Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Για μια Νέα Ελευθερία: Κεφάλαιο 1: Η Λιμπερταριανή Κληρονομιά: Η Αμερικανική Επανάσταση και ο Κλασικός Φιλελευθερισμός

Murray N. Rothbard · For a New Liberty: The Libertarian Manifesto

Πραξεολόγος

← ΠρόλογοςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 2: Ιδιοκτησία και Ανταλλαγή →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, For a New Liberty: The Libertarian Manifesto, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2006 (ηλεκτρονική έκδοση). © 1973, 1978 Murray N. Rothbard· © 2006 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/new-liberty-libertarian-manifesto.

Η μετάφραση ακολουθεί την αναθεωρημένη έκδοση του 1978, ενώ το αγγλικό κείμενο εδώ είναι η έκδοση του Mises Institute (2006). Γι’ αυτό ο «Πρόλογος» του Rothbard (Φεβρουάριος 1978), η τελευταία παράγραφος του κεφαλαίου 15 στην ελληνική και το «Παράρτημα: Το Λιμπερταριανό Κίνημα» δεν έχουν αγγλικό αντίστοιχο εδώ (το παράρτημα δεν περιλαμβάνεται), ενώ η ενότητα «Toward a Free America» υπάρχει μόνο στα αγγλικά. Ο «Πρόλογος Μεταφραστή» και η εισαγωγή του Llewellyn H. Rockwell, Jr. (2005) της αγγλικής έκδοσης δεν περιλαμβάνονται. Οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ) εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 1: Η Λιμπερταριανή Κληρονομιά: Η Αμερικανική Επανάσταση και ο Κλασικός Φιλελευθερισμός

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1 The Libertarian Heritage: The American Revolution and Classical Liberalism

1

Η Αμερικανική Επανάσταση και ο κλασικός φιλελευθερισμός

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

2

Την ημέρα των εκλογών του 1978, οι υποψήφιοι του Λιμπερταριανού Κόμματος για έδρες στο Κογκρέσο και για πολιτειακά και τοπικά αξιώματα συγκέντρωσαν 1,25 εκατομμύρια ψήφους σε ολόκληρη τη χώρα. Ο Richard Randolph εξελέγη στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Αλάσκας με το ψηφοδέλτιο του Λιμπερταριανού Κόμματος, ενώ ο Edward Clark συγκέντρωσε 377.960 ψήφους ως υποψήφιος κυβερνήτης της Καλιφόρνιας. Αφού το προεδρικό ψηφοδέλτιο του Λιμπερταριανού Κόμματος έλαβε 174.000 ψήφους σε 32 πολιτείες το 1976, το μετρημένο στις κρίσεις του Congressional Quarterly οδηγήθηκε να κατατάξει το νεοσύστατο Λιμπερταριανό Κόμμα ως το τρίτο μεγάλο πολιτικό κόμμα της Αμερικής. Ο αξιοσημείωτος ρυθμός ανάπτυξης αυτού του νέου κόμματος γίνεται φανερός αν αναλογιστεί κανείς ότι ιδρύθηκε μόλις το 1971, από μια χούφτα μέλη συγκεντρωμένα σε ένα σαλόνι στο Κολοράντο. Την επόμενη χρονιά κατήλθε στις προεδρικές εκλογές με ένα ψηφοδέλτιο που κατάφερε να συμπεριληφθεί στα ψηφοδέλτια δύο πολιτειών. Και τώρα είναι το τρίτο μεγάλο κόμμα της Αμερικής.

On Election Day, 1976, the Libertarian party presidential ticket of Roger L. MacBride for President and David P. Bergland for Vice President amassed 174,000 votes in thirty-two states throughout the country. The sober Congressional Quarterly was moved to classify the fledgling Libertarian party as the third major political party in America. The remarkable growth rate of this new party may be seen in the fact that it only began in 1971 with a handful of members gathered in a Colorado living room. The following year it fielded a presidential ticket which managed to get on the ballot in two states. And now it is America’s third major party.

3

Ακόμη πιο αξιοσημείωτο είναι ότι το Λιμπερταριανό Κόμμα πέτυχε αυτή την ανάπτυξη παραμένοντας σταθερά προσηλωμένο σε ένα νέο ιδεολογικό δόγμα —τον «λιμπερταριανισμό»— και εισάγοντας έτσι στην αμερικανική πολιτική σκηνή, για πρώτη φορά εδώ και έναν αιώνα, ένα κόμμα που ενδιαφέρεται για τις αρχές και όχι απλώς για την εξασφάλιση θέσεων και χρημάτων από τον δημόσιο κορβανά. Αμέτρητες φορές μας έχουν πει οι σχολιαστές και οι πολιτικοί επιστήμονες ότι το ιδιαίτερο χάρισμα της Αμερικής και του κομματικού μας συστήματος είναι η απουσία ιδεολογίας και ο «πραγματισμός» τους —ένας εύσχημος όρος για την αποκλειστική προσήλωση στην αρπαγή χρημάτων και θέσεων εις βάρος των δύσμοιρων φορολογουμένων. Πώς εξηγείται, λοιπόν, η εκπληκτική ανάπτυξη ενός νέου κόμματος που είναι απροκάλυπτα και με ενθουσιασμό αφοσιωμένο στην ιδεολογία;

Even more remarkably, the Libertarian party achieved this growth while consistently adhering to a new ideological creed—”libertarianism”—thus bringing to the American political scene for the first time in a century a party interested in principle rather than in merely gaining jobs and money at the public trough. We have been told countless times by pundits and political scientists that the genius of America and of our party system is its lack of ideology and its “pragmatism” (a kind word for focusing solely on grabbing money and jobs from the hapless taxpayers). How, then, explain the amazing growth of a new party which is frankly and eagerly devoted to ideology?

4

Μια εξήγηση είναι ότι οι Αμερικανοί δεν ήταν πάντοτε πραγματιστές και απαλλαγμένοι από ιδεολογικές δεσμεύσεις. Αντιθέτως, οι ιστορικοί αναγνωρίζουν πλέον ότι η ίδια η Αμερικανική Επανάσταση όχι μόνο είχε ιδεολογικό χαρακτήρα, αλλά υπήρξε επίσης αποτέλεσμα της αφοσίωσης στις αρχές και στους θεσμούς του λιμπερταριανισμού. Οι Αμερικανοί επαναστάτες ήταν βαθιά διαποτισμένοι από τις αρχές του λιμπερταριανισμού, μιας ιδεολογίας που τους οδήγησε να διακινδυνεύσουν τη ζωή, την περιουσία και την ιερή τιμή τους, αντιστεκόμενοι στις προσβολές των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τους από την αυτοκρατορική βρετανική κυβέρνηση. Οι ιστορικοί συζητούσαν επί μακρόν τα ακριβή αίτια της Αμερικανικής Επανάστασης: ήταν συνταγματικά, οικονομικά, πολιτικά ή ιδεολογικά; Αναγνωρίζουμε πλέον ότι οι επαναστάτες, ως λιμπερταριανοί, δεν έβλεπαν καμία σύγκρουση ανάμεσα στα ηθικά και πολιτικά δικαιώματα, αφενός, και στην οικονομική ελευθερία, αφετέρου. Αντιθέτως, αντιλαμβάνονταν την αστική και ηθική ελευθερία, την πολιτική ανεξαρτησία και την ελευθερία του εμπορίου και της παραγωγής ως μέρη ενός ενιαίου, αψεγάδιαστου συστήματος, αυτού που ο Adam Smith επρόκειτο να ονομάσει, την ίδια χρονιά που συντάχθηκε η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, «το προφανές και απλό σύστημα της φυσικής ελευθερίας».

One explanation is that Americans were not always pragmatic and nonideological. On the contrary, historians now realize that the American Revolution itself was not only ideological but also the result of devotion to the creed and the institutions of libertarianism. The American revolutionaries were steeped in the creed of libertarianism, an ideology which led them to resist with their lives, their fortunes, and their sacred honor the invasions of their rights and liberties committed by the imperial British government. Historians have long debated the precise causes of the American Revolution: Were they constitutional, economic, political, or ideological? We now realize that, being libertarians, the revolutionaries saw no conflict between moral and political rights on the one hand and economic freedom on the other. On the contrary, they perceived civil and moral liberty, political independence, and the freedom to trade and produce as all part of one unblemished system, what Adam Smith was to call, in the same year that the Declaration of Independence was written, the “obvious and simple system of natural liberty.”

5

Οι αρχές του λιμπερταριανισμού αναδύθηκαν από τα «κλασικά φιλελεύθερα» κινήματα του δέκατου έβδομου και του δέκατου όγδοου αιώνα στον δυτικό κόσμο, και συγκεκριμένα από την Αγγλική Επανάσταση του δέκατου έβδομου αιώνα. Αυτό το ριζοσπαστικό λιμπερταριανό κίνημα, παρότι σημείωσε μόνο μερική επιτυχία στη γενέτειρά του, τη Μεγάλη Βρετανία, κατόρθωσε ωστόσο να ανοίξει εκεί τον δρόμο για τη Βιομηχανική Επανάσταση, απελευθερώνοντας τη βιομηχανία και την παραγωγή από τους ασφυκτικούς περιορισμούς του κρατικού ελέγχου και των συντεχνιών των πόλεων που στηρίζονταν από τις αρχές. Διότι το κίνημα του κλασικού φιλελευθερισμού υπήρξε, σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, μια ισχυρή λιμπερταριανή «επανάσταση» εναντίον αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε Παλαιά Τάξη —το ancien régime—, η οποία εξουσίαζε τους υπηκόους της επί αιώνες. Το καθεστώς αυτό, κατά την πρώιμη νεότερη περίοδο που αρχίζει τον δέκατο έκτο αιώνα, είχε επιβάλει ένα απολυταρχικό συγκεντρωτικό κράτος και έναν βασιλιά που κυβερνούσε ελέω Θεού, πάνω σε ένα παλαιότερο, περιοριστικό πλέγμα φεουδαρχικών μονοπωλίων επί της γης και συντεχνιακών ελέγχων και περιορισμών στις πόλεις. Το αποτέλεσμα ήταν μια Ευρώπη που παρέμενε στάσιμη κάτω από ένα παραλυτικό πλέγμα ελέγχων, φόρων και μονοπωλιακών προνομίων παραγωγής και πώλησης, τα οποία οι κεντρικές —και οι τοπικές— αρχές παραχωρούσαν στους ευνοούμενούς τους παραγωγούς. Αυτή η συμμαχία του νέου γραφειοκρατικού, πολεμοχαρούς συγκεντρωτικού κράτους με προνομιούχους εμπόρους —μια συμμαχία την οποία οι μεταγενέστεροι ιστορικοί θα ονόμαζαν «μερκαντιλισμό»— και με μια άρχουσα τάξη φεουδαρχών γαιοκτημόνων συγκροτούσε την Παλαιά Τάξη, εναντίον της οποίας αναδύθηκε και εξεγέρθηκε το νέο κίνημα των κλασικών φιλελευθέρων και των ριζοσπαστών κατά τον δέκατο έβδομο και τον δέκατο όγδοο αιώνα.

The libertarian creed emerged from the “classical liberal” movements of the seventeenth and eighteenth centuries in the Western world, specifically, from the English Revolution of the seventeenth century. This radical libertarian movement, even though only partially successful in its birthplace, Great Britain, was still able to usher in the Industrial Revolution, thereby freeing industry and production from the strangling restrictions of State control and urban government-supported guilds. For the classical liberal movement was, throughout the Western world, a mighty libertarian “revolution” against what we might call the Old Order—the ancien régime which had dominated its subjects for centuries. This regime had, in the early modern period beginning in the sixteenth century, imposed an absolute central State and a king ruling by divine right on top of an older, restrictive web of feudal land monopolies and urban guild controls and restrictions. The result was a Europe stagnating under a crippling web of controls, taxes, and monopoly privileges to produce and sell conferred by central (and local) governments upon their favorite producers. This alliance of the new bureaucratic, war-making central State with privileged merchants—an alliance to be called “mercantilism” by later historians—and with a class of ruling feudal landlords constituted the Old Order against which the new movement of classical liberals and radicals arose and rebelled in the seventeenth and eighteenth centuries.

6

Σκοπός των κλασικών φιλελευθέρων ήταν η πραγμάτωση της ατομικής ελευθερίας σε όλες τις αλληλένδετες πτυχές της. Στην οικονομία, οι φόροι έπρεπε να μειωθούν δραστικά, οι έλεγχοι και οι ρυθμίσεις να καταργηθούν, και η ανθρώπινη ενεργητικότητα, η επιχειρηματική πρωτοβουλία και οι αγορές να αφεθούν ελεύθερες να δημιουργούν και να παράγουν μέσα από συναλλαγές που θα ωφελούσαν τους πάντες και τη μεγάλη μάζα των καταναλωτών. Οι επιχειρηματίες έπρεπε επιτέλους να είναι ελεύθεροι να ανταγωνίζονται, να αναπτύσσονται, να δημιουργούν. Τα δεσμά του ελέγχου έπρεπε να αρθούν εξίσου από τη γη, την εργασία και το κεφάλαιο. Η προσωπική ελευθερία και οι ελευθερίες των πολιτών έπρεπε να κατοχυρωθούν απέναντι στις αρπαγές και στην τυραννία του βασιλιά ή των υποτακτικών του. Η θρησκεία, πηγή αιματηρών πολέμων επί αιώνες, όταν τα θρησκευτικά δόγματα μάχονταν για τον έλεγχο του κράτους, έπρεπε να απαλλαγεί από την κρατική επιβολή ή παρέμβαση, ώστε όλες οι θρησκείες —ή η απουσία θρησκείας— να μπορούν να συνυπάρχουν ειρηνικά. Η ειρήνη αποτελούσε επίσης το δόγμα εξωτερικής πολιτικής των νέων κλασικών φιλελευθέρων· το πανάρχαιο καθεστώς αυτοκρατορικής και κρατικής επέκτασης για την απόκτηση ισχύος και άνομου πλούτου έπρεπε να αντικατασταθεί από μια εξωτερική πολιτική ειρήνης και ελεύθερου εμπορίου με όλα τα έθνη. Και καθώς θεωρούσαν ότι ο πόλεμος γεννιόταν από τους μόνιμους στρατούς και στόλους, από τη στρατιωτική ισχύ που επιζητούσε διαρκώς την επέκτασή της, αυτοί οι στρατιωτικοί μηχανισμοί έπρεπε να αντικατασταθούν από εθελοντικές τοπικές πολιτοφυλακές, από πολίτες που δεν ήταν επαγγελματίες στρατιωτικοί και που θα επιθυμούσαν να πολεμήσουν μόνο για την υπεράσπιση των δικών τους σπιτιών και των γειτονιών τους.

The object of the classical liberals was to bring about individual liberty in all of its interrelated aspects. In the economy, taxes were to be drastically reduced, controls and regulations eliminated, and human energy, enterprise, and markets set free to create and produce in exchanges that would benefit everyone and the mass of consumers. Entrepreneurs were to be free at last to compete, to develop, to create. The shackles of control were to be lifted from land, labor, and capital alike. Personal freedom and civil liberty were to be guaranteed against the depredations and tyranny of the king or his minions. Religion, the source of bloody wars for centuries when sects were battling for control of the State, was to be set free from State imposition or interference, so that all religions—or nonreligions—could coexist in peace. Peace, too, was the foreign policy credo of the new classical liberals; the age-old regime of imperial and State aggrandizement for power and pelf was to be replaced by a foreign policy of peace and free trade with all nations. And since war was seen as engendered by standing armies and navies, by military power always seeking expansion, these military establishments were to be replaced by voluntary local militia, by citizen-civilians who would only wish to fight in defense of their own particular homes and neighborhoods.

7

Έτσι, το γνωστό αίτημα του «χωρισμού Εκκλησίας και κράτους» δεν ήταν παρά ένα από πολλά αλληλένδετα αιτήματα, τα οποία θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως «χωρισμός της οικονομίας από το κράτος», «χωρισμός του λόγου και του Τύπου από το κράτος», «χωρισμός της γης από το κράτος», «χωρισμός του πολέμου και των στρατιωτικών υποθέσεων από το κράτος»· ουσιαστικά, ως χωρισμός του κράτους από σχεδόν τα πάντα.

Thus, the well-known theme of “separation of Church and State” was but one of many interrelated motifs that could be summed up as “separation of the economy from the State,” “separation of speech and press from the State,” “separation of land from the State,” “separation of war and military affairs from the State,” indeed, the separation of the State from virtually everything.

8

Το κράτος, εν ολίγοις, έπρεπε να παραμείνει εξαιρετικά μικρό, με έναν πολύ χαμηλό, σχεδόν αμελητέο προϋπολογισμό. Οι κλασικοί φιλελεύθεροι δεν ανέπτυξαν ποτέ μια θεωρία της φορολογίας, αλλά αντιμάχονταν σφοδρά κάθε αύξηση φόρου και κάθε νέο είδος φόρου — στην Αμερική, δύο φορές η φορολογία έγινε η σπίθα που οδήγησε ή παραλίγο να οδηγήσει στην Επανάσταση: ο φόρος χαρτοσήμου και ο φόρος στο τσάι.

The State, in short, was to be kept extremely small, with a very low, nearly negligible budget. The classical liberals never developed a theory of taxation, but every increase in a tax and every new kind of tax was fought bitterly—in America twice becoming the spark that led or almost led to the Revolution (the stamp tax, the tea tax).

9

Οι πρώτοι θεωρητικοί του λιμπερταριανού κλασικού φιλελευθερισμού ήταν οι Εξισωτές κατά την Αγγλική Επανάσταση και ο φιλόσοφος John Locke στα τέλη του δέκατου έβδομου αιώνα· τους ακολούθησε η αντιπολίτευση των «Αληθινών Ουίγων», ή αλλιώς η ριζοσπαστική λιμπερταριανή αντιπολίτευση, απέναντι στον «Διακανονισμό των Ουίγων» —το καθεστώς της Βρετανίας του δέκατου όγδοου αιώνα. Ο John Locke διατύπωσε τα φυσικά δικαιώματα κάθε ατόμου επί του προσώπου και της περιουσίας του· ο σκοπός της κυβέρνησης περιοριζόταν αυστηρά στην προάσπιση αυτών των δικαιωμάτων. Όπως αναφέρει η εμπνευσμένη από τον Locke Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, «για τη διασφάλιση αυτών των δικαιωμάτων θεσπίζονται μεταξύ των Ανθρώπων Κυβερνήσεις, οι οποίες αντλούν τις δίκαιες εξουσίες τους από τη συναίνεση των κυβερνωμένων. Όποτε οποιαδήποτε Μορφή Διακυβέρνησης αποβαίνει καταστροφική για αυτούς τους σκοπούς, ο Λαός έχει το Δικαίωμα να την αλλάξει ή να την καταργήσει…».

The earliest theoreticians of libertarian classical liberalism were the Levelers during the English Revolution and the philosopher John Locke in the late seventeenth century, followed by the “True Whig” or radical libertarian opposition to the “Whig Settlement”—the regime of eighteenth-century Britain. John Locke set forth the natural rights of each individual to his person and property; the purpose of government was strictly limited to defending such rights. In the words of the Lockean-inspired Declaration of Independence, “to secure these rights, Governments are instituted among Men, deriving their just powers from the consent of the governed. That whenever any Form of Government becomes destructive of these ends, it is the Right of the People to alter or to abolish it.”

10

Παρότι ο Locke διαβαζόταν ευρύτατα στις αμερικανικές αποικίες, η αφηρημένη φιλοσοφία του ελάχιστα προσφερόταν για να ξεσηκώσει τους ανθρώπους σε επανάσταση. Το έργο αυτό επιτέλεσαν τον δέκατο όγδοο αιώνα οι ριζοσπάστες οπαδοί του Locke, οι οποίοι έγραφαν με τρόπο πιο προσιτό στο ευρύ κοινό, πιο μαχητικό και πιο παθιασμένο, εφαρμόζοντας τις θεμελιώδεις αρχές της φιλοσοφίας του στα συγκεκριμένα προβλήματα της διακυβέρνησης της εποχής —και ιδίως της βρετανικής διακυβέρνησης. Το σημαντικότερο έργο αυτής της κατεύθυνσης ήταν οι «Επιστολές του Cato», μια σειρά άρθρων σε εφημερίδες που δημοσίευσαν στο Λονδίνο, στις αρχές της δεκαετίας του 1720, οι Αληθινοί Ουίγοι John Trenchard και Thomas Gordon. Ενώ ο Locke είχε γράψει για την επαναστατική πίεση που δικαιολογημένα μπορούσε να ασκηθεί όταν η κυβέρνηση κατέστρεφε την ελευθερία, οι Trenchard και Gordon επισήμαναν ότι η κυβέρνηση έτεινε πάντοτε προς μια τέτοια καταστροφή των ατομικών δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τις «Επιστολές του Cato», η ανθρώπινη ιστορία αποτελεί χρονικό μιας ακατάπαυστης σύγκρουσης ανάμεσα στην Εξουσία και στην Ελευθερία, με την Εξουσία —την κυβέρνηση— πάντοτε έτοιμη να διευρύνει τη σφαίρα της, παραβιάζοντας τα δικαιώματα των ανθρώπων και καταπατώντας τις ελευθερίες τους. Συνεπώς, διακήρυττε ο Cato, η Εξουσία πρέπει να διατηρείται μικρή και να αντιμετωπίζεται με αδιάκοπη επαγρύπνηση και εχθρότητα από την πλευρά του λαού, ώστε να διασφαλίζεται ότι παραμένει πάντοτε μέσα στα στενά της όρια:

While Locke was widely read in the American colonies, his abstract philosophy was scarcely calculated to rouse men to revolution. This task was accomplished by radical Lockeans in the eighteenth century, who wrote in a more popular, hardhitting, and impassioned manner and applied the basic philosophy to the concrete problems of the government—and especially the British government—of the day. The most important writing in this vein was “Cato’s Letters,” a series of newspaper articles published in the early 1720s in London by True Whigs John Trenchard and Thomas Gordon. While Locke had written of the revolutionary pressure which could properly be exerted when government became destructive of liberty, Trenchard and Gordon pointed out that government always tended toward such destruction of individual rights. According to “Cato’s Letters,” human history is a record of irrepressible conflict between Power and Liberty, with Power (government) always standing ready to increase its scope by invading people’s rights and encroaching upon their liberties. Therefore, Cato declared, Power must be kept small and faced with eternal vigilance and hostility on the part of the public to make sure that it always stays within its narrow bounds:

11

Γνωρίζουμε, από αναρίθμητα Παραδείγματα και από την Πείρα, ότι οι Άνθρωποι που κατέχουν την Εξουσία, αντί να την αποχωριστούν, θα κάνουν οτιδήποτε, ακόμη και τα χειρότερα και τα πιο σκοτεινά πράγματα, για να τη διατηρήσουν· και σχεδόν ποτέ κανένας Άνθρωπος πάνω στη Γη δεν την εγκατέλειψε όσο μπορούσε, κατέχοντάς την, να επιβάλλει παντού τη Θέλησή του… Τούτο φαίνεται βέβαιο: ότι το Καλό του Κόσμου ή του Λαού τους δεν συγκαταλεγόταν στα Κίνητρά τους ούτε για την παραμονή στην Εξουσία ούτε για την εγκατάλειψή της.

Είναι στη Φύση της Εξουσίας να επεκτείνεται διαρκώς εις βάρος των άλλων και να μετατρέπει κάθε έκτακτη Εξουσία, που παραχωρείται σε συγκεκριμένες Χρονικές Στιγμές και υπό συγκεκριμένες Περιστάσεις, σε τακτική Εξουσία, η οποία ασκείται πάντοτε, ακόμη και όταν δεν συντρέχει καμία τέτοια Περίσταση· ούτε αποχωρίζεται ποτέ οικειοθελώς οποιοδήποτε Πλεονέκτημα…

Αλίμονο! Η Εξουσία καταπατά καθημερινά την Ελευθερία, με Επιτυχία υπερβολικά φανερή· και η Ισορροπία μεταξύ τους έχει σχεδόν χαθεί. Η Τυραννία έχει καταλάβει σχεδόν ολόκληρη τη Γη και, πλήττοντας την Ανθρωπότητα στη Ρίζα και στα Κλαδιά της, μετατρέπει τον Κόσμο σε Σφαγείο· και ασφαλώς θα συνεχίσει να καταστρέφει, ώσπου είτε να καταστραφεί η ίδια είτε, πράγμα πιθανότερο, να μην έχει αφήσει τίποτε άλλο να καταστρέψει.1

We know, by infinite Examples and Experience, that Men possessed of Power, rather than part with it, will do any thing, even the worst and the blackest, to keep it; and scarce ever any Man upon Earth went out of it as long as he could carry every thing his own Way in it.... This seems certain, That the Good of the World, or of their People, was not one of their Motives either for continuing in Power, or for quitting it.

It is the Nature of Power to be ever encroaching, and converting every extraordinary Power, granted at particular Times, and upon particular Occasions, into an ordinary Power, to be used at all Times, and when there is no Occasion, nor does it ever part willingly with any Advantage....

Alas! Power encroaches daily upon Liberty, with a Success too evident; and the Balance between them is almost lost. Tyranny has engrossed almost the whole Earth, and striking at Mankind Root and Branch, makes the World a Slaughterhouse; and will certainly go on to destroy, till it is either destroyed itself, or, which is most likely, has left nothing else to destroy.

12

Τέτοιες προειδοποιήσεις αφομοιώνονταν με ζήλο από τους Αμερικανούς αποίκους, οι οποίοι ανατύπωσαν πολλές φορές τις «Επιστολές του Cato» σε όλες τις αποικίες, μέχρι και την εποχή της Επανάστασης. Αυτή η βαθιά ριζωμένη στάση οδήγησε σε εκείνο που ο ιστορικός Bernard Bailyn εύστοχα ονόμασε «μετασχηματιστικό ριζοσπαστικό λιμπερταριανισμό» της Αμερικανικής Επανάστασης.

Such warnings were eagerly imbibed by the American colonists, who reprinted “Cato’s Letters” many times throughout the colonies and down to the time of the Revolution. Such a deep-seated attitude led to what the historian Bernard Bailyn has aptly called the “transforming radical libertarianism” of the American Revolution.

13

Διότι η επανάσταση δεν υπήρξε απλώς η πρώτη επιτυχημένη απόπειρα των νεότερων χρόνων να αποτιναχθεί ο ζυγός του δυτικού ιμπεριαλισμού —και μάλιστα, εκείνη την εποχή, της ισχυρότερης δύναμης στον κόσμο. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι, για πρώτη φορά στην ιστορία, οι Αμερικανοί περιόρισαν τις νέες κυβερνήσεις τους με πολυάριθμα όρια και δεσμεύσεις, ενσωματωμένα σε συντάγματα και ιδίως σε διακηρύξεις δικαιωμάτων. Η Εκκλησία και το κράτος διαχωρίστηκαν αυστηρά σε όλες τις νέες πολιτείες και κατοχυρώθηκε η θρησκευτική ελευθερία. Τα κατάλοιπα της φεουδαρχίας εξαλείφθηκαν σε όλες τις πολιτείες με την κατάργηση των φεουδαρχικών προνομίων του κληρονομικού καταπιστεύματος επί της γης και της πρωτοτοκίας. (Στην πρώτη περίπτωση, ένας αποθανών πρόγονος μπορεί να δεσμεύσει εσαεί τα κτήματα υπέρ της οικογένειάς του, εμποδίζοντας τους κληρονόμους του να πωλήσουν οποιοδήποτε τμήμα της γης· στη δεύτερη, η κυβέρνηση επιβάλλει την αποκλειστική κληρονόμηση της περιουσίας από τον μεγαλύτερο γιο.)

For the revolution was not only the first successful modern attempt to throw off the yoke of Western imperialism—at that time, of the world’s mightiest power. More important, for the first time in history, Americans hedged in their new governments with numerous limits and restrictions embodied in constitutions and particularly in bills of rights. Church and State were rigorously separated throughout the new states, and religious freedom enshrined. Remnants of feudalism were eliminated throughout the states by the abolition of the feudal privileges of entail and primogeniture. (In the former, a dead ancestor is able to entail landed estates in his family forever, preventing his heirs from selling any part of the land; in the latter, the government requires sole inheritance of property by the oldest son.)

14

Η νέα ομοσπονδιακή κυβέρνηση, που συγκροτήθηκε με τα Άρθρα της Συνομοσπονδίας, δεν επιτρεπόταν να επιβάλλει οποιονδήποτε φόρο στον πληθυσμό· και κάθε θεμελιώδης διεύρυνση των εξουσιών της απαιτούσε την ομόφωνη συναίνεση των κυβερνήσεων όλων των πολιτειών. Πάνω απ’ όλα, η στρατιωτική ισχύς και η εξουσία διεξαγωγής πολέμου της εθνικής κυβέρνησης περιστέλλονταν με περιορισμούς και δυσπιστία· διότι οι λιμπερταριανοί του δέκατου όγδοου αιώνα κατανοούσαν ότι ο πόλεμος, οι μόνιμοι στρατοί και ο μιλιταρισμός αποτελούσαν από παλιά την κύρια μέθοδο διόγκωσης της κρατικής εξουσίας.2

The new federal government formed by the Articles of Confederation was not permitted to levy any taxes upon the public; and any fundamental extension of its powers required unanimous consent by every state government. Above all, the military and war-making power of the national government was hedged in by restraint and suspicion; for the eighteenth-century libertarians understood that war, standing armies, and militarism had long been the main method for aggrandizing State power.

15

Ο Bernard Bailyn συνόψισε το επίτευγμα των Αμερικανών επαναστατών:

Bernard Bailyn has summed up the achievement of the American revolutionaries:

16

Ο εκσυγχρονισμός της αμερικανικής πολιτικής και διακυβέρνησης κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και μετά από αυτήν πήρε τη μορφή μιας αιφνίδιας, ριζικής πραγμάτωσης του προγράμματος που είχε διατυπωθεί για πρώτη φορά πλήρως από τη διανόηση της αντιπολίτευσης… επί της βασιλείας του George the First. Εκεί όπου η αγγλική αντιπολίτευση, προσπαθώντας να ανοίξει δρόμο απέναντι σε μια αυτάρεσκη κοινωνική και πολιτική τάξη, είχε περιοριστεί στον αγώνα και στο όνειρο, οι Αμερικανοί, ωθούμενοι από τις ίδιες επιδιώξεις, αλλά ζώντας σε μια κοινωνία από πολλές απόψεις σύγχρονη και έχοντας πλέον απελευθερωθεί πολιτικά, μπορούσαν ξαφνικά να δράσουν. Εκεί όπου η αγγλική αντιπολίτευση είχε μάταια αγωνιστεί για επιμέρους μεταρρυθμίσεις… οι Αμερικανοί ηγέτες κινήθηκαν γρήγορα και με μικρή κοινωνική αναστάτωση, για να υλοποιήσουν συστηματικά τις πιο προωθημένες δυνατότητες ολόκληρου του φάσματος των ριζοσπαστικά απελευθερωτικών ιδεών.

Κατά τη διαδικασία αυτή… εμφύσησαν στην αμερικανική πολιτική κουλτούρα… τα κεντρικά θέματα του ριζοσπαστικού λιμπερταριανισμού του δέκατου όγδοου αιώνα, τα οποία εδώ πραγματώθηκαν. Το πρώτο είναι η πεποίθηση ότι η εξουσία είναι κακό, αναγκαιότητα ίσως, αλλά κακή αναγκαιότητα· ότι διαφθείρει απεριόριστα· και ότι πρέπει να ελέγχεται, να περιορίζεται, να περιστέλλεται με κάθε τρόπο συμβατό με ένα ελάχιστο επίπεδο πολιτειακής τάξης. Τα γραπτά συντάγματα· η διάκριση των εξουσιών· οι διακηρύξεις δικαιωμάτων· οι περιορισμοί στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, στα νομοθετικά σώματα και στα δικαστήρια· οι περιορισμοί στο δικαίωμα άσκησης καταναγκασμού και διεξαγωγής πολέμου — όλα εκφράζουν τη βαθιά δυσπιστία απέναντι στην εξουσία που βρίσκεται στον ιδεολογικό πυρήνα της Αμερικανικής Επανάστασης και που έκτοτε παραμένει μαζί μας ως μόνιμη κληρονομιά.3

The modernization of American Politics and government during and after the Revolution took the form of a sudden, radical realization of the program that had first been fully set forth by the opposition intelligentsia... in the reign of George the First. Where the English opposition, forcing its way against a complacent social and political order, had only striven and dreamed, Americans driven by the same aspirations but living in a society in many ways modern, and now released politically, could suddenly act. Where the English opposition had vainly agitated for partial reforms... American leaders moved swiftly and with little social disruption to implement systematically the outermost possibilities of the whole range of radically liberation ideas.

In the process they... infused into American political culture... the major themes of eighteenth-century radical libertarianism brought to realization here. The first is the belief that power is evil, a necessity perhaps but an evil necessity; that it is infinitely corrupting; and that it must be controlled, limited, restricted in every way compatible with a minimum of civil order. Written constitutions; the separation of powers; bills of rights; limitations on executives, on legislatures, and courts; restrictions on the right to coerce and wage warall express the profound distrust of power that lies at the ideological heart of the American Revolution and that has remained with us as a permanent legacy ever after.

17

Έτσι, ενώ η κλασική φιλελεύθερη σκέψη γεννήθηκε στην Αγγλία, έμελλε να φτάσει στην πιο συνεπή και ριζοσπαστική ανάπτυξή της —και στη σπουδαιότερη ζωντανή ενσάρκωσή της— στην Αμερική. Διότι οι αμερικανικές αποικίες ήταν απαλλαγμένες από το φεουδαρχικό μονοπώλιο επί της γης και την αριστοκρατική άρχουσα κάστα που είχαν εδραιωθεί στην Ευρώπη· στην Αμερική, οι κυβερνώντες ήταν Βρετανοί αποικιακοί αξιωματούχοι και μια χούφτα προνομιούχοι έμποροι, οι οποίοι ήταν σχετικά εύκολο να παραμεριστούν όταν ξέσπασε η Επανάσταση και ανατράπηκε η βρετανική διακυβέρνηση. Ο κλασικός φιλελευθερισμός, επομένως, είχε μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη και συναντούσε πολύ λιγότερο εδραιωμένη θεσμική αντίσταση στις αμερικανικές αποικίες απ’ ό,τι στη γενέτειρά του. Επιπλέον, καθώς ήταν γεωγραφικά απομονωμένοι, οι Αμερικανοί επαναστάτες δεν χρειαζόταν να ανησυχούν για την εισβολή στρατών γειτονικών αντεπαναστατικών κυβερνήσεων, όπως συνέβη, για παράδειγμα, στη Γαλλία.

Thus, while classical liberal thought began in England, it was to reach its most consistent and radical development—and its greatest living embodiment—in America. For the American colonies were free of the feudal land monopoly and aristocratic ruling caste that was entrenched in Europe; in America, the rulers were British colonial officials and a handful of privileged merchants, who were relatively easy to sweep aside when the Revolution came and the British government was overthrown. Classical liberalism, therefore, had more popular support, and met far less entrenched institutional resistance, in the American colonies than it found at home. Furthermore, being geographically isolated, the American rebels did not have to worry about the invading armies of neighboring, counterrevolutionary governments, as, for example, was the case in France.

18

Μετά την Επανάσταση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

After the Revolution

19

Έτσι, η Αμερική, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα, γεννήθηκε μέσα από μια ρητά λιμπερταριανή επανάσταση· μια επανάσταση εναντίον της αυτοκρατορικής κυριαρχίας· εναντίον της φορολογίας, του εμπορικού μονοπωλίου και των ρυθμιστικών περιορισμών· και εναντίον του μιλιταρισμού και της εκτελεστικής εξουσίας. Η επανάσταση οδήγησε στη δημιουργία κυβερνήσεων που υπόκειντο σε πρωτοφανείς περιορισμούς της εξουσίας τους. Ωστόσο, παρότι στην Αμερική υπήρχε ελάχιστη θεσμική αντίσταση στην ορμητική προέλαση του φιλελευθερισμού, εμφανίστηκαν εξαρχής ισχυρές δυνάμεις των ελίτ, ιδίως μεταξύ των μεγαλεμπόρων και των μεγαλοϊδιοκτητών φυτειών, οι οποίες επιθυμούσαν να διατηρήσουν το περιοριστικό βρετανικό «μερκαντιλιστικό» σύστημα υψηλών φόρων, ελέγχων και μονοπωλιακών προνομίων που παραχωρούσε η κυβέρνηση. Οι ομάδες αυτές επιθυμούσαν μια ισχυρή κεντρική, ακόμη και αυτοκρατορική, κυβέρνηση· εν ολίγοις, ήθελαν το βρετανικό σύστημα χωρίς τη Μεγάλη Βρετανία. Αυτές οι συντηρητικές και αντιδραστικές δυνάμεις εμφανίστηκαν για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αργότερα συγκρότησαν το Κόμμα των Φεντεραλιστών και την κυβέρνηση των Φεντεραλιστών τη δεκαετία του 1790.

Thus, America, above all countries, was born in an explicitly libertarian revolution, a revolution against empire; against taxation, trade monopoly, and regulation; and against militarism and executive power. The revolution resulted in governments unprecedented in restrictions placed on their power. But while there was very little institutional resistance in America to the onrush of liberalism, there did appear, from the very beginning, powerful elite forces, especially among the large merchants and planters, who wished to retain the restrictive British “mercantilist” system of high taxes, controls, and monopoly privileges conferred by the government. These groups wished for a strong central and even imperial government; in short, they wanted the British system without Great Britain. These conservative and reactionary forces first appeared during the Revolution, and later formed the Federalist party and the Federalist administration in the 1790s.

20

Κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, ωστόσο, η λιμπερταριανή ορμή συνεχίστηκε. Τα κινήματα των Jefferson και Jackson, το Δημοκρατικό-Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και κατόπιν το Δημοκρατικό Κόμμα, επιδίωκαν ρητά την ουσιαστικά πλήρη εξάλειψη της κυβέρνησης από την αμερικανική ζωή. Επρόκειτο για μια κυβέρνηση χωρίς μόνιμο στρατό ή πολεμικό ναυτικό· μια κυβέρνηση χωρίς χρέος, χωρίς άμεσους ομοσπονδιακούς φόρους ή ειδικούς φόρους κατανάλωσης και σχεδόν χωρίς εισαγωγικούς δασμούς —δηλαδή, με αμελητέα επίπεδα φορολογίας και δαπανών· μια κυβέρνηση που δεν αναλαμβάνει δημόσια έργα ή έργα εσωτερικής υποδομής· μια κυβέρνηση που δεν ασκεί ελέγχους ούτε επιβάλλει ρυθμίσεις· μια κυβέρνηση που αφήνει το χρήμα και το τραπεζικό σύστημα ελεύθερα, με μεταλλική βάση και χωρίς πληθωριστική διόγκωση· εν ολίγοις, κατά τη διατύπωση του ιδεώδους του H. L. Mencken, «μια κυβέρνηση που μόλις και μετά βίας διαφέρει από την πλήρη απουσία κυβέρνησης».

During the nineteenth century, however, the libertarian impetus continued. The Jeffersonian and Jacksonian movements, the Democratic-Republican and then the Democratic parties, explicitly strived for the virtual elimination of government from American life. It was to be a government without a standing army or navy; a government without debt and with no direct federal or excise taxes and virtually no import tariffs—that is, with negligible levels of taxation and expenditure; a government that does not engage in public works or internal improvements; a government that does not control or regulate; a government that leaves money and banking free, hard, and uninflated; in short, in the words of H.L. Mencken’s ideal, “a government that barely escapes being no government at all.”

21

Η προσπάθεια του Jefferson για μια ουσιαστικά ανύπαρκτη κυβέρνηση ναυάγησε αφότου ανέλαβε την προεδρία, αρχικά με τις παραχωρήσεις προς τους Φεντεραλιστές —ενδεχομένως αποτέλεσμα συμφωνίας για την εξασφάλιση ψήφων των Φεντεραλιστών, ώστε να αρθεί η ισοψηφία στο εκλεκτορικό σώμα— και κατόπιν με την αντισυνταγματική αγορά της Επικράτειας της Λουιζιάνας. Κυρίως όμως ναυάγησε εξαιτίας της ιμπεριαλιστικής ώθησης προς τον πόλεμο με τη Βρετανία κατά τη δεύτερη θητεία του Jefferson· μιας ώθησης που οδήγησε στον πόλεμο και σε ένα μονοκομματικό σύστημα, το οποίο εφάρμοσε ουσιαστικά ολόκληρο το κρατιστικό πρόγραμμα των Φεντεραλιστών: υψηλές στρατιωτικές δαπάνες, κεντρική τράπεζα, προστατευτικούς δασμούς, άμεσους ομοσπονδιακούς φόρους, δημόσια έργα. Έντρομος μπροστά στα αποτελέσματα, ο Jefferson, έχοντας αποσυρθεί από την πολιτική, συλλογιζόταν σκυθρωπός στο Monticello και ενέπνευσε τους νεαρούς πολιτικούς Martin Van Buren και Thomas Hart Benton, που τον επισκέπτονταν, να ιδρύσουν ένα νέο κόμμα —το Δημοκρατικό Κόμμα—, για να αποσπάσουν την Αμερική από τον νέο φεντεραλισμό και να ανακτήσουν το πνεύμα του παλαιού προγράμματός του. Όταν οι δύο νεαροί ηγέτες προσέβλεψαν στον Andrew Jackson ως σωτήρα τους, γεννήθηκε το νέο Δημοκρατικό Κόμμα.

The Jeffersonian drive toward virtually no government foundered after Jefferson took office, first, with concessions to the Federalists (possibly the result of a deal for Federalist votes to break a tie in the electoral college), and then with the unconstitutional purchase of the Louisiana Territory. But most particularly it foundered with the imperialist drive toward war with Britain in Jefferson’s second term, a drive which led to war and to a one-party system which established virtually the entire statist Federalist program: high military expenditures, a central bank, a protective tariff, direct federal taxes, public works. Horrified at the results, a retired Jefferson brooded at Monticello, and inspired young visiting politicians Martin Van Buren and Thomas Hart Benton to found a new party—the Democratic party—to take back America from the new Federalism, and to recapture the spirit of the old Jeffersonian program. When the two young leaders latched onto Andrew Jackson as their savior, the new Democratic party was born.

22

Οι λιμπερταριανοί οπαδοί του Jackson είχαν ένα σχέδιο: ο Andrew Jackson θα παρέμενε στην προεδρία για οκτώ χρόνια, θα ακολουθούσαν οκτώ χρόνια του Van Buren και κατόπιν οκτώ χρόνια του Benton. Έπειτα από είκοσι τέσσερα χρόνια θριαμβευτικής Δημοκρατίας του Jackson, θα είχε επιτευχθεί το ιδεώδες του Mencken για μια ουσιαστικά ανύπαρκτη κυβέρνηση. Δεν επρόκειτο διόλου για ανέφικτο όνειρο, καθώς ήταν σαφές ότι το Δημοκρατικό Κόμμα είχε γρήγορα καταστεί το κόμμα που εξασφάλιζε κατά κανόνα την πλειοψηφία στη χώρα. Οι λαϊκές μάζες είχαν συστρατευθεί στον αγώνα για την ελευθερία. Ο Jackson συμπλήρωσε την οκταετία του, κατά την οποία καταργήθηκε η κεντρική τράπεζα και εξοφλήθηκε το δημόσιο χρέος, ενώ ο Van Buren παρέμεινε τέσσερα χρόνια, κατά τα οποία διαχωρίστηκε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση από το τραπεζικό σύστημα. Οι εκλογές του 1840, όμως, αποτέλεσαν ανωμαλία, καθώς ο Van Buren ηττήθηκε από μια πρωτοφανώς δημαγωγική εκστρατεία, οργανωμένη από τον πρώτο μεγάλο διευθυντή προεκλογικής εκστρατείας σύγχρονου τύπου, τον Thurlow Weed, ο οποίος πρωτοστάτησε στη χρήση όλων εκείνων των προεκλογικών στολιδιών —εύηχων συνθημάτων, κονκάρδων, τραγουδιών, παρελάσεων κ.λπ.— που μας είναι πλέον οικεία. Οι τακτικές του Weed έφεραν στην προεδρία τον ανεκδιήγητο και άγνωστο υποψήφιο των Ουίγων, στρατηγό William Henry Harrison, αλλά επρόκειτο σαφώς για συγκυριακή επιτυχία· το 1844, οι Δημοκρατικοί θα ήταν έτοιμοι να αντιπαρατάξουν τις ίδιες προεκλογικές τακτικές και ήταν σαφές ότι αναμενόταν να ανακτήσουν την προεδρία εκείνη τη χρονιά. Ο Van Buren, φυσικά, υποτίθεται ότι θα συνέχιζε τη θριαμβευτική πορεία του κινήματος του Jackson. Τότε όμως συνέβη ένα μοιραίο γεγονός: το Δημοκρατικό Κόμμα διασπάστηκε εξαιτίας του κρίσιμου ζητήματος της δουλείας ή, ακριβέστερα, της επέκτασης της δουλείας σε μια νέα επικράτεια. Η εύκολη, όπως αναμενόταν, εκ νέου ανάδειξη του Van Buren σε υποψήφιο ναυάγησε εξαιτίας μιας διάσπασης στις τάξεις των Δημοκρατικών σχετικά με την ένταξη της δημοκρατίας του Τέξας στην Ένωση ως δουλοκτητικής πολιτείας· ο Van Buren ήταν αντίθετος, ο Jackson υπέρ, και αυτή η διάσπαση συμβόλιζε το ευρύτερο ρήγμα μεταξύ γεωγραφικών περιφερειών στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος. Η δουλεία, το σοβαρό αντιλιμπερταριανό ελάττωμα στον λιμπερταριανισμό του δημοκρατικού προγράμματος, είχε αναδειχθεί σε ζήτημα που έμελλε να καταστρέψει ολοκληρωτικά το κόμμα και τον λιμπερταριανισμό του.

The Jacksonian libertarians had a plan: it was to be eight years of Andrew Jackson as president, to be followed by eight years of Van Buren, then eight years of Benton. After twentyfour years of a triumphant Jacksonian Democracy, the Menckenian virtually no-government ideal was to have been achieved. It was by no means an impossible dream, since it was clear that the Democratic party had quickly become the normal majority party in the country. The mass of the people were enlisted in the libertarian cause. Jackson had his eight years, which destroyed the central bank and retired the public debt, and Van Buren had four, which separated the federal government from the banking system. But the 1840 election was an anomaly, as Van Buren was defeated by an unprecedentedly demagogic campaign engineered by the first great modern campaign chairman, Thurlow Weed, who pioneered in all the campaign frills—catchy slogans, buttons, songs, parades, etc.—with which we are now familiar. Weed’s tactics put in office the egregious and unknown Whig, General William Henry Harrison, but this was clearly a fluke; in 1844, the Democrats would be prepared to counter with the same campaign tactics, and they were clearly slated to recapture the presidency that year. Van Buren, of course, was supposed to resume the triumphal Jacksonian march. But then a fateful event occurred: the Democratic party was sundered on the critical issue of slavery, or rather the expansion of slavery into a new territory. Van Buren’s easy renomination foundered on a split within the ranks of the Democracy over the admission to the Union of the republic of Texas as a slave state; Van Buren was opposed, Jackson in favor, and this split symbolized the wider sectional rift within the Democratic party. Slavery, the grave antilibertarian flaw in the libertarianism of the Democratic program, had arisen to wreck the party and its libertarianism completely.

23

Ο Εμφύλιος Πόλεμος, πέρα από την πρωτοφανή αιματοχυσία και καταστροφή του, χρησιμοποιήθηκε από το θριαμβεύον και ουσιαστικά μονοκομματικό καθεστώς των Ρεπουμπλικανών για να επιβάλει το κρατιστικό του πρόγραμμα, που προηγουμένως ήταν το πρόγραμμα των Ουίγων: κυβερνητική ισχύ σε εθνικό επίπεδο, προστατευτικούς δασμούς, επιδοτήσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις, πληθωριστικό χαρτονόμισμα, επαναφορά του ελέγχου της ομοσπονδιακής κυβέρνησης επί του τραπεζικού συστήματος, μεγάλης κλίμακας έργα εσωτερικής υποδομής, υψηλούς ειδικούς φόρους κατανάλωσης και, κατά τη διάρκεια του πολέμου, υποχρεωτική στράτευση και φόρο εισοδήματος. Επιπλέον, οι πολιτείες έχασαν το δικαίωμα απόσχισης που διέθεταν προηγουμένως, καθώς και άλλες εξουσίες τους έναντι της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Το Δημοκρατικό Κόμμα επανήλθε στη λιμπερταριανή του πορεία μετά τον πόλεμο, αλλά τώρα είχε μπροστά του έναν πολύ μακρύτερο και δυσκολότερο δρόμο προς την ελευθερία απ’ ό,τι προηγουμένως.

The Civil War, in addition to its unprecedented bloodshed and devastation, was used by the triumphal and virtually one-party Republican regime to drive through its statist, formerly Whig, program: national governmental power, protective tariff, subsidies to big business, inflationary paper money, resumed control of the federal government over banking, large-scale internal improvements, high excise taxes, and, during the war, conscription and an income tax. Furthermore, the states came to lose their previous right of secession and other states’ powers as opposed to federal governmental powers. The Democratic party resumed its libertarian ways after the war, but it now had to face a far longer and more difficult road to arrive at liberty than it had before.

24

Είδαμε πώς η Αμερική απέκτησε τη βαθύτερα ριζωμένη λιμπερταριανή παράδοση· μια παράδοση που εξακολουθεί να επιβιώνει σε μεγάλο μέρος της πολιτικής μας ρητορικής και να αντανακλάται στη μαχητική και ατομικιστική στάση μεγάλου μέρους του αμερικανικού λαού απέναντι στην κυβέρνηση. Το έδαφος σε αυτή τη χώρα είναι πολύ πιο γόνιμο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη για μια αναζωπύρωση του λιμπερταριανισμού.

We have seen how America came to have the deepest libertarian tradition, a tradition that still remains in much of our political rhetoric, and is still reflected in a feisty and individualistic attitude toward government by much of the American people. There is far more fertile soil in this country than in any other for a resurgence of libertarianism.

25

Η αντίσταση στην ελευθερία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Resistance to Liberty

26

Μπορούμε πλέον να διαπιστώσουμε ότι η ταχεία ανάπτυξη του λιμπερταριανού κινήματος και του Λιμπερταριανού Κόμματος τη δεκαετία του 1970 είναι βαθιά ριζωμένη σε αυτή την ισχυρή «μόνιμη κληρονομιά» της Αμερικανικής Επανάστασης, όπως την αποκάλεσε ο Bernard Bailyn. Αν όμως αυτή η κληρονομιά έχει τόσο ζωτική σημασία για την αμερικανική παράδοση, τι πήγε στραβά; Γιατί είναι τώρα αναγκαία η ανάδυση ενός νέου λιμπερταριανού κινήματος για τη διεκδίκηση εκ νέου του αμερικανικού ονείρου;

We can now see that the rapid growth of the libertarian movement and the Libertarian party in the 1970s is firmly rooted in what Bernard Bailyn called this powerful “permanent legacy” of the American Revolution. But if this legacy is so vital to the American tradition, what went wrong? Why the need now for a new libertarian movement to arise to reclaim the American dream?

27

Για να αρχίσουμε να απαντούμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρώτα να θυμηθούμε ότι ο κλασικός φιλελευθερισμός συνιστούσε βαθιά απειλή για τα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα —τις άρχουσες τάξεις— που επωφελούνταν από την Παλαιά Τάξη: τους βασιλείς, τους ευγενείς και τους γαιοκτήμονες αριστοκράτες, τους προνομιούχους εμπόρους, τους στρατιωτικούς μηχανισμούς, τις κρατικές γραφειοκρατίες. Παρά τις τρεις μεγάλες βίαιες επαναστάσεις που πυροδότησαν οι φιλελεύθεροι —την Αγγλική του δέκατου έβδομου αιώνα και την Αμερικανική και τη Γαλλική του δέκατου όγδοου—, οι νίκες στην Ευρώπη υπήρξαν μόνο μερικές. Η αντίσταση ήταν σθεναρή και κατόρθωσε να διατηρήσει τα μονοπώλια επί της γης, τις επίσημες κρατικές εκκλησίες και την πολεμοχαρή εξωτερική και στρατιωτική πολιτική, καθώς και, για ένα διάστημα, να κρατήσει το δικαίωμα ψήφου περιορισμένο στην εύπορη ελίτ. Οι φιλελεύθεροι έπρεπε να επικεντρωθούν στη διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου, επειδή ήταν σαφές και στις δύο πλευρές ότι τα αντικειμενικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα της μεγάλης μάζας του πληθυσμού εξυπηρετούνταν από την ατομική ελευθερία. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, οι δυνάμεις του laissez-faire ήταν γνωστές ως «φιλελεύθεροι» και, όσον αφορά τους πιο αμιγείς και συνεπείς μεταξύ τους, ως «ριζοσπάστες», ενώ οι αντίπαλοί τους, που επιθυμούσαν να διατηρήσουν την Παλαιά Τάξη ή να επιστρέψουν σε αυτήν, ήταν ευρύτερα γνωστοί ως «συντηρητικοί».

To begin to answer this question, we must first remember that classical liberalism constituted a profound threat to the political and economic interests—the ruling classes—who benefited from the Old Order: the kings, the nobles and landed aristocrats, the privileged merchants, the military machines, the State bureaucracies. Despite three major violent revolutions precipitated by the liberals—the English of the seventeenth century and the American and French of the eighteenth—victories in Europe were only partial. Resistance was stiff and managed to successfully maintain landed monopolies, religious establishments, and warlike foreign and military policies, and for a time to keep the suffrage restricted to the wealthy elite. The liberals had to concentrate on widening the suffrage, because it was clear to both sides that the objective economic and political interests of the mass of the public lay in individual liberty. It is interesting to note that, by the early nineteenth century, the laissez-faire forces were known as “liberals” and “radicals” (for the purer and more consistent among them), and the opposition that wished to preserve or go back to the Old Order were broadly known as “conservatives.”

28

Πράγματι, ο συντηρητισμός ξεκίνησε στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα ως συνειδητή προσπάθεια αναίρεσης και καταστροφής του μισητού έργου του νέου κλασικού φιλελεύθερου πνεύματος — της Αμερικανικής, της Γαλλικής και της Βιομηχανικής Επανάστασης. Με επικεφαλής δύο αντιδραστικούς Γάλλους στοχαστές, τον de Ronald και τον de Maistre, ο συντηρητισμός λαχταρούσε να αντικαταστήσει τα ίσα δικαιώματα και την ισότητα ενώπιον του νόμου με τη διαρθρωμένη και ιεραρχική κυριαρχία προνομιούχων ελίτ· την ατομική ελευθερία και την ελάχιστη κυβέρνηση με την απόλυτη εξουσία και το διογκωμένο κράτος· τη θρησκευτική ελευθερία με τη θεοκρατική κυριαρχία μιας κρατικής εκκλησίας· την ειρήνη και το ελεύθερο εμπόριο με τον μιλιταρισμό, τους μερκαντιλιστικούς περιορισμούς και τον πόλεμο προς όφελος του έθνους-κράτους· και τη βιομηχανία και τη μεταποίηση με την παλαιά φεουδαρχική και αγροτική τάξη. Και οι συντηρητικοί ήθελαν να αντικαταστήσουν τον νέο κόσμο της μαζικής κατανάλωσης και της ανόδου του βιοτικού επιπέδου για όλους με την Παλαιά Τάξη της στοιχειώδους επιβίωσης για τις μάζες και της πολυτελούς κατανάλωσης για την άρχουσα ελίτ.

Indeed, conservatism began, in the early nineteenth century, as a conscious attempt to undo and destroy the hated work of the new classical liberal spirit—of the American, French, and Industrial revolutions. Led by two reactionary French thinkers, de Bonald and de Maistre, conservatism yearned to replace equal rights and equality before the law by the structured and hierarchical rule of privileged elites; individual liberty and minimal government by absolute rule and Big Government; religious freedom by the theocratic rule of a State church; peace and free trade by militarism, mercantilist restrictions, and war for the advantage of the nation-state; and industry and manufacturing by the old feudal and agrarian order. And they wanted to replace the new world of mass consumption and rising standards of living for all by the Old Order of bare subsistence for the masses and luxury consumption for the ruling elite.

29

Στα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, και οπωσδήποτε προς το τέλος του, οι συντηρητικοί άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι η υπόθεσή τους ήταν αναπόφευκτα καταδικασμένη αν επέμεναν στο αίτημα της πλήρους αναίρεσης της Βιομηχανικής Επανάστασης και της τεράστιας ανόδου του βιοτικού επιπέδου των μαζών που αυτή είχε επιφέρει· το ίδιο θα συνέβαινε αν εξακολουθούσαν να αντιτίθενται στη διεύρυνση του δικαιώματος ψήφου, θέτοντας έτσι απροκάλυπτα τον εαυτό τους απέναντι στα συμφέροντα του πληθυσμού. Ως εκ τούτου, η «Δεξιά» — ένας χαρακτηρισμός που προέκυψε από τη χωροταξική σύμπτωση να κάθονται οι εκπρόσωποι της Παλαιάς Τάξης στα δεξιά της αίθουσας της συνέλευσης κατά τη Γαλλική Επανάσταση— αποφάσισε να αλλάξει τακτική και να εκσυγχρονίσει το κρατιστικό της δόγμα, εγκαταλείποντας την απερίφραστη εναντίωση στη βιομηχανική ανάπτυξη και στο δημοκρατικό δικαίωμα ψήφου. Στη θέση του απροκάλυπτου μίσους και της περιφρόνησης του παλαιού συντηρητισμού προς τις λαϊκές μάζες, οι νέοι συντηρητικοί έβαλαν τη διπροσωπία και τη δημαγωγία. Προσέγγιζαν τις μάζες με το ακόλουθο επιχείρημα: «Κι εμείς τασσόμαστε υπέρ της βιομηχανικής ανάπτυξης και ενός υψηλότερου βιοτικού επιπέδου. Για να επιτύχουμε όμως αυτούς τους σκοπούς, πρέπει να ρυθμίσουμε τη βιομηχανία προς το δημόσιο συμφέρον· πρέπει να αντικαταστήσουμε τον αλληλοσπαραγμό της ελεύθερης και ανταγωνιστικής αγοράς με την οργανωμένη συνεργασία· και, πάνω απ’ όλα, πρέπει να αντικαταστήσουμε τις φιλελεύθερες αρχές της ειρήνης και του ελεύθερου εμπορίου, που καταστρέφουν το έθνος, με μέτρα που το δοξάζουν: τον πόλεμο, τον προστατευτισμό, την αυτοκρατορία και τη στρατιωτική ισχύ». Όλες αυτές οι αλλαγές, φυσικά, απαιτούσαν ένα διογκωμένο κράτος και όχι μια ελάχιστη κυβέρνηση.

By the middle of and certainly by the end of the nineteenth century, conservatives began to realize that their cause was inevitably doomed if they persisted in clinging to the call for outright repeal of the Industrial Revolution and of its enormous rise in the living standards of the mass of the public, and also if they persisted in opposing the widening of the suffrage, thereby frankly setting themselves in opposition to the interests of that public. Hence, the “right wing” (a label based on an accident of geography by which the spokesmen for the Old Order sat on the right of the assembly hall during the French Revolution) decided to shift their gears and to update their statist creed by jettisoning outright opposition to industrialism and democratic suffrage. For the old conservatism’s frank hatred and contempt for the mass of the public, the new conservatives substituted duplicity and demagogy. The new conservatives wooed the masses with the following line: “We, too, favor industrialism and a higher standard of living. But, to accomplish such ends, we must regulate industry for the public good; we must substitute organized cooperation for the dog-eat-dog of the free and competitive marketplace; and, above all, we must substitute for the nation-destroying liberal tenets of peace and free trade the nation-glorifying measures of war, protectionism, empire, and military prowess.” For all of these changes, of course, Big Government rather than minimal government was required.

30

Έτσι, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, ο κρατισμός και το διογκωμένο κράτος επέστρεψαν, αυτή τη φορά όμως με προσωπείο υποστήριξης της βιομηχανίας και της γενικής ευημερίας. Η Παλαιά Τάξη επέστρεψε, αλλά αυτή τη φορά η σύνθεση των ωφελουμένων είχε κάπως μεταβληθεί: δεν επρόκειτο τόσο για τους ευγενείς, τους φεουδάρχες γαιοκτήμονες, τον στρατό, τη γραφειοκρατία και τους προνομιούχους εμπόρους, όσο για τον στρατό, τη γραφειοκρατία, τους αποδυναμωμένους φεουδάρχες γαιοκτήμονες και, ιδίως, τους προνομιούχους βιομηχάνους. Με επικεφαλής τον Bismarck στην Πρωσία, η Νέα Δεξιά διαμόρφωσε έναν δεξιό κολεκτιβισμό βασισμένο στον πόλεμο, στον μιλιταρισμό, στον προστατευτισμό και στην υποχρεωτική οργάνωση των επιχειρήσεων και της βιομηχανίας σε καρτέλ — ένα γιγαντιαίο πλέγμα ελέγχων, ρυθμίσεων, επιδοτήσεων και προνομίων, που σφυρηλάτησε μια μεγάλη σύμπραξη του διογκωμένου κράτους με ορισμένους ευνοούμενους κύκλους των μεγάλων επιχειρήσεων και της βιομηχανίας.

And so, in the late nineteenth century, statism and Big Government returned, but this time displaying a proindustrial and pro-general-welfare face. The Old Order returned, but this time the beneficiaries were shuffled a bit; they were not so much the nobility, the feudal landlords, the army, the bureaucracy, and privileged merchants as they were the army, the bureaucracy, the weakened feudal landlords, and especially the privileged manufacturers. Led by Bismarck in Prussia, the New Right fashioned a right-wing collectivism based on war, militarism, protectionism, and the compulsory cartelization of business and industry—a giant network of controls, regulations, subsidies, and privileges which forged a great partnership of Big Government with certain favored elements in big business and industry.

31

Κάτι έπρεπε επίσης να γίνει για το νέο φαινόμενο του τεράστιου πλήθους των μισθωτών βιομηχανικών εργατών — του «προλεταριάτου». Κατά τον δέκατο όγδοο και στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, και μάλιστα έως τα τέλη του δέκατου ένατου, η μεγάλη μάζα των εργατών υποστήριζε το laissez-faire και την ελεύθερη ανταγωνιστική αγορά ως το καλύτερο σύστημα για τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας τους ως εργαζομένων, καθώς και για την εξασφάλιση φθηνών καταναλωτικών αγαθών σε ολοένα μεγαλύτερη ποικιλία ως καταναλωτών. Ακόμη και τα πρώτα συνδικάτα, στη Μεγάλη Βρετανία για παράδειγμα, ήταν ένθερμοι οπαδοί του laissez-faire. Οι νέοι συντηρητικοί, με πρωτοστάτες τον Bismarck στη Γερμανία και τον Disraeli στη Βρετανία, αποδυνάμωσαν τη λιμπερταριανή βούληση των εργατών, χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα για την κατάσταση του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού και οργανώνοντας τη βιομηχανία σε καρτέλ και υπάγοντάς την σε ρυθμίσεις, παρεμποδίζοντας —διόλου τυχαία— τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό. Τέλος, στις αρχές του εικοστού αιώνα, το νέο συντηρητικό «κορπορατιστικό κράτος» —το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα στον δυτικό κόσμο, τότε όπως και τώρα— ενσωμάτωσε τα «υπεύθυνα» και κορπορατιστικά συνδικάτα ως ελάσσονες εταίρους του διογκωμένου κράτους και των ευνοούμενων μεγάλων επιχειρήσεων στο νέο κρατιστικό και κορπορατιστικό σύστημα λήψης αποφάσεων.

Something had to be done, too, about the new phenomenon of a massive number of industrial wage workers—the “proletariat.” During the eighteenth and early nineteenth centuries, indeed until the late nineteenth century, the mass of workers favored laissez-faire and the free competitive market as best for their wages and working conditions as workers, and for a cheap and widening range of consumer goods as consumers. Even the early trade unions, e.g., in Great Britain, were staunch believers in laissez-faire. New conservatives, spearheaded by Bismarck in Germany and Disraeli in Britain, weakened the libertarian will of the workers by shedding crocodile tears about the condition of the industrial labor force, and cartelizing and regulating industry, not accidentally hobbling efficient competition. Finally, in the early twentieth century, the new conservative “corporate state”—then and now the dominant political system in the Western world—incorporated “responsible” and corporatist trade unions as junior partners to Big Government and favored big businesses in the new statist and corporatist decision-making system.

32

Για να εγκαθιδρύσουν αυτό το νέο σύστημα, για να δημιουργήσουν μια Νέα Τάξη που αποτελούσε εκσυγχρονισμένη και εξωραϊσμένη εκδοχή του ancien régime πριν από την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση, οι νέες άρχουσες ελίτ έπρεπε να εξαπατήσουν σε γιγαντιαία κλίμακα τον παραπλανημένο λαό — μια εξαπάτηση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ενώ η ύπαρξη κάθε κυβέρνησης, από την απόλυτη μοναρχία έως τη στρατιωτική δικτατορία, στηρίζεται στη συναίνεση της πλειονότητας του πληθυσμού, μια δημοκρατική κυβέρνηση πρέπει να μεθοδεύει αυτή τη συναίνεση σε αμεσότερη, καθημερινή βάση. Και για να το πετύχουν, οι νέες συντηρητικές άρχουσες ελίτ έπρεπε να παραπλανήσουν τον λαό σε πολλά κρίσιμα και θεμελιώδη ζητήματα. Διότι οι μάζες έπρεπε πλέον να πειστούν ότι η τυραννία ήταν καλύτερη από την ελευθερία· ότι μια βιομηχανική φεουδαρχία, οργανωμένη σε καρτέλ και βασισμένη σε προνόμια, ήταν καλύτερη για τους καταναλωτές από μια ελεύθερα ανταγωνιστική αγορά· ότι ένα μονοπώλιο οργανωμένο σε καρτέλ έπρεπε να επιβληθεί στο όνομα της καταπολέμησης των μονοπωλίων· και ότι ο πόλεμος και η διόγκωση της στρατιωτικής ισχύος προς όφελος των αρχουσών ελίτ εξυπηρετούσαν στην πραγματικότητα τα συμφέροντα του λαού που στρατολογούνταν, φορολογούνταν και συχνά σφαγιαζόταν. Πώς θα επιτυγχανόταν αυτό;

To establish this new system, to create a New Order which was a modernized, dressed-up version of the ancien régime before the American and French revolutions, the new ruling elites had to perform a gigantic con job on the deluded public, a con job that continues to this day. Whereas the existence of every government from absolute monarchy to military dictatorship rests on the consent of the majority of the public, a democratic government must engineer such consent on a more immediate, day-by-day basis. And to do so, the new conservative ruling elites had to gull the public in many crucial and fundamental ways. For the masses now had to be convinced that tyranny was better than liberty, that a cartelized and privileged industrial feudalism was better for the consumers than a freely competitive market, that a cartelized monopoly was to be imposed in the name of antimonopoly, and that war and military aggrandizement for the benefit of the ruling elites was really in the interests of the conscripted, taxed, and often slaughtered public. How was this to be done?

33

Σε όλες τις κοινωνίες, η κοινή γνώμη καθορίζεται από τις τάξεις των διανοουμένων, εκείνους που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις της κοινωνίας. Διότι οι περισσότεροι άνθρωποι ούτε δημιουργούν ούτε διαδίδουν ιδέες και έννοιες· αντιθέτως, τείνουν να υιοθετούν τις ιδέες που προβάλλουν οι επαγγελματίες διανοούμενοι, όσοι ασχολούνται κατ’ επάγγελμα με τις ιδέες. Σε όλη την ιστορία, όπως θα δούμε παρακάτω, οι δεσπότες και οι άρχουσες ελίτ των κρατών είχαν πολύ μεγαλύτερη ανάγκη από τις υπηρεσίες των διανοουμένων απ’ ό,τι οι φιλήσυχοι πολίτες μιας ελεύθερης κοινωνίας. Διότι τα κράτη χρειάζονταν πάντοτε διανοουμένους που διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, ώστε να εξαπατούν τον λαό και να τον κάνουν να πιστεύει ότι η κυριαρχία τους είναι σοφή, αγαθή και αναπόφευκτη· να πιστεύει ότι «ο αυτοκράτορας είναι ντυμένος». Μέχρι την έλευση του σύγχρονου κόσμου, αυτοί οι διανοούμενοι ήταν αναπόφευκτα κληρικοί —ή μάγοι-θεραπευτές—, οι θεματοφύλακες της θρησκείας. Ήταν μια βολική συμμαχία, αυτή η πανάρχαια σύμπραξη Εκκλησίας και κράτους: η Εκκλησία πληροφορούσε το παραπλανημένο ποίμνιό της ότι ο βασιλιάς κυβερνούσε κατ’ εντολήν του Θεού και, επομένως, όφειλε κανείς να τον υπακούει· σε αντάλλαγμα, ο βασιλιάς διοχέτευε σημαντικά φορολογικά έσοδα στα ταμεία της Εκκλησίας. Εξ ου και η τεράστια σημασία που είχε για τους λιμπερταριανούς κλασικούς φιλελευθέρους η επιτυχία τους στον χωρισμό Εκκλησίας και κράτους. Ο νέος φιλελεύθερος κόσμος ήταν ένας κόσμος στον οποίο οι διανοούμενοι μπορούσαν να είναι κοσμικοί — να εξασφαλίζουν μόνοι τους τα προς το ζην στην αγορά, χωρίς κρατική επιχορήγηση.

In all societies, public opinion is determined by the intellectual classes, the opinion moulders of society. For most people neither originate nor disseminate ideas and concepts; on the contrary, they tend to adopt those ideas promulgated by the professional intellectual classes, the professional dealers in ideas. Now, throughout history, as we shall see further below, despots and ruling elites of States have had far more need of the services of intellectuals than have peaceful citizens in a free society. For States have always needed opinion-moulding intellectuals to con the public into believing that its rule is wise, good, and inevitable; into believing that the “emperor has clothes.” Until the modern world, such intellectuals were inevitably churchmen (or witch doctors), the guardians of religion. It was a cozy alliance, this age-old partnership between Church and State; the Church informed its deluded charges that the king ruled by divine command and therefore must be obeyed; in return, the king funneled numerous tax revenues into the coffers of the Church. Hence, the great importance for the libertarian classical liberals of their success at separating Church and State. The new liberal world was a world in which intellectuals could be secular—could make a living on their own, in the market, apart from State subvention.

34

Για να εγκαθιδρύσουν τη νέα κρατιστική τους τάξη, το νεομερκαντιλιστικό κορπορατιστικό τους κράτος, οι νέοι συντηρητικοί έπρεπε συνεπώς να σφυρηλατήσουν μια νέα συμμαχία ανάμεσα στον διανοούμενο και στο κράτος. Σε μια ολοένα περισσότερο εκκοσμικευμένη εποχή, αυτό σήμαινε συμμαχία με κοσμικούς διανοουμένους αντί με θεολόγους: συγκεκριμένα, με τη νέα κατηγορία πανεπιστημιακών καθηγητών, κατόχων διδακτορικών τίτλων, ιστορικών, εκπαιδευτικών και τεχνοκρατών οικονομολόγων, κοινωνικών λειτουργών, κοινωνιολόγων, γιατρών και μηχανικών. Αυτή η ανασυγκροτημένη συμμαχία διαμορφώθηκε σε δύο φάσεις. Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα, οι συντηρητικοί, παραχωρώντας τη λογική στους φιλελεύθερους αντιπάλους τους, στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στις υποτιθέμενες αρετές του ανορθολογισμού, του ρομαντισμού, της παράδοσης και της θεοκρατίας. Τονίζοντας την αρετή της παράδοσης και των ανορθολογικών συμβόλων, μπορούσαν να εξαπατούν τον λαό ώστε να συναινεί στη συνέχιση της προνομιούχας ιεραρχικής κυριαρχίας και να εξακολουθεί να λατρεύει το έθνος-κράτος και την πολεμική του μηχανή. Κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα, ο νέος συντηρητισμός υιοθέτησε το εξωτερικό περίβλημα της λογικής και της «επιστήμης». Τώρα ήταν η επιστήμη εκείνη που υποτίθεται ότι απαιτούσε τη διακυβέρνηση της οικονομίας και της κοινωνίας από τεχνοκράτες «ειδικούς». Σε αντάλλαγμα για τη διάδοση αυτού του μηνύματος στον λαό, η νέα κατηγορία διανοουμένων ανταμειβόταν με θέσεις και κύρος, ως απολογητές της Νέας Τάξης και ως σχεδιαστές και ρυθμιστές της οικονομίας και της κοινωνίας που είχαν πλέον οργανωθεί σε καρτέλ.

To establish their new statist order, their neomercantilist corporate State, the new conservatives therefore had to forge a new alliance between intellectual and State. In an increasingly secular age, this meant with secular intellectuals rather than with divines: specifically, with the new breed of professors, Ph.D.’s, historians, teachers, and technocratic economists, social workers, sociologists, physicians, and engineers. This reforged alliance came in two parts. In the early nineteenth century, the conservatives, conceding reason to their liberal enemies, relied heavily on the alleged virtues of irrationality, romanticism, tradition, theocracy. By stressing the virtue of tradition and of irrational symbols, the conservatives could gull the public into continuing privileged hierarchical rule, and to continue to worship the nation-state and its war-making machine. In the latter part of the nineteenth century, the new conservatism adopted the trappings of reason and of “science.” Now it was science that allegedly required rule of the economy and of society by technocratic “experts.” In exchange for spreading this message to the public, the new breed of intellectuals was rewarded with jobs and prestige as apologists for the New Order and as planners and regulators of the newly cartelized economy and society.

35

Για να διασφαλίσουν την κυριαρχία του νέου κρατισμού στην κοινή γνώμη, για να διασφαλίσουν ότι η συναίνεση του λαού θα κατασκευαζόταν μεθοδικά, οι κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου, στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, κινήθηκαν για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την εκπαίδευση, τον νου των ανθρώπων: τα πανεπιστήμια και τη γενική εκπαίδευση, μέσω νόμων υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης και ενός δικτύου δημόσιων σχολείων. Τα δημόσια σχολεία χρησιμοποιήθηκαν συνειδητά για να ενσταλάξουν στους νεαρούς μαθητές τους την υπακοή στο κράτος, καθώς και άλλες αρετές του πολίτη. Επιπλέον, αυτή η κρατικοποίηση της εκπαίδευσης εξασφάλιζε ότι οι εκπαιδευτικοί και οι επαγγελματίες ειδικοί της εκπαίδευσης θα αποτελούσαν μία από τις μεγαλύτερες ομάδες με κατεστημένο συμφέρον στην επέκταση του κρατισμού.

To insure the dominance of the new statism over public opinion, to insure that the public’s consent would be engineered, the governments of the Western world in the late nineteenth and early twentieth centuries moved to seize control over education, over the minds of men: over the universities, and over general education through compulsory school attendance laws and a network of public schools. The public schools were consciously used to inculcate obedience to the State as well as other civic virtues among their young charges. Furthermore, this statizing of education insured that one of the biggest vested interests in expanding statism would be the nation’s teachers and professional educationists.

36

Ένας από τους τρόπους με τους οποίους οι νέοι κρατιστές διανοούμενοι επιτελούσαν το έργο τους ήταν να αλλάζουν το νόημα παλαιών χαρακτηρισμών και, συνεπώς, να χειραγωγούν στη συνείδηση του κοινού τους συναισθηματικούς συνειρμούς που συνδέονταν με αυτούς. Για παράδειγμα, οι λιμπερταριανοί του laissez-faire ήταν από παλιά γνωστοί ως «φιλελεύθεροι», και οι πιο αμιγείς και μαχητικοί μεταξύ τους ως «ριζοσπάστες»· ήταν επίσης γνωστοί ως «προοδευτικοί», επειδή αυτοί συμβάδιζαν με τη βιομηχανική πρόοδο, την εξάπλωση της ελευθερίας και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου των καταναλωτών. Η νέα κατηγορία κρατιστών πανεπιστημιακών και διανοουμένων οικειοποιήθηκε τις λέξεις «φιλελεύθερος» και «προοδευτικός» και κατόρθωσε να στιγματίσει τους αντιπάλους της που υποστήριζαν το laissez-faire ως παρωχημένους, «Νεάντερταλ» και «αντιδραστικούς». Ακόμη και ο χαρακτηρισμός «συντηρητικός» αποδόθηκε στους κλασικούς φιλελευθέρους. Και, όπως είδαμε, οι νέοι κρατιστές μπόρεσαν να οικειοποιηθούν και την έννοια της «λογικής».

One of the ways that the new statist intellectuals did their work was to change the meaning of old labels, and therefore to manipulate in the minds of the public the emotional connotations attached to such labels. For example, the laissez-faire libertarians had long been known as “liberals,” and the purest and most militant of them as “radicals”; they had also been known as “progressives” because they were the ones in tune with industrial progress, the spread of liberty, and the rise in living standards of consumers. The new breed of statist academics and intellectuals appropriated to themselves the words “liberal” and “progressive,” and successfully managed to tar their laissez-faire opponents with the charge of being old-fashioned, “Neanderthal,” and “reactionary.” Even the name “conservative” was pinned on the classical liberals. And, as we have seen, the new statists were able to appropriate the concept of “reason” as well.

37

Αν οι φιλελεύθεροι του laissez-faire αποπροσανατολίστηκαν από τη νέα έξαρση του κρατισμού και του μερκαντιλισμού υπό τη μορφή ενός «προοδευτικού» κορπορατιστικού κρατισμού, ένας ακόμη λόγος για την παρακμή του κλασικού φιλελευθερισμού έως τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα ήταν η ανάπτυξη ενός ιδιότυπου νέου κινήματος: του σοσιαλισμού. Ο σοσιαλισμός εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1830 και αναπτύχθηκε σημαντικά μετά τη δεκαετία του 1880. Το ιδιότυπο στοιχείο του σοσιαλισμού ήταν ότι αποτελούσε ένα συγκεχυμένο, υβριδικό κίνημα, επηρεασμένο και από τις δύο μεγάλες, προϋπάρχουσες αντίθετες ιδεολογίες, τον φιλελευθερισμό και τον συντηρητισμό. Από τους κλασικούς φιλελευθέρους, οι σοσιαλιστές υιοθέτησαν την απερίφραστη αποδοχή της βιομηχανικής ανάπτυξης και της Βιομηχανικής Επανάστασης, μια πρώιμη εξύμνηση της «επιστήμης» και της «λογικής», και μια τουλάχιστον ρητορική αφοσίωση σε κλασικά φιλελεύθερα ιδεώδη όπως η ειρήνη, η ατομική ελευθερία και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου. Πράγματι, πολύ πριν από τους μεταγενέστερους κορπορατιστές, οι σοσιαλιστές πρωτοστάτησαν στην οικειοποίηση της επιστήμης, της λογικής και της βιομηχανικής ανάπτυξης. Και όχι μόνο υιοθέτησαν την προσήλωση των κλασικών φιλελευθέρων στη δημοκρατία, αλλά την υπερακόντισαν, ζητώντας μια «διευρυμένη δημοκρατία», στην οποία «ο λαός» θα διηύθυνε την οικονομία — και οι άνθρωποι ο ένας τον άλλον.

If the laissez-faire liberals were confused by the new recrudescence of statism and mercantilism as “progressive” corporate statism, another reason for the decay of classical liberalism by the end of the nineteenth century was the growth of a peculiar new movement: socialism. Socialism began in the 1830s and expanded greatly after the 1880s. The peculiar thing about socialism was that it was a confused, hybrid movement, influenced by both the two great preexisting polar ideologies, liberalism and conservatism. From the classical liberals the socialists took a frank acceptance of industrialism and the Industrial Revolution, an early glorification of “science” and “reason,” and at least a rhetorical devotion to such classical liberal ideals as peace, individual freedom, and a rising standard of living. Indeed, the socialists, long before the much later corporatists, pioneered in a co-opting of science, reason, and industrialism. And the socialists not only adopted the classical liberal adherence to democracy, but topped it by calling for an “expanded democracy,” in which “the people” would run the economy—and each other.

38

Από την άλλη πλευρά, οι σοσιαλιστές υιοθέτησαν από τους συντηρητικούς την προσήλωση στον καταναγκασμό και στα κρατιστικά μέσα, προκειμένου να επιδιώξουν αυτούς τους φιλελεύθερους στόχους. Η αρμονία και η ανάπτυξη της βιομηχανίας θα επιτυγχάνονταν με τη διόγκωση του κράτους σε έναν παντοδύναμο θεσμό, που θα κυβερνούσε την οικονομία και την κοινωνία στο όνομα της «επιστήμης». Μια πρωτοπορία τεχνοκρατών θα αναλάμβανε απόλυτη εξουσία επί του προσώπου και της περιουσίας όλων, στο όνομα του «λαού» και της «δημοκρατίας». Μη αρκούμενο στο φιλελεύθερο επίτευγμα της λογικής και της ελευθερίας για την επιστημονική έρευνα, το σοσιαλιστικό κράτος θα εγκαθίδρυε την κυριαρχία των επιστημόνων πάνω σε όλους τους άλλους· μη αρκούμενο στο ότι οι φιλελεύθεροι απελευθέρωναν τους εργάτες για να επιτύχουν μια αδιανόητη έως τότε ευημερία, το σοσιαλιστικό κράτος θα εγκαθίδρυε την κυριαρχία των εργατών πάνω σε όλους τους άλλους — ή, ακριβέστερα, την κυριαρχία πολιτικών, γραφειοκρατών και τεχνοκρατών στο όνομά τους. Μη αρκούμενο στη φιλελεύθερη αρχή της ισότητας των δικαιωμάτων, της ισότητας ενώπιον του νόμου, το σοσιαλιστικό κράτος θα καταπατούσε αυτή την ισότητα χάριν του τερατώδους και ανέφικτου στόχου της ισότητας ή της ομοιομορφίας των αποτελεσμάτων — ή, ακριβέστερα, θα συγκροτούσε μια νέα προνομιούχα ελίτ, μια νέα τάξη, στο όνομα της επίτευξης μιας τέτοιας ανέφικτης ισότητας.

On the other hand, from the conservatives the socialists took a devotion to coercion and the statist means for trying to achieve these liberal goals. Industrial harmony and growth were to be achieved by aggrandizing the State into an all-powerful institution, ruling the economy and the society in the name of “science.” A vanguard of technocrats was to assume all-powerful rule over everyone’s person and property in the name of the “people” and of “democracy.” Not content with the liberal achievement of reason and freedom for scientific research, the socialist State would install rule by the scientists of everyone else; not content with liberals setting the workers free to achieve undreamt-of prosperity, the socialist State would install rule by the workers of everyone else—or rather, rule by politicians, bureaucrats, and technocrats in their name. Not content with the liberal creed of equality of rights, of equality before the law, the socialist State would trample on such equality on behalf of the monstrous and impossible goal of equality or uniformity of results—or rather, would erect a new privileged elite, a new class, in the name of bringing about such an impossible equality.

39

Ο σοσιαλισμός ήταν ένα συγκεχυμένο και υβριδικό κίνημα επειδή προσπαθούσε να επιτύχει τους φιλελεύθερους στόχους της ελευθερίας, της ειρήνης και της βιομηχανικής αρμονίας και ανάπτυξης —στόχους που μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της ελευθερίας και του χωρισμού της κυβέρνησης από σχεδόν τα πάντα— επιβάλλοντας τα παλαιά συντηρητικά μέσα του κρατισμού, του κολεκτιβισμού και των ιεραρχικών προνομίων. Ήταν ένα κίνημα που δεν μπορούσε παρά να αποτύχει και που πράγματι απέτυχε παταγωδώς στις πολυάριθμες χώρες όπου κατέλαβε την εξουσία τον εικοστό αιώνα, φέρνοντας στις μάζες μόνο πρωτοφανή δεσποτισμό, λιμοκτονία και συντριπτική εξαθλίωση.

Socialism was a confused and hybrid movement because it tried to achieve the liberal goals of freedom, peace, and industrial harmony and growth—goals which can only be achieved through liberty and the separation of government from virtually everything—by imposing the old conservative means of statism, collectivism, and hierarchical privilege. It was a movement which could only fail, which indeed did fail miserably in those numerous countries where it attained power in the twentieth century, by bringing to the masses only unprecedented despotism, starvation, and grinding impoverishment.

40

Το χειρότερο όμως στοιχείο της ανόδου του σοσιαλιστικού κινήματος ήταν ότι κατόρθωσε να υπερφαλαγγίσει τους κλασικούς φιλελευθέρους «από τα Αριστερά»: δηλαδή, ως η παράταξη της ελπίδας, του ριζοσπαστισμού και της επανάστασης στον δυτικό κόσμο. Διότι, όπως οι υπερασπιστές του ancien régime κατέλαβαν τη δεξιά πλευρά της αίθουσας κατά τη Γαλλική Επανάσταση, έτσι οι φιλελεύθεροι και οι ριζοσπάστες κάθισαν στην αριστερή· από τότε και μέχρι την άνοδο του σοσιαλισμού, οι λιμπερταριανοί κλασικοί φιλελεύθεροι αποτελούσαν την «Αριστερά», ακόμη και την «άκρα Αριστερά», του ιδεολογικού φάσματος. Ακόμη και το 1848, μαχητικοί Γάλλοι φιλελεύθεροι του laissez-faire, όπως ο Frederic Bastiat, κάθονταν στα αριστερά της εθνοσυνέλευσης. Οι κλασικοί φιλελεύθεροι είχαν ξεκινήσει ως η ριζοσπαστική, επαναστατική παράταξη της Δύσης, ως η παράταξη της ελπίδας και της αλλαγής υπέρ της ελευθερίας, της ειρήνης και της προόδου. Το ότι επέτρεψαν να υπερφαλαγγιστούν, ότι επέτρεψαν στους σοσιαλιστές να εμφανίζονται ως η «παράταξη της Αριστεράς», ήταν σοβαρό στρατηγικό σφάλμα, το οποίο επέτρεψε να τοποθετηθούν οι φιλελεύθεροι εσφαλμένα σε μια συγκεχυμένη ενδιάμεση θέση, με τον σοσιαλισμό και τον συντηρητισμό ως αντίθετους πόλους. Εφόσον ο λιμπερταριανισμός είναι κατεξοχήν η παράταξη της αλλαγής και της προόδου προς την ελευθερία, η εγκατάλειψη αυτού του ρόλου σήμαινε την εγκατάλειψη μεγάλου μέρους του λόγου ύπαρξής τους — είτε στην πραγματικότητα είτε στη συνείδηση του κοινού.

But the worst thing about the rise of the socialist movement was that it was able to outflank the classical liberals “on the Left”: that is, as the party of hope, of radicalism, of revolution in the Western World. For, just as the defenders of the ancien régime took their place on the right side of the hall during the French Revolution, so the liberals and radicals sat on the left; from then on until the rise of socialism, the libertarian classical liberals were “the Left,” even the “extreme Left,” on the ideological spectrum. As late as 1848, such militant laissez-faire French liberals as Frédéric Bastiat sat on the left in the national assembly. The classical liberals had begun as the radical, revolutionary party in the West, as the party of hope and of change on behalf of liberty, peace, and progress. To allow themselves to be outflanked, to allow the socialists to pose as the “party of the Left,” was a bad strategic error, allowing the liberals to be put falsely into a confused middle-of-the-road position with socialism and conservatism as the polar opposites. Since libertarianism is nothing if not a party of change and of progress toward liberty, abandonment of that role meant the abandonment of much of their reason for existence—either in reality or in the minds of the public.

41

Τίποτε όμως από αυτά δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί αν οι κλασικοί φιλελεύθεροι δεν είχαν αφήσει τον εαυτό τους να παρακμάσει εκ των έσω. Θα μπορούσαν να είχαν επισημάνει —όπως πράγματι έκαναν ορισμένοι— ότι ο σοσιαλισμός ήταν ένα συγκεχυμένο, αυτοαναιρούμενο, οιονεί συντηρητικό κίνημα, απόλυτη μοναρχία και φεουδαρχία με σύγχρονο πρόσωπο· και ότι οι ίδιοι εξακολουθούσαν να είναι οι μόνοι αληθινοί ριζοσπάστες, ατρόμητοι άνθρωποι που δεν απαιτούσαν τίποτε λιγότερο από την πλήρη νίκη του λιμπερταριανού ιδεώδους.

But none of this could have happened if the classical liberals had not allowed themselves to decay from within. They could have pointed out—as some of them indeed did—that socialism was a confused, self-contradictory, quasi-conservative movement, absolute monarchy and feudalism with a modern face, and that they themselves were still the only true radicals, undaunted people who insisted on nothing less than complete victory for the libertarian ideal.

42

Η παρακμή εκ των έσω

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Decay from Within

43

Αφού όμως πέτυχαν εντυπωσιακές μερικές νίκες εναντίον του κρατισμού, οι κλασικοί φιλελεύθεροι άρχισαν να χάνουν τον ριζοσπαστισμό τους, την πεισματική επιμονή τους να συνεχίσουν τη μάχη εναντίον του συντηρητικού κρατισμού έως την τελική νίκη. Αντί να χρησιμοποιούν τις μερικές νίκες ως εφαλτήριο για διαρκώς μεγαλύτερη πίεση, άρχισαν να χάνουν τον ζήλο τους για την αλλαγή και για την καθαρότητα των αρχών. Άρχισαν να αρκούνται στην προσπάθεια διαφύλαξης των ήδη κερδισμένων νικών τους, μετατρέποντας έτσι το κίνημά τους από ριζοσπαστικό σε συντηρητικό — «συντηρητικό» με την έννοια ότι αρκούνταν στη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης. Εν ολίγοις, οι φιλελεύθεροι άφησαν το πεδίο ορθάνοιχτο στον σοσιαλισμό για να γίνει η παράταξη της ελπίδας και του ριζοσπαστισμού, ακόμη και στους μεταγενέστερους κορπορατιστές για να εμφανίζονται ως «φιλελεύθεροι» και «προοδευτικοί», σε αντιδιαστολή προς τους «ακροδεξιούς» και «συντηρητικούς» λιμπερταριανούς κλασικούς φιλελευθέρους, αφού οι τελευταίοι επέτρεψαν να εγκλωβιστούν σε μια θέση από την οποία δεν προσδοκούσαν τίποτε περισσότερο από τη στασιμότητα, από την απουσία αλλαγής. Μια τέτοια στρατηγική είναι ανόητη και μη βιώσιμη σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο.

But after achieving impressive partial victories against statism, the classical liberals began to lose their radicalism, their dogged insistence on carrying the battle against conservative statism to the point of final victory. Instead of using partial victories as a stepping-stone for evermore pressure, the classical liberals began to lose their fervor for change and for purity of principle. They began to rest content with trying to safeguard their existing victories, and thus turned themselves from a radical into a conservative movement—”conservative” in the sense of being content to preserve the status quo. In short, the liberals left the field wide open for socialism to become the party of hope and of radicalism, and even for the later corporatists to pose as “liberals” and “progressives” as against the “extreme right wing” and “conservative” libertarian classical liberals, since the latter allowed themselves to be boxed into a position of hoping for nothing more than stasis, than absence of change. Such a strategy is foolish and untenable in a changing world.

44

Ο εκφυλισμός όμως του φιλελευθερισμού δεν αφορούσε μόνο τη στάση και τη στρατηγική του, αλλά και τις αρχές του. Διότι οι φιλελεύθεροι αρκέστηκαν να αφήσουν στα χέρια του κράτους την εξουσία διεξαγωγής πολέμου, την εξουσία επί της εκπαίδευσης, την εξουσία επί του χρήματος και του τραπεζικού συστήματος, καθώς και επί των οδών — εν ολίγοις, να παραχωρήσουν στο κράτος την κυριαρχία επί όλων των κρίσιμων μοχλών εξουσίας στην κοινωνία. Σε αντίθεση με την απόλυτη εχθρότητα των φιλελευθέρων του δέκατου όγδοου αιώνα προς την εκτελεστική εξουσία και τη γραφειοκρατία, οι φιλελεύθεροι του δέκατου ένατου αιώνα ανέχθηκαν, ακόμη και καλωσόρισαν, την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας και μιας εδραιωμένης ολιγαρχικής γραφειοκρατίας της δημόσιας διοίκησης.

But the degeneration of liberalism was not merely one of stance and strategy, but one of principle as well. For the liberals became content to leave the war-making power in the hands of the State, to leave the education power in its hands, to leave the power over money and banking, and over roads, in the hands of the State—in short, to concede to State dominion over all the crucial levers of power in society. In contrast to the eighteenth-century liberals’ total hostility to the executive and to bureaucracy, the nineteenth-century liberals tolerated and even welcomed the buildup of executive power and of an entrenched oligarchic civil service bureaucracy.

45

Επιπλέον, οι αρχές και η στρατηγική συνδέθηκαν στην υποχώρηση της αφοσίωσης των φιλελευθέρων του δέκατου όγδοου και των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα στον «καταργητισμό» — στην άποψη ότι ένας θεσμός, είτε επρόκειτο για τη δουλεία είτε για οποιαδήποτε άλλη όψη του κρατισμού, έπρεπε να καταργηθεί το ταχύτερο δυνατόν, καθώς η άμεση κατάργηση του κρατισμού, παρότι απίθανη στην πράξη, όφειλε να επιδιώκεται ως η μόνη δυνατή ηθική στάση. Διότι το να προτιμά κανείς τη σταδιακή συρρίκνωση από την άμεση κατάργηση ενός κακού και καταναγκαστικού θεσμού σημαίνει ότι επικυρώνει και νομιμοποιεί αυτό το κακό και, συνεπώς, παραβιάζει τις λιμπερταριανές αρχές. Όπως εξήγησε ο μεγάλος υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας και λιμπερταριανός William Lloyd Garrison: «Όσο σθεναρά κι αν απαιτούμε την άμεση κατάργηση, αλίμονο, στο τέλος η κατάργηση θα είναι σταδιακή. Ποτέ δεν είπαμε ότι η δουλεία θα ανατρεπόταν με ένα και μόνο πλήγμα· ότι οφείλει να ανατραπεί έτσι, θα το υποστηρίζουμε πάντοτε».4

Moreover, principle and strategy merged in the decay of eighteenth-century and early nineteenth-century liberal devotion to “abolitionism”—to the view that, whether the institution be slavery or any other aspect of statism, it should be abolished as quickly as possible, since the immediate abolition of statism, while unlikely in practice, was to be sought after as the only possible moral position. For to prefer a gradual whittling away to immediate abolition of an evil and coercive institution is to ratify and sanction such evil, and therefore to violate libertarian principles. As the great abolitionist of slavery and libertarian William Lloyd Garrison explained: “Urge immediate abolition as earnestly as we may, it will, alas! be gradual abolition in the end. We have never said that slavery would be overthrown by a single blow; that it ought to be, we shall always contend.”

46

Δύο αλλαγές καίριας σημασίας στη φιλοσοφία και στην ιδεολογία του κλασικού φιλελευθερισμού αποτέλεσαν τόσο εκδηλώσεις όσο και αίτια της παρακμής του ως ζωντανής, προοδευτικής και ριζοσπαστικής δύναμης στον δυτικό κόσμο. Η πρώτη και σημαντικότερη, που σημειώθηκε από τις αρχές έως τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, ήταν η εγκατάλειψη της φιλοσοφίας των φυσικών δικαιωμάτων και η αντικατάστασή της από τον τεχνοκρατικό ωφελιμισμό. Αντί για μια ελευθερία θεμελιωμένη στην ηθική επιταγή του δικαιώματος κάθε ατόμου επί του προσώπου και της περιουσίας του —δηλαδή, αντί να επιδιώκεται η ελευθερία πρωτίστως στη βάση του δικαιώματος και της δικαιοσύνης—, ο ωφελιμισμός προέκρινε την ελευθερία ως τον κατά κανόνα καλύτερο τρόπο επίτευξης μιας αόριστα προσδιορισμένης γενικής ευημερίας ή ενός κοινού καλού. Αυτή η μετατόπιση από τα φυσικά δικαιώματα στον ωφελιμισμό είχε δύο σοβαρές συνέπειες. Πρώτον, η καθαρότητα του στόχου, η συνέπεια της αρχής, αναπόφευκτα κλονίστηκε. Διότι, ενώ ο λιμπερταριανός των φυσικών δικαιωμάτων, επιδιώκοντας την ηθική και τη δικαιοσύνη, προσκολλάται μαχητικά στην ανόθευτη αρχή, ο ωφελιμιστής εκτιμά την ελευθερία μόνο ως κατά περίπτωση πρόσφορο μέσο. Και επειδή η σκοπιμότητα μπορεί να μεταβάλλεται —και πράγματι μεταβάλλεται— ανάλογα με τον άνεμο, ο ωφελιμιστής, στον ψυχρό υπολογισμό κόστους και οφέλους, εύκολα θα καταλήγει να επιλέγει τον κρατισμό στη μία επιμέρους περίπτωση μετά την άλλη, εγκαταλείποντας έτσι την αρχή. Πράγματι, αυτό ακριβώς συνέβη στους ωφελιμιστές οπαδούς του Bentham στην Αγγλία: ξεκινώντας από έναν κατά περίπτωση λιμπερταριανισμό και το laissez-faire, έβρισκαν ολοένα ευκολότερο να διολισθαίνουν όλο και περισσότερο στον κρατισμό. Ένα παράδειγμα ήταν η επιδίωξη μιας «αποτελεσματικής» και, συνεπώς, ισχυρής δημόσιας διοίκησης και εκτελεστικής εξουσίας· μιας αποτελεσματικότητας που αποκτούσε προτεραιότητα έναντι κάθε έννοιας δικαιοσύνης ή δικαιώματος και, μάλιστα, την αντικαθιστούσε.

There were two critically important changes in the philosophy and ideology of classical liberalism which both exemplified and contributed to its decay as a vital, progressive, and radical force in the Western world. The first, and most important, occurring in the early to mid-nineteenth century, was the abandonment of the philosophy of natural rights, and its replacement by technocratic utilitarianism. Instead of liberty grounded on the imperative morality of each individual’s right to person and property, that is, instead of liberty being sought primarily on the basis of right and justice, utilitarianism preferred liberty as generally the best way to achieve a vaguely defined general welfare or common good. There were two grave consequences of this shift from natural rights to utilitarianism. First, the purity of the goal, the consistency of the principle, was inevitably shattered. For whereas the natural-rights libertarian seeking morality and justice cleaves militantly to pure principle, the utilitarian only values liberty as an ad hoc expedient. And since expediency can and does shift with the wind, it will become easy for the utilitarian in his cool calculus of cost and benefit to plump for statism in ad hoc case after case, and thus to give principle away. Indeed, this is precisely what happened to the Benthamite utilitarians in England: beginning with ad hoc libertarianism and laissez-faire, they found it ever easier to slide further and further into statism. An example was the drive for an “efficient” and therefore strong civil service and executive power, an efficiency that took precedence, indeed replaced, any concept of justice or right.

47

Δεύτερον, και εξίσου σημαντικό, είναι πράγματι σπάνιο να βρει κανείς έναν ωφελιμιστή που να είναι και ριζοσπάστης, που να φλέγεται για την άμεση κατάργηση του κακού και του καταναγκασμού. Οι ωφελιμιστές, με την προσήλωσή τους στη σκοπιμότητα, σχεδόν αναπόφευκτα αντιτίθενται σε κάθε είδους ανατρεπτική ή ριζική αλλαγή. Δεν υπήρξαν ωφελιμιστές επαναστάτες. Ως εκ τούτου, οι ωφελιμιστές δεν είναι ποτέ υπέρμαχοι της άμεσης κατάργησης. Ο καταργητιστής είναι τέτοιος επειδή επιθυμεί να εξαλείψει το άδικο και την αδικία το ταχύτερο δυνατόν. Στην επιλογή αυτού του στόχου δεν υπάρχει περιθώριο για ψυχρή, κατά περίπτωση στάθμιση κόστους και οφέλους. Έτσι, οι κλασικοί φιλελεύθεροι ωφελιμιστές εγκατέλειψαν τον ριζοσπαστισμό και έγιναν απλοί μεταρρυθμιστές της σταδιακής αλλαγής. Με το να γίνουν όμως μεταρρυθμιστές, τοποθετήθηκαν αναπόφευκτα και στη θέση των συμβούλων και των ειδικών αποτελεσματικότητας του κράτους. Με άλλα λόγια, κατέληξαν αναπόφευκτα να εγκαταλείψουν τόσο τη λιμπερταριανή αρχή όσο και μια λιμπερταριανή στρατηγική θεμελιωμένη σε αρχές. Οι ωφελιμιστές κατέληξαν απολογητές της υπάρχουσας τάξης, της υφιστάμενης κατάστασης, και συνεπώς ήταν ιδιαίτερα εκτεθειμένοι στην κατηγορία των σοσιαλιστών και των προοδευτικών κορπορατιστών ότι δεν ήταν παρά στενόμυαλοι και συντηρητικοί αντίπαλοι κάθε αλλαγής. Έτσι, ξεκινώντας ως ριζοσπάστες και επαναστάτες, ως το διαμετρικό αντίθετο των συντηρητικών, οι κλασικοί φιλελεύθεροι κατέληξαν ομοίωμα εκείνου που είχαν πολεμήσει.

Second, and equally important, it is rare indeed ever to find a utilitarian who is also radical, who burns for immediate abolition of evil and coercion. Utilitarians, with their devotion to expediency, almost inevitably oppose any sort of upsetting or radical change. There have been no utilitarian revolutionaries. Hence, utilitarians are never immediate abolitionists. The abolitionist is such because he wishes to eliminate wrong and injustice as rapidly as possible. In choosing this goal, there is no room for cool, ad hoc weighing of cost and benefit. Hence, the classical liberal utilitarians abandoned radicalism and became mere gradualist reformers. But in becoming reformers, they also put themselves inevitably into the position of advisers and efficiency experts to the State. In other words, they inevitably came to abandon libertarian principle as well as a principled libertarian strategy. The utilitarians wound up as apologists for the existing order, for the status quo, and hence were all too open to the charge by socialists and progressive corporatists that they were mere narrow-minded and conservative opponents of any and all change. Thus, starting as radicals and revolutionaries, as the polar opposites of conservatives, the classical liberals wound up as the image of the thing they had fought.

48

Αυτός ο ωφελιμιστικός ακρωτηριασμός του λιμπερταριανισμού εξακολουθεί να υφίσταται. Έτσι, στις απαρχές της οικονομικής σκέψης, ο ωφελιμισμός κυριάρχησε στην οικονομική θεωρία της ελεύθερης αγοράς μέσω της επιρροής των Bentham και Ricardo, και αυτή η επιρροή παραμένει σήμερα εξίσου ισχυρή όσο ποτέ. Η σημερινή οικονομική θεωρία της ελεύθερης αγοράς βρίθει επικλήσεων της σταδιακής αλλαγής· περιφρόνησης προς την ηθική, τη δικαιοσύνη και τη συνέπεια στις αρχές· και προθυμίας εγκατάλειψης των αρχών της ελεύθερης αγοράς με την πρώτη ευκαιρία που προσφέρει ένας υπολογισμός κόστους και οφέλους. Ως εκ τούτου, οι διανοούμενοι αντιλαμβάνονται γενικά τη σημερινή οικονομική θεωρία της ελεύθερης αγοράς ως απλή απολογητική μιας ελαφρώς τροποποιημένης υφιστάμενης κατάστασης, και πολύ συχνά αυτές οι κατηγορίες είναι βάσιμες.

This utilitarian crippling of libertarianism is still with us. Thus, in the early days of economic thought, utilitarianism captured free-market economics with the influence of Bentham and Ricardo, and this influence is today fully as strong as ever. Current free-market economics is all too rife with appeals to gradualism; with scorn for ethics, justice, and consistent principle; and with a willingness to abandon free-market principles at the drop of a cost-benefit hat. Hence, current free-market economics is generally envisioned by intellectuals as merely apologetics for a slightly modified status quo, and all too often such charges are correct.

49

Μια δεύτερη αλλαγή στην ιδεολογία των κλασικών φιλελευθέρων, που ενίσχυσε την πρώτη, επήλθε στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, όταν, τουλάχιστον για μερικές δεκαετίες, υιοθέτησαν τις θεωρίες του κοινωνικού εξελικτισμού, συχνά αποκαλούμενου «κοινωνικού δαρβινισμού». Γενικά, οι κρατιστές ιστορικοί έχουν συκοφαντήσει φιλελευθέρους του laissez-faire που υποστήριζαν τον κοινωνικό δαρβινισμό, όπως ο Herbert Spencer και ο William Graham Sumner, παρουσιάζοντάς τους ως σκληρούς υπέρμαχους της εξόντωσης ή, τουλάχιστον, της εξαφάνισης των κοινωνικά «απροσάρμοστων». Μεγάλο μέρος αυτών των απόψεων δεν ήταν παρά η περιβολή ορθών οικονομικών και κοινωνιολογικών θεωριών της ελεύθερης αγοράς με το τότε μοντέρνο ένδυμα του εξελικτισμού. Η πραγματικά σημαντική και παραλυτική όψη του κοινωνικού δαρβινισμού τους, όμως, ήταν η αθέμιτη μεταφορά στην κοινωνική σφαίρα της άποψης ότι τα είδη —ή, αργότερα, τα γονίδια— μεταβάλλονται πάρα πολύ αργά, έπειτα από χιλιετίες. Ο φιλελεύθερος οπαδός του κοινωνικού δαρβινισμού κατέληξε έτσι να εγκαταλείψει την ίδια την ιδέα της επανάστασης ή της ριζικής αλλαγής, προτιμώντας να παραμένει αδρανής και να περιμένει τις αναπόφευκτες, απειροελάχιστες εξελικτικές μεταβολές σε βάθος αμέτρητων αιώνων. Εν ολίγοις, παραβλέποντας ότι ο φιλελευθερισμός είχε αναγκαστεί να κάμψει την εξουσία των αρχουσών ελίτ μέσα από μια σειρά ριζικών αλλαγών και επαναστάσεων, οι κοινωνικοί δαρβινιστές έγιναν συντηρητικοί, κηρύσσοντας την αντίθεσή τους σε κάθε ριζικό μέτρο και υποστηρίζοντας μόνο τις πιο ανεπαίσθητα σταδιακές αλλαγές.5

A second, reinforcing change in the ideology of classical liberals came during the late nineteenth century, when, at least for a few decades, they adopted the doctrines of social evolutionism, often called “social Darwinism.” Generally, statist historians have smeared such social Darwinist laissez-faire liberals as Herbert Spencer and William Graham Sumner as cruel champions of the extermination, or at least of the disappearance, of the socially “unfit.” Much of this was simply the dressing up of sound economic and sociological free-market doctrine in the then-fashionable trappings of evolutionism. But the really important and crippling aspect of their social Darwinism was the illegitimate carrying-over to the social sphere of the view that species (or later, genes) change very, very slowly, after millennia of time. The social Darwinist liberal came, then, to abandon the very idea of revolution or radical change in favor of sitting back and waiting for the inevitable tiny evolutionary changes over eons of time. In short, ignoring the fact that liberalism had had to break through the power of ruling elites by a series of radical changes and revolutions, the social Darwinists became conservatives preaching against any radical measures and in favor of only the most minutely gradual of changes.

50

Πράγματι, ο ίδιος ο μεγάλος λιμπερταριανός Spencer αποτελεί συναρπαστικό παράδειγμα ακριβώς μιας τέτοιας μεταβολής στον κλασικό φιλελευθερισμό — και η περίπτωσή του έχει το παράλληλό της στην Αμερική, στο πρόσωπο του William Graham Sumner. Κατά μία έννοια, ο Herbert Spencer ενσαρκώνει μεγάλο μέρος της παρακμής του φιλελευθερισμού κατά τον δέκατο ένατο αιώνα. Διότι ξεκίνησε ως ένας θαυμαστά ριζοσπαστικός φιλελεύθερος, ως ένας σχεδόν αμιγής λιμπερταριανός. Καθώς όμως ο ιός της κοινωνιολογίας και του κοινωνικού δαρβινισμού κυρίευε την ψυχή του, ο Spencer εγκατέλειψε τον λιμπερταριανισμό ως δυναμικό, ριζοσπαστικό ιστορικό κίνημα, χωρίς ωστόσο να τον εγκαταλείψει στο επίπεδο της καθαρής θεωρίας. Ενώ προσέβλεπε στην τελική νίκη της αμιγούς ελευθερίας, της «σύμβασης» έναντι της «κοινωνικής θέσης», της βιομηχανίας έναντι του μιλιταρισμού, άρχισε να θεωρεί αυτή τη νίκη αναπόφευκτη, αλλά μόνο έπειτα από χιλιετίες σταδιακής εξέλιξης. Έτσι, εγκατέλειψε τον φιλελευθερισμό ως μαχητικό, ριζοσπαστικό δόγμα και περιόρισε τον φιλελευθερισμό του στην πράξη σε έναν αποκαμωμένο, συντηρητικό αγώνα οπισθοφυλακής εναντίον του αυξανόμενου κολεκτιβισμού και κρατισμού της εποχής του.

In fact, the great libertarian Spencer himself is a fascinating illustration of just such a change in classical liberalism (and his case is paralleled in America by William Graham Sumner). In a sense, Herbert Spencer embodies within himself much of the decline of liberalism in the nineteenth century. For Spencer began as a magnificently radical liberal, as virtually a pure libertarian. But, as the virus of sociology and social Darwinism took over in his soul, Spencer abandoned libertarianism as a dynamic, radical historical movement, although without abandoning it in pure theory. While looking forward to an eventual victory of pure liberty, of “contract” as against “status,” of industry as against militarism, Spencer began to see that victory as inevitable, but only after millennia of gradual evolution. Hence, Spencer abandoned liberalism as a fighting, radical creed and confined his liberalism in practice to a weary, conservative, rearguard action against the growing collectivism and statism of his day.

51

Αν όμως ο ωφελιμισμός, ενισχυμένος από τον κοινωνικό δαρβινισμό, ήταν ο κύριος παράγοντας φιλοσοφικής και ιδεολογικής παρακμής του φιλελεύθερου κινήματος, η σημαντικότερη και μάλιστα κατακλυσμιαία αιτία του αφανισμού του ήταν η εγκατάλειψη των άλλοτε αυστηρών αρχών του εναντίον του πολέμου, της αυτοκρατορικής επέκτασης και του μιλιταρισμού. Στη μία χώρα μετά την άλλη, ήταν το τραγούδι των Σειρήνων του έθνους-κράτους και της αυτοκρατορίας που κατέστρεψε τον κλασικό φιλελευθερισμό. Στην Αγγλία, στα τέλη του δέκατου ένατου και στις αρχές του εικοστού αιώνα, οι φιλελεύθεροι εγκατέλειψαν τον αντιπολεμικό, αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό της «Μικρής Αγγλίας» των Cobden, Bright και της Σχολής του Μάντσεστερ. Αντ’ αυτού, υιοθέτησαν τον αισχρά επονομαζόμενο «Φιλελεύθερο Ιμπεριαλισμό» — συμπράττοντας με τους συντηρητικούς στην επέκταση της αυτοκρατορίας, και με τους συντηρητικούς και τους δεξιούς σοσιαλιστές στον καταστροφικό ιμπεριαλισμό και κολεκτιβισμό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, ο Bismarck κατόρθωσε να διασπάσει τους φιλελευθέρους, που έως τότε βρίσκονταν σχεδόν στο κατώφλι του θριάμβου, προβάλλοντας το δέλεαρ της ενοποίησης της Γερμανίας με αίμα και σίδερο. Και στις δύο χώρες, το αποτέλεσμα ήταν η καταστροφή της φιλελεύθερης υπόθεσης.

But if utilitarianism, bolstered by social Darwinism, was the main agent of philosophical and ideological decay in the liberal movement, the single most important, and even cataclysmic, reason for its demise was its abandonment of formerly stringent principles against war, empire, and militarism. In country after country, it was the siren song of nation-state and empire that destroyed classical liberalism. In England, the liberals, in the late nineteenth and early twentieth centuries, abandoned the antiwar, antiimperialist “Little Englandism” of Cobden, Bright, and the Manchester School. Instead, they adopted the obscenely entitled “Liberal Imperialism”—joining the conservatives in the expansion of empire, and the conservatives and the right-wing socialists in the destructive imperialism and collectivism of World War I. In Germany, Bismarck was able to split the previously almost triumphant liberals by setting up the lure of unification of Germany by blood and iron. In both countries, the result was the destruction of the liberal cause.

52

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το κόμμα του κλασικού φιλελευθερισμού ήταν από παλιά το Δημοκρατικό Κόμμα, γνωστό κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα ως «το κόμμα της προσωπικής ελευθερίας». Ουσιαστικά, ήταν το κόμμα όχι μόνο της προσωπικής αλλά και της οικονομικής ελευθερίας· ο ακλόνητος αντίπαλος της ποτοαπαγόρευσης, των νόμων που επέβαλλαν την κυριακάτικη αργία και της υποχρεωτικής εκπαίδευσης· ο αφοσιωμένος υπερασπιστής του ελεύθερου εμπορίου, του σκληρού χρήματος —της απουσίας κρατικά προκαλούμενου πληθωρισμού—, του χωρισμού του τραπεζικού συστήματος από το κράτος και της απολύτως ελάχιστης κυβέρνησης. Αντιλαμβανόταν την εξουσία των πολιτειών ως αμελητέα και την ομοσπονδιακή εξουσία ως ουσιαστικά ανύπαρκτη. Στην εξωτερική πολιτική, το Δημοκρατικό Κόμμα, αν και με μικρότερη συνέπεια, έτεινε να είναι το κόμμα της ειρήνης, του αντιμιλιταρισμού και του αντιιμπεριαλισμού. Ο λιμπερταριανισμός όμως τόσο στο πεδίο της προσωπικής όσο και της οικονομικής ελευθερίας εγκαταλείφθηκε όταν οι δυνάμεις του Bryan κατέλαβαν τον έλεγχο του Δημοκρατικού Κόμματος το 1896, ενώ δύο δεκαετίες αργότερα ο Woodrow Wilson εγκατέλειψε βάναυσα και την εξωτερική πολιτική της μη επέμβασης. Επρόκειτο για μια επέμβαση και έναν πόλεμο που έμελλε να εγκαινιάσουν έναν αιώνα θανάτου και καταστροφής, πολέμων και νέων δεσποτισμών, καθώς και έναν αιώνα, σε όλες τις εμπόλεμες χώρες, του νέου κορπορατιστικού κρατισμού που αναφέραμε παραπάνω — ενός κράτους πρόνοιας και πολέμου, διοικούμενου από μια συμμαχία του διογκωμένου κράτους, των μεγάλων επιχειρήσεων, των συνδικάτων και των διανοουμένων.

In the United States, the classical liberal party had long been the Democratic party, known in the latter nineteenth century as “the party of personal liberty.” Basically, it had been the party not only of personal but also of economic liberty; the stalwart opponent of Prohibition, of Sunday blue laws, and of compulsory education; the devoted champion of free trade, hard money (absence of governmental inflation), separation of banking from the State, and the absolute minimum of government. It construed state power to be negligible and federal power to be virtually nonexistent. On foreign policy, the Democratic party, though less rigorously, tended to be the party of peace, antimilitarism, and anti-imperialism. But personal and economic libertarianism were both abandoned with the capture of the Democratic party by the Bryan forces in 1896, and the foreign policy of nonintervention was then rudely abandoned by Woodrow Wilson two decades later. It was an intervention and a war that were to usher in a century of death and devastation, of wars and new despotisms, and also a century in all warring countries of the new corporatist statism—of a welfare-warfare State run by an alliance of Big Government, big business, unions, and intellectuals—that we have mentioned above.

53

Η τελευταία αναλαμπή, πράγματι, του παλαιού φιλελευθερισμού του laissez-faire στην Αμερική ήταν οι θαρραλέοι, γηράσκοντες λιμπερταριανοί που ενώθηκαν για να ιδρύσουν την Αντιιμπεριαλιστική Ένωση στο γύρισμα του αιώνα, προκειμένου να αντιταχθούν στον αμερικανικό πόλεμο εναντίον της Ισπανίας και στον επακόλουθο αμερικανικό ιμπεριαλιστικό πόλεμο για τη συντριβή των Φιλιππινέζων, οι οποίοι αγωνίζονταν για εθνική ανεξαρτησία τόσο από την Ισπανία όσο και από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στα σημερινά μάτια, η ιδέα ενός αντιιμπεριαλιστή που δεν είναι μαρξιστής μπορεί να φαίνεται παράξενη· η αντίθεση όμως στον ιμπεριαλισμό ξεκίνησε από φιλελευθέρους του laissez-faire, όπως ο Cobden και ο Bright στην Αγγλία και ο Eugen Richter στην Πρωσία. Πράγματι, η Αντιιμπεριαλιστική Ένωση, με επικεφαλής τον βιομήχανο και οικονομολόγο της Βοστώνης Edward Atkinson —και με τον Sumner μεταξύ των μελών της—, αποτελούνταν σε μεγάλο βαθμό από ριζοσπάστες του laissez-faire που είχαν δώσει τον καλό αγώνα για την κατάργηση της δουλείας και είχαν κατόπιν υπερασπιστεί το ελεύθερο εμπόριο, το σκληρό χρήμα και την ελάχιστη κυβέρνηση. Γι’ αυτούς, η τελευταία τους μάχη εναντίον του νέου αμερικανικού ιμπεριαλισμού ήταν απλώς αναπόσπαστο μέρος του ισόβιου αγώνα τους εναντίον του καταναγκασμού, του κρατισμού και της αδικίας — εναντίον του διογκωμένου κράτους σε κάθε τομέα της ζωής, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό.

The last gasp, indeed, of the old laissez-faire liberalism in America was the doughty and aging libertarians who banded together to form the Anti-Imperialist League at the turn of the century, to combat the American war against Spain and the subsequent imperialist American war to crush the Filipinos who were striving for national independence from both Spain and the United States. To current eyes, the idea of an anti-imperialist who is not a Marxist may seem strange, but opposition to imperialism began with laissez-faire liberals such as Cobden and Bright in England, and Eugen Richter in Prussia. In fact, the Anti-Imperialist League, headed by Boston industrialist and economist Edward Atkinson (and including Sumner) consisted largely of laissez-faire radicals who had fought the good fight for the abolition of slavery, and had then championed free trade, hard money, and minimal government. To them, their final battle against the new American imperialism was simply part and parcel of their lifelong battle against coercion, statism and injustice—against Big Government in every area of life, both domestic and foreign.

54

Παρακολουθήσαμε τη μάλλον ζοφερή ιστορία της παρακμής και της πτώσης του κλασικού φιλελευθερισμού, έπειτα από την άνοδο και τον μερικό θρίαμβό του στους προηγούμενους αιώνες. Ποια είναι, λοιπόν, η αιτία της αναζωπύρωσης, της άνθησης της λιμπερταριανής σκέψης και δράσης τα τελευταία χρόνια, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες; Πώς μπόρεσαν αυτές οι πανίσχυρες δυνάμεις και συμμαχίες υπέρ του κρατισμού να υποχωρήσουν έστω και τόσο απέναντι σε ένα αναγεννημένο λιμπερταριανό κίνημα; Δεν θα έπρεπε η εκ νέου προέλαση του κρατισμού στα τέλη του δέκατου ένατου και στον εικοστό αιώνα να αποτελεί αιτία απαισιοδοξίας, αντί να εγκαινιάζει την αναζωπύρωση ενός φαινομενικά ετοιμοθάνατου λιμπερταριανισμού; Γιατί ο λιμπερταριανισμός δεν παρέμεινε νεκρός και θαμμένος;

We have traced the rather grisly story of the decline and fall of classical liberalism after its rise and partial triumph in previous centuries. What, then, is the reason for the resurgence, the flowering, of libertarian thought and activity in the last few years, particularly in the United States? How could these formidable forces and coalitions for statism have yielded even that much to a resurrected libertarian movement? Shouldn’t the resumed march of statism in the late nineteenth and twentieth centuries be a cause for gloom rather than usher in a reawakening of a seemingly moribund libertarianism? Why didn’t libertarianism remain dead and buried?

55

Είδαμε γιατί ο λιμπερταριανισμός ήταν φυσικό να αναδυθεί πρώτα και πληρέστερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια χώρα διαποτισμένη από τη λιμπερταριανή παράδοση. Δεν έχουμε όμως ακόμη εξετάσει το ερώτημα: γιατί υπήρξε καν αυτή η αναγέννηση του λιμπερταριανισμού τα τελευταία χρόνια; Ποιες σύγχρονες συνθήκες οδήγησαν σε αυτή την εκπληκτική εξέλιξη; Πρέπει να αναβάλουμε την απάντηση σε αυτό το ερώτημα έως το τέλος του βιβλίου, ώσπου να εξετάσουμε πρώτα τι είναι το λιμπερταριανό δόγμα και πώς μπορεί να εφαρμοστεί για την επίλυση των κυριότερων προβλημάτων της κοινωνίας μας.

We have seen why libertarianism would naturally arise first and most fully in the United States, a land steeped in libertarian tradition. But we have not yet examined the question: Why the renaissance of libertarianism at all within the last few years? What contemporary conditions have led to this surprising development? We must postpone answering this question until the end of the book, until we first examine what the libertarian creed is, and how that creed can be applied to solve the leading problem areas in our society.

56

← ΠρόλογοςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 2: Ιδιοκτησία και Ανταλλαγή →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Για μια Νέα Ελευθερία