Δίγλωσση ανάγνωση: Για την Ορθή Μελέτη του Ανθρώπου: Στοχασμοί περί Μεθόδου
Hans-Hermann Hoppe · On the Proper Study of Man: Reflections on Method · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο
Πραξεολόγος
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Hans-Hermann Hoppe, «On the Proper Study of Man: Reflections on Method», Quarterly Journal of Austrian Economics 26, αρ. 4 (2023) — «Creative Commons CC BY 4.0 License». Πηγή: PDF του περιοδικού στο qjae.mises.org. Άδεια: CC BY 4.0.
Το αγγλικό κείμενο εξήχθη από το PDF του περιοδικού· οι υποσημειώσεις και η βιβλιογραφία δεν περιλαμβάνονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Για την Ορθή Μελέτη του Ανθρώπου: Στοχασμοί περί Μεθόδου
On the Proper Study of Man: Reflections on Method
Είναι δυνατόν να περιγράψουμε και να εξηγήσουμε τον άνθρωπο με νατουραλιστικούς όρους, με τον ίδιο τρόπο που περιγράφουμε και εξηγούμε τις πέτρες, τα φυτά και τα ζώα: στη γλώσσα της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας, της γενετικής, της νευρολογίας κ.ο.κ. Διαφορετικά διατυπωμένο, μπορούμε να εφαρμόσουμε στη μελέτη του ανθρώπου τις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποιούμε για τη μελέτη των πετρών, των φυτών και των ζώων. Μπορούμε να θεωρήσουμε και να αντιμετωπίσουμε τον άνθρωπο ως φυσικό αντικείμενο, όπως μια πέτρα, που μπορεί να μετρηθεί ως προς το βάρος, το ύψος, τον όγκο, τη μάζα, την πυκνότητα, τη θερμοκρασία, το σχήμα κ.ο.κ. και που βρίσκεται και κινείται μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Όπως τα φυτά, ο άνθρωπος είναι οργανισμός με μεταβολισμό· αναπτύσσεται, ζει, αναπαράγεται και πεθαίνει. Και όπως τα ζώα, ο άνθρωπος είναι ένα αυτοκινούμενο σώμα, εξοπλισμένο με αισθητήρια όργανα και σε αναζήτηση τροφής και σεξ.
It is possible to describe and explain man in naturalistic terms, in the same way as we describe and explain stones, plants, and animals: in the language of physics, chemistry, biology, genetics, neurology, et cetera. Put differently, we can apply the same methods used for the study of stones, plants, and animals for the study of man as well. We can consider and treat man as a physical object like a stone that can be measured in terms of weight, height, volume, mass, density, temperature, shape, et cetera, and that is located and moving around in time and space. Like plants, man is an organism with a metabolism; he grows, lives, reproduces, and dies. And like animals, man is a self-propelling body, equipped with sensory organs and in search of food and sex.
Δεν υπάρχει τίποτε το εσφαλμένο σε έναν τέτοιο νατουραλισμό, διότι, όπως ακριβώς οι πέτρες, τα φυτά και τα ζώα, ο άνθρωπος είναι πράγματι μέρος της φύσης και, ως τέτοιο, μοιράζεται ορισμένα κοινά γνωρίσματα με όλα τα άλλα μέρη της. Μάλιστα, όπως καταδεικνύει ιδίως η επιτυχία της φυσιολογίας και της ιατρικής, η μελέτη του ανθρώπου ως φυσικού —δεδομένου από τη φύση— αντικειμένου δεν είναι μόνο δυνατή, αλλά έχει και εξαιρετική πρακτική σημασία.
There is nothing wrong with such naturalism, because just like stones, plants, and animals, man is indeed a part of nature and as such shares some commonalities with all other parts. In fact, as in particular the success of physiology and medicine demonstrates, the study of man as a natural—nature-given—object is not only possible but of eminent practical importance.
Μια νατουραλιστική εξήγηση του ανθρώπου, όμως, μολονότι απολύτως θεμιτή, ακόμη κι αν είναι αληθής, αναγκαστικά αποτυγχάνει να συλλάβει την ουσία του ανθρώπου: εκείνο που τον καθιστά μοναδικό και τον διακρίνει από όλα τα άλλα πράγματα — από τις πέτρες, τα φυτά και τα ζώα. Πράγματι, κάθε τέτοια περιγραφή θα αποτύγχανε με τον ίδιο τρόπο που μια περιγραφή ενός ζωγραφικού πίνακα ή ενός μουσικού έργου με όρους φυσικής, χημείας κ.ο.κ. θα αποτύγχανε να συλλάβει την ουσία του πίνακα ως πίνακα και της μουσικής ως μουσικής.
But a naturalistic account of man, while entirely legitimate, and even if true, must fail to capture the essence of man: what makes man unique and distinguishes him from all other things—from stones, plants, and animals. Indeed, any such description would fail in the same way as a description of a painting or a piece of music in terms of physics, chemistry, et cetera would fail to capture the essence of the painting as a painting and the music as music.
Ωστόσο, ιδίως μεταξύ των φυσικών επιστημόνων —ως επίδειξη της γεμάτης αυτοπεποίθηση στάσης τους ως επιστημόνων που δεν ανέχονται ανοησίες—, είναι αρκετά διαδεδομένη η άποψη ότι μια τέτοια αναγωγή του ανθρώπου αποκλειστικά στη φύση είναι τόσο δυνατή όσο και επιθυμητή· ότι οτιδήποτε μπορεί να γίνει γνωστό, ή τελικά θα γίνει γνωστό, για τον άνθρωπο αποτελεί αποτέλεσμα των ίδιων μεθόδων που εφαρμόζονται και στις πέτρες, στα φυτά και στα ζώα. Η ιδέα είναι ότι κάθε φυσική κατάσταση, συνθήκη, εκδήλωση, μεταβολή και κίνηση του ανθρώπου μέσα στον χρόνο και στον χώρο μπορεί τελικά να εξηγηθεί από ένα σύνθετο σύστημα υλικών αιτίων, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων νευρολογικών διεργασιών. Ομολογουμένως, μπορεί προς το παρόν να μην έχουμε ιδιαίτερη επιτυχία σε αυτό το εγχείρημα, αλλά αυτή είναι η μόνη οδός που πρέπει να ακολουθήσουμε.
Still, especially among natural scientists (as a showcase for their self-assured role as no-nonsense scientists), the view is quite prominent that such a reduction of man to nothing but nature is both possible and desirable, that everything there can (or eventually will) be known about man is the result of the same methods as applied also to stones, plants, and animals. The idea is that man’s every physical state, condition, appearance, change, and movement in time and space can ultimately be explained by a complex system of material causes, including various neurological processes. Admittedly, we may not be all that successful in this endeavor at the moment, but it is the only way to go.
Όσο δημοφιλής κι αν είναι αυτή η άποψη, δεν είναι δύσκολο να ανακαλύψουμε το θεμελιώδες σφάλμα της και να αναγνωρίσουμε γιατί αυτό το πανατουραλιστικό πρόγραμμα είναι καταδικασμένο να αποτύχει — και γιατί η παραδεδεγμένη σημερινή «υπανάπτυξή» του δεν είναι τυχαία, αλλά αναγκαία συνέπεια ορισμένων ψευδών προκειμένων.
However popular this view, it is not difficult to discover its fundamental error and to recognize why this pan-naturalistic program is bound to fail (and why its admitted current “underdevelopment” is not an accident, but a necessary consequence of some false premises).
Το σφάλμα γίνεται εμφανές μόλις αναλογιστούμε τι κάνουμε αυτή τη στιγμή, εγώ ως ομιλητής ή συγγραφέας και εσείς ως ακροατής ή αναγνώστης — και τι πρέπει επίσης να κάνει κάθε φυσικός επιστήμονας όποτε παρουσιάζει τα αποτελέσματα της έρευνάς του. Η απάντηση: μιλούμε ο ένας στον άλλον με λέξεις και προτάσεις που έχουν νόημα. Επικοινωνούμε με άλλα πρόσωπα με την πρόθεση —με σκοπό και στόχο— να επιτύχουμε κάποια μορφή συντονισμού ή συνεργασίας με άλλους ανθρώπους, και σε αυτή την προσπάθεια μπορούμε να επιτύχουμε ή να αποτύχουμε.
The error becomes apparent once we reflect on what we are currently doing, I as a speaker or writer and you as a listener or reader—and what any natural scientist must do as well whenever presenting the results of his research. The answer: We speak to each other in meaningful words and sentences. We communicate with other persons with the intention (for the purpose and with the goal) of achieving some sort of coordination or cooperation with other people, and we may succeed or fail in this endeavor.
Βεβαίως, μπορούμε να δώσουμε μια νατουραλιστική εξήγηση ορισμένων πτυχών του φαινομένου της επικοινωνίας, όπως μπορούμε να δώσουμε μια νατουραλιστική εξήγηση ενός ζωγραφικού πίνακα ή ενός μουσικού έργου. Εμπλέκονται φωνητικές χορδές, ήχοι, γραμμές πάνω στο χαρτί, εγκεφαλικές δραστηριότητες, σωματικές κινήσεις κ.ο.κ. Σε καμία όμως τέτοια νατουραλιστική εξήγηση δεν μπορεί να βρεθεί οτιδήποτε θα μας επέτρεπε να συμπεράνουμε ότι αυτές οι κινήσεις, οι ήχοι, οι γραμμές, τα νεύρα κ.ο.κ. έχουν κάποιο νόημα ή σκοπό και χρησιμοποιούνται από έναν ομιλητή ή συγγραφέα ως μέσα επικοινωνίας, επιτυχώς ή όχι, με κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα.
To be sure, we can give a naturalistic account of some aspects of the phenomenon of communication in the same way as we can give a naturalistic account of a painting or a piece of music. There are vocal cords, sounds, scribbles on paper, brain activities, bodily movements, et cetera involved. But there is nothing to be found in any such naturalistic account that would allow us to conclude that these movements, sounds, scribbles, nerves, et cetera have any meaning or purpose and are used by a speaker or writer as means of communication, whether successfully or not, with some other person(s).
Στη φύση —και στη φυσική εξέλιξη— δεν υπάρχει τίποτε σκόπιμο, νοηματοδοτημένο, αληθές, ψευδές, επιτυχημένο ή αποτυχημένο. Η φύση δεν έχει σκοπό. Η φύση και οι νόμοι της είναι αυτό που είναι και λειτουργούν όπως λειτουργούν, αμετάβλητα και απαρέγκλιτα. Ο θάνατος και το αποθνήσκειν δεν αποτελούν αναίρεση κάποιου φυσικού νόμου, ούτε οι τυφώνες ή οι πλημμύρες αντιβαίνουν σε οποιονδήποτε νόμο της φύσης. Είναι εξίσου φυσικά συμβάντα με τη ζωή και το ζην ή τη νηνεμία και τις ξηρασίες. Ομοίως, τα φυτά και τα ζώα δεν έχουν την πρόθεση να επιβιώσουν και να συμβάλουν στην αναπαραγωγή του είδους τους· απλώς το κάνουν ή δεν το κάνουν. Η επιβίωση και η εξαφάνιση ενός φυτικού ή ζωικού είδους είναι και οι δύο φυσικά συμβάντα, που πρέπει να εξηγηθούν με νατουραλιστικούς όρους. Η επιβίωση δεν είναι αποτέλεσμα επιτυχημένου σχεδιασμού, ούτε η εξαφάνιση υποδηλώνει εσφαλμένο σχεδιασμό. Σε ολόκληρη τη φύση δεν υπάρχει σχεδιασμός· τα πράγματα απλώς συμβαίνουν.
In nature (and in natural evolution) there is nothing purposeful, meaningful, true, false, successful, or unsuccessful. Nature has no purpose. Nature and the laws of nature are what they are, and they work the way they do, unchangingly and unfailingly. Death and dying are not a refutation of a natural law, nor do hurricanes or floods contradict any laws of nature. They are just as much natural events as life and living or calm and droughts. Likewise, plants and animals do not intend to survive and help reproduce their species; they simply do or they don’t. The survival and the extinction of a plant or animal species are both natural events, to be explained in naturalistic terms. Survival is not the result of successful planning, nor does extinction indicate faulty planning. In all of nature there is no planning; things simply happen.
Μόνο εμείς —οι άνθρωποι— έχουμε σκοπούς στις σχέσεις μας με τη φύση, συμπεριλαμβανομένων των άλλων ανθρώπων. Μόνο εμείς μετασχηματίζουμε σκοπίμως τα υλικά που παρέχει η φύση σε τεχνουργήματα και χρησιμοποιούμε αυτά τα τεχνουργήματα ως μέσα για την επίτευξη περαιτέρω σκοπών. Μόνο εμείς χρησιμοποιούμε λέξεις και μη λεκτικά σύμβολα ως μέσα —άρα ήχους ή σημεία με νόημα— για να προκαλέσουμε κάποια συγκεκριμένη ανταπόκριση από άλλα πρόσωπα ή μέσα σε αυτά. Μόνο για τα ανθρώπινα υλικά τεχνουργήματα, επομένως, μπορεί να λεχθεί ότι είναι ορθά ή εσφαλμένα, επιτυχημένα ή αποτυχημένα — με άλλα λόγια, ότι μπορούν να τους αποδοθούν ανθρώπινοι σκοποί. Και μόνο για τις ανθρώπινες λέξεις και προτάσεις —ως μέσα που υπηρετούν τον σκοπό της διαπροσωπικής επικοινωνίας— μπορεί να λεχθεί ότι έχουν νόημα και γίνονται κατανοητές ή όχι· ότι είναι επιτυχημένες ή όχι· και ότι είναι αληθείς, ψευδείς ή απροσδιόριστες.
Only we—men—have purposes in dealing with nature (including other men). Only we transform nature-given materials purposefully into artifacts and use such artifacts as means for the attainment of further purposes. Only we use words (and nonverbal symbols) as means—hence meaningful sounds or signs—to elicit some definite response from or in other persons. Only manmade material artifacts, then, can be said to be right or wrong, successful or failing—in other words, can be given human purposes. And only manmade words and sentences—qua means for the purpose of interpersonal communication—can be said to be meaningful and understood or not; successful or not; and true, false, or indeterminate.
Κατά συνέπεια, κάθε φυσικός επιστήμονας —είτε βιολόγος είτε φυσιολόγος, χημικός, γενετιστής ή νευρολόγος— που ισχυρίζεται ότι ο άνθρωπος μπορεί να αναχθεί αποκλειστικά στη φύση εμπλέκεται σε μια αντίφαση.
Accordingly, every natural scientist—whether biologist, physiologist, chemist, geneticist, or neurologist—who claims that man can be reduced to nothing but nature becomes entangled in a contradiction.
Από τη μία πλευρά, ο «άνθρωπος» για τον οποίο μιλά και γράφει αυτός ο επιστήμονας —ο άνθρωπος ως φύση, τον οποίο ο ίδιος θεωρεί τον μόνο «άνθρωπο» που υπάρχει— δεν έχει σκοπό ούτε νόημα, και τίποτε στις εσωτερικές του λειτουργίες δεν είναι αληθές ή ψευδές, επιτυχημένο ή αποτυχημένο. Τα πάντα λειτουργούν όπως λειτουργούν σύμφωνα με αμετάβλητους και απαρέγκλιτους αιτιακούς νόμους. Και όμως, από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο επιστήμονας, που προφανώς κατατάσσει τον εαυτό του στην κατηγορία «άνθρωπος», επιδιώκει έναν σκοπό διεξάγοντας την έρευνά του για τον άνθρωπο ως φύση. Ο ίδιος εκτελεί σκόπιμες ενέργειες και χρησιμοποιεί τεχνουργήματα ως μέσα για επιθυμητούς σκοπούς, ενώ πρέπει να χρησιμοποιεί προτάσεις με νόημα για να περιγράφει τις μεθόδους και τα αποτελέσματα της έρευνάς του σχετικά με φυσικά υλικά, φαινόμενα και διεργασίες που «καθ’ εαυτά» —an sich— στερούνται νοήματος. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι αυτές οι μέθοδοι είναι ορθές και όχι εσφαλμένες και ότι τα αποτελέσματά του είναι αληθή και όχι ψευδή ή μη οριστικά. Και για τον ίδιο, επομένως, σε αντίθεση με τον άνθρωπο ως φύση, ο θάνατος και οι σωματικές δυσλειτουργίες, για παράδειγμα, έχουν νόημα και αποτελούν πράγματι αποτυχίες και δυσλειτουργίες. Έχουν όμως νόημα και αποτελούν αποτυχίες ή δυσλειτουργίες μόνο στον βαθμό που συνδέονται με έναν ανθρώπινο σκοπό: την επιθυμία διατήρησης της ζωής και της υγείας ως κάποιου «καλού» και αποτροπής της ασθένειας και του θανάτου ως κάποιου «κακού».
On the one hand, the “man” this scientist speaks and writes about—man-as-nature (which he claims to be the only “man” there is)—has no purpose and no meaning, and nothing about its inner workings is true or false, successful or failing. Everything works the way it does in accordance with unchanging and unfailing causal laws. And yet, on the other hand, he, the very scientist, who obviously counts himself as a member of the class of “man,” follows a purpose in conducting his research on man-as-nature. He conducts purposeful operations and uses artifacts as means to desired ends, and he must employ meaningful sentences to describe the methods and results of his research concerning “an-sich” meaningless natural materials, phenomena, and processes. He claims these methods to be correct rather than incorrect and his results to be true rather than false or inconclusive. And for him, then, in contrast to man-as-nature, death and bodily malfunctions, for instance, do have meaning and are indeed failures and malfunctions. Yet they have meaning and are failures or malfunctions only insofar as they are related to a human purpose: the purpose of wanting to preserve life and health (as something “good”) and to prevent illness and death (as something “bad”).
Μπορούμε, συνεπώς, να συμπεράνουμε ότι το πανατουραλιστικό ερευνητικό πρόγραμμα, σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος μπορεί και πρέπει να περιγραφεί και να εξηγηθεί αποκλειστικά και εξαντλητικά με όρους των φυσικών επιστημών και φυσικών αιτίων, δεν μπορεί να διατυπωθεί και να εκφραστεί με λέξεις και προτάσεις που αξιώνουν ότι έχουν νόημα και είναι αληθείς χωρίς να περιπέσει σε αναπόδραστη αντίφαση.
Hence, we can conclude that the pan-naturalistic research program according to which man can and is to be exclusively and exhaustively described and explained in terms of the natural sciences and natural causes cannot be formulated and expressed in words and sentences claiming to be meaningful and true without running into an inescapable contradiction.
Με αυτή την εισαγωγική παρατήρηση έχουμε ήδη καταλήξει σε αρκετές σημαντικές φιλοσοφικές διαπιστώσεις, τις οποίες θα επιχειρήσω τώρα να αποσαφηνίσω κάπως λεπτομερέστερα.
With this introductory observation we have already reached several important philosophical insights that I shall now try to explicate in some more detail.
Καταρχάς, με τη γλώσσα εντοπίσαμε το αναγκαίο σημείο αφετηρίας κάθε φιλοσοφικής δραστηριότητας. Δεν μπορούμε να φιλοσοφούμε χωρίς να μπορούμε να μιλούμε και να γράφουμε, να ακούμε και να διαβάζουμε. Πράγματι, αυτό δεν μπορεί να αμφισβητηθεί χωρίς αντίφαση, διότι η ίδια η άρνηση θα έπρεπε να πάρει τη μορφή λέξεων και προτάσεων. Έχουμε επομένως φτάσει εδώ σε μια πρώτη γνώση για τον άνθρωπο που πρέπει να θεωρείται εκ των προτέρων αληθής. Παρεμπιπτόντως, και η Ανθρώπινη Δράση του Mises (1998) αρχίζει με λέξεις και προτάσεις που έχουν νόημα.
For one, with language we have identified the necessary starting point of all philosophizing. We cannot philosophize without being able to speak (and write) and to listen (and read). Indeed, this cannot be denied at pain of contradiction, because the denial itself would have to come in the form of words and sentences. Hence, we have reached here a first insight about man to be considered a priori true. (Incidentally, Mises’s [1998] Human Action also begins with meaningful words and sentences.)
Επιπλέον, με την αναγνώριση της γλώσσας ως μέσου διαπροσωπικής επικοινωνίας, όλες ανεξαιρέτως οι κατηγορίες περί σολιψισμού ή ατομισμού που στρέφονται κατά των λιμπερταριανών της Αυστριακής Σχολής —και γενικότερα κατά όλων των υποστηρικτών του μεθοδολογικού ατομικισμού— αποκαλύπτονται ως εντελώς άστοχες. Η γλώσσα είναι κοινωνικός θεσμός. Πράγματι, όπως απέδειξε πειστικά ο ύστερος Ludwig Wittgenstein των Φιλοσοφικών Ερευνών, η ιδέα μιας «ιδιωτικής» γλώσσας —αντί μιας κοινής ή δημόσιας— είναι αδιανόητη. Η γλώσσα υπηρετεί τον σκοπό του διαπροσωπικού συντονισμού και της συνεργασίας και, για αυτόν τον σκοπό, πρέπει να είναι κοινή και δημόσια. Μάλιστα, τα μικρά ανθρώπινα όντα —τα βρέφη, που αρχικά δεν μπορούν καθόλου να δρουν και να μιλούν— τη μαθαίνουν μέσα από τη συνεργασία και την αλληλεπίδραση με ενηλίκους, μέσα σε εκείνο που ο Wittgenstein (1953) περιέγραψε εύστοχα ως «γλωσσικά παίγνια». Πράγματι, ο άνθρωπος αναπτύσσεται σε άτομο με αυτοσυνείδηση —σε πρόσωπο— μόνο σε συνεργασία με άλλα πρόσωπα, μέσω μιας διαδικασίας κοινωνικοποίησης.
Moreover, with language recognized as a means of interpersonal communication, any and all charges of solipsism or atomism directed against Austrolibertarians (and generally against all proponents of a methodological individualism) are revealed as completely misplaced. Language is a social institution. Indeed, as the later Ludwig Wittgenstein, of the Philosophical Investigations, has convincingly demonstrated, the idea of a “private”—rather than a common or public—language is inconceivable. Language serves the purpose of interpersonal coordination and cooperation, and for that purpose it must be common and public. In fact, it is learned by little people (babies, who first cannot act and speak at all) in cooperation and interaction with grown-up people, in what Wittgenstein (1953) has appropriately described as “language games.” Indeed, man develops into a self-conscious individual—a persona—only in cooperation with other persons, through a process of socialization.
Σε έντονη αντίθεση, ένα βρέφος που εγκαταλείπεται από τους γονείς του αλλά επιβιώνει ως εκ θαύματος μεγαλώνοντας με ζώα, είτε λύκους είτε πιθήκους, δεν θα επιστρέψει, αν επανενταχθεί αργότερα στην ανθρώπινη κοινωνία, έχοντας μια γλώσσα. Θα επιστρέψει χωρίς να μιλά καμία απολύτως γλώσσα —ούτε θα μπορεί να επικοινωνεί με λύκους ή πιθήκους—, γεγονός που διαψεύδει κάθε συζήτηση περί γλωσσικού «ενστίκτου» και περί «εγκεφάλου» που δημιουργεί τη γλώσσα. Αντιθέτως, υπό την προϋπόθεση ότι η γνωστική του ανάπτυξη δεν έχει ανασταλεί για υπερβολικά μεγάλο διάστημα από την απουσία οποιασδήποτε ανθρώπινης κοινωνίας, θα πρέπει να μάθει αργά και επίπονα μια γλώσσα, ώστε να μεταβληθεί από το ανθρώπινο ζώο στο οποίο είχε εξελιχθεί σε ανθρώπινο πρόσωπο. Και η γλώσσα που θα πρέπει να μάθει δεν είναι —ούτε υπήρξε ποτέ για οποιονδήποτε έμαθε να μιλά οποιαδήποτε γλώσσα— κάποια «καθολική γλώσσα» που παράγεται από μια υποκείμενη «καθολική γραμματική», όπως θα μας οδηγούσε να αναμένουμε η νατουραλιστική θεωρία του γλωσσικού «ενστίκτου» ή του «εγκεφάλου». Θα είναι, και υπήρξε πάντοτε, μια συγκεκριμένη γλώσσα που μιλιέται από μια συγκεκριμένη κοινότητα φυσικών ομιλητών. Αυτό επιβεβαιώνει τη διαπίστωση στην οποία καταλήξαμε ήδη: ότι ο λόγος με νόημα και η γλώσσα, μολονότι έχουν ασφαλώς φυσιολογική βάση —φωνητικές χορδές, νευρολογικές διεργασίες κ.λπ.—, δεν είναι ωστόσο προϊόντα της φύσης και φυσικών αιτίων, αλλά προϊόντα του ανθρώπινου πολιτισμού· δηλαδή, της εκ προθέσεως και σκόπιμης παρέμβασης του ανθρώπου στη φύση και της τεχνητής μεταβολής της.
In distinct contrast, an infant abandoned by his parents but miraculously surviving reared by animals, whether wolves or monkeys, will not, should he reenter human society later on, come back with a language. He will come back speaking no language at all (nor will he be able to communicate with wolves or monkeys), which belies all talk about a language “instinct” and about the “brain” creating language. Rather, provided his cognitive development has not been stifled for too long by the absence of any human society, he will have to slowly and painstakingly learn a language in order to turn from the human animal that he had become into a human person. And the language he will have to learn is not, and never has been for anyone who ever learned to speak any language, some “universal language” generated by some underlying “universal grammar,” as the naturalistic “instinct” or “brain” theory of language would lead one to expect, but will be and always has been a particular language spoken by a particular community of native speakers. This confirms the insight already reached before: that meaningful speech and language, while certainly having a physiological basis (vocal cords, neurological processes, etc.), are nonetheless not products of nature and natural causes, but products of human culture—that is, of man’s intentional and purposeful interference with and artificial alteration of nature.
Αναγνωρίζουμε ακόμη ότι πρέπει εξαρχής να υιοθετηθεί ένας μεθοδολογικός δυϊσμός, αντί ενός πανατουραλισμού —ή υλισμού, μονισμού κ.λπ. Ενώ όλες οι μέθοδοι που εφαρμόζονται στις πέτρες, στα φυτά και στα ζώα μπορούν να εφαρμοστούν και στον άνθρωπο, δεν μπορούν όλες οι μέθοδοι που εφαρμόζονται στον άνθρωπο να εφαρμοστούν και στις πέτρες, στα φυτά και στα ζώα.
Further, we recognize that a methodological dualism, rather than a pan-naturalism (or materialism, monism, etc.), has to be adopted from the outset. While all methods applicable to stones, plants, and animals are also applicable to man, not all methods applicable to man are also applicable to stones, plants, and animals.
Μπορούμε να μιλούμε με άλλους ανθρώπους χρησιμοποιώντας κοινές λέξεις, ώστε να συντονίζουμε τη συμπεριφορά μας. Γνωρίζουμε γιατί κάνουμε ή λέμε όσα κάνουμε ή λέμε· και γνωρίζουμε —ή γνωρίζουμε πώς να εξακριβώσουμε— γιατί οι άλλοι άνθρωποι κάνουν και λένε όσα κάνουν και λένε. Γνωρίζουμε επίσης —ή γνωρίζουμε πώς να εξακριβώσουμε— αν κατανοήσαμε ο ένας τον άλλον ή αν καταλήξαμε σε συμφωνία. Επιπλέον, οτιδήποτε κάνουμε ή λέμε αποδίδεται ή καταλογίζεται σε εκείνον που το έκανε ή το είπε, και αυτό το πρόσωπο θεωρείται υπόλογο και υπεύθυνο για όσα έκανε ή είπε. Τίποτε από αυτά δεν ισχύει για τις πέτρες, τα φυτά ή τα ζώα, παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων φίλων των ζώων — στους οποίους, παρεμπιπτόντως, συγκαταλέγομαι κι εγώ.
We can speak in common words with other persons to coordinate our conduct. We know why we do or say what we are doing or saying; and we know (or know how to find out) why other people do and say what they are doing and saying. We also know (or know how to find out) whether we have understood or come to an agreement with each other. Furthermore, whatever we do or say is ascribed or imputed to whoever did or said it, and this person is held to be accountable and responsible for what he did or said. None of this is true of stones, plants, or animals, notwithstanding some protestation from certain friends of animals (of which, incidentally, I am one).
Μπορούμε φυσικά να μιλούμε στις πέτρες, στα φυτά ή στα ζώα όσο θέλουμε και για όσο θέλουμε, αλλά δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους. Οι λέξεις μας μπορεί μάλιστα να έχουν κάποια φυσική επίδραση στον υλικό κόσμο. Δεν υπάρχει όμως κανένας απολύτως λόγος να υποθέσουμε ότι οποιαδήποτε πέτρα, φυτό ή ζώο κατανοεί τις λέξεις μας· ότι η επίδρασή τους, όποια κι αν είναι, δεν οφείλεται αποκλειστικά σε κάποια συμπεριφορά ερεθίσματος–αντίδρασης που, μολονότι διαμορφωμένη μέσω εκπαίδευσης, παραμένει φυσική. Έτσι, για παράδειγμα, μπορούμε να εκπαιδεύσουμε ορισμένα ζώα να εκτελούν, όταν τους δίνονται ορισμένα λεκτικά ή χειρονομιακά σήματα, κάποια τεχνάσματα που είναι «αφύσικα» αλλά δυνατά, δεδομένων των σωματικών τους δυνατοτήτων. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με μια νοηματοδοτημένη απάντηση ή ανταπόκριση ενός αλόγου ή σκύλου σε ένα αίτημα με νόημα του εκπαιδευτή του· είναι μια εξ ολοκλήρου φυσική διαδικασία που πρέπει να εξηγηθεί αιτιακά. Η απόδοση σε πέτρες, φυτά και ζώα σκοπών και επιλογής και χρήσης φυσικών υλικών ως μέσων για την επίτευξη αυτών των σκοπών αποτελεί μορφή ανιμισμού, σαμανισμού ή ανθρωπομορφισμού.
We can speak to stones, plants, or animals as much and as long as we want, of course, but we cannot communicate with them. Our words may even have some physical effect on the material world. But there are no grounds whatsoever to assume that our words are understood by any stone, plant, or animal, that the effect of those words, whatever it may be, is not due solely to some trained yet natural stimulus-response behavior. Thus, for instance, we can train certain animals to perform, upon presentation of certain verbal or gesticular cues, some tricks that are “unnatural” yet possible, given the animal’s physical endowment. Yet this has nothing to do with a meaningful answer or response by a horse or dog to a meaningful request from the horse or dog trainer; it is an entirely natural process to be explained causally. To impute to stones, plants, and animals purposes and the selection and use of nature-given materials as means to achieve such purposes is a form of animism, shamanism, or anthropomorphism.
Είναι αλήθεια ότι είναι αρκετά συνηθισμένο να αποδίδουμε στα ζώα κάθε λογής γνωρίσματα, τις έννοιες των οποίων μάθαμε να χρησιμοποιούμε και να κατανοούμε κατά την επικοινωνία και τη συνεργασία μας με άλλα πρόσωπα: λέγεται, για παράδειγμα, ότι οι σκύλοι είναι λυπημένοι ή χαρούμενοι, υπάκουοι ή ανυπάκουοι, ότι σκέφτονται και ακούν, μαθαίνουν, ερωτεύονται και επικοινωνούν· και τα πουλιά και οι κάστορες περιγράφονται ως μηχανικοί φωλιών και φραγμάτων. Ωστόσο, αυστηρά μιλώντας, όλες αυτές οι αποδόσεις είναι απλώς μεταφορικές. Δεν μπορούμε να επικοινωνούμε με τα ζώα και να κατανοούμε γιατί κάνουν όσα κάνουν με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να επικοινωνούμε με άλλα πρόσωπα και να τα κατανοούμε. Στην περίπτωση των ζώων —για να μην αναφέρουμε τις πέτρες και τα φυτά— μας απομένουν αποκλειστικά αιτιακές εξηγήσεις ή εξηγήσεις μέσω ενστίκτων. Συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρονται επειδή, ως μέρη της φύσης, δεν μπορούν να κάνουν τίποτε άλλο από αυτό που κάνουν· συνεπώς, δεν τα θεωρούμε περισσότερο υπόλογα ή υπεύθυνα για τη συμπεριφορά τους απ’ όσο θεωρούμε τα φυτά ή τις πέτρες.1
True, it is quite popular to ascribe to animals all sorts of attributes that we have learned how to use and understand in our communication and cooperation with other persons: dogs are said to be sad or happy, obedient or rebellious, thinking and listening, learning, in love, and communicating, for instance; and birds and beavers are described as engineers of nests and dams. However, any such ascriptions are, strictly speaking, just metaphorical. We cannot communicate with animals and understand why they do what they do in the same way as we can communicate with and understand other persons. With animals (not to speak of stones and plants) we are left entirely with causal explanations (or explanations by instincts). They behave the way they do because as pieces of nature they can do no other than what they do; and hence, we do not hold animals any more accountable or responsible for their behavior than we hold plants or stones.
Επιπλέον, καθώς η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση που συνάγεται από τα παραπάνω είναι ότι το φιλοσοφείν πρέπει να αρχίζει με την ομιλία σε κοινές λέξεις, η σχέση μεταξύ ομιλίας —γλώσσας— και πράττειν —δράσης— χρειάζεται περαιτέρω αποσαφήνιση.
Moreover, as possibly the most important insight implied in the above is the fact that philosophizing must begin with speaking in common words, the relationship between speaking (language) and acting (action) is in need of further explication.
Κάθε ομιλία και επικοινωνία είναι δράση, αλλά δεν είναι κάθε δράση επικοινωνία. Όπως κάθε δράση, η επικοινωνία είναι δραστηριότητα που έχει κίνητρο και σκοπό. Αποβλέπει σε έναν προσδοκώμενο στόχο. Όπως κάθε άλλη δραστηριότητα, παρακινείται, σύμφωνα με τα λόγια του Ludwig von Mises (1998, 13–14), από μια «αισθητή δυσφορία» και αποσκοπεί στη «βελτίωση». Εκφράζει, όπως κάθε δράση, μια αξιολογική κρίση του δρώντος και αποκαλύπτει την προτίμησή του. Ο δρων αποδίδει αξία στον επιδιωκόμενο στόχο και προτιμά να πραγματοποιήσει αυτόν αντί κάποιου άλλου. Όπως κάθε άλλη δραστηριότητα, επομένως, η ομιλία και η επικοινωνία συνεπάγονται κόστος ευκαιρίας. Ένα πρόσωπο μπορεί να χρησιμοποιήσει το σώμα και τον χρόνο του για άλλα πράγματα εκτός από το να μιλά, να γράφει, να ακούει ή να διαβάζει. Όπως κάθε δράση, η επικοινωνία πραγματοποιείται μέσα στον χρόνο και στον χώρο. Έχει αρχή, κάποια διάρκεια και τέλος. Περιλαμβάνει, όπως κάθε δράση, τη σκόπιμη χρήση σπάνιων υλικών μέσων —τουλάχιστον του ανθρώπινου σώματος και του χώρου που αυτό καταλαμβάνει. Όπως κάθε δράση, έτσι και η επικοινωνία συνεπάγεται κάποια παρέμβαση στη «φυσική» πορεία των γεγονότων —στην πορεία που θα προέκυπτε χωρίς ενεργή παρέμβαση—, προκειμένου να προκύψει μια άλλη, προτιμώμενη κατάσταση πραγμάτων. Ο ομιλητής ή συγγραφέας πρέπει να χρησιμοποιεί υλικά μέσα —φωνητικές χορδές, χέρια, χαρτί και μολύβι κ.λπ.— σύμφωνα με κάποιο σχέδιο ή οδηγία, για να παράγει ήχους, σημεία ή σύμβολα με νόημα, ώστε να ακουστεί και να γίνει κατανοητός από τον ακροατή ή αναγνώστη. Και όπως σε κάθε δράση, έτσι και στην επικοινωνία: τα επιλεγμένα μέσα —λέξεις, γλώσσα— και οι οδηγίες σύμφωνα με τις οποίες χρησιμοποιούνται μπορούν να αποδειχθούν ορθά ή εσφαλμένα, κατάλληλα ή ακατάλληλα για τον επιδιωκόμενο σκοπό, και η επικοινωνία μπορεί να κριθεί επιτυχημένη ή αποτυχημένη.
All speech and communication are actions, but not all action is communication. Like all action, communication is a motivated, purposeful activity. It aims at an anticipated goal. Like any other activity, it is, in the words of Ludwig von Mises (1998, 13–14), motivated by “felt uneasiness” and aimed at “improvement.” It expresses, like every action, an actor’s value judgment, and reveals his preference. The actor values the goal aimed at, and he prefers to bring about this goal rather than another one. Like any other activity, then, speaking and communicating involve opportunity costs. A person can use his body and time for other things than talking, writing, listening, or reading. Like all action, communication takes place in time and space. It has a beginning, some duration, and an end. It involves, like every action, the purposeful employment of scarce physical means (at a minimum the human body and the space it occupies). Like all action, communication, too, involves some interference with the “natural” course of events (the course that would have resulted, without active intervention) in order to bring about another, preferred state of affairs. The speaker (or writer) must use physical means (vocal cords, hands, paper and pencil, etc.) in accordance with some plan or recipe to produce meaningful sounds, signs, or symbols, so as to make himself heard and understood by the listener (or reader). And as in all action, so also for communication: the means (words, language) chosen and the recipes applied to them can turn out right or wrong, suitable or unsuitable for the end sought, and the communication can be deemed successful or unsuccessful.
Δεν είναι όμως κάθε δράση επικοινωνία. Πράγματι, όπως μόλις αναφέρθηκε, η επικοινωνία με άλλα πρόσωπα έχει κόστος ευκαιρίας. Τα πράγματα διαφέρουν φυσικά από πρόσωπο σε πρόσωπο, αλλά συνήθως αφιερώνουμε πολύ περισσότερο χρόνο στις καθημερινές μας δραστηριότητες κάνοντας πράγματα σιωπηλά: ενεργώντας πάνω σε πράγματα —σε μη πρόσωπα— αντί να μιλούμε. Μάλιστα, ακόμη και ο σκοπός των επικοινωνιακών πράξεων —των λόγων μας που απευθύνονται σε άλλους— συχνά δεν είναι να συνομιλήσουμε με κάποιον άλλον, αλλά να δώσουμε ή να λάβουμε πρακτικές οδηγίες για το πώς να κάνουμε ορισμένα πράγματα ήσυχα και σιωπηλά μέσα στο υλικό μας περιβάλλον.
But not all action is communication. In fact, as just mentioned, communicating with other persons has opportunity costs. Matters are different from person to person, of course, but typically we spend far more time in our daily activities doing things silently: doing things with things (nonpersons) rather than talking. Indeed, even the purpose of communicative actions—of our words directed to others—is often not to have a conversation with someone else, but instead to give or receive practical instructions on how to do certain things quietly and in silence in one’s material surroundings.
Θα ονομάζουμε τέτοιες σιωπηλές πράξεις, που εκτελούνται για να επιφέρουν κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα μέσα στον υλικό κόσμο, εργαλειακές πράξεις, σε αντιδιαστολή προς τις επικοινωνιακές πράξεις, οι οποίες θα αναλυθούν στη συνέχεια.
We shall call such silent acts performed to bring about some specific end within the material world instrumental actions (in contrast to communicative actions, which shall be analyzed subsequently).
Εργαλειακές πράξεις και φυσικοί νόμοι
↗ στη σελίδα του βιβλίουInstrumental Actions And Natural Laws
Οι εργαλειακές πράξεις αποτελούν το θεμέλιο ολόκληρου του υλικού μας πολιτισμού. Κάθε σπίτι, δρόμος, αυτοκίνητο και εργοστάσιο, κάθε σφυρί, καρφί και τούβλο κ.ο.κ. είναι αποτέλεσμα επιτυχημένης εργαλειακής δράσης — τεχνικής κατασκευής, αν θέλετε. Τα περισσότερα ζώα και φυτά στο περιβάλλον μας είναι επίσης αποτέλεσμα εργαλειακής δράσης, δηλαδή της σκόπιμης αναπαραγωγής, εκπαίδευσης και καλλιέργειας ζώων και φυτών σύμφωνα με διάφορους ανθρώπινους σκοπούς ή στόχους. Στην πραγματικότητα, σήμερα δεν έχει απομείνει σχεδόν καθόλου αδιαμόρφωτη φύση ή «άγρια φύση». Αντιθέτως, σχεδόν οτιδήποτε βρίσκεται γύρω μας είναι ένα σκοπίμως κατασκευασμένο όργανο ή τέχνημα —δηλαδή ανθρώπινος πολιτισμός, είτε με τη μορφή γεωργίας, κτηνοτροφίας είτε με τη μορφή κατασκευής άψυχων αντικειμένων και υλικών.
Instrumental actions are the foundation of our entire material civilization. Every house, street, car, and factory, every hammer, nail, and brick, et cetera, is the result of (successful) instrumental action—of engineering, if you will. Most animals and plants in our surroundings are also the result of instrumental action—that is, of the intentional breeding, training, and cultivation of animals and plants in accordance with various human purposes or ends. In fact, today there is hardly any raw nature or any “wilderness” left at all. Rather, practically everything around us is a purposefully manufactured instrument or artifice (i.e., human culture, whether in the form of agriculture, animal husbandry, or the construction of inanimate objects and materials).
Η εργαλειακή δράση αποτελεί επίσης τη βάση όλων των φυσικών επιστημών. Όλες οι επιστήμες, από τη λογική έως τη γεωμετρία, την αριθμητική, τη φυσική, τη χημεία, τη βιολογία, τη φυσιολογία και την ιατρική, έχουν την προέλευσή τους στην καθημερινή ζωή. Μαθαίνοντας να ακολουθούν απλές ή σύνθετες υποδείξεις, τα παιδιά μαθαίνουν τη σημασία του «και» και του «ή», του «ένα», του «μερικά» και του «όλα» —δηλαδή των λογικών συνδέσμων και των ποσοδεικτών αντιστοίχως— και, συνεπώς, τους στοιχειώδεις κανόνες του έγκυρου συμπερασμού. Τεχνίτες, έμποροι, μηχανικοί, τεχνικοί, επιδιορθωτές, θεραπευτές, καλλιεργητές και εκτροφείς, για να επιτύχουν τους ποικίλους εργαλειακούς σκοπούς τους, έμαθαν πώς να μετρούν τον χώρο και τον χρόνο —τη διάρκεια—, πώς να ζυγίζουν, πώς να αριθμούν, πώς να δίνουν σχήμα, πώς να διακρίνουν, να αναμειγνύουν, να συνδυάζουν ή να διαχωρίζουν διάφορα υλικά —άψυχα ή έμψυχα— και πώς να συγκρίνουν μεγέθη, χρονικά διαστήματα, βάρη, όγκους, αριθμούς, μορφές και σχήματα. Η «επιστήμη» δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αναδύεται από τα επιτεύγματα των τεχνιτών και των δημιουργών —με την ευρύτερη έννοια του όρου— στην καθημερινή ζωή και να οικοδομείται πάνω σε αυτά. Η μόνη, αν και εξαιρετικά σημαντική, προσθήκη που φέρνει η «επιστήμη» είναι η τυποποίηση όλων των οργάνων μέτρησης, όπως, για παράδειγμα, των μετρικών ράβδων και των ρολογιών για το μήκος και τον χρόνο. Αυτό σημαίνει ότι κατασκευάζονται και λειτουργούν σύμφωνα με τον ίδιο κανόνα ή τις ίδιες οδηγίες και, γι’ αυτόν τον λόγο, παρέχουν «δεδομένα» που είναι αληθή ή έγκυρα ανεξάρτητα από οποιονδήποτε συγκεκριμένο δρώντα —δηλαδή υπερυποκειμενικά ή διυποκειμενικά αληθή και έγκυρα. Κάθε δρων που αντιμετωπίζει το ίδιο έργο ή πρόβλημα αναμένεται, συνεπώς, να καταλήγει στα ίδια αποτελέσματα μέτρησης, εκτός φυσικά από το ενδεχόμενο κάποιας δυσλειτουργίας του οργάνου μέτρησης. Στην πραγματικότητα, ακόμη και οι απλές αισθητηριακές παρατηρήσεις περιλαμβάνουν ενεργή παρέμβαση στη φύση και την πραγματοποίηση διακρίσεων και μετρήσεων. Και οι παρατηρήσεις μπορούν να είναι εσφαλμένες, ανακριβείς ή παραπλανητικές. Για να μπορεί μια παρατήρηση να διεκδικεί την ιδιότητα της «επιστημονικής», ο παρατηρητής πρέπει να δηλώνει ρητά τις συνθήκες που έχει διαμορφώσει και εκπληρώσει πριν την πραγματοποιήσει, ώστε η ίδια παρατήρηση να μπορεί καταρχήν να αναπαραχθεί από οποιονδήποτε άλλο παρατηρητή ακολουθεί τους ίδιους κανόνες παρατήρησης —πού και πώς να σταθεί, τι να αναζητήσει και με ποιον τρόπο κ.ο.κ.
And instrumental action is also the basis of all natural sciences. All sciences, from logic to geometry, arithmetic, physics, chemistry, biology, physiology, and medicine, find their origin in everyday life. In learning how to follow simple or complex demands, children come to learn the meaning of “and” and “or,”of “one,” “some,” and “all”—of logical junctors (or connectives) and quantifiers, respectively—and hence the elementary rules of conclusive reasoning. Craftsmen, traders, engineers, technicians, tinkerers, healers, planters, and breeders, in order to reach their various instrumental goals, have learned how to measure space and time (duration); how to weigh; how to count; how to shape; how to distinguish, mix, combine, or separate various materials (whether inanimate or animate); and how to compare sizes, time spans, weights, volumes, numbers, forms, and shapes. “Science” does nothing but grow out of and build on top of the achievements accomplished by craftsmen and artists (in the widest sense of this term) in everyday life. The only (yet highly important) addition “science” brings is the standardization of all measuring instruments, such as yardsticks or clocks for length and time, for instance. This means that they are constructed and operated according to the same norm or recipe, and because of this they deliver “data” that are true or valid independent of any particular actor (i.e., trans—or intersubjectively true and valid). Every actor, confronted with the same task or problem, is thus supposed to come to the same measurement results (barring, of course, some possible malfunctioning of the measuring instrument). In fact, even simple sense observations involve active interference with nature and the making of distinctions and measurements. Observations also can be wrong, imprecise, or deceptive. For an observation to aspire to the rank of a “scientific” observation, the observer must explicitly state the conditions he has arranged (and has fulfilled) before making his observation, so that the same observation could in principle be reproduced by any other observer following the same observation rules (where and how to stand, what to look for and how, et cetera).
Σε αντίθεση, επομένως, με την εικόνα που έχουν πολλοί επιστήμονες για τη δική τους δραστηριότητα και τη σημασία της, η μηχανική, η τεχνολογία και η κατασκευή δεν είναι «εφαρμοσμένες» επιστήμες και, συνεπώς, κάποιας κατώτερης βαθμίδας και αξίας από τις «καθαρές» επιστήμες. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Εκείνο που προηγείται μεθοδολογικά, καθιστά δυνατή την επιστήμη όπως τη γνωρίζουμε και παρέχει το έσχατο θεμέλιό της είναι η ανθρώπινη κατασκευαστική και μηχανική δραστηριότητα. Δεν θα υπήρχε επιστήμη ούτε επιστημονικά δεδομένα όπως τα γνωρίζουμε χωρίς μετρικές ράβδους, ρολόγια, επίπεδα, ορθογώνια, ζυγούς, μετρητές, φακούς, μικροσκόπια, τηλεσκόπια, ακτινολογικά μηχανήματα, συσκευές υπερήχων και ούτω καθεξής. Όπως το διατύπωσε απερίφραστα ο εκλιπών μεγάλος Γερμανός φιλόσοφος και επιστήμονας Peter Janich (2015): η τέχνη των χεριών προηγείται της τέχνης των λέξεων. Και βάσει αυτής της διαπίστωσης για την προτεραιότητα της χειροτεχνικής δεξιότητας, της τεχνικής και της μηχανικής έναντι κάθε «θεωρίας», μπορούμε επίσης να απορρίψουμε με βεβαιότητα ως εντελώς ανεδαφικό το φάσμα μιας πλήρους κατάρρευσης ολόκληρου του συστήματος γνώσης μας, το οποίο η ιδιαίτερα δημοφιλής «διαψευσιοκρατική» φιλοσοφία του Karl Popper (2013) θεωρούσε δυνατό — δηλαδή μη αποκλειόμενο. Ενάντια στη διαψευσιοκρατία του Popper, καθώς και στους σχετικισμούς που προωθούν τόσο επιφανείς μορφές όσο, για παράδειγμα, οι Thomas Kuhn, Willard Van Orman Quine και Paul Feyerabend, καμία διάψευση οποιουδήποτε υποθετικού φυσικού νόμου και καμία φαινομενικά ανεπίλυτη επιστημονική διαμάχη σχετικά με ασύμβατα παραδείγματα ή ανταγωνιστικές ερμηνείες επιστημονικών δεδομένων δεν θα μας άφηνε ποτέ εντελώς με άδεια χέρια ή σε ασταθές έδαφος. Μπορούμε πάντοτε να επιστρέφουμε και να στηριζόμαστε σταθερά στην «πρωτοεπιστημονική» γνώση μας, την οποία αποκτούμε και εφαρμόζουμε επιτυχώς μέρα με τη μέρα στην καθημερινή μας ζωή ως τεχνίτες —ως άνθρωποι που εργάζονται με σιωπηλά υλικά.
Contrary to the image many scientists have of their own activity (and its importance), then, engineering, technology, and manufacturing are not “applied” sciences and hence of some lower rank and dignity than the “pure” sciences. Matters are exactly the other way around. What comes methodologically first, and what makes science as we know it possible and provides its ultimate foundation, is human construction and engineering. There would be no science and no scientific data as we know them without measuring rods, clocks, planes, rectangles, scales, counters, lenses, microscopes, telescopes, X ray and ultrasound machines, and on and on. As the late, great German philosopher-scientist Peter Janich (2015) bluntly put it: craftsmanship comes before wordsmanship. And based on this insight into the priority of craftsmanship, of technics and engineering vis-à-vis all “theory,” we can also safely dismiss as totally unrealistic the specter of a complete breakdown of our entire system of knowledge, as the highly popular “falsificationist” philosophy of
Karl Popper (2013) found to be possible (as not to be ruled out). Contra Popper’s falsificationism—as well as the relativisms propagated by such prominent figures as Thomas Kuhn, Willard Van Orman Quine, and Paul Feyerabend, for instance—no falsification of any hypothetical natural law whatsoever, and no seemingly irresolvable scientific controversy regarding incompatible paradigms or rival interpretations of scientific data, would ever leave us completely empty-handed or on shaky ground. We can always fall back and firmly rely on our “protoscientific” knowledge, acquired and successfully practiced day in and day out in our everyday life as craftsmen (as men working with silent materials).
Οι λεγόμενοι φυσικοί νόμοι, επομένως, δεν αφορούν πραγματικά την αδιαμόρφωτη φύση και τις διεργασίες μέσα σε αυτήν. Αντιθέτως, οι φυσικοί νόμοι είναι γενικοί πρακτικοί ή τεχνικοί κανόνες ή οδηγίες για τη διαμόρφωση αρχικών συνθηκών μέσα στον υλικό κόσμο —κάποιας προσδιορισμένης πειραματικής διάταξης ή κάποιου συγκεκριμένου συνδυασμού και τρόπου λειτουργίας τυποποιημένων οργάνων μέτρησης ή τεχνικών συσκευών—, οι οποίες, αν αφεθούν χωρίς περαιτέρω παρέμβαση, θα οδηγούν πάντοτε στο ίδιο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η γενικότητα και η καθολικότητα αυτών των νόμων, επομένως, δεν είναι υποθετικές ούτε χρειάζονται οποιαδήποτε επαγωγική στήριξη, όπως συνήθως θεωρείται. Αντιθέτως, εμπεριέχονται στο ίδιο το γεγονός ότι όλες οι διαδικασίες και όλα τα αντικείμενα ή οι διατάξεις στα οποία αυτές εφαρμόζονται περιγράφονται με απρόσωπους —υπερυποκειμενικούς ή διυποκειμενικούς— όρους, ώστε να μπορούν να αναπαράγονται κατά βούληση από οποιονδήποτε.
So-called natural laws, then, do not really concern raw nature and processes in raw nature. Rather, natural laws are general practical or technical rules or recipes for arranging initial conditions within the material world—some specified experimental arrangement or specific constellation and operation of standardized measuring instruments or technical devices—which, left alone and without any further intervention, will always lead to the same desired result. The generality and the universality of such laws, then, are not hypothetical or in need of any inductive support, as is commonly held. Rather, they are implied in the very fact that all procedures and all applicable objects or settings for such procedures are described in impersonal—trans—or intersubjective—terms, so as to be reproducible at will by anyone.
Η αλήθεια ή η εγκυρότητα των φυσικών νόμων, επομένως, δεν μπορεί να εντοπίζεται σε κάποια υποτιθέμενη «αντιστοιχία» των αποφάνσεων ενός επιστήμονα προς την πραγματικότητα, δηλαδή των λέξεων προς τα πράγματα. Διότι ο ισχυρισμός περί αντιστοιχίας των προτάσεών του προς τη φύση είναι και ο ίδιος απλώς ένας ισχυρισμός —λέξεις—, και η «θεωρία της αλήθειας ως αντιστοιχίας» μπορεί να αποτελεί έναν ωραίο λεκτικό ορισμό της αλήθειας, αλλά δεν παρέχει κανένα απολύτως κριτήριο για το πώς θα αποφασίσουμε μεταξύ διαφορετικών και ανταγωνιστικών ισχυρισμών αντιστοιχίας που διατυπώνουν διάφοροι επιστήμονες — και συνεπώς είναι άχρηστη. Οι αξιώσεις αλήθειας των φυσικών επιστημόνων δεν επικυρώνονται από άλλες προτάσεις, όπως ο ισχυρισμός κάποιας αντιστοιχίας, που τελικά οδηγούν σε άπειρη αναδρομή προτασιακών δικαιολογήσεων, αλλά από την επιτυχημένη δράση και αναπαραγωγή μέσα στον υλικό κόσμο —των πετρών, των φυτών και των ζώων. Η αλήθεια και οι αληθείς προτάσεις είναι τα διανοητικά μέσα για την επίτευξη πρακτικής επιτυχίας, δεδομένων συγκεκριμένων ανθρώπινων σκοπών. Και οποιαδήποτε αποτυχία επίτευξης ενός προσδιορισμένου στόχου δεν αποτελεί διάψευση της φύσης και της νομοτελούς συμπεριφοράς της· αντιθέτως, αποκαλύπτει κάποιο ανθρώπινο σφάλμα που χρειάζεται διόρθωση. Είτε οι οδηγίες δράσης δεν ακολουθήθηκαν σωστά και με τη σωστή σειρά —όπως όταν ένας μάγειρας που παρασκευάζει σνίτσελ πρώτα τηγανίζει το κρέας και μόνο μετά προσθέτει το πανάρισμα panade, αποτυγχάνοντας κατά συνέπεια στον σκοπό του—, οπότε οι οδηγίες πρέπει να διατυπωθούν σαφέστερα· είτε τα διάφορα όργανα μέτρησης, οι διατάξεις ή οι τεχνικές συσκευές που χρησιμοποιούνται στις επιστημονικές προσπάθειες είναι ελαττωματικά και δεν εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο κατασκευάστηκαν. Οι συσκευές όμως δεν είναι ελαττωματικές εκ φύσεως· μια ελαστική μετρική ράβδος ή μια ελαττωματική αριθμομηχανή ή ένα ελαττωματικό ρολόι, για παράδειγμα, αποτελούν εξίσου μέρος της φύσης όσο μια άκαμπτη μετρική ράβδος ή μια αριθμομηχανή ή ένα ρολόι που λειτουργούν καλά. Και δεν υπάρχει τρόπος να προσδιοριστεί με τις μεθόδους που διαθέτει ο φυσικός επιστήμονας αν ένα όργανο είναι ελαττωματικό. Μπορεί να συγκρίνει τα όργανα με νατουραλιστικούς όρους —να συγκρίνει τη μία μετρική ράβδο, αριθμομηχανή ή ρολόι με κάποιο άλλο—, αλλά μια τέτοια σύγκριση δεν αποκαλύπτει ποιο από αυτά, αν υπάρχει κάποιο, είναι ελαττωματικό. Αυτό μπορεί να προσδιοριστεί από τον φυσικό επιστήμονα μόνο στον βαθμό που ο ίδιος, σε αντίθεση με τη φύση, έχει ανθρώπινους σκοπούς και μπορεί να ελέγξει στην πράξη αν οι συσκευές εξυπηρετούν ή όχι τους σκοπούς του.
The truth or validity of natural laws, then, cannot be located in any supposed “correspondence” of a scientist’s statements with reality—that is, of words with things. This is because the claim of a correspondence of his propositions with nature is itself just an assertion (words), and the “correspondence theory of truth” may be a nice word definition of truth, but it provides no criterion whatsoever on how to decide between different and rival correspondence claims by various scientists (and is hence useless). The truth claims of natural scientists are not validated by other propositions (such as the assertion of some correspondence) leading ultimately into an infinite regress of propositional justifications, but by successful action and reproduction within the material world (of stones, plants, and animals). Truth and true propositions are the intellectual means of achieving practical success—given specific human purposes. And any failure of achieving some specified goal is not a falsification of nature and its lawlike behavior; instead, it reveals some human error in need of repair. Either the action recipe was not followed correctly and in the right order (as when a schnitzel cook first fries the meat and only then adds the coating [panade] and accordingly misses his goal), and hence, the recipe must be stated more clearly; or else the various measuring instruments, apparatuses, or technical devices employed in one’s scientific endeavors are faulty and do not serve the purpose for which they were constructed. But the devices are not faulty by nature—an elastic measuring rod or a defective calculator or clock, for instance, is just as much a part of nature as a rigid measuring rod or a well-functioning calculator or clock—and there is no way to determine by the methods available to the natural scientist whether an instrument is faulty. He can compare the instruments in naturalistic terms—he can compare one measuring rod, calculator, or clock with another—but such a comparison does not reveal which of them, if any, is faulty. This can only be determined by the natural scientist insofar as he (unlike nature) has human purposes and can test in practice whether the devices serve his purposes or not.
Επικοινωνιακές πράξεις, Begreifen και Verstehen
↗ στη σελίδα του βιβλίουCommunicative Actions, Begreifen, And Verstehen
(Σημείωση του Μεταφραστή: «Begreifen» και «Verstehen»: Το πρώτο αποδόθηκε ως «εννοιολογική σύλληψη», με «εννοιολογική ανάλυση» όπου ο ίδιος ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το «conceptual analysis». Το δεύτερο αποδόθηκε ως «κατανόηση», διατηρώντας τον γερμανικό όρο όπου εμφανίζεται, ώστε να μην εξαλειφθεί η διάκριση μεταξύ της καθολικής δομής της δράσης και των ιδιαίτερων λόγων και σκοπών συγκεκριμένων προσώπων.)
— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Μολονότι οι εργαλειακές πράξεις που παρέχουν τη βάση ολόκληρου του υλικού μας πολιτισμού, καθώς και όλων των φυσικών επιστημών, είναι σιωπηλές πράξεις, και η εργαλειακή επιτυχία ή αποτυχία μπορεί επίσης να διαπιστωθεί σιωπηλά από έναν δρώντα —ανεξάρτητα από όσα λένε ή κάνουν άλλοι, μόνο του και για τον ίδιο—, τέτοιες πράξεις, όπως ήδη σημειώθηκε, μαθαίνονται συνήθως μέσα από την επικοινωνία και τη συνεργασία με άλλα πρόσωπα και, ακόμη κι όταν εκτελούνται σιωπηλά, αποτελούν κατανοητά συμβάντα που μπορούν να περιγραφούν με όρους κάποιας δημόσιας γλώσσας.
While the instrumental actions that provide the basis of our entire material culture as well as of all natural sciences are silent actions, and instrumental success (or failure) can also be determined in silence by an actor (independently of what other people say or do, alone and for himself), such actions, as already noted, are typically learned in communication and cooperation with other persons and are, even if performed in silence, intelligible events that can be described in terms of some public language.
Καθώς στρέφουμε επιτέλους την προσοχή μας στην επικοινωνιακή δράση, το αντικείμενο των λεγόμενων κοινωνικών επιστημών, πρέπει εξαρχής να διατυπωθούν ορισμένες γενικές παρατηρήσεις. Η επικοινωνιακή δράση είναι η χρήση από ένα πρόσωπο λέξεων, προτάσεων ή συμβόλων με νόημα —μιας κοινής δημόσιας γλώσσας— που απευθύνονται σε κάποιο άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, με σκοπό να επηρεάσουν ή να μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους και/ή την αντίληψή τους για την πραγματικότητα προς κάποια επιθυμητή κατεύθυνση. Ενώ η σημασία μιας «μεταβολής στη συμπεριφορά» δεν χρειάζεται περαιτέρω εξήγηση, η στενά συνδεδεμένη έννοια της «μεταβολής στην αντίληψη της πραγματικότητας» αξίζει περισσότερη προσοχή.
As we turn our attention at last to communicative action, the subject matter of the so-called social sciences, a few general remarks should be made at the outset. Communicative action is a person’s use of meaningful words, sentences, or symbols—of a common public language—directed at some other person(s) with the purpose of affecting or changing their conduct and/or their reality perception in some desired direction. While the meaning of a “change in conduct” requires no further explanation, the intimately related notion of a “change in reality perception” deserves more attention.
Μαθαίνοντας μια μητρική γλώσσα μέσα από γλωσσικά παίγνια κατά την έννοια του Wittgenstein, στα οποία η ορθή και κοινή χρήση λέξεων και προτάσεων διδάσκεται και ασκείται μέσω της επιτυχούς εκτέλεσης ορισμένων πράξεων, ενώ η εκτέλεση των πράξεων διορθώνεται με τη σειρά της μέσω της χρήσης ορισμένων λέξεων, οι άνθρωποι αποκτούν μια σε μεγάλο βαθμό —αν όχι εξ ολοκλήρου— κοινή αντίληψη της πραγματικότητας (Wittgenstein 1953). Όλοι μας, ακόμη και τα μικρά παιδιά, διακρίνουμε με ασφάλεια και αξιοπιστία τις πέτρες, τα φυτά και τα ζώα ως φυσικά αντικείμενα, δηλαδή αντικείμενα που παρέχει η φύση. Μπορούμε επίσης να διακρίνουμε με ασφάλεια και αξιοπιστία τα φυσικά πράγματα, αφενός, από τα όργανα και τα τεχνήματα, αφετέρου. Όλα τα όργανα —και, γενικότερα, όλα τα μέσα—, όπως ένα σφυρί, ένα κουτάλι, ένα αυτοκίνητο, ένα τσιγάρο, ένα μολύβι κ.ο.κ., είναι πραγματικά πράγματα και μέρος της κοινής μας πραγματικότητας· δεν είναι όμως αδιαμόρφωτη φύση και μπορούν να αναγνωριστούν και να ταυτοποιηθούν ως σφυρί, κουτάλι κ.ο.κ. μόνο στον βαθμό που εμείς, οι άνθρωποι, μπορούμε να τους αποδώσουμε έναν ανθρώπινο σκοπό. Χωρίς «υποκειμενικούς» ανθρώπινους σκοπούς, δεν θα υπήρχε κανένα σφυρί, κουτάλι κ.ο.κ.· ή, μάλλον, κανένα «αντικειμενικό» πράγμα δεν θα μπορούσε ποτέ να αναγνωριστεί ως σφυρί ή κουτάλι.
In learning a native language in Wittgensteinian language games, wherein the correct and common use of words and sentences is trained and exercised by the successful performance of certain actions, and the exercise of actions in turn is corrected by the use of certain words, people acquire some largely (if not entirely) common reality perception (Wittgenstein 1953). We all, even small children, safely and reliably distinguish between stones, plants, and animals qua natural or nature-given objects. We can also safely and reliably distinguish between natural things on the one hand and instruments and artifices on the other. All instruments—and, more generally, all means—such as a hammer, a spoon, a car, a cigarette, a pencil, et cetera, are real things and part of our common reality, but they are not raw nature, and they can be recognized and identified as a hammer, a spoon, et cetera only insofar as we (men) can assign a human purpose to them. Without “subjective” human purposes, no hammer, spoon, et cetera would exist—or, rather, no “objective” thing could ever be identified as a hammer or a spoon.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι, αποκτώντας μια γλώσσα και μια κοινή αντίληψη της πραγματικότητας, μαθαίνουμε επίσης για την ύπαρξη «κοινωνικών» γεγονότων και θεσμών· δηλαδή, γεγονότων και θεσμών που αφορούν τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου και όχι μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Ο θεμελιωδέστερος κοινωνικός θεσμός είναι φυσικά η ίδια η κοινή γλώσσα, ως μέσο επικοινωνίας και συντονισμού των πράξεών μας με εκείνες άλλων προσώπων. Μαζί όμως με τη γλώσσα, η οποία παρέχει τη βάση για τη δημιουργία όλων των άλλων κοινωνικών γεγονότων και θεσμών, μαθαίνουμε επίσης για γεγονότα και θεσμούς όπως η ατομική ιδιοκτησία, τα εμπορεύματα, η ανταλλαγή, οι πωλήσεις, το χρήμα, οι τιμές, οι συμβάσεις, οι υποσχέσεις, οι χαιρετισμοί, ο έπαινος και η μομφή, ο γάμος, το διαζύγιο, η γονεϊκότητα, η οικογένεια, οι συγγενείς, οι επιχειρήσεις, οι λέσχες, οι ενώσεις, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι, οι προϊστάμενοι και οι υφιστάμενοι, οι διορισμοί και οι απολύσεις και ούτω καθεξής. Όλα αυτά τα γεγονότα και οι θεσμοί έχουν επίσης κάποια έκφραση ή ίχνος στον υλικό κόσμο, όπως ακριβώς οι λέξεις με νόημα διαθέτουν κάποια διάσταση υλικού ή φυσικού φορέα. Όπως όμως οι λέξεις με νόημα, κανένα από αυτά τα γεγονότα και τους θεσμούς δεν αποτελεί μέρος της πραγματικότητας με τον ίδιο τρόπο που αποτελούν η αδιαμόρφωτη φύση ή τα υλικά όργανα. Αντιθέτως, όπως το νόημα των λέξεων, όλα αφορούν, ορίζουν, συγκροτούν ή ρυθμίζουν διαπροσωπικές σχέσεις και θα εξαφανίζονταν όλα από την πραγματικότητα αν δεν υπήρχε κοινότητα ανθρώπων που επικοινωνούν και συνεργάζονται· και ο αριθμός, το εύρος και η ποικιλία αυτών των γεγονότων και θεσμών θα περιορίζονταν σταδιακά όσο μίκραινε μια γλωσσική κοινότητα.
Most importantly, however, in acquiring a language and a common reality perception, we also come to know about the existence of “social” facts and institutions—that is, facts and institutions concerning the relations between man and man (rather than between man and nature). The most fundamental social institution, of course, is a common language itself, as a means of communicating and coordinating one’s actions with those of other persons. Yet along with language, which provides the basis for the creation of all other social facts and institutions, we also learn about facts and institutions such as several property, commodities, exchange, sales, money, prices, contracts, promises, greetings, praise and blame, marriage, divorce, parenthood, family, relatives, firms, clubs, associations, employers and employees, superiors and subordinates, appointments and dismissals, and on and on. All of these facts and institutions also have some expression or trace in the material world, just as meaningful words have some material/physical carrier aspect. But like meaningful words, none of these facts and institutions are part of reality in the same way as are raw nature or material instruments. Rather, as the meaning of words, they all concern, define, constitute, or regulate interpersonal relationships, and they would all disappear from reality if there were no community of communicating and cooperating men (and the number, range, and variety of such facts and institutions would successively narrow down as a speech community became smaller).
Ακριβέστερα, λοιπόν, μπορούμε τώρα να ορίσουμε τη γλώσσα ως μέσο ομιλίας προς άλλα πρόσωπα, προκειμένου να συντονίζουμε τις πράξεις μας μέσα σε μια κοινή πραγματικότητα· δηλαδή, μια πραγματικότητα που γίνεται αντιληπτή με σε μεγάλο βαθμό, αν όχι εξ ολοκλήρου, ίδιους όρους και αποτελείται από αδιαμόρφωτη φύση, κατασκευασμένα πράγματα και όργανα, καθώς και κοινωνικά γεγονότα και θεσμούς. Ο σημαντικότερος θεσμός μετά τη γλώσσα είναι η ιδιοκτησία, ο προσδιορισμός του δικού μου και του δικού σου.
More precisely, then, we can define language now as a means of talking to other persons in order to coordinate our actions within a common reality—that is, a reality perceived in largely, if not entirely, identical terms, made up of raw nature, manufactured things and instruments, and social facts and institutions. The most important institution after language is that of property, of determining mine and thine.
Έχοντας οριοθετήσει έτσι τους όρους μας, και πριν ακόμη αναλύσουμε λεπτομερέστερα τις αξιώσεις αλήθειας που συνδέονται με τις επικοινωνιακές πράξεις και τις μεθόδους επικύρωσής τους, έρχεται αμέσως στον νου μια γενική, φαινομενικά εκπληκτική παρατήρηση. Τα επιτεύγματα των κοινωνικών επιστημών συχνά υποτιμώνται ή ακόμη και γελοιοποιούνται, και, αν λάβουμε υπόψη μεγάλο μέρος —αν όχι το μεγαλύτερο— της σύγχρονης ακαδημαϊκής κοινωνιολογίας και οικονομικής επιστήμης, αυτή η αποτίμηση είναι ασφαλώς δικαιολογημένη. Αυτό όμως δεν πρέπει να μας εμποδίζει να παρατηρήσουμε ένα μάλλον προφανές γεγονός: αν η γλώσσα και η ομιλία είναι και κάνουν για εμάς στον κοινωνικό κόσμο —που αποτελείται από άλλους ανθρώπους και τις πράξεις τους— ό,τι είναι και κάνει η τεχνική κατασκευή στον κόσμο των πετρών, των φυτών και των ζώων, καθώς και των ανθρωπογενών εργαλείων και της συμπεριφοράς ή λειτουργίας τους, τότε πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα είμαστε αρκετά επιτυχημένοι ως κοινωνικοί μηχανικοί —ως τεχνίτες του λόγου—, ως άνθρωποι που επιτυγχάνουν συντονισμό και συνεργασία μέσω της ομιλίας.
Our terms thus circumscribed, and even before we analyze the truth claims associated with communicative actions and the methods of validating them in any more detail, one general, seemingly surprising observation immediately springs to mind. The achievements of the social sciences are often belittled or even ridiculed, and in view of much if not most of contemporary academic sociology and economics, this assessment is certainly well deserved. Yet this should not blind us from noticing a rather obvious fact: if language and speaking are and do for us in the social world (made up of other people and their actions) what engineering is and does for us in the world of stones, plants, animals (and manmade implements and their behavior or functioning), then we must come to the conclusion that we are actually quite successful as social engineers (wordsmiths), as people effecting coordination and cooperation by means of speech.
Και μπορούμε επίσης εύκολα να εντοπίσουμε έναν λόγο γι’ αυτή την επιτυχία. Γνωρίζουμε περισσότερα για τους άλλους ανθρώπους απ’ όσα μπορούμε ποτέ να γνωρίζουμε για τις πέτρες, τα φυτά και τα ζώα. Γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι οι κινήσεις ενός προσώπου μέσα στον χώρο και στον χρόνο δεν είναι φυσικά —και ως τέτοια μη κατανοήσιμα ως προς το νόημά τους— συμβάντα που προκύπτουν από υλικά αίτια, για τα οποία κανείς δεν μπορεί ποτέ να γνωρίζει γιατί λειτουργούν όπως λειτουργούν. Αντιθέτως, έχουν έναν λόγο: έχουν αρχή και τέλος και περιλαμβάνουν τη σκόπιμη επιλογή ορισμένων πραγμάτων ως μέσων για την επιδίωξη προσωπικών σκοπών. Σε αντίθεση, επομένως, με την εμπειρία μας από τη φύση, μπορούμε να συλλάβουμε εννοιολογικά —begreifen— τις ανθρώπινες κινήσεις, συμπεριλαμβανομένης της κίνησης του να μην κινείται κανείς, ως εκ των προτέρων —ex ante— ορθολογικές δραστηριότητες προσανατολισμένες σε στόχους. Στην Ανθρώπινη Δράση, ο Mises (1998, 51) χρησιμοποίησε τους όρους «conception» και «conceptual cognition» αντί του καταλληλότερου γερμανικού ουσιαστικού και ρήματος Begreifen και begreifen του αρχικού γερμανικού έργου του, για να δηλώσει τον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνουμε τα καθολικά γνωρίσματα όλων των πράξεων. Και ολόκληρη η οικονομική επιστήμη —ή, μάλλον, η πραξεολογία— είναι κάτι που μπορεί να συλληφθεί εννοιολογικά, να γίνει begriffen.
And we can also easily identify a reason for this success. We know more about other people than we can ever know about stones, plants, and animals. We know, for instance, that a person’s movements in space and time are not natural (and as such unintelligible) events resulting from material causes (of which no one can ever know why they work the way they do), but instead have a reason: they have a beginning and an end and involve a person’s purposeful selection of certain things as means in the pursuit of personal ends. In contrast to our experience with nature, then, we can begreifen (grasp) human movements—including the movement of not moving—as (ex ante) rational, goal-directed activities. (In Human Action Mises (1998, 51) used the terms “conception” and “conceptual cognition” instead of the more appropriate German noun and verb Begreifen and begreifen from his original German work to refer to how we comprehend the universal features of all actions.) And all of economics—or, rather, praxeology—is something that can be begriffen (grasped).
Πέρα από την εννοιολογική σύλληψη —begreifen— όσων έχουν κοινά όλες οι ανθρώπινες πράξεις, μπορούμε επίσης να κατανοούμε —verstehen— τους μοναδικούς, ατομικούς ή προσωπικούς λόγους και σκοπούς ενός συγκεκριμένου δρώντος, ας πούμε του Peter, και να τους διακρίνουμε από εκείνους κάποιου άλλου, ας πούμε του Paul. Αντιθέτως, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις πέτρες, τα φυτά ή τα ζώα· και γι’ αυτό, φυσικά, η συμπεριφορά μιας πέτρας ή ενός μέλους κάποιου συγκεκριμένου φυτικού ή ζωικού είδους ή υποείδους, υπό τις ίδιες συνθήκες, επεμβάσεις ή εκπαιδεύσεις, δεν μπορεί να διακριθεί από τη συμπεριφορά ενός άλλου μέλους του είδους του — ενώ η συμπεριφορά του Peter και του Paul μπορεί να διακριθεί σαφώς, ακόμη κι αν εκτελούν φαινομενολογικά όμοιες πράξεις υπό ίδιες συνθήκες.
Above and beyond begreifen (grasping) what all human actions have in common, we can also understand—verstehen—the unique, individual, or personal reasons and purposes of some specific actor, say Peter, and distinguish them from those of another, say Paul. (In contrast, we cannot understand stones, plants, or animals; and hence, of course, the behavior of one stone or one member of some specified plant or animal species or subspecies, subjected to the same conditions, treatments, or trainings, cannot be distinguished from the behavior of another member of its kind—whereas the conduct of Peter and Paul can be clearly distinguished, even if they perform phenomenologically identical actions under identical conditions.)
Εξετάζοντας τώρα προσεκτικότερα τις επικοινωνιακές πράξεις —και τον αναστοχαστικό μας λόγο περί επικοινωνιακής δράσης, ο οποίος αποτελεί και ο ίδιος επικοινωνιακή πράξη, και μάλιστα ακριβώς το είδος στο οποίο επιδίδομαι εδώ εξαρχής—, προκειμένου να διευκρινίσουμε το γνωσιολογικό τους καθεστώς, παρατηρούμε αμέσως ότι η διαπροσωπική επικοινωνία μπορεί να έχει μεγάλη ποικιλία σκοπών και αντιστοίχως μεγάλη ποικιλία επιτυχιών και αποτυχιών.
Now, looking more closely at communicative actions—and our reflective speaking about communicative action (which is itself a communicative action, and indeed that sort in which I have been engaged here all along)—in order to clarify their epistemological status, we immediately notice that interpersonal communication can have a great variety of purposes and a correspondingly great variety of successes and of failures.
Ο δικός μου σκοπός σε αυτό το εγχείρημα, για παράδειγμα, είναι να παρουσιάσω μια κατανοητή ακολουθία επιχειρημάτων την οποία μπορεί καταρχήν ο καθένας να παρακολουθήσει, να ξανασκεφτεί και να ανακεφαλαιώσει ανεξάρτητα, ώστε να προκύψει μια κοινή αντίληψη της πραγματικότητας σχετικά με ένα ορισμένο αντικείμενο. Ο χρόνος όμως είναι σπάνιος και κάθε πράξη έχει κόστος ευκαιρίας, οπότε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης επικοινωνίας υπηρετεί στην πραγματικότητα άλλους σκοπούς από την επιχειρηματολογία υπέρ της αλήθειας ορισμένων προτάσεων. Χρησιμοποιούμε λέξεις ή σημεία με νόημα για να καλέσουμε κάποιον ή να επιστήσουμε την προσοχή σε κάτι. Χρησιμοποιούμε λέξεις για να διατάξουμε, να προειδοποιήσουμε, να ρωτήσουμε, να εξηγήσουμε, να χαιρετίσουμε, να ζητήσουμε συγγνώμη, να υποσχεθούμε, να προσφέρουμε, να κουβεντιάσουμε, να αφηγηθούμε μια ιστορία ή ένα αστείο και για αναρίθμητους άλλους σκοπούς.
My own purpose here in this endeavor, for instance, is to present an intelligible sequence of arguments that can, in principle, be followed, rethought, and recapitulated independently by everyone, so as to bring about a common reality perception regarding a certain subject matter. Yet time is scarce, and every action has its opportunity cost, and so most human communication actually serves other purposes than arguing for the truth of some propositions. We use words or meaningful signs to call on someone or draw attention to something. We use words to command, to warn, to ask, to explain, to greet, to apologize, to promise, to offer, to chat, to tell a story or a joke, and for countless other purposes.
Κατά συνέπεια, η επιτυχία ή η αποτυχία μιας επικοινωνιακής πράξης που αποσκοπεί στον συντονισμό μπορεί να λάβει πολλές μορφές· σε κάθε περίπτωση, όμως, εξαρτάται από ένα διπλό επίτευγμα: την κατανόηση του προτασιακού περιεχομένου του λόγου και την αποδοχή του σκοπού και του τρόπου εκφοράς του.
Accordingly, the success (or failure) of a communicative action aimed at coordination can take many forms, and yet in every case it depends on a twofold accomplishment: the understanding of the speech’s propositional content and the acceptance of its purpose and modus of proposing it.
Ο συντονισμός είναι επιτυχής αν σας ζητήσω να μου φέρετε μια μπανάνα και μου φέρετε μία ή αν σας χαιρετίσω και ανταποδώσετε τον χαιρετισμό. Είναι ανεπιτυχής αν δεν γνωρίζετε τη σημασία της λέξης «μπανάνα» ή «φέρνω» ή τον κοινωνικό θεσμό του «χαιρετισμού» και, αντί γι’ αυτό, μου δείξετε ένα αρκουδάκι ή απαντήσετε στο αίτημα ή στον χαιρετισμό μου λέγοντας, για παράδειγμα, «Είμαι εξήντα ετών» — δείχνοντας ότι δεν έχετε κατανοήσει τον σκοπό της λεκτικής μου πράξης. Ομοίως, ο συντονισμός αποτυγχάνει αν κατανοείτε τι λέω, αλλά απορρίπτετε την πρότασή μου και απαντάτε, για παράδειγμα, «Δεν παίρνω εντολές από εσάς» ή «Δεν έχω χρόνο», ή απλώς απομακρύνεστε.
Coordination is successful if I ask you to bring me a banana and you bring me one, or if I greet you and you greet me back. It is unsuccessful if you don’t know the meaning of “banana” or “bring” or the social institution of “greeting”—and you show me a teddy bear instead, or you respond to my request or my greeting by saying, for instance, “I am sixty years old” (indicating that you haven’t understood the purpose of my speech act). Likewise, coordination is unsuccessful if you understand what I say but reject my proposal and reply, for example, “I don’t take orders from you” or “I have no time,” or simply walk away from me.
Επιπλέον, και αυτό είναι σημαντικό, ο ανεπιτυχής συντονισμός —ο αποσυντονισμός— μπορεί να λάβει δύο μορφές ή να έχει δύο εκβάσεις: απλή απογοήτευση ή σοβαρή σύγκρουση. Αφού απομακρυνθείτε, απογοητευτικά, από το αίτημά μου ή δεν ανταποδώσετε τον χαιρετισμό μου —και η λεκτική μου πράξη έχει αποτύχει—, συνεχίζουμε και οι δύο τις καθημερινές μας δραστηριότητες όπως πριν, εγώ με τα μέσα που βρίσκονται υπό τον έλεγχό μου και εσείς με τα μέσα που βρίσκονται υπό τον δικό σας. Μια περίπτωση απογοήτευσης.
Moreover, and importantly, unsuccessful coordination (discoordination) can take two possible forms or outcomes: simple disappointment or serious conflict. After you (disappointingly) walk away from my request or fail to return my greeting (and my speech act has failed), we both go about our daily business as before, I with the means under my control and you with the means under your control. A case of disappointment.
Σύγκρουση προκύπτει αν, αντί να μου φέρετε μια μπανάνα ή να ανταποδώσετε τον χαιρετισμό μου —επιτυχημένη επικοινωνία— ή να απομακρυνθείτε από εμένα —απογοητευτική επικοινωνία—, αντιδράσετε, για παράδειγμα, παίρνοντας ένα βιβλίο από το χέρι μου παρά τις διαμαρτυρίες μου ή τραβώντας μου τα μαλλιά. Σύγκρουση προκύπτει επίσης αν εγώ αντιδράσω στην απογοητευτική απόρριψη του αιτήματός μου αρπάζοντας το παλτό σας ή ακολουθώντας σας, παρά τις διαμαρτυρίες σας, μέσα στο σπίτι σας —το σπίτι που προηγουμένως βρισκόταν υπό τον αδιαμφισβήτητο έλεγχό σας. Και στις δύο περιπτώσεις συγκρουόμαστε, επειδή θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια ακριβώς σπάνια μέσα —τα μαλλιά, το παλτό, το σπίτι, ένα μαχαίρι— για ασύμβατους σκοπούς. Λόγω της σπανιότητας των υλικών μέσων, μόνο ο σκοπός ενός προσώπου μπορεί να πραγματοποιηθεί και να εκπληρωθεί. Η σύγκρουσή μας είναι αναπόφευκτη.
Aconflict results, if, instead of bringing me a banana or returning my greeting (successful communication) or walking away from me (disappointing communication), you respond, for example, by taking a book out of my hand against my protestations or by pulling my hair. Conflict also results if I respond to your disappointing refusal of my request by grabbing your coat or following you against your protestations into your house (the house previously under your undisputed control). In both cases, we clash, because we want to employ the very same scarce means—the hair, the coat, the house, a knife—for incompatible purposes. Because of the scarcity of physical means, only one person’s purpose can be realized and fulfilled. We must clash.
Όπως ήδη σημειώθηκε, οι επιτυχημένες επικοινωνίες —τόσο ως προς την κατανόηση όσο και ως προς την αποδοχή τους γι’ αυτό που είναι— είναι πολύ περισσότερες από τις ανεπιτυχείς. Και όταν η επικοινωνία δεν είναι επιτυχημένη και αποτυγχάνει να επιτύχει τον σκοπό του διαπροσωπικού συντονισμού, οι αποτυχίες αυτές είναι συνήθως απλές απογοητεύσεις· μπορούν βεβαίως παρ’ όλα αυτά να είναι καταστροφικές — σκεφτείτε μόνο μια πτώχευση λόγω έλλειψης αγοραστών για αγαθά που προσφέρονται προς πώληση. Η αποτυχημένη επικοινωνία που παίρνει τη μορφή σύγκρουσης είναι συγκριτικά σπάνιο συμβάν· η έντονη δημοσιότητά της απορρέει από αυτή τη σπανιότητα. Σε γενικές γραμμές, ως ομιλητές είμαστε εκπληκτικά επιτυχημένοι στην επίτευξη συντονισμού.
As already noted, far more communication is successful, both in being understood and in being accepted for what it is, than not. And if communication is not successful and fails to reach its end of interpersonal coordination, these failures are mostly mere disappointments (which can nonetheless be disastrous, of course—just think of a bankruptcy due to a lack of buyers of goods offered for sale). Failed communication in the form of conflict is a comparatively rare occurrence (its notoriety is derived from this rarity). By and large, we are amazingly successful as speakers in bringing about coordination.
Επιπλέον, ακόμη κι αν η επικοινωνιακή δράση μερικές φορές αποτυγχάνει να επιτύχει συντονισμό, διαθέτουμε μια μέθοδο βελτίωσης της επικοινωνίας μας. Αφενός, ως προς το προτασιακό περιεχόμενο της λεκτικής μας πράξης, μπορούμε, για να μειώσουμε την αποτυχία, να εμπλουτίσουμε το λεξιλόγιό μας και να μάθουμε να καθιστούμε σαφέστερο και ακριβέστερο το νόημα των λέξεων και των προτάσεών μας. Αφετέρου, ως προς τον τρόπο και τον σκοπό της ομιλίας μας, μπορούμε να μάθουμε να κατανοούμε καλύτερα τους καθιερωμένους κοινωνικούς θεσμούς και να καθιστούμε αντιληπτή την καταλληλότητα ή τη θεμιτότητα του τρόπου με τον οποίο μιλούμε υπό δεδομένες περιστάσεις, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα αποδοχής και επιτυχημένου συντονισμού. Μαθαίνοντας να μιλούμε καλύτερα, βελτιώνοντας τη γνώση και τη χρήση της γλώσσας και των δυνατών χρήσεών της, αυξάνουμε την πιθανότητα οι πράξεις μας να καταλήγουν σε συντονισμό και, συνεπώς, να είναι επιτυχημένες.2
Moreover, even if communicative action sometimes fails to attain coordination, we have a method of improving our communication. On the one hand (as for the propositional content of our speech act), to reduce failure we can add to our vocabulary and learn to make the meaning of our words and sentences clearer and more precise. And on the other hand (as for the modus and purpose of our speech), we can learn how to better understand established social institutions and to convey the appropriateness or legitimacy of our speaking in the mode we do under given circumstances, and so increase the likelihood of acceptance and successful coordination. In learning how to speak better by improving our command of language and the usages to which language can be put, we increase the likelihood that our actions result in coordination and hence are successful.
Ακόμη και στη συγκριτικά σπάνια περίπτωση συγκρούσεων —υλικών αντιπαραθέσεων—, έχουμε μάθει στην καθημερινή ζωή μια μέθοδο επίλυσής τους: την επιχειρηματολογία. Οι συγκρούσεις, σε αντίθεση με τις απλές απογοητεύσεις, είναι αποτέλεσμα ανταγωνιστικών ή ασύμβατων αξιώσεων επί του ίδιου πράγματος· δηλαδή, είναι ιδιοκτησιακές διαφορές: είναι αυτό το πράγμα δικό μου ή δικό σου; Για την επίλυση τέτοιων διαφορών έχει καθιερωθεί ο θεσμός της δημόσιας δοκιμασίας επιχειρημάτων, σκοπός του οποίου είναι η αντικατάσταση της σύγκρουσης με ειρηνική αλληλεπίδραση.
Even in the comparatively rare case of conflicts—physical clashes—we have learned a method of conflict resolution in everyday life: namely, argumentation. Conflicts (rather than mere disappointments) are the result of rival or incompatible claims to the same thing—that is, they are property disputes: Is this thing mine or thine? To resolve such disputes, the institution of a public trial of arguments has been established, the purpose of which is to replace conflict with peaceful interaction.
Μέσα στη λιμπερταριανή διανοητική παράδοση της Αυστριακής Σχολής, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό τα βήματα του Murray Rothbard, έχει διαμορφωθεί ένα λεπτομερώς επεξεργασμένο σύστημα ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, του οποίου η εφαρμογή θα μπορούσε καταρχήν να βοηθήσει στην αποφυγή κάθε σύγκρουσης και το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιείται ως οδηγός σε κάθε πραγματική περίπτωση σύγκρουσης. Έχω και ο ίδιος γράψει εκτενώς γι’ αυτό το θέμα· στο παρόν δοκίμιο όμως η έμφαση θα δοθεί σε θετικά και όχι σε κανονιστικά ζητήματα, και θα επιστρέψω στο θέμα της επίλυσης συγκρούσεων μέσω επιχειρηματολογίας μόνο συνοπτικά, στο τέλος αυτών των στοχασμών.
Within the Austrolibertarian intellectual tradition, following largely in the footsteps of Murray Rothbard, an elaborate system of property rights has been worked out, the implementation of which could, in principle, help avoid all conflict and be consulted as a guideline in any actual case of conflict. I have myself extensively written on this subject, yet in this essay the emphasis shall be on positive rather than normative issues, and I will return to the topic of conflict resolution by means of argumentation only briefly at the very end of my present reflections.
Η αδυνατότητα κοινωνικών νόμων — Verstehen
↗ στη σελίδα του βιβλίουSocial Laws Impossible—Verstehen
Όσον αφορά, λοιπόν, τις αξιώσεις αλήθειας που συνδέονται με επικοινωνιακές πράξεις και τις προτάσεις που αφορούν τέτοιες πράξεις, καταλήγουμε και πάλι στην επιτυχία ή αποτυχία μιας πράξης ως έσχατο και αποφασιστικό κριτήριο αλήθειας ή ψεύδους, ακόμη κι αν η κατάσταση εδώ αποδεικνύεται σημαντικά διαφορετική από την περίπτωση της επιτυχίας ή αποτυχίας μιας εργαλειακής πράξης. Αν ένας ομιλητής ή συγγραφέας έχει επιτύχει τον στόχο του και οι αποδέκτες του ανταποκρίνονται όπως επιθυμούσε, μπορούμε να πούμε ότι η λεκτική του συνταγή ήταν αληθής, δεδομένου του συγκεκριμένου σκοπού και της κατάστασής του. Και μια πρόταση σχετικά με τις επικοινωνιακές πράξεις ενός προσώπου μπορεί καταρχήν να επικυρωθεί ως αληθής μέσω της συγκατάθεσης ή της επιβεβαίωσης του ίδιου του προσώπου ως προς την περιγραφή των πράξεών του που δίνει εκείνος ο οποίος διατυπώνει την πρόταση· υπό την προϋπόθεση ότι αυτός ο προσωπικός μάρτυρας δεν ψεύδεται ούτε αποσκοπεί στην εξαπάτηση άλλων σχετικά με τους σκοπούς του — ένα ενδεχόμενο που ο διατυπώνων την πρόταση θα έχει μάθει πώς να αποκλείει βάσει ορισμένων δημόσια διαθέσιμων τεκμηρίων.
Regarding truth claims connected with communicative actions and propositions concerning such actions, then, we land again at the success (or failure) of an action as the ultimate and decisive criterion of truth (or falsity), even if the situation here turns out significantly differently from the case of the success (or failure) of an instrumental action. If a speaker (or writer) has reached his goal and his addressee(s) respond as desired, we can say that his recipe of words was true, given his specific purpose and situation. And a proposition regarding a person’s communicative actions can in principle be validated as true by that person’s assent to or confirmation of the description of his own acts given by the proponent (provided that this personal witness is not lying or intent upon deceiving other people concerning his purposes—which contingency the proponent would have learned how to rule out based on some public evidence).
Το κρίσιμο ερώτημα σχετικά με τις επικοινωνιακές πράξεις είναι όμως —και φαίνεται να ήταν ανέκαθεν— αν μπορούν να υπάρξουν κοινωνικοί νόμοι με την ίδια έννοια του «νόμου» με την οποία μιλούμε για φυσικούς νόμους. Δηλαδή, μπορούμε να διατυπώσουμε κανόνες ή συνταγές ομιλίας ή γραφής που, αν εφαρμοστούν υπό ίδιες συνθήκες —συνθήκες εκφρασμένες με απρόσωπους ή υπερυποκειμενικούς όρους, ώστε να μπορούν να αναπαραχθούν ή να επαναληφθούν από άλλους—, θα επιφέρουν πάντοτε την ίδια ανταπόκριση από τον αποδέκτη ή τους αποδέκτες;
The crucial question regarding communicative actions is (and has been seemingly forever), however, whether there can be social laws in the same sense of “law” that we can speak of regarding natural laws. That is to say, can we formulate rules or recipes of speaking (or writing) that, if applied under identical conditions—that is, conditions expressed in impersonal or trans-subjective terms (so as to be reproducible or replicable by other people)—will always bring about the same response from the addressee(s)?
Βάσει όσων έχουν ήδη εξηγηθεί, η απάντησή μου σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να αφήνει καμία αμφιβολία. Ακόμη κι αν πολλοί λεγόμενοι κοινωνικοί επιστήμονες πιστεύουν σε τέτοιους νόμους και τους αναζητούν επιμελώς, ολόκληρο το εγχείρημα είναι εσφαλμένα συλληφθέν και εξαρχής καταδικασμένο σε αποτυχία. Και ο θεμελιώδης λόγος της αδυνατότητας οποιωνδήποτε κοινωνικών νόμων έχει ήδη εντοπιστεί. Είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να κατανοούν αμοιβαία —verstehen— ο ένας τον άλλον και, βάσει αυτής της κατανόησης, να αναγνωρίζουν ο ένας τον άλλον και τις αντίστοιχες πράξεις τους ως μοναδικές και διαφορετικές από όλους τους άλλους και από τις πράξεις όλων των άλλων. Συνεπώς, είναι αδύνατον για έναν κοινωνικό επιστήμονα να κάνει ποτέ εκείνο που κάνει, σχεδόν αυτονόητα, ο φυσικός επιστήμονας: να περιγράψει το σκέλος του «αν» και το σκέλος του «τότε» των προτάσεών του με νατουραλιστικούς ή «αντικειμενικούς» όρους —με όρους κάποιας πειραματικής διάταξης διαφόρων υλικών αντικειμένων ή της μέτρησής τους με τυποποιημένα όργανα.
Based on what has already been explained, my answer to this question cannot be in any doubt. Even if many so-called social scientists believe in such laws and are diligently in search of them, the entire endeavor is misconceived and doomed to failure from the outset. And the fundamental reason for the impossibility of any social laws has already been identified. It is the fact that humans can mutually understand—verstehen—each other and, based on such an understanding, recognize each other and each other’s respective actions as unique and different from all others and all others’ actions. Accordingly, it is impossible for a social scientist to ever do what the natural scientist, quasi-naturally, does: describe the if-clause and the then-clause of his propositions in naturalistic or “objective” terms—in terms of some experimental arrangement of various material objects or their measurement by some standardized measuring instruments.
Ακόμη κι αν ο κοινωνικός επιστήμονας κατορθώσει να διαμορφώσει ίδιες εξωτερικές συνθήκες —φυσικών και τεχνητών αντικειμένων, καθώς και άλλων ανθρώπων— γύρω από έναν δεδομένο δρώντα, και ακόμη κι αν όλα τα φυσικά χαρακτηριστικά του δρώντος —βάρος, ύψος, ηλικία κ.λπ.— ελεγχθούν και διατηρηθούν σταθερά, διαφορετικά πρόσωπα, ο Peter και ο Paul, εξακολουθούν να παραμένουν αναγνωρίσιμα διαφορετικά αντικείμενα μελέτης· συνεπώς, δεν υπάρχει γενικό και γενικεύσιμο σκέλος «αν». Ο λόγος είναι ότι κάθε ανεξαιρέτως πράξη ενός προσώπου παρακινείται θεμελιωδώς και τελικά από τις προσωπικές του αξιολογικές κρίσεις: από την υποκειμενική αξία που αποδίδει στους διάφορους δυνητικούς στόχους του και, ειδικότερα, από την υποκειμενική του προτίμηση ή ιεράρχηση μεταξύ αυτών των προσδοκώμενων στόχων, οι οποίοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τον χρόνο, σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή. Και δεν διαθέτουμε, ούτε θα διαθέσουμε ποτέ, κάποιο όργανο που να ικανοποιεί την προαναφερθείσα απαίτηση της «επιστημονικής» μέτρησης για «υπερυποκειμενικότητα» και να μας επιτρέπει να μετρούμε και να συγκρίνουμε «επιστημονικά» τις αξίες και τις ιεραρχήσεις προτιμήσεων διαφορετικών προσώπων. Οι αξίες και οι προτιμήσεις, όπως και οι σκοποί, δεν αποτελούν μέρος του «αντικειμενικού» εξωτερικού κόσμου, και δεν υπάρχουν πράγματα όπως μονάδες αξίας ή χρησιμότητας ή βαθμοί προτίμησης. Επομένως, εφόσον δεν μπορούμε να διασφαλίσουμε την ταυτότητα, δηλαδή την ομοιότητα, των αρχικών συνθηκών —του σκέλους «αν»— για διαφορετικούς δρώντες, δεν είναι δυνατός κανένας γενικός κοινωνικός νόμος που να παράγει αξιόπιστο σκέλος «τότε».
Even if the social scientist manages to arrange identical external conditions—of natural and artificial objects as well as of other people—surrounding a given actor, and even if all the naturalistic characteristic of the actor (weight, height, age, etc.) are controlled for (held constant), different persons—Peter and Paul—still remain recognizably different study objects; and hence, no general and generalizable if-clause exists. The reason is that a person’s each and every action is fundamentally and ultimately driven by his personal value judgments: by the subjective value he attaches to his various potential goals and, more specifically, to his subjective preference or rank order of and among such (time-wise) competing or rival (anticipated) goals at any given point in time—and that we do not, and never will, possess an instrument satisfying the “scientific” measurement requirement of “trans-subjectivity” mentioned above that would allow us to “scientifically” measure and compare the values and preference orders of different persons. Values and preferences are (like purposes) not part of the “objective,” external world, and there are no such things as units of value or of utility or degrees of preference. Therefore, as we are unable to assure the identity, or sameness, of initial conditions (the if-clause) for different actors, no general social law producing a reliable thenclause is possible.
Αυτή η διαπίστωση επιβεβαιώνεται επίσης αν εξετάσουμε το υποτιθέμενο σκέλος «τότε» των φερόμενων ως κοινωνικών νόμων. Ακόμη κι αν διαφορετικοί δρώντες, ενεργώντας υπό τις ίδιες εξωτερικές συνθήκες, εκτελούν τις ίδιες επικοινωνιακές πράξεις από νατουραλιστική ή φαινομενολογική άποψη, και ακόμη κι αν θεωρούν εξίσου τις πράξεις τους επιτυχημένες —επειδή οι αποδέκτες της επικοινωνίας τους ανταποκρίθηκαν όπως ήλπιζαν—, αυτό δεν σημαίνει ότι τα αποτελέσματά τους είναι πράγματι ίδια. Διότι και αυτά τα αποτελέσματα, όποια κι αν είναι, αξιολογούνται υποκειμενικά, όχι μόνο από τους αρχικούς ομιλητές αλλά και από εκείνους που ανταποκρίνονται. Η ίδια επιτυχία μπορεί να αξιολογείται, να σταθμίζεται ή να εκτιμάται πολύ διαφορετικά από διαφορετικούς ανθρώπους, να επιδρά διαφορετικά στις προσωπικές τους κλίμακες αξιών και να τους οδηγεί σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς τις επόμενες, μελλοντικές τους πράξεις. Έτσι, και πάλι, επειδή δεν μπορούμε να διασφαλίσουμε την ομοιότητα —την ταυτότητα— του αποτελέσματος, δεν μπορεί να διατυπωθεί γενικό σκέλος «τότε», όπως θα απαιτούσε ένας νόμος.
This insight is affirmed as well by a look at the presumed thenclause of alleged social laws. Even if different actors, acting under the same external conditions, perform the same communicative actions (from a naturalistic or phenomenological point of view), and even if they equally consider their actions successful (because the addressee(s) of their communication responded as hoped for), this does not mean that their results are actually the same. This is because these results, whatever they are, are subjectively evaluated, too, and not only by the initial speakers but by the respondents as well. The same success may be evaluated, weighted, or assessed quite differently by different people, it may have different effects on their personal value scales, and it may lead them to different conclusions regarding their subsequent, future actions. Thus, again, because we are unable to assure the sameness (identity) of the result, no general then-clause can be formulated—as would be required for a law.
Όσον αφορά τις εργαλειακές πράξεις —δηλαδή τις σκόπιμες ενέργειές μας πάνω στη φύση και στα φυσικά υλικά, συμπεριλαμβανομένων φυτών, ζώων και ανθρώπινων σωμάτων—, η σημασία και η συνέπεια της επιτυχίας και της αποτυχίας είναι πάντοτε σαφείς και αδιαμφισβήτητες. Εργαλειακή επιτυχία σημαίνει: δεδομένων των ίδιων εξωτερικών περιστάσεων και των ίδιων κατασκευαστικών ή τεχνικών σκοπών, εφάρμοσε ξανά ακριβώς την ίδια συνταγή. Εργαλειακή αποτυχία σημαίνει: μη χρησιμοποιήσεις ξανά την ίδια συνταγή για τον ίδιο σκοπό. Πράγματι, το να ενεργήσει κανείς διαφορετικά και να δοκιμάσει ξανά μια αποτυχημένη συνταγή με την ελπίδα ότι την επόμενη φορά τα αποτελέσματα μπορεί να είναι διαφορετικά θα αρκούσε για να χαρακτηριστεί «ηλίθιος», σύμφωνα με τον ορισμό αυτού του όρου που αποδίδεται ευρέως στον Albert Einstein.
As far as instrumental actions—that is, our purposeful operations with nature and natural materials (including plants, animals, and human bodies)—are concerned, the meaning and implication of success and failure are always clear and unambiguous. Instrumental success means: given the same external circumstances and the same manufacturing or engineering purposes, apply the very same recipe again; and instrumental failure means: do not use the same recipe for the same purpose again. Indeed, to proceed otherwise and try a failed recipe again in the hope that the results next time may come out different would qualify you as an “idiot,” according to the definition of this term widely ascribed to Albert Einstein.
Τίποτε από αυτά όμως δεν ισχύει για την επικοινωνιακή δράση, δηλαδή για την ομιλία ανθρώπου προς άνθρωπο. Εδώ, τόσο η επιτυχία όσο και η αποτυχία της επικοινωνίας ενός προσώπου με τους αποδέκτες του συνεπάγονται μια μεταβολή μέσα στον κοινωνικό κόσμο, και αυτή η μεταβολή μπορεί με τη σειρά της να προκαλέσει μεταβολή στις υποκειμενικές κλίμακες αξιών και στις ιεραρχήσεις προτιμήσεων διαφορετικών ανθρώπων. Εν ολίγοις, η προσωπική κατάσταση μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου· δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι ό,τι λειτούργησε και οδήγησε στην επιτυχία σήμερα πρέπει αναγκαστικά να το κάνει ξανά αύριο, και δεν υπάρχει τίποτε προφανώς ηλίθιο στο να δοκιμάσουμε ξανά σήμερα ή αύριο μια λεκτική συνταγή που απέτυχε στο παρελθόν. Δηλαδή, ως επικοινωνούντες δεν μπορούμε ποτέ να επαναπαυόμαστε στις παλιές μας δάφνες· πρέπει να επικαιροποιούμε και να ανανεώνουμε διαρκώς την κατανόησή μας —verstehen— των άλλων προσώπων, ώστε, όπως ελπίζουμε, να επιτύχουμε και πάλι στην επόμενη επικοινωνία μας μαζί τους.
But none of this applies to communicative action—that is, the talking of man to man. Here, both the success and the failure of a person’s communication with his addressee(s) involve a change within the social world, and this change in turn may effect a change in the subjective value scales and preference orders of different people. In short, the personal situation changes over time; there is no reason to assume that what worked and led to success today must necessarily do so again tomorrow, and there is nothing outright idiotic in trying again today or tomorrow a talking recipe that has failed in the past. That is, we can never rest on our past laurels as communicators but must continuously update and refresh our understanding—verstehen—of other persons in order to (hopefully) succeed again in our communication with them the next time.
Επιπλέον, και ακόμη γενικότερα, ανεξάρτητα από το αν εξετάζουμε σιωπηλές εργαλειακές πράξεις ή ομιλούσες επικοινωνιακές πράξεις, ισχύει για όλες τις ανθρώπινες πράξεις —συμπεριλαμβανομένων των δικών μου— ότι δεν μπορούν ποτέ να προβλεφθούν με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν να προβλεφθεί η συμπεριφορά των πετρών, των φυτών και των ζώων ή του ανθρώπινου σώματος. Ο απλός λόγος είναι το αναμφισβήτητο γεγονός ότι μπορούμε τόσο να μαθαίνουμε όσο και να μεταδίδουμε σε άλλα πρόσωπα όσα μάθαμε.
Moreover, and more generally still, regardless of whether we are considering silent instrumental actions or talkative communicative actions, it holds for all human actions (including my own) that they can never be predicted in the same way that it is possible to predict the behavior of stones, plants, and animals, or of the human body. The simple reason for this is the undeniable fact that we can both learn, and communicate what we have learned, to other persons.
Κανένας επιστήμονας, είτε της φύσης είτε της κοινωνίας, δεν μπορεί να αρνηθεί αυτή την ικανότητα· όχι μόνο αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο όλοι αποκτήσαμε μια κοινή μητρική γλώσσα και τη γνώση για τον κόσμο που περιέχεται σε αυτήν, αλλά, ειδικότερα, ολόκληρος ο λόγος ύπαρξης κάθε ερευνητή, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο αντικείμενό του, είναι να βιώσει και να μάθει κάτι για την πραγματικότητα που δεν είχε ήδη βιώσει και γνωρίσει προηγουμένως. Προφανώς όμως κανένας ερευνητής —και κανένας δρων— δεν μπορεί να προβλέψει εκ των προτέρων ποιες νέες εμπειρίες και γνώσεις θα φέρει στο φως η έρευνά του, προτού πράγματι την πραγματοποιήσει· διαφορετικά, γιατί να μπει στον κόπο; Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει σήμερα, ή σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, τι θα γνωρίζει σε μια μεταγενέστερη στιγμή ή, κατά συνέπεια, τι θα κάνει ή θα πει βάσει αυτής της μεταγενέστερης γνώσης. Η πρόβλεψη έρχεται πάντοτε πολύ αργά. Ο Einstein, για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει και εξηγήσει τη θεωρία της σχετικότητας προτού πράγματι τη διατυπώσει. Ο Steve Jobs δεν θα μπορούσε να είχε προβλέψει και εξηγήσει τη συνταγή κατασκευής ενός υπολογιστή Apple προτού πράγματι τη διαθέτει και την εφαρμόσει. Και δεν υπήρχε Μόνα Λίζα πριν ο Leonardo da Vinci τη ζωγραφίσει πράγματι. Η κατηγορία των ανθρώπινων πράξεων, επομένως, είναι ανοιχτή κατηγορία με απροσδιόριστο αριθμό στοιχείων. Γνωρίζουμε ορισμένα από αυτά, αλλά δεν γνωρίζουμε όλες τις δυνητικές πράξεις, όπως γνωρίζουμε ορισμένες λέξεις και εκφράσεις με νόημα, αλλά δεν γνωρίζουμε ούτε θα γνωρίσουμε ποτέ όλες τις δυνητικές λέξεις ή εκφράσεις που θα χρησιμοποιηθούν ποτέ.
No scientist, whether of nature or society, can deny this ability; not only is it demonstrated by the way in which we all acquired a common native language (and the knowledge about the world contained in this language), but more specifically, the entire raison d’être of every researcher, regardless of his particular subject matter, is to experience and learn something about reality that he has not already experienced and known before. Yet obviously, no researcher (and no actor) can predict in advance what new experiences and knowledge his research will bring to light until he has actually done that research (otherwise, why bother?). No one can know today, or at any given point in time, what he will know at a later point in time or, accordingly, what he will do or say on the basis of this later knowledge. The prediction always comes too late. Einstein, for instance, could not have predicted and explained the theory of relativity until he had actually formulated it. Steve Jobs could not have predicted and explained the recipe for constructing an Apple computer until he actually had it and had applied it. And there existed no Mona Lisa before Leonardo da Vinci had actually painted it. The class of human actions, then, is an open class, with an indeterminate number of elements. We know some of them, but we do not know all potential actions (just as we know some words and meaningful expressions, but we do not and never will know all potential words or expressions ever to be used).
Η πρόβλεψη των ανθρώπινων πράξεων, λοιπόν, ασφαλώς δεν είναι «επιστήμη» όπως συνήθως την αντιλαμβανόμαστε. Όπως όμως επιβεβαιώνουν επανειλημμένα οι καθημερινές μας εμπειρίες, δεν είναι ούτε τυχαία εικοτολογία. Είναι, αν θέλετε, επιχειρηματικότητα με την ευρύτερη έννοια του όρου. Σε όλη μας τη ζωή προσπαθούμε να προσαρμοζόμαστε επιτυχώς στο περιβάλλον μας —που αποτελείται από αδιαμόρφωτη φύση, ανθρωπογενή υλικά, φυτά και ζώα που έχουν αναπαραχθεί επιλεκτικά, εξημερωθεί και εκπαιδευτεί, καθώς και άλλους ανθρώπους— και στις μεταβολές αυτού του περιβάλλοντος. Όσον αφορά τις εργαλειακές πράξεις, δεν είμαστε φυσικά αλάνθαστοι, αλλά μπορούμε να επιτύχουμε σχετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας· και οι τεχνικές βελτιώσεις και καινοτομίες, όπως είναι αναμενόμενο, γίνονται γρήγορα αντικείμενο μίμησης και υιοθέτησης από άλλους. Όσον αφορά όμως τις επικοινωνιακές πράξεις, οι προβλέψεις μας αφορούν την ανταπόκριση άλλων ανθρώπων που είναι ικανοί να μαθαίνουν και είναι επομένως πάντοτε περισσότερο εικαστικές και υπόκεινται σε υψηλότερο βαθμό αβεβαιότητας.
So the prediction of human actions is definitely not a “science” as typically conceived. But, as our everyday experiences confirm over and over again, it is also not haphazard guesswork. It is, if you will, entrepreneurship, in the widest sense of this term. Throughout our lives we try to successfully adjust to our surroundings—made up of raw nature; manmade materials; bred, tamed, and trained plants and animals; and other people—and the changes in our surroundings. As far as instrumental actions are concerned, we are not infallible, of course, but we can achieve a relatively high degree of certainty; and technical improvements and innovations are predictably swiftly imitated and adopted by other people. As far as communicative actions are concerned, however, our predictions concern the response of other people capable of learning and are thus always more speculative and subject to a higher degree of uncertainty.
Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, διαθέτουμε και γνωρίζουμε μια μέθοδο μείωσης αυτής της αβεβαιότητας: όλες οι ανταποκρίσεις αποδίδονται σε κάποιον συγκεκριμένο δρώντα ή δρώντες, και είμαστε καταρχήν ικανοί να κατανοούμε —verstehen— κάθε πρόσωπο και το γιατί, για ποιον λόγο και με ποιον σκοπό, κάνει όσα κάνει ή έκανε στο παρελθόν.
Yet, as mentioned before, we have and know of a method to reduce this uncertainty: all responses are responses to be ascribed to some particular actor(s), and we are capable, in principle, of understanding—verstehen—each and every person and why—for what reason and to what purpose—he does what he does (or has done in the past).
Η πρωταρχική μέθοδος του Verstehen, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, είναι η απόκτηση μιας κοινής γλώσσας. Είναι προφανώς δυσκολότερο να κατανοήσουμε και να προβλέψουμε τις πράξεις των συνανθρώπων μας όταν δεν μοιραζόμαστε την ίδια γλώσσα απ’ ό,τι όταν τη μοιραζόμαστε. Το να μοιραζόμαστε μια γλώσσα σημαίνει να βλέπουμε τον κόσμο με περίπου παρόμοιους όρους, και αυτό βοηθά σημαντικά στην κατανόηση της συμπεριφοράς των άλλων. Αυτό το εργαλείο του Verstehen κάθε άλλο παρά τέλειο είναι: ορισμένοι άνθρωποι κατανοούν τους άλλους επιτυχέστερα και μπορούν να κάνουν και να διακρίνουν περισσότερες και λεπτότερες διακρίσεις, είτε μέσα στις λέξεις και μεταξύ τους είτε μέσα στις πράξεις και μεταξύ τους, απ’ ό,τι άλλοι. Και ο ίδιος ο κοινωνικός θεσμός μιας κοινής γλώσσας δεν είναι άκαμπτα «δεδομένος», αλλά μπορεί να υποστεί σημαντικές, έστω συνήθως αργές και σε μεγάλο βαθμό οριακές, μεταβολές με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να στερηθεί εντελώς τη γλώσσα, και ακόμη και ο λιγότερο οξύνους άνθρωπος είναι ικανός για κάποια βασική κατανόηση των άλλων. Επιπλέον, η επαναλαμβανόμενη παρατήρηση ενός συγκεκριμένου προσώπου με στόχο την κατανόησή του —η verstehende παρατήρηση—, καθώς και η επικοινωνία και η συνεργασία μαζί του, μας βοηθούν να σχηματίσουμε μια αντίληψη για τον χαρακτήρα ή τον τύπο προσωπικότητάς του: πέρα από τους πιο προφανείς τύπους του άνδρα και της γυναίκας, υπάρχουν ο εσωστρεφής ή ο εξωστρεφής, ο αδέξιος ή ο επιδέξιος, ο δειλός ή ο τολμηρός, ο νωθρός και οκνηρός ή ο περίεργος και φιλόδοξος, ο ηδονιστής ή εκείνος που επιδιώκει την απόκτηση αγαθών, ο καιροσκόπος ή ο άνθρωπος αρχών κ.ο.κ. Αυτοί και άλλοι τύποι προσωπικότητας δεν διακρίνονται πάντοτε σαφώς μεταξύ τους, και ο χαρακτήρας ενός προσώπου μπορεί και ενδέχεται να μεταβληθεί με τον χρόνο. Προς το παρόν όμως —βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, διάστημα που μπορεί κάλλιστα να διαρκέσει για πάντα— η κατανόηση του χαρακτήρα κάποιου άλλου προσθέτει έναν βαθμό προσωρινής σταθερότητας και βεβαιότητας στους συλλογισμούς μας, επειδή οριοθετεί κάπως το πιθανό εύρος της συμπεριφοράς του και μας βοηθά έτσι να προβλέπουμε καλύτερα τη μελλοντική του δράση.
The premier method of verstehen, as indicated before, is the acquisition of a common language. It is obviously more difficult to understand and predict the actions of our fellow men if we do not share the same language than if we do. To share a language is to see the world in roughly similar terms, and this helps significantly in making sense of the conduct of other people. This instrument of verstehen is by no means perfect: Some people are more successful in understanding others and can make and discern more and finer distinctions, whether in and of words or of actions, than can others. And the social institution of a common language itself is not rigidly “given,” but can undergo considerable, even if typically slow and largely marginal, changes in the course of time. However, no one can do entirely without language, and even the dullest of persons is capable of some basic understanding of others. Moreover, the repeated understanding—verstehende—observation of and communication and cooperation with a particular person helps us form a concept of the person’s character or personality type: besides the most obvious types of male and female, there are those of the introvert or the extrovert, the clumsy or the clever, the timid or the daring, the dull and lazy or the curious and ambitious, the hedonist or the acquisitive, the opportunistic or the principled, et cetera These and other personality types are not always sharply distinguished from each other, and the character of a person can and may change over time. But for the time being—for the short and intermediate run (that may well last forever)—the understanding of another person’s character adds some degree of (temporary) constancy and confidence to our deliberations, because it somewhat delineates a person’s likely range of conduct and thus helps us better predict his future action.
Μαζί με την απόκτηση μιας κοινής γλώσσας έρχεται η κατανόηση της ιδιοκτησίας, του δεύτερου σημαντικότερου κοινωνικού θεσμού. Ακόμη και ως μικρά παιδιά μαθαίνουμε να διακρίνουμε το δικό μου από το δικό σου, τα πράγματα που ανήκουν σε εμένα ή στους γονείς μου από εκείνα που ανήκουν σε άλλους. Καμία κοινωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν τον θεσμό, εκτός αν επιστρέψει σε κάποιον ζωώδη αγώνα επιβίωσης. Ο κοινωνικός θεσμός της ατομικής ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας, όπως και εκείνος της γλώσσας, δεν είναι καθορισμένος άπαξ διά παντός, αλλά μεταβλητός και υποκείμενος σε δυνητικές μελλοντικές αλλαγές. Οι διαφορές σχετικά με την ιδιοκτησία —είναι αυτό δικό μου ή δικό σου; Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να κάνω αυτό με το τάδε πράγμα;— βρίσκονται στη ρίζα όλων των συγκρούσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο κοινωνικός θεσμός της ιδιοκτησίας είναι, αν θέλετε, ένας «συντηρητικός» θεσμός, που συνήθως υφίσταται μόνο αργές, βαθμιαίες ή επαυξητικές μεταβολές, εκτός από τη σπάνια περίπτωση κάποιας βίαιης επανάστασης. Το να γνωρίζουμε λοιπόν ποια ποσότητα και ποιότητα πραγμάτων μπορεί ένα συγκεκριμένο πρόσωπο να αποκαλεί δικά του —δηλαδή ιδιοκτησία του— και ποια αποκαλούν δικά τους τα άλλα μέλη της γλωσσικής κοινότητας που το περιβάλλει βοηθά σημαντικά στην πρόβλεψη των μελλοντικών του πράξεων. Διότι η ποσότητα και η ποιότητα της ιδιοκτησίας ενός προσώπου επιβάλλουν ορισμένους αρκετά αυστηρούς περιορισμούς στο εύρος των δυνατών μελλοντικών πράξεών του.
Along with the acquisition of a common language comes our understanding of property, the second most important social institution. Even as little children we learn to distinguish between mine and thine, between things that belong to me (or my parents) and things that belong to others. No society, unless reverting to some animalistic struggle for survival, can do without this institution. The social institution of several or private property, like that of language, is not fixed once and for all, but changeable and subject to potential future changes. It is disputes concerning property—Is this mine or yours? May I or may I not do this with such and such?—that are at the bottom of all conflicts. In any case, the social institution of property is, if you will, a “conservative” institution that typically undergoes only slow, gradual, or incremental changes (except for the rare event of some violent revolution). To know what quantity and quality of things a given person can call his own (i.e., his property), then, and what other members of his surrounding speech community are calling theirs, is of significant help in predicting his future actions. This is because a person’s quantity and quality of property exercises some rather strict constraints on his range of possible future actions.
Τέλος, αλλά εξίσου σημαντικό, οι άνθρωποι συνήθως αφιερώνουν σημαντικό χρόνο εκτελώντας λειτουργίες ή αναλαμβάνοντας ρόλους που έχουν μάθει μέσα σε πλήθος άλλων κοινωνικών θεσμών. Ενεργούμε ως γονείς, σύζυγοι, παιδιά, θείοι και θείες, αστυνομικοί, δάσκαλοι, μαθητές και φοιτητές, γιατροί, σερβιτόροι, πωλητές, επιχειρηματίες, μεσίτες, τραπεζίτες, μέλη σκακιστικών ή ποδοσφαιρικών συλλόγων, ιερείς, πάπες, πρόεδροι, βασιλείς κ.ο.κ. Κανένας από αυτούς τους ρόλους ή τις λειτουργίες δεν ορίζεται άκαμπτα: διαφορετικοί ρόλοι μπορούν να αναληφθούν από το ίδιο πρόσωπο σε διαφορετικές στιγμές, ενώ ορισμένοι μπορούν να αναληφθούν ταυτόχρονα· ορισμένοι θεσμοί, ρόλοι και λειτουργίες μπορεί να καταστούν παρωχημένοι· νέοι ρόλοι και λειτουργίες μπορούν να καθιερωθούν· και, φυσικά, οι άνθρωποι μπορεί μερικές φορές να παρεκκλίνουν από τους ρόλους τους και να αποτυγχάνουν στην εκτέλεση των λειτουργιών που έχουν αναλάβει. Τίποτε από αυτά όμως δεν αλλάζει το βασικό γεγονός ότι η προβλεψιμότητα των μελλοντικών πράξεων ενός άλλου προσώπου ενισχύεται σημαντικά μόλις γίνουν γνωστοί οι ρόλοι που αναλαμβάνει και οι λειτουργίες που εκτελεί επί του παρόντος. Παραμένει πάντοτε ένα στοιχείο αβεβαιότητας, και κάθε ρόλος και λειτουργία αφήνει κάποιο περιθώριο προσωπικής ερμηνείας. Κάθε ρόλος και λειτουργία όμως συνεπάγεται επίσης ορισμένους γενικούς κανόνες, συνήθεις διαδικασίες και πρότυπα, και επομένως η πρόβλεψη της συμπεριφοράς ανθρώπων που αναγνωρίζονται ως φορείς συγκεκριμένων ρόλων ή λειτουργιών συχνά δεν είναι πολύ περισσότερο από υπόθεση ρουτίνας.
Last but not least, people typically spend a considerable amount of time performing functions or playing roles learned within a multitude of other social institutions. We act in the roles of parents, husbands and wives, children, uncles and aunts, policemen, teachers, students, doctors, waiters, salesmen, businessmen, brokers, bankers, members of chess or football clubs, priests, popes, presidents, kings, et cetera. None of these roles or functions are rigidly defined: different roles can be assumed by one person at different times (and some roles can be assumed simultaneously); some institutions, roles, and functions may become obsolete; new roles and functions can be established; and, of course, people can sometimes fall out of their roles and fail in the performance of their assumed functions. Yet none of this changes the basic fact that the predictability of another person’s future actions is greatly enhanced once the current roles played and functions performed by this person are known. Invariably, there remains an element of uncertainty, and every role and function leaves some room for personal interpretation. But every role and function also entails some general rules, routines, and standards, and the prediction of the conduct of people identified as exercising certain roles or functions, then, is often little more than a matter of routine.
Βάσει λοιπόν της γνώσης που αποκτάται μέσω της μεθόδου του Verstehen και των ποικίλων πτυχών και τεχνικών του που αναφέρθηκαν, οι κοινωνικοί επιστήμονες μπορούν να καταρτίζουν φαινομενικά ατέλειωτους καταλόγους «συγκεντρωτικών στατιστικών» για τη μία ή την άλλη ομάδα ανθρώπων που είπε ή έκανε κάτι σε ορισμένες καταστάσεις με συγκεκριμένη συχνότητα, τώρα ή διαχρονικά· και κατόπιν να εντοπίζουν στατιστικές συνδέσεις, χρονοσειρές, συσχετίσεις και διασταυρούμενες συσχετίσεις μεταξύ διαφόρων κοινωνικών φαινομένων ή στατιστικών κατασκευών. Ορισμένα από αυτά τα «ερευνητικά» αποτελέσματα δεν είναι παρά στιγμιαία στιγμιότυπα, ήδη άσχετα και παρωχημένα αύριο. Ορισμένα είναι απλώς τετριμμένα, ώστε ο κάθε άνθρωπος στον δρόμο γνώριζε ήδη τα αποτελέσματα πριν του τα παρουσιάσει κάποιος «ερευνητής». Ορισμένα αποτελέσματα —και φαίνεται ότι γίνονται όλο και περισσότερα— είναι απλές κατασκευές, πλαστά και δόλια, με σκοπό όχι να διαφωτίσουν το κοινό, αλλά να το εξαπατήσουν σκόπιμα, είτε κατ’ εντολήν άλλων είτε για χρήματα είτε από προσωπική πεποίθηση. Η κοινωνική έρευνα που βασίζεται στο Verstehen μπορεί όμως επίσης να φέρει στο φως —και μερικές φορές το κάνει, ακόμη και σε ένα όλο και πιο λογοκριτικό περιβάλλον κοινωνικής έρευνας— σημαντικά και απροσδόκητα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένης, για παράδειγμα, της τεράστιας έκτασης απάτης που διαπράττεται και ανατίθεται σήμερα στο όνομα της «επιστήμης». Μπορεί να διαφωτίσει πραγματικά το κοινό σχετικά με μακροχρόνιες κοινωνικές τάσεις και εξελίξεις ή αργά και βαθμιαία μεταβαλλόμενα κοινωνικά πρότυπα· δηλαδή, κοινωνικά γεγονότα που δεν μπορούν να αλλάξουν ακαριαία ή με μόνη τη βούληση, αλλά έχουν μεγάλη πρακτική σημασία για όλους τους ανθρώπους ως επιχειρηματικά δρώντες, ώστε να τα γνωρίζουν και να τα λαμβάνουν υπόψη στις προετοιμασίες τους για το μέλλον και στη δική τους μελλοντική συμπεριφορά.
Based on the knowledge acquired by means—per method—of verstehen and its various indicated aspects and techniques, then, social scientists can come up with seemingly endless lists of “aggregate statistics” of this or that group of people having said or done a certain thing in certain situations with a particular frequency right now or over time; and then statistical associations, time series, correlations, and cross-correlations found between various social phenomena or statistical constructs. Some of these “research” results are little more than momentary snapshots, already irrelevant and obsolete tomorrow. Some are plain trivial, such that everyone on the street already knew the results before having them presented by some “researcher.” Some results (and it appears increasingly more) are mere fabrications, fake and fraudulent, in order not to enlighten the public but instead to purposefully deceive it (whether at others’ orders, for money, or out of personal conviction). But verstehen-based social research can also bring to light (and sometimes does, even in an increasingly censorious social research environment) important and surprising results (including, for instance, the massive amount of fraud committed and commissioned in the present age in the name of “science”) and genuinely enlighten the public regarding long-running social trends and developments or slow and gradually changing social patterns—that is, social facts that cannot be altered instantly or by sheer will but are of great practical importance and relevance for all men qua entrepreneurs to know and to take into account in their preparations for the future and their own future conduct.
Ωστόσο, ακόμη και τα πιο διαφωτιστικά αποτελέσματα που έχουν φέρει στο φως οι εμπειρικές κοινωνικές επιστήμες, ή θα φέρουν στο μέλλον, δεν πρέπει ποτέ να θεωρούνται νόμοι, είτε ντετερμινιστικοί είτε πιθανοκρατικοί. Είναι —και δεν μπορούν ποτέ να είναι τίποτε άλλο— γνώσεις για μοναδικά ιστορικά συμβάντα, συσχετίσεις, εξελίξεις, τάσεις, ροπές ή πρότυπα.
Still, even the most enlightening results that the (empirical) social sciences have brought to light, or will in the future, should never be considered laws (whether of the deterministic or the probabilistic kind). They are—and they can never be anything but—insights regarding unique historical events, correlations, developments, trends, tendencies, or patterns.
Αποδεικτική γνώση του ανθρώπου — Begreifen
↗ στη σελίδα του βιβλίουApodictic Knowledge Of Man—Begreifen
Πέρα όμως από κάθε εμπειρική κοινωνική έρευνα που βασίζεται στο Verstehen και αφορά την ιστορία και τα ιστορικά συμβάντα ή τις εξελίξεις, εμείς —τόσο οι άνθρωποι της καθημερινής ζωής όσο και οι επαγγελματίες κοινωνικοί επιστήμονες— διαθέτουμε μία ακόμη μέθοδο για να κατανοήσουμε τον κοινωνικό κόσμο· μια μέθοδο, μάλιστα, που μπορεί να αποδώσει γνώση με ακόμη μεγαλύτερη βεβαιότητα, χωρίς να αξιώνει αλάθητο, από εκείνη που συνδέεται με ή αποδίδεται σε οποιονδήποτε φυσικό νόμο. Ανέφερα προηγουμένως συνοπτικά το θέμα του Begreifen, της εννοιολογικής ανάλυσης. Δεν γνωρίζουμε, ούτε θα γνωρίσουμε ποτέ, γιατί η φύση λειτουργεί όπως λειτουργεί. Απλώς λειτουργεί έτσι. Γνωρίζουμε όμως περισσότερα για τον άνθρωπο απ’ όσα γνωρίζουμε για οποιοδήποτε φυσικό πράγμα.
Yet, apart from all verstehen-based empirical social research concerning history and historical events or developments, we (everyday—men as well as professional social scientists) have one additional method available for making sense of the social world—indeed, a method that can yield knowledge of even greater certainty (without claiming infallibility) than that associated with or attributed to any natural law. I briefly mentioned the topic of begreifen (conceptual analysis) before. We do not know, and never will know, why nature works the way it does. It just does. Yet we know more about man than about any natural thing.
Γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος κάνει όσα κάνει για κάποιον λόγο και με κάποιον σκοπό, δηλαδή έχοντας κατά νου κάποια προσδοκώμενη μελλοντική κατάσταση πραγμάτων· γνωρίζουμε ότι οτιδήποτε κάνει ο άνθρωπος ως επιχειρηματικά δρων το κάνει με μέσα που θεωρεί κατάλληλα για την επίτευξη κάποιων σκοπών· και τα γνωρίζουμε όλα αυτά με αποδεικτική βεβαιότητα, ή εκ των προτέρων, στον βαθμό που δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε μια τέτοια γνώση χωρίς έτσι να επιβεβαιώσουμε την αλήθεια της, αφού η άρνησή της είναι η ίδια μια σκόπιμη πράξη προσανατολισμένη σε στόχο. Και ενώ δεν μπορούμε ποτέ να προβλέψουμε «επιστημονικά» το συγκεκριμένο περιεχόμενο των δικών μας μελλοντικών πράξεων ή εκείνων των συνανθρώπων μας —δηλαδή τις συγκεκριμένες επιλογές σκοπών και μέσων μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον—, μπορούμε, όπως μόλις καταδείχθηκε, βάσει της εκ των προτέρων γνώσης μας για την τυπική δομή κάθε ανθρώπινης δράσης, να συναγάγουμε παραγωγικά έναν εντυπωσιακό αριθμό εξίσου εκ των προτέρων, καθολικά έγκυρων συμπερασμάτων. Αυτά τα συμπεράσματα είτε εμπεριέχονται άμεσα στην έννοια της δράσης είτε προκύπτουν έμμεσα, σε συνδυασμό με ρητά διατυπωμένες αρχικές εμπειρικές και εμπειρικά επαληθεύσιμες συνθήκες ή προκείμενες. Έτσι μας επιτρέπουν επίσης να διατυπώνουμε ορισμένες αποδεικτικές —μη διαψεύσιμες— προβλέψεις κεντρικής σημασίας για τον κοινωνικό κόσμο, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι αυτές οι αρχικές συνθήκες πράγματι συντρέχουν και εκπληρώνονται.
We know that man does what he does for a reason and with a purpose (i.e., with some anticipated future state of affairs in mind); we know that whatever man qua entrepreneur does, he does with means he thinks to be suitable to reach some ends; and we know all of this with apodictic certainty (or a priori), insofar as we cannot possibly dispute such knowledge without thereby affirming its truth (in that its denial is itself a purposeful, goal-directed action). And while we can never “scientifically” predict the specific content of our own or our fellow men’s future actions—that is, our specific choices of ends and means in a continuously changing environment—we can (as just demonstrated), based on our aprioristic knowledge concerning the formal structure of all human action, deduce an impressive number of equally aprioristic (universally valid) conclusions. These conclusions are either directly implied in the concept of action, or else they are conclusions reached indirectly, in conjunction with explicitly stated initial empirical (and empirically verifiable) conditions or premises, so as to allow us to also make some apodictic (nonfalsifiable) predictions of central importance concerning the social world, provided only that these initial conditions are indeed met and fulfilled.
Μιλώ και γράφω εδώ για ένα ακροατήριο που είναι ήδη ή πρόκειται να γίνει εξοικειωμένο ιδίως με το διανοητικό έργο των Ludwig von Mises και Murray Rothbard. Και στο κορυφαίο έργο του Mises, την Ανθρώπινη Δράση (1998), καθώς και στο Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος του Rothbard (2009), μπορούμε να βρούμε ένα αρκετά λεπτομερώς επεξεργασμένο σύστημα τέτοιων αποδεικτικών προτάσεων και να αναγνωρίσουμε και να εκτιμήσουμε την τεράστια σημασία τους όχι μόνο για την κατανόηση και την ερμηνεία γεγονότων του παρελθόντος, αλλά ιδίως και για την πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων. Θα παρουσιάσω εδώ μόνο λίγα παραδείγματα τέτοιων προτάσεων, ώστε να δώσω μια εικόνα τόσο του γνωσιολογικού τους καθεστώτος όσο και της πρακτικής τους σημασίας.
Iam speaking and writing here for an audience that already is or is about to become familiar in particular with the intellectual work of Ludwig von Mises and Murray Rothbard. And it is in Mises’s magnum opus Human Action (1998) and in Rothbard’s Man, Economy, and State (2009) that we can find a quite elaborate system of such apodictic propositions and can come to recognize and appreciate their momentous importance, not just for our understanding and interpretation of past events but in particular also regarding the prediction of future events. I shall present merely a few examples of such propositions here to give a flavor of their epistemological status as well as their practical importance.
Δεν γνωρίζουμε όλους τους δυνητικούς ανθρώπινους σκοπούς, αλλά γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι, όποιοι κι αν είναι, προορίζονται να επιφέρουν βελτίωση της ευημερίας του δρώντος· και γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι, όπου και όποτε ένα πρόσωπο κάνει ό,τι κάνει, το κάνει πάντοτε επειδή θεωρεί τον επιδιωκόμενο στόχο ή σκοπό, στη δεδομένη κατάσταση, ως εκείνον στον οποίο αποδίδει τη μεγαλύτερη αξία ή ως τον πλέον επείγοντα.
We do not know all potential human goals, but we do know for certain that whatever they may be, they are supposed to bring about an improvement in an actor’s well-being; and we do know for certain that wherever and whenever a person does what he does, he always does it because he considers it, in a given situation, his most highly valued or most urgently needed goal or end.
Δεν γνωρίζουμε όλα τα δυνητικά μέσα που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος στις δραστηριότητές του, αλλά γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι οτιδήποτε χρησιμοποιεί ένας δρων ως μέσο αντλεί την αξία του ως «αγαθού» γι’ αυτόν από την αξία που αποδίδει στον ίδιο τον σκοπό ή στόχο στην επίτευξη του οποίου υποτίθεται ότι θα συμβάλει. Και ενώ δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις μεταβολές στην υποκειμενική αξία που αποδίδει σε διάφορους σκοπούς, μπορούμε να προβλέψουμε με βεβαιότητα ότι μια υψηλότερη ή χαμηλότερη αξία αποδιδόμενη σε κάποιον δεδομένο στόχο, όποιος κι αν είναι, θα αυξήσει ή θα μειώσει επίσης την αξία των μέσων ή αγαθών που χρησιμοποιούνται για την επίτευξή του· και ότι η ανακάλυψη της καταλληλότητας ορισμένων μέσων για πρόσθετους σκοπούς, για παράδειγμα, θα αυξήσει την αξία αυτών των μέσων.
We do not know all potential means employed by man in his activities, but we do know for certain that whatever an actor uses as a means derives its value as a “good” for him from the value he attaches to the very end or goal that it is supposed to help bring about. And while we cannot predict the changes in the subjective value he attaches to various ends, we can predict with certainty that a higher (or lower) value attached to some given goal, whatever it is, will also raise (or lower) the value of the means or goods used to produce this goal, and that the discovery of the suitability of certain means for additional goals, for instance, will increase the value of such means.
Επιπλέον, ενώ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε —να προβλέπουμε επιστημονικά— ποιο πράγμα ή ποια οντότητα ενδέχεται ποτέ να χρησιμοποιηθεί ως μέσο ή αγαθό από τον άνθρωπο, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι, για οτιδήποτε ένας δρων θεωρεί αγαθό, προτιμά περισσότερη ποσότητά του από λιγότερη. Γνωρίζουμε επίσης με βεβαιότητα ότι, καθώς προστίθενται στο απόθεμά μας ολοένα περισσότερες μονάδες κάποιου δεδομένου αγαθού, αποδίδουμε μικρότερη αξία σε μία μονάδα αυτού του αγαθού, αφού μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για την ικανοποίηση σκοπών ή αναγκών που κατατάσσονται ολοένα χαμηλότερα ή είναι λιγότερο επείγοντες — ο νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας.
Moreover, while we cannot know (scientifically predict) what thing or entity may ever be used as a means or a good by man, we know for sure that for everything ever considered a good by an actor, he prefers more of such a good over less. We also know for sure that as more and more units of some given good are added to our supply, we attach less value to a unit of such good, as it can only be employed for the satisfaction of increasingly lower ranked (or less urgent) ends or needs (the law of diminishing marginal utility).
Ακόμη, ενώ δεν μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια τις μελλοντικές θέσεις ενός δρώντος —πού θα βρίσκεται και πότε—, μπορούμε να προβλέψουμε με ασφάλεια ότι δεν μπορεί ποτέ να βρίσκεται σε δύο τόπους την ίδια στιγμή και, ομοίως, ότι δεν μπορεί ποτέ να εκτελεί ταυτόχρονα δύο αντίθετες ή αντιφατικές πράξεις, όπως να ανεβαίνει και να κατεβαίνει την ίδια στιγμή μια σκάλα ή ένα κλιμακοστάσιο.3
Furthermore, while we cannot safely predict an actor’s future locations (where he will be and when), we can safely predict that he can never be at two places at the same time, and likewise that he can never simultaneously perform two contrary or contradictory actions (such as going up and down a staircase or ladder at the same time).
Δεν μπορούμε να προβλέψουμε «επιστημονικά» τι είδους αγαθά ή προϊόντα θα παραγάγει ποτέ ο άνθρωπος και τι είδους αγαθά ή προϊόντα μπορεί ποτέ να καταναλώσει, αλλά γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι δεν μπορεί να υπάρξει κατανάλωση χωρίς προηγούμενη παραγωγή· και μπορούμε επίσης να είμαστε βέβαιοι ότι ό,τι καταναλώνεται σήμερα δεν μπορεί να καταναλωθεί ξανά αύριο. Επιπλέον, γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα να καταναλώνει περισσότερα αγαθά απ’ όσα παράγει, εκτός αν κλέβει από άλλους, και ότι μόνο μέσω της αποταμίευσης, καταναλώνοντας λιγότερα από όσα παράγονται, μπορεί να αυξήσει τη δική του ευημερία.
We cannot predict “scientifically” what sorts of goods or products man will ever produce and what sorts of goods or products he may ever consume, but we know for sure that there can be no consumption without prior production, and we can also be certain that whatever is consumed today cannot be consumed again tomorrow. Additionally, we know with certainty that man cannot for any lengthy time consume more goods than he produces (unless he steals from others), and that it is only by way of savings, in consuming less than what is produced, that he can possibly increase his own prosperity.
Δεν μπορούμε να κάνουμε ασφαλείς και βέβαιες προβλέψεις για το πού, πότε και τι είδους ανταλλαγές —υλικών αγαθών ή άυλων, όπως λέξεις ή χειρονομίες— θα πραγματοποιηθούν μεταξύ διαφόρων ανθρώπων. Γνωρίζουμε όμως με βεβαιότητα ότι, για να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε εθελοντική ανταλλαγή, και τα δύο μέρη πρέπει να αναμένουν ότι η ανταλλαγή θα βελτιώσει τη θέση τους, πρέπει να αξιολογούν τα ανταλλασσόμενα αγαθά ως άνισης αξίας και πρέπει να έχουν αντίστροφη σειρά προτίμησης ως προς αυτά. Γνωρίζουμε επίσης με βεβαιότητα ότι κάθε μη εθελοντική ανταλλαγή, ό,τι κι αν αφορά, βελτιώνει τη θέση του ενός μέρους ενώ επιδεινώνει τη θέση του άλλου.
We cannot make safe and certain predictions concerning where, when, and what sorts of exchanges (be they of material goods or of immaterial ones, such as words or gestures) are to take place between various people, but we do know for sure that for any voluntary exchange to take place, both parties to the exchange must expect to be made better off by the exchange, they must evaluate the goods to be exchanged as of unequal value, and they must have an opposite preference order regarding them. We also know with certainty that any involuntary exchange, whatever it may concern, makes one party better off while making the other party worse off.
Επιπλέον, από την αφετηρία της ανθρώπινης ιστορίας, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι είδους πράγμα θα γίνει χρήμα —δηλαδή κοινό μέσο ανταλλαγής—, για πόσο θα διατηρήσει την ιδιότητά του ως χρήματος ή ποιο άλλο πράγμα μπορεί να το αντικαταστήσει ως χρήμα στο μέλλον. Για κάθε κοινωνία όμως που υπερβαίνει το μέγεθος ενός μοναδικού νοικοκυριού και διαθέτει έστω έναν ελάχιστο καταμερισμό της εργασίας, μπορούμε, βάσει της εκ των προτέρων γνώσης μας για την καθολική δομή της δράσης, να συναγάγουμε παραγωγικά και να προβλέψουμε με ασφάλεια την ανάδυση κάποιου κοινού μέσου ανταλλαγής. Διότι κάθε άμεση ανταλλαγή αγαθών ή υπηρεσιών απαιτεί διπλή σύμπτωση αναγκών· πρέπει δηλαδή εγώ να θέλω αυτό που έχετε εσείς και εσείς να θέλετε αυτό που έχω εγώ. Αυτό το εμπόδιο και ο περιορισμός της άμεσης ανταλλαγής μπορούν όμως να ξεπεραστούν, και οι συνθήκες για έναν δρώντα να βελτιωθούν, μέσω της έμμεσης ανταλλαγής. Ένα πρόσωπο που δεν μπορεί να αποκτήσει αυτό που θέλει μέσω άμεσης ανταλλαγής μπορεί να αυξήσει τις πιθανότητές του να αποκτήσει εκείνο που επιθυμεί τελικά, αν κατορθώσει πρώτα να αποκτήσει μέσω ανταλλαγής ένα αγαθό με μεγαλύτερη εμπορευσιμότητα από το δικό του, το οποίο θα μπορεί κατόπιν να ανταλλαγεί ευκολότερα με το τελικό επιθυμητό πράγμα. Αυτή η πρακτική αυξάνει περαιτέρω την εμπορευσιμότητα του ίδιου του συγκεκριμένου αγαθού και παρακινεί άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμα. Έτσι, βήμα προς βήμα, μέσω ορθολογικά παρακινούμενης μίμησης, αναδύεται ένα κοινό μέσο ανταλλαγής: ένα χρήμα —αρχικά εμπορευματικό χρήμα— που αποτελεί το ευκολότερα πωλήσιμο και ευρύτερα αποδεκτό αγαθό και, ως τέτοιο, πρέπει να διακρίνεται σαφώς ως προς τη λειτουργία του τόσο από τα παραγωγικά όσο και από τα καταναλωτικά αγαθά.
Additionally, from the outset of human history, we cannot know what sort of thing is to become a money (i.e., a common medium of exchange), how long it is to maintain its status as money, or what other thing might replace it as money in the future. But for any society exceeding the size of a single household and with a bare minimum of a division of labor, we can, based on our aprioristic knowledge concerning the universal structure of action, deduce and safely predict the emergence of some common medium of exchange. This is because any direct exchange of goods or services requires a double coincidence of wants—that is, I must want what you have, and you must want what I have. Yet this obstacle to and limitation of direct exchange can be overcome, and the conditions for an actor can be improved, by means of indirect exchange. A person who cannot attain what he wants in direct exchange can increase his chances of getting what he ultimately wants if he succeeds in first acquiring in exchange a more marketable good than his own, to be then more easily saleable for the ultimate thing. This practice further increases the marketability of the very good in question and stimulates others to follow this example. Thus, step by step, via rationally motivated imitation, a common medium of exchange emerges: a money (originally a commodity money) that is the most easily saleable and most widely accepted good, and as such clearly to be distinguished in its function from both producer and consumer goods.
Μαζί με το χρήμα έρχονται οι χρηματικές τιμές, οι συγκρίσεις τιμών και ο οικονομικός υπολογισμός. Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να γίνει γνωστό με βεβαιότητα για τις μελλοντικές χρηματικές τιμές που θα καταβάλλονται για το ένα ή το άλλο πράγμα, για τις μελλοντικές συγκρίσεις τιμών ή για τους μελλοντικούς επιχειρηματικούς υπολογισμούς· και πάλι όμως υπάρχουν ορισμένα πράγματα που γνωρίζουμε με βεβαιότητα. Για παράδειγμα, αν αυξηθεί η ποσότητα χρήματος, η αγοραστική δύναμη ανά νομισματική μονάδα μειώνεται κάτω από το επίπεδο στο οποίο θα βρισκόταν διαφορετικά. Μια αύξηση της ποσότητας χρήματος δεν μπορεί να αυξήσει τον συνολικό κοινωνικό πλούτο, όπως θα έκανε μια αύξηση της ποσότητας παραγωγικών και καταναλωτικών αγαθών· μπορεί μόνο να οδηγήσει σε αναδιανομή πλούτου προς όφελος του παραγωγού ή των παραγωγών χρήματος.
With money come money prices, price comparisons, and economic calculation. There is nothing to be known with certainty about future money prices paid for this or that, about future price comparisons, or about future business calculations—but again, there are some things that we do know for certain. For instance, if the quantity of money is increased, the purchasing power per monetary unit is reduced below what it would otherwise have been. An increase in the quantity of money cannot increase overall social wealth (as an increase in the quantity of producer and consumer goods would) but can only lead to a redistribution of wealth to the advantage of the money producer(s).
Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ο οικονομικός υπολογισμός απαιτεί να μπορεί ένα πρόσωπο να συγκρίνει τις εισροές της παραγωγής με τις εκροές της, προκειμένου να διαπιστώσει αν μέσα μικρότερης αξίας μετασχηματίστηκαν σε μέσα μεγαλύτερης αξίας, όπως επιδιωκόταν. Για να είναι δυνατή μια τέτοια σύγκριση, πρέπει να υπάρχουν χρηματικές τιμές για όλους τους συντελεστές παραγωγής, καθώς και για όλα τα τελικά αγαθά. Υπό τον σοσιαλισμό παλαιού τύπου, όπου όλα τα μέσα παραγωγής ανήκουν και ελέγχονται από μία κεντρική επιτροπή, δεν υπάρχουν τιμές για τους εισερχόμενους συντελεστές· συνεπώς, ο οικονομικός υπολογισμός υπό τον σοσιαλισμό είναι αδύνατος.
We know for certain that economic calculation requires that a person can compare the input of production with the output of production to determine whether less valuable means were transformed into more valuable means (as intended). For such a comparison to be possible, there must be money prices for all factors of production as well as for all final goods. Under old-style socialism, with all means of production owned and controlled by one central committee, no input-factor prices exist; hence, economic calculation under socialism is impossible.
Μπορούμε επίσης να γνωρίζουμε με βεβαιότητα, μέσω του νόμου της οριακής χρησιμότητας, ότι, αν η τιμή κάποιου αγαθού αυξηθεί ή μειωθεί και υποτεθεί ότι όλα τα άλλα παραμένουν σταθερά —η παραδοχή ceteris paribus—, τότε θα αγοραστεί είτε η ίδια είτε μικρότερη ποσότητα στην πρώτη περίπτωση και είτε η ίδια είτε μεγαλύτερη στη δεύτερη. Και γνωρίζουμε εξίσου βέβαια ότι τιμές καθορισμένες πάνω από τις αγοραίες τιμές, όπως οι κατώτατοι μισθοί, θα οδηγήσουν σε αδιάθετα πλεονάσματα —δηλαδή σε εξαναγκαστική ανεργία—, ενώ τιμές καθορισμένες κάτω από τις τιμές που εκκαθαρίζουν την αγορά, όπως τα ανώτατα όρια ενοικίων, θα οδηγήσουν σε ελλείψεις —δηλαδή σε επίμονη έλλειψη ενοικιαζόμενων κατοικιών. Γνωρίζουμε επίσης με βεβαιότητα ότι, αν οποιαδήποτε από αυτές τις προβλέψεις αποτύχει σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό δεν θα οφείλεται σε σφάλμα του λογικά συναχθέντος συμπεράσματός μας, αλλά στο ότι η παραδοχή ceteris paribus δεν εκπληρώθηκε στη συγκεκριμένη υπό εξέταση περίπτωση· και θα πρέπει να αναζητήσουμε κάποιες σημαντικές μεταβολές στις εμπειρικές περιστάσεις ενός δρώντος, προκειμένου να εξηγήσουμε την παρατηρούμενη ανωμαλία.
We can also know for sure (via the law of marginal utility) that if the price for some good is increased (or decreased), and everything else is assumed to remain constant (the ceteris paribus assumption), then either the same quantity or less (or either the same quantity or more) will be bought. And we know just as surely that prices fixed above market prices, such as minimum wages, will lead to unsaleable surpluses (i.e., to forced unemployment), whereas prices fixed below market-clearing prices, such as rent ceilings, will lead to shortages (i.e., to a persistent shortage of rental housing). And we also know with certainty that if any of these predictions happen to fail in some particular case, this would not be because of an error in our logically deduced conclusion, but because the ceteris paribus assumption had not been met in the particular case under consideration, and we would have to look for some significant changes in an actor’s empirical circumstances in order to account for the observed anomaly.
Πράγματι, όπως έχει ήδη καταδειχθεί με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο μέσω του παραδείγματος της αρχής του άλλοθι, καμία «εμπειρία» και κανένα λεγόμενο εμπειρικό τεκμήριο δεν μπορούν ποτέ να διαψεύσουν, να ανατρέψουν ή να υπερισχύσουν της πραξεολογίας και της λογικής· η πραξεολογία όμως και ο πραξεολογικός συλλογισμός μπορούν να αποκαλύψουν ότι κάτι δεν πάει καλά με μια υποτιθέμενη εμπειρία ή ένα τεκμήριο. Θα μπορούσα να συνεχίσω με πολλά ακόμη παραδείγματα αποδεικτικών προτάσεων —δηλαδή προτάσεων που μπορούν να γίνουν begriffen, να συλληφθούν εννοιολογικά. Είμαι όμως αρκετά βέβαιος ότι ο σύντομος κατάλογος παραδειγμάτων που παρουσίασα αρκεί για να δείξει ότι έχουν σαφώς διαφορετικό γνωσιολογικό καθεστώς από ό,τι συνήθως νοείται ως «εμπειρικά διαψεύσιμες υποθέσεις» και ότι η δημοφιλής ποππεριανή αντίληψη —την οποία παρουσίασε πρώτη φορά ο Karl Popper (2013) στη Λογική της επιστημονικής έρευνας— περί επιστημονικής προόδου που προχωρεί βήμα προς βήμα, μέσω της διαδοχικής διάψευσης εμπειρικών και εμπειρικά ελέγξιμων υποθέσεων, σταδιακά προς το φως, είναι εντελώς εσφαλμένη. Πάρα πολλοί άνθρωποι —συμπεριλαμβανομένου του Popper, όπως σημειώνει συνοπτικά ο Mises στην Έσχατη θεμελίωση της οικονομικής επιστήμης 1962— προφανώς αγνοούν την πραξεολογία και τα διανοητικά της επιτεύγματα. Και όμως, όπως θα έπρεπε να έχουν καταστήσει απολύτως σαφές τα λίγα παραδείγματα αποδεικτικών, μη διαψεύσιμων προτάσεων που μόλις παρουσιάστηκαν, η γνώση που παρέχει η πραξεολογία είναι απαραίτητη για κάθε ορθή ερμηνεία του παρελθόντος. Χωρίς αυτήν, κάθε ιστορικός είναι βέβαιο ότι κάπου θα τα μπερδέψει στην αφήγησή του· και, ακόμη σημαντικότερο, χωρίς τέτοια γνώση είμαστε καταδικασμένοι να διαπράττουμε πολλά σφάλματα στην πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων, τα οποία θα μπορούσαν ασφαλώς να είχαν γίνει γνωστά εκ των προτέρων και, κατά συνέπεια, να είχαν αποφευχθεί.
Indeed, as already demonstrated most strikingly with the example of the alibi principle, no “experience” or so-called empirical evidence can ever falsify, beat, or trump praxeology and logic, but praxeology and praxeological reasoning can reveal that there is something wrong about an alleged experience or evidence. I could go on and on with further examples of apodictic propositions (i.e., propositions that can be begriffen [conceptually grasped]). But I am quite confident that the short list of examples I have provided will suffice to demonstrate that they have a distinctly different epistemological status than what is commonly understood as “empirically falsifiable hypotheses,” and that the popular Popperian view— presented by Karl Popper (2013) first in his Logik der Forschung— of scientific progress as proceeding step by step, through the successive falsification of empirical and empirically testable hypotheses, gradually into the light, is entirely misconceived. All too many people (including Popper, as Mises briefly notes in his Ultimate Foundation of Economic Science [1962]) are apparently unfamiliar with praxeology and its intellectual achievements. And yet, as the few examples of apodictic, nonfalsifiable propositions just presented should have made amply clear, the knowledge conveyed by praxeology is indispensable for any correct interpretation of the past. Without it any historian is bound to screw up somewhere in his narrative; and even more importantly, without such knowledge we are destined to commit many errors concerning the prediction of future events that definitely could have been known beforehand and accordingly been avoided.
Εξετάζοντας λοιπόν από μεθοδολογική άποψη τη σημερινή κατάσταση των κοινωνικών επιστημών, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών, μπορούμε εύκολα να διαγνώσουμε δύο μεγάλες και αλληλένδετες συγχύσεις, οι οποίες τελικά ριζώνουν και οι δύο στη συνήθως άκριτη αποδοχή κάποιας εκδοχής «εμπειριστικής φιλοσοφίας» από τους περισσότερους ενεργούς κοινωνικούς επιστήμονες και σχεδόν όλους τους φυσικούς επιστήμονες. Η πρώτη σύγχυση αφορά τη διαδεδομένη πεποίθηση ότι στις κοινωνικές επιστήμες μπορούν να επιτευχθούν πράγματα που απλώς δεν μπορούν να επιτευχθούν. Σε αντίθεση με την πεποίθηση πολλών κοινωνικών ερευνητών, δεν υπάρχουν «εμπειρικοί νόμοι» —επαληθευμένοι, επιβεβαιωμένοι ή ακόμη μη διαψευσμένοι από εμπειρικά δεδομένα— που να μπορούν να εντοπιστούν και να ανακαλυφθούν στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης και αλληλεπίδρασης. Εδώ απαιτείται περισσότερη ταπεινοφροσύνη. Η έρευνα κάποιου μπορεί να εξακολουθεί να είναι ενδιαφέρουσα και σημαντική, αλλά δεν είναι αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι.
Looking from a methodological point of view at the current state of affairs in the social sciences (including economics), then, we can readily diagnose two major and interrelated confusions, both ultimately rooted in the typically unquestioning acceptance of some variant of “empiricist philosophy” among most practicing social (and nearly all natural) scientists. The first confusion concerns the widespread belief that things can be accomplished in the social sciences that simply cannot be accomplished. Contrary to the belief of many social researchers, there are no “empirical laws”—verified, confirmed, or not yet falsified by empirical data—to be found and discovered within the realm of human action and interaction. Here, more humility is in order. One’s research may still be interesting and relevant, but it is not what it claims to be.
Και η δεύτερη σύγχυση, ιδιαίτερα διαδεδομένη μεταξύ οικονομολόγων, μόλις εξετάστηκε: είναι η αδυναμία ή η απροθυμία αναγνώρισης της κατηγορικής γνωσιολογικής διαφοράς μεταξύ αποδεικτικών ή, με καντιανή ορολογία, συνθετικών εκ των προτέρων προτάσεων, αφενός, και εμπειρικών ή εκ των υστέρων προτάσεων, αφετέρου. Ως «καλοί» εμπειριστές, που αναγνωρίζουν και γνωρίζουν μόνο εμπειρικούς νόμους —πέρα από τα μαθηματικά—, επιδίδονται όλο και συχνότερα στην υποβολή σε εμπειρικούς ελέγχους προτάσεων που συνάγονται παραγωγικά από κάποια εκ των προτέρων αληθή αφετηρία. Δηλαδή, ελέγχουν το μη ελέγξιμο και προσπαθούν να διαψεύσουν το μη διαψεύσιμο· και οποιαδήποτε γνώση μπορεί τυχαία να προκύψει από τέτοιες λανθασμένα προσανατολισμένες προσπάθειες επισκιάζεται από τη διανοητική ζημία και τη σύγχυση που προκαλεί το κραυγαλέο κατηγορικό σφάλμα το οποίο θεμελιώνει και διαπράττει κάθε τέτοια έρευνα.
And the second confusion, widespread in particular among economists, has just been addressed: it is the inability (or unwillingness) to recognize the categorical epistemological difference between apodictic or, in Kantian language, synthetic a priori propositions on the one hand and empirical or a posteriori propositions on the other. As “good” empiricists who only recognize and only know of empirical laws (apart from math), they are increasingly often busy subjecting propositions that are deductively derived from some a priori true starting point to empirical tests. That is, they test the untestable, and they try to falsify the nonfalsifiable, and whatever insight may happen to spring from such misguided endeavors is overshadowed by the intellectual damage done (and the confusion spread) by the blatant category mistake undergirding and committed with any such research.
Τέλος, όπως υποσχέθηκα, και ως περαιτέρω απόδειξη της διανοητικής ισχύος του παραγωγικού συλλογισμού που βασίζεται σε πρώτες, αναμφισβήτητες και μη αναιρέσιμες αρχές, μια σύντομη παρατήρηση για τη σύγκρουση, την αποφυγή συγκρούσεων και την επίλυσή τους μέσω επιχειρηματολογίας.
Finally, as promised, and as further proof of the intellectual power of deductive reasoning based on first, undeniable, and undoable principles, a brief remark concerning conflict, conflict avoidance, and conflict resolution by means of argumentation.
Οι διαφορές απόψεων δεν είναι συγκρούσεις, μολονότι μπορούν φυσικά να οδηγήσουν σε συγκρούσεις. Οι συγκρούσεις είναι υλικές αντιπαραθέσεις που προκύπτουν από ασύμβατες αξιώσεις κυριότητας δύο ή περισσότερων διαφορετικών προσώπων επί του ίδιου σπάνιου ή ανταγωνιστικού στη χρήση αγαθού. Καταρχήν, επομένως, για να αποφεύγονται όλες οι συγκρούσεις, αρκεί κάθε αγαθό να ανήκει πάντοτε ιδιωτικά σε κάποιο προσδιορισμένο άτομο ή άτομα και να είναι πάντοτε αναγνωρίσιμο ποιο αγαθό ανήκει σε ποιον. Τα σχέδια και οι σκοποί διαφορετικών δρώντων μπορεί τότε να διαφέρουν όσο γίνεται περισσότερο, και όμως δεν θα προκύπτει καμία διαπροσωπική σύγκρουση όσο οι αντίστοιχες πράξεις τους περιλαμβάνουν μόνο και αποκλειστικά τη χρήση της δικής τους ιδιωτικής περιουσίας.
Differences of opinion are not conflicts, although they can of course lead to conflicts. Rather, conflicts are physical clashes resulting from incompatible ownership claims regarding the same scarce or rivalrous good by two or more different persons. In principle, then, for all conflicts to be avoided it is only necessary that every good be always owned privately, by some specified individual(s), and that it be always recognizable which good is owned by whom. The plans and purposes of different actors may then be as different as can be, and yet no interpersonal conflict will arise as long as their respective actions involve only and exclusively the use of their own private property.
Ποιος όμως κατέχει ποιο σπάνιο αγαθό ως ιδιωτική του περιουσία και ποιος όχι; Πρώτον, κάθε πρόσωπο είναι κύριος του φυσικού του σώματος, το οποίο μόνο το ίδιο και κανείς άλλος ελέγχει άμεσα. Και δεύτερον, όσον αφορά σπάνιους πόρους που μπορούν να ελεγχθούν μόνο έμμεσα —που πρέπει να ιδιοποιηθούν μέσω των δικών μας σωμάτων, τα οποία μας παρέχει η φύση και δεν έχουν αποκτηθεί μέσω ιδιοποίησης—, ο αποκλειστικός έλεγχος, δηλαδή η κυριότητα, αποκτάται από και αποδίδεται σε εκείνον που ιδιοποιήθηκε πρώτος το συγκεκριμένο αγαθό ή το απέκτησε μέσω εθελοντικής, απαλλαγμένης από σύγκρουση ανταλλαγής από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του. Διότι μόνο ο πρώτος ιδιοποιούμενος ενός πόρου —και όλοι οι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες που συνδέονται μαζί του μέσω μιας αλυσίδας εθελοντικών ανταλλαγών— μπορεί να τον αποκτήσει και να αναλάβει τον έλεγχό του χωρίς σύγκρουση. Αν ο αποκλειστικός έλεγχος αποδοθεί αντιθέτως σε μεταγενέστερους διεκδικητές, η σύγκρουση δεν αποφεύγεται αλλά, αντίθετα προς τον ίδιο τον σκοπό των κανόνων, καθίσταται αναπόφευκτη και μόνιμη.
But who owns what scarce good as his private property and who does not? First, each person owns his physical body that only he and no one else controls directly. And second, as for scarce resources that can be controlled only indirectly (that must be appropriated by means of our own nature-given, unappropriated bodies), exclusive control (property) is acquired by and assigned to that person who appropriated the good in question first or who acquired it, through voluntary (conflict-free) exchange, from its previous owner. For only the first appropriator of a resource (and all later owners connected to him through a chain of voluntary exchanges) can possibly acquire and gain control over it without conflict. If exclusive control is assigned instead to latecomers, conflict is not avoided but, contrary to the very purpose of norms, made unavoidable and permanent.
Αυτό δεν είναι παρά ο στοιχειώδης σκελετός μιας θεωρίας που έχει αναπτυχθεί πολύ λεπτομερέστερα αλλού. Θα πρέπει όμως να είναι προφανές ότι, με αυτή την παραγωγικά συναχθείσα «εκ των προτέρων γνώση» για τη φύση της ανθρώπινης σύγκρουσης, έχουμε αποκτήσει και ένα εξαιρετικά ισχυρό πρακτικό εργαλείο και μια μέθοδο που μας επιτρέπουν να επιτελούμε τη λειτουργία του «ειρηνοδίκη» και να αποφασίζουμε για το δίκαιο και το άδικο, το επιτρεπτό και το ανεπίτρεπτο, το θεμιτό και το αθέμιτο, σε κάθε είδους περιπτώσεις συγκρουόμενων —ασύμβατων— ιδιοκτησιακών αξιώσεων.
This is only the mere bare bones of a theory that has been elaborated in much greater detail elsewhere. However, it should be apparent that, with this deductively derived “a priori insight” into the nature of human conflict, we have also acquired an eminently powerful and practical tool and method for allowing us to fulfill the function of “justice of the peace” and decide about right and wrong, permissible and impermissible, proper and improper, regarding all sorts of cases of conflicting (incompatible) property claims.
Άλλη μία εξύμνηση, λοιπόν, της θεωρίας· ενός πράγματος του οποίου ακόμη και την ύπαρξη η σημερινή, σε μεγάλο βαθμό εμπειριστική ερευνητική κουλτούρα αρνείται πεισματικά —ή ανόητα— να αναγνωρίσει.
Thus, another hail to theory, something that today’s largely empiricist research culture stubbornly (or foolishly) fails to recognize as even existing.