Δίγλωσση ανάγνωση: Τί έχει Κάνει η Κυβέρνηση στα Χρήματά μας;
Murray N. Rothbard · What Has Government Done to Our Money? · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο
Πραξεολόγος
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, What Has Government Done to Our Money?, 6η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2024 — «Published under the Creative Commons Attribution NonCommercial 4.0 International License». Πηγή: EPUB στο cdn.mises.org. Άδεια: CC BY-NC 4.0.
Το αγγλικό κείμενο διατίθεται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial 4.0 International (CC BY-NC 4.0): επιτρέπεται η αναδημοσίευσή του μόνο για μη εμπορική χρήση και με αναφορά της πηγής. Το «Εισαγωγικό Σημείωμα» και το «Αντί Επιλόγου» (Φάση X) είναι του μεταφραστή· ο πρόλογος του Patrick Newman, η εισαγωγή του Jörg Guido Hülsmann και το επίμετρο του Joseph Salerno της αγγλικής έκδοσης δεν έχουν μεταφραστεί και δεν περιλαμβάνονται.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Λίγα οικονομικά θέματα είναι πιο μπερδεμένα, πιο συγκεχυμένα από το χρήμα. Οι διαμάχες πληθαίνουν σχετικά με την επιλογή «σφιχτής οικονομικής πολιτικής» ή «εύκολου χρήματος»1, για τον ρόλο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve)2 και των Υπουργείων Οικονομικών, για τις διάφορες εκδοχές του κανόνα του χρυσού κ.λπ. Πρέπει η κυβέρνηση να διοχετεύει χρήμα στην οικονομία ή να το αποσύρει; Ποιο τμήμα της κυβέρνησης πρέπει να το κάνει αυτό; Πρέπει η κυβέρνηση να ενθαρρύνει και να επεκτείνει τις πιστώσεις ή να τις περιορίζει; Πρέπει να επιστρέψει στον κανόνα του χρυσού3; Και αν ναι, σε ποια ισοτιμία; Αυτά και αμέτρητα άλλα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται, φαινομενικά χωρίς τέλος.
Few economic subjects are more tangled, more confused than money. Wrangles abound over “tight money” vs. “easy money,” over the roles of the Federal Reserve System and the Treasury, over various versions of the gold standard, etc. Should the government pump money into the economy or siphon it out? Which branch of the government? Should it encourage credit or restrain it? Should it return to the gold standard? If so, at what rate? These and countless other questions multiply, seemingly without end.
Ίσως αυτή η Βαβέλ απόψεων στο ζήτημα του χρήματος προέρχεται από την τάση του ανθρώπου να είναι «πρακτικός», δηλαδή να μελετά μόνο τα άμεσα πολιτικά και οικονομικά προβλήματα. Όταν βυθιστούμε ολοκληρωτικά στην καθημερινότητα, παύουμε να κάνουμε θεμελιώδεις διακρίσεις ή να θέτουμε τα πραγματικά, βασικά και ουσιαστικά ερωτήματα. Σύντομα, τα θεμελιώδη ζητήματα ξεχνιούνται και μια άσκοπη πορεία αντικαθιστά την προσήκουσα προσήλωση στις αρχές. Συχνά χρειαζόμαστε προοπτική, δηλ. να απομακρυνθούμε λίγο από τις καθημερινές μας υποθέσεις για να τις δούμε και για να τις κατανοήσουμε πληρέστερα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στις οικονομίες μας, όπου οι αλληλεπιδράσεις είναι τόσο περίπλοκες ώστε να πρέπει να απομονώσουμε μερικούς σημαντικούς παράγοντες, να τους αναλύσουμε και στη συνέχεια να παρακολουθήσουμε τη λειτουργία τους στον σύνθετο κόσμο. Αυτό ακριβώς ήταν το νόημα της «οικονομίας του Ροβινσώνα Κρούσου», μιας αγαπημένης μεθόδου της κλασικής οικονομικής θεωρίας. Η ανάλυση του Κρούσου και του Παρασκευά σε ένα ερημονήσι, που τόσο έχει δυσφημιστεί από τους κριτικούς ως άσχετη με τον σημερινό κόσμο, στην πραγματικότητα εκπλήρωσε μια εξαιρετικά χρήσιμη λειτουργία: φώτισε τα βασικά αξιώματα της ανθρώπινης δράσης.
Perhaps the Babel of views on the money question stems from man’s propensity to be “realistic,” i.e., to study only immediate political and economic problems. If we immerse ourselves wholly in day-to-day affairs, we cease making fundamental distinctions, or asking the really basic questions. Soon, basic issues are forgotten, and aimless drift is substituted for firm adherence to principle. Often we need to gain perspective, to stand aside from our everyday affairs in order to understand them more fully. This is particularly true in our economy, where interrelations are so intricate that we must isolate a few important factors, analyze them, and then trace their operations in the complex world. This was the point of “Crusoe economics,” a favorite device of classical economic theory. Analysis of Crusoe and Friday on a desert island, much abused by critics as irrelevant to today’s world, actually performed the very useful function of spotlighting the basic axioms of human action.
Από όλα τα οικονομικά προβλήματα, το χρήμα είναι ίσως το πιο μπερδεμένο και ίσως εκείνο στο οποίο χρειαζόμαστε περισσότερο την προοπτική και την καθαρή σκέψη. Επιπλέον, το χρήμα είναι ο οικονομικός τομέας που έχει περισσότερο από κάθε άλλον επικαλυφθεί και περιπλεχθεί με αιώνες κρατικής παρέμβασης. Πολλοί άνθρωποι –πολλοί οικονομολόγοι– που συνήθως είναι αφοσιωμένοι στην ελεύθερη αγορά, σταματούν απότομα στο χρήμα. Το χρήμα, επιμένουν, είναι διαφορετικό· πρέπει να παρέχεται από την κυβέρνηση και να ρυθμίζεται από την κυβέρνηση. Δεν θεωρούν ποτέ τον κρατικό έλεγχο του χρήματος ως παρέμβαση στην ελεύθερη αγορά· μια ελεύθερη αγορά χρήματος είναι αδιανόητη γι’ αυτούς. Οι κυβερνήσεις πρέπει να κόβουν νομίσματα και χαρτονομίσματα, να ορίζουν το «νόμιμο μέσο πληρωμής», να δημιουργούν κεντρικές τράπεζες, να τροφοδοτούν και να αποσύρουν χρήμα, να «σταθεροποιούν το επίπεδο τιμών» κ.λπ.
Of all the economic problems, money is possibly the most tangled, and perhaps where we most need perspective. Money, moreover, is the economic area most encrusted and entangled with centuries of government meddling. Many people, many economists, usually devoted to the free market stop short at money. Money, they insist, is different; it must be supplied by government and regulated by government. They never think of state control of money as interference in the free market; a free market in money is unthinkable to them. Governments must mint coins, issue paper, define “legal tender,” create central banks, pump money in and out, “stabilize the price level,” etc.
Ιστορικά, το χρήμα ήταν από τα πρώτα πράγματα που τέθηκαν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης, και η «επανάσταση» της ελεύθερης αγοράς τον 18ο και 19ο αιώνα άφησε ελάχιστο αποτύπωμα στον νομισματικό τομέα. Ώρα, λοιπόν, να στρέψουμε καθολικά την προσοχή μας στην κινητήριο δύναμη της οικονομίας μας – το χρήμα.
Historically, money was one of the first things controlled by government, and the free market “revolution” of the eighteenth and nineteenth centuries made very little dent in the monetary sphere. So it is high time that we turn fundamental attention to the life-blood of our economy—money.
Ας θέσουμε πρώτα στον εαυτό μας το ερώτημα: Μπορεί το χρήμα να οργανωθεί σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας; Μπορούμε να έχουμε ελεύθερη αγορά χρήματος, όπως και για τα υπόλοιπα αγαθά και υπηρεσίες; Ποια θα ήταν η μορφή μιας τέτοιας αγοράς; Και ποια είναι τα αποτελέσματα των διαφόρων κρατικών ελέγχων; Αν υποστηρίζουμε την ελεύθερη αγορά σε άλλους τομείς, αν επιθυμούμε να εξαλείψουμε την κρατική εισβολή στη σφαίρα της προσωπικής ελευθερίας και στην ιδιοκτησία, δεν έχουμε άλλο σημαντικότερο καθήκον από το να διερευνήσουμε τους τρόπους και τα μέσα μιας ελεύθερης αγοράς χρήματος.
Let us first ask ourselves the question: Can money be organized under the freedom principle? Can we have a free market in money as well as in other goods and services? What would be the shape of such a market? And what are the effects of various governmental controls? If we favor the free market in other directions, if we wish to eliminate government invasion of person and property, we have no more important task than to explore the ways and means of a free market in money.
Πώς ξεκίνησε το χρήμα; Προφανώς, ο Ροβινσών Κρούσος4 δεν είχε ανάγκη χρημάτων. Δεν θα μπορούσε να φάει χρυσά νομίσματα. Ούτε ο Κρούσος και ο Παρασκευάς, όταν αντάλλαζαν π.χ. ψάρια με ξυλεία, χρειάζονταν να ασχοληθούν με το χρήμα. Όμως, όταν η κοινωνία επεκτείνεται πέρα από λίγες οικογένειες, το σκηνικό είναι ήδη έτοιμο για την εμφάνιση του χρήματος.
How did money begin? Clearly, Robinson Crusoe had no need for money. He could not have eaten gold coins. Neither would Crusoe and Friday, perhaps exchanging fish for lumber, need to bother about money. But when society expands beyond a few families, the stage is already set for the emergence of money.
Για να εξηγήσουμε τον ρόλο του χρήματος, πρέπει να πάμε ακόμη πιο πίσω και να ρωτήσουμε: γιατί οι άνθρωποι ανταλλάσσουν; Η ανταλλαγή είναι η πρωταρχική βάση της οικονομικής μας ζωής. Χωρίς ανταλλαγές, δεν θα υπήρχε πραγματική οικονομία και, πρακτικά, ούτε κοινωνία.
Προφανώς, μια εθελοντική ανταλλαγή γίνεται επειδή και τα δύο μέρη προσδοκούν να ωφεληθούν. Μια ανταλλαγή είναι μια συμφωνία μεταξύ του A και του B να μεταβιβάσουν τα αγαθά ή τις υπηρεσίες του ενός για τα αγαθά και τις υπηρεσίες του άλλου. Και οι δύο ωφελούνται, προφανώς, διότι ο καθένας εκτιμά αυτό που λαμβάνει στην ανταλλαγή περισσότερο από αυτό που παραχωρεί. Όταν ο Κρούσος, για παράδειγμα, ανταλλάσσει κάποια ψάρια με ξυλεία, εκτιμά την ξυλεία που «αγοράζει» περισσότερο από τα ψάρια που «πουλάει», ενώ ο Παρασκευάς, αντιθέτως, εκτιμά τα ψάρια περισσότερο από την ξυλεία. Από τον Αριστοτέλη μέχρι τον Marx, οι άνθρωποι έχουν λανθασμένα πιστέψει ότι μια ανταλλαγή καταγράφει κάποιο είδος ισότητας αξίας – ότι αν ένα βαρέλι ψάρια ανταλλάσσεται με δέκα κορμούς, υπάρχει κάποια υποκείμενη ισότητα μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, η ανταλλαγή έγινε μόνο επειδή κάθε μέρος εκτίμησε τα δύο προϊόντα σε διαφορετική σειρά προτίμησης.
To explain the role of money, we must go even further back, and ask: why do men exchange at all? Exchange is the prime basis of our economic life. Without exchanges, there would be no real economy and, practically, no society. Clearly, a voluntary exchange occurs because both parties expect to benefit. An exchange is an agreement between A and B to transfer the goods or services of one man for the goods and services of the other. Obviously, both benefit because each values what he receives in exchange more than what he gives up. When Crusoe, say, exchanges some fish for lumber, he values the lumber he “buys” more than the fish he “sells,” while Friday, on the contrary, values the fish more than the lumber. From Aristotle to Marx, men have mistakenly believed that an exchange records some sort of equality of value—that if one barrel of fish is exchanged for ten logs, there is some sort of underlying equality between them. Actually, the exchange was made only because each party valued the two products in different order.
Γιατί η ανταλλαγή είναι τόσο καθολική μεταξύ των ανθρώπων σε όλη την υφήλιο; Θεμελιωδώς, λόγω της μεγάλης ποικιλίας στη φύση: της ποικιλίας στον άνθρωπο και της διαφορετικής γεωγραφικής θέσης των φυσικών πόρων. Κάθε άνθρωπος έχει ένα διαφορετικό σύνολο δεξιοτήτων και κλίσεων, και κάθε κομμάτι γης έχει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά, τους δικούς του ξεχωριστούς πόρους. Από αυτό το εξωτερικό φυσικό γεγονός της ποικιλίας προκύπτουν οι ανταλλαγές· σιτάρι από το Κάνσας για σίδηρο από τη Μινεσότα· οι ιατρικές υπηρεσίες του ενός για το παίξιμο βιολιού του άλλου. Η εξειδίκευση επιτρέπει σε κάθε άνθρωπο να αναπτύξει την καλύτερη δεξιότητά του και σε κάθε περιοχή να αναπτύξει τους δικούς της ιδιαίτερους πόρους. Αν κανείς δεν μπορούσε να ανταλλάξει, αν κάθε άνθρωπος αναγκαζόταν να είναι πλήρως αυτάρκης, είναι προφανές ότι οι περισσότεροι από εμάς θα πεθαίναμε από πείνα ενώ οι υπόλοιποι μετά βίας θα επιβίωναν. Η ανταλλαγή είναι η κινητήριος δύναμη της ζωής, όχι μόνο της οικονομίας μας, αλλά και του ίδιου του ανθρώπινου πολιτισμού.
Why should exchange be so universal among mankind? Fundamentally, because of the great variety in nature: the variety in man, and the diversity of location of natural resources. Every man has a different set of skills and aptitudes, and every plot of ground has its own unique features, its own distinctive resources. From this external natural fact of variety come exchanges; wheat in Kansas for iron in Minnesota; one man’s medical services for another’s playing of the violin. Specialization permits each man to develop his best skill, and allows each region to develop its own particular resources. If no one could exchange, if every man were forced to be completely self-sufficient, it is obvious that most of us would starve to death, and the rest would barely remain alive. Exchange is the lifeblood, not only of our economy, but of civilization itself.
2. Ανταλλαγή σε Είδος (Άμεση Ανταλλαγή ή Αντιπραγματισμός)
↗ στη σελίδα του βιβλίου— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)
Ωστόσο, η άμεση ανταλλαγή χρήσιμων αγαθών και υπηρεσιών θα επαρκούσε μετά βίας για να διατηρήσει μια οικονομία πάνω από το πρωτόγονο επίπεδο. Μια τέτοια άμεση ανταλλαγή –ή ανταλλαγή σε είδος– είναι ελάχιστα καλύτερη από την καθαρή αυτάρκεια. Γιατί συμβαίνει αυτό; Κατ’ αρχάς, είναι προφανές ότι η παραγωγή θα ήταν μικρή. Αν ο Jones προσλάβει εργάτες για να χτίσουν ένα σπίτι, με τι θα τους πληρώσει; Με κομμάτια του σπιτιού ή με οικοδομικά υλικά που δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν; Τα δύο βασικά προβλήματα της ανταλλαγής σε είδος είναι η «αδιαιρετότητα» και η «έλλειψη σύμπτωσης επιθυμιών». Έτσι, αν ο Smith έχει π.χ. ένα άροτρο που θέλει να ανταλλάξει με διάφορα πράγματα –ας πούμε αυγά, ψωμί και ένα κοστούμι– πώς μπορεί να το κάνει; Πώς μπορεί να σπάσει το άροτρο και να δώσει μέρος του σε έναν αγρότη και άλλο μέρος σε έναν ράφτη; Ακόμη και όταν τα αγαθά είναι διαιρετά, είναι γενικά αδύνατο δύο ανταλλάσσοντες να βρουν ο ένας τον άλλο ταυτόχρονα. Αν ο A έχει απόθεμα αυγών προς πώληση και ο B έχει ένα ζευγάρι παπούτσια, πώς μπορούν να συναλλαχθούν αν ο A θέλει ένα κοστούμι; Και σκεφτείτε περαιτέρω τη δυσκολία ενός καθηγητή οικονομικών ο οποίος πρέπει να βρει έναν παραγωγό αυγών που θέλει να αγοράσει μερικά μαθήματα οικονομικών σε αντάλλαγμα για τα αυγά του! Είναι προφανές ότι οποιοδήποτε είδος πολιτισμένης οικονομίας είναι αδύνατο σε ένα κόσμο και μια οικονομία που λειτουργεί με άμεση ανταλλαγή.
Yet, direct exchange of useful goods and services would barely suffice to keep an economy going above the primitive level. Such direct exchange—or barter— is hardly better than pure self-sufficiency. Why is this? For one thing, it is clear that very little production could be carried on. If Jones hires some laborers to build a house, with what will he pay them? With parts of the house, or with building materials they could not use? The two basic problems are “indivisibility” and “lack of coincidence of wants.” Thus, if Smith has a plow, which he would like to exchange for several different things— say, eggs, bread, and a suit of clothes—how can he do so? How can he break up the plow and give part of it to a farmer and another part to a tailor? Even where the goods are divisible, it is generally impossible for two exchangers to find each other at the same time. If A has a supply of eggs for sale, and B has a pair of shoes, how can they get together if A wants a suit? And think of the plight of an economics teacher who has to find an egg-producer who wants to purchase a few economics lessons in return for his eggs! Clearly, any sort of civilized economy is impossible under direct exchange.
Ο άνθρωπος όμως ανακάλυψε, μέσα από τη διαδικασία δοκιμής και λάθους, τον δρόμο που επιτρέπει σε μια οικονομία να επεκτείνεται δραστικά: την έμμεση ανταλλαγή. Στην έμμεση ανταλλαγή, πουλάς το προϊόν σου όχι για ένα αγαθό που χρειάζεσαι άμεσα, αλλά για ένα άλλο αγαθό το οποίο στη συνέχεια, με τη σειρά σου, πουλάς για το αγαθό που επιθυμείς. Με την πρώτη ματιά, κάτι τέτοιο φαίνεται σαν μια αδέξια και περίπλοκη διαδικασία. Στην πραγματικότητα όμως είναι το θαυμαστό εργαλείο που επέτρεψε στον πολιτισμό μας να αναπτυχθεί.
But man discovered, in the process of trial and error, the route that permits a greatly-expanding economy: indirect exchange. Under indirect exchange, you sell your product not for a good which you need directly, but for another good which you then, in turn, sell for the good you want. At first glance, this seems like a clumsy and round-about operation. But it is actually the marvelous instrument that permits civilization to develop.
Σκεφτείτε την περίπτωση του A, του αγρότη, που θέλει να αγοράσει τα παπούτσια που φτιάχνει ο B. Επειδή ο B δεν θέλει τα αυγά του, βρίσκει αυτό που θέλει ο B –ας πούμε βούτυρο. Ο A ανταλλάσσει τότε τα αυγά του με το βούτυρο του C και πουλάει το βούτυρο στον B για παπούτσια. Αγοράζει πρώτα το βούτυρο όχι επειδή το θέλει άμεσα, αλλά επειδή το βούτυρο θα του επιτρέψει να πάρει τα παπούτσια του. Ομοίως, ο Smith, ο ιδιοκτήτης του αρότρου, θα πουλήσει το άροτρό του για ένα εμπόρευμα που μπορεί πιο εύκολα να διαιρεθεί και να πωληθεί –ας πούμε βούτυρο– και στη συνέχεια θα ανταλλάξει τμήματα του βουτύρου με αυγά, ψωμί, ρούχα κ.λπ. Και στις δύο περιπτώσεις, το πλεονέκτημα του βουτύρου –ο λόγος που υπάρχει επιπλέον ζήτηση γι’ αυτό πέρα από την απλή κατανάλωση– είναι η μεγαλύτερη εμπορευσιμότητά του. Αν ένα αγαθό είναι πιο εμπορεύσιμο από ένα άλλο –αν όλοι είναι σίγουροι ότι θα πωληθεί πιο εύκολα– τότε θα αποκτήσει μεγαλύτερη ζήτηση διότι θα χρησιμοποιηθεί ως μέσο ανταλλαγής (medium of exchange). Θα είναι το μέσο μέσω του οποίου ένας εξειδικευμένος παραγωγός μπορεί να ανταλλάξει το προϊόν του με τα αγαθά άλλων εξειδικευμένων παραγωγών.
Consider the case of A, the farmer, who wants to buy the shoes made by B. Since B doesn’t want his eggs, he finds what B does want—let’s say butter. A then exchanges his eggs for C’s butter, and sells the butter to B for shoes. He first buys the butter not because he wants it directly, but because it will permit him to get his shoes. Similarly, Smith, a plow-owner, will sell his plow for one commodity which he can more readily divide and sell—say, butter—and will then exchange parts of the butter for eggs, bread, clothes, etc. In both cases, the superiority of butter—the reason there is extra demand for it beyond simple consumption—is its greater marketability. If one good is more marketable than another—if everyone is confident that it will be more readily sold—then it will come into greater demand because it will be used as a medium of exchange. It will be the medium through which one specialist can exchange his product for the goods of other specialists.
Όπως ακριβώς στη φύση υπάρχει μεγάλη ποικιλία δεξιοτήτων και πόρων, έτσι υπάρχει ποικιλία στην εμπορευσιμότητα των αγαθών. Ορισμένα αγαθά ζητούνται περισσότερο από άλλα, κάποια είναι πιο διαιρετά (divisible) σε μικρότερες μονάδες χωρίς απώλεια αξίας, κάποια πιο ανθεκτικά για μεγάλα χρονικά διαστήματα (durable), κάποια πιο εύκολο να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις (transportable). Όλα αυτά τα πλεονεκτήματα συμβάλλουν στη μεγαλύτερη εμπορευσιμότητα ενός αγαθού. Είναι φανερό ότι σε κάθε κοινωνία, τα πιο εμπορεύσιμα αγαθά θα επιλεγούν σταδιακά ως τα επικρατούντα μέσα ανταλλαγής (media of exchange). Καθώς επιλέγονται όλο και περισσότερο ως μέσα, η ζήτηση γι’ αυτά αυξάνεται εξαιτίας αυτής της χρήσης και έτσι γίνονται ακόμη πιο εμπορεύσιμα (marketable). Το αποτέλεσμα είναι ένας ενισχυτικός σπειροειδής κρίκος: η μεγαλύτερη εμπορευσιμότητα προκαλεί ευρύτερη χρήση ως μέσο, η οποία προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη εμπορευσιμότητα κ.ο.κ. Τελικά, ένα ή δύο εμπορεύματα χρησιμοποιούνται ως γενικά μέσα –σχεδόν σε όλες τις ανταλλαγές– και αυτά ονομάζονται χρήμα.
Now just as in nature there is a great variety of skills and resources, so there is a variety in the marketability of goods. Some goods are more widely demanded than others, some are more divisible into smaller units without loss of value, some more durable over long periods of time, some more transportable over large distances. All of these advantages make for greater marketability. It is clear that in every society, the most marketable goods will be gradually selected as the media for exchange. As they are more and more selected as media, the demand for them increases because of this use, and so they become even more marketable. The result is a reinforcing spiral: more marketability causes wider use as a medium which causes more marketability, etc. Eventually, one or two commodities are used as general media—in almost all exchanges—and these are called money.
Ιστορικά, πολλά διαφορετικά αγαθά έχουν χρησιμοποιηθεί ως μέσα ανταλλαγής: καπνός στην αποικιακή Βιρτζίνια, ζάχαρη στις Δυτικές Ινδίες, αλάτι στην Αβησσυνία, βοοειδή στην αρχαία Ελλάδα, καρφιά στη Σκωτία, χαλκός στην αρχαία Αίγυπτο, αλλά και σιτάρι, χάντρες, τσάι, κοχύλια και αγκίστρια ψαρέματος. Εν τέλει, μέσα στους αιώνες, δύο εμπορεύματα –ο χρυσός και το ασήμι– αναδύθηκαν ως χρήμα στον ελεύθερο ανταγωνισμό της αγοράς και εκτόπισαν όλα τα άλλα. Και τα δύο είναι εξαιρετικώς εμπορεύσιμα, έχουν μεγάλη ζήτηση ως κοσμήματα και υπερτερούν στις υπόλοιπες αναγκαίες ιδιότητες που αναφέρθηκαν παραπάνω. Κατά τα πιο πρόσφατα χρόνια, το ασήμι, όντας σχετικά πιο άφθονο από τον χρυσό, θεωρήθηκε πιο χρήσιμο για μικρότερες ανταλλαγές, ενώ ο χρυσός πιο χρήσιμος για μεγαλύτερες συναλλαγές. Εν πάσει περιπτώσει, το σημαντικό είναι ότι, όποιος κι αν είναι ο λόγος, η ελεύθερη αγορά κατέληξε στον χρυσό και το ασήμι ως τα πιο αποτελεσματικά χρήματα.
Historically, many different goods have been used as media: tobacco in colonial Virginia, sugar in the West Indies, salt in Abyssinia, cattle in ancient Greece, nails in Scotland, copper in ancient Egypt, and grain, beads, tea, cowrie shells, and fishhooks. Through the centuries, two commodities, gold and silver, have emerged as money in the free competition of the market, and have displaced the other commodities. Both are uniquely marketable, are in great demand as ornaments, and excel in the other necessary qualities. In recent times, silver, being relatively more abundant than gold, has been found more useful for smaller exchanges, while gold is more useful for larger transactions. At any rate, the important thing is that whatever the reason, the free market has found gold and silver to be the most efficient moneys.
Αυτή η διαδικασία –η αθροιστική ανάπτυξη ενός μέσου ανταλλαγής στην ελεύθερη αγορά– είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο το χρήμα μπορεί να καθιερωθεί. Το χρήμα δεν μπορεί να προέλθει με κανέναν άλλο τρόπο, ούτε με το να αποφασίσουν όλοι ξαφνικά να δημιουργήσουν χρήμα από ένα άχρηστο υλικό, ούτε με την πρωτοβουλία μιας κυβέρνησης να ονομάσει κομμάτια χαρτιού «χρήμα». Διότι μέσα στη ζήτηση για χρήμα είναι ενσωματωμένη η γνώση των τιμών-χρήματος του άμεσου παρελθόντος· σε αντίθεση με τα αγαθά κατανάλωσης ή παραγωγής που χρησιμοποιούνται άμεσα, το χρήμα πρέπει να έχει προϋπάρχουσες τιμές πάνω στις οποίες να στηριχθεί η ζήτηση. Αυτό όμως μπορεί να συμβεί μόνο ξεκινώντας από ένα χρήσιμο εμπόρευμα υπό το καθεστώς ανταλλαγής σε είδος (άμεσης ανταλλαγής ή αντιπραγματισμού) και προσθέτοντας στη συνέχεια ζήτηση για αυτό ως μέσο ανταλλαγής στην προηγούμενη ζήτηση για άμεση χρήση (π.χ. ως κοσμήματα, στην περίπτωση του χρυσού).5 Έτσι, οι κυβερνήσεις είναι ανίκανες να δημιουργήσουν χρήμα για την οικονομία· το χρήμα μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μέσα από τη διαδικασία της ελεύθερης αγοράς.
This process: the cumulative development of a medium of exchange on the free market—is the only way money can become established. Money cannot originate in any other way, neither by everyone suddenly deciding to create money out of useless material, nor by government calling bits of paper “money.” For embedded in the demand for money is knowledge of the money prices of the immediate past; in contrast to directly-used consumers’ or producers’ goods, money must have pre-existing prices on which to ground a demand. But the only way this can happen is by beginning with a useful commodity under barter, and then adding demand for a medium for exchange to the previous demand for direct use (e.g., for ornaments, in the case of gold). Thus, government is powerless to create money for the economy; it can only be developed by the processes of the free market.
Μια εξαιρετικά σημαντική αλήθεια για το χρήμα αναδύεται τώρα από τη συζήτησή μας: το χρήμα είναι ένα εμπόρευμα. Η εκμάθηση αυτού του απλού μαθήματος είναι ένα από τα πιο σημαντικά καθήκοντα του κόσμου. Συχνά, οι άνθρωποι μιλούν για το χρήμα ως κάτι πολύ περισσότερο ή πολύ λιγότερο από αυτό που πραγματικά είναι. Το χρήμα δεν είναι μια αφηρημένη μονάδα λογισμού (unit of account), αποσπασμένη από ένα συγκεκριμένο αγαθό· δεν είναι μία άχρηστη μάρκα (token) που χρησιμεύει μόνο για ανταλλαγές· δεν είναι μια «απαίτηση έναντι της κοινωνίας»· δεν αποτελεί μια εγγύηση σταθερού επιπέδου τιμών. Είναι απλώς ένα εμπόρευμα. Διαφέρει από τα άλλα εμπορεύματα στο ότι ζητείται κυρίως ως μέσο ανταλλαγής. Εκτός όμως από αυτό, είναι ένα εμπόρευμα –και, όπως όλα τα εμπορεύματα, έχει υπάρχον απόθεμα, αντιμετωπίζει ζήτηση από ανθρώπους να το αγοράσουν και να το κρατήσουν κ.λπ. Όπως όλα τα εμπορεύματα, η «τιμή» του –σε όρους άλλων αγαθών– καθορίζεται από την αλληλεπίδραση της συνολικής του προσφοράς (αποθέματος), και της συνολικής ζήτησης από τους ανθρώπους να το αγοράσουν και να το κρατήσουν. (Οι άνθρωποι «αγοράζουν» χρήμα πουλώντας τα αγαθά και τις υπηρεσίες τους γι’ αυτό, όπως ακριβώς «πωλούν» χρήμα όταν αγοράζουν αγαθά και υπηρεσίες.)
A most important truth about money now emerges from our discussion: money is a commodity. Learning this simple lesson is one of the world’s most important tasks. So often have people talked about money as something much more or less than this. Money is not an abstract unit of account, divorceable from a concrete good; it is not a useless token only good for exchanging; it is not a “claim on society”; it is not a guarantee of a fixed price level. It is simply a commodity. It differs from other commodities in being demanded mainly as a medium of exchange. But aside from this, it is a commodity—and, like all commodities, it has an existing stock, it faces demands by people to buy and hold it, etc. Like all commodities, its “price”—in terms of other goods—is determined by the interaction of its total supply, or stock, and the total demand by people to buy and hold it. (People “buy” money by selling their goods and services for it, just as they “sell” money when they buy goods and services.)
Η εμφάνιση του χρήματος ήταν μια μεγάλη ευλογία για το ανθρώπινο γένος. Χωρίς χρήμα –χωρίς ένα γενικό μέσο ανταλλαγής– δεν θα μπορούσε να υπάρξει πραγματική εξειδίκευση, ούτε πρόοδος της οικονομίας πάνω από ένα πρωτόγονο επίπεδο. Με το χρήμα, τα προβλήματα της αδιαιρετότητας και της «έλλειψης σύμπτωσης επιθυμιών» που βασάνιζαν την κοινωνία της ανταλλαγής σε είδος εξαφανίζονται όλα. Τώρα, ο Jones μπορεί να προσλάβει εργάτες για να χτίσουν το σπίτι του και να τους πληρώσει σε…χρήμα. Ο Smith μπορεί να πουλήσει το άροτρό του με αντάλλαγμα μονάδες…χρήματος. Το εμπορευματικό χρήμα (money-commodity) είναι διαιρετό σε μικρές μονάδες και είναι γενικά αποδεκτό από όλους. Έτσι, όλα τα αγαθά και οι υπηρεσίες πωλούνται για χρήμα, και στη συνέχεια το χρήμα χρησιμοποιείται για να αγοραστούν άλλα αγαθά και υπηρεσίες που επιθυμούν οι άνθρωποι. Χάρη στο χρήμα, μπορεί να σχηματιστεί μια περίπλοκη «δομή παραγωγής», όπου γη, εργασία και κεφαλαιουχικά αγαθά συνεργάζονται για να προωθηθεί η παραγωγή σε κάθε στάδιο και να λαμβάνεται πληρωμή σε χρήμα.
The emergence of money was a great boon to the human race. Without money—without a general medium of exchange—there could be no real specialization, no advancement of the economy above a bare, primitive level. With money, the problems of indivisibility and “coincidence of wants” that plagued the barter society all vanish. Now, Jones can hire laborers and pay them in... money. Smith can sell his plow in exchange for units of... money. The money-commodity is divisible into small units, and it is generally acceptable by all. And so all goods and services are sold for money, and then money is used to buy other goods and services that people desire. Because of money, an elaborate “structure of production” can be formed, with land, labor services, and capital goods cooperating to advance production at each stage and receiving payment in money.
Η καθιέρωση του χρήματος προσφέρει και άλλο ένα μεγάλο όφελος. Εφόσον όλες οι ανταλλαγές γίνονται σε χρήμα, όλες οι αναλογίες ανταλλαγής (exchange-ratios) εκφράζονται σε χρήμα, και έτσι οι άνθρωποι μπορούν τώρα να συγκρίνουν την αγοραία αξία κάθε αγαθού με εκείνη κάθε άλλου αγαθού. Αν μια τηλεόραση ανταλλάσσεται με τρεις ουγγιές χρυσού και ένα αυτοκίνητο με εξήντα ουγγιές χρυσού, τότε όλοι μπορούν να δουν ότι ένα αυτοκίνητο «αξίζει» είκοσι τηλεοράσεις στην αγορά. Αυτές οι αναλογίες ανταλλαγής είναι τιμές, και το εμπορευματικό χρήμα λειτουργεί ως κοινός παρονομαστής για όλες τις τιμές. Μόνο η καθιέρωση τιμών-χρήματος στην αγορά επιτρέπει την ανάπτυξη μιας πολιτισμένης οικονομίας, διότι μόνο αυτές επιτρέπουν στους επιχειρηματίες να κάνουν οικονομικούς υπολογισμούς (calculate economically). Οι επιχειρηματίες μπορούν τώρα να κρίνουν πόσο καλά ικανοποιούν τις επιθυμίες των καταναλωτών βλέποντας πώς οι τιμές πώλησης των προϊόντων τους συγκρίνονται με τις τιμές που πρέπει να πληρώσουν στους παράγοντες παραγωγής (productive factors) που είναι τα «κόστη» τους. Εφόσον όλες αυτές οι τιμές εκφράζονται σε όρους χρήματος, οι επιχειρηματίες μπορούν να καθορίσουν αν έχουν κέρδη ή ζημίες. Τέτοιοι υπολογισμοί καθοδηγούν επιχειρηματίες, εργάτες και γαιοκτήμονες στην αναζήτηση νομισματικού εισοδήματος στην αγορά. Μόνο τέτοιοι υπολογισμοί μπορούν να κατανείμουν τους πόρους στις πιο παραγωγικές τους χρήσεις –σε εκείνες τις χρήσεις που θα ικανοποιήσουν περισσότερο τις επιθυμίες των καταναλωτών.
The establishment of money conveys another great benefit. Since all exchanges are made in money, all the exchange-ratios are expressed in money, and so people can now compare the market worth of each good to that of every other good. If a TV set exchanges for three ounces of gold, and an automobile exchanges for sixty ounces of gold, then everyone can see that one automobile is “worth” twenty TV sets on the market. These exchange-ratios are prices, and the money-commodity serves as a common denominator for all prices. Only the establishment of money prices on the market allows the development of a civilized economy, for only they permit businessmen to calculate economically. Businessmen can now judge how well they are satisfying consumer demands by seeing how the selling-prices of their products compare with the prices they have to pay productive factors (their “costs”). Since all these prices are expressed in terms of money, the businessmen can determine whether they are making profits or losses. Such calculations guide businessmen, laborers, and landowners in their search for monetary income on the market. Only such calculations can allocate resources to their most productive uses—to those uses that will most satisfy the demands of consumers.
Πολλά εγχειρίδια λένε ότι το χρήμα έχει αρκετές λειτουργίες: μέσο ανταλλαγής, μονάδα λογισμού ή «μέτρο αξιών», «μέσο αποθήκευσης αξίας» κ.λπ. Όμως θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι όλες αυτές οι λειτουργίες είναι απλώς παράγωγες της μιας μεγάλης λειτουργίας: του μέσου ανταλλαγής (medium of exchange). Επειδή ο χρυσός είναι γενικό μέσο, είναι το πιο εμπορεύσιμο, μπορεί να αποθηκευτεί για να χρησιμεύσει ως μέσο στο μέλλον όπως και στο παρόν, και όλες οι τιμές εκφράζονται σε όρους του.6 Επειδή ο χρυσός είναι εμπορευματικό μέσο για όλες τις ανταλλαγές, μπορεί να χρησιμεύσει ως μονάδα λογισμού για παρούσες και αναμενόμενες μελλοντικές τιμές. Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε ότι το χρήμα δεν μπορεί να είναι μια αφηρημένη μονάδα λογισμού ή απαίτηση, παρά μόνο στο βαθμό που λειτουργεί ως μέσο ανταλλαγής.
Many textbooks say that money has several functions: a medium of exchange, unit of account, or “measure of values,” a “store of value,” etc. But it should be clear that all of these functions are simply corollaries of the one great function: the medium of exchange. Because gold is a general medium, it is most marketable, it can be stored to serve as a medium in the future as well as the present, and all prices are expressed in its terms. Because gold is a commodity medium for all exchanges, it can serve as a unit of account for present, and expected future, prices. It is important to realize that money cannot be an abstract unit of account or claim, except insofar as it serves as a medium of exchange.
Τώρα που είδαμε πώς προέκυψε το χρήμα και τι κάνει, μπορούμε να ρωτήσουμε: πώς χρησιμοποιείται το εμπορευματικό χρήμα; Συγκεκριμένα, ποιο είναι το απόθεμα ή η προσφορά χρήματος στην κοινωνία και πώς ανταλλάσσεται;
Now that we have seen how money emerged, and what it does, we may ask: How is the money-commodity used? Specifically, what is the stock, or supply, of money in society, and how is it exchanged?
Κατ’ αρχάς, τα περισσότερα υλικά φυσικά αγαθά ανταλλάσσονται σε όρους βάρους. Το βάρος είναι η χαρακτηριστική μονάδα ενός υλικού εμπορεύματος, και έτσι οι συναλλαγές γίνονται σε μονάδες όπως τόνοι, λίβρες, ουγγιές, κόκκοι, γραμμάρια κ.λπ.7 Ο χρυσός δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο χρυσός, όπως και τα άλλα εμπορεύματα, θα ανταλλάσσεται σε μονάδες βάρους.8
In the first place, most tangible physical goods are traded in terms of weight. Weight is the distinctive unit of a tangible commodity, and so trading takes place in terms of units like tons, pounds, ounces, grains, grams, etc. Gold is no exception. Gold, like other commodities, will be traded in units of weight.
Είναι προφανές ότι το μέγεθος της κοινής μονάδας που επιλέγεται στις συναλλαγές δεν έχει καμία σημασία για τον οικονομολόγο. Μια χώρα, με το μετρικό σύστημα, μπορεί να προτιμά τα γραμμάρια· η Αγγλία ή η Αμερική μπορεί να προτιμά τους κόκκους ή τις ουγγιές. Όλες οι μονάδες βάρους είναι μετατρέψιμες μεταξύ τους· μία λίβρα ισούται με δεκαέξι ουγγιές· μία ουγγιά ισούται με 437,5 κόκκους ή 28,35 γραμμάρια κ.λπ.
It is obvious that the size of the common unit chosen in trading makes no difference to the economist. One country, on the metric system, may prefer to figure in grams; England or America may prefer to reckon in grains or ounces. All units of weight are convertible into each other; one pound equals sixteen ounces; one ounce equals 437.5 grains or 28.35 grams, etc.
Υποθέτοντας ότι ο χρυσός έχει επιλεγεί ως χρήμα, το μέγεθος της μονάδας χρυσού που χρησιμοποιείται για τους υπολογισμούς είναι αδιάφορο για εμάς. Ο Jones μπορεί να πουλήσει ένα παλτό για μία ουγγιά χρυσού στην Αμερική ή για 28,35 γραμμάρια χρυσού στη Γαλλία· και οι δύο τιμές είναι ταυτόσημες.
Assuming gold is chosen as the money, the size of the gold-unit used in reckoning is immaterial to us. Jones may sell a coat for one gold ounce in America, or for 28.35 grams in France; both prices are identical.
Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται σαν περιττή επανάληψη του προφανούς, εκτός από το γεγονός ότι πολλή δυστυχία στον κόσμο θα είχε αποφευχθεί αν οι άνθρωποι είχαν συνειδητοποιήσει πλήρως αυτές τις απλές αλήθειες. Σχεδόν όλοι, για παράδειγμα, σκέφτονται το χρήμα ως αφηρημένες μονάδες για κάτι, καθεμία «δεμένη» μοναδικά με μια συγκεκριμένη χώρα. Ακόμη και όταν οι χώρες βρίσκονταν στον «κανόνα του χρυσού», οι άνθρωποι σκέφτονταν με παρόμοιους όρους. Το αμερικανικό χρήμα ήταν «δολάρια», το γαλλικό «φράγκα», το γερμανικό «μάρκα» κ.λπ. Όλα αυτά τα νομίσματα, βεβαίως, συνδέονταν με τον χρυσό, αλλά θεωρούνταν κυρίαρχα και ανεξάρτητα, και ως αποτέλεσμα κατέστη εύκολο και δυνατό για τις χώρες να «εγκαταλείψουν τον κανόνα του χρυσού». Ωστόσο, όλα αυτά τα ονόματα ήταν απλώς ονόματα για μονάδες βάρους χρυσού ή ασημιού.
All this might seem like laboring the obvious, except that a great deal of misery in the world would have been avoided if people had fully realized these simple truths. Nearly everyone, for example, thinks of money as abstract units for something or other, each cleaving uniquely to a certain country. Even when countries were on the “gold standard,” people thought in similar terms. American money was “dollars,” French was “francs,” German “marks,” etc. All these were admittedly tied to gold, but all were considered sovereign and independent, and hence it was easy for countries to “go off the gold standard.” Yet all of these names were simply names for units of weight of gold or silver.
Η βρετανική «λίρα στερλίνα» αρχικά σήμαινε μία λίβρα βάρους ασημιού. Και το δολάριο; Το δολάριο ξεκίνησε ως το γενικά χρησιμοποιούμενο όνομα για μία ουγγιά βάρους ασημιού που κόπηκε από έναν κόμη από τη Βοημία ονόματι Schlick τον 16ο αιώνα. Ο κόμης του Schlick ζούσε στην Κοιλάδα του Ιωακείμ ή Joachimsthal. Τα νομίσματα του κόμη απέκτησαν μεγάλη φήμη για την ομοιομορφία και την καθαρότητά τους, και ονομάζονταν «Joachim’s thalers» ή, τελικά, «thaler». Το όνομα «δολάριο» προέκυψε τελικά από το «thaler».
The British “pound sterling” originally signified a pound weight of silver. And what of the dollar? The dollar began as the generally applied name of an ounce weight of silver coined by a Bohemian Count named Schlick, in the sixteenth century. The Count of Schlick lived in Joachim’s Valley or Jaochimsthal. The Count’s coins earned a great reputation for their uniformity and fineness, and they were widely called “Joachim’s thalers,” or, finally, “thaler.” The name “dollar” eventually emerged from “thaler.”
Στην ελεύθερη αγορά, λοιπόν, τα διάφορα ονόματα που μπορεί να έχουν οι μονάδες είναι απλώς ορισμοί μονάδων βάρους. Όταν ήμασταν «στον κανόνα του χρυσού» πριν το 1933, οι άνθρωποι έλεγαν ότι «η τιμή του χρυσού» ήταν «σταθερή στα είκοσι δολάρια ανά ουγγιά χρυσού». Αυτό όμως ήταν ένας επικίνδυνα παραπλανητικός τρόπος για να βλέπουμε το χρήμα μας. Στην πραγματικότητα, το «δολάριο» οριζόταν ως το όνομα για (περίπου) το 1/20 μιας ουγγιάς χρυσού. Ήταν, επομένως, παραπλανητικό να μιλάμε για «συναλλαγματικές ισοτιμίες» ενός νομίσματος μιας χώρας έναντι άλλου μιας άλλης. Η «λίρα στερλίνα» δεν «ανταλλασσόταν» πραγματικά με πέντε «δολάρια».9 Το δολάριο οριζόταν ως 1/20 ουγγιάς χρυσού, και η λίρα στερλίνα, εκείνη την εποχή, οριζόταν ως το όνομα για 1/4 ουγγιάς χρυσού, και απλώς ανταλλασσόταν με 5/20 ουγγιάς χρυσού. Είναι φανερό ότι τέτοιες ανταλλαγές και ένας τέτοιος χείμαρρος ονομάτων ήταν συγκεχυμένοι και παραπλανητικοί. Πώς προέκυψαν, καταδεικνύεται παρακάτω στο κεφάλαιο για την κρατική παρέμβαση στο χρήμα. Σε μια καθαρά ελεύθερη αγορά, ο χρυσός θα ανταλλασσόταν απλώς άμεσα ως «γραμμάρια», κόκκοι ή ουγγιές, και τέτοια συγκεχυμένα ονόματα όπως δολάρια, φράγκα κ.λπ. θα ήταν περιττά. Επομένως, σε αυτή την ενότητα θα αντιμετωπίσουμε το χρήμα ως ανταλλασσόμενο άμεσα σε όρους ουγγιών ή γραμμαρίων.
On the free market, then, the various names that units may have are simply definitions of units of weight. When we were “on the gold standard” before 1933, people liked to say that the “price of gold” was “fixed at twenty dollars per ounce of gold.” But this was a dangerously misleading way of looking at our money. Actually, “the dollar” was defined as the name for (approximately) 1/20 of an ounce of gold. It was therefore misleading to talk about “exchange rates” of one country’s currency for another. The “pound sterling” did not really “exchange” for five “dollars.” The dollar was defined as 1/20 of a gold ounce, and the pound sterling was, at that time, defined as the name for 1/4 of a gold ounce, simply traded for 5/20 of a gold ounce. Clearly, such exchanges, and such a welter of names, were confusing and misleading. How they arose is shown below in the chapter on government meddling with money. In a purely free market, gold would simply be exchanged directly as “grams,” grains, or ounces, and such confusing names as dollars, franc, etc., would be superfluous. Therefore, in this section, we will treat money as exchanging directly in terms of ounces or grams.
Είναι φανερό ότι η ελεύθερη αγορά θα επιλέξει ως κοινή μονάδα όποιο μέγεθος του εμπορευματικού χρήματος είναι πιο βολικό. Αν η πλατίνα ήταν το χρήμα, πιθανότατα θα ανταλλασσόταν σε κλάσματα ουγγιάς· αν χρησιμοποιούνταν ο σίδηρος, θα υπολογιζόταν σε λίβρες ή τόνους. Είναι φανερό ότι το μέγεθος δεν έχει καμία σημασία για τον οικονομολόγο.
Clearly, the free market will choose as the common unit whatever size of the money-commodity is most convenient. If platinum were the money, it would likely be traded in terms of fractions of an ounce; if iron were used, it would be reckoned in pounds or tons. Clearly, the size makes no difference to the economist.
Αν το μέγεθος ή το όνομα της νομισματικής μονάδας έχει μικρή οικονομική σημασία, ούτε το σχήμα του νομισματικού μετάλλου έχει. Εφόσον το εμπόρευμα είναι το χρήμα, έπεται ότι ολόκληρο το απόθεμα του μετάλλου, εφόσον είναι διαθέσιμο στον άνθρωπο, αποτελεί το παγκόσμιο απόθεμα χρήματος. Δεν έχει πραγματική σημασία σε ποιο σχήμα βρίσκεται οποιοδήποτε μέρος του μετάλλου ανά πάσα στιγμή. Αν ο σίδηρος είναι το χρήμα, τότε όλος ο σίδηρος είναι χρήμα, είτε σε μορφή ράβδων, κομματιών ή ενσωματωμένος σε εξειδικευμένα μηχανήματα.10 Ο χρυσός έχει ανταλλαχθεί ως χρήμα σε ακατέργαστη μορφή ψηγμάτων, ως χρυσή σκόνη σε σάκους, ακόμη και ως κοσμήματα. Το γεγονός ότι ο χρυσός, ή άλλα εμπορεύματα που χρησιμοποιούνται ως χρήματα, μπορεί να ανταλλάσσονται σε πολλές μορφές, δεν πρέπει να εκπλήσσει, αφού το σημαντικό χαρακτηριστικό τους είναι το βάρος τους.
If the size or the name of the money-unit makes little economic difference, neither does the shape of the monetary metal. Since the commodity is the money, it follows that the entire stock of the metal, so long as it is available to man, constitutes the world’s stock of money. It makes no real difference what shape any of the metal is at any time. If iron is the money, then all the iron is money, whether it is in the form of bars, chunks, or embodied in specialized machinery. Gold has been traded as money in the raw form of nuggets, as gold dust in sacks, and even as jewelry. It should not be surprising that gold, or other moneys, can be traded in many forms, since their important feature is their weight.
Είναι αλήθεια, ωστόσο, ότι ορισμένα σχήματα είναι συχνά πιο βολικά από άλλα. Κατά τους πρόσφατους αιώνες, ο χρυσός και το ασήμι έχουν κοπεί σε νομίσματα για μικρότερες, καθημερινές συναλλαγές, και έχουν παραχθεί σε μεγαλύτερες ράβδους για μεγαλύτερες συναλλαγές. Μέρος του χρυσού μετατρέπεται σε κοσμήματα και άλλα στολίδια. Βέβαια, οποιαδήποτε μετατροπή από ένα σχήμα σε άλλο κοστίζει χρόνο, προσπάθεια και άλλους πόρους. Αυτή η εργασία θα ήταν μια επιχείρηση όπως οποιαδήποτε άλλη, και οι τιμές για αυτή την υπηρεσία θα καθορίζονταν με τον συνήθη τρόπο. Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι είναι θεμιτό για τους χρυσοχόους να φτιάχνουν κοσμήματα από ακατέργαστο χρυσό, αλλά συχνά αρνούνται ότι το ίδιο ισχύει για την κατασκευή νομισμάτων. Ωστόσο, στην ελεύθερη αγορά, η κοπή νομισμάτων θα ήταν ουσιαστικά μια επιχείρηση όπως οποιαδήποτε άλλη.
It is true, however, that some shapes are oft en more convenient than others. In recent centuries, gold and silver have been broken down into coins, for smaller, day-to-day transactions, and into larger bars for bigger transactions. Other gold is transformed into jewelry and other ornaments. Now, any kind of transformation from one shape to another costs time, effort, and other resources. Doing this work will be a business like any other, and prices for this service will be set in the usual manner. Most people agree that it is legitimate for jewelers to make ornaments out of raw gold, but they oft en deny that the same applies to the manufacture of coins. Yet, on the free market, coinage is essentially a business like any other.
Πολλοί άνθρωποι πίστευαν, στις ημέρες του κανόνα του χρυσού, ότι τα νομίσματα ήταν κάπως πιο «πραγματικό» χρήμα σε σύγκριση με τον απλό, μη κομμένο χρυσό (bullion: ράβδοι ή οποιοδήποτε άλλο σχήμα). Είναι αλήθεια ότι τα νομίσματα απέκτησαν επιπλέον αξία (premium) σε σχέση με τον ακατέργαστο χρυσό, αλλά αυτό δεν οφειλόταν σε κάποια μυστηριώδη αρετή των νομισμάτων· προερχόταν από το γεγονός ότι κόστιζε περισσότερο να κατασκευαστούν νομίσματα από ακατέργαστο χρυσό παρά να λιώσουν τα νομίσματα πίσω σε ακατέργαστο χρυσό. Εξαιτίας αυτής της διαφοράς, τα νομίσματα ήταν πιο πολύτιμα στην αγορά.
Many people believed, in the days of the gold standard, that coins were somehow more “really” money than plain, uncoined gold “bullion” (bars, ingots, or any other shape). It is true that 33 coins commanded a premium over bullion, but this was not caused by any mysterious virtue in the coins; it stemmed from the fact that it cost more to manufacture coins from bullion than to remelt coins back into bullion. Because of this difference, coins were more valuable on the market.
Η ιδέα της ιδιωτικής κοπής νομισμάτων φαίνεται τόσο παράξενη σήμερα που αξίζει να εξεταστεί προσεκτικά. Έχουμε συνηθίσει να σκεφτόμαστε την κοπή νομισμάτων ως «αναγκαιότητα της κυριαρχίας». Ωστόσο, δεν είμαστε δεσμευμένοι με κάποιο «βασιλικό προνόμιο», και σε τελική ανάλυση, η αμερικανική αντίληψη είναι ότι η κυριαρχία ανήκει, όχι στην κυβέρνηση, αλλά στον λαό.
The idea of private coinage seems so strange today that it is worth examining carefully. We are used to thinking of coinage as a “necessity of sovereignty.” Yet, after all, we are not wedded to a “royal prerogative,” and it is the American concept that sovereignty rests, not in government, but in the people.
Πώς θα λειτουργούσε η ιδιωτική κοπή νομισμάτων; Με τον ίδιο τρόπο, όπως έχουμε πει, όπως οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση. Κάθε ιδιωτική επιχείρηση (νομισματοκοπείο) θα παρήγαγε όποιο μέγεθος ή σχήμα νομίσματος ευχαριστούσε περισσότερο τους πελάτες του. Η τιμή θα καθοριζόταν από τον ελεύθερο ανταγωνισμό της αγοράς.
How would private coinage work? In the same way, we have said, as any other business. Each minter would produce whatever size or shape of coin is most pleasing to his customers. The price would be set by the free competition of the market.
Η τυπική αντίρρηση είναι ότι θα ήταν υπερβολικός κόπος να ζυγίζουμε ή να ελέγχουμε την καθαρότητα κομματιών χρυσού σε κάθε συναλλαγή. Αλλά τι θα εμπόδιζε τα ιδιωτικά νομισματοκοπεία να σφραγίζουν το νόμισμα και να εγγυώνται το βάρος και την καθαρότητά του; Τα ιδιωτικά νομισματοκοπεία θα μπορούσαν να εγγυηθούν ένα νόμισμα τουλάχιστον εξίσου καλά με ένα κρατικό νομισματοκοπείο. Κομμάτια μετάλλου χωρίς σφραγίδα δεν θα γίνονταν δεκτά ως νόμισμα. Οι άνθρωποι θα χρησιμοποιούσαν τα νομίσματα εκείνων των νομισματοκόπων με την καλύτερη φήμη για ποιοτική παραγωγή. Έχουμε δει ότι αυτό ακριβώς συνέβη με το «δολάριο» –το οποίο έγινε γνωστό ως ανταγωνιστικό ασημένιο νόμισμα.
The standard objection is that it would be too much trouble to weigh or assay bits of gold at every transaction. But what is there to prevent private minters from stamping the coin and guaranteeing its weight and fineness? Private minters can guarantee a coin at least as well as a government mint. Unbraided bits of metal would not be accepted as coin. People would use the coins of those minters with the best reputation for good quality of product. We have seen that this is precisely how the “dollar” became prominent—as a competitive silver coin.
Οι αντίπαλοι της ιδιωτικής κοπής νομισμάτων ισχυρίζονται ότι η απάτη θα οργίαζε. Ωστόσο, οι ίδιοι αυτοί αντίπαλοι θα εμπιστεύονταν την κυβέρνηση να έχει την αποκλειστικότητα στην κοπή νομισμάτων. Αλλά αν η κυβέρνηση πρόκειται να θεωρηθεί αξιόπιστη γενικά, τότε σίγουρα, στην περίπτωση των ιδιωτικών νομισματοκοπείων, θα μπορούσε τουλάχιστον να εμποδίσει ή να τιμωρήσει την απάτη. Συνήθως υποτίθεται ότι η πρόληψη ή η τιμωρία της απάτης, της κλοπής ή άλλων εγκλημάτων είναι ο λόγος ύπαρξης μιας κυβέρνησης. Όμως, αν η κυβέρνηση δεν μπορεί να συλλάβει τον εγκληματία όταν βασιζόμαστε σε ιδιωτική κοπή νομισμάτων, υπάρχει αλήθεια ελπίδα για αξιόπιστη κοπή νομισμάτων όταν η εντιμότητα ιδιωτικών παραγόντων της αγοράς απορρίπτεται υπέρ ενός κρατικού μονοπωλίου της κοπής νομισμάτων; Αν δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε την κυβέρνηση να εντοπίσει τον περιστασιακό κακοποιό στην ελεύθερη αγορά νομισμάτων, γιατί να την εμπιστευθούμε όταν βρίσκεται σε θέση πλήρους ελέγχου του χρήματος και μπορεί π.χ. να νοθεύσει το νόμισμα, να πλαστογραφήσει νόμισμα ή να λειτουργήσει με πλήρη νομική κάλυψη ως ο μοναδικός κακοποιος στην αγορά; Είναι σίγουρα ανοησία να λέμε ότι η κυβέρνηση πρέπει να κοινωνικοποιήσει κάθε ιδιοκτησία για να εμποδίσει οποιονδήποτε να την κλέψει. Ωστόσο, η λογική πίσω από την κατάργηση της ιδιωτικής κοπής νομισμάτων είναι η ίδια.
Opponents of private coinage charge that fraud would run rampant. Yet, these same opponents would trust government to provide the coinage. But if government is to be trusted at all, then surely, with private coinage, government could at least be trusted to prevent or punish fraud. It is usually assumed that the prevention or punishment of fraud, theft, or other crimes is the real justification for government. But if government cannot apprehend the criminal when private coinage is relied upon, what hope is there for a reliable coinage when the integrity of the private marketplace operators is discarded in favor of a government monopoly of coinage. If government cannot be trusted to ferret out the occasional villain in the free market in coin, why can government be trusted when it finds itself in a position of total control over money and may abase coin, counterfeit coin, or otherwise with full legal sanction perform as the sole villain in the marketplace. It is surely folly to say that government must socialize all property in order to prevent anyone from stealing property. Yet the reasoning behind abolition of private coinage is the same.
Επιπλέον, όλο το σύγχρονο επιχειρείν βασίζεται σε εγγυήσεις προτύπων. Το φαρμακείο πουλάει ένα μπουκάλι φάρμακο οκτώ ουγγιών· ο συσκευαστής κρέατος πουλάει μία λίβρα μοσχάρι. Ο αγοραστής περιμένει αυτές τις εγγυήσεις να είναι ακριβείς και αληθείς, και, πράγματι, είναι. Και σκεφτείτε τις χιλιάδες εξειδικευμένων, ζωτικών βιομηχανικών προϊόντων που πρέπει να πληρούν πολύ αυστηρά πρότυπα και προδιαγραφές. Ο αγοραστής μιας βίδας 1/2 ίντσας πρέπει να πάρει βίδα 1/2 ίντσας και όχι απλώς 3/8 ίντσας.
Moreover, all modern business is built on guarantees of standards. The drug store sells an eight ounce bottle of medicine; the meat packer sells a pound of beef. The buyer expects these guarantees to be accurate, and they are. And think of the thousands upon thousands of specialized, vital industrial 373 products that must meet very narrow standards and specifications. The buyer of a 1/2 inch bolt must get a 1/2 inch bolt and not a mere 3/8 inch.
Ωστόσο, το επιχειρείν δεν έχει καταρρεύσει. Ελάχιστοι προτείνουν να κρατικοποιηθεί η βιομηχανία κατασκευής εργαλείων και μηχανημάτων ως μέρος του καθήκοντος της κυβέρνησης να υπερασπίζεται τα πρότυπα κατά της απάτης. Η σύγχρονη οικονομία της αγοράς περιλαμβάνει άπειρες περίπλοκες ανταλλαγές, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι βασισμένες σε σαφή πρότυπα ποσότητας και ποιότητας. Αλλά η απάτη είναι περιορισμένη στο ελάχιστο, και αυτό το ελάχιστο, τουλάχιστον θεωρητικά, μπορεί να διωχθεί. Το ίδιο θα συνέβαινε και με την ιδιωτική κοπή νομισμάτων. Είμαστε βέβαιοι ότι οι πελάτες ενός ιδιωτικού νομισματοκοπείου, καθώς και οι ανταγωνιστές του, θα ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί και σχολαστικοί για οποιαδήποτε πιθανή απάτη στο βάρος ή την καθαρότητα των νομισμάτων του.11
Yet, business has not broken down. Few people suggest that the government must nationalize the machine-tool industry as part of its job of defending standards against fraud. The modern market economy contains an infinite number of intricate exchanges, most depending on definite standards of quantity and quality. But fraud is at a minimum, and that minimum, at least in theory, may be persecuted. So it would be if there were private coinage. We can be sure that a minter’s customers, and his competitors, would be keenly alert to any possible fraud in the weight or fineness of his coins.
Οι υπέρμαχοι του κρατικού μονοπωλίου κοπής νομισμάτων έχουν ισχυριστεί ότι το χρήμα διαφέρει από όλα τα άλλα εμπορεύματα, επειδή ο «νόμος του Gresham» αποδεικνύει ότι «το κακό χρήμα εκδιώκει το καλό» από την κυκλοφορία. Επομένως, δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε την ελεύθερη αγορά να εξυπηρετήσει το κοινό στην παροχή καλού χρήματος. Αλλά αυτή η διατύπωση βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του περίφημου νόμου του Gresham. Αυτό που ο νόμος του Gresham λέει είναι ότι «το χρήμα που υπερτιμάται τεχνητά από την κυβέρνηση θα εκδιώξει από την κυκλοφορία το τεχνητά υποτιμημένο χρήμα». Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι κυκλοφορούν νομίσματα μιας ουγγιάς χρυσού. Μετά από μερικά χρόνια φθοράς, ας πούμε ότι ορισμένα νομίσματα ζυγίζουν μόνο 0,9 ουγγιές. Προφανώς, στην ελεύθερη αγορά, τα φθαρμένα νομίσματα θα κυκλοφορούσαν μόνο στο 90% της αξίας των νομισμάτων πλήρους βάρους, και η ονομαστική αξία των πρώτων θα έπρεπε να μειωθεί.12 Αν μη τι άλλο, θα ήταν τα «κακά» (ελλιποβαρή) νομίσματα να τίθεντο εκτός κυκλοφορίας. Αλλά ας υποθέσουμε ότι η κυβέρνηση διέταζε ότι όλοι πρέπει να αντιμετωπίζουν τα φθαρμένα νομίσματα ως το ίδιο με τα νέα, φρέσκα νομίσματα, και πρέπει να τα αποδέχονται ισότιμα στην εξόφληση χρεών. Τι έχει κάνει πραγματικά η κυβέρνηση; Έχει επιβάλει έλεγχο τιμών με εξαναγκασμό στη «συναλλαγματική ισοτιμία» μεταξύ των δύο τύπων νομισμάτων. Επιμένοντας στην αναλογία αυτή, όταν τα φθαρμένα νομίσματα έπρεπε να ανταλλάσσονται με έκπτωση 10%, τότε υπερτιμά τεχνητά τα φθαρμένα νομίσματα και υποτιμά τα νέα νομίσματα. Κατά συνέπεια, όλοι θα κυκλοφορούν τα φθαρμένα νομίσματα και θα αποθησαυρίζουν ή θα εξάγουν τα νέα. «Το κακό χρήμα εκδιώκει και αποσύρει το καλό χρήμα», λοιπόν, όχι στην ελεύθερη αγορά, αλλά ως άμεσο αποτέλεσμα κρατικής παρέμβασης στην αγορά.
Champions of the government’s coinage monopoly have claimed that money is different from all other commodities, because “Gresham’s Law” proves that “bad money drives out good” from circulation. Hence, the free market cannot be trusted to serve the public in supplying good money. But this formulation rests on a misinterpretation of Gresham’s famous law. The law really says that “money overvalued artificially by government will drive out of circulation artificially undervalued money.” Suppose, for example, there are one-ounce gold coins in circulation. After a few years of wear and tear, let us say that some coins weigh only.9 ounces. Obviously, on the free market, the worn coins would circulate at only 90 percent of the value of the full-bodied coins, and the nominal face value of the former would have to be repudiated. If anything, it will be the “bad” coins that will be driven from the market. But suppose the government decrees that everyone must treat the worn coins as equal to new, fresh coins, and must accept them equally in payment of debts. What has the government really done? It has imposed price control by coercion on the “exchange rate” between the two types of coin. By insisting on the par-ratio when the worn coins should exchange at 10 percent discount, it artificially overvalues the worn coins and undervalues new coins. Consequently, everyone will circulate the worn coins, and hoard or export the new. “Bad money drives out good money,” then, not on the free market, but as the direct result of governmental intervention in the market.
Παρά τις ατελείωτες παρεμβάσεις από τις κυβερνήσεις, οι οποίες καθιστούσαν τις συνθήκες ιδιαίτερα επισφαλείς, ιδιωτικά νομίσματα άνθισαν πολλές φορές στην ιστορία. Πιστά στον πρακτικό νόμο ότι όλες οι καινοτομίες προέρχονται από ελεύθερη ιδιωτική βούληση και όχι από το κράτος, τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν από ιδιώτες και χρυσοχόους. Στην πραγματικότητα, όταν η κυβέρνηση άρχισε πρώτη φορά να μονοπωλεί την κοπή νομισμάτων, τα βασιλικά νομίσματα έφεραν τις εγγυήσεις ιδιωτικών τραπεζιτών, τους οποίους το κοινό εμπιστευόταν πολύ περισσότερο, προφανώς, από ό,τι την κυβέρνηση. Ιδιωτικά κομμένα χρυσά νομίσματα κυκλοφορούσαν στην Καλιφόρνια ακόμη και το 1848.13
Despite never-ending harassment by governments, making conditions highly precarious, private coins have flourished many times in history. True to the virtual law that all innovations come from free individuals and not the state, the first coins were minted by private individuals and goldsmiths. In fact, when the government first began to monopolize the coinage, the royal coins bore the guarantees of private bankers, whom the public trusted far more, apparently, than they did the government. Privately minted gold coins circulated in California as late as 1848.
8. Η «Κατάλληλη» Προσφορά (Ποσότητα) Χρήματος14
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. THE “PROPER” SUPPLY OF MONEY
Τώρα μπορούμε να ρωτήσουμε: ποια είναι η προσφορά (ποσότητα) χρήματος (money supply) στην κοινωνία και πώς χρησιμοποιείται αυτή η προσφορά; Συγκεκριμένα, μπορούμε να θέσουμε το αιώνιο ερώτημα, πόσο χρήμα «χρειαζόμαστε»; Πρέπει η προσφορά χρήματος να ρυθμίζεται από κάποιο είδος «κριτηρίου», ή μπορεί να αφεθεί χωρίς παρεμβάσεις στην ελεύθερη αγορά;
Now we may ask: What is the supply of money in society and how is that supply used? In particular, we may raise the perennial question, how much money “do we need”? Must the money supply be regulated by some sort of “criterion,” or can it be left alone to the free market?
Κατ’ αρχάς, το συνολικό απόθεμα, ή προσφορά, χρήματος στην κοινωνία ανά πάσα στιγμή, είναι το συνολικό βάρος του υπάρχοντος υλικού-χρήματος. Ας υποθέσουμε, προς το παρόν, ότι μόνο ένα εμπόρευμα έχει εγκαθιδρυθεί στην ελεύθερη αγορά ως χρήμα. Ας υποθέσουμε περαιτέρω ότι ο χρυσός είναι αυτό το εμπόρευμα (αν και θα μπορούσαμε να πάρουμε το ασήμι, ή ακόμη και τον σίδηρο· είναι στην ευχέρεια της αγοράς, όχι σε εμάς, να αποφασίσει το καλύτερο εμπόρευμα που θα χρησιμοποιηθεί ως χρήμα). Εφόσον το χρήμα είναι ο χρυσός, η συνολική προσφορά χρήματος είναι το συνολικό βάρος χρυσού που υπάρχει στην κοινωνία. Το σχήμα του χρυσού δεν έχει σημασία –εκτός αν το κόστος αλλαγής σχημάτων με ορισμένους τρόπους είναι μεγαλύτερο από άλλους (π.χ. η κοπή νομισμάτων κοστίζει περισσότερο από το λιώσιμό τους). Σε αυτή την περίπτωση, ένα από τα σχήματα θα επιλεγεί από την αγορά ως το χρήμα-λογισμού, και τα άλλα σχήματα θα έχουν επιπλέον αξία ή έκπτωση σύμφωνα με το σχετικό τους κόστος στην αγορά.
First, the total stock, or supply, of money in society at any one time, is the total weight of the existing money-stuff. Let us assume, for the time being, that only one commodity is established on the free market as money. Let us further assume that gold is that commodity (although we could have taken silver, or even iron; it is up to the market, and not to us, to decide the best commodity to use as money). Since money is gold, the total supply of money is the total weight of gold existing in society. The shape of gold does not matter—except if the cost of changing shapes in certain ways is greater than in others (e.g., minting coins costing more than melting them). In that case, one of the shapes will be chosen by the market as the money of account, and the other shapes will have a premium or discount in accordance with their relative costs on the market.
Οι αλλαγές στο συνολικό απόθεμα χρυσού θα διέπονται από τις ίδιες αιτίες όπως οι αλλαγές σε άλλα αγαθά. Οι αυξήσεις θα προέρχονται από μεγαλύτερη παραγωγή από τα ορυχεία· οι μειώσεις από τη φθορά, τη χρήση στη βιομηχανία κ.λπ. Επειδή η αγορά θα επιλέξει ένα ανθεκτικό εμπόρευμα ως χρήμα, και επειδή το χρήμα δεν καταναλώνεται με τον ρυθμό άλλων εμπορευμάτων –αλλά χρησιμοποιείται ως μέσο ανταλλαγής– το ποσοστό της νέας ετήσιας παραγωγής προς το συνολικό του απόθεμα τείνει να είναι αρκετά μικρό. Οι αλλαγές στο συνολικό απόθεμα χρυσού, λοιπόν, συμβαίνουν γενικά πολύ αργά.
Changes in the total gold stock will be governed by the same causes as changes in other goods. Increases will stem from greater production from mines; decreases from being used up in wear and tear, in industry, etc. Because the market will choose a durable commodity as money, and because money is not used up at the rate of other commodities—but is employed as a medium of exchange—the proportion of new annual production to its total stock will tend to be quite small. Changes in total gold stock, then, generally take place very slowly.
Ποια «πρέπει» να είναι η προσφορά χρήματος; Όλα τα είδη κριτηρίων έχουν προταθεί: ότι το χρήμα πρέπει να κινείται σύμφωνα με τον πληθυσμό, με τον «όγκο συναλλαγών», με τις «ποσότητες αγαθών που παράγονται», ώστε να διατηρείται σταθερό το «επίπεδο τιμών» κ.λπ. Πολύ λίγοι έχουν προτείνει να αφεθεί η απόφαση στην αγορά. Αλλά το χρήμα διαφέρει από τα άλλα εμπορεύματα σε ένα ουσιαστικό γεγονός. Και η κατανόηση αυτής της διαφοράς παρέχει το κλειδί για την κατανόηση των νομισματικών ζητημάτων. Όταν η προσφορά οποιουδήποτε άλλου αγαθού αυξάνεται, αυτή η αύξηση προσφέρει κοινωνικό όφελος· είναι θέμα γενικής χαράς. Περισσότερα καταναλωτικά αγαθά σημαίνουν υψηλότερο βιοτικό επίπεδο για το κοινό· περισσότερα κεφαλαιουχικά αγαθά15 σημαίνουν όχι μόνο διατηρημένο αλλά υψηλότερο βιοτικό επίπεδο στο μέλλον. Η ανακάλυψη νέας, γόνιμης γης ή φυσικών πόρων υπόσχεται επίσης να προσθέσει στα ύψη του βιοτικού επιπέδου, στο παρόν και στο μέλλον. Αλλά τι γίνεται με το χρήμα; Ωφελεί μια αύξηση στην προσφορά χρήματος το ευρύ κοινό;
What “should” the supply of money be? All sorts of criteria have been put forward: that money should move in accordance with population, with the “volume of trade,” with the “amounts of goods produced,” so as to keep the “price level” constant, etc. Few indeed have suggested leaving the decision to the market. But money differs from other commodities in one essential fact. And grasping this difference furnishes a key to understanding monetary matters. When the supply of any other good increases, this increase confers a social benefit; it is a matter for general rejoicing. More consumer goods mean a higher standard of living for the public; more capital goods mean sustained and increased living standards in the future. The discovery of new, fertile land or natural resources also promises to add to living standards, present and future. But what about money? Does an addition to the money supply also benefit the public at large?
Τα καταναλωτικά αγαθά καταναλώνονται από τους καταναλωτές· τα κεφαλαιουχικά αγαθά και οι φυσικοί πόροι καταναλώνονται στη διαδικασία παραγωγής καταναλωτικών αγαθών. Αλλά το χρήμα δεν καταναλώνεται· η λειτουργία του είναι να λειτουργεί ως μέσο ανταλλαγής –να επιτρέπει στα αγαθά και τις υπηρεσίες να ταξιδεύουν πιο γρήγορα από το ένα άτομο στο άλλο. Αυτές οι ανταλλαγές γίνονται όλες σε όρους τιμών χρήματος. Έτσι, αν μια τηλεόραση ανταλλάσσεται με τρεις ουγγιές χρυσού, λέμε ότι η «τιμή» της τηλεόρασης είναι τρεις ουγγιές. Ανά πάσα στιγμή, όλα τα αγαθά στην οικονομία θα ανταλλάσσονται με ορισμένες αναλογίες ή τιμές προς το χρυσό. Όπως έχουμε πει, το χρήμα, ο χρυσός, είναι ο κοινός παρονομαστής όλων των τιμών. Αλλά τι γίνεται με το ίδιο το χρήμα; Έχει «τιμή»; Εφόσον μια τιμή είναι απλώς μια αναλογία ανταλλαγής, προφανώς ναι. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, η «τιμή του χρήματος» είναι ένας πίνακας των άπειρων αριθμών αναλογιών ανταλλαγής για όλα τα διάφορα αγαθά στην αγορά.
Consumer goods are used up by consumers; capital goods and natural resources are used up in the process of producing consumer goods. But money is not used up; its function is to act as a medium of exchanges—to enable goods and services to travel more expeditiously from one person to another. These exchanges are all made in terms of money prices. Thus, if a television set exchanges for three gold ounces, we say that the “price” of the television set is three ounces. At any one time, all goods in the economy will exchange at certain gold— ratios or prices. As we have said, money, or gold, is the common denominator of all prices. But what of money itself? Does it have a “price”? Since a price is simply an exchange-ratio, it clearly does. But, in this case, the “price of money” is an array of the infinite number of exchange-ratios for all the various goods on the market.
Έτσι, ας υποθέσουμε ότι μια τηλεόραση κοστίζει τρεις ουγγιές χρυσού, ένα αυτοκίνητο εξήντα ουγγιές, ένα καρβέλι ψωμί 1/100 ουγγιάς και μία ώρα νομικών υπηρεσιών του κ. Jones μία ουγγιά. Η «τιμή του χρήματος» θα είναι τότε ένας πίνακας εναλλακτικών ανταλλαγών. Μία ουγγιά χρυσού θα «αξίζει» είτε 1/3 τηλεόρασης, 1/60 αυτοκίνητου, 100 καρβέλια ψωμιού ή μία ώρα νομικών υπηρεσιών του Jones. Και ούτω καθεξής. Η τιμή του χρήματος, λοιπόν, είναι η «αγοραστική δύναμη» της νομισματικής μονάδας –σε αυτή την περίπτωση, της μιας ουγγιάς χρυσού. Μας λέει τί μπορεί να αγοράσει αυτή η ουγγιά σε ανταλλαγή, ακριβώς όπως η τιμή-χρήματος μιας τηλεόρασης λέει πόσο χρήμα μπορεί να φέρει μια τηλεόραση σε ανταλλαγή. Τι καθορίζει την τιμή του χρήματος; Οι ίδιες δυνάμεις που καθορίζουν όλες τις τιμές στην αγορά –εκείνος ο γηραιός αλλά αιώνια αληθινός νόμος: «προσφορά και ζήτηση». Όλοι γνωρίζουμε ότι αν η προσφορά αυγών αυξηθεί, η τιμή τείνει να πέσει· αν η ζήτηση των αγοραστών για αυγά αυξηθεί, η τιμή τείνει να ανέβει. Το ίδιο ισχύει για το χρήμα. Μια αύξηση στην προσφορά χρήματος θα τείνει να μειώσει την «τιμή» του· μια αύξηση στη ζήτηση χρήματος θα την ανεβάσει. Αλλά τι είναι η ζήτηση για χρήμα; Στην περίπτωση των αυγών, γνωρίζουμε τι σημαίνει «ζήτηση»· είναι το ποσό χρήματος που οι καταναλωτές είναι πρόθυμοι να ξοδέψουν για αυγά, συν τα αυγά που διατηρούνται και δεν πωλούνται από τους προμηθευτές. Ομοίως, στην περίπτωση του χρήματος, «ζήτηση» σημαίνει τα διάφορα αγαθά που προσφέρονται σε αντάλλαγμα για χρήμα, συν το χρήμα που διατηρείται σε μετρητά και δεν ξοδεύεται σε μια ορισμένη χρονική περίοδο. Και στις δύο περιπτώσεις, η «προσφορά» μπορεί να αναφέρεται στο συνολικό απόθεμα του αγαθού στην αγορά.
Thus, suppose that a television set costs three gold ounces, an auto sixty ounces, a loaf of bread 1/100 of an ounce, and an hour of Mr. Jones’ legal services one ounce. The “price of money” will then be an array of alternative exchanges. One ounce of gold will be “worth” either 1/3 of a television set, 1/60 of an auto, 100 loaves of bread, or one hour of Jones’ legal service. And so on down the line. The price of money, then, is the “purchasing power” of the monetary unit—in this case, of the gold ounce. It tells what that ounce can purchase in exchange, just as the money-price of a television set tells how much money a television set can bring in exchange. What determines the price of money? The same forces that determine all prices on the market—that venerable but eternally true law: “supply and demand.” We all know that if the supply of eggs increases, the price will tend to fall; if the buyers’ demand for eggs increases, the price will tend to rise. The same is true for money. An increase in the supply of money will tend to lower its “price”; an increase in the demand for money will raise it. But what is the demand for money? In the case of eggs, we know what “demand” means; it is the amount of money consumers are willing to spend on eggs, plus eggs retained and not sold by suppliers. Similarly, in the case of money, “demand” means the various goods offered in exchange for money, plus the money retained in cash and not spent over a certain time period. In both cases, “supply” may refer to the total stock of the good on the market.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, αν η προσφορά χρυσού αυξηθεί, ενώ η ζήτηση χρήματος παραμένει η ίδια; Η «τιμή του χρήματος» πέφτει, δηλαδή η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας πέφτει. Μία ουγγιά χρυσού θα αξίζει τώρα λιγότερο από 100 καρβέλια ψωμιού, ή λιγότερο από 1/3 τηλεόρασης κ.λπ. Αντίστροφα, αν η προσφορά χρυσού πέσει, η αγοραστική δύναμη της ουγγιάς χρυσού ανεβαίνει.
What happens, then, if the supply of gold increases, demand for money remaining the same? The “price of money” falls—i.e., the purchasing power of the money-unit will fall all along the line. An ounce of gold will now be worth less than 100 loaves of bread, 1/3 of a television set, etc. Conversely, if the supply of gold falls, the purchasing power of the gold ounce rises.
Ποια είναι η επίδραση μιας αλλαγής στην προσφορά χρήματος; Ακολουθώντας το παράδειγμα του David Hume, ενός από τους πρώτους οικονομολόγους, μπορούμε να ρωτήσουμε τι θα συνέβαινε αν, από τη μια μέρα στην άλλη, κάποια καλή νεράιδα έβαζε χρήματα στις τσέπες, τις τσάντες και τα θησαυροφυλάκια των τραπεζών και διπλασίαζε την προσφορά χρήματός μας. Στο παράδειγμά μας, η νεράιδα μαγικά διπλασίασε την προσφορά χρυσού σε όλους μας. Θα ήμασταν δύο φορές πλουσιότεροι; Προφανώς όχι. Αυτό που μας κάνει πλούσιους είναι η αφθονία αγαθών, και αυτό που περιορίζει αυτή την αφθονία είναι η σπανιότητα πόρων: δηλαδή γη, εργασία και κεφάλαιο. Ο πολλαπλασιασμός νομισμάτων δεν θα φέρει αυτούς τους πόρους σε ύπαρξη. Μπορεί (προς στιγμήν) να νιώθουμε δύο φορές πλουσιότεροι, αλλά είναι φανερό ότι απλώς αραιώνουμε την προσφορά χρήματος (diluting the money supply). Καθώς το κοινό βγαίνει να ξοδέψει τον νεοαποκτηθέντα πλούτο του, οι τιμές, στο περίπου, θα διπλασιαστούν –ή τουλάχιστον θα ανέβουν μέχρι να ικανοποιηθεί η ζήτηση και το χρήμα να πάψει να ανταγωνίζεται τον εαυτό του για τα υπάρχοντα αγαθά.
What is the effect of a change in the money supply? Following the example of David Hume, one of the first economists, we may ask ourselves what would happen if, overnight, some good fairy slipped into pockets, purses, and bank vaults, and doubled our supply of money. In our example, she magically doubled our supply of gold. Would we be twice as rich? Obviously not. What makes us rich is an abundance of goods, and what limits that abundance is a scarcity of resources: namely land, labor, and capital. Multiplying coin will not whisk these resources into being. We may feel twice as rich for the moment, but clearly all we are doing is diluting the money supply. As the public rushes out to spend its new-found wealth, prices will, very roughly, double—or at least rise until the demand is satisfied, and money no longer bids against itself for the existing goods.
Έτσι, βλέπουμε ότι ενώ μια αύξηση στην προσφορά χρήματος, όπως μια αύξηση στην προσφορά οποιουδήποτε αγαθού, μειώνει την τιμή του, η αλλαγή –σε αντίθεση με άλλα αγαθά– δεν προσφέρει κοινωνικό όφελος. Το ευρύ κοινό δεν γίνεται πλουσιότερο. Ενώ τα νέα καταναλωτικά ή κεφαλαιουχικά αγαθά προσφέρουν στην αύξηση του βιοτικού επιπέδου, το νέο χρήμα απλώς ανεβάζει τις τιμές –δηλαδή αραιώνει, αποδυναμώνει την ίδια του την αγοραστική δύναμη. Ο λόγος για αυτόν το γρίφο είναι ότι το χρήμα είναι χρήσιμο μόνο για την αξία ανταλλαγής του. Άλλα αγαθά έχουν διάφορες «πραγματικές» ωφέλειες, έτσι ώστε μια αύξηση στην προσφορά τους να ικανοποιεί περισσότερες επιθυμίες καταναλωτών. Το χρήμα έχει ωφέλεια μόνο για μελλοντική ανταλλαγή· η ωφέλειά του βρίσκεται στην αξία ανταλλαγής του ή (να το πούμε αλλιώς) «αγοραστική δύναμή» του. Ο νόμος μας –ότι μια αύξηση στο χρήμα δεν προσφέρει κοινωνικό όφελος– προέρχεται από τη μοναδική του χρήση ως μέσο ανταλλαγής.
Thus, we see that while an increase in the money supply, like an increase in the supply of any good, lowers its price, the change does not—unlike other goods— confer a social benefit. The public at large is not made richer. Whereas new consumer or capital goods add to standards of living, new money only raises prices—i.e., dilutes its own purchasing power. The reason for this puzzle is that money is only useful for its exchange value. Other goods have various “real” utilities, so then an increase in their supply satisfies more consumer wants. Money has only utility for prospective exchange; its utility lies in its exchange value, or “purchasing power.” Our law—that an increase in money does not confer a social benefit—stems from its unique use as a medium of exchange.
Μια αύξηση στην προσφορά χρήματος, λοιπόν, απλώς αραιώνει, αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα κάθε ουγγιάς χρυσού· από την άλλη πλευρά, μια πτώση στην προσφορά χρήματος αυξάνει την ισχύ κάθε ουγγιάς χρυσού να κάνει τη δουλειά της. Φτάνουμε στην εκπληκτική αλήθεια ότι δεν έχει σημασία ποια είναι η προσφορά χρήματος. Οποιαδήποτε προσφορά θα είναι εξίσου καλή με οποιαδήποτε άλλη προσφορά. Η ελεύθερη αγορά θα προσαρμοστεί απλώς αλλάζοντας την αγοραστική δύναμη, ή την αποτελεσματικότητα, της νομισματικής μονάδας χρυσού. Δεν υπάρχει ανάγκη να παρέμβουμε στην αγορά για να αλλάξουμε την προσφορά χρήματος που αυτή (η αγορά) καθορίζει.
An increase in the money supply, then, only dilutes the effectiveness of each gold ounce; on the other hand, a fall in the supply of money raises the power of each gold ounce to do its work. We come to the startling truth that it doesn’t matter what the supply of money is. Any supply will do as well as any other supply. The free market will simply adjust by changing the purchasing power, or effectiveness, of the gold-unit. There is no need to tamper with the market in order to alter the money supply that it determines.
Σε αυτό το σημείο, ο σχεδιαστής νομισματικής πολιτικής μπορεί να αντιτείνει: «Εντάξει, αν δεχτώ ότι είναι άσκοπο να αυξήσουμε την προσφορά χρήματος, δεν είναι η εξόρυξη χρυσού σπατάλη πόρων; Δεν πρέπει η κυβέρνηση να διατηρεί σταθερή την προσφορά χρήματος και να απαγορεύει νέα εξόρυξη;» Αυτό το επιχείρημα μπορεί να φανεί πειστικό σε όσους δεν έχουν καμία αντίρρηση επί της αρχής απέναντι στην κρατική παρέμβαση, αν και δεν θα πείσει τον αποφασιστικό υπέρμαχο της ελευθερίας. Παρόλα αυτά, η αντίρρηση (του σχεδιαστή νομισματικής πολιτικής) παραβλέπει ένα σημαντικό σημείο: ότι ο χρυσός δεν είναι μόνο χρήμα, αλλά είναι αναπόφευκτα και εμπόρευμα. Μια αυξημένη προσφορά χρυσού μπορεί να μην προσφέρει κανένα νομισματικό όφελος, αλλά προσφέρει μη νομισματικό όφελος –δηλαδή αυξάνει την προσφορά χρυσού που χρησιμοποιείται στην κατανάλωση (κοσμήματα, οδοντιατρική εργασία κ.λπ.) και στην παραγωγή (βιομηχανική εργασία). Η εξόρυξη χρυσού, επομένως, δε συνιστά στο ελάχιστο κοινωνική σπατάλη.
At this point, the monetary planner might object: “All right, granting that it is pointless to increase the money supply, isn’t gold mining a waste of resources? Shouldn’t the government keep the money supply constant, and prohibit new mining?” This argument might be plausible to those who hold no principled objections to government meddling, though it would not convince the determined advocate of liberty. But the objection overlooks an important point: that gold is not only money, but is also, inevitably, a commodity. An increased supply of gold may not confer any monetary benefit, but it does confer a non-monetary benefit—i.e., it does increase the supply of gold used in consumption (ornaments, dental work, and the like) and in production (industrial work). Gold mining, therefore, is not a social waste at all.
Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι ο καθορισμός της προσφοράς χρήματος, όπως όλων των άλλων αγαθών, είναι καλύτερο να αφεθεί στην ελεύθερη αγορά. Εκτός από τα γενικά ηθικά και οικονομικά πλεονεκτήματα της ελευθερίας έναντι του καταναγκασμού, καμία επιβαλλόμενη ποσότητα χρήματος δεν θα κάνει τη δουλειά καλύτερα, και η ελεύθερη αγορά θα καθορίσει την παραγωγή χρυσού σύμφωνα με την σχετική της ικανότητα να ικανοποιεί τις ανάγκες των καταναλωτών, σε σύγκριση με όλα τα άλλα παραγωγικά αγαθά.16
We conclude, therefore, that determining the supply of money, like all other goods, is best left to the free market. Aside from the general moral and economic advantages of freedom over coercion, no dictated quantity of money will do the work better, and the free market will set the production of gold in accordance with its relative ability to satisfy the needs of consumers, as compared with all other productive goods.
Ο κριτικός της νομισματικής ελευθερίας, ωστόσο, δεν σιωπά τόσο εύκολα. Υπάρχει, ιδιαίτερα, το αρχαίο φάντασμα του «αποθησαυρισμού». Σκιαγραφείται η εικόνα του εγωιστικού γέρου τσιγκούνη που, ίσως παράλογα, ίσως από μη ευγενή κίνητρα, αποθησαυρίζει χρυσό άχρηστο στο κελάρι του ή στο θησαυροφυλάκιο του –σταματώντας έτσι τη ροή της κυκλοφορίας και του εμπορίου, προκαλώντας ύφεση και άλλα προβλήματα. Είναι ο αποθησαυρισμός πραγματικά απειλή;
The critic of monetary freedom is not so easily silenced, however. There is, in particular, the ancient bugbear of “hoarding.” The image is conjured up of the selfish old miser who, perhaps irrationally, perhaps from evil motives, hoards up gold unused in his cellar or treasure trove—thereby stopping the flow of circulation and trade, causing depressions and other problems. Is hoarding really a menace?
Κατ’ αρχάς, αυτό που απλώς έχει συμβεί είναι μια αυξημένη ζήτηση για χρήμα από την πλευρά του τσιγκούνη. Ως αποτέλεσμα, οι τιμές των αγαθών πέφτουν και η αγοραστική δύναμη της ουγγιάς χρυσού ανεβαίνει. Δεν υπάρχει καμία απώλεια για την κοινωνία, η οποία απλώς συνεχίζει με μικρότερη ενεργή ή διαθέσιμη προσφορά πιο «αγοραστικά ισχυρών» ουγγιών χρυσού.
In the first place, what has simply happened is an increased demand for money on the part of the miser. As a result, prices of goods fall, and the purchasing power of the gold ounce rises. There has been no loss to society, which simply carries on with a lower active supply of more “powerful” gold ounces.
Ακόμη και υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, τίποτα δεν έχει πάει στραβά, καθώς η νομισματική ελευθερία δεν έχει δυσμενείς επιπτώσεις. Αλλά υπάρχει κάτι περισσότερο στο εξεταζόμενο πρόβλημα από αυτό. Διότι θα πρέπει να καταδειχθεί ότι δεν είναι καθόλου παράλογο για τους ανθρώπους να επιθυμούν περισσότερο ή λιγότερο χρήμα στα χρηματικά τους υπόλοιπα.
Even in the worst possible view of the matter, then, nothing has gone wrong, and monetary freedom creates no difficulties. But there is more to the problem than that. For it is by no means irrational for people to desire more or less money in their cash balances.
Ας μελετήσουμε, σε αυτό το σημείο, τα χρηματικά υπόλοιπα περαιτέρω. Γιατί οι άνθρωποι διατηρούν χρηματικά υπόλοιπα; Ας υποθέσουμε ότι όλοι μας μπορούσαμε να προβλέψουμε το μέλλον με απόλυτη βεβαιότητα. Σε αυτή την περίπτωση, κανείς δεν θα χρειαζόταν να διατηρεί χρηματικά υπόλοιπα στο χέρι. Όλοι θα γνώριζαν ακριβώς πόσο θα ξοδέψουν και πόσο εισόδημα θα λάβουν σε όλες τις μελλοντικές ημερομηνίες. Δεν θα χρειαζόταν να κρατάμε χρήματα στο χέρι, αλλά θα δανείζαμε τον χρυσό μας ώστε να εισπράττουμε τις πληρωμές μας στα απαιτούμενα ποσά ακριβώς τις ημέρες που κάνουμε τις δαπάνες μας. Αλλά, βεβαίως, ζούμε αναγκαστικά σε έναν κόσμο αβεβαιότητας. Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ακριβώς τι θα τους συμβεί ή ποια θα είναι τα μελλοντικά τους εισοδήματα ή κόστη. Όσο πιο αβέβαιοι και φοβισμένοι είναι, τόσο περισσότερα χρηματικά υπόλοιπα θα θέλουν να κρατήσουν· όσο πιο ασφαλείς, τόσο λιγότερα χρήματα θα θέλουν να κρατούν στο χέρι. Ένας άλλος λόγος για τη διατήρηση μετρητών είναι μια λειτουργία του πραγματικού κόσμου της αβεβαιότητας. Αν οι άνθρωποι περιμένουν ότι η τιμή του χρήματος θα πέσει στο άμεσο μέλλον, θα ξοδέψουν τα χρήματά τους τώρα ενώ το χρήμα είναι πιο πολύτιμο, «απο-αποθησαυρίζοντας» έτσι και μειώνοντας τη ζήτησή τους για χρήμα. Αντίστροφα, αν περιμένουν ότι η τιμή του χρήματος θα ανέβει, θα περιμένουν να ξοδέψουν χρήμα αργότερα όταν είναι πιο πολύτιμο, και η ζήτησή τους για μετρητά θα αυξηθεί. Η ζήτηση των ανθρώπων για χρηματικά υπόλοιπα, λοιπόν, ανεβαίνει και πέφτει για καλούς και στέρεους λόγους.
Let us, at this point, study cash balances further. Why do people keep any cash balances at all? Suppose that all of us were able to foretell the future with absolute certainty. In that case, no one would have to keep cash balances on hand. Everyone would know exactly how much he will spend, and how much income he will receive, at all future dates. He need not keep any money at hand, but will lend out his gold so as to receive his payments in the needed amounts on the very days he makes his expenditures. But, of course, we necessarily live in a world of uncertainty. People do not precisely know what will happen to them, or what their future incomes or costs will be. The more uncertain and fearful they are, the more cash balances they will want to hold; the more secure, the less cash they will wish to keep on hand. Another reason for keeping cash is also a function of the real world of uncertainty. If people expect the price of money to fall in the near future, they will spend their money now while money is more valuable, thus “dishoarding” and reducing their demand for money. Conversely, if they expect the price of money to rise, they will wait to spend money later when it is more valuable, and their demand for cash will increase. People’s demands for cash balances, then, rise and fall for good and sound reasons.
Οι οικονομολόγοι κάνουν λάθος αν πιστεύουν ότι κάτι πάει στραβά όταν το χρήμα δεν βρίσκεται σε συνεχή, ενεργή «κυκλοφορία». Το χρήμα είναι χρήσιμο μόνο για την αξία ανταλλαγής, αλήθεια, αλλά δεν είναι χρήσιμο μόνο τη στιγμή της ανταλλαγής. Αυτή η αλήθεια έχει συχνά παραβλεφθεί. Το χρήμα είναι εξίσου χρήσιμο όταν «παραμένει αδρανές» στο χρηματικό υπόλοιπο κάποιου, ακόμη και στο «θησαυροφυλάκιο» ενός τσιγκούνη.17 Διότι αυτό το χρήμα διατηρείται τώρα σε αναμονή για πιθανή μελλοντική ανταλλαγή –παρέχει στον κατοχό του, ακριβώς τώρα, την ωφέλεια να επιτρέπει ανταλλαγές ανά πάσα στιγμή –παρούσα ή μελλοντική– που μπορεί να επιθυμήσει ο κάτοχος.
Economists err if they believe something is wrong when money is not in constant, active “circulation.” Money is only useful for exchange value, true, but it is not only useful at the actual moment of exchange. This truth has been often overlooked. Money is just as useful when lying “idle” in somebody’s cash balance, even in a miser’s “hoard.” For that money is being held now in wait for possible future exchange—it supplies to its owner, right now, the usefulness of permitting exchanges at any time—present or future—the owner might desire.
Πρέπει να θυμόμαστε ότι όλος ο χρυσός πρέπει να ανήκει σε κάποιον, και επομένως ότι όλος ο χρυσός πρέπει να κρατείται στα χρηματικά υπόλοιπα των ανθρώπων. Αν υπάρχουν 3.000 τόνοι χρυσού στην κοινωνία, όλοι οι 3.000 τόνοι πρέπει να ανήκουν και να κρατούνται, ανά πάσα στιγμή, στα χρηματικά υπόλοιπα μεμονωμένων ανθρώπων. Το συνολικό άθροισμα των χρηματικών υπολοίπων είναι πάντα ταυτόσημο με τη συνολική προσφορά χρήματος στην κοινωνία. Η ειρωνεία είναι ότι αν δεν υπήρχε η αβεβαιότητα του πραγματικού κόσμου, δεν θα μπορούσε να υπάρξει καθόλου νομισματικό σύστημα! Σε έναν βέβαιο κόσμο, κανείς δεν θα ήταν πρόθυμος να κρατά μετρητά, έτσι η ζήτηση χρήματος στην κοινωνία θα έπεφτε επ’ άπειρον, οι τιμές θα εκτοξεύονταν χωρίς τέλος, και οποιοδήποτε νομισματικό σύστημα θα κατέρρεε. Αντί να θεωρείται ένας ενοχλητικός και προβληματικός παράγοντας, που παρεμβαίνει στη νομισματική ανταλλαγή, η ύπαρξη χρηματικών υπολοίπων είναι απολύτως απαραίτητη σε οποιαδήποτε νομισματική οικονομία.
It should be remembered that all gold must be owned by someone, and therefore that all gold must be held in people’s cash balances. If there are 3,000 tons of gold in the society, all 3,000 tons must be owned and held, at any one time, in the cash balances of individual people. The total sum of cash balances is always identical with the total supply of money in the society. Thus, ironically, if it were not for the uncertainty of the real world, there could be no monetary system at all! In a certain world, no one would be willing to hold cash, so the demand for money in society would fall infinitely, prices would skyrocket without end, and any monetary system would break down. Instead of the existence of cash balances being an annoying and troublesome factor, interfering with monetary exchange, it is absolutely necessary to any monetary economy.
Είναι παραπλανητικό, περαιτέρω, να λέμε ότι το χρήμα «κυκλοφορεί». Όπως όλες οι μεταφορές από τις φυσικές επιστήμες, υποδηλώνει κάποιο είδος μηχανικής διαδικασίας, ανεξάρτητης από την ανθρώπινη βούληση, που κινείται με ορισμένη ταχύτητα ροής (speed of flow) ή «ταχύτητα» (“velocity”). Στην πραγματικότητα, το χρήμα δεν «κυκλοφορεί»· μεταφέρεται, από καιρό σε καιρό, από το χρηματικό υπόλοιπο του ενός ατόμου στο χρηματικό υπόλοιπο του άλλου. Η ύπαρξη χρήματος, για άλλη μια φορά, εξαρτάται από την προθυμία των ανθρώπων να κρατούν χρηματικά υπόλοιπα.
It is misleading, furthermore, to say that money “circulates.” Like all metaphors taken from the physical sciences, it connotes some sort of mechanical process, independent of human will, which moves at a certain speed of flow, or “velocity.” Actually, money does not “circulate”; it is, from time, to time, transferred from one person’s cash balance to another’s. The existence of money, once again, depends upon people’s willingness to hold cash balances.
Στην αρχή αυτής της ενότητας, είδαμε ότι ο «αποθησαυρισμός» δεν φέρνει ποτέ καμία απώλεια στην κοινωνία. Τώρα, θα δούμε ότι η διακύμανση στην τιμή του χρήματος που προκαλείται από αλλαγές στη ζήτηση χρήματος αποφέρει θετικό κοινωνικό όφελος –τόσο θετικό όσο οποιοδήποτε από μια αυξημένη προσφορά αγαθών και υπηρεσιών. Έχουμε δει ότι το συνολικό άθροισμα των χρηματικών υπολοίπων στην κοινωνία είναι ίσο και ταυτόσημο με τη συνολική προσφορά χρήματος. Ας υποθέσουμε ότι η προσφορά παραμένει σταθερή, ας πούμε στους 3.000 τόνους. Τώρα, ας υποθέσουμε, για οποιονδήποτε λόγο –ίσως αυξανόμενη ανησυχία– ότι η ζήτηση των ανθρώπων για χρηματικά υπόλοιπα αυξάνεται. Σίγουρα, είναι ένα θετικό κοινωνικό όφελος να ικανοποιηθεί αυτή η ζήτηση. Αλλά πώς μπορεί να ικανοποιηθεί όταν το συνολικό άθροισμα των μετρητών πρέπει να παραμείνει το ίδιο; Απλώς ως εξής: καθώς οι άνθρωποι εκτιμούν τα χρηματικά υπόλοιπα υψηλότερα, η ζήτηση για χρήμα αυξάνεται και οι τιμές πέφτουν. Ως αποτέλεσμα, το ίδιο συνολικό άθροισμα χρηματικών υπολοίπων προσφέρει τώρα υψηλότερο «πραγματικό» απόθεμα, δηλαδή είναι υψηλότερο σε αναλογία προς τις τιμές των αγαθών –προς τη δουλειά που πρέπει να κάνει το χρήμα. Με λίγα λόγια, τα αποτελεσματικά χρηματικά υπόλοιπα του κοινού έχουν αυξηθεί. Αντίστροφα, μια πτώση στη ζήτηση για μετρητά θα προκαλέσει αυξημένες δαπάνες και υψηλότερες τιμές. Η επιθυμία του κοινού για χαμηλότερα αποτελεσματικά χρηματικά υπόλοιπα θα ικανοποιηθεί από την ανάγκη τα δεδομένα συνολικά μετρητά να επιτελέσουν περισσότερο έργο.
At the beginning of this section, we saw that “hoarding” never brings any loss to society. Now, we will see that movement in the price of money caused by changes in the demand for money yields a positive social benefit—as positive as any conferred by increased supplies of goods and services. We have seen that the total sum of cash balances in society is equal and identical with the total supply of money. Let us assume the supply remains constant, say at 3,000 tons. Now, suppose, for whatever reason—perhaps growing apprehension—people’s demand for cash balances increases. Surely, it is a positive social benefit to satisfy this demand. But how can it be satisfied when the total sum of cash must remain the same? Simply as follows: with people valuing cash balances more highly, the demand for money increases, and prices fall. As a result, the same total sum of cash balances now confers a higher “real” balance—i.e., it is higher in proportion to the prices of goods—to the work that money has to perform. In short, the effective cash balances of the public have increased. Conversely, a fall in the demand for cash will cause increased spending and higher prices. The public’s desire for lower effective cash balances will be satisfied by the necessity for given total cash to perform more work.
Επομένως, ενώ μια αλλαγή στην τιμή του χρήματος που προέρχεται από αλλαγές στην προσφορά απλώς αλλάζει την αποτελεσματικότητα της νομισματικής μονάδας και δεν προσφέρει κοινωνικό όφελος, μια πτώση ή άνοδος που προκαλείται από αλλαγή στη ζήτηση χρηματικών υπολοίπων αποφέρει κοινωνικό όφελος –διότι ικανοποιεί μια δημόσια επιθυμία για υψηλότερη ή χαμηλότερη αναλογία χρηματικών υπολοίπων προς τη δουλειά που κάνουν τα μετρητά. Από την άλλη πλευρά, μια αυξημένη προσφορά χρήματος θα εμποδίσει τη δημόσια ζήτηση για πιο αποτελεσματικό συνολικό άθροισμα μετρητών (πιο αποτελεσματικό σε όρους αγοραστικής δύναμης).
Therefore, while a change in the price of money stemming from changes in supply merely alters the effectiveness of the money-unit and confers no social benefit, a fall or rise caused by a change in the demand for cash balances does yield a social benefit—for it satisfies a public desire for either a higher or lower proportion of cash balances to the work done by cash. On the other hand, an increased supply of money will frustrate public demand for a more effective sum total of cash (more effective in terms of purchasing power).
Οι άνθρωποι θα πουν σχεδόν πάντα, αν ρωτηθούν, ότι θέλουν όσο περισσότερα χρήματα μπορούν να πάρουν! Αλλά αυτό που πραγματικά θέλουν δεν είναι περισσότερες μονάδες χρήματος –περισσότερες ουγγιές χρυσού ή «δολάρια»– αλλά πιο αποτελεσματικές μονάδες, δηλαδή μεγαλύτερη κυριαρχία επί αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζονται με χρήμα. Έχουμε δει ότι η κοινωνία δεν μπορεί να ικανοποιήσει τη ζήτησή της για περισσότερο χρήμα αυξάνοντας την προσφορά του –γιατί μια αυξημένη προσφορά θα αραιώσει απλώς την αποτελεσματικότητα κάθε ουγγιάς, και το χρήμα δεν θα είναι ουσιαστικά πιο άφθονο από πριν. Το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων (με εξαίρεση τις μη νομισματικές χρήσεις του χρυσού) δεν μπορεί να αυξηθεί με την εξόρυξη περισσότερου χρυσού. Αν οι άνθρωποι θέλουν πιο αποτελεσματικές ουγγιές χρυσού στα χρηματικά τους υπόλοιπα, μπορούν να τις πάρουν μόνο μέσω μιας πτώσης στις τιμές και μιας ανόδου στην αποτελεσματικότητα κάθε ουγγιάς.
People will almost always say, if asked, that they want as much money as they can get! But what they really want is not more units of money—more gold ounces or “dollars”—but more effective units—i.e., greater command of goods and services bought by money. We have seen that society cannot satisfy its demand for more money by increasing its supply—for an increased supply will simply dilute the effectiveness of each ounce, and the money will be no more really plentiful than before. People’s standard of living (except in the non-monetary uses of gold) cannot increase by mining more gold. If people want more effective gold ounces in their cash balances, they can get them only through a fall in prices and a rise in the effectiveness of each ounce.
Ορισμένοι θεωρητικοί ισχυρίζονται ότι ένα ελεύθερο νομισματικό σύστημα θα ήταν απερίσκεπτο, διότι δεν θα «σταθεροποιούσε το επίπεδο τιμών», δηλαδή την τιμή της νομισματικής μονάδας. Το χρήμα, λένε, υποτίθεται ότι είναι ένα σταθερό μέτρο που δε θα έπρεπε να αλλάζει ποτέ. Επομένως, η αξία του, ή η αγοραστική του δύναμη, πρέπει να σταθεροποιηθεί. Εφόσον η τιμή του χρήματος ομολογουμένως θα είχε διακυμάνσεις στην ελεύθερη αγορά, η ελευθερία πρέπει να υπερκεραστεί με κρατική διαχείριση ώστε να εξασφαλιστεί η σταθερότητα.18 Η σταθερότητα θα παρείχε δικαιοσύνη, για παράδειγμα, σε οφειλέτες και πιστωτές, οι οποίοι θα ήταν βέβαιοι ότι θα επέστρεφαν δολάρια ή ουγγιές χρυσού με την ίδια αγοραστική δύναμη με αυτήν που είχαν όταν δανείστηκαν.
Some theorists charge that a free monetary system would be unwise, because it would not “stabilize the price level”—i.e., the price of the money-unit. Money, they say, is supposed to be a fixed yardstick that never changes. Therefore, its value, or purchasing power, should be stabilized. Since the price of money would admittedly fluctuate on the free market, freedom must be overruled by government management to insure stability. Stability would provide justice, for example, to debtors and creditors, who will be sure of paying back dollars, or gold ounces, of the same purchasing power as they lent out.
Ωστόσο, αν οι πιστωτές και οι οφειλέτες θέλουν να προστατευθούν από μελλοντικές αλλαγές στην αγοραστική δύναμη, μπορούν να το κάνουν εύκολα στην ελεύθερη αγορά. Όταν συνάπτουν τις συμβάσεις τους, μπορούν να συμφωνήσουν ότι η αποπληρωμή θα γίνει σε ποσό χρήματος προσαρμοσμένο από κάποιο συμφωνημένο δείκτη αλλαγών στην αξία του χρήματος. Οι υπέρμαχοι της σταθερότητας έχουν από καιρό προτείνει τέτοια μέτρα, αλλά, παραδόξως, οι ίδιοι οι δανειστές και οι δανειζόμενοι που υποτίθεται ότι ωφελούνται περισσότερο από τη σταθερότητα, σπάνια έχουν εκμεταλλευτεί αυτή την ευκαιρία. Πρέπει λοιπόν η κυβέρνηση να επιβάλλει ορισμένα «οφέλη» σε ανθρώπους που τα έχουν ήδη απορρίψει εξ ιδίας βούλησης; Προφανώς, οι επιχειρηματίες προτιμούν να πάρουν τα ρίσκα τους, σε αυτόν τον κόσμο της αδυσώπητης αβεβαιότητας, χρησιμοποιώντας την ικανότητά τους να προβλέπουν τις συνθήκες της αγοράς. Άλλωστε, η τιμή του χρήματος δεν διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη ελεύθερη τιμή στην αγορά. Μπορεί να αλλάζει ως απάντηση στις αλλαγές στη ζήτηση των ατόμων· γιατί όχι και η νομισματική τιμή;
Η τεχνητή σταθεροποίηση θα παραμόρφωνε σοβαρά και θα εμπόδιζε στην πραγματικότητα τη λειτουργία της αγοράς. Όπως έχουμε επισημάνει, οι άνθρωποι θα ήταν αναπόφευκτα ενοχλημένοι στις επιθυμίες τους να αλλάξουν την πραγματική αναλογία των χρηματικών τους υπολοίπων· δεν θα υπήρχε δυνατότητα να αλλάξουν τα χρηματικά υπόλοιπα σε αναλογία με τις τιμές. Επιπλέον, η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του κόσμου λαμβάνει χώρα από τους καρπούς των κεφαλαιουχικών επενδύσεων. Η αυξημένη παραγωγικότητα τείνει να μειώνει τις τιμές (και τα κόστη) και έτσι να διανέμει τους καρπούς της ελεύθερης επιχειρηματικότητας σε όλο τον κόσμο, ανεβάζοντας το βιοτικό επίπεδο όλων των καταναλωτών. Η βίαιη στήριξη του επιπέδου τιμών εμποδίζει αυτή την εξάπλωση του υψηλότερου βιοτικού επιπέδου.
Το χρήμα, με λίγα λόγια, δεν είναι «σταθερό μέτρο». Είναι ένα εμπόρευμα που λειτουργεί ως μέσο ανταλλαγών. Η ευελιξία στην αξία του ως απάντηση στις επιθυμίες των καταναλωτών είναι εξίσου σημαντική και εξίσου ωφέλιμη όσο οποιαδήποτε άλλη ελεύθερη τιμή στην αγορά.
Yet, if creditors and debtors want to hedge against future changes in purchasing power, they can do so easily on the free market. When they make their contracts, they can agree that repayment will be made in a sum of money adjusted by some agreed-upon index number of changes in the value of money. The stabilizers have long advocated such measures, but strangely enough, the very lenders and borrowers who are supposed to benefit most from stability, have rarely availed themselves of the opportunity. Must the government then force certain “benefits” on people who have already freely rejected them? Apparently, businessmen would rather take their chances, in this world of irremediable uncertainty, on their ability to anticipate the conditions of the market. After all, the price of money is no different from any other free prices on the market. They can change in response to changes in demand of individuals; why not the monetary price?
Μέχρι τώρα έχουμε σκιαγραφήσει την ακόλουθη εικόνα του χρήματος σε μια καθαρά ελεύθερη οικονομία: χρυσός ή ασήμι που χρησιμοποιείται ως μέσο ανταλλαγής· χρυσός που κόβεται από ανταγωνιστικές ιδιωτικές επιχειρήσεις, κυκλοφορεί κατά βάρος· τιμές που κυμαίνονται ελεύθερα στην αγορά ως απάντηση στις επιθυμίες των καταναλωτών και στην προσφορά παραγωγικών πόρων. Η ελευθερία των τιμών συνεπάγεται αναγκαστικά την ελευθερία διακύμανσης της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας· θα ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθεί βία και να παρεμβληθεί στις διακυμάνσεις της αξίας του χρήματος χωρίς ταυτόχρονα να παραλύσει η ελευθερία των τιμών για όλα τα αγαθά.
Η προκύπτουσα ελεύθερη οικονομία δεν θα ήταν χαοτική. Αντίθετα, η οικονομία θα κινούνταν γρήγορα και αποδοτικά για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες των καταναλωτών. Η νομισματική αγορά μπορεί επίσης να είναι ελεύθερη.
So far we have obtained the following picture of money in a purely free economy: gold or silver coming to be used as a medium of exchange; gold minted by competitive private firms, circulating by weight; prices fluctuating freely on the market in response to consumer demands and supplies of productive resources. Freedom of prices necessarily implies freedom of movement for the purchasing power of the money-unit; it would be impossible to use force and interfere with movements in the value of money without simultaneously crippling freedom of prices for all goods. The resulting free economy would not be chaotic. On the contrary, the economy would move swiftly and efficiently to supply the wants of consumers. The money market can also be free.
Μέχρι εδώ, έχουμε απλοποιήσει το πρόβλημα υποθέτοντας ότι υπάρχει μόνο ένα νομισματικό μέταλλο –ας πούμε ο χρυσός. Ας υποθέσουμε ότι δύο ή περισσότερα είδη χρήματος συνεχίζουν να κυκλοφορούν στην παγκόσμια αγορά –ας πούμε χρυσός και ασήμι. Πιθανώς, ο χρυσός θα είναι το χρήμα σε μια περιοχή και το ασήμι σε άλλη, ή και τα δύο μπορεί να κυκλοφορούν παράλληλα. Ο χρυσός, για παράδειγμα, όντας ουγγιά προς ουγγιά πιο πολύτιμος στην αγορά από το ασήμι, μπορεί να χρησιμοποιείται για μεγαλύτερες συναλλαγές και το ασήμι για μικρότερες. Δεν θα ήταν δύο είδη χρήματος απίστευτα χαοτικά; Δεν θα έπρεπε η κυβέρνηση να παρέμβει και να επιβάλει μια σταθερή αναλογία μεταξύ των δύο («διμεταλλισμός») ή με κάποιον τρόπο να «απονομισματοποιήσει» το ένα ή το άλλο μέταλλο (να επιβάλει «μονομεταλλισμό»);
Thus far, we have simplified the problem by assuming only one monetary metal—say, gold. Suppose that two or more moneys continue to circulate on the world market—say, gold and silver. Possibly, gold will be the money in one area and silver in another, or else they both may circulate side by side. Gold, for example, being ounce-for-ounce more valuable on the market than silver, may be used for larger transactions and silver for smaller. Would not two moneys be impossibly chaotic? Wouldn’t the government have to step in and impose a fixed ration between the two (“bimetallism”) or in some way demonetize one or the other metal (impose a “single standard”)?
Είναι πολύ πιθανό η αγορά, αν αφεθεί ελεύθερη, να καταφέρει τελικά να εγκαθιδρύσει ένα μόνο μέταλλο ως χρήμα. Αλλά κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, το ασήμι επέμενε στο να θέτει το χρυσό σε αμφισβήτηση. Δεν είναι όμως απαραίτητο η κυβέρνηση να παρέμβει και να σώσει την αγορά από τη δική της ανοησία να διατηρεί δύο χρήματα. Το ασήμι παρέμεινε σε κυκλοφορία ακριβώς επειδή ήταν βολικό (για μικρές συναλλαγές, για παράδειγμα). Το ασήμι και ο χρυσός μπορούσαν εύκολα να κυκλοφορούν παράλληλα, όπως το έχουν κάνει στο παρελθόν. Οι σχετικές προσφορές και ζητήσεις των δύο μετάλλων θα καθορίσουν την ισοτιμία ανταλλαγής μεταξύ τους, και αυτή η ισοτιμία, όπως οποιαδήποτε άλλη τιμή, θα κυμαίνεται συνεχώς ως απάντηση σε αυτές τις μεταβαλλόμενες δυνάμεις. Σε μια εποχή, για παράδειγμα, ουγγιές ασημιού και χρυσού μπορεί να ανταλλάσσονται σε 16:1, σε άλλη σε 15:1 κ.ο.κ. Ποιο μέταλλο θα λειτουργεί ως μονάδα λογισμού εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες της αγοράς. Αν ο χρυσός είναι το χρήμα λογισμού, τότε οι περισσότερες συναλλαγές θα υπολογίζονται σε ουγγιές χρυσού, και οι ουγγιές ασημιού θα ανταλλάσσονται σε μια ελεύθερα κυμαινόμενη τιμή σε όρους χρυσού.
It is very possible that the market, given free rein, might eventually establish one single metal as money. But in recent centuries, silver stubbornly remained to challenge gold. It is not necessary, however, for the government to step in and save the market from its own folly in maintaining two moneys. Silver remained in circulation precisely because it was convenient (for small change, for example). Silver and gold could easily circulate side by side, and have done so in the past. The relative supplies of and demands for the two metals will determine the exchange rate between the two, and this rate, like any other price, will continually fluctuate in response to these changing forces. At one time, for example, silver and gold ounces might exchange at 16:1, another time at 15:1, etc. Which metal will serve as a unit of account depends on the concrete circumstances of the market. If gold is the money of account, then most transactions will be reckoned in gold ounces, and silver ounces will exchange at a freely fluctuating price in terms of the gold.
Πρέπει να καταστεί σαφές ότι η ισοτιμία και η αγοραστική δύναμη των μονάδων των δύο μετάλλων θα τείνουν πάντα να είναι αναλογικές. Αν οι τιμές των αγαθών είναι δεκαπέντε φορές μεγαλύτερες σε ασήμι από ό,τι σε χρυσό, τότε η ισοτιμία ανταλλαγής θα τείνει να καθοριστεί στο 15:1. Αν όχι, θα είναι συμφέρον να ανταλλάξουμε από το ένα στο άλλο μέχρι να επιτευχθεί η ισοτιμία. Έτσι, αν οι τιμές των αγαθών είναι δεκαπέντε φορές μεγαλύτερες σε όρους ασημιού από ό,τι σε χρυσό ενώ η ισοτιμία ασήμι/χρυσός είναι 20:1, οι άνθρωποι θα σπεύσουν να πουλήσουν τα αγαθά τους για χρυσό, να αγοράσουν ασήμι και στη συνέχεια να ξαναγοράσουν τα αγαθά με ασήμι, αποκομίζοντας σημαντικό κέρδος στη διαδικασία. Αυτό θα αποκαταστήσει γρήγορα την «ισοτιμία αγοραστικής δύναμης» της ισοτιμίας ανταλλαγής· καθώς ο χρυσός γίνεται φθηνότερος σε όρους ασημιού, οι τιμές των αγαθών σε ασήμι ανεβαίνουν και οι τιμές σε χρυσό πέφτουν.
It should be clear that the exchange rate and the purchasing powers of the units of the two metals will always tend to be proportional. If prices of goods are fifteen times as much in silver as they are in gold, then the exchange rate will tend to be set at 15:1. If not, it will pay to exchange from one to the other until parity is reached. Thus, if prices are fifteen times as much in terms of silver as gold while silver/gold is 20:1, people will rush to sell their goods for gold, buy silver, and then rebuy the goods with silver, reaping a handsome gain in the process. This will quickly restore the “purchasing power parity” of the exchange rate; as gold gets cheaper in terms of silver, silver prices of goods go up, and gold prices of goods go down.
Η ελεύθερη αγορά, με λίγα λόγια, είναι εξαιρετικά ομαλή όχι μόνο όταν το χρήμα είναι ελεύθερο αλλά ακόμη και όταν κυκλοφορούν περισσότερα από ένα χρήματα.
The free market, in short, is eminently orderly not only when money is free but even when there is more than one money circulating.
Ποιο είδος «κανόνα» θα παρέχει ένα ελεύθερο χρήμα; Το σημαντικό είναι ότι ο κανόνας δεν μπορεί να επιβάλλεται με κρατική εντολή. Αν αφεθεί στον εαυτό της, η αγορά μπορεί να καθιερώσει τον χρυσό ως μοναδικό χρήμα («κανόνας του χρυσού»), το ασήμι ως μοναδικό χρήμα («κανόνας του ασημιού») ή, ίσως το πιο πιθανό, και τα δύο ως χρήματα με ελεύθερα κυμαινόμενες ισοτιμίες ανταλλαγής μεταξύ των δύο μετάλλων («παράλληλοι κανόνες»).19
What kind of “standard” will a free money provide? The important thing is that the standard not be imposed by government decree. If left to itself, the market may establish gold as a single money (“gold standard”), silver as a single money (“silver standard”), or, perhaps most likely, both as moneys with freely fluctuating exchange rates (“parallel standards”).
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η ελεύθερη αγορά έχει εγκαθιδρύσει τον χρυσό ως χρήμα (ξεχνώντας πάλι το ασήμι χάριν απλότητας). Ακόμη και σε βολική μορφή νομισμάτων, ο χρυσός είναι συχνά δύσκολος να μεταφερθεί και να χρησιμοποιηθεί άμεσα σε ανταλλαγές. Για μεγαλύτερες συναλλαγές, είναι αδέξιο και δαπανηρό να μεταφερθούν αρκετές εκατοντάδες λίβρες χρυσού. Αλλά η ελεύθερη αγορά, πάντα έτοιμη να ικανοποιήσει κοινωνικές ανάγκες, έρχεται να λύσει το πρόβλημα. Ο χρυσός, κατ’ αρχάς, πρέπει να αποθηκεύεται κάπου, και όπως η εξειδίκευση είναι πιο αποδοτική σε άλλους κλάδους επιχειρήσεων, έτσι θα είναι πιο αποδοτική και στην επιχείρηση αποθήκευσης. Ορισμένες επιχειρήσεις, λοιπόν, θα επιτύχουν στην αγορά παρέχοντας υπηρεσίες αποθήκευσης. Μερικές θα είναι αποθήκες χρυσού και θα αποθηκεύουν χρυσό για τους μυριάδες ιδιοκτήτες του. Όπως σε όλες τις αποθήκες, το δικαίωμα του ιδιοκτήτη στα αποθηκευμένα αγαθά καθιερώνεται με μια αποθετήρια απόδειξη που λαμβάνει σε αντάλλαγμα για την αποθήκευση των αγαθών. Η απόδειξη δίνει στον ιδιοκτήτη το δικαίωμα να απαιτήσει τα αγαθά του ανά πάσα στιγμή το επιθυμεί. Αυτή η αποθήκη θα βγάζει κέρδος με τρόπο όχι διαφορετικό από οποιαδήποτε άλλη –δηλαδή χρεώνοντας ένα τίμημα για τις υπηρεσίες αποθήκευσής της.
Suppose, then, that the free market has established gold as money (forgetting again about silver for the sake of simplicity). Even in the convenient shape of coins, gold is often cumbersome and awkward to carry and use directly in exchange. For larger transactions, it is awkward and expensive to transport several hundred pounds of gold. But the free market, ever ready to satisfy social needs, comes to the rescue. Gold, in the first place, must be stored somewhere, and just as specialization is most efficient in other lines of business, so it will be most efficient in the warehousing business. Certain firms, then, will be successful on the market in providing warehousing services. Some will be gold warehouses, and will store gold for its myriad owners. As in the case of all warehouses, the owner’s right to the stored goods is established by a warehouse receipt which he receives in exchange for storing the goods. The receipt entitles the owner to claim his goods at any time he desires. This warehouse will earn profit no differently from any other—i.e., by charging a price for its storage services.
Υπάρχει κάθε λόγος να πιστεύουμε ότι οι αποθήκες χρυσού, ή αποθήκες χρήματος, θα ανθίσουν στην ελεύθερη αγορά όπως και όλες οι άλλες αποθήκες. Στην πραγματικότητα, η αποθήκευση παίζει ακόμη πιο σημαντικό ρόλο στην περίπτωση του χρήματος. Διότι όλα τα άλλα αγαθά καταναλώνονται και έτσι πρέπει να φύγουν από την αποθήκη μετά από λίγο για να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή ή την κατανάλωση. Αλλά το χρήμα, όπως έχουμε δει, δεν «χρησιμοποιείται»· αντίθετα, χρησιμοποιείται για ανταλλαγή με άλλα αγαθά και για να περιμένει τέτοιες ανταλλαγές στο μέλλον. Με λίγα λόγια, το χρήμα δεν «καταναλώνεται» τόσο όσο απλώς μεταβιβάζεται από το ένα άτομο στο άλλο.
There is every reason to believe that gold warehouses, or money warehouses, will flourish on the free market in the same way that other warehouses will prosper. In fact, warehousing plays an even more important role in the case of money. For all other goods pass into consumption, and so must leave the warehouse after a while to be used up in production or consumption. But money, as we have seen, is mainly not “used” in the physical sense; instead, it is used to exchange for other goods, and to lie in wait for such exchanges in the future. In short, money is not so much “used up” as simply transferred from one person to another.
Σε μια τέτοια κατάσταση και χάριν ευκολίας οδηγούμαστε αναπόφευκτα στη μεταβίβαση της αποθετήριας απόδειξης αντί για τον ίδιο τον φυσικό χρυσό. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Smith και ο Jones αποθηκεύουν και οι δύο τον χρυσό τους στην ίδια αποθήκη. Ο Jones πουλάει στον Smith ένα αυτοκίνητο για 100 ουγγιές χρυσού. Θα μπορούσαν να περάσουν από τη δαπανηρή διαδικασία ο Smith να εξαργυρώσει την απόδειξή του και να μεταφέρει τον χρυσό τους στο γραφείο του Jones, με τον Jones να τον επανακαταθέτει αμέσως. Αλλά αναμφίβολα θα επιλέξουν μια πολύ πιο βολική πορεία: ο Smith απλώς δίνει στον Jones μια αποθετήρια απόδειξη για 100 ουγγιές χρυσού.
In such a situation, convenience inevitably leads to transfer of the warehouse receipt instead of the physical gold itself. Suppose, for example, that Smith and Jones both store their gold in the same warehouse. Jones sells Smith an automobile for 100 gold ounces. They could go through the expensive process of Smith’s redeeming his receipt, and moving their gold to Jones’ office, with Jones turning right around and redepositing the gold again. But they will undoubtedly choose a far more convenient course: Smith simply gives Jones a warehouse receipt for 100 ounces of gold.
Με αυτόν τον τρόπο, οι αποθετήριες αποδείξεις για χρήμα έρχονται όλο και περισσότερο στο να λειτουργούν ως χρηματικά υποκατάστατα (money substitutes). Ολοένα και λιγότερες συναλλαγές ενέχουν φυσική μετακίνηση του χρυσού· σε όλο και περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται χάρτινοι τίτλοι για τον χρυσό. Καθώς αναπτύσσεται η αγορά, θα υπάρχουν τρεις περιορισμοί στην πρόοδο αυτής της διαδικασίας υποκατάστασης. Ο ένας είναι το εύρος των ανθρώπων που χρησιμοποιούν αυτές τις αποθήκες χρήματος –που ονομάζονται τράπεζες– αντί για μετρητά. Είναι φανερό ότι αν ο Jones, για κάποιο λόγο, δεν ήθελε να χρησιμοποιεί τράπεζα, ο Smith θα έπρεπε να μεταφέρει τον πραγματικό χρυσό. Ο δεύτερος περιορισμός είναι ο αριθμός των πελατών κάθε τράπεζας. Με άλλα λόγια, όσο περισσότερες συναλλαγές γίνονται μεταξύ πελατών διαφορετικών τραπεζών, τόσο περισσότερος χρυσός θα πρέπει να μεταφέρεται. Όσο περισσότερες ανταλλαγές γίνονται από πελάτες της ίδιας τράπεζας, τόσο μικρότερη η ανάγκη για μεταφορά χρυσού. Αν ο Jones και ο Smith ήταν πελάτες διαφορετικών αποθηκών (τραπεζών), η τράπεζα του Smith (ή ο ίδιος ο Smith) θα έπρεπε να μεταφέρει τον χρυσό στην τράπεζα του Jones. Τρίτος περιορισμός, η πελατεία πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία των τραπεζών της. Αν ξαφνικά ανακαλύψει, για παράδειγμα, ότι οι τραπεζικοί υπάλληλοι έχουν ποινικό μητρώο, η τράπεζα πιθανότατα θα χάσει τη δουλειά της σε σύντομο χρονικό διάστημα. Από αυτή την άποψη, όλες οι αποθήκες –και όλες οι επιχειρήσεις που βασίζονται στην καλή φήμη– είναι παρόμοιες (διέπονται από τους ίδιους κανόνες).
In this way, warehouse receipts for money come more and more to function as money substitutes. Fewer and fewer transactions move the actual gold; in more and more cases paper titles to the gold are used instead. As the market develops, there will be three limits on the advance of this substitution process. One is the extent that people use these money warehouses—called banks—instead of cash. Clearly, if Jones, for some reason, didn’t like to use a bank, Smith would have to transport the actual gold. The second limit is the extent of the clientele of each bank. In other words, the more transactions take place between clients of different banks, the more gold will have to be transported. The more exchanges are made by clients of the same bank, the less need to transport the gold. If Jones and Smith were clients of different warehouses, Smith’s bank (or Smith himself) would have to transport the gold to Jones’ bank. Third, the clientele must have confidence in the trustworthiness of their banks. If they suddenly find out, for example, that the bank officials have had criminal records, the bank will likely lose its business in short order. In this respect, all warehouses—and all businesses resting on good will—are alike.
Καθώς οι τράπεζες μεγαλώνουν και αναπτύσσεται η εμπιστοσύνη σε αυτές, οι πελάτες τους μπορεί να βρουν πιο βολικό σε πολλές περιπτώσεις να παραιτηθούν από το δικαίωμά τους σε χάρτινες αποδείξεις –που ονομάζονται τραπεζογραμμάτια– και, αντίθετα, να κρατούν τους τίτλους τους ως ανοιχτούς λογαριασμούς βιβλίου (open book accounts). Στο νομισματικό πεδίο, αυτά έχουν ονομαστεί τραπεζικές καταθέσεις (bank deposits). Αντί να μεταβιβάζει χάρτινες αποδείξεις, ο πελάτης έχει μια αξίωση βιβλίου στην τράπεζα· κάνει ανταλλαγές γράφοντας εντολή στην αποθήκη του να μεταβιβάσει ένα μέρος αυτού του λογαριασμού σε κάποιον άλλο. Έτσι, στο παράδειγμά μας, ο Smith θα διατάξει την τράπεζα να μεταβιβάσει τον τίτλο βιβλίου των 100 ουγγιών χρυσού του στον Jones. Αυτή η γραπτή εντολή ονομάζεται επιταγή (check).
As banks grow and confidence in them develops, their clients may find it more convenient in many cases to waive their right to paper receipts—called bank notes—and, instead, to keep their titles as open book accounts. In the monetary realm, these have been called bank deposits. Instead of transferring paper receipts, the client has a book claim at the bank; he makes exchanges by writing an order to his warehouse to transfer a portion of this account to someone else. Thus, in our example, Smith will order the bank to transfer book title to his 100 gold ounces to Jones. This written order is called a check.
Πρέπει να είναι σαφές ότι, οικονομικά, δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ τραπεζογραμματίου και τραπεζικής κατάθεσης. Και τα δύο είναι αξιώσεις ιδιοκτησίας αποθηκευμένου χρυσού· και τα δύο μεταβιβάζονται παρόμοια ως χρηματικά υποκατάστατα του χρυσού, και τα δύο έχουν τους ίδιους τρεις περιορισμούς στην έκταση χρήσης τους. Ο πελάτης μπορεί να επιλέξει, προς εξυπηρέτησή του, αν θέλει να κρατήσει τον τίτλο του σε μορφή γραμματίου ή κατάθεσης.20
It should be clear that, economically, there is no difference whatever between a bank note and a bank deposit. Both are claims to ownership of stored gold; both are transferred similarly as money substitutes, and both have the identical three limits on their extent of use. The client can choose, according to this convenience, whether he wishes to keep his title in note or deposit form.
Τώρα, τι έχει συμβεί στην προσφορά χρήματός τους ως αποτέλεσμα όλων αυτών των λειτουργιών; Αν χρησιμοποιούνται χάρτινα γραμμάτια ή τραπεζικές καταθέσεις ως «χρηματικά υποκατάστατα», σημαίνει αυτό ότι η αποτελεσματική προσφορά χρήματος στην οικονομία έχει αυξηθεί παρόλο που το απόθεμα χρυσού παρέμεινε το ίδιο; Σίγουρα όχι. Διότι τα χρηματικά υποκατάστατα είναι απλώς αποθετήριες αποδείξεις για πραγματικά κατατεθειμένο χρυσό. Αν ο Jones καταθέσει 100 ουγγιές χρυσού στην αποθήκη του και πάρει απόδειξη γι’ αυτό, η απόδειξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην αγορά ως χρήμα, αλλά μόνο ως κάτι που βολικά αντιπροσωπεύει τον ήδη κατατεθειμένο χρυσό, και όχι μια προσθήκη. Ο χρυσός στο θησαυροφυλάκιο δεν είναι πλέον μέρος της ενεργού προσφοράς χρήματος, αλλά διατηρείται ως αποθεματικό για την απόδειξη κατοχής του, ώστε να μπορεί να διεκδικηθεί ανά πάσα στιγμή από τον κατοχό του. Μια αύξηση ή μείωση στη χρήση υποκαταστάτων, λοιπόν, δεν ασκεί καμία αλλαγή στην προσφορά χρήματος. Μόνο η μορφή της προσφοράς αλλάζει, όχι το σύνολο. Έτσι η προσφορά χρήματος μιας κοινότητας μπορεί να ξεκινήσει ως δέκα εκατομμύρια ουγγιές χρυσού. Στη συνέχεια, έξι εκατομμύρια μπορεί να κατατεθούν σε τράπεζες, σε αντάλλαγμα για χρυσά τραπεζογραμμάτια, οπότε η ενεργή προσφορά θα είναι τώρα: τέσσερα εκατομμύρια ουγγιές χρυσού, έξι εκατομμύρια ουγγιές χρυσού σε αξιώσεις χάρτινων γραμματίων. Η συνολική προσφορά χρήματος παρέμεινε η ίδια.
Now, what has happened to their money supply as a result of all these operations? If paper notes or bank deposits are used as “money substitutes,” does this mean that the effective money supply in the economy has increased even though the stock of gold has remained the same? Certainly not. For the money substitutes are simply warehouse receipts for actually deposited gold. If Jones deposits 100 ounces of gold in his warehouse and gets a receipt for it, the receipt can be used on the market as money, but only as a convenient stand-in for the gold, not as an increment. The gold in the vault is then no longer a part of the effective money supply, but is held as a reserve for its receipt, to be claimed whenever desired by its owner. An increase or decrease in the use of substitutes, then, exerts no change on the money supply. Only the form of the supply is changed, not the total. Thus the money supply of a community may begin as ten million gold ounces. Then, six million may be deposited in banks, in return for gold notes, whereupon the effective supply will now be four million ounces of gold and six million ounces of gold claims in paper notes. The total money supply has remained the same.
Παραδόξως, πολλοί άνθρωποι έχουν ισχυριστεί ότι θα ήταν αδύνατο για τις τράπεζες να κερδίζουν χρήμα αν λειτουργούσαν σε αυτή τη βάση «100% αποθεματικού» (με το χρυσό να αντιπροσωπεύεται πάντα από την απόδειξή του). Ωστόσο, δεν υπάρχει πραγματικό πρόβλημα, τουλάχιστον όχι μεγαλύτερο από ό,τι για οποιαδήποτε αποθήκη. Σχεδόν όλες οι αποθήκες κρατούν όλα τα αγαθά για τους ιδιοκτήτες τους (100% αποθεματικό) ως πρακτική ρουτίνας –στην πραγματικότητα, θα θεωρούνταν απάτη ή κλοπή να κάνουν διαφορετικά. Τα κέρδη τους προέρχονται από χρεώσεις υπηρεσιών στους πελάτες τους. Οι τράπεζες μπορούν να χρεώνουν για τις υπηρεσίες τους με τον ίδιο τρόπο. Αν αντιταχθεί ότι οι πελάτες δεν θα πληρώσουν τις υψηλές χρεώσεις υπηρεσιών, αυτό σημαίνει ότι οι υπηρεσίες των τραπεζών δεν είναι σε πολύ μεγάλη ζήτηση, και η χρήση των υπηρεσιών τους θα πέσει στα επίπεδα που οι καταναλωτές βρίσκουν άξια χρήσης.
Curiously, many people have argued that it would be impossible for banks to make money if they were to operate on this “100 percent reserve” basis (gold always represented by its receipt). Yet, there is no real problem, any more than for any warehouse. Almost all warehouses keep all the goods for their owners (100 percent reserve) as a matter of course—in fact, it would be considered fraud or theft to do otherwise. Their profits are earned from service charges to their customers. The banks can charge for their services in the same way. If it is objected that customers will not pay the high service charges, this means that the banks’ services are not in very great demand, and the use of their services will fall to the levels that consumers find worthwhile.
Φτάνουμε τώρα στο ίσως πιο ακανθώδες πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο νομισματικός οικονομολόγος: μια αξιολόγηση της «τραπεζικής με κλασματικά αποθέματα».*
Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: θα επιτρεπόταν η τραπεζική με κλασματικά αποθέματα σε μια ελεύθερη αγορά, ή θα απαγορευόταν ως απάτη; Είναι γνωστό ότι οι τράπεζες σπάνια παρέμειναν σε βάση «100%» για πολύ καιρό. Εφόσον το χρήμα μπορεί να παραμείνει στην αποθήκη για μεγάλο χρονικό διάστημα, η τράπεζα μπαίνει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει μέρος του χρήματος για δικό της λογαριασμό – μπαίνει στον πειρασμό επίσης επειδή οι άνθρωποι συνήθως δεν νοιάζονται αν τα χρυσά νομίσματα που λαμβάνουν πίσω από την αποθήκη είναι τα ίδια χρυσά νομίσματα που κατέθεσαν. Η τράπεζα μπαίνει στον πειρασμό, λοιπόν, να χρησιμοποιήσει τα χρήματα άλλων ανθρώπων για να αποκομίσει κέρδος για τον εαυτό της.
We come now to perhaps the thorniest problem facing the monetary economist: an evaluation of “fractional reserve banking.” We must ask the question: Would fractional reserve banking be permitted in a free market, or would it be proscribed as fraud? It is well known that banks have rarely stayed on a “100 percent” basis very long. Since money can remain in the warehouse for a long period of time, the bank is tempted to use some of the money for its own account—tempted also because people do not ordinarily care whether the gold coins they receive back from the warehouse are the identical gold coins they deposited. The bank is tempted, then, to use other people’s money to earn a profit for itself.
Αν οι τράπεζες ξεκινήσουν να δανείζουν απευθείας τον χρυσό, οι αποδείξεις, φυσικά, είναι πλέον μερικώς άκυρες. Υπάρχουν τώρα κάποιες αποδείξεις χωρίς χρυσό πίσω από αυτές· με λίγα λόγια, η τράπεζα είναι ουσιαστικά αφερέγγυα, διότι δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εκπληρώσει τις δικές της υποχρεώσεις αν κληθεί να το κάνει. Δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παραδώσει τον χρυσό στους πελάτες της, αν όλοι το επιθυμήσουν. Γενικά, οι τράπεζες, αντί να πάρουν απευθείας τον χρυσό, τυπώνουν ακάλυπτες ή «ψευδείς» αποθετήριες αποδείξεις, δηλαδή αποθετήριες αποδείξεις για χρυσό που δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρχει. Αυτές στη συνέχεια δανείζονται με κέρδος. Είναι φανερό ότι το οικονομικό αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Τυπώνονται περισσότερες αποθετήριες αποδείξεις από τον χρυσό που υπάρχει στα θησαυροφυλάκια. Αυτό που έχει κάνει η τράπεζα είναι να εκδώσει αποθετήριες αποδείξεις χρυσού που δεν αντιπροσωπεύουν τίποτα, αλλά υποτίθεται ότι αντιπροσωπεύουν το 100% της ονομαστικής τους αξίας σε χρυσό. Οι ψευδείς αποδείξεις ρίχνονται στην αγορά (που εμπιστεύεται την τράπεζα) με τον ίδιο τρόπο όπως οι αληθινές αποδείξεις, και έτσι προστίθενται στην ενεργή προσφορά χρήματος της χώρας. Στο παραπάνω παράδειγμα, αν οι τράπεζες εκδώσουν τώρα δύο εκατομμύρια ουγγιές ψευδών αποδείξεων, χωρίς να τις καλύπτει χρυσός, η προσφορά χρήματος της χώρας θα αυξηθεί από δέκα σε δώδεκα εκατομμύρια ουγγιές χρυσού –τουλάχιστον μέχρι να ανακαλυφθεί η απάτη και να διορθωθεί. Υπάρχουν τώρα, επιπλέον των τεσσάρων εκατομμυρίων ουγγιών χρυσού που κατέχονται από το κοινό, οκτώ εκατομμύρια ουγγιές χρηματικών υποκατάστατων, εκ των οποίων τα δύο εκατομμύρια δεν καλύπτονται από χρυσό.
If the banks lend out the gold directly, the receipts, of course, are now partially invalidated. There are now some receipts with no gold behind them; in short, the bank is effectively insolvent, since it cannot possibly meet its own obligations if called upon to do so. It cannot possibly hand over its customers’ property, should they all so desire.
Generally, banks, instead of taking the gold directly, print uncovered or “pseudo” warehouse receipts—i.e., warehouse receipts for gold that is not and cannot be there. These are then loaned at a profit. Clearly, the economic effect is the same. More warehouse receipts are printed than gold exits in the vaults. What the bank has done is to issue gold warehouse receipts which represent nothing but are supposed to represent 100 percent of their face value in gold. The pseudo-receipts pour forth on the trusting market in the same way as the true receipts, and thus add to the effective money supply of the country. In the above example, if the banks now issue two million ounces of false receipts, with no gold behind them, the money supply of the country will rise from ten to twelve million gold ounces—at least until the hocus-pocus has been discovered and corrected. There are now, in addition to four million ounces of gold held by the public, eight million ounces of money substitutes, only six million of which are covered by gold.
Η έκδοση ψευδών αποδείξεων, όπως και η πλαστογράφηση νομισμάτων, είναι ένα παράδειγμα πληθωρισμού, ο οποίος θα μελετηθεί περαιτέρω παρακάτω. Ο πληθωρισμός μπορεί να οριστεί ως οποιαδήποτε αύξηση στην προσφορά χρήματος της οικονομίας που δεν συνίσταται σε αύξηση του αποθέματος του νομισματικού μετάλλου. Οι τράπεζες με κλασματικά αποθέματα, επομένως, είναι εκ φύσεως πληθωριστικοί θεσμοί.
Issue of pseudo-receipts, like counterfeiting of coin, is an example of inflation, which will be studied further below. Inflation may be defined as any increase in the economy’s supply of money not consisting of an increase in the stock of the money metal. Fractional reserve banks, therefore, are inherently inflationary institutions.
Οι υπερασπιστές των τραπεζών απαντούν ως εξής: οι τράπεζες απλώς λειτουργούν όπως οι άλλες επιχειρήσεις –αναλαμβάνουν ρίσκα. Ομολογουμένως, αν όλοι οι καταθέτες ζητούσαν τα χρήματά τους ταυτόχρονα, οι τράπεζες θα χρεωκοπούσαν, αφού οι εκκρεμείς αποδείξεις υπερβαίνουν τον χρυσό στα θησαυροφυλάκια. Αλλά, οι τράπεζες απλώς τζογάρουν –συνήθως δικαιολογημένα– ότι οι καταθέτες δεν θα ζητήσουν όλοι τον χρυσό τους ταυτόχρονα. Η μεγάλη διαφορά, ωστόσο, μεταξύ της «τραπεζικής με κλασματικά αποθέματα» και όλων των άλλων επιχειρήσεων είναι η εξής: οι άλλοι επιχειρηματίες χρησιμοποιούν το δικό τους ή δανεισμένο κεφάλαιο σε εγχειρήματα, και αν δανείζονται με πίστωση, υπόσχονται να πληρώσουν σε μελλοντική ημερομηνία, φροντίζοντας να έχουν αρκετά χρήματα στο χέρι εκείνη την ημερομηνία για να εκπληρώσουν την υποχρέωσή τους. Αν ο Smith δανειστεί 100 ουγγιές χρυσού για ένα χρόνο, θα φροντίσει να έχει 100 ουγγιές χρυσού διαθέσιμες εκείνη τη μελλοντική ημερομηνία. Αλλά η τράπεζα δεν δανείζεται από τους καταθέτες της· δεν δεσμεύεται να επιστρέψει χρυσό σε ορισμένη ημερομηνία στο μέλλον. Αντίθετα, δεσμεύεται να πληρώσει την απόδειξη σε χρυσό ανά πάσα στιγμή, κατ’ απαίτηση. Με λίγα λόγια, το τραπεζογραμμάτιο ή η κατάθεση δεν είναι IOU, ή χρέος· είναι αποθετήρια απόδειξη για την ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων. Επιπλέον, όταν ένας επιχειρηματίας δανείζει ή δανείζεται χρήμα, δεν προσθέτει στην προσφορά χρήματος. Τα δανεισμένα κεφάλαια είναι αποταμιευμένα κεφάλαια, μέρος της υπάρχουσας προσφοράς χρήματος που μεταβιβάζεται από αυτόν που αποταμιεύει στον δανειζόμενο. Οι εκδόσεις τραπεζών, από την άλλη, τεχνητά αυξάνουν την προσφορά χρήματος αφού ψευδείς αποδείξεις εγχέονται στην αγορά.
Defenders of banks reply as follows: the banks are simply functioning like other businesses—they take risks. Admittedly, if all the depositors presented their claims, the banks would be bankrupt, since outstanding receipts exceed gold in the vaults. But, banks simply take the chance—usually justified—that not everyone will ask for his gold. The great difference, however, between the “fractional reserve” bank and all other business is this: other businessmen use their own or borrowed capital in ventures, and if they borrow credit, they promise to pay at a future date, taking care to have enough money at hand on that date to meet their obligation. If Smith borrows 100 gold ounces for a year, he will arrange to have 100 gold ounces available on that future date. But the bank isn’t borrowing from its depositors; it doesn’t pledge to pay back gold at a certain date in the future. Instead, it pledges to pay the receipt in gold at any time, on demand. In short, the bank note or deposit is not an IOU or debt; it is a warehouse receipt for other people’s property. Further, when a businessman borrows or lends money, he does not add to the money supply. The loaned funds are saved funds, part of the existing money supply being transferred from saver to borrower. Bank issues, on the other hand, artificially increase the money supply since pseudo-receipts are injected into the market.
Μια τράπεζα, λοιπόν, δεν αναλαμβάνει το συνηθισμένο επιχειρηματικό ρίσκο. Δεν κανονίζει, όπως όλοι οι επιχειρηματίες, το χρονικό πρότυπο των περιουσιακών της στοιχείων ανάλογα με το χρονικό πρότυπο των υποχρεώσεών της, δηλαδή δεν φροντίζει να έχει αρκετά χρήματα, στις ημερομηνίες λήξης, για να πληρώσει τους λογαριασμούς της. Αντίθετα, οι περισσότερες υποχρεώσεις της είναι άμεσες, αλλά τα περιουσιακά της στοιχεία δεν είναι.
A bank, then, is not taking the usual business risk. It does not, like all businessmen, arrange the time pattern of its assets proportionately to the time pattern of liabilities—i.e., see to it that it will have enough money, on due dates, to pay its bills. Instead, most of its liabilities are instantaneous, but its assets are not.
Η τράπεζα δημιουργεί νέο χρήμα από τον αέρα, και δεν χρειάζεται, όπως οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση, να αποκτήσει χρήμα παράγοντας και πουλώντας τις υπηρεσίες της. Με λίγα λόγια, η τράπεζα είναι ήδη και ανά πάσα στιγμή χρεοκοπημένη· αλλά η χρεοκοπία της αποκαλύπτεται μόνο όταν οι πελάτες καταστούν καχύποπτοι και κάνουν «τραπεζικές επιδρομές» (bank runs). Καμία άλλη επιχείρηση δεν βιώνει ένα φαινόμενο όπως η «επιδρομή». Καμία άλλη επιχείρηση δεν μπορεί να βυθιστεί σε χρεοκοπία από τη μια μέρα στην άλλη απλώς επειδή οι πελάτες της αποφασίζουν να ανακτήσουν την ίδια τους την ιδιοκτησία. Καμία άλλη επιχείρηση δεν δημιουργεί πλασματικό νέο χρήμα, το οποίο δε θα είναι εκεί όταν μετρηθεί πραγματικά.
The bank creates new money out of thin air, and does not, like everyone else, have to acquire money by producing and selling its services. In short, the bank is already and at all times bankrupt; but its bankruptcy is only revealed when customers get suspicious and precipitate “bank runs.” No other business experiences a phenomenon like a “run.” No other business can be plunged into bankruptcy overnight simply because its customers decide to repossess their own property. No other business creates fictitious new money, which will evaporate when truly gauged.
Οι καταστροφικές οικονομικές επιδράσεις του τραπεζικού χρήματος με κλασματικά αποθέματα θα εξεταστούν στο επόμενο κεφάλαιο. Εδώ συμπεραίνουμε ότι, ηθικά, τέτοιου είδους τραπεζικός τομέας δεν θα είχε περισσότερο δικαίωμα να υπάρχει σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά όπως δε θα είχε οποιαδήποτε άλλη μορφή έμμεσης κλοπής. Είναι αλήθεια ότι το γραμμάτιο ή η κατάθεση δεν λέει πραγματικά στην όψη του ότι η αποθήκη εγγυάται να κρατά πλήρες αποθεματικό χρυσού ανά πάσα στιγμή. Αλλά η τράπεζα υπόσχεται να εξαργυρώσει κατ’ απαίτηση, και έτσι όταν εκδίδει οποιαδήποτε ψευδή απόδειξη, τότε ήδη διαπράττει απάτη, εφόσον γίνεται αμέσως αδύνατο για την τράπεζα να τηρήσει την υπόσχεσή της και να εξαργυρώσει όλα τα γραμμάτια και τις καταθέσεις της.21 Απάτη, επομένως, διαπράττεται αμέσως όταν λαμβάνει χώρα η πράξη έκδοσης ψευδών αποδείξεων. Ποιες συγκεκριμένες αποδείξεις είναι προϊόν απάτης μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο μετά από μια επιδρομή πελατών για εξαργύρωση στην τράπεζα (εφόσον όλες οι αποδείξεις μοιάζουν), και βέβαια αυτοί που έρχονται στο ταμείο τελευταίοι μένουν στον αέρα.22 Αν η απάτη πρόκειται να απαγορευτεί σε μια ελεύθερη κοινωνία, τότε η τραπεζική επιχείρηση με κλασματικά αποθέματα θα έπρεπε να γνωρίσει την ίδια τύχη.23
The dire economic effects of fractional bank money will be explored in the next chapter. Here we conclude that, morally, such banking would have no more right to exist in a truly free market than any other form of implicit theft. It is true that the note or deposit does not actually say on its face that the warehouse guarantees to keep a full backing of gold on hand at all times. But the bank does promise to redeem on demand, and so when it issues any fake receipts, it is already committing fraud, since it immediately becomes impossible for the bank to keep its pledge and redeem all of its notes and deposits.Fraud, therefore, is immediately being committed when the act of issuing pseudo-receipts takes place. Which particular receipts are fraudulent can only be discovered after a run on the bank has occurred (since all the receipts look alike), and the late-coming claimants are left high and dry.
Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι επιτρέπονται η απάτη και η τραπεζική με κλασματικά αποθέματα, με τις τράπεζες να υποχρεούνται μόνο να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους για εξαργύρωση σε χρυσό κατά την απαίτηση. Οποιαδήποτε αποτυχία να το πράξουν θα σήμαινε άμεση πτώχευση. Ένα τέτοιο σύστημα έχει γίνει γνωστό ως «ελεύθερη τραπεζική». Θα υπήρχε τότε βαριά και με πρόθεση εξαπάτησης έκδοση χρηματικών υποκατάστατων, με αποτέλεσμα την τεχνητή δημιουργία νέου χρήματος; Πολλοί άνθρωποι έχουν υποθέσει ότι ναι, και πίστευαν ότι αυτή η «τραπεζική Άγριας Δύσης» θα δημιουργούσε αστρονομικό πληθωρισμό στην προσφορά χρήματος. Όμως, αντίθετα, η «ελεύθερη τραπεζική» θα οδηγούσε σε πολύ «σκληρότερο» νομισματικό σύστημα από αυτό που έχουμε σήμερα.
If fraud is to be proscribed in a free society, then fractional reserve banking would have to meet the same fate. Suppose, however, that fraud and fractional reserve banking are permitted, with the banks only required to fulfill their obligations to redeem in gold on demand. Any failure to do so would mean instant bankruptcy. Such a system has come to be known as “free banking.” Would there then be a heavy fraudulent issue of money substitutes, with resulting artificial creation of new money? Many people have assumed so, and believed that “wildcat banking” would then simply inflate the money supply astronomically. But, on the contrary, “free banking” would lead to a far “harder” monetary system than we have today.
Οι τράπεζες θα ελέγχονταν από τους ίδιους τρεις περιορισμούς που σημειώσαμε παραπάνω, και μάλλον αυστηρά. Κατ’ αρχάς, η επέκταση κάθε τράπεζας θα περιοριζόταν από απώλεια χρυσού προς άλλες τράπεζες. Διότι μια τράπεζα μπορεί να επεκτείνει χρήμα μόνο εντός των ορίων της δικής της πελατείας. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι η Τράπεζα A, με 10.000 ουγγιές χρυσού κατατεθειμένες, εκδίδει τώρα 2.000 ουγγιές ψευδών αποθετήριων αποδείξεων για χρυσό και τις δανείζει σε διάφορες επιχειρήσεις ή τις επενδύει σε τίτλους. Ο δανειζόμενος, ή ο πρώην κάτοχος τίτλων, θα ξοδέψει το νέο χρήμα σε διάφορα αγαθά και υπηρεσίες. Τελικά, το χρήμα που κυκλοφορεί θα φτάσει σε ιδιοκτήτη που είναι πελάτης άλλης τράπεζας, B.
The banks would be checked by the same three limits that we noted above, and checked rather rigorously. In the first place, each bank’s expansion will be limited by a loss of gold to another bank. For a bank can only expand money within the limits of its own clientele. Suppose, for example, that Bank A, with 10,000 ounces of gold deposited, now issues 2,000 ounces of false warehouse receipts to gold, and lends them to various enterprises, or invests them in securities. The borrower, or former holder of securities, will spend the new money on various goods and services. Eventually, the money going the rounds will reach an owner who is a client of another bank, B.
Σε εκείνο το σημείο, η Τράπεζα B θα καλέσει την Τράπεζα A να εξαργυρώσει την απόδειξή της σε χρυσό, ώστε ο χρυσός να μεταφερθεί στα θησαυροφυλάκια της Τράπεζας B. Είναι φανερό ότι όσο ευρύτερη είναι η έκταση της πελατείας κάθε τράπεζας και όσο περισσότερο οι πελάτες συναλλάσσονται μεταξύ τους, τόσο μεγαλύτερο πεδίο υπάρχει για κάθε τράπεζα να επεκτείνει τις πιστώσεις της και την προσφορά χρήματός της. Διότι αν η πελατεία της τράπεζας είναι στενή, τότε σύντομα μετά την έκδοση του δημιουργημένου χρήματος, θα κληθεί να εξαργυρώσει –και, όπως έχουμε δει, δεν έχει τα μέσα να εξαργυρώσει περισσότερο από ένα κλάσμα των υποχρεώσεών της. Για να αποφύγει την απειλή χρεοκοπίας από αυτή την πλευρά, λοιπόν, όσο στενότερη είναι η έκταση της πελατείας μιας τράπεζας, τόσο μεγαλύτερο κλάσμα χρυσού πρέπει να κρατά ως αποθεματικό και τόσο λιγότερο μπορεί να επεκταθεί. Αν υπάρχει μία τράπεζα σε κάθε χώρα, θα υπάρχει πολύ μεγαλύτερο πεδίο επέκτασης από ό,τι αν υπάρχει μία τράπεζα για κάθε δύο άτομα στην κοινότητα. Με όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς, λοιπόν, όσο περισσότερες τράπεζες υπάρχουν και όσο μικρότερο το μέγεθός τους, τόσο «σκληρότερη» –και καλύτερη– θα είναι η προσφορά χρήματος. Ομοίως, η πελατεία μιας τράπεζας θα περιορίζεται επίσης από εκείνους που δεν χρησιμοποιούν καθόλου τράπεζα. Όσο περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν πραγματικό χρυσό αντί για τραπεζικό χρήμα, τόσο λιγότερος χώρος υπάρχει για τραπεζικό πληθωρισμό.
At that point, Bank B will call upon Bank A to redeem its receipt in gold, so that the gold can be transferred to Bank B’s vaults. Clearly, the wider the extent of each bank’s clientele, and the more the clients trade with one another, the more scope there is for each bank to expand its credit and money supply. For if the bank’s clientele is narrow, then soon after its issue of created money, it will be called upon to redeem—and, as we have seen, it doesn’t have the wherewithal to redeem more than a fraction of its obligations. To avoid the threat of bankruptcy from this quarter, then, the narrower the scope of a bank’s clientele, the greater the fraction of gold it must keep in reserve, and the less it can expand. If there is one bank in each country, there will be far more scope for expansion than if there is one bank for every two persons in the community. Other things being equal, then, the more banks there are, and the tinier their size, the “harder”—and better—the monetary supply will be. Similarly, a bank’s clientele will also be limited by those who don’t use a bank at all. The more people use actual gold instead of bank money, the less room there is for bank inflation.
Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι οι τράπεζες σχηματίζουν καρτέλ και συμφωνούν να πληρώνουν τις αποδείξεις η μία της άλλης και να μην καλούν για εξαργύρωση. Και ας υποθέσουμε περαιτέρω ότι το τραπεζικό χρήμα χρησιμοποιείται από όλους. Υπάρχουν ακόμη όρια στην επέκταση των τραπεζών; Ναι, παραμένει ακόμη ο έλεγχος της εμπιστοσύνης των πελατών στις τράπεζες. Καθώς οι τραπεζικές πιστώσεις και η προσφορά χρήματος επεκτείνονται όλο και περισσότερο, όλο και περισσότεροι πελάτες θα ανησυχούν για τη μείωση του κλάσματος αποθεματικού. Και, σε μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία, όσοι γνωρίζουν την αλήθεια για την πραγματική αφερεγγυότητα του τραπεζικού συστήματος θα μπορούν να σχηματίσουν Συνδέσμους Κατά των Τραπεζών για να προτρέπουν τους πελάτες να πάρουν τα χρήματά τους πριν είναι πολύ αργά. Με λίγα λόγια, σύνδεσμοι που προτρέπουν σε τραπεζικές επιδρομές, ή η απειλή σχηματισμού τους, θα μπορούν να σταματήσουν και να αντιστρέψουν την νομισματική επέκταση.
Suppose, however, that the banks form a cartel, and agree to pay out each other’s receipts, and not call for redemption. And suppose further that bank money is in universal use. Are there any limits left on bank expansion? Yes, there remains the check of client confidence in the banks. As bank credit and the money supply expand further and further, more and more clients will get worried over the lowering of the reserve fraction. And, in a truly free society, those who know the truth about the real insolvency of the banking system will be able to form Anti-Bank Leagues to urge clients to get their money out before it is too late. In short, leagues to urge bank runs, or the threat of their formation, will be able to stop and reverse the monetary expansion.
Τίποτε από αυτή τη συζήτηση δεν έχει σκοπό να αμφισβητήσει τη γενική πρακτική της πίστωσης, η οποία έχει σημαντική και ζωτική λειτουργία στην ελεύθερη αγορά. Σε μια συναλλαγή πίστωσης, ο κάτοχος χρήματος (ενός αγαθού χρήσιμου στο παρόν) το ανταλλάσσει με ένα IOU24 πληρωτέο σε κάποια μελλοντική ημερομηνία (το IOU είναι ένα «μελλοντικό αγαθό») και η χρέωση τόκου αντανακλά την υψηλότερη αξιολόγηση των παρόντων αγαθών έναντι των μελλοντικών αγαθών στην αγορά. Αλλά τα τραπεζογραμμάτια ή οι καταθέσεις δεν είναι πίστωση· είναι αποθετήριες αποδείξεις, άμεσες αξιώσεις για μετρητά (π.χ. χρυσό) στα θησαυροφυλάκια της τράπεζας. Ο οφειλέτης φροντίζει να πληρώσει το χρέος του όταν η πληρωμή γίνει απαιτητή· ο τραπεζίτης με κλασματικά αποθέματα δεν μπορεί ποτέ να πληρώσει περισσότερο από ένα μικρό κλάσμα των εκκρεμών υποχρεώσεών του.
None of this discussion is meant to impugn the general practice of credit, which has an important and vital function on the free market. In a credit transaction, the possessor of money (a good useful in the present) exchanges it for an IOU payable at some future date (the IOU being a “future good”) and the interest charge reflects the higher valuation of present goods over future goods on the market. But bank notes or deposits are not credit; they are warehouse receipts, instantaneous claims to cash (e.g., gold) in the bank vaults. The debtor makes sure that he pays his debt when payment becomes due; the fractional reserve banker can never pay more than a small fraction of his outstanding liabilities.
Στρεφόμαστε, στο επόμενο κεφάλαιο, σε μια μελέτη των διάφορων μορφών κρατικής παρέμβασης στο νομισματικό σύστημα –οι περισσότερες σχεδιασμένες, όχι για να καταστείλουν την απατηλή έκδοση, αλλά αντίθετα, για να αφαιρέσουν αυτούς και άλλους φυσικούς ελέγχους και περιορισμούς στον πληθωρισμό.
We turn, in the next chapter, to a study of the various forms of governmental interference in the monetary system—most of them designed, not to repress fraudulent issue, but on the contrary, to remove these and other natural checks on inflation.
Τι μάθαμε για το χρήμα σε μια ελεύθερη κοινωνία; Μάθαμε ότι όλο το χρήμα έχει προέλθει, και πρέπει να προέρχεται, από ένα χρήσιμο εμπόρευμα που επιλέγεται από την ελεύθερη αγορά ως μέσο ανταλλαγής. Η μονάδα χρήματος είναι απλώς μια μονάδα βάρους του νομισματικού εμπορεύματος –συνήθως ένα μέταλλο, όπως χρυσός ή ασήμι. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, τα εμπορεύματα που επιλέγονται ως χρήμα, το σχήμα και η μορφή τους, αφήνονται στις εθελούσιες αποφάσεις ελεύθερων ατόμων. Η ιδιωτική κοπή νομισμάτων, επομένως, είναι εξίσου θεμιτή και σημαντική όσο οποιαδήποτε άλλη επιχειρηματική δραστηριότητα. Η «τιμή» του χρήματος είναι η αγοραστική του δύναμη σε όρους όλων των αγαθών στην οικονομία, και αυτή καθορίζεται από την προσφορά του και από τη ζήτηση κάθε ατόμου για χρήμα. Οποιαδήποτε προσπάθεια της κυβέρνησης να καθορίσει την τιμή θα παρέμβει στην ικανοποίηση των επιθυμιών των ανθρώπων για χρήμα. Αν οι άνθρωποι βρίσκουν πιο βολικό να χρησιμοποιούν περισσότερα από ένα μέταλλα ως χρήμα, η ισοτιμία ανταλλαγής μεταξύ τους στην αγορά θα καθοριστεί από τη σχετική ζήτηση και προσφορά, και θα τείνει να ισούται με τις αναλογίες της αντίστοιχης αγοραστικής τους δύναμης. Μόλις υπάρχει αρκετή προσφορά ενός μετάλλου ώστε η αγορά να το επιλέξει ως χρήμα, καμία αύξηση στην προσφορά δεν μπορεί να βελτιώσει τη νομισματική του λειτουργία. Μια αύξηση στην προσφορά χρήματος θα αραιώσει, αποδυναμώσει τότε απλώς την αποτελεσματικότητα κάθε ουγγιάς χρήματος χωρίς να βοηθήσει την οικονομία. Ένα αυξημένο απόθεμα χρυσού ή ασημιού, ωστόσο, ικανοποιεί περισσότερες μη νομισματικές ανάγκες (κοσμήματα, βιομηχανικούς σκοπούς κ.λπ.) που εξυπηρετούνται από το μέταλλο, και είναι επομένως κοινωνικά χρήσιμο. Ο πληθωρισμός (αύξηση σε χρηματικά υποκατάστατα που δεν καλύπτεται από αύξηση στο απόθεμα μετάλλου) δεν είναι ποτέ κοινωνικά χρήσιμος, αλλά απλώς ωφελεί ένα σύνολο ανθρώπων σε βάρος άλλου. Ο πληθωρισμός, όντας απατηλή εισβολή και προσβολή της ιδιοκτησίας, δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα στην ελεύθερη αγορά.
What have we learned about money in a free society? We have learned that all money has originated, and must originate, in a useful commodity chosen by the free market as a medium of exchange. The unit of money is simply a unit of weight of the monetary commodity—usually a metal, such as gold or silver. Under freedom, the commodities chosen as money, their shape and form, are left to the voluntary decisions of free individuals. Private coinage, therefore, is just as legitimate and worthwhile as any business activity. The “price” of money is its purchasing power in terms of all goods in the economy, and this is determined by its supply, and by every individual’s demand for money. Any attempt by government to fix the price will interfere with the satisfaction of people’s demands for money. If people find it more convenient to use more than one metal as money, the exchange rate between them on the market will be determined by the relative demands and supplies, and will tend to equal the ratios of their respective purchasing power. Once there is enough supply of a metal to permit the market to choose it as money, no increase in supply can improve its monetary function. An increase in money supply will then merely dilute the effectiveness of each ounce of money without helping the economy. An increased stock of gold or silver, however, fulfills more non-monetary wants (ornament, industrial purposes, etc.) served by the metal, and is therefore socially useful. Inflation (an increase in money substitutes not covered by an increase in the metal stock) is never socially useful, but merely benefits one set of people at the expense of another. Inflation, being a fraudulent invasion of property, could not take place on the free market.
Συνοψίζοντας, μια ελεύθερη αγορά μπορεί να τρέξει ένα νομισματικό σύστημα τόσο καλά όσο τρέχει και την υπόλοιπη οικονομία. Αντίθετα με πολλούς συγγραφείς, δεν υπάρχει τίποτα ιδιαίτερο στο χρήμα που να απαιτεί εκτεταμένη κρατική προσταγή, υπαγόρευση. Κι εδώ, οι ελεύθεροι άνθρωποι θα ικανοποιήσουν καλύτερα και πιο ομαλά όλες τις οικονομικές τους ανάγκες. Για το χρήμα όπως και για όλες τις άλλες δραστηριότητες του ανθρώπου, «η ελευθερία είναι η μητέρα, όχι η κόρη, της τάξης».
In sum, freedom can run a monetary system as superbly as it runs the rest of the economy. Contrary to many writers, there is nothing special about money that requires extensive governmental dictation. He, too, free men will best and most smoothly supply all their economic wants. For money, as for all other activities of man, “liberty is the mother, not the daughter, of order.”
Οι κυβερνήσεις, σε αντίθεση με όλους τους άλλους οργανισμούς, δεν αποκτούν το εισόδημά τους ως πληρωμή για τις υπηρεσίες τους. Συνεπώς, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν ένα οικονομικό πρόβλημα ριζικά διαφορετικό από αυτό όλων των υπολοίπων. Οι ιδιώτες που θέλουν να αποκτήσουν περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από τους συνανθρώπους τους οφείλουν να παράγουν και να προσφέρουν στην αγορά περισσότερα από όσα οι άλλοι επιθυμούν. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις χρειάζεται απλώς να ανακαλύψουν κάποια μέθοδο ιδιοποίησης (αναγκαστικής απαλλοτρίωσης) περισσότερων αγαθών χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη τους.
Governments, in contrast to all other organizations, do not obtain their revenue as payment for their services. Consequently, governments face an economic problem different from that of everyone else. Private individuals who want to acquire more goods and services from others must produce and sell more of what others want. Governments need only find some method of expropriating more goods without the owner’s consent.
Σε μια οικονομία ανταλλαγής σε είδος, οι κυβερνητικοί λειτουργοί μπορούν να ιδιοποιηθούν πόρους μόνο με έναν τρόπο: με την άμεση κατάσχεση αγαθών σε είδος. Σε μια οικονομία με νόμισμα, αντιθέτως, τους είναι πολύ ευκολότερο να κατάσχουν νομισματικά περιουσιακά στοιχεία και κατόπιν να χρησιμοποιήσουν αυτό το χρήμα είτε για να προμηθευτούν αγαθά και υπηρεσίες για τις ανάγκες της κυβέρνησης, είτε για να το μεταβιβάσουν ως επιδοτήσεις σε ομάδες που ευνοούν. Αυτή η αναγκαστική ιδιοποίηση ονομάζεται φορολογία.25
In a barter economy, government officials can only expropriate resources in one way: by seizing goods in kind. In a monetary economy they will find it easier to seize monetary assets, and then use the money to acquire goods and services for government, or else pay the money as subsidies to favored groups. Such seizure is called taxation.
Η φορολογία, ωστόσο, είναι συχνά αντιδημοφιλής και, σε λιγότερο ήρεμες περιόδους, συχνά προκαλούσε επαναστάσεις. Η ανάδυση του χρήματος, ενώ υπήρξε μεγάλη ευλογία για το ανθρώπινο γένος, άνοιξε παράλληλα έναν πιο διακριτικό και λεπτό δρόμο για την κυβερνητική ιδιοποίηση πόρων. Στην ελεύθερη αγορά, το χρήμα αποκτάται είτε παράγοντας και πωλώντας αγαθά και υπηρεσίες που επιθυμούν οι άνθρωποι, είτε μέσω της εξόρυξης (μια επιχείρηση που, μακροπρόθεσμα, δεν είναι περισσότερο κερδοφόρα από οποιαδήποτε άλλη). Αν όμως η κυβέρνηση καταφέρει να ασχοληθεί με την πλαστογράφηση —δηλαδή τη δημιουργία νέου χρήματος από το τίποτα—, τότε μπορεί να παράγει το δικό της χρήμα γρήγορα και χωρίς τον κόπο να προσφέρει υπηρεσίες στην αγορά ή να εξορύσσει χρυσό. Κατόπιν, μπορεί να ιδιοποιηθεί πόρους με πονηρό, σχεδόν αθόρυβο τρόπο, χωρίς να ξυπνήσει την εχθρότητα που προκαλεί η άμεση φορολογία. Στην πραγματικότητα, η πλαστογράφηση μπορεί να δημιουργήσει στα ίδια τα θύματά της την γαλήνια ψευδαίσθηση μιας πρωτοφανούς ευημερίας.
Taxation, however, is often unpopular, and, in less temperate days, frequently precipitated revolutions. The emergence of money, while a boon to the human race, also opened a more subtle route for governmental expropriation of resources. On the free market, money can be acquired by producing and selling goods and services that people want, or by mining (a business no more profitable, in the long run, than any other). But if government can find ways to engage in counterfeiting—the creation of new money out of thin air—it can quickly produce its own money without taking the trouble to sell services or mine gold. It can then appropriate resources slyly and almost unnoticed, without rousing the hostility touched off by taxation. In fact, counterfeiting can create in its very victims the blissful illusion of unparalleled prosperity.
Η πλαστογράφηση δεν είναι παρά ένα άλλο όνομα για τον πληθωρισμό —αμφότερα δημιουργούν νέο «χρήμα» που δεν συνιστά κανονικό χρυσό ή ασήμι και λειτουργούν με ουσιαστικά πανομοιότυπο τρόπο. Και εδώ γίνεται φανερό γιατί οι κυβερνήσεις είναι εκ φύσεως πληθωριστικές: διότι ο πληθωρισμός αποτελεί ένα ισχυρό και εξαιρετικά λεπτό μέσο για την απόκτηση από την κυβέρνηση των πόρων του δημοσίου, μια ανώδυνη και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ακόμη πιο επικίνδυνη μορφή φορολογίας.
Counterfeiting is evidently but another name for inflation—both creating new “money” that is not standard gold or silver, and both function similarly. And now we see why governments are inherently inflationary: because inflation is a powerful and subtle means for government acquisition of the public’s resources, a painless and all the more dangerous form of taxation.
2. Οι Οικονομικές Επιπτώσεις του Πληθωρισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. THE ECONOMIC EFFECTS OF INFLATION
Για να εκτιμήσουμε τις οικονομικές συνέπειες του πληθωρισμού, ας δούμε τι συμβαίνει όταν μια ομάδα πλαστογράφων νομισμάτων αρχίζει τη δουλειά της. Ας υποθέσουμε ότι η οικονομία διαθέτει απόθεμα 10.000 ουγγιών χρυσού και ότι οι πλαστογράφοι, τόσο ικανοί ώστε να μην μπορούν να εντοπιστούν, διοχετεύουν στην οικονομία επιπλέον 2.000 «ουγγιές». Ποιες θα είναι οι συνέπειες; Πρώτον, θα υπάρξει σαφές κέρδος για τους πλαστογράφους. Παίρνουν το νεοδημιουργηθέν χρήμα και το χρησιμοποιούν για να αγοράσουν αγαθά και υπηρεσίες. Με τα λόγια του διάσημου σκίτσου του New Yorker, που δείχνει μια ομάδα πλαστογράφων να παρατηρεί σοβαρά το έργο της: «Οι καταναλωτικές δαπάνες πρόκειται να λάβουν μια αναγκαία ένεση». Ακριβώς. Οι τοπικές δαπάνες όντως λαμβάνουν μια ένεση. Το νέο χρήμα διαχέεται βήμα-βήμα σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα. Καθώς το νέο χρήμα εξαπλώνεται, ανεβάζει τις τιμές –αφού όπως έχουμε δει, το νέο χρήμα μπορεί μόνο να αραιώσει, να αποδυναμώσει την αποτελεσματικότητα κάθε δολαρίου. Αυτή η αραίωση όμως απαιτεί χρόνο και επομένως είναι άνιση· έτσι, κάποιοι κερδίζουν και κάποιοι άλλοι χάνουν. Με λίγα λόγια, οι πλαστογράφοι και οι τοπικοί λιανοπωλητές τους βλέπουν τα εισοδήματά τους να αυξάνονται προτού αυξηθούν οι τιμές των πραγμάτων που αγοράζουν. Αντίθετα, οι άνθρωποι σε απομακρυσμένες περιοχές της οικονομίας, που δεν έχουν ακόμη λάβει το νέο χρήμα, βλέπουν τις τιμές αγοράς τους να ανεβαίνουν προτού αυξηθούν τα εισοδήματά τους. Οι λιανοπωλητές στην άλλη άκρη της χώρας, για παράδειγμα, θα υποστούν ζημιές. Οι πρώτοι αποδέκτες του νέου χρήματος κερδίζουν τα περισσότερα, και εις βάρος των τελευταίων αποδεκτών.
To gauge the economic effects of inflation, let us see what happens when a group of counterfeiters set about their work. Suppose the economy has a supply of 10,000 gold ounces, and counterfeiters, so cunning that they cannot be detected, pump in 2,000 “ounces” more. What will be the consequences? First, there will be a clear gain to the counterfeiters. They take the newly created money and use it to buy goods and services. In the words of the famous New Yorker cartoon, showing a group of counterfeiters in sober contemplation of their handiwork: “Retail spending is about to get a needed shot in the arm.” Precisely. Local spending, indeed, does get a shot in the arm. The new money works its way, step by step, throughout the economic system. As the new money spreads, it bids prices up—as we have seen, new money can only dilute the effectiveness of each dollar. But this dilution takes time and is therefore uneven; in the meantime, some people gain and other people lose. In short, the counterfeiters and their local retailers have found their incomes increased before any rise in the prices of the things they buy. But, on the other hand, people in remote areas of the economy, who have not yet received the new money, find their buying prices rising before their incomes. Retailers at the other end of the country, for example, will suffer losses. The first receivers of the new money gain most, and at the expense of the latest receivers.
Ο πληθωρισμός, λοιπόν, δεν προσφέρει κανένα γενικό κοινωνικό όφελος· αντίθετα, αναδιανέμει τον πλούτο υπέρ των πρώτων που καταφθάνουν και εις βάρος εκείνων που μένουν πίσω στον αγώνα. Και ο πληθωρισμός είναι, στην ουσία, ένας αγώνας –για το ποιος θα πάρει το νέο χρήμα πρώτος. Οι καθυστερημένοι –αυτοί που μένουν με τη ζημία– συχνά ονομάζονται «ομάδες σταθερού εισοδήματος». Ιερείς, δάσκαλοι, μισθωτοί, μένουν ως γνωστόν πίσω από άλλες ομάδες στην απόκτηση του νέου χρήματος. Ιδιαίτερα θύματα θα είναι όσοι εξαρτώνται από συμβάσεις σταθερού χρήματος –συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την πληθωριστική άνοδο των τιμών. Οι δικαιούχοι ασφαλειών ζωής και οι συνταξιούχοι με ετήσιες παροχές, οι συνταξιούχοι που ζουν από συντάξεις, οι ιδιοκτήτες με μακροχρόνιες μισθώσεις, οι ομολογιούχοι και άλλοι πιστωτές, όσοι κατέχουν μετρητά, όλοι αυτοί θα σηκώσουν το βάρος του πληθωρισμού. Αυτοί είναι εκείνοι που «φορολογούνται».26
Inflation, then, confers no general social benefit; instead, it redistributes the wealth in favor of the first-comers and at the expense of the laggards in the race. And inflation is, in effect, a race—to see who can get the new money earliest. The latecomers—the ones stuck with the loss—are often called the “fixed income groups.” Ministers, teachers, people on salaries, lag notoriously behind other groups in acquiring the new money. Particular sufferers will be those depending on fixed money contracts—contracts made in the days before the inflationary rise in prices. Life insurance beneficiaries and annuitants, retired persons living off pensions, landlords with long term leases, bondholders and other creditors, those holding cash, all will bear the brunt of the inflation. They will be the ones who are “taxed.”
Ο πληθωρισμός έχει και άλλες καταστροφικές επιπτώσεις. Παραμορφώνει εκείνο τον ακρογωνιαίο λίθο της οικονομίας μας: τον επιχειρηματικό υπολογισμό. Εφόσον οι τιμές δεν αλλάζουν όλες ομοιόμορφα και με την ίδια ταχύτητα, καθίσταται πολύ δύσκολο για τις επιχειρήσεις να διαχωρίσουν το διαρκές από το μεταβατικό και να εκτιμήσουν με ακρίβεια τις απαιτήσεις των καταναλωτών ή το πραγματικό κόστος των λειτουργιών τους. Για παράδειγμα, η λογιστική πρακτική καταγράφει το «κόστος» ενός περιουσιακού στοιχείου στο ποσό που πλήρωσε η επιχείρηση γι’ αυτό. Αλλά αν παρέμβει πληθωρισμός, το κόστος αντικατάστασης του περιουσιακού στοιχείου όταν φθαρεί θα είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που είναι καταγεγραμμένο στα βιβλία. Ως αποτέλεσμα, η λογιστική των επιχειρήσεων θα υπερεκτιμά σοβαρά τα κέρδη τους κατά τη διάρκεια του πληθωρισμού –και μπορεί ακόμη και να καταναλώνει κεφάλαιο ενώ φαινομενικά αυξάνει τις επενδύσεις της.27 Ομοίως, οι μέτοχοι και οι κάτοχοι ακινήτων θα αποκτούν κεφαλαιακά κέρδη κατά τη διάρκεια του πληθωρισμού που στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου «κέρδη». Αλλά μπορεί να ξοδεύουν μέρος αυτών των κερδών χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έτσι καταναλώνουν το αρχικό τους κεφάλαιο.
Inflation has other disastrous effects. It distorts that keystone of our economy: business calculation. Since prices do not all change uniformly and at the same speed, it becomes very difficult for business to separate the lasting from the transitional, and gauge truly the demands of consumers or the cost of their operations. For example, accounting practice enters the “cost” of an asset at the amount the business has paid for it. But if inflation intervenes, the cost of replacing the asset when it wears out will be far greater than that recorded on the books. As a result, business accounting will seriously overstate their profits during inflation—and may even consume capital while presumably increasing their investments. Similarly, stock holders and real estate holders will acquire capital gains during an inflation that are not really “gains” at all. But they may spend part of these gains without realizing that they are thereby consuming their original capital.
Δημιουργώντας πλασματικά κέρδη και παραμορφώνοντας τον οικονομικό υπολογισμό, ο πληθωρισμός αναστέλλει την τιμωρία των αναποτελεσματικών επιχειρήσεων και την ανταμοιβή των αποδοτικών από την ελεύθερη αγορά. Σχεδόν όλες οι επιχειρήσεις θα φαίνονται να ευημερούν. Η γενική ατμόσφαιρα μιας «αγοράς πωλητών» θα οδηγήσει σε πτώση της ποιότητας των αγαθών και της εξυπηρέτησης προς τους καταναλωτές, καθώς οι καταναλωτές συχνά αντιστέκονται λιγότερο στις αυξήσεις τιμών όταν αυτές λαμβάνουν τη μορφή υποβάθμισης της ποιότητας.28 Η ποιότητα της εργασίας θα υποχωρήσει κατά τον πληθωρισμό και για έναν πιο λεπτό λόγο: οι άνθρωποι γοητεύονται από σχέδια τύπου «πλουτίστε γρήγορα», τα οποία φαίνονται εφικτά σε μια εποχή συνεχώς αυξανόμενων τιμών, και συχνά περιφρονούν τη σοβαρή προσπάθεια. Ο πληθωρισμός τιμωρεί επίσης την αποταμίευση και ενθαρρύνει το χρέος, διότι οποιοδήποτε ποσό δανείζεται κανείς, θα αποπληρωθεί σε δολάρια με χαμηλότερη αγοραστική δύναμη από εκείνη που είχε όταν δόθηκε αρχικά. Το κίνητρο, λοιπόν, είναι να δανείζεσαι και να αποπληρώνεις αργότερα παρά να αποταμιεύεις και να δανείζεις. Ο πληθωρισμός, επομένως, μειώνει το γενικό βιοτικό επίπεδο ενώ την ίδια στιγμή δημιουργεί μια ψεύτικη ατμόσφαιρα «ευημερίας».
By creating illusory profits and distorting economic calculation, inflation will suspend the free market’s penalizing of inefficient, and rewarding of efficient, firms. Almost all firms will seemingly prosper. The general atmosphere of a “sellers’ market” will lead to a decline in the quality of goods and of service to consumers, since consumers often resist price increases less when they occur in the form of downgrading of quality. The quality of work will decline in an inflation for a more subtle reason: people become enamored of “get-rich-quick” schemes, seemingly within their grasp in an era of ever-rising prices, and often scorn sober effort. Inflation also penalizes thrift and encourages debt, for any sum of money loaned will be repaid in dollars of lower purchasing power than when originally received. The incentive, then, is to borrow and repay later rather than save and lend. Inflation, therefore, lowers the general standard of living in the very course of creating a tinsel atmosphere of “prosperity.”
Ευτυχώς, ο πληθωρισμός δεν μπορεί να συνεχίζεται για πάντα. Διότι τελικά οι άνθρωποι ξυπνούν και ανακαλύπτουν αυτή τη μορφή φορολογίας· και συνειδητοποιούν τη συνεχή συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης του δολαρίου τους.
Fortunately, inflation cannot go on forever. For eventually people wake up to this form of taxation; they wake up to the continual shrinkage in the purchasing power of their dollar.
Αρχικά, όταν οι τιμές ανεβαίνουν, οι άνθρωποι λένε: «Λοιπόν, αυτή η ανωμαλία, πρέπει να είναι προϊόν κάποιας έκτακτης ανάγκης. Θα αναβάλω τις αγορές μου και θα περιμένω μέχρι να πέσουν οι τιμές». Αυτή είναι η κοινή στάση κατά την πρώτη φάση ενός πληθωρισμού. Αυτή η αντίληψη μετριάζει την ίδια την άνοδο των τιμών και συγκαλύπτει περαιτέρω τον πληθωρισμό, αφού αυξάνεται έτσι η ζήτηση για χρήμα. Αλλά καθώς ο πληθωρισμός προχωρά, οι άνθρωποι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι οι τιμές ανεβαίνουν διαρκώς εξαιτίας του διαρκούς πληθωρισμού. Τώρα θα πουν: «Θα αγοράσω τώρα, έστω και αν οι τιμές είναι “υψηλές”, γιατί αν περιμένω, οι τιμές θα ανέβουν ακόμα περισσότερο». Ως αποτέλεσμα, η ζήτηση για χρήμα τώρα πέφτει και οι τιμές ανεβαίνουν περισσότερο (αναλογικά) από ό,τι αυξάνεται η προσφορά χρήματος. Σε αυτό το σημείο, η κυβέρνηση συχνά καλείται να «ανακουφίσει την έλλειψη χρήματος» που προκαλείται από την επιταχυνόμενη άνοδο των τιμών, και τυπώνει χρήμα ακόμα πιο γρήγορα. Σύντομα, η χώρα φτάνει στο στάδιο της «καταστροφικής ανατιμητικής έκρηξης» (crack-up boom), όταν οι άνθρωποι λένε: «Πρέπει να αγοράσω οτιδήποτε τώρα –οτιδήποτε για να ξεφορτωθώ το χρήμα που χάνει αξία στα χέρια μου». Η προσφορά χρήματος εκτοξεύεται, η ζήτηση καταρρέει και οι τιμές ανεβαίνουν αστρονομικά. Η παραγωγή πέφτει απότομα, καθώς οι άνθρωποι ξοδεύουν όλο και περισσότερο χρόνο βρίσκοντας τρόπους να ξεφορτωθούν το χρήμα τους. Το νομισματικό σύστημα, στην ουσία, έχει καταρρεύσει εντελώς και η οικονομία επιστρέφει σε άλλα χρήματα, αν είναι διαθέσιμα –άλλα μέταλλα, ξένα νομίσματα αν πρόκειται για πληθωρισμό μιας μόνο χώρας, ή ακόμα και επιστροφή σε συνθήκες ανταλλαγής. Το νομισματικό σύστημα έχει καταρρεύσει υπό την επίδραση του πληθωρισμού.
At first, when prices rise, people say: “Well, this is abnormal, the product of some emergency. I will postpone my purchases and wait until prices go back down.” This is the common attitude during the first phase of an inflation. This notion moderates the price rise itself, and conceals the inflation further, since the demand for money is thereby increased. But, as inflation proceeds, people begin to realize that prices are going up perpetually as a result of perpetual inflation. Now people will say: “I will buy now, though prices are ‘high,’ because if I wait, prices will go up still further.” As a result, the demand for money now falls and prices go up more, proportionately, than the increase in the money supply. At this point, the government is often called upon to “relieve the money shortage” caused by the accelerated price rise, and it inflates even faster. Soon, the country reaches the stage of the “crack-up boom,” when people say: “I must buy anything now—anything to get rid of money which depreciates on my hands.” The supply of money skyrockets, the demand plummets, and prices rise astronomically. Production falls sharply, as people spend more and more of their time finding ways to get rid of their money. The monetary system has, in effect, broken down completely, and the economy reverts to other moneys, if they are attainable—other metal, foreign currencies if this is a one-country inflation, or even a return to barter conditions. The monetary system has broken down under the impact of inflation.
Αυτή η κατάσταση υπερπληθωρισμού είναι ιστορικά γνωστή στα assignats της Γαλλικής Επανάστασης, στα Continentals της Αμερικανικής Επανάστασης, και ιδιαίτερα στην κρίση της Γερμανίας το 1923, καθώς και στα κινεζικά και άλλα νομίσματα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.29 Μια τελική μομφή εναντίον του πληθωρισμού είναι ότι όποτε το νεοεκδοθέν χρήμα χρησιμοποιείται πρώτα ως δάνεια προς τις επιχειρήσεις, ο πληθωρισμός προκαλεί τον φοβερό «οικονομικό κύκλο». Αυτή η σιωπηλή αλλά θανατηφόρα διαδικασία, που παρέμεινε ανεντόπιστη για γενιές, λειτουργεί ως εξής: το νέο χρήμα εκδίδεται από το τραπεζικό σύστημα, υπό την αιγίδα της κυβέρνησης, και το χρήμα δανείζεται στις επιχειρήσεις. Για τους επιχειρηματίες, τα νέα κεφάλαια φαίνονται γνήσιες επενδύσεις, αλλά αυτά τα κεφάλαια δεν προέρχονται, όπως οι επενδύσεις της ελεύθερης αγοράς, από εθελοντικές αποταμιεύσεις. Το νέο χρήμα επενδύεται από τους επιχειρηματίες σε διάφορα έργα και πληρώνεται σε εργάτες και άλλους παράγοντες με τη μορφή υψηλότερων μισθών και τιμών. Καθώς το νέο χρήμα φιλτράρεται προς ολόκληρη την οικονομία, οι άνθρωποι τείνουν να επαναφέρουν τις παλιές τους αναλογίες εθελοντικής κατανάλωσης/αποταμίευσης. Με λίγα λόγια, αν οι άνθρωποι επιθυμούν να αποταμιεύουν και να επενδύουν περίπου το 20% των εισοδημάτων τους και να καταναλώνουν το υπόλοιπο, το νέο τραπεζικό χρήμα που δανείζεται στις επιχειρήσεις κάνει αρχικά την αναλογία αποταμίευσης να φαίνεται υψηλότερη. Όταν το νέο χρήμα φτάσει στο κοινό, επανέρχεται η παλιά αναλογία 20-80 και πολλές επενδύσεις αποκαλύπτονται τώρα ως αναποτελεσματικές (σπάταλες). Η εκκαθάριση των σπάταλων επενδύσεων της πληθωριστικής άνθησης συνιστά τη φάση της ύφεσης του οικονομικού κύκλου.30
This condition of hyper-inflation is familiar historically in the assignats of the French Revolution, the Continentals of the American Revolution, and especially the German crisis of 1923, and the Chinese and other currencies after World War II.
A final indictment of inflation is that whenever the newly issued money is first used as loans to business, inflation causes the dread “business cycle.” This silent but deadly process, undetected for generations, works as follows: new money is issued by the banking system, under the aegis of government, and loaned to business. To businessmen, the new funds seem to be genuine investments, but these funds do not, like free market investments, arise from voluntary savings. The new money is invested by businessmen in various projects, and paid out to workers and other factors as higher wages and prices. As the new money filters down to the whole economy, and the people tend to reestablish their old voluntary consumption/saving proportions. In short, if people wish to save and invest about 20 percent of their incomes and consume the rest, new bank money loaned to business at first makes the saving proportion look higher. When the new money seeps down to the public, it reestablishes its old 20:80 proportion, and many investments are now revealed to be wasteful. Liquidation of the wasteful investments of the inflationary boom constitutes the depression phase of the business cycle.
3. Υποχρεωτικό Μονοπώλιο της Νομισματοκοπίας
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. COMPULSORY MONOPOLY OF THE MINT
Για να χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση την πλαστογραφία με σκοπό να προσθέσει στα εισοδήματά της, πρέπει να διανυθούν πολλά μακρά βήματα μακριά από την ελεύθερη αγορά. Η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε απλώς να εισβάλει σε μια λειτουργούσα ελεύθερη αγορά και να τυπώσει τα δικά της «χάρτινα εισιτήρια». Αν γινόταν τόσο απότομα, λίγοι άνθρωποι θα δέχονταν το χρήμα της κυβέρνησης. Ακόμη και στις σύγχρονες ημέρες, πολλοί άνθρωποι σε «οπισθοδρομικές χώρες» έχουν απλώς αρνηθεί να δεχτούν χάρτινο χρήμα και επιμένουν να συναλλάσσονται μόνο σε χρυσό. Η κρατική εισβολή, επομένως, έπρεπε να είναι πολύ πιο λεπτή και σταδιακή. Μέχρι πριν από λίγους αιώνες, δεν υπήρχαν τράπεζες, και επομένως η κυβέρνηση δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει την τραπεζική μηχανή για παραγωγή μαζικού πληθωρισμού όπως μπορεί σήμερα. Τι μπορούσε να κάνει όταν κυκλοφορούσαν μόνο χρυσός και ασήμι;
For government to use counterfeiting to add to its revenue, many lengthy steps must be travelled down the road away from the free market. Government could not simply invade a functioning free market and print its own paper tickets. Done so abruptly, few people would accept the government’s money. Even in modern times, many people in “backward countries” have simply refused to accept paper money, and insist on trading only in gold. Governmental incursion, therefore, must be far more subtle and gradual.
Until a few centuries ago, there were no banks, and therefore the government could not use the banking engine for massive inflation as it can today. What could it do when only gold and silver circulated?
Το πρώτο βήμα, που πάρθηκε σταθερά από κάθε κυβέρνηση, ήταν να αποκτήσει το μονοπώλιο της επιχείρησης της νομισματοκοπίας. Αυτό ήταν το απαραίτητο μέσο για να αποκτήσει έλεγχο της προσφοράς νομισμάτων. Η εικόνα του βασιλιά ή του άρχοντα σφραγιζόταν στα νομίσματα, και διαδόθηκε ο μύθος ότι η νομισματοκοπία είναι ουσιώδες προνόμιο της βασιλικής ή φεουδαρχικής «κυριαρχίας». Το μονοπώλιο νομισματοκοπίας επέτρεψε στην κυβέρνηση να προμηθεύει την αγορά με όποιες ονομαστικές αξίες νομισμάτων ήθελε αυτή, και όχι το κοινό. Ως αποτέλεσμα, η ποικιλία των νομισμάτων στην αγορά μειώθηκε βίαια. Επιπλέον, η νομισματοκοπία μπορούσε τώρα να χρεώνει υψηλή τιμή, μεγαλύτερη από τα κόστη («δικαίωμα κοπής», seigniorage), μια τιμή που μόλις κάλυπτε τα κόστη («τέλος κοπής», brassage), ή να προμηθεύει νομίσματα δωρεάν. Το δικαίωμα κοπής ήταν τιμή μονοπωλίου, και επέβαλε ειδικό βάρος στη μετατροπή ακατέργαστου μετάλλου σε νόμισμα· η δωρεάν νομισματοκοπία, από την άλλη, υπερδιέγειρε την κατασκευή νομισμάτων από ακατέργαστο μέταλλο και ανάγκαζε τον φορολογούμενο να πληρώνει για υπηρεσίες νομισματοκοπίας που χρησιμοποιούσαν άλλοι.
The first step, taken firmly by every sizeable government, was to seize an absolute monopoly of the minting business. That was the indispensable means of getting control of the coinage supply. The king’s or the lord’s picture was stamped upon coins, and the myth was propagated that coinage is an essential prerogative of royal or baronial “sovereignty.” The mintage monopoly allowed government to supply whatever denominations of coin it, and not the public, wanted. As a result, the variety of coins on the market was forcibly reduced. Furthermore, the mint could now charge a high price, greater than costs (“seigniorage”), a price just covering costs (“brassage”), or supply coins free of charge. Seigniorage was a monopoly price, and it imposed a special burden on the conversion of bullion to coin; gratuitous coinage, on the other hand, overstimulated the manufacture of coins from bullion, and forced the general taxpayer to pay for minting services utilized by others.
Αφού απέκτησαν το μονοπώλιο νομισματοκοπίας, οι κυβερνήσεις προώθησαν τη χρήση του ονόματος της νομισματικής μονάδας, κάνοντας ό,τι μπορούσαν για να διαχωρίσουν το όνομα από την πραγματική του βάση στο υποκείμενο βάρος του νομίσματος. Αυτό, επίσης, ήταν ένα εξαιρετικά σημαντικό βήμα, διότι απελευθέρωσε κάθε κυβέρνηση από την ανάγκη να συμμορφώνεται με το κοινό χρήμα της παγκόσμιας αγοράς. Αντί να χρησιμοποιούν κόκκους ή γραμμάρια χρυσού ή ασημιού, κάθε κράτος προώθησε το δικό του εθνικό όνομα στα υποτιθέμενα συμφέροντα του νομισματικού πατριωτισμού: δολάρια, μάρκα, φράγκα κ.λπ. Η μετάβαση κατέστησε δυνατό το κύριο μέσο κρατικής κιβδηλείας νομισμάτων: τη νόθευση του νομίσματος.
Having acquired the mintage monopoly, governments fostered the use of the name of the monetary unit, doing their best to separate the name from its true base in the underlying weight of the coin. This, too, was a highly important step, for it liberated each government from the necessity of abiding by the common money of the world market. Instead of using grains or grams of gold or silver, each State fostered its own national name in the supposed interests of monetary patriotism: dollars, marks, francs, and the like. The shift made possible the pre-eminent means of governmental counterfeiting of coin: debasement.
Η νόθευση ήταν η μέθοδος του κράτους να πλαστογραφεί τα ίδια τα νομίσματα τα οποία είχε απαγορεύσει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις να δημιουργούν, στο όνομα της προστασίας του νομισματικού προτύπου. Μερικές φορές, η κυβέρνηση διέπραττε κοινή απάτη, μυστικά αραιώνοντας τον χρυσό με ένα ευτελές κράμα, φτιάχνοντας νομίσματα με ελλιπές βάρος. Πιο χαρακτηριστικά, η νομισματοκοπία έλιωνε και ξαναέκοβε όλα τα νομίσματα του βασιλείου, δίνοντας στους υπηκόους πίσω τον ίδιο αριθμό «λιρών» ή «μάρκων», αλλά με ελαφρύτερο βάρος. Οι εναπομείνασες ουγγιές χρυσού ή ασημιού τσεπώνονταν από τον βασιλιά και χρησιμοποιούνταν για να πληρώσει τα έξοδά του. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση συνεχώς ανακάτευε και επαναπροσδιόριζε το ίδιο το πρότυπο που είχε δεσμευτεί να προστατεύσει. Τα κέρδη της νόθευσης διεκδικούνταν υπεροπτικά ως «δικαίωμα κοπής» από τους ηγεμόνες.
Debasement was the State’s method of counterfeiting the very coins it had banned private firms from making in the name of vigorous protection of the monetary standard. Sometimes, the government committed simple fraud, secretly diluting gold with a base alloy, making shortweight coins. More characteristically, the mint melted and recoined all the coins of the realm, giving the subjects back the same number of “pounds” or “marks,” but of a lighter weight. The left over ounces of gold or silver were pocketed by the king and used to pay his expenses. In that way, government continually juggled and redefined the very standard it was pledged to protect. The profits of debasement were haughtily claimed as “seigniorage” by the rulers.
Η γρήγορη και έντονη νόθευση ήταν χαρακτηριστικό του Μεσαίωνα, σχεδόν σε κάθε χώρα της Ευρώπης. Έτσι, το 1200 μ.Χ., η γαλλική livre tournois οριζόταν σε ενενήντα οκτώ γραμμάρια καθαρού ασημιού· μέχρι το 1600 μ.Χ. είχε πέσει στα έντεκα μόνο γραμμάρια. Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα είναι το dinar, νόμισμα των Σαρακηνών στην Ισπανία. Το dinar αρχικά αποτελούνταν από εξήντα πέντε χρυσούς κόκκους, όταν κόπηκε πρώτη φορά στο τέλος του έβδομου αιώνα. Οι Σαρακηνοί ήταν αξιοσημείωτα σώφρονες σε νομισματικά θέματα, και μέχρι τα μέσα του δωδέκατου αιώνα, το dinar ήταν ακόμη εξήντα κόκκοι. Σε εκείνο το σημείο, οι χριστιανοί βασιλείς κατέκτησαν την Ισπανία, και μέχρι τις αρχές του δέκατου τρίτου αιώνα, το dinar (τώρα ονομαζόμενο maravedi) είχε μειωθεί σε δεκατέσσερις κόκκους. Σύντομα το χρυσό νόμισμα ήταν πολύ ελαφρύ για να κυκλοφορεί, και μετατράπηκε σε ασημένιο νόμισμα που ζύγιζε είκοσι έξι κόκκους ασημιού. Και αυτό υποβαθμίστηκε, και μέχρι τα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα, το maravedi ήταν μόνο 1,5 ασημένιοι κόκκοι, και πάλι πολύ μικρό για να κυκλοφορεί.31
Rapid and severe debasement was a hallmark of the Middle Ages, in almost every country in Europe. Thus, in 1200 A.D., the French livre tournois was defined at ninety-eight grams of fine silver; by 1600 A.D. it signified only eleven grams. A striking case is the dinar, a coin of the Saracens in Spain. The dinar originally consisted of sixty-five gold grains, when first coined at the end of the seventh century. The Saracens were notably sound in monetary matters, and by the middle of the twelfth century, the dinar was still sixty grains. At that point, the Christian kings conquered Spain, and by the early thirteenth century, the dinar (now called maravedi) was reduced to fourteen grains. Soon the gold coin was too light to circulate, and it was converted into a silver coin weighing twenty-six grains of silver. This, too, was debased, and by the mid-fifteenth century, the maravedi was only 1.5 silver grains, and again too small to circulate.
Η κυβέρνηση επιβάλλει ελέγχους τιμών κυρίως για να αποσπάσει την προσοχή του κοινού από τον κρατικό πληθωρισμό στα υποτιθέμενα δεινά της ελεύθερης αγοράς. Όπως έχουμε δει, ο «νόμος του Gresham» –ότι ένα τεχνητά υπερτιμημένο χρήμα τείνει να εκδιώξει από την κυκλοφορία ένα τεχνητά υποτιμημένο χρήμα– είναι παράδειγμα των γενικών συνεπειών του ελέγχου τιμών. Η κυβέρνηση θέτει, στην πραγματικότητα, μια μέγιστη τιμή σε έναν τύπο χρήματος σε όρους του άλλου. Η μέγιστη τιμή προκαλεί έλλειψη –εξαφάνιση μέσω αποθησαυρισμού ή εξαγωγών– του νομίσματος που υφίσταται τη μέγιστη τιμή (τεχνητά υποτιμημένο), και το οδηγεί να αντικατασταθεί στην κυκλοφορία από το υπερτιμημένο χρήμα.
Government imposes price controls largely in order to divert public attention from governmental inflation to the alleged evils of the free market. As we have seen, “Gresham’s Law”—that an artificially overvalued money tends to drive an artificially undervalued money out of circulation—is an example of the general consequences of price control. Government places, in effect, a maximum price on one type of money in terms of the other. Maximum price causes a shortage—disappearance into hoards or exports—of the currency suffering the maximum price (artificially undervalued), and leads it to be replaced in circulation by the overpriced money.
Έχουμε δει πώς λειτουργεί αυτό στην περίπτωση νέων έναντι φθαρμένων νομισμάτων, ένα από τα πρώτα παραδείγματα του νόμου του Gresham. Αλλάζοντας το νόημα του χρήματος από βάρος σε απλή ονομαστική αξία, και τυποποιώντας τις ονομαστικές αξίες για δική τους και όχι για δημόσια ευκολία, οι κυβερνήσεις ονόμαζαν νέα και φθαρμένα νομίσματα με το ίδιο όνομα, παρόλο που είχαν διαφορετικό βάρος. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι αποθησαύριζαν ή εξήγαγαν τα πλήρους βάρους νέα νομίσματα, και κυκλοφορούσαν τα φθαρμένα νομίσματα, με τις κυβερνήσεις να ρίχνουν κατάρες σε «κερδοσκόπους», ξένους ή την ελεύθερη αγορά γενικά, για μια κατάσταση που είχε προκληθεί από την ίδια την κυβέρνηση.
We have seen how this works in the case of new vs. worn coins, one of the earliest examples of Gresham’s Law. Changing the meaning of money from weight to mere tale, and standardizing denominations for their own rather than for the public’s convenience, the governments called new and worn coins by the same name, even though they were of different weight. As a result, people hoarded or exported the full weight new coins, and passed the worn coins in circulation, with governments hurling maledictions at “speculators,” foreigners, or the free market in general, for a condition brought about by the government itself.
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα του νόμου του Gresham ήταν το αιώνιο πρόβλημα του «κανόνα». Είδαμε ότι η ελεύθερη αγορά καθιέρωσε «παράλληλους κανόνες» χρυσού και ασημιού, καθένα ελεύθερα κυμαινόμενο σε σχέση με το άλλο σύμφωνα με την προσφορά και ζήτηση της αγοράς. Όμως οι κυβερνήσεις αποφάσισαν ότι θα βοηθούσαν την αγορά παρεμβαίνοντας για να «απλοποιήσουν» τα πράγματα. Πόσο πιο ξεκάθαρα θα ήταν τα πράγματα, ένιωθαν, αν ο χρυσός και το ασήμι καθορίζονταν σε μια ορισμένη αναλογία, ας πούμε, είκοσι ουγγιές ασημιού προς μία ουγγιά χρυσού! Τότε, και τα δύο χρήματα θα μπορούσαν μόνιμα να κυκλοφορούν σε σταθερή αναλογία –και, πολύ πιο ουσιωδώς, η κυβέρνηση θα μπορούσε τελικά να απαλλαγεί από το βάρος να αντιμετωπίζει το χρήμα κατά βάρος αντί κατά ονομαστική αξία. Ας φανταστούμε μια μονάδα, το «rur», που ορίζεται από τους Ρουριτανούς ως 1/20 ουγγιάς χρυσού. Έχουμε δει πόσο ζωτικής σημασίας είναι για την κυβέρνηση να πείσει το κοινό να θεωρεί το «rur» ως αφηρημένη μονάδα από μόνη της, μόνο χαλαρά συνδεδεμένη με τον χρυσό. Ποιος καλύτερος τρόπος να το κάνει αυτό από το να καθορίσει την αναλογία χρυσού/ασημιού; Τότε, το «rur» γίνεται όχι μόνο 1/20 ουγγιάς χρυσού, αλλά και μία ουγγιά ασημιού. Το ακριβές νόημα της λέξης «rur» –ένα όνομα για βάρος χρυσού– χάνεται τώρα, και οι άνθρωποι αρχίζουν να σκέφτονται το «rur» ως κάτι απτό καθαυτό, που έχει καθοριστεί κάπως από την κυβέρνηση, για καλούς και αποδοτικούς σκοπούς, ως ίσο με ορισμένα βάρη και χρυσού και ασημιού.
A particularly important case of Gresham’s Law was the perennial problem of the “standard.” We saw that the free market established “parallel standards” of gold and silver, each freely fluctuating in relation to the other in accordance with market supplies and demands. But governments decided they would help out the market by stepping in to “simplify” matters. How much clearer things would be, they felt, if gold and silver were fixed at a definite ratio, say, twenty ounces of silver to one ounce of gold! Then, both moneys could always circulate at a fixed ratio—and, far more importantly, the government could finally rid itself of the burden of treating money by weight instead of by tale. Let us imagine a unit, the “rur,” defined by Ruritanians as 1/20 of an ounce of gold. We have seen how vital it is for the government to induce the public to regard the “rur” as an abstract unit of its own right, only loosely connected to gold. What better way of doing this than to fix the gold/silver ratio? Then, “rur” becomes not only 1/20 ounce of gold, but also one ounce of silver. The precise meaning of the word “rur”—a name for gold weight—is now lost, and people begin to think of the “rur” as something tangible in its own right, somehow set by the government, for good and efficient purposes, as equal to certain weights of both gold and silver.
Τώρα βλέπουμε τη σημασία του να αποφεύγουμε πατριωτικές ή εθνικές ονομασίες για ουγγιές ή κόκκους χρυσού. Μόλις μια τέτοια ετικέτα αντικαταστήσει τις αναγνωρισμένες παγκόσμιες μονάδες βάρους, καθίσταται πολύ ευκολότερο για τις κυβερνήσεις να χειραγωγήσουν τη νομισματική μονάδα και να της προσδώσουν μια φαινομενικά αυτοτελή ύπαρξη. Η επινόηση της σταθερής αναλογίας χρυσού-ασημιού, γνωστή ως διμεταλλισμός, επέτυχε αυτό το έργο πολύ καθαρά. Δεν εκπλήρωσε, ωστόσο, το άλλο της έργο να απλοποιήσει το νόμισμα της χώρας. Διότι, για άλλη μια φορά, ο νόμος του Gresham ήρθε στο προσκήνιο. Η κυβέρνηση συνήθως καθόριζε την αναλογία αρχικά στο ισχύον ποσοστό στην ελεύθερη αγορά (ας πούμε 20/1). Αλλά η αναλογία της αγοράς, όπως όλες οι τιμές της αγοράς, αναπόφευκτα μεταβάλλεται με τον χρόνο, καθώς αλλάζουν οι συνθήκες προσφοράς και ζήτησης. Καθώς συμβαίνουν αυτές οι αλλαγές, η σταθερή διμεταλλική αναλογία αναπόφευκτα καθίσταται παρωχημένη. Η αλλαγή καθιστά είτε τον χρυσό είτε το ασήμι υπερτιμημένο. Αν π.χ. συμβεί το δεύτερο, ο χρυσός εξαφανίζεται σε χρηματικά υπόλοιπα, στη μαύρη αγορά ή στις εξαγωγές, ενώ το ασήμι εισρέει από το εξωτερικό και βγαίνει από τα χρηματικά υπόλοιπα για να γίνει το μοναδικό κυκλοφορούν νόμισμα στη Ρουριτανία. Επί αιώνες, όλες οι χώρες πάλευαν με τις καταστροφικές συνέπειες των ξαφνικών εναλλαγών της ισοτιμίας μεταλλικών νομισμάτων. Πρώτα το ασήμι εισέρρεε και ο χρυσός εξαφανιζόταν· στη συνέχεια, καθώς άλλαζαν οι σχετικές αναλογίες της αγοράς, ο χρυσός εισέρρεε και το ασήμι εξαφανιζόταν.32
Now we see the importance of abstaining from patriotic or national names for gold ounces or grains. Once such a label replaces the recognized world units of weight, it becomes much easier for governments to manipulate the money unit and give it an apparent life of its own. The fixed gold-silver ratio, known as bimetallism, accomplished this task very neatly. It did not, however, fulfill its other job of simplifying the nation’s currency. For, once again, Gresham’s Law came into prominence. The government usually set the bimetallic ratio originally (say, 20/1) at the going rate on the free market. But the market ratio, like all market prices, inevitably changes over time, as supply and demand conditions change. As changes occur, the fixed bimetallic ratio inevitably becomes obsolete. Change makes either gold or silver overvalued. Gold then disappears into cash balance, black market, or exports, when silver flows in from abroad and comes out of cash balances to become the only circulating currency in Ruritania. For centuries, all countries struggled with calamitous effects of suddenly alternating metallic currencies. First silver would flow in and gold disappear; then, as the relative market ratios changed, gold would pour in and silver disappear.
Τελικά, μετά από κουραστικούς αιώνες διμεταλλικής αναστάτωσης, οι κυβερνήσεις επέλεξαν ένα μέταλλο ως κανόνα, γενικά τον χρυσό. Το ασήμι υποβιβάστηκε σε καθεστώς «κέρματος» για μικρές ονομαστικές αξίες, αλλά όχι με πλήρες βάρος. (Η κοπή κερμάτων μονοπωλήθηκε επίσης από την κυβέρνηση και, επειδή δεν υποστηριζόταν κατά 100% από χρυσό, αποτέλεσε μέσο επέκτασης της προσφοράς χρήματος.) Η εξάλειψη του ασημιού ως χρήματος σίγουρα έβλαψε πολλούς ανθρώπους που προτιμούσαν να χρησιμοποιούν ασήμι για διάφορες συναλλαγές. Υπήρχε αλήθεια στο πολεμικό σύνθημα των διμεταλλιστών ότι είχε διαπραχθεί «έγκλημα κατά του ασημιού»· αλλά το πραγματικό έγκλημα ήταν η αρχική επιβολή του διμεταλλισμού αντί των παράλληλων κανόνων. Ο διμεταλλισμός δημιούργησε μια αδύνατη να αντιμετωπιστεί κατάσταση, την οποία η κυβέρνηση μπορούσε είτε να λύσει επιστρέφοντας στην πλήρη νομισματική ελευθερία (παράλληλοι κανόνες) είτε επιλέγοντας ένα από τα δύο μέταλλα ως χρήμα (κανόνας του χρυσού ή του ασημιού). Η πλήρης νομισματική ελευθερία, μετά από τόσο καιρό, θεωρήθηκε παράλογη και ουτοπική· και έτσι, γενικά, υιοθετήθηκε ο κανόνας του χρυσού.
Finally, after weary centuries of bimetallic disruption, governments picked one metal as the standard, generally gold. Silver was relegated to “token coin” status, for small denominations, but not at full weight. (The minting of token coins was also monopolized by government, and, since not backed 100 percent by gold, was a means of expanding the money supply.) The eradication of silver as money certainly injured many people who preferred to use silver for various transactions. There was truth in the war-cry of the bimetallists that a “crime against silver” had been committed; but the crime was really the original imposition of bimetallism in lieu of parallel standards. Bimetallism created an impossibly difficult situation, which the government could either meet by going back to full monetary freedom (parallel standards) or by picking one of the two metals as money (gold or silver standard). Full monetary freedom, after all this time, was considered absurd and quixotic; and so the gold standard was generally adopted.
Πώς μπόρεσε η κυβέρνηση να επιβάλει τους ελέγχους τιμών στις νομισματικές ισοτιμίες συναλλαγής; Μέσω ενός μηχανισμού γνωστού ως νόμοι νομίμου μέσου πληρωμής (legal tender laws). Το χρήμα χρησιμοποιείται για την πληρωμή παλαιών χρεών, καθώς και για παρούσες συναλλαγές «με μετρητά». Με το όνομα του χρήματος της χώρας να κυριαρχεί πλέον στη λογιστική αντί για το πραγματικό του βάρος, οι συμβάσεις άρχισαν να δεσμεύουν την πληρωμή σε ορισμένα ποσά «χρήματος». Οι νόμοι νομίμου μέσου πληρωμής υπαγόρευαν τι μπορούσε να είναι αυτό το «χρήμα». Όταν στην αρχή μόνο τα χρυσά ή ασημένια νομίσματα χαρακτηρίζονταν ως «νόμιμο μέσο πληρωμής», οι άνθρωποι θεώρησαν τον όρο «νόμιμο μέσο πληρωμής» αβλαβή, αν και θα έπρεπε να έχουν συνειδητοποιήσει ότι είχε τεθεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο για τον κυβερνητικό έλεγχο του χρήματος. Άλλωστε αν η κυβέρνηση σκόπευε να μείνει στο αρχικό χρήμα, ο νόμος νομίμου μέσου πληρωμής θα ήταν περιττός και άνευ ουσίας.33 Όμως τώρα με την επινόηση του «νομίμου μέσου πληρωμής» η κυβέρνηση μπορούσε να κηρύξει ως νόμιμο μέσο πληρωμής ένα νόμισμα κατώτερης ποιότητας παράλληλα με το αρχικό. Έτσι, η κυβέρνηση μπορούσε να ορίσει ότι τα φθαρμένα νομίσματα είναι ισότιμα με τα νέα στην εξόφληση χρέους, ή ότι το ασήμι και ο χρυσός είναι ισοδύναμα μεταξύ τους στην σταθερή αναλογία. Οι νόμοι νομίμου μέσου πληρωμής όμως θέτουν σε ισχύ τον νόμο του Gresham.
How was the government able to enforce its price controls on monetary exchange rates? By a device known as legal tender laws. Money is used for payment of past debts, as well as for present “cash” transactions. With the name of the country’s currency now prominent in accounting instead its actual weight, contracts began to pledge payment in certain amounts of “money.” Legal tender laws dictated what that “money” could be. When only the original gold or silver was designated “legal tender,” people considered it harmless, but they should have realized that a dangerous precedent had been set for government control of money. If the government sticks to the original money, its legal tender law is superfluous and unnecessary. On the other hand, the government may declare as legal tender a lower-quality currency side by side with the original. Thus, the government may decree worn coins as good as new ones in paying off debt, of silver and gold equivalent to each other in the fixed ratio. The legal tender laws then bring Gresham’s Law into being.
Όταν οι νόμοι νομίμου μέσου πληρωμής καθιερώνουν ένα υπερτιμημένο χρήμα, έχουν και άλλο αποτέλεσμα· ευνοούν τους οφειλέτες εις βάρος των πιστωτών. Διότι τότε οι οφειλέτες επιτρέπεται να αποπληρώσουν τα χρέη τους με πολύ φθηνότερο χρήμα από αυτό που είχαν δανειστεί, και οι πιστωτές εξαπατούνται μη λαμβάνοντας το χρήμα που δικαιούνται. Αυτή η δήμευση της ιδιοκτησίας των πιστωτών, ωστόσο, ωφελεί μόνο τους υφιστάμενους οφειλέτες· οι μελλοντικοί οφειλέτες θα επιβαρυνθούν από την έλλειψη πίστωσης που θα επέλθει ως συνέπεια από τη μνήμη της κυβερνητικής λεηλασίας των πιστωτών.
When legal tender laws enshrine an overvalued money, they have another effect; they favor debtors at the expense of creditors. For then debtors are permitted to pay back their debts in a much poorer money than they had borrowed, and creditors are swindled out of the money rightfully theirs. This confiscation of creditors’ property, however, only benefits outstanding debtors; future debtors will be burdened by the scarcity of credit generated by the memory of government spoilation of creditors.
6. Περίληψη: Κυβέρνηση και Νομισματοκοπία
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. SUMMARY: GOVERNMENT AND COINAGE
Το υποχρεωτικό μονοπώλιο κοπής νομισμάτων και η νομοθεσία περί νομίμου μέσου πληρωμής αποτέλεσαν το επιστέγασμα στην προσπάθεια των κυβερνήσεων να αποκτήσουν τον έλεγχο του χρήματος των εθνών τους. Ενισχύοντας αυτά τα μέτρα, κάθε κυβέρνηση προχώρησε στην κατάργηση της κυκλοφορίας όλων των νομισμάτων που είχαν κοπεί από ανταγωνιστικές κυβερνήσεις.34 Εντός κάθε χώρας, πλέον, μόνο το νόμισμά της μπορούσε να χρησιμοποιηθεί· στις συναλλαγές μεταξύ των χωρών, χρησιμοποιούνταν χρυσός και ασήμι σε μορφή ράβδων. Αυτό έσπασε περαιτέρω τους δεσμούς μεταξύ διαφόρων τομέων της παγκόσμιας αγοράς, αποξενώνοντας ακόμη περισσότερο τη μία χώρα από την άλλη και διαταράσσοντας τον διεθνή καταμερισμό (κατανομή) εργασίας. Ωστόσο, το καθαρά σκληρό χρήμα δεν άφηνε μεγάλο περιθώριο για κυβερνητικό πληθωρισμό. Υπήρχαν όρια στην υποτίμηση που μπορούσαν να επιφέρουν οι κυβερνήσεις, ενώ το γεγονός ότι όλες οι χώρες χρησιμοποιούσαν χρυσό και ασήμι έθετε σαφή όρια στον έλεγχο που κάθε κυβέρνηση προσπαθούσε να θέσει επί του εδάφους της. Οι ηγεμόνες παρέμεναν ακόμη υπό έλεγχο από την πειθαρχία του διεθνούς μεταλλικού χρήματος.
The compulsory minting monopoly and legal tender legislation were the capstones in governments’ drive to gain control of their nations’ money. Bolstering these measures, each government moved to abolish the circulation of all coins minted by rival governments.Within each country, only the coin of its own sovereign could now be used; between countries, unstamped gold and silver bullion was used in exchange. This further severed the ties between the various parts of the world market, further sundering one country from another, and disrupting the international division of labor. Yet, purely hard money did not leave too much scope for governmental inflation. There were limits to the debasing that governments could engineer, and the fact that all countries used gold and silver placed definite checks on the control of each government over its own territory. The rulers were still held in check by the discipline of an international metallic money.
Μόνο όταν τα χρηματικά υποκατάστατα απέκτησαν κυρίαρχη θέση κατά τους τελευταίους αιώνες, ο κυβερνητικός έλεγχος του χρήματος μπόρεσε να γίνει απόλυτος και η πλαστογράφηση ανενόχλητη. Η εμφάνιση του χάρτινου χρήματος και των τραπεζικών καταθέσεων —μια πραγματική οικονομική ευλογία όταν αυτά καλύπτονταν πλήρως από χρυσό ή ασήμι— αποτέλεσε το «Σουσάμι, άνοιξε» που άνοιξε στην κυβέρνηση τον δρόμο προς την απόλυτη εξουσία επί του χρήματος και, κατ’ επέκταση, επί ολόκληρου του οικονομικού συστήματος.
Governmental control of money could only become absolute, and its counterfeiting unchallenged, as money-substitutes came into prominence in recent centuries. The advent of paper money and bank deposits, an economic boon when backed fully by gold or silver, provided the open sesame for government’s road to power over money, and thereby over the entire economic system.
7. Επιτρέποντας στις Τράπεζες να Αρνούνται Πληρωμές
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. PERMITTING BANKS TO REFUSE PAYMENT
Η σύγχρονη οικονομία, με την εκτεταμένη χρήση τραπεζών και χρηματικών υποκατάστατων, προσφέρει στην κυβέρνηση τη χρυσή ευκαιρία να θεμελιώσει τον έλεγχό της επί της προσφοράς χρήματος και να επιτρέψει τον πληθωρισμό κατά το δοκούν. Όπως είδαμε στην παράγραφο 12 της προηγούμενης ενότητας (σελ. 22–27), υπό ένα σύστημα «ελεύθερης τραπεζικής» υπάρχουν τρεις κύριοι περιορισμοί στην ικανότητα οποιασδήποτε τράπεζας να προκαλεί πληθωρισμό: (1) το εύρος της πελατείας κάθε μεμονωμένης τράπεζας· (2) το εύρος της πελατείας ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος, δηλαδή ο βαθμός χρήσης χρηματικών υποκατάστατων από το κοινό· και (3) το επίπεδο εμπιστοσύνης των πελατών προς τις τράπεζές τους. Όσο πιο κλειστή είναι η πελατεία κάθε τράπεζας ή του συστήματος στο σύνολό του, ή όσο πιο εύθραυστη η εμπιστοσύνη, τόσο πιο αυστηρά τα όρια στον πληθωρισμό. Η προνομιακή μεταχείριση και ο έλεγχος του τραπεζικού συστήματος από την κυβέρνηση είχαν ως αποτέλεσμα να ανασταλούν αυτοί οι περιορισμοί.
The modern economy, with its widespread use of banks and money-substitutes, provides the golden opportunity for government to fasten its control over the money supply and permit inflation at its discretion. We have seen in section 12, page 20, that there are three great checks on the power of any bank to inflate under a “free banking” system: (1) the extent of the clientele of each bank; (2) the extent of the clientele of the whole banking system—i.e., the extent to which people use money-substitutes, and (3) the confidence of the clients in their banks. The narrower the clientele of each bank, of the banking system as a whole, or the shakier the state of confidence, the stricter will be the limits on inflation in the economy. Government’s privileging and controlling of the banking system has operated to suspend these limits.
Φυσικά, όλοι αυτοί οι περιορισμοί στηρίζονται σε μία και μόνη θεμελιώδη υποχρέωση: το καθήκον των τραπεζών να εξαργυρώνουν επί τη εμφανίσει τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Όπως είδαμε, καμία τράπεζα κλασματικού αποθεματικού δεν είναι σε θέση να εξαργυρώσει όλες τις υποχρεώσεις της· αυτό είναι το διακύβευμα, το στοίχημα που αναλαμβάνει κάθε τράπεζα. Όμως για κάθε σύστημα βασισμένο στην ιδιωτική ιδιοκτησία είναι απαραίτητο οι συμβατικές υποχρεώσεις να εκπληρώνονται. Ο πιο ωμός τρόπος, λοιπόν, με τον οποίο η κυβέρνηση ευνοεί τον πληθωρισμό είναι να παραχωρεί στις τράπεζες το ειδικό προνόμιο να αρνούνται την πληρωμή των υποχρεώσεών τους, ενώ εξακολουθούν να λειτουργούν κανονικά. Ενώ όλοι οι άλλοι οφείλουν να πληρώσουν τα χρέη τους και αν αδυνατούν να οδηγηθούν στην πτώχευση, οι τράπεζες επιτρέπεται να αρνηθούν την εξαργύρωση των αποδείξεων που εξέδωσαν, ενώ ταυτόχρονα αναγκάζουν τους δικούς τους οφειλέτες να πληρώσουν όταν λήγουν τα δάνειά τους. Η συνήθης ονομασία για την αδυναμία εξαργύρωσης είναι «αναστολή πληρωμών σε μεταλλικό χρήμα». Μια πιο ακριβής ονομασία θα ήταν «άδεια κλοπής»· διότι τι άλλο είναι μια κυβερνητική άδεια να συνεχίζει κανείς τη λειτουργία του χωρίς να τηρεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις;
All these limits, of course, rest on one fundamental obligation: the duty of the banks to redeem their sworn liabilities on demand. We have seen that no fractional-reserve bank can redeem all of its liabilities; and we have also seen that this is the gamble that every bank takes. But it is, of course, essential to any system of private property that contract obligations be fulfilled. The bluntest way for government to foster inflation, then, is to grant the banks the special privilege of refusing to pay their obligations, while yet continuing in their operation. While everyone else must pay their debts or go bankrupt, the banks are permitted to refuse redemption of their receipts, at the same time forcing their own debtors to pay when their loans fall due. The usual name for this is a “suspension of specie payments.” A more accurate name would be “license for theft;” for what else can we call a governmental permission to continue in business without fulfilling one’s contract?
Στις Ηνωμένες Πολιτείες η μαζική αναστολή πληρωμών σε μεταλλικό χρήμα σε περιόδους τραπεζικών δυσκολιών έγινε σχεδόν παράδοση. Ξεκίνησε στον Πόλεμο του 1812. Οι περισσότερες τράπεζες της χώρας βρίσκονταν στη Νέα Αγγλία (New England), μια περιοχή εχθρική προς την εμπλοκή της Αμερικής στον πόλεμο. Αυτές οι τράπεζες αρνήθηκαν να χορηγήσουν δάνεια για πολεμικούς σκοπούς, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να δανειστεί από νεοσύστατες τράπεζες στις υπόλοιπες πολιτείες. Οι τράπεζες αυτές εξέδωσαν νέο χάρτινο χρήμα για να καλύψουν τα δάνεια. Ο πληθωρισμός ήταν τόσο έντονος που οι απαιτήσεις εξαργύρωσης πλημμύρισαν τις νέες τράπεζες, ιδίως από τις συντηρητικές τράπεζες της Νέας Αγγλίας που δεν επεκτάθηκαν, όπου η κυβέρνηση δαπανούσε τα περισσότερα χρήματα για πολεμικό υλικό. Ως αποτέλεσμα, το 1814 σημειώθηκε μαζική «αναστολή πληρωμών», η οποία διήρκεσε πάνω από δύο χρόνια (πολύ μετά τη λήξη του πολέμου)· στη διάρκειά της οι τράπεζες πολλαπλασιάστηκαν, εκδίδοντας χαρτονομίσματα χωρίς καμία υποχρέωση εξαργύρωσης σε χρυσό ή ασήμι.
In the United States, mass suspension of specie payment in times of bank troubles became almost a tradition. It started in the War of 1812. Most of the country’s banks were located in New England, a section unsympathetic to America’s entry into the war. These banks refused to lend for war purposes, and so the government borrowed from new banks in the other states. These banks issued new paper money to make the loans. The inflation was so great that calls for redemption flooded into the new banks, especially from the conservative non-expanding banks of New England, where the government spent most of its money on war goods. As a result, there was a mass “suspension” in 1814, lasting for over two years (well beyond the end of the war); during that time, banks sprouted up, issuing notes with no need to redeem in gold or silver.
Αυτή η αναστολή έθεσε προηγούμενο για τις επόμενες οικονομικές κρίσεις· 1819, 1837, 1857 και ούτω καθεξής. Ως αποτέλεσμα αυτής της παράδοσης, οι τράπεζες συνειδητοποίησαν ότι δεν χρειάζεται να φοβούνται την πτώχευση μετά από έναν πληθωρισμό, και αυτό, φυσικά, διέγειρε τον πληθωρισμό και την «τραπεζική Άγριας Δύσης». Εκείνοι οι συγγραφείς που παρουσιάζουν την Αμερική του 19ου αιώνα ως φρικτό παράδειγμα «ελεύθερης τραπεζικής», αποτυγχάνουν να αναγνωρίσουν τη σημασία αυτής της ξεκάθαρης παράβασης καθήκοντος από τις πολιτείες σε κάθε χρηματοπιστωτική κρίση.
This suspension set a precedent for succeeding economic crises; 1819, 1837, 1857, and so forth. As a result of this tradition, the banks realized that they need have no fear of bankruptcy after an inflation, and this, of course, stimulated inflation and “wildcat banking.” Those writers who point to nineteenth-century America as a horrid example of “free banking,” fail to realize the importance of this clear dereliction of duty by the states in every financial crisis.
Οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες έπεισαν το κοινό για το δίκαιο των πράξεών τους. Στην ουσία, όποιος προσπαθούσε να πάρει πίσω τα χρήματά του κατά τη διάρκεια μιας κρίσης θεωρούνταν «μη πατριώτης» και πλιατσικολόγος έναντι των συνανθρώπων του, ενώ οι τράπεζες συχνά επαινούνταν για το πατριωτικό τους έργο να σώζουν την κοινότητα σε καιρούς δυσκολίας. Πολλοί άνθρωποι, ωστόσο, απογοητεύτηκαν με όλη αυτήν την υπόθεση και από αυτό το συναίσθημα γεννήθηκε το διάσημο κίνημα του «σκληρού χρήματος» των Τζακσονιανών που άνθισε πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο.35
The governments and the banks persuaded the public of the justice of their acts. In fact, anyone trying to get his money back during a crisis was considered “unpatriotic” and a despoiler of his fellowmen, while banks were often commended for patriotically bailing out the community in a time of trouble. Many people, however, were bitter at the entire proceeding, and from this sentiment grew the famous “hard money” Jacksonian movement that flourished before the Civil War.
Παρά τη χρήση του στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτό το περιοδικό προνόμιο προς τις τράπεζες δεν καθιερώθηκε ως γενική πολιτική στον σύγχρονο κόσμο. Ήταν ένα χονδροειδές εργαλείο, που χρησιμοποιήθηκε σποραδικά (δεν μπορούσε να είναι μόνιμο, αφού λίγοι άνθρωποι θα εμπιστεύονταν τράπεζες που ποτέ δεν εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους) – και, επιπλέον, δεν παρείχε κανένα μέσο κυβερνητικού ελέγχου πάνω στο τραπεζικό σύστημα. Αυτό που θέλουν τελικά οι κυβερνήσεις δεν είναι απλώς πληθωρισμός, αλλά πληθωρισμός πλήρως ελεγχόμενος και κατευθυνόμενος από τις ίδιες. Δεν πρέπει να υπάρχει κανένας κίνδυνος να χάσουν τον έλεγχο από τις τράπεζες. Έτσι, επινοήθηκε μια πολύ πιο λεπτή και πιο μόνιμη μέθοδος, η οποία παρουσιάστηκε στο κοινό ως σύμβολο του ίδιου του πολιτισμού – η Κεντρική Τραπεζική.
Despite its use in the United States, such periodic privilege to banks did not catch hold as a general policy in the modern world. It was a crude instrument, too sporadic (it could not be permanent since few people would patronize banks that never paid their obligations)—and, what’s more, it provided no means of government control over the banking system. What governments want, after all, is not simply inflation, but inflation completely controlled and directed by themselves. There must be no danger of the banks running the show. And so, a far subtler, smoother, more permanent method was devised, and sold to the public as a hallmark of civilization itself—Central Banking.
8. Κεντρική Τραπεζική: Καταργώντας τους Περιορισμούς στον Πληθωρισμό
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. CENTRAL BANKING: REMOVING THE CHECKS ON INFLATION
Η Κεντρική Τραπεζική τοποθετείται πλέον στην ίδια κατηγορία με τις σύγχρονες υδραυλικές εγκαταστάσεις και αποχετευτικά δίκτυα και τους καλούς δρόμους: οποιαδήποτε οικονομία δεν τη διαθέτει χαρακτηρίζεται «καθυστερημένη», «πρωτόγονη», απελπιστικά εκτός εποχής. Η υιοθέτηση από τις ΗΠΑ του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού Συστήματος (Federal Reserve) –της Κεντρικής μας Τράπεζας– το 1913 χαιρετίστηκε ως η τελική ένταξή μας στις τάξεις των «προηγμένων» εθνών.
Central Banking is now put in the same class with modern plumbing and good roads: any economy that doesn’t have it is called “backward,” “primitive,” hopelessly out of the swim. America’s adoption of the Federal Reserve System—our Central Bank—in 1913 was greeted as finally putting us in the ranks of the advanced “nations.”
Οι Κεντρικές Τράπεζες συχνά ανήκουν ονομαστικά σε ιδιώτες ή, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, από κοινού σε ιδιωτικές τράπεζες· αλλά πάντοτε διοικούνται από αξιωματούχους διορισμένους από την κυβέρνηση και λειτουργούν ως βραχίονας της κυβέρνησης. Όπου ανήκουν ιδιωτικά, όπως στην αρχική Τράπεζα της Αγγλίας ή στη Δεύτερη Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, τα προσδοκώμενα κέρδη τους προστίθενται στην συνήθη κυβερνητική επιθυμία για πληθωρισμό.
Central banks are often nominally owned by private individuals or, as in the United States, jointly by private banks; but they are always directed by government-appointed officials, and serve as arms of the government. Where they are privately owned, as in the original Bank of England or the Second Bank of the United States, their prospective profits add to the usual governmental desire for inflation.
Μια Κεντρική Τράπεζα αποκτά την κυρίαρχη θέση της από το κρατικά παραχωρημένο μονοπώλιο της έκδοσης χαρτονομισμάτων. Αυτό είναι συχνά το αδίκως υποτιμημένο κλειδί της ισχύος της. Απαρέγκλιτα, οι ιδιωτικές τράπεζες απαγορεύεται να εκδίδουν χαρτονομίσματα, και το προνόμιο της Κεντρικής Τράπεζας είναι αποκλειστικό. Οι ιδιωτικές τράπεζες μπορούν μόνο να χορηγούν καταθέσεις. Επομένως, αν οι πελάτες τους θελήσουν ποτέ να μετατρέψουν τις καταθέσεις τους σε χαρτονομίσματα, οι τράπεζες πρέπει να προσφύγουν στην Κεντρική Τράπεζα για να τα προμηθευτούν. Εξ ου και η υψηλή θέση της Κεντρικής Τράπεζας ως «τράπεζα των τραπεζιτών». Είναι τράπεζα των τραπεζιτών διότι οι τραπεζίτες αναγκάζονται να συναλλάσσονται μαζί της. Ως αποτέλεσμα, οι τραπεζικές καταθέσεις έγιναν εξαργυρώσιμες όχι μόνο σε χρυσό, αλλά και σε χαρτονομίσματα της Κεντρικής Τράπεζας. Και αυτά τα νέα χαρτονομίσματα δεν ήταν απλά τραπεζικά χαρτονομίσματα. Ήταν υποχρεώσεις της Κεντρικής Τράπεζας, ενός ιδρύματος που επενδύθηκε με όλη την μεγαλοπρέπεια του ίδιου του κράτους. Άλλωστε, η κυβέρνηση είναι αυτή που διορίζει τους αξιωματούχους της Τράπεζας και συντονίζει την πολιτική αυτής με τις λοιπές κρατικές πολιτικές. Δέχεται τα χαρτονομίσματα ως φόρους και τα κηρύσσει νόμιμο μέσο πληρωμής.
A Central Bank attains its commanding position from its governmentally granted monopoly of the note issue. This is often the unsung key to its power. Invariably, private banks are prohibited from issuing notes, and the privilege is reserved to the Central Bank. The private banks can only grant deposits. If their customers ever wish to shift from deposits to notes, therefore, the banks must go to the Central Bank to get them. Hence the Central Bank’s lofty perch as a “bankers’ bank.” It is a bankers’ bank because the bankers are forced to do business with it. As a result, bank deposits became not only in gold but also in Central Bank notes. And these new notes were not just plain bank notes. They were liabilities of the Central Bank, an institution invested with all the majestic aura of the government itself. Government, after all, appoints the Bank officials and coordinates its policy with other state policy. It receives the notes in taxes, and declares them to be legal tender.
Ως αποτέλεσμα αυτών των μέτρων, όλες οι τράπεζες της χώρας έγιναν πελάτες της Κεντρικής Τράπεζας.36 Ο χρυσός άρχισε να ρέει μαζικά προς την Κεντρική Τράπεζα από τις ιδιωτικές τράπεζες. Σε αντάλλαγμα, το κοινό λάμβανε χαρτονομίσματα της Κεντρικής Τράπεζας και εγκατέλειπε σταδιακά τη χρήση χρυσών νομισμάτων. Τα χρυσά νομίσματα χλευάζονταν από «επίσημα χείλη» ως άβολα, παλιομοδίτικα και αναποτελεσματικά — ένα αρχαίο «φετίχ», χρήσιμο ίσως μόνο για να γεμίζουν τις κάλτσες των παιδιών τα Χριστούγεννα, αλλά για τίποτα περισσότερο. Πόσο πιο ασφαλής, πιο βολικός και πιο σύγχρονος είναι ο χρυσός όταν παραμένει ως ράβδος στα απόρθητα θησαυροφυλάκια της Κεντρικής Τράπεζας! Υπό την επήρεια αυτής της προπαγάνδας, αλλά και επηρεασμένοι από την ευκολία χρήσης και την κρατική εγγύηση των χαρτονομισμάτων, οι πολίτες σταδιακά σταμάτησαν να χρησιμοποιούν χρυσά νομίσματα στην καθημερινότητά τους. Αναπόφευκτα, ο χρυσός κατέληξε στην Κεντρική Τράπεζα, όπου, πιο «συγκεντρωμένος» πλέον, επέτρεπε πολύ μεγαλύτερο βαθμό πληθωρισμού στα χρηματικά υποκατάστατα.
As a result of these measures, all the banks in the country became clients of the Central Bank. Gold poured into the Central Bank from the private banks, and, in exchange, the public got Central Bank notes and the disuse of gold coins. Gold coins were scoffed at by “official” opinion as cumbersome, old-fashioned, inefficient—an ancient “fetish,” perhaps useful in children’s socks at Christmas, but that’s about all. How much safer, more convenient, more efficient is the gold when resting as bullion in the mighty vaults of the Central Bank! Bathed by this propaganda, and influenced by the convenience and governmental backing of the notes, the public more and more stopped using gold coins in its daily life. Inexorably, the gold flowed into the Central Bank where, more “centralized,” it permitted a far greater degree of inflation of money-substitutes.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο νόμος Federal Reserve Act υποχρεώνει τις τράπεζες να τηρούν ελάχιστη αναλογία αποθεματικών προς καταθέσεις και, από το 1917 και μετά, τα αποθεματικά αυτά μπορούσαν να αποτελούνται αποκλειστικά από καταθέσεις στην Τράπεζα του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού. Ο χρυσός δεν μπορούσε πλέον να αποτελεί μέρος των νόμιμων αποθεματικών μιας τράπεζας· έπρεπε να κατατεθεί στην Τράπεζα του Ομοσπονδιακού Αποθεματικού.
In the United States, the Federal Reserve Act compels the banks to keep the minimum ratio of reserves to deposits and, since 1917, these reserves could only consist of deposits at the Federal Reserve Bank. Gold could no longer be part of a bank’s legal reserves; it had to be deposited in the Federal Reserve Bank.
Ολόκληρη η διαδικασία απομάκρυνε το κοινό από τη συνήθεια του χρυσού και τοποθέτησε τον χρυσό του λαού στη φροντίδα του κράτους — μια φροντίδα όχι ιδιαίτερα τρυφερή — όπου μπορούσε να δημευτεί σχεδόν ανώδυνα. Οι διεθνείς έμποροι εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν χρυσό σε ράβδους στις συναλλαγές μεγάλης κλίμακας, αλλά αποτελούσαν ασήμαντο ποσοστό του εκλογικού σώματος.
The entire process took the public off the gold habit and placed the people’s gold in the none-too-tender care of the State—where it could be confiscated almost painlessly. International traders still used gold bullion in their large-scale transactions, but they were an insignificant proportion of the voting population.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους το ευρύ κοινό μπόρεσε να δελεαστεί και να μετακινηθεί από τον χρυσό στα χαρτονομίσματα των τραπεζών ήταν η μεγάλη εμπιστοσύνη που έτρεφε προς την Κεντρική Τράπεζα. Σίγουρα, η Κεντρική Τράπεζα, που κατείχε σχεδόν όλο τον χρυσό του βασιλείου, υποστηριζόμενη από τη δύναμη και το κύρος της κυβέρνησης, δεν θα μπορούσε να αποτύχει και να πτωχεύσει! Και είναι πράγματι αλήθεια ότι ποτέ, καμία Κεντρική Τράπεζα στην καταγεγραμμένη ιστορία δεν έχει χρεοκοπήσει. Αλλά γιατί; Επειδή υπήρχε ένας κανόνας, άλλοτε γραπτός και άλλοτε άγραφος αλλά πολύ σαφής: δεν επιτρέπεται να αποτύχει! Αν οι κυβερνήσεις ενίοτε επέτρεπαν στις ιδιωτικές τράπεζες να αναστείλουν τις πληρωμές, πόσο πιο πρόθυμα θα επέτρεπαν στην Κεντρική Τράπεζα — το δικό τους όργανο — να αναστείλει όταν βρισκόταν σε δυσκολία! Το προηγούμενο είχε τεθεί στην ιστορία της κεντρικής τραπεζικής όταν η Αγγλία επέτρεψε στην Τράπεζα της Αγγλίας να αναστείλει τις πληρωμές στα τέλη του 18ου αιώνα και επέτρεψε αυτή την αναστολή για περισσότερα από είκοσι χρόνια.
One of the reasons the public could be lured from gold to bank notes was the great confidence everyone had in the Central Bank. Surely, the Central Bank, possessed of almost all the gold in the realm, backed by the might and prestige of government, could not fail and go bankrupt! And it is certainly true that no Central Bank in recorded history has ever failed. But why not? Because of the sometimes unwritten but very clear rule that it could not be permitted to fail! If governments sometimes allowed private banks to suspend payment, how much more readily would it permit the Central Bank—its own organ—to suspend when in trouble! The precedent was set in Central Banking history when England permitted the Bank of England to suspend in the late eighteenth century, and allowed this suspension for over twenty years.
Έτσι, η Κεντρική Τράπεζα απέκτησε σχεδόν απεριόριστη εμπιστοσύνη από το κοινό. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το κοινό δεν μπορούσε να δει ότι η Κεντρική Τράπεζα επιτρεπόταν να πλαστογραφεί κατά βούληση και παρέμενε άτρωτη από οποιαδήποτε ευθύνη αν αμφισβητούνταν η καλή της πίστη. Άρχισε να βλέπει την Κεντρική Τράπεζα απλώς ως μια μεγάλη εθνική τράπεζα που παρέχει δημόσια υπηρεσία και προστατεύεται από την αποτυχία επειδή αποτελεί ουσιαστικά βραχίονα της κυβέρνησης.
The Central Bank thus became armed with the almost unlimited confidence of the public. By this time, the public could not see that the Central Bank was being allowed to counterfeit at will, and yet remain immune from any liability if its bona fides should be questioned. It came to see the Central Bank as simply a great national bank, performing a public service, and protected from failure by being a virtual arm of the government.
Η Κεντρική Τράπεζα προχώρησε στο να περιβάλει και τις ιδιωτικές τράπεζες με την εμπιστοσύνη του κοινού. Αυτό ήταν ένα δυσκολότερο έργο. Η Κεντρική Τράπεζα έκανε γνωστό ότι θα λειτουργούσε πάντα ως «δανειστής ανάγκης» (lender of the last resort) για τις τράπεζες — δηλαδή ότι θα ήταν έτοιμη να δανείσει χρήμα σε οποιαδήποτε τράπεζα αντιμετώπιζε προβλήματα, ιδιαίτερα όταν πολλές τράπεζες καλούνταν να εξωφλήσουν τις υποχρεώσεις τους.
The Central Bank proceeded to invest the private banks with the public’s confidence. This was a more difficult task. The Central Bank let it be known that it would always act as a “lender of last resort” to the banks—i.e., that the Bank would stand ready to lend money to any bank in trouble, especially when many banks are called upon to pay their obligations.
Οι κυβερνήσεις συνέχισαν επίσης να στηρίζουν τις τράπεζες αποθαρρύνοντας τις «επιδρομές» στις τράπεζες (bank runs), δηλαδή τις περιπτώσεις όπου πολλοί πελάτες υποψιάζονται απάτη και ζητούν να πάρουν πίσω την περιουσία τους. Ενίοτε επέτρεπαν στις τράπεζες να αναστείλουν τις πληρωμές, όπως στις υποχρεωτικές τραπεζικές «αργίες» του 1933. Ψηφίστηκαν νόμοι που απαγόρευαν την δημόσια προτροπή σε bank runs, και, όπως κατά την ύφεση του 1929 στην Αμερική, η κυβέρνηση πραγματοποίησε εκστρατεία κατά των «εγωιστών» και «αντιπατριωτών» «αποθησαυριστών» χρυσού. Η Αμερική «έλυσε» τελικά το ενοχλητικό πρόβλημα των τραπεζικών χρεοκοπιών όταν υιοθέτησε την Ομοσπονδιακή Ασφάλιση Καταθέσεων το 1933. Η Federal Deposit Insurance Corporation διαθέτει μόνο ελάχιστο ποσοστό «εγγύησης» για τις τραπεζικές καταθέσεις που «ασφαλίζει». Ωστόσο, στο κοινό έχει δημιουργηθεί η εντύπωση (και αυτή μπορεί κάλλιστα να είναι ακριβής) ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα είναι έτοιμη να τυπώσει αρκετό νέο χρήμα για να εξαργυρώσει όλες τις ασφαλισμένες καταθέσεις. Ως αποτέλεσμα, η κυβέρνηση κατάφερε να μεταβιβάσει τη δική της τεράστια δημόσια εμπιστοσύνη σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, καθώς και στην Κεντρική Τράπεζα.
Governments also continued to prop up banks by discouraging bank “runs” (i.e., cases where many clients suspect chicanery and ask to get back their property). Sometimes, they will permit banks to suspend payment, as in the compulsory bank “holidays” of 1933. Laws were passed prohibiting public encouragement of bank runs, and, as in the 1929 depression in America, government campaigned against “selfish” and “unpatriotic” gold “hoarders.” America finally “solved” its pesky problem of bank failures when it adopted Federal Deposit Insurance in 1933. The Federal Deposit Insurance Corporation has only a negligible proportion of “backing” for the bank deposits it “insures.” But the public has been given the impression (and one that may well be accurate) that the federal government would stand ready to print enough new money to redeem all of the insured deposits. As a result, the government has managed to transfer its own command of vast public confidence to the entire banking system, as well as to the Central Bank.
Όπως είδαμε, με τη δημιουργία μιας Κεντρικής Τράπεζας οι κυβερνήσεις, αν δεν κατήργησαν εντελώς, τουλάχιστον αποδυνάμωσαν σημαντικά δύο από τους τρεις κύριους περιορισμούς στον πληθωρισμό τραπεζικού πιστωτικού χρήματος. Τι γίνεται με τον άλλο περιορισμό — το πρόβλημα του περιορισμένου εύρους πελατείας κάθε τράπεζας; Η κατάργηση αυτού του ορίου υπήρξε ένας από τους κύριους λόγους ύπαρξης της Κεντρικής Τράπεζας. Σε ένα σύστημα ελεύθερης τραπεζικής, ο πληθωρισμός από οποιαδήποτε μεμονωμένη τράπεζα θα οδηγούσε σύντομα σε απαιτήσεις εξαργύρωσης από τις άλλες τράπεζες, αφού η πελατεία κάθε τράπεζας θα ήταν αυστηρά περιορισμένη. Αλλά η Κεντρική Τράπεζα, διοχετεύοντας αποθεματικά σε όλες τις τράπεζες, μπορεί να εξασφαλίσει ότι όλες θα επεκταθούν ταυτόχρονα και με ομοιόμορφο ρυθμό. Αν όλες οι τράπεζες επεκτείνονται, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα εξαργύρωσης μεταξύ τους, και κάθε τράπεζα διαπιστώνει ότι η πελατεία της είναι στην πραγματικότητα ολόκληρη η χώρα. Με λίγα λόγια, τα όρια στην επέκταση των τραπεζών διευρύνονται ανυπολόγιστα, από την πελατεία κάθε τράπεζας στην πελατεία ολόκληρου του τραπεζικού συστήματος. Φυσικά, αυτό σημαίνει ότι καμία τράπεζα δεν μπορεί να επεκταθεί περισσότερο από όσο επιθυμεί η Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, η κυβέρνηση απέκτησε τελικά την ικανότητα να ελέγχει και να κατευθύνει τον πληθωρισμό του τραπεζικού συστήματος.
We have seen that, by setting up a Central Bank, governments have greatly widened, if not removed, two of the three main checks on bank credit inflation. What of the third check, the problem of the narrowness of each bank’s clientele? Removal of this check is one of the main reasons for the Central Bank’s existence. In a free-banking system, inflation by any one bank would soon lead to demands for redemption by the other banks, since the clientele of any one bank is severely limited. But the Central Bank, by pumping reserves into all the banks, can make sure that they can all expand together, and at a uniform rate. If all banks are expanding, then there is no redemption problem of one bank upon another, and each bank finds bank expansion of one bank upon another, and each bank finds that its clientele is really the whole country. In short, the limits on bank expansion are immeasurably widened, from the clientele of each bank to that of the whole banking system. Of course, this means that no bank can expand further than the Central Bank desires. Thus, the government has finally achieved the power to control and direct the inflation of the banking system.
Επιπλέον της κατάργησης των περιορισμών στον πληθωρισμό, η ίδια η πράξη ίδρυσης μιας Κεντρικής Τράπεζας έχει άμεσο πληθωριστικό αντίκτυπο. Πριν από την ίδρυση της Κεντρικής Τράπεζας, οι τράπεζες διατηρούσαν τα αποθεματικά τους σε χρυσό· τώρα ο χρυσός έρεε προς την Κεντρική Τράπεζα με αντάλλαγμα καταθέσεις στην Τράπεζα, οι οποίες πλέον λειτουργούν ως αποθεματικό για τις εμπορικές τράπεζες. Αλλά η ίδια η Κεντρική Τράπεζα διατηρεί μόνο κλασματικό αποθεματικό χρυσού έναντι των δικών της υποχρεώσεων! Συνεπώς, η ίδρυση μιας Κεντρικής Τράπεζας πολλαπλασιάζει σημαντικά το πληθωριστικό δυναμικό της χώρας.37
In addition to removing the checks on inflation, the act of establishing a Central Bank has a direct inflationary impact. Before the Central Bank began, banks kept their reserves in gold; now gold flows into the Central Bank in exchange for deposits with the Bank, which are now reserves for the commercial banks. But the Bank itself keeps only a fractional reserve of gold to its own liabilities! Therefore, the act of establishing a Central Bank greatly multiplies the inflationary potential of the country.
9. Κεντρική Τραπεζική: Καθοδήγηση του Πληθωρισμού
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. CENTRAL BANKING: DIRECTING THE INFLATION
Ακριβώς πώς επιτελεί η Κεντρική Τράπεζα το έργο της ρύθμισης των ιδιωτικών τραπεζών; Ελέγχοντας τα «αποθεματικά» των τραπεζών — δηλαδή τους λογαριασμούς καταθέσεών τους στην Κεντρική Τράπεζα. Οι τράπεζες τείνουν να διατηρούν έναν ορισμένο λόγο (αναλογία) αποθεματικών προς τις συνολικές υποχρεώσεις τους από καταθέσεις, και στις Ηνωμένες Πολιτείες ο κυβερνητικός έλεγχος διευκολύνεται από την επιβολή μιας νομοθετικά οριζόμενης ελάχιστης αναλογίας στις τράπεζες. Η Κεντρική Τράπεζα μπορεί, λοιπόν, να διεγείρει τον πληθωρισμό είτε εγχέοντας αποθεματικά στο τραπεζικό σύστημα, είτε μειώνοντας την αναλογία αποθεματικών, επιτρέποντας έτσι μια πανεθνική επέκταση τραπεζικού πιστωτικού χρήματος. Αν οι τράπεζες διατηρούν αναλογία αποθεματικών/καταθέσεων 1:10, τότε «πλεονάζοντα αποθεματικά» (πάνω από την απαιτούμενη αναλογία) δέκα εκατομμυρίων δολαρίων επιτρέπουν και ενθαρρύνουν μια πανεθνική τραπεζική πληθωριστική επέκταση ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων. Επειδή οι τράπεζες κερδίζουν από την επέκταση πίστωσης και επειδή η κυβέρνηση έχει καταστήσει σχεδόν αδύνατη την πτώχευσή τους, συνήθως προσπαθούν να είναι «πλήρως δανεισμένες» μέχρι το επιτρεπόμενο ανώτατο όριο.
Precisely how does the Central Bank go about its task of regulating the private banks? By controlling the banks’ “reserves”—their deposit accounts at the Central Bank. Banks tend to keep a certain ratio of reserves to their total deposit liabilities, and in the United States government control is made easier by imposing a legal minimum ratio on the banks. The Central Bank can stimulate inflation, then, by pouring reserves into the banking system, and also by lowering the reserve ratio, thus permitting a nationwide bank credit expansion. If the banks keep a reserve/deposit ratio of 1:10, then “excess reserves” (above the required ratio) of ten million dollars will permit and encourage a nationwide bank inflation of one hundred million. Since banks profit by credit expansion, and since government has made it almost impossible for them to fail, they will usually try to keep “loaned up” to their allowable maximum.
Η Κεντρική Τράπεζα αυξάνει την ποσότητα των τραπεζικών αποθεματικών αγοράζοντας περιουσιακά στοιχεία στην αγορά. Τι συμβαίνει, για παράδειγμα, αν η Τράπεζα αγοράσει ένα περιουσιακό στοιχείο (οποιοδήποτε) από τον κ. Jones αξίας 1.000 δολαρίων; Η Κεντρική Τράπεζα εκδίδει μια επιταγή 1.000 δολαρίων στον κ. Jones για να πληρώσει το περιουσιακό στοιχείο. Η Κεντρική Τράπεζα δεν τηρεί ατομικούς λογαριασμούς, οπότε ο κ. Jones παίρνει την επιταγή και την καταθέτει στην τράπεζά του. Η τράπεζα του Jones πιστώνει τον λογαριασμό του με 1.000 δολάρια και παρουσιάζει την επιταγή στην Κεντρική Τράπεζα, η οποία υποχρεούται να πιστώσει την τράπεζα με επιπλέον 1.000 δολάρια σε αποθεματικά. Αυτά τα 1.000 δολάρια σε αποθεματικά επιτρέπουν μια πολλαπλή τραπεζική επέκταση πίστωσης, ιδιαίτερα αν τέτοια πλεονάζοντα αποθεματικά εγχέονται με αυτόν τον τρόπο σε πολλές τράπεζες σε όλη τη χώρα.
The Central Bank adds to the quantity of bank reserves by buying assets on the market. What happens, for example, if the Bank buys an asset (any asset) from Mr. Jones, valued at $1,000? The Central Bank writes out a check to Mr. Jones for $1,000 to pay for the asset. The Central Bank does not keep individual accounts, so Mr. Jones takes the check and deposits it in his bank. Jones’ bank credits him with a $1,000 deposit, and presents the check to the Central Bank, which has to credit the bank with an added $1,000 in reserves. This $1,000 in reserves permits a multiple bank credit expansion, particularly if added reserves are in this way poured into many banks across the country.
Αν η Κεντρική Τράπεζα αγοράσει ένα περιουσιακό στοιχείο απευθείας από μια τράπεζα, το αποτέλεσμα είναι ακόμη πιο σαφές: η τράπεζα αυξάνει τα αποθεματικά της και δημιουργείται βάση για πολλαπλή επέκταση πίστωσης.
If the Central Bank buys an asset from a bank directly, then the result is even clearer; the bank adds to its reserves, and a base for multiple credit expansion is established.
Αναμφίβολα, το αγαπημένο περιουσιακό στοιχείο για αγορές από την Κεντρική Τράπεζα είναι οι κρατικοί τίτλοι. Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση εξασφαλίζει αγορά για τα δικά της χρεόγραφα. Η κυβέρνηση μπορεί εύκολα να πολλαπλασιάσει την προσφορά χρήματος εκδίδοντας νέα ομόλογα και διατάσσοντας την Κεντρική Τράπεζα να τα αγοράσει. Συχνά η Κεντρική Τράπεζα αναλαμβάνει την στήριξη της τιμής των κρατικών τίτλων σε ένα ορισμένο επίπεδο, προκαλώντας έτσι μια συνεχή ροή τίτλων προς την Τράπεζα και, κατά συνέπεια, έναν μόνιμο πληθωρισμό.
Undoubtedly, the favorite asset for Central Bank purchase has been government securities. In that way, the government assures a market for its own securities. Government can easily inflate the money supply by issuing new bonds, and then orders its Central Bank to purchase them. Often the Central Bank undertakes to support the market price of government securities at a certain level, thereby causing a flow of securities into the Bank, and a consequent perpetual inflation.
Εκτός από την αγορά περιουσιακών στοιχείων, η Κεντρική Τράπεζα μπορεί να δημιουργήσει νέα τραπεζικά αποθεματικά με έναν άλλο τρόπο: δανείζοντάς τα. Το επιτόκιο που χρεώνει η Κεντρική Τράπεζα στις τράπεζες για αυτή την υπηρεσία είναι το «επιτόκιο επαναπροεξόφλησης» (rediscount rate). Είναι προφανές ότι τα δανεισμένα αποθεματικά δεν είναι τόσο ικανοποιητικά για τις τράπεζες όσο τα αποθεματικά που τους ανήκουν πλήρως, διότι υπάρχει πλέον πίεση για αποπληρωμή. Οι μεταβολές στο επιτόκιο επαναπροεξόφλησης λαμβάνουν μεγάλη δημοσιότητα, αλλά είναι σαφώς δευτερευούσης σημασίας σε σχέση με τις μεταβολές στην ποσότητα των τραπεζικών αποθεματικών και στην αναλογία αποθεματικών.
Besides buying assets, the Central Bank can create new bank reserves in another way: by lending them. The rate which the Central Bank charges the banks for this service is the “rediscount rate.” Clearly, borrowed reserves are not as satisfactory to the banks as reserves that are wholly theirs, since there is now pressure for repayment. Changes in the rediscount rate receive a great deal of publicity, but they are clearly of minor importance compared to the movements in the quantity of bank reserves and the reserve ratio.
Όταν η Κεντρική Τράπεζα πωλεί περιουσιακά στοιχεία σε τράπεζες ή στο κοινό, μειώνει τα τραπεζικά αποθεματικά και δημιουργεί πίεση για συστολή πίστωσης και αποπληθωρισμό — δηλαδή μείωση — της προσφοράς χρήματος. Όπως είδαμε όμως, οι κυβερνήσεις είναι εκ φύσεως πληθωριστικές· ιστορικά, οι αποπληθωριστικές ενέργειες της κυβέρνησης έχουν υπάρξει αμελητέες και πρόσκαιρες. Ένα πράγμα συχνά λησμονείται: ο αποπληθωρισμός μπορεί να συμβεί μόνο μετά από προηγούμενο πληθωρισμό· μόνο ψευδο-αποδείξεις, όχι χρυσά νομίσματα, μπορούν να αποσυρθούν και να εκκαθαριστούν.
When the Central Bank sells assets to the banks or the public, it lowers bank reserves, and causes pressure for credit contraction and deflation—lowering—of the money supply. We have seen, however, that governments are inherently inflationary; historically, deflationary action by the government has been negligible and fleeting. One thing is often forgotten: deflation can only take place after a previous inflation; only pseudo-receipts, not gold coins, can be retired and liquidated.
Η ίδρυση της Κεντρικής Τραπεζικής καταργεί τους περιορισμούς στην επέκταση τραπεζικού πιστωτικού χρήματος και θέτει σε λειτουργία τον πληθωριστικό μηχανισμό. Δεν καταργεί όμως όλα τα φρένα. Παραμένει ακόμη το πρόβλημα της ίδιας της Κεντρικής Τράπεζας. Οι πολίτες θα μπορούσαν θεωρητικά να «επιτεθούν μαζικά για εξαργύρωση» στην Κεντρική Τράπεζα, αλλά αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο. Μια πιο σοβαρή απειλή είναι η απώλεια χρυσού προς ξένες χώρες. Διότι, όπως η επέκταση μιας τράπεζας προκαλεί απώλεια χρυσού στους πελάτες άλλων, μη επεκτεινόμενων τραπεζών, έτσι και η νομισματική επέκταση σε μία χώρα προκαλεί απώλεια χρυσού προς τους πολίτες άλλων χωρών. Οι χώρες που δημιουργούν χρήμα από τον αέρα (πληθωρισμός) ταχύτερα, κινδυνεύουν από απώλειες χρυσού και από απαιτήσεις εξαργύρωσης σε χρυσό από το τραπεζικό τους σύστημα. Αυτό ήταν το κλασικό κυκλικό μοτίβο του 19ου αιώνα: η Κεντρική Τράπεζα μιας χώρας προκαλούσε επέκταση τραπεζικού πιστωτικού χρήματος· οι τιμές ανέβαιναν· και καθώς το νέο χρήμα εξαπλωνόταν από την εγχώρια στην ξένη πελατεία, οι ξένοι προσπαθούσαν όλο και περισσότερο να εξαργυρώσουν το νόμισμα σε χρυσό. Τελικά, η Κεντρική Τράπεζα αναγκαζόταν να σταματήσει και να επιβάλει συστολή πίστωσης προκειμένου να σώσει το νομισματικό πρότυπο (κανόνα).
The establishment of Central Banking removes the checks of bank credit expansion and puts the inflationary engine into operation. It does not remove all restraints, however. There is still the problem of the Central Bank itself. The citizens can conceivably make a run on the Central Bank, but this is most improbable. A more formidable threat is the loss of gold to foreign nations. For just as the expansion of one bank loses gold to the clients of other, non-expanding banks, so does monetary expansion in one country cause a loss of gold to the citizens of other countries. Countries that expand faster are in danger of gold losses and call upon their banking systems for gold redemption. This was the classic cyclical pattern of the nineteenth century; a country’s Central Bank would generate bank credit expansion; prices would rise; and as the new money spread from domestic to foreign clientele, foreigners would more and more try to redeem the currency in gold. Finally, the Central Bank would have to call a halt and enforce a credit contraction in order to save the monetary standard.
Υπάρχει όμως ένας τρόπος να αποφευχθεί η εξαργύρωση από το εξωτερικό: η συνεργασία μεταξύ των Κεντρικών Τραπεζών. Αν όλες οι Κεντρικές Τράπεζες συμφωνήσουν να αυξάνουν την προσφορά χρήματος με περίπου τον ίδιο ρυθμό, τότε καμία χώρα δεν θα χάσει χρυσό προς την άλλη, και ολόκληρος ο κόσμος (οι κεντρικές τράπεζες) θα μπορούσε να αυξάνει την προσφορά χρήματος σχεδόν χωρίς όριο. Ωστόσο, με κάθε κυβέρνηση να φυλάσσει ζηλότυπα τη δική της εξουσία και να υπόκειται σε διαφορετικές πιέσεις, μια τέτοια «βήμα προς βήμα» συνεργασία έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα σχεδόν αδύνατη. Μία από τις πιο κοντινές προσεγγίσεις υπήρξε η συμφωνία του Αμερικανικού Ομοσπονδιακού Αποθεματικού να προωθήσει εγχώριο πληθωρισμό τη δεκαετία του 1920, προκειμένου να βοηθήσει τη Μεγάλη Βρετανία και να αποτρέψει την απώλεια χρυσού προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
There is one way that foreign redemption can be avoided: inter-Central Bank cooperation. If all Central Banks agree to inflate at about the same rate, then no country would lose gold to any other, and all the world together could inflate almost without limit. With every government jealous of its own power and responsive to different pressures, however, such goose-step cooperation has so far proved almost impossible. One of the closest approaches was the American Federal Reserve agreement to promote domestic inflation in the 1920s in order to help Great Britain and prevent it from losing gold to the United States.
Στον 20ό αιώνα, οι κυβερνήσεις, αντί να αποπληθωρίσουν ή να περιορίσουν τον δικό τους πληθωρισμό, απλά «εγκατέλειψαν τον κανόνα του χρυσού» όταν αντιμετώπισαν μεγάλες απαιτήσεις για χρυσό. Αυτό, φυσικά, εξασφαλίζει ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν μπορεί να αποτύχει, αφού τα χαρτονομίσματά της γίνονται πλέον το πρότυπο χρήμα, ο κανόνας. Με λίγα λόγια, η κυβέρνηση αρνήθηκε τελικά να πληρώσει τα χρέη της και ουσιαστικά απάλλαξε το τραπεζικό σύστημα από αυτή την επαχθή υποχρέωση. Οι ψευδο-αποδείξεις σε χρυσό εκδόθηκαν αρχικά χωρίς κάλυψη και, όταν πλησίαζε η ημέρα του λογαριασμού, η χρεοκοπία ολοκληρώθηκε ξεδιάντροπα με την απλή κατάργηση της εξαργύρωσης σε χρυσό. Ο αποχωρισμός των διαφόρων εθνικών ονομασιών νομισμάτων (δολάριο, λίρα, μάρκο) από τον χρυσό και το ασήμι ήταν πλέον πλήρης.
In the twentieth century, governments, rather than deflate or limit their own inflation, have simply “gone off the gold standard” when confronted with heavy demands for gold. This, of course, insures that the Central Bank cannot fail, since its notes now become the standard money. In short, government has finally refused to pay its debts and has virtually absolved the banking system from that onerous duty. Pseudo-receipts to gold were first issued without banking and then, when the day of reckoning drew near, the bankruptcy was shamelessly completed by simply eliminating gold redemption. The severance of the various national currency names (dollar, pound, mark) from gold and silver is now complete.
Αρχικά, οι κυβερνήσεις αρνήθηκαν να παραδεχθούν ότι αυτό ήταν μόνιμο μέτρο. Μιλούσαν για «αναστολή πληρωμών σε μεταλλικό χρήμα» και υπήρχε η εντύπωση ότι, μετά το τέλος του πολέμου ή άλλης «έκτακτης ανάγκης», η κυβέρνηση θα επανερχόταν στην εξαργύρωση των υποχρεώσεών της. Όταν η Τράπεζα της Αγγλίας εγκατέλειψε τον χρυσό στα τέλη του 18ου αιώνα, παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για είκοσι χρόνια, αλλά πάντα με την κατανόηση ότι η πληρωμή σε χρυσό θα επανερχόταν μετά το τέλος των γαλλικών πολέμων.
At first, governments refused to admit that this was a permanent measure. They referred to the “suspension of specie payments,” and it was always understood that eventually, after the war or other “emergency” had ended, the government would again redeem its obligations. When the Bank of England went off gold at the end of the eighteenth century, it continued in this state for twenty years but always with the understanding that gold payment would be resumed after the French wars were ended.
Οι προσωρινές «αναστολές», ωστόσο, είναι δρόμοι οι οποίοι οδηγούν στην πλήρη άρνηση πληρωμής. Ο κανόνας του χρυσού, άλλωστε, δεν είναι βρύση που μπορεί να ανοίγει και να κλείνει κατά το δοκούν της κυβέρνησης. Είτε μια απόδειξη σε χρυσό είναι εξαργυρώσιμη, είτε δεν είναι· μόλις ανασταλεί η εξαργύρωση, δεν μπορούμε να μιλάμε για κανόνα του χρυσού, καθώς κάτι τέτοιο είναι εμπαιγμός.
Temporary “suspensions,” however, are primrose paths to outright repudiation. The gold standard, after all, is no spigot that can be turned on or off as government whim decrees. Either a gold-receipt is redeemable or it is not; once redemption is suspended the gold standard is itself a mockery.
Ένα ακόμη βήμα στην σταδιακή εξαφάνιση του χρυσού ως χρήμα ήταν η καθιέρωση του «κανόνα του χρυσού σε ράβδους» (gold bullion standard). Σύμφωνα με αυτό το σύστημα, το νόμισμα δεν ήταν πλέον εξαργυρώσιμο σε νομίσματα· μπορούσε να εξαργυρωθεί μόνο σε μεγάλες, υψηλής αξίας χρυσές ράβδους. Αυτό, στην ουσία, περιόρισε την εξαργύρωση σε χρυσό σε μια χούφτα ειδικευμένων στο εμπόριο στο εξωτερικό. Δεν υπήρχε πλέον πραγματικός κανόνας του χρυσού, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούσαν ακόμη να διακηρύσσουν την προσήλωσή τους στον χρυσό. Οι ευρωπαϊκοί «κανόνες του χρυσού» της δεκαετίας του 1920 ήταν ψευδο-κανόνες αυτού του τύπου.38
Another step in the slow extinction of gold money was the establishment of the “gold bullion standard.” Under this system, the currency is no longer redeemable in coins; it can only be redeemed in large, highly valuable, gold bars. This, in effect, limits gold redemption to a handful of specialists in foreign trade. There is no longer a true gold standard, but governments can still proclaim their adherence to gold. The European “gold standards” of the 1920s were pseudo-standards of this type.
Τελικά, οι κυβερνήσεις εγκατέλειψαν τον χρυσό επίσημα και ολοκληρωτικά, μέσα σε μια καταιγίδα κατηγοριών εναντίον των ξένων και των «μη πατριωτών αποθησαυριστών χρυσού». Το κυβερνητικό χαρτί γίνεται πλέον το βασικό χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας (fiat). Μερικές φορές στο παρελθόν, χαρτί του Υπουργείου Οικονομικών αντί της Κεντρικής Τράπεζας έπαιξε το ρόλο του χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας (fiat money), ιδιαίτερα πριν από την ανάπτυξη ενός συστήματος κεντρικής τραπεζικής. Τα αμερικανικά Continentals, τα greenbacks και τα χαρτονομίσματα της Συνομοσπονδίας κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου, τα γαλλικά assignats, ήταν όλα χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας που εκδόθηκε από τα Υπουργεία Οικονομικών. Αλλά είτε από το Υπουργείο Οικονομικών είτε από την Κεντρική Τράπεζα, το αποτέλεσμα της έκδοσης χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας είναι το ίδιο: το νομισματικό πρότυπο βρίσκεται πλέον στο έλεος της κυβέρνησης, και οι τραπεζικές καταθέσεις είναι εξαργυρώσιμες σε κυβερνητικό χαρτί.
Finally, governments went “off gold” officially and completely, in a thunder of abuse against foreigners and “unpatriotic gold hoarders.” Government paper now becomes the fiat standard money. Sometimes, Treasury rather than Central Bank paper has been the fiat money, especially before the development of a Central Banking system. The American continentals, the greenbacks and Confederate notes of the Civil War period, the French assignats, were all fiat currencies issued by the Treasuries. But whether Treasury or Central Bank, the effect of fiat issue is the same: the monetary standard is now at the mercy of the government, and bank deposits are redeemable simply in government paper.
11. Χρήμα Αναγκαστικής Κυκλοφορίας (Fiat Money) και το Πρόβλημα του Χρυσού
↗ στη σελίδα του βιβλίου11. FIAT MONEY AND THE GOLD PROBLEM
Όταν μια χώρα εγκαταλείπει τον κανόνα του χρυσού και υιοθετεί τον κανόνα του χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας, αυξάνει τον αριθμό των «χρημάτων» που υπάρχουν. Εκτός από το εμπορευματικό χρήμα, τον χρυσό και το ασήμι, εμφανίζονται πλέον ανεξάρτητα χρήματα που κατευθύνονται από κάθε κυβέρνηση, επιβάλλοντας τον δικό της αναγκαστικό κανόνα. Και όπως ο χρυσός και το ασήμι έχουν μια συναλλαγματική ισοτιμία στην ελεύθερη αγορά, έτσι και η αγορά θα καθορίσει συναλλαγματικές ισοτιμίες για όλα τα διάφορα χρήματα. Σε έναν κόσμο χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας, κάθε νόμισμα, εφόσον επιτραπεί, θα κυμαίνεται ελεύθερα σε σχέση με όλα τα άλλα. Όπως έχουμε δει, για οποιαδήποτε δύο χρήματα η συναλλαγματική ισοτιμία καθορίζεται σύμφωνα με τις αναλογικές ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης, οι οποίες με τη σειρά τους καθορίζονται από την αντίστοιχη προσφορά και ζήτηση για τα διάφορα νομίσματα. Όταν ένα νόμισμα αλλάζει χαρακτήρα και από απόδειξη χρυσού γίνεται σκέτο χαρτί, η εμπιστοσύνη στη σταθερότητα και την ποιότητά του κλονίζεται και η ζήτησή του μειώνεται. Επιπλέον, τώρα που το χαρτί έχει αποκοπεί από τον χρυσό, γίνεται φανερή η πολύ μεγαλύτερη ποσότητά του σε σχέση με την προηγούμενη κάλυψή του σε χρυσό. Με μεγαλύτερη προσφορά από τον χρυσό και μικρότερη ζήτηση, η αγοραστική του δύναμη —και συνεπώς η συναλλαγματική του ισοτιμία— υποτιμάται γρήγορα σε σχέση με τον χρυσό. Και επειδή η κυβέρνηση είναι εκ φύσεως πληθωριστική, θα συνεχίσει να υποτιμάται όσο περνά ο καιρός.
When a country goes off the gold standard and onto the fiat standard, it adds to the number of “moneys” in existence. In addition to the commodity moneys, gold and silver, there now flourish independent moneys directed by each government imposing its fiat rule. And just as gold and silver will have an exchange rate on the free market, so the market will establish exchange rates for all the various moneys. In a world of fiat moneys, each currency, if permitted, will fluctuate freely in relation to all the others. We have seen that for any two moneys, the exchange rate is set in accordance with the proportionate purchasing-power parities, and that these in turn are determined by the respective supplies and demands for the various currencies. When a currency changes its character from gold-receipt to fiat paper, confidence in its stability and quality is shaken, and demand for it declines. Furthermore, now that it is cut off from gold, its far greater quantity relative its former gold backing now becomes evident. With a supply greater than gold and a lower demand, its purchasing-power, and hence its exchange rate, quickly depreciates in relation to gold. And since government is inherently inflationary, it will keep depreciating as time goes on.
Μια τέτοια υποτίμηση είναι ιδιαίτερα ενοχλητική για την κυβέρνηση — και πλήττει τους πολίτες που προσπαθούν να εισάγουν αγαθά. Η ύπαρξη χρυσού στην οικονομία λειτουργεί ως διαρκής υπενθύμιση της κακής ποιότητας του κυβερνητικού χαρτιού και αποτελεί πάντα απειλή ότι θα αντικαταστήσει το χαρτί ως χρήμα της χώρας. Ακόμη και όταν η κυβέρνηση προσφέρει όλο το κύρος της και τους νόμους περί νομίμου μέσου πληρωμής για να στηρίξει το χαρτί αναγκαστικής κυκλοφορίας, τα χρυσά νομίσματα στα χέρια του κοινού θα παραμένουν μόνιμη μομφή και απειλή για την εξουσία της κυβέρνησης επί του χρήματος της χώρας.
Such depreciation is highly embarrassing to the government—and hurts citizens who try to import goods. The existence of gold in the economy is a constant reminder of the poor quality of the government paper, and it always poses a threat to replace the paper as the country’s money. Even with the government giving all the backing of its prestige and its legal tender laws to its fiat paper, gold coins in the hands of the public will always be a permanent reproach and menace to the government’s power over the country’s money.
Στην πρώτη αμερικανική ύφεση, την περίοδο 1819–1821, τέσσερις δυτικές πολιτείες (Τενεσί, Κεντάκι, Ιλλινόις και Μιζούρι) ίδρυσαν κρατικές τράπεζες που εξέδιδαν χαρτί. Αυτές υποστηρίζονταν από διατάξεις περί νομίμου μέσου πληρωμής σε επίπεδο πολιτείας και ενίοτε από νομική απαγόρευση της υποτίμησης των χαρτονομισμάτων. Ωστόσο, όλα αυτά τα πειράματα, που γεννήθηκαν με μεγάλες ελπίδες, κατέληξαν γρήγορα σε αποτυχία, καθώς το νέο χαρτί υποτιμήθηκε ραγδαία σε αμελητέα αξία. Τα σχέδια έπρεπε να εγκαταλειφθούν άμεσα.
Αργότερα, τα greenbacks κυκλοφόρησαν ως χαρτί αναγκαστικής κυκλοφορίας στον Βορρά κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου αλλά και μετά από αυτόν. Ωστόσο, στην Καλιφόρνια ο λαός αρνήθηκε να δεχθεί τα greenbacks και συνέχισε να χρησιμοποιεί τον χρυσό ως χρήμα του. Όπως επισήμανε ένας διακεκριμένος οικονομολόγος:
In America’s first depression, 1819–1821, four Western states (Tennessee, Kentucky, Illinois, and Missouri) established state-owned banks, issuing fiat paper. They were backed by legal tender provisions in the states, and sometimes by legal prohibition against depreciating the notes. And yet, all these experiments, born in high hopes, came quickly to grief as the new paper depreciated rapidly to negligible value. The projects had to be swiftly abandoned. Later, the greenbacks circulated as fiat paper in the North during and after the Civil War. Yet, in California, the people refused to accept the greenbacks and continued to use gold as their money. As a prominent economist pointed out:
Στην Καλιφόρνια, όπως και στις υπόλοιπες πολιτείες, το χαρτί ήταν νόμιμο μέσο πληρωμής και γινόταν δεκτό για την εξόφληση δημόσιων οφειλών. Δεν υπήρχε καμία ιδιαίτερη δυσπιστία ή εχθρότητα απέναντι στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Ωστόσο, επικρατούσε ένα ισχυρό αίσθημα… υπέρ του χρυσού και εναντίον του χαρτιού… Κάθε οφειλέτης είχε το νόμιμο δικαίωμα να εξοφλήσει τα χρέη του με υποτιμημένο χαρτί. Αν όμως το έκανε, «σταμπαριζόταν» (ο πιστωτής συνήθιζε να τον καταγγέλλει δημόσια μέσω εφημερίδων) και ουσιαστικά υφίστατο κοινωνικό μποϊκοτάζ. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου, το χαρτί δεν κυκλοφορούσε καθόλου στην Καλιφόρνια. Οι κάτοικοι της πολιτείας διεξήγαν όλες τις συναλλαγές τους σε χρυσό, ενώ σε ολόκληρη την υπόλοιπη Αμερική χρησιμοποιούνταν μετατρέψιμο χαρτί.39
In California, as in other states, the paper was legal tender and was receivable for public dues; nor was there any distrust or hostility toward the federal government. But there was a strong feeling... in favor of gold and against paper.... Every debtor had the legal right to pay off his debts in depreciated paper. But if he did so, he was a marked man (the creditor was likely to post him publicly in the newspapers) and he was virtually boycotted. Throughout this period paper was not used in California. The people of the state conducted their transactions in gold, while all the rest of the United States used convertible paper.
Κατέστη προφανές στις κυβερνήσεις ότι δεν μπορούσαν να ανεχθούν να κατέχουν ή να φυλάσσουν οι πολίτες τον χρυσό τους. Η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε ποτέ να θεμελιώσει την απόλυτη εξουσία της επί του νομίσματος μιας χώρας, αν οι άνθρωποι, σε στιγμές ανάγκης, είχαν τη δυνατότητα να απορρίψουν το έγχαρτο χρήμα και να στραφούν στον χρυσό ως πραγματικό τους χρήμα. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, οι κυβερνήσεις απαγόρευσαν την κατοχή χρυσού από τους πολίτες. Ο χρυσός, εκτός από ελάχιστες ποσότητες που επιτρέπονταν για βιομηχανική χρήση και τη δημιουργία κοσμημάτων, έχει πλέον εθνικοποιηθεί. Το να αξιώνει μάλιστα κανείς την επιστροφή της δημευμένης περιουσίας του ευρέος κοινού θεωρείται σήμερα απελπιστικά οπισθοδρομικό και παλιομοδίτικο.40
It became clear to governments that they could not afford to allow people to own and keep their gold. Government could never cement its power over a nation’s currency, if the people, when in need, could repudiate the fiat paper and turn to gold for its money. Accordingly, governments have outlawed gold holding by their citizens. Gold, except for a negligible amount permitted for industrial and ornamental purposes, has generally been nationalized. To ask for return of the public’s confiscated property is now considered hopelessly backward and old-fashioned.
12. Χρήμα Αναγκαστικής Κυκλοφορίας (Fiat Money) και ο Νόμος του Gresham
↗ στη σελίδα του βιβλίου12. FIAT MONEY AND GRESHAM’S LAW
Με την καθιέρωση του χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας και την απαγόρευση του χρυσού, ο δρόμος άνοιξε για πλήρη, κυβερνητικά ελεγχόμενο πληθωρισμό. Μόνο ένα ευρύ ανασταλτικό όριο παρέμενε: η τελική απειλή της υπερπληθωριστικής κατάρρευσης, του νομισματικού «κραχ». Ο υπερπληθωρισμός (hyper-inflation) εμφανίζεται όταν το κοινό συνειδητοποιεί ότι η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να συνεχίσει τον πληθωρισμό και έτσι αποφασίζει να αποφύγει τον πληθωριστικό φόρο επί των πόρων του ξοδεύοντας το χρήμα όσο πιο γρήγορα γίνεται, όσο ακόμη αυτό διατηρεί κάποια αξία. Μέχρι όμως να επέλθει ο υπερπληθωρισμός, η κυβέρνηση μπορεί πλέον να διαχειρίζεται το νόμισμα και τον πληθωρισμό ανενόχλητα. Ωστόσο, ανακύπτουν και νέες δυσκολίες. Όπως πάντα, η κυβερνητική παρέμβαση για την επίλυση ενός προβλήματος δημιουργεί πλήθος νέων, απροσδόκητων προβλημάτων. Σε έναν κόσμο χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας, κάθε χώρα έχει το δικό της νόμισμα. Ο διεθνής καταμερισμός εργασίας, που βασιζόταν σε ένα διεθνές νόμισμα (το χρυσό), έχει διαρραγεί και οι χώρες τείνουν να διαιρούνται σε αυτοδύναμες, αυτάρκεις μονάδες. Η έλλειψη νομισματικής βεβαιότητας διαταράσσει περαιτέρω το εμπόριο. Το βιοτικό επίπεδο σε κάθε χώρα μειώνεται ως εκ τούτου. Κάθε χώρα έχει ελεύθερα κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες με όλα τα άλλα νομίσματα. Μια χώρα που αυξάνει την ποσότητα του χρήματος περισσότερο από τις άλλες δεν φοβάται πλέον την απώλεια χρυσού· αντιμετωπίζει όμως άλλες δυσάρεστες συνέπειες. Η συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός της πέφτει σε σχέση με τα ξένα νομίσματα. Αυτό δεν είναι μόνο ενοχλητικό, αλλά και ανησυχητικό για τους πολίτες της χώρας αυτής οι οποίοι ζουν υπό το φόβο περαιτέρω υποτίμησης. Επιπλέον, αυξάνεται σημαντικά το κόστος των εισαγόμενων αγαθών — κάτι που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για χώρες που βασίζονται στο διεθνές εμπόριο.
With fiat money established and gold outlawed, the way is clear for full-scale, government-run inflation. Only one very broad check remains: the ultimate threat of hyper-inflation, the crack-up of the currency. Hyper-inflation occurs when the public realizes that the government is bent on inflation and decides to evade the inflationary tax on its resources by spending money as fast as possible while it still retains some value. Until hyper-inflation sets in, however, government can now manage the currency and the inflation undisturbed. New difficulties arise, however. As always, government intervention to cure one problem raises a host of new, unexpected problems. In a world of fiat moneys, each country has its own money. The international division of labor, based on an international currency, has been broken, and countries tend to divide into their own autarchic units. Lack of monetary certainty disrupts trade further. The standard of living in each country thereby declines. Each country has freely fluctuating exchange rates with all other currencies. A country inflating beyond the others no longer fears a loss of gold, but it faces other unpleasant consequences. The exchange rate of its currency falls in relation to foreign currencies. This is not only embarrassing but even disturbing to citizens who fear further depreciation. It also greatly raises the costs of imported goods, and this means a great deal to those countries with a high proportion of international trade.
Γι’ αυτό, τα τελευταία χρόνια41 οι κυβερνήσεις είχαν κινηθεί προς την κατάργηση των ελεύθερα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αντίθετα, καθόριζαν αυθαίρετες ισοτιμίες με άλλα νομίσματα. Ο νόμος του Gresham μας λέει ακριβώς ποιο είναι το αποτέλεσμα κάθε τέτοιου αυθαίρετου ελέγχου τιμών. Όποια ισοτιμία και αν καθοριστεί, δεν θα είναι η ισοτιμία της ελεύθερης αγοράς, αφού αυτή μπορεί να προσδιοριστεί μόνο ημέρα με την ημέρα στην αγορά. Συνεπώς, το ένα νόμισμα θα είναι πάντα τεχνητά υπερτιμημένο και το άλλο υποτιμημένο. Γενικά, οι κυβερνήσεις έχουν σκόπιμα υπερτιμήσει τα νομίσματά τους — για λόγους γοήτρου, αλλά και λόγω των συνεπειών που ακολουθούν. Όταν ένα νόμισμα υπερτιμάται με διάταγμα, οι άνθρωποι σπεύδουν να το ανταλλάξουν με το υποτιμημένο νόμισμα σε αυτές τις ευνοϊκές τιμές· αυτό προκαλεί πλεόνασμα του υπερτιμημένου νομίσματος και έλλειψη του υποτιμημένου. Με λίγα λόγια, η ισοτιμία εμποδίζεται να κινηθεί ώστε να εξισορροπήσει την αγορά συναλλάγματος. Στον σημερινό κόσμο [Σ.τ.Μ.: 1963], τα ξένα νομίσματα έχουν γενικά υπερτιμηθεί σε σχέση με το δολάριο. Το αποτέλεσμα είναι το περίφημο φαινόμενο της «έλλειψης δολαρίου» — άλλη μια απόδειξη της λειτουργίας του νόμου του Gresham.
In recent years, therefore, governments have moved to abolish freely fluctuating exchange rates. Instead, they fixed arbitrary exchange rates with other currencies. Gresham’s Law tells us precisely the result of any such arbitrary price control. Whatever rate is set will not be the free market one, since that can be only be determined from day to day on the market. Therefore, one currency will always be artificially overvalued and the other, undervalued. Generally, governments have deliberately overvalued their currencies for prestige reasons, and also because of the consequences that follow. When a currency is overvalued by decree, people rush to exchange it for the undervalued currency at the bargain rates; this causes a surplus of overvalued, and a shortage of the undervalued, currency. The rate, in short, is prevented from moving to clear the exchange market. In the present world, foreign currencies have generally been overvalued relative to the dollar. The result has been the famous phenomenon of the “dollar shortage”—another testimony to the operation of Gresham’s Law.
Οι ξένες χώρες, που διαμαρτύρονται για την «έλλειψη δολαρίου», την προκάλεσαν τελικά οι ίδιες με τις πολιτικές τους. Είναι μάλιστα πιθανό ότι οι κυβερνήσεις αυτές καλωσόρισαν αυτή την κατάσταση, διότι (α) τους έδινε πρόσχημα να απαιτούν αμερικανική οικονομική βοήθεια για να «αντιμετωπίσουν την έλλειψη δολαρίου στον ελεύθερο κόσμο» και (β) τους έδινε πρόσχημα να επιβάλλουν περιορισμούς στις εισαγωγές από την Αμερική. Η υποτίμηση του δολαρίου καθιστά τις εισαγωγές από την Αμερική τεχνητά φθηνές και τις εξαγωγές προς την Αμερική τεχνητά ακριβές. Το αποτέλεσμα είναι εμπορικό έλλειμμα και ανησυχία για την «αποστράγγιση δολαρίων».42 Η ξένη κυβέρνηση παρεμβαίνει τότε για να ανακοινώσει με θλίψη στους πολίτες της ότι δυστυχώς είναι αναγκαίο να επιβάλει περιορισμούς στις εισαγωγές: με το να χορηγεί άδειες στους εισαγωγείς και να καθορίζει τι θα εισάγεται «σύμφωνα με τις εθνικές ανάγκες». Για να επιβάλουν περιορισμούς στις εισαγωγές, πολλές κυβερνήσεις δημεύουν τα συναλλαγματικά αποθέματα των πολιτών τους, υποστηρίζοντας μια τεχνητά υψηλή αξιολόγηση του εγχώριου νομίσματος αναγκάζοντας τους πολίτες να δεχθούν πολύ λιγότερα εγχώρια χρήματα από όσα θα μπορούσαν να αποκτήσουν στην ελεύθερη αγορά. Έτσι, το συνάλλαγμα, όπως και ο χρυσός, έχει εθνικοποιηθεί, ενώ οι εξαγωγείς τιμωρούνται. Σε χώρες όπου το εξωτερικό εμπόριο είναι ζωτικής σημασίας, αυτός ο κυβερνητικός «έλεγχος συναλλάγματος» επιβάλλει ουσιαστικά σοσιαλισμό στην οικονομία. Μια τεχνητή συναλλαγματική ισοτιμία δίνει έτσι στις χώρες πρόσχημα να απαιτούν ξένη βοήθεια και να επιβάλλουν σοσιαλιστικούς ελέγχους στο εμπόριο.43
Foreign countries, clamoring about a “dollar shortage,” thus brought it about by their own policies. It is possible that these governments actually welcomed this state of affairs, for (a) it gave them an excuse to clamor for American dollar aid to “relieve the dollar shortage in the free world,” and (b) it gave them an excuse to ration imports from America. Undervaluing dollars causes imports from America to be artificially cheap and exports to America artificially expensive [Ed.: this sentence was truncated in the 4th edition]. The result: a trade deficit and worry over the dollar drain. The foreign government then stepped in to tell its people sadly that it is unfortunately necessary for it to ration imports: to issue license to importers, and determine what is imported “according to need.” To ration imports, many governments confiscate the foreign exchange holdings of their citizens, backing up an artificially high valuation on domestic currency by forcing these citizens to accept far less domestic money than they could have acquired on the free market. Thus, foreign exchange, as well as gold, has been nationalized, and exporters penalized. In countries where foreign trade is vitally important, this government “exchange control” imposes virtual socialization on the economy. An artificial exchange rate thus gives countries an excuse for demanding foreign aid and for imposing socialist controls over trade.
Σήμερα, ο κόσμος είναι εγκλωβισμένος σε ένα χαοτικό πλέγμα ελέγχων συναλλάγματος, νομισματικών συνασπισμών, περιορισμών στη μετατρεψιμότητα και πολλαπλών συστημάτων ισοτιμιών. Σε ορισμένες χώρες, μια «μαύρη αγορά» συναλλάγματος ενθαρρύνεται νομίμως για να διαπιστωθεί η πραγματική ισοτιμία, ενώ καθορίζονται τεχνητά πολλαπλές ισοτιμίες για διαφορετικούς τύπους συναλλαγών. Σχεδόν όλες οι χώρες βρίσκονται σε κανόνα χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας, αλλά δεν έχουν το θάρρος να το παραδεχθούν ευθέως, και γι’ αυτό διακηρύσσουν τέτοιου είδους παραμύθια όπως «περιορισμένος κανόνας του χρυσού σε ράβδους». Στην πραγματικότητα, ο χρυσός δεν χρησιμοποιείται πλέον ως χρήμα, αλλά για να διευκολύνει τις κυβερνήσεις καθώς: (α) η σύνδεση της ισοτιμίας ενός νομίσματος με τον χρυσό διευκολύνει τον υπολογισμό οποιασδήποτε συναλλαγματικής ισοτιμίας σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο νόμισμα, και (β) ο χρυσός εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μεταξύ των κυβερνήσεων. Εφόσον οι ισοτιμίες είναι σταθερές, κάποιο αγαθό πρέπει να κινείται για να εξισορροπεί τις πληρωμές κάθε χώρας, και ο χρυσός είναι ο ιδανικός υποψήφιος. Με λίγα λόγια, ο χρυσός δεν είναι πλέον το χρήμα του κόσμου· είναι τώρα το χρήμα των κυβερνήσεων, που χρησιμοποιείται στις πληρωμές μεταξύ τους.
At present, the world is enmeshed in a chaotic welter of exchange controls, currency blocs, restrictions on convertibility, and multiple systems of rates. In some countries a “black market” in foreign exchange is legally encouraged to find out the true rate, and multiple discriminatory rates are fixed for different types of transactions. Almost all nations are on a fiat standard, but they have not had the courage to admit this outright, and so they proclaim some such fiction as “restricted gold bullion standard.” Actually, gold is used not as a true definition for currencies, but as a convenience by governments: (a) for fixing a currency’s rate with respect to gold makes it easy to reckon any exchange in terms of any other currency; and (b) gold is still used by the different governments. Since exchange rates are fixed, some item must move to balance every country’s payments, and gold is the ideal candidate. In short gold is no longer the world’s money; it is now the governments’ money, used in payments to one another.
Είναι προφανές ότι το όνειρο των υπέρμαχων του πληθωρισμού είναι ένα είδος παγκόσμιου χάρτινου χρήματος, που θα χειρίζεται μια παγκόσμια κυβέρνηση και μια παγκόσμια Κεντρική Τράπεζα, αυξάνοντας την ποσότητά του παντού με κοινό ρυθμό. Αυτό το όνειρο παραμένει ακόμη σε μακρινό μέλλον [Σ.τ.Μ.: σημειωτέον ότι το βιβλίο γράφτηκε το 1963]· είμαστε ακόμη μακριά από μια παγκόσμια κυβέρνηση, και τα εθνικά νομισματικά προβλήματα είναι μέχρι στιγμής πολύ διαφορετικά και αντικρουόμενα για να επιτρέψουν την ενσωμάτωσή τους σε μία ενιαία μονάδα. Ωστόσο, ο κόσμος κινείται σταθερά προς αυτή την κατεύθυνση. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για παράδειγμα, είναι καταρχήν ένας θεσμός σχεδιασμένος να ενισχύει τον εθνικό έλεγχο συναλλάγματος γενικά, και ιδιαίτερα την υποτίμηση του δολαρίου από ξένες χώρες. Το Ταμείο απαιτεί από κάθε χώρα-μέλος να καθορίζει την ισοτιμία του νομίσματός της και στη συνέχεια να συγκεντρώνει χρυσό και δολάρια για να τα δανείζει σε κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν έλλειψη σκληρού νομίσματος.
Clearly, the inflationists’ dream is some sort of world paper money, manipulated by a world government and Central Bank, inflating everywhere at a common rate. This dream still lies in the dim future, however; we are still far from world government, and a national currency problems have so far been too diverse and conflicting to permit meshing into a single unit. Yet, the world has moved steadily in this direction. The International Monetary Fund, for example, is basically an institution designed to bolster national exchange control in general, and foreign undervaluation of the dollar in particular. The Fund requires each member country to fix its exchange rate, and then to pool gold and dollars to lend to governments that find themselves short of hard currency.
Πολλοί πιστεύουν ότι η ελεύθερη αγορά, παρά τα αναγνωρισμένα πλεονεκτήματά της, είναι εικόνα αταξίας και χάους. Τίποτα δεν «σχεδιάζεται», όλα είναι τυχαία. Αντίθετα, η κυβερνητική επιταγή φαίνεται απλή και σε πλήρη τάξη και αρμονία· εκδίδονται διατάγματα τα οποία εκτελούνται. Σε κανέναν άλλο τομέα της οικονομίας δεν είναι τόσο βαθιά ριζωμένος αυτός ο μύθος όσο στο πεδίο του χρήματος. Φαινομενικά, το χρήμα τουλάχιστον, πρέπει να τεθεί υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο. Όμως το χρήμα είναι η καρδιά και το αίμα της οικονομίας· είναι το μέσο για κάθε συναλλαγή. Αν η κυβέρνηση κυριαρχήσει και υπαγορεύει εν σχέσει με το χρήμα, έχει ήδη καταλάβει ένα κρίσιμο φρούριο ελέγχου της οικονομίας και έχει εξασφαλίσει ένα ισχυρό εφαλτήριο για τον πλήρη σοσιαλισμό. Έχουμε δει ότι μια ελεύθερη αγορά χρήματος, αντίθετα από την κοινή πεποίθηση, δεν θα ήταν χαοτική· στην πραγματικότητα θα ήταν υπόδειγμα τάξης και αποτελεσματικότητας.
Many people believe that the free market, despite some admitted advantages, is a picture of disorder and chaos. Nothing is “planned,” everything is haphazard. Government dictation, on the other hand, seems simple and orderly; decrees are handed down and they are obeyed. In no area of the economy is this myth more prevalent than in the field of money. Seemingly, money, at least, must come under stringent government control. But money is the lifeblood of the economy; it is the medium for all transactions. If government dictates over money, it has already captured a vital command post for control over the economy, and has secured a stepping-stone for full socialism. We have seen that a free market in money, contrary to common assumption, would not be chaotic; that, in fact, it would be a model of order and efficiency.
Τι έχουμε μάθει λοιπόν για την κυβέρνηση και το χρήμα; Έχουμε δει ότι, μέσα στους αιώνες, η κυβέρνηση έχει εισβάλει σιγά-σιγά, βήμα-βήμα στην ελεύθερη αγορά και έχει καταφέρει τον πλήρη έλεγχο του νομισματικού συστήματος. Έχουμε δει ότι κάθε νέος έλεγχος, ακόμη και όταν φαινόταν αθώος, έχει γεννήσει νέους και πιο εκτεταμένους ελέγχους. Έχουμε δει ότι οι κυβερνήσεις έχουν εκ φύσεως πληθωριστική φύση, διότι ο πληθωρισμός είναι ένας ιδιαίτερα ελκυστικός τρόπος απόκτησης εσόδων για το κράτος και τις ομάδες που ευνοεί. Η αργή αλλά αναπόφευκτη κατάληψη των νομισματικών ηνιών έχει χρησιμοποιηθεί συνεπώς (α) για να επεκτείνει το πιστωτικό χρήμα στην οικονομία με ρυθμό που αποφασίζει η ίδια η κυβέρνηση· και (β) για να επιβάλει μια ανελεύθερη, σοσιαλιστική κατεύθυνση σε ολόκληρη την οικονομία.
What, then, have we learned about government and money? We have seen that, over the centuries, government has, step by step, invaded the free market and seized complete control over the monetary system. We have seen that each new control, sometimes seemingly innocuous, has begotten new and further controls. We have seen that for governments are inherently inflationary, since inflation is a tempting means of acquiring revenue for the State and its favored groups. The slow but certain seizure of the monetary reins has thus been used to (a) inflate the economy at a pace decided by government, and (b) bring about socialistic direction of the entire economy.
Επιπλέον, η κυβερνητική ανάμειξη στο χρήμα δεν έχει φέρει μόνο ανυπολόγιστη τυραννία στον κόσμο· έχει φέρει χάος και όχι τάξη. Έχει κατακερματίσει την ειρηνική και παραγωγική παγκόσμια αγορά, θρυμματίζοντάς την σε χίλια κομμάτια, με το εμπόριο και τις επενδύσεις να καθίστανται δυσχερείς και να εμποδίζονται από αμέτρητους περιορισμούς, ελέγχους, τεχνητές ισοτιμίες, νομισματικές καταρρεύσεις κ.λπ. Έχει συμβάλει στην πρόκληση πολέμων μετατρέποντας έναν κόσμο ειρηνικής ανταλλαγής σε ζούγκλα ανταγωνιζόμενων νομισματικών μπλοκ. Με λίγα λόγια, διαπιστώνουμε ότι η βία και ο εξαναγκασμός, στο χρήμα όπως και σε κάθε άλλο ζήτημα, δεν φέρνουν τάξη, αλλά σύγκρουση και χάος.
Furthermore, government meddling with money has not only brought untold tyranny into the world; it has also brought chaos and not order. It has fragmented the peaceful, productive world market and shattered it into a thousand pieces, with trade and investment hobbled and hampered by myriad restrictions, controls, artificial rates, currency breakdowns, etc. It has helped bring about wars by transforming a world of peaceful intercourse into a jungle of warring currency blocs. In short, we find that coercion, in money as in other matters, brings, not order, but conflict and chaos.
Από τη συγγραφή της πρώτης έκδοσης αυτού του βιβλίου, οι νομισματικοί παρεμβατιστές θερίζουν ό,τι έσπειραν.
Η παγκόσμια νομισματική κρίση του Φεβρουαρίου–Μαρτίου 1973, ακολουθούμενη από την απότομη πτώση του δολαρίου τον Ιούλιο, δεν ήταν τίποτα περισσότερο παρά η πιο πρόσφατη σε μια επιταχυνόμενη σειρά κρίσεων που αποτελούν πραγματικό εγχειρίδιο εφαρμογής της ανάλυσής μας σχετικά με τις αναπόφευκτες συνέπειες της κυβερνητικής παρέμβασης στο νομισματικό σύστημα. Μετά από κάθε κρίση που προσωρινά «μπαλώνεται» με μια πρόχειρη λύση, οι κυβερνήσεις της Δύσης ανακοινώνουν θριαμβευτικά ότι το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα έχει πλέον τεθεί σε στέρεες βάσεις και ότι οι νομισματικές κρίσεις έχουν πια λυθεί οριστικά. Ο Πρόεδρος Nixon έφτασε μάλιστα να χαρακτηρίσει τη Συμφωνία του Smithsonian της 18ης Δεκεμβρίου 1971 ως «τη μεγαλύτερη νομισματική συμφωνία στην ιστορία του κόσμου» — μόνο για να δει αυτή τη «μεγαλύτερη συμφωνία όλων» να καταρρέει μέσα σε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο. Κάθε «λύση» έχει καταρρεύσει ακόμη πιο γρήγορα από την προηγούμενη.
Since the first edition of this book was written, the chickens of the monetary interventionalists have come home to roost. The world monetary crisis of February– March, 1973, followed by the dollar plunge of July, was only the latest of an accelerating series of crises which provide a virtual textbook illustration of our analysis of the inevitable consequences of government intervention in the monetary system. After each crisis is temporarily allayed by a “Band-Aid” solution, the governments of the West loudly announce that the world monetary system has now been placed on sure footing, and that all the monetary crises have been solved. President Nixon went so far as to call the Smithsonian agreement of December 18, 1971, the “greatest monetary agreement in the history of the world,” only to see this greatest agreement collapse in a little over a year. Each “solution” has crumbled more rapidly than its predecessor.
Για να κατανοήσουμε το σημερινό νομισματικό χάος, πρέπει να παρακολουθήσουμε συνοπτικά τις διεθνείς νομισματικές εξελίξεις του 20ού αιώνα και να δούμε πώς κάθε σειρά από πληθωριστικές (μη υγιείς) παρεμβάσεις κατέρρεε από τα εγγενή της προβλήματα, προετοιμάζοντας παράλληλα το έδαφος για έναν νέο γύρο παρεμβάσεων. Η ιστορία της παγκόσμιας νομισματικής τάξης στον 20ό αιώνα μπορεί να χωριστεί σε εννέα φάσεις. Ας τις εξετάσουμε μία προς μία.
To understand the current monetary chaos, it is necessary to trace briefly the international monetary developments of the twentieth century, and to see how each set of unsound inflationist interventions has collapsed of its own inherent problems, only to set the stage for another round of interventions. The twentieth century history of the world monetary order can be divided into nine phases. Let us examine each in turn.
1. Φάση I: Ο Κλασικός Κανόνας του Χρυσού, 1815–1914
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. PHASE I: THE CLASSICAL GOLD STANDARD, 1815–1914
Μπορούμε να κοιτάξουμε πίσω στον «κλασικό» κανόνα του χρυσού, τον δυτικό κόσμο του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα και να δούμε κυριολεκτικά και μεταφορικά τη Χρυσή Εποχή.
Με εξαίρεση το ενοχλητικό πρόβλημα του ασημιού, ολόκληρος ο κόσμος βρισκόταν στον κανόνα του χρυσού. Αυτό σήμαινε ότι κάθε εθνικό νόμισμα (το δολάριο, η λίρα, το φράγκο κ.λπ.) δεν ήταν παρά ένα όνομα για ένα ορισμένο, σταθερό βάρος χρυσού. Το «δολάριο», για παράδειγμα, οριζόταν ως 1/20 της ουγγιάς χρυσού, η λίρα στερλίνα ως ελαφρώς λιγότερο από 1/4 της ουγγιάς χρυσού, και ούτω καθεξής. Αυτό σήμαινε ότι οι «συναλλαγματικές ισοτιμίες» μεταξύ των διαφόρων εθνικών νομισμάτων ήταν σταθερές, όχι επειδή επιβάλλονταν αυθαίρετα από την κυβέρνηση, αλλά με τον ίδιο τρόπο που μια λίβρα βάρους ορίζεται ως ίση με δεκαέξι ουγγιές.
We can look back upon the “classical” gold standard, the Western world of the nineteenth and early twentieth centuries, as the literal and metaphorical Golden Age. With the exception of the troublesome problem of silver, the world was on a gold standard, which meant that each national currency (the dollar, pound, franc, etc.) was merely a name for a certain definite weight of gold. The “dollar,” for example, was defined as 1/20 of a gold ounce, the pound sterling as slightly less than 1/4 of a gold ounce, and so on. This meant that the “exchange rates” between the various national currencies were fixed, not because they were arbitrarily controlled by government, but in the same way that one pound of weight is defined as being equal to sixteen ounces.
Ο διεθνής κανόνας του χρυσού σήμαινε ότι τα οφέλη της ύπαρξης ενός ενιαίου χρήματος επεκτείνονταν σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένας από τους λόγους για την ανάπτυξη και την ευημερία των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν το γεγονός ότι απολαμβάναμε ένα ενιαίο χρήμα σε ολόκληρη τη χώρα. Είχαμε κανόνα του χρυσού, ή τουλάχιστον ενιαίο κανόνα του δολαρίου, σε όλη την επικράτεια και δεν υποφέραμε από το χάος που θα δημιουργούσε το ενδεχόμενο κάθε πόλη και κάθε κομητεία να εκδίδει το δικό της χρήμα, το οποίο θα κυμαινόταν σε σχέση με τα χρήματα όλων των άλλων πόλεων και κομητειών. Ο 19ος αιώνας μας έδειξε τα οφέλη ενός ενιαίου χρήματος σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Ένα ενιαίο χρήμα διευκόλυνε την ελευθερία του εμπορίου, των επενδύσεων και των ταξιδιών σε όλη αυτή την περιοχή όπου ανθούσε το εμπόριο, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη του διεθνούς καταμερισμού εργασίας και εξειδίκευσης.
The international gold standard meant that the benefits of having one money medium were extended throughout the world. One of the reasons for the growth and prosperity of the United States has been the fact that we have enjoyed one money throughout the large area of the country. We have had a gold or at least a single dollar standard with the entire country, and did not have to suffer the chaos of each city and county issuing its own money which would then fluctuate with respect to the moneys of all the other cities and counties. The nineteenth century saw the benefits of one money throughout the civilized world. One money facilitated freedom of trade, investment, and travel throughout that trading and monetary area, with the consequent growth of specialization and the international division of labor.
Πρέπει να τονιστεί ότι ο χρυσός δεν επιλέχθηκε αυθαίρετα από τις κυβερνήσεις ως νομισματικός κανόνας. Ο χρυσός είχε αναδειχθεί επί σειρά αιώνων στην ελεύθερη αγορά ως το καλύτερο χρήμα· ως το εμπόρευμα που παρείχε το πιο σταθερό και επιθυμητό νομισματικό μέσο. Πάνω από όλα, η προσφορά και η παραγωγή χρυσού ήταν υποκείμενες αποκλειστικά στις δυνάμεις της αγοράς και όχι στην αυθαίρετη πρέσα εκτύπωσης χαρτονομισμάτων της κυβέρνησης.
It must be emphasized that gold was not selected arbitrarily by governments to be the monetary standard. Gold had developed for many centuries on the free market as the best money, as the commodity providing the most stable and desirable monetary medium. Above all, the supply and provision of gold was subject only to market forces, and not to the arbitrary printing press of the government.
Ο διεθνής κανόνας του χρυσού παρείχε έναν αυτόματο μηχανισμό της αγοράς για τον έλεγχο και περιορισμό του πληθωριστικού δυναμικού της κυβέρνησης. Παρείχε επίσης έναν αυτόματο μηχανισμό για τη διατήρηση της ισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών κάθε χώρας. Όπως επισήμανε ο φιλόσοφος και οικονομολόγος David Hume στα μέσα του 18ου αιώνα, αν μια χώρα, ας πούμε η Γαλλία, επεκτείνει την προσφορά χάρτινων φράγκων, οι τιμές ανεβαίνουν· τα αυξανόμενα εισοδήματα σε χάρτινα φράγκα ενθαρρύνουν τις εισαγωγές από το εξωτερικό, οι οποίες ενισχύονται περαιτέρω από το γεγονός ότι οι τιμές των εισαγόμενων αγαθών είναι τώρα σχετικά φθηνότερες από τις εγχώριες τιμές. Ταυτόχρονα, οι υψηλότερες εγχώριες τιμές αποθαρρύνουν τις εξαγωγές· το αποτέλεσμα είναι έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών, το οποίο πρέπει να εξοφληθεί καθώς οι ξένες χώρες εξαργυρώνουν φράγκα σε χρυσό. Η εκροή χρυσού σημαίνει ότι η Γαλλία πρέπει τελικά να ελαττώσει την υπερβολική προσφορά χάρτινων φράγκων για να αποτρέψει την απώλεια όλου του χρυσού της. Αν η επέκταση έχει λάβει τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων, τότε οι γαλλικές τράπεζες πρέπει να ελαττώσουν τα δάνεια και τις καταθέσεις τους για να αποφύγουν την πτώχευση, καθώς οι ξένοι απαιτούν την εξαργύρωση των καταθέσεών τους σε χρυσό. Η ελάττωση αυτή μειώνει τις εγχώριες τιμές και δημιουργεί πλεόνασμα εξαγωγών, αντιστρέφοντας έτσι την εκροή χρυσού, μέχρις ότου τα επίπεδα τιμών εξισορροπηθούν στη Γαλλία και στις υπόλοιπες χώρες.
The international gold standard provided an automatic market mechanism for checking the inflationary potential of government. It also provided an automatic mechanism for keeping the balance of payments of each country in equilibrium. As the philosopher and economist David Hume pointed out in the mid-eighteenth century, if one nation, say France, inflates its supply of paper francs, its prices rise; the increasing incomes in paper francs stimulates imports from abroad, which are also spurred by the fact that prices of imports are now relatively cheaper than prices at home. At the same time, the higher prices at home discourage exports abroad; the result is a deficit in the balance of payments, which must be paid for by foreign countries cashing in francs for gold. The gold outflow means that France must eventually contract its inflated paper francs in order to prevent a loss of all of its gold. If the inflation has taken the form of bank deposits, then the French banks have to contract their loans and deposits in order to avoid bankruptcy as foreigners call upon the French banks to redeem their deposits in gold. The contraction lowers prices at home, and generates an export surplus, thereby reversing the gold outflow, until the price levels are equalized in France and in other countries as well.
Είναι αλήθεια ότι οι παρεμβάσεις των κυβερνήσεων πριν από τον 19ο αιώνα εξασθένισαν την ταχύτητα αυτού του μηχανισμού της αγοράς και επέτρεψαν την ύπαρξη ενός οικονομικού κύκλου πληθωρισμού και ύφεσης μέσα στο πλαίσιο του κανόνα του χρυσού. Αυτές οι παρεμβάσεις ήταν ιδιαίτερα: το μονοπώλιο της κυβέρνησης στην κοπή νομισμάτων, οι νόμοι περί νομίμου μέσου πληρωμής, η δημιουργία χάρτινου χρήματος και η θέση σε λειτουργία της πληθωριστικής τραπεζικής που υποστηριζόταν από κάθε κυβέρνηση. Αλλά ενώ αυτές οι παρεμβάσεις επιβράδυναν τις προσαρμογές της αγοράς, οι προσαρμογές αυτές εξακολουθούσαν να έχουν τον τελικό έλεγχο της κατάστασης. Έτσι, ενώ ο κλασικός κανόνας του χρυσού του 19ου αιώνα δεν ήταν τέλειος και επέτρεπε σχετικά μικρούς κύκλους άνθησης και κρίσης, παρέμεινε μακράν το καλύτερο νομισματικό σύστημα που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος — ένα σύστημα που λειτουργούσε, που δεν άφηνε τους οικονομικούς κύκλους να ξεφύγουν από τον έλεγχο και που επέτρεψε την ανάπτυξη του ελεύθερου διεθνούς εμπορίου, των συναλλαγών και των επενδύσεων.44
It is true that the interventions of governments previous to the nineteenth century weakened the speed of this market mechanism, and allowed for a business cycle of inflation and recession within this gold standard framework. These interventions were particularly the governments’ monopolizing of the mint, legal tender laws, the creation of paper money, and the development of inflationary banking propelled by each of the governments. But while these interventions slowed the adjustments of the market, these adjustments were still in ultimate control of the situation. So while the classical gold standard of the nineteenth century was not perfect and allowed for relatively minor booms and busts, it still provided us with by far the best monetary order the world has ever known, an order which worked, which kept business cycles from getting out of hand, and which enabled the development of free international trade, exchange, and investment.
2. Φάση II: Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και Μετά
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. PHASE II: WORLD WAR I AND AFTER
Αν ο κλασικός κανόνας του χρυσού λειτουργούσε τόσο καλά, γιατί κατέρρευσε;
Κατέρρευσε επειδή οι κυβερνήσεις ανέλαβαν την ευθύνη να τηρούν τις νομισματικές τους υποσχέσεις, να εξασφαλίζουν δηλαδή ότι οι λίρες, τα δολάρια, τα φράγκα κ.λπ. θα ήταν πάντοτε εξαργυρώσιμα σε χρυσό, όπως είχαν δεσμευτεί οι ίδιες και το ελεγχόμενο από αυτές τραπεζικό σύστημα. Δεν ήταν ο χρυσός που απέτυχε· ήταν η ανοησία να πιστέψουμε ότι οι κυβερνήσεις θα τηρούσαν τις υποσχέσεις τους.
Κατά τη διεξαγωγή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κάθε κυβέρνηση που συμμετείχε σε αυτόν αναγκάστηκε να επεκτείνει μαζικά την προσφορά χάρτινου και τραπεζικού χρήματος. Ο πληθωρισμός ήταν τόσο έντονος και καλπάζων, ώστε οι εμπόλεμες κυβερνήσεις ήταν αδύνατο να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους και, λίγο μετά την είσοδό τους στον πόλεμο, «εγκατέλειψαν τον κανόνα του χρυσού» — δηλαδή κήρυξαν ουσιαστικά πτώχευση. Όλες, εκτός από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες μπήκαν στον πόλεμο αργά και δεν επέκτειναν την προσφορά δολαρίων σε βαθμό που θα απειλούνταν η εξαργυρωσιμότητά τους. Με την εξαίρεση των Ηνωμένων Πολιτειών, ο υπόλοιπος κόσμος υπέστη αυτό που ορισμένοι οικονομολόγοι σήμερα αποκαλούν «νιρβάνα» των ελεύθερα κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών (που σήμερα ονομάζονται «βρόμικες διακυμάνσεις», dirty floats), ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, πολεμικά νομισματικά μπλοκ, ελέγχους συναλλάγματος, δασμούς και περιορισμούς, καθώς και την πλήρη κατάρρευση του διεθνούς εμπορίου και των επενδύσεων. Τα φουσκωμένα από τον πληθωρισμό εθνικά νομίσματα όπως λίρες, φράγκα, μάρκα κ.λπ. υποτιμήθηκαν σε σχέση με τον χρυσό και το δολάριο· νομισματικό χάος επικράτησε σε ολόκληρο τον κόσμο.
If the classical gold standard worked so well, why did it break down? It broke down because governments were entrusted with the task of keeping their monetary promises, of seeing to it that pounds, dollars, francs, etc., were always redeemable in gold as they and their controlled banking system had pledged. It was not gold that failed; it was the folly of trusting government to keep its promises. To wage the catastrophic war of World War I, each government had to inflate its own supply of paper and bank currency. So severe was this inflation that it was impossible for the warring governments to keep their pledges, and so they went “off the gold standard”—i.e., declared their own bankruptcy—shortly after entering the war. All except the United States, which entered the war late, and did not inflate the supply of dollars enough to endanger redeemability. But, apart from the U.S., the world suffered what some economists now hail as the Nirvana of freely fluctuating exchange rates (now called “dirty floats”), competitive devaluations, warring currency blocs, exchange controls, tariffs and quotas, and the breakdown of international trade and investment. The inflated pounds, francs, marks, etc., depreciated in relation to gold and the dollar; monetary chaos abounded throughout the world.
Ευτυχώς, εκείνη την εποχή, ήταν λίγοι οι οικονομολόγοι που χαιρέτιζαν αυτή την κατάσταση ως νομισματικό ιδεώδες. Υπήρξε γενική παραδοχή ότι η Φάση II αποτέλεσε την είσοδο στη διεθνή καταστροφή, και πολιτικοί και οικονομολόγοι άρχισαν να αναζητούν τρόπους για να αποκαταστήσουν τη σταθερότητα και την ελευθερία του κλασικού κανόνα του χρυσού.
In those days there were, happily, very few economists to hail this situation as the monetary ideal. It was generally recognized that Phase II was the threshold to international disaster, and politicians and economists looked around for ways to restore the stability and freedom of the classical gold standard.
3. Φάση III: Ο Χρυσός Κανόνας Συναλλάγματος (Βρετανία και Ηνωμένες Πολιτείες) 1926–1931
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. PHASE III: THE GOLD EXCHANGE STANDARD (BRITAIN AND THE U.S.) 1926–1931
Πώς θα μπορούσε να επιστρέψει κανείς στη Χρυσή Εποχή;
Το λογικό και συνετό θα ήταν να αναγνωριστούν τα πραγματικά δεδομένα: η υποτίμηση της λίρας, του φράγκου, του μάρκου κ.λπ., και να επιστρέψει ο κόσμος στον κανόνα του χρυσού με επανακαθορισμένες ισοτιμίες που θα ανταποκρίνονταν στην τότε υφιστάμενη προσφορά χρήματος και στα υφιστάμενα επίπεδα τιμών. Η βρετανική λίρα, για παράδειγμα, παραδοσιακά οριζόταν σε βάρος που την καθιστούσε ίση με 4,86 δολάρια. Ωστόσο, στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο πληθωρισμός στη Βρετανία είχε ρίξει τη λίρα σε περίπου 3,50 δολάρια στην ελεύθερη αγορά συναλλάγματος. Παρόμοια υποτίμηση είχαν υποστεί και τα άλλα νομίσματα. Η συνετή πολιτική θα ήταν η Βρετανία να επιστρέψει στον χρυσό περίπου στα 3,50 δολάρια, και οι υπόλοιπες χώρες των οποίων τα νομίσματά τους είχαν χάσει την αξία τους εξαιτίας του πληθωρισμού που δημιούργησαν, να κάνουν το ίδιο. Η Φάση I θα μπορούσε να αποκατασταθεί ομαλά και γρήγορα. Αντ’ αυτού, οι Βρετανοί πήραν την μοιραία απόφαση να επιστρέψουν στον χρυσό στην παλιά ισοτιμία των 4,86 δολαρίων.45 Το έκαναν για λόγους εθνικού «γοήτρου» και σε μια μάταιη προσπάθεια να επαναφέρουν το Λονδίνο ως το παγκόσμιο κέντρο «σκληρού χρήματος». Για να πετύχει κάτι τέτοιο όμως, η Βρετανία θα έπρεπε να προχωρήσει σε σκληρή αποπληθωριστική πολιτική, συστέλλοντας δραστικά την προσφορά χρήματος και τα επίπεδα τιμών, διότι με μια λίρα στα 4,86 δολάρια οι βρετανικές τιμές εξαγωγών ήταν υπερβολικά υψηλές για να είναι ανταγωνιστικές στις παγκόσμιες αγορές. Όμως ο αποπληθωρισμός ήταν πλέον πολιτικά αδύνατος. Η ανάπτυξη των συνδικάτων, ενισχυμένη από ένα πανεθνικό σύστημα επιδομάτων ανεργίας, είχε καταστήσει τις μισθολογικές απολαβές άκαμπτες προς τα κάτω. Για να αποπληθωρίσει, η βρετανική κυβέρνηση θα έπρεπε να ανατρέψει την επέκταση του κράτους πρόνοιας. Στην πραγματικότητα, οι Βρετανοί ήθελαν να συνεχίσουν να επεκτείνουν το χρήμα και τις τιμές. Ως αποτέλεσμα του συνδυασμού πληθωρισμού με επιστροφή σε υπερτιμημένη ισοτιμία, οι βρετανικές εξαγωγές ήταν σε ύφεση καθ’ όλη τη δεκαετία του 1920 ενώ η ανεργία ήταν μεγάλη σε μια περίοδο κατά την οποία ο υπόλοιπος κόσμος βίωνε οικονομική άνθηση.
How to return to the Golden Age? The sensible thing to do would have been to recognize the facts of reality, the fact of the depreciated pound, franc, mark, etc., and to return to the gold standard at a redefined rate: a rate that would recognize the existing supply of money and price levels. The British pound, for example, had been traditionally defined at a weight which made it equal to $4.86. But by the end of World War I, the inflation in Britain had brought the pound down to approximately $3.50 on the free foreign exchange market. Other currencies were similarly depreciated. The sensible policy would have been for Britain to return to gold at approximately $3.50, and for the other inflated countries to do the same. Phase I could have been smoothly and rapidly restored. Instead, the British made the fateful decision to return to gold at the old par of $4.86. It did so for reasons of British national “prestige,” and in a vain attempt to re-establish London as the “hard money” financial center of the world. To succeed at this piece of heroic folly, Britain would have had to deflate severely its money supply and its price levels, for at a $4.86 pound, British export prices were far too high to be competitive in the world markets. But deflation was now politically out of the question, for the growth of trade unions, buttressed by a nationwide system of unemployment insurance, had made wage rates rigid downward; in order to deflate, the British government would have had to reverse the growth of its welfare state. In fact, the British wished to continue to inflate money and prices. As a result of combining inflation with a return to an overvalued par, British exports were depressed all during the 1920s and unemployment was severe all during the period when most of the world was experiencing an economic boom.
Πώς προσπάθησαν οι Βρετανοί να έχουν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο; Δημιουργώντας ένα νέο διεθνές νομισματικό σύστημα που θα παρέσυρε ή θα εξανάγκαζε άλλες κυβερνήσεις είτε να αυξήσουν την ποσότητα του εθνικού τους χρήματος είτε να επιστρέψουν στον χρυσό με υπερτιμημένες ισοτιμίες για τα δικά τους νομίσματα, πλήττοντας έτσι τις δικές τους εξαγωγές και επιδοτώντας τις εισαγωγές από τη Βρετανία. Ακριβώς αυτό έκανε η Βρετανία, αναλαμβάνοντας την ηγεσία στη Διάσκεψη της Γένοβας το 1922 για τη δημιουργία του νέου διεθνούς νομισματικού συστήματος: του χρυσού κανόνα συναλλάγματος (gold-exchange standard).
How could the British try to have their cake and eat it at the same time? By establishing a new international monetary order which would induce or coerce other governments into inflating or into going back to gold at overvalued pars for their own currencies, thus crippling their own exports and subsidizing imports from Britain. This is precisely what Britain did as it led the way at the Genoa Conference of 1922, creating a new international monetary order, the gold exchange standard.
Το σύστημα του χρυσού κανόνα συναλλάγματος λειτουργούσε ως εξής: Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν στον κλασικό κανόνα του χρυσού, εξαργυρώνοντας δολάρια σε χρυσό. Η Βρετανία και οι υπόλοιπες χώρες της Δύσης, όμως, επέστρεψαν σε έναν ψευδο-κανόνα — η Βρετανία το 1926 και οι άλλες χώρες περίπου την ίδια εποχή. Οι βρετανικές λίρες και τα άλλα νομίσματα δεν ήταν πλέον εξαργυρώσιμα σε χρυσά νομίσματα, αλλά μόνο σε μεγάλες χρυσές ράβδους, κατάλληλες μόνο για διεθνείς συναλλαγές. Αυτό εμπόδιζε τους απλούς πολίτες της Βρετανίας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών να χρησιμοποιούν χρυσό στην καθημερινή τους ζωή και επέτρεπε ευρύτερο βαθμό πληθωρισμού έγχαρτου και τραπεζικού χρήματος.
Επιπλέον, η Βρετανία εξαργύρωνε τις λίρες όχι μόνο σε χρυσό αλλά και σε δολάρια, ενώ οι άλλες χώρες εξαργύρωναν τα νομίσματά τους όχι σε χρυσό αλλά σε λίρες Αγγλίας. Οι περισσότερες από αυτές τις χώρες πείστηκαν από τη Βρετανία να επιστρέψουν στον χρυσό με υπερτιμημένες ισοτιμίες. Το αποτέλεσμα ήταν μια πυραμίδα: δολάρια πάνω στον χρυσό, βρετανικές λίρες πάνω στα δολάρια και άλλα ευρωπαϊκά νομίσματα πάνω στις λίρες — το σύστημα του χρυσού κανόνα συναλλάγματος, με το δολάριο και τη λίρα ως τα δύο «νομίσματα κλειδιά».
The gold exchange standard worked as follows: The United States remained on the classical gold standard, redeeming dollars in gold. Britain and the other countries of the West, however, returned to a pseudo– gold standard, Britain in 1926 and the other countries around the same time. British pounds and other currencies were not payable in gold coins, but only in large-sized bars, suitable only for international transactions. This prevented the ordinary citizens of Britain and other European countries from using gold in their daily life, and thus permitted a wider degree of paper and bank inflation. But furthermore, Britain redeemed pounds not merely in gold, but also in dollars; while the other countries redeemed their currencies not in gold, but in pounds. And most of these countries were induced by Britain to return to gold at overvalued parities. The result was a pyramiding of U.S. on gold, of British pounds on dollars, and of other European currencies on pounds—the “gold-exchange standard,” with the dollar and the pound as the two “key currencies.”
Όταν η Βρετανία επέκτεινε το χρήμα και παρουσίαζε έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών, ο μηχανισμός του κανόνα του χρυσού δεν λειτουργούσε πλέον για να περιορίσει γρήγορα τον βρετανικό πληθωρισμό. Αντί να εξαργυρώνουν τις λίρες σε χρυσό, οι άλλες χώρες τις κρατούσαν και επέκτειναν το δικό τους χρήμα πάνω σε αυτές. Έτσι, η Βρετανία και η Ευρώπη μπόρεσαν να αυξήσουν την ποσότητα του χρήματος ανεξέλεγκτα, και τα βρετανικά ελλείμματα συσσωρεύονταν χωρίς τον περιορισμό που επέβαλλε η πειθαρχία της αγοράς στον κανόνα του χρυσού. Όσον αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία κατάφερε να τις πείσει να τυπώσουν δολάρια, ώστε να μην χάσουν πολλά δολαριακά αποθέματα ή χρυσό προς τις ΗΠΑ.
Now when Britain inflated, and experienced a deficit in its balance of payments, the gold standard mechanism did not work to quickly restrict British inflation. For instead of other countries redeeming their pounds for gold, they kept the pounds and inflated on top of them. Hence Britain and Europe were permitted to inflate unchecked, and British deficits could pile up unrestrained by the market discipline of the gold standard. As for the United States, Britain was able to induce the U.S. to inflate dollars so as not to lose many dollar reserves or gold to the United States.
Το ουσιαστικό πρόβλημα του χρυσού κανόνα συναλλάγματος είναι ότι δεν θα μπορούσε να διαρκέσει. Ο λογαριασμός θα έπρεπε τελικά να πληρωθεί, αλλά μόνο μέσα από μια καταστροφική αντίδραση στη μακρόχρονη πληθωριστική άνθηση. Καθώς οι υποχρεώσεις σε στερλίνες συσσωρεύονταν στη Γαλλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και αλλού, η παραμικρή απώλεια εμπιστοσύνης στην όλο και πιο εύθραυστη και πρόχειρα χτισμένη πληθωριστική δομή ήταν βέβαιο ότι θα οδηγούσε σε γενική κατάρρευση. Ακριβώς αυτό συνέβη το 1931. Η αποτυχία υπερπληθωρισμένων τραπεζών σε όλη την Ευρώπη και η προσπάθεια της «σκληρής» Γαλλίας να εξαργυρώσει τις από στερλίνες απαιτήσεις της σε χρυσό οδήγησαν τη Βρετανία στην πλήρη εγκατάλειψη του κανόνα του χρυσού. Σύντομα ακολούθησαν και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.
The point of the gold exchange standard is that it cannot last; the piper must eventually be paid, but only in a disastrous reaction to the lengthy inflationary boom. As sterling balances piled up in France, the U.S., and elsewhere, the slightest loss of confidence in the increasingly shaky and jerry-built inflationary structure was bound to lead to general collapse. This is precisely what happened in 1931; the failure of inflated banks throughout Europe, and the attempt of “hard money” France to cash in its sterling balances for gold, led Britain to go off the gold standard completely. Britain was soon followed by the other countries of Europe.
4. Φάση IV: Ελεύθερα Κυμαινόμενα Νομίσματα Αναγκαστικής Κυκλοφορίας, 1931–1945
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. PHASE IV: FLUCTUATING FIAT CURRENCIES, 1931–1945
Ο κόσμος είχε επιστρέψει στο νομισματικό χάος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη διαφορά ότι τώρα η ελπίδα για επιστροφή στον χρυσό φαινόταν σχεδόν ανύπαρκτη. Η διεθνής οικονομική τάξη είχε διαλυθεί σε ένα χάος καθαρών και βρώμικων κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών, ανταγωνιστικών υποτιμήσεων, ελέγχων συναλλάγματος και εμπορικών φραγμών. Μαίνονταν διεθνείς οικονομικοί και νομισματικοί πόλεμοι μεταξύ νομισμάτων και νομισματικών μπλοκ. Το διεθνές εμπόριο και οι επενδύσεις είχαν ουσιαστικά σταματήσει, ενώ το εμπόριο γινόταν πλέον μέσω κυβερνητικών συμφωνιών αντιπραγματισμού, με τις κυβερνήσεις να ανταγωνίζονται και να συγκρούονται η μία με την άλλη. Ο υπουργός Εξωτερικών Cordell Hull επανειλημμένα τόνιζε ότι αυτές οι νομισματικές και οικονομικές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1930 ήταν η κύρια αιτία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.46
The world was now back to the monetary chaos of World War I, except that now there seemed to be little hope for a restoration of gold. The international economic order had disintegrated into the chaos: clean and dirty floating exchange rates, competing devaluations, exchange controls, and trade barriers; international economic and monetary warfare raged between currencies and currency blocs. International trade and investment came to a virtual standstill; and trade was conducted through barter agreements conducted by governments competing and conflicting with one another. Secretary of State Cordell Hull repeatedly pointed out that these monetary and economic conflicts of the 1930s were the major cause of World War II.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέμειναν στον κανόνα του χρυσού για δύο χρόνια και στη συνέχεια, το 1933–34, εγκατέλειψαν τον κλασικό κανόνα του χρυσού σε μια μάταιη προσπάθεια να ξεφύγουν από την ύφεση. Οι Αμερικανοί πολίτες δεν μπορούσαν πλέον να εξαργυρώνουν δολάρια σε χρυσό και τους απαγορεύθηκε ακόμη και η κατοχή χρυσού, είτε εντός είτε εκτός Αμερικής. Ωστόσο, μετά το 1934 οι ΗΠΑ παρέμειναν σε μια ιδιόμορφη νέα μορφή κανόνα του χρυσού, όπου το δολάριο —τώρα επανακαθορισμένο σε 1/35 της ουγγιάς χρυσού— ήταν εξαργυρώσιμο σε χρυσό μόνο προς ξένες κυβερνήσεις και Κεντρικές Τράπεζες. Ένας ισχνός δεσμός με τον χρυσό παρέμενε λοιπόν. Επιπλέον, το νομισματικό χάος στην Ευρώπη οδήγησε σε μαζική εισροή χρυσού προς το μοναδικό σχετικά ασφαλές νομισματικό καταφύγιο: τις Ηνωμένες Πολιτείες.
The United States remained on the gold standard for two years, and then, in 1933–34, went off the classical gold standard in a vain attempt to get out of the depression. American citizens could no longer redeem dollars in gold, and were even prohibited from owning any gold, either here or abroad. But the United States remained, after 1934, on a peculiar new form of gold standard, in which the dollar, now redefined to 1/35 of a gold ounce, was redeemable in gold to foreign governments and central banks. A lingering tie to gold remained. Furthermore, the monetary chaos in Europe led to gold flowing into the only relatively safe monetary haven, the United States.
Το χάος και ο ανεξέλεγκτος οικονομικός πόλεμος της δεκαετίας του 1930 αναδεικνύει ένα σημαντικό μάθημα: το σοβαρό πολιτικό ελάττωμα (πέρα από τα καθαρά οικονομικά προβλήματα) του νομισματικού σχεδίου της Σχολής Friedman-Σικάγο για ελεύθερα κυμαινόμενα νομίσματα αναγκαστικής κυκλοφορίας. Αυτό που προτείνουν οι οπαδοί του Friedman —στο όνομα της ελεύθερης αγοράς!— είναι να κοπούν πλήρως όλοι οι δεσμοί με τον χρυσό, να αφεθεί ο απόλυτος έλεγχος κάθε εθνικού νομίσματος στα χέρια της κεντρικής κυβέρνησης που εκδίδει χαρτί ως νόμιμο μέσο πληρωμής, και στη συνέχεια να συμβουλεύουν κάθε κυβέρνηση να αφήνει το νόμισμά της να κυμαίνεται ελεύθερα έναντι όλων των άλλων κυβερνητικών νομισμάτων, ενώ παράλληλα δε θα επεκτείνει υπερβολικά την προσφορά του. Το σοβαρό πολιτικό ελάττωμα είναι ότι παραδίδεται ο συνολικός έλεγχος της προσφοράς χρήματος στο έθνος-κράτος και στη συνέχεια να ελπίζουμε και να αναμένουμε ότι το κράτος θα απόσχει από τη χρήση αυτής της εξουσίας. Και επειδή η εξουσία τείνει πάντα να χρησιμοποιείται —συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας νόμιμης πλαστογράφησης—, η αφέλεια, αλλά και ο κρατιστικός χαρακτήρας, αυτού του είδους του προγράμματος θα έπρεπε να είναι ολοφάνερα.
Έτσι, η καταστροφική εμπειρία της Φάσης IV —ο κόσμος του κυβερνητικού χάρτινου χρήματος και του οικονομικού πολέμου της δεκαετίας του 1930— οδήγησε τις αμερικανικές αρχές να υιοθετήσουν ως κύριο οικονομικό πολεμικό τους στόχο στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο την αποκατάσταση ενός βιώσιμου διεθνούς νομισματικού συστήματος, πάνω στο οποίο θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια αναγέννηση του παγκόσμιου εμπορίου και οι καρποί του διεθνούς καταμερισμού εργασίας.
The chaos and the unbridled economic warfare of the 1930s points up an important lesson: the grievous political flaw (apart from the economic problems) in the Milton Friedman-Chicago School monetary scheme for freely fluctuating fiat currencies. For what the Friedmanites would do—in the name of the free market—is to cut all ties to gold completely, leave the absolute control of each national currency in the hands of its central government issuing fiat paper as legal ten-der—and then advise each government to allow its currency to fluctuate freely with respect to all other fiat currencies, as well as to refrain from inflating its currency too outrageously. The grave political flaw is to hand total control of the money supply to the nation-state, and then to hope and expect that the state will refrain from using that power. And since power always tends to be used, including the power to counterfeit legally, the naivete, as well as the statist nature, of this type of program should be starkly evident. And so, the disastrous experience of Phase IV, the 1930s world of fiat paper and economic warfare, led the U.S. authorities to adopt as their major economic war aim of World War II the restoration of a viable international monetary order, an order on which could be built a renaissance of world trade and the fruits of the international division of labor.
5. Φάση V: Bretton Woods και ο Νέος Χρυσός Κανόνας Συναλλάγματος (Ηνωμένες Πολιτείες) 1945–1968
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. PHASE V: BRETTON WOODS AND THE NEW GOLD EXCHANGE STANDARD (THE U.S.) 1945–1968
Το νέο διεθνές νομισματικό σύστημα σχεδιάστηκε και επεβλήθη από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια διεθνή νομισματική διάσκεψη στο Bretton Woods του Νιου Χάμσαϊρ, στα μέσα του 1944, και επικυρώθηκε από το Κογκρέσο τον Ιούλιο του 1945. Αν και το σύστημα του Bretton Woods λειτούργησε πολύ καλύτερα από την καταστροφή της δεκαετίας του 1930, λειτούργησε μόνο ως μια νέα πληθωριστική αναβίωση του χρυσού κανόνα συναλλάγματος της δεκαετίας του 1920 —και, όπως και τότε, το σύστημα ζούσε μόνο με δανεικό χρόνο.
The new international monetary order was conceived and then driven through by the United States at an international monetary conference at Bretton Woods, New Hampshire, in mid-1944 and ratified by the Congress in July, 1945. While the Bretton Woods system worked far better than the disaster of the 1930s, it worked only as another inflationary recrudescence of the gold exchange standard of the 1920s, and—like the 1920s—the system lived only on borrowed time.
Το νέο σύστημα ήταν ουσιαστικά ο χρυσός κανόνας συναλλάγματος της δεκαετίας του 1920, με τη διαφορά ότι το δολάριο είχε εκτοπίσει τη βρετανική λίρα ως ένα από τα «νομίσματα κλειδιά». Τώρα το δολάριο, ορισμένο σε 1/35 της ουγγιάς χρυσού, ήταν το μοναδικό νόμισμα κλειδί. Η άλλη διαφορά από τη δεκαετία του 1920 ήταν ότι το δολάριο δεν ήταν πλέον εξαργυρώσιμο σε χρυσό για τους Αμερικανούς πολίτες· αντίθετα, συνεχίστηκε το σύστημα της δεκαετίας του 1930, με το δολάριο εξαργυρώσιμο σε χρυσό μόνο προς ξένες κυβερνήσεις και τις Κεντρικές τους Τράπεζες. Μόνο οι κυβερνήσεις —και όχι ιδιώτες— είχαν το προνόμιο να εξαργυρώνουν δολάρια σε χρυσό. Στο σύστημα του Bretton Woods, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχτιζαν πυραμίδα δολαρίων (σε χαρτί και σε τραπεζικές καταθέσεις) πάνω στον χρυσό, τον οποίο μπορούσαν να εξαργυρώνουν οι ξένες κυβερνήσεις· ενώ όλες οι άλλες κυβερνήσεις κρατούσαν δολάρια ως βασικό τους αποθεματικό και έχτιζαν πυραμίδα τα δικά τους νομίσματα πάνω στα δολάρια. Και επειδή οι ΗΠΑ ξεκίνησαν την μεταπολεμική περίοδο με τεράστιο απόθεμα χρυσού (περίπου 25 δισεκατομμύρια δολάρια), υπήρχε ευρύ περιθώριο για την πυραμίδα δολαρίων. Επιπλέον, το σύστημα μπορούσε να «λειτουργήσει» για ένα διάστημα, διότι όλα τα νομίσματα του κόσμου επέστρεψαν στο νέο σύστημα στις προπολεμικές τους ισοτιμίες, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν υπερτιμημένες σε σχέση με τον πληθωρισμό και την υποτίμηση που είχαν υποστεί. Η υπερπληθωρισμένη λίρα στερλίνα, για παράδειγμα, επέστρεψε στα 4,86 δολάρια, παρότι η αγοραστική της δύναμη ήταν πολύ χαμηλότερη. Επειδή το δολάριο ήταν τεχνητά υποτιμημένο και τα περισσότερα άλλα νομίσματα υπερτιμημένα το 1945, το δολάριο έγινε σπάνιο και ο κόσμος υπέφερε από την λεγόμενη «έλλειψη δολαρίου», την οποία υποτίθεται ότι ήταν υποχρεωμένος να καλύψει ο Αμερικανός φορολογούμενος με τη μορφή βοήθειας προς ξένες χώρες. Με λίγα λόγια, το πλεόνασμα εξαγωγών που απολάμβανε το υποτιμημένο αμερικανικό δολάριο χρηματοδοτούνταν εν μέρει από τον δυστυχή Αμερικανό φορολογούμενο υπό μορφή βοήθειας σε ξένες χώρες.
The new system was essentially the gold exchange standard of the 1920s but with the dollar rudely displacing the British pound as one of the “key currencies.” Now the dollar, valued at 1/35 of a gold ounce, was to be the only key currency. The other difference from the 1920s was that the dollar was no longer redeemable in gold to American citizens; instead, the 1930’s system was continued, with the dollar redeemable in gold only to foreign governments and their central banks. No private individuals, only governments, were to be allowed the privilege of redeeming dollars in the world gold currency. In the Bretton Woods system, the United States pyramided dollars (in paper money and in bank deposits) on top of gold, in which dollars could be redeemed by foreign governments; while all other governments held dollars as their basic reserve and pyramided their currency on top of dollars. And since the United States began the post-war world with a huge stock of gold (approximately $25 billion), there was plenty of play for pyramiding dollar claims on top of it. Furthermore, the system could “work” for a while because all the world’s currencies returned to the new system at their pre–World War II pars, most of which were highly overvalued in terms of their inflated and depreciated currencies. The inflated pound sterling, for example, returned at $4.86, even though it was worth far less than that in terms of purchasing power on the market. Since the dollar was artificially undervalued and most other currencies overvalued in 1945, the dollar was made scarce, and the world suffered from a so-called dollar shortage, which the American taxpayer was supposed to be obligated to make up by foreign aid. In short, the export surplus enjoyed by the undervalued American dollar was to be partly financed by the hapless American taxpayer in the form of foreign aid.
Με ευρύ περιθώριο για πληθωρισμό πριν επέλθει η τιμωρία, η αμερικανική κυβέρνηση ξεκίνησε την μεταπολεμική πολιτική της συνεχούς νομισματικής επέκτασης —πολιτική που ακολουθεί χαρούμενα έκτοτε. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο συνεχιζόμενος αμερικανικός πληθωρισμός άρχισε να αντιστρέφει το ισοζύγιο του διεθνούς εμπορίου. Ενώ οι ΗΠΑ επέκτειναν το χρήμα και την πίστωση, οι μεγάλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις —πολλές από τις οποίες επηρεάζονταν από νομισματικούς συμβούλους της Αυστριακής Σχολής οικονομικής σκέψης— ακολούθησαν σχετικά «σκληρή» νομισματική πολιτική (π.χ. Δυτική Γερμανία, Ελβετία, Γαλλία, Ιταλία). Η έντονα πληθωριστική Βρετανία αναγκάστηκε λόγω της εκροής δολαρίων να υποτιμήσει τη λίρα σε πιο ρεαλιστικά επίπεδα (για ένα διάστημα έφτασε περίπου στα 2,40 δολάρια). Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη παραγωγικότητα της Ευρώπης και αργότερα της Ιαπωνίας, οδήγησαν σε συνεχή ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών των ΗΠΑ.
Καθώς πέρναγαν τα χρόνια και συγκεκριμένα οι δεκαετίες του 1950 και του 1960, οι ΗΠΑ γίνονταν όλο και πιο πληθωριστικές, τόσο απόλυτα όσο και σχετικά με την Ιαπωνία και τη Δυτική Ευρώπη. Αλλά ο κλασικός κανόνας του χρυσού ως έλεγχος του πληθωρισμού —ιδιαίτερα του αμερικανικού— είχε εξαφανιστεί. Οι κανόνες του Bretton Woods προέβλεπαν ότι οι δυτικοευρωπαϊκές χώρες έπρεπε να συσσωρεύουν τα αποθεματικά τους σε δολάρια και μάλιστα να χρησιμοποιούν αυτά τα δολάρια ως βάση για να επεκτείνουν το δικό τους χρήμα και πιστώσεις.
There being plenty of room for inflation before retribution could set in, the United States government embarked on its post-war policy of continual monetary inflation, a policy it has pursued merrily ever since. By the early 1950s, the continuing American inflation began to turn the tide of international trade. For while the U.S. was inflating and expanding money and credit, the major European governments, many of them influenced by “Austrian” monetary advisers, pursued a relatively “hard money” policy (e.g., West Germany, Switzerland, France, Italy). Steeply inflationist Britain was compelled by its outflow of dollars to devalue the pound to more realistic levels (for a while it was approximately $2.40). All this, combined with the increasing productivity of Europe and later Japan, led to continuing balance of payments deficits with the United States. As the 1950s and 1960s wore on, the U.S. became more and more inflationist, both absolutely and relatively to Japan and Western Europe. But the classical gold standard check on inflation—especially American inflation—was gone. The rules of the Bretton Woods game provided that the West European countries had to keep piling upon their reserve, and even use these dollars as a base to inflate their own currency and credit.
Όμως, καθώς προχωρούσαν οι δεκαετίες του 1950 και του 1960, οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης με το «σκληρότερο» χρήμα (αλλά και η Ιαπωνία) άρχισαν να δυσανασχετούν που αναγκάζονταν να συσσωρεύουν δολάρια που γίνονταν όλο και πιο υπερτιμημένα αντί υποτιμημένα. Καθώς η αγοραστική δύναμη —και άρα η πραγματική αξία— των δολαρίων έπεφτε, τα δολάρια γίνονταν όλο και πιο ανεπιθύμητα από τις ξένες κυβερνήσεις. Ωστόσο, ήταν παγιδευμένες σε ένα σύστημα που γινόταν όλο και πιο εφιαλτικό. Η αμερικανική αντίδραση στα παράπονα της Ευρώπης —με επικεφαλής τη Γαλλία και τον κύριο νομισματικό σύμβουλο του de Gaulle, τον κλασικό οικονομολόγο του κανόνα του χρυσού Jacques Rueff— ήταν απλώς περιφρόνηση και άμεση απόρριψη. Οι Αμερικανοί πολιτικοί και οικονομολόγοι δήλωναν απλώς ότι η Ευρώπη αναγκαστικά χρησιμοποιεί το δολάριο ως νόμισμά της, ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τα αυξανόμενα προβλήματά της και ότι, συνεπώς, οι ΗΠΑ μπορούσαν να συνεχίσουν ανέμελα να επεκτείνουν το χρήμα τους, ακολουθώντας πολιτική «αδιαφορίας» απέναντι στις διεθνείς νομισματικές συνέπειες των δικών τους ενεργειών.
But as the 1950s and 1960s continued, the harder-money countries of West Europe (and Japan) became restless at being forced to pile up dollars that were now increasingly overvalued instead of undervalued. As the purchasing power and hence the true value of dollars fell, they became increasingly unwanted by foreign governments. But they were locked into a system that was more and more of a nightmare. The American reaction to the European complaints, headed by France and De Gaulle’s major monetary adviser, the classical gold standard economist Jacques Rueff, was merely scorn and brusque dismissal. American politicians and economists simply declared that Europe was forced to use the dollar as its currency, that it could do nothing about its growing problems, and that therefore the U.S. could keep blithely inflating while pursuing a policy of “benign neglect” toward the international monetary consequences of its own actions.
Η Ευρώπη όμως είχε το νομικό δικαίωμα να εξαργυρώνει δολάρια σε χρυσό στα 35 δολάρια ανά ουγγιά. Και καθώς το δολάριο γινόταν όλο και πιο υπερτιμημένο σε σχέση με τα «σκληρά» νομίσματα και τον χρυσό, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις άρχισαν να ασκούν όλο και περισσότερο αυτό το δικαίωμα. Ο προαναφερθείς έλεγχος που ασκεί ο κανόνας του χρυσού άρχισε να ενεργοποιείται· έτσι ο χρυσός παρουσίαζε σταθερή εκροή από τις Ηνωμένες Πολιτείες επί δύο δεκαετίες μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1950, μέχρι που το αμερικανικό απόθεμα χρυσού μειώθηκε από άνω των 20 δισεκατομμυρίων σε 9 δισεκατομμύρια δολάρια. Καθώς τα δολάρια συνέχιζαν να επεκτείνονται πάνω σε ένα συρρικνούμενο χρυσό βάθρο, πώς θα μπορούσαν οι ΗΠΑ να συνεχίσουν να εξαργυρώνουν ξένα δολάρια σε χρυσό —τον θεμέλιο λίθο του συστήματος του Bretton Woods; Αυτά τα προβλήματα δεν επιβράδυναν την συνεχή αμερικανική επέκταση δολαρίων και τιμών, ούτε την πολιτική της «αδιαφορίας», η οποία οδήγησε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 σε επιταχυνόμενη συσσώρευση όχι λιγότερων από 80 δισεκατομμυρίων ανεπιθύμητων δολαρίων στην Ευρώπη (γνωστών ως ευρωδολάρια). Για να σταματήσουν την εξαργύρωση δολαρίων σε χρυσό από την Ευρώπη, οι ΗΠΑ άσκησαν έντονη πολιτική πίεση στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, παρόμοια αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα με την πίεση που ασκούσε η Βρετανία στη Γαλλία έως το 1931 για να μην εξαργυρώσει τις υψηλές απαιτήσεις της σε στερλίνες. Όμως ο οικονομικός νόμος, αργά ή γρήγορα, προφταίνει τις κυβερνήσεις· και αυτό ακριβώς συνέβη στην αρεσκόμενη στον πληθωρισμό αμερικανική κυβέρνηση στο τέλος της δεκαετίας του 1960. Το σύστημα του χρυσού κανόνα συναλλάγματος του Bretton Woods —που είχε χαιρετιστεί από την αμερικανική πολιτική και οικονομική ελίτ ως μόνιμο και απόρθητο— άρχισε να ξηλώνεται γρήγορα το 1968.
But Europe did have the legal option of redeeming dollars in gold at $35 an ounce. And as the dollar became increasingly overvalued in terms of hard money currencies and gold, European governments began more and more to exercise that option. The gold standard check was coming into use; hence, gold flowed steadily out of the U.S. for two decades after the early 1950s, until the U.S. gold stock dwindled over this period from over $20 billion to $9 billion. As dollars kept inflating upon a dwindling gold base, how could the U.S. keep redeeming foreign dollars in gold—the cornerstone of the Bretton Woods system? These problems did not slow down continued U.S. inflation of dollars and prices, or the U.S. policy of “benign neglect,” which resulted by the late 1960s in an accelerated pileup of no less than $80 billion in unwanted dollars in Europe (known as Eurodollars). To try to stop European redemption of dollars into gold, the U.S. exerted intense political pressure on the European governments, similar but on a far larger scale to the British cajoling of France not to redeem its heavy sterling balances until 1931. But economic law has a way, at long last, of catching up with governments, and this is what happened to the inflation-happy U.S. government by the end of the 1960s. The gold exchange system of Bretton Woods—hailed by the U.S. political and economic Establishment as permanent and impregnable—began to unravel rapidly in 1968.
6. Φάση VI: Το Ξήλωμα του Bretton Woods, 1968–1971
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. PHASE VI: THE UNRAVELING OF BRETTON WOODS, 1968–1971
Καθώς τα δολάρια συσσωρεύονταν στο εξωτερικό και ο χρυσός συνέχιζε να εκρέει, οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονταν όλο και περισσότερο να διατηρήσουν την τιμή του χρυσού στα 35 δολάρια ανά ουγγιά στις ελεύθερες αγορές χρυσού του Λονδίνου και της Ζυρίχης. Τα 35 δολάρια ανά ουγγιά ήταν ο θεμέλιος λίθος του συστήματος, και ενώ στους Αμερικανούς πολίτες δεν επιτρεπόταν από το 1934 να κατέχουν χρυσό οπουδήποτε στον κόσμο, οι υπόλοιποι πολίτες απολάμβαναν την ελευθερία να κατέχουν χρυσό σε ράβδους και νομίσματα. Έτσι, ένας τρόπος για τους Ευρωπαίους ιδιώτες να εξαργυρώσουν τα δολάριά τους σε χρυσό ήταν να πουλήσουν τα δολάριά τους για χρυσό στα 35 δολάρια ανά ουγγιά στην ελεύθερη αγορά χρυσού.
Καθώς το δολάριο συνέχιζε να επεκτείνεται και να υποτιμάται, και καθώς τα ελλείμματα του αμερικανικού ισοζυγίου πληρωμών συνεχίζονταν, οι Ευρωπαίοι και άλλοι ιδιώτες άρχισαν να επιταχύνουν τις πωλήσεις δολαρίων σε χρυσό. Για να διατηρήσει το δολάριο στα 35 δολάρια ανά ουγγιά, η αμερικανική κυβέρνηση αναγκαζόταν να διαρρέει χρυσό από το συρρικνούμενο απόθεμά της προκειμένου να στηρίξει την τιμή των 35 δολαρίων στο Λονδίνο και τη Ζυρίχη.
As dollars piled up abroad and gold continued to flow outward, the U.S. found it increasingly difficult to maintain the price of gold at $35 an ounce in the free gold markets at London and Zurich. Thirty-five dollars an ounce was the keystone of the system, and while American citizens have been barred since 1934 from owning gold anywhere in the world, other citizens have enjoyed the freedom to own gold bullion and coin. Hence, one way for individual Europeans to redeem their dollars in gold was to sell their dollars for gold at $35 an ounce in the free gold market. As the dollar kept inflating and depreciating, and as American balance of payments deficits continued, Europeans and other private citizens began to accelerate their sales of dollars into gold. In order to keep the dollar at $35 an ounce, the U.S. government was forced to leak out gold from its dwindling stock to support the $35 price at London and Zurich.
Μια κρίση εμπιστοσύνης στο δολάριο στις ελεύθερες αγορές χρυσού οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια θεμελιώδη αλλαγή του νομισματικού συστήματος τον Μάρτιο του 1968. Η ιδέα ήταν να σταματήσει η ενοχλητική ελεύθερη αγορά χρυσού να απειλεί ποτέ ξανά τη συμφωνία του Bretton Woods. Έτσι γεννήθηκε η «δίτιμη αγορά χρυσού». Η ιδέα ήταν ότι η ελεύθερη αγορά χρυσού μπορούσε να πάει στον διάβολο· θα ήταν αυστηρά απομονωμένη από την πραγματική νομισματική δράση στις κεντρικές τράπεζες και στις κυβερνήσεις του κόσμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα προσπαθούσαν πλέον να διατηρήσουν την τιμή του χρυσού στην ελεύθερη αγορά στα 35 δολάρια· θα αγνοούσαν την ελεύθερη αγορά χρυσού, και οι ίδιες μαζί με όλες τις άλλες κυβερνήσεις συμφώνησαν να διατηρήσουν την αξία του δολαρίου στα 35 δολάρια ανά ουγγιά για πάντα. Οι κυβερνήσεις και οι Κεντρικές Τράπεζες ανά τον κόσμο δεν θα αγόραζαν πλέον χρυσό από την «εξωτερική» αγορά και δεν θα πωλούσαν πλέον χρυσό σε αυτήν· από το εξής ο χρυσός θα μετακινούνταν απλώς ως μάρκες από τη μία Κεντρική Τράπεζα στην άλλη, ενώ οι νέες προσφορές χρυσού, η ελεύθερη αγορά χρυσού και η ιδιωτική ζήτηση χρυσού θα ακολουθούσαν τον δικό τους δρόμο, εντελώς αποκομμένες από τις μεταξύ των κεντρικών τραπεζών νομισματικές διευθετήσεις.
A crisis of confidence in the dollar on the free gold markets led the United States to effect a fundamental change in the monetary system in March 1968. The idea was to stop the pesky free gold market from ever again endangering the Bretton Woods arrangement. Hence was born the “two-tier gold market.” The idea was that the free gold market could go to blazes; it would be strictly insulated from the real monetary action in the central banks and governments of the world. The United States would no longer try to keep the free-market gold price at $35; it would ignore the free gold market, and it and all the other governments agreed to keep the value of the dollar at $35 an ounce forevermore. The governments and central banks of the world would henceforth buy no more gold from the “outside” market and would sell no more gold to that market; from now on gold would simply move as counters from one central bank to another, and new gold supplies, free gold market, or private demand for gold would take their own course completely separated from the monetary arrangements of the world.
Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες πίεσαν έντονα για την εισαγωγή ενός νέου είδους παγκόσμιου χάρτινου αποθεματικού, των Ειδικών Δικαιωμάτων Συναλλαγής (Special Drawing Rights – SDRs), για τα οποία υπήρχε η ελπίδα ότι θα αντικαθιστούσαν τελικά πλήρως τον χρυσό και θα λειτουργούσαν ως νέο παγκόσμιο χάρτινο νόμισμα που θα εκδιδόταν από μια μελλοντική Παγκόσμια Τράπεζα Αποθεματικών· αν ποτέ δημιουργούνταν ένα τέτοιο σύστημα, τότε οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να επεκτείνουν το χρήμα ανεξέλεγκτα για πάντα, σε συνεργασία με τις άλλες κυβερνήσεις (το μόνο όριο θα ήταν τότε η καταστροφική παγκόσμια υπερπληθωριστική κατάρρευση και η διάλυση του παγκόσμιου χάρτινου νομίσματος). Ωστόσο, τα SDRs, που δέχθηκαν σφοδρή αντίσταση από τη Δυτική Ευρώπη και τις χώρες του «σκληρού χρήματος», παραμένουν μέχρι σήμερα μόνο ένα μικρό συμπλήρωμα στα αμερικανικά και άλλα νομισματικά αποθεματικά.
Along with this, the U.S. pushed hard for the new launching of a new kind of world paper reserve, Special Drawing Rights (SDRs), which it was hoped would eventually replace gold altogether and serve as a new world paper currency to be issued by a future World Reserve Bank; if such a system were ever established, then the U.S. could inflate unchecked forevermore, in collaboration with other world governments (the only limit would then be the disastrous one of a worldwide runaway inflation and the crackup of the world paper currency). But the SDRs, combatted intensely as they have been by Western Europe and the “hard-money” countries, have so far been only a small supplement to American and other currency reserves.
Όλοι οι οικονομολόγοι υπέρμαχοι του χάρτινου χρήματος, από τους Κεϋνσιανούς μέχρι αυτούς της σχολής του Friedman, ήταν τώρα βέβαιοι ότι ο χρυσός θα εξαφανιζόταν από το διεθνές νομισματικό σύστημα· αποκομμένος από την «στήριξή» του από το δολάριο, προέβλεπαν όλοι με βεβαιότητα ότι η τιμή του χρυσού στην ελεύθερη αγορά θα έπεφτε γρήγορα κάτω από τα 35 δολάρια ανά ουγγιά και ακόμη και στα εκτιμώμενα «βιομηχανικά» μη νομισματικά επίπεδα των 10 δολαρίων ανά ουγγιά. Αντίθετα, η ελεύθερη τιμή του χρυσού, δεν έπεσε ποτέ κάτω από τα 35 δολάρια, συνέχισε να ανεβαίνει σταθερά και στις αρχές του 1973 είχε φτάσει περίπου στα 125 δολάρια ανά ουγγιά —ένα επίπεδο που κανένας οικονομολόγος υπέρμαχος του χάρτινου χρήματος δεν θα θεωρούσε δυνατό μόλις ένα χρόνο νωρίτερα.
All pro-paper economists, from Keynesians to Friedmanites, were now confident that gold would disappear from the international monetary system; cut off from its “support” by the dollar, these economists all confidently predicted the free-market gold price would soon fall below $35 an ounce, and even down to the estimated “industrial” non-monetary gold price of $10 an ounce. Instead, the free price of gold, never below $35, had been steadily above $35, and by early 1973 had climbed to around $125 an ounce, a figure that no pro-paper economist would have thought possible as recently as a year earlier.
Μακριά από την εδραίωση ενός μόνιμου νέου νομισματικού συστήματος, η δίτιμη αγορά χρυσού αγόρασε λίγο μόνο χρόνο· ο αμερικανικός πληθωρισμός και τα ελλείμματα συνεχίστηκαν. Τα ευρωδολάρια συσσωρεύονταν με ταχύτητα, ο χρυσός συνέχιζε να εκρέει, και η υψηλότερη ελεύθερη τιμή του χρυσού απλώς αποκάλυπτε την επιταχυνόμενη απώλεια παγκόσμιας εμπιστοσύνης στο δολάριο. Το δίτιμο σύστημα κινήθηκε γρήγορα προς την κρίση —και προς την οριστική διάλυση του Bretton Woods.47
Far from establishing a permanent new monetary system, the two-tier gold market only bought a few years of time; American inflation and deficits continued. Eurodollars accumulated rapidly, gold continued to flow outward, and the higher free-market price of gold simply revealed the accelerated loss of world confidence in the dollar. The two-tier system moved rapidly towards crisis and to the final dissolution of Bretton Woods.
7. Φάση VII: Το Τέλος του Bretton Woods: Ελεύθερα Κυμαινόμενα Νομίσματα Αναγκαστικής Κυκλοφορίας, Αύγουστος–Δεκέμβριος 1971
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. PHASE VII: THE END OF BRETTON WOODS: FLUCTUATING FIAT CURRENCIES, AUGUST–DECEMBER, 1971
Στις 15 Αυγούστου 1971, την ίδια στιγμή που ο Πρόεδρος Nixon επέβαλε πάγωμα τιμών και μισθών σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αναχαιτίσει τον καλπάζοντα πληθωρισμό, ο κ. Nixon έθεσε τέλος —με τρόπο συντριπτικό— στο μεταπολεμικό σύστημα του Bretton Woods. Καθώς οι ευρωπαϊκές Κεντρικές Τράπεζες απειλούσαν πλέον να εξαργυρώσουν μεγάλο μέρος των υπερβολικά διογκωμένων αποθεμάτων τους σε δολάρια με χρυσό, ο Πρόεδρος Nixon αποσύρθηκε πλήρως από τον χρυσό. Για πρώτη φορά στην αμερικανική ιστορία, το δολάριο ήταν πλέον καθαρά χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, χωρίς καμία απολύτως κάλυψη σε χρυσό. Ακόμη και ο ισχνός δεσμός με τον χρυσό που είχε επιβιώσει από το 1933 κόπηκε οριστικά. Ο κόσμος βυθίστηκε ξανά στο σύστημα χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας της δεκαετίας του 1930 —και μάλιστα με χειρότερο τρόπο, αφού τώρα ούτε το ίδιο το δολάριο δεν είχε πλέον την παραμικρή σχέση με τον χρυσό. Μπροστά μας υψωνόταν το εφιαλτικό φάσμα νομισματικών μπλοκ, ανταγωνιστικών υποτιμήσεων, οικονομικού πολέμου και πλήρους κατάρρευσης του διεθνούς εμπορίου και των επενδύσεων, με την παγκόσμια ύφεση να ακολουθεί.
On August 15, 1971, at the same time that President Nixon imposed a price-wage freeze in a vain attempt to check bounding inflation, Mr. Nixon also brought the post-war Bretton Woods system to a crashing end. As European central banks at last threatened to redeem much of their swollen stock of dollars for gold, President Nixon went totally off gold. For the first time in American history, the dollar was totally fiat, totally without backing in gold. Even the tenuous link with gold, maintained since 1933, was now severed. The world was plunged into the fiat system of the thirties—and worse, since now even the dollar was no longer linked to gold. Ahead loomed the dread spectre of currency blocs, competing devaluations, economic warfare, and the breakdown of international trade and investment, with the worldwide depression that would then ensue.
Τι έπρεπε να γίνει; Προσπαθώντας να αποκαταστήσουν ένα διεθνές νομισματικό σύστημα χωρίς σύνδεση με τον χρυσό, οι Ηνωμένες Πολιτείες οδήγησαν τον κόσμο στη Συμφωνία Smithsonian Agreement της 18ης Δεκεμβρίου 1971.
What to do? Attempting to restore an international monetary order lacking a link to gold, the United States led the world into the Smithsonian Agreement on December 18, 1971.
8. Φάση VIII: Η Συμφωνία του Smithsonian, Δεκέμβριος 1971–Φεβρουάριος 1973
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. PHASE VIII: THE SMITHSONIAN AGREEMENT, DECEMBER 1971–FEBRUARY 1973
Η Συμφωνία (Smithsonian Agreement) —την οποία ο Πρόεδρος Nixon είχε επαινέσει ως «τη μεγαλύτερη νομισματική συμφωνία στην ιστορία του κόσμου»— ήταν ακόμη πιο εύθραυστη και ασταθής από τον χρυσό κανόνα συναλλάγματος της δεκαετίας του 1920 ή ακόμα και από το ίδιο το σύστημα του Bretton Woods. Για άλλη μια φορά, οι χώρες σε όλο τον κόσμο δεσμεύτηκαν να διατηρήσουν σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, αλλά αυτή τη φορά χωρίς κανένα χρυσό ή άλλο πραγματικό χρήμα να παρέχει οποιαδήποτε κάλυψη στα εθνικά νομίσματα. Επιπλέον, πολλά ευρωπαϊκά νομίσματα είχαν καθοριστεί σε υποτιμημένες ισοτιμίες σε σχέση με το δολάριο· η μόνη παραχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν μια πενιχρή υποτίμηση της επίσημης ισοτιμίας του δολαρίου στα 38 δολάρια ανά ουγγιά χρυσού. Αν και πολύ μικρή και πολύ αργά, αυτή η υποτίμηση ήταν σημαντική, διότι έβαζε τέλος σε μια ατελείωτη σειρά επίσημων αμερικανικών διακηρύξεων που είχαν δεσμευτεί να διατηρήσουν την τιμή των 35 δολαρίων για πάντα. Τώρα πλέον, η τιμή των 35 δολαρίων αναγνωριζόταν έστω και έμμεσα ότι δεν ήταν χαραγμένη σε λίθινες πλάκες.
The Smithsonian Agreement, hailed by President Nixon as the “greatest monetary agreement in the history of the world,” was even more shaky and unsound than the gold exchange standard of the 1920s or than Bretton Woods. For once again, the countries of the world pledged to maintain fixed exchange rates, but this time with no gold or world money to give any currency backing. Furthermore, many European currencies were fixed at undervalued parities in relation to the dollar; the only U.S. concession was a puny devaluation of the official dollar rate to $38 an ounce. But while much too little and too late, this devaluation was significant in violating an endless round of official American pronouncements, which had pledged to maintain the $35 rate forevermore. Now at last the $35 price was implicitly acknowledged as not graven on tablets of stone.
Ήταν αναπόφευκτο ότι οι σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, ακόμη και με ευρύτερα περιθώρια διακύμανσης, αλλά χωρίς διεθνές μέσο ανταλλαγής, ήταν καταδικασμένες σε γρήγορη αποτυχία. Αυτό ίσχυε ιδιαιτέρως επειδή ο αμερικανικός πληθωρισμός χρήματος και τιμών, η υποτίμηση του δολαρίου και τα ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών συνεχίζονταν ανεξέλεγκτα.
It was inevitable that fixed exchange rates, even with wider agreed zones of fluctuation, but lacking a world medium of exchange, were doomed to rapid defeat. This was especially true since American inflation of money and prices, the decline of the dollar, and balance of payments deficits continued unchecked.
Το υπερδιογκωμένο απόθεμα ευρωδολαρίων, σε συνδυασμό με τον συνεχιζόμενο πληθωρισμό και την πλήρη αποκοπή από τον χρυσό, οδήγησε την ελεύθερη τιμή του χρυσού στα 215 δολάρια ανά ουγγιά. Και καθώς η υπερτίμηση του δολαρίου και η υποτίμηση των ευρωπαϊκών και ιαπωνικών νομισμάτων «σκληρού χρήματος» γίνονταν όλο και πιο εμφανείς, το δολάριο τελικά συνετρίβη στις παγκόσμιες αγορές κατά τους μήνες πανικού του Φεβρουαρίου–Μαρτίου 1973. Κατέστη αδύνατο για τη Δυτική Γερμανία, την Ελβετία, τη Γαλλία και τις άλλες χώρες με σκληρό χρήμα να συνεχίσουν να αγοράζουν δολάρια προκειμένου να στηρίξουν το δολάριο σε υπερτιμημένη ισοτιμία. Σε λίγο περισσότερο από έναν χρόνο, το σύστημα Smithsonian με τις σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες χωρίς χρυσό συνετρίβη στα βράχια της οικονομικής πραγματικότητας.
The swollen supply of Eurodollars, combined with the continued inflation and the removal of gold backing, drove the free-market gold price up to $215 an ounce. And as the overvaluation of the dollar and the undervaluation of European and Japanese hard money became increasingly evident, the dollar finally broke apart on the world markets in the panic months of February–March 1973. It became impossible for West Germany, Switzerland, France, and the other hard money countries to continue to buy dollars in order to support the dollar at an overvalued rate. In little over a year, the Smithsonian system of fixed exchange rates without gold had smashed apart on the rocks of economic reality.
9. Φάση IX: Ελεύθερα Κυμαινόμενα Νομίσματα Αναγκαστικής Κυκλοφορίας, Μάρτιος 1973–;
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. PHASE IX: FLUCTUATING FIAT CURRENCIES, MARCH 1973–?
Με την κατάρρευση του δολαρίου, ο κόσμος μετατοπίστηκε και πάλι σε ένα σύστημα κυμαινόμενων ισοτιμιών νομισμάτων αναγκαστικής κυκλοφορίας. Εντός του δυτικοευρωπαϊκού μπλοκ, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες συνδέθηκαν μεταξύ τους, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες προχώρησαν σε μια ακόμη συμβολική υποτίμηση της επίσημης ισοτιμίας του δολαρίου στα 42 δολάρια ανά ουγγιά χρυσού. Καθώς το δολάριο κατέρρεε καθημερινά στις αγορές συναλλάγματος και το γερμανικό μάρκο, το ελβετικό φράγκο και το ιαπωνικό γιεν εκτοξεύονταν προς τα πάνω, οι αμερικανικές αρχές —με την υποστήριξη των οικονομολόγων της Σχολής του Friedman— άρχισαν να θεωρούν ότι αυτό ήταν το νομισματικό ιδεώδες. Είναι αλήθεια ότι, υπό καθεστώς κυμαινόμενων ισοτιμιών, δεν εμφανίζονται πλέον πλεονάσματα δολαρίων και ξαφνικές κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών. Επιπλέον, οι αμερικανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις άρχισαν να πανηγυρίζουν ότι η πτώση της ισοτιμίας του δολαρίου καθιστούσε τα αμερικανικά προϊόντα φθηνότερα στο εξωτερικό, ευνοώντας έτσι τις εξαγωγές. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι κυβερνήσεις συνέχισαν να παρεμβαίνουν στις διακυμάνσεις των ισοτιμιών («βρώμικες» αντί για «καθαρές» διακυμάνσεις), αλλά συνολικά φαινόταν ότι η διεθνής νομισματική τάξη είχε διαλυθεί σε μια ουτοπία της σχολής του Friedman. Ωστόσο, σύντομα έγινε σαφές ότι τα πράγματα απέχουν πολύ από το να είναι καλά στο παρόν διεθνές νομισματικό σύστημα. Το μακροπρόθεσμο πρόβλημα είναι ότι οι χώρες με «σκληρό» χρήμα δεν πρόκειται να κάθονται αδρανείς για πάντα και να βλέπουν τα νομίσματά τους να γίνονται ακριβότερα και οι εξαγωγές τους να πλήττονται προς όφελος των αμερικανικών ανταγωνιστών. Αν ο αμερικανικός πληθωρισμός και η υποτίμηση του δολαρίου συνεχιστούν, σύντομα θα επιστρέψουν στις ανταγωνιστικές υποτιμήσεις, στους ελέγχους συναλλάγματος, στα νομισματικά μπλοκ και στον οικονομικό πόλεμο της δεκαετίας του 1930. Αλλά το πιο άμεσο πρόβλημα είναι η άλλη όψη του νομίσματος: η υποτίμηση του δολαρίου σημαίνει ότι οι αμερικανικές εισαγωγές γίνονται πολύ πιο ακριβές, οι Αμερικανοί τουρίστες υποφέρουν στο εξωτερικό, ενώ τα φθηνά αμερικανικά προϊόντα αγοράζονται τόσο γρήγορα από ξένες χώρες, ώστε οι τιμές των εξαγωγών να εκτοξεύονται στην εσωτερική αγορά (π.χ. ο πληθωρισμός στις τιμές σιταριού και κρέατος). Έτσι, οι αμερικανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις μπορεί πράγματι να ωφελούνται, αλλά μόνο εις βάρος του Αμερικανού καταναλωτή που βάλλεται από τον πληθωρισμό. Η τρομακτική αβεβαιότητα των ταχέων διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στους Αμερικανούς με την απότομη πτώση του δολαρίου στις αγορές συναλλάγματος τον Ιούλιο του 1973.
With the dollar breaking apart, the world shifted again, to a system of fluctuating fiat currencies. Within the West European block, exchange rates were tied to one another, and the U.S. again devalued the official dollar rate by a token amount, to $42 an ounce. As the dollar plunged in foreign exchange from day to day, and the West German mark, the Swiss franc, and the Japanese yen hurtled upward, the American authorities, backed by the Friedmanite economists, began to think that his was the monetary ideal. It is true that dollar surpluses and sudden balance of payments crises do not plague the world under fluctuating exchange rates. Furthermore, American export firms began to chortle that falling dollar rates made American goods cheaper abroad, and therefore benefitted exports. It is true that governments persisted in interfering with exchange fluctuations (“dirty” instead of “clean” floats), but overall it seemed that the international monetary order had sundered into a Friedmanite utopia.
But it became clear all too soon that all is far from well in the current international monetary system. The long fun problem is that the hard money countries will not sit by forever and watch their currencies become more expensive and their exports hurt for the benefit of their American competitors. If American inflation and dollar depreciation continues, they will soon shift to the competing devaluation, exchange controls, currency blocs, and economic warfare of the 1930s. But more immediate is the other side of the coin: the fact that depreciating dollars means that American imports are far more expensive, American tourists suffer abroad, and cheap exports are snapped up by foreign countries so rapidly as to raise prices of exports at home (e.g., the American wheat-and-meat price inflation). So that American exporters might indeed benefit, but only at the expense of the inflation-ridden American consumer. The crippling uncertainty of rapid exchange rate fluctuations was brought starkly home to Americans with the rapid plunge of the dollar in foreign exchange markets in July 1973.
Από τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν πλήρως τον χρυσό τον Αύγουστο του 1971 και καθιέρωσαν το σύστημα της Σχολής του Friedman των κυμαινόμενων ισοτιμιών νομισμάτων αναγκαστικής κυκλοφορίας τον Μάρτιο του 1973, οι ΗΠΑ και ολόκληρος ο κόσμος υπέστησαν τον πιο έντονο και πιο παρατεταμένο πληθωρισμό ειρηνικής περιόδου στην ιστορία του κόσμου. Θα πρέπει πλέον να έχει καταστεί προφανές ότι αυτό δεν είναι καθόλου σύμπτωση. Πριν αποκοπεί το δολάριο από τον χρυσό, Κεϋνσιανοί και οπαδοί του Friedman —κάθε ομάδα με τον δικό της τρόπο αφοσιωμένη στο κυβερνητικό χάρτινο χρήμα— προέβλεπαν με βεβαιότητα ότι, όταν θα καθιερωνόταν το χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, η τιμή του χρυσού στην αγορά θα έπεφτε αμέσως στο μη νομισματικό του επίπεδο, το οποίο τότε εκτιμούσαν περίπου στα 8 δολάρια ανά ουγγιά. Στην περιφρόνησή τους για τον χρυσό, και οι δύο ομάδες υποστήριζαν ότι ήταν το ισχυρό δολάριο που στήριζε την τιμή του χρυσού και όχι το αντίστροφο. Από το 1971 και μετά, η τιμή του χρυσού στην αγορά δεν έπεσε ποτέ κάτω από την παλιά επίσημη τιμή των 35 δολαρίων ανά ουγγιά και σχεδόν πάντοτε ήταν εντυπωσιακά υψηλότερη. Όταν, κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, οικονομολόγοι όπως ο Jacques Rueff ζητούσαν κανόνα του χρυσού στα 70 δολάρια ανά ουγγιά, η τιμή θεωρούνταν υπερβολικά υψηλή. Σήμερα μια τέτοια τιμή είναι υπερβολικά χαμηλή. Η πολύ υψηλότερη τιμή του χρυσού αποτελεί ένδειξη της καταστροφικής υποβάθμισης του δολαρίου από τη στιγμή που οι «σύγχρονοι» οικονομολόγοι πέτυχαν τον στόχο τους και αφαιρέθηκε κάθε κάλυψη από τον χρυσό.
Since the U.S. went completely off gold in August 1971 and established the Friedmanite fluctuating fiat system in March 1973, the United States and the world have suffered the most intense and most sustained bout of peacetime inflation in the history of the world. It should be clear by now that this is scarcely a coincidence. Before the dollar was cut loose from gold, Keynesians and Friedmanites, each in their own way devoted to fiat paper money, confidently predicted that when fiat money was established, the market price of gold would fall promptly to its non-monetary level, then estimated at about $8 an ounce. In their scorn of gold, both groups maintained that it was the mighty dollar that was propping up the price of gold, and not vice versa. Since 1971, the market price of gold has never been below the old fixed price of $35 an ounce, and has almost always been enormously higher. When, during the 1950s and 1960s, economists such as Jacques Rueff were calling for a gold standard at a price of $70 an ounce, the price was considered absurdly high. It is now even more absurdly low. The far higher gold price is an indication of the calamitous deterioration of the dollar since “modern” economists had their way and all gold backing was removed.
Είναι πλέον ολοφάνερο ότι ο κόσμος έχει κουραστεί από τον άνευ προηγουμένου πληθωρισμό, στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε όλο τον κόσμο, που πυροδοτήθηκε από την εποχή των κυμαινόμενων νομισμάτων αναγκαστικής κυκλοφορίας που ξεκίνησε το 1973. Είμαστε επίσης κουρασμένοι από την ακραία αστάθεια και την απρόβλεπτη διακύμανση των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Αυτή η αστάθεια είναι συνέπεια του εθνικού συστήματος χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας, το οποίο κατακερμάτισε το παγκόσμιο χρήμα και πρόσθεσε τεχνητή πολιτική αστάθεια στην φυσική αβεβαιότητα του συστήματος τιμών της ελεύθερης αγοράς. Το όνειρο των οπαδών του Friedman για κυμαινόμενα νομίσματα αναγκαστικής κυκλοφορίας έχει γίνει στάχτη, και υπάρχει μια κατανοητή λαχτάρα για επιστροφή σε ένα διεθνές χρήμα με σταθερές ισοτιμίες.
It is now all too clear that the world has become fed up with the unprecedented inflation, in the U.S. and throughout the world, that has been sparked by the fluctuating fiat currency era inaugurated in 1973. We are also weary of the extreme volatility and unpredictability of currency exchange rates. This volatility is the consequence of the national fiat money system, which fragmented the world’s money and added artificial political instability to the natural uncertainty in the free-market price system. The Friedmanite dream of fluctuating fiat money lies in ashes, and there is an understandable yearning to return to an international money with fixed exchange rates.
Δυστυχώς, ο κλασικός κανόνας του χρυσού έχει ξεχαστεί, και ο τελικός στόχος των περισσότερων Αμερικανών και παγκόσμιων ηγετών παραμένει το παλιό κεϋνσιανό όραμα ενός παγκόσμιου κανόνα χρήματος αναγκαστικής κυκλοφορίας: μια νέα νομισματική μονάδα που θα εκδίδεται από μια Παγκόσμια Τράπεζα Αποθεματικών (World Reserve Bank – WRB). Είτε η νέα μονάδα ονομαστεί «bancor» (όπως πρότεινε ο Keynes), «unita» (όπως πρότεινε ο Αμερικανός αξιωματούχος του Υπουργείου Οικονομικών Harry Dexter White στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο) ή «phoenix» (όπως πρότεινε το περιοδικό The Economist), δεν έχει σημασία. Το ουσιαστικό είναι ότι ένα τέτοιο διεθνές χάρτινο νόμισμα, ενώ όντως θα απαλλάσσει από κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών —αφού η WRB θα μπορούσε να εκδίδει όσα bancor ήθελε και να τα προμηθεύει στην χώρα της επιλογής της—, θα άνοιγε διάπλατα τον δρόμο για απεριόριστο παγκόσμιο πληθωρισμό, χωρίς τον περιορισμό ούτε των κρίσεων ισοζυγίου πληρωμών ούτε των πτώσεων στις ισοτιμίες. Η WRB θα γινόταν τότε ο παντοδύναμος καθοριστικός παράγοντας της παγκόσμιας προσφοράς χρήματος και της εθνικής κατανομής της. Η WRB θα μπορούσε και θα υπέβαλλε τον κόσμο σε αυτό που θα θεωρούσε «σοφά ελεγχόμενο» πληθωρισμό. Δυστυχώς, τότε δεν θα υπήρχε τίποτα που να εμποδίζει το ανυπολόγιστα καταστροφικό οικονομικό ολοκαύτωμα ενός παγκόσμιου υπερπληθωρισμού —τίποτα, δηλαδή, εκτός από την αμφίβολη ικανότητα της WRB να «ρυθμίζει με λεπτότητα» την παγκόσμια οικονομία.
Unfortunately, the classical gold standard lies forgotten, and the ultimate goal of most American and world leaders is the old Keynesian vision of a one-world fiat paper standard, a new currency unit issued by a World Reserve Bank (WRB). Whether the new currency be termed “the bancor” (offered by Keynes), the “unita” (proposed by World War II U.S. Treasury official Harry Dexter White), or the “phoenix” (suggested by The Economist) is unimportant. The vital point is that such an international paper currency, while indeed free of balance-of-payment crises (since the WRB could issue as much bancors as it wished and supply them to its country of choice), would provide an open channel for unlimited worldwide inflation, unchecked by either balance-of-payment crises or by declines in exchange rates. The WRB would then be the all-powerful determinant of the world’s money supply and its national distribution. The WRB could and would subject the world to what it believes will be a wisely controlled inflation. Unfortunately, there would then be nothing standing in the way of the unimaginably catastrophic economic holocaust of worldwide runaway inflation. Nothing, that is, except the dubious capacity of the WRB to fi ne-tune the world economy.
Ενώ ένα παγκόσμιο νόμισμα αναγκαστικής κυκλοφορίας και μια Παγκόσμια Κεντρική Τράπεζα παραμένουν ο τελικός στόχος των κεϋνσιανών ηγετών του κόσμου, ο πιο ρεαλιστικός και άμεσος στόχος είναι η επιστροφή σε ένα εξωραϊσμένο σύστημα τύπου Bretton Woods, αλλά αυτή τη φορά χωρίς κανένα χρυσό ως κάλυψη. Ήδη οι μεγάλες Κεντρικές Τράπεζες του κόσμου προσπαθούν να «συντονίσουν» τις νομισματικές και οικονομικές πολιτικές, να εναρμονίσουν τους ρυθμούς πληθωρισμού και να καθορίσουν σταθερές ισοτιμίες. Η σθεναρή προσπάθεια για ένα ευρωπαϊκό χάρτινο νόμισμα που θα εκδίδεται από μια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα φαίνεται να είναι στο κατώφλι της επιτυχίας. Αυτός ο στόχος πωλείται στο αφελές κοινό με την εσφαλμένη επιχειρηματολογία ότι μια Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) ελεύθερου εμπορίου απαιτεί αναγκαστικά μια υπερεθνική γραφειοκρατία, ομοιομορφία φορολογίας σε όλη την ΕΟΚ και, ιδιαίτερα, μια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ένα ευρωπαϊκό χάρτινο νόμισμα. Μόλις επιτευχθεί αυτό, θα ακολουθήσει αμέσως στενότερος συντονισμός με την Federal Reserve και τις άλλες μεγάλες Κεντρικές Τράπεζες. Και τότε, πόσο μακριά θα μπορούσε να είναι μια Παγκόσμια Κεντρική Τράπεζα;
Ελλείψει αυτού του τελικού στόχου, μπορεί σύντομα να βυθιστούμε σε μια ακόμη Συμφωνία τύπου Bretton Woods, με όλες τις κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών και τον νόμο του Gresham που ακολουθούν από σταθερές ισοτιμίες σε έναν κόσμο νομισμάτων αναγκαστικής κυκλοφορίας.
While a worldwide paper unit and central bank remain the ultimate goal of world’s Keynesian-oriented leaders, the more realistic and proximate goal is a return to a glorified Bretton Woods scheme, except this time without the check of any backing in gold. Already the world’s major central banks are attempting to “coordinate” monetary and economic policies, harmonize rates of inflation, and fix exchange rates. The militant drive for a European paper currency issued by a European central bank seems on the verge of success. This goal is being sold to the gullible public by the fallacious claim that a free-trade European Economic Community (EEC) necessarily requires an overarching European bureaucracy, a uniformity of taxation throughout the EEC, and, in particular, a European central bank and paper unit. Once that is achieved, closer coordination with the Federal Reserve and other major central banks will follow immediately. And then, could a world central bank be far behind? Short of that ultimate goal, however, we may soon be plunged into yet another Bretton Woods, with all the attendant crises of the balance of payments and Gresham’s Law that follow from fixed exchange rates in a world of fiat moneys.
Καθώς κοιτάζουμε το μέλλον, η πρόγνωση για το δολάριο και για το διεθνές νομισματικό σύστημα είναι πράγματι ζοφερή. Αν δεν επιστρέψουμε στον κλασικό κανόνα του χρυσού σε μια ρεαλιστική τιμή χρυσού, το διεθνές νομισματικό σύστημα είναι καταδικασμένο να ταλαντεύεται πέρα δώθε μεταξύ σταθερών και κυμαινόμενων ισοτιμιών, με κάθε σύστημα να δημιουργεί άλυτα προβλήματα, να μη λειτουργεί και τελικά να διαλύεται. Και καύσιμο για αυτή τη διάλυση θα είναι η συνεχιζόμενη επέκταση της προσφοράς δολαρίων —και συνεπώς των αμερικανικών τιμών— που δεν δείχνει κανένα σημάδι υποχώρησης. Η προοπτική για το μέλλον είναι επιταχυνόμενος πληθωρισμός και τελικά υπερπληθωρισμός στο εσωτερικό, συνοδευόμενος από νομισματική κατάρρευση και οικονομικό πόλεμο στο εξωτερικό.
Αυτή η πρόγνωση μπορεί να αλλάξει μόνο με μια ριζική αλλαγή του αμερικανικού και του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος: Με την επιστροφή σε ένα ελεύθερο εμπορευματικό χρήμα όπως ο χρυσός και με την πλήρη απομάκρυνση της κυβέρνησης από το νομισματικό πεδίο.
As we face the future, the prognosis for the dollar and for the international monetary system is grim indeed. Until and unless we return to the classical gold standard at a realistic gold price, the international money system is fated to shift back and forth between fixed and fluctuating exchange rates with each system posing unsolved problems, working badly, and finally disintegrating. And fueling this disintegration will be the continued inflation of the supply of dollars and hence of American prices which show no sign of abating. The prospect for the future is accelerating, and eventually runaway inflation at home, accompanied by monetary breakdown and economic warfare abroad. This prognosis can only be changed by a drastic alteration of the American and world monetary system: by the return to a free-market commodity money such as gold, and by removing government totally from the monetary scene.