Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 3: Το Κράτος

Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 2: Ιδιοκτησία και ΑνταλλαγήΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 4: Τα Προβλήματα →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.

Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 3: Το Κράτος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3 The State

1

Το κράτος ως επιτιθέμενος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

The State as Aggressor

2

Ο κεντρικός προσανατολισμός της λιμπερταριανής σκέψης, επομένως, είναι η εναντίωση σε κάθε επίθεση κατά των δικαιωμάτων κυριότητας των ατόμων επί του ίδιου του προσώπου τους και επί των υλικών αντικειμένων που έχουν αποκτήσει εθελοντικά. Μολονότι η εναντίωση στους μεμονωμένους εγκληματίες και στις εγκληματικές συμμορίες είναι αυτονόητη, δεν υπάρχει εδώ τίποτε αποκλειστικά χαρακτηριστικό του λιμπερταριανού δόγματος, αφού σχεδόν όλοι οι άνθρωποι και όλες οι σχολές σκέψης αντιτίθενται στην άσκηση αυθαίρετης βίας εναντίον προσώπων και περιουσίας.

The central thrust of libertarian thought, then, is to oppose any and all aggression against the property rights of individuals in their own persons and in the material objects they have voluntarily acquired. While individual and gangs of criminals are of course opposed, there is nothing unique here to the libertarian creed, since almost all persons and schools of thought oppose the exercise of random violence against persons and property.

3

Υπάρχει, ωστόσο, μια διαφορά έμφασης από την πλευρά των λιμπερταριανών ακόμη και σε αυτό το καθολικά αποδεκτό πεδίο της προστασίας των ανθρώπων από το έγκλημα. Στη λιμπερταριανή κοινωνία δεν θα υπήρχε «εισαγγελέας περιφέρειας» που να διώκει εγκληματίες στο όνομα μιας ανύπαρκτης «κοινωνίας», ακόμη και παρά τη θέληση του θύματος του εγκλήματος. Το ίδιο το θύμα θα αποφάσιζε αν θα ζητούσε τη δίωξη. Επιπλέον, ως άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, σε έναν λιμπερταριανό κόσμο το θύμα θα μπορούσε να προσφύγει δικαστικά εναντίον του δράστη χωρίς να χρειάζεται να πείσει τον ίδιο αυτόν εισαγγελέα ότι πρέπει να κινήσει τη διαδικασία. Επίσης, στο σύστημα ποινικής τιμωρίας του λιμπερταριανού κόσμου, η έμφαση δεν θα δινόταν ποτέ, όπως συμβαίνει σήμερα, στη φυλάκιση του εγκληματία από την «κοινωνία»· θα δινόταν αναγκαστικά στον εξαναγκασμό του εγκληματία να αποκαταστήσει τη ζημία του θύματος του εγκλήματός του. Το σημερινό σύστημα, στο οποίο το θύμα δεν αποζημιώνεται αλλά, αντιθέτως, πρέπει να πληρώνει φόρους για τη χρηματοδότηση του εγκλεισμού εκείνου που του επιτέθηκε, θα ήταν προφανής παραλογισμός σε έναν κόσμο που επικεντρώνεται στην προάσπιση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και, συνεπώς, στο θύμα του εγκλήματος.

There is, however, a difference of emphasis on the part of libertarians even in this universally accepted area of defending people against crime. In the libertarian society there would be no “district attorney” who prosecutes criminals in the name of a nonexistent “society,” even against the wishes of the victim of crime. The victim would himself decide whether to press charges. Furthermore, as another side to the same coin, in a libertarian world the victim would be able to press suit against a wrongdoer without having to convince the same district attorney that he should proceed. Moreover, in the system of criminal punishment in the libertarian world, the emphasis would never be, as it is now, on “society’s” jailing the criminal; the emphasis would necessarily be on compelling the criminal to make restitution to the victim of his crime. The present system, in which the victim is not recompensed but instead has to pay taxes to support the incarceration of his own attacker—would be evident nonsense in a world that focuses on the defense of property rights and therefore on the victim of crime.

4

Επιπλέον, παρότι οι περισσότεροι λιμπερταριανοί δεν είναι ειρηνιστές, δεν θα ακολουθούσαν το σημερινό σύστημα στην παραβίαση του δικαιώματος των ανθρώπων να είναι ειρηνιστές. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο Jones, ένας ειρηνιστής, δέχεται επίθεση από τον Smith, έναν εγκληματία. Αν ο Jones, λόγω των πεποιθήσεών του, αντιτίθεται στην υπεράσπιση του εαυτού του με τη χρήση βίας και, συνεπώς, αντιτίθεται σε οποιαδήποτε δίωξη του εγκλήματος, τότε απλώς δεν θα ζητήσει τη δίωξη, και η υπόθεση θα τελειώσει εκεί. Δεν θα υπάρχει κυβερνητικός μηχανισμός που να καταδιώκει και να δικάζει εγκληματίες ακόμη και παρά τη θέληση του θύματος.

Furthermore, while most libertarians are not pacifists, they would not join the present system in interfering with people’s right to be pacifists. Thus, suppose that Jones, a pacifist, is aggressed against by Smith, a criminal. If Jones, as the result of his beliefs, is against defending himself by the use of violence and is therefore opposed to any prosecution of crime, then Jones will simply fail to prosecute, and that will be the end of it. There will be no governmental machinery that pursues and tries criminals even against the wishes of the victim.

5

Η κρίσιμη διαφορά, όμως, ανάμεσα στους λιμπερταριανούς και στους άλλους ανθρώπους δεν βρίσκεται στο πεδίο του ιδιωτικού εγκλήματος· βρίσκεται στην αντίληψή τους για τον ρόλο του κράτους — της κυβέρνησης. Διότι οι λιμπερταριανοί θεωρούν το κράτος τον υπέρτατο, τον διαρκή, τον καλύτερα οργανωμένο επιτιθέμενο εναντίον των προσώπων και της περιουσίας της μεγάλης μάζας του λαού. Όλα τα κράτη, παντού, είτε δημοκρατικά είτε δικτατορικά είτε μοναρχικά, είτε κόκκινα είτε λευκά είτε μπλε είτε καφέ.

But the critical difference between libertarians and other people is not in the area of private crime; the critical difference is their view of the role of the State—the government. For libertarians regard the State as the supreme, the eternal, the best organized aggressor against the persons and property of the mass of the public. All States everywhere, whether democratic, dictatorial, or monarchical, whether red, white, blue, or brown.

6

Το κράτος! Ανέκαθεν η κυβέρνηση, οι κυβερνώντες και οι λειτουργοί της θεωρούνταν υπεράνω του γενικού ηθικού νόμου. Τα «Έγγραφα του Πενταγώνου» αποτελούν μόνο ένα πρόσφατο παράδειγμα ανάμεσα σε αναρίθμητα ιστορικά παραδείγματα ανθρώπων, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι απολύτως έντιμοι στην ιδιωτική τους ζωή, που ψεύδονται ασύστολα ενώπιον του κοινού. Γιατί; Για «λόγους κρατικής σκοπιμότητας». Η υπηρεσία προς το κράτος υποτίθεται ότι δικαιολογεί όλες τις πράξεις που θα θεωρούνταν ανήθικες ή εγκληματικές αν διαπράττονταν από «ιδιώτες» πολίτες. Το διακριτικό γνώρισμα των λιμπερταριανών είναι ότι εφαρμόζουν ψύχραιμα και ασυμβίβαστα τον γενικό ηθικό νόμο στους ανθρώπους που ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως μελών του κρατικού μηχανισμού. Οι λιμπερταριανοί δεν κάνουν εξαιρέσεις. Επί αιώνες, το κράτος —ή, ακριβέστερα, τα άτομα που ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως «μελών της κυβέρνησης»— περιβάλλει την εγκληματική του δραστηριότητα με μεγαλόστομη ρητορική. Επί αιώνες, το κράτος διαπράττει μαζική δολοφονία και την αποκαλεί «πόλεμο»· κατόπιν εξευγενίζει τη μαζική σφαγή που συνεπάγεται ο «πόλεμος». Επί αιώνες, το κράτος υποδουλώνει ανθρώπους στα ένοπλα τάγματά του και το αποκαλεί «υποχρεωτική στράτευση» στην «υπηρεσία του έθνους». Επί αιώνες, το κράτος ληστεύει τους ανθρώπους υπό την απειλή της ξιφολόγχης και το αποκαλεί «φορολογία». Πράγματι, αν θέλετε να καταλάβετε πώς αντιλαμβάνονται οι λιμπερταριανοί το κράτος και οποιαδήποτε από τις πράξεις του, σκεφτείτε απλώς το κράτος ως εγκληματική συμμορία, και όλες οι λιμπερταριανές θέσεις θα ενταχθούν σε μια λογική ακολουθία.

The State! Always and ever the government and its rulers and operators have been considered above the general moral law. The “Pentagon Papers” are only one recent instance among innumerable instances in history of men, most of whom are perfectly honorable in their private lives, who lie in their teeth before the public. Why? For “reasons of State.” Service to the State is supposed to excuse all actions that would be considered immoral or criminal if committed by “private” citizens. The distinctive feature of libertarians is that they coolly and uncompromisingly apply the general moral law to people acting in their roles as members of the State apparatus. Libertarians make no exceptions. For centuries, the State (or more strictly, individuals acting in their roles as “members of the government”) has cloaked its criminal activity in highsounding rhetoric. For centuries the State has committed mass murder and called it “war”; then ennobled the mass slaughter that “war” involves. For centuries the State has enslaved people into its armed battalions and called it “conscription” in the “national service.” For centuries the State has robbed people at bayonet point and called it “taxation.” In fact, if you wish to know how libertarians regard the State and any of its acts, simply think of the State as a criminal band, and all of the libertarian attitudes will logically fall into place.

7

Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, τι είναι εκείνο που διακρίνει σαφώς την κυβέρνηση από όλες τις άλλες οργανώσεις της κοινωνίας. Πολλοί πολιτικοί επιστήμονες και κοινωνιολόγοι έχουν συσκοτίσει αυτή τη ζωτική διάκριση και χαρακτηρίζουν όλες τις οργανώσεις και ομάδες ιεραρχικές, δομημένες, «κυβερνητικές» κ.λπ. Οι αριστεροί αναρχικοί, για παράδειγμα, αντιτίθενται εξίσου στην κυβέρνηση και σε ιδιωτικές οργανώσεις όπως οι επιχειρήσεις, με το επιχείρημα ότι καθεμία είναι εξίσου «ελιτίστικη» και «καταναγκαστική». Ο «δεξιός» λιμπερταριανός, όμως, δεν αντιτίθεται στην ανισότητα, και η έννοια του «καταναγκασμού» που χρησιμοποιεί αφορά μόνο τη χρήση βίας. Ο λιμπερταριανός βλέπει μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στην κυβέρνηση, είτε κεντρική είτε πολιτειακή είτε τοπική, και σε όλους τους άλλους θεσμούς της κοινωνίας. Ή μάλλον, δύο κρίσιμες διακρίσεις. Πρώτον, κάθε άλλο πρόσωπο ή ομάδα αποκτά το εισόδημά του μέσω εθελοντικών πληρωμών: είτε μέσω εθελοντικής συνεισφοράς ή δωρεάς —όπως ένα τοπικό φιλανθρωπικό ταμείο ή μια λέσχη μπριτζ— είτε μέσω της εθελοντικής αγοράς των αγαθών ή των υπηρεσιών του στην αγορά —όπως ο ιδιοκτήτης παντοπωλείου, ο παίκτης του μπέιζμπολ, ο παραγωγός χάλυβα κ.λπ. Μόνο η κυβέρνηση αποκτά το εισόδημά της μέσω καταναγκασμού και βίας — δηλαδή, μέσω της άμεσης απειλής κατάσχεσης ή φυλάκισης αν δεν καταβληθεί η πληρωμή. Αυτή η εξαναγκαστική είσπραξη είναι η «φορολογία». Μια δεύτερη διάκριση είναι ότι, εκτός από τους εγκληματίες που δρουν παράνομα, μόνο η κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιεί τους πόρους της για να ασκεί βία εναντίον των δικών της υπηκόων ή οποιωνδήποτε άλλων· μόνο η κυβέρνηση μπορεί να απαγορεύει την πορνογραφία, να επιβάλλει την τήρηση θρησκευτικών επιταγών ή να φυλακίζει ανθρώπους επειδή πωλούν αγαθά σε τιμή υψηλότερη από εκείνη που η ίδια θεωρεί ενδεδειγμένη. Και οι δύο διακρίσεις μπορούν, φυσικά, να συνοψιστούν ως εξής: μόνο η κυβέρνηση έχει, μέσα στην κοινωνία, την εξουσιοδότηση να επιτίθεται στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των υπηκόων της, είτε για να αποσπά έσοδα είτε για να επιβάλλει τον ηθικό της κώδικα είτε για να σκοτώνει εκείνους με τους οποίους διαφωνεί. Επιπλέον, όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις, ακόμη και οι λιγότερο δεσποτικές, αντλούσαν ανέκαθεν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους από την καταναγκαστική φορολογική εξουσία. Και ιστορικά, η συντριπτική πλειονότητα των υποδουλώσεων και των δολοφονιών στην παγκόσμια ιστορία προήλθε από τα χέρια κυβερνήσεων. Εφόσον, λοιπόν, είδαμε ότι ο κεντρικός προσανατολισμός του λιμπερταριανού είναι η εναντίωση σε κάθε επίθεση κατά των δικαιωμάτων επί του προσώπου και της περιουσίας, ο λιμπερταριανός αντιτίθεται αναγκαστικά στον θεσμό του κράτους ως εκ φύσεως και μακράν τον σημαντικότερο εχθρό αυτών των πολύτιμων δικαιωμάτων.

Let us consider, for example, what it is that sharply distinguishes government from all other organizations in society. Many political scientists and sociologists have blurred this vital distinction, and refer to all organizations and groups as hierarchical, structured, “governmental,” etc. Left-wing anarchists, for example, will oppose equally government and private organizations such as corporations on the ground that each is equally “elitist” and “coercive.” But the “rightist” libertarian is not opposed to inequality, and his concept of “coercion” applies only to the use of violence. The libertarian sees a crucial distinction between government, whether central, state, or local, and all other institutions in society. Or rather, two crucial distinctions. First, every other person or group receives its income by voluntary payment: either by voluntary contribution or gift (such as the local community chest or bridge club), or by voluntary purchase of its goods or services on the market (i.e., grocery store owner, baseball player, steel manufacturer, etc.). Only the government obtains its income by coercion and violence—i.e., by the direct threat of confiscation or imprisonment if payment is not forthcoming. This coerced levy is “taxation.” A second distinction is that, apart from criminal outlaws, only the government can use its funds to commit violence against its own or any other subjects; only the government can prohibit pornography, compel a religious observance, or put people in jail for selling goods at a higher price than the government deems fit. Both distinctions, of course, can be summed up as: only the government, in society, is empowered to aggress against the property rights of its subjects, whether to extract revenue, to impose its moral code, or to kill those with whom it disagrees. Furthermore, any and all governments, even the least despotic, have always obtained the bulk of their income from the coercive taxing power. And historically, by far the overwhelming portion of all enslavement and murder in the history of the world has come from the hands of government. And since we have seen that the central thrust of the libertarian is to oppose all aggression against the rights of person and property, the libertarian necessarily opposes the institution of the State as the inherent and overwhelmingly the most important enemy of those precious rights.

8

Υπάρχει και ένας άλλος λόγος για τον οποίο η κρατική επιθετικότητα υπήρξε πολύ σημαντικότερη από την ιδιωτική, πέρα από την ανώτερη οργάνωση και την κεντρική κινητοποίηση πόρων που μπορούν να επιβάλουν οι κυβερνώντες του κράτους. Ο λόγος είναι η απουσία οποιουδήποτε φραγμού στην κρατική αρπαγή, ενός φραγμού που υπάρχει όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ληστές ή τη Μαφία. Για να προστατευθούμε από ιδιώτες εγκληματίες, μπορούσαμε να στραφούμε στο κράτος και στην αστυνομία του· ποιος όμως μπορεί να μας προστατεύσει από το ίδιο το κράτος; Κανείς. Διότι ένα ακόμη κρίσιμο διακριτικό γνώρισμα του κράτους είναι ότι επιβάλλει τη μονοπώληση της υπηρεσίας προστασίας· το κράτος οικειοποιείται ένα ουσιαστικό μονοπώλιο της βίας και της λήψης τελικών αποφάσεων στην κοινωνία. Αν, για παράδειγμα, δεν μας αρέσουν οι αποφάσεις των κρατικών δικαστηρίων, δεν υπάρχουν άλλοι φορείς προστασίας στους οποίους μπορούμε να στραφούμε.

There is another reason why State aggression has been far more important than private, a reason apart from the greater organization and central mobilizing of resources that the rulers of the State can impose. The reason is the absence of any check upon State depredation, a check that does exist when we have to worry about muggers or the Mafia. To guard against private criminals we have been able to turn to the State and its police; but who can guard us against the State itself? No one. For another critical distinction of the State is that it compels the monopolization of the service of protection; the State arrogates to itself a virtual monopoly of violence and of ultimate decision-making in society. If we don’t like the decisions of the State courts, for example, there are no other agencies of protection to which we may turn.

9

Είναι αλήθεια ότι, τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχουμε ένα σύνταγμα που επιβάλλει αυστηρά όρια σε ορισμένες κυβερνητικές εξουσίες. Όπως όμως διαπιστώσαμε κατά τον τελευταίο αιώνα, κανένα σύνταγμα δεν μπορεί να ερμηνεύσει ή να επιβάλει μόνο του τον εαυτό του· πρέπει να ερμηνεύεται από ανθρώπους. Και αν η τελική εξουσία ερμηνείας ενός συντάγματος ανατίθεται στο ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο της κυβέρνησης, τότε η αναπόφευκτη τάση είναι το Δικαστήριο να συνεχίζει να θέτει τη σφραγίδα της έγκρισής του σε ολοένα ευρύτερες εξουσίες της ίδιας του της κυβέρνησης. Επιπλέον, οι πολυδιαφημισμένοι «έλεγχοι και ισορροπίες» και η «διάκριση των εξουσιών» στο αμερικανικό σύστημα διακυβέρνησης είναι πράγματι σαθροί, αφού, σε τελευταία ανάλυση, όλοι αυτοί οι κλάδοι αποτελούν μέρη της ίδιας κυβέρνησης και διευθύνονται από το ίδιο σύνολο κυβερνώντων.

It is true that, in the United States, at least, we have a constitution that imposes strict limits on some powers of government. But, as we have discovered in the past century, no constitution can interpret or enforce itself; it must be interpreted by men. And if the ultimate power to interpret a constitution is given to the government’s own Supreme Court, then the inevitable tendency is for the Court to continue to place its imprimatur on ever-broader powers for its own government. Furthermore, the highly touted “checks and balances” and “separation of powers” in the American government are flimsy indeed, since in the final analysis all of these divisions are part of the same government and are governed by the same set of rulers.

10

Ένας από τους λαμπρότερους πολιτικούς θεωρητικούς της Αμερικής, ο John C. Calhoun, έγραψε προφητικά για την εγγενή τάση ενός κράτους να υπερβαίνει τα όρια του γραπτού του συντάγματος:

One of America’s most brilliant political theorists, John C. Calhoun, wrote prophetically of the inherent tendency of a State to break through the limits of its written constitution:

11

Ένα γραπτό σύνταγμα έχει ασφαλώς πολλά και σημαντικά πλεονεκτήματα· είναι όμως μεγάλο σφάλμα να υποθέτουμε ότι η απλή ενσωμάτωση διατάξεων που περιστέλλουν και περιορίζουν τις κυβερνητικές εξουσίες, χωρίς να παρέχονται σε εκείνους για την προστασία των οποίων ενσωματώνονται τα μέσα επιβολής της τήρησής τους, θα αρκέσει για να αποτρέψει την πλειοψηφούσα και κυρίαρχη παράταξη από την κατάχρηση των εξουσιών της. Ως η παράταξη που κατέχει την κυβερνητική εξουσία, θα τάσσεται… υπέρ των εξουσιών που παραχωρεί το σύνταγμα και κατά των περιορισμών που αποσκοπούν στην περιστολή τους. Ως πλειοψηφούσες και κυρίαρχες παρατάξεις, δεν θα έχουν ανάγκη αυτούς τους περιορισμούς για την προστασία τους…

Η μειοψηφούσα ή ασθενέστερη παράταξη, αντιθέτως, θα ακολουθούσε την αντίθετη κατεύθυνση και θα τους θεωρούσε απαραίτητους για την προστασία της από την κυρίαρχη παράταξη… Όπου όμως δεν υπάρχουν μέσα με τα οποία θα μπορούσε να εξαναγκάσει την πλειοψηφούσα παράταξη να τηρεί τους περιορισμούς, η μόνη διέξοδος που θα της απέμενε θα ήταν η στενή ερμηνεία του συντάγματος… Σε αυτήν η πλειοψηφούσα παράταξη θα αντέτασσε μια διασταλτική ερμηνεία — μια ερμηνεία που θα απέδιδε στις λέξεις με τις οποίες παραχωρούνται οι εξουσίες το ευρύτερο νόημα που θα μπορούσαν να δεχθούν. Θα είχαμε τότε ερμηνεία εναντίον ερμηνείας — η μία για να περιορίσει και η άλλη για να διευρύνει στο έπακρο τις κυβερνητικές εξουσίες. Σε τι όμως θα μπορούσε να χρησιμεύσει η στενή ερμηνεία της μειοψηφούσας παράταξης απέναντι στη διασταλτική ερμηνεία της πλειοψηφούσας, όταν η μία θα διέθετε όλες τις κυβερνητικές εξουσίες για να θέσει σε εφαρμογή την ερμηνεία της, ενώ η άλλη θα στερούνταν κάθε μέσου επιβολής της δικής της; Σε μια τόσο άνιση αναμέτρηση, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν αμφίβολο. Η παράταξη που υποστήριζε τους περιορισμούς θα συντριβόταν… Η αναμέτρηση θα κατέληγε στην ανατροπή του συντάγματος… οι περιορισμοί τελικά θα ακυρώνονταν και η κυβέρνηση θα μετατρεπόταν σε κυβέρνηση απεριόριστων εξουσιών.

Ούτε η διαίρεση της κυβέρνησης σε χωριστούς και μεταξύ τους ανεξάρτητους κλάδους θα απέτρεπε αυτό το αποτέλεσμα… καθώς καθένας και όλοι οι κλάδοι —και, φυσικά, ολόκληρη η κυβέρνηση— θα βρίσκονταν υπό τον έλεγχο της αριθμητικής πλειοψηφίας, είναι τόσο σαφές ώστε δεν χρειάζεται εξήγηση ότι μια απλή κατανομή των εξουσιών της μεταξύ των εντολοδόχων ή των αντιπροσώπων της θα μπορούσε να κάνει ελάχιστα ή τίποτε για να αναχαιτίσει την τάση της προς την καταπίεση και την κατάχρηση εξουσίας.14

A written constitution certainly has many and considerable advantages, but it is a great mistake to suppose that the mere insertion of provisions to restrict and limit the powers of the government, without investing those for whose protection they are inserted with the means of enforcing their observance, will be sufficient to prevent the major and dominant party from abusing its powers. Being the party in possession of the government, they will... be in favor of the powers granted by the constitution and opposed to the restrictions intended to limit them. As the major and dominant parties, they will have no need of these restrictions for their protection....

The minor or weaker party on the contrary, would take the opposite direction and regard them as essential to their protection against the dominant party.... But where there are no means by which they could compel the major party to observe the restrictions, the only resort left them would be a strict construction of the constitution.... To this the major party would oppose a liberal construction—one which would give to the words of the grant the broadest meaning of which they were susceptible. It would then be construction against construction—the one to contract and the other to enlarge the powers of the government to the utmost. But of what possible avail could the strict construction of the minor party be, against the liberal interpretation of the major, when the one would have all the powers of the government to carry its construction into effect and the other be deprived of all means of enforcing its construction? In a contest so unequal, the result would not be doubtful. The party in favor of the restrictions would be overpowered.... The end of the contest would be the subversion of the constitution... the restrictions would ultimately be annulled and the government be converted into one of unlimited powers.

Nor would the division of government into separate and, as it regards each other, independent departments prevent this result... as each and all the departments—and, of course, the entire government—would be under the control of the numerical majority, it is too clear to require explanation that a mere distribution of its powers among its agents or representatives could do little or nothing to counteract its tendency to oppression and abuse of power.

12

Γιατί όμως να ανησυχούμε για την αδυναμία των περιορισμών της κυβερνητικής εξουσίας; Ιδίως σε μια «δημοκρατία», για να χρησιμοποιήσουμε τη φράση που επαναλάμβαναν τόσο συχνά οι Αμερικανοί προοδευτικοί στην ακμή τους, πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, όταν άρχισαν να διεισδύουν αμφιβολίες στην προοδευτική ουτοπία: «Δεν είμαστε εμείς η κυβέρνηση;» Στη φράση «εμείς είμαστε η κυβέρνηση», ο εύχρηστος συλλογικός όρος «εμείς» επέτρεψε να απλωθεί ένα ιδεολογικό προπέτασμα πάνω στη γυμνή εκμεταλλευτική πραγματικότητα της πολιτικής ζωής. Διότι, αν πράγματι εμείς είμαστε η κυβέρνηση, τότε οτιδήποτε κάνει μια κυβέρνηση σε ένα άτομο δεν είναι μόνο δίκαιο και μη τυραννικό, αλλά και «εθελοντικό» από την πλευρά του ίδιου του ατόμου. Αν η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο πρέπει να εξοφληθεί με τη φορολόγηση μιας ομάδας προς όφελος μιας άλλης, η πραγματικότητα αυτής της επιβάρυνσης συσκοτίζεται βολικά με την ανέμελη δήλωση ότι «το χρωστάμε στον εαυτό μας» — ποιοι όμως είμαστε «εμείς» και ποιος είναι ο «εαυτός μας»; Αν η κυβέρνηση επιστρατεύει έναν άνθρωπο ή ακόμη και τον φυλακίζει για τις αντιφρονούσες απόψεις του, τότε εκείνος απλώς «το κάνει στον εαυτό του» και, συνεπώς, δεν έχει συμβεί τίποτε ανάρμοστο. Με αυτή τη συλλογιστική, λοιπόν, οι Εβραίοι που δολοφονήθηκαν από τη ναζιστική κυβέρνηση δεν δολοφονήθηκαν· πρέπει να «αυτοκτόνησαν», αφού οι ίδιοι ήταν η κυβέρνηση —η οποία είχε επιλεγεί δημοκρατικά— και, συνεπώς, οτιδήποτε τους έκανε η κυβέρνηση ήταν απλώς εθελοντικό από την πλευρά τους. Δεν υπάρχει όμως διέξοδος από τέτοιους τερατώδεις παραλογισμούς για εκείνους τους υποστηρικτές της κυβέρνησης που βλέπουν το κράτος απλώς ως αγαθοεργό και εθελοντικό εντολοδόχο του λαού.

But why worry about the weakness of limits on governmental power? Especially in a “democracy,” in the phrase so often used by American liberals in their heyday before the mid-1960s when doubts began to creep into the liberal utopia: “Are we not the government?” In the phrase “we are the government,” the useful collective term “we” has enabled an ideological camouflage to be thrown over the naked exploitative reality of political life. For if we truly are the government, then anything a government does to an individual is not only just and not tyrannical; it is also “voluntary” on the part of the individual concerned. If the government has incurred a huge public debt which must be paid by taxing one group on behalf of another, this reality of burden is conveniently obscured by blithely saying that “we owe it to ourselves” (but who are the “we” and who the “ourselves”?). If the government drafts a man, or even throws him into jail for dissident opinions, then he is only “doing it to himself” and therefore nothing improper has occurred. Under this reasoning, then, Jews murdered by the Nazi government were not murdered; they must have “committed suicide,” since they were the government (which was democratically chosen), and therefore anything the government did to them was only voluntary on their part. But there is no way out of such grotesqueries for those supporters of government who see the State merely as a benevolent and voluntary agent of the public.

13

Πρέπει, επομένως, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι «εμείς» δεν είμαστε η κυβέρνηση· η κυβέρνηση δεν είναι «εμείς». Η κυβέρνηση δεν «αντιπροσωπεύει» με καμία ακριβή έννοια την πλειονότητα του λαού· ακόμη όμως κι αν την αντιπροσώπευε, ακόμη κι αν το 90% του λαού αποφάσιζε να δολοφονήσει ή να υποδουλώσει το υπόλοιπο 10%, αυτό θα εξακολουθούσε να είναι δολοφονία και δουλεία και όχι εθελοντική αυτοκτονία ή υποδούλωση από την πλευρά της καταπιεζόμενης μειονότητας. Το έγκλημα είναι έγκλημα, η επίθεση κατά των δικαιωμάτων είναι επίθεση, όσοι πολίτες κι αν συμφωνούν με την καταπίεση. Δεν υπάρχει τίποτε ιερό και απαραβίαστο στην πλειοψηφία· και ο όχλος που λιντσάρει αποτελεί πλειοψηφία στον δικό του χώρο.

And so we must conclude that “we” are not the government; the government is not “us.” The government does not in any accurate sense “represent” the majority of the people, but even if it did, even if 90 percent of the people decided to murder or enslave the other 10 percent, this would still be murder and slavery, and would not be voluntary suicide or enslavement on the part of the oppressed minority. Crime is crime, aggression against rights is aggression, no matter how many citizens agree to the oppression. There is nothing sacrosanct about the majority; the lynch mob, too, is the majority in its own domain.

14

Ενώ όμως η πλειοψηφία μπορεί, όπως στην περίπτωση του όχλου που λιντσάρει, να γίνει ενεργά τυραννική και επιθετική, η συνήθης και διαρκής κατάσταση του κράτους είναι η ολιγαρχική κυριαρχία: η κυριαρχία μιας ελίτ που ασκεί καταναγκασμό και έχει κατορθώσει να ελέγξει τον κρατικό μηχανισμό. Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι γι’ αυτό: ο ένας είναι η ανισότητα και ο καταμερισμός της εργασίας που ενυπάρχουν στην ανθρώπινη φύση και γεννούν έναν «Σιδηρούν Νόμο της Ολιγαρχίας» σε όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες· ο δεύτερος είναι η παρασιτική φύση του ίδιου του κρατικού εγχειρήματος.

But while, as in the lynch mob, the majority can become actively tyrannical and aggressive, the normal and continuing condition of the State is oligarchic rule: rule by a coercive elite which has managed to gain control of the State machinery. There are two basic reasons for this: one is the inequality and division of labor inherent in the nature of man, which gives rise to an “Iron Law of Oligarchy” in all of man’s activities; and second is the parasitic nature of the State enterprise itself.

15

Είπαμε ότι ο ατομικιστής δεν είναι εξισωτιστής. Ένας από τους λόγους είναι ότι ο ατομικιστής αναγνωρίζει την τεράστια ποικιλομορφία και ατομικότητα μέσα στην ανθρωπότητα, μια ποικιλομορφία που έχει την ευκαιρία να ανθίσει και να διευρυνθεί όσο προοδεύουν ο πολιτισμός και το βιοτικό επίπεδο. Τα άτομα διαφέρουν ως προς τις ικανότητες και τα ενδιαφέροντά τους τόσο μέσα στο ίδιο επάγγελμα όσο και μεταξύ διαφορετικών επαγγελμάτων· συνεπώς, σε όλα τα επαγγέλματα και τους τομείς της ζωής, είτε πρόκειται για την παραγωγή χάλυβα είτε για την οργάνωση μιας λέσχης μπριτζ, την ηγεσία της δραστηριότητας θα αναλάβει αναπόφευκτα μια σχετικά ολιγάριθμη ομάδα από τους ικανότερους και δραστηριότερους, ενώ η υπόλοιπη πλειονότητα θα συγκροτήσει τη βάση των απλών μελών που ακολουθούν. Αυτή η αλήθεια ισχύει για όλες τις δραστηριότητες, είτε είναι επωφελείς είτε κακόβουλες, όπως στις εγκληματικές οργανώσεις. Πράγματι, ο Σιδηρούς Νόμος της Ολιγαρχίας ανακαλύφθηκε από τον Ιταλό κοινωνιολόγο Robert Michels, ο οποίος διαπίστωσε ότι το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας, παρά τη ρητορική προσήλωσή του στον εξισωτισμό, ήταν αυστηρά ολιγαρχικό και ιεραρχικό στην πραγματική του λειτουργία.

We have said that the individualist is not an egalitarian. Part of the reason for this is the individualist’s insight into the vast diversity and individuality within mankind, a diversity that has the chance to flower and expand as civilization and living standards progress. Individuals differ in ability and in interest both within and between occupations; and hence, in all occupations and walks of life, whether it be steel production or the organization of a bridge club, leadership in the activity will inevitably be assumed by a relative handful of the most able and energetic, while the remaining majority will form themselves into rank-and-file followers. This truth applies to all activities, whether they are beneficial or malevolent (as in criminal organizations). Indeed, the discovery of the Iron Law of Oligarchy was made by the Italian sociologist Robert Michels, who found that the Social Democratic Party of Germany, despite its rhetorical commitment to egalitarianism, was rigidly oligarchical and hierarchical in its actual functioning.

16

Ένας δεύτερος βασικός λόγος για την ολιγαρχική κυριαρχία του κράτους είναι η παρασιτική του φύση — το γεγονός ότι ζει καταναγκαστικά από την παραγωγή των πολιτών. Για να αποφέρει όφελος σε εκείνους που την ασκούν, οι καρποί της παρασιτικής εκμετάλλευσης πρέπει να περιορίζονται σε μια σχετικά μικρή μειονότητα· διαφορετικά, μια άσκοπη λεηλασία όλων από όλους δεν θα απέφερε κέρδος σε κανέναν. Πουθενά δεν έχει σκιαγραφηθεί καθαρότερα η καταναγκαστική και παρασιτική φύση του κράτους απ’ ό,τι στο έργο του μεγάλου Γερμανού κοινωνιολόγου των τελών του δέκατου ένατου αιώνα Franz Oppenheimer. Ο Oppenheimer επισήμανε ότι υπάρχουν δύο και μόνο δύο αμοιβαίως αποκλειόμενα μέσα με τα οποία ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει πλούτο. Το ένα, τη μέθοδο της παραγωγής και της εθελοντικής ανταλλαγής, τη μέθοδο της ελεύθερης αγοράς, το ονόμασε «οικονομικό μέσο»· το άλλο, τη μέθοδο της ληστείας με τη χρήση βίας, το ονόμασε «πολιτικό μέσο». Το πολιτικό μέσο είναι σαφώς παρασιτικό, διότι προϋποθέτει προηγούμενη παραγωγή την οποία οι εκμεταλλευτές θα κατασχέσουν, και αφαιρεί από τη συνολική παραγωγή της κοινωνίας αντί να προσθέτει σε αυτήν. Ο Oppenheimer προχώρησε κατόπιν στον ορισμό του κράτους ως «οργάνωσης του πολιτικού μέσου» — ως συστηματοποίησης της αρπακτικής διαδικασίας σε μια δεδομένη εδαφική περιοχή.15

A second basic reason for the oligarchic rule of the State is its parasitic nature—the fact that it lives coercively off the production of the citizenry. To be successful to its practitioners, the fruits of parasitic exploitation must be confined to a relative minority, otherwise a meaningless plunder of all by all would result in no gains for anyone. Nowhere has the coercive and parasitic nature of the State been more clearly limned than by the great late nineteenth-century German sociologist, Franz Oppenheimer. Oppenheimer pointed out that there are two and only two mutually exclusive means for man to obtain wealth. One, the method of production and voluntary exchange, the method of the free market, Oppenheimer termed the “economic means”; the other, the method of robbery by the use of violence, he called the “political means.” The political means is clearly parasitic, for it requires previous production for the exploiters to confiscate, and it subtracts from instead of adding to the total production in society. Oppenheimer then proceeded to define the State as the “organization of the political means”—the systematization of the predatory process over a given territorial area.

17

Εν ολίγοις, το ιδιωτικό έγκλημα είναι, στην καλύτερη γι’ αυτό περίπτωση, σποραδικό και αβέβαιο· ο παρασιτισμός είναι εφήμερος, και η καταναγκαστική, παρασιτική πηγή συντήρησης μπορεί να αποκοπεί οποτεδήποτε από την αντίσταση των θυμάτων. Το κράτος παρέχει έναν νόμιμο, εύτακτο και συστηματικό δίαυλο αρπαγής της περιουσίας των παραγωγών· καθιστά βέβαιη, ασφαλή και σχετικά «ειρηνική» την πηγή συντήρησης της παρασιτικής κάστας μέσα στην κοινωνία. Ο μεγάλος λιμπερταριανός συγγραφέας Albert Jay Nock έγραψε παραστατικά ότι «το κράτος διεκδικεί και ασκεί το μονοπώλιο του εγκλήματος… Απαγορεύει τον ιδιωτικό φόνο, αλλά το ίδιο οργανώνει φόνους σε κολοσσιαία κλίμακα. Τιμωρεί την ιδιωτική κλοπή, αλλά το ίδιο απλώνει αδίστακτα τα χέρια του σε οτιδήποτε επιθυμεί, είτε πρόκειται για περιουσία πολίτη είτε αλλοδαπού».16

In short, private crime is, at best, sporadic and uncertain; the parasitism is ephemeral, and the coercive, parasitic lifeline can be cut at any time by the resistance of the victims. The State provides a legal, orderly, systematic channel for predation on the property of the producers; it makes certain, secure, and relatively “peaceful” the lifeline of the parasitic caste in society. The great libertarian writer Albert Jay Nock wrote vividly that “the State claims and exercises the monopoly of crime.... It forbids private murder, but itself organizes murder on a colossal scale. It punishes private theft, but itself lays unscrupulous hands on anything it wants, whether the property of citizen or of alien.”

18

Αρχικά, φυσικά, ξενίζει κάποιον η ιδέα ότι η φορολογία είναι ληστεία και, επομένως, η κυβέρνηση μια συμμορία ληστών. Όποιος όμως επιμένει να θεωρεί τη φορολογία, κατά κάποια έννοια, «εθελοντική» πληρωμή μπορεί να δει τι θα συμβεί αν επιλέξει να μην πληρώσει. Ο μεγάλος οικονομολόγος Joseph Schumpeter, ο οποίος κάθε άλλο παρά λιμπερταριανός ήταν, έγραψε ότι «το κράτος ζει από ένα εισόδημα που παραγόταν στην ιδιωτική σφαίρα για ιδιωτικούς σκοπούς και έπρεπε να εκτραπεί από αυτούς τους σκοπούς με την άσκηση πολιτικής βίας. Η θεωρία που ερμηνεύει τους φόρους κατ’ αναλογία προς τις συνδρομές μιας λέσχης ή την αγορά των υπηρεσιών, ας πούμε, ενός γιατρού αποδεικνύει μόνο πόσο απέχει αυτό το τμήμα των κοινωνικών επιστημών από την επιστημονική νοοτροπία».17 Ο επιφανής Βιεννέζος «νομικός θετικιστής» Hans Kelsen επιχείρησε, στην πραγματεία του The General Theory of Law and the State, να θεμελιώσει μια πολιτική θεωρία και δικαιολόγηση του κράτους σε αυστηρά «επιστημονική» και αξιολογικά ουδέτερη βάση. Εκείνο που συνέβη ήταν ότι, ήδη στην αρχή του βιβλίου, έφτασε στο κρίσιμο εμπόδιο, την pons asinorum της πολιτικής φιλοσοφίας: τι διακρίνει τις επιταγές του κράτους από τις διαταγές μιας συμμορίας ληστών; Η απάντηση του Kelsen ήταν απλώς ότι τα κρατικά διατάγματα είναι «έγκυρα», και από εκεί προχώρησε αμέριμνος, χωρίς να μπει στον κόπο να ορίσει ή να εξηγήσει αυτή την έννοια της «εγκυρότητας». Πράγματι, θα ήταν χρήσιμη άσκηση για τους μη λιμπερταριανούς να αναλογιστούν το εξής ερώτημα: πώς μπορείτε να ορίσετε τη φορολογία με τρόπο που να τη διακρίνει από τη ληστεία;

At first, of course, it is startling for someone to consider taxation as robbery, and therefore government as a band of robbers. But anyone who persists in thinking of taxation as in some sense a “voluntary” payment can see what happens if he chooses not to pay. The great economist Joseph Schumpeter, himself by no means a libertarian, wrote that “the state has been living on a revenue which was being produced in the private sphere for private purposes and had to be deflected from these purposes by political force. The theory which construes taxes on the analogy of club dues or of the purchase of the services of, say, a doctor only proves how far removed this part of the social sciences is from scientific habits of mind.” The eminent Viennese “legal positivist” Hans Kelsen attempted, in his treatise, The General Theory of Law and the State, to establish a political theory and justification of the State, on a strictly “scientific” and value-free basis. What happened is that early in the book, he came to the crucial stickingpoint, the pons asinorum of political philosophy: What distinguishes the edicts of the State from the commands of a bandit gang? Kelsen’s answer was simply to say that the decrees of the State are “valid,” and to proceed happily from there, without bothering to define or explain this concept of “validity.” Indeed, it would be a useful exercise for nonlibertarians to ponder this question: How can you define taxation in a way which makes it different from robbery?

19

Για τον μεγάλο ατομικιστή αναρχικό —και συνταγματολόγο— του δέκατου ένατου αιώνα Lysander Spooner, η απάντηση δεν παρουσίαζε καμία δυσκολία. Η ανάλυση του Spooner για το κράτος ως συμμορία ληστών είναι ίσως η πιο καταλυτική που γράφτηκε ποτέ:

To the great nineteenth-century individualist anarchist—and constitutional lawyer—Lysander Spooner, there was no problem in finding the answer. Spooner’s analysis of the State as robber group is perhaps the most devastating ever written:

20

Είναι αλήθεια ότι η θεωρία του Συντάγματός μας είναι πως όλοι οι φόροι καταβάλλονται εθελοντικά· ότι η κυβέρνησή μας είναι μια εταιρεία αλληλασφάλισης, στην οποία οι άνθρωποι έχουν προσχωρήσει εθελοντικά, συμβαλλόμενοι μεταξύ τους…

Αυτή η θεωρία της κυβέρνησής μας, όμως, διαφέρει ολοκληρωτικά από την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι ότι η κυβέρνηση, σαν ληστής του δρόμου, λέει σε έναν άνθρωπο: «Τα λεφτά σου ή τη ζωή σου». Και πολλοί, αν όχι οι περισσότεροι, φόροι καταβάλλονται υπό τον καταναγκασμό αυτής της απειλής.

Η κυβέρνηση δεν ενεδρεύει, πράγματι, σε έναν άνθρωπο σε κάποιο ερημικό μέρος, δεν ορμά πάνω του από την άκρη του δρόμου και δεν αδειάζει τις τσέπες του κρατώντας ένα πιστόλι στο κεφάλι του. Η ληστεία, όμως, δεν παύει γι’ αυτό να είναι ληστεία· και είναι πολύ πιο άνανδρη και επαίσχυντη.

Ο ληστής του δρόμου αναλαμβάνει αποκλειστικά ο ίδιος την ευθύνη, τον κίνδυνο και το έγκλημα της πράξης του. Δεν προσποιείται ότι έχει οποιαδήποτε δικαιωματική αξίωση στα χρήματά σου ή ότι σκοπεύει να τα χρησιμοποιήσει προς όφελός σου. Δεν προσποιείται ότι είναι τίποτε άλλο παρά ληστής. Δεν έχει αποκτήσει αρκετό θράσος ώστε να διατείνεται ότι είναι απλώς ένας «προστάτης» και ότι παίρνει τα χρήματα των ανθρώπων παρά τη θέλησή τους μόνο και μόνο για να μπορεί να «προστατεύει» εκείνους τους ανόητους ταξιδιώτες που αισθάνονται απολύτως ικανοί να προστατεύσουν μόνοι τον εαυτό τους ή δεν εκτιμούν το ιδιότυπο σύστημα προστασίας του. Είναι υπερβολικά λογικός άνθρωπος για να προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς. Επιπλέον, αφού πάρει τα χρήματά σου, σε αφήνει, όπως ακριβώς επιθυμείς. Δεν επιμένει να σε ακολουθεί στον δρόμο παρά τη θέλησή σου, αξιώνοντας ότι είναι ο δικαιωματικός «κυρίαρχός» σου λόγω της «προστασίας» που σου προσφέρει. Δεν συνεχίζει να σε «προστατεύει», διατάζοντάς σε να υποκλίνεσαι και να τον υπηρετείς· απαιτώντας να κάνεις τούτο και απαγορεύοντάς σου να κάνεις εκείνο· αρπάζοντάς σου περισσότερα χρήματα όποτε θεωρεί ότι τον συμφέρει ή τον ευχαριστεί· και στιγματίζοντάς σε ως στασιαστή, προδότη και εχθρό της πατρίδας σου, και πυροβολώντας σε ανελέητα αν αμφισβητήσεις την εξουσία του ή αντισταθείς στις απαιτήσεις του. Είναι υπερβολικά κύριος για να είναι ένοχος τέτοιων απατεωνιών, προσβολών και κακουργημάτων. Εν ολίγοις, πέρα από το να σε ληστεύει, δεν επιχειρεί να σε μετατρέψει ούτε σε κορόιδο ούτε σε δούλο του.18

It is true that the theory of our Constitution is, that all taxes are paid voluntarily; that our government is a mutual insurance company, voluntarily entered into by the people with each other....

But this theory of our government is wholly different from the practical fact. The fact is that the government, like a highwayman, say to a man: “Your money, or your life.” And many, if not most, taxes are paid under the compulsion of that threat.

The government does not, indeed, waylay a man in a lonely place, spring upon him from the roadside, and holding a pistol to his head, proceed to rifle his pockets. But the robbery is none the less a robbery on that account; and it is far more dastardly and shameful.

The highwayman takes solely upon himself the responsibility, danger, and crime of his own act. He does not pretend that he has any rightful claim to your money, or that he intends to use it for your own benefit. He does not pretend to be anything but a robber. He has not acquired impudence enough to profess to be merely a “protector,” and that he takes men’s money against their will, merely to enable him to “protect” those infatuated travellers, who feel perfectly able to protect themselves, or do not appreciate his peculiar system of protection. He is too sensible a man to make such professions as these. Furthermore, having taken your money, he leaves you, as you wish him to do. He does not persist in following you on the road, against your will; assuming to be your rightful “sovereign,” on account of the “protection” he affords you. He does not keep “protecting” you, by commanding you to bow down and serve him; by requiring you to do this, and forbidding you to do that; by robbing you of more money as often as he finds it for his interest or pleasure to do so; and by branding you as a rebel, a traitor, and an enemy to your country, and shooting you down without mercy, if you dispute his authority, or resist his demands. He is too much of a gentleman to be guilty of such impostures, and insults, and villainies as these. In short, he does not, in addition to robbing you, attempt to make you either his dupe or his slave.

21

Αν το κράτος είναι μια ομάδα λαφυραγωγών, ποιοι λοιπόν το συγκροτούν; Είναι σαφές ότι η άρχουσα ελίτ αποτελείται κάθε φορά από: (α) τον μηχανισμό πλήρους απασχόλησης —τους βασιλείς, τους πολιτικούς και τους γραφειοκράτες που στελεχώνουν και λειτουργούν το κράτος— και (β) τις ομάδες που έχουν μεθοδεύσει την απόκτηση προνομίων, επιδοτήσεων και ωφελημάτων από το κράτος. Η υπόλοιπη κοινωνία αποτελεί τους κυβερνωμένους. Και πάλι ο John C. Calhoun ήταν εκείνος που διέκρινε με κρυστάλλινη σαφήνεια ότι, όσο μικρή κι αν είναι η κυβερνητική εξουσία, όσο χαμηλή η φορολογική επιβάρυνση ή όσο ίση η κατανομή της, η ίδια η φύση της κυβέρνησης δημιουργεί δύο άνισες και εγγενώς συγκρουόμενες τάξεις μέσα στην κοινωνία: εκείνους που, σε καθαρή βάση, πληρώνουν τους φόρους —τους «φορολογουμένους»— και εκείνους που, σε καθαρή βάση, ζουν από τους φόρους —τους «καταναλωτές φόρων». Ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση επιβάλλει έναν χαμηλό και φαινομενικά εξίσου κατανεμημένο φόρο για να χρηματοδοτήσει την κατασκευή ενός φράγματος. Η ίδια αυτή πράξη αφαιρεί χρήματα από το μεγαλύτερο μέρος του λαού για να τα καταβάλει σε καθαρούς «καταναλωτές φόρων»: στους γραφειοκράτες που διευθύνουν το εγχείρημα, στους εργολάβους και στους εργάτες που κατασκευάζουν το φράγμα κ.λπ. Και όσο ευρύτερο είναι το πεδίο της κυβερνητικής λήψης αποφάσεων και όσο μεγαλύτερα είναι τα δημοσιονομικά της βάρη, συνέχισε ο Calhoun, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση και η τεχνητή ανισότητα που επιβάλλει ανάμεσα σε αυτές τις δύο τάξεις:

If the State is a group of plunderers, who then constitutes the State? Clearly, the ruling elite consists at any time of (a) the full-time apparatus—the kings, politicians, and bureaucrats who man and operate the State; and (b) the groups who have maneuvered to gain privileges, subsidies, and benefices from the State. The remainder of society constitutes the ruled. It was, again, John C. Calhoun who saw with crystal clarity that, no matter how small the power of government, no matter how low the tax burden or how equal its distribution, the very nature of government creates two unequal and inherently conflicting classes in society: those who, on net, pay the taxes (the “tax-payers”), and those who, on net, live off taxes (the “tax-consumers”). Suppose that the government imposes a low and seemingly equally distributed tax to pay for building a dam. This very act takes money from most of the public to pay it out to net “tax-consumers”: the bureaucrats who run the operation, the contractors and workers who build the dam, etc. And the greater the scope of government decision-making, the greater its fiscal burdens, Calhoun went on, the greater the burden and the artificial inequality it imposes between these two classes:

22

Όσο λίγοι κι αν είναι συγκριτικά, οι εντολοδόχοι και οι υπάλληλοι της κυβέρνησης αποτελούν εκείνο το τμήμα της κοινότητας που είναι ο αποκλειστικός αποδέκτης των φορολογικών εσόδων. Οποιοδήποτε ποσό αφαιρείται από την κοινότητα υπό τη μορφή φόρων, εφόσον δεν χάνεται, καταλήγει σε αυτούς υπό τη μορφή δαπανών ή εκταμιεύσεων. Τα δύο αυτά —η εκταμίευση και η φορολόγηση— συγκροτούν τη δημοσιονομική δράση της κυβέρνησης. Είναι αλληλένδετα. Όσα αφαιρούνται από την κοινότητα υπό την ονομασία των φόρων μεταφέρονται στο τμήμα της κοινότητας που τα εισπράττει υπό την ονομασία των εκταμιεύσεων. Εφόσον όμως οι αποδέκτες αποτελούν μόνο ένα τμήμα της κοινότητας, προκύπτει, αν εξετάσουμε από κοινού τα δύο σκέλη της δημοσιονομικής διαδικασίας, ότι η δράση της πρέπει να είναι άνιση ανάμεσα σε εκείνους που πληρώνουν τους φόρους και σε εκείνους που εισπράττουν τα έσοδά τους. Ούτε μπορεί να είναι διαφορετικά· εκτός αν όσα εισπράττονται από κάθε άτομο υπό τη μορφή φόρων επιστρέφονται σε αυτό υπό τη μορφή εκταμιεύσεων, πράγμα που θα καθιστούσε τη διαδικασία άσκοπη και παράλογη…

Το αναγκαίο αποτέλεσμα, λοιπόν, της άνισης δημοσιονομικής δράσης της κυβέρνησης είναι η διαίρεση της κοινότητας σε δύο μεγάλες τάξεις: η μία αποτελείται από εκείνους που στην πραγματικότητα πληρώνουν τους φόρους και, φυσικά, επωμίζονται αποκλειστικά το βάρος της συντήρησης της κυβέρνησης· και η άλλη από εκείνους που εισπράττουν τα έσοδα των φόρων μέσω εκταμιεύσεων και οι οποίοι, στην πραγματικότητα, συντηρούνται από την κυβέρνηση· ή, με λιγότερα λόγια, η διαίρεσή της σε φορολογουμένους και καταναλωτές φόρων.

Το αποτέλεσμα αυτού, όμως, είναι ότι τους τοποθετεί σε ανταγωνιστική σχέση ως προς τη δημοσιονομική δράση της κυβέρνησης — και ως προς ολόκληρη την πορεία της πολιτικής που συνδέεται με αυτήν. Διότι όσο μεγαλύτεροι είναι οι φόροι και οι εκταμιεύσεις, τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος της μιας τάξης και η απώλεια της άλλης, και αντιστρόφως… Το αποτέλεσμα, επομένως, κάθε αύξησης είναι να πλουτίζει και να ενισχύει τη μία και να φτωχαίνει και να αποδυναμώνει την άλλη.19

Few, comparatively, as they are, the agents and employees of the government constitute that portion of the community who are the exclusive recipients of the proceeds of the taxes. Whatever amount is taken from the community in the form of taxes, if not lost, goes to them in the shape of expenditures or disbursements. The two—disbursement and taxation—constitute the fiscal action of the government. They are correlatives. What the one takes from the community under the name of taxes is transferred to the portion of the community who are the recipients under that of disbursements. But as the recipients constitute only a portion of the community, it follows, taking the two parts of the fiscal process together, that its action must be unequal between the payers of the taxes and the recipients of their proceeds. Nor can it be otherwise; unless what is collected from each individual in the shape of taxes shall be returned to him in that of disbursements, which would make the process nugatory and absurd....

The necessary result, then, of the unequal fiscal action of the government is to divide the community into two great classes: one consisting of those who, in reality, pay the taxes and, of course, bear exclusively the burden of supporting the government; and the other, of those who are the recipients of their proceeds through disbursements, and who are, in fact, supported by the government; or, in fewer words, to divide it into tax-payers and tax-consumers.

But the effect of this is to place them in antagonistic relations in reference to the fiscal action of the government—and the entire course of policy therewith connected. For the greater the taxes and disbursements, the greater the gain of the one and the loss of the other, and vice versa.... The effect, then, of every increase is to enrich and strengthen the one, and impoverish and weaken the other.

23

Αν τα κράτη διοικούνταν παντού από μια ολιγαρχική ομάδα αρπακτικών, πώς κατόρθωσαν να διατηρούν την κυριαρχία τους πάνω στη μάζα του πληθυσμού; Η απάντηση, όπως επισήμανε ο φιλόσοφος David Hume πριν από περισσότερους από δύο αιώνες, είναι ότι μακροπρόθεσμα κάθε κυβέρνηση, όσο δικτατορική κι αν είναι, στηρίζεται στην υποστήριξη της πλειονότητας των υπηκόων της. Αυτό, φυσικά, δεν καθιστά τις κυβερνήσεις αυτές «εθελοντικές», αφού η ίδια η ύπαρξη της φορολογικής και των άλλων καταναγκαστικών εξουσιών δείχνει πόσο καταναγκασμό πρέπει να ασκεί το κράτος. Ούτε χρειάζεται η υποστήριξη της πλειονότητας να είναι πρόθυμη και ενθουσιώδης έγκριση· μπορεί κάλλιστα να είναι απλώς παθητική συγκατάθεση και παραίτηση. Η σύζευξη στη γνωστή φράση «θάνατος και φόροι» υποδηλώνει μια παθητική και μοιρολατρική αποδοχή της υποτιθέμενης αναπόφευκτης ύπαρξης του κράτους και της φορολογίας του.

If states have everywhere been run by an oligarchic group of predators, how have they been able to maintain their rule over the mass of the population? The answer, as the philosopher David Hume pointed out over two centuries ago, is that in the long run every government, no matter how dictatorial, rests on the support of the majority of its subjects. Now this does not of course render these governments “voluntary,” since the very existence of the tax and other coercive powers shows how much compulsion the State must exercise. Nor does the majority support have to be eager and enthusiastic approval; it could well be mere passive acquiescence and resignation. The conjunction in the famous phrase “death and taxes” implies a passive and resigned acceptance to the assumed inevitability of the State and its taxation.

24

Οι καταναλωτές φόρων, οι ομάδες που επωφελούνται από τις λειτουργίες του κράτους, θα είναι φυσικά πρόθυμοι και όχι παθητικοί υποστηρικτές του κρατικού μηχανισμού. Αυτοί όμως αποτελούν μόνο μια μειονότητα. Πώς θα εξασφαλιστεί η συμμόρφωση και η συγκατάθεση της μάζας του πληθυσμού; Εδώ φτάνουμε στο κεντρικό πρόβλημα της πολιτικής φιλοσοφίας —του κλάδου της φιλοσοφίας που ασχολείται με την πολιτική, την άσκηση θεσμοποιημένης βίας—: το μυστήριο της πολιτικής υπακοής. Γιατί οι άνθρωποι υπακούν στις επιταγές και υπομένουν τις αρπαγές της άρχουσας ελίτ; Ο συντηρητικός συγγραφέας James Burnham, ο οποίος αποτελεί το αντίθετο του λιμπερταριανού, έθεσε το πρόβλημα πολύ καθαρά, παραδεχόμενος ότι δεν υπάρχει ορθολογική δικαιολόγηση της πολιτικής υπακοής: «Ούτε η προέλευση ούτε η δικαιολόγηση της κυβέρνησης μπορούν να διατυπωθούν με εξ ολοκλήρου ορθολογικούς όρους… Γιατί να αποδεχθώ την κληρονομική ή τη δημοκρατική ή οποιαδήποτε άλλη αρχή νομιμοποίησης; Γιατί μια αρχή να δικαιολογεί την κυριαρχία αυτού του ανθρώπου πάνω μου;» Η δική του απάντηση δύσκολα θα έπειθε πολλούς άλλους: «Αποδέχομαι την αρχή, ε λοιπόν… επειδή την αποδέχομαι, επειδή έτσι έχουν και είχαν τα πράγματα».20 Ας υποθέσουμε όμως ότι κάποιος δεν αποδέχεται την αρχή· πώς θα «έχουν» τότε τα πράγματα; Και γιατί η μεγάλη μάζα των υπηκόων συμφώνησε να την αποδεχθεί;

The tax-consumers, the groups that benefit from the operations of the State, will of course be eager rather than passive followers of the State mechanism. But these are only a minority. How is the compliance and acquiescence of the mass of the population to be secured? Here we come to the central problem of political philosophy—that branch of philosophy that deals with politics, the exercise of regularized violence: the mystery of civil obedience. Why do people obey the edicts and depredations of the ruling elite? Conservative writer James Burnham, who is the reverse of libertarian, put the problem very clearly, admitting that there is no rational justification for civil obedience: “Neither the source nor the justification of government can be put in wholly rational terms... why should I accept the hereditary or democratic or any other principle of legitimacy? Why should a principle justify the rule of that man over me?” His own answer is hardly calculated to convince many others: “I accept the principle, well... because I do, because that is the way it is and has been.” But suppose that one does not accept the principle; what will the “way” be then? And why have the bulk of subjects agreed to accept it?

25

Το κράτος και οι διανοούμενοι

↗ στη σελίδα του βιβλίου

The State and the Intellectuals

26

Η απάντηση είναι ότι, ήδη από τις πρώτες απαρχές του κράτους, οι κυβερνώντες του στρέφονταν πάντοτε, ως αναγκαίο στήριγμα της κυριαρχίας τους, σε μια συμμαχία με την τάξη των διανοουμένων της κοινωνίας. Οι μάζες δεν δημιουργούν τις δικές τους αφηρημένες ιδέες ούτε καν τις επεξεργάζονται ανεξάρτητα· ακολουθούν παθητικά τις ιδέες που υιοθετεί και διαδίδει το σώμα των διανοουμένων, οι οποίοι γίνονται οι πραγματικοί «διαμορφωτές της κοινής γνώμης» στην κοινωνία. Και εφόσον αυτό ακριβώς που χρειάζεται σχεδόν απεγνωσμένα το κράτος είναι η διαμόρφωση της κοινής γνώμης υπέρ των κυβερνώντων, εδώ βρίσκεται το σταθερό θεμέλιο της πανάρχαιας συμμαχίας των διανοουμένων με τις άρχουσες τάξεις του κράτους. Η συμμαχία βασίζεται σε μια ανταλλαγή: από τη μία πλευρά, οι διανοούμενοι διαδίδουν στις μάζες την ιδέα ότι το κράτος και οι κυβερνώντες του είναι σοφοί, αγαθοί, ενίοτε θεϊκοί και, τουλάχιστον, αναπόφευκτοι και καλύτεροι από κάθε νοητή εναλλακτική λύση. Σε αντάλλαγμα γι’ αυτή την ιδεολογική πανοπλία, το κράτος ενσωματώνει τους διανοουμένους στην άρχουσα ελίτ, παραχωρώντας τους εξουσία, κοινωνική θέση, κύρος και υλική ασφάλεια. Επιπλέον, οι διανοούμενοι είναι απαραίτητοι για τη στελέχωση της γραφειοκρατίας και για τον «σχεδιασμό» της οικονομίας και της κοινωνίας.

The answer is that, since the early origins of the State, its rulers have always turned, as a necessary bolster to their rule, to an alliance with society’s class of intellectuals. The masses do not create their own abstract ideas, or indeed think through these ideas independently; they follow passively the ideas adopted and promulgated by the body of intellectuals, who become the effective “opinion moulders” in society. And since it is precisely a moulding of opinion on behalf of the rulers that the State almost desperately needs, this forms a firm basis for the age-old alliance of the intellectuals and the ruling classes of the State. The alliance is based on a quid pro quo: on the one hand, the intellectuals spread among the masses the idea that the State and its rulers are wise, good, sometimes divine, and at the very least inevitable and better than any conceivable alternatives. In return for this panoply of ideology, the State incorporates the intellectuals as part of the ruling elite, granting them power, status, prestige, and material security. Furthermore, intellectuals are needed to staff the bureaucracy and to “plan” the economy and society.

27

Πριν από τη σύγχρονη εποχή, ιδιαίτερα ισχυρή ανάμεσα στους διανοούμενους υπηρέτες του κράτους ήταν η ιερατική κάστα, η οποία εδραίωνε την ισχυρή και τρομερή συμμαχία του πολεμικού αρχηγού με τον μάγο-θεραπευτή, του Θρόνου με το Ιερό. Το κράτος καθιστούσε την Εκκλησία επίσημο θεσμό και της παραχωρούσε εξουσία, κύρος και πλούτο που αποσπούσε από τους υπηκόους του. Σε αντάλλαγμα, η Εκκλησία περιέβαλλε το κράτος με θεϊκή νομιμοποίηση και την ενστάλαζε στον λαό. Στη σύγχρονη εποχή, όταν τα θεοκρατικά επιχειρήματα έχουν χάσει μεγάλο μέρος της αίγλης τους στο κοινό, οι διανοούμενοι εμφανίζονται ως επιστημονικό σώμα «ειδικών» και επιδίδονται στο να πληροφορούν τον δύσμοιρο λαό ότι οι πολιτικές υποθέσεις, εξωτερικές και εσωτερικές, είναι υπερβολικά σύνθετες για να σκοτίζει με αυτές το κεφάλι του ο μέσος άνθρωπος. Μόνο το κράτος και το σώμα των διανοουμένων ειδικών, σχεδιαστών, επιστημόνων, οικονομολόγων και «διαχειριστών της εθνικής ασφάλειας» μπορούν να ελπίζουν ότι θα αντιμετωπίσουν αυτά τα προβλήματα. Ο ρόλος των μαζών, ακόμη και στις «δημοκρατίες», είναι να επικυρώνουν και να εγκρίνουν τις αποφάσεις των καταρτισμένων κυβερνώντων τους.

Before the modern era, particularly potent among the intellectual handmaidens of the State was the priestly caste, cementing the powerful and terrible alliance of warrior chief and medicine man, of Throne and Altar. The State “established” the Church and conferred upon it power, prestige, and wealth extracted from its subjects. In return, the Church anointed the State with divine sanction and inculcated this sanction into the populace. In the modern era, when theocratic arguments have lost much of their lustre among the public, the intellectuals have posed as the scientific cadre of “experts” and have been busy informing the hapless public that political affairs, foreign and domestic, are much too complex for the average person to bother his head about. Only the State and its corps of intellectual experts, planners, scientists, economists, and “national security managers” can possibly hope to deal with these problems. The role of the masses, even in “democracies,” is to ratify and assent to the decisions of their knowledgeable rulers.

28

Ιστορικά, η ένωση Εκκλησίας και κράτους, Θρόνου και Ιερού, υπήρξε το αποτελεσματικότερο μέσο για την εξασφάλιση της υπακοής και της υποστήριξης των υπηκόων. Ο Burnham επιβεβαιώνει τη δύναμη του μύθου και του μυστηρίου στην εξασφάλιση υποστήριξης όταν γράφει ότι «Στην αρχαιότητα, πριν οι ψευδαισθήσεις της επιστήμης διαφθείρουν την παραδοσιακή σοφία, ήταν γνωστό ότι οι ιδρυτές των Πόλεων ήταν θεοί ή ημίθεοι».21 Για το κατεστημένο ιερατείο, ο κυβερνήτης ήταν είτε χρισμένος από τον Θεό είτε, στην περίπτωση της απόλυτης κυριαρχίας πολλών ανατολικών δεσποτισμών, ο ίδιος Θεός· συνεπώς, κάθε αμφισβήτηση της εξουσίας του ή αντίσταση σε αυτήν θα αποτελούσε βλασφημία.

Historically, the union of Church and State, of Throne and Altar, has been the most effective device for inducing obedience and support among the subjects. Burnham attests to the power of myth and mystery in inducing support when he writes that, “In ancient times, before the illusions of science had corrupted traditional wisdom, the founders of Cities were known to be gods or demi-gods.” To the established priestcraft, the ruler was either anointed by God or, in the case of the absolute rule of many Oriental despotisms, was even himself God; hence, any questioning or resistance to his rule would be blasphemy.

29

Πολλά και λεπτά είναι τα ιδεολογικά όπλα που χρησιμοποίησαν το κράτος και οι διανοούμενοί του ανά τους αιώνες για να πείσουν τους υπηκόους να αποδεχθούν την κυριαρχία τους. Ένα εξαιρετικό όπλο υπήρξε η δύναμη της παράδοσης. Όσο μακροβιότερη είναι η κυριαρχία ενός δεδομένου κράτους, τόσο ισχυρότερο γίνεται αυτό το όπλο· διότι τότε η Δυναστεία Χ ή το κράτος Υ εμφανίζονται να έχουν πίσω τους το βάρος αιώνων παράδοσης. Η λατρεία των προγόνων γίνεται έτσι ένα διόλου συγκαλυμμένο μέσο καλλιέργειας της λατρείας των προγονικών κυβερνώντων. Η δύναμη της παράδοσης ενισχύεται, φυσικά, από την πανάρχαια συνήθεια, η οποία εδραιώνει στους υπηκόους την εντύπωση ότι η εξουσία υπό την οποία ζουν είναι πρέπουσα και νόμιμη. Έτσι, ο πολιτικός θεωρητικός Bertrand De Jouvenel έγραψε:

Many and subtle are the ideological weapons the State and its intellectuals have used over the centuries to induce their subjects to accept their rule. One excellent weapon has been the power of tradition. The longer lasting the rule of any given State, the more powerful this weapon; for then the X-Dynasty or the Y-State has the seeming weight of centuries of tradition behind it. Worship of one’s ancestors then becomes a none-too-subtle means of cultivating worship of one’s ancestral rulers. The force of tradition is, of course, bolstered by ancient habit, which confirms the subjects in the seeming propriety and legitimacy of the rule under which they live. Thus, the political theorist Bertrand De Jouvenel has written:

30

Ο ουσιώδης λόγος της υπακοής είναι ότι έχει γίνει συνήθεια του είδους… Η Εξουσία είναι για εμάς ένα γεγονός της φύσης. Από τις πρώτες ημέρες της καταγεγραμμένης ιστορίας, δεσπόζει πάντοτε στις ανθρώπινες τύχες… οι αρχές που κυβερνούσαν… σε παλαιότερες εποχές δεν εξαφανίστηκαν χωρίς να κληροδοτήσουν στους διαδόχους τους το προνόμιό τους ούτε χωρίς να αφήσουν στον νου των ανθρώπων αποτυπώματα των οποίων η επίδραση συσσωρεύεται. Η διαδοχή κυβερνήσεων που, κατά τη διάρκεια των αιώνων, κυβερνούν την ίδια κοινωνία μπορεί να θεωρηθεί ως μία υποκείμενη κυβέρνηση που δέχεται συνεχείς προσθήκες.22

The essential reason for obedience is that it has become a habit of the species.... Power is for us a fact of nature. From the earliest days of recorded history it has always presided over human destinies... the authorities which ruled... in former times did not disappear without bequeathing to their successors their privilege nor without leaving in men’s minds imprints which are cumulative in their effect. The succession of governments which, in the course of centuries, rule the same society may be looked on as one underlying government which takes on continuous accretions.

31

Μια άλλη ισχυρή ιδεολογική δύναμη είναι η υποτίμηση του ατόμου από το κράτος και η εξύψωση είτε της παρελθούσας είτε της παρούσας συλλογικότητας της κοινωνίας. Κάθε μεμονωμένη φωνή, κάθε άνθρωπος που εγείρει νέες αμφιβολίες, μπορεί τότε να δέχεται επίθεση ως βέβηλος παραβάτης της σοφίας των προγόνων του. Επιπλέον, κάθε νέα ιδέα, πόσο μάλλον κάθε νέα κριτική ιδέα, πρέπει αναγκαστικά να ξεκινήσει ως άποψη μιας μικρής μειονότητας. Επομένως, για να εμποδίσει οποιαδήποτε δυνητικά επικίνδυνη ιδέα να απειλήσει την αποδοχή της κυριαρχίας του από την πλειονότητα, το κράτος θα επιχειρήσει να την καταπνίξει εν τη γενέσει της, γελοιοποιώντας κάθε άποψη που αντιτίθεται στη γνώμη της μάζας. Τους τρόπους με τους οποίους οι κυβερνώντες των αρχαίων κινεζικών δεσποτισμών χρησιμοποιούσαν τη θρησκεία ως μέθοδο δέσμευσης του ατόμου στην κρατικά διευθυνόμενη κοινωνία συνόψισε ο Norman Jacobs:

Another potent ideological force is for the State to deprecate the individual and exalt either the past or the present collectivity of society. Any isolated voice, any raiser of new doubts, can then be attacked as a profane violator of the wisdom of his ancestors. Moreover, any new idea, much less any new critical idea, must necessarily begin as a small minority opinion. Therefore, in order to ward off any potentially dangerous idea from threatening majority acceptance of its rule, the State will try to nip the new idea in the bud by ridiculing any view that sets itself against mass opinion. The ways in which the State rulers in ancient Chinese despotisms used religion as a method of binding the individual to the State-run society were summarized by Norman Jacobs:

32

Η κινεζική θρησκεία είναι κοινωνική θρησκεία, που επιδιώκει να επιλύσει τα προβλήματα των κοινωνικών και όχι των ατομικών συμφερόντων… Η θρησκεία είναι ουσιαστικά μια δύναμη απρόσωπης κοινωνικής προσαρμογής και ελέγχου —και όχι ένα μέσο προσωπικών λύσεων για το άτομο—, και η κοινωνική προσαρμογή και ο έλεγχος επιτυγχάνονται μέσω της εκπαίδευσης και του σεβασμού προς τους ανωτέρους… Ο σεβασμός προς τους ανωτέρους —ανωτέρους ως προς την ηλικία και, συνεπώς, ως προς τη μόρφωση και την πείρα— αποτελεί το ηθικό θεμέλιο της κοινωνικής προσαρμογής και του ελέγχου… Στην Κίνα, η αλληλεξάρτηση της πολιτικής εξουσίας και της ορθόδοξης θρησκείας εξίσωνε την ετεροδοξία με το πολιτικό σφάλμα. Η ορθόδοξη θρησκεία ήταν ιδιαίτερα δραστήρια στη δίωξη και στην καταστροφή ετερόδοξων αιρέσεων· σε αυτό είχε την υποστήριξη της κοσμικής εξουσίας.23

Chinese religion is a social religion, seeking to solve the problems of social interests, not individual interests.... Religion is essentially a force of impersonal social adjustment and control—rather than a medium for the personal solutions of the individual—and social adjustment and control are effected through education and reverence for superiors.... Reverence for superiors—superior in age and hence in education and experience—is the ethical foundation of social adjustment and control.... In China, the interrelationship of political authority with orthodox religion equated heterodoxy with political error. The orthodox religion was particularly active in persecuting and destroying heterodox sects; in this it was backed by the secular power.

33

Τη γενική τάση της κυβέρνησης να εντοπίζει και να καταπνίγει κάθε ετερόδοξη άποψη σκιαγράφησε, με το χαρακτηριστικά πνευματώδες και απολαυστικό ύφος του, ο λιμπερταριανός συγγραφέας H. L. Mencken:

The general tendency of government to seek out and thwart any heterodox views was outlined, in typically witty and delightful style, by the libertarian writer H.L. Mencken:

34

Το μόνο που μπορεί να δει η κυβέρνηση σε μια πρωτότυπη ιδέα είναι μια ενδεχόμενη αλλαγή και, συνεπώς, μια προσβολή των προνομίων της. Ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος για κάθε κυβέρνηση είναι εκείνος που μπορεί να σκέφτεται μόνος του τα πράγματα, αδιαφορώντας για τις επικρατούσες δεισιδαιμονίες και τα ταμπού. Σχεδόν αναπόφευκτα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση υπό την οποία ζει είναι ανέντιμη, παράφρων και αφόρητη· κι έτσι, αν είναι ρομαντικός, προσπαθεί να την αλλάξει. Ακόμη όμως κι αν ο ίδιος δεν είναι ρομαντικός, είναι πολύ πιθανό να διαδώσει τη δυσαρέσκεια μεταξύ εκείνων που είναι.24

All [that government] can see in an original idea is potential change, and hence an invasion of its prerogatives. The most dangerous man, to any government, is the man who is able to think things out for himself, without regard to the prevailing superstitions and taboos. Almost inevitably he comes to the conclusion that the government he lives under is dishonest, insane and intolerable, and so, if he is romantic, he tries to change it. And even if he is not romantic personally he is very apt to spread discontent among those who are.

35

Είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντικό για το κράτος να κάνει την κυριαρχία του να φαίνεται αναπόφευκτη: ακόμη κι αν η εξουσία του είναι αντιπαθής, όπως συχνά συμβαίνει, θα αντιμετωπίζεται τότε με την παθητική παραίτηση που εκφράζεται στη γνωστή σύζευξη «θάνατος και φόροι». Μια μέθοδος είναι να επιστρατεύει υπέρ του τον ιστορικό ντετερμινισμό: αν μας κυβερνά το κράτος Χ, αυτό έχει προδιαγραφεί αναπόφευκτα για εμάς από τους Αμείλικτους Νόμους της Ιστορίας —ή από τη Θεία Βούληση, ή από το Απόλυτο, ή από τις Υλικές Παραγωγικές Δυνάμεις—, και τίποτε από όσα μπορεί να κάνουν οποιαδήποτε ασήμαντα άτομα δεν μπορεί να αλλάξει το αναπόφευκτο. Είναι επίσης σημαντικό για το κράτος να ενσταλάζει στους υπηκόους του αποστροφή προς κάθε εκδήλωση αυτού που σήμερα ονομάζεται «συνωμοσιολογική θεωρία της ιστορίας». Διότι η αναζήτηση «συνωμοσιών», όσο εσφαλμένα κι αν είναι συχνά τα αποτελέσματά της, σημαίνει αναζήτηση κινήτρων και απόδοση ατομικής ευθύνης για τα ιστορικά αδικήματα των αρχουσών ελίτ. Αν όμως οποιαδήποτε τυραννία, διαφθορά ή επιθετικός πόλεμος που επιβάλλεται από το κράτος δεν προκλήθηκε από συγκεκριμένους κρατικούς κυβερνώντες, αλλά από μυστηριώδεις και απόκρυφες «κοινωνικές δυνάμεις» ή από την ατελή κατάσταση του κόσμου —ή αν, κατά κάποιον τρόπο, όλοι ήταν ένοχοι: «Είμαστε όλοι δολοφόνοι», διακηρύσσει ένα συνηθισμένο σύνθημα—, τότε δεν έχει νόημα κανείς να αγανακτεί ή να εξεγείρεται εναντίον τέτοιων αδικημάτων. Επιπλέον, η απαξίωση των «θεωριών συνωμοσίας» —ή, πράγματι, οτιδήποτε θυμίζει «οικονομικό ντετερμινισμό»— θα καταστήσει τους υπηκόους πιθανότερο να πιστέψουν τις αιτιολογίες περί «γενικής ευημερίας» που το σύγχρονο κράτος προβάλλει απαρέγκλιτα για κάθε επιθετική του ενέργεια.

It is also particularly important for the State to make its rule seem inevitable: even if its reign is disliked, as it often is, it will then be met with the passive resignation expressed in the familiar coupling of “death and taxes.” One method is to bring to its side historical determinism: if X-State rules us, then this has been inevitably decreed for us by the Inexorable Laws of History (or the Divine Will, or the Absolute, or the Material Productive Forces), and nothing that any puny individuals may do can change the inevitable. It is also important for the State to inculcate in its subjects an aversion to any outcropping of what is now called “a conspiracy theory of history.” For a search for “conspiracies,” as misguided as the results often are, means a search for motives, and an attribution of individual responsibility for the historical misdeeds of ruling elites. If, however, any tyranny or venality or aggressive war imposed by the State was brought about not by particular State rulers but by mysterious and arcane “social forces,” or by the imperfect state of the world—or if, in some way, everyone was guilty (“We are all murderers,” proclaims a common slogan), then there is no point in anyone’s becoming indignant or rising up against such misdeeds. Furthermore, a discrediting of “conspiracy theories”—or indeed, of anything smacking of “economic determinism”—will make the subjects more likely to believe the “general welfare” reasons that are invariably put forth by the modern State for engaging in any aggressive actions.

36

Η κρατική κυριαρχία γίνεται έτσι να φαίνεται αναπόφευκτη. Επιπλέον, κάθε εναλλακτική προς το υφιστάμενο κράτος περιβάλλεται από μια αύρα φόβου. Παραβλέποντας το δικό του μονοπώλιο στην κλοπή και στην αρπαγή, το κράτος επισείει στους υπηκόους του το φάσμα του χάους που υποτίθεται ότι θα ακολουθούσε αν εξαφανιζόταν. Οι άνθρωποι μόνοι τους, υποστηρίζεται, δεν θα μπορούσαν με κανέναν τρόπο να εξασφαλίσουν την προστασία τους από σποραδικούς εγκληματίες και επιδρομείς. Επιπλέον, κάθε κράτος υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένο ανά τους αιώνες στο να ενσταλάζει στους υπηκόους του φόβο για τους κυβερνώντες άλλων κρατών. Καθώς η χερσαία επιφάνεια του πλανήτη έχει πλέον διαμοιραστεί μεταξύ συγκεκριμένων κρατών, ένα από τα βασικά δόγματα και τις τακτικές των κυβερνώντων κάθε κράτους είναι η ταύτισή του με την επικράτεια που κυβερνά. Εφόσον οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να αγαπούν την πατρίδα τους, η ταύτιση αυτής της γης και του πληθυσμού της με το κράτος αποτελεί μέσο αξιοποίησης του φυσικού πατριωτισμού προς όφελος του κράτους. Αν λοιπόν η «Ρουριτανία» δεχθεί επίθεση από τη «Βαλδαβία», το πρώτο καθήκον του κράτους της Ρουριτανίας και των διανοουμένων του είναι να πείσουν τον λαό της Ρουριτανίας ότι η επίθεση στρέφεται πραγματικά εναντίον του ίδιου και όχι απλώς εναντίον της άρχουσας τάξης του. Με αυτόν τον τρόπο, ένας πόλεμος μεταξύ κυβερνώντων μετατρέπεται σε πόλεμο μεταξύ λαών, με κάθε λαό να σπεύδει να υπερασπιστεί τους κυβερνώντες του, έχοντας την εσφαλμένη πεποίθηση ότι εκείνοι εργάζονται πυρετωδώς για την υπεράσπισή του. Αυτό το τέχνασμα του εθνικισμού υπήρξε ιδιαίτερα επιτυχημένο τους τελευταίους αιώνες· δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που, τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη, η μάζα των υπηκόων θεωρούσε τους πολέμους άσχετες προς την ίδια αναμετρήσεις ανάμεσα σε διάφορες ομάδες ευγενών και τις ακολουθίες τους.

The rule of the State is thus made to seem inevitable. Furthermore, any alternative to the existing State is encased in an aura of fear. Neglecting its own monopoly of theft and predation, the State raises the spectre among its subjects of the chaos that would supposedly ensue if the State should disappear. The people on their own, it is maintained, could not possibly supply their own protection against sporadic criminals and marauders. Furthermore, each State has been particularly successful over the centuries in instilling fear among its subjects of other State rulers. With the land area of the globe now parcelled out among particular States, one of the basic doctrines and tactics of the rulers of each State has been to identify itself with the territory it governs. Since most men tend to love their homeland, the identification of that land and its population with the State is a means of making natural patriotism work to the State’s advantage. If, then, “Ruritania” is attacked by “Walldavia,” the first task of the Ruritanian State and its intellectuals is to convince the people of Ruritania that the attack is really upon them, and not simply upon their ruling class. In this way, a war between rulers is converted into a war between peoples, with each people rushing to the defense of their rulers in the mistaken belief that the rulers are busily defending them. This device of nationalism has been particularly successful in recent centuries; it was not very long ago, at least in Western Europe, when the mass of subjects regarded wars as irrelevant battles between various sets of nobles and their retinues.

37

Μια άλλη δοκιμασμένη και αποτελεσματική μέθοδος υποταγής των υπηκόων στη θέληση του κυβερνώντος είναι η καλλιέργεια ενοχής. Κάθε αύξηση της ιδιωτικής ευημερίας μπορεί να καταγγέλλεται ως «ασυνείδητη απληστία», «υλισμός» ή «υπερβολική αφθονία»· και οι αμοιβαία επωφελείς ανταλλαγές στην αγορά μπορούν να καταδικάζονται ως «εγωιστικές». Κατά κάποιον τρόπο, το συμπέρασμα που προκύπτει πάντοτε είναι ότι πρέπει να απαλλοτριωθούν περισσότεροι πόροι από τον ιδιωτικό τομέα και να διοχετευθούν στον παρασιτικό «δημόσιο», ή κρατικό, τομέα. Συχνά, η απαίτηση να παραχωρήσει ο λαός περισσότερους πόρους διατυπώνεται ως αυστηρή έκκληση της άρχουσας ελίτ για περισσότερες «θυσίες» υπέρ του εθνικού ή του κοινού καλού. Κατά κάποιον τρόπο, όμως, ενώ ο λαός υποτίθεται ότι πρέπει να θυσιάζεται και να περιορίζει την «υλιστική απληστία» του, οι θυσίες είναι πάντοτε μονόπλευρες. Το κράτος δεν θυσιάζεται· το κράτος αρπάζει πρόθυμα όλο και περισσότερους από τους υλικούς πόρους του λαού. Πράγματι, υπάρχει ένας χρήσιμος πρακτικός κανόνας: όταν ο κυβερνήτης σας καλεί μεγαλόφωνα σε «θυσίες», προσέξτε τη ζωή και το πορτοφόλι σας!

Another tried and true method for bending subjects to one’s will is the infusion of guilt. Any increase in private well-being can be attacked as “unconscionable greed,” “materialism,” or “excessive affluence”; and mutually beneficial exchanges in the market can be denounced as “selfish.” Somehow the conclusion always drawn is that more resources should be expropriated from the private sector and siphoned into the parasitic “public,” or State, sector. Often the call upon the public to yield more resources is couched in a stern call by the ruling elite for more “sacrifices” for the national or the common weal. Somehow, however, while the public is supposed to sacrifice and curtail its “materialistic greed,” the sacrifices are always one way. The State does not sacrifice; the State eagerly grabs more and more of the public’s material resources. Indeed, it is a useful rule of thumb: when your ruler calls aloud for “sacrifices,” look to your own life and pocket-book!

38

Αυτού του είδους η επιχειρηματολογία αντανακλά ένα γενικό διπλό ηθικό μέτρο, που εφαρμόζεται πάντοτε στους κρατικούς κυβερνώντες αλλά σε κανέναν άλλον. Κανείς, για παράδειγμα, δεν εκπλήσσεται ούτε φρίττει μαθαίνοντας ότι οι επιχειρηματίες επιδιώκουν υψηλότερα κέρδη. Κανείς δεν φρίττει αν οι εργαζόμενοι εγκαταλείπουν χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις για υψηλότερα αμειβόμενες. Όλα αυτά θεωρούνται πρέπουσα και φυσιολογική συμπεριφορά. Αν όμως κάποιος τολμήσει να υποστηρίξει ότι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες παρακινούνται από την επιθυμία να μεγιστοποιήσουν τα εισοδήματά τους, οι κραυγές «συνωμοσιολόγος» ή «οικονομικός ντετερμινιστής» εξαπλώνονται σε ολόκληρη τη χώρα. Η γενική αντίληψη —που καλλιεργείται προσεκτικά, φυσικά, από το ίδιο το κράτος— είναι ότι οι άνθρωποι εισέρχονται στην πολιτική ή στην κυβέρνηση αποκλειστικά από αφοσιωμένο ενδιαφέρον για το κοινό καλό και τη δημόσια ευημερία. Τι προσδίδει στους κυρίους του κρατικού μηχανισμού αυτό το επίχρισμα ηθικής ανωτερότητας; Ίσως η αμυδρή και ενστικτώδης επίγνωση του λαού ότι το κράτος επιδίδεται σε συστηματική κλοπή και αρπαγή, και ίσως οι άνθρωποι αισθάνονται ότι μόνο η προσήλωση του κράτους στον αλτρουισμό καθιστά αυτές τις πράξεις ανεκτές. Αν θεωρούσαμε ότι οι πολιτικοί και οι γραφειοκράτες υπακούουν στους ίδιους χρηματικούς στόχους με όλους τους άλλους, θα αφαιρούσαμε από την κρατική αρπαγή το προσωπείο του Robin Hood. Διότι τότε θα γινόταν σαφές ότι, κατά τη διατύπωση του Oppenheimer, οι απλοί πολίτες επιδίωκαν τον πλούτο με το ειρηνικό, παραγωγικό «οικονομικό μέσο», ενώ ο κρατικός μηχανισμός αφοσιωνόταν στο καταναγκαστικό και εκμεταλλευτικό, οργανωμένο «πολιτικό μέσο». Ο αυτοκράτορας θα απογυμνωνόταν τότε από τα ενδύματα του υποτιθέμενου αλτρουιστικού ενδιαφέροντός του για το κοινό καλό.

This sort of argumentation reflects a general double standard of morality that is always applied to State rulers but not to anyone else. No one, for example, is surprised or horrified to learn that businessmen are seeking higher profits. No one is horrified if workers leave lower-paying for higher-paying jobs. All this is considered proper and normal behavior. But if anyone should dare assert that politicians and bureaucrats are motivated by the desire to maximize their incomes, the hue and cry of “conspiracy theorist” or “economic determinist” spreads throughout the land. The general opinion—carefully cultivated, of course, by the State itself—is that men enter politics or government purely out of devoted concern for the common good and the public weal. What gives the gentlemen of the State apparatus their superior moral patina? Perhaps it is the dim and instinctive knowledge of the populace that the State is engaged in systematic theft and predation, and they may feel that only a dedication to altruism on the part of the State makes these actions tolerable. To consider politicians and bureaucrats subject to the same monetary aims as everyone else would strip the Robin Hood veil from State predation. For it would then be clear that, in the Oppenheimer phrasing, ordinary citizens were pursuing the peaceful, productive “economic means” to wealth, while the State apparatus was devoting itself to the coercive and exploitative organized “political means.” The emperor’s clothes of supposed altruistic concern for the common weal would then be stripped from him.

39

Τα διανοητικά επιχειρήματα που χρησιμοποίησε το κράτος σε όλη την ιστορία για να «κατασκευάσει τη συναίνεση» του λαού μπορούν να ταξινομηθούν σε δύο κατηγορίες: (1) ότι η κυριαρχία της υφιστάμενης κυβέρνησης είναι αναπόφευκτη, απολύτως αναγκαία και πολύ καλύτερη από τα ανείπωτα δεινά που θα ακολουθούσαν την πτώση της· και (2) ότι οι κυβερνώντες του κράτους είναι ιδιαίτερα σπουδαίοι, σοφοί και αλτρουιστές άνθρωποι — πολύ σπουδαιότεροι, σοφότεροι και καλύτεροι από τους απλούς υπηκόους τους. Σε παλαιότερες εποχές, το δεύτερο επιχείρημα έπαιρνε τη μορφή της διακυβέρνησης «ελέω Θεού», της διακυβέρνησης από τον ίδιο τον «θεϊκό κυβερνήτη» ή από μια «αριστοκρατία» ανθρώπων. Στη σύγχρονη εποχή, όπως επισημάναμε προηγουμένως, αυτό το επιχείρημα τονίζει όχι τόσο τη θεϊκή έγκριση όσο τη διακυβέρνηση από μια σοφή συντεχνία «επιστημονικών ειδικών», ιδιαίτερα προικισμένων με γνώσεις της τέχνης της διακυβέρνησης και των απόκρυφων δεδομένων του κόσμου. Η αυξανόμενη χρήση επιστημονικής ορολογίας, ιδίως στις κοινωνικές επιστήμες, επέτρεψε στους διανοουμένους να υφάνουν απολογίες της κρατικής κυριαρχίας που συναγωνίζονται σε σκοταδισμό τα αρχαία ιερατεία. Για παράδειγμα, ένας κλέφτης που θα είχε το θράσος να δικαιολογήσει την κλοπή του λέγοντας ότι στην πραγματικότητα βοηθά τα θύματά του μέσω των δαπανών του, δίνοντας έτσι μια αναγκαία ώθηση στο λιανικό εμπόριο, θα αποδοκιμαζόταν αμέσως με γιουχαΐσματα. Όταν όμως η ίδια αυτή θεωρία περιβάλλεται με κεϋνσιανές μαθηματικές εξισώσεις και εντυπωσιακές αναφορές στην «πολλαπλασιαστική επίδραση», γίνεται πολύ πιο πειστική για ένα παραπλανημένο κοινό.

The intellectual arguments used by the State throughout history to “engineer consent” by the public can be classified into two parts: (1) that rule by the existing government is inevitable, absolutely necessary, and far better than the indescribable evils that would ensue upon its downfall; and (2) that the State rulers are especially great, wise, and altruistic men—far greater, wiser, and better than their simple subjects. In former times, the latter argument took the form of rule by “divine right” or by the “divine ruler” himself, or by an “aristocracy” of men. In modern times, as we indicated earlier, this argument stresses not so much divine approval as rule by a wise guild of “scientific experts” especially endowed in knowledge of statesmanship and the arcane facts of the world. The increasing use of scientific jargon, especially in the social sciences, has permitted intellectuals to weave apologia for State rule which rival the ancient priestcraft in obscurantism. For example, a thief who presumed to justify his theft by saying that he was really helping his victims by his spending, thus giving retail trade a needed boost, would be hooted down without delay. But when this same theory is clothed in Keynesian mathematical equations and impressive references to the “multiplier effect,” it carries far more conviction with a bamboozled public.

40

Τα τελευταία χρόνια είδαμε να αναπτύσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες ένα επάγγελμα «διαχειριστών της εθνικής ασφάλειας», γραφειοκρατών που δεν υποβάλλονται ποτέ σε εκλογικές διαδικασίες, αλλά συνεχίζουν, από τη μία κυβέρνηση στην άλλη, να χρησιμοποιούν κρυφά την υποτιθέμενη ειδική τους τεχνογνωσία για να σχεδιάζουν πολέμους, επεμβάσεις και στρατιωτικές περιπέτειες. Μόνο οι κραυγαλέες αστοχίες τους στον πόλεμο του Βιετνάμ έθεσαν τις δραστηριότητές τους υπό οποιαδήποτε δημόσια αμφισβήτηση· προηγουμένως μπορούσαν να ενεργούν ασύδοτα εις βάρος του λαού, τον οποίο έβλεπαν κυρίως ως τροφή για τα κανόνια, προς εξυπηρέτηση των δικών τους σκοπών.

In recent years, we have seen the development in the United States of a profession of “national security managers,” of bureaucrats who never face electoral procedures, but who continue, through administration after administration, secretly using their supposed special expertise to plan wars, interventions, and military adventures. Only their egregious blunders in the Vietnam war have called their activities into any sort of public question; before that, they were able to ride high, wide, and handsome over the public they saw mostly as cannon fodder for their own purposes.

41

Μια δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον «απομονωτιστή» γερουσιαστή Robert A. Taft και σε έναν από τους κορυφαίους διανοουμένους της εθνικής ασφάλειας, τον McGeorge Bundy, ήταν διδακτική τόσο ως προς τα διακυβευόμενα ζητήματα όσο και ως προς τη στάση της άρχουσας διανοητικής ελίτ. Ο Bundy επιτέθηκε στον Taft στις αρχές του 1951 επειδή άνοιξε δημόσια συζήτηση για τη διεξαγωγή του πολέμου της Κορέας. Ο Bundy επέμενε ότι μόνο οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της εκτελεστικής εξουσίας ήταν κατάλληλα εφοδιασμένοι για να χειρίζονται τη διπλωματική και στρατιωτική ισχύ σε μια μακρά περίοδο περιορισμένου πολέμου, διάρκειας δεκαετιών, εναντίον των κομμουνιστικών χωρών. Ήταν σημαντικό, υποστήριζε ο Bundy, να αποκλειστούν η κοινή γνώμη και η δημόσια συζήτηση από κάθε ρόλο στη διαμόρφωση πολιτικής σε αυτόν τον τομέα. Διότι, προειδοποιούσε, ο λαός δυστυχώς δεν ήταν προσηλωμένος στους άκαμπτους εθνικούς σκοπούς που διέκριναν οι διαχειριστές της πολιτικής· απλώς ανταποκρινόταν στις εκάστοτε πραγματικότητες συγκεκριμένων καταστάσεων. Ο Bundy υποστήριζε επίσης ότι δεν έπρεπε να υπάρχουν επικρίσεις ή ακόμη και έλεγχος των αποφάσεων των διαχειριστών της πολιτικής, επειδή ήταν σημαντικό ο λαός να αποδέχεται τις αποφάσεις τους χωρίς αμφισβήτηση. Ο Taft, αντιθέτως, κατήγγελλε τη μυστική λήψη αποφάσεων από στρατιωτικούς συμβούλους και ειδικούς της εκτελεστικής εξουσίας, αποφάσεων ουσιαστικά απρόσβλητων από τον δημόσιο έλεγχο. Επιπλέον, διαμαρτυρόταν: «Αν κάποιος τολμούσε να προτείνει κριτική ή ακόμη και διεξοδική συζήτηση, στιγματιζόταν αμέσως ως απομονωτιστής και υπονομευτής της ενότητας και της διακομματικής εξωτερικής πολιτικής».25

A public debate between “isolationist” Senator Robert A. Taft and one of the leading national security intellectuals, McGeorge Bundy, was instructive in demarking both the issues at stake and the attitude of the intellectual ruling elite. Bundy attacked Taft in early 1951 for opening a public debate on the waging of the Korean war. Bundy insisted that only the executive policy leaders were equipped to manipulate diplomatic and military force in a lengthy decades-long period of limited war against the communist nations. It was important, Bundy maintained, that public opinion and public debate be excluded from promulgating any policy role in this area. For, he warned, the public was unfortunately not committed to the rigid national purposes discerned by the policy managers; it merely responded to the ad hoc realities of given situations. Bundy also maintained that there should be no recriminations or even examinations of the decisions of the policy managers, because it was important that the public accept their decisions without question. Taft, in contrast, denounced the secret decision-making by military advisers and specialists in the executive branch, decisions effectively sealed off from public scrutiny. Furthermore, he complained, “If anyone dared to suggest criticism or even a thorough debate, he was at once branded as an isolationist and a saboteur of unity and the bipartisan foreign policy.”

42

Ομοίως, σε μια περίοδο κατά την οποία ο Πρόεδρος Eisenhower και ο υπουργός Εξωτερικών Dulles εξέταζαν ιδιωτικά το ενδεχόμενο να εμπλακούν σε πόλεμο στην Ινδοκίνα, ένας άλλος επιφανής διαχειριστής της εθνικής ασφάλειας, ο George F. Kennan, συμβούλευε τον λαό ότι «Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες, αφού έχουμε εκλέξει μια κυβέρνηση, το φρονιμότερο είναι να την αφήσουμε να κυβερνήσει και να μιλήσει εξ ονόματός μας όπως εκείνη κρίνει στα συμβούλια των εθνών».26

Similarly, at a time when President Eisenhower and Secretary of State Dulles were privately contemplating going to war in Indochina, another prominent national security manager, George F. Kennan, was advising the public that “There are times when, having elected a government, we will be best advised to let it govern and let it speak for us as it will in the councils of the nations.”

43

Βλέπουμε καθαρά γιατί το κράτος χρειάζεται τους διανοουμένους· γιατί όμως οι διανοούμενοι χρειάζονται το κράτος; Με απλά λόγια, ο βιοπορισμός του διανοουμένου στην ελεύθερη αγορά δεν είναι γενικά ιδιαίτερα ασφαλής· διότι ο διανοούμενος, όπως και όλοι οι άλλοι στην αγορά, πρέπει να εξαρτάται από τις αξίες και τις επιλογές των μαζών των συνανθρώπων του, και χαρακτηριστικό αυτών των μαζών είναι ότι γενικά δεν ενδιαφέρονται για τα πνευματικά ζητήματα. Το κράτος, από την άλλη πλευρά, είναι πρόθυμο να προσφέρει στους διανοουμένους μια ζεστή, ασφαλή και μόνιμη θέση στον μηχανισμό του, ένα εξασφαλισμένο εισόδημα και όλα τα εχέγγυα του κύρους.

We see clearly why the State needs the intellectuals; but why do the intellectuals need the State? Put simply, the intellectual’s livelihood in the free market is generally none too secure; for the intellectual, like everyone else on the market, must depend on the values and choices of the masses of his fellow men, and it is characteristic of these masses that they are generally uninterested in intellectual concerns. The State, on the other hand, is willing to offer the intellectuals a warm, secure, and permanent berth in its apparatus, a secure income, and the panoply of prestige.

44

Η πρόθυμη συμμαχία ανάμεσα στο κράτος και στους διανοουμένους συμβολίστηκε από τη διακαή επιθυμία των καθηγητών του Πανεπιστημίου του Βερολίνου τον δέκατο ένατο αιώνα να συγκροτήσουν αυτό που οι ίδιοι διακήρυτταν ως «διανοητική σωματοφυλακή του Οίκου Hohenzollern». Από μια επιφανειακά διαφορετική ιδεολογική οπτική, η ίδια συμμαχία διακρίνεται στην αποκαλυπτικά αγανακτισμένη αντίδραση του επιφανούς μαρξιστή μελετητή της αρχαίας Κίνας Joseph Needham στην καυστική κριτική του Karl Wittfogel κατά του αρχαίου κινεζικού δεσποτισμού. Ο Wittfogel είχε δείξει πόσο σημαντική ήταν για τη στήριξη του συστήματος η κομφουκιανή εξύμνηση των λογίων αξιωματούχων που στελέχωναν την άρχουσα γραφειοκρατία της δεσποτικής Κίνας. Ο Needham αντέτεινε αγανακτισμένος ότι ο «πολιτισμός στον οποίο επιτίθεται τόσο δριμύτατα ο καθηγητής Wittfogel ήταν ένας πολιτισμός που μπορούσε να κάνει ποιητές και λογίους αξιωματούχους».27 Τι σημασία έχει ο ολοκληρωτισμός, αρκεί η άρχουσα τάξη να είναι πλουσιοπάροχα στελεχωμένη με πιστοποιημένους διανοουμένους!

The eager alliance between the State and the intellectuals was symbolized by the avid desire of the professors at the University of Berlin, in the nineteenth century, to form themselves into what they themselves proclaimed as the “intellectual bodyguard of the House of Hohenzollern.” From a superficially different ideological perspective, it can be seen in the revealingly outraged reaction of the eminent Marxist scholar of ancient China, Joseph Needham, to Karl Wittfogel’s acidulous critique of ancient Chinese despotism. Wittfogel had shown the importance for bolstering the system of the Confucian glorification of the gentleman-scholar officials who manned the ruling bureaucracy of despotic China. Needham charged indignantly that the “civilization which Professor Wittfogel is so bitterly attacking was one which could make poets and scholars into officials.” What matter the totalitarianism so long as the ruling class is abundantly staffed by certified intellectuals!

45

Η λατρευτική και δουλοπρεπής στάση των διανοουμένων απέναντι στους κυβερνώντες τους έχει εκδηλωθεί πολλές φορές στην ιστορία. Ένα σύγχρονο αμερικανικό αντίστοιχο της «διανοητικής σωματοφυλακής του Οίκου Hohenzollern» είναι η στάση τόσων Αμερικανών προοδευτικών διανοουμένων απέναντι στο αξίωμα και στο πρόσωπο του Προέδρου. Έτσι, για τον καθηγητή πολιτικής επιστήμης Richard Neustadt, ο Πρόεδρος είναι το «μοναδικό σύμβολο της Ένωσης αντίστοιχο προς το Στέμμα». Και ο διαχειριστής πολιτικής Townsend Hoopes έγραφε τον χειμώνα του 1960 ότι «στο σύστημά μας, ο λαός μπορεί να προσβλέπει μόνο στον Πρόεδρο για να ορίσει τη φύση του προβλήματος της εξωτερικής μας πολιτικής και τα εθνικά προγράμματα και τις θυσίες που απαιτούνται για την αποτελεσματική αντιμετώπισή του».28 Έπειτα από γενιές τέτοιας ρητορικής, δεν είναι παράξενο που ο Richard Nixon, την παραμονή της εκλογής του στην προεδρία, περιέγραφε έτσι τον ρόλο του: «Αυτός ο Πρόεδρος πρέπει να αρθρώνει τις αξίες του έθνους, να ορίζει τους στόχους του και να κινητοποιεί τη βούλησή του». Η αντίληψη του Nixon για τον ρόλο του μοιάζει ανατριχιαστικά με τη διατύπωση του Συνταγματικού Δικαίου του Μεγάλου Γερμανικού Ράιχ από τον Ernst Huber στη Γερμανία της δεκαετίας του 1930. Ο Huber έγραφε ότι ο αρχηγός του κράτους «θέτει τους μεγάλους σκοπούς που πρέπει να επιτευχθούν και καταρτίζει τα σχέδια για τη χρησιμοποίηση όλων των εθνικών δυνάμεων προς επίτευξη των κοινών στόχων… προσδίδει στην εθνική ζωή τον αληθινό σκοπό και την αξία της».29

The worshipful and fawning attitude of intellectuals toward their rulers has been illustrated many times throughout history. A contemporary American counterpart to the “intellectual bodyguard of the House of Hohenzollern” is the attitude of so many liberal intellectuals toward the office and person of the President. Thus, to political scientist Professor Richard Neustadt, the President is the “sole crown-like symbol of the Union.” And policy manager Townsend Hoopes, in the winter of 1960, wrote that “under our system the people can look only to the President to define the nature of our foreign policy problem and the national programs and sacrifices required to meet it with effectiveness.” After generations of such rhetoric, it is no wonder that Richard Nixon, on the eve of his election as President, should thus describe his role: “He [the President] must articulate the nation’s values, define its goals and marshall its will.” Nixon’s conception of his role is hauntingly similar to Ernst Huber’s articulation, in the Germany of the 1930s, of the Constitutional Law of the Greater German Reich. Huber wrote that the head of State “sets up the great ends which are to be attained and draws up the plans for the utilization of all national powers in the achievement of the common goals... he gives the national life its true purpose and value.”

46

Η στάση και τα κίνητρα της σύγχρονης διανοητικής σωματοφυλακής του κράτους στον τομέα της εθνικής ασφάλειας περιγράφηκαν καυστικά από τον Marcus Raskin, ο οποίος ήταν στέλεχος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας επί κυβέρνησης Kennedy. Αποκαλώντας τους «διανοουμένους των εκατομμυρίων νεκρών», ο Raskin γράφει ότι:

The attitude and motivation of the contemporary national security intellectual bodyguard of the State has been caustically described by Marcus Raskin, who was a staff member of the National Security Council during the Kennedy administration. Calling them “megadeath intellectuals,” Raskin writes that:

47

…η σημαντικότερη λειτουργία τους είναι να δικαιολογούν και να παρατείνουν την ύπαρξη των εργοδοτών τους… Για να δικαιολογήσουν τη συνεχιζόμενη μεγάλης κλίμακας παραγωγή αυτών των θερμοπυρηνικών βομβών και πυραύλων, οι στρατιωτικοί και βιομηχανικοί ηγέτες χρειάζονταν κάποιο είδος θεωρίας που να εκλογικεύει τη χρήση τους… Αυτό έγινε ιδιαίτερα επιτακτικό στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν μέλη της κυβέρνησης Eisenhower που ενδιαφέρονταν για την περιστολή των δαπανών άρχισαν να αναρωτιούνται γιατί ξοδεύονταν τόσα χρήματα, σκέψη και πόροι για όπλα, αν η χρήση τους δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί. Και έτσι άρχισε μια σειρά εκλογικεύσεων από τους «διανοουμένους της άμυνας», εντός και εκτός των πανεπιστημίων… Οι στρατιωτικές προμήθειες θα συνεχίσουν να ανθούν, και εκείνοι θα συνεχίσουν να αποδεικνύουν γιατί πρέπει να συμβαίνει αυτό. Από αυτή την άποψη, δεν διαφέρουν από τη μεγάλη πλειονότητα των σύγχρονων ειδικών που αποδέχονται τις παραδοχές των οργανισμών που τους απασχολούν λόγω των ανταμοιβών σε χρήμα, εξουσία και κύρος… Έχουν αρκετή σύνεση ώστε να μην αμφισβητούν το δικαίωμα ύπαρξης των εργοδοτών τους.30

their most important function is to justify and extend the existence of their employers.... In order to justify the continued large-scale production of these [thermonuclear] bombs and missiles, military and industrial leaders needed some kind of theory to rationalize their use.... This became particularly urgent during the late 1950’s, when economy-minded members of the Eisenhower Administration began to wonder why so much money, thought, and resources were being spent on weapons if their use could not be justified. And so began a series of rationalizations by the “defense intellectuals” in and out of the universities.... Military procurement will continue to flourish, and they will continue to demonstrate why it must. In this respect they are no different from the great majority of modern specialists who accept the assumptions of the organizations which employ them because of the rewards in money and power and prestige.... They know enough not to question their employers’ right to exist.

48

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι διανοούμενοι παντού υπήρξαν «αυλικοί διανοούμενοι», υπηρέτες και ελάσσονες εταίροι της εξουσίας. Αυτή όμως ήταν η κυρίαρχη κατάσταση στην ιστορία των πολιτισμών — γενικά υπό τη μορφή ιερατείου—, όπως ακριβώς η κυρίαρχη πολιτική κατάσταση σε αυτούς τους πολιτισμούς ήταν η μία ή η άλλη μορφή δεσποτισμού. Υπήρξαν, ωστόσο, λαμπρές εξαιρέσεις, ιδίως στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού, όπου οι διανοούμενοι υπήρξαν συχνά οξυδερκείς επικριτές και αντίπαλοι της κρατικής εξουσίας και χρησιμοποίησαν τα πνευματικά τους χαρίσματα για να διαμορφώσουν θεωρητικά συστήματα που μπορούσαν να αξιοποιηθούν στον αγώνα για την απελευθέρωση από αυτή την εξουσία. Πάντοτε, όμως, αυτοί οι διανοούμενοι μπορούσαν να αναδειχθούν σε σημαντική δύναμη μόνο όταν ήταν σε θέση να δρουν από μια ανεξάρτητη βάση ισχύος —μια ανεξάρτητη περιουσιακή βάση—, χωριστή από τον κρατικό μηχανισμό. Διότι όπου το κράτος ελέγχει όλη την περιουσία, τον πλούτο και την απασχόληση, όλοι εξαρτώνται οικονομικά από αυτό και η εμφάνιση μιας τέτοιας ανεξάρτητης κριτικής γίνεται δύσκολη, αν όχι αδύνατη. Στη Δύση, με τις αποκεντρωμένες εστίες ισχύος, τις ανεξάρτητες πηγές ιδιοκτησίας και απασχόλησης και, συνεπώς, τις βάσεις από τις οποίες μπορούσε να ασκηθεί κριτική στο κράτος, κατόρθωσε να ακμάσει ένα σώμα διανοουμένων επικριτών. Κατά τον Μεσαίωνα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία ήταν τουλάχιστον διακριτή από το κράτος, αν όχι ανεξάρτητη από αυτό, και οι νέες ελεύθερες πόλεις μπόρεσαν να λειτουργήσουν ως κέντρα διανοητικής αλλά και έμπρακτης αντιπολίτευσης. Στους μεταγενέστερους αιώνες, εκπαιδευτικοί, κληρικοί και συγγραφείς πολιτικών φυλλαδίων σε μια σχετικά ελεύθερη κοινωνία μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν την ανεξαρτησία τους από το κράτος για να κινητοποιήσουν τον κόσμο υπέρ της περαιτέρω διεύρυνσης της ελευθερίας. Αντιθέτως, ένας από τους πρώτους λιμπερταριανούς φιλοσόφους, ο Lao-tse, ζώντας μέσα στον αρχαίο κινεζικό δεσποτισμό, δεν έβλεπε καμία ελπίδα επίτευξης της ελευθερίας σε εκείνη την ολοκληρωτική κοινωνία παρά μόνο συμβουλεύοντας την αποχή από τη δράση, μέχρι του σημείου της πλήρους αποχώρησης του ατόμου από την κοινωνική ζωή.

This is not to say that all intellectuals everywhere have been “court intellectuals,” servitors and junior partners of power. But this has been the ruling condition in the history of civilizations—generally in the form of a priestcraft—just as the ruling condition in those civilizations has been one or another form of despotism. There have been glorious exceptions, however, particularly in the history of Western civilization, where intellectuals have often been trenchant critics and opponents of State power, and have used their intellectual gifts to fashion theoretical systems which could be used in the struggle for liberation from that power. But invariably, these intellectuals have only been able to arise as a significant force when they have been able to operate from an independent power base—an independent property base—separate from the apparatus of the State. For wherever the State controls all property, wealth, and employment, everyone is economically dependent on it, and it becomes difficult, if not impossible, for such independent criticism to arise. It has been in the West, with its decentralized foci of power, its independent sources of property and employment, and therefore of bases from which to criticize the State, where a body of intellectual critics has been able to flourish. In the Middle Ages, the Roman Catholic Church, which was at least separate if not independent from the State, and the new free towns were able to serve as centers of intellectual and also of substantive opposition. In later centuries, teachers, ministers, and pamphleteers in a relatively free society were able to use their independence from the State to agitate for further expansion of freedom. In contrast, one of the first libertarian philosophers, Lao-tse, living in the midst of ancient Chinese despotism, saw no hope for achieving liberty in that totalitarian society except by counseling quietism, to the point of the individual’s dropping out of social life altogether.

49

Με αποκεντρωμένη εξουσία, με μια Εκκλησία χωριστή από το κράτος, με ακμάζουσες κωμοπόλεις και πόλεις που μπορούσαν να αναπτύσσονται έξω από τη φεουδαρχική δομή εξουσίας και με ελευθερία μέσα στην κοινωνία, η οικονομία μπόρεσε να αναπτυχθεί στη Δυτική Ευρώπη με τρόπο που ξεπέρασε όλους τους προηγούμενους πολιτισμούς. Επιπλέον, η γερμανική —και ιδίως η κελτική— φυλετική δομή που διαδέχθηκε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά την αποσύνθεσή της διέθετε ισχυρά λιμπερταριανά στοιχεία. Αντί για έναν πανίσχυρο κρατικό μηχανισμό που ασκούσε μονοπώλιο της βίας, οι διαφορές επιλύονταν με προσφυγή των αντιμαχόμενων μελών της φυλής στους πρεσβυτέρους της, σχετικά με τη φύση και την εφαρμογή του εθιμικού και κοινού δικαίου της φυλής. Ο «αρχηγός» ήταν γενικά απλώς ένας πολεμικός ηγέτης, ο οποίος καλούνταν να αναλάβει τον πολεμικό του ρόλο μόνο όταν διεξαγόταν πόλεμος με άλλες φυλές. Δεν υπήρχε μόνιμη πολεμική ή στρατιωτική γραφειοκρατία στις φυλές. Στη Δυτική Ευρώπη, όπως και σε πολλούς άλλους πολιτισμούς, το τυπικό πρότυπο προέλευσης του κράτους δεν ήταν ένα εθελοντικό «κοινωνικό συμβόλαιο», αλλά η κατάκτηση μιας φυλής από μια άλλη. Η αρχική ελευθερία της φυλής ή των αγροτών πέφτει έτσι θύμα των κατακτητών. Αρχικά, η κατακτήτρια φυλή σκότωνε και λεηλατούσε τα θύματά της και συνέχιζε τον δρόμο της. Κάποια στιγμή όμως οι κατακτητές αποφάσισαν ότι θα ήταν πιο κερδοφόρο να εγκατασταθούν ανάμεσα στους κατακτημένους αγρότες και να τους κυβερνούν και να τους λεηλατούν σε μόνιμη και συστηματική βάση. Ο περιοδικός φόρος υποτέλειας που αποσπούσαν από τους κατακτημένους υπηκόους κατέληξε να ονομάζεται «φορολογία». Και, με την ίδια γενικότητα, οι κατακτητές φύλαρχοι μοίραζαν τη γη των αγροτών στους διάφορους πολέμαρχους, οι οποίοι μπορούσαν έτσι να εγκατασταθούν και να εισπράττουν φεουδαρχική «πρόσοδο» από τους αγρότες. Οι αγρότες συχνά υποδουλώνονταν ή, ακριβέστερα, προσδένονταν ως δουλοπάροικοι στην ίδια τη γη, ώστε να παρέχουν μια διαρκή πηγή εκμεταλλεύσιμης εργασίας στους φεουδάρχες.31

With decentralized power, with a Church separate from the State, with flourishing towns and cities able to develop outside the feudal power structure, and with freedom in society, the economy was able to develop in Western Europe in a way that transcended all previous civilizations. Furthermore, the Germanic—and particularly the Celtic—tribal structure which succeeded the disintegrating Roman Empire had strong libertarian elements. Instead of a mighty State apparatus exerting a monopoly of violence, disputes were solved by contending tribesmen consulting the elders of the tribe on the nature and application of the tribe’s customary and common law. The “chief” was generally merely a war leader who was only called into his warrior role whenever war with other tribes was under way. There was no permanent war or military bureaucracy in the tribes. In Western Europe, as in many other civilizations, the typical model of the origin of the State was not via a voluntary “social contract” but by the conquest of one tribe by another. The original liberty of the tribe or the peasantry thus falls victim to the conquerors. At first, the conquering tribe killed and looted the victims and rode on. But at some time the conquerors decided that it would be more profitable to settle down among the conquered peasantry and rule and loot them on a permanent and systematic basis. The periodic tribute exacted from the conquered subjects eventually came to be called “taxation.” And, with equal generality, the conquering chieftains parcelled out the land of the peasantry to the various warlords, who were then able to settle down and collect feudal “rent” from the peasantry. The peasants were often enslaved, or rather enserfed, to the land itself to provide a continuing source of exploited labor for the feudal lords.

50

Μπορούμε να σημειώσουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα γέννησης ενός νεότερου κράτους μέσω κατάκτησης. Το ένα ήταν η στρατιωτική κατάκτηση των Ινδιάνων αγροτών της Λατινικής Αμερικής από τους Ισπανούς. Οι κατακτητές Ισπανοί όχι μόνο εγκαθίδρυσαν ένα νέο κράτος πάνω στους Ινδιάνους, αλλά η γη των αγροτών μοιράστηκε στους κατακτητές πολέμαρχους, οι οποίοι έκτοτε θα εισέπρατταν πρόσοδο από τους καλλιεργητές της γης. Ένα άλλο παράδειγμα ήταν η νέα πολιτική μορφή που επιβλήθηκε στους Σάξονες της Αγγλίας μετά την κατάκτησή τους από τους Νορμανδούς το 1066. Η γη της Αγγλίας μοιράστηκε στους Νορμανδούς πολεμικούς άρχοντες, οι οποίοι συγκρότησαν έτσι έναν κρατικό και φεουδαρχικό γαιοκτητικό μηχανισμό κυριαρχίας πάνω στον υποταγμένο πληθυσμό. Για τον λιμπερταριανό, το πιο ενδιαφέρον και ασφαλώς το πιο οδυνηρό παράδειγμα δημιουργίας κράτους μέσω κατάκτησης ήταν η καταστροφή της λιμπερταριανής κοινωνίας της παλαιάς Ιρλανδίας από την Αγγλία τον δέκατο έβδομο αιώνα· μια κατάκτηση που εγκαθίδρυσε ένα αυτοκρατορικό κράτος και εκδίωξε πολυάριθμους Ιρλανδούς από την αγαπημένη τους γη. Η λιμπερταριανή κοινωνία της Ιρλανδίας, η οποία διήρκεσε χίλια χρόνια — και θα περιγραφεί εκτενέστερα παρακάτω—, μπόρεσε να αντισταθεί στην αγγλική κατάκτηση επί εκατοντάδες χρόνια ακριβώς επειδή δεν υπήρχε κράτος που θα μπορούσε να κατακτηθεί εύκολα και κατόπιν να χρησιμοποιηθεί από τους κατακτητές για τη διακυβέρνηση του γηγενούς πληθυσμού.

We may note a few prominent instances of the birth of a modern State through conquest. One was the military conquest of the Indian peasantry in Latin America by the Spaniards. The conquering Spanish not only established a new State over the Indians, but the land of the peasantry was parcelled out among the conquering warlords, who were ever after to collect rent from the tillers of the land. Another instance was the new political form imposed upon the Saxons of England after their conquest by the Normans in 1066. The land of England was parcelled out among the Norman warrior lords, who thereby formed a State and feudal-land apparatus of rule over the subject population. For the libertarian, the most interesting and certainly the most poignant example of the creation of a State through conquest was the destruction of the libertarian society of ancient Ireland by England in the seventeenth century, a conquest which established an imperial State and ejected numerous Irish from their cherished land. The libertarian society of Ireland, which lasted for a thousand years—and which will be described further below—was able to resist English conquest for hundreds of years because of the absence of a State which could be conquered easily and then used by the conquerors to rule over the native population.

51

Ενώ όμως σε ολόκληρη τη δυτική ιστορία οι διανοούμενοι διατύπωναν θεωρίες σχεδιασμένες για να αναχαιτίζουν και να περιορίζουν την κρατική εξουσία, κάθε κράτος μπόρεσε να χρησιμοποιήσει τους δικούς του διανοουμένους για να μεταστρέψει αυτές τις ιδέες σε περαιτέρω νομιμοποιήσεις της διεύρυνσης της ισχύος του. Έτσι, αρχικά στη Δυτική Ευρώπη, η έννοια του «θείου δικαιώματος των βασιλέων» ήταν ένα δόγμα που προωθούσε η Εκκλησία για να περιορίσει την κρατική εξουσία. Η ιδέα ήταν ότι ο βασιλιάς δεν μπορούσε απλώς να επιβάλλει την αυθαίρετη βούλησή του. Οι επιταγές του περιορίζονταν από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τον θείο νόμο. Καθώς όμως η απόλυτη μοναρχία ενισχυόταν, οι βασιλείς μπόρεσαν να μεταστρέψουν την έννοια στην ιδέα ότι ο Θεός έθετε τη σφραγίδα της έγκρισής του σε κάθε βασιλική πράξη· ότι ο βασιλιάς κυβερνούσε «ελέω Θεού».

But while throughout Western history, intellectuals have formulated theories designed to check and limit State power, each State has been able to use its own intellectuals to turn those ideas around into further legitimations of its own advance of power. Thus, originally, in Western Europe the concept of the “divine right of kings” was a doctrine promoted by the Church to limit State power. The idea was that the king could not just impose his arbitrary will. His edicts were limited to conforming with the divine law. As absolute monarchy advanced, however, the kings were able to turn the concept around to the idea that God put his stamp of approval on any of the king’s actions; that he ruled by “divine right.”

52

Ομοίως, η έννοια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ξεκίνησε ως λαϊκός φραγμός στην απόλυτη κυριαρχία του μονάρχη. Ο βασιλιάς περιοριζόταν από την εξουσία του κοινοβουλίου να του παραχωρεί φορολογικά έσοδα. Σταδιακά, όμως, καθώς το κοινοβούλιο εκτόπιζε τον βασιλιά από την κορυφή του κράτους, το ίδιο έγινε ο ανεξέλεγκτος φορέας της κρατικής κυριαρχίας. Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, οι Άγγλοι ωφελιμιστές, οι οποίοι υποστήριζαν τη διεύρυνση της ατομικής ελευθερίας στο όνομα της κοινωνικής ωφέλειας και της γενικής ευημερίας, έμελλε να δουν αυτές τις έννοιες να μετατρέπονται σε νομιμοποιήσεις της επέκτασης της κρατικής εξουσίας.

Similarly, the concept of parliamentary democracy began as a popular check on the absolute rule of the monarch. The king was limited by the power of parliament to grant him tax revenues. Gradually, however, as parliament displaced the king as head of State, the parliament itself became the unchecked State sovereign. In the early nineteenth century, English utilitarians, who advocated additional individual liberty in the name of social utility and the general welfare, were to see these concepts turned into sanctions for expanding the power of the State.

53

Όπως γράφει ο De Jouvenel:

As De Jouvenel writes:

54

Πολλοί συγγραφείς θεωριών περί κυριαρχίας επεξεργάστηκαν το ένα ή το άλλο από αυτά τα περιοριστικά μέσα. Στο τέλος όμως κάθε τέτοια θεωρία, αργά ή γρήγορα, έχασε τον αρχικό της σκοπό και κατέληξε να λειτουργεί απλώς ως εφαλτήριο για την Εξουσία, παρέχοντάς της την ισχυρή συνδρομή ενός αόρατου κυριάρχου με τον οποίο, με τον καιρό, μπορούσε να ταυτιστεί επιτυχώς.32

Many writers on theories of sovereignty have worked out one or the other of these restrictive devices. But in the end every single such theory has, sooner or later, lost its original purpose, and come to act merely as a springboard to Power, by providing it with the powerful aid of an invisible sovereign with whom it could in time successfully identify itself.

55

Ασφαλώς, η πιο φιλόδοξη απόπειρα στην ιστορία να επιβληθούν όρια στο κράτος ήταν η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων και τα άλλα περιοριστικά μέρη του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών. Εδώ, οι γραπτοί περιορισμοί της κυβέρνησης έγιναν θεμελιώδης νόμος, προς ερμηνεία από μια δικαστική εξουσία υποτίθεται ανεξάρτητη από τους άλλους κλάδους της κυβέρνησης. Όλοι οι Αμερικανοί γνωρίζουν τη διαδικασία με την οποία επαληθεύθηκε η προφητική ανάλυση του John C. Calhoun· η ίδια η μονοπωλιακή δικαστική εξουσία του κράτους διεύρυνε αδυσώπητα την ερμηνεία των κρατικών εξουσιών κατά τον τελευταίο ενάμιση αιώνα. Ελάχιστοι όμως υπήρξαν τόσο οξυδερκείς όσο ο Αμερικανός προοδευτικός καθηγητής Charles Black —ο οποίος χαιρετίζει αυτή τη διαδικασία— ώστε να διακρίνουν ότι το κράτος μπόρεσε να μετατρέψει τον ίδιο τον δικαστικό έλεγχο συνταγματικότητας από μέσο περιορισμού σε ισχυρό εργαλείο εξασφάλισης νομιμοποίησης των πράξεών του στη συνείδηση του κοινού. Αν μια δικαστική απόφαση περί «αντισυνταγματικότητας» αποτελεί ισχυρό φραγμό στην κυβερνητική εξουσία, τότε και μια απόφαση περί «συνταγματικότητας» αποτελεί εξίσου ισχυρό όπλο για την καλλιέργεια της λαϊκής αποδοχής μιας ολοένα μεγαλύτερης κυβερνητικής εξουσίας.

Certainly, the most ambitious attempt in history to impose limits on the State was the Bill of Rights and other restrictive parts of the United States Constitution. Here, written limits on government became the fundamental law, to be interpreted by a judiciary supposedly independent of the other branches of government. All Americans are familiar with the process by which John C. Calhoun’s prophetic analysis has been vindicated; the State’s own monopoly judiciary has inexorably broadened the construction of State power over the last century and a half. But few have been as keen as liberal Professor Charles Black—who hails the process—in seeing that the State has been able to transform judicial review itself from a limiting device into a powerful instrument for gaining legitimacy for its actions in the minds of the public. If a judicial decree of “unconstitutional” is a mighty check on governmental power, so too a verdict of “constitutional” is an equally mighty weapon for fostering public acceptance of ever greater governmental power.

56

Ο καθηγητής Black αρχίζει την ανάλυσή του επισημαίνοντας την κρίσιμη αναγκαιότητα της «νομιμοποίησης» για την επιβίωση κάθε κυβέρνησης· δηλαδή, της βασικής αποδοχής της κυβέρνησης και των πράξεών της από την πλειονότητα. Η αποδοχή της νομιμοποίησης, όμως, γίνεται πραγματικό πρόβλημα σε μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου «ουσιαστικοί περιορισμοί είναι ενσωματωμένοι στη θεωρία πάνω στην οποία στηρίζεται η κυβέρνηση». Εκείνο που χρειάζεται, προσθέτει ο Black, είναι μια μέθοδος μέσω της οποίας η κυβέρνηση μπορεί να διαβεβαιώνει τον λαό ότι οι διευρυνόμενες εξουσίες της είναι πράγματι «συνταγματικές». Και αυτή, καταλήγει, υπήρξε η κύρια ιστορική λειτουργία του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας. Ας αφήσουμε τον Black να διευκρινίσει το πρόβλημα:

Professor Black begins his analysis by pointing out the crucial necessity for “legitimacy” of any government in order to endure; that is, basic majority acceptance of the government and its actions. Acceptance of legitimacy, however, becomes a real problem in a country like the United States, where “substantive limitations are built into the theory on which the government rests.” What is needed, adds Black, is a method by which the government can assure the public that its expanding powers are indeed “constitutional.” And this, he concludes, has been the major historic function of judicial review. Let Black illustrate the problem:

57

Ο ύψιστος κίνδυνος για την κυβέρνηση είναι η δυσαρέσκεια και ένα αίσθημα αγανάκτησης που εξαπλώνεται ευρέως στον πληθυσμό, καθώς και η απώλεια του ηθικού κύρους της κυβέρνησης ως τέτοιας, όσο καιρό κι αν αυτή μπορεί να στηρίζεται στη βία, στην αδράνεια ή στην έλλειψη μιας ελκυστικής και άμεσα διαθέσιμης εναλλακτικής λύσης. Σχεδόν κάθε άνθρωπος που ζει υπό μια κυβέρνηση περιορισμένων εξουσιών θα υποστεί αργά ή γρήγορα κάποια κυβερνητική ενέργεια την οποία, κατά την προσωπική του κρίση, θεωρεί ότι υπερβαίνει την κυβερνητική εξουσία ή ότι απαγορεύεται ρητά στην κυβέρνηση. Ένας άνθρωπος επιστρατεύεται, μολονότι δεν βρίσκει τίποτε στο Σύνταγμα σχετικά με την επιστράτευσή του… Σε έναν γεωργό υποδεικνύεται πόσο σιτάρι μπορεί να καλλιεργήσει· ο ίδιος πιστεύει, και διαπιστώνει ότι ορισμένοι αξιοσέβαστοι νομικοί συμφωνούν μαζί του, ότι η κυβέρνηση δεν έχει περισσότερο δικαίωμα να του λέει πόσο σιτάρι μπορεί να καλλιεργεί απ’ όσο έχει να λέει στην κόρη του ποιον μπορεί να παντρευτεί. Ένας άνθρωπος πηγαίνει σε ομοσπονδιακή φυλακή επειδή λέει όσα θέλει, και βηματίζει στο κελί του απαγγέλλοντας… «Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίζει νόμους που περιορίζουν την ελευθερία του λόγου»… Σε έναν επιχειρηματία υποδεικνύεται ποια τιμή μπορεί και οφείλει να ζητά για το βουτυρόγαλα.

Ο κίνδυνος είναι αρκετά πραγματικός: καθένας από αυτούς τους ανθρώπους —και ποιος δεν συγκαταλέγεται ανάμεσά τους; — μπορεί να αντιπαραβάλει την έννοια του περιορισμού της κυβερνητικής εξουσίας με την πραγματικότητα, όπως ο ίδιος τη βλέπει, της κατάφωρης υπέρβασης των πραγματικών ορίων και να συναγάγει το προφανές συμπέρασμα για τη νομιμοποίηση της κυβέρνησής του.33

The supreme risk [to the government] is that of disaffection and a feeling of outrage widely disseminated throughout the population, and loss of moral authority by the government as such, however long it may be propped up by force or inertia or the lack of an appealing and immediately available alternative. Almost everybody living under a government of limited powers, must sooner or later be subjected to some governmental action which as a matter of private opinion he regards as outside the power of government or positively forbidden to government. A man is drafted, though he finds nothing in the Constitution about being drafted.... A farmer is told how much wheat he can raise; he believes, and he discovers that some respectable lawyers believe with him, that the government has no more right to tell him how much wheat he can grow than it has to tell his daughter whom she can marry. A man goes to the federal penitentiary for saying what he wants to, and he paces his cell reciting.... “Congress shall make no laws abridging the freedom of speech.”... A businessman is told what he can ask, and must ask, for buttermilk.

The danger is real enough that each of these people (and who is not of their number?) will confront the concept of governmental limitation with the reality (as he sees it) of the flagrant overstepping of actual limits, and draw the obvious conclusion as to the status of his government with respect to legitimacy.

58

Αυτός ο κίνδυνος αποτρέπεται, προσθέτει ο Black, με την προβολή από το κράτος του δόγματος ότι ένας συγκεκριμένος φορέας πρέπει να έχει την τελική αρμοδιότητα απόφασης για τη συνταγματικότητα και ότι ο φορέας αυτός πρέπει να αποτελεί μέρος της ίδιας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Διότι, ενώ η φαινομενική ανεξαρτησία της ομοσπονδιακής δικαστικής εξουσίας έπαιξε ζωτικό ρόλο στο να καταστούν οι πράξεις της σχεδόν Ιερά Γραφή για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, είναι επίσης αλήθεια ότι η δικαστική εξουσία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κυβερνητικού μηχανισμού και διορίζεται από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία. Ο καθηγητής Black παραδέχεται ότι η κυβέρνηση έχει έτσι καταστήσει τον εαυτό της δικαστή στην ίδια της την υπόθεση και έχει παραβιάσει μια βασική δικαιική αρχή για την έκδοση οποιασδήποτε δίκαιης απόφασης. Ο Black, όμως, αντιμετωπίζει με αξιοσημείωτη ανεμελιά αυτή τη θεμελιώδη παραβίαση: «Η ύστατη εξουσία του κράτους… πρέπει να σταματά εκεί όπου τη σταματά ο νόμος. Και ποιος θα θέσει το όριο, και ποιος θα επιβάλει την ανακοπή απέναντι στην ισχυρότερη εξουσία; Μα το ίδιο το κράτος, φυσικά, μέσω των δικαστών και των νόμων του. Ποιος ελέγχει τους σώφρονες; Ποιος διδάσκει τους σοφούς;…»34 Έτσι, ο Black παραδέχεται ότι, όταν έχουμε κράτος, παραδίδουμε όλα τα όπλα και τα μέσα καταναγκασμού μας στον κρατικό μηχανισμό, μεταβιβάζουμε όλες τις εξουσίες τελικής απόφασης σε αυτή τη θεοποιημένη ομάδα και κατόπιν οφείλουμε να καθίσουμε φρόνιμα και ήσυχα, περιμένοντας τον αδιάκοπο χείμαρρο δικαιοσύνης που θα αναβλύζει από αυτούς τους θεσμούς — μολονότι ουσιαστικά δικάζουν τη δική τους υπόθεση. Ο Black δεν βλέπει καμία νοητή εναλλακτική σε αυτό το καταναγκαστικό μονοπώλιο των δικαστικών αποφάσεων που επιβάλλεται από το κράτος· ακριβώς εδώ όμως το νέο μας κίνημα αμφισβητεί αυτή τη συμβατική αντίληψη και υποστηρίζει ότι υπάρχει βιώσιμη εναλλακτική: ο λιμπερταριανισμός.

This danger is averted, Black adds, by the State’s propounding the doctrine that some one agency must have the ultimate decision on constitutionality, and that this agency must be part of the federal government itself. For while the seeming independence of the federal judiciary has played a vital role in making its actions virtual Holy Writ for the bulk of the population, it is also true that the judiciary is part and parcel of the government apparatus and is appointed by the executive and legislative branches. Professor Black concedes that the government has thereby set itself up as a judge in its own case, and has thus violated a basic juridical principle for arriving at any kind of just decision. But Black is remarkably lighthearted about this fundamental breach: “The final power of the State... must stop where the law stops it. And who shall set the limit, and who shall enforce the stopping, against the mightiest power? Why, the State itself, of course, through its judges and its laws. Who controls the temperate? Who teaches the wise?” And so Black admits that when we have a State, we hand over all our weapons and means of coercion to the State apparatus, we turn over all of our powers of ultimate decision-making to this deified group, and then we must jolly well sit back quietly and await the unending stream of justice that will pour forth from these institutions—even though they are basically judging their own case. Black sees no conceivable alternative to this coercive monopoly of judicial decisions enforced by the State, but here is precisely where our new movement challenges this conventional view and asserts that there is a viable alternative: libertarianism.

59

Μη βλέποντας μια τέτοια εναλλακτική, ο καθηγητής Black καταφεύγει στον μυστικισμό για να υπερασπιστεί το κράτος, διότι, σε τελευταία ανάλυση, θεωρεί την επίτευξη δικαιοσύνης και νομιμοποίησης μέσω της αέναης εκδίκασης της ίδιας του της υπόθεσης από το κράτος «κάτι σαν θαύμα». Με αυτόν τον τρόπο, ο προοδευτικός Black συναντά τον συντηρητικό Burnham στην προσφυγή στο θαυματουργό, παραδεχόμενος έτσι ότι δεν υπάρχει ικανοποιητικό ορθολογικό επιχείρημα υπέρ του κράτους.35

Seeing no such alternative, Professor Black falls back on mysticism in his defense of the State, for in the final analysis he finds the achievement of justice and legitimacy from the State’s perpetual judging of its own cause to be “something of a miracle.” In this way, the liberal Black joins the conservative Burnham in falling back on the miraculous and thereby admitting that there is no satisfactory rational argument in support of the State.

60

Εφαρμόζοντας τη ρεαλιστική του αντίληψη για το Ανώτατο Δικαστήριο στην περίφημη σύγκρουση μεταξύ του Δικαστηρίου και του New Deal τη δεκαετία του 1930, ο καθηγητής Black επιπλήττει τους προοδευτικούς συναδέλφους του για τη μυωπία με την οποία καταδίκαζαν τη δικαστική κωλυσιεργία:

Applying his realistic view of the Supreme Court to the famous conflict between the Court and the New Deal in the 1930s, Professor Black chides his liberal colleagues for their shortsightedness in denouncing judicial obstructionism:

61

…η καθιερωμένη εκδοχή της ιστορίας του New Deal και του Δικαστηρίου, αν και ακριβής με τον τρόπο της, μετατοπίζει την έμφαση… Επικεντρώνεται στις δυσκολίες· σχεδόν ξεχνά πώς κατέληξε ολόκληρη η υπόθεση. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν — και αυτό θέλω να τονίσω— ότι, έπειτα από περίπου είκοσι τέσσερις μήνες αντίστασης… το Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς ούτε μία αλλαγή στον νόμο που καθόριζε τη σύνθεσή του ή, πράγματι, στην ίδια τη στελέχωσή του, έθεσε τη θετική σφραγίδα της νομιμοποίησης στο New Deal και σε ολόκληρη τη νέα αντίληψη περί διακυβέρνησης στην Αμερική. Η έμφαση ανήκει στον συγγραφέα.36

the standard version of the story of the New Deal and the Court, though accurate in its way, displaces the emphasis.... It concentrates on the difficulties; it almost forgets how the whole thing turned out. The upshot of the matter was (and this is what I like to emphasize) that after some twenty-four months of balking... the Supreme Court, without a single change in the law of its composition, or, indeed, in its actual manning, placed the affirmative stamp of legitimacy on the New Deal, and on the whole new conception of government in America. [Italics the author’s]

62

Με αυτόν τον τρόπο, το Ανώτατο Δικαστήριο μπόρεσε να αποστομώσει το μεγάλο σώμα Αμερικανών που είχαν ισχυρές συνταγματικές αντιρρήσεις ως προς τις διευρυμένες εξουσίες του New Deal:

In this way, the Supreme Court was able to put the quietus to the large body of Americans who had strong constitutional objections to the expanded powers of the New Deal:

63

Φυσικά, δεν ικανοποιήθηκαν όλοι. Ο Bonnie Prince Charlie του συνταγματικά επιβεβλημένου laissez-faire εξακολουθεί να συγκινεί τις καρδιές λίγων ζηλωτών στα Υψίπεδα της οργισμένης αποκοπής από την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει όμως πλέον καμία σημαντική ή επικίνδυνη δημόσια αμφιβολία για τη συνταγματική εξουσία του Κογκρέσου να χειρίζεται την εθνική οικονομία όπως τη χειρίζεται… Δεν είχαμε άλλο μέσο, πέρα από το Ανώτατο Δικαστήριο, για να προσδώσουμε νομιμοποίηση στο New Deal.37

Of course, not everyone was satisfied. The Bonnie Prince Charlie of constitutionally commanded laissez-faire still stirs the hearts of a few zealots in the Highlands of choleric unreality. But there is no longer any significant or dangerous public doubt as to the constitutional power of Congress to deal as it does with the national economy.... We had no means, other than the Supreme Court, for imparting legitimacy to the New Deal.

64

Έτσι, ακόμη και στις Ηνωμένες Πολιτείες, μοναδική περίπτωση διακυβέρνησης με σύνταγμα του οποίου τουλάχιστον ορισμένα μέρη προορίζονταν να επιβάλουν αυστηρά και επίσημα όρια στις πράξεις της κυβέρνησης, ακόμη και εδώ το Σύνταγμα αποδείχθηκε όργανο επικύρωσης της επέκτασης της κρατικής εξουσίας και όχι το αντίθετο. Όπως διέκρινε ο Calhoun, κάθε γραπτός περιορισμός που αφήνει στην κυβέρνηση την ερμηνεία των ίδιων της των εξουσιών είναι βέβαιο ότι θα ερμηνευθεί ως νομιμοποίηση της διεύρυνσης και όχι της δέσμευσής τους. Με μια βαθιά έννοια, η ιδέα να δεσμευτεί η εξουσία με τις αλυσίδες ενός γραπτού συντάγματος αποδείχθηκε ευγενές πείραμα που απέτυχε. Η ιδέα μιας αυστηρά περιορισμένης κυβέρνησης αποδείχθηκε ουτοπική· πρέπει να βρεθούν άλλα, ριζοσπαστικότερα μέσα για την αποτροπή της επέκτασης του επιθετικού κράτους. Το λιμπερταριανό σύστημα θα αντιμετώπιζε αυτό το πρόβλημα απορρίπτοντας ολόκληρη την ιδέα να δημιουργηθεί πρώτα μια κυβέρνηση —ένας θεσμός με καταναγκαστικό μονοπώλιο της βίας σε μια δεδομένη επικράτεια— και κατόπιν να ελπίζουμε ότι θα βρούμε τρόπους να την εμποδίσουμε να επεκταθεί. Η λιμπερταριανή εναλλακτική είναι να μη δημιουργηθεί εξαρχής μια τέτοια μονοπωλιακή κυβέρνηση.

Thus, even in the United States, unique among governments in having a constitution, parts of which at least were meant to impose strict and solemn limits upon its actions, even here the Constitution has proved to be an instrument for ratifying the expansion of State power rather than the opposite. As Calhoun saw, any written limits that leave it to government to interpret its own powers are bound to be interpreted as sanctions for expanding and not binding those powers. In a profound sense, the idea of binding down power with the chains of a written constitution has proved to be a noble experiment that failed. The idea of a strictly limited government has proved to be utopian; some other, more radical means must be found to prevent the growth of the aggressive State. The libertarian system would meet this problem by scrapping the entire notion of creating a government—an institution with a coercive monopoly of force over a given territory—and then hoping to find ways to keep that government from expanding. The libertarian alternative is to abstain from such a monopoly government to begin with.

65

Θα διερευνήσουμε ολόκληρη την έννοια μιας κοινωνίας χωρίς κράτος, μιας κοινωνίας χωρίς τυπικά συγκροτημένη κυβέρνηση, σε μεταγενέστερα κεφάλαια. Μια διδακτική άσκηση, όμως, είναι να προσπαθήσουμε να εγκαταλείψουμε τους συνήθεις τρόπους με τους οποίους βλέπουμε τα πράγματα και να εξετάσουμε το επιχείρημα υπέρ του κράτους εξαρχής. Ας επιχειρήσουμε να παραμερίσουμε το γεγονός ότι, από όσο μπορούμε να θυμηθούμε, το κράτος μονοπωλεί τις αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες στην κοινωνία. Ας υποθέσουμε ότι όλοι ξεκινούσαμε εντελώς από το μηδέν και ότι εκατομμύρια από εμάς είχαμε μεταφερθεί στη γη από κάποιον άλλο πλανήτη, πλήρως ανεπτυγμένοι και ενήλικοι. Αρχίζει μια συζήτηση για το πώς θα παρέχεται η προστασία — οι αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες. Κάποιος λέει: «Ας δώσουμε όλοι όλα μας τα όπλα στον Joe Jones εκεί πέρα και στους συγγενείς του. Και ας αφήσουμε τον Jones και την οικογένειά του να αποφασίζουν για όλες τις διαφορές μεταξύ μας. Με αυτόν τον τρόπο, οι Jones θα μπορούν να μας προστατεύουν όλους από οποιαδήποτε επίθεση ή απάτη διαπράξει κάποιος άλλος. Με όλη την εξουσία και όλη τη δυνατότητα λήψης τελικών αποφάσεων για τις διαφορές στα χέρια του Jones, θα είμαστε όλοι προστατευμένοι ο ένας από τον άλλον. Και κατόπιν ας επιτρέψουμε στους Jones να αποκτούν το εισόδημά τους από αυτή τη σπουδαία υπηρεσία χρησιμοποιώντας τα όπλα τους και αποσπώντας διά του καταναγκασμού όσα έσοδα επιθυμούν». Ασφαλώς, σε μια τέτοια κατάσταση κανείς δεν θα αντιμετώπιζε αυτή την πρόταση παρά μόνο με χλευασμό. Διότι θα ήταν απολύτως προφανές ότι, σε αυτή την περίπτωση, κανένας από εμάς δεν θα είχε τρόπο να προστατευθεί από τις επιθέσεις ή τις αρπαγές των ίδιων των Jones. Κανείς τότε δεν θα ήταν τόσο ανόητος ώστε να απαντήσει στο πανάρχαιο και εξαιρετικά οξυδερκές ερώτημα «Ποιος θα φυλάει τους φύλακες;» με το ανέμελο «Ποιος ελέγχει τους σώφρονες;» του καθηγητή Black. Μόνο επειδή έχουμε συνηθίσει επί χιλιάδες χρόνια στην ύπαρξη του κράτους δίνουμε σήμερα ακριβώς αυτού του είδους την παράλογη απάντηση στο πρόβλημα της κοινωνικής προστασίας και άμυνας.

We will explore the entire notion of a State-less society, a society without formal government, in later chapters. But one instructive exercise is to try to abandon the habitual ways of seeing things, and to consider the argument for the State de novo. Let us try to transcend the fact that for as long as we can remember, the State has monopolized police and judicial services in society. Suppose that we were all starting completely from scratch, and that millions of us had been dropped down upon the earth, fully grown and developed, from some other planet. Debate begins as to how protection (police and judicial services) will be provided. Someone says: “Let’s all give all of our weapons to Joe Jones over there, and to his relatives. And let Jones and his family decide all disputes among us. In that way, the Joneses will be able to protect all of us from any aggression or fraud that anyone else may commit. With all the power and all the ability to make ultimate decisions on disputes in the hands of Jones, we will all be protected from one another. And then let us allow the Joneses to obtain their income from this great service by using their weapons, and by exacting as much revenue by coercion as they shall desire.” Surely in that sort of situation, no one would treat this proposal with anything but ridicule. For it would be starkly evident that there would be no way, in that case, for any of us to protect ourselves from the aggressions, or the depredations, of the Joneses themselves. No one would then have the total folly to respond to that long-standing and most perceptive query: “Who shall guard the guardians?” by answering with Professor Black’s blithe: “Who controls the temperate?” It is only because we have become accustomed over thousands of years to the existence of the State that we now give precisely this kind of absurd answer to the problem of social protection and defense.

66

Και, φυσικά, το κράτος δεν ξεκίνησε ποτέ πραγματικά από ένα τέτοιο «κοινωνικό συμβόλαιο». Όπως επισήμανε ο Oppenheimer, το κράτος γενικά προήλθε από τη βία και την κατάκτηση· ακόμη κι αν κατά καιρούς αναδύθηκε από εσωτερικές διαδικασίες, ασφαλώς δεν προήλθε ποτέ από γενική συναίνεση ή σύμβαση.

And, of course, the State never really did begin with this sort of “social contract.” As Oppenheimer pointed out, the State generally began in violence and conquest; even if at times internal processes gave rise to the State, it was certainly never by general consensus or contract.

67

Το λιμπερταριανό δόγμα μπορεί πλέον να συνοψιστεί ως εξής: (1) το απόλυτο δικαίωμα κάθε ανθρώπου στην κυριότητα επί του ίδιου του σώματός του· (2) το εξίσου απόλυτο δικαίωμα να είναι κύριος και, συνεπώς, να ελέγχει τους υλικούς πόρους που έχει βρει και μετασχηματίσει· και (3) επομένως, το απόλυτο δικαίωμα να ανταλλάσσει ή να παραχωρεί την κυριότητα αυτών των πόρων σε οποιονδήποτε είναι πρόθυμος να τους ανταλλάξει ή να τους δεχθεί. Όπως είδαμε, καθένα από αυτά τα βήματα αφορά ιδιοκτησιακά δικαιώματα· ακόμη όμως κι αν ονομάσουμε τα δικαιώματα του πρώτου βήματος «προσωπικά», θα δούμε ότι τα ζητήματα της «προσωπικής ελευθερίας» εμπλέκουν αξεδιάλυτα τα δικαιώματα επί της υλικής ιδιοκτησίας ή της ελεύθερης ανταλλαγής. Ή, συνοπτικά, τα δικαιώματα της προσωπικής ελευθερίας και της «ελευθερίας του επιχειρείν» είναι σχεδόν πάντοτε αλληλένδετα και δεν μπορούν πραγματικά να διαχωριστούν.

The libertarian creed can now be summed up as (1) the absolute right of every man to the ownership of his own body; (2) the equally absolute right to own and therefore to control the material resources he has found and transformed; and (3) therefore, the absolute right to exchange or give away the ownership to such titles to whoever is willing to exchange or receive them. As we have seen, each of these steps involves property rights, but even if we call step (1) “personal” rights, we shall see that problems about “personal liberty” inextricably involve the rights of material property or free exchange. Or, briefly, the rights of personal liberty and “freedom of enterprise” almost invariably intertwine and cannot really be separated.

68

Είδαμε ότι η άσκηση της προσωπικής «ελευθερίας του λόγου», για παράδειγμα, συνεπάγεται σχεδόν πάντοτε την άσκηση «οικονομικής ελευθερίας» — δηλαδή, της ελευθερίας να κατέχει και να ανταλλάσσει κανείς υλική περιουσία. Η διοργάνωση μιας συγκέντρωσης για την άσκηση της ελευθερίας του λόγου συνεπάγεται τη μίσθωση μιας αίθουσας, τη μετάβαση σε αυτήν μέσω δρόμων, τη χρήση κάποιου μεταφορικού μέσου κ.λπ. Η στενά συνδεδεμένη «ελευθερία του Τύπου» συνεπάγεται ακόμη πιο προφανώς το κόστος της εκτύπωσης και της χρήσης τυπογραφικού πιεστηρίου, την πώληση φυλλαδίων σε πρόθυμους αγοραστές — εν ολίγοις, όλα τα συστατικά της «οικονομικής ελευθερίας». Επιπλέον, το παράδειγμά μας με την κραυγή «φωτιά» σε ένα κατάμεστο θέατρο μας παρέχει σαφή κατευθυντήρια γραμμή για να αποφασίζουμε ποιανού τα δικαιώματα πρέπει να υπερασπιστούμε σε κάθε δεδομένη κατάσταση — μια κατευθυντήρια γραμμή που προκύπτει από το κριτήριό μας: τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

We have seen that the exercise of personal “freedom of speech,” for example, almost invariably involves the exercise of “economic freedom”—i.e., freedom to own and exchange material property. The holding of a meeting to exercise freedom of speech involves the hiring of a hall, traveling to the hall over roads, and using some form of transportation, etc. The closely related “freedom of the press” even more evidently involves the cost of printing and of using a press, the sale of leaflets to willing buyers—in short, all the ingredients of “economic freedom.” Furthermore, our example of “shouting ‘fire’ in a crowded theater” provides us with the clear guideline for deciding whose rights must be defended in any given situation—the guidelines being provided by our criterion: the rights of property.

69

← Κεφάλαιο 2: Ιδιοκτησία και ΑνταλλαγήΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 4: Τα Προβλήματα →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Για μια Νέα Ελευθερία