of action, incurring costs, subjecting the actor to the possibility of achieving or not achieving the desired goal and so leading to a profit or a loss.

62

Επομένως, η ίδια η κατοχή τέτοιας γνώσης δεν μπορεί ποτέ να αμφισβητηθεί, και η εγκυρότητα αυτών των εννοιών δεν μπορεί ποτέ να διαψευστεί από οποιαδήποτε ενδεχόμενη εμπειρία, διότι η αμφισβήτηση ή η διάψευση οποιουδήποτε πράγματος θα είχε ήδη προϋποθέσει την ίδια την ύπαρξή τους. Πράγματι, μια κατάσταση στην οποία αυτές οι κατηγορίες της δράσης θα έπαυαν να έχουν πραγματική ύπαρξη δεν θα μπορούσε ποτέ να παρατηρηθεί, διότι και η πραγματοποίηση μιας παρατήρησης αποτελεί δράση.

And the very possession of such knowledge then can never be disputed, and the validity of these concepts can never be falsified by any contingent experience, for disputing or falsifying anything would already have presupposed their very existence. As a matter of fact, a situation in which these categories of action would cease to have a real existence could itself never be observed, for making an observation, too, is an action.

63

Η μεγάλη ενόραση του Mises ήταν ότι ο οικονομικός συλλογισμός θεμελιώνεται ακριβώς σε αυτή την κατανόηση της δράσης· και ότι η υπόσταση της οικονομικής επιστήμης ως ενός είδους εφαρμοσμένης λογικής απορρέει από την υπόσταση του αξιώματος της δράσης ως a priori αληθούς συνθετικής πρότασης. Οι νόμοι της ανταλλαγής, ο νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας, ο ρικαρδιανός νόμος της συνεργασίας, ο νόμος των ελέγχων των τιμών και η ποσοτική θεωρία του χρήματος —όλα τα παραδείγματα οικονομικών προτάσεων που ανέφερα— μπορούν να συναχθούν λογικά από αυτό το αξίωμα.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο φαίνεται γελοία η αντίληψη ότι τέτοιες προτάσεις ανήκουν στον ίδιο επιστημολογικό τύπο με τις προτάσεις των φυσικών επιστημών. Το να πιστεύει κανείς ότι ανήκουν στον ίδιο τύπο και, κατά συνέπεια, να απαιτεί την υποβολή τους σε έλεγχο για την επικύρωσή τους, ισοδυναμεί με την υπόθεση ότι θα έπρεπε να εμπλακούμε σε μια διαδικασία αναζήτησης πραγματικών δεδομένων, χωρίς να γνωρίζουμε το πιθανό αποτέλεσμα, προκειμένου να θεμελιώσουμε το γεγονός ότι κάποιος είναι πράγματι δρων. Με μία λέξη: είναι παράλογο.

Mises’s great insight was that economic reasoning has its foundation in just this understanding of action; and that the status of economics as a sort of applied logic derives from the status of the action-axiom as an a priori-true synthetic proposition. The laws of exchange, the law of diminishing marginal utility, the Ricardian law of association, the law of price controls, and the quantity theory of money—all the examples of economic propositions which I have mentioned—can be logically derived from this axiom. And this is why it strikes one as ridiculous to think of such propositions as being of the same epistemological type as those of the natural sciences. To think that they are, and accordingly to require testing for their validation, is like supposing that we had to engage in some fact-finding process without knowing the possible outcome in order to establish the fact that one is indeed an actor. In a word: It is absurd.

64

Η πραξεολογία υποστηρίζει ότι όλες οι οικονομικές προτάσεις που αξιώνουν να είναι αληθείς πρέπει να αποδεικνύεται ότι μπορούν να συναχθούν, μέσω της τυπικής λογικής, από την αδιαμφισβήτητα αληθή υλική γνώση σχετικά με τη σημασία της δράσης. Ειδικότερα, κάθε οικονομικός συλλογισμός αποτελείται από τα ακόλουθα:

Praxeology says that all economic propositions which claim to be true must be shown to be deducible by means of formal logic from the incontestably true material knowledge regarding the meaning of action.

Specifically, all economic reasoning consists of the following:

65
  1. Κατανόηση των κατηγοριών της δράσης και της σημασίας μιας μεταβολής που επέρχεται σε πράγματα όπως οι αξίες, οι προτιμήσεις, η γνώση, τα μέσα, το κόστος κ.λπ.
  2. Περιγραφή ενός κόσμου στον οποίο οι κατηγορίες της δράσης αποκτούν συγκεκριμένο νόημα· όπου ορισμένοι άνθρωποι προσδιορίζονται ως δρώντες, ορισμένα αντικείμενα προσδιορίζονται ως μέσα της δράσης τους, ορισμένοι σκοποί προσδιορίζονται ως αξίες και ορισμένα πράγματα προσδιορίζονται ως κόστος. Μια τέτοια περιγραφή θα μπορούσε να αφορά:
    • έναν κόσμο του Ροβινσώνα Κρούσου·
    • έναν κόσμο με περισσότερους από έναν δρώντες, στον οποίο είναι δυνατές οι διαπροσωπικές σχέσεις·
    • έναν κόσμο ανταλλαγής μέσω αντιπραγματισμού ή έναν κόσμο χρήματος και ανταλλαγών στις οποίες χρησιμοποιείται το χρήμα ως κοινό μέσο ανταλλαγής·
    • έναν κόσμο στον οποίο μόνο η γη, η εργασία και ο χρόνος αποτελούν συντελεστές παραγωγής ή έναν κόσμο με κεφαλαιουχικά αγαθά·
    • έναν κόσμο με απολύτως διαιρετούς ή αδιαίρετους, ειδικούς ή μη ειδικούς συντελεστές παραγωγής·
    • ή έναν κόσμο με ποικίλους κοινωνικούς θεσμούς, οι οποίοι αντιμετωπίζουν διάφορες πράξεις ως επιθετικότητα και τις απειλούν με σωματική τιμωρία κ.ο.κ.
  3. Λογική συναγωγή των συνεπειών που προκύπτουν από την εκτέλεση μιας συγκεκριμένης δράσης εντός αυτού του κόσμου ή των συνεπειών που προκύπτουν για έναν συγκεκριμένο δρώντα, εάν η κατάσταση αυτή μεταβληθεί κατά έναν συγκεκριμένο τρόπο.

(1) an understanding of the categories of action and the meaning of a change occurring in such things as values, preferences, knowledge, means, costs, etc;

(2) a description of a world in which the categories of action assume concrete meaning, where definite people are identified as actors with definite objects specified as their means of action, with some definite goals identified as values and definite things specified as costs. Such description could be one of a Robinson Crusoe world, or a world with more than one actor in which interpersonal relationships are possible; of a world of barter exchange or of money and exchanges that make use of money as a common medium of exchange; of a world of only land, labor, and time as factors of production, or a world with capital products; of a world with perfectly divisible or indivisible, specific or unspecific factors of production; or of a world with diverse social institutions, treating diverse actions as aggression and threatening them with physical punishment, etc; and

(3) a logical deduction of the consequences which result from the performance of some specified action within this world, or of the consequences which result for a specific actor if this situation is changed in a specified way.

66

Εφόσον δεν υπάρχει σφάλμα στη διαδικασία της συναγωγής, τα συμπεράσματα που παράγει ένας τέτοιος συλλογισμός πρέπει να είναι έγκυρα a priori, επειδή η εγκυρότητά τους ανάγεται τελικά αποκλειστικά στο αναμφισβήτητο αξίωμα της δράσης. Εάν η κατάσταση και οι μεταβολές που εισάγονται σε αυτήν είναι φανταστικές ή υποθετικές — ένας κόσμος του Ροβινσώνα Κρούσου ή ένας κόσμος με αποκλειστικά αδιαίρετους ή αποκλειστικά πλήρως ειδικούς συντελεστές παραγωγής— τότε τα συμπεράσματα είναι, ασφαλώς, a priori αληθή μόνο ως προς έναν τέτοιο «δυνατό κόσμο». Εάν, αντιθέτως, η κατάσταση και οι μεταβολές μπορούν να προσδιοριστούν ως πραγματικές και να γίνουν αντιληπτές και να εννοιολογηθούν ως τέτοιες από πραγματικούς δρώντες, τότε τα συμπεράσματα αποτελούν a priori αληθείς προτάσεις για τον κόσμο όπως αυτός πραγματικά είναι.19

Provided there is no flaw in the process of deduction, the conclusions that such reasoning yield must be valid a priori because their validity would ultimately go back to nothing but the indisputable axiom of action. If the situation and the changes introduced into it are fictional or assumptional (a Robinson Crusoe world, or a world with only indivisible or only completely specific factors of production), then the conclusions are, of course, a priori true only of such a “possible world.” If, on the other hand, the situation and changes can be identified as real, perceived and conceptualized as such by real actors, then the conclusions are a priori true propositions about the world as it really is.

67

Αυτή είναι η ιδέα της οικονομικής επιστήμης ως πραξεολογίας. Και αυτή, επομένως, είναι η έσχατη διαφωνία των Αυστριακών με τους συναδέλφους τους: οι αποφάνσεις των τελευταίων δεν μπορούν να συναχθούν από το αξίωμα της δράσης ή ακόμη και βρίσκονται σε σαφή αντίφαση προς προτάσεις που μπορούν να συναχθούν από το αξίωμα της δράσης.

Such is the idea of economics as praxeology. And such then is the ultimate disagreement that Austrians have with their colleagues: Their pronouncements cannot be deduced from the axiom of action or even stand in clear-cut contradiction to propositions that can be deduced from the axiom of action.

68

Και ακόμη και όταν υπάρχει συμφωνία ως προς την ταυτοποίηση των γεγονότων και την αξιολόγηση ορισμένων συμβάντων ως συνδεόμενων μεταξύ τους με σχέση αιτίου και αποτελέσματος, αυτή η συμφωνία είναι επιφανειακή. Διότι οι εν λόγω οικονομολόγοι πιστεύουν εσφαλμένα ότι οι αποφάνσεις τους αποτελούν εμπειρικά και επαρκώς ελεγμένες προτάσεις, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για προτάσεις που είναι αληθείς a priori.

And even if there is agreement on the identification of facts and the assessment of certain events as being related to each other as causes and consequences, this agreement is superficial. For such economists falsely believe their statements to be empirically well-tested propositions when they are, in fact, propositions that are true a priori.

69

Οι μη πραξεολογικές σχολές σκέψης πιστεύουν εσφαλμένα ότι οι σχέσεις μεταξύ ορισμένων συμβάντων αποτελούν επαρκώς θεμελιωμένους εμπειρικούς νόμους, ενώ στην πραγματικότητα είναι αναγκαίες και λογικές πραξεολογικές σχέσεις. Συμπεριφέρονται, επομένως, σαν να χρειαζόταν η πρόταση «μια σφαίρα δεν μπορεί να είναι συγχρόνως εξ ολοκλήρου κόκκινη και μη κόκκινη» να ελεγχθεί στην Ευρώπη, την Αμερική, την Αφρική, την Ασία και την Αυστραλία —πράγμα που, ασφαλώς, θα απαιτούσε μεγάλα χρηματικά κονδύλια για τη χρηματοδότηση μιας τόσο παράτολμης και ανόητης έρευνας. Επιπλέον, οι μη πραξεολόγοι πιστεύουν επίσης ότι οι σχέσεις μεταξύ ορισμένων συμβάντων αποτελούν επαρκώς θεμελιωμένους εμπειρικούς νόμους — με προγνωστικές συνεπαγωγές— ενώ ο a priori συλλογισμός μπορεί να καταδείξει ότι δεν είναι τίποτε περισσότερο από πληροφορίες σχετικά με ενδεχόμενες ιστορικές συνδέσεις μεταξύ συμβάντων, οι οποίες δεν μας παρέχουν καμία απολύτως γνώση σχετικά με τη μελλοντική εξέλιξη των γεγονότων.

Non-praxeological schools of thought mistakenly believe that relationships between certain events are well-established empirical laws when they are really necessary and logical praxeological ones. And they thereby behave as if the statement “a ball cannot be red and non-red all over at the same time” requires testing in Europe, America, Africa, Asia and Australia (of course requiring a lot of funds in order to pay for such daring nonsensical research). Moreover, the non-praxeologists also believe that relationships between certain events are well-established empirical laws (with predictive implications) when a priori reasoning can show them to be no more than information regarding contingent historical connections between events, which does not provide us with any knowledge whatsoever regarding the future course of events.

71

Αυτό καταδεικνύει μια ακόμη θεμελιώδη σύγχυση των μη αυστριακών σχολών: τη σύγχυση ως προς την κατηγορική διαφορά μεταξύ θεωρίας και ιστορίας, καθώς και ως προς τις συνέπειες που έχει αυτή η διαφορά για το πρόβλημα της κοινωνικής και οικονομικής πρόβλεψης.

This illustrates another fundamental confusion non-Austrian schools have: a confusion over the categorical difference between theory and history and the implication that this difference has for the problem of social and economic forecasting.

72

Πρέπει να αρχίσω και πάλι με μια περιγραφή του εμπειρισμού, της φιλοσοφίας σύμφωνα με την οποία η οικονομική επιστήμη και οι κοινωνικές επιστήμες εν γένει ακολουθούν την ίδια ερευνητική λογική με εκείνη, λόγου χάριν, της φυσικής. Θα εξηγήσω τον λόγο. Σύμφωνα με τον εμπειρισμό —την ευρύτερα αποδεκτή σήμερα αντίληψη περί οικονομικής επιστήμης— δεν υπάρχει κατηγορική διαφορά μεταξύ θεωρητικής και ιστορικής έρευνας. Θα εξηγήσω επίσης τι συνεπάγεται αυτό για την ιδέα της κοινωνικής πρόβλεψης. Στη συνέχεια, η πολύ διαφορετική αυστριακή άποψη θα αναπτυχθεί μέσω της κριτικής και της ανασκευής της εμπειριστικής θέσης.

I must again begin with a description of empiricism, the philosophy which thinks of economics and the social sciences in general as following the same logic of research as that, for instance, of physics. I will explain why. According to empiricism—today’s most widely held view of economics—there is no categorical difference between theoretical and historical research. And I will explain what this implies for the idea of social forecasting. The very different Austrian view will then be developed out of a critique and refutation of the empiricist position.

73

Ο εμπειρισμός χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι αποδέχεται δύο στενά αλληλένδετες θεμελιώδεις προτάσεις.20 Η πρώτη και πλέον κεντρική είναι η ακόλουθη: Η γνώση σχετικά με την πραγματικότητα, η οποία αποκαλείται εμπειρική γνώση, πρέπει να μπορεί να επαληθευθεί ή τουλάχιστον να διαψευστεί μέσω της παρατηρησιακής εμπειρίας. Η παρατηρησιακή εμπειρία μπορεί να οδηγήσει μόνο σε ενδεχόμενη γνώση —σε αντιδιαστολή προς την αναγκαία γνώση— επειδή έχει πάντοτε τέτοια φύση ώστε, κατ’ αρχήν, θα μπορούσε να είναι διαφορετική από ό,τι πράγματι ήταν. Αυτό σημαίνει ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πριν από την εμπειρία —δηλαδή προτού αποκτήσει πράγματι κάποια συγκεκριμένη παρατηρησιακή εμπειρία— αν η συνέπεια ενός πραγματικού συμβάντος θα είναι η μία ή η άλλη.

Εάν, από την άλλη πλευρά, μια γνώση δεν μπορεί να επαληθευθεί ή να διαψευστεί μέσω της παρατηρησιακής εμπειρίας, τότε δεν αποτελεί γνώση για οτιδήποτε πραγματικό. Είναι απλώς γνώση για λέξεις, για τη χρήση όρων, για σημεία και για κανόνες μετασχηματισμού σημείων. Είναι, δηλαδή, αναλυτική και όχι εμπειρική γνώση. Και, σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η αναλυτική γνώση θα έπρεπε να θεωρείται καν γνώση.

Empiricism is characterized by the fact that it accepts two intimately related basic propositions. The first and most central one is: Knowledge regarding reality, which is called empirical knowledge, must be verifiable or at least falsifiable by observational experience. Observational experience can only lead to contingent knowledge (as opposed to necessary knowledge), because it is always of such a kind that, in principle, it could have been different than it actually was. This means that no one can know in advance of experience—that is before actually having had some particular observational experience—if the consequence of some real event will be one way or another. If, on the other hand, knowledge is not verifiable or falsifiable by observational experience, then it is not knowledge about anything real. It is simply knowledge about words, about the use of terms, about signs and transformational rules for signs. That is to say, it is analytical knowledge, but not empirical knowledge. And it is highly doubtful, according to this view, that analytical knowledge should be regarded as knowledge at all.

74

Η δεύτερη παραδοχή του εμπειρισμού διατυπώνει την επέκταση και εφαρμογή της πρώτης παραδοχής στα προβλήματα της αιτιότητας, της αιτιακής εξήγησης και της πρόβλεψης. Σύμφωνα με τον εμπειρισμό, το να εξηγεί κανείς αιτιακά ή να προβλέπει ένα πραγματικό φαινόμενο σημαίνει ότι διατυπώνει μια πρόταση είτε της μορφής «εάν A, τότε B» είτε, εφόσον οι μεταβλητές επιτρέπουν ποσοτική μέτρηση, της μορφής «εάν υπάρξει αύξηση (μείωση) του A, τότε θα υπάρξει αύξηση (μείωση) του B».

The second assumption of empiricism formulates the extension and application of the first assumption to problems of causality, causal explanation, and prediction. According to empiricism, to explain causally or predict a real phenomenon is to formulate a statement of either the type “if A, then B” or, should the variables allow quantitative measurement, “if an increase (decrease) in A, then an increase (decrease) in B.”

75

Ως απόφανση που αναφέρεται στην πραγματικότητα —με τα A και B να αποτελούν πραγματικά φαινόμενα— η εγκυρότητά της δεν μπορεί ποτέ να θεμελιωθεί με βεβαιότητα, δηλαδή μέσω της εξέτασης αποκλειστικά της ίδιας της πρότασης ή οποιασδήποτε άλλης πρότασης από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί λογικά η υπό εξέταση πρόταση. Η απόφανση θα είναι και θα παραμένει πάντοτε υποθετική, ενώ η αλήθεια της θα εξαρτάται από την έκβαση μελλοντικών παρατηρησιακών εμπειριών οι οποίες δεν μπορούν να είναι γνωστές εκ των προτέρων.

Ακόμη και αν η εμπειρία επιβεβαίωνε μια υποθετική αιτιακή εξήγηση, αυτό δεν θα αποδείκνυε ότι η υπόθεση ήταν αληθής. Εάν παρατηρούνταν μια περίπτωση κατά την οποία το B πράγματι ακολούθησε το A, όπως είχε προβλεφθεί, αυτό δεν θα επαλήθευε τίποτε. Τα A και B είναι γενικοί, αφηρημένοι όροι ή, κατά τη φιλοσοφική ορολογία, καθολικές έννοιες, οι οποίες αναφέρονται σε συμβάντα και διαδικασίες που διαθέτουν —ή θα μπορούσαν, κατ’ αρχήν, να διαθέτουν — απροσδιόριστο αριθμό επιμέρους περιπτώσεων. Μεταγενέστερες εμπειρίες θα μπορούσαν ακόμη να διαψεύσουν την υπόθεση.

As a statement referring to reality (with A and B being real phenomena), its validity can never be established with certainty, that is, by examining the proposition alone, or of any other proposition from which the one in question could be logically deduced. The statement will always be and always remain hypothetical, its veracity depending on the outcome of future observational experiences which cannot be known in advance. Should experience confirm a hypothetical causal explanation, this would not prove that the hypothesis was true. Should one observe an instance where B indeed followed A as predicted, it verifies nothing. A and B are general, abstract terms, or in philosophical terminology, universals, which refer to events and processes of which there are (or might be, in principle) an indefinite number of instances. Later experiences could still possibly falsify it.

76

Ούτε όμως θα ήταν αποφασιστικής σημασίας η διάψευση μιας υπόθεσης μέσω της εμπειρίας. Διότι, εάν παρατηρούνταν ότι το A δεν ακολουθήθηκε από το B, θα εξακολουθούσε να είναι πιθανό τα φαινόμενα που συνδέθηκαν υποθετικά να συνδέονται πράγματι αιτιακά. Θα μπορούσε κάποια άλλη περίσταση ή μεταβλητή, η οποία μέχρι τότε είχε παραβλεφθεί και δεν είχε ελεγχθεί, απλώς να έχει εμποδίσει την πραγματική παρατήρηση της υποτιθέμενης σχέσης. Το πολύ που αποδεικνύει η διάψευση είναι ότι η συγκεκριμένη υπόθεση που εξετάζεται δεν ήταν απολύτως ορθή υπό την υφιστάμενη μορφή της. Χρειάζεται κάποια βελτίωση, κάποιον προσδιορισμό πρόσθετων μεταβλητών οι οποίες πρέπει να παρακολουθούνται και να ελέγχονται, ώστε να μπορέσουμε να παρατηρήσουμε την υποτιθέμενη σχέση μεταξύ A και B. Είναι βέβαιο, όμως, ότι μια διάψευση δεν θα αποδείκνυε ποτέ άπαξ και διά παντός ότι δεν υφίσταται σχέση μεταξύ ορισμένων δεδομένων φαινομένων, όπως ακριβώς μια επιβεβαίωση δεν θα αποδείκνυε ποτέ οριστικά ότι αυτή η σχέση υφίσταται.21

And if an experience falsified a hypothesis, this would not be decisive either. For if it was observed that A was not followed by B, it would still be possible that the hypothetically related phenomena were causally linked. It could be that some other circumstance or variable, heretofore neglected and uncontrolled, had simply prevented the hypothesized relationship from actually being observed. At the most, falsification only proves that the particular hypothesis under investigation was not completely correct as it stood. It needs some refinement, some specification of additional variables which have to be watched for and controlled so that we might observe the hypothesized relationship between A and B. But, to be sure, a falsification would never prove once and for all that a relationship between some given phenomena did not exist, just as a confirmation would never definitively prove that it did exist.

77

Εξετάζοντας αυτή τη θέση, παρατηρούμε ότι συνεπάγεται και πάλι την άρνηση μιας a priori γνώσης η οποία αποτελεί συγχρόνως γνώση για κάτι πραγματικό. Σύμφωνα με τον εμπειρισμό, οποιαδήποτε πρόταση αξιώνει a priori εγκυρότητα δεν μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο από σημεία πάνω στο χαρτί, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους μέσω ορισμού ή αυθαίρετης σύμβασης, και επομένως είναι εντελώς κενή: στερείται οποιασδήποτε σύνδεσης με τον κόσμο των πραγματικών πραγμάτων. Ένα τέτοιο σύστημα σημείων μετατρέπεται σε εμπειρικά σημαίνουσα θεωρία μόνον όταν δοθεί στα σύμβολά του μια εμπειρική ερμηνεία. Μόλις όμως δοθεί στα σύμβολά του αυτή η ερμηνεία, η θεωρία παύει να είναι a priori αληθής και, αντιθέτως, καθίσταται και παραμένει για πάντα υποθετική.

When we consider this position, we notice that it again implies a denial of a priori knowledge that is at the same time knowledge about anything real. Any proposition that claims to be a priori can, according to empiricism, be no more than signs on paper that are related to each other by definition or by arbitrary stipulation, and is thus completely void: it is without connection to the world of real things whatsoever. Such a system of signs only becomes an empirically meaningful theory once an empirical interpretation is given to its symbols. Yet as soon as such an interpretation is given to its symbols, the theory is no longer a priori true but rather becomes and remains forever hypothetical.

78

Επιπλέον, σύμφωνα με τον εμπειρισμό, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν κάτι αποτελεί πιθανή αιτία κάποιου άλλου πράγματος. Εάν θέλουμε να εξηγήσουμε ένα φαινόμενο, η διατύπωση υποθέσεων σχετικά με τις πιθανές αιτίες του δεν περιορίζεται με κανέναν τρόπο από a priori θεωρήσεις. Οτιδήποτε μπορεί να ασκεί κάποια επίδραση σε οτιδήποτε άλλο. Πρέπει να ανακαλύψουμε μέσω της εμπειρίας αν πράγματι ασκεί τέτοια επίδραση· αλλά ακόμη και τότε η εμπειρία δεν θα μας δώσει ποτέ οριστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα.

Moreover, according to empiricism, we cannot know with certainty whether something is a possible cause of something else. If we want to explain some phenomenon, our hypothesizing about possible causes is in no way constrained by a priori considerations. Everything can have some influence on anything. We must find out by experience whether it does or not; but then experience will never give us a definite answer to this question either.

79

Το επόμενο ζήτημα μας οδηγεί στο κεντρικό θέμα αυτής της ενότητας: τη σχέση μεταξύ ιστορίας και θεωρίας. Παρατηρούμε ότι, σύμφωνα με τον εμπειρισμό, δεν υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ ιστορικών και θεωρητικών εξηγήσεων. Κάθε εξήγηση είναι του ίδιου τύπου. Για να εξηγήσουμε ένα φαινόμενο, υποθέτουμε ότι κάποιο άλλο φαινόμενο αποτελεί την αιτία του και στη συνέχεια εξετάζουμε αν η υποτιθέμενη αιτία προηγήθηκε πράγματι χρονικά του αποτελέσματος.

Διάκριση μεταξύ ιστορικής και θεωρητικής εξήγησης υπάρχει μόνο στον βαθμό που η ιστορική εξήγηση αναφέρεται σε συμβάντα τα οποία έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, σε κάτι που ανήκει στο παρελθόν, ενώ η θεωρητική εξήγηση θα αποτελούσε εξήγηση —ή, ακριβέστερα, πρόβλεψη— ενός αποτελέσματος το οποίο δεν έχει ακόμη επέλθει. Ως προς τη δομή τους, όμως, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ τέτοιων ιστορικών εξηγήσεων και θεωρητικών προβλέψεων.

Υπάρχει, εντούτοις, μια πραγματιστική διαφορά, η οποία εξηγεί γιατί οι εμπειριστές υπογραμμίζουν ιδιαίτερα τη σημασία της προγνωστικής ισχύος μιας θεωρίας και δεν αρκούνται στον έλεγχό της μόνο σε αντιπαραβολή προς ιστορικά δεδομένα.22 Ο λόγος είναι απολύτως προφανής σε οποιονδήποτε έχει ποτέ συμμετάσχει στο ανόητο παιχνίδι της ανάλυσης δεδομένων. Εάν το προς εξήγηση φαινόμενο έχει ήδη συμβεί, είναι πανεύκολο να βρεθούν κάθε είδους συμβάντα τα οποία προηγήθηκαν χρονικά και θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν αιτίες του.

Επιπλέον, εάν δεν θέλουμε να επιμηκύνουμε τον κατάλογο των πιθανών αιτίων αναζητώντας περισσότερες προγενέστερες μεταβλητές, μπορούμε να κάνουμε το εξής —και στην εποχή των ηλεκτρονικών υπολογιστών αυτό είναι ακόμη ευκολότερο: μπορούμε να επιλέξουμε οποιαδήποτε από τις προγενέστερες μεταβλητές και να δοκιμάσουμε διαφορετικές συναρτησιακές σχέσεις μεταξύ αυτής και της προς εξήγηση μεταβλητής —γραμμικές ή καμπυλόγραμμες, αναδρομικές ή μη αναδρομικές συναρτήσεις, προσθετικές ή πολλαπλασιαστικές σχέσεις κ.ο.κ. Και τότε, ένα, δύο, τρία, βρίσκουμε αυτό που αναζητούσαμε: μια συναρτησιακή σχέση που προσαρμόζεται στα δεδομένα. Και δεν θα βρείτε μόνο μία τέτοια σχέση, αλλά όσες θα μπορούσατε ενδεχομένως να επιθυμήσετε.

The next point brings us to our central topic of this section: the relationship between history and theory. We notice that according to empiricism there is no principal difference between historical and theoretical explanations. Every explanation is of the same type. In order to explain a phenomenon we hypothesize some other phenomenon as its cause and then see whether or not the hypothesized cause indeed preceded the effect in time. A distinction exists between a historical and a theoretical explanation only insofar as a historical explanation refers to events that already happened, something that lies in the past, whereas a theoretical explanation would be an explanation, or rather a prediction, of an effect that has not yet occurred. Structurally, though, there is no difference between such historical explanations and theoretical predictions. There is, however, a pragmatic difference which explains why empiricists in particular stress the importance of a theory’s predictive power and are not content with testing it only vis-à-vis historical data. The reason for this is quite evident to anyone who was ever engaged in the foolish game of data analyses. If the phenomenon to be explained has already occurred, it is easy as cake to find all sorts of events that preceded it in time and could possibly be considered its cause. Moreover, if we don't want to lengthen our list of possible causes by finding more preceding variables, we can do the following (and in the age of computers, it’s even easier): We can take any one of the preceding variables and try out different functional relationships between it and the variable to be explained—linear or curvilinear ones, recursive or non-recursive functions, additive or multiplicative relations, etc. Then one, two, three, we find what we were looking for: a functional relationship that fits the data. And you will find not just one but any amount of them that you could possibly desire.

80

Ποιο, όμως, από όλα αυτά τα προγενέστερα συμβάντα ή ποιος από όλους αυτούς τους τύπους σχέσεων αποτελεί την αιτία ή την αιτιακά ενεργό σχέση; Σύμφωνα με τον εμπειρισμό, δεν υπάρχουν a priori θεωρήσεις που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν εδώ. Αυτός είναι, λοιπόν, ο λόγος για τον οποίο οι εμπειριστές υπογραμμίζουν τη σημασία των προβλέψεων. Για να ανακαλύψουμε ποια από αυτές τις πολυάριθμες ιστορικές εξηγήσεις είναι πράγματι ορθή —ή τουλάχιστον όχι εσφαλμένη— καλούμαστε να τις δοκιμάσουμε, χρησιμοποιώντας τες για να προβλέψουμε συμβάντα που δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, να εξετάσουμε πόσο επιτυχείς είναι και, με αυτόν τον τρόπο, να αποκλείσουμε τις εσφαλμένες εξηγήσεις.

But which of all these preceding events, or of all the types of relationships, is the cause or the causally effective relation? There are no a priori considerations, according to empiricism, that could help us here. And that, then, is the reason why empiricists emphasize the importance of predictions. In order to find out which one of these manifold historical explanations is indeed correct—or at least not false—we are asked to try them out by using them in predicting events that have not yet occurred, see how good they are, and thereby weed out the wrong explanations.

81

Αυτά ως προς τον εμπειρισμό και τις αντιλήψεις του περί θεωρίας, ιστορίας και πρόβλεψης. Δεν θα προβώ σε λεπτομερή ανάλυση του ερωτήματος αν αυτή η έμφαση στην προγνωστική επιτυχία μεταβάλλει σημαντικά —ή έστω καθόλου— τις μάλλον πρόδηλες σχετικιστικές συνεπαγωγές του εμπειρισμού. Αρκεί να θυμηθούμε ότι, σύμφωνα με το ίδιο του το δόγμα, ούτε μια προγνωστική επιβεβαίωση ούτε μια προγνωστική διάψευση θα μας βοηθούσε να αποφασίσουμε αν υφίσταται ή δεν υφίσταται αιτιακή σχέση μεταξύ ενός ζεύγους μεταβλητών. Αυτό θα έπρεπε να καθιστά εξαιρετικά αμφίβολο το κατά πόσον κερδίζει κανείς οτιδήποτε καθιστώντας την πρόβλεψη ακρογωνιαίο λίθο της φιλοσοφίας του.

So much for empiricism and its ideas about theory, history, and forecasting. I will not go into a detailed analysis of the question whether or not this emphasis on predictive success changes much, if anything at all, with respect to the rather evident relativistic implications of empiricism. Just recall that according to its very own doctrine, neither a predictive confirmation nor a predictive falsification would help us either in deciding whether a causal relationship between a pair of variables did or did not exist. This should make it appear rather doubtful that anything is gained by making prediction the cornerstone of one’s philosophy.

82

Θα ήθελα να αμφισβητήσω την ίδια την αφετηρία της εμπειριστικής φιλοσοφίας. Υπάρχουν αρκετές οριστικές ανασκευές του εμπειρισμού. Θα καταδείξω ότι η εμπειριστική διάκριση μεταξύ εμπειρικής και αναλυτικής γνώσης είναι καταφανώς εσφαλμένη και αυτοαντιφατική.23 Αυτό θα μας οδηγήσει κατόπιν στην ανάπτυξη της αυστριακής θέσης για τη θεωρία, την ιστορία και την πρόβλεψη.

I would like to challenge the very starting point of the empiricists' philosophy. There are several conclusive refutations of empiricism. I will show the empiricist distinction between empirical and analytical knowledge to be plainly false and self-contradictory. That will then lead us to developing the Austrian position on theory, history, and forecasting.

83

Ο κεντρικός ισχυρισμός του εμπειρισμού είναι ο εξής: Η εμπειρική γνώση πρέπει να μπορεί να επαληθευθεί ή να διαψευστεί μέσω της εμπειρίας· και η αναλυτική γνώση, η οποία δεν μπορεί να επαληθευθεί ή να διαψευστεί με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορεί επομένως να περιέχει καμία εμπειρική γνώση. Εάν αυτό είναι αληθές, τότε είναι εύλογο να ρωτήσουμε: Ποια είναι η υπόσταση αυτής της θεμελιώδους πρότασης του εμπειρισμού; Προφανώς πρέπει να είναι είτε αναλυτική είτε εμπειρική.

This is empiricism’s central claim: Empirical knowledge must be verifiable or falsifiable by experience; and analytical knowledge, which is not so verifiable or falsifiable, thus cannot contain any empirical knowledge. If this is true, then it is fair to ask: What then is the status of this fundamental statement of empiricism? Evidently it must be either analytical or empirical.

84

Ας υποθέσουμε πρώτα ότι είναι αναλυτική. Σύμφωνα, όμως, με το εμπειριστικό δόγμα, μια αναλυτική πρόταση δεν είναι τίποτε περισσότερο από ορνιθοσκαλίσματα πάνω σε χαρτί, κενά λόγια, κάτι που στερείται εντελώς οποιουδήποτε ουσιαστικού περιεχομένου. Δεν λέει τίποτε για οτιδήποτε πραγματικό. Θα έπρεπε, επομένως, να συναγάγουμε ότι ο εμπειρισμός δεν μπορεί καν να λέει και να εννοεί ό,τι φαίνεται να λέει και να εννοεί.

Εάν, όμως, από την άλλη πλευρά, λέει και εννοεί αυτό που θεωρούσαμε εξαρχής ότι λέει και εννοεί, τότε πράγματι μας πληροφορεί για κάτι πραγματικό. Στην πραγματικότητα, μας πληροφορεί για τη θεμελιώδη δομή της πραγματικότητας. Υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτε στην πραγματικότητα για το οποίο μπορεί να γίνει γνωστό, πριν από μελλοντικές εμπειρίες που ενδέχεται να επιβεβαιώσουν ή να απορρίψουν την υπόθεσή μας, ότι είναι κατά τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Let us first assume it is analytical. According to the empiricist doctrine, however, an analytical proposition is nothing but scribbles on paper, hot air, entirely void of any meaningful content. It says nothing about anything real. And hence one would have to conclude that empiricism could not even say and mean what it seems to say and mean. Yet if, on the other hand, it says and means what we thought it did all along, then it does inform us about something real. As a matter of fact, it informs us about the fundamental structure of reality. It says that there is nothing in reality that can be known to be one way or another prior to future experiences which may confirm or disconfirm our hypothesis.

85

Και εάν αυτή η σημαίνουσα πρόταση θεωρηθεί αναλυτική — δηλαδή ως απόφανση η οποία δεν επιδέχεται καμία διάψευση και της οποίας η αλήθεια μπορεί να θεμελιωθεί αποκλειστικά μέσω της ανάλυσης των όρων της— τότε βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια κατάφωρη αντίφαση. Ο ίδιος ο εμπειρισμός θα αποδεικνυόταν αυτοαναιρούμενος παραλογισμός.24

And if this meaningful proposition is taken to be analytical, that is, as a statement that does not allow any falsification and whose truth can be established by an analysis of its terms alone, one has no less than a glaring contradiction at hand. Empiricism itself would prove to be nothing but self-defeating nonsense.

86

Ίσως, λοιπόν, θα έπρεπε να επιλέξουμε τη δεύτερη διαθέσιμη δυνατότητα και να χαρακτηρίσουμε εμπειρική απόφανση τη θεμελιώδη εμπειριστική διάκριση μεταξύ εμπειρικής και αναλυτικής γνώσης. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, η εμπειριστική θέση δεν θα διέθετε πλέον κανένα απολύτως κύρος. Διότι, εάν γινόταν αυτό, θα έπρεπε να αναγνωριστεί ότι η πρόταση —ως εμπειρική— θα μπορούσε κάλλιστα να είναι εσφαλμένη, και θα ήταν δικαιολογημένο να ζητηθεί να πληροφορηθούμε βάσει ποιου κριτηρίου θα έπρεπε να αποφασιστεί αν είναι ή όχι εσφαλμένη.

Ακόμη πιο αποφασιστικά, ως εμπειρική πρόταση, είτε αληθής είτε ψευδής, θα μπορούσε να διατυπώνει μόνο ένα ιστορικό γεγονός, όπως: «Όλες οι προτάσεις που έχουν εξεταστεί μέχρι σήμερα εμπίπτουν πράγματι στις δύο κατηγορίες, την αναλυτική και την εμπειρική». Η απόφανση αυτή θα ήταν εντελώς άσχετη προς τον προσδιορισμό του αν θα ήταν δυνατόν να διατυπωθούν προτάσεις οι οποίες είναι αληθείς a priori και συγχρόνως εμπειρικά σημαίνουσες. Πράγματι, εάν ο κεντρικός ισχυρισμός του εμπειρισμού χαρακτηριζόταν εμπειρική πρόταση, ο εμπειρισμός θα έπαυε εντελώς να αποτελεί επιστημολογία, δηλαδή λογική της επιστήμης, και δεν θα ήταν τίποτε περισσότερο από μια απολύτως αυθαίρετη λεκτική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία ορισμένοι αυθαίρετοι τρόποι αντιμετώπισης ορισμένων αποφάνσεων ονομάζονται με ορισμένες αυθαίρετες ονομασίες. Ο εμπειρισμός θα αποτελούσε θέση στερούμενη οποιασδήποτε δικαιολόγησης.

So perhaps we should choose the other available option and declare the fundamental empiricist distinction between empirical and analytical knowledge an empirical statement. But then the empiricist position would no longer carry any weight whatsoever. For if this were done, it would have to be admitted that the proposition—as an empirical one—might well be wrong and that one would be entitled to hear on the basis of what criterion one would have to decide whether or not it was. More decisively, as an empirical proposition, right or wrong, it could only state a historical fact, something like “all heretofore scrutinized propositions fall indeed into the two categories analytical and empirical.” The statement would be entirely irrelevant for determining whether it would be possible to produce propositions that are true a priori and are still empirical ones. Indeed, if empiricism’s central claim were declared an empirical proposition, empiricism would cease altogether to be an epistemology, a logic of science, and would be no more than a completely arbitrary verbal convention of calling certain arbitrary ways of dealing with certain statements certain arbitrary names. Empiricism would be a position void of any justification.

87

Τι αποδεικνύει αυτό το πρώτο βήμα της κριτικής μας κατά του εμπειρισμού; Αποδεικνύει προφανώς ότι η εμπειριστική αντίληψη περί γνώσης είναι εσφαλμένη, και το αποδεικνύει μέσω ενός σημαίνοντος a priori επιχειρήματος. Με αυτόν τον τρόπο καταδεικνύει ότι η καντιανή και η μιζεσιανή ιδέα των αληθών συνθετικών a priori προτάσεων είναι ορθή. Ειδικότερα, αποδεικνύει ότι η σχέση μεταξύ θεωρίας και ιστορίας δεν μπορεί να είναι όπως την απεικονίζει ο εμπειρισμός.

Πρέπει να υπάρχει επίσης ένα πεδίο θεωρίας —εμπειρικά σημαίνουσας θεωρίας— το οποίο να διαφέρει κατηγορικά από τη μοναδική μορφή θεωρίας την ύπαρξη της οποίας αναγνωρίζει ο εμπειρισμός. Πρέπει να υπάρχουν επίσης a priori θεωρίες, και η σχέση μεταξύ θεωρίας και ιστορίας πρέπει, επομένως, να είναι διαφορετική και πιο σύνθετη από όσο θα ήθελε να πιστεύουμε ο εμπειρισμός. Το πόσο διαφορετική είναι αυτή η σχέση θα καταστεί σαφές όταν παρουσιάσω ένα ακόμη επιχείρημα κατά του εμπειρισμού: ένα ακόμη a priori επιχείρημα, και μάλιστα ένα a priori επιχείρημα κατά της θέσης, την οποία συνεπάγεται ο εμπειρισμός, ότι η σχέση μεταξύ θεωρίας και εμπειρικής έρευνας είναι η ίδια σε κάθε γνωστικό πεδίο.

What does this first step in our criticism of empiricism prove? It proves evidently that the empiricist idea of knowledge is wrong, and it proves this by means of a meaningful a priori argument. And in doing this, it shows that the Kantian and Misesian idea of true a priori synthetic propositions is correct. More specifically, it proves that the relationship between theory and history cannot be as depicted by empiricism. There must also be a realm of theory—theory that is empirically meaningful—which is categorically different from the only idea of theory empiricism admits to having existence. There must also be a priori theories, and the relationship between theory and history then must be different and more complicated than empiricism would have us believe. How different indeed will become apparent when I present another argument against empiricism, another a priori argument, and an a priori argument against the thesis implied in empiricism that the relation between theory and empirical research is the same in every field of knowledge.

88

Όσο κατάλληλες και αν είναι ενδεχομένως οι εμπειριστικές αντιλήψεις για την πραγμάτευση των φυσικών επιστημών —και θεωρώ ότι είναι ακατάλληλες ακόμη και εκεί, αλλά δεν μπορώ να επεκταθώ σε αυτό το ζήτημα εδώ— είναι αδύνατον να θεωρηθεί ότι οι μέθοδοι του εμπειρισμού μπορούν να εφαρμοστούν στις κοινωνικές επιστήμες.25

However appropriate the empiricist ideas may be in dealing with the natural sciences (and I think they are inappropriate even there, but I cannot go into this here), it is impossible to think that the methods of empiricism can be applicable in the social sciences.

89

Οι δράσεις αποτελούν το πεδίο των φαινομένων το οποίο συγκροτεί αυτό που θεωρούμε αντικείμενο των κοινωνικών επιστημών. Ο εμπειρισμός υποστηρίζει ότι οι δράσεις μπορούν και πρέπει να εξηγούνται, όπως κάθε άλλο φαινόμενο, μέσω αιτιακών υποθέσεων οι οποίες μπορούν να επιβεβαιωθούν ή να διαψευστούν μέσω της εμπειρίας.26

Actions are the field of phenomena which constitutes what we regard as the subject matter of the social sciences. Empiricism claims that actions can and must be explained, just as any other phenomenon, by means of causal hypotheses which can be confirmed or falsified by experience.

90

Εάν αυτό πράγματι ίσχυε, τότε ο εμπειρισμός θα ήταν κατ’ αρχάς αναγκασμένος να υποθέσει —σε αντίθεση με το ίδιο του το δόγμα, σύμφωνα με το οποίο δεν υπάρχει a priori γνώση για οτιδήποτε πραγματικό— ότι υφίστανται αιτίες οι οποίες, ως προς τις δράσεις, λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο.

Now if this were the case, then empiricism would be first forced to assume—contrary to its own doctrine that no a priori knowledge about anything real exists—that time-in-variantly operating causes with respect to actions exist.

91

Δεν θα γνωρίζαμε a priori ποιο συγκεκριμένο συμβάν θα μπορούσε να αποτελεί την αιτία οποιασδήποτε συγκεκριμένης δράσης. Ο εμπειρισμός, όμως, θέλει να συσχετίζουμε διαφορετικές εμπειρίες σχετικά με ακολουθίες συμβάντων ως εμπειρίες που είτε επιβεβαιώνουν είτε διαψεύδουν η μία την άλλη. Και εάν αλληλοδιαψεύδονται, καλούμαστε να ανταποκριθούμε αναδιατυπώνοντας την αρχική υπόθεση. Για να το πράξουμε, όμως, πρέπει να υποθέσουμε ότι η λειτουργία των αιτίων ως τέτοιων παραμένει σταθερή μέσα στον χρόνο —και το να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν αιτίες των δράσεων αποτελεί, ασφαλώς, γνώση για την πραγματικότητα των δράσεων.

Χωρίς μια τέτοια παραδοχή ως προς την ύπαρξη αιτίων καθαυτών, διαφορετικές εμπειρίες δεν μπορούν ποτέ να συσχετιστούν μεταξύ τους ως εμπειρίες που αλληλοεπιβεβαιώνονται ή αλληλοδιαψεύδονται. Αποτελούν απλώς ασύνδετες και ασύμμετρες παρατηρήσεις. Εδώ υπάρχει η μία και εκεί η άλλη· είναι ίδιες ή παρόμοιες ή είναι διαφορετικές. Κανένα άλλο συμπέρασμα δεν προκύπτει.27

One would not know a priori which particular event might be the cause of any particular action. But empiricism wants us to relate different experiences regarding sequences of events as either confirming or falsifying each other. And if they falsify each other, then we are to respond with a reformulation of the original hypothesis. Yet in order to do so, we must assume a constancy over time in the operation of causes as such—and to know that causes for actions do exist is, of course, knowledge about the reality of actions. Without such an assumption regarding the existence of causes as such, different experiences can never be related to each other as confirming or falsifying one another. They are simply unrelated, incommensurable observations. Here is one, there is another; they are the same or similar; or they are different. Nothing else follows.

92

Επιπλέον, υπάρχει μία ακόμη αντίφαση, και η ανάδειξή της θα μας οδηγήσει αμέσως στην κεντρική ενόραση του Mises: ότι η σχέση μεταξύ θεωρίας και ιστορίας στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών είναι εντελώς διαφορετικής φύσης από την αντίστοιχη σχέση στις φυσικές επιστήμες.

In addition, there is yet another contradiction, and making it evident will immediately lead us to Mises’s central insight that the relationship between theory and history in the field of the social sciences is of an entirely different nature than that in the natural sciences.

93

Ποια είναι αυτή η αντίφαση; Εάν οι δράσεις μπορούσαν πράγματι να συλληφθούν ως καθοριζόμενες από αιτίες που λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο, τότε θα ήταν ασφαλώς εύλογο να ρωτήσουμε: Πώς θα εξηγήσουμε εκείνους που παρέχουν τις εξηγήσεις; Τι ισχύει ως προς την αιτιακή πρόβλεψη των δικών τους δράσεων; Είναι, στο κάτω κάτω, τα πρόσωπα που διεξάγουν την ίδια τη διαδικασία διατύπωσης υποθέσεων, επαλήθευσης και διάψευσης.

What is this contradiction? If actions could indeed be conceived of as governed by time-invariantly operating causes, then it is certainly appropriate to ask: But what then about explaining the explainers? What about causally predicting their actions? They are, after all, the persons who carry on the very process of creating hypotheses and of verification and falsification.

94

Για να αφομοιώνει κανείς εμπειρίες που επιβεβαιώνουν ή διαψεύδουν —για να αντικαθιστά παλαιές υποθέσεις με νέες— πρέπει, κατά τεκμήριο, να είναι ικανός να μαθαίνει από την εμπειρία. Κάθε εμπειριστής είναι, ασφαλώς, αναγκασμένος να το παραδεχθεί αυτό. Διαφορετικά, για ποιον λόγο θα έπρεπε να ασχολείται κανείς με την εμπειρική έρευνα;

In order to assimilate confirming or falsifying experiences—to replace old hypotheses with new ones—one must assumedly be able to learn from experience. Every empiricist is, of course, forced to admit this. Otherwise why engage in empirical research at all?

95

Εάν, όμως, μπορεί κανείς να μαθαίνει από την εμπειρία με τρόπους που δεν είναι ακόμη γνωστοί, τότε, ομολογουμένως, δεν μπορεί να γνωρίζει σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή τι θα γνωρίζει σε μια μεταγενέστερη στιγμή και, συνακόλουθα, πώς θα ενεργήσει βάσει αυτής της γνώσης. Μπορεί να ανασυγκροτήσει τις αιτίες των δράσεών του μόνο εκ των υστέρων, όπως μπορεί να εξηγήσει τη γνώση του μόνο αφού την έχει ήδη αποκτήσει.

Πράγματι, καμία επιστημονική πρόοδος δεν θα μπορούσε ποτέ να μεταβάλει το γεγονός ότι πρέπει να θεωρεί κανείς τη γνώση και τις δράσεις του απρόβλεπτες βάσει αιτίων που λειτουργούν με σταθερότητα. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει αυτή την αντίληψη περί ελευθερίας ψευδαίσθηση. Και θα μπορούσε κάλλιστα να έχει δίκιο από την οπτική γωνία ενός επιστήμονα με γνωστικές ικανότητες ουσιωδώς ανώτερες από κάθε ανθρώπινη διάνοια ή από την οπτική γωνία του Θεού. Δεν είμαστε, όμως, Θεός· και ακόμη και αν η ελευθερία μας είναι ψευδαίσθηση από τη δική Του οπτική και οι πράξεις μας ακολουθούν μια προβλέψιμη πορεία, για εμάς αυτή είναι αναγκαία και αναπόφευκτη ψευδαίσθηση. Δεν μπορούμε, βάσει των προηγούμενων καταστάσεών μας, να προβλέψουμε εκ των προτέρων τις μελλοντικές καταστάσεις της γνώσης μας ή τις δράσεις μέσω των οποίων εκδηλώνεται αυτή η γνώση. Μπορούμε μόνο να τις ανασυγκροτήσουμε εκ των υστέρων.28

But if one can learn from experience in as yet unknown ways, then one admittedly cannot know at any given time what one will know at a later time and, accordingly, how one will act on the basis of this knowledge. One can only reconstruct the causes of one’s actions after the event, as one can explain one’s knowledge only after one already possesses it. Indeed, no scientific advance could ever alter the fact that one must regard one’s knowledge and actions as unpredictable on the basis of constantly operating causes. One might hold this conception of freedom to be an illusion. And one might well be correct from the point of view of a scientist with cognitive powers substantially superior to any human intelligence, or from the point of view of God. But we are not God, and even if our freedom is illusory from His standpoint and our actions follow a predictable path, for us this is a necessary and unavoidable illusion. We cannot predict in advance, on the basis of our previous states, the future states of our knowledge or the actions manifesting that knowledge. We can only reconstruct them after the event.

96

Επομένως, η εμπειριστική μεθοδολογία είναι απλώς αντιφατική όταν εφαρμόζεται στο πεδίο της γνώσης και της δράσης —η οποία περιέχει τη γνώση ως αναγκαίο συστατικό της. Οι εμπειριστικά προσανατολισμένοι κοινωνικοί επιστήμονες που διατυπώνουν εξισώσεις πρόβλεψης για κοινωνικά φαινόμενα απλώς επιδίδονται σε παραλογισμούς. Η ίδια η δραστηριότητά τους —η συμμετοχή τους σε ένα εγχείρημα του οποίου την έκβαση οφείλουν να παραδεχθούν ότι δεν γνωρίζουν ακόμη— αποδεικνύει ότι αυτό που ισχυρίζονται πως κάνουν δεν μπορεί να γίνει. Όπως το διατυπώνει και το έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ο Mises: στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης δεν υπάρχουν εμπειρικές αιτιακές σταθερές.29

Thus, the empiricist methodology is simply contradictory when applied to the field of knowledge and action—which contains knowledge as its necessary ingredient. The empiricist-minded social scientists who formulate prediction equations regarding social phenomena are simply doing nonsense. Their activity of engaging in an enterprise whose outcome they must admit they do not yet know, proves that what they pretend to do cannot be done. As Mises puts it and has emphasized repeatedly: There are no empirical causal constants in the field of human action.

97

Μέσω a priori συλλογισμού, λοιπόν, θεμελιώθηκε η ακόλουθη ενόραση: Η κοινωνική ιστορία, σε αντίθεση με τη φυσική ιστορία, δεν παρέχει καμία γνώση η οποία να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για προγνωστικούς σκοπούς. Αντιθέτως, η κοινωνική και η οικονομική ιστορία αναφέρονται αποκλειστικά στο παρελθόν. Το αποτέλεσμα της έρευνας για το πώς και γιατί έδρασαν οι άνθρωποι στο παρελθόν δεν έχει καμία συστηματική επίπτωση στο αν θα ενεργήσουν ή όχι με τον ίδιο τρόπο στο μέλλον. Οι άνθρωποι μπορούν να μαθαίνουν. Είναι παράλογο να υποθέτει κανείς ότι μπορεί σήμερα να προβλέψει τι θα γνωρίζει αύριο και κατά ποιον τρόπο η αυριανή γνώση θα διαφέρει ή δεν θα διαφέρει από τη σημερινή.

By means of a priori reasoning then, one has established this insight: Social history, as opposed to natural history, does not yield any knowledge that can be employed for predictive purposes. Rather, social and economic history refers exclusively to the past. The outcome of research into how and why people acted in the past has no systematic bearing on whether or not they will act the same way in the future. People can learn. It is absurd to assume that one could predict in the present what one will know tomorrow and in what way tomorrow’s knowledge will or will not be different from today’s.

98

Ένα πρόσωπο δεν μπορεί σήμερα να προβλέψει τη ζήτησή του για ζάχαρη σε έναν χρόνο περισσότερο απ’ όσο μπορούσε ο Einstein να προβλέψει τη θεωρία της σχετικότητας προτού την αναπτύξει πράγματι. Ένα πρόσωπο δεν μπορεί να γνωρίζει σήμερα τι θα γνωρίζει για τη ζάχαρη σε έναν χρόνο από τώρα. Ούτε μπορεί να γνωρίζει όλα τα αγαθά που, σε έναν χρόνο, θα ανταγωνίζονται τη ζάχαρη για τη διάθεση των χρημάτων του.

Μπορεί, ασφαλώς, να προβεί σε μια εικασία. Επειδή όμως πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι μελλοντικές καταστάσεις της γνώσης δεν μπορούν να προβλεφθούν βάσει αιτίων που λειτουργούν με σταθερότητα, το πρόσωπο αυτό δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι διατυπώνει πρόβλεψη του ίδιου επιστημολογικού τύπου με μια πρόβλεψη που αφορά, λόγου χάριν, τη μελλοντική συμπεριφορά της Σελήνης, τον καιρό ή τις παλίρροιες. Αυτές είναι προβλέψεις οι οποίες θα μπορούσαν θεμιτά να χρησιμοποιήσουν την παραδοχή αιτίων που λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο. Μια πρόβλεψη, όμως, σχετικά με τη μελλοντική ζήτηση ζάχαρης θα αποτελούσε κάτι εντελώς διαφορετικό.

A person cannot predict today his demand for sugar in one year any more than Einstein could have predicted the theory of relativity before he had actually developed it. A person cannot know today what he will know about sugar one year from now. And he cannot know all the goods that will be competing against sugar for his money in a year. He can make a guess, of course. But since it must be admitted that future states of knowledge cannot be predicted on the basis of constantly operating causes, a person cannot pretend to make a prediction of the same epistemological type as, for instance, one regarding the future behavior of the moon, the weather, or the tides. Those are predictions that could legitimately make use of the assumption of time-in-variantly operating causes. But a prediction about future sugar demand would be an entirely different thing.

99

Εφόσον η κοινωνική και η οικονομική ιστορία μπορεί να παράγει μόνο ανασυγκροτητικές εξηγήσεις και ποτέ εξηγήσεις με οποιαδήποτε συστηματική προγνωστική σημασία, προκύπτει μια ακόμη εξαιρετικά σημαντική ενόραση σχετικά με τη λογική της εμπειρικής κοινωνικής έρευνας. Και αυτή ισοδυναμεί με μία ακόμη αποφασιστική κριτική κατά του εμπειρισμού, τουλάχιστον ως προς τον ισχυρισμό του ότι αποτελεί κατάλληλη μεθοδολογία για την έρευνα των κοινωνικών επιστημών.

Provided social and economic history can only come up with reconstructive explanations and never with explanations that have any systematic predictive relevance, another extremely important insight regarding the logic of empirical social research follows. And this amounts to another decisive criticism of empiricism, at least regarding its claim of being an appropriate methodology for social science research.

100

Ας θυμηθούμε όσα ανέφερα προηγουμένως σχετικά με τον λόγο για τον οποίο ο εμπειρισμός υπογραμμίζει τόσο έντονα την προγνωστική λειτουργία των εξηγητικών θεωριών. Για κάθε προς εξήγηση φαινόμενο υπάρχουν πολυάριθμα προγενέστερα συμβάντα και πολυάριθμες συναρτησιακές σχέσεις με αυτά τα συμβάντα, μέσω των οποίων θα μπορούσε ενδεχομένως να εξηγηθεί το υπό εξέταση φαινόμενο. Ποια, όμως, από αυτές τις ανταγωνιστικές εξηγήσεις είναι ορθή και ποιες δεν είναι; Η εμπειριστική απάντηση ήταν: Επιχειρήστε να προβλέψετε, και η επιτυχία ή η αποτυχία σας στην πρόβλεψη μελλοντικών συμβάντων θα σας δείξει ποια εξήγηση είναι ή δεν είναι ορθή.

Προφανώς, αυτή η συμβουλή είναι ανεφάρμοστη αν, ως προς τις δράσεις, δεν υπάρχουν αιτίες που λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο. Τι απομένει τότε; Ο εμπειρισμός, ασφαλώς, δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.

Recall what I said earlier about why it is that empiricism so strongly emphasizes the predictive function of explanatory theories. For every phenomenon to be explained there are a multitude of preceding events and a multitude of functional relationships with such preceding events by which the phenomenon in question could possibly be explained. But which of these rival explanations is correct and which ones are not? The empiricist answer was: Try to predict, and your success or failure in predicting future events will tell you which explanation is or is not correct. Evidently, this advice won't do if there are no time-invariantly operating causes with respect to actions. What then? Empiricism, of course, cannot have an answer to this question.

101

Μολονότι όμως οι δράσεις δεν μπορούν να προβλεφθούν με οποιονδήποτε επιστημονικό τρόπο, αυτό δεν συνεπάγεται ότι μία ανασυγκροτητική ιστορική εξήγηση είναι εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη. Θα θεωρούνταν παράλογο αν κάποιος εξηγούσε το γεγονός ότι μετακόμισα από τη Γερμανία στις Ηνωμένες Πολιτείες επισημαίνοντας, λόγου χάριν, ότι, πριν από την απόφασή μου, το καλαμπόκι στο Michigan περνούσε μια περίοδο απότομης ανάπτυξης και ότι αυτό προκάλεσε την απόφασή μου. Γιατί, όμως, να μην είναι έτσι, αν υποθέσουμε ότι το σχετικό με το καλαμπόκι του Michigan συμβάν πράγματι προηγήθηκε της απόφασής μου; Ο λόγος είναι, ασφαλώς, ότι θα σας έλεγα πως το καλαμπόκι του Michigan δεν είχε καμία σημασία για την απόφασή μου. Και στον βαθμό που είναι γενικά γνωστό οτιδήποτε για εμένα, μπορεί να αναγνωριστεί ότι αυτό πράγματι ισχύει.

Yet even if actions cannot be predicted in any scientific way, this does not imply that one reconstructive historical explanation is just as good as any other. It would be regarded as absurd if someone explained the fact that I moved from Germany to the United States by pointing out, for example, that the corn in Michigan, prior to my decision, was experiencing a growth spurt and that this had caused my decision. But why not, assuming here that the event regarding Michigan’s corn indeed happened prior to my decision? The reason is, of course, that I will tell you that Michigan’s corn had no relevance for my decision. And insofar as anything is known about me at all, it can be recognized that this is indeed the case.

102

Πώς, όμως, μπορείτε να το αναγνωρίσετε; Η απάντηση είναι: κατανοώντας τα κίνητρα και τα ενδιαφέροντά μου, τις πεποιθήσεις και τις επιδιώξεις μου, τους κανονιστικούς μου προσανατολισμούς και τις συγκεκριμένες αντιλήψεις μου, οι οποίες οδήγησαν σε αυτή τη δράση. Πώς κατανοούμε κάποιον και, επιπλέον, πώς επαληθεύουμε ότι η κατανόησή μας είναι πράγματι ορθή;

Ως προς το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, κατανοούμε κάποιον μέσω της συμμετοχής σε μια οιονεί επικοινωνία και αλληλεπίδραση μαζί του. Λέω «οιονεί», επειδή προφανώς δεν μπορούμε να συμμετάσχουμε σε πραγματική επικοινωνία με τον Καίσαρα, ώστε να ανακαλύψουμε γιατί διέβη τον Ρουβίκωνα. Θα μπορούσαμε, όμως, να μελετήσουμε τα γραπτά του και να συγκρίνουμε τις πεποιθήσεις που εκφράζονται σε αυτά με τις πραγματικές πράξεις του· θα μπορούσαμε να μελετήσουμε τα γραπτά και τις πράξεις των συγχρόνων του και, μέσω αυτών, να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε την προσωπικότητα του Καίσαρα, την εποχή του, καθώς και τον ιδιαίτερο ρόλο και τη θέση του μέσα στην εποχή του.30

But how can you recognize this? The answer is by understanding my motives and interests, my convictions and aspirations, my normative orientations, and my concrete perceptions resulting in this action. How do we understand somebody and, moreover, how do we verify that our understanding is indeed correct? As regards the first part of the question—one understands somebody by engaging in a pseudo-communication and interaction with him. I say pseudo because, evidently, we cannot engage in an actual communication with Caesar in order to find out why he crossed the Rubicon. But we could study his writings and compare his convictions expressed therein with his actual deeds; we could study the writings and actions of contemporaries and thereby try to understand Caesar’s personality, his time, and his particular role and position within his time.

103

Ως προς το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος —το πρόβλημα της επαλήθευσης των ιστορικών εξηγήσεων— πρέπει εξαρχής να γίνει δεκτό ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως σαφές και κατηγορηματικό κριτήριο το οποίο θα επέτρεπε να αποφασιστεί ποια από δύο ανταγωνιστικές εξηγήσεις, που στηρίζονται εξίσου στην κατανόηση, είναι οριστικά ορθή και ποια όχι. Η ιστορία δεν αποτελεί ακριβή επιστήμη με την ίδια έννοια κατά την οποία οι φυσικές επιστήμες είναι ακριβείς επιστήμες ή με την πολύ διαφορετική έννοια κατά την οποία η οικονομική επιστήμη είναι ακριβής επιστήμη.

As regards the second part of the question—the problem of verification of historical explanations—one has to admit from the outset that there is no absolutely clear-cut criterion that would allow one to decide which one of two rival explanations, both equally based on understanding, is definitely correct and which one is not. History is not an exact science in the same sense as the natural sciences are exact sciences or in the very different sense in which economics is an exact science.

104

Ακόμη και αν δύο ιστορικοί συμφωνούν ως προς την περιγραφή των γεγονότων και την αξιολόγηση των παραγόντων επιρροής για μια δεδομένη δράση που πρέπει να εξηγηθεί, θα μπορούσαν να διαφωνούν ως προς το βάρος που πρέπει να αποδοθεί σε αυτούς τους παράγοντες κατά την πρόκληση της δράσης. Και δεν θα υπήρχε τρόπος να επιλυθεί το ζήτημα με απολύτως μονοσήμαντο τρόπο.31

Even if two historians agree in their description of facts and their assessment of factors of influence for a given action to be explained, they might still disagree on the weight that should be assigned to such factors in bringing about the action. And there would be no way to decide the matter in a completely unambiguous way.

105

Ας μην παρερμηνευθώ, όμως, σε αυτό το σημείο. Υπάρχει παρ’ όλα αυτά κάποιου είδους κριτήριο αλήθειας για τις ιστορικές εξηγήσεις. Πρόκειται για ένα κριτήριο το οποίο δεν εξαλείφει όλες τις πιθανές διαφωνίες μεταξύ των ιστορικών, αλλά εξακολουθεί να αποκλείει και να απορρίπτει ένα ευρύ φάσμα εξηγήσεων. Το κριτήριο είναι ότι κάθε αληθής ιστορική εξήγηση πρέπει να έχει τέτοια μορφή, ώστε ο δρων του οποίου οι πράξεις πρέπει να εξηγηθούν να μπορεί, κατ’ αρχήν, να επαληθεύσει την εξήγηση και τους εξηγητικούς παράγοντες ως εκείνους που συνέβαλαν στο να ενεργήσει με τον συγκεκριμένο τρόπο.32

Η κρίσιμη φράση εδώ είναι «κατ’ αρχήν». Φυσικά, ο Καίσαρας δεν θα μπορούσε να επαληθεύσει τη δική μας εξήγηση για τη διάβαση του Ρουβίκωνα. Επιπλέον, θα μπορούσε στην πραγματικότητα να έχει ισχυρούς λόγους να μην επαληθεύσει την εξήγηση, ακόμη και αν μπορούσε να το πράξει, εφόσον μια τέτοια επαλήθευση ενδεχομένως θα συγκρουόταν με κάποιους άλλους σκοπούς του.

Yet let me not be misunderstood here. There is nonetheless some sort of truth-criterion for historical explanations. It is a criterion that does not eliminate all possible disagreements among historians, but that still excludes and disqualifies a wide range of explanations. The criterion is that any true historical explanation must be of such a kind that the actor whose actions are to be explained must, in principle, be able to verify the explanation and the explanatory factors as being those that contributed to his acting the way he did. The key phrase here is: in principle. Naturally, Caesar could not possibly verify our explanation for his crossing the Rubicon. Moreover, he might actually have strong reasons not to verify the explanation even if he could, since such a verification might conflict with some other objectives that he might have.

106

Επίσης, το να λέμε ότι κάθε αληθής εξήγηση πρέπει να μπορεί να επαληθευθεί από τον υπό εξέταση δρώντα δεν σημαίνει ότι κάθε δρων είναι πάντοτε ο πλέον κατάλληλος να εξηγήσει τον εαυτό του. Ίσως ο Einstein να μπορούσε να εξηγήσει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον γιατί και πώς συνέλαβε τη θεωρία της σχετικότητας τη συγκεκριμένη στιγμή. Ίσως, όμως, να μην ίσχυε αυτό. Πράγματι, είναι απολύτως πιθανό ένας ιστορικός της επιστήμης να μπορεί να κατανοήσει τον Einstein και τις επιδράσεις που οδήγησαν στην ανακάλυψή του καλύτερα από ό,τι τις κατανοούσε ή θα μπορούσε να τις κατανοήσει ο ίδιος. Και αυτό θα ήταν δυνατό επειδή οι παράγοντες επιρροής ή οι κανόνες που καθόρισαν τις πράξεις κάποιου ενδέχεται να ήταν μόνο υποσυνείδητοι.33 Ή θα μπορούσαν να είναι τόσο προφανείς, ώστε κάποιος να μην τους παρατηρεί ακριβώς εξαιτίας της προφανούς φύσης τους.

Also, to say that any true explanation must be verifiable by the actor in question is not to say that every actor is always best qualified to be his own explainer. It may be that Einstein can explain better than anyone else why and how he came up with the theory of relativity when he did. But this might not be so. As a matter of fact, it may well be possible that a historian of science may understand Einstein and the influences leading to his discovery better than he himself did or could. And this would be possible because the influencing factors or the rules that determined one’s actions might only be subconscious. Or they might be so obvious that one would fail to notice them simply on account of this.

107

Η ακόλουθη αναλογία μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στην κατανόηση του παράδοξου γεγονότος ότι άλλοι ενδέχεται να κατανοούν ένα πρόσωπο καλύτερα από όσο το ίδιο κατανοεί τον εαυτό του. Ας πάρουμε, λόγου χάριν, μια δημόσια ομιλία. Ασφαλώς, σε μεγάλο βαθμό, το πρόσωπο που εκφωνεί την ομιλία μπορεί πιθανότατα να αιτιολογήσει γιατί λέει όσα λέει και να διατυπώσει τις επιδράσεις που το οδήγησαν να βλέπει τα πράγματα με τον συγκεκριμένο τρόπο. Πιθανότατα μπορεί να το πράξει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον.

Και όμως, καθώς λέει όσα λέει, ακολουθεί από συνήθεια και ασυνείδητα κανόνες τους οποίους δύσκολα θα μπορούσε να διατυπώσει ρητά ή θα μπορούσε να διατυπώσει μόνο με μεγάλη δυσκολία. Ακολουθεί επίσης ορισμένους γραμματικούς κανόνες όταν λέει όσα λέει. Πολύ συχνά, όμως, θα ήταν εντελώς ανίκανος να διατυπώσει αυτούς τους κανόνες, παρόλο που αυτοί επηρεάζουν σαφώς τις πράξεις του.

Ο ιστορικός που κατανοεί τις πράξεις κάποιου καλύτερα από όσο τις κατανοεί το ίδιο το πρόσωπο βρίσκεται σε θέση αρκετά ανάλογη προς εκείνη του γραμματικού που αναλύει τη συντακτική δομή των προτάσεων ενός δημόσιου ομιλητή. Και οι δύο ανασυγκροτούν και διατυπώνουν ρητά τους κανόνες που πράγματι ακολουθούνται, αλλά οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να διατυπωθούν από τον ίδιο τον ομιλητή ή θα μπορούσαν να διατυπωθούν μόνο με εξαιρετική δυσκολία.34

The following analogy may be quite helpful in understanding the curious fact that others might understand a person better than the person himself. Take, for example, a public speech. Of course, to a large extent the person giving the speech can probably give reasons for saying what he says and formulate the influences that led him to see things the way he does. He can probably do so better than anyone else. And yet, in saying what he says, he follows rules habitually and unconsciously that he could hardly or only with great difficulties make explicit. He also follows certain rules of grammar when he says what he says. But quite often he would be completely unable to formulate these rules even though they clearly influence his actions. The historian who understands someone’s actions better than the person himself is quite analogous to the grammarian analyzing the sentence structure of the public speaker. Both reconstruct and explicitly formulate the rules that are actually followed, but that could not, or only with extreme difficulties, be formulated by the speaker himself.

108

Ο ομιλητής ενδέχεται να μην μπορεί να διατυπώσει όλους τους κανόνες που ακολουθεί και να χρειάζεται τη βοήθεια ενός επαγγελματία ιστορικού ή γραμματικού. Είναι, όμως, εξαιρετικά σημαντικό να γίνει αντιληπτό ότι το κριτήριο αλήθειας για την εξήγηση του γραμματικού θα εξακολουθούσε να είναι ότι ο ομιλητής θα έπρεπε να μπορεί —κατ’ αρχήν— να επαληθεύσει την ορθότητα της εξήγησης, αφότου καταστεί ρητό εκείνο που προηγουμένως ήταν μόνο άρρητα γνωστό.

Για να είναι ορθές οι εξηγήσεις του γραμματικού ή του ιστορικού, ο δρων θα έπρεπε να μπορεί να αναγνωρίσει αυτούς τους κανόνες ως εκείνους που πράγματι επηρέασαν τις πράξεις του. Αυτά ως προς τη λογική της ιστορικής έρευνας ως κατ’ ανάγκην ανασυγκροτητικής έρευνας, θεμελιωμένης στην κατανόηση.35

The speaker may not be able to formulate all the rules that he follows and may need the professional historian or grammarian to help him. But it is of great importance to realize that the truth criterion for the grammarian’s explanation would nonetheless be that the speaker would have to be able—in principle—to verify the correctness of the explanation after what was previously known implicitly was made explicit. In order for the grammarian’s or historian’s explanations to be correct, the actor would need to be able to recognize these rules as being those which indeed influenced his actions. So much for the logic of historical research as necessarily reconstructive research based on understanding.

109

Το επιχείρημα με το οποίο θεμελιώθηκε η αδυναμία αιτιακών προβλέψεων στο πεδίο της ανθρώπινης γνώσης και δράσης ενδέχεται να δημιούργησε την εντύπωση ότι, εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, η πρόβλεψη δεν μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο από επιτυχημένη ή αποτυχημένη εικασία. Αυτή η εντύπωση, όμως, θα ήταν εξίσου εσφαλμένη με την αντίληψη ότι μπορεί κανείς να προβλέπει την ανθρώπινη δράση με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να προβλέψει τα στάδια ανάπτυξης των μήλων. Σε αυτό ακριβώς το σημείο εισέρχεται στο προσκήνιο η μοναδική μιζεσιανή ενόραση σχετικά με την αλληλεπίδραση οικονομικής θεωρίας και ιστορίας.36

The argument establishing the impossibility of causal predictions in the field of human knowledge and actions now might have left the impression that if this is so, then forecasting can be nothing but successful or unsuccessful guessing. This impression, however, would be just as wrong as it would be wrong to think that one can predict human action in the same way as one can predict the growing stages of apples. It is here where the unique Misesian insight into the interplay of economic theory and history enters the picture.

110

Πράγματι, ο λόγος για τον οποίο το κοινωνικό και οικονομικό μέλλον δεν μπορεί να θεωρηθεί εξ ολοκλήρου και απολύτως αβέβαιο δεν θα έπρεπε να είναι ιδιαίτερα δύσκολο να γίνει κατανοητός: η αδυναμία αιτιακών προβλέψεων στο πεδίο της δράσης αποδείχθηκε μέσω ενός a priori επιχειρήματος. Και το επιχείρημα αυτό ενσωμάτωνε a priori αληθή γνώση σχετικά με τις δράσεις καθαυτές: ότι δεν μπορούν να συλληφθούν ως καθοριζόμενες από αιτίες που λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο.

In fact, the reason why the social and economic future cannot be regarded as entirely and absolutely uncertain should not be too hard to understand: The impossibility of causal predictions in the field of action was proven by means of an a priori argument. And this argument incorporated a priori true knowledge about actions as such: that they cannot be conceived of as governed by time-invariantly operating causes.

111

Επομένως, ενώ η οικονομική πρόβλεψη θα αποτελεί πράγματι πάντοτε μια τέχνη που δεν μπορεί να διδαχθεί συστηματικά, είναι συγχρόνως αληθές ότι όλες οι οικονομικές προβλέψεις πρέπει να θεωρούνται περιορισμένες από την ύπαρξη a priori γνώσης σχετικά με τις δράσεις καθαυτές.37

Thus, while economic forecasting will indeed always be a systematically unteachable art, it is at the same time true that all economic forecasts must be thought of as being constrained by the existence of a priori knowledge about actions as such.

112

Ας πάρουμε, λόγου χάριν, την ποσοτική θεωρία του χρήματος (ή θεωρία της ποσότητας του χρήματος), δηλαδή την πραξεολογική πρόταση ότι, εάν αυξηθεί η ποσότητα του χρήματος και η ζήτηση χρήματος παραμείνει σταθερή, τότε θα μειωθεί η αγοραστική δύναμη του χρήματος. Η a priori γνώση μας για τις δράσεις καθαυτές μάς πληροφορεί ότι είναι αδύνατον να προβλεφθεί επιστημονικά αν η ποσότητα του χρήματος θα αυξηθεί, θα μειωθεί ή θα παραμείνει αμετάβλητη.

Ούτε είναι δυνατόν να προβλεφθεί επιστημονικά αν, ανεξάρτητα από το τι θα συμβεί στην ποσότητα του χρήματος, η ζήτηση για τη διακράτηση χρήματος υπό μορφή χρηματικών υπολοίπων θα αυξηθεί, θα μειωθεί ή θα παραμείνει σταθερή. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι είμαστε σε θέση να προβλέψουμε τέτοια πράγματα, επειδή δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις μελλοντικές καταστάσεις της γνώσης των ανθρώπων. Και όμως αυτές οι καταστάσεις επηρεάζουν προφανώς όσα συμβαίνουν ως προς την ποσότητα και τη ζήτηση του χρήματος. Επομένως, η θεωρία μας —η πραξεολογική γνώση που ενσωματώνεται στην ποσοτική θεωρία— έχει μάλλον περιορισμένη χρησιμότητα για το έργο της πρόβλεψης του οικονομικού μέλλοντος.

Take, for example, the quantity theory of money, the praxeological proposition that if you increase the quantity of money and the demand for money stays constant, then the purchasing power of money will fall. Our a priori knowledge about actions as such informs us that it is impossible to predict scientifically whether or not the quantity of money will be increased, decreased or left unchanged. Nor is it possible to predict scientifically whether or not, regardless of what happens to the quantity of money, the demand for money to be held in cash balances will go up or down or stay the same. We cannot claim to be able to predict such things because we cannot predict future states of knowledge of people. And yet these states evidentiy influence what happens with respect to the quantity of money and the demand for money Then, our theory, our praxeological knowledge incorporated in the quantity theory, has a rather limited usefulness for one’s business of predicting the economic future.

113

Η θεωρία δεν θα επέτρεπε σε κάποιον να προβλέψει μελλοντικά οικονομικά συμβάντα ακόμη και αν, λόγου χάριν, αποτελούσε αποδεδειγμένο γεγονός ότι η ποσότητα του χρήματος είχε αυξηθεί. Θα εξακολουθούσε να αδυνατεί να προβλέψει τι θα συνέβαινε στη ζήτηση χρήματος. Και μολονότι, ασφαλώς, τα ταυτόχρονα συμβάντα που αφορούν τη ζήτηση χρήματος επηρεάζουν τη μορφή των μελλοντικών εξελίξεων —και εξουδετερώνουν, ενισχύουν, μειώνουν, επιταχύνουν ή επιβραδύνουν τα αποτελέσματα που προέρχονται από μια αυξημένη προσφορά χρήματος— τέτοιες ταυτόχρονες μεταβολές δεν μπορούν, κατ’ αρχήν, ούτε να προβλεφθούν ούτε να διατηρηθούν πειραματικά σταθερές.

Είναι απροκάλυπτος παραλογισμός να θεωρείται ότι η υποκειμενική γνώση, κάθε μεταβολή της οποίας επηρεάζει τις δράσεις, μπορεί να προβλεφθεί βάσει προγενέστερων μεταβλητών και να διατηρηθεί σταθερή. Ο ίδιος ο πειραματιστής που θα επιθυμούσε να διατηρήσει τη γνώση σταθερή θα έπρεπε, στην πραγματικότητα, να προϋποθέσει ότι η δική του γνώση —και συγκεκριμένα η γνώση του σχετικά με το αποτέλεσμα του πειράματος— δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί σταθερή μέσα στον χρόνο.

The theory would not allow one to predict future economic events even if, say, it is an established fact that the quantity of money had been expanded. One would still be unable to predict what would happen to the demand for money And though, of course, concurrent events regarding the demand for money do affect the shape of things to come (and cancel, increase, decrease, accelerate, or decelerate the effects stemming from the source of an increased money supply), such concurrent changes cannot in principle be predicted or experimentally held constant. It is an outright absurdity to conceive of subjective knowledge, whose every change has an impact on actions, as predictable on the basis of antecedent variables and as capable of being held constant. The very experimenter who wanted to hold knowledge constant would, in fact, have to presuppose that his knowledge, specifically his knowledge regarding the experiment’s outcome, could not be assumed to be constant over time.

114

Επομένως, η ποσοτική θεωρία του χρήματος δεν μπορεί, βάσει ενός τύπου που χρησιμοποιεί σταθερές πρόβλεψης, να καταστήσει οποιοδήποτε συγκεκριμένο οικονομικό συμβάν βέβαιο ή πιθανό. Παρ’ όλα αυτά, η θεωρία θα περιόριζε το φάσμα των ενδεχομένως ορθών προβλέψεων. Και θα το έπραττε αυτό όχι ως εμπειρική θεωρία, αλλά ως πραξεολογική θεωρία, λειτουργώντας ως λογικός περιορισμός της διατύπωσης των προβλέψεών μας.38

Οι προβλέψεις που δεν συνάδουν με αυτή τη γνώση —στην προκειμένη περίπτωση, με την ποσοτική θεωρία— είναι συστηματικά εσφαλμένες, και η διατύπωσή τους οδηγεί σε συστηματικά αυξανόμενο αριθμό προγνωστικών σφαλμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος που βασίζει τις προβλέψεις του σε ορθό πραξεολογικό συλλογισμό θα πρέπει κατ’ ανάγκην να προβλέπει τα μελλοντικά οικονομικά συμβάντα καλύτερα από κάποιον που καταλήγει στις προβλέψεις του μέσω λογικά εσφαλμένων σκέψεων και συλλογιστικών ακολουθιών. Σημαίνει ότι, μακροπρόθεσμα, ο πραξεολογικά καταρτισμένος προγνώστης θα επιτυγχάνει κατά μέσο όρο καλύτερα αποτελέσματα από τους μη καταρτισμένους.

The quantity theory of money then cannot render any specific economic event, certain or probable, on the basis of a formula employing prediction constants. However, the theory would nonetheless restrict the range of possibly correct predictions. And it would do this not as an empirical theory, but rather as a praxeological theory, acting as a logical constraint on our prediction-making. Predictions that are not in line with such knowledge (in our case: the quantity theory) are systematically flawed and making them leads to systematically increasing numbers of forecasting errors. This does not mean that someone who based his predictions on correct praxeological reasoning would necessarily have to be a better predictor of future economic events than someone who arrived at his predictions through logically flawed deliberations and chains of reasoning. It means that in the long run the praxeologically enlightened forecaster would average better than the unenlightened ones.

115

Είναι δυνατόν να διατυπωθεί εσφαλμένη πρόβλεψη, παρά το γεγονός ότι κάποιος έχει προσδιορίσει ορθά το συμβάν «αύξηση της προσφοράς χρήματος» και παρά τον πραξεολογικά ορθό συλλογισμό του ότι ένα τέτοιο συμβάν συνδέεται με λογική αναγκαιότητα με το συμβάν «μείωση της αγοραστικής δύναμης του χρήματος». Μπορεί, όμως, να σφάλει ως προς την πρόβλεψη του τι θα συμβεί στη «ζήτηση χρήματος». Μπορεί να έχει προβλέψει σταθερή ζήτηση χρήματος, ενώ στην πραγματικότητα η ζήτηση ενδέχεται να αυξηθεί. Επομένως, ο προβλεφθείς πληθωρισμός ενδέχεται να μην εκδηλωθεί όπως αναμενόταν.

Από την άλλη πλευρά, είναι εξίσου πιθανό ένα πρόσωπο να διατυπώσει ορθή πρόβλεψη —ότι, δηλαδή, δεν θα υπάρξει μείωση της αγοραστικής δύναμης— παρά το γεγονός ότι πίστευε εσφαλμένα πως μια αύξηση της ποσότητας του χρήματος δεν έχει καμία σχέση με την αγοραστική δύναμη του χρήματος. Ενδέχεται να επήλθε μια άλλη ταυτόχρονη μεταβολή —η ζήτηση χρήματος αυξήθηκε— η οποία εξουδετέρωσε την εσφαλμένη εκτίμησή του για τα αίτια και τα αποτελέσματα και έτυχε να καταστήσει ορθή την πρόβλεψή του.

It is possible to make the wrong prediction in spite of the fact that one has correctly identified the event “increase in the money supply” and in spite of one’s praxeologically correct reasoning that such an event is by logical necessity connected with the event “drop in the purchasing power of money.” For one might go wrong predicting what will occur to the event “demand for money.” One may have predicted a constant demand for money, but the demand might actually increase. Thus the predicted inflation might not show up as expected. And on the other hand, it is equally possible that a person could make a correct forecast, i.e., there will be no drop in purchasing power, in spite of the fact that he was wrongly convinced that a rise in the quantity of money had nothing to do with money’s purchasing power. For it may be that another concurrent change occurred (the demand for money increased) which counteracted his wrong assessment of causes and consequences and accidentally happened to make his prediction right.

116

Ωστόσο —και αυτό με επαναφέρει στην άποψή μου ότι η πραξεολογία περιορίζει λογικά τις προβλέψεις μας για τα οικονομικά συμβάντα— τι συμβαίνει αν υποθέσουμε ότι όλοι οι προγνώστες, τόσο εκείνοι που διαθέτουν έγκυρη πραξεολογική γνώση όσο και εκείνοι που δεν διαθέτουν, είναι κατά μέσο όρο εξίσου καλά προετοιμασμένοι να προβλέψουν άλλες ταυτόχρονες μεταβολές; Τι συμβαίνει αν είναι, κατά μέσο όρο, εξίσου τυχεροί στις εικασίες τους για το κοινωνικό και οικονομικό μέλλον; Προφανώς, τότε πρέπει να συμπεράνουμε ότι οι προγνώστες που διατυπώνουν προβλέψεις αναγνωρίζοντας και ακολουθώντας πραξεολογικούς νόμους, όπως η ποσοτική θεωρία του χρήματος, θα είναι περισσότερο επιτυχημένοι από την ομάδα των προγνωστών που αγνοεί την πραξεολογία.

However, and this brings me back to my point that praxeology logically constrains our predictions of economic events: What if we assume that all forecasters, including those with and without sound praxeological knowledge, are on the average equally well-equipped to anticipate other concurrent changes? What if they are on the average equally lucky guessers of the social and economic future? Evidently, we must conclude then that forecasters making predictions in recognition of and in accordance with praxeological laws like the quantity theory of money will be more successful than that group of forecasters which is ignorant of praxeology.

117

Είναι αδύνατον να κατασκευαστεί ένας προγνωστικός τύπος ο οποίος θα χρησιμοποιεί την παραδοχή αιτίων που λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο και θα μας επιτρέπει να προβλέπουμε επιστημονικά τις μεταβολές στη ζήτηση χρήματος. Η ζήτηση χρήματος εξαρτάται κατ’ ανάγκην από τις μελλοντικές καταστάσεις της γνώσης των ανθρώπων, και η μελλοντική γνώση είναι απρόβλεπτη. Επομένως, η πραξεολογική γνώση διαθέτει πολύ περιορισμένη προγνωστική χρησιμότητα.39

It is impossible to build a prediction formula which employs the assumption of time-invariantly operating causes that would enable us to scientifically forecast changes in the demand for money. The demand for money is necessarily dependent on people’s future states of knowledge, and future knowledge is unpredictable. And thus praxeological knowledge has very limited predictive utility.

118

Ωστόσο, μεταξύ όλων των προγνωστών που προβλέπουν ορθά ότι θα επέλθει μια μεταβολή όπως η αύξηση της ζήτησης χρήματος και οι οποίοι αντιλαμβάνονται εξίσου ορθά ότι πράγματι πραγματοποιήθηκε αύξηση της ποσότητας του χρήματος, μόνο εκείνοι που αναγνωρίζουν την ποσοτική θεωρία του χρήματος θα διατυπώσουν ορθή πρόβλεψη. Και εκείνοι των οποίων οι πεποιθήσεις αντιβαίνουν στην πραξεολογία θα σφάλουν κατ’ ανάγκην.

Yet of all forecasters who correctly forecast that a change such as an increase in the demand for money will take place and who equally correctly perceive that an increase in the quantity of money has indeed happened, only those who recognize the quantity theory of money will make a correct prediction. And those whose convictions are at variance with praxeology will necessarily go wrong.

119

Το να κατανοούμε, λοιπόν, τη λογική της οικονομικής πρόβλεψης και την πρακτική λειτουργία του πραξεολογικού συλλογισμού σημαίνει να θεωρούμε τα a priori θεωρήματα της οικονομικής επιστήμης λογικούς περιορισμούς των εμπειρικών προβλέψεων και λογικά όρια ως προς το τι μπορεί ή δεν μπορεί να συμβεί στο μέλλον.

To understand the logic of economic forecasting and the practical function of praxeological reasoning, then, is to view the a priori theorems of economics as acting as logical constraints on empirical predictions and as imposing logical limits on what can or cannot happen in the future.

120

Περί της Πραξεολογίας και της Πραξεολογικής Θεμελίωσης της Επιστημολογίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

On Praxeology and the Praxeological Foundation of Epistemology

121

Όπως οι περισσότεροι μεγάλοι και πρωτοπόροι οικονομολόγοι, έτσι και ο Ludwig von Mises ανέλυσε εντατικά και επανειλημμένα το πρόβλημα της λογικής υπόστασης των οικονομικών προτάσεων — δηλαδή το πώς τις γνωρίζουμε και πώς θεμελιώνουμε την εγκυρότητά τους. Πράγματι, ο Mises κατέχει εξέχουσα θέση μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν ότι η ενασχόληση με αυτό το ζήτημα είναι απολύτως αναγκαία για τη συστηματική πρόοδο της οικονομικής επιστήμης. Διότι οποιαδήποτε παρανόηση της απάντησης σε τόσο θεμελιώδη ερωτήματα ενός διανοητικού εγχειρήματος θα οδηγούσε φυσικά σε διανοητική καταστροφή —δηλαδή σε εσφαλμένα οικονομικά δόγματα.

Κατά συνέπεια, τρία από τα βιβλία του Mises είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένα στην αποσαφήνιση των λογικών θεμελίων της οικονομικής επιστήμης: το πρώιμο έργο του Epistemological Problems of Economics, το οποίο εκδόθηκε στα γερμανικά το 1933· το Theory and History του 1957· και το The Ultimate Foundation of Economic Science του 1962, το τελευταίο βιβλίο του Mises, το οποίο κυκλοφόρησε όταν εκείνος είχε ήδη υπερβεί κατά πολύ το ογδοηκοστό έτος της ηλικίας του. Και τα έργα του στο πεδίο της καθαυτό οικονομικής επιστήμης καταδεικνύουν επίσης ανεξαιρέτως τη σημασία που απέδιδε ο Mises στην ανάλυση των επιστημολογικών προβλημάτων. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί το αριστούργημά του, το Human Action: οι πρώτες εκατό και πλέον σελίδες του πραγματεύονται αποκλειστικά τέτοια προβλήματα, ενώ οι υπόλοιπες σχεδόν οκτακόσιες σελίδες του βιβλίου διαποτίζονται από επιστημολογικές θεωρήσεις.

As have most great and innovative economists, Ludwig von Mises intensively and repeatedly analyzed the problem of the logical status of economic propositions, i.e., how we come to know them and how we validate them. Indeed, Mises ranks foremost among those who hold that such a concern is indispensable in order to achieve systematic progress in economics. For any misconception regarding the answer to such fundamental questions of one’s intellectual enterprise would naturally have to lead to intellectual disaster, i.e., to false economic doctrines. Accordingly three of Mises’s books are devoted entirely to clarifying the logical foundations of economics: His early Epistemological Problems of Economics, published in German in 1933; his Theory and History of 1957; and his Ultimate Foundations of Economic Science of 1962, Mises’s last book, appearing when he was already well past his eightieth birthday. And his works in the field of economics proper also invariably display the importance which Mises attached to the analysis of epistemological problems. Most characteristically, Human Action, his masterpiece, deals in its first hundred-odd pages exclusively with such problems, and the other nearly 800 pages of the book are permeated with epistemological considerations.

123

Σε πλήρη συμφωνία, λοιπόν, με την παράδοση του Mises, αντικείμενο αυτού του κεφαλαίου αποτελούν επίσης τα θεμέλια της οικονομικής επιστήμης. Έχω θέσει στον εαυτό μου έναν διττό στόχο. Πρώτον, θέλω να εξηγήσω τη λύση που προτείνει ο Mises στο πρόβλημα της έσχατης θεμελίωσης της οικονομικής επιστήμης — δηλαδή την ιδέα του περί μιας καθαρής θεωρίας της δράσης ή, όπως ο ίδιος την αποκαλεί, πραξεολογίας. Δεύτερον, θέλω να καταδείξω γιατί η λύση του Mises αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια απλώς αδιαμφισβήτητη ενόραση ως προς τη φύση της οικονομικής επιστήμης και των οικονομικών προτάσεων.

Quite in line with the tradition of Mises, then, the foundations of economics are also the subject of this chapter. I have set myself a twofold goal. First, I want to explain the solution which Mises advances regarding the problem of the ultimate foundation of economic science, i.e., his idea of a pure theory of action, or praxeology, as he himself terms it. And secondly, I want to demonstrate why Mises’s solution is much more than just an incontestable insight into the nature of economics and economic propositions.

124

Η λύση αυτή παρέχει μια ενόραση που μας επιτρέπει επίσης να κατανοήσουμε το θεμέλιο πάνω στο οποίο εδράζεται τελικά η επιστημολογία. Πράγματι, όπως υποδηλώνει ο τίτλος του κεφαλαίου, θέλω να καταδείξω ότι η πραξεολογία πρέπει να θεωρηθεί το ίδιο το θεμέλιο της επιστημολογίας και, επομένως, ότι ο Mises, πέρα από τα μεγάλα επιτεύγματά του ως οικονομολόγου, συνεισέφερε επίσης πρωτοποριακές ενοράσεις σχετικά με τη δικαιολόγηση ολόκληρου του εγχειρήματος της ορθολογιστικής φιλοσοφίας.40

It provides an insight that also enables us to understand the foundation on which epistemology ultimately rests. In fact, as the title of the chapter suggests, I want to show that it is praxeology which must be regarded as the very foundation of epistemology, and hence that Mises, aside from his great achievements as an economist, also contributed path-breaking insights regarding the justification of the entire enterprise of rationalist philosophy.

125

Ας στραφώ τώρα στη λύση του Mises. Ποια είναι η λογική υπόσταση χαρακτηριστικών οικονομικών προτάσεων, όπως ο νόμος της οριακής χρησιμότητας —σύμφωνα με τον οποίο, κάθε φορά που η προσφορά ενός αγαθού, του οποίου οι μονάδες θεωρούνται από ένα πρόσωπο ως εξίσου κατάλληλες για την παροχή της ίδιας υπηρεσίας, αυξάνεται κατά μία πρόσθετη μονάδα, η αξία που αποδίδεται σε αυτή τη μονάδα πρέπει να μειωθεί, επειδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο ως μέσο για την επίτευξη ενός σκοπού ο οποίος θεωρείται λιγότερο πολύτιμος από τον λιγότερο πολύτιμο σκοπό που ικανοποιούνταν προηγουμένως από μία μονάδα αυτού του αγαθού— ή της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος —σύμφωνα με την οποία, κάθε φορά που αυξάνεται η ποσότητα του χρήματος, ενώ παραμένει αμετάβλητη η ζήτηση για διακράτηση χρήματος υπό μορφή διαθέσιμου ταμειακού αποθέματος, η αγοραστική δύναμη του χρήματος θα μειωθεί;

Let me turn to Mises’s solution. What is the logical status of typical economic propositions such as the law of marginal utility (that whenever the supply of a good whose units are regarded as of equal serviceability by a person increases by one additional unit, the value attached to this unit must decrease as it can only be employed as a means for the attainment of a goal that is considered less valuable than the least valuable goal previously satisfied by a unit of this good); or of the quantity theory of money (that whenever the quantity of money is increased while the demand for money to be held in cash reserve on hand is unchanged, the purchasing power of money will fall)?

127

Κατά τη διατύπωση της απάντησής του, ο Mises βρέθηκε αντιμέτωπος με μια διπλή πρόκληση. Αφενός, υπήρχε η απάντηση που προσέφερε ο σύγχρονος εμπειρισμός. Η Βιέννη που γνώρισε ο Ludwig von Mises αποτελούσε πράγματι ένα από τα πρώτα κέντρα του εμπειριστικού κινήματος: ενός κινήματος που βρισκόταν τότε στα πρόθυρα της καθιέρωσής του ως κυρίαρχης ακαδημαϊκής φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου επί αρκετές δεκαετίες και το οποίο, μέχρι και σήμερα, διαμορφώνει την αντίληψη που έχει για τον ίδιο της τον κλάδο η συντριπτική πλειονότητα των οικονομολόγων.41

In formulating his answer, Mises faced a double challenge. On the one hand, there was the answer offered by modern empiricism. The Vienna Ludwig von Mises knew was in fact one of the early centers of the empiricist movement: a movement which was then on the verge of establishing itself as the dominant academic philosophy of the Western world for several decades, and which to this very day shapes the image that an overwhelming majority of economists have of their own discipline.

128

Ο εμπειρισμός λαμβάνει ως πρότυπό του τη φύση και τις φυσικές επιστήμες. Σύμφωνα με αυτόν, τα προαναφερθέντα παραδείγματα οικονομικών προτάσεων έχουν την ίδια λογική υπόσταση με τους φυσικούς νόμους: όπως οι φυσικοί νόμοι, διατυπώνουν υποθετικές σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων συμβάντων, ουσιαστικά υπό τη μορφή προτάσεων του τύπου «εάν-τότε». Και όπως οι υποθέσεις των φυσικών επιστημών, έτσι και οι προτάσεις της οικονομικής επιστήμης απαιτούν συνεχή έλεγχο σε αντιπαραβολή προς την εμπειρία.

Μια πρόταση σχετικά με τη σχέση μεταξύ οικονομικών συμβάντων δεν μπορεί ποτέ να επικυρωθεί οριστικά και με βεβαιότητα. Αντιθέτως, υπόκειται διαρκώς στην έκβαση ενδεχομενικών μελλοντικών εμπειριών. Μια τέτοια εμπειρία ενδέχεται να επιβεβαιώσει την υπόθεση. Αυτό, όμως, δεν θα αποδείκνυε ότι η υπόθεση είναι αληθής, διότι η οικονομική πρόταση θα είχε χρησιμοποιήσει γενικούς όρους —σύμφωνα με τη φιλοσοφική ορολογία, καθόλου— για την περιγραφή των σχετιζόμενων συμβάντων και, επομένως, θα εφαρμοζόταν σε απροσδιόριστο αριθμό περιπτώσεων, αφήνοντας πάντοτε περιθώριο για μελλοντικές εμπειρίες που θα μπορούσαν ενδεχομένως να τη διαψεύσουν. Το μόνο που θα αποδείκνυε μια επιβεβαίωση είναι ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη αποδειχθεί εσφαλμένη.

Από την άλλη πλευρά, η εμπειρία θα μπορούσε να διαψεύσει την υπόθεση. Αυτό ασφαλώς θα αποδείκνυε ότι υπήρχε κάποιο σφάλμα στην υπόθεση υπό την υφιστάμενη μορφή της. Δεν θα αποδείκνυε, όμως, ότι η υποτιθέμενη σχέση μεταξύ των συγκεκριμένων συμβάντων δεν θα μπορούσε ποτέ να παρατηρηθεί. Θα καταδείκνυε απλώς ότι, όταν κατά τις παρατηρήσεις λαμβάνονται υπόψη και ελέγχονται μόνο όσα είχαν πράγματι ληφθεί υπόψη και ελεγχθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, η σχέση δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. Δεν μπορεί, ωστόσο, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εμφανιστεί μόλις ελεγχθούν κάποιες άλλες περιστάσεις.

Empiricism considers nature and the natural sciences as its model. According to empiricism, the aforementioned examples of economic propositions have the same logical status as laws of nature: Like laws of nature they state hypothetical relationships between two or more events, essentially in the form of if-then statements. And like hypotheses of the natural sciences, the propositions of economics require continual testing vis-à-vis experience. A proposition regarding the relationship between economic events can never be validated once and for all with certainty. Instead, it is forever subject to the outcome of contingent, future experiences. Such experience might confirm the hypothesis. But this would not prove the hypothesis to be true, since the economic proposition would have used general terms (in philosophical terminology: universals) in its description of the related events, and thus would apply to an indefinite number of cases or instances, thereby always leaving room for possibly falsifying future experiences. All a confirmation would prove is that the hypothesis had not yet turned out wrong. On the other hand, the experience might falsify the hypothesis. This would surely prove that something was wrong with the hypothesis as it stood. But it would not prove that the hypothesized relationship between the specified events could never be observed. It would merely show that considering and controlling in one’s observations only what up to now had been actually accounted for and controlled, the relationship had not yet shown up. It cannot be ruled out, however, that it might show up as soon as some other circumstances have been controlled.

129

Η στάση που καλλιεργεί αυτή η φιλοσοφία και η οποία έχει πράγματι καταστεί χαρακτηριστική για τους περισσότερους σύγχρονους οικονομολόγους και για τον τρόπο με τον οποίο ασκούν το έργο τους είναι μια στάση σκεπτικισμού, με σύνθημα: «Στο πεδίο των οικονομικών φαινομένων τίποτε δεν μπορεί να γνωσθεί με βεβαιότητα ως αδύνατο». Ακόμη ακριβέστερα, επειδή ο εμπειρισμός αντιλαμβάνεται τα οικονομικά φαινόμενα ως αντικειμενικά δεδομένα τα οποία εκτείνονται στον χώρο και υπόκεινται σε ποσοτική μέτρηση —σε αυστηρή αναλογία προς τα φαινόμενα των φυσικών επιστημών—, ο ιδιαίτερος σκεπτικισμός του εμπειριστή οικονομολόγου μπορεί να περιγραφεί ως ο σκεπτικισμός ενός κοινωνικού μηχανικού που αρνείται να εγγυηθεί οτιδήποτε.42

The attitude that this philosophy fuels and that has indeed become characteristic of most contemporary economists and their way of conducting their business is one of skepticism: the motto being “nothing can be known with certainty to be impossible in the realm of economic phenomena.” Even more precisely, since empiricism conceives of economic phenomena as objective data, extending in space and subject to quantifiable measurement—in strict analogy to the phenomena of the natural sciences—the peculiar skepticism of the empiricist economist may be described as that of a social engineer who will not guarantee anything.

130

Η άλλη πρόκληση προερχόταν από την ιστορικιστική σχολή. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της ζωής του Mises στην Αυστρία και την Ελβετία, η ιστορικιστική φιλοσοφία αποτελούσε την κυρίαρχη ιδεολογία των γερμανόφωνων πανεπιστημίων και του ακαδημαϊκού τους κατεστημένου. Με την άνοδο του εμπειρισμού, η προηγούμενη αυτή υπεροχή περιορίστηκε σημαντικά. Κατά την τελευταία περίπου δεκαετία, όμως, ο ιστορικισμός ανέκτησε τη δυναμική του στην ακαδημαϊκή κοινότητα του δυτικού κόσμου. Σήμερα είναι πανταχού παρών υπό τις ονομασίες της ερμηνευτικής, της ρητορικής, της αποδόμησης και του επιστημολογικού αναρχισμού.43

The other challenge came from the side of the historicist school. Indeed, during Mises’s life in Austria and Switzerland, the historicist philosophy was the prevailing ideology of the German-speaking universities and their establishment. With the upsurge of empiricism this former prominence has been reduced considerably. But over roughly the last decade historicism has regained momentum among the Western world’s academia. Today it is with us everywhere under the names of hermeneutics, rhetoric, deconstructionism, and epistemological anarchism.

131

Για τον ιστορικισμό —και εμφανέστερα για τις σύγχρονες εκδοχές του— πρότυπο δεν αποτελεί η φύση, αλλά το λογοτεχνικό κείμενο. Σύμφωνα με το ιστορικιστικό δόγμα, τα οικονομικά φαινόμενα δεν αποτελούν αντικειμενικά μεγέθη που μπορούν να μετρηθούν. Αντιθέτως, είναι υποκειμενικές εκφράσεις και ερμηνείες οι οποίες εκτυλίσσονται μέσα στην ιστορία και πρέπει να κατανοηθούν και να ερμηνευθούν από τον οικονομολόγο, όπως ακριβώς ένα λογοτεχνικό κείμενο εκτυλίσσεται ενώπιον του αναγνώστη του και ερμηνεύεται από αυτόν.

Ως αλληλουχία υποκειμενικών δημιουργημάτων, τα συμβάντα αυτά δεν ακολουθούν κανέναν αντικειμενικό νόμο. Τίποτε στο λογοτεχνικό κείμενο και τίποτε στην ακολουθία των ιστορικών εκφράσεων και ερμηνειών δεν διέπεται από σταθερές σχέσεις. Ασφαλώς, υπάρχουν πράγματι ορισμένα λογοτεχνικά κείμενα, όπως υπάρχουν και ορισμένες ακολουθίες ιστορικών συμβάντων. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται επ’ ουδενί ότι οτιδήποτε έπρεπε να συμβεί με τη σειρά με την οποία συνέβη. Απλώς συνέβη.

Κατά τον ίδιο τρόπο, ωστόσο, που μπορεί κανείς να επινοεί πάντοτε διαφορετικές λογοτεχνικές ιστορίες, έτσι και η ιστορία και η ακολουθία των ιστορικών συμβάντων θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Επιπλέον, σύμφωνα με τον ιστορικισμό —και αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στη σύγχρονη ερμηνευτική εκδοχή του—, ούτε η διαμόρφωση αυτών των πάντοτε ενδεχόμενα συνδεδεμένων ανθρώπινων εκφράσεων και των ερμηνειών τους περιορίζεται από οποιονδήποτε αντικειμενικό νόμο. Στη λογοτεχνική παραγωγή μπορεί να εκφραστεί ή να ερμηνευθεί οτιδήποτε για οτιδήποτε άλλο· και, κατά τον ίδιο τρόπο, τα ιστορικά και οικονομικά συμβάντα είναι οτιδήποτε εκφράζει ή ερμηνεύει κάποιος ότι είναι, ενώ η περιγραφή αυτών των παρελθόντων υποκειμενικών συμβάντων από τον ιστορικό και τον οικονομολόγο είναι οτιδήποτε εκείνος εκφράζει ή ερμηνεύει ότι υπήρξαν.

For historicism, and most conspicuously for its contemporary versions, the model is not nature but a literary text. Economic phenomena, according to the historicist doctrine, are not objective magnitudes that can be measured. Instead, they are subjective expressions and interpretations unfolding in history to be understood and interpreted by the economist just as a literary text unfolds before and is interpreted by its reader. As subjective creations, the sequence of their events follows no objective law. Nothing in the literary text, and nothing in the sequence of historical expressions and interpretations is governed by constant relations. Of course, certain literary texts actually exist, and so do certain sequences of historical events. But this by no means implies that anything had to happen in the order it did. It simply occurred. In the same way, however, as one can always invent different literary stories, history and the sequence of historical events, too, might have happened in an entirely different way. Moreover, according to historicism, and particularly visible in its modern hermeneutical version, the formation of these always contingently related human expressions and their interpretations is also not constrained by any objective law. In literary production anything can be expressed or interpreted concerning everything; and, along the same line, historical and economic events are whatever someone expresses or interprets them to be, and their description by the historian and economist is then whatever he expresses or interprets these past subjective events to have been.

132

Η στάση που γεννά η ιστορικιστική φιλοσοφία είναι εκείνη του σχετικισμού. Το σύνθημά της είναι: «Τα πάντα είναι δυνατά». Καθώς δεν περιορίζονται από κανέναν αντικειμενικό νόμο, η ιστορία και η οικονομική επιστήμη, μαζί με τη λογοτεχνική κριτική, αποτελούν για τον ιστορικιστή-ερμηνευτιστή ζητήματα αισθητικής. Κατά συνέπεια, το έργο του προσλαμβάνει τη μορφή πραγματειών σχετικά με το τι αισθάνεται κάποιος για εκείνο που αισθάνεται ότι αισθάνθηκε κάποιος άλλος —μια λογοτεχνική μορφή την οποία γνωρίζουμε υπερβολικά καλά, ιδίως σε πεδία όπως η κοινωνιολογία και η πολιτική επιστήμη.44

The attitude that historicist philosophy generates is one of relativism. Its motto is “everything is possible.” Unconstrained by any objective law, for the historicist-hermeneutician history and economics, along with literary criticism, are matters of esthetics. And accordingly, his output takes on the form of disquisitions on what someone feels about what he feels was felt by somebody else—a literary form which we are only too familiar with, in particular in such fields as sociology and political science.

133

Πιστεύω ότι γίνεται διαισθητικά αντιληπτό πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά τόσο με την εμπειριστική όσο και με την ιστορικιστική φιλοσοφία. Οι επιστημολογικές τους περιγραφές δεν φαίνεται καν να ανταποκρίνονται στα πρότυπα που οι ίδιες επέλεξαν: στη φύση, αφενός, και στα λογοτεχνικά κείμενα, αφετέρου. Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά οικονομικές προτάσεις όπως ο νόμος της οριακής χρησιμότητας ή η ποσοτική θεωρία του χρήματος, οι περιγραφές τους φαίνονται απλώς εσφαλμένες.

Ο νόμος της οριακής χρησιμότητας ασφαλώς δεν μας δίνει την εντύπωση ενός υποθετικού νόμου, του οποίου η επικύρωση εξαρτάται για πάντα από επιβεβαιωτικές ή διαψευστικές εμπειρίες που εμφανίζονται εδώ ή εκεί. Και η αντίληψη ότι τα φαινόμενα στα οποία αναφέρεται ο νόμος αποτελούν ποσοτικώς μετρήσιμα μεγέθη φαίνεται απολύτως γελοία.

Ούτε η ιστορικιστική ερμηνεία φαίνεται καλύτερη. Η σκέψη ότι η σχέση μεταξύ των συμβάντων στα οποία αναφέρεται η ποσοτική θεωρία του χρήματος μπορεί να αναιρεθεί, αρκεί κάποιος να το επιθυμεί, φαίνεται παράλογη. Εξίσου παράλογη φαίνεται η ιδέα ότι έννοιες όπως το χρήμα, η ζήτηση χρήματος και η αγοραστική δύναμη διαμορφώνονται χωρίς κανέναν αντικειμενικό περιορισμό και αναφέρονται απλώς σε ιδιότροπα υποκειμενικά δημιουργήματα.

Αντιθέτως, κατά της εμπειριστικής διδασκαλίας, αμφότερα τα παραδείγματα οικονομικών προτάσεων φαίνεται να είναι λογικά αληθή και να αναφέρονται σε συμβάντα υποκειμενικής φύσης. Και, κατά του ιστορικισμού, φαίνεται ότι όσα διατυπώνουν δεν θα μπορούσαν να αναιρεθούν σε καμία ιστορική περίοδο, ότι περιέχουν εννοιολογικές διακρίσεις οι οποίες, μολονότι αναφέρονται σε υποκειμενικά συμβάντα, υπόκεινται παρ’ όλα αυτά σε αντικειμενικούς περιορισμούς και ότι ενσωματώνουν γνώση καθολικής εγκυρότητας.

I trust that one senses intuitively that something is seriously amiss in both the empiricist as well as the historicist philosophies. Their epistemological accounts do not even seem to fit their own self-chosen models: nature on the one hand and literary texts on the other. And in any case, regarding economic propositions such as the law of marginal utility or the quantity theory of money their accounts seem to be simply wrong. The law of marginal utility certainly does not strike one as a hypothetical law subject forever for its validation to confirming or disconfirming experiences popping up here or there. And to conceive of the phenomena talked about in the law as quantifiable magnitudes seems to be nothing but ridiculous. Nor does the historicist interpretation seem to be any better. To think that the relationship between the events referred to in the quantity theory of money can be undone if one only wished to do so seems absurd. And the idea appears no less absurd that concepts such as money, demand for money, and purchasing power are formed without any objective constraints and refer merely to whimsical subjective creations. Instead, contrary to the empiricist doctrine, both examples of economic propositions appear to be logically true and to refer to events which are subjective in nature. And contrary to historicism, it would seem that what they state, then, could not possibly be undone in all of history and would contain conceptual distinctions which, while referring to subjective events, were nonetheless objectively constrained, and would incorporate universally valid knowledge.

134

Όπως και οι περισσότεροι από τους γνωστότερους οικονομολόγους που προηγήθηκαν, ο Mises συμμερίζεται αυτές τις διαισθήσεις.45 Κατά την αναζήτηση, όμως, των θεμελίων της οικονομικής επιστήμης, προχωρεί πέρα από τη διαίσθηση. Αντιμετωπίζει την πρόκληση που θέτουν ο εμπειρισμός και ο ιστορικισμός, προκειμένου να ανασυγκροτήσει συστηματικά τη βάση πάνω στην οποία αυτές οι διαισθήσεις μπορούν να κατανοηθούν ως ορθές και δικαιολογημένες. Με αυτόν τον τρόπο δεν επιθυμεί να συμβάλει στη δημιουργία ενός νέου επιστημονικού κλάδου της οικονομικής επιστήμης. Εξηγώντας, όμως, όσα προηγουμένως είχαν γίνει αντιληπτά μόνο διαισθητικά, ο Mises προχωρεί πολύ πέρα από οτιδήποτε είχε επιχειρηθεί στο παρελθόν. Ανασυγκροτώντας τα ορθολογικά θεμέλια των διαισθήσεων των οικονομολόγων, μας διασφαλίζει την ορθή πορεία για κάθε μελλοντική εξέλιξη της οικονομικής επιστήμης και μας προστατεύει από το συστηματικό διανοητικό σφάλμα.

Like most of the better known economists before him, Mises shares these intuitions. Yet in quest of the foundation of economics, Mises goes beyond intuition. He takes on the challenge posed by empiricism and historicism in order to reconstruct systematically the basis on which these intuitions can be understood as correct and justified. He thereby does not want to help bring about a new discipline of economics. But in explaining what formerly had only been grasped intuitively, Mises goes far beyond what had ever been done before. In reconstructing the rational foundations of the economists’ intuitions, he assures us of the proper path for any future development in economics and safeguards us against systematic intellectual error.

135

Ο Mises επισημαίνει, στην αρχή της ανασυγκρότησής του, ότι ο εμπειρισμός και ο ιστορικισμός αποτελούν αυτοαντιφατικά δόγματα.46 Η εμπειριστική αντίληψη ότι όλα τα συμβάντα, είτε φυσικά είτε οικονομικά, συνδέονται μόνο υποθετικά μεταξύ τους αντιφάσκει προς το ίδιο το μήνυμα αυτής της θεμελιώδους εμπειριστικής πρότασης. Διότι, εάν η ίδια αυτή πρόταση θεωρούνταν απλώς υποθετικά αληθής —δηλαδή μια υποθετικά αληθής πρόταση σχετικά με υποθετικά αληθείς προτάσεις—, δεν θα πληρούσε καν τις προϋποθέσεις μιας επιστημολογικής απόφανσης. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα παρείχε καμία απολύτως δικαιολόγηση για τον ισχυρισμό ότι οι οικονομικές προτάσεις δεν είναι και δεν μπορούν να είναι κατηγορικά ή a priori αληθείς, όπως μας πληροφορεί η διαίσθησή μας ότι πράγματι είναι.

Εάν, ωστόσο, γινόταν δεκτό ότι η θεμελιώδης εμπειριστική προκείμενη είναι η ίδια κατηγορικά αληθής —δηλαδή εάν δεχόμασταν ότι μπορεί κανείς να διατυπώσει κάτι a priori αληθές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται τα συμβάντα—, αυτό θα διέψευδε την ίδια της τη θέση ότι η εμπειρική γνώση πρέπει απαρεγκλίτως να αποτελεί υποθετική γνώση. Έτσι θα άνοιγε ο δρόμος για έναν κλάδο όπως η οικονομική επιστήμη, ο οποίος αξιώνει ότι παράγει εμπειρικά σημαίνουσα γνώση με a priori εγκυρότητα.

Επιπλέον, η εμπειριστική θέση ότι τα οικονομικά φαινόμενα πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως παρατηρήσιμα και μετρήσιμα μεγέθη — ανάλογα προς εκείνα των φυσικών επιστημών— καθίσταται επίσης μη αποδεικτική βάσει των ίδιων της των προϋποθέσεων. Διότι ο εμπειρισμός θέλει προφανώς να μας παρέχει εμπειρική γνώση με νόημα όταν μας πληροφορεί ότι οι οικονομικές μας έννοιες θεμελιώνονται σε παρατηρήσεις. Και όμως, οι ίδιες οι έννοιες της παρατήρησης και της μέτρησης, τις οποίες ο εμπειρισμός πρέπει να χρησιμοποιήσει για να διατυπώσει τον ισχυρισμό του, προφανώς δεν προέρχονται από την παρατηρησιακή εμπειρία με τον τρόπο που προέρχονται έννοιες όπως οι κότες και τα αυγά ή τα μήλα και τα αχλάδια.

Δεν μπορεί κανείς να παρατηρήσει κάποιον να πραγματοποιεί μια παρατήρηση ή μια μέτρηση ως τέτοια. Αντιθέτως, πρέπει πρώτα να κατανοήσει τι είναι οι παρατηρήσεις και οι μετρήσεις, προκειμένου να είναι κατόπιν σε θέση να ερμηνεύσει ορισμένα παρατηρήσιμα φαινόμενα ως πραγματοποίηση μιας παρατήρησης ή μιας μέτρησης. Επομένως, σε αντίθεση με το ίδιο του το δόγμα, ο εμπειρισμός είναι αναγκασμένος να παραδεχθεί ότι υπάρχει εμπειρικά σημαίνουσα γνώση η οποία θεμελιώνεται στην κατανόηση —όπως ακριβώς, σύμφωνα με τις διαισθήσεις μας, οι οικονομικές προτάσεις αξιώνουν ότι θεμελιώνονται στην κατανόηση— και όχι στις παρατηρήσεις.47

Empiricism and historicism, Mises notes at the outset of his reconstruction, are self-contradictory doctrines. The empiricist notion that all events, natural or economic, are only hypothetically related is contradicted by the message of this very basic empiricist proposition itself: For if this proposition were regarded as itself being merely hypothetically true, i.e., a hypothetically true proposition regarding hypothetically true propositions, it would not even qualify as an epistemological pronouncement. For it would then provide no justification whatsoever for the claim that economic propositions are not, and cannot be, categorically, or a priori true, as our intuition informs us they are. If, however, the basic empiricist premise were assumed to be categorically true itself, i.e., if we assume that one could say something a priori true about the way events are related, then this would belie its very own thesis that empirical knowledge must invariably be hypothetical knowledge, thus making room for a discipline such as economics claiming to produce a priori valid empirical knowledge. Further, the empiricist thesis that economic phenomena must be conceived of as observable and measurable magnitudes—analogous to those of the natural sciences—is rendered inconclusive, too, on its own account: For, obviously, empiricism wants to provide us with meaningful empirical knowledge when it informs us that our economic concepts are grounded in observations. And yet, the concepts of observation and measurement themselves, which empiricism must employ in claiming what it does, are both obviously not derived from observational experience in the sense that concepts such as hens and eggs or apples and pears are. One cannot observe someone making an observation or measurement. Rather, one must first understand what observations and measurements are in order to then be able to interpret certain observable phenomena as the making of an observation or the taking of a measurement. Thus, contrary to its own doctrine, empiricism is compelled to admit that there is empirical knowledge which is based on understanding—just as according to our intuitions economic propositions claim to be based on understanding—rather than on observations.

136

Όσον αφορά τον ιστορικισμό, οι αυτοαντιφάσεις του δεν είναι λιγότερο εμφανείς. Διότι, εάν, όπως ισχυρίζεται ο ιστορικισμός, τα ιστορικά και οικονομικά συμβάντα —τα οποία αντιλαμβάνεται ως ακολουθίες υποκειμενικά κατανοούμενων και όχι παρατηρούμενων συμβάντων— δεν διέπονται από σταθερές, χρονικά αμετάβλητες σχέσεις, τότε ούτε η ίδια αυτή πρόταση μπορεί να αξιώνει ότι διατυπώνει κάτι διαρκώς αληθές για την ιστορία και την οικονομική επιστήμη.

Αντιθέτως, θα αποτελούσε μια πρόταση με, τρόπον τινά, φευγαλέα τιμή αλήθειας: μπορεί να είναι αληθής τώρα, εάν το επιθυμούμε, αλλά ενδεχομένως ψευδής μια στιγμή αργότερα, εάν δεν το επιθυμούμε, χωρίς κανείς να γνωρίζει ποτέ αν το επιθυμούμε ή όχι. Εάν, όμως, αυτή ήταν η υπόσταση της θεμελιώδους ιστορικιστικής προκείμενης, τότε και αυτή προφανώς δεν θα πληρούσε τις προϋποθέσεις μιας επιστημολογίας. Ο ιστορικισμός δεν θα μας είχε προσφέρει κανέναν λόγο για να πιστεύουμε οποιονδήποτε από τους ισχυρισμούς του.

Εάν, από την άλλη πλευρά, γινόταν δεκτό ότι η θεμελιώδης πρόταση του ιστορικισμού είναι αμετάβλητα αληθής, τότε μια τέτοια πρόταση σχετικά με τη σταθερή φύση των ιστορικών και οικονομικών φαινομένων θα αντέφασκε προς το ίδιο το δόγμα του ιστορικισμού, το οποίο αρνείται την ύπαρξη οποιωνδήποτε τέτοιων σταθερών.

Επιπλέον, ο ισχυρισμός του ιστορικιστή —και ακόμη περισσότερο του σύγχρονου διαδόχου του, του ερμηνευτιστή— ότι τα ιστορικά και οικονομικά συμβάντα αποτελούν απλώς υποκειμενικά δημιουργήματα, τα οποία δεν περιορίζονται από κανέναν αντικειμενικό παράγοντα, αποδεικνύεται ψευδής από την ίδια την απόφανση μέσω της οποίας διατυπώνεται. Διότι, προφανώς, ένας ιστορικιστής πρέπει να θεωρεί ότι η ίδια αυτή απόφανση έχει νόημα και είναι αληθής· πρέπει να θεωρεί ότι λέει κάτι συγκεκριμένο για κάτι, αντί να παράγει απλώς ήχους χωρίς νόημα, όπως η λέξη «αμπρακατάμπρα».

Εάν, όμως, έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η απόφανσή του πρέπει σαφώς να θεωρηθεί ότι περιορίζεται από κάτι που βρίσκεται έξω από το πεδίο των αυθαίρετων υποκειμενικών δημιουργημάτων. Ασφαλώς, μπορώ να διατυπώσω όσα λέει ο ιστορικιστής στα αγγλικά, στα γερμανικά, στα κινεζικά ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα επιθυμώ, στον βαθμό που οι ιστορικές και οικονομικές εκφράσεις και ερμηνείες μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν απλώς υποκειμενικά δημιουργήματα. Οτιδήποτε, όμως, και αν πω, σε οποιαδήποτε γλώσσα επιλέξω, πρέπει να θεωρείται ότι περιορίζεται από κάποιο υποκείμενο προτασιακό νόημα της απόφανσής μου, το οποίο είναι το ίδιο για κάθε γλώσσα και υπάρχει εντελώς ανεξάρτητα από την ιδιαίτερη γλωσσική μορφή με την οποία εκφράζεται.

Και, σε αντίθεση με την ιστορικιστική πεποίθηση, η ύπαρξη ενός τέτοιου περιορισμού δεν έχει τέτοιο χαρακτήρα ώστε να μπορεί κανείς να τον καταργήσει κατά βούληση. Αντιθέτως, είναι αντικειμενικός, υπό την έννοια ότι μπορούμε να τον κατανοήσουμε ως λογικά αναγκαία προϋπόθεση για τη διατύπωση οποιασδήποτε απόφανσης με νόημα, σε αντιδιαστολή προς την απλή παραγωγή ήχων χωρίς νόημα. Ο ιστορικιστής δεν θα μπορούσε να αξιώνει ότι λέει οτιδήποτε, αν οι εκφράσεις και οι ερμηνείες του δεν περιορίζονταν πράγματι από τους νόμους της λογικής, οι οποίοι αποτελούν την ίδια την προϋπόθεση των αποφάνσεων με νόημα καθαυτών.48

And regarding historicism, its self-contradictions are no less manifest. For if, as historicism claims, historical and economic events—which it conceives of as sequences of subjectively understood rather than observed events—are not governed by any constant, time-invariant relations, then this very proposition also cannot claim to say anything constantly true about history and economics. Instead, it would be a proposition with, so to speak, a fleeting truth value: it may be true now, if we wish it so, yet possibly false a moment later, in case we do not, with no one ever knowing anything about whether we do or do not. Yet, if this were the status of the basic historicist premise, it, too, would obviously not qualify as an epistemology. Historicism would not have given us any reason why we should believe any of it. If, however, the basic proposition of historicism were assumed to be invariantly true, then such a proposition about the constant nature of historical and economic phenomena would contradict its own doctrine denying any such constants. Furthermore, the historicist’s—and even more so its modern heir, the hermeneutician’s—claim that historical and economic events are mere subjective creations, unconstrained by any objective factors, is proven false by the very statement making it. For evidently, a historicist must assume this very statement to be meaningful and true; he must presume to say something specific about something, rather than merely uttering meaningless sounds like abracadabra. Yet if this is the case, then, clearly, his statement must be assumed to be constrained by something outside the realm of arbitrary subjective creations. Of course, I can say what the historicist says in English, German, or Chinese, or in any other language I wish, in so far as historic and economic expressions and interpretations may well be regarded as mere subjective creations. But whatever I say in whatever language I choose must be assumed to be constrained by some underlying propositional meaning of my statement, which is the same for any language, and exists completely independent of whatever the peculiar linguistic form may be in which it is expressed. And contrary to historicist belief, the existence of such a constraint is not such that one could possibly dispose of it at will. Rather, it is objective in that we can understand it to be the logically necessary presupposition for saying anything meaningful at all, as opposed to merely producing meaningless sounds. The historicist could not claim to say anything if it were not for the fact that his expressions and interpretations are actually constrained by laws of logic as the very presupposition of meaningful statements as such.

137

Με αυτή την ανασκευή του εμπειρισμού και του ιστορικισμού, επισημαίνει ο Mises, αποκαθίστανται επιτυχώς οι αξιώσεις της ορθολογιστικής φιλοσοφίας και θεμελιώνεται η δυνατότητα a priori αληθών αποφάνσεων, όπως φαίνεται ότι είναι οι προτάσεις της οικονομικής επιστήμης. Πράγματι, ο Mises θεωρεί ρητά τις δικές του επιστημολογικές έρευνες συνέχεια του έργου της δυτικής ορθολογιστικής φιλοσοφίας. Μαζί με τον Leibniz και τον Kant, αντιπαρατίθεται στην παράδοση του Locke και του Hume.49

Συντάσσεται με τον Leibniz όταν απαντά στο περίφημο αξίωμα του Locke «τίποτε δεν υπάρχει στον νου που να μην υπήρξε προηγουμένως στις αισθήσεις» με το εξίσου περίφημο «εκτός από τον ίδιο τον νου». Και αντιλαμβάνεται το έργο του ως φιλοσόφου της οικονομικής επιστήμης ως αυστηρά ανάλογο προς το έργο του Kant ως φιλοσόφου του καθαρού λόγου —δηλαδή της επιστημολογίας. Όπως ο Kant, έτσι και ο Mises θέλει να καταδείξει την ύπαρξη αληθών συνθετικών a priori προτάσεων, δηλαδή προτάσεων των οποίων οι τιμές αλήθειας μπορούν να προσδιοριστούν οριστικά, μολονότι τα μέσα της τυπικής λογικής δεν επαρκούν για τον σκοπό αυτό και οι παρατηρήσεις δεν είναι αναγκαίες.

With such a refutation of empiricism and historicism, Mises notices, the claims of rationalist philosophy are successfully reestablished, and the case is made for the possibility of a priori true statements, as those of economics seem to be. Indeed, Mises explicitly regards his own epistemological investigations as the continuation of the work of western rationalist philosophy. With Leibniz and Kant he stands opposite the tradition of Locke and Hume. He sides with Leibniz when he answers Locke’s famous dictum “nothing is in the intellect that has not previously been in the senses” with his equally famous one “except the intellect itself.” And he recognizes his task as a philosopher of economics as strictly analogous to that of Kant’s as a philosopher of pure reason, i.e., of epistemology. Like Kant, Mises wants to demonstrate the existence of true a priori synthetic propositions, or propositions whose truth values can be definitely established, even though in order to do so the means of formal logic are insufficient and observations are unnecessary.

138

Η κριτική μου κατά του εμπειρισμού και του ιστορικισμού απέδειξε τη γενική ορθολογιστική θέση. Απέδειξε ότι διαθέτουμε πράγματι γνώση η οποία δεν προέρχεται από την παρατήρηση και, παρ’ όλα αυτά, περιορίζεται από αντικειμενικούς νόμους. Πράγματι, η ανασκευή του εμπειρισμού και του ιστορικισμού που παρουσιάσαμε περιέχει η ίδια τέτοια συνθετική a priori γνώση.

Τι ισχύει, όμως, για το θετικό έργο της κατάδειξης ότι οι προτάσεις της οικονομικής επιστήμης —όπως ο νόμος της οριακής χρησιμότητας και η ποσοτική θεωρία του χρήματος— ανήκουν σε αυτό το είδος γνώσης; Για να συμβεί αυτό, επισημαίνει ο Mises, και σύμφωνα με τους περιορισμούς που διατύπωσαν παραδοσιακά οι ορθολογιστές φιλόσοφοι, οι οικονομικές προτάσεις πρέπει να πληρούν δύο προϋποθέσεις.

Πρώτον, πρέπει να είναι δυνατόν να καταδειχθεί ότι δεν προέρχονται από παρατηρησιακά τεκμήρια, διότι τα παρατηρησιακά τεκμήρια μπορούν μόνο να αποκαλύψουν τα πράγματα όπως συμβαίνει να είναι· δεν υπάρχει σε αυτά τίποτε που να υποδεικνύει γιατί τα πράγματα πρέπει να είναι όπως είναι. Αντιθέτως, πρέπει να καταδειχθεί ότι οι οικονομικές προτάσεις θεμελιώνονται στην αναστοχαστική γνώση, στην κατανόηση του εαυτού μας ως υποκειμένου της γνώσης.

Δεύτερον, αυτή η αναστοχαστική κατανόηση πρέπει να αποδίδει ορισμένες προτάσεις ως αυταπόδεικτα υλικά αξιώματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα αξιώματα αυτά πρέπει να είναι αυταπόδεικτα με ψυχολογική έννοια —δηλαδή ότι θα πρέπει να έχουμε άμεση επίγνωσή τους ή ότι η αλήθεια τους εξαρτάται από ένα ψυχολογικό αίσθημα πεποίθησης. Αντιθέτως, όπως και ο Kant πριν από αυτόν, ο Mises υπογραμμίζει ιδιαίτερα το γεγονός ότι η ανακάλυψη τέτοιων αξιωμάτων είναι συνήθως πολύ πιο επίπονη από την ανακάλυψη κάποιας παρατηρησιακής αλήθειας, όπως ότι τα φύλλα των δέντρων είναι πράσινα ή ότι έχω ύψος έξι πόδια και δύο ίντσες.50 Εκείνο που τα καθιστά αυταπόδεικτα υλικά αξιώματα είναι μάλλον το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί την εγκυρότητά τους χωρίς να περιπέσει σε αυτοαντίφαση, διότι, επιχειρώντας να τα αρνηθεί, έχει ήδη προϋποθέσει την εγκυρότητά τους.

My criticism of empiricism and historicism has proved the general rationalist claim. It has proved that we indeed do possess knowledge which is not derived from observation and yet is constrained by objective laws. In fact, our refutation of empiricism and historicism contains such a priori synthetic knowledge. Yet what about the constructive task of showing that the propositions of economics—such as the law of marginal utility and the quantity theory of money—qualify as this type of knowledge? In order to do so, Mises notices in accordance with the strictures traditionally formulated by rationalist philosophers, economic propositions must fulfill two requirements: First, it must be possible to demonstrate that they are not derived from observational evidence, for observational evidence can only reveal things as they happen to be; there is nothing in it that would indicate why things must be the way they are. Instead, economic propositions must be shown to be grounded in reflective cognition, in our understanding of ourselves as knowing subjects. And secondly this reflective understanding must yield certain propositions as self-evident material axioms. Not in the sense that such axioms would have to be self-evident in a psychological sense, that is, that one would have to be immediately aware of them or that their truth depends on a psychological feeling of conviction. On the contrary, like Kant before him, Mises very much stresses the fact that it is usually much more painstaking to discover such axioms than it is to discover some observational truth such as that the leaves of trees are green or that I am 6 foot 2 inches. Rather, what makes them self-evident material axioms is the fact that no one can deny their validity without self-contradiction, because in attempting to deny them one already presupposes their validity.

139

Ο Mises επισημαίνει ότι αμφότερες οι προϋποθέσεις πληρούνται από εκείνο που αποκαλεί αξίωμα της δράσης —δηλαδή από την πρόταση ότι οι άνθρωποι δρουν, ότι εκδηλώνουν σκόπιμη συμπεριφορά.51 Προφανώς, αυτό το αξίωμα δεν προέρχεται από την παρατήρηση —εκείνο που μπορεί να παρατηρηθεί είναι μόνο σωματικές κινήσεις και όχι κάτι τέτοιο όπως οι δράσεις— αλλά πηγάζει από την αναστοχαστική κατανόηση. Και αυτή η κατανόηση αφορά πράγματι μια αυταπόδεικτη πρόταση. Διότι η αλήθεια της δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, εφόσον η ίδια η άρνησή της θα έπρεπε να κατηγοριοποιηθεί ως δράση.

Δεν είναι, όμως, αυτό μια απλή κοινοτοπία; Και τι σχέση έχει με αυτό η οικονομική επιστήμη; Ασφαλώς, είχε ήδη αναγνωριστεί ότι οικονομικές έννοιες όπως οι τιμές, το κόστος, η παραγωγή, το χρήμα, η πίστωση κ.λπ. είχαν κάποια σχέση με το γεγονός ότι υπήρχαν δρώντες άνθρωποι. Το ότι, όμως, ολόκληρη η οικονομική επιστήμη θα μπορούσε να θεμελιωθεί και να ανασυγκροτηθεί βάσει μιας τόσο τετριμμένης πρότασης —και ο τρόπος με τον οποίο αυτό θα μπορούσε να γίνει— ασφαλώς κάθε άλλο παρά προφανές είναι.

Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Mises ήταν ότι κατέδειξε ακριβώς αυτό: ότι σε αυτό το, από ψυχολογική άποψη, τετριμμένο αξίωμα της δράσης εμπεριέχονται ενοράσεις οι οποίες δεν είναι και οι ίδιες ψυχολογικά αυταπόδεικτες· και ότι ακριβώς αυτές οι ενοράσεις παρέχουν τη θεμελίωση των θεωρημάτων της οικονομικής επιστήμης ως αληθών συνθετικών a priori προτάσεων.

Mises points out that both requirements are fulfilled by what he terms the axiom of action, i.e., the proposition that humans act, that they display intentional behavior. Obviously, this axiom is not derived from observation—there are only bodily movements to be observed but no such thing as actions—but stems instead from reflective understanding. And this understanding is indeed of a self-evident proposition. For its truth cannot be denied, since the denial would itself have to be categorized as an action. But is this not just plain trivial? And what has economics got to do with this? Of course, it had previously been recognized that economic concepts such as prices, costs, production, money, credit, etc., had something to do with the fact that there were acting people. But that all of economics could be grounded in and reconstructed based on such a trivial proposition and how, is certainly anything but clear. It is one of Mises’s greatest achievements to have shown precisely this: that there are insights implied in this psychologically speaking trivial axiom of action that were not themselves psychologically self-evident as well; and that it is these insights which provide the foundation for the theorems of economics as true a priori synthetic propositions.

140

Ασφαλώς, δεν είναι ψυχολογικά προφανές ότι με κάθε δράση ένας δρων επιδιώκει έναν σκοπό· και ότι, όποιος και αν είναι ο σκοπός αυτός, το γεγονός ότι επιδιώχθηκε από έναν δρώντα αποκαλύπτει πως ο τελευταίος πρέπει να του απέδωσε σχετικά μεγαλύτερη αξία από ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο σκοπό δράσης μπορούσε να συλλάβει κατά την έναρξη της δράσης του.

Δεν είναι προφανές ότι, για να επιτύχει τον σκοπό στον οποίο αποδίδει τη μεγαλύτερη αξία, ένας δρων πρέπει να παρέμβει ή να αποφασίσει να μην παρέμβει —κάτι που, ασφαλώς, αποτελεί επίσης σκόπιμη παρέμβαση— σε ένα προγενέστερο χρονικό σημείο, προκειμένου να επιφέρει ένα μεταγενέστερο αποτέλεσμα. Ούτε είναι προφανές ότι τέτοιες παρεμβάσεις συνεπάγονται απαρεγκλίτως τη χρησιμοποίηση κάποιων σπάνιων μέσων —τουλάχιστον του σώματος του δρώντος, του χώρου που αυτό καταλαμβάνει και του χρόνου που απορροφά η δράση.

Δεν είναι αυταπόδεικτο ότι αυτά τα μέσα πρέπει επίσης να έχουν αξία για τον δρώντα —μια αξία που απορρέει από εκείνη του σκοπού— επειδή ο δρων πρέπει να θεωρεί τη χρησιμοποίησή τους αναγκαία για την αποτελεσματική επίτευξη του σκοπού. Ούτε είναι αυταπόδεικτο ότι οι δράσεις μπορούν να εκτελούνται μόνο διαδοχικά και ότι συνεπάγονται πάντοτε μια επιλογή —δηλαδή την ανάληψη εκείνης της πορείας δράσης η οποία, σε μια δεδομένη χρονική στιγμή, υπόσχεται στον δρώντα το αποτέλεσμα με τη μεγαλύτερη αξία, αποκλείοντας συγχρόνως την επιδίωξη άλλων σκοπών μικρότερης αξίας.

Δεν είναι αυτομάτως σαφές ότι, ως συνέπεια της ανάγκης επιλογής και προτίμησης ενός σκοπού έναντι κάποιου άλλου —της αδυναμίας ταυτόχρονης πραγματοποίησης όλων των σκοπών—, κάθε δράση ανεξαιρέτως συνεπάγεται την ανάληψη κόστους. Συνεπάγεται, δηλαδή, την παραίτηση από την αξία που αποδίδεται στον υψηλότερα κατατασσόμενο εναλλακτικό σκοπό, ο οποίος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ή του οποίου η πραγματοποίηση πρέπει να αναβληθεί, επειδή τα μέσα που είναι αναγκαία για την επίτευξή του έχουν δεσμευθεί για την παραγωγή ενός άλλου σκοπού ακόμη μεγαλύτερης αξίας.

Τέλος, δεν είναι προφανές ότι, κατά το σημείο εκκίνησής του, κάθε σκοπός της δράσης πρέπει να θεωρείται από τον δρώντα ότι αξίζει περισσότερο από το κόστος του και ότι είναι ικανός να αποφέρει κέρδος —δηλαδή ένα αποτέλεσμα του οποίου η αξία κατατάσσεται υψηλότερα από εκείνη της ευκαιρίας από την οποία παραιτήθηκε. Και όμως κάθε δράση απειλείται επίσης απαρεγκλίτως από το ενδεχόμενο ζημίας, εάν ο δρων διαπιστώσει εκ των υστέρων ότι, σε αντίθεση με τις προσδοκίες του, το αποτέλεσμα που πράγματι επιτεύχθηκε έχει χαμηλότερη αξία από εκείνη που θα είχε η εναλλακτική επιλογή από την οποία παραιτήθηκε.

It is certainly not psychologically evident that with every action an actor pursues a goal; and that whatever the goal may be, the fact that it was pursued by an actor reveals that he must have placed a relatively higher value on it than on any other goal of action that he could think of at the start of his action. It is not evident that in order to achieve his most highly valued goal an actor must interfere or decide not to interfere—which, of course, is also an intentional interference—at an earlier point in time in order to produce a later result; nor is it obvious that such interferences invariably imply the employment of some scarce means—at least those of the actor’s body, its standing room, and the time absorbed by the action. It is not self-evident that these means, then, must also have value for an actor—a value derived from that of the goal—because the actor must regard their employment as necessary in order to effectively achieve the goal; and that actions can only be performed sequentially, always involving a choice, i.e., taking up that one course of action which at some given time promises the most highly valued results to the actor and excluding at the same time the pursual of other, less highly valued goals. It is not automatically clear that as a consequence of having to choose and give preference to one goal over another—of not being able to realize all goals simultaneously—each and every action implies the incurrence of costs, i.e., forsaking the value attached to the most highly ranking alternative goal that cannot be realized or whose realization must be deferred, because the means necessary to attain it are bound up in the production of another, even more highly valued goal. And lastly, it is not evident that at its starting point every goal of action must be considered worth more to the actor than its cost and capable of yielding a profit, i.e., a result whose value is ranked higher than that of the foregone opportunity, and yet that every action is also invariably threatened by the possibility of a loss if an actor finds, in retrospect, that contrary to his expectations the actually achieved result in fact has a lower value than the relinquished alternative would have had.

141

Όλες αυτές οι κατηγορίες, οι οποίες γνωρίζουμε ότι βρίσκονται στην ίδια την καρδιά της οικονομικής επιστήμης —αξίες, σκοποί, μέσα, επιλογή, προτίμηση, κόστος, κέρδος και ζημία—, εμπεριέχονται στο αξίωμα της δράσης. Όπως και το ίδιο το αξίωμα, δεν προέρχονται από την παρατήρηση. Αντιθέτως, για να μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τις παρατηρήσεις μέσω τέτοιων κατηγοριών, πρέπει να γνωρίζει ήδη τι σημαίνει το να δρα.

Κανείς που δεν είναι ο ίδιος δρων δεν θα μπορούσε ποτέ να τις κατανοήσει, διότι δεν είναι «δεδομένες», έτοιμες προς παρατήρηση· αντιθέτως, η παρατηρησιακή εμπειρία προσλαμβάνει τη μορφή αυτών των εννοιών, καθώς ερμηνεύεται από έναν δρώντα. Και μολονότι οι κατηγορίες αυτές και οι μεταξύ τους σχέσεις δεν εμπεριέχονταν κατά τρόπο προφανή στο αξίωμα της δράσης, από τη στιγμή που καταδειχθεί ρητά ότι πράγματι εμπεριέχονται σε αυτό και με ποιον τρόπο, δεν υπάρχει πλέον καμία δυσκολία να αναγνωριστούν ως a priori αληθείς με την ίδια έννοια κατά την οποία είναι a priori αληθές και το ίδιο το αξίωμα.

Διότι κάθε απόπειρα ανασκευής της εγκυρότητας όσων ανασυγκρότησε ο Mises ως εμπεριεχόμενων στην ίδια την έννοια της δράσης θα έπρεπε να αποβλέπει σε έναν σκοπό, να απαιτεί μέσα, να αποκλείει άλλες πορείες δράσης, να συνεπάγεται κόστος και να εκθέτει τον δρώντα στο ενδεχόμενο επίτευξης ή μη επίτευξης του επιθυμητού σκοπού, οδηγώντας έτσι σε κέρδος ή ζημία.

Επομένως, είναι προδήλως αδύνατον να αμφισβητηθεί ή να διαψευστεί ποτέ η εγκυρότητα των ενοράσεων του Mises. Πράγματι, μια κατάσταση στην οποία οι κατηγορίες της δράσης θα έπαυαν να έχουν πραγματική ύπαρξη δεν θα μπορούσε ποτέ να παρατηρηθεί ούτε να αποτελέσει αντικείμενο λόγου, διότι τόσο η πραγματοποίηση μιας παρατήρησης όσο και η ομιλία αποτελούν οι ίδιες δράσεις.

All of these categories which we know to be the very heart of economics—values, ends, means, choice, preference, cost, profit and loss—are implied in the axiom of action. Like the axiom itself, they are not derived from observation. Rather, that one is able to interpret observations in terms of such categories requires that one already knows what it means to act. No one who is not an actor could ever understand them, as they are not “given,” ready to be observed, but observational experience is cast in these terms as it is construed by an actor. And while they and their interrelations were not obviously implied in the action axiom, once it has been made explicit that they are implied, and how, one no longer has any difficulty recognizing them as being a priori true in the same sense as the axiom itself is. For any attempt to disprove the validity of what Mises has reconstructed as implied in the very concept of action would have to be aimed at a goal, requiring means, excluding other courses of action, incurring costs, subjecting the actor to the possibility of achieving or not achieving the desired goal and so leading to a profit or a loss. Thus, it is manifestly impossible to ever dispute or falsify the validity of Mises’s insights. In fact, a situation in which the categories of action would cease to have a real existence could itself never be observed or spoken of, since to make an observation and to speak are themselves actions.

142

Όλες οι αληθείς οικονομικές προτάσεις —και αυτό ακριβώς αποτελεί το αντικείμενο της πραξεολογίας και την ουσία της μεγάλης ενόρασης του Mises— μπορούν να συναχθούν μέσω της τυπικής λογικής από αυτή την αδιαμφισβήτητα αληθή υλική γνώση σχετικά με τη σημασία της δράσης και των κατηγοριών της.

Ακριβέστερα, όλα τα αληθή οικονομικά θεωρήματα συνίστανται στα ακόλουθα:

  1. Στην κατανόηση της σημασίας της δράσης.
  2. Σε μια κατάσταση ή σε μια μεταβολή κατάστασης, η οποία θεωρείται δεδομένη ή προσδιορίζεται ως δεδομένη και περιγράφεται μέσω των κατηγοριών της δράσης.
  3. Στη λογική συναγωγή των συνεπειών —και πάλι μέσω τέτοιων κατηγοριών— οι οποίες πρέπει να προκύψουν για έναν δρώντα από αυτή την κατάσταση ή τη μεταβολή της κατάστασης.

Ο νόμος της οριακής χρησιμότητας, λόγου χάριν,52 απορρέει από την αδιαμφισβήτητη γνώση μας του γεγονότος ότι κάθε δρων προτιμά πάντοτε εκείνο που τον ικανοποιεί περισσότερο από εκείνο που τον ικανοποιεί λιγότερο, σε συνδυασμό με την παραδοχή ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με την αύξηση κατά μία πρόσθετη μονάδα της προσφοράς ενός αγαθού —ενός σπάνιου μέσου—, τις μονάδες του οποίου θεωρεί ως εξίσου κατάλληλες για την παροχή της ίδιας υπηρεσίας.

Από αυτό συνάγεται με λογική αναγκαιότητα ότι η πρόσθετη αυτή μονάδα μπορεί πλέον να χρησιμοποιηθεί μόνο ως μέσο για την εξάλειψη μιας δυσφορίας η οποία θεωρείται λιγότερο επείγουσα από τον λιγότερο πολύτιμο σκοπό που ικανοποιούνταν προηγουμένως από μία μονάδα του συγκεκριμένου αγαθού.

Εφόσον δεν υπάρχει σφάλμα στη διαδικασία της συναγωγής, τα συμπεράσματα που παράγει η οικονομική θεωρητικοποίηση —και αυτό δεν διαφέρει στην περίπτωση οποιασδήποτε άλλης οικονομικής πρότασης από ό,τι στην περίπτωση του νόμου της οριακής χρησιμότητας— πρέπει να είναι έγκυρα a priori. Η εγκυρότητα αυτών των προτάσεων ανάγεται τελικά αποκλειστικά στο αδιαμφισβήτητο αξίωμα της δράσης.

Η αντίληψη του εμπειρισμού ότι αυτές οι προτάσεις χρειάζονται συνεχή εμπειρικό έλεγχο για την επικύρωσή τους είναι παράλογη και αποτελεί ένδειξη απροκάλυπτης διανοητικής σύγχυσης. Εξίσου παράλογη και συγκεχυμένη είναι η ιστορικιστική πεποίθηση ότι η οικονομική επιστήμη δεν έχει τίποτε να πει σχετικά με σταθερές και αμετάβλητες σχέσεις, αλλά πραγματεύεται απλώς ιστορικά συμπτωματικά συμβάντα. Το να διατυπώνει κανείς αυτή την άποψη με τρόπο που να έχει νόημα ισοδυναμεί με την απόδειξη ότι η ίδια είναι εσφαλμένη, διότι η διατύπωση οποιασδήποτε απόφανσης με νόημα προϋποθέτει ήδη τη δράση και τη γνώση της σημασίας των κατηγοριών της δράσης.

All true economic propositions, and this is what praxeology is all about and what Mises’s great insight consists of, can be deduced by means of formal logic from this incontestably true material knowledge regarding the meaning of action and its categories. More precisely all true economic theorems consist of (a) an understanding of the meaning of action, (b) a situation or situational change—assumed to be given or identified as being given—and described in terms of action-categories, and (c) a logical deduction of the consequences—again in terms of such categories—which are to result for an actor from this situation or situational change. The law of marginal utility, for instance, follows from our indisputable knowledge of the fact that every actor always prefers what satisfies him more over what satisfies him less, plus the assumption that he is faced with an increase in the supply of a good (a scarce mean) whose units he regards as of equal serviceability, by one additional unit. From this it follows with logical necessity that this additional unit can then only be employed as a means for the removal of an uneasiness that is deemed less urgent than the least valuable goal previously satisfied by a unit of such a good. Provided there is no flaw in the process of deduction, the conclusions which economic theorizing yields, no different in the case of any other economic proposition from the case of the law of marginal utility, must be valid a priori. These propositions’ validity ultimately goes back to nothing but the indisputable axiom of action. To think, as empiricism does, that these propositions require continual empirical testing for their validation is absurd, and a sign of outright intellectual confusion. And it is no less absurd and confused to believe, as historicism does, that economics has nothing to say about constant and invariable relations but merely deals with historically accidental events. To say so meaningfully is to prove such a statement wrong, as saying anything meaningful at all already presupposes acting and a knowledge of the meaning of the categories of action.

143

Τα παραπάνω αρκούν εδώ ως εξήγηση της απάντησης του Mises στο ζήτημα της αναζήτησης των θεμελίων της οικονομικής επιστήμης. Θα στραφώ τώρα στον δεύτερο στόχο μου: στην εξήγηση του γιατί και του πώς η πραξεολογία παρέχει επίσης τη θεμελίωση της επιστημολογίας. Ο Mises είχε επίγνωση αυτού του γεγονότος και ήταν πεπεισμένος για τη μεγάλη σημασία που είχε αυτή η ενόραση για την ορθολογιστική φιλοσοφία. Ωστόσο, δεν πραγματεύτηκε το ζήτημα με συστηματικό τρόπο. Σε ολόκληρο το ογκώδες συγγραφικό του έργο δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες σύντομες παρατηρήσεις σχετικά με αυτό το πρόβλημα.53 Συνεπώς, σε όσα ακολουθούν θα πρέπει να επιχειρήσω να ανοίξω νέους δρόμους.

This will suffice here as an explanation of Mises’s answer regarding the quest for the foundations of economics. I shall now turn to my second goal: the explanation of why and how praxeology also provides the foundation for epistemology Mises had been aware of this and he was convinced of the great importance of this insight for rationalist philosophy. Yet Mises did not treat the matter in a systematic fashion. There are no more than a few brief remarks concerning this problem, interspersed throughout his massive body of writing. Thus, in the following I must try to break new ground.

145

Θα αρχίσω την εξήγησή μου εισάγοντας ένα δεύτερο a priori αξίωμα και αποσαφηνίζοντας τη σχέση του με το αξίωμα της δράσης. Η κατανόηση αυτής της σχέσης αποτελεί το κλειδί για την επίλυση του προβλήματός μας. Το δεύτερο αξίωμα είναι το λεγόμενο «a priori της επιχειρηματολογίας», το οποίο ορίζει ότι οι άνθρωποι είναι ικανοί να επιχειρηματολογούν και, ως εκ τούτου, γνωρίζουν τη σημασία της αλήθειας και της εγκυρότητας.54

Όπως και στην περίπτωση του αξιώματος της δράσης, αυτή η γνώση δεν προέρχεται από την παρατήρηση: εκείνο που μπορεί να παρατηρηθεί είναι μόνο λεκτική συμπεριφορά, ενώ απαιτείται μια προγενέστερη αναστοχαστική γνώση προκειμένου η συμπεριφορά αυτή να ερμηνευθεί ως επιχειρηματολογία με νόημα. Και η εγκυρότητα αυτού του αξιώματος, όπως και εκείνη του αξιώματος της δράσης, είναι αδιαμφισβήτητη. Είναι αδύνατον να αρνηθεί κανείς ότι μπορεί να επιχειρηματολογεί, διότι η ίδια η άρνηση θα αποτελούσε επιχείρημα. Πράγματι, κανείς δεν θα μπορούσε ούτε καν να πει σιωπηρά στον εαυτό του «δεν μπορώ να επιχειρηματολογήσω» χωρίς να περιπέσει με αυτόν τον τρόπο σε αυτοαντίφαση. Δεν μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει ότι δεν μπορεί να επιχειρηματολογήσει. Ούτε μπορεί να αμφισβητήσει ότι γνωρίζει τι σημαίνει η προβολή μιας αξίωσης αλήθειας ή εγκυρότητας, χωρίς να αξιώνει εμμέσως ότι η άρνηση αυτής της πρότασης είναι αληθής.

I shall begin my explanation by introducing a second a priori axiom and clarifying its relation to the axiom of action. Such an understanding is the key to solving our problem. The second axiom is the so-called “a priori of argumentation,” which states that humans are capable of argumentation and hence know the meaning of truth and validity. As in the case of the action axiom, this knowledge is not derived from observation: there is only verbal behavior to be observed and prior reflective cognition is required in order to interpret such behavior as meaningful arguments. And the validity of the axiom, like that of the action axiom, is indisputable. It is impossible to deny that one can argue, as the very denial would itself be an argument. In fact, one could not even silently say to oneself “I cannot argue” without thereby contradicting oneself. One cannot argue that one cannot argue. Nor can one dispute knowing what it means to make a truth or validity claim without implicitly claiming the negation of this proposition to be true.

146

Δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθεί ότι τα δύο a priori αξιώματα —της δράσης και της επιχειρηματολογίας— συνδέονται στενά μεταξύ τους. Αφενός, οι δράσεις είναι θεμελιωδέστερες από τις επιχειρηματολογίες, με την ύπαρξη των οποίων αναδύεται η ιδέα της εγκυρότητας, διότι η επιχειρηματολογία αποτελεί απλώς μια υποκατηγορία της δράσης. Αφετέρου, η αναγνώριση όσων μόλις αναγνωρίστηκαν σχετικά με τη δράση, την επιχειρηματολογία και τη μεταξύ τους σχέση προϋποθέτει επιχειρηματολογία. Υπό αυτή την έννοια, λοιπόν, η επιχειρηματολογία πρέπει να θεωρηθεί θεμελιωδέστερη από τη δράση: χωρίς επιχειρηματολογία δεν θα μπορούσε να ειπωθεί ότι γνωρίζουμε οτιδήποτε για τη δράση.

Αλλά τότε, δεδομένου ότι μέσω της επιχειρηματολογίας αποκαλύπτεται η ενόραση ότι —μολονότι αυτό ενδέχεται να μην είναι γνωστό πριν από οποιαδήποτε επιχειρηματολογία— η δυνατότητα της επιχειρηματολογίας προϋποθέτει πράγματι τη δράση, καθόσον οι αξιώσεις εγκυρότητας μπορούν να συζητηθούν ρητά στο πλαίσιο μιας επιχειρηματολογίας μόνο εάν τα άτομα που συμμετέχουν σε αυτή γνωρίζουν ήδη τι σημαίνει να δρουν και να διαθέτουν την εμπεριεχόμενη στη δράση γνώση, τόσο η σημασία της δράσης εν γένει όσο και εκείνη της επιχειρηματολογίας ειδικότερα πρέπει να θεωρούνται λογικά αναγκαία και αλληλοπλεκόμενα νήματα a priori γνώσης.

It is not difficult to detect that both a priori axioms—of action and argumentation—are intimately related. On the one hand, actions are more fundamental than argumentations with whose existence the idea of validity emerges, as argumentation is only a subclass of action. On the other hand, to recognize what has just been recognized regarding action and argumentation and their relation to each other requires argumentation, and so, in this sense, argumentation must be considered more fundamental than action: without argumentation nothing could be said to be known about action. But then, as it is in argumentation that the insight is revealed that—while it might not be known to be so prior to any argumentation—in fact the possibility of argumentation presupposes action in that validity claims can only be explicitly discussed in the course of an argumentation if the individuals doing so already know what it means to act and to have knowledge implied in action—both the meaning of action in general and argumentation in particular must be thought of as logically necessary interwoven strands of a priori knowledge.

147

Η ενόραση αυτή ως προς τη σχέση μεταξύ του a priori της δράσης και του a priori της επιχειρηματολογίας υποδηλώνει τα ακόλουθα: Παραδοσιακά, το έργο της επιστημολογίας γινόταν αντιληπτό ως η διατύπωση τόσο εκείνων που μπορούν να γνωσθούν ως a priori αληθή όσο και εκείνων για τα οποία μπορεί να γνωσθεί a priori ότι δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν αντικείμενο a priori γνώσης.

Αναγνωρίζοντας, όπως μόλις πράξαμε, ότι οι γνωστικές αξιώσεις εγείρονται και κρίνονται στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας και ότι αυτό ισχύει αδιαμφισβήτητα, μπορούμε πλέον να ανασυγκροτήσουμε το έργο της επιστημολογίας με μεγαλύτερη ακρίβεια: συνίσταται στη διατύπωση εκείνων των προτάσεων που είναι επιχειρηματολογικά αδιαμφισβήτητες, υπό την έννοια ότι η αλήθεια τους εμπεριέχεται ήδη στο ίδιο το γεγονός της προβολής ενός επιχειρήματος και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να απορριφθούν επιχειρηματολογικά· καθώς και στην οριοθέτηση του πεδίου μιας τέτοιας a priori γνώσης από το πεδίο των προτάσεων των οποίων η εγκυρότητα δεν μπορεί να θεμελιωθεί με αυτόν τον τρόπο, αλλά απαιτεί πρόσθετες, ενδεχόμενες πληροφορίες για την επικύρωσή της, ή των προτάσεων που δεν μπορούν να επικυρωθούν καθόλου και, επομένως, αποτελούν απλώς μεταφυσικές αποφάνσεις με την υποτιμητική σημασία του όρου «μεταφυσικός».

What this insight into the interrelation between the a priori of action and the a priori of argumentation suggests is the following: Traditionally, the task of epistemology has been conceived of as that of formulating what can be known to be true a priori and also what can be known a priori not to be the subject of a priori knowledge. Recognizing, as we have just done, that knowledge claims are raised and decided upon in the course of argumentation and that this is undeniably so, one can now reconstruct the task of epistemology more precisely as that of formulating those propositions which are argumentatively indisputable in that their truth is already implied in the very fact of making one’s argument and so cannot be denied argumentatively; and to delineate the range of such a priori knowledge from the realm of propositions whose validity cannot be established in this way but require additional, contingent information for their validation, or that cannot be validated at all and so are mere metaphysical statements in the pejorative sense of the term metaphysical.

148

Τι εμπεριέχεται, όμως, στο ίδιο το γεγονός της επιχειρηματολογίας; Στο ερώτημα αυτό απαντά η ενόρασή μας για την άρρηκτη σύνδεση μεταξύ του a priori της επιχειρηματολογίας και του a priori της δράσης. Σε ένα πολύ γενικό επίπεδο, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί επιχειρηματολογικά ότι η επιχειρηματολογία προϋποθέτει τη δράση και ότι τα επιχειρήματα, καθώς και η γνώση που ενσωματώνεται σε αυτά, ανήκουν σε δρώντα πρόσωπα.

Ειδικότερα, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η ίδια η γνώση αποτελεί κατηγορία της δράσης· ότι η δομή της γνώσης πρέπει να περιορίζεται από την ιδιάζουσα λειτουργία που επιτελεί η γνώση στο πλαίσιο των κατηγοριών της δράσης· και ότι η ύπαρξη τέτοιων δομικών περιορισμών δεν μπορεί ποτέ να διαψευστεί μέσω οποιασδήποτε γνώσης.

Yet what is implied in the very fact of arguing? It is to this question that our insight into the inextricable interconnection between the a priori of argumentation and that of action provides an answer: On a very general level, it cannot be denied argumentatively that argumentation presupposes action and that arguments, and the knowledge embodied in them, are those of actors. And more specifically, it cannot then be denied that knowledge itself is a category of action; that the structure of knowledge must be constrained by the peculiar function which knowledge fulfills within the framework of action categories; and that the existence of such structural constraints can never be disproved by any knowledge whatsoever.

149

Υπό αυτή την έννοια πρέπει να θεωρηθεί ότι οι ενοράσεις που περιέχονται στην πραξεολογία παρέχουν τα θεμέλια της επιστημολογίας. Η γνώση αποτελεί κατηγορία σαφώς διακριτή από εκείνες που εξήγησα προηγουμένως —τους σκοπούς και τα μέσα. Τόσο οι σκοποί που επιδιώκουμε να επιτύχουμε μέσω των δράσεών μας όσο και τα μέσα που χρησιμοποιούμε για να το πράξουμε αποτελούν σπάνιες αξίες. Οι αξίες που αποδίδονται στους σκοπούς μας υπόκεινται σε κατανάλωση και εξαλείφονται ή καταστρέφονται κατά την κατανάλωση· επομένως, πρέπει διαρκώς να παράγονται εκ νέου. Και τα χρησιμοποιούμενα μέσα πρέπει επίσης να υπόκεινται σε οικονομική διαχείριση.

Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για τη γνώση —ανεξάρτητα από το αν τη θεωρούμε μέσο ή αυτοσκοπό. Ασφαλώς, η απόκτηση γνώσης απαιτεί σπάνια μέσα —τουλάχιστον το σώμα και τον χρόνο κάποιου. Από τη στιγμή, όμως, που αποκτάται, η γνώση δεν είναι πλέον σπάνια. Δεν μπορεί ούτε να καταναλωθεί ούτε οι υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει ως μέσο υπόκεινται σε εξάντληση. Από τη στιγμή που υπάρχει, αποτελεί ανεξάντλητο πόρο και ενσωματώνει διαρκή αξία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα λησμονηθεί απλώς.55

Η γνώση, ωστόσο, δεν αποτελεί ελεύθερο αγαθό με την ίδια έννοια που ο αέρας, υπό κανονικές συνθήκες, αποτελεί ελεύθερο αγαθό. Αντιθέτως, αποτελεί κατηγορία της δράσης. Σε αντίθεση με τον αέρα, δεν είναι απλώς ένα νοητικό συστατικό κάθε δράσης ανεξαιρέτως· το σημαντικότερο είναι ότι η γνώση, και όχι ο αέρας, υπόκειται σε επικύρωση. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποδεικνύεται πως επιτελεί θετική λειτουργία για έναν δρώντα εντός των αμετάβλητων περιορισμών του κατηγορικού πλαισίου της δράσης. Έργο της επιστημολογίας είναι να αποσαφηνίσει ποιοι είναι αυτοί οι περιορισμοί και τι μπορούμε, ως εκ τούτου, να γνωρίζουμε για τη δομή της γνώσης καθαυτήν.

It is in this sense that the insights contained in praxeology must be regarded as providing the foundations of epistemology Knowledge is a category quite distinct from those that I have explained earlier—from ends and means. The ends which we strive to attain through our actions, and the means which we employ in order to do so, are both scarce values. The values attached to our goals are subject to consumption and are exterminated and destroyed in consumption and thus must forever be produced anew. And the means employed must be economized, too. Not so, however, with respect to knowledge—regardless of whether one considers it a means or an end in itself. Of course, the acquisition of knowledge requires scarce means—at least one’s body and time. Yet once knowledge is acquired, it is no longer scarce. It can neither be consumed, nor are the services that it can render as a means subject to depletion. Once there, it is an inexhaustible resource and incorporates an everlasting value provided that it is not simply forgotten. Yet knowledge is not a free good in the same sense that air, under normal circumstances, is a free good. Instead, it is a category of action. It is not only a mental ingredient of each and every action, quite unlike air, but more importantly, knowledge, and not air, is subject to validation, which is to say that it must prove to fulfill a positive function for an actor within the invariant constraints of the categorical framework of actions. It is the task of epistemology to clarify what these constraints are and what one can thus know about the structure of knowledge as such.

150

Μολονότι αυτή η αναγνώριση των πραξεολογικών περιορισμών που διέπουν τη δομή της γνώσης ενδέχεται εκ πρώτης όψεως να μη φαίνεται καθαυτή ιδιαίτερα σημαντική, έχει ορισμένες εξαιρετικά σπουδαίες συνεπαγωγές. Κατ’ αρχάς, υπό το φως αυτής της ενόρασης, βρίσκει την απάντησή της μια επανεμφανιζόμενη δυσκολία της ορθολογιστικής φιλοσοφίας. Μια συνήθης ένσταση κατά του ορθολογισμού της παράδοσης Leibniz-Kant ήταν ότι φαινόταν να συνεπάγεται κάποιο είδος ιδεαλισμού.

Αντιλαμβανόμενος ότι οι a priori αληθείς προτάσεις δεν θα μπορούσαν να προέρχονται από παρατηρήσεις, ο ορθολογισμός απάντησε στο ερώτημα πώς είναι δυνατή η a priori γνώση υιοθετώντας το πρότυπο ενός ενεργητικού νου, σε αντιδιαστολή προς το εμπειριστικό πρότυπο ενός παθητικού, κατοπτρικού νου της παράδοσης του Locke και του Hume. Σύμφωνα με την ορθολογιστική φιλοσοφία, οι a priori αληθείς προτάσεις θεμελιώνονταν στη λειτουργία αρχών της σκέψης τις οποίες κανείς δεν θα μπορούσε να συλλάβει ως λειτουργούσες διαφορετικά· θεμελιώνονταν στις κατηγορίες ενός ενεργητικού νου.

Όπως, όμως, έσπευσαν να επισημάνουν οι εμπειριστές, η προφανής κριτική μιας τέτοιας θέσης είναι ότι, εάν πράγματι ίσχυε, δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί γιατί αυτές οι νοητικές κατηγορίες θα έπρεπε να αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Αντιθέτως, θα ήμασταν αναγκασμένοι να αποδεχθούμε την παράλογη ιδεαλιστική παραδοχή ότι η πραγματικότητα πρέπει να συλληφθεί ως δημιούργημα του νου, προκειμένου να υποστηρίξουμε ότι η a priori γνώση μπορεί να ενσωματώνει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τη δομή της πραγματικότητας. Και μια τέτοια αιτίαση φαινόταν σαφώς δικαιολογημένη όταν ερχόταν αντιμέτωπη με προγραμματικές διατυπώσεις ορθολογιστών φιλοσόφων, όπως η ακόλουθη του Kant:

Μέχρι τώρα θεωρούνταν δεδομένο ότι η γνώση μας έπρεπε να συμμορφώνεται προς την πραγματικότητα.

Αντιθέτως, θα έπρεπε να θεωρηθεί:

ότι η παρατηρησιακή πραγματικότητα πρέπει να συμμορφώνεται προς τον νου μας.56

While such recognition of the praxeological constraints on the structure of knowledge might not immediately strike one as in itself of great significance, it does have some highly important implications. For one thing, in light of this insight one recurring difficulty of rationalist philosophy finds its answer. It has been a common quarrel with rationalism in the Leibniz-Kant tradition that it seemed to imply some sort of idealism. Realizing that a priori true propositions could not possibly be derived from observations, rationalism answered the question how a priori knowledge could then be possible by adopting the model of an active mind, as opposed to the empiricist model of a passive, mirror-like mind in the tradition of Locke and Hume. According to rationalist philosophy, a priori true propositions had their foundation in the operation of principles of thinking which one could not possibly conceive of as operating otherwise; they were grounded in categories of an active mind. Now, as empiricists were only too eager to point out, the obvious critique of such a position is, that if this were indeed the case, it could not be explained why such mental categories should fit reality Rather, one would be forced to accept the absurd idealistic assumption that reality would have to be conceived of as a creation of the mind, in order to claim that a priori knowledge could incorporate any information about the structure of reality And clearly, such an assertion seemed to be justified when faced with programmatic statements of rationalist philosophers such as the following by Kant: “So far it has been assumed that our knowledge had to conform to reality” instead it should be assumed “that observational reality should conform to our mind.”

151

Η αναγνώριση ότι η γνώση περιορίζεται δομικά από τον ρόλο της στο πλαίσιο των κατηγοριών της δράσης παρέχει τη λύση σε αυτή την ένσταση. Μόλις γίνει αυτό αντιληπτό, κάθε ιδεαλιστική συνδήλωση της ορθολογιστικής φιλοσοφίας εξαφανίζεται και μια επιστημολογία που υποστηρίζει ότι υπάρχουν a priori αληθείς προτάσεις μετατρέπεται σε ρεαλιστική επιστημολογία.

Όταν η γνώση κατανοείται ως περιοριζόμενη από τις κατηγορίες της δράσης, γεφυρώνεται το φαινομενικά αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ, αφενός, του νοητικού και, αφετέρου, του πραγματικού, εξωτερικού φυσικού κόσμου. Υποκείμενη σε αυτούς τους περιορισμούς, η a priori γνώση πρέπει να αποτελεί τόσο νοητικό φαινόμενο όσο και αντανάκλαση της δομής της πραγματικότητας, διότι μόνο μέσω των δράσεων έρχεται, κατά κάποιον τρόπο, ο νους σε επαφή με την πραγματικότητα. Η δράση αποτελεί γνωστικά καθοδηγούμενη προσαρμογή ενός φυσικού σώματος εντός της φυσικής πραγματικότητας.

Επομένως, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι η a priori γνώση, νοούμενη ως ενόραση των δομικών περιορισμών που επιβάλλονται στη γνώση ως γνώση δρώντων προσώπων, πρέπει πράγματι να αντιστοιχεί στη φύση των πραγμάτων. Ο ρεαλιστικός χαρακτήρας αυτής της γνώσης θα εκδηλωνόταν όχι μόνο στο γεγονός ότι δεν θα μπορούσε κανείς να συλλάβει τα πράγματα διαφορετικά, αλλά και στο γεγονός ότι δεν θα μπορούσε να αναιρέσει την αλήθεια της.

Recognizing knowledge as being structurally constrained by its role in the framework of action categories provides the solution to such a complaint. For as soon as this is realized, all idealistic suggestions of rationalist philosophy disappear, and an epistemology claiming that a priori true propositions exist becomes a realistic epistemology instead. Understood as constrained by action categories, the seemingly unbridgeable gulf between the mental on the one hand and the real, outside physical world on the other is bridged. So constrained, a priori knowledge must be as much a mental thing as a reflection of the structure of reality, since it is only through actions that the mind comes into contact with reality, so to speak. Acting is a cognitively guided adjustment of a physical body in physical reality. And thus, there can be no doubt that a priori knowledge, conceived of as an insight into the structural constraints imposed on knowledge qua knowledge of actors, must indeed correspond to the nature of things. The realistic character of such knowledge would manifest itself not only in the fact that one could not think it to be otherwise, but in the fact that one could not undo its truth.

152

Η αναγνώριση της πραξεολογικής θεμελίωσης της επιστημολογίας έχει και ειδικότερες συνεπαγωγές —πέρα από τη γενική συνέπεια ότι, αντικαθιστώντας το παραδοσιακό ορθολογιστικό πρότυπο του ενεργητικού νου με το πρότυπο του νου ενός δρώντος προσώπου, το οποίο δρα μέσω ενός φυσικού σώματος, η a priori γνώση μετατρέπεται αμέσως σε ρεαλιστική γνώση, και μάλιστα τόσο ρεαλιστική ώστε μπορεί να γίνει αντιληπτή ως κυριολεκτικά μη αναιρέσιμη.

Ειδικότερα, υπό το φως αυτής της ενόρασης παρέχεται αποφασιστική υποστήριξη σε εκείνους τους θλιβερά ολιγάριθμους ορθολογιστές φιλοσόφους οι οποίοι —ενάντια στο εμπειριστικό πνεύμα της εποχής— υποστηρίζουν επίμονα, σε διάφορα φιλοσοφικά μέτωπα, ότι είναι δυνατές a priori αληθείς προτάσεις σχετικά με τον πραγματικό κόσμο.57 Επιπλέον, υπό το φως της αναγνώρισης των πραξεολογικών περιορισμών που διέπουν τη δομή της γνώσης, αυτές οι διάφορες ορθολογιστικές προσπάθειες ενσωματώνονται συστηματικά σε ένα ενιαίο σώμα ορθολογιστικής φιλοσοφίας.

Yet there are more specific implications involved in recognizing the praxeological foundations of epistemology—apart from the general one that in substituting the model of the mind of an actor acting by means of a physical body for the traditional rationalist model of an active mind a priori knowledge immediately becomes realistic knowledge (so realistic indeed that it can be understood as being literally not undoable). More specifically, in light of this insight decisive support is given to those deplorably few rationalist philosophers who—against the empiricist Zeitgeist—stubbornly maintain on various philosophical fronts that a priori true propositions about the real world are possible. Moreover, in light of the recognition of praxeological constraints on the structure of knowledge these various rationalist endeavors become systematically integrated into one, unified body of rationalist philosophy.

153

Μόλις η γνώση, όπως εκδηλώνεται στην επιχειρηματολογία, γίνει ρητά κατανοητή ως ιδιάζουσα κατηγορία της δράσης, καθίσταται αμέσως σαφές γιατί είναι πράγματι ορθός ο διαχρονικός ορθολογιστικός ισχυρισμός ότι οι νόμοι της λογικής —αρχίζοντας εδώ από τους πλέον θεμελιώδεις, δηλαδή τους νόμους της προτασιακής λογικής, των λογικών συνδετικών («και», «ή», «εάν-τότε», «όχι») και των ποσοδεικτών («υπάρχει», «όλα», «μερικά»)— αποτελούν a priori αληθείς προτάσεις για την πραγματικότητα και όχι απλώς λεκτικές συμβάσεις σχετικά με τους κανόνες μετασχηματισμού αυθαίρετα επιλεγμένων σημείων, όπως θα ήθελαν οι εμπειριστές-φορμαλιστές.

Αποτελούν νόμους της σκέψης στον ίδιο βαθμό που αποτελούν νόμους της πραγματικότητας, διότι είναι νόμοι των οποίων η έσχατη θεμελίωση βρίσκεται στη δράση και οι οποίοι δεν θα μπορούσαν να αναιρεθούν από κανέναν δρώντα. Σε κάθε δράση ανεξαιρέτως, ο δρων προσδιορίζει κάποια συγκεκριμένη κατάσταση και την κατηγοριοποιεί με έναν τρόπο αντί για κάποιον άλλον, προκειμένου να μπορέσει να επιλέξει. Αυτό εξηγεί τελικά τη δομή ακόμη και των στοιχειωδέστερων προτάσεων —όπως «ο Σωκράτης είναι άνθρωπος»— οι οποίες αποτελούνται από ένα κύριο όνομα ή κάποια προσδιοριστική έκφραση για την ονομασία ή την ταυτοποίηση κάποιου πράγματος και από ένα κατηγόρημα για την κατάφαση ή την άρνηση κάποιας συγκεκριμένης ιδιότητας του κατονομαζόμενου ή προσδιοριζόμενου αντικειμένου. Το ίδιο εξηγεί επίσης τους ακρογωνιαίους λίθους της λογικής: τους νόμους της ταυτότητας και της μη αντίφασης.

Και αυτό το καθολικό χαρακτηριστικό της δράσης και της επιλογής εξηγεί επίσης την κατανόηση των κατηγοριών «υπάρχει», «όλα» και, κατά συνεπαγωγή, «μερικά», καθώς και των «και», «ή», «εάν-τότε» και «όχι».58 Μπορεί κανείς, ασφαλώς, να πει ότι κάτι μπορεί να είναι συγχρόνως «a» και «μη a» ή ότι το «και» σημαίνει αυτό αντί για κάτι άλλο. Δεν μπορεί, όμως, να αναιρέσει τον νόμο της μη αντίφασης· ούτε μπορεί να αναιρέσει τον πραγματικό ορισμό του «και». Διότι, απλώς και μόνο επειδή δρούμε μέσω ενός φυσικού σώματος μέσα στον φυσικό χώρο, καταφάσκουμε αναπόφευκτα τον νόμο της μη αντίφασης και εκδηλώνουμε αναπόφευκτα την αληθή κατασκευαστική γνώση μας για τη σημασία του «και» και του «ή».

In explicitly understanding knowledge as displayed in argumentation as a peculiar category of action, it becomes clear immediately why the perennial rationalist claim that the laws of logic—beginning here with the most fundamental ones, i.e., of propositional logic and of Junctors (“and,” “or,” “if-then,” “not”) and Quantors (“there is,” “all,” “some”)—are a priori true propositions about reality and not mere verbal stipulations regarding the transformation rules of arbitrarily chosen signs, as empiricist-formalists would have it, is indeed correct. They are as much laws of thinking as of reality, because they are laws that have their ultimate foundation in action and could not be undone by any actor. In each and every action, an actor identifies some specific situation and categorizes it one way rather than another in order to be able to make a choice. It is this which ultimately explains the structure of even the most elementary propositions (like “Socrates is a man”) consisting of a proper name or some identifying expression for the naming or identifying of something, and a predicate to assert or deny some specific property of the named or identified object; and which explains the cornerstones of logic: the laws of identity and contradiction. And it is this universal feature of action and choosing which also explains our understanding of the categories “there is,” “all” and, by implication, “some,” as well as “and,” “or,” “if-then” and “not.” One can say, of course, that something can be “a” and “non-a” at the same time, or that “and” means this rather than something else. But one cannot undo the law of contradiction; and one cannot undo the real definition of “and.” For simply by virtue of acting with a physical body in physical space we invariably affirm the law of contradiction and invariably display our true constructive knowledge of the meaning of “and” and “or.”

154

Ομοίως, καθίσταται πλέον διακριτός ο έσχατος λόγος για τον οποίο η αριθμητική αποτελεί a priori και συγχρόνως εμπειρική επιστήμη, όπως ανέκαθεν αντιλαμβάνονταν οι ορθολογιστές. Η κυρίαρχη εμπειριστική-φορμαλιστική ορθοδοξία αντιλαμβάνεται την αριθμητική ως χειρισμό αυθαίρετα ορισμένων σημείων σύμφωνα με αυθαίρετα καθορισμένους κανόνες μετασχηματισμού και, επομένως, ως κάτι που στερείται εντελώς οποιουδήποτε εμπειρικού νοήματος.

Για την άποψη αυτή, η οποία προφανώς μετατρέπει την αριθμητική σε απλό παιχνίδι, όσο επιδέξιο και αν είναι αυτό, η επιτυχής εφαρμογή της αριθμητικής στη φυσική αποτελεί διανοητική αμηχανία. Πράγματι, οι εμπειριστές-φορμαλιστές θα ήταν υποχρεωμένοι να εξηγήσουν αυτό το γεγονός απλώς ως θαυματουργό συμβάν. Ότι, ωστόσο, δεν πρόκειται για θαύμα καθίσταται σαφές μόλις γίνει κατανοητός ο πραξεολογικός ή —για να χρησιμοποιήσουμε εδώ την ορολογία του σημαντικότερου ορθολογιστή φιλοσόφου και μαθηματικού Paul Lorenzen και της σχολής του— ο λειτουργικός (operative) ή κονστρουκτιβιστικός χαρακτήρας της αριθμητικής.

Η αριθμητική και ο χαρακτήρας της ως a priori συνθετικού διανοητικού κλάδου έχουν τις ρίζες τους στην κατανόηση της επανάληψης, δηλαδή της επανάληψης της δράσης. Ακριβέστερα, εδράζονται στην κατανόηση της σημασίας της οδηγίας: «Κάνε αυτό — και κάνε το ξανά, ξεκινώντας από το παρόν αποτέλεσμα». Η αριθμητική πραγματεύεται, επομένως, πραγματικά πράγματα: κατασκευασμένες ή κατασκευαστικά προσδιορισμένες μονάδες κάποιου πράγματος. Καταδεικνύει ποιες σχέσεις πρέπει να ισχύουν μεταξύ αυτών των μονάδων, εξαιτίας του γεγονότος ότι έχουν κατασκευαστεί σύμφωνα με τον κανόνα της επανάληψης.

Όπως κατέδειξε λεπτομερώς ο Paul Lorenzen, δεν μπορούν όλα όσα εμφανίζονται σήμερα ως μαθηματικά να θεμελιωθούν κατασκευαστικά —και τα μέρη εκείνα θα πρέπει, ασφαλώς, να αναγνωριστούν ως αυτό που πράγματι είναι: επιστημολογικά άνευ αξίας συμβολικά παιχνίδια. Όλα, όμως, τα μαθηματικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται πράγματι στη φυσική —δηλαδή τα εργαλεία της κλασικής ανάλυσης— μπορούν να συναχθούν κατασκευαστικά. Δεν αποτελούν εμπειρικά κενούς συμβολισμούς, αλλά αληθείς προτάσεις για την πραγματικότητα.

Εφαρμόζονται σε οτιδήποτε, στον βαθμό που αυτό αποτελείται από μία ή περισσότερες διακριτές μονάδες και στον βαθμό που οι μονάδες αυτές κατασκευάζονται ή προσδιορίζονται ως μονάδες μέσω μιας διαδικασίας του τύπου: «Κάνε το ξανά· κατασκεύασε ή προσδιόρισε μία ακόμη μονάδα επαναλαμβάνοντας την προηγούμενη πράξη».59 Και πάλι, μπορεί κανείς ασφαλώς να πει ότι δύο συν δύο ισούνται άλλοτε με τέσσερις και άλλοτε με δύο ή πέντε μονάδες —και στην παρατηρησιακή πραγματικότητα, στην περίπτωση λεόντων και αμνών ή κουνελιών, αυτό ενδέχεται ακόμη και να είναι αληθές.60 Στην πραγματικότητα της δράσης, όμως, κατά τον προσδιορισμό ή την κατασκευή αυτών των μονάδων μέσω επαναληπτικών πράξεων, η αλήθεια ότι δύο συν δύο δεν ισούνται ποτέ με τίποτε άλλο παρά με τέσσερα δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί.

Similarly, the ultimate reason for arithmetic’s being an a priori and yet empirical discipline, as rationalists have always understood it, now also becomes discernible. The prevailing empiricist-formalist orthodoxy conceives of arithmetic as the manipulation of arbitrarily defined signs according to arbitrarily stipulated transformation rules, and thus as entirely void of any empirical meaning. For this view, which evidently makes arithmetic nothing but play, however skillful it might be, the successful applicability of arithmetic in physics is an intellectual embarrassment. Indeed, empiricist-formalists would have to explain away this fact as simply being a miraculous event. That it is no miracle, however, becomes apparent once the praxeological or—to use here the terminology of the most notable rationalist philosopher-mathematician Paul Lorenzen and his school—the operative or constructivist character of arithmetic is understood. Arithmetic and its character as an a priori-synthetic intellectual discipline is rooted in our understanding of repetition, the repetition of action. More precisely, it rests on our understanding the meaning of “do this—and do this again, starting from the present result.” And arithmetic then deals with real things: with constructed or constructively identified units of something. It demonstrates what relations are to hold between such units because of the fact that they are constructed according to the rule of repetition. As Paul Lorenzen has demonstrated in detail, not all of what presently poses as mathematics can be constructively founded—and those parts, then, should of course be recognized for what they are: epistemologically worthless symbolic games. But all of the mathematical tools that are actually employed in physics, i.e., the tools of classical analysis, can be constructively derived. They are not empirically void symbolisms, but true propositions about reality. They apply to everything insofar as it consists of one or more distinct units, and insofar as these units are constructed or identified as units by a procedure of “do it again, construct or identify another unit by repeating the previous operation.” Again, one can say, of course, that 2 plus 2 is sometimes 4 but sometimes 2 or 5 units, and in observational reality, for lions plus lambs or for rabbits, this may even be true, but in the reality of action, in identifying or constructing those units in repetitive operations, the truth that 2 plus 2 is never anything but 4 could not possibly be undone.

155

Επιπλέον, υπό το φως της ενόρασής μας σχετικά με τους πραξεολογικούς περιορισμούς της γνώσης, ενισχύεται και ο παλαιός ορθολογιστικός ισχυρισμός ότι η γεωμετρία —δηλαδή η ευκλείδεια γεωμετρία— είναι a priori και συγχρόνως ενσωματώνει εμπειρική γνώση για τον χώρο.

Μετά την ανακάλυψη των μη ευκλείδειων γεωμετριών και, ιδίως, μετά τη σχετικιστική θεωρία της βαρύτητας του Einstein, η κυρίαρχη θέση σχετικά με τη γεωμετρία είναι για άλλη μία φορά εμπειριστική και φορμαλιστική. Αντιλαμβάνεται τη γεωμετρία είτε ως μέρος της εμπειρικής, a posteriori φυσικής είτε ως σύνολο εμπειρικά κενών φορμαλισμών. Ωστόσο, η άποψη ότι η γεωμετρία αποτελεί είτε απλό παιχνίδι είτε κάτι που υπόκειται διαρκώς σε εμπειρικό έλεγχο φαίνεται ασυμβίβαστη με το γεγονός ότι η ευκλείδεια γεωμετρία αποτελεί το θεμέλιο της μηχανικής και των κατασκευών και ότι κανείς σε αυτούς τους κλάδους δεν θεωρεί ποτέ τέτοιες προτάσεις απλώς υποθετικά αληθείς.61

Η αναγνώριση ότι η γνώση υπόκειται σε πραξεολογικούς περιορισμούς εξηγεί γιατί η εμπειριστική-φορμαλιστική άποψη είναι εσφαλμένη και γιατί η εμπειρική επιτυχία της ευκλείδειας γεωμετρίας δεν αποτελεί απλό τυχαίο γεγονός. Η χωρική γνώση εμπεριέχεται επίσης στη σημασία της δράσης. Η δράση είναι η χρήση ενός φυσικού σώματος μέσα στον χώρο. Χωρίς δράση δεν θα μπορούσε να υπάρχει γνώση των χωρικών σχέσεων ούτε μέτρηση.

Το να μετρά κανείς σημαίνει ότι συσχετίζει κάτι με ένα πρότυπο. Χωρίς πρότυπα δεν υπάρχει μέτρηση· και, συνεπώς, δεν υπάρχει μέτρηση η οποία θα μπορούσε ποτέ να διαψεύσει το πρότυπο. Προφανώς, το έσχατο πρότυπο πρέπει να παρέχεται από τους κανόνες που διέπουν την κατασκευή των σωματικών κινήσεων μέσα στον χώρο και την κατασκευή οργάνων μέτρησης μέσω του σώματός μας και σύμφωνα με τις αρχές της χωρικής κατασκευής που ενσωματώνονται σε αυτό.

Η ευκλείδεια γεωμετρία, όπως έχει εξηγήσει και πάλι ιδίως ο Paul Lorenzen, δεν είναι τίποτε περισσότερο ούτε τίποτε λιγότερο από την ανασυγκρότηση των ιδεατών κανόνων που διέπουν την κατασκευή τέτοιων ομοιογενών βασικών μορφών όπως τα σημεία, οι γραμμές, τα επίπεδα και οι αποστάσεις. Οι κανόνες αυτοί ενσωματώνονται ή πραγματώνονται, με περισσότερο ή λιγότερο τέλειο αλλά πάντοτε επιδεκτικό τελειοποίησης τρόπο, ακόμη και στα πιο πρωτόγονα όργανα χωρικής μέτρησης, όπως ένας μετρητικός κανόνας.

Φυσικά, αυτοί οι κανόνες και οι κανονιστικές συνεπαγωγές τους δεν μπορούν να διαψευστούν από το αποτέλεσμα οποιασδήποτε εμπειρικής μέτρησης. Αντιθέτως, η γνωστική εγκυρότητά τους τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι αυτοί ακριβώς καθιστούν δυνατές τις φυσικές μετρήσεις μέσα στον χώρο. Κάθε πραγματική μέτρηση πρέπει ήδη να προϋποθέτει την εγκυρότητα των κανόνων που οδηγούν στην κατασκευή των προτύπων μέτρησής μας. Υπό αυτή την έννοια, η γεωμετρία αποτελεί a priori επιστήμη· και, συγχρόνως, πρέπει να θεωρείται εμπειρικά σημαίνων κλάδος, επειδή δεν αποτελεί μόνο την ίδια την προϋπόθεση κάθε εμπειρικής χωρικής περιγραφής, αλλά και την προϋπόθεση κάθε ενεργού προσανατολισμού μέσα στον χώρο.62

Further, the old rationalist claims that geometry, that is, Euclidean geometry is a priori and yet incorporates empirical knowledge about space becomes supported, too, in view of our insight into the praxeological constraints on knowledge. Since the discovery of non-Euclidean geometries and in particular since Einstein’s relativistic theory of gravitation, the prevailing position regarding geometry is once again empiricist and formalist. It conceives of geometry as either being part of empirical, aposteriori physics, or as being empirically meaningless formalisms. Yet that geometry is either mere play, or forever subject to empirical testing seems to be irreconcilable with the fact that Euclidean geometry is the foundation of engineering and construction, and that nobody there ever thinks of such propositions as only hypothetically true. Recognizing knowledge as praxeologically constrained explains why the empiricist-formalist view is incorrect and why the empirical success of Euclidean geometry is no mere accident. Spatial knowledge is also included in the meaning of action. Action is the employment of a physical body in space. Without acting there could be no knowledge of spatial relations, and no measurement. Measuring is relating something to a standard. Without standards, there is no measurement; and there is no measurement, then, which could ever falsify the standard. Evidently, the ultimate standard must be provided by the norms underlying the construction of bodily movements in space and the construction of measurement instruments by means of one’s body and in accordance with the principles of spatial constructions embodied in it. Euclidean geometry, as again Paul Lorenzen in particular has explained, is no more and no less than the reconstruction of the ideal norms underlying our construction of such homogeneous basic forms as points, lines, planes and distances, which are in a more or less perfect but always perfectible way incorporated or realized in even our most primitive instruments of spatial measurements such as a measuring rod. Naturally, these norms and normative implications cannot be falsified by the result of any empirical measurement. On the contrary, their cognitive validity is substantiated by the fact that it is they which make physical measurements in space possible. Any actual measurement must already presuppose the validity of the norms leading to the construction of one’s measurement standards. It is in this sense that geometry is an a priori science; and that it must simultaneously be regarded as an empirically meaningful discipline, because it is not only the very precondition for any empirical spatial description, it is also the precondition for any active orientation in space.

156

Υπό το φως της αναγνώρισης του πραξεολογικού χαρακτήρα της γνώσης, αυτές οι ενοράσεις σχετικά με τη φύση της λογικής, της αριθμητικής και της γεωμετρίας ενσωματώνονται σε ένα σύστημα επιστημολογικού δυϊσμού.63 Η έσχατη δικαιολόγηση αυτής της δυϊστικής θέσης —δηλαδή του ισχυρισμού ότι υπάρχουν δύο πεδία διανοητικής έρευνας τα οποία μπορεί να γίνει κατανοητό a priori ότι απαιτούν κατηγορικά διαφορετικές μεθόδους πραγμάτευσης και ανάλυσης— βρίσκεται επίσης στην πραξεολογική φύση της γνώσης. Αυτή εξηγεί γιατί πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ ενός πεδίου αντικειμένων που κατηγοριοποιείται αιτιακά και ενός πεδίου που κατηγοριοποιείται, αντιθέτως, τελεολογικά.

In view of the recognition of the praxeological character of knowledge, these insights regarding the nature of logic, arithmetic and geometry become integrated and embedded into a system of epistemological dualism. The ultimate justification for this dualist position, i.e., the claim that there are two realms of intellectual inquiry that can be understood a priori as requiring categorically distinct methods of treatment and analysis, also lies in the praxeological nature of knowledge. It explains why we must differentiate between a realm of objects which is categorized causally and a realm that is categorized teleologically instead.

157

Έχω ήδη επισημάνει εν συντομία, κατά την εξέταση της πραξεολογίας, ότι η αιτιότητα αποτελεί κατηγορία της δράσης. Η ιδέα της αιτιότητας —ότι υπάρχουν σταθερά αίτια, τα οποία λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο και μας επιτρέπουν να προεκτείνουμε στο μέλλον προηγούμενες παρατηρήσεις σχετικά με τις σχέσεις μεταξύ συμβάντων— είναι κάτι που, όπως έχει επισημάνει ο εμπειρισμός από την εποχή του Hume, δεν διαθέτει καμία απολύτως παρατηρησιακή βάση.

Δεν μπορεί κανείς να παρατηρήσει τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των παρατηρήσεων. Ακόμη και αν μπορούσε, μια τέτοια παρατήρηση δεν θα αποδείκνυε ότι πρόκειται για σύνδεση αμετάβλητη στον χρόνο. Αντιθέτως, η αρχή της αιτιότητας πρέπει να γίνει αντιληπτή ως εμπεριεχόμενη στην κατανόηση της δράσης ως παρέμβασης στον παρατηρήσιμο κόσμο, η οποία πραγματοποιείται με την πρόθεση να εκτρέψει τη «φυσική» πορεία των γεγονότων, προκειμένου να επιφέρει μια διαφορετική, προτιμώμενη κατάσταση πραγμάτων —δηλαδή να προκαλέσει πράγματα τα οποία διαφορετικά δεν θα συνέβαιναν— και η οποία, επομένως, προϋποθέτει την έννοια συμβάντων που συνδέονται μεταξύ τους μέσω αιτίων τα οποία λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο.

Ένας δρων μπορεί να σφάλλει ως προς τις συγκεκριμένες παραδοχές του σχετικά με το ποια προγενέστερη παρέμβαση προκάλεσε ποιο μεταγενέστερο αποτέλεσμα. Επιτυχής ή μη, όμως, κάθε δράση —είτε μεταβλήθηκε είτε παρέμεινε αμετάβλητη υπό το φως της προηγούμενης επιτυχίας ή αποτυχίας της— προϋποθέτει ότι υπάρχουν συμβάντα τα οποία συνδέονται σταθερά μεταξύ τους ως τέτοια, ακόμη και αν κανένα συγκεκριμένο αίτιο ενός συγκεκριμένου συμβάντος δεν μπορεί ποτέ να είναι εκ των προτέρων γνωστό σε οποιονδήποτε δρώντα.

Χωρίς μια τέτοια παραδοχή, θα ήταν αδύνατον να κατηγοριοποιηθούν ποτέ δύο ή περισσότερες παρατηρησιακές εμπειρίες ως εμπειρίες που αλληλοδιαψεύδονται ή αλληλοεπιβεβαιώνονται, αντί να ερμηνεύονται ως λογικά ασύμμετρα συμβάντα. Μόνον επειδή η ύπαρξη αιτίων που λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο έχει ήδη προϋποτεθεί μπορεί κανείς να συναντήσει συγκεκριμένες περιπτώσεις παρατηρησιακών τεκμηρίων που επιβεβαιώνουν ή απορρίπτουν μια υπόθεση· ή μπορεί να υπάρξει ένας δρων ικανός να μάθει οτιδήποτε από την προηγούμενη εμπειρία, ταξινομώντας τις δράσεις του ως επιτυχείς και ως επιβεβαιωτικές κάποιας προγενέστερης γνώσης ή ως ανεπιτυχείς και ως διαψευστικές της.

Απλώς και μόνο δυνάμει της δράσης και της διάκρισης μεταξύ επιτυχιών και αποτυχιών θεμελιώνεται η a priori εγκυρότητα της αρχής της αιτιότητας· ακόμη και αν κάποιος το επιχειρούσε, δεν θα μπορούσε να ανασκευάσει επιτυχώς την εγκυρότητά της.64

I have already briefly indicated during my discussion of praxeology that causality is a category of action. The idea of causality that there are constant, time-invariantly operating causes which allow one to project past observations regarding the relation of events into the future is something (as empiricism since Hume has noticed) which has no observational basis whatsoever. One cannot observe the connecting link between observations. Even if one could, such an observation would not prove it to be a time-invariant connection. Instead, the principle of causality must be understood as implied in our understanding of action as an interference with the observational world, made with the intent of diverting the “natural” course of events in order to produce a different, prefered state of affairs, i.e., of making things happen that otherwise would not happen, and thus presupposes the notion of events which are related to each other through time-invariantly operating causes. An actor might err with respect to his particular assumptions about which earlier interference produced which later result. But successful or not, any action, changed or unchanged in light of its previous success or failure, presupposes that there are constantly connected events as such, even if no particular cause for any particular event can ever be preknown to any actor. Without such an assumption it would be impossible to ever categorize two or more observational experiences as falsifying or confirming each other rather than interpreting them as logically incommensurable events. Only because the existence of time-invariantly operating causes as such is already assumed can one ever encounter particular instances of confirming or disconfirming observational evidence, or can there ever be an actor who can learn anything from past experience by classifying his actions as successful and confirming some previous knowledge, or unsuccessful and disconfirming it. It is simply by virtue of acting and distinguishing between successes and failures that the a priori validity of the principle of causality is established; even if one tried, one could not successfully refute its validity.

158

Με την κατανόηση της αιτιότητας ως αναγκαίας προϋπόθεσης της δράσης συνεπάγεται επίσης άμεσα ότι το πεδίο εφαρμογής της πρέπει να οριοθετηθεί a priori από το πεδίο εφαρμογής της κατηγορίας της τελεολογίας. Πράγματι, οι δύο κατηγορίες είναι αυστηρά αμοιβαίως αποκλειόμενες και συμπληρωματικές.

Η δράση προϋποθέτει μια αιτιακά δομημένη παρατηρησιακή πραγματικότητα· η πραγματικότητα, όμως, της δράσης, την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε ως απαιτούσα μια τέτοια δομή, δεν είναι η ίδια αιτιακά δομημένη. Αντιθέτως, είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να κατηγοριοποιηθεί τελεολογικά, ως σκόπιμη συμπεριφορά με νόημα.

Πράγματι, δεν μπορεί κανείς ούτε να αρνηθεί ούτε να αναιρέσει την άποψη ότι υπάρχουν δύο κατηγορικά διαφορετικά πεδία φαινομένων, διότι τέτοιες απόπειρες θα έπρεπε να προϋποθέτουν τόσο αιτιακά συνδεδεμένα συμβάντα ως δράσεις που λαμβάνουν χώρα εντός της παρατηρησιακής πραγματικότητας όσο και την ύπαρξη φαινομένων συνδεδεμένων με προθετικό και όχι αιτιακό τρόπο, προκειμένου τα εν λόγω παρατηρησιακά συμβάντα να ερμηνευθούν ως έχοντα την πρόθεση να αρνηθούν κάτι.

Ούτε ένας αιτιακός ούτε ένας τελεολογικός μονισμός θα μπορούσε να δικαιολογηθεί χωρίς να περιπέσει σε απροκάλυπτη αντίφαση: διατυπώνοντας φυσικά οποιαδήποτε από τις δύο θέσεις και αξιώνοντας ότι με αυτή τη διατύπωση λέγεται κάτι που έχει νόημα, θεμελιώνεται στην πραγματικότητα η αδιαμφισβήτητη συμπληρωματικότητα των δύο πεδίων —ενός πεδίου αιτιακών και ενός πεδίου τελεολογικών φαινομένων.65

In so understanding causality as a necessary presupposition of action, it is also immediately implied that its range of applicability must then be delineated a priori from that of the category of teleology Indeed, both categories are strictly exclusive and complementary. Action presupposes a causally structured observational reality, but the reality of action which we can understand as requiring such structure, is not itself causally structured. Instead, it is a reality that must be categorized teleologically, as purpose-directed, meaningful behavior. In fact, one can neither deny nor undo the view that there are two categorically different realms of phenomena, since such attempts would have to presuppose causally related events qua actions that take place within observational reality, as well as the existence of intentionally rather than causally related phenomena in order to interpret such observational events as meaning to deny something. Neither a causal, nor a teleological monism could be justified without running into an open contradiction: physically stating either position, and claiming to say something meaningful in so doing, the case is in fact made for an indisputable complementarity of both, a realm of causal and teleological phenomena.

159

Οτιδήποτε δεν αποτελεί δράση πρέπει κατ’ ανάγκην να κατηγοριοποιείται αιτιακά. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο που να μπορεί να γίνει γνωστό a priori για αυτό το πεδίο φαινομένων, πέρα από το ότι είναι δομημένο αιτιακά —και ότι είναι δομημένο σύμφωνα με τις κατηγορίες της προτασιακής λογικής, της αριθμητικής και της γεωμετρίας.66 Οτιδήποτε άλλο μπορεί να γίνει γνωστό για αυτό το πεδίο φαινομένων πρέπει να προέλθει από ενδεχόμενες παρατηρήσεις και, επομένως, αποτελεί a posteriori γνώση.

Ειδικότερα, κάθε γνώση σχετικά με το αν δύο ή περισσότερα συγκεκριμένα παρατηρησιακά συμβάντα συνδέονται ή όχι αιτιακά αποτελεί a posteriori γνώση. Προφανώς, το πεδίο των φαινομένων που περιγράφεται με αυτόν τον τρόπο συμπίπτει, λίγο-πολύ, με εκείνο που συνήθως θεωρείται πεδίο των εμπειρικών φυσικών επιστημών.

Everything which is not an action must necessarily be categorized causally. There is nothing to be known a priori about this range of phenomena except that it is structured causally—and that it is structured according to the categories of propositional logic, arithmetic and geometry. Everything else there is to know about this range of phenomena must be derived from contingent observations and thus represents aposteriori knowledge. In particular, all knowledge about two or more specific observational events being causally related or not is aposteriori knowledge. Obviously, the range of phenomena described in this way coincides (more or less) with what is usually considered to be the field of the empirical natural sciences.

160

Αντιθέτως, οτιδήποτε αποτελεί δράση πρέπει να κατηγοριοποιείται τελεολογικά. Αυτό το πεδίο φαινομένων υπόκειται επίσης στους νόμους της λογικής και της αριθμητικής. Δεν υπόκειται, όμως, στους νόμους της γεωμετρίας, όπως αυτοί ενσωματώνονται στα όργανα με τα οποία μετράμε αντικείμενα που εκτείνονται στον χώρο, διότι οι δράσεις δεν υπάρχουν ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές ερμηνείες των παρατηρήσιμων πραγμάτων· επομένως, πρέπει να προσδιορίζονται μέσω αναστοχαστικής κατανόησης και όχι μέσω χωρικών μετρήσεων. Ούτε οι δράσεις αποτελούν αιτιακά συνδεδεμένα συμβάντα· είναι συμβάντα που συνδέονται νοηματικά εντός ενός κατηγορικού πλαισίου μέσων και σκοπών.

In contrast, everything that is an action must be categorized teleologically This realm of phenomena is constrained by the laws of logic and arithmetic, too. But it is not constrained by the laws of geometry as incorporated in our instruments of measuring spatially extending objects, because actions do not exist apart from subjective interpretations of observable things; and so they must be identified by reflective understanding rather than spatial measurements. Nor are actions causally connected events, but events that are connected meaningfully within a categorical framework of means and ends.

161

Δεν μπορεί κανείς να γνωρίζει a priori ποιες είναι ή ποιες θα είναι οι συγκεκριμένες αξίες, οι επιλογές και τα κόστη κάποιου δρώντος. Αυτό εμπίπτει εξ ολοκλήρου στο πεδίο της εμπειρικής, a posteriori γνώσης. Πράγματι, η συγκεκριμένη δράση την οποία πρόκειται να αναλάβει ένας δρων θα εξαρτηθεί από τη γνώση του σχετικά με την παρατηρησιακή πραγματικότητα και/ή με την πραγματικότητα των δράσεων άλλων δρώντων. Και θα ήταν προδήλως αδύνατον να θεωρηθούν τέτοιες καταστάσεις γνώσης προβλέψιμες βάσει αιτίων που λειτουργούν αμετάβλητα στον χρόνο.

Ένας δρων που διαθέτει γνώση δεν μπορεί να προβλέψει τη μελλοντική γνώση του προτού την αποκτήσει πράγματι· και, απλώς και μόνο επειδή διακρίνει μεταξύ επιτυχών και ανεπιτυχών προβλέψεων, καταδεικνύει ότι πρέπει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ικανό να μαθαίνει από άγνωστες εμπειρίες με τρόπους που δεν είναι ακόμη γνωστοί.

Επομένως, η γνώση σχετικά με τη συγκεκριμένη πορεία των δράσεων είναι μόνο a posteriori. Και επειδή μια τέτοια γνώση θα έπρεπε να περιλαμβάνει τη γνώση του ίδιου του δρώντος —ως αναγκαίο συστατικό κάθε δράσης, κάθε μεταβολή του οποίου μπορεί να επηρεάσει την επιλογή μιας συγκεκριμένης δράσης—, η τελεολογική γνώση πρέπει επίσης κατ’ ανάγκην να είναι ανασυγκροτητική ή ιστορική γνώση.

Θα παρείχε μόνο ex post εξηγήσεις, οι οποίες δεν θα είχαν καμία συστηματική σημασία για την πρόβλεψη μελλοντικών δράσεων, επειδή, κατ’ αρχήν, οι μελλοντικές καταστάσεις της γνώσης δεν θα μπορούσαν ποτέ να προβλεφθούν βάσει σταθερά λειτουργούντων εμπειρικών αιτίων. Προφανώς, αυτή η οριοθέτηση ενός κλάδου a posteriori και ανασυγκροτητικής επιστήμης της δράσης αντιστοιχεί στη συνήθη περιγραφή επιστημονικών κλάδων όπως η ιστορία και η κοινωνιολογία.67

One can not know a priori what the specific values, choices and costs of some actor are or will be. This would fall entirely into the province of empirical, aposteriori knowledge. In fact, which particular action an actor is going to undertake would depend on his knowledge regarding the observational reality and/or the reality of other actors’ actions. And it would be manifestly impossible to conceive of such states of knowledge as predictable on the basis of time-invariantly operating causes. A knowing actor cannot predict his future knowledge before he has actually acquired it, and he demonstrates, simply by virtue of distinguishing between successful and unsuccessful predictions, that he must conceive of himself as capable of learning from unknown experiences in as yet unknown ways. Thus, knowledge regarding the particular course of actions is only aposteriori. And since such knowledge would have to include the actor’s own knowledge—as a necessary ingredient of every action whose every change can have an influence on a particular action being chosen—teleological knowledge must also necessarily be reconstructive, or historical knowledge. It would only provide ex-post explanations which would have no systematic bearing on the prediction of future actions, because, in principle, future states of knowledge could never be predicted on the basis of constantly operating empirical causes. Obviously, such a delineation of a branch of aposteriori and reconstructive science of action fits the usual description of such disciplines as history and sociology.

162

Εκείνο που γνωρίζουμε ως a priori αληθές σχετικά με το πεδίο της δράσης και το οποίο θα πρέπει, επομένως, να περιορίζει κάθε ιστορική ή κοινωνιολογική εξήγηση είναι το ακόλουθο:

Πρώτον, κάθε τέτοια εξήγηση, η οποία θα έπρεπε ουσιαστικά να ανασυγκροτεί τη γνώση ενός δρώντος, θα έπρεπε πάντοτε να αποτελεί ανασυγκρότηση διατυπωμένη με όρους γνώσης των σκοπών και των μέσων, των επιλογών και του κόστους, των κερδών και των ζημιών κ.ο.κ.

Δεύτερον, εφόσον αυτές αποτελούν προφανώς τις κατηγορίες της πραξεολογίας όπως τη συνέλαβε ο Mises, κάθε τέτοια εξήγηση πρέπει επίσης να περιορίζεται από τους νόμους της πραξεολογίας. Και επειδή αυτοί οι νόμοι είναι, όπως έχω ήδη εξηγήσει, a priori νόμοι, πρέπει επίσης να λειτουργούν ως λογικοί περιορισμοί κάθε μελλοντικής πορείας δράσης. Ισχύουν ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συγκεκριμένη κατάσταση γνώσης που ενδέχεται να έχει αποκτήσει ένας δρων, απλώς και μόνο δυνάμει του γεγονότος ότι, όποια και αν είναι αυτή η κατάσταση, πρέπει να περιγράφεται μέσω των κατηγοριών της δράσης.

Καθώς αναφέρονται στις δράσεις καθαυτές, οι νόμοι της πραξεολογίας πρέπει, επομένως, να έχουν το ίδιο πεδίο εφαρμογής με το σύνολο της προγνωστικής γνώσης που είναι δυνατόν να υπάρχει στο πεδίο της επιστήμης της δράσης. Πράγματι, εάν παραβλέψουμε προς στιγμήν ότι η υπόσταση της γεωμετρίας ως a priori επιστήμης θεμελιώθηκε τελικά στην κατανόηση της δράσης και ότι, στον βαθμό αυτό, η πραξεολογία θα έπρεπε να θεωρηθεί ο θεμελιωδέστερος γνωστικός κλάδος, ο ιδιάζων ρόλος της καθαυτό πραξεολογίας εντός του συνολικού συστήματος της επιστημολογίας μπορεί να γίνει αντιληπτός ως κατά κάποιον τρόπο ανάλογος με εκείνον της γεωμετρίας.

Η πραξεολογία είναι για το πεδίο της δράσης ό,τι είναι η ευκλείδεια γεωμετρία για το πεδίο των παρατηρήσεων —δηλαδή των μη δράσεων. Όπως η γεωμετρία που ενσωματώνεται στα όργανα μέτρησής μας περιορίζει τη χωρική δομή της παρατηρησιακής πραγματικότητας, έτσι και η πραξεολογία περιορίζει το φάσμα των πραγμάτων που μπορούν ενδεχομένως να αποτελέσουν αντικείμενο εμπειρίας στο πεδίο των δράσεων.68

What is known to be true a priori regarding the field of action, and what would then have to constrain any historical or sociological explanation is this: For one thing, any such explanation, which essentially would have to reconstruct an actor’s knowledge, would invariably have to be a reconstruction in terms of knowledge of ends and means, of choices and costs, of profits and losses and so on. And secondly, since these are evidently the categories of praxeology as conceived of by Mises, any such explanation must also be constrained by the laws of praxeology. And since these laws are, as I have already explained, a priori laws, they must also operate as logical constraints on any future course of action. They are valid independent of any specific state of knowledge that an actor might have acquired, simply by virtue of the fact that whatever this state might be, it must be described in terms of action categories. And as referring to actions as such, the laws of praxeology must then be coextensive with all the predictive knowledge there can be in the field of the science of action. In fact, ignoring for the moment that the status of geometry as an a priori science was ultimately grounded in our understanding of action and in so far praxeology would have to be regarded as the more fundamental cognitive discipline, the peculiar role of praxeology proper within the entire system of epistemology can be understood as somewhat analogous to that of geometry Praxeology is for the field of action what Euclidean geometry is for the field of observations (non-actions). As the geometry incorporated in our measuring instruments constrains the spatial structure of observational reality, so praxeology constrains the range of things that can possibly be experienced in the field of actions.

163

Προσδιορίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τη θέση της καθαυτό πραξεολογίας, έχω ολοκληρώσει τον κύκλο της σκιαγράφησης του συστήματος της ορθολογιστικής φιλοσοφίας ως ενός συστήματος που θεμελιώνεται, σε τελική ανάλυση, στο αξίωμα της δράσης. Σκοπός μου εδώ ήταν να επαναβεβαιώσω τον ισχυρισμό του Mises ότι η οικονομική επιστήμη είναι πραξεολογία· ότι τα επιχειρήματα υπέρ της πραξεολογίας είναι αδιαμφισβήτητα· και ότι οι εμπειριστικές ή ιστορικιστικές-ερμηνευτικές προσεγγίσεις της οικονομικής επιστήμης αποτελούν αυτοαντιφατικά δόγματα. Επιδίωξή μου ήταν επίσης να καταδείξω ότι η μιζεσιανή ενόραση ως προς τη φύση της πραξεολογίας παρέχει και το ίδιο το θεμέλιο πάνω στο οποίο μπορεί να ανασυγκροτηθεί επιτυχώς και να ενοποιηθεί συστηματικά η παραδοσιακή ορθολογιστική φιλοσοφία.

In so establishing the place of praxeology proper, I have come full circle in outlining the system of rationalist philosophy as ultimately grounded in the action axiom. It has been my goal here to reaffirm Mises’s claim that economics is praxeology; that the case for praxeology is an indisputable one; and that empiricist or historicist-hermeneuticist interpretations of economics are self-contradictory doctrines. And it has been my objective to indicate that the Misesian insight into the nature of praxeology also provides the very foundation on which traditional rationalist philosophy can be successfully reconstructed, and systematically integrated.

165

Για τον ορθολογιστή φιλόσοφο, αυτό φαίνεται να συνεπάγεται ότι οφείλει να λάβει υπόψη του την πραξεολογία. Διότι ακριβώς η ενόραση των πραξεολογικών περιορισμών που διέπουν τη δομή της γνώσης παρέχει τον ελλείποντα κρίκο στη διανοητική του υπεράσπιση απέναντι στον σκεπτικισμό και τον σχετικισμό. Για τον οικονομολόγο που εντάσσεται στην παράδοση του Mises, αυτό σημαίνει, κατά την άποψή μου, ότι οφείλει να αναγνωρίσει ρητά τη θέση του εντός της ευρύτερης παράδοσης του δυτικού ορθολογισμού· και ότι πρέπει να μάθει να ενσωματώνει τις ενοράσεις που παρέχει αυτή η παράδοση, προκειμένου να οικοδομήσει μια ακόμη πιο επιβλητική και βαθυστόχαστη επιχειρηματολογία υπέρ της πραξεολογίας και της Αυστριακής οικονομικής επιστήμης από εκείνη που ανέπτυξε ο ίδιος ο μεγάλος Mises.

For the rationalist philosopher this would seem to imply that he should take account of praxeology. For it is precisely the insight into the praxeological constraints on the structure of knowledge which provides the missing link in his intellectual defense against skepticism and relativism. For the economist in the tradition of Mises it means, I claim, that he should explicitly come to recognize his place within the wider tradition of western rationalism; and that he should learn to incorporate the insights provided by this tradition in order to construct an even more impressive and profound case for praxeology and Austrian economics than the one made by the great Mises himself.

166

← Όλα τα δίγλωσσα κείμενα

← Δίγλωσση ανάγνωσηΌλα τα δίγλωσσα κείμενα