Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 4. Δυαδική Παρέμβαση: Φορολογία
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 3. Τριγωνική ΠαρέμβασηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 5. Δυαδική Παρέμβαση: Κρατικές Δαπάνες →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 4. Δυαδική Παρέμβαση: Φορολογία
↗ στη σελίδα του βιβλίουChapter 4 — Binary Intervention: Taxation
1. Εισαγωγή: Κρατικά έσοδα και δαπάνες
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. Introduction: Government Revenues and Expenditures
Ένας παρεμβατικός φορέας, όπως το κράτος, πρέπει να δαπανά πόρους· στην εγχρήματη οικονομία, αυτό σημαίνει ότι δαπανά χρήματα. Αυτά τα χρήματα μπορούν να προέρχονται μόνο από έσοδα —ή εισόδημα—. Ο κύριος όγκος των εσόδων —και ο λόγος για τον οποίο ο φορέας ονομάζεται παρεμβατικός— πρέπει να προέρχεται από δύο πηγές: στην περίπτωση του κράτους, από τη φορολογία και τον πληθωρισμό. Η φορολογία είναι μια καταναγκαστική εισφορά που το κράτος αποσπά από τον πληθυσμό· ο πληθωρισμός είναι η κατά βάση δόλια έκδοση ψευδών αποθετήριων αποδείξεων χρήματος ή νέου χρήματος. Ο πληθωρισμός, ο οποίος θέτει ιδιαίτερα δικά του προβλήματα, έχει εξεταστεί αλλού.102 Το παρόν κεφάλαιο επικεντρώνεται στη φορολογία.
AN INTERVENTIONARY AGENCY, SUCH AS the government, must spend funds; in the monetary economy, this means spending money. This money can be derived only from revenues (or income). The bulk of the revenue (and the reason the agency is called interventionary) must come from two sources: in the case of the government, taxation and inflation. Taxation is a coerced levy that the government extracts from the populace; inflation is the basically fraudulent issue of pseudo warehouse-receipts for money, or new money. Inflation, which poses special problems of its own, has been dealt with elsewhere. This chapter focuses on taxation.
Πραγματευόμαστε κατά κύριο λόγο το κράτος, καθώς εμπειρικά αποτελεί την κυριότερη οργάνωση καταναγκαστικής παρέμβασης. Ωστόσο, η ανάλυσή μας θα εφαρμόζεται στην πραγματικότητα σε όλες τις καταναγκαστικές οργανώσεις. Αν τα κράτη καταρτίζουν προϋπολογισμούς εσόδων και δαπανών, το ίδιο πρέπει να κάνουν και οι εγκληματίες· εκεί όπου ένα κράτος επιβάλλει φόρους, οι εγκληματίες αποσπούν τη δική τους μορφή καταναγκαστικών εισφορών· εκεί όπου ένα κράτος εκδίδει δόλιο χρήμα ή χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας, οι εγκληματίες μπορούν να παραχαράσσουν. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, από πραξεολογική άποψη, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της φύσης και των επιπτώσεων της φορολογίας και του πληθωρισμού, από τη μία πλευρά, και της ληστείας και της παραχάραξης, από την άλλη. Και οι δύο παρεμβαίνουν καταναγκαστικά στην αγορά, προς όφελος μιας ομάδας ανθρώπων εις βάρος μιας άλλης. Αλλά το κράτος επιβάλλει τη δικαιοδοσία του σε μια ευρεία περιοχή και συνήθως λειτουργεί ανενόχλητο. Οι εγκληματίες, αντιθέτως, επιβάλλουν συνήθως τη δικαιοδοσία τους μόνο σε μια στενή περιοχή και γενικά διατηρούν μια επισφαλή ύπαρξη. Ακόμη και αυτή η διάκριση, όμως, δεν ισχύει πάντοτε. Σε πολλά μέρη πολλών χωρών, ομάδες ληστών εξασφαλίζουν την παθητική συναίνεση της πλειονότητας σε μια συγκεκριμένη περιοχή και εγκαθιδρύουν εκεί κάτι που ουσιαστικά ισοδυναμεί με πραγματική κυβέρνηση ή κράτος. Η διαφορά, λοιπόν, μεταξύ μιας κυβέρνησης και μιας εγκληματικής συμμορίας είναι διαφορά βαθμού και όχι είδους, και συχνά η μία μεταπίπτει σταδιακά στην άλλη. Έτσι, μια κυβέρνηση που ηττήθηκε σε εμφύλιο πόλεμο μπορεί συχνά να περιέλθει στην κατάσταση ληστρικής ομάδας, διατηρώντας τον έλεγχο μιας μικρής περιοχής της χώρας. Και δεν υπάρχει καμία πραξεολογική διαφορά μεταξύ των δύο.103
We are discussing the government for the most part, since empirically it is the prime organization for coercive intervention. However, our analysis will actually apply to all coercive organizations. If governments budget their revenues and expenditures, so must criminals; where a government levies taxes, criminals extract their own brand of coerced levies; where a government issues fraudulent or fiat money, criminals may counterfeit. It should be understood that, praxeologically, there is no difference between the nature and effects of taxation and inflation on the one hand, and of robberies and counterfeiting on the other. Both intervene coercively in the market, to benefit one set of people at the expense of another set. But the government imposes its jurisdiction over a wide area and usually operates unmolested. Criminals, on the contrary, usually impose their jurisdiction on a narrow area only and generally eke out a precarious existence. Even this distinction does not always hold true, however. In many parts of many countries, bandit groups win the passive consent of the majority in a particular area and establish what amounts to effective governments, or States, within the area. The difference between a government and a criminal band, then, is a matter of degree rather than kind, and the two often shade into each other. Thus, a defeated government in a civil war may often take on the status of a bandit group, clinging to a small area of the country. And there is no praxeological difference between the two.
Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι μόνο οι κρατικές δαπάνες, όχι τα έσοδα, αποτελούν βάρος για την υπόλοιπη κοινωνία. Αλλά το κράτος δεν μπορεί να δαπανήσει χρήματα προτού τα αποκτήσει ως έσοδο —είτε αυτό προέρχεται από φορολογία είτε από πληθωρισμό είτε από δανεισμό από το κοινό—. Από την άλλη πλευρά, όλα τα έσοδα δαπανώνται. Τα έσοδα μπορούν να διαφέρουν από τις δαπάνες μόνο στη σπάνια περίπτωση αποπληθωριστικής απόσυρσης μέρους των κρατικών χρηματικών διαθεσίμων —ή κρατικού αποθησαυρισμού, αν ο νομισματικός κανόνας είναι αμιγώς μεταλλικός—. Σε αυτή την περίπτωση, όπως θα δούμε παρακάτω, τα έσοδα δεν αποτελούν βάρος στο σύνολό τους, αλλά οι κρατικές δαπάνες είναι επαχθέστερες από όσο θα έδειχνε το χρηματικό τους ύψος, επειδή θα έχει αυξηθεί η πραγματική αναλογία των κρατικών δαπανών προς το εθνικό εισόδημα.
Some writers maintain that only government expenditures, not revenues, constitute a burden on the rest of society. But the government cannot spend money until it obtains it as revenue—whether that revenue comes from taxation, inflation, or borrowing from the public. On the other hand, all revenue is spent. Revenue can differ from expenditure only in the rare case of deflation of part of the government funds (or government hoarding, if the standard is purely specie). In that case, as we shall see below, revenues are not a full burden, but government expenditures are more burdensome than their monetary amount would indicate, because the real proportion of government expenditures to the national income will have increased.
Για το υπόλοιπο αυτού του κεφαλαίου, θα υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει τέτοιος δημοσιονομικός αποπληθωρισμός και ότι, επομένως, κάθε αύξηση των φόρων συνοδεύεται από αύξηση των κρατικών δαπανών.
For the rest of this chapter, we shall assume that there is no such fiscal deflation and, therefore, that every increase in taxes is matched by an increase in government expenditures.
2. Τα βάρη και τα οφέλη της φορολογίας και των δαπανών
↗ στη σελίδα του βιβλίου2. The Burdens and Benefits of Taxation and Expenditures
Όπως επισήμανε με λαμπρό τρόπο ο Calhoun —βλ. κεφάλαιο 2 παραπάνω—, υπάρχουν δύο ομάδες ατόμων στην κοινωνία: οι φορολογούμενοι και οι καταναλωτές φορολογικών εσόδων — εκείνοι που επιβαρύνονται από τους φόρους και εκείνοι που ωφελούνται. Ποιος επιβαρύνεται από τη φορολογία; Η άμεση απάντηση είναι: εκείνοι που πληρώνουν φόρους. Θα αναβάλουμε την εξέταση των ζητημάτων μετακύλισης των φορολογικών βαρών για μεταγενέστερη ενότητα.
As Calhoun brilliantly pointed out (see chapter 2 above), there are two groups of individuals in society: the taxpayers and the tax consumers—those who are burdened by taxes and those who benefit. Who is burdened by taxation? The direct or immediate answer is: those who pay taxes. We shall postpone the questions of the shifting of tax burdens to a later section.
Ποιος ωφελείται από τη φορολογία; Είναι σαφές ότι οι πρωταρχικοί ωφελούμενοι είναι εκείνοι που ζουν αποκλειστικά από τα έσοδά της, για παράδειγμα οι πολιτικοί και η γραφειοκρατία. Αυτοί είναι οι κυβερνώντες πλήρους απασχόλησης. Θα πρέπει να είναι σαφές ότι, ανεξάρτητα από τους νομικούς τύπους, οι γραφειοκράτες δεν πληρώνουν φόρους· καταναλώνουν φορολογικά έσοδα.104 Πρόσθετοι ωφελούμενοι από τα κρατικά έσοδα είναι εκείνοι στην κοινωνία που επιδοτούνται από το κράτος· αυτοί είναι οι κυβερνώντες μερικής απασχόλησης. Γενικά, ένα κράτος δεν μπορεί να εξασφαλίσει την παθητική υποστήριξη της πλειονότητας αν δεν συμπληρώσει τους υπαλλήλους πλήρους απασχόλησής του, δηλαδή τα μέλη του, με επιδοτούμενους υποστηρικτές. Η πρόσληψη γραφειοκρατών και η επιδότηση άλλων είναι ουσιώδεις για την εξασφάλιση ενεργού υποστήριξης από μια μεγάλη ομάδα του πληθυσμού. Μόλις ένα κράτος κατορθώσει να συνδέσει σταθερά μια μεγάλη ομάδα ενεργών υποστηρικτών με τον σκοπό του, μπορεί να βασιστεί στην άγνοια και την απάθεια του υπόλοιπου κοινού για να εξασφαλίσει την παθητική υποστήριξη της πλειονότητας και να περιορίσει κάθε ενεργή αντίθεση στο απολύτως ελάχιστο.
Who benefits from taxation? It is clear that the primary beneficiaries are those who live full-time off the proceeds, e.g., the politicians and the bureaucracy. These are the full-time rulers. It should be clear that regardless of legal forms, the bureaucrats pay no taxes; they consume taxes. Additional beneficiaries of government revenue are those in society subsidized by the government; these are the part-time rulers. Generally, a State cannot win the passive support of a majority unless it supplements its full-time employees, i.e., its members, with subsidized adherents. The hiring of bureaucrats and the subsidizing of others are essential in order to win active support from a large group of the populace. Once a State can cement a large group of active adherents to its cause, it can count on the ignorance and apathy of the remainder of the public to win passive adherence from a majority and to reduce any active opposition to a bare minimum.
Το πρόβλημα της διάχυσης των δαπανών και των οφελών είναι, ωστόσο, πιο περίπλοκο όταν το κράτος δαπανά χρήματα για τις διάφορες δραστηριότητες και επιχειρήσεις του. Σε αυτή την περίπτωση ενεργεί πάντοτε ως καταναλωτής πόρων —για παράδειγμα, στρατιωτικές δαπάνες, δημόσια έργα κ.λπ.— και θέτει τα φορολογικά έσοδα σε κυκλοφορία δαπανώντας τα σε συντελεστές παραγωγής. Ας υποθέσουμε, για να γίνει το παράδειγμα σαφέστερο, ότι το κράτος φορολογεί τον κλάδο του μπακαλιάρου και χρησιμοποιεί τα έσοδα αυτού του φόρου για δαπάνες εξοπλισμών. Ο πρώτος αποδέκτης των χρημάτων είναι ο κατασκευαστής οπλισμού, ο οποίος τα καταβάλλει στους προμηθευτές του και στους κατόχους πρωτογενών συντελεστών κ.λπ. Στο μεταξύ, ο κλάδος του μπακαλιάρου, στερημένος από κεφάλαιο, μειώνει τη ζήτησή του για συντελεστές. Και στις δύο περιπτώσεις, τα βάρη και τα οφέλη διαχέονται σε ολόκληρη την οικονομία. Η «καταναλωτική» ζήτηση, χάρη στον κρατικό καταναγκασμό, έχει μετατοπιστεί από τον μπακαλιάρο προς τους εξοπλισμούς. Το αποτέλεσμα επιβάλλει βραχυχρόνιες απώλειες στον κλάδο του μπακαλιάρου και στους προμηθευτές του, και προσφέρει βραχυχρόνια οφέλη στον κλάδο των εξοπλισμών και στους προμηθευτές του. Καθώς οι διαδοχικές επιδράσεις των δαπανών μεταδίδονται ολοένα πιο πίσω στην παραγωγική αλυσίδα, ο αντίκτυπος εξασθενεί, έχοντας υπάρξει ισχυρότερος στα σημεία της πρώτης επαφής, δηλαδή στους κλάδους του μπακαλιάρου και των εξοπλισμών. Μακροχρόνια, όμως, όλες οι επιχειρήσεις και όλοι οι κλάδοι αποκομίζουν ενιαία απόδοση, και οποιαδήποτε οφέλη ή απώλειες καταλογίζονται προς τα πίσω στους πρωτογενείς συντελεστές. Οι μη ειδικοί ή μετατρέψιμοι συντελεστές θα τείνουν να μετακινούνται από τον κλάδο του μπακαλιάρου προς τον κλάδο των εξοπλισμών.105 Οι αμιγώς ειδικοί ή μη μετατρέψιμοι πρωτογενείς συντελεστές θα παραμείνουν ώστε να επωμιστούν ολόκληρο το βάρος της απώλειας ή να αποκομίσουν το όφελος, αντιστοίχως. Ακόμη και οι μη ειδικοί συντελεστές θα υποστούν απώλειες και θα αποκομίσουν οφέλη, αν και σε μικρότερο βαθμό. Η κύρια επίπτωση της μεταβολής, όμως, θα γίνει τελικά αισθητή στους κατόχους των ειδικών πρωτογενών συντελεστών, κυρίως στους γαιοκτήμονες των δύο κλάδων. Οι φόροι είναι συμβατοί με την ισορροπία και, επομένως, μπορούμε να ανιχνεύσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο τις μακροχρόνιες επιπτώσεις ενός φόρου και της σχετικής δαπάνης.106 Βραχυχρόνια, φυσικά, οι επιχειρηματίες υφίστανται ζημίες και αποκομίζουν κέρδη λόγω της μετατόπισης της ζήτησης.
The problem of the diffusion of expenditures and benefits is, however, more complicated when the government spends money for its various activities and enterprises. In this case, it acts always as a consumer of resources (e.g., military expenditures, public works, etc.), and it puts tax money into circulation by spending it on factors of production. Suppose, to make the illustration clearer, the government taxes the codfish industry and uses the proceeds of this tax to spend money on armaments. The first receiver of the money is the armament manufacturer, who pays it out to his suppliers and the owners of original factors, etc. In the meantime, the codfish industry, stripped of capital, reduces its demand for factors. In both cases, the burdens and benefits diffuse themselves throughout the economy. “Consumer” demand, by virtue of State coercion, has shifted from codfish to armaments. The result imposes short-run losses on the codfish industry and those who supply it, and short-run gains on the armaments industry and those who supply it. As the ripples of expenditure are pushed further and further back, the impact dies out, having been strongest at the points of first contact, i.e., the codfish and the armament industries. In the long run, however, all firms and all industries earn a uniform return, and any gains or losses are imputed back to original factors. The nonspecific or convertible factors will tend to shift out of the codfish and into the armaments industry. The purely specific or nonconvertible original factors will remain to bear the full burden of the loss and to reap the gain respectively. Even the nonspecific factors will bear losses and reap gains, though to a lesser degree. The major effect of the change, however, will eventually be felt by the owners of the specific original factors, largely the landowners of the two industries. Taxes are compatible with equilibrium, and therefore we may trace the long-run effects of a tax and expenditure in this manner. In the short run, of course, entrepreneurs suffer losses and earn profits because of the shift in demand.
Κάθε κρατική δαπάνη για πόρους αποτελεί μορφή καταναλωτικής δαπάνης, με την έννοια ότι τα χρήματα δαπανώνται για διάφορα είδη επειδή έτσι διατάσσουν οι κρατικοί αξιωματούχοι. Οι αγορές μπορούν, επομένως, να ονομαστούν καταναλωτικές δαπάνες των κρατικών αξιωματούχων. Είναι αλήθεια ότι οι αξιωματούχοι δεν καταναλώνουν άμεσα το προϊόν, αλλά η επιθυμία τους έχει μεταβάλει τη διάρθρωση της παραγωγής ώστε να παραχθούν αυτά τα αγαθά και, επομένως, μπορούν να ονομαστούν «καταναλωτές» του.107 Όπως θα δούμε παρακάτω, κάθε αναφορά σε κρατική «επένδυση» είναι εσφαλμένη.
All government expenditure for resources is a form of consumption expenditure, in the sense that the money is spent on various items because the government officials so decree. The purchases may therefore be called the consumption expenditure of government officials. It is true that the officials do not consume the product directly, but their wish has altered the production pattern to make these goods, and therefore they may be called its “consumers.” As will be seen further below, all talk of government “investment” is fallacious.
Η φορολογία έχει πάντοτε διπλή επίπτωση: (1) στρεβλώνει την κατανομή των πόρων στην κοινωνία, ώστε οι καταναλωτές να μην μπορούν πλέον να ικανοποιούν τις ανάγκες τους με τον αποτελεσματικότερο τρόπο· και (2), για πρώτη φορά, αποσυνδέει τη «διανομή» από την παραγωγή. Δημιουργεί το «πρόβλημα της διανομής».
Taxation always has a two-fold effect: (1) it distorts the allocation of resources in the society, so that consumers can no longer most efficiently satisfy their wants; and (2) for the first time, it severs “distribution” from production. It brings the “problem of distribution” into being.
Το πρώτο σημείο είναι σαφές· το κράτος εξαναγκάζει τους καταναλωτές να παραχωρήσουν μέρος του εισοδήματός τους στο κράτος, το οποίο στη συνέχεια αποσπά πόρους από τους ίδιους αυτούς καταναλωτές μέσω πλειοδοσίας. Ως εκ τούτου, οι καταναλωτές επιβαρύνονται, το βιοτικό τους επίπεδο υποχωρεί και η κατανομή των πόρων στρεβλώνεται, απομακρυνόμενη από την ικανοποίηση των καταναλωτών και κατευθυνόμενη προς την ικανοποίηση των σκοπών του κράτους. Λεπτομερέστερη ανάλυση των στρεβλωτικών επιπτώσεων διαφορετικών τύπων φόρων θα παρουσιαστεί παρακάτω. Το ουσιώδες σημείο είναι ότι το αντικείμενο της αναζήτησης πολλών οικονομολόγων, ο ουδέτερος φόρος, δηλαδή ένας φόρος που θα άφηνε την αγορά ακριβώς όπως ήταν χωρίς φορολογία, πρέπει πάντοτε να αποτελεί χίμαιρα. Κανένας φόρος δεν μπορεί να είναι πραγματικά ουδέτερος· καθένας θα προκαλεί στρέβλωση. Ουδετερότητα μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε μια αμιγώς ελεύθερη αγορά, όπου τα κρατικά έσοδα αποκτώνται αποκλειστικά μέσω εκούσιων αγορών.108
The first point is clear; government coerces consumers into giving up part of their income to the State, which then bids away resources from these same consumers. Hence, the consumers are burdened, their standard of living is lowered, and the allocation of resources is distorted away from consumer satisfaction toward the satisfaction of the ends of the government. More detailed analysis of the distorting effects of different types of taxes will be presented below. The essential point is that the object of many economists’ quest, a neutral tax, i.e., a tax that will leave the market exactly the same as it was without taxation, must always be a chimera. No tax can be truly neutral; every one will cause distortion. Neutrality can be achieved only on a purely free market, where governmental revenues are obtained by voluntary purchase only.
Συχνά λέγεται ότι «ο καπιταλισμός έλυσε το πρόβλημα της παραγωγής» και ότι το κράτος πρέπει τώρα να παρέμβει για να «λύσει το πρόβλημα της διανομής». Δύσκολα θα μπορούσε να επινοηθεί σαφέστερα εσφαλμένη διατύπωση. Διότι το «πρόβλημα της παραγωγής» δεν θα λυθεί ποτέ μέχρι να βρεθούμε όλοι στον Κήπο της Εδέμ. Επιπλέον, στην ελεύθερη αγορά δεν υπάρχει «πρόβλημα διανομής». Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει καθόλου «διανομή».109 Στην ελεύθερη αγορά, τα χρηματικά περιουσιακά στοιχεία ενός ανθρώπου έχουν αποκτηθεί ακριβώς επειδή άλλοι αγόρασαν τις υπηρεσίες του ίδιου ή των προκατόχων του. Δεν υπάρχει διαδικασία διανομής χωριστή από την παραγωγή και την ανταλλαγή της αγοράς· επομένως, η ίδια η έννοια της «διανομής» ως κάτι χωριστό καθίσταται άνευ νοήματος. Εφόσον η διαδικασία της ελεύθερης αγοράς ωφελεί όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά και αυξάνει την κοινωνική χρησιμότητα, συνάγεται άμεσα ότι και τα «διανεμητικά» αποτελέσματα της ελεύθερης αγοράς —η διάρθρωση του εισοδήματος και του πλούτου — αυξάνουν την κοινωνική χρησιμότητα και, πράγματι, τη μεγιστοποιούν σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή. Όταν το κράτος παίρνει από τον Peter και δίνει στον Paul, δημιουργεί τότε μια χωριστή διαδικασία διανομής και ένα «πρόβλημα» διανομής. Το εισόδημα και ο πλούτος δεν απορρέουν πλέον αποκλειστικά από υπηρεσίες που παρέχονται στην αγορά· απορρέουν τώρα από ειδικά προνόμια που δημιουργεί ο καταναγκασμός του κράτους. Ο πλούτος διανέμεται πλέον στους «εκμεταλλευτές» εις βάρος των «εκμεταλλευομένων».110
It is often stated that “capitalism has solved the problem of production,” and that the State must now intervene to “solve the problem of distribution.” A more clearly erroneous formulation would be difficult to conceive. For the “problem of production” will never be solved until we are all in the Garden of Eden. Furthermore, there is no “problem of distribution” on the free market. In fact, there is no “distribution” at all. On the free market, a man’s monetary assets have been acquired precisely because his or his predecessors’ services have been purchased by others. There is no distributional process apart from the production and exchange of the market; hence, the very concept of “distribution” as something separate becomes meaningless. Since the free-market process benefits all participants on the market and increases social utility, it follows directly that the “distributional” results of the free market—the pattern of income and wealth—also increases social utility and, in fact, maximizes it at any given time. When the government takes from Peter and gives to Paul, it then creates a separate distribution process and a “problem” of distribution. No longer do income and wealth flow purely from service rendered on the market; they now flow from special privilege created by the coercion of the State. Wealth is now distributed to “exploiters” at the expense of the “exploited.”
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η έκταση της στρέβλωσης της κατανομής των πόρων και της κρατικής λεηλασίας των παραγωγών είναι ευθέως ανάλογη προς το επίπεδο της φορολογίας και των κρατικών δαπανών στην οικονομία, σε σύγκριση με το επίπεδο του ιδιωτικού εισοδήματος και πλούτου. Μια βασική θέση της ανάλυσής μας —σε αντίθεση με πολλές άλλες πραγματεύσεις του θέματος— είναι ότι η κατά πολύ σημαντικότερη επίπτωση της φορολογίας προκύπτει όχι τόσο από τον τύπο του φόρου όσο από το ύψος του. Το συνολικό επίπεδο της φορολογίας, το κρατικό εισόδημα σε σύγκριση με το εισόδημα του ιδιωτικού τομέα, αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα. Στη βιβλιογραφία έχει αποδοθεί υπερβολικά μεγάλη σημασία στον τύπο του φόρου —στο αν είναι φόρος εισοδήματος, προοδευτικός ή αναλογικός, φόρος πωλήσεων, φόρος δαπάνης κ.λπ.—. Μολονότι σημαντικό, το ζήτημα αυτό είναι δευτερεύον σε σχέση με τη σημασία του συνολικού επιπέδου φορολογίας.
The crucial point is that the extent of the distortion of resources, and of the State’s plunder of producers, is in direct proportion to the level of taxation and government expenditures in the economy, as compared with the level of private income and wealth. It is a major contention of our analysis—in contrast to many other discussions of the subject—that by far the most important impact of taxation results not so much from the type of tax as from its amount. It is the total level of taxation, of government income compared with the income of the private sector, that is the most important consideration. Far too much significance has been attached in the literature to the type of tax—to whether it is an income tax, progressive or proportional, sales tax, spending tax, etc. Though important, this is subordinate to the significance of the total level of taxation.
3. Η επίπτωση και οι επιδράσεις της φορολογίας — Μέρος I: Φόροι στα εισοδήματα
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. The Incidence and Effects of Taxation
Α. Ο γενικός φόρος πωλήσεων και οι νόμοι της φορολογικής επίπτωσης
A. THE GENERAL SALES TAX AND THE LAWS OF INCIDENCE
Ένα από τα παλαιότερα προβλήματα που συνδέονται με τη φορολογία είναι: ποιος πληρώνει τον φόρο; Θα φαινόταν ότι η απάντηση είναι σαφής, καθώς το κράτος γνωρίζει σε ποιον επιβάλλει έναν φόρο. Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι ποιος πληρώνει τον φόρο άμεσα, αλλά ποιος τον πληρώνει μακροχρόνια, δηλαδή αν ο φόρος μπορεί ή όχι να «μετακυλιστεί» από τον άμεσο φορολογούμενο σε κάποιον άλλο. Μετακύλιση συμβαίνει αν ο άμεσος φορολογούμενος μπορεί να αυξήσει την τιμή πώλησής του ώστε να καλύψει τον φόρο, «μετακυλίοντας» έτσι τον φόρο στον αγοραστή, ή αν μπορεί να μειώσει την τιμή αγοράς κάποιου πράγματος που αγοράζει, «μετακυλίοντας» έτσι τον φόρο σε κάποιον άλλο πωλητή.
One of the oldest problems connected with taxation is: Who pays the tax? It would seem that the answer is clear-cut, since the government knows on whom it levies a tax. The problem, however, is not who pays the tax immediately, but who pays it in the long run, i.e., whether or not the tax can be “shifted” from the immediate taxpayer to somebody else. Shifting occurs if the immediate taxpayer is able to raise his selling price to cover the tax, thus “shifting” the tax to the buyer, or if he is able to lower the buying price of something he buys, thus “shifting” the tax to some other seller.
Πέρα από αυτό το πρόβλημα της φορολογικής επίπτωσης, υπάρχει το πρόβλημα της ανάλυσης των άλλων οικονομικών επιδράσεων των διαφόρων τύπων και υψών φόρων.
In addition to this problem of the incidence of taxation, there is the problem of analyzing other economic effects of various types and amounts of taxes.
Ο πρώτος νόμος της φορολογικής επίπτωσης μπορεί να διατυπωθεί αμέσως, και είναι αρκετά ριζοσπαστικός: κανένας φόρος δεν μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός. Με άλλα λόγια, κανένας φόρος δεν μπορεί να μετακυλιστεί από τον πωλητή στον αγοραστή και κατόπιν στον τελικό καταναλωτή. Παρακάτω θα δούμε πώς αυτό εφαρμόζεται ειδικά στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και στους φόρους πωλήσεων, οι οποίοι συνήθως θεωρείται ότι μετακυλίονται προς τα εμπρός. Γενικά θεωρείται ότι κάθε φόρος στην παραγωγή ή στις πωλήσεις αυξάνει το κόστος παραγωγής και, επομένως, μεταφέρεται στον καταναλωτή ως αύξηση της τιμής. Οι τιμές, ωστόσο, δεν καθορίζονται ποτέ από το κόστος παραγωγής· αντιθέτως, ισχύει το αντίστροφο. Η τιμή ενός αγαθού καθορίζεται από το συνολικό υφιστάμενο απόθεμά του και από την κλίμακα ζήτησής του στην αγορά. Αλλά η κλίμακα ζήτησης δεν επηρεάζεται καθόλου από τον φόρο. Κάθε επιχείρηση καθορίζει την τιμή πώλησης στο σημείο μέγιστων καθαρών εσόδων, και οποιαδήποτε υψηλότερη τιμή, με δεδομένη την κλίμακα ζήτησης, απλώς θα μειώσει τα καθαρά έσοδα. Ένας φόρος, επομένως, δεν μπορεί να μεταφερθεί στον καταναλωτή.
The first law of incidence can be laid down immediately, and it is a rather radical one: No tax can be shifted forward. In other words, no tax can be shifted from seller to buyer and on to the ultimate consumer. Below, we shall see how this applies specifically to excise and sales taxes, which are commonly thought to be shifted forward. It is generally considered that any tax on production or sales increases the cost of production and therefore is passed on as an increase in price to the consumer. Prices, however, are never determined by costs of production, but rather the reverse is true. The price of a good is determined by its total stock in existence and the demand schedule for it on the market. But the demand schedule is not affected at all by the tax. The selling price is set by any firm at the maximum net revenue point, and any higher price, given the demand schedule, will simply decrease net revenue. A tax, therefore, cannot be passed on to the consumer.
Είναι αλήθεια ότι ένας φόρος μπορεί, υπό μία έννοια, να μετακυλιστεί προς τα εμπρός αν προκαλέσει μείωση της προσφοράς του αγαθού και, επομένως, αύξηση της τιμής του στην αγορά. Αυτό όμως δύσκολα μπορεί να ονομαστεί μετακύλιση αυτή καθαυτή, διότι η μετακύλιση υποδηλώνει ότι ο φόρος μεταφέρεται με μικρή ή καθόλου δυσχέρεια για τον παραγωγό. Αν ορισμένοι παραγωγοί πρέπει να διακόψουν τη δραστηριότητά τους για να «μετακυλιστεί» ο φόρος, δύσκολα πρόκειται για μετακύλιση με την κυριολεκτική έννοια· θα πρέπει μάλλον να ενταχθεί στην κατηγορία των άλλων επιδράσεων της φορολογίας.
It is true that a tax can be shifted forward, in a sense, if the tax causes the supply of the good to decrease, and therefore the price to rise on the market. This can hardly be called shifting per se, however, for shifting implies that the tax is passed on with little or no trouble to the producer. If some producers must go out of business in order for the tax to be “shifted,” it is hardly shifting in the proper sense but should be placed in the category of other effects of taxation.
Ο γενικός φόρος πωλήσεων είναι το κλασικό παράδειγμα φόρου στους παραγωγούς που θεωρείται ότι μετακυλίεται προς τα εμπρός. Ας πούμε ότι το κράτος επιβάλλει φόρο 20% σε όλες τις λιανικές πωλήσεις. Θα υποθέσουμε ότι ο φόρος μπορεί να εφαρμόζεται εξίσου αποτελεσματικά σε όλους τους κλάδους πωλήσεων.111 Στους περισσότερους φαίνεται προφανές ότι οι επιχειρήσεις απλώς θα προσθέσουν 20% στις τιμές πώλησής τους και θα λειτουργήσουν απλώς ως άμισθοι εισπρακτικοί μηχανισμοί του κράτους. Το πρόβλημα, όμως, κάθε άλλο παρά είναι τόσο απλό. Πράγματι, όπως είδαμε, δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να πιστεύουμε ότι οι τιμές μπορούν να αυξηθούν καθόλου. Οι τιμές βρίσκονται ήδη στο σημείο μέγιστων καθαρών εσόδων, το απόθεμα δεν έχει μειωθεί και οι κλίμακες ζήτησης δεν έχουν μεταβληθεί. Επομένως, οι τιμές δεν μπορούν να αυξηθούν. Επιπλέον, αν εξετάσουμε το γενικό σύνολο των τιμών, αυτές καθορίζονται από την προσφορά και τη ζήτηση χρήματος. Για να αυξηθεί το σύνολο των τιμών, πρέπει να αυξηθεί η προσφορά χρήματος, να μειωθεί η κλίμακα ζήτησης χρήματος ή να συμβούν και τα δύο. Ωστόσο, κανένα από αυτά τα ενδεχόμενα δεν έχει πραγματοποιηθεί. Η ζήτηση διακράτησης χρήματος δεν έχει μειωθεί, η προσφορά αγαθών διαθέσιμων έναντι χρήματος δεν έχει περιοριστεί και η προσφορά χρήματος έχει παραμείνει σταθερή. Δεν υπάρχει κανένας δυνατός τρόπος να επιτευχθεί γενική αύξηση των τιμών.112
A general sales tax is the classic example of a tax on producers that is believed to be shifted forward. The government, let us say, imposes a 20-percent tax on all sales at retail. We shall assume that the tax can be equally well enforced in all branches of sales. To most people, it seems obvious that the business will simply add 20 percent to their selling prices and merely serve as unpaid collection agencies for the government. The problem is hardly that simple, however. In fact, as we have seen, there is no reason whatever to believe that prices can be raised at all. Prices are already at the point of maximum net revenue, the stock has not been decreased, and demand schedules have not changed. Therefore, prices cannot be increased. Furthermore, if we look at the general array of prices, these are determined by the supply of and the demand for money. For the array of prices to rise, there must be an increase in the supply of money, a decrease in the schedule of the demand for money, or both. Yet neither of these alternatives has occurred. The demand for money to hold has not decreased, the supply of goods available for money has not declined, and the supply of money has remained constant. There is no possible way that a general price increase can be obtained.
Θα πρέπει να είναι απολύτως προφανές ότι, αν οι επιχειρήσεις μπορούσαν να μεταφέρουν τις φορολογικές αυξήσεις στον καταναλωτή υπό τη μορφή υψηλότερων τιμών, θα είχαν ήδη αυξήσει αυτές τις τιμές χωρίς να περιμένουν την ώθηση μιας φορολογικής αύξησης. Οι επιχειρήσεις δεν συνεχίζουν σκόπιμα να λειτουργούν στις χαμηλότερες τιμές πώλησης που μπορούν να βρουν. Αν η κατάσταση της ζήτησης επέτρεπε υψηλότερες τιμές, οι επιχειρήσεις θα είχαν αξιοποιήσει αυτό το γεγονός πολύ νωρίτερα. Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι μια αύξηση του φόρου πωλήσεων είναι γενική και ότι, επομένως, όλες οι επιχειρήσεις μαζί μπορούν να μετακυλίσουν τον φόρο. Κάθε επιχείρηση, όμως, ακολουθεί την κατάσταση της καμπύλης ζήτησης του δικού της προϊόντος, και καμία από αυτές τις καμπύλες δεν έχει μεταβληθεί. Μια φορολογική αύξηση δεν κάνει τίποτε που να καθιστά επικερδέστερες τις υψηλότερες τιμές.
It should be quite evident that if businesses were able to pass tax increases along to the consumer in the form of higher prices, they would have raised these prices already without waiting for the spur of a tax increase. Businesses do not deliberately peg along at the lowest selling prices they can find. If the state of demand had permitted higher prices, firms would have taken advantage of this fact long before. It might be objected that a sales tax increase is general and therefore that all the firms together can shift the tax. Each firm, however, follows the state of the demand curve for its own product, and none of these demand curves has changed. A tax increase does nothing to make higher prices more profitable.
Ο μύθος ότι ένας φόρος πωλήσεων μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός είναι ανάλογος με τον μύθο ότι μια γενική αύξηση μισθών που επιβάλλεται από τα συνδικάτα μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός, σε υψηλότερες τιμές, «προκαλώντας πληθωρισμό». Δεν υπάρχει τρόπος να αυξηθεί το γενικό σύνολο των τιμών, και το μόνο αποτέλεσμα μιας τέτοιας αύξησης μισθών θα είναι η μαζική ανεργία.113
The myth that a sales tax can be shifted forward is comparable to the myth that a general union-imposed wage increase can be shifted forward to higher prices, thereby “causing inflation.” There is no way that the general array of prices can rise, and the only result of such a wage increase will be mass unemployment.
Πολλοί παραπλανώνται από το γεγονός ότι η τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής πρέπει αναγκαστικά να περιλαμβάνει τον φόρο. Όταν κάποιος πηγαίνει στον κινηματογράφο και βλέπει σε εμφανές σημείο την πληροφορία ότι το εισιτήριο του 1,00 USD καλύπτει μια «τιμή» 0,85 USD και φόρο 0,15 USD, τείνει να συμπεράνει ότι ο φόρος απλώς προστέθηκε στην «τιμή». Αλλά η τιμή είναι 1,00 USD, όχι 0,85 USD· το δεύτερο ποσό είναι το εισόδημα που περιέρχεται στην επιχείρηση μετά τους φόρους. Αυτό το εισόδημα μπορεί κάλλιστα να έχει μειωθεί ώστε να καταστεί δυνατή η πληρωμή των φόρων.
Many people are misled by the fact that the price the consumer pays must necessarily include the tax. When someone goes to a movie and sees prominently posted the information that the $1.00 admission covers a “price” of 85cents and a tax of 15 cents, he tends to conclude that the tax has simply been added on to the “price.” But $1.00 is the price, not 85cents, the latter sum being the income accruing to the firm after taxes. This income might well have been reduced to allow for payment of taxes.
Πράγματι, αυτή ακριβώς είναι η επίπτωση ενός γενικού φόρου πωλήσεων. Η άμεση επίδρασή του μειώνει τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων κατά το ποσό του φόρου. Μακροχρόνια, φυσικά, οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να πληρώνουν τον φόρο, διότι η απώλεια των ακαθάριστων εσόδων τους καταλογίζεται προς τα πίσω στο εισόδημα από τόκους των κεφαλαιούχων και στους μισθούς και τις προσόδους που αποφέρουν οι πρωτογενείς συντελεστές —η εργασία και η βασική γη—. Η μείωση των ακαθάριστων εσόδων των επιχειρήσεων λιανικής αντανακλάται προς τα πίσω ως μειωμένη ζήτηση για τα προϊόντα όλων των επιχειρήσεων ανώτερων σταδίων παραγωγής. Όλες οι επιχειρήσεις, ωστόσο, αποκομίζουν μακροχρόνια μια ενιαία καθαρή απόδοση τόκου.
In fact, this is precisely the effect of a general sales tax. Its immediate impact lowers the gross revenue of firms by the amount of the tax. In the long run, of course, firms cannot pay the tax, for their loss in gross revenue is imputed back to interest income by capitalists and to wages and rents earned by original factors—labor and ground land. A decrease in the gross revenue of retail firms is reflected back to a decreased demand for the products of all the higher-order firms. All the firms, however, earn, in the long run, a pure uniform interest return.
Εδώ προκύπτει μια διαφορά μεταξύ ενός γενικού φόρου πωλήσεων και, ας πούμε, ενός φόρου εισοδήματος εταιρειών. Δεν έχει υπάρξει μεταβολή στις κλίμακες χρονικής προτίμησης ή στις άλλες συνιστώσες του επιτοκίου. Ενώ ένας φόρος εισοδήματος επιβάλλει χαμηλότερο ποσοστό απόδοσης τόκου, ένας φόρος πωλήσεων μπορεί και πρόκειται να μετακυλιστεί πλήρως από την επένδυση προς τα πίσω, στους πρωτογενείς συντελεστές. Το αποτέλεσμα ενός γενικού φόρου πωλήσεων είναι γενική μείωση του καθαρού εισοδήματος που αποφέρουν οι πρωτογενείς συντελεστές: όλων των μισθών και των γαιοπροσόδων. Ο φόρος πωλήσεων έχει μετακυλιστεί προς τα πίσω, στις αποδόσεις των πρωτογενών συντελεστών. Κάθε πρωτογενής συντελεστής παραγωγής δεν αποφέρει πλέον το προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας του. Τώρα οι πρωτογενείς συντελεστές αποφέρουν λιγότερα από τα προεξοφλημένα οριακά προϊόντα αξίας τους, και η μείωση συνίσταται στον φόρο πωλήσεων που καταβάλλεται στο κράτος.
Here a difference arises between a general sales tax and, say, a corporate income tax. There has been no change in time-preference schedules or other components of the interest rate. While an income tax compels a lower percent interest return, a sales tax can and will be shifted completely from investment and back to the original factors. The result of a general sales tax is a general reduction in the net revenue accruing to original factors: to all wages and ground rents. The sales tax has been shifted backwards to original factor returns. No longer does every original factor of production earn its discounted marginal value product. Now, original factors earn less than their DMVPs, the reduction consisting of the sales tax paid to the government.
Είναι τώρα αναγκαίο να εντάξουμε αυτή την ανάλυση της επίπτωσης ενός γενικού φόρου πωλήσεων στην προηγούμενη γενική ανάλυσή μας για τα οφέλη και τα βάρη της φορολογίας. Αυτό επιτυγχάνεται αν θυμηθούμε ότι τα φορολογικά έσοδα δαπανώνται με τη σειρά τους από το κράτος.114 Είτε το κράτος δαπανά τα χρήματα για πόρους προοριζόμενους για τις δικές του δραστηριότητες είτε απλώς μεταβιβάζει τα χρήματα σε ανθρώπους που επιδοτεί, το αποτέλεσμα είναι η μετατόπιση της καταναλωτικής και επενδυτικής ζήτησης από ιδιωτικά χέρια προς το κράτος ή προς άτομα που υποστηρίζονται από αυτό, κατά το ποσό των φορολογικών εσόδων. Σε αυτή την περίπτωση, ο φόρος έχει τελικά επιβληθεί στα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών και τα χρήματα έχουν μεταφερθεί από τα χέρια των κατόχων τους στο κράτος. Το εισόδημα του κράτους και/ή εκείνων που επιδοτεί έχει αυξηθεί εις βάρος των φορολογουμένων και, επομένως, η καταναλωτική και επενδυτική ζήτηση στην αγορά έχει μετατοπιστεί από τους δεύτερους προς τους πρώτους κατά το ποσό του φόρου. Κατά συνέπεια, η αξία της νομισματικής μονάδας θα παραμείνει αμετάβλητη —εκτός αν διαφέρει η ζήτηση χρήματος μεταξύ φορολογουμένων και καταναλωτών φορολογικών εσόδων—, αλλά η διάρθρωση των τιμών θα μεταβληθεί σύμφωνα με τη μετατόπιση της ζήτησης. Έτσι, αν η αγορά δαπανούσε μεγάλα ποσά για ενδύματα και το κράτος χρησιμοποιεί τα έσοδα κυρίως για την αγορά όπλων, θα υπάρξει πτώση της τιμής των ενδυμάτων, άνοδος της τιμής των όπλων και τάση μετακίνησης των μη ειδικών συντελεστών από την ένδυση προς την παραγωγή οπλισμού.
It is necessary now to integrate this analysis of the incidence of a general sales tax with our previous general analysis of the benefits and burdens of taxation. This is accomplished by remembering that the proceeds of taxation are, in turn, spent by the government. Whether the government spends the money for resources for its own activities or simply transfers the money to people it subsidizes, the result is to shift consumption and investment demand from private hands to the government or to government-supported individuals, by the amount of the tax revenue. In this case, the tax has been ultimately levied on the incomes of original factors, and the money transferred from their hands to the government. The income of the government and/or those it subsidizes has been increased at the expense of those taxed, and therefore consumption and investment demands on the market have been shifted from the latter to the former by the amount of the tax. As a consequence, the value of the money unit will remain unchanged (barring a difference in demands for money between the taxpayers and the tax consumers), but the array of prices will shift in accordance with the shift in demands. Thus, if the market has been spending heavily on clothing, and the government uses the revenue mostly for the purchase of arms, there will be a fall in the price of clothes, a rise in the price of arms, and a tendency for nonspecific factors to shift out of clothing and into the production of armaments.
Ως αποτέλεσμα, δεν θα υπάρξει, όπως θα μπορούσε να υποτεθεί, αναλογική μείωση κατά 20% των εισοδημάτων όλων των πρωτογενών συντελεστών εξαιτίας ενός γενικού φόρου πωλήσεων 20%. Οι ειδικοί συντελεστές σε κλάδους που έχουν χάσει εργασίες λόγω της μετατόπισης από την ιδιωτική στην κρατική ζήτηση θα χάσουν αναλογικά περισσότερο εισόδημα. Οι ειδικοί συντελεστές σε κλάδους των οποίων η ζήτηση αυξάνεται θα χάσουν αναλογικά λιγότερο, και ορισμένοι μπορεί να ωφεληθούν τόσο ώστε να αποκομίσουν απόλυτο όφελος από τη μεταβολή. Οι μη ειδικοί συντελεστές δεν θα επηρεαστούν αναλογικά τόσο πολύ, αλλά και αυτοί θα χάσουν ή θα κερδίσουν ανάλογα με τη διαφορά που προκαλεί η συγκεκριμένη μετατόπιση της ζήτησης στην οριακή παραγωγικότητά τους σε όρους αξίας.
As a result, there will not be, as might be assumed, a proportional 20-percent fall in the incomes of all original factors as a result of a 20-percent general sales tax. Specific factors in industries that have lost business as a result of the shift from private to governmental demand will lose proportionately more in income. Specific factors in industries gaining in demand will lose proportionately less, and some may gain so much as to gain absolutely as a result of the change. Nonspecific factors will not be affected as much proportionately, but they too will lose and gain according to the difference that the concrete shift in demand makes in their marginal value productivity.
Η γνώση ότι οι φόροι δεν μπορούν ποτέ να μετακυλιστούν προς τα εμπρός αποτελεί συνέπεια της προσήλωσης στην «αυστριακή» ανάλυση της αξίας, δηλαδή στη θέση ότι οι τιμές καθορίζονται από την τελική ζήτηση για το απόθεμα και σε καμία έννοια από το «κόστος παραγωγής». Δυστυχώς, όλες οι προηγούμενες πραγματεύσεις της φορολογικής επίπτωσης έχουν αμαυρωθεί από κατάλοιπα της κλασικής θεωρίας του «κόστους παραγωγής» και από την αποτυχία υιοθέτησης μιας συνεπούς «αυστριακής» προσέγγισης. Οι ίδιοι οι Αυστριακοί οικονομολόγοι δεν εφάρμοσαν ποτέ πραγματικά τις θεωρίες τους στη θεωρία της φορολογικής επίπτωσης, οπότε η παρούσα συζήτηση ανοίγει νέο δρόμο.
The knowledge that taxes can never be shifted forward is a consequence of adhering to the “Austrian” analysis of value, i.e., that prices are determined by ultimate demands for stock, and not in any sense by the “cost of production.” Unhappily, all previous discussions of the incidence of taxation have been marred by hangovers of classical “cost-of-production” theory and the failure to adopt a consistent “Austrian” approach. The Austrian economists themselves never really applied their doctrines to the theory of tax incidence, so that this discussion breaks new ground.
Το δόγμα της μετακύλισης προς τα εμπρός έχει πράγματι οδηγηθεί στο λογικό και παράλογο συμπέρασμά του: ότι οι παραγωγοί μετακυλίουν τους φόρους στους καταναλωτές και ότι οι καταναλωτές, με τη σειρά τους, μπορούν να τους μετακυλίουν στους εργοδότες τους, και ούτω καθεξής επ’ άπειρον, χωρίς κανείς να πληρώνει πραγματικά κανέναν φόρο.115
The shifting-forward doctrine has actually been carried to its logical, and absurd, conclusion that producers shift taxes to consumers, and consumers, in turn, can shift them to their employers, and so on ad infinitum, with no one really paying any tax at all.
Πρέπει να επισημανθεί με ιδιαίτερη προσοχή ότι ο γενικός φόρος πωλήσεων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχίας φορολόγησης της κατανάλωσης. Συνήθως θεωρείται ότι ο φόρος πωλήσεων επιβαρύνει την κατανάλωση και όχι το εισόδημα ή το κεφάλαιο. Διαπιστώνουμε, όμως, ότι ο φόρος πωλήσεων μειώνει όχι μόνο την κατανάλωση αλλά και τα εισοδήματα των πρωτογενών συντελεστών. Ο γενικός φόρος πωλήσεων είναι φόρος εισοδήματος, αν και αρκετά άτακτος, καθώς δεν υπάρχει τρόπος να καταστεί ομοιόμορφη η επίπτωσή του στις εισοδηματικές κατηγορίες. Πολλοί «δεξιοί» οικονομολόγοι έχουν υποστηρίξει τη γενική φορολογία πωλήσεων αντί της φορολογίας εισοδήματος, με το επιχείρημα ότι η πρώτη φορολογεί την κατανάλωση αλλά όχι την αποταμίευση και τις επενδύσεις· πολλοί «αριστεροί» οικονομολόγοι έχουν αντιταχθεί στη φορολογία πωλήσεων για τον ίδιο λόγο. Και οι δύο σφάλλουν· ο φόρος πωλήσεων είναι φόρος εισοδήματος, αν και με περισσότερο άτακτη και αβέβαιη επίπτωση. Η κύρια επίδραση του γενικού φόρου πωλήσεων θα είναι εκείνη του φόρου εισοδήματος: η μείωση της κατανάλωσης και της αποταμίευσης και επένδυσης των φορολογουμένων.116 Πράγματι, εφόσον, όπως θα δούμε, ο φόρος εισοδήματος από τη φύση του επιβαρύνει περισσότερο την αποταμίευση και τις επενδύσεις παρά την κατανάλωση, καταλήγουμε στο παράδοξο και σημαντικό συμπέρασμα ότι ένας φόρος στην κατανάλωση θα επιβαρύνει επίσης περισσότερο την αποταμίευση και τις επενδύσεις στην τελική του επίπτωση.
It should be carefully noted that the general sales tax is a conspicuous example of failure to tax consumption. It is commonly supposed that a sales tax penalizes consumption rather than income or capital. But we find that the sales tax reduces, not just consumption, but the incomes of original factors. The general sales tax is an income tax, albeit a rather haphazard one, since there is no way that its impact on income classes can be made uniform. Many “right-wing” economists have advocated general sales taxation, as opposed to income taxation, on the ground that the former taxes consumption but not savings-investment; many “left-wing” economists have opposed sales taxation for the same reason. Both are mistaken; the sales tax is an income tax, though of more haphazard and uncertain incidence. The major effect of the general sales tax will be that of the income tax: to reduce the consumption and the savings-investment of the taxpayers. In fact, since, as we shall see, the income tax by its nature falls more heavily on savings-investment than on consumption, we reach the paradoxical and important conclusion that a tax on consumption will also fall more heavily on savings-investment, in its ultimate incidence.
Β. Επιλεκτικοί ειδικοί φόροι κατανάλωσης: Άλλοι φόροι στην παραγωγή
B. PARTIAL EXCISE TAXES; OTHER PRODUCTION TAXES
Ο επιλεκτικός ειδικός φόρος κατανάλωσης είναι ένας φόρος πωλήσεων που επιβάλλεται σε ορισμένα και όχι σε όλα τα εμπορεύματα. Η κύρια διαφορά του από τον γενικό φόρο πωλήσεων είναι ότι ο δεύτερος δεν στρεβλώνει, αυτός καθαυτόν, τις παραγωγικές κατανομές στην αγορά, καθώς επιβάλλεται αναλογικός φόρος στην πώληση όλων των τελικών προϊόντων. Ένας επιλεκτικός ειδικός φόρος κατανάλωσης, από την άλλη πλευρά, επιβαρύνει ορισμένους κλάδους παραγωγής. Ο γενικός φόρος πωλήσεων, φυσικά, στρεβλώνει τις κατανομές της αγοράς στον βαθμό που οι κρατικές δαπάνες από τα έσοδά του διαφέρουν ως προς τη διάρθρωσή τους από την ιδιωτική ζήτηση που θα υπήρχε χωρίς τον φόρο. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης έχει επίσης αυτή την επίδραση και, επιπλέον, επιβαρύνει τον συγκεκριμένο φορολογούμενο κλάδο. Ο φόρος δεν μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός, αλλά τείνει να μετακυλίεται προς τα πίσω, στους συντελεστές που απασχολούνται στον κλάδο. Τώρα, όμως, ο φόρος ασκεί πίεση στους μη ειδικούς συντελεστές και στους επιχειρηματίες να εγκαταλείψουν τον φορολογούμενο κλάδο και να εισέλθουν σε άλλους, μη φορολογούμενους κλάδους. Κατά τη μεταβατική περίοδο, ο φόρος μπορεί κάλλιστα να προστεθεί στο κόστος. Εφόσον, όμως, η τιμή δεν μπορεί να αυξηθεί άμεσα, οι οριακές επιχειρήσεις αυτού του κλάδου θα εκτοπιστούν και θα αναζητήσουν καλύτερες ευκαιρίες αλλού. Η έξοδος μη ειδικών συντελεστών, και ίσως επιχειρήσεων, από τον φορολογούμενο κλάδο μειώνει το απόθεμα του αγαθού που θα παραχθεί. Αυτή η μείωση του αποθέματος, ή της προσφοράς, θα αυξήσει την τιμή του αγαθού στην αγορά, με δεδομένη την κλίμακα ζήτησης των καταναλωτών. Υπάρχει, λοιπόν, ένα είδος «έμμεσης μετακύλισης», με την έννοια ότι η τιμή του αγαθού για τους καταναλωτές θα αυξηθεί τελικά. Ωστόσο, όπως αναφέραμε, δεν είναι πρόσφορο να ονομάζεται αυτό «μετακύλιση», ένας όρος που είναι προτιμότερο να περιορίζεται στην απρόσκοπτη, άμεση μεταφορά ενός φόρου στην τιμή.
The partial excise tax is a sales tax levied on some, rather than all, commodities. The chief distinction between this and the general sales tax is that the latter does not, in itself, distort productive allocations on the market, since a tax is levied proportionately on the sale of all final products. A partial excise, on the other hand, penalizes certain lines of production. The general sales tax, of course, distorts market allocations insofar as government expenditures from the proceeds differ in structure from private demands in the absence of the tax. The excise tax has this effect, too, and, in addition, penalizes the particular industry taxed. The tax cannot be shifted forward, but tends to be shifted backward to the factors working in the industry. Now, however, the tax exerts pressure on nonspecific factors and entrepreneurs to leave the taxed industry and enter other, nontaxed industries. During the transition period, the tax may well be added to cost. As the price, however, cannot be directly increased, the marginal firms in this industry will be driven out of business and will seek better opportunities elsewhere. The exodus of nonspecific factors, and perhaps firms, from the taxed industry reduces the stock of the good that will be produced. This reduction in stock, or supply, will raise the market price of the good, given the consumers’ demand schedule. Thus, there is a sort of “indirect shifting” in the sense that the price of the good to consumers will ultimately increase. However, as we have stated, it is not appropriate to call this “shifting,” a term better reserved for an effortless, direct passing on of a tax in the price.
Όλοι στην αγορά υφίστανται ζημία εξαιτίας ενός ειδικού φόρου κατανάλωσης. Οι μη ειδικοί συντελεστές πρέπει να μετακινηθούν σε τομείς χαμηλότερου εισοδήματος· εφόσον το προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας είναι εκεί χαμηλότερο, οι ειδικοί συντελεστές πλήττονται ιδιαίτερα σκληρά, και οι καταναλωτές ζημιώνονται καθώς η κατανομή των συντελεστών και η διάρθρωση των τιμών στρεβλώνονται σε σύγκριση με εκείνες που θα ικανοποιούσαν τις επιθυμίες τους. Η προσφορά συντελεστών στους φορολογούμενους κλάδους γίνεται υπερβολικά μικρή και η τιμή πώλησης σε αυτούς υπερβολικά υψηλή· ενώ η προσφορά συντελεστών στους άλλους κλάδους γίνεται υπερβολικά μεγάλη και οι τιμές των προϊόντων τους υπερβολικά χαμηλές.
Everyone in the market suffers as a result of an excise tax. Nonspecific factors must shift to fields of lower income; since the discounted marginal value product is lower there, specific factors are hit particularly hard, and consumers suffer as the allocations of factors and the price structure are distorted in comparison with what would have satisfied their desires. The supply of factors in the taxed industries becomes excessively low, and the selling price in these industries too high; while the supply of factors in other industries becomes excessively large, and their product prices too low.
Πέρα από αυτές τις ειδικές επιδράσεις, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης έχει και την ίδια γενική επίδραση με όλους τους άλλους φόρους, δηλαδή τη στρέβλωση της διάρθρωσης της ζήτησης στην αγορά, από τις ιδιωτικές ανάγκες προς τις κρατικές ή τις επιδοτούμενες από το κράτος ανάγκες, κατά το ποσό των φορολογικών εισπράξεων.
In addition to those specific effects, the excise tax also has the same general effect as all other taxes, viz., that the pattern of market demands is distorted from private to government or government-subsidized wants by the amount of the tax intake.
Έχουν γραφτεί υπερβολικά πολλά για την ελαστικότητα της ζήτησης σε σχέση με την επίδραση της φορολογίας. Γνωρίζουμε ότι η κλίμακα ζήτησης μιας επιχείρησης είναι πάντοτε ελαστική πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Και το κόστος παραγωγής δεν είναι κάτι σταθερό, αλλά καθορίζεται το ίδιο από την τιμή πώλησης. Το σημαντικότερο είναι ότι, εφόσον η καμπύλη ζήτησης ενός αγαθού είναι πάντοτε φθίνουσα, κάθε μείωση του αποθέματος θα αυξάνει την τιμή της αγοράς και κάθε αύξηση του αποθέματος θα μειώνει την τιμή, ανεξάρτητα από την ελαστικότητα της ζήτησης του προϊόντος. Η ελαστικότητα της ζήτησης είναι ζήτημα που δικαιολογεί μόνο σχετικά δευτερεύοντα ρόλο στην οικονομική θεωρία.117
Far too much has been written on the elasticity of demand in relation to the effect of taxation. We know that the demand schedule for one firm is always elastic above the free-market price. And the cost of production is not something fixed, but is in itself determined by the selling price. Most important, since the demand curve for a good is always falling, any decrease in the stock will raise the market price, and any increase in the stock will lower the price, regardless of the elasticity of demand for the product. Elasticity of demand is a topic that warrants only a relatively minor role in economic theory.
Συνοψίζοντας, ένας ειδικός φόρος κατανάλωσης: (α) βλάπτει τους καταναλωτές με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν όλοι οι φόροι, μετατοπίζοντας πόρους και ζήτηση από τους ιδιώτες καταναλωτές προς το κράτος· και (β) βλάπτει τους καταναλωτές και τους παραγωγούς με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, στρεβλώνοντας τις κατανομές της αγοράς, τις τιμές και τα εισοδήματα των συντελεστών· αλλά (γ) δεν μπορεί να θεωρηθεί φόρος στην κατανάλωση με την έννοια ότι μετακυλίεται στους καταναλωτές. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης είναι επίσης φόρος στα εισοδήματα, με τη διαφορά ότι στην περίπτωση αυτή η επίδραση δεν είναι γενική, καθώς η επιβάρυνση πλήττει περισσότερο τους συντελεστές που είναι ειδικοί για τον φορολογούμενο κλάδο.
In sum, an excise tax (a) injures consumers in the same way that all taxes do, by shifting resources and demands from private consumers to the State; and (b) injures consumers and producers in its own particular way by distorting market allocations, prices, and factor revenues; but (c) cannot be considered a tax on consumption in the sense that the tax is shifted to consumers. The excise tax is also a tax on incomes, except that in this case the effect is not general because the impact falls most heavily on the factors specific to the taxed industry.
Κάθε επιλεκτικός φόρος στην παραγωγή θα έχει επιπτώσεις παρόμοιες με εκείνες ενός ειδικού φόρου κατανάλωσης. Ένας φόρος αδείας που επιβάλλεται σε έναν κλάδο, για παράδειγμα, παραχωρώντας μονοπωλιακό προνόμιο σε επιχειρήσεις με μεγάλο κεφάλαιο, θα περιορίσει την προσφορά του προϊόντος και θα αυξήσει την τιμή. Η κατανομή των συντελεστών και η διαμόρφωση των τιμών θα στρεβλωθούν όπως στην περίπτωση ενός ειδικού φόρου κατανάλωσης. Σε αντίθεση με τον τελευταίο, όμως, η έμμεση παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου θα ωφελήσει τους ειδικούς, οιονεί μονοπωλημένους συντελεστές που μπορούν να παραμείνουν στον κλάδο.
Any partial tax on production will have effects similar to an excise tax. A license tax imposed on an industry, for example, granting a monopolistic privilege to firms with a large amount of capital, will restrict the supply of the product and raise the price. Factors and pricing will be misallocated as in an excise tax. In contrast to the latter, however, the indirect grant of monopolistic privilege will benefit the specific, quasi-monopolized factors that are able to remain in the industry.
Στη δυναμική πραγματική οικονομία, το χρηματικό εισόδημα αποτελείται από μισθούς, γαιοπροσόδους, τόκους και κέρδη, μείον τις ζημίες. Οι γαιοπρόσοδοι κεφαλαιοποιούνται επίσης στην αγορά, ώστε το εισόδημα από προσόδους να μπορεί να αναλυθεί σε τόκο και κέρδος, μείον τις ζημίες. Ο φόρος εισοδήματος έχει σχεδιαστεί για να φορολογεί όλο αυτό το καθαρό εισόδημα. Είδαμε ότι οι φόροι πωλήσεων και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης είναι στην πραγματικότητα φόροι σε ορισμένα εισοδήματα πρωτογενών συντελεστών. Αυτό γενικά έχει αγνοηθεί, και ίσως ένας λόγος είναι ότι οι άνθρωποι έχουν συνηθίσει να σκέφτονται τη φορολογία εισοδήματος ως ομοιόμορφα επιβαλλόμενη σε όλα τα εισοδήματα του ίδιου ύψους. Αργότερα θα δούμε ότι η ομοιομορφία μιας τέτοιας επιβάρυνσης έχει υποστηριχθεί ευρέως ως σημαντικός «κανόνας δικαιοσύνης» στη φορολογία. Στην πραγματικότητα, τέτοια ομοιομορφία ούτε υπάρχει ούτε χρειάζεται να υπάρχει. Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης και οι φόροι πωλήσεων, όπως είδαμε, δεν επιβάλλονται ομοιόμορφα, αλλά επιβάλλονται σε ορισμένους αποδέκτες εισοδήματος και όχι σε άλλους της ίδιας εισοδηματικής κατηγορίας. Πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο επίσημος φόρος εισοδήματος, ο φόρος που είναι γενικά γνωστός ως «φόρος εισοδήματος», δεν είναι σε καμία περίπτωση η μόνη μορφή με την οποία το εισόδημα φορολογείται ή μπορεί να φορολογηθεί από το κράτος.118
In the dynamic real economy, money income consists of wages, ground rents, interest, and profits, counterbalanced by losses. (Ground rents are also capitalized on the market, so that income from rents is resolvable into interest and profit, minus losses.) The income tax is designed to tax all such net income. We have seen that sales and excise taxes are really taxes on some original-factor incomes. This has been generally ignored, and perhaps one reason is that people are accustomed to thinking of income taxation as being uniformly levied on all incomes of the same amount. Later, we shall see that the uniformity of such a levy has been widely upheld as an important “canon of justice” for taxation. Actually, no such uniformity does or need exist. Excise and sales taxes, as we have seen, are not uniformly levied, but are imposed on some income receivers and not others of the same income class. It must be recognized that the official income tax, the tax that is generally known as the “income tax,” is by no means the only form in which income is, or can be, taxed by the government.
Ένας φόρος εισοδήματος δεν μπορεί να μετακυλιστεί σε κανέναν άλλο. Ο ίδιος ο φορολογούμενος επωμίζεται το βάρος. Αποκομίζει κέρδη από την επιχειρηματική δραστηριότητα, τόκο από τη χρονική προτίμηση και άλλο εισόδημα από την οριακή παραγωγικότητα, και κανένα από αυτά δεν μπορεί να αυξηθεί ώστε να καλύψει τον φόρο. Η φορολογία εισοδήματος μειώνει το χρηματικό και το πραγματικό εισόδημα κάθε φορολογουμένου και, επομένως, το βιοτικό του επίπεδο. Η απόκτηση εισοδήματος από εργασία γίνεται ακριβότερη και ο ελεύθερος χρόνος φθηνότερος, οπότε θα τείνει να εργάζεται λιγότερο. Το βιοτικό επίπεδο όλων, υπό τη μορφή ανταλλάξιμων αγαθών, θα υποχωρήσει. Ως αντίλογος, έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στο γεγονός ότι η οριακή χρησιμότητα του χρήματος για κάθε άνθρωπο αυξάνεται καθώς μειώνονται τα χρηματικά του διαθέσιμα και ότι, επομένως, μπορεί να αυξηθεί η οριακή χρησιμότητα του μειωμένου εισοδήματος που μπορεί να αποκτήσει από την τρέχουσα εργασιακή προσπάθειά του. Είναι αλήθεια, με άλλα λόγια, ότι η ίδια εργασία αποφέρει τώρα σε καθέναν λιγότερα χρήματα, αλλά αυτή ακριβώς η μείωση του χρηματικού εισοδήματος μπορεί επίσης να αυξήσει την οριακή χρησιμότητα μιας χρηματικής μονάδας σε τέτοιον βαθμό ώστε να αυξηθεί η οριακή χρησιμότητα του συνολικού του εισοδήματος και, ως αποτέλεσμα του φόρου εισοδήματος, να παρακινηθεί να εργαστεί σκληρότερα. Αυτό μπορεί κάλλιστα να ισχύει σε ορισμένες περιπτώσεις, και δεν υπάρχει τίποτε το μυστηριώδες ή αντίθετο προς την οικονομική ανάλυση σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ωστόσο, δύσκολα αποτελεί ευλογία για τον άνθρωπο ή για την κοινωνία. Διότι, αν καταβάλλεται περισσότερη εργασία, χάνεται ελεύθερος χρόνος, και το βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων είναι χαμηλότερο εξαιτίας αυτής της καταναγκαστικής απώλειας.
An income tax cannot be shifted to anyone else. The taxpayer himself bears the burden. He earns profits from entrepreneurial activity, interest from time preference, and other income from marginal productivity, and none can be increased to cover the tax. Income taxation reduces every taxpayer’s money income and real income, and hence his standard of living. His income from working is more expensive, and leisure cheaper, so that he will tend to work less. Everyone’s standard of living in the form of exchangeable goods will decline. In rebuttal, much has been made of the fact that every man’s marginal utility of money rises as his money assets fall and, therefore, that there may be a rise in the marginal utility of the reduced income obtainable from his current expenditure of labor. It is true, in other words, that the same labor now earns every man less money, but this very reduction in money income may also raise the marginal utility of a unit of money to the extent that the marginal utility of his total income will be raised, and he will be induced to work harder as a result of the income tax. This may very well be true in some cases, and there is nothing mysterious or contrary to economic analysis in such an event. However, it is hardly a blessing for the man or for society. For, if more work is expended, leisure is lost, and people’s standards of living are lower because of this coerced loss.
Στην ελεύθερη αγορά, εν ολίγοις, τα άτομα σταθμίζουν πάντοτε το χρηματικό τους εισόδημα —ή το πραγματικό τους εισόδημα σε ανταλλάξιμα αγαθά— έναντι του πραγματικού τους εισοδήματος υπό τη μορφή δραστηριοτήτων ελεύθερου χρόνου. Και τα δύο αποτελούν βασικά συστατικά του βιοτικού επιπέδου. Πράγματι, όσο μεγαλύτερο είναι το εισόδημά τους σε ανταλλάξιμα αγαθά, τόσο υψηλότερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας ελεύθερου χρόνου —μη ανταλλάξιμων αγαθών— και τόσο μεγαλύτερο αναλογικά μέρος του εισοδήματός τους θα «λαμβάνουν» υπό τη μορφή ελεύθερου χρόνου. Δεν είναι, επομένως, παράξενο ότι ένα καταναγκαστικά μειωμένο εισόδημα μπορεί να αναγκάσει τα άτομα να εργάζονται σκληρότερα. Όποια και αν είναι η επίδραση, ο φόρος μειώνει το βιοτικό επίπεδο των φορολογουμένων, στερώντας τους είτε ελεύθερο χρόνο είτε ανταλλάξιμα αγαθά.
In the free market, in short, individuals are always balancing their money income (or real income in exchangeable goods) against their real income in the form of leisure activities. Both are basic components of the standard of living. The greater their exchangeable-goods income, in fact, the higher will be their marginal utility of a unit of leisure time (nonexchangeable goods), and the more proportionately will they “take” their income in the form of leisure. It is not surprising, therefore, that a coerced lower income may force individuals to work harder. Whichever the effect, the tax lowers the standard of living of the taxpayers, either depriving them of leisure or of exchangeable goods.
Πέρα από την επιβάρυνση της εργασίας σε σχέση με τον ελεύθερο χρόνο, ένας φόρος εισοδήματος επιβαρύνει επίσης την εργασία έναντι χρηματικής αμοιβής σε σύγκριση με την εργασία για απόδοση σε είδος. Προφανώς, παραχωρείται σχετικό πλεονέκτημα στην εργασία που πραγματοποιείται για μη χρηματικό αντάλλαγμα. Οι εργαζόμενες γυναίκες επιβαρύνονται σε σύγκριση με τις νοικοκυρές· οι άνθρωποι θα τείνουν να εργάζονται για τις οικογένειές τους αντί να εισέρχονται στην αγορά εργασίας κ.λπ. Οι δραστηριότητες «κάν’ το μόνος σου» ενθαρρύνονται. Εν ολίγοις, ο φόρος εισοδήματος τείνει να επιφέρει μείωση της εξειδίκευσης και αποδιάρθρωση της αγοράς και, επομένως, υποχώρηση του βιοτικού επιπέδου.119 Αν ο φόρος εισοδήματος γίνει αρκετά υψηλός, η αγορά θα αποσυντεθεί εντελώς και θα επικρατήσουν πρωτόγονες οικονομικές συνθήκες.
In addition to penalizing work relative to leisure, an income tax also penalizes work for money as against work for a return in kind. Obviously, a relative advantage is conferred on work done for a nonmonetary reward. Working women are penalized as compared with housewives; people will tend to work for their families rather than enter into the labor market, etc. “Do-it-yourself” activities are stimulated. In short, the income tax tends to bring about a reduction in specialization and a breakdown of the market, and hence a retrogression in living standards. Make the income tax high enough, and the market will disintegrate altogether, and primitive economic conditions will prevail.
Ο φόρος εισοδήματος δημεύει ένα ορισμένο μέρος του εισοδήματος ενός ανθρώπου, αφήνοντάς τον ελεύθερο να κατανείμει το υπόλοιπο μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι, εφόσον μπορούμε να υποθέσουμε τις κλίμακες χρονικής προτίμησης ως δεδομένες, η αναλογία κατανάλωσης προς αποταμίευση και επένδυση —και το καθαρό επιτόκιο— θα παραμείνει ανεπηρέαστη από τον φόρο εισοδήματος. Αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Διότι το πραγματικό εισόδημα του φορολογουμένου και η αξία των χρηματικών διαθεσίμων του έχουν μειωθεί. Όσο χαμηλότερο είναι το επίπεδο των πραγματικών χρηματικών διαθεσίμων ενός ανθρώπου, τόσο υψηλότερο θα είναι το ποσοστό χρονικής προτίμησής του —με δεδομένη την κλίμακα χρονικής προτίμησής του— και τόσο υψηλότερη η αναλογία των καταναλωτικών προς τις επενδυτικές δαπάνες του. Η θέση του φορολογουμένου φαίνεται στο διάγραμμα του Σχήματος 4.
The income tax confiscates a certain portion of a person’s income, leaving him free to allocate the remainder between consumption and investment. It might be thought that, since we may assume time-preference schedules as given, the proportion of consumption to savings-investment—and the pure interest rate—will remain unaffected by the income tax. But this is not so. For the taxpayer’s real income and the value of his monetary assets have been lowered. The lower the level of a man’s real monetary assets, the higher will his time-preference rate be (given his time-preference schedule) and the higher the proportion of his consumption to investment spending. The taxpayer’s position may be seen in the diagram in Figure 4.
Το Σχήμα 4 απεικονίζει την κλίμακα χρονικής προτίμησης ενός μεμονωμένου φορολογουμένου σε σχέση με τα χρηματικά του διαθέσιμα. Ας πούμε ότι η αρχική θέση του φορολογουμένου είναι απόθεμα 0M· η tt είναι η καμπύλη χρονικής προτίμησής του. Το ενεργό ποσοστό χρονικής προτίμησής του, που καθορίζει την αναλογία κατανάλωσης προς αποταμίευση και επένδυση, είναι t1. Τώρα το κράτος επιβάλλει φόρο εισοδήματος, μειώνοντας τα αρχικά χρηματικά του διαθέσιμα στην έναρξη της περιόδου δαπανών του σε 0M1. Το ενεργό ποσοστό χρονικής προτίμησής του είναι τώρα υψηλότερο, στο t2. Είδαμε ότι τα πραγματικά, όπως και τα ονομαστικά, χρηματικά διαθέσιμα ενός ατόμου πρέπει να μειωθούν για να προκύψει αυτό το αποτέλεσμα· αν υπάρχει αποπληθωρισμός, η αξία της νομισματικής μονάδας θα αυξηθεί περίπου αναλογικά και, μακροχρόνια, τα ποσοστά χρονικής προτίμησης, ceteris paribus, δεν θα μεταβληθούν. Στην περίπτωση της φορολογίας εισοδήματος, όμως, δεν θα υπάρξει μεταβολή της αξίας της νομισματικής μονάδας, καθώς το κράτος θα δαπανήσει τα φορολογικά έσοδα. Ως αποτέλεσμα, τα πραγματικά και τα ονομαστικά χρηματικά διαθέσιμα του φορολογουμένου μειώνονται, και μάλιστα στον ίδιο βαθμό.
Figure 4 is a portrayal of an individual taxpayer’s time-preference schedule, related to his monetary assets. Let us say that the taxpayer’s initial position is a stock of 0M; tt is his time-preference curve. His effective time-preference rate, determining the ratio of his consumption to his savings-investment is t. Now the government levies an income tax, reducing his initial monetary assets at the start of his spending period to 0M. His effective time-preference rate is now higher, at t. We have seen that an individual’s real as well as nominal money assets must decline in order for this result to take place; if there is deflation, the value of the monetary unit will increase roughly in proportion, and, in the long run, time-preference ratios, ceteris paribus, will not be changed. In the case of income taxation, however, there will be no change in the value of the monetary unit, since the government will spend the proceeds of taxation. As a result, the taxpayer’s real as well as nominal money assets decline, and decline to the same extent.
Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι οι κρατικοί αξιωματούχοι ή οι επιδοτούμενοι λαμβάνουν πρόσθετα χρήματα και ότι η πτώση των ποσοστών χρονικής προτίμησής τους μπορεί κάλλιστα να αντισταθμίσει ή να εξισορροπήσει την άνοδο του ποσοστού από την πλευρά των φορολογουμένων. Δεν θα μπορούσε, τότε, να συναχθεί ότι το κοινωνικό ποσοστό χρονικής προτίμησης θα αυξηθεί και ότι η αποταμίευση και επένδυση θα μειωθεί ιδιαίτερα. Οι κρατικές δαπάνες, όμως, αποτελούν εκτροπή πόρων από ιδιωτικούς προς κρατικούς σκοπούς. Εφόσον το κράτος, εξ ορισμού, επιθυμεί αυτή την εκτροπή, πρόκειται για καταναλωτική δαπάνη του κράτους.120 Η μείωση του εισοδήματος — και, επομένως, της κατανάλωσης και της αποταμίευσης και επένδυσης — που επιβάλλεται στους φορολογουμένους θα αντισταθμιστεί, συνεπώς, από κρατικές καταναλωτικές δαπάνες. Όσο για τις μεταβιβαστικές δαπάνες του κράτους —συμπεριλαμβανομένων των μισθών των γραφειοκρατών και των επιδοτήσεων σε προνομιούχες ομάδες—, είναι αλήθεια ότι μέρος τους θα αποταμιευθεί και θα επενδυθεί. Αυτές οι επενδύσεις, όμως, δεν θα αντιπροσωπεύουν τις εκούσιες επιθυμίες των καταναλωτών, αλλά επενδύσεις σε τομείς παραγωγής που δεν επιθυμούν οι παραγωγοί-καταναλωτές. Αντιπροσωπεύουν τις επιθυμίες όχι των παραγωγών-καταναλωτών της ελεύθερης αγοράς, αλλά καταναλωτών-εκμεταλλευτών που συντηρούνται από τον μονομερή καταναγκασμό του κράτους. Αρκεί να καταργηθεί ο φόρος και οι παραγωγοί θα είναι ελεύθεροι να αποκτούν εισόδημα και να καταναλώνουν ξανά. Οι νέες επενδύσεις που προκλήθηκαν από τη ζήτηση των ειδικά προνομιούχων θα αποδειχθούν εσφαλμένες επενδύσεις. Σε κάθε περίπτωση, το ποσό που καταναλώνει το κράτος εξασφαλίζει ότι η επίδραση της φορολογίας εισοδήματος θα είναι η αύξηση των ποσοστών χρονικής προτίμησης και η μείωση της αποταμίευσης και των επενδύσεων.
It might be objected that the government officials or those subsidized receive additional money, and the fall in their time-preference ratios may well offset, or balance, the rise in the rate from the taxpayers’ side. It could not be concluded, then, that the social rate of time-preference will rise, and savings-investment particularly decrease. Government expenditures, however, constitute diversion of resources from private to government purposes. Since the government, by definition, desires this diversion, this is a consumption expenditure by the government. The reduction in income (and therefore in consumption and savings-investment) imposed on the taxpayers will therefore be counterbalanced by government consumptionexpenditure. As for the transfer expenditures made by the government (including the salaries of bureaucrats and subsidies to privileged groups), it is true that some of this will be saved and invested. These investments, however, will not represent the voluntary desires of consumers, but rather investments in fields of production not desired by the producing consumers. They represent the desires, not of the producing consumers on the free market, but of exploiting consumers fed by the unilateral coercion of the State. Once let the tax be eliminated, and the producers are free to earn and consume again. The new investments called forth by the demands of the specially privileged will turn out to be malinvestments. At any rate, the amount consumed by the government insures that the effect of income taxation will be to raise time-preference ratios and to reduce saving and investment.
Ορισμένοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η φορολογία εισοδήματος μειώνει την αποταμίευση και τις επενδύσεις στην κοινωνία και με έναν τρίτο τρόπο. Ισχυρίζονται ότι η φορολογία εισοδήματος, από την ίδια τη φύση της, επιβάλλει έναν «διπλό» φόρο στην αποταμίευση και επένδυση σε σύγκριση με την κατανάλωση.121 Ο συλλογισμός έχει ως εξής: η αποταμίευση και η κατανάλωση δεν είναι πραγματικά συμμετρικές. Κάθε αποταμίευση αποβλέπει στην απόλαυση μεγαλύτερης κατανάλωσης στο μέλλον. Διαφορετικά, δεν θα υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να αποταμιεύει κανείς. Η αποταμίευση είναι αποχή από μια δυνατή παρούσα κατανάλωση, με αντάλλαγμα την προσδοκία αυξημένης κατανάλωσης σε κάποια μελλοντική στιγμή. Κανείς δεν επιθυμεί τα κεφαλαιουχικά αγαθά αυτά καθαυτά.122 Αποτελούν μόνο την ενσάρκωση αυξημένης κατανάλωσης στο μέλλον. Η αποταμίευση και επένδυση είναι η κατασκευή ενός ραβδιού από τον Crusoe για να αποκτήσει περισσότερα μήλα σε μελλοντικό χρόνο· καρποφορεί ως αυξημένη κατανάλωση αργότερα. Επομένως, η επιβολή φόρου εισοδήματος επιβαρύνει υπέρμετρα την αποταμίευση και επένδυση σε σύγκριση με την κατανάλωση.123
Some economists maintain that income taxation reduces saving and investment in the society in a third way. They assert that income taxation, by its very nature, imposes a “double” tax on savings-investment as against consumption. The reasoning runs as follows: Saving and consumption are not really symmetrical. All saving is directed toward enjoying more consumption in the future. Otherwise, there would be no point at all in saving. Saving is abstaining from possible present consumption in return for the expectation of increased consumption at some time in the future. No one wants capital goods for their own sake. They are only the embodiment of an increased consumption in the future. Savings-investment is Crusoe’s building a stick to obtain more apples at a future date; it fructifies in increased consumption later. Hence, the imposition of an income tax excessively penalizes savings-investment as against consumption.
Αυτός ο συλλογισμός είναι ορθός ως προς την εξήγηση της διαδικασίας επένδυσης και κατανάλωσης. Πάσχει, όμως, από ένα σοβαρό ελάττωμα: δεν έχει σχέση με τα προβλήματα της φορολογίας. Είναι αλήθεια ότι η αποταμίευση καρποφορεί. Αλλά το ζήτημα είναι ότι όλοι το γνωρίζουν· αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι αποταμιεύουν. Ωστόσο, μολονότι γνωρίζουν ότι η αποταμίευση καρποφορεί, δεν αποταμιεύουν ολόκληρο το εισόδημά τους. Γιατί; Λόγω της χρονικής τους προτίμησης υπέρ της παρούσας κατανάλωσης. Κάθε άτομο, με δεδομένα το τρέχον εισόδημά του και τις κλίμακες αξιών του, κατανέμει αυτό το εισόδημα στην περισσότερο επιθυμητή αναλογία μεταξύ κατανάλωσης, επένδυσης και αύξησης του χρηματικού του υπολοίπου. Κάθε άλλη κατανομή θα ικανοποιούσε λιγότερο τις επιθυμίες του και θα υποβίβαζε τη θέση του στην κλίμακα αξιών του. Δεν υπάρχει, επομένως, εδώ λόγος να λέγεται ότι ένας φόρος εισοδήματος επιβαρύνει ειδικά την αποταμίευση και επένδυση· επιβαρύνει το συνολικό βιοτικό επίπεδο του ατόμου, το οποίο περιλαμβάνει την παρούσα κατανάλωση, τη μελλοντική κατανάλωση και το χρηματικό του υπόλοιπο. Δεν επιβαρύνει, αυτός καθαυτόν, την αποταμίευση περισσότερο από τις άλλες κατευθύνσεις διάθεσης του εισοδήματος.
This line of reasoning is correct in its explanation of the investment-consumption process. It suffers, however, from one grave defect: it is irrelevant to problems of taxation. It is true that saving is a fructifying agent. But the point is that everyone knows this; that is precisely why people save. Yet, even though they know that saving is a fructifying agent, they do not save all their income. Why? Because of their time preference for present consumption. Every individual, given his current income and value scales, allocates that income in the most desired proportion among consumption, investment, and addition to his cash balance. Any other allocation would satisfy his desires to a lesser extent and lower his position on his value scale. There is therefore no reason here to say that an income tax especially penalizes savings-investment; it penalizes the individual’s entire standard of living, encompassing present consumption, future consumption, and his cash balance. It does not per se penalize saving any more than it does the other avenues of income allocation.
Υπάρχει, όμως, ένας άλλος τρόπος με τον οποίο ένας φόρος εισοδήματος πράγματι επιβάλλει ιδιαίτερο βάρος στην αποταμίευση. Διότι η απόδοση τόκου της αποταμίευσης και επένδυσης, όπως όλες οι άλλες απολαβές, υπόκειται στον φόρο εισοδήματος. Το καθαρό επιτόκιο που εισπράττεται είναι, επομένως, χαμηλότερο από το επιτόκιο της ελεύθερης αγοράς. Η απόδοση δεν συνάδει με τις χρονικές προτιμήσεις της ελεύθερης αγοράς· αντιθέτως, η επιβαλλόμενη χαμηλότερη απόδοση παρακινεί τους ανθρώπους να προσαρμόσουν την αποταμίευση και επένδυσή τους στη μειωμένη απόδοση· εν ολίγοις, οι οριακές αποταμιεύσεις και επενδύσεις, οι οποίες δεν είναι πλέον επικερδείς στο χαμηλότερο επιτόκιο, δεν θα πραγματοποιηθούν.
There is another way, however, in which an income tax does, in fact, levy a particular burden on saving. For the interest return on savings-investment, like all other earnings, is subject to the income tax. The net interest rate received, therefore, is lower than the free-market rate. The return is not consonant with free-market time preferences; instead, the imposed lower return induces people to bring their savings-investment into line with the reduced return; in short, the marginal savings and investments, now not profitable at the lower rate, will not be made.
Το παραπάνω επιχείρημα των Fisher και Mill αποτελεί παράδειγμα μιας παράξενης τάσης μεταξύ οικονομολόγων γενικά προσηλωμένων στην ελεύθερη αγορά: της απροθυμίας τους να θεωρήσουν άριστη την αναλογία με την οποία αυτή κατανέμει πόρους μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης. Το οικονομικό επιχείρημα υπέρ της ελεύθερης αγοράς είναι ότι οι κατανομές της αγοράς τείνουν σε κάθε σημείο να είναι άριστες ως προς τις επιθυμίες των καταναλωτών. Οι οικονομολόγοι που τάσσονται υπέρ της ελεύθερης αγοράς το αναγνωρίζουν στους περισσότερους τομείς της οικονομίας, αλλά για κάποιον λόγο εκδηλώνουν ιδιαίτερη προτίμηση και τρυφερότητα προς την αποταμίευση και επένδυση σε αντιδιαστολή προς την κατανάλωση. Τείνουν να αισθάνονται ότι ένας φόρος στην αποταμίευση αποτελεί πολύ μεγαλύτερη προσβολή της ελεύθερης αγοράς από έναν φόρο στην κατανάλωση. Είναι αλήθεια ότι η αποταμίευση ενσωματώνει μελλοντική κατανάλωση. Αλλά οι άνθρωποι επιλέγουν εκουσίως μεταξύ παρούσας και μελλοντικής κατανάλωσης σύμφωνα με τις χρονικές τους προτιμήσεις, και αυτή η εκούσια επιλογή είναι η άριστη επιλογή τους. Κάθε φόρος, επομένως, που επιβάλλεται ειδικά στην κατανάλωσή τους αποτελεί εξίσου στρέβλωση και προσβολή της ελεύθερης αγοράς με έναν φόρο στις αποταμιεύσεις τους. Δεν υπάρχει, στο κάτω κάτω, τίποτε το ιδιαίτερα ιερό στις αποταμιεύσεις· είναι απλώς ο δρόμος προς τη μελλοντική κατανάλωση. Αλλά δεν είναι σημαντικότερες από την παρούσα κατανάλωση, καθώς η κατανομή μεταξύ των δύο καθορίζεται από τις χρονικές προτιμήσεις όλων των ατόμων. Ο οικονομολόγος που δείχνει μεγαλύτερη μέριμνα για την αποταμίευση της ελεύθερης αγοράς από όση για την κατανάλωση της ελεύθερης αγοράς υποστηρίζει εμμέσως κρατιστική επέμβαση και καταναγκαστική στρέβλωση της κατανομής των πόρων υπέρ περισσότερης επένδυσης και λιγότερης κατανάλωσης. Ο υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς θα πρέπει να αντιτίθεται με την ίδια θέρμη στην καταναγκαστική στρέβλωση της αναλογίας κατανάλωσης προς επένδυση προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.124
The above Fisher-Mill argument is an example of a curious tendency among economists generally devoted to the free market to be unwilling to consider its ratio of consumption to investment allocations as optimal. The economic case for the free market is that market allocations tend at all points to be optimal with respect to consumer desires. The economists who favor the free market recognize this in most areas of the economy but for some reason show a predilection for and special tenderness toward savings-investment, as against consumption. They tend to feel that a tax on saving is far more of an invasion of the free market than a tax on consumption. It is true that saving embodies future consumption. But people voluntarily choose between present and future consumption in accordance with their time preferences, and this voluntary choice is their optimal choice. Any tax levied particularly on their consumption, therefore, is just as much a distortion and invasion of the free market as a tax on their savings. There is nothing, after all, especially sacred about savings; they are simply the road to future consumption. But they are no more important than present consumption, the allocation between the two being determined by the time preferences of all individuals. The economist who shows more concern for free-market savings than he does for free-market consumption is implicitly advocating statist interference and a coerced distortion of resource allocation in favor of greater investment and lower consumption. The free-market advocate should oppose with equal fervor coerced distortion of the ratio of consumption to investment in either direction.
Πράγματι, είδαμε ότι η φορολογία εισοδήματος, μέσω άλλων οδών, τείνει να στρεβλώνει την κατανομή των πόρων προς περισσότερη κατανάλωση και λιγότερη αποταμίευση και επένδυση, και είδαμε παραπάνω ότι οι απόπειρες φορολόγησης της κατανάλωσης υπό τη μορφή φόρων πωλήσεων ή παραγωγής πρέπει να αποτυγχάνουν και να καταλήγουν αντ’ αυτών σε επιβαρύνσεις των εισοδημάτων.
As a matter of fact, we have seen that income taxation, by other routes, tends to distort the allocation of resources into more consumption and less savings-investment, and we have seen above that attempts to tax consumption in the form of sales or production taxation must fail and end as levies on incomes instead.
Ένας φόρος στους μισθούς είναι φόρος εισοδήματος που δεν μπορεί να μετακυλιστεί από τον μισθωτό σε άλλον. Δεν υπάρχει κανείς στον οποίο να μετακυλιστεί, ιδίως ο εργοδότης, ο οποίος τείνει πάντοτε να αποκομίζει ενιαίο επιτόκιο απόδοσης. Πράγματι, υπάρχουν έμμεσοι φόροι στους μισθούς που μετακυλίονται στον μισθωτό υπό τη μορφή χαμηλότερου μισθολογικού εισοδήματος. Ένα παράδειγμα είναι εκείνο το μέρος των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης ή ασφάλισης ανεργίας που επιβάλλεται στον εργοδότη. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι πιστεύουν ότι απαλλάσσονται πλήρως από αυτό το μέρος του φόρου, το οποίο πληρώνει ο εργοδότης. Σφάλλουν εντελώς. Ο εργοδότης, όπως είδαμε, δεν μπορεί να μετακυλίσει τον φόρο προς τα εμπρός, στον καταναλωτή. Πράγματι, εφόσον ο φόρος επιβάλλεται αναλογικά προς τους καταβαλλόμενους μισθούς, μετακυλίεται προς τα πίσω εξ ολοκλήρου στους ίδιους τους μισθωτούς. Το μέρος του εργοδότη είναι απλώς εισπραττόμενος φόρος που επιβάλλεται μέσω μείωσης των καθαρών μισθών των εργαζομένων.
A tax on wages is an income tax that cannot be shifted away from the wage earner. There is no one to shift it to, especially not the employer, who always tends to earn a uniform interest rate. In fact, there are indirect taxes on wages that are shifted to the wage earner in the form of lower wage incomes. An example is that part of social security, or of unemployment compensation premiums, levied on the employer. Most employees believe that they completely escape this part of the tax, which the employer pays. They are wholly mistaken. The employer, as we have seen, cannot shift the tax forward to the consumer. In fact, since the tax is levied in proportion to wages paid, the tax is shifted backward wholly on the wage earners themselves. The employer’s part is simply a collected tax levied at the expense of a reduction of the net wages of the employees.
Η φορολογία του καθαρού εισοδήματος των κεφαλαιουχικών εταιρειών επιβάλλει «διπλό» φόρο στους ιδιοκτήτες τους: μία φορά στο επίσημο «εταιρικό» εισόδημα και μία φορά στο εναπομένον διανεμόμενο καθαρό εισόδημα των ίδιων των ιδιοκτητών. Ο πρόσθετος φόρος δεν μπορεί να μετακυλιστεί προς τα εμπρός στον καταναλωτή. Εφόσον επιβάλλεται στο ίδιο το καθαρό εισόδημα, δύσκολα μπορεί να μετακυλιστεί προς τα πίσω. Έχει ως αποτέλεσμα να επιβαρύνει το εταιρικό εισόδημα σε σύγκριση με το εισόδημα από άλλες μορφές οργάνωσης της αγοράς —ατομικές επιχειρήσεις, προσωπικές εταιρείες κ.λπ.—, επιβαρύνοντας έτσι αποδοτικές μορφές επιχειρήσεων και ενθαρρύνοντας τις μη αποδοτικές. Οι πόροι μετακινούνται από τις πρώτες προς τις δεύτερες μέχρι να εξισωθεί το αναμενόμενο ποσοστό καθαρής απόδοσης σε ολόκληρη την οικονομία — σε επίπεδο χαμηλότερο από το αρχικό. Εφόσον η απόδοση τόκου μειώνεται καταναγκαστικά σε σχέση με πριν, ο φόρος επιβαρύνει την αποταμίευση και την επένδυση, καθώς και μια αποτελεσματική μορφή της αγοράς.125
Taxation of corporate net income imposes a “double” tax on the owners of corporations: once on the official “corporate” income and once on the remaining distributed net income of the owners themselves. The extra tax cannot be shifted forward onto the consumer. Since it is levied on net income itself, it can hardly be shifted backward. It has the effect of penalizing corporate income as opposed to income from other market forms (single ownership, partnerships, etc.), thereby penalizing efficient forms of enterprise and encouraging the inefficient. Resources shift from the former to the latter until the expected rate of net return is equalized throughout the economy—at a lower level than originally. Since interest return is forcibly lower than before, the tax penalizes savings and investment as well as an efficient market form.
Ο επιβαρυντικός χαρακτήρας, ή η «διπλή φορολόγηση», των φόρων εισοδήματος εταιρειών θα μπορούσε να εξαλειφθεί μόνο με την κατάργηση του φόρου και την αντιμετώπιση κάθε καθαρού εισοδήματος που περιέρχεται σε μια εταιρεία ως κατ’ αναλογία εισοδήματος των μετόχων-ιδιοκτητών της. Με άλλα λόγια, μια κεφαλαιουχική εταιρεία θα αντιμετωπιζόταν ως προσωπική εταιρεία και όχι σύμφωνα με το παράλογο πλάσμα ότι αποτελεί κάποιο είδος χωριστής πραγματικής οντότητας που λειτουργεί ανεξάρτητα από τις πράξεις των πραγματικών ιδιοκτητών της. Το εισόδημα που περιέρχεται στην εταιρεία προφανώς περιέρχεται κατ’ αναλογία στους ιδιοκτήτες. Ορισμένοι συγγραφείς έχουν αντιτείνει ότι οι μέτοχοι δεν λαμβάνουν πραγματικά το εισόδημα για το οποίο θα φορολογούνταν. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι η Star Corporation αποκτά καθαρό εισόδημα 100.000 USD σε μια ορισμένη περίοδο και ότι έχει τρεις μετόχους: τον Jones, με το 40% των μετοχών· τον Smith, με το 35%· και τον Robinson, με το 25%. Οι πλειοψηφούντες μέτοχοι, ή οι εκπρόσωποί τους στη διοίκηση, αποφασίζουν να διακρατήσουν 60.000 USD ως «αδιανέμητα» κέρδη «στην επιχείρηση», καταβάλλοντας μόνο 40.000 USD ως μερίσματα. Βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, το καθαρό εισόδημα του Jones από τη Star Corporation θεωρείται 16.000 USD, του Smith 14.000 USD και του Robinson 10.000 USD· το εισόδημα της «εταιρείας» καταγράφεται ως 100.000 USD. Καθεμία από αυτές τις οντότητες φορολογείται κατόπιν για τα ποσά αυτά. Ωστόσο, εφόσον δεν υπάρχει πραγματική εταιρική οντότητα χωριστή από τους ιδιοκτήτες της, τα εισοδήματα θα καταγράφονταν ορθότερα ως εξής: Jones, 40.000 USD· Smith, 35.000 USD· Robinson, 25.000 USD. Το γεγονός ότι αυτοί οι μέτοχοι δεν εισπράττουν πράγματι τα χρήματα δεν αποτελεί ένσταση· διότι αυτό που συμβαίνει ισοδυναμεί με το να κερδίζει κάποιος χρήματα, αλλά να τα διατηρεί σε λογαριασμό χωρίς να μπαίνει στον κόπο να τα αναλάβει και να τα χρησιμοποιήσει. Ο τόκος που συσσωρεύεται στον λογαριασμό ταμιευτηρίου κάποιου θεωρείται εισόδημα και φορολογείται αναλόγως, και δεν υπάρχει λόγος τα «αδιανέμητα» κέρδη να μη θεωρούνται επίσης ατομικό εισόδημα.
The penalty, or “double-taxation,” feature of corporate income taxes could be eliminated only by abolishing the tax and treating any net incomes accruing to a corporation as pro rata income to its stockholder-owners. In other words, a corporation would be treated as a partnership, and not according to the absurd fiction that it is some sort of separate real entity functioning apart from the actions of its actual owners. Income accruing to the corporation obviously accrues pro rata to the owners. Some writers have objected that the stockholders do not really receive the income on which they would be taxed. Thus, suppose that the Star Corporation earns a net income of $100,000 in a certain period, and that it has three stockholders—Jones, with 40 percent of the stock; Smith, holding 35 percent of the stock; and Robinson, owning 25 percent. The majority stockholders, or their management representatives, decide to retain $60,000 as “undistributed” earnings “in the firm,” while paying only $40,000 as dividends. Under present law, Jones’ net income from the Star Corporation is considered as $16,000, Smith’s as $14,000, and Robinson’s as $10,000; the “corporation’s” is listed at $100,000. Each of these entities is then taxed on these amounts. Yet, since there is no real corporate entity separate from its owners, the incomes would be more properly recorded as follows: Jones, $40,000; Smith, $35,000; Robinson, $25,000. The fact that these stockholders do not actually receive the money is no objection; for what happens is the equivalent of someone’s earning money yet keeping it on account without bothering to draw it out and use it. Interest that piles up in someone’s savings bank account is considered as income and taxed accordingly, and there is no reason why “undistributed” earnings should not be considered individual income as well.
Το γεγονός ότι το συνολικό εταιρικό εισόδημα πρώτα φορολογείται και κατόπιν «διανέμεται» ως εισόδημα από μερίσματα για να φορολογηθεί ξανά ενθαρρύνει μια περαιτέρω στρέβλωση των επενδύσεων και της οργάνωσης της αγοράς. Διότι αυτή η πρακτική ενθαρρύνει τους μετόχους να αφήνουν αδιανέμητο μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους από όσο θα άφηναν στην ελεύθερη αγορά. Τα κέρδη «εγκλωβίζονται» και είτε διακρατούνται είτε επενδύονται κατά τρόπο οικονομικά ασύμφορο ως προς την ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών. Στην απάντηση ότι αυτό τουλάχιστον προάγει την επένδυση υπάρχουν δύο αντεπιχειρήματα: (1) μια στρέβλωση υπέρ της επένδυσης είναι εξίσου στρέβλωση των άριστων κατανομών της αγοράς με οποιαδήποτε άλλη· και (2) δεν ενθαρρύνεται η «επένδυση», αλλά η επανεπένδυση των ιδιοκτητών που παραμένει εγκλωβισμένη στις αρχικές επιχειρήσεις τους, εις βάρος της κινητής επένδυσης. Αυτό στρεβλώνει και καθιστά αναποτελεσματική τη διάρθρωση και την κατανομή των επενδυτικών κεφαλαίων και τείνει να τα εγκλωβίζει στις αρχικές επιχειρήσεις, αποθαρρύνοντας τη διάχυση κεφαλαίων προς διαφορετικές επιχειρήσεις. Τα μερίσματα, άλλωστε, δεν καταναλώνονται αναγκαστικά: μπορούν να επανεπενδυθούν σε άλλες επιχειρήσεις και άλλες επενδυτικές ευκαιρίες. Ο φόρος εισοδήματος εταιρειών παρεμποδίζει σημαντικά την προσαρμογή της οικονομίας στις δυναμικές μεταβολές των συνθηκών.
The fact that total corporate income is first taxed and then “distributed” as dividend income to be taxed again, encourages a further distortion of market investment and organization. For this practice encourages stockholders to leave a greater proportion of their earnings undistributed than they would have done in a free market. Earnings are “frozen in” and either held or invested in an uneconomic fashion in relation to the satisfaction of consumer wants. To the reply that this at least fosters investment, there are two rejoinders: (1) that a distortion in favor of investment is as much a distortion of optimum market allocations as anything else; and (2) that not “investment” is encouraged, but rather frozen investment by owners back into their original firms at the expense of mobile investment. This distorts and renders inefficient the pattern and allocation of investment funds and tends to freeze them in the original firms, discouraging the diffusion of funds to different concerns. Dividends, after all, are not necessarily consumed: they may be reinvested in other firms and other investment opportunities. The corporate income tax greatly hampers the adjustment of the economy to dynamic changes in conditions.
Αυτός ο φόρος επιβάλλεται γενικά σε εκείνο το μέρος του καθαρού επιχειρηματικού εισοδήματος που χαρακτηρίζεται «υπερβάλλον» και υπερβαίνει ένα εισόδημα βάσης κάποιας προηγούμενης χρονικής περιόδου. Ένας φόρος με χαρακτήρα ποινής στο «υπερβάλλον» επιχειρηματικό εισόδημα επιβαρύνει άμεσα την αποτελεσματική προσαρμογή της οικονομίας. Η επιδίωξη κέρδους από τους επιχειρηματίες είναι η κινητήρια δύναμη που προσαρμόζει, εκτιμά και συντονίζει το οικονομικό σύστημα, ώστε να μεγιστοποιεί το εισόδημα των παραγωγών στην υπηρεσία της μεγιστοποίησης της ικανοποίησης των καταναλωτών. Είναι η διαδικασία μέσω της οποίας οι εσφαλμένες επενδύσεις περιορίζονται στο ελάχιστο και οι ορθές προβλέψεις ενθαρρύνονται, ώστε η παραγωγή που οργανώνεται εκ των προτέρων να βρίσκεται σε στενή αρμονία με τις επιθυμίες των καταναλωτών κατά τον χρόνο εμφάνισης του τελικού προϊόντος στην αγορά. Η «διπλή» επίθεση στα κέρδη διαταράσσει και παρεμποδίζει ολόκληρη τη διαδικασία προσαρμογής της αγοράς. Ένας τέτοιος φόρος επιβαρύνει την αποδοτική επιχειρηματικότητα. Επιπλέον, συμβάλλει στην παγίωση της διάρθρωσης της αγοράς και των επιχειρηματικών θέσεων όπως ήταν σε κάποια προηγούμενη χρονική περίοδο, στρεβλώνοντας έτσι την οικονομία ολοένα περισσότερο καθώς περνά ο χρόνος. Δεν μπορεί να βρεθεί καμία οικονομική δικαιολόγηση για την απόπειρα παγίωσης της διάρθρωσης της αγοράς στο καλούπι κάποιας προηγούμενης περιόδου. Όσο μεγαλύτερες είναι οι μεταβολές των οικονομικών δεδομένων που έχουν συντελεστεί, τόσο σημαντικότερο είναι να μη φορολογούνται τα «υπερβάλλοντα» κέρδη ή, άλλωστε, οποιαδήποτε μορφή «υπερβάλλοντος» εσόδου· διαφορετικά, η προσαρμογή στις νέες συνθήκες θα εμποδιστεί ακριβώς όταν η ταχεία προσαρμογή είναι ιδιαίτερα αναγκαία. Είναι δύσκολο να βρεθεί φόρος πιο ανυπεράσπιστος από περισσότερες απόψεις από αυτόν.
This tax is generally levied on that part of business net income, dubbed “excess,” which is greater than a base income in a previous period of time. A penalty tax on “excess” business income directly penalizes efficient adjustment of the economy. The profit drive by entrepreneurs is the motive power that adjusts, estimates, and coordinates the economic system so as to maximize producer income in the service of maximizing consumer satisfactions. It is the process by which malinvestments are kept to a minimum, and good forecasts encouraged, so as to arrange advance production to be in close harmony with consumer desires at the date when the final product appears on the market. Attacking profits “doubly” disrupts and hampers the whole market-adjustment process. Such a tax penalizes efficient entrepreneurship. Furthermore, it helps to freeze market patterns and entrepreneurial positions as they were in some previous time period, thus distorting the economy more and more as time passes. No economic justification can be found for attempting to freeze market patterns in the mould of some previous period. The greater the changes in economic data that have occurred, the more important it is not to tax “excess” profits, or any form of “excess” revenue for that matter; otherwise, adaptation to the new conditions will be blocked just when rapid adjustment is particularly required. It is difficult to find a tax more indefensible from more points of view than this one.
Έντονη συζήτηση έχει αναπτυχθεί γύρω από το ερώτημα: αποτελούν τα κεφαλαιακά κέρδη εισόδημα; Φαίνεται προφανές ότι αποτελούν· πράγματι, το κεφαλαιακό κέρδος είναι μία από τις κυριότερες μορφές εισοδήματος. Στην πραγματικότητα, το κεφαλαιακό κέρδος είναι το ίδιο με το κέρδος. Εκείνοι που επιθυμούν ομοιομορφία στη φορολόγηση των εισοδημάτων θα έπρεπε, επομένως, να συμπεριλάβουν τα κεφαλαιακά κέρδη, αν όλες οι μορφές χρηματικού κέρδους πρόκειται να υπαχθούν στην κατηγορία του φορολογητέου εισοδήματος.126 Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα τη Star Corporation που περιγράφηκε παραπάνω, ας θεωρήσουμε ως χρόνο T1 τη στιγμή αμέσως αφού η εταιρεία απέκτησε καθαρό εισόδημα 100.000 USD και ακριβώς προτού αποφασίσει πού θα κατανείμει αυτό το εισόδημα. Εν ολίγοις, βρίσκεται σε ένα χρονικό σημείο λήψης απόφασης. Έχει αποκτήσει κέρδος 100.000 USD.127 Στον χρόνο T1, επομένως, η κεφαλαιακή της αξία έχει αυξηθεί κατά 100.000 USD. Οι μέτοχοι έχουν συνολικά αποκτήσει κεφαλαιακό κέρδος 100.000 USD, αλλά αυτό είναι το ίδιο με το συνολικό τους κέρδος. Τώρα η Star Corporation διακρατεί 60.000 USD και διανέμει 40.000 USD σε μερίσματα, και για λόγους απλότητας θα υποθέσουμε ότι οι μέτοχοι καταναλώνουν αυτό το ποσό. Ποια είναι η κατάσταση στον χρόνο T2, αφού έχει πραγματοποιηθεί αυτή η κατανομή; Σε σύγκριση με την κατάσταση που επικρατούσε αρχικά, ας πούμε στον χρόνο T0, διαπιστώνουμε ότι η κεφαλαιακή αξία της Star Corporation έχει αυξηθεί κατά 60.000 USD. Αυτό είναι αναμφισβήτητα μέρος του εισοδήματος των μετόχων· ωστόσο, αν επιδιώκεται ομοιόμορφη φορολογία εισοδήματος, δεν χρειάζεται να επιβληθεί φόρος σε αυτό, διότι έχει ήδη συμπεριληφθεί στο εισόδημα των 100.000 USD των μετόχων που υπόκειται σε φόρο.
Much discussion has raged over the question: Are capital gains income? It seems evident that they are; indeed, capital gain is one of the leading forms of income. In fact, capital gain is the same as profit. Those who desire uniformity of income-pattern taxation would therefore have to include capital gains if all forms of monetary profit are to be brought into the category of taxable income. Using as an example the Star Corporation described above, let us consider Time to be the period just after the corporation has earned $100,000 net income and just before it decides where to allocate this income. In short, it is at a decision point in time. It has earned a profit of $100,000. At Time, its capital value has therefore increased by $100,000. The stockholders have, in the aggregate, earned a capital gain of $100,000, but this is the same as their aggregate profit. Now the Star Corporation keeps $60,000 and distributes $40,000 in dividends, and for the sake of simplicity we shall assume that the stockholders consume this amount. What is the situation at Time, after this allocation has taken place? In comparison with the situation prevailing originally, say at Time, we find that the capital value of the Star Corporation has increased by $60,000. This is unquestionably part of the income of the stockholders; yet, if uniform income taxation is desired, there is no need to levy a tax on it, for it was already included in the $100,000 income of the stockholders subject to tax.
Το χρηματιστήριο τείνει πάντοτε προς την ακριβή αντανάκλαση της κεφαλαιακής αξίας μιας επιχείρησης· θα μπορούσε, επομένως, να θεωρηθεί ότι η χρηματιστηριακή αξία των μετοχών της θα αυξανόταν συνολικά κατά 60.000 USD. Στον δυναμικό κόσμο, όμως, το χρηματιστήριο αντανακλά προσδοκίες μελλοντικού κέρδους και, επομένως, οι αποτιμήσεις του θα αποκλίνουν από τη σχετικά ex post λογιστική απεικόνιση του ισολογισμού της επιχείρησης. Επιπλέον, η επιχειρηματικότητα, μαζί με τα κέρδη και τις ζημίες, θα αντανακλάται στις αποτιμήσεις του χρηματιστηρίου όπως και άμεσα στις επιχειρήσεις. Μια επιχείρηση μπορεί τώρα να αποκομίζει μικρά κέρδη, αλλά ένας διορατικός επιχειρηματίας θα αγοράσει μετοχές από πιο κοντόφθαλμους. Μια αύξηση της τιμής θα του αποφέρει κεφαλαιακό κέρδος, το οποίο αντανακλά την επιχειρηματική του οξυδέρκεια στην κατεύθυνση του κεφαλαίου. Εφόσον θα ήταν διοικητικά αδύνατον να προσδιοριστούν τα κέρδη της επιχείρησης, θα ήταν προτιμότερο, από τη σκοπιά της ομοιόμορφης φορολογίας εισοδήματος, να μη φορολογείται καθόλου το επιχειρηματικό εισόδημα των μετόχων των κεφαλαιουχικών εταιρειών, αλλά αντ’ αυτού να φορολογούνται τα κεφαλαιακά κέρδη του μετόχου. Οποιαδήποτε οφέλη αποκομίζουν οι ιδιοκτήτες θα αντανακλώνται ούτως ή άλλως σε κεφαλαιακά κέρδη επί των μετοχών τους, ώστε η φορολόγηση του ίδιου του επιχειρηματικού εισοδήματος καθίσταται περιττή. Από την άλλη πλευρά, η φορολόγηση του επιχειρηματικού εισοδήματος με ταυτόχρονη απαλλαγή των κεφαλαιακών κερδών θα απέκλειε από το «εισόδημα» τα επιχειρηματικά κέρδη που αποκομίζονται στο χρηματιστήριο. Στην περίπτωση προσωπικών και ατομικών επιχειρήσεων, των οποίων η ιδιοκτησία δεν κατανέμεται σε μετοχές, το επιχειρηματικό εισόδημα των ιδιοκτητών θα φορολογούνταν, φυσικά, άμεσα. Η φορολόγηση τόσο του επιχειρηματικού εισοδήματος —δηλαδή των κερδών που περιέρχονται στους μετόχους— όσο και των κεφαλαιακών κερδών επί των μετοχών θα επέβαλλε διπλό φόρο στους αποδοτικούς επιχειρηματίες. Ένας πραγματικά ομοιόμορφος φόρος εισοδήματος, λοιπόν, δεν θα φορολογούσε καθόλου το κατ’ αναλογία επιχειρηματικό εισόδημα ενός μετόχου, αλλά το κεφαλαιακό κέρδος από τις μετοχές του.
The stock market always tends toward an accurate reflection of the capital value of a firm; one might think, therefore, that the quoted value of the firm’s shares would increase, in the aggregate, by $60,000. In the dynamic world, however, the stock market reflects anticipations of future profit, and therefore its values will diverge from the relatively ex post accounting of the firm’s balance sheet. Furthermore, entrepreneurship, in addition to profits and losses, will be reflected in the valuations of the stock market as well as in business enterprises directly. A firm may be making slim profits now, but a farseeing entrepreneur will purchase stock from more shortsighted ones. A rise in price will net him a capital gain, and this is a reflection of his entrepreneurial wisdom in directing capital. Since it would be impossible administratively to identify the profits of the firm, it would be better from the point of view of uniform income taxation not to tax the business income of corporate stockholders at all, but to tax a stockholder’s capital gains instead. Whatever gains the owners reap will be reflected in capital gains on their stock anyway, so that taxation of the business income itself becomes unnecessary. On the other hand, taxation of business income while exempting capital gains would exclude from “income” the entrepreneurial gains reaped on the stock market. In the case of partnerships and single enterprises that are not owned in shares of stock, the business income of the owners would, of course, be taxed directly. Taxation of both business income (i.e., profits accruing to stockholders) and capital gains on stock would impose a double tax on efficient entrepreneurs. A genuinely uniform income tax, then, would not tax a stockholder’s pro rata business income at all, but rather the capital gain from his shares of stock.
Αν τα επιχειρηματικά κέρδη —ή τα κεφαλαιακά κέρδη— αποτελούν φορολογητέο εισόδημα, τότε, φυσικά, οι επιχειρηματικές ή κεφαλαιακές ζημίες αποτελούν αρνητικό εισόδημα, εκπεστέο από το άλλο εισόδημα που αποκτά οποιοδήποτε συγκεκριμένο άτομο.
If business profits (or capital gains) are income subject to tax, then, of course, business losses or capital losses are a negative income, deductible from other income earned by any particular individual.
Τι συμβαίνει με το πρόβλημα της γης και της κατοικίας; Εδώ ισχύει η ίδια κατάσταση. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων αποκτούν ετήσιο εισόδημα, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνεται στο καθαρό τους εισόδημα ως επιχειρηματικό κέρδος. Ωστόσο, τα ακίνητα, μολονότι δεν κατέχονται κατά κανόνα υπό τη μορφή μετοχών, διαθέτουν επίσης ανθηρή κεφαλαιαγορά. Η γη κεφαλαιοποιείται και οι κεφαλαιακές αξίες αυξάνονται ή συρρικνώνονται στην κεφαλαιαγορά. Είναι σαφές ότι, για άλλη μια φορά, το κράτος έχει μια εναλλακτική αν επιθυμεί να επιβάλει ομοιόμορφους φόρους ατομικού εισοδήματος: είτε μπορεί να επιβάλει τον φόρο στα καθαρά κέρδη από ακίνητα είτε μπορεί να παραιτηθεί από αυτό και να επιβάλει φόρο στις αυξήσεις της κεφαλαιακής αξίας των ακινήτων. Αν κάνει το πρώτο, θα παραλείψει τα επιχειρηματικά κέρδη και τις ζημίες που προκύπτουν στην κεφαλαιαγορά, η οποία ρυθμίζει και προεξοφλεί τις επενδύσεις και τη ζήτηση· αν κάνει και τα δύο, επιβάλλει διπλό φόρο σε αυτή τη μορφή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η καλύτερη λύση —και πάλι στο πλαίσιο ενός ομοιόμορφου φόρου εισοδήματος— είναι η επιβολή φόρου στο κεφαλαιακό κέρδος μείον την κεφαλαιακή ζημία επί των αξιών της γης.
What of the problem of land and housing? Here, the same situation obtains. Landlords earn income annually, and this may be included in their net income as business profits. However, real estate, while not given to stock ownership, also has a flourishing capital market. Land is capitalized, and capital values increase or dwindle on the capital market. It is clear that, once again, the government has an alternative if it desires to impose uniform personal income taxes: either it can impose the tax on net profits from real estate, or it can forgo this and impose a tax on increases in the capital values of real estate. If it does the former, it will omit the entrepreneurial gains and losses made on the capital market, the regulator and anticipator of investment and demand; if it does both, it imposes a double tax on this form of business. The best solution (once again within the context of a uniform income tax) is to impose a tax on the capital gain minus the capital loss on the land values.
Πρέπει να τονιστεί ότι ένας φόρος κεφαλαιακών κερδών είναι πραγματικά φόρος εισοδήματος μόνο όταν επιβάλλεται στα σωρευμένα και όχι στα πραγματοποιημένα κεφαλαιακά κέρδη ή ζημίες. Με άλλα λόγια, αν η αξία των κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων ενός ανθρώπου έχει αυξηθεί σε μια ορισμένη περίοδο από 300 ουγγιές χρυσού σε 400, το εισόδημά του είναι 100 ουγγιές, είτε έχει πωλήσει το περιουσιακό στοιχείο για να «εισπράξει» το κέρδος είτε όχι. Σε κάθε περίοδο, οι απολαβές του δεν συνίστανται μόνο σε όσα μπορεί να χρησιμοποιήσει για δαπάνες. Η κατάσταση είναι ανάλογη με εκείνη των αδιανέμητων κερδών μιας εταιρείας, τα οποία, όπως είδαμε, πρέπει να περιλαμβάνονται στο εισόδημα που συσσωρεύει κάθε μέτοχος. Η φορολόγηση πραγματοποιημένων κερδών και ζημιών εισάγει μεγάλες στρεβλώσεις στην οικονομία· καθίσταται τότε ιδιαίτερα συμφέρον για τους επενδυτές να μην πωλούν ποτέ τις μετοχές τους, αλλά να τις μεταβιβάζουν στις μελλοντικές γενιές. Κάθε πώληση θα απαιτούσε από τον παλαιό ιδιοκτήτη να καταβάλει τον φόρο κεφαλαιακών κερδών που συσσωρεύτηκε σε ολόκληρη την περίοδο. Το αποτέλεσμα είναι να «παγώνει» μια επένδυση στα χέρια ενός προσώπου και, ειδικότερα, μιας οικογένειας επί γενιές. Το αποτέλεσμα είναι ακαμψία στην οικονομία και αδυναμία της παρεμποδιζόμενης αγοράς να ανταποκρίνεται ευέλικτα στις συνεχείς μεταβολές των δεδομένων που συντελούνται πάντοτε. Καθώς περνά ο χρόνος, οι στρεβλωτικές επιπτώσεις της οικονομικής ακαμψίας γίνονται ολοένα χειρότερες.
It must be emphasized that a capital gains tax is truly an income tax only when it is levied on accrued, rather than on realized, capital gains or losses. In other words, if a man’s capital assets have increased during a certain period, from 300 ounces of gold to 400 ounces, his income is 100 ounces, whether or not he has sold the asset to “take” the profit. In any period, his earnings consist not simply in what he may use for spending. The situation is analogous to that of a corporation’s undistributed profits, which as we have seen, must be included in each stockholder’s accumulation of income. Taxing realized gains and losses introduces great distortions into the economy; it then becomes highly advantageous to investors never to sell their stock, but to hand it down to future generations. Any sale would require the old owner to pay the capital gains levy accumulated for an entire period. The effect is to “freeze” an investment in the hands of one person, and particularly of one family, for generations. The result is rigidity in the economy and failure of the hampered market to meet flexibly the continual changes in data that always take place. As time goes on, the distortive effects of the economic rigidity grow worse and worse.
Μια άλλη σοβαρή παρεμπόδιση της κεφαλαιαγοράς προκύπτει από το γεγονός ότι, μόλις το κεφαλαιακό κέρδος «εισπραχθεί» ή πραγματοποιηθεί, ο φόρος εισοδήματος επί αυτού του συγκεκριμένου κέρδους είναι στην πραγματικότητα πολύ υψηλότερος και όχι ομοιόμορφος. Διότι τα κεφαλαιακά κέρδη σωρεύονται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και όχι απλώς τη στιγμή της πώλησης. Αλλά ο φόρος εισοδήματος βασίζεται μόνο στο πραγματοποιημένο εισόδημα κάθε έτους. Με άλλα λόγια, ένας άνθρωπος που πραγματοποιεί το κέρδος του σε κάποιο έτος πρέπει να πληρώσει πολύ μεγαλύτερο φόρο εκείνη τη χρονιά από όσο θα «δικαιολογούνταν» βάσει φορολόγησης του εισοδήματος που πραγματικά απέκτησε κατά τη διάρκειά της. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι κάποιος αγοράζει ένα κεφαλαιακό περιουσιακό στοιχείο προς 50 και η αγοραία αξία του αυξάνεται κατά 10 κάθε χρόνο, ώσπου τελικά το πωλεί προς 90 ύστερα από τέσσερα χρόνια. Για τρία χρόνια, το εισόδημά του των 10 παραμένει αφορολόγητο, ενώ τον τέταρτο χρόνο φορολογείται για εισόδημα 40, όταν το εισόδημά του ήταν μόνο 10. Ο τελικός φόρος, επομένως, γίνεται σε μεγάλο βαθμό φόρος στο συσσωρευμένο κεφάλαιο και όχι στο εισόδημα.128 Το κίνητρο διατήρησης της επένδυσης ακινητοποιημένης γίνεται, συνεπώς, ακόμη μεγαλύτερο.129
Another serious hampering of the capital market results from the fact that, once the capital gain is “taken” or realized, the income tax on this particular gain is actually far higher and not uniform. For the capital gains accrue over a long stretch of time, and not simply at the point of sale. But the income tax is based only on each year’s realized income. In other words, a man who realizes his gain in a certain year must pay a far bigger tax in that year than would be “justified” by a tax on his actually acquired income during the year. Suppose, for example, that a man buys a capital asset at 50 and its market value increases by 10 each year, until he finally sells it for 90 in four years’ time. For three years, his income of 10 goes untaxed, while in the fourth year he is taxed on an income of 40 when his income was only 10. The final tax, therefore, largely becomes one on accumulated capital rather than on income. The incentive for keeping investment rigid, therefore, becomes even greater.
Υπάρχουν, φυσικά, σοβαρές δυσχέρειες σε κάθε τέτοιο φόρο επί σωρευμένων κεφαλαιακών κερδών, αλλά, όπως θα δούμε, υπάρχουν πολλά ανυπέρβλητα εμπόδια σε οποιαδήποτε απόπειρα επιβολής ομοιόμορφων φόρων εισοδήματος. Οι εκτιμήσεις της αγοραίας αξίας θα έθεταν το μεγαλύτερο πρόβλημα. Οι αποτιμήσεις είναι πάντοτε απλές εικασίες και δεν θα υπήρχε τρόπος να γνωρίζουμε ότι η εκτιμηθείσα αξία ήταν η ορθή.
There are, of course, grave difficulties in any such tax on accrued capital gains, but, as we shall see, there are many insuperable obstacles to any attempt to impose uniform income taxes. Estimates of market value would pose the greatest problem. Appraisals are always simply conjectures, and there would be no way of knowing that the assessed value was the correct one.
Μια άλλη ανυπέρβλητη δυσχέρεια προκύπτει από τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας. Αν η αγοραστική δύναμη έχει μειωθεί στο μισό, τότε μια μεταβολή της κεφαλαιακής αξίας ενός περιουσιακού στοιχείου από 50 σε 100 δεν αντιπροσωπεύει πραγματικό κεφαλαιακό κέρδος· απλώς αντανακλά τη διατήρηση του πραγματικού κεφαλαίου καθώς οι ονομαστικές αξίες διπλασιάζονται. Είναι σαφές ότι μια σταθερή ονομαστική αξία κεφαλαίου, όταν οι άλλες τιμές και αξίες διπλασιάζονται, θα αντανακλούσε μεγάλη κεφαλαιακή ζημία — υποδιπλασιασμό της πραγματικής κεφαλαιακής αξίας. Για να αντανακλά, λοιπόν, αυξήσεις ή μειώσεις του εισοδήματος, το κεφαλαιακό κέρδος ή η ζημία ενός προσώπου θα έπρεπε να διορθώνεται ως προς τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος. Έτσι, η μείωση της αγοραστικής δύναμης τείνει να οδηγεί σε υπερεκτίμηση του επιχειρηματικού εισοδήματος και, επομένως, σε ανάλωση κεφαλαίου. Αλλά, αν τα κεφαλαιακά κέρδη ή οι ζημίες ενός ανθρώπου πρέπει να διορθώνονται ως προς τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος για να προσδιοριστεί το πραγματικό του εισόδημα μιας ορισμένης περιόδου, ποια κριτήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μια τέτοια διόρθωση; Διότι οι μεταβολές της αγοραστικής δύναμης δεν μπορούν να μετρηθούν. Οποιοσδήποτε «δείκτης» χρησιμοποιούνταν θα ήταν αμιγώς αυθαίρετος. Όποια μέθοδος και αν υιοθετηθεί, επομένως, η ομοιομορφία στη φορολογία εισοδήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί, επειδή δεν μπορεί να επιτευχθεί ακριβής μέτρηση του εισοδήματος.130
Another insuperable difficulty arises from changes in the purchasing power of the monetary unit. If the purchasing power has fallen in half, then a change in capital value of an asset from 50 to 100 does not represent a real capital gain; it simply reflects the maintenance of real capital as nominal values double. Clearly, a constant nominal value of capital when other prices and values double would reflect a high capital loss—a halving of real capital value. To reflect gains or losses in income, then, a person’s capital gain or loss would have to be corrected for changes in the purchasing power of money. Thus, a fall in purchasing power tends to result in the overstatement of business income and hence leads to a consumption of capital. But if a man’s capital gains or losses must be corrected for changes in the purchasing power of money in order to state his true income for a certain period, what standards can be used for such a correction? For changes in purchasing power cannot be measured. Any “index” used would be purely arbitrary. Whichever method is adopted, therefore, uniformity in income taxation cannot be achieved, because an accurate measurement of income cannot be attained.
Έτσι, στο αμφιλεγόμενο ερώτημα «Αποτελούν τα κεφαλαιακά κέρδη εισόδημα;», η απάντηση είναι κατηγορηματικά ναι, υπό την προϋπόθεση ότι: (1) γίνεται διόρθωση για τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας και (2) λαμβάνεται υπόψη το σωρευμένο και όχι το πραγματοποιημένο κεφαλαιακό κέρδος. Πράγματι, όποτε οι επιχειρήσεις ανήκουν σε μετόχους —και ομολογιούχους—, τα κέρδη επί αυτών των μετοχών και ομολόγων θα παρέχουν πληρέστερο οδηγό για το αποκτηθέν εισόδημα από ό,τι το πραγματικό καθαρό εισόδημα της επιχείρησης. Αν επιδιώκεται η ομοιόμορφη φορολόγηση των εισοδημάτων, τότε οι φόροι θα έπρεπε να επιβάλλονται μόνο στα πρώτα· η φορολόγηση και των δύο θα ισοδυναμούσε με επιβολή «διπλού» φόρου στο ίδιο εισόδημα.
Thus, to the controversial question, “Are capital gains income?” the answer is emphatically yes, provided that (1) a correction is made for changes in the purchasing power of the monetary unit, and (2) the accrued rather than the realized capital gain is considered. In fact, whenever businesses are owned by stockholders (and bondholders), the gains on these stocks and bonds will provide a fuller guide to income earned than the actual net income of the firm. If it is desired to tax incomes uniformly, then taxes would have to be levied on the former only; to tax both would be to level a “double” tax on the same income.
Ο καθηγητής Groves, ενώ συμφωνεί ότι τα κεφαλαιακά κέρδη αποτελούν εισόδημα, παραθέτει αρκετούς λόγους για την προνομιακή μεταχείρισή τους.131 Σχεδόν όλοι, όμως, αφορούν τη φορολόγηση πραγματοποιημένων και όχι σωρευμένων κεφαλαιακών κερδών. Το μόνο σχετικό επιχείρημα είναι το γνωστό ότι «τα κεφαλαιακά κέρδη και οι ζημίες δεν επαναλαμβάνονται τακτικά, όπως τα περισσότερα άλλα εισοδήματα». Αλλά κανένα εισόδημα δεν «επαναλαμβάνεται τακτικά». Τα κέρδη και οι ζημίες, φυσικά, είναι ευμετάβλητα, καθώς βασίζονται στην κερδοσκοπική επιχειρηματικότητα και στις προσαρμογές σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Ωστόσο, κανείς δεν υποστηρίζει ότι τα κέρδη δεν είναι εισόδημα. Κάθε άλλο εισόδημα είναι επίσης ευμετάβλητο. Κανείς δεν έχει εγγυημένο εισόδημα στην ελεύθερη αγορά. Οι πόροι καθενός υπόκεινται σε μεταβολή καθώς αλλάζουν οι συνθήκες και τα δεδομένα της αγοράς. Το ότι ο διαχωρισμός μεταξύ εισοδήματος και κεφαλαιακών κερδών είναι απατηλός καταδεικνύεται από τη σύγχυση γύρω από την ταξινόμηση των εισοδημάτων των συγγραφέων. Το εισόδημα ενός έτους που προκύπτει από πέντε χρόνια συγγραφής ενός βιβλίου είναι «εισόδημα» ή αύξηση της «κεφαλαιακής αξίας» του συγγραφέα; Θα πρέπει να είναι προφανές ότι ολόκληρη αυτή η διάκριση είναι άνευ αξίας.132
Professor Groves, while agreeing that capital gains are income, lists several reasons for giving capital gains preferential treatment. Almost all of them apply, however, to taxation on realized, rather than on accrued, capital gains. The only relevant case is the familiar one that “capital gains and losses are not regularly recurrent, as are most other incomes.” But no income is “regularly recurrent.” Profits and losses, of course, are volatile, being based on speculative entrepreneurship and adjustments to changing conditions. Yet no one contends that profits are not income. All other income is flexible as well. No one has a guaranteed income on the free market. Everyone’s resources are subject to change as conditions and the data of the market change. That the division between income and capital gains is illusory is demonstrated by the confusion over the classification of authors’ incomes. Is the income in one year resulting from five years’ writing of a book “income” or an increase in the “capital worth” of the author? It should be evident that this entire distinction is valueless.
Τα κεφαλαιακά κέρδη είναι κέρδη. Και η πραγματική αξία των συνολικών κεφαλαιακών κερδών στην κοινωνία θα ισούται με τα συνολικά κέρδη. Ένα κέρδος αυξάνει την κεφαλαιακή αξία της περιουσίας του ιδιοκτήτη, ενώ μια ζημία τη μειώνει. Επιπλέον, δεν υπάρχουν άλλες πηγές από τις οποίες μπορούν να προκύψουν πραγματικά κεφαλαιακά κέρδη. Τι γίνεται με τις αποταμιεύσεις των ατόμων; Οι ατομικές αποταμιεύσεις, στον βαθμό που δεν προστίθενται στα χρηματικά υπόλοιπα, κατευθύνονται σε επενδύσεις. Αυτές οι αγορές κεφαλαίου οδηγούν σε κεφαλαιακά κέρδη για τους μετόχους. Η συνολική αποταμίευση οδηγεί σε συνολικά κεφαλαιακά κέρδη. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι κέρδη μπορούν να υπάρχουν στο σύνολο της οικονομίας μόνο όταν υπάρχει συνολική καθαρή αποταμίευση. Έτσι, τα συνολικά καθαρά κέρδη, τα συνολικά κεφαλαιακά κέρδη και η συνολική καθαρή αποταμίευση συμβαδίζουν στην οικονομία. Η καθαρή αρνητική αποταμίευση οδηγεί σε συνολικές καθαρές ζημίες και συνολικές κεφαλαιακές ζημίες.
Capital gains are profits. And the real value of aggregate capital gains in society will equal total aggregate profits. A profit increases the capital worth of the owner, whereas a loss decreases it. Moreover, there are no other sources from which real capital gains can come. What of the savings of individuals? Individual savings, to the extent that they do not add to cash balances, go into investments. These purchases of capital lead to capital gains for stockholders. Aggregate savings lead to aggregate capital gains. But it is also true that profits can exist in the aggregate only when there is aggregate net saving in the economy. Thus, aggregate pure profits, aggregate capital gains, and aggregate net savings all go hand in hand in the economy. Net dissavings lead to aggregate pure losses and aggregate capital losses.
Συνοψίζοντας, αν επιδιώκεται ομοιόμορφη φορολόγηση —ο στόχος αυτός θα αναλυθεί κριτικά παρακάτω—, η ορθή διαδικασία θα ήταν να θεωρούνται τα κεφαλαιακά κέρδη ισοδύναμα προς το εισόδημα, αφού διορθωθούν για τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης της νομισματικής μονάδας, και οι κεφαλαιακές ζημίες να θεωρούνται αρνητικό εισόδημα. Ορισμένοι επικριτές ισχυρίζονται ότι θα αποτελούσε άνιση μεταχείριση η διόρθωση του κεφαλαίου για τις μεταβολές των τιμών χωρίς να γίνεται το ίδιο για το εισόδημα, αλλά αυτή η ένσταση χάνει το ουσιώδες σημείο. Αν η πρόθεση είναι να φορολογείται το εισόδημα και όχι το συσσωρευμένο κεφάλαιο, είναι αναγκαία η διόρθωση για τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος. Για παράδειγμα, κατά τον πληθωρισμό φορολογείται το κεφάλαιο και όχι το καθαρό εισόδημα.
To sum up, if it is desired to tax uniformly (this goal will be analyzed critically below), the correct procedure would be to consider capital gains as equivalent to income when corrected for changes in the purchasing power of the monetary unit, and to consider capital losses as negative income. Some critics charge that it would be discriminatory to correct capital for changes in prices without doing the same for income, but this objection misses the point. If the desire is to tax income rather than accumulated capital, it is necessary to correct for changes in the purchasing power of money. For example, capital rather than pure income is being taxed during an inflation.
Είδαμε ότι οι απόπειρες φορολόγησης της κατανάλωσης μέσω φόρων πωλήσεων και ειδικών φόρων κατανάλωσης είναι μάταιες και καταλήγουν αναπόδραστα σε φόρο στα εισοδήματα. Ο Irving Fisher πρότεινε ένα ευφυές σχέδιο φόρου κατανάλωσης: έναν άμεσο φόρο στο άτομο, παρόμοιο με τον φόρο εισοδήματος, ο οποίος απαιτεί ετήσιες δηλώσεις κ.λπ. Η φορολογική βάση του ατόμου, όμως, θα ήταν το εισόδημά του, μείον τις καθαρές προσθήκες στο κεφάλαιο ή στο χρηματικό του υπόλοιπο, συν τις καθαρές αφαιρέσεις από αυτό το κεφάλαιο κατά την περίοδο — δηλαδή οι καταναλωτικές του δαπάνες. Οι καταναλωτικές δαπάνες του ατόμου θα φορολογούνταν τότε με τον ίδιο τρόπο που φορολογείται τώρα το εισόδημά του.133 Είδαμε την πλάνη στο επιχείρημα του Fisher ότι μόνο ένας φόρος στην κατανάλωση θα ήταν αληθινός φόρος εισοδήματος και ότι ο συνήθης φόρος εισοδήματος αποτελεί διπλό φόρο στην αποταμίευση. Αυτό το επιχείρημα αποδίδει μεγαλύτερο βάρος στην αποταμίευση από όσο της αποδίδει η αγορά, καθώς η αγορά γνωρίζει πλήρως την καρποφόρο δύναμη της αποταμίευσης και κατανέμει τις δαπάνες της αναλόγως. Το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε εδώ είναι το εξής: θα είχε πράγματι ένας φόρος όπως αυτός που προτείνει ο Fisher την επιδιωκόμενη επίδραση — θα φορολογούσε μόνο την κατανάλωση;
We have seen that attempts to tax consumption via sales and excise taxes are vain and that they inexorably result in a tax on incomes. Irving Fisher has suggested an ingenious plan for a consumption tax—a direct tax on the individual akin to the income tax, requiring annual returns, etc. The base for the individual’s tax, however, would be his income, minus net additions to his capital or cash balance, plus net subtractions from that capital for the period—i.e., his consumption spending. The individual’s consumption spending would then be taxed in the same way as his income is now. We have seen the fallacy in the Fisher argument that only a tax on consumption would be a true income tax and that the ordinary income tax constitutes a double tax on savings. This argument places greater weight on savings than the market does, since the market knows all about the fructifying power of saving and allocates its expenditures accordingly. The problem we have to face here is this: Would such a tax as Fisher proposes actually have the intended effect—would it tax consumption only?
Ας εξετάσουμε έναν κ. Jones, με ετήσιο εισόδημα 100 ουγγιών χρυσού. Κατά τη διάρκεια του έτους δαπανά το 90%, ή 90 ουγγιές, στην κατανάλωση και αποταμιεύει το 10%, ή 10 ουγγιές. Αν το κράτος του επιβάλει φόρο εισοδήματος 20%, πρέπει να πληρώσει 20 ουγγιές στο τέλος του έτους. Υποθέτοντας ότι η κλίμακα χρονικής προτίμησής του παραμένει ίδια —και αφήνοντας κατά μέρος το γεγονός ότι θα αυξηθεί η αναλογία που δαπανάται στην κατανάλωση, επειδή ένα άτομο με λιγότερα χρηματικά διαθέσιμα έχει υψηλότερο ποσοστό χρονικής προτίμησης—, η αναλογία κατανάλωσης προς επένδυση θα παραμείνει 90 : 10. Ο Jones θα δαπανά τώρα 72 ουγγιές στην κατανάλωση και οκτώ στην επένδυση.
Let us consider a Mr. Jones, with a yearly income of 100 gold ounces. During the year, he spends 90 percent, or 90 ounces, on consumption and saves 10 percent, or 10 ounces. If the government imposes a 20-percent income tax upon him, he must pay 20 ounces at the end of the year. Assuming that his time-preference schedule remains the same (and setting aside the fact that there will be an increased proportion spent on consumption because an individual with fewer money assets has a higher time-preference rate), the ratio of his consumption to investment will still be 90:10. Jones will now spend 72 ounces on consumption and eight on investment.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι, αντί για φόρο εισοδήματος, το κράτος επιβάλλει ετήσιο φόρο κατανάλωσης 20%. Ο Fisher υποστήριζε ότι ένας τέτοιος φόρος θα επιβαλλόταν μόνο στην κατανάλωση. Αλλά αυτό είναι εσφαλμένο, καθώς η αποταμίευση και επένδυση βασίζεται αποκλειστικά στη δυνατότητα μελλοντικής κατανάλωσης. Εφόσον η μελλοντική κατανάλωση θα φορολογείται επίσης, σε κατάσταση ισορροπίας, με τον ίδιο συντελεστή όπως η παρούσα κατανάλωση, είναι προφανές ότι η αποταμίευση δεν λαμβάνει καμία ιδιαίτερη ενθάρρυνση.134 Ακόμη και αν ήταν επιθυμητό το κράτος να ενθαρρύνει την αποταμίευση εις βάρος της κατανάλωσης, η φορολόγηση της κατανάλωσης δεν θα το επιτύγχανε. Εφόσον η μελλοντική και η παρούσα κατανάλωση θα φορολογούνται εξίσου, δεν θα υπάρξει μετατόπιση υπέρ της αποταμίευσης. Πράγματι, θα υπάρξει μετατόπιση υπέρ της κατανάλωσης στον βαθμό που η μειωμένη ποσότητα χρήματος προκαλεί αύξηση του ποσοστού προτίμησης των παρόντων αγαθών. Αφήνοντας κατά μέρος αυτή τη μετατόπιση, η απώλεια χρημάτων θα τον αναγκάσει να ανακατανείμει και να μειώσει τόσο τις αποταμιεύσεις όσο και την κατανάλωσή του. Κάθε καταβολή χρημάτων στο κράτος μειώνει αναγκαστικά το καθαρό εισόδημα που του απομένει και, εφόσον η χρονική του προτίμηση παραμένει ίδια, μειώνει αναλογικά την αποταμίευση και την κατανάλωσή του.
Now, suppose that instead of an income tax, the government levies a 20-percent annual tax on consumption. Fisher maintained that such a tax would be levied only on consumption. But this is incorrect, since savings-investment is based solely on the possibility of future consumption. Since future consumption will also be taxed, in equilibrium, at the same rate as present consumption, it is evident that saving does not receive any special encouragement. Even if it were desirable for the government to encourage saving at the expense of consumption, taxing consumption would not do so. Since future and present consumption will be taxed equally, there will be no shift in favor of savings. In fact, there will be a shift in favor of consumption to the extent that a diminished amount of money causes an increase in the rate of preference for present goods. Setting aside this shift, his loss of funds will cause him to reallocate and reduce his savings as well as his consumption. Any payment of funds to the government necessarily reduces the net income remaining to him, and, since his time preference remains the same, he reduces his savings and his consumption proportionately.
Θα βοηθήσει να δούμε πώς λειτουργεί αυτό αριθμητικά. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις ακόλουθες απλές εξισώσεις για να συνοψίσουμε τη θέση του Jones:
It will help to see how this works arithmetically. We may use the following simple equation to sum up Jones’ position:
Με ακαθάριστο εισόδημα ίσο με 100 και επιλύοντας αυτές τις τρεις εξισώσεις, λαμβάνουμε το εξής αποτέλεσμα:
With Gross Income equal to 100, and solving for these three equations, we get this result: Net Income = 85, Tax = 15, Consumption = 76.
Μπορούμε τώρα να συνοψίσουμε στον ακόλουθο πίνακα τι συνέβη στον Jones υπό έναν φόρο εισοδήματος και υπό έναν φόρο κατανάλωσης:
We may now sum up in the following tabulation what happened to Jones under an income tax and under a consumption tax:
Βλέπουμε, λοιπόν, αυτή τη σημαντική αλήθεια: ένας φόρος κατανάλωσης μετακυλίεται πάντοτε κατά τρόπο ώστε να καθίσταται φόρος εισοδήματος, αν και με χαμηλότερο συντελεστή. Πράγματι, ο φόρος κατανάλωσης 20% γίνεται ισοδύναμος με φόρο εισοδήματος 15%. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό επιχείρημα κατά του σχεδίου. Η απόπειρα του Fisher να φορολογήσει μόνο την κατανάλωση πρέπει να αποτύχει· ο φόρος μετακυλίεται από το άτομο ώσπου να καταστεί φόρος εισοδήματος, αν και με χαμηλότερο συντελεστή από τον αντίστοιχο φόρο εισοδήματος.
We thus see this important truth: A consumption tax is always shifted so as to become an income tax, though at a lower rate. In fact, the 20-percent consumption tax becomes equivalent to a 15-percent income tax. This is a very important argument against the plan. Fisher’s attempt to tax consumption alone must fail; the tax is shifted by the individual until it becomes an income tax, albeit at a lower rate than the equivalent income tax.
Έτσι, η ανάλυσή μας καταλήγει στο αρκετά εντυπωσιακό συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει φόρος μόνο στην κατανάλωση· όλοι οι φόροι κατανάλωσης ανάγονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε φόρους εισοδήματος. Φυσικά, όπως ισχύει για τον άμεσο φόρο κατανάλωσης, η επίδραση του συντελεστή μειώνεται. Και εδώ ίσως βρίσκεται μια ένδειξη για τη σχετική προτίμηση που έχουν δείξει οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς προς τους φόρους κατανάλωσης. Η γοητεία τους, σε τελική ανάλυση, συνίσταται σε αυτή τη μείωση — στο γεγονός ότι ο ίδιος συντελεστής σε έναν φόρο κατανάλωσης έχει την επίδραση χαμηλότερου συντελεστή φόρου εισοδήματος. Το φορολογικό βάρος στην κοινωνία και στην αγορά είναι χαμηλότερο.135 Αυτή η μείωση του φορολογικού βάρους μπορεί να αποτελεί ιδιαίτερα αξιέπαινο στόχο, αλλά θα πρέπει να δηλώνεται ως τέτοιος και θα πρέπει να γίνεται αντιληπτό ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται τόσο στον τύπο του επιβαλλόμενου φόρου όσο στο συνολικό βάρος των φόρων επί των ατόμων της κοινωνίας.
Thus, the rather startling conclusion is reached in our analysis that there can be no tax on consumption alone; all consumption taxes resolve themselves in one way or another into taxes on incomes. Of course, as is true of the direct consumption tax, the effect of the rate is discounted. And here perhaps lies a clue to the relative predilection that free-market economists have shown toward consumption taxes. Their charm, in the final analysis, consists in the discounting—in the fact that the same rate in a consumption tax has the effect of a lower rate of income tax. The tax burden on society and the market is lower. This reduction of the tax burden may be a very commendable objective, but it should be stated as such, and it should be realized that the problem lies not so much in the type of tax levied as in the over-all burden of taxes on individuals in the society.
Πρέπει τώρα να τροποποιήσουμε τα συμπεράσματά μας, συμπεριλαμβάνοντας την περίπτωση αποθησαυριστικής αποδέσμευσης ή αρνητικής αποταμίευσης, την οποία είχαμε αποκλείσει από τη συζήτηση. Στον βαθμό που πραγματοποιείται μείωση των αποθησαυρισμένων διαθεσίμων, φορολογείται η κατανάλωση και όχι το εισόδημα, διότι εκείνος που μειώνει τις αποταμιεύσεις του καταναλώνει από προηγουμένως συσσωρευμένο πλούτο και όχι από τρέχον εισόδημα. Ο φόρος του Fisher θα επιβάρυνε έτσι τις δαπάνες από συσσωρευμένο πλούτο, οι οποίες θα παρέμεναν αφορολόγητες υπό τη συνήθη φορολογία εισοδήματος.
We must now modify our conclusions by admitting the case of dishoarding or dissaving, which we had ruled out of the discussion. To the extent that dishoarding occurs, consumption is tapped rather than income, for the dissaver consumes out of previously accumulated wealth, and not out of current income. The Fisher tax would thus tap spending out of accumulated wealth, which would remain untaxed by ordinary income taxation.
4. Η επίπτωση και οι επιδράσεις της φορολογίας — Μέρος II: Φόροι στο συσσωρευμένο κεφάλαιο
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. The Incidence and Effects of Taxation
Υπό μία έννοια, όλοι οι φόροι είναι φόροι στο κεφάλαιο. Για να πληρώσει έναν φόρο, ο άνθρωπος πρέπει να αποταμιεύσει τα χρήματα. Αυτός είναι καθολικός κανόνας. Αν η αποταμίευση πραγματοποιήθηκε εκ των προτέρων, τότε ο φόρος μειώνει το επενδεδυμένο κεφάλαιο στην κοινωνία. Αν η αποταμίευση δεν πραγματοποιήθηκε εκ των προτέρων, τότε μπορούμε να πούμε ότι ο φόρος μείωσε τη δυνητική αποταμίευση. Η δυνητική αποταμίευση, όμως, κάθε άλλο παρά ταυτίζεται με το συσσωρευμένο κεφάλαιο και, επομένως, μπορούμε να θεωρούμε έναν φόρο στο τρέχον εισόδημα χωριστά από έναν φόρο στο κεφάλαιο. Ακόμη και αν το άτομο εξαναγκαζόταν να αποταμιεύσει για να πληρώσει τον φόρο, η αποταμίευση είναι τρέχουσα, όπως και το εισόδημα, και επομένως μπορούμε να διακρίνουμε μεταξύ φόρων στην τρέχουσα αποταμίευση και στα τρέχοντα εισοδήματα και φόρων στο συσσωρευμένο κεφάλαιο προηγούμενων περιόδων. Πράγματι, εφόσον δεν μπορούν να υπάρξουν φόροι κατανάλωσης, εκτός από τις περιπτώσεις αρνητικής αποταμίευσης, σχεδόν όλοι οι φόροι ανάγονται σε φόρους εισοδήματος ή σε φόρους συσσωρευμένου κεφαλαίου. Έχουμε ήδη αναλύσει την επίδραση ενός φόρου εισοδήματος. Ερχόμαστε τώρα στους φόρους επί του συσσωρευμένου κεφαλαίου.
In a sense, all taxes are taxes on capital. In order to pay a tax, a man must save the money. This is a universal rule. If the saving took place in advance, then the tax reduces the capital invested in the society. If the saving did not take place in advance, then we may say that the tax reduced potential saving. Potential saving is hardly the same as accumulated capital, however, and we may therefore consider a tax on current income as separate from a tax on capital. Even if the individual were forced to save to pay the tax, the saving is current just as the income is current, and therefore we may make the distinction between taxes on current saving and current incomes, and taxes on accumulated capital from past periods. In fact, since there can be no consumption taxes, except where there is dissaving, almost all taxes resolve themselves into income taxes or taxes on accumulated capital. We have already analyzed the effect of an income tax. We come now to taxes on accumulated capital.
Εδώ συναντούμε μια γνήσια περίπτωση «διπλής φορολόγησης». Όταν φορολογούνται οι τρέχουσες αποταμιεύσεις, η κατηγορία της διπλής φορολόγησης είναι αμφίβολη, καθώς οι άνθρωποι κατανέμουν το νεοπαραχθέν τρέχον εισόδημά τους. Το συσσωρευμένο κεφάλαιο, αντιθέτως, είναι η κληρονομιά μας από το παρελθόν· είναι η συσσώρευση εργαλείων, εξοπλισμού και πόρων από την οποία απορρέει το παρόν και το μελλοντικό βιοτικό μας επίπεδο. Η φορολόγηση αυτού του κεφαλαίου σημαίνει μείωση του αποθέματος κεφαλαίου, ιδίως αποθάρρυνση τόσο των αντικαταστάσεων όσο και της νέας συσσώρευσης, και φτωχοποίηση της κοινωνίας στο μέλλον. Μπορεί κάλλιστα οι χρονικές προτιμήσεις στην αγορά να υπαγορεύσουν εκούσια ανάλωση κεφαλαίου. Σε αυτή την περίπτωση, οι άνθρωποι θα επιλέξουν συνειδητά να καταστούν φτωχότεροι στο μέλλον ώστε να ζήσουν καλύτερα στο παρόν. Αλλά όταν το κράτος επιβάλλει ένα τέτοιο αποτέλεσμα, η στρέβλωση των επιλογών της αγοράς είναι ιδιαίτερα σοβαρή. Διότι το βιοτικό επίπεδο όλων στην κοινωνία θα μειωθεί σε απόλυτους όρους, και σε αυτούς περιλαμβάνονται ενδεχομένως ορισμένοι από τους καταναλωτές φορολογικών εσόδων —οι κρατικοί αξιωματούχοι και οι άλλοι αποδέκτες φορολογικών προνομίων—. Αντί να ζουν από το τρέχον παραγωγικό εισόδημα, το κράτος και οι ευνοούμενοί του αντλούν τώρα από το συσσωρευμένο κεφάλαιο της κοινωνίας, σκοτώνοντας έτσι τη χήνα που γεννά τα χρυσά αυγά.
Here we encounter a genuine case of “double taxation.” When current savings are taxed, the charge of double taxation is a dubious one, since people are allocating their newly produced current income. Accumulated capital, on the contrary, is our heritage from the past; it is the accumulation of tools and equipment and resources from which our present and future standard of living derive. To tax this capital is to reduce the stock of capital, especially to discourage replacements as well as new accumulations, and to impoverish society in the future. It may well happen that time preferences on the market will dictate voluntary capital consumption. In that case, people will deliberately choose to impoverish themselves in the future so as to live better in the present. But when the government compels such a result, the distortion of market choices is particularly severe. For the standard of living of everyone in the society will be absolutely lowered, and this includes perhaps some of the tax consumers—the government officials and the other recipients of tax privilege. Instead of living off present productive income, the government and its favorites are now dipping into the accumulated capital of society, thereby killing the goose that lays the golden egg.
Η φορολογία κεφαλαίου, επομένως, διαφέρει σημαντικά από τη φορολογία εισοδήματος· εδώ σημασία έχει τόσο ο τύπος όσο και το ύψος του φόρου. Ένας φόρος 20% στο συσσωρευμένο κεφάλαιο θα έχει πολύ πιο καταστροφική, στρεβλωτική και φτωχοποιητική επίδραση από έναν φόρο 20% στο εισόδημα.
Taxation of capital, therefore, differs considerably from income taxation; here the type matters as well as the level. A 20percent tax on accumulated capital will have a far more devastating, distorting, and impoverishing effect than a 20-percent tax on income.
Α. Φορολογία χαριστικών μεταβιβάσεων: Κληροδοτήματα και δωρεές
A. TAXATION ON GRATUITOUS TRANSFERS: BEQUESTS AND GIFTS
Η λήψη δωρεών έχει συχνά θεωρηθεί απλό εισόδημα. Θα πρέπει, όμως, να είναι προφανές ότι ο αποδέκτης δεν παρήγαγε τίποτε σε αντάλλαγμα των χρημάτων που έλαβε· πράγματι, δεν πρόκειται καθόλου για εισόδημα από τρέχουσα παραγωγή, αλλά για μεταβίβαση κυριότητας συσσωρευμένου κεφαλαίου. Κάθε φόρος στη λήψη δωρεών, λοιπόν, είναι φόρος στο κεφάλαιο. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις κληρονομιές, όπου το σύνολο του κεφαλαίου μεταβιβάζεται σε έναν κληρονόμο και η δωρεά σαφώς δεν προέρχεται από τρέχον εισόδημα. Ένας φόρος κληρονομίας, επομένως, είναι αμιγής φόρος στο κεφάλαιο. Η επίπτωσή του είναι ιδιαίτερα καταστροφική επειδή: (α) θα αφορά μεγάλα ποσά, καθώς κάποια στιγμή, μέσα σε λίγες γενιές, κάθε περιουσιακό στοιχείο πρέπει να περάσει σε κληρονόμους· και (β) η προοπτική φόρου κληρονομίας καταστρέφει το κίνητρο και τη δυνατότητα αποταμίευσης και δημιουργίας μιας οικογενειακής περιουσίας που να εξασφαλίζει οικονομική επάρκεια. Ο φόρος κληρονομίας είναι ίσως το πιο καταστροφικό παράδειγμα αμιγούς φόρου στο κεφάλαιο.
The receipt of gifts has often been considered simple income. It should be obvious, however, that the recipient produced nothing in exchange for the money received; in fact, it is not an income from current production at all, but a transfer of ownership of accumulated capital. Any tax on the receipt of gifts, then, is a tax on capital. This is particularly true of inheritances, where the aggregation of capital is shifted to an heir, and the gift clearly does not come from current income. An inheritance tax, therefore, is a pure tax on capital. Its impact is particularly devastating because (a) large sums will be involved, since at some point within a few generations every piece of property must pass to heirs, and (b) the prospect of an inheritance tax destroys the incentive and the power to save and build up a family competence. The inheritance tax is perhaps the most devastating example of a pure tax on capital.
Ένας φόρος στις δωρεές και στα κληροδοτήματα έχει την πρόσθετη επίπτωση ότι επιβαρύνει τη φιλανθρωπία και τη διατήρηση των οικογενειακών δεσμών. Είναι ειρωνικό ότι ορισμένοι από τους πιο ένθερμους υπέρμαχους της φορολόγησης δωρεών και κληροδοτημάτων είναι οι πρώτοι που υποστηρίζουν ότι δεν θα υπήρχε ποτέ «αρκετή» φιλανθρωπία αν η ελεύθερη αγορά αφηνόταν να λειτουργήσει από μόνη της.
A tax on gifts and bequests has the further effect of penalizing charity and the preservation of family ties. It is ironic that some of those most ardent in advocating taxation of gifts and bequests are the first to assert that there would never be “enough” charity were the free market left to its own devices.
Ο φόρος περιουσίας είναι φόρος που επιβάλλεται στην αξία της περιουσίας και, επομένως, στο συσσωρευμένο κεφάλαιο. Υπάρχουν πολλά προβλήματα που προσιδιάζουν στη φορολογία περιουσίας. Πρώτον, ο φόρος εξαρτάται από μια εκτίμηση της αξίας της περιουσίας και ο φορολογικός συντελεστής εφαρμόζεται σε αυτή την εκτιμηθείσα αξία. Αλλά, εφόσον συνήθως δεν έχει πραγματοποιηθεί πραγματική πώληση της περιουσίας, δεν υπάρχει τρόπος να γίνουν οι εκτιμήσεις με ακρίβεια. Καθώς όλες οι εκτιμήσεις είναι αυθαίρετες, ανοίγει ο δρόμος για ευνοιοκρατία, συμπαιγνία και δωροδοκία κατά τη διενέργειά τους.
A property tax is a tax levied on the value of property and hence on accumulated capital. There are many problems peculiar to property taxation. In the first place, the tax depends on an assessment of the value of property, and the rate of tax is applied to this assessed value. But since an actual sale of property has usually not taken place, there is no way for assessments to be made accurately. Since all assessments are arbitrary, the road is open for favoritism, collusion, and bribery in making them.
Μια άλλη αδυναμία της σημερινής φορολογίας περιουσίας είναι ότι φορολογεί διπλά τόσο την «ακίνητη» όσο και την «άυλη» περιουσία. Ο φόρος περιουσίας αθροίζει τις εκτιμήσεις της «ακίνητης» και της «άυλης» περιουσίας· έτσι, η απαίτηση των ομολογιούχων επί της περιουσίας προστίθεται στο ποσό της υποχρέωσης των οφειλετών. Η περιουσία που βαρύνεται με χρέος φορολογείται, επομένως, διπλά σε σύγκριση με την υπόλοιπη περιουσία. Αν ο Α και ο Β κατέχουν ο καθένας ένα περιουσιακό στοιχείο αξίας 10.000 USD, αλλά ο Γ κατέχει επίσης ομόλογο αξίας 6.000 USD επί της περιουσίας του Β, η τελευταία αποτιμάται συνολικά σε 16.000 USD και φορολογείται αναλόγως.136 Έτσι, επιβαρύνεται η χρήση του πιστωτικού συστήματος και το επιτόκιο που καταβάλλεται στους πιστωτές πρέπει να αυξηθεί ώστε να αντισταθμίσει την πρόσθετη επιβάρυνση.
Another weakness of current property taxation is that it taxes doubly both “real” and “intangible” property. The property tax adds “real” and “intangible” property assessments together; thus, the bondholders’ equity in property is added to the amount of the debtors’ liability. Property under debt is therefore doubly taxed as against other property. If A and B each own a piece of property worth $10,000, but C also holds a bond worth $6,000 on B’s property, the latter is assessed at a total of $16,000 and taxed accordingly. Thus, the use of the credit system is penalized, and the rate of interest paid to creditors must be raised to allow for the extra penalty.
Μια ιδιομορφία του φόρου περιουσίας είναι ότι συνδέεται με την ίδια την περιουσία και όχι με το πρόσωπο που την κατέχει. Ως αποτέλεσμα, ο φόρος μετακυλίεται στην αγορά με έναν ιδιαίτερο τρόπο, γνωστό ως κεφαλαιοποίηση του φόρου. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι το κοινωνικό ποσοστό χρονικής προτίμησης, ή καθαρό επιτόκιο, είναι 5%. Σε κατάσταση ισορροπίας όλες οι επενδύσεις αποφέρουν 5%, και η απόδοση τείνει προς το 5% καθώς επιτυγχάνεται η ισορροπία. Ας υποθέσουμε ότι επιβάλλεται φόρος περιουσίας σε ένα συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο ή σε μια ομάδα περιουσιακών στοιχείων, για παράδειγμα σε ένα σπίτι αξίας 10.000 USD. Πριν από την επιβολή αυτού του φόρου, ο ιδιοκτήτης αποκόμιζε 500 USD ετησίως από το ακίνητο. Τώρα επιβάλλεται ετήσιος φόρος 1%, αναγκάζοντας τον ιδιοκτήτη να καταβάλλει 100 USD τον χρόνο στο κράτος. Τι θα συμβεί τώρα; Με τα δεδομένα ως έχουν, ο ιδιοκτήτης θα αποκομίζει 400 USD ετησίως από την επένδυσή του. Η καθαρή απόδοση της επένδυσης θα είναι τώρα 4%. Είναι σαφές ότι κανείς δεν θα συνεχίσει να επενδύει σε αυτό το ακίνητο με απόδοση 4%, όταν μπορεί να αποκομίζει 5% αλλού. Τι θα συμβεί; Ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορέσει να μετακυλίσει τον φόρο του προς τα εμπρός αυξάνοντας τη μισθωτική αξία του ακινήτου. Οι απολαβές του ακινήτου καθορίζονται από την προεξοφλημένη οριακή παραγωγικότητά του σε όρους αξίας, και ο φόρος επί του ακινήτου δεν αυξάνει τα πλεονεκτήματα ή την εισοδηματική του ικανότητα. Στην πραγματικότητα, συμβαίνει το αντίστροφο: ο φόρος μειώνει την κεφαλαιακή αξία του ακινήτου ώστε να μπορούν οι ιδιοκτήτες να αποκομίζουν απόδοση 5%. Η τάση της αγοράς προς ομοιομορφία της απόδοσης τόκου ωθεί προς τα κάτω την κεφαλαιακή αξία του ακινήτου ώστε να καταστεί δυνατή αυτή η απόδοση της επένδυσης. Η κεφαλαιακή αξία του ακινήτου θα μειωθεί στα 8.333 USD, ώστε οι μελλοντικές αποδόσεις να είναι 5%.137
One peculiarity of the property tax is that it attaches to the property itself rather than to the person who owns it. As a result, the tax is shifted on the market in a special way known as tax capitalization. Suppose, for example, that the social time-preference rate, or pure rate of interest, is 5 percent. Five percent is earned on all investments in equilibrium, and the rate tends to 5 percent as equilibrium is reached. Suppose a property tax is levied on one particular property or set of properties, e.g., on a house worth $10,000. Before this tax was imposed, the owner earned $500 annually on the property. An annual tax of 1 percent is now levied, forcing the owner to pay $100 per year to the government. What will happen now? As it stands, the owner will earn $400 per year on his investment. The net return on the investment will now be 4 percent. Clearly, no one will continue to invest at 4 percent in this property when he can earn 5 percent elsewhere. What will happen? The owner will not be able to shift his tax forward by raising the rental value of the property. The property’s earnings are determined by its discounted marginal value productivity, and the tax on the property does not increase its merits or earning power. In fact, the reverse occurs: the tax lowers the capital value of the property to enable owners to earn a 5-percent return. The market drive toward uniformity of interest return pushes the capital value of the property down to enable a return on investment. The capital value of the property will fall to $8,333, so that future returns will be 5 percent.
Μακροχρόνια, αυτή η διαδικασία μείωσης της κεφαλαιακής αξίας καταλογίζεται προς τα πίσω, επιβαρύνοντας κυρίως τους ιδιοκτήτες της βασικής γης. Ας υποθέσουμε ότι επιβάλλεται φόρος περιουσίας σε ένα κεφαλαιουχικό αγαθό ή σε μια ομάδα κεφαλαιουχικών αγαθών. Το εισόδημα ενός κεφαλαιουχικού αγαθού μπορεί να αναλυθεί σε μισθούς, τόκο, κέρδος και γαιοπρόσοδο. Μια χαμηλότερη κεφαλαιακή αξία των κεφαλαιουχικών αγαθών θα μετατόπιζε πόρους αλλού· οι εργαζόμενοι, αντιμέτωποι με χαμηλότερους μισθούς στην παραγωγή αυτού του συγκεκριμένου αγαθού, θα μετακινούνταν σε καλύτερα αμειβόμενη εργασία· οι κεφαλαιούχοι θα επένδυαν σε έναν περισσότερο αποδοτικό τομέα· και ούτω καθεξής. Ως αποτέλεσμα, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες θα μπορούσαν σε μεγάλο βαθμό να αποτινάξουν το βάρος του φόρου περιουσίας, με τους πρώτους να ζημιώνονται στον βαθμό που το αρχικό προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας τους ήταν υψηλότερο εδώ από ό,τι στις αμέσως επόμενες καλύτερα αμειβόμενες απασχολήσεις. Οι καταναλωτές, φυσικά, θα ζημιώνονταν από μια καταναγκαστική εσφαλμένη κατανομή των πόρων. Εκείνος, λοιπόν, που επωμίζεται το κύριο βάρος είναι ο ιδιοκτήτης της βασικής γης· επομένως, η διαδικασία κεφαλαιοποίησης του φόρου εφαρμόζεται πληρέστερα σε έναν φόρο περιουσίας επί της βασικής γης. Η επίπτωση βαρύνει τον ιδιοκτήτη της «αρχικής» βασικής γης, δηλαδή εκείνον που την κατέχει κατά τον χρόνο πρώτης επιβολής του φόρου. Διότι ο γαιοκτήμονας όχι μόνο πληρώνει τον ετήσιο φόρο —έναν φόρο που δεν μπορεί να μετακυλίσει — όσο παραμένει ιδιοκτήτης, αλλά υφίσταται επίσης απώλεια κεφαλαιακής αξίας. Αν ο κ. Smith είναι ο ιδιοκτήτης του παραπάνω ακινήτου, όχι μόνο πληρώνει 83 USD τον χρόνο σε φόρους, αλλά και η κεφαλαιακή αξία του ακινήτου του μειώνεται από 10.000 USD σε 8.333 USD. Ο Smith υφίσταται εμφανώς την απώλεια όταν πωλεί το ακίνητο.
In the long run, this process of reducing capital value is imputed backward, falling mainly on the owners of ground land. Suppose a property tax is levied on a capital good or a set of capital goods. Income to a capital good is resolvable into wages, interest, profit, and rental to ground land. A lower capital value of capital goods would shift resources elsewhere; workers, confronted with lower wages in producing this particular good, would shift to a better-paying job; capitalists would invest in a more remunerative field; and so forth. As a result, workers and entrepreneurs would largely be able to slough off the burden of the property tax, the former suffering to the extent that their original DMVP was higher here than in the next-highestpaying occupations. Consumers would, of course, suffer from a coerced misallocation of resources. The man bearing the major burden, then, is the owner of ground land; therefore, the process of tax capitalization applies most fully to a property tax upon ground land. The incidence falls on the owner of the “original” ground land, i.e., the owner at the time the tax is first imposed. For not only does the landlord pay the annual tax (a tax he cannot shift) so long as he is the owner, but he also suffers a loss in capital value. If Mr. Smith is the owner of the above property, not only does he pay $83 per year in taxes, but the capital value of his property also falls from $10,000 to $8,333. Smith openly absorbs the loss when he sells the property.
Τι συμβαίνει, όμως, με τους επόμενους ιδιοκτήτες; Αγοράζουν το ακίνητο προς 8.333 USD και αποκομίζουν σταθερή απόδοση τόκου 5%, μολονότι συνεχίζουν να καταβάλλουν 83 USD τον χρόνο στο κράτος. Η προσδοκία της πληρωμής του φόρου που συνδέεται με το ακίνητο έχει, επομένως, κεφαλαιοποιηθεί από την αγορά και έχει ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισμό της κεφαλαιακής του αξίας. Ως αποτέλεσμα, οι μελλοντικοί ιδιοκτήτες μπορούν να μετακυλίουν ολόκληρη την επίπτωση του φόρου περιουσίας στον αρχικό ιδιοκτήτη· δεν «πληρώνουν» πραγματικά τον φόρο με την έννοια ότι επωμίζονται το βάρος του.
What, however, of the succeeding owners? They buy the property at $8,333 and earn a steady 5-percent interest, although they continue to pay $83 a year to the government. The expectation of the tax payment attached to the property, therefore, has been capitalized by the market and taken into account in arriving at its capital value. As a result, the future owners are able to shift the entire incidence of the property tax to the original owner; they do not really “pay” the tax in the sense that they bear its burden.
Η κεφαλαιοποίηση του φόρου αποτελεί παράδειγμα μιας διαδικασίας μέσω της οποίας η αγορά προσαρμόζεται στα βάρη που της επιβάλλονται. Εκείνοι στους οποίους το κράτος ήθελε να επιβάλει το βάρος μπορούν να το αποφύγουν χάρη στην ανθεκτικότητα της αγοράς ως προς την προσαρμογή σε νέες επιβαρύνσεις. Οι αρχικοί ιδιοκτήτες της βασικής γης, ωστόσο, επιβαρύνονται ιδιαίτερα από έναν φόρο περιουσίας.
Tax capitalization is an instance of a process by which the market adjusts to burdens placed upon it. Those whom the government wanted to pay the burden can avoid doing so because of the market’s resilience in adjusting to new impositions. The original owners of ground land, however, are especially burdened by a property tax.
Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι, όταν έχει συντελεστεί κεφαλαιοποίηση του φόρου, θα ήταν άδικο το κράτος να μειώσει ή να καταργήσει τον φόρο, επειδή μια τέτοια ενέργεια θα πρόσφερε ένα «δωρεάν δώρο» στους σημερινούς ιδιοκτήτες, οι οποίοι θα αποκόμιζαν μια αντισταθμιστική αύξηση της κεφαλαιακής αξίας της περιουσίας τους. Πρόκειται για παράξενο επιχείρημα. Στηρίζεται στην εσφαλμένη ταύτιση της άρσης ενός βάρους με μια επιδότηση. Η πρώτη, όμως, αποτελεί κίνηση προς τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς, ενώ η δεύτερη αποτελεί απομάκρυνση από αυτές. Επιπλέον, ο φόρος περιουσίας, μολονότι δεν επιβαρύνει τους μελλοντικούς ιδιοκτήτες, συμπιέζει την κεφαλαιακή αξία της περιουσίας κάτω από εκείνη που θα είχε στην ελεύθερη αγορά και, επομένως, αποθαρρύνει τη χρησιμοποίηση πόρων σε αυτήν. Η κατάργηση του φόρου περιουσίας θα ανακατένειμε τους πόρους προς όφελος των καταναλωτών.
Some writers argue that, where tax capitalization has taken place, it would be unjust for the government to lower or remove the tax because such an action would grant a “free gift” to the current owners of property, who will receive a counterbalancing increase in its capital value. This is a curious argument. It rests on a fallacious identification of the removal of a burden with a subsidy. The former, however, is a move toward free-market conditions, whereas the latter is a move away from such conditions. Furthermore, the property tax, while not burdening future owners, depresses the capital value of the property below what it would be on the free market, and therefore discourages the employment of resources in this property. Removal of the property tax would reallocate resources to the advantage of the consumers.
Η κεφαλαιοποίηση του φόρου και η επίπτωσή της στους ιδιοκτήτες της βασικής γης εμφανίζονται μόνο όταν ο φόρος περιουσίας είναι επιλεκτικός και όχι καθολικός — όταν επιβάλλεται σε ορισμένα περιουσιακά στοιχεία και όχι σε όλα. Ένας πραγματικά γενικός φόρος περιουσίας θα μειώσει το ποσοστό εισοδήματος που αποφέρουν όλες οι επενδύσεις και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα μειώσει το επιτόκιο αντί της κεφαλαιακής αξίας. Σε αυτή την περίπτωση, η απόδοση τόκου τόσο του αρχικού όσο και των μεταγενέστερων ιδιοκτητών μειώνεται εξίσου, και δεν υπάρχει πρόσθετο βάρος στον αρχικό ιδιοκτήτη.
Tax capitalization and its incidence on owners of ground land occur only where the property tax is partial rather than universal—on some pieces of property rather than all. A truly general property tax will reduce the rate of income earned from all investments and thereby reduce the rate of interest instead of the capital value. In that case, the interest return of both the original owner and later owners is reduced equally, and there is no extra burden on the original owner.
Ένας γενικός, ομοιόμορφος φόρος περιουσίας σε όλες τις περιουσιακές αξίες, λοιπόν, θα μειώσει, όπως ένας φόρος εισοδήματος, την απόδοση τόκου σε ολόκληρη την οικονομία. Αυτό θα επιβαρύνει την αποταμίευση, μειώνοντας έτσι τις κεφαλαιακές επενδύσεις κάτω από εκείνες που θα πραγματοποιούνταν διαφορετικά και συμπιέζοντας τους πραγματικούς μισθούς ακόμη περισσότερο κάτω από το επίπεδο της ελεύθερης αγοράς.138
A general, uniform property tax on all property values, then, will, like an income tax, reduce the interest return throughout the economy. This will penalize saving, thereby reducing capital investment below what it would have been and depressing real wage rates further below their free-market level.
Τέλος, ένας φόρος περιουσίας στρεβλώνει αναγκαστικά την κατανομή των πόρων στην παραγωγή. Επιβαρύνει εκείνους τους κλάδους παραγωγής στους οποίους ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός ανά δολάριο πωλήσεων είναι μεγάλος και προκαλεί μετατόπιση πόρων από αυτούς προς λιγότερο «κεφαλαιοεντατικούς» τομείς. Έτσι, η επένδυση σε παραγωγικές διαδικασίες ανώτερης τάξης αποθαρρύνεται και το βιοτικό επίπεδο υποχωρεί. Τα άτομα θα επενδύουν λιγότερο στην κατοικία, η οποία επωμίζεται σχετικά βαρύ φόρο περιουσίας, και θα στρέφονται αντ’ αυτού σε λιγότερο διαρκή καταναλωτικά αγαθά, στρεβλώνοντας έτσι την παραγωγή και βλάπτοντας την ικανοποίηση των καταναλωτών. Στην πράξη, ο φόρος περιουσίας τείνει να είναι άνισος από κλάδο σε κλάδο και από τόπο σε τόπο. Φυσικά, οι γεωγραφικές διαφορές στη φορολογία περιουσίας, ωθώντας τους πόρους να αποφεύγουν τους υψηλούς φορολογικούς συντελεστές,139 θα στρεβλώνουν τη γεωγραφική κατανομή της παραγωγής, απομακρύνοντάς την από τις περιοχές που θα μεγιστοποιούσαν την ικανοποίηση των καταναλωτών.
Finally, a property tax necessarily distorts the allocation of resources in production. It penalizes those lines of production in which capital equipment per sales dollar is large and causes resources to shift from these to less “capitalistic” fields. Thus, investment in higher-order productive processes is discouraged, and the standard of living lowered. Individuals will invest less in housing, which bears a relatively heavy property tax burden, and shift instead to less durable consumers’ goods, thus distorting production and injuring consumer satisfaction. In practice, the property tax tends to be uneven from one line and location to another. Of course, geographic differences in property taxation, in impelling resources to escape heavy tax rates, will distort the location of production by driving it from those areas that would maximize consumer satisfaction.
Μολονότι ένας φόρος στον ατομικό πλούτο δεν έχει δοκιμαστεί στην πράξη, προσφέρει ένα ενδιαφέρον θέμα ανάλυσης. Ένας τέτοιος φόρος θα επιβαλλόταν στα άτομα αντί στην περιουσία τους και θα ανερχόταν σε ορισμένο ποσοστό του συνολικού καθαρού πλούτου τους, αφαιρουμένων των υποχρεώσεων. Ως προς τον άμεσο χαρακτήρα του, θα ήταν παρόμοιος με τον φόρο εισοδήματος και με τον φόρο κατανάλωσης που πρότεινε ο Fisher. Ένας φόρος αυτού του είδους θα αποτελούσε αμιγή φόρο στο κεφάλαιο και θα περιλάμβανε στο πεδίο του τα χρηματικά υπόλοιπα, τα οποία διαφεύγουν από τη φορολογία περιουσίας. Θα απέφευγε πολλές δυσχέρειες ενός φόρου περιουσίας, όπως τη διπλή φορολόγηση της ακίνητης και της ενσώματης περιουσίας και τη συμπερίληψη των χρεών στην περιουσία. Ωστόσο, θα εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει την αδυναμία ακριβούς εκτίμησης των περιουσιακών αξιών.
Although a tax on individual wealth has not been tried in practice, it offers an interesting topic for analysis. Such a tax would be imposed on individuals instead of on their property and would levy a certain percentage of their total net wealth, excluding liabilities. In its directness, it would be similar to the income tax and to Fisher’s proposed consumption tax. A tax of this kind would constitute a pure tax on capital, and would include in its grasp cash balances, which escape property taxation. It would avoid many difficulties of a property tax, such as double taxation of real and tangible property and the inclusion of debts as property. However, it would still face the impossibility of accurately assessing property values.
Ένας φόρος στον ατομικό πλούτο δεν θα μπορούσε να κεφαλαιοποιηθεί, καθώς ο φόρος δεν θα συνδεόταν με κάποιο περιουσιακό στοιχείο, στην αξία του οποίου θα μπορούσε να προεξοφληθεί από την αγορά. Όπως ένας φόρος ατομικού εισοδήματος, δεν θα μπορούσε να μετακυλιστεί, μολονότι θα είχε σημαντικές επιδράσεις. Εφόσον ο φόρος θα καταβαλλόταν από το τακτικό εισόδημα, θα είχε την επίδραση ενός φόρου εισοδήματος, μειώνοντας τα ιδιωτικά χρηματικά διαθέσιμα και επιβαρύνοντας την αποταμίευση και επένδυση· αλλά θα είχε επίσης την πρόσθετη επίδραση της φορολόγησης του συσσωρευμένου κεφαλαίου.
A tax on individual wealth could not be capitalized, since the tax would not be attached to a property, where it could be discounted by the market. Like an individual income tax, it could not be shifted, although it would have important effects. Since the tax would be paid out of regular income, it would have the effect of an income tax in reducing private funds and penalizing savings-investment; but it would also have the further effect of taxing accumulated capital.
Το πόσο συσσωρευμένο κεφάλαιο θα αφαιρούσε ο φόρος εξαρτάται από τα συγκεκριμένα δεδομένα και τις αξιολογήσεις των συγκεκριμένων ατόμων. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, δύο άτομα: τον Smith και τον Robinson. Καθένας έχει συσσωρευμένο πλούτο 100.000 USD. Ο Smith, όμως, κερδίζει επίσης 50.000 USD τον χρόνο, ενώ ο Robinson —λόγω συνταξιοδότησης ή για άλλους λόγους— κερδίζει μόνο 1.000 USD τον χρόνο. Ας υποθέσουμε ότι το κράτος επιβάλλει ετήσιο φόρο 10% στον πλούτο του ατόμου. Ο Smith θα μπορούσε ίσως να καταβάλλει τα 10.000 USD ετησίως από το τακτικό εισόδημά του, χωρίς να μειώνει τον συσσωρευμένο πλούτο του, μολονότι φαίνεται σαφές ότι, εφόσον έτσι μειώνεται η φορολογική του υποχρέωση, θα θέλει να περιορίσει τον πλούτο του όσο το δυνατόν περισσότερο. Ο Robinson, από την άλλη πλευρά, πρέπει να πληρώσει τον φόρο πωλώντας περιουσιακά του στοιχεία, μειώνοντας έτσι τον συσσωρευμένο πλούτο του.
How much accumulated capital would be taken by the tax depends on the concrete data and the valuations of the specific individuals. Let us postulate, for example, two individuals: Smith and Robinson. Each has an accumulated wealth of $100,000. Smith, however, also earns $50,000 a year, and Robinson (because of retirement or other reasons) earns only $1,000 a year. Suppose the government levies a 10-percent annual tax on an individual’s wealth. Smith might be able to pay the $10,000 a year out of his regular income, without reducing his accumulated wealth, although it seems clear that, since his tax liability is reduced thereby, he will want to reduce his wealth as much as possible. Robinson, on the other hand, must pay the tax by selling his assets, thereby reducing his accumulated wealth.
Είναι σαφές ότι ο φόρος πλούτου επιβάλλει βαριά επιβάρυνση στον συσσωρευμένο πλούτο και ότι, επομένως, η επίδρασή του θα είναι η δραστική μείωση του συσσωρευμένου κεφαλαίου. Δεν θα μπορούσε να βρεθεί ταχύτερος δρόμος για την προαγωγή της ανάλωσης κεφαλαίου και της γενικής εξαθλίωσης από την επιβάρυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου. Μόνο η κληρονομιά μας σε συσσωρευμένο κεφάλαιο διαφοροποιεί τον πολιτισμό και το βιοτικό μας επίπεδο από εκείνα του πρωτόγονου ανθρώπου, και ένας φόρος πλούτου θα ενεργούσε ταχύτατα για να εξαλείψει αυτή τη διαφορά. Το γεγονός ότι ένας φόρος πλούτου δεν θα μπορούσε να κεφαλαιοποιηθεί σημαίνει ότι η αγορά δεν θα μπορούσε, όπως στην περίπτωση του φόρου περιουσίας, να περιορίσει και να μετριάσει την επίδρασή του μετά το αρχικό πλήγμα.
It is clear that the wealth tax levies a heavy penalty on accumulated wealth and that therefore the effect of the tax will be to slash accumulated capital. No quicker route could be found to promote capital consumption and general impoverishment than to penalize the accumulation of capital. Only our heritage of accumulated capital differentiates our civilization and living standards from those of primitive man, and a tax on wealth would speedily work to eliminate this difference. The fact that a wealth tax could not be capitalized means that the market could not, as in the case of the property tax, reduce and cushion its effect after the impact of the initial blow.
5. Η επίπτωση και οι επιδράσεις της φορολογίας — Μέρος III: Ο προοδευτικός φόρος
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. The Incidence and Effects of Taxation
Από όλες τις μορφές κατανομής της φορολογικής επιβάρυνσης, ο προοδευτικός φόρος έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη διαμάχη. Στην περίπτωση του προοδευτικού φόρου, οι συντηρητικοί οικονομολόγοι που αντιτίθενται σε αυτόν έχουν περάσει στην επίθεση, διότι ακόμη και οι υπέρμαχοί του πρέπει να παραδεχθούν απρόθυμα ότι ο προοδευτικός φόρος αποδυναμώνει τα κίνητρα και μειώνει την παραγωγικότητα. Ως εκ τούτου, οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του προοδευτικού φόρου για λόγους «δικαιοσύνης» παραδέχονται ότι ο βαθμός και η ένταση της προοδευτικότητας πρέπει να περιορίζονται από κριτήρια παραγωγικότητας. Οι κύριες κριτικές που έχουν διατυπωθεί κατά της προοδευτικής φορολογίας είναι: (α) ότι μειώνει τις αποταμιεύσεις της κοινωνίας· (β) ότι μειώνει το κίνητρο για εργασία και απόκτηση εισοδήματος· και (γ) ότι αποτελεί «ληστεία των πλουσίων από τους φτωχούς».
Of all the patterns of tax distribution, the progressive tax has generated the most controversy. In the case of the progressive tax, the conservative economists who oppose it have taken the offensive, for even its advocates must grudgingly admit that the progressive tax lowers incentives and productivity. Hence, the most ardent champions of the progressive tax on “equity” grounds admit that the degree and intensity of progression must be limited by considerations of productivity. The major criticisms that have been leveled against progressive taxation are: (a) it reduces the savings of the community; (b) it reduces the incentive to work and earn; and (c) it constitutes “robbery of the rich by the poor.”
Για να αξιολογήσουμε αυτές τις κριτικές, ας στραφούμε στην ανάλυση των επιπτώσεων της αρχής της προοδευτικότητας. Ο προοδευτικός φόρος επιβάλλει υψηλότερο φορολογικό συντελεστή σε εκείνον που κερδίζει περισσότερα. Με άλλα λόγια, λειτουργεί ως ποινή στην εξυπηρέτηση του καταναλωτή, στην αξία που αποδεικνύεται στην αγορά. Τα εισοδήματα στην αγορά καθορίζονται από την εξυπηρέτηση του καταναλωτή μέσω της παραγωγής και της κατανομής των συντελεστών παραγωγής και μεταβάλλονται ευθέως ανάλογα με την έκταση αυτών των υπηρεσιών. Η επιβολή επιβαρύνσεων ακριβώς σε εκείνους που εξυπηρέτησαν περισσότερο τους καταναλωτές σημαίνει βλάβη όχι μόνο των ίδιων, αλλά και των καταναλωτών. Ένας προοδευτικός φόρος είναι, επομένως, αναπόφευκτο να αποδυναμώνει τα κίνητρα, να περιορίζει την επαγγελματική κινητικότητα και να παρεμποδίζει σημαντικά την ευελιξία της αγοράς στην εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Κατά συνέπεια, θα μειώνει το γενικό βιοτικό επίπεδο. Η ακραία κατάληξη της προοδευτικότητας —η καταναγκαστική εξίσωση των εισοδημάτων— θα προκαλέσει, όπως είδαμε, επιστροφή στη βαρβαρότητα. Επίσης, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η προοδευτική φορολογία εισοδήματος θα μειώσει τα κίνητρα αποταμίευσης, επειδή οι άνθρωποι δεν θα αποκομίζουν την απόδοση της επένδυσης που συνάδει με τις χρονικές τους προτιμήσεις· οι απολαβές τους θα αφαιρούνται μέσω της φορολογίας. Εφόσον οι άνθρωποι θα αποκομίζουν πολύ λιγότερα από όσα θα δικαιολογούσαν οι χρονικές τους προτιμήσεις, οι αποταμιεύσεις τους θα συμπιεστούν πολύ κάτω από εκείνες που θα υπήρχαν στην ελεύθερη αγορά.
To evaluate these criticisms, let us turn to an analysis of the effects of the progression principle. The progressive tax imposes a higher rate of taxation on a man earning more. In other words, it acts as a penalty on service to the consumer, on merit in the market. Incomes in the market are determined by service to the consumer in producing and allocating factors of production and vary directly according to the extent of such services. To impose penalties on the very people who have served the consumers most is to injure not only them, but the consumers as well. A progressive tax is therefore bound to cripple incentives, impair mobility of occupation, and greatly hamper the flexibility of the market in serving the consumers. It will consequently lower the general standard of living. The ultimate of progression—coercively equalized incomes—will, as we have seen, cause a reversion to barbarism. There is also no question that progressive income taxation will reduce incentives to save, because people will not earn the return on investment consonant with their time preferences; their earnings will be taxed away. Since people will earn far less than their time preferences would warrant, their savings will be depressed far below what they would be on the free market.
Έτσι, οι κατηγορίες των συντηρητικών ότι ο προοδευτικός φόρος μειώνει τα κίνητρα εργασίας και αποταμίευσης είναι ορθές και, πράγματι, συνήθως υποτιμούν την έκταση των επιπτώσεων, επειδή δεν γίνεται επαρκώς αντιληπτό ότι αυτές απορρέουν a priori από την ίδια τη φύση της προοδευτικότητας. Δεν πρέπει, όμως, να λησμονείται ότι η αναλογική φορολογία θα προκαλέσει πολλές από τις ίδιες επιπτώσεις, όπως άλλωστε κάθε φόρος που υπερβαίνει την αρχή του ίσου ποσού ή την αρχή του κόστους. Διότι και η αναλογική φορολογία επιβαρύνει τον ικανό και τον αποταμιευτή. Είναι αλήθεια ότι η αναλογική φορολογία δεν θα έχει πολλές από τις παραλυτικές επιδράσεις της προοδευτικότητας, όπως την προοδευτική παρεμπόδιση της προσπάθειας κατά τη μετάβαση από το ένα εισοδηματικό κλιμάκιο στο άλλο. Αλλά η αναλογική φορολογία επιβάλλει επίσης βαρύτερες επιβαρύνσεις όσο αυξάνεται το εισόδημα, και αυτές επίσης παρεμποδίζουν την απόκτηση εισοδήματος και την αποταμίευση.
Thus, conservatives’ charges that the progressive tax reduces incentives to work and save are correct and, in fact, are usually understated, because there is not sufficient realization that these effects stem a priori from the very nature of progression itself. It should not be forgotten, however, that proportional taxation will induce many of the same effects as, in fact, will any tax that goes beyond equality or the cost principle. For proportional taxation also penalizes the able and the saver. It is true that proportional taxation will not have many of the crippling effects of progression, such as the progressive hampering of effort from one income bracket to another. But proportional taxation also imposes heavier burdens as the income brackets rise, and these also hamper earning and saving.
Ένα δεύτερο επιχείρημα κατά του προοδευτικού φόρου εισοδήματος, ίσως το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο, είναι ότι, φορολογώντας τα εισοδήματα των ευπόρων, μειώνει ιδιαίτερα τις αποταμιεύσεις, βλάπτοντας έτσι την κοινωνία στο σύνολό της. Αυτό το επιχείρημα στηρίζεται στη συνήθως εύλογη υπόθεση ότι οι πλούσιοι αποταμιεύουν αναλογικά περισσότερο από τους φτωχούς. Ωστόσο, όπως επισημάναμε παραπάνω, πρόκειται για εξαιρετικά αδύναμο επιχείρημα, ιδίως για τους οπαδούς της ελεύθερης αγοράς. Είναι θεμιτό να επικρίνεται ένα μέτρο επειδή επιβάλλει αποκλίσεις από τις κατανομές της ελεύθερης αγοράς προς αυθαίρετες κατανομές· αλλά δύσκολα μπορεί να είναι θεμιτό να επικρίνεται απλώς ένα μέτρο επειδή μειώνει την αποταμίευση αυτή καθαυτή. Διότι γιατί η κατανάλωση έχει μικρότερη αξία από την αποταμίευση; Η μεταξύ τους κατανομή στην αγορά είναι απλώς ζήτημα χρονικής προτίμησης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε καταναγκαστική απόκλιση από την αγοραία αναλογία αποταμίευσης προς κατανάλωση επιβάλλει απώλεια χρησιμότητας, και αυτό ισχύει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν γίνεται η απόκλιση. Ένα κρατικό μέτρο που ενδέχεται να προκαλέσει περισσότερη αποταμίευση και λιγότερη κατανάλωση είναι, λοιπόν, εξίσου επιδεκτικό κριτικής με ένα μέτρο που θα οδηγούσε σε περισσότερη κατανάλωση και λιγότερη αποταμίευση. Το να υποστηρίζει κανείς το αντίθετο σημαίνει ότι επικρίνει τις επιλογές της ελεύθερης αγοράς και υποστηρίζει εμμέσως κρατικά μέτρα για την επιβολή μεγαλύτερης αποταμίευσης στο κοινό. Αν ήταν συνεπείς, επομένως, αυτοί οι συντηρητικοί οικονομολόγοι θα έπρεπε να υποστηρίζουν τη φορολόγηση των φτωχών για την επιδότηση των πλουσίων, διότι σε αυτή την περίπτωση οι αποταμιεύσεις θα αυξάνονταν κατά τεκμήριο και η κατανάλωση θα μειωνόταν.
A second argument against the progressive income tax, and one which is perhaps the most widely used, is that, by taxing the incomes of the wealthy, it reduces savings in particular, thus injuring society as a whole. This argument is predicated on the usually plausible assumption that the rich save more proportionately than the poor. Yet, as we have indicated above, this is an extremely weak argument, particularly for partisans of the free market. It is legitimate to criticize a measure for forcing deviations from free-market allocations to arbitrary ones; but it can hardly be legitimate simply to criticize a measure for reducing savings per se. For why does consumption possess less merit than saving? Allocation between them on the market is simply a matter of time preference. This means that any coerced deviation from the market ratio of saving to consumption imposes a loss in utility, and this is true whichever direction the deviation takes. A government measure that might induce more saving and less consumption is then no less subject to criticism than one that would lead to more consumption and less saving. To say differently is to criticize free-market choices and implicitly to advocate governmental measures to force more savings upon the public. If they were consistent, therefore, these conservative economists would have to advocate taxation of the poor to subsidize the rich, for in that case savings would presumably increase and consumption diminish.
Η τρίτη ένσταση είναι πολιτικοηθική: ότι «οι φτωχοί ληστεύουν τους πλούσιους». Υπονοείται ότι ο φτωχός που πληρώνει το 1% του εισοδήματός του σε φόρους «ληστεύει» τον πλούσιο που πληρώνει το 80%. Χωρίς να κρίνουμε τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της ληστείας, μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι άκυρος. Και οι δύο πολίτες ληστεύονται — από το κράτος. Το ότι ο ένας ληστεύεται σε μεγαλύτερη αναλογία δεν αναιρεί το γεγονός ότι και οι δύο βλάπτονται. Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι οι φτωχοί λαμβάνουν καθαρή επιδότηση από τα φορολογικά έσοδα, επειδή το κράτος δαπανά χρήματα για την εξυπηρέτησή τους. Ωστόσο, αυτό δεν είναι έγκυρο επιχείρημα. Διότι η ίδια η πράξη της ληστείας διαπράττεται από το κράτος και όχι από τους φτωχούς. Δεύτερον, το κράτος μπορεί να δαπανά τα χρήματά του, όπως θα δούμε παρακάτω, σε πολλά διαφορετικά προγράμματα. Μπορεί να καταναλώνει προϊόντα· μπορεί να επιδοτεί ορισμένους ή όλους τους πλούσιους· μπορεί να επιδοτεί ορισμένους ή όλους τους φτωχούς. Το γεγονός της προοδευτικής φορολογίας εισοδήματος δεν συνεπάγεται από μόνο του ότι «οι φτωχοί» συλλήβδην θα επιδοτούνται. Αν ορισμένοι φτωχοί επιδοτούνται, άλλοι μπορεί να μην επιδοτούνται, και αυτοί οι τελευταίοι θα παραμένουν καθαροί φορολογούμενοι και όχι καταναλωτές φορολογικών εσόδων και θα «ληστεύονται» μαζί με τους πλούσιους. Η έκταση αυτής της στέρησης θα είναι μικρότερη για έναν φτωχό φορολογούμενο από ό,τι για έναν πλούσιο· και όμως, εφόσον συνήθως οι φτωχοί είναι πολύ περισσότεροι από τους πλούσιους, οι φτωχοί ως σύνολο μπορεί κάλλιστα να επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος της φορολογικής «ληστείας». Αντιθέτως, η κρατική γραφειοκρατία, όπως είδαμε, στην πραγματικότητα δεν πληρώνει καθόλου φόρους.140
The third objection is a political-ethical one—that “the poor rob the rich.” The implication is that the poor man who pays 1 percent of his income in taxes is “robbing” the rich man who pays 80 percent. Without judging the merits or demerits of robbery, we may say that this is invalid. Both citizens are being robbed—by the State. That one is robbed in greater proportion does not eliminate the fact that both are being injured. It may be objected that the poor receive a net subsidy out of the tax proceeds because the government spends money to serve the poor. Yet this is not a valid argument. For the actual act of robbery is committed by the State, and not by the poor. Secondly, the State may spend its money, as we shall see below, on many different projects. It may consume products; it may subsidize some or all of the rich; it may subsidize some or all of the poor. The fact of progressive income taxation does not itself imply that “the poor” en masse will be subsidized. If some of the poor are subsidized, others may not be, and these latter will still be net taxpayers rather than tax-consumers and will be “robbed” along with the rich. The extent of this deprivation will be less for a poor taxpayer than for a rich one; and yet, since usually there are far more poor than rich, the poor en masse may very well bear the greatest burden of the tax “robbery.” In contrast, the State bureaucracy, as we have seen, actually pays no taxes at all.
Αυτή η παρανόηση της επίπτωσης της «ληστείας» και το ελαττωματικό επιχείρημα περί αποταμίευσης, μεταξύ άλλων λόγων, οδήγησαν τους περισσότερους συντηρητικούς οικονομολόγους και συγγραφείς να υπερτονίζουν σε μεγάλο βαθμό τη σημασία της προοδευτικότητας της φορολογίας. Στην πραγματικότητα, το επίπεδο της φορολογίας είναι πολύ σημαντικότερο από την προοδευτικότητά της για τον καθορισμό της απόστασης που έχει διανύσει μια κοινωνία από την ελεύθερη αγορά. Ένα παράδειγμα θα αποσαφηνίσει τη σχετική σημασία των δύο. Ας αντιπαραβάλουμε δύο ανθρώπους και ας δούμε πώς επηρεάζονται υπό δύο διαφορετικά φορολογικά συστήματα. Ο Smith κερδίζει 1.000 USD τον χρόνο και ο Jones 20.000 USD. Στην Κοινωνία Α, η φορολογία είναι αναλογική για όλους, με συντελεστή 50%. Στην Κοινωνία Β, η φορολογία είναι εξαιρετικά έντονα προοδευτική: οι συντελεστές είναι μισό τοις εκατό για εισόδημα 1.000 USD και 20% για εισόδημα 20.000 USD. Ο ακόλουθος πίνακας δείχνει πόσα χρήματα θα πληρώσει καθένας σε φόρους στις διαφορετικές κοινωνίες:
This misconception of the incidence of “robbery,” and the defective argument on savings, among other reasons, have led most conservative economists and writers to overemphasize greatly the importance of the progressiveness of taxation. Actually, the level of taxation is far more important than its progressiveness in determining the distance that a society has traveled from a free market. An example will clarify the relative importance of the two. Let us contrast two people and see how they fare under two different tax systems. Smith makes $1,000 a year, and Jones makes $20,000 a year. In Society A taxation is proportionate for all at 50 percent. In Society B taxation is very steeply progressive: rates are ½ percent for $1,000 income, 20 percent for $20,000 income. The following tabulation shows how much money each will pay in taxes in the different societies:
Μπορούμε τώρα να ρωτήσουμε τόσο τους πλούσιους όσο και τους φτωχούς φορολογουμένους: υπό ποιο σύστημα φορολογίας βρίσκεστε σε καλύτερη θέση; Τόσο ο πλούσιος όσο και ο φτωχός θα επιλέξουν χωρίς δισταγμό την Κοινωνία Β, όπου η διάρθρωση των συντελεστών είναι πολύ πιο προοδευτική, αλλά το επίπεδο φορολογίας για κάθε άνθρωπο είναι χαμηλότερο. Ορισμένοι μπορεί να αντιτείνουν ότι το συνολικό ποσό του επιβαλλόμενου φόρου είναι πολύ μεγαλύτερο στην Κοινωνία Α. Αλλά αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα! Το ζήτημα είναι ότι εκείνο στο οποίο αντιτίθεται ο πλούσιος δεν είναι η προοδευτικότητα των συντελεστών, αλλά το υψηλό επίπεδο των συντελεστών που του επιβάλλονται, και ότι θα προτιμήσει την προοδευτικότητα όταν οι συντελεστές είναι χαμηλότεροι. Αυτό καταδεικνύει ότι δεν είναι οι φτωχοί που «ληστεύουν» τους πλούσιους μέσω της αρχής της προοδευτικής φορολογίας· είναι το κράτος που «ληστεύει» και τους δύο μέσω κάθε φορολογίας. Και δείχνει ότι εκείνο στο οποίο πραγματικά αντιτίθενται οι συντηρητικοί οικονομολόγοι, είτε το αντιλαμβάνονται πλήρως είτε όχι, δεν είναι η προοδευτικότητα αλλά τα υψηλά επίπεδα φορολογίας, και ότι η πραγματική τους αντίρρηση κατά της προοδευτικότητας είναι ότι ανοίγει τους κρουνούς για υψηλά επίπεδα φορολόγησης των πλουσίων. Ωστόσο, αυτή η προοπτική δεν θα πραγματοποιείται πάντοτε. Διότι είναι ασφαλώς δυνατόν, και έχει συχνά συμβεί, μια διάρθρωση συντελεστών να είναι πολύ προοδευτική και παρ’ όλα αυτά χαμηλότερη παντού, τόσο στα υψηλά όσο και στα χαμηλά κλιμάκια, από μια λιγότερο προοδευτική διάρθρωση. Από πρακτική άποψη, όμως, η προοδευτικότητα είναι αναγκαία για υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, επειδή το πλήθος των πολιτών χαμηλότερου εισοδήματος θα μπορούσε να εξεγερθεί κατά πολύ υψηλών συντελεστών αν αυτοί επιβάλλονταν εξίσου σε όλους. Από την άλλη πλευρά, πολλοί άνθρωποι μπορεί να αποδέχονται ένα υψηλό φορολογικό βάρος αν αισθάνονται εξασφαλισμένοι από τη γνώση ή την πεποίθηση ότι οι πλούσιοι πληρώνουν ακόμη υψηλότερο συντελεστή.141
Now, we may ask both the rich and the poor taxpayers: Under which system of taxation are you better off? Both the rich man and the poor man will unhesitatingly pick Society B, where the rate structure is far more progressive, but where the level of taxation for every man is lower. Some may object that the total amount of tax levied is far greater in Society A. But this is precisely the point! The point is that what the rich man objects to is not the progressiveness of the rates, but the high level of the rates imposed upon him, and he will prefer progressiveness when rates are lower. This demonstrates that it is not the poor who “rob” the rich through the progressive principle of taxation; it is the State that “robs” both through all taxation. And it indicates that what the conservative economists are actually objecting to, whether they fully realize it or not, is not progression, but high levels of taxation, and that their real objection to progression is that it opens the sluice gates for high levels of taxation of the rich. Yet this prospect will not always be realized. For it is certainly possible and has often occurred that a rate structure is very progressive and yet lower all around, on the high brackets and on the low, than a less progressive structure. As a practical matter, however, progressiveness is necessary for high tax rates, because the multitude of lower-income citizens might revolt against very steep tax rates if they were imposed on all equally. On the other hand, many people may accept a high tax burden if they are secure in the knowledge or belief that the rich pay a still higher rate.
Είδαμε ότι ο καταναγκαστικός εξισωτισμός θα προκαλέσει επιστροφή στη βαρβαρότητα και ότι τα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση θα επιφέρουν αποδιοργάνωση της αγοράς και υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου. Πολλοί οικονομολόγοι —ιδίως τα μέλη της «Σχολής του Σικάγου»— πιστεύουν ότι υπερασπίζονται την «ελεύθερη αγορά» και, παρ’ όλα αυτά, δεν θεωρούν τη φορολογία συνδεδεμένη με την αγορά ή παρέμβαση στη διαδικασία της αγοράς. Αυτοί οι συγγραφείς πιστεύουν ακράδαντα ότι, στην αγορά, κάθε άτομο πρέπει να αποκομίζει τα κέρδη και την οριακή παραγωγικότητα σε όρους αξίας που οι καταναλωτές επιθυμούν να πληρώσουν, προκειμένου να επιτευχθεί ικανοποιητική κατανομή των παραγωγικών συντελεστών. Παρ’ όλα αυτά, δεν βλέπουν καμία ασυνέπεια όταν στη συνέχεια υποστηρίζουν δραστική φορολογία και επιδοτήσεις. Πιστεύουν ότι αυτές μπορούν να μεταβάλουν τη «διανομή» των εισοδημάτων χωρίς να μειώσουν την αποτελεσματικότητα των παραγωγικών κατανομών. Με αυτόν τον τρόπο στηρίζονται σε ένα ισοδύναμο της κεϋνσιανής «νομισματικής ψευδαίσθησης» — μια φορολογική ψευδαίσθηση, την πεποίθηση ότι τα άτομα θα οργανώνουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με το ακαθάριστο και όχι με το καθαρό, μετά τους φόρους, εισόδημά τους. Αυτό αποτελεί προφανές σφάλμα. Δεν υπάρχει λόγος οι άνθρωποι να μην έχουν επίγνωση των φόρων και να μην κατανέμουν αναλόγως τους πόρους και την ενεργητικότητά τους. Η μεταβολή των σχετικών ανταμοιβών μέσω της φορολογίας θα διαταράξει όλες τις κατανομές της αγοράς — τη μετακίνηση της εργασίας, την επιχειρηματική εγρήγορση κ.λπ. Η αγορά είναι ένα τεράστιο πλέγμα, του οποίου όλα τα νήματα είναι αλληλένδετα, και πρέπει να αναλύεται ως τέτοιο. Η επικρατούσα μόδα στην οικονομική επιστήμη να τεμαχίζεται η αγορά σε απομονωμένα διαμερίσματα —«η επιχείρηση», ορισμένα «μακροσκοπικά» ολιστικά μεγέθη, οι ανταλλαγές της αγοράς, η φορολογία κ.λπ.— στρεβλώνει τη συζήτηση καθενός από αυτά τα διαμερίσματα και αποτυγχάνει να παρουσιάσει αληθή εικόνα των αλληλεπιδράσεων της αγοράς.
We have seen that coerced egalitarianism will cause a reversion to barbarism and that steps in that direction will result in dislocations of the market and a lowering of living standards. Many economists—notably the members of the “Chicago School”—believe that they champion the “free market,” and yet they do not consider taxation as connected with the market or as an intervention in the market process. These writers strongly believe that, on the market, every individual should earn the profits and marginal value productivity that the consumers wish to pay, in order to achieve a satisfactory allocation of productive factors. Nevertheless, they see no inconsistency in then advocating drastic taxation and subsidies. They believe that these can alter the “distribution” of incomes without lowering the efficiency of productive allocations. In this way they rely on an equivalent of Keynesian “money illusion”—a tax illusion, a belief that individuals will arrange their activities according to their gross rather than net (after-tax) income. This is a palpable error. There is no reason why people should not be tax-conscious and allocate their resources and energies accordingly. Altering relative rewards by taxation will disrupt all the allocations of the market—the movement of labor, the alertness of entrepreneurship, etc. The market is a vast nexus, with all strands interconnected, and it must be analyzed as such. The prevailing fashion in economics of chopping up the market into isolated compartments—“the firm,” a few “macroscopic” holistic aggregates, market exchanges, taxation, etc.—distorts the discussion of each one of these compartments and fails to present a true picture of the interrelations of the market.
6. Η επίπτωση και οι επιδράσεις της φορολογίας — Μέρος IV: Ο «ενιαίος φόρος» στη γαιοπρόσοδο
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. The Incidence and Effects of Taxation
Έχουμε αντικρούσει αλλού τα διάφορα επιχειρήματα που αποτελούν μέρος του οικοδομήματος των οπαδών του Henry George: την ιδέα ότι η «κοινωνία» κατέχει αρχικά τη γη και ότι κάθε νεογέννητο έχει «δικαίωμα» στο αναλογούν μερίδιο· το ηθικό επιχείρημα ότι η αύξηση της αξίας της βασικής γης αποτελεί «μη δεδουλευμένη προσαύξηση» οφειλόμενη σε εξωτερικά αίτια· και το δόγμα ότι η «κερδοσκοπία» σε τοποθεσίες κρατά κακόβουλα την παραγωγική γη εκτός χρήσης. Εδώ θα αναλύσουμε την ίδια την περίφημη πρόταση των οπαδών του George: τον «ενιαίο φόρο», ή την απαλλοτρίωση του 100% της γαιοπροσόδου.142
We have refuted elsewhere the various arguments that form part of the Henry Georgist edifice: the idea that “society” owns the land originally and that every new baby has a “right” to an aliquot part; the moral argument that an increase in the value of ground land is an “unearned increment” due to external causes; and the doctrine that “speculation” in sites wickedly withholds productive land from use. Here we shall analyze the famous Georgist proposal itself: the “single tax,” or the 100-percent expropriation of ground rent.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να ειπωθούν για τη θεωρία των οπαδών του George είναι ότι εφιστά την προσοχή σε ένα σημαντικό πρόβλημα — το ζήτημα της γης. Η σύγχρονη οικονομική επιστήμη τείνει να αντιμετωπίζει τη γη ως μέρος του κεφαλαίου και να αρνείται εντελώς την ύπαρξη χωριστής κατηγορίας γης. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η θέση των οπαδών του George συμβάλλει στην ανάδειξη ενός παραμελημένου προβλήματος, μολονότι καθεμία από τις δοξασίες της είναι εσφαλμένη.
One of the first things to be said about the Georgist theory is that it calls attention to an important problem—the land question. Current economics tends to treat land as part of capital and to deny the existence of a separate land category at all. In such an environment, the Georgist thesis serves to call attention to a neglected problem, even though every one of its doctrines is fallacious.
Μεγάλο μέρος της συζήτησης για τη φορολόγηση της γαιοπροσόδου έχει συσκοτιστεί από την αναμφισβήτητη ώθηση στην παραγωγή που θα προέκυπτε όχι από αυτόν τον φόρο, αλλά από την κατάργηση όλων των άλλων μορφών φορολογίας.
Much of the discussion of ground-rent taxation has been confused by the undoubted stimulus to production that would result, not from this tax, but from the elimination of all other forms of taxation.
Ο George ανέπτυσσε με ευγλωττία την επιζήμια επίδραση της φορολογίας στην παραγωγή και στην ανταλλαγή. Ωστόσο, αυτές οι επιδράσεις μπορούν να αρθούν εξίσου εύκολα με την πλήρη κατάργηση της φορολογίας όσο και με τη μεταφορά όλων των φόρων στη γαιοπρόσοδο.143 Πράγματι, εδώ θα καταδειχθεί ότι και η φορολόγηση της γαιοπροσόδου παρεμποδίζει και στρεβλώνει την παραγωγή. Οποιεσδήποτε ευεργετικές επιδράσεις θα μπορούσε να έχει ο ενιαίος φόρος στην παραγωγή θα προέρχονταν μόνο από την κατάργηση άλλων φόρων, όχι από την επιβολή αυτού. Οι δύο πράξεις πρέπει να παραμένουν εννοιολογικά διακριτές.
George waxed eloquent over the harmful effect taxation has upon production and exchange. However, these effects can as easily be removed by eliminating taxation altogether as by shifting all taxes onto ground rent. In fact, it will here be demonstrated that taxation of ground rent also hampers and distorts production. Whatever beneficial effects the single tax might have on production would flow only from the elimination of other taxes, not from the imposition of this one. The two acts must be kept conceptually distinct.
Ένας φόρος στη γαιοπρόσοδο θα είχε την επίδραση ενός φόρου περιουσίας όπως περιγράφηκε παραπάνω, δηλαδή δεν θα μπορούσε να μετακυλιστεί και θα «κεφαλαιοποιούνταν», με το αρχικό βάρος να επιπίπτει στον αρχικό ιδιοκτήτη και τους μεταγενέστερους ιδιοκτήτες να αποφεύγουν κάθε βάρος εξαιτίας της πτώσης της κεφαλαιακής αξίας της βασικής γης. Οι οπαδοί του George προτείνουν την επιβολή ετήσιου φόρου 100% αποκλειστικά στις γαιοπροσόδους.
A tax on ground rent would have the effect of a property tax as described above, i.e., it could not be shifted, and it would be “capitalized,” with the initial burden falling on the original owner, and later owners escaping any burden because of the fall in the capital value of the ground land. The Georgists propose to place a 100-percent annual tax on ground rents alone.
Ένα κρίσιμο πρόβλημα που ο ενιαίος φόρος δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει είναι η δυσχέρεια εκτίμησης των γαιοπροσόδων. Η ουσία του σχεδίου του ενιαίου φόρου είναι να φορολογείται μόνο η γαιοπρόσοδος και να αφήνονται όλα τα κεφαλαιουχικά αγαθά αφορολόγητα. Αλλά είναι αδύνατον να γίνει αυτός ο διαχωρισμός. Οι οπαδοί του George έχουν απορρίψει αυτή τη δυσχέρεια ως απλώς πρακτική· αποτελεί όμως και θεωρητικό ελάττωμα. Όπως ισχύει για κάθε φόρο περιουσίας, είναι αδύνατον να εκτιμηθεί με ακρίβεια η αξία, επειδή η περιουσία δεν έχει πράγματι πωληθεί στην αγορά κατά την περίοδο.
One critical problem that the single tax could not meet is the difficulty of estimating ground rents. The essence of the single tax scheme is to tax ground rent only and to leave all capital goods free from tax. But it is impossible to make this division. Georgists have dismissed this difficulty as merely a practical one; but it is a theoretical flaw as well. As is true of any property tax, it is impossible accurately to assess value, because the property has not been actually sold on the market during the period.
Η φορολόγηση της βασικής γης αντιμετωπίζει ένα ακόμη πρόβλημα που δεν μπορεί να επιλυθεί: πώς να διακριθεί ποσοτικά εκείνο το μέρος της ακαθάριστης προσόδου μιας έκτασης γης που αναλογεί στη βασική γη από εκείνο που αναλογεί σε τόκο και μισθούς. Εφόσον η γη που χρησιμοποιείται συχνά συνδυάζεται με κεφαλαιακές επενδύσεις και τα δύο αγοράζονται και πωλούνται μαζί, αυτή η διάκριση δεν μπορεί να γίνει.
Ground-land taxation faces a further problem that cannot be solved: how to distinguish quantitatively between that portion of the gross rent of a land area which goes to ground land and that portion which goes to interest and to wages. Since land in use is often amalgamated with capital investment and the two are bought and sold together, this distinction between them cannot be made.
Αλλά η θεωρία των οπαδών του George αντιμετωπίζει ακόμη σοβαρότερες δυσχέρειες. Διότι οι υποστηρικτές της ισχυρίζονται ότι η θετική αρετή του φόρου συνίσταται στην τόνωση της παραγωγής. Επισημαίνουν στους εχθρικά διακείμενους επικριτές ότι ο ενιαίος φόρος —αν μπορούσε να επιβληθεί με ακρίβεια— δεν θα αποθάρρυνε τις κεφαλαιακές βελτιώσεις και τη συντήρηση της ακίνητης περιουσίας· αλλά κατόπιν προχωρούν στον ισχυρισμό ότι ο ενιαίος φόρος θα εξανάγκαζε την αδρανή γη να τεθεί σε χρήση. Αυτό υποτίθεται ότι είναι ένα από τα μεγάλα πλεονεκτήματα του φόρου. Ωστόσο, αν η γη είναι αδρανής, δεν αποφέρει καμία ακαθάριστη πρόσοδο· αν δεν αποφέρει ακαθάριστη πρόσοδο, τότε προφανώς δεν αποφέρει καμία καθαρή πρόσοδο ως βασική γη. Η αδρανής γη δεν αποφέρει πρόσοδο και, επομένως, δεν αποφέρει γαιοπρόσοδο που θα μπορούσε να φορολογηθεί. Δεν θα επιβαρυνόταν με κανέναν φόρο υπό μια συνεπή εφαρμογή του σχεδίου του George! Εφόσον δεν θα φορολογούνταν, δεν θα μπορούσε να εξαναγκαστεί να τεθεί σε χρήση.
But the Georgist theory faces even graver difficulties. For its proponents contend that the positive virtue of the tax consists in spurring production. They point out to hostile critics that the single tax (if it could be accurately levied) would not discourage capital improvements and maintenance of landed property; but then they proceed to argue that the single tax would force idle land into use. This is supposed to be one of the great merits of the tax. Yet if land is idle, it earns no gross rent whatever; if it earns no gross rent, then obviously it earns no net rent as ground land. Idle land earns no rent, and therefore earns no ground rent that could be taxed. It would bear no taxes under a consistent operation of the Georgist scheme! Since it would not be taxed, it could not be forced into use.
Η μόνη λογική εξήγηση αυτού του σφάλματος των οπαδών του George είναι ότι επικεντρώνονται στο γεγονός πως μεγάλο μέρος της αδρανούς γης έχει κεφαλαιακή αξία, ότι πωλείται έναντι τιμήματος στην αγορά, μολονότι δεν αποφέρει προσόδους από τρέχουσα χρήση. Από το γεγονός ότι η αδρανής γη έχει κεφαλαιακή αξία, οι οπαδοί του George προφανώς συνάγουν ότι πρέπει να έχει κάποιου είδους «αληθινή» ετήσια γαιοπρόσοδο. Αυτή η υπόθεση είναι, όμως, εσφαλμένη και στηρίζεται σε ένα από τα ασθενέστερα σημεία του συστήματός τους: στην ανεπαρκή προσοχή του στον ρόλο του χρόνου.144 Το γεγονός ότι η επί του παρόντος αδρανής γη έχει κεφαλαιακή αξία σημαίνει απλώς ότι η αγορά αναμένει να αποφέρει πρόσοδο στο μέλλον. Η κεφαλαιακή αξία της βασικής γης, όπως και κάθε άλλου πράγματος, ισούται με το άθροισμα των αναμενόμενων μελλοντικών προσόδων, προεξοφλημένων με το επιτόκιο, και καθορίζεται από αυτό. Αλλά αυτές δεν είναι πρόσοδοι που αποκτώνται στο παρόν! Επομένως, κάθε φορολόγηση της αδρανούς γης παραβιάζει την ίδια την αρχή των οπαδών του George περί ενιαίου φόρου στη γαιοπρόσοδο· υπερβαίνει αυτό το όριο, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη γαιοκτησία και φορολογώντας το συσσωρευμένο κεφάλαιο, το οποίο πρέπει να αναλωθεί για να πληρωθεί ο φόρος.
The only logical explanation for this error by the Georgists is that they concentrate on the fact that much idle land has a capital value, that it sells for a price on the market, even though it earns no rents in current use. From the fact that idle land has a capital value, the Georgists apparently deduce that it must have some sort of “true” annual ground rent. This assumption is incorrect, however, and rests on one of the weakest parts of the Georgists’ system: its deficient attention to the role of time. The fact that currently idle land has a capital value means simply that the market expects it to earn rent in the future. The capital value of ground land, as of anything else, is equal to and determined by the sum of expected future rents, discounted by the rate of interest. But these are not presently earned rents! Therefore, any taxation of idle land violates the Georgists’ own principle of a single tax on ground rent; it goes beyond this limit to penalize land ownership further and to tax accumulated capital, which has to be drawn down in order to pay the tax.
Κάθε αύξηση της κεφαλαιακής αξίας της αδρανούς γης, λοιπόν, δεν αντανακλά τρέχουσα πρόσοδο· αντανακλά απλώς αναθεώρηση προς τα πάνω των προσδοκιών των ανθρώπων για τις μελλοντικές προσόδους. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι οι μελλοντικές πρόσοδοι από μια αδρανή τοποθεσία είναι τέτοιες ώστε, αν ήταν γνωστές σε όλους, η παρούσα κεφαλαιακή αξία της τοποθεσίας θα ήταν 10.000 USD. Ας υποθέσουμε επιπλέον ότι αυτά τα δεδομένα δεν είναι γενικά γνωστά και ότι, επομένως, η επικρατούσα τιμή είναι 8.000 USD. Ο Jones, ως διορατικός επιχειρηματίας, κρίνει ορθά την κατάσταση και αγοράζει την τοποθεσία προς 8.000 USD. Αν όλοι αντιληφθούν σύντομα όσα προέβλεψε ο Jones, η τιμή της αγοράς θα αυξηθεί τώρα στα 10.000 USD. Το κεφαλαιακό κέρδος των 2.000 USD του Jones είναι το κέρδος της ανώτερης κρίσης του, όχι έσοδο από τρέχουσα πρόσοδο.
Any increase in the capital value of idle land, then, does not reflect a current rent; it merely reflects an upgrading of people’s expectations about future rents. Suppose, for example, that future rents from an idle site are such that, if known to all, the present capital value of the site would be $10,000. Suppose further that these facts are not generally known and, therefore, that the ruling price is $8,000. Jones, being a farsighted entrepreneur, correctly judges the situation and purchases the site for $8,000. If everyone soon realizes what Jones has foreseen, the market price will now rise to $10,000. Jones’ capital gain of $2,000 is the profit to his superior judgment, not earnings from current rate.
Ο μπαμπούλας των οπαδών του George είναι η αδρανής γη. Το γεγονός ότι η γη μένει αδρανής, υποστηρίζουν, προκαλείται από την «κερδοσκοπία στη γη», και σε αυτή την κερδοσκοπία αποδίδουν σχεδόν όλα τα δεινά του πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένων των βαθιών υφέσεων του οικονομικού κύκλου. Οι οπαδοί του George δεν αντιλαμβάνονται ότι, εφόσον η εργασία είναι σπάνια σε σχέση με τη γη, η υποοριακή γη πρέπει να παραμένει αδρανής. Το θέαμα της αδρανούς γης εξοργίζει τον οπαδό του George, ο οποίος βλέπει παραγωγική ικανότητα να σπαταλάται και βιοτικό επίπεδο να υποβαθμίζεται. Η αδρανής γη θα πρέπει, όμως, να αναγνωρίζεται ως ευεργετική· διότι, αν η γη χρησιμοποιούνταν ποτέ πλήρως, αυτό θα σήμαινε ότι η εργασία είχε καταστεί άφθονη σε σχέση με τη γη και ότι ο κόσμος είχε επιτέλους εισέλθει στο τρομερό στάδιο υπερπληθυσμού, στο οποίο μέρος της εργασίας πρέπει να παραμένει αδρανές επειδή δεν υπάρχει διαθέσιμη απασχόληση.
The Georgist bogey is idle land. The fact that land is idle, they assert, is caused by “land speculation,” and to this land speculation they attribute almost all the ills of civilization, including business-cycle depressions. The Georgists do not realize that, since labor is scarce in relation to land, submarginal land must remain idle. The sight of idle land enrages the Georgist, who sees productive capacity being wasted and living standards reduced. Idle land should, however, be recognized as beneficial, for, if land were ever fully used this would mean that labor had become abundant in relation to land and that the world had at last entered on the terrible overpopulation stage in which some labor has to remain idle because no employment is available.
Ο συγγραφέας αναρωτιόταν παλαιότερα για την παράξενη προσήλωση των οπαδών του George στην αδρανή, ή «παρακρατούμενη», γη ως αιτία των περισσότερων οικονομικών δεινών, ώσπου βρήκε ένα στοιχείο σε ένα αποκαλυπτικό χωρίο ενός έργου της σχολής τους:
The present writer used to wonder about the curious Georgist preoccupation with idle, or “withheld,” ground land as the cause of most economic ills until he found a clue in a revealing passage of a Georgist work:
Οι «φτωχές» χώρες δεν στερούνται κεφαλαίου.
Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι οι λαοί της Ινδίας, της Κίνας, του Μεξικού και άλλων λεγόμενων καθυστερημένων εθνών είναι φτωχοί επειδή στερούνται κεφαλαίου. Εφόσον, όπως είδαμε, το κεφάλαιο δεν είναι τίποτε περισσότερο από πλούτος, και ο πλούτος τίποτε περισσότερο από ανθρώπινη ενέργεια συνδυασμένη με τη γη υπό τη μία ή την άλλη μορφή, η απουσία κεφαλαίου υποδηλώνει πολύ συχνά ότι υπάρχει έλλειψη γης ή εργασίας σε καθυστερημένες χώρες όπως η Ινδία και η Κίνα. Αλλά αυτό δεν είναι αλήθεια. Διότι αυτές οι «φτωχές» χώρες διαθέτουν πολλαπλάσια γη και εργασία από όση χρησιμοποιούν. ... Αναμφισβήτητα, διαθέτουν όλα όσα χρειάζονται —τόσο γη όσο και εργασία— για να παράγουν όσο κεφάλαιο παράγουν οι άνθρωποι οπουδήποτε αλλού.145
“Poor” Countries Do Not Lack Capital. Most of us have learned to believe that the people of India, China, Mexico, and other so-called backward nations are poor because they lack capital. Since, as we have seen, capital is nothing more than wealth, and wealth nothing more than human energy combined with land in one form or another, the absence of capital too often suggests that there is a shortage of land or of labor in backward countries like India and China. But that isn’t true. For these “poor” countries have many times more land and labor than they use. . . . Undeniably, they have everything it takes—both land and labor—to produce as much capital as people anywhere.44
Και έτσι, εφόσον αυτές οι φτωχές χώρες διαθέτουν άφθονη γη και εργασία, συνάγεται ότι οι γαιοκτήμονες πρέπει να κρατούν τη γη εκτός χρήσης. Μόνο αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει το χαμηλό βιοτικό επίπεδο.
And so, since these poor countries have plenty of land and labor, it follows that landlords must be withholding land from use. Only this could explain the low living standards.
Εδώ αποκαλύπτεται καθαρά μια κρίσιμη πλάνη των οπαδών του George: η άγνοια του πραγματικού ρόλου του χρόνου στην παραγωγή. Απαιτείται χρόνος για την αποταμίευση, την επένδυση και τη συσσώρευση κεφαλαιουχικών αγαθών, και αυτά τα κεφαλαιουχικά αγαθά ενσωματώνουν συντόμευση της τελικής χρονικής περιόδου που απαιτείται για την απόκτηση καταναλωτικών αγαθών. Η Ινδία και η Κίνα στερούνται κεφαλαίου επειδή στερούνται χρόνου. Ξεκινούν από χαμηλό επίπεδο κεφαλαίου και, επομένως, θα χρειάζονταν πολύ χρόνο για να φθάσουν σε υψηλό επίπεδο κεφαλαίου μέσω των δικών τους αποταμιεύσεων. Για άλλη μια φορά, η δυσχέρεια των οπαδών του George απορρέει από το γεγονός ότι η θεωρία τους διατυπώθηκε πριν από την άνοδο της «αυστριακής» οικονομικής επιστήμης και ότι δεν επανεκτίμησαν ποτέ το δόγμα τους υπό το φως αυτής της εξέλιξης.146
Here a crucial Georgist fallacy is exposed clearly: ignorance of the true role of time in production. It takes time to save and invest and build up capital goods, and these capital goods embody a shortening of the ultimate time period needed to acquire consumers’ goods. India and China are short of capital because they are short of time. They start from a low level of capital, and therefore it would take them a long time to reach a high capital level through their own savings. Once again, the Georgist difficulty stems from the fact that their theory was formulated before the rise of “Austrian” economics and that the Georgists have never reevaluated their doctrine in the light of this development.
Όπως επισημάναμε νωρίτερα, η κερδοσκοπία στη γη επιτελεί χρήσιμη κοινωνική λειτουργία. Θέτει τη γη στα χέρια εκείνων που διαθέτουν την περισσότερη γνώση και την αξιοποιεί με τον ρυθμό που επιθυμούν οι καταναλωτές. Και οι καλές τοποθεσίες δεν θα διατηρούνται αδρανείς —προκαλώντας έτσι απώλεια γαιοπροσόδου στον ιδιοκτήτη τους—, εκτός αν ο ιδιοκτήτης αναμένει ότι σύντομα θα καταστεί διαθέσιμη μια καλύτερη χρήση. Η κατανομή των τοποθεσιών στις παραγωγικότερες σε όρους αξίας χρήσεις τους απαιτεί, επομένως, όλες τις αρετές κάθε μορφής επιχειρηματικότητας στην αγορά.147
As we have indicated earlier, land speculation performs a useful social function. It puts land into the hands of the most knowledgeable and develops land at the rate desired by the consumers. And good sites will not be kept idle—thus incurring a loss of ground rent to the site owner—unless the owner expects a better use to be imminently available. The allocation of sites to their most value-productive uses, therefore, requires all the virtues of any type of entrepreneurship on the market.
Μία από τις πιο εκπληκτικές ελλείψεις της οικονομικής βιβλιογραφίας είναι η απουσία αποτελεσματικής κριτικής της θεωρίας των οπαδών του George. Οι οικονομολόγοι είτε υπεκφεύγουν είτε παρανοούν το πρόβλημα είτε, σε πολλές περιπτώσεις, αναγνωρίζουν την οικονομική αξία της θεωρίας αλλά προβάλλουν επιφυλάξεις για τις πολιτικές της συνέπειες ή τις πρακτικές της δυσχέρειες. Μια τέτοια ήπια αντιμετώπιση έχει συμβάλει σημαντικά στην επίμονη μακροβιότητα του κινήματος των οπαδών του George. Ένας λόγος γι’ αυτή την αδυναμία της κριτικής του δόγματος είναι ότι οι περισσότεροι οικονομολόγοι έχουν παραδεχθεί ένα κρίσιμο σημείο των οπαδών του George: ότι ένας φόρος στη γαιοπρόσοδο δεν θα αποθάρρυνε την παραγωγή και δεν θα είχε επιζήμιες ή στρεβλωτικές οικονομικές επιπτώσεις. Αφού αναγνωριστούν τα οικονομικά πλεονεκτήματα του φόρου, η κριτική του πρέπει να καταφύγει σε άλλους πολιτικούς ή πρακτικούς παράγοντες. Πολλοί συγγραφείς, ενώ διστάζουν μπροστά στις δυσχέρειες του πλήρους προγράμματος του ενιαίου φόρου, έχουν υποστηρίξει τη φορολόγηση κατά 100% των μελλοντικών αυξήσεων της γαιοπροσόδου. Οι οπαδοί του George έχουν ορθώς αντιμετωπίσει τέτοια ημίμετρα με περιφρόνηση. Μόλις οι αντίπαλοι παραδεχθούν ότι ένας φόρος στη γαιοπρόσοδο είναι οικονομικά αβλαβής, οι άλλες αμφιβολίες τους πρέπει να φαίνονται σχετικά ασήμαντες.
One of the most surprising deficiencies in the literature of economics is the lack of effective criticism of the Georgist theory. Economists have either temporized, misconceived the problem, or, in many cases, granted the economic merit of the theory but cavilled at its political implications or its practical difficulties. Such gentle treatment has contributed greatly to the persistent longevity of the Georgist movement. One reason for this weakness in the criticism of the doctrine is that most economists have conceded a crucial point of the Georgists, namely, that a tax on ground rent would not discourage production and would have no harmful or distorting economic effects. Granting the economic merits of the tax, criticism of it must fall back on other political or practical considerations. Many writers, while balking at the difficulties in the full single-tax program, have advocated the 100-percent taxation of future increments in ground rent. Georgists have properly treated such halfway measures with scorn. Once the opposition concedes the economic harmlessness of a ground-rent tax, its other doubts must seem relatively minor.
Το κρίσιμο οικονομικό πρόβλημα του ενιαίου φόρου είναι, λοιπόν, το εξής: θα έχει ένας φόρος στη γαιοπρόσοδο στρεβλωτικές και παρεμποδιστικές επιπτώσεις; Είναι αλήθεια ότι ο ιδιοκτήτης της βασικής γης δεν παρέχει καμία παραγωγική υπηρεσία και, επομένως, ότι ένας φόρος επί αυτού δεν παρεμποδίζει και δεν στρεβλώνει την παραγωγή; Η γαιοπρόσοδος έχει ονομαστεί «οικονομικό πλεόνασμα», το οποίο θα μπορούσε να φορολογείται σε οποιοδήποτε ύψος χωρίς παρενέργειες. Πολλοί οικονομολόγοι έχουν συμφωνήσει σιωπηρά με αυτό το συμπέρασμα και έχουν δεχθεί ότι ένας γαιοκτήμονας μπορεί να παρέχει παραγωγική υπηρεσία μόνο ως βελτιωτής, δηλαδή ως παραγωγός κεφαλαιουχικών αγαθών πάνω στη γη.
The crucial economic problem of the single tax, then, is this: Will a tax on ground rent have distortive and hampering effects? Is it true that the owner of ground land performs no productive service and, therefore, that a tax upon him does not hamper and distort production? Ground rent has been called “economic surplus,” which would be taxed up to any amount with no side effects. Many economists have tacitly agreed with this conclusion and have agreed that a landowner can perform a productive service only as an improver, i.e., as a producer of capital goods on land.
Ωστόσο, αυτός ο κεντρικός ισχυρισμός των οπαδών του George παραβλέπει την πραγματικότητα. Ο ιδιοκτήτης της βασικής γης παρέχει μια πολύ σημαντική παραγωγική υπηρεσία. Θέτει τοποθεσίες σε χρήση και τις κατανέμει στους παραγωγικότερους σε όρους αξίας πλειοδότες. Δεν πρέπει να μας παραπλανά το γεγονός ότι το φυσικό απόθεμα γης είναι δεδομένο σε κάθε χρονική στιγμή. Στην περίπτωση της γης, όπως και άλλων αγαθών, δεν πωλείται μόνο το φυσικό αγαθό, αλλά μαζί του ένα ολόκληρο σύνολο υπηρεσιών — μεταξύ των οποίων και η υπηρεσία μεταβίβασης της κυριότητας από τον πωλητή στον αγοραστή. Η βασική γη δεν υπάρχει απλώς· πρέπει να διατίθεται στον χρήστη από τον ιδιοκτήτη. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιτελεί και τις δύο λειτουργίες όταν η γη είναι «καθετοποιημένη».148
Yet this central Georgist contention overlooks the realities. The owner of ground land performs a very important productive service. He brings sites into use and allocates them to the most value-productive bidders. We must not be misled by the fact that the physical stock of land is fixed at any given time. In the case of land, as of other goods, it is not just the physical good that is sold, but a whole bundle of services along with it—among which is the service of transferring ownership from seller to buyer. Ground land does not simply exist; it must be served to the user by the owner. (One man can perform both functions when the land is “vertically integrated.”)
Ο γαιοκτήμονας αποκομίζει τις υψηλότερες γαιοπροσόδους κατανέμοντας τις τοποθεσίες στις παραγωγικότερες σε όρους αξίας χρήσεις τους, δηλαδή σε εκείνες τις χρήσεις που επιθυμούν περισσότερο οι καταναλωτές. Ειδικότερα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη σημασία της τοποθεσίας και την παραγωγική υπηρεσία του ιδιοκτήτη της γης, ο οποίος εξασφαλίζει τις παραγωγικότερες τοποθεσίες για κάθε συγκεκριμένη χρήση.
The landowner earns the highest ground rents by allocating land sites to their most value-productive uses, i.e., to those uses most desired by consumers. In particular, we must not overlook the importance of location and the productive service of the site owner in insuring the most productive locations for each particular use.
Η άποψη ότι η θέση τοποθεσιών σε χρήση και η απόφαση σχετικά με τη θέση τους δεν είναι πραγματικά «παραγωγικές» αποτελεί κατάλοιπο της παλαιάς κλασικής αντίληψης ότι μια υπηρεσία που δεν «δημιουργεί» απτά κάτι υλικό δεν είναι «πραγματικά» παραγωγική.149 Στην πραγματικότητα, αυτή η λειτουργία είναι εξίσου παραγωγική με οποιαδήποτε άλλη και, μάλιστα, ιδιαίτερα ζωτική. Η παρεμπόδιση και η καταστροφή αυτής της λειτουργίας θα είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία.
The view that bringing sites into use and deciding on their location is not really “productive” is a vestige of the old classical view that a service which does not tangibly “create” something physical is not “really” productive. Actually, this function is just as productive as any other, and a particularly vital function it is. To hamper and destroy this function would have grave effects on the economy.
Ας υποθέσουμε ότι το κράτος πράγματι επέβαλλε φόρο 100% στη γαιοπρόσοδο. Ποιες θα ήταν οι οικονομικές επιπτώσεις; Οι σημερινοί ιδιοκτήτες της βασικής γης θα υφίσταντο απαλλοτρίωση και η κεφαλαιακή αξία της βασικής γης θα έπεφτε στο μηδέν. Εφόσον οι ιδιοκτήτες των τοποθεσιών δεν θα μπορούσαν να αποκομίζουν προσόδους, οι τοποθεσίες θα καθίσταντο άνευ αξίας στην αγορά. Από εκεί και πέρα, οι τοποθεσίες θα ήταν δωρεάν και ο ιδιοκτήτης τους θα έπρεπε να καταβάλλει την ετήσια γαιοπρόσοδό του στο δημόσιο ταμείο.
Suppose that the government did in fact levy a 100-percent tax on ground rent. What would be the economic effects? The current owners of ground land would be expropriated, and the capital value of ground land would fall to zero. Since site owners could not obtain rents, the sites would become valueless on the market. From then on, sites would be free, and the site owner would have to pay his annual ground rent into the Treasury.
Αλλά, εφόσον ολόκληρη η γαιοπρόσοδος απορροφάται από το κράτος, δεν υπάρχει λόγος οι ιδιοκτήτες να χρεώνουν οποιαδήποτε πρόσοδο. Και η γαιοπρόσοδος θα έπεφτε στο μηδέν, οπότε η μίσθωση θα γινόταν δωρεάν. Επομένως, μία οικονομική επίπτωση του ενιαίου φόρου είναι ότι, αντί να παρέχει όλα τα κρατικά έσοδα, δεν θα απέφερε κανένα απολύτως έσοδο!
But since all ground rent is siphoned off to the government, there is no reason for owners to charge any rent. Ground rent will fall to zero as well, and rentals will thus be free. So, one economic effect of the single tax is that, far from supplying all the revenue of government, it would yield no revenue at all!
Ο ενιαίος φόρος, λοιπόν, καθιστά τις τοποθεσίες δωρεάν, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι ελεύθερες και απεριόριστες, αλλά σπάνιες. Κάθε αγαθό είναι πάντοτε σπάνιο και, επομένως, πρέπει πάντοτε να έχει τιμή σύμφωνα με τη ζήτησή του και τη διαθέσιμη προσφορά. Τα μόνα «ελεύθερα αγαθά» στην αγορά δεν είναι καθόλου αγαθά, αλλά άφθονες συνθήκες ανθρώπινης ευημερίας που δεν αποτελούν αντικείμενο ανθρώπινης δράσης.
The single tax, then, makes sites free when they are actually not free and unlimited, but scarce. Any good is always scarce and therefore must always command a price in accordance with the demand for it and the supply available. The only “free goods” on the market are not goods at all, but abundant conditions of human welfare that are not the subject of human action.
Η επίπτωση αυτού του φόρου, επομένως, είναι να παραπλανά την αγορά ώστε να πιστεύει ότι οι τοποθεσίες είναι ελεύθερα διαθέσιμες, ενώ σαφώς δεν είναι. Το αποτέλεσμα θα είναι ίδιο με εκείνο κάθε περίπτωσης ελέγχου ανώτατης τιμής. Αντί να έχουν υψηλή τιμή και, επομένως, να κατανέμονται στους πλειοδότες, οι παραγωγικότερες σε όρους αξίας τοποθεσίες θα καταλαμβάνονται από τους πρώτους αφιχθέντες και θα σπαταλώνται, καθώς δεν θα υπάρχει πίεση ώστε οι καλύτερες τοποθεσίες να κατευθύνονται στις αποδοτικότερες χρήσεις τους. Οι άνθρωποι θα σπεύδουν να ζητήσουν και να χρησιμοποιήσουν τις καλύτερες τοποθεσίες, ενώ κανείς δεν θα επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τις λιγότερο παραγωγικές. Στην ελεύθερη αγορά, οι λιγότερο παραγωγικές τοποθεσίες κοστίζουν λιγότερο στον μισθωτή· αν δεν κοστίζουν λιγότερο από τις καλύτερες —δηλαδή αν είναι δωρεάν—, τότε κανείς δεν θα θέλει να τις χρησιμοποιήσει. Έτσι, σε μια πόλη, οι καλύτερες ή δυνητικά παραγωγικότερες σε όρους αξίας τοποθεσίες βρίσκονται στις κεντρικές περιοχές και, κατά συνέπεια, αποφέρουν και χρεώνουν υψηλότερες προσόδους από τις λιγότερο παραγωγικές αλλά ακόμη χρήσιμες τοποθεσίες στις περιφερειακές περιοχές. Αν εφαρμοζόταν το σχέδιο του Henry George, δεν θα υπήρχε μόνο πλήρως εσφαλμένη κατανομή των τοποθεσιών σε λιγότερο παραγωγικές χρήσεις, αλλά και μεγάλος συνωστισμός στις κεντρικές περιοχές, καθώς και υποπληθυσμός και υποχρησιμοποίηση των περιφερειακών περιοχών. Αν οι οπαδοί του George πιστεύουν ότι ο ενιαίος φόρος θα έθετε τέλος στον συνωστισμό των κεντρικών περιοχών, σφάλλουν σοβαρά, διότι θα συνέβαινε το αντίθετο.
The effect of this tax, then, is to fool the market into believing that sites are free when they are decidedly not. The result will be the same as any case of maximum price control. Instead of commanding a high price and therefore being allocated to the highest bidders, the most value-productive sites will be grabbed by first comers and wasted, since there will be no pressure for the best sites to go into their most efficient uses. People will rush in to demand and use the best sites, while no one will wish to use the less productive ones. On the free market, the less productive sites cost less to the tenant; if they cost no less than the best sites (i.e., if they are free), then no one will want to use them. Thus, in a city, the best, or most potentially value-productive, sites are in the “downtown” areas, and these consequently earn and charge higher rents than the less productive but still useful sites in the outlying areas. If the Henry George scheme went into effect, there would not only be complete misallocation of sites to less productive uses, but there would also be great overcrowding in the downtown areas, as well as underpopulation and underuse of the outlying areas. If Georgists believe that the single tax would end overcrowding of the downtown areas, they are gravely mistaken, for the reverse would occur.
Επιπλέον, ας υποθέσουμε ότι το κράτος επέβαλλε φόρο μεγαλύτερο από το 100% στις γαιοπροσόδους, όπως πραγματικά οραματίζονται οι οπαδοί του George, ώστε να αναγκάσει την «αδρανή» γη να τεθεί σε χρήση. Το αποτέλεσμα θα ήταν εντονότερη σπάταλη και εσφαλμένη χρησιμοποίηση εργασίας και κεφαλαίου. Εφόσον η εργασία είναι σπάνια σε σχέση με τη γη, η υποχρεωτική χρήση της αδρανούς γης θα προκαλούσε σπάταλη εσφαλμένη κατανομή εργασίας και κεφαλαίου και θα επέβαλλε περισσότερη εργασία σε φτωχότερη γη και, επομένως, λιγότερη σε καλύτερη γη.
Furthermore, suppose the government imposed a tax of more than 100 percent on ground rents, as the Georgists really envision, so as to force “idle” land into use. The result would be aggravated wasteful misapplication of labor and capital. Since labor is scarce relative to land, the compulsory use of idle land would wastefully misallocate labor and capital and force more work on poorer land, and therefore less on better land.
Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα του ενιαίου φόρου θα ήταν χάος στη γεωγραφική κατανομή των χρήσεων, με σπατάλη και εσφαλμένη κατανομή παντού· θα επικρατούσε συνωστισμός· και οι φτωχότερες τοποθεσίες είτε θα υπερχρησιμοποιούνταν είτε θα υποχρησιμοποιούνταν και θα εγκαταλείπονταν εντελώς. Η γενική τάση θα ήταν προς υποχρησιμοποίηση των φτωχότερων τοποθεσιών λόγω της σπουδής προς τις καλύτερες που θα προκαλούσε ο φόρος. Όπως υπό συνθήκες ελέγχου τιμών, η χρήση των καλύτερων τοποθεσιών θα καθοριζόταν από την ευνοιοκρατία, την αναμονή σε ουρές κ.λπ., αντί από την οικονομική ικανότητα. Εφόσον η τοποθεσία υπεισέρχεται στην παραγωγή κάθε αγαθού, το χάος στη χωροθέτηση θα εισήγαγε στοιχείο χάους σε κάθε πεδίο παραγωγής και ίσως θα κατέστρεφε και τον οικονομικό υπολογισμό, διότι ένα σημαντικό στοιχείο προς υπολογισμό —η τοποθεσία— θα αφαιρούνταν από τη σφαίρα της αγοράς.
At any rate, the result of the single tax would be locational chaos, with waste and misallocation everywhere; overcrowding would prevail; and poorer sites would either be overused or underused and abandoned altogether. The general tendency would be toward underuse of the poorer sites because of the taxinduced rush to the better ones. As under conditions of price control, the use of the better sites would be decided by favoritism, queuing, etc., instead of economic ability. Since location enters into the production of every good, locational chaos would introduce an element of chaos into every area of production and perhaps ruin economic calculation as well, for an important element to be calculated—location—would be removed from the sphere of the market.
Σε αυτόν τον ισχυρισμό, οι οπαδοί του George θα απαντούσαν ότι δεν θα επιτρεπόταν στους ιδιοκτήτες να μη χρεώνουν πρόσοδο, επειδή η στρατιά των κρατικών εκτιμητών θα καθόριζε τις κατάλληλες προσόδους. Αλλά αυτό δύσκολα θα άμβλυνε το πρόβλημα· στην πραγματικότητα, θα επιδείνωνε τα πράγματα με πολλούς τρόπους. Θα μπορούσε να αποφέρει έσοδα και να αναχαιτίσει μέρος της υπερβάλλουσας ζήτησης των χρηστών γης, αλλά και πάλι δεν θα παρείχε κανέναν λόγο και κανένα κίνητρο στους γαιοκτήμονες να επιτελούν την προσήκουσα λειτουργία τους, δηλαδή την αποτελεσματική κατανομή των τοποθεσιών. Επιπλέον, αν η εκτίμηση είναι δύσκολη και αυθαίρετη σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, πόσο περισσότερο χαοτική θα ήταν όταν το κράτος θα έπρεπε να εκτιμά στα τυφλά, χωρίς καμία αγορά προσόδων, την πρόσοδο κάθε τεμαχίου βασικής γης! Αυτό θα ήταν ένα απελπιστικό και αδύνατο εγχείρημα, και οι αποκλίσεις από τις προσόδους της ελεύθερης αγοράς που θα προέκυπταν θα ενέτειναν το χάος, με υπερβολική ή ανεπαρκή χρήση και εσφαλμένες χωροθετήσεις. Χωρίς κανένα ίχνος αγοράς, οι γαιοκτήμονες όχι μόνο θα στερούνταν κάθε κίνητρο αποτελεσματικής κατανομής των τοποθεσιών· δεν θα διέθεταν κανέναν τρόπο να διαπιστώνουν αν οι κατανομές τους ήταν αποτελεσματικές ή όχι.
To this contention, the Georgists would reply that the owners would not be allowed to charge no rents, because the government’s army of assessors would set the proper rents. But this would hardly alleviate the problem; in fact, it would aggravate matters in many ways. It might bring in revenue and check some of the excess demand of land users, but it would still provide no reason and no incentive for the landowners to perform their proper function of allocating land sites efficiently. In addition, if assessment is difficult and arbitrary at any time, how very much more chaotic would it be when the government must blindly estimate, in the absence of any rent market, the rent for every piece of ground land! This would be a hopeless and impossible task, and the resulting deviations from free-market rents would compound the chaos, with over- and underuse, and wrong locations. With no vestige of market left, not only would the landowners be deprived of any incentive for efficient allocation of sites; they would have no way of finding out whether their allocations were efficient or not.
Τέλος, αυτός ο καθολικός κρατικός καθορισμός προσόδων θα ισοδυναμούσε με ουσιαστική κρατικοποίηση της γης, με όλες τις τεράστιες σπατάλες και το χάος που πλήττουν κάθε κρατική ιδιοκτησία επιχειρηματικής δραστηριότητας — ακόμη μεγαλύτερα σε μια δραστηριότητα που θα διαπερνούσε κάθε γωνιά της οικονομίας. Οι οπαδοί του George υποστηρίζουν ότι δεν προτείνουν την κρατικοποίηση της γης, καθώς η κυριότητα θα παρέμενε κατά νόμον στα χέρια ιδιωτών. Οι αποδόσεις αυτής της ιδιοκτησίας, όμως, θα περιέρχονταν όλες στο κράτος. Ο ίδιος ο George παραδέχθηκε ότι ο ενιαίος φόρος θα «επιτύγχανε το ίδιο πράγμα με την κρατικοποίηση της γης με απλούστερο, ευκολότερο και πιο ήσυχο τρόπο».150 Η μέθοδος του George, όμως, όπως είδαμε, δεν θα ήταν ούτε απλή ούτε εύκολη ούτε ήσυχη. Ο ενιαίος φόρος θα άφηνε τη νομική κυριότητα σε ιδιωτικά χέρια, καταστρέφοντας παράλληλα πλήρως το νόημά της, ώστε δύσκολα θα αποτελούσε βελτίωση έναντι της απροκάλυπτης κρατικοποίησης ή θα διέφερε πολύ από αυτήν.151 Φυσικά, όπως θα δούμε παρακάτω, ούτε το κράτος διαθέτει κίνητρο ή μέσο αποτελεσματικής κατανομής. Σε κάθε περίπτωση, οι τοποθεσίες γης, όπως οποιοιδήποτε άλλοι πόροι, πρέπει να ανήκουν και να ελέγχονται από κάποιον, είτε ιδιώτη ιδιοκτήτη είτε το κράτος. Οι τοποθεσίες μπορούν να κατανέμονται είτε μέσω εκούσιας σύμβασης είτε μέσω κρατικού καταναγκασμού, και το δεύτερο είναι εκείνο που επιχειρείται με τον ενιαίο φόρο ή την κρατικοποίηση της γης.152,153
Finally, this all-around fixing of rents by the government would be tantamount to virtual nationalization of the land, with all the enormous wastes and chaos that afflict any government ownership of business—all the greater in a business that would permeate every nook and cranny of the economy. The Georgists contend that they do not advocate the nationalization of land, since ownership would remain de jure in the hands of private individuals. The returns from this ownership, however, would all accrue to the State. George himself admitted that the single tax would “accomplish the same thing [as the land nationalization] in a simpler, easier, and quieter way.” George’s method, however, would, as we have seen, be neither simple, easy, nor quiet. The single tax would leave de jure ownership in private hands while completely destroying its point, so that the single tax is hardly an improvement upon, or differs much from, outright nationalization. Of course, as we shall see further below, the State has no incentive or means for efficient allocation either. At any rate, land sites, like any other resources, must be owned and controlled by someone, either a private owner or the government. Sites can be allocated either by voluntary contract or by governmental coercion, and the latter is what is attempted by the single tax or by land nationalization.51,52
Οι οπαδοί του George πιστεύουν ότι η ιδιοκτησία ή ο έλεγχος από το κράτος σημαίνει ότι η «κοινωνία» θα κατέχει ή θα εξουσιάζει τη γη ή την πρόσοδό της. Αλλά αυτό είναι εσφαλμένο. Η κοινωνία ή το κοινό δεν μπορεί να κατέχει τίποτε· μόνο ένα άτομο ή ένα σύνολο ατόμων μπορεί να το κάνει. Αυτό θα εξεταστεί παρακάτω. Σε κάθε περίπτωση, στο σχέδιο των οπαδών του George δεν θα ήταν η κοινωνία αλλά το κράτος που θα κατείχε τη γη. Σε αναπόδραστο δίλημμα παγιδεύεται μια ομάδα αντικρατιστών οπαδών του George, οι οποίοι επιθυμούν να κρατικοποιήσουν τη γαιοπρόσοδο και συγχρόνως να καταργήσουν τη φορολογία. Ο Frank Chodorov, ηγετική μορφή αυτής της ομάδας, μπορούσε να προσφέρει μόνο την αδύναμη πρόταση να περιέλθει η γη στους δήμους αντί να κρατικοποιηθεί — ώστε να αποφευχθεί η προοπτική να ανήκει όλη η γη ενός έθνους σε ένα κεντρικό κρατικό μονοπώλιο. Ωστόσο, η διαφορά είναι διαφορά βαθμού και όχι είδους· οι επιπτώσεις της κρατικής ιδιοκτησίας και του περιφερειακού μονοπωλίου γης εξακολουθούν να εμφανίζονται, έστω σε έναν αριθμό μικρών περιοχών αντί σε μία μεγάλη.154
The Georgists believe that ownership or control by the State means that “society” will own or command the land or its rent. But this is fallacious. Society or the public cannot own anything; only an individual or a set of individuals can do so. (This will be discussed below.) At any rate, in the Georgist scheme, it would not be society, but the State that would own the land. Caught in an inescapable dilemma are a group of antistatist Georgists, who wish to statize ground rent yet abolish taxation at the same time. Frank Chodorov, a leader of this group, could offer only the lame suggestion that ground land be municipalized rather than nationalized—to avoid the prospect that all of a nation’s land might be owned by a central government monopoly. Yet the difference is one of degree, not of kind; the effects of government ownership and regional land monopoly still appear, albeit in a number of small regions instead of one big region.
Κάθε στοιχείο του συστήματος των οπαδών του George αποδεικνύεται έτσι εσφαλμένο. Ωστόσο, οι δοξασίες τους εξακολουθούν ακόμη και σήμερα να ασκούν σημαντική έλξη και, παραδόξως, σε πολλούς οικονομολόγους και κοινωνικούς φιλοσόφους που κατά τα άλλα είναι προσηλωμένοι στην ελεύθερη αγορά. Υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτή την έλξη, διότι οι οπαδοί του George, αν και με εντελώς αντεστραμμένο τρόπο, εφιστούν πράγματι την προσοχή σε ένα παραμελημένο πρόβλημα: το ζήτημα της γης. Υπάρχει ζήτημα γης, και καμία απόπειρα αγνόησής του δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει. Αντίθετα προς το δόγμα των οπαδών του George, όμως, το πρόβλημα της γης δεν απορρέει από την ιδιοκτησία της βασικής γης στην ελεύθερη αγορά. Απορρέει από την αποτυχία τήρησης μιας πρωταρχικής προϋπόθεσης των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας της ελεύθερης αγοράς: ότι η νέα, αδέσποτη γη πρέπει αρχικά να ανήκει στον πρώτο χρήστη της και ότι από εκεί και πέρα πρέπει να γίνεται πλήρης ιδιωτική ιδιοκτησία του πρώτου χρήστη ή εκείνων που τη λαμβάνουν ή την αγοράζουν από αυτόν. Αυτή είναι η μέθοδος της ελεύθερης αγοράς· κάθε άλλη μέθοδος υπαγωγής νέας, αχρησιμοποίητης γης σε ιδιοκτησία χρησιμοποιεί κρατιστικό καταναγκασμό.
Every element in the Georgist system is thus seen to be fallacious. Yet the Georgist doctrines hold a considerable attraction even now, and, surprisingly, for many economists and social philosophers otherwise devoted to the free market. There is a good reason for this attraction, for the Georgists, though in a completely topsy-turvy manner, do call attention to a neglected problem: the land question. There is a land question, and no attempt to ignore it can meet the issue. Contrary to Georgist doctrine, however, the land problem does not stem from free-market ownership of ground land. It stems from failure to live up to a prime condition of free-market property rights, namely, that new, unowned land be first owned by its first user, and that from then on, it become the full private property of the first user or those who receive or buy the land from him. This is the free-market method; any other method of allocating new, unused land to ownership employs statist coercion.
Υπό ένα καθεστώς «πρώτος χρήστης, πρώτος ιδιοκτήτης», οι οπαδοί του George θα έσφαλλαν αν υποστήριζαν ότι καμία εργασία δεν έχει αναμειχθεί με τη φυσικά δεδομένη γη ώστε να δικαιολογείται η ιδιωτική ιδιοκτησία των τοποθεσιών. Διότι τότε η γη δεν θα μπορούσε να ανήκει σε κάποιον αν δεν είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί και θα μπορούσε αρχικά να ιδιοποιηθεί μόνο στον βαθμό που είχε χρησιμοποιηθεί. Η «ανάμειξη» της εργασίας με τη φύση μπορεί να λάβει τη μορφή αποστράγγισης, επιχωμάτωσης, εκχέρσωσης, επίστρωσης ή άλλης προετοιμασίας της τοποθεσίας για χρήση. Η καλλιέργεια του εδάφους είναι μόνο ένας δυνατός τύπος χρήσης.155 Η αξίωση επί της γης που θεμελιώνεται στη χρήση θα μπορούσε να επικυρώνεται από τα δικαστήρια αν προέκυπτε οποιαδήποτε διαφορά για την ιδιοκτησία της.
Under a “first-user, first-owner” regime, the Georgists would be wrong in asserting that no labor had been mixed with nature-given land to justify private ownership of sites. For then, land could not be owned unless it were first used and could be originally appropriated for ownership only to the extent that it was so used. The “mixing” of labor with nature may take the form of draining, filling, clearing, paving, or otherwise preparing the site for use. Tilling the soil is only one possible type of use. The use-claim to the land could be certified by courts if any dispute over its ownership arose.
Ασφαλώς, η αξίωση του πρωτοπόρου ως πρώτου ευρετή και πρώτου χρήστη δεν είναι περισσότερο αμφισβητήσιμη από οποιαδήποτε άλλη αξίωση επί προϊόντος εργασίας. Ο Knight δεν υπερβάλλει όταν καταγγέλλει ότι:
Certainly the claim of the pioneer as first finder and first user is no more disputable than any other claim to a product of labor. Knight does not overdraw the picture when he charges that
Ο ισχυρισμός πως οι πρωτοπόροι μας απέκτησαν τη γη χωρίς κανένα τίμημα, ληστεύοντας τις μελλοντικές γενιές από τη δικαιωματική κληρονομιά τους, δεν θα έπρεπε να χρειάζεται καν επιχειρηματολογική απάντηση. Ολόκληρο το δόγμα επινοήθηκε από ανθρώπους των πόλεων που ζούσαν άνετα, όχι από ανθρώπους σε επαφή με τα πραγματικά δεδομένα ως ιδιοκτήτες ή μισθωτές. ... Αν η κοινωνία δήμευε αργότερα την αξία της γης, επιτρέποντας τη διατήρηση μόνο των βελτιώσεων ή της αξίας τους, θα αγνοούσε το κόστος των οδυνηρών θυσιών και θα εισήγαγε αυθαίρετη διάκριση μεταξύ μιας ομάδας ιδιοκτητών και μιας άλλης.156
the allegation that our pioneers got the land for nothing, robbing future generations of their rightful heritage, should not have to be met by argument. The whole doctrine was invented by city men living in comfort, not by men in contact with the facts as ownland value, allowing retention only of improvements or their value, it would ignore the costs in bitter sacrifice and would arbitrarily discriminate between one set of property owners and another set.55
Προβλήματα και δυσχέρειες προκύπτουν όποτε δεν τηρείται η αρχή «πρώτος χρήστης, πρώτος ιδιοκτήτης». Σε όλες σχεδόν τις χώρες, τα κράτη έχουν διεκδικήσει την ιδιοκτησία νέας, αχρησιμοποίητης γης. Τα κράτη δεν θα μπορούσαν ποτέ να κατέχουν αρχικά αδέσποτη γη στην ελεύθερη αγορά. Αυτή η πράξη ιδιοποίησης από το κράτος σπέρνει ήδη τους σπόρους της στρέβλωσης των κατανομών της αγοράς όταν η γη τεθεί σε χρήση. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το κράτος διαθέτει τις αχρησιμοποίητες δημόσιες γαίες του πωλώντας τες σε πλειστηριασμό στον υψηλότερο πλειοδότη. Εφόσον το κράτος δεν έχει έγκυρη αξίωση κυριότητας, δεν έχει ούτε ο αγοραστής από το κράτος. Αν ο αγοραστής, όπως συχνά συμβαίνει, «κατέχει» τη γη αλλά δεν τη χρησιμοποιεί ούτε εγκαθίσταται σε αυτήν, τότε γίνεται κερδοσκόπος γης με την υποτιμητική έννοια. Διότι ο πραγματικός χρήστης, όταν εμφανιστεί, αναγκάζεται είτε να μισθώσει είτε να αγοράσει τη γη από αυτόν τον κερδοσκόπο, ο οποίος δεν διαθέτει έγκυρο τίτλο επί της έκτασης. Δεν μπορεί να διαθέτει έγκυρο τίτλο, επειδή ο τίτλος του προέρχεται από το κράτος, το οποίο επίσης δεν διέθετε έγκυρο τίτλο με την έννοια της ελεύθερης αγοράς. Επομένως, ορισμένες από τις κατηγορίες που έχουν διατυπώσει οι οπαδοί του George κατά της κερδοσκοπίας στη γη είναι αληθείς, όχι επειδή η κερδοσκοπία στη γη είναι κακή αυτή καθαυτή, αλλά επειδή ο κερδοσκόπος απέκτησε τη γη όχι μέσω έγκυρου τίτλου, αλλά μέσω του κράτους, το οποίο αρχικά οικειοποιήθηκε τον τίτλο. Έτσι, τώρα το τίμημα αγοράς —ή, εναλλακτικά, η πρόσοδος— που καταβάλλει ο επίδοξος χρήστης γίνεται πράγματι πληρωμή φόρου για την άδεια χρήσης της γης. Η κρατική πώληση αχρησιμοποίητης γης γίνεται παρόμοια με την παλαιά πρακτική της εκμίσθωσης της είσπραξης φόρων, κατά την οποία ένας ιδιώτης πλήρωνε το κράτος για το προνόμιο να εισπράττει ο ίδιος φόρους. Το καταβαλλόμενο τίμημα, αν διακυμαίνεται ελεύθερα, τείνει να καθορίζεται στο ύψος της αξίας που παρέχει αυτό το προνόμιο.
Problems and difficulties arise whenever the “first-user, first-owner” principle is not met. In almost all countries, governments have laid claim to ownership of new, unused land. Governments could never own original land on the free market. This act of appropriation by the government already sows the seeds for distortion of market allocations when the land goes into use. Thus, suppose that the government disposes of its unused public lands by selling them at auction to the highest bidder. Since the government has no valid property claim to ownership, neither does the buyer from the government. If the buyer, as often happens, “owns” but does not use or settle the land, then he becomes a land speculator in a pejorative sense. For the true user, when he comes along, is forced either to rent or buy the land from this speculator, who does not have valid title to the area. He cannot have valid title because his title derives from the State, which also did not have valid title in the free-market sense. Therefore, some of the charges that the Georgists have leveled against land speculation are true, not because land speculation is bad per se, but because the speculator came to own the land, not by valid title, but via the government, which originally arrogated title to itself. So now the purchase price (or, alternatively, the rent) paid by the would-be user really does become the payment of a tax for permission to use the land. Governmental sale of unused land becomes similar to the old practice of tax farming, where an individual would pay the State for the privilege of himself collecting taxes. The price of payment, if freely fluctuating, tends to be set at the value that this privilege confers.
Η κρατική πώληση της «δικής του» αχρησιμοποίητης γης σε κερδοσκόπους, επομένως, περιορίζει τη χρήση νέας γης, στρεβλώνει την κατανομή των πόρων και κρατά εκτός χρήσης γη που θα χρησιμοποιούνταν αν δεν υπήρχε η «φορολογική» επιβάρυνση της καταβολής τιμήματος αγοράς ή προσόδου στον κερδοσκόπο. Η διατήρηση γης εκτός χρήσης αυξάνει το οριακό προϊόν αξίας και τις προσόδους της υπόλοιπης γης και μειώνει το οριακό προϊόν αξίας της εργασίας, μειώνοντας έτσι τους μισθούς.
Government sale of “its” unused land to speculators, therefore, restricts the use of new land, distorts the allocation of resources, and keeps land out of use that would be employed were it not for the “tax” penalty of paying a purchase price or rent to the speculator. Keeping land out of use raises the marginal value product and the rents of remaining land and lowers the marginal value product of labor, thereby lowering wage rates.
Η συγγένεια προσόδου και φορολογίας είναι ακόμη στενότερη στην περίπτωση «φεουδαρχικών» παραχωρήσεων γης. Ας υποθέσουμε μια τυπική περίπτωση φεουδαρχικών απαρχών: μια κατακτητική φυλή εισβάλλει σε μια περιοχή αγροτών και εγκαθιδρύει ένα κράτος για να τους κυβερνά. Θα μπορούσε να επιβάλλει φόρους και να συντηρεί την ακολουθία της από τα έσοδα. Αλλά θα μπορούσε επίσης να κάνει κάτι άλλο, και είναι σημαντικό να δούμε ότι δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δύο. Θα μπορούσε να διανείμει όλη τη γη ως ατομικές παραχωρήσεις «ιδιοκτησίας» σε κάθε μέλος της κατακτητικής ομάδας. Τότε, αντί για έναν κεντρικό φοροεισπρακτικό φορέα ή επιπροσθέτως αυτού, θα υπήρχε μια σειρά περιφερειακών φορέων είσπραξης προσόδων. Αλλά οι συνέπειες θα ήταν ακριβώς οι ίδιες. Αυτό φαίνεται καθαρά στις χώρες της Μέσης Ανατολής, όπου οι άρχοντες θεωρούνταν προσωπικοί ιδιοκτήτες των επικρατειών τους και, επομένως, εισέπρατταν φόρους υπό τη μορφή «προσόδου» που χρέωναν λόγω αυτής της ιδιοκτησίας.
The affinity of rent and taxation is even closer in the case of “feudal” land grants. Let us postulate a typical case of feudal beginnings: a conquering tribe invades a territory of peasants and sets up a State to rule them. It could levy taxes and support its retinue out of the proceeds. But it could also do something else, and it is important to see that there is no essential difference between the two. It could parcel out all of the land as individual grants of “ownership” to each member of the conquering band. Then, instead of or in addition to one central taxing agency, there would be a series of regional rent collecting agencies. But the consequences would be exactly the same. This is clearly seen in Middle Eastern countries, where rulers have been considered to own their territories personally and have therefore collected taxes in the form of “rent” charged for that ownership.
Οι λεπτές διαβαθμίσεις που συνδέουν τη φορολογία με τη φεουδαρχική πρόσοδο έχουν περιγραφεί με σαφήνεια από τον Franz Oppenheimer:
The subtle gradations linking taxation and feudal rent have been lucidly portrayed by Franz Oppenheimer:
Ο αγρότης παραδίδει ένα μέρος του προϊόντος της εργασίας του, χωρίς καμία ισοδύναμη υπηρεσία ως αντάλλαγμα. «Εν αρχή ην η γαιοπρόσοδος».
Οι μορφές υπό τις οποίες εισπράττεται ή καταναλώνεται η γαιοπρόσοδος ποικίλλουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι άρχοντες, ως κλειστή ένωση ή κοινότητα, είναι εγκατεστημένοι σε κάποιο οχυρωμένο στρατόπεδο και καταναλώνουν από κοινού, ως κομμουνιστές, τον φόρο υποτέλειας των αγροτών τους. ... Σε ορισμένες περιπτώσεις, σε κάθε μεμονωμένο πολεμιστή-ευγενή αποδίδεται μια καθορισμένη λωρίδα γης· αλλά γενικά το προϊόν της εξακολουθεί, όπως στη Σπάρτη, να καταναλώνεται στα «συσσίτια» από μέλη της ίδιας τάξης και συμπολεμιστές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η γαιοκτητική αριστοκρατία διασκορπίζεται σε ολόκληρη την επικράτεια, με κάθε άνδρα και την ακολουθία του να κατοικούν στο οχυρωμένο κάστρο του και να καταναλώνουν, καθένας για λογαριασμό του, το προϊόν της επικράτειας ή των γαιών του. Μέχρι στιγμής, αυτοί οι ευγενείς δεν έχουν γίνει γαιοκτήμονες με την έννοια ότι διαχειρίζονται την περιουσία τους. Καθένας τους λαμβάνει φόρο υποτέλειας από την εργασία των υποτελών του, τους οποίους ούτε καθοδηγεί ούτε επιβλέπει. Αυτός είναι ο τύπος της μεσαιωνικής κυριαρχίας στις γαίες της γερμανικής αριστοκρατίας. Τελικά, ο ιππότης γίνεται ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής του ιπποτικού φέουδου.157
The peasant surrenders a portion of the product of his labor, without any equivalent service in return. “In the beginning was the ground rent.” The forms under which the ground rent is collected or consumed vary. In some cases, the lords, as a closed union or community, are settled in some fortified camp and consume as communists the tribute of warrior-noble has a definite strip of land assigned to him: but generally the produce of this is still, as in Sparta, consumed in the “syssitia,” by class associates and companions in arms. In some cases, the landed nobility scatters over the entire territory, each man housed with his following in his fortified castle, and consuming, each for himself, the produce of his dominion or lands. As yet, these nobles have not become landlords, in the sense that they administer their property. Each of them receives tribute from the labor of his dependents, whom he neither guides nor supervises. This is the type of medieval dominion in the lands of the Germanic nobility. Finally, the knight becomes the owner and administrator of the knight’s fee.56
Φυσικά, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ της κερδοσκοπίας στη γη από τον αρχικό αγοραστή από το κράτος και μιας φεουδαρχικής παραχώρησης γης. Στην πρώτη περίπτωση, ο χρήστης αγοράζει τελικά τη γη από τον αρχικό αγοραστή και, μόλις το κάνει, ο φόρος έχει καταβληθεί πλήρως και εξαφανίζεται. Από εκείνο το σημείο και έπειτα επικρατούν οι κατανομές της ελεύθερης αγοράς. Μόλις η γη περιέλθει στα χέρια του χρήστη, αυτός έχει, θα λέγαμε, «εξαγοράσει» τον φόρο αδείας και, από εκεί και πέρα, όλα εξελίσσονται σε βάση ελεύθερης αγοράς.158 Αντιθέτως, ο φεουδάρχης μεταβιβάζει τη γη στους κληρονόμους του. Οι πραγματικοί ιδιοκτήτες πρέπει τώρα να πληρώνουν πρόσοδο εκεί όπου προηγουμένως δεν χρειαζόταν να πληρώνουν. Αυτός ο φόρος-πρόσοδος συνεχίζεται επ’ αόριστον. Λόγω της γενικά τεράστιας έκτασης της παραχώρησης, καθώς και διαφόρων απαγορευτικών νόμων, είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο να εξαγοράζουν οι μισθωτές-υποτελείς τη γη του φεουδάρχη. Όταν όμως εξαγοράζουν τα δικά τους αγροτεμάχια, η γη τους απαλλάσσεται έκτοτε από τον βραχνά του φόρου αδείας.
Of course, there are considerable differences between land speculation by the original buyer from the government and a feudal land grant. In the former case, the user eventually purchases the land from the original buyer, and, once he does so, the tax has been fully paid and disappears. From that point on, free-market allocations prevail. Once land gets into the hands of the user, he has, as it were, “bought out” the permission tax, and, from then on, everything proceeds on a free-market basis. In contrast, the feudal lord passes the land on to his heirs. The true owners now have to pay rent where they did not have to pay before. This rent-tax continues indefinitely. Because of the generally vast extent of the grant, as well as various prohibitory laws, it is most unusual for the feudal lord to be bought out by his tenant-subjects. When they do buy out their own plots, however, their land is from then on freed from the permission-tax incubus.
Μια κατηγορία που συχνά διατυπώνεται κατά της αγοράς είναι ότι «όλη» η ιδιοκτησία μπορεί να αναχθεί σε καταναγκαστικές λεηλασίες ή κρατικά προνόμια και ότι, επομένως, δεν υπάρχει λόγος να γίνονται σεβαστά τα σημερινά δικαιώματα ιδιοκτησίας. Αφήνοντας κατά μέρος το ζήτημα της ακρίβειας αυτού του ιστορικού ισχυρισμού, μπορούμε να δηλώσουμε ότι οι ιστορικές αναδρομές γενικά δεν αλλάζουν πολλά. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Jones κλέβει χρήματα από τον Smith ή ότι τα αποκτά μέσω κρατικής απαλλοτρίωσης και επιδότησης. Και ας υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει επανόρθωση: ο Smith και οι κληρονόμοι του πεθαίνουν, και τα χρήματα παραμένουν στην οικογένεια του Jones. Σε αυτή την περίπτωση, η εξαφάνιση του Smith και των κληρονόμων του σημαίνει την απόσβεση των αξιώσεων των αρχικών κατόχων τίτλου σε εκείνο το σημείο, βάσει της αρχής της αρχικής ιδιοποίησης, δηλαδή του δικαιώματος ιδιοκτησίας που απορρέει από την κατοχή αδέσποτης περιουσίας. Τα χρήματα περιέρχονται, επομένως, στην οικογένεια του Jones ως νόμιμη και απόλυτη ιδιοκτησία της.159
One charge often made against the market is that “all” property can be traced back to coercive depredations or State privilege, and therefore there is no need to respect current property rights. Waiving the question of the accuracy of the historical contention, we may state that historical tracings generally make little difference. Suppose, for example, that Jones steals money from Smith or that he acquires the money through State expropriation and subsidy. And suppose that there is no redress: Smith and his heirs die, and the money continues in Jones’ family. In that case, the disappearance of Smith and his heirs means the dissolution of claims from the original titleholders at that point, on the “homestead” principle of property right from possession of unowned property. The money therefore accrues to the Jones family as their legitimate and absolute property.
Αυτή η διαδικασία μετατροπής της βίας σε υπηρεσία, όμως, δεν λειτουργεί όταν η πρόσοδος που καταβάλλεται για τη βασική γη είναι συγγενής προς την περιφερειακή φορολογία. Οι επιπτώσεις της κερδοσκοπίας στην αρχικά αδέσποτη γη εξαφανίζονται καθώς οι χρήστες αγοράζουν τις τοποθεσίες, αλλά η εξάλειψη δεν συντελείται όταν οι φεουδαρχικές παραχωρήσεις γης μεταβιβάζονται αδιάσπαστες από γενιά σε γενιά. Όπως δηλώνει ο Mises:
This process of converting force to service, however, does not work where rent paid for ground land is akin to regional taxation. The effects of speculation in original land disappear as the users purchase the land sites, but dissolution does not take place where feudal land grants are passed on, unbroken, over the generations. As Mises states:
Πουθενά και ποτέ η μεγάλης κλίμακας γαιοκτησία δεν προέκυψε μέσω της λειτουργίας των οικονομικών δυνάμεων της αγοράς. Είναι αποτέλεσμα στρατιωτικής και πολιτικής δράσης. Θεμελιωμένη στη βία, διατηρήθηκε με τη βία και μόνο με αυτήν. Μόλις τα λατιφούντια εισέλθουν στη σφαίρα των συναλλαγών της αγοράς, αρχίζουν να αποσυντίθενται, ώσπου τελικά εξαφανίζονται εντελώς. Οικονομικά αίτια δεν λειτούργησαν ούτε κατά τον σχηματισμό ούτε κατά τη διατήρησή τους. Οι μεγάλες κτηματικές περιουσίες δεν προέκυψαν από την οικονομική υπεροχή της μεγάλης ιδιοκτησίας, αλλά από βίαιη προσάρτηση έξω από το πεδίο του εμπορίου. ... Η μη οικονομική προέλευση των κτηματικών περιουσιών αποκαλύπτεται καθαρά από το γεγονός ότι, κατά κανόνα, η απαλλοτρίωση μέσω της οποίας δημιουργήθηκαν δεν μεταβάλλει καθόλου τον τρόπο παραγωγής. Ο παλαιός ιδιοκτήτης παραμένει στη γη υπό διαφορετικό νομικό τίτλο και συνεχίζει να παράγει.160
Nowhere and at no time has the large-scale ownership of land come into being through the working of economic forces in the market. It is the result of military and political effort. Founded by violence, it has been upheld by violence and by that alone. As soon as the latifundia are drawn into the sphere of market transactions they begin to crumble, until at last they disappear completely. Neither at their formation nor in their maintenance have economic causes operated. The great landed fortunes did not arise through the economic superiority of large-scale ownership, but through violent annexation outside the area of trade. . . . The non-economic origin of landed fortunes is clearly revealed by the fact that, as a rule, the expropriation by which they have been created in no way alters the manner of production. The old owner remains on the soil under a different legal title and continues to carry on production.59
Επί αιώνες πριν από την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης, οι άνθρωποι αναζητούσαν κριτήρια της «δίκαιης τιμής». Από όλες τις αναρίθμητες, σχεδόν άπειρες δυνατότητες ανάμεσα στις μυριάδες τιμές που καθορίζονται καθημερινά, ποια διάρθρωση θα έπρεπε να θεωρείται «δίκαιη»; Σταδιακά έγινε αντιληπτό ότι δεν υπάρχει ποσοτικό κριτήριο δικαιοσύνης που να μπορεί να προσδιοριστεί αντικειμενικά. Ας υποθέσουμε ότι η τιμή των αυγών είναι 0,50 USD η δωδεκάδα· ποια είναι η «δίκαιη τιμή»; Είναι σαφές, ακόμη και σε εκείνους —όπως ο συγγραφέας— που πιστεύουν στη δυνατότητα μιας ορθολογικής ηθικής, ότι καμία δυνατή ηθική φιλοσοφία ή επιστήμη δεν μπορεί να παράσχει ποσοτικό μέτρο ή κριτήριο δικαιοσύνης. Αν ο καθηγητής Χ λέει ότι η «δίκαιη» τιμή των αυγών είναι 0,45 USD και ο καθηγητής Υ λέει ότι είναι 0,85 USD, καμία φιλοσοφική αρχή δεν μπορεί να αποφανθεί μεταξύ τους. Ακόμη και ο πιο ένθερμος αντίπαλος του ωφελιμισμού θα πρέπει να παραδεχθεί αυτό το σημείο. Οι διάφοροι ισχυρισμοί μετατρέπονται όλοι σε καθαρά αυθαίρετες ιδιοτροπίες.
For centuries before the science of economics was developed, men searched for criteria of the “just price.” Of all the innumerable, almost infinite possibilities among the myriads of prices daily determined, what pattern should be considered as “just”? Gradually it came to be realized that there is no quantitative criterion of justice that can be objectively determined. Suppose that the price of eggs is 50¢ per dozen, what is the “just price”? It is clear, even to those (like the present writer) who believe in the possibility of a rational ethics, that no possible ethical philosophy or science can yield a quantitative measure or criterion of justice. If Professor X says that the “just” price of eggs is 45¢, and Professor Y says it is 85¢, no philosophical principle can decide between them. Even the most fervent antiutilitarian will have to concede this point. The various contentions all become purely arbitrary whim.
Η οικονομική επιστήμη, ανιχνεύοντας την εύτακτη διάρθρωση της διαδικασίας εκούσιας ανταλλαγής, έχει καταστήσει σαφές ότι το μόνο δυνατό αντικειμενικό κριτήριο της δίκαιης τιμής είναι η τιμή της αγοράς. Διότι η τιμή της αγοράς καθορίζεται, σε κάθε στιγμή, από τις εκούσιες, αμοιβαία συμφωνημένες πράξεις όλων των συμμετεχόντων στην αγορά. Είναι η αντικειμενική συνισταμένη των υποκειμενικών αξιολογήσεων και των εκούσιων πράξεων κάθε ατόμου και, επομένως, το μόνο υπαρκτό αντικειμενικό κριτήριο «ποσοτικής δικαιοσύνης» στην τιμολόγηση.
Economics, by tracing the ordered pattern of the voluntary exchange process, has made it clear that the only possible objective criterion for the just price is the market price. For the market price is, at every moment, determined by the voluntary, mutually agreed-upon actions of all the participants in the market. It is the objective resultant of every individual’s subjective valuations and voluntary actions, and is therefore the only existent objective criterion for “quantitative justice” in pricing.
Πρακτικά κανείς δεν αναζητεί πλέον ρητά τη «δίκαιη τιμή», και αναγνωρίζεται γενικά ότι κάθε ηθική κριτική πρέπει να στρέφεται ποιοτικά κατά των αξιών των καταναλωτών και όχι κατά της ποσοτικής διάρθρωσης των τιμών που εγκαθιδρύει η αγορά βάσει αυτών των αξιών. Η τιμή της αγοράς είναι η δίκαιη τιμή, με δεδομένη τη διάρθρωση των προτιμήσεων των καταναλωτών. Επιπλέον, αυτή η δίκαιη τιμή είναι η συγκεκριμένη, πραγματική τιμή της αγοράς, όχι η τιμή ισορροπίας, η οποία δεν μπορεί ποτέ να διαμορφωθεί στον πραγματικό κόσμο, ούτε η «ανταγωνιστική τιμή», η οποία είναι ένα φανταστικό κατασκεύασμα.
Practically nobody now searches explicitly for the “just price,” and it is generally recognized that any ethical criticisms must be leveled qualitatively against the values of consumers, not against the quantitative price-structure that the market establishes on the basis of these values. The market price is the just price, given the pattern of consumer preferences. Furthermore, this just price is the concrete, actual market price, not equilibrium price, which can never be established in the real world, nor the “competitive price,” which is an imaginary figment.
Αν η αναζήτηση της δίκαιης τιμής έχει ουσιαστικά τερματιστεί στις σελίδες των οικονομικών έργων, γιατί η αναζήτηση ενός «δίκαιου φόρου» συνεχίζεται με αμείωτη ένταση; Γιατί οι οικονομολόγοι, αυστηρά επιστημονικοί στα συγγράμματά τους, μετατρέπονται ξαφνικά σε περιστασιακούς θεωρητικούς της ηθικής όταν τίθεται το ζήτημα της φορολογίας; Σε κανέναν άλλο τομέα του αντικειμένου του δεν γίνεται ο οικονομολόγος τόσο μεγαλόστομα ηθικολόγος.
If the search for the just price has virtually ended in the pages of economic works, why does the quest for a “just tax” continue with unabated vigor? Why do economists, severely scientific in their volumes, suddenly become ad hoc ethicists when the question of taxation is raised? In no other area of his subject does the economist become more grandiosely ethical.
Δεν υπάρχει καμία απολύτως αντίρρηση στην εξέταση ηθικών εννοιών όταν αυτές είναι αναγκαίες, υπό την προϋπόθεση ότι ο οικονομολόγος αντιλαμβάνεται πάντοτε: (α) ότι η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί από μόνη της να θεμελιώσει ηθικές αρχές —μπορεί μόνο να παρέχει στον θεωρητικό της ηθικής ή στον πολίτη νόμους για την πραγματικότητα ως δεδομένα—· και (β) ότι κάθε εισαγωγή της ηθικής πρέπει να στηρίζεται σε ένα συνεπές, συνεκτικό σύνολο ηθικών αρχών και όχι απλώς να παρεισφρέει κατά περίπτωση με το πνεύμα του «μα, όλοι πρέπει να συμφωνούν με αυτό…». Οι αβασάνιστες υποθέσεις καθολικής συμφωνίας είναι μία από τις πιο ενοχλητικές κακές συνήθειες του οικονομολόγου που μετατρέπεται σε θεωρητικό της ηθικής.
There is no objection at all to discussion of ethical concepts when they are needed, provided that the economist realizes always (a) that economics can establish no ethical principles by itself—that it can only furnish existential laws to the ethicist or citizen as data; and (b) that any importation of ethics must be grounded on a consistent, coherent set of ethical principles, and not simply be slipped in ad hoc in the spirit of “well, everyone must agree to this. . . .” Bland assumptions of universal agreement are one of the most irritating bad habits of the economistturned-ethicist.
Το παρόν βιβλίο δεν επιχειρεί να θεμελιώσει ηθικές αρχές. Αντικρούει, όμως, ηθικές αρχές στον βαθμό που αυτές παρεισφρέουν, κατά περίπτωση και ανεξέταστα, σε οικονομικές πραγματείες. Ένα παράδειγμα είναι η συνήθης αναζήτηση «κανόνων δικαιοσύνης» στη φορολογία. Η πρωταρχική αντίρρηση σε αυτούς τους «κανόνες» είναι ότι οι συγγραφείς πρέπει πρώτα να θεμελιώσουν τη δικαιοσύνη της ίδιας της φορολογίας. Αν αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί —και μέχρι σήμερα δεν έχει αποδειχθεί—, τότε είναι σαφώς μάταιο να αναζητείται ο «δίκαιος φόρος». Αν η ίδια η φορολογία είναι άδικη, τότε είναι σαφές ότι καμία κατανομή των βαρών της, όσο ευφυής και αν είναι, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί δίκαιη. Το παρόν βιβλίο δεν εκθέτει κανένα δόγμα περί δικαιοσύνης ή αδικίας της φορολογίας. Προτρέπουμε, όμως, τους οικονομολόγους είτε να εγκαταλείψουν το πρόβλημα του «δίκαιου φόρου» είτε, τουλάχιστον, να αναπτύξουν ένα ολοκληρωμένο ηθικό σύστημα προτού καταπιαστούν ξανά με αυτό.
This book does not attempt to establish ethical principles. It does, however, refute ethical principles to the extent that they are insinuated, ad hoc and unanalyzed, into economic treatises. An example is the common quest for “canons of justice” in taxation. The prime objection to these “canons” is that the writers have first to establish the justice of taxation itself. If this cannot be proven, and so far it has not been, then it is clearly idle to look for the “just tax.” If taxation itself is unjust, then it is clear that no allocation of its burdens, however ingenious, can be declared just. This book sets forth no doctrines on the justice or injustice of taxation. But we do exhort economists either to forget about the problem of the “just tax” or, at least, to develop a comprehensive ethical system before they tackle this problem again.
Γιατί οι οικονομολόγοι δεν εγκαταλείπουν την αναζήτηση του «δίκαιου φόρου», όπως εγκατέλειψαν την αναζήτηση της «δίκαιης τιμής»; Ένας λόγος είναι ότι αυτό μπορεί να έχει ανεπιθύμητες συνέπειες για τους ίδιους. Η «δίκαιη τιμή» εγκαταλείφθηκε υπέρ της τιμής της αγοράς. Μπορεί ο «δίκαιος φόρος» να εγκαταλειφθεί υπέρ του φόρου της αγοράς; Προφανώς όχι, διότι στην αγορά δεν υπάρχει φορολογία και, επομένως, δεν μπορεί να θεσπιστεί κανένας φόρος που να αναπαράγει τις διαρθρώσεις της αγοράς. Όπως θα δούμε παρακάτω, δεν υπάρχει «ουδέτερος φόρος» —φόρος που να αφήνει την αγορά ελεύθερη και αδιατάρακτη—, όπως ακριβώς δεν υπάρχει ουδέτερο χρήμα. Οι οικονομολόγοι και άλλοι μπορούν να προσπαθούν να προσεγγίσουν την ουδετερότητα, ελπίζοντας να διαταράξουν την αγορά όσο το δυνατόν λιγότερο, αλλά δεν μπορούν ποτέ να επιτύχουν πλήρως.
Why do not economists abandon the search for the “just tax” as they abandoned the quest for the “just price”? One reason is that doing so may have unwelcome implications for them. The “just price” was abandoned in favor of the market price. Can the “just tax” be abandoned in favor of the market tax? Clearly not, for on the market there is no taxation, and therefore no tax can be established that will duplicate market patterns. As will be seen further below, there is no such thing as a “neutral tax”—a tax that will leave the market free and undisturbed—just as there is no such thing as neutral money. Economists and others may try to approximate neutrality, in the hopes of disturbing the market as little as possible, but they can never fully succeed.
Β. Κόστος είσπραξης, ευχέρεια πληρωμής και βεβαιότητα
B. COSTS OF COLLECTION, CONVENIENCE, AND CERTAINTY
Ακόμη και οι απλούστερες αρχές δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένες. Πριν από δύο αιώνες, ο Adam Smith διατύπωσε τέσσερις κανόνες δικαιοσύνης στη φορολογία, τους οποίους οι οικονομολόγοι επαναλαμβάνουν άκριτα έκτοτε.161 Ένας από αυτούς αφορά την κατανομή του φορολογικού βάρους και θα εξεταστεί λεπτομερώς παρακάτω. Ίσως ο πιο «προφανής» ήταν η επιταγή του Smith να περιορίζεται το κόστος είσπραξης στο «ελάχιστο» και να επιβάλλονται οι φόροι με γνώμονα αυτή την αρχή.
Even the simplest maxims must not be taken for granted. Two centuries ago, Adam Smith laid down four canons of justice in taxation that economists have parroted ever since. One of them deals with the distribution of the burden of taxation, and this will be treated in detail below. Perhaps the most “obvious” was Smith’s injunction that costs of collection be kept to a “minimum” and that taxes be levied with this principle in mind.
Μια προφανής και αβλαβής αρχή; Ασφαλώς όχι· αυτός ο «κανόνας δικαιοσύνης» δεν είναι καθόλου προφανής. Διότι ο γραφειοκράτης που απασχολείται στην είσπραξη φόρων θα τείνει να ευνοεί έναν φόρο με υψηλό διοικητικό κόστος, ο οποίος καθιστά έτσι αναγκαία την εκτενέστερη γραφειοκρατική απασχόληση. Γιατί θα έπρεπε να πούμε ότι ο γραφειοκράτης σφάλλει προφανώς; Η απάντηση είναι ότι δεν σφάλλει προφανώς και ότι, για να τον χαρακτηρίσουμε «εσφαλμένο», είναι αναγκαίο να προβούμε σε μια ηθική ανάλυση την οποία κανένας οικονομολόγος δεν μπήκε στον κόπο να αναλάβει.
An obvious and harmless maxim? Certainly not; this “canon of justice” is not obvious at all. For the bureaucrat employed in tax collection will tend to favor a tax with high administrative costs, thereby necessitating more extensive bureaucratic employment. Why should we call the bureaucrat obviously wrong? The answer is that he is not, and that to call him “wrong” it is necessary to engage in an ethical analysis that no economist has bothered to undertake.
Ένα ακόμη σημείο: αν ο φόρος είναι άδικος για άλλους λόγους, μπορεί να είναι δικαιότερο να έχει υψηλό διοικητικό κόστος, διότι τότε θα είναι μικρότερη η πιθανότητα πλήρους είσπραξής του. Αν η είσπραξη του φόρου είναι εύκολη, τότε ο φόρος μπορεί να προκαλεί μεγαλύτερη βλάβη στο οικονομικό σύστημα και μεγαλύτερη στρέβλωση της οικονομίας της αγοράς.
A further point: if the tax is unjust on other grounds, it may be more just to have high administrative costs, for then there will be less chance that the tax will be fully collected. If it is easy to collect the tax, then the tax may do more damage to the economic system and cause more distortion of the market economy.
Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για έναν άλλο κανόνα του Smith: ότι ένας φόρος πρέπει να επιβάλλεται κατά τρόπο ώστε η πληρωμή του να είναι εύκολη. Και εδώ η αρχή φαίνεται προφανής και ασφαλώς περιέχει πολλή αλήθεια. Αλλά κάποιος μπορεί να υποστηρίξει ότι η πληρωμή ενός φόρου πρέπει να καθίσταται δυσχερής, ώστε οι άνθρωποι να παρακινούνται να εξεγερθούν και να επιβάλουν μείωση του επιπέδου φορολογίας. Πράγματι, αυτό υπήρξε ένα από τα κύρια επιχειρήματα των «συντηρητικών» υπέρ του φόρου εισοδήματος σε αντιδιαστολή προς έναν έμμεσο φόρο. Η εγκυρότητα του επιχειρήματος δεν είναι το ζήτημα· το ζήτημα είναι ότι δεν είναι αυτονόητα εσφαλμένο και, επομένως, αυτός ο κανόνας δεν είναι απλούστερος ή προφανέστερος από τους άλλους.
The same point might be made about another of Smith’s canons: that a tax should be levied so that payment is convenient. Here again, this maxim seems obvious, and there is certainly much truth in it. But someone may urge that a tax should be made inconvenient to induce people to rebel and force a lowering of the level of taxation. Indeed, this used to be one of the prime arguments of “conservatives” for an income tax as opposed to an indirect tax. The validity of this argument is beside the point; the point is that it is not self-evidently wrong, and therefore this canon is no more simple and obvious than the others.
Ο τελευταίος κανόνας δίκαιης φορολογίας του Smith είναι ότι ο φόρος πρέπει να είναι βέβαιος και όχι αυθαίρετος, ώστε ο φορολογούμενος να γνωρίζει τι θα πληρώσει. Και εδώ η περαιτέρω ανάλυση καταδεικνύει ότι αυτό κάθε άλλο παρά είναι προφανές. Ορισμένοι μπορεί να υποστηρίξουν ότι η αβεβαιότητα ωφελεί τον φορολογούμενο, διότι καθιστά την απαίτηση πιο ευέλικτη και επιτρέπει τη δωροδοκία του φοροεισπράκτορα. Αυτό ωφελεί τον φορολογούμενο στον βαθμό που το τίμημα της δωροδοκίας είναι μικρότερο από τον φόρο που διαφορετικά θα έπρεπε να πληρώσει. Επιπλέον, δεν υπάρχει τρόπος να εξασφαλιστεί μακροχρόνια βεβαιότητα, διότι το κράτος μπορεί να μεταβάλει τους φορολογικούς συντελεστές ανά πάσα στιγμή. Μακροχρόνια, η βεβαιότητα της φορολογίας αποτελεί αδύνατο στόχο.
Smith’s final canon of just taxation is that the tax be certain and not arbitrary, so that the taxpayer knows what he will pay. Here again, further analysis demonstrates that this is by no means obvious. Some may argue that uncertainty benefits the taxpayer, for it makes the requirement more flexible and permits bribery of the tax collector. This benefits the taxpayer to the extent that the price of the bribe is less than the tax that he would otherwise have to pay. Furthermore, there is no way of establishing long-range certainty, for the tax rates may be changed by the government at any time. In the long run, certainty of taxation is an impossible goal.
Ένα παρόμοιο επιχείρημα μπορεί να προβληθεί κατά της άποψης ότι οι φόροι «πρέπει» να είναι δύσκολο να διαφευχθούν. Αν ένας φόρος είναι επαχθής και άδικος, η φοροδιαφυγή μπορεί να είναι ιδιαίτερα ωφέλιμη για την οικονομία και, επιπλέον, ηθική.
A similar argument may be levelled against the view that taxes “should” be difficult to evade. If a tax is onerous and unjust, evasion might be highly beneficial to the economy, and moral to boot.
Έτσι, κανένας από αυτούς τους υποτίθεται αυτονόητους κανόνες φορολογίας δεν αποτελεί πράγματι κανόνα. Από ορισμένες ηθικές σκοπιές είναι ορθοί, από άλλες εσφαλμένοι. Η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να αποφανθεί μεταξύ τους.
Thus, none of these supposedly self-evident canons of taxation is a canon at all. From some ethical points of view they are correct, from others they are incorrect. Economics cannot decide between them.
Μέχρι αυτό το σημείο εξετάζαμε τη φορολογία όπως επιβάλλεται σε οποιοδήποτε δεδομένο άτομο ή επιχείρηση. Τώρα πρέπει να στραφούμε σε μια άλλη πτυχή: την κατανομή του φορολογικού βάρους μεταξύ των ανθρώπων στην οικονομία. Το μεγαλύτερο μέρος της αναζήτησης «δικαιοσύνης» στη φορολογία έχει αφορήσει το πρόβλημα της «δίκαιης κατανομής» αυτού του βάρους.
Up to this point, we have been discussing taxation as it is levied on any given individual or firm. Now we must turn to another aspect: the distribution of the burden of taxes among the people in the economy. Most of the search for “justice” in taxation has involved the problem of the “just distribution” of this burden.
Σε αυτή την ενότητα θα εξεταστούν διάφοροι προτεινόμενοι κανόνες δικαιοσύνης και θα ακολουθήσει ανάλυση των οικονομικών επιπτώσεων της κατανομής των φόρων.
Various proposed canons of justice will be discussed in this section, followed by analysis of the economic effects of tax distribution.
Η ομοιομορφία μεταχείρισης έχει υποστηριχθεί ως ιδεώδες από σχεδόν όλους τους συγγραφείς. Το ιδεώδες αυτό υποτίθεται ότι εμπεριέχεται στην έννοια της «ισότητας ενώπιον του νόμου», η οποία εκφράζεται καλύτερα με τη φράση «Οι όμοιοι να αντιμετωπίζονται όμοια». Στους περισσότερους οικονομολόγους αυτό το ιδεώδες φαινόταν αυτονόητο, και τα μόνα προβλήματα που εξετάζονταν ήταν τα πρακτικά προβλήματα του ακριβούς προσδιορισμού τού πότε ένας άνθρωπος είναι «όμοιος» με κάποιον άλλο — προβλήματα που, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι ανυπέρβλητα.
Uniformity of treatment has been upheld as an ideal by almost all writers. This ideal is supposed to be implicit in the concept of “equality before the law,” which is best expressed in the phrase, “Like to be treated alike.” To most economists this ideal has seemed self-evident, and the only problems considered have been the practical ones of defining exactly when one person is “like” someone else (problems that, we shall see below, are insuperable).
Όλοι αυτοί οι οικονομολόγοι υιοθετούν τον στόχο της ομοιομορφίας, ανεξάρτητα από την αρχή της «ομοιότητας» που μπορεί να πρεσβεύουν. Έτσι, εκείνος που πιστεύει ότι καθένας πρέπει να φορολογείται σύμφωνα με τη «φοροδοτική ικανότητά» του πιστεύει επίσης ότι όλοι όσοι έχουν την ίδια ικανότητα πρέπει να φορολογούνται εξίσου· εκείνος που πιστεύει ότι καθένας πρέπει να φορολογείται αναλογικά προς το εισόδημά του υποστηρίζει επίσης ότι όλοι όσοι έχουν το ίδιο εισόδημα πρέπει να πληρώνουν τον ίδιο φόρο· κ.ο.κ. Με αυτόν τον τρόπο, το ιδεώδες της ομοιομορφίας διαπερνά τη βιβλιογραφία περί φορολογίας.
All these economists adopt the goal of uniformity regardless of what principle of “likeness” they may hold. Thus, the man who believes that everyone should be taxed in accordance with his “ability to pay” also believes that everyone with the same ability should be taxed equally; he who believes that each should be taxed proportionately to his income also holds that everyone with the same income should pay the same tax; etc. In this way, the ideal of uniformity pervades the literature on taxation.
Ωστόσο, αυτός ο κανόνας δεν είναι καθόλου προφανής, διότι φαίνεται σαφές ότι η δικαιοσύνη της ίσης μεταχείρισης εξαρτάται πρώτα απ’ όλα από τη δικαιοσύνη της ίδιας της μεταχείρισης. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο Jones, με την ακολουθία του, προτίθεται να υποδουλώσει μια ομάδα ανθρώπων. Πρέπει να υποστηρίξουμε ότι η «δικαιοσύνη» απαιτεί να υποδουλωθούν όλοι εξίσου; Και ας υποθέσουμε ότι κάποιος έχει την καλή τύχη να διαφύγει. Πρέπει να τον καταδικάσουμε επειδή απέφυγε την ίση δικαιοσύνη που επιβλήθηκε στους συντρόφους του; Είναι προφανές ότι η ισότητα μεταχείρισης δεν αποτελεί κανέναν απολύτως κανόνα δικαιοσύνης. Αν ένα μέτρο είναι άδικο, τότε είναι δίκαιο να έχει όσο το δυνατόν μικρότερη γενική επίδραση. Η ισότητα στην άδικη μεταχείριση δεν μπορεί ποτέ να υποστηριχθεί ως ιδεώδες δικαιοσύνης. Επομένως, εκείνος που υποστηρίζει ότι ένας φόρος πρέπει να επιβάλλεται εξίσου σε όλους πρέπει πρώτα να θεμελιώσει τη δικαιοσύνη του ίδιου του φόρου.
Yet this canon is by no means obvious, for it seems clear that the justice of equality of treatment depends first of all on the justice of the treatment itself. Suppose, for example, that Jones, with his retinue, proposes to enslave a group of people. Are we to maintain that “justice” requires that each be enslaved equally? And suppose that someone has the good fortune to escape. Are we to condemn him for evading the equality of justice meted out to his fellows? It is obvious that equality of treatment is no canon of justice whatever. If a measure is unjust, then it is just that it have as little general effect as possible. Equality of unjust treatment can never be upheld as an ideal of justice. Therefore, he who maintains that a tax be imposed equally on all must first establish the justice of the tax itself.
Πολλοί συγγραφείς καταγγέλλουν τις φορολογικές απαλλαγές και στρέφουν τα πυρά τους κατά των απαλλασσόμενων, ιδίως εκείνων που συνέβαλαν αποφασιστικά στην εξασφάλιση απαλλαγών για τους ίδιους. Σε αυτούς τους συγγραφείς περιλαμβάνονται υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς που αντιμετωπίζουν τη φορολογική απαλλαγή ως ειδικό προνόμιο και την επικρίνουν ως ισοδύναμη με επιδότηση και, επομένως, ασύμβατη με την ελεύθερη αγορά. Ωστόσο, η απαλλαγή από τη φορολογία ή από οποιοδήποτε άλλο βάρος δεν ισοδυναμεί με επιδότηση. Υπάρχει μια καίρια διαφορά. Στη δεύτερη περίπτωση, ένας άνθρωπος λαμβάνει μια ειδική προνομιακή παροχή που έχει αποσπαστεί από τους συνανθρώπους του· στην πρώτη, διαφεύγει από ένα βάρος που επιβάλλεται σε άλλους ανθρώπους. Ενώ το ένα γίνεται εις βάρος των συνανθρώπων του, το άλλο όχι. Διότι στην περίπτωση της επιδότησης ο αποδέκτης συμμετέχει στην απόκτηση λείας· στην περίπτωση της απαλλαγής αποφεύγει την καταβολή φόρου υποτέλειας στους λεηλάτες. Το να τον κατηγορούμε επειδή διέφυγε ισοδυναμεί με το να κατηγορούμε τον δούλο επειδή δραπέτευσε από τον κύριό του. Είναι σαφές ότι, αν ένα ορισμένο βάρος είναι άδικο, η μομφή πρέπει να στρέφεται όχι κατά εκείνου που το αποφεύγει, αλλά κατά του ανθρώπου ή των ανθρώπων που το επιβάλλουν εξαρχής. Αν ένας φόρος είναι πράγματι άδικος και ορισμένοι απαλλάσσονται από αυτόν, το αίτημα δεν θα πρέπει να είναι η επέκταση του φόρου σε όλους, αλλά, αντιθέτως, η επέκταση της απαλλαγής σε όλους. Η ίδια η απαλλαγή δεν μπορεί να θεωρηθεί άδικη, εκτός αν ο φόρος ή το άλλο βάρος έχει πρώτα θεμελιωθεί ως δίκαιο.
Many writers denounce tax exemptions and levy their fire at the tax-exempt, particularly those instrumental in obtaining the exemptions for themselves. These writers include those advocates of the free market who treat a tax exemption as a special privilege and attack it as equivalent to a subsidy and therefore inconsistent with the free market. Yet an exemption from taxation or any other burden is not equivalent to a subsidy. There is a key difference. In the latter case a man is receiving a special grant of privilege wrested from his fellowmen; in the former he is escaping a burden imposed on other men. Whereas the one is done at the expense of his fellowmen, the other is not. For in the former case, the grantee is participating in the acquisition of loot; in the latter, he escapes payment of tribute to the looters. To blame him for escaping is equivalent to blaming the slave for fleeing his master. It is clear that if a certain burden is unjust, blame should be levied, not on the man who escapes the burden, but on the man or men who impose it in the first place. If a tax is in fact unjust, and some are exempt from it, the hue and cry should not be to extend the tax to everyone, but on the contrary to extend the exemption to everyone. The exemption itself cannot be considered unjust unless the tax or other burden is first established as just.
Έτσι, η ομοιομορφία μεταχείρισης αυτή καθαυτή δεν μπορεί να θεμελιωθεί ως κανόνας δικαιοσύνης. Ένας φόρος πρέπει πρώτα να αποδειχθεί δίκαιος· αν είναι άδικος, τότε η ομοιομορφία είναι απλώς επιβολή γενικευμένης αδικίας και η απαλλαγή πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη. Εφόσον το ίδιο το γεγονός της φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην ελεύθερη αγορά, είναι ιδιαίτερα ασυνεπές και εσφαλμένο οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς να υποστηρίζουν την ομοιομορφία της φορολογίας.
Thus, uniformity of treatment per se cannot be established as a canon of justice. A tax must first be proven just; if it is unjust, then uniformity is simply imposition of general injustice, and exemption is to be welcomed. Since the very fact of taxation is an interference with the free market, it is particularly incongruous and incorrect for advocates of a free market to advocate uniformity of taxation.
Μία από τις κύριες πηγές σύγχυσης για τους οικονομολόγους και τους άλλους υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς είναι ότι η ελεύθερη κοινωνία έχει συχνά οριστεί ως κατάσταση «ισότητας ενώπιον του νόμου» ή ως «ειδικά προνόμια για κανέναν». Ως αποτέλεσμα, πολλοί έχουν μεταφέρει αυτές τις έννοιες σε μια επίθεση κατά των φορολογικών απαλλαγών ως «ειδικού προνομίου» και ως παραβίασης της αρχής της «ισότητας ενώπιον του νόμου». Όσον αφορά τη δεύτερη έννοια, και πάλι δύσκολα αποτελεί κριτήριο δικαιοσύνης, διότι αυτό εξαρτάται από τη δικαιοσύνη του ίδιου του νόμου ή της «μεταχείρισης». Αυτή η προβαλλόμενη δικαιοσύνη, και όχι η ισότητα, είναι το πρωταρχικό γνώρισμα της ελεύθερης αγοράς. Πράγματι, η ελεύθερη κοινωνία περιγράφεται πολύ καλύτερα με κάποια φράση όπως «ισότητα δικαιωμάτων υπεράσπισης του προσώπου και της περιουσίας» ή «ισότητα ελευθερίας» παρά με την αόριστη, παραπλανητική έκφραση «ισότητα ενώπιον του νόμου».162
One of the major sources of confusion for economists and others who are in favor of the free market is that the free society has often been defined as a condition of “equality before the law,” or as “special privilege for none.” As a result, many have transferred these concepts to an attack on tax exemptions as a “special privilege” and a violation of the principle of “equality before the law.” As for the latter concept, it is, again, hardly a criterion of justice, for this depends on the justice of the law or “treatment” itself. It is this alleged justice, rather than equality, which is the primary feature of the free market. In fact, the free society is far better described by some such phrase as “equality of rights to defend person and property” or “equality of liberty” rather than by the vague, misleading expression “equality before the law.”
Στη βιβλιογραφία περί φορολογίας υπάρχει πολλή οργισμένη συζήτηση για «παραθυράκια», με το υπονοούμενο ότι κάθε εισόδημα ή τομέας που απαλλάσσεται από τη φορολογία πρέπει γρήγορα να υπαχθεί στην εξουσία της. Κάθε αποτυχία «κλεισίματος των παραθύρων» αντιμετωπίζεται ως ανήθικη. Αλλά, όπως ρώτησε εύστοχα ο Mises:
In the literature on taxation there is much angry discussion about “loopholes,” the inference being that any income or area exempt from taxation must be brought quickly under its sway. Any failure to “plug loopholes” is treated as immoral. But, as Mises incisively asked:
Τι είναι ένα παραθυράκι; Αν ο νόμος δεν τιμωρεί μια ορισμένη πράξη ή δεν φορολογεί ένα ορισμένο πράγμα, αυτό δεν είναι παραθυράκι. Είναι απλώς ο νόμος. ... Οι απαλλαγές από τον φόρο εισοδήματος στο φορολογικό μας σύστημα δεν είναι παραθυράκια. ... Χάρη σε αυτά τα παραθυράκια, αυτή η χώρα παραμένει ακόμη ελεύθερη.163
What is a loophole? If the law does not punish a definite action or does not tax a definite thing, this is not exemptions in our income tax are not loopholes. . . . Thanks to these loopholes this country is still a free country.62
Πέρα από αυτές τις παρατηρήσεις, το ιδεώδες της ομοιομορφίας είναι αδύνατον να επιτευχθεί. Ας περιορίσουμε την περαιτέρω συζήτησή μας για την ομοιομορφία στη φορολογία εισοδήματος, για δύο λόγους: (1) επειδή ο συντριπτικός όγκος της φορολογίας μας είναι φορολογία εισοδήματος· και (2) επειδή, όπως είδαμε, οι περισσότεροι άλλοι φόροι ανάγονται ούτως ή άλλως σε φόρους εισοδήματος. Ένας φόρος κατανάλωσης καταλήγει σε μεγάλο βαθμό σε φόρο εισοδήματος με χαμηλότερο συντελεστή.
Aside from these considerations, the ideal of uniformity is impossible to achieve. Let us confine our further discussion of uniformity to income taxation, for two reasons: (1) because the vast bulk of our taxation is income taxation; and (2) because, as we have seen, most other taxes boil down to income taxes anyway. A tax on consumption ends largely as a tax on income at a lower rate.
Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους η ομοιομορφία της φορολογίας εισοδήματος είναι αδύνατος στόχος. Ο πρώτος απορρέει από την ίδια τη φύση του κράτους. Είδαμε, όταν εξετάζαμε την ανάλυση του Calhoun, ότι το κράτος πρέπει να χωρίζει την κοινωνία σε δύο τάξεις, ή κάστες: την κάστα που πληρώνει φόρους και την κάστα που καταναλώνει φορολογικά έσοδα. Οι καταναλωτές φορολογικών εσόδων αποτελούνται από τη γραφειοκρατία πλήρους απασχόλησης και τους πολιτικούς που βρίσκονται στην εξουσία, καθώς και από τις ομάδες που λαμβάνουν καθαρές επιδοτήσεις, δηλαδή λαμβάνουν από το κράτος περισσότερα από όσα του καταβάλλουν. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι αποδέκτες κρατικών συμβάσεων και κρατικών δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες που παράγονται στον ιδιωτικό τομέα. Δεν είναι πάντοτε εύκολο να εντοπιστούν στην πράξη οι καθαρά επιδοτούμενοι, αλλά αυτή η κάστα μπορεί πάντοτε να προσδιοριστεί εννοιολογικά.
There are two basic reasons why uniformity of income taxation is an impossible goal. The first stems from the very nature of the State. We have seen, when discussing Calhoun’s analysis, that the State must separate society into two classes, or castes: the taxpaying caste and the tax-consuming caste. The tax consumers consist of the full-time bureaucracy and politicians in power, as well as the groups which receive net subsidies, i.e., which receive more from the government than they pay to the government. These include the receivers of government contracts and of government expenditures on goods and services produced in the private sector. It is not always easy to detect the net subsidized in practice, but this caste can always be conceptually identified.
Έτσι, όταν το κράτος επιβάλλει φόρο στα ιδιωτικά εισοδήματα, τα χρήματα μεταφέρονται από ιδιώτες στο κράτος και τα κρατικά χρήματα, είτε δαπανώνται για κρατική κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών είτε για μισθούς γραφειοκρατών είτε ως επιδοτήσεις σε προνομιούχες ομάδες, επιστρέφουν για να δαπανηθούν στο οικονομικό σύστημα. Είναι σαφές ότι το επίπεδο φορολογίας και δαπανών πρέπει να στρεβλώνει τη διάρθρωση των δαπανών της αγοράς και να μετατοπίζει παραγωγικούς πόρους από τη διάρθρωση που επιθυμούν οι παραγωγοί προς εκείνη που επιθυμούν οι προνομιούχοι. Αυτή η στρέβλωση συντελείται ανάλογα με το ύψος της φορολογίας.
Thus, when the government levies a tax on private incomes, the money is shifted from private people to the government, and the government’s money, whether expended for government consumption of goods and services, for salaries to bureaucrats, or as subsidies to privileged groups, returns to be spent in the economic system. It is clear that the tax-expenditure level must distort the expenditure pattern of the market and shift productive resources away from the pattern desired by the producers and toward that desired by the privileged. This distortion takes place in proportion to the amount of taxation.
Αν, για παράδειγμα, το κράτος φορολογεί χρήματα που θα δαπανούνταν για αυτοκίνητα και τα δαπανά το ίδιο για όπλα, ο κλάδος των όπλων και, μακροχρόνια, οι ειδικοί συντελεστές του κλάδου αυτού γίνονται καθαροί καταναλωτές φορολογικών εσόδων, ενώ επιβάλλεται ιδιαίτερη απώλεια στον κλάδο των αυτοκινήτων και τελικά στους συντελεστές που είναι ειδικοί για αυτόν. Εξαιτίας αυτών των σύνθετων σχέσεων, όπως αναφέραμε, ο εντοπισμός των καθαρά επιδοτούμενων στην πράξη μπορεί να είναι δύσκολος.
If, for example, the government taxes funds that would have been spent on automobiles and itself spends them on arms, the arms industry and, in the long run, the specific factors in the arms industry become net tax consumers, while a special loss is inflicted on the automobile industry and ultimately on the factors specific to that industry. It is because of these complex relationships that, as we have mentioned, the identification in practice of the net subsidized may be difficult.
Ένα πράγμα, όμως, το γνωρίζουμε χωρίς δυσκολία. Οι γραφειοκράτες είναι καθαροί καταναλωτές φορολογικών εσόδων. Όπως επισημάναμε παραπάνω, οι γραφειοκράτες δεν μπορούν να πληρώνουν φόρους. Ως εκ τούτου, είναι εγγενώς αδύνατον να πληρώνουν φόρους εισοδήματος ομοιόμορφα με όλους τους άλλους. Και, επομένως, το ιδεώδες της ομοιόμορφης φορολογίας εισοδήματος για όλους αποτελεί αδύνατο στόχο. Επαναλαμβάνουμε ότι ο γραφειοκράτης που λαμβάνει ετήσιο εισόδημα 8.000 USD και κατόπιν επιστρέφει 1.500 USD στο κράτος πραγματοποιεί απλώς μια λογιστική πράξη χωρίς οικονομική σημασία —πέρα από τη σπατάλη χαρτιού και την τήρηση αρχείων που συνεπάγεται—. Διότι δεν πληρώνει και δεν μπορεί να πληρώνει φόρους· απλώς λαμβάνει 6.500 USD ετησίως από το ταμείο των φορολογικών εσόδων.
One thing we know without difficulty, however. Bureaucrats are net tax consumers. As we pointed out above, bureaucrats cannot pay taxes. Hence, it is inherently impossible for bureaucrats to pay income taxes uniformly with everyone else. And therefore the ideal of uniform income taxation for all is an impossible goal. We repeat that the bureaucrat who receives $8,000 a year income and then hands $1,500 back to the government is engaging in a mere bookkeeping transaction of no economic importance (aside from the waste of paper and records involved). For he does not and cannot pay taxes; he simply receives $6,500 a year from the tax fund.
Αν είναι αδύνατον να φορολογηθεί ομοιόμορφα το εισόδημα λόγω της φύσης της ίδιας της φορολογικής διαδικασίας, η απόπειρα να γίνει αυτό αντιμετωπίζει επίσης μια άλλη ανυπέρβλητη δυσχέρεια: την προσπάθεια διατύπωσης ενός συνεκτικού ορισμού του «εισοδήματος». Θα πρέπει το φορολογητέο εισόδημα να περιλαμβάνει την τεκμαρτή χρηματική αξία παροχών που λαμβάνονται σε είδος, όπως τα αγροτικά προϊόντα που παράγονται στο δικό μας αγρόκτημα; Τι γίνεται με το τεκμαρτό μίσθωμα από τη διαμονή στο δικό μας σπίτι; Ή με τις τεκμαρτές υπηρεσίες μιας νοικοκυράς; Ανεξάρτητα από την επιλογή που γίνεται σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις, μπορεί να προβληθεί ισχυρό επιχείρημα ότι τα εισοδήματα που περιλαμβάνονται ως φορολογητέα δεν είναι τα σωστά. Και αν αποφασιστεί να καταλογιστεί η αξία αγαθών που λαμβάνονται σε είδος, οι εκτιμήσεις πρέπει πάντοτε να είναι αυθαίρετες, καθώς δεν πραγματοποιήθηκαν πραγματικές πωλήσεις έναντι χρήματος.
If it is impossible to tax income uniformly because of the nature of the tax process itself, the attempt to do so also confronts another insuperable difficulty, that of trying to arrive at a cogent definition of “income.” Should taxable income include the imputed money value of services received in kind, such as farm produce grown on one’s own farm? What about imputed rent from living in one’s own house? Or the imputed services of a housewife? Regardless of which course is taken in any of these cases, a good argument can be made that the incomes included as taxable are not the correct ones. And if it is decided to impute the value of goods received in kind, the estimates must always be arbitrary, since the actual sales for money were not made.
Μια παρόμοια δυσχέρεια εγείρεται από το ερώτημα αν τα εισοδήματα πρέπει να υπολογίζονται ως μέσος όρος αρκετών ετών. Οι επιχειρήσεις που υφίστανται ζημίες και αποκομίζουν κέρδη επιβαρύνονται σε σύγκριση με εκείνες που έχουν σταθερά εισοδήματα —εκτός, φυσικά, αν το κράτος επιδοτεί μέρος της ζημίας—. Αυτό μπορεί να διορθωθεί αν επιτραπεί ο υπολογισμός του μέσου εισοδήματος αρκετών ετών· αλλά και εδώ το πρόβλημα είναι άλυτο, επειδή μόνο αυθαίρετοι τρόποι υπάρχουν για να αποφασιστεί η χρονική περίοδος του υπολογισμού. Αν ο συντελεστής φόρου εισοδήματος είναι «προοδευτικός», δηλαδή αν αυξάνεται καθώς αυξάνονται οι απολαβές, τότε η μη αποδοχή του υπολογισμού μέσου όρου επιβαρύνει τον άνθρωπο με ακανόνιστο εισόδημα. Αλλά και πάλι, η αποδοχή του μέσου όρου θα καταστρέψει το ιδεώδες των ομοιόμορφων τρεχόντων φορολογικών συντελεστών· επιπλέον, η μεταβολή της περιόδου υπολογισμού του μέσου όρου θα μεταβάλλει τα αποτελέσματα.
A similar difficulty is raised by the question whether incomes should be averaged over several years. Businesses that suffer losses and reap profits are penalized as against those with steady incomes—unless, of course, the government subsidizes part of the loss. This may be corrected by permitting averaging of income over several years, but here again the problem is insoluble because there are only arbitrary ways of deciding the period of time to allow for averaging. If the income tax rate is “progressive,” i.e., if the rate increases as earnings increase, then failure to permit averaging penalizes the man with an erratic income. But again, to permit averaging will destroy the ideal of uniform current tax rates; furthermore, varying the period of averaging will vary the results.
Είδαμε ότι, για να φορολογείται μόνο το εισόδημα, είναι αναγκαίο, κατά τη φορολόγηση των κεφαλαιακών κερδών, να γίνεται διόρθωση για τις μεταβολές της αγοραστικής δύναμης του χρήματος. Αλλά, για άλλη μια φορά, οποιοσδήποτε δείκτης ή συντελεστής διόρθωσης είναι αμιγώς αυθαίρετος, και η ομοιομορφία δεν μπορεί να επιτευχθεί λόγω της αδυναμίας εξασφάλισης γενικής συμφωνίας για έναν ορισμό του εισοδήματος.
We have seen that, in order to tax income only, it is necessary to correct for changes in the purchasing power of money when taxing capital gains. But once again, any index or factor of correction is purely arbitrary, and uniformity cannot be achieved because of the impossibility of securing general agreement on a definition of income.
Για όλους αυτούς τους λόγους, ο στόχος της ομοιομορφίας της φορολογίας είναι αδύνατος. Δεν είναι απλώς δύσκολο να επιτευχθεί στην πράξη· είναι εννοιολογικά αδύνατος και αυτοαντιφατικός. Ασφαλώς, κάθε ηθικός στόχος που είναι εννοιολογικά αδύνατον να επιτευχθεί είναι παράλογος στόχος και, επομένως, παράλογη είναι και κάθε κίνηση προς την κατεύθυνσή του.164 Είναι, συνεπώς, θεμιτό, ακόμη και αναγκαίο, να ασκείται λογική —δηλαδή πραξεολογική— κριτική σε ηθικούς στόχους και συστήματα όταν σχετίζονται με την οικονομική επιστήμη.
For all these reasons, the goal of uniformity of taxation is an impossible one. It is not simply difficult to achieve in practice; it is conceptually impossible and self-contradictory. Surely any ethical goal that is conceptually impossible of achievement is an absurd goal, and therefore any movements in the direction of the goal are absurd as well. It is therefore legitimate, and even necessary, to engage in a logical (i.e., praxeological) critique of ethical goals and systems when they are relevant to economics.
Αφού αναλύσαμε τον στόχο της ομοιομορφίας μεταχείρισης, στρεφόμαστε τώρα στις διάφορες αρχές που έχουν προταθεί για να δώσουν περιεχόμενο στην ιδέα της ομοιομορφίας, για να απαντήσουν στο ερώτημα: ομοιομορφία ως προς τι; Πρέπει οι φόροι να είναι ομοιόμορφοι ως προς τη «φοροδοτική ικανότητα», τη «θυσία» ή τα «λαμβανόμενα οφέλη»; Με άλλα λόγια, ενώ οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν μάλλον απερίσκεπτα αποδεχθεί ότι οι άνθρωποι του ίδιου εισοδηματικού κλιμακίου πρέπει να πληρώνουν τον ίδιο φόρο, ποια αρχή πρέπει να διέπει την κατανομή των φόρων εισοδήματος μεταξύ των φορολογικών κλιμακίων; Πρέπει ο άνθρωπος που κερδίζει 10.000 USD τον χρόνο να πληρώνει το ίδιο ποσό, το ίδιο ποσοστό, μεγαλύτερο ποσό, μεγαλύτερο ποσοστό ή μικρότερο ποσό από εκείνον που κερδίζει 5.000 ή 1.000 USD τον χρόνο; Εν ολίγοις, πρέπει οι άνθρωποι να πληρώνουν ομοιόμορφα σύμφωνα με τη «φοροδοτική ικανότητά» τους, τη θυσία που υφίστανται ή κάποια άλλη αρχή;
Having analyzed the goal of uniformity of treatment, we turn now to the various principles that have been set forth to give content to the idea of uniformity, to answer the question: Uniform in respect to what? Should taxes be uniform as to “ability to pay,” or “sacrifice,” or “benefits received”? In other words, while most writers have rather unthinkingly granted that people in the same income bracket should pay the same tax, what principle should govern the distribution of income taxes between tax brackets? Should the man making $10,000 a year pay as much as, as much proportionately as, more than, more proportionately than, or less than, a man making $5,000 or $1,000 a year? In short, should people pay uniformly in accordance with their “ability to pay,” or sacrifice made, or some other principle?
Αυτή η αρχή ορίζει ότι οι άνθρωποι πρέπει να πληρώνουν φόρους σύμφωνα με τη «φοροδοτική ικανότητά» τους. Αναγνωρίζεται γενικά ότι η έννοια της φοροδοτικής ικανότητας είναι εξαιρετικά αμφίσημη και δεν παρέχει ασφαλή οδηγό για πρακτική εφαρμογή.165 Οι περισσότεροι οικονομολόγοι έχουν χρησιμοποιήσει την αρχή για να στηρίξουν ένα πρόγραμμα αναλογικής ή προοδευτικής φορολογίας εισοδήματος, αλλά αυτό δύσκολα θα αρκούσε. Φαίνεται σαφές, για παράδειγμα, ότι ο συσσωρευμένος πλούτος ενός ανθρώπου επηρεάζει τη φοροδοτική του ικανότητα. Ένας άνθρωπος που κερδίζει 5.000 USD κατά τη διάρκεια ενός ορισμένου έτους πιθανότατα έχει μεγαλύτερη φοροδοτική ικανότητα από έναν γείτονα που κερδίζει το ίδιο ποσό, αν διαθέτει επιπλέον 50.000 USD στην τράπεζα ενώ ο γείτονάς του δεν διαθέτει τίποτε. Ωστόσο, ένας φόρος στο συσσωρευμένο κεφάλαιο θα προκαλούσε γενική φτωχοποίηση. Δεν μπορεί να βρεθεί σαφές κριτήριο για την εκτίμηση της «φοροδοτικής ικανότητας». Θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη τόσο ο πλούτος όσο και το εισόδημα, να αφαιρούνται οι ιατρικές δαπάνες κ.λπ. Αλλά δεν υπάρχει ακριβές κριτήριο που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί, και η απόφαση είναι αναγκαστικά αυθαίρετη. Έτσι, πρέπει να αφαιρούνται όλες οι ιατρικές δαπάνες ή κάποιο ποσοστό τους; Τι γίνεται με τις δαπάνες ανατροφής των παιδιών; Ή με την τροφή, την ένδυση και τη στέγη ως αναγκαίες για τη «συντήρηση» του καταναλωτή; Ο καθηγητής Due επιχειρεί να βρει κριτήριο της ικανότητας στην «οικονομική ευημερία», αλλά θα πρέπει να είναι σαφές ότι αυτή η έννοια, όντας ακόμη πιο υποκειμενική, είναι ακόμη δυσκολότερο να οριστεί.166
This principle states that people should pay taxes in accordance with their “ability to pay.” It is generally conceded that the concept of ability to pay is a highly ambiguous one and presents no sure guide for practical application. Most economists have employed the principle to support a program of proportional or progressive income taxation, but this would hardly suffice. It seems clear, for example, that a person’s accumulated wealth affects his ability to pay. A man earning $5,000 during a certain year probably has more ability to pay than a neighbor earning the same amount if he also has $50,000 in the bank while his neighbor has nothing. Yet a tax on accumulated capital would cause general impoverishment. No clear standard can be found to gauge “ability to pay.” Both wealth and income would have to be considered, medical expenses would have to be deducted, etc. But there is no precise criterion to be invoked, and the decision is necessarily arbitrary. Thus, should all or some proportion of medical bills be deducted? What about the expenses of childrearing? Or food, clothing, and shelter as necessary to consumer “maintenance”? Professor Due attempts to find a criterion for ability in “economic well-being,” but it should be clear that this concept, being even more subjective, is still more difficult to define.
Ο ίδιος ο Adam Smith χρησιμοποίησε την έννοια της ικανότητας για να υποστηρίξει την αναλογική φορολογία εισοδήματος —φορολογία με σταθερό ποσοστό επί του εισοδήματος—, αλλά το επιχείρημά του είναι μάλλον αμφίσημο και εφαρμόζεται τόσο στην αρχή του «οφέλους» όσο και στη «φοροδοτική ικανότητα».167 Πράγματι, είναι δύσκολο να δει κανείς με ποια ακριβώς έννοια η φοροδοτική ικανότητα αυξάνεται αναλογικά προς το εισόδημα. Είναι ένας άνθρωπος που κερδίζει 10.000 USD τον χρόνο «εξίσου ικανός» να πληρώσει 2.000 USD με έναν άνθρωπο που κερδίζει 1.000 USD να πληρώσει 200 USD; Αφήνοντας κατά μέρος τις βασικές επιφυλάξεις που απορρέουν από τις διαφορές στον πλούτο, στις ιατρικές δαπάνες κ.λπ., με ποια έννοια μπορεί να καταδειχθεί η «ίση ικανότητα»; Η απόπειρα ορισμού της ίσης ικανότητας με τέτοιον τρόπο είναι διαδικασία χωρίς νόημα.
Adam Smith himself used the ability concept to support proportional income taxation (taxation at a constant percentage of income), but his argument is rather ambiguous and applies to the “benefit” principle as well as to “ability to pay.” Indeed, it is hard to see in precisely what sense ability to pay rises in proportion to income. Is a man earning $10,000 a year “equally able” to pay $2,000 as a man earning $1,000 to pay $200? Setting aside the basic qualifications of difference in wealth, medical expenses, etc., in what sense can “equal ability” be demonstrated? Attempting to define equal ability in such a way is a meaningless procedure.
Ο McCulloch, σε ένα περίφημο χωρίο, επιτέθηκε στην προοδευτικότητα και υπερασπίστηκε την αναλογικότητα της φορολογίας:
McCulloch, in a famous passage, attacked progressiveness and defended proportionality of taxation:
Τη στιγμή που εγκαταλείπετε ... τη θεμελιώδη αρχή της απαίτησης από όλα τα άτομα του ίδιου ποσοστού του εισοδήματος ή της περιουσίας τους, βρίσκεστε στο πέλαγος χωρίς πηδάλιο ή πυξίδα, και δεν υπάρχει όριο στην αδικία ή στην ανοησία που μπορεί να διαπράξετε.168
The moment you abandon . . . the cardinal principle of exacting from all individuals the same proportion of their income or their property, you are at sea without rudder or compass, and there is no amount of injustice or folly you may not commit.67
Φαινομενικά εύλογη, αυτή η θέση κάθε άλλο παρά είναι αυτονόητη. Με ποιον τρόπο είναι η αναλογική φορολογία λιγότερο αυθαίρετη από οποιαδήποτε δεδομένη διάρθρωση προοδευτικής φορολογίας, δηλαδή από μια διάρθρωση στην οποία ο φορολογικός συντελεστής αυξάνεται μαζί με το εισόδημα; Πρέπει να υπάρχει κάποια αρχή που να δικαιολογεί την αναλογικότητα· αν αυτή η αρχή δεν υπάρχει, τότε η αναλογικότητα δεν είναι λιγότερο αυθαίρετη από οποιαδήποτε άλλη διάρθρωση φορολογίας. Διάφορες αρχές έχουν προταθεί και θα εξεταστούν παρακάτω, αλλά το ζήτημα είναι ότι η αναλογικότητα αυτή καθαυτή δεν είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο βάσιμη από οποιαδήποτε άλλη φορολογία.
Seemingly plausible, this thesis is by no means self-evident. In what way is proportional taxation any less arbitrary than any given pattern of progressive taxation, i.e., where the rate of tax increases with income? There must be some principle that can justify proportionality; if this principle does not exist, then proportionality is no less arbitrary than any other taxing pattern. Various principles have been offered and will be considered below, but the point is that proportionality per se is neither more nor less sound than any other taxation.
Μια σχολή σκέψης επιχειρεί να βρει δικαιολόγηση του προοδευτικού φόρου μέσω της αρχής της φοροδοτικής ικανότητας. Πρόκειται για την προσέγγιση της «δυνατότητας» του E.R.A. Seligman. Το δόγμα αυτό υποστηρίζει ότι, όσο περισσότερα χρήματα διαθέτει ένας άνθρωπος, τόσο ευκολότερο είναι, συγκριτικά, να αποκτήσει περισσότερα. Η δυνατότητά του να αποκτά χρήματα υποτίθεται ότι αυξάνεται όσο περισσότερα διαθέτει: «Μπορεί να λεχθεί ότι ένας πλούσιος υπόκειται ... σε έναν νόμο αυξανόμενων αποδόσεων».169 Επομένως, εφόσον η ικανότητά του αυξάνεται με ταχύτερο ρυθμό από το εισόδημά του, δικαιολογείται ένας προοδευτικός φόρος εισοδήματος. Αυτή η θεωρία είναι απλώς άκυρη.170 Το χρήμα δεν «γεννά χρήμα»· αν συνέβαινε αυτό, λίγοι άνθρωποι θα κατείχαν πλέον όλον τον πλούτο του κόσμου. Για να αποφέρει χρήμα, το χρήμα πρέπει διαρκώς να δικαιολογεί την απόδοσή του μέσω τρέχουσας εξυπηρέτησης των καταναλωτών. Το προσωπικό εισόδημα, οι τόκοι, τα κέρδη και οι πρόσοδοι αποκτώνται μόνο σύμφωνα με τις τρέχουσες και όχι με τις παρελθούσες υπηρεσίες που παρέχονται. Το μέγεθος της συσσωρευμένης περιουσίας δεν έχει σημασία, και οι περιουσίες μπορούν να εξανεμίζονται και πράγματι εξανεμίζονται όταν οι ιδιοκτήτες τους αποτυγχάνουν να τις επανεπενδύσουν συνετά στην εξυπηρέτηση των καταναλωτών.
One school of thought attempts to find a justification for a progressive tax via an ability-to-pay principle. This is the “faculty” approach of E.R.A. Seligman. This doctrine holds that the more money a person has, the relatively easier it is for him to acquire more. His power of obtaining money is supposed to increase as he has more: “A rich man may be said to be subject . . . to a law of increasing returns.” Therefore, since his ability increases at a faster rate than his income, a progressive income tax is justified. This theory is simply invalid. Money does not “make money”; if it did, then a few people would by now own all the world’s wealth. To be earned money must continually be justifying itself in current service to consumers. Personal income, interest, profits, and rents are earned only in accordance with their current, not their past, services. The size of accumulated fortune is immaterial, and fortunes can be and are dissipated when their owners fail to reinvest them wisely in the service of consumers.
Όπως επισημαίνουν οι Blum και Kalven, η θέση του Seligman είναι εντελώς παράλογη όταν εφαρμόζεται σε προσωπικές υπηρεσίες όπως η εργασιακή προσπάθεια. Θα μπορούσε να έχει νόημα μόνο αν εφαρμοζόταν στο εισόδημα από περιουσία, δηλαδή από επενδύσεις σε γη ή κεφαλαιουχικά αγαθά —ή σε δούλους, σε μια δουλοκτητική οικονομία—. Αλλά η απόδοση του κεφαλαίου τείνει πάντοτε προς ομοιομορφία, και κάθε απόκλιση από την ομοιομορφία οφείλεται σε ιδιαίτερα συνετές και διορατικές επενδύσεις —κέρδη— ή σε ιδιαίτερα σπάταλες επενδύσεις —ζημίες—. Η θέση του Seligman θα συνεπαγόταν εσφαλμένα ότι τα ποσοστά απόδοσης αυξάνονται αναλογικά προς το επενδυόμενο ποσό.
As Blum and Kalven point out, the Seligman thesis is utter nonsense when applied to personal services such as labor energy. It could only make sense when applied to income from property, i.e., investment in land or capital goods (or slaves, in a slave economy). But the return on capital is always tending toward uniformity, and any departures from uniformity are due to especially wise and farseeing investments (profits) or especially wasteful investments (losses). The Seligman thesis would fallaciously imply that the rates of return increase in proportion to the amount invested.
Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι η φοροδοτική ικανότητα είναι ανάλογη προς το «πλεόνασμα του παραγωγού» ενός ατόμου, δηλαδή προς την «οικονομική πρόσοδό» του ή προς το ποσό του εισοδήματός του που υπερβαίνει την αμοιβή που απαιτείται για να συνεχίσει την παραγωγή. Οι συνέπειες της φορολόγησης της γαιοπροσόδου επισημάνθηκαν παραπάνω. Οι «αναγκαίες αμοιβές» της εργασίας είναι σαφώς αδύνατον να προσδιοριστούν· αν οι φορολογικές αρχές ρωτήσουν κάποιον ποιος είναι ο «ελάχιστος» μισθός του, τι θα τον εμποδίσει να πει ότι οποιοδήποτε ποσό χαμηλότερο από τον σημερινό μισθό θα τον έκανε να αποσυρθεί ή να αλλάξει εργασία; Ποιος μπορεί να αποδείξει το αντίθετο; Επιπλέον, ακόμη και αν μπορούσε να προσδιοριστεί, αυτό το «πλεόνασμα» δύσκολα αποτελεί δείκτη φοροδοτικής ικανότητας. Ένας κινηματογραφικός αστέρας μπορεί να έχει πρακτικά μηδενικό πλεόνασμα, διότι κάποιο άλλο στούντιο μπορεί να είναι πρόθυμο να προσφέρει για τις υπηρεσίες του σχεδόν όσα κερδίζει τώρα, ενώ ένας εργάτης διάνοιξης τάφρων με αναπηρία μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερο «πλεόνασμα», επειδή κανείς άλλος ίσως να μην είναι πρόθυμος να τον προσλάβει. Γενικά, σε μια προηγμένη οικονομία υπάρχει ελάχιστο «πλεόνασμα» αυτού του τύπου, διότι ο ανταγωνισμός της αγοράς θα ωθεί τις αποδόσεις των εναλλακτικών απασχολήσεων και χρήσεων κοντά στο προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας του συντελεστή στην παρούσα χρήση του. Ως εκ τούτου, θα ήταν αδύνατον να φορολογηθεί οποιοδήποτε «πλεόνασμα» πέρα από την αναγκαία αμοιβή της γης ή του κεφαλαίου, αφού δεν υπάρχει, και πρακτικά αδύνατον να φορολογηθεί το «πλεόνασμα» της εργασίας, καθώς η ύπαρξη σημαντικού πλεονάσματος είναι σπάνια, αδύνατον να προσδιοριστεί και, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί κανένα απολύτως κριτήριο φοροδοτικής ικανότητας.171
Another theory holds that ability to pay is proportionate to the “producer’s surplus” of an individual, i.e., his “economic rent,” or the amount of his income above the payment necessary for him to continue production. The consequences of taxation of site rent were noted above. The “necessary payments” to labor are clearly impossible to establish; if someone is asked by the tax authorities what his “minimum” wage is, what will prevent him from saying that any amount below the present wage will cause him to retire or to shift to another job? Who can prove differently? Furthermore, even if it could be determined, this “surplus” is hardly an indicator of ability to pay. A movie star may have practically zero surplus, for some other studio may be willing to bid almost as much as he makes now for his services, while a disabled ditch-digger may have a much greater “surplus” because no one else may be willing to hire him. Generally, in an advanced economy there is little “surplus” of this type, for the competition of the market will push alternative jobs and uses near to the factor’s discounted marginal value product in its present use. Hence, it would be impossible to tax any “surplus” over necessary payment from land or capital since none exists, and practically impossible to tax the “surplus” to labor since the existence of a sizable surplus is rare, impossible to determine, and, in any case, no criterion whatever of ability to pay.
Η εξαιρετικά δημοφιλής ιδέα της φοροδοτικής ικανότητας καθαγιάστηκε από τον Adam Smith στον σημαντικότερο κανόνα φορολογίας του και έκτοτε γίνεται τυφλά αποδεκτή. Ενώ έχει ασκηθεί πολλή κριτική στην εγγενή ασάφειά της, σχεδόν κανείς δεν έχει επικρίνει τη βασική αρχή, παρά το γεγονός ότι κανείς δεν τη θεμελίωσε πραγματικά σε βάσιμη επιχειρηματολογία. Ο ίδιος ο Smith δεν έδωσε κανέναν συλλογισμό προς υποστήριξη αυτής της υποτιθέμενης αρχής, και ελάχιστοι άλλοι το έκαναν έκτοτε. Ο Due, στο σύγγραμμά του για τα δημόσια οικονομικά, απλώς την αποδέχεται επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι την πιστεύουν, αγνοώντας έτσι τη δυνατότητα οποιασδήποτε λογικής ανάλυσης των ηθικών αρχών.172
The extremely popular ability-to-pay idea was sanctified by Adam Smith in his most important canon of taxation and has been accepted blindly ever since. While much criticism has been levelled at its inherent vagueness, hardly anyone has criticized the basic principle, despite the fact that no one has really grounded it in sound argument. Smith himself gave no reasoning to support this alleged principle, and few others have done so since. Due, in his text on public finance, simply accepts it because most people believe in it, thereby ignoring the possibility of any logical analysis of ethical principles.
Η μόνη ουσιαστική απόπειρα παροχής κάποιας ορθολογικής στήριξης στην «αρχή της φοροδοτικής ικανότητας» στηρίζεται σε μια βεβιασμένη σύγκριση των φορολογικών πληρωμών με τις εκούσιες δωρεές σε φιλανθρωπικές οργανώσεις. Έτσι, ο Groves γράφει: «Σε εκατοντάδες κοινές δραστηριότητες —κοινοτικά φιλανθρωπικά ταμεία, Ερυθρός Σταυρός κ.λπ.— αναμένεται από τους ανθρώπους να συνεισφέρουν ανάλογα με τα μέσα τους. Τα κράτη είναι μία από αυτές τις κοινές δραστηριότητες που αναπτύσσονται για να εξυπηρετούν τους πολίτες ως ομάδα. ...»173 Σπανίως έχουν συσσωρευτεί περισσότερες πλάνες σε δύο προτάσεις. Πρώτον, το κράτος δεν είναι μια κοινή δραστηριότητα παρόμοια με ένα κοινοτικό φιλανθρωπικό ταμείο. Κανείς δεν μπορεί να αποχωρήσει από αυτό. Κανείς δεν μπορεί, υπό την απειλή φυλάκισης, να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτή η «φιλανθρωπική δραστηριότητα» δεν επιτελεί ορθά το έργο της και, επομένως, να διακόψει τη «συνεισφορά» του· κανείς δεν μπορεί απλώς να χάσει το ενδιαφέρον του και να αποσυρθεί. Αν, όπως θα δούμε παρακάτω, το κράτος δεν μπορεί να περιγραφεί ως επιχείρηση που πωλεί υπηρεσίες στην αγορά, ασφαλώς είναι γελοίο να εξομοιώνεται με φιλανθρωπική οργάνωση. Το κράτος είναι η ίδια η άρνηση της φιλανθρωπίας, διότι η φιλανθρωπία είναι κατεξοχήν δώρο που δεν αγοράζεται, μια ελεύθερη, ακαταναγκαστική πράξη του δωρητή. Η λέξη «αναμένεται» στη φράση του Groves είναι παραπλανητική. Κανείς δεν εξαναγκάζεται να δώσει σε οποιαδήποτε φιλανθρωπική οργάνωση που δεν τον ενδιαφέρει ή που πιστεύει ότι δεν επιτελεί ορθά το έργο της.
The only substantial attempt to give some rational support to the “ability-to-pay principle” rests on a strained comparison of tax payments to voluntary gifts to charitable organizations. Thus Groves writes: “To hundreds of common enterprises (community chests, Red Cross, etc.) people are expected to contribute according to their means. Governments are one of these common enterprises fostered to serve the citizens as a group. . . .” Seldom have more fallacies been packed into two sentences. In the first place, the government is not a common enterprise akin to the community chest. No one can resign from it. No one, on penalty of imprisonment, can come to the conclusion that this “charitable enterprise” is not doing its job properly and therefore stop his “contribution”; no one can simply lose interest and drop out. If, as will be seen further below, the State cannot be described as a business, engaged in selling services on the market, certainly it is ludicrous to equate it to a charitable organization. Government is the very negation of charity, for charity is uniquely an unbought gift, a freely flowing uncoerced act by the giver. The word “expected” in Groves’ phrase is misleading. No one is forced to give to any charity in which he is not interested or which he believes is not doing its job properly.
Η αντίθεση είναι ακόμη σαφέστερη σε μια φράση των Hunter και Allen:
The contrast is even clearer in a phrase of Hunter and Allen’s:
Οι συνεισφορές για τη στήριξη της εκκλησίας ή του κοινοτικού φιλανθρωπικού ταμείου αναμένονται όχι βάσει των οφελών που λαμβάνουν τα επιμέρους μέλη από την οργάνωση, αλλά βάσει της ικανότητάς τους να συνεισφέρουν.174
Contributions to support the church or the community chest are expected, not on the basis of benefits which individual members receive from the organization, but upon the basis of their ability to contribute.73
Αλλά αυτό είναι πραξεολογικά άκυρο. Ο λόγος για τον οποίο κάποιος συνεισφέρει εκουσίως σε μια φιλανθρωπική δραστηριότητα είναι ακριβώς το όφελος που αποκομίζει από αυτήν. Ωστόσο, το όφελος μπορεί να εξετάζεται μόνο με υποκειμενική έννοια. Δεν μπορεί ποτέ να μετρηθεί. Το γεγονός του υποκειμενικού κέρδους, ή οφέλους, από μια πράξη συνάγεται από το γεγονός ότι η πράξη πραγματοποιήθηκε. Για κάθε πρόσωπο που πραγματοποιεί μια ανταλλαγή συνάγεται ότι ωφελήθηκε, τουλάχιστον ex ante. Ομοίως, για ένα πρόσωπο που προσφέρει μονομερώς ένα δώρο συνάγεται ότι ωφελήθηκε ex ante από την προσφορά του. Αν δεν ωφελούνταν, δεν θα είχε προσφέρει το δώρο. Αυτή είναι άλλη μία ένδειξη ότι η πραξεολογία δεν προϋποθέτει την ύπαρξη ενός «οικονομικού ανθρώπου», διότι το όφελος από μια πράξη μπορεί να προέρχεται είτε από ένα αγαθό ή μια υπηρεσία που λαμβάνεται άμεσα σε αντάλλαγμα είτε απλώς από τη γνώση ότι κάποιος άλλος θα ωφεληθεί από ένα δώρο. Οι δωρεές προς φιλανθρωπικά ιδρύματα, επομένως, πραγματοποιούνται ακριβώς βάσει του οφέλους του δωρητή και όχι βάσει της «ικανότητάς του να πληρώσει».
But this is praxeologically invalid. The reason that anyone contributes voluntarily to a charity is precisely the benefit that he obtains from it. Yet benefit can be considered only in a subjective sense. It can never be measured. The fact of subjective gain, or benefit, from an act is deducible from the fact that it was performed. Each person making an exchange is deduced to have benefited (at least ex ante). Similarly, a person who makes a unilateral gift is deduced to have benefited (ex ante) from making the gift. If he did not benefit, he would not have made the gift. This is another indication that praxeology does not assume the existence of an “economic man,” for the benefit from an action may come either from a good or a service directly received in exchange, or simply from the knowledge that someone else will benefit from a gift. Gifts to charitable institutions, therefore, are made precisely on the basis of benefit to the giver, not on the basis of his “ability to pay.”
Επιπλέον, αν συγκρίνουμε τη φορολογία με την αγορά, δεν βρίσκουμε καμία βάση για την υιοθέτηση της αρχής της «φοροδοτικής ικανότητας». Αντιθέτως, η τιμή της αγοράς —που γενικά θεωρείται η δίκαιη τιμή— είναι σχεδόν πάντοτε ενιαία ή τείνει προς την ομοιομορφία. Οι τιμές της αγοράς τείνουν να υπακούουν στον κανόνα της μίας τιμής σε ολόκληρη την αγορά. Καθένας πληρώνει την ίδια τιμή για ένα αγαθό, ανεξάρτητα από το πόσα χρήματα διαθέτει ή από την «ικανότητά του να πληρώσει». Πράγματι, αν η αρχή της «ικανότητας πληρωμής» διαπερνούσε την αγορά, δεν θα υπήρχε νόημα στην απόκτηση πλούτου, διότι καθένας θα έπρεπε να πληρώνει περισσότερα για ένα προϊόν ανάλογα με τα χρήματα που κατέχει. Τα χρηματικά εισοδήματα θα εξισώνονταν κατά προσέγγιση και, πράγματι, δεν θα υπήρχε κανένα απολύτως νόημα στην απόκτηση χρημάτων, καθώς η αγοραστική δύναμη μιας χρηματικής μονάδας δεν θα ήταν ποτέ καθορισμένη, αλλά θα μειωνόταν για κάθε άνθρωπο ανάλογα με την ποσότητα χρήματος που κερδίζει. Ένα πρόσωπο με λιγότερα χρήματα απλώς θα έβλεπε την αγοραστική δύναμη μιας μονάδας των χρημάτων του να αυξάνεται αναλόγως. Επομένως, αν τα τεχνάσματα και η μαύρη αγορά δεν μπορούσαν να παρακάμψουν τις ρυθμίσεις, η καθιέρωση της αρχής της «ικανότητας πληρωμής» στις τιμές θα κατέστρεφε εντελώς την αγορά. Η καταστροφή της αγοράς και της εγχρήματης οικονομίας θα βύθιζε την κοινωνία ξανά σε πρωτόγονο βιοτικό επίπεδο και, φυσικά, θα εξάλειφε μεγάλο μέρος του σημερινού παγκόσμιου πληθυσμού, ο οποίος μπορεί να εξασφαλίζει τη στοιχειώδη διαβίωση ή κάτι περισσότερο χάρη στην ύπαρξη της σύγχρονης, ανεπτυγμένης αγοράς.
Furthermore, if we compare taxation with the market, we find no basis for adopting the “ability-to-pay” principle. On the contrary, the market price (generally considered the just price) is almost always uniform or tending toward uniformity. Market prices tend to obey the rule of one price throughout the entire market. Everyone pays an equal price for a good regardless of how much money he has or his “ability to pay.” Indeed, if the “ability-to-pay” principle pervaded the market, there would be no point in acquiring wealth, for everyone would have to pay more for a product in proportion to the money in his possession. Money incomes would be approximately equalized, and, in fact, there would be no point at all to acquiring money, since the purchasing power of a unit of money would never be definite but would drop, for any man, in proportion to the quantity of money he earns. A person with less money would simply find the purchasing power of a unit of his money rising accordingly. Therefore, unless trickery and black marketeering could evade the regulations, establishing the “ability-to-pay” principle for prices would wreck the market altogether. The wrecking of the market and the monetary economy would plunge society back to primitive living standards and, of course, eliminate a large part of the current world population, which is permitted to earn a subsistence living or higher by virtue of the existence of the modern, developed market.
Θα πρέπει, επιπλέον, να είναι σαφές ότι η καθιέρωση ίσων εισοδημάτων και ίσου πλούτου για όλους —για παράδειγμα, μέσω φορολόγησης όλων όσοι βρίσκονται πάνω από κάποιο επίπεδο εισοδήματος και πλούτου και επιδότησης όλων όσοι βρίσκονται κάτω από αυτό— θα είχε την ίδια επίδραση, καθώς δεν θα υπήρχε λόγος να εργάζεται κανείς για χρήματα. Εκείνοι που απολαμβάνουν την εργασία θα την ασκούσαν μόνο «ως παιχνίδι», δηλαδή χωρίς να αποκτούν χρηματική αμοιβή. Η επιβαλλόμενη ισότητα εισοδήματος και πλούτου, επομένως, θα επανέφερε την οικονομία στη βαρβαρότητα.
It should be clear, moreover, that establishing equal incomes and wealth for all (e.g., by taxing all those over a certain standard of income and wealth, and subsidizing all those below that standard) would have the same effect, since there would be no point to anyone’s working for money. Those who enjoy performing labor will do so only “at play,” i.e., without obtaining a monetary return. Enforced equality of income and wealth, therefore, would return the economy to barbarism.
Αν, λοιπόν, οι φόροι επρόκειτο να ακολουθούν το πρότυπο της τιμολόγησης της αγοράς, θα επιβάλλονταν σε ίσο ποσό —όχι αναλογικά — σε όλους. Όπως θα δούμε παρακάτω, η ίση φορολόγηση διαφέρει από την τιμολόγηση της αγοράς σε κρίσιμα σημεία, αλλά αποτελεί πολύ πιο κοντινή προσέγγισή της από τη φορολογία βάσει «φοροδοτικής ικανότητας».
If taxes were to be patterned after market pricing, then, taxes would be levied equally (not proportionately) on everyone. As will be seen below, equal taxation differs in critical respects from market pricing but is a far closer approximation to it than is “ability-to-pay” taxation.
Τέλος, η αρχή της «φοροδοτικής ικανότητας» σημαίνει ακριβώς ότι οι ικανοί επιβαρύνονται, δηλαδή εκείνοι που είναι ικανότεροι στην εξυπηρέτηση των αναγκών των συνανθρώπων τους. Η επιβάρυνση της ικανότητας στην παραγωγή και στην παροχή υπηρεσιών μειώνει την προσφορά της υπηρεσίας — και μάλιστα ανάλογα με τον βαθμό αυτής της ικανότητας. Το αποτέλεσμα θα είναι η φτωχοποίηση όχι μόνο των ικανών, αλλά και της υπόλοιπης κοινωνίας που ωφελείται από τις υπηρεσίες τους.
Finally, the “ability-to-pay” principle means precisely that the able are penalized, i.e., those most able in serving the wants of their fellow men. Penalizing ability in production and service diminishes the supply of the service—and in proportion to the extent of that ability. The result will be impoverishment, not only of the able, but of the rest of society, which benefits from their services.
Η αρχή της «φοροδοτικής ικανότητας», εν ολίγοις, δεν μπορεί απλώς να θεωρείται δεδομένη· αν χρησιμοποιείται, πρέπει να δικαιολογείται με λογική επιχειρηματολογία, την οποία οι οικονομολόγοι δεν έχουν ακόμη παράσχει. Αντί να αποτελεί προφανή κανόνα δικαιοσύνης, η αρχή της «φοροδοτικής ικανότητας» μοιάζει περισσότερο με την αρχή του ληστή να παίρνει από εκεί όπου υπάρχει πλούσια λεία.175
The “ability-to-pay” principle, in short, cannot be simply assumed; if it is employed, it must be justified by logical argument, and this economists have yet to provide. Rather than being an evident rule of justice, the “ability-to-pay” principle resembles more the highwayman’s principle of taking where the taking is good.
Μια άλλη απόπειρα διατύπωσης κριτηρίου δίκαιης φορολογίας αποτέλεσε αντικείμενο ανθηρής βιβλιογραφίας επί πολλές δεκαετίες, μολονότι σήμερα σαφώς παύει να είναι του συρμού. Οι πολλές παραλλαγές της προσέγγισης της «θυσίας» μοιάζουν με μια υποκειμενική εκδοχή της αρχής της «φοροδοτικής ικανότητας». Όλες στηρίζονται σε τρεις γενικές προκείμενες: (α) ότι η χρησιμότητα μιας μονάδας χρήματος για ένα άτομο μειώνεται καθώς αυξάνεται το απόθεμα χρήματός του· (β) ότι αυτές οι χρησιμότητες μπορούν να συγκριθούν διαπροσωπικά και, επομένως, να αθροιστούν, να αφαιρεθούν κ.λπ.· και (γ) ότι όλοι διαθέτουν την ίδια κλίμακα χρησιμότητας του χρήματος. Η πρώτη προκείμενη είναι έγκυρη —αλλά μόνο με διατακτική έννοια—, ενώ η δεύτερη και η τρίτη είναι παράλογες. Η οριακή χρησιμότητα του χρήματος πράγματι μειώνεται, αλλά είναι αδύνατον να συγκρίνουμε τις χρησιμότητες ενός ανθρώπου με εκείνες ενός άλλου, πόσο μάλλον να πιστεύουμε ότι οι αξιολογήσεις όλων είναι ταυτόσημες. Οι χρησιμότητες δεν είναι ποσότητες, αλλά υποκειμενικές κατατάξεις προτιμήσεων. Κάθε αρχή κατανομής του φορολογικού βάρους που στηρίζεται σε τέτοιες υποθέσεις πρέπει, επομένως, να κρίνεται εσφαλμένη. Ευτυχώς, αυτή η αλήθεια είναι πλέον γενικά εδραιωμένη στην οικονομική βιβλιογραφία.176
Another attempted criterion of just taxation was the subject of a flourishing literature for many decades, although it is now decidedly going out of fashion. The many variants of the “sacrifice” approach are akin to a subjective version of the “abilityto-pay” principle. They all rest on three general premises: (a) that the utility of a unit of money to an individual diminishes as his stock of money increases; (b) that these utilities can be compared interpersonally and thus can be summed up, subtracted, etc.; and (c) that everyone has the same utility-of-money schedule. The first premise is valid (but only in an ordinal sense), but the second and third are nonsensical. The marginal utility of money does diminish, but it is impossible to compare one person’s utilities with another, let alone believe that everyone’s valuations are identical. Utilities are not quantities, but subjective orders of preference. Any principle for distributing the tax burden that rests on such assumptions must therefore be declared fallacious. Happily, this truth is now generally established in the economic literature.
Η θεωρία της χρησιμότητας και της «θυσίας» έχει γενικά χρησιμοποιηθεί για τη δικαιολόγηση της προοδευτικής φορολογίας, μολονότι ορισμένες φορές υποστηρίχθηκε σε αυτή τη βάση και η αναλογική φορολογία. Εν συντομία, υποτίθεται ότι ένα δολάριο «σημαίνει λιγότερα» ή αξίζει λιγότερο σε όρους χρησιμότητας για έναν «πλούσιο» από ό,τι για έναν «φτωχό» —«πλούσιο» ή «φτωχό» ως προς το εισόδημα ή τον πλούτο;— και ότι, επομένως, η καταβολή ενός δολαρίου από έναν πλούσιο του επιβάλλει μικρότερη υποκειμενική θυσία από ό,τι σε έναν φτωχό. Ως εκ τούτου, ο πλούσιος πρέπει να φορολογείται με υψηλότερο συντελεστή. Πολλές θεωρίες «φοροδοτικής ικανότητας» είναι στην πραγματικότητα ανεστραμμένες θεωρίες θυσίας, καθώς διατυπώνονται με όρους ικανότητας πραγματοποίησης θυσιών.
Utility and “sacrifice” theory has generally been used to justify progressive taxation, although sometimes proportional taxation has been upheld on this ground. Briefly, a dollar is alleged to “mean less” or be worth less in utility to a “rich man” than to a “poor man” (“rich” or “poor” in income or wealth?), and therefore payment of a dollar by a rich man imposes less of a subjective sacrifice on him than on a poor man. Hence, the rich man should be taxed at a higher rate. Many “ability-to-pay” theories are really inverted sacrifice theories, since they are couched in the form of ability to make sacrifices.
Εφόσον ο πυρήνας της θεωρίας της θυσίας —οι διαπροσωπικές συγκρίσεις χρησιμότητας— έχει πλέον γενικά απορριφθεί, δεν θα αφιερώσουμε πολύ χρόνο στη λεπτομερή εξέταση του δόγματος της θυσίας.177 Ωστόσο, αρκετές πτυχές αυτής της θεωρίας παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Η θεωρία της θυσίας διαιρείται σε δύο κύριους κλάδους: (1) την αρχή της ίσης θυσίας και (2) την αρχή της ελάχιστης θυσίας. Η πρώτη ορίζει ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να θυσιάζει εξίσου κατά την πληρωμή φόρων· η δεύτερη ότι η κοινωνία ως σύνολο πρέπει να θυσιάζει το ελάχιστο δυνατό. Και οι δύο εκδοχές εγκαταλείπουν πλήρως την ιδέα του κράτους ως παρόχου οφελών και αντιμετωπίζουν το κράτος και τη φορολογία απλώς ως βάρος, ως θυσία που πρέπει να υφίσταται κανείς με τον καλύτερο τρόπο που γνωρίζουμε. Εδώ έχουμε πράγματι μια παράξενη αρχή δικαιοσύνης — βασισμένη στην προσαρμογή στη βλάβη. Βρισκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με εκείνο το ανυπέρβλητο εμπόδιο που κατατροπώνει κάθε απόπειρα θεμελίωσης κανόνων δικαιοσύνης για τη φορολογία: το πρόβλημα της δικαιοσύνης της ίδιας της φορολογίας. Ο υπέρμαχος της θεωρίας της θυσίας, εγκαταλείποντας ρεαλιστικά τις αναπόδεικτες υποθέσεις περί οφέλους από τη φορολογία, πρέπει να αντιμετωπίσει και κατόπιν να ναυαγήσει στο ερώτημα: αν η φορολογία είναι καθαρή βλάβη, γιατί να την υπομένουμε καθόλου;
Since the nub of the sacrifice theory—interpersonal comparisons of utility—is now generally discarded, we shall not spend much time discussing the sacrifice doctrine in detail. However, several aspects of this theory are of interest. The sacrifice theory divides into two main branches: (1) the equal-sacrifice principle and (2) the minimum-sacrifice principle. The former states that every man should sacrifice equally in paying taxes; the latter, that society as a whole should sacrifice the least amount. Both versions abandon completely the idea of government as a supplier of benefits and treat government and taxation as simply a burden, a sacrifice that must be borne in the best way we know how. Here we have a curious principle of justice indeed—based on adjustment to hurt. We are faced again with that pons asinorum that defeats all attempts to establish canons of justice for taxation—the problem of the justice of taxation itself. The proponent of the sacrifice theory, in realistically abandoning unproved assumptions of benefit from taxation, must face and then founder on the question: If taxation is pure hurt, why endure it at all?
Η θεωρία της ίσης θυσίας ζητεί να επιβάλλεται ίση βλάβη σε όλους. Ως κριτήριο δικαιοσύνης, αυτό είναι εξίσου ανυπεράσπιστο με το αίτημα ίσης δουλείας. Μια ενδιαφέρουσα πτυχή της θεωρίας της ίσης θυσίας, όμως, είναι ότι δεν συνεπάγεται αναγκαστικά προοδευτική φορολογία εισοδήματος! Διότι, μολονότι συνεπάγεται ότι ο πλούσιος πρέπει να φορολογείται περισσότερο από τον φτωχό, δεν λέει αναγκαστικά ότι ο πρώτος πρέπει να φορολογείται περισσότερο από αναλογικά. Πράγματι, δεν θεμελιώνει ούτε καν ότι όλοι πρέπει να φορολογούνται αναλογικά! Εν ολίγοις, η αρχή της ίσης θυσίας μπορεί να απαιτεί ένας άνθρωπος που κερδίζει 10.000 USD να φορολογείται περισσότερο από έναν άνθρωπο που κερδίζει 1.000 USD, αλλά όχι αναγκαστικά με μεγαλύτερο ποσοστό ούτε καν αναλογικά. Ανάλογα με τη μορφή των διαφόρων «καμπυλών χρησιμότητας», η αρχή της ίσης θυσίας μπορεί κάλλιστα να απαιτεί αντίστροφα προοδευτική φορολογία, κατά την οποία ένας πλουσιότερος άνθρωπος θα πλήρωνε μεγαλύτερο ποσό αλλά μικρότερο ποσοστό —για παράδειγμα, εκείνος που κερδίζει 10.000 USD θα πλήρωνε 500 USD και εκείνος που κερδίζει 1.000 USD θα πλήρωνε 200 USD—. Όσο ταχύτερα μειώνεται η χρησιμότητα του χρήματος, τόσο πιθανότερο είναι η καμπύλη ίσης θυσίας να αποδίδει προοδευτικότητα. Μια κλίμακα χρησιμότητας του χρήματος που φθίνει αργά θα απαιτούσε αντίστροφα προοδευτική φορολογία. Η διαμάχη για το πόσο γρήγορα μειώνονται διάφορες κλίμακες χρησιμότητας του χρήματος είναι μάταιη, διότι, όπως είδαμε, ολόκληρη η θεωρία είναι αβάσιμη. Αλλά το ζήτημα είναι ότι, ακόμη και με τους δικούς της όρους, η θεωρία της ίσης θυσίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει ούτε προοδευτική ούτε αναλογική φορολογία.178
The equal-sacrifice theory asks that equal hurt be imposed on all. As a criterion of justice, this is as untenable as asking for equal slavery. One interesting aspect of the equal-sacrifice theory, however, is that it does not necessarily imply progressive income taxation! For although it implies that the rich man should be taxed more than the poor man, it does not necessarily say that the former should be taxed more than proportionately. In fact, it does not even establish that all be taxed proportionately! In short, the equal-sacrifice principle may demand that a man earning $10,000 be taxed more than a man earning $1,000, but not necessarily that he be taxed a greater percentage or even proportionately. Depending on the shapes of the various “utility curves,” the equal-sacrifice principle may well call for regressive taxation under which a wealthier man would pay more in amount but less proportionately (e.g., the man earning $10,000 would pay $500, and the man earning $1,000 would pay $200). The more rapidly the utility of money declines, the more probably will the equal-sacrifice curve yield progressivity. A slowly declining utility-of-money schedule would call for regressive taxation. Argument about how rapidly various utility-of-money schedules decline is hopeless because, as we have seen, the entire theory is untenable. But the point is that even on its own grounds, the equal-sacrifice theory can justify neither progressive nor proportionate taxation.
Η θεωρία της ελάχιστης θυσίας έχει συχνά συγχέεται με τη θεωρία της ίσης θυσίας. Και οι δύο στηρίζονται στο ίδιο σύνολο εσφαλμένων υποθέσεων, αλλά η θεωρία της ελάχιστης θυσίας προτείνει ιδιαίτερα δραστική προοδευτική φορολογία. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι υπάρχουν δύο άνθρωποι σε μια κοινότητα: ο Jones, που κερδίζει 50.000 USD, και ο Smith, που κερδίζει 30.000 USD. Η αρχή της ελάχιστης κοινωνικής θυσίας, βασισμένη στις τρεις υποθέσεις που περιγράφηκαν παραπάνω, διακηρύσσει: η αφαίρεση 1,00 USD από τον Jones επιβάλλει μικρότερη θυσία από την αφαίρεση 1,00 USD από τον Smith· επομένως, αν το κράτος χρειάζεται 1,00 USD, το παίρνει από τον Jones. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι το κράτος χρειάζεται 2,00 USD· το δεύτερο δολάριο θα επιβάλει μικρότερη θυσία στον Jones από ό,τι το πρώτο δολάριο που θα αφαιρούνταν από τον Smith, διότι ο Jones εξακολουθεί να έχει περισσότερα χρήματα από τον Smith και, επομένως, θυσιάζει λιγότερα. Αυτό συνεχίζεται όσο στον Jones απομένουν περισσότερα χρήματα από όσα στον Smith. Αν το κράτος χρειάζεται 20.000 USD σε φόρους, η αρχή της ελάχιστης θυσίας προτείνει να αφαιρεθούν ολόκληρα τα 20.000 USD από τον Jones και τίποτε από τον Smith. Με άλλα λόγια, υποστηρίζει τη διαδοχική αφαίρεση όλων των ανώτερων εισοδηματικών ποσών μέχρι να καλυφθούν οι κρατικές ανάγκες.179
The minimum-sacrifice theory has often been confused with the equal-sacrifice theory. Both rest on the same set of false assumptions, but the minimum-sacrifice theory counsels very drastic progressive taxation. Suppose, for example, that there are two men in a community, Jones making $50,000, and Smith making $30,000. The principle of minimum social sacrifice, resting on the three assumptions described above, declares: $1.00 taken from Jones imposes less of a sacrifice than $1.00 taken from Smith; hence, if the government needs $1.00, it takes it from Jones. But suppose the government needs $2.00; the second dollar will impose less of a sacrifice on Jones than the first dollar taken from Smith, for Jones still has more money left than Smith and therefore sacrifices less. This continues as long as Jones has more money remaining than Smith. Should the government need $20,000 in taxes, the minimum-sacrifice principle counsels taking the entire $20,000 from Jones and zero from Smith. In other words, it advocates taking all of the highest incomes in turn until governmental needs are fulfilled.
Η αρχή της ελάχιστης θυσίας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό, όπως και η θεωρία της ίσης θυσίας, από την αβάσιμη άποψη ότι η κλίμακα χρησιμότητας του χρήματος είναι περίπου ίδια για όλους. Και οι δύο στηρίζονται επίσης σε μια ακόμη πλάνη, η οποία πρέπει τώρα να αντικρουστεί: ότι η «θυσία» είναι απλώς η αντίστροφη όψη της χρησιμότητας του χρήματος. Διότι η υποκειμενική θυσία στη φορολογία μπορεί να μην είναι απλώς το κόστος ευκαιρίας των χρημάτων που καταβάλλονται· μπορεί επίσης να αυξάνεται λόγω ηθικής αγανάκτησης για τη φορολογική διαδικασία. Έτσι, ο Jones μπορεί να αγανακτήσει τόσο πολύ από ηθική άποψη με την παραπάνω διαδικασία ώστε η οριακή υποκειμενική θυσία του να γίνει γρήγορα πολύ μεγάλη, πολύ «μεγαλύτερη» από εκείνη του Smith, αν δεχθούμε για μια στιγμή ότι οι δύο μπορούν να συγκριθούν. Μόλις δούμε ότι η υποκειμενική θυσία δεν συνδέεται αναγκαστικά με τη χρησιμότητα του χρήματος, μπορούμε να επεκτείνουμε περαιτέρω την αρχή. Ας εξετάσουμε, για παράδειγμα, έναν φιλοσοφικό αναρχικό που αντιτίθεται σθεναρά σε κάθε φορολογία. Ας υποθέσουμε ότι η υποκειμενική θυσία του κατά την πληρωμή οποιουδήποτε φόρου είναι τόσο μεγάλη ώστε να είναι σχεδόν άπειρη. Σε αυτή την περίπτωση, η αρχή της ελάχιστης θυσίας θα έπρεπε να απαλλάξει τον αναρχικό από τη φορολογία, ενώ η αρχή της ίσης θυσίας θα μπορούσε να του επιβάλει μόνο ένα απειροελάχιστο ποσό. Πρακτικά, λοιπόν, η αρχή της θυσίας θα έπρεπε να απαλλάσσει τον αναρχικό από τη φορολογία. Επιπλέον, πώς μπορεί το κράτος να προσδιορίσει την υποκειμενική θυσία του ατόμου; Ρωτώντας το; Σε αυτή την περίπτωση, πόσοι θα απέφευγαν να διακηρύξουν το τεράστιο μέγεθος της θυσίας τους και να απαλλαγούν έτσι πλήρως από την πληρωμή;
The minimum-sacrifice principle depends heavily, as does the equal-sacrifice theory, on the untenable view that everyone’s utility-of-money schedule is roughly identical. Both rest also on a further fallacy, which now must be refuted: that “sacrifice” is simply the obverse of the utility of money. For the subjective sacrifice in taxation may not be merely the opportunity cost forgone of the money paid; it may also be increased by moral outrage at the tax procedure. Thus, Jones may become so morally outraged at the above proceedings that his marginal subjective sacrifice quickly becomes very great, much “greater” than Smith’s if we grant for a moment that the two can be compared. Once we see that subjective sacrifice is not necessarily tied to the utility of money, we may extend the principle further. Consider, for example, a philosophical anarchist who opposes all taxation fervently. Suppose that his subjective sacrifice in the payment of any tax is so great as to be almost infinite. In that case, the minimum-sacrifice principle would have to exempt the anarchist from taxation, while the equal-sacrifice principle could tax him only an infinitesimal amount. Practically, then, the sacrifice principle would have to exempt the anarchist from taxation. Furthermore, how can the government determine the subjective sacrifice of the individual? By asking him? In that case, how many people would refrain from proclaiming the enormity of their sacrifice and thus escape payment completely?
Ομοίως, αν δύο άτομα απολάμβαναν υποκειμενικά με διαφορετικό τρόπο τα ίσα χρηματικά τους εισοδήματα, η αρχή της ελάχιστης θυσίας θα απαιτούσε να φορολογείται λιγότερο ο ευτυχέστερος, επειδή υφίσταται μεγαλύτερη θυσία απόλαυσης από έναν ίσο φόρο. Ποιος θα προτείνει βαρύτερη φορολόγηση του δυστυχισμένου ή του ασκητικού; Και ποιος θα απέφευγε τότε να διακηρύττει μεγαλόφωνα την τεράστια απόλαυση που αντλεί από το εισόδημά του;
Similarly, if two individuals subjectively enjoyed their identical money incomes differently, the minimum-sacrifice principle would require that the happier man be taxed less because he makes a greater sacrifice in enjoyment from an equal tax. Who will suggest heavier taxation on the unhappy or the ascetic? And who would then refrain from loudly proclaiming the enormous enjoyment he derives from his income?
Είναι παράξενο ότι η αρχή της ελάχιστης θυσίας προτείνει το αντίθετο της θεωρίας της φοροδοτικής ικανότητας, η οποία, ιδίως στην εκδοχή της «κατάστασης ευημερίας», υποστηρίζει ειδικό φόρο στην ευτυχία και χαμηλότερο φόρο στη δυστυχία. Αν επικρατούσε η δεύτερη αρχή, οι άνθρωποι θα έσπευδαν να διακηρύξουν τη δυστυχία και τον βαθιά ριζωμένο ασκητισμό τους.
It is curious that the minimum-sacrifice principle counsels the obverse of the ability-to-pay theory, which, particularly in its “state of well-being” variant, advocates a special tax on happiness and a lower tax on unhappiness. If the latter principle prevailed, people would rush to proclaim their unhappiness and deep-seated asceticism.
Είναι σαφές ότι οι υπέρμαχοι των θεωριών της φοροδοτικής ικανότητας και της θυσίας έχουν αποτύχει πλήρως να τις θεμελιώσουν ως κριτήρια δίκαιης φορολογίας. Αυτές οι θεωρίες διαπράττουν επίσης ένα ακόμη σοβαρό σφάλμα. Διότι η θεωρία της θυσίας ρητά και η θεωρία της φοροδοτικής ικανότητας εμμέσως θέτουν υποτιθέμενα κριτήρια δράσης με όρους θυσίας και βάρους.180 Το κράτος θεωρείται βάρος για την κοινωνία και το ερώτημα γίνεται πώς θα κατανεμηθεί δίκαια αυτό το βάρος. Αλλά ο άνθρωπος προσπαθεί διαρκώς να θυσιάζει όσο το δυνατόν λιγότερα για τα οφέλη που λαμβάνει από τις πράξεις του. Και όμως, εδώ έχουμε μια θεωρία που μιλά μόνο με όρους θυσίας και βάρους και ζητεί μια ορισμένη κατανομή χωρίς να καταδεικνύει στους φορολογουμένους ότι ωφελούνται περισσότερο από όσα στερούνται. Εφόσον οι θεωρητικοί δεν το καταδεικνύουν, μπορούν να απευθύνουν την έκκλησή τους μόνο με όρους θυσίας — μια διαδικασία πραξεολογικά άκυρη. Εφόσον οι άνθρωποι προσπαθούν πάντοτε να αποκομίζουν καθαρά οφέλη από μια πορεία δράσης, συνάγεται ότι μια συζήτηση με όρους θυσίας ή βάρους δεν μπορεί να θεμελιώσει ορθολογικό κριτήριο ανθρώπινης δράσης. Για να είναι πραξεολογικά έγκυρο, ένα κριτήριο πρέπει να καταδεικνύει καθαρό όφελος. Είναι αλήθεια, φυσικά, ότι οι υπέρμαχοι της θεωρίας της θυσίας είναι πολύ πιο ρεαλιστές από τους υπέρμαχους της θεωρίας του οφέλους —την οποία θα εξετάσουμε παρακάτω—, καθώς θεωρούν το κράτος καθαρό βάρος για την κοινωνία και όχι καθαρό όφελος· αλλά αυτό δύσκολα καταδεικνύει τη δικαιοσύνη της αρχής της θυσίας στη φορολογία. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
It is clear that the proponents of the ability-to-pay and sacrifice theories have completely failed to establish them as criteria of just taxation. These theories also commit a further grave error. For the sacrifice theory explicitly, and the ability-to-pay theory implicitly, set up presumed criteria for action in terms of sacrifice and burden. The State is assumed to be a burden on society, and the question becomes one of justly distributing this burden. But man is constantly striving to sacrifice as little as he can for the benefits he receives from his actions. Yet here is a theory that talks only in terms of sacrifice and burden, and calls for a certain distribution without demonstrating to the taxpayers that they are benefiting more than they are giving up. Since the theorists do not so demonstrate, they can make their appeal only in terms of sacrifice—a procedure that is praxeologically invalid. Since men always try to find net benefits in a course of action, it follows that a discussion in terms of sacrifice or burden cannot establish a rational criterion for human action. To be praxeologically valid, a criterion must demonstrate net benefit. It is true, of course, that the proponents of the sacrifice theory are far more realistic than the proponents of the benefit theory (which we shall discuss below), in considering the State a net burden on society rather than a net benefit; but this hardly demonstrates the justice of the sacrifice principle of taxation. Quite the contrary.
Η αρχή του οφέλους διαφέρει ριζικά από τα δύο προηγούμενα κριτήρια φορολογίας. Διότι οι αρχές της θυσίας και της φοροδοτικής ικανότητας απομακρύνονται πλήρως από τις αρχές δράσης και τα αποδεκτά κριτήρια δικαιοσύνης στην αγορά. Στην αγορά, οι άνθρωποι ενεργούν ελεύθερα με τους τρόπους που πιστεύουν ότι θα τους αποφέρουν καθαρά οφέλη. Το αποτέλεσμα αυτών των πράξεων είναι το σύστημα χρηματικών ανταλλαγών, με την αναπόδραστη τάση του προς ενιαία τιμολόγηση και κατανομή των παραγωγικών συντελεστών για την ικανοποίηση των πιο επιτακτικών απαιτήσεων όλων των καταναλωτών. Ωστόσο, τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της φορολογίας διαφέρουν πλήρως από εκείνα που εφαρμόζονται σε όλες τις άλλες πράξεις στην αγορά. Ξαφνικά, η ελεύθερη επιλογή και η ενιαία τιμολόγηση λησμονούνται και όλη η συζήτηση γίνεται με όρους θυσίας, βάρους κ.λπ. Αν η φορολογία είναι μόνο βάρος, δεν είναι περίεργο που πρέπει να ασκείται καταναγκασμός για τη διατήρησή της. Η αρχή του οφέλους, από την άλλη πλευρά, αποτελεί απόπειρα θεμελίωσης της φορολογίας σε βάση παρόμοια με την τιμολόγηση της αγοράς· δηλαδή, ο φόρος πρέπει να επιβάλλεται σύμφωνα με το όφελος που λαμβάνει το άτομο. Πρόκειται για απόπειρα επίτευξης του στόχου ενός ουδέτερου φόρου, ο οποίος θα άφηνε το οικονομικό σύστημα περίπου όπως είναι στην ελεύθερη αγορά. Πρόκειται για απόπειρα επίτευξης πραξεολογικής ορθότητας μέσω καθιέρωσης κριτηρίου πληρωμής βάσει του οφέλους και όχι της θυσίας.
The benefit principle differs radically from the two preceding criteria of taxation. For the sacrifice and ability-to-pay principles depart completely from the principles of action and the accepted criteria of justice on the market. On the market people act freely in those ways which they believe will confer net benefits upon them. The result of these actions is the monetary exchange system, with its inexorable tendency toward uniform pricing and the allocation of productive factors to satisfy the most urgent demands of all the consumers. Yet the criteria used in judging taxation differ completely from those which apply to all other actions on the market. Suddenly free choice and uniform pricing are forgotten, and the discussion is all in terms of sacrifice, burden, etc. If taxation is only a burden, it is no wonder that coercion must be exercised to maintain it. The benefit principle, on the other hand, is an attempt to establish taxation on a similar basis as market pricing; that is, the tax is to be levied in accordance with the benefit received by the individual. It is an attempt to achieve the goal of a neutral tax, one that would leave the economic system approximately as it is on the free market. It is an attempt to achieve praxeological soundness by establishing a criterion of payment on the basis of benefit rather than sacrifice.
Το μεγάλο χάσμα μεταξύ της αρχής του οφέλους και των άλλων αρχών δεν αναγνωρίστηκε αρχικά, λόγω της σύγχυσης του Adam Smith μεταξύ φοροδοτικής ικανότητας και οφέλους. Στο παράθεμα που παρατέθηκε παραπάνω, ο Smith συνήγαγε ότι καθένας ωφελείται από το κράτος αναλογικά προς το εισόδημά του και ότι αυτό το εισόδημα θεμελιώνει τη φοροδοτική του ικανότητα. Επομένως, ένας φόρος βάσει της φοροδοτικής του ικανότητας θα είναι απλώς αντάλλαγμα για τα οφέλη που παρέχει το κράτος. Ορισμένοι συγγραφείς έχουν υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι ωφελούνται από το κράτος αναλογικά προς το εισόδημά τους· άλλοι, ότι ωφελούνται περισσότερο από αναλογικά προς το εισόδημά τους, δικαιολογώντας έτσι έναν προοδευτικό φόρο εισοδήματος. Ωστόσο, ολόκληρη αυτή η εφαρμογή της θεωρίας του οφέλους είναι παράλογη. Πώς αποκομίζουν οι πλούσιοι από το κράτος μεγαλύτερο όφελος αναλογικά, ή ακόμη και περισσότερο από αναλογικά, σε σύγκριση με τους φτωχούς; Θα μπορούσαν να το κάνουν μόνο αν το κράτος ήταν υπεύθυνο για αυτόν τον πλούτο μέσω παραχώρησης ειδικού προνομίου, όπως επιδότησης, μονοπωλιακής παραχώρησης κ.λπ. Διαφορετικά, πώς ωφελούνται οι πλούσιοι; Από την «πρόνοια» και άλλες αναδιανεμητικές δαπάνες, οι οποίες παίρνουν από τους πλούσιους και δίνουν στους γραφειοκράτες και στους φτωχούς; Ασφαλώς όχι. Από την αστυνομική προστασία; Αλλά ακριβώς οι πλούσιοι έχουν μεγαλύτερη οικονομική δυνατότητα να πληρώνουν για τη δική τους προστασία και, επομένως, αποκομίζουν μικρότερο όφελος από αυτήν από ό,τι οι φτωχοί. Η θεωρία του οφέλους υποστηρίζει ότι οι πλούσιοι ωφελούνται περισσότερο από την προστασία επειδή η περιουσία τους έχει μεγαλύτερη αξία· αλλά το κόστος προστασίας μπορεί να έχει ελάχιστη σχέση με την αξία της περιουσίας. Εφόσον κοστίζει λιγότερο η αστυνόμευση ενός τραπεζικού θησαυροφυλακίου που περιέχει 100 εκατομμύρια USD από τη φύλαξη 100 ακρ γης αξίας 10 USD ανά ακρ, ο φτωχός γαιοκτήμονας λαμβάνει πολύ μεγαλύτερο όφελος από την κρατική προστασία από ό,τι ο πλούσιος ιδιοκτήτης κινητής περιουσίας. Ούτε θα ήταν σχετικό να ειπωθεί ότι ο Α κερδίζει περισσότερα χρήματα από τον Β επειδή ο Α λαμβάνει μεγαλύτερο όφελος από την «κοινωνία» και, επομένως, πρέπει να πληρώνει περισσότερους φόρους. Πρώτον, όλοι συμμετέχουν στην κοινωνία. Το γεγονός ότι ο Α κερδίζει περισσότερα από τον Β σημαίνει ακριβώς ότι οι υπηρεσίες του Α αξίζουν ατομικά περισσότερο στους συνανθρώπους του. Επομένως, εφόσον οι Α και Β ωφελούνται παρόμοια από την ύπαρξη της κοινωνίας, το αντίστροφο επιχείρημα είναι πολύ ακριβέστερο: ότι η διαφορά μεταξύ τους οφείλεται στην ατομική υπεροχή του Α ως προς την παραγωγικότητα και καθόλου στην «κοινωνία». Δεύτερον, η κοινωνία δεν είναι καθόλου το κράτος, και η ενδεχόμενη αξίωση του κράτους πρέπει να θεμελιωθεί ανεξάρτητα.
The great gulf between the benefit and other principles was originally unrecognized, because of Adam Smith’s confusion between ability to pay and benefit. In the quotation cited above, Smith inferred that everyone benefits from the State in proportion to his income and that this income establishes his ability to pay. Therefore, a tax on his ability to pay will simply be a quid pro quo in exchange for benefits conferred by the State. Some writers have contended that people benefit from government in proportion to their income; others, that they benefit in increased proportion to their income, thus justifying a progressive income tax. Yet this entire application of the benefit theory is nonsensical. How do the rich reap a greater benefit proportionately, or even more than proportionately, from government than the poor? They could do so only if the government were responsible for these riches by a grant of special privilege, such as a subsidy, a monopoly grant, etc. Otherwise, how do the rich benefit? From “welfare” and other redistributive expenditures, which take from the rich and give to the bureaucrats and the poor? Certainly not. From police protection? But it is precisely the rich who could more afford to pay for their own protection and who therefore derive less benefit from it than the poor. The benefit theory holds that the rich benefit more from protection because their property is more valuable; but the cost of protection may have little relation to the value of the property. Since it costs less to police a bank vault containing $100 million than to guard 100 acres of land worth $10 per acre, the poor landowner receives a far greater benefit from the State’s protection than the rich owner of personalty. Neither would it be relevant to say that A earns more money than B because A receives a greater benefit from “society” and should therefore pay more in taxes. In the first place, everyone participates in society. The fact that A earns more than B means precisely that A’s services are individually worth more to his fellows. Therefore, since A and B benefit similarly from society’s existence, the reverse argument is far more accurate: that the differential between them is due to A’s individual superiority in productivity, and not at all to “society.” Secondly, society is not at all the State, and the State’s possible claim must be independently validated.
Ως εκ τούτου, ούτε η αναλογική ούτε η προοδευτική φορολογία εισοδήματος μπορεί να στηριχθεί στην αρχή του οφέλους. Πράγματι, ισχύει το αντίθετο. Αν καθένας πλήρωνε σύμφωνα με το όφελος που λαμβάνει, είναι σαφές ότι: (α) οι αποδέκτες παροχών «πρόνοιας» θα επωμίζονταν ολόκληρο το κόστος αυτών των παροχών —οι φτωχοί θα έπρεπε να πληρώνουν οι ίδιοι τα επιδόματά τους, συμπεριλαμβανομένου, φυσικά, του πρόσθετου κόστους αμοιβής της γραφειοκρατίας για την πραγματοποίηση των μεταβιβάσεων—· (β) οι αγοραστές οποιασδήποτε κρατικής υπηρεσίας θα ήταν οι μόνοι πληρωτές, ώστε οι κρατικές υπηρεσίες δεν θα μπορούσαν να χρηματοδοτούνται από ένα γενικό ταμείο φορολογικών εσόδων· και (γ), για την αστυνομική προστασία, ένας πλούσιος θα πλήρωνε λιγότερα από έναν φτωχό, και μάλιστα λιγότερα σε απόλυτα ποσά. Επιπλέον, οι γαιοκτήμονες θα πλήρωναν περισσότερα από τους ιδιοκτήτες άυλης περιουσίας, και οι αδύναμοι και ανήμποροι, που σαφώς ωφελούνται περισσότερο από την αστυνομική προστασία από ό,τι οι ισχυροί, θα έπρεπε να πληρώνουν υψηλότερους φόρους από τους τελευταίους.
Hence, neither proportionate nor progressive income taxation can be sustained on benefit principles. In fact, the reverse is true. If everyone were to pay in accordance with benefit received, it is clear that (a) the recipients of “welfare” benefits would bear the full costs of these benefits: the poor would have to pay for their own doles (including, of course, the extra cost of paying the bureaucracy for making the transfers); (b) the buyers of any government service would be the only payers, so that government services could not be financed out of a general tax fund; and (c) for police protection, a rich man would pay less than a poor man, and less in absolute amounts. Furthermore, landowners would pay more than owners of intangible property, and the weak and infirm, who clearly benefit more from police protection than the strong, would have to pay higher taxes than the latter.
Γίνεται αμέσως σαφές γιατί η αρχή του οφέλους έχει πρακτικά εγκαταλειφθεί τα τελευταία χρόνια. Διότι είναι προφανές ότι, αν (α) οι αποδέκτες προνοιακών παροχών και (β) οι αποδέκτες άλλων ειδικών προνομίων, όπως οι μονοπωλιακές παραχωρήσεις, πλήρωναν σύμφωνα με το όφελος που λαμβάνουν, καμία από τις δύο μορφές κρατικής δαπάνης δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα. Και αν καθένας πλήρωνε ποσό ίσο με το όφελος που λαμβάνει και όχι απλώς αναλογικό προς αυτό —και θα έπρεπε να το κάνει, επειδή το κράτος δεν θα είχε άλλη πηγή χρηματοδότησης—, τότε ο αποδέκτης της επιδότησης όχι μόνο δεν θα κέρδιζε τίποτε, αλλά θα έπρεπε να πληρώνει τη γραφειοκρατία για το κόστος διεκπεραίωσης και μεταβίβασης. Η καθιέρωση της αρχής του οφέλους θα οδηγούσε, επομένως, σε σύστημα laissez-faire, με το κράτος αυστηρά περιορισμένο στην παροχή υπηρεσιών προστασίας. Και η φορολογία για αυτές τις υπηρεσίες προστασίας θα επιβαλλόταν περισσότερο στους φτωχούς και στους ανήμπορους παρά στους ισχυρούς και στους πλούσιους.
It becomes immediately clear why the benefit principle has been practically abandoned in recent years. For it is evident that if (a) welfare recipients and (b) receivers of other special privilege, such as monopoly grants, were to pay according to the benefit received, there would not be much point in either form of government expenditure. And if each were to pay an amount equal to the benefit he received rather than simply proportionately (and he would have to do so because there would be nowhere else for the State to turn for funds), then the recipient of the subsidy would not only earn nothing, but would have to pay the bureaucracy for the cost of handling and transfer. The establishment of the benefit principle would therefore result in a laissez-faire system, with government strictly limited to supplying defense service. And the taxation for this defense service would be levied more on the poor and the infirm than on the strong and the rich.
Εκ πρώτης όψεως, ο υποστηρικτής της ελεύθερης αγοράς που αναζητεί έναν ουδέτερο φόρο τείνει να χαρεί. Φαίνεται ότι η αρχή του οφέλους αποτελεί την απάντηση στην αναζήτησή του. Και αυτή η αρχή βρίσκεται πράγματι πιο κοντά στις αρχές της αγοράς από τους προηγούμενους υποτιθέμενους κανόνες. Ωστόσο, αν προχωρήσουμε σε προσεκτικότερη ανάλυση, θα φανεί ότι η αρχή του οφέλους εξακολουθεί να απέχει πολύ από την ουδετερότητα έναντι της αγοράς. Στην αγορά, οι άνθρωποι δεν πληρώνουν σύμφωνα με το ατομικό όφελος που λαμβάνουν· πληρώνουν ενιαία τιμή, μια τιμή που αρκεί μόλις για να παρακινήσει τον οριακό αγοραστή να συμμετάσχει στην ανταλλαγή. Οι πιο πρόθυμοι δεν πληρώνουν υψηλότερη τιμή από τους λιγότερο πρόθυμους· ο παθιασμένος σκακιστής και ο αδιάφορος παίκτης πληρώνουν την ίδια τιμή για το ίδιο σκακιστικό σετ, και ο λάτρης της όπερας και ο αρχάριος πληρώνουν την ίδια τιμή για το ίδιο εισιτήριο. Οι φτωχοί και οι αδύναμοι θα επιθυμούσαν εντονότερα την προστασία, αλλά, σε αντίθεση με την αρχή του οφέλους, δεν θα πλήρωναν περισσότερα στην αγορά.
At first sight, the believer in the free market, the seeker after a neutral tax, is inclined to rejoice. It would seem that the benefit principle is the answer to his search. And this principle is indeed closer to market principles than the previous alleged canons. Yet, if we pursue the analysis more closely, it will be evident that the benefit principle is still far from market neutrality. On the market, people do not pay in accordance with individual benefit received; they pay a uniform price, one that just induces the marginal buyer to participate in the exchange. The more eager do not pay a higher price than the less eager; the chess addict and the indifferent player pay the same price for the same chess set, and the opera enthusiast and the novice pay the same price for the same ticket. The poor and the weak would be most eager for protection, but, in contrast to the benefit principle, they would not pay more on the market.
Υπάρχουν ακόμη σοβαρότερα ελαττώματα στην αρχή του οφέλους. Διότι οι ανταλλαγές της αγοράς: (α) καταδεικνύουν όφελος και (β) θεμελιώνουν μόνο το γεγονός του οφέλους χωρίς να το μετρούν. Ο μόνος λόγος για τον οποίο γνωρίζουμε ότι οι Α και Β ωφελούνται από μια ανταλλαγή είναι ότι την πραγματοποιούν εκουσίως. Με αυτόν τον τρόπο η αγορά καταδεικνύει το όφελος. Αλλά όταν επιβάλλονται φόροι, η πληρωμή είναι υποχρεωτική και, επομένως, το όφελος δεν μπορεί ποτέ να καταδειχθεί. Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη καταναγκασμού δημιουργεί το αντίθετο τεκμήριο και υποδηλώνει ότι ο φόρος δεν αποτελεί όφελος αλλά βάρος. Αν ήταν πραγματικά όφελος, ο καταναγκασμός δεν θα ήταν αναγκαίος.
There are even graver defects in the benefit principle. For market exchanges (a) demonstrate benefit and (b) only establish the fact of benefit without measuring it. The only reason we know that A and B benefit from an exchange is that they voluntarily make the exchange. In this way, the market demonstrates benefit. But where taxes are levied, the payment is compulsory, and therefore benefit can never be demonstrated. As a matter of fact, the existence of coercion gives rise to the opposite presumption and implies that the tax is not a benefit, but a burden. If it really were a benefit, coercion would not be necessary.
Δεύτερον, το όφελος από την ανταλλαγή δεν μπορεί ποτέ να μετρηθεί ή να συγκριθεί διαπροσωπικά. Το «πλεόνασμα των καταναλωτών» που προκύπτει από την ανταλλαγή είναι αμιγώς υποκειμενικό, μη μετρήσιμο και μη συγκρίσιμο επιστημονικά. Επομένως, δεν γνωρίζουμε ποτέ ποιο είναι το μέγεθος αυτών των οφελών και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπάρξει τρόπος κατανομής των φόρων σύμφωνα με αυτά.
Secondly, the benefit from exchange can never be measured or compared interpersonally. The “consumers’ surplus” derived from exchange is purely subjective, nonmeasurable, and noncomparable scientifically. Therefore, we never know what these benefits are, and hence there can be no way of allocating the taxes in accordance with them.
Τρίτον, στην αγορά καθένας αποκομίζει καθαρό όφελος από μια ανταλλαγή. Το όφελος ενός προσώπου δεν ισούται με το κόστος του, αλλά είναι μεγαλύτερο. Επομένως, η αφαίρεση του υποτιθέμενου οφέλους του μέσω της φορολογίας θα παραβίαζε πλήρως τις αρχές της αγοράς.
Thirdly, on the market everyone enjoys a net benefit from an exchange. A person’s benefit is not equal to his cost, but greater. Therefore, taxing away his alleged benefit would completely violate market principles.
Τέλος, αν κάθε πρόσωπο φορολογούνταν σύμφωνα με το όφελος που λαμβάνει από το κράτος, είναι προφανές ότι, εφόσον οι γραφειοκράτες λαμβάνουν όλο το εισόδημά τους από αυτή την πηγή, θα ήταν υποχρεωμένοι, όπως οι άλλοι αποδέκτες επιδοτήσεων και προνομίων, να επιστρέφουν ολόκληρο τον μισθό τους στο κράτος. Η γραφειοκρατία θα έπρεπε να υπηρετεί αμισθί.
Finally, if each person were taxed according to the benefit he receives from government, it is obvious that, since the bureaucracy receive all their income from this source, they would, like other recipients of subsidy and privilege, be obliged to return their whole salary to the government. The bureaucracy would have to serve without pay.
Είδαμε ότι η αρχή του οφέλους θα καταργούσε όλες τις δαπάνες επιδότησης οποιουδήποτε τύπου. Οι κρατικές υπηρεσίες θα έπρεπε να πωλούνται απευθείας στους αγοραστές· αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν θα υπήρχε περιθώριο για κρατική ιδιοκτησία, διότι το χαρακτηριστικό μιας κρατικής επιχείρησης είναι ότι ιδρύεται με φορολογικά έσοδα. Οι υποστηρικτές της αρχής του οφέλους συχνά δηλώνουν ότι οι αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες είναι εγγενώς γενικές και μη εξατομικευμένες, οπότε θα έπρεπε να αγοράζονται από το κοινό ταμείο φορολογικών εσόδων και όχι από μεμονωμένους χρήστες. Όπως είδαμε, όμως, αυτή η υπόθεση είναι εσφαλμένη· οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να πωλούνται στην αγορά όπως οποιεσδήποτε άλλες. Έτσι, ακόμη και αν απουσίαζαν όλες οι άλλες ανεπάρκειες της αρχής του οφέλους, και πάλι δεν θα θεμελίωνε καμία απολύτως δικαιολόγηση της φορολογίας, διότι όλες οι υπηρεσίες θα μπορούσαν να πωλούνται στην αγορά απευθείας στους ωφελουμένους.
We have seen that the benefit principle would dispense with all subsidy expenditures of whatever type. Government services would have to be sold directly to buyers; but in that case, there would be no room for government ownership, for the characteristic of a government enterprise is that it is launched from tax funds. Police and judicial services are often declared by the proponents of the benefit principle to be inherently general and unspecialized, so that they would need to be purchased out of the common tax fund rather than by individual users. However, as we have seen, this assumption is incorrect; these services can be sold on the market like any others. Thus, even in the absence of all other deficiencies of the benefit principle, it would still establish no warrant for taxation at all, for all services could be sold on the market directly to beneficiaries.
Είναι προφανές ότι, ενώ η αρχή του οφέλους επιχειρεί να ανταποκριθεί στο κριτήριο της αγοράς που περιορίζει την πληρωμή αποκλειστικά στους ωφελουμένους, πρέπει να κριθεί αποτυχημένη· δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως κριτήριο για έναν ουδέτερο φόρο ή για οποιονδήποτε άλλο τύπο φορολογίας.
It is evident that while the benefit principle attempts to meet the market criterion of limiting payment solely to beneficiaries, it must be adjudged a failure; it cannot serve as a criterion for a neutral tax or any other type of taxation.
Η ισότητα στη φορολόγηση έχει πολύ περισσότερα υπέρ της από οποιαδήποτε από τις παραπάνω αρχές, καμία από τις οποίες δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κανόνας φορολογίας. «Ισότητα στη φορολόγηση» σημαίνει ακριβώς αυτό: ενιαίο ποσό φόρου για κάθε μέλος της κοινωνίας. Αυτό ονομάζεται επίσης κατά κεφαλήν φόρος ή κεφαλικός φόρος, στα αγγλικά head tax, capitation tax ή poll tax. Ο τελευταίος όρος, όμως, είναι προτιμότερο να χρησιμοποιείται για την περιγραφή ενός ενιαίου φόρου επί της ψηφοφορίας, όπως έχει εξελιχθεί ο κεφαλικός φόρος σε διάφορες αμερικανικές πολιτείες. Κάθε πρόσωπο θα πλήρωνε τον ίδιο ετήσιο φόρο στο κράτος. Ο ίσος φόρος θα ήταν ιδιαίτερα αρμόζων σε μια δημοκρατία, με την έμφασή της στην ισότητα ενώπιον του νόμου, στα ίσα δικαιώματα και στην απουσία διακρίσεων και ειδικών προνομίων. Θα ενσωμάτωνε την αρχή: «Μία ψήφος, ένας φόρος». Θα εφαρμοζόταν προσφυώς μόνο στις υπηρεσίες προστασίας του κράτους, διότι το κράτος δεσμεύεται να υπερασπίζεται όλους εξίσου. Επομένως, μπορεί να φαίνεται δίκαιο να φορολογείται καθένας εξίσου ως αντάλλαγμα. Η αρχή της ισότητας θα απέκλειε, όπως και η αρχή του οφέλους, όλες τις κρατικές ενέργειες εκτός της προστασίας, διότι κάθε άλλη δαπάνη θα δημιουργούσε κάποιου είδους ειδικό προνόμιο ή επιδότηση. Τέλος, ο ίσος φόρος θα πλησίαζε πολύ περισσότερο στην ουδετερότητα από οποιονδήποτε άλλο φόρο που εξετάστηκε, καθώς θα επιχειρούσε να καθιερώσει ίση «τιμή» για ίσες παρεχόμενες υπηρεσίες.
Equality of taxation has far more to commend it than any of the above principles, none of which can be used as a canon of taxation. “Equality of taxation” means just that—a uniform tax on every member of the society. This is also called a head tax, capitation tax, or poll tax. (The latter term, however, is best used to describe a uniform tax on voting, which is what the poll tax has become in various American states.) Each person would pay the same tax annually to the government. The equal tax would be particularly appropriate in a democracy, with its emphasis on equality before the law, equal rights, and absence of discrimination and special privilege. It would embody the principle: “One vote, one tax.” It would appropriately apply only to the protection services of the government, for the government is committed to defending everyone equally. Therefore, it may seem just for each person to be taxed equally in return. The principle of equality would rule out, as would the benefit principle, all government actions except defense, for all other expenditures would set up a special privilege or subsidy of some kind. Finally, the equal tax would be far more nearly neutral than any of the other taxes considered, for it would attempt to establish an equal “price” for equal services rendered.
Μια σχολή σκέψης αμφισβητεί αυτόν τον ισχυρισμό και υποστηρίζει ότι ένας αναλογικός φόρος θα πλησίαζε περισσότερο στην ουδετερότητα από έναν ίσο φόρο. Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας επισημαίνουν ότι ένας ίσος φόρος μεταβάλλει τη διάρθρωση της διανομής εισοδήματος στην αγορά. Έτσι, αν ο Α κερδίζει 1.000 ουγγιές χρυσού τον χρόνο, ο Β 200 ουγγιές και ο Γ 50 ουγγιές, και καθένας πληρώνει 10 ουγγιές σε φόρους, τότε η σχετική αναλογία των καθαρών εισοδημάτων που απομένουν μετά τους φόρους μεταβάλλεται, και μάλιστα προς μεγαλύτερη ανισότητα. Ένας αναλογικός φόρος με σταθερό ποσοστό και στους τρεις θα άφηνε τη διανομή του εισοδήματος αμετάβλητη και, επομένως, θα ήταν ουδέτερος ως προς την αγορά.
One school of thought challenges this contention and asserts that a proportional tax would be more nearly neutral than an equal tax. The proponents of this theory point out that an equal tax alters the market’s pattern of distribution of income. Thus, if A earns 1,000 gold ounces per year, B earns 200 ounces, and C earns 50 ounces, and each pays 10 ounces in taxes, then the relative proportion of net income remaining after taxes is altered, and altered in the direction of greater inequality. A proportionate tax of a fixed percentage on all three would leave the distribution of income constant and would therefore be neutral relative to the market.
Αυτή η θέση παρανοεί ολόκληρο το πρόβλημα της ουδετερότητας στη φορολογία. Το αντικείμενο της αναζήτησης δεν είναι να παραμείνει η διανομή του εισοδήματος ίδια με εκείνη που θα υπήρχε αν δεν είχε επιβληθεί φόρος. Το ζητούμενο είναι να επηρεάζεται η «διανομή» του εισοδήματος και κάθε άλλη πτυχή της οικονομίας με τον ίδιο τρόπο που θα επηρεάζονταν αν ο φόρος ήταν πραγματικά τιμή της ελεύθερης αγοράς. Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό κριτήριο. Καμία τιμή της αγοράς δεν αφήνει τη σχετική «διανομή» του εισοδήματος όπως ήταν προηγουμένως. Αν η αγορά λειτουργούσε πράγματι έτσι, δεν θα υπήρχε όφελος από την απόκτηση χρημάτων, διότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να πληρώνουν αναλογικά υψηλότερες τιμές για αγαθά σύμφωνα με το επίπεδο των απολαβών τους. Η αγορά τείνει προς ομοιομορφία τιμών και, επομένως, προς ίσες τιμές για ίσες υπηρεσίες. Η ίση φορολόγηση, συνεπώς, θα πλησίαζε πολύ περισσότερο στην ουδετερότητα και θα αποτελούσε πλησιέστερη προσέγγιση ενός συστήματος αγοράς.
This thesis misconceives the whole problem of neutrality in taxation. The object of the quest is not to leave the income distribution the same as if a tax had not been imposed. The object is to affect the income “distribution” and all other aspects of the economy in the same way as if the tax were really a free-market price. And this is a very different criterion. No market price leaves relative income “distribution” the same as before. If the market really behaved in this way, there would be no advantage in earning money, for people would have to pay proportionately higher prices for goods in accordance with the level of their earnings. The market tends toward uniformity of pricing and hence toward equal pricing for equal service. Equal taxation, therefore, would be far more nearly neutral and would constitute a closer approach to a market system.
Το κριτήριο του ίσου φόρου, όμως, έχει πολλά σοβαρά ελαττώματα, ακόμη και ως προσέγγιση ενός ουδέτερου φόρου. Πρώτον, το κριτήριο της αγοράς «ίση τιμή για ίση υπηρεσία» αντιμετωπίζει το πρόβλημα: τι είναι μια «ίση υπηρεσία»; Η υπηρεσία της αστυνομικής προστασίας είναι πολύ μεγαλύτερης έκτασης σε μια αστική περιοχή υψηλής εγκληματικότητας από ό,τι σε κάποια ήσυχη απόμερη περιοχή. Η υπηρεσία αυτή έχει πολύ μεγαλύτερη αξία στο κέντρο εγκληματικότητας και, επομένως, η καταβαλλόμενη τιμή θα τείνει να είναι υψηλότερη σε μια περιοχή που μαστίζεται από εγκληματικότητα από ό,τι σε μια ειρηνική περιοχή. Είναι πολύ πιθανό ότι, στην αμιγώς ελεύθερη αγορά, οι αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες θα πωλούνταν όπως η ασφάλιση, με κάθε μέλος να καταβάλλει τακτικά ασφάλιστρα έναντι δικαιώματος προσφυγής στις παροχές προστασίας όταν τις χρειάζεται. Είναι προφανές ότι ένα άτομο υψηλότερου κινδύνου —όπως κάποιος που ζει σε περιοχή υψηλής εγκληματικότητας— θα έτεινε να πληρώνει υψηλότερο ασφάλιστρο από άτομα άλλης περιοχής. Για να είναι ουδέτερος, λοιπόν, ένας φόρος θα έπρεπε να μεταβάλλεται ανάλογα με το κόστος και όχι να είναι ενιαίος.181 Η ίση φορολόγηση θα στρέβλωνε την κατανομή των κοινωνικών πόρων στην προστασία. Ο φόρος θα ήταν χαμηλότερος από την τιμή της αγοράς στις περιοχές υψηλής εγκληματικότητας και υψηλότερος στις ειρηνικές περιοχές, οπότε θα υπήρχε έλλειψη αστυνομικής προστασίας στις επικίνδυνες περιοχές και πλεόνασμα προστασίας στις άλλες.
The equal-tax criterion, however, has many grave defects, even as an approach toward a neutral tax. In the first place, the market criterion of equal price for equal service faces the problem: What is an “equal service”? The service of police protection is of far greater magnitude in an urban crime area than it is in some sleepy backwater. That service is worth far more in the crime center, and therefore the price paid will tend to be greater in a crime-ridden area than in a peaceful area. It is very likely that, in the purely free market, police and judicial services would be sold like insurance, with each member paying regular premiums in return for a call on the benefits of protection when needed. It is obvious that a more risky individual (such as one living in a crime area) would tend to pay a higher premium than individuals in another area. To be neutral, then, a tax would have to vary in accordance with costs and not be uniform. Equal taxation would distort the allocation of social resources in defense. The tax would be below the market price in the crime areas and above the market price in the peaceful areas, and there would therefore be a shortage of police protection in the dangerous areas and a surplus of protection in the others.
Ένα άλλο σοβαρό ελάττωμα της αρχής του ίσου φόρου είναι το ίδιο που επισημάναμε στη γενικότερη αρχή της ομοιομορφίας: κανένας γραφειοκράτης δεν μπορεί να πληρώνει φόρους. Ένας «ίσος φόρος» σε γραφειοκράτη ή πολιτικό είναι αδύνατος, επειδή ανήκει στους καταναλωτές φορολογικών εσόδων και όχι στους φορολογουμένους. Ακόμη και όταν καταργούνται όλες οι άλλες επιδοτήσεις, ο κρατικός υπάλληλος παραμένει μόνιμο εμπόδιο στον δρόμο προς τον ίσο φόρο. Όπως είδαμε, η «πληρωμή φόρου» του γραφειοκράτη είναι απλώς λογιστικό τέχνασμα χωρίς νόημα.
Another grave flaw of the equal-tax principle is the same that we noted in the more general principle of uniformity: no bureaucrat can pay taxes. An “equal tax” on a bureaucrat or politician is an impossibility, because he is one of the tax consumers rather than taxpayers. Even when all other subsidies are eliminated, the government employee remains a permanent obstacle in the path of equal tax. As we have seen, the bureaucrat’s “tax payment” is simply a meaningless bookkeeping device.
Αυτά τα ελαττώματα του ίσου φόρου μάς οδηγούν στον τελευταίο εναπομένοντα φορολογικό κανόνα: την αρχή του κόστους. Η αρχή του κόστους θα εφαρμοζόταν όπως μόλις την εξετάσαμε, με το κράτος να καθορίζει τον φόρο σύμφωνα με το κόστος, όπως τα ασφάλιστρα που χρεώνει μια ασφαλιστική εταιρεία.182 Η αρχή του κόστους θα αποτελούσε την πλησιέστερη δυνατή προσέγγιση στην ουδετερότητα της φορολογίας. Ωστόσο, ακόμη και η αρχή του κόστους έχει μοιραία ελαττώματα που τελικά την αποκλείουν. Πρώτον, μολονότι το κόστος των μη ειδικών συντελεστών θα μπορούσε να εκτιμηθεί από τη γνώση της αγοράς, το κόστος των ειδικών συντελεστών δεν θα μπορούσε να προσδιοριστεί από το κράτος. Η αδυναμία υπολογισμού του κόστους των ειδικών συντελεστών απορρέει από το γεγονός ότι τα προϊόντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται από φόρους δεν έχουν πραγματική τιμή αγοράς και, επομένως, το κόστος των ειδικών συντελεστών είναι άγνωστο. Ως αποτέλεσμα, η αρχή του κόστους δεν μπορεί να εφαρμοστεί με ακρίβεια. Η αρχή του κόστους υπονομεύεται περαιτέρω από το γεγονός ότι ένα καταναγκαστικό μονοπώλιο —όπως η κρατική προστασία— θα έχει πάντοτε υψηλότερο κόστος και θα πωλεί υπηρεσία χαμηλότερης ποιότητας από ελεύθερα ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις προστασίας στην αγορά. Ως αποτέλεσμα, το κόστος θα είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι στην αγορά και, για άλλη μια φορά, η αρχή του κόστους δεν προσφέρει οδηγό προς έναν ουδέτερο φόρο.
These flaws in the equal tax cause us to turn to the last remaining tax canon: the cost principle. The cost principle would apply as we have just discussed it, with the government setting the tax in accordance with costs, like the premiums charged by an insurance company. The cost principle would constitute the closest approach possible to neutrality of taxation. Yet even the cost principle has fatal flaws that finally eliminate it from consideration. In the first place, although the costs of nonspecific factors could be estimated from market knowledge, the costs of specific factors could not be determined by the State. The impossibility of calculating specific costs stems from the fact that products of tax-supported firms have no real market price, and so specific costs are unknown. As a result, the cost principle cannot be accurately put into effect. The cost principle is further vitiated by the fact that a compulsory monopoly—such as State protection—will invariably have higher costs and sell lower-quality service than freely competitive defense firms on the market. As a result, costs will be much higher than on the market, and, again, the cost principle offers no guide to a neutral tax.
Ένα τελευταίο ελάττωμα είναι κοινό τόσο στη θεωρία της ισότητας όσο και στη θεωρία του κόστους στη φορολογία. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν καταδεικνύεται ότι ο φορολογούμενος αποκομίζει όφελος. Μολονότι θεωρείται αβασάνιστα ότι ο φορολογούμενος ωφελείται από την υπηρεσία όπως ακριβώς στην αγορά, είδαμε ότι αυτή η υπόθεση δεν μπορεί να γίνει — ότι η χρήση καταναγκασμού δημιουργεί το ακριβώς αντίθετο τεκμήριο για πολλούς φορολογουμένους. Η αγορά απαιτεί ενιαία τιμή ή ακριβή κάλυψη του κόστους μόνο επειδή ο αγοραστής αγοράζει εκουσίως το προϊόν προσδοκώντας ότι θα ωφεληθεί. Το κράτος, από την άλλη πλευρά, θα εξανάγκαζε τους ανθρώπους να πληρώνουν τον φόρο ακόμη και αν δεν ήταν εκουσίως πρόθυμοι να πληρώσουν το κόστος αυτού ή οποιουδήποτε άλλου συστήματος προστασίας. Ως εκ τούτου, η αρχή του κόστους δεν μπορεί ποτέ να προσφέρει δρόμο προς τον ουδέτερο φόρο.
A final flaw is common to both the equality and the cost theories of taxation. In neither case is benefit demonstrated as accruing to the taxpayer. Although the taxpayer is blithely assumed to be benefiting from the service just as he does on the market, we have seen that such an assumption cannot be made—that the use of coercion presumes quite the contrary for many taxpayers. The market requires a uniform price, or the exact covering of costs, only because the purchaser voluntarily buys the product in the expectation of being benefited. The State, on the other hand, would force people to pay the tax even if they were not voluntarily willing to pay the cost of this or any other defense system. Hence, the cost principle can never provide a route to the neutral tax.
Ένα δημοφιλές σύνθημα μεταξύ πολλών «δεξιών» οικονομολόγων είναι ότι η φορολογία πρέπει να επιβάλλεται «μόνο για έσοδα» και όχι για ευρύτερους κοινωνικούς σκοπούς. Εκ πρώτης όψεως, αυτό το σύνθημα είναι απλώς και προφανώς παράλογο, καθώς όλοι οι φόροι επιβάλλονται για έσοδα. Τι άλλο μπορεί να ονομαστεί φορολογία παρά η ιδιοποίηση χρημάτων από ιδιώτες εκ μέρους του κράτους για τους δικούς του σκοπούς; Ορισμένοι συγγραφείς, επομένως, τροποποιούν το σύνθημα λέγοντας: η φορολογία πρέπει να περιορίζεται στα έσοδα που είναι απαραίτητα για κοινωνικές υπηρεσίες. Αλλά τι είναι κοινωνικές υπηρεσίες; Σε ορισμένους ανθρώπους, κάθε νοητός τύπος κρατικής δαπάνης φαίνεται ως «κοινωνική υπηρεσία». Αν το κράτος παίρνει από τον Α και δίνει στον Β, ο Γ μπορεί να χειροκροτεί την πράξη ως «κοινωνική υπηρεσία», επειδή αντιπαθεί κάτι στον πρώτο και συμπαθεί κάτι στον δεύτερο. Αν, από την άλλη πλευρά, η «κοινωνική υπηρεσία» περιοριστεί από τον «κανόνα της ομοφωνίας» ώστε να αφορά μόνο εκείνες τις δραστηριότητες που εξυπηρετούν ορισμένα άτομα χωρίς να υποχρεώνουν άλλα να πληρώνουν, τότε η διατύπωση «φορολογία μόνο για έσοδα» είναι απλώς αμφίσημος όρος για την αρχή του οφέλους ή την αρχή του κόστους.
A slogan popular among many “right-wing” economists is that taxation should be for “revenue only,” and not for broad social purposes. On its face, this slogan is simply and palpably absurd, since all taxes are levied for revenue. What else can taxation be called but the appropriation of funds from private individuals by the State for its own purposes? Some writers therefore amend the slogan to say: Taxation should be limited to revenue essential for social services. But what are social services? To some people, every conceivable type of government expenditure appears as a “social service.” If the State takes from A and gives to B, C may applaud the act as a “social service” because he dislikes something about the former and likes something about the latter. If, on the other hand, “social service” is limited by the “unanimity rule” to apply only to those activities that serve some individuals without making others pay, then the “taxation-for-revenue-only” formula is simply an ambiguous term for the benefit or the cost principles.
Αναλύσαμε, λοιπόν, όλους τους υποτιθέμενους κανόνες φορολογικής δικαιοσύνης. Τα συμπεράσματά μας είναι δύο: (1) ότι η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένη καμία αρχή δίκαιης φορολογίας και ότι κανείς δεν έχει θεμελιώσει επιτυχώς τέτοιες αρχές· και (2) ότι ο ουδέτερος φόρος, που σε πολλούς φαίνεται έγκυρο ιδεώδες, αποδεικνύεται εννοιολογικά αδύνατον να επιτευχθεί. Οι οικονομολόγοι πρέπει, επομένως, να εγκαταλείψουν τη μάταιη αναζήτησή τους για τον δίκαιο ή τον ουδέτερο φόρο.
We have thus analyzed all the alleged canons of tax justice. Our conclusions are twofold: (1) that economics cannot assume any principle of just taxation, and that no one has successfully established any such principles; and (2) that the neutral tax, which seems to many a valid ideal, turns out to be conceptually impossible to achieve. Economists must therefore abandon their futile quest for the just, or the neutral, tax.
Ορισμένοι μπορεί να ρωτήσουν: γιατί αναζητεί κανείς έναν ουδέτερο φόρο; Γιατί να θεωρείται η ουδετερότητα ιδεώδες; Η απάντηση είναι ότι όλες οι υπηρεσίες, όλες οι δραστηριότητες, μπορούν να παρέχονται μόνο με δύο τρόπους: μέσω ελευθερίας ή μέσω καταναγκασμού. Ο πρώτος είναι ο δρόμος της αγοράς· ο δεύτερος, του κράτους. Αν όλες οι υπηρεσίες οργανώνονταν στην αγορά, το αποτέλεσμα θα ήταν ένα αμιγώς ελεύθερο σύστημα αγοράς· αν όλες οργανώνονταν από το κράτος, το αποτέλεσμα θα ήταν σοσιαλισμός —βλ. παρακάτω—. Επομένως, όλοι όσοι δεν είναι πλήρεις σοσιαλιστές πρέπει να παραχωρούν κάποιο πεδίο στη δραστηριότητα της αγοράς και, μόλις το κάνουν, πρέπει να δικαιολογούν τις αποκλίσεις τους από την ελευθερία βάσει κάποιας αρχής. Σε μια κοινωνία όπου οι περισσότερες δραστηριότητες οργανώνονται στην αγορά, οι υπέρμαχοι της κρατικής δραστηριότητας πρέπει να δικαιολογούν τις αποκλίσεις από όσα οι ίδιοι παραχωρούν στη σφαίρα της αγοράς. Ως εκ τούτου, η ουδετερότητα χρησιμοποιείται ως σημείο αναφοράς για την απάντηση στο ερώτημα: γιατί θέλετε το κράτος να παρέμβει και να μεταβάλει τις συνθήκες της αγοράς σε αυτή την περίπτωση; Αν οι τιμές της αγοράς είναι ενιαίες, γιατί θα έπρεπε οι φορολογικές πληρωμές να είναι διαφορετικές;
Some may ask: Why does anyone search for a neutral tax? Why consider neutrality an ideal? The answer is that all services, all activities, can be provided in two ways only: by freedom or by coercion. The former is the way of the market; the latter, of the State. If all services were organized on the market, the result would be a purely free-market system; if all were organized by the State, the result would be socialism (see below). Therefore, all who are not full socialists must concede some area to market activity, and, once they do so, they must justify their departures from freedom on the basis of some principle or other. In a society where most activities are organized on the market, advocates of State activity must justify departures from what they themselves concede to the market sphere. Hence, the use of neutrality is a benchmark to answer the question: Why do you want the State to step in and alter market conditions in this case? If market prices are uniform, why should tax payments be otherwise?
Αλλά αν η ουδέτερη φορολογία είναι, κατά βάθος, αδύνατη, απομένουν δύο λογικοί δρόμοι για τους υπέρμαχους του ουδέτερου φόρου: είτε να εγκαταλείψουν τον στόχο της ουδετερότητας είτε να εγκαταλείψουν την ίδια τη φορολογία.
But if neutral taxation is, at bottom, impossible, there are two logical courses left for advocates of the neutral tax: either abandon the goal of neutrality, or abandon taxation itself.
Λίγοι συγγραφείς, προβληματισμένοι από τον καταναγκασμό που είναι αναγκαίος για την ύπαρξη της φορολογίας, έχουν υποστηρίξει ότι τα κράτη πρέπει να χρηματοδοτούνται όχι μέσω φορολογίας, αλλά μέσω κάποιας μορφής εκούσιας συνεισφοράς. Τέτοια συστήματα εκούσιας συνεισφοράς θα μπορούσαν να λάβουν διάφορες μορφές. Μία ήταν η μέθοδος στην οποία στηριζόταν η παλαιά πόλη-κράτος του Αμβούργου και άλλες κοινότητες: οι εκούσιες δωρεές προς το κράτος. Ο πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Βοστώνης William F. Warren, στο δοκίμιό του «Tax Exemption the Road to Tax Abolition», περιέγραψε την εμπειρία του σε μία από αυτές τις κοινότητες:
A few writers, disturbed by the compulsion necessary to the existence of taxation, have advocated that governments be financed, not by taxation, but by some form of voluntary contribution. Such voluntary contribution systems could take various forms. One was the method relied on by the old city-state of Hamburg and other communities—voluntary gifts to the government. President William F. Warren of Boston University, in his essay, “Tax Exemption the Road to Tax Abolition,” described his experience in one of these communities:
Επί πέντε χρόνια ο συγγραφέας είχε την καλή τύχη να κατοικεί σε μία από αυτές τις κοινότητες. Όσο απίστευτο και αν φαίνεται σε όσους πιστεύουν στην ανάγκη νομικής επιβολής των φόρων μέσω ποινών και κυρώσεων, κατά την περίοδο αυτή ήταν ... ο ίδιος ο εκτιμητής του φόρου του και ο ίδιος ο φοροεισπράκτοράς του. Όπως και οι άλλοι πολίτες, καλούνταν, χωρίς ένορκη βεβαίωση ή δήλωση, να συνεισφέρει στις δημόσιες δαπάνες ό,τι φαινόταν στον ίδιο δίκαιο και ισότιμο. Του ζητούνταν να ρίξει με το ίδιο του το χέρι αυτό το ποσό, χωρίς να το μετρήσει κανένας αξιωματούχος και χωρίς να το γνωρίζει κανείς εκτός από τον ίδιο, σε ένα ασφαλές δημόσιο κιβώτιο· μόλις το έκανε, σημειωνόταν το όνομά του στον κατάλογο των συνεισφερόντων. ... Κάθε πολίτης αισθανόταν ευγενή υπερηφάνεια για μια τέτοια απαλλαγή από αδιάκριτους εκτιμητές και αγενείς αστυνομικούς. Κάθε ετήσια έκκληση των αρχών προς αυτή την κοινότητα ικανοποιούνταν πλήρως.183
For five years it was the good fortune of the present writer to be domiciled in one of these communities. Incredible as it may seem to believers in the necessity of a legal enforcement of taxes by pains and penalties, he was for that period . . . his own assessor and his own tax-gatherer. In common with the other citizens, he was invited, without sworn statement or declaration, to make such contribution to the public charges as seemed to himself just and equal. That sum, uncounted by any official, unknown to any but himself, he was asked to drop with his own hand into a strong public chest; on doing which his name was felt a noble pride in such immunity from prying assessors and rude constables. Every annual call of the authorities on that community was honored to the full.82
Η μέθοδος των δωρεών, όμως, παρουσιάζει ορισμένες σοβαρές δυσχέρειες. Ειδικότερα, διατηρεί εκείνη την αποσύνδεση μεταξύ πληρωμής και λήψης υπηρεσίας που αποτελεί ένα από τα μεγάλα ελαττώματα ενός φορολογικού συστήματος. Υπό καθεστώς φορολογίας, η πληρωμή αποσυνδέεται από τη λήψη υπηρεσίας, σε έντονη αντίθεση προς την αγορά, όπου πληρωμή και υπηρεσία είναι αλληλένδετες. Η μέθοδος της εκούσιας δωρεάς διαιωνίζει αυτή την αποσύνδεση. Ως αποτέλεσμα, οι Α, Β και Γ εξακολουθούν να λαμβάνουν την κρατική υπηρεσία προστασίας ακόμη και αν δεν πλήρωσαν τίποτε γι’ αυτήν και συνεισέφεραν μόνο οι Δ και Ε. Οι συνεισφορές των Δ και Ε, επιπλέον, μπορεί να είναι δυσανάλογες. Είναι αλήθεια ότι αυτό είναι το σύστημα της εκούσιας φιλανθρωπίας στην αγορά. Αλλά η φιλανθρωπία ρέει από τους περισσότερο εύπορους και ικανούς προς τους λιγότερο εύπορους και ικανούς· δεν αποτελεί αποτελεσματική μέθοδο οργάνωσης της γενικής πώλησης μιας υπηρεσίας. Τα αυτοκίνητα, τα ενδύματα κ.λπ. πωλούνται στην αγορά σε τακτική βάση ενιαίας τιμής και δεν δίνονται αδιακρίτως σε ορισμένους βάσει δωρεών που λαμβάνονται από άλλους. Υπό το σύστημα των δωρεών, οι άνθρωποι θα τείνουν να ζητούν από το κράτος πολύ περισσότερες υπηρεσίες προστασίας από όσες είναι πρόθυμοι να πληρώσουν· και οι εκούσιοι συνεισφέροντες, μη λαμβάνοντας άμεσο αντάλλαγμα για τα χρήματά τους, θα τείνουν να μειώνουν την πληρωμή τους. Εν ολίγοις, όταν μια υπηρεσία —όπως η προστασία— παρέχεται στους ανθρώπους ανεξάρτητα από την πληρωμή, θα τείνει να υπάρχει υπερβολική ζήτηση της υπηρεσίας και ανεπαρκής προσφορά κεφαλαίων για τη διατήρησή της.
The gift method, however, presents some serious difficulties. In particular, it continues that disjunction between payment and receipt of service which constitutes one of the great defects of a taxing system. Under taxation, payment is severed from receipt of service, in striking contrast to the market where payment and service are correlative. The voluntary gift method perpetuates this disjunction. As a result, A, B, and C continue to receive the government’s defense service even if they paid nothing for it, and only D and E contributed. D’s and E’s contributions, furthermore, may be disproportionate. It is true that this is the system of voluntary charity on the market. But charity flows from the more to the less wealthy and able; it does not constitute an efficient method for organizing the general sale of a service. Automobiles, clothes, etc., are sold on the market on a regular uniform-price basis and are not indiscriminately given to some on the basis of gifts received from others. Under the gift system people will tend to demand far more defense service from the government than they are willing to pay for; and the voluntary contributors, getting no direct reward for their money, will tend to reduce their payment. In short, where service (such as defense) flows to people regardless of payment, there will tend to be excessive demands for service, and an insufficient supply of funds to sustain it.
Όταν, επομένως, οι υπέρμαχοι της φορολογίας υποστηρίζουν ότι μια εκούσια κοινωνία δεν θα μπορούσε ποτέ να χρηματοδοτήσει αποτελεσματικά τις υπηρεσίες προστασίας επειδή οι άνθρωποι θα απέφευγαν την πληρωμή, έχουν δίκιο στον βαθμό που οι αντιρρήσεις τους εφαρμόζονται στη μέθοδο χρηματοδότησης μέσω δωρεών. Η μέθοδος των δωρεών, όμως, κάθε άλλο παρά εξαντλεί τις μεθόδους χρηματοδότησης της αμιγώς ελεύθερης αγοράς.
When the advocates of taxation, therefore, contend that a voluntary society could never efficiently finance defense service because people would evade payment, they are correct insofar as their strictures apply to the gift method of finance. The gift method, however, hardly exhausts the financing methods of the purely free market.
Ένα βήμα προς μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα θα ήταν ο φορέας προστασίας να χρεώνει καθορισμένη τιμή αντί να δέχεται τυχαία ποσά που κυμαίνονται από πολύ μικρά έως πολύ μεγάλα, συνεχίζοντας όμως να παρέχει προστασία αδιακρίτως. Φυσικά, ο φορέας δεν θα αρνούνταν δωρεές για γενικούς σκοπούς ή για την παροχή υπηρεσιών προστασίας σε φτωχούς ανθρώπους. Αλλά θα χρέωνε κάποια ελάχιστη τιμή ανάλογη προς το κόστος της υπηρεσίας του. Μία τέτοια μέθοδος είναι ο φόρος ψηφοφορίας, γνωστός σήμερα ως poll tax.184 Ο poll tax, ή φόρος ψηφοφορίας, δεν είναι στην πραγματικότητα καθόλου «φόρος»· είναι απλώς τίμημα που χρεώνεται για τη συμμετοχή στην κρατική οργάνωση.185 Μόνο εκείνοι που ψηφίζουν εκουσίως για κρατικούς αξιωματούχους, δηλαδή όσοι συμμετέχουν στον κρατικό μηχανισμό, υποχρεούνται να πληρώσουν τον φόρο. Αν, επομένως, όλα τα έσοδα του κράτους προέρχονταν από φόρους ψηφοφορίας, αυτό δεν θα αποτελούσε καθόλου σύστημα φορολογίας, αλλά μάλλον εκούσιες συνεισφορές ως πληρωμή για το δικαίωμα συμμετοχής στον κρατικό μηχανισμό. Ο φόρος ψηφοφορίας θα αποτελούσε βελτίωση σε σχέση με τη μέθοδο των δωρεών, επειδή θα χρέωνε ένα ορισμένο ενιαίο ή ελάχιστο ποσό.
A step in the direction of greater efficiency would have the defense agency charging a set price instead of accepting haphazard amounts varying from the very small to the very large, but continuing to supply defense indiscriminately. Of course, the agency would not refuse gifts for general purposes or for granting a supply of defense service to poor people. But it would charge some minimum price commensurate with the cost of its service. One such method is a voting tax, now known as a poll tax.A poll tax, or voting tax, is not really a “tax” at all; it is only a price charged for participating in the State organization. Only those who voluntarily vote for State officials, i.e., who participate in the State machinery, are required to pay the tax. If all the State’s revenues were derived from poll taxes, therefore, this would not be a system of taxation at all, but rather voluntary contributions in payment for the right to participate in the State’s machinery. The voting tax would be an improvement over the gift method because it would charge a certain uniform or minimal amount.
Στην πρόταση να χρηματοδοτούνται όλα τα κρατικά έσοδα από φόρους ψηφοφορίας έχει προβληθεί η ένσταση ότι πρακτικά κανείς δεν θα ψήφιζε υπό αυτές τις συνθήκες. Αυτή ίσως είναι ακριβής πρόβλεψη, αλλά, παραδόξως, οι επικριτές του φόρου ψηφοφορίας δεν προχωρούν ποτέ την ανάλυσή τους πέρα από αυτό το σημείο. Είναι σαφές ότι αυτό αποκαλύπτει κάτι πολύ σημαντικό για τη φύση της διαδικασίας της ψηφοφορίας. Η ψηφοφορία είναι μια ιδιαίτερα οριακή δραστηριότητα επειδή: (α) ο ψηφοφόρος δεν αποκομίζει άμεσα οφέλη από την πράξη της ψήφου του· και (β) το αναλογούν μερίδιο της επιρροής του στην τελική απόφαση είναι τόσο μικρό ώστε η αποχή του δεν θα επέφερε αισθητή διαφορά στο τελικό αποτέλεσμα. Εν ολίγοις, σε αντίθεση με όλες τις άλλες επιλογές που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος, στην πολιτική ψηφοφορία δεν έχει πρακτικά καμία εξουσία επί του αποτελέσματος, και το αποτέλεσμα ούτως ή άλλως θα είχε μικρή άμεση επίδραση στον ίδιο. Δεν είναι περίεργο που πολύ περισσότεροι από τους μισούς Αμερικανούς με δικαίωμα ψήφου αρνούνται επίμονα να συμμετάσχουν στην ετήσια ψηφοφορία του Νοεμβρίου. Αυτή η συζήτηση φωτίζει επίσης ένα αινιγματικό φαινόμενο της αμερικανικής πολιτικής ζωής: τη συνεχή προτροπή των πολιτικών όλων των κομμάτων προς τους ανθρώπους να ψηφίσουν. «Δεν μας ενδιαφέρει τι θα ψηφίσετε, αλλά ψηφίστε!» είναι ένα συνηθισμένο πολιτικό σύνθημα.186 Εκ πρώτης όψεως, δεν έχει ιδιαίτερο νόημα, διότι θα περίμενε κανείς ότι τουλάχιστον ένα από τα κόμματα θα διέκρινε πλεονεκτήματα σε μια μικρή εκλογική συμμετοχή. Αποκτά, όμως, πολύ μεγάλο νόημα όταν συνειδητοποιήσουμε την τεράστια επιθυμία των πολιτικών όλων των κομμάτων να φαίνεται ότι ο λαός τούς έδωσε «εντολή» στις εκλογές — ότι όλα τα δημοκρατικά στερεότυπα περί «εκπροσώπησης του λαού» κ.λπ. είναι αληθή.
To the proposal to finance all government revenues from poll taxes it has been objected that practically no one would vote under these conditions. This is perhaps an accurate prediction, but curiously the critics of the poll tax never pursue their analysis beyond this point. It is clear that this reveals something very important about the nature of the voting process. Voting is a highly marginal activity because (a) the voter obtains no direct benefits from his act of voting, and (b) his aliquot power over the final decision is so small that his abstention from voting would make no appreciable difference to the final outcome. In short, in contrast to all other choices a man may make, in political voting he has practically no power over the outcome, and the outcome would make little direct difference to him anyway. It is no wonder that well over half the eligible American voters persistently refuse to take part in the annual November balloting. This discussion also illuminates a puzzling phenomenon in American political life—the constant exhortation by politicians of all parties for people to vote: “We don’t care how you vote, but vote!” is a standard political slogan. On its face, it makes little sense, for one would think that at least one of the parties would see advantages in a small vote. But it does make a great deal of sense when we realize the enormous desire of politicians of all parties to make it appear that the people have given them a “mandate” in the election—that all the democratic shibboleths about “representing the people,” etc., are true.
Ο λόγος για τη σχετική ασημαντότητα της ψήφου είναι, για άλλη μια φορά, η αποσύνδεση μεταξύ ψηφοφορίας και πληρωμής, από τη μία πλευρά, και οφέλους, από την άλλη. Ο φόρος ψηφοφορίας δημιουργεί το ίδιο πρόβλημα. Ο ψηφοφόρος, είτε πληρώνει φόρο ψηφοφορίας είτε όχι, δεν λαμβάνει μεγαλύτερο όφελος προστασίας από εκείνον που δεν ψηφίζει. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι θα αρνούνται μαζικά να ψηφίσουν υπό ένα σύστημα αποκλειστικής χρηματοδότησης μέσω φόρου ψηφοφορίας, και όλοι θα ζητούν να χρησιμοποιούν τους τεχνητά δωρεάν πόρους προστασίας.
The reason for the relative triviality of voting is, once again, the disjunction between voting and payment, on the one hand, and benefit on the other. The poll tax gives rise to the same problem. The voter, with or without paying a poll tax, receives no more benefit in protection than the nonvoter. Consequently, people will refuse to vote in droves under a single poll-tax scheme, and everyone will demand the use of the artificially free defense resources.
Τόσο η μέθοδος των δωρεών όσο και εκείνη του φόρου ψηφοφορίας για την εκούσια χρηματοδότηση του κράτους πρέπει, επομένως, να απορριφθούν ως αναποτελεσματικές. Έχει προταθεί μια τρίτη μέθοδος, την οποία μπορούμε καλύτερα να ονομάσουμε με την παράδοξη ονομασία «εκούσια φορολογία». Το προτεινόμενο σχέδιο είναι το ακόλουθο: κάθε εδαφική περιοχή θα κυβερνάται, όπως σήμερα, από ένα μονοπωλιακό κράτος. Οι αξιωματούχοι του κράτους θα επιλέγονται με δημοκρατική ψηφοφορία, όπως σήμερα. Το κράτος θα καθορίζει ενιαία τιμή, ή ίσως ένα σύνολο τιμών βάσει κόστους, για τις υπηρεσίες προστασίας, και θα αφήνεται σε κάθε άτομο η εκούσια επιλογή αν θα καταβάλει ή όχι το τίμημα. Αν το καταβάλει, θα λαμβάνει το όφελος της κρατικής υπηρεσίας προστασίας· αν όχι, θα παραμένει απροστάτευτο.187 Οι κυριότεροι υπέρμαχοι της «εκούσιας φορολογίας» υπήρξαν ο Auberon Herbert, ο συνεργάτης του J. Greevz Fisher και, ορισμένες φορές, ο Gustave de Molinari. Η ίδια θέση συναντάται νωρίτερα, σε πολύ λιγότερο ανεπτυγμένη μορφή, στις πρώτες εκδόσεις του Social Statics του Herbert Spencer, ιδίως στο κεφάλαιό του για το «Δικαίωμα να αγνοεί κανείς το κράτος», και στο Essay on Civil Disobedience του Thoreau.188
Both the gift and the voting-tax methods of voluntary financing of government, therefore, must be discarded as inefficient. A third method has been proposed, which we can best call by the paradoxical name voluntary taxation. The plan envisioned is as follows: Every land area would, as now, be governed by one monopolistic State. The State’s officials would be chosen by democratic voting, as at present. The State would set a uniform price, or perhaps a set of cost prices, for protective services, and it would be left to each individual to make a voluntary choice whether to pay or not to pay the price. If he pays the price, he receives the benefit of governmental defense service; if he does not, he goes unprotected. The leading “voluntary taxationists” have been Auberon Herbert, his associate, J. Greevz Fisher, and (sometimes) Gustave de Molinari. The same position is found earlier, to a far less developed extent, in the early editions of Herbert Spencer’s Social Statics, particularly his chapter on the “Right to Ignore the State,” and in Thoreau’s Essay on Civil Disobedience.
Η μέθοδος της εκούσιας φορολογίας διατηρεί ένα εκούσιο σύστημα, είναι —ή φαίνεται να είναι— ουδέτερη έναντι της αγοράς και εξαλείφει την αποσύνδεση πληρωμής και οφέλους. Και όμως, αυτή η πρόταση έχει αρκετά σημαντικά ελαττώματα. Το σοβαρότερο είναι η ασυνέπεια. Διότι οι υπέρμαχοι της εκούσιας φορολογίας αποβλέπουν στην εγκαθίδρυση ενός συστήματος στο οποίο δεν εξαναγκάζεται κανείς που δεν προσβάλλει ο ίδιος το πρόσωπο ή την περιουσία άλλων. Εξ ου και η πλήρης κατάργηση της φορολογίας που προτείνουν. Αλλά, μολονότι καταργούν τον εξαναγκασμό συνδρομής στο κρατικό μονοπώλιο προστασίας, διατηρούν εντούτοις αυτό το μονοπώλιο. Βρίσκονται, επομένως, αντιμέτωποι με το πρόβλημα: θα χρησιμοποιούσαν βία για να υποχρεώσουν τους ανθρώπους να μη χρησιμοποιούν έναν ελεύθερα ανταγωνιστικό φορέα προστασίας μέσα στην ίδια γεωγραφική περιοχή; Οι υπέρμαχοι της εκούσιας φορολογίας δεν επιχείρησαν ποτέ να απαντήσουν σε αυτό το πρόβλημα· μάλλον υπέθεταν επίμονα ότι κανείς δεν θα ίδρυε ανταγωνιστικό φορέα προστασίας μέσα στα εδαφικά όρια ενός κράτους. Και όμως, αν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να πληρώνουν ή να μην πληρώνουν «φόρους», είναι προφανές ότι ορισμένοι δεν θα αρκεστούν να αρνηθούν την πληρωμή για κάθε προστασία. Δυσαρεστημένοι από την ποιότητα της προστασίας που λαμβάνουν από το κράτος ή από την τιμή που πρέπει να πληρώνουν, θα επιλέξουν να συγκροτήσουν έναν ανταγωνιστικό φορέα προστασίας ή «κράτος» μέσα στην περιοχή και να γίνουν συνδρομητές του. Το σύστημα εκούσιας φορολογίας είναι, επομένως, αδύνατον να επιτευχθεί, επειδή θα βρισκόταν σε ασταθή ισορροπία. Αν το κράτος επέλεγε να απαγορεύσει όλους τους ανταγωνιστικούς φορείς προστασίας, δεν θα λειτουργούσε πλέον ως η εκούσια κοινωνία που επιδιώκουν οι υποστηρικτές του. Δεν θα επέβαλλε την πληρωμή φόρων, αλλά θα έλεγε στους πολίτες: «Είστε ελεύθεροι να αποδεχθείτε και να πληρώσετε την προστασία μας ή να απέχετε· αλλά δεν είστε ελεύθεροι να αγοράσετε προστασία από ανταγωνιστικό φορέα». Αυτό δεν είναι ελεύθερη αγορά· είναι καταναγκαστικό μονοπώλιο, για άλλη μια φορά παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου από το κράτος στον εαυτό του. Ένα τέτοιο μονοπώλιο θα ήταν πολύ λιγότερο αποτελεσματικό από ένα ελεύθερα ανταγωνιστικό σύστημα· επομένως, το κόστος του θα ήταν υψηλότερο και η υπηρεσία του χειρότερη. Προφανώς δεν θα ήταν ουδέτερο ως προς την αγορά.
The voluntary taxation method preserves a voluntary system, is (or appears to be) neutral vis-à-vis the market, and eliminates the payment-benefit disjunction. And yet this proposal has several important defects. Its most serious flaw is inconsistency. For the voluntary taxationists aim at establishing a system in which no one is coerced who is not himself an invader of the person or property of others. Hence their complete elimination of taxation. But, although they eliminate the compulsion to subscribe to the government defense monopoly, they yet retain that monopoly. They are therefore faced with the problem: Would they use force to compel people not to use a freely competing defense agency within the same geographic area? The voluntary taxationists have never attempted to answer this problem; they have rather stubbornly assumed that no one would set up a competing defense agency within a State’s territorial limits. And yet, if people are free to pay or not to pay “taxes,” it is obvious that some people will not simply refuse to pay for all protection. Dissatisfied with the quality of defense they receive from the government, or with the price they must pay, they will elect to form a competing defense agency or “government” within the area and subscribe to it. The voluntary taxation system is thus impossible of attainment because it would be in unstable equilibrium. If the government elected to outlaw all competing defense agencies, it would no longer function as the voluntary society sought by its proponents. It would not force payment of taxes, but it would say to the citizens: “You are free to accept and pay for our protection or to abstain; but you are not free to purchase defense from a competing agency.” This is not a free market; this is a compulsory monopoly, once again a grant of monopoly privilege by the State to itself. Such a monopoly would be far less efficient than a freely competitive system; hence, its costs would be higher, its service poorer. It would clearly not be neutral to the market.
Από την άλλη πλευρά, αν το κράτος επέτρεπε τον ελεύθερο ανταγωνισμό στις υπηρεσίες προστασίας, σύντομα δεν θα υπήρχε πλέον κεντρική κυβέρνηση στην επικράτεια. Οι φορείς προστασίας, αστυνομικοί και δικαστικοί, θα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους με τον ίδιο ακαταναγκαστικό τρόπο όπως οι παραγωγοί οποιασδήποτε άλλης υπηρεσίας στην αγορά. Οι τιμές θα ήταν χαμηλότερες και η υπηρεσία αποτελεσματικότερη. Και τότε, για πρώτη και μοναδική φορά, το σύστημα προστασίας θα ήταν ουδέτερο σε σχέση με την αγορά. Θα ήταν ουδέτερο επειδή θα αποτελούσε μέρος της ίδιας της αγοράς! Η υπηρεσία προστασίας θα καθίστατο επιτέλους πλήρως αντικείμενο συναλλαγής στην αγορά. Κανείς δεν θα μπορούσε πλέον να δείχνει ένα συγκεκριμένο κτίριο ή σύνολο κτιρίων, μια στολή ή ένα σύνολο στολών, ως αντιπροσωπευτικά της «κυβέρνησής μας».
On the other hand, if the government did permit free competition in defense service, there would soon no longer be a central government over the territory. Defense agencies, police and judicial, would compete with one another in the same uncoerced manner as the producers of any other service on the market. The prices would be lower, the service more efficient. And, for the first and only time, the defense system would then be neutral in relation to the market. It would be neutral because it would be a part of the market itself! Defense service would at last be made fully marketable. No longer would anyone be able to point to one particular building or set of buildings, one uniform or set of uniforms, as representing “our government.”
Ενώ «η κυβέρνηση» θα έπαυε να υπάρχει, το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για ένα σύνταγμα ή για το κράτος δικαίου, τα οποία, πράγματι, θα αποκτούσαν στην ελεύθερη κοινωνία πολύ σημαντικότερη λειτουργία από όση έχουν σήμερα. Διότι οι ελεύθερα ανταγωνιζόμενοι δικαστικοί φορείς θα έπρεπε να καθοδηγούνται από ένα σώμα απόλυτου δικαίου, ώστε να μπορούν να διακρίνουν αντικειμενικά μεταξύ άμυνας και επίθεσης. Αυτό το δίκαιο, το οποίο θα ενσωμάτωνε εξειδικεύσεις της βασικής επιταγής υπεράσπισης του προσώπου και της περιουσίας από επιθετικές πράξεις, θα κωδικοποιούνταν στον βασικό νομικό κώδικα. Η αποτυχία καθιέρωσης ενός τέτοιου κώδικα δικαίου θα έτεινε να αποδιαρθρώσει την ελεύθερη αγορά, διότι τότε η άμυνα έναντι της επίθεσης δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί επαρκώς. Από την άλλη πλευρά, εκείνοι οι νεοτολστοϊκοί οπαδοί της μη αντίστασης που αρνούνται να χρησιμοποιήσουν βία ακόμη και για άμυνα δεν θα εξαναγκάζονταν οι ίδιοι σε οποιαδήποτε σχέση με τους φορείς προστασίας.
While “the government” would cease to exist, the same cannot be said for a constitution or a rule of law, which, in fact, would take on in the free society a far more important function than at present. For the freely competing judicial agencies would have to be guided by a body of absolute law to enable them to distinguish objectively between defense and invasion. This law, embodying elaborations upon the basic injunction to defend person and property from acts of invasion, would be codified in the basic legal code. Failure to establish such a code of law would tend to break down the free market, for then defense against invasion could not be adequately achieved. On the other hand, those neo-Tolstoyan nonresisters who refuse to employ violence even for defense would not themselves be forced into any relationship with the defense agencies.
Έτσι, αν ένα κράτος βασισμένο στην εκούσια φορολογία επιτρέψει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, το αποτέλεσμα θα είναι το αμιγώς ελεύθερο σύστημα αγοράς που σκιαγραφήθηκε στο κεφάλαιο 1 παραπάνω. Το προηγούμενο κράτος θα ήταν τώρα απλώς ένας ανταγωνιστικός φορέας προστασίας ανάμεσα σε πολλούς στην αγορά. Πράγματι, θα ανταγωνιζόταν υπό σοβαρό μειονέκτημα, καθώς θα είχε συγκροτηθεί βάσει της αρχής της «δημοκρατικής ψηφοφορίας». Εξεταζόμενη ως φαινόμενο της αγοράς, η «δημοκρατική ψηφοφορία» —μία ψήφος ανά πρόσωπο— είναι απλώς η μέθοδος του καταναλωτικού «συνεταιρισμού». Εμπειρικά, έχει αποδειχθεί επανειλημμένα ότι οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν να ανταγωνιστούν επιτυχώς τις μετοχικές εταιρείες, ιδίως όταν και οι δύο είναι ίσες ενώπιον του νόμου. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι οι συνεταιρισμοί προστασίας θα ήταν αποτελεσματικότεροι. Επομένως, μπορούμε να αναμένουμε ότι το παλαιό συνεταιριστικό κράτος θα «μαραζώσει» μέσω απώλειας πελατών στην αγορά, ενώ οι μετοχικοί —δηλαδή εταιρικοί— φορείς προστασίας θα καταστούν η επικρατούσα μορφή της αγοράς.189
Thus, if a government based on voluntary taxation permits free competition, the result will be the purely free-market system outlined in chapter 1 above. The previous government would now simply be one competing defense agency among many on the market. It would, in fact, be competing at a severe disadvantage, having been established on the principle of “democratic voting.” Looked at as a market phenomenon, “democratic voting” (one vote per person) is simply the method of the consumer “co-operative.” Empirically, it has been demonstrated time and again that co-operatives cannot compete successfully against stock-owned companies, especially when both are equal before the law. There is no reason to believe that co-operatives for defense would be any more efficient. Hence, we may expect the old co-operative government to “wither away” through loss of customers on the market, while joint-stock (i.e., corporate) defense agencies would become the prevailing market form.
← Κεφάλαιο 3. Τριγωνική ΠαρέμβασηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 5. Δυαδική Παρέμβαση: Κρατικές Δαπάνες →