Δίγλωσση ανάγνωση: Η Διδασκαλία της Οικονομικής Επιστήμης στα Πανεπιστήμια
Ludwig von Mises · Economic Teaching at the Universities · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο
Πραξεολόγος
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, «Economic Teaching at the Universities», από το Planning for Freedom· πρώτη δημοσίευση στο The Freeman, 7 Απριλίου 1952 («Our Leftist Economic Teaching»). Κείμενο όπως αναδημοσιεύτηκε στο Mises Daily, 30/1/2009. Πηγή: mises.org/mises-daily/economic-teaching-universities.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Από το βιβλίο «Σχεδιασμός για την ελευθερία». Δημοσιεύθηκε αρχικά στο The Freeman, στις 7 Απριλίου 1952.
[From Planning for Freedom. Originally published in The Freeman, April 7, 1952.]
Πριν από λίγα χρόνια, μια υποεπιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων για τη δημοσιότητα και την προπαγάνδα στις υπηρεσίες της εκτελεστικής εξουσίας, υπό την προεδρία του βουλευτή Forest A. Harness, διερεύνησε τις δραστηριότητες προπαγάνδας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Σε μία περίπτωση, η επιτροπή εξέτασε ως μάρτυρα έναν γιατρό που εργαζόταν για το κράτος. Όταν ρωτήθηκε αν στις δημόσιες ομιλίες του σε ολόκληρη τη χώρα παρουσίαζε και τις δύο πλευρές της συζήτησης σχετικά με την υποχρεωτική εθνική ασφάλιση υγείας, ο μάρτυρας απάντησε: «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε όταν λέτε και τις δύο πλευρές».
A few years ago, a House of Representatives Subcommittee on Publicity and Propaganda in the Executive Departments, under the chairmanship of Representative Forest A. Harness, investigated federal propaganda operations. On one occasion the committee had as a witness a government-employed doctor. When asked if his public speeches throughout the country presented both sides of the discussion touching compulsory national health insurance, this witness answered, “I don’t know what you mean by both sides.”
Αυτή η αφελής απάντηση φωτίζει τη νοοτροπία ανθρώπων που αποκαλούν υπερήφανα τον εαυτό τους προοδευτικούς διανοουμένους. Απλώς δεν μπορούν να φανταστούν ότι θα μπορούσε να διατυπωθεί οποιοδήποτε επιχείρημα εναντίον των διαφόρων σχεδίων που προτείνουν. Όπως βλέπουν τα πράγματα, όλοι, χωρίς να θέτουν ερωτήματα, οφείλουν να υποστηρίζουν κάθε σχέδιο που αποβλέπει σε ολοένα μεγαλύτερο κρατικό έλεγχο όλων των πτυχών της ζωής και της συμπεριφοράς του πολίτη. Ποτέ δεν επιχειρούν να αντικρούσουν τις αντιρρήσεις που προβάλλονται κατά των δογμάτων τους. Προτιμούν, όπως έκανε πρόσφατα η κυρία Eleanor Roosevelt στη στήλη της, να αποκαλούν ανέντιμους εκείνους με τους οποίους διαφωνούν.
This naive answer throws light on the state of mind of people who proudly call themselves progressive intellectuals. They simply do not imagine that any argument could be advanced against the various schemes they are suggesting. As they see it, everybody, without asking questions, must support every project aiming at more and more government control of all aspects of the citizen’s life and conduct. They never try to refute the objections raised against their doctrines. They prefer, as Mrs. Eleanor Roosevelt recently did in her column, to call dishonest those with whom they do not agree.
Πολλοί επιφανείς πολίτες θεωρούν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα υπεύθυνα για την εξάπλωση αυτής της μισαλλοδοξίας. Επικρίνουν δριμύτατα τον τρόπο με τον οποίο διδάσκονται η οικονομική επιστήμη, η φιλοσοφία, η κοινωνιολογία, η ιστορία και η πολιτική επιστήμη στα περισσότερα αμερικανικά πανεπιστήμια και κολέγια. Κατηγορούν πολλούς διδάσκοντες ότι κατηχούν τους φοιτητές τους στις ιδέες του καθολικού σχεδιασμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Ορισμένοι από εκείνους που δέχονται αυτές τις επικρίσεις προσπαθούν να αρνηθούν κάθε ευθύνη. Άλλοι, αντιλαμβανόμενοι τη ματαιότητα αυτού του τρόπου άμυνας, κραυγάζουν περί «διώξεων» και παραβίασης της «ακαδημαϊκής ελευθερίας».
Many eminent citizens hold educational institutions responsible for the spread of this bigotry. They sharply criticize the way in which economics, philosophy, sociology, history, and political science are taught at most American universities and colleges. They blame many teachers for indoctrinating their students with the ideas of all-around planning, socialism, and communism. Some of those attacked try to deny any responsibility. Others, realizing the futility of this mode of defense, cry out about “persecution” and infringement of “academic freedom.”
Ωστόσο, το προβληματικό στοιχείο των σημερινών ακαδημαϊκών συνθηκών — όχι μόνο σε αυτή τη χώρα, αλλά και στα περισσότερα ξένα έθνη — δεν είναι το γεγονός ότι πολλοί διδάσκοντες είναι τυφλά προσκολλημένοι στις πλάνες των Veblen, Marx και Keynes και προσπαθούν να πείσουν τους φοιτητές τους ότι δεν μπορούν να προβληθούν βάσιμες αντιρρήσεις εναντίον όσων αποκαλούν προοδευτικές πολιτικές· το κακό εντοπίζεται μάλλον στο ότι οι ισχυρισμοί αυτών των διδασκόντων δεν αντιμετωπίζουν καμία κριτική αμφισβήτηση στον ακαδημαϊκό χώρο. Οι ψευδοφιλελεύθεροι μονοπωλούν τις διδακτικές θέσεις σε πολλά πανεπιστήμια. Μόνο όσοι συμφωνούν μαζί τους διορίζονται καθηγητές και διδάσκοντες των κοινωνικών επιστημών και χρησιμοποιούνται μόνο εγχειρίδια που υποστηρίζουν τις ιδέες τους. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι πώς θα απαλλαγούμε από τους ανεπαρκείς διδάσκοντες και τα κακά εγχειρίδια. Είναι πώς θα δοθεί στους φοιτητές η ευκαιρία να ακούσουν κάτι για τις ιδέες των οικονομολόγων που απορρίπτουν τις αρχές των υποστηρικτών του παρεμβατισμού, του πληθωρισμού, του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.
Yet what is unsatisfactory with present-day academic conditions — not only in this country but in most foreign nations — is not the fact that many teachers are blindly committed to Veblenian, Marxian, and Keynesian fallacies, and try to convince their students that no tenable objections can be raised against what they call progressive policies; the mischief is rather to be seen in the fact that the statements of these teachers are not challenged by any criticism in the academic sphere. The pseudoliberals monopolize the teaching jobs at many universities. Only men who agree with them are appointed as teachers and instructors of the social sciences, and only textbooks supporting their ideas are used. The essential question is not how to get rid of inept teachers and poor textbooks. It is how to give the students an opportunity to hear something about the ideas of economists rejecting the tenets of the interventionists, inflationists, socialists, and communists.
1. Οι μέθοδοι των «προοδευτικών» διδασκόντων
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. Methods of the “Progressive” Teachers
Ας φωτίσουμε το ζήτημα εξετάζοντας ένα βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα. Ένας καθηγητής του Harvard University επιμελείται, με την υποστήριξη μιας συμβουλευτικής επιτροπής της οποίας όλα τα μέλη είναι, όπως και ο ίδιος, καθηγητές οικονομικών στο Harvard University, μια σειρά εγχειριδίων, την «Economics Handbook Series». Στη σειρά αυτή εκδόθηκε ένας τόμος για τον σοσιαλισμό. Ο συγγραφέας του, Paul M. Sweezy, αρχίζει τον πρόλογό του δηλώνοντας ότι το βιβλίο «είναι γραμμένο από τη σκοπιά ενός σοσιαλιστή». Ο επιμελητής της σειράς, καθηγητής Seymour E. Harris, προχωρεί ένα βήμα παραπέρα στην εισαγωγή του, δηλώνοντας ότι η «οπτική του συγγραφέα βρίσκεται πλησιέστερα στην οπτική της ομάδας που καθορίζει τη σοβιετική πολιτική παρά σε εκείνη της ομάδας που κρατά τώρα [1949] τα ηνία της διακυβέρνησης στη Βρετανία». Αυτή είναι μια ήπια περιγραφή του γεγονότος ότι ο τόμος αποτελεί, από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα, ένα άκριτο εγκώμιο του σοβιετικού συστήματος.
Let us illustrate the matter by reviewing a recently published book. A professor of Harvard University edits, with the support of an advisory committee whose members are all, like himself, professors of economics at Harvard University, a series of textbooks, the “Economics Handbook Series.” In this series there was published a volume on socialism. Its author, Paul M. Sweezy, opens his preface with the declaration that the book “is written from the standpoint of a Socialist.” The editor of the series, Professor Seymour E. Harris, in his introduction, goes a step further in stating that the author’s “viewpoint is nearer that of the group which determines Soviet policy than the one which now [1949] holds the reins of government in Britain.” This is a mild description of the fact that the volume is from the first to the last page an uncritical eulogy of the Soviet system.
Είναι, βεβαίως, απολύτως θεμιτό να γράψει ο δρ Sweezy ένα τέτοιο βιβλίο και να το επιμεληθούν και να το εκδώσουν καθηγητές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια ελεύθερη χώρα — μία από τις λίγες ελεύθερες χώρες που έχουν απομείνει στον κόσμο — και το Σύνταγμα και οι τροποποιήσεις του παρέχουν στον καθένα το δικαίωμα να σκέφτεται όπως επιθυμεί και να δημοσιεύει έντυπα όσα σκέφτεται. Ο Sweezy έχει, πράγματι, προσφέρει άθελά του μεγάλη υπηρεσία στο οξυδερκές κοινό. Διότι ο τόμος του δείχνει καθαρά σε κάθε κριτικό αναγνώστη που γνωρίζει την οικονομική επιστήμη ότι οι επιφανέστεροι υποστηρικτές του σοσιαλισμού έχουν εξαντλήσει την επινοητικότητά τους, δεν ξέρουν πώς να διατυπώσουν οποιοδήποτε πειστικό επιχείρημα υπέρ του πιστεύω τους και αδυνατούν πλήρως να αντικρούσουν οποιαδήποτε από τις σοβαρές αντιρρήσεις που έχουν προβληθεί εναντίον του.
Now it is perfectly legitimate for Dr. Sweezy to write such a book and for professors to edit and to publish it. The United States is a free country — one of the few free countries left in the world — and the Constitution and its amendments grant to everybody the right to think as he likes and to have published in print what he thinks. Sweezy has, in fact, unwittingly rendered a great service to the discerning public. For his volume clearly shows to every judicious reader conversant with economics that the most eminent advocates of socialism are at their wits’ end, do not know how to advance any plausible argument in favor of their creed, and are utterly at a loss to refute any of the serious objections raised against it.
Το βιβλίο, όμως, δεν προορίζεται για οξυδερκείς επιστήμονες με καλή γνώση των κοινωνικών επιστημών. Όπως τονίζεται στην εισαγωγή των επιμελητών, έχει γραφτεί για τον μη ειδικό αναγνώστη, με σκοπό την εκλαΐκευση ιδεών, και ιδίως για χρήση στη διδασκαλία. Μη ειδικοί και φοιτητές που γνωρίζουν ελάχιστα ή τίποτε για τα σχετικά προβλήματα θα αντλήσουν από αυτό το σύνολο των γνώσεών τους για τον σοσιαλισμό. Δεν διαθέτουν την εξοικείωση με θεωρίες και γεγονότα που θα τους επέτρεπε να σχηματίσουν ανεξάρτητη γνώμη για τις διάφορες διδασκαλίες που εκθέτει ο συγγραφέας. Θα δεχθούν όλες τις θέσεις και τις περιγραφές του ως αδιαμφισβήτητη επιστήμη και σοφία. Πώς θα μπορούσαν να είναι τόσο αλαζόνες ώστε να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία ενός βιβλίου γραμμένου, όπως λέει η εισαγωγή, από μια «αυθεντία» του πεδίου και υποστηριζόμενου από μια επιτροπή καθηγητών του σεβάσμιου Harvard!
But the book is not designed for perspicacious scholars well acquainted with the social sciences. It is, as the editors’ introduction emphasizes, written for the general reader in order to popularize ideas and especially also for use in the classroom. Laymen and students who know nothing or very little about the problems involved will draw all their knowledge about socialism from it. They lack the familiarity with theories and facts which would enable them to form an independent opinion about the various doctrines expounded by the author. They will accept all his theses and descriptions as incontestable science and wisdom. How could they be so presumptuous as to doubt the reliability of a book, written, as the introduction says, by an “authority” in the field and sponsored by a committee of professors of venerable Harvard!
Το σφάλμα της επιτροπής δεν έγκειται στο ότι εξέδωσε ένα τέτοιο βιβλίο, αλλά στο ότι η σειρά της περιλαμβάνει μόνο αυτό το βιβλίο για τον σοσιαλισμό. Αν είχε εκδώσει, μαζί με το βιβλίο του δρος Sweezy, έναν ακόμη τόμο που θα ανέλυε κριτικά τις κομμουνιστικές ιδέες και τα επιτεύγματα των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων, κανείς δεν θα μπορούσε να την κατηγορήσει ότι διαδίδει τον κομμουνισμό. Η ευπρέπεια θα έπρεπε να είχε ωθήσει τα μέλη της να δώσουν στους επικριτές του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού την ίδια ευκαιρία να παρουσιάσουν τις απόψεις τους στους φοιτητές των πανεπιστημίων και των κολεγίων που έδωσαν στον δρα Sweezy.
The shortcoming of the committee is not to be seen in the fact that they have published such a book, but in the fact that their series contains only this book about socialism. If they had, together with Dr. Sweezy’s book, published another volume critically analyzing communist ideas and the achievements of socialist governments, nobody could blame them for disseminating communism. Decency should have impelled them to give the critics of socialism and communism the same chance to represent their views to the students of universities and colleges as they gave to Dr. Sweezy.
Σε κάθε σελίδα του βιβλίου του δρος Sweezy συναντά κανείς πραγματικά εκπληκτικούς ισχυρισμούς. Έτσι, όταν πραγματεύεται το πρόβλημα των ατομικών δικαιωμάτων υπό ένα σοσιαλιστικό καθεστώς, εξισώνει απλώς το σοβιετικό σύνταγμα με το αμερικανικό. Και τα δύο, δηλώνει, είναι:
On every page of Dr. Sweezy’s book, one finds really amazing statements. Thus, in dealing with the problem of civil rights under a socialist regime, he simply equates the Soviet constitution with the American constitution. Both, he declares, are
γενικώς αποδεκτά ως η διατύπωση των ιδανικών που οφείλουν να καθοδηγούν τις πράξεις τόσο του κράτους όσο και του μεμονωμένου πολίτη. Το ότι αυτά τα ιδανικά δεν τηρούνται πάντοτε στην πράξη — είτε στη Σοβιετική Ένωση είτε στις Ηνωμένες Πολιτείες — είναι ασφαλώς αληθές και σημαντικό· δεν σημαίνει, όμως, ότι δεν υπάρχουν ή ότι μπορούν να αγνοούνται, ακόμη λιγότερο ότι μπορούν να μετατρέπονται στο αντίθετό τους.
generally accepted as the statement of the ideals which ought to guide the actions of both the state and the individual citizen. That these ideals are not always lived up to — either in the Soviet Union or in the United States — is certainly both true and important; but it does not mean that they do not exist or that they can be ignored, still less that they can be transformed into their opposite.
Αφήνοντας κατά μέρος τα περισσότερα από όσα θα μπορούσαν να προβληθούν για την ανασκευή αυτού του συλλογισμού, πρέπει να αντιληφθούμε ότι το αμερικανικό σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα ιδανικό, αλλά το ισχύον δίκαιο της χώρας. Για να μη μετατραπεί σε νεκρό γράμμα, υπάρχει μια ανεξάρτητη δικαστική εξουσία, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται το Ανώτατο Δικαστήριο. Χωρίς έναν τέτοιο θεματοφύλακα του δικαίου και της νομιμότητας, κάθε νόμος μπορεί να αγνοηθεί και να μετατραπεί στο αντίθετό του — και πράγματι αυτό συμβαίνει. Δεν αντιλήφθηκε ποτέ ο δρ Sweezy αυτή τη λεπτή διαφορά; Πιστεύει πράγματι ότι τα εκατομμύρια που μαραζώνουν στις σοβιετικές φυλακές και στα στρατόπεδα εργασίας μπορούν να επικαλεστούν το habeas corpus;
Leaving aside most of what could be advanced to explode this reasoning, there is need to realize that the American constitution is not merely an ideal but the valid law of the country. To prevent it from becoming a dead letter there is an independent judiciary culminating in the Supreme Court. Without such a guardian of law and legality, any law can be and is ignored and transformed into its opposite. Did Dr. Sweezy never become aware of this nuance? Does he really believe that the millions languishing in Soviet prisons and labor camps can invoke habeas corpus?
Ας το επαναλάβουμε: ο δρ Sweezy έχει το δικαίωμα — ακριβώς επειδή η αμερικανική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων δεν είναι απλώς ένα ιδανικό, αλλά εφαρμοζόμενος νόμος — να μετατρέπει κάθε γεγονός στο αντίθετό του. Καθηγητές, όμως, που προσφέρουν στους φοιτητές τους τέτοια εγκώμια των Σοβιετικών, χωρίς να τους ενημερώνουν για τις απόψεις των αντιπάλων του σοσιαλισμού, δεν πρέπει να κραυγάζουν περί κυνηγιού μαγισσών όταν δέχονται κριτική.
To say it again, Dr. Sweezy has the right — precisely because the American Bill of Rights is not merely an ideal, but an enforced law — to transform every fact into its opposite. But professors who hand out such praise of the Soviets to their students without informing them about the opinions of the opponents of socialism must not raise the cry of witch-hunt if they are criticized.
Ο καθηγητής Harris υποστηρίζει στην εισαγωγή του ότι «όσοι φοβούνται την υπέρμετρη επιρροή του παρόντος τόμου μπορούν να ενθαρρυνθούν από έναν συμπληρωματικό τόμο για τον καπιταλισμό, που πρόκειται να εκδοθεί στην ίδια σειρά, γραμμένο από κάποιον εξίσου αφοσιωμένο στην ιδιωτική επιχείρηση όσο ο δρ Sweezy στο σοσιαλισμό». Ο τόμος αυτός, γραμμένος από τον καθηγητή David McCord Wright του University of Virginia, έχει στο μεταξύ εκδοθεί. Ασχολείται παρεμπιπτόντως και με το σοσιαλισμό και επιχειρεί να ανασκευάσει ορισμένες δευτερεύουσες σοσιαλιστικές πλάνες, όπως τη θεωρία της απονέκρωσης του κράτους, μια θεωρία την οποία ακόμη και οι πιο φανατικοί σοβιετικοί συγγραφείς θέτουν σήμερα σε δεύτερη μοίρα. Ασφαλώς, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικό υποκατάστατο — ή καν υποκατάστατο — μιας διεξοδικής κριτικής εξέτασης ολόκληρου του σώματος των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών ιδεών και της οικτρής αποτυχίας όλων των σοσιαλιστικών πειραμάτων.
Professor Harris, in his introduction, contends that “those who fear undue influence of the present volume may be cheered by a forthcoming companion volume on capitalism in this series written by one as devoted to private enterprise as Dr. Sweezy is to socialism.” This volume, written by Professor David McCord Wright of the University of Virginia, has been published in the meantime. It deals incidentally also with socialism and tries to explode some minor socialist fallacies, such as the doctrine of the withering away of the state, a doctrine which even the most fanatical Soviet authors relegate today to an insignificant position. But it certainly cannot be considered a satisfactory substitute, or a substitute at all, for a thoroughly critical examination of the whole body of socialist and communist ideas, and the lamentable failure of all socialist experiments.
Ορισμένοι διδάσκοντες προσπαθούν να αντικρούσουν τις κατηγορίες ιδεολογικής μισαλλοδοξίας που διατυπώνονται κατά των πανεπιστημίων τους και να αποδείξουν τη δική τους αμεροληψία προσκαλώντας περιστασιακά έναν διαφωνούντα εκτός του ιδρύματος να μιλήσει στους φοιτητές τους. Αυτό είναι απλώς παραπλάνηση. Μία ώρα ορθής οικονομικής θεωρίας απέναντι σε αρκετά χρόνια κατήχησης σε πλάνες! Ας επιτραπεί στον γράφοντα να παραθέσει ένα απόσπασμα από επιστολή με την οποία αρνήθηκε μια τέτοια πρόσκληση:
Some of the teachers try to refute the accusations of ideological intolerance leveled against their universities and to demonstrate their own impartiality by occasionally inviting a dissenting outsider to address their students. This is mere eyewash. One hour of sound economics against several years of indoctrination of errors! The present writer may quote from a letter in which he declined such an invitation:
Εκείνο που μου καθιστά αδύνατη την παρουσίαση της λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς σε μια σύντομη διάλεξη — είτε πενήντα λεπτών είτε δύο πενηνταλέπτων — είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι, επηρεασμένοι από τις επικρατούσες ιδέες για τα οικονομικά προβλήματα, είναι γεμάτοι εσφαλμένες αντιλήψεις σχετικά με αυτό το σύστημα. Είναι πεπεισμένοι ότι οι οικονομικές υφέσεις, η μαζική ανεργία, το μονοπώλιο, ο επιθετικός ιμπεριαλισμός και οι πόλεμοι, καθώς και η φτώχεια του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας, προκαλούνται από την ανεμπόδιστη λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
What makes it impossible for me to present the operation of the market economy in a short lecture — whether fifty minutes or twice fifty minutes — is the fact that people, influenced by the prevailing ideas on economic problems, are full of erroneous opinions concerning this system. They are convinced that economic depressions, mass unemployment, monopoly, aggressive imperialism and wars, and the poverty of the greater part of mankind, are caused by the unhampered operation of the capitalist mode of production.
Αν ο ομιλητής δεν διαλύσει καθένα από αυτά τα δόγματα, η εντύπωση που απομένει στο ακροατήριο είναι ανεπαρκής. Η ανασκευή, όμως, οποιουδήποτε από αυτά απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο από εκείνον που μου έχει παραχωρηθεί στο πρόγραμμά σας. Οι ακροατές θα σκεφτούν: «Δεν αναφέρθηκε καθόλου σε αυτό» ή «Έκανε μόνο μερικές παρεμπίπτουσες παρατηρήσεις για εκείνο». Η διάλεξή μου μάλλον θα ενίσχυε την παρανόησή τους για το σύστημα… Αν ήταν δυνατόν να εκτεθεί η λειτουργία του καπιταλισμού σε μία ή δύο σύντομες ομιλίες, θα ήταν χάσιμο χρόνου να παραμένουν οι φοιτητές οικονομικών επί αρκετά χρόνια στα πανεπιστήμια. Θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί γιατί πρέπει να γράφονται ογκώδη εγχειρίδια γι’ αυτό το θέμα… Αυτοί είναι οι λόγοι που με αναγκάζουν, παρά τη θέλησή μου, να αρνηθώ την ευγενική πρόσκλησή σας.
If a lecturer does not dispel each of these dogmas, the impression left with the audience is unsatisfactory. Now, exploding any one of them requires much more time than that assigned to me in your program. The hearers will think: “He did not refer at all to this” or “He made only a few casual remarks about that.” My lecture would rather confirm them in their misunderstanding of the system…. If it were possible to expound the operation of capitalism in one or two short addresses, it would be a waste of time to keep the students of economics for several years at the universities. It would be difficult to explain why voluminous textbooks have to be written about this subject…. It is these reasons that impel me reluctantly to decline your kind invitation.
2. Η υποτιθέμενη αμεροληψία των πανεπιστημίων
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Alleged Impartiality of the Universities
Οι ψευδοπροοδευτικοί διδάσκοντες δικαιολογούν την πολιτική τους να αποκλείουν από τις διδακτικές θέσεις όλους όσοι διασύρονται από αυτούς ως παρωχημένοι αντιδραστικοί, αποκαλώντας τους μεροληπτικούς.
The pseudoprogressive teachers excuse their policy of barring all those whom they smear as old-fashioned reactionaries from access to teaching positions by calling these men biased.
Η αναφορά στη μεροληψία είναι εντελώς άτοπη όταν ο κατήγορος δεν είναι σε θέση να αποδείξει καθαρά σε τι συνίσταται το ελάττωμα της διδασκαλίας του συγγραφέα που διασύρει. Το μόνο που έχει σημασία είναι αν μια διδασκαλία είναι ορθή ή εσφαλμένη. Αυτό πρέπει να διαπιστώνεται μέσω γεγονότων και παραγωγικού συλλογισμού. Αν δεν μπορούν να προβληθούν βάσιμα επιχειρήματα για την ανασκευή μιας θεωρίας, οι υβριστικοί χαρακτηρισμοί κατά του συγγραφέα της δεν μειώνουν στο ελάχιστο την ορθότητά της. Αν, από την άλλη πλευρά, το εσφαλμένο μιας διδασκαλίας έχει ήδη αποδειχθεί καθαρά με μια αδιάσειστη ακολουθία συλλογισμών, δεν υπάρχει λόγος να αποκαλείται μεροληπτικός ο συγγραφέας της.
The reference to bias is quite out of place if the accuser is not in a position to demonstrate clearly in what the deficiency of the smeared author’s doctrine consists. The only thing that matters is whether a doctrine is sound or unsound. This is to be established by facts and deductive reasoning. If no tenable arguments can be advanced to invalidate a theory, it does not in the least detract from its correctness if the author is called names. If, on the other hand, the falsity of a doctrine has already been clearly demonstrated by an irrefutable chain of reasoning, there is no need to call its author biased.
Ένας βιογράφος μπορεί να προσπαθήσει να εξηγήσει τις πλάνες του προσώπου του οποίου γράφει τη βιογραφία, αφού αυτές έχουν σαφώς ανασκευαστεί, ανάγοντάς τες στη μεροληψία του. Μια τέτοια ψυχολογική ερμηνεία, όμως, δεν έχει σημασία σε συζητήσεις που αφορούν την ορθότητα ή το εσφαλμένο μιας θεωρίας. Οι καθηγητές που αποκαλούν μεροληπτικούς όσους διαφωνούν μαζί τους απλώς ομολογούν την αδυναμία τους να εντοπίσουν οποιοδήποτε σφάλμα στις θεωρίες των αντιπάλων τους.
A biographer may try to explain the manifestly exploded errors of the person whose life he is writing about by tracing them back to bias. But such psychological interpretation is immaterial in discussions concerning the correctness or falsity of a theory. Professors who call those with whom they disagree biased merely confess their inability to discover any fault in their adversaries’ theories.
Πολλοί «προοδευτικοί» καθηγητές έχουν υπηρετήσει για κάποιο διάστημα σε μία από τις διάφορες κρατικές υπηρεσίες που είναι γνωστές με τα αρχικά τους. Τα καθήκοντα που τους ανατίθεντο σε αυτές τις υπηρεσίες ήταν, κατά κανόνα, απλώς επικουρικά. Συγκέντρωναν στατιστικά στοιχεία και συνέτασσαν υπομνήματα τα οποία οι προϊστάμενοί τους, είτε πολιτικοί είτε πρώην διευθυντικά στελέχη εταιρειών, αρχειοθετούσαν χωρίς να τα διαβάσουν. Οι καθηγητές δεν εμφύσησαν επιστημονικό πνεύμα στις υπηρεσίες. Οι υπηρεσίες, όμως, τους προσέδωσαν τη νοοτροπία του αυταρχισμού. Δυσπιστούν απέναντι στον λαό και θεωρούν το Κράτος — με κεφαλαίο Κ — θεόσταλτο κηδεμόνα των αξιοθρήνητων υποτελών. Μόνο η κυβέρνηση είναι αμερόληπτη και απροκατάληπτη. Όποιος αντιτίθεται σε οποιαδήποτε διεύρυνση των κυβερνητικών εξουσιών αποκαλύπτεται, εξ αυτού και μόνο, ως εχθρός του κοινού καλού. Είναι προφανές ότι «μισεί» το κράτος.
Many “progressive” professors have for some time served in one of the various alphabetical government agencies. The tasks entrusted to them in the bureaus were, as a rule, ancillary only. They compiled statistics and wrote memoranda which their superiors, either politicians or former managers of corporations, filed without reading. The professors did not instill a scientific spirit into the bureaus. But the bureaus gave them the mentality of authoritarianism. They distrust the populace and consider the State (with a capital S) as the God-sent guardian of the wretched underlings. Only the government is impartial and unbiased. Whoever opposes any expansion of governmental powers is, by this token, unmasked as an enemy of the commonweal. It is manifest that he “hates” the state.
Αν, όμως, ένας οικονομολόγος αντιτίθεται στην κοινωνικοποίηση των βιομηχανιών, δεν «μισεί» το κράτος. Απλώς δηλώνει ότι το κοινωνικό σύνολο εξυπηρετείται καλύτερα από την ιδιωτική παρά από τη δημόσια ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Κανείς δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η εμπειρία από τις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις διαψεύδει αυτή την άποψη.
Now if an economist is opposed to the socialization of industries, he does not “hate” the state. He simply declares that the commonwealth is better served by private ownership of the means of production than by public ownership. Nobody could pretend that experience with nationalized enterprises contradicts this opinion.
Μια άλλη τυπικά γραφειοκρατική προκατάληψη που απέκτησαν οι καθηγητές στην Washington είναι να χαρακτηρίζουν «αρνητισμό» τη στάση όσων αντιτίθενται στους κρατικούς ελέγχους και στη σύσταση νέων υπηρεσιών. Υπό το πρίσμα αυτής της ορολογίας, όλα όσα έχει επιτύχει το αμερικανικό σύστημα ατομικής επιχειρηματικής πρωτοβουλίας είναι απλώς «αρνητικά»· μόνο οι κρατικές υπηρεσίες είναι «θετικές».
Another typically bureaucratic prejudice which the professors acquired in Washington is to call the attitudes of those opposing government controls and the establishment of new offices “negativism.” In the light of this terminology all that has been achieved by the American individual enterprise system is only “negative”; the bureaus alone are “positive.”
Υπάρχει, επιπλέον, η πλαστή αντίθεση «σχέδιο ή κανένα σχέδιο». Σχεδιασμός αποκαλείται μόνο ο ολοκληρωτικός κρατικός σχεδιασμός, που υποβιβάζει τους πολίτες σε απλά πιόνια των σχεδίων της γραφειοκρατίας. Τα σχέδια των μεμονωμένων πολιτών είναι απλώς «μη σχέδια». Τι σημασιολογία!
There is, furthermore, the spurious antithesis “plan or no plan.” Only totalitarian government planning that reduces the citizens to mere pawns in the designs of the bureaucracy is called planning. The plans of the individual citizens are simply “no plans.” What semantics!
Ο προοδευτικός διανοούμενος θεωρεί τον καπιταλισμό το φρικτότερο από όλα τα κακά. Η ανθρωπότητα, υποστηρίζει, ζούσε μάλλον ευτυχισμένη στον παλιό καλό καιρό. Έπειτα, όμως, όπως είπε ένας Βρετανός ιστορικός, η Βιομηχανική Επανάσταση «έπεσε σαν πόλεμος ή σαν πανώλη» πάνω στους λαούς. Η «αστική τάξη» μετέτρεψε την αφθονία σε σπανιότητα. Λίγοι μεγιστάνες απολαμβάνουν κάθε πολυτέλεια. Αλλά, όπως παρατήρησε ο ίδιος ο Marx, ο εργάτης «βυθίζεται ολοένα και περισσότερο», επειδή η αστική τάξη «είναι ανίκανη να εξασφαλίσει την ύπαρξη του δούλου της μέσα στην ίδια του τη δουλεία».
The progressive intellectual looks upon capitalism as the most ghastly of all evils. Mankind, he contends, lived rather happily in the good old days. But then, as a British historian said, the Industrial Revolution “fell like a war or a plague” on the peoples. The “bourgeoisie” converted plenty into scarcity. A few tycoons enjoy all luxuries. But, as Marx himself observed, the worker “sinks deeper and deeper” because the bourgeoisie “is incompetent to assure an existence to its slave within his slavery.”
Ακόμη χειρότερες είναι οι πνευματικές και ηθικές συνέπειες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Υπάρχει, πιστεύει ο προοδευτικός, μόνο ένα μέσο για να απελευθερωθεί η ανθρωπότητα από την εξαθλίωση και την κατάπτωση που παράγουν το laissez-faire και ο άκαμπτος ατομικισμός: η υιοθέτηση του κεντρικού σχεδιασμού, του συστήματος με το οποίο πειραματίζονται επιτυχώς οι Ρώσοι. Είναι αλήθεια ότι τα αποτελέσματα που πέτυχαν οι Σοβιετικοί δεν είναι ακόμη απολύτως ικανοποιητικά. Αυτές οι αδυναμίες, όμως, προκλήθηκαν αποκλειστικά από τις ιδιαίτερες συνθήκες της Ρωσίας. Η Δύση θα αποφύγει τις παγίδες στις οποίες έπεσαν οι Ρώσοι και θα πραγματοποιήσει το κράτος πρόνοιας χωρίς τα απλώς συμπτωματικά χαρακτηριστικά που το παραμόρφωσαν στη Russia και στη Γερμανία του Hitler.
Still worse are the intellectual and moral effects of the capitalist mode of production. There is but one means, the progressive believes, to free mankind from the misery and degradation produced by laissez-faire and rugged individualism, viz., to adopt central planning, the system with which the Russians are successfully experimenting. It is true that the results obtained by the Soviets are not yet fully satisfactory. But these shortcomings were caused only by the peculiar conditions of Russia. The West will avoid the pitfalls of the Russians and will realize the welfare state without the merely accidental features that disfigured it in Russia and in Hitler’s Germany.
Αυτή είναι η φιλοσοφία που διδάσκεται στα περισσότερα σημερινά εκπαιδευτικά ιδρύματα και διαδίδεται από μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Αυτή η διδασκαλία καθοδηγεί τις ενέργειες σχεδόν όλων των σύγχρονων κυβερνήσεων. Ο Αμερικανός «προοδευτικός» ντρέπεται για αυτό που αποκαλεί κοινωνική καθυστέρηση της χώρας του. Θεωρεί καθήκον των Ηνωμένων Πολιτειών να επιδοτούν αφειδώς τις ξένες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, ώστε να μπορούν να συνεχίζουν τα καταστροφικά σοσιαλιστικά τους εγχειρήματα. Στα μάτια του, ο πραγματικός εχθρός του αμερικανικού λαού είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή οι επιχειρήσεις που παρέχουν στον απλό Αμερικανό το υψηλότερο βιοτικό επίπεδο που έχει επιτευχθεί ποτέ στην ιστορία. Χαιρετίζει ως πρόοδο κάθε βήμα προς τον καθολικό έλεγχο της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Διασύρει ως αντιδραστικούς, οικονομικούς μοναρχικούς και φασίστες όλους όσοι υπαινίσσονται τις ολέθριες συνέπειες της σπατάλης, των ελλειμματικών δαπανών και της αποσυσσώρευσης κεφαλαίου. Ποτέ δεν αναφέρει τα νέα ή βελτιωμένα προϊόντα που οι επιχειρήσεις καθιστούν προσιτά στις μάζες σχεδόν κάθε χρόνο. Εκστασιάζεται, όμως, με τα μάλλον αμφισβητήσιμα επιτεύγματα της Tennessee Valley Authority, της οποίας το έλλειμμα καλύπτεται από φόρους που εισπράττονται από τις μεγάλες επιχειρήσεις.
Such is the philosophy taught at most present-day schools and propagated by novels and plays. It is this doctrine that guides the actions of almost all contemporary governments. The American “progressive” feels ashamed of what he calls the social backwardness of his country. He considers it a duty of the United States to subsidize foreign socialist governments lavishly in order to enable them to go on with their ruinous socialist ventures. In his eyes, the real enemy of the American people is big business, that is, the enterprises which provide the American common man with the highest standard of living ever reached in history. He hails every step forward on the road toward all-around control of business as progress. He smears all those who hint at the pernicious effects of waste, deficit spending, and capital decumulation as reactionaries, economic royalists, and Fascists. He never mentions the new or improved products which business almost every year makes accessible to the masses. But he goes into raptures about the rather questionable achievements of the Tennessee Valley Authority, the deficit of which is made good out of taxes collected from big business.
Οι πιο τυφλά αφοσιωμένοι εκφραστές αυτής της ιδεολογίας βρίσκονται στα πανεπιστημιακά τμήματα ιστορίας, πολιτικής επιστήμης, κοινωνιολογίας και λογοτεχνίας. Οι καθηγητές αυτών των τμημάτων απολαμβάνουν το πλεονέκτημα, όταν αναφέρονται σε οικονομικά ζητήματα, να μιλούν για ένα αντικείμενο με το οποίο δεν είναι καθόλου εξοικειωμένοι. Αυτό είναι ιδιαίτερα κραυγαλέο στην περίπτωση των ιστορικών. Ο τρόπος με τον οποίο έχει αντιμετωπιστεί η ιστορία των τελευταίων 200 ετών είναι πραγματικά σκανδαλώδης. Μόλις πρόσφατα άρχισαν επιφανείς μελετητές να αποκαλύπτουν τις χονδροειδείς πλάνες του Lujo Brentano, του ζεύγους Webb, του ζεύγους Hammond, του Tawney, του Arnold Toynbee, του Elie Halevy, του ζεύγους Beard και άλλων συγγραφέων. Στην τελευταία συνάντηση της Mont Pelerin Society, ο κάτοχος της έδρας οικονομικής ιστορίας στο London School of Economics, καθηγητής T. S. Ashton, παρουσίασε μια ανακοίνωση στην οποία επισήμαινε ότι οι κοινώς αποδεκτές απόψεις για τις οικονομικές εξελίξεις του 19ου αιώνα «δεν διαπνέονται ούτε από την παραμικρή αναλαμπή οικονομικής κατανόησης». Οι ιστορικοί κακοποίησαν τα γεγονότα όταν επινόησαν τον θρύλο ότι «η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης υπό τον βιομηχανικό καπιταλισμό, το εργοστάσιο, προέκυψε από τη ζήτηση όχι των απλών ανθρώπων, αλλά των πλουσίων και των κυβερνώντων».
The most infatuated expositors of this ideology are to be found in the university departments of history, political science, sociology, and literature. The professors of these departments enjoy the advantage, in referring to economic issues, that they are talking about a subject with which they are not familiar at all. This is especially flagrant in the case of historians. The way in which the history of the last 200 years has been treated is really a scandal. Only recently, eminent scholars have begun to unmask the crude fallacies of Lujo Brentano, the Webbs, the Hammonds, Tawney, Arnold Toynbee, Elie Halevy, the Beards, and other authors. At the last meeting of the Mont Pelerin Society, the occupant of the chair of economic history at the London School of Economics, Professor T.S. Ashton, presented a paper in which he pointed out that the commonly accepted views of the economic developments of the 19th century “are not informed by any glimmering of economic sense.” The historians tortured the facts when they concocted the legend that “the dominant form of organization under industrial capitalism, the factory, arose out of the demands, not of ordinary people, but of the rich and the rulers.”
Η αλήθεια είναι ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλισμού ήταν και παραμένει η μαζική παραγωγή για τις ανάγκες των μαζών. Κάθε φορά που το εργοστάσιο, με τις μεθόδους μαζικής παραγωγής μέσω μηχανών κινούμενων από μηχανική ισχύ, εισερχόταν σε έναν νέο κλάδο παραγωγής, ξεκινούσε με φθηνά αγαθά για τις πλατιές μάζες. Τα εργοστάσια στρέφονταν στην παραγωγή εκλεκτότερων και, επομένως, ακριβότερων εμπορευμάτων μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν η πρωτοφανής βελτίωση που είχαν επιφέρει στο βιοτικό επίπεδο των μαζών καθιστούσε εύλογη την εφαρμογή των μεθόδων μαζικής παραγωγής και σε καλύτερα είδη. Οι μεγάλες επιχειρήσεις εξυπηρετούν τις ανάγκες των πολλών· εξαρτώνται αποκλειστικά από τη μαζική κατανάλωση. Υπό την ιδιότητά του ως καταναλωτή, ο απλός άνθρωπος είναι ο κυρίαρχος, του οποίου η αγορά ή η αποχή από την αγορά αποφασίζει τη μοίρα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Ο «προλετάριος» είναι ο περιβόητος πελάτης που έχει πάντα δίκιο.
The truth is that the characteristic feature of capitalism was and is mass production for the needs of the masses. Whenever the factory, with its methods of mass production by means of power-driven machines, invaded a new branch of production, it started with cheap goods for the broad masses. The factories turned to the production of more refined and therefore more expensive merchandise only at a later stage, when the unprecedented improvement which they had caused in the masses’ standard of living made it reasonable to apply the methods of mass production to better articles as well. Big business caters to the needs of the many; it depends exclusively upon mass consumption. In his capacity as consumer, the common man is the sovereign whose buying or abstention from buying decides the fate of entrepreneurial activities. The “proletarian” is the much-talked-about customer who is always right.
Η δημοφιλέστερη μέθοδος απαξίωσης του καπιταλισμού είναι να του αποδίδεται η ευθύνη για κάθε κατάσταση που θεωρείται μη ικανοποιητική. Η φυματίωση και, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, η σύφιλη αποκαλούνταν ασθένειες του καπιταλισμού. Η εξαθλίωση δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε χώρες όπως η Ινδία, οι οποίες δεν υιοθέτησαν τον καπιταλισμό, αποδίδεται στον καπιταλισμό. Είναι θλιβερό γεγονός ότι οι άνθρωποι εξασθενούν στα γηρατειά και τελικά πεθαίνουν. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει μόνο στους πωλητές αλλά και στους εργοδότες, και δεν ήταν λιγότερο τραγικό στις προκαπιταλιστικές εποχές από ό,τι υπό τον καπιταλισμό. Η πορνεία, ο αλκοολισμός και η εξάρτηση από τα ναρκωτικά αποκαλούνται όλες καπιταλιστικά πάθη.
The most popular method of deprecating capitalism is to make it responsible for every condition which is considered unsatisfactory. Tuberculosis and, until a few years ago, syphilis, were called diseases of capitalism. The destitution of scores of millions in countries like India, which did not adopt capitalism, is blamed on capitalism. It is a sad fact that people become debilitated in old age and finally die. But this happens not only to salesmen but also to employers, and it was no less tragic in the precapitalistic ages than it is under capitalism. Prostitution, dipsomania, and drug addiction are all called capitalist vices.
Κάθε φορά που συζητούνται οι υποτιθέμενες ανομίες των καπιταλιστών, ένας πολυμαθής καθηγητής ή ένας εκλεπτυσμένος καλλιτέχνης αναφέρεται στα υψηλά εισοδήματα των αστέρων του κινηματογράφου, των πυγμάχων και των παλαιστών. Ποιοί, όμως, συνεισφέρουν περισσότερο σε αυτά τα εισοδήματα, οι εκατομμυριούχοι ή οι «προλετάριοι»;
Whenever people discuss the alleged misdeeds of the capitalists, a learned professor or a sophisticated artist refers to the high income of movie stars, boxers, and wrestlers. But who contribute more to these incomes, the millionaires or the “proletarians”?
Πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι χειρότερες ακρότητες αυτής της προπαγάνδας δεν διαπράττονται από καθηγητές οικονομικών, αλλά από διδάσκοντες των άλλων κοινωνικών επιστημών, από δημοσιογράφους, συγγραφείς και μερικές φορές ακόμη και από κληρικούς. Η πηγή, όμως, από την οποία αναβλύζουν όλα τα συνθήματα αυτού του πυρετώδους φανατισμού είναι οι διδασκαλίες που κληροδότησε η «θεσμική» σχολή οικονομικής πολιτικής. Όλα αυτά τα δόγματα και οι πλάνες μπορούν, τελικά, να αναχθούν σε υποτιθέμενες οικονομικές διδασκαλίες.
It must be admitted that the worst excesses in this propaganda are not committed by professors of economics but by the teachers of the other social sciences, by journalists, writers, and sometimes even by ministers. But the source from which all the slogans of this hectic fanaticism spring is the teachings handed down by the “institutionalist” school of economic policies. All these dogmas and fallacies can be ultimately traced back to allegedly economic doctrines.
4. Ο αποκλεισμός της ορθής οικονομικής επιστήμης
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Proscription of Sound Economics
Οι οπαδοί των Marx, Keynes και Veblen, καθώς και οι άλλοι «προοδευτικοί», γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι διδασκαλίες τους δεν αντέχουν σε καμία κριτική ανάλυση. Έχουν πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι ένας και μόνο εκπρόσωπος της ορθής οικονομικής επιστήμης στο τμήμα τους θα εκμηδένιζε ολόκληρη τη διδασκαλία τους. Γι’ αυτό επιδιώκουν με τόση αγωνία να αποκλείσουν κάθε «ορθόδοξο» από τα οχυρά της «ανορθοδοξίας» τους.
The Marxians, Keynesians, Veblenians, and other “progressives” know very well that their doctrines cannot stand any critical analysis. They are fully aware of the fact that one representative of sound economics in their department would nullify all their teachings. This is why they are so anxious to bar every “orthodox” from access to the strongholds of their “un-orthodoxy.”
Η χειρότερη συνέπεια αυτού του αποκλεισμού της ορθής οικονομικής επιστήμης είναι ότι οι προικισμένοι νέοι απόφοιτοι αποφεύγουν τη σταδιοδρομία του πανεπιστημιακού οικονομολόγου. Δεν θέλουν να υφίστανται αποκλεισμό από πανεπιστήμια, βιβλιοκριτικούς και εκδοτικούς οίκους. Προτιμούν να στραφούν στις επιχειρήσεις ή στη δικηγορία, όπου τα ταλέντα τους θα εκτιμηθούν δίκαια. Κυρίως όσοι είναι διατεθειμένοι να συμβιβαστούν και δεν επιθυμούν ιδιαίτερα να ανακαλύψουν τις αδυναμίες της επίσημης διδασκαλίας είναι εκείνοι που επιδιώκουν τις διδακτικές θέσεις. Έχουν απομείνει λίγοι ικανοί άνθρωποι για να διαδεχθούν τους επιφανείς επιστήμονες που πεθαίνουν ή φτάνουν στην ηλικία συνταξιοδότησης. Στην ανερχόμενη γενιά διδασκόντων δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου άξιοι διάδοχοι οικονομολόγων όπως οι Frank A. Fetter και Edwin W. Kemmerer του Princeton, ο Irving Fisher του Yale και ο Benjamin M. Anderson του California.
The worst consequence of this proscription of sound economics is the fact that gifted young graduates shun the career of an academic economist. They do not want to be boycotted by universities, book reviewers, and publishing firms. They prefer to go into business or the practice of law, where their talents will be fairly appreciated. It is mainly compromisers, who are not eager to find out the shortcomings of the official doctrine, who aspire to the teaching positions. There are few competent men left to take the place of the eminent scholars who die or reach the retirement age. Among the rising generation of instructors are hardly any worthy successors of such economists as Frank A. Fetter and Edwin W. Kemmerer of Princeton, Irving Fisher of Yale, and Benjamin M. Anderson of California.
Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να διορθωθεί αυτή η κατάσταση. Στους πραγματικούς οικονομολόγους πρέπει να δοθεί στις πανεπιστημιακές μας σχολές η ίδια ευκαιρία που απολαμβάνουν σήμερα μόνο οι υποστηρικτές του σοσιαλισμού και του παρεμβατισμού. Ασφαλώς δεν είναι υπερβολικό να ζητείται αυτό, εφόσον η χώρα αυτή δεν έχει ακόμη γίνει ολοκληρωτική.
There is but one way to remedy this situation. True economists must be given the same opportunity in our faculties which only the advocates of socialism and interventionism enjoy today. This is surely not too much to ask as long as this country has not yet gone totalitarian.
Το άρθρο αυτό αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο «Σχεδιασμός για την ελευθερία». Δημοσιεύθηκε αρχικά στο The Freeman, στις 7 Απριλίου 1952.
This article is excerpted from Planning for Freedom. It was originally published in The Freeman, April 7, 1952.