Δίγλωσση ανάγνωση: Το Έσχατο Θεμέλιο της Οικονομικής Επιστήμης
Ludwig von Mises · The Ultimate Foundation of Economic Science: An Essay on Method · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο
Πραξεολόγος
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, The Ultimate Foundation of Economic Science: An Essay on Method (Princeton: D. Van Nostrand, 1962), ηλεκτρονική έκδοση του Ludwig von Mises Institute. © 1962 William Volker Fund. Πηγή: mises.org/library/book/ultimate-foundation-economic-science.
Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» και ο «Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση» του Israel M. Kirzner (1977) δεν περιλαμβάνονται: η ηλεκτρονική έκδοση του Mises Institute αναπαράγει την πρώτη έκδοση (1962), που δεν έχει τον πρόλογο αυτό. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Το παρόν δοκίμιο δεν αποτελεί συμβολή στη φιλοσοφία. Είναι απλώς η έκθεση ορισμένων ιδεών τις οποίες οι απόπειρες ενασχόλησης με τη θεωρία της γνώσης οφείλουν να λαμβάνουν πλήρως υπόψη.
This essay is not a contribution to philosophy. It is merely the exposition of certain ideas that attempts to deal with the theory of knowledge ought to take into full account.
Η παραδοσιακή λογική και επιστημολογία έχουν παραγάγει, σε γενικές γραμμές, απλώς πραγματείες περί των μαθηματικών και των μεθόδων των φυσικών επιστημών. Οι φιλόσοφοι θεωρούσαν τη φυσική πρότυπο της επιστήμης και υπέθεταν αμέριμνα ότι κάθε γνώση πρέπει να διαμορφώνεται κατά το πρότυπό της. Παραμέριζαν τη βιολογία, αρκούμενοι στην πεποίθηση ότι κάποια ημέρα οι μεταγενέστερες γενεές θα κατόρθωναν να αναγάγουν τα φαινόμενα της ζωής στη λειτουργία στοιχείων τα οποία μπορούν να περιγραφούν πλήρως από τη φυσική. Υποτιμούσαν την ιστορία ως «απλή λογοτεχνία» και αγνοούσαν την ύπαρξη της οικονομικής επιστήμης. Ο θετικισμός, τον οποίο προανήγγειλε ο Laplace, βάφτισε ο Auguste Comte και αναβίωσε και συστηματοποίησε ο σύγχρονος λογικός ή εμπειρικός θετικισμός, είναι κατ’ ουσίαν πανφυσικαλισμός: ένα σχήμα που αποσκοπεί στην άρνηση της ύπαρξης οποιασδήποτε άλλης μεθόδου επιστημονικής σκέψης πέραν εκείνης που εκκινεί από την καταγραφή «προτάσεων πρωτοκόλλου» από τον φυσικό επιστήμονα. Ο υλισμός του συνάντησε αντίσταση μόνο από μεταφυσικούς, οι οποίοι επιδίδονταν ανεμπόδιστα στην επινόηση πλασματικών οντοτήτων και αυθαίρετων συστημάτων αυτού που αποκαλούσαν «φιλοσοφία της ιστορίας».
Traditional logic and epistemology have produced, by and large, merely disquisitions on mathematics and the methods of the natural sciences. The philosophers considered physics as the paragon of science and blithely assumed that all knowledge is to be fashioned on its model. They dispensed with biology, satisfying themselves that one day later generations would succeed in reducing the phenomena of life to the operation of elements that can be fully described by physics. They slighted history as “mere literature” and ignored the existence of economics. Positivism, as foreshadowed by Laplace, baptized by Auguste Comte, and resuscitated and systematized by contemporary logical or empirical positivism, is essentially panphysicalism, a scheme to deny that there is any other method of scientific thinking than that starting from the physicist’s recording of “protocol sentences.” Its materialism encountered opposition only on the part of metaphysicians who freely indulged in the invention of fictitious entities and of arbitrary systems of what they called “philosophy of history.”
Το παρόν δοκίμιο αποσκοπεί να τονίσει το γεγονός ότι υπάρχει στο σύμπαν κάτι, στην περιγραφή και την ανάλυση του οποίου οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να συνεισφέρουν τίποτε. Υπάρχουν συμβάντα πέρα από το πεδίο εκείνων των συμβάντων τα οποία οι διαδικασίες των φυσικών επιστημών είναι κατάλληλες να παρατηρούν και να περιγράφουν. Υπάρχει η ανθρώπινη δράση.
This essay proposes to stress the fact that there is in the universe something for the description and analysis of which the natural sciences cannot contribute anything. There are events beyond the range of those events that the procedures of the natural sciences are fit to observe and to describe. There is human action.
Είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει τίποτε για να γεφυρωθεί το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στα φυσικά συμβάντα, στην εκτύλιξη των οποίων η επιστήμη αδυνατεί να εντοπίσει οποιαδήποτε σκοπιμότητα, και στις συνειδητές πράξεις των ανθρώπων, οι οποίες αποβλέπουν απαρέγκλιτα σε καθορισμένους σκοπούς. Η παράλειψη, κατά την πραγμάτευση της ανθρώπινης δράσης, κάθε αναφοράς στους σκοπούς στους οποίους αποβλέπουν οι δρώντες δεν είναι λιγότερο παράλογη από τις απόπειρες προσφυγής στη σκοπιμότητα κατά την ερμηνεία των φυσικών φαινομένων.
It is a fact that up to now nothing has been done to bridge over the gulf that yawns between the natural events in the consummation of which science is unable to find any finality and the conscious acts of men that invariably aim at definite ends. To neglect, in the treatment of human action, reference to the ends aimed at by the actors is no less absurd than were the endeavors to resort to finality in the interpretation of natural phenomena.
Θα ήταν σφάλμα να υπαινιχθούμε ότι όλα τα σφάλματα σχετικά με την επιστημολογική ερμηνεία των επιστημών της ανθρώπινης δράσης πρέπει να αποδοθούν στην αδικαιολόγητη υιοθέτηση της επιστημολογίας του θετικισμού. Υπήρξαν και άλλες σχολές σκέψης που επέφεραν ακόμη σοβαρότερη σύγχυση στη φιλοσοφική πραγμάτευση της πραξεολογίας και της ιστορίας απ’ ό,τι ο θετικισμός· επί παραδείγματι, ο ιστορισμός. Ωστόσο, η ανάλυση που ακολουθεί ασχολείται πρωτίστως με την επίδραση του θετικισμού.1
It would be a mistake to insinuate that all the errors concerning the epistemological interpretation of the sciences of human action are to be ascribed to the unwarranted adoption of the epistemology of positivism. There were other schools of thought that confused the philosophical treatment of praxeology and history even more seriously than positivism, e.g., historicism. Yet, the following analysis deals first of all with the impact of positivism.
Προκειμένου να αποφευχθεί η παρερμηνεία της οπτικής του παρόντος δοκιμίου, είναι σκόπιμο, και μάλιστα αναγκαίο, να τονιστεί ότι αυτό πραγματεύεται τη γνώση, την επιστήμη και την έλλογη πεποίθηση και ότι αναφέρεται σε μεταφυσικές θεωρίες μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο για να καταδειχθεί από ποιες απόψεις διαφέρουν από την επιστημονική γνώση. Ασπάζεται ανεπιφύλακτα την αρχή του Locke «να μην αποδεχόμαστε καμία πρόταση με βεβαιότητα μεγαλύτερη από εκείνη που δικαιολογούν οι αποδείξεις στις οποίες αυτή στηρίζεται». Το θεμελιώδες ελάττωμα του θετικισμού δεν έγκειται στην υιοθέτηση αυτής της αρχής, αλλά στο γεγονός ότι δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλο τρόπο απόδειξης μιας πρότασης πέραν όσων εφαρμόζουν οι πειραματικές φυσικές επιστήμες και χαρακτηρίζει μεταφυσικές —όρος ο οποίος, στην ορολογία των θετικιστών, είναι συνώνυμος του ανόητου— όλες τις άλλες μεθόδους έλλογου λόγου. Η αποκάλυψη του πεπλανημένου χαρακτήρα αυτής της θεμελιώδους θέσης του θετικισμού και η απεικόνιση των ολέθριων συνεπειών της αποτελούν το μοναδικό θέμα του παρόντος δοκιμίου.
In order to avoid misinterpretation of the point of view of this essay, it is advisable, even necessary, to stress the fact that it deals with knowledge, science, and reasonable belief and that it refers to metaphysical doctrines only as far as it is necessary to demonstrate in what respects they differ from scientific knowledge. It unreservedly endorses Locke’s principle of “not entertaining any proposition with greater assurance than the proofs it is built upon will warrant.” The viciousness of positivism is not to be seen in the adoption of this principle, but in the fact that it does not acknowledge any other ways of proving a proposition than those practiced by the experimental natural sciences and qualifies as metaphysical—which, in the positivist jargon, is synonymous with nonsensical—all other methods of rational discourse. To expose the fallaciousness of this fundamental thesis of positivism and to depict its disastrous consequences is the only theme of this essay.
Μολονότι είναι γεμάτη περιφρόνηση για καθετί που θεωρεί μεταφυσική, η επιστημολογία του θετικισμού στηρίζεται και η ίδια σε ένα συγκεκριμένο είδος μεταφυσικής. Η ανάλυση οποιασδήποτε εκδοχής της μεταφυσικής, η απόπειρα αποτίμησης της αξίας ή της βασιμότητάς της και η αποδοχή ή η απόρριψή της βρίσκονται έξω από τα όρια της ορθολογικής διερεύνησης. Το μόνο που μπορεί να επιτύχει ο διασκεπτικός συλλογισμός είναι να δείξει αν η επίμαχη μεταφυσική θεωρία αντιφάσκει ή όχι προς ό,τι έχει εδραιωθεί ως επιστημονικώς αποδεδειγμένη αλήθεια. Εάν αυτό μπορεί να καταδειχθεί σε σχέση με τους ισχυρισμούς του θετικισμού περί των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, οι αξιώσεις του πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι μύθοι. Από τη σκοπιά της ίδιας τους της φιλοσοφίας, οι θετικιστές δεν θα μπορούσαν παρά να επικροτήσουν μια τέτοια ετυμηγορία.
Although full of contempt for all it considers as metaphysics, the epistemology of positivism is itself based upon a definite brand of metaphysics. It is beyond the pale of a rational inquiry to enter into an analysis of any variety of metaphysics, to try to appraise its value or its tenability and to affirm or to reject it. What discursive reasoning can achieve is merely to show whether or not the metaphysical doctrine in question contradicts what has been established as scientifically proved truth. If this can be demonstrated with regard to positivism’s assertions concerning the sciences of human action, its claims are to be rejected as unwarranted fables. The positivists themselves, from the point of view of their own philosophy, could not help but approve of such a verdict.
Η γενική επιστημολογία μπορεί να μελετηθεί μόνο από εκείνους που είναι απολύτως εξοικειωμένοι με όλους τους κλάδους της ανθρώπινης γνώσης. Τα ειδικά επιστημολογικά προβλήματα των διαφορετικών πεδίων της γνώσης είναι προσιτά μόνο σε όσους γνωρίζουν άριστα το αντίστοιχο πεδίο. Δεν θα υπήρχε ανάγκη να επισημανθεί το σημείο αυτό, αν δεν υπήρχε η συγκλονιστική άγνοια για οτιδήποτε αφορά τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης, η οποία χαρακτηρίζει τα συγγράμματα σχεδόν όλων των σύγχρονων φιλοσόφων.2
General epistemology can be studied only by those who are perfectly familiar with all branches of human knowledge. The special epistemological problems of the different fields of knowledge are accessible only to those who have a perfect acquaintance with the respective field. There would not be any need to mention this point if it were not for the shocking ignorance of everything concerning the sciences of human action that characterizes the writings of almost all contemporary philosophers.
Θα μπορούσε μάλιστα να αμφισβητηθεί κατά πόσον είναι δυνατόν να διαχωριστεί η ανάλυση των επιστημολογικών προβλημάτων από την πραγμάτευση των ζητημάτων ουσίας της εκάστοτε επιστήμης. Οι θεμελιώδεις συμβολές στη σύγχρονη επιστημολογία των φυσικών επιστημών υπήρξαν επίτευγμα του Galilei, όχι του Bacon, και του Newton και του Lavoisier, όχι του Kant και του Comte. Ό,τι είναι βάσιμο στις θεωρίες του λογικού θετικισμού βρίσκεται στα έργα των μεγάλων φυσικών των τελευταίων εκατό ετών και όχι στην «Εγκυκλοπαίδεια της Ενοποιημένης Επιστήμης». Οι δικές μου συμβολές στη θεωρία της γνώσης, όσο μετριοπαθείς και αν είναι, βρίσκονται στα οικονομικά και ιστορικά συγγράμματά μου, ιδίως στα βιβλία μου Ανθρώπινη Δράση και Θεωρία και Ιστορία. Το παρόν δοκίμιο αποτελεί απλώς συμπλήρωμα και σχολιασμό όσων λέει η ίδια η οικονομική επιστήμη για τη δική της επιστημολογία.
It may even be doubted whether it is possible to separate the analysis of epistemological problems from the treatment of the substantive issues of the science concerned. The basic contributions to the modern epistemology of the natural sciences were an accomplishment of Galilei, not of Bacon, of Newton and Lavoisier, not of Kant and Comte. What is tenable in the doctrines of logical positivism is to be found in the works of the great physicists of the last hundred years, not in the “Encyclopedia of Unified Science.” My own contributions to the theory of knowledge, however modest they may be, are in my economic and historical writings, especially in my books Human Action and Theory and History. The present essay is merely a supplement to and a commentary on what economics itself says about its own epistemology.
Όποιος θέλει σοβαρά να συλλάβει το ουσιαστικό περιεχόμενο της οικονομικής θεωρίας οφείλει πρώτα να εξοικειωθεί με όσα διδάσκει η οικονομική επιστήμη και μόνο κατόπιν, αφού αναλογιστεί επανειλημμένως αυτά τα θεωρήματα, να στραφεί στη μελέτη των συναφών επιστημολογικών πτυχών. Χωρίς την πλέον προσεκτική εξέταση τουλάχιστον ορισμένων από τα μεγάλα ζητήματα της πραξεολογικής σκέψης —όπως, επί παραδείγματι, ο νόμος των αποδόσεων (ο οποίος αποκαλείται συνήθως νόμος των φθινουσών αποδόσεων), ο ρικαρδιανός νόμος της συνεργασίας (γνωστότερος ως νόμος του συγκριτικού κόστους), το πρόβλημα του οικονομικού υπολογισμού και ούτω καθεξής— κανείς δεν μπορεί να προσδοκά ότι θα κατανοήσει τι σημαίνει πραξεολογία και τι συνεπάγονται τα ιδιαίτερα επιστημολογικά της προβλήματα.
He who seriously wants to grasp the purport of economic theory ought to familiarize himself first with what economics teaches and only then, having again and again reflected upon these theorems, turn to the study of the epistemological aspects concerned. Without a most careful examination of at least some of the great issues of praxeological thinking—as, e.g., the law of returns (mostly called the law of diminishing returns), the Ricardian law of association (better known as the law of comparative cost), the problem of economic calculation, and so on—nobody can expect to comprehend what praxeology means and what its specific epistemological problems involve.
Ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με την πραξεολογία Αντί Εισαγωγής
↗ στη σελίδα του βιβλίουSome Preliminary Observations Concerning Praxeology Instead of an Introduction
1. Το μόνιμο υπόστρωμα της επιστημολογίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Permanent Substratum of Epistemology
«Πάντα ῥεῖ», τα πάντα βρίσκονται σε αδιάκοπη ροή, λέει ο Ηράκλειτος· δεν υπάρχει μόνιμο Είναι· τα πάντα είναι μεταβολή και γίγνεσθαι. Πρέπει να αφεθεί στη μεταφυσική εικοτολογία η ενασχόληση με τα ερωτήματα κατά πόσον η πρόταση αυτή μπορεί να επιβεβαιωθεί από τη σκοπιά μιας υπερανθρώπινης νόησης και, επιπλέον, κατά πόσον είναι δυνατόν ο ανθρώπινος νους να συλλάβει τη μεταβολή χωρίς να προϋποθέτει την έννοια ενός υποστρώματος το οποίο, ενώ μεταβάλλεται, παραμένει από κάποια άποψη και υπό κάποια έννοια σταθερό κατά τη διαδοχή των ποικίλων καταστάσεών του. Για την επιστημολογία, τη θεωρία της ανθρώπινης γνώσης, υπάρχει ασφαλώς κάτι που δεν μπορεί παρά να θεωρεί μόνιμο: αφενός, τη λογική και πραξεολογική δομή του ανθρώπινου νου και, αφετέρου, τις δυνάμεις των ανθρώπινων αισθήσεων. Έχοντας πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η ανθρώπινη φύση, όπως αυτή υφίσταται κατά την παρούσα εποχή των κοσμικών μεταβολών στην οποία ζούμε, δεν είναι ούτε κάτι που υπήρχε εξαρχής ούτε κάτι που θα διατηρηθεί για πάντα, η επιστημολογία οφείλει να την αντιμετωπίζει σαν να ήταν αμετάβλητη. Οι φυσικές επιστήμες μπορούν να επιχειρήσουν να προχωρήσουν περαιτέρω και να μελετήσουν τα προβλήματα της εξέλιξης. Η επιστημολογία, όμως, αποτελεί κλάδο —ή μάλλον τη βάση— των επιστημών του ανθρώπου. Πραγματεύεται μία πτυχή της φύσης του ανθρώπου, όπως αυτός αναδύθηκε μέσα από τους αιώνες του κοσμικού γίγνεσθαι και όπως είναι κατά την παρούσα περίοδο της ιστορίας του σύμπαντος. Δεν πραγματεύεται τη νόηση, την αντίληψη και τη γνώση εν γένει, αλλά την ανθρώπινη νόηση, αντίληψη και γνώση. Για την επιστημολογία υπάρχει κάτι το οποίο πρέπει να εκλάβει ως αμετάβλητο: τη λογική και πραξεολογική δομή του ανθρώπινου νου.
everything is in a ceasless flux, says Heraclitus; there is no permanent being; all is change and becoming. It must be left to metaphysical speculation to deal with the problems whether this proposition can be borne out from the point of view of a superhuman intelligence and furthermore whether it is possible for a human mind to think of change without implying the concept of a substratum that, while it changes, remains in some regard and sense constant in the succession of its various states. For epistemology, the theory of human knowledge, there is certainly something that it cannot help considering as permanent, viz., the logical and praxeological structure of the human mind, on the one hand, and the power of the human senses, on the other hand. Fully aware of the fact that human nature as it is in this epoch of cosmic changes in which we are living is neither something that existed from the very beginning of all things nor something that will remain forever, epistemology must look upon it as if it were unchanging. The natural sciences may try to go further and to study the problems of evolution. But epistemology is a branch—or rather, the basis—of the sciences of man. It deals with one aspect of the nature of man as he emerged from the aeons of cosmic becoming and as he is in this period of the history of the universe. It does not deal with thinking, perceiving and knowing in general, but with human thinking, perceiving and knowing. For epistemology there is something that it must take as unchanging, viz., the logical and praxeological structure of the human mind.
Δεν πρέπει να συγχέουμε τη γνώση με τον μυστικισμό. Ο μυστικιστής μπορεί να ισχυρίζεται ότι «η σκιά και το φως του ήλιου είναι το ίδιο».3 Η γνώση εκκινεί από τη σαφή διάκριση μεταξύ του A και του μη A.
One must not confuse knowledge with mysticism. The mystic may say that “shadow and sunlight are the same.” Knowledge starts from the clear distinction between A and non-A.
Γνωρίζουμε ότι υπήρξαν εποχές της κοσμικής ιστορίας κατά τις οποίες δεν υπήρχαν όντα του είδους που αποκαλούμε Homo sapiens και είμαστε ελεύθεροι να υποθέσουμε ότι θα υπάρξουν και πάλι εποχές κατά τις οποίες το είδος αυτό δεν θα υπάρχει. Είναι, όμως, μάταιο να εικοτολογούμε σχετικά με την κατάσταση όντων τα οποία, ως προς τη λογική και πραξεολογική δομή του νου τους και ως προς τις δυνάμεις των αισθήσεών τους, διαφέρουν ουσιωδώς από τον άνθρωπο όπως τον γνωρίζουμε και όπως είμαστε εμείς οι ίδιοι. Η έννοια του υπερανθρώπου του Nietzsche στερείται οποιουδήποτε επιστημολογικού νοήματος.
We know that there were ages of cosmic history in which there did not exist beings of the kind we call Homo sapiens, and we are free to assume that there will be again ages in which this species will not exist. But it is vain for us to speculate about the conditions of beings that are, in the logical and praxeological structure of their minds and in the power of their senses, essentially different from man as we know him and as we are ourselves. Nietzsche’s concept of a superman is devoid of any epistemological meaning.
Η επιστημολογία πραγματεύεται τα νοητικά φαινόμενα της ανθρώπινης ζωής, τον άνθρωπο ως σκεπτόμενο και δρώντα. Η κύρια ανεπάρκεια των παραδοσιακών επιστημολογικών εγχειρημάτων πρέπει να αναζητηθεί στην παραμέληση των πραξεολογικών πτυχών. Οι επιστημολόγοι πραγματεύονταν τη νόηση σαν να αποτελούσε αυτοτελές πεδίο, αποκομμένο από τις άλλες εκδηλώσεις της ανθρώπινης προσπάθειας. Ασχολούνταν με τα προβλήματα της λογικής και των μαθηματικών, αλλά δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν τις πρακτικές πτυχές της νόησης. Αγνόησαν το πραξεολογικό a priori.
Epistemology deals with the mental phenomena of human life, with man as he thinks and acts. The main deficiency of traditional epistemological attempts is to be seen in their neglect of the praxeological aspects. The epistemologists dealt with thinking as if it were a separate field cut off from other manifestations of human endeavor. They dealt with the problems of logic and mathematics, but they failed to see the practical aspects of thinking. They ignored the praxeological a priori.
Οι ανεπάρκειες αυτής της προσέγγισης κατέστησαν έκδηλες στις διδασκαλίες της φυσικής θεολογίας, σε αντιδιαστολή προς την εξ αποκαλύψεως θεολογία. Η φυσική θεολογία έβλεπε το χαρακτηριστικό γνώρισμα της θεότητας στην απαλλαγή από τους περιορισμούς του ανθρώπινου νου και της ανθρώπινης βούλησης. Η θεότητα είναι παντογνώστρια και παντοδύναμη. Κατά την ανάπτυξη αυτών των ιδεών, όμως, οι φιλόσοφοι δεν αντιλήφθηκαν ότι μια έννοια της θεότητας η οποία προϋποθέτει έναν δρώντα Θεό —δηλαδή έναν Θεό που συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται ο άνθρωπος όταν δρα— είναι αυτοαντιφατική. Ο άνθρωπος δρα επειδή είναι δυσαρεστημένος με την κατάσταση πραγμάτων που επικρατεί ελλείψει της παρέμβασής του. Ο άνθρωπος δρα επειδή δεν διαθέτει τη δύναμη να καταστήσει τις συνθήκες πλήρως ικανοποιητικές και πρέπει να προσφύγει σε κατάλληλα μέσα προκειμένου να τις καταστήσει λιγότερο μη ικανοποιητικές. Για ένα παντοδύναμο υπέρτατο ον, όμως, δεν μπορεί να υπάρχει καμία δυσαρέσκεια ως προς την επικρατούσα κατάσταση πραγμάτων. Ο Παντοδύναμος δεν δρα, διότι δεν υπάρχει κατάσταση πραγμάτων την οποία να μην μπορεί να καταστήσει πλήρως ικανοποιητική χωρίς καμία δράση, δηλαδή χωρίς προσφυγή σε οποιοδήποτε μέσο. Για Εκείνον δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ σκοπών και μέσων. Η απόδοση δράσης στον Θεό αποτελεί ανθρωπομορφισμό. Εκκινώντας από τους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης του, ο διασκεπτικός συλλογισμός του ανθρώπου δεν μπορεί ποτέ να οριοθετήσει και να ορίσει την ουσία της παντοδυναμίας.
The shortcomings of this approach became manifest in the teachings of natural theology as distinguished from revealed theology. Natural theology saw the characteristic mark of deity in freedom from the limitations of the human mind and the human will. Deity is omniscient and almighty. But in elaborating these ideas the philosophers failed to see that a concept of deity that implies an acting God, that is, a God behaving in the way man behaves in acting, is self-contradictory. Man acts because he is dissatisfied with the state of affairs as it prevails in the absence of his intervention. Man acts because he lacks the power to render conditions fully satisfactory and must resort to appropriate means in order to render them less unsatisfactory. But for an almighty supreme being there cannot be any dissatisfaction with the prevailing state of affairs. The Almighty does not act, because there is no state of affairs that he cannot render fully satisfactory without any action, i.e., without resorting to any means. For Him there is no such thing as a distinction between ends and means. It is anthropomorphism to ascribe action to God. Starting from the limitations of his human nature, man’s discursive reasoning can never circumscribe and define the essence of omnipotence.
Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι εκείνο που εμπόδισε τους ανθρώπους να στρέψουν την προσοχή τους στα πραξεολογικά ζητήματα δεν ήταν οι θεολογικοί συλλογισμοί. Ήταν η παθιασμένη λαχτάρα για την πραγμάτωση της ουτοπικής χίμαιρας της χώρας της Κοκάνιας. Επειδή η οικονομική επιστήμη, το αρτιότερα επεξεργασμένο έως σήμερα τμήμα της πραξεολογίας, κατέρριψε τις πλάνες κάθε μορφής ουτοπισμού, τέθηκε εκτός νόμου και στιγματίστηκε ως μη επιστημονική.
However, it must be emphasized that what prevented people from paying attention to the praxeological issues was not theological considerations. It was the passionate longing for the realization of the Utopian chimera of the land of Cockaigne. As the science of economics, the up-to-now best elaborated part of praxeology, exploded the fallacies of every brand of utopianism, it was outlawed and stigmatized as unscientific.
Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της σύγχρονης επιστημολογίας είναι η πλήρης παραμέληση της οικονομικής επιστήμης, εκείνου του κλάδου της γνώσης του οποίου η ανάπτυξη και η πρακτική εφαρμογή αποτέλεσαν το θεαματικότερο γεγονός της νεότερης ιστορίας.
The most characteristic trait of modern epistemology is its entire neglect of economics, that branch of knowledge whose development and practical application was the most spectacular event of modern history.
Η μελέτη της οικονομικής επιστήμης έχει επανειλημμένως παραστρατήσει εξαιτίας της μάταιης ιδέας ότι η οικονομική επιστήμη πρέπει να ακολουθεί το πρότυπο άλλων επιστημών. Η βλάβη που προξενούν τέτοιες εσφαλμένες αντιλήψεις δεν μπορεί να αποτραπεί με παραινέσεις προς τον οικονομολόγο να πάψει να στρέφει βλέμματα λαχτάρας προς άλλα πεδία της γνώσης ή ακόμη και να τα αγνοεί ολοκληρωτικά. Η άγνοια, όποιο και αν είναι το αντικείμενό της, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ιδιότητα που θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμη στην αναζήτηση της αλήθειας. Εκείνο που απαιτείται για να αποτραπεί η διαστρέβλωση των οικονομικών μελετών από έναν μελετητή μέσω της προσφυγής στις μεθόδους των μαθηματικών, της φυσικής, της βιολογίας, της ιστορίας ή της νομικής επιστήμης δεν είναι η υποτίμηση και η παραμέληση αυτών των επιστημών, αλλά, αντιθέτως, η προσπάθεια να τις κατανοήσει και να τις κατέχει σε βάθος. Όποιος θέλει να επιτύχει οτιδήποτε στην πραξεολογία πρέπει να είναι εξοικειωμένος με τα μαθηματικά, τη φυσική, τη βιολογία, την ιστορία και τη νομική επιστήμη, ώστε να μη συγχέει τα καθήκοντα και τις μεθόδους της θεωρίας της ανθρώπινης δράσης με τα καθήκοντα και τις μεθόδους οποιουδήποτε από αυτούς τους άλλους κλάδους της γνώσης. Το κατ’ εξοχήν σφάλμα των διαφόρων Ιστορικών Σχολών της οικονομικής επιστήμης ήταν ότι οι οπαδοί τους δεν ήταν παρά ερασιτέχνες στο πεδίο της ιστορίας. Κανένας επαρκώς καταρτισμένος μαθηματικός δεν μπορεί να μην αντιληφθεί τις θεμελιώδεις πλάνες όλων των εκδοχών αυτού που αποκαλείται μαθηματική οικονομική και ιδίως της οικονομετρίας. Κανένας βιολόγος δεν εξαπατήθηκε ποτέ από τον μάλλον ερασιτεχνικό οργανικισμό συγγραφέων όπως ο Paul de Lilienfeld.
The study of economics has been again and again led astray by the vain idea that economics must proceed according to the pattern of other sciences. The mischief done by such misconstructions cannot be avoided by admonishing the economist to stop casting longing glances upon other fields of knowledge or even to ignore them entirely. Ignorance, whatever subject it may concern, is in no case a quality that could be useful in the search for truth. What is needed to prevent a scholar from garbling economic studies by resorting to the methods of mathematics, physics, biology, history or jurisprudence is not slighting and neglecting these sciences, but, on the contrary, trying to comprehend and to master them. He who wants to achieve anything in praxeology must be conversant with mathematics, physics, biology, history, and jurisprudence, lest he confuse the tasks and the methods of the theory of human action with the tasks and the methods of any of these other branches of knowledge. What was wrong with the various Historical Schools of economics was first of all that their adepts were merely dilettantes in the field of history. No competent mathematician can fail to see through the fundamental fallacies of all varieties of what is called mathematical economics and especially of econometrics. No biologist was ever fooled by the rather amateurish organicism of such authors as Paul de Lilienfeld.
Όταν κάποτε διατύπωσα αυτή την άποψη σε μια διάλεξη, ένας νεαρός από το ακροατήριο εξέφρασε την αντίρρησή του. «Απαιτείτε πάρα πολλά από έναν οικονομολόγο», παρατήρησε· «κανείς δεν μπορεί να με υποχρεώσει να διαθέτω τον χρόνο μου για τη μελέτη όλων αυτών των επιστημών». Η απάντησή μου ήταν: «Κανείς δεν σας ζητεί ούτε σας υποχρεώνει να γίνετε οικονομολόγος».
When I once expressed this opinion in a lecture, a young man in the audience objected. “You are asking too much of an economist,” he observed; “nobody can force me to employ my time in studying all these sciences.” My answer was: “Nobody asks or forces you to become an economist.”
4. Η αφετηρία της πραξεολογικής σκέψης
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Starting Point of Praxeological Thinking
Η a priori γνώση της πραξεολογίας είναι εντελώς διαφορετική —κατηγοριακά διαφορετική— από την a priori γνώση των μαθηματικών ή, ακριβέστερα, από τη μαθηματική a priori γνώση όπως την ερμηνεύει ο λογικός θετικισμός. Αφετηρία κάθε πραξεολογικής σκέψης δεν είναι αυθαίρετα επιλεγμένα αξιώματα, αλλά μια αυταπόδεικτη πρόταση, πλήρως, σαφώς και αναγκαίως παρούσα σε κάθε ανθρώπινο νου. Ένα αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τα ζώα στον νου των οποίων είναι παρούσα αυτή η γνώση από εκείνα στον νου των οποίων δεν είναι πλήρως και σαφώς παρούσα. Μόνο στα πρώτα αποδίδεται η ονομασία «άνθρωπος». Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου είναι ακριβώς ότι δρα συνειδητά. Ο άνθρωπος είναι Homo agens, το δρων ζώον.
The a priori knowledge of praxeology is entirely different—categorially different—from the a priori knowledge of mathematics or, more precisely, from mathematical a priori knowledge as interpreted by logical positivism. The starting point of all praxeological thinking is not arbitrarily chosen axioms, but a self-evident proposition, fully, clearly and necessarily present in every human mind. An unbridgeable gulf separates those animals in whose minds this cognition is present from those in whose minds it is not fully and clearly present. Only to the former is the appellation man accorded. The characteristic feature of man is precisely that he consciously acts. Man is Homo agens, the acting animal.
Όλα όσα —πέραν της ζωολογίας— έχουν ποτέ διατυπωθεί επιστημονικά ως διακριτικά γνωρίσματα του ανθρώπου έναντι των μη ανθρώπινων θηλαστικών εμπεριέχονται στην πρόταση: ο άνθρωπος δρα. Δρω σημαίνει: επιδιώκω σκοπούς, δηλαδή επιλέγω έναν σκοπό και προσφεύγω σε μέσα προκειμένου να επιτύχω τον επιδιωκόμενο σκοπό.
All—apart from zoology—that has ever been scientifically stated to distinguish man from nonhuman mammals is implied in the proposition: man acts. To act means: to strive after ends, that is, to choose a goal and to resort to means in order to attain the goal sought.
Η ουσία του λογικού θετικισμού συνίσταται στην άρνηση της γνωστικής αξίας της a priori γνώσης, με το επιχείρημα ότι όλες οι a priori προτάσεις είναι απλώς αναλυτικές. Δεν παρέχουν νέες πληροφορίες, αλλά είναι απλώς λεκτικές ή ταυτολογικές, καθώς διατυπώνουν ό,τι εμπεριέχεται ήδη στους ορισμούς και στις προκείμενες. Μόνο η εμπειρία μπορεί να οδηγήσει σε συνθετικές προτάσεις. Υπάρχει μια προφανής αντίρρηση προς αυτή τη θεωρία: η πρόταση ότι δεν υπάρχουν συνθετικές a priori προτάσεις είναι η ίδια μια συνθετική a priori πρόταση —εσφαλμένη κατά τη γνώμη του γράφοντος—, διότι είναι πρόδηλο ότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί μέσω της εμπειρίας.
The essence of logical positivism is to deny the cognitive value of a priori knowledge by pointing out that all a priori propositions are merely analytic. They do not provide new information, but are merely verbal or tautological, asserting what has already been implied in the definitions and premises. Only experience can lead to synthetic propositions. There is an obvious objection against this doctrine, viz., that this proposition that there are no synthetic a priori propositions is in itself a—as the present writer thinks, false—synthetic a priori proposition, for it can manifestly not be established by experience.
Ωστόσο, ολόκληρη αυτή η διαμάχη στερείται νοήματος όταν εφαρμόζεται στην πραξεολογία. Αναφέρεται κατ’ ουσίαν στη γεωμετρία. Η σημερινή της μορφή, και ιδίως η πραγμάτευσή της από τον λογικό θετικισμό, έχει επηρεαστεί βαθιά από τον κλονισμό που υπέστη η δυτική φιλοσοφία εξαιτίας της ανακάλυψης των μη ευκλείδειων γεωμετριών. Πριν από τον Bolyai και τον Lobachevsky, η γεωμετρία αποτελούσε, στα μάτια των φιλοσόφων, το πρότυπο της τέλειας επιστήμης· θεωρούνταν ότι παρείχε ακλόνητη βεβαιότητα, αιωνίως και για όλους. Το μεγάλο ιδεώδες όσων αναζητούσαν την αλήθεια ήταν να ακολουθούν και στους άλλους κλάδους της γνώσης τη μέθοδο more geometrico. Όλες οι παραδοσιακές επιστημολογικές αντιλήψεις άρχισαν να κλονίζονται όταν στέφθηκαν με επιτυχία οι απόπειρες συγκρότησης μη ευκλείδειων γεωμετριών.
The whole controversy is, however, meaningless when applied to praxeology. It refers essentially to geometry. Its present state, especially its treatment by logical positivism, has been deeply influenced by the shock that Western philosophy received from the discovery of non-Euclidian geometries. Before Bolyai and Lobachevsky, geometry was, in the eyes of the philosophers, the paragon of perfect science; it was assumed that it provided unshakable certainty forever and for everybody. To proceed also in other branches of knowledge more geometrico was the great ideal of truth-seekers. All traditional epistemological concepts began to totter when the attempts to construct non-Euclidian geometries succeeded.
Η πραξεολογία, όμως, δεν είναι γεωμετρία. Η παραδοχή ότι τα επιστημολογικά χαρακτηριστικά ενός κλάδου της γνώσης πρέπει κατ’ ανάγκην να ισχύουν και για οποιονδήποτε άλλο κλάδο αποτελεί τη χειρότερη από όλες τις δεισιδαιμονίες. Κατά την εξέταση της επιστημολογίας των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, δεν πρέπει κανείς να καθοδηγείται από τη γεωμετρία, τη μηχανική ή οποιαδήποτε άλλη επιστήμη.
Yet praxeology is not geometry. It is the worst of all superstitions to assume that the epistemological characteristics of one branch of knowledge must necessarily be applicable to any other branch. In dealing with the epistemology of the sciences of human action, one must not take one’s cue from geometry, mechanics, or any other science.
Οι παραδοχές του Ευκλείδη θεωρούνταν κάποτε αυταπόδεικτα αληθείς. Η σύγχρονη επιστημολογία τις αντιμετωπίζει ως ελεύθερα επιλεγμένα αιτήματα, ως την αφετηρία μιας υποθετικής αλυσίδας συλλογισμών. Όποια και αν είναι η σημασία αυτού, δεν έχει καμία απολύτως συνάφεια με τα προβλήματα της πραξεολογίας.
The assumptions of Euclid were once considered as self-evidently true. Present-day epistemology looks upon them as freely chosen postulates, the starting point of a hypothetical chain of reasoning. Whatever this may mean, it has no reference at all to the problems of praxeology.
Αφετηρία της πραξεολογίας είναι μια αυταπόδεικτη αλήθεια: η γνώση της δράσης, δηλαδή η γνώση του γεγονότος ότι υπάρχει συνειδητή επιδίωξη σκοπών. Δεν έχει νόημα να μικρολογεί κανείς γύρω από αυτές τις λέξεις επικαλούμενος φιλοσοφικά προβλήματα που δεν έχουν καμία σχέση με το υπό εξέταση πρόβλημα. Η αλήθεια αυτής της γνώσης είναι τόσο αυταπόδεικτη και τόσο απαραίτητη για τον ανθρώπινο νου όσο και η διάκριση μεταξύ του A και του μη A.
The starting point of praxeology is a self-evident truth, the cognition of action, that is, the cognition of the fact that there is such a thing as consciously aiming at ends. There is no use cavilling about these words by referring to philosophical problems that have no bearing upon our problem. The truth of this cognition is as self-evident and as indispensable for the human mind as is the distinction between A and non-A.
5. Η πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. The Reality of the External World
Από πραξεολογική σκοπιά, δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί η πραγματική ύπαρξη της ύλης, των φυσικών αντικειμένων και του εξωτερικού κόσμου. Η πραγματικότητά τους αποκαλύπτεται από το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν είναι παντοδύναμος. Υπάρχει στον κόσμο κάτι που προβάλλει αντίσταση στην πραγμάτωση των ευχών και των επιθυμιών του. Κάθε απόπειρα να εξαλείψει με μια απλή εντολή ό,τι τον ενοχλεί και να αντικαταστήσει μια κατάσταση πραγμάτων που του ταιριάζει λιγότερο με μια κατάσταση που του ταιριάζει περισσότερο είναι μάταιη. Εάν θέλει να επιτύχει, πρέπει να ενεργεί σύμφωνα με μεθόδους προσαρμοσμένες στη δομή κάποιου πράγματος για το οποίο η αντίληψη τού παρέχει ορισμένες πληροφορίες. Μπορούμε να ορίσουμε τον εξωτερικό κόσμο ως το σύνολο όλων εκείνων των πραγμάτων και συμβάντων που καθορίζουν το εφικτό ή το ανέφικτο, την επιτυχία ή την αποτυχία της ανθρώπινης δράσης.
From the praxeological point of view it is not possible to question the real existence of matter, of physical objects and of the external world. Their reality is revealed by the fact that man is not omnipotent. There is in the world something that offers resistance to the realization of his wishes and desires. Any attempt to remove by a mere fiat what annoys him and to substitute a state of affairs that suits him better for a state of affairs that suits him less is vain. If he wants to succeed, he must proceed according to methods that are adjusted to the structure of something about which perception provides him with some information. We may define the external world as the totality of all those things and events that determine the feasibility or unfeasibility, the success of failure, of human action.
Το πολυσυζητημένο ερώτημα αν τα φυσικά αντικείμενα μπορούν ή όχι να νοηθούν ως υπάρχοντα ανεξάρτητα από τον νου είναι μάταιο. Επί χιλιάδες χρόνια ο νους των γιατρών δεν αντιλαμβανόταν τα μικρόβια ούτε μάντευε την ύπαρξή τους. Η επιτυχία ή η αποτυχία των προσπαθειών τους να διαφυλάξουν την υγεία και τη ζωή των ασθενών τους εξαρτιόταν, όμως, από τον τρόπο με τον οποίο τα μικρόβια επηρέαζαν ή δεν επηρέαζαν τη λειτουργία των σωματικών οργάνων των ασθενών. Τα μικρόβια ήταν πραγματικά, επειδή καθόριζαν την έκβαση των συμβάντων είτε παρεμβαίνοντας είτε μη παρεμβαίνοντας, είτε με την παρουσία είτε με την απουσία τους από το πεδίο.
The much discussed question whether physical objects can or cannot be conceived as existing independently of the mind is vain. For thousands of years the minds of physicians did not perceive germs and did not divine their existence. But the success or failure of their endeavors to preserve their patients’ health and lives depended on the way germs influenced or did not influence the functioning of the patients’ bodily organs. The germs were real because they conditioned the outcome of events either by interfering or by not interfering, either by being present in or by being absent from the field.
Η δράση είναι μια κατηγορία την οποία οι φυσικές επιστήμες δεν λαμβάνουν υπόψη. Ο επιστήμονας δρα όταν αναλαμβάνει το ερευνητικό του έργο, αλλά στη σφαίρα των φυσικών συμβάντων του εξωτερικού κόσμου, την οποία διερευνά, δεν υπάρχει δράση. Υπάρχει κίνηση, υπάρχει ερέθισμα και αντίδραση και, όποιες αντιρρήσεις και αν προβάλλουν ορισμένοι φιλόσοφοι, υπάρχει αιτία και αποτέλεσμα. Υπάρχει κάτι που φαίνεται να αποτελεί αδήριτη κανονικότητα στη συνάρτηση και την αλληλουχία των φαινομένων. Υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ οντοτήτων, οι οποίες επιτρέπουν στον επιστήμονα να καθορίσει τη διαδικασία που αποκαλείται μέτρηση. Δεν υπάρχει, όμως, τίποτε που να υποδηλώνει επιδίωξη επιλεγμένων σκοπών· δεν υπάρχει κανένας διαπιστώσιμος σκοπός.
Action is a category that the natural sciences do not take into account. The scientist acts in embarking upon his research work, but in the orbit of natural events of the external world which he explores there is no such thing as action. There is agitation, there is stimulus and response, and, whatever some philosophers may object, there is cause and effect. There is what appears to be an inexorable regularity in the concatenation and sequence of phenomena. There are constant relations between entities that enable the scientist to establish the process called measurement. But there is nothing that would suggest aiming at ends sought; there is no ascertainable purpose.
Οι φυσικές επιστήμες διερευνούν την αιτιότητα· οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης είναι τελεολογικές. Καθιερώνοντας αυτή τη διάκριση μεταξύ των δύο πεδίων της ανθρώπινης γνώσης, δεν εκφράζουμε καμία γνώμη σχετικά με το ερώτημα αν η πορεία όλων των κοσμικών συμβάντων καθορίζεται ή όχι, σε τελευταία ανάλυση, από το σχέδιο ενός υπερανθρώπινου όντος. Η πραγμάτευση αυτού του μεγάλου προβλήματος υπερβαίνει τα όρια του ανθρώπινου λόγου και βρίσκεται έξω από το πεδίο οποιασδήποτε ανθρώπινης επιστήμης. Ανήκει στη σφαίρα την οποία διεκδικούν για τον εαυτό τους η μεταφυσική και η θεολογία.
The natural sciences are causality research; the sciences of human action are teleological. In establishing this distinction between the two fields of human knowledge, we do not express any opinion concerning the question whether the course of all cosmic events is or is not ultimately determined by a superhuman being’s design. The treatment of this great problem transcends the range of man’s reason and is outside the domain of any human science. It is in the realm that metaphysics and theology claim for themselves.
Ο σκοπός στον οποίο αναφέρονται οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης δεν είναι τα σχέδια και οι βουλές του Θεού, αλλά οι σκοποί που επιδιώκουν οι δρώντες άνθρωποι κατά την πραγμάτωση των δικών τους σχεδίων. Οι απόπειρες του μεταφυσικού κλάδου που συνήθως αποκαλείται φιλοσοφία της ιστορίας να αποκαλύψει, μέσα στη ροή των ιστορικών συμβάντων, τα κρυφά σχέδια του Θεού ή κάποιας μυθικής δύναμης —όπως, επί παραδείγματι, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις στο σχήμα του Marx— δεν αποτελούν επιστήμη.
The purpose to which the sciences of human action refer is not the plans and ways of God, but the ends sought by acting men in the pursuit of their own designs. The endeavors of the metaphysical discipline commonly called philosophy of history to reveal in the flux of historical events the hidden plans of God or of some mythical agency (as, for instance, in the scheme of Marx, the material productive forces) are not science.
Όταν πραγματεύεται ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, επί παραδείγματι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο ιστορικός οφείλει να εξακριβώσει τους σκοπούς που επιδίωκαν τα διάφορα άτομα και οι διάφορες ομάδες ατόμων που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην οργάνωση αυτών των εκστρατειών ή στην αντιμετώπιση των επιτιθεμένων. Οφείλει να εξετάσει την έκβαση που προέκυψε από τις ενέργειες όλων των εμπλεκομένων και να τη συγκρίνει τόσο με την προγενέστερη κατάσταση πραγμάτων όσο και με τις προθέσεις των δρώντων. Δεν αποτελεί, όμως, έργο του ιστορικού να αναζητεί ένα «ανώτερο» ή «βαθύτερο» νόημα που εκδηλώθηκε στα συμβάντα ή πραγματώθηκε μέσω αυτών. Ίσως να υπάρχει ένας τέτοιος κρυφός «ανώτερος» ή «βαθύτερος» σκοπός ή μια τέτοια σημασία στην αλληλουχία των ιστορικών συμβάντων. Για τον θνητό άνθρωπο, όμως, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αποκτήσει γνώση τέτοιων «ανώτερων» ή «βαθύτερων» νοημάτων.
In dealing with a definite historical fact, for instance with the first World War, the historian has to find out the ends sought by the various individuals and groups of individuals who were instrumental in organizing these campaigns or in fighting the aggressors. He has to examine the outcome resulting from the actions of all people involved and compare it with the preceding state of affairs as well as with the intentions of the actors. But it is not the historian’s business to search after a “higher” or “deeper” sense that manifested itself in the events or was realized by them. Perhaps there is such a hidden “higher” or “deeper” purpose or significance in the succession of historical events. But for mortal man there is no way open to learn something about such “higher” or “deeper” meanings.
Όλα τα στοιχεία των θεωρητικών επιστημών της ανθρώπινης δράσης εμπεριέχονται ήδη στην κατηγορία της δράσης και πρέπει να καταστούν ρητά μέσω της ανάπτυξης του περιεχομένου της. Εφόσον μεταξύ αυτών των στοιχείων της τελεολογίας συγκαταλέγεται και η κατηγορία της αιτιότητας, η κατηγορία της δράσης αποτελεί τη θεμελιώδη κατηγορία της επιστημολογίας, την αφετηρία κάθε επιστημολογικής ανάλυσης.
All the elements of the theoretical sciences of human action are already implied in the category of action and have to be made explicit by expounding its contents. As among these elements of teleology is also the category of causality, the category of action is the fundamental category of epistemology, the starting point of any epistemological analysis.
Η ίδια η κατηγορία ή έννοια της δράσης εμπεριέχει τις έννοιες των μέσων και των σκοπών, της προτίμησης και της παραμέρισης —δηλαδή της αξιολόγησης—, της επιτυχίας και της αποτυχίας, του κέρδους και της ζημίας, καθώς και του κόστους. Καθώς καμία δράση δεν θα μπορούσε να συλληφθεί και να επιχειρηθεί χωρίς συγκεκριμένες ιδέες για τη σχέση αιτίας και αποτελέσματος, η τελεολογία προϋποθέτει την αιτιότητα.
The very category or concept of action comprehends the concepts of means and ends, of preferring and putting aside, viz., of valuing, of success and failure, of profit and loss, of costs. As no action could be devised and ventured upon without definite ideas about the relation of cause and effect, teleology presupposes causality.
Τα ζώα είναι αναγκασμένα να προσαρμόζονται στις φυσικές συνθήκες του περιβάλλοντός τους· εάν δεν επιτύχουν σε αυτή τη διαδικασία προσαρμογής, αφανίζονται. Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που είναι ικανό —εντός καθορισμένων ορίων— να προσαρμόζει σκοπίμως το περιβάλλον του, ώστε να το καθιστά καταλληλότερο για τον ίδιο.
Animals are forced to adjust themselves to the natural conditions of their environment; if they do not succeed in this process of adjustment, they are wiped out. Man is the only animal that is able—within definite limits—to adjust his environment purposively to suit him better.
Μπορούμε να συλλάβουμε την εξελικτική διαδικασία που μετέτρεψε τους μη ανθρώπινους προγόνους της ανθρωπότητας σε ανθρώπινα όντα ως μια διαδοχή μικρών, βαθμιαίων μεταβολών που εκτείνονταν σε εκατομμύρια έτη. Δεν μπορούμε, όμως, να συλλάβουμε έναν νου στον οποίο η κατηγορία της δράσης θα ήταν παρούσα μόνο κατά τρόπο ατελή. Δεν υπάρχει καμία ενδιάμεση βαθμίδα μεταξύ ενός όντος που καθοδηγείται αποκλειστικά από ένστικτα και φυσιολογικές παρορμήσεις και ενός όντος που επιλέγει σκοπούς και τα μέσα για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε ένα δρων ον το οποίο δεν θα διέκρινε, in concreto, τι είναι σκοπός και τι είναι μέσο, τι είναι επιτυχία και τι είναι αποτυχία, τι προτιμά περισσότερο και τι λιγότερο, ποιο είναι το κέρδος ή η ζημία που αποκομίζει από τη δράση και ποιο είναι το κόστος της. Κατά τη σύλληψη όλων αυτών των πραγμάτων μπορεί, βεβαίως, να σφάλλει στις κρίσεις του σχετικά με τον ρόλο που διαδραματίζουν τα διάφορα εξωτερικά συμβάντα και υλικά στοιχεία στη διάρθρωση της δράσης του.
We can think of the evolutionary process that transformed the nonhuman ancestors of mankind into human beings as a succession of small, gradual changes spread over millions of years. But we cannot think of a mind in which the category of action would have been present only in an incomplete form. There is nothing in between a being driven exclusively by instincts and physiological impulses and a being that chooses ends and the means for the attainment of these ends. We cannot think of an acting being that would not in concreto distinguish what is end and what is means, what is success and what is failure, what he likes more and what he likes less, what is his profit or his loss derived from the action and what his costs are. In grasping all these things, he may, of course, err in his judgments concerning the role various external events and materials play in the structure of his action.
Ένας συγκεκριμένος τρόπος συμπεριφοράς αποτελεί δράση μόνο εφόσον οι διακρίσεις αυτές είναι παρούσες στον νου του συγκεκριμένου ανθρώπου.
A definite mode of behavior is an action only if these distinctions are present in the mind of the man concerned.
Η γερμανική γλώσσα έχει διαμορφώσει έναν όρο που θα ήταν πρόσφορος για να δηλώσει το σύνολο των επιστημών οι οποίες πραγματεύονται την ανθρώπινη δράση, σε αντιδιαστολή προς τις φυσικές επιστήμες, και συγκεκριμένα τον όρο Geisteswissenschaften. Δυστυχώς, ορισμένοι συγγραφείς έχουν επιβαρύνει υπέρμετρα αυτόν τον όρο με μεταφυσικές και μυστικιστικές συνδηλώσεις, οι οποίες περιορίζουν τη χρησιμότητά του. Στην αγγλική γλώσσα, ο όρος «πνευματολογία» —τον οποίο πρότεινε ο Bentham4 ως αντίθετο της «σωματολογίας»— θα μπορούσε να εξυπηρετήσει αυτόν τον σκοπό, αλλά ουδέποτε έγινε αποδεκτός. Ο όρος «ηθικές επιστήμες», όπως τον χρησιμοποιούσε ο John Stuart Mill, δεν είναι ικανοποιητικός λόγω της ετυμολογικής συγγένειάς του με την κανονιστική επιστήμη της ηθικής. Ο όρος «ανθρωπιστικές επιστήμες» χρησιμοποιείται παραδοσιακά αποκλειστικά για τους ιστορικούς κλάδους των επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Είμαστε, επομένως, αναγκασμένοι να χρησιμοποιούμε τον μάλλον δυσκίνητο όρο «επιστήμες της ανθρώπινης δράσης».
The German language has developed a term that would have been expedient to denote the totality of the sciences dealing with human action as distinguished from the natural sciences, viz., the term Geisteswissenschaften. Unfortunately some authors have heavily loaded this term with metaphysical and mystical implications that detract from its usefulness. In English the term pneumatology (suggested by Bentham as the opposite of somatology) would have served the purpose, but it was never accepted. The term moral sciences as employed by John Stuart Mill is unsatisfactory on account of its etymological affinity with the normative discipline of ethics. The term humanities is traditionally employed exclusively for the historical branches of the sciences of human action. Thus we are forced to employ the rather heavy term “sciences of human action.”
1. Η λογική δομή του ανθρώπινου νου
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Logical Structure of the Human Mind
Στη Γη ο άνθρωπος κατέχει μια ιδιάζουσα θέση, η οποία τον διακρίνει από όλες τις άλλες οντότητες που απαρτίζουν τον πλανήτη μας και τον εξυψώνει πάνω από αυτές. Ενώ όλα τα άλλα πράγματα, έμψυχα ή άψυχα, συμπεριφέρονται σύμφωνα με κανονικά πρότυπα, μόνον ο άνθρωπος φαίνεται να διαθέτει —εντός καθορισμένων ορίων— κάποιον βαθμό ελευθερίας. Ο άνθρωπος συλλογίζεται τις συνθήκες του ίδιου του εαυτού του και του περιβάλλοντός του, συλλαμβάνει καταστάσεις πραγμάτων οι οποίες, όπως πιστεύει, θα του ταίριαζαν καλύτερα από τις υπάρχουσες και επιδιώκει, μέσω σκόπιμης συμπεριφοράς, να υποκαταστήσει με μια περισσότερο επιθυμητή κατάσταση μια λιγότερο επιθυμητή κατάσταση, η οποία θα επικρατούσε εάν δεν παρενέβαινε.
On the earth man occupies a peculiar position that distinguishes him from and elevates him above all other entities constituting our planet. While all the other things, animate or inanimate, behave according to regular patterns, man alone seems to enjoy—within definite limits—a modicum of freedom. Man meditates about the conditions of his own self and of his environment, devises states of affairs that, as he believes, would suit him better than the existing states, and aims by purposive conduct at the substitution of a more desired state for a less desired that would prevail if he were not to interfere.
Μέσα στην απέραντη έκταση αυτού που αποκαλείται σύμπαν ή φύση υπάρχει ένα μικρό πεδίο στο οποίο η συνειδητή συμπεριφορά του ανθρώπου μπορεί να επηρεάσει την πορεία των συμβάντων.
There is within the infinite expanse of what is called the universe or nature a small field in which man’s conscious conduct can influence the course of events.
Αυτό ακριβώς το γεγονός παρακινεί τον άνθρωπο να διακρίνει μεταξύ, αφενός, ενός εξωτερικού κόσμου που υπόκειται σε αδήριτη και άρρηκτη αναγκαιότητα και, αφετέρου, της ανθρώπινης ικανότητάς του να σκέπτεται, να γνωρίζει και να δρα. Ο νους ή ο λόγος αντιπαρατίθεται προς την ύλη, και η βούληση προς τις αυτοενεργείς παρορμήσεις, τα ένστικτα και τις φυσιολογικές διεργασίες. Έχοντας πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το ίδιο του το σώμα υπόκειται στις ίδιες δυνάμεις που καθορίζουν όλα τα άλλα πράγματα και όντα, ο άνθρωπος αποδίδει την ικανότητά του να σκέπτεται, να βούλεται και να δρα σε έναν αόρατο και άυλο παράγοντα, τον οποίο αποκαλεί νου του.
It is this fact that induces man to distinguish between an external world subject to inexorable and inextricable necessity and his human faculty of thinking, cognizing, and acting. Mind or reason is contrasted with matter, the will with self-acting impulses, instincts, and physiological processes. Fully aware of the fact that his own body is subject to the same forces that determine all other things and beings, man imputes his ability to think, to will and to act to an invisible and intangible factor he calls his mind.
Κατά τις πρώιμες περιόδους της ιστορίας της ανθρωπότητας έγιναν απόπειρες να αποδοθεί μια τέτοια ικανότητα σκέψης και σκόπιμης επιδίωξης επιλεγμένων σκοπών σε πολλά ή ακόμη και σε όλα τα μη ανθρώπινα πράγματα. Αργότερα, οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι ήταν μάταιο να αντιμετωπίζουν τα μη ανθρώπινα πράγματα σαν να ήταν προικισμένα με κάτι ανάλογο προς τον ανθρώπινο νου. Κατόπιν αναπτύχθηκε η αντίθετη τάση. Οι άνθρωποι επιχείρησαν να αναγάγουν τα νοητικά φαινόμενα στη λειτουργία παραγόντων που δεν ήταν ειδικώς ανθρώπινοι. Η ριζικότερη έκφραση αυτής της θεωρίας εμπεριεχόταν ήδη στην περίφημη ρήση του John Locke, σύμφωνα με την οποία ο νους είναι ένα λευκό φύλλο χαρτιού επάνω στο οποίο ο εξωτερικός κόσμος γράφει τη δική του ιστορία.
There were in the early history of mankind attempts to ascribe such a faculty of thinking and purposively aiming at ends chosen to many or even to all nonhuman things. Later people discovered that it was vain to deal with nonhuman things as if they were endowed with something analogous to the human mind. Then the opposite tendency developed. People tried to reduce mental phenomena to the operation of factors that were not specifically human. The most radical expression of this doctrine was already implied in the famous dictum of John Locke according to which the mind is a sheet of white paper upon which the external world writes its own story.
Μια νέα επιστημολογία του ορθολογισμού απέβλεπε στην αναίρεση αυτού του ολοκληρωτικού εμπειρισμού. Ο Leibniz πρόσθεσε στη θέση ότι τίποτε δεν υπάρχει στη διάνοια το οποίο δεν υπήρξε προηγουμένως στις αισθήσεις την επιφύλαξη: εκτός από την ίδια τη διάνοια. Ο Kant, τον οποίο ο Hume αφύπνισε από τον «δογματικό του λήθαργο», έθεσε την ορθολογιστική θεωρία σε νέα βάση. Η εμπειρία, δίδαξε, παρέχει μόνο την πρώτη ύλη από την οποία ο νους διαμορφώνει αυτό που αποκαλείται γνώση. Κάθε γνώση εξαρτάται από τις κατηγορίες που προηγούνται όλων των δεδομένων της εμπειρίας τόσο χρονικά όσο και λογικά. Οι κατηγορίες είναι a priori· αποτελούν τη νοητική προικοδότηση του ατόμου, η οποία του επιτρέπει να σκέπτεται και —θα μπορούσαμε να προσθέσουμε— να δρα. Εφόσον κάθε συλλογισμός προϋποθέτει τις a priori κατηγορίες, είναι μάταιο να επιχειρεί κανείς να τις αποδείξει ή να τις ανασκευάσει.
A new epistemology of rationalism aimed at the refutation of this integral empiricism. Leibniz added to the doctrine that nothing is in the intellect that has not previously been in the senses the proviso: except the intellect itself. Kant, awakened by Hume from his “dogmatic slumbers,” put the rationalistic doctrine upon a new basis. Experience, he taught, provides only the raw material out of which the mind forms what is called knowledge. All knowledge is conditioned by the categories that precede any data of experience both in time and in logic. The categories are a priori; they are the mental equipment of the individual that enables him to think and—we may add—to act. As all reasoning presupposes the a priori categories, it is vain to embark upon attempts to prove or to disprove them.
Η εμπειριστική αντίδραση κατά του απριορισμού επικεντρώνεται σε μια παραπλανητική ερμηνεία των μη ευκλείδειων γεωμετριών, της σημαντικότερης συμβολής του δέκατου ένατου αιώνα στα μαθηματικά. Τονίζει τον αυθαίρετο χαρακτήρα των αξιωμάτων και των προκειμένων, καθώς και τον ταυτολογικό χαρακτήρα του παραγωγικού συλλογισμού. Η παραγωγή, διδάσκει, δεν μπορεί να προσθέσει τίποτε στη γνώση μας για την πραγματικότητα. Απλώς καθιστά ρητό ό,τι εμπεριεχόταν ήδη στις προκείμενες. Εφόσον αυτές οι προκείμενες είναι απλώς προϊόντα του νου και δεν προέρχονται από την εμπειρία, ό,τι συνάγεται από αυτές δεν μπορεί να διατυπώσει τίποτε σχετικά με την κατάσταση του σύμπαντος. Όσα προβάλλουν η λογική, τα μαθηματικά και οι άλλες απριοριστικές παραγωγικές θεωρίες αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, βολικά ή εύχρηστα εργαλεία για επιστημονικές διεργασίες. Ένα από τα καθήκοντα που βαρύνουν τον επιστήμονα είναι να επιλέγει για το έργο του, από την πληθώρα των διαφόρων υφιστάμενων συστημάτων λογικής, γεωμετρίας και άλγεβρας, το σύστημα που είναι καταλληλότερο για τον συγκεκριμένο σκοπό του.5 Τα αξιώματα από τα οποία εκκινεί ένα παραγωγικό σύστημα επιλέγονται αυθαίρετα. Δεν μας λένε τίποτε για την πραγματικότητα. Δεν υπάρχουν πρώτες αρχές δοσμένες a priori στον ανθρώπινο νου.6 Αυτή είναι η θεωρία του περίφημου «Κύκλου της Βιέννης» και άλλων σύγχρονων σχολών του ριζοσπαστικού εμπειρισμού και του λογικού θετικισμού.
The empiricist reaction against apriorism centers around a misleading interpretation of the non-Euclidean geometries, the nineteenth century’s most important contribution to mathematics. It stresses the arbitrary character of axioms and premises and the tautological character of deductive reasoning. Deduction, it teaches, cannot add anything to our knowledge of reality. It merely makes explicit what was already implicit in the premises. As these premises are merely products of the mind and not derived from experience, what is deduced from them cannot assert anything about the state of the universe. What logic, mathematics, and other aprioristic deductive theories bring forward are at best convenient or handy tools for scientific operations. It is one of the tasks incumbent upon the scientist to choose for his work out of the multiplicity of the various existing systems of logic, geometry, and algebra the system that is most convenient for his specific purpose. The axioms from which a deductive system departs are arbitrarily selected. They do not tell us anything about reality. There is no such thing as first principles a priori given to the human mind. Such is the doctrine of the famous “Vienna Circle” and of other contemporary schools of radical empiricism and logical positivism.
Για να εξετάσουμε αυτή τη φιλοσοφία, ας αναφερθούμε στη σύγκρουση μεταξύ της ευκλείδειας γεωμετρίας και των μη ευκλείδειων γεωμετριών, η οποία προκάλεσε αυτές τις αντιπαραθέσεις. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο τεχνικός σχεδιασμός που καθοδηγείται από το ευκλείδειο σύστημα οδήγησε σε αποτελέσματα τα οποία έπρεπε να αναμένονται σύμφωνα με τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτό το σύστημα. Τα κτίρια δεν καταρρέουν και οι μηχανές λειτουργούν με τον αναμενόμενο τρόπο. Ο μηχανικός της πράξης δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτή η γεωμετρία τον βοήθησε στις προσπάθειές του να εκτρέψει τα συμβάντα του πραγματικού εξωτερικού κόσμου από την πορεία που θα είχαν ακολουθήσει αν δεν είχε παρέμβει και να τα κατευθύνει προς τους σκοπούς που ήθελε να επιτύχει. Πρέπει να συμπεράνει ότι αυτή η γεωμετρία, μολονότι βασίζεται σε ορισμένες a priori ιδέες, καταφάσκει κάτι για την πραγματικότητα και τη φύση. Ο πραγματιστής δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι η ευκλείδεια γεωμετρία λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί κάθε a posteriori γνώση που παρέχουν οι πειραματικές φυσικές επιστήμες. Πέρα από το γεγονός ότι η διάταξη των εργαστηριακών πειραμάτων προϋποθέτει ήδη και συνεπάγεται την εγκυρότητα του ευκλείδειου σχήματος, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το γεγονός πως η Γέφυρα George Washington επάνω από τον ποταμό Hudson και πολλές χιλιάδες άλλες γέφυρες παρέχουν τις υπηρεσίες που οι κατασκευαστές επιδίωκαν να εξασφαλίσουν επιβεβαιώνει την πρακτική αλήθεια όχι μόνο των εφαρμοσμένων διδαγμάτων της φυσικής, της χημείας και της μεταλλουργίας, αλλά εξίσου και εκείνων της γεωμετρίας του Ευκλείδη. Αυτό σημαίνει ότι τα αξιώματα από τα οποία εκκινεί ο Ευκλείδης μάς λένε κάτι για τον εξωτερικό κόσμο το οποίο, στον νου μας, πρέπει να φαίνεται όχι λιγότερο «αληθές» από τα διδάγματα των πειραματικών φυσικών επιστημών.
In order to examine this philosophy, let us refer to the conflict between the Euclidian geometry and the non-Euclidian geometries which gave rise to these controversies. It is an undeniable fact that technological planning guided by the Euclidian system resulted in effects that had to be expected according to the inferences derived from this system. The buildings do not collapse, and the machines run in the expected way. The practical engineer cannot deny that this geometry aided him in his endeavors to divert events of the real external world from the course they would have taken in the absence of his intervention and to direct them towards goals that he wanted to attain. He must conclude that this geometry, although based upon definite a priori ideas, affirms something about reality and nature. The pragmatist cannot help admitting that Euclidian geometry works in the same way in which all a posteriori knowledge provided by the experimental natural sciences works. Aside from the fact that the arrangement of laboratory experiments already presupposes and implies the validity of the Euclidian scheme, we must not forget that the fact that the George Washington bridge over the Hudson River and many thousand other bridges render the services the constructors wanted to get confirms the practical truth not only of the applied teachings of physics, chemistry, and metallurgy, but no less of those of the geometry of Euclid. This means that the axioms from which Euclid starts tell us something about the external world that to our mind must appear no less “true” than the teachings of the experimental natural sciences.
Οι επικριτές του απριορισμού επικαλούνται το γεγονός ότι, για την πραγμάτευση ορισμένων προβλημάτων, η προσφυγή σε μία από τις μη ευκλείδειες γεωμετρίες φαίνεται καταλληλότερη από την προσφυγή στο ευκλείδειο σύστημα. Τα στερεά σώματα και οι φωτεινές ακτίνες του περιβάλλοντός μας, λέει ο Reichenbach, συμπεριφέρονται σύμφωνα με τους νόμους του Ευκλείδη. Αυτό, όμως, προσθέτει, είναι απλώς «ένα ευτυχές εμπειρικό γεγονός». Πέρα από τον χώρο του περιβάλλοντός μας, ο φυσικός κόσμος συμπεριφέρεται σύμφωνα με άλλες γεωμετρίες.7 Δεν υπάρχει ανάγκη να αντιπαρατεθούμε επάνω σε αυτό το σημείο. Διότι και αυτές οι άλλες γεωμετρίες εκκινούν από a priori αξιώματα και όχι από πειραματικά γεγονότα. Εκείνο που οι πανεμπειριστές αδυνατούν να εξηγήσουν είναι πώς μια παραγωγική θεωρία, η οποία εκκινεί από δήθεν αυθαίρετα αιτήματα, παρέχει πολύτιμες, ακόμη και απαραίτητες, υπηρεσίες στις προσπάθειες να περιγραφούν ορθά οι συνθήκες του εξωτερικού κόσμου και να αντιμετωπιστούν επιτυχώς.
The critics of apriorism refer to the fact that for the treatment of certain problems recourse to one of the non-Euclidian geometries appears more convenient than recourse to the Euclidian system. The solid bodies and light rays of our environment, says Reichenbach, behave according to the laws of Euclid. But this, he adds, is merely “a fortunate empirical fact.” Beyond the space of our environment the physical world behaves according to other geometries. There is no need to argue this point. For these other geometries also start from a priori axioms, not from experimental facts. What the panempiricists fail to explain is how a deductive theory, starting from allegedly arbitrary postulates, renders valuable, even indispensable, services in the endeavors to describe correctly the conditions of the external world and to deal with them successfully.
Το ευτυχές εμπειρικό γεγονός στο οποίο αναφέρεται ο Reichenbach είναι το γεγονός ότι ο ανθρώπινος νους έχει την ικανότητα να αναπτύσσει θεωρίες οι οποίες, μολονότι είναι a priori, συμβάλλουν καθοριστικά στις προσπάθειες συγκρότησης οποιουδήποτε a posteriori συστήματος γνώσης. Μολονότι η λογική, τα μαθηματικά και η πραξεολογία δεν προέρχονται από την εμπειρία, δεν κατασκευάζονται αυθαίρετα, αλλά μας επιβάλλονται από τον κόσμο στον οποίο ζούμε και δρούμε και τον οποίο θέλουμε να μελετήσουμε.8 Δεν είναι κενά, δεν στερούνται νοήματος και δεν είναι απλώς λεκτικά. Αποτελούν —για τον άνθρωπο— τους γενικότερους νόμους του σύμπαντος και, χωρίς αυτά, καμία γνώση δεν θα ήταν προσιτή στον άνθρωπο.
The fortunate empirical fact to which Reichenbach refers is the fact that the human mind has the ability to develop theories which, although a priori, are instrumental in the endeavors to construct any a posteriori system of knowledge. Although logic, mathematics, and praxeology are not derived from experience, they are not arbitrarily made, but imposed upon us by the world in which we live and act and which we want to study. They are not empty, not meaningless, and not merely verbal. They are—for man—the most general laws of the universe, and without them no knowledge would be accessible to man.
Οι a priori κατηγορίες αποτελούν την προικοδότηση που επιτρέπει στον άνθρωπο να επιτύχει καθετί το ειδικώς ανθρώπινο και τον διακρίνει από όλα τα άλλα όντα. Η ανάλυσή τους είναι ανάλυση της ανθρώπινης κατάστασης, του ρόλου που διαδραματίζει ο άνθρωπος στο σύμπαν. Αποτελούν τη δύναμη που επιτρέπει στον άνθρωπο να δημιουργεί και να παράγει όλα όσα αποκαλούνται ανθρώπινος πολιτισμός.
The a priori categories are the endowment that enables man to attain all that is specifically human and distinguishes him from all other beings. Their analysis is analysis of the human condition, the role man plays in the universe. They are the force that enables man to create and to produce all that is called human civilization.
2. Μια υπόθεση σχετικά με την προέλευση των a priori κατηγοριών
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. A Hypothesis about the Origin of A Priori Categories
Οι έννοιες της φυσικής επιλογής και της εξέλιξης καθιστούν δυνατή τη διατύπωση μιας υπόθεσης σχετικά με την ανάδυση της λογικής δομής του ανθρώπινου νου και του a priori.
The concepts of natural selection and evolution make it possible to develop a hypothesis about the emergence of the logical structure of the human mind and the a priori.
Τα ζώα καθοδηγούνται από παρορμήσεις και ένστικτα. Η φυσική επιλογή εξάλειψε εκείνα τα άτομα και τα είδη που ανέπτυξαν ένστικτα τα οποία αποτελούσαν μειονέκτημα στον αγώνα για επιβίωση. Επιβίωσαν και μπόρεσαν να διαιωνίσουν το είδος τους μόνο όσα ήταν προικισμένα με παρορμήσεις πρόσφορες για την αυτοσυντήρησή τους.
Animals are driven by impulses and instincts. Natural selection eliminated those specimens and species which developed instincts that were a liability in the struggle for survival. Only those endowed with impulses serviceable to their preservation survived and could propagate their species.
Τίποτε δεν μας εμποδίζει να υποθέσουμε ότι, κατά τη μακρά πορεία που οδήγησε από τους μη ανθρώπινους προγόνους του ανθρώπου στην εμφάνιση του είδους Homo sapiens, ορισμένες ομάδες εξελιγμένων ανθρωποειδών πειραματίστηκαν, ούτως ειπείν, με κατηγοριακές έννοιες διαφορετικές από εκείνες του Homo sapiens και επιχείρησαν να τις χρησιμοποιήσουν για την καθοδήγηση της συμπεριφοράς τους. Επειδή, όμως, τέτοιες ψευδοκατηγορίες δεν ήταν προσαρμοσμένες στις συνθήκες της πραγματικότητας, η συμπεριφορά που κατευθυνόταν από έναν οιονεί συλλογισμό βασισμένο σε αυτές ήταν καταδικασμένη να αποτύχει και να αποβεί ολέθρια για όσους την ακολουθούσαν. Μόνο οι ομάδες εκείνες των οποίων τα μέλη δρούσαν σύμφωνα με τις ορθές κατηγορίες —δηλαδή με εκείνες που βρίσκονταν σε συμφωνία με την πραγματικότητα και, επομένως, για να χρησιμοποιήσουμε την έννοια του πραγματισμού, λειτουργούσαν— μπορούσαν να επιβιώσουν.9
We are not prevented from assuming that in the long way that led from the nonhuman ancestors of man to the emergence of the species Homo sapiens some groups of advanced anthropoids experimented, as it were, with categorial concepts different from those of Homo sapiens and tried to use them for the guidance of their conduct. But as such pseudo categories were not adjusted to the conditions of reality, behavior directed by a quasi reasoning based upon them was bound to fail and to spell disaster to those committed to it. Only those groups could survive whose members acted in accordance with the right categories, i.e., with those that were in conformity with reality and therefore—to use the concept of pragmatism—worked.
Ωστόσο, η αναφορά σε αυτή την ερμηνεία της προέλευσης των a priori κατηγοριών δεν μας παρέχει το δικαίωμα να τις αποκαλούμε καταστάλαγμα της εμπειρίας —μιας προανθρώπινης και προλογικής εμπειρίας, ούτως ειπείν.10 Δεν πρέπει να εξαλείψουμε τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ σκοπιμότητας και απουσίας σκοπιμότητας.
However, reference to this interpretation of the origin of the a priori categories does not entitle us to call them a precipitate of experience, of a prehuman and prelogical experience as it were. We must not blot out the fundamental difference between finality and the absence of finality.
Η δαρβινική έννοια της φυσικής επιλογής επιχειρεί να εξηγήσει τη φυλογενετική μεταβολή ως φυσικό φαινόμενο, χωρίς προσφυγή στη σκοπιμότητα. Η φυσική επιλογή δεν λειτουργεί απλώς χωρίς οποιαδήποτε σκόπιμη παρέμβαση εκ μέρους εξωτερικών παραγόντων· λειτουργεί επίσης χωρίς οποιαδήποτε εκ προθέσεως συμπεριφορά εκ μέρους των επιμέρους ατόμων τα οποία αφορά.
The Darwinian concept of natural selection tries to explain phylogenetic change without recourse to finality as a natural phenomenon. Natural selection is operative not only without any purposive interference on the part of external elements; it operates also without any intentional behavior on the part of the various specimens concerned.
Η εμπειρία είναι μια νοητική πράξη σκεπτόμενων και δρώντων ανθρώπων. Είναι αδύνατον να της αποδοθεί οποιοσδήποτε ρόλος σε μια αμιγώς φυσική αλυσίδα αιτιότητας, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι η απουσία εκ προθέσεως συμπεριφοράς. Είναι λογικώς αδύνατος οποιοσδήποτε συμβιβασμός μεταξύ σχεδιασμού και απουσίας σχεδιασμού. Τα πρωτεύοντα εκείνα που διέθεταν τις πρόσφορες κατηγορίες επιβίωσαν όχι επειδή, έχοντας αποκτήσει την εμπειρία ότι οι κατηγορίες τους ήταν πρόσφορες, αποφάσισαν να εμμείνουν σε αυτές. Επιβίωσαν επειδή δεν προσέφυγαν σε άλλες κατηγορίες, οι οποίες θα είχαν ως αποτέλεσμα τον ίδιο τους τον αφανισμό. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η εξελικτική διαδικασία εξάλειψε όλες τις άλλες ομάδες των οποίων τα άτομα, εξαιτίας συγκεκριμένων ιδιοτήτων του σώματός τους, δεν ήταν ικανά να επιβιώσουν υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες του περιβάλλοντός τους, εξάλειψε και εκείνες τις ομάδες των οποίων ο νους είχε αναπτυχθεί κατά τρόπο που καθιστούσε ολέθρια τη χρήση του για την καθοδήγηση της συμπεριφοράς.
Experience is a mental act on the part of thinking and acting men. It is impossible to assign to it any role in a purely natural chain of causation the characteristic mark of which is the absence of intentional behavior. It is logically impossible to compromise between design and the absence of design. Those primates who had the serviceable categories survived, not because, having had the experience that their categories were serviceable, they decided to cling to them. They survived because they did not resort to other categories that would have resulted in their own extirpation. In the same way in which the evolutionary process eliminated all other groups whose individuals, because of specific properties of their bodies, were not fit for life under the special conditions of their environment, it eliminated also those groups whose minds developed in a way that made their use for the guidance of conduct pernicious.
Οι a priori κατηγορίες δεν είναι έμφυτες ιδέες. Εκείνο που το φυσιολογικό —υγιές— παιδί κληρονομεί από τους γονείς του δεν είναι κάποιες κατηγορίες, ιδέες ή έννοιες, αλλά ο ανθρώπινος νους, ο οποίος έχει την ικανότητα να μαθαίνει και να συλλαμβάνει ιδέες, την ικανότητα να καθιστά τον φορέα του ικανό να συμπεριφέρεται ως ανθρώπινο ον, δηλαδή να δρα.
The a priori categories are not innate ideas. What the normal—healthy—child inherits from his parents are not any categories, ideas, or concepts, but the human mind that has the capacity to learn and to conceive ideas, the capacity to make its bearer behave as a human being, i.e., to act.
Όπως και αν αντιλαμβανόμαστε αυτό το πρόβλημα, ένα πράγμα είναι βέβαιο. Εφόσον οι a priori κατηγορίες που απορρέουν από τη λογική δομή του ανθρώπινου νου επέτρεψαν στον άνθρωπο να αναπτύξει θεωρίες των οποίων η πρακτική εφαρμογή τον βοήθησε στις προσπάθειές του να αντεπεξέλθει στον αγώνα για επιβίωση και να επιτύχει διάφορους σκοπούς τους οποίους επιδίωκε, οι κατηγορίες αυτές παρέχουν ορισμένες πληροφορίες για την πραγματικότητα του σύμπαντος. Δεν είναι απλώς αυθαίρετες παραδοχές χωρίς καμία πληροφοριακή αξία ούτε απλές συμβάσεις που θα μπορούσαν εξίσου εύκολα να αντικατασταθούν από κάποιες άλλες συμβάσεις. Αποτελούν το αναγκαίο νοητικό εργαλείο για τη συστηματική διάταξη των αισθητηριακών δεδομένων, για τη μετατροπή τους σε γεγονότα της εμπειρίας, κατόπιν των γεγονότων αυτών σε δομικά υλικά για την οικοδόμηση θεωριών και, τέλος, των θεωριών σε τεχνικές για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών.
However we may think about this problem, one thing is certain. Since the a priori categories emanating from the logical structure of the human mind have enabled man to develop theories the practical application of which has aided him in his endeavors to hold his own in the struggle for survival and to attain various ends that he wanted to attain, these categories provide some information about the reality of the universe. They are not merely arbitrary assumptions without any informative value, not mere conventions that could as well be replaced by some other conventions. They are the necessary mental tool to arrange sense data in a systematic way, to transform them into facts of experience, then these facts into bricks to build theories, and finally the theories into technics to attain ends aimed at.
Και τα ζώα είναι προικισμένα με αισθήσεις· ορισμένα από αυτά είναι μάλιστα ικανά να αισθάνονται ερεθίσματα τα οποία δεν επηρεάζουν τις αισθήσεις του ανθρώπου. Εκείνο που τα εμποδίζει να αξιοποιήσουν όσα τους μεταδίδουν οι αισθήσεις τους κατά τον τρόπο με τον οποίο τα αξιοποιεί ο άνθρωπος δεν είναι η κατωτερότητα του αισθητηριακού τους εξοπλισμού, αλλά το γεγονός ότι στερούνται αυτού που αποκαλείται ανθρώπινος νους, με τη λογική του δομή και τις a priori κατηγορίες του.
The animals too are equipped with senses; some of them are even capable of sensing stimuli that do not affect man’s senses. What prevents them from taking advantage of what their senses convey to them in the way man does, is not an inferiority of their sense equipment, but the fact that they lack what is called the human mind with its logical structure, its a priori categories.
Η θεωρία, σε αντιδιαστολή προς την ιστορία, είναι η αναζήτηση σταθερών σχέσεων μεταξύ οντοτήτων ή, πράγμα που σημαίνει το ίδιο, κανονικότητας στη διαδοχή των συμβάντων. Θεμελιώνοντας την επιστημολογία ως θεωρία της γνώσης, ο φιλόσοφος προϋποθέτει ή διαβεβαιώνει σιωπηρά ότι υπάρχει στην πνευματική προσπάθεια του ανθρώπου κάτι που παραμένει αμετάβλητο, και συγκεκριμένα η λογική δομή του ανθρώπινου νου.
Theory as distinct from history is the search for constant relations between entities or, what means the same, for regularity in the succession of events. In establishing epistemology as a theory of knowledge, the philosopher implicitly assumes or asserts that there is in the intellectual effort of man something that remains unchanged, viz., the logical structure of the human mind.
Εάν δεν υπήρχε τίποτε μόνιμο στις εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου, δεν θα μπορούσε να υπάρχει καμία θεωρία της γνώσης, αλλά μόνο μια ιστορική εξιστόρηση των διαφόρων προσπαθειών που κατέβαλαν οι άνθρωποι για να αποκτήσουν γνώση. Η κατάσταση της επιστημολογίας θα έμοιαζε με εκείνη των διαφόρων κλάδων της ιστορίας, όπως, επί παραδείγματι, αυτού που αποκαλείται πολιτική επιστήμη. Κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η πολιτική επιστήμη απλώς καταγράφει όσα έχουν γίνει ή προταθεί στο πεδίο της κατά το παρελθόν, αλλά αδυνατεί να διατυπώσει οτιδήποτε σχετικά με αμετάβλητες σχέσεις μεταξύ των στοιχείων που πραγματεύεται, η επιστημολογία θα έπρεπε να περιορίσει το έργο της στη συγκέντρωση ιστορικών δεδομένων σχετικά με τις νοητικές δραστηριότητες του παρελθόντος.
If there were nothing permanent in the manifestations of the human mind, there could not be any theory of knowledge, but merely a historical account of the various attempts made by men to acquire knowledge. The condition of epistemology would resemble that of the various branches of history, e.g., what is called political science. In the same way in which political science merely records what has been done or has been suggested in its field in the past, but is at a loss to tell anything about invariant relations among the elements with which it deals, epistemology would have to restrict its work to the assemblage of historical data about the mental activities of the past.
Τονίζοντας το γεγονός ότι η λογική δομή του ανθρώπινου νου είναι κοινή σε όλα τα άτομα του είδους Homo sapiens, δεν επιδιώκουμε να ισχυριστούμε ότι αυτός ο ανθρώπινος νους, όπως τον γνωρίζουμε, είναι το μόνο ή το καλύτερο δυνατό νοητικό εργαλείο που θα μπορούσε να συλληφθεί ή που έχει ποτέ υπάρξει και θα υπάρξει ποτέ. Στην επιστημολογία, όπως και σε όλες τις άλλες επιστήμες, δεν πραγματευόμαστε ούτε την αιωνιότητα ούτε συνθήκες που επικρατούν σε μέρη του σύμπαντος από τα οποία κανένα σήμα δεν φθάνει στη δική μας περιοχή ούτε όσα ενδέχεται να συμβούν σε μελλοντικούς αιώνες του κοσμικού χρόνου. Ίσως να υπάρχουν κάπου στο άπειρο σύμπαν όντα των οποίων ο νους υπερέχει του δικού μας στον ίδιο βαθμό στον οποίο ο δικός μας υπερέχει του νου των εντόμων. Ίσως κάποτε, κάπου, να υπάρξουν όντα που θα μας αντιμετωπίζουν με την ίδια συγκατάβαση με την οποία εμείς αντιμετωπίζουμε τις αμοιβάδες. Η επιστημονική σκέψη, όμως, δεν μπορεί να επιδίδεται σε τέτοιες φαντασιακές απεικονίσεις. Είναι υποχρεωμένη να περιορίζεται σε ό,τι είναι προσιτό στον ανθρώπινο νου όπως αυτός είναι.
In stressing the fact that the logical structure of the human mind is common to all specimens of the species Homo sapiens, we do not want to assert that this human mind as we know it is the only or the best possible mental tool that could be devised or that has ever been and will ever be called into existence. In epistemology, as well as in all other sciences, we are dealing neither with eternity nor with conditions in parts of the universe from which no sign reaches our orbit nor with what may possibly happen in future aeons. Perhaps there are somewhere in the infinite universe beings whose minds outrank our minds to the same extent as our minds surpass those of the insects. Perhaps there will once somewhere live beings who will look upon us with the same condescension as we look upon amoebae. But scientific thinking cannot indulge in such imagery. It is bound to limit itself to what is accessible to the human mind as it is.
Δεν αναιρεί κανείς τη γνωστική σημασία του a priori χαρακτηρίζοντάς το ταυτολογικό. Μια ταυτολογία πρέπει ex definitione να αποτελεί ταυτολογία —επαναδιατύπωση— κάποιου πράγματος που έχει ήδη ειπωθεί προηγουμένως. Εάν χαρακτηρίσουμε την ευκλείδεια γεωμετρία ως ιεραρχικό σύστημα ταυτολογιών, μπορούμε να πούμε: το Πυθαγόρειο θεώρημα είναι ταυτολογικό, καθώς εκφράζει απλώς κάτι που εμπεριέχεται ήδη στον ορισμό του ορθογώνιου τριγώνου.
One does not annul the cognitive significance of the a priori by qualifying it as tautological. A tautology must ex definitione be the tautology—restatement—of something said already previously. If we qualify Euclidian geometry as a hierarchical system of tautologies, we may say: The theorem of Pythagoras is tautological as it expresses merely something that is already implied in the definition of a right-angled triangle.
Το ερώτημα, όμως, είναι το εξής: Πώς φθάσαμε στην πρώτη —τη βασική— πρόταση, της οποίας η δεύτερη —η παράγωγη— πρόταση αποτελεί απλώς ταυτολογία; Στην περίπτωση των διαφόρων γεωμετριών, οι απαντήσεις που δίνονται σήμερα είναι είτε (α) μέσω αυθαίρετης επιλογής είτε (β) λόγω της ευχρηστίας ή της καταλληλότητάς της. Μια τέτοια απάντηση δεν μπορεί να δοθεί όσον αφορά την κατηγορία της δράσης.
But the question is: How did we get the first—the basic—proposition of which the second—the derived—proposition is merely a tautology? In the case of the various geometries the answers given today are either (a) by an arbitrary choice or (b) on account of its convenience or suitability. Such an answer cannot be given with regard to the category of action.
Ούτε μπορούμε να ερμηνεύσουμε την έννοια που έχουμε περί δράσης ως καταστάλαγμα της εμπειρίας. Έχει νόημα να μιλούμε για εμπειρία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες, πριν από την εμπειρία, θα μπορούσε ενδεχομένως να αναμένεται και κάτι διαφορετικό από εκείνο που βιώθηκε in concreto. Η εμπειρία μάς λέει κάτι το οποίο δεν γνωρίζαμε προηγουμένως και δεν θα μπορούσαμε να μάθουμε αν δεν είχαμε αποκτήσει αυτή την εμπειρία. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της a priori γνώσης, όμως, είναι ότι δεν μπορούμε να διανοηθούμε ως αληθή την άρνησή της ούτε κάτι που θα ερχόταν σε αντίθεση με αυτήν. Ό,τι εκφράζει το a priori εμπεριέχεται αναγκαίως σε κάθε πρόταση που αφορά το υπό εξέταση ζήτημα. Εμπεριέχεται σε κάθε σκέψη και δράση μας.
Neither can we interpret our concept of action as a precipitate of experience. It makes sense to speak of experience in cases in which also something different from what was experienced in concreto could have possibly been expected before the experience. Experience tells us something we did not know before and could not learn but for having had the experience. But the characteristic feature of a priori knowledge is that we cannot think of the truth of its negation or of something that would be at variance with it. What the a priori expresses is necessarily implied in every proposition concerning the issue in question. It is implied in all our thinking and acting.
Όταν χαρακτηρίζουμε μια έννοια ή μια πρόταση ως a priori, θέλουμε να πούμε: πρώτον, ότι η άρνηση αυτού που διατυπώνει είναι αδιανόητη για τον ανθρώπινο νου και του φαίνεται παράλογη· δεύτερον, ότι αυτή η a priori έννοια ή πρόταση εμπεριέχεται αναγκαίως στη νοητική μας προσέγγιση όλων των συναφών προβλημάτων, δηλαδή στη σκέψη και τη δράση μας αναφορικά με αυτά τα προβλήματα.
If we qualify a concept or a proposition as a priori, we want to say: first, that the negation of what it asserts is unthinkable for the human mind and appears to it as nonsense; secondly, that this a priori concept or proposition is necessarily implied in our mental approach to all the problems concerned, i.e., in our thinking and acting concerning these problems.
Οι a priori κατηγορίες αποτελούν τη νοητική προικοδότηση χάρη στην οποία ο άνθρωπος είναι ικανός να σκέπτεται και να αποκτά εμπειρίες και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να αποκτά γνώση. Η αλήθεια ή η εγκυρότητά τους δεν μπορεί να αποδειχθεί ή να ανασκευαστεί όπως εκείνη των a posteriori προτάσεων, διότι αυτές ακριβώς οι κατηγορίες αποτελούν το όργανο που μας επιτρέπει να διακρίνουμε το αληθές ή έγκυρο από εκείνο που δεν είναι αληθές ή έγκυρο.
The a priori categories are the mental equipment by dint of which man is able to think and to experience and thus to acquire knowledge. Their truth or validity cannot be proved or refuted as can those of a posteriori propositions, because they are precisely the instrument that enables us to distinguish what is true or valid from what is not.
Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ό,τι η φύση ή η δομή των αισθήσεων και του νου μας καθιστά κατανοητό σε εμάς. Βλέπουμε την πραγματικότητα όχι όπως «είναι» και όπως ενδέχεται να εμφανίζεται σε ένα τέλειο ον, αλλά μόνο όπως μας επιτρέπει να τη βλέπουμε η ιδιαίτερη συγκρότηση του νου και των αισθήσεών μας. Ο ριζοσπαστικός εμπειρισμός και ο θετικισμός δεν θέλουν να το παραδεχθούν αυτό. Όπως την περιγράφουν, η πραγματικότητα γράφει, υπό τη μορφή της εμπειρίας, τη δική της ιστορία επάνω στα λευκά φύλλα του ανθρώπινου νου. Παραδέχονται ότι οι αισθήσεις μας είναι ατελείς και δεν αντανακλούν πλήρως και πιστά την πραγματικότητα. Δεν εξετάζουν, όμως, την ικανότητα του νου να παράγει, από το υλικό που παρέχει η αίσθηση, μια μη παραμορφωμένη αναπαράσταση της πραγματικότητας. Όταν πραγματευόμαστε το a priori, πραγματευόμαστε τα νοητικά εργαλεία που μας επιτρέπουν να αποκτούμε εμπειρίες, να μαθαίνουμε, να γνωρίζουμε και να δρούμε. Πραγματευόμαστε την ικανότητα του νου, και αυτό συνεπάγεται ότι πραγματευόμαστε τα όρια της ικανότητάς του.
What we know is what the nature or structure of our senses and of our mind makes comprehensible to us. We see reality, not as it “is” and may appear to a perfect being, but only as the quality of our mind and of our senses enables us to see it. Radical empiricism and positivism do not want to admit this. As they describe it, reality writes, as experience, its own story upon the white sheets of the human mind. They admit that our senses are imperfect and do not fully and faithfully reflect reality. But they do not examine the power of the mind to produce, out of the material provided by sensation, an undistorted representation of reality. In dealing with the a priori we are dealing with the mental tools that enable us to experience, to learn, to know, and to act. We are dealing with the mind’s power, and this implies that we are dealing with the limits of its power.
Δεν πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι η αναπαράσταση που σχηματίζουμε για την πραγματικότητα του σύμπαντος καθορίζεται από τη δομή τόσο του νου όσο και των αισθήσεών μας. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε την υπόθεση ότι υπάρχουν γνωρίσματα της πραγματικότητας τα οποία παραμένουν κρυμμένα από τις νοητικές μας ικανότητες, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτά από όντα προικισμένα με αποτελεσματικότερο νου και ασφαλώς από ένα τέλειο ον. Οφείλουμε να προσπαθούμε να συνειδητοποιήσουμε τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τους περιορισμούς του νου μας, ώστε να μην πέσουμε θύματα της ψευδαίσθησης της παντογνωσίας.
We must never forget that our representation of the reality of the universe is conditioned by the structure of our mind as well as of our senses. We cannot preclude the hypothesis that there are features of reality that are hidden to our mental faculties but could be noticed by beings equipped with a more efficient mind and certainly by a perfect being. We must try to become aware of the characteristic features and limitations of our mind in order not to fall prey to the illusion of omniscience.
Η θετικιστική αλαζονεία ορισμένων από τους προδρόμους του σύγχρονου θετικισμού εκδηλώθηκε με τον πλέον απροκάλυπτο τρόπο στη ρήση: ο Θεός είναι μαθηματικός. Πώς μπορούν οι θνητοί, οι οποίοι είναι προικισμένοι με καταφανώς ατελείς αισθήσεις, να αξιώνουν για τον νου τους την ικανότητα να συλλαμβάνει το σύμπαν κατά τον ίδιο τρόπο με τον οποίο μπορεί να το συλλαμβάνει το απολύτως τέλειο ον; Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναλύσει ουσιώδη γνωρίσματα της πραγματικότητας χωρίς τη συνδρομή των εργαλείων των μαθηματικών. Αλλά το τέλειο ον;
The positivistic conceit of some of the forerunners of modern positivism manifested itself most blatantly in the dictum: God is a mathematician. How can mortals, equipped with manifestly imperfect senses, claim for their mind the faculty of conceiving the universe in the same way in which the wholly perfect may conceive it? Man cannot analyze essential features of reality without the help provided by the tools of mathematics. But the perfect being?
Σε τελευταία ανάλυση, είναι εντελώς περιττό να σπαταλούμε χρόνο σε αντιπαραθέσεις σχετικά με το a priori. Κανείς δεν αρνείται ούτε θα μπορούσε να αρνηθεί ότι κανένας ανθρώπινος συλλογισμός και καμία ανθρώπινη αναζήτηση της γνώσης δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς όσα μας λένε αυτές οι a priori έννοιες, κατηγορίες και προτάσεις. Καμία σοφιστική μικρολογία δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε κατ’ ελάχιστον τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει η κατηγορία της δράσης σε όλα τα προβλήματα της επιστήμης του ανθρώπου, της πραξεολογίας, της οικονομικής επιστήμης και της ιστορίας.
After all, it is quite supererogatory to waste time upon controversies concerning the a priori. Nobody denies or could deny that no human reasoning and no human search for knowledge could dispense with what these a priori concepts, categories, and propositions tell us. No quibbling can in the least affect the fundamental role played by the category of action for all the problems of the science of man, for praxeology, for economics, and for history.
4. Η a priori αναπαράσταση της πραγματικότητας
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The A Priori Representation of Reality
Καμία σκέψη και καμία δράση δεν θα ήταν δυνατή για τον άνθρωπο, εάν το σύμπαν ήταν χαοτικό, δηλαδή εάν δεν υπήρχε καμία απολύτως κανονικότητα στη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση των συμβάντων. Σε έναν τέτοιο κόσμο απεριόριστης ενδεχομενικότητας, τίποτε δεν θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό πέρα από μια αδιάκοπη καλειδοσκοπική μεταβολή. Ο άνθρωπος δεν θα είχε τη δυνατότητα να αναμένει οτιδήποτε. Κάθε εμπειρία θα ήταν απλώς ιστορική, μια καταγραφή όσων συνέβησαν στο παρελθόν. Κανένα συμπέρασμα από συμβάντα του παρελθόντος για όσα ενδέχεται να συμβούν στο μέλλον δεν θα ήταν θεμιτό. Ως εκ τούτου, ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να δρα. Θα μπορούσε, στην καλύτερη περίπτωση, να είναι ένας παθητικός θεατής και δεν θα ήταν ικανός να προβαίνει σε καμία διευθέτηση για το μέλλον, έστω και μόνο για το μέλλον της αμέσως επόμενης στιγμής. Το πρώτο και θεμελιώδες επίτευγμα της σκέψης είναι η επίγνωση σταθερών σχέσεων μεταξύ των εξωτερικών φαινομένων που επενεργούν στις αισθήσεις μας. Ένα σύνολο συμβάντων τα οποία συνδέονται κατά τρόπο κανονικό και καθορισμένο με άλλα συμβάντα αποκαλείται συγκεκριμένο πράγμα και, ως τέτοιο, διακρίνεται από άλλα συγκεκριμένα πράγματα. Αφετηρία της εμπειρικής γνώσης είναι η γνώση ότι ένα A ακολουθείται πάντοτε από ένα B. Η αξιοποίηση αυτής της γνώσης είτε για την πρόκληση του B είτε για την αποτροπή της εμφάνισης του B αποκαλείται δράση. Ο πρωταρχικός σκοπός της δράσης είναι είτε να επιφέρει το B είτε να εμποδίσει την επέλευσή του.
No thinking and no acting would be possible to man if the universe were chaotic, i.e., if there were no regularity whatever in the succession and concatenation of events. In such a world of unlimited contingency nothing could be perceived but ceaseless kaleidoscopic change. There would be no possibility for man to expect anything. All experience would be merely historical, the record of what has happened in the past. No inference from past events to what might happen in the future would be permissible. Therefore man could not act. He could at best be a passive spectator and would not be able to make any arrangements for the future, be it only for the future of the impending instant. The first and basic achievement of thinking is the awareness of constant relations among the external phenomena that affect our senses. A bundle of events that are regularly related in a definite way to other events is called a specific thing and as such distinguished from other specific things. The starting point of experimental knowledge is the cognition that an A is uniformly followed by a B. The utilization of this knowledge either for the production of B or for the avoidance of the emergence of B is called action. The primary objective of action is either to bring about B or to prevent its happening.
Ό,τι και αν λένε οι φιλόσοφοι για την αιτιότητα, παραμένει γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν καμία δράση χωρίς να καθοδηγούνται από αυτήν. Ούτε μπορούμε να συλλάβουμε έναν νου που να μην έχει επίγνωση του δεσμού μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να μιλούμε για την αιτιότητα ως κατηγορία ή ως a priori της σκέψης και της δράσης.
Whatever philosophers may say about causality, the fact remains that no action could be performed by men not guided by it. Neither can we imagine a mind not aware of the nexus of cause and effect. In this sense we may speak of causality as a category or an a priori of thinking and acting.
Στον άνθρωπο που επιθυμεί διακαώς να άρει, μέσω σκόπιμης συμπεριφοράς, κάποια αισθητή δυσφορία, τίθεται το ερώτημα: Πού, πώς και πότε θα ήταν αναγκαίο να παρέμβει, ώστε να επιτύχει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα; Η γνώση της σχέσης μεταξύ μιας αιτίας και του αποτελέσματός της είναι το πρώτο βήμα προς τον προσανατολισμό του ανθρώπου μέσα στον κόσμο και αποτελεί τη διανοητική προϋπόθεση κάθε επιτυχούς δραστηριότητας. Όλες οι απόπειρες να εξευρεθεί ένα ικανοποιητικό λογικό, επιστημολογικό ή μεταφυσικό θεμέλιο για την κατηγορία της αιτιότητας ήταν καταδικασμένες να αποτύχουν. Το μόνο που μπορούμε να πούμε για την αιτιότητα είναι ότι αποτελεί a priori όχι μόνο της ανθρώπινης σκέψης, αλλά και της ανθρώπινης δράσης.
To the man anxious to remove by purposive conduct some uneasiness felt, the question occurs: Where, how, and when would it be necessary to interfere in order to obtain a definite result? Cognizance of the relation between a cause and its effect is the first step toward man’s orientation in the world and is the intellectual condition of any successful activity. All attempts to find a satisfactory logical, epistemological, or metaphysical foundation for the category of causality were doomed to fail. All we can say about causality is that it is a priori not only of human thought but also of human action.
Διαπρεπείς φιλόσοφοι επιχείρησαν να καταρτίσουν έναν πλήρη κατάλογο των a priori κατηγοριών, των αναγκαίων προϋποθέσεων της εμπειρίας και της σκέψης. Δεν υποτιμά κανείς αυτές τις απόπειρες ανάλυσης και συστηματοποίησης, όταν συνειδητοποιεί ότι κάθε προτεινόμενη λύση αφήνει ευρύ περιθώριο στην κρίση του εκάστοτε στοχαστή. Υπάρχει ένα μόνο σημείο ως προς το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει καμία διαφωνία: ότι όλες αυτές οι κατηγορίες μπορούν να αναχθούν στην a priori ενόραση της κανονικότητας που διέπει τη διαδοχή όλων των παρατηρήσιμων φαινομένων του εξωτερικού κόσμου. Σε ένα σύμπαν από το οποίο θα απουσίαζε αυτή η κανονικότητα, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καμία σκέψη και τίποτε δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο εμπειρίας. Διότι εμπειρία είναι η επίγνωση της ταυτότητας ή της απουσίας ταυτότητας σε ό,τι γίνεται αντιληπτό· είναι το πρώτο βήμα προς την ταξινόμηση των συμβάντων. Και η έννοια των τάξεων θα ήταν κενή και άχρηστη, εάν δεν υπήρχε κανονικότητα.
Eminent philosophers have tried to elaborate a complete list of the a priori categories, the necessary conditions of experience and thought. One does not belittle these attempts at analysis and systematization if one realizes that any proposed solution leaves a broad margin for the individual thinker’s discretion. There is only one point about which there cannot be any disagreement, viz., that they all can be reduced to the a priori insight into the regularity in the succession of all observable phenomena of the external world. In a universe lacking this regularity there could not be any thinking and nothing could be experienced. For experience is the awareness of identity or the absence of identity in what is perceived; it is the first step toward a classification of events. And the concept of classes would be empty and useless if there were no regularity.
Εάν δεν υπήρχε κανονικότητα, θα ήταν αδύνατον να προσφύγουμε στην ταξινόμηση και να συγκροτήσουμε μια γλώσσα. Όλες οι λέξεις δηλώνουν σύνολα αντιληπτικών πράξεων που συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο κανονικό ή κανονικές σχέσεις μεταξύ τέτοιων συνόλων. Αυτό ισχύει και για τη γλώσσα της φυσικής, την οποία οι θετικιστές θέλουν να ανυψώσουν στη βαθμίδα μιας καθολικής γλώσσας της επιστήμης. Σε έναν κόσμο χωρίς κανονικότητα δεν θα υπήρχε καμία δυνατότητα διατύπωσης «προτάσεων πρωτοκόλλου».11 Αλλά ακόμη και αν αυτό ήταν δυνατόν, μια τέτοια «γλώσσα πρωτοκόλλου» δεν θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας επιστήμης της φυσικής. Θα εξέφραζε απλώς ιστορικά γεγονότα.
If there were no regularity, it would be impossible to resort to classification and to construct a language. All words signify bundles of regularly connected acts of perception or regular relations among such bundles. This is valid also of the language of physics, which the positivists want to elevate to the rank of a universal language of science. In a world without regularity there would not be any possibility of formulating “protocol sentences.” But even if it could be done, such a “protocol language” could not be the starting point of a science of physics. It would merely express historical facts.
Εάν δεν υπήρχε κανονικότητα, τίποτε δεν θα μπορούσε να μαθευτεί από την εμπειρία. Ανακηρύσσοντας την εμπειρία ως το κύριο όργανο απόκτησης γνώσης, ο εμπειρισμός αναγνωρίζει σιωπηρά τις αρχές της κανονικότητας και της αιτιότητας. Όταν ο εμπειριστής επικαλείται την εμπειρία, το νόημα είναι το εξής: εφόσον στο παρελθόν το A ακολουθήθηκε από το B και εφόσον υποθέτουμε ότι επικρατεί κανονικότητα στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των φυσικών συμβάντων, αναμένουμε ότι και στο μέλλον το A θα ακολουθηθεί από το B. Υπάρχει, επομένως, θεμελιώδης διαφορά μεταξύ της σημασίας της εμπειρίας στο πεδίο των φυσικών συμβάντων και της σημασίας της στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης.
If there were no regularity, nothing could be learned from experience. In proclaiming experience as the main instrument of acquiring knowledge, empiricism implicitly acknowledges the principles of regularity and causality. When the empiricist refers to experience, the meaning is: as A was in the past followed by B, and as we assume that there prevails a regularity in the concatenation and succession of natural events, we expect that A will also in the future be followed by B. Therefore there is a fundamental difference between the meaning of experience in the field of natural events and in the field of human action.
Ο συλλογισμός είναι κατ’ ανάγκην πάντοτε παραγωγικός. Αυτό έγινε σιωπηρά δεκτό από όλες τις απόπειρες δικαιολόγησης της επαυξητικής επαγωγής μέσω της κατάδειξης ή της απόδειξης της λογικής της νομιμότητας, δηλαδή μέσω της παροχής μιας παραγωγικής ερμηνείας της επαγωγής. Η δυσχερής θέση του εμπειρισμού συνίσταται ακριβώς στην αδυναμία του να εξηγήσει ικανοποιητικά πώς είναι δυνατόν να συναγάγουμε από παρατηρημένα γεγονότα κάτι που αφορά γεγονότα τα οποία δεν έχουν ακόμη παρατηρηθεί.
Reasoning is necessarily always deductive. This was implicitly admitted by all the attempts to justify ampliative induction by demonstrating or proving its logical legitimacy, i.e., by providing a deductive interpretation of induction. The plight of empiricism consists precisely in its failure to explain satisfactorily how it is possible to infer from observed facts something concerning facts yet unobserved.
Κάθε ανθρώπινη γνώση σχετικά με το σύμπαν προϋποθέτει και στηρίζεται στη γνώση της κανονικότητας που διέπει τη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση των παρατηρήσιμων συμβάντων. Θα ήταν μάταιο να αναζητούμε έναν κανόνα, εάν δεν υπήρχε κανονικότητα. Το επαγωγικό συμπέρασμα συνάγεται από προκείμενες οι οποίες περιλαμβάνουν πάντοτε τη θεμελιώδη πρόταση της κανονικότητας.
All human knowledge concerning the universe presupposes and rests upon the cognition of the regularity in the succession and concatenation of observable events. It would be vain to search for a rule if there were no regularity. Inductive inference is conclusion from premises that invariably include the fundamental proposition of regularity.
Το πρακτικό πρόβλημα της επαυξητικής επαγωγής πρέπει να διακρίνεται σαφώς από το λογικό της πρόβλημα. Διότι όσοι προβαίνουν σε επαγωγικό συλλογισμό βρίσκονται αντιμέτωποι με το πρόβλημα της ορθής δειγματοληψίας. Επιλέξαμε ή δεν επιλέξαμε, από τα αναρίθμητα χαρακτηριστικά της επιμέρους περίπτωσης ή των επιμέρους περιπτώσεων που παρατηρήθηκαν, εκείνα που είναι συναφή με την πρόκληση του υπό εξέταση αποτελέσματος; Σοβαρές ανεπάρκειες των προσπαθειών να μάθουμε κάτι σχετικά με την κατάσταση της πραγματικότητας, είτε κατά την καθημερινή αναζήτηση της αλήθειας στον κοινό βίο είτε στο πλαίσιο της συστηματικής επιστημονικής έρευνας, οφείλονται σε σφάλματα κατά την επιλογή αυτή. Κανένας επιστήμονας δεν αμφιβάλλει ότι ό,τι παρατηρείται ορθά σε μία περίπτωση πρέπει να παρατηρείται και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις στις οποίες επικρατούν οι ίδιες συνθήκες. Σκοπός των εργαστηριακών πειραμάτων είναι να παρατηρηθούν τα αποτελέσματα μιας μεταβολής σε έναν μόνο παράγοντα, ενώ όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι. Η επιτυχία ή η αποτυχία τέτοιων πειραμάτων προϋποθέτει, βεβαίως, τον έλεγχο όλων των συνθηκών που υπεισέρχονται στη διάταξή τους. Τα συμπεράσματα που συνάγονται από τον πειραματισμό δεν βασίζονται στην επανάληψη της ίδιας διάταξης, αλλά στην παραδοχή ότι ό,τι συνέβη σε μία περίπτωση πρέπει κατ’ ανάγκην να συμβεί και σε όλες τις άλλες περιπτώσεις του ίδιου τύπου. Θα ήταν αδύνατον να συναχθεί οτιδήποτε από μία περίπτωση ή από μια αναρίθμητη σειρά περιπτώσεων χωρίς αυτή την παραδοχή, η οποία ενέχει την a priori κατηγορία της κανονικότητας. Η εμπειρία είναι πάντοτε εμπειρία συμβάντων του παρελθόντος και δεν θα μπορούσε να μας διδάξει τίποτε σχετικά με μελλοντικά συμβάντα, εάν η κατηγορία της κανονικότητας αποτελούσε απλώς μάταιη παραδοχή.
The practical problem of ampliative induction must be clearly distinguished from its logical problem. For the men who embark upon inductive inference are faced with the problem of correct sampling. Did we or did we not, out of the innumerable characteristics of the individual case or cases observed, choose those which are relevant for the production of the effect in question? Serious shortcomings of endeavors to learn something about the state of reality, whether in the mundane search for truth in everyday life or in systematic scientific research, are due to mistakes in this choice. No scientist doubts that what is correctly observed in one case must also be observed in all other cases offering the same conditions. The aim of laboratory experiments is to observe the effects of a change in one factor only, all the other factors remaining unchanged. Success or failure of such experiments presupposes, of course, the control of all the conditions that enter into their arrangement. The conclusions derived from experimentation are not based upon the repetition of the same arrangement, but upon the assumption that what happened in one case must necessarily also happen in all other cases of the same type. It would be impossible to infer anything from one case or from an innumerable series of cases without this assumption, which implies the a priori category of regularity. Experience is always the experience of past events and could not teach us anything about future events if the category of regularity were merely a vain assumption.
Η πιθανοκρατική προσέγγιση των πανφυσικαλιστών στο πρόβλημα της επαγωγής αποτελεί αποτυχημένη απόπειρα πραγμάτευσης της επαγωγής χωρίς αναφορά στην κατηγορία της κανονικότητας. Εάν δεν λάβουμε υπόψη την κανονικότητα, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να συναγάγουμε από οτιδήποτε συνέβη στο παρελθόν τι θα συμβεί στο μέλλον. Μόλις επιχειρήσουμε να παρακάμψουμε την κατηγορία της κανονικότητας, κάθε επιστημονική προσπάθεια φαίνεται άχρηστη και η αναζήτηση γνώσης σχετικά με ό,τι κοινώς αποκαλείται νόμοι της φύσης καθίσταται ανούσια και μάταιη. Ποιο είναι το αντικείμενο της φυσικής επιστήμης, αν όχι η κανονικότητα στη ροή των συμβάντων;
The panphysicalists’ probability approach to the problem of induction is an abortive attempt to deal with induction without reference to the category of regularity. If we do not take account of regularity, there is no reason whatever to infer from anything that happened in the past what will happen in the future. As soon as we try to dispense with the category of regularity, all scientific effort appears useless, and the search for knowledge about what is popularly called the laws of nature becomes meaningless and futile. What is natural science about if not about the regularity in the flux of events?
Ωστόσο, η κατηγορία της κανονικότητας απορρίπτεται από τους υπέρμαχους του λογικού θετικισμού. Ισχυρίζονται ότι η σύγχρονη φυσική έχει οδηγήσει σε πορίσματα ασυμβίβαστα με τη θεωρία μιας κανονικότητας που επικρατεί καθολικά και έχει δείξει ότι εκείνο που η «ακαδημαϊκή φιλοσοφία» θεωρούσε εκδήλωση μιας αναγκαίας και αδήριτης κανονικότητας είναι απλώς το προϊόν ενός μεγάλου αριθμού ατομικών συμβάντων. Στη μικροσκοπική σφαίρα, λένε, δεν υπάρχει καμία απολύτως κανονικότητα. Εκείνο που η μακροσκοπική φυσική συνήθιζε να θεωρεί αποτέλεσμα της λειτουργίας μιας αυστηρής κανονικότητας είναι απλώς το αποτέλεσμα ενός μεγάλου αριθμού αμιγώς τυχαίων στοιχειωδών διεργασιών. Οι νόμοι της μακροσκοπικής φυσικής δεν είναι αυστηροί νόμοι, αλλά στην πραγματικότητα στατιστικοί νόμοι. Θα μπορούσε να συμβεί τα συμβάντα της μικροσκοπικής σφαίρας να προκαλέσουν στη μακροσκοπική σφαίρα συμβάντα διαφορετικά από εκείνα που περιγράφουν οι απλώς στατιστικοί νόμοι της μακροσκοπικής φυσικής, μολονότι, όπως παραδέχονται, η πιθανότητα ενός τέτοιου περιστατικού είναι πολύ μικρή. Υποστηρίζουν, όμως, ότι η γνώση αυτής της δυνατότητας καταρρίπτει την ιδέα πως στο σύμπαν επικρατεί αυστηρή κανονικότητα στη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση όλων των συμβάντων. Οι κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας πρέπει να εγκαταλειφθούν και να αντικατασταθούν από τους νόμους των πιθανοτήτων.12
Yet the category of regularity is rejected by the champions of logical positivism. They pretend that modern physics has led to results incompatible with the doctrine of a universally prevailing regularity and has shown that what has been considered by the “school philosophy” as the manifestation of a necessary and inexorable regularity is merely the product of a great number of atomic occurrences. In the microscopic sphere there is, they say, no regularity whatever. What macroscopic physics used to consider as the outcome of the operation of a strict regularity is merely the result of a great number of purely accidental elementary processes. The laws of macroscopic physics are not strict laws, but actually statistical laws. It could happen that the events in the microscopic sphere produce in the macroscopic sphere events that are different from those described by the merely statistical laws of macroscopic physics, although, they admit, the probability of such an occurrence is very small. But, they contend, the cognition of this possibility demolishes the idea that there prevails in the universe a strict regularity in the succession and concatenation of all events. The categories of regularity and causality must be abandoned and replaced by the laws of probability.
Είναι αλήθεια ότι οι φυσικοί της εποχής μας βρίσκονται αντιμέτωποι με μια συμπεριφορά ορισμένων οντοτήτων την οποία δεν μπορούν να περιγράψουν ως αποτέλεσμα μιας διακριτής κανονικότητας. Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που η επιστήμη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τέτοιο πρόβλημα. Η ανθρώπινη αναζήτηση της γνώσης πρέπει πάντοτε να καταλήγει σε κάτι το οποίο δεν μπορεί να αναγάγει σε κάτι άλλο, του οποίου το πρώτο θα εμφανιζόταν ως αναγκαίο αποτέλεσμα. Υπάρχει πάντοτε στην επιστήμη κάποιο έσχατο δεδομένο. Για τη σύγχρονη φυσική, η συμπεριφορά των ατόμων εμφανίζεται ως τέτοιο έσχατο δεδομένο. Οι φυσικοί αδυνατούν σήμερα να αναγάγουν ορισμένες ατομικές διεργασίες στα αίτιά τους. Δεν μειώνει κανείς τα θαυμαστά επιτεύγματα της φυσικής διαπιστώνοντας ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων είναι εκείνο που κοινώς αποκαλείται άγνοια.
It is true that the physicists of our age are faced with behavior on the part of some entities that they cannot describe as the outcome of a discernible regularity. However, this is not the first time that science has been faced with such a problem. The human search for knowledge must always encounter something that it cannot trace back to something else of which it would appear as the necessary effect. There is always in science some ultimate given. For contemporary physics the behavior of the atoms appears as such an ultimate given. The physicists are today at a loss to reduce certain atomic processes to their causes. One does not detract from the marvelous achievements of physics by establishing the fact that this state of affairs is what is commonly called ignorance.
Εκείνο που καθιστά δυνατό στον ανθρώπινο νου να προσανατολίζεται μέσα στη συγκεχυμένη πολλαπλότητα των εξωτερικών ερεθισμάτων που επενεργούν στις αισθήσεις μας, να αποκτά αυτό που αποκαλείται γνώση και να αναπτύσσει τις φυσικές επιστήμες είναι η γνώση μιας αναπόφευκτης κανονικότητας και ομοιομορφίας που επικρατεί στη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση τέτοιων συμβάντων. Το κριτήριο που μας παρακινεί να διακρίνουμε διάφορες τάξεις πραγμάτων είναι η συμπεριφορά αυτών των πραγμάτων. Εάν ένα πράγμα, έστω και από μία μόνο άποψη, συμπεριφέρεται —αντιδρά σε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα— κατά τρόπο διαφορετικό από τη συμπεριφορά άλλων πραγμάτων με τα οποία είναι όμοιο από κάθε άλλη άποψη, πρέπει να καταταχθεί σε διαφορετική τάξη.
What makes it possible for the human mind to orient itself in the bewildering multiplicity of external stimuli that affect our senses, to acquire what is called knowledge, and to develop the natural sciences is the cognition of an inevitable regularity and uniformity prevailing in the succession and concatenation of such events. The criterion that induces us to distinguish various classes of things is the behavior of these things. If a thing in only one regard behaves (reacts to a definite stimulus) in a way different from the behavior of other things to which it is equal in all other respects, it must be assigned to a different class.
Μπορούμε να θεωρήσουμε τα μόρια και τα άτομα, η συμπεριφορά των οποίων βρίσκεται στη βάση των πιθανοκρατικών θεωριών, είτε ως πρωταρχικά στοιχεία είτε ως παράγωγα των πρωταρχικών στοιχείων της πραγματικότητας. Δεν έχει σημασία ποια από τις δύο εναλλακτικές επιλογές θα προτιμήσουμε. Διότι, σε κάθε περίπτωση, η συμπεριφορά τους αποτελεί αποτέλεσμα της ίδιας τους της φύσης. Για να το διατυπώσουμε ακριβέστερα: η συμπεριφορά τους είναι εκείνη που συγκροτεί αυτό που αποκαλούμε φύση τους. Όπως αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα, υπάρχουν διαφορετικές τάξεις αυτών των μορίων και ατόμων. Δεν είναι ομοιόμορφα· εκείνα που αποκαλούμε μόρια και άτομα είναι ομάδες αποτελούμενες από διάφορες υποομάδες, τα μέλη καθεμιάς από τις οποίες διαφέρουν, από ορισμένες απόψεις, ως προς τη συμπεριφορά τους από τα μέλη των άλλων υποομάδων. Εάν η συμπεριφορά των μελών των διαφόρων υποομάδων ήταν διαφορετική από αυτή που είναι ή εάν η αριθμητική κατανομή των μελών μεταξύ των υποομάδων ήταν διαφορετική, θα ήταν διαφορετικό και το συνδυασμένο αποτέλεσμα που παράγει η συμπεριφορά όλων των μελών των ομάδων. Το αποτέλεσμα αυτό καθορίζεται από δύο παράγοντες: την ιδιαίτερη συμπεριφορά των μελών κάθε υποομάδας και το πλήθος των μελών της.
We may look upon the molecules and the atoms the behavior of which is at the bottom of the probabilistic doctrines either as original elements or as derivatives of the original elements of reality. It does not matter which of these alternatives we choose. For in any case their behavior is the outcome of their very nature. (To say it more correctly: It is their behavior that constitutes what we call their nature.) As we see it, there are different classes of these molecules and atoms. They are not uniform; what we call molecules and atoms are groups composed of various subgroups the members of each of which in some regards differ in their behavior from the members of the other subgroups. If the behavior of the members of the various subgroups were different from what it is or if the numerical distribution of subgroup membership were different, the joint effect produced by the behavior of all the members of the groups would be different too. This effect is determined by two factors: the specific behavior of the members of each subgroup and the size of subgroup membership.
Εάν οι υποστηρικτές της πιθανοκρατικής θεωρίας της επαγωγής είχαν αναγνωρίσει το γεγονός ότι υπάρχουν διάφορες υποομάδες μικροσκοπικών οντοτήτων, θα είχαν αντιληφθεί ότι το συνδυασμένο αποτέλεσμα της λειτουργίας αυτών των οντοτήτων καταλήγει σε εκείνο που η μακροσκοπική θεωρία αποκαλεί νόμο που δεν επιδέχεται καμία εξαίρεση. Θα ήταν υποχρεωμένοι να ομολογήσουν ότι δεν γνωρίζουμε σήμερα γιατί οι υποομάδες διαφέρουν μεταξύ τους από ορισμένες απόψεις και πώς, από την αλληλεπίδραση των μελών των διαφόρων υποομάδων, αναδύεται στη μακροσκοπική σφαίρα το συγκεκριμένο συνδυασμένο αποτέλεσμα. Αντί να ακολουθήσουν αυτή τη διαδικασία, αποδίδουν αυθαίρετα στα επιμέρους μόρια και άτομα την ικανότητα να επιλέγουν μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών τρόπων συμπεριφοράς. Η θεωρία τους δεν διαφέρει ουσιωδώς από τον πρωτόγονο ανιμισμό. Όπως ακριβώς οι πρωτόγονοι απέδιδαν στην «ψυχή» του ποταμού τη δύναμη να επιλέγει μεταξύ του να ρέει ήρεμα στη συνήθη κοίτη του και του να πλημμυρίζει τους παρακείμενους αγρούς, έτσι και αυτοί πιστεύουν ότι οι εν λόγω μικροσκοπικές οντότητες είναι ελεύθερες να καθορίζουν ορισμένα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, όπως, επί παραδείγματι, την ταχύτητα και την τροχιά των κινήσεών τους. Η φιλοσοφία τους ενέχει την αντίληψη ότι αυτές οι μικροσκοπικές οντότητες είναι δρώντα όντα ακριβώς όπως οι άνθρωποι.
If the proponents of the probabilistic doctrine of induction had acknowledged the fact that there are various subgroups of microscopic entities, they would have realized that the joint effect of the operation of these entities results in what the macroscopic doctrine calls a law admitting of no exception. They would have had to confess that we do not know today why the subgroups differ from one another in some regards and how, out of the interaction of the members of the various subgroups, the definite joint effect emerges in the macroscopic sphere. Instead of this procedure they arbitrarily ascribe to the individual molecules and atoms the faculty of choosing among various alternatives of behavior. Their doctrine does not essentially differ from primitive animism. Just as the primitives ascribed to the “soul” of the river the power to choose between quietly flowing in its customary bed or inundating the adjacent fields, so they believe that these microscopic entities are free to determine some characteristics of their behavior, e.g., the speed and the path of their movements. In their philosophy it is implied that these microscopic entities are acting beings just like men.
Αλλά ακόμη και αν δεχόμασταν αυτή την ερμηνεία, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ανθρώπινη δράση καθορίζεται εξ ολοκλήρου από τη φυσιολογική συγκρότηση των ατόμων και από όλες τις ιδέες που ενεργούσαν στον νου τους. Εφόσον δεν έχουμε κανέναν λόγο να υποθέσουμε ότι αυτές οι μικροσκοπικές οντότητες είναι προικισμένες με νου που παράγει ιδέες, πρέπει να υποθέσουμε ότι όσα αποκαλούνται επιλογές τους αντιστοιχούν κατ’ ανάγκην στη φυσική και χημική δομή τους. Το επιμέρους άτομο ή μόριο συμπεριφέρεται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και υπό συγκεκριμένες συνθήκες ακριβώς όπως του επιτάσσει η δομή του. Η ταχύτητα και η τροχιά των κινήσεών του, καθώς και η αντίδρασή του σε κάθε συνάντηση με παράγοντες εξωτερικούς προς την ίδια του τη φύση ή δομή, καθορίζονται αυστηρά από αυτή τη φύση ή δομή. Εάν κανείς δεν αποδέχεται αυτή την ερμηνεία, ενδίδει στην παράλογη μεταφυσική παραδοχή ότι αυτά τα μόρια και τα άτομα είναι προικισμένα με ελεύθερη βούληση υπό την έννοια που οι ριζοσπαστικότερες και αφελέστερες μη αιτιοκρατικές θεωρίες απέδιδαν στον άνθρωπο.
But even if we were to accept this interpretation, we must not forget that human action is entirely determined by the individuals’ physiological equipment and by all the ideas that were working in their minds. As we do not have any reason to assume that these microscopic entities are endowed with a mind generating ideas, we must assume that what are called their choices necessarily correspond to their physical and chemical structure. The individual atom or molecule behaves in a definite environment and under definite conditions precisely as its structure enjoins it. The speed and the path of its movements and its reaction to any encounters with factors external to its own nature or structure are strictly determined by this nature or structure. If one does not accept this interpretation, one indulges in the absurd metaphysical assumption that these molecules and atoms are equipped with free will in the sense which the most radical and naive indeterminist doctrines ascribed to man.
Ο Bertrand Russell επιχειρεί να διασαφηνίσει το πρόβλημα συγκρίνοντας τη θέση της κβαντομηχανικής απέναντι στη συμπεριφορά των ατόμων με τη θέση ενός σιδηροδρόμου απέναντι στη συμπεριφορά των ανθρώπων που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του. Ο υπάλληλος του εκδοτηρίου εισιτηρίων στον σταθμό Paddington μπορεί, εάν το θελήσει, να εξακριβώσει ποιο ποσοστό των ταξιδιωτών από τον σταθμό αυτό μεταβαίνει στο Birmingham, ποιο ποσοστό στο Exeter και ούτω καθεξής, αλλά δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά με τους ιδιαίτερους λόγους που οδηγούν στη μία επιλογή στη μία περίπτωση και στην άλλη επιλογή σε κάποια άλλη περίπτωση. Ο Russell είναι, όμως, υποχρεωμένος να παραδεχθεί ότι οι περιπτώσεις δεν είναι «εντελώς ανάλογες», επειδή ο υπάλληλος μπορεί, κατά τον χρόνο που δεν ασκεί τα επαγγελματικά του καθήκοντα, να πληροφορηθεί πράγματα σχετικά με τους ανθρώπους, τα οποία εκείνοι δεν αναφέρουν όταν αγοράζουν εισιτήρια, ενώ ο φυσικός, όταν παρατηρεί άτομα, δεν διαθέτει τέτοιο πλεονέκτημα.13
Bertrand Russell tries to illustrate the problem by comparing the position of quantum mechanics with regard to the behavior of the atoms to that of a railroad with regard to the behavior of the people making use of its facilities. The booking-office clerk at Paddington can discover, if he chooses, what proportion of travellers from that station go to Birmingham, what proportion to Exeter, and so on, but he knows nothing of the individual reasons that lead to one choice in one case and another in another. But Russell has to admit that the cases are not “wholly analogous” because the clerk can in his nonprofessional moments find out things about human beings that they do not mention when they are taking tickets, while the physicist in observing atoms has no such advantage.
Είναι χαρακτηριστικό του συλλογισμού του Russell ότι επεξηγεί την άποψή του παραπέμποντας στον νου ενός κατώτερου υπαλλήλου, στον οποίο έχει ανατεθεί η αμετάβλητη εκτέλεση ενός αυστηρά περιορισμένου αριθμού απλών εργασιών. Ό,τι σκέπτεται ένας τέτοιος άνθρωπος —του οποίου η εργασία θα μπορούσε εξίσου καλά να εκτελείται από ένα αυτόματο μηχάνημα πώλησης— σχετικά με ζητήματα που υπερβαίνουν τη στενή σφαίρα των καθηκόντων του δεν έχει καμία σημασία. Για τους προωθητές που ανέλαβαν την πρωτοβουλία προώθησης του σχεδίου του σιδηροδρόμου, για τους κεφαλαιούχους που επένδυσαν στην εταιρεία και για τα διοικητικά στελέχη που διευθύνουν τις δραστηριότητές της, τα σχετικά προβλήματα εμφανίζονται υπό εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Κατασκεύασαν και εκμεταλλεύονται τη σιδηροδρομική γραμμή επειδή προβλέπουν ότι υπάρχουν ορισμένοι λόγοι που θα παρακινήσουν έναν αριθμό ανθρώπων να ταξιδέψει από ένα σημείο της διαδρομής της σε κάποιο άλλο. Γνωρίζουν τις συνθήκες που καθορίζουν τη συμπεριφορά αυτών των ανθρώπων· γνωρίζουν επίσης ότι οι συνθήκες αυτές μεταβάλλονται και επιδιώκουν να επηρεάσουν το μέγεθος και την κατεύθυνση αυτών των μεταβολών, προκειμένου να διατηρήσουν και να αυξήσουν την πελατεία τους και τις προσόδους της επιχείρησης. Η επιχειρηματική τους διαχείριση δεν έχει καμία σχέση με την εξάρτηση από την ύπαρξη κάποιου μυθικού «στατιστικού νόμου». Καθοδηγείται από την επίγνωση ότι υπάρχει λανθάνουσα ζήτηση για ταξιδιωτικές υπηρεσίες από έναν αριθμό ανθρώπων τέτοιον ώστε να είναι επικερδής η ικανοποίησή της μέσω της λειτουργίας ενός σιδηροδρόμου. Έχουν δε πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η ποσότητα υπηρεσιών την οποία μπορούν να πωλήσουν θα μπορούσε κάποια ημέρα να μειωθεί δραστικά, σε τέτοιον βαθμό ώστε να αναγκαστούν να διακόψουν τη λειτουργία της επιχείρησης.
It is characteristic of the reasoning of Russell that he exemplifies his case by referring to the mind of a subaltern clerk to whom the unvarying performance of a strictly limited number of simple operations is assigned. What such a man (whose work could be performed as well by a vending automaton) thinks about things that transcend the narrow sphere of his duties is without avail. To the promoters who took the initiative in advancing the project of the railroad, to the capitalists who invested in the company, and to the managers who administer its operations, the problems involved appear in a quite different light. They built and operate the road because they anticipate the fact that there are certain reasons that will induce a number of people to travel from one point of their route to another. They know the conditions that determine these people’s behavior, they know also that these conditions are changing, and they are intent upon influencing the size and the direction of these changes in order to preserve and to increase their patronage and the enterprise’s proceeds. Their conduct of business has nothing to do with a reliance upon the existence of a mythical “statistical law.” It is guided by the insight that there is a latent demand for travel facilities on the part of such a number of people that it pays to satisfy it by the operation of a railroad. And they are fully aware of the fact that the quantity of service they are able to sell could be drastically reduced one day to such an extent that they would be forced to go out of business.
Ο Bertrand Russell και όλοι οι άλλοι θετικιστές που αναφέρονται σε ό,τι αποκαλούν «στατιστικούς νόμους» διαπράττουν σοβαρό σφάλμα όταν σχολιάζουν τις στατιστικές των ανθρώπινων φαινομένων, δηλαδή τις στατιστικές που πραγματεύονται γεγονότα της ανθρώπινης δράσης, σε αντιδιαστολή προς τα γεγονότα της ανθρώπινης φυσιολογίας. Δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι όλα αυτά τα στατιστικά μεγέθη μεταβάλλονται διαρκώς, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο γρήγορα. Στις ανθρώπινες αξιολογήσεις και, κατά συνέπεια, στις ανθρώπινες δράσεις δεν υπάρχει κανονικότητα όμοια με εκείνη που επικρατεί στο πεδίο το οποίο διερευνούν οι φυσικές επιστήμες. Η ανθρώπινη συμπεριφορά καθοδηγείται από κίνητρα και τόσο ο ιστορικός που πραγματεύεται το παρελθόν όσο και ο επιχειρηματίας που επιδιώκει να προβλέψει το μέλλον πρέπει να προσπαθούν να «κατανοήσουν» αυτή τη συμπεριφορά.14
Bertrand Russell and all other positivists referring to what they call “statistical laws” are committing a serious blunder in commenting upon human statistics, i.e., statistics dealing with facts of human action as distinguished from the facts of human physiology. They do not take into account the fact that all these statistical figures are continually changing, sometimes more, sometimes less rapidly. There is in human valuations and consequently in human actions no such regularity as in the field investigated by the natural sciences. Human behavior is guided by motives, and the historian dealing with the past as well as the businessman intent upon anticipating the future must try to “understand” this behavior.
Εάν οι ιστορικοί και τα δρώντα άτομα δεν ήταν ικανά να εφαρμόσουν αυτή την ιδιαίτερη κατανόηση της συμπεριφοράς των συνανθρώπων τους, και εάν οι φυσικές επιστήμες και τα δρώντα άτομα δεν ήταν σε θέση να συλλάβουν κάτι από την κανονικότητα που διέπει την αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των φυσικών συμβάντων, το σύμπαν θα τους εμφανιζόταν ως ακατανόητο χάος και δεν θα μπορούσαν να επινοήσουν κανένα μέσο για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού. Δεν θα υπήρχε κανένας συλλογισμός, καμία γνώση και καμία επιστήμη, ούτε θα υπήρχε καμία σκόπιμη επενέργεια του ανθρώπου στις συνθήκες του περιβάλλοντος.
If the historians and the acting individuals were not able to apply this specific understanding of their fellow men’s behavior, and if the natural sciences and the acting individuals were not in a position to grasp something about the regularity in the concatenation and succession of natural events, the universe would appear to them as an unintelligible chaos and they could not contrive any means for the attainment of any ends. There would not be any reasoning, any knowledge, or any science, and there would not be any purposive influencing of environmental conditions on the part of man.
Οι φυσικές επιστήμες είναι δυνατές μόνο επειδή επικρατεί κανονικότητα στη διαδοχή των εξωτερικών συμβάντων. Ασφαλώς, υπάρχουν όρια σε όσα μπορεί να μάθει ο άνθρωπος σχετικά με τη δομή του σύμπαντος. Υπάρχουν μη παρατηρήσιμες οντότητες και υπάρχουν σχέσεις για τις οποίες η επιστήμη δεν έχει μέχρι σήμερα παράσχει ερμηνεία. Η επίγνωση, όμως, αυτών των γεγονότων δεν αναιρεί τις κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας.
The natural sciences are possible only because there prevails regularity in the succession of external events. Of course, there are limits to what man can learn about the structure of the universe. There are unobservables and there are relations about which science up to now has not provided an interpretation. But the awareness of these facts does not falsify the categories of regularity and causality.
6. Το παράδοξο του πιθανοκρατικού εμπειρισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. The Paradox of Probability Empiricism
Ο εμπειρισμός διακηρύσσει ότι η εμπειρία είναι η μόνη πηγή της ανθρώπινης γνώσης και απορρίπτει ως μεταφυσική προκατάληψη την ιδέα ότι κάθε εμπειρία προϋποθέτει a priori κατηγορίες. Εκκινώντας, όμως, από την εμπειριστική του προσέγγιση, αξιώνει ως δυνατή την επέλευση συμβάντων τα οποία ουδέποτε βίωσε κανένας άνθρωπος. Έτσι, μας λένε ότι η φυσική δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο «όταν τοποθετείτε έναν κύβο πάγου μέσα σε ένα ποτήρι νερό, το νερό να αρχίσει να βράζει και ο κύβος πάγου να γίνει τόσο ψυχρός όσο το εσωτερικό ενός καταψύκτη βαθιάς κατάψυξης».15
Empiricism proclaims that experience is the only source of human knowledge and rejects as a metaphysical prepossession the idea that all experience presupposes a priori categories. But starting from its empiricistic approach, it postulates the possibility of events that have never been experienced by any man. Thus, we are told, physics cannot exclude the possibility that “when you put an ice cube into a glass of water, the water starts boiling and the ice cube gets as cold as the interior of a deepfreezing cabinet.”
Ωστόσο, αυτός ο νεοεμπειρισμός απέχει πολύ από το να εφαρμόζει με συνέπεια τη θεωρία του. Εάν δεν υπάρχει κανονικότητα στη φύση, τίποτε δεν δικαιολογεί τη διάκριση μεταξύ των διαφόρων τάξεων πραγμάτων και συμβάντων. Εάν κάποια μόρια αποκαλούνται οξυγόνο και άλλα άζωτο, υποδηλώνεται ότι κάθε μέλος αυτών των τάξεων συμπεριφέρεται με έναν καθορισμένο τρόπο, διαφορετικό από τη συμπεριφορά των μελών άλλων τάξεων. Εάν υποθέσει κανείς ότι η συμπεριφορά ενός επιμέρους μορίου μπορεί να αποκλίνει από τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονται τα άλλα μόρια, πρέπει είτε να το κατατάξει σε μια ιδιαίτερη τάξη είτε να υποθέσει ότι η απόκλισή του προκλήθηκε από την παρέμβαση κάποιου πράγματος στο οποίο δεν είχαν εκτεθεί τα άλλα μέλη της τάξης του. Εάν πει κανείς ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο «κάποια ημέρα τα μόρια του αέρα στο δωμάτιό μας να περιέλθουν, εντελώς τυχαία, σε μια διατεταγμένη κατάσταση τέτοια ώστε τα μόρια του οξυγόνου να συγκεντρωθούν στη μία πλευρά του δωματίου και εκείνα του αζώτου στην άλλη»,16 υποδηλώνει ότι δεν υπάρχει τίποτε ούτε στη φύση του οξυγόνου και του αζώτου ούτε στο περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται που να έχει ως αποτέλεσμα τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται στον αέρα. Υποθέτει ότι η συμπεριφορά των επιμέρους μορίων καθορίζεται, ως προς όλες τις άλλες απόψεις, από τη σύστασή τους, αλλά ότι αυτά είναι «ελεύθερα» να επιλέγουν τον τόπο της διαμονής τους. Υποθέτει, εντελώς αυθαίρετα, ότι ένα από τα χαρακτηριστικά των μορίων, δηλαδή η κίνησή τους, δεν είναι καθορισμένο, ενώ όλα τα άλλα χαρακτηριστικά τους είναι καθορισμένα. Υποδηλώνει ότι υπάρχει κάτι στη φύση των μορίων —μπαίνει κανείς στον πειρασμό να πει: στην «ψυχή» τους— το οποίο τους παρέχει την ικανότητα να «επιλέγουν» την τροχιά των περιπλανήσεών τους. Παραβλέπει ότι μια πλήρης περιγραφή της συμπεριφοράς των μορίων θα έπρεπε να περιλαμβάνει και τις κινήσεις τους. Θα έπρεπε να πραγματεύεται τη διεργασία που κάνει τα μόρια του οξυγόνου και του αζώτου να συνυπάρχουν μεταξύ τους στον αέρα με τον τρόπο με τον οποίο πράγματι συνυπάρχουν.
However, this neoempiricism is far from being consistent in the application of its doctrine. If there is no regularity in nature, nothing justifies the distinction between various classes of things and events. If one calls some molecules oxygen and others nitrogen, one implies that each member of these classes behaves in a definite way different from the behavior of the members of other classes. If one assumes that the behavior of an individual molecule can deviate from the way in which other molecules behave, one must either assign it to a special class or one must assume that its deviation was induced by the intervention of something to which other members of its class had not been exposed. If one says that one cannot exclude the possibility “that some day the molecules of the air in our room, by pure chance, arrive at an ordered state such that the molecules of oxygen are assembled on one side of the room and those of nitrogen on the other,” one implies that there is nothing either in the nature of oxygen and nitrogen or in the environment in which they are dwelling that results in the way in which they are distributed in the air. One assumes that the behavior of the individual molecules in all other regards is determined by their constitution, but that they are “free” to choose the place of their dwelling. One assumes quite arbitrarily that one of the characteristics of the molecules, viz., their movement, is not determined, while all their other characteristics are determined. One implies that there is something in the nature of the molecules—one is tempted to say: in their “soul”—that gives them the faculty of “choosing” the path of their wanderings. One fails to realize that a complete description of the behavior of the molecules ought also to include their movements. It would have to deal with the process that makes the molecules of oxygen and nitrogen associate with one another in the way in which they do in the air.
Εάν ο Reichenbach είχε ζήσει την εποχή των μάγων και των θεραπευτών των φυλετικών κοινωνιών, θα είχε υποστηρίξει: Ορισμένοι άνθρωποι προσβάλλονται από μια νόσο με συγκεκριμένα συμπτώματα, η οποία τους θανατώνει· άλλοι παραμένουν υγιείς και ζωντανοί. Δεν γνωρίζουμε κανέναν παράγοντα του οποίου η παρουσία θα προκαλούσε την πάθηση όσων προσβάλλονται και του οποίου η απουσία θα προκαλούσε την ανοσία των υπολοίπων. Είναι προφανές ότι τα φαινόμενα αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν επιστημονικά, εάν εμμένετε στη δεισιδαιμονική έννοια της αιτιότητας. Το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε γι’ αυτά είναι ο «στατιστικός νόμος» ότι προσβλήθηκε το X% του πληθυσμού, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό δεν προσβλήθηκε.
If Reichenbach had lived as a contemporary of magicians and tribal medicine men, he would have argued: Some people are afflicted with a disease having definite symptoms that kills them; others remain healthy and alive. We do not know of any factor the presence of which would cause the suffering of those stricken and the absence of which would cause the immunity of others. It is obvious that these phenomena cannot be dealt with scientifically if you cling to the superstitious concept of causality. All that we can know about them is the “statistical law” that X% of the population were afflicted and the rest not.
Η αιτιοκρατία πρέπει να διακρίνεται σαφώς από τον υλισμό. Ο υλισμός διακηρύσσει ότι οι μόνοι παράγοντες που προκαλούν μεταβολές είναι εκείνοι οι οποίοι είναι προσιτοί στη διερεύνηση με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Δεν αρνείται κατ’ ανάγκην ότι οι ανθρώπινες ιδέες, οι αξιολογικές κρίσεις και οι βουλήσεις είναι και αυτές πραγματικές και μπορούν να προκαλέσουν συγκεκριμένες μεταβολές. Στον βαθμό, όμως, που δεν το αρνείται, υποστηρίζει ότι αυτοί οι «ιδεακοί» παράγοντες αποτελούν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα εξωτερικών συμβάντων, τα οποία προκαλούν κατ’ ανάγκην συγκεκριμένες αντιδράσεις στη σωματική συγκρότηση των ανθρώπων. Μόνο η ανεπάρκεια του σημερινού επιπέδου των φυσικών επιστημών μάς εμποδίζει να αναγάγουμε όλες τις εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου στα υλικά —φυσικά, χημικά, βιολογικά και φυσιολογικά— συμβάντα που τις προκάλεσαν. Μια τελειότερη γνώση, λένε, θα δείξει πώς οι υλικοί παράγοντες παρήγαγαν κατ’ ανάγκην στον άνθρωπο Μωάμεθ τη μουσουλμανική θρησκεία, στον άνθρωπο Descartes τη γεωμετρία των συντεταγμένων και στον άνθρωπο Racine τη Φαίδρα.
Determinism must be clearly distinguished from materialism. Materialism declares that the only factors producing change are those that are accessible to investigation by the methods of the natural sciences. It does not necessarily deny the fact that human ideas, judgments of value, and volitions are real too and can produce definite changes. But as far as it does not deny this, it asserts that these “ideal” factors are the inevitable result of external events that necessarily beget in the bodily structure of men definite reactions. It is only a deficiency of the present state of the natural sciences that prevents us from imputing all manifestations of the human mind to the material—physical, chemical, biological and physiological—events that have brought them about. A more perfect knowledge, they say, will show how the material factors have necessarily produced in the man Mohammed the Moslem religion, in the man Descartes co-ordinate geometry, and in the man Racine Phaedra.
Είναι ανώφελο να αντιπαρατίθεται κανείς με τους υποστηρικτές μιας θεωρίας η οποία απλώς διατυπώνει ένα πρόγραμμα, χωρίς να υποδεικνύει πώς αυτό θα μπορούσε να τεθεί σε εφαρμογή. Εκείνο που μπορεί και πρέπει να γίνει είναι να αποκαλυφθεί πώς οι κήρυκές της αντιφάσκουν προς τον ίδιο τους τον εαυτό και ποιες συνέπειες πρέπει να προκύψουν από τη συνεπή εφαρμογή της.
It is useless to argue with the supporters of a doctrine that merely establishes a program without indicating how it could be put into effect. What can be done and must be done is to disclose how its harbingers contradict themselves and what consequences must result from its consistent application.
Εάν η ανάδυση κάθε ιδέας πρόκειται να εξετάζεται όπως εξετάζεται η εκδήλωση όλων των άλλων φυσικών συμβάντων, δεν είναι πλέον θεμιτό να γίνεται διάκριση μεταξύ αληθών και ψευδών προτάσεων. Τότε τα θεωρήματα του Descartes δεν είναι ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα από τις αδέξιες απαντήσεις του Peter, ενός βραδύνοος υποψηφίου για την απόκτηση τίτλου σπουδών, στο γραπτό της εξέτασής του. Οι υλικοί παράγοντες δεν μπορούν να σφάλλουν. Παρήγαγαν στον άνθρωπο Descartes τη γεωμετρία των συντεταγμένων και στον άνθρωπο Peter κάτι το οποίο ο δάσκαλός του, μη διαφωτισμένος από το ευαγγέλιο του υλισμού, θεωρεί ανοησία. Τι είναι, όμως, εκείνο που παρέχει σε αυτόν τον δάσκαλο το δικαίωμα να κρίνει τη φύση; Ποιοι είναι οι υλιστές φιλόσοφοι ώστε να καταδικάζουν όσα παρήγαγαν οι υλικοί παράγοντες στα σώματα των «ιδεαλιστών» φιλοσόφων;
If the emergence of every idea is to be dealt with as one deals with the emergence of all other natural events, it is no longer permissible to distinguish between true and false propositions. Then the theorems of Descartes are neither better nor worse than the bungling of Peter, a dull candidate for a degree, in his examination paper. The material factors cannot err. They have produced in the man Descartes co-ordinate geometry and in the man Peter something that his teacher, not enlightened by the gospel of materialism, considers as nonsense. But what entitles this teacher to sit in judgment upon nature? Who are the materialist philosophers to condemn what the material factors have produced in the bodies of the “idealistic” philosophers.
Θα ήταν ανώφελο να επικαλεστούν οι υλιστές τη διάκριση του πραγματισμού μεταξύ εκείνου που λειτουργεί και εκείνου που δεν λειτουργεί. Διότι η διάκριση αυτή εισάγει στην αλυσίδα του συλλογισμού έναν παράγοντα ξένο προς τις φυσικές επιστήμες, δηλαδή τη σκοπιμότητα. Μια θεωρία ή πρόταση λειτουργεί, εάν η συμπεριφορά που καθοδηγείται από αυτήν επιφέρει τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η επιλογή του σκοπού, όμως, καθορίζεται από ιδέες και αποτελεί η ίδια νοητικό γεγονός. Το ίδιο ισχύει και για την κρίση σχετικά με το αν επιτεύχθηκε ή όχι ο επιλεγμένος σκοπός. Για τον συνεπή υλισμό δεν είναι δυνατόν να γίνει διάκριση μεταξύ σκόπιμης δράσης και μιας απλώς φυτικής, όμοιας με εκείνη των φυτών, διαβίωσης.
It would be useless for the materialists to point to pragmatism’s distinction between what works and what does not work. For this distinction introduces into the chain of reasoning a factor that is foreign to the natural sciences, viz., finality. A doctrine or proposition works if conduct directed by it brings about the end aimed at. But the choice of the end is determined by ideas, is in itself a mental fact. So is also the judment whether or not the end chosen has been attained. For consistent materialism it is not possible to distinguish between purposive action and merely vegetative, plant-like living.
Οι υλιστές πιστεύουν ότι η θεωρία τους εξαλείφει απλώς τη διάκριση μεταξύ του ηθικώς καλού και του ηθικώς κακού. Δεν αντιλαμβάνονται ότι εξαλείφει εξίσου κάθε διαφορά μεταξύ του αληθούς και του αναληθούς και, ως εκ τούτου, στερεί από όλες τις νοητικές πράξεις κάθε νόημα. Εάν μεταξύ των «πραγματικών πραγμάτων» του εξωτερικού κόσμου και των νοητικών πράξεων δεν παρεμβάλλεται τίποτε που θα μπορούσε να θεωρηθεί ουσιωδώς διαφορετικό από τη λειτουργία των δυνάμεων τις οποίες περιγράφουν οι παραδοσιακές φυσικές επιστήμες, τότε δεν μας απομένει παρά να αντιμετωπίζουμε αυτά τα νοητικά φαινόμενα όπως ακριβώς αντιδρούμε στα φυσικά συμβάντα. Μια θεωρία που υποστηρίζει ότι οι σκέψεις βρίσκονται προς τον εγκέφαλο στην ίδια σχέση στην οποία βρίσκεται η χολή προς το ήπαρ17 δεν δικαιούται να διακρίνει μεταξύ αληθών και αναληθών ιδεών περισσότερο απ’ όσο δικαιούται να διακρίνει μεταξύ αληθούς και αναληθούς χολής.
Materialists think that their doctrine merely eliminates the distinction between what is morally good and morally bad. They fail to see that it no less wipes out any difference between what is true and what is untrue and thus deprives all mental acts of any meaning. If there stands between the “real things” of the external world and the mental acts nothing that could be looked upon as essentially different from the operation of the forces described by the traditional natural sciences, then we must put up with these mental phenomena in the same way as we respond to natural events. For a doctrine asserting that thoughts are in the same relation to the brain in which gall is to the liver, it is not more permissible to distinguish between true and untrue ideas than between true and untrue gall.
8. Ο παραλογισμός κάθε υλιστικής φιλοσοφίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. The Absurdity of Any Materialistic Philosophy
Οι ανυπέρβλητες δυσχέρειες που συναντά κάθε υλιστική ερμηνεία της πραγματικότητας μπορούν να καταδειχθούν μέσω της ανάλυσης της δημοφιλέστερης υλιστικής φιλοσοφίας, του μαρξικού διαλεκτικού υλισμού.
The insurmountable difficulties that any materialistic interpretation of reality encounters can be shown in an analysis of the most popular materialistic philosophy, Marxian dialectical materialism.
Βεβαίως, αυτό που αποκαλείται διαλεκτικός υλισμός δεν αποτελεί γνήσια υλιστική θεωρία. Στο πλαίσιό του, ο παράγοντας που προκαλεί όλες τις μεταβολές στις ιδεολογικές και κοινωνικές συνθήκες της ανθρώπινης ιστορίας είναι οι «υλικές παραγωγικές δυνάμεις». Ούτε ο Marx ούτε κανένας από τους οπαδούς του όρισε αυτόν τον όρο. Από όλα, όμως, τα παραδείγματα που παρέθεσαν πρέπει να συναγάγουμε ότι είχαν κατά νου τα εργαλεία, τις μηχανές και τα άλλα τεχνουργήματα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι στις παραγωγικές τους δραστηριότητες. Εντούτοις, αυτά τα μέσα δεν αποτελούν καθαυτά έσχατα υλικά πράγματα, αλλά προϊόντα μιας σκόπιμης νοητικής διεργασίας.18 Ο μαρξισμός, όμως, είναι η μόνη απόπειρα να προχωρήσει μια υλιστική ή οιονεί υλιστική θεωρία πέρα από την απλή διατύπωση μιας μεταφυσικής αρχής και να συναγάγει από αυτήν όλες τις άλλες εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου. Επομένως, πρέπει να αναφερθούμε σε αυτόν, εάν θέλουμε να καταδείξουμε τη θεμελιώδη ανεπάρκεια του υλισμού.
Of course, what is called dialectical materialism is not a genuine materialistic doctrine. In its context the factor that produces all changes in the ideological and social conditions of man’s history is the “material productive forces.” Neither Marx nor any of his followers defined this term. But from all the examples they provided one must infer that what they had in mind was the tools, machines, and other artifacts that men employ in their productive activities. Yet these instruments are in themselves not ultimate material things, but the products of a purposive mental process. But Marxism is the only attempt to carry a materialistic or quasi-materialistic doctrine beyond the mere enunciation of a metaphysical principle and to deduce from it all other manifestations of the human mind. Thus, we must refer to it if we want to show the fundamental shortcoming of materialism.
Όπως το αντιλαμβάνεται ο Marx, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις γεννούν —ανεξάρτητα από τη βούληση των ανθρώπων— τις «σχέσεις παραγωγής», δηλαδή το κοινωνικό σύστημα των νόμων περί ιδιοκτησίας, και το «ιδεολογικό εποικοδόμημά» τους, δηλαδή τις νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές ιδέες.19 Στο σχήμα αυτό, η δράση και η βούληση αποδίδονται στις υλικές παραγωγικές δυνάμεις. Αυτές επιδιώκουν να επιτύχουν έναν συγκεκριμένο σκοπό: θέλουν να απελευθερωθούν από τα δεσμά που παρεμποδίζουν την ανάπτυξή τους. Οι άνθρωποι πλανώνται όταν πιστεύουν ότι οι ίδιοι σκέπτονται, προβαίνουν σε αξιολογικές κρίσεις και δρουν. Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις παραγωγής, οι οποίες αποτελούν το αναγκαίο αποτέλεσμα του εκάστοτε σταδίου των υλικών παραγωγικών δυνάμεων, καθορίζουν τις ιδέες, τις βουλήσεις και τις πράξεις τους. Όλες οι ιστορικές μεταβολές προκαλούνται σε τελευταία ανάλυση από τις μεταβολές των υλικών παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες —όπως υποθέτει σιωπηρά ο Marx— είναι ανεξάρτητες από την ανθρώπινη επίδραση. Όλες οι ανθρώπινες ιδέες αποτελούν το αντίστοιχο εποικοδόμημα των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Οι δυνάμεις αυτές αποβλέπουν τελικά στην εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού, ενός μετασχηματισμού που είναι προορισμένος να επέλθει «με το αδήριτο ενός φυσικού νόμου».
As Marx sees it, the material productive forces bring forth—independently of the will of men—the “production relations,” i.e., the social system of property laws, and their “ideological superstructure,” i.e., the juridical, political, religious, artistic, or philosophical ideas. In this scheme, action and volition are ascribed to the material productive forces. They want to attain a definite goal, viz., they want to be freed from fetters that are hindering their development. Men are mistaken when they believe that they themselves are thinking, resorting to judgments of value, and acting. In fact, the production relations, the necessary effect of the prevailing stage of the material productive forces, are determining their ideas, volitions, and actions. All historical changes are ultimately produced by the changes in the material productive forces, which—as Marx implicitly assumes—are independent of human influence. All human ideas are the adequate superstructure of the material productive forces. These forces aim ultimately at the establishment of socialism, a transformation that is bound to come “with the inexorability of a law of nature.”
Ας δεχθούμε τώρα, χάριν του επιχειρήματος, ότι οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις έχουν τέτοια συγκρότηση ώστε να προσπαθούν διαρκώς να απελευθερωθούν από τα δεσμά που περιορίζουν την ανάπτυξή τους. Γιατί, όμως, πρέπει από αυτές τις προσπάθειες να αναδυθεί πρώτα ο καπιταλισμός και, σε μεταγενέστερο στάδιο της ανάπτυξής τους, ο σοσιαλισμός; Συλλογίζονται άραγε αυτές οι δυνάμεις τα δικά τους προβλήματα και καταλήγουν τελικά στο συμπέρασμα ότι οι υφιστάμενες σχέσεις ιδιοκτησίας, ενώ προηγουμένως αποτελούσαν μορφές της δικής τους —δηλαδή των δυνάμεων— ανάπτυξης, έχουν μετατραπεί σε δεσμά20 και ότι, επομένως, δεν αντιστοιχούν πλέον (entsprechen) στο παρόν στάδιο της δικής τους —δηλαδή των δυνάμεων— ανάπτυξης;21 Και αποφασίζουν άραγε, βάσει αυτής της επίγνωσης, ότι τα δεσμά αυτά πρέπει να «διαρραγούν», και προβαίνουν κατόπιν σε δράση που τα κάνει να διαρραγούν; Και καθορίζουν άραγε ποιες νέες σχέσεις παραγωγής πρέπει να πάρουν τη θέση εκείνων που διαρρήχθηκαν;
Now let us for the sake of argument admit that the material productive forces have a constitution such that they are continually trying to free themselves from fetters upon their development. But why must, out of these attempts, first capitalism and, at a later stage of their development, socialism emerge? Do these forces reflect upon their own problems and finally reach the conclusion that the existing property relations, from having been forms of their own (viz., the forces’) development, have turned into fetters and that therefore they no longer correspond (“entsprechen”) to the present stage of their (viz., the forces’) development? And do they, on the ground of this insight, resolve that these fetters have to “burst asunder,” and do they then proceed to action that causes them to burst asunder? And do they determine what new production relations have to take the place of the burst ones?
Ο παραλογισμός της απόδοσης τέτοιας σκέψης και δράσης στις υλικές παραγωγικές δυνάμεις είναι τόσο κατάδηλος, ώστε ο ίδιος ο Marx έδωσε ελάχιστη μόνο προσοχή στην περίφημη θεωρία του όταν αργότερα, στην κύρια πραγματεία του, το Κεφάλαιο, εξειδίκευσε την πρόγνωσή του σχετικά με την έλευση του σοσιαλισμού. Εδώ δεν αναφέρεται απλώς σε δράση εκ μέρους των υλικών παραγωγικών δυνάμεων. Μιλά για τις προλεταριακές μάζες, οι οποίες, δυσαρεστημένες με την προϊούσα εξαθλίωση που υποτίθεται ότι τους επιφέρει ο καπιταλισμός, αποβλέπουν στον σοσιαλισμό, προφανώς επειδή τον θεωρούν πιο ικανοποιητικό σύστημα.22
The absurdity of ascribing such thinking and acting to the material productive forces is so blatant that Marx himself paid but little attention to his famous doctrine when later, in his main treatise, Capital, he made more specific his prognostication about the coming of socialism. Here he refers not merely to action on the part of the material productive forces. He speaks of the proletarian masses who, dissatisfied with the progressive impoverishment that capitalism allegedly brings upon them, aim at socialism, obviously because they consider it as a more satisfactory system.
Κάθε εκδοχή υλιστικής ή οιονεί υλιστικής μεταφυσικής συνεπάγεται κατ’ ανάγκην τη μετατροπή ενός άψυχου παράγοντα σε οιονεί άνθρωπο και την απόδοση σε αυτόν της ικανότητας να σκέπτεται, να προβαίνει σε αξιολογικές κρίσεις, να επιλέγει σκοπούς και να προσφεύγει σε μέσα για την επίτευξη των επιλεγμένων σκοπών. Πρέπει να μεταθέτει την ειδικώς ανθρώπινη ικανότητα του πράττειν σε μια μη ανθρώπινη οντότητα, την οποία προικίζει σιωπηρά με ανθρώπινη νοημοσύνη και κρίση. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να εξαλειφθεί από την ανάλυση του σύμπαντος κάθε αναφορά στον νου. Όσοι το επιχειρούν απλώς υποκαθιστούν την πραγματικότητα με ένα φάντασμα δικής τους επινόησης.
Every variety of materialistic or quasi-materialistic metaphysics must imply converting an inanimate factor into a quasi man and ascribing to it the power to think, to pass judgments of value, to choose ends, and to resort to means for the attainment of the ends chosen. It must shift the specifically human faculty of acting to a nonhuman entity that it implicitly endows with human intelligence and discernment. There is no way to eliminate from an analysis of the universe any reference to the mind. Those who try it merely substitute a phantom of their own invention for reality.
Από τη σκοπιά του διακηρυγμένου υλισμού του —και, άλλωστε, από τη σκοπιά οποιασδήποτε υλιστικής θεωρίας— ο Marx δεν είχε το δικαίωμα να απορρίπτει ως ψευδείς τις θεωρίες που ανέπτυξαν εκείνοι με τους οποίους διαφωνούσε. Ο υλισμός του θα του επέβαλλε ένα είδος απαθούς αποδοχής κάθε γνώμης και την ετοιμότητα να αποδίδει σε κάθε ιδέα που διατυπώνει ένας άνθρωπος την ίδια αξία με οποιαδήποτε άλλη ιδέα διατυπώνει κάποιος άλλος. Για να αποφύγει ένα τέτοιο αυτοαναιρούμενο συμπέρασμα, ο Marx κατέφυγε στο σχήμα της φιλοσοφίας της ιστορίας του. Ισχυρίστηκε ότι, χάρη σε ένα ιδιαίτερο χάρισμα το οποίο δεν είχε παραχωρηθεί στους άλλους θνητούς, είχε δεχθεί μια αποκάλυψη που του φανέρωνε ποια πορεία πρέπει κατ’ ανάγκην και αναπόφευκτα να ακολουθήσει η ιστορία. Η ιστορία οδηγεί στον σοσιαλισμό. Το νόημα της ιστορίας, ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε ο άνθρωπος —δεν αναφέρεται από ποιον— είναι να πραγματώσει τον σοσιαλισμό. Δεν υπάρχει λόγος να δίδεται οποιαδήποτε προσοχή στις ιδέες ανθρώπων στους οποίους δεν έφθασε αυτό το μήνυμα ή οι οποίοι αρνούνται πεισματικά να πιστέψουν σε αυτό.
From the point of view of his professed materialism—and, for that matter, from the point of view of any materialistic doctrine—Marx did not have the right to reject as false any doctrines developed by those with whom he disagreed. His materialism would have enjoined upon him a kind of listless recognition of any opinion and a readiness to attach to every idea advanced by a human being the same value as to any other idea advanced by somebody else. To escape such a self-defeating conclusion, Marx took recourse to his scheme of philosophy of history. He pretended that, by dint of a special charisma, denied to other mortals, he had a revelation that told him what course history must necessarily and unavoidably take. History leads to socialism. The meaning of history, the purpose for which man has been created (it is not said, by whom) is to realize socialism. There is no need to pay any attention to the ideas of people whom this message did not reach or who stubbornly refuse to believe in it.
Εκείνο που πρέπει να διδαχθεί η επιστημολογία από αυτή την κατάσταση πραγμάτων είναι το εξής: Κάθε θεωρία που διδάσκει ότι κάποιες «πραγματικές» ή «εξωτερικές» δυνάμεις γράφουν τη δική τους ιστορία στον ανθρώπινο νου και επιχειρεί έτσι να αναγάγει τον ανθρώπινο νου σε μια συσκευή η οποία μετασχηματίζει την «πραγματικότητα» σε ιδέες, κατά τον τρόπο με τον οποίο τα πεπτικά όργανα αφομοιώνουν την τροφή, αδυνατεί να διακρίνει μεταξύ του αληθούς και του μη αληθούς. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να αποφύγει έναν ριζικό σκεπτικισμό, ο οποίος δεν διαθέτει κανένα μέσο για να διαχωρίσει την αλήθεια από το ψεύδος στις ιδέες, είναι να διακρίνει μεταξύ «καλών» ανθρώπων —δηλαδή εκείνων που είναι προικισμένοι με την ικανότητα να κρίνουν σε συμφωνία με τη μυστηριώδη υπεράνθρωπη δύναμη που διευθύνει όλες τις υποθέσεις του σύμπαντος— και «κακών» ανθρώπων, οι οποίοι στερούνται αυτής της ικανότητας. Πρέπει να θεωρεί μάταιη κάθε απόπειρα μεταβολής των απόψεων των «κακών» ανθρώπων μέσω διασκεπτικού συλλογισμού και πειθούς. Το μόνο μέσο για να τερματιστεί η σύγκρουση μεταξύ ανταγωνιστικών ιδεών είναι η εξόντωση των «κακών» ανθρώπων, δηλαδή των φορέων ιδεών διαφορετικών από εκείνες των «καλών» ανθρώπων. Έτσι, ο υλισμός γεννά τελικά τις ίδιες μεθόδους αντιμετώπισης της διαφωνίας που χρησιμοποιούσαν πάντοτε και παντού οι τύραννοι.
What epistemology has to learn from this state of affairs is this: Any doctrine that teaches that some “real” or “external” forces write their own story in the human mind and thus tries to reduce the human mind to an apparatus that transforms “reality” into ideas in the way in which the digestive organs assimilate food is at a loss to distinguish between what is true and what is not. The only way it can avoid a radical skepticism that does not have any means of sifting truth from falsehood in ideas is by distinguishing between “good” men, i.e., those who are equipped with the faculty of judging in conformity with the mysterious superhuman power that directs all affairs of the universe, and “bad” men, who lack this faculty. It must consider as hopeless any attempts to change the opinions of the “bad” men by discursive reasoning and persuasion. The only means to bring to an end the conflict of antagonistic ideas is to exterminate the “bad” men, i.e., the carriers of ideas that are different from those of the “good” men. Thus, materialism ultimately engenders the same methods of dealing with dissent that tyrants used always and everywhere.
Διαπιστώνοντας αυτό το γεγονός, η επιστημολογία παρέχει ένα κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας της εποχής μας.
In establishing this fact epistemology provides a clue for the understanding of the history of our age.
Κεφάλαιο 2: Η Ακτιβιστική Βάση της Γνώσης
↗ στη σελίδα του βιβλίουThe Activistic Basis of Knowledge
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου είναι η δράση. Ο άνθρωπος αποβλέπει στη μεταβολή ορισμένων από τις συνθήκες του περιβάλλοντός του, προκειμένου να υποκαταστήσει μια κατάσταση πραγμάτων που του ταιριάζει λιγότερο με μια άλλη που του ταιριάζει περισσότερο. Όλες οι εκδηλώσεις της ζωής και της συμπεριφοράς ως προς τις οποίες ο άνθρωπος διαφέρει από όλα τα άλλα όντα και πράγματα που γνωρίζει αποτελούν περιπτώσεις δράσης και μπορούν να εξεταστούν μόνο από εκείνη που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ακτιβιστική σκοπιά. Η μελέτη του ανθρώπου, στον βαθμό που δεν είναι βιολογία, αρχίζει και τελειώνει με τη μελέτη της ανθρώπινης δράσης.
The characteristic feature of man is action. Man aims at changing some of the conditions of his environment in order to substitute a state of affairs that suits him better for another state that suits him less. All manifestations of life and behavior with regard to which man differs from all other beings and things known to him are instances of action and can be dealt with only from what we may call an activistic point of view. The study of man, as far as it is not biology, begins and ends with the study of human action.
Η δράση είναι σκόπιμη συμπεριφορά. Δεν είναι απλώς συμπεριφορά, αλλά συμπεριφορά που γεννάται από αξιολογικές κρίσεις, αποβλέπει σε έναν συγκεκριμένο σκοπό και καθοδηγείται από ιδέες σχετικά με την καταλληλότητα ή την ακαταλληλότητα συγκεκριμένων μέσων. Είναι αδύνατον να εξεταστεί χωρίς τις κατηγορίες της αιτιότητας και της σκοπιμότητας. Είναι συνειδητή συμπεριφορά. Είναι επιλογή. Είναι βούληση· είναι εκδήλωση της θέλησης.
Action is purposive conduct. It is not simply behavior, but behavior begot by judgments of value, aiming at a definite end and guided by ideas concerning the suitability or unsuitability of definite means. It is impossible to deal with it without the categories of causality and finality. It is conscious behavior. It is choosing. It is volition; it is a display of the will.
Η δράση θεωρείται ενίοτε ως η ανθρώπινη εκδοχή του αγώνα για επιβίωση που είναι κοινός σε όλα τα έμβια όντα. Ωστόσο, ο όρος «αγώνας για επιβίωση», όταν εφαρμόζεται στα ζώα και στα φυτά, αποτελεί μεταφορά. Θα ήταν σφάλμα να συναγάγουμε οτιδήποτε από τη χρήση του. Εάν εφαρμόζαμε κυριολεκτικά τον όρο «αγώνας» στα ζώα και στα φυτά, θα τους αποδίδαμε την ικανότητα να αποκτούν επίγνωση των παραγόντων που απειλούν την ύπαρξή τους, τη βούληση να διαφυλάξουν την ακεραιότητά τους και τη νοητική ικανότητα να βρίσκουν μέσα για τη διαφύλαξή της.
Action is sometimes viewed as the human variety of the struggle for survival common to all living beings. However, the term “struggle for survival” as applied to animals and plants is a metaphor. It would be a mistake to infer anything from its use. In applying literally the term struggle to animals and plants one would ascribe to them the power to become aware of factors threatening their existence, the will to preserve their own integrity, and the mental faculty of finding means for its preservation.
Από ακτιβιστική σκοπιά, η γνώση αποτελεί εργαλείο της δράσης. Λειτουργία της είναι να υποδεικνύει στον άνθρωπο πώς να ενεργεί στις προσπάθειές του να άρει τη δυσφορία. Στα ανώτερα στάδια της εξέλιξης του ανθρώπου, από τις συνθήκες της Εποχής του Λίθου σε εκείνες της εποχής του σύγχρονου καπιταλισμού, δυσφορία προκαλεί επίσης και μόνον η επικράτηση της άγνοιας σχετικά με τη φύση και το νόημα όλων των πραγμάτων, ανεξαρτήτως του αν η γνώση αυτών των θεμελιωδών ζητημάτων θα είχε πρακτική χρησιμότητα για οποιονδήποτε τεχνικό σχεδιασμό. Η ζωή σε ένα σύμπαν του οποίου η έσχατη και πραγματική δομή μάς είναι άγνωστη δημιουργεί αφ’ εαυτής ένα αίσθημα αγωνίας. Από τις αρχαιότερες εποχές, μέριμνα της θρησκείας και της μεταφυσικής υπήρξε η άρση αυτής της αγωνίας και η παροχή στους ανθρώπους βεβαιότητας σχετικά με τα έσχατα πράγματα. Αργότερα, η φιλοσοφία του Διαφωτισμού και οι συγγενείς προς αυτήν σχολές υποσχέθηκαν ότι οι φυσικές επιστήμες θα επέλυαν όλα τα συναφή προβλήματα. Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι ο στοχασμός πάνω στην προέλευση και την ουσία των πραγμάτων, στη φύση του ανθρώπου και στον ρόλο του μέσα στο σύμπαν αποτελεί μία από τις μέριμνες πολλών ανθρώπων. Από αυτή τη σκοπιά, η καθαρή αναζήτηση της γνώσης, όταν δεν υποκινείται από την επιθυμία βελτίωσης των εξωτερικών συνθηκών της ζωής, αποτελεί και αυτή δράση, δηλαδή προσπάθεια επίτευξης μιας περισσότερο επιθυμητής κατάστασης πραγμάτων.
Seen from an activist point of view, knowledge is a tool of action. Its function is to advise man how to proceed in his endeavors to remove uneasiness. At the higher stages of man’s evolution from the conditions of the Stone Age to those of the age of modern capitalism, uneasiness is also felt by the mere prevalence of ignorance concerning the nature and the meaning of all things, no matter whether knowledge about these fundamental things would be of practical use for any technological planning. To live in a universe with whose final and real structure one is not familiar creates in itself a feeling of anxiety. To remove this anguish and to give men certainty about the last things has been from the earliest days the solicitude of religion and metaphysics. Later the philosophy of the Enlightenment and its affiliated schools promised that the natural sciences would solve all the problems involved. At any rate, it is a fact that to brood over the origin and essence of things, man’s nature and his role in the universe, is one of the concerns of many people. Seen from this angle, the pure search for knowledge, not motivated by the desire to improve the external conditions of life, is also action, i.e., an effort to attain a more desirable state of affairs.
Διαφορετικό είναι το ερώτημα αν ο ανθρώπινος νους είναι κατάλληλα συγκροτημένος για την πλήρη επίλυση των συναφών προβλημάτων. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η βιολογική λειτουργία του λόγου είναι να συνδράμει τον άνθρωπο στον αγώνα του για επιβίωση και στην άρση της δυσφορίας. Λέγεται ότι κάθε βήμα πέρα από τα όρια που χαράσσει αυτή η λειτουργία οδηγεί σε φανταστικές μεταφυσικές εικοτολογίες, οι οποίες δεν επιδέχονται ούτε απόδειξη ούτε ανασκευή. Η παντογνωσία είναι για πάντα απρόσιτη στον άνθρωπο. Κάθε αναζήτηση της αλήθειας πρέπει, αργά ή γρήγορα, αλλά αναπόφευκτα, να καταλήξει σε ένα έσχατο δεδομένο.23
Another question is whether the human mind is fitted for the full solution of the problems involved. It may be argued that the biological function of reason is to aid man in his struggle for survival and the removal of uneasiness. Any step beyond the limits drawn by this function, it is said, leads to fantastic metaphysical speculations which are liable neither to demonstration nor to refutation. Omniscience is forever denied to man. Every search for truth must, sooner or later, but inevitably, lead to an ultimate given.
Η κατηγορία της δράσης είναι η θεμελιώδης κατηγορία της ανθρώπινης γνώσης. Εμπεριέχει όλες τις κατηγορίες της λογικής, καθώς και τις κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας. Εμπεριέχει την κατηγορία του χρόνου και εκείνη της αξίας. Περιλαμβάνει όλες τις ιδιαίτερες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής, σε αντιδιαστολή προς τις εκδηλώσεις της φυσιολογικής συγκρότησης του ανθρώπου, την οποία αυτός έχει κοινή με όλα τα άλλα ζώα. Κατά τη δράση, ο νους του ατόμου αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως διαφορετικό από το περιβάλλον του, τον εξωτερικό κόσμο, και επιχειρεί να μελετήσει αυτό το περιβάλλον, προκειμένου να επηρεάσει την πορεία των συμβάντων που λαμβάνουν χώρα εντός του.
The category of action is the fundamental category of human knowledge. It implies all the categories of logic and the category of regularity and causality. It implies the category of time and that of value. It encompasses all the specific manifestations of human life as distinguished from the manifestations of man’s physiological structure which he has in common with all other animals. In acting, the mind of the individual sees itself as different from its environment, the external world, and tries to study this environment in order to influence the course of the events happening in it.
Εκείνο που διακρίνει το πεδίο της ανθρώπινης δράσης από το πεδίο των εξωτερικών συμβάντων, όπως αυτό διερευνάται από τις φυσικές επιστήμες, είναι η κατηγορία της σκοπιμότητας. Δεν γνωρίζουμε κανένα τελικό αίτιο που να επενεργεί σε αυτό που αποκαλούμε φύση. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ο άνθρωπος αποβλέπει σε συγκεκριμένους σκοπούς τους οποίους έχει επιλέξει. Στις φυσικές επιστήμες αναζητούμε σταθερές σχέσεις μεταξύ διαφόρων συμβάντων. Όταν πραγματευόμαστε την ανθρώπινη δράση, αναζητούμε τους σκοπούς τους οποίους ο δρων θέλει ή ήθελε να επιτύχει, καθώς και το αποτέλεσμα που επέφερε ή θα επιφέρει η δράση του.
What distinguishes the field of human action from the field of external events as investigated by the natural sciences is the category of finality. We do no know of any final causes operating in what we call nature. But we know that man aims at definite goals chosen. In the natural sciences we search after constant relations among various events. In dealing with human action we search after the ends the actor wants or wanted to attain and after the result that his action brought about or will bring about.
Η σαφής διάκριση μεταξύ ενός πεδίου της πραγματικότητας για το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να μάθει τίποτε άλλο πέραν του ότι χαρακτηρίζεται από κανονικότητα στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των συμβάντων, και ενός πεδίου στο οποίο λαμβάνει χώρα η σκόπιμη επιδίωξη επιλεγμένων σκοπών, αποτελεί επίτευγμα μιας μακράς εξέλιξης. Ο άνθρωπος, όντας ο ίδιος δρων ον, έτεινε αρχικά να εξηγεί όλα τα συμβάντα ως εκδηλώσεις της δράσης όντων που δρούσαν κατά τρόπο ο οποίος δεν διέφερε ουσιωδώς από τον δικό του. Ο ανιμισμός απέδιδε σε όλα τα πράγματα του σύμπαντος την ικανότητα δράσης. Όταν η εμπειρία οδήγησε τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν αυτή την πεποίθηση, εξακολουθούσαν να υποθέτουν ότι ο Θεός ή η φύση ενεργεί κατά τρόπο που δεν διαφέρει από τους τρόπους της ανθρώπινης δράσης. Η χειραφέτηση από αυτόν τον ανθρωπομορφισμό αποτελεί ένα από τα επιστημολογικά θεμέλια της σύγχρονης φυσικής επιστήμης.
The clear distinction between a field of reality about which man cannot learn anything else than that it is characterized by a regularity in the concatenation and succession of events and a field in which purposeful striving after ends chosen takes place is an achievement of a long evolution. Man, himself an acting being, was first inclined to explain all events as the manifestation of the action of beings acting in a way that was essentially not different from his own. Animism ascribed to all things of the universe the faculty of action. When experience moved people to drop this belief, it was still assumed that God or nature acts in a way not different from the ways of human action. The emancipation from this anthropomorphism is one of the epistemological foundations of modern natural science.
Η θετικιστική φιλοσοφία, η οποία σήμερα αυτοαποκαλείται επίσης επιστημονική φιλοσοφία, πιστεύει ότι αυτή η απόρριψη της τελοκρατίας από τις φυσικές επιστήμες συνεπάγεται την ανασκευή όλων των θεολογικών θεωριών, καθώς και των διδαγμάτων των επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Ισχυρίζεται ότι οι φυσικές επιστήμες μπορούν να λύσουν όλα τα «αινίγματα του σύμπαντος» και να παράσχουν μια δήθεν επιστημονική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα που ενδέχεται να απασχολούν την ανθρωπότητα.
Positivist philosophy, which nowadays styles itself also scientific philosophy, believes that this rejection of finalism by the natural sciences implies the refutation of all theological doctrines as well as that of the teachings of the sciences of human action. It pretends that the natural sciences can solve all the “riddles of the universe” and provide an allegedly scientific answer to all the questions that may trouble mankind.
Ωστόσο, οι φυσικές επιστήμες δεν έχουν συνεισφέρει και δεν μπορούν να συνεισφέρουν τίποτε στη διασαφήνιση εκείνων των προβλημάτων τα οποία επιχειρεί να αντιμετωπίσει η θρησκεία. Η απόρριψη του αφελούς ανθρωπομορφισμού, ο οποίος φανταζόταν ένα υπέρτατο ον είτε ως δικτάτορα είτε ως ωρολογοποιό, υπήρξε επίτευγμα της θεολογίας και της μεταφυσικής. Ως προς τη θεωρία ότι ο Θεός είναι απολύτως άλλος από τον άνθρωπο και ότι η ουσία και η φύση Του δεν μπορούν να συλληφθούν από τον θνητό άνθρωπο, οι φυσικές επιστήμες και μια φιλοσοφία που απορρέει από αυτές δεν έχουν τίποτε να πουν. Το υπερβατικό βρίσκεται πέρα από το πεδίο για το οποίο παρέχουν πληροφορίες η φυσική και η φυσιολογία. Η λογική δεν μπορεί ούτε να αποδείξει ούτε να ανασκευάσει τον πυρήνα των θεολογικών θεωριών. Το μόνο που μπορεί να πράξει εν προκειμένω η επιστήμη —πέραν της ιστορίας— είναι να αποκαλύψει τις πλάνες της μαγείας και των φετιχιστικών δεισιδαιμονιών και πρακτικών.
However, the natural sciences did not contribute and cannot contribute anything to the clarification of those problems with which religion tries to cope. The repudiation of naive anthropomorphism that imagined a supreme being either as a dictator or as a watchmaker was an achievement of theology and of metaphysics. With regard to the doctrine that God is wholly other than man and that his essence and nature cannot be grasped by mortal man, the natural sciences and a philosophy derived from them have nothing to say. The transcendent is beyond the realm about which physics and physiology convey information. Logic can neither prove nor disprove the core of theological doctrines. All that science—apart from history—can do in this regard is to expose the fallacies of magic and fetishistic superstitions and practices.
Αρνούμενος την αυτονομία των επιστημών της ανθρώπινης δράσης και την κατηγορία των τελικών αιτίων τους, ο θετικισμός διατυπώνει ένα μεταφυσικό αίτημα το οποίο δεν μπορεί να τεκμηριώσει με κανένα από τα πορίσματα των πειραματικών μεθόδων των φυσικών επιστημών. Αποτελεί αδικαιολόγητη ματαιοπονία η εφαρμογή, στην περιγραφή της ανθρώπινης συμπεριφοράς, των ίδιων μεθόδων που εφαρμόζουν οι φυσικές επιστήμες κατά την εξέταση της συμπεριφοράς των ποντικών ή του σιδήρου. Τα ίδια εξωτερικά συμβάντα προκαλούν διαφορετικές αντιδράσεις σε διαφορετικούς ανθρώπους, καθώς και στους ίδιους ανθρώπους σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Οι φυσικές επιστήμες είναι ανίσχυρες απέναντι σε αυτή την «ακανονικότητα». Οι μέθοδοί τους μπορούν να πραγματευθούν μόνο συμβάντα που διέπονται από ένα κανονικό πρότυπο. Επιπλέον, δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο για τις έννοιες του νοήματος, της αξιολόγησης και των σκοπών.
In denying the autonomy of the sciences of human action and their category of final causes, positivism enounces a metaphysical postulate that it cannot substantiate with any of the findings of the experimental methods of the natural sciences. It is a gratuitous pastime to apply to the description of the behavior of man the same methods the natural sciences apply in dealing with the behavior of mice or of iron. The same external events produce in different men and in the same men at different times different reactions. The natural sciences are helpless in face of this “irregularity.” Their methods can deal only with events that are governed by a regular pattern. Besides, they do not have any room for the concepts of meaning, of valuation, and of ends.
Η αξιολόγηση είναι η συναισθηματική αντίδραση του ανθρώπου στις διάφορες καταστάσεις του περιβάλλοντός του, τόσο του εξωτερικού κόσμου όσο και των φυσιολογικών συνθηκών του ίδιου του σώματός του. Ο άνθρωπος διακρίνει μεταξύ περισσότερο και λιγότερο επιθυμητών καταστάσεων, όπως θα μπορούσαν να το διατυπώσουν οι αισιόδοξοι, ή μεταξύ μεγαλύτερων και μικρότερων δεινών, όπως είναι διατεθειμένοι να πουν οι απαισιόδοξοι. Δρα όταν πιστεύει ότι η δράση μπορεί να οδηγήσει στην αντικατάσταση μιας λιγότερο επιθυμητής κατάστασης από μια περισσότερο επιθυμητή.
Valuing is man’s emotional reaction to the various states of his environment, both that of the external world and that of the physiological conditions of his own body. Man distinguishes between more and less desirable states, as the optimists may express it, or between greater and lesser evils, as the pessimists are prepared to say. He acts when he believes that action can result in substituting a more desirable state for a less desirable.
Η αποτυχία των προσπαθειών εφαρμογής των μεθόδων και των επιστημολογικών αρχών των φυσικών επιστημών στα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης οφείλεται στο γεγονός ότι οι επιστήμες αυτές δεν διαθέτουν κανένα εργαλείο για την εξέταση της αξιολόγησης. Στη σφαίρα των φαινομένων που μελετούν δεν υπάρχει χώρος για οποιαδήποτε σκόπιμη συμπεριφορά. Ο ίδιος ο φυσικός και η έρευνά του στο πεδίο της φυσικής αποτελούν οντότητες έξω από τη σφαίρα που διερευνά. Οι αξιολογικές κρίσεις δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές μέσω των παρατηρησιακών προσεγγίσεων του πειραματιστή ούτε να περιγραφούν στις προτάσεις πρωτοκόλλου της γλώσσας της φυσικής. Ωστόσο, αποτελούν πραγματικά φαινόμενα και από τη σκοπιά των φυσικών επιστημών, καθώς συνιστούν αναγκαίο κρίκο σε αλυσίδες συμβάντων που παράγουν συγκεκριμένα φυσικά φαινόμενα.
The failure of the attempts to apply the methods and the epistemological principles of the natural sciences to the problems of human action is caused by the fact that these sciences have no tool to deal with valuing. In the sphere of the phenomena they study there is no room for any purposive behavior. The physicist himself and his physical research are entities outside the orbit he investigates. Judgments of value cannot be perceived by the observational attitudes of the experimenter and cannot be described in the protocol sentences of the language of physics. Yet they are, also from the viewpoint of the natural sciences, real phenomena, as they are a necessary link in chains of events that produce definite physical phenomena.
Ο φυσικός μπορεί σήμερα να γελά με τη θεωρία που ερμήνευε ορισμένα φαινόμενα ως αποτέλεσμα ενός horror vacui. Δεν αντιλαμβάνεται, όμως, ότι τα αιτήματα του πανφυσικαλισμού δεν είναι λιγότερο γελοία. Εάν εξαλειφθεί κάθε αναφορά στις αξιολογικές κρίσεις, είναι αδύνατον να ειπωθεί οτιδήποτε για τις πράξεις του ανθρώπου, δηλαδή για κάθε συμπεριφορά που δεν αποτελεί απλώς την ολοκλήρωση φυσιολογικών διεργασιών οι οποίες λαμβάνουν χώρα στο ανθρώπινο σώμα.
The physicist may laugh today at the doctrine that interpreted certain phenomena as the effect of a horror vacui. But he fails to realize that the postulates of panphysicalism are no less ridiculous. If one eliminates any reference to judgments of value, it is impossible to say anything about the actions of man, i.e., about all the behavior that is not merely the consummation of physiological processes taking place in the human body.
Σκοπός όλων των εκδοχών του θετικισμού είναι να φιμώσουν τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης. Χάριν του επιχειρήματος, μπορούμε να απόσχουμε από την ανάλυση των συμβολών του θετικισμού στην επιστημολογία των φυσικών επιστημών, τόσο ως προς την πρωτοτυπία όσο και ως προς τη βασιμότητά τους. Ούτε χρειάζεται να επιμείνουμε επί μακρόν στα κίνητρα που υποκίνησαν τις παθιασμένες επιθέσεις των θετικιστών συγγραφέων κατά της «μη επιστημονικής μεθόδου» της οικονομικής επιστήμης και της ιστορίας. Υποστηρίζουν συγκεκριμένες πολιτικές, οικονομικές και πολιτιστικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες, όπως πιστεύουν, θα επιφέρουν τη σωτηρία της ανθρωπότητας και την εγκαθίδρυση αιώνιας ευδαιμονίας. Επειδή αδυνατούν να ανασκευάσουν τη συντριπτική κριτική που άσκησαν οι οικονομολόγοι στα φαντασιοκοπικά τους σχέδια, επιθυμούν να καταπνίξουν τη «ζοφερή επιστήμη».
The aim of all brands of positivism is to silence the sciences of human action. For the sake of argument we may abstain from analyzing positivism’s contributions to the epistemology of the natural sciences both with regard to their originality and to their soundness. Neither do we have to dwell too long upon the motives that incited the positivist authors’ passionate attacks upon the “unscientific procedure” of economics and history. They are advocating definite political, economic and cultural reforms which, as they believe, will bring about the salvation of mankind and the establishment of eternal bliss. As they cannot refute the devastating criticism that their fantastic plans met on the part of the economists, they want to suppress the “dismal science.”
Το ερώτημα αν ο όρος «επιστήμη» πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις φυσικές επιστήμες ή και στην πραξεολογία και την ιστορία είναι απλώς γλωσσικό και η επίλυσή του διαφέρει ανάλογα με τη χρήση που επικρατεί στις διάφορες γλώσσες. Στην αγγλική γλώσσα, για πολλούς ανθρώπους ο όρος science αναφέρεται μόνο στις φυσικές επιστήμες.24 Στη γερμανική γλώσσα συνηθίζεται να γίνεται λόγος για Geschichtswissenschaft και να αποκαλούνται Wissenschaft διάφοροι κλάδοι της ιστορίας, όπως οι Literaturwissenschaft, Sprachwissenschaft, Kunstwissenschaft και Kriegswissenschaft. Μπορεί κανείς να απορρίψει το πρόβλημα ως απλώς λεκτικό, ως μια ανόητη μικρολογία περί λέξεων.
The question whether the term “science” ought to be applied only to the natural sciences or also to praxeology and to history is merely linguistic and its solution differs with the usages of various languages. In English the term science for many people refers only to the natural sciences. In German it is customary to speak of a Geschichtswissenschaft and to call various branches of history Wissenschaft, such as Literaturwissenschaft, Sprachwissenschaft, Kunstwissenschaft, Kriegswissenschaft. One can dismiss the problem as merely verbal, an inane quibbling about words.
Ο Auguste Comte αξίωσε μια εμπειρική επιστήμη της κοινωνιολογίας η οποία, διαμορφωμένη κατά το σχήμα της κλασικής μηχανικής, θα πραγματευόταν τους νόμους της κοινωνίας και τα κοινωνικά γεγονότα. Οι πολλές εκατοντάδες και χιλιάδες οπαδοί του Comte αυτοαποκαλούνται κοινωνιολόγοι και χαρακτηρίζουν τα βιβλία που δημοσιεύουν συμβολές στην κοινωνιολογία. Στην πραγματικότητα, πραγματεύονται διάφορα κεφάλαια της ιστορίας τα οποία έως τώρα είχαν παραμεληθεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό και, σε γενικές γραμμές, ακολουθούν τις δοκιμασμένες μεθόδους της ιστορικής και εθνολογικής έρευνας. Είναι αδιάφορο αν αναφέρουν στον τίτλο των βιβλίων τους την περίοδο και τη γεωγραφική περιοχή με τις οποίες ασχολούνται. Οι «εμπειρικές» μελέτες τους αναφέρονται αναγκαίως και πάντοτε σε μια συγκεκριμένη εποχή της ιστορίας και περιγράφουν φαινόμενα που εμφανίζονται, μεταβάλλονται και εξαφανίζονται μέσα στη ροή του χρόνου. Οι μέθοδοι των φυσικών επιστημών δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην ανθρώπινη συμπεριφορά, επειδή η συμπεριφορά αυτή —πέρα από εκείνο που τη χαρακτηρίζει ως ανθρώπινη δράση και μελετάται από την a priori επιστήμη της πραξεολογίας— στερείται του ιδιαίτερου γνωρίσματος που χαρακτηρίζει τα συμβάντα στο πεδίο των φυσικών επιστημών, δηλαδή της κανονικότητας.
Auguste Comte postulated an empirical science of sociology which, modelled after the scheme of classical mechanics, should deal with the laws of society and social facts. The many hundreds and thousands of the adepts of Comte call themselves sociologists and the books they are publishing contributions to sociology. In fact, they deal with various hitherto more or less neglected chapters of history and by and large proceed according to the well-tried methods of historical and ethnological research. It is immaterial whether they mention in the title of their books the period and the geographical area with which they are dealing. Their “empirical” studies necessarily always refer to a definite epoch of history and describe phenomena that come into existence, change, and disappear in the flux of time. The methods of the natural sciences cannot be applied to human behavior because this behavior, apart from what qualifies it as human action and is studied by the a priori science of praxeology, lacks the peculiarity that characterizes events in the field of the natural sciences, viz., regularity.
Δεν υπάρχει τρόπος ούτε να επιβεβαιωθούν ούτε να απορριφθούν μέσω διασκεπτικού συλλογισμού οι μεταφυσικές ιδέες που βρίσκονται στη βάση του θορυβωδώς διαφημιζόμενου προγράμματος της «Ενοποιημένης Επιστήμης», όπως αυτό εκτίθεται στη Διεθνή Εγκυκλοπαίδεια της Ενοποιημένης Επιστήμης, το ιερό κείμενο του λογικού θετικισμού, του πανφυσικαλισμού και του μισαλλόδοξου εμπειρισμού. Κατά τρόπο αρκετά παράδοξο, αυτές οι θεωρίες, οι οποίες εκκίνησαν από μια ριζική απόρριψη της ιστορίας, μας ζητούν να θεωρήσουμε όλα τα συμβάντα μέρος του αντικειμένου μιας περιεκτικής κοσμικής ιστορίας. Όσα γνωρίζουμε για τα φυσικά συμβάντα —όπως, επί παραδείγματι, για τη συμπεριφορά του νατρίου και των μοχλών— ενδέχεται, όπως λένε, να ισχύουν μόνο για την περίοδο της κοσμικής συσσωμάτωσης κατά την οποία ζήσαμε εμείς και οι προηγούμενες γενεές επιστημόνων. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να αποδίδουμε στις χημικές και μηχανικές προτάσεις «οποιουδήποτε είδους καθολικότητα», αντί να τις αντιμετωπίζουμε ως ιστορικές προτάσεις.25 Από αυτή τη σκοπιά, οι φυσικές επιστήμες μετατρέπονται σε κεφάλαιο της κοσμικής ιστορίας. Δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ φυσικαλισμού και κοσμικής ιστορίας.
There is no way either to confirm or to reject by discursive reasoning the metaphysical ideas that are at the bottom of the blatantly advertised program of “Unified Science” as expounded in the International Encyclopedia of Unified Science, the holy writ of logical positivism, panphysicalism, and intolerant empiricism. Paradoxically enough, these doctrines, which started from a radical rejection of history, ask us to look upon all events as part of the subject matter of a comprehensive cosmic history. What we know about natural events, e.g., the behavior of sodium and levers, may, as they say, be valid only for the period of cosmic aggregation in which we ourselves and earlier generations of scientists lived. There is no reason whatever to assign to chemical and mechanical statements “any kind of universality” instead of treating them as historical ones. Seen from this point of view, the natural sciences turn into a chapter of cosmic history. There is no conflict between physicalism and cosmic history.
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν γνωρίζουμε τίποτε σχετικά με τις συνθήκες μιας περιόδου της κοσμικής ιστορίας κατά την οποία οι προτάσεις αυτού που στην εποχή μας αποκαλούμε φυσικές επιστήμες δεν θα ισχύουν πλέον. Όταν μιλούμε για επιστήμη και γνώση, έχουμε κατά νου μόνο τις συνθήκες που μας επιτρέπει να διερευνούμε το γεγονός ότι ζούμε, σκεπτόμαστε και δρούμε. Ό,τι βρίσκεται πέρα από τις συνθήκες αυτής της —ίσως χρονικά περιορισμένης— κατάστασης πραγμάτων αποτελεί για εμάς μια άγνωστη και μη γνώσιμη περιοχή. Σε εκείνον τον τομέα του σύμπαντος που είναι προσιτός στον ερευνητικό μας νου, επικρατεί ένας δυϊσμός στη διαδοχή και την αλληλοσύνδεση των συμβάντων. Υπάρχει, αφενός, το πεδίο των εξωτερικών συμβάντων, για τα οποία το μόνο που μπορούμε να μάθουμε είναι ότι επικρατούν μεταξύ τους σταθερές αμοιβαίες σχέσεις· και υπάρχει, αφετέρου, το πεδίο της ανθρώπινης δράσης, για το οποίο δεν μπορούμε να μάθουμε τίποτε χωρίς να προσφύγουμε στην κατηγορία της σκοπιμότητας. Όλες οι απόπειρες παραγνώρισης αυτού του δυϊσμού υπαγορεύονται από αυθαίρετες μεταφυσικές προκαταλήψεις, παράγουν απλώς ανοησίες και είναι άχρηστες για την πρακτική δράση.
We must admit that we do not know anything about conditions in a period of cosmic history for which the statements of what we call in our period the natural sciences will no longer be valid. In speaking about science and knowledge we have in mind only the conditions that our living, thinking, and acting permit us to investigate. What is beyond the conditions of this—perhaps temporarily limited—state of affairs is for us an unknown and unknowable region. In that sector of the universe which is accessible to our searching mind there prevails a dualism in the succession and concatenation of events. There is, on the one hand, the field of external events, about which we can learn only that there prevail mutual constant relations among them, and there is the field of human action, about which we cannot learn anything without resorting to the category of finality. All attempts to disregard this dualism are dictated by arbitrary metaphysical prepossessions, bring forth merely nonsense, and are useless for practical action.
Η διαφορά που υφίσταται στο περιβάλλον μας μεταξύ της συμπεριφοράς του νατρίου και της συμπεριφοράς ενός συγγραφέα ο οποίος αναφέρεται στα γραπτά του στο νάτριο δεν μπορεί να εξαλειφθεί με καμία επίκληση της δυνατότητας να υπήρξαν κάποτε ή να υπάρξουν στο μέλλον περίοδοι της κοσμικής ιστορίας για τις συνθήκες των οποίων δεν γνωρίζουμε τίποτε. Κάθε γνώση μας πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, όσον αφορά το νάτριο, δεν γνωρίζουμε τίποτε για τελικά αίτια που κατευθύνουν τη συμπεριφορά του, ενώ γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος, επί παραδείγματι όταν γράφει ένα δοκίμιο για το νάτριο, αποβλέπει σε συγκεκριμένους σκοπούς. Οι απόπειρες του συμπεριφορισμού —ή της «συμπεριφοριστικής επιστήμης»26— να πραγματευθεί την ανθρώπινη δράση σύμφωνα με το σχήμα ερεθίσματος-αντίδρασης απέτυχαν οικτρά. Είναι αδύνατον να περιγραφεί οποιαδήποτε ανθρώπινη δράση, εάν δεν γίνει αναφορά τόσο στο νόημα που διακρίνει ο δρων στο ερέθισμα όσο και στον σκοπό στον οποίο αποβλέπει η αντίδρασή του.
The difference that exists in our environment between the behavior of sodium and that of an author who in his writings refers to sodium cannot be wiped out by any reference to the possibility that there were once or will be in the future periods of cosmic history about the conditions of which we do not know anything. All our knowledge must take into account the fact that with regard to sodium we do not know anything about final causes directing its behavior, while we know that man, e.g., in writing an essay about sodium, aims at definite ends. The attempts of behaviorism (or “behavioristics”) to deal with human action according to the stimulus-response scheme have failed lamentably. It is impossible to describe any human action if one does not refer to the meaning the actor sees in the stimulus as well as in the end his response is aiming at.
Γνωρίζουμε επίσης τον σκοπό που παρακινεί τους υπέρμαχους όλων αυτών των συρμών, οι οποίοι σήμερα παρελαύνουν υπό την ονομασία της Ενοποιημένης Επιστήμης. Οι συγγραφείς τους διακατέχονται από το δικτατορικό σύμπλεγμα. Θέλουν να μεταχειρίζονται τους συνανθρώπους τους κατά τον τρόπο με τον οποίο ένας μηχανικός μεταχειρίζεται τα υλικά από τα οποία κατασκευάζει σπίτια, γέφυρες και μηχανές. Θέλουν να υποκαταστήσουν τις πράξεις των συμπολιτών τους με την «κοινωνική μηχανική» και τα σχέδια όλων των άλλων ανθρώπων με το δικό τους μοναδικό, καθολικό σχέδιο. Βλέπουν τον εαυτό τους στον ρόλο του δικτάτορα —του duce, του Führer, του τσάρου της παραγωγής— στα χέρια του οποίου όλα τα υπόλοιπα μέλη της ανθρωπότητας δεν είναι παρά πιόνια. Όταν αναφέρονται στην κοινωνία ως δρώντα φορέα, εννοούν τον εαυτό τους. Όταν λένε ότι η συνειδητή δράση της κοινωνίας πρέπει να υποκαταστήσει την επικρατούσα αναρχία του ατομικισμού, εννοούν αποκλειστικά τη δική τους συνείδηση και όχι τη συνείδηση οποιουδήποτε άλλου.
We know also the end that impels the champions of all these fads that nowadays parade under the name of Unified Science. Their authors are driven by the dictatorial complex. They want to deal with their fellow men in the way an engineer deals with the materials out of which he builds houses, bridges, and machines. They want to substitute “social engineering” for the actions of their fellow citizens and their own unique all-comprehensive plan for the plans of all other people. They see themselves in the role of the dictator—the duce, the Führer, the production tsar—in whose hands all other specimens of mankind are merely pawns. If they refer to society as an acting agent, they mean themselves. If they say that conscious action of society is to be substituted for the prevailing anarchy of individualism, they mean their own consciousness alone and not that of anybody else.
5. Οι δύο κλάδοι των επιστημών της ανθρώπινης δράσης
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. The Two Branches of the Sciences of Human Action
Οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης έχουν δύο κλάδους: αφενός την πραξεολογία και αφετέρου την ιστορία.
There are two branches of the sciences of human action, praxeology on the one hand, history on the other hand.
Η πραξεολογία είναι a priori. Εκκινεί από την a priori κατηγορία της δράσης και αναπτύσσει από αυτήν όλα όσα εμπεριέχει. Για πρακτικούς λόγους, η πραξεολογία κατά κανόνα δεν δίνει μεγάλη προσοχή σε προβλήματα που δεν χρησιμεύουν στη μελέτη της πραγματικότητας της ανθρώπινης δράσης, αλλά περιορίζει το έργο της στα προβλήματα που είναι αναγκαία για τη διασαφήνιση όσων συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Πρόθεσή της είναι να πραγματευθεί τη δράση που λαμβάνει χώρα υπό συνθήκες τις οποίες ο δρων άνθρωπος καλείται να αντιμετωπίσει. Αυτό δεν μεταβάλλει τον αμιγώς απριοριστικό χαρακτήρα της πραξεολογίας. Απλώς οριοθετεί το πεδίο που συνήθως επιλέγουν οι επιμέρους πραξεολόγοι για το έργο τους. Αναφέρονται στην εμπειρία μόνο για να διαχωρίσουν τα προβλήματα που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τη μελέτη του ανθρώπου όπως αυτός πράγματι είναι και δρα από άλλα προβλήματα που παρουσιάζουν απλώς ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Η απάντηση στο ερώτημα αν συγκεκριμένα θεωρήματα της πραξεολογίας εφαρμόζονται ή όχι σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα δράσης εξαρτάται από τη διαπίστωση του κατά πόσον οι ιδιαίτερες παραδοχές που χαρακτηρίζουν το εκάστοτε θεώρημα έχουν κάποια αξία για τη γνώση της πραγματικότητας. Ασφαλώς, δεν εξαρτάται από την απάντηση στο ερώτημα αν οι παραδοχές αυτές αντιστοιχούν ή όχι στην πραγματική κατάσταση πραγμάτων την οποία θέλουν να διερευνήσουν οι πραξεολόγοι. Οι νοητικές κατασκευές, οι οποίες αποτελούν το κύριο —ή, όπως θα προτιμούσαν να πουν ορισμένοι, το μοναδικό— νοητικό εργαλείο της πραξεολογίας, περιγράφουν συνθήκες που δεν μπορούν ποτέ να υπάρξουν στην πραγματικότητα της δράσης. Ωστόσο, είναι απαραίτητες για τη σύλληψη όσων συμβαίνουν σε αυτή την πραγματικότητα. Ακόμη και οι πλέον δογματικοί υπέρμαχοι μιας εμπειριστικής ερμηνείας των μεθόδων της οικονομικής επιστήμης χρησιμοποιούν τη νοητική κατασκευή μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας (στατικής ισορροπίας), μολονότι μια τέτοια κατάσταση των ανθρώπινων υποθέσεων δεν μπορεί ποτέ να πραγματωθεί.27
Praxeology is a priori. It starts from the a priori category of action and develops out of it all that it contains. For practical reasons praxeology does not as a rule pay much attention to those problems that are of no use for the study of the reality of man’s action, but restricts its work to those problems that are necessary for the elucidation of what is going on in reality. Its intent is to deal with action taking place under conditions that acting man has to face. This does not alter the purely aprioristic character of praxeology. It merely circumscribes the field that the individual praxeologists customarily choose for their work. They refer to experience only in order to separate those problems that are of interest for the study of man as he really is and acts from other problems that offer a merely academic interest. The answer to the question whether or not definite theorems of praxeology apply to a definite problem of action depends on the establishment of the fact whether or not the special assumptions that characterize this theorem are of any value for the cognition of reality. To be sure, it does not depend on the answer to the question whether or not these assumptions correspond to the real state of affairs that the praxeologists want to investigate. The imaginary constructions that are the main—or, as some people would rather say, the only—mental tool of praxeology describe conditions that can never be present in the reality of action. Yet they are indispensable for conceiving what is going on in this reality. Even the most bigoted advocates of an empiricist interpretation of the methods of economics employ the imaginary construction of an evenly rotating economy (static equilibrium), although such a state of human affairs can never be realized.
Ακολουθώντας τις αναλύσεις του Kant, οι φιλόσοφοι έθεσαν το ερώτημα: Πώς μπορεί ο ανθρώπινος νους, μέσω απριοριστικής σκέψης, να πραγματευθεί την πραγματικότητα του εξωτερικού κόσμου; Όσον αφορά την πραξεολογία, η απάντηση είναι προφανής. Τόσο η a priori σκέψη και ο συλλογισμός, αφενός, όσο και η ανθρώπινη δράση, αφετέρου, αποτελούν εκδηλώσεις του ανθρώπινου νου. Η λογική δομή του ανθρώπινου νου δημιουργεί την πραγματικότητα της δράσης. Ο λόγος και η δράση είναι ομογενή και ομοιογενή, δύο όψεις του ίδιου φαινομένου. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να εφαρμόσουμε στην πραξεολογία τη ρήση του Εμπεδοκλή: «γνῶσις τοῦ ὁμοίου τῷ ὁμοίῳ».
Following in the wake of Kant’s analyses, philosophers raised the question: How can the human mind, by aprioristic thinking, deal with the reality of the external world? As far as praxeology is concerned, the answer is obvious. Both, a priori thinking and reasoning on the one hand and human action on the other, are manifestations of the human mind. The logical structure of the human mind creates the reality of action. Reason and action are congeneric and homogeneous, two aspects of the same phenomenon. In this sense we may apply to praxeology the dictum of Empedocles
Ορισμένοι συγγραφείς έθεσαν το μάλλον επιπόλαιο ερώτημα πώς θα αντιδρούσε ένας πραξεολόγος σε μια εμπειρία που θα αντέφασκε προς θεωρήματα της απριοριστικής του θεωρίας. Η απάντηση είναι: με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ένας μαθηματικός θα αντιδρούσε στην «εμπειρία» ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ δύο μήλων και επτά μήλων ή ένας μελετητής της λογικής στην «εμπειρία» ότι το A και το μη A είναι ταυτόσημα. Η εμπειρία που αφορά την ανθρώπινη δράση προϋποθέτει την κατηγορία της ανθρώπινης δράσης και όλα όσα απορρέουν από αυτήν. Εάν κανείς δεν αναφέρεται στο σύστημα του πραξεολογικού a priori, δεν δικαιούται ούτε μπορεί να μιλά για δράση, αλλά μόνο για συμβάντα που πρέπει να περιγραφούν με όρους των φυσικών επιστημών. Η επίγνωση των προβλημάτων που απασχολούν τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης προϋποθέτει εξοικείωση με τις a priori κατηγορίες της πραξεολογίας. Παρεμπιπτόντως, μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε ότι κάθε εμπειρία στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης είναι ειδικώς ιστορική εμπειρία, δηλαδή εμπειρία σύνθετων φαινομένων, η οποία δεν μπορεί ποτέ να διαψεύσει οποιοδήποτε θεώρημα κατά τον τρόπο με τον οποίο ένα εργαστηριακό πείραμα μπορεί να διαψεύσει τις προτάσεις των φυσικών επιστημών.
Some authors have raised the rather shallow question how a praxeologist would react to an experience contradicting theorems of his aprioristic doctrine. The answer is: in the same way in which a mathematician will react to the “experience” that there is no difference between two apples and seven apples or a logician to the “experience” that A and non-A are identical. Experience concerning human action presupposes the category of human action and all that derives from it. If one does not refer to the system of the praxeological a priori, one must not and cannot talk of action, but merely of events that are to be described in terms of the natural sciences. Awareness of the problems with which the sciences of human action are concerned is conditioned by familiarity with the a priori categories of praxeology. Incidentally, we may also remark that any experience in the field of human action is specifically historical experience, i.e., the experience of complex phenomena, which can never falsify any theorem in the way a laboratory experiment can do with regard to the statements of the natural sciences.
Μέχρι σήμερα, το μόνο τμήμα της πραξεολογίας που έχει αναπτυχθεί σε επιστημονικό σύστημα είναι η οικονομική επιστήμη. Ένας Πολωνός φιλόσοφος, ο Tadeusz Kotarbinski, επιχειρεί να αναπτύξει έναν νέο κλάδο της πραξεολογίας, την πραξεολογική θεωρία της σύγκρουσης και του πολέμου, σε αντιδιαστολή προς τη θεωρία της συνεργασίας, δηλαδή την οικονομική επιστήμη.28
Up to now the only part of praxeology that has been developed into a scientific system is economics. A Polish philosopher, Tadeusz Kotarbiński, is trying to develop a new branch of praxeology, the praxeological theory of conflict and war as opposed to the theory of cooperation or economics.
Ο άλλος κλάδος των επιστημών της ανθρώπινης δράσης είναι η ιστορία. Περιλαμβάνει το σύνολο όσων γνωρίζουμε μέσω της εμπειρίας σχετικά με την ανθρώπινη δράση. Είναι η μεθοδικά διατεταγμένη καταγραφή της ανθρώπινης δράσης, η περιγραφή των φαινομένων όπως συνέβησαν, δηλαδή στο παρελθόν. Εκείνο που διακρίνει τις περιγραφές της ιστορίας από εκείνες των φυσικών επιστημών είναι ότι δεν ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της κατηγορίας της κανονικότητας. Όταν ο φυσικός λέει «εάν το A συναντήσει το B, προκύπτει το C», θέλει, ό,τι και αν λένε οι φιλόσοφοι, να δηλώσει ότι το C θα προκύπτει όποτε ή όπου το A συναντά το B υπό ανάλογες συνθήκες. Όταν ο ιστορικός αναφέρεται στη μάχη των Καννών, γνωρίζει ότι μιλά για το παρελθόν και ότι η συγκεκριμένη μάχη δεν θα διεξαχθεί ποτέ ξανά.
The other branch of the sciences of human action is history. It comprehends the totality of what is experienced about human action. It is the methodically arranged record of human action, the description of the phenomena as they happened, viz., in the past. What distinguishes the descriptions of history from those of the natural sciences is that they are not interpreted in the light of the category of regularity. When the physicist says: if A encounters B, C results, he wants, whatever philosophers may say, to assert that C will emerge whenever or wherever A will encounter B under analogous conditions. When the historian refers to the battle of Cannae, he knows that he is talking about the past and that this particular battle will never be fought again.
Η εμπειρία είναι μια ενιαία νοητική δραστηριότητα. Δεν υπάρχουν δύο διαφορετικοί κλάδοι εμπειρίας, ο ένας στον οποίο προσφεύγουν οι φυσικές επιστήμες και ο άλλος στον οποίο προσφεύγει η ιστορική έρευνα. Κάθε ενέργημα εμπειρίας αποτελεί περιγραφή όσων συνέβησαν, με όρους του λογικού και πραξεολογικού εξοπλισμού του παρατηρητή και των γνώσεών του στις φυσικές επιστήμες. Η στάση του παρατηρητή είναι εκείνη που ερμηνεύει την εμπειρία, εντάσσοντάς την στο δικό του, ήδη συσσωρευμένο απόθεμα εμπειρικών γεγονότων. Εκείνο που διακρίνει την εμπειρία του ιστορικού από εκείνη του φυσιοδίφη και του φυσικού είναι ότι ο ιστορικός αναζητεί το νόημα που είχε ή έχει το συμβάν για όσους είτε συνέβαλαν στην πρόκλησή του είτε επηρεάστηκαν από την επέλευσή του.
Experience is a uniform mental activity. There are not two different branches of experience, one resorted to in the natural sciences, the other in historical research. Every act of experience is a description of what happened in terms of the observer’s logical and praxeological equipment and his knowledge of the natural sciences. It is the observer’s attitude that interprets the experience by adding it to his own already previously accumulated store of experienced facts. What distinguishes the experience of the historian from that of the naturalist and the physicist is that he searches for the meaning that the event had or has for those who were either instrumental in bringing it about or were affected by its happening.
Οι φυσικές επιστήμες δεν γνωρίζουν τίποτε για τελικά αίτια. Για την πραξεολογία, η σκοπιμότητα αποτελεί τη θεμελιώδη κατηγορία. Η πραξεολογία, όμως, αφαιρεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο των σκοπών στους οποίους αποβλέπουν οι άνθρωποι. Η ιστορία είναι εκείνη που πραγματεύεται τους συγκεκριμένους σκοπούς. Για την ιστορία, το κύριο ερώτημα είναι: Ποιο νόημα απέδιδαν οι δρώντες στην κατάσταση στην οποία βρέθηκαν, ποιο ήταν το νόημα της αντίδρασής τους και, τέλος, ποιο ήταν το αποτέλεσμα αυτών των πράξεων; Η αυτονομία της ιστορίας ή, όπως μπορούμε να πούμε, των διαφόρων ιστορικών επιστημονικών κλάδων συνίσταται στην αφοσίωσή τους στη μελέτη του νοήματος.
The natural sciences do not know anything about final causes. For praxeology finality is the fundamental category. But praxeology abstracts from the concrete content of the ends men are aiming at. It is history that deals with the concrete ends. For history the main question is: What was the meaning the actors attached to the situation in which they found themselves and what was the meaning of their reaction, and, finally, what was the result of these actions? The autonomy of history or, as we may say, of the various historical disciplines consists in their dedication to the study of meaning.
Ίσως δεν είναι περιττό να τονίζεται επανειλημμένως ότι, όταν οι ιστορικοί λένε «νόημα», αναφέρονται στο νόημα που διέκριναν στις πράξεις οι επιμέρους άνθρωποι —οι ίδιοι οι δρώντες και όσοι επηρεάστηκαν από τις πράξεις τους ή οι ιστορικοί. Η ιστορία καθαυτή δεν έχει τίποτε κοινό με τη σκοπιά των φιλοσοφιών της ιστορίας που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν το νόημα το οποίο αποδίδει στα διάφορα συμβάντα ο Θεός ή ένας οιονεί Θεός —όπως οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις στο σχήμα του Marx.
It is perhaps not superfluous to emphasize again and again that when historians say “meaning,” they refer to the meaning individual men—the actors themselves and those affected by their actions or the historians—saw in the actions. History as such has nothing in common with the point of view of philosophies of history that pretend to know the meaning that God or a quasi-God—such as the material productive forces in the scheme of Marx—attaches to the various events.
6. Ο λογικός χαρακτήρας της πραξεολογίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. The Logical Character of Praxeology
Η πραξεολογία είναι a priori. Όλα τα θεωρήματά της είναι προϊόντα παραγωγικού συλλογισμού που εκκινεί από την κατηγορία της δράσης. Τα ερωτήματα αν οι κρίσεις της πραξεολογίας πρέπει να αποκαλούνται αναλυτικές ή συνθετικές και αν η μέθοδός της πρέπει ή όχι να χαρακτηρίζεται «απλώς» ταυτολογική παρουσιάζουν μόνο λεκτικό ενδιαφέρον.
Praxeology is a priori. All its theorems are products of deductive reasoning that starts from the category of action. The questions whether the judgments of praxeology are to be called analytic or synthetic and whether or not its procedure is to be qualified as “merely” tautological are of verbal interest only.
Ό,τι διατυπώνει η πραξεολογία σχετικά με την ανθρώπινη δράση εν γένει ισχύει αυστηρά και χωρίς καμία εξαίρεση για κάθε δράση. Υπάρχει δράση και υπάρχει απουσία δράσης, αλλά δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο. Κάθε δράση αποτελεί απόπειρα αντικατάστασης μιας κατάστασης πραγμάτων από μια άλλη, και όλα όσα διαβεβαιώνει η πραξεολογία σχετικά με την ανταλλαγή ισχύουν αυστηρά γι’ αυτήν. Κατά την εξέταση κάθε δράσης συναντούμε τις θεμελιώδεις έννοιες του σκοπού και του μέσου, της επιτυχίας ή της αποτυχίας, του κέρδους ή της ζημίας, του κόστους. Μια ανταλλαγή μπορεί να είναι είτε άμεση είτε έμμεση, δηλαδή να πραγματοποιείται μέσω της παρεμβολής ενός ενδιάμεσου σταδίου. Το αν μια συγκεκριμένη δράση αποτελούσε έμμεση ανταλλαγή πρέπει να διαπιστωθεί μέσω της εμπειρίας. Εάν, όμως, αποτελούσε έμμεση ανταλλαγή, τότε όλα όσα λέει η πραξεολογία για την έμμεση ανταλλαγή εν γένει ισχύουν αυστηρά γι’ αυτήν.
What praxeology asserts with regard to human action in general is strictly valid without any exception for every action. There is action and there is the absence of action, but there is nothing in between. Every action is an attempt to exchange one state of affairs for another, and everything that praxeology affirms with regard to exchange refers strictly to it. In dealing with every action we encounter the fundamental concepts end and means, success or failure, profit or loss, costs. An exchange can be either direct or indirect, i.e., effected through the interposition of an intermediary stage. Whether a definite action was indirect exchange has to be determined by experience. But if it was indirect exchange, then all that praxeology says about indirect exchange in general strictly applies to it.
Κάθε θεώρημα της πραξεολογίας συνάγεται μέσω λογικού συλλογισμού από την κατηγορία της δράσης. Μετέχει της αποδεικτικής βεβαιότητας που παρέχει ο λογικός συλλογισμός ο οποίος εκκινεί από μια a priori κατηγορία.
Every theorem of praxeology is deduced by logical reasoning from the category of action. It partakes of the apodictic certainty provided by logical reasoning that starts from an a priori category.
Στην αλυσίδα του πραξεολογικού συλλογισμού, ο πραξεολόγος εισάγει ορισμένες παραδοχές σχετικά με τις συνθήκες του περιβάλλοντος στο οποίο λαμβάνει χώρα μια δράση. Κατόπιν επιχειρεί να εξακριβώσει πώς αυτές οι ιδιαίτερες συνθήκες επηρεάζουν το αποτέλεσμα στο οποίο πρέπει να οδηγήσει ο συλλογισμός του. Το ερώτημα αν οι πραγματικές συνθήκες του εξωτερικού κόσμου αντιστοιχούν ή όχι σε αυτές τις παραδοχές πρέπει να απαντηθεί μέσω της εμπειρίας. Εάν, όμως, η απάντηση είναι καταφατική, όλα τα συμπεράσματα που συνάγονται μέσω λογικώς ορθού πραξεολογικού συλλογισμού περιγράφουν με ακρίβεια όσα συμβαίνουν στην πραγματικότητα.
Into the chain of praxeological reasoning the praxeologist introduces certain assumptions concerning the conditions of the environment in which an action takes place. Then he tries to find out how these special conditions affect the result to which his reasoning must lead. The question whether or not the real conditions of the external world correspond to these assumptions is to be answered by experience. But if the answer is in the affirmative, all the conclusions drawn by logically correct praxeological reasoning strictly describe what is going on in reality.
Η ιστορία, με την ευρύτατη έννοια του όρου, είναι το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας. Η ιστορία είναι εμπειρία και κάθε εμπειρία είναι ιστορική. Η ιστορία περιλαμβάνει επίσης το σύνολο της εμπειρίας των φυσικών επιστημών. Εκείνο που χαρακτηρίζει τις φυσικές επιστήμες ως τέτοιες είναι το γεγονός ότι προσεγγίζουν το υλικό της εμπειρίας με την κατηγορία μιας αυστηρής κανονικότητας στη διαδοχή των συμβάντων. Η ιστορία, με τη στενότερη έννοια του όρου, δηλαδή το σύνολο της εμπειρίας που αφορά την ανθρώπινη δράση, δεν πρέπει ούτε πράγματι αναφέρεται σε αυτή την κατηγορία. Αυτό τη διακρίνει επιστημολογικά από τις φυσικές επιστήμες.
History in the broadest sense of the term is the totality of human experience. History is experience, and all experience is historical. History comprehends also all the experience of the natural sciences. What characterizes the natural sciences as such is the fact that they approach the material of experience with the category of a strict regularity in the succession of events. History in the narrower sense of the term, i.e., the totality of experience concerning human action, must not and does not refer to this category. This distinguishes it epistemologically from the natural sciences.
Η εμπειρία είναι πάντοτε εμπειρία του παρελθόντος. Δεν υπάρχει εμπειρία ούτε ιστορία του μέλλοντος. Θα ήταν περιττό να επαναλάβουμε αυτή την κοινοτοπία, εάν δεν υπήρχε το πρόβλημα των επιχειρηματικών προβλέψεων από στατιστικούς, για το οποίο θα γίνει λόγος αργότερα.29
Experience is always experience of the past. There is no experience and no history of the future. It would be unnecessary to repeat this truism if it were not for the problem of business forecasting by statisticians, about which something will be said later.
Η ιστορία είναι η καταγραφή των ανθρώπινων πράξεων. Διαπιστώνει ότι οι άνθρωποι, εμπνεόμενοι από συγκεκριμένες ιδέες, διατύπωσαν συγκεκριμένες αξιολογικές κρίσεις, επέλεξαν συγκεκριμένους σκοπούς και προσέφυγαν σε συγκεκριμένα μέσα για να επιτύχουν τους επιλεγμένους σκοπούς· πραγματεύεται, επιπλέον, την έκβαση των πράξεών τους, την κατάσταση πραγμάτων που επέφερε η δράση.
History is the record of human actions. It establishes the fact that men, inspired by definite ideas, made definite judgments of value, chose definite ends, and resorted to definite means in order to attain the ends chosen, and it deals furthermore with the outcome of their actions, the state of affairs the action brought about.
Εκείνο που διακρίνει τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης από τις φυσικές επιστήμες δεν είναι τα συμβάντα που διερευνώνται, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξετάζονται. Το ίδιο συμβάν εμφανίζεται διαφορετικό όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της ιστορίας και όταν εξετάζεται υπό το πρίσμα της φυσικής ή της βιολογίας. Εκείνο που ενδιαφέρει τον ιστορικό σε μια περίπτωση φόνου ή πυρκαγιάς δεν είναι εκείνο που ενδιαφέρει τον φυσιολόγο ή τον χημικό, εφόσον αυτοί δεν ενεργούν ως πραγματογνώμονες για λογαριασμό δικαστηρίου. Για τον ιστορικό, τα συμβάντα του εξωτερικού κόσμου που μελετώνται από τις φυσικές επιστήμες έχουν σημασία μόνο στον βαθμό που επηρεάζουν την ανθρώπινη δράση ή παράγονται από αυτήν.
What distinguishes the sciences of human action from the natural sciences is not the events investigated, but the way they are looked upon. The same event appears different when seen in the light of history and when seen in the light of physics or biology. What interests the historian in a case of murder or in a fire is not what interests the physiologist or the chemist if they are not acting as experts for a court of law. To the historian the events of the external world that are studied by the natural sciences count only as far as they affect human action or are produced by it.
Το έσχατο δεδομένο στην ιστορία αποκαλείται ατομικότητα. Όταν ο ιστορικός φθάσει στο σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να προχωρήσει, αναφέρεται στην ατομικότητα. «Εξηγεί» ένα συμβάν —την προέλευση μιας ιδέας ή την επιτέλεση μιας πράξης— ανάγοντάς το στη δραστηριότητα ενός ανθρώπου ή ενός πλήθους ανθρώπων. Εδώ συναντά τον φραγμό που εμποδίζει τις φυσικές επιστήμες να πραγματευθούν τις πράξεις των ανθρώπων: την αδυναμία μας να μάθουμε πώς συγκεκριμένα εξωτερικά συμβάντα προκαλούν στον νου των ανθρώπων συγκεκριμένες αντιδράσεις, δηλαδή ιδέες και βουλήσεις.
The ultimate given in history is called individuality. When the historian reaches the point beyond which he cannot go farther, he refers to individuality. He “explains” an event—the origin of an idea or the performance of an action—by tracing it back to the activity of one man or of a multitude of men. Here he faces the barrier that prevents the natural sciences from dealing with the actions of men, viz., our inability to learn how definite external events produce in the minds of men definite reactions, i.e., ideas and volitions.
Έχουν γίνει μάταιες απόπειρες να αναχθεί η ανθρώπινη δράση σε παράγοντες που μπορούν να περιγραφούν με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Με έμφαση στο γεγονός ότι η ορμή για διατήρηση της ίδιας της ζωής και για διαιώνιση του είδους είναι σύμφυτη με κάθε πλάσμα, η πείνα και η σεξουαλική ορμή ανακηρύχθηκαν οι κυριότερες ή ακόμη και οι μόνες κινητήριες δυνάμεις της ανθρώπινης δράσης. Ωστόσο, δεν μπορούσε κανείς να αρνηθεί ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ του τρόπου με τον οποίο αυτές οι βιολογικές ορμές επηρεάζουν τη συμπεριφορά του ανθρώπου και εκείνου με τον οποίο επηρεάζουν τη συμπεριφορά των μη ανθρώπινων όντων, καθώς και ότι ο άνθρωπος, πέρα από την επιδίωξη της ικανοποίησης των ζωικών του παρορμήσεων, επιδιώκει επίσης να επιτύχει άλλους σκοπούς, οι οποίοι είναι ειδικώς ανθρώπινοι και γι’ αυτό συνήθως αποκαλούνται ανώτεροι σκοποί. Οι ιστορικοί δεν λησμόνησαν ποτέ ότι η φυσιολογική δομή του ανθρώπινου σώματος —πρωτίστως οι ορέξεις της κοιλιάς και των γεννητικών αδένων— επηρεάζει τις επιλογές του δρώντος ανθρώπου. Σε τελευταία ανάλυση, ο άνθρωπος είναι ζώο. Είναι, όμως, το δρων ζώον· επιλέγει μεταξύ συγκρουόμενων σκοπών. Αυτό ακριβώς αποτελεί το αντικείμενο τόσο της πραξεολογίας όσο και της ιστορίας.
Futile attempts have been made to trace back human action to factors that can be described by the methods of the natural sciences. Stressing the fact that the urge to preserve one’s own life and to propagate one’s own species is inwrought in every creature, hunger and sex were proclaimed as the foremost or even as the only springs of human action. However, one could not deny that there prevail considerable differences between the way in which these biological urges affect the behavior of man and that of nonhuman beings and that man, besides aiming at satisfying his animal impulses, is also intent upon attaining other ends that are specifically human and therefore usually styled higher ends. That the physiological structure of the human body—first of all the appetites of the belly and of the sex glands—affects the choices of acting man has never been forgotten by the historians. After all, man is an animal. But he is the acting animal; he chooses between conflicting ends. It is precisely this that is the theme both of praxeology and of history.
Το περιβάλλον στο οποίο δρα ο άνθρωπος διαμορφώνεται αφενός από φυσικά συμβάντα και αφετέρου από την ανθρώπινη δράση. Το μέλλον για το οποίο καταστρώνει σχέδια θα συνδιαμορφωθεί από τις πράξεις ανθρώπων που σχεδιάζουν και δρουν όπως και ο ίδιος. Εάν θέλει να επιτύχει, πρέπει να προβλέψει τη συμπεριφορά τους.
The environment in which man acts is shaped by natural events on the one hand and by human action on the other. The future for which he plans will be codetermined by the actions of people who are planning and acting like himself. If he wants to succeed, he must anticipate their conduct.
Η αβεβαιότητα του μέλλοντος οφείλεται όχι μόνο στην αβεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές πράξεις των άλλων ανθρώπων, αλλά και στην ανεπαρκή γνώση σχετικά με πολλά φυσικά συμβάντα που έχουν σημασία για τη δράση. Η μετεωρολογία παρέχει ορισμένες πληροφορίες για τους παράγοντες που καθορίζουν τις ατμοσφαιρικές συνθήκες· η γνώση αυτή, όμως, επιτρέπει στον ειδικό, στην καλύτερη περίπτωση, να προβλέψει τον καιρό με κάποια πιθανότητα επιτυχίας για λίγες ημέρες, ποτέ για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Υπάρχουν άλλα πεδία στα οποία η προβλεπτική ικανότητα του ανθρώπου είναι ακόμη πιο περιορισμένη. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος όταν αντιμετωπίζει τέτοιες ανεπαρκώς γνωστές συνθήκες είναι να χρησιμοποιεί όσα του παρέχουν οι φυσικές επιστήμες, όσο πενιχρά και αν είναι αυτά.
The uncertainty of the future is caused not only by uncertainty concerning the future actions of other people, but also by insufficient knowledge concerning many natural events that are important for action. Meteorology provides some information about the factors that determine atmospheric conditions; but this knowledge at best enables the expert to predict the weather with some likelihood for a few days, never for longer periods. There are other fields in which man’s foresight is even more limited. All that man can do in dealing with such insufficiently known conditions is to use what the natural sciences give him, however scanty this may be.
Ριζικά διαφορετικές από τις μεθόδους που εφαρμόζονται κατά την αντιμετώπιση των φυσικών συμβάντων είναι εκείνες στις οποίες προσφεύγει ο άνθρωπος για να προβλέψει τη συμπεριφορά των συνανθρώπων του. Επί μακρόν, η φιλοσοφία και η επιστήμη έδιναν ελάχιστη προσοχή σε αυτές τις μεθόδους. Τις θεωρούσαν μη επιστημονικές και ανάξιες της προσοχής σοβαρών στοχαστών. Όταν οι φιλόσοφοι άρχισαν να ασχολούνται μαζί τους, τις ονόμασαν ψυχολογικές. Ο όρος αυτός, όμως, κατέστη ακατάλληλος όταν αναπτύχθηκαν οι τεχνικές της πειραματικής ψυχολογίας και σχεδόν όλα όσα οι προηγούμενες γενεές αποκαλούσαν ψυχολογία είτε απορρίφθηκαν ολοκληρωτικά ως μη επιστημονικά είτε κατατάχθηκαν σε μια κατηγορία ενασχολήσεων που χαρακτηριζόταν περιφρονητικά «απλή λογοτεχνία» ή «λογοτεχνική ψυχολογία». Οι υπέρμαχοι της πειραματικής ψυχολογίας ήταν βέβαιοι ότι κάποια ημέρα τα εργαστηριακά τους πειράματα θα παρείχαν επιστημονική λύση σε όλα τα προβλήματα για τα οποία, όπως έλεγαν, οι παραδοσιακές επιστήμες της ανθρώπινης συμπεριφοράς φλυαρούσαν με παιδαριώδεις ή μεταφυσικούς λόγους.
Radically different from the methods applied in dealing with natural events are those resorted to by man in anticipating the conduct of his fellow men. Philosophy and science for a long time paid little attention to these methods. They were considered as unscientific and not worthy of notice on the part of serious thinkers. When philosophers began to deal with them, they called them psychological. But this term became inappropriate when the techniques of experimental psychology were developed and almost all that earlier generations had called psychology was either altogether rejected as unscientific or assigned to a class of pursuits contemptuously styled as “mere literature” or “literary psychology.” The champions of experimental psychology were confident that one day their laboratory experiments would provide a scientific solution of all the problems about which, as they said, the traditional sciences of human behavior babbled in childish or metaphysical talk.
Στην πραγματικότητα, η πειραματική ψυχολογία δεν έχει τίποτε να πει και ουδέποτε είπε τίποτε για τα προβλήματα που έχουν κατά νου οι άνθρωποι όταν αναφέρονται στην ψυχολογία σε σχέση με τις πράξεις των συνανθρώπων τους. Το πρωταρχικό και κεντρικό πρόβλημα της «λογοτεχνικής ψυχολογίας» είναι το νόημα, κάτι που βρίσκεται έξω από τα όρια οποιασδήποτε φυσικής επιστήμης και οποιασδήποτε εργαστηριακής δραστηριότητας. Ενώ η πειραματική ψυχολογία αποτελεί κλάδο των φυσικών επιστημών, η «λογοτεχνική ψυχολογία» πραγματεύεται την ανθρώπινη δράση, δηλαδή τις ιδέες, τις αξιολογικές κρίσεις και τις βουλήσεις που καθορίζουν τη δράση. Καθώς ο όρος «λογοτεχνική ψυχολογία» είναι μάλλον δυσκίνητος και δεν επιτρέπει τον σχηματισμό ενός αντίστοιχου επιθέτου, πρότεινα να αντικατασταθεί από τον όρο θυμολογία.30
In fact, experimental psychology has nothing to say and never did say anything about the problems that people have in mind when they refer to psychology in regard to the actions of their fellow men. The primary and central problem of “literary psychology” is meaning, something that is beyond the pale of any natural science and any laboratory activities. While experimental psychology is a branch of the natural sciences, “literary psychology” deals with human action, viz., with the ideas, judgments of value, and volitions that determine action. As the term “literary psychology” is rather cumbersome and does not permit one to form a corresponding adjective, I have suggested substituting for it the term thymology.
Η θυμολογία αποτελεί κλάδο της ιστορίας ή, όπως το διατύπωσε ο Collingwood, ανήκει στη «σφαίρα της ιστορίας».31 Πραγματεύεται τις νοητικές δραστηριότητες των ανθρώπων που καθορίζουν τις πράξεις τους. Πραγματεύεται τις νοητικές διεργασίες που καταλήγουν σε ένα συγκεκριμένο είδος συμπεριφοράς, τις αντιδράσεις του νου στις συνθήκες του περιβάλλοντος του ατόμου. Πραγματεύεται κάτι αόρατο και άυλο, που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Οι φυσικές επιστήμες, όμως, οφείλουν να παραδεχθούν ότι ο παράγοντας αυτός πρέπει να θεωρείται πραγματικός και από τη δική τους σκοπιά, καθώς αποτελεί κρίκο σε μια αλυσίδα συμβάντων που καταλήγουν σε μεταβολές στη σφαίρα την περιγραφή της οποίας θεωρούν ειδικό πεδίο των μελετών τους.
Thymology is a branch of history or, as Collingwood formulated it, it belongs in “the sphere of history.” It deals with the mental activities of men that determine their actions. It deals with the mental processes that result in a definite kind of behavior, with the reactions of the mind to the conditions of the individual’s environment. It deals with something invisible and intangible that cannot be perceived by the methods of the natural sciences. But the natural sciences must admit that this factor must be considered as real also from their point of view, as it is a link in a chain of events that result in changes in the sphere the description of which they consider as the specific field of their studies.
Αναλύοντας και καταρρίπτοντας τις αξιώσεις του θετικισμού του Comte, μια ομάδα φιλοσόφων και ιστορικών γνωστή ως südwestdeutsche Schule επεξεργάστηκε την κατηγορία της κατανόησης (Verstehen), η οποία ήταν ήδη οικεία, υπό μια λιγότερο ρητή έννοια, σε παλαιότερους συγγραφείς. Αυτή η ειδική κατανόηση των επιστημών της ανθρώπινης δράσης αποβλέπει στη διαπίστωση ότι οι άνθρωποι αποδίδουν συγκεκριμένο νόημα στην κατάσταση του περιβάλλοντός τους, ότι αξιολογούν αυτή την κατάσταση και ότι, παρακινούμενοι από αυτές τις αξιολογικές κρίσεις, προσφεύγουν σε συγκεκριμένα μέσα για να διατηρήσουν ή να επιτύχουν μια συγκεκριμένη κατάσταση πραγμάτων, διαφορετική από εκείνη που θα επικρατούσε εάν απείχαν από κάθε σκόπιμη αντίδραση. Η κατανόηση πραγματεύεται τις αξιολογικές κρίσεις, την επιλογή των σκοπών και των μέσων στα οποία προσφεύγουν οι άνθρωποι για την επίτευξη αυτών των σκοπών, καθώς και την αξιολόγηση της έκβασης των πράξεων που επιτελέστηκαν.
In analyzing and demolishing the claims of Comte’s positivism, a group of philosophers and historians known as the südwestdeutsche Schule elaborated the category of understanding (Verstehen) that had already in a less explicit sense been familiar to older authors. This specific understanding of the sciences of human action aims at establishing the facts that men attach a definite meaning to the state of their environment, that they value this state and, motivated by these judgments of value, resort to definite means in order to preserve or to attain a definite state of affairs different from that which would prevail if they abstained from any purposeful reaction. Understanding deals with judgments of value, with the choice of ends and of the means resorted to for the attainment of these ends, and with the valuation of the outcome of actions performed.
Οι μέθοδοι της επιστημονικής έρευνας δεν διαφέρουν κατηγοριακά από τις διαδικασίες που εφαρμόζει ο καθένας στην καθημερινή του συμπεριφορά. Είναι απλώς πιο εκλεπτυσμένες και, στο μέτρο του δυνατού, απαλλαγμένες από ασυνέπειες και αντιφάσεις. Η κατανόηση δεν είναι μέθοδος που προσιδιάζει αποκλειστικά στους ιστορικούς. Ασκείται από τα βρέφη μόλις αυτά υπερβούν το απλώς φυτικό στάδιο των πρώτων ημερών και εβδομάδων τους. Δεν υπάρχει συνειδητή αντίδραση του ανθρώπου σε οποιοδήποτε ερέθισμα που να μην καθοδηγείται από την κατανόηση.
The methods of scientific inquiry are categorially not different from the procedures applied by everybody in his daily mundane comportment. They are merely more refined and as far as possible purified of inconsistencies and contradictions. Understanding is not a method of procedure peculiar only to historians. It is practised by infants as soon as they outgrow the merely vegetative stage of their first days and weeks. There is no conscious response of man to any stimuli that is not directed by understanding.
Η κατανόηση προϋποθέτει και ενέχει τη λογική δομή του ανθρώπινου νου με όλες τις a priori κατηγορίες. Ο βιογενετικός νόμος παρουσιάζει την οντογένεση του ατόμου ως συντομευμένη ανακεφαλαίωση της φυλογένεσης του είδους. Κατά ανάλογο τρόπο μπορεί κανείς να περιγράψει τις μεταβολές στη διανοητική δομή. Το παιδί ανακεφαλαιώνει, κατά τη μεταγεννητική του ανάπτυξη, την ιστορία της διανοητικής εξέλιξης της ανθρωπότητας.32 Το θηλάζον βρέφος γίνεται θυμολογικά ανθρώπινο όταν αρχίζει να αχνοφέγγει στον νου του η επίγνωση ότι ένας επιθυμητός σκοπός μπορεί να επιτευχθεί μέσω ενός συγκεκριμένου τρόπου συμπεριφοράς. Τα μη ανθρώπινα ζώα δεν προχωρούν ποτέ πέρα από τις ενστικτώδεις ορμές και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά.
Understanding presupposes and implies the logical structure of the human mind with all the a priori categories. The biogenetic law represents the ontogeny of the individual as an abbreviated recapitulation of the phylogeny of the species. In an analogous way one may describe changes in the intellectual structure. The child recapitulates in his postnatal development the history of mankind’s intellectual evolution. The suckling becomes thymologically human when it begins faintly to dawn in his mind that a desired end can be attained by a definite mode of conduct. The nonhuman animals never proceed beyond instinctive urges and conditioned reflexes.
Η έννοια της κατανόησης αναπτύχθηκε αρχικά από φιλοσόφους και ιστορικούς που ήθελαν να αντικρούσουν την απαξίωση των μεθόδων της ιστορίας από τους θετικιστές. Αυτό εξηγεί γιατί αρχικά εξετάστηκε μόνο ως νοητικό εργαλείο της μελέτης του παρελθόντος. Οι υπηρεσίες, όμως, που παρέχει η κατανόηση στον άνθρωπο φωτίζοντας το παρελθόν αποτελούν μόνο ένα προκαταρκτικό στάδιο στις προσπάθειες πρόβλεψης όσων ενδέχεται να συμβούν στο μέλλον. Από πρακτική σκοπιά, ο άνθρωπος φαίνεται να ενδιαφέρεται για το παρελθόν μόνο για να μπορεί να μεριμνήσει για το μέλλον. Οι φυσικές επιστήμες πραγματεύονται την εμπειρία —η οποία αναγκαίως αποτελεί πάντοτε καταγραφή όσων συνέβησαν στο παρελθόν— επειδή οι κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας καθιστούν τέτοιες μελέτες χρήσιμες για την καθοδήγηση της τεχνικής δράσης, η οποία αναπόφευκτα αποβλέπει πάντοτε στη διαμόρφωση μελλοντικών συνθηκών. Η κατανόηση του παρελθόντος παρέχει παρόμοια υπηρεσία, συμβάλλοντας ώστε η δράση να είναι όσο το δυνατόν πιο επιτυχής. Η κατανόηση αποβλέπει στην πρόβλεψη των μελλοντικών συνθηκών στον βαθμό που αυτές εξαρτώνται από ανθρώπινες ιδέες, αξιολογήσεις και πράξεις. Με εξαίρεση την περίπτωση του Ροβινσώνα Κρούσου πριν γνωρίσει τον υπηρέτη του, τον Παρασκευά, δεν υπάρχει δράση που θα μπορούσε να σχεδιαστεί ή να εκτελεστεί χωρίς να ληφθεί πλήρως υπόψη τι θα κάνουν οι συνάνθρωποι του δρώντος. Η δράση ενέχει την κατανόηση των αντιδράσεων των άλλων ανθρώπων.
The concept of understanding was first elaborated by philosophers and historians who wanted to refute the positivists’ disparagement of the methods of history. This explains why it was originally dealt with only as the mental tool of the study of the past. But the services understanding renders to man in throwing light on the past are only a preliminary stage in the endeavors to anticipate what may happen in the future. Seen from the practical point of view, man appears to be interested in the past only in order to be able to provide for the future. The natural sciences deal with experience—which necessarily is always the record of what happened in the past—because the categories of regularity and causality render such studies useful for the guidance of technological action, which inevitably always aims at an arrangement of future conditions. The understanding of the past performs a similar service in making action as successful as possible. Understanding aims at anticipating future conditions as far as they depend on human ideas, valuations, and actions. There is, but for Robinson Crusoe before he met his man Friday, no action that could be planned or executed without paying full attention to what the actor’s fellow men will do. Action implies understanding other men’s reactions.
Η πρόβλεψη συμβάντων στη σφαίρα που διερευνούν οι φυσικές επιστήμες βασίζεται στις κατηγορίες της κανονικότητας και της αιτιότητας. Σε ορισμένους δευτερεύοντες δρόμους υπάρχουν γέφυρες που θα κατέρρεαν εάν περνούσε από πάνω τους ένα φορτηγό με φορτίο δέκα τόνων. Δεν αναμένουμε ότι ένα τέτοιο φορτίο θα έκανε τη Γέφυρα George Washington να καταρρεύσει. Εμπιστευόμαστε ακλόνητα τις κατηγορίες που αποτελούν τα θεμέλια των γνώσεών μας στη φυσική και τη χημεία.
The anticipation of events in the sphere explored by the natural sciences is based upon the categories of regularity and causality. There are in some byroads bridges that would collapse if a truck loaded with ten tons passed over them. We do not expect that such a load would make the George Washington bridge tumble. We firmly trust in the categories that are the foundations of our physical and chemical knowledge.
Όταν εξετάζουμε τις αντιδράσεις των συνανθρώπων μας, δεν μπορούμε να στηριχθούμε σε μια τέτοια κανονικότητα. Υποθέτουμε ότι, σε γενικές γραμμές και εφόσον οι άλλες συνθήκες παραμένουν αμετάβλητες, η μελλοντική συμπεριφορά των ανθρώπων δεν θα αποκλίνει χωρίς ιδιαίτερο λόγο από την προηγούμενη συμπεριφορά τους, επειδή υποθέτουμε ότι εκείνο που καθόρισε την προηγούμενη συμπεριφορά τους θα καθορίσει και τη μελλοντική. Όσο διαφορετικοί και αν γνωρίζουμε ότι είμαστε από τους άλλους ανθρώπους, προσπαθούμε να εικάσουμε πώς θα αντιδράσουν σε μεταβολές του περιβάλλοντός τους. Από όσα γνωρίζουμε για τη συμπεριφορά ενός ανθρώπου στο παρελθόν, συγκροτούμε ένα σχήμα σχετικά με αυτό που αποκαλούμε χαρακτήρα του. Υποθέτουμε ότι ο χαρακτήρας αυτός δεν θα μεταβληθεί εάν δεν παρεμβληθούν ιδιαίτεροι λόγοι και, προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, επιχειρούμε ακόμη και να προβλέψουμε πώς συγκεκριμένες μεταβολές των συνθηκών θα επηρεάσουν τις αντιδράσεις του. Σε σύγκριση με τη φαινομενικά απόλυτη βεβαιότητα που παρέχουν ορισμένες φυσικές επιστήμες, αυτές οι παραδοχές και όλα τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτές εμφανίζονται μάλλον επισφαλή· οι θετικιστές μπορούν να τα χλευάζουν ως μη επιστημονικά. Ωστόσο, αποτελούν τη μόνη διαθέσιμη προσέγγιση στα εν λόγω προβλήματα και είναι απαραίτητα για κάθε δράση που πρόκειται να επιτελεστεί μέσα σε κοινωνικό περιβάλλον.
In dealing with the reactions of our fellow men we cannot rely upon such a regularity. We assume that, by and large, the future conduct of people will, other things being equal, not deviate without special reason from their past conduct, because we assume that what determined their past conduct will also determine their future conduct. However different we may know ourselves to be from other people, we try to guess how they will react to changes in their environment. Out of what we know about a man’s past behavior, we construct a scheme about what we call his character. We assume that this character will not change if no special reasons interfere, and, going a step farther, we even try to foretell how definite changes in conditions will affect his reactions. Compared with the seemingly absolute certainty provided by some of the natural sciences, these assumptions and all the conclusions derived from them appear as rather shaky; the positivists may ridicule them as unscientific. Yet they are the only available approach to the problems concerned and indispensable for any action to be accomplished in a social environment.
Η κατανόηση δεν πραγματεύεται την πραξεολογική πλευρά της ανθρώπινης δράσης. Αναφέρεται στις αξιολογικές κρίσεις και στην επιλογή σκοπών και μέσων εκ μέρους των συνανθρώπων μας. Δεν αναφέρεται στο πεδίο της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης, αλλά στο πεδίο της ιστορίας. Είναι θυμολογική κατηγορία. Η έννοια του ανθρώπινου χαρακτήρα είναι θυμολογική έννοια. Το συγκεκριμένο περιεχόμενό της σε κάθε περίπτωση προέρχεται από την ιστορική εμπειρία.
Understanding does not deal with the praxeological side of human action. It refers to value judgments and the choice of ends and of means on the part of our fellow men. It refers not to the field of praxeology and economics, but to the field of history. It is a thymological category. The concept of a human character is a thymological concept. Its concrete content in each instance is derived from historical experience.
Καμία δράση δεν μπορεί να σχεδιαστεί και να εκτελεστεί χωρίς κατανόηση του μέλλοντος. Ακόμη και η δράση ενός απομονωμένου ατόμου καθοδηγείται από συγκεκριμένες παραδοχές σχετικά με τις μελλοντικές αξιολογικές κρίσεις του δρώντος και, στον βαθμό αυτό, καθορίζεται από την εικόνα που έχει ο δρων για τον ίδιο του τον χαρακτήρα.
No action can be planned and executed without understanding of the future. Even an action of an isolated individual is guided by definite assumptions about the actor’s future value judgments and is so far determined by the actor’s image of his own character.
Ο όρος speculate χρησιμοποιούνταν αρχικά για να δηλώσει κάθε είδος στοχασμού και διαμόρφωσης γνώμης. Σήμερα χρησιμοποιείται με μειωτική συνδήλωση για να απαξιώσει εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι, στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς, διακρίνονται επειδή προβλέπουν τις μελλοντικές αντιδράσεις των συνανθρώπων τους καλύτερα από ό,τι ο μέσος άνθρωπος. Η αιτία αυτής της σημασιολογικής χρήσης πρέπει να αναζητηθεί στην αδυναμία των κοντόφθαλμων ανθρώπων να αντιληφθούν την αβεβαιότητα του μέλλοντος. Οι άνθρωποι αυτοί δεν συνειδητοποιούν ότι όλες οι παραγωγικές δραστηριότητες αποβλέπουν στην ικανοποίηση των πλέον επιτακτικών μελλοντικών αναγκών και ότι σήμερα δεν είναι διαθέσιμη καμία βεβαιότητα σχετικά με τις μελλοντικές συνθήκες. Δεν έχουν επίγνωση του γεγονότος ότι η μέριμνα για το μέλλον εμπεριέχει ένα ποιοτικό πρόβλημα. Σε όλα τα συγγράμματα των σοσιαλιστών συγγραφέων δεν βρίσκεται ούτε η παραμικρή νύξη στο γεγονός ότι ένα από τα κύρια προβλήματα της διεξαγωγής των παραγωγικών δραστηριοτήτων είναι η πρόβλεψη της μελλοντικής ζήτησης των καταναλωτών.33
The term “speculate” was originally employed to signify any kind of meditation and forming of an opinion. Today it is employed with an opprobrious connotation to disparage those men who, in the capitalistic market economy, excel in better anticipating the future reactions of their fellow men than the average man does. The rationale of this semantic usage is to be seen in the inability of shortsighted people to notice the uncertainty of the future. These people fail to realize that all production activities aim at satisfying the most urgent future wants and that today no certainty about fuure conditions is available. They are not aware of the fact that there is a qualitative problem in providing for the future. In all the writings of the socialist authors there is not the slightest allusion to be found to the fact that one of the main problems of the conduct of production activities is to anticipate the future demands of the consumers.
Κάθε δράση είναι κερδοσκοπία, δηλαδή καθοδηγείται από μια συγκεκριμένη γνώμη σχετικά με τις αβέβαιες συνθήκες του μέλλοντος. Η αβεβαιότητα αυτή επικρατεί ακόμη και στις βραχυπρόθεσμες δραστηριότητες. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν κάποιο απροσδόκητο γεγονός δεν θα καταστήσει μάταια όλα όσα έχει προετοιμάσει για την επόμενη ημέρα ή την επόμενη ώρα.
Every action is a speculation, i.e., guided by a definite opinion concerning the uncertain conditions of the future. Even in short-run activities this uncertainty prevails. Nobody can know whether some unexpected fact will not render vain all that he has provided for the next day or the next hour.
Η άρνηση, η έννοια της απουσίας ή της ανυπαρξίας κάποιου πράγματος ή της άρνησης μιας πρότασης, είναι νοητή για τον ανθρώπινο νου. Η έννοια, όμως, μιας απόλυτης άρνησης των πάντων, η παράσταση ενός απόλυτου μηδενός, υπερβαίνει την ανθρώπινη κατανόηση. Το ίδιο ισχύει για την έννοια της ανάδυσης κάποιου πράγματος από το μηδέν, την έννοια μιας απόλυτης αρχής. Ο Κύριος, διδάσκει η Βίβλος, δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός· ο ίδιος ο Θεός, όμως, υπήρχε ανέκαθεν και θα υπάρχει αιωνίως, χωρίς αρχή και χωρίς τέλος.
Negation, the notion of the absence or nonexistence of something or of the denial of a proposition, is conceivable to the human mind. But the notion of an absolute negation of everything, the representation of an absolute nothing, is beyond man’s comprehension. So is the notion of the emergence of something out of nothing, the notion of an absolute beginning. The Lord, teaches the Bible, created the world out of nothing; but God himself was there from eternity and will be there in eternity, without a beginning and without an end.
Όπως το αντιλαμβάνεται ο ανθρώπινος νους, καθετί που συμβαίνει συμβαίνει σε κάτι που προϋπήρχε. Η ανάδυση κάποιου νέου πράγματος θεωρείται ως η εξέλιξη —η ωρίμανση— κάποιου πράγματος που ήταν ήδη δυνάμει παρόν σε ό,τι προϋπήρχε. Το σύμπαν στο σύνολό του, όπως ήταν χθες, περιείχε ήδη δυνάμει το σύμπαν στο σύνολό του, όπως είναι σήμερα. Το σύμπαν είναι ένα πλέγμα στοιχείων που περιλαμβάνει τα πάντα, μια συνέχεια που εκτείνεται απείρως προς το παρελθόν και προς το μέλλον, μια οντότητα στην οποία η απόδοση είτε μιας αρχής είτε ενός τέλους υπερβαίνει τη νοητική ικανότητα του ανθρώπου.
As the human mind sees it, everything that happens, happens to something that existed before. The emergence of something new is seen as the evolution—the coming to maturity—of something that was potentially already present in what existed before. The totality of the universe as it was yesterday included already potentially the totality of the universe as it is today. The universe is an all-comprehensive context of elements, a continuity stretching back and forward into infinity, an entity to which to ascribe either an origin or an end is beyond the mental capacity of man.
Καθετί που υπάρχει είναι όπως είναι και όχι κάτι διαφορετικό, επειδή ό,τι προηγήθηκε είχε συγκεκριμένη μορφή και δομή και όχι διαφορετική μορφή και δομή.
Everything that is, is such as it is and not something different, because what preceded it was of a definite shape and structure and not of a different shape and structure.
Δεν γνωρίζουμε τι θα σκεπτόταν για αυτά τα ζητήματα ένας υπεράνθρωπος, απολύτως τέλειος νους. Είμαστε απλώς άνθρωποι προικισμένοι με ανθρώπινο νου και δεν μπορούμε καν να φανταστούμε τη δύναμη και την ικανότητα ενός τέτοιου τελειότερου νου, ουσιωδώς διαφορετικού από τις δικές μας νοητικές δυνάμεις.
We do not know what a superhuman, wholly perfect mind would think about these issues. We are merely men equipped with a human mind and cannot even imagine the potency and capacity of such a more perfect mind, essentially different from our mental powers.
Από αυτό συνάγεται ότι η επιστημονική έρευνα δεν θα κατορθώσει ποτέ να δώσει πλήρη απάντηση σε ό,τι αποκαλείται αινίγματα του σύμπαντος. Δεν μπορεί ποτέ να δείξει πώς από ένα αδιανόητο μηδέν αναδύθηκαν όλα όσα υπάρχουν και πώς κάποια ημέρα όλα όσα υπάρχουν ενδέχεται να εξαφανιστούν και πάλι και να απομείνει μόνο το «μηδέν».
It follows that scientific research will never succeed in providing a full answer to what is called the riddles of the universe. It can never show how out of an inconceivable nothing emerged all that is and how one day all that exists may again disappear and the “nothing” alone will remain.
Η επιστημονική έρευνα, αργά ή γρήγορα, αλλά αναπόφευκτα, συναντά κάτι το έσχατα δεδομένο, το οποίο δεν μπορεί να αναγάγει σε κάτι άλλο, ως κανονικό ή αναγκαίο παράγωγο του οποίου θα εμφανιζόταν. Η επιστημονική πρόοδος συνίσταται στη μετάθεση αυτού του έσχατου δεδομένου ακόμη πιο πίσω. Πάντοτε, όμως, θα απομένει κάτι το οποίο —για τον ανθρώπινο νου που διψά για πλήρη γνώση— αποτελεί, στο δεδομένο στάδιο της ιστορίας της επιστήμης, το προσωρινό σημείο παύσης της έρευνας. Μόνο η απόρριψη κάθε φιλοσοφικής και επιστημολογικής σκέψης από ορισμένους λαμπρούς αλλά μονομερείς φυσικούς των τελευταίων δεκαετιών τούς οδήγησε να ερμηνεύσουν ως ανασκευή της αιτιοκρατίας το γεγονός ότι αδυνατούσαν να αναγάγουν ορισμένα φαινόμενα —τα οποία αποτελούσαν γι’ αυτούς έσχατο δεδομένο— σε κάποια άλλα φαινόμενα. Ίσως είναι αλήθεια, αν και όχι πιθανό, ότι η σύγχρονη φυσική έχει φθάσει σε ορισμένα σημεία σε έναν φραγμό πέρα από τον οποίο καμία περαιτέρω διεύρυνση της γνώσης δεν είναι δυνατή για τον άνθρωπο. Όπως και αν έχουν, όμως, τα πράγματα, στο σύνολο των διδαγμάτων των φυσικών επιστημών δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε με οποιονδήποτε τρόπο να θεωρηθεί ασυμβίβαστο με την αιτιοκρατία.
Scientific research sooner or later, but inevitably, encounters something ultimately given that it cannot trace back to something else of which it would appear as the regular or necessary derivative. Scientific progress consists in pushing further back this ultimately given. But there will always remain something that—for the human mind thirsting after full knowledge—is, at the given stage of the history of science, the provisional stopping point. It was only the rejection of all philosophical and epistemological thinking by some brilliant but one-sided physicists of the last decades that interpreted as a refutation of determinism the fact that they were at a loss to trace back certain phenomena—that for them were an ultimately given—to some other phenomena. Perhaps it is true, although not likely, that contemporary physics has at some points reached a barrier beyond which no further expansion of knowledge is possible for man. But however this may be, there is in all the teachings of the natural sciences nothing that could in any way be considered as incompatible with determinism.
Οι φυσικές επιστήμες βασίζονται εξ ολοκλήρου στην εμπειρία. Όλα όσα γνωρίζουν και πραγματεύονται προέρχονται από την εμπειρία. Και η εμπειρία δεν θα μπορούσε να διδάξει τίποτε, εάν δεν υπήρχε κανονικότητα στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των συμβάντων.
The natural sciences are entirely based upon experience. All they know and deal with is derived from experience. And experience could not teach anything if there were no regularity in the concatenation and succession of events.
Η φιλοσοφία του θετικισμού, όμως, επιχειρεί να υποστηρίξει πολύ περισσότερα από όσα μπορούν να γίνουν γνωστά μέσω της εμπειρίας. Ισχυρίζεται ότι γνωρίζει πως δεν υπάρχει τίποτε στο σύμπαν που να μην μπορεί να διερευνηθεί και να διασαφηνιστεί πλήρως με τις πειραματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών. Όλοι, όμως, παραδέχονται ότι μέχρι σήμερα οι μέθοδοι αυτές δεν έχουν συνεισφέρει τίποτε στην εξήγηση των φαινομένων της ζωής, σε αντιδιαστολή προς τα φυσικοχημικά φαινόμενα. Και όλες οι απεγνωσμένες προσπάθειες αναγωγής της νόησης και της αξιολόγησης σε μηχανικές αρχές έχουν αποτύχει.
But the philosophy of positivism tries to assert much more than can be learned from experience. It pretends to know that there is nothing in the universe that could not be investigated and fully clarified by the experimental methods of the natural sciences. But it is admitted by everybody that up to now these methods have not contributed anything to the explanation of the phenomena of life as distinguished from physico-chemical phenomena. And all the desperate efforts to reduce thinking and valuing to mechanical principles have failed.
Σκοπός των προηγούμενων παρατηρήσεων δεν είναι επ’ ουδενί η έκφραση οποιασδήποτε γνώμης σχετικά με τη φύση και τη δομή της ζωής και του νου. Το παρόν δοκίμιο, όπως ειπώθηκε στις πρώτες λέξεις του προλόγου του, δεν αποτελεί συμβολή στη φιλοσοφία. Πρέπει να αναφερθούμε σε αυτά τα προβλήματα μόνο για να δείξουμε ότι η πραγμάτευση που τους επιφυλάσσει ο θετικισμός ενέχει ένα θεώρημα για το οποίο δεν μπορεί να παρασχεθεί καμία απολύτως πειραματική δικαιολόγηση: το θεώρημα ότι όλα τα παρατηρήσιμα φαινόμενα επιδέχονται αναγωγή σε φυσικές και χημικές αρχές. Από πού αντλούν οι θετικιστές αυτό το θεώρημα; Θα ήταν ασφαλώς εσφαλμένο να χαρακτηριστεί ως a priori παραδοχή. Χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας a priori κατηγορίας είναι ότι κάθε διαφορετική παραδοχή σχετικά με το υπό εξέταση ζήτημα εμφανίζεται στον ανθρώπινο νου ως αδιανόητη και αυτοαντιφατική. Αυτό, όμως, ασφαλώς δεν ισχύει για το θετικιστικό δόγμα που εξετάζουμε. Οι ιδέες που διδάσκουν ορισμένα θρησκευτικά και μεταφυσικά συστήματα δεν είναι ούτε αδιανόητες ούτε αυτοαντιφατικές. Δεν υπάρχει τίποτε στη λογική τους δομή που θα υποχρέωνε οποιονδήποτε έλλογο άνθρωπο να τις απορρίψει για τους ίδιους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε, επί παραδείγματι, να απορρίψει τη θέση ότι δεν υπάρχει καμία διαφορά και διάκριση μεταξύ του A και του μη A.
It is by no means the aim of the preceding remarks to express any opinion about the nature and structure of life and of the mind. This essay is, as has been said in the first words of its preface, not a contribution to philosophy. We have to refer to these problems only in order to show that the treatment that positivism accords to them implies a theorem for which no experimental justification whatever can be provided, viz., the theorem that all observable phenomena are liable to a reduction to physical and chemical principles. Whence do the positivists derive this theorem? It would be certainly wrong to qualify it as an a priori assumption. A characteristic mark of an a priori category is that any different assumption with regard to the topic concerned appears to the human mind as unthinkable and self-contradictory. But this is certainly not the case with the positivist dogma we are dealing with. The ideas taught by certain religious and metaphysical systems are neither unthinkable nor self-contradictory. There is nothing in their logical structure that would force any reasonable man to reject them for the same reasons he would, e.g., have to reject the thesis that there is no difference and distinction betwen A and non-A.
Το χάσμα που χωρίζει, από επιστημολογική άποψη, τα συμβάντα στο πεδίο που διερευνούν οι φυσικές επιστήμες από εκείνα στο πεδίο της σκέψης και της δράσης δεν έχει περιοριστεί από κανένα εύρημα ή επίτευγμα των φυσικών επιστημών. Όλα όσα γνωρίζουμε για την αμοιβαία σχέση και την αλληλεξάρτηση αυτών των δύο πεδίων της πραγματικότητας αποτελούν μεταφυσική. Η θετικιστική θεωρία που αρνείται τη νομιμότητα κάθε μεταφυσικής θεωρίας δεν είναι λιγότερο μεταφυσική από πολλές άλλες θεωρίες που αντιτίθενται σε αυτήν. Αυτό σημαίνει το εξής: Όσα λέει ένας άνθρωπος, στο παρόν στάδιο του πολιτισμού και της γνώσης της ανθρωπότητας, για ζητήματα όπως η ψυχή, ο νους, το πιστεύειν, το σκέπτεσθαι, το συλλογίζεσθαι και το βούλεσθαι δεν έχουν τον επιστημολογικό χαρακτήρα της φυσικής επιστήμης και δεν μπορούν με κανέναν τρόπο να θεωρηθούν επιστημονική γνώση.
The gulf that in epistemology separates the events in the field investigated by the natural sciences from those in the field of thinking and acting has not been made narrower by any of the findings and achievements of the natural sciences. All we know about the mutual relation and interdependence of these two realms of reality is metaphysics. The positivist doctrine that denies the legitimacy of any metaphysical doctrine is no less metaphysical than many other doctrines at variance with it. This means: What a man in the present state of mankind’s civilization and knowledge says about such issues as the soul, the mind, believing, thinking, reasoning, and willing does not have the epistemological character of natural science and can in no way be considered as scientific knowledge.
Ένας έντιμος άνθρωπος, απολύτως εξοικειωμένος με όλα τα επιτεύγματα της σύγχρονης φυσικής επιστήμης, θα έπρεπε να παραδεχθεί απερίφραστα και ανεπιφύλακτα ότι οι φυσικές επιστήμες δεν γνωρίζουν τι είναι ο νους και πώς λειτουργεί, καθώς και ότι οι ερευνητικές τους μέθοδοι δεν είναι κατάλληλες για την πραγμάτευση των προβλημάτων που εξετάζουν οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης.
An honest man, perfectly familiar with all the achievements of contemporary natural science, would have to admit freely and unreservedly that the natural sciences do not know what the mind is and how it works and that their methods of research are not fit to deal with the problems dealt with by the sciences of human action.
Θα ήταν φρόνιμο εκ μέρους των υπέρμαχων του λογικού θετικισμού να λάβουν σοβαρά υπόψη τη συμβουλή του Wittgenstein: «Για όσα δεν μπορεί κανείς να μιλήσει, γι’ αυτά πρέπει να σωπαίνει».34
It would have been wise on the part of the champions of logical positivism to take to heart Wittgenstein’s advice: “Whereof one cannot speak, thereof one must be silent.”
Η στατιστική είναι η περιγραφή, με αριθμητικούς όρους, εμπειριών που αφορούν φαινόμενα τα οποία δεν υπόκεινται σε σταθερή ομοιομορφία. Στον βαθμό που υπάρχει διαπιστώσιμη κανονικότητα στη διαδοχή των φαινομένων, δεν χρειάζεται προσφυγή στη στατιστική. Σκοπός της δημογραφικής στατιστικής δεν είναι να διαπιστώσει το γεγονός ότι όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί, αλλά να παράσχει πληροφορίες για τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής, ένα μέγεθος που δεν είναι ομοιόμορφο. Η στατιστική αποτελεί, επομένως, ιδιαίτερη μέθοδο της ιστορίας.
Statistics is the description in numerical terms of experiences concerning phenomena not subject to regular uniformity. As far as there is discernible regularity in the succession of phenomena, no recourse to statistics is needed. The objective of vital statistics is not to establish the fact that all men are mortal, but to give information about the length of human life, a magnitude that is not uniform. Statistics is therefore a specific method of history.
Όπου υπάρχει κανονικότητα, η στατιστική δεν θα μπορούσε να δείξει τίποτε άλλο παρά ότι το A ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις από το P και σε καμία περίπτωση από κάτι διαφορετικό από το P. Εάν η στατιστική δείχνει ότι το A ακολουθείται στο X % όλων των περιπτώσεων από το P και στο (100 − X)% όλων των περιπτώσεων από το Q, πρέπει να υποθέσουμε ότι μια τελειότερη γνώση θα πρέπει να διακρίνει το A σε δύο παράγοντες, B και C, από τους οποίους ο πρώτος ακολουθείται κατά τρόπο κανονικό από το P και ο δεύτερος από το Q.
Where there is regularity, statistics could not show anything else than that A is followed in all cases by P and in no case by something different from P. If statistics show that A is in X% of all cases followed by P and in (100-X)% of all cases by Q, we must assume that a more perfect knowledge will have to split up A into two factors B and C of which the former is regularly followed by P and the latter by Q.
Η στατιστική είναι ένα από τα μέσα της ιστορικής έρευνας. Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης υπάρχουν ορισμένα περιστατικά και συμβάντα των οποίων τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα μπορούν να περιγραφούν με αριθμητικούς όρους. Έτσι, επί παραδείγματι, η επίδραση μιας συγκεκριμένης θεωρίας στον νου των ανθρώπων δεν επιδέχεται καμία αριθμητική έκφραση. Η «ποσότητά» της μπορεί να εξακριβωθεί μόνο με τη μέθοδο της ειδικής κατανόησης των ιστορικών επιστημονικών κλάδων.35 Αντιθέτως, ο αριθμός των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους σε αγώνες για τη διαμόρφωση, μέσω πολέμων, επαναστάσεων και δολοφονιών, κοινωνικών συνθηκών σύμφωνων με μια συγκεκριμένη θεωρία μπορεί να προσδιοριστεί επακριβώς με αριθμούς, εφόσον είναι διαθέσιμο το σύνολο του απαιτούμενου τεκμηριωτικού υλικού.
Statistics is one of the resources of historical research. There are in the field of human action certain occurrences and events characteristic features of which can be described in numerical terms. Thus, e.g., the impact of a definite doctrine upon the minds of people does not permit of any numerical expression. Its “quantity” can be ascertained only by the method of the specific understanding of the historical disciplines. But the number of people who lost their lives in struggles to arrange, by means of wars, revolutions, and assassinations, social conditions in agreement with a definite doctrine can be precisely determined in figures if all the documentation required is available.
Η στατιστική παρέχει αριθμητικές πληροφορίες για ιστορικά γεγονότα, δηλαδή για συμβάντα που συνέβησαν σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, σε συγκεκριμένους ανθρώπους και σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Πραγματεύεται το παρελθόν και όχι το μέλλον. Όπως κάθε άλλη εμπειρία του παρελθόντος, μπορεί ενίοτε να προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στον σχεδιασμό για το μέλλον, αλλά δεν λέει τίποτε που να ισχύει άμεσα για το μέλλον.
Statistics provides numerical information about historical facts, that is, about events that happened at a definite period of time to definite people in a definite area. It deals with the past and not with the future. Like any other past experience, it can occasionally render important services in planning for the future, but it does not say anything that is directly valid for the future.
Δεν υπάρχουν στατιστικοί νόμοι. Οι άνθρωποι προσφεύγουν στις μεθόδους της στατιστικής ακριβώς εκεί όπου δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν κανονικότητα στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των συμβάντων. Το διασημότερο επίτευγμα της στατιστικής, οι πίνακες θνησιμότητας, δεν δείχνει σταθερότητα, αλλά μεταβολές στα ποσοστά θνησιμότητας του πληθυσμού. Η μέση διάρκεια της ανθρώπινης ζωής μεταβάλλεται κατά την πορεία της ιστορίας, ακόμη και αν δεν επρόκειτο να επέλθουν μεταβολές στο φυσικό περιβάλλον, επειδή πολλοί παράγοντες που την επηρεάζουν αποτελούν αποτέλεσμα ανθρώπινης δράσης, όπως, επί παραδείγματι, η βία, η διατροφή, τα ιατρικά και προληπτικά μέτρα, ο εφοδιασμός σε τρόφιμα και άλλοι.
There is no such thing as statistical laws. People resort to the methods of statistics precisely where they are not in a position to find regularity in the concatenation and succession of events. The most celebrated statistical achievement, mortality tables, does not show stability, but changes in the mortality rates of the population. The average length of human life changes in the course of history, even if no changes were to emerge in the natural environment, because many factors that affect it are the result of human action, e.g., violence, diet, medical and prophylactic measures, the supply of foodstuffs, and others.
Η έννοια του «στατιστικού νόμου» προέκυψε όταν ορισμένοι συγγραφείς, κατά την εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δεν αντιλήφθηκαν γιατί ορισμένα στατιστικά δεδομένα μεταβάλλονται μόνο αργά και, μέσα στον τυφλό ενθουσιασμό τους, ταύτισαν βιαστικά τη βραδύτητα της μεταβολής με την απουσία μεταβολής. Έτσι, πίστεψαν ότι είχαν ανακαλύψει κανονικότητες —νόμους— στην ανθρώπινη συμπεριφορά, για τις οποίες ούτε οι ίδιοι ούτε κανένας άλλος διέθεταν άλλη εξήγηση πέρα από την —όπως πρέπει να τονιστεί, αβάσιμη— παραδοχή ότι τις είχε καταδείξει η στατιστική.36 Από τη σαθρή φιλοσοφία αυτών των συγγραφέων δανείστηκαν οι φυσικοί τον όρο «στατιστικός νόμος», του προσέδωσαν όμως σημασία διαφορετική από εκείνη που του αποδίδεται στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης. Δεν αποτελεί έργο μας να πραγματευθούμε το νόημα που προσέδωσαν στον όρο αυτοί οι φυσικοί και οι μεταγενέστερες γενεές φυσικών ή τις υπηρεσίες που μπορεί να προσφέρει η στατιστική στην πειραματική έρευνα και την τεχνολογία.
The concept of “statistical law” originated when some authors, in dealing with human conduct, failed to realize why certain statistical data change only slowly and, in blind enthusiasm, hastily identified slowness of change with absence of change. Thus, they believed themselves to have discovered regularities—laws—in the conduct of people for which neither they themselves nor anybody else had any other explanation than the—as must be emphasized, baseless—assumption that statistics had demonstrated them. From the shaky philosophy of these authors physicists borrowed the term “statistical law,” but they gave to it a connotation that differs from that attached to it in the field of human action. It is not our task to deal with the meaning these physicists and later generations of physicists attached to this term or with the services statistics can render to experimental research and to technology.
Η σφαίρα των φυσικών επιστημών είναι το πεδίο στο οποίο ο ανθρώπινος νους είναι ικανός να ανακαλύπτει σταθερές σχέσεις μεταξύ διαφόρων στοιχείων. Εκείνο που χαρακτηρίζει το πεδίο των επιστημών της ανθρώπινης δράσης είναι η απουσία σταθερών σχέσεων, πέρα από εκείνες που πραγματεύεται η πραξεολογία. Στην πρώτη ομάδα επιστημών υπάρχουν νόμοι (της φύσης) και μέτρηση. Στη δεύτερη δεν υπάρχει μέτρηση και —με εξαίρεση την πραξεολογία— δεν υπάρχουν νόμοι· υπάρχει μόνο ιστορία, στην οποία περιλαμβάνεται η στατιστική.
The orbit of the natural sciences is the field in which the human mind is able to discover constant relations between various elements. What characterizes the field of the sciences of human action is the absence of constant relations apart from those dealt with by praxeology. In the former group of sciences there are laws (of nature) and measurement. In the latter there is no measurement and—apart from praxeology—no laws; there is only history, including statistics.
Ο άνθρωπος δεν είναι, όπως τα ζώα, πειθήνιο ανδρείκελο των ενστίκτων και των αισθησιακών παρορμήσεων. Ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να καταστέλλει τις ενστικτώδεις επιθυμίες, έχει δική του βούληση, επιλέγει μεταξύ ασυμβίβαστων σκοπών. Υπό αυτή την έννοια είναι ηθικό πρόσωπο· υπό αυτή την έννοια είναι ελεύθερος.
Man is not, like the animals, an obsequious puppet of instincts and sensual impulses. Man has the power to suppress instinctive desires, he has a will of his own, he chooses between incompatible ends. In this sense he is a moral person; in this sense he is free.
Ωστόσο, δεν είναι θεμιτό να ερμηνεύεται αυτή η ελευθερία ως ανεξαρτησία από το σύμπαν και τους νόμους του. Και ο άνθρωπος αποτελεί στοιχείο του σύμπαντος, προερχόμενο από το πρωταρχικό X από το οποίο αναπτύχθηκαν τα πάντα. Έχει κληρονομήσει από την άπειρη αλυσίδα των προγόνων του τη φυσιολογική συγκρότηση του εαυτού του· κατά τη μεταγεννητική του ζωή εκτέθηκε σε ποικίλες σωματικές και νοητικές εμπειρίες. Σε κάθε στιγμή της ζωής του —της επίγειας οδοιπορίας του— είναι προϊόν ολόκληρης της ιστορίας του σύμπαντος. Όλες οι πράξεις του αποτελούν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ατομικότητάς του, όπως αυτή διαμορφώθηκε από όλα όσα προηγήθηκαν. Ένα παντογνώστικο ον ενδέχεται να είχε προβλέψει ορθά καθεμία από τις επιλογές του. (Δεν χρειάζεται, ωστόσο, να πραγματευθούμε τα περίπλοκα θεολογικά προβλήματα που εγείρει η έννοια της παντογνωσίας.)
However, it is not permissible to interpret this freedom as independence of the universe and its laws. Man too is an element of the universe, descended from the original X out of which everything developed. He has inherited from the infinite line of his progenitors the physiological equipment of his self; in his postnatal life he was exposed to a variety of physical and mental experiences. He is at any instant of his life—his earthly pilgrimage—a product of the whole history of the universe. All his actions are the inevitable result of his individuality as shaped by all that preceded. An omniscient being may have correctly anticipated each of his choices. (However, we do not have to deal with the intricate theological problems that the concept of omniscience raises.)
Η ελευθερία της βούλησης δεν σημαίνει ότι οι αποφάσεις που καθοδηγούν τη δράση ενός ανθρώπου εισέρχονται, ούτως ειπείν, από έξω στον ιστό του σύμπαντος και προσθέτουν σε αυτόν κάτι που δεν είχε καμία σχέση με τα στοιχεία τα οποία είχαν προηγουμένως συγκροτήσει το σύμπαν και ήταν ανεξάρτητο από αυτά. Οι πράξεις κατευθύνονται από ιδέες και οι ιδέες είναι προϊόντα του ανθρώπινου νου, ο οποίος ασφαλώς αποτελεί μέρος του σύμπαντος και του οποίου η δύναμη καθορίζεται αυστηρά από τη συνολική δομή του σύμπαντος.
Freedom of the will does not mean that the decisions that guide a man’s action fall, as it were, from outside into the fabric of the universe and add to it something that had no relation to and was independent of the elements which had formed the universe before. Actions are directed by ideas, and ideas are products of the human mind, which is definitely a part of the universe and of which the power is strictly determined by the whole structure of the universe.
Εκείνο στο οποίο αναφέρεται ο όρος «ελευθερία της βούλησης» είναι το γεγονός ότι οι ιδέες που παρακινούν έναν άνθρωπο να λάβει μια απόφαση —να κάνει μια επιλογή—, όπως και όλες οι άλλες ιδέες, δεν «παράγονται» από εξωτερικά «γεγονότα», δεν «αντικατοπτρίζουν» τις συνθήκες της πραγματικότητας και δεν «καθορίζονται μονοσήμαντα» από οποιονδήποτε διαπιστώσιμο εξωτερικό παράγοντα στον οποίο θα μπορούσαμε να τις αποδώσουμε, κατά τον τρόπο με τον οποίο αποδίδουμε, σε όλα τα άλλα συμβάντα, ένα αποτέλεσμα σε μια συγκεκριμένη αιτία. Δεν μπορεί να ειπωθεί τίποτε άλλο για μια συγκεκριμένη περίπτωση δράσης και επιλογής ενός ανθρώπου πέρα από το ότι αυτή αποδίδεται στην ατομικότητα του συγκεκριμένου ανθρώπου.
What the term “freedom of the will” refers to is the fact that the ideas that induce a man to make a decision (a choice) are, like all other ideas, not “produced” by external “facts,” do not “mirror” the conditions of reality, and are not “uniquely determined” by any ascertainable external factor to which we could impute them in the way in which we impute in all other occurrences an effect to a definite cause. There is nothing else that could be said about a definite instance of a man’s acting and choosing than to ascribe it to this man’s individuality.
Δεν γνωρίζουμε πώς από τη συνάντηση μιας ανθρώπινης ατομικότητας —δηλαδή ενός ανθρώπου όπως έχει διαμορφωθεί από όλα όσα κληρονόμησε και από όλες τις εμπειρίες του— με μια νέα εμπειρία προκύπτουν συγκεκριμένες ιδέες που καθορίζουν τη συμπεριφορά του ατόμου. Δεν έχουμε καν κάποια εικασία για το πώς θα μπορούσε να αποκτηθεί μια τέτοια γνώση. Επιπλέον, αντιλαμβανόμαστε ότι, εάν μια τέτοια γνώση ήταν προσιτή στους ανθρώπους και εάν, κατά συνέπεια, η διαμόρφωση των ιδεών και, μέσω αυτής, η βούληση μπορούσαν να χειραγωγηθούν όπως χειρίζεται τις μηχανές ο μηχανικός, οι συνθήκες της ανθρώπινης ζωής θα μεταβάλλονταν ουσιωδώς. Θα ανοιγόταν ένα βαθύ χάσμα μεταξύ εκείνων που χειραγωγούν τις ιδέες και τη βούληση των άλλων ανθρώπων και εκείνων των οποίων οι ιδέες και η βούληση χειραγωγούνται από άλλους.
We do not know how out of the encounter of a human individuality, i.e., a man as he has been formed by all he has inherited and by all he has experienced, and a new experience definite ideas result and determine the individual’s conduct. We do not even have any surmise how such knowledge could be acquired. More than that, we realize that if such knowledge were attainable for men, and if, consequently, the formation of ideas and thereby the will could be manipulated in the way machines are operated by the engineer, human conditions would be essentially altered. There would yawn a wide gulf between those who manipulate other people’s ideas and will and those whose ideas and will are manipulated by others.
Ακριβώς η έλλειψη μιας τέτοιας γνώσης είναι εκείνη που γεννά τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ των φυσικών επιστημών και των επιστημών της ανθρώπινης δράσης.
It is precisely the lack of such knowledge that generates the fundamental difference between the natural sciences and the sciences of human action.
Όταν αναφερόμαστε στην ελεύθερη βούληση, επισημαίνουμε ότι στην πρόκληση των συμβάντων μπορεί να συμβάλλει κάτι για το οποίο οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να παράσχουν καμία πληροφορία, κάτι που οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν καν να αντιληφθούν. Ωστόσο, η αδυναμία μας να διαπιστώσουμε μια απόλυτη αρχή εκ του μηδενός μάς υποχρεώνει να υποθέσουμε ότι και αυτό το αόρατο και άυλο κάτι —ο ανθρώπινος νους— αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του σύμπαντος, προϊόν ολόκληρης της ιστορίας του.37
In referring to the free will we are pointing out that in the production of events something can be instrumental about which the natural sciences cannot convey any information, something that the natural sciences cannot even notice. Yet our impotence to ascertain an absolute beginning out of nothing forces us to assume that also this invisible and intangible something—the human mind—is an inherent part of the universe, a product of its whole history.
Η παραδοσιακή πραγμάτευση του προβλήματος της ελεύθερης βούλησης αναφέρεται στην αμφιταλάντευση του δρώντος πριν από την τελική απόφαση. Σε αυτό το στάδιο, ο δρων ταλαντεύεται μεταξύ διαφορετικών τρόπων δράσης, καθένας από τους οποίους φαίνεται να έχει ορισμένα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που δεν έχουν οι άλλοι. Συγκρίνοντας τα υπέρ και τα κατά τους, επιδιώκει να βρει την απόφαση που συνάδει με την προσωπικότητά του και με τις ιδιαίτερες συνθήκες της στιγμής όπως τις αντιλαμβάνεται, και έτσι να ικανοποιήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο όλες τις μέριμνές του. Αυτό σημαίνει ότι η ατομικότητά του —το προϊόν όλων όσων κληρονόμησε κατά τη γέννησή του από τους προγόνους του και όλων όσων βίωσε ο ίδιος έως την κρίσιμη στιγμή— καθορίζει την τελική απόφαση. Εάν αργότερα ανασκοπήσει το παρελθόν του, έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η συμπεριφορά του σε κάθε κατάσταση καθορίστηκε πλήρως από το τι άνθρωπος ήταν τη στιγμή της δράσης. Δεν έχει σημασία αν, εκ των υστέρων, ο ίδιος ή ένας αμέτοχος παρατηρητής μπορεί να περιγράψει με σαφήνεια όλους τους παράγοντες που συνέβαλαν στη διαμόρφωση της τότε απόφασης.
The traditional treatment of the problem of free will refers to the actor’s vacillation before the final resolution. At this stage the actor wavers between different courses of action each of which seems to have some merits and demerits that the others lack. In comparing their pros and cons he is intent upon finding the decision that conforms to his personality and to the specific conditions of the instant as he sees them and thus upon satisfying best all his concerns. This means that his individuality—the product of all that he has inherited at birth from his ancestors and of all that he himself has experienced up to the critical moment—determines the final resolution. If later he reviews his past, he is aware of the fact that his comportment in any situation was fully determined by the kind of man he was at the instant of the action. It is immaterial whether in retrospect he himself or an unaffected observer can clearly describe all the factors that were instrumental in forming the past decision.
Κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει, με την ίδια βεβαιότητα με την οποία διατυπώνουν προβλέψεις οι φυσικές επιστήμες, πώς θα δράσουν στο μέλλον ο ίδιος και οι άλλοι άνθρωποι. Δεν υπάρχει μέθοδος που θα μας επέτρεπε να μάθουμε για μια ανθρώπινη προσωπικότητα όλα όσα θα απαιτούνταν για να διατυπώσουμε τέτοιες προγνώσεις με τον βαθμό βεβαιότητας που επιτυγχάνει η τεχνολογία στις προβλέψεις της.
Nobody is in a position to predict with the same assurance with which the natural sciences make predictions how he himself and other people will act in the future. There is no method that would enable us to learn about a human personality all that would be needed to make such prognostications with the degree of certainty technology attains in its predictions.
Ο τρόπος με τον οποίο οι ιστορικοί και οι βιογράφοι αναλύουν και εξηγούν τις πράξεις των ανθρώπων με τους οποίους ασχολούνται αντανακλά μια ορθότερη αντίληψη των σχετικών προβλημάτων από ό,τι οι ογκώδεις, περίτεχνες πραγματείες ηθικής φιλοσοφίας. Ο ιστορικός αναφέρεται στο πνευματικό περιβάλλον και στις προηγούμενες εμπειρίες του δρώντος, στη γνώση ή στην άγνοιά του για όλα τα δεδομένα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την απόφασή του, στην κατάσταση της υγείας του και σε πολλούς άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να έχουν διαδραματίσει κάποιον ρόλο. Αλλά ακόμη και αφού δοθεί πλήρης προσοχή σε όλα αυτά τα ζητήματα, απομένει κάτι που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα περαιτέρω ερμηνείας: η προσωπικότητα ή η ατομικότητα του δρώντος. Όταν έχουν ειπωθεί τα πάντα για την περίπτωση, δεν απομένει τελικά άλλη απάντηση στο ερώτημα γιατί ο Καίσαρας διέβη τον Ρουβίκωνα παρά η εξής: επειδή ήταν ο Καίσαρας. Κατά την πραγμάτευση της ανθρώπινης δράσης, δεν μπορούμε να εξαλείψουμε την αναφορά στην προσωπικότητα του δρώντος.
The way in which historians and biographers proceed in analyzing and explaining the actions of the men with whom they are dealing reflects a more correct view of the problems involved than voluminous sophisticated treatises of moral philosophy. The historian refers to the spiritual milieu and the past experiences of the actor, to his knowledge or ignorance of all the data that could influence his decision, to his state of health, and to many other factors that could have played a role. But then, even after full attention has been paid to all these matters, something remains that defies any attempts at further interpretation, viz., the personality or individuality of the actor. When all is said about the case, there is finally no other answer to the question why Caesar crossed the Rubicon than: because he was Caesar. We cannot eliminate in dealing with human action reference to the actor’s personality.
Οι άνθρωποι είναι άνισοι· τα άτομα διαφέρουν μεταξύ τους. Διαφέρουν επειδή τόσο η προγεννητική όσο και η μεταγεννητική ιστορία τους δεν είναι ποτέ ταυτόσημη.
Men are unequal; individuals differ from one another. They differ because their prenatal as well as their postnatal history is never identical.
Καθετί που συμβαίνει ήταν, υπό τις επικρατούσες συνθήκες, αναπόφευκτο να συμβεί. Συνέβη επειδή οι δυνάμεις που συνέβαλαν στην πρόκλησή του ήταν ισχυρότερες από τις αντίρροπες δυνάμεις. Υπό αυτή την έννοια, η επέλευσή του ήταν αναπόφευκτη.
All that happens was, under the prevailing conditions, bound to happen. It happened because the forces operating on its production were more powerful than the counteracting forces. Its happening was, in this sense, inevitable.
Ωστόσο, ο ιστορικός που μιλά εκ των υστέρων για το αναπόφευκτο δεν επιδίδεται σε πλεονασμό. Πρόθεσή του είναι να χαρακτηρίσει ένα συγκεκριμένο συμβάν ή σύνολο συμβάντων A ως την κινητήρια δύναμη που προκαλεί ένα δεύτερο συμβάν B· η επιφύλαξη «εφόσον δεν εμφανίστηκε κάποιος επαρκώς ισχυρός αντίρροπος παράγοντας» είναι αυτονόητη. Εάν έλειπε ένα τέτοιο αντίβαρο, το A ήταν αναπόφευκτο να καταλήξει στο B και είναι θεμιτό να χαρακτηριστεί αναπόφευκτη η έκβαση B.
Yet the historian who in retrospect speaks of inevitability is not indulging in a pleonasm. What he means is to qualify a definite event or array of events A as the moving force producing a second event B; the proviso: provided no sufficiently powerful counteracting factor appeared, is self-understood. If such a counterpoise was lacking, A was bound to result in B, and it is permissible to call the outcome B inevitable.
Κατά την πρόβλεψη μελλοντικών συμβάντων, εκτός του πεδίου που καλύπτει ο πραξεολογικός νόμος, η αναφορά στο αναπόφευκτο αποτελεί ένα κενό νοήματος ρητορικό άνθος. Δεν προσθέτει τίποτε στην αποδεικτική ισχύ μιας πρόβλεψης. Απλώς μαρτυρεί την άκριτη προσήλωση εκείνου που τη διατυπώνει. Αυτά είναι όλα όσα χρειάζεται να ειπωθούν σχετικά με τις προφητικές εξάρσεις των διαφόρων συστημάτων φιλοσοφίας της ιστορίας.38 Το «αδήριτο ενός φυσικού νόμου» (Notwendigkeit eines Naturprozesses), το οποίο ο Marx διεκδικούσε για την προφητεία του,39 είναι απλώς ένα ρητορικό τέχνασμα.
In forecasting future events, apart from the field covered by praxeological law, reference to inevitability is a meaningless flower of speech. It does not add anything to the conclusive force of a prediction. It merely attests the infatuation of its author. This is all that needs to be said with regard to the prophetic effusions of the various systems of philosophy of history. The “inexorability of a law of nature” (Notwendigkeit eines Naturprozesses) which Marx claimed for his prophecy is just a rhetorical trick.
Οι βαρυσήμαντες μεταβολές που συντελούνται κατά την πορεία της κοσμικής και της ανθρώπινης ιστορίας αποτελούν το σύνθετο αποτέλεσμα ενός πλήθους συμβάντων. Καθένα από αυτά τα συμβάντα που συμβάλλουν στο αποτέλεσμα καθορίζεται αυστηρά από τους παράγοντες που προηγήθηκαν και το προκάλεσαν· το ίδιο ισχύει και για τον ρόλο που διαδραματίζει καθένα τους στην πρόκληση της βαρυσήμαντης μεταβολής. Εάν, όμως, και στον βαθμό που οι αλυσίδες αιτιότητας από τις οποίες εξαρτάται η επέλευση αυτών των διαφόρων συμβάντων είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους, μπορεί να προκύψει μια κατάσταση που έχει οδηγήσει ορισμένους ιστορικούς και φιλοσόφους να υπερτονίσουν τον ρόλο της τύχης στην ιστορία της ανθρωπότητας. Δεν αντιλαμβάνονται ότι τα συμβάντα πρέπει να διαβαθμίζονται ως προς το μέγεθός τους με κριτήριο τη βαρύτητα των συνεπειών τους και τη συμβολή τους στην παραγωγή του σύνθετου αποτελέσματος. Εάν μεταβληθεί ένα μόνο από τα ελάσσονα συμβάντα, η επίδραση στη συνολική έκβαση θα είναι και αυτή μικρή.
The momentous changes occurring in the course of cosmic and human history are the composite effect of a multitude of events. Each of these contributing events is strictly determined by the factors that preceded and produced it and so is the part each of them plays in the production of the momentous change. But if and as far as the chains of causation upon which the occurrence of these various contributing events depends are independent of one another, a situation may result that has induced some historians and philosophers to exaggerate the role chance plays in the history of mankind. They fail to realize that events are to be graded according to their size from the point of view of the weight of their effects and of their cooperation in the production of the composite effect. If only one of the minor events is altered, the influence upon the total outcome will also only be small.
Είναι μάλλον ανεπαρκής ο ακόλουθος τρόπος επιχειρηματολογίας: Εάν η αστυνομία στο Σεράγεβο ήταν αποτελεσματικότερη στις 28 Ιουνίου 1914, ο αρχιδούκας δεν θα είχε δολοφονηθεί και ο Παγκόσμιος Πόλεμος και όλες οι ολέθριες συνέπειές του θα είχαν αποφευχθεί. Εκείνο που κατέστησε —με την έννοια που προαναφέρθηκε— αναπόφευκτο τον Μεγάλο Πόλεμο ήταν, αφενός, οι ασυμφιλίωτες συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών ομάδων (εθνοτήτων) της Μοναρχίας των Αψβούργων και, αφετέρου, οι γερμανικές προσπάθειες συγκρότησης ενός πολεμικού ναυτικού αρκετά ισχυρού ώστε να νικήσει τις βρετανικές ναυτικές δυνάμεις. Η Ρωσική Επανάσταση ήταν αναπόφευκτο να επέλθει, καθώς το τσαρικό σύστημα και οι γραφειοκρατικές του μέθοδοι απορρίπτονταν με πάθος από τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού· το ξέσπασμα του πολέμου δεν επέσπευσε την έλευσή της· μάλλον την καθυστέρησε για λίγο. Ο φλογερός εθνικισμός και ο κρατισμός των ευρωπαϊκών λαών δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν σε πόλεμο. Αυτοί ήταν οι παράγοντες που κατέστησαν αναπόφευκτο τον Μεγάλο Πόλεμο και τις συνέπειές του, ανεξαρτήτως του αν οι Σέρβοι εθνικιστές θα επιτύγχαναν ή θα αποτύγχαναν στις απόπειρές τους να δολοφονήσουν τον διάδοχο του αυστριακού θρόνου.
It is a rather unsatisfactory way to argue: If the police in Sarajevo had been more efficient on June 28, 1914, the archduke would not have been murdered and the World War and all its disastrous consequences would have been avoided. What made—in the sense referred to above—the great war inevitable was the irreconcilable conflicts among the various linguistic groups (nationalities) of the Habsburg Monarchy, on the one hand, and, on the other hand, the German endeavors to build a navy strong enough to defeat the British naval forces. The Russian revolution was bound to come, as the Tsarist system and its bureaucratic methods were passionately rejected by the immense majority of the population; the outbreak of the war did not accelerate its coming; it rather delayed it for a short time. The fiery nationalism and etatism of the European peoples could not but result in war. These were the factors that made the great war and its consequences inevitable, no matter whether the Serbian nationalists succeeded or failed in their attempts to murder the heir to the Austrian throne.
Οι πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές υποθέσεις αποτελούν την έκβαση της συνεργασίας όλων των ανθρώπων. Μολονότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τη σπουδαιότητα των συνεισφορών των διαφόρων ατόμων, οι συνεισφορές αυτές είναι σύμμετρες και, σε γενικές γραμμές, μπορούν να αντικατασταθούν από εκείνες άλλων ατόμων. Ένα τυχαίο περιστατικό που εξαλείφει το έργο ενός ατόμου, ακόμη και αρκετά επιφανούς, εκτρέπει την πορεία των συμβάντων ελάχιστα μόνο από την τροχιά που θα ακολουθούσαν εάν δεν είχε συμβεί.
Political, social, and economic affairs are the outcome of the cooperation of all people. Although there prevail considerable differences with regard to the importance of the various individuals’ contributions, they are commensurable and by and large capable of being replaced by those of other individuals. An accident that eliminates the work of an individual, be he even a rather eminent one, diverts the course of events only slightly from the line they would have followed if it had not occurred.
Οι συνθήκες είναι διαφορετικές στο πεδίο των ύψιστων πνευματικών και καλλιτεχνικών επιτευγμάτων. Το επίτευγμα της μεγαλοφυΐας βρίσκεται έξω από την κανονική ροή των ανθρώπινων υποθέσεων. Και ο μεγαλοφυής άνθρωπος καθορίζεται από πολλές απόψεις από τις συνθήκες του περιβάλλοντός του. Εκείνο, όμως, που προσδίδει στο έργο του την ιδιαίτερη λάμψη του είναι κάτι μοναδικό, το οποίο κανένας άλλος δεν μπορεί να αναπαραγάγει. Δεν γνωρίζουμε ούτε ποιος συνδυασμός γονιδίων παράγει τις έμφυτες δυνατότητες του μεγαλοφυούς ανθρώπου ούτε ποιες περιβαλλοντικές συνθήκες απαιτούνται για να καρποφορήσουν αυτές οι δυνατότητες. Εάν κατορθώσει να αποφύγει όλους τους κινδύνους που θα μπορούσαν να βλάψουν τον ίδιο και τα επιτεύγματά του, τόσο το καλύτερο για την ανθρωπότητα. Εάν κάποιο τυχαίο περιστατικό τον αφανίσει, όλοι οι άνθρωποι χάνουν κάτι αναντικατάστατο.
Conditions are different in the field of the greatest intellectual and artistic performances. The feat of the genius is outside the regular flow of human affairs. The genius too is in many regards determined by the conditions of his environment. But what gives to his work its specific lustre is something that is unique and cannot be duplicated by anyone else. We know neither what combination of genes produces the innate potentialities of the genius nor what kind of environmental conditions are needed to bring them to fruition. If he succeeds in avoiding all the dangers that could harm him and his accomplishments, the better for mankind. If an accident annihilates him, all the people lose something irreplaceable.
Εάν ο Δάντης, ο Shakespeare ή ο Beethoven είχαν πεθάνει στην παιδική τους ηλικία, η ανθρωπότητα θα στερούνταν όσα τους οφείλει. Υπό αυτή την έννοια, μπορούμε να πούμε ότι η τύχη διαδραματίζει ρόλο στις ανθρώπινες υποθέσεις. Η επισήμανση, όμως, αυτού του γεγονότος δεν αντιφάσκει ούτε κατ’ ελάχιστον προς την a priori κατηγορία της αιτιοκρατίας.
If Dante, Shakespeare, or Beethoven had died in childhood, mankind would miss what it owes to them. In this sense we may say that chance plays a role in human affairs. But to stress this fact does not in the least contradict the a priori category of determinism.
1. Το πρόβλημα του ποσοτικού προσδιορισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Problem of Quantitative Definiteness
Τα εργαστηριακά πειράματα και η παρατήρηση των εξωτερικών φαινομένων επιτρέπουν στις φυσικές επιστήμες να προβαίνουν σε μετρήσεις και στην ποσοτικοποίηση της γνώσης. Με αναφορά σε αυτό το γεγονός, συνηθιζόταν να χαρακτηρίζονται αυτές οι επιστήμες ως ακριβείς επιστήμες και να υποτιμώνται οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης για την έλλειψη ακρίβειάς τους.
Laboratory experiments and observation of external phenomena enable the natural sciences to proceed with measurement and the quantification of knowledge. Referring to this fact, one used to style these sciences as the exact sciences and to belittle the lack of exactitude in the sciences of human action.
Σήμερα κανείς δεν αρνείται πλέον ότι, λόγω της ανεπάρκειας των αισθήσεών μας, η μέτρηση δεν είναι ποτέ τέλεια και ακριβής με την πλήρη έννοια αυτών των όρων. Είναι μόνο κατά το μάλλον ή ήττον προσεγγιστική. Επιπλέον, η αρχή του Heisenberg δείχνει ότι υπάρχουν σχέσεις τις οποίες ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετρήσει καθόλου. Δεν υπάρχει ποσοτική ακρίβεια στην περιγραφή που δίνουμε για τα φυσικά φαινόμενα. Ωστόσο, οι προσεγγίσεις που μπορεί να παράσχει η μέτρηση φυσικών και χημικών αντικειμένων επαρκούν, σε γενικές γραμμές, για πρακτικούς σκοπούς. Το πεδίο της τεχνολογίας είναι πεδίο προσεγγιστικής μέτρησης και προσεγγιστικού ποσοτικού προσδιορισμού.
Today nobody any longer denies that on account of the insufficiency of our senses measurement is never perfect and precise in the full sense of these terms. It is only more or less approximate. Besides, the Heisenberg principle shows that there are relations that man cannot measure at all. There is no such thing as quantitative exactitude in our description of natural phenomena. However, the approximations that measurement of physical and chemical objects can provide are by and large sufficient for practical purposes. The orbit of technology is an orbit of approximate measurement and approximate quantitative definiteness.
Στη σφαίρα της ανθρώπινης δράσης δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ οποιωνδήποτε παραγόντων. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατή ούτε η μέτρηση ούτε η ποσοτικοποίηση. Όλα τα μετρήσιμα μεγέθη που συναντούν οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης είναι ποσότητες του περιβάλλοντος στο οποίο ζει και δρα ο άνθρωπος. Αποτελούν ιστορικά γεγονότα, επί παραδείγματι γεγονότα της οικονομικής ή της στρατιωτικής ιστορίας, και πρέπει να διακρίνονται σαφώς από τα προβλήματα που πραγματεύεται η θεωρητική επιστήμη της δράσης —η πραξεολογία και, ειδικότερα, το πλέον ανεπτυγμένο τμήμα της, η οικονομική επιστήμη.
In the sphere of human action there are no constant relations between any factors. There is consequently no measurement and no quantification possible. All measurable magnitudes that the sciences of human action encounter are quantities of the environment in which man lives and acts. They are historical facts, e.g., facts of economic or of military history, and are to be clearly distinguished from the problems with which the theoretical science of action—praxeology and especially also its most developed part, economics—deals.
Παραπλανημένοι από την ιδέα ότι οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης πρέπει να πιθηκίζουν την τεχνική των φυσικών επιστημών, πλήθη συγγραφέων επιδιώκουν την ποσοτικοποίηση της οικονομικής επιστήμης. Πιστεύουν ότι η οικονομική επιστήμη οφείλει να μιμηθεί τη χημεία, η οποία προόδευσε από ένα ποιοτικό σε ένα ποσοτικό στάδιο.40 Σύνθημά τους είναι το θετικιστικό απόφθεγμα: Επιστήμη είναι μέτρηση. Με τη στήριξη άφθονων χρηματοδοτικών πόρων, επιδίδονται στην αναδημοσίευση και αναδιάταξη στατιστικών δεδομένων που παρέχουν κυβερνήσεις, επαγγελματικές ενώσεις, εταιρείες και άλλες επιχειρήσεις. Επιχειρούν να υπολογίσουν τις αριθμητικές σχέσεις μεταξύ διαφόρων από αυτά τα δεδομένα και έτσι να προσδιορίσουν όσα αποκαλούν, κατ’ αναλογία προς τις φυσικές επιστήμες, συσχετίσεις και συναρτήσεις. Δεν αντιλαμβάνονται ότι στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης η στατιστική είναι πάντοτε ιστορία και ότι οι υποτιθέμενες «συσχετίσεις» και «συναρτήσεις» δεν περιγράφουν τίποτε άλλο παρά όσα συνέβησαν σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, ως αποτέλεσμα των πράξεων ενός συγκεκριμένου αριθμού ανθρώπων.41 Ως μέθοδος οικονομικής ανάλυσης, η οικονομετρία είναι ένα παιδαριώδες παιχνίδι με αριθμούς, το οποίο δεν συνεισφέρει τίποτε στη διασαφήνιση των προβλημάτων της οικονομικής πραγματικότητας.
Deluded by the idea that the sciences of human action must ape the technique of the natural sciences, hosts of authors are intent upon a quantification of economics. They think that economics ought to imitate chemistry, which progressed from a qualitative to a quantitative state. Their motto is the positivistic maxim: Science is measurement. Supported by rich funds, they are busy reprinting and rearranging statistical data provided by governments, by trade associations, and by corporations and other enterprises. They try to compute the arithmetical relations among various of these data and thus to determine what they call, by analogy with the natural sciences, correlations and functions. They fail to realize that in the field of human action statistics is always history and that the alleged “correlations” and “functions” do not describe anything else than what happened at a definite instant of time in a definite geographical area as the outcome of the actions of a definite number of people. As a method of economic analysis econometrics is a childish play with figures that does not contribute anything to the elucidation of the problems of economic reality.
Ο ριζοσπαστικός εμπειρισμός απορρίπτει την ιδέα ότι η βέβαιη γνώση σχετικά με τις συνθήκες του σύμπαντος είναι προσιτή στον νου των θνητών ανθρώπων. Θεωρεί τις a priori κατηγορίες της λογικής και των μαθηματικών παραδοχές ή συμβάσεις, ελεύθερα επιλεγμένες λόγω της καταλληλότητάς τους για την απόκτηση του είδους της γνώσης που είναι σε θέση να αποκτήσει ο άνθρωπος. Όλα όσα συνάγονται παραγωγικά από αυτές τις a priori κατηγορίες είναι απλώς ταυτολογικά και δεν παρέχουν καμία πληροφορία σχετικά με την κατάσταση της πραγματικότητας. Ακόμη και αν δεχόμασταν το αστήρικτο δόγμα της κανονικότητας στην αλληλοσύνδεση και τη διαδοχή των φυσικών συμβάντων, η σφαλερότητα και η ανεπάρκεια των ανθρώπινων αισθήσεων καθιστούν αδύνατο να αποδοθεί βεβαιότητα σε οποιαδήποτε a posteriori γνώση. Εμείς, ως ανθρώπινα όντα, πρέπει να αποδεχθούμε αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Το πώς είναι «πραγματικά» τα πράγματα ή πώς ενδέχεται να εμφανίζονται όταν εξετάζονται από τη σκοπιά μιας υπερανθρώπινης νόησης, ουσιωδώς διαφορετικής από τον ανθρώπινο νου όπως αυτός λειτουργεί κατά την παρούσα περίοδο της κοσμικής ιστορίας, είναι για εμάς ανεξιχνίαστο.
Radical empiricism rejects the idea that certain knowledge concerning the conditions of the universe is accessible to the minds of mortal men. It considers the a priori categories of logic and mathematics as assumptions or conventions, freely chosen on account of their convenience for the attainment of the kind of knowledge that man is able to acquire. All that is inferred by deduction from these a priori categories is merely tautological and does not convey any information about the state of reality. Even if we were to accept the untenable dogma of regularity in the concatenation and succession of natural events, the fallibility and insufficiency of the human senses makes it impossible to ascribe certainty to any a posteriori knowledge. We, human beings as we are, must acquiesce in this state of affairs. How things “really” are or may appear when looked upon from the vista of a superhuman intelligence, essentially different from the human mind as it works in the present aeon of cosmic history, is for us inscrutable.
Ωστόσο, αυτός ο ριζικός σκεπτικισμός δεν αφορά την πραξεολογική γνώση. Και η πραξεολογία εκκινεί από μια a priori κατηγορία και προχωρεί μέσω παραγωγικού συλλογισμού. Εντούτοις, οι αντιρρήσεις που προβάλλει ο σκεπτικισμός κατά της αποδεικτικής ισχύος των a priori κατηγοριών και του a priori συλλογισμού δεν ισχύουν γι’ αυτήν. Διότι, όπως πρέπει να τονιστεί και πάλι, η πραγματικότητα της οποίας η διασαφήνιση και η ερμηνεία αποτελούν έργο της πραξεολογίας είναι ομογενής προς τη λογική δομή του ανθρώπινου νου. Ο ανθρώπινος νους γεννά τόσο την ανθρώπινη σκέψη όσο και την ανθρώπινη δράση. Η ανθρώπινη δράση και η ανθρώπινη σκέψη πηγάζουν από την ίδια πηγή και, υπό αυτή την έννοια, είναι ομοιογενείς. Δεν υπάρχει τίποτε στη δομή της δράσης που ο ανθρώπινος νους να μην μπορεί να εξηγήσει πλήρως. Υπό αυτή την έννοια, η πραξεολογία παρέχει βέβαιη γνώση.
However, this radical scepticism does not refer to praxeological knowledge. Praxeology too starts from an a priori category and proceeds by deductive reasoning. Yet the objections raised by scepticism against the conclusiveness of a priori categories and a priori reasoning do not apply to it. For, as must be emphasized again, the reality the elucidation and interpretation of which is the task of praxeology is congeneric with the logical structure of the human mind. The human mind generates both human thinking and human action. Human action and human thinking stem from the same source and are in this sense homogeneous. There is nothing in the structure of action that the human mind cannot fully explain. In this sense praxeology supplies certain knowledge.
Ο άνθρωπος, όπως υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη κατά την παρούσα περίοδο της κοσμικής ιστορίας, ενδέχεται κάποια ημέρα να εξαφανιστεί. Όσο, όμως, υπάρχουν όντα του είδους Homo sapiens, θα υπάρχει ανθρώπινη δράση του κατηγοριακού είδους που πραγματεύεται η πραξεολογία. Υπό αυτή την περιορισμένη έννοια, η πραξεολογία παρέχει ακριβή γνώση των μελλοντικών συνθηκών.
Man as he exists on this planet in the present period of cosmic history may one day disappear. But as long as there are beings of the species Homo sapiens there will be human action of the categorial kind praxeology deals with. In this restricted sense praxeology provides exact knowledge of future conditions.
Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης, όλα τα ποσοτικά προσδιορισμένα μεγέθη αναφέρονται μόνο στην ιστορία και δεν παρέχουν καμία γνώση που να έχει σημασία πέρα από τη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία που τα γέννησε. Κάθε γενική γνώση, δηλαδή κάθε γνώση που εφαρμόζεται όχι μόνο σε μια συγκεκριμένη συγκυρία του παρελθόντος αλλά σε όλες τις πραξεολογικά ταυτόσημες συγκυρίες τόσο του παρελθόντος όσο και του μέλλοντος, είναι παραγωγική γνώση που απορρέει σε τελευταία ανάλυση από την a priori κατηγορία της δράσης. Ισχύει απαρέγκλιτα για κάθε πραγματικότητα της δράσης, όπως αυτή εμφανίστηκε στο παρελθόν και θα εμφανιστεί στο μέλλον. Παρέχει ακριβή γνώση πραγματικών πραγμάτων.
In the field of human action all quantitatively determined magnitudes refer only to history and do not convey any knowledge that would mean something beyond the specific historical constellation that generated them. All general knowledge, that is, all knowledge that is applicable not only to a definite constellation of the past but to all praxeologically identical constellations of the past as well as of the future, is deductive knowledge ultimately derived from the a priori category of action. It refers rigidly to any reality of action as it appeared in the past and will appear in the future. It conveys precise knowledge of real things.
Σύμφωνα με μια συχνά παρατιθέμενη ρήση του Auguste Comte, σκοπός των —φυσικών— επιστημών είναι η γνώση, προκειμένου να προβλέπεται τι θα συμβεί στο μέλλον. Οι προβλέψεις αυτές, στον βαθμό που αναφέρονται στα αποτελέσματα της ανθρώπινης δράσης, είναι υπό όρους. Λένε: Εάν A, τότε B. Δεν λένε, όμως, τίποτε για την εμφάνιση του A. Εάν ένας άνθρωπος προσλάβει κυανιούχο κάλιο, θα πεθάνει. Το αν, όμως, θα καταπιεί ή όχι αυτό το δηλητήριο παραμένει απροσδιόριστο.
According to an often quoted dictum of Auguste Comte, the objective of the—natural—sciences is to know in order to predict what will happen in the future. These predictions are, as far as they refer to the effects of human action, conditional. They say: If A, then B. But they do not tell anything about the emergence of A. If a man absorbs potassium cyanide, he will die. But whether he will swallow this poison or not is left undecided.
Οι προβλέψεις της πραξεολογίας είναι, εντός του πεδίου εφαρμογής τους, απολύτως βέβαιες. Δεν μας λένε, όμως, τίποτε για τις αξιολογικές κρίσεις των δρώντων ατόμων και για τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα καθορίσουν τις πράξεις τους. Όλα όσα μπορούμε να γνωρίζουμε για αυτές τις αξιολογικές κρίσεις έχουν τον κατηγοριακό χαρακτήρα της ειδικής κατανόησης των ιστορικών επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Το αν οι προβλέψεις μας σχετικά με τις μελλοντικές αξιολογικές κρίσεις —τις δικές μας ή των άλλων ανθρώπων— και με τα μέσα στα οποία θα προσφύγουμε ή θα προσφύγουν για την προσαρμογή της δράσης σε αυτές τις αξιολογικές κρίσεις θα είναι ορθές ή όχι δεν μπορεί να γίνει γνωστό εκ των προτέρων.
The predictions of praxeology are, within the range of their applicability, absolutely certain. But they do not tell us anything about the value judgments of the acting individuals and the way they will determine their actions. All we can know about these value judgments has the categorial character of the specific understanding of the historical sciences of human action. Whether our anticipations of—our own or other peoples’—future value judgments and of the means that will be resorted to for adjusting action to these value judgments will be correct or not cannot be known in advance.
Αυτή η αβεβαιότητα του μέλλοντος αποτελεί ένα από τα κύρια γνωρίσματα της ανθρώπινης κατάστασης. Σκιάζει όλες τις εκδηλώσεις της ζωής και της δράσης.
This uncertainty of the future is one of the main marks of the human condition. It taints all manifestations of life and action.
Ο άνθρωπος βρίσκεται στο έλεος δυνάμεων και ισχύων που διαφεύγουν του ελέγχου του. Δρα προκειμένου να αποφύγει, όσο το δυνατόν περισσότερο, όσα πιστεύει ότι θα τον βλάψουν. Στην καλύτερη περίπτωση, όμως, μπορεί να επιτύχει μόνο μέσα σε στενά όρια. Και ποτέ δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων σε ποιον βαθμό η δράση του θα επιτύχει τον επιδιωκόμενο σκοπό και, εάν τον επιτύχει, κατά πόσον αυτή η δράση θα εμφανιστεί εκ των υστέρων —στον ίδιο ή στους άλλους ανθρώπους που την εξετάζουν— ως η καλύτερη επιλογή μεταξύ εκείνων που είχε στη διάθεσή του τη στιγμή που την ανέλαβε.
Man is at the mercy of forces and powers beyond his control. He acts in order to avoid as much as possible what, as he thinks, will harm himself. But he can at best succeed only within a narrow margin. And he can never know beforehand to what extent his acting will attain the end sought and, if it attains it, whether this action will in retrospect appear—to himself or to the other people looking upon it—as the best choice among those that were open to him at the instant he embarked upon it.
Η τεχνολογία που βασίζεται στα επιτεύγματα των φυσικών επιστημών αποβλέπει στον πλήρη έλεγχο εντός μιας καθορισμένης σφαίρας, η οποία, βεβαίως, περιλαμβάνει μόνο ένα κλάσμα των συμβάντων που καθορίζουν τη μοίρα του ανθρώπου. Μολονότι η πρόοδος των φυσικών επιστημών τείνει να διευρύνει τη σφαίρα μιας τέτοιας επιστημονικά καθοδηγούμενης δράσης, η σφαίρα αυτή δεν θα καλύψει ποτέ παρά ένα μικρό μόνο μέρος των δυνατών συμβάντων. Ακόμη και μέσα σε αυτά τα όρια, όμως, δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει απόλυτη βεβαιότητα. Η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος μπορεί να ματαιωθεί από την εισβολή δυνάμεων που δεν είναι ακόμη επαρκώς γνωστές ή που βρίσκονται πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο. Η εφαρμογή της τεχνολογίας δεν εξαλείφει το στοιχείο της τυχαιότητας από την ανθρώπινη ύπαρξη· απλώς περιορίζει λίγο το πεδίο του. Παραμένει πάντοτε μια σφαίρα η οποία, στην περιορισμένη γνώση του ανθρώπου, εμφανίζεται ως σφαίρα καθαρής τύχης και προσδίδει στη ζωή τον χαρακτήρα τυχερού παιχνιδιού. Ο άνθρωπος και τα έργα του είναι πάντοτε εκτεθειμένοι στην επίδραση απρόβλεπτων και ανεξέλεγκτων συμβάντων. Δεν μπορεί παρά να βασίζεται στην καλή τύχη για να μην πληγεί από αυτά. Ακόμη και οι βραδύνοες δεν μπορούν να μην αντιληφθούν ότι η ευημερία τους εξαρτάται σε τελευταία ανάλυση από τη δράση δυνάμεων που υπερβαίνουν την ανθρώπινη σοφία, γνώση, πρόβλεψη και πρόνοια. Απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις, κάθε ανθρώπινος σχεδιασμός είναι μάταιος. Αυτό έχει κατά νου η θρησκεία όταν αναφέρεται στις ανεξιχνίαστες βουλές του Ουρανού και στρέφεται στην προσευχή.
Technology based on the achievements of the natural sciences aims at full control within a definite sphere, which, of course, comprehends only a fraction of the events that determine man’s fate. Although the progress of the natural sciences tends to enlarge the sphere of such scientifically directed action, it will never cover more than a narrow margin of possible events. And even within this margin there can never be absolute certainty. The result aimed at can be thwarted by the invasion of forces not yet sufficiently known or beyond human control. Technological engineering does not eliminate the aleatory element of human existence; it merely restricts its field a little. There always remains an orbit that to the limited knowledge of man appears as an orbit of pure chance and marks life as a gamble. Man and his works are always exposed to the impact of unforeseen and uncontrollable events. He cannot help banking upon the good luck not to be hit by them. Even dull people cannot fail to realize that their well-being ultimately depends on the operation of forces beyond man’s wisdom, knowledge, prevision, and provision. With regard to these forces all human planning is vain. This is what religion has in mind when it refers to the unfathomable decrees of Heaven and turns to prayer.
4. Ποσοτικοποίηση και κατανόηση κατά τη δράση και στην ιστορία
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. Quantification and Understanding in Acting and in History
Πολλά δεδομένα που απασχολούν τον νου, είτε κατά την αναδρομή στο παρελθόν είτε κατά τον σχεδιασμό για το μέλλον, μπορούν να εκφραστούν με αριθμητικούς όρους. Άλλα συναφή μεγέθη μπορούν να αποδοθούν μόνο με λέξεις μιας μη μαθηματικής γλώσσας. Όσον αφορά τέτοια μεγέθη, η ειδική κατανόηση των επιστημών της ανθρώπινης δράσης υποκαθιστά, ούτως ειπείν, τη μέτρηση, η οποία δεν είναι εφικτή.
Many data with which the mind is concerned either in retrospect or in planning for the future can be expressed in numerical terms. Other relevant magnitudes can only be put into words of a nonmathematical language. In regard to such magnitudes the specific understanding of the sciences of human action is a substitute, as it were, for the unfeasibility of measurement.
Υπό αυτή την έννοια, τόσο ο ιστορικός όσο και ο δρων άνθρωπος μιλούν για τη σημασία διαφορετικών συμβάντων και πράξεων ως προς την πρόκληση άλλων συμβάντων και συγκεκριμένων καταστάσεων πραγμάτων. Υπό αυτή την έννοια, διακρίνουν μεταξύ περισσότερο και λιγότερο σημαντικών συμβάντων και γεγονότων, καθώς και μεταξύ μεγαλύτερων και μικρότερων ανθρώπων.
In this sense the historian as well as the acting man speaks of the relevance of different events and actions in regard to their production of other events and of definite states of affairs. In this sense they distinguish between more important and less important events and facts and between greater men and lesser men.
Οι εσφαλμένες κρίσεις σε αυτή την οιονεί ποσοτική αξιολόγηση της πραγματικότητας είναι ολέθριες όταν υπεισέρχονται στον σχεδιασμό πράξεων. Οι κερδοσκοπίες είναι καταδικασμένες να αποτύχουν εάν βασίζονται σε μια απατηλή πρόβλεψη των μελλοντικών συνθηκών. Ακόμη και αν είναι «ποιοτικά» ορθές, δηλαδή εάν οι συνθήκες που προέβλεψαν πράγματι εμφανιστούν, μπορούν να επιφέρουν καταστροφή εάν είναι «ποσοτικά» εσφαλμένες, δηλαδή εάν έχουν σφάλει ως προς το μέγεθος των αποτελεσμάτων ή ως προς τον χρόνο εμφάνισής τους. Αυτό ακριβώς καθιστά ιδιαίτερα επικίνδυνες τις μακροπρόθεσμες κερδοσκοπίες των πολιτικών ανδρών και των επιχειρηματιών.
Misjudgments in this quasi-quantitative evaluation of reality are pernicious if they occur in planning actions. Speculations are bound to fail if based upon an illusory anticipation of future conditions. Even if they are “qualitatively” correct, i.e., if the conditions they have anticipated really appear, they may bring disaster if they are “quantitatively” wrong, i.e., if they have erred concerning the dimensions of the effects or concerning the timing of their appearance. It is this that makes the long-range speculations of statesmen and of businessmen especially hazardous.
5. Η επισφάλεια της πρόβλεψης στις ανθρώπινες υποθέσεις
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. The Precariousness of Forecasting in Human Affairs
Όταν προβλέπει τι ενδέχεται ή τι πρόκειται να συμβεί στο μέλλον, ο άνθρωπος μπορεί είτε να έχει δίκιο είτε να σφάλλει. Η πρόβλεψή του για τα μελλοντικά συμβάντα, όμως, δεν μπορεί να επηρεάσει την πορεία της φύσης. Ό,τι και αν αναμένει ο άνθρωπος, η φύση θα ακολουθήσει τη δική της πορεία, ανεπηρέαστη από οποιεσδήποτε ανθρώπινες προσδοκίες, επιθυμίες, ευχές και ελπίδες.
In forecasting what may or will happen in the future, man can either be right or mistaken. But his anticipation of future events cannot influence the course of nature. Whatever man may expect, nature will go its own way unaffected by any human expectations, desires, wishes, and hopes.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά στη σφαίρα στην οποία μπορεί να επενεργήσει η ανθρώπινη δράση. Μια πρόβλεψη μπορεί να αποδειχθεί εσφαλμένη εάν παρακινήσει τους ανθρώπους να ενεργήσουν επιτυχώς κατά τρόπο που αποσκοπεί στην αποτροπή της επέλευσης των προβλεπόμενων συμβάντων. Εκείνο που ωθεί τους ανθρώπους να ακούν τις γνώμες των μάντεων ή να τους συμβουλεύονται είναι συχνά η επιθυμία να αποτρέψουν την επέλευση ανεπιθύμητων συμβάντων τα οποία, σύμφωνα με αυτές τις προφητείες, τους επιφυλάσσει το μέλλον. Εάν, από την άλλη πλευρά, όσα τους υποσχόταν ο χρησμός συμφωνούσαν με τις επιθυμίες τους, μπορούσαν να αντιδράσουν στην προφητεία με δύο τρόπους. Έχοντας εμπιστοσύνη στον χρησμό, μπορούσαν είτε να επαναπαυθούν και να παραμελήσουν όσα έπρεπε να γίνουν για να επιτευχθεί ο προαναγγελθείς σκοπός είτε, γεμάτοι αυτοπεποίθηση, να διπλασιάσουν την προσπάθειά τους για την επίτευξη του επιθυμητού σκοπού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το περιεχόμενο της προφητείας είχε τη δύναμη να εκτρέψει την πορεία των πραγμάτων από την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε ελλείψει μιας πρόβλεψης με υποτιθέμενο κύρος.
It is different in the sphere in which human action can operate. Forecasting may prove mistaken if it induces men to proceed successfully in a way that is designed to avoid the happening of the forecast events. What impels people to listen to the opinions of soothsayers or to consult with them is frequently the desire to avoid the emergence of undesirable events that, according to these prophecies, the future has in store for them. If, on the other hand, what the oracle promised them agreed with their wishes, they could react to the prophecy in two ways. Trusting to the oracle, they could either become indolent and neglect doing what had to be done in order to bring about the end forecast. Or they could, full of confidence, double their effort to attain the goal desired. In all such cases the content of the prophecy had the power to divert the course of affairs from the lines that it would have pursued in the absence of an allegedly authoritative forecast.
Μπορούμε να διασαφηνίσουμε το ζήτημα αναφερόμενοι στις επιχειρηματικές προβλέψεις. Εάν οι άνθρωποι πληροφορηθούν τον Μάιο ότι η τρέχουσα οικονομική άνθηση θα συνεχιστεί για αρκετούς μήνες και δεν θα καταλήξει σε κατάρρευση πριν από τον Δεκέμβριο, θα επιχειρήσουν να πωλήσουν το συντομότερο δυνατόν, οπωσδήποτε πριν από τον Δεκέμβριο. Τότε η οικονομική άνθηση θα τερματιστεί πριν από την ημέρα που προσδιόριζε η πρόβλεψη.
We may illustrate the issue by referring to business forecasting. If people are told in May that the boom going on will continue for several months and will not end in a crash before December, they will try to sell as soon as possible, at any rate before December. Then the boom will come to an end before the day indicated by the prediction.
6. Η οικονομική πρόβλεψη και η θεωρία των τάσεων
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. Economic Prediction and the Trend Doctrine
Η οικονομική επιστήμη μπορεί να προβλέψει τα αποτελέσματα που πρέπει να αναμένονται από την προσφυγή σε συγκεκριμένα μέτρα οικονομικής πολιτικής. Μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα αν μια συγκεκριμένη πολιτική είναι ικανή να επιτύχει τους επιδιωκόμενους σκοπούς και, εάν η απάντηση είναι αρνητική, ποια θα είναι τα πραγματικά της αποτελέσματα. Βεβαίως, όμως, αυτή η πρόβλεψη μπορεί να είναι μόνο «ποιοτική». Δεν μπορεί να είναι «ποσοτική», καθώς δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις μεταξύ των σχετικών παραγόντων και αποτελεσμάτων. Η πρακτική αξία της οικονομικής επιστήμης έγκειται σε αυτή τη σαφώς οριοθετημένη ικανότητα πρόβλεψης της έκβασης συγκεκριμένων μέτρων.
Economics can predict the effects to be expected from resorting to definite measures of economic policies. It can answer the question whether a definite policy is able to attain the ends aimed at and, if the answer is in the negative, what its real effects will be. But, of course, this prediction can be only “qualitative.” It cannot be “quantitative” as there are no constant relations between the factors and effects concerned. The practical value of economics is to be seen in this neatly circumscribed power of predicting the outcome of definite measures.
Όσοι απορρίπτουν την απριοριστική οικονομική επιστήμη λόγω του απριορισμού της, οι οπαδοί των διαφόρων σχολών του ιστορισμού και του θεσμισμού, θα όφειλαν, από τη σκοπιά των δικών τους επιστημολογικών αρχών, να απέχουν από τη διατύπωση οποιασδήποτε κρίσης σχετικά με τα μελλοντικά αποτελέσματα που πρέπει να αναμένονται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη πολιτική. Δεν μπορούν καν να γνωρίζουν τι επέφερε στο παρελθόν ένα συγκεκριμένο μέτρο, όποτε εφαρμόστηκε. Διότι ό,τι συνέβη ήταν πάντοτε αποτέλεσμα της συνδυασμένης επενέργειας ενός πλήθους παραγόντων. Το εν λόγω μέτρο ήταν ένας μόνο από τους πολλούς παράγοντες που συνέβαλαν στην εμφάνιση του τελικού αποτελέσματος. Αλλά ακόμη και αν αυτοί οι μελετητές είναι αρκετά τολμηροί ώστε να υποστηρίξουν ότι ένα συγκεκριμένο μέτρο στο παρελθόν οδήγησε σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δεν θα δικαιολογούνταν —από τη σκοπιά των δικών τους αρχών— να υποθέσουν ότι, ως εκ τούτου, το ίδιο αποτέλεσμα θα επιτευχθεί και στο μέλλον. Ένας συνεπής ιστορισμός και ένας συνεπής θεσμισμός θα έπρεπε να απέχουν από τη διατύπωση οποιασδήποτε γνώμης σχετικά με τα —κατ’ ανάγκην μελλοντικά— αποτελέσματα οποιουδήποτε μέτρου ή οποιασδήποτε πολιτικής. Θα έπρεπε να περιορίσουν τις διδασκαλίες τους στην πραγμάτευση της οικονομικής ιστορίας. (Μπορούμε να παρακάμψουμε το ερώτημα πώς θα μπορούσε να γίνει πραγμάτευση της οικονομικής ιστορίας χωρίς οικονομική θεωρία.)
Those rejecting the aprioristic science of economics on account of its apriorism, the adepts of the various schools of Historicism and Institutionalism, ought from the point of view of their own epistemological principles to be prevented from expressing any judgment about the future effects to be expected from any definite policy. They cannot even know what a definite measure, whenever resorted to, brought about in the past. For what happened was always the result of the joint operation of a multitude of factors. The measure in question was only one of many factors contributing to the emergence of the final outcome. But even if these scholars are bold enough to assert that a definite measure in the past resulted in a definite effect, they would not—from the point of view of their own principles—be justified in assuming that therefore the same effect will be attained in the future too. Consistent Historicism and Institutionalism would have to refrain from issuing any opinion about the—necessarily future—effects of any measure or policy. They would have to restrict their teachings to the treatment of economic history. (We may pass over the question how economic history could be dealt with without economic theory.)
Ωστόσο, το ενδιαφέρον του κοινού για τις μελέτες που χαρακτηρίζονται οικονομικές οφείλεται εξ ολοκλήρου στην προσδοκία ότι μπορεί κανείς να μάθει κάτι για τις μεθόδους στις οποίες πρέπει να προσφύγει προκειμένου να επιτύχει συγκεκριμένους σκοπούς. Οι φοιτητές που παρακολουθούν τα μαθήματα των καθηγητών της «οικονομικής επιστήμης», όπως και οι κυβερνήσεις που διορίζουν «οικονομικούς» συμβούλους, επιθυμούν διακαώς να λάβουν πληροφορίες για το μέλλον, όχι για το παρελθόν. Όλα όσα μπορούν, όμως, να τους πουν αυτοί οι ειδικοί, εάν παραμείνουν πιστοί στις δικές τους επιστημολογικές αρχές, αφορούν το παρελθόν.
However, the public’s interest in the studies labeled as economic is entirely due to the expectation that one can learn something about the methods to be resorted to for the attainment of definite ends. The students attending the courses of the professors of “economics” as well as the governments appointing “economic” advisers are anxious to get information about the future, not about the past. But all that these experts can tell them, if they remain faithful to their own epistemological principles, refers to the past.
Για να παρηγορήσουν τους πελάτες τους —πολιτικούς άνδρες, επιχειρηματίες και φοιτητές— αυτοί οι μελετητές ανέπτυξαν τη θεωρία των τάσεων. Υποθέτουν ότι οι τάσεις που επικρατούσαν στο πρόσφατο παρελθόν —το οποίο συχνά αποκαλείται ακατάλληλα παρόν— θα συνεχιστούν και στο μέλλον. Εάν θεωρούν την τάση ανεπιθύμητη, συνιστούν μέτρα για τη μεταβολή της. Εάν τη θεωρούν επιθυμητή, τείνουν να τη χαρακτηρίζουν αναπόφευκτη και ακατανίκητη και δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι τάσεις που εκδηλώθηκαν στην ιστορία μπορούν να μεταβληθούν, ότι συχνά —ή μάλλον πάντοτε— πράγματι μεταβλήθηκαν και ότι ενδέχεται να μεταβληθούν ακόμη και στο άμεσο μέλλον.
To comfort their customers—statesmen, businessmen, and students—these scholars have developed the trend doctrine. They assume that trends that prevailed in the recent past—inappropriately often dubbed the present—will also continue in the future. If they consider the trend as undesirable, they recommend measures to change it. If they consider it as desirable, they are inclined to declare it as inevitable and irresistible and do not take into account the fact that trends manifested in history can change, often or rather always did change, and may change even in the immediate future.
Υπάρχουν συρμοί και μόδες στην πραγμάτευση των επιστημονικών προβλημάτων και στην ορολογία της επιστημονικής γλώσσας.
There are fads and fashions in the treatment of scientific problems and in the terminology of the scientific language.
Εκείνο που η πραξεολογία αποκαλεί επιλογή ονομάζεται σήμερα, στον βαθμό που αφορά την επιλογή μέσων, λήψη αποφάσεων. Ο νεολογισμός αυτός αποσκοπεί στο να αποσπάσει την προσοχή από το γεγονός ότι εκείνο που έχει σημασία δεν είναι απλώς να γίνει μια επιλογή, αλλά να γίνει η καλύτερη δυνατή επιλογή. Αυτό σημαίνει να ενεργεί κανείς κατά τρόπο ώστε να μην ικανοποιείται κανένας λιγότερο επιτακτικά επιθυμητός σκοπός, εάν η ικανοποίησή του εμποδίζει την επίτευξη ενός περισσότερο επιτακτικά επιθυμητού σκοπού. Στις παραγωγικές διαδικασίες που κατευθύνονται, στην οικονομία της αγοράς, από επιχειρήσεις οι οποίες επιδιώκουν το κέρδος, αυτό επιτυγχάνεται στον βαθμό του δυνατού με τη νοητική συνδρομή του οικονομικού υπολογισμού. Σε ένα αυτάρκες, κλειστό, σοσιαλιστικό σύστημα, το οποίο δεν μπορεί να προσφύγει σε κανέναν οικονομικό υπολογισμό, η λήψη αποφάσεων σχετικά με τα μέσα δεν είναι παρά τυχερό παιχνίδι.
What praxeology calls choosing is nowadays, as far as it concerns the choice of means, called decision-making. The neologism is designed to divert attention from the fact that what matters is not simply to make a choice, but to make the best possible choice. This means: to proceed in such a way that no less urgently desired end should be satisfied if its satisfaction prevents the attainment of a more urgently desired end. In the production processes directed in the market economy by profit-seeking business this is accomplished as far as possible with the intellectual aid of economic calculation. In a self-sufficient, closed, socialist system, which cannot resort to any economic calculation, the making of decisions concerning means is mere gambling.
Στις φυσικές επιστήμες, μια θεωρία μπορεί να διατηρηθεί μόνο εφόσον συμφωνεί με τα πειραματικώς διαπιστωμένα γεγονότα. Μέχρι πρόσφατα, η συμφωνία αυτή θεωρούνταν επιβεβαίωση. Ο Karl Popper, το 1935, στο Logik und Forschung,42 επισήμανε ότι τα γεγονότα δεν μπορούν να επιβεβαιώσουν μια θεωρία· μπορούν μόνο να τη διαψεύσουν. Επομένως, μια ορθότερη διατύπωση πρέπει να δηλώνει: Μια θεωρία δεν μπορεί να διατηρηθεί εάν διαψεύδεται από τα δεδομένα της εμπειρίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εμπειρία περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια του επιστήμονα κατά τη συγκρότηση θεωριών. Μια υπόθεση πρέπει να εγκαταλείπεται όταν τα πειράματα δείχνουν ότι είναι ασυμβίβαστη με τα διαπιστωμένα γεγονότα της εμπειρίας.
In the natural sciences a theory can be maintained only if it is in agreement with experimentally established facts. This agreement was, up to a short time ago, considered as confirmation. Karl Popper, in 1935, in Logik und Forschung pointed out that facts cannot confirm a theory; they can only refute it. Hence a more correct formulation has to declare: A theory cannot be maintained if it is refuted by the data of experience. In this way experience restricts the scientist’s discretion in constructing theories. A hypothesis has to be dropped when experiments show that it is incompatible with the established facts of experience.
Είναι προφανές ότι όλα αυτά δεν μπορούν να αφορούν με κανέναν τρόπο τα προβλήματα των επιστημών της ανθρώπινης δράσης. Σε αυτή τη σφαίρα δεν υπάρχουν πειραματικώς διαπιστωμένα γεγονότα. Κάθε εμπειρία σε αυτό το πεδίο είναι, όπως πρέπει να επαναλαμβάνεται διαρκώς, ιστορική εμπειρία, δηλαδή εμπειρία σύνθετων φαινομένων. Μια τέτοια εμπειρία δεν μπορεί ποτέ να παραγάγει κάτι που να έχει τον λογικό χαρακτήρα εκείνου που οι φυσικές επιστήμες αποκαλούν «γεγονότα της εμπειρίας».
It is obvious that all this cannot refer in any way to the problems of the sciences of human action. There are in this orbit no such things as experimentally established facts. All experience in this field is, as must be repeated again and again, historical experience, that is, experience of complex phenomena. Such an experience can never produce something having the logical character of what the natural sciences call “facts of experience.”
Εάν αποδεχθεί κανείς την ορολογία του λογικού θετικισμού και ειδικότερα εκείνη του Popper, μια θεωρία ή υπόθεση είναι «μη επιστημονική» εάν δεν μπορεί κατ’ αρχήν να διαψευστεί από την εμπειρία. Κατά συνέπεια, όλες οι a priori θεωρίες, συμπεριλαμβανομένων των μαθηματικών και της πραξεολογίας, είναι «μη επιστημονικές». Αυτό αποτελεί απλώς λεκτική μικρολογία. Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν σπαταλά τον χρόνο του συζητώντας ένα τέτοιο ορολογικό ζήτημα. Η πραξεολογία και η οικονομική επιστήμη θα διατηρήσουν την πρωταρχική σημασία τους για την ανθρώπινη ζωή και δράση, όπως και αν τις ταξινομούν και τις περιγράφουν οι άνθρωποι.
If one accepts the terminology of logical positivism and especially also that of Popper, a theory or hypothesis is “unscientific” if in principle it cannot be refuted by experience. Consequently, all a priori theories, including mathematics and praxeology, are “unscientific.” This is merely a verbal quibble. No serious man wastes his time in discussing such a terminological question. Praxeology and economics will retain their paramount significance for human life and action however people may classify and describe them.
Το κύρος που απολαμβάνουν οι φυσικές επιστήμες στο ευρύ κοινό του πολιτισμού μας δεν θεμελιώνεται, βεβαίως, στην απλώς αρνητική συνθήκη ότι τα θεωρήματά τους δεν έχουν διαψευστεί. Πέρα από την έκβαση των εργαστηριακών πειραμάτων, υπάρχει το γεγονός ότι οι μηχανές και όλα τα άλλα τεχνικά μέσα που κατασκευάζονται σύμφωνα με τα διδάγματα της επιστήμης λειτουργούν κατά τον τρόπο που αναμενόταν βάσει αυτών των διδαγμάτων. Οι ηλεκτροκίνητοι κινητήρες και μηχανές παρέχουν επιβεβαίωση των θεωριών του ηλεκτρισμού στις οποίες βασίστηκαν η παραγωγή και η λειτουργία τους. Καθισμένοι σε ένα δωμάτιο που φωτίζεται από ηλεκτρικούς λαμπτήρες, διαθέτει τηλέφωνο, δροσίζεται από ηλεκτρικό ανεμιστήρα και καθαρίζεται με ηλεκτρική σκούπα, τόσο ο φιλόσοφος όσο και ο μη ειδικός δεν μπορούν παρά να παραδεχθούν ότι οι θεωρίες του ηλεκτρισμού ενδέχεται να περιέχουν κάτι περισσότερο από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν διαψευστεί από κάποιο πείραμα.
The popular prestige that the natural sciences enjoy in our civilization is, of course, not founded upon the merely negative condition that their theorems have not been refuted. There is, apart from the outcome of laboratory experiments, the fact that the machines and all other implements constructed in accordance with the teachings of science run in the way anticipated on the ground of these teachings. The electricity-driven motors and engines provide a confirmation of the theories of electricity upon which their production and operation were founded. Sitting in a room that is lighted by electric bulbs, equipped with a telephone, cooled by an electric fan, and cleaned by a vacuum cleaner, the philosopher as well as the layman cannot help admitting that there may be something more in the theories of electricity than that up to now they have not been refuted by an experiment.
9. Η εξέταση των πραξεολογικών θεωρημάτων
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. The Examination of Praxeological Theorems
Ο επιστημολόγος που εκκινεί τους σχολαστικούς στοχασμούς του από την ανάλυση των μεθόδων των φυσικών επιστημών και του οποίου οι παρωπίδες τον εμποδίζουν να αντιληφθεί οτιδήποτε πέρα από αυτό το πεδίο μάς λέει απλώς ότι οι φυσικές επιστήμες είναι φυσικές επιστήμες και ότι ό,τι δεν είναι φυσική επιστήμη δεν είναι φυσική επιστήμη. Για τις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης δεν γνωρίζει τίποτε και, επομένως, όλα όσα λέει γι’ αυτές δεν έχουν καμία βαρύτητα.
The epistemologist who starts his lucubrations from the analysis of the methods of the natural sciences and whom blinkers prevent from perceiving anything beyond this field tells us merely that the natural sciences are the natural sciences and that what is not natural science is not natural science. About the sciences of human action he does not know anything, and therefore all that he utters about them is of no consequence.
Δεν αποτελεί ανακάλυψη αυτών των συγγραφέων το γεγονός ότι οι θεωρίες της πραξεολογίας δεν μπορούν ούτε να διαψευστούν μέσω πειραμάτων ούτε να επιβεβαιωθούν μέσω της επιτυχούς χρησιμοποίησής τους στην κατασκευή διαφόρων συσκευών. Αυτά τα γεγονότα αποτελούν ακριβώς μία όψη του προβλήματός μας.
It is not a discovery made by these authors that the theories of praxeology cannot be refuted by experiments nor confirmed by their successful employment in the construction of various gadgets. These facts are precisely one aspect of our problem.
Η θετικιστική θεωρία ενέχει την αντίληψη ότι η φύση και η πραγματικότητα, παρέχοντας τα αισθητηριακά δεδομένα που καταγράφουν οι προτάσεις πρωτοκόλλου, γράφουν τη δική τους ιστορία επάνω στο λευκό φύλλο του ανθρώπινου νου. Το είδος εμπειρίας στο οποίο αναφέρονται οι θετικιστές όταν μιλούν για επαληθευσιμότητα και διαψευσιμότητα είναι, όπως πιστεύουν, κάτι που δεν εξαρτάται με κανέναν τρόπο από τη λογική δομή του ανθρώπινου νου. Παρέχει μια πιστή εικόνα της πραγματικότητας. Από την άλλη πλευρά, υποθέτουν ότι ο λόγος είναι αυθαίρετος και, επομένως, επιρρεπής σε σφάλματα και παρερμηνείες.
The positivist doctrine implies that nature and reality, in providing the sense data that the protocol sentences register, write their own story upon the white sheet of the human mind. The kind of experience to which they refer in speaking of verifiability and refutability is, as they think, something that does not depend in any way on the logical structure of the human mind. It provides a faithful image of reality. On the other hand, they suppose, reason is arbitrary and therefore liable to error and misinterpretation.
Η θεωρία αυτή όχι μόνο δεν λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο σφάλματος κατά τη σύλληψη των αισθητών αντικειμένων· δεν αντιλαμβάνεται ότι η αντίληψη είναι κάτι περισσότερο από απλή αισθητηριακή σύλληψη, ότι αποτελεί διανοητική πράξη την οποία επιτελεί ο νους. Ως προς αυτό συμφωνούν τόσο ο συνειρμισμός όσο και η μορφολογική ψυχολογία. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αποδίδεται στην ενέργεια που επιτελεί ο νους όταν αποκτά επίγνωση ενός εξωτερικού αντικειμένου υψηλότερο επιστημολογικό κύρος από εκείνο που αποδίδεται στην ενέργεια που επιτελεί όταν περιγράφει τους δικούς του τρόπους λειτουργίας.
This doctrine not only fails to make allowance for the fallibility of our apprehension of sense objects; it does not realize that perception is more than just sensuous apprehension, that it is an intellectual act performed by the mind. In this regard both associationism and Gestalt psychology agree. There is no reason to ascribe to the operation the mind performs in the act of becoming aware of an external object a higher epistemological dignity than to the operation the mind performs in describing its own ways of procedure.
Στην πραγματικότητα, τίποτε δεν είναι πιο βέβαιο για τον ανθρώπινο νου από όσα αναδεικνύει η κατηγορία της ανθρώπινης δράσης. Δεν υπάρχει ανθρώπινο ον στο οποίο να είναι ξένη η πρόθεση να αντικαταστήσει, μέσω κατάλληλης συμπεριφοράς, μια κατάσταση πραγμάτων που θα επικρατούσε εάν δεν παρενέβαινε με μια άλλη κατάσταση πραγμάτων. Μόνο όπου υπάρχει δράση υπάρχουν άνθρωποι.
In fact, nothing is more certain for the human mind than what the category of human action brings into relief. There is no human being to whom the intent is foreign to substitute by appropriate conduct one state of affairs for another state of affairs that would prevail if he did not interfere. Only where there is action are there men.
Όσα γνωρίζουμε για τις δικές μας πράξεις και για εκείνες των άλλων ανθρώπων εξαρτώνται από την εξοικείωσή μας με την κατηγορία της δράσης, την οποία οφείλουμε σε μια διαδικασία αυτοεξέτασης και ενδοσκόπησης, καθώς και κατανόησης της συμπεριφοράς των άλλων ανθρώπων. Η αμφισβήτηση αυτής της επίγνωσης είναι εξίσου αδύνατη με την αμφισβήτηση του γεγονότος ότι είμαστε ζωντανοί.
What we know about our own actions and about those of other people is conditioned by our familiarity with the category of action that we owe to a process of self-examination and introspection as well as of understanding of other peoples’ conduct. To question this insight is no less impossible than to question the fact that we are alive.
Όποιος θέλει να προσβάλει ένα πραξεολογικό θεώρημα πρέπει να ανατρέξει, βήμα προς βήμα, στη συλλογιστική από την οποία αυτό προέκυψε, μέχρι να φθάσει σε ένα σημείο της αλυσίδας του συλλογισμού όπου μπορεί να αποκαλυφθεί ένα λογικό σφάλμα. Εάν, όμως, αυτή η αναδρομική εξέταση της παραγωγής του θεωρήματος καταλήξει στην κατηγορία της δράσης χωρίς να έχει εντοπίσει ελαττωματικό κρίκο στην αλυσίδα του συλλογισμού, το θεώρημα επιβεβαιώνεται πλήρως. Όσοι θετικιστές απορρίπτουν ένα τέτοιο θεώρημα χωρίς να το έχουν υποβάλει σε αυτή την εξέταση δεν είναι λιγότερο ανόητοι από εκείνους τους αστρονόμους του δέκατου έβδομου αιώνα που αρνήθηκαν να κοιτάξουν μέσα από το τηλεσκόπιο το οποίο θα τους έδειχνε ότι ο Galilei είχε δίκιο και εκείνοι άδικο.
He who wants to attack a praxeological theorem has to trace it back, step by step, until he reaches a point in which, in the chain of reasoning that resulted in the theorem concerned, a logical error can be unmasked. But if this regressive process of deduction ends at the category of action without having discovered a vicious link in the chain of reasoning, the theorem is fully confirmed. Those positivists who reject such a theorem without having subjected it to this examination are no less foolish than those seventeenth-century astronomers were who refused to look through the telescope that would have shown them that Galileo was right and they were wrong.
Κεφάλαιο 5: Περί ορισμένων διαδεδομένων πλανών σχετικά με το πεδίο και τη μέθοδο της οικονομικής επιστήμης
↗ στη σελίδα του βιβλίουOn Some Popular Errors Concerning the Scope and Method of Economics
Οι διαδεδομένες αντιλήψεις σχετικά με τις μεθόδους που χρησιμοποιούν ή οφείλουν να χρησιμοποιούν οι οικονομολόγοι στις μελέτες τους διαμορφώνονται από την πεποίθηση ότι οι μέθοδοι των φυσικών επιστημών είναι κατάλληλες και για τη μελέτη της ανθρώπινης δράσης. Ο μύθος αυτός ενισχύεται από τη συνήθη χρήση των όρων, η οποία συγχέει την οικονομική ιστορία με την οικονομική επιστήμη. Ο ιστορικός, είτε πραγματεύεται αυτό που αποκαλείται γενική ιστορία είτε την οικονομική ιστορία, οφείλει να μελετά και να αναλύει τα διαθέσιμα τεκμήρια. Πρέπει να επιδίδεται σε έρευνα. Μολονότι οι ερευνητικές δραστηριότητες ενός ιστορικού διαφέρουν επιστημολογικά και μεθοδολογικά από εκείνες ενός φυσικού ή ενός βιολόγου, δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο στη χρήση της ίδιας ονομασίας για όλες, δηλαδή της έρευνας. Η έρευνα δεν είναι μόνο χρονοβόρα. Είναι επίσης, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, δαπανηρή.
The popular ideas concerning the methods the economists employ or ought to employ in the pursuit of their studies are fashioned by the belief that the methods of the natural sciences are also adequate for the study of human action. This fable is supported by the usage that mistakes economic history for economics. A historian, whether he deals with what is called general history or with economic history, has to study and to analyze the available records. He must embark upon research. Although the research activities of a historian are epistemologically and methodologically different from those of a physicist or a biologist, there is no harm in employing for all of them the same appellation, viz., research. Research is not only time-consuming. It is also more or less expensive.
Η οικονομική επιστήμη, όμως, δεν είναι ιστορία. Η οικονομική επιστήμη αποτελεί κλάδο της πραξεολογίας, της απριοριστικής θεωρίας της ανθρώπινης δράσης. Ο οικονομολόγος δεν θεμελιώνει τις θεωρίες του στην ιστορική έρευνα, αλλά στη θεωρητική σκέψη, όπως εκείνη του μελετητή της λογικής ή του μαθηματικού. Μολονότι η ιστορία, όπως και όλες οι άλλες επιστήμες, αποτελεί υπόβαθρο των μελετών του, δεν αντλεί τη γνώση του απευθείας από την ιστορία. Αντιθέτως, η οικονομική ιστορία είναι εκείνη που χρειάζεται να ερμηνευθεί με τη βοήθεια των θεωριών που αναπτύσσει η οικονομική επιστήμη.
But economics is not history. Economics is a branch of praxeology, the aprioristic theory of human action. The economist does not base his theories upon historical research, but upon theoretical thinking like that of the logician or the mathematician. Although history is, like all other sciences, at the background of his studies, he does not learn directly from history. It is, on the contrary, economic history that needs to be interpreted with the aid of the theories developed by economics.
Ο λόγος είναι προφανής, όπως έχει ήδη επισημανθεί. Ο ιστορικός δεν μπορεί ποτέ να συναγάγει θεωρήματα περί αιτίας και αποτελέσματος από την ανάλυση του διαθέσιμου υλικού. Η ιστορική εμπειρία δεν είναι εργαστηριακή εμπειρία. Είναι εμπειρία σύνθετων φαινομένων, της έκβασης της συνδυασμένης επενέργειας διαφόρων δυνάμεων.
The reason is obvious, as has been pointed out already. The historian can never derive theorems about cause and effect from the analysis of the material available. Historical experience is not laboratory experience. It is experience of complex phenomena, of the outcome of the joint operation of various forces.
Αυτό δείχνει γιατί είναι εσφαλμένος ο ισχυρισμός ότι «ακόμη και η παραγωγική οικονομική επιστήμη αντλεί από την παρατήρηση τις έσχατες προκείμενές της».43 Εκείνο που μπορούμε να «παρατηρήσουμε» είναι πάντοτε μόνο σύνθετα φαινόμενα. Όσα μπορεί να μας πει η οικονομική ιστορία, η παρατήρηση ή η εμπειρία είναι γεγονότα όπως τα εξής: Κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου του παρελθόντος, ο ανθρακωρύχος John, στα ανθρακωρυχεία της εταιρείας X στο χωριό Y, αμειβόταν με p δολάρια για μια εργάσιμη ημέρα n ωρών. Δεν υπάρχει κανένας δρόμος που να οδηγεί από τη συγκέντρωση τέτοιων και παρόμοιων δεδομένων σε οποιαδήποτε θεωρία σχετικά με τους παράγοντες που καθορίζουν το ύψος των μισθών.
This shows why it is wrong to contend that “it is from observation that even deductive economics obtains its ultimate premises.” What we can “observe” is always only complex phenomena. What economic history, observation, or experience can tell us is facts like these: Over a definite period of the past the miner John in the coal mines of the X company in the village of Y earned p dollars for a working day of n hours. There is no way that would lead from the assemblage of such and similar data to any theory concerning the factors determining the height of wage rates.
Υπάρχουν πολυάριθμα ιδρύματα υποτιθέμενης οικονομικής έρευνας. Συλλέγουν ποικίλο υλικό, σχολιάζουν κατά τρόπο περισσότερο ή λιγότερο αυθαίρετο τα συμβάντα στα οποία αναφέρεται αυτό το υλικό και μάλιστα τολμούν να διατυπώνουν, βάσει αυτής της γνώσης του παρελθόντος, προγνώσεις σχετικά με τη μελλοντική πορεία των επιχειρηματικών υποθέσεων. Θεωρώντας την πρόβλεψη του μέλλοντος κύριο σκοπό τους, αποκαλούν τις σειρές δεδομένων που συλλέγουν «εργαλεία». Θεωρώντας την εκπόνηση σχεδίων κυβερνητικής δράσης τη σημαντικότερη ενασχόλησή τους, φιλοδοξούν να αναλάβουν τον ρόλο ενός «οικονομικού γενικού επιτελείου» που επικουρεί τον ανώτατο διοικητή της οικονομικής προσπάθειας του έθνους. Ανταγωνιζόμενα τα ερευνητικά ινστιτούτα των φυσικών επιστημών για επιχορηγήσεις από το κράτος και από ιδρύματα, αποκαλούν τα γραφεία τους «εργαστήρια» και τις μεθόδους τους «πειραματικές». Η προσπάθειά τους μπορεί, από ορισμένες απόψεις, να τύχει μεγάλης εκτίμησης. Δεν είναι, όμως, οικονομική επιστήμη. Είναι οικονομική ιστορία του πρόσφατου παρελθόντος.
There are plenty of institutions for alleged economic research. They collect various materials, comment in a more or less arbitrary way upon the events to which these materials refer, and are even bold enough to make, on the ground of this knowledge about the past, prognostications concerning the future course of business affairs. Considering forecasting the future as their main objective, they call the series of data collected “tools.” Considering the elaboration of plans for governmental action as their most eminent pursuit, they aspire to the role of an “economic general staff” assisting the supreme commander of the nation’s economic effort. Competing with the research institutes of the natural sciences for government and foundation grants, they call their offices “laboratories” and their methods “experimental.” Their effort may be highly appreciated from some points of view. But it is not economics. It is economic history of the recent past.
Η κοινή γνώμη εξακολουθεί να υφίσταται τις συνέπειες της αποτυχίας της κλασικής οικονομικής επιστήμης να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αξίας. Αδυνατώντας να επιλύσουν το φαινομενικό παράδοξο της αξιολόγησης, οι κλασικοί οικονομολόγοι δεν μπορούσαν να αναγάγουν την αλυσίδα των συναλλαγών της αγοράς στον καταναλωτή, αλλά ήταν αναγκασμένοι να εκκινούν τον συλλογισμό τους από τις πράξεις του επιχειρηματία, για τον οποίο οι αξιολογήσεις των αγοραστών αποτελούν δεδομένο γεγονός. Η συμπεριφορά του επιχειρηματία υπό την ιδιότητά του ως εμπόρου που εξυπηρετεί το κοινό περιγράφεται εύστοχα από τον τύπο: Αγόραζε στη φθηνότερη αγορά και πούλα στην ακριβότερη. Το δεύτερο μέρος αυτού του τύπου αναφέρεται στη συμπεριφορά των αγοραστών, των οποίων οι αξιολογήσεις καθορίζουν το ύψος των τιμών που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για τα εμπορεύματα. Δεν λέγεται, όμως, τίποτε για τη διαδικασία που διαμορφώνει αυτές τις αξιολογήσεις. Αντιμετωπίζονται ως δεδομένα. Εάν αποδεχθεί κανείς αυτόν τον υπεραπλουστευμένο τύπο, είναι ασφαλώς δυνατόν να διακρίνει μεταξύ συμπεριφοράς με επιχειρηματικά κριτήρια —η οποία εσφαλμένα αποκαλείται οικονομική ή ορθολογική συμπεριφορά— και συμπεριφοράς που καθορίζεται από άλλες εκτιμήσεις εκτός των επιχειρηματικών —η οποία εσφαλμένα αποκαλείται μη οικονομική ή ανορθολογική συμπεριφορά. Αυτός ο τρόπος ταξινόμησης, όμως, δεν έχει κανένα νόημα εάν τον εφαρμόσουμε στη συμπεριφορά του καταναλωτή.
Public opinion still labors under the failure of classical economics to come to grips with the problem of value. Unable to solve the apparent paradox of valuation, the classical economists could not trace the chain of market transactions back to the consumer, but were forced to start their reasoning from the actions of the businessman, for whom the valuations of the buyers are a given fact. The conduct of the businessman in his capacity as a merchant serving the public is pertinently described by the formula: Buy in the cheapest and sell in the dearest market. The second part of this formula refers to the conduct of the buyers whose valuations determine the height of the prices they are prepared to pay for the merchandise. But nothing is said about the process that sets up these valuations. They are looked upon as given data. If one accepts this oversimplified formula, it is certainly possible to distinguish between businesslike conduct (falsely termed economic or rational conduct) and conduct determined by other considerations than those of business (falsely termed uneconomic or irrational conduct). But this mode of classification does not make any sense if we apply it to the behavior of the consumer.
Η βλάβη που προκάλεσαν αυτές και άλλες παρόμοιες απόπειρες διάκρισης συνίστατο στο ότι απομάκρυναν την οικονομική επιστήμη από την πραγματικότητα. Έργο της οικονομικής επιστήμης, όπως την ασκούσαν πολλοί επίγονοι των κλασικών οικονομολόγων, ήταν να πραγματεύεται όχι τα συμβάντα όπως πράγματι συνέβαιναν, αλλά μόνο τις δυνάμεις που συνέβαλλαν, κατά κάποιον όχι σαφώς καθορισμένο τρόπο, στην επέλευση όσων πράγματι συνέβαιναν. Η οικονομική επιστήμη δεν απέβλεπε στην πραγματικότητα στην εξήγηση της διαμόρφωσης των τιμών της αγοράς, αλλά στην περιγραφή κάποιου πράγματος που, μαζί με άλλους παράγοντες, διαδραμάτιζε σε αυτή τη διαδικασία έναν ορισμένο, όχι σαφώς περιγραφόμενο ρόλο. Ουσιαστικά, δεν πραγματευόταν πραγματικά ζωντανά όντα, αλλά ένα φάντασμα, τον «οικονομικό άνθρωπο», ένα πλάσμα ουσιωδώς διαφορετικό από τον πραγματικό άνθρωπο.
The harm done by such and similar attempts to make distinctions was that they removed economics from reality. The task of economics, as many epigones of the classical economists practised it, was to deal not with events as they really happened, but only with forces that contributed in some not clearly defined manner to the emergence of what really happened. Economics did not actually aim at explaining the formation of market prices, but at the description of something that together with other factors played a certain, not clearly described role in this process. Virtually it did not deal with real living beings, but with a phantom, “economic man,” a creature essentially different from real man.
Ο παραλογισμός αυτής της θεωρίας καθίσταται έκδηλος μόλις τεθεί το ερώτημα σε τι διαφέρει αυτός ο οικονομικός άνθρωπος από τον πραγματικό άνθρωπο. Θεωρείται απολύτως εγωιστής, παντογνώστης και προσηλωμένος αποκλειστικά στη συσσώρευση ολοένα και περισσότερου πλούτου. Για τον καθορισμό των τιμών της αγοράς, όμως, δεν έχει καμία σημασία αν ένας «εγωιστής» αγοραστής αγοράζει επειδή θέλει να απολαύσει ο ίδιος αυτό που αγόρασε ή αν ένας «αλτρουιστής» αγοραστής αγοράζει για κάποιους άλλους λόγους, επί παραδείγματι για να προσφέρει ένα δώρο σε φιλανθρωπικό ίδρυμα. Ούτε έχει καμία σημασία στην αγορά αν ο καταναλωτής, όταν αγοράζει, καθοδηγείται από απόψεις τις οποίες ένας αμέτοχος παρατηρητής θεωρεί αληθείς ή ψευδείς. Αγοράζει επειδή πιστεύει ότι η απόκτηση του συγκεκριμένου εμπορεύματος θα τον ικανοποιήσει περισσότερο από ό,τι η διατήρηση των χρημάτων ή η δαπάνη τους για κάτι άλλο. Είτε αποβλέπει στη συσσώρευση πλούτου είτε όχι, αποβλέπει πάντοτε στη χρησιμοποίηση όσων κατέχει για εκείνους τους σκοπούς που, όπως πιστεύει, θα τον ικανοποιήσουν περισσότερο.
The absurdity of this doctrine becomes manifest as soon as the question is raised in what this economic man differs from real man. He is considered as a perfect egoist, as omniscient, and as exclusively intent upon accumulating more and more wealth. But it does not make any difference for the determination of market prices whether an “egoistic” buyer buys because he wants himself to enjoy what he bought or whether an “altruistic” buyer buys for some other reasons, for instance in order to make a gift to a charitable institution. Neither does it make any difference on the market whether the consumer in buying is guided by opinions that an unaffected spectator considers as true or false. He buys because he believes that to acquire the merchandise in question will satisfy him better than keeping the money or spending it for something else. Whether or not he aims at accumulating wealth, he always aims at employing what he owns for those ends which, as he thinks, will satisfy him best.
Υπάρχει ένα μόνο κίνητρο που καθορίζει όλες τις πράξεις όλων των ανθρώπων: η άρση, άμεσα ή έμμεσα και στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, κάθε αισθητής δυσφορίας. Κατά την επιδίωξη αυτού του σκοπού, οι άνθρωποι υπόκεινται σε όλες τις ατέλειες και αδυναμίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκείνο που καθορίζει την πραγματική πορεία των συμβάντων, τη διαμόρφωση των τιμών και όλα τα άλλα φαινόμενα που κοινώς αποκαλούνται οικονομικά, καθώς και όλα τα άλλα συμβάντα της ανθρώπινης ιστορίας, είναι οι στάσεις αυτών των επιρρεπών στο σφάλμα ανθρώπων και τα αποτελέσματα που παράγουν οι πράξεις τους, οι οποίες επίσης υπόκεινται σε σφάλματα. Η υπεροχή της προσέγγισης της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης της οριακής χρησιμότητας συνίσταται στο γεγονός ότι λαμβάνει πλήρως υπόψη αυτή την κατάσταση πραγμάτων. Δεν πραγματεύεται τις πράξεις ενός ιδεατού ανθρώπου, ουσιωδώς διαφορετικού από τον πραγματικό άνθρωπο, αλλά τις επιλογές όλων όσοι συμμετέχουν στην κοινωνική συνεργασία υπό τον καταμερισμό της εργασίας.
There is only one motive that determines all the actions of all men, viz., to remove, directly or indirectly, as much as possible any uneasiness felt. In the pursuit of this aim men are affected with all the frailties and weaknesses of human existence. What determines the real course of events, the formation of prices and all other phenomena commonly called economic as well as all other events of human history, is the attitudes of these fallible men and the effects produced by their actions liable to error. The eminence of the approach of modern marginal utility economics consists in the fact that it pays full attention to this state of affairs. It does not deal with the actions of an ideal man, essentially different from real man, but with the choices of all those who participate in social cooperation under the division of labor.
Η οικονομική επιστήμη, λένε πολλοί από τους επικριτές της, υποθέτει ότι ο καθένας συμπεριφέρεται σε όλες του τις πράξεις κατά τρόπο απολύτως «ορθολογικό» και αποβλέπει αποκλειστικά στο υψηλότερο δυνατό κέρδος, όπως οι κερδοσκόποι που αγοράζουν και πωλούν στο χρηματιστήριο. Ο πραγματικός άνθρωπος, όμως, υποστηρίζουν, είναι διαφορετικός. Αποβλέπει και σε άλλους σκοπούς πέρα από το υλικό όφελος που μπορεί να εκφραστεί με χρηματικούς όρους.
Economics, say many of its critics, assumes that everybody behaves in all his actions in a perfectly “rational” way and aims exclusively at the highest possible gain like the speculators buying and selling on the stock exchange. But real man, they assert, is different. He aims also at other ends than material advantage that can be expressed in monetary terms.
Σε αυτόν τον διαδεδομένο συλλογισμό υπάρχει ένα ολόκληρο πλέγμα σφαλμάτων και παρανοήσεων. Ο άνθρωπος που δραστηριοποιείται στο χρηματιστήριο καθοδηγείται σε αυτή τη δραστηριότητα από μία μόνο πρόθεση: να αυξήσει την περιουσία του. Ακριβώς η ίδια πρόθεση, όμως, εμψυχώνει την αποκτητική δραστηριότητα όλων των άλλων ανθρώπων. Ο αγρότης θέλει να πωλήσει την παραγωγή του στην υψηλότερη τιμή που μπορεί να επιτύχει και ο μισθωτός επιθυμεί διακαώς να πωλήσει την προσπάθειά του στην υψηλότερη δυνατή τιμή. Το γεγονός ότι, κατά τη σύγκριση της προσφερόμενης αμοιβής, ο πωλητής εμπορευμάτων ή υπηρεσιών λαμβάνει υπόψη όχι μόνο όσα εισπράττει σε χρηματικούς όρους αλλά και όλα τα άλλα συναφή οφέλη συνάδει πλήρως με τη συμπεριφορά του όπως αυτή χαρακτηρίζεται στην παρούσα περιγραφή.
There is a whole bundle of errors and misunderstandings in this popular reasoning. The man who operates on the stock exchange is driven in this activity by one intention only, to enlarge his own competence. But exactly the same intention animates the acquisitive activity of all other people. The farmer wants to sell his produce at the highest price he can obtain, and the wage earner is anxious to sell his effort at the highest price obtainable. The fact that in comparing the remuneration that is offered to him the seller of commodities or services takes into account not only what he gets in terms of money but also all other benefits involved is fully consonant with his behavior as characterized in this description.
Οι συγκεκριμένοι σκοποί στους οποίους αποβλέπουν οι άνθρωποι κατά τη δράση τους διαφέρουν πολύ και μεταβάλλονται διαρκώς. Κάθε δράση, όμως, υποκινείται πάντοτε από ένα μόνο κίνητρο: να αντικατασταθεί η κατάσταση που θα επικρατούσε ελλείψει της δράσης του δρώντος από μια κατάσταση που του ταιριάζει περισσότερο.
The specific goals that people aim at in action are very different and continually change. But all acting is invariably induced by one motive only, viz., to substitute a state that suits the actor better for the state that would prevail in the absence of his action.
Μια διαδεδομένη άποψη θεωρεί την οικονομική επιστήμη επιστήμη των επιχειρηματικών συναλλαγών. Υποθέτει ότι η οικονομική επιστήμη έχει προς τις δραστηριότητες του επιχειρηματία την ίδια σχέση που έχει ο κλάδος της τεχνολογίας, ο οποίος διδάσκεται στις σχολές και εκτίθεται στα βιβλία, προς τις δραστηριότητες των μηχανικών, των τεχνικών και των τεχνιτών. Ο επιχειρηματίας πραγματοποιεί όσα ο οικονομολόγος απλώς συζητά και περιγράφει στα γραπτά του. Επομένως, ο επιχειρηματίας, υπό την ιδιότητά του ως ανθρώπου της πράξης, διαθέτει για τα προβλήματα της οικονομικής επιστήμης μια καλύτερα θεμελιωμένη και περισσότερο ρεαλιστική γνώση, μια εκ των έσω πληροφόρηση, σε σύγκριση με τον θεωρητικό που παρατηρεί τις εμπορικές υποθέσεις εκ των έξω. Η καλύτερη μέθοδος που μπορεί να επιλέξει ο θεωρητικός για να μάθει κάτι σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες είναι να ακούει όσα λένε εκείνοι που ενεργούν στην πράξη.
A popular opinion considers economics as the science of business transactions. It assumes that economics is in the same relationship to the activities of a businessman as is the discipline of technology taught at schools and expounded in books to the activities of mechanics, engineers, and artisans. The businessman is the doer of things about which the economist merely talks and writes. Hence a businessman has, in his capacity as a practician, a better founded and more realistic knowledge, inside information, about the problems of economics than the theorist who observes the affairs of trade from without. The best method the theorist can choose to learn something about real conditions is to listen to what the performers say.
Ωστόσο, η οικονομική επιστήμη δεν αφορά ειδικά τις επιχειρήσεις· πραγματεύεται όλα τα φαινόμενα της αγοράς και όλες τις πτυχές τους, όχι μόνο τις δραστηριότητες ενός επιχειρηματία. Η συμπεριφορά του καταναλωτή —δηλαδή του καθενός— αποτελεί αντικείμενο των οικονομικών μελετών εξίσου με τη συμπεριφορά οποιουδήποτε άλλου. Ο επιχειρηματίας, υπό την ιδιότητά του ως επιχειρηματία, δεν συνδέεται στενότερα ούτε εμπλέκεται περισσότερο στη διαδικασία που παράγει τα φαινόμενα της αγοράς από οποιονδήποτε άλλον. Η θέση του οικονομολόγου απέναντι στο αντικείμενο των μελετών του δεν πρέπει να συγκρίνεται με τη θέση του συγγραφέα βιβλίων τεχνολογίας απέναντι στους μηχανικούς και τους εργάτες της πράξης, αλλά μάλλον με τη θέση του βιολόγου απέναντι στα έμβια όντα —συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων— των οποίων τις ζωτικές λειτουργίες προσπαθεί να περιγράψει. Ειδικοί στην οφθαλμολογία δεν είναι οι άνθρωποι με την καλύτερη όραση, αλλά οι οφθαλμίατροι, ακόμη και αν είναι μύωπες.
However, economics is not specifically about business; it deals with all market phenomena and with all their aspects, not only with the activities of a businessman. The conduct of the consumer—i.e., of everybody—is no less a topic of economic studies than that of anybody else. The businessman is, in his capacity as a businessman, not more closely related to or involved in the process that produces market phenomena than anybody else. The position of the economist with regard to the object of his studies is not to be compared to that of the author of books on technology to the practical engineers and workmen but rather to that of the biologist to the living beings—including men—whose vital functions he tries to describe. Not people with the best eyesight are experts in ophthalmology, but ophthalmologists even if they are myopic.
Είναι ιστορικό γεγονός ότι ορισμένοι επιχειρηματίες, με προεξάρχοντα τον David Ricardo, συνέβαλαν εξαιρετικά στην οικονομική θεωρία. Υπήρξαν, όμως, και άλλοι διαπρεπείς οικονομολόγοι που ήταν «απλώς» θεωρητικοί. Το πρόβλημα με τον κλάδο που διδάσκεται σήμερα στα περισσότερα πανεπιστήμια υπό την παραπλανητική ονομασία της οικονομικής επιστήμης δεν είναι ότι οι διδάσκοντες και οι συγγραφείς των εγχειριδίων είτε δεν είναι επιχειρηματίες είτε απέτυχαν στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Το σφάλμα έγκειται στην άγνοιά τους για την οικονομική επιστήμη και στην αδυναμία τους να σκέπτονται λογικά.
It is a historical fact that some businessmen, foremost among them David Ricardo, made outstanding contributions to economic theory. But there were other eminent economists who were “mere” theorists. What is wrong with the discipline that is nowadays taught in most universities under the misleading label of economics is not that the teachers and the authors of the textbooks are either not businessmen or failed in their business enterprises. The fault is with their ignorance of economics and with their inability to think logically.
Ο οικονομολόγος —όπως ο βιολόγος και ο ψυχολόγος— πραγματεύεται πράγματα που είναι παρόντα και επενεργούν σε κάθε άνθρωπο. Αυτό διακρίνει το έργο του από εκείνο του εθνολόγου που θέλει να καταγράψει τα ήθη και τις συνήθειες μιας πρωτόγονης φυλής. Ο οικονομολόγος δεν χρειάζεται να μετακινηθεί· μπορεί, παρά όλους τους χλευασμούς, όπως ο μελετητής της λογικής και ο μαθηματικός, να επιτελέσει το έργο του καθισμένος σε μια πολυθρόνα. Εκείνο που τον διακρίνει από τους άλλους ανθρώπους δεν είναι η προνομιακή δυνατότητα πρόσβασης σε κάποιο ιδιαίτερο υλικό απρόσιτο στους άλλους, αλλά ο τρόπος με τον οποίο εξετάζει τα πράγματα και ανακαλύπτει σε αυτά πτυχές που οι άλλοι δεν αντιλαμβάνονται. Αυτό είχε κατά νου ο Philip Wicksteed όταν επέλεξε ως προμετωπίδα για τη μεγάλη πραγματεία του μια φράση από τον Φάουστ του Goethe: Την ανθρώπινη ζωή όλοι τη ζουν, μα μόνο λίγοι τη γνωρίζουν.
The economist—like the biologist and the psychologist—deals with matters that are present and operative in every man. This distinguishes his work from that of the ethnologist who wants to record the mores and habits of a primitive tribe. The economist need not displace himself; he can, in spite of all sneers, like the logician and the mathematician, accomplish his job in an armchair. What distinguishes him from other people is not the esoteric opportunity to deal with some special material not accessible to others, but the way he looks upon things and discovers in them aspects which other people fail to notice. It was this that Philip Wicksteed had in mind when he chose for his great treatise a motto from Goethe’s Faust: Human life—everybody lives it, but only to a few is it known.
Ο χειρότερος εχθρός της καθαρής σκέψης είναι η τάση προς υποστασιοποίηση, δηλαδή προς απόδοση ουσίας ή πραγματικής ύπαρξης σε νοητικές κατασκευές ή έννοιες.
The worst enemy of clear thinking is the propensity to hypostatize, i.e., to ascribe substance or real existence to mental constructs or concepts.
Στις επιστήμες της ανθρώπινης δράσης, το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πλάνης είναι ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούν τον όρο κοινωνία διάφορες σχολές ψευδοεπιστήμης. Δεν υπάρχει τίποτε το επιλήψιμο στη χρήση του όρου για να δηλωθεί η συνεργασία ατόμων που ενώνονται στην προσπάθεια επίτευξης συγκεκριμένων σκοπών. Μια συγκεκριμένη πτυχή των πράξεων διαφόρων ατόμων είναι εκείνη που συγκροτεί αυτό που αποκαλείται κοινωνία ή «μεγάλη κοινωνία». Η ίδια η κοινωνία, όμως, δεν είναι ούτε ουσία ούτε δύναμη ούτε δρων ον. Μόνο τα άτομα δρουν. Ορισμένες από τις πράξεις των ατόμων κατευθύνονται από την πρόθεση συνεργασίας με άλλους. Η συνεργασία των ατόμων επιφέρει μια κατάσταση πραγμάτων την οποία περιγράφει η έννοια της κοινωνίας. Η κοινωνία δεν υπάρχει ανεξάρτητα από τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώπων. Δεν έχει «συμφέροντα» και δεν αποβλέπει σε τίποτε. Το ίδιο ισχύει για όλες τις άλλες συλλογικότητες.
In the sciences of human action the most conspicuous instance of this fallacy is the way in which the term society is employed by various schools of pseudo science. There is no harm in employing the term to signify the cooperation of individuals united in endeavors to attain definite ends. It is a definite aspect of various individuals’ actions that constitutes what is called society or the “great society.” But society itself is neither a substance, nor a power, nor an acting being. Only individuals act. Some of the individuals’ actions are directed by the intention to cooperate with others. Cooperation of individuals brings about a state of affairs which the concept of society describes. Society does not exist apart from the thoughts and actions of people. It does not have “interests” and does not aim at anything. The same is valid for all other collectives.
Η υποστασιοποίηση δεν αποτελεί απλώς επιστημολογική πλάνη και δεν παραπλανά μόνο την αναζήτηση της γνώσης. Στις λεγόμενες κοινωνικές επιστήμες εξυπηρετεί συνήθως συγκεκριμένες πολιτικές επιδιώξεις, διεκδικώντας για τη συλλογικότητα καθαυτή ανώτερη αξία από εκείνη του ατόμου ή ακόμη αποδίδοντας πραγματική ύπαρξη μόνο στη συλλογικότητα και αρνούμενη την ύπαρξη του ατόμου, το οποίο χαρακτηρίζει απλή αφαίρεση.
Hypostatization is not merely an epistemological fallacy and not only misleads the search for knowledge. In the so-called social sciences it more often than not serves definite political aspirations in claiming for the collective as such a higher dignity than for the individual or even ascribing real existence only to the collective and denying the existence of the individual, calling it a mere abstraction.
Οι ίδιοι οι κολεκτιβιστές διαφωνούν μεταξύ τους ως προς την αποτίμηση των διαφόρων κολεκτιβιστικών κατασκευών. Διεκδικούν για μία συλλογικότητα ανώτερη πραγματικότητα και ηθική αξία από ό,τι για άλλες ή, κατά τρόπο ριζικότερο, αρνούνται ακόμη και την πραγματική ύπαρξη και την αξία των κολεκτιβιστικών κατασκευών άλλων ανθρώπων. Έτσι, οι εθνικιστές θεωρούν το «έθνος» ως τη μόνη αληθινή συλλογικότητα, στη μόνη προς την οποία οφείλουν αφοσίωση όλα τα άτομα που θεωρούν ομοεθνείς τους, και στιγματίζουν όλες τις άλλες συλλογικότητες —επί παραδείγματι, τις θρησκευτικές κοινότητες— ως κατώτερης τάξης. Η επιστημολογία, όμως, δεν χρειάζεται να πραγματευθεί τις πολιτικές αντιπαραθέσεις που ενέχονται εδώ.
The collectivists themselves disagree with one another in the appreciation of the various collectivistic constructs. They claim a higher reality and moral dignity for one collective than for others or, in a more radical way, even deny both real existence and dignity to the collectivistic constructs of other people. Thus, nationalists consider the “nation” as the only true collective, to which alone all individuals they consider as conationals owe allegiance, and stigmatize all other collectives—e.g., the religious communities—as of minor rank. However, epistemology does not have to deal with the political controversies implied.
Αρνούμενος κανείς στις συλλογικότητες την καθαυτή ύπαρξη, δηλαδή τη δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη, δεν αρνείται ούτε κατ’ ελάχιστον την πραγματικότητα των αποτελεσμάτων που επιφέρει η συνεργασία των ατόμων. Απλώς διαπιστώνει ότι οι συλλογικότητες προκύπτουν από τις σκέψεις και τις πράξεις των ατόμων και ότι εξαφανίζονται όταν τα άτομα υιοθετούν διαφορετικό τρόπο σκέψης και δράσης. Οι σκέψεις και οι πράξεις ενός συγκεκριμένου ατόμου συμβάλλουν στην ανάδυση όχι μίας μόνο, αλλά διαφόρων συλλογικοτήτων. Έτσι, επί παραδείγματι, οι διάφορες στάσεις του ίδιου ατόμου μπορούν να συμβάλλουν στη συγκρότηση των συλλογικοτήτων έθνος, θρησκευτική κοινότητα, πολιτικό κόμμα και ούτω καθεξής. Από την άλλη πλευρά, ένας άνθρωπος μπορεί, χωρίς να παύει εντελώς να ανήκει σε μια συγκεκριμένη συλλογικότητα, να ενεργεί περιστασιακά ή ακόμη και τακτικά, σε ορισμένες πράξεις του, κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τη διατήρηση της ιδιότητάς του ως μέλους της. Έτσι, επί παραδείγματι, συνέβη στην πρόσφατη ιστορία διαφόρων εθνών καθολικοί που ασκούσαν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα να ψηφίζουν υπέρ υποψηφίων οι οποίοι διακήρυσσαν ανοιχτά την εχθρότητά τους προς τις πολιτικές επιδιώξεις της Εκκλησίας και απέρριπταν περιφρονητικά τα δόγματά της ως μύθους. Όταν πραγματεύεται συλλογικότητες, ο ιστορικός πρέπει να δίνει προσοχή στον βαθμό στον οποίο οι διάφορες ιδέες συνεργασίας καθορίζουν τη σκέψη και τις πράξεις των μελών τους. Έτσι, όταν πραγματεύεται την ιστορία του ιταλικού Risorgimento, πρέπει να διερευνά σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο η ιδέα ενός ιταλικού εθνικού κράτους και σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο η ιδέα ενός εγκόσμιου παπικού κράτους επηρέασαν τις στάσεις των διαφόρων ατόμων και ομάδων των οποίων η συμπεριφορά αποτελεί το αντικείμενο των μελετών του.
In denying perseity, i.e., independent existence of their own, to the collectives, one does not in the least deny the reality of the effects brought about by the cooperation of individuals. One merely establishes the fact that the collectives come into being by the thoughts and actions of individuals and that they disappear when the individuals adopt a different way of thinking and acting. The thoughts and actions of a definite individual are instrumental in the emergence not only of one, but of various collectives. Thus, e.g., the same individual’s various attitudes may serve to constitute the collectives nation, religious community, political party, and so on. On the other hand, a man may, without discontinuing entirely his belonging to a definite collective, occasionally or even regularly in some of his actions proceed in a way that is incompatible with the preservation of his membership. Thus, e.g., it happened in the recent history of various nations that practising Catholics cast their votes in favor of candidates who openly avowed their hostility to the political aspirations of the Church and spurned its dogmas as fables. In dealing with collectives, the historian must pay attention to the degree to which the various ideas of cooperation determine the thinking and the actions of their members. Thus, in dealing with the history of the Italian Risorgimento, he has to investigate to what extent and in what manner the idea of an Italian national state and to what extent and in what manner the idea of a secular papal state influenced the attitudes of the various individuals and groups whose conduct is the subject of his studies.
Οι πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες της Γερμανίας της εποχής του ώθησαν τον Marx να χρησιμοποιήσει, κατά την εξαγγελία του προγράμματός του για την κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, τον όρο «κοινωνία» αντί του όρου «κράτος» (Staat), ο οποίος είναι το γερμανικό ισοδύναμο του αγγλικού όρου nation. Η σοσιαλιστική προπαγάνδα περιέβαλε τον όρο «κοινωνία» και το επίθετο «κοινωνικός» με μια αύρα ιερότητας, η οποία εκδηλώνεται με την οιονεί θρησκευτική εκτίμηση που απολαμβάνει αυτό που αποκαλείται «κοινωνική εργασία», δηλαδή η διαχείριση της διανομής ελεημοσύνης και παρόμοιων δραστηριοτήτων.
The political and ideological conditions of the Germany of his day induced Marx to employ, in the announcement of his program of nationalization of the means of production, the term “society” instead of the term “state” (Staat), which is the German equivalent of the English term “nation.” The socialist propaganda endowed the term “society” and the adjective “social” with an aura of sanctity that is manifested by the quasi-religious esteem that what is called “social work,” i.e., the management of the distribution of alms and similar activities, enjoys.
5. Περί της απόρριψης του μεθοδολογικού ατομικισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. On the Rejection of Methodological Individualism
Καμία πρόταση με νόημα σχετικά με την ανθρώπινη δράση δεν μπορεί να διατυπωθεί χωρίς αναφορά σε όσα επιδιώκουν τα δρώντα άτομα και σε όσα θεωρούν επιτυχία ή αποτυχία, κέρδος ή ζημία. Εάν μελετήσουμε τις πράξεις των ατόμων, μαθαίνουμε όλα όσα μπορούν να γίνουν γνωστά για τη δράση, καθώς, απ’ όσο μπορούμε να διακρίνουμε, δεν υπάρχουν στο σύμπαν άλλες οντότητες ή όντα που, δυσαρεστημένα με την κατάσταση πραγμάτων που θα επικρατούσε ελλείψει της παρέμβασής τους, επιδιώκουν να βελτιώσουν τις συνθήκες μέσω της δράσης. Μελετώντας τη δράση, αποκτούμε επίγνωση τόσο των δυνάμεων του ανθρώπου όσο και των ορίων τους. Ο άνθρωπος δεν διαθέτει παντοδυναμία και δεν μπορεί ποτέ να επιτύχει μια κατάσταση πλήρους και διαρκούς ικανοποίησης. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να αντικαταστήσει, προσφεύγοντας σε κατάλληλα μέσα, μια κατάσταση μεγαλύτερης δυσαρέσκειας με μια κατάσταση μικρότερης δυσαρέσκειας.
No sensible proposition concerning human action can be asserted without reference to what the acting individuals are aiming at and what they consider as success or failure, as profit or loss. If we study the actions of the individuals, we learn everything that can be learned about acting, as there are, as far as we can see, in the universe no other entities or beings that, dissatisfied with the state of affairs that would prevail in the absence of their interference, are intent upon improving conditions by action. In studying action, we become aware both of the powers of man and of the limits of his powers. Man lacks omnipotence and can never attain a state of full and lasting satisfaction. All he can do is to substitute, by resorting to appropriate means, a state of lesser dissatisfaction for a state of greater dissatisfaction.
Μελετώντας τις πράξεις των ατόμων, μαθαίνουμε επίσης τα πάντα για τις συλλογικότητες και την κοινωνία. Διότι η συλλογικότητα δεν έχει ύπαρξη και πραγματικότητα παρά μόνο στις πράξεις των ατόμων. Δημιουργείται από ιδέες που παρακινούν τα άτομα να συμπεριφέρονται ως μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας και παύει να υπάρχει όταν εξασθενεί η πειστική δύναμη αυτών των ιδεών. Ο μόνος δρόμος προς τη γνώση των συλλογικοτήτων είναι η ανάλυση της συμπεριφοράς των μελών τους.
In studying the actions of individuals, we learn also everything about the collectives and society. For the collective has no existence and reality but in the actions of individuals. It comes into existence by ideas that move individuals to behave as members of a definite group and goes out of existence when the persuasive power of these ideas subsides. The only way to a cognition of collectives is the analysis of the conduct of its members.
Δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε σε όσα έχουν ήδη ειπωθεί από την πραξεολογία και την οικονομική επιστήμη για τη δικαιολόγηση του μεθοδολογικού ατομικισμού και την απόρριψη της μυθολογίας του μεθοδολογικού κολεκτιβισμού.44 Ακόμη και οι πιο φανατικοί υπέρμαχοι του κολεκτιβισμού πραγματεύονται τις πράξεις ατόμων, ενώ ισχυρίζονται ότι πραγματεύονται τις πράξεις συλλογικοτήτων. Η στατιστική δεν καταγράφει συμβάντα που λαμβάνουν χώρα μέσα σε συλλογικότητες ή συμβαίνουν σε αυτές. Καταγράφει όσα συμβαίνουν στα άτομα που συγκροτούν συγκεκριμένες ομάδες. Το κριτήριο που καθορίζει τη συγκρότηση αυτών των ομάδων είναι συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των ατόμων. Το πρώτο που πρέπει να καθοριστεί όταν γίνεται λόγος για μια κοινωνική οντότητα είναι ο σαφής ορισμός εκείνου που δικαιολογεί λογικά την ένταξη ή μη ένταξη ενός ατόμου στα μέλη αυτής της ομάδας.
There is no need to add anything to what has already been said by praxeology and economics to justify methodological individualism and to reject the mythology of methodological collectivism. Even the most fanatical advocates of collectivism deal with the actions of individuals while they pretend to deal with the actions of collectives. Statistics does not register events that are happening in or to collectives. It records what happens with individuals forming definite groups. The criterion that determines the constitution of these groups is definite characteristics of the individuals. The first thing that has to be established in speaking of a social entity is the clear definition of what logically justifies counting or not counting an individual as a member of this group.
Αυτό ισχύει και για τις ομάδες που φαινομενικά συγκροτούνται από «υλικά γεγονότα και πραγματικότητες» και όχι από «απλώς» ιδεολογικούς παράγοντες, όπως, επί παραδείγματι, οι ομάδες ανθρώπων με κοινή καταγωγή ή εκείνες ανθρώπων που κατοικούν στην ίδια γεωγραφική περιοχή. Δεν είναι ούτε «φυσικό» ούτε «αναγκαίο» τα μέλη της ίδιας φυλής ή οι κάτοικοι της ίδιας χώρας να συνεργάζονται μεταξύ τους στενότερα απ’ ό,τι με μέλη άλλων φυλών ή κατοίκους άλλων χωρών. Οι ιδέες της φυλετικής αλληλεγγύης και του φυλετικού μίσους δεν είναι λιγότερο ιδέες από οποιεσδήποτε άλλες, και μόνο όπου γίνονται αποδεκτές από τα άτομα καταλήγουν σε αντίστοιχη δράση. Ακόμη και η πρωτόγονη φυλή των αγρίων διατηρεί τη συνοχή της ως δρώσα μονάδα —ως κοινωνία— επειδή τα μέλη της διαπνέονται από την ιδέα ότι η αφοσίωση στο γένος αποτελεί τον ορθό ή ακόμη και τον μοναδικό διαθέσιμο τρόπο να φροντίσουν τον εαυτό τους. Είναι αλήθεια ότι αυτή η πρωτόγονη ιδεολογία δεν αμφισβητήθηκε σοβαρά επί χιλιάδες χρόνια. Το γεγονός, όμως, ότι μια ιδεολογία κυριαρχεί στον νου των ανθρώπων για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μεταβάλλει τον πραξεολογικό της χαρακτήρα. Και άλλες ιδεολογίες επέδειξαν σημαντική μακροβιότητα, όπως, επί παραδείγματι, η μοναρχική αρχή διακυβέρνησης.
This is valid also with regard to those groups that are seemingly constituted by “material facts and realities” and not by “mere” ideological factors, e.g., the groups of people descended from the same ancestry or those of people living in the same geographical area. It is neither “natural” nor “necessary” that the members of the same race or the inhabitants of the same country cooperate with one another more closely than with members of other races or inhabitants of other countries. The ideas of race solidarity and racial hatred are no less ideas than any other ideas, and only where they are accepted by the individuals do they result in corresponding action. Also the primitive tribe of savages is kept together as an acting unit—a society—by the fact that its members are imbued with the idea that loyalty to the clan is the right way or even the only way open to them to take care of themselves. It is true that this primitive ideology was not seriously contested for thousands of years. But the fact that an ideology dominates people’s minds for a very long time does not alter its praxeological character. Other ideologies too enjoyed considerable longevity, e.g., the monarchical principle of government.
Η απόρριψη του μεθοδολογικού ατομικισμού συνεπάγεται την παραδοχή ότι η συμπεριφορά των ανθρώπων κατευθύνεται από κάποιες μυστηριώδεις δυνάμεις που δεν επιδέχονται καμία ανάλυση και περιγραφή. Διότι, εάν κανείς αντιληφθεί ότι εκείνο που θέτει τη δράση σε κίνηση είναι οι ιδέες, δεν μπορεί παρά να παραδεχθεί ότι οι ιδέες αυτές γεννιούνται στον νου ορισμένων ατόμων και μεταδίδονται σε άλλα άτομα. Τότε, όμως, έχει αποδεχθεί τη θεμελιώδη θέση του μεθοδολογικού ατομικισμού, δηλαδή ότι οι ιδέες που ενστερνίζονται τα άτομα καθορίζουν την αφοσίωσή τους σε μια ομάδα, και η συλλογικότητα δεν εμφανίζεται πλέον ως οντότητα που δρα αυτοβούλως και με δική της πρωτοβουλία.
The rejection of methodological individualism implies the assumption that the behavior of men is directed by some mysterious forces that defy any analysis and description. For if one realizes that what sets action in motion is ideas, one cannot help admitting that these ideas originate in the minds of some individuals and are transmitted to other individuals. But then one has accepted the fundamental thesis of methodological individualism, viz., that it is the ideas held by individuals that determine their group allegiance, and a collective no longer appears as an entity acting of its own accord and on its own initiative.
Όλες οι διανθρώπινες σχέσεις είναι απόρροια ιδεών και της συμπεριφοράς των ατόμων που κατευθύνεται από αυτές τις ιδέες. Ο δεσπότης κυβερνά επειδή οι υπήκοοί του επέλεξαν να τον υπακούουν αντί να του αντιστέκονται ανοιχτά. Ο δουλοκτήτης είναι σε θέση να μεταχειρίζεται τους δούλους του σαν να ήταν κινητά περιουσιακά στοιχεία, επειδή οι δούλοι είναι εκόντες άκοντες διατεθειμένοι να υποκύπτουν στις αξιώσεις του. Ένας ιδεολογικός μετασχηματισμός είναι εκείνος που στην εποχή μας αποδυναμώνει και απειλεί να καταλύσει πλήρως την αυθεντία των γονέων, των δασκάλων και των κληρικών.
All interhuman relations are the offshoot of ideas and the conduct of individuals directed by these ideas. The despot rules because his subjects chose rather to obey him than to resist him openly. The slaveholder is in a position to deal with his slaves as if they were chattels because the slaves are willy nilly prepared to yield to his pretensions. It is an ideological transformation that in our age weakens and threatens to dissolve entirely the authority of parents, teachers, and clergymen.
Το νόημα του φιλοσοφικού ατομικισμού έχει παρερμηνευθεί κατά τρόπο αξιοθρήνητο από τους κήρυκες του κολεκτιβισμού. Όπως το αντιλαμβάνονται, το δίλημμα είναι αν οι μέριμνες —τα συμφέροντα— των ατόμων πρέπει να προηγούνται εκείνων μιας από τις —αυθαίρετα επιλεγμένες— συλλογικότητες. Ωστόσο, η επιστημολογική διαμάχη μεταξύ ατομικισμού και κολεκτιβισμού δεν συνδέεται άμεσα με αυτό το αμιγώς πολιτικό ζήτημα. Ο ατομικισμός ως αρχή της φιλοσοφικής, πραξεολογικής και ιστορικής ανάλυσης της ανθρώπινης δράσης σημαίνει τη διαπίστωση ότι όλες οι πράξεις μπορούν να αναχθούν σε άτομα και ότι καμία επιστημονική μέθοδος δεν μπορεί να κατορθώσει να προσδιορίσει πώς συγκεκριμένα εξωτερικά συμβάντα, που επιδέχονται περιγραφή με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών, παράγουν μέσα στον ανθρώπινο νου συγκεκριμένες ιδέες, αξιολογικές κρίσεις και βουλήσεις. Υπό αυτή την έννοια, το άτομο που δεν μπορεί να αναλυθεί σε συστατικά μέρη αποτελεί τόσο την αφετηρία όσο και το έσχατο δεδομένο κάθε προσπάθειας πραγμάτευσης της ανθρώπινης δράσης.
The meaning of philosophical individualism has been lamentably misinterpreted by the harbingers of collectivism. As they see it, the dilemma is whether the concerns—interests—of the individuals should rank before those of one of the—arbitrarily selected—collectives. However, the epistemological controversy between individualism and collectivism has no direct reference to this purely political issue. Individualism as a principle of the philosophical, praxeological, and historical analysis of human action means the establishment of the facts that all actions can be traced back to individuals and that no scientific method can succeed in determining how definite external events, liable to a description by the methods of the natural sciences, produce within the human mind definite ideas, value judgments, and volitions. In this sense the individual that cannot be dissolved into components is both the starting point and the ultimate given of all endeavors to deal with human action.
Η κολεκτιβιστική μέθοδος είναι ανθρωπομορφική, καθώς θεωρεί απλώς δεδομένο ότι όλες οι έννοιες που αφορούν τη δράση των ατόμων μπορούν να εφαρμοστούν στη δράση των συλλογικοτήτων. Δεν αντιλαμβάνεται ότι όλες οι συλλογικότητες είναι προϊόν ενός συγκεκριμένου τρόπου με τον οποίο δρουν τα άτομα· αποτελούν απόρροια ιδεών που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων.
The collectivistic method is anthropomorphic, as it simply takes it for granted that all concepts of the action of individuals can be applied to those of the collectives. It does not see that all collectives are the product of a definite way in which individuals act; they are an offshoot of ideas determining the conduct of individuals.
Οι συγγραφείς που πιστεύουν ότι, στην ανάλυση της οικονομίας της αγοράς, έχουν αντικαταστήσει εκείνο που περιφρονούν ως κίβδηλη ατομικιστική προσέγγιση με μια ολιστική ή κοινωνική ή καθολιστική ή θεσμική ή μακροοικονομική προσέγγιση αυταπατώνται και παραπλανούν το κοινό τους. Διότι κάθε συλλογισμός σχετικά με τη δράση πρέπει να πραγματεύεται την αξιολόγηση και την επιδίωξη συγκεκριμένων σκοπών, καθώς δεν υπάρχει δράση που να μην προσανατολίζεται από τελικά αίτια. Είναι δυνατόν να αναλυθούν οι συνθήκες που θα επικρατούσαν σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα στο οποίο μόνο ο υπέρτατος τσάρος καθορίζει όλες τις δραστηριότητες και όλα τα άλλα άτομα εξαλείφουν τη δική τους προσωπικότητα και ουσιαστικά μετατρέπονται σε απλά όργανα των πράξεων του τσάρου. Για τη θεωρία του πλήρους σοσιαλισμού μπορεί να φαίνεται αρκετή η εξέταση μόνο των αξιολογήσεων και των πράξεων του υπέρτατου τσάρου. Εάν, όμως, εξετάζει κανείς ένα σύστημα στο οποίο η επιδίωξη συγκεκριμένων σκοπών από περισσότερους του ενός ανθρώπους κατευθύνει ή επηρεάζει τις πράξεις, δεν μπορεί να αποφύγει την αναγωγή των αποτελεσμάτων που παράγει η δράση στο σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορεί να προχωρήσει καμία ανάλυση των πράξεων, δηλαδή στις αξιολογικές κρίσεις των ατόμων και στους σκοπούς στους οποίους αποβλέπουν.
The authors who think that they have substituted, in the analysis of the market economy, a holistic or social or universalistic or institutional or macroeconomic approach for what they disdain as the spurious individualistic approach delude themselves and their public. For all reasoning concerning action must deal with valuation and with the striving after definite ends, as there is no action not oriented by final causes. It is possible to analyze conditions that would prevail within a socialist system in which only the supreme tsar determines all activities and all the other individuals efface their own personality and virtually convert themselves into mere tools in the hands of the tsar’s actions. For the theory of integral socialism it may seem sufficient to consider the valuations and actions of the supreme tsar only. But if one deals with a system in which more than one man’s striving after definite ends directs or affects actions, one cannot avoid tracing back the effects produced by action to the point beyond which no analysis of actions can proceed, i.e., to the value judgments of the individuals and the ends they are aiming at.
Η μακροοικονομική προσέγγιση αντιμετωπίζει ένα αυθαίρετα επιλεγμένο τμήμα της οικονομίας της αγοράς —κατά κανόνα ένα έθνος— σαν να αποτελούσε ενιαία μονάδα. Όλα όσα συμβαίνουν σε αυτό το τμήμα είναι πράξεις ατόμων και ομάδων ατόμων που δρουν συντονισμένα. Η μακροοικονομική, όμως, προχωρεί σαν όλες αυτές οι ατομικές πράξεις να ήταν στην πραγματικότητα το αποτέλεσμα της αμοιβαίας επενέργειας ενός μακροοικονομικού μεγέθους σε ένα άλλο τέτοιο μέγεθος.
The macroeconomic approach looks upon an arbitrarily selected segment of the market economy (as a rule: upon one nation) as if it were an integrated unit. All that happens in this segment is actions of individuals and groups of individuals acting in concert. But macroeconomics proceeds as if all these individual actions were in fact the outcome of the mutual operation of one macro-economic magnitude upon another such magnitude.
Η διάκριση μεταξύ μακροοικονομικής και μικροοικονομικής είναι, από ορολογική άποψη, δανεισμένη από τη διάκριση της σύγχρονης φυσικής μεταξύ μικροσκοπικής φυσικής, η οποία πραγματεύεται συστήματα σε ατομική κλίμακα, και μακροσκοπικής φυσικής, η οποία πραγματεύεται συστήματα σε κλίμακα αντιληπτή από τις αδρές αισθήσεις του ανθρώπου. Η διάκριση αυτή συνεπάγεται ότι, ιδεωδώς, οι μικροσκοπικοί νόμοι και μόνο αρκούν για να καλύψουν ολόκληρο το πεδίο της φυσικής, ενώ οι μακροσκοπικοί νόμοι αποτελούν απλώς μια εύχρηστη προσαρμογή τους σε ένα ειδικό αλλά συχνά εμφανιζόμενο πρόβλημα. Ο μακροσκοπικός νόμος εμφανίζεται ως συμπυκνωμένη και περικομμένη εκδοχή του μικροσκοπικού νόμου.45 Έτσι, η εξέλιξη που οδήγησε από τη μακροσκοπική στη μικροσκοπική φυσική θεωρείται πρόοδος από μια λιγότερο ικανοποιητική σε μια περισσότερο ικανοποιητική μέθοδο πραγμάτευσης των φαινομένων της πραγματικότητας.
The distinction between macroeconomics and microeconomics is, as far as terminology is concerned, borrowed from modern physics’ distinction between microscopic physics, which deals with systems on an atomic scale, and molar physics, which deals with systems on a scale appreciable to man’s gross senses. It implies that ideally the microscopic laws alone are sufficient to cover the whole field of phyics, the molar laws being merely a convenient adaptation of them to a special, but frequently occurring problem. Molar law appears as a condensed and bowdlerised version of microscopic law. Thus the evolution that led from macroscopic physics to microscopic physics is seen as a progress from a less satisfactory to a more satisfactory method of dealing with the phenomena of reality.
Εκείνο που έχουν κατά νου οι συγγραφείς οι οποίοι εισήγαγαν τη διάκριση μεταξύ μακροοικονομικής και μικροοικονομικής στην ορολογία της πραγμάτευσης των οικονομικών προβλημάτων είναι ακριβώς το αντίθετο. Η θεωρία τους συνεπάγεται ότι η μικροοικονομική αποτελεί μη ικανοποιητικό τρόπο μελέτης των σχετικών προβλημάτων και ότι η αντικατάσταση της μικροοικονομικής από τη μακροοικονομική ισοδυναμεί με την εξάλειψη μιας μη ικανοποιητικής μεθόδου μέσω της υιοθέτησης μιας περισσότερο ικανοποιητικής μεθόδου.
What the authors who introduced the distinction between macroeconomics and microeconomics into the terminology dealing with economic problems have in mind is precisely the opposite. Their doctrine implies that microeconomics is an unsatisfactory way of studying the problems involved and that the substitution of macroeconomics for microeconomics amounts to the elimination of an unsatisfactory method by the adoption of a more satisfactory method.
Ο μακροοικονομολόγος εξαπατά τον εαυτό του εάν χρησιμοποιεί στον συλλογισμό του χρηματικές τιμές που καθορίζονται στην αγορά από επιμέρους αγοραστές και πωλητές. Μια συνεπής μακροοικονομική προσέγγιση θα έπρεπε να αποφεύγει κάθε αναφορά στις τιμές και στο χρήμα. Η οικονομία της αγοράς είναι ένα κοινωνικό σύστημα στο οποίο δρουν άτομα. Οι αξιολογήσεις των ατόμων, όπως εκδηλώνονται στις τιμές της αγοράς, καθορίζουν την πορεία όλων των παραγωγικών δραστηριοτήτων. Εάν θέλει κανείς να αντιπαραθέσει στην πραγματικότητα της οικονομίας της αγοράς την εικόνα ενός ολιστικού συστήματος, πρέπει να απέχει από κάθε χρήση τιμών.
The macroeconomist deceives himself if in his reasoning he employs money prices determined on the market by individual buyers and sellers. A consistent macroeconomic approach would have to shun any reference to prices and to money. The market economy is a social system in which individuals are acting. The valuations of individuals as manifested in the market prices determine the course of all production activities. If one wants to oppose to the reality of the market economy the image of a holistic system, one must abstain from any use of prices.
Ας καταδείξουμε μία πτυχή των πλανών της μακροοικονομικής μεθόδου αναλύοντας ένα από τα δημοφιλέστερα σχήματά της, τη λεγόμενη προσέγγιση του εθνικού εισοδήματος.
Let us exemplify one aspect of the fallacies of the macroeconomic method by an analysis of one of its most popular schemes, the so-called national income approach.
Το εισόδημα είναι έννοια των λογιστικών μεθόδων των επιχειρήσεων που επιδιώκουν το κέρδος. Ο επιχειρηματίας εξυπηρετεί τους καταναλωτές προκειμένου να αποκομίσει κέρδος. Τηρεί λογαριασμούς για να διαπιστώσει αν επιτεύχθηκε ή όχι αυτός ο σκοπός. Ο ίδιος —και ομοίως οι κεφαλαιούχοι, οι επενδυτές που δεν δραστηριοποιούνται οι ίδιοι επιχειρηματικά και, βεβαίως, επίσης οι αγρότες και οι ιδιοκτήτες κάθε είδους ακινήτων— συγκρίνει το χρηματικό ισοδύναμο όλων των αγαθών που έχουν διατεθεί στην επιχείρηση σε δύο διαφορετικές χρονικές στιγμές και έτσι πληροφορείται ποιο ήταν το αποτέλεσμα των συναλλαγών του κατά την περίοδο μεταξύ αυτών των δύο στιγμών. Από έναν τέτοιο υπολογισμό προκύπτουν οι έννοιες του κέρδους ή της ζημίας, σε αντιδιαστολή προς την έννοια του κεφαλαίου. Εάν ο ιδιοκτήτης της μονάδας στην οποία αναφέρεται αυτή η λογιστική αποκαλεί το πραγματοποιηθέν κέρδος «εισόδημα», εννοεί το εξής: Εάν το καταναλώσω ολόκληρο, δεν μειώνω το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί στην επιχείρηση.
Income is a concept of the accounting methods of profit-seeking business. The businessman serves the consumers in order to make profit. He keeps accounts to find out whether or not this goal has been attained. He (and likewise also capitalists, investors, who are not themselves active in business, and, of course, also farmers and owners of all kinds of real estate) compares the money equivalent of all the goods dedicated to the enterprise at two different instants of time and thus learns what the result of his transactions in the period between these two instants was. Out of such a calculation emerge the concepts of profit or loss as contrasted with that of capital. If the owner of the outfit to which this accounting refers calls the profit made “income,” what he means is: If I consume the whole of it, I do not reduce the capital invested in the enterprise.
Οι σύγχρονοι φορολογικοί νόμοι αποκαλούν «εισόδημα» όχι μόνο εκείνο που ο λογιστής θεωρεί πραγματοποιηθέν κέρδος μιας συγκεκριμένης επιχειρηματικής μονάδας και εκείνο που ο ιδιοκτήτης αυτής της μονάδας θεωρεί εισόδημα προερχόμενο από τις εργασίες της, αλλά και τις καθαρές απολαβές των ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς και τους μισθούς και τα ημερομίσθια των εργαζομένων. Αθροίζοντας, για το σύνολο ενός έθνους, όσα αποτελούν εισόδημα με τη λογιστική έννοια και όσα αποτελούν εισόδημα μόνο κατά την έννοια των φορολογικών νόμων, προκύπτει το μέγεθος που αποκαλείται «εθνικό εισόδημα».
The modern tax laws call “income” not only what the accountant considers as the profit made by a definite business unit and what the owner of this unit considers as the income derived from the operations of this unit, but also the net earnings of professional people and the salaries and wages of employees. Adding together for the whole of a nation what is income in the sense of accountancy and what is income merely in the sense of the tax laws, one gets the figure called “national income.”
Ο απατηλός χαρακτήρας αυτής της έννοιας του εθνικού εισοδήματος δεν έγκειται μόνο στην εξάρτησή της από τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Όσο περισσότερο προχωρεί ο πληθωρισμός, τόσο υψηλότερα ανέρχεται το εθνικό εισόδημα. Σε ένα οικονομικό σύστημα στο οποίο δεν αυξάνεται η προσφορά χρήματος και ακάλυπτων χρηματικών υποκατάστατων, η προοδευτική συσσώρευση κεφαλαίου και η βελτίωση των τεχνολογικών μεθόδων παραγωγής που αυτή επιφέρει θα οδηγούσαν σε προοδευτική πτώση των τιμών ή, πράγμα που είναι το ίδιο, σε άνοδο της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Η ποσότητα των διαθέσιμων προς κατανάλωση αγαθών θα αυξανόταν και το μέσο βιοτικό επίπεδο θα βελτιωνόταν, αλλά αυτές οι μεταβολές δεν θα γίνονταν ορατές στα μεγέθη των στατιστικών του εθνικού εισοδήματος.
The illusiveness of this concept of national income is to be seen not only in its dependence on changes in the purchasing power of the monetary unit. The more inflation progresses, the higher rises the national income. Within an economic system in which there is no increase in the supply of money and fiduciary media, progressive accumulation of capital and the improvement of technological methods of production that it engenders would result in a progressive drop in prices or, what is the same, a rise in the purchasing power of the monetary unit. The amount of goods available for consumption would increase and the average standard of living would improve, but these changes would not be made visible in the figures of the national income statistics.
Η έννοια του εθνικού εισοδήματος συσκοτίζει πλήρως τις πραγματικές συνθήκες παραγωγής σε μια οικονομία της αγοράς. Ενέχει την ιδέα ότι τη βελτίωση —ή την επιδείνωση— ως προς την ποσότητα των διαθέσιμων αγαθών δεν την επιφέρουν οι δραστηριότητες των ατόμων, αλλά κάτι που βρίσκεται πάνω και έξω από αυτές τις δραστηριότητες. Αυτό το μυστηριώδες κάτι παράγει μια ποσότητα που αποκαλείται «εθνικό εισόδημα» και κατόπιν μια δεύτερη διαδικασία «διανέμει» αυτή την ποσότητα μεταξύ των διαφόρων ατόμων. Το πολιτικό νόημα αυτής της μεθόδου είναι προφανές. Επικρίνεται η «ανισότητα» που επικρατεί στη «διανομή» του εθνικού εισοδήματος. Το ερώτημα τι κάνει το εθνικό εισόδημα να αυξάνεται ή να μειώνεται καθίσταται απαγορευμένο και υπονοείται ότι δεν υπάρχει ανισότητα στις συνεισφορές και στα επιτεύγματα των ατόμων που δημιουργούν τη συνολική ποσότητα του εθνικού εισοδήματος.
The concept of national income entirely obliterates the real conditions of production within a market economy. It implies the idea that it is not activities of individuals that bring about the improvement (or impairment) in the quantity of goods available, but something that is above and outside these activities. This mysterious something produces a quantity called “national income,” and then a second process “distributes” this quantity among the various individuals. The political meaning of this method is obvious. One criticizes the “inequality” prevailing in the “distribution” of national income. One taboos the question what makes the national income rise or drop and implies that there is no inequality in the contributions and achievements of the individuals that are generating the total quantity of national income.
Εάν τεθεί το ερώτημα ποιοι παράγοντες κάνουν το εθνικό εισόδημα να αυξάνεται, υπάρχει μία μόνο απάντηση: αφενός η βελτίωση του εξοπλισμού, των εργαλείων και των μηχανών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή και αφετέρου η βελτίωση της αξιοποίησης του διαθέσιμου εξοπλισμού για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Η πρώτη είναι αποτέλεσμα της αποταμίευσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου· η δεύτερη, της τεχνολογικής δεξιότητας και των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Εάν κανείς αποκαλεί οικονομική πρόοδο μια αύξηση του εθνικού εισοδήματος που δεν προκαλείται από πληθωρισμό, δεν μπορεί να αποφύγει τη διαπίστωση ότι η οικονομική πρόοδος είναι καρπός των προσπαθειών των αποταμιευτών, των εφευρετών και των επιχειρηματιών. Εκείνο που θα έπρεπε πρωτίστως να δείξει μια αμερόληπτη ανάλυση του εθνικού εισοδήματος είναι η κατάδηλη ανισότητα στη συνεισφορά των διαφόρων ατόμων στη δημιουργία του μεγέθους που αποκαλείται εθνικό εισόδημα. Θα έπρεπε επίσης να δείξει πώς η αύξηση του κατά κεφαλήν χρησιμοποιούμενου κεφαλαίου και η τελειοποίηση των τεχνολογικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ωφελούν —αυξάνοντας την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας και, μέσω αυτής, το ύψος των μισθών, καθώς και αυξάνοντας τις τιμές που καταβάλλονται για τη χρήση των φυσικών πόρων— και εκείνες τις κατηγορίες ατόμων που δεν συνέβαλαν οι ίδιες στη βελτίωση των συνθηκών και στην άνοδο του «εθνικού εισοδήματος».
If one raises the question what factors make the national income rise, one has only one answer: the improvement in equipment, the tools and machines employed in production, on the one hand, and the improvement in the utilization of the available equipment for the best possible satisfaction of human wants, on the other hand. The former is the effect of saving and the accumulation of capital, the latter of technological skill and of entrepreneurial activities. If one calls an increase in national income (not produced by inflation) economic progress, one cannot avoid establishing the fact that economic progress is the fruit of the endeavors of the savers, of the inventors, and of the entrepreneurs. What an unbiased analysis of the national income would have to show is first of all the patent inequality in the contribution of various individuals to the emergence of the magnitude called national income. It would furthermore have to show how the increase in the per-head quota of capital employed and the perfection of technological and entrepreneurial activities benefit—by raising the marginal productivity of labor and thereby wage rates and by raising the prices paid for the utilization of natural resources—also those classes of individuals who themselves did not contribute to the improvement of conditions and the rise in “national income.”
Η προσέγγιση του «εθνικού εισοδήματος» αποτελεί αποτυχημένη απόπειρα δικαιολόγησης της μαρξικής ιδέας ότι στον καπιταλισμό τα αγαθά παράγονται «κοινωνικά» (gesellschaftlich) και κατόπιν τα «ιδιοποιούνται» άτομα. Αντιστρέφει τα πράγματα. Στην πραγματικότητα, οι παραγωγικές διαδικασίες είναι δραστηριότητες ατόμων που συνεργάζονται μεταξύ τους. Κάθε επιμέρους συνεργαζόμενο άτομο λαμβάνει όσα οι συνάνθρωποί του —ανταγωνιζόμενοι μεταξύ τους ως αγοραστές στην αγορά— είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για τη συνεισφορά του. Χάριν του επιχειρήματος, μπορεί κανείς να δεχθεί ότι, αθροίζοντας τις τιμές που καταβάλλονται για τη συνεισφορά κάθε ατόμου, μπορεί να αποκαλέσει το προκύπτον σύνολο εθνικό εισόδημα. Αποτελεί, όμως, αδικαιολόγητη ματαιοπονία να συμπεραίνει ότι αυτό το σύνολο παρήχθη από το «έθνος» και να θρηνολογεί —παραβλέποντας την ανισότητα των συνεισφορών των διαφόρων ατόμων— για την ανισότητα της υποτιθέμενης διανομής του.
The “national income” approach is an abortive attempt to provide a justification for the Marxian idea that under capitalism goods are “socially” (gesellschaftlich) produced and then “appropriated” by individuals. It puts things upside down. In reality, the production processes are activities of individuals cooperating with one another. Each individual collaborator receives what his fellow men—competing with one another as buyers on the market—are prepared to pay for his contribution. For the sake of argument one may admit that, adding up the prices paid for every individual’s contribution, one may call the resulting total national income. But it is a gratuitous pastime to conclude that this total has been produced by the “nation” and to bemoan—neglecting the inequality of the various individuals’ contributions—the inequality in its alleged distribution.
Δεν υπάρχει κανένας απολύτως μη πολιτικός λόγος να προβαίνει κανείς σε μια τέτοια άθροιση όλων των εισοδημάτων εντός ενός «έθνους» και όχι εντός μιας ευρύτερης ή στενότερης συλλογικότητας. Γιατί εθνικό εισόδημα των Ηνωμένων Πολιτειών και όχι «πολιτειακό εισόδημα» της Πολιτείας της Νέας Υόρκης ή «κομητειακό εισόδημα» της κομητείας Westchester ή «δημοτικό εισόδημα» του δήμου White Plains; Όλα τα επιχειρήματα που μπορούν να προβληθούν υπέρ της προτίμησης της έννοιας του «εθνικού εισοδήματος» των Ηνωμένων Πολιτειών έναντι του εισοδήματος οποιασδήποτε από αυτές τις μικρότερες εδαφικές ενότητες μπορούν επίσης να προβληθούν υπέρ της προτίμησης του ηπειρωτικού εισοδήματος όλων των τμημάτων της αμερικανικής ηπείρου ή ακόμη και του «παγκόσμιου εισοδήματος» έναντι του εθνικού εισοδήματος των Ηνωμένων Πολιτειών. Μόνο πολιτικές τάσεις καθιστούν εύλογη την επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών ως μονάδας. Όσοι είναι υπεύθυνοι για αυτή την επιλογή επικρίνουν εκείνο που θεωρούν ανισότητα των ατομικών εισοδημάτων εντός των Ηνωμένων Πολιτειών —ή εντός της επικράτειας κάποιου άλλου κυρίαρχου έθνους— και επιδιώκουν μεγαλύτερη ισότητα των εισοδημάτων των πολιτών του δικού τους έθνους. Δεν τάσσονται ούτε υπέρ μιας παγκόσμιας εξίσωσης των εισοδημάτων ούτε υπέρ μιας εξίσωσης εντός των διαφόρων πολιτειών που συγκροτούν τις Ηνωμένες Πολιτείες ή των διοικητικών τους υποδιαιρέσεων. Μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί με τους πολιτικούς τους σκοπούς. Δεν πρέπει, όμως, να αρνείται ότι η μακροοικονομική έννοια του εθνικού εισοδήματος αποτελεί απλό πολιτικό σύνθημα, στερούμενο κάθε γνωστικής αξίας.
There is no nonpolitical reason whatever to proceed with such a summing up of all incomes within a “nation” and not within a broader or a narrower collective. Why national income of the United States and not rather “state income” of the State of New York or “county income” of Westchester County or “municipal income” of the municipality of White Plains? All the arguments that can be advanced in favor of preferring the concept of “national income” of the United States against the income of any of these smaller territorial units can also be advanced in favor of preferring the continental income of all the parts of the American continent or even the “world income” as against the national income of the United States. It is merely political tendencies that make plausible the choice of the United States as the unit. Those responsible for this choice are critical of what they consider as the inequality of individual incomes within the United States—or within the territory of another sovereign nation—and aim at more equality of the incomes of the citizens of their own nation. They are neither in favor of a world-wide equalization of incomes nor of an equalization within the various states that form the United States or their administrative subdivisions. One may agree or disagree with their political aims. But one must not deny that the macroeconomic concept of national income is a mere political slogan devoid of any cognitive value.
Οι φυσικές συνθήκες της ύπαρξής τους επέβαλλαν στους μη ανθρώπινους προγόνους του ανθρώπου την ανάγκη να μάχονται ανελέητα μεταξύ τους μέχρι θανάτου. Στον ζωικό χαρακτήρα του ανθρώπου είναι βαθιά ριζωμένη η επιθετική παρόρμηση, η ορμή να εξοντώσει όλους όσοι τον ανταγωνίζονται στην προσπάθεια να αποσπάσει ένα επαρκές μερίδιο από τα σπάνια μέσα διαβίωσης, τα οποία δεν αρκούν για την επιβίωση όλων όσοι γεννιούνται. Μόνο το ισχυρό ζώο είχε πιθανότητες να παραμείνει ζωντανό.
The natural conditions of their existence enjoined upon the nonhuman ancestors of man the necessity of mercilessly fighting one another unto death. Inwrought in the animal character of man is the impulse of aggression, the urge to annihilate all those who compete with him in the endeavors to snatch a sufficient share of the scarce means of subsistence that do not suffice for the survival of all those born. Only for the strong animal was there a chance to remain alive.
Εκείνο που διακρίνει τον άνθρωπο από τα ζώα είναι η αντικατάσταση της θανάσιμης έχθρας από την κοινωνική συνεργασία. Το έμφυτο ένστικτο της επιθετικότητας καταστέλλεται, ώστε να μη διαλύσει τη συντονισμένη προσπάθεια διατήρησης της ζωής και βελτίωσής της μέσω της ικανοποίησης ειδικώς ανθρώπινων αναγκών. Για να κατευναστούν οι καταπιεσμένες αλλά όχι πλήρως σβησμένες ορμές προς τη βίαιη δράση, οι άνθρωποι προσέφυγαν σε πολεμικούς χορούς και παιχνίδια. Εκείνο που κάποτε ήταν οδυνηρά σοβαρό αναπαριστανόταν πλέον με αθλητικό πνεύμα ως ψυχαγωγία. Το τουρνουά μοιάζει με μάχη, αλλά είναι απλώς θέαμα. Όλες οι κινήσεις των παικτών ρυθμίζονται αυστηρά από τους κανόνες του παιχνιδιού. Η νίκη δεν συνίσταται στην εξόντωση της άλλης πλευράς, αλλά στην επίτευξη μιας κατάστασης που οι κανόνες ορίζουν ως επιτυχία. Τα παιχνίδια δεν είναι πραγματικότητα, αλλά απλώς παιχνίδι. Αποτελούν τη διέξοδο του πολιτισμένου ανθρώπου για τα βαθιά ριζωμένα ένστικτα της έχθρας. Όταν το παιχνίδι τελειώσει, οι νικητές και οι ηττημένοι ανταλλάσσουν χειραψίες και επιστρέφουν στην πραγματικότητα της κοινωνικής τους ζωής, η οποία είναι συνεργασία και όχι μάχη.
What distinguishes man from the brutes is the substitution of social cooperation for mortal enmity. The inborn instinct of aggression is suppressed lest it disintegrate the concerted effort to preserve life and to make it more satisfactory by catering to specifically human wants. To calm down the repressed but not fully extinguished urges toward violent action, war dances and games were resorted to. What was once bitterly serious was now sportingly duplicated as a pastime. The tournament looks like fighting, but it is only a pageant. All the moves of the players are strictly regulated by the rules of the game. Victory does not consist in the annihilation of the other party, but in the attainment of a situation that the rules declare to be success. Games are not reality, but merely play. They are civilized man’s outlet for deeply ingrained instincts of enmity. When the game comes to an end, the victors and the defeated shake hands and return to the reality of their social life, which is cooperation and not fighting.
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να παρερμηνεύσει ριζικότερα την ουσία της κοινωνικής συνεργασίας και της οικονομικής προσπάθειας της πολιτισμένης ανθρωπότητας από το να τις αντιμετωπίζει σαν να αποτελούσαν μάχη ή παιγνιώδη αναπαράσταση της μάχης, ένα παιχνίδι. Στην κοινωνική συνεργασία, ο καθένας, εξυπηρετώντας τα δικά του συμφέροντα, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των συνανθρώπων του. Παρακινούμενος από την ορμή να βελτιώσει τις δικές του συνθήκες, βελτιώνει τις συνθήκες των άλλων ανθρώπων. Ο αρτοποιός δεν βλάπτει εκείνους για τους οποίους παρασκευάζει ψωμί· τους εξυπηρετεί. Όλοι οι άνθρωποι θα ζημιώνονταν εάν ο αρτοποιός έπαυε να παράγει ψωμί και ο γιατρός έπαυε να περιθάλπει τους ασθενείς. Ο υποδηματοποιός δεν καταφεύγει σε «στρατηγική» για να νικήσει τους πελάτες του προμηθεύοντάς τους με παπούτσια. Ο ανταγωνισμός στην αγορά δεν πρέπει να συγχέεται με τον ανελέητο βιολογικό ανταγωνισμό που επικρατεί μεταξύ ζώων και φυτών ή με τους πολέμους που εξακολουθούν να διεξάγονται μεταξύ —δυστυχώς όχι ακόμη πλήρως— πολιτισμένων εθνών. Ο καταλλακτικός ανταγωνισμός στην αγορά αποβλέπει στην ανάθεση σε κάθε άτομο εκείνης της λειτουργίας μέσα στο κοινωνικό σύστημα κατά την οποία μπορεί να προσφέρει σε όλους τους συνανθρώπους του την πολυτιμότερη από τις υπηρεσίες που είναι ικανό να παρέχει.
One could hardly misinterpret more fundamentally the essence of social cooperation and the economic effort of civilized mankind than by looking upon it as if it were a fight or the playful duplication of fighting, a game. In social cooperation everyone in serving his own interests serves the interests of his fellow men. Driven by the urge to improve his own conditions, he improves the conditions of other people. The baker does not hurt those for whom he bakes bread; he serves them. All people would be hurt if the baker stopped producing bread and the physician no longer attended to the sick. The shoemaker does not resort to “strategy” in order to defeat his customers by supplying them with shoes. Competition on the market must not be confused with the pitiless biological competition prevailing between animals and plants or with the wars still waged between—unfortunately not yet completely—civilized nations. Catallactic competition on the market aims at assigning to every individual that function in the social system in which he can render to all his fellow men the most valuable of the services he is able to perform.
Υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι που, λόγω της συναισθηματικής τους συγκρότησης, αδυνατούσαν να συλλάβουν τη θεμελιώδη αρχή της συνεργασίας υπό το σύστημα του καταμερισμού των καθηκόντων. Μπορούμε να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε θυμολογικά αυτή την αδυναμία τους. Η αγορά οποιουδήποτε εμπορεύματος περιορίζει τη δυνατότητα του αγοραστή να αποκτήσει κάποιο άλλο εμπόρευμα το οποίο επίσης επιθυμεί, μολονότι, βεβαίως, θεωρεί την απόκτησή του λιγότερο σημαντική από εκείνη του αγαθού που πράγματι αγοράζει. Από αυτή τη σκοπιά, αντιμετωπίζει κάθε αγορά που πραγματοποιεί ως εμπόδιο που τον αποτρέπει από την ικανοποίηση κάποιων άλλων αναγκών. Εάν δεν αγόραζε το A ή εάν έπρεπε να δαπανήσει λιγότερα για το A, θα μπορούσε να αποκτήσει το B. Για τους στενόμυαλους ανθρώπους, ένα μόνο βήμα χωρίζει αυτή τη σκέψη από το συμπέρασμα ότι ο πωλητής του A είναι εκείνος που τους αναγκάζει να παραιτηθούν από το B. Ο αγοραστής βλέπει στον πωλητή όχι τον άνθρωπο που του επιτρέπει να ικανοποιήσει μία από τις ανάγκες του, αλλά τον άνθρωπο που τον εμποδίζει να ικανοποιήσει κάποιες άλλες ανάγκες. Το κρύο τον παρακινεί να αγοράσει καύσιμη ύλη για τη σόμπα του και περιορίζει τα χρήματα που μπορεί να δαπανήσει για άλλα πράγματα. Δεν κατηγορεί, όμως, ούτε τον καιρό ούτε την επιθυμία του για ζεστασιά· επιρρίπτει την ευθύνη στον έμπορο κάρβουνου. Αυτός ο κακός άνθρωπος, σκέπτεται, κερδίζει από τη δυσχερή του θέση.
There have always been people who were emotionally unfit to conceive the fundamental principle of cooperation under the system of the division of tasks. We may try to understand their frailty thymologically. The purchase of any commodity curtails the buyer’s power to acquire some other commodity that he also wishes to get, although, of course, he considers its procurement as less important than that of the good he actually buys. From this point of view he looks upon any purchase he makes as an obstacle preventing him from satisfying some other wants. If he did not buy A or if he had to spend less for A, he would have been able to acquire B. There is, for narrow-minded people, but one step to the inference that it is the seller of A who forces him to forgo B. He sees in the seller not the man who makes it possible for him to satisfy one of his wants, but the man who prevents him from satisfying some other wants. The cold weather induces him to buy fuel for his stove and curtails the funds he can spend for other things. But he blames neither the weather nor his longing for warmth; he lays the blame on the dealer in coal. This bad man, he thinks, profits from his embarrassment.
Αυτός ήταν ο συλλογισμός που οδήγησε τους ανθρώπους στο συμπέρασμα ότι η πηγή από την οποία προέρχονται τα κέρδη του επιχειρηματία είναι η ανάγκη και τα δεινά των συνανθρώπων του. Σύμφωνα με αυτόν τον συλλογισμό, ο γιατρός βιοπορίζεται από την αρρώστια του ασθενούς, όχι από τη θεραπεία της. Τα αρτοποιεία ευημερούν χάρη στην πείνα, όχι επειδή παρέχουν τα μέσα για την κατασίγασή της. Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κερδίσει παρά μόνο εις βάρος κάποιων άλλων· το κέρδος του ενός είναι κατ’ ανάγκην ζημία του άλλου. Σε μια πράξη ανταλλαγής κερδίζει μόνο ο πωλητής, ενώ ο αγοραστής βγαίνει ζημιωμένος. Το εμπόριο ωφελεί τους πωλητές βλάπτοντας τους αγοραστές. Το όφελος του εξωτερικού εμπορίου, λέει η μερκαντιλιστική θεωρία, παλαιά και νέα, συνίσταται στις εξαγωγές και όχι στις εισαγωγές που αγοράζονται μέσω των εξαγωγών.46
Such was the reasoning that led people to the conclusion that the source from which the businessman’s profits stem is their fellow men’s need and suffering. According to this reasoning, the doctor makes his living from the patient’s sickness, not from curing it. Bakeries thrive on hunger, not because they provide the means to appease the hunger. No man can profit but at the expense of some other men; one man’s gain is necessarily another man’s loss. In an act of exchange only the seller gains, while the buyer comes off badly. Commerce benefits the sellers by harming the buyers. The advantage of foreign trade, says the Mercantilist doctrine, old and new, consists in exporting, not in the imports purchased by the exports.
Υπό το πρίσμα αυτής της πλάνης, μέλημα του επιχειρηματία είναι να βλάψει το κοινό. Η δεξιότητά του είναι, ούτως ειπείν, στρατηγική, η τέχνη να προκαλεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κακό στον εχθρό. Οι αντίπαλοι των οποίων σχεδιάζει την καταστροφή είναι τόσο οι δυνητικοί πελάτες του όσο και οι ανταγωνιστές του, εκείνοι που, όπως και ο ίδιος, εξαπολύουν επιδρομές εναντίον του κοινού. Η καταλληλότερη μέθοδος για την επιστημονική διερεύνηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και της διαδικασίας της αγοράς είναι η ανάλυση της συμπεριφοράς και της στρατηγικής ανθρώπων που συμμετέχουν σε παιχνίδια.47
In the light of this fallacy the businessman’s concern is to hurt the public. His skill is strategy, as it were, the art of inflicting as much evil as possible on the enemy. The adversaries whose ruin he plots are his prospective customers as well as his competitors, those who like himself embark upon raids against the people. The most appropriate method to investigate scientifically business activities and the market process is to analyze the behavior and strategy of people engaged in games.
Σε ένα παιχνίδι υπάρχει ένα συγκεκριμένο έπαθλο που περιέρχεται στον νικητή. Εάν το έπαθλο έχει παρασχεθεί από τρίτο, η ηττημένη πλευρά αποχωρεί με άδεια χέρια. Εάν το έπαθλο σχηματίζεται από τις εισφορές των παικτών, οι ηττημένοι χάνουν το διακύβευμά τους προς όφελος της νικήτριας πλευράς. Σε ένα παιχνίδι υπάρχουν νικητές και ηττημένοι. Μια επιχειρηματική συναλλαγή, όμως, είναι πάντοτε επωφελής και για τις δύο πλευρές. Εάν τόσο ο αγοραστής όσο και ο πωλητής δεν θεωρούσαν τη συναλλαγή ως την πλέον επωφελή πράξη που θα μπορούσαν να επιλέξουν υπό τις επικρατούσες συνθήκες, δεν θα προέβαιναν σε αυτήν.48
In a game there is a definite prize that falls to the victor. If the prize has been provided by a third party, the defeated party goes away empty-handed. If the prize is formed by contributions of the players, the defeated forfeit their stake for the benefit of the victorious party. In a game there are winners and losers. But a business deal is always advantageous for both parties. If both the buyer and the seller were not to consider the transaction as the most advantageous action they could choose under the prevailing conditions, they would not enter into the deal.
Είναι αλήθεια ότι τόσο η επιχειρηματική δραστηριότητα όσο και η συμμετοχή σε ένα παιχνίδι αποτελούν ορθολογική συμπεριφορά. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για όλες τις άλλες πράξεις του ανθρώπου. Ο επιστήμονας στις έρευνές του, ο δολοφόνος όταν σχεδιάζει το έγκλημά του, ο υποψήφιος για δημόσιο αξίωμα όταν αναζητεί ψήφους, ο δικαστής όταν αναζητεί μια δίκαιη απόφαση, ο ιεραπόστολος όταν επιχειρεί να προσηλυτίσει έναν άπιστο, ο δάσκαλος όταν διδάσκει τους μαθητές του, όλοι ενεργούν ορθολογικά.
It is true that business as well as playing a game is rational behavior. But so are all other actions of man. The scientist in his investigations, the murderer in plotting his crime, the office-seeker in canvassing for votes, the judge in search of a just decision, the missionary in his attempts to convert a nonbeliever, the teacher instructing his pupils, all proceed rationally.
Το παιχνίδι είναι ψυχαγωγία, ένα μέσο για να διαθέσει κανείς τον ελεύθερο χρόνο του και να διώξει την πλήξη. Συνεπάγεται κόστος και ανήκει στη σφαίρα της κατανάλωσης. Η επιχειρηματική δραστηριότητα, όμως, είναι ένα μέσο —το μοναδικό μέσο— για την αύξηση της ποσότητας των αγαθών που είναι διαθέσιμα για τη διατήρηση της ζωής και για να την καταστήσουν πιο ευχάριστη. Κανένα παιχνίδι δεν μπορεί, πέρα από την ευχαρίστηση που προσφέρει στους παίκτες και στους θεατές, να συνεισφέρει οτιδήποτε στη βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών.49 Είναι σφάλμα να εξισώνονται τα παιχνίδια με τα επιτεύγματα της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
A game is a pastime, is a means to employ one’s leisure time and to banish boredom. It involves costs and belongs to the sphere of consumption. But business is a means—the only means—to increase the quantity of goods available for preserving life and rendering it more agreeable. No game can, apart from the pleasure it gives to the players and to the spectators, contribute anything to the improvement of human conditions. It is a mistake to equate games with the achievements of business activity.
Η επιδίωξη του ανθρώπου να βελτιώσει τις συνθήκες της ύπαρξής του τον ωθεί στη δράση. Η δράση απαιτεί σχεδιασμό και απόφαση ως προς το ποιο από τα διάφορα σχέδια είναι το πλέον επωφελές. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όμως, δεν είναι ότι επιβάλλει στον άνθρωπο τη λήψη αποφάσεων καθαυτή, αλλά ότι αποβλέπει στη βελτίωση των συνθηκών της ζωής. Τα παιχνίδια είναι ευθυμία, άθληση και διασκέδαση· η επιχειρηματική δραστηριότητα είναι ζωή και πραγματικότητα.
Man’s striving after an improvement of the conditions of his existence impels him to action. Action requires planning and the decision which of various plans is the most advantageous. But the characteristic feature of business is not that it enjoins upon man decision-making as such, but that it aims at improving the conditions of life. Games are merriment, sport, and fun; business is life and reality.
8. Η παρερμηνεία του κλίματος των ιδεών
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. Misinterpretation of the Climate of Opinion
Δεν εξηγεί κανείς μια θεωρία και τις πράξεις που αυτή γεννά δηλώνοντας ότι προέκυψε από το πνεύμα της εποχής ή από το προσωπικό ή γεωγραφικό περιβάλλον των δρώντων. Προσφεύγοντας σε τέτοιες ερμηνείες, απλώς τονίζει το γεγονός ότι μια συγκεκριμένη ιδέα συμφωνούσε με άλλες ιδέες που ενστερνίζονταν άλλοι άνθρωποι την ίδια εποχή και στο ίδιο περιβάλλον. Εκείνο που αποκαλείται πνεύμα μιας εποχής, των μελών μιας συλλογικότητας ή ενός ορισμένου περιβάλλοντος είναι ακριβώς οι θεωρίες που επικρατούν μεταξύ των συγκεκριμένων ατόμων.
One does not explain a doctrine and actions engendered by it if one declares that it was generated by the spirit of the age or by the personal or geographical environment of the actors. In resorting to such interpretations one merely stresses the fact that a definite idea was in agreement with other ideas held at the same time and in the same milieu by other people. What is called the spirit of an age, of the members of a collective, or of a certain milieu is precisely the doctrines prevailing among the individuals concerned.
Οι ιδέες που μεταβάλλουν το πνευματικό κλίμα ενός δεδομένου περιβάλλοντος είναι εκείνες που δεν είχαν ακουστεί ποτέ προηγουμένως. Για αυτές τις νέες ιδέες δεν υπάρχει άλλη εξήγηση παρά ότι υπήρξε ένας άνθρωπος από τον νου του οποίου προήλθαν.
The ideas that change the intellectual climate of a given environment are those unheard of before. For these new ideas there is no other explanation than that there was a man from whose mind they originated.
Μια νέα ιδέα αποτελεί απάντηση που δίνει ο δημιουργός της στην πρόκληση των φυσικών συνθηκών ή των ιδεών που ανέπτυξαν προηγουμένως άλλοι άνθρωποι. Ανατρέχοντας στην ιστορία των ιδεών —και των πράξεων που αυτές γέννησαν—, ο ιστορικός μπορεί να διακρίνει μια συγκεκριμένη τάση στη διαδοχή τους και να πει ότι «λογικά» η προγενέστερη ιδέα καθιστούσε αναμενόμενη την εμφάνιση της μεταγενέστερης. Ωστόσο, μια τέτοια εκ των υστέρων φιλοσοφία στερείται κάθε ορθολογικής δικαιολόγησης. Η τάση της να υποτιμά τις συμβολές του μεγαλοφυούς ανθρώπου —του ήρωα της πνευματικής ιστορίας— και να αποδίδει το έργο του στη συγκυρία των συμβάντων έχει νόημα μόνο στο πλαίσιο μιας φιλοσοφίας της ιστορίας που ισχυρίζεται ότι γνωρίζει το κρυφό σχέδιο το οποίο ο Θεός ή μια υπεράνθρωπη δύναμη —όπως οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις στο σύστημα του Marx— θέλει να πραγματοποιήσει κατευθύνοντας τις πράξεις όλων των ανθρώπων. Από τη σκοπιά μιας τέτοιας φιλοσοφίας, όλοι οι άνθρωποι είναι ανδρείκελα, υποχρεωμένα να συμπεριφέρονται ακριβώς με τους τρόπους που τους έχει ορίσει ο δημιουργός.
A new idea is an answer provided by its author to the challenge of natural conditions or of ideas developed before by other people. Looking backward upon the history of ideas—and the actions engendered by them—the historian may discover a definite trend in their succession and may say that “logically” the earlier idea made the emergence of the later idea due. However such hindsight philosophy lacks any rational justification. Its tendency to belittle the contributions of the genius—the hero of intellectual history—and to ascribe his work to the juncture of events makes sense only in the frame of a philosophy of history that pretends to know the hidden plan that God or a superhuman power (such as the material productive forces in the system of Marx) wants to accomplish by directing the actions of all men. From the point of view of such a philosophy all men are puppets bound to behave exactly in the ways the demiurge has assigned to them.
9. Η πίστη στην παντοδυναμία της σκέψης
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. The Belief in the Omnipotence of Thought
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των σημερινών διαδεδομένων ιδεών σχετικά με την κοινωνική συνεργασία είναι εκείνο που ο Freud αποκάλεσε πίστη στην παντοδυναμία της ανθρώπινης σκέψης (die Allmacht des Gedankens).50 Η πίστη αυτή, βεβαίως, δεν διατηρείται —με εξαίρεση τους ψυχοπαθείς και τους νευρωτικούς— όσον αφορά τη σφαίρα που διερευνούν οι φυσικές επιστήμες. Στο πεδίο των κοινωνικών συμβάντων, όμως, είναι γερά εδραιωμένη. Αναπτύχθηκε από τη θεωρία που αποδίδει αλάθητο στις πλειοψηφίες.
A characteristic feature of present-day popular ideas concerning social cooperation is what Freud has called the belief in the omnipotence of human thought (die Allmacht des Gedankens). This belief is, of course, (apart from psychopaths and neurotics) not maintained with regard to the sphere that is investigated by the natural sciences. But in the field of social events it is firmly established. It developed out of the doctrine that ascribes infallibility to majorities.
Το ουσιώδες σημείο των πολιτικών θεωριών του Διαφωτισμού ήταν η αντικατάσταση του βασιλικού δεσποτισμού από την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση. Στη συνταγματική σύγκρουση στην Ισπανία, κατά την οποία οι υπέρμαχοι της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης αγωνίζονταν εναντίον των απολυταρχικών επιδιώξεων του Βουρβόνου Φερδινάνδου Ζ΄, οι υποστηρικτές ενός συνταγματικού καθεστώτος αποκαλούνταν Φιλελεύθεροι και εκείνοι του βασιλιά Δουλόφρονες. Πολύ σύντομα η ονομασία Φιλελευθερισμός υιοθετήθηκε σε ολόκληρη την Ευρώπη.
The essential point in the political doctrines of the Enlightenment was the substitution of representative government for royal despotism. In the constitutional conflict in Spain in which champions of parliamentary government were fighting against the absolutist aspirations of the Bourbon Ferdinand VII, the supporters of a constitutional regime were called Liberals and those of the King Serviles. Very soon the name Liberalism was adopted all over Europe.
Η αντιπροσωπευτική ή κοινοβουλευτική διακυβέρνηση —η οποία αποκαλείται επίσης διακυβέρνηση από τον λαό ή δημοκρατική διακυβέρνηση— είναι διακυβέρνηση από αξιωματούχους που αναδεικνύονται από την πλειοψηφία του λαού. Οι δημαγωγοί επιχείρησαν να τη δικαιολογήσουν με εκστατικές φλυαρίες περί της υπερφυσικής έμπνευσης των πλειοψηφιών. Είναι, όμως, σοβαρό σφάλμα να υποθέτει κανείς ότι οι φιλελεύθεροι του δέκατου ένατου αιώνα στην Ευρώπη και την Αμερική την υποστήριζαν επειδή πίστευαν στην αλάθητη σοφία, την ηθική τελειότητα, την έμφυτη δικαιοσύνη και τις άλλες αρετές του κοινού ανθρώπου και, επομένως, των πλειοψηφιών. Οι φιλελεύθεροι ήθελαν να διασφαλίσουν την ομαλή ανάπτυξη της ευημερίας όλων των λαών και της υλικής όσο και της πνευματικής τους ευεξίας. Ήθελαν να εξαλείψουν τη φτώχεια και την εξαθλίωση. Ως μέσο για την επίτευξη αυτών των σκοπών, υποστήριζαν θεσμούς που θα προήγαν την ειρηνική συνεργασία όλων των πολιτών εντός των διαφόρων εθνών, καθώς και τη διεθνή ειρήνη. Αντιμετώπιζαν τους πολέμους, είτε εμφύλιους πολέμους —επαναστάσεις— είτε πολέμους με άλλα κράτη, ως διατάραξη της σταθερής προόδου της ανθρωπότητας προς περισσότερο ικανοποιητικές συνθήκες. Αντιλαμβάνονταν πολύ καλά ότι η οικονομία της αγοράς, το ίδιο το θεμέλιο του σύγχρονου πολιτισμού, συνεπάγεται ειρηνική συνεργασία και διαλύεται όταν οι άνθρωποι, αντί να ανταλλάσσουν εμπορεύματα και υπηρεσίες, μάχονται μεταξύ τους.
Representative or parliamentary government (also called government by the people or democratic government) is government by officeholders designated by the majority of the people. Demagogues tried to justify it by ecstatic babble about the supernatural inspiration of majorities. However, it is a serious mistake to assume that the nineteenth-century liberals of Europe and America advocated it because they believed in the infallible wisdom, moral perfection, inherent justice, and other virtues of the common man and therefore of majorities. The liberals wanted to safeguard the smooth evolution of all peoples’ prosperity and material as well as spiritual well-being. They wanted to do away with poverty and destitution. As a means to attain these ends they advocated institutions that would make for peaceful cooperation of all citizens within the various nations as well as for international peace. They looked upon wars, whether civil wars (revolutions) or foreign wars, as a disturbance of the steady progress of mankind to more satisfactory conditions. They realized very well that the market economy, the very basis of modern civilization, involves peaceful cooperation and bursts asunder when people, instead of exchanging commodities and services, are fighting one another.
Από την άλλη πλευρά, οι φιλελεύθεροι κατανοούσαν πολύ καλά ότι η ισχύς των κυβερνώντων στηρίζεται τελικά όχι στην υλική δύναμη, αλλά στις ιδέες. Όπως επισήμανε ο David Hume στο περίφημο δοκίμιό του Περί των πρώτων αρχών της διακυβέρνησης, οι κυβερνώντες αποτελούν πάντοτε μειονότητα. Η εξουσία τους και η δύναμή τους να εξασφαλίζουν την υπακοή της συντριπτικής πλειονότητας όσων υπάγονται σε αυτούς απορρέουν από την πεποίθηση των τελευταίων ότι εξυπηρετούν καλύτερα τα δικά τους συμφέροντα με την αφοσίωση στους ηγέτες τους και τη συμμόρφωση προς τις εντολές τους. Εάν αυτή η πεποίθηση εξασθενήσει, η πλειοψηφία αργά ή γρήγορα θα εξεγερθεί. Η επανάσταση —ο εμφύλιος πόλεμος— θα απομακρύνει το μη δημοφιλές σύστημα διακυβέρνησης και τους μη δημοφιλείς κυβερνώντες και θα τους αντικαταστήσει με ένα σύστημα και με αξιωματούχους τους οποίους η πλειοψηφία θεωρεί ευνοϊκότερους για την προώθηση των δικών της επιδιώξεων. Για να αποφευχθούν τέτοιες βίαιες διαταράξεις της ειρήνης και οι ολέθριες συνέπειές τους, για να διασφαλιστεί η ειρηνική λειτουργία του οικονομικού συστήματος, οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν τη διακυβέρνηση από τους αντιπροσώπους της πλειοψηφίας. Αυτό το σχήμα καθιστά δυνατή την ειρηνική μεταβολή στη διευθέτηση των δημόσιων υποθέσεων. Καθιστά περιττή την προσφυγή στα όπλα και την αιματοχυσία όχι μόνο στις εσωτερικές αλλά εξίσου και στις διεθνείς σχέσεις. Όταν κάθε περιοχή μπορεί να αποφασίζει με πλειοψηφική ψηφοφορία αν θα αποτελέσει ανεξάρτητο κράτος ή τμήμα ενός μεγαλύτερου κράτους, δεν θα υπάρχουν πλέον πόλεμοι για την κατάκτηση περισσότερων επαρχιών.51
On the other hand, the liberals understood very well the fact that the might of the rulers ultimately rests, not upon material force, but upon ideas. As David Hume has pointed out in his famous essay On the First Principles of Government, the rulers are always a minority of people. Their authority and power to command obedience on the part of the immense majority of those subject to them are derived from the opinion of the latter that they best serve their own interests by loyalty to their chiefs and compliance with their orders. If this opinion dwindles, the majority will sooner or later rise in rebellion. Revolution—civil war—will remove the unpopular system of government and the unpopular rulers and replace them by a system and by officeholders whom the majority consider as more favorable to the promotion of their own concerns. To avoid such violent disturbances of the peace and their pernicious consequences, to safeguard the peaceful operation of the economic system, the liberals advocate government by the representatives of the majority. This scheme makes peaceful change in the arrangement of public affairs possible. It makes recourse to arms and bloodshed unnecessary not only in domestic but no less in international relations. When every territory can by majority vote determine whether it should form an independent state or a part of a larger state, there will no longer be wars to conquer more provinces.
Υποστηρίζοντας τη διακυβέρνηση από την πλειοψηφία του λαού, οι φιλελεύθεροι του δέκατου ένατου αιώνα δεν έτρεφαν καμία αυταπάτη σχετικά με τη διανοητική και ηθική τελειότητα των πολλών, των πλειοψηφιών. Γνώριζαν ότι όλοι οι άνθρωποι υπόκεινται σε σφάλματα και ότι θα μπορούσε η πλειοψηφία, παραπλανημένη από εσφαλμένες θεωρίες που διαδίδουν ανεύθυνοι δημαγωγοί, να ακολουθήσει πολιτικές που θα οδηγούσαν στην καταστροφή, ακόμη και στην ολοκληρωτική καταστροφή του πολιτισμού. Είχαν, όμως, εξίσου επίγνωση του γεγονότος ότι καμία νοητή μέθοδος διακυβέρνησης δεν θα μπορούσε να αποτρέψει μια τέτοια καταστροφή. Εάν η μικρή μειονότητα των φωτισμένων πολιτών που είναι ικανοί να συλλάβουν ορθές αρχές πολιτικής διαχείρισης δεν κατορθώσει να κερδίσει την υποστήριξη των συμπολιτών της και να τους πείσει να ενστερνιστούν πολιτικές που επιφέρουν και διατηρούν την ευημερία, η υπόθεση της ανθρωπότητας και του πολιτισμού είναι απελπιστική. Δεν υπάρχει άλλο μέσο για τη διασφάλιση μιας ευνοϊκής εξέλιξης των ανθρώπινων υποθέσεων παρά να υιοθετήσουν οι μάζες των κατώτερων ανθρώπων τις ιδέες της ελίτ. Αυτό πρέπει να επιτευχθεί με την πειθώ. Δεν μπορεί να επιτευχθεί από ένα δεσποτικό καθεστώς που, αντί να διαφωτίζει τις μάζες, τις υποτάσσει με τη βία. Μακροπρόθεσμα, οι ιδέες της πλειοψηφίας, όσο επιζήμιες και αν είναι, θα επικρατήσουν. Το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από την ικανότητα της ελίτ να επηρεάσει την κοινή γνώμη προς την ορθή κατεύθυνση.
In advocating rule by the majority of the people, the nineteenth-century liberals did not nurture any illusions about the intellectual and moral perfection of the many, of the majorities. They knew that all men are liable to error and that it could happen that the majority, deluded by faulty doctrines propagated by irresponsible demagogues, could embark upon policies that would result in disaster, even in the entire destruction of civilization. But they were no less aware of the fact that no thinkable method of government could prevent such a catastrophe. If the small minority of enlightened citizens who are able to conceive sound principles of political management do not succeed in winning the support of their fellow citizens and converting them to the endorsement of policies that bring and preserve prosperity, the cause of mankind and civilization is hopeless. There is no other means to safeguard a propitious development of human affairs than to make the masses of inferior people adopt the ideas of the elite. This has to be achieved by convincing them. It cannot be accomplished by a despotic regime that instead of enlightening the masses beats them into submission. In the long run the ideas of the majority, however detrimental they may be, will carry on. The future of mankind depends on the ability of the elite to influence public opinion in the right direction.
Αυτοί οι φιλελεύθεροι δεν πίστευαν στο αλάθητο οποιουδήποτε ανθρώπου ούτε στο αλάθητο των πλειοψηφιών. Η αισιοδοξία τους για το μέλλον βασιζόταν στην προσδοκία ότι η πνευματική ελίτ θα έπειθε την πλειοψηφία να εγκρίνει επωφελείς πολιτικές.
These liberals did not believe in the infallibility of any human being nor in the infallibility of majorities. Their optimism concerning the future was based upon the expectation that the intellectual elite will persuade the majority to approve of beneficial policies.
Η ιστορία των τελευταίων εκατό ετών δεν εκπλήρωσε αυτές τις ελπίδες. Ίσως η μετάβαση από τον δεσποτισμό των βασιλέων και των αριστοκρατιών να υπήρξε υπερβολικά απότομη. Εν πάση περιπτώσει, είναι γεγονός ότι η θεωρία που αποδίδει διανοητική και ηθική υπεροχή στον κοινό άνθρωπο και, κατά συνέπεια, αλάθητο στην πλειοψηφία κατέστη το θεμελιώδες δόγμα της «προοδευτικής» πολιτικής προπαγάνδας. Κατά την περαιτέρω λογική της ανάπτυξη, γέννησε την πεποίθηση ότι, στο πεδίο της πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, κάθε σχέδιο που συλλαμβάνει η πλειοψηφία μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Οι άνθρωποι δεν διερωτώνται πλέον αν ο παρεμβατισμός ή ο σοσιαλισμός μπορούν να επιφέρουν τα αποτελέσματα που προσδοκούν από αυτούς οι υποστηρικτές τους. Και μόνο το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ψηφοφόρων τούς επιζητεί θεωρείται αδιάσειστη απόδειξη ότι μπορούν να λειτουργήσουν και θα επιφέρουν αναπόφευκτα τα προσδοκώμενα οφέλη. Κανένας πολιτικός δεν ενδιαφέρεται πλέον για το ερώτημα αν ένα μέτρο είναι κατάλληλο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών. Το μόνο που μετρά γι’ αυτόν είναι αν η πλειοψηφία των ψηφοφόρων το υποστηρίζει ή το απορρίπτει.52 Ελάχιστοι μόνο άνθρωποι δίνουν προσοχή σε όσα λέει η «απλή θεωρία» για τον σοσιαλισμό και στην εμπειρία των σοσιαλιστικών «πειραμάτων» στη Ρωσία και σε άλλες χώρες. Σχεδόν όλοι οι σύγχρονοί μας πιστεύουν ακράδαντα ότι ο σοσιαλισμός θα μετατρέψει τη γη σε παράδεισο. Μπορεί κανείς να το αποκαλέσει ευσεβή πόθο ή πίστη στην παντοδυναμία της σκέψης.
The history of the last hundred years has not fulfilled these hopes. Perhaps the transition from the despotism of kings and aristocracies came too suddenly. At any rate, it is a fact that the doctrine that ascribes intellectual and moral excellence to the common man and consequently infallibility to the majority became the fundamental dogma of “progressive” political propaganda. In its farther logical development it generated the belief that in the field of society’s political and economic organization any scheme devised by the majority can work satisfactorily. People no longer ask whether interventionism or socialism can bring about the effects that their advocates are expecting from them. The mere fact that the majority of the voters ask for them is considered as an irrefutable proof that they can work and will inevitably result in the benefits expected. No politician is any longer interested in the question whether a measure is fit to produce the ends aimed at. What alone counts for him is whether the majority of the voters favor or reject it. Only very few people pay attention to what “mere theory” says about socialism and to the experience of the socialist “experiments” in Russia and in other countries. Almost all our contemporaries firmly believe that socialism will transform the earth into a paradise. One may call it wishful thinking or the belief in the omnipotence of thought.
Ωστόσο, το κριτήριο της αλήθειας είναι ότι λειτουργεί ακόμη και αν κανείς δεν είναι διατεθειμένος να την αναγνωρίσει.
Yet the criterion of truth is that it works even if nobody is prepared to acknowledge it.
10. Η έννοια ενός τέλειου συστήματος διακυβέρνησης
↗ στη σελίδα του βιβλίου10. The Concept of a Perfect System of Government
Ο «κοινωνικός μηχανικός» είναι ο μεταρρυθμιστής που είναι διατεθειμένος να «εκκαθαρίσει» όλους όσοι δεν χωρούν στο σχέδιό του για τη διευθέτηση των ανθρώπινων υποθέσεων. Ωστόσο, οι ιστορικοί, και ενίοτε ακόμη και τα θύματα που θανατώνει, δεν διστάζουν να αναζητήσουν ορισμένα ελαφρυντικά για τις σφαγές του ή τις σχεδιαζόμενες σφαγές του, επισημαίνοντας ότι τελικά τον παρακινούσε μια ευγενής φιλοδοξία: ήθελε να εγκαθιδρύσει την τέλεια κατάσταση της ανθρωπότητας. Του αποδίδουν μια θέση στη μακρά σειρά των δημιουργών ουτοπικών σχεδίων.
The “social engineer” is the reformer who is prepared to “liquidate” all those who do not fit into his plan for the arrangement of human affairs. Yet historians and sometimes even victims whom he puts to death are not averse to finding some extenuating circumstances for his massacres or planned massacres by pointing out that he was ultimately motivated by a noble ambition: he wanted to establish the perfect state of mankind. They assign to him a place in the long line of the designers of Utopian schemes.
Είναι ασφαλώς παραλογισμός να δικαιολογούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο οι μαζικές δολοφονίες σαδιστών γκάνγκστερ όπως ο Stalin και ο Hitler. Δεν υπάρχει, όμως, αμφιβολία ότι πολλοί από τους πιο αιμοσταγείς «εκκαθαριστές» καθοδηγούνταν από τις ιδέες που ενέπνεαν από αμνημονεύτων χρόνων τις προσπάθειες των φιλοσόφων να στοχαστούν ένα τέλειο πολίτευμα. Αφού συλλάβει το σχέδιο μιας τέτοιας ιδανικής τάξης, ο δημιουργός του αναζητεί τον άνθρωπο που θα την εγκαθιδρύσει καταστέλλοντας την αντίσταση όλων όσοι διαφωνούν. Σε αυτό το πνεύμα, ο Πλάτων επιθυμούσε διακαώς να βρει έναν τύραννο που θα χρησιμοποιούσε τη δύναμή του για την πραγμάτωση της πλατωνικής ιδανικής πολιτείας. Το ερώτημα αν οι άλλοι άνθρωποι θα επιδοκίμαζαν ή θα αποδοκίμαζαν όσα ο ίδιος τους επιφύλασσε δεν απασχόλησε ποτέ τον Πλάτωνα. Γι’ αυτόν ήταν αυτονόητο ότι μόνο ο βασιλιάς που γινόταν φιλόσοφος ή ο φιλόσοφος που γινόταν βασιλιάς δικαιούνταν να δρα και ότι όλοι οι άλλοι άνθρωποι όφειλαν, χωρίς δική τους βούληση, να υποτάσσονται στις εντολές του. Από τη σκοπιά του φιλοσόφου που είναι ακράδαντα πεπεισμένος για το αλάθητό του, όλοι οι διαφωνούντες εμφανίζονται απλώς ως πεισματάρηδες στασιαστές που αντιστέκονται σε όσα θα τους ωφελήσουν.
Now it is certainly folly to excuse in this way the mass murders of such sadistic gangsters as Stalin and Hitler. But there is no doubt that many of the most bloody “liquidators” were guided by the ideas that inspired from time immemorial the attempts of philosophers to meditate on a perfect constitution. Having once hatched out the design of such an ideal order, the author is in search of the man who would establish it by suppressing the opposition of all those who disagree. In this vein, Plato was anxious to find a tyrant who would use his power for the realization of the Platonic ideal state. The question whether other people would like or dislike what he himself had in store for them never occurred to Plato. It was an understood thing for him that the king who turned philosopher or the philosopher who became king was alone entitled to act and that all other people had, without a will of their own, to submit to his orders. Seen from the point of view of the philosopher who is firmly convinced of his own infallibility, all dissenters appear merely as stubborn rebels resisting what will benefit them.
Η εμπειρία που παρέχει η ιστορία, ιδίως εκείνη των τελευταίων διακοσίων ετών, δεν κλόνισε αυτή την πίστη στη σωτηρία μέσω της τυραννίας και της εκκαθάρισης των διαφωνούντων. Πολλοί σύγχρονοί μας είναι ακράδαντα πεπεισμένοι ότι εκείνο που απαιτείται για να καταστούν όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις απολύτως ικανοποιητικές είναι η βάναυση καταστολή όλων των «κακών» ανθρώπων, δηλαδή εκείνων με τους οποίους διαφωνούν. Ονειρεύονται ένα τέλειο σύστημα διακυβέρνησης το οποίο —όπως πιστεύουν— θα είχε ήδη πραγματωθεί προ πολλού, εάν αυτοί οι «κακοί» άνθρωποι, καθοδηγούμενοι από την ανοησία και τον εγωισμό, δεν είχαν παρεμποδίσει την εγκαθίδρυσή του.
The experience provided by history, especially by that of the last two hundred years, has not shaken this belief in salvation by tyranny and the liquidation of dissenters. Many of our contemporaries are firmly convinced that what is needed to render all human affairs perfectly satisfactory is brutal suppression of all “bad” people, i.e., of those with whom they disagree. They dream of a perfect system of government that—as they think—would have already long since been realized if these “bad” men, guided by stupidity and selfishness, had not hindered its establishment.
Μια σύγχρονη, υποτιθέμενα επιστημονική σχολή μεταρρυθμιστών απορρίπτει αυτά τα βίαια μέτρα και επιρρίπτει την ευθύνη για όλα τα ανεπαρκή στοιχεία των ανθρώπινων συνθηκών στην υποτιθέμενη αποτυχία αυτού που αποκαλείται «πολιτική επιστήμη». Οι φυσικές επιστήμες, λένε, έχουν προοδεύσει σημαντικά τους τελευταίους αιώνες και η τεχνολογία μάς παρέχει σχεδόν κάθε μήνα νέα μέσα που καθιστούν τη ζωή πιο ευχάριστη. Η «πολιτική πρόοδος», όμως, «υπήρξε μηδενική». Ο λόγος είναι ότι «η πολιτική επιστήμη παρέμεινε στάσιμη».53 Η πολιτική επιστήμη οφείλει να υιοθετήσει τις μεθόδους των φυσικών επιστημών· δεν πρέπει πλέον να σπαταλά τον χρόνο της σε απλές θεωρητικές εικοτολογίες, αλλά να μελετά τα «γεγονότα». Διότι, όπως στις φυσικές επιστήμες, «τα γεγονότα απαιτούνται πριν από τη θεωρία».54
A modern, allegedly scientific school of reformers rejects these violent measures and puts the blame for all that is found wanting in human conditions upon the alleged failure of what is called “political science.” The natural sciences, they say, have advanced considerably in the last centuries, and technology provides us almost monthly with new instruments that render life more agreeable. But “political progress has been nil.” The reason is that “political science stood still.” Political science ought to adopt the methods of the natural sciences; it should no longer waste its time in mere speculations, but should study the “facts.” For, as in the natural sciences, the “facts are needed before the theory.”
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να παρερμηνεύσει κατά πιο αξιοθρήνητο τρόπο κάθε πτυχή των ανθρώπινων συνθηκών. Περιορίζοντας την κριτική μας στα συναφή επιστημολογικά προβλήματα, πρέπει να πούμε: Εκείνο που σήμερα αποκαλείται «πολιτική επιστήμη» είναι ο κλάδος της ιστορίας που πραγματεύεται την ιστορία των πολιτικών θεσμών και την ιστορία της πολιτικής σκέψης, όπως αυτή εκδηλώνεται στα γραπτά συγγραφέων που πραγματεύτηκαν τους πολιτικούς θεσμούς και εκπόνησαν σχέδια για τη μεταβολή τους. Είναι ιστορία και, ως τέτοια, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, δεν μπορεί ποτέ να παράσχει «γεγονότα» με την έννοια υπό την οποία χρησιμοποιείται αυτός ο όρος στις πειραματικές φυσικές επιστήμες. Δεν χρειάζεται να παροτρύνει κανείς τους πολιτικούς επιστήμονες να συγκεντρώσουν όλα τα γεγονότα από το απώτερο παρελθόν και από την πρόσφατη ιστορία, η οποία εσφαλμένα χαρακτηρίζεται «παρούσα εμπειρία».55 Στην πραγματικότητα, πράττουν όλα όσα μπορούν να γίνουν ως προς αυτό. Και είναι ανόητο να τους λέει κανείς ότι τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτό το υλικό πρέπει «να ελέγχονται με πειράματα».56 Είναι περιττό να επαναλάβουμε ότι οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης δεν μπορούν να διεξάγουν πειράματα.
One can hardly misconstrue more lamentably every aspect of human conditions. Restricting our criticism to the epistemological problems involved, we have to say: What is today called “political science” is that branch of history that deals with the history of political institutions and with the history of political thought as manifested in the writings of authors who disserted about political institutions and sketched plans for their alteration. It is history, and can as such, as has been pointed out above, never provide any “facts” in the sense in which this term is used in the experimental natural sciences. There is no need to urge the political scientists to assemble all facts from the remote past and from recent history, falsely labelled “present experience.” Actually they do all that can be done in this regard. And it is nonsensical to tell them that conclusions derived from this material ought “to be tested by experiments.” It is supererogatory to repeat that the sciences of human action cannot make any experiments.
Θα ήταν παράλογο να υποστηρίξει κανείς αποδεικτικά ότι η επιστήμη δεν θα κατορθώσει ποτέ να αναπτύξει μια πραξεολογική απριοριστική θεωρία της πολιτικής οργάνωσης, η οποία θα τοποθετούσε μια θεωρητική επιστήμη δίπλα στον αμιγώς ιστορικό κλάδο της πολιτικής επιστήμης. Το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα είναι ότι κανένας εν ζωή άνθρωπος δεν γνωρίζει πώς θα μπορούσε να συγκροτηθεί μια τέτοια επιστήμη. Αλλά ακόμη και αν ένας τέτοιος νέος κλάδος της πραξεολογίας εμφανιζόταν κάποια ημέρα, δεν θα χρησίμευε στην πραγμάτευση του προβλήματος το οποίο οι φιλόσοφοι και οι πολιτικοί άνδρες επιθυμούσαν και επιθυμούν διακαώς να επιλύσουν.
It would be preposterous to assert apodictically that science will never succeed in developing a praxeological aprioristic doctrine of political organization that would place a theoretical science by the side of the purely historical discipline of political science. All we can say today is that no living man knows how such a science could be constructed. But even if such a new branch of praxeology were to emerge one day, it would be of no use for the treatment of the problem philosophers and statesmen were and are anxious to solve.
Το ότι κάθε ανθρώπινη πράξη πρέπει να κρίνεται και κρίνεται από τους καρπούς ή τα αποτελέσματά της αποτελεί παλαιά κοινοτοπία. Είναι μια αρχή ως προς την οποία τα Ευαγγέλια συμφωνούν με τα συχνά σοβαρά παρερμηνευμένα διδάγματα της ωφελιμιστικής φιλοσοφίας. Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι οι άνθρωποι διαφέρουν πολύ μεταξύ τους στην αποτίμηση των αποτελεσμάτων. Εκείνο που ορισμένοι θεωρούν καλό ή άριστο απορρίπτεται συχνά με πάθος από άλλους ως απολύτως κακό. Οι ουτοπιστές δεν μπήκαν στον κόπο να μας πουν ποια διευθέτηση των κρατικών υποθέσεων θα ικανοποιούσε καλύτερα τους συμπολίτες τους. Απλώς εξέθεταν ποιες συνθήκες για την υπόλοιπη ανθρωπότητα θα ήταν περισσότερο ικανοποιητικές για τους ίδιους. Ούτε στους ίδιους ούτε στους οπαδούς τους που επιχείρησαν να πραγματοποιήσουν τα σχέδιά τους πέρασε ποτέ από τον νου ότι υπάρχει θεμελιώδης διαφορά μεταξύ αυτών των δύο πραγμάτων. Οι Σοβιετικοί δικτάτορες και η ακολουθία τους πιστεύουν ότι όλα είναι καλά στη Ρωσία εφόσον οι ίδιοι είναι ικανοποιημένοι.
That every human action has to be judged and is judged by its fruits or results is an old truism. It is a principle with regard to which the Gospels agree with the often badly misunderstood teachings of the utilitarian philosophy. But the crux is that people widely differ from one another in their appraisal of the results. What some consider as good or best is often passionately rejected by others as entirely bad. The Utopians did not bother to tell us what arrangement of affairs of state would best satisfy their fellow citizens. They merely expounded what conditions of the rest of mankind would be most satisfactory to themselves. Neither to them nor to their adepts who tried to realize their schemes did it ever occur that there is a fundamental difference between these two things. The Soviet dictators and their retinue think that all is good in Russia as long as they themselves are satisfied.
Αλλά ακόμη και αν, χάριν του επιχειρήματος, παραμερίσουμε αυτό το ζήτημα, πρέπει να τονίσουμε ότι η έννοια του τέλειου συστήματος διακυβέρνησης είναι πεπλανημένη και αυτοαντιφατική.
But even if for the sake of argument we put aside this issue, we have to emphasize that the concept of the perfect system of government is fallacious and self-contradictory.
Εκείνο που εξυψώνει τον άνθρωπο πάνω από όλα τα άλλα ζώα είναι η γνώση ότι η ειρηνική συνεργασία υπό την αρχή του καταμερισμού της εργασίας αποτελεί καλύτερη μέθοδο διατήρησης της ζωής και άρσης της αισθητής δυσφορίας από την επίδοση στον ανελέητο βιολογικό ανταγωνισμό για ένα μερίδιο στα σπάνια μέσα διαβίωσης που παρέχει η φύση. Καθοδηγούμενος από αυτή την επίγνωση, μόνο ο άνθρωπος, μεταξύ όλων των έμβιων όντων, αποβλέπει συνειδητά στην αντικατάσταση εκείνου που οι φιλόσοφοι αποκάλεσαν φυσική κατάσταση ή bellum omnium contra omnes ή νόμο της ζούγκλας από την κοινωνική συνεργασία. Ωστόσο, για να διατηρηθεί η ειρήνη, είναι απαραίτητο, με δεδομένο το πώς είναι οι άνθρωποι, να υπάρχει ετοιμότητα απόκρουσης με τη βία κάθε επίθεσης, είτε αυτή προέρχεται από εγχώριους κακοποιούς είτε από εξωτερικούς εχθρούς. Έτσι, η ειρηνική ανθρώπινη συνεργασία, η προϋπόθεση της ευημερίας και του πολιτισμού, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς έναν κοινωνικό μηχανισμό εξαναγκασμού και καταναγκασμού, δηλαδή χωρίς κυβέρνηση. Τα δεινά της βίας, της ληστείας και του φόνου μπορούν να αποτραπούν μόνο από έναν θεσμό ο οποίος, όποτε χρειάζεται, προσφεύγει ο ίδιος ακριβώς στις μεθόδους δράσης για την αποτροπή των οποίων έχει εγκαθιδρυθεί. Προκύπτει μια διάκριση μεταξύ της παράνομης χρήσης βίας και της νόμιμης προσφυγής σε αυτήν. Έχοντας επίγνωση αυτού του γεγονότος, ορισμένοι αποκάλεσαν την κυβέρνηση κακό, παραδεχόμενοι ωστόσο ότι αποτελεί αναγκαίο κακό. Όμως, εκείνο που απαιτείται για την επίτευξη ενός επιδιωκόμενου σκοπού που θεωρείται επωφελής δεν είναι κακό με την ηθική έννοια του όρου, αλλά μέσο, το τίμημα που πρέπει να καταβληθεί γι’ αυτόν. Παραμένει, εντούτοις, το γεγονός ότι πράξεις που θεωρούνται εξαιρετικά επιλήψιμες και εγκληματικές όταν διαπράττονται από «μη εξουσιοδοτημένα» άτομα επιδοκιμάζονται όταν διαπράττονται από τις «αρχές».
What elevates man above all other animals is the cognition that peaceful cooperation under the principle of the division of labor is a better method to preserve life and to remove felt uneasiness than indulging in pitiless biological competition for a share in the scarce means of subistence provided by nature. Guided by this insight, man alone among all living beings consciously aims at substituting social cooperation for what philosophers have called the state of nature or helium omnium contra omnes or the law of the jungle. However, in order to preserve peace, it is, as human beings are, indispensable to be ready to repel by violence any aggression, be it on the part of domestic gangsters or on the part of external foes. Thus, peaceful human cooperation, the prerequisite of prosperity and civilization, cannot exist without a social apparatus of coercion and compulsion, i.e., without a government. The evils of violence, robbery, and murder can be prevented only by an institution that itself, whenever needed, resorts to the very methods of acting for the prevention of which it is established. There emerges a distinction between illegal employment of violence and the legitimate recourse to it. In cognizance of this fact some people have called government an evil, although admitting that it is a necessary evil. However, what is required to attain an end sought and considered as beneficial is not an evil in the moral connotation of this term, but a means, the price to be paid for it. Yet the fact remains that actions that are deemed highly objectionable and criminal when perpetrated by “unauthorized” individuals are approved when committed by the “authorities.”
Η κυβέρνηση καθαυτή όχι μόνο δεν αποτελεί κακό, αλλά είναι ο πλέον αναγκαίος και επωφελής θεσμός, καθώς χωρίς αυτήν δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και να διατηρηθούν ούτε διαρκής κοινωνική συνεργασία ούτε πολιτισμός. Είναι ένα μέσο αντιμετώπισης μιας εγγενούς ατέλειας πολλών ανθρώπων, ίσως της πλειονότητάς τους. Εάν όλοι οι άνθρωποι ήταν ικανοί να αντιληφθούν ότι η εναλλακτική λύση στην ειρηνική κοινωνική συνεργασία είναι η παραίτηση από όλα όσα διακρίνουν τον Homo sapiens από τα αρπακτικά θηρία και εάν όλοι είχαν την ηθική δύναμη να ενεργούν πάντοτε αναλόγως, δεν θα υπήρχε καμία ανάγκη εγκαθίδρυσης ενός κοινωνικού μηχανισμού εξαναγκασμού και καταπίεσης. Το κακό δεν είναι το κράτος, αλλά οι ανεπάρκειες του ανθρώπινου νου και χαρακτήρα που επιβάλλουν επιτακτικά τη λειτουργία μιας αστυνομικής εξουσίας. Η κυβέρνηση και το κράτος δεν μπορούν ποτέ να είναι τέλεια, επειδή οφείλουν τον λόγο ύπαρξής τους στην ατέλεια του ανθρώπου και μπορούν να επιτύχουν τον σκοπό τους, την εξάλειψη της έμφυτης ανθρώπινης παρόρμησης προς τη βία, μόνο προσφεύγοντας στη βία, σε εκείνο ακριβώς που καλούνται να αποτρέψουν.
Government as such is not only not an evil, but the most necessary and beneficial institution, as without it no lasting social cooperation and no civilization could be developed and preserved. It is a means to cope with an inherent imperfection of many, perhaps of the majority of all people. If all men were able to realize that the alternative to peaceful social cooperation is the renunciation of all that distinguishes Homo sapiens from the beasts of prey, and if all had the moral strength always to act accordingly, there would not be any need for the establishment of a social apparatus of coercion and oppression. Not the state is an evil, but the shortcomings of the human mind and character that imperatively require the operation of a police power. Government and state can never be perfect because they owe their raison d’être to the imperfection of man and can attain their end, the elimination of man’s innate impulse to violence, only by recourse to violence, the very thing they are called upon to prevent.
Η ανάθεση σε ένα άτομο ή σε μια ομάδα ατόμων της εξουσίας να προσφεύγουν στη βία αποτελεί μια αναγκαστική λύση που είναι δίκοπο μαχαίρι. Ο πειρασμός που ενέχει είναι υπερβολικά ισχυρός για ένα ανθρώπινο ον. Οι άνθρωποι που πρόκειται να προστατεύουν την κοινότητα από τη βίαιη επίθεση μετατρέπονται εύκολα στους πιο επικίνδυνους επιτιθέμενους. Υπερβαίνουν την εντολή τους. Καταχρώνται τη δύναμή τους για να καταπιέζουν εκείνους τους οποίους υποτίθεται ότι θα υπερασπίζονταν απέναντι στην καταπίεση. Το κύριο πολιτικό πρόβλημα είναι πώς θα αποτραπεί η μετατροπή της αστυνομικής εξουσίας σε τυραννική. Αυτό είναι το νόημα όλων των αγώνων για την ελευθερία. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό του δυτικού πολιτισμού, το οποίο τον διακρίνει από τους στάσιμους και απολιθωμένους πολιτισμούς της Ανατολής, ήταν και είναι η μέριμνά του για την ελευθερία από το κράτος. Η ιστορία της Δύσης, από την εποχή της ελληνικής πόλεως έως τη σημερινή αντίσταση στον σοσιαλισμό, είναι κατ’ ουσίαν η ιστορία του αγώνα για την ελευθερία ενάντια στις επεμβάσεις των κρατικών αξιωματούχων.
It is a double-edged makeshift to entrust an individual or a group of individuals with the authority to resort to violence. The enticement implied is too tempting for a human being. The men who are to protect the community against violent aggression easily turn into the most dangerous aggressors. They transgress their mandate. They misuse their power for the oppression of those whom they were expected to defend against oppression. The main political problem is how to prevent the police power from becoming tyrannical. This is the meaning of all the struggles for liberty. The essential characteristic of Western civilization that distinguishes it from the arrested and petrified civilizations of the East was and is its concern for freedom from the state. The history of the West, from the age of the Greek down to the present-day resistance to socialism, is essentially the history of the fight for liberty against the encroachments of the officeholders.
Μια επιπόλαιη σχολή κοινωνικών φιλοσόφων, οι αναρχικοί, επέλεξε να αγνοήσει το ζήτημα προτείνοντας μια οργάνωση της ανθρωπότητας χωρίς κράτος. Απλώς παρέβλεψαν το γεγονός ότι οι άνθρωποι δεν είναι άγγελοι. Ήταν υπερβολικά βραδύνοες για να αντιληφθούν ότι βραχυπρόθεσμα ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων μπορούν ασφαλώς να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα εις βάρος των μακροπρόθεσμων συμφερόντων τόσο των ίδιων όσο και όλων των άλλων ανθρώπων. Μια κοινωνία που δεν είναι έτοιμη να αποκρούσει τις επιθέσεις τέτοιων αντικοινωνικών και κοντόφθαλμων επιτιθέμενων είναι ανίσχυρη και βρίσκεται στο έλεος των λιγότερο ευφυών και πιο βάναυσων μελών της. Ενώ ο Πλάτων θεμελίωσε την ουτοπία του στην ελπίδα ότι θα υπήρχε μια μικρή ομάδα απολύτως σοφών και ηθικά άμεμπτων φιλοσόφων για την ανώτατη διαχείριση των υποθέσεων, οι αναρχικοί προϋπέθεταν ότι όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως θα ήταν προικισμένοι με τέλεια σοφία και ηθική ακεραιότητα. Δεν κατόρθωσαν να συλλάβουν ότι κανένα σύστημα κοινωνικής συνεργασίας δεν μπορεί να εξαλείψει το δίλημμα μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας.
A shallow-minded school of social philosophers, the anarchists, chose to ignore the matter by suggesting a stateless organization of mankind. They simply passed over the fact that men are not angels. They were too dull to realize that in the short run an individual or a group of individuals can certainly further their own interests at the expense of their own and all other peoples’ long-run interests. A society that is not prepared to thwart the attacks of such asocial and short-sighted aggressors is helpless and at the mercy of its least intelligent and most brutal members. While Plato founded his Utopia on the hope that a small group of perfectly wise and morally impeccable philosophers will be available for the supreme conduct of affairs, anarchists implied that all men without any exception will be endowed with perfect wisdom and moral impeccability. They failed to conceive that no system of social cooperation can remove the dilemma between a man’s or a group’s interests in the short run and those in the long run.
Η αταβιστική τάση του ανθρώπου να υποτάσσει με τη βία όλους τους άλλους εκδηλώνεται σαφώς στη δημοτικότητα του σοσιαλιστικού σχεδίου. Ο σοσιαλισμός είναι ολοκληρωτικός. Μόνο ο αυταρχικός άρχοντας ή το συμβούλιο των αυταρχικών αρχόντων καλείται να δρα. Όλοι οι άλλοι άνθρωποι θα στερηθούν κάθε ευχέρεια επιλογής και επιδίωξης των επιλεγμένων σκοπών· οι αντίπαλοι θα εκκαθαριστούν. Επιδοκιμάζοντας αυτό το σχέδιο, κάθε σοσιαλιστής προϋποθέτει σιωπηρά ότι οι δικτάτορες, εκείνοι στους οποίους ανατίθενται η διεύθυνση της παραγωγής και όλες οι κυβερνητικές λειτουργίες, θα συμμορφώνονται επακριβώς προς τις δικές του ιδέες για το επιθυμητό και το ανεπιθύμητο. Θεοποιώντας το κράτος —εάν είναι ορθόδοξος μαρξιστής, το αποκαλεί κοινωνία— και αναθέτοντάς του απεριόριστη δύναμη, θεοποιεί τον εαυτό του και αποβλέπει στη βίαιη καταστολή όλων εκείνων με τους οποίους διαφωνεί. Ο σοσιαλιστής δεν βλέπει κανένα πρόβλημα στη διαχείριση των πολιτικών υποθέσεων, επειδή ενδιαφέρεται μόνο για τη δική του ικανοποίηση και δεν λαμβάνει υπόψη το ενδεχόμενο μια σοσιαλιστική κυβέρνηση να ενεργήσει κατά τρόπο που δεν του αρέσει.
Man’s atavistic propensity to beat into submission all other people manifests itself clearly in the popularity enjoyed by the socialist scheme. Socialism is totalitarian. The autocrat or the board of autocrats alone is called upon to act. All other men will be deprived of any discretion to choose and to aim at the ends chosen; opponents will be liquidated. In approving of this plan, every socialist tacitly implies that the dictators, those entrusted with production management and all government functions, will precisely comply with his own ideas about what is desirable and what undesirable. In deifying the state—if he is an orthodox Marxian, he calls it society—and in assigning to it unlimited power, he deifies himself and aims at the violent suppression of all those with whom he disagrees. The socialist does not see any problem in the conduct of political affairs because he cares only for his own satisfaction and does not take into account the possibility that a socialist government would proceed in a way he does not like.
Οι «πολιτικοί επιστήμονες» είναι απαλλαγμένοι από τις ψευδαισθήσεις και την αυταπάτη που αλλοιώνουν την κρίση των αναρχικών και των σοσιαλιστών. Απορροφημένοι, όμως, από τη μελέτη του τεράστιου ιστορικού υλικού, προσηλώνονται στις λεπτομέρειες, στις αναρίθμητες περιπτώσεις μικροπρεπούς ζηλοτυπίας, φθόνου, προσωπικής φιλοδοξίας και πλεονεξίας που εκδηλώνουν οι δρώντες στην πολιτική σκηνή. Αποδίδουν την αποτυχία όλων των πολιτικών συστημάτων που έχουν δοκιμαστεί έως τώρα στην ηθική και διανοητική αδυναμία του ανθρώπου. Όπως το αντιλαμβάνονται, τα συστήματα αυτά απέτυχαν επειδή η ικανοποιητική λειτουργία τους θα απαιτούσε ανθρώπους με ηθικές και διανοητικές ιδιότητες που μόνο κατ’ εξαίρεση απαντούν στην πραγματικότητα. Εκκινώντας από αυτή τη θεωρία, επιχείρησαν να εκπονήσουν σχέδια για μια πολιτική τάξη που θα μπορούσε να λειτουργεί, ούτως ειπείν, αυτόματα και δεν θα διαταρασσόταν από την ανικανότητα και τα ελαττώματα των ανθρώπων. Το ιδανικό πολίτευμα όφειλε να διασφαλίζει την άμεμπτη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων παρά τη διαφθορά και την αναποτελεσματικότητα των κυβερνώντων και του λαού. Όσοι αναζητούσαν ένα τέτοιο νομικό σύστημα δεν ενέδιδαν στις ψευδαισθήσεις των ουτοπιστών συγγραφέων, οι οποίοι υπέθεταν ότι όλοι οι άνθρωποι ή τουλάχιστον μια μειονότητα ανώτερων ανθρώπων είναι άμεμπτοι και αποτελεσματικοί. Υπερηφανεύονταν για τη ρεαλιστική τους προσέγγιση στο πρόβλημα. Ποτέ, όμως, δεν έθεσαν το ερώτημα πώς άνθρωποι επιβαρυμένοι με όλες τις εγγενείς αδυναμίες του ανθρώπινου χαρακτήρα θα μπορούσαν να παρακινηθούν να υποταχθούν οικειοθελώς σε μια τάξη που θα τους εμπόδιζε να εκδηλώνουν τις ιδιοτροπίες και τις φαντασιοπληξίες τους.
The “political scientists” are free from the illusions and self-deception that mar the judgment of anarchists and socialists. But busy with the study of the immense historical material, they become preoccupied with detail, with the numberless instances of petty jealousy, envy, personal ambition, and covetousness displayed by the actors on the political scene. They ascribe the failure of all political systems heretofore tried to the moral and intellectual weakness of man. As they see it, these systems failed because their satisfactory functioning would have required men of moral and intellectual qualities only exceptionally present in reality. Starting from this doctrine, they tried to draft plans for a political order that could function automatically, as it were, and would not be embroiled by the ineptitude and vices of men. The ideal constitution ought to safeguard a blemishless conduct of public affairs in spite of the rulers’ and the people’s corruption and inefficiency. Those searching for such a legal system did not indulge in the illusions of the Utopian authors who assumed that all men or at least a minority of superior men are blameless and efficient. They gloried in their realistic approach to the problem. But they never raised the question how men tainted by all the shortcomings inherent in the human character could be induced to submit voluntarily to an order that would prevent them from giving vent to their whims and fancies.
Ωστόσο, η κύρια ανεπάρκεια αυτής της δήθεν ρεαλιστικής προσέγγισης στο πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτή. Έγκειται στην ψευδαίσθηση ότι η κυβέρνηση, ένας θεσμός του οποίου η ουσιώδης λειτουργία είναι η χρήση βίας, θα μπορούσε να λειτουργεί σύμφωνα με τις αρχές της ηθικής που καταδικάζουν κατηγορηματικά την προσφυγή στη βία. Κυβέρνηση σημαίνει βίαιη υποταγή, φυλάκιση και θανάτωση. Οι άνθρωποι μπορεί να έχουν την τάση να το λησμονούν, επειδή ο νομοταγής πολίτης υποτάσσεται πειθήνια στις εντολές των αρχών για να αποφύγει την τιμωρία. Οι νομικοί, όμως, είναι περισσότερο ρεαλιστές και αποκαλούν ατελή έναν νόμο που δεν συνοδεύεται από κύρωση. Το κύρος του ανθρώπινου νόμου οφείλεται εξ ολοκλήρου στα όπλα των αστυνομικών που επιβάλλουν την υπακοή στις διατάξεις του. Τίποτε από όσα μπορούν να ειπωθούν για την αναγκαιότητα της κυβερνητικής δράσης και τα οφέλη που απορρέουν από αυτήν δεν μπορεί να εξαλείψει ή να μετριάσει τα δεινά όσων μαραζώνουν στις φυλακές. Καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να καταστήσει απολύτως ικανοποιητική τη λειτουργία ενός θεσμού του οποίου η ουσιώδης δραστηριότητα συνίσταται στην πρόκληση πόνου.
However, the main deficiency of this allegedly realistic approach to the problem is not this alone. It is to be seen in the illusion that government, an institution whose essential function is the employment of violence, could be operated according to the principles of morality that condemn peremptorily the recourse to violence. Government is beating into submission, imprisoning, and killing. People may be prone to forget it because the law-abiding citizen meekly submits to the orders of the authorities so as to avoid punishment. But the jurists are more realistic and call a law to which no sanction is attached an imperfect law. The authority of man-made law is entirely due to the weapons of the constables who enforce obedience to its provisions. Nothing of what is to be said about the necessity of governmental action and the benefits derived from it can remove or mitigate the suffering of those who are languishing in prisons. No reform can render perfectly satisfactory the operation of an institution the essential activity of which consists in inflicting pain.
Η ευθύνη για την αποτυχία ανακάλυψης ενός τέλειου συστήματος διακυβέρνησης δεν βαρύνει την υποτιθέμενη καθυστέρηση αυτού που αποκαλείται πολιτική επιστήμη. Εάν οι άνθρωποι ήταν τέλειοι, δεν θα υπήρχε ανάγκη κυβέρνησης. Με ατελείς ανθρώπους, κανένα σύστημα διακυβέρνησης δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ικανοποιητικά.
Responsibility for the failure to discover a perfect system of government does not rest with the alleged backwardness of what is called political science. If men were perfect, there would not be any need for government. With imperfect men no system of government could function satisfactorily.
Η υπεροχή του ανθρώπου συνίσταται στην ικανότητά του να επιλέγει σκοπούς και να προσφεύγει σε μέσα για την επίτευξη των επιλεγμένων σκοπών· οι δραστηριότητες της κυβέρνησης αποβλέπουν στον περιορισμό αυτής της ευχέρειας των ατόμων. Κάθε άνθρωπος επιδιώκει να αποφεύγει όσα του προκαλούν πόνο· οι δραστηριότητες της κυβέρνησης συνίστανται τελικά στην πρόκληση πόνου. Όλα τα μεγάλα επιτεύγματα της ανθρωπότητας υπήρξαν προϊόν αυθόρμητης προσπάθειας ατόμων· η κυβέρνηση υποκαθιστά την εκούσια δράση με τον εξαναγκασμό. Είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση είναι απαραίτητη, επειδή οι άνθρωποι δεν είναι άμεμπτοι. Καθώς, όμως, έχει σχεδιαστεί για να αντιμετωπίζει ορισμένες πτυχές της ανθρώπινης ατέλειας, δεν μπορεί ποτέ να είναι τέλεια.
The eminence of man consists in his power to choose ends and to resort to means for the attainment of the ends chosen; the activities of government aim at restricting this discretion of the individuals. Every man aims at avoiding what causes him pain; the activities of government ultimately consist in the infliction of pain. All great achievements of mankind were the product of a spontaneous effort on the part of individuals; government substitutes coercion for voluntary action. It is true, government is indispensable because men are not faultless. But designed to cope with some aspects of human imperfection, it can never be perfect.
Οι αυτοαποκαλούμενες επιστήμες της συμπεριφοράς θέλουν να πραγματευθούν επιστημονικά την ανθρώπινη συμπεριφορά.57 Απορρίπτουν ως «μη επιστημονικές» ή «ορθολογιστικές» τις μεθόδους της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης. Από την άλλη πλευρά, υποτιμούν την ιστορία ως διαποτισμένη από αρχαιοδιφισμό και στερούμενη κάθε πρακτικής χρησιμότητας για τη βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών. Ο υποτιθέμενος νέος κλάδος τους, υπόσχονται, θα πραγματεύεται κάθε πτυχή της ανθρώπινης συμπεριφοράς και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα παρέχει γνώση που θα προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες στις προσπάθειες βελτίωσης της μοίρας της ανθρωπότητας.
The self-styled behavioral sciences want to deal scientifically with human behavior. They reject as “unscientific” or “rationalistic” the methods of praxeology and economics. On the other hand, they disparage history as tainted with antiquarianism and devoid of any practical use for the improvement of human conditions. Their allegedly new discipline will, they promise, deal with every aspect of man’s behavior and thereby provide knowledge that will render priceless services to the endeavors to improve the lot of mankind.
Οι εκπρόσωποι αυτών των νέων επιστημών δεν είναι διατεθειμένοι να αντιληφθούν ότι είναι ιστορικοί και προσφεύγουν στις μεθόδους της ιστορικής έρευνας.58 Εκείνο που συχνά —αλλά όχι πάντοτε— τους διακρίνει από τους συνήθεις ιστορικούς είναι ότι, όπως οι κοινωνιολόγοι, επιλέγουν ως αντικείμενο των ερευνών τους συνθήκες του πρόσφατου παρελθόντος και πτυχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς που οι περισσότεροι ιστορικοί παλαιότερων εποχών συνήθιζαν να παραμελούν. Αξιοσημείωτο ίσως περισσότερο είναι το γεγονός ότι οι πραγματείες τους συχνά προτείνουν μια συγκεκριμένη πολιτική ως δήθεν «δίδαγμα» της ιστορίας, μια στάση την οποία οι περισσότεροι αξιόλογοι ιστορικοί έχουν εγκαταλείψει προ πολλού. Δεν είναι μέλημά μας να επικρίνουμε τις μεθόδους που εφαρμόζονται σε αυτά τα βιβλία και άρθρα ούτε να αμφισβητήσουμε τις μάλλον αφελείς πολιτικές προκαταλήψεις που εκδηλώνουν ενίοτε οι συγγραφείς τους. Εκείνο που καθιστά σκόπιμο να δώσουμε προσοχή σε αυτές τις μελέτες της συμπεριφοράς είναι η παραμέληση μιας από τις σημαντικότερες επιστημολογικές αρχές της ιστορίας, της αρχής της σημαντικότητας.
The representatives of these new sciences are not prepared to realize that they are historians and resorting to the methods of historical research. What frequently—but not always—distinguishes them from the regular historians is that, like the sociologists, they choose as the subject matter of their investigations conditions of the recent past and aspects of human conduct that most historians of former times used to neglect. More remarkable may be the fact that their treatises often suggest a definite policy, as allegedly “taught” by history, an attitude which most of the sound historians have abandoned long since. It is not our concern to criticize the methods applied in these books and articles nor to question the rather naive political prepossessions occasionally displayed by their authors. What makes it advisable to pay attention to these behavioral studies is their neglect of one of the most important epistemological principles of history, the principle of relevance.
Στην πειραματική έρευνα των φυσικών επιστημών, καθετί που μπορεί να παρατηρηθεί είναι αρκετά σημαντικό ώστε να καταγραφεί. Εφόσον, σύμφωνα με το a priori που βρίσκεται στην αφετηρία κάθε έρευνας στις φυσικές επιστήμες, οτιδήποτε συμβαίνει είναι αναπόφευκτο να συμβεί ως κανονικό αποτέλεσμα εκείνου που προηγήθηκε, κάθε συμβάν που παρατηρείται και περιγράφεται ορθά αποτελεί «γεγονός» που πρέπει να ενσωματωθεί στο σώμα της θεωρίας. Καμία περιγραφή μιας εμπειρίας δεν στερείται κάποιας συνάφειας με το σύνολο της γνώσης. Κατά συνέπεια, κάθε ερευνητικό εγχείρημα, εφόσον εκτελείται ευσυνείδητα και επιδέξια, πρέπει να θεωρείται συμβολή στην επιστημονική προσπάθεια της ανθρωπότητας.
In the experimental research of the natural sciences everything that can be observed is relevant enough to be recorded. As, according to the a priori that is at the outset of all research in the natural sciences, whatever happens is bound to happen as the regular effect of what preceded it, every correctly observed and described event is a “fact” that has to be integrated into the theoretical body of doctrine. No account of an experience is without some bearing on the whole of knowledge. Consequently, every research project, if conscientiously and skillfully performed, is to be considered as a contribution to mankind’s scientific effort.
Στις ιστορικές επιστήμες τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αυτές πραγματεύονται τις ανθρώπινες πράξεις: τις αξιολογικές κρίσεις που τις παρακίνησαν, την προσφορότητα των μέσων που επιλέχθηκαν για την επιτέλεσή τους και τα αποτελέσματα που αυτές επέφεραν. Καθένας από αυτούς τους παράγοντες διαδραματίζει τον δικό του ρόλο στη διαδοχή των συμβάντων. Κύριο έργο του ιστορικού είναι να προσδιορίσει όσο το δυνατόν ορθότερα την έκταση των αποτελεσμάτων κάθε παράγοντα. Αυτή η οιονεί ποσοτικοποίηση, αυτός ο προσδιορισμός της σημαντικότητας κάθε παράγοντα, αποτελεί μία από τις λειτουργίες που καλείται να επιτελέσει η ειδική κατανόηση των ιστορικών επιστημών.59
In the historical sciences it is different. They deal with human actions: the value judgments that incited them, the serviceableness of the means that were chosen for their performance, and the results brought about by them. Each of these factors plays its own role in the succession of events. It is the main task of the historian to assign as correctly as possible to every factor the range of its effects. This quasi quantification, this determination of each factor’s relevance, is one of the functions that the specific understanding of the historical sciences is called upon to perform.
Στο πεδίο της ιστορίας —με την ευρύτατη έννοια του όρου— υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων θεμάτων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ερευνητικών δραστηριοτήτων. Είναι ασήμαντο και άνευ νοήματος να ορίζεται με γενικούς όρους η «συμπεριφορά του ανθρώπου» ως πρόγραμμα των δραστηριοτήτων ενός επιστημονικού κλάδου. Ο άνθρωπος αποβλέπει σε άπειρο αριθμό διαφορετικών σκοπών και προσφεύγει σε άπειρο αριθμό διαφορετικών μέσων για την επίτευξή τους. Ο ιστορικός —ή, για τον ίδιο λόγο, ο επιστήμονας της συμπεριφοράς— πρέπει να επιλέγει ένα θέμα σημαντικό για τη μοίρα της ανθρωπότητας και, επομένως, και για τη διεύρυνση της γνώσης μας. Δεν πρέπει να σπαταλά τον χρόνο του σε επουσιώδη ζητήματα. Επιλέγοντας το θέμα του βιβλίου του, κατατάσσει ο ίδιος τον εαυτό του. Ο ένας γράφει την ιστορία της ελευθερίας, ο άλλος την ιστορία ενός χαρτοπαιγνίου. Ο ένας γράφει τη βιογραφία του Δάντη, ο άλλος τη βιογραφία του αρχισερβιτόρου ενός κοσμικού ξενοδοχείου.60
In the field of history (in the broadest sense of the term) there prevail considerable differences among the various topics that could be made the subject of research activities. It is insignificant and meaningless to determine in general terms “the behavior of man” as the program of a discipline’s activities. Man aims at an infinite number of different goals and resorts to an infinite number of different means for their attainment. The historian (or, for that matter, the behavioral scientist) must choose a subject of relevance for the fate of mankind and therefore also for the enlargement of our knowledge. He must not waste his time in trifles. In choosing the theme of his book he classifies himself. One man writes the history of liberty, another man the history of a card game. One man writes the biography of Dante, another the biography of a fashionable hotel’s headwaiter.
Καθώς τα μεγάλα θέματα του παρελθόντος της ανθρωπότητας έχουν ήδη εξεταστεί από τις παραδοσιακές ιστορικές επιστήμες, εκείνο που απομένει στις επιστήμες της συμπεριφοράς είναι λεπτομερείς μελέτες για τις απολαύσεις, τις λύπες και τα εγκλήματα του κοινού ανθρώπου. Για τη συλλογή πρόσφατου υλικού σχετικά με αυτά και παρόμοια ζητήματα δεν απαιτείται καμία ειδική γνώση ή τεχνική. Κάθε φοιτητής μπορεί αμέσως να αναλάβει κάποιο ερευνητικό εγχείρημα. Υπάρχει απεριόριστος αριθμός θεμάτων για διδακτορικές διατριβές και εκτενέστερες πραγματείες. Πολλές από αυτές πραγματεύονται εντελώς επουσιώδη θέματα, χωρίς καμία αξία για τον εμπλουτισμό της γνώσης μας.
As the great subjects of mankind’s past have already been dealt with by the traditional historical sciences, what is left to the behavioral sciences is detailed studies about the pleasures, sorrows, and crimes of the common man. To collect recent material about these and similar matters no special knowledge or technique is required. Every college boy can immediately embark upon some project. There is an unlimited number of subjects for doctoral dissertations and more sizable treatises. Many of them deal with quite trivial themes, devoid of any value for the enrichment of our knowledge.
Αυτές οι λεγόμενες επιστήμες της συμπεριφοράς έχουν επιτακτική ανάγκη ριζικού αναπροσανατολισμού υπό το πρίσμα της αρχής της σημαντικότητας. Είναι δυνατόν να γραφτεί ένα ογκώδες βιβλίο για οποιοδήποτε θέμα. Το ερώτημα, όμως, είναι αν ένα τέτοιο βιβλίο πραγματεύεται κάτι που έχει σημασία από τη σκοπιά της θεωρίας ή της πράξης.
These so-called behavioral sciences badly need a thorough reorientation from the point of view of the relevance principle. It is possible to write a voluminous book about every subject. But the question is whether such a book deals with something that counts as relevant from the point of view of theory or of practice.
Κεφάλαιο 6: Περαιτέρω Συνέπειες της Παραμέλησης της Οικονομικής Σκέψης
↗ στη σελίδα του βιβλίουFurther Implications of the Neglect of Economic Thinking
1. Η ζωολογική προσέγγιση των ανθρώπινων προβλημάτων
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Zoological Approach to Human Problems
Ο νατουραλισμός σκοπεύει να πραγματευθεί τα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης με τον τρόπο που η ζωολογία πραγματεύεται όλα τα άλλα έμβια όντα. Ο συμπεριφορισμός θέλει να εξαλείψει ό,τι διακρίνει την ανθρώπινη δράση από τη συμπεριφορά των ζώων. Σε αυτά τα σχήματα δεν απομένει χώρος για την ειδικώς ανθρώπινη ιδιότητα, το διακριτικό γνώρισμα του ανθρώπου, δηλαδή τη συνειδητή επιδίωξη επιλεγμένων σκοπών. Αγνοούν τον ανθρώπινο νου. Η έννοια της σκοπιμότητας τους είναι ξένη.
Naturalism plans to deal with the problems of human action in the way zoology deals with all other living beings. Behaviorism wants to obliterate what distinguishes human action from the behavior of animals. In these schemes there is no room left for the specific human quality, man’s distinctive feature, viz., the conscious striving after ends chosen. They ignore the human mind. The concept of finality is foreign to them.
Από ζωολογική άποψη, ο άνθρωπος είναι ζώο. Υπάρχει, όμως, μια θεμελιώδης διαφορά μεταξύ των συνθηκών όλων των άλλων ζώων και εκείνων του ανθρώπου. Κάθε έμβιο ον είναι εκ φύσεως αμείλικτος εχθρός κάθε άλλου έμβιου όντος, ιδίως όλων των άλλων μελών του δικού του είδους. Διότι τα μέσα διαβίωσης είναι σπάνια. Δεν επιτρέπουν σε όλα τα άτομα να επιβιώσουν και να ολοκληρώσουν την ύπαρξή τους έως το σημείο στο οποίο εξαντλείται πλήρως η έμφυτη ζωτικότητά τους. Αυτή η ασυμφιλίωτη σύγκρουση ζωτικών συμφερόντων επικρατεί πρωτίστως μεταξύ των μελών του ίδιου είδους, επειδή η επιβίωσή τους εξαρτάται από τις ίδιες τροφές. Η φύση είναι κυριολεκτικά «κόκκινη στα δόντια και στα νύχια».61
Zoologically seen, man is an animal. But there prevails a fundamental difference between the conditions of all other animals and those of man. Every living being is naturally the implacable enemy of every other living being, especially of all other members of his own species. For the means of subsistence are scarce. They do not permit all specimens to survive and to consummate their existence up to the point at which their inborn vitality is fully spent. This irreconcilable conflict of essential interests prevails first of all among the members of the same species because they depend for their survival on the same foodstuffs. Nature is literally “red in tooth and claw.”
Και ο άνθρωπος είναι ζώο. Διαφέρει, όμως, από όλα τα άλλα ζώα, καθώς, χάρη στον λόγο του, έχει ανακαλύψει τον μεγάλο κοσμικό νόμο της υψηλότερης παραγωγικότητας της συνεργασίας υπό την αρχή του καταμερισμού της εργασίας. Ο άνθρωπος είναι, όπως το διατύπωσε ο Αριστοτέλης, το «ζώον πολιτικόν», το κοινωνικό ζώο, αλλά είναι «κοινωνικός» όχι λόγω της ζωικής του φύσης, αλλά λόγω της ειδικώς ανθρώπινης ιδιότητάς του. Τα άτομα του δικού του ζωολογικού είδους δεν είναι, για το ανθρώπινο άτομο, θανάσιμοι εχθροί που αντιπαρατίθενται προς αυτό σε έναν ανελέητο βιολογικό ανταγωνισμό, αλλά συνεργάτες ή δυνητικοί συνεργάτες σε κοινές προσπάθειες βελτίωσης των εξωτερικών συνθηκών της δικής του ευημερίας. Ένα αγεφύρωτο χάσμα χωρίζει τον άνθρωπο από όλα εκείνα τα όντα που στερούνται της ικανότητας να συλλάβουν το νόημα της κοινωνικής συνεργασίας.
Man too is an animal. But he differs from all other animals as, by dint of his reason, he has discovered the great cosmic law of the higher productivity of cooperation under the principle of the division of labor. Man is, as Aristotle formulated it, the, the social animal, but he is “social” not on account of his animal nature, but on account of his specifically human quality. Specimens of his own zoological species are, for the human individual, not deadly enemies opposed to him in pitiless biological competition, but cooperators or potential cooperators in joint efforts to improve the external condition of his own welfare. An unbridgeable gulf separates man from all those beings that lack the ability to grasp the meaning of social cooperation.
2. Η προσέγγιση των «κοινωνικών επιστημών»
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Approach of the “Social Sciences”
Συνηθίζεται να υποστασιοποιείται η κοινωνική συνεργασία με τη χρήση του όρου «κοινωνία». Κάποια μυστηριώδης υπεράνθρωπη δύναμη, λέγεται, δημιούργησε την κοινωνία και απαιτεί επιτακτικά από τον άνθρωπο να θυσιάσει τις επιδιώξεις του μικροπρεπούς εγωισμού του προς όφελος της κοινωνίας.
It is customary to hypostatize social cooperation by employing the term “society.” Some mysterious superhuman agency, it is said, created society and peremptorily requires man to sacrifice the concerns of his petty egoism for the benefit of society.
Η επιστημονική πραγμάτευση των σχετικών προβλημάτων εκκινεί από τη ριζική απόρριψη αυτής της μυθολογικής προσέγγισης. Εκείνο από το οποίο παραιτείται το άτομο για να συνεργαστεί με άλλα άτομα δεν είναι τα προσωπικά του συμφέροντα, αντιτιθέμενα προς το συμφέρον της κοινωνίας-φαντάσματος. Παραιτείται από ένα άμεσο όφελος προκειμένου να αποκομίσει αργότερα ένα μεγαλύτερο όφελος. Η θυσία του είναι προσωρινή. Επιλέγει μεταξύ των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων συμφερόντων του, εκείνων που οι κλασικοί οικονομολόγοι συνήθιζαν να αποκαλούν «ορθώς εννοούμενα» συμφέροντά του.
The scientific treatment of the problems involved starts with the radical rejection of this mythological approach. What the individual forgoes in order to cooperate with other individuals is not his personal interests opposed to that of the phantom society. He forsakes an immediate boon in order to reap at a later date a greater boon. His sacrifice is provisional. He chooses between his interests in the short run and his interests in the long run, those which the classical economists used to call his “rightly understood” interests.
Η ωφελιμιστική φιλοσοφία δεν αντιμετωπίζει τους κανόνες της ηθικής ως αυθαίρετους νόμους που επιβάλλει στον άνθρωπο μια τυραννική Θεότητα και προς τους οποίους ο άνθρωπος οφείλει να συμμορφώνεται χωρίς να θέτει περαιτέρω ερωτήματα. Η συμπεριφορά σύμφωνα με τους κανόνες που απαιτούνται για τη διατήρηση της κοινωνικής συνεργασίας αποτελεί για τον άνθρωπο το μόνο μέσο ασφαλούς επίτευξης όλων εκείνων των σκοπών που θέλει να επιτύχει.
The utilitarian philosophy does not look upon the rules of morality as upon arbitrary laws imposed upon man by a tyrannical Deity with which man has to comply without asking any further questions. To behave in compliance with the rules that are required for the preservation of social cooperation is for man the only means to attain safely all those ends that he wants to attain.
Οι απόπειρες απόρριψης αυτής της ορθολογιστικής ερμηνείας της ηθικής από τη σκοπιά της χριστιανικής διδασκαλίας είναι μάταιες. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη διδασκαλία της χριστιανικής θεολογίας και φιλοσοφίας, ο Θεός δημιούργησε τον ανθρώπινο νου προικίζοντας τον άνθρωπο με την ικανότητα της σκέψης. Εφόσον τόσο η αποκάλυψη όσο και ο ανθρώπινος λόγος αποτελούν εκδηλώσεις της δύναμης του Κυρίου, δεν μπορεί τελικά να υπάρχει καμία διαφωνία μεταξύ τους. Ο Θεός δεν αντιφάσκει προς τον εαυτό του. Έργο της φιλοσοφίας και της θεολογίας είναι να καταδείξουν τη συμφωνία μεταξύ αποκάλυψης και λόγου. Αυτό ήταν το πρόβλημα του οποίου την επίλυση επιδίωξαν η πατερική και η σχολαστική φιλοσοφία.62 Οι περισσότεροι από αυτούς τους στοχαστές αμφέβαλλαν αν ο ανθρώπινος νους, χωρίς τη συνδρομή της αποκάλυψης, θα μπορούσε να αποκτήσει επίγνωση όσων δίδασκαν τα δόγματα, ιδίως εκείνα της Ενανθρώπισης και της Αγίας Τριάδας. Δεν εξέφραζαν, όμως, σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα του ανθρώπινου λόγου από κάθε άλλη άποψη.
The attempts to reject this rationalistic interpretation of morality from the point of view of Christian teachings are futile. According to the fundamental doctrine of Christian theology and philosophy, God has created the human mind in endowing man with his faculty of thinking. As both revelation and human reason are manifestations of the Lord’s might, there cannot be ultimately any disagreement between them. God does not contradict himself. It is the object of philosophy and theology to demonstrate the concord between revelation and reason. Such was the problem the solution of which patristic and scholastic philosophy tried to achieve. Most of these thinkers doubted whether the human mind, unaided by revelation, would have been able to become aware of what the dogmas, especially those of the Incarnation and of the Trinity, taught. But they did not express serious doubts concerning the faculty of human reason in all other regards.
Οι διαδεδομένες επιθέσεις κατά της κοινωνικής φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και της ωφελιμιστικής θεωρίας, όπως τη δίδασκαν οι κλασικοί οικονομολόγοι, δεν προήλθαν από τη χριστιανική θεολογία, αλλά από θεϊστικούς, αθεϊστικούς και αντιθεϊστικούς συλλογισμούς. Θεωρούν δεδομένη την ύπαρξη ορισμένων συλλογικοτήτων και δεν διερωτώνται ούτε πώς δημιουργήθηκαν αυτές οι συλλογικότητες ούτε υπό ποια έννοια «υπάρχουν». Αποδίδουν στη συλλογικότητα της επιλογής τους —την ανθρωπότητα (humanité), τη φυλή, το έθνος (με την έννοια που αποδίδεται στον όρο στα αγγλικά και στα γαλλικά και η οποία αντιστοιχεί στο γερμανικό Staat), την εθνότητα (το σύνολο όλων όσοι μιλούν την ίδια γλώσσα), την κοινωνική τάξη (με τη μαρξική έννοια) και ορισμένες άλλες— όλα τα γνωρίσματα των δρώντων ατόμων. Υποστηρίζουν ότι η πραγματικότητα αυτών των συλλογικοτήτων μπορεί να γίνει άμεσα αντιληπτή και ότι αυτές υπάρχουν ανεξάρτητα από τις πράξεις των ατόμων που ανήκουν σε αυτές και πάνω από αυτές τις πράξεις. Υποθέτουν ότι ο ηθικός νόμος υποχρεώνει το άτομο να υποτάσσει τις «μικροπρεπείς» ιδιωτικές επιθυμίες και τα συμφέροντά του σε εκείνα της συλλογικότητας στην οποία ανήκει «δικαιωματικά» και στην οποία οφείλει ανεπιφύλακτη αφοσίωση. Το άτομο που επιδιώκει τα δικά του συμφέροντα ή προτιμά την αφοσίωση σε μια «κίβδηλη» συλλογικότητα αντί της αφοσίωσης στην «αληθινή» συλλογικότητα είναι απλώς ανυπότακτο.
The popular attacks upon the social philosophy of the Enlightenment and the utilitarian doctrine as taught by the classical economists did not originate from Christian theology, but from theistic, atheistic, and antitheistic reasoning. They take for granted the existence of some collectives and ask neither how such collectives came into existence nor in what sense they “exist.” They ascribe to the collective of their choice—mankind (humanité), race, nation (in the sense attached to this term in English and in French, which corresponds to the German Staat) nationality (the totality of all people speaking the same language), social class (in the Marxian sense), and some others—all the attributes of acting individuals. They maintain that the reality of these collectives can be perceived directly and that they exist apart from and above the actions of the individuals who belong to them. They assume that the moral law obliges the individual to subordinate his “petty” private desires and interests to those of the collective to which he belongs “by rights” and to which he owes unconditional allegiance. The individual who pursues his own interests or prefers loyalty to a “counterfeit” collective to that of the “true” collective is just a refractory.
Το κύριο χαρακτηριστικό του κολεκτιβισμού είναι ότι δεν λαμβάνει υπόψη τη βούληση και τον ηθικό αυτοκαθορισμό του ατόμου. Υπό το πρίσμα της φιλοσοφίας του, το άτομο γεννιέται μέσα σε μια συλλογικότητα και είναι «φυσικό» και πρέπον να συμπεριφέρεται όπως αναμένεται να συμπεριφέρονται τα μέλη αυτής της συλλογικότητας. Από ποιον αναμένεται; Βεβαίως, από εκείνα τα άτομα στα οποία, σύμφωνα με τις μυστηριώδεις βουλές κάποιας μυστηριώδους δύναμης, έχει ανατεθεί το έργο του καθορισμού της συλλογικής βούλησης και της κατεύθυνσης των πράξεων της συλλογικότητας.
The main characteristic of collectivism is that it does not take notice of the individual’s will and moral self-determination. In the light of its philosophy the individual is born into a collective and it is “natural” and proper for him to behave as members of this collective are expected to behave. Expected by whom?
Of course, by those individuals to whom, by the mysterious decrees of some mysterious agency, the task of determining the collective will and directing the actions of the collective has been entrusted.
Στο Παλαιό Καθεστώς, ο αυταρχισμός βασιζόταν σε ένα είδος θεοκρατικής θεωρίας. Ο κεχρισμένος βασιλιάς κυβερνούσε ελέω Θεού· η εντολή του προερχόταν από τον Θεό. Ήταν η προσωποποίηση του βασιλείου. Η «Γαλλία» ήταν η ονομασία τόσο του βασιλιά όσο και της χώρας· τα παιδιά του βασιλιά ήταν enfants de France. Οι υπήκοοι που αψηφούσαν τις βασιλικές εντολές ήταν στασιαστές.
In the ancien régime authoritarianism was based upon a kind of theocratic doctrine. The anointed king ruled by the grace of God; his mandate was from God. He was the personification of the realm. “France” was the name both of the king and of the country; the king’s children were enfants de France. Subjects who defied the royal orders were rebels.
Η κοινωνική φιλοσοφία του Διαφωτισμού απέρριψε αυτή την αξίωση. Αποκάλεσε όλους τους Γάλλους enfants de la patrie, παιδιά της πατρίδας. Δεν θα επιβαλλόταν πλέον αναγκαστική ομοφωνία σε όλα τα ουσιώδη και πολιτικά ζητήματα. Ο θεσμός της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης —της διακυβέρνησης από τον λαό— αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι μπορεί να διαφωνούν ως προς τα πολιτικά ζητήματα και ότι όσοι συμμερίζονται τις ίδιες απόψεις συνενώνονται σε κόμματα. Το κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία κυβερνά όσο υποστηρίζεται από την πλειοψηφία.
The social philosophy of the Enlightenment rejected this presumption. It called all Frenchmen enfants de la patrie, children of the fatherland. No longer was compulsory unanimity in all essential and political matters to be enforced. The institution of representative government—government by the people—acknowledges the fact that people may disagree with regard to political issues and that those sharing the same opinions consort with one another in parties. The party in office rules as long as it is supported by the majority.
Ο νέος αυταρχισμός του κολεκτιβισμού στιγματίζει αυτόν τον «σχετικισμό» ως αντίθετο προς την ανθρώπινη φύση. Η συλλογικότητα αντιμετωπίζεται ως οντότητα υπεράνω των επιδιώξεων των ατόμων. Είναι αδιάφορο αν τα άτομα συμφωνούν αυθόρμητα ή όχι με τις επιδιώξεις του συνόλου. Σε κάθε περίπτωση, είναι καθήκον τους να συμφωνούν. Δεν υπάρχουν κόμματα· υπάρχει μόνο η συλλογικότητα.63 Όλοι οι άνθρωποι δεσμεύονται ηθικά να συμμορφώνονται προς τις εντολές της συλλογικότητας. Εάν παρακούσουν, εξαναγκάζονται να υποκύψουν. Αυτό αποκάλεσε ο Ρώσος στρατάρχης Zhukov «ιδεαλιστικό σύστημα», σε αντιδιαστολή προς το «υλιστικό σύστημα» του δυτικού ατομικισμού, το οποίο ο επικεφαλής στρατηγός των αμερικανικών δυνάμεων βρήκε «λίγο δύσκολο» να υπερασπιστεί.64
The neoauthoritarianism of collectivism stigmatizes this “relativism” as contrary to human nature. The collective is seen as an entity above the concerns of the individuals. It is immaterial whether or not the individuals spontaneously agree with the concerns of the whole. At any rate it is their duty to agree. There are no parties; there is only the collective. All the people are morally bound to comply with the collective’s orders. If they disobey, they are forced to yield. This is what the Russian Marshal Zhukov called the “idealistic system” as opposed to the “materialistic system” of Western individualism that the commanding general of the American forces found “a little difficult” to defend.
Οι «κοινωνικές επιστήμες» είναι αφοσιωμένες στη διάδοση της κολεκτιβιστικής θεωρίας. Δεν σπαταλούν λόγια στο μάταιο έργο της άρνησης της ύπαρξης των ατόμων ή της απόδειξης της φαυλότητάς τους. Ορίζοντας ως αντικείμενο των κοινωνικών επιστημών την ενασχόληση με «τις δραστηριότητες του ατόμου ως μέλους μιας ομάδας»65 και υπονοώντας ότι οι κοινωνικές επιστήμες, οριζόμενες κατ’ αυτόν τον τρόπο, καλύπτουν όλα όσα δεν ανήκουν στις φυσικές επιστήμες, απλώς αγνοούν την ύπαρξη του ατόμου. Κατά την άποψή τους, η ύπαρξη ομάδων ή συλλογικοτήτων αποτελεί έσχατο δεδομένο. Δεν επιχειρούν να αναζητήσουν τους παράγοντες που κάνουν τα άτομα να συνεργάζονται μεταξύ τους και να δημιουργούν έτσι ό,τι αποκαλείται ομάδες ή συλλογικότητες. Γι’ αυτές, η συλλογικότητα, όπως η ζωή ή ο νους, είναι πρωταρχικό φαινόμενο του οποίου η προέλευση δεν μπορεί να αναχθεί από την επιστήμη στη λειτουργία κάποιου άλλου φαινομένου. Κατά συνέπεια, οι κοινωνικές επιστήμες αδυνατούν να εξηγήσουν πώς είναι δυνατόν να υπάρχει πλήθος συλλογικοτήτων και τα ίδια άτομα να είναι ταυτοχρόνως μέλη διαφορετικών συλλογικοτήτων.
The “social sciences” are committed to the propagation of the collectivistic doctrine. They do not waste any words on the hopeless task of denying the existence of individuals or proving their villainy. In defining as the objective of the social sciences concern with “the activities of the individual as a member of a group” and implying that the social sciences so defined cover everything that does not belong to the natural sciences, they simply ignore the existence of the individual. In their view, the existence of groups or collectives is an ultimate given. They do not attempt to search for the factors that make individuals cooperate with one another and thus create what is called groups or collectives. For them the collective, like life or mind, is a primary phenomenon the origin of which science cannot trace back to the operation of some other phenomenon. Consequently, the social sciences are at a loss to explain how it can happen that there exists a multitude of collectives and that the same individuals are at the same time members of different collectives.
Η οικονομική επιστήμη ή καταλλακτική, ο μόνος κλάδος των θεωρητικών επιστημών της ανθρώπινης δράσης που έχει αναπτυχθεί μέχρι σήμερα, αντιμετωπίζει τις συλλογικότητες ως δημιουργήματα της συνεργασίας των ατόμων. Καθοδηγούμενοι από την ιδέα ότι συγκεκριμένοι επιδιωκόμενοι σκοποί μπορούν να επιτευχθούν είτε καλύτερα είτε μόνο μέσω της συνεργασίας, οι άνθρωποι συνδέονται μεταξύ τους σε σχέσεις συνεργασίας και έτσι δημιουργούν ό,τι αποκαλείται ομάδες ή συλλογικότητες ή απλώς ανθρώπινη κοινωνία.
Economics or catallactics, the only branch of the theoretical sciences of human action that has up to now been elaborated, views the collectives as creations of the cooperation of individuals. Guided by the idea that definite ends sought can be attained either better or only by cooperation, men associate with one another in cooperation and thus bring forth what is called groups or collectives or simply human society.
Το κατεξοχήν πρότυπο κολεκτιβοποίησης ή κοινωνικοποίησης είναι η οικονομία της αγοράς και η θεμελιώδης αρχή της συλλογικής δράσης είναι η αμοιβαία ανταλλαγή υπηρεσιών, το do ut des. Το άτομο προσφέρει και εξυπηρετεί προκειμένου να ανταμειφθεί με τις προσφορές και τις υπηρεσίες των συνανθρώπων του. Παραχωρεί ό,τι αξιολογεί λιγότερο, προκειμένου να λάβει κάτι που, τη στιγμή της συναλλαγής, θεωρεί περισσότερο επιθυμητό. Ανταλλάσσει —αγοράζει ή πωλεί— επειδή πιστεύει ότι αυτό είναι το πιο επωφελές πράγμα που μπορεί να κάνει εκείνη τη στιγμή.
The paragon of collectivization or socialization is the market economy, and the fundamental principle of collective action is the mutual exchange of services, the do ut des. The individual gives and serves in order to be rewarded by his fellow men’s gifts and services. He gives away what he values less in order to receive something that at the moment of the transaction he considers as more desirable. He exchanges—buys or sells—because he thinks that this is the most advantageous thing he can do at the time.
Η διανοητική κατανόηση όσων κάνουν τα άτομα όταν ανταλλάσσουν εμπορεύματα και υπηρεσίες έχει συσκοτιστεί από τον τρόπο με τον οποίο οι κοινωνικές επιστήμες έχουν διαστρεβλώσει το νόημα όλων των σχετικών όρων. Στην ορολογία τους, «κοινωνία» δεν σημαίνει το αποτέλεσμα που επιφέρει η αντικατάσταση των μεμονωμένων προσπαθειών των ατόμων να βελτιώσουν τις συνθήκες τους από την αμοιβαία συνεργασία μεταξύ τους· σημαίνει μια μυθική συλλογική οντότητα, στο όνομα της οποίας μια ομάδα κυβερνώντων καλείται να φροντίσει όλους τους συνανθρώπους της. Χρησιμοποιούν αναλόγως το επίθετο «κοινωνικός» και το ουσιαστικό «κοινωνικοποίηση».
The intellectual comprehension of what individuals do in exchanging commodities and services has been obscured by the way in which the social sciences have distorted the meaning of all the terms concerned. In their jargon “society” does not mean the result brought about by the substitution of mutual cooperation among individuals for the isolated efforts of individuals to improve their conditions; it signifies a mythical collective entity in whose name a group of governors is expected to take care of all their fellow men. They employ the adjective “social” and the noun “socialization” accordingly.
Η κοινωνική συνεργασία μεταξύ ατόμων —η κοινωνία— μπορεί να βασίζεται είτε στον αυθόρμητο συντονισμό είτε στη διαταγή και την υποταγή· κατά την ορολογία του Henry Sumner Maine, είτε στη σύμβαση είτε στο καθεστώς. Στη δομή της κοινωνίας της σύμβασης το άτομο εντάσσεται αυθόρμητα· στη δομή της κοινωνίας του καθεστώτος, η θέση και οι λειτουργίες του —τα καθήκοντά του— του ανατίθενται από εκείνους που διευθύνουν τον κοινωνικό μηχανισμό καταναγκασμού και καταπίεσης. Ενώ στην κοινωνία της σύμβασης αυτός ο μηχανισμός —η κυβέρνηση ή το κράτος— παρεμβαίνει μόνο για να καταστείλει βίαιες ή δόλιες μεθοδεύσεις ανατροπής του συστήματος αμοιβαίας ανταλλαγής υπηρεσιών, στην κοινωνία του καθεστώτος διατηρεί σε λειτουργία ολόκληρο το σύστημα με διαταγές και απαγορεύσεις.
Social cooperation among individuals—society—can be based either upon spontaneous coordination or upon command and subordination; in the terminology of Henry Sumner Maine, either upon contract or upon status. Into the structure of the contract society the individual integrates himself spontaneously; in the structure of the status society his place and functions—his duties—are assigned to him by those in command of the social apparatus of compulsion and oppression. While in the contract society this apparatus—the government or the state—interferes only in order to quell violent or fraudulent machinations to subvert the system of mutual exchange of services, in the status society it keeps the whole system going by orders and prohibitions.
Η οικονομία της αγοράς δεν επινοήθηκε από κάποια μεγαλοφυΐα· δεν σχεδιάστηκε πρώτα ως ουτοπικό σχήμα και κατόπιν τέθηκε σε λειτουργία. Αυθόρμητες πράξεις ατόμων, που δεν απέβλεπαν σε τίποτε άλλο παρά στη βελτίωση της δικής τους κατάστασης ικανοποίησης, υπονόμευσαν βήμα προς βήμα το κύρος του καταναγκαστικού συστήματος του καθεστώτος. Μόνο τότε, όταν η ανώτερη αποτελεσματικότητα της οικονομικής ελευθερίας δεν μπορούσε πλέον να αμφισβητηθεί, εμφανίστηκε στο προσκήνιο η κοινωνική φιλοσοφία και κατέρριψε την ιδεολογία του συστήματος του καθεστώτος. Η πολιτική υπεροχή των υποστηρικτών της προκαπιταλιστικής τάξης καταλύθηκε με εμφύλιους πολέμους. Η ίδια η οικονομία της αγοράς δεν ήταν προϊόν βίαιης δράσης —επαναστάσεων— αλλά μιας σειράς βαθμιαίων ειρηνικών μεταβολών. Οι συνδηλώσεις του όρου «βιομηχανική επανάσταση» είναι απολύτως παραπλανητικές.
The market economy was not devised by a master mind; it was not first planned as an Utopian scheme and then put to work. Spontaneous actions of individuals, aiming at nothing else than at the improvement of their own state of satisfaction, undermined the prestige of the coercive status system step by step. Then only, when the superior efficiency of economic freedom could no longer be questioned, social philosophy entered the scene and demolished the ideology of the status system. The political supremacy of the supporters of the precapitalistic order was annulled by civil wars. The market economy itself was not a product of violent action—of revolutions—but of a series of gradual peaceful changes. The implications of the term “industrial revolution” are utterly misleading.
4. Μια παρατήρηση σχετικά με τη νομική ορολογία
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. A Remark about Legal Terminology
Στην πολιτική σφαίρα, η βίαιη ανατροπή των προκαπιταλιστικών μεθόδων διακυβέρνησης οδήγησε στην πλήρη εγκατάλειψη των φεουδαρχικών εννοιών του δημόσιου δικαίου και στην ανάπτυξη μιας νέας συνταγματικής θεωρίας, με νομικές έννοιες και όρους άγνωστους προηγουμένως. (Μόνο στην Αγγλία, όπου ο μετασχηματισμός του συστήματος της βασιλικής υπεροχής αρχικά σε σύστημα υπεροχής μιας κάστας προνομιούχων γαιοκτημόνων και κατόπιν σε σύστημα αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης με δικαίωμα ψήφου των ενηλίκων πραγματοποιήθηκε μέσω μιας διαδοχής ειρηνικών μεταβολών,66 διατηρήθηκε ως επί το πλείστον η ορολογία του Παλαιού Καθεστώτος, ενώ το αρχικό της νόημα είχε προ πολλού πάψει να έχει οποιαδήποτε πρακτική εφαρμογή.) Στη σφαίρα του αστικού δικαίου, η μετάβαση από τις προκαπιταλιστικές στις καπιταλιστικές συνθήκες πραγματοποιήθηκε μέσω μιας μακράς σειράς μικρών μεταβολών, χάρη στις πράξεις ανθρώπων που δεν είχαν τη δύναμη να μεταβάλουν τυπικά τους παραδοσιακούς νομικούς θεσμούς και τις έννοιες. Οι νέες μέθοδοι επιχειρηματικής δραστηριότητας γέννησαν νέους κλάδους δικαίου, οι οποίοι αναπτύχθηκαν από παλαιότερα εμπορικά έθιμα και πρακτικές. Όσο ριζικά, όμως, και αν μετασχημάτισαν αυτές οι νέες μέθοδοι την ουσία και το νόημα των παραδοσιακών νομικών θεσμών, θεωρούνταν ότι οι όροι και οι έννοιες του παλαιού δικαίου που παρέμεναν σε χρήση εξακολουθούσαν να δηλώνουν τις ίδιες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που δήλωναν σε περασμένες εποχές. Η διατήρηση των παραδοσιακών όρων εμποδίζει τους επιφανειακούς παρατηρητές να αντιληφθούν την πλήρη σημασία των θεμελιωδών μεταβολών που συντελέστηκαν. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα παρέχει η χρήση της έννοιας της ιδιοκτησίας.
In the political sphere the violent overthrow of the precapitalistic methods of government resulted in the complete abandonment of the feudal concepts of public law and the development of a new constitutional doctrine with legal concepts and terms unknown before. (Only in England, where the transformation of the system of royal supremacy first into that of the supremacy of a caste of privileged landowners and then into that of representative government with adult franchise was effected by a succession of peaceful changes, was the terminology of the ancien régime for the most part preserved while its original meaning had long since become devoid of any practical applicability.) In the sphere of civil law the transition from precapitalistic to capitalistic conditions was brought about by a long series of small changes through the actions of people who lacked the power to alter formally the traditional legal institutions and concepts. The new methods of doing business generated new branches of law that were developed out of older business customs and practices. But however radically these new methods transformed the essence and the meaning of the traditional legal institutions, it was assumed that those terms and concepts of the old law that remained in use continued to signify the same social and economic conditions they had signified in ages gone by. The retention of the traditional terms prevents superficial observers from noticing the full significance of the fundamental changes effected. The outstanding example is provided by the use of the concept of property.
Όπου επικρατεί, σε γενικές γραμμές, η οικονομική αυτάρκεια κάθε νοικοκυριού και, κατά συνέπεια, δεν υπάρχει τακτική ανταλλαγή για το κατά πολύ μεγαλύτερο μέρος όλων των προϊόντων, το νόημα της ιδιοκτησίας παραγωγικών αγαθών δεν διαφέρει από το νόημα της ιδιοκτησίας καταναλωτικών αγαθών. Σε κάθε περίπτωση, η ιδιοκτησία εξυπηρετεί αποκλειστικά τον ιδιοκτήτη. Το να κατέχει κανείς κάτι, είτε παραγωγικό είτε καταναλωτικό αγαθό, σημαίνει ότι το έχει μόνο για τον εαυτό του και το χρησιμοποιεί για τη δική του ικανοποίηση.
Where there by and large prevails economic self-sufficiency of every household, and consequently there is for the much greater part of all products no regular exchange, the meaning of property in producers’ goods does not differ from the meaning of property in consumers’ goods. In each case property serves the owner exclusively. To own something, whether a producers’ good or a consumers’ good, means to have it for oneself alone and to deal with it for one’s own satisfaction.
Στο πλαίσιο μιας οικονομίας της αγοράς, όμως, τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Ο ιδιοκτήτης παραγωγικών αγαθών αναγκάζεται να τα χρησιμοποιεί για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Χάνει την ιδιοκτησία του εάν άλλοι άνθρωποι τον υπερκεράσουν εξυπηρετώντας καλύτερα τους καταναλωτές. Στην οικονομία της αγοράς, η ιδιοκτησία αποκτάται και διατηρείται μέσω της εξυπηρέτησης του κοινού και χάνεται όταν το κοινό δυσαρεστείται με τον τρόπο με τον οποίο εξυπηρετείται. Η ιδιωτική ιδιοκτησία των συντελεστών παραγωγής αποτελεί, ούτως ειπείν, εντολή του κοινού, η οποία ανακαλείται μόλις οι καταναλωτές θεωρήσουν ότι άλλοι άνθρωποι θα την αξιοποιούσαν αποτελεσματικότερα. Μέσω του συστήματος κέρδους και ζημίας, οι ιδιοκτήτες αναγκάζονται να διαχειρίζονται τη «δική τους» ιδιοκτησία σαν να ήταν ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων, η οποία τους έχει εμπιστευθεί υπό την υποχρέωση να την αξιοποιούν για την καλύτερη δυνατή ικανοποίηση των ουσιαστικών δικαιούχων, των καταναλωτών. Όλοι οι συντελεστές παραγωγής, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπινου συντελεστή, δηλαδή της εργασίας, υπηρετούν το σύνολο των μελών της οικονομίας της αγοράς. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα και ο χαρακτήρας της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των υλικών συντελεστών παραγωγής υπό τον καπιταλισμό. Μπόρεσε να αγνοηθεί και να παρερμηνευθεί μόνο επειδή οι άνθρωποι —οικονομολόγοι και νομικοί, καθώς και μη ειδικοί— παραπλανήθηκαν από το γεγονός ότι η νομική έννοια της ιδιοκτησίας, όπως αναπτύχθηκε από τις νομικές πρακτικές και θεωρίες των προκαπιταλιστικών εποχών, διατηρήθηκε αμετάβλητη ή μόνο ελαφρώς τροποποιημένη, αφού το πραγματικό της νόημα είχε μεταβληθεί ριζικά.67
But it is quite a different thing in the frame of a market economy. The owner of producers’ goods is forced to employ them for the best possible satisfaction of the wants of the consumers. He forfeits his property if other people eclipse him by better serving the consumers. In the market economy property is acquired and preserved by serving the public and is lost when the public becomes dissatisfied with the way in which it is served. Private property in the factors of production is a public mandate, as it were, which is withdrawn as soon as the consumers think that other people would employ it more efficiently. By the instrumentality of the profit-and-loss system, the owners are forced to deal with “their” property as if it were other peoples’ property entrusted to them under the obligation to utilize it for the best possible satisfaction of the virtual beneficiaries, the consumers. All factors of production, including also the human factor, viz., labor, serve the totality of the members of the market economy. Such is the real meaning and character of private property in the material factors of production under capitalism. It could be ignored and misinterpreted only because people—economists and lawyers as well as laymen—had been led astray by the fact that the legal concept of property as developed by the juridical practices and doctrines of precapitalistic ages has been retained unchanged or only slightly altered after its effective meaning had been radically altered.
Είναι αναγκαίο να πραγματευθούμε αυτό το ζήτημα σε μια ανάλυση των επιστημολογικών προβλημάτων των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, επειδή δείχνει πόσο ριζικά διαφέρει η προσέγγιση της σύγχρονης πραξεολογίας από εκείνη των παραδοσιακών, παλαιότερων τρόπων μελέτης των κοινωνικών συνθηκών. Τυφλωμένες από την άκριτη αποδοχή των νομικιστικών θεωριών των προκαπιταλιστικών εποχών, γενεές συγγραφέων απέτυχαν πλήρως να διακρίνουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικονομίας της αγοράς και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής εντός της. Κατά την άποψή τους, οι κεφαλαιούχοι και οι επιχειρηματίες εμφανίζονται ως ανεξέλεγκτοι αυταρχικοί άρχοντες που διαχειρίζονται τις οικονομικές υποθέσεις προς ίδιον όφελος, χωρίς καμία μέριμνα για τις επιδιώξεις των υπόλοιπων ανθρώπων. Παρουσιάζουν το κέρδος ως άδικο χρηματικό όφελος που προέρχεται από την «εκμετάλλευση» των εργαζομένων και των καταναλωτών. Η παθιασμένη καταγγελία του κέρδους τούς εμπόδισε να αντιληφθούν ότι ακριβώς η αναγκαιότητα επίτευξης κερδών και αποφυγής ζημιών είναι εκείνη που αναγκάζει τους «εκμεταλλευτές» να ικανοποιούν τους καταναλωτές στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, προμηθεύοντάς τους με εκείνα τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες που ζητούν πιο επιτακτικά. Οι καταναλωτές είναι κυρίαρχοι επειδή καθορίζουν τελικά τι πρέπει να παραχθεί, σε ποια ποσότητα και ποιας ποιότητας.
It is necessary to deal with this issue in an analysis of the epistemological problems of the sciences of human action because it shows how radically the approach of modern praxeology differs from that of the traditional older ways of studying social conditions. Blinded by the uncritical acceptance of the legalistic doctrines of precapitalistic ages, generations of authors entirely failed to see the characteristic features of the market economy and of private ownership of the means of production within the market economy. In their view, the capitalists and entrepreneurs appear as irresponsible autocrats administering economic affairs for their own benefit without any regard for the concerns of the rest of the people. They depict profit as unfair lucre derived from the “exploitation” of the employees and the consumers. Their passionate denunciation of profit prevented them from realizing that it is precisely the necessity to make profits and to avoid losses that forces the “exploiters” to satisfy the consumers to the best of their abilities by supplying them with those commodities and services they are most urgently asking for. The consumers are sovereign because they ultimately determine what has to be produced, in what quantity, and of what quality.
Ένα από τα χαρακτηριστικά της οικονομίας της αγοράς είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα προβλήματα που θέτει η βιολογική, ηθική και διανοητική ανισότητα των ανθρώπων.
One of the characteristics of the market economy is the specific way in which it deals with the problems offered by the biological, moral, and intellectual inequality of men.
Στις προκαπιταλιστικές εποχές, τα ανώτερα, δηλαδή τα ευφυέστερα και αποτελεσματικότερα άτομα, υπέτασσαν και υποδούλωναν τις μάζες των λιγότερο αποτελεσματικών συνανθρώπων τους. Στην κοινωνία του καθεστώτος υπάρχουν κάστες· υπάρχουν κύριοι και υπάρχουν υπηρέτες. Όλες οι υποθέσεις διευθύνονται προς αποκλειστικό όφελος των πρώτων, ενώ οι δεύτεροι αναγκάζονται να μοχθούν για τους κυρίους τους.
In the precapitalistic ages the superior, i.e., the smarter and more efficient individuals, subdued and enthralled the masses of their less efficient fellows. In the status society there are castes; there are lords and there are servants. All affairs are managed for the sole benefit of the former, while the latter have to drudge for their masters.
Στην οικονομία της αγοράς, οι ανώτεροι άνθρωποι εξαναγκάζονται, μέσω του συστήματος κέρδους και ζημίας, να υπηρετούν τις επιδιώξεις όλων, συμπεριλαμβανομένων των μαζών των κατώτερων ανθρώπων. Στο πλαίσιό της, οι πλέον επιθυμητές θέσεις μπορούν να κατακτηθούν μόνο μέσω πράξεων που ωφελούν όλους τους ανθρώπους. Οι μάζες, υπό την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, καθορίζουν τελικά τα εισοδήματα και τον πλούτο του καθενός. Εμπιστεύονται τον έλεγχο των κεφαλαιουχικών αγαθών σε όσους γνωρίζουν πώς να τα χρησιμοποιούν για τη δική τους, δηλαδή των μαζών, καλύτερη ικανοποίηση.
In the market economy the better people are forced by the instrumentality of the profit-and-loss system to serve the concerns of everybody, including the hosts of inferior people. In its frame the most desirable situations can be attained only by actions that benefit all the people. The masses, in their capacity as consumers, ultimately determine everybody’s revenues and wealth. They entrust control of the capital goods to those who know how to employ them for their own, i.e., the masses’, best satisfaction.
Είναι, βεβαίως, αλήθεια ότι στην οικονομία της αγοράς δεν ευημερούν περισσότερο εκείνοι που, από τη σκοπιά μιας φωτισμένης κρίσης, θα έπρεπε να θεωρούνται τα πλέον εξέχοντα άτομα του ανθρώπινου είδους. Οι άξεστες ορδές των κοινών ανθρώπων δεν είναι ικανές να αναγνωρίσουν όπως πρέπει την αξία εκείνων που υπερβαίνουν τη δική τους αθλιότητα. Κρίνουν τους πάντες από τη σκοπιά της ικανοποίησης των επιθυμιών τους. Έτσι, οι πρωταθλητές της πυγμαχίας και οι συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών απολαμβάνουν μεγαλύτερο κύρος και κερδίζουν περισσότερα χρήματα από τους φιλοσόφους και τους ποιητές. Όσοι θρηνολογούν γι’ αυτό το γεγονός έχουν ασφαλώς δίκιο. Δεν θα μπορούσε, όμως, να επινοηθεί κανένα κοινωνικό σύστημα που να ανταμείβει δίκαια τις συνεισφορές του καινοτόμου, του οποίου η μεγαλοφυΐα οδηγεί την ανθρωπότητα σε ιδέες άγνωστες προηγουμένως και, ως εκ τούτου, αρχικά απορριπτόμενες από όλους όσοι στερούνται την ίδια έμπνευση.
It is, of course, true that in the market economy not those fare best who, from the point of view of an enlightened judgment, ought to be considered as the most eminent individuals of the human species. The uncouth hordes of common men are not fit to recognize duly the merits of those who eclipse their own wretchedness. They judge everybody from the point of view of the satisfaction of their desires. Thus, boxing champions and authors of detective stories enjoy a higher prestige and earn more money than philosophers and poets. Those who bemoan this fact are certainly right. But no social system could be devised that would fairly reward the contributions of the innovator whose genius leads mankind to ideas unknown before and therefore first rejected by all those who lack the same inspiration.
Εκείνο που επιφέρει η λεγόμενη δημοκρατία της αγοράς είναι μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι παραγωγικές δραστηριότητες διευθύνονται από εκείνους των οποίων τη διαχείριση εγκρίνουν οι μάζες αγοράζοντας τα προϊόντα τους. Καθιστώντας τις επιχειρήσεις τους κερδοφόρες, οι καταναλωτές μεταφέρουν τον έλεγχο των συντελεστών παραγωγής στα χέρια εκείνων των επιχειρηματιών που τους εξυπηρετούν καλύτερα. Καθιστώντας τις επιχειρήσεις των αδέξιων επιχειρηματιών μη κερδοφόρες, αφαιρούν τον έλεγχο από εκείνους τους επιχειρηματίες των οποίων τις υπηρεσίες δεν εγκρίνουν. Είναι αντικοινωνικό με την αυστηρή έννοια του όρου να ματαιώνουν οι κυβερνήσεις αυτές τις αποφάσεις των ανθρώπων φορολογώντας τα κέρδη. Από μια γνήσια κοινωνική σκοπιά, θα ήταν περισσότερο «κοινωνικό» να φορολογούνται οι ζημίες παρά τα κέρδη.
What the so-called democracy of the market brings about is a state of affairs in which production activities are operated by those of whose conduct of affairs the masses approve by buying their products. By rendering their enterprises profitable, the consumers shift control of the factors of production into the hands of those businessmen who serve them best. By rendering the enterprises of the bungling entrepreneurs unprofitable, they withdraw control from those entrepreneurs with whose services they disagree. It is antisocial in the strict meaning of the term if governments thwart these decisions of the people by taxing profits. From a genuinely social point of view, it would be more “social” to tax losses than to tax profits.
Η κατωτερότητα του πλήθους εκδηλώνεται με τον πλέον πειστικό τρόπο στο γεγονός ότι απεχθάνεται το καπιταλιστικό σύστημα και στιγματίζει ως άδικα τα κέρδη που δημιουργεί η ίδια του η συμπεριφορά. Το αίτημα απαλλοτρίωσης όλης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ισόποσης αναδιανομής της μεταξύ όλων των μελών της κοινωνίας είχε νόημα σε μια αμιγώς αγροτική κοινωνία. Εκεί, το γεγονός ότι ορισμένοι άνθρωποι κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης ήταν το αναγκαίο επακόλουθο του γεγονότος ότι άλλοι δεν κατείχαν τίποτε ή δεν κατείχαν αρκετά για να συντηρήσουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους. Τα πράγματα, όμως, είναι διαφορετικά σε μια κοινωνία στην οποία το βιοτικό επίπεδο εξαρτάται από την προσφορά κεφαλαιουχικών αγαθών. Το κεφάλαιο συσσωρεύεται μέσω της φειδούς και της αποταμίευσης και διατηρείται μέσω της αποχής από την ανάλωση και τη διασπάθισή του. Ο πλούτος των ευπόρων μιας βιομηχανικής κοινωνίας αποτελεί τόσο αιτία όσο και αποτέλεσμα της ευημερίας των μαζών. Ακόμη και όσοι δεν τον κατέχουν πλουτίζουν, δεν φτωχαίνουν, χάρη σε αυτόν.
The inferiority of the multitude manifests itself most convincingly in the fact that they loathe the capitalistic system and stigmatize the profits that their own behavior creates as unfair. The demand to expropriate all private property and to redistribute it equally among all members of society made sense in a thoroughly agricultural society. There the fact that some people owned large estates was the corollary of the fact that others owned nothing or not enough to support them and their families. But it is different in a society in which the standard of living depends on the supply of capital goods. Capital is accumulated by thrift and saving and is maintained by abstention from decumulating and dissipating it. The wealth of the well-to-do of an industrial society is both the cause and the effect of the masses’ well-being. Also those who do not own it are enriched, not impoverished, by it.
Το θέαμα που προσφέρουν οι πολιτικές των σύγχρονων κυβερνήσεων είναι πράγματι παράδοξο. Η τόσο δυσφημισμένη αποκτητική ορμή των προωθητών και των κερδοσκόπων κατορθώνει καθημερινά να προμηθεύει τις μάζες με εμπορεύματα και υπηρεσίες άγνωστα προηγουμένως. Ένα κέρας της Αμάλθειας αδειάζει τα αγαθά του πάνω σε ανθρώπους για τους οποίους οι μέθοδοι παραγωγής όλων αυτών των θαυμαστών συσκευών είναι ακατανόητες. Αυτοί οι βραδύνοες ωφελούμενοι του καπιταλιστικού συστήματος παραδίδονται στην αυταπάτη ότι η δική τους εκτέλεση εργασιών ρουτίνας είναι εκείνη που δημιουργεί όλα αυτά τα θαύματα. Ψηφίζουν κυβερνώντες αφοσιωμένους σε μια πολιτική δολιοφθοράς και καταστροφής. Αντιμετωπίζουν τις «μεγάλες επιχειρήσεις», οι οποίες είναι κατ’ ανάγκην προσηλωμένες στην εξυπηρέτηση της μαζικής κατανάλωσης, ως τον υπ’ αριθμόν ένα δημόσιο εχθρό και εγκρίνουν κάθε μέτρο που, όπως πιστεύουν, βελτιώνει τις δικές τους συνθήκες «τιμωρώντας» εκείνους που φθονούν.
The spectacle offered by the policies of contemporary governments is paradoxical indeed. The much defamed acquisitiveness of promoters and speculators succeeds daily in providing the masses with commodities and services unknown before. A horn of plenty is poured upon people for whom the methods by means of which all these marvelous gadgets are produced are incomprehensible. These dull beneficiaries of the capitalistic system indulge in the delusion that it is their own performance of routine jobs that creates all these marvels. They cast their votes for rulers who are committed to a policy of sabotage and destruction. They look upon “big business,” necessarily committed to catering to mass consumption, as upon the foremost public enemy and approve of every measure that, as they think, improves their own conditions by “punishing” those whom they envy.
Η ανάλυση των σχετικών προβλημάτων δεν αποτελεί, βεβαίως, έργο της επιστημολογίας.
To analyze the problems involved is, of course, not the task of epistemology.
Κεφάλαιο 7: Οι Επιστημολογικές Ρίζες του Μονισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίουThe Epistemological Roots of Monism
1. Ο μη πειραματικός χαρακτήρας του μονισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Nonexperimental Character of Monism
Η κοσμοαντίληψη του ανθρώπου είναι, όπως έχει επισημανθεί, αιτιοκρατική. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να συλλάβει την ιδέα ενός απόλυτου μηδενός ή κάποιου πράγματος που προέρχεται από το μηδέν και εισβάλλει στο σύμπαν εκ των έξω. Η ανθρώπινη έννοια του σύμπαντος περιλαμβάνει όλα όσα υπάρχουν. Η ανθρώπινη έννοια του χρόνου δεν γνωρίζει ούτε αρχή ούτε τέλος της ροής του χρόνου. Όλα όσα υπάρχουν και θα υπάρξουν ήταν δυνάμει παρόντα σε κάτι που ήδη υπήρχε προηγουμένως. Ό,τι συμβαίνει ήταν αναπόφευκτο να συμβεί. Η πλήρης ερμηνεία κάθε συμβάντος οδηγεί σε μια αναδρομή επ’ άπειρον.
Man’s world view is, as has been pointed out, deterministic. Man cannot conceive the idea of an absolute nothing or of something originating out of nothing and invading the universe from without. The human concept of the universe comprehends everything that exists. The human concept of time knows neither of any beginning nor of any end of the flux of time. All that is and will be was potentially present in something that was already existing before. What happens was bound to happen. The full interpretation of every event leads to a regressns in infinitum.
Αυτή η αδιάσπαστη αιτιοκρατία, η οποία αποτελεί την επιστημολογική αφετηρία όλων όσων πράττουν και διδάσκουν οι πειραματικές φυσικές επιστήμες, δεν προέρχεται από την εμπειρία· είναι a priori.68 Οι λογικοί θετικιστές αντιλαμβάνονται τον απριοριστικό χαρακτήρα της αιτιοκρατίας και, πιστοί στον δογματικό εμπειρισμό τους, την απορρίπτουν με πάθος. Δεν έχουν, όμως, επίγνωση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως λογική ή εμπειρική βάση για το ουσιώδες δόγμα του πιστεύω τους, τη μονιστική ερμηνεία όλων των φαινομένων. Εκείνο που δείχνει ο εμπειρισμός των φυσικών επιστημών είναι ένας δυϊσμός δύο σφαιρών, για τις αμοιβαίες σχέσεις των οποίων γνωρίζουμε ελάχιστα. Υπάρχει, αφενός, η σφαίρα των εξωτερικών συμβάντων, για τα οποία οι αισθήσεις μας μάς παρέχουν πληροφορίες, και υπάρχει, αφετέρου, η σφαίρα των αόρατων και άυλων σκέψεων και ιδεών. Εάν υποθέσουμε όχι μόνο ότι η ικανότητα ανάπτυξης αυτού που αποκαλείται νους ήταν ήδη δυνάμει ενσωματωμένη στην αρχική δομή των πραγμάτων που υπήρχαν ανέκαθεν και ότι έφθασε στην πραγμάτωσή της μέσω της διαδοχής συμβάντων τα οποία παρήγαγε κατ’ ανάγκην η φύση αυτών των πραγμάτων, αλλά και ότι σε αυτή τη διαδικασία δεν υπήρξε τίποτε που να μην μπορούσε να αναχθεί σε φυσικά και χημικά συμβάντα, προσφεύγουμε σε παραγωγικό συλλογισμό με αφετηρία ένα αυθαίρετο θεώρημα. Δεν υπάρχει εμπειρία που θα μπορούσε είτε να στηρίξει είτε να ανασκευάσει μια τέτοια θεωρία.
This unbroken determinism, which is the epistemological starting point of all that the experimental natural sciences do and teach, is not derived from experience; it is a priori. Logical positivists realize the aprioristic character of determinism and, faithful to their dogmatic empiricism, passionately reject determinism. But they are not aware of the fact that there is no logical or empirical basis whatever for the essential dogma of their creed, their monistic interpretation of all phenomena. What the empiricism of the natural sciences shows is a dualism of two spheres about the mutual relations of which we know very little. There is, on the one hand, the orbit of external events about which our senses convey information to us, and there is, on the other hand, the orbit of invisible and intangible thoughts and ideas. If we not only assume that the faculty to develop what is called mind was already potentially inwrought in the original structure of things that existed from eternity on and was brought to fruition by the succession of events that the nature of these things necessarily produced, but also that in this process there was nothing that could not be reduced to physical and chemical events, we are resorting to deduction from an arbitrary theorem. There is no experience that could either support or refute such a doctrine.
Όλα όσα μας έχουν διδάξει μέχρι σήμερα οι πειραματικές φυσικές επιστήμες για το πρόβλημα της σχέσης νου και σώματος είναι ότι υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ της ικανότητας του ανθρώπου να σκέπτεται και να δρα και της κατάστασης του σώματός του. Γνωρίζουμε ότι οι βλάβες του εγκεφάλου μπορούν να εξασθενίσουν σοβαρά ή ακόμη και να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις νοητικές ικανότητες του ανθρώπου και ότι ο θάνατος, η πλήρης αποδιοργάνωση των φυσιολογικών λειτουργιών των ζωντανών ιστών, εξαλείφει πάντοτε εκείνες τις δραστηριότητες του νου που μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τον νου άλλων ανθρώπων. Δεν γνωρίζουμε, όμως, τίποτε για τη διαδικασία που παράγει σκέψεις και ιδέες μέσα στο σώμα ενός ζωντανού ανθρώπου. Σχεδόν ταυτόσημα εξωτερικά συμβάντα που επενεργούν στον ανθρώπινο νου καταλήγουν σε διαφορετικές σκέψεις και ιδέες σε διαφορετικούς ανθρώπους, καθώς και στους ίδιους ανθρώπους σε διαφορετικές στιγμές. Η φυσιολογία δεν διαθέτει καμία μέθοδο που θα μπορούσε να πραγματευθεί επαρκώς τα φαινόμενα της αντίδρασης του νου στα ερεθίσματα. Οι φυσικές επιστήμες αδυνατούν να χρησιμοποιήσουν τις μεθόδους τους για την ανάλυση του νοήματος που αποδίδει ένας άνθρωπος σε οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου ή στο νόημα που αποδίδουν άλλοι άνθρωποι. Η υλιστική φιλοσοφία των La Mettrie και Feuerbach και ο μονισμός του Haeckel δεν είναι φυσική επιστήμη· είναι μεταφυσικές θεωρίες που αποβλέπουν στην εξήγηση κάποιου πράγματος το οποίο οι φυσικές επιστήμες δεν μπόρεσαν να διερευνήσουν. Το ίδιο ισχύει για τις μονιστικές θεωρίες του θετικισμού και του νεοθετικισμού.
All that the experimental natural sciences up to now have taught us about the mind-body problem is that there prevails some connection between a man’s faculty of thinking and acting and the conditions of his body. We know that injuries to the brain can seriously impair or even entirely destroy man’s mental abilities and that death, the total disintegration of the physiological functions of the living tissues, invariably blots out those activities of the mind that can be noticed by other peoples’ minds. But we know nothing about the process that produces within the body of a living man thoughts and ideas. Almost identical external events that impinge on the human mind result with different people and with the same people at different moments in different thoughts and ideas. Physiology does not have any method that could adequately deal with the phenomena of the mind’s reaction to stimuli. The natural sciences are unable to employ their methods for the analysis of the meaning a man attaches to any event of the external world or to other peoples’ meaning. The materialistic philosophy of La Mettrie and Feuerbach and the monism of Haeckel are not natural science; they are metaphysical doctrines aiming at an explanation of something that the natural sciences could not explore. So are the monistic doctrines of positivism and neopositivism.
Διαπιστώνοντας αυτά τα γεγονότα, δεν επιδιώκει κανείς να γελοιοποιήσει τις θεωρίες του υλιστικού μονισμού και να τις χαρακτηρίσει ανοησίες. Μόνο οι θετικιστές θεωρούν ανοησίες όλες τις μεταφυσικές εικοτολογίες και απορρίπτουν κάθε είδος απριορισμού. Συνετοί φιλόσοφοι και επιστήμονες έχουν παραδεχθεί χωρίς καμία επιφύλαξη ότι οι φυσικές επιστήμες δεν έχουν συνεισφέρει τίποτε που θα μπορούσε να δικαιολογήσει τις θέσεις του θετικισμού και του υλισμού και ότι όλα όσα διδάσκουν αυτές οι σχολές σκέψης είναι μεταφυσική, και μάλιστα ένα πολύ ανεπαρκές είδος μεταφυσικής.
In establishing these facts one does not intend to ridicule the doctrines of materialistic monism and to qualify them as nonsense. Only the positivists consider all metaphysical speculations as nonsense and reject any kind of apriorism. Judicious philosophers and scientists have admitted without any reservation that the natural sciences have not contributed anything that could justify the tenets of positivism and materialism and that all these schools of thought are teaching is metaphysics, and a very unsatisfactory brand of metaphysics.
Οι θεωρίες που διεκδικούν για τον εαυτό τους τον χαρακτηρισμό του ριζοσπαστικού ή καθαρού εμπειρισμού και στιγματίζουν ως ανοησία καθετί που δεν είναι πειραματική φυσική επιστήμη δεν αντιλαμβάνονται ότι ο υποτιθέμενος εμπειριστικός πυρήνας της φιλοσοφίας τους βασίζεται εξ ολοκλήρου σε παραγωγικό συλλογισμό με αφετηρία μια αδικαιολόγητη προκείμενη. Το μόνο που μπορούν να κάνουν οι φυσικές επιστήμες είναι να αναγάγουν όλα τα φαινόμενα που μπορούν να γίνουν —άμεσα ή έμμεσα— αντιληπτά από τις ανθρώπινες αισθήσεις σε ένα σύνολο έσχατων δεδομένων. Μπορεί κανείς να απορρίψει μια δυϊστική ή πλουραλιστική ερμηνεία της εμπειρίας και να υποθέσει ότι όλα αυτά τα έσχατα δεδομένα θα μπορούσαν, κατά τη μελλοντική ανάπτυξη της επιστημονικής γνώσης, να αναχθούν σε μια κοινή πηγή. Μια τέτοια παραδοχή, όμως, δεν είναι πειραματική φυσική επιστήμη. Είναι μεταφυσική ερμηνεία. Το ίδιο ισχύει και για την περαιτέρω παραδοχή ότι αυτή η πηγή θα αποδειχθεί επίσης η ρίζα από την οποία εξελίχθηκαν όλα τα νοητικά φαινόμενα.
The doctrines that claim for themselves the epithet of radical or pure empiricism and stigmatize all that is not experimental natural science as nonsense fail to realize that the allegedly empiricist nucleus of their philosophy is entirely based upon deduction from an unwarranted premise. All that the natural sciences can do is to trace back all the phenomena that can be—directly or indirectly—perceived by the human senses to an array of ultimately given data. One may reject a dualistic or pluralistic interpretation of experience and assume that all these ultimate data might in the future development of scientific knowledge be traced back to a common source. But such an assumption is not experimental natural science. It is a metaphysical interpretation. And so is the further assumption that this source will also appear as the root out of which all mental phenomena evolved.
Από την άλλη πλευρά, όλες οι απόπειρες των φιλοσόφων να αποδείξουν την ύπαρξη ενός υπέρτατου όντος με εγκόσμιες μεθόδους σκέψης, είτε μέσω απριοριστικού συλλογισμού είτε συνάγοντας συμπεράσματα από ορισμένες παρατηρούμενες ιδιότητες ορατών και απτών φαινομένων, κατέληξαν σε αδιέξοδο. Πρέπει, όμως, να αντιληφθούμε ότι είναι εξίσου αδύνατον να αποδειχθεί λογικά, με τις ίδιες φιλοσοφικές μεθόδους, η ανυπαρξία του Θεού ή να απορριφθεί η θέση ότι ο Θεός δημιούργησε το X από το οποίο προέρχονται όλα όσα πραγματεύονται οι φυσικές επιστήμες, καθώς και η περαιτέρω θέση ότι οι ανεξήγητες δυνάμεις του ανθρώπινου νου προέκυψαν και προκύπτουν από επανειλημμένες θεϊκές παρεμβάσεις στις υποθέσεις του σύμπαντος. Η χριστιανική διδασκαλία σύμφωνα με την οποία ο Θεός δημιουργεί την ψυχή κάθε ατόμου δεν μπορεί να ανασκευαστεί μέσω διασκεπτικού συλλογισμού, όπως δεν μπορεί και να αποδειχθεί με αυτόν τον τρόπο. Δεν υπάρχει ούτε στα λαμπρά επιτεύγματα των φυσικών επιστημών ούτε στον απριοριστικό συλλογισμό τίποτε που θα μπορούσε να αντιφάσκει προς το Ignorabimus του Du Bois-Reymond.
On the other hand, all the attempts of philosophers to demonstrate the existence of a supreme being by mundane methods of thinking, either by aprioristic reasoning or drawing inferences from certain observed qualities of visible and tangible phenomena, have led to an impasse. But we have to realize that it is no less impossible to demonstrate logically by the same philosophical methods the nonexistence of God or to reject the thesis that God created the X from which everything the natural sciences deal with is derived and the further thesis that the inexplicable powers of the human mind came and come into being by reiterated divine intervention in the affairs of the universe. The Christian doctrine according to which God creates the soul of every individual cannot be refuted by discursive reasoning as it cannot be proved in this way. There is neither in the brilliant achievements of the natural sciences nor in aprioristic reasoning anything that could contradict Du Bois-Reymond’s Ignorabimus.
Δεν μπορεί να υπάρξει επιστημονική φιλοσοφία με την έννοια που ο λογικός θετικισμός και ο εμπειρισμός αποδίδουν στο επίθετο «επιστημονική». Ο ανθρώπινος νους, κατά την αναζήτηση της γνώσης, προσφεύγει στη φιλοσοφία ή στη θεολογία ακριβώς επειδή αποβλέπει στην εξήγηση προβλημάτων στα οποία οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να απαντήσουν. Η φιλοσοφία πραγματεύεται πράγματα πέρα από τα όρια όσων η λογική δομή του ανθρώπινου νου επιτρέπει στον άνθρωπο να συναγάγει από τα επιτεύγματα των φυσικών επιστημών.
There cannot be such a thing as scientific philosophy in the sense that logical positivism and empiricism ascribe to the adjective “scientific.” The human mind in its search for knowledge resorts to philosophy or theology precisely because it aims at an explanation of problems that the natural sciences cannot answer.
Philosophy deals with things beyond the limits that the logical structure of the human mind enables man to infer from the exploits of the natural sciences.
2. Το ιστορικό πλαίσιο του θετικισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Historical Setting of Positivism
Δεν χαρακτηρίζει κανείς ικανοποιητικά τα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης λέγοντας ότι οι φυσικές επιστήμες έχουν —τουλάχιστον έως τώρα— αποτύχει να προσφέρουν οτιδήποτε για τη διασαφήνισή τους. Μια ορθή περιγραφή της κατάστασης θα έπρεπε να τονίζει ότι οι φυσικές επιστήμες δεν διαθέτουν καν τα νοητικά εργαλεία για να αποκτήσουν επίγνωση της ύπαρξης τέτοιων προβλημάτων. Οι ιδέες και τα τελικά αίτια είναι κατηγορίες για τις οποίες δεν υπάρχει χώρος στο σύστημα και στη δομή των φυσικών επιστημών. Από την ορολογία τους απουσιάζουν όλες οι έννοιες και οι λέξεις που θα μπορούσαν να παράσχουν επαρκή προσανατολισμό στη σφαίρα του νου και της δράσης. Και όλα τα επιτεύγματά τους, όσο θαυμαστά και επωφελή και αν είναι, δεν αγγίζουν ούτε επιφανειακά τα ουσιώδη προβλήματα της φιλοσοφίας που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν οι μεταφυσικές και θρησκευτικές θεωρίες.
One does not satisfactorily characterize the problems of human action if one says that the natural sciences have—up to now, at least—failed to provide anything for their elucidation. A correct description of the situation would have to stress the fact that the natural sciences do not even have the mental tools to become aware of the existence of such problems. Ideas and final causes are categories for which there is no room left in the system and in the structure of the natural sciences. Their terminology lacks all the concepts and words that could provide an adequate orientation in the orbit of the mind and of action. And all their achievements, however marvelous and beneficial they are, do not even superficially touch the essential problems of philosophy with which metaphysical and religious doctrines try to cope.
Η διαμόρφωση της αντίθετης άποψης, η οποία είναι σχεδόν γενικώς αποδεκτή, μπορεί εύκολα να εξηγηθεί. Όλες οι μεταφυσικές και θρησκευτικές θεωρίες περιείχαν, πέρα από τις θεολογικές και ηθικές διδασκαλίες τους, και αστήρικτες προτάσεις σχετικά με φυσικά συμβάντα, οι οποίες, με την προοδευτική ανάπτυξη των φυσικών επιστημών, μπορούσαν όχι μόνο να ανασκευαστούν αλλά συχνά ακόμη και να γελοιοποιηθούν. Οι θεολόγοι και οι μεταφυσικοί προσπαθούσαν πεισματικά να υπερασπιστούν θέσεις που συνδέονταν μόνο επιφανειακά με τον πυρήνα του ηθικού τους μηνύματος και οι οποίες, στον επιστημονικά καταρτισμένο νου, εμφανίζονταν ως εντελώς παράλογοι μύθοι. Η κοσμική εξουσία των εκκλησιών καταδίωκε επιστήμονες που είχαν το θάρρος να αποκλίνουν από τέτοιες διδασκαλίες. Η ιστορία της επιστήμης στη σφαίρα του δυτικού χριστιανισμού είναι ιστορία συγκρούσεων στις οποίες οι θεωρίες της επιστήμης ήταν πάντοτε καλύτερα θεμελιωμένες από εκείνες της επίσημης θεολογίας. Σε κάθε αντιπαράθεση, οι θεολόγοι αναγκάζονταν τελικά να παραδεχθούν ταπεινά ότι οι αντίπαλοί τους είχαν δίκιο και ότι οι ίδιοι έσφαλλαν. Το θεαματικότερο παράδειγμα μιας τέτοιας άδοξης ήττας —ίσως όχι της θεολογίας καθαυτής, αλλά ασφαλώς των θεολόγων— ήταν η έκβαση των συζητήσεων σχετικά με την εξέλιξη.
The development of the almost generally accepted opinion to the contrary can easily be explained. All metaphysical and religious doctrines contained, besides their theological and moral teachings, also untenable theorems about natural events that, with the progressive development of the natural sciences, could be not only refuted but frequently even ridiculed. Theologians and metaphysicians stubbornly tried to defend theses, only superficially connected with the core of their moral message, which to the scientifically trained mind appeared as most absurd fables and myths. The secular power of the churches persecuted scientists who had the courage to deviate from such teachings. The history of science in the orbit of Western Christianity is a history of conflicts in which the doctrines of science were always better founded than those of the official theology. Meekly the theologians had finally in every controversy to admit that their adversaries were right and that they themselves were wrong. The most spectacular instance of such an inglorious defeat—perhaps not of theology as such, but certainly of the theologians—was the outcome of the debates concerning evolution.
Έτσι γεννήθηκε η ψευδαίσθηση ότι όλα τα ζητήματα που συνήθιζε να πραγματεύεται η θεολογία θα μπορούσαν κάποια ημέρα να επιλυθούν πλήρως και αδιαμφισβήτητα από τις φυσικές επιστήμες. Όπως ο Copernicus και ο Galilei είχαν αντικαταστήσει τις αστήρικτες θεωρίες που υποστήριζε η Εκκλησία με μια καλύτερη θεωρία των ουράνιων κινήσεων, έτσι αναμενόταν ότι οι μελλοντικοί επιστήμονες θα κατόρθωναν να αντικαταστήσουν όλες τις άλλες «δεισιδαιμονικές» θεωρίες με την «επιστημονική» αλήθεια. Εάν κανείς επικρίνει τη μάλλον αφελή επιστημολογία και φιλοσοφία των Comte, Marx και Haeckel, δεν πρέπει να λησμονεί ότι η υπεραπλούστευσή τους αποτελούσε αντίδραση στις ακόμη πιο υπεραπλουστευτικές διδασκαλίες αυτού που σήμερα ονομάζεται φονταμενταλισμός, ενός δογματισμού που κανένας συνετός θεολόγος δεν θα τολμούσε πλέον να υιοθετήσει.
Thus originated the illusion that all the issues theology used to deal with could be one day fully and irrefutably solved by the natural sciences. In the same way in which Copernicus and Galilei had substituted a better theory of the celestial movements for the untenable doctrines supported by the Church, one expected future scientists to succeed in replacing all other “superstitious” doctrines by “scientific” truth. If one criticizes the rather naive epistemology and philosophy of Comte, Marx, and Haeckel, one ought not to forget that their simplism was the reaction to the even more simplicist teachings of what is today labeled Fundamentalism, a dogmatism that no wise theologian would dare to adopt any longer.
Η αναφορά σε αυτά τα γεγονότα δεν συγχωρεί με κανέναν τρόπο, και ακόμη λιγότερο δικαιολογεί, τις χονδροειδείς αντιλήψεις του σύγχρονου θετικισμού. Αποβλέπει απλώς στην καλύτερη κατανόηση του πνευματικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και έγινε δημοφιλής ο θετικισμός. Δυστυχώς, η χυδαιότητα των θετικιστών φανατικών βρίσκεται τώρα στα πρόθυρα της πρόκλησης μιας αντίδρασης που ενδέχεται να παρεμποδίσει σοβαρά το πνευματικό μέλλον της ανθρωπότητας. Και πάλι, όπως κατά την ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ανθούν διάφορες ειδωλολατρικές αιρέσεις. Υπάρχουν ο πνευματισμός, το βουντού και παρόμοιες δοξασίες και πρακτικές, πολλές από τις οποίες έχουν αντληθεί από τις λατρείες πρωτόγονων φυλών. Η αστρολογία αναβιώνει. Η εποχή μας δεν είναι μόνο εποχή της επιστήμης. Είναι επίσης εποχή κατά την οποία οι πιο παράλογες δεισιδαιμονίες βρίσκουν εύπιστους οπαδούς.
Reference to these facts in no way excuses, still less justifies, the crudities of contemporary positivism. It merely aims at a better understanding of the intellectual environment in which positivism developed and became popular. Unfortunately, the vulgarity of positivistic fanatics is now on the point of provoking a reaction that may seriously obstruct mankind’s intellectual future. Again, as in the late Roman Empire, various sects of idolatry are flourishing. There are spiritualism, voodoo, and similar doctrines and practices, many of them borrowed from the cults of primitive tribes. There is a revival of astrology. Our age is not only an age of science. It is also an age in which the most absurd superstitions are finding credulous adepts.
Ενόψει αυτών των ολέθριων συνεπειών μιας υπέρμετρης αντίδρασης που αρχίζει να εκδηλώνεται κατά των εκτροπών του θετικισμού, είναι αναγκαίο να επαναληφθεί ότι οι πειραματικές μέθοδοι των φυσικών επιστημών είναι οι μόνες κατάλληλες για την πραγμάτευση των σχετικών προβλημάτων. Χωρίς να συζητήσουμε εκ νέου τις προσπάθειες απαξίωσης της κατηγορίας της αιτιότητας και της αιτιοκρατίας, πρέπει να τονίσουμε ότι εκείνο που είναι εσφαλμένο στον θετικισμό δεν είναι όσα διδάσκει για τις μεθόδους των εμπειρικών φυσικών επιστημών, αλλά όσα υποστηρίζει για ζητήματα σχετικά με τα οποία —τουλάχιστον έως τώρα— οι φυσικές επιστήμες δεν έχουν κατορθώσει να συνεισφέρουν καμία πληροφορία. Η θετικιστική αρχή της επαληθευσιμότητας, όπως διορθώθηκε από τον Popper,69 είναι απρόσβλητη ως επιστημολογική αρχή των φυσικών επιστημών. Δεν έχει, όμως, νόημα όταν εφαρμόζεται σε οτιδήποτε για το οποίο οι φυσικές επιστήμες δεν μπορούν να παράσχουν καμία πληροφορία.
In view of these disastrous effects of a beginning excessive reaction against the excrescences of positivism, there is need to repeat again that the experimental methods of the natural sciences are the only ones adequate for the treatment of the problems involved. Without discussing anew the endeavors to discredit the category of causality and determinism, we have to emphasize the fact that what is wrong with positivism is not what it teaches about the methods of the empirical natural sciences, but what it asserts about matters concerning which—up to now at least—the natural sciences have not succeeded in contributing any information. The positivistic principle of verifiability as rectified by Popper is unassailable as an epistemological principle of the natural sciences. But it is meaningless when applied to anything about which the natural sciences cannot supply any information.
Δεν αποτελεί έργο αυτού του δοκιμίου η πραγμάτευση των αξιώσεων οποιασδήποτε μεταφυσικής θεωρίας ή της μεταφυσικής καθαυτής. Με δεδομένη τη φύση και τη λογική δομή του ανθρώπινου νου, πολλοί άνθρωποι δεν ικανοποιούνται με την άγνοια σχετικά με οποιοδήποτε πρόβλημα και δεν αποδέχονται εύκολα τον αγνωστικισμό στον οποίο καταλήγει η πιο ένθερμη αναζήτηση της γνώσης. Η μεταφυσική και η θεολογία δεν είναι, όπως ισχυρίζονται οι θετικιστές, προϊόντα μιας δραστηριότητας ανάξιας του Homo sapiens, κατάλοιπα της πρωτόγονης εποχής της ανθρωπότητας που οι πολιτισμένοι άνθρωποι οφείλουν να αποβάλουν. Αποτελούν εκδήλωση της ακόρεστης δίψας του ανθρώπου για γνώση. Είτε αυτή η δίψα για παντογνωσία μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί πλήρως είτε όχι, ο άνθρωπος δεν θα πάψει να την επιδιώκει με πάθος.70 Ούτε ο θετικισμός ούτε οποιαδήποτε άλλη θεωρία δικαιούται να καταδικάζει μια θρησκευτική ή μεταφυσική θέση που δεν αντιφάσκει προς κανένα από τα αξιόπιστα διδάγματα του a priori και της εμπειρίας.
It is not the task of this essay to deal with the claims of any metaphysical doctrine or with metaphysics as such. As the nature and logical structure of the human mind is, many a man is not satisfied with ignorance concerning any problem and does not easily acquiesce in the agnosticism in which the most fervent search for knowledge results. Metaphysics and theology are not, as the positivists pretend, products of an activity unworthy of Homo sapiens, remnants of mankind’s primitive age that civilized people ought to discard. They are a manifestation of man’s unappeasable craving for knowledge. No matter whether this thirsting after omniscience can ever be fully gratified or not, man will not cease to strive after it passionately. Neither positivism nor any other doctrine is called upon to condemn a religious or metaphysical tenet that does not contradict any of the reliable teachings of the a priori and of experience.
4. Η περίπτωση των επιστημών της ανθρώπινης δράσης
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Case of the Sciences of Human Action
Ωστόσο, το παρόν δοκίμιο δεν πραγματεύεται τη θεολογία ή τη μεταφυσική και την απόρριψη των θεωριών τους από τον θετικισμό. Πραγματεύεται την επίθεση του θετικισμού κατά των επιστημών της ανθρώπινης δράσης.
However, this essay does not deal with theology or metaphysics and the rejection of their doctrines by positivism. It deals with positivism’s attack upon the sciences of human action.
Το θεμελιώδες δόγμα του θετικισμού είναι η θέση ότι οι πειραματικές διαδικασίες των φυσικών επιστημών αποτελούν τη μόνη μέθοδο που πρέπει να εφαρμόζεται στην αναζήτηση της γνώσης. Όπως το αντιλαμβάνονται οι θετικιστές, οι φυσικές επιστήμες, απορροφημένες εξ ολοκλήρου από το πιο επείγον έργο της διασαφήνισης των προβλημάτων της φυσικής και της χημείας, έχουν στο παρελθόν παραμελήσει και ενδέχεται και στο εγγύς μέλλον να παραμελήσουν τα προβλήματα της ανθρώπινης δράσης. Προσθέτουν, όμως, ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία αμφιβολία πως, μόλις οι άνθρωποι που διαπνέονται από επιστημονικό πνεύμα και έχουν καταρτιστεί στις ακριβείς μεθόδους της εργαστηριακής εργασίας βρουν τον χρόνο να στραφούν στη μελέτη τέτοιων «δευτερευόντων» ζητημάτων όπως η ανθρώπινη συμπεριφορά, θα αντικαταστήσουν την άνευ αξίας φλυαρία που είναι σήμερα της μόδας με αυθεντική γνώση όλων αυτών των ζητημάτων. Η «Ενοποιημένη Επιστήμη» θα επιλύσει όλα τα σχετικά προβλήματα και θα εγκαινιάσει μια ευδαίμονα εποχή «κοινωνικής μηχανικής», κατά την οποία όλες οι ανθρώπινες υποθέσεις θα διευθετούνται με τον ίδιο ικανοποιητικό τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη τεχνολογία παρέχει ηλεκτρικό ρεύμα.
The fundamental doctrine of positivism is the thesis that the experimental procedures of the natural sciences are the only method to be applied in the search for knowledge. As the positivists see it, the natural sciences, entirely absorbed by the more urgent task of elucidating the problems of physics and chemistry, have in the past neglected and may also in the near future neglect to pay attention to the problems of human action. But, they add, there cannot be any doubt that once the men imbued with a scientific outlook and trained in the exact methods of laboratory work have the leisure to turn toward the study of such “minor” issues as human behavior, they will substitute authentic knowledge of all these matters for the worthless palaver that is now in vogue. “Unified science” will solve all the problems involved and will inaugurate a blissful age of “social engineering” in which all human affairs will be handled in the same satisfactory way in which modern technology supplies electric current.
Ορισμένα αρκετά σημαντικά βήματα προς αυτό το αποτέλεσμα, ισχυρίζονται οι λιγότερο προσεκτικοί κήρυκες αυτού του δόγματος, έχουν ήδη πραγματοποιηθεί από τον συμπεριφορισμό —ή, όπως προτιμούσε να τον αποκαλεί ο Neurath, τη συμπεριφοριστική επιστήμη. Επικαλούνται την ανακάλυψη των τροπισμών και των εξαρτημένων αντανακλαστικών. Προχωρώντας περαιτέρω με τη βοήθεια των μεθόδων που κατέστησαν δυνατά αυτά τα επιτεύγματα, η επιστήμη θα μπορέσει κάποια ημέρα να εκπληρώσει όλες τις υποσχέσεις του θετικισμού. Αποτελεί μάταιη έπαρση του ανθρώπου να υποθέτει ότι η συμπεριφορά του δεν καθορίζεται εξ ολοκλήρου από τις ίδιες παρορμήσεις που καθορίζουν τη συμπεριφορά των φυτών και των σκύλων.
Some rather significant steps on the way to this result, pretend the less cautious harbingers of this creed, have already been made by behaviorism (or, as Neurath preferred to call it, behavioristics). They point to the discovery of tropisms and to that of conditioned reflexes. Progressing further with the aid of the methods that brought about these achievements, science will one day be able to make good all the promises of positivism. It is a vain conceit of man to presume that his conduct is not entirely determined by the same impulses that determine the behavior of plants and of dogs.
Απέναντι σε όλη αυτή την παθιασμένη ρητορεία πρέπει να τονίσουμε το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι φυσικές επιστήμες δεν διαθέτουν κανένα διανοητικό εργαλείο για την πραγμάτευση των ιδεών και της σκοπιμότητας.
Against all this impassioned talk we have to stress the hard fact that the natural sciences have no intellectual tool to deal with ideas and with finality.
Ένας πεπεισμένος θετικιστής μπορεί να ελπίζει ότι κάποια ημέρα οι φυσιολόγοι θα κατορθώσουν να περιγράψουν με όρους φυσικής και χημείας όλα τα συμβάντα που οδήγησαν στη δημιουργία συγκεκριμένων ατόμων και στην τροποποίηση της έμφυτης σύστασής τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Μπορούμε να παραλείψουμε το ερώτημα αν μια τέτοια γνώση θα αρκούσε για να εξηγήσει πλήρως τη συμπεριφορά των ζώων σε οποιαδήποτε κατάσταση ενδέχεται να κληθούν να αντιμετωπίσουν. Δεν μπορεί, όμως, να αμφισβητηθεί ότι δεν θα επέτρεπε στον μελετητή να πραγματευθεί τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος αντιδρά σε εξωτερικά ερεθίσματα. Διότι αυτή η ανθρώπινη αντίδραση καθορίζεται από ιδέες, ένα φαινόμενο του οποίου η περιγραφή υπερβαίνει τις δυνατότητες της φυσικής, της χημείας και της φυσιολογίας. Δεν υπάρχει εξήγηση με όρους των φυσικών επιστημών για το τι κάνει πλήθη ανθρώπων να παραμένουν πιστά στο θρησκευτικό δόγμα με το οποίο ανατράφηκαν και άλλους να αλλάζουν πίστη, γιατί οι άνθρωποι προσχωρούν σε πολιτικά κόμματα ή τα εγκαταλείπουν, γιατί υπάρχουν διαφορετικές σχολές φιλοσοφίας και διαφορετικές απόψεις για πλήθος προβλημάτων.
An assured positivist may hope that one day physiologists may succeed in describing in terms of physics and chemistry all the events that resulted in the production of definite individuals and in modifying their inborn substance during their lives. We may neglect raising the question whether such knowledge would be sufficient to explain fully the behavior of animals in any situation they may have to face. But it cannot be doubted that it would not enable the student to deal with the way in which a man reacts to external stimuli. For this human reaction is determined by ideas, a phenomenon the description of which is beyond the reach of physics, chemistry, and physiology. There is no explanation in terms of the natural sciences of what causes hosts of people to remain faithful to the religious creed in which they were brought up and others to change their faith, why people join or desert political parties, why there are different schools of philosophy and different opinions concerning a multiplicity of problems.
Αποβλέποντας σταθερά στη βελτίωση των συνθηκών υπό τις οποίες πρέπει να ζουν οι άνθρωποι, τα έθνη της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και οι απόγονοί τους που εγκαταστάθηκαν σε υπερπόντια εδάφη κατόρθωσαν να αναπτύξουν αυτό που αποκαλείται —και συχνότερα δυσφημείται ως— δυτικός αστικός πολιτισμός. Θεμέλιό του είναι το οικονομικό σύστημα του καπιταλισμού, πολιτικό επακόλουθο του οποίου είναι η αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση και η ελευθερία της σκέψης και της διαπροσωπικής επικοινωνίας. Μολονότι υπονομεύεται διαρκώς από την ανοησία και την κακοβουλία των μαζών και από τα ιδεολογικά κατάλοιπα των προκαπιταλιστικών τρόπων σκέψης και δράσης, η ελεύθερη επιχειρηματική δραστηριότητα έχει μεταβάλει ριζικά τη μοίρα του ανθρώπου. Έχει μειώσει τα ποσοστά θνησιμότητας και έχει επιμηκύνει τη μέση διάρκεια ζωής, πολλαπλασιάζοντας έτσι τον πληθυσμό. Έχει αυξήσει κατά τρόπο πρωτοφανή το βιοτικό επίπεδο του μέσου ανθρώπου στα έθνη εκείνα που δεν παρεμπόδισαν υπερβολικά το αποκτητικό πνεύμα των επιχειρηματικά δραστήριων ατόμων. Όλοι οι άνθρωποι, όσο φανατικοί και αν είναι στον ζήλο τους να δυσφημήσουν και να πολεμήσουν τον καπιταλισμό, του αποτίουν σιωπηρά φόρο τιμής απαιτώντας με πάθος τα προϊόντα που παράγει.
Consistently aiming at an improvement of the conditions under which men have to live, the nations of Western and Central Europe and their scions settled in overseas territories have succeeded in developing what is called—and more often smeared as—Western bourgeois civilization. Its foundation is the economic system of capitalism, the political corollary of which is representative government and freedom of thought and interpersonal communication. Although continually sabotaged by the folly and the malice of the masses and the ideological remnants of the precapitalistic methods of thinking and acting, free enterprise has radically changed the fate of man. It has reduced mortality rates and prolonged the average length of life, thus multiplying population figures. It has, in an unprecedented way, raised the standard of living of the average man in those nations that did not too severely impede the acquisitive spirit of enterprising individuals. All people, however fanatical they may be in their zeal to disparage and to fight capitalism, implicitly pay homage to it by passionately clamoring for the products it turns out.
Ο πλούτος που έφερε ο καπιταλισμός στην ανθρωπότητα δεν είναι επίτευγμα μιας μυθικής δύναμης που αποκαλείται πρόοδος. Ούτε είναι επίτευγμα των φυσικών επιστημών και της εφαρμογής των διδαγμάτων τους για την τελειοποίηση της τεχνολογίας και της θεραπευτικής. Καμία τεχνολογική ή θεραπευτική βελτίωση δεν μπορεί να αξιοποιηθεί πρακτικά, εάν τα υλικά μέσα για την αξιοποίησή της δεν έχουν προηγουμένως καταστεί διαθέσιμα μέσω της αποταμίευσης και της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ο λόγος για τον οποίο δεν μπορούν να γίνουν προσιτά σε όλους όλα όσα η τεχνολογία μάς πληροφορεί πώς να παράγουμε και να χρησιμοποιούμε είναι η ανεπάρκεια της προσφοράς συσσωρευμένου κεφαλαίου. Εκείνο που μετέτρεψε τις στάσιμες συνθήκες των παλιών καλών καιρών στη δραστηριότητα του καπιταλισμού δεν ήταν οι μεταβολές στις φυσικές επιστήμες και στην τεχνολογία, αλλά η υιοθέτηση της αρχής της ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το μεγάλο ιδεολογικό κίνημα που άρχισε με την Αναγέννηση, συνεχίστηκε στον Διαφωτισμό και κορυφώθηκε τον δέκατο ένατο αιώνα στον φιλελευθερισμό71 παρήγαγε τόσο τον καπιταλισμό —την ελεύθερη οικονομία της αγοράς— όσο και το πολιτικό του επακόλουθο ή —όπως οφείλουν να πουν οι μαρξιστές— το πολιτικό του «εποικοδόμημα»: την αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση και τα δικαιώματα των ατόμων ως πολιτών, την ελευθερία της συνείδησης, της σκέψης, του λόγου και όλων των άλλων τρόπων επικοινωνίας. Μέσα στο κλίμα που δημιούργησε αυτό το καπιταλιστικό σύστημα ατομικισμού άνθησαν όλα τα σύγχρονα πνευματικά επιτεύγματα. Ποτέ προηγουμένως η ανθρωπότητα δεν είχε ζήσει υπό συνθήκες όπως εκείνες του δεύτερου μισού του δέκατου ένατου αιώνα, όταν, στις πολιτισμένες χώρες, τα σημαντικότερα προβλήματα της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της επιστήμης μπορούσαν να συζητούνται ελεύθερα, χωρίς κανέναν φόβο αντιποίνων από τους κρατούντες. Ήταν μια εποχή παραγωγικής και ευεργετικής διαφωνίας.
The wealth capitalism has brought to mankind is not an achievement of a mythical force called progress. Neither is it an achievement of the natural sciences and of the application of their teachings for the perfection of technology and therapeutics. No technological and therapeutical improvements can be practically utilized if the material means for its utilization have not been previously made available by saving and capital accumulation. The reason why not everything about the production and the use of which technology provides information can be made accessible to everybody is the insufficiency of the supply of capital accumulated. What transformed the stagnant conditions of the good old days into the activism of capitalism was not changes in the natural sciences and in technology, but the adoption of the free enterprise principle. The great ideological movement that started with the Renaissance, continued in the Enlightenment, and in the nineteenth century culminated in Liberalism produced both capitalism—the free market economy—and its political corollary or—as the Marxians have to say, its political “superstructure”—representative government and the individuals’ civic rights: freedom of conscience, of thought, of speech, and of all other methods of communication. It was in the climate created by this capitalistic system of individualism that all the modern intellectual achievements thrived. Never before had mankind lived under conditions like those of the second part of the nineteenth century, when, in the civilized countries, the most momentous problems of philosophy, religion, and science could be freely discussed without any fear of reprisals on the part of the powers that be. It was an age of productive and salutary dissent.
Αναπτύχθηκε ένα αντίρροπο κίνημα, όχι όμως από την αναγέννηση των απαξιωμένων σκοτεινών δυνάμεων που στο παρελθόν προήγαν τη συμμόρφωση. Βλάστησε από το αυταρχικό και δικτατορικό σύμπλεγμα που ήταν βαθιά ριζωμένο στις ψυχές των πολλών, οι οποίοι ωφελούνταν από τους καρπούς της ελευθερίας και του ατομικισμού χωρίς να έχουν συνεισφέρει τίποτε στην ανάπτυξη και την ωρίμανσή τους. Οι μάζες δεν συμπαθούν εκείνους που τις υπερβαίνουν από οποιαδήποτε άποψη. Ο μέσος άνθρωπος φθονεί και μισεί όσους είναι διαφορετικοί.
A countermovement evolved, but not from a regeneration of the discredited sinister forces that in the past had made for conformity. It sprouted from the authoritarian and dictatorial complex deeply inwrought in the souls of the many who were benefited by the fruits of freedom and individualism without having contributed anything to their growing and ripening. The masses do not like those who surpass them in any regard. The average man envies and hates those who are different.
Εκείνο που ωθεί τις μάζες στο στρατόπεδο του σοσιαλισμού είναι, ακόμη περισσότερο από την ψευδαίσθηση ότι ο σοσιαλισμός θα τις κάνει πλουσιότερες, η προσδοκία ότι θα χαλιναγωγήσει όλους όσοι είναι καλύτεροι από τις ίδιες. Το χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων των ουτοπικών σχεδίων, από εκείνο του Πλάτωνα έως εκείνο του Marx, είναι η άκαμπτη απολίθωση όλων των ανθρώπινων συνθηκών. Μόλις επιτευχθεί η «τέλεια» κατάσταση των κοινωνικών υποθέσεων, δεν πρέπει να γίνονται ανεκτές περαιτέρω μεταβολές. Δεν θα απομένει πλέον κανένας χώρος για καινοτόμους και μεταρρυθμιστές.
What pushes the masses into the camp of socialism is, even more than the illusion that socialism will make them richer, the expectation that it will curb all those who are better than they themselves are. The characteristic feature of all Utopian plans from that of Plato down to that of Marx is the rigid petrification of all human conditions. Once the “perfect” state of social affairs is attained, no further changes ought to be tolerated. There will no longer be any room left for innovators and reformers.
Στην πνευματική σφαίρα, την υπεράσπιση αυτής της μισαλλόδοξης τυραννίας εκπροσωπεί ο θετικισμός. Ο υπέρμαχός του, Auguste Comte, δεν συνέβαλε καθόλου στην πρόοδο της γνώσης. Απλώς κατάρτισε το σχέδιο μιας κοινωνικής τάξης υπό την οποία, στο όνομα της προόδου, της επιστήμης και της ανθρωπότητας, θα απαγορευόταν κάθε απόκλιση από τις δικές του ιδέες.
In the intellectual sphere the advocacy of this intolerant tyranny is represented by positivism. Its champion, Auguste Comte, did not contribute anything to the advancement of knowledge. He merely drafted the scheme of a social order under which, in the name of progress, science, and humanity, any deviation from his own ideas was to be prohibited.
Οι πνευματικοί κληρονόμοι του Comte είναι οι σύγχρονοι θετικιστές. Όπως και ο ίδιος ο Comte, αυτοί οι υπέρμαχοι της «Ενοποιημένης Επιστήμης», του πανφυσικαλισμού, του «λογικού» ή «εμπειρικού θετικισμού» και της «επιστημονικής» φιλοσοφίας δεν συνέβαλαν οι ίδιοι στην πρόοδο των φυσικών επιστημών. Οι μελλοντικοί ιστορικοί της φυσικής, της χημείας, της βιολογίας και της φυσιολογίας δεν θα χρειαστεί να αναφέρουν τα ονόματα και το έργο τους. Το μόνο που πρότεινε η «Ενοποιημένη Επιστήμη» ήταν η απαγόρευση των μεθόδων που εφαρμόζουν οι επιστήμες της ανθρώπινης δράσης και η αντικατάστασή τους από τις μεθόδους των πειραματικών φυσικών επιστημών. Δεν είναι αξιοσημείωτη για όσα συνεισέφερε, αλλά μόνο για όσα θέλει να δει να απαγορεύονται. Οι πρωταγωνιστές της είναι υπέρμαχοι της μισαλλοδοξίας και ενός στενόμυαλου δογματισμού.
The intellectual heirs of Comte are the contemporary positivists. Like Comte himself, these advocates of “Unified Science,” of panphysicalism, of “logical” or “empirical positivism,” and of “scientific” philosophy did not themselves contribute to the advancement of the natural sciences. The future historians of physics, chemistry, biology, and physiology will not have to mention their names and their work. All that “Unified Science” brought forward was to recommend the proscription of the methods applied by the sciences of human action and their replacement by the methods of the experimental natural sciences. It is not remarkable for that which it contributed, but only for that which it wants to see prohibited. Its protagonists are the champions of intolerance and of a narrow-minded dogmatism.
Οι ιστορικοί οφείλουν να κατανοήσουν τις πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές συνθήκες που γέννησαν τον θετικισμό, παλαιό και νέο. Η ειδική ιστορική κατανόηση, όμως, του περιβάλλοντος από το οποίο αναπτύχθηκαν συγκεκριμένες ιδέες δεν μπορεί ούτε να δικαιολογήσει ούτε να απορρίψει τις διδασκαλίες οποιασδήποτε σχολής σκέψης. Έργο της επιστημολογίας είναι να αποκαλύψει τις πλάνες του θετικισμού και να τις ανασκευάσει.
Historians have to understand the political, economic, and intellectual conditions that brought about positivism, old and new. But the specific historical understanding of the milieu out of which definite ideas developed can neither justify nor reject the teachings of any school of thought. It is the task of epistemology to unmask the fallacies of positivism and to refute them.
Κεφάλαιο 8: Ο Θετικισμός και η Κρίση του Δυτικού Πολιτισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίουPositivism and the Crisis of Western Civilization
Ο τρόπος με τον οποίο η φιλοσοφία του λογικού θετικισμού απεικονίζει το σύμπαν είναι ελλιπής. Περιλαμβάνει μόνο όσα μπορούν να γίνουν γνωστά με τις πειραματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών. Αγνοεί τόσο τον ανθρώπινο νου όσο και την ανθρώπινη δράση.
The way in which the philosophy of logical positivism depicts the universe is defective. It comprehends only what can be recognized by the experimental methods of the natural sciences. It ignores the human mind as well as human action.
Συνηθίζεται να δικαιολογείται αυτή η διαδικασία με την επισήμανση ότι ο άνθρωπος είναι μόνο ένας ελάχιστος κόκκος μέσα στην άπειρη απεραντοσύνη του σύμπαντος και ότι ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι παρά ένα φευγαλέο επεισόδιο στην ατέρμονη ροή της αιωνιότητας. Ωστόσο, η σπουδαιότητα και η σημασία ενός φαινομένου δεν επιδέχονται μια τέτοια απλώς ποσοτική αποτίμηση. Η θέση του ανθρώπου σε εκείνο το τμήμα του σύμπαντος για το οποίο μπορούμε να μάθουμε κάτι είναι ασφαλώς ταπεινή. Αλλά, απ’ όσο μπορούμε να διακρίνουμε, το θεμελιώδες γεγονός σχετικά με το σύμπαν είναι ότι διαιρείται σε δύο μέρη, τα οποία —χρησιμοποιώντας όρους που πρότειναν ορισμένοι φιλόσοφοι, αλλά χωρίς τις μεταφυσικές τους συνδηλώσεις— μπορούμε να αποκαλέσουμε res extensa, τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα του εξωτερικού κόσμου, και res cogitans, την ικανότητα του ανθρώπου να σκέπτεται. Δεν γνωρίζουμε πώς μπορεί να εμφανίζονται οι αμοιβαίες σχέσεις αυτών των δύο σφαιρών από τη σκοπιά μιας υπερανθρώπινης νόησης. Για τον άνθρωπο, η διάκρισή τους είναι επιτακτική. Ίσως μόνο η ανεπάρκεια των νοητικών μας δυνάμεων μάς εμποδίζει να αναγνωρίσουμε την ουσιαστική ομοιογένεια όσων μας εμφανίζονται ως νους και ως ύλη. Ασφαλώς, όμως, καμία φλυαρία περί «ενοποιημένης επιστήμης» δεν μπορεί να μετατρέψει τον μεταφυσικό χαρακτήρα του μονισμού σε απρόσβλητο θεώρημα της εμπειρικής γνώσης. Ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί παρά να διακρίνει δύο πεδία της πραγματικότητας: τη δική του σφαίρα και εκείνη των εξωτερικών συμβάντων. Και δεν πρέπει να υποβιβάζει τις εκδηλώσεις του νου σε κατώτερη βαθμίδα, καθώς μόνο ο νους επιτρέπει στον άνθρωπο να γνωρίζει και να σχηματίζει μια νοητική αναπαράσταση όσων υπάρχουν.
It is usual to justify this procedure by pointing out that man is only a tiny speck in the infinite vastness of the universe and that the whole history of mankind is but a fleeting episode in the endless flux of eternity. Yet the importance and significance of a phenomenon defies such a merely quantitative appraisal. Man’s place in that part of the universe about which we can learn something is certainly modest only. But as far as we can see, the fundamental fact about the universe is that it is divided into two parts, which—employing terms suggested by some philosophers, but without their metaphysical connotation—we may call res extensa, the hard facts of the external world, and res cogitans, man’s power to think. We do not know how the mutual relations of these two spheres may appear in the vista of a superhuman intelligence. For man their distinction is peremptory. Perhaps it is only the inadequacy of our mental powers that prevents us from recognizing the substantial homogeneousness of what appears to us as mind and as matter. But certainly no palaver about “unified science” can convert the metaphysical character of monism into an unassailable theorem of experiential knowledge. The human mind cannot help distinguishing two realms of reality, its own sphere and that of external events. And it must not relegate the manifestations of the mind to an inferior rank, as it is only the mind that enables man to cognize and to produce a mental representation of what it is.
Η κοσμοαντίληψη του θετικισμού διαστρεβλώνει τη θεμελιώδη εμπειρία της ανθρωπότητας, για την οποία η ικανότητα αντίληψης, σκέψης και δράσης αποτελεί έσχατο γεγονός, σαφώς διακριτό από όλα όσα συμβαίνουν χωρίς την παρέμβαση της σκόπιμης ανθρώπινης δράσης. Είναι μάταιο να μιλά κανείς για εμπειρία χωρίς αναφορά στον παράγοντα που επιτρέπει στον άνθρωπο να έχει εμπειρία.
Positivism’s world view distorts the fundamental experience of mankind, for which the power to perceive, to think, and to act is an ultimate fact clearly distinguishable from all that happens without the interference of purposive human action. It is vain to talk about experience without reference to the factor that enables man to have experience.
2. Η παρερμηνεία της ανθρώπινης κατάστασης
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Misinterpretation of the Human Condition
Όπως το αντιλαμβάνονται όλες οι εκδοχές του θετικισμού, ο εξέχων ρόλος που διαδραματίζει ο άνθρωπος στη γη είναι αποτέλεσμα της προόδου του στη γνώση της αλληλοσύνδεσης των φυσικών —δηλαδή όχι ειδικώς νοητικών και βουλητικών— φαινομένων και στην αξιοποίηση αυτής της γνώσης για τεχνολογική και θεραπευτική δράση. Ο σύγχρονος βιομηχανικός πολιτισμός, η θεαματική αφθονία που παρήγαγε και η πρωτοφανής πληθυσμιακή αύξηση που κατέστησε δυνατή είναι καρποί της προοδευτικής ανάπτυξης των πειραματικών φυσικών επιστημών. Ο κύριος παράγοντας βελτίωσης της μοίρας της ανθρωπότητας είναι η επιστήμη, δηλαδή, κατά τη θετικιστική ορολογία, οι φυσικές επιστήμες. Στο πλαίσιο αυτής της φιλοσοφίας, η κοινωνία εμφανίζεται ως γιγαντιαίο εργοστάσιο και όλα τα κοινωνικά προβλήματα ως τεχνολογικά προβλήματα που πρέπει να επιλυθούν μέσω της «κοινωνικής μηχανικής». Εκείνο που λείπει, επί παραδείγματι, από τις λεγόμενες υπανάπτυκτες χώρες είναι, υπό το πρίσμα αυτής της θεωρίας, η «τεχνογνωσία», η επαρκής εξοικείωση με την επιστημονική τεχνολογία.
As all brands of positivism see it, the eminent role man plays on the earth is the effect of his progress in the cognition of the interconnectedness of natural—i.e., not specifically mental and volitional—phenomena and in its utilization for technological and therapeutical behavior. Modern industrial civilization, the spectacular affluence it has produced, and the unprecedented increase in population figures it has made possible are the fruits of the progressive advancement of the experimental natural sciences. The main factor in improving the lot of mankind is science, i.e., in the positivistic terminology, the natural sciences. In the context of this philosophy society appears as a gigantic factory and all social problems as technological problems to be solved by “social engineering.” What, for example, is lacking to the so-called underdeveloped countries is, in the light of this doctrine, the “know-how,” sufficient familiarity with scientific technology.
Δύσκολα θα μπορούσε κανείς να παρερμηνεύσει πληρέστερα την ιστορία της ανθρωπότητας. Το θεμελιώδες γεγονός που επέτρεψε στον άνθρωπο να ανυψώσει το είδος του πάνω από το επίπεδο των θηρίων και τη φρίκη του βιολογικού ανταγωνισμού ήταν η ανακάλυψη της αρχής της υψηλότερης παραγωγικότητας της συνεργασίας υπό ένα σύστημα καταμερισμού της εργασίας, αυτής της μεγάλης κοσμικής αρχής του γίγνεσθαι. Εκείνο που βελτίωσε και εξακολουθεί να βελτιώνει την αποδοτικότητα των ανθρώπινων προσπαθειών είναι η προοδευτική συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών, χωρίς την οποία καμία τεχνολογική καινοτομία δεν θα μπορούσε ποτέ να αξιοποιηθεί πρακτικά. Κανένας τεχνολογικός λογαριασμός και υπολογισμός δεν θα ήταν δυνατός σε ένα περιβάλλον που δεν θα χρησιμοποιούσε ένα γενικώς χρησιμοποιούμενο μέσο ανταλλαγής, το χρήμα. Η σύγχρονη εκβιομηχάνιση, η πρακτική αξιοποίηση των ανακαλύψεων των φυσικών επιστημών, προϋποθέτει διανοητικά τη λειτουργία μιας οικονομίας της αγοράς στην οποία διαμορφώνονται χρηματικές τιμές για τους συντελεστές παραγωγής και παρέχεται έτσι στον μηχανικό η δυνατότητα να αντιπαραβάλλει το κόστος και τα έσοδα που αναμένονται από εναλλακτικά σχέδια. Η ποσοτικοποίηση της φυσικής και της χημείας θα ήταν άχρηστη για τον τεχνικό σχεδιασμό εάν δεν υπήρχε οικονομικός υπολογισμός.72 Εκείνο που λείπει από τα υπανάπτυκτα έθνη δεν είναι η γνώση, αλλά το κεφάλαιο.73
It is hardly possible to misinterpret mankind’s history more thoroughly. The fundamental fact that enabled man to elevate his species above the level of the beasts and the horrors of biological competition was the discovery of the principle of the higher productivity of cooperation under a system of the division of labor, that great cosmic principle of becoming. What improved and still improves the fecundity of human efforts is the progressive accumulation of capital goods without which no technological innovation could ever be practically utilized. No technological computation and calculation would be possible in an environment that would not employ a generally used medium of exchange, money. Modern industrialization, the practical employment of the discoveries of the natural sciences, is intellectually conditioned by the operation of a market economy in which prices, in terms of money, for the factors of production are established and thus the opportunity is given to the engineer to contrast the costs and the proceeds to be expected from alternative projects. The quantification of physics and chemistry would be useless for technological planning if there were no economic calculation. What is lacking to the underdeveloped nations is not knowledge, but capital.
Η δημοτικότητα και το κύρος που απολαμβάνουν στην εποχή μας οι πειραματικές μέθοδοι των φυσικών επιστημών, καθώς και η διάθεση άφθονων πόρων για τη διεξαγωγή εργαστηριακής έρευνας, αποτελούν συνοδά φαινόμενα της προοδευτικής συσσώρευσης κεφαλαίου υπό τον καπιταλισμό. Εκείνο που μετέτρεψε βήμα προς βήμα τον κόσμο των ιππήλατων αμαξών, των ιστιοφόρων και των ανεμόμυλων σε έναν κόσμο αεροπλάνων και ηλεκτρονικής ήταν η αρχή του laissez-faire της Σχολής του Μάντσεστερ. Οι μεγάλες αποταμιεύσεις, που αναζητούν διαρκώς τις πλέον κερδοφόρες επενδυτικές ευκαιρίες, παρέχουν τους πόρους που απαιτούνται για να καταστούν αξιοποιήσιμα τα επιτεύγματα των φυσικών και των χημικών προς βελτίωση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Εκείνο που αποκαλείται οικονομική πρόοδος είναι το συνδυασμένο αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων των τριών προοδευτικών ομάδων —ή τάξεων— των αποταμιευτών, των επιστημόνων-εφευρετών και των επιχειρηματιών, οι οποίοι δρουν σε μια οικονομία της αγοράς στον βαθμό που αυτή δεν υπονομεύεται από τις προσπάθειες της μη προοδευτικής πλειονότητας των ανθρώπων της ρουτίνας και από τις δημόσιες πολιτικές που εκείνοι υποστηρίζουν.
The popularity and the prestige that the experimental methods of the natural sciences enjoy in our age and the dedication of ample funds for the conduct of laboratory research are attendant phenomena of capitalism’s progressive accumulation of capital. What transformed the world of horse-drawn carriages, sailing ships, and windmills step by step into a world of airplanes and electronics was the laissez-faire principle of Manchesterism. Large savings, continuously in search of the most profitable investment opportunities, are providing the resources needed for rendering the accomplishments of the physicists and chemists utilizable for the improvement of business activities. What is called economic progress is the joint effect of the activities of the three progressive groups—or classes—of the savers, the scientist-inventors, and the entrepreneurs, operating in a market economy as far as it is not sabotaged by the endeavors of the nonprogressive majority of the routinists and the public policies supported by them.
Εκείνο που γέννησε όλα τα τεχνολογικά και θεραπευτικά επιτεύγματα που χαρακτηρίζουν την εποχή μας δεν ήταν η επιστήμη, αλλά το κοινωνικό και πολιτικό σύστημα του καπιταλισμού. Μόνο μέσα στο κλίμα τεράστιας συσσώρευσης κεφαλαίου μπορούσε ο πειραματισμός να εξελιχθεί από ενασχόληση μεγαλοφυϊών όπως ο Αρχιμήδης και ο Leonardo da Vinci σε καλά οργανωμένη, συστηματική αναζήτηση της γνώσης. Η τόσο κατακριθείσα αποκτητική ορμή των προωθητών και των κερδοσκόπων απέβλεπε στην εφαρμογή των επιτευγμάτων της επιστημονικής έρευνας για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των μαζών. Στο ιδεολογικό περιβάλλον της εποχής μας, το οποίο, παρακινούμενο από φανατικό μίσος για τον «αστό», επιθυμεί διακαώς να αντικαταστήσει την αρχή του «κέρδους» με την αρχή της «υπηρεσίας», η τεχνολογική καινοτομία κατευθύνεται ολοένα και περισσότερο προς την κατασκευή αποτελεσματικών οργάνων πολέμου και καταστροφής.
What begot all those technological and therapeutical achievements that characterize our age was not science, but the social and political system of capitalism. Only in the climate of huge capital accumulation could experimentalism develop from a pastime of geniuses like Archimedes and Leonardo da Vinci into a well-organized systematic pursuit of knowledge. The much decried acquisitiveness of the promoters and speculators was intent upon applying the accomplishments of scientific research to the improvement of the masses’ standard of living. In the ideological environment of our age, which, driven by a fanatical hatred of the “bourgeois,” is anxious to substitute the “service” principle for the “profit” principle, technological innovation is more and more directed toward the fabrication of efficient instruments of war and destruction.
Οι ερευνητικές δραστηριότητες των πειραματικών φυσικών επιστημών είναι καθαυτές ουδέτερες ως προς οποιοδήποτε φιλοσοφικό και πολιτικό ζήτημα. Μπορούν, όμως, να ανθίσουν και να καταστούν επωφελείς για την ανθρωπότητα μόνο όπου επικρατεί μια κοινωνική φιλοσοφία ατομικισμού και ελευθερίας.
The research activities of the experimental natural sciences are in themselves neutral with regard to any philosophical and political issue. But they can thrive and become beneficial for mankind only where there prevails a social philosophy of individualism and freedom.
Τονίζοντας ότι οι φυσικές επιστήμες οφείλουν όλα τα επιτεύγματά τους στην εμπειρία, ο θετικισμός απλώς επανέλαβε μια κοινοτοπία την οποία, μετά την κατάρρευση της Naturphilosophie, κανείς δεν αμφισβητούσε πλέον. Απαξιώνοντας τις μεθόδους των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, άνοιξε τον δρόμο στις δυνάμεις που υποσκάπτουν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού.
In stressing the fact that the natural sciences owe all their achievements to experience, positivism merely repeated a truism which since the demise of Naturphilosophie nobody any longer disputed. In disparaging the methods of the sciences of human action, it paved the way for the forces that are sapping the foundations of Western civilization.
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού δεν είναι τα επιστημονικά του επιτεύγματα και η συμβολή τους στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των ανθρώπων και στην επιμήκυνση της μέσης διάρκειας ζωής. Αυτά είναι απλώς το αποτέλεσμα της εγκαθίδρυσης μιας κοινωνικής τάξης στην οποία, μέσω του συστήματος κέρδους και ζημίας, τα πλέον εξέχοντα μέλη της κοινωνίας παρακινούνται να υπηρετούν, στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους, την ευημερία των μαζών των λιγότερο προικισμένων ανθρώπων. Εκείνο που αποφέρει όφελος υπό τον καπιταλισμό είναι η ικανοποίηση του κοινού ανθρώπου, του πελάτη. Όσο περισσότερους ανθρώπους ικανοποιείτε, τόσο το καλύτερο για εσάς.74
The characteristic feature of modern Western civilization is not its scientific achievements and their service for the improvement of people’s standard of living and the prolongation of the average length of life. These are merely the effect of the establishment of a social order in which, by the instrumentality of the profit-and-loss system, the most eminent members of society are prompted to serve to the best of their abilities the well-being of the masses of less gifted people. What pays under capitalism is satisfying the common man, the customer. The more people you satisfy, the better for you.
Αυτό το σύστημα ασφαλώς δεν είναι ιδανικό ή τέλειο. Στις ανθρώπινες υποθέσεις δεν υπάρχει τελειότητα. Η μόνη, όμως, εναλλακτική λύση είναι το ολοκληρωτικό σύστημα, στο οποίο, στο όνομα μιας πλασματικής οντότητας, της «κοινωνίας», μια ομάδα διευθυνόντων καθορίζει τη μοίρα όλων των ανθρώπων. Είναι πράγματι παράδοξο ότι τα σχέδια για την εγκαθίδρυση ενός συστήματος που, ρυθμίζοντας πλήρως τη συμπεριφορά κάθε ανθρώπινου όντος, θα εκμηδένιζε την ελευθερία του ατόμου διακηρύχθηκαν ως λατρεία της επιστήμης. Ο Saint-Simon σφετερίστηκε το κύρος των νόμων της βαρύτητας του Newton ως προκάλυμμα του φαντασιοκοπικού ολοκληρωτισμού του, και ο μαθητής του, Comte, ισχυριζόταν ότι ενεργούσε ως εκπρόσωπος της επιστήμης όταν απαγόρευε, ως μάταιες και άχρηστες, ορισμένες αστρονομικές μελέτες που λίγο αργότερα παρήγαγαν μερικά από τα σημαντικότερα επιστημονικά αποτελέσματα του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Marx και ο Engels ιδιοποιήθηκαν για τα σοσιαλιστικά τους σχέδια τον χαρακτηρισμό «επιστημονικά». Οι σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές προδιαθέσεις και δραστηριότητες εξεχόντων υπέρμαχων του λογικού θετικισμού και της «ενοποιημένης επιστήμης» είναι ευρέως γνωστές.
This system is certainly not ideal or perfect. There is in human affairs no such thing as perfection. But the only alternative to it is the totalitarian system, in which in the name of a fictitious entity, “society,” a group of directors determines the fate of all the people. It is paradoxical indeed that the plans for the establishment of a system that, by fully regulating the conduct of every human being, would annihilate the individual’s freedom were proclaimed as the cult of science. Saint-Simon usurped the prestige of Newton’s laws of gravitation as a cloak for his fantastic totalitarianism, and his disciple, Comte, pretended to act as the spokesman of science when he tabooed, both as vain and as useless, certain astronomical studies that only a short time later produced some of the nineteenth-century’s most remarkable scientific results. Marx and Engels arrogated for their socialist plans the label “scientific.” The socialist or communist prepossession and activities of outstanding champions of logical positivism and “unified science” are well known.
Η ιστορία της επιστήμης είναι η καταγραφή των επιτευγμάτων ατόμων που εργάστηκαν απομονωμένα και, πολύ συχνά, συνάντησαν αδιαφορία ή ακόμη και ανοιχτή εχθρότητα από τους συγχρόνους τους. Δεν μπορεί κανείς να γράψει ιστορία της επιστήμης «χωρίς ονόματα». Εκείνο που έχει σημασία είναι το άτομο, όχι η «ομαδική εργασία». Δεν μπορεί κανείς να «οργανώσει» ή να «θεσμοποιήσει» την εμφάνιση νέων ιδεών. Μια νέα ιδέα είναι ακριβώς μια ιδέα που δεν πέρασε από τον νου εκείνων που σχεδίασαν το οργανωτικό πλαίσιο, που αντιβαίνει στα σχέδιά τους και ενδέχεται να ματαιώσει τις προθέσεις τους. Το να σχεδιάζει κανείς τις πράξεις άλλων ανθρώπων σημαίνει να τους εμποδίζει να σχεδιάζουν για τον εαυτό τους, σημαίνει να τους στερεί την ουσιωδώς ανθρώπινη ιδιότητά τους, σημαίνει να τους υποδουλώνει.
The history of science is the record of the achievements of individuals who worked in isolation and, very often, met with indifference or even open hostility on the part of their contemporaries. You cannot write a history of science “without names.” What matters is the individual, not “team work.” One cannot “organize” or “institutionalize” the emergence of new ideas. A new idea is precisely an idea that did not occur to those who designed the organizational frame, that defies their plans, and may thwart their intentions. Planning other peoples’ actions means to prevent them from planning for themselves, means to deprive them of their essentially human quality, means enslaving them.
Η μεγάλη κρίση του πολιτισμού μας είναι αποτέλεσμα αυτού του ενθουσιασμού για τον καθολικό σχεδιασμό. Υπήρχαν πάντοτε άνθρωποι πρόθυμοι να περιορίσουν το δικαίωμα και τη δυνατότητα των συμπολιτών τους να επιλέγουν τη δική τους συμπεριφορά. Ο κοινός άνθρωπος έβλεπε πάντοτε με δυσμένεια όλους όσοι τον υπερέβαιναν από οποιαδήποτε άποψη και υποστήριζε τη συμμόρφωση, τη Gleichschaltung. Εκείνο που είναι νέο και χαρακτηρίζει την εποχή μας είναι ότι οι υπέρμαχοι της ομοιομορφίας και της συμμόρφωσης προβάλλουν τις αξιώσεις τους στο όνομα της επιστήμης.
The great crisis of our civilization is the outcome of this enthusiasm for all-round planning. There have always been people prepared to restrict their fellow citizens’ right and power to choose their own conduct. The common man always looked askance upon all those who eclipsed him in any regard, and he advocated conformity, Gleichschaltung. What is new and characterizes our age is that the advocates of uniformity and conformity are raising their claims on behalf of science.
4. Η επιστημολογική στήριξη του ολοκληρωτισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Epistemological Support of Totalitarianism
Κάθε βήμα προς την αντικατάσταση των παρωχημένων μεθόδων των προκαπιταλιστικών εποχών από αποτελεσματικότερες μεθόδους παραγωγής συνάντησε φανατική εχθρότητα από εκείνους των οποίων τα κατεστημένα συμφέροντα θίγονταν βραχυπρόθεσμα από οποιαδήποτε καινοτομία. Τα γαιοκτητικά συμφέροντα των αριστοκρατών επιθυμούσαν τη διατήρηση του οικονομικού συστήματος του Παλαιού Καθεστώτος όχι λιγότερο διακαώς από τους εξεγερμένους εργάτες που κατέστρεφαν μηχανές και κατεδάφιζαν εργοστασιακά κτίρια. Την υπόθεση της καινοτομίας, όμως, υποστήριζε η νέα επιστήμη της πολιτικής οικονομίας, ενώ η υπόθεση των παρωχημένων μεθόδων παραγωγής στερούνταν βάσιμου ιδεολογικού θεμελίου.
Every step forward on the way toward substituting more efficient methods of production for the obsolete methods of the precapitalistic ages met with fanatical hostility on the part of those whose vested interests were in the short run hurt by any innovation. The landed interest of the aristocrats was no less anxious to preserve the economic system of the ancien régime than were the rioting workingmen who destroyed machines and demolished factory buildings. But the cause of innovation was supported by the new science of political economy, while the cause of the obsolete methods of production lacked a tenable ideological basis.
Καθώς όλες οι απόπειρες παρεμπόδισης της εξέλιξης του εργοστασιακού συστήματος και των τεχνολογικών του επιτευγμάτων απέτυχαν, άρχισε να διαμορφώνεται η συνδικαλιστική ιδέα. Διώξτε τον επιχειρηματία, αυτό το οκνηρό και άχρηστο παράσιτο, και παραδώστε όλα τα έσοδα —το «ολόκληρο προϊόν της εργασίας»— στους ανθρώπους που τα δημιουργούν με τον μόχθο τους! Αλλά ακόμη και οι πλέον φανατικοί εχθροί των νέων βιομηχανικών μεθόδων δεν μπορούσαν να μην αντιληφθούν την ανεπάρκεια αυτών των σχεδίων. Ο συνδικαλισμός παρέμεινε φιλοσοφία αγράμματων όχλων και απέσπασε την επιδοκιμασία των διανοουμένων μόνο πολύ αργότερα, υπό τη μορφή του βρετανικού συντεχνιακού σοσιαλισμού, του stato corporativo του ιταλικού φασισμού και της «οικονομικής της εργασίας» και της πολιτικής των εργατικών συνδικάτων του εικοστού αιώνα.75
As all the attempts to prevent the evolution of the factory system and its technological accomplishments aborted, the syndicalist idea began to take shape. Throw out the entrepreneur, that lazy and useless parasite, and hand over all the proceeds—the “whole produce of labor”—to the men who create them by their toil! But even the most bigoted enemies of the new industrial methods could not fail to realize the inadequacy of these schemes. Syndicalism remained the philosophy of illiterate mobs and got the approbation of intellectuals only much later in the guise of British Guild Socialism, Italian Fascism’s stato corporativo, and twentieth-century “labor economics” and labor union politics.
Το μεγάλο αντικαπιταλιστικό επινόημα ήταν ο σοσιαλισμός, όχι ο συνδικαλισμός. Υπήρχε, όμως, κάτι που έφερνε τα σοσιαλιστικά κόμματα σε αμηχανία από τις απαρχές της προπαγάνδας τους: η αδυναμία τους να ανασκευάσουν την κριτική που ασκούσε η οικονομική επιστήμη στα σχέδιά τους. Έχοντας πλήρη επίγνωση της αδυναμίας του ως προς αυτό, ο Karl Marx κατέφυγε σε ένα τέχνασμα υπεκφυγής. Ο ίδιος και οι οπαδοί του, έως και εκείνους που αποκαλούσαν τις θεωρίες τους «κοινωνιολογία της γνώσης», επιχείρησαν να απαξιώσουν την οικονομική επιστήμη μέσω της κίβδηλης έννοιας της ιδεολογίας που είχαν διαμορφώσει. Όπως το αντιλαμβάνονται οι μαρξιστές, σε μια «ταξική κοινωνία» οι άνθρωποι είναι εγγενώς ανίκανοι να συλλάβουν θεωρίες που αποτελούν ουσιαστικά αληθή περιγραφή της πραγματικότητας. Οι σκέψεις ενός ανθρώπου είναι κατ’ ανάγκην «ιδεολογικά» νοθευμένες. Μια ιδεολογία, με τη μαρξική έννοια του όρου, είναι μια ψευδής θεωρία η οποία, ωστόσο, ακριβώς λόγω της αναλήθειάς της, εξυπηρετεί τα συμφέροντα της τάξης από την οποία προέρχεται ο δημιουργός της. Δεν υπάρχει ανάγκη να απαντηθεί οποιαδήποτε κριτική των σοσιαλιστικών σχεδίων. Αρκεί πλήρως να αποκαλυφθεί η μη προλεταριακή καταγωγή εκείνου που την ασκεί.76
The great anticapitalistic device was socialism, not syndicalism. But there was something that embarrassed the socialist parties from the early beginnings of their propaganda, their inability to refute the criticism that their schemes met on the part of economics. Fully aware of his impotence in this regard, Karl Marx resorted to a subterfuge. He and his followers, down to those who called their doctrines “sociology of knowledge,” tried to discredit economics by their spurious ideology-concept. As the Marxians see it, in a “class society” men are inherently unfit to conceive theories that are a substantially true description of reality. A man’s thoughts are necessarily tainted “ideologically.” An ideology, in the Marxian sense of the term, is a false doctrine, which, however, precisely on account of its falsity, serves the interests of the class from which its author stems. There is no need to answer any critique of the socialist plans. It is fully sufficient to unmask the nonproletarian background of its author.
Αυτός ο μαρξικός πολυλογισμός είναι η ζωντανή φιλοσοφία και επιστημολογία της εποχής μας. Αποβλέπει στο να καταστήσει τη μαρξική θεωρία απρόσβλητη, καθώς ορίζει σιωπηρά την αλήθεια ως συμφωνία με τον μαρξισμό. Ένας αντίπαλος του μαρξισμού σφάλλει κατ’ ανάγκην πάντοτε, και μόνο επειδή είναι αντίπαλος. Εάν ο διαφωνών έχει προλεταριακή καταγωγή, είναι προδότης· εάν ανήκει σε άλλη «τάξη», είναι εχθρός «της τάξης που κρατά το μέλλον στα χέρια της».77
This Marxian polylogism is the living philosophy and epistemology of our age. It aims at making the Marxian doctrine impregnable, as it implicitly defines truth as agreement with Marxism. An adversary of Marxism is necessarily always wrong on account of the very fact that he is an adversary. If the dissenter is of proletarian origin, he is a traitor; if he belongs to another “class,” he is an enemy of “the class that holds the future in its hands.”
Η γοητεία αυτού του μαρξικού εριστικού τεχνάσματος ήταν και είναι τόσο τεράστια, ώστε ακόμη και οι μελετητές της ιστορίας των ιδεών δεν αντιλήφθηκαν επί μακρόν ότι ο θετικισμός, ακολουθώντας τα ίχνη του Comte, προσέφερε ένα άλλο τέχνασμα για τη συλλήβδην απαξίωση της οικονομικής επιστήμης, χωρίς να υπεισέρχεται σε οποιαδήποτε κριτική ανάλυση της επιχειρηματολογίας της. Για τους θετικιστές, η οικονομική επιστήμη δεν είναι επιστήμη επειδή δεν προσφεύγει στις πειραματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών. Έτσι, ο Comte και εκείνοι από τους οπαδούς του που, υπό την ονομασία της κοινωνιολογίας, κήρυτταν το ολοκληρωτικό κράτος μπορούσαν να χαρακτηρίζουν την οικονομική επιστήμη μεταφυσική ανοησία και απαλλάσσονταν από την ανάγκη να ανασκευάσουν τα διδάγματά της μέσω διασκεπτικού συλλογισμού. Όταν ο αναθεωρητισμός του Bernstein αποδυνάμωσε προσωρινά το κύρος της μαρξικής ορθοδοξίας στο κοινό, ορισμένα νεότερα μέλη των μαρξικών κομμάτων άρχισαν να αναζητούν στα γραπτά των Avenarius και Mach μια φιλοσοφική δικαιολόγηση του σοσιαλιστικού δόγματος. Αυτή η απομάκρυνση από την ευθεία γραμμή του διαλεκτικού υλισμού εμφανιζόταν ως ιεροσυλία στα μάτια των αδιάλλακτων θεματοφυλάκων της αμόλυντης διδασκαλίας. Η ογκωδέστερη συμβολή του Lenin στη σοσιαλιστική γραμματεία είναι μια παθιασμένη επίθεση κατά της «αστικής φιλοσοφίας» του εμπειριοκριτικισμού και των οπαδών του στις τάξεις των σοσιαλιστικών κομμάτων.78 Μέσα στο πνευματικό γκέτο στο οποίο είχε αυτοπεριοριστεί σε όλη του τη ζωή, δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι η μαρξική θεωρία της ιδεολογίας είχε χάσει την πειστική της δύναμη στους κύκλους των φυσικών επιστημόνων και ότι ο πανφυσικαλισμός του θετικισμού μπορούσε να προσφέρει καλύτερες υπηρεσίες στις εκστρατείες δυσφήμισης της οικονομικής επιστήμης στα μάτια των μαθηματικών, των φυσικών και των βιολόγων. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, ο Otto Neurath προσέδωσε στον μεθοδολογικό μονισμό της «ενοποιημένης επιστήμης» τη σαφώς αντικαπιταλιστική του χροιά και μετέτρεψε τον νεοθετικισμό σε επικουρική δύναμη του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Σήμερα, οι δύο θεωρίες, ο μαρξικός πολυλογισμός και ο θετικισμός, συναγωνίζονται φιλικά στην παροχή θεωρητικής στήριξης στην «Αριστερά». Για τους φιλοσόφους, τους μαθηματικούς και τους βιολόγους υπάρχει η εσωτερική διδασκαλία του λογικού ή εμπειρικού θετικισμού, ενώ στις λιγότερο καλλιεργημένες μάζες εξακολουθεί να προσφέρεται μια παραποιημένη εκδοχή του διαλεκτικού υλισμού.
The spell of this Marxian eristic trick was and is so enormous that even the students of the history of ideas failed for a long time to realize that positivism, following in the wake of Comte, offered another makeshift to discredit economics wholesale without entering into any critical analysis of its argumentation. For the positivists, economics is no science because it does not resort to the experimental methods of the natural sciences. Thus, Comte and those of his followers who under the label of sociology preached the total state could dub economics as metaphysical nonsense and were freed from the necessity to refute its teachings by discursive reasoning. When the revisionism of Bernstein had temporarily weakened the popular prestige of Marxian orthodoxy, some younger members of the Marxian parties began to search in the writings of Avenarius and Mach for a philosophical justification of the socialist creed. This defection from the straight line of dialectical materialism appeared as sacrilege in the eyes of the uncompromising guardians of the undefiled doctrine. Lenin’s most voluminous contribution to the socialist literature is a passionate attack upon the “middle-class philosophy” of empirio-criticism and its adepts in the ranks of the socialist parties. In the spiritual ghetto into which Lenin had confined himself during all of his life he could not become aware of the fact that the Marxian ideology-doctrine had lost its persuasive power in the circles of the natural scientists and that positivism’s panphysicalism could render better services in the campaigns to vilify economic science in the eyes of mathematicians, physicists, and biologists. However, a few years later, Otto Neurath instilled into the methodological monism of “unified science” its definite anti-capitalistic note and converted neopositivism into an auxiliary of socialism and communism. Today both doctrines, Marxian polylogism and positivism, amicably vie with each other in lending theoretical support to the “Left.” For the philosophers, mathematicians, and biologists there is the esoteric doctrine of logical or empirical positivism, while the less sophisticated masses are still fed a garbled variety of dialectical materialism.
Ακόμη και αν, χάριν του επιχειρήματος, δεχθούμε ότι η απόρριψη της οικονομικής επιστήμης από τον πανφυσικαλισμό υπαγορεύτηκε μόνο από λογικές και επιστημολογικές εκτιμήσεις και ότι ούτε η πολιτική μεροληψία ούτε ο φθόνος προς ανθρώπους με υψηλότερους μισθούς ή μεγαλύτερο πλούτο διαδραμάτισαν οποιονδήποτε ρόλο στο ζήτημα, δεν πρέπει να αποσιωπήσουμε το γεγονός ότι οι υπέρμαχοι του ριζοσπαστικού εμπειρισμού αρνούνται πεισματικά να δώσουν οποιαδήποτε προσοχή στα διδάγματα της καθημερινής εμπειρίας που αντιφάσκουν προς τις σοσιαλιστικές τους προτιμήσεις. Δεν παραβλέπουν μόνο την αποτυχία όλων των «πειραμάτων» με κρατικοποιημένες επιχειρήσεις στις δυτικές χώρες. Δεν ενδιαφέρονται ούτε στο ελάχιστο για το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το μέσο βιοτικό επίπεδο είναι ασυγκρίτως υψηλότερο στις καπιταλιστικές χώρες απ’ ό,τι στις κομμουνιστικές. Εάν πιεστούν έντονα, επιχειρούν να παραμερίσουν αυτή την «εμπειρία» ερμηνεύοντάς την ως συνέπεια των υποτιθέμενων αντικομμουνιστικών μηχανορραφιών των κεφαλαιούχων.79 Ό,τι και αν πιστεύει κανείς για αυτή την ισχνή δικαιολογία, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ισοδυναμεί με θεαματική αποκήρυξη της ίδιας της αρχής που θεωρεί την εμπειρία μοναδική πηγή της γνώσης. Διότι, από τη σκοπιά αυτής της αρχής, δεν επιτρέπεται να εξαφανίζεται ως διά μαγείας ένα γεγονός της εμπειρίας με επίκληση κάποιων υποτιθέμενων θεωρητικών συλλογισμών.
Even if, for the sake of argument, we may assume that the rejection of economics by panphysicalism was motivated by logical and epistemological considerations only and that neither political bias nor envy of people with higher salaries or greater wealth played any role in the matter, we must not pass over in silence the fact that the champions of radical empiricism stubbornly refuse to pay any attention to the teachings of daily experience contradicting their socialist predilections. They not only neglect the failure of all “experiments” with nationalized business in the Western countries. They do not care a whit about the undisputed fact that the average standard of living is incomparably higher in the capitalistic countries than in the communist countries. If pressed hard, they try to push aside this “experience” by interpreting it as a consequence of the capitalists’ alleged anticommunist machinations. Whatever one may think about this poor excuse, it cannot be denied that it amounts to a spectacular repudiation of the very principle that considers experience as the only source of knowledge. For in the view of this principle, it is not permitted to conjure away a fact of experience by referring to some allegedly theoretical reflections.
Το εξέχον γεγονός της σύγχρονης ιδεολογικής κατάστασης είναι ότι οι δημοφιλέστερες πολιτικές θεωρίες αποβλέπουν στον ολοκληρωτισμό, στην πλήρη κατάργηση της ελευθερίας του ατόμου να επιλέγει και να δρα. Εξίσου αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι πλέον φανατικοί υπέρμαχοι ενός τέτοιου συστήματος συμμόρφωσης αυτοαποκαλούνται επιστήμονες, μελετητές της λογικής και φιλόσοφοι.
The outstanding fact about the contemporary ideological situation is that the most popular political doctrines aim at totalitarianism, the thorough abolition of the individual’s freedom to choose and to act. No less remarkable is the fact that the most bigoted advocates of such a system of conformity call themselves scientists, logicians, and philosophers.
Αυτό, βεβαίως, δεν είναι νέο φαινόμενο. Ο Πλάτων, ο οποίος, ακόμη περισσότερο από τον Αριστοτέλη, υπήρξε επί αιώνες ο maestro di color che sanno, επεξεργάστηκε ένα σχέδιο ολοκληρωτισμού του οποίου η ριζοσπαστικότητα ξεπεράστηκε μόνο τον δέκατο ένατο αιώνα από τα σχέδια των Comte και Marx. Είναι γεγονός ότι πολλοί φιλόσοφοι είναι απολύτως μισαλλόδοξοι απέναντι σε κάθε διαφωνία και επιθυμούν την παρεμπόδιση κάθε κριτικής των δικών τους ιδεών από τον αστυνομικό μηχανισμό της κυβέρνησης.
This is, of course, not a new phenomenon. Plato, who even more than Aristotle was for centuries the maestro di color che sanno, elaborated a plan of totalitarianism the radicalism of which was surpassed only in the nineteenth century by the schemes of Comte and Marx. It is a fact that many philosophers are utterly intolerant of any dissent and want to have any criticism of their own ideas prevented by the government’s police apparatus.
Στον βαθμό που η εμπειριστική αρχή του λογικού θετικισμού αναφέρεται στις πειραματικές μεθόδους των φυσικών επιστημών, απλώς διατυπώνει όσα δεν αμφισβητούνται από κανέναν. Στον βαθμό που απορρίπτει τις επιστημολογικές αρχές των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, δεν είναι μόνο εντελώς εσφαλμένη. Υπονομεύει επίσης εν γνώσει και εκ προθέσεως τα πνευματικά θεμέλια του δυτικού πολιτισμού.
As far as the empiricist principle of logical positivism refers to the experimental methods of the natural sciences, it merely asserts what is not questioned by anybody. As far as it rejects the epistemological principles of the sciences of human action, it is not only entirely wrong. It is also knowingly and intentionally undermining the intellectual foundations of Western civilization.