Δίγλωσση ανάγνωση: Ο Νόμος
Frédéric Bastiat · The Law · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο
Πραξεολόγος
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Frédéric Bastiat, «The Law», μτφρ. Patrick James Stirling, στο Essays on Political Economy (New York: G. P. Putnam’s Sons, 1874) — έργο κοινού κτήματος (public domain). Πηγή: Project Gutenberg, eBook #15962, gutenberg.org/ebooks/15962. Άδεια: Κοινό κτήμα (public domain).
Η μετάφραση ακολουθεί την έκδοση του Mises Institute (2007) της ίδιας αγγλικής μετάφρασης, «με τροποποιήσεις του David Wells»· η έκδοση αυτή έχει copyright (© 2007 Mises Institute) και δεν αναδημοσιεύεται. Γι’ αυτό το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η μετάφραση του 1874 (Stirling), που είναι κοινό κτήμα (public domain)· σε λίγα σημεία η διατύπωση μπορεί να διαφέρει ελαφρά από την ελληνική.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
[Το δοκίμιο αυτό δημοσιεύθηκε στα γαλλικά το 1850. Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά ως μέρος του έργου Essays on Political Economy (G. P. Putnam’s & Sons, 1874), στην έγκυρη μετάφραση του Βρετανού οικονομολόγου Patrick James Stirling, με τροποποιήσεις του David Wells.]
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Ο νόμος διαστρεβλωμένος! Ο νόμος —και, μαζί του, όλες οι συλλογικές δυνάμεις του έθνους— ο νόμος, επαναλαμβάνω, όχι μόνο εκτραπείς από την ορθή του κατεύθυνση, αλλά εξαναγκασμένος να ακολουθεί μια κατεύθυνση εντελώς αντίθετη! Ο νόμος να έχει καταστεί όργανο κάθε μορφής απληστίας, αντί να αποτελεί τον φραγμό της! Ο νόμος ένοχος για την ίδια ακριβώς αδικία την οποία είχε ως αποστολή να τιμωρεί! Πράγματι, αν αυτό συμβαίνει, πρόκειται για γεγονός εξαιρετικά σοβαρό, και αισθάνομαι καθήκον μου να επιστήσω σε αυτό την προσοχή των συμπολιτών μου.
The law perverted! The law—and, in its wake, all the collective forces of the nation—the law, I say, not only diverted from its proper direction, but made to pursue one entirely contrary! The law become the tool of every kind of avarice, instead of being its check! The law guilty of that very iniquity which it was its mission to punish! Truly, this is a serious fact, if it exists, and one to which I feel bound to call the attention of my fellow-citizens.
Από τον Θεό έχουμε λάβει το δώρο το οποίο, καθ’ όσον μας αφορά, εμπεριέχει όλα τα άλλα: τη Ζωή — τη σωματική, τη διανοητική και την ηθική ζωή.
We hold from God the gift which, as far as we are concerned, contains all others, Life—physical, intellectual, and moral life.
Η ζωή, όμως, δεν μπορεί να συντηρηθεί από μόνη της. Εκείνος που μας την χάρισε μας εμπιστεύθηκε τη φροντίδα να τη συντηρούμε, να την αναπτύσσουμε και να την τελειοποιούμε. Προς τον σκοπό αυτό, μας προίκισε με ένα σύνολο θαυμαστών ικανοτήτων και μας τοποθέτησε μέσα σε μια ποικιλία φυσικών στοιχείων. Με την εφαρμογή των ικανοτήτων μας επάνω σε αυτά τα στοιχεία πραγματοποιούνται τα φαινόμενα της αφομοίωσης και της ιδιοποίησης, μέσω των οποίων η ζωή διαγράφει τον κύκλο που της έχει οριστεί.
But life cannot support itself. He who has bestowed it, has entrusted us with the care of supporting it, of developing it, and of perfecting it. To that end, He has provided us with a collection of wonderful faculties; He has plunged us into the midst of a variety of elements. It is by the application of our faculties to these elements, that the phenomena of assimilation and of appropriation, by which life pursues the circle which has been assigned to it, are realized.
Ύπαρξη, ικανότητες, αφομοίωση — με άλλα λόγια, προσωπικότητα, ελευθερία, ιδιοκτησία: αυτός είναι ο άνθρωπος.
Για αυτά τα τρία μπορεί να ειπωθεί, χωρίς καμία δημαγωγική σοφιστεία, ότι προηγούνται και υπερέχουν κάθε ανθρώπινης νομοθεσίας.
Existence, faculties, assimilation—in other words, personality, liberty, property—this is man. It is of these three things that it may be said, apart from all demagogue subtlety, that they are anterior and superior to all human legislation.
Η προσωπικότητα, η ελευθερία και η ιδιοκτησία δεν υπάρχουν επειδή οι άνθρωποι θέσπισαν νόμους. Αντιθέτως, οι άνθρωποι θεσπίζουν νόμους επειδή η προσωπικότητα, η ελευθερία και η ιδιοκτησία προϋπάρχουν. Τι είναι, λοιπόν, ο νόμος; Όπως έχω πει αλλού, είναι η συλλογική οργάνωση του ατομικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα.
It is not because men have made laws, that personality, liberty, and property exist. On the contrary, it is because personality, liberty, and property exist beforehand, that men make laws.
What, then, is law? As I have said elsewhere, it is the collective organization of the individual right to lawful defence.
Η φύση —ή, ακριβέστερα, ο Θεός— έχει παραχωρήσει στον καθένα μας το δικαίωμα να υπερασπίζεται το πρόσωπό του, την ελευθερία του και την ιδιοκτησία του, διότι αυτά αποτελούν τα τρία συστατικά ή συντηρητικά στοιχεία της ζωής· στοιχεία που το καθένα τους συμπληρώνεται από τα άλλα και δεν μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς αυτά. Διότι τι άλλο είναι οι ικανότητές μας παρά προέκταση της προσωπικότητάς μας; Και τι άλλο είναι η ιδιοκτησία παρά προέκταση των ικανοτήτων μας;
Nature, or rather God, has bestowed upon every one of us the right to defend his person, his liberty, and his property, since these are the three constituent or preserving elements of life; elements, each of which is rendered complete by the others, and cannot be understood without them. For what are our faculties, but the extension of our personality? and what is property, but an extension of our faculties?
Εάν κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να υπερασπίζεται, ακόμη και με τη βία, το πρόσωπό του, την ελευθερία του και την ιδιοκτησία του, τότε ένας αριθμός ανθρώπων έχει το δικαίωμα να ενωθεί, να διευρύνει και να οργανώσει μια κοινή δύναμη, ώστε να μεριμνά συστηματικά για αυτή την άμυνα.
If every man has the right of defending, even by force, his person, his liberty, and his property, a number of men have the right to combine together, to extend, to organize a common force, to provide regularly for this defence.
Επομένως, η αρχή, ο λόγος ύπαρξης και η νομιμότητα του συλλογικού δικαιώματος βρίσκονται στο ατομικό δικαίωμα· και η κοινή δύναμη δεν μπορεί, κατά λογική αναγκαιότητα, να έχει άλλον σκοπό ή άλλη αποστολή από εκείνη των επιμέρους δυνάμεων τις οποίες υποκαθιστά. Έτσι, όπως η δύναμη ενός ατόμου δεν μπορεί νομίμως να προσβάλει το πρόσωπο, την ελευθερία ή την ιδιοκτησία ενός άλλου ατόμου, για τον ίδιο ακριβώς λόγο η κοινή δύναμη δεν μπορεί νομίμως να χρησιμοποιείται για την καταστροφή του προσώπου, της ελευθερίας ή της ιδιοκτησίας ατόμων ή κοινωνικών τάξεων.
Collective right, then, has its principle, its reason for existing, its lawfulness, in individual right; and the common force cannot rationally have any other end, or any other mission, than that of the isolated forces for which it is substituted. Thus, as the force of an individual cannot lawfully touch the person, the liberty, or the property of another individual—for the same reason, the common force cannot lawfully be used to destroy the person, the liberty, or the property of individuals or of classes.
Διότι μια τέτοια διαστροφή της δύναμης θα αντέβαινε, τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, στις θεμελιώδεις παραδοχές μας. Ποιος θα τολμούσε, άραγε, να ισχυριστεί ότι η δύναμη μας δόθηκε όχι για να υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματά μας, αλλά για να καταλύουμε τα ίσα δικαιώματα των συνανθρώπων μας; Και αν αυτό δεν ισχύει για καθεμία ατομική δύναμη που ενεργεί ανεξάρτητα, πώς θα μπορούσε να ισχύει για τη συλλογική δύναμη, η οποία δεν είναι παρά η οργανωμένη συνένωση των επιμέρους δυνάμεων;
For this perversion of force would be, in one case as in the other, in contradiction to our premises. For who will dare to say that force has been given to us, not to defend our rights, but to annihilate the equal rights of our brethren? And if this be not true of every individual force, acting independently, how can it be true of the collective force, which is only the organized union of isolated forces?
Τίποτε, επομένως, δεν μπορεί να είναι πιο προφανές από το εξής: ο νόμος είναι η οργάνωση του φυσικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα· είναι η αντικατάσταση των ατομικών δυνάμεων από τη συλλογική δύναμη, προκειμένου αυτή να ενεργεί εντός της σφαίρας όπου εκείνες έχουν δικαίωμα να ενεργούν, να πράττει όσα εκείνες έχουν δικαίωμα να πράττουν, να διασφαλίζει τα πρόσωπα, τις ελευθερίες και τις ιδιοκτησίες και να διατηρεί τον καθένα εντός των δικαιωμάτων του, ώστε η δικαιοσύνη να βασιλεύει επί όλων.
Nothing, therefore, can be more evident than this:—The law is the organization of the natural right of lawful defence; it is the substitution of collective for individual forces, for the purpose of acting in the sphere in which they have a right to act, of doing what they have a right to do, to secure persons, liberties, and properties, and to maintain each in its right, so as to cause justice to reign over all.
Και αν υπήρχε ένας λαός θεμελιωμένος σε αυτή τη βάση, μου φαίνεται ότι η τάξη θα επικρατούσε τόσο στις πράξεις όσο και στις ιδέες του. Μου φαίνεται ότι ένας τέτοιος λαός θα διέθετε την απλούστερη, οικονομικότερη, λιγότερο καταπιεστική, λιγότερο αισθητή, με τις λιγότερες ευθύνες, δικαιότερη και, συνεπώς, σταθερότερη κυβέρνηση που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί, όποια και αν ήταν η πολιτική μορφή της.
And if a people established upon this basis were to exist, it seems to me that order would prevail among them in their acts as well as in their ideas. It seems to me that such a people would have the most simple, the most economical, the least oppressive, the least to be felt, the least responsible, the most just, and, consequently, the most solid Government which could be imagined, whatever its political form might be.
Διότι, υπό μια τέτοια διοίκηση, ο καθένας θα αισθανόταν ότι κατείχε τόσο όλη την πληρότητα όσο και όλη την ευθύνη της ύπαρξής του. Εφόσον εξασφαλιζόταν η προσωπική ασφάλεια, εφόσον η εργασία ήταν ελεύθερη και οι καρποί της προστατεύονταν από κάθε άδικη προσβολή, κανείς δεν θα είχε προστριβές με το κράτος. Όταν ευημερούσαμε, είναι αλήθεια ότι δεν θα οφείλαμε να ευχαριστήσουμε το κράτος για την επιτυχία μας· όταν όμως δυστυχούσαμε, δεν θα διανοούμασταν να του καταλογίσουμε τις συμφορές μας, όπως ακριβώς οι αγρότες μας δεν διανοούνται να του αποδώσουν την έλευση του χαλαζιού ή του παγετού. Θα το γνωρίζαμε μόνο μέσω της ανεκτίμητης ευεργεσίας της Ασφάλειας.
For, under such an administration, every one would feel that he possessed all the fulness, as well as all the responsibility of his existence. So long as personal safety was ensured, so long as labour was free, and the fruits of labour secured against all unjust attacks, no one would have any difficulties to contend with in the State. When prosperous, we should not, it is true, have to thank the State for our success; but when unfortunate, we should no more think of taxing it with our disasters, than our peasants think of attributing to it the arrival of hail or of frost. We should know it only by the inestimable blessing of Safety.
Μπορεί επιπλέον να υποστηριχθεί ότι, χάρη στη μη επέμβαση του κράτους στις ιδιωτικές υποθέσεις, οι ανάγκες μας και τα μέσα ικανοποίησής τους θα αναπτύσσονταν σύμφωνα με τη φυσική τους τάξη. Δεν θα βλέπαμε φτωχές οικογένειες να επιζητούν φιλολογική μόρφωση προτού εξασφαλίσουν ψωμί. Δεν θα βλέπαμε τις πόλεις να αναπτύσσονται εις βάρος της υπαίθρου ούτε την ύπαιθρο εις βάρος των πόλεων. Δεν θα βλέπαμε εκείνες τις τεράστιες μετατοπίσεις κεφαλαίου, εργασίας και πληθυσμού που προκαλούν τα νομοθετικά μέτρα· μετατοπίσεις οι οποίες καθιστούν τόσο αβέβαιες και επισφαλείς τις ίδιες τις πηγές της διαβίωσης και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιβαρύνουν σε τόσο μεγάλο βαθμό την ευθύνη των κυβερνήσεων.
It may further be affirmed, that, thanks to the non-intervention of the State in private affairs, our wants and their satisfactions would develop themselves in their natural order. We should not see poor families seeking for literary instruction before they were supplied with bread. We should not see towns peopled at the expense of rural districts, nor rural districts at the expense of towns. We should not see those great displacements of capital, of labour, and of population, which legislative measures occasion; displacements, which render so uncertain and precarious the very sources of existence, and thus aggravate to such an extent the responsibility of Governments.
Δυστυχώς, ο νόμος κάθε άλλο παρά περιορίζεται στη δική του αρμοδιότητα. Ούτε έχει εγκαταλείψει την προσήκουσα σφαίρα του μόνο ως προς ορισμένες επουσιώδεις και αμφισβητήσιμες απόψεις. Έχει προχωρήσει πολύ περισσότερο. Έχει ενεργήσει κατά τρόπο ευθέως αντίθετο προς τον ορθό σκοπό του· έχει καταστρέψει το ίδιο του το αντικείμενο· έχει χρησιμοποιηθεί για να καταλύσει τη δικαιοσύνη την οποία όφειλε να εγκαθιδρύσει, για να εξαλείψει μεταξύ των Δικαιωμάτων εκείνο το όριο που αληθινή αποστολή του ήταν να σέβεται· έχει θέσει τη συλλογική δύναμη στην υπηρεσία εκείνων που επιθυμούν να εμπορεύονται, χωρίς κίνδυνο και χωρίς ενδοιασμούς, το πρόσωπο, την ελευθερία και την ιδιοκτησία των άλλων· έχει μετατρέψει τη λεηλασία σε δικαίωμα, για να την προστατεύει, και τη νόμιμη άμυνα σε έγκλημα, για να την τιμωρεί.
Unhappily, law is by no means confined to its own department. Nor is it merely in some indifferent and debateable views that it has left its proper sphere. It has done more than this. It has acted in direct opposition to its proper end; it has destroyed its own object; it has been employed in annihilating that justice which it ought to have established, in effacing amongst Rights, that limit which was its true mission to respect; it has placed the collective force in the service of those who wish to traffic, without risk, and without scruple, in the persons, the liberty, and the property of others; it has converted plunder into a right, that it may protect it, and lawful defence into a crime, that it may punish it.
Πώς συντελέστηκε αυτή η διαστροφή του νόμου; Και ποιες υπήρξαν οι συνέπειές της;
How has this perversion of law been accomplished? And what has resulted from it?
Ο νόμος διαστρεβλώθηκε υπό την επίδραση δύο πολύ διαφορετικών αιτίων: του απροκάλυπτου εγωισμού και της ψευδούς φιλανθρωπίας.
The law has been perverted through the influence of two very different causes—bare egotism and false philanthropy.
Ας μιλήσουμε για το πρώτο. Η αυτοσυντήρηση και η ανάπτυξη αποτελούν κοινή επιδίωξη όλων των ανθρώπων, κατά τρόπο ώστε, αν ο καθένας απολάμβανε την ελεύθερη άσκηση των ικανοτήτων του και την ελεύθερη διάθεση των καρπών τους, η κοινωνική πρόοδος θα ήταν αδιάκοπη, αδιάλειπτη και αναπόφευκτη.
Let us speak of the former.
Self-preservation and development is the common aspiration of all men, in such a way that if every one enjoyed the free exercise of his faculties and the free disposition of their fruits, social progress would be incessant, uninterrupted, inevitable.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη ροπή κοινή σε όλους: να ζουν και να αναπτύσσονται, όταν μπορούν, εις βάρος ο ένας του άλλου. Αυτό δεν αποτελεί απερίσκεπτη μομφή, απόρροια ενός ζοφερού και άσπλαχνου πνεύματος. Η ιστορία μαρτυρεί την αλήθεια της μέσα από τους αδιάκοπους πολέμους, τις μεταναστεύσεις των φυλών, τις καταπιέσεις εκ μέρους του ιερατείου, την καθολική εξάπλωση της δουλείας, τις απάτες στο εμπόριο και τα μονοπώλια από τα οποία βρίθουν τα χρονικά της. Αυτή η ολέθρια ροπή έχει την προέλευσή της στην ίδια τη φύση του ανθρώπου — σε εκείνο το πρωταρχικό, καθολικό και ακατανίκητο αίσθημα που τον ωθεί προς την ευημερία του και τον κάνει να επιδιώκει την αποφυγή του πόνου.
But there is also another disposition which is common to them. This is, to live and to develop, when they can, at the expense of one another. This is no rash imputation, emanating from a gloomy, uncharitable spirit. History bears witness to the truth of it, by the incessant wars, the migrations of races, sacerdotal oppressions, the universality of slavery, the frauds in trade, and the monopolies with which its annals abound. This fatal disposition has its origin in the very constitution of man—in that primitive, and universal, and invincible sentiment which urges it towards its well-being, and makes it seek to escape pain.
Ο άνθρωπος μπορεί να αντλεί τη ζωή και την απόλαυση μόνο από μια αδιάκοπη αναζήτηση και ιδιοποίηση· δηλαδή, από την αδιάκοπη εφαρμογή των ικανοτήτων του επάνω στα πράγματα, ή αλλιώς από την εργασία. Αυτή είναι η προέλευση της ιδιοκτησίας.
Man can only derive life and enjoyment from a perpetual search and appropriation; that is, from a perpetual application of his faculties to objects, or from labour. This is the origin of property.
Μπορεί, ωστόσο, να ζει και να απολαμβάνει αρπάζοντας και ιδιοποιούμενος τα προϊόντα των ικανοτήτων των συνανθρώπων του. Αυτή είναι η προέλευση της λεηλασίας.
But yet he may live and enjoy, by seizing and appropriating the productions of the faculties of his fellow-men. This is the origin of plunder.
Επειδή, λοιπόν, η εργασία είναι αφ’ εαυτής επίπονη και ο άνθρωπος έχει φυσική τάση να αποφεύγει τον πόνο, συνάγεται —και η ιστορία το αποδεικνύει— ότι όπου η λεηλασία είναι λιγότερο επαχθής από την εργασία, επικρατεί· και στην περίπτωση αυτή ούτε η θρησκεία ούτε η ηθική μπορούν να εμποδίσουν την επικράτησή της.
Now, labour being in itself a pain, and man being naturally inclined to avoid pain, it follows, and history proves it, that wherever plunder is less burdensome than labour, it prevails; and neither religion nor morality can, in this case, prevent it from prevailing.
Πότε παύει, επομένως, η λεηλασία; Όταν γίνεται πιο επαχθής και πιο επικίνδυνη από την εργασία. Είναι ολοφάνερο ότι ο ορθός σκοπός του νόμου είναι να αντιτάσσει το ισχυρό εμπόδιο της συλλογικής δύναμης σε αυτή την ολέθρια τάση· ότι όλα τα μέτρα του πρέπει να ευνοούν την ιδιοκτησία και να στρέφονται κατά της λεηλασίας.
When does plunder cease, then? When it becomes less burdensome and more dangerous than labour. It is very evident that the proper aim of law is to oppose the powerful obstacle of collective force to this fatal tendency; that all its measures should be in favour of property, and against plunder.
Ο νόμος, όμως, θεσπίζεται συνήθως από έναν άνθρωπο ή από μία τάξη ανθρώπων. Και επειδή ο νόμος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την κύρωση και την υποστήριξη μιας υπέρτερης δύναμης, αναπόφευκτα καταλήγει να θέτει αυτή τη δύναμη στα χέρια εκείνων που νομοθετούν.
But the law is made, generally, by one man, or by one class of men. And as law cannot exist without the sanction and the support of a preponderating force, it must finally place this force in the hands of those who legislate.
Αυτό το αναπόφευκτο φαινόμενο, σε συνδυασμό με την ολέθρια τάση η οποία, όπως είπαμε, υπάρχει στην καρδιά του ανθρώπου, εξηγεί τη σχεδόν καθολική διαστροφή του νόμου. Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πώς ο νόμος, αντί να λειτουργεί ως φραγμός στην αδικία, μετατρέπεται στο πιο ακατανίκητο όργανό της.
Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς ότι ο νομοθέτης, ανάλογα με την έκταση της εξουσίας του, καταστρέφει προς ίδιον όφελος και σε διαφορετικούς βαθμούς, στους κόλπους της υπόλοιπης κοινωνίας, την προσωπική ανεξαρτησία μέσω της δουλείας, την ελευθερία μέσω της καταπίεσης και την ιδιοκτησία μέσω της λεηλασίας.
This inevitable phenomenon, combined with the fatal tendency which, we have said, exists in the heart of man, explains the almost universal perversion of law. It is easy to conceive that, instead of being a check upon injustice, it becomes its most invincible instrument. It is easy to conceive that, according to the power of the legislator, it destroys for its own profit, and in different degrees, amongst the rest of the community, personal independence by slavery, liberty by oppression, and property by plunder.
Είναι στη φύση των ανθρώπων να εξεγείρονται εναντίον της αδικίας της οποίας είναι θύματα. Όταν, επομένως, η λεηλασία οργανώνεται από τον νόμο προς όφελος εκείνων που τη διαπράττουν, όλες οι λεηλατούμενες τάξεις τείνουν, είτε με ειρηνικά είτε με επαναστατικά μέσα, να συμμετάσχουν με κάποιον τρόπο στη θέσπιση των νόμων. Ανάλογα με τον βαθμό διαφώτισης στον οποίο έχουν φθάσει, οι τάξεις αυτές μπορούν να θέσουν δύο πολύ διαφορετικούς σκοπούς όταν επιχειρούν κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποκτήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα: είτε να επιθυμούν να θέσουν τέλος στη νόμιμη λεηλασία είτε να επιδιώκουν να συμμετάσχουν σε αυτήν.
It is in the nature of men to rise against the injustice of which they are the victims. When, therefore, plunder is organised by law, for the profit of those who perpetrate it, all the plundered classes tend, either by peaceful or revolutionary means, to enter in some way into the manufacturing of laws. These classes, according to the degree of enlightenment at which they have arrived, may propose to themselves two very different ends, when they thus attempt the attainment of their political rights; either they may wish to put an end to lawful plunder, or they may desire to take part in it.
Αλίμονο στο έθνος στο οποίο αυτή η δεύτερη σκέψη επικρατεί στις μάζες τη στιγμή που εκείνες, με τη σειρά τους, καταλαμβάνουν τη νομοθετική εξουσία!
Woe to the nation where this latter thought prevails amongst the masses, at the moment when they, in their turn, seize upon the legislative power!
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η νόμιμη λεηλασία ασκούνταν από τους λίγους εις βάρος των πολλών, όπως συμβαίνει στις χώρες όπου το δικαίωμα της νομοθέτησης περιορίζεται σε λίγα χέρια. Τώρα, όμως, έχει καταστεί καθολική και η ισορροπία αναζητείται στην καθολική λεηλασία. Η αδικία που εμπεριέχεται στην κοινωνία, αντί να εκριζωθεί, γενικεύεται. Μόλις οι αδικημένες τάξεις ανακτήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα, η πρώτη τους σκέψη δεν είναι να καταργήσουν τη λεηλασία —αυτό θα προϋπέθετε έναν βαθμό διαφώτισης που δεν είναι δυνατόν να διαθέτουν — αλλά να οργανώσουν εναντίον των άλλων τάξεων, και τελικά εις βάρος του ίδιου τους του εαυτού, ένα σύστημα αντιποίνων· σαν να ήταν αναγκαίο, προτού έλθει η βασιλεία της δικαιοσύνης, να υποστούν όλοι μια σκληρή ανταπόδοση — άλλοι για την αδικία τους και άλλοι για την άγνοιά τους.
Up to that time, lawful plunder has been exercised by the few upon the many, as is the case in countries where the right of legislating is confined to a few hands. But now it has become universal, and the equilibrium is sought in universal plunder. The injustice which society contains, instead of being rooted out of it, is generalised. As soon as the injured classes have recovered their political rights, their first thought is, not to abolish plunder (this would suppose them to possess enlightenment, which they cannot have), but to organise against the other classes, and to their own detriment, a system of reprisals,—as if it was necessary, before the reign of justice arrives, that all should undergo a cruel retribution,—some for their iniquity and some for their ignorance.
Θα ήταν, επομένως, αδύνατον να εισαχθεί στην κοινωνία μεγαλύτερη μεταβολή και μεγαλύτερο κακό από αυτό: η μετατροπή του νόμου σε όργανο λεηλασίας.
It would be impossible, therefore, to introduce into society a greater change and a greater evil than this—the conversion of the law into an instrument of plunder.
Ποιες θα ήταν οι συνέπειες μιας τέτοιας διαστροφής; Θα απαιτούνταν ολόκληροι τόμοι για να περιγραφούν όλες. Πρέπει να αρκεστούμε στην επισήμανση των πιο εντυπωσιακών.
What would be the consequences of such a perversion? It would require volumes to describe them all. We must content ourselves with pointing out the most striking.
Πρώτα απ’ όλα, θα εξαφάνιζε από τη συνείδηση όλων τη διάκριση ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την αδικία. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει αν οι νόμοι δεν γίνονται σε κάποιον βαθμό σεβαστοί· ο ασφαλέστερος, όμως, τρόπος για να γίνονται σεβαστοί είναι να είναι άξιοι σεβασμού. Όταν ο νόμος και η ηθική αντιφάσκουν μεταξύ τους, ο πολίτης βρίσκεται ενώπιον του οδυνηρού διλήμματος είτε να χάσει το ηθικό του αίσθημα είτε να χάσει τον σεβασμό του προς τον νόμο — δύο κακών ίσης βαρύτητας, μεταξύ των οποίων θα ήταν δύσκολο να επιλέξει κανείς.
In the first place, it would efface from everybody's conscience the distinction between justice and injustice.
No society can exist unless the laws are respected to a certain degree, but the safest way to make them respected is to make them respectable. When law and morality are in contradiction to each other, the citizen finds himself in the cruel alternative of either losing his moral sense, or of losing his respect for the law—two evils of equal magnitude, between which it would be difficult to choose.
Είναι τόσο σύμφυτο με τη φύση του νόμου να υποστηρίζει τη δικαιοσύνη, ώστε στη συνείδηση των μαζών τα δύο ταυτίζονται. Υπάρχει μέσα σε όλους μας μια ισχυρή τάση να θεωρούμε θεμιτό οτιδήποτε είναι νόμιμο, σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλοί να συνάγουν εσφαλμένα κάθε έννοια δικαιοσύνης από τον νόμο. Αρκεί, επομένως, ο νόμος να διατάξει και να κυρώσει τη λεηλασία για να εμφανιστεί αυτή, σε πολλές συνειδήσεις, ως δίκαιη και ιερή. Η δουλεία, ο προστατευτισμός και το μονοπώλιο βρίσκουν υπερασπιστές όχι μόνο μεταξύ εκείνων που ωφελούνται από αυτά, αλλά και μεταξύ εκείνων που υποφέρουν εξαιτίας τους. Αν διατυπώσετε κάποια αμφιβολία ως προς την ηθικότητα αυτών των θεσμών, αμέσως θα σας πουν: «Είστε ένας επικίνδυνος καινοτόμος, ένας ουτοπιστής, ένας θεωρητικολόγος, ένας περιφρονητής των νόμων· θέλετε να κλονίσετε τα θεμέλια επάνω στα οποία στηρίζεται η κοινωνία».
It is so much in the nature of law to support justice, that in the minds of the masses they are one and the same. There is in all of us a strong disposition to regard what is lawful as legitimate, so much so, that many falsely derive all justice from law. It is sufficient, then, for the law to order and sanction plunder, that it may appear to many consciences just and sacred. Slavery, protection, and monopoly find defenders, not only in those who profit by them, but in those who suffer by them. If you suggest a doubt as to the morality of these institutions, it is said directly—"You are a dangerous innovator, a utopian, a theorist, a despiser of the laws; you would shake the basis upon which society rests."
Αν διδάσκετε ηθική ή πολιτική οικονομία, θα βρεθούν επίσημα σώματα που θα απευθύνουν προς την κυβέρνηση το ακόλουθο αίτημα:
If you lecture upon morality, or political economy, official bodies will be found to make this request to the Government:—
«Στο εξής, η επιστήμη να διδάσκεται όχι μόνο με αποκλειστική αναφορά στην ελεύθερη ανταλλαγή —στην ελευθερία, την ιδιοκτησία και τη δικαιοσύνη— όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα, αλλά επίσης, και ιδίως, με αναφορά στα πραγματικά δεδομένα και στη νομοθεσία —που αντιβαίνουν στην ελευθερία, την ιδιοκτησία και τη δικαιοσύνη— τα οποία ρυθμίζουν τη γαλλική βιομηχανία.
»Στις δημόσιες έδρες που μισθοδοτούνται από το δημόσιο ταμείο, ο καθηγητής να απέχει αυστηρά από οτιδήποτε θα μπορούσε να θέσει, έστω και στον ελάχιστο βαθμό, σε κίνδυνο τον οφειλόμενο σεβασμό προς τους ισχύοντες νόμους».1
"That henceforth science be taught not only with sole reference to free exchange (to liberty, property, and justice), as has been the case up to the present time, but also, and especially, with reference to the facts and legislation (contrary to liberty, property, and justice) which regulate French industry.
"That, in public pulpits salaried by the treasury, the professor abstain rigorously from endangering in the slightest degree the respect due to the laws now in force."
Έτσι, αν υπάρχει ένας νόμος που κυρώνει τη δουλεία ή το μονοπώλιο, την καταπίεση ή τη λεηλασία, υπό οποιαδήποτε μορφή, δεν πρέπει καν να γίνεται μνεία του — διότι πώς θα μπορούσε να αναφερθεί κανείς σε αυτόν χωρίς να υπονομεύσει τον σεβασμό που εμπνέει; Ακόμη περισσότερο, η ηθική και η πολιτική οικονομία πρέπει να διδάσκονται σε συμφωνία με αυτόν τον νόμο — δηλαδή με την παραδοχή ότι ο νόμος αυτός πρέπει να είναι δίκαιος, αποκλειστικά και μόνο επειδή είναι νόμος.
So that if a law exists which sanctions slavery or monopoly, oppression or plunder, in any form whatever, it must not even be mentioned—for how can it be mentioned without damaging the respect which it inspires? Still further, morality and political economy must be taught in connexion with this law—that is, under the supposition that it must be just, only because it is law.
Μια άλλη συνέπεια αυτής της αξιοθρήνητης διαστροφής του νόμου είναι ότι προσδίδει στα ανθρώπινα πάθη και στους πολιτικούς αγώνες — και, γενικότερα, στην κυρίως ειπείν πολιτική— μια υπερβολική υπεροχή.
Another effect of this deplorable perversion of the law is, that it gives to human passions and to political struggles, and, in general, to politics, properly so called, an exaggerated preponderance.
Θα μπορούσα να αποδείξω αυτόν τον ισχυρισμό με χίλιους τρόπους. Θα περιοριστώ, όμως, για λόγους παραδείγματος, να τον εφαρμόσω σε ένα ζήτημα το οποίο προσφάτως έχει απασχολήσει τη σκέψη όλων: την καθολική ψηφοφορία.
I could prove this assertion in a thousand ways. But I shall confine myself, by way of illustration, to bringing it to bear upon a subject which has of late occupied everybody's mind—universal suffrage.
Ό,τι και αν πιστεύουν γι’ αυτήν οι οπαδοί της σχολής του Rousseau, η οποία διατείνεται ότι είναι πολύ προοδευμένη, αλλά την οποία εγώ θεωρώ ότι βρίσκεται είκοσι αιώνες πίσω, η καθολική ψηφοφορία —αν λάβουμε τον όρο με την αυστηρότερη σημασία του— δεν αποτελεί ένα από εκείνα τα ιερά δόγματα ως προς τα οποία η εξέταση και η αμφιβολία συνιστούν εγκλήματα.
Whatever may be thought of it by the adepts of the school of Rousseau, which professes to be very far advanced, but which I consider twenty centuries behind, universal suffrage (taking the word in its strictest sense) is not one of those sacred dogmas with respect to which examination and doubt are crimes.
Καταρχάς, η λέξη «καθολική» συγκαλύπτει έναν κατάφωρο σοφιστικό συλλογισμό. Στη Γαλλία υπάρχουν 36.000.000 κάτοικοι. Για να είναι καθολικό το δικαίωμα ψήφου, θα έπρεπε να υπολογίζονται 36.000.000 εκλογείς. Ακόμη και το ευρύτερο σύστημα αναγνωρίζει μόνο 9.000.000. Επομένως, τρεις στους τέσσερις αποκλείονται· και, ακόμη περισσότερο, αποκλείονται από τον τέταρτο. Σε ποια αρχή θεμελιώνεται αυτός ο αποκλεισμός; Στην αρχή της ανικανότητας. Καθολική ψηφοφορία, λοιπόν, σημαίνει: καθολική ψηφοφορία όσων είναι ικανοί. Ποιοι είναι, όμως, στην πραγματικότητα οι ικανοί; Είναι η ηλικία, το φύλο και οι δικαστικές καταδίκες οι μόνες προϋποθέσεις με τις οποίες πρέπει να συνδέεται η ανικανότητα;
In the first place, the word universal conceals a gross sophism. There are, in France, 36,000,000 of inhabitants. To make the right of suffrage universal, 36,000,000 of electors should be reckoned. The most extended system reckons only 9,000,000. Three persons out of four, then, are excluded; and more than this, they are excluded by the fourth. Upon what principle is this exclusion founded? Upon the principle of incapacity. Universal suffrage, then, means—universal suffrage of those who are capable. In point of fact, who are the capable? Are age, sex, and judicial condemnations the only conditions to which incapacity is to be attached?
Αν εξετάσουμε το ζήτημα από πιο κοντά, θα αντιληφθούμε σύντομα τον λόγο για τον οποίο το δικαίωμα ψήφου εξαρτάται από το τεκμήριο της ικανότητας ή της ανικανότητας. Το ευρύτερο σύστημα διαφέρει από το πιο περιορισμένο μόνο ως προς την εκτίμηση των προϋποθέσεων από τις οποίες εξαρτάται αυτή η ανικανότητα· πρόκειται, συνεπώς, όχι για διαφορά αρχής, αλλά για διαφορά βαθμού.
On taking a nearer view of the subject, we may soon perceive the motive which causes the right of suffrage to depend upon the presumption of incapacity; the most extended system differing only in this respect from the most restricted, by the appreciation of those conditions on which this incapacity depends, and which constitutes, not a difference in principle, but in degree.
Ο λόγος αυτός είναι ότι ο εκλογέας δεν αποφασίζει μόνο για τον εαυτό του, αλλά για όλους.
This motive is, that the elector does not stipulate for himself, but for everybody.
Αν, όπως ισχυρίζονται οι ελληνότροποι και ρωμαιότροποι δημοκρατικοί, το δικαίωμα ψήφου περιερχόταν στον καθένα από τη γέννησή του, θα αποτελούσε αδικία εκ μέρους των ενηλίκων να εμποδίζουν τις γυναίκες και τα παιδιά να ψηφίζουν. Γιατί αποκλείονται; Επειδή τεκμαίρεται ότι είναι ανίκανα. Και γιατί η ανικανότητα αποτελεί λόγο αποκλεισμού; Επειδή ο εκλογέας δεν επωμίζεται μόνος του την ευθύνη της ψήφου του· επειδή κάθε ψήφος δεσμεύει και επηρεάζει ολόκληρη την κοινωνία· επειδή η κοινωνία έχει το δικαίωμα να απαιτεί ορισμένες εγγυήσεις ως προς τις πράξεις από τις οποίες εξαρτώνται η ευημερία και η ίδια της η ύπαρξη.
If, as the republicans of the Greek and Roman tone pretend, the right of suffrage had fallen to the lot of every one at his birth, it would be an injustice to adults to prevent women and children from voting. Why are they prevented? Because they are presumed to be incapable. And why is incapacity a motive for exclusion? Because the elector does not reap alone the responsibility of his vote; because every vote engages and affects the community at large; because the community has a right to demand some securities, as regards the acts upon which his well-being and his existence depend.
Γνωρίζω τι θα μπορούσε να ειπωθεί ως απάντηση σε αυτό. Γνωρίζω ποιες αντιρρήσεις θα μπορούσαν να διατυπωθούν. Δεν είναι, όμως, εδώ ο κατάλληλος τόπος για να εξαντληθεί μια τέτοια αντιπαράθεση. Εκείνο που επιθυμώ να παρατηρήσω είναι ότι αυτή ακριβώς η αντιπαράθεση — όπως και το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών ζητημάτων— η οποία ταράζει, εξάπτει και αποσταθεροποιεί τα έθνη, θα έχανε σχεδόν όλη τη σημασία της, αν ο νόμος ήταν πάντοτε αυτό που οφείλει να είναι.
I know what might be said in answer to this. I know what might be objected. But this is not the place to exhaust a controversy of this kind. What I wish to observe is this, that this same controversy (in common with the greater part of political questions) which agitates, excites, and unsettles the nations, would lose almost all its importance if the law had always been what it ought to be.
Πράγματι, αν ο νόμος περιοριζόταν στο να επιβάλλει τον σεβασμό όλων των προσώπων, όλων των ελευθεριών και όλων των ιδιοκτησιών· αν δεν ήταν παρά η οργάνωση του ατομικού δικαιώματος και της ατομικής άμυνας· αν αποτελούσε το εμπόδιο, τον φραγμό και την τιμωρία που αντιτάσσονται σε κάθε καταπίεση και σε κάθε λεηλασία — είναι άραγε πιθανό να φιλονικούσαμε τόσο πολύ, ως πολίτες, σχετικά με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη καθολικότητα της ψηφοφορίας; Είναι πιθανό αυτό το ζήτημα να έθετε σε κίνδυνο το υπέρτατο αγαθό της δημόσιας ειρήνης; Είναι πιθανό οι αποκλεισμένες τάξεις να μην περίμεναν ήρεμα να έλθει η σειρά τους; Είναι πιθανό οι τάξεις που απολάμβαναν το εκλογικό δικαίωμα να προστάτευαν με τόση ζηλοτυπία το προνόμιό τους; Και δεν είναι φανερό ότι, εφόσον το συμφέρον όλων θα ήταν ένα και το αυτό, ορισμένοι θα ενεργούσαν χωρίς να προκαλούν μεγάλη βλάβη στους άλλους;
In fact, if law were confined to causing all persons, all liberties, and all properties to be respected—if it were merely the organisation of individual right and individual defence—if it were the obstacle, the check, the chastisement opposed to all oppression, to all plunder—is it likely that we should dispute much, as citizens, on the subject of the greater or less universality of suffrage? Is it likely that it would compromise that greatest of advantages, the public peace? Is it likely that the excluded classes would not quietly wait for their turn? Is it likely that the enfranchised classes would be very jealous of their privilege? And is it not clear, that the interest of all being one and the same, some would act without much inconvenience to the others?
Αν, όμως, εισαγόταν η ολέθρια αρχή ότι, με το πρόσχημα της οργάνωσης, της ρύθμισης, της προστασίας ή της ενθάρρυνσης, ο νόμος μπορεί να αφαιρεί από τη μία πλευρά για να δίνει στην άλλη· να ιδιοποιείται τον πλούτο που αποκτούν όλες οι τάξεις, προκειμένου να αυξήσει τον πλούτο μίας τάξης —είτε πρόκειται για τους γεωργούς, τους βιομηχάνους, τους πλοιοκτήτες είτε για τους καλλιτέχνες και τους ηθοποιούς— τότε ασφαλώς, σε αυτή την περίπτωση, δεν υπάρχει τάξη που να μην μπορεί, και μάλιστα δικαιολογημένα, να αξιώσει να θέσει το χέρι της επάνω στον νόμο· που να μην απαιτήσει με μανία το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι· που να μην ανατρέψει την κοινωνία μάλλον παρά να μην το αποκτήσει. Ακόμη και οι επαίτες και οι περιπλανώμενοι θα σας αποδείξουν ότι διαθέτουν αναμφισβήτητο τίτλο σε αυτό. Θα πουν:
«Ποτέ δεν αγοράζουμε κρασί, καπνό ή αλάτι χωρίς να πληρώνουμε τον φόρο· και ένα μέρος αυτού του φόρου παρέχεται από τον νόμο, υπό μορφή πρόσθετων απολαβών και επιχορηγήσεων, σε ανθρώπους πλουσιότερους από εμάς. Άλλοι χρησιμοποιούν τον νόμο για να προκαλέσουν τεχνητή αύξηση της τιμής του ψωμιού, του κρέατος, του σιδήρου ή των υφασμάτων. Αφού όλοι εμπορεύονται τον νόμο προς ίδιον όφελος, θα θέλαμε και εμείς να πράξουμε το ίδιο. Θα θέλαμε να τον κάνουμε να θεσπίσει το δικαίωμα στην αρωγή, το οποίο αποτελεί τη λεηλασία του φτωχού. Για να το επιτύχουμε αυτό, πρέπει να είμαστε εκλογείς και νομοθέτες, ώστε να οργανώσουμε σε μεγάλη κλίμακα την ελεημοσύνη υπέρ της δικής μας τάξης, όπως εσείς οργανώσατε σε μεγάλη κλίμακα την προστασία υπέρ της δικής σας. Μη μας λέτε ότι θα αναλάβετε εσείς την υπόθεσή μας και ότι θα μας πετάξετε 600.000 φράγκα για να μας κρατήσετε ήσυχους, σαν να μας δίνατε ένα κόκαλο για να ξεκοκαλίσουμε. Έχουμε και άλλες αξιώσεις και, εν πάση περιπτώσει, επιθυμούμε να διαπραγματευόμαστε για λογαριασμό μας, όπως οι άλλες τάξεις διαπραγματεύθηκαν για τον δικό τους!»
Πώς μπορεί να απαντηθεί αυτό το επιχείρημα; Πράγματι, όσο γίνεται δεκτό ότι ο νόμος μπορεί να εκτραπεί από την αληθινή του αποστολή, ότι μπορεί να παραβιάζει την ιδιοκτησία αντί να την προστατεύει, όλοι θα επιθυμούν να συμμετέχουν στη διαμόρφωση του νόμου, είτε για να αμυνθούν κατά της λεηλασίας είτε για να την οργανώσουν προς ίδιον όφελος. Το πολιτικό ζήτημα θα παραμένει πάντοτε επιζήμιο, κυρίαρχο και απορροφητικό· με μία λέξη, θα διεξάγεται μάχη γύρω από την είσοδο του Νομοθετικού Μεγάρου. Ο αγώνας δεν θα είναι λιγότερο λυσσαλέος στο εσωτερικό του. Για να πειστεί κανείς γι’ αυτό, ελάχιστα χρειάζεται να εξετάσει όσα συμβαίνουν στις Βουλές της Γαλλίας και της Αγγλίας· αρκεί να γνωρίζει τους όρους υπό τους οποίους τίθεται το ζήτημα.
But if the fatal principle should come to be introduced, that, under pretence of organisation, regulation, protection, or encouragement, the law may take from one party in order to give to another, help itself to the wealth acquired by all the classes that it may increase that of one class, whether that of the agriculturists, the manufacturers, the shipowners, or artists and comedians; then certainly, in this case, there is no class which may not pretend, and with reason, to place its hand upon the law, which would not demand with fury its right of election and eligibility, and which would overturn society rather than not obtain it. Even beggars and vagabonds will prove to you that they have an incontestable title to it. They will say—"We never buy wine, tobacco, or salt, without paying the tax, and a part of this tax is given by law in perquisites and gratuities to men who are richer than we are. Others make use of the law to create an artificial rise in the price of bread, meat, iron, or cloth. Since everybody traffics in law for his own profit, we should like to do the same. We should like to make it produce the right to assistance, which is the poor man's plunder. To effect this, we ought to be electors and legislators, that we may organise, on a large scale, alms for our own class, as you have organised, on a large scale, protection for yours. Don't tell us that you will take our cause upon yourselves, and throw to us 600,000 francs to keep us quiet, like giving us a bone to pick. We have other claims, and, at any rate, we wish to stipulate for ourselves, as other classes have stipulated for themselves!" How is this argument to be answered? Yes, as long as it is admitted that the law may be diverted from its true mission, that it may violate property instead of securing it, everybody will be wanting to manufacture law, either to defend himself against plunder, or to organise it for his own profit. The political question will always be prejudicial, predominant, and absorbing; in a word, there will be fighting around the door of the Legislative Palace. The struggle will be no less furious within it. To be convinced of this, it is hardly necessary to look at what passes in the Chambers in France and in England; it is enough to know how the question stands.
Χρειάζεται άραγε να αποδειχθεί ότι αυτή η απεχθής διαστροφή του νόμου αποτελεί αδιάκοπη πηγή μίσους και διχόνοιας και ότι τείνει ακόμη και προς την αποδιοργάνωση της κοινωνίας; Κοιτάξτε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο όπου ο νόμος να διατηρείται περισσότερο εντός του προσήκοντος πεδίου του — δηλαδή να εξασφαλίζει στον καθένα την ελευθερία και την ιδιοκτησία του. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο όπου η κοινωνική τάξη να φαίνεται ότι εδράζεται σε σταθερότερα θεμέλια. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχουν δύο ζητήματα —και μόνο δύο— τα οποία εξαρχής έχουν θέσει σε κίνδυνο την πολιτική τάξη. Και ποια είναι αυτά τα δύο ζητήματα; Η δουλεία και οι δασμοί· δηλαδή ακριβώς τα μόνα δύο ζητήματα στα οποία, αντίθετα προς το γενικό πνεύμα αυτής της δημοκρατίας, ο νόμος έχει προσλάβει τον χαρακτήρα λεηλατητή. Η δουλεία είναι η διά νόμου κυρωμένη παραβίαση των δικαιωμάτων του προσώπου. Ο προστατευτισμός είναι η παραβίαση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας που διαπράττεται από τον νόμο· και είναι ασφαλώς εξαιρετικά αξιοσημείωτο ότι, ανάμεσα σε τόσες άλλες διαμάχες, αυτή η διπλή νομική μάστιγα, η οδυνηρή κληρονομιά του Παλαιού Κόσμου, είναι η μόνη που μπορεί —και ίσως πρόκειται— να προκαλέσει τη διάρρηξη της Ένωσης. Πράγματι, είναι αδύνατον να συλλάβει κανείς, στους κόλπους της κοινωνίας, γεγονός πιο συγκλονιστικό από αυτό: ο νόμος να έχει καταστεί όργανο αδικίας. Και αν το γεγονός αυτό επιφέρει τόσο τρομερές συνέπειες στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου αποτελεί μόνο μία εξαίρεση, ποιες πρέπει να είναι οι συνέπειές του σε εμάς, στην Ευρώπη, όπου αποτελεί αρχή — σύστημα;
Is there any need to prove that this odious perversion of law is a perpetual source of hatred and discord,—that it even tends to social disorganisation? Look at the United States. There is no country in the world where the law is kept more within its proper domain—which is, to secure to every one his liberty and his property. Therefore, there is no country in the world where social order appears to rest upon a more solid basis. Nevertheless, even in the United States, there are two questions, and only two, which from the beginning have endangered political order. And what are these two questions? That of slavery and that of tariffs; that is, precisely the only two questions in which, contrary to the general spirit of this republic, law has taken the character of a plunderer. Slavery is a violation, sanctioned by law, of the rights of the person. Protection is a violation perpetrated by the law upon the rights of property; and certainly it is very remarkable that, in the midst of so many other debates, this double legal scourge, the sorrowful inheritance of the Old World, should be the only one which can, and perhaps will, cause the rupture of the Union. Indeed, a more astounding fact, in the heart of society, cannot be conceived than this:—That law should have become an instrument of injustice. And if this fact occasions consequences so formidable to the United States, where there is but one exception, what must it be with us in Europe, where it is a principle—a system?
Ο κ. Montalembert, υιοθετώντας τη σκέψη μιας περίφημης διακήρυξης του κ. Carlier, είπε: «Πρέπει να διεξαγάγουμε πόλεμο κατά του σοσιαλισμού». Και με τον όρο «σοσιαλισμός», σύμφωνα με τον ορισμό του κ. Charles Dupin, εννοούσε τη λεηλασία. Ποια λεηλασία, όμως, εννοούσε; Διότι υπάρχουν δύο είδη: η εξωνομική και η νόμιμη λεηλασία.
M. Montalembert, adopting the thought of a famous proclamation of M. Carlier, said, "We must make war against socialism." And by socialism, according to the definition of M. Charles Dupin, he meant plunder.
But what plunder did he mean? For there are two sorts—extra-legal and legal plunder.
Όσον αφορά την εξωνομική λεηλασία, όπως είναι η κλοπή ή η απάτη, η οποία ορίζεται, προβλέπεται και τιμωρείται από τον ποινικό κώδικα, δεν πιστεύω ότι μπορεί να εξωραϊστεί με την ονομασία «σοσιαλισμός». Δεν είναι αυτή που απειλεί συστηματικά τα θεμέλια της κοινωνίας. Άλλωστε, ο πόλεμος εναντίον αυτού του είδους λεηλασίας δεν περίμενε το σύνθημα του κ. Montalembert ή του κ. Carlier. Διεξάγεται από την απαρχή του κόσμου· η Γαλλία τον διεξήγαγε πολύ πριν από την Επανάσταση του Φεβρουαρίου —πολύ πριν από την εμφάνιση του σοσιαλισμού— με όλον τον μηχανισμό των δικαστικών αρχών, της αστυνομίας, της χωροφυλακής, των φυλακών, των μπουντρουμιών και των ικριωμάτων. Ο ίδιος ο νόμος διεξάγει αυτόν τον πόλεμο και, κατά τη γνώμη μου, είναι ευκταίο να διατηρεί πάντοτε αυτή τη στάση απέναντι στη λεηλασία.
As to extra-legal plunder, such as theft, or swindling, which is defined, foreseen, and punished by the penal code, I do not think it can be adorned by the name of socialism. It is not this which systematically threatens the foundations of society. Besides, the war against this kind of plunder has not waited for the signal of M. Montalembert or M. Carlier. It has gone on since the beginning of the world; France was carrying it on long before the revolution of February—long before the appearance of socialism—with all the ceremonies of magistracy, police, gendarmerie, prisons, dungeons, and scaffolds. It is the law itself which is conducting this war, and it is to be wished, in my opinion, that the law should always maintain this attitude with respect to plunder.
Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει. Ο νόμος ενίοτε αναλαμβάνει ο ίδιος τη λεηλασία. Μερικές φορές την εκτελεί με τα ίδια του τα χέρια, προκειμένου να απαλλάξει τους ωφελουμένους από την ντροπή, τον κίνδυνο και τους ηθικούς ενδοιασμούς. Άλλοτε θέτει όλον αυτόν τον μηχανισμό των δικαστικών αρχών, της αστυνομίας, της χωροφυλακής και των φυλακών στην υπηρεσία του λεηλατητή και μεταχειρίζεται το θύμα της λεηλασίας, όταν αυτό αμύνεται, ως εγκληματία. Με μία λέξη, υπάρχει νόμιμη λεηλασία και, αναμφίβολα, αυτή εννοεί ο κ. Montalembert.
But this is not the case. The law sometimes takes its own part. Sometimes it accomplishes it with its own hands, in order to save the parties benefited the shame, the danger, and the scruple. Sometimes it places all this ceremony of magistracy, police, gendarmerie, and prisons, at the service of the plunderer, and treats the plundered party, when he defends himself, as the criminal. In a word, there is a legal plunder, and it is, no doubt, this which is meant by M. Montalembert.
Αυτή η λεηλασία μπορεί να αποτελεί απλώς μια κατ’ εξαίρεση κηλίδα στη νομοθεσία ενός λαού· και, σε αυτή την περίπτωση, το καλύτερο που μπορεί να γίνει είναι, χωρίς τόσους λόγους και θρήνους, να καταργηθεί το συντομότερο δυνατόν, παρά τις κραυγές των ενδιαφερομένων. Πώς, όμως, μπορεί να αναγνωριστεί; Πολύ εύκολα. Εξετάστε αν ο νόμος αφαιρεί από ορισμένα πρόσωπα ό,τι τους ανήκει, για να δώσει σε άλλα ό,τι δεν τους ανήκει. Εξετάστε αν ο νόμος διαπράττει, προς όφελος ενός πολίτη και εις βάρος άλλων, μια πράξη την οποία ο πολίτης αυτός δεν θα μπορούσε να διαπράξει χωρίς να τελέσει έγκλημα. Καταργήστε αμέσως αυτόν τον νόμο· δεν αποτελεί απλώς αδικία — αποτελεί γόνιμη πηγή αδικιών, διότι προκαλεί αντίποινα· και αν δεν προσέξετε, η εξαιρετική περίπτωση θα επεκταθεί, θα πολλαπλασιαστεί και θα καταστεί σύστημα. Αναμφίβολα, ο ωφελούμενος θα διαμαρτυρηθεί με δυνατές κραυγές· θα επικαλεστεί τα κεκτημένα δικαιώματά του. Θα ισχυριστεί ότι το κράτος οφείλει να προστατεύει και να ενθαρρύνει τον κλάδο του· θα υποστηρίξει ότι είναι καλό να πλουτίζει το κράτος, ώστε να μπορεί να δαπανά περισσότερο και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να κατακλύζει με μισθούς τους φτωχούς εργάτες. Προσέξτε να μην ακούσετε αυτή τη σοφιστεία, διότι ακριβώς μέσω της συστηματοποίησης αυτών των επιχειρημάτων συστηματοποιείται και η νόμιμη λεηλασία.
This plunder may be only an exceptional blemish in the legislation of a people, and in this case, the best thing that can be done is, without so many speeches and lamentations, to do away with it as soon as possible, notwithstanding the clamours of interested parties. But how is it to be distinguished? Very easily. See whether the law takes from some persons that which belongs to them, to give to others what does not belong to them. See whether the law performs, for the profit of one citizen, and, to the injury of others, an act which this citizen cannot perform without committing a crime. Abolish this law without delay; it is not merely an iniquity—it is a fertile source of iniquities, for it invites reprisals; and if you do not take care, the exceptional case will extend, multiply, and become systematic. No doubt the party benefited will exclaim loudly; he will assert his acquired rights. He will say that the State is bound to protect and encourage his industry; he will plead that it is a good thing for the State to be enriched, that it may spend the more, and thus shower down salaries upon the poor workmen. Take care not to listen to this sophistry, for it is just by the systematising of these arguments that legal plunder becomes systematised.
Και αυτό ακριβώς έχει συμβεί. Η αυταπάτη της εποχής μας είναι να πλουτίσουν όλες οι τάξεις η μία εις βάρος της άλλης· είναι να γενικευθεί η λεηλασία υπό το πρόσχημα της οργάνωσής της. Η νόμιμη λεηλασία μπορεί να ασκηθεί με άπειρους τρόπους. Από εδώ προέρχεται ένα ατελείωτο πλήθος σχεδίων κοινωνικής οργάνωσης: δασμοί, προστατευτισμός, πρόσθετες απολαβές, επιχορηγήσεις, ενισχύσεις, προοδευτική φορολογία, δωρεάν εκπαίδευση, δικαίωμα στην εργασία, δικαίωμα στο κέρδος, δικαίωμα στον μισθό, δικαίωμα στην αρωγή, δικαίωμα στα μέσα εργασίας, δωρεάν πίστωση κ.ο.κ. Και είναι το σύνολο όλων αυτών των σχεδίων, με το κοινό τους στοιχείο —τη νόμιμη λεηλασία— που λαμβάνει την ονομασία «σοσιαλισμός».
And this is what has taken place. The delusion of the day is to enrich all classes at the expense of each other; it is to generalise plunder under pretence of organising it. Now, legal plunder may be exercised in an infinite multitude of ways. Hence come an infinite multitude of plans for organisation; tariffs, protection, perquisites, gratuities, encouragements, progressive taxation, gratuitous instruction, right to labour, right to profit, right to wages, right to assistance, right to instruments of labour, gratuity of credit, &c., &c. And it is all these plans, taken as a whole, with what they have in common, legal, plunder, which takes the name of socialism.
Αφού, λοιπόν, ο σοσιαλισμός, οριζόμενος κατ’ αυτόν τον τρόπο, συγκροτεί ένα σώμα θεωρίας, ποιον άλλο πόλεμο θα μπορούσατε να διεξαγάγετε εναντίον του εκτός από έναν πόλεμο ιδεών; Θεωρείτε αυτή τη θεωρία ψευδή, παράλογη και αποτρόπαιη. Ανασκευάστε την. Αυτό θα είναι τόσο ευκολότερο όσο πιο ψευδής, πιο παράλογη και πιο αποτρόπαιη είναι. Πάνω απ’ όλα, αν επιθυμείτε να είστε ισχυροί, αρχίστε εκριζώνοντας από τη νομοθεσία σας κάθε ίχνος σοσιαλισμού που ενδέχεται να έχει παρεισφρήσει σε αυτήν — και αυτό δεν θα είναι διόλου εύκολο έργο.
Now socialism, thus defined, and forming a doctrinal body, what other war would you make against it than a war of doctrine? You find this doctrine false, absurd, abominable. Refute it. This will be all the more easy, the more false, the more absurd and the more abominable it is. Above all, if you wish to be strong, begin by rooting out of your legislation every particle of socialism which may have crept into it,—and this will be no light work.
Ο κ. Montalembert κατηγορήθηκε ότι επιθυμεί να στρέψει την ωμή βία εναντίον του σοσιαλισμού. Πρέπει να απαλλαγεί από αυτή την κατηγορία, διότι είπε ξεκάθαρα: «Ο πόλεμος που πρέπει να διεξαγάγουμε κατά του σοσιαλισμού πρέπει να είναι συμβατός με τον νόμο, την τιμή και τη δικαιοσύνη».
M. Montalembert has been reproached with wishing to turn brute force against socialism. He ought to be exonerated from this reproach, for he has plainly said:—"The war which we must make against socialism must be one which is compatible with the law, honour, and justice."
Πώς, όμως, δεν αντιλαμβάνεται ο κ. Montalembert ότι εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο; Θέλετε να αντιτάξετε τον νόμο στον σοσιαλισμό. Αλλά ακριβώς τον νόμο επικαλείται ο σοσιαλισμός. Επιδιώκει τη νόμιμη και όχι την εξωνομική λεηλασία. Τον ίδιο τον νόμο επιθυμεί να μετατρέψει σε όργανο, όπως ακριβώς και οι μονοπωλητές κάθε είδους· και όταν πλέον έχει τον νόμο με το μέρος του, πώς θα μπορέσετε να στρέψετε τον νόμο εναντίον του; Πώς θα τον υπαγάγετε στην εξουσία των δικαστηρίων, των χωροφυλάκων και των φυλακών σας; Τι θα κάνετε τότε; Επιθυμείτε να τον εμποδίσετε να συμμετάσχει στη θέσπιση των νόμων. Θα θέλατε να τον κρατήσετε έξω από το Νομοθετικό Μέγαρο. Τολμώ να προβλέψω ότι δεν θα το επιτύχετε, όσο η νόμιμη λεηλασία παραμένει η βάση της νομοθεσίας που θεσπίζεται στο εσωτερικό του.
But how is it that M. Montalembert does not see that he is placing himself in a vicious circle? You would oppose law to socialism. But it is the law which socialism invokes. It aspires to legal, not extra-legal plunder. It is of the law itself, like monopolists of all kinds, that it wants to make an instrument; and when once it has the law on its side, how will you be able to turn the law against it? How will you place it under the power of your tribunals, your gendarmes, and of your prisons? What will you do then? You wish to prevent it from taking any part in the making of laws. You would keep it outside the Legislative Palace. In this you will not succeed, I venture to prophesy, so long as legal plunder is the basis of the legislation within.
Είναι απολύτως αναγκαίο να επιλυθεί αυτό το ζήτημα της νόμιμης λεηλασίας· και υπάρχουν μόνο τρεις δυνατές λύσεις:
It is absolutely necessary that this question of legal plunder should be determined, and there are only three solutions of it:—
- Οι λίγοι λεηλατούν τους πολλούς.
- Όλοι λεηλατούν όλους τους άλλους.
- Κανείς δεν λεηλατεί κανέναν.
1. When the few plunder the many.
2. When everybody plunders everybody else.
3. When nobody plunders anybody.
Μερική λεηλασία, καθολική λεηλασία, απουσία λεηλασίας: ανάμεσα σε αυτές πρέπει να επιλέξουμε. Ο νόμος μπορεί να παραγάγει μόνο ένα από αυτά τα αποτελέσματα.
Partial plunder, universal plunder, absence of plunder, amongst these we have to make our choice. The law can only produce one of these results.
Μερική λεηλασία. Αυτό είναι το σύστημα που επικρατούσε όσο το εκλογικό δικαίωμα ήταν περιορισμένο· ένα σύστημα στο οποίο καταφεύγουν προκειμένου να αποτρέψουν την επέλαση του σοσιαλισμού.
Partial plunder.—This is the system which prevailed so long as the elective privilege was partial—a system which is resorted to to avoid the invasion of socialism.
Καθολική λεηλασία. Με αυτό το σύστημα απειληθήκαμε όταν το εκλογικό δικαίωμα κατέστη καθολικό, καθώς οι μάζες συνέλαβαν την ιδέα να νομοθετούν σύμφωνα με την αρχή που ακολουθούσαν οι νομοθέτες οι οποίοι είχαν προηγηθεί.
Universal plunder.—We have been threatened by this system when the elective privilege has become universal; the masses having conceived the idea of making law, on the principle of legislators who had preceded them.
Απουσία λεηλασίας. Αυτή είναι η αρχή της δικαιοσύνης, της ειρήνης, της τάξης, της σταθερότητας, της συμφιλίωσης και της κοινής λογικής, την οποία θα διακηρύσσω με όλη τη δύναμη των πνευμόνων μου —η οποία, δυστυχώς, είναι πολύ ανεπαρκής— μέχρι την ημέρα του θανάτου μου.
Absence of plunder.—This is the principle of justice, peace, order, stability, conciliation, and of good sense, which I shall proclaim with all the force of my lungs (which is very inadequate, alas!) till the day of my death.
Και, με κάθε ειλικρίνεια, μπορεί άραγε να απαιτηθεί κάτι περισσότερο από τον νόμο; Μπορεί ο νόμος, του οποίου αναγκαίο μέσο επιβολής είναι η δύναμη, να χρησιμοποιείται εύλογα για οτιδήποτε πέρα από την εξασφάλιση των δικαιωμάτων του καθενός; Προκαλώ οποιονδήποτε να τον απομακρύνει από αυτόν τον κύκλο χωρίς να τον διαστρεβλώσει και, κατά συνέπεια, χωρίς να στρέψει τη δύναμη εναντίον του δικαίου. Και επειδή αυτή είναι η πιο ολέθρια και η πιο παράλογη κοινωνική διαστροφή που θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει κανείς, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η αληθινή και τόσο επίμονα αναζητούμενη λύση του κοινωνικού προβλήματος περιέχεται σε αυτές τις απλές λέξεις — Ο ΝΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Η ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.
And, in all sincerity, can anything more be required at the hands of the law? Can the law, whose necessary sanction is force, be reasonably employed upon anything beyond securing to every one his right? I defy any one to remove it from this circle without perverting it, and consequently turning force against right. And as this is the most fatal, the most illogical social perversion which can possibly be imagined, it must be admitted that the true solution, so much sought after, of the social problem, is contained in these simple words—LAW IS ORGANISED JUSTICE.
Είναι σημαντικό, λοιπόν, να παρατηρήσουμε ότι η οργάνωση της δικαιοσύνης διά του νόμου —δηλαδή διά της δύναμης— αποκλείει την ιδέα να οργανώνεται διά του νόμου ή διά της δύναμης οποιαδήποτε εκδήλωση της ανθρώπινης δραστηριότητας: η εργασία, η αγαθοεργία, η γεωργία, το εμπόριο, η βιομηχανία, η εκπαίδευση, οι καλές τέχνες ή η θρησκεία· διότι οποιαδήποτε από αυτές τις οργανώσεις θα κατέστρεφε αναπόφευκτα τη θεμελιώδη οργάνωση της δικαιοσύνης. Πράγματι, πώς θα μπορούσαμε να φανταστούμε τη δύναμη να σφετερίζεται την ελευθερία των πολιτών χωρίς να παραβιάζει τη δικαιοσύνη και, επομένως, χωρίς να ενεργεί εναντίον του ίδιου της του σκοπού;
Now it is important to remark, that to organise justice by law, that is to say by force, excludes the idea of organising by law, or by force any manifestation whatever of human activity—labour, charity, agriculture, commerce, industry, instruction, the fine arts, or religion; for any one of these organisations would inevitably destroy the essential organisation. How, in fact, can we imagine force encroaching upon the liberty of citizens without infringing upon justice, and so acting against its proper aim?
Εδώ έρχομαι αντιμέτωπος με την πιο διαδεδομένη προκατάληψη της εποχής μας. Δεν θεωρείται αρκετό να είναι ο νόμος δίκαιος· πρέπει να είναι και φιλάνθρωπος. Δεν αρκεί να εγγυάται σε κάθε πολίτη την ελεύθερη και μη επιβλαβή άσκηση των ικανοτήτων του, οι οποίες εφαρμόζονται στη σωματική, τη διανοητική και την ηθική του ανάπτυξη· απαιτείται να εξαπλώνει απευθείας σε ολόκληρο το έθνος την ευημερία, τη μόρφωση και την ηθικότητα. Αυτή είναι η γοητευτική όψη του σοσιαλισμού.
Here I am encountering the most popular prejudice of our time. It is not considered enough that law should be just, it must be philanthropic. It is not sufficient that it should guarantee to every citizen the free and inoffensive exercise of his faculties, applied to his physical, intellectual, and moral development; it is required to extend well-being, instruction, and morality, directly over the nation. This is the fascinating side of socialism.
Επαναλαμβάνω, όμως, ότι αυτές οι δύο αποστολές του νόμου αντιφάσκουν μεταξύ τους. Πρέπει να επιλέξουμε ανάμεσά τους. Ένας πολίτης δεν μπορεί να είναι ταυτοχρόνως ελεύθερος και ανελεύθερος. Ο κ. de Lamartine μου έγραψε κάποτε τα εξής: «Η θεωρία σας αποτελεί μόνο το μισό του προγράμματός μου· εσείς σταματήσατε στην ελευθερία, εγώ προχωρώ έως την αδελφοσύνη». Του απάντησα: «Το δεύτερο μέρος του προγράμματός σας θα καταστρέψει το πρώτο». Και πράγματι, μου είναι αδύνατον να διαχωρίσω τη λέξη «αδελφοσύνη» από τη λέξη «εθελούσια». Δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να συλλάβω μια αδελφοσύνη επιβεβλημένη διά του νόμου, χωρίς η ελευθερία να καταστρέφεται διά του νόμου και η δικαιοσύνη να καταπατείται διά του νόμου. Η νόμιμη λεηλασία έχει δύο ρίζες: η μία, όπως ήδη είδαμε, βρίσκεται στον ανθρώπινο εγωισμό· η άλλη βρίσκεται στην ψευδή φιλανθρωπία.
But, I repeat it, these two missions of the law contradict each other. We have to choose between them. A citizen cannot at the same time be free and not free. M. de Lamartine wrote to me one day thus:—"Your doctrine is only the half of my programme; you have stopped at liberty, I go on to fraternity." I answered him:—"The second part of your programme will destroy the first." And in fact it is impossible for me to separate the word fraternity from the word voluntary. I cannot possibly conceive fraternity legally enforced, without liberty being legally destroyed, and justice legally trampled under foot. Legal plunder has two roots: one of them, as we have already seen, is in human egotism; the other is in false philanthropy.
Πριν συνεχίσω, θεωρώ ότι οφείλω να διευκρινίσω τι εννοώ με τη λέξη «λεηλασία».2
Before I proceed, I think I ought to explain myself upon the word plunder.
Δεν τη χρησιμοποιώ, όπως συχνά συμβαίνει, με αόριστη, απροσδιόριστη, σχετική ή μεταφορική έννοια. Τη χρησιμοποιώ με την επιστημονική της σημασία, ως όρο που εκφράζει την αντίθετη προς την ιδιοκτησία έννοια. Όταν ένα μέρος του πλούτου περνά από τα χέρια εκείνου που τον απέκτησε —χωρίς τη συγκατάθεσή του και χωρίς αποζημίωση— στα χέρια εκείνου που δεν τον δημιούργησε, είτε με τη βία είτε με τέχνασμα, λέω ότι παραβιάζεται η ιδιοκτησία και διαπράττεται λεηλασία. Λέω ότι αυτή ακριβώς είναι η πράξη την οποία ο νόμος οφείλει να καταστέλλει πάντοτε και παντού. Αν ο ίδιος ο νόμος διαπράττει την πράξη που οφείλει να καταστέλλει, λέω ότι και πάλι διαπράττεται λεηλασία, και μάλιστα, από κοινωνική άποψη, υπό επιβαρυντικές περιστάσεις. Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, δεν ευθύνεται για τη λεηλασία εκείνος που ωφελείται από αυτήν· υπεύθυνοι είναι ο νόμος, ο νομοθέτης και η ίδια η κοινωνία — και εδώ ακριβώς έγκειται ο πολιτικός κίνδυνος.
I do not take it, as it often is taken, in a vague, undefined, relative, or metaphorical sense. I use it in its scientific acceptation, and as expressing the opposite idea to property. When a portion of wealth passes out of the hands of him who has acquired it, without his consent, and without compensation, to him who has not created it, whether by force or by artifice, I say that property is violated, that plunder is perpetrated. I say that this is exactly what the law ought to repress always and everywhere. If the law itself performs the action it ought to repress, I say that plunder is still perpetrated, and even, in a social point of view, under aggravated circumstances. In this case, however, he who profits from the plunder is not responsible for it; it is the law, the lawgiver, society itself, and this is where the political danger lies.
Είναι λυπηρό το ότι η λέξη αυτή έχει κάτι το προσβλητικό. Αναζήτησα μάταια κάποια άλλη, διότι δεν θα επιθυμούσα ποτέ —και ιδίως αυτή τη στιγμή— να προσθέσω άλλη μία ερεθιστική λέξη στις διχογνωμίες μας. Επομένως, είτε γίνω πιστευτός είτε όχι, δηλώνω ότι δεν προτίθεμαι να κατηγορήσω τις προθέσεις ή την ηθική κανενός. Επιτίθεμαι σε μια ιδέα την οποία θεωρώ εσφαλμένη — σε ένα σύστημα που μου φαίνεται άδικο· και το ζήτημα αυτό είναι τόσο ανεξάρτητο από τις προθέσεις, ώστε ο καθένας μας ωφελείται από το σύστημα αυτό χωρίς να το επιθυμεί και υποφέρει εξαιτίας του χωρίς να έχει επίγνωση της αιτίας.
Όποιος αμφισβητεί την ειλικρίνεια του προστατευτισμού, του σοσιαλισμού, ακόμη και του κομμουνισμού —οι οποίοι αποτελούν ένα και το αυτό φυτό σε τρία διαφορετικά στάδια της ανάπτυξής του— πρέπει να γράφει υπό την επήρεια είτε του κομματικού πάθους είτε του φόβου. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η λεηλασία είναι περισσότερο ορατή, λόγω του μερικού της χαρακτήρα, στον προστατευτισμό3 και, λόγω του καθολικού της χαρακτήρα, στον κομμουνισμό· από αυτό συνάγεται ότι, από τα τρία συστήματα, ο σοσιαλισμός παραμένει το πιο ασαφές, το πιο απροσδιόριστο και, κατά συνέπεια, το πιο ειλικρινές.
It is to be regretted that there is something offensive in the word. I have sought in vain for another, for I would not wish at any time, and especially just now, to add an irritating word to our dissensions; therefore, whether I am believed or not, I declare that I do not mean to accuse the intentions nor the morality of anybody. I am attacking an idea which I believe to be false—a system which appears to me to be unjust; and this is so independent of intentions, that each of us profits by it without wishing it, and suffers from it without being aware of the cause. Any person must write under the influence of party spirit or of fear, who would call in question the sincerity of protectionism, of socialism, and even of communism, which are one and the same plant, in three different periods of its growth. All that can be said is, that plunder is more visible by its partiality in protectionism, and by its universality in communism; whence it follows that, of the three systems, socialism is still the most vague, the most undefined, and consequently the most sincere.
Όπως και αν έχει, το συμπέρασμα ότι μία από τις ρίζες της νόμιμης λεηλασίας βρίσκεται στην ψευδή φιλανθρωπία θέτει προφανώς τις προθέσεις εκτός συζήτησης.
Be it as it may, to conclude that legal plunder has one of its roots in false philanthropy, is evidently to put intentions out of the question.
Με αυτή τη διευκρίνιση, ας εξετάσουμε την αξία, την προέλευση και την τάση αυτής της δημοφιλούς επιδίωξης, η οποία διατείνεται ότι θα πραγματοποιήσει το γενικό καλό μέσω της γενικευμένης λεηλασίας.
With this understanding, let us examine the value, the origin, and the tendency of this popular aspiration, which pretends to realise the general good by general plunder.
Οι σοσιαλιστές λένε: αφού ο νόμος οργανώνει τη δικαιοσύνη, γιατί να μην οργανώνει επίσης την εργασία, την εκπαίδευση και τη θρησκεία;
The Socialists say, since the law organises justice, why should it not organise labour, instruction, and religion?
Γιατί; Επειδή δεν θα μπορούσε να οργανώσει την εργασία, την εκπαίδευση και τη θρησκεία χωρίς να αποδιοργανώσει τη δικαιοσύνη.
Why? Because it could not organise labour, instruction, and religion, without disorganising justice.
Διότι, ας θυμόμαστε ότι ο νόμος είναι δύναμη και ότι, κατά συνέπεια, το πεδίο του νόμου δεν μπορεί νομίμως να εκτείνεται πέρα από το πεδίο της δύναμης.
For, remember, that law is force, and that consequently the domain of the law cannot lawfully extend beyond the domain of force.
Όταν ο νόμος και η δύναμη κρατούν έναν άνθρωπο εντός των ορίων της δικαιοσύνης, δεν του επιβάλλουν παρά μια απλή άρνηση. Τον υποχρεώνουν μόνο να απέχει από την πρόκληση βλάβης. Δεν παραβιάζουν ούτε την προσωπικότητα ούτε την ελευθερία ούτε την ιδιοκτησία του. Προστατεύουν απλώς την προσωπικότητα, την ελευθερία και την ιδιοκτησία των άλλων. Παραμένουν σε αμυντική στάση· υπερασπίζονται το ίσο δικαίωμα όλων. Εκπληρώνουν μια αποστολή της οποίας ο αβλαβής χαρακτήρας είναι προφανής, η χρησιμότητα απτή και η νομιμότητα αδιαμφισβήτητη. Αυτό είναι τόσο αληθές ώστε, όπως μου παρατήρησε κάποτε ένας φίλος μου, το να λέμε ότι σκοπός του νόμου είναι να κάνει τη δικαιοσύνη να βασιλεύει σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε μια έκφραση που δεν είναι απολύτως ακριβής. Θα έπρεπε να λέμε: σκοπός του νόμου είναι να εμποδίζει την αδικία να βασιλεύει. Πράγματι, δεν είναι η δικαιοσύνη εκείνη που διαθέτει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά η αδικία. Η πρώτη προκύπτει από την απουσία της δεύτερης.
When law and force keep a man within the bounds of justice, they impose nothing upon him but a mere negation. They only oblige him to abstain from doing harm. They violate neither his personality, his liberty, nor his property. They only guard the personality, the liberty, the property of others. They hold themselves on the defensive; they defend the equal right of all. They fulfil a mission whose harmlessness is evident, whose utility is palpable, and whose legitimacy is not to be disputed. This is so true that, as a friend of mine once remarked to me, to say that the aim of the law is to cause justice to reign, is to use an expression which is not rigorously exact. It ought to be said, the aim of the law is to prevent injustice from reigning. In fact, it is not justice which has an existence of its own, it is injustice. The one results from the absence of the other.
Όταν, όμως, ο νόμος, μέσω του αναγκαίου οργάνου του —της δύναμης— επιβάλλει μια μορφή εργασίας, μια μέθοδο ή ένα αντικείμενο διδασκαλίας, ένα δόγμα ή μια μορφή λατρείας, δεν είναι πλέον αρνητικός· ενεργεί θετικά επάνω στους ανθρώπους. Αντικαθιστά τη δική τους βούληση με τη βούληση του νομοθέτη και τη δική τους πρωτοβουλία με την πρωτοβουλία του νομοθέτη. Δεν έχουν πλέον ανάγκη να εξετάζουν, να συγκρίνουν ή να προνοούν· ο νόμος τα πράττει όλα αυτά για λογαριασμό τους. Η νόηση καθίσταται γι’ αυτούς άχρηστο βάρος· παύουν να είναι άνθρωποι· χάνουν την προσωπικότητα, την ελευθερία και την ιδιοκτησία τους.
But when the law, through the medium of its necessary agent—force, imposes a form of labour, a method or a subject of instruction, a creed, or a worship, it is no longer negative; it acts positively upon men. It substitutes the will of the legislator for their own will, the initiative of the legislator for their own initiative. They have no need to consult, to compare, or to foresee; the law does all that for them. The intellect is for them a useless lumber; they cease to be men; they lose their personality, their liberty, their property.
Προσπαθήστε να φανταστείτε μια μορφή εργασίας επιβαλλόμενη διά της βίας, η οποία να μην παραβιάζει την ελευθερία· μια μεταβίβαση πλούτου επιβαλλόμενη διά της βίας, η οποία να μην παραβιάζει την ιδιοκτησία. Αν δεν κατορθώσετε να συμβιβάσετε αυτά τα πράγματα, είστε υποχρεωμένοι να συμπεράνετε ότι ο νόμος δεν μπορεί να οργανώσει την εργασία και τη βιομηχανία χωρίς να οργανώσει την αδικία.
Endeavour to imagine a form of labour imposed by force, which is not a violation of liberty; a transmission of wealth imposed by force, which is not a violation of property. If you cannot succeed in reconciling this, you are bound to conclude that the law cannot organise labour and industry without organising injustice.
Όταν ένας πολιτικός, από την απομόνωση του γραφείου του, παρατηρεί την κοινωνία, εντυπωσιάζεται από το θέαμα της ανισότητας που παρουσιάζεται μπροστά του. Θρηνεί για τα δεινά που αποτελούν τη μοίρα τόσων συνανθρώπων μας, δεινά των οποίων η όψη γίνεται ακόμη πιο θλιβερή εξαιτίας της αντίθεσης με την πολυτέλεια και τον πλούτο.
When, from the seclusion of his cabinet, a politician takes a view of society, he is struck with the spectacle of inequality which presents itself. He mourns over the sufferings which are the lot of so many of our brethren, sufferings whose aspect is rendered yet more sorrowful by the contrast of luxury and wealth.
Θα έπρεπε ίσως να αναρωτηθεί μήπως αυτή η κοινωνική κατάσταση προκλήθηκε από τη λεηλασία των παλαιότερων εποχών, η οποία ασκήθηκε μέσω των κατακτήσεων, και από τη λεηλασία των νεότερων εποχών, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσω των νόμων. Θα έπρεπε να αναρωτηθεί μήπως, δεδομένης της επιδίωξης όλων των ανθρώπων για ευημερία και τελειοποίηση, η επικράτηση της δικαιοσύνης θα αρκούσε για να επιφέρει τη μεγαλύτερη δυνατή πρόοδο και τον μεγαλύτερο βαθμό ισότητας που συμβιβάζεται με εκείνη την ατομική ευθύνη την οποία ο Θεός έχει ορίσει ως δίκαιη ανταπόδοση της αρετής και της κακίας.
He ought, perhaps, to ask himself, whether such a social state has not been caused by the plunder of ancient times, exercised in the way of conquests; and by plunder of later times, effected through the medium of the laws? He ought to ask himself whether, granting the aspiration of all men after well-being and perfection, the reign of justice would not suffice to realise the greatest activity of progress, and the greatest amount of equality compatible with that individual responsibility which God has awarded as a just retribution of virtue and vice?
Ποτέ δεν συλλογίζεται κάτι τέτοιο. Η σκέψη του στρέφεται προς συνδυασμούς, διευθετήσεις και νομικές ή τεχνητές οργανώσεις. Αναζητεί τη θεραπεία στη διαιώνιση και στη διόγκωση εκείνου ακριβώς που προκάλεσε το κακό.
He never gives this a thought. His mind turns towards combinations, arrangements, legal or factitious organisations. He seeks the remedy in perpetuating and exaggerating what has produced the evil.
Διότι, αν εξαιρέσουμε τη δικαιοσύνη, η οποία, όπως είδαμε, αποτελεί απλώς μια άρνηση, υπάρχει άραγε έστω μία από αυτές τις νομικές διευθετήσεις που να μην εμπεριέχει την αρχή της λεηλασίας;
For, justice apart, which we have seen is only a negation, is there any one of these legal arrangements which does not contain the principle of plunder?
Λέτε: «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν χρήματα» και προσφεύγετε στον νόμο. Ο νόμος, όμως, δεν είναι μια αυτοτροφοδοτούμενη πηγή, από την οποία κάθε ρεύμα μπορεί να αντλεί πόρους ανεξάρτητα από την κοινωνία. Τίποτε δεν μπορεί να εισρεύσει στο δημόσιο ταμείο προς όφελος ενός πολίτη ή μιας τάξης, αν άλλοι πολίτες και άλλες τάξεις δεν έχουν εξαναγκαστεί να το καταβάλουν. Αν ο καθένας αντλεί από αυτό μόνο το ισοδύναμο όσων έχει συνεισφέρει, ο νόμος σας, είναι αλήθεια, δεν αποτελεί όργανο λεηλασίας· δεν προσφέρει, όμως, τίποτε στους ανθρώπους που χρειάζονται χρήματα — δεν προάγει την ισότητα. Μπορεί να αποτελέσει όργανο εξισορρόπησης μόνο στον βαθμό που αφαιρεί από τον έναν για να δώσει στον άλλον· και τότε αποτελεί όργανο λεηλασίας. Εξετάστε υπό αυτό το πρίσμα τη δασμολογική προστασία, τα βραβεία ενθάρρυνσης, το δικαίωμα στο κέρδος, το δικαίωμα στην εργασία, το δικαίωμα στην αρωγή, το δικαίωμα στην εκπαίδευση, την προοδευτική φορολογία, τη δωρεάν παροχή πίστωσης και τα κοινωνικά εργαστήρια, και θα βρίσκετε πάντοτε στο βάθος τη νόμιμη λεηλασία, την οργανωμένη αδικία.
You say, "There are men who have no money," and you apply to the law. But the law is not a self-supplied fountain, whence every stream may obtain supplies independently of society. Nothing can enter the public treasury, in favour of one citizen or one class, but what other citizens and other classes have been forced to send to it. If every one draws from it only the equivalent of what he has contributed to it, your law, it is true, is no plunderer, but it does nothing for men who want money—it does not promote equality. It can only be an instrument of equalisation as far as it takes from one party to give to another, and then it is an instrument of plunder. Examine, in this light, the protection of tariffs, prizes for encouragement, right to profit, right to labour, right to assistance, right to instruction, progressive taxation, gratuitousness of credit, social workshops, and you will always find at the bottom legal plunder, organised injustice.
Λέτε: «Υπάρχουν άνθρωποι που στερούνται γνώσεων» και προσφεύγετε στον νόμο. Ο νόμος, όμως, δεν είναι μια δάδα που διαχέει προς τα έξω ένα φως το οποίο πηγάζει από την ίδια της τη φύση. Ενεργεί μέσα σε μια κοινωνία όπου υπάρχουν άνθρωποι που διαθέτουν γνώσεις και άλλοι που δεν διαθέτουν· πολίτες που επιθυμούν να μάθουν και άλλοι που είναι πρόθυμοι να διδάξουν. Μπορεί να κάνει μόνο ένα από δύο πράγματα: είτε να επιτρέψει την ελεύθερη λειτουργία αυτού του είδους συναλλαγής —δηλαδή να αφήσει αυτή την ανάγκη να ικανοποιηθεί ελεύθερα— είτε να εξαναγκάσει τη βούληση των ανθρώπων ως προς το ζήτημα αυτό και να αφαιρέσει από ορισμένους όσα απαιτούνται για να αμειφθούν καθηγητές επιφορτισμένοι να διδάσκουν δωρεάν κάποιους άλλους. Στη δεύτερη, όμως, περίπτωση, δεν μπορεί παρά να υπάρχει παραβίαση της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας — νόμιμη λεηλασία.
You say, "There are men who want knowledge," and you apply to the law. But the law is not a torch which sheds light abroad which is peculiar to itself. It extends over a society where there are men who have knowledge, and others who have not; citizens who want to learn, and others who are disposed to teach. It can only do one of two things: either allow a free operation to this kind of transaction, i.e., let this kind of want satisfy itself freely; or else force the will of the people in the matter, and take from some of them sufficient to pay professors commissioned to instruct others gratuitously. But, in this second case, there cannot fail to be a violation of liberty and property,—legal plunder.
Λέτε: «Ιδού άνθρωποι που στερούνται ηθικής ή θρησκείας» και προσφεύγετε στον νόμο. Ο νόμος, όμως, είναι δύναμη· και χρειάζεται άραγε να εξηγήσω σε ποιον βαθμό αποτελεί βίαιο και παράλογο εγχείρημα η εισαγωγή της δύναμης σε αυτά τα ζητήματα;
You say, "Here are men who are wanting in morality or religion," and you apply to the law; but law is force, and need I say how far it is a violent and absurd enterprise to introduce force in these matters?
Ως αποτέλεσμα των συστημάτων και των προσπαθειών του, φαίνεται ότι ο σοσιαλισμός, παρ’ όλη την αυταρέσκειά του, δύσκολα μπορεί να μην αντιλαμβάνεται το τέρας της νόμιμης λεηλασίας. Τι κάνει, όμως; Το συγκαλύπτει επιδέξια από τους άλλους, ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό, κάτω από τις σαγηνευτικές ονομασίες της αδελφοσύνης, της αλληλεγγύης, της οργάνωσης και της συνεργασίας. Και επειδή εμείς δεν απαιτούμε τόσα πολλά από τον νόμο, επειδή του ζητούμε μόνο δικαιοσύνη, υποθέτει ότι απορρίπτουμε την αδελφοσύνη, την αλληλεγγύη, την οργάνωση και τη συνεργασία· και μας στιγματίζει ως ατομικιστές.
As the result of its systems and of its efforts, it would seem that socialism, notwithstanding all its self-complacency, can scarcely help perceiving the monster of legal plunder. But what does it do? It disguises it cleverly from others, and even from itself, under the seductive names of fraternity, solidarity, organisation, association. And because we do not ask so much at the hands of the law, because we only ask it for justice, it supposes that we reject fraternity, solidarity, organisation, and association; and they brand us with the name of individualists.
Μπορούμε να τους διαβεβαιώσουμε ότι εκείνο που αποκηρύσσουμε δεν είναι η φυσική οργάνωση, αλλά η εξαναγκαστική οργάνωση.
We can assure them that what we repudiate is, not natural organisation, but forced organisation.
Δεν είναι η ελεύθερη συνεργασία, αλλά οι μορφές συνεργασίας που θα ήθελαν να μας επιβάλουν.
It is not free association, but the forms of association which they would impose upon us.
Δεν είναι η αυθόρμητη αδελφοσύνη, αλλά η διά νόμου επιβαλλόμενη αδελφοσύνη.
It is not spontaneous fraternity, but legal fraternity.
Δεν είναι η κατά θεία πρόνοια αλληλεγγύη, αλλά η τεχνητή αλληλεγγύη, η οποία δεν είναι παρά μια άδικη μετατόπιση της ευθύνης.
It is not providential solidarity, but artificial solidarity, which is only an unjust displacement of responsibility.
Ο σοσιαλισμός, όπως και η παλαιά πολιτική από την οποία προέρχεται, συγχέει την κυβέρνηση με την κοινωνία. Έτσι, κάθε φορά που αντιτασσόμαστε στην εκτέλεση ενός πράγματος από την κυβέρνηση, συμπεραίνει ότι αντιτασσόμαστε στην πραγματοποίησή του εν γένει. Αποδοκιμάζουμε την εκπαίδευση από το κράτος — άρα είμαστε εναντίον κάθε εκπαίδευσης. Αντιτασσόμαστε στην κρατική θρησκεία — άρα δεν θέλουμε καμία απολύτως θρησκεία. Αντιτασσόμαστε σε μια ισότητα που επιβάλλεται από το κράτος — άρα είμαστε εναντίον της ισότητας· και ούτω καθεξής. Θα μπορούσαν εξίσου εύλογα να μας κατηγορήσουν ότι δεν θέλουμε να τρώνε οι άνθρωποι, επειδή αντιτασσόμαστε στην καλλιέργεια των σιτηρών από το κράτος.
Socialism, like the old policy from which it emanates, confounds Government and society. And so, every time we object to a thing being done by Government, it concludes that we object to its being done at all. We disapprove of education by the State—then we are against education altogether. We object to a State religion—then we would have no religion at all. We object to an equality which is brought about by the State—then we are against equality, &c., &c. They might as well accuse us of wishing men not to eat, because we object to the cultivation of corn by the State.
Πώς κατόρθωσε άραγε να εδραιωθεί στον πολιτικό κόσμο η παράξενη ιδέα ότι ο νόμος μπορεί να παραγάγει όσα δεν εμπεριέχει ο ίδιος —την ευημερία με τη θετική έννοια, τον πλούτο, την επιστήμη και τη θρησκεία; Οι σύγχρονοι πολιτικοί θεωρητικοί, ιδίως εκείνοι της σοσιαλιστικής σχολής, θεμελιώνουν τις διαφορετικές θεωρίες τους σε μία κοινή υπόθεση· και ασφαλώς καμία πιο παράξενη και πιο αλαζονική ιδέα δεν θα μπορούσε ποτέ να εισέλθει στον ανθρώπινο νου.
How is it that the strange idea of making the law produce what it does not contain—prosperity, in a positive sense, wealth, science, religion—should ever have gained ground in the political world? The modern politicians, particularly those of the Socialist school, found their different theories upon one common hypothesis; and surely a more strange, a more presumptuous notion, could never have entered a human brain.
Διαιρούν την ανθρωπότητα σε δύο μέρη. Οι άνθρωποι εν γένει, με εξαίρεση έναν, αποτελούν το πρώτο· ο ίδιος ο πολιτικός αποτελεί το δεύτερο, το οποίο θεωρείται μακράν το σημαντικότερο.
They divide mankind into two parts. Men in general, except one, form the first; the politician himself forms the second, which is by far the most important.
Πράγματι, αρχίζουν υποθέτοντας ότι οι άνθρωποι στερούνται κάθε εσωτερικής αρχής δράσης και κάθε ικανότητας διάκρισης· ότι δεν έχουν καμία κινητήρια δύναμη μέσα τους· ότι αποτελούν αδρανή ύλη, παθητικά σωματίδια, άτομα χωρίς ίδια ώθηση· στην καλύτερη περίπτωση, μια βλάστηση αδιάφορη για τον ίδιο τον τρόπο ύπαρξής της, ικανή να λάβει, από μια εξωτερική βούληση και ένα εξωτερικό χέρι, άπειρο αριθμό μορφών, περισσότερο ή λιγότερο συμμετρικών, καλλιτεχνικών και τελειοποιημένων.
In fact, they begin by supposing that men are devoid of any principle of action, and of any means of discernment in themselves; that they have no moving spring in them; that they are inert matter, passive particles, atoms without impulse; at best a vegetation indifferent to its own mode of existence, susceptible of receiving, from an exterior will and hand, an infinite number of forms, more or less symmetrical, artistic, and perfected.
Επιπλέον, καθένας από αυτούς τους πολιτικούς δεν διστάζει να φαντάζεται ότι ο ίδιος, υπό τις ονομασίες του οργανωτή, του επινοητή, του νομοθέτη, του θεμελιωτή ή του ιδρυτή, αποτελεί αυτή τη βούληση και αυτό το χέρι· αυτή την οικουμενική κινητήρια αρχή, αυτή τη δημιουργική δύναμη, της οποίας η υψηλή αποστολή είναι να συγκεντρώσει αυτά τα διάσπαρτα υλικά —δηλαδή τους ανθρώπους— και να τα συγκροτήσει σε κοινωνία.
Moreover, every one of these politicians does not scruple to imagine that he himself is, under the names of organiser, discoverer, legislator, institutor or founder, this will and hand, this universal spring, this creative power, whose sublime mission it is to gather together these scattered materials, that is, men, into society.
Ξεκινώντας από αυτές τις παραδοχές, όπως ο κηπουρός διαμορφώνει, σύμφωνα με την ιδιοτροπία του, τα δέντρα του σε πυραμίδες, σκιάδια, κύβους, κώνους, αγγεία, δενδροστοιχίες, ατράκτους ή βεντάλιες, έτσι και ο σοσιαλιστής, ακολουθώντας τη χίμαιρά του, διαμορφώνει τη δύσμοιρη ανθρωπότητα σε ομάδες, σειρές, κύκλους, υποκύκλους, κυψέλες ή κοινωνικά εργαστήρια, με κάθε λογής παραλλαγές. Και όπως ο κηπουρός, για να δώσει μορφή στα δέντρα του, χρειάζεται πελέκεις, κλαδευτήρια, πριόνια και ψαλίδια, έτσι και ο πολιτικός, για να δώσει μορφή στην κοινωνία, χρειάζεται τις δυνάμεις που μπορεί να βρει μόνο στους νόμους: τον νόμο περί τελωνείων, τον νόμο περί φορολογίας, τον νόμο περί αρωγής και τον νόμο περί εκπαίδευσης.
Starting from these data, as a gardener, according to his caprice, shapes his trees into pyramids, parasols, cubes, cones, vases, espaliers, distaffs, or fans; so the Socialist, following his chimera, shapes poor humanity into groups, series, circles, sub-circles, honeycombs, or social workshops, with all kinds of variations. And as the gardener, to bring his trees into shape, wants hatchets, pruning-hooks, saws, and shears, so the politician, to bring society into shape, wants the forces which he can only find in the laws; the law of customs, the law of taxation, the law of assistance, and the law of instruction.
Είναι τόσο αληθές ότι οι σοσιαλιστές αντιμετωπίζουν την ανθρωπότητα ως υλικό για κοινωνικούς συνδυασμούς, ώστε, αν τυχόν δεν είναι απολύτως βέβαιοι για την επιτυχία αυτών των συνδυασμών, ζητούν να τους παραχωρηθεί ένα τμήμα της ανθρωπότητας ως αντικείμενο πειραματισμού. Είναι γνωστό πόσο δημοφιλής είναι μεταξύ τους η ιδέα της δοκιμής όλων των συστημάτων· και είναι επίσης γνωστό ότι ένας από τους ηγέτες τους ζήτησε σοβαρά από τη Συντακτική Συνέλευση να του παραχωρηθεί μία κοινότητα, μαζί με όλους τους κατοίκους της, προκειμένου να πραγματοποιήσει επάνω τους τα πειράματά του.
It is so true, that the Socialists look upon mankind as a subject for social combinations, that if, by chance, they are not quite certain of the success of these combinations, they will request a portion of mankind, as a subject to experiment upon. It is well known how popular the idea of trying all systems is, and one of their chiefs has been known seriously to demand of the Constituent Assembly a parish, with all its inhabitants, upon which to make his experiments.
Με τον ίδιο τρόπο ένας εφευρέτης κατασκευάζει ένα μικρό μηχάνημα προτού κατασκευάσει ένα κανονικού μεγέθους. Με τον ίδιο τρόπο ο χημικός θυσιάζει ορισμένες ουσίες και ο γεωργός ορισμένους σπόρους και μια γωνιά του χωραφιού του, για να δοκιμάσουν μια ιδέα.
It is thus that an inventor will make a small machine before he makes one of the regular size. Thus the chemist sacrifices some substances, the agriculturist some seed and a corner of his field, to make trial of an idea.
Σκεφτείτε, όμως, την απροσμέτρητη απόσταση που χωρίζει τον κηπουρό από τα δέντρα του, τον εφευρέτη από τη μηχανή του, τον χημικό από τις ουσίες του, τον γεωργό από τους σπόρους του! Ο σοσιαλιστής πιστεύει, με κάθε ειλικρίνεια, ότι η ίδια απόσταση χωρίζει τον ίδιο από την ανθρωπότητα.
But, then, think of the immeasurable distance between the gardener and his trees, between the inventor and his machine, between the chemist and his substances, between the agriculturist and his seed! The Socialist thinks, in all sincerity, that there is the same distance between himself and mankind.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι πολιτικοί του δέκατου ένατου αιώνα αντιμετωπίζουν την κοινωνία ως τεχνητό δημιούργημα της ιδιοφυΐας του νομοθέτη. Αυτή η ιδέα, προϊόν της κλασικής παιδείας, έχει κυριαρχήσει σε όλους τους στοχαστές και τους μεγάλους συγγραφείς της χώρας μας.
It is not to be wondered at that the politicians of the nineteenth century look upon society as an artificial production of the legislator's genius. This idea, the result of a classical education, has taken possession of all the thinkers and great writers of our country.
Για όλους αυτούς τους ανθρώπους, οι σχέσεις ανάμεσα στην ανθρωπότητα και στον νομοθέτη φαίνονται ίδιες με εκείνες που υφίστανται ανάμεσα στον πηλό και στον αγγειοπλάστη.
To all these persons, the relations between mankind and the legislator appear to be the same as those which exist between the clay and the potter.
Επιπλέον, ακόμη και όταν δέχθηκαν ότι στην καρδιά του ανθρώπου υπάρχει μια αρχή δράσης και στη διάνοιά του μια αρχή διάκρισης, θεώρησαν αυτό το δώρο του Θεού ολέθριο και πίστεψαν ότι η ανθρωπότητα, υπό την επίδραση αυτών των δύο παρορμήσεων, κατευθύνεται αναπόφευκτα προς την καταστροφή. Θεώρησαν δεδομένο ότι, αν οι άνθρωποι εγκαταλείπονταν στις δικές τους ροπές, θα ασχολούνταν με τη θρησκεία μόνο για να καταλήξουν στην αθεΐα, με την εκπαίδευση μόνο για να καταλήξουν στην αμάθεια, και με την εργασία και την ανταλλαγή μόνο για να αφανιστούν μέσα στην εξαθλίωση.
Moreover, if they have consented to recognise in the heart of man a principle of action, and in his intellect a principle of discernment, they have looked upon this gift of God as a fatal one, and thought that mankind, under these two impulses, tended fatally towards ruin. They have taken it for granted, that if abandoned to their own inclinations, men would only occupy themselves with religion to arrive at atheism, with instruction to come to ignorance, and with labour and exchange to be extinguished in misery.
Ευτυχώς, σύμφωνα με αυτούς τους συγγραφείς, υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι, αποκαλούμενοι κυβερνήτες και νομοθέτες, στους οποίους ο Ουρανός έχει χαρίσει αντίθετες ροπές, όχι μόνο για χάρη των ίδιων, αλλά και για χάρη ολόκληρου του υπόλοιπου κόσμου.
Happily, according to these writers, there are some men, termed governors and legislators, upon whom Heaven has bestowed opposite tendencies, not for their own sake only, but for the sake of the rest of the world.
Ενώ η ανθρωπότητα τείνει προς το κακό, εκείνοι κλίνουν προς το καλό· ενώ η ανθρωπότητα προχωρεί προς το σκοτάδι, εκείνοι επιδιώκουν τον φωτισμό· ενώ η ανθρωπότητα έλκεται από την κακία, εκείνοι έλκονται από την αρετή. Και, αφού γίνουν δεκτά όλα αυτά, ζητούν τη συνδρομή της δύναμης, μέσω της οποίας πρόκειται να υποκαταστήσουν τις ροπές του ανθρώπινου γένους με τις δικές τους.
Whilst mankind tends to evil, they incline to good; whilst mankind is advancing towards darkness, they are aspiring to enlightenment; whilst mankind is drawn towards vice, they are attracted by virtue. And, this granted, they demand the assistance of force, by means of which they are to substitute their own tendencies for those of the human race.
Αρκεί να ανοίξει κανείς, σχεδόν στην τύχη, ένα βιβλίο φιλοσοφίας, πολιτικής ή ιστορίας, για να διαπιστώσει πόσο βαθιά είναι ριζωμένη στη χώρα μας αυτή η ιδέα —τέκνο των κλασικών σπουδών και μητέρα του σοσιαλισμού— σύμφωνα με την οποία η ανθρωπότητα αποτελεί απλώς αδρανή ύλη, η οποία λαμβάνει ζωή, οργάνωση, ηθική και πλούτο από την εξουσία· ή, μάλλον —και ακόμη χειρότερα— σύμφωνα με την οποία η ίδια η ανθρωπότητα τείνει προς την κατάπτωση και ανακόπτεται στην πορεία της μόνο από το μυστηριώδες χέρι του νομοθέτη. Ο κλασικός συμβατισμός μάς παρουσιάζει παντού, πίσω από μια παθητική κοινωνία, μια αφανή δύναμη, υπό τις ονομασίες «Νόμος» ή «Νομοθέτης» —ή υπό κάποια διατύπωση που παραπέμπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα αναμφισβήτητου κύρους και εξουσίας, χωρίς όμως να τα κατονομάζει— η οποία κινεί, εμψυχώνει, πλουτίζει και αναγεννά την ανθρωπότητα.
It is only needful to open, almost at random, a book on philosophy, polities, or history, to see how strongly this idea—the child of classical studies and the mother of socialism—is rooted in our country; that mankind is merely inert matter, receiving life, organisation, morality, and wealth from power; or, rather, and still worse—that mankind itself tends towards degradation, and is only arrested in its tendency by the mysterious hand of the legislator. Classical conventionalism shows us everywhere, behind passive society, a hidden power, under the names of Law, or Legislator (or, by a mode of expression which refers to some person or persons of undisputed weight and authority, but not named), which moves, animates, enriches, and regenerates mankind.
«Ένα από τα πράγματα που εντυπώθηκαν με τη μεγαλύτερη ισχύ —από ποιον;— στη συνείδηση των Αιγυπτίων ήταν η αγάπη για την πατρίδα τους… Σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να είναι άχρηστος για το κράτος· ο νόμος ανέθετε στον καθένα το επάγγελμά του, το οποίο μεταβιβαζόταν από τον πατέρα στον γιο. Σε κανέναν δεν επιτρεπόταν να ασκεί δύο επαγγέλματα ούτε να υιοθετεί κάποιο άλλο… Υπήρχε, όμως, μία ενασχόληση που ήταν υποχρεωτικά κοινή για όλους: η μελέτη των νόμων και της σοφίας· η άγνοια της θρησκείας και των πολιτικών κανονισμών της χώρας δεν συγχωρούνταν σε καμία κοινωνική κατάσταση. Επιπλέον, σε κάθε επάγγελμα είχε ανατεθεί μια συγκεκριμένη περιοχή —από ποιον;—… Μεταξύ των καλών νόμων, ένα από τα καλύτερα πράγματα ήταν ότι όλοι διδάσκονταν να τους τηρούν —από ποιον;—. Η Αίγυπτος αφθονούσε σε θαυμαστές εφευρέσεις και τίποτε δεν παραμελούνταν από όσα μπορούσαν να καταστήσουν τη ζωή άνετη και γαλήνια».
"One of the things which was the most strongly impressed (by whom?) upon the mind of the Egyptians, was the love of their country.... Nobody was allowed to be useless to the State; the law assigned to every one his employment, which descended from father to son. No one was permitted to have two professions, nor to adopt another.... But there was one occupation which was obliged to be common to all,—this was the study of the laws and of wisdom; ignorance of religion and the political regulations of the country was excused in no condition of life. Moreover, every profession had a district assigned to it (by whom?).... Amongst good laws, one of the best things was, that everybody was taught to observe them (by whom?). Egypt abounded with wonderful inventions, and nothing was neglected which could render life comfortable and tranquil."
Επομένως, σύμφωνα με τον Bossuet, οι άνθρωποι δεν αντλούν τίποτε από τον ίδιο τους τον εαυτό· ο πατριωτισμός, ο πλούτος, οι εφευρέσεις, η γεωργία και η επιστήμη — όλα τούς παρέχονται μέσω της επενέργειας των νόμων ή των βασιλέων. Το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να παραμένουν παθητικοί. Με αυτό το σκεπτικό ο Bossuet διατυπώνει την αντίρρησή του όταν ο Διόδωρος κατηγορεί τους Αιγυπτίους ότι απέρριπταν την πάλη και τη μουσική. «Πώς είναι δυνατόν αυτό», λέει, «αφού αυτές οι τέχνες επινοήθηκαν από τον Ερμή τον Τρισμέγιστο;»
Thus men, according to Bossuet, derive nothing from themselves; patriotism, wealth, inventions, husbandry, science—all come to them by the operation of the laws, or by kings. All they have to do is to be passive. It is on this ground that Bossuet takes exception, when Diodorus accuses the Egyptians of rejecting wrestling and music. "How is that possible," says he, "since these arts were invented by Trismegistus?"
«Μία από τις πρώτες μέριμνες του ηγεμόνα ήταν η ενθάρρυνση της γεωργίας… Όπως είχαν θεσπιστεί αξιώματα για τη ρύθμιση των στρατευμάτων, έτσι υπήρχαν και υπηρεσίες για την επίβλεψη των αγροτικών εργασιών… Ο σεβασμός προς τη βασιλική εξουσία που είχε εμφυσηθεί στους Πέρσες ήταν υπέρμετρος».
"One of the first cares of the prince was to encourage agriculture.... As there were posts established for the regulation of the armies, so there were offices for the superintending of rural works.... The respect with which the Persians were inspired for royal authority was excessive."
Οι Έλληνες, μολονότι ήταν προικισμένοι με πνεύμα, δεν είχαν μικρότερη άγνοια της προσωπικής τους ευθύνης· σε τέτοιον βαθμό ώστε, από μόνοι τους, όπως οι σκύλοι και τα άλογα, δεν θα είχαν τολμήσει να επιδοθούν ούτε στα απλούστερα αγωνίσματα. Από την οπτική της κλασικής παράδοσης, θεωρείται αδιαμφισβήτητο ότι τα πάντα παρέχονται στον λαό έξωθεν.
The Greeks, although full of mind, were no less strangers to their own responsibilities; so much so, that of themselves, like dogs and horses, they would not have ventured upon the most simple games. In a classical sense, it is an undisputed thing that everything comes to the people from without.
«Οι Έλληνες, από τη φύση τους γεμάτοι πνεύμα και θάρρος, είχαν από νωρίς καλλιεργηθεί από βασιλείς και αποίκους που είχαν έλθει από την Αίγυπτο. Από αυτούς είχαν μάθει τις σωματικές ασκήσεις, τους αγώνες δρόμου και τις ιπποδρομίες και αρματοδρομίες… Το καλύτερο πράγμα που τους είχαν διδάξει οι Αιγύπτιοι ήταν να γίνουν υπάκουοι και να επιτρέψουν στους νόμους να τους διαμορφώσουν για το κοινό καλό».
"The Greeks, naturally full of spirit and courage, had been early cultivated by kings and colonies who had come from Egypt. From them they had learned the exercises of the body, foot races, and horse and chariot races.... The best thing that the Egyptians had taught them was to become docile, and to allow themselves to be formed by the laws for the public good."
Fénelon. Αναθρεμμένος με τη μελέτη και τον θαυμασμό της αρχαιότητας και μάρτυρας της ισχύος του Λουδοβίκου ΙΔ΄, ο Fénelon υιοθέτησε φυσιολογικά την ιδέα ότι η ανθρωπότητα πρέπει να είναι παθητική και ότι οι δυστυχίες και η ευημερία της, οι αρετές και οι κακίες της, προκαλούνται από την εξωτερική επιρροή που ασκείται επάνω της από τον νόμο ή από εκείνους που θεσπίζουν τον νόμο. Έτσι, στην ουτοπική πολιτεία του Σάλεντο, θέτει τους ανθρώπους —με τα συμφέροντα, τις ικανότητες, τις επιθυμίες και τα υπάρχοντά τους— υπό την απόλυτη διεύθυνση του νομοθέτη. Όποιο και αν είναι το ζήτημα, οι ίδιοι δεν έχουν κανέναν λόγο επ’ αυτού — ο ηγεμόνας κρίνει για λογαριασμό τους. Το έθνος δεν είναι παρά μια άμορφη μάζα, ψυχή της οποίας είναι ο ηγεμόνας. Σε αυτόν εδρεύουν η σκέψη, η πρόνοια και η αρχή κάθε οργάνωσης και κάθε προόδου· σε αυτόν, επομένως, βαρύνει ολόκληρη η ευθύνη.
Fenelon.—Reared in the study and admiration of antiquity, and a witness of the power of Louis XIV., Fenelon naturally adopted the idea that mankind should be passive, and that its misfortunes and its prosperities, its virtues and its vices, are caused by the external influence which is exercised upon it by the law, or by the makers of the law. Thus, in his Utopia of Salentum, he brings the men, with their interests, their faculties, their desires, and their possessions, under the absolute direction of the legislator. Whatever the subject may be, they themselves have no voice in it—the prince judges for them. The nation is just a shapeless mass, of which the prince is the soul. In him resides the thought, the foresight, the principle of all organisation, of all progress; on him, therefore, rests all the responsibility.
Προς απόδειξη αυτού του ισχυρισμού, θα μπορούσα να μεταγράψω ολόκληρο το δέκατο βιβλίο του Τηλέμαχου. Παραπέμπω τον αναγνώστη σε αυτό και θα αρκεστώ στην παράθεση ορισμένων αποσπασμάτων, επιλεγμένων στην τύχη από αυτό το περίφημο έργο, στο οποίο, από κάθε άλλη άποψη, είμαι ο πρώτος που αποδίδει την οφειλόμενη δικαιοσύνη.
In proof of this assertion, I might transcribe the whole of the tenth book of "Telemachus." I refer the reader to it, and shall content myself with quoting some passages taken at random from this celebrated work, to which, in every other respect, I am the first to render justice.
Με την εκπληκτική ευπιστία που χαρακτηρίζει τους κλασικιστές, ο Fénelon, αντίθετα προς τη μαρτυρία του λόγου και των γεγονότων, αποδέχεται τη γενική ευημερία των Αιγυπτίων και την αποδίδει όχι στη δική τους σοφία, αλλά στη σοφία των βασιλέων τους:
With the astonishing credulity which characterizes the classics, Fenelon, against the authority of reason and of facts, admits the general felicity of the Egyptians, and attributes it, not to their own wisdom, but to that of their kings:—
«Δεν μπορούσαμε να στρέψουμε το βλέμμα μας προς τις δύο όχθες χωρίς να διακρίνουμε πλούσιες πόλεις και επαύλεις ευχάριστα τοποθετημένες· αγρούς που κάθε χρόνο, χωρίς διακοπή, καλύπτονταν από χρυσαφένιες σοδειές· λιβάδια γεμάτα κοπάδια· γεωργούς που λύγιζαν κάτω από το βάρος των καρπών τους οποίους η γη πρόσφερε αφειδώς στους καλλιεργητές της· και ποιμένες που έκαναν τις γύρω ηχώ να επαναλαμβάνουν τους γλυκούς ήχους από τις φλογέρες και τους αυλούς τους. “Ευτυχισμένος”, είπε ο Μέντωρ, “είναι ο λαός που κυβερνάται από έναν σοφό βασιλιά”… Στη συνέχεια, ο Μέντωρ μού ζήτησε να παρατηρήσω την ευτυχία και την αφθονία που ήταν απλωμένες σε ολόκληρη τη χώρα της Αιγύπτου, όπου μπορούσε κανείς να μετρήσει είκοσι δύο χιλιάδες πόλεις. Θαύμαζε την εξαίρετη ευταξία των πόλεων· τη δικαιοσύνη που απονεμόταν υπέρ των φτωχών απέναντι στους πλουσίους· την καλή ανατροφή των παιδιών, τα οποία είχαν συνηθίσει στην υπακοή, την εργασία και την αγάπη για τις τέχνες και τα γράμματα· την ακρίβεια με την οποία τελούνταν όλες οι θρησκευτικές τελετές· την ανιδιοτέλεια, τη φιλοτιμία, την πίστη προς τους ανθρώπους και τον φόβο των θεών, που κάθε πατέρας ενέπνεε στα παιδιά του. Δεν μπορούσε να θαυμάσει αρκετά την ευημερούσα κατάσταση της χώρας. “Ευτυχισμένος”, είπε, “είναι ο λαός τον οποίο ένας σοφός βασιλιάς κυβερνά με τέτοιον τρόπο”».
"We could not turn our eyes to the two shores, without perceiving rich towns and country seats, agreeably situated; fields which were covered every year, without intermission, with golden crops; meadows full of flocks; labourers bending under the weight of fruits which the earth lavished on its cultivators; and shepherds who made the echoes around repeat the soft sounds of their pipes and flutes. 'Happy,' said Mentor, 'is that people which is governed by a wise king.'.... Mentor afterwards desired me to remark the happiness and abundance which was spread over all the country of Egypt, where twenty-two thousand cities might be counted. He admired the excellent police regulations of the cities; the justice administered in favour of the poor against the rich; the good education of the children, who were accustomed to obedience, labour, and the love of arts and letters; the exactness with which all the ceremonies of religion were performed; the disinterestedness, the desire of honour, the fidelity to men, and the fear of the gods, with which every father inspired his children. He could not sufficiently admire the prosperous state of the country. 'Happy,' said he, 'is the people whom a wise king rules in such a manner.'"
Το ειδύλλιο του Fénelon για την Κρήτη είναι ακόμη πιο σαγηνευτικό. Βάζει τον Μέντορα να λέει:
Fenelon's idyl on Crete is still more fascinating. Mentor is made to say:—
«Όλα όσα θα δείτε σε αυτό το θαυμαστό νησί είναι αποτέλεσμα των νόμων του Μίνωα. Η αγωγή που λαμβάνουν τα παιδιά καθιστά το σώμα υγιές και εύρωστο. Από την πρώτη στιγμή συνηθίζουν σε έναν λιτό και εργατικό βίο· θεωρείται ότι όλες οι αισθησιακές απολαύσεις αποδυναμώνουν το σώμα και τον νου· καμία άλλη απόλαυση δεν τους προσφέρεται εκτός από εκείνη του να καθίστανται ακατανίκητοι μέσω της αρετής και εκείνη του να αποκτούν μεγάλη δόξα… Εκεί τιμωρούν τρία ελαττώματα που μένουν ατιμώρητα στους άλλους λαούς — την αχαριστία, την υποκρισία και τη φιλαργυρία. Όσο για τη χλιδή και την ασωτία, δεν υπάρχει ανάγκη να τιμωρούνται, διότι είναι άγνωστες στην Κρήτη… Δεν επιτρέπονται ούτε πολυτελή έπιπλα ούτε μεγαλοπρεπή ενδύματα ούτε εκλεκτά συμπόσια ούτε επιχρυσωμένα ανάκτορα».
"All that you will see in this wonderful island is the result of the laws of Minos. The education which the children receive renders the body healthy and robust. They are accustomed, from the first, to a frugal and laborious life; it is supposed that all the pleasures of sense enervate the body and the mind; no other pleasure is presented to them but that of being invincible by virtue, that of acquiring much glory.... there they punish three vices which go unpunished amongst other people—ingratitude, dissimulation, and avarice. As to pomp and dissipation, there is no need to punish these, for they are unknown in Crete...... No costly furniture, no magnificent clothing, no delicious feasts, no gilded palaces are allowed."
Με αυτόν τον τρόπο ο Μέντωρ προετοιμάζει τον μαθητή του να διαπλάσει και να χειραγωγήσει —αναμφίβολα με τις πιο φιλάνθρωπες προθέσεις— τον λαό της Ιθάκης· και, για να τον εδραιώσει σε αυτές τις ιδέες, του προβάλλει το παράδειγμα του Σάλεντο.
It is thus that Mentor prepares his scholar to mould and manipulate, doubtless with the most philanthropic intentions, the people of Ithaca, and, to confirm him in these ideas, he gives him the example of Salentum.
Έτσι ακριβώς λαμβάνουμε τις πρώτες πολιτικές μας αντιλήψεις. Διδασκόμαστε να μεταχειριζόμαστε τους ανθρώπους περίπου όπως ο Olivier de Serres διδάσκει τους γεωργούς να κατεργάζονται και να αναμειγνύουν το έδαφος.
It is thus that we receive our first political notions. We are taught to treat men very much as Oliver de Serres teaches farmers to manage and to mix the soil.
Montesquieu. — «Για να διατηρηθεί το εμπορικό πνεύμα, είναι αναγκαίο όλοι οι νόμοι να το ευνοούν· οι ίδιοι αυτοί νόμοι πρέπει, μέσω των ρυθμίσεών τους, διαιρώντας τις περιουσίες καθώς το εμπόριο τις αυξάνει, να εξασφαλίζουν σε κάθε φτωχό πολίτη επαρκή άνεση ώστε να μπορεί να εργάζεται όπως οι άλλοι, και να περιορίζουν κάθε πλούσιο πολίτη σε τέτοια μετριότητα ώστε να είναι υποχρεωμένος να εργάζεται για να διατηρήσει ή να αποκτήσει περιουσία».
Montesquieu.—"To sustain the spirit of commerce, it is necessary that all the laws should favour it; that these same laws, by their regulations in dividing the fortunes in proportion as commerce enlarges them, should place every poor citizen in sufficiently easy circumstances to enable him to work like the others, and every rich citizen in such mediocrity that he must work, in order to retain or to acquire."
Οι νόμοι, λοιπόν, πρόκειται να διαθέτουν κατά βούληση όλες τις περιουσίες.
Thus the laws are to dispose of all fortunes.
«Μολονότι, σε μια δημοκρατία, η πραγματική ισότητα αποτελεί την ψυχή του κράτους, είναι εντούτοις τόσο δύσκολο να εγκαθιδρυθεί, ώστε η υπερβολική ακρίβεια ως προς αυτό δεν θα ήταν πάντοτε επιθυμητή. Αρκεί να καθοριστεί ένα περιουσιακό μέτρο, ώστε οι διαφορές να περιοριστούν ή να σταθεροποιηθούν μέχρι ένα ορισμένο σημείο. Έπειτα, εναπόκειται σε ειδικούς νόμους να εξισώσουν, κατά κάποιον τρόπο, την ανισότητα, επιβάλλοντας βάρη στους πλουσίους και παρέχοντας βοηθήματα στους φτωχούς».
"Although, in a democracy, real equality be the soul of the State, yet it is so difficult to establish, that an extreme exactness in this matter would not always be desirable. It is sufficient that a census be established to reduce or fix the differences to a certain point. After which, it is for particular laws to equalise, as it were, the inequality, by burdens imposed upon the rich, and reliefs granted to the poor."
Εδώ βλέπουμε και πάλι την εξίσωση των περιουσιών μέσω του νόμου, δηλαδή μέσω της δύναμης.
Here, again, we see the equalisation of fortunes by law, that is, by force.
«Υπήρχαν στην Ελλάδα δύο είδη δημοκρατιών. Η μία ήταν στρατιωτική, όπως των Λακεδαιμόνων· η άλλη εμπορική, όπως η Αθήνα. Στη μία επιθυμούσαν —ποιοι;— να μένουν οι πολίτες αργοί· στην άλλη ενθαρρυνόταν η αγάπη για την εργασία.
»Αξίζει να προσέξουμε λίγο την έκταση της ιδιοφυΐας που απαιτούνταν από αυτούς τους νομοθέτες, ώστε να δούμε πώς, συγχέοντας όλες τις αρετές, φανέρωσαν τη σοφία τους στον κόσμο. Ο Λυκούργος, συνδυάζοντας την κλοπή με το πνεύμα της δικαιοσύνης, τη σκληρότερη δουλεία με την άκρα ελευθερία και τα πιο αποτρόπαια αισθήματα με τη μεγαλύτερη μετριοπάθεια, προσέδωσε σταθερότητα στην πόλη του. Φαινόταν να της στερεί όλους τους πόρους της, τις τέχνες, το εμπόριο, το χρήμα και τα τείχη· υπήρχε φιλοδοξία χωρίς ελπίδα ανόδου· υπήρχαν φυσικά αισθήματα, μολονότι το άτομο δεν ήταν ούτε τέκνο ούτε σύζυγος ούτε πατέρας. Ακόμη και η αγνότητα είχε απογυμνωθεί από τη σεμνότητα. Μέσω αυτής της οδού οδηγήθηκε η Σπάρτη στο μεγαλείο και στη δόξα.
»Το φαινόμενο που παρατηρούμε στους θεσμούς της Ελλάδας έχει εμφανιστεί και μέσα στην παρακμή και τη διαφθορά των νεότερων χρόνων μας. Ένας έντιμος νομοθέτης διαμόρφωσε έναν λαό στον οποίο η εντιμότητα φαινόταν τόσο φυσική όσο η ανδρεία στους Σπαρτιάτες. Ο κ. Penn είναι ένας αληθινός Λυκούργος· και, μολονότι ο πρώτος είχε ως σκοπό την ειρήνη και ο δεύτερος τον πόλεμο, μοιάζουν ως προς την ιδιότυπη οδό από την οποία οδήγησαν τους λαούς τους, ως προς την επιρροή τους επάνω σε ελεύθερους ανθρώπους, τις προκαταλήψεις που υπερνίκησαν και τα πάθη που υπέταξαν.
»Η Παραγουάη μάς προσφέρει ένα ακόμη παράδειγμα. Η Εταιρεία κατηγορήθηκε για το έγκλημα ότι θεωρούσε την ευχαρίστηση της εξουσίας ως το μοναδικό αγαθό της ζωής· θα είναι, όμως, πάντοτε ευγενές να κυβερνά κανείς τους ανθρώπους καθιστώντας τους ευτυχισμένους.
»Όσοι επιθυμούν να θεμελιώσουν παρόμοιους θεσμούς θα καθιερώσουν την κοινοκτημοσύνη, όπως στη δημοκρατία του Πλάτωνα· τον ίδιο σεβασμό προς τους θεούς που εκείνος επέβαλλε· τον χωρισμό από τους ξένους για τη διατήρηση των ηθών· και θα αναθέσουν στην πόλη, αντί στους πολίτες, τη διεξαγωγή του εμπορίου. Πρέπει να προσφέρουν τις τέχνες μας χωρίς την πολυτέλειά μας, τις ανάγκες μας χωρίς τις επιθυμίες μας».
"There were, in Greece, two kinds of republics. One was military, as Lacedæmon; the other commercial, as Athens. In the one it was wished (by whom?) that the citizens should be idle: in the other, the love of labour was encouraged.
"It is worth our while to pay a little attention to the extent of genius required by these legislators, that we may see how, by confounding all the virtues, they showed their wisdom to the world. Lycurgus, blending theft with the spirit of justice, the hardest slavery with extreme liberty, the most atrocious sentiments with the greatest moderation, gave stability to his city. He seemed to deprive it of all its resources, arts, commerce, money, and walls; there Was ambition without the hope of rising; there were natural sentiments where the individual was neither child, nor husband, nor father. Chastity even was deprived of modesty. By this road Sparta was led on to grandeur and to glory.
"The phenomenon which we observe in the institutions of Greece has been seen in the midst of the degeneracy and corruption of our modern times. An honest legislator has formed a people where probity has appeared as natural as bravery among the Spartans. Mr. Penn is a true Lycurgus, and although the former had peace for his object, and the latter war, they resemble each other in the singular path along which they have led their people, in their influence over free men, in the prejudices which they have overcome, the passions they have subdued.
"Paraguay furnishes us with another example. Society has been accused of the crime of regarding the pleasure of commanding as the only good of life; but it will always be a noble thing to govern men by making them happy.
"Those who desire to form similar institutions, will establish community of property, as in the republic of Plato, the same reverence which he enjoined for the gods, separation from strangers for the preservation of morality, and make the city and not the citizens create commerce: they should give our arts without our luxury, our wants without our desires."
Ας αναφωνεί, αν θέλει, ο κοινότοπος ενθουσιασμός: «Είναι ο Montesquieu! Μεγαλοπρεπές! Υψηλό!» Εγώ δεν φοβάμαι να εκφράσω τη γνώμη μου και να πω: «Τι! Έχετε το θράσος να το αποκαλείτε αυτό ωραίο; Είναι φρικτό! Είναι απεχθές! Και αυτά τα αποσπάσματα, τα οποία θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω, αποδεικνύουν ότι, σύμφωνα με τον Montesquieu, τα πρόσωπα, οι ελευθερίες, η ιδιοκτησία, η ίδια η ανθρωπότητα, δεν είναι παρά υλικά επάνω στα οποία ασκείται η ευφυΐα των νομοθετών».
Vulgar infatuation may exclaim, if it likes:—"It is Montesquieu! magnificent! sublime!" I am not afraid to express my opinion, and to say:—"What! you have the face to call that fine? It is frightful! it is abominable! and these extracts, which I might multiply, show that, according to Montesquieu, the persons, the liberties, the property, mankind itself, are nothing but materials to exercise the sagacity of lawgivers."
Rousseau. — Μολονότι αυτός ο πολιτικός στοχαστής, η ύψιστη αυθεντία των Δημοκρατικών, θεμελιώνει το κοινωνικό οικοδόμημα στη γενική βούληση, κανείς δεν έχει αποδεχθεί πληρέστερα την υπόθεση της απόλυτης παθητικότητας της ανθρώπινης φύσης ενώπιον του νομοθέτη:
Rousseau.—Although this politician, the paramount authority of the Democrats, makes the social edifice rest upon the general will, no one has so completely admitted the hypothesis of the entire passiveness of human nature in the presence of the lawgiver:—
«Αν είναι αλήθεια ότι ένας μεγάλος ηγεμόνας είναι κάτι σπάνιο, πόσο σπανιότερος πρέπει να είναι ένας μεγάλος νομοθέτης; Ο πρώτος δεν έχει παρά να ακολουθήσει το πρότυπο που του προτείνει ο δεύτερος. Ο δεύτερος είναι ο μηχανικός που επινοεί τη μηχανή· ο πρώτος είναι απλώς ο τεχνίτης που τη θέτει σε κίνηση».
"If it is true that a great prince is a rare thing, how much more so must a great lawgiver be? The former has only to follow the pattern proposed to him by the latter. This latter is the mechanician who invents the machine; the former is merely the workman who sets it in motion."
Και ποιος είναι ο ρόλος των ανθρώπων σε όλα αυτά; Ο ρόλος της μηχανής που τίθεται σε κίνηση· ή, μάλλον, δεν είναι άραγε η άψυχη ύλη από την οποία κατασκευάζεται η μηχανή; Έτσι, ανάμεσα στον νομοθέτη και στον ηγεμόνα, και ανάμεσα στον ηγεμόνα και στους υπηκόους του, υπάρχουν οι ίδιες σχέσεις που υφίστανται ανάμεσα στον συγγραφέα μιας γεωπονικής πραγματείας και στον γεωργό, και ανάμεσα στον γεωργό και στον σβώλο της γης. Σε πόσο δυσθεώρητο ύψος τοποθετείται, λοιπόν, ο πολιτικός στοχαστής, ο οποίος εξουσιάζει τους ίδιους τους νομοθέτες και τους διδάσκει την τέχνη τους με τόσο επιτακτικούς όρους όπως οι ακόλουθοι:
And what part have men to act in all this? That of the machine, which is set in motion; or rather, are they not the brute matter of which the machine is made? Thus, between the legislator and the prince, between the prince and his subjects, there are the same relations as those which exist between the agricultural writer and the agriculturist, the agriculturist and the clod. At what a vast height, then, is the politician placed, who rules over legislators themselves, and teaches them their trade in such imperative terms as the following:—
«Θέλετε να προσδώσετε συνοχή στο κράτος; Φέρτε τα άκρα όσο το δυνατόν πιο κοντά. Μην ανέχεστε ούτε πλουσίους ούτε επαίτες.
»Αν το έδαφος είναι φτωχό και άγονο ή η χώρα υπερβολικά περιορισμένη για τους κατοίκους της, στραφείτε στη βιομηχανία και στις τέχνες, των οποίων τα προϊόντα θα ανταλλάσσετε με τα αναγκαία εφόδια… Σε ένα εύφορο έδαφος, αν έχετε έλλειψη κατοίκων, αφιερώστε όλη σας την προσοχή στη γεωργία, η οποία πολλαπλασιάζει τους ανθρώπους, και εξορίστε τις τέχνες, οι οποίες χρησιμεύουν μόνο για την ερήμωση της χώρας… Στρέψτε την προσοχή σας στις εκτεταμένες και κατάλληλες ακτές. Καλύψτε τη θάλασσα με πλοία και θα έχετε μια λαμπρή αλλά σύντομη ύπαρξη. Αν οι θάλασσές σας βρέχουν μόνο απρόσιτους βράχους, αφήστε τον λαό να παραμείνει βάρβαρος και να τρέφεται με ψάρια· θα ζει πιο ήσυχα, ίσως καλύτερα και ασφαλώς πιο ευτυχισμένα. Εν ολίγοις, πέρα από τα αξιώματα που είναι κοινά σε όλους, κάθε λαός έχει τις δικές του ιδιαίτερες περιστάσεις, οι οποίες απαιτούν νομοθεσία ιδιάζουσα σε αυτόν.
»Έτσι, οι Εβραίοι κατά το παρελθόν και οι Άραβες πιο πρόσφατα είχαν ως κύριο σκοπό τους τη θρησκεία· οι Αθηναίοι τα γράμματα· η Καρχηδόνα και η Τύρος το εμπόριο· η Ρόδος τις ναυτικές υποθέσεις· η Σπάρτη τον πόλεμο· και η Ρώμη την αρετή. Ο συγγραφέας του Πνεύματος των Νόμων έδειξε την τέχνη με την οποία ο νομοθέτης πρέπει να διαμορφώνει τους θεσμούς του προς καθέναν από αυτούς τους σκοπούς… Αν, όμως, ο νομοθέτης, σφάλλοντας ως προς τον σκοπό του, υιοθετήσει μια αρχή διαφορετική από εκείνη που απορρέει από τη φύση των πραγμάτων· αν η μία τείνει προς τη δουλεία και η άλλη προς την ελευθερία· η μία προς τον πλούτο και η άλλη προς την αύξηση του πληθυσμού· η μία προς την ειρήνη και η άλλη προς τις κατακτήσεις· τότε οι νόμοι θα εξασθενούν ανεπαίσθητα, το Σύνταγμα θα φθείρεται και το κράτος θα υπόκειται σε αδιάκοπες αναταραχές, έως ότου καταστραφεί ή μεταβληθεί και η ακατανίκητη Φύση ανακτήσει την κυριαρχία της».
"Would you give consistency to the State? Bring the extremes together as much as possible. Suffer neither wealthy persons nor beggars.
"If the soil is poor and barren, or the country too much confined for the inhabitants, turn to industry and the arts, whose productions you will exchange for the provisions which you require.... On a good soil, if you are short of inhabitants, give all your attention to agriculture, which multiplies men, and banish the arts, which only serve to depopulate the country.... Pay attention to extensive and convenient coasts. Cover the sea with vessels, and you will have a brilliant and short existence. If your seas wash only inaccessible rocks, let the people be barbarous, and eat fish; they will live more quietly, perhaps better, and, most certainly, more happily. In short, besides those maxims which are common to all, every people has its own particular circumstances, which demand a legislation peculiar to itself.
"It was thus that the Hebrews formerly, and the Arabs more recently, had religion for their principal object; that of the Athenians was literature; that of Carthage and Tyre, commerce; of Rhodes, naval affairs; of Sparta, war; and of Rome, virtue. The author of the 'Spirit of Laws' has shown the art by which the legislator should frame his institutions towards each of these objects.... But if the legislator, mistaking his object, should take up a principle different from that which arises from the nature of things; if one should tend to slavery, and the other to liberty; if one to wealth, and the other to population; one to peace, and the other to conquests; the laws will insensibly become enfeebled, the Constitution will be impaired, and the State will be subject to incessant agitations until it is destroyed, or becomes changed, and invincible Nature regains her empire."
Αν, όμως, η Φύση είναι αρκετά ακατανίκητη ώστε να ανακτήσει την κυριαρχία της, γιατί δεν παραδέχεται ο Rousseau ότι δεν είχε εξαρχής ανάγκη τον νομοθέτη για να την αποκτήσει; Γιατί δεν δέχεται ότι, υπακούοντας στις δικές τους παρορμήσεις, οι άνθρωποι θα επιδίδονταν από μόνοι τους στη γεωργία σε μια εύφορη περιοχή και στο εμπόριο σε εκτεταμένες και κατάλληλες ακτές, χωρίς την επέμβαση κάποιου Λυκούργου, Σόλωνα ή Rousseau, ο οποίος θα αναλάμβανε να το πράξει διατρέχοντας τον κίνδυνο να πλανηθεί;
But if Nature is sufficiently invincible to regain its empire, why does not Kousseau admit that it had no need of the legislator to gain its empire from the beginning? Why does he not allow that, by obeying their own impulse, men would, of themselves, apply agriculture to a fertile district, and commerce to extensive and commodious coasts, without the interference of a Lycurgus, a Solon, or a Rousseau, who would undertake it at the risk of deceiving themselves?
Όπως και αν έχει, βλέπουμε με πόσο τρομερή ευθύνη επιφορτίζει ο Rousseau τους επινοητές, τους θεμελιωτές, τους καθοδηγητές και τους χειραγωγούς των κοινωνιών. Γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά απαιτητικός απέναντί τους.
Be that as it may, we see with what a terrible responsibility Rousseau invests inventors, institutors, conductors, and manipulators of societies. He is, therefore, very exacting with regard to them.
«Εκείνος που τολμά να αναλάβει τη θέσπιση των θεσμών ενός λαού πρέπει να αισθάνεται ικανός, τρόπον τινά, να μεταμορφώσει κάθε άτομο, το οποίο καθαυτό αποτελεί ένα τέλειο και αυτοτελές όλον, ώστε να λαμβάνει τη ζωή και την ύπαρξή του από ένα ευρύτερο όλον, μέρος του οποίου αποτελεί· πρέπει να αισθάνεται ικανός να μεταβάλει τη συγκρότηση του ανθρώπου, για να την ενισχύσει, και να αντικαταστήσει τη φυσική και ανεξάρτητη ύπαρξη, την οποία όλοι λάβαμε από τη φύση, με μια μερική και ηθική ύπαρξη. Με μία λέξη, πρέπει να στερήσει από τον άνθρωπο τις δικές του δυνάμεις, για να του δώσει άλλες που του είναι ξένες».
"He who dares to undertake the institutions of a people, ought to feel that he can, as it were, transform every individual, who is by himself a perfect and solitary whole, receiving his life and being from a larger whole of which he forms a part; he must feel that he can change the constitution of man, to fortify it, and substitute a partial and moral existence for the physical and independent one which we have all received from nature. In a word, he must deprive man of his own powers, to give him others which are foreign to him."
Δύσμοιρη ανθρώπινη φύση! Τι θα απέμενε από την αξιοπρέπειά της, αν παραδιδόταν στους μαθητές του Rousseau;
Poor human nature! What would become of its dignity if it were entrusted to the disciples of Rousseau?
Raynal. — «Το κλίμα, δηλαδή ο αέρας και το έδαφος, αποτελεί το πρώτο στοιχείο που πρέπει να εξετάζει ο νομοθέτης. Οι διαθέσιμοι πόροι τού υπαγορεύουν τα καθήκοντά του. Πρώτα πρέπει να εξετάζει τη γεωγραφική θέση. Ένας πληθυσμός που κατοικεί σε παράκτιες περιοχές πρέπει να έχει νόμους κατάλληλους για τη ναυσιπλοΐα… Αν η αποικία βρίσκεται σε μια ηπειρωτική περιοχή, ο νομοθέτης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη φύση του εδάφους και τον βαθμό γονιμότητάς του…
Raynal.—"The climate, that is, the air and the soil, is the first element for the legislator. His resources prescribe to him his duties. First, he must consult his local position. A population dwelling upon maritime shores must have laws fitted for navigation.... If the colony is located in an inland region, a legislator must provide for the nature of the soil, and for its degree of fertility....
»Η σοφία της νομοθεσίας θα φανεί ιδίως κατά τη διανομή της ιδιοκτησίας. Κατά γενικό κανόνα και σε κάθε χώρα, όταν ιδρύεται μια νέα αποικία, πρέπει να δίνεται σε κάθε άνδρα αρκετή γη για τη συντήρηση της οικογένειάς του…
"It is more especially in the distribution of property that the wisdom of legislation will appear. As a general rule, and in every country, when a new colony is founded, land should be given to each man, sufficient for the support of his family....
»Σε ένα ακαλλιέργητο νησί, το οποίο αποικίζετε με παιδιά, θα χρειαστεί μόνο να αφήσετε τα σπέρματα της αλήθειας να αναπτυχθούν μαζί με την εξέλιξη του λογικού!… Όταν, όμως, εγκαθιστάτε ηλικιωμένους ανθρώπους σε μια νέα χώρα, η επιδεξιότητα συνίσταται στο να επιτρέψετε μόνο εκείνες τις επιβλαβείς αντιλήψεις και συνήθειες που είναι αδύνατον να θεραπευθούν και να διορθωθούν. Αν επιθυμείτε να αποτρέψετε τη διαιώνισή τους, θα επηρεάσετε την ανερχόμενη γενιά μέσω μιας γενικής και δημόσιας εκπαίδευσης των παιδιών. Ένας ηγεμόνας ή νομοθέτης δεν πρέπει ποτέ να ιδρύει αποικία χωρίς να έχει προηγουμένως στείλει εκεί σοφούς ανθρώπους για να διδάξουν τους νέους… Σε μια νέα αποικία, όλες οι δυνατότητες είναι ανοιχτές για τα προληπτικά μέτρα του νομοθέτη που επιθυμεί να εξαγνίσει το φρόνημα και τα ήθη του λαού. Αν διαθέτει ιδιοφυΐα και αρετή, η γη και οι άνθρωποι που βρίσκονται στη διάθεσή του θα εμπνεύσουν στην ψυχή του ένα σχέδιο κοινωνίας, το οποίο ένας συγγραφέας μπορεί να σκιαγραφήσει μόνο αόριστα και κατά τρόπο υποκείμενο στην αστάθεια όλων των υποθέσεων, οι οποίες μεταβάλλονται και περιπλέκονται από άπειρες περιστάσεις, υπερβολικά δύσκολες για να προβλεφθούν και να συνδυαστούν».
"In an uncultivated island, which you are colonizing with children, it will only be needful to let the germs of truth expand in the developments of reason! But when you establish old people in a new country, the skill consists in only allowing it those injurious opinions and customs which it is impossible to cure and correct. If you wish to prevent them from being perpetuated, you will act upon the rising generation by a general and public education of the children. A prince, or legislator, ought never to found a colony without previously sending wise men there to instruct the youth.... In a new colony, every facility is open to the precautions of the legislator who desires to purify the tone and the manners of the people. If he has genius and virtue, the lands and the men which are at his disposal will inspire his soul with a plan of society which a writer can only vaguely trace, and in a way which would be subject to the instability of all hypotheses, which are varied and complicated by an infinity of circumstances too difficult to foresee and to combine."
Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για καθηγητή γεωπονίας που λέει στους μαθητές του: «Το κλίμα είναι ο μοναδικός κανόνας για τον γεωργό. Οι πόροι του τού υπαγορεύουν τα καθήκοντά του. Το πρώτο πράγμα που οφείλει να εξετάσει είναι η τοπική του θέση. Αν βρίσκεται σε αργιλώδες έδαφος, πρέπει να πράξει τούτο και εκείνο. Αν έχει να αντιμετωπίσει αμμώδες έδαφος, πρέπει να ενεργήσει με αυτόν τον τρόπο. Κάθε δυνατότητα είναι ανοιχτή στον γεωργό που επιθυμεί να καθαρίσει και να βελτιώσει το έδαφός του. Αν διαθέτει την απαιτούμενη επιδεξιότητα, το λίπασμα που έχει στη διάθεσή του θα του υποδείξει ένα σχέδιο εργασίας, το οποίο ένας καθηγητής μπορεί να σκιαγραφήσει μόνο αόριστα και κατά τρόπο υποκείμενο στην αβεβαιότητα όλων των υποθέσεων, οι οποίες μεταβάλλονται και περιπλέκονται από άπειρες περιστάσεις, υπερβολικά δύσκολες για να προβλεφθούν και να συνδυαστούν».
One would think it was a professor of agriculture who was saying to his pupils—"The climate is the only rule for the agriculturist. His resources dictate to him his duties. The first thing he has to consider is his local position. If he is on a clayey soil, he must do so and so. If he has to contend with sand, this is the way in which he must set about it. Every facility is open to the agriculturist who wishes to clear and improve his soil. If he only has the skill, the manure which he has at his disposal will suggest to him a plan of operation, which a professor can only vaguely trace, and in a way that would be subject to the uncertainty of all hypotheses, which vary and are complicated by an infinity of circumstances too difficult to foresee and to combine."
Αλλά, ω υψηλοί συγγραφείς, καταδεχθείτε να θυμάστε μερικές φορές ότι αυτός ο πηλός, αυτή η άμμος και αυτό το λίπασμα, τα οποία διαθέτετε με τόσο αυθαίρετο τρόπο, είναι άνθρωποι, όμοιοί σας· νοήμονα και ελεύθερα όντα όπως εσείς, τα οποία έχουν λάβει από τον Θεό, όπως και εσείς, την ικανότητα να βλέπουν, να προβλέπουν, να σκέπτονται και να κρίνουν για λογαριασμό τους!
But, oh! sublime writers, deign to remember sometimes that this clay, this sand, this manure, of which you are disposing in so arbitrary a manner, are men, your equals, intelligent and free beings like yourselves, who have received from God, as you have, the faculty of seeing, of foreseeing, of thinking, and of judging for themselves!
Mably. — Υποθέτει ότι οι νόμοι έχουν φθαρεί από τον χρόνο και από την παραμέληση της ασφάλειας και συνεχίζει ως εξής:
Mably. (He is supposing the laws to be worn out by time and by the neglect of security, and continues thus):—
«Υπό αυτές τις συνθήκες, πρέπει να πεισθούμε ότι τα ελατήρια της κυβέρνησης έχουν χαλαρώσει. Δώστε τους νέα ένταση — απευθύνεται στον αναγνώστη— και το κακό θα θεραπευθεί… Σκεφθείτε λιγότερο την τιμωρία των ελαττωμάτων και περισσότερο την ενθάρρυνση των αρετών που επιθυμείτε. Με αυτή τη μέθοδο θα χαρίσετε στη δημοκρατία σας το σφρίγος της νεότητας. Εξαιτίας της άγνοιας αυτής της αλήθειας, ένας ελεύθερος λαός έχασε την ελευθερία του! Αν, όμως, το κακό έχει προχωρήσει τόσο πολύ ώστε οι τακτικοί άρχοντες να αδυνατούν να το θεραπεύσουν αποτελεσματικά, προσφύγετε σε μια έκτακτη αρχή, της οποίας η διάρκεια πρέπει να είναι σύντομη και η εξουσία μεγάλη. Πρέπει να εντυπωσιαστεί η φαντασία των πολιτών».
"Under these circumstances, we must be convinced that the springs of Government are relaxed. Give them a new tension (it is the reader who is addressed), and the evil will be remedied.... Think lees of punishing the faults than of encouraging the virtues which you want. By this method you will bestow upon your republic the vigour of youth. Through ignorance of this, a free people has lost its liberty! But if the evil has made so much way that the ordinary magistrates are unable to remedy it effectually, have recourse to an extraordinary magistracy, whose time should be short, and its power considerable. The imagination of the citizens requires to be impressed."
Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία, υπό την επίδραση μιας τέτοιας διδασκαλίας —που αποτελεί τη ρίζα της κλασικής παιδείας— ο καθένας επιθυμούσε να τοποθετηθεί πέρα και πάνω από την ανθρωπότητα, ώστε να τη διευθετήσει, να την οργανώσει και να θεσπίσει τους θεσμούς της σύμφωνα με τη δική του αντίληψη.
There was a time when, under the influence of teaching like this, which is the root of classical education, every one was for placing himself beyond and above mankind, for the sake of arranging, organising, and instituting it in his own way.
«Αναλάβετε, κύριέ μου, τον ρόλο του Λυκούργου ή του Σόλωνα. Προτού ολοκληρώσετε την ανάγνωση αυτού του δοκιμίου, διασκεδάστε θεσπίζοντας νόμους για κάποιον άγριο λαό της Αμερικής ή της Αφρικής. Εγκαταστήστε αυτούς τους περιπλανώμενους ανθρώπους σε μόνιμες κατοικίες· διδάξτε τους να εκτρέφουν κοπάδια… Προσπαθήστε να αναπτύξετε τις κοινωνικές ιδιότητες που η φύση έχει εμφυτεύσει μέσα τους… Κάντε τους να αρχίσουν να ασκούν τα καθήκοντα της ανθρωπιάς… Κάντε τις απολαύσεις των παθών απεχθείς σε αυτούς μέσω τιμωριών, και θα δείτε αυτούς τους βαρβάρους, με κάθε σχέδιο της νομοθεσίας σας, να χάνουν ένα ελάττωμα και να αποκτούν μία αρετή.
»Όλοι αυτοί οι λαοί είχαν νόμους. Λίγοι, όμως, υπήρξαν ευτυχισμένοι. Γιατί; Επειδή οι νομοθέτες αγνοούσαν σχεδόν πάντοτε τον σκοπό της κοινωνίας, ο οποίος είναι να ενώνει τις οικογένειες μέσω ενός κοινού συμφέροντος.
»Η αμεροληψία του νόμου συνίσταται σε δύο πράγματα: στην εγκαθίδρυση ισότητας ως προς τις περιουσίες και ως προς την κοινωνική θέση των πολιτών… Όσο μεγαλύτερος είναι ο βαθμός ισότητας που θεσπίζουν οι νόμοι, τόσο προσφιλέστεροι θα γίνονται σε κάθε πολίτη. Πώς θα μπορούσαν η φιλαργυρία, η φιλοδοξία, η ασωτία, η αεργία, η οκνηρία, ο φθόνος, το μίσος ή η ζηλοτυπία να ταράξουν ανθρώπους ίσους ως προς την περιουσία και την κοινωνική θέση, στους οποίους οι νόμοι δεν αφήνουν καμία ελπίδα να διαταράξουν αυτή την ισότητα;
»Όσα σας έχουν ειπωθεί για τη δημοκρατία της Σπάρτης πρέπει να σας διαφωτίσουν ως προς αυτό το ζήτημα. Κανένα άλλο κράτος δεν είχε νόμους περισσότερο σύμφωνους με τη φυσική τάξη ή την ισότητα».
Condillac.—"Take upon yourself, my lord, the character of Lycurgus or of Solon. Before you finish reading this essay, amuse yourself with giving laws to some wild people in America or in Africa. Establish these roving men in fixed dwellings; teach them to keep flocks.... Endeavour to develop the social qualities which nature has implanted in them.... Make them begin to practise the duties of humanity.... Cause the pleasures of the passions to become distasteful to them by punishments, and you will see these barbarians, with every plan of your legislation, lose a vice and gain a virtue.
"All these people have had laws. But few among them have been happy. Why is this? Because legislators have almost always been ignorant of the object of society, which is, to unite families by a common interest.
"Impartiality in law consists in two things:—in establishing equality in the fortunes and in the dignity of the citizens.... In proportion to the degree of equality established by the laws, the dearer will they become to every citizen.... How can avarice, ambition, dissipation, idleness, sloth, envy, hatred, or jealousy, agitate men who are equal in fortune and dignity, and to whom the laws leave no hope of disturbing their equality?
"What has been told you of the republic of Sparta ought to enlighten you on this question. No other State has had laws more in accordance with the order of nature or of equality."
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο δέκατος έβδομος και ο δέκατος όγδοος αιώνας αντιμετώπισαν το ανθρώπινο γένος ως αδρανή ύλη, έτοιμη να λάβει τα πάντα —μορφή, σχήμα, ώθηση, κίνηση και ζωή — από έναν μεγάλο ηγεμόνα, έναν μεγάλο νομοθέτη ή μια μεγάλη ιδιοφυΐα. Αυτοί οι αιώνες ανατράφηκαν με τη μελέτη της αρχαιότητας· και η αρχαιότητα παρουσιάζει παντού —στην Αίγυπτο, στην Περσία, στην Ελλάδα και στη Ρώμη— το θέαμα λίγων ανθρώπων που διαπλάθουν την ανθρωπότητα σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες τους, ενώ η ανθρωπότητα υποδουλώνεται προς αυτόν τον σκοπό μέσω της βίας ή της εξαπάτησης. Και τι αποδεικνύει αυτό; Ότι, επειδή οι άνθρωποι και η κοινωνία είναι επιδεκτικοί βελτίωσης, η πλάνη, η άγνοια, ο δεσποτισμός, η δουλεία και η δεισιδαιμονία είναι αναγκαστικά πιο διαδεδομένα κατά τις πρώιμες εποχές.
Το σφάλμα των συγγραφέων που παρατέθηκαν παραπάνω δεν έγκειται στο ότι διαπίστωσαν αυτό το γεγονός, αλλά στο ότι το πρότειναν ως κανόνα προς θαυμασμό και μίμηση από τις μελλοντικές γενιές. Το σφάλμα τους ήταν ότι, με μιαν αδιανόητη έλλειψη κρίσης και στηριζόμενοι στην πίστη ενός παιδαριώδους συμβατισμού, αποδέχθηκαν κάτι απαράδεκτο: το μεγαλείο, την αξιοπρέπεια, την ηθικότητα και την ευημερία των τεχνητών κοινωνιών του αρχαίου κόσμου. Δεν κατανόησαν ότι ο χρόνος παράγει και διαδίδει τη γνώση· και ότι, όσο αυξάνεται η γνώση, το δίκαιο παύει να στηρίζεται στη δύναμη και η κοινωνία ανακτά την κυριαρχία επί του εαυτού της.
It is not to be wondered at that the 17th and 18th centuries should have looked upon the human race as inert matter, ready to receive everything, form, figure, impulse, movement, and life, from a great prince, or a great legislator, or a great genius. These ages were reared in the study of antiquity, and antiquity presents everywhere, in Egypt, Persia, Greece, and Rome, the spectacle of a few men moulding mankind according to their fancy, and mankind to this end enslaved by force or by imposture. And what does this prove? That because men and society are improvable, error, ignorance, despotism, slavery, and superstition must be more prevalent in early times. The mistake of the writers quoted above, is not that they have asserted this fact, but that they have proposed it, as a rule, for the admiration and imitation of future generations. Their mistake has been, with an inconceivable absence of discernment, and upon the faith of a puerile conventionalism, that they have admitted what is inadmissible, viz., the grandeur, dignity, morality, and well-being of the artificial societies of the ancient world; they have not understood that time produces and spreads enlightenment; and that in proportion to the increase of enlightenment, right ceases to be upheld by force, and society regains possession of herself.
Και πράγματι, ποιο είναι το πολιτικό έργο που προσπαθούμε να προαγάγουμε; Δεν είναι τίποτε άλλο από την ενστικτώδη προσπάθεια κάθε λαού προς την ελευθερία. Και τι είναι η ελευθερία, της οποίας και μόνο το όνομα μπορεί να κάνει κάθε καρδιά να πάλλεται και να συγκλονίσει τον κόσμο, αν όχι η ένωση όλων των ελευθεριών —της ελευθερίας της συνείδησης, της εκπαίδευσης, του συνεταιρίζεσθαι, του Τύπου, της μετακίνησης, της εργασίας και της ανταλλαγής; Με άλλα λόγια, είναι η ελεύθερη άσκηση, για όλους, όλων των μη επιβλαβών ικανοτήτων· και, για να το εκφράσουμε διαφορετικά, είναι η κατάλυση όλων των δεσποτισμών, ακόμη και του νομικού δεσποτισμού, και ο περιορισμός του νόμου στη μοναδική ορθολογική του σφαίρα, η οποία συνίσταται στην οργάνωση του ατομικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα ή στην καταστολή της αδικίας.
And, in fact, what is the political work which we are endeavouring to promote? It is no other than the instinctive effort of every people towards liberty. And what is liberty, whose name can make every heart beat, and which can agitate the world, but the union of all liberties, the liberty of conscience, of instruction, of association, of the press, of locomotion, of labour, and of exchange; in other words, the free exercise, for all, of all the inoffensive faculties; and again, in other words, the destruction of all despotisms, even of legal despotism, and the reduction of law to its only rational sphere, which is to regulate the individual right of legitimate defence, or to repress injustice?
Αυτή η τάση του ανθρώπινου γένους, πρέπει να το παραδεχθούμε, παρεμποδίζεται σε μεγάλο βαθμό, ιδίως στη χώρα μας, από την ολέθρια ροπή που απορρέει από την κλασική διδασκαλία και είναι κοινή σε όλους τους πολιτικούς: να τοποθετούν τον εαυτό τους πέρα και πάνω από την ανθρωπότητα, ώστε να τη διευθετούν, να την οργανώνουν και να τη ρυθμίζουν σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες τους.
This tendency of the human race, it must be admitted, is greatly thwarted, particularly in our country, by the fatal disposition, resulting from classical teaching, and common to all politicians, of placing themselves beyond mankind, to arrange, organise, and regulate it, according to their fancy.
Διότι, ενώ η κοινωνία αγωνίζεται να πραγματώσει την ελευθερία, οι μεγάλοι άνδρες που τίθενται επικεφαλής της, διαποτισμένοι από τις αρχές του δέκατου έβδομου και του δέκατου όγδοου αιώνα, σκέφτονται μόνο να την υποβάλουν στον φιλανθρωπικό δεσποτισμό των κοινωνικών τους επινοήσεων και να την κάνουν να φέρει πειθήνια, κατά την έκφραση του Rousseau, τον ζυγό της δημόσιας ευτυχίας όπως αυτή απεικονίζεται στη δική τους φαντασία.
For whilst society is struggling to realise liberty, the great men who place themselves at its head, imbued with the principles of the seventeenth and eighteenth centuries, think only of subjecting it to the philanthropic despotism of their social inventions, and making it bear with docility, according to the expression of Rousseau, the yoke of public felicity, as pictured in their own imaginations.
Αυτό συνέβη ιδίως το 1789. Μόλις καταστράφηκε το παλαιό σύστημα, η κοινωνία επρόκειτο να υποβληθεί σε άλλες τεχνητές διευθετήσεις, με το ίδιο πάντοτε σημείο εκκίνησης — την παντοδυναμία του νόμου.
This was particularly the case in 1789. No sooner was the old system destroyed, than society was to be submitted to other artificial arrangements, always with the same starting-point—the omnipotence of the law.
Saint-Just. — «Ο νομοθέτης εξουσιάζει το μέλλον. Σε αυτόν εναπόκειται να εκφράζει τη βούληση για το καλό της ανθρωπότητας. Σε αυτόν εναπόκειται να κάνει τους ανθρώπους αυτό που επιθυμεί να είναι».
Saint Just.—"The legislator commands the future. It is for him to will for the good of mankind. It is for him to make men what he wishes them to be."
Robespierre. — «Η λειτουργία της κυβέρνησης είναι να κατευθύνει τις σωματικές και ηθικές δυνάμεις του έθνους προς τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε».
Robespierre.—"The function of Government is to direct the physical and moral powers of the nation towards the object of its institution."
Billaud-Varenne. — «Ένας λαός που πρόκειται να αποκατασταθεί στην ελευθερία πρέπει να διαμορφωθεί εκ νέου. Οι αρχαίες προκαταλήψεις πρέπει να καταστραφούν, τα απαρχαιωμένα έθιμα να μεταβληθούν, τα διεφθαρμένα αισθήματα να διορθωθούν και τα ριζωμένα ελαττώματα να εκριζωθούν. Γι’ αυτό θα απαιτηθούν μια ισχυρή δύναμη και μια σφοδρή ώθηση… Πολίτες, η άκαμπτη αυστηρότητα του Λυκούργου δημιούργησε τη σταθερή βάση της σπαρτιατικής δημοκρατίας. Ο ασθενικός και εύπιστος χαρακτήρας του Σόλωνα βύθισε την Αθήνα στη δουλεία. Σε αυτόν τον παραλληλισμό περιέχεται ολόκληρη η επιστήμη της κυβέρνησης».
Billaud Varennes.—"A people who are to be restored to liberty must be formed anew. Ancient prejudices must be destroyed, antiquated customs changed, depraved affections corrected, inveterate vices eradicated. For this, a strong force and a vehement impulse will be necessary.... Citizens, the inflexible austerity of Lycurgus created the firm basis of the Spartan republic. The feeble and trusting disposition of Solon plunged Athens into slavery. This parallel contains the whole science of Government."
Lepelletier. — «Λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ανθρώπινης εξαχρείωσης, είμαι πεπεισμένος για την αναγκαιότητα μιας ολοκληρωτικής αναγέννησης του ανθρώπινου γένους και, αν επιτρέπεται να εκφραστώ έτσι, της δημιουργίας ενός νέου λαού».
Lepelletier.—"Considering the extent of human degradation, I am convinced of the necessity of effecting an entire regeneration of the race, and, if I may so express myself, of creating a new people."
Οι άνθρωποι, επομένως, δεν είναι παρά πρώτη ύλη. Δεν εναπόκειται στους ίδιους να θελήσουν τη βελτίωσή τους. Δεν είναι ικανοί γι’ αυτό· σύμφωνα με τον Saint-Just, μόνο ο νομοθέτης είναι ικανός. Οι άνθρωποι οφείλουν απλώς να γίνουν αυτό που εκείνος θέλει να είναι. Σύμφωνα με τον Robespierre, ο οποίος αντιγράφει κατά λέξη τον Rousseau, ο νομοθέτης πρέπει να αρχίσει καθορίζοντας τον σκοπό των θεσμών του έθνους. Έπειτα, η κυβέρνηση δεν έχει παρά να κατευθύνει προς αυτόν τον σκοπό όλες τις σωματικές και ηθικές του δυνάμεις. Σε όλο αυτό το διάστημα, το ίδιο το έθνος πρέπει να παραμένει απολύτως παθητικό· και ο Billaud-Varenne μας διδάσκει ότι δεν πρέπει να έχει άλλες προκαταλήψεις, αισθήματα ή ανάγκες εκτός από εκείνες που επιτρέπει ο νομοθέτης. Φθάνει μάλιστα στο σημείο να λέει ότι η άκαμπτη αυστηρότητα ενός ανθρώπου αποτελεί τη βάση μιας δημοκρατίας.
Men, therefore, are nothing but raw material. It is not for them to will their own improvement. They are not capable of it; according to Saint Just, it is only the legislator who is. Men are merely to be what he wills that they should be. According to Robespierre, who copies Rousseau literally, the legislator is to begin by assigning the aim of the institutions of the nation. After this, the Government has only to direct all its physical and moral forces towards this end. All this time the nation itself is to remain perfectly passive; and Billaud Varennes would teach us that it ought to have no prejudices, affections, nor wants, but such as are authorised by the legislator. He even goes so far as to say that the inflexible austerity of a man is the basis of a republic.
Είδαμε ότι, όταν το κακό είναι τόσο μεγάλο ώστε οι τακτικοί άρχοντες να αδυνατούν να το θεραπεύσουν, ο Mably συνιστά μια δικτατορία για την προαγωγή της αρετής. «Προσφύγετε», λέει, «σε μια έκτακτη αρχή, της οποίας η διάρκεια θα είναι σύντομη και η εξουσία μεγάλη. Πρέπει να εντυπωσιαστεί η φαντασία του λαού». Αυτή η θεωρία δεν παραμελήθηκε. Ακούστε τον Robespierre:
We have seen that, in cases where the evil is so great that the ordinary magistrates are unable to remedy it, Mably recommends a dictatorship, to promote virtue. "Have recourse," says he, "to an extraordinary magistracy, whose time shall be short, and his power considerable. The imagination of the people requires to be impressed." This doctrine has not been neglected. Listen to Robespierre:—
«Η αρχή της δημοκρατικής κυβέρνησης είναι η αρετή, και το μέσο που πρέπει να υιοθετηθεί κατά την εγκαθίδρυσή της είναι η τρομοκρατία. Θέλουμε να αντικαταστήσουμε στη χώρα μας τον εγωισμό με την ηθική, την τιμή με την εντιμότητα, τα έθιμα με τις αρχές, την ευπρέπεια με το καθήκον, την τυραννία της μόδας με την κυριαρχία του λόγου, την περιφρόνηση της δυστυχίας με την περιφρόνηση της κακίας, την αυθάδεια με την υπερηφάνεια, τη ματαιοδοξία με το μεγαλείο της ψυχής, την αγάπη του χρήματος με την αγάπη της δόξας, την καλή κοινωνία με τους καλούς ανθρώπους, τη μηχανορραφία με την αξία, την ευστροφία με τη μεγαλοφυΐα, τη λάμψη με την αλήθεια, την πλήξη της απόλαυσης με τη γοητεία της ευτυχίας, τη μικρότητα των μεγάλων με το μεγαλείο του ανθρώπου, έναν λαό εύκολο, επιπόλαιο και εξαχρειωμένο με έναν μεγαλόψυχο, ισχυρό και ευτυχισμένο λαό· με άλλα λόγια, θέλουμε να αντικαταστήσουμε όλα τα ελαττώματα και τους παραλογισμούς της μοναρχίας με όλες τις αρετές και τα θαύματα μιας δημοκρατίας».
"The principle of the Republican Government is virtue, and the means to be adopted, during its establishment, is terror. We want to substitute, in our country, morality for egotism, probity for honour, principles for customs, duties for decorum, the empire of reason for the tyranny of fashion, contempt of vice for contempt of misfortune, pride for insolence, greatness of soul for vanity, love of glory for love of money, good people for good company, merit for intrigue, genius for wit, truth for glitter, the charm of happiness for the weariness of pleasure, the greatness of man for the littleness of the great, a magnanimous, powerful, happy people, for one that is easy, frivolous, degraded; that is to say, we would substitute all the virtues and miracles of a republic for all the vices and absurdities of monarchy."
Σε πόσο δυσθεώρητο ύψος πάνω από την υπόλοιπη ανθρωπότητα τοποθετεί εδώ ο Robespierre τον εαυτό του! Και προσέξτε την αλαζονεία με την οποία μιλά. Δεν αρκείται να εκφράσει την επιθυμία για μια μεγάλη ανακαίνιση της ανθρώπινης καρδιάς· ούτε καν αναμένει ένα τέτοιο αποτέλεσμα από μια τακτική κυβέρνηση. Όχι· σκοπεύει να το επιτύχει ο ίδιος, και μάλιστα μέσω της τρομοκρατίας. Σκοπός της ομιλίας από την οποία προέρχεται αυτή η παιδαριώδης και κοπιώδης συσσώρευση αντιθέσεων ήταν να παρουσιάσει τις ηθικές αρχές οι οποίες όφειλαν να καθοδηγούν μια επαναστατική κυβέρνηση.
Επιπλέον, όταν ο Robespierre ζητεί μια δικτατορία, δεν το κάνει απλώς για την απόκρουση ενός εξωτερικού εχθρού ή για την καταστολή των φατριών· τη ζητεί για να εγκαθιδρύσει μέσω της τρομοκρατίας, και ως προκαταρκτικό στάδιο πριν από την εφαρμογή του Συντάγματος, τις δικές του ηθικές αρχές. Δεν αξιώνει τίποτε λιγότερο από την εκρίζωση από τη χώρα, μέσω της τρομοκρατίας, του εγωισμού, της τιμής, των εθίμων, της ευπρέπειας, της μόδας, της ματαιοδοξίας, της αγάπης του χρήματος, της καλής κοινωνίας, της μηχανορραφίας, της ευστροφίας, της πολυτέλειας και της εξαθλίωσης. Μόνο αφού εκείνος, ο Robespierre, πραγματοποιήσει αυτά τα θαύματα —όπως ορθώς τα αποκαλεί— θα επιτρέψει στον νόμο να ανακτήσει την κυριαρχία του.
Πράγματι, θα ήταν καλό αν αυτοί οι οραματιστές, που έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους και τόσο μικρή για την ανθρωπότητα, και οι οποίοι θέλουν να ανακαινίσουν τα πάντα, αρκούνταν στην προσπάθεια να μεταρρυθμίσουν τον ίδιο τους τον εαυτό· και αυτό το έργο θα ήταν αρκετά δύσκολο γι’ αυτούς. Εντούτοις, γενικά, αυτοί οι κύριοι —οι μεταρρυθμιστές, οι νομοθέτες και οι πολιτικοί— δεν επιθυμούν να ασκήσουν άμεσο δεσποτισμό επάνω στην ανθρωπότητα. Όχι· είναι υπερβολικά μετριοπαθείς και φιλάνθρωποι γι’ αυτό. Διεκδικούν μόνο τον δεσποτισμό, την απολυταρχία και την παντοδυναμία του νόμου. Επιδιώκουν μόνο να θεσπίζουν τον νόμο.
At what a vast height above the rest of mankind does Robespierre place himself here! And observe the arrogance with which he speaks. He is not content with expressing a desire for a great renovation of the human heart, he does not even expect such a result from a regular Government. No; he intends to effect it himself, and by means of terror. The object of the discourse from which this puerile and laborious mass of antithesis is extracted, was to exhibit the principles of morality which ought to direct a revolutionary Government. Moreover, when Robespierre asks for a dictatorship, it is not merely for the purpose of repelling a foreign enemy, or of putting down factions; it is that he may establish, by means of terror, and as a preliminary to the game of the Constitution, his own principles of morality. He pretends to nothing short of extirpating from the country, by means of terror, egotism, honour, customs, decorum, fashion, vanity, the love of money, good company, intrigue, wit, luxury, and misery. It is not until after he, Robespierre, shall have accomplished these miracles, as he rightly calls them, that he will allow the law to regain her empire. Truly, it would be well if these visionaries, who think so much of themselves and so little of mankind, who want to renew everything, would only be content with trying to reform themselves, the task would be arduous enough for them. In general, however, these gentlemen, the reformers, legislators, and politicians, do not desire to exercise an immediate despotism over mankind. No, they are too moderate and too philanthropic for that. They only contend for the despotism, the absolutism, the omnipotence of the law. They aspire only to make the law.
Για να δείξω πόσο καθολική υπήρξε αυτή η παράξενη ροπή στη Γαλλία, θα έπρεπε όχι μόνο να αντιγράψω το σύνολο των έργων των Mably, Raynal, Rousseau και Fénelon και να παραθέσω εκτενή αποσπάσματα από τους Bossuet και Montesquieu, αλλά και να παρουσιάσω όλα τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Συμβατικής Εθνοσυνέλευσης. Δεν πρόκειται, ωστόσο, να το κάνω· απλώς παραπέμπω τον αναγνώστη σε αυτά.
To show how universal this strange disposition has been in France, I had need not only to have copied the whole of the works of Mably, Raynal, Rousseau, Fenelon, and to have made long extracts from Bossuet and Montesquieu, but to have given the entire transactions of the sittings of the Convention, I shall do no such thing, however, but merely refer the reader to them.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτή η ιδέα άρεσε εξαιρετικά στον Βοναπάρτη. Την ασπάστηκε με ζήλο και την έθεσε σε εφαρμογή με ενεργητικότητα. Παίζοντας τον ρόλο του χημικού, αντιμετώπιζε την Ευρώπη ως υλικό για τα πειράματά του. Το υλικό αυτό, όμως, αντέδρασε εναντίον του. Έχοντας απαλλαγεί σε μεγάλο βαθμό από την αυταπάτη, ο Βοναπάρτης, στην Αγία Ελένη, φαινόταν να παραδέχεται ότι κάθε λαός διαθέτει δική του πρωτοβουλία, και έγινε λιγότερο εχθρικός προς την ελευθερία. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμπόδισε να δώσει με τη διαθήκη του το ακόλουθο μάθημα στον γιο του: «Το να κυβερνάς σημαίνει να διαδίδεις την ηθική, την εκπαίδευση και την ευημερία».
It is not to be wondered at that this idea should have suited Buonaparte exceedingly well. He embraced it with ardour, and put it in practice with energy. Playing the part of a chemist, Europe was to him the material for his experiments. But this material reacted against him. More than half undeceived, Buonaparte, at St. Helena, seemed to admit that there is an initiative in every people, and he became less hostile to liberty. Yet this did not prevent him from giving this lesson to his son in his will:—"To govern, is to diffuse morality, education, and well-being."
Ύστερα από όλα αυτά, ελάχιστα χρειάζεται να παρουσιάσω, με κουραστικές παραθέσεις, τις απόψεις των Morelly, Babeuf, Owen, Saint-Simon και Fourier. Θα περιοριστώ σε λίγα αποσπάσματα από το βιβλίο του Louis Blanc σχετικά με την οργάνωση της εργασίας.
After all this, I hardly need show, by fastidious quotations, the opinions of Morelly, Babeuf, Owen, Saint Simon, and Fourier. I shall confine myself to a few extracts from Louis Blanc's book on the organisation of labour.
«Στο σχέδιό μας, η κοινωνία λαμβάνει την ώθησή της από την εξουσία».
"In our project, society receives the impulse of power." (Page 126.)
Σε τι συνίσταται η ώθηση που δίνει η εξουσία στην κοινωνία; Στην επιβολή του σχεδίου του κ. Louis Blanc.
In what does the impulse which power gives to society consist? In imposing upon it the project of M. Louis Blanc.
Από την άλλη πλευρά, κοινωνία είναι το ανθρώπινο γένος. Το ανθρώπινο γένος, λοιπόν, πρόκειται να λαμβάνει την ώθησή του από τον κ. Louis Blanc.
On the other hand, society is the human race. The human race, then, is to receive its impulse from M. Louis Blanc.
Θα ειπωθεί ότι είναι ελεύθερο να το πράξει ή να μην το πράξει. Ασφαλώς, το ανθρώπινο γένος είναι ελεύθερο να δεχθεί τις συμβουλές οποιουδήποτε. Δεν αντιλαμβάνεται, όμως, έτσι το ζήτημα ο κ. Louis Blanc. Εννοεί ότι το σχέδιό του πρέπει να μετατραπεί σε νόμο και, κατά συνέπεια, να επιβληθεί διά της βίας από την εξουσία.
It is at liberty to do so or not, it will be said. Of course the human race is at liberty to take advice from anybody, whoever it may be. But this is not the way in which M. Louis Blanc understands the thing. He means that his project should be converted into law, and, consequently, forcibly imposed by power.
«Στο σχέδιό μας, το κράτος δεν έχει παρά να θεσπίσει μια νομοθεσία για την εργασία, μέσω της οποίας η βιομηχανική δραστηριότητα θα μπορεί και θα πρέπει να διεξάγεται με πλήρη ελευθερία. Το κράτος απλώς τοποθετεί την κοινωνία σε ένα κεκλιμένο επίπεδο —αυτό είναι όλο— ώστε, αφού τοποθετηθεί εκεί, να κατέλθει με την ίδια τη δύναμη των πραγμάτων και με τη φυσική λειτουργία του εγκαθιδρυμένου μηχανισμού».
"In our project, the State has only to give a legislation to labour, by means of which the industrial movement may and ought to be accomplished in all liberty. It (the State) merely places society on an incline (that is all) that it may descend, when once it is placed there, by the mere force of things, and by the natural course of the established mechanism."
Ποιο είναι, όμως, αυτό το κεκλιμένο επίπεδο; Εκείνο που υποδεικνύει ο κ. Louis Blanc. Δεν οδηγεί σε άβυσσο; Όχι, οδηγεί στην ευτυχία. Γιατί, λοιπόν, δεν κατευθύνεται εκεί η κοινωνία από μόνη της; Επειδή δεν γνωρίζει τι θέλει και χρειάζεται μια ώθηση. Τι πρόκειται να της δώσει αυτή την ώθηση; Η εξουσία. Και ποιος πρόκειται να δώσει την ώθηση στην εξουσία; Ο επινοητής της μηχανής, ο κ. Louis Blanc.
But what is this incline? One indicated by M. Louis Blanc. Does it not lead to an abyss? No, it leads to happiness. Why, then, does not society go there of itself? Because it does not know what it wants, and it requires an impulse. What is to give it this impulse? Power. And who is to give the impulse to power? The inventor of the machine, M. Louis Blanc.
Δεν θα εξέλθουμε ποτέ από αυτόν τον κύκλο: η ανθρωπότητα παραμένει παθητική και ένας μεγάλος άνδρας την κινεί μέσω της παρέμβασης του νόμου. Αφού βρεθεί σε αυτό το κεκλιμένο επίπεδο, θα απολαμβάνει άραγε η κοινωνία κάτι που να μοιάζει με ελευθερία; Αναμφίβολα. Και τι είναι η ελευθερία;
We shall never get out of this circle—mankind passive, and a great man moving it by the intervention of the law.
Once on this incline, will society enjoy something like liberty? Without a doubt. And what is liberty?
«Μία για πάντα: η ελευθερία δεν συνίσταται μόνο στο δικαίωμα που παραχωρείται, αλλά και στη δύναμη που δίνεται στον άνθρωπο να ασκεί και να αναπτύσσει τις ικανότητές του υπό την κυριαρχία της δικαιοσύνης και υπό την προστασία του νόμου.
»Και αυτή δεν είναι μια κενή διάκριση· εμπεριέχει βαθύ νόημα και οι συνέπειές της είναι ανυπολόγιστες. Διότι, μόλις γίνει δεκτό ότι ο άνθρωπος, για να είναι πραγματικά ελεύθερος, πρέπει να έχει τη δύναμη να ασκεί και να αναπτύσσει τις ικανότητές του, έπεται ότι κάθε μέλος της κοινωνίας έχει αξίωση απέναντί της για την εκπαίδευση που θα του επιτρέψει να τις εκδηλώσει, καθώς και για τα εργαλεία εργασίας χωρίς τα οποία η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν μπορεί να βρει πεδίο άσκησης. Μέσω τίνος άλλου, λοιπόν, θα μπορούσε η κοινωνία να παρέχει σε κάθε μέλος της την απαιτούμενη εκπαίδευση και τα αναγκαία εργαλεία εργασίας, αν όχι μέσω του κράτους;»
"Once for all: liberty consists, not only in the right granted, but in the power given to man, to exercise, to develop his faculties under the empire of justice, and under the protection of the law.
"And this is no vain distinction; there is a deep meaning in it, and its consequences are not to be estimated. For when once it is admitted that man, to be truly free, must have the power to exercise and develop his faculties, it follows that every member of society has a claim upon it for such instruction as shall enable it to display itself, and for the instruments of labour, without which human activity can find no scope. Now, by whose intervention is society to give to each of its members the requisite instruction and the necessary instruments of labour, unless by that of the State?"
Η ελευθερία, επομένως, είναι δύναμη. Σε τι συνίσταται αυτή η δύναμη; Στην κατοχή εκπαίδευσης και εργαλείων εργασίας. Ποιος πρόκειται να παρέχει την εκπαίδευση και τα εργαλεία εργασίας; Η κοινωνία, η οποία τα οφείλει. Μέσω τίνος θα παρέχει η κοινωνία εργαλεία εργασίας σε όσους δεν τα διαθέτουν; Μέσω του κράτους. Από ποιον θα τα αποκτήσει το κράτος;
Thus, liberty is power. In what does this power consist? In possessing instruction and instruments of labour. Who is to give instruction and instruments of labour? Society, who owes them. By whose intervention is society to give instruments of labour to those who do not possess them?
By the intervention of the State. From whom is the State to obtain them?
Εναπόκειται στον αναγνώστη να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και να παρατηρήσει πού οδηγούν όλα αυτά.
It is for the reader to answer this question, and to notice whither all this tends.
Ένα από τα πιο παράξενα φαινόμενα της εποχής μας —και ένα φαινόμενο που πιθανότατα θα προκαλεί έκπληξη στους απογόνους μας — είναι η θεωρία που θεμελιώνεται στην ακόλουθη τριπλή υπόθεση: τη ριζική παθητικότητα της ανθρωπότητας, την παντοδυναμία του νόμου και το αλάθητο του νομοθέτη. Αυτό είναι το ιερό σύμβολο πίστης του κόμματος που αυτοανακηρύσσεται αποκλειστικά δημοκρατικό.
One of the strangest phenomena of our time, and one which will probably be a matter of astonishment to our descendants, is the doctrine which is founded upon this triple hypothesis: the radical passiveness of mankind,—the omnipotence of the law,—the infallibility of the legislator:—this is the sacred symbol of the party which proclaims itself exclusively democratic.
Είναι αλήθεια ότι διακηρύσσει επίσης πως είναι κοινωνικό.
It is true that it professes also to be social.
Στον βαθμό που είναι δημοκρατικό, τρέφει απεριόριστη πίστη στην ανθρωπότητα.
So far as it is democratic, it, has an unlimited faith in mankind.
Στον βαθμό που είναι κοινωνικό, τη ρίχνει χαμηλότερα και από τη λάσπη.
So far as it is social, it places it beneath the mud.
Συζητούνται πολιτικά δικαιώματα; Πρόκειται να εκλεγεί ένας νομοθέτης; Τότε, ω, ναι, ο λαός διαθέτει ενστικτώδη γνώση· είναι προικισμένος με αξιοθαύμαστη κρίση· η βούλησή του είναι πάντοτε ορθή· η γενική βούληση δεν μπορεί να σφάλει. Η ψηφοφορία δεν μπορεί ποτέ να είναι υπερβολικά καθολική. Κανείς δεν υπέχει καμία ευθύνη απέναντι στην κοινωνία. Η βούληση και η ικανότητα ορθής επιλογής θεωρούνται δεδομένες. Είναι δυνατόν να πλανηθεί ο λαός; Δεν ζούμε άραγε σε έναν αιώνα διαφωτισμού; Τι! Θα μένει ο λαός για πάντα υπό κηδεμονία; Δεν απέκτησε τα δικαιώματά του με τίμημα κόπους και θυσίες; Δεν έχει δώσει επαρκείς αποδείξεις ευφυΐας και σοφίας; Δεν έχει φθάσει στην ωριμότητα; Δεν είναι ικανός να κρίνει για λογαριασμό του; Δεν γνωρίζει το δικό του συμφέρον; Υπάρχει άνθρωπος ή τάξη που θα τολμούσε να διεκδικήσει το δικαίωμα να υποκαταστήσει τον λαό, να αποφασίζει και να ενεργεί για λογαριασμό του; Όχι, όχι· ο λαός θέλει να είναι ελεύθερος και θα είναι. Επιθυμεί να διαχειρίζεται ο ίδιος τις υποθέσεις του και θα το πράξει.
Are political rights under discussion? Is a legislator to be chosen? Oh! then the people possess science by instinct: they are gifted with an admirable tact; their will is always right; the general will cannot err. Suffrage cannot be too universal. Nobody is under any responsibility to society. The will and the capacity to choose well are taken for granted. Can the people be mistaken? Are we not living in an age of enlightenment? What! are the people to be always kept in leading strings? Have they not acquired their rights at the cost of effort and sacrifice? Have they not given sufficient proof of intelligence and wisdom? Are they not arrived at maturity? Are they not in a state to judge for themselves? Do they not know their own interest? Is there a man or a class who would dare to claim the right of putting himself in the place of the people, of deciding and of acting for them? No, no; the people would be free, and they shall be so. They wish to conduct their own affairs, and they shall do so.
Μόλις, όμως, εκλεγεί δεόντως ο νομοθέτης, τότε αλλάζει ριζικά ο τόνος του λόγου του. Το έθνος επαναφέρεται στην παθητικότητα, στην αδράνεια και στην ανυπαρξία, ενώ ο νομοθέτης περιβάλλεται με παντοδυναμία. Σε αυτόν ανήκει να επινοεί, σε αυτόν να κατευθύνει, σε αυτόν να δίνει ώθηση, σε αυτόν να οργανώνει. Η ανθρωπότητα δεν έχει παρά να υποταχθεί· η ώρα του δεσποτισμού έχει σημάνει.
Και πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτό είναι αποφασιστικής σημασίας· διότι ο λαός, ο οποίος μόλις προηγουμένως ήταν τόσο φωτισμένος, τόσο ηθικός και τόσο τέλειος, τώρα δεν έχει καμία απολύτως ροπή· ή, αν έχει, όλες τον οδηγούν προς τα κάτω, στην εξαχρείωση. Και όμως θα έπρεπε να διαθέτει λίγη ελευθερία! Δεν μας διαβεβαιώνει, όμως, ο κ. Considerant ότι η ελευθερία οδηγεί αναπόφευκτα στο μονοπώλιο; Δεν μας λένε ότι ελευθερία σημαίνει ανταγωνισμός και ότι ο ανταγωνισμός, σύμφωνα με τον κ. Louis Blanc, αποτελεί σύστημα εξόντωσης του λαού και καταστροφής του εμπορίου; Γι’ αυτό άραγε οι άνθρωποι εξοντώνονται και καταστρέφονται κατ’ αναλογία προς την ελευθερία τους — όπως, για παράδειγμα, στην Ελβετία, στην Ολλανδία, στην Αγγλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες; Δεν μας λέει επίσης ο κ. Louis Blanc ότι ο ανταγωνισμός οδηγεί στο μονοπώλιο και, για τον ίδιο λόγο, οι χαμηλές τιμές οδηγούν σε υπέρογκες τιμές; Ότι ο ανταγωνισμός τείνει να αποξηράνει τις πηγές της κατανάλωσης και ωθεί την παραγωγή σε μια καταστροφική δραστηριότητα; Ότι ο ανταγωνισμός εξαναγκάζει την παραγωγή να αυξάνεται και την κατανάλωση να μειώνεται — από όπου συνάγεται ότι οι ελεύθεροι λαοί παράγουν για να μην καταναλώνουν· ότι ανάμεσά τους δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά καταπίεση και παραφροσύνη· και ότι είναι απολύτως αναγκαίο να αναλάβει ο κ. Louis Blanc τη φροντίδα τους;
But when once the legislator is duly elected, then indeed the style of his speech alters. The nation is sent back into passiveness, inertness, nothingness, and the legislator takes possession of omnipotence. It is for him to invent, for him to direct, for him to impel, for him to organise. Mankind has nothing to do but to submit; the hour of despotism has struck. And we must observe that this is decisive; for the people, just before so enlightened, so moral, so perfect, have no inclinations at all, or, if they have any, they all lead them downwards towards degradation. And yet they ought to have a little liberty! But are we not assured, by M. Considerant, that liberty leads fatally to monopoly? Are we not told that liberty is competition? and that competition, according to M. Louis Blanc, is a system of extermination for the people, and of ruination for trade? For that reason people are exterminated and ruined in proportion as they are free—take, for example, Switzerland, Holland, England, and the United States? Does not M. Louis Blanc tell us again, that competition leads to monopoly, and that, for the same reason, cheapness leads to exorbitant prices? That competition tends to drain the sources of consumption, and urges production to a destructive activity? That competition forces production to increase, and consumption to decrease;—whence it follows that free people produce for the sake of not consuming; that there is nothing but oppression and madness among them; and that it is absolutely necessary for M. Louis Blanc to see to it?
Τι είδους ελευθερία πρέπει, λοιπόν, να επιτραπεί στους ανθρώπους; Ελευθερία συνείδησης; Μα τότε θα τους βλέπαμε όλους να επωφελούνται από την άδεια για να γίνουν άθεοι. Ελευθερία της εκπαίδευσης; Μα τότε οι γονείς θα πλήρωναν καθηγητές για να διδάσκουν στα παιδιά τους την ανηθικότητα και την πλάνη· επιπλέον, αν πιστέψουμε τον κ. Thiers, η εκπαίδευση, αν αφηνόταν στην ελευθερία του έθνους, θα έπαυε να είναι εθνική, και θα ανατρέφαμε τα παιδιά μας με τις ιδέες των Τούρκων ή των Ινδών· ενώ τώρα, χάρη στον νομικό δεσποτισμό των πανεπιστημίων, έχουν την καλή τύχη να ανατρέφονται με τις ευγενείς ιδέες των Ρωμαίων.
Ελευθερία της εργασίας; Μα αυτή δεν είναι παρά ο ανταγωνισμός, αποτέλεσμα του οποίου είναι να αφήνει όλα τα προϊόντα αδιάθετα, να εξοντώνει τον λαό και να καταστρέφει τους εμπόρους. Ελευθερία των ανταλλαγών; Μα είναι πασίγνωστο ότι οι προστατευτιστές έχουν αποδείξει επανειλημμένως ότι ο άνθρωπος καταστρέφεται όταν ανταλλάσσει ελεύθερα και ότι, για να πλουτίσει, είναι αναγκαίο να ανταλλάσσει χωρίς ελευθερία. Ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι; Μα, σύμφωνα με τη σοσιαλιστική θεωρία, η ελευθερία και η συνεργασία αλληλοαποκλείονται, διότι ακριβώς προσβάλλεται η ελευθερία των ανθρώπων για να εξαναγκαστούν να συνεταιριστούν.
What sort of liberty should be allowed to men? Liberty of conscience?—But we should see them all profiting by the permission to become atheists. Liberty of education?—But parents would be paying professors to teach their sons immorality and error; besides, if we are to believe M. Thiers, education, if left to the national liberty, would cease to be national, and we should be educating our children in the ideas of the Turks or Hindoos, instead of which, thanks to the legal despotism of the universities, they have the good fortune to be educated in the noble ideas of the Romans. Liberty of labour?—But this is only competition, whose effect is to leave all productions unconsumed, to exterminate the people, and to ruin the tradesmen. The liberty of exchange?—But it is well known that the protectionists have shown, over and over again, that a man must be ruined when he exchanges freely, and that to become rich it is necessary to exchange without liberty. Liberty of association?—But, according to the socialist doctrine, liberty and association exclude each other, for the liberty of men is attacked just to force them to associate.
Βλέπετε, λοιπόν, ότι οι σοσιαλιστές δημοκράτες δεν μπορούν, κατά συνείδηση, να παραχωρήσουν στους ανθρώπους καμία ελευθερία, διότι, σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη, οι άνθρωποι τείνουν από τη φύση τους, σε κάθε περίπτωση, προς κάθε είδους εξαχρείωση και ηθική κατάπτωση.
You must see, then, that the socialist democrats cannot in conscience allow men any liberty, because, by their own nature, they tend in every instance to all kinds of degradation and demoralisation.
Μένει, επομένως, να εικάσουμε σε ποια βάση διεκδικείται γι’ αυτούς, με τόση επιμονή, η καθολική ψηφοφορία.
We are therefore left to conjecture, in this case, upon what foundation universal suffrage is claimed for them with so much importunity.
Οι αξιώσεις των οργανωτών γεννούν ένα ακόμη ερώτημα, το οποίο τους έχω θέσει πολλές φορές και στο οποίο, απ’ όσο γνωρίζω, δεν έλαβα ποτέ απάντηση: εφόσον οι φυσικές τάσεις της ανθρωπότητας είναι τόσο κακές ώστε δεν είναι ασφαλές να της επιτραπεί η ελευθερία, πώς συμβαίνει οι τάσεις των οργανωτών να είναι πάντοτε καλές; Δεν αποτελούν οι νομοθέτες και τα όργανά τους μέρος του ανθρώπινου γένους; Πιστεύουν άραγε ότι είναι πλασμένοι από διαφορετικά υλικά από την υπόλοιπη ανθρωπότητα; Λένε ότι η κοινωνία, όταν αφήνεται στον εαυτό της, ορμά προς την αναπόφευκτη καταστροφή, επειδή τα ένστικτά της είναι διεστραμμένα. Ισχυρίζονται ότι θα ανακόψουν την καθοδική της πορεία και θα της δώσουν καλύτερη κατεύθυνση. Έχουν, επομένως, λάβει από τον Ουρανό διάνοια και αρετές που τους τοποθετούν πέρα και πάνω από την ανθρωπότητα· ας επιδείξουν τους τίτλους αυτής της υπεροχής τους. Θέλουν να είναι οι ποιμένες μας και εμείς το ποίμνιό τους. Αυτή η διευθέτηση προϋποθέτει ότι διαθέτουν φυσική υπεροχή, και έχουμε κάθε δικαίωμα να τους ζητήσουμε να αποδείξουν τη θεμελίωσή της.
The pretensions of organisers suggest another question, which I have often asked them, and to which I am not aware that I ever received an answer:—Since the natural tendencies of mankind are so bad that it is not safe to allow them liberty, how comes it to pass that the tendencies of organisers are always good? Do not the legislators and their agents form a part of the human race? Do they consider that they are composed of different materials from the rest of mankind? They say that society, when left to itself, rushes to inevitable destruction, because its instincts are perverse. They pretend, to stop it in its downward course, and to give it a better direction. They have, therefore, received from heaven, intelligence and virtues which place them beyond and above mankind: let them show their title to this superiority. They would be our shepherds, and we are to be their flock. This arrangement presupposes in them a natural superiority, the right to which we are fully justified in calling upon them to prove.
Πρέπει να παρατηρήσετε ότι δεν αμφισβητώ το δικαίωμά τους να επινοούν κοινωνικούς συνδυασμούς, να τους διαδίδουν, να τους συνιστούν και να τους δοκιμάζουν επάνω στον εαυτό τους, με δικές τους δαπάνες και με δικό τους κίνδυνο. Αμφισβητώ, όμως, το δικαίωμά τους να μας τους επιβάλλουν μέσω του νόμου, δηλαδή μέσω της βίας και των δημόσιων φόρων.
You must observe that I am not contending against their right to invent social combinations, to propagate them, to recommend them, and to try them upon themselves, at their own expense and risk; but I do dispute their right to impose them upon us through the medium of the law, that is, by force and by public taxes.
Δεν θα απαιτούσα από τους Καμπετιστές, τους Φουριεριστές, τους Προυντονικούς, τους Ακαδημαϊκούς και τους Προστατευτιστές να απαρνηθούν τις ιδιαίτερες ιδέες τους. Θα απαιτούσα μόνο να απαρνηθούν την ιδέα που είναι κοινή σε όλους τους — δηλαδή την ιδέα να μας υποβάλλουν διά της βίας στις δικές τους ομάδες και σειρές, στα κοινωνικά τους εργαστήρια, στη δωρεάν τράπεζά τους, στην ελληνορωμαϊκή τους ηθική και στους εμπορικούς τους περιορισμούς. Θα τους ζητούσα να μας επιτρέψουν να κρίνουμε τα σχέδιά τους και να μη μας υποχρεώνουν να τα υιοθετήσουμε, αν διαπιστώσουμε ότι βλάπτουν τα συμφέροντά μας ή προσβάλλουν τη συνείδησή μας.
I would not insist upon the Cabetists, the Fourierists, the Proudhonians, the Universitaries, and the Protectionists renouncing their own particular ideas; I would only have them renounce that idea which is common to them all,—viz., that of subjecting us by force to their own groups and series to their social workshops, to their gratuitous bank to their Græco-Romano morality, and to their commercial restrictions. I would ask them to allow us the faculty of judging of their plans, and not to oblige us to adopt them, if we find that they hurt our interests or are repugnant to our consciences.
Η πρόθεση προσφυγής στην εξουσία και στη φορολογία, πέρα από το ότι είναι καταπιεστική και άδικη, εμπεριέχει και την προσβλητική υπόθεση ότι ο οργανωτής είναι αλάθητος και η ανθρωπότητα ανίκανη.
To presume to have recourse to power and taxation, besides being oppressive and unjust, implies further, the injurious supposition that the organiser is infallible, and mankind incompetent.
Και αν η ανθρωπότητα δεν είναι ικανή να κρίνει για λογαριασμό της, γιατί γίνεται τόσος λόγος για την καθολική ψηφοφορία;
And if mankind is not competent to judge for itself, why do they talk so much about universal suffrage?
Αυτή η αντίφαση στις ιδέες απαντά δυστυχώς και στα γεγονότα. Και ενώ το γαλλικό έθνος προηγήθηκε όλων των άλλων ως προς την απόκτηση των δικαιωμάτων του —ή, μάλλον, των πολιτικών του αξιώσεων— αυτό δεν το εμπόδισε καθόλου να κυβερνάται, να κατευθύνεται, να υφίσταται επιβολές, να δεσμεύεται και να εξαπατάται περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο έθνος. Είναι επίσης το έθνος στο οποίο, περισσότερο από κάθε άλλο, πρέπει διαρκώς να φοβούνται τις επαναστάσεις· και είναι απολύτως φυσικό να συμβαίνει αυτό.
This contradiction in ideas is unhappily to be found also in facts; and whilst the French nation has preceded all others in obtaining its rights, or rather its political claims, this has by no means prevented it from being more governed, and directed, and imposed upon, and fettered, and cheated, than any other nation. It is also the one, of all others, where revolutions are constantly to be dreaded, and it is perfectly natural that it should be so.
Όσο διατηρείται αυτή η ιδέα —την οποία αποδέχονται όλοι οι πολιτικοί μας και εκφράζει τόσο εμφατικά ο κ. Louis Blanc με τις λέξεις «η κοινωνία λαμβάνει την ώθησή της από την εξουσία»— όσο οι άνθρωποι θεωρούν τον εαυτό τους ικανό να αισθάνεται αλλά παθητικό, ανίκανο να ανυψωθεί με τη δική του κρίση και τη δική του ενεργητικότητα σε οποιοδήποτε επίπεδο ηθικής ή ευημερίας, και όσο προσδοκούν τα πάντα από τον νόμο· με μία λέξη, όσο παραδέχονται ότι οι σχέσεις τους με το κράτος είναι ίδιες με τις σχέσεις του ποιμνίου με τον ποιμένα, είναι φανερό ότι η ευθύνη της εξουσίας είναι τεράστια. Η ευτυχία και η δυστυχία, ο πλούτος και η στέρηση, η ισότητα και η ανισότητα, όλα προέρχονται από αυτήν. Είναι επιφορτισμένη με τα πάντα, αναλαμβάνει τα πάντα, πράττει τα πάντα· επομένως, οφείλει να λογοδοτεί για τα πάντα. Αν είμαστε ευτυχισμένοι, έχει το δικαίωμα να αξιώνει την ευγνωμοσύνη μας· αν, όμως, είμαστε δυστυχισμένοι, μόνον αυτή πρέπει να φέρει την ευθύνη.
Δεν βρίσκονται πράγματι τα πρόσωπα και οι περιουσίες μας στη διάθεσή της; Δεν είναι ο νόμος παντοδύναμος; Δημιουργώντας το πανεπιστημιακό μονοπώλιο, ανέλαβε την υποχρέωση να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των οικογενειαρχών που στερήθηκαν την ελευθερία τους· και αν αυτές οι προσδοκίες διαψευστούν, ποιος ευθύνεται;
Ρυθμίζοντας τη βιομηχανία, ανέλαβε την υποχρέωση να την καταστήσει ευημερούσα — διαφορετικά θα ήταν παράλογο να της στερήσει την ελευθερία της· και αν αυτή υποφέρει, ποιος ευθύνεται; Προσποιούμενη ότι εξισορροπεί το εμπόριο μέσω του μηχανισμού των δασμών, αναλαμβάνει την υποχρέωση να το καταστήσει ευημερούν· και αν, αντί να ευημερεί, αυτό καταστρέφεται, ποιος ευθύνεται; Παρέχοντας την προστασία της στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις με αντάλλαγμα την ελευθερία τους, ανέλαβε την υποχρέωση να τις καταστήσει βιώσιμες· αν αυτές γίνουν επαχθείς, ποιος ευθύνεται;
So long as this idea is retained, which is admitted by all our politicians, and so energetically expressed by M. Louis Blanc in these words—"Society receives its impulse from power;" so long as men consider themselves as capable of feeling, yet passive—incapable of raising themselves by their own discernment and by their own energy to any morality, or well-being, and while they expect everything from the law; in a word, while they admit that their relations with the State are the same as those of the flock with the shepherd, it is clear that the responsibility of power is immense. Fortune and misfortune, wealth and destitution, equality and inequality, all proceed from it. It is charged with everything, it undertakes everything, it does everything; therefore it has to answer for everything. If we are happy, it has a right to claim our gratitude; but if we are miserable, it alone must bear the blame. Are not our persons and property, in fact, at its disposal? Is not the law omnipotent? In creating the universitary monopoly, it has engaged to answer the expectations of fathers of families who have been deprived of liberty; and if these expectations are disappointed, whose fault is it? In regulating industry, it has engaged to make it prosper, otherwise it would have been absurd to deprive it of its liberty; and if it suffers, whose fault is it? In pretending to adjust the balance of commerce by the game of tariffs, it engages to make it prosper; and if, so far from prospering, it is destroyed, whose fault is it? In granting its protection to maritime armaments in exchange for their liberty, it has engaged to render them lucrative; if they become burdensome, whose fault is it?
Δεν υπάρχει, επομένως, κανένα παράπονο στο έθνος για το οποίο η κυβέρνηση να μην καθιστά οικειοθελώς τον εαυτό της υπεύθυνο. Προκαλεί άραγε έκπληξη το γεγονός ότι κάθε αποτυχία απειλεί να προκαλέσει επανάσταση; Και ποια θεραπεία προτείνεται; Η απεριόριστη επέκταση της επικράτειας του νόμου, δηλαδή της ευθύνης της κυβέρνησης. Αν, όμως, η κυβέρνηση αναλαμβάνει να αυξάνει και να ρυθμίζει τους μισθούς και δεν μπορεί να το πράξει· αν αναλαμβάνει να βοηθά όλους όσοι βρίσκονται σε ανάγκη και δεν μπορεί να το πράξει· αν αναλαμβάνει να εξασφαλίζει καταφύγιο σε κάθε εργάτη και δεν μπορεί να το πράξει· αν αναλαμβάνει να προσφέρει δωρεάν πίστωση σε όλους όσοι επιθυμούν διακαώς να δανειστούν και δεν μπορεί να το πράξει· αν, με λόγια που λυπούμαστε ότι διέφυγαν από την πένα του κ. de Lamartine, «το κράτος θεωρεί ότι αποστολή του είναι να διαφωτίζει, να αναπτύσσει, να διευρύνει, να ενισχύει, να εξευγενίζει πνευματικά και να καθαγιάζει την ψυχή του λαού» — αν αποτύχει σε όλα αυτά, δεν είναι φανερό ότι ύστερα από κάθε απογοήτευση, η οποία, δυστυχώς, είναι κάτι περισσότερο από πιθανή, θα ακολουθήσει μια εξίσου αναπόφευκτη επανάσταση;
Thus, there is not a grievance in the nation for which the Government does not voluntarily make itself responsible. Is it to be wondered at that every failure threatens to cause a revolution?
And what is the remedy proposed? To extend indefinitely the dominion of the law, i.e., the responsibility of Government. But if the Government engages to raise and to regulate wages, and is not able to do it; if it engages to assist all those who are in want, and is not able to do it; if it engages to provide an asylum for every labourer, and is not able to do it; if it engages to offer to all such as are eager to borrow, gratuitous credit, and is not able to do it; if, in words which we regret should have escaped the pen of M. de Lamartine, "the State considers that its mission is to enlighten, to develop, to enlarge, to strengthen, to spiritualize, and to sanctify the soul of the people,"—if it fails in this, is it not evident that after every disappointment, which, alas! is more than probable, there will be a no less inevitable revolution?
Επανέρχομαι τώρα στο κύριο θέμα, παρατηρώντας ότι, αμέσως μετά το οικονομικό μέρος του ζητήματος4 και στην είσοδο του πολιτικού του μέρους, παρουσιάζεται ένα θεμελιώδες ερώτημα. Είναι το ακόλουθο:
I shall now resume the subject by remarking, that immediately after the economical part of the question, and at the entrance of the political part, a leading question presents itself? It is the following:—
Τι είναι ο νόμος; Τι οφείλει να είναι; Ποιο είναι το πεδίο του; Ποια είναι τα όριά του; Πού σταματά, τελικά, η αρμοδιότητα του νομοθέτη;
What is law? What ought it to be? What is its domain? What are its limits? Where, in fact, does the prerogative of the legislator stop?
Δεν διστάζω να απαντήσω: ο νόμος είναι η κοινή δύναμη οργανωμένη για την αποτροπή της αδικίας· εν ολίγοις, ο Νόμος είναι Δικαιοσύνη.
I have no hesitation in answering, Law is common force organised to prevent injustice;—in short, Law is Justice.
Δεν είναι αλήθεια ότι ο νομοθέτης διαθέτει απόλυτη εξουσία επάνω στα πρόσωπα και στις ιδιοκτησίες μας, διότι αυτά προϋπάρχουν, και το έργο του συνίσταται αποκλειστικά στην προστασία τους από κάθε προσβολή.
It is not true that the legislator has absolute power over our persons and property, since they pre-exist, and his work is only to secure them from injury.
Δεν είναι αλήθεια ότι αποστολή του νόμου είναι να ρυθμίζει τη συνείδηση, τις ιδέες, τη βούληση, την εκπαίδευση, τα αισθήματα, τα έργα, τις ανταλλαγές, τις δωρεές και τις απολαύσεις μας. Αποστολή του είναι να εμποδίζει τα δικαιώματα του ενός να προσβάλλουν τα δικαιώματα του άλλου σε οποιοδήποτε από αυτά τα πεδία.
It is not true that the mission of the law is to regulate our consciences, our ideas, our will, our education, our sentiments, our works, our exchanges, our gifts, our enjoyments. Its mission is to prevent the rights of one from interfering with those of another, in any one of these things.
Επειδή αναγκαία κύρωση του νόμου είναι η δύναμη, το μόνο νόμιμο πεδίο του μπορεί να είναι το πεδίο της δύναμης, δηλαδή η δικαιοσύνη.
Law, because it has force for its necessary sanction, can only have as its lawful domain the domain of force, which is justice.
Και όπως κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να προσφεύγει στη δύναμη μόνο σε περιπτώσεις νόμιμης άμυνας, έτσι και η συλλογική δύναμη, η οποία δεν είναι παρά η συνένωση των ατομικών δυνάμεων, δεν μπορεί εύλογα να χρησιμοποιείται για κανέναν άλλον σκοπό.
And as every individual has a right to have recourse to force only in cases of lawful defence, so collective force, which is only the union of individual forces, cannot be rationally used for any other end.
Ο νόμος, λοιπόν, είναι αποκλειστικά η οργάνωση του προϋπάρχοντος ατομικού δικαιώματος στη νόμιμη άμυνα.
The law, then, is solely the organisation of individual rights, which existed before legitimate defence.
Όχι μόνο δεν μπορεί να καταπιέζει τα πρόσωπα του λαού ή να λεηλατεί την ιδιοκτησία τους, ακόμη και για κάποιον φιλανθρωπικό σκοπό, αλλά αποστολή του είναι να προστατεύει τα πρώτα και να εξασφαλίζει στους ανθρώπους την κατοχή της δεύτερης.
So far from being able to oppress the persons of the people, or to plunder their property, even for a philanthropic end, its mission is to protect the former, and to secure to them the possession of the latter.
Ούτε πρέπει να λέγεται ότι ο νόμος μπορεί να είναι φιλανθρωπικός, εφόσον απέχει από κάθε καταπίεση· διότι αυτό αποτελεί αντίφαση. Ο νόμος δεν μπορεί να αποφύγει να ενεργεί επάνω στα πρόσωπα και στις ιδιοκτησίες μας. Αν δεν τα προστατεύει, τότε, εφόσον τα αγγίζει, τα παραβιάζει.
It must not be said, either, that it may be philanthropic, so long as it abstains from all oppression; for this is a contradiction. The law cannot avoid acting upon our persons and property; if it does not secure them, it violates them if it touches them.
Τίποτε δεν μπορεί να είναι σαφέστερο και απλούστερο, ακριβέστερα προσδιορισμένο και οριοθετημένο ή πιο ευδιάκριτο σε κάθε μάτι· διότι η δικαιοσύνη είναι ένα δεδομένο μέγεθος, αμετάβλητο και αναλλοίωτο, που δεν επιδέχεται ούτε αύξηση ούτε μείωση.
Nothing can be more clear and simple, more perfectly defined and bounded, or more visible to every eye; for justice is a given quantity, immutable and unchangeable, and which admits of neither increase or diminution.
Απομακρυνθείτε από αυτό το σημείο· καταστήστε τον νόμο θρησκευτικό, αδελφικό, εξισωτικό, βιομηχανικό, φιλολογικό ή καλλιτεχνικό, και θα χαθείτε μέσα στην ασάφεια και στην αβεβαιότητα. Θα βρεθείτε σε άγνωστο έδαφος, σε μια εξαναγκαστική Ουτοπία ή — ακόμη χειρότερα— ανάμεσα σε πλήθος Ουτοπιών που αγωνίζονται να καταλάβουν τον νόμο και να σας επιβληθούν μέσω αυτού· διότι η αδελφοσύνη και η φιλανθρωπία δεν έχουν σταθερά όρια όπως η δικαιοσύνη. Πού θα σταματήσετε; Πού πρέπει να σταματήσει ο νόμος;
Ένας άνθρωπος, όπως ο κ. de Saint-Cricq, θα επεκτείνει τη φιλανθρωπία του μόνο σε ορισμένες βιομηχανικές τάξεις και θα απαιτήσει από τον νόμο να θυσιάσει τους καταναλωτές προς όφελος των παραγωγών. Ένας άλλος, όπως ο κ. Considerant, θα αναλάβει την υπεράσπιση των εργατικών τάξεων και θα αξιώσει γι’ αυτές, μέσω του νόμου και σε καθορισμένη ποσότητα, ενδύματα, στέγη, τροφή και όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση της ζωής. Ένας τρίτος, όπως ο κ. Louis Blanc, θα πει —και δικαιολογημένα— ότι αυτή θα ήταν μια ατελής αδελφοσύνη και ότι ο νόμος οφείλει να τους εξασφαλίσει εργαλεία εργασίας και μέσα εκπαίδευσης. Ένας τέταρτος θα παρατηρήσει ότι μια τέτοια διευθέτηση εξακολουθεί να αφήνει περιθώριο για ανισότητα και ότι ο νόμος οφείλει να εισαγάγει την πολυτέλεια, τη λογοτεχνία και τις τέχνες ακόμη και στα πιο απομακρυσμένα χωριά. Αυτή είναι η μεγάλη λεωφόρος προς τον κομμουνισμό· με άλλα λόγια, η νομοθεσία θα είναι —όπως είναι και σήμερα— το πεδίο μάχης των ονείρων και της απληστίας όλων.
Depart from this point, make the law religious, fraternal, equalising, industrial, literary, or artistic, and you will be lost in vagueness and uncertainty; you will be upon unknown ground, in a forced Utopia, or, which is worse, in the midst of a multitude of Utopias, striving to gain possession of the law, and to impose it upon you; for fraternity and philanthropy have no fixed limits, like justice. Where will you stop? Where is the law to stop? One person, as M. de Saint Cricq, will only extend his philanthropy to some of the industrial classes, and will require the law to dispose of the consumers in favour of the producers. Another, like M. Considerant, will take up the cause of the working classes, and claim for them by means of the law, at a fixed rate, clothing, lodging, food, and everything necessary for the support of life. A third, as, M. Louis Blanc, will say, and with reason, that this would be an incomplete fraternity, and that the law ought to provide them with instruments of labour and the means of instruction. A fourth will observe that such an arrangement still leaves room for inequality, and that the law ought to introduce into the most remote hamlets luxury, literature, and the arts. This is the high road to communism; in other words, legislation will be—what it now is—the battle-field for everybody's dreams and everybody's covetousness.
Σε αυτή την πρόταση μπορούμε να παραστήσουμε νοητά μια απλή και αμετακίνητη κυβέρνηση. Και προκαλώ οποιονδήποτε να μου πει από πού θα μπορούσε να γεννηθεί η σκέψη μιας επανάστασης, μιας εξέγερσης ή μιας απλής αναταραχής εναντίον μιας δημόσιας δύναμης περιορισμένης στην καταστολή της αδικίας. Υπό ένα τέτοιο σύστημα, θα υπήρχε μεγαλύτερη ευημερία και αυτή η ευημερία θα ήταν κατανεμημένη πιο ισόρροπα. Όσον αφορά τα βάσανα που είναι αναπόσπαστα από την ανθρώπινη κατάσταση, κανείς δεν θα διανοούνταν να κατηγορήσει την κυβέρνηση γι’ αυτά, διότι θα ήταν τόσο αθώα ως προς αυτά όσο και ως προς τις μεταβολές της θερμοκρασίας.
Έχει συμβεί ποτέ να εξεγερθεί ο λαός εναντίον του ακυρωτικού δικαστηρίου ή να επιτεθεί στους ειρηνοδίκες, απαιτώντας καθορισμένο ύψος μισθών, δωρεάν πίστωση, εργαλεία εργασίας, τα οφέλη των δασμών ή κοινωνικά εργαστήρια; Γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτές οι διευθετήσεις βρίσκονται πέρα από τη δικαιοδοσία των ειρηνοδικών, και σύντομα θα μάθαινε ότι δεν εμπίπτουν ούτε στη δικαιοδοσία του νόμου.
In this proposition we represent to ourselves a simple, immovable Government. And I defy any one to tell me whence the thought of a revolution, an insurrection, or a simple disturbance could arise against a public force confined to the repression of injustice. Under such a system, there would be more well-being, and this well-being would be more equally distributed; and as to the sufferings inseparable from humanity, no one would think of accusing the Government of them, for it would be as innocent of them as it is of the variations of the temperature. Have the people ever been known to rise against the court of repeals, or assail the justices of the peace, for the sake of claiming the rate of wages, gratuitous credit, instruments of labour, the advantages of the tariff, or the social workshop? They know perfectly well that these combinations are beyond the jurisdiction of the justices of the peace, and they would soon learn that they are not within the jurisdiction of the law.
Αν, όμως, ο νόμος θεμελιωνόταν στην αρχή της αδελφοσύνης· αν διακηρυσσόταν ότι από αυτόν προέρχονται όλα τα αγαθά και όλα τα δεινά· ότι είναι υπεύθυνος για κάθε ατομικό παράπονο και κάθε κοινωνική ανισότητα· τότε θα ανοίγατε την πόρτα σε μια ατελείωτη διαδοχή παραπόνων, ερεθισμών, ταραχών και επαναστάσεων.
But if the law were to be made upon the principle of fraternity, if it were to be proclaimed that from it proceed all benefits and all evils—that it is responsible for every individual grievance and for every social inequality—then you open the door to an endless succession of complaints, irritations, troubles, and revolutions.
Και θα ήταν πολύ παράξενο αν μπορούσε δικαιολογημένα να είναι οτιδήποτε άλλο! Δεν είναι η δικαιοσύνη το δίκαιο; Δεν είναι τα δικαιώματα ίσα; Με ποιον μανδύα δικαίου μπορεί να παρεμβαίνει ο νόμος για να με υποβάλει στα κοινωνικά σχέδια των κυρίων Mimerel, de Melun, Thiers ή Louis Blanc, αντί να υποβάλει αυτούς τους κυρίους στα δικά μου σχέδια; Πρέπει άραγε να υποθέσουμε ότι η Φύση δεν μου έχει χαρίσει αρκετή φαντασία ώστε να επινοήσω και εγώ μια Ουτοπία; Εναπόκειται στον νόμο να επιλέξει μία ανάμεσα σε τόσες φαντασιοπληξίες και να θέσει τη δημόσια δύναμη στην υπηρεσία της;
And it would be very strange if it could properly be anything else! Is not justice right? Are not rights equal? With what show of right can the law interfere to subject me to the social plans of MM. Mimerel, de Melun, Thiers, or Louis Blanc, rather than to subject these gentlemen to my plans? Is it to be supposed that Nature has not bestowed upon ME sufficient imagination to invent a Utopia too? Is it for the law to make choice of one amongst so many fancies, and to make use of the public force in its service?
Και ας μη λέγεται, όπως διαρκώς λέγεται, ότι ο νόμος, με αυτή την έννοια, θα ήταν άθεος, ατομικιστικός και άκαρδος και ότι θα έκανε την ανθρωπότητα κατ’ εικόνα του. Αυτό είναι ένα παράλογο συμπέρασμα, απολύτως αντάξιο της κυβερνητικής αυταπάτης που βλέπει την ανθρωπότητα μέσα στον νόμο.
And let it not be said, as it continually is, that the law, in this sense, would be atheistic, individual, and heartless, and that it would make mankind wear its own image. This is an absurd conclusion, quite worthy of the governmental infatuation which sees mankind in the law.
Τι λοιπόν; Έπεται άραγε ότι, αν είμαστε ελεύθεροι, θα πάψουμε να ενεργούμε; Έπεται ότι, αν δεν λαμβάνουμε ώθηση από τον νόμο, δεν θα λαμβάνουμε καμία απολύτως ώθηση; Έπεται ότι, αν ο νόμος περιορίζεται στην εξασφάλιση της ελεύθερης άσκησης των ικανοτήτων μας, οι ικανότητές μας θα παραλύσουν; Έπεται ότι, αν ο νόμος δεν μας επιβάλλει μορφές θρησκείας, τρόπους συνεργασίας, μεθόδους εκπαίδευσης, κανόνες εργασίας, κατευθύνσεις για τις ανταλλαγές και σχέδια αγαθοεργίας, θα βυθιστούμε με προθυμία στην αθεΐα, στην απομόνωση, στην άγνοια, στην εξαθλίωση και στον εγωισμό; Έπεται ότι δεν θα αναγνωρίζουμε πλέον τη δύναμη και την αγαθότητα του Θεού· ότι θα πάψουμε να συνεταιριζόμαστε, να βοηθούμε ο ένας τον άλλον, να αγαπούμε και να συνδράμουμε τους δυστυχείς συνανθρώπους μας, να μελετούμε τα μυστικά της φύσης και να επιδιώκουμε την τελειοποίηση της ύπαρξής μας;
What then? Does it follow that, if we are free, we shall cease to act? Does it follow, that if we do not receive an impulse from the law, we shall receive no impulse at all? Does it follow, that if the law confines itself to securing to us the free exercise of our faculties, our faculties will be paralyzed? Does it follow, that if the law does not impose upon us forms of religion, modes of association, methods of instruction, rules for labour, directions for exchange, and plans for charity, we shall plunge eagerly into atheism, isolation, ignorance, misery, and egotism? Does it follow, that we shall no longer recognise the power and goodness of God; that we shall cease to associate together, to help each other, to love and assist our unfortunate brethren, to study the secrets of nature, and to aspire after perfection in our existence?
Και υπό τον νόμο της δικαιοσύνης, υπό την κυριαρχία του δικαίου, υπό την επίδραση της ελευθερίας, της ασφάλειας, της σταθερότητας και της ευθύνης, κάθε άνθρωπος θα φθάσει στο μέτρο της αξίας του και σε όλη την αξιοπρέπεια της ύπαρξής του· και η ανθρωπότητα θα πραγματοποιήσει, με τάξη και γαλήνη —αργά, είναι αλήθεια, αλλά με βεβαιότητα— την πρόοδο που της έχει οριστεί.
And it is under the law of justice, under the reign of right, under the influence of liberty, security, stability, and responsibility, that every man will attain to the measure of his worth, to all the dignity of his being, and that mankind will accomplish, with order and with calmness—slowly, it is true, but with certainty—the progress decreed to it.
Πιστεύω ότι η θεωρία μου είναι ορθή· διότι, όποιο και αν είναι το ζήτημα επί του οποίου επιχειρηματολογώ —είτε θρησκευτικό είτε φιλοσοφικό είτε πολιτικό είτε οικονομικό· είτε αφορά την ευημερία, την ηθική, την ισότητα, το δίκαιο, τη δικαιοσύνη, την πρόοδο, την ευθύνη, την ιδιοκτησία, την εργασία, την ανταλλαγή, το κεφάλαιο, τους μισθούς, τους φόρους, τον πληθυσμό, την πίστωση ή την κυβέρνηση— από όποιο σημείο του επιστημονικού ορίζοντα και αν ξεκινήσω, καταλήγω πάντοτε στο ίδιο πράγμα: η λύση του κοινωνικού προβλήματος βρίσκεται στην ελευθερία.
I believe that my theory is correct; for whatever be the question upon which I am arguing, whether it be religious, philosophical, political, or economical; whether it affects well-being, morality, equality, right, justice, progress, responsibility, property, labour, exchange, capital, wages, taxes, population, credit, or Government; at whatever point of the scientific horizon I start from, I invariably come to the same thing—the solution of the social problem is in liberty.
Και δεν έχω άραγε την εμπειρία με το μέρος μου; Ρίξτε το βλέμμα σας επάνω στην υφήλιο. Ποια είναι τα ευτυχέστερα, ηθικότερα και ειρηνικότερα έθνη; Εκείνα στα οποία ο νόμος παρεμβαίνει λιγότερο στην ιδιωτική δραστηριότητα· στα οποία η κυβέρνηση γίνεται λιγότερο αισθητή· στα οποία η ατομικότητα διαθέτει το ευρύτερο πεδίο και η κοινή γνώμη τη μεγαλύτερη επιρροή· στα οποία ο διοικητικός μηχανισμός είναι ο λιγότερο σημαντικός και ο λιγότερο περίπλοκος· στα οποία η φορολογία είναι η ελαφρύτερη και η λιγότερο άνιση, και η λαϊκή δυσαρέσκεια η λιγότερο έντονη και η λιγότερο δικαιολογημένη· στα οποία η ευθύνη των ατόμων και των τάξεων είναι η πιο ενεργός και, κατά συνέπεια, αν τα ήθη δεν βρίσκονται σε τέλεια κατάσταση, τουλάχιστον τείνουν αδιάκοπα να αυτοδιορθώνονται· στα οποία οι συναλλαγές, οι συγκεντρώσεις και οι ενώσεις είναι οι λιγότερο περιορισμένες· στα οποία η εργασία, το κεφάλαιο και η παραγωγή υποφέρουν λιγότερο από τεχνητές μετατοπίσεις· στα οποία η ανθρωπότητα ακολουθεί πληρέστερα τη φυσική της πορεία· στα οποία η σκέψη του Θεού υπερισχύει περισσότερο έναντι των επινοήσεων των ανθρώπων. Με μία λέξη, τα έθνη που προσεγγίζουν περισσότερο την πραγμάτωση της ακόλουθης ιδέας: εντός των ορίων του δικαίου, τα πάντα πρέπει να απορρέουν από την ελεύθερη, επιδεκτική τελειοποίησης και εκούσια δράση του ανθρώπου· τίποτε δεν πρέπει να επιχειρείται μέσω του νόμου ή της δύναμης, εκτός από την απονομή καθολικής δικαιοσύνης.
And have I not experience on my side? Cast your eye over the globe. Which are the happiest, the most moral, and the most peaceable nations? Those where the law interferes the least with private activity; where the Government is the least felt; where individuality has the most scope, and public opinion the most influence; where the machinery of the administration is the least important and the least complicated; where taxation is lightest and least unequal, popular discontent the least excited and the least justifiable; where the responsibility of individuals and classes is the most active, and where, consequently, if morals are not in a perfect state, at any rate they tend incessantly to correct themselves; where transactions, meetings, and associations are the least fettered; where labour, capital, and production suffer the least from artificial displacements; where mankind follows most completely its own natural course; where the thought of God prevails the most over the inventions of men; those, in short, who realise the most nearly this idea—That within the limits of right, all should flow from the free, perfectible, and voluntary action of man; nothing be attempted by the law or by force, except the administration of universal justice.
Δεν μπορώ να αποφύγω το ακόλουθο συμπέρασμα: υπάρχουν υπερβολικά πολλοί μεγάλοι άνδρες στον κόσμο· υπάρχουν υπερβολικά πολλοί νομοθέτες, οργανωτές, θεμελιωτές της κοινωνίας, καθοδηγητές του λαού, πατέρες των εθνών και ούτω καθεξής. Υπερβολικά πολλοί άνθρωποι τοποθετούν τον εαυτό τους πάνω από την ανθρωπότητα, για να την κυβερνήσουν και να την κηδεμονεύσουν· υπερβολικά πολλοί ασκούν ως επάγγελμα τη φροντίδα της.
Θα μου απαντήσουν: «Και εσείς ο ίδιος ασχολείστε μαζί της όλο αυτό το διάστημα». Πολύ σωστά. Πρέπει, όμως, να γίνει δεκτό ότι μιλώ υπό μιαν εντελώς διαφορετική έννοια· και αν συγκαταλέγομαι μεταξύ των μεταρρυθμιστών, το κάνω μόνο για να τους πείσω να χαλαρώσουν τη λαβή τους.
I cannot avoid coming to this conclusion—that there are too many great men in the world; there are too many legislators, organisers, institutors of society, conductors of the people, fathers of nations, &c., &c. Too many persons place themselves above mankind, to rule and patronize it; too many persons make a trade of attending to it. It will be answered:—"You yourself are occupied upon it all this time." Very true. But it must be admitted that it is in another sense entirely that I am speaking; and if I join the reformers it is solely for the purpose of inducing them to relax their hold.
Δεν ενεργώ απέναντι στην ανθρωπότητα όπως ο Vaucanson απέναντι στο αυτόματό του, αλλά όπως ένας φυσιολόγος απέναντι στην οργάνωση του ανθρώπινου σώματος· θέλω να τη μελετήσω και να τη θαυμάσω.
I am not doing as Vaucauson did with his automaton, but as a physiologist does with the organisation of the human frame; I would study and admire it.
Ενεργώ απέναντί της με το πνεύμα που ενέπνευσε έναν διάσημο ταξιδιώτη. Βρέθηκε κάποτε ανάμεσα σε μια άγρια φυλή. Ένα παιδί μόλις είχε γεννηθεί και ένα πλήθος μάντεων, μάγων και κομπογιαννιτών το είχε περικυκλώσει, οπλισμένο με κρίκους, αγκίστρια και επιδέσμους. Ο ένας έλεγε: «Αυτό το παιδί δεν θα μυρίσει ποτέ το άρωμα της πίπας του καπνού, αν δεν του τεντώσω τα ρουθούνια». Ένας άλλος έλεγε: «Δεν θα αποκτήσει την αίσθηση της ακοής, αν δεν του τραβήξω τα αυτιά προς τα κάτω, μέχρι τους ώμους». Ένας τρίτος έλεγε: «Δεν θα δει ποτέ το φως του ήλιου, αν δεν δώσω στα μάτια του λοξή κατεύθυνση». Ένας τέταρτος έλεγε: «Δεν θα μπορέσει ποτέ να σταθεί όρθιο, αν δεν του λυγίσω τα πόδια». Ένας πέμπτος έλεγε: «Δεν θα μπορεί να σκέπτεται, αν δεν συμπιέσω τον εγκέφαλό του».
«Σταματήστε!» είπε ο ταξιδιώτης. «Ό,τι πράττει ο Θεός είναι καλώς καμωμένο· μην προσποιείστε ότι γνωρίζετε περισσότερα από Εκείνον. Και, αφού Εκείνος έδωσε όργανα σε αυτό το εύθραυστο πλάσμα, αφήστε τα όργανα αυτά να αναπτυχθούν και να ενισχυθούν μέσω της άσκησης, της χρήσης, της εμπειρίας και της ελευθερίας».
I am acting with regard to it in the spirit which animated a celebrated traveller. He found himself in the midst of a savage tribe. A child had just been born, and a crowd of soothsayers, magicians, and quacks were around it, armed with rings, hooks, and bandages. One said—"This child will never smell the perfume of a calumet, unless I stretch his nostrils." Another said—"He will be without the sense of hearing, unless I draw his ears down to his shoulders." A third said—"He will never see the light of the sun, unless I give his eyes an oblique direction." A fourth said—"He will never be upright, unless I bend his legs." A fifth said—"He will not be able to think, unless I press his brain." "Stop!" said the traveller. "Whatever God does, is well done; do not pretend to know more than He; and as He has given organs to this frail creature, allow those organs to develop themselves, to strengthen themselves by exercise, use, experience, and liberty."
Ο Θεός εμφύτευσε επίσης στην ανθρωπότητα όλα όσα είναι αναγκαία για να μπορέσει να εκπληρώσει τον προορισμό της. Υπάρχει μια προνοιακή κοινωνική φυσιολογία, όπως υπάρχει και μια προνοιακή ανθρώπινη φυσιολογία. Τα κοινωνικά όργανα είναι συγκροτημένα έτσι ώστε να μπορούν να αναπτύσσονται αρμονικά στον ανοιχτό αέρα της ελευθερίας.
Μακριά, λοιπόν, οι κομπογιαννίτες και οι οργανωτές! Μακριά οι κρίκοι, οι αλυσίδες, τα αγκίστρια και οι λαβίδες τους! Μακριά οι τεχνητές μέθοδοί τους! Μακριά τα κοινωνικά τους εργαστήρια, οι κυβερνητικές τους ιδιοτροπίες, ο συγκεντρωτισμός τους, οι δασμοί τους, τα πανεπιστήμιά τους, οι κρατικές τους θρησκείες, οι πληθωριστικές ή μονοπωλιακές τους τράπεζες5, οι περιορισμοί τους, οι απαγορεύσεις τους, οι ηθικοποιήσεις τους και η εξίσωση μέσω της φορολογίας!
Και τώρα, αφού επέβαλαν μάταια τόσα συστήματα στο κοινωνικό σώμα, ας καταλήξουν εκεί από όπου όφειλαν να είχαν αρχίσει: ας απορρίψουν όλα τα συστήματα και ας δοκιμάσουν την ελευθερία — την ελευθερία, η οποία αποτελεί πράξη πίστης στον Θεό και στο έργο Του.
God has implanted in mankind, also, all that is necessary to enable it to accomplish its destinies. There is a providential social physiology, as well as a providential human physiology. The social organs are constituted so as to enable them to develop harmoniously in the grand air of liberty. Away, then, with quacks and organisers! Away with their rings, and their chains, and their hooks, and their pincers! Away with their artificial methods! Away with their social workshops, their governmental whims, their centralization, their tariffs, their universities, their State religions, their gratuitous or monopolising banks, their limitations, their restrictions, their moralisations, and their equalisation by taxation! And now, after having vainly inflicted upon the social body so many systems, let them end where they ought to have begun—reject all systems, and make trial of liberty—of liberty, which is an act of faith in God and in His work.