Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 3. Τριγωνική Παρέμβαση

Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 2. Θεμελιώδεις αρχές της παρέμβασηςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 4. Δυαδική Παρέμβαση: Φορολογία →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.

Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 3. Τριγωνική Παρέμβαση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Chapter 3 — Triangular Intervention

1

Τριγωνική παρέμβαση, όπως αναφέραμε, έχουμε όταν ο εισβολέας εξαναγκάζει δύο ανθρώπους να πραγματοποιήσουν μια ανταλλαγή ή τους απαγορεύει να την πραγματοποιήσουν. Έτσι, ο παρεμβαίνων μπορεί να απαγορεύσει την πώληση ενός ορισμένου προϊόντος ή να απαγορεύσει την πώλησή του πάνω ή κάτω από μια ορισμένη τιμή. Μπορούμε, επομένως, να διαιρέσουμε την τριγωνική παρέμβαση σε δύο τύπους: τον έλεγχο τιμών, ο οποίος αφορά τους όρους μιας ανταλλαγής, και τον έλεγχο προϊόντων, ο οποίος αφορά τη φύση του προϊόντος ή του παραγωγού. Ο έλεγχος τιμών θα έχει επιπτώσεις στην παραγωγή και ο έλεγχος προϊόντων στις τιμές, αλλά οι δύο τύποι ελέγχου έχουν διαφορετικές επιδράσεις και μπορούν πρόσφορα να εξεταστούν χωριστά.

A TRIANGULAR INTERVENTION, AS WE have stated, occurs when the invader compels a pair of people to make an exchange or prohibits them from doing so. Thus, the intervener can prohibit the sale of a certain product or can prohibit a sale above or below a certain price. We can therefore divide triangular intervention into two types: price control, which deals with the terms of an exchange, and product control, which deals with the nature of the product or of the producer. Price control will have repercussions on production, and product control on prices, but the two types of control have different effects and can be conveniently separated.

2

1. Price Control

3

Ο παρεμβαίνων μπορεί να καθορίσει είτε μια κατώτατη τιμή, κάτω από την οποία δεν επιτρέπεται να πωλείται ένα προϊόν, είτε μια ανώτατη τιμή, πάνω από την οποία δεν επιτρέπεται να πωλείται. Μπορεί επίσης να επιβάλει την πώληση σε μια ορισμένη σταθερή τιμή. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος τιμών θα είναι είτε μη δεσμευτικός είτε δεσμευτικός. Θα είναι μη δεσμευτικός αν η ρύθμιση δεν επηρεάζει επί του παρόντος την τιμή της αγοράς. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι όλα τα αυτοκίνητα πωλούνται στην αγορά περίπου προς 100 ουγγιές χρυσού. Το κράτος εκδίδει ένα διάταγμα που απαγορεύει κάθε πώληση αυτοκινήτου κάτω από 20 ουγγιές χρυσού, με την απειλή άσκησης βίας εναντίον όλων των παραβατών. Αυτό το διάταγμα, στην παρούσα κατάσταση της αγοράς, είναι εντελώς μη δεσμευτικό και αμιγώς θεωρητικό, καθώς κανένα αυτοκίνητο δεν θα πωλούνταν κάτω από 20 ουγγιές. Ο έλεγχος τιμών δημιουργεί μόνο άνευ αντικειμένου θέσεις εργασίας για κρατικούς γραφειοκράτες.

The intervener may set either a minimum price below which a product cannot be sold, or a maximum price above which it cannot be sold. He can also compel a sale at a certain fixed price. In any event, the price control will either be ineffective or effective. It will be ineffective if the regulation has no current influence on the market price. Thus, suppose that automobiles are all selling at about 100 gold ounces on the market. The government issues a decree prohibiting all sales of autos below 20 gold ounces, on pain of violence inflicted on all violators. This decree is, in the present state of the market, completely ineffective and academic, since no cars would have sold below 20 ounces. The price control yields only irrelevant jobs for government bureaucrats.

4

Από την άλλη πλευρά, ο έλεγχος τιμών μπορεί να είναι δεσμευτικός, δηλαδή μπορεί να μεταβάλλει την τιμή σε σχέση με εκείνη που θα διαμορφωνόταν στην ελεύθερη αγορά. Έστω ότι το διάγραμμα του Σχήματος 1 απεικονίζει τις καμπύλες προσφοράς και ζήτησης του αγαθού, αντιστοίχως SS και DD.

On the other hand, the price control may be effective, i.e., it may change the price from what it would have been on the free market. Let the diagram in Figure 1 depict the supply and demand curves, respectively SS and DD, for the good.

5

ΣΧΗΜΑ 1. ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΑΝΩΤΑΤΗΣ ΤΙΜΗΣ

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

6

Η FP είναι η τιμή ισορροπίας που διαμορφώνεται στην αγορά. Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο παρεμβαίνων επιβάλλει ανώτατη τιμή 0C, πάνω από την οποία κάθε πώληση καθίσταται παράνομη. Στην καθορισμένη τιμή, η αγορά δεν εκκαθαρίζεται πλέον και η ζητούμενη ποσότητα υπερβαίνει την προσφερόμενη κατά την ποσότητα AB. Στην έλλειψη που ακολουθεί, οι καταναλωτές σπεύδουν να αγοράσουν αγαθά που δεν είναι διαθέσιμα σε αυτή την τιμή. Ορισμένοι αναγκάζονται να τα στερηθούν· άλλοι αναγκάζονται να καταφύγουν στην αγορά, η οποία επανεμφανίζεται ως «μαύρη» ή παράνομη, καταβάλλοντας παράλληλα προσαύξηση για τον κίνδυνο τιμωρίας που διατρέχουν πλέον οι πωλητές. Το κύριο χαρακτηριστικό μιας ανώτατης τιμής είναι η ουρά, το ατελείωτο «στήσιμο στην ουρά» για αγαθά που δεν επαρκούν για να εξυπηρετήσουν όσους βρίσκονται στο τέλος της. Κάθε λογής τεχνάσματα επινοούνται από ανθρώπους που προσπαθούν απεγνωσμένα να επιτύχουν την εκκαθάριση που εξασφάλιζε η αγορά. Οι συμφωνίες «κάτω από το τραπέζι», οι δωροδοκίες, η προνομιακή μεταχείριση παλαιών πελατών κ.λπ. αποτελούν αναπόφευκτα γνωρίσματα μιας αγοράς αλυσοδεμένης από την ανώτατη τιμή.23

FP is the equilibrium price set by the market. Now, let us assume that the intervener imposes a maximum control price 0C, above which any sale becomes illegal. At the control price, the market is no longer cleared, and the quantity demanded exceeds the quantity supplied by the amount AB. In the ensuing shortage, consumers rush to buy goods that are not available at the price. Some must do without; others must patronize the market, revived as “black” or illegal, while paying a premium for the risk of punishment that sellers now undergo. The chief characteristic of a price maximum is the queue, the endless “lining up” for goods that are not sufficient to supply the people at the rear of the line. All sorts of subterfuges are invented by people desperately seeking to arrive at the clearance provided by the market. “Under-the-table” deals, bribes, favoritism for older customers, etc., are inevitable features of a market shackled by the price maximum.

7

Πρέπει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν το απόθεμα ενός αγαθού παραμένει αμετάβλητο στο προβλεπτό μέλλον και η γραμμή προσφοράς είναι κατακόρυφη, αυτή η τεχνητή έλλειψη θα προκύψει και πάλι και θα ακολουθήσουν όλες αυτές οι συνέπειες. Όσο πιο «ελαστική» είναι η προσφορά, δηλαδή όσο περισσότεροι πόροι θα αποσυρθούν από την παραγωγή, τόσο εντονότερη θα είναι, ceteris paribus, η έλλειψη. Αν ο έλεγχος τιμών είναι «επιλεκτικός», δηλαδή επιβάλλεται σε ένα ή σε λίγα προϊόντα, η οικονομία δεν θα αποδιοργανωθεί τόσο καθολικά όσο υπό καθεστώς γενικών ανώτατων τιμών· η τεχνητή έλλειψη που δημιουργείται στον συγκεκριμένο κλάδο, όμως, θα είναι ακόμη εντονότερη, καθώς οι επιχειρηματίες και οι συντελεστές μπορούν να μετακινηθούν προς την παραγωγή και πώληση άλλων προϊόντων — κατά προτίμηση υποκατάστατων. Οι τιμές των υποκατάστατων θα αυξηθούν καθώς η «υπερβάλλουσα» ζήτηση θα διοχετεύεται προς αυτά. Υπό το πρίσμα αυτού του γεγονότος, η συνήθης κρατική αιτιολόγηση του επιλεκτικού ελέγχου τιμών —«πρέπει να επιβάλουμε ελέγχους σε αυτό το προϊόν όσο βρίσκεται σε έλλειψη»— αποδεικνύεται σχεδόν γελοίο σφάλμα. Διότι η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη: ο έλεγχος τιμών δημιουργεί τεχνητή έλλειψη του προϊόντος, η οποία συνεχίζεται όσο διατηρείται ο έλεγχος — και μάλιστα επιδεινώνεται διαρκώς καθώς οι πόροι εξακολουθούν να μετακινούνται προς άλλα προϊόντα.

It must be noted that, even if the stock of a good is frozen for the foreseeable future, and the supply line is vertical, this artificial shortage will still develop, and all these consequences ensue. The more “elastic” the supply, i.e., the more resources will shift out of production, the more aggravated, ceteris paribus, the shortage will be. If the price control is “selective,” i.e., is imposed on one or a few products, the economy will not be as universally dislocated as under general maxima, but the artificial shortage created in the particular line will be even more pronounced, since entrepreneurs and factors can shift to the production and sale of other products (preferably substitutes). The prices of the substitutes will go up as the “excess” demand is channeled off in their direction. In the light of this fact, the typical government reason for selective price control—“we must impose controls on this product as long as it is in short supply”—is revealed to be an almost ludicrous error. For the truth is precisely the reverse: price control creates an artificial shortage of the product, which continues as long as the control is in existence—in fact, becomes ever worse as resources continue to shift to other products.

8

Προτού διερευνήσουμε περαιτέρω τις επιπτώσεις των γενικών ανώτατων τιμών, ας αναλύσουμε τις συνέπειες του καθορισμού κατώτατης τιμής, δηλαδή της επιβολής μιας τιμής υψηλότερης από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Αυτό μπορεί να απεικονιστεί όπως στο Σχήμα 2.

Before investigating further the effects of general price maxima, let us analyze the consequences of a minimum price control, i.e., the imposition of a price above the free-market price. This may be depicted as in Figure 2.

9

Οι DD και SS είναι οι καμπύλες ζήτησης και προσφοράς, αντιστοίχως. Η 0C είναι η καθορισμένη τιμή και η FP η τιμή ισορροπίας της αγοράς. Στην 0C, η ζητούμενη ποσότητα υπολείπεται της προσφερόμενης κατά την ποσότητα AB. Έτσι, ενώ η επίπτωση μιας ανώτατης τιμής είναι η δημιουργία τεχνητής έλλειψης, μια κατώτατη τιμή δημιουργεί τεχνητό απούλητο πλεόνασμα. Το AB είναι το απούλητο πλεόνασμα. Το απούλητο πλεόνασμα υπάρχει ακόμη και αν η γραμμή SS είναι κατακόρυφη, αλλά μια πιο ελαστική προσφορά θα επιτείνει, ceteris paribus, το πλεόνασμα. Για άλλη μια φορά, η αγορά δεν εκκαθαρίζεται. Η τεχνητά υψηλή τιμή προσελκύει πόρους στον κλάδο, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνει τη ζήτηση των αγοραστών. Υπό καθεστώς επιλεκτικού ελέγχου τιμών, οι πόροι θα εγκαταλείψουν άλλους τομείς, στους οποίους εξυπηρετούν καλύτερα τους κατόχους τους και τους καταναλωτές, και θα μεταφερθούν σε αυτόν τον κλάδο, όπου θα παράγουν υπερβολικά και, ως αποτέλεσμα, θα υποστούν ζημίες.

DD and SS are the demand and supply curves respectively. 0C is the control price and FP the market equilibrium price. At 0C, the quantity demanded is less than the quantity supplied, by the amount AB. Thus, while the effect of a maximum price is to create an artificial shortage, a minimum price creates an artificial unsold surplus. AB is the unsold surplus. The unsold surplus exists even if the SS line is vertical, but a more elastic supply will, ceteris paribus, aggravate the surplus. Once again, the market is not cleared. The artificially high price attracts resources into the field, while, at the same time, it discourages buyer demand. Under selective price control, resources will leave other fields where they serve their owners and the consumers better, and transfer to this field, where they overproduce and suffer losses as a result.

10

ΣΧΗΜΑ 2. ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΚΑΤΩΤΑΤΗΣ ΤΙΜΗΣ

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

11

Αυτό δείχνει πώς η παρέμβαση, αλλοιώνοντας τη λειτουργία της αγοράς, προκαλεί επιχειρηματικές ζημίες. Οι επιχειρηματίες ενεργούν με βάση ορισμένα κριτήρια —τιμές, επιτόκια κ.λπ.— που διαμορφώνονται από την ελεύθερη αγορά. Η παρεμβατική αλλοίωση αυτών των κριτηρίων καταστρέφει την προσαρμογή και προκαλεί ζημίες, καθώς και εσφαλμένη κατανομή των πόρων ως προς την ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών.

This illustrates how intervention, by tampering with the market, causes entrepreneurial losses. Entrepreneurs operate on the basis of certain criteria: prices, interest rates, etc., established by the free market. Interventionary tampering with these criteria destroys the adjustment and brings about losses, as well as misallocation of resources in satisfying consumer wants.

12

Οι γενικές, καθολικές ανώτατες τιμές αποδιοργανώνουν ολόκληρη την οικονομία και στερούν από τους καταναλωτές τη δυνατότητα να απολαμβάνουν υποκατάστατα. Οι γενικές ανώτατες τιμές επιβάλλονται συνήθως με διακηρυγμένο σκοπό την «αποτροπή του πληθωρισμού» — πάντοτε ενώ το κράτος αυξάνει σημαντικά την προσφορά χρήματος. Οι καθολικές ανώτατες τιμές ισοδυναμούν με επιβολή κατώτατου ορίου στην αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας, την PPM (βλ. Σχήμα 3).

General, overall price maxima dislocate the entire economy and deny the consumers the enjoyment of substitutes. General price maxima are usually imposed for the announced purpose of “preventing inflation”—invariably while the government is inflating the money supply by a large amount. Overall price maxima are equivalent to imposing a minimum on the purchasing power of the money unit, the PPM (see Figure 3).

13

ΣΧΗΜΑ 3. ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΤΙΜΩΝ

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

14

Το 0F είναι το απόθεμα χρήματος στην κοινωνία· η Dm Dm είναι η κοινωνική ζήτηση χρήματος· η FP είναι η PPM ισορροπίας —η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας— που διαμορφώνεται στην αγορά. Η επιβολή ελάχιστης PPM πάνω από εκείνη της αγοράς, στο 0C, βλάπτει τον «μηχανισμό» εκκαθάρισης της αγοράς. Στο 0C, το απόθεμα χρήματος υπερβαίνει τη ζητούμενη ποσότητα χρήματος. Ως αποτέλεσμα, οι άνθρωποι κατέχουν μια ποσότητα χρήματος GH ως «απούλητο πλεόνασμα». Προσπαθούν να πωλήσουν τα χρήματά τους αγοράζοντας αγαθά, αλλά δεν μπορούν. Τα χρήματά τους έχουν τεθεί σε νάρκη. Στον βαθμό που επιβάλλεται στην πράξη η κρατική καθολική ανώτατη τιμή, ένα μέρος των χρημάτων των ανθρώπων καθίσταται άχρηστο, διότι δεν μπορεί να ανταλλαγεί. Ακολουθεί όμως αναπόφευκτα ένας φρενήρης αγώνας, καθώς καθένας ελπίζει ότι τα δικά του χρήματα θα μπορέσουν να χρησιμοποιηθούν.24 Η ευνοιοκρατία, οι ουρές, οι δωροδοκίες κ.λπ. αναπόφευκτα αφθονούν, όπως και η ισχυρή πίεση για να προσφέρει η «μαύρη» αγορά —δηλαδή η αγορά— διέξοδο στο πλεονάζον χρήμα.

0F is the money stock in the society; DmDm the social demand for money; FP is the equilibrium PPM (purchasing power of the monetary unit) set by the market. An imposed minimum PPM above the market (0C) impairs the clearing “mechanism” of the market. At 0C the money stock exceeds the money demanded. As a result, the people possess a quantity of money GH in “unsold surplus.” They try to sell their money by buying goods, but they cannot. Their money is anesthetized. To the extent that a government’s overall price maximum is upheld, a part of the people’s money becomes useless, for it cannot be exchanged. But a mad scramble inevitably takes place, with each one hoping that his money can be used. Favoritism, lining up, bribes, etc., inevitably abound, as well as great pressure for the “black” market (i.e., the market) to provide a channel for the surplus money.

15

Μια γενική κατώτατη τιμή ισοδυναμεί με επιβολή ανώτατου ορίου στην PPM. Αυτό δημιουργεί μια ανικανοποίητη, υπερβάλλουσα ζήτηση χρήματος πέρα από το διαθέσιμο απόθεμα χρήματος — συγκεκριμένα, υπό τη μορφή απούλητων αποθεμάτων αγαθών σε κάθε κλάδο.

A general price minimum is equivalent to a maximum control on the PPM. This sets up an unsatisfied, excess demand for money over the stock of money available—specifically, in the form of unsold stocks of goods in every field.

16

Οι αρχές του ελέγχου ανώτατων και κατώτατων τιμών εφαρμόζονται σε όλες τις τιμές, όποιες και αν είναι: καταναλωτικών αγαθών, κεφαλαιουχικών αγαθών, γης ή υπηρεσιών εργασίας ή στην «τιμή» του χρήματος σε όρους άλλων αγαθών. Εφαρμόζονται, για παράδειγμα, στους νόμους περί κατώτατου μισθού. Όταν ένας νόμος περί κατώτατου μισθού είναι δεσμευτικός, δηλαδή όταν επιβάλλει μισθό υψηλότερο από την αγοραία αξία ενός τύπου εργασίας —υψηλότερο από το προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας του εργαζομένου—, η προσφορά υπηρεσιών εργασίας υπερβαίνει τη ζήτηση και αυτό το «απούλητο πλεόνασμα» υπηρεσιών εργασίας σημαίνει ακούσια μαζική ανεργία. Οι επιλεκτικοί, σε αντιδιαστολή προς τους γενικούς, κατώτατοι μισθοί δημιουργούν ανεργία σε συγκεκριμένους κλάδους και τείνουν να διαιωνίζουν αυτές τις εστίες, προσελκύοντας εργασία προς τις υψηλότερες αμοιβές. Η εργασία εξαναγκάζεται τελικά να στραφεί σε χαμηλότερα αμειβόμενες και λιγότερο παραγωγικές σε όρους αξίας δραστηριότητες. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο είτε ο δεσμευτικός κατώτατος μισθός επιβάλλεται από το κράτος είτε από ένα εργατικό συνδικάτο.

The principles of maximum and minimum price control apply to all prices, whatever they may be: consumer goods, capital goods, land or labor services, or the “price” of money in terms of other goods. They apply, for example, to minimum wage laws. When a minimum wage law is effective, i.e., where it imposes a wage above the market value of a type of labor (above the laborer’s discounted marginal value product), the supply of labor services exceeds the demand, and this “unsold surplus” of labor services means involuntary mass unemployment. Selective, as opposed to general, minimum wage rates create unemployment in particular industries and tend to perpetuate these pockets by attracting labor to the higher rates. Labor is eventually forced to enter less remunerative, less value-productive lines. The result is the same whether the effective minimum wage is imposed by the State or by a labor union.

17

Η ανάλυσή μας για τις επιπτώσεις του ελέγχου τιμών εφαρμόζεται επίσης, όπως κατέδειξε με λαμπρό τρόπο ο Mises, στον έλεγχο της τιμής —της «συναλλαγματικής ισοτιμίας»— ενός χρήματος σε όρους κάποιου άλλου.25 Αυτό είχε γίνει εν μέρει αντιληπτό στον νόμο του Gresham, αλλά λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο νόμος αποτελεί απλώς ειδική περίπτωση του γενικού νόμου για την επίδραση των ελέγχων τιμών. Ίσως αυτή η αδυναμία κατανόησης να οφείλεται στην παραπλανητική διατύπωση του νόμου του Gresham, ο οποίος συνήθως διατυπώνεται ως εξής: «Το κακό χρήμα εκτοπίζει το καλό χρήμα από την κυκλοφορία». Αν ληφθεί κατά γράμμα, πρόκειται για ένα παράδοξο που παραβιάζει τον γενικό κανόνα της αγοράς ότι οι καλύτερες μέθοδοι ικανοποίησης των καταναλωτών τείνουν να επικρατούν έναντι των χειρότερων. Ακόμη και όσοι γενικά τάσσονται υπέρ της ελεύθερης αγοράς έχουν χρησιμοποιήσει αυτή τη διατύπωση για να δικαιολογήσουν ένα κρατικό μονοπώλιο στην κοπή χρυσών και αργυρών νομισμάτων. Στην πραγματικότητα, ο νόμος του Gresham θα έπρεπε να διατυπώνεται ως εξής: «Το χρήμα που υπερτιμάται από το κράτος θα εκτοπίζει από την κυκλοφορία το χρήμα που υποτιμάται από το κράτος». Όποτε το κράτος καθορίζει αυθαίρετη αξία ή τιμή για ένα χρήμα σε όρους κάποιου άλλου, θεσπίζει κατ’ αυτόν τον τρόπο δεσμευτικό έλεγχο κατώτατης τιμής για το ένα χρήμα και έλεγχο ανώτατης τιμής για το άλλο, με τις «τιμές» να εκφράζονται αμοιβαία σε όρους του άλλου χρήματος. Αυτή, για παράδειγμα, ήταν η ουσία του διμεταλλισμού. Υπό καθεστώς διμεταλλισμού, μια χώρα αναγνώριζε τον χρυσό και τον άργυρο ως χρήματα, αλλά καθόριζε μια αυθαίρετη τιμή, ή σχέση ανταλλαγής, μεταξύ τους. Όταν αυτή η αυθαίρετη τιμή διέφερε, όπως αναπόφευκτα θα συνέβαινε, από την τιμή της ελεύθερης αγοράς —και μια τέτοια απόκλιση γινόταν ολοένα πιθανότερη καθώς περνούσε ο χρόνος και η τιμή της ελεύθερης αγοράς μεταβαλλόταν, ενώ η αυθαίρετη κρατική τιμή παρέμενε η ίδια—, το ένα χρήμα υπερτιμούνταν και το άλλο υποτιμούνταν από το κράτος. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια χώρα χρησιμοποιούσε τον χρυσό και τον άργυρο ως χρήματα και ότι το κράτος καθόριζε τη μεταξύ τους αναλογία σε 16 ουγγιές αργύρου προς μία ουγγιά χρυσού. Η αγοραία αναλογία, η οποία ίσως ήταν 16 : 1 κατά τον χρόνο επιβολής του ελέγχου τιμών, μεταβάλλεται κατόπιν σε 15 : 1. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Ο άργυρος υποτιμάται πλέον αυθαίρετα από το κράτος και ο χρυσός υπερτιμάται αυθαίρετα. Με άλλα λόγια, ο άργυρος επιβάλλεται να είναι φθηνότερος από όσο είναι πραγματικά στην αγορά σε όρους χρυσού, και ο χρυσός επιβάλλεται να είναι ακριβότερος από όσο είναι πραγματικά σε όρους αργύρου. Το κράτος έχει επιβάλει ανώτατη τιμή στον άργυρο και κατώτατη τιμή στον χρυσό, εκφρασμένες αμοιβαία σε όρους του άλλου μετάλλου.

Our analysis of the effects of price control applies also, as Mises has brilliantly shown, to control over the price (“exchange rate”) of one money in terms of another. This was partially seen in Gresham’s Law, but few have realized that this Law is merely a specific case of the general law of the effect of price controls. Perhaps this failure is due to the misleading formulation of Gresham’s Law, which is usually phrased: “Bad money drives good money out of circulation.” Taken at its face value, this is a paradox that violates the general rule of the market that the best methods of satisfying consumers tend to win out over the poorer. Even those who generally favor the free market have used this phrasing to justify a State monopoly over the coinage of gold and silver. Actually, Gresham’s Law should read: “Money overvalued by the State will drive money undervalued by the State out of circulation.” Whenever the State sets an arbitrary value or price on one money in terms of another, it thereby establishes an effective minimum price control on one money and a maximum price control on the other, the “prices” being in terms of each other. This, for example, was the essence of bimetallism. Under bimetallism, a nation recognized gold and silver as moneys, but set an arbitrary price, or exchange ratio, between them. When this arbitrary price differed, as it was bound to do, from the free-market price (and such a discrepancy became ever more likely as time passed and the free-market price changed, while the government’s arbitrary price remained the same), one money became overvalued and the other undervalued by the government. Thus, suppose that a country used gold and silver as money, and the government set the ratio between them at 16 ounces of silver to one ounce of gold. The market price, perhaps 16:1 at the time of the price control, then changes to 15:1. What is the result? Silver is now being arbitrarily undervalued by the government, and gold arbitrarily overvalued. In other words, silver is forced to be cheaper than it really is in terms of gold on the market, and gold is forced to be more expensive than it really is in terms of silver. The government has imposed a maximum price on silver and a minimum price on gold, in terms of each other.

18

Ακολουθούν τώρα οι ίδιες συνέπειες όπως σε κάθε δεσμευτικό έλεγχο τιμών. Με ανώτατη τιμή στον άργυρο και κατώτατη τιμή στον χρυσό, η ζήτηση αργύρου έναντι χρυσού υπερβαίνει τη ζήτηση χρυσού έναντι αργύρου. Ο χρυσός αναζητεί μάταια άργυρο για να ανταλλαγεί, παραμένοντας ως απούλητο πλεόνασμα, ενώ ο άργυρος καθίσταται δυσεύρετος και εξαφανίζεται από την κυκλοφορία. Ο άργυρος μεταφέρεται σε άλλη χώρα ή περιοχή, όπου μπορεί να ανταλλαγεί στην τιμή της ελεύθερης αγοράς, ενώ ο χρυσός, με τη σειρά του, εισρέει στη χώρα. Αν ο διμεταλλισμός είναι παγκόσμιος, τότε ο άργυρος εξαφανίζεται στη «μαύρη» αγορά και οι επίσημες ή φανερές ανταλλαγές πραγματοποιούνται μόνο με χρυσό. Καμία χώρα, επομένως, δεν μπορεί να διατηρήσει στην πράξη ένα διμεταλλικό σύστημα, επειδή το ένα χρήμα θα είναι πάντοτε υποτιμημένο ή υπερτιμημένο σε όρους του άλλου. Το υπερτιμημένο θα εκτοπίζει πάντοτε το υποτιμημένο από την κυκλοφορία.

The same consequences now follow as from any effective price control. With a maximum price on silver (and a minimum price on gold), the gold demand for silver in exchange exceeds the silver demand for gold. Gold goes begging for silver in unsold surplus, while silver becomes scarce and disappears from circulation. Silver disappears to another country or area where it can be exchanged at the free-market price, and gold, in turn, flows into the country. If the bimetallism is worldwide, then silver disappears into the “black” market, and official or open exchanges are made only with gold. No country, therefore, can maintain a bimetallic system in practice, because one money will always be under- or overvalued in terms of the other. The overvalued will always displace the undervalued from circulation.

19

Είναι δυνατόν, με κρατικό διάταγμα, να πραγματοποιηθεί μετάβαση από μεταλλικό χρήμα σε χαρτονόμισμα αναγκαστικής κυκλοφορίας. Στην πράξη, σχεδόν κάθε κράτος του κόσμου το έχει κάνει. Ως αποτέλεσμα, κάθε χώρα έχει φορτωθεί το δικό της χρήμα. Στην ελεύθερη αγορά, κάθε χρήμα αναγκαστικής κυκλοφορίας θα τείνει να ανταλλάσσεται με κάποιο άλλο σύμφωνα με τις διακυμάνσεις των αντίστοιχων ισοτιμιών αγοραστικής δύναμης. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι η κυβέρνηση του Νομίσματος Χ επιβάλλει μια αυθαίρετη αξιολόγηση στη συναλλαγματική του ισοτιμία με το Νόμισμα Υ. Έστω, λοιπόν, ότι πέντε μονάδες Χ ανταλλάσσονται με μία μονάδα Υ στην ελεύθερη αγορά. Ας υποθέσουμε τώρα ότι η Χώρα Χ υπερτιμά τεχνητά το νόμισμά της και καθορίζει σταθερή ισοτιμία τριών μονάδων Χ προς μία μονάδα Υ. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Έχει καθοριστεί κατώτατη τιμή για το Χ σε όρους Υ και ανώτατη τιμή για το Υ σε όρους Χ. Κατά συνέπεια, όλοι σπεύδουν να ανταλλάξουν Χ με Υ σε αυτή τη χαμηλή τιμή του Υ και, έτσι, να κερδίσουν στην αγορά. Υπάρχει υπερβάλλουσα ζήτηση Υ σε όρους Χ και πλεόνασμα Χ σε σχέση με το Υ. Εδώ βρίσκεται η εξήγηση της υποτιθέμενης μυστηριώδους «έλλειψης δολαρίων» που ταλαιπώρησε την Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υπερτίμησαν τα εθνικά τους νομίσματα σε όρους αμερικανικών δολαρίων. Ως συνέπεια του ελέγχου τιμών, τα δολάρια κατέστησαν δυσεύρετα έναντι των ευρωπαϊκών νομισμάτων, ενώ τα τελευταία μετατράπηκαν σε πλεόνασμα που αναζητούσε δολάρια χωρίς να τα βρίσκει.

It is possible to move, by government decree, from a specie money to a fiat paper currency. In effect, almost every government of the world has done so. As a result, each country has been saddled with its own money. In a free market, each fiat money will tend to exchange for another according to the fluctuations in their respective purchasing-power parities. Suppose, however, that Currency X has an arbitrary valuation placed by its government on its exchange rate with Currency Y. Thus, suppose five units of X exchange for one unit of Y on the free market. Now suppose that Country X artificially overvalues its currency and sets a fixed exchange rate of three X’s to one Y. What is the result? A minimum price has been set on X’s in terms of Y, and a maximum price on Y’s in terms of X. Consequently, everyone scrambles to exchange X’s for Y’s at this cheap price for Y and thus profit on the market. There is an excess demand for Y in terms of X, and a surplus of X in relation to Y. Here is the explanation of that supposedly mysterious “dollar shortage” that plagued Europe after World War II. The European governments all overvalued their national currencies in terms of American dollars. As a consequence of the price control, dollars became short in terms of European currency, and the latter became a glut looking for dollars without finding them.

20

Ένα άλλο παράδειγμα ελέγχου τιμών στις χρηματικές αναλογίες εμφανίζεται στο παλαιό πρόβλημα των νέων έναντι των φθαρμένων νομισμάτων. Αναπτύχθηκε η συνήθεια να σφραγίζονται τα νομίσματα με κάποια ονομασία που δήλωνε το βάρος τους σε νομισματικό μέταλλο, εκφρασμένο σε κάποια μονάδα βάρους. Τελικά, για να «απλοποιήσουν» τα πράγματα, τα κράτη άρχισαν να διατάσσουν ότι τα φθαρμένα νομίσματα είναι ίσα σε αξία με τα νεόκοπα νομίσματα της ίδιας ονομαστικής αξίας.26 Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ένα αργυρό νόμισμα 20 ουγγιών κηρύχθηκε ίσο σε αξία με ένα φθαρμένο νόμισμα που πλέον ζύγιζε 18 ουγγιές. Ακολούθησε η αναπόφευκτη επίπτωση του ελέγχου τιμών. Το κράτος είχε υποτιμήσει αυθαίρετα τα νέα νομίσματα και υπερτιμήσει τα παλαιά. Τα νέα νομίσματα ήταν υπερβολικά φθηνά και τα παλαιά υπερβολικά ακριβά. Ως αποτέλεσμα, τα νέα νομίσματα εξαφανίστηκαν αμέσως από την κυκλοφορία, είτε για να μεταφερθούν στο εξωτερικό είτε για να παραμείνουν κρυμμένα στο εσωτερικό· και τα παλαιά, φθαρμένα νομίσματα εισέρρευσαν μαζικά. Αυτό αποδείχθηκε αποθαρρυντικό για τα κρατικά νομισματοκοπεία, τα οποία δεν μπορούσαν να διατηρήσουν νομίσματα στην κυκλοφορία, όσα και αν έκοβαν.27

Another example of money-ratio price control is seen in the ancient problem of new versus worn coins. There grew up the custom of stamping coins with some name designating their weight in specie in terms of some unit of weight. Eventually, to “simplify” matters, governments began to decree worn coins to be equal in value to newly minted coins of the same denomination. Thus, suppose that a 20-ounce silver coin was declared equal in value to a worn-out coin now weighing 18 ounces. What ensued was the inevitable effect of price control. The government had arbitrarily undervalued new coins and overvalued old ones. New coins were far too cheap, and old ones too expensive. As a result, the new coins promptly disappeared from circulation, to flow abroad or to remain under cover at home; and the old worn coins flooded in. This proved discouraging for the State mints, which could not keep coins in circulation, no matter how many they minted.

21

Οι εντυπωσιακές επιπτώσεις του νόμου του Gresham οφείλονται εν μέρει σε έναν τύπο παρέμβασης που έχει υιοθετήσει σχεδόν κάθε κράτος: στους νόμους περί νόμιμου μέσου πληρωμής. Σε κάθε χρονική στιγμή υπάρχει στην κοινωνία πλήθος ανεξόφλητων συμβάσεων χρέους, οι οποίες αντιπροσωπεύουν πιστωτικές συναλλαγές που άρχισαν στο παρελθόν και έχουν προγραμματιστεί να ολοκληρωθούν στο μέλλον. Είναι ευθύνη των δικαστικών φορέων να επιβάλλουν την τήρηση αυτών των συμβάσεων. Από αμέλεια αναπτύχθηκε η πρακτική να ορίζεται στη σύμβαση ότι η πληρωμή θα γίνει σε «χρήμα», χωρίς να προσδιορίζεται ποιο χρήμα. Τα κράτη θέσπισαν τότε νόμους περί νόμιμου μέσου πληρωμής, καθορίζοντας αυθαίρετα τι εννοείται ως «χρήμα», ακόμη και όταν οι ίδιοι οι πιστωτές και οι οφειλέτες θα ήταν πρόθυμοι να συμφωνήσουν σε κάτι άλλο. Όταν το κράτος ορίζει ως χρήμα κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχουν κατά νου τα μέρη μιας συναλλαγής, έχει συντελεστεί παρέμβαση και οι επιπτώσεις του νόμου του Gresham θα αρχίσουν να εμφανίζονται. Συγκεκριμένα, ας υποθέσουμε ότι υπάρχει το διμεταλλικό σύστημα που αναφέρθηκε παραπάνω. Όταν συνάφθηκαν αρχικά οι συμβάσεις, ο χρυσός άξιζε 16 ουγγιές αργύρου· τώρα αξίζει μόνο 15. Ωστόσο, οι νόμοι περί νόμιμου μέσου πληρωμής ορίζουν το «χρήμα» με ισοδυναμία 16 : 1. Ως αποτέλεσμα αυτών των νόμων, όλοι εξοφλούν όλα τα χρέη τους με τον υπερτιμημένο χρυσό. Οι νόμοι περί νόμιμου μέσου πληρωμής ενισχύουν τις συνέπειες του ελέγχου των συναλλαγματικών ισοτιμιών, και οι οφειλέτες έχουν αποκτήσει προνόμιο εις βάρος των πιστωτών τους.28

The striking effects of Gresham’s Law are partly due to a type of intervention adopted by almost every government—legal-tender laws. At any time in society there is a mass of unpaid debt contracts outstanding, representing credit transactions begun in the past and scheduled to be completed in the future. It is the responsibility of judicial agencies to enforce these contracts. Through laxity, the practice developed of stipulating in the contract that payment will be made in “money” without specifying which money. Governments then passed legal-tender laws, arbitrarily designating what is meant by “money” even when the creditors and debtors themselves would be willing to settle on something else. When the State decrees as money something other than what the parties to a transaction have in mind, an intervention has taken place, and the effects of Gresham’s Law will begin to appear. Specifically, assume the existence of the bimetallic system mentioned above. When contracts were originally made, gold was worth 16 ounces of silver; now it is worth only 15. Yet the legal-tender laws specify “money” as being an equivalent of 16:1. As a result of these laws, everyone pays all his debts in the overvalued gold. Legal-tender laws reinforce the consequences of exchange-rate control, and the debtors have gained a privilege at the expense of their creditors.

22

Οι νόμοι κατά της τοκογλυφίας αποτελούν άλλη μια μορφή ελέγχου τιμών που παρεμβαίνει στη λειτουργία της αγοράς. Οι νόμοι αυτοί θέτουν νόμιμα ανώτατα όρια στα επιτόκια, απαγορεύοντας κάθε δανειακή συναλλαγή με υψηλότερο επιτόκιο. Το ποσό και η αναλογία της αποταμίευσης, καθώς και το επιτόκιο της αγοράς, καθορίζονται κατά βάση από τα ποσοστά χρονικής προτίμησης των ατόμων. Ένας δεσμευτικός νόμος κατά της τοκογλυφίας δρα όπως τα άλλα ανώτατα όρια: προκαλεί έλλειψη της υπηρεσίας. Διότι οι χρονικές προτιμήσεις — και επομένως το «φυσικό» επιτόκιο— παραμένουν ίδιες. Το γεγονός ότι αυτό το επιτόκιο είναι πλέον παράνομο σημαίνει ότι οι οριακοί αποταμιευτές —εκείνοι των οποίων οι χρονικές προτιμήσεις ήταν υψηλότερες— παύουν τώρα να αποταμιεύουν, και η ποσότητα της αποταμίευσης και των επενδύσεων στην οικονομία μειώνεται. Αυτό οδηγεί σε χαμηλότερη παραγωγικότητα και χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο στο μέλλον. Ορισμένοι παύουν να αποταμιεύουν· άλλοι προχωρούν ακόμη και σε αρνητική αποταμίευση και αναλώνουν το κεφάλαιό τους. Η έκταση αυτού του φαινομένου εξαρτάται από το πόσο δεσμευτικοί είναι οι νόμοι κατά της τοκογλυφίας, δηλαδή από το πόσο παρεμποδίζουν και στρεβλώνουν τις εκούσιες σχέσεις της αγοράς.

Usury laws are another form of price control tinkering with the market. These laws place legal maxima on interest rates, outlawing any lending transactions at a higher rate. The amount and proportion of saving and the market rate of interest are basically determined by the time-preference rates of individuals. An effective usury law acts like other maxima—to induce a shortage of the service. For time preferences—and therefore the “natural” interest rate—remain the same. The fact that this interest rate is now illegal means that the marginal savers—those whose time preferences were highest—now stop saving, and the quantity of saving and investing in the economy declines. This results in lower productivity and lower standards of living in the future. Some people stop saving; others even dissave and consume their capital. The extent to which this happens depends on how effective the usury laws are, i.e., how far they hamper and distort voluntary market relations.

23

Οι νόμοι κατά της τοκογλυφίας αποβλέπουν, τουλάχιστον φαινομενικά, στην υποβοήθηση του δανειολήπτη, ιδίως του πιο επισφαλούς, ο οποίος «αναγκάζεται» να πληρώνει υψηλά επιτόκια για να αντισταθμιστεί ο πρόσθετος κίνδυνος. Ωστόσο, ακριβώς αυτοί οι δανειολήπτες πλήττονται περισσότερο από τους νόμους κατά της τοκογλυφίας. Αν το νόμιμο ανώτατο όριο δεν είναι υπερβολικά χαμηλό, δεν θα υπάρξει σοβαρή μείωση της συνολικής αποταμίευσης. Αλλά το ανώτατο όριο βρίσκεται κάτω από το επιτόκιο της αγοράς για τους πιο επισφαλείς δανειολήπτες —όπου η επιχειρηματική συνιστώσα του τόκου είναι υψηλότερη— και, επομένως, αυτοί στερούνται κάθε δυνατότητας πίστωσης. Όταν ο τόκος συμφωνείται εκουσίως, ο δανειστής θα μπορεί να χρεώνει πολύ υψηλά επιτόκια για τα δάνειά του και, έτσι, οποιοσδήποτε θα μπορεί να δανειστεί αν πληρώσει το τίμημα. Όταν ο τόκος ελέγχεται, πολλοί επίδοξοι δανειολήπτες στερούνται εντελώς την πίστη.29

Usury laws are designed, at least ostensibly, to help the borrower, particularly the most risky borrower, who is “forced” to pay high interest rates to compensate for the added risk. Yet it is precisely these borrowers who are most hurt by usury laws. If the legal maximum is not too low, there will not be a serious decline in aggregate savings. But the maximum is below the market rate for the most risky borrowers (where the entrepreneurial component of interest is highest), and hence they are deprived of all credit facilities. When interest is voluntary, the lender will be able to charge very high interest rates for his loans, and thus anyone will be able to borrow if he pays the price. Where interest is controlled, many would-be borrowers are deprived of credit altogether.

24

Οι νόμοι κατά της τοκογλυφίας όχι μόνο μειώνουν τις διαθέσιμες αποταμιεύσεις για δανεισμό και επένδυση, αλλά δημιουργούν και τεχνητή «έλλειψη» πίστωσης, μια διαρκή κατάσταση κατά την οποία υπάρχει υπερβάλλουσα ζήτηση πίστωσης στο νόμιμο επιτόκιο. Αντί να κατευθύνεται προς τους ικανότερους και αποδοτικότερους, η πίστη θα πρέπει, επομένως, να «κατανέμεται με δελτίο» από τους δανειστές με κάποιον τεχνητό και οικονομικά ανορθολογικό τρόπο.

Usury laws not only diminish savings available for lending and investment, but create an artificial “shortage” of credit, a perpetual condition where there is an excessive demand for credit at the legal rate. Instead of going to those most able and efficient, the credit will therefore have to be “rationed” by the lenders in some artificial and uneconomic way.

25

Μολονότι τα κράτη έχουν σπανίως επιβάλει κατώτατα επιτόκια, η επίπτωσή τους είναι παρόμοια με εκείνη του ελέγχου ανώτατου επιτοκίου. Διότι, όποτε μειώνονται οι χρονικές προτιμήσεις και το φυσικό επιτόκιο, αυτή η κατάσταση αντανακλάται σε αυξημένη αποταμίευση και επένδυση. Όταν όμως το κράτος επιβάλλει νόμιμο κατώτατο όριο, το επιτόκιο δεν μπορεί να μειωθεί και οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν να πραγματοποιήσουν τις αυξημένες επενδύσεις τους, οι οποίες θα ανέβαζαν μέσω πλειοδοσίας τις τιμές των συντελεστών. Τα κατώτατα επιτόκια, επομένως, ανακόπτουν επίσης την οικονομική ανάπτυξη και εμποδίζουν την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Οι οριακοί δανειολήπτες θα εξαναγκάζονταν επίσης να εξέλθουν από την αγορά και θα στερούνταν πίστωση.

Although there have rarely been minimum interest rates imposed by government, their effect is similar to that of maximum rate control. For whenever time preferences and the natural interest rate fall, this condition is reflected in increased savings and investment. But when the government imposes a legal minimum, the interest rate cannot fall, and the people will not be able to carry through their increased investment, which would bid up factor prices. Minimum interest rates, therefore, also stunt economic development and impede a rise in living standards. Marginal borrowers would likewise be forced out of the market and deprived of credit.

26

Στον βαθμό που η αγορά επανεπιβάλλεται παρανόμως, το επιτόκιο του δανείου θα είναι υψηλότερο ώστε να αντισταθμίζεται ο πρόσθετος κίνδυνος σύλληψης βάσει των νόμων κατά της τοκογλυφίας.

To the extent that the market illegally reasserts itself, the interest rate on the loan will be higher to compensate for the extra risk of arrest under usury laws.

27

Ας συνοψίσουμε την ανάλυσή μας για τις επιπτώσεις του ελέγχου τιμών: άμεσα, η χρησιμότητα τουλάχιστον μιας ομάδας συναλλασσομένων θα πληγεί από τον έλεγχο. Η περαιτέρω ανάλυση αποκαλύπτει ότι οι αφανείς, αλλά εξίσου βέβαιες, επιπτώσεις βλάπτουν σημαντικό αριθμό ανθρώπων που πίστευαν ότι θα αποκόμιζαν όφελος χρησιμότητας από τους επιβαλλόμενους ελέγχους. Ο διακηρυγμένος σκοπός του καθορισμού ανώτατης τιμής είναι να ωφελήσει τον καταναλωτή, εξασφαλίζοντάς του το αγαθό σε χαμηλότερη τιμή· το αντικειμενικό αποτέλεσμα, όμως, είναι να εμποδίσει πολλούς καταναλωτές να αποκτήσουν το αγαθό καθόλου. Ο διακηρυγμένος σκοπός του καθορισμού κατώτατης τιμής είναι να εξασφαλίσει υψηλότερες τιμές στους πωλητές· η επίπτωση, όμως, θα είναι να εμποδίσει πολλούς πωλητές να πωλήσουν οποιοδήποτε μέρος του πλεονάσματός τους. Επιπλέον, οι έλεγχοι τιμών στρεβλώνουν την παραγωγή και την κατανομή των πόρων και των συντελεστών στην οικονομία, βλάπτοντας έτσι και πάλι το μεγαλύτερο μέρος των καταναλωτών. Και δεν πρέπει να παραβλέπουμε τη στρατιά των γραφειοκρατών που πρέπει να χρηματοδοτείται μέσω της δυαδικής παρέμβασης της φορολογίας και να διαχειρίζεται και να επιβάλλει τις μυριάδες ρυθμίσεις. Αυτή η στρατιά, από μόνη της, αποσύρει πλήθος εργαζομένων από την παραγωγική εργασία και τους φορτώνει στις πλάτες των υπόλοιπων παραγωγών — ωφελώντας έτσι τους γραφειοκράτες, αλλά βλάπτοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους. Αυτή, φυσικά, είναι η συνέπεια της συγκρότησης μιας στρατιάς γραφειοκρατών για οποιονδήποτε παρεμβατικό σκοπό.

To sum up our analysis of the effects of price control: Directly, the utility of at least one set of exchangers will be impaired by the control. Further analysis reveals that the hidden, but just as certain, effects are to injure a substantial number of people who had thought they would gain in utility from the imposed controls. The announced aim of a maximum price control is to benefit the consumer by insuring his supply at a lower price; yet the objective result is to prevent many consumers from acquiring the good at all. The announced aim of a minimum price control is to insure higher prices for the sellers; yet the effect will be to prevent many sellers from selling any of their surplus. Furthermore, price controls distort production and the allocation of resources and factors in the economy, thereby injuring again the bulk of consumers. And we must not overlook the army of bureaucrats who must be financed by the binary intervention of taxation, and who must administer and enforce the myriad of regulations. This army, in itself, withdraws a mass of workers from productive labor and saddles them onto the backs of the remaining producers—thereby benefiting the bureaucrats, but injuring the rest of the people. This, of course, is the consequence of establishing an army of bureaucrats for any interventionary purpose whatever.

28

2. Έλεγχος προϊόντων: Απαγόρευση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Product Control: Prohibition

29

Μια άλλη μορφή τριγωνικής παρέμβασης είναι η άμεση επέμβαση στη φύση της παραγωγής και όχι στους όρους της ανταλλαγής. Αυτό συμβαίνει όταν το κράτος απαγορεύει κάθε παραγωγή ή πώληση ενός ορισμένου προϊόντος. Η συνέπεια είναι η βλάβη όλων των εμπλεκόμενων μερών: των καταναλωτών, οι οποίοι χάνουν χρησιμότητα επειδή δεν μπορούν να αγοράσουν το προϊόν και να ικανοποιήσουν τις πιο επιτακτικές ανάγκες τους· και των παραγωγών, οι οποίοι εμποδίζονται να αποκομίσουν υψηλότερη αμοιβή σε αυτόν τον κλάδο και πρέπει, επομένως, να αρκεστούν σε χαμηλότερες απολαβές αλλού. Αυτή την απώλεια δεν την επωμίζονται τόσο οι επιχειρηματίες, που κερδίζουν από εφήμερες προσαρμογές, ούτε οι κεφαλαιούχοι, που τείνουν να αποκομίζουν ενιαίο επιτόκιο απόδοσης σε ολόκληρη την οικονομία, όσο οι εργαζόμενοι και οι γαιοκτήμονες, οι οποίοι πρέπει να αποδεχθούν μονίμως χαμηλότερο εισόδημα. Οι μόνοι που ωφελούνται από τη ρύθμιση, λοιπόν, είναι οι ίδιοι οι κρατικοί γραφειοκράτες —εν μέρει από τις θέσεις εργασίας που η ρύθμιση δημιουργεί μέσω της φορολογίας και ίσως επίσης από την ικανοποίηση που αποκομίζουν καταπιέζοντας άλλους και ασκώντας καταναγκαστική εξουσία επί αυτών—. Ενώ στην περίπτωση του ελέγχου τιμών θα μπορούσε τουλάχιστον να υποστηριχθεί εκ πρώτης όψεως ότι μία ομάδα συναλλασσομένων — παραγωγοί ή καταναλωτές— ωφελείται, κανένα τέτοιο επιχείρημα δεν μπορεί να προβληθεί για την απαγόρευση, όπου και τα δύο μέρη της ανταλλαγής, παραγωγοί και καταναλωτές, χάνουν πάντοτε.

Another form of triangular intervention is interference with the nature of production directly, rather than with the terms of exchange. This occurs when the government prohibits any production or sale of a certain product. The consequence is injury to all parties concerned: to the consumers, who lose utility because they cannot purchase the product and satisfy their most urgent wants; and to the producers, who are prevented from earning a higher remuneration in this field and must therefore be content with lower earnings elsewhere. This loss is borne not so much by entrepreneurs, who earn from ephemeral adjustments, or by capitalists, who tend to earn a uniform interest rate throughout the economy, as by laborers and landowners, who must accept permanently lower income. The only ones who benefit from the regulation, then, are the government bureaucrats themselves—partly from the tax-created jobs that the regulation creates, and perhaps also from the satisfaction gained from repressing others and wielding coercive power over them. Whereas with price control one could at least make out a prima facie case that one set of exchangers—producers or consumers—is being benefited, no such case can be made out for prohibition, where both parties to the exchange, producers and consumers, invariably lose.

30

Σε πολλές περιπτώσεις απαγόρευσης προϊόντων, φυσικά, αναπτύσσεται αναπόφευκτα πίεση για την παράνομη επανασύσταση της αγοράς, δηλαδή ως «μαύρης» αγοράς. Όπως στην περίπτωση του ελέγχου τιμών, μια μαύρη αγορά δημιουργεί δυσχέρειες λόγω της παρανομίας της. Η προσφορά του προϊόντος θα είναι περιορισμένη και η τιμή του υψηλότερη ώστε να αποζημιώνονται οι παραγωγοί για τον κίνδυνο παραβίασης του νόμου· και όσο αυστηρότερη είναι η απαγόρευση και οι ποινές, τόσο πιο δυσεύρετο θα είναι το προϊόν και τόσο υψηλότερη η τιμή. Επιπλέον, η παρανομία παρεμποδίζει τη διάδοση πληροφοριών στους καταναλωτές —για παράδειγμα, μέσω της διαφήμισης— σχετικά με την ύπαρξη της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, η οργάνωση της αγοράς θα είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματική, η ποιότητα της εξυπηρέτησης του καταναλωτή θα υποβαθμιστεί και οι τιμές θα είναι και πάλι υψηλότερες από ό,τι σε μια νόμιμη αγορά. Το πλεονέκτημα που παρέχει η μυστικότητα στη «μαύρη» αγορά λειτουργεί επίσης εις βάρος των επιχειρήσεων μεγάλης κλίμακας, οι οποίες είναι πιθανότερο να γίνονται αντιληπτές και, επομένως, περισσότερο ευάλωτες στην επιβολή του νόμου. Τα πλεονεκτήματα της αποτελεσματικής οργάνωσης μεγάλης κλίμακας χάνονται έτσι, βλάπτοντας τον καταναλωτή και αυξάνοντας τις τιμές εξαιτίας της μειωμένης προσφοράς.30 Παραδόξως, η απαγόρευση μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή παραχώρησης μονοπωλιακού προνομίου στους μαυραγορίτες, καθώς αυτοί είναι πιθανό να είναι πολύ διαφορετικοί επιχειρηματίες από εκείνους που θα επιτύγχαναν σε μια νόμιμη αγορά. Διότι στη μαύρη αγορά ανταμείβεται η δεξιότητα στην παράκαμψη του νόμου ή στη δωροδοκία κρατικών αξιωματούχων.

In many instances of product prohibition, of course, inevitable pressure develops for the reestablishment of the market illegally, i.e., as a “black” market. As in the case of price control, a black market creates difficulties because of its illegality. The supply of the product will be scarcer, and the price of the product will be higher to compensate the producers for the risk of violating the law; and the more strict the prohibition and penalties, the scarcer the product and the higher the price will be. Furthermore, the illegality hinders the process of distributing to the consumers information (e.g., by way of advertising) about the existence of the market. As a result, the organization of the market will be far less efficient, the service to the consumer will decline in quality, and prices again will be higher than under a legal market. The premium on secrecy in the “black” market also militates against large-scale business, which is likely to be more visible and therefore more vulnerable to law enforcement. The advantages of efficient large-scale organization are thus lost, injuring the consumer and raising prices because of the diminished supply. Paradoxically, the prohibition may serve as a form of grant of monopolistic privilege to the black marketeers, since they are likely to be very different entrepreneurs from those who would succeed in a legal market. For in the black market, rewards accrue to skill in bypassing the law or in bribing government officials.

31

Υπάρχουν διάφοροι τύποι απαγόρευσης. Υπάρχει η απόλυτη απαγόρευση, κατά την οποία το προϊόν τίθεται εντελώς εκτός νόμου. Υπάρχουν επίσης μορφές μερικής απαγόρευσης: ένα παράδειγμα είναι η διανομή με δελτίο, κατά την οποία το κράτος απαγορεύει την κατανάλωση πέρα από ορισμένη ποσότητα. Η σαφής επίπτωση της διανομής με δελτίο είναι ότι βλάπτει τους καταναλωτές και μειώνει το βιοτικό επίπεδο όλων. Εφόσον η διανομή με δελτίο θέτει νόμιμα ανώτατα όρια σε συγκεκριμένα είδη κατανάλωσης, στρεβλώνει επίσης τη διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών. Τα αγαθά που δεν υπόκεινται σε δελτίο ή υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρούς ποσοτικούς περιορισμούς αγοράζονται σε μεγαλύτερες ποσότητες, ενώ οι καταναλωτές θα προτιμούσαν να αγοράζουν περισσότερα από τα αγαθά που υπόκεινται σε δελτίο. Έτσι, οι καταναλωτικές δαπάνες μετατοπίζονται καταναγκαστικά από τα εμπορεύματα με αυστηρότερους προς εκείνα με ηπιότερους ποσοτικούς περιορισμούς. Επιπλέον, τα δελτία διανομής εισάγουν έναν νέο τύπο οιονεί χρήματος· οι λειτουργίες του χρήματος στην αγορά παρακωλύονται και ατροφούν, και επικρατεί σύγχυση. Η κύρια λειτουργία του χρήματος είναι να αγοράζεται από τους παραγωγούς και να δαπανάται από τους καταναλωτές· υπό καθεστώς διανομής με δελτίο, όμως, οι καταναλωτές εμποδίζονται να χρησιμοποιούν πλήρως τα χρήματά τους και να χρησιμοποιούν τα δολάριά τους για να κατευθύνουν και να κατανέμουν τους συντελεστές παραγωγής. Πρέπει επίσης να χρησιμοποιούν αυθαίρετα καθορισμένα και διανεμημένα δελτία — ένα αναποτελεσματικό είδος διπλού χρήματος. Η διάρθρωση των καταναλωτικών δαπανών στρεβλώνεται ιδιαίτερα και, εφόσον τα δελτία διανομής συνήθως δεν μεταβιβάζονται, οι άνθρωποι που δεν θέλουν τη μάρκα Χ δεν επιτρέπεται να ανταλλάξουν αυτά τα κουπόνια με αγαθά που δεν επιθυμούν άλλοι.31

There are various types of prohibition. There is absolute prohibition, where the product is completely outlawed. There are also forms of partial prohibition: an example is rationing, where consumption beyond a certain amount is prohibited by the State. The clear effect of rationing is to injure consumers and lower the standard of living of everyone. Since rationing places legal maxima on specific items of consumption, it also distorts the pattern of consumers’ spending. The unrationed, or less stringently rationed, goods are bought more heavily, whereas consumers would have preferred to buy more of the rationed goods. Thus, consumer spending is coercively shifted from the more to the less heavily rationed commodities. Moreover, the ration tickets introduce a new type of quasi money; the functions of money on the market are crippled and atrophied, and confusion reigns. The main function of money is to be bought by producers and spent by consumers; but, under rationing, consumers are estopped from using their money to the full and blocked from using their dollars to direct and allocate factors of production. They must also use arbitrarily designated and distributed ration tickets—an inefficient kind of double money. The pattern of consumer spending is particularly distorted, and since ration tickets are usually not transferable, people who do not want brand X are not permitted to exchange these coupons for goods not wanted by others.

32

Οι κρατικά καθορισμένες προτεραιότητες και κατανομές αποτελούν άλλον έναν τύπο απαγόρευσης, καθώς και άλλη μία αναστάτωση του συστήματος τιμών. Οι αποδοτικοί αγοραστές εμποδίζονται να αποκτήσουν αγαθά, ενώ οι μη αποδοτικοί διαπιστώνουν ότι μπορούν να αποκτήσουν αφθονία αγαθών. Οι αποδοτικές επιχειρήσεις δεν επιτρέπεται πλέον να αποσπούν συντελεστές ή πόρους από τις μη αποδοτικές επιχειρήσεις προσφέροντας υψηλότερες τιμές· οι αποδοτικές επιχειρήσεις ουσιαστικά παραλύουν και οι μη αποδοτικές επιδοτούνται. Οι κρατικές προτεραιότητες εισάγουν και πάλι, κατά βάση, μια άλλη μορφή διπλού χρήματος.

Priorities and allocations by the government are another type of prohibition, as well as another jumbling of the price system. Efficient buyers are prevented from obtaining goods, while inefficient ones find that they can acquire a plethora. Efficient firms are no longer allowed to bid away factors or resources from inefficient firms; the efficient firms are, in effect, crippled, and the inefficient ones subsidized. Government priorities again basically introduce another form of double money.

33

Οι νόμοι περί ανώτατου ωραρίου επιβάλλουν υποχρεωτική αργία και απαγορεύουν την εργασία. Αποτελούν άμεση επίθεση στην παραγωγή, βλάπτοντας τον εργαζόμενο που θέλει να εργαστεί, μειώνοντας τις απολαβές του και υποβαθμίζοντας το βιοτικό επίπεδο ολόκληρης της κοινωνίας.32 Οι νόμοι για τη διατήρηση των φυσικών πόρων, οι οποίοι επίσης εμποδίζουν την παραγωγή και προκαλούν χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, θα εξεταστούν διεξοδικότερα παρακάτω. Πράγματι, οι παραχωρήσεις μονοπωλιακών προνομίων που εξετάζονται στην επόμενη ενότητα αποτελούν επίσης απαγορεύσεις, καθώς παραχωρούν σε ορισμένους το προνόμιο της παραγωγής απαγορεύοντάς την σε άλλους.

Maximum-hour laws enforce compulsory idleness and prohibit work. They are a direct attack on production, injuring the worker who wants to work, reducing his earnings, and lowering the living standards of the entire society. Conservation laws, which also prevent production and cause lower living standards, will be discussed more fully below. In fact, the monopoly grants of privilege discussed in the next section are also prohibitions, since they grant the privilege of production to some by prohibiting production to others.

34

3. Έλεγχος προϊόντων: Παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. Product Control: Grant of Monopolistic Privilege

35

Αντί να καταστήσει την απαγόρευση του προϊόντος απόλυτη, το κράτος μπορεί να απαγορεύσει την παραγωγή και την πώληση σε όλους εκτός από μια ορισμένη επιχείρηση ή ορισμένες επιχειρήσεις. Οι επιχειρήσεις αυτές λαμβάνουν τότε από το κράτος το ειδικό προνόμιο να δραστηριοποιούνται σε έναν κλάδο παραγωγής, και επομένως αυτό το είδος απαγόρευσης είναι παραχώρηση ειδικού προνομίου. Αν η παραχώρηση γίνεται σε ένα πρόσωπο ή σε μία επιχείρηση, πρόκειται για παραχώρηση μονοπωλίου· αν γίνεται σε περισσότερα πρόσωπα ή επιχειρήσεις, πρόκειται για παραχώρηση οιονεί μονοπωλίου ή ολιγοπωλίου. Και τα δύο είδη παραχώρησης μπορούν να χαρακτηριστούν μονοπωλιακά. Είναι προφανές ότι η παραχώρηση ωφελεί τον μονοπωλητή ή τον οιονεί μονοπωλητή, διότι οι ανταγωνιστές του αποκλείονται διά της βίας από τον κλάδο· είναι επίσης φανερό ότι οι δυνητικοί ανταγωνιστές ζημιώνονται και αναγκάζονται να δεχθούν χαμηλότερη αμοιβή σε λιγότερο αποδοτικούς τομείς, με μικρότερη παραγωγικότητα σε αξία. Ζημιώνονται επίσης οι καταναλωτές, διότι εμποδίζονται να αγοράσουν τα προϊόντα τους από ανταγωνιστές τους οποίους θα προτιμούσαν ελεύθερα. Και η ζημία αυτή επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίδραση της παραχώρησης στις τιμές.

Instead of making the product prohibition absolute, the government may prohibit production and sale except by a certain firm or firms. These firms are then specially privileged by the government to engage in a line of production, and therefore this type of prohibition is a grant of special privilege. If the grant is to one person or firm, it is a monopoly grant; if to several persons or firms, it is a quasi-monopoly or oligopoly grant. Both types of grant may be called monopolistic. It is obvious that the grant benefits the monopolist or quasi monopolist because his competitors are barred by violence from entering the field; it is also evident that the would-be competitors are injured and are forced to accept lower remuneration in less efficient and value-productive fields. The consumers are likewise injured, for they are prevented from purchasing their products from competitors whom they would freely prefer. And this injury takes place apart from any effect of the grant on prices.

36

Αν και μια μονοπωλιακή παραχώρηση μπορεί να απονέμει ένα προνόμιο και να αποκλείει τους αντιπάλους ανοιχτά και άμεσα, στις μέρες μας είναι πολύ πιθανότερο να είναι συγκαλυμμένη ή έμμεση, να μεταμφιέζεται σε κάποιου είδους επιβάρυνση των ανταγωνιστών και να παρουσιάζεται ως ευνοϊκή για τη «γενική ευημερία». Τα αποτελέσματα των μονοπωλιακών παραχωρήσεων, ωστόσο, είναι τα ίδια, είτε αυτές είναι άμεσες είτε έμμεσες.

Although a monopolistic grant may openly and directly confer a privilege and exclude rivals, in the present day it is far more likely to be hidden or indirect, cloaked as a type of penalty on competitors, and represented as favorable to the “general welfare.” The effects of monopolistic grants are the same, however, whether they are direct or indirect.

37

Η θεωρία της μονοπωλιακής τιμής είναι απατηλή όταν εφαρμόζεται στην ελεύθερη αγορά, αλλά ισχύει πλήρως στην περίπτωση των παραχωρήσεων μονοπωλίου και οιονεί μονοπωλίου. Διότι εδώ έχουμε μια διάκριση που μπορεί να προσδιοριστεί —όχι την επίπλαστη διάκριση μεταξύ «ανταγωνιστικής» και «μονοπωλιακής» ή «μονοπωλιστικής» τιμής, αλλά τη διάκριση μεταξύ της τιμής της ελεύθερης αγοράς και της μονοπωλιακής τιμής. Η τιμή της ελεύθερης αγοράς μπορεί να προσδιοριστεί και να οριστεί εννοιολογικά, ενώ η «ανταγωνιστική τιμή» δεν μπορεί.33 Ο μονοπωλητής, ως αποδέκτης μονοπωλιακού προνομίου, θα μπορέσει να επιτύχει μονοπωλιακή τιμή για το προϊόν αν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει είναι ανελαστική, ή επαρκώς λιγότερο ελαστική, πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς. Στην ελεύθερη αγορά, κάθε καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει μια επιχείρηση είναι ελαστική πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς· διαφορετικά, η επιχείρηση θα είχε κίνητρο να αυξήσει την τιμή της και να αυξήσει τα έσοδά της. Η παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου, όμως, καθιστά την καμπύλη ζήτησης των καταναλωτών λιγότερο ελαστική, διότι ο καταναλωτής στερείται τα υποκατάστατα προϊόντα άλλων δυνητικών ανταγωνιστών.

The theory of monopoly price is illusory when applied to the free market, but it applies fully to the case of monopoly and quasi-monopoly grants. For here we have an identifiable distinction—not the spurious distinction between “competitive” and “monopoly” or “monopolistic” price—but one between the free-market price and the monopoly price. For the free-market price is conceptually identifiable and definable, whereas the “competitive price” is not. The monopolist, as a receiver of a monopoly privilege, will be able to achieve a monopoly price for the product if his demand curve is inelastic, or sufficiently less elastic, above the free-market price. On the free market, every demand curve to a firm is elastic above the free-market price; otherwise the firm would have an incentive to raise its price and increase its revenue. But the grant of monopoly privilege renders the consumer demand curve less elastic, for the consumer is deprived of substitute products from other would-be competitors.

38

Όταν η καμπύλη ζήτησης που αντιμετωπίζει η επιχείρηση παραμένει πολύ ελαστική, ο μονοπωλητής δεν θα αποκομίσει μονοπωλιακό όφελος από την παραχώρηση. Οι καταναλωτές και οι ανταγωνιστές θα ζημιωθούν και πάλι, επειδή εμποδίζονται οι συναλλαγές τους, αλλά ο μονοπωλητής δεν θα ωφεληθεί, διότι η τιμή και το εισόδημά του δεν θα είναι υψηλότερα από πριν. Αν, αντίθετα, η καμπύλη ζήτησής του είναι τώρα ανελαστική, τότε επιβάλλει μονοπωλιακή τιμή ώστε να μεγιστοποιήσει τα έσοδά του. Η παραγωγή του πρέπει να περιοριστεί ώστε να εξασφαλίσει την υψηλότερη τιμή. Ο περιορισμός της παραγωγής και η υψηλότερη τιμή του προϊόντος ζημιώνουν αμφότερα τους καταναλωτές. Σε αντίθεση με τις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς, δεν μπορούμε πλέον να πούμε ότι ένας περιορισμός της παραγωγής (όπως σε ένα εκούσιο καρτέλ) ωφελεί τους καταναλωτές, επειδή φθάνει στο σημείο με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα σε αξία· αντίθετα, οι καταναλωτές ζημιώνονται, διότι η ελεύθερη επιλογή τους θα είχε οδηγήσει στην τιμή της ελεύθερης αγοράς. Λόγω του καταναγκασμού που ασκεί το κράτος, δεν μπορούν να αγοράζουν ελεύθερα αγαθά από όλους όσοι είναι πρόθυμοι να πουλήσουν. Με άλλα λόγια, κάθε προσέγγιση προς την τιμή και την ποσότητα ισορροπίας της ελεύθερης αγοράς για οποιοδήποτε προϊόν ωφελεί τους καταναλωτές και, κατά συνέπεια, ωφελεί και τους παραγωγούς. Κάθε απομάκρυνση από την τιμή και την ποσότητα της ελεύθερης αγοράς ζημιώνει τους καταναλωτές. Η μονοπωλιακή τιμή που προκύπτει από την παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου απομακρύνει από την τιμή της ελεύθερης αγοράς: μειώνει την παραγωγή και αυξάνει τις τιμές πέρα από το επίπεδο που θα διαμορφωνόταν αν καταναλωτές και παραγωγοί μπορούσαν να συναλλάσσονται ελεύθερα.

Where the demand curve to the firm remains highly elastic, the monopolist will not reap a monopoly gain from his grant. Consumers and competitors will still be injured because of the prevention of their trade, but the monopolist will not gain, because his price and income will be no higher than before. On the other hand, if his demand curve is now inelastic, then he institutes a monopoly price so as to maximize his revenue. His production has to be restricted in order to command the higher price. The restriction of production and the higher price for the product both injure the consumers. In contrast to conditions on the free market, we may no longer say that a restriction of production (such as in a voluntary cartel) benefits the consumers by arriving at the most value-productive point; on the contrary, the consumers are injured because their free choice would have resulted in the free-market price. Because of coercive force applied by the State, they may not purchase goods freely from all those willing to sell. In other words, any approach toward the free-market equilibrium price and output point for any product benefits the consumers and thereby benefits the producers as well. Any movement away from the free-market price and output injures the consumers. The monopoly price resulting from a grant of monopoly privilege leads away from the free-market price; it lowers output and raises prices beyond what would be established if consumers and producers could trade freely.

39

Δεν μπορούμε εδώ να προβάλουμε το επιχείρημα ότι ο περιορισμός της παραγωγής είναι εκούσιος επειδή οι ίδιοι οι καταναλωτές καθιστούν την καμπύλη ζήτησής τους ανελαστική. Διότι οι καταναλωτές είναι πλήρως υπεύθυνοι για την καμπύλη ζήτησής τους μόνο στην ελεύθερη αγορά, και μόνο αυτή η καμπύλη ζήτησης μπορεί να θεωρηθεί έκφραση της εκούσιας επιλογής τους. Μόλις το κράτος παρέμβει για να απαγορεύσει συναλλαγές και να παραχωρήσει προνόμια, η δράση δεν είναι πλέον πλήρως εκούσια. Οι καταναλωτές αναγκάζονται, θέλοντας και μη, να συναλλάσσονται με τον μονοπωλητή για ένα ορισμένο εύρος αγορών.

We cannot here use the argument that the restriction of output is voluntary because the consumers make their own demand curve inelastic. For the consumers are fully responsible for their demand curve only on the free market; and only this demand curve can be treated as an expression of their voluntary choice. Once the government steps in to prohibit trade and grant privileges, there is no longer wholly voluntary action. Consumers are forced, willy-nilly, to deal with the monopolist for a certain range of purchases.

40

Όλα τα αποτελέσματα που οι θεωρητικοί της μονοπωλιακής τιμής απέδωσαν εσφαλμένα στα εκούσια καρτέλ ισχύουν πράγματι για τις κρατικές μονοπωλιακές παραχωρήσεις. Η παραγωγή περιορίζεται και οι συντελεστές κατανέμονται εσφαλμένα. Είναι αλήθεια ότι οι μη ειδικοί συντελεστές αποδεσμεύονται και πάλι για παραγωγή αλλού. Τώρα όμως μπορούμε να πούμε ότι αυτή η παραγωγή θα ικανοποιεί τους καταναλωτές λιγότερο απ’ ό,τι υπό συνθήκες ελεύθερης αγοράς· επιπλέον, οι συντελεστές θα αμείβονται λιγότερο στις άλλες απασχολήσεις.

All the effects that the monopoly-price theorists have mistakenly attributed to voluntary cartels do apply to governmental monopoly grants. Production is restricted and factors misallocated. It is true that the nonspecific factors are again released for production elsewhere. But now we can say that this production will satisfy the consumers less than under free-market conditions; furthermore, the factors will earn less in the other occupations.

41

Δεν μπορούν ποτέ να υπάρξουν διαρκή μονοπωλιακά κέρδη, διότι τα κέρδη είναι εφήμερα και όλα τελικά ανάγονται σε μια ενιαία απόδοση τόκου. Μακροχρόνια, οι μονοπωλιακές αποδόσεις καταλογίζονται σε κάποιον συντελεστή. Ποιος είναι ο συντελεστής που μονοπωλείται σε αυτή την περίπτωση; Είναι προφανές ότι ο συντελεστής αυτός είναι το δικαίωμα εισόδου στον κλάδο. Στην ελεύθερη αγορά, το δικαίωμα αυτό είναι απεριόριστο για όλους· εδώ, όμως, το κράτος έχει παραχωρήσει ειδικά προνόμια εισόδου και πώλησης, και αυτά τα ειδικά προνόμια ή δικαιώματα είναι που ευθύνονται για το πρόσθετο μονοπωλιακό όφελος από τη μονοπωλιακή τιμή. Ο μονοπωλητής, επομένως, αποκομίζει μονοπωλιακό όφελος όχι επειδή κατέχει κάποιον παραγωγικό συντελεστή, αλλά χάρη σε ένα ειδικό προνόμιο που του παραχώρησε το κράτος. Και το όφελος αυτό δεν εξαφανίζεται μακροχρόνια, όπως τα κέρδη· είναι μόνιμο, όσο διατηρείται το προνόμιο και όσο οι αξιολογήσεις των καταναλωτών παραμένουν ως έχουν. Φυσικά, το μονοπωλιακό όφελος θα τείνει να κεφαλαιοποιηθεί στην αξία του ενεργητικού της επιχείρησης, έτσι ώστε οι μεταγενέστεροι ιδιοκτήτες, που επενδύουν στην επιχείρηση αφού παραχωρηθεί το προνόμιο και γίνει η κεφαλαιοποίηση, να αποκομίζουν μόνο τη γενικά ενιαία απόδοση τόκου για την επένδυσή τους.

There can never be lasting monopoly profits, since profits are ephemeral, and all eventually reduce to a uniform interest return. In the long run, monopoly returns are imputed to some factor. What is the factor that is being monopolized in this case? It is obvious that this factor is the right to enter the industry. In the free market, this right is unlimited to all; here, however, the government has granted special privileges of entry and sale, and it is these special privileges or rights that are responsible for the extra monopoly gain from the monopoly price. The monopolist earns a monopoly gain, therefore, not for owning any productive factor, but from a special privilege granted by the government. And this gain does not disappear in the long run as do profits; it is permanent, so long as the privilege remains, and consumer valuations continue as they are. Of course, the monopoly gain will tend to be capitalized into the asset value of the firm, so that subsequent owners, who invest in the firm after the privilege is granted and the capitalization takes place, will be earning only the generally uniform interest return on their investment.

42

Όλη αυτή η ανάλυση ισχύει τόσο για τον οιονεί μονοπωλητή όσο και για τον μονοπωλητή. Ο οιονεί μονοπωλητής έχει κάποιους ανταγωνιστές, αλλά ο αριθμός τους περιορίζεται από το κρατικό προνόμιο. Κάθε οιονεί μονοπωλητής θα αντιμετωπίζει τώρα στην αγορά καμπύλη ζήτησης διαφορετικής μορφής για το προϊόν του και θα επηρεάζεται διαφορετικά από το προνόμιο. Όσοι οιονεί μονοπωλητές βλέπουν τις καμπύλες ζήτησής τους να γίνονται ανελαστικές θα αποκομίσουν μονοπωλιακό όφελος· όσοι βλέπουν τις καμπύλες ζήτησής τους να παραμένουν πολύ ελαστικές δεν θα αποκομίσουν κανένα όφελος από το προνόμιο. Ceteris paribus, βέβαια, ένας μονοπωλητής είναι πιθανότερο να επιτύχει μονοπωλιακό όφελος από έναν οιονεί μονοπωλητή· το αν όμως ο καθένας επιτυγχάνει όφελος, και πόσο, εξαρτάται αποκλειστικά από τα δεδομένα κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

This whole discussion applies to the quasi monopolist as well as to the monopolist. The quasi monopolist has some competitors, but their number is restricted by the government privilege. Each quasi monopolist will now have a differently shaped demand curve for his product on the market and will be affected differently by the privilege. Those quasi monopolists whose demand curves become inelastic will reap a monopoly gain; those whose demand curves remain highly elastic will reap no gain from the privilege. Ceteris paribus, of course, a monopolist is more likely to achieve a monopoly gain than a quasi monopolist; but whether each achieves a gain, and how much, depends purely on the data of each particular case.

43

Πρέπει να σημειώσουμε ξανά όσα είπαμε παραπάνω: ακόμη και όταν κανένας μονοπωλητής ή οιονεί μονοπωλητής δεν μπορεί να επιτύχει μονοπωλιακή τιμή, οι καταναλωτές ζημιώνονται και πάλι, διότι εμποδίζονται να αγοράσουν από τους παραγωγούς με τη μεγαλύτερη αποδοτικότητα και παραγωγικότητα σε αξία. Η παραγωγή περιορίζεται έτσι, και η μείωση της παραγωγής (ιδίως της πιο αποδοτικά παραγόμενης) αυξάνει την τιμή για τους καταναλωτές. Αν ο μονοπωλητής ή ο οιονεί μονοπωλητής επιτύχει επιπλέον μονοπωλιακή τιμή, η ζημία των καταναλωτών και η εσφαλμένη κατανομή της παραγωγής θα διπλασιαστούν.

We must note again what we have said above: that even where no monopolist or quasi monopolist can achieve a monopoly price, the consumers are still injured because they are barred from buying from the most efficient and value-productive producers. Production is thereby restricted, and the decrease in output (particularly of the most efficiently produced output) raises the price to consumers. If the monopolist or quasi monopolist also achieves a monopoly price, the injury to consumers and the misallocation of production will be redoubled.

44

Επειδή οι ευθείες παραχωρήσεις μονοπωλίου ή οιονεί μονοπωλίου θα θεωρούνταν συνήθως απροκάλυπτα επιζήμιες για το κοινό, οι κυβερνήσεις έχουν ανακαλύψει ποικίλες μεθόδους για να παραχωρούν τέτοια προνόμια έμμεσα, καθώς και ποικίλα επιχειρήματα για να δικαιολογούν αυτά τα μέτρα. Όλα όμως έχουν τα αποτελέσματα που είναι κοινά στις παραχωρήσεις μονοπωλίου ή οιονεί μονοπωλίου, καθώς και στις μονοπωλιακές τιμές, όταν αυτές επιτυγχάνονται.

Since outright grants of monopoly or quasi monopoly would usually be considered baldly injurious to the public, governments have discovered a variety of methods of granting such privileges indirectly, as well as a variety of arguments to justify these measures. But they all have the effects common to monopoly or quasi-monopoly grants and monopoly prices when these are obtained.

45

Τα σημαντικότερα είδη μονοπωλιακών παραχωρήσεων (μονοπωλίου και οιονεί μονοπωλίου) είναι τα εξής: (1) καρτέλ επιβαλλόμενα από το κράτος, στα οποία υποχρεούται να ενταχθεί κάθε επιχείρηση ενός κλάδου· (2) ουσιαστικά καρτέλ που επιβάλλει το κράτος, όπως οι ποσοστώσεις παραγωγής που επιβάλλει η αμερικανική αγροτική πολιτική· (3) άδειες, που απαιτούν την τήρηση κρατικών κανόνων πριν επιτραπεί σε έναν άνθρωπο ή σε μια επιχείρηση να εισέλθει σε έναν κλάδο παραγωγής, και που απαιτούν επίσης την καταβολή τέλους —πληρωμή που λειτουργεί ως τιμωρητικός φόρος για τις μικρότερες επιχειρήσεις με λιγότερο κεφάλαιο, οι οποίες αποκλείονται έτσι από τον ανταγωνισμό με τις μεγαλύτερες· (4) πρότυπα «ποιότητας», που απαγορεύουν τον ανταγωνισμό από προϊόντα που το κράτος (όχι οι καταναλωτές) ορίζει ως «χαμηλότερης ποιότητας»· (5) δασμοί και άλλα μέτρα που επιβάλλουν τιμωρητικό φόρο στους ανταγωνιστές εκτός μιας ορισμένης γεωγραφικής περιοχής· (6) περιορισμοί της μετανάστευσης, που απαγορεύουν τον ανταγωνισμό εργαζομένων, καθώς και επιχειρηματιών, οι οποίοι διαφορετικά θα μετακινούνταν από άλλη γεωγραφική περιοχή της παγκόσμιας αγοράς· (7) νόμοι για την παιδική εργασία, που απαγορεύουν τον ανταγωνισμό στην εργασία από εργαζομένους κάτω από ορισμένη ηλικία· (8) νόμοι για τον κατώτατο μισθό, που, προκαλώντας την ανεργία των εργαζομένων με τη μικρότερη παραγωγικότητα σε αξία, απομακρύνουν τον ανταγωνισμό τους από τις αγορές εργασίας· (9) νόμοι περί ανώτατου ωραρίου, που επιβάλλουν μερική ανεργία σε όσους εργαζομένους είναι πρόθυμοι να εργάζονται περισσότερες ώρες· (10) υποχρεωτικός συνδικαλισμός, όπως αυτός που επιβάλλει ο νόμος Wagner–Taft–Hartley, που προκαλεί ανεργία στους εργαζομένους με τη μικρότερη αρχαιότητα ή τη μικρότερη πολιτική επιρροή στο συνδικάτο τους· (11) στρατολογία, που απομακρύνει πολλούς νέους από το εργατικό δυναμικό· (12) κάθε είδους κρατική επιβάρυνση οποιασδήποτε μορφής βιομηχανικής ή εμπορικής οργάνωσης, όπως οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι, οι ειδικοί φόροι στις αλυσίδες καταστημάτων, οι φόροι εισοδήματος των εταιρειών, οι νόμοι που υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις να κλείνουν σε ορισμένες ώρες ή που απαγορεύουν τους πλανόδιους πωλητές με καρότσι ή τους πωλητές από πόρτα σε πόρτα· (13) νόμοι για τη διατήρηση των φυσικών πόρων, που περιορίζουν την παραγωγή διά της βίας· (14) διπλώματα ευρεσιτεχνίας, με τα οποία όσοι ανακαλύπτουν αργότερα και ανεξάρτητα μια μέθοδο αποκλείονται από την είσοδο σε έναν κλάδο παραγωγής.34,35

The important types of monopolistic grants (monopoly and quasi monopoly) are as follows: (1) governmentally enforced cartels which every firm in an industry is compelled to join; (2) virtual cartels imposed by the government, such as the production quotas enforced by American agricultural policy; (3) licenses, which require meeting government rules before a man or a firm is permitted to enter a certain line of production, and which also require the payment of a fee—a payment that serves as a penalty tax on smaller firms with less capital, which are thereby debarred from competing with larger firms; (4) “quality” standards, which prohibit competition by what the government (not the consumers) defines as “lower-quality” products; (5) tariffs and other measures that levy a penalty tax on competitors outside a given geographical region; (6) immigration restrictions, which prohibit the competition of laborers, as well as entrepreneurs, who would otherwise move from another geographical region of the world market; (7) child labor laws, which prohibit the labor competition of workers below a certain age; (8) minimum wage laws, which, by causing the unemployment of the least value-productive workers, remove their competition from the labor markets; (9) maximum hour laws, which force partial unemployment on those workers who are willing to work longer hours; (10) compulsory unionism, such as the Wagner-Taft-Hartley Act imposes, causing unemployment among the workers with the least seniority or the least political influence in their union; (11) conscription, which forces many young men out of the labor force; (12) any sort of governmental penalty on any form of industrial or market organization, such as antitrust laws, special chain store taxes, corporate income taxes, laws closing businesses at specific hours or outlawing pushcart peddlers or door-to-door salesmen; (13) conservation laws, which restrict production by force; (14) patents, where independent later discoverers of a process are debarred from entering a field production.12,13

46

Α. Υποχρεωτικά καρτέλ

A. COMPULSORY CARTELS

47

Τα υποχρεωτικά καρτέλ συνίστανται στον εξαναγκασμό όλων των παραγωγών ενός κλάδου να ενταχθούν σε μία οργάνωση ή σε ένα σχήμα που λειτουργεί ουσιαστικά ως μία οργάνωση. Αντί να αποκλείονται άμεσα από έναν κλάδο, οι επιχειρήσεις εξαναγκάζονται να συμμορφώνονται με κρατικά επιβαλλόμενες ποσοστώσεις μέγιστης παραγωγής. Τέτοια καρτέλ συνοδεύονται πάντοτε από ένα κρατικά επιβαλλόμενο πρόγραμμα ελέγχου κατώτατων τιμών. Όταν το κράτος συνειδητοποιεί ότι ο καθορισμός κατώτατων τιμών από μόνος του θα οδηγήσει σε απούλητα πλεονάσματα και δυσχέρειες στον κλάδο, επιβάλλει ποσοστώσεις στην παραγωγή των παραγωγών. Αυτή η ενέργεια όχι μόνο βλάπτει τους καταναλωτές περιορίζοντας την παραγωγή και μειώνοντας το παραγόμενο προϊόν· το προϊόν πρέπει επίσης να παράγεται από ορισμένους παραγωγούς που υποδεικνύει το κράτος. Ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού των ποσοστώσεων, αυτές είναι αυθαίρετες· και, καθώς περνά ο χρόνος, στρεβλώνουν ολοένα περισσότερο την παραγωγική διάρθρωση που επιχειρεί να προσαρμοστεί στη ζήτηση των καταναλωτών. Οι αποδοτικοί νεοεισερχόμενοι εμποδίζονται να εξυπηρετήσουν τους καταναλωτές, ενώ οι μη αποδοτικές επιχειρήσεις διατηρούνται, επειδή οι παλαιές ποσοστώσεις τους τις απαλλάσσουν από την ανάγκη να αντιμετωπίσουν ανώτερο ανταγωνισμό. Τα υποχρεωτικά καρτέλ παρέχουν ένα καταφύγιο στο οποίο οι μη αποδοτικές επιχειρήσεις ευημερούν εις βάρος των αποδοτικών επιχειρήσεων και των καταναλωτών.

Compulsory cartels are a forcing of all producers in an industry into one organization, or virtual organization. Instead of being directly barred from an industry, firms are forced to obey governmentally imposed quotas of maximum output. Such cartels invariably go hand in hand with a governmentally imposed program of minimum price control. When the government comes to realize that minimum price control by itself will lead to unsold surpluses and distress in the industry, it imposes quota restrictions on the output of producers. Not only does this action injure consumers by restricting production and lowering output; the output must also be produced by certain State-designated producers. Regardless of how the quotas are arrived at, they are arbitrary; and as time passes, they more and more distort the production structure that attempts to adjust to consumer demands. Efficient newcomers are prevented from serving consumers, and inefficient firms are preserved because they are exempted by their old quotas from the necessity of meeting superior competition. Compulsory cartels furnish a haven in which the inefficient firms prosper at the expense of the efficient firms and of the consumers.

48

Β. Άδειες

B. LICENSES

49

Ελάχιστη προσοχή έχει δοθεί στις άδειες· και όμως αποτελούν μία από τις σημαντικότερες —και διαρκώς διευρυνόμενες— μονοπωλιακές επιβολές στη σημερινή αμερικανική οικονομία. Οι άδειες περιορίζουν σκόπιμα την προσφορά εργασίας και επιχειρήσεων στα επαγγέλματα που υπόκεινται σε αδειοδότηση. Διάφοροι κανόνες και απαιτήσεις επιβάλλονται για την εργασία στο επάγγελμα ή για την είσοδο σε έναν ορισμένο επιχειρηματικό κλάδο. Όσοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στους κανόνες αποκλείονται από την είσοδο. Επιπλέον, όσοι δεν μπορούν να καταβάλουν το τίμημα της άδειας αποκλείονται από την είσοδο. Τα υψηλά τέλη αδειοδότησης θέτουν μεγάλα εμπόδια στους ανταγωνιστές με μικρό αρχικό κεφάλαιο. Ορισμένες άδειες, όπως εκείνες που απαιτούνται για τις επιχειρήσεις οινοπνευματωδών ποτών και ταξί σε ορισμένες πολιτείες, επιβάλλουν απόλυτο όριο στον αριθμό των επιχειρήσεων του κλάδου. Αυτές οι άδειες είναι μεταβιβάσιμες, οπότε κάθε νέα επιχείρηση πρέπει να αγοράσει άδεια από μια παλαιότερη που επιθυμεί να αποχωρήσει από τον κλάδο. Η ακαμψία, η αναποτελεσματικότητα και η έλλειψη προσαρμοστικότητας στις μεταβαλλόμενες επιθυμίες των καταναλωτών είναι όλα προφανή σε αυτή τη διευθέτηση. Η αγορά δικαιωμάτων αδειοδότησης καταδεικνύει επίσης το βάρος που επιβάλλουν οι άδειες στους νεοεισερχομένους. Ο καθηγητής Machlup επισημαίνει ότι η κρατική διοίκηση της αδειοδότησης βρίσκεται σχεδόν πάντοτε στα χέρια μελών του επαγγέλματος και εύστοχα παρομοιάζει αυτές τις διευθετήσεις με τις «αυτοδιοικούμενες» συντεχνίες του Μεσαίωνα.36

Little attention has been paid to licenses; yet they constitute one of the most important (and steadily growing) monopolistic impositions in the current American economy. Licenses deliberately restrict the supply of labor and of firms in the licensed occupations. Various rules and requirements are imposed for work in the occupation or for entry into a certain line of business. Those who cannot qualify under the rules are prevented from entry. Further, those who cannot meet the price of the license are barred from entry. Heavy license fees place great obstacles in the way of competitors with little initial capital. Some licenses such as those required in the liquor and taxicab businesses in some states impose an absolute limit on the number of firms in the business. These licenses are negotiable, so that any new firm must buy from an older firm that wants to go out of business. Rigidity, inefficiency, and lack of adaptability to changing consumer desires are all evident in this arrangement. The market in license rights also demonstrates the burden that licenses place upon new entrants. Professor Machlup points out that the governmental administration of licensing is almost invariably in the hands of members of the trade, and he cogently likens the arrangements to the “self-governing” guilds of the Middle Ages.

50

Πιστοποιητικά εξυπηρέτησης και αναγκαιότητας απαιτούνται από επιχειρήσεις σε κλάδους —όπως οι σιδηρόδρομοι, οι αεροπορικές εταιρείες κ.λπ.— που ρυθμίζονται από κρατικές επιτροπές. Αυτά λειτουργούν ως άδειες, αλλά γενικά είναι πολύ δυσκολότερο να αποκτηθούν. Το σύστημα αυτό αποκλείει τους επίδοξους νεοεισερχομένους από έναν κλάδο, παραχωρώντας μονοπωλιακό προνόμιο στις επιχειρήσεις που παραμένουν· επιπλέον, τις υποβάλλει στις λεπτομερείς εντολές της επιτροπής. Εφόσον αυτές οι εντολές αναιρούν εκείνες της ελεύθερης αγοράς, οδηγούν πάντοτε σε επιβαλλόμενη αναποτελεσματικότητα και βλάβη των καταναλωτών.37

Certificates of convenience and necessity are required of firms in industries—such as railroads, airlines, etc.—regulated by governmental commissions. These act as licenses but are generally far more difficult to obtain. This system excludes would-be entrants from a field, granting a monopolistic privilege to the firms remaining; furthermore, it subjects them to the detailed orders of the commission. Since these orders countermand those of the free market, they invariably result in imposed inefficiency and injury to the consumers.

51

Οι άδειες προς εργαζομένους, σε αντιδιαστολή προς τις επιχειρήσεις, διαφέρουν από τις περισσότερες άλλες παραχωρήσεις μονοπωλιακών προνομίων, οι οποίες μπορεί να εξασφαλίζουν μονοπωλιακή τιμή. Διότι η άδεια προς τον εργαζόμενο εξασφαλίζει πάντοτε περιοριστική τιμή. Τα συνδικάτα αποκτούν περιοριστικούς μισθούς περιορίζοντας την προσφορά εργασίας σε ένα επάγγελμα. Εδώ επικρατούν, για άλλη μια φορά, οι ίδιες συνθήκες: άλλοι συντελεστές αποκλείονται διά της βίας και, εφόσον ο μονοπωλητής δεν κατέχει αυτούς τους αποκλεισμένους συντελεστές, δεν χάνει κανένα έσοδο. Εφόσον μια άδεια περιορίζει πάντοτε την είσοδο σε έναν κλάδο, μειώνει έτσι πάντοτε την προσφορά και αυξάνει τις τιμές ή τους μισθούς. Ο λόγος για τον οποίο η παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου σε μια επιχείρηση δεν αυξάνει πάντοτε τις τιμές είναι ότι οι επιχειρήσεις μπορούν πάντοτε να επεκτείνουν ή να συρρικνώνουν την παραγωγή τους κατά βούληση. Η αδειοδότηση των παντοπωλών δεν μειώνει αναγκαστικά τη συνολική προσφορά, διότι δεν αποκλείει την απεριόριστη διεύρυνση των αδειοδοτημένων επιχειρήσεων παντοπωλείου, οι οποίες μπορούν να καλύψουν το κενό που δημιουργεί ο αποκλεισμός των επίδοξων ανταγωνιστών. Αλλά, αν εξαιρέσουμε τις ώρες εργασίας, ο περιορισμός της εισόδου σε μια αγορά εργασίας πρέπει πάντοτε να μειώνει τη συνολική προσφορά αυτής της εργασίας. Ως εκ τούτου, οι άδειες ή άλλες παραχωρήσεις μονοπωλιακών προνομίων προς επιχειρήσεις μπορεί να εξασφαλίζουν ή να μην εξασφαλίζουν μονοπωλιακή τιμή —ανάλογα με την ελαστικότητα της καμπύλης ζήτησης—, ενώ οι άδειες προς εργαζομένους εξασφαλίζουν πάντοτε υψηλότερη, περιοριστική τιμή στους κατόχους τους.

Licenses to workers, as distinct from businesses, differ from most other monopolistic grants, which may confer a monopoly price. For the former license always confers a restrictionist price. Unions gain restrictionist wage rates by restricting the labor supply in an occupation. Here, once again, the same conditions prevail: other factors are forcibly excluded, and, since the monopolist does not own these excluded factors, he is not losing any revenue. Since a license always restricts entry into a field, it thereby always lowers supply and raises prices, or wage rates. The reason that a monopolistic grant to a business does not always raise prices, is that businesses can always expand or contract their production at will. Licensing of grocers does not necessarily reduce total supply, because it does not preclude the indefinite enlargement of the licensed grocery firms, which can take up the slack created by the exclusion of would-be competitors. But, aside from hours worked, restriction of entry into a labor market must always reduce the total supply of that labor. Hence, licenses or other monopolistic grants to businesses may or may not confer a monopoly price—depending on the elasticity of the demand curve; whereas licenses to laborers always confer a higher, restrictionist price on the licensees.

52

Γ. Πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας

C. STANDARDS OF QUALITY AND SAFETY

53

Ένα από τα προσφιλή επιχειρήματα υπέρ των νόμων αδειοδότησης και άλλων τύπων προτύπων ποιότητας είναι ότι τα κράτη πρέπει να «προστατεύουν» τους καταναλωτές, εξασφαλίζοντας ότι οι εργαζόμενοι και οι επιχειρήσεις πωλούν αγαθά και υπηρεσίες της υψηλότερης ποιότητας. Η απάντηση, φυσικά, είναι ότι η «ποιότητα» αποτελεί εξαιρετικά ελαστικό και σχετικό όρο και καθορίζεται από τους καταναλωτές με τις ελεύθερες πράξεις τους στην αγορά. Οι καταναλωτές αποφασίζουν σύμφωνα με τις δικές τους προτιμήσεις και τα συμφέροντά τους και, ειδικότερα, σύμφωνα με την τιμή που επιθυμούν να πληρώσουν για την υπηρεσία. Μπορεί κάλλιστα, για παράδειγμα, η φοίτηση επί ορισμένα έτη σε έναν ορισμένο τύπο σχολής να παράγει τους καλύτερους γιατρούς —μολονότι είναι δύσκολο να δει κανείς γιατί το κράτος πρέπει να προστατεύει το κοινό από μη αδειοδοτημένους επιδεικτές καλλυντικής κρέμας ή από υδραυλικούς χωρίς πανεπιστημιακό πτυχίο ή με λιγότερα από δέκα χρόνια εμπειρίας —. Αλλά, απαγορεύοντας την άσκηση της ιατρικής από ανθρώπους που δεν πληρούν αυτές τις απαιτήσεις, το κράτος βλάπτει τους καταναλωτές που θα αγόραζαν τις υπηρεσίες των αποκλεισμένων ανταγωνιστών, προστατεύει «καταρτισμένους» αλλά λιγότερο παραγωγικούς σε όρους αξίας γιατρούς από τον εξωτερικό ανταγωνισμό και επίσης εξασφαλίζει περιοριστικές τιμές στους εναπομείναντες γιατρούς.38 Οι καταναλωτές εμποδίζονται να επιλέξουν χαμηλότερης ποιότητας θεραπεία για ελαφρές παθήσεις με αντάλλαγμα χαμηλότερη τιμή και εμποδίζονται επίσης να προσφύγουν σε γιατρούς που έχουν διαφορετική θεωρία της ιατρικής από εκείνη που εγκρίνουν οι αναγνωρισμένες από το κράτος ιατρικές σχολές.

One of the favorite arguments for licensing laws and other types of quality standards is that governments must “protect” consumers by insuring that workers and businesses sell goods and services of the highest quality. The answer, of course, is that “quality” is a highly elastic and relative term and is decided by the consumers in their free actions in the marketplace. The consumers decide according to their own tastes and interests, and particularly according to the price they wish to pay for the service. It may very well be, for example, that a certain number of years’ attendance at a certain type of school turns out the best quality of doctors (although it is difficult to see why the government must guard the public from unlicensed cold-cream demonstrators or from plumbers without a college degree or with less than ten years’ experience). But by prohibiting the practice of medicine by people who do not meet these requirements, the government is injuring consumers who would buy the services of the outlawed competitors, is protecting “qualified” but less value-productive doctors from outside competition, and also grants restrictionist prices to the remaining doctors. Consumers are prevented from choosing lower-quality treatment of minor ills, in exchange for a lower price, and are also prevented from patronizing doctors who have a different theory of medicine from that sanctioned by the state-approved medical schools.

54

Το κατά πόσον αυτές οι απαιτήσεις έχουν σχεδιαστεί για να «προστατεύουν» την υγεία του κοινού και κατά πόσον για να περιορίζουν τον ανταγωνισμό μπορεί να κριθεί από το γεγονός ότι η δωρεάν παροχή ιατρικών συμβουλών χωρίς άδεια σπανίως αποτελεί παράβαση του νόμου. Μόνο η πώληση ιατρικών συμβουλών απαιτεί άδεια. Εφόσον κάποιος μπορεί να υποστεί εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη, βλάβη από δωρεάν ιατρικές συμβουλές όσο και από συμβουλές που αγοράζει, ο κύριος σκοπός της ρύθμισης είναι σαφώς ο περιορισμός του ανταγωνισμού και όχι η προάσπιση του κοινού.39

How much these requirements are designed to “protect” the health of the public, and how much to restrict competition, may be gauged from the fact that giving medical advice free without a license is rarely a legal offense. Only the sale of medical advice requires a license. Since someone may be injured as much, if not more, by free medical advice than by purchased advice, the major purpose of the regulation is clearly to restrict competition rather than to safeguard the public.

55

Άλλα πρότυπα ποιότητας στην παραγωγή έχουν ακόμη πιο επιζήμια επίδραση. Επιβάλλουν κρατικούς ορισμούς των προϊόντων και απαιτούν από τις επιχειρήσεις να συμμορφώνονται με τις προδιαγραφές που θέτουν αυτοί οι ορισμοί. Έτσι, το κράτος ορίζει ότι το «ψωμί» πρέπει να έχει ορισμένη σύνθεση. Αυτό υποτίθεται ότι αποτελεί προστασία έναντι της «νοθείας», αλλά στην πραγματικότητα απαγορεύει τη βελτίωση. Αν το κράτος ορίσει ένα προϊόν με ορισμένο τρόπο, απαγορεύει την αλλαγή. Μια αλλαγή, για να γίνει αποδεκτή από τους καταναλωτές, πρέπει να αποτελεί βελτίωση, είτε καθαυτή είτε υπό τη μορφή χαμηλότερης τιμής. Ωστόσο, μπορεί να χρειαστεί πολύς χρόνος, αν όχι μια αιωνιότητα, για να πειστεί η κρατική γραφειοκρατία να αλλάξει τις απαιτήσεις. Στο μεταξύ, ο ανταγωνισμός βλάπτεται και οι τεχνολογικές βελτιώσεις εμποδίζονται.40 Τα πρότυπα «ποιότητας», μεταφέροντας τις αποφάσεις για την ποιότητα από τους καταναλωτές σε αυθαίρετες κρατικές επιτροπές, επιβάλλουν ακαμψίες και μονοπώληση στο οικονομικό σύστημα.

Other quality standards in production have an even more injurious effect. They impose governmental definitions of products and require businesses to hew to the specifications laid down by these definitions. Thus, the government defines “bread” as being of a certain composition. This is supposed to be a safeguard against “adulteration,” but in fact it prohibits improvement. If the government defines a product in a certain way, it prohibits change. A change, to be accepted by consumers, has to be an improvement, either absolutely or in the form of a lower price. Yet it may take a long time, if not forever, to persuade the government bureaucracy to change the requirements. In the meantime, competition is injured, and technological improvements are blocked. “Quality” standards, by shifting decisions about quality from the consumers to arbitrary government boards, impose rigidities and monopolization on the economic system.

56

Στην ελεύθερη οικονομία θα υπήρχαν άφθονα μέσα εξασφάλισης επανόρθωσης για άμεσες βλάβες ή δόλια «νοθεία». Δεν χρειάζεται κανένα σύστημα κρατικών «προτύπων» ούτε στρατιά διοικητικών επιθεωρητών. Αν σε έναν άνθρωπο πωληθεί νοθευμένο τρόφιμο, τότε είναι σαφές ότι ο πωλητής έχει διαπράξει απάτη, παραβιάζοντας τη σύμβασή του να πωλήσει το τρόφιμο. Έτσι, αν ο Α πωλεί στον Β τρόφιμο για πρωινό και αυτό αποδειχθεί ότι είναι άχυρο, ο Α έχει διαπράξει παράνομη πράξη απάτης, λέγοντας στον Β ότι του πωλεί τρόφιμο ενώ στην πραγματικότητα του πωλεί άχυρο. Αυτό τιμωρείται από τα δικαστήρια υπό το «ελευθεριστικό δίκαιο», δηλαδή τον νομικό κώδικα της ελεύθερης κοινωνίας που θα απαγόρευε όλες τις προσβολές προσώπων και περιουσίας. Η απώλεια του προϊόντος και του τιμήματος, μαζί με την κατάλληλη αποζημίωση —καταβαλλόμενη στο θύμα και όχι στο κράτος—, θα περιλαμβάνονταν στην τιμωρία της απάτης. Κανένας διοικητικός υπάλληλος δεν χρειάζεται για να εμποδίζει μη δόλιες πωλήσεις· αν κάποιος απλώς πωλεί κάτι που αποκαλεί «ψωμί», αυτό πρέπει να ανταποκρίνεται στον κοινό ορισμό του ψωμιού που έχουν οι καταναλωτές και όχι σε κάποια αυθαίρετη προδιαγραφή. Αν, όμως, αναγράφει τη σύνθεση πάνω στη φραντζόλα, υπόκειται σε δίωξη αν ψεύδεται. Πρέπει να τονιστεί ότι το έγκλημα δεν είναι το ψεύδος αυτό καθαυτό, το οποίο αποτελεί ηθικό πρόβλημα έξω από την αρμοδιότητα ενός φορέα προστασίας της ελεύθερης αγοράς, αλλά η παραβίαση σύμβασης — η απόκτηση της περιουσίας κάποιου άλλου με ψευδείς παραστάσεις και, επομένως, η ενοχή για απάτη. Αν, από την άλλη πλευρά, το νοθευμένο προϊόν βλάψει την υγεία του αγοραστή —όπως με την προσθήκη δηλητηρίου—, ο πωλητής υπόκειται επιπλέον σε δίωξη για βλάβη και επίθεση κατά του προσώπου του αγοραστή.41

In the free economy, there would be ample means to obtain redress for direct injuries or fraudulent “adulteration.” No system of government “standards” or army of administrative inspectors is necessary. If a man is sold adulterated food, then clearly the seller has committed fraud, violating his contract to sell the food. Thus, if A sells B breakfast food, and it turns out to be straw, A has committed an illegal act of fraud by telling B he is selling him food, while actually selling straw. This is punishable in the courts under “libertarian law,” i.e., the legal code of the free society that would prohibit all invasions of persons and property. The loss of the product and the price, plus suitable damages (paid to the victim, not to the State), would be included in the punishment of fraud. No administrator is needed to prevent nonfraudulent sales; if a man simply sells what he calls “bread,” it must meet the common definition of bread held by consumers, and not some arbitrary specification. However, if he specifies the composition on the loaf, he is liable for prosecution if he is lying. It must be emphasized that the crime is not lying per se, which is a moral problem not under the province of a free-market defense agency, but breaching a contract—taking someone else’s property under false pretenses and therefore being guilty of fraud. If, on the other hand, the adulterated product injures the health of the buyer (such as by an inserted poison), the seller is further liable for prosecution for injuring and assaulting the person of the buyer.

57

Ένας άλλος τύπος ποιοτικού ελέγχου είναι η υποτιθέμενη «προστασία» των επενδυτών. Οι κανονισμοί της SEC υποχρεώνουν, για παράδειγμα, τις νέες εταιρείες που πωλούν μετοχές να συμμορφώνονται με ορισμένους κανόνες, να εκδίδουν ενημερωτικά φυλλάδια κ.λπ. Το καθαρό αποτέλεσμα είναι η παρεμπόδιση των νέων και ιδίως των μικρών επιχειρήσεων και ο περιορισμός της δυνατότητάς τους να αποκτούν κεφάλαια, παραχωρώντας έτσι μονοπωλιακό προνόμιο στις υφιστάμενες επιχειρήσεις. Στους επενδυτές απαγορεύεται να επενδύουν σε ιδιαίτερα επισφαλείς επιχειρήσεις. Οι κανονισμοί της SEC, οι λεγόμενοι «νόμοι του γαλάζιου ουρανού» κ.λπ. περιορίζουν έτσι την είσοδο νέων επιχειρήσεων και εμποδίζουν την επένδυση σε επισφαλή αλλά ενδεχομένως επιτυχή εγχειρήματα. Για άλλη μια φορά, η επιχειρηματική αποτελεσματικότητα και η εξυπηρέτηση του καταναλωτή παρεμποδίζονται.42

Another type of quality control is the alleged “protection” of investors. SEC regulations force new companies selling stock, for example, to comply with certain rules, issue brochures, etc. The net effect is to hamper new and especially small firms and restrict them in acquiring capital, thereby conferring a monopolistic privilege upon existing firms. Investors are prohibited from investing in particularly risky enterprises. SEC regulations, “blue-sky laws,” etc., thereby restrict the entry of new firms and prevent investment in risky but possibly successful ventures. Once again, efficiency in business and service to the consumer are hampered.

58

Οι κανονισμοί ασφάλειας αποτελούν έναν ακόμη συνηθισμένο τύπο προτύπων ποιότητας. Προδιαγράφουν τις λεπτομέρειες της παραγωγής και θέτουν εκτός νόμου τις αποκλίσεις. Ο τρόπος με τον οποίο η ελεύθερη αγορά αντιμετωπίζει, ας πούμε, την κατάρρευση ενός κτιρίου που σκοτώνει αρκετούς ανθρώπους είναι η φυλάκιση του ιδιοκτήτη του κτιρίου για ανθρωποκτονία εξ αμελείας. Αλλά η ελεύθερη αγορά δεν μπορεί να αποδέχεται κανέναν αυθαίρετο κανονισμό «ασφάλειας» που θεσπίζεται πριν από τη διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος. Το σημερινό σύστημα δεν αντιμετωπίζει τον ιδιοκτήτη του κτιρίου ως ουσιαστικά ένοχο ανθρωποκτονίας αν συμβεί κατάρρευση· αντιθέτως, αυτός απλώς καταβάλλει ένα ποσό χρηματικής αποζημίωσης. Με αυτόν τον τρόπο, η προσβολή του προσώπου μένει σχετικά ατιμώρητη και δεν αποτρέπεται. Από την άλλη πλευρά, οι διοικητικοί κανονισμοί πολλαπλασιάζονται, και η γενική τους επίπτωση είναι η παρεμπόδιση σημαντικών βελτιώσεων στον οικοδομικό κλάδο και, επομένως, η παραχώρηση μονοπωλιακών προνομίων στους υφιστάμενους κατασκευαστές έναντι ανταγωνιστών που θα μπορούσαν να καινοτομήσουν.43 Η παράκαμψη των κανονισμών ασφάλειας μέσω δωροδοκίας επιτρέπει τότε στον πραγματικό επιτιθέμενο —τον κατασκευαστή του οποίου η περιουσία τραυματίζει κάποιον— να συνεχίζει ατιμώρητος και να μένει στο απυρόβλητο.

Safety codes are another common type of quality standard. They prescribe the details of production and outlaw differences. The free-market method of dealing, say, with the collapse of a building killing several persons, is to send the owner of the building to jail for manslaughter. But the free market can countenance no arbitrary “safety” code promulgated in advance of any crime. The current system does not treat the building owner as a virtual murderer should a collapse occur; instead, he merely pays a sum of monetary damages. In that way, invasion of person goes relatively unpunished and undeterred. On the other hand, administrative codes proliferate, and their general effect is to prevent major improvements in the building industry and thus to confer monopolistic privileges on existing builders, as contrasted with potentially innovating competitors. Evasion of safety codes through bribery then permits the actual aggressor (the builder whose property injures someone) to continue unpunished and go scot free.

59

Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι οι φορείς προστασίας της ελεύθερης αγοράς πρέπει να περιμένουν μέχρι να υποστούν βλάβη οι άνθρωποι για να τιμωρήσουν το έγκλημα, αντί να το προλαμβάνουν. Είναι αλήθεια ότι στην ελεύθερη αγορά μπορούν να τιμωρούνται μόνο έμπρακτες ενέργειες. Κανείς δεν επιχειρεί να τυραννά οποιονδήποτε άλλο με το επιχείρημα ότι έτσι θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτραπεί κάποιο μελλοντικό έγκλημα. Βάσει της θεωρίας της «πρόληψης», κάθε είδους προσβολή της προσωπικής ελευθερίας μπορεί —και πράγματι πρέπει— να δικαιολογείται. Είναι ασφαλώς γελοία διαδικασία να επιχειρείται η «πρόληψη» λίγων μελλοντικών προσβολών με τη διάπραξη μόνιμων προσβολών εναντίον όλων.44

It might be objected that free-market defense agencies must wait until after people are injured to punish, rather than prevent, crime. It is true that on the free market only overt acts can be punished. There is no attempt by anyone to tyrannize over anyone else on the ground that some future crime might possibly be prevented thereby. On the “prevention” theory, any sort of invasion of personal freedom can be, and in fact must be, justified. It is certainly a ludicrous procedure to attempt to “prevent” a few future invasions by committing permanent invasions against everyone.

60

Κανονισμοί ασφάλειας επιβάλλονται επίσης στις συμβάσεις εργασίας. Οι εργαζόμενοι και οι εργοδότες εμποδίζονται να συμφωνήσουν όρους απασχόλησης, εκτός αν τηρούνται ορισμένοι κρατικοί κανόνες. Το αποτέλεσμα είναι η επιβολή απώλειας στους εργαζομένους και στους εργοδότες, στους οποίους στερείται η ελευθερία του συμβάλλεσθαι και οι οποίοι πρέπει να στραφούν σε άλλες, λιγότερο αποδοτικές απασχολήσεις. Η κατανομή των συντελεστών, επομένως, στρεβλώνεται και γίνεται εσφαλμένη σε σχέση τόσο με τη μέγιστη ικανοποίηση των καταναλωτών όσο και με τη μέγιστη απόδοση των συντελεστών. Η παραγωγική δραστηριότητα καθίσταται λιγότερο παραγωγική και ευέλικτη.

Safety regulations are also imposed on labor contracts. Workers and employers are prevented from agreeing on terms of hire unless certain governmental rules are obeyed. The result is a loss imposed on workers and employers, who are denied their freedom to contract, and who must turn to other, less remunerative employments. Factors are therefore distorted and misallocated in relation to both the maximum satisfaction of the consumers and maximum return to factors. Industry is rendered less productive and flexible.

61

Μια άλλη χρήση των «κανονισμών ασφάλειας» είναι η παρεμπόδιση του γεωγραφικού ανταγωνισμού, δηλαδή η αποτροπή των καταναλωτών από την αγορά αγαθών από αποδοτικούς παραγωγούς που βρίσκονται σε άλλες γεωγραφικές περιοχές. Από αναλυτική άποψη, υπάρχει ελάχιστη διαφορά μεταξύ ανταγωνισμού γενικά και ανταγωνισμού ως προς την τοποθεσία, καθώς η τοποθεσία είναι απλώς ένα από τα πολλά πλεονεκτήματα ή μειονεκτήματα που διαθέτουν οι ανταγωνιστικές επιχειρήσεις. Έτσι, οι πολιτειακές κυβερνήσεις έχουν οργανώσει υποχρεωτικά καρτέλ γάλακτος, τα οποία καθορίζουν κατώτατες τιμές και περιορίζουν την παραγωγή, ενώ επιβάλλονται απόλυτες απαγορεύσεις εισαγωγής γάλακτος από άλλες πολιτείες υπό το πρόσχημα της «ασφάλειας». Το αποτέλεσμα, φυσικά, είναι η αποκοπή του ανταγωνισμού και η δυνατότητα μονοπωλιακής τιμολόγησης. Επιπλέον, στα προϊόντα άλλων πολιτειών επιβάλλονται συχνά απαιτήσεις ασφάλειας που υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες που επιβάλλονται στις τοπικές επιχειρήσεις.45

Another use of “safety regulations” is to prevent geographic competition, i.e., to keep consumers from buying goods from efficient producers located in other geographical areas. Analytically, there is little distinction between competition in general and in location, since location is simply one of the many advantages or disadvantages that competing firms possess. Thus, state governments have organized compulsory milk cartels, which set minimum prices and restrict output, and absolute embargoes are levied on out-of-state milk imports, under the guise of “safety.” The effect, of course, is to cut off competition and permit monopoly pricing. Furthermore, safety requirements that go far beyond those imposed on local firms are often exacted on out-of-state products.

62

Δ. Δασμοί

D. TARIFFS

63

Οι δασμοί και οι διάφορες μορφές ποσοστώσεων εισαγωγών απαγορεύουν, εν μέρει ή πλήρως, τον γεωγραφικό ανταγωνισμό για διάφορα προϊόντα. Στις εγχώριες επιχειρήσεις παραχωρείται οιονεί μονοπώλιο και, γενικά, μονοπωλιακή τιμή. Οι δασμοί βλάπτουν τους καταναλωτές μέσα στην «προστατευόμενη» περιοχή, οι οποίοι εμποδίζονται να αγοράσουν από αποδοτικότερους ανταγωνιστές σε χαμηλότερη τιμή. Βλάπτουν επίσης τις αποδοτικότερες ξένες επιχειρήσεις και τους καταναλωτές όλων των περιοχών, οι οποίοι στερούνται τα πλεονεκτήματα της γεωγραφικής εξειδίκευσης. Στην ελεύθερη αγορά, οι καλύτεροι πόροι θα τείνουν να κατανέμονται στις τοποθεσίες όπου είναι παραγωγικότεροι σε όρους αξίας. Η παρεμπόδιση του διαπεριφερειακού εμπορίου θα αναγκάσει τους συντελεστές να λαμβάνουν χαμηλότερη αμοιβή σε λιγότερο αποδοτικές και λιγότερο παραγωγικές σε όρους αξίας δραστηριότητες.

Tariffs and various forms of import quotas prohibit, partially or totally, geographical competition for various products. Domestic firms are granted a quasi monopoly and, generally, a monopoly price. Tariffs injure the consumers within the “protected” area, who are prevented from purchasing from more efficient competitors at a lower price. They also injure the more efficient foreign firms and the consumers of all areas, who are deprived of the advantages of geographic specialization. In a free market, the best resources will tend to be allocated to their most value-productive locations. Blocking interregional trade will force factors to obtain lower remuneration at less efficient and less value-productive tasks.

64

Οι οικονομολόγοι έχουν αφιερώσει μεγάλη προσοχή στη «θεωρία του διεθνούς εμπορίου» — προσοχή που υπερβαίνει κατά πολύ την αναλυτική της σημασία. Διότι στην ελεύθερη αγορά δεν θα υπήρχε καθόλου χωριστή θεωρία «διεθνούς εμπορίου» — και η ελεύθερη αγορά είναι το πεδίο των θεμελιωδών αναλυτικών προβλημάτων. Η ανάλυση παρεμβατικών καταστάσεων συνίσταται απλώς στη σύγκριση των επιπτώσεών τους με όσα θα συνέβαιναν στην ελεύθερη αγορά. Τα «έθνη» μπορεί να είναι σημαντικά πολιτικά και πολιτιστικά, αλλά οικονομικά εμφανίζονται μόνο ως συνέπεια κρατικής παρέμβασης, είτε υπό τη μορφή δασμών ή άλλων εμποδίων στο γεωγραφικό εμπόριο είτε ως κάποια μορφή νομισματικής παρέμβασης.46

Economists have devoted a great deal of attention to the “theory of international trade”—attention far beyond its analytic importance. For, on the free market, there would be no separate theory of “international trade” at all—and the free market is the locus of the fundamental analytic problems. Analysis of interventionary situations consists simply in comparing their effects to what would have occurred on the free market. “Nations” may be important politically and culturally, but economically they appear only as a consequence of government intervention, either in the form of tariffs or other barriers to geographic trade, or as some form of monetary intervention.

65

Οι δασμοί έχουν εμπνεύσει πληθώρα οικονομικών εικασιών και επιχειρημάτων. Τα επιχειρήματα υπέρ των δασμών έχουν ένα κοινό γνώρισμα: όλα επιχειρούν να αποδείξουν ότι οι καταναλωτές της προστατευόμενης περιοχής δεν υφίστανται εκμετάλλευση από τον δασμό. Όλες αυτές οι απόπειρες είναι μάταιες. Τα επιχειρήματα είναι πολλά. Χαρακτηριστικές είναι οι ανησυχίες για τη συνέχιση ενός «δυσμενούς εμπορικού ισοζυγίου». Αλλά κάθε άτομο αποφασίζει για τις αγορές του και, επομένως, καθορίζει αν το ισοζύγιό του θα πρέπει να είναι «ευνοϊκό» ή «δυσμενές»· το «δυσμενές» είναι παραπλανητικός όρος, διότι κάθε αγορά αποτελεί την ευνοϊκότερη για το άτομο πράξη εκείνη τη στιγμή. Το ίδιο ισχύει, επομένως, για το ενοποιημένο ισοζύγιο μιας περιοχής ή χώρας. Δεν μπορεί να υπάρχει «δυσμενές» εμπορικό ισοζύγιο μιας περιοχής, εκτός αν το επιθυμούν οι συναλλασσόμενοι, είτε πωλώντας τα αποθέματα χρυσού τους είτε δανειζόμενοι από άλλους — με τα δάνεια να χορηγούνται εκουσίως από τους πιστωτές—.

Tariffs have inspired a profusion of economic speculation and argument. The arguments for tariffs have one thing in common: they all attempt to prove that the consumers of the protected area are not exploited by the tariff. These attempts are all in vain. There are many arguments. Typical are worries about the continuance of an “unfavorable balance of trade.” But every individual decides on his purchases and therefore determines whether his balance should be “favorable” or “unfavorable”; “unfavorable” is a misleading term because any purchase is the action most favorable for the individual at the time. The same is therefore true for the consolidated balance of a region or a country. There can be no “unfavorable” balance of trade from a region unless the traders so will it, either by selling their gold reserve, or by borrowing from others (the loans being voluntarily granted by creditors).

66

Ο παραλογισμός των επιχειρημάτων υπέρ των δασμών γίνεται φανερός αν οδηγήσουμε την ιδέα του δασμού στο λογικό της συμπέρασμα — ας πούμε, στην περίπτωση δύο ατόμων, του Jones και του Smith. Πρόκειται για έγκυρη χρήση της εις άτοπον απαγωγής, διότι οι ίδιες ποιοτικές επιπτώσεις προκύπτουν όταν επιβάλλεται δασμός σε ένα ολόκληρο έθνος και όταν επιβάλλεται σε έναν ή δύο ανθρώπους· η διαφορά είναι απλώς διαφορά βαθμού.47 Ας υποθέσουμε ότι ο Jones έχει ένα αγρόκτημα, τα «Κτήματα του Jones», και ότι ο Smith εργάζεται γι’ αυτόν. Έχοντας εμποτιστεί με ιδέες υπέρ των δασμών, ο Jones προτρέπει τον Smith να «αγοράζει προϊόντα των Κτημάτων του Jones». «Κρατήστε τα χρήματα στα Κτήματα του Jones», «μην αφήνετε να σας εκμεταλλεύεται η πλημμυρίδα προϊόντων από τη φθηνή εργασία των ξένων έξω από τα Κτήματα του Jones» και παρόμοια αποφθέγματα γίνονται τα συνθήματα των δύο ανδρών. Για να εξασφαλίσει ότι ο στόχος τους θα επιτευχθεί, ο Jones επιβάλλει δασμό 1.000% στις εισαγωγές όλων των αγαθών και υπηρεσιών από το «εξωτερικό», δηλαδή από έξω από το αγρόκτημα. Ως αποτέλεσμα, ο Jones και ο Smith βλέπουν τον ελεύθερο χρόνο τους, ή τα «προβλήματα ανεργίας» τους, να εξαφανίζονται, καθώς εργάζονται από την αυγή μέχρι το σούρουπο, πασχίζοντας να εξασφαλίσουν την παραγωγή όλων των αγαθών που επιθυμούν. Πολλά δεν μπορούν να τα παράγουν καθόλου· άλλα μπορούν, αν τους δοθούν αιώνες προσπάθειας. Είναι αλήθεια ότι αποκομίζουν όσα υπόσχονται οι προστατευτιστές: «αυτάρκεια», μολονότι η «επάρκεια» περιορίζεται στη στοιχειώδη επιβίωση αντί για ένα άνετο βιοτικό επίπεδο. Τα χρήματα «μένουν στον τόπο τους», και μπορούν να καταβάλλουν ο ένας στον άλλο πολύ υψηλούς ονομαστικούς μισθούς και τιμές, αλλά διαπιστώνουν ότι η πραγματική αξία των μισθών τους, σε όρους αγαθών, κατακρημνίζεται.

The absurdity of the protariff arguments can be seen when we carry the idea of a tariff to its logical conclusion—let us say, the case of two individuals, Jones and Smith. This is a valid use of the reductio ad absurdum because the same qualitative effects take place when a tariff is levied on a whole nation as when it is levied on one or two people; the difference is merely one of degree. Suppose that Jones has a farm, “Jones’ Acres,” and Smith works for him. Having become steeped in protariff ideas, Jones exhorts Smith to “buy Jones’ Acres.” “Keep the money in Jones’ Acres,” “don’t be exploited by the flood of products from the cheap labor of foreigners outside Jones’ Acres,” and similar maxims become the watchword of the two men. To make sure that their aim is accomplished, Jones levies a 1,000-percent tariff on the imports of all goods and services from “abroad,” i.e., from outside the farm. As a result, Jones and Smith see their leisure, or “problems of unemployment,” disappear as they work from dawn to dusk trying to eke out the production of all the goods they desire. Many they cannot raise at all; others they can, given centuries of effort. It is true that they reap the promise of the protectionists: “self-sufficiency,” although the “sufficiency” is bare subsistence instead of a comfortable standard of living. Money is “kept at home,” and they can pay each other very high nominal wages and prices, but the men find that the real value of their wages, in terms of goods, plummets drastically.

67

Πράγματι, επιστρέψαμε τώρα στην κατάσταση των απομονωμένων ή ανταλλακτικών οικονομιών του Crusoe και του Friday. Και σε αυτό ουσιαστικά καταλήγει η αρχή του δασμού. Αυτή η αρχή αποτελεί επίθεση στην αγορά, και ο λογικός της στόχος είναι η αυτάρκεια των μεμονωμένων παραγωγών· είναι ένας στόχος που, αν πραγματοποιούνταν, θα σήμαινε φτώχεια για όλους και θάνατο για τους περισσότερους από τον σημερινό πληθυσμό του κόσμου. Θα ήταν οπισθοδρόμηση από τον πολιτισμό στη βαρβαρότητα. Ένας ήπιος δασμός σε μια ευρύτερη περιοχή ίσως αποτελεί μόνο μια ώθηση προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά παραμένει ώθηση, και τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να δικαιολογήσουν τον δασμό εφαρμόζονται εξίσου καλά στην επιστροφή στην «αυτάρκεια» της ζούγκλας.48,49

Truly we are now back in the situation of the isolated or barter economies of Crusoe and Friday. And that is effectively what the tariff principle amounts to. This principle is an attack on the market, and its logical goal is the self-sufficiency of individual producers; it is a goal that, if realized, would spell poverty for all, and death for most, of the present world population. It would be a regression from civilization to barbarism. A mild tariff over a wider area is perhaps only a push in that direction, but it is a push, and the arguments used to justify the tariff apply equally well to a return to the “self-sufficiency” of the jungle.26,27

68

Ένα από τα πιο οξυδερκή σημεία της ανάλυσης του Henry George για τον προστατευτικό δασμό είναι η εξέταση του όρου «προστασία»:

One of the keenest parts of Henry George’s analysis of the protective tariff is his discussion of the term “protection”:

69

Η προστασία συνεπάγεται παρεμπόδιση. ... Τι παρεμποδίζει η προστασία μέσω δασμών; Το εμπόριο. ... Αλλά το εμπόριο, από το οποίο η «προστασία» επιχειρεί να μας προφυλάξει και να μας υπερασπιστεί, δεν είναι, όπως η πλημμύρα, ο σεισμός ή ο ανεμοστρόβιλος, κάτι που έρχεται χωρίς ανθρώπινη ενέργεια. Το εμπόριο συνεπάγεται ανθρώπινη δράση. Δεν μπορεί να υπάρχει ανάγκη προφύλαξης ή άμυνας έναντι του εμπορίου, εκτός αν υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να εμπορευτούν και προσπαθούν να το κάνουν. Ποιοι είναι, λοιπόν, οι άνθρωποι από τις προσπάθειες των οποίων να εμπορευτούν μάς προφυλάσσει και μας υπερασπίζεται η «προστασία»; ... η επιθυμία του ενός μέρους, όσο ισχυρή και αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να επιφέρει εμπόριο. Σε κάθε εμπορική συναλλαγή πρέπει να υπάρχουν δύο μέρη που πράγματι επιθυμούν να συναλλαχθούν και των οποίων οι πράξεις είναι αμοιβαίες. Κανείς δεν μπορεί να αγοράσει αν δεν βρει κάποιον πρόθυμο να πωλήσει· και κανείς δεν μπορεί να πωλήσει αν δεν υπάρχει κάποιος άλλος πρόθυμος να αγοράσει. Αν οι Αμερικανοί δεν ήθελαν να αγοράζουν ξένα αγαθά, τα ξένα αγαθά δεν θα μπορούσαν να πωληθούν εδώ ακόμη και αν δεν υπήρχε δασμός. Το ενεργό αίτιο του εμπορίου που ο δασμός μας αποβλέπει να εμποδίσει είναι η επιθυμία των Αμερικανών να αγοράζουν ξένα αγαθά, όχι η επιθυμία των ξένων παραγωγών να τα πωλούν. ... Δεν είναι από τους ξένους που μας προφυλάσσει και μας υπερασπίζεται η προστασία· είναι από τους ίδιους μας τους εαυτούς.50

trade, from which “protection” essays to preserve and defend us, is not, like flood, earthquake, or tornado, something that comes without human agency. Trade implies human action. There can be no need of preserving from or defending against trade, unless there are men who want to trade and try to trade. Who, then, are the men against whose efforts to trade “protection” preserves and defends us? . . . the desire of one party, however strong it may be, cannot of itself bring about trade. To every trade there must be two parties who actually desire to trade, and whose actions are reciprocal. No one can buy unless he finds someone willing to sell; and no one can sell unless there is some other one willing to buy. If Americans did not want to buy foreign goods, foreign goods could not be sold here even if there were no tariff. The efficient cause of the trade which our tariff aims to prevent is the desire of Americans to buy foreign goods, not the desire of foreign producprotection preserves and defends us; it is from ourselves.28

70

Κατά ειρωνικό τρόπο, οι μακροχρόνιες δυνατότητες εκμετάλλευσης μέσω του προστατευτικού δασμού είναι πολύ μικρότερες από εκείνες που προκύπτουν από άλλες μορφές παραχώρησης μονοπωλιακού προνομίου. Διότι προστατεύονται μόνο οι επιχειρήσεις μέσα σε μια περιοχή· ωστόσο, οποιοσδήποτε επιτρέπεται να ιδρύσει εκεί επιχείρηση — ακόμη και οι ξένοι. Ως αποτέλεσμα, άλλες επιχειρήσεις, από το εσωτερικό και το εξωτερικό της περιοχής, θα συρρεύσουν στον προστατευόμενο κλάδο και στην προστατευόμενη περιοχή, ώσπου τελικά το μονοπωλιακό όφελος θα εξαφανιστεί, μολονότι η εσφαλμένη κατανομή της παραγωγής και η βλάβη των καταναλωτών θα παραμείνουν. Μακροχρόνια, επομένως, ένας δασμός αυτός καθαυτόν δεν εξασφαλίζει διαρκές όφελος ούτε καν στους άμεσους ωφελουμένους του.

Ironically, the long-run exploitative possibilities of the protective tariff are far less than those that arise from other forms of monopoly grant. For only firms within an area are protected; yet anyone is permitted to establish a firm there—even foreigners. As a result, other firms, from within and without the area, will flock into the protected industry and the protected area, until finally the monopoly gain disappears, although misallocation of production and injury to consumers remain. In the long run, therefore, a tariff per se does not establish a lasting benefit even for the immediate beneficiaries.

71

Πολλοί συγγραφείς και οικονομολόγοι, κατά τα άλλα υπέρμαχοι του ελεύθερου εμπορίου, έχουν αποδεχθεί την εγκυρότητα του επιχειρήματος της «νηπιακής βιομηχανίας» υπέρ ενός προστατευτικού δασμού. Πράγματι, λίγοι υπέρμαχοι του ελεύθερου εμπορίου έχουν αμφισβητήσει το επιχείρημα πέρα από την προειδοποίηση ότι ο δασμός μπορεί να συνεχιστεί πέρα από τη «νηπιακή ηλικία» του κλάδου. Αυτή η απάντηση ουσιαστικά παραδέχεται την εγκυρότητα του επιχειρήματος της «νηπιακής βιομηχανίας». Πέρα από την εντελώς εσφαλμένη και παραπλανητική βιολογική αναλογία, η οποία συγκρίνει έναν νεοϊδρυθέντα κλάδο με ένα αβοήθητο νεογέννητο που χρειάζεται προστασία, η ουσία του επιχειρήματος έχει διατυπωθεί από τον Taussig:

Many writers and economists, otherwise in favor of free trade, have conceded the validity of the “infant industry argument” for a protective tariff. Few free-traders, in fact, have challenged the argument beyond warning that the tariff might be continued beyond the stage of “infancy” of the industry. This reply in effect concedes the validity of the “infant industry” argument. Aside from the utterly false and misleading biological analogy, which compares a newly established industry to a helpless new-born baby who needs protection, the substance of the argument has been stated by Taussig:

72

Το επιχείρημα είναι ότι, ενώ η τιμή του προστατευόμενου είδους αυξάνεται προσωρινά από τον δασμό, τελικά μειώνεται. Ο ανταγωνισμός εμφανίζεται ... και επιφέρει στο τέλος χαμηλότερη τιμή. ... Αυτή η μείωση της εγχώριας τιμής έρχεται μόνο με την πάροδο του χρόνου. Στην αρχή, ο εγχώριος παραγωγός αντιμετωπίζει δυσχέρειες και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στον ξένο ανταγωνισμό. Τελικά μαθαίνει πώς να παράγει με τον πλέον πρόσφορο τρόπο και μπορεί τότε να διαθέτει το είδος στην αγορά εξίσου φθηνά με τον ξένο, ακόμη και φθηνότερα.51

The argument is that while the price of the protected article is temporarily raised by the duty, eventually it is lowered. Competition sets in . . . and brings a lower comes only with the lapse of time. At the outset the domestic producer has difficulties, and cannot meet the foreign competition. In the end he learns how to produce to best advantage, and then can bring the article to market as cheaply as the foreigner, even more cheaply.29

73

Έτσι, υποστηρίζεται ότι οι παλαιότεροι ανταγωνιστές διαθέτουν ιστορικά αποκτημένες δεξιότητες και κεφάλαιο που τους επιτρέπουν να υπερισχύουν οποιωνδήποτε νέων αντιπάλων. Η συνετή κρατική προστασία προς τις νέες επιχειρήσεις, επομένως, θα προάγει μακροχρόνια τον ανταγωνισμό αντί να τον παρεμποδίζει.

Thus, older competitors are alleged to possess historically acquired skill and capital that enable them to outcompete any new rivals. Wise protection of the government granted to the new firms, therefore, will, in the long run, promote rather than hinder competition.

74

Το επιχείρημα της νηπιακής βιομηχανίας αντιστρέφει το αληθές συμπέρασμα μιας ορθής προκείμενης. Το γεγονός ότι κεφάλαιο έχει ήδη δεσμευτεί σε παλαιότερες τοποθεσίες πράγματι δίνει στις παλαιότερες επιχειρήσεις ένα πλεονέκτημα, ακόμη και αν σήμερα, υπό το φως της παρούσας γνώσης και των αναγκών των καταναλωτών, οι επενδύσεις θα είχαν πραγματοποιηθεί στις νέες τοποθεσίες. Αλλά το ζήτημα είναι ότι πρέπει πάντοτε να εργαζόμαστε με μια δεδομένη κατάσταση, με το κεφάλαιο που μας έχει παραδοθεί από τις επενδύσεις των προγόνων μας. Το γεγονός ότι οι πρόγονοί μας έκαναν λάθη —από τη σκοπιά της σημερινής ανώτερης γνώσης μας— είναι ατυχές, αλλά πρέπει πάντοτε να αξιοποιούμε με τον καλύτερο τρόπο όσα διαθέτουμε. Δεν αρχίζουμε και δεν μπορούμε ποτέ να αρχίσουμε να επενδύουμε από το μηδέν· πράγματι, αν το κάναμε, θα βρισκόμασταν στην κατάσταση του Robinson Crusoe, αντιμέτωποι ξανά με τη γη με γυμνά χέρια και χωρίς κληρονομημένο εξοπλισμό. Επομένως, πρέπει να αξιοποιούμε τα πλεονεκτήματα που μας παρέχει το ήδη δεσμευμένο κεφάλαιο του παρελθόντος. Η επιδότηση νέων εγκαταστάσεων θα έβλαπτε τους καταναλωτές στερώντας τους τα πλεονεκτήματα του ιστορικά δεδομένου κεφαλαίου.

The infant industry argument reverses the true conclusion from a correct premise. The fact that capital has already been sunk in older locations does, it is true, give the older firms an advantage, even if today, in the light of present knowledge and consumer wants, the investments would have been made in the new locations. But the point is that we must always work with a given situation, with the capital handed down to us by the investment of our ancestors. The fact that our ancestors made mistakes—from the point of view of our present superior knowledge—is unfortunate, but we must always do the best with what we have. We do not and never can begin investing from scratch; indeed, if we did, we should be in the situation of Robinson Crusoe, facing land again with our bare hands and no inherited equipment. Therefore, we must make use of the advantages given us by the sunk capital of the past. To subsidize new plants would be to injure consumers by depriving them of the advantages of historically given capital.

75

Πράγματι, αν οι μακροχρόνιες προοπτικές του νέου κλάδου είναι τόσο ελπιδοφόρες, γιατί η ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, η οποία αναζητεί διαρκώς επικερδείς επενδυτικές ευκαιρίες, δεν εισέρχεται στον νέο τομέα; Μόνο επειδή οι επιχειρηματίες αντιλαμβάνονται ότι μια τέτοια επένδυση θα ήταν οικονομικά ασύμφορη, δηλαδή θα σπαταλούσε κεφάλαιο, γη και εργασία που θα μπορούσαν διαφορετικά να επενδυθούν για την ικανοποίηση πιο επιτακτικών επιθυμιών των καταναλωτών. Όπως λέει ο Mises:

In fact, if long-run prospects in the new industry are so promising, why does not private enterprise, ever on the lookout for a profitable investment opportunity, enter the new field? Only because entrepreneurs realize that such investment would be uneconomic, i.e., it would waste capital, land, and labor that could otherwise be invested to satisfy more urgent desires of the consumers. As Mises says:

76

Η αλήθεια είναι ότι η εγκαθίδρυση μιας νηπιακής βιομηχανίας είναι επωφελής από οικονομική άποψη μόνο αν η υπεροχή της νέας τοποθεσίας είναι τόσο σημαντική ώστε να υπερκαλύπτει τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από την εγκατάλειψη μη μετατρέψιμων και μη μεταφερόμενων κεφαλαιουχικών αγαθών επενδεδυμένων στις παλαιότερες εγκαταστάσεις. Αν ισχύει αυτό, οι νέες εγκαταστάσεις θα μπορούν να ανταγωνιστούν επιτυχώς τις παλαιές χωρίς καμία κρατική βοήθεια. Αν δεν ισχύει, η προστασία που τους παρέχεται είναι σπάταλη, ακόμη και αν είναι μόνο προσωρινή και επιτρέπει στον νέο κλάδο να σταθεί μόνος του αργότερα. Ο δασμός ισοδυναμεί ουσιαστικά με επιδότηση την οποία οι καταναλωτές εξαναγκάζονται να πληρώσουν ως αντιστάθμισμα για τη χρησιμοποίηση σπάνιων συντελεστών παραγωγής προς αντικατάσταση ακόμη αξιοποιήσιμων κεφαλαιουχικών αγαθών που πρόκειται να αχρηστευθούν και για την απόσυρση αυτών των σπάνιων συντελεστών από άλλες χρήσεις, στις οποίες θα μπορούσαν να παρέχουν υπηρεσίες που οι καταναλωτές αξιολογούν υψηλότερα. ... Ελλείψει δασμών, η μετακίνηση των κλάδων σε καλύτερες τοποθεσίες αναβάλλεται ώσπου τα κεφαλαιουχικά αγαθά που έχουν επενδυθεί στις παλαιές εγκαταστάσεις να φθαρούν ή να καταστούν παρωχημένα λόγω τεχνολογικών βελτιώσεων τόσο σημαντικών ώστε να καθίσταται αναγκαία η αντικατάστασή τους με νέο εξοπλισμό.52

The truth is that the establishment of an infant industry is advantageous from the economic point of view only if the superiority of the new location is so momentous that it outweighs the disadvantages resulting from abandonment of nonconvertible and nontransferable capital goods invested in the older established plants. If this is the case, the new plants will be able to compete successfully with the old ones without any aid given by the government. If it is not the case, the protection granted to them is wasteful, even if it is only temporary and enables the new industry to hold its own at a later period. The tariff amounts virtually to a subsidy which the consumers are forced to pay as a compensation for the employment of scarce factors of production for the replacement of still utilizable capital goods to be scrapped and the withholding of these scarce factors from other employments in which they could render servabsence of tariffs the migration of industries [to better locations] is postponed until the capital goods invested in the old plants are worn out or become obsolete by technological improvements which are so momentous as to necessitate their replacement by new equipment.30

77

Λογικά, το επιχείρημα της νηπιακής βιομηχανίας πρέπει να εφαρμόζεται στο εμπόριο μεταξύ τόπων και περιφερειών όπως και στο διεθνές. Η αποτυχία αναγνώρισης αυτού του γεγονότος είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους το επιχείρημα επιμένει. Αν επεκταθεί λογικά, πράγματι, το επιχείρημα θα έπρεπε να συνεπάγεται ότι είναι αδύνατον οποιαδήποτε νέα επιχείρηση να υπάρξει και να αναπτυχθεί απέναντι στον ανταγωνισμό παλαιότερων επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από την τοποθεσία τους. Οι νέες επιχειρήσεις, άλλωστε, διαθέτουν το δικό τους ιδιαίτερο πλεονέκτημα, το οποίο αντισταθμίζει εκείνο του υφιστάμενου δεσμευμένου κεφαλαίου των παλαιών επιχειρήσεων. Οι νέες επιχειρήσεις μπορούν να ξεκινήσουν εξαρχής με τον πιο σύγχρονο και παραγωγικό εξοπλισμό, καθώς και στις καλύτερες τοποθεσίες. Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα μιας νέας επιχείρησης πρέπει να σταθμίζονται μεταξύ τους από τους επιχειρηματίες σε κάθε περίπτωση, ώστε να ανακαλυφθεί η πιο επικερδής και, επομένως, η πιο ωφέλιμη πορεία.53

Logically, the infant industry argument must be applied to interlocal and interregional trade as well as international. Failure to realize this is one of the reasons for the persistence of the argument. Logically extended, in fact, the argument would have to imply that it is impossible for any new firm to exist and grow against the competition of older firms, wherever their locations. New firms, after all, have their own peculiar advantage to offset that of existing sunken capital possessed by the old firms. New firms can begin afresh with the latest and most productive equipment as well as on the best locations. The advantages and disadvantages of a new firm must be weighed against each other by entrepreneurs in each case, to discover the most profitable, and therefore the most serviceable, course.

78

Ε. Περιορισμοί στη μετανάστευση

E. IMMIGRATION RESTRICTIONS

79

Οι εργαζόμενοι μπορούν επίσης να ζητούν γεωγραφικές παραχωρήσεις ολιγοπωλίου υπό τη μορφή περιορισμών στην είσοδο μεταναστών. Στην ελεύθερη αγορά, η αδυσώπητη τάση είναι η εξίσωση των μισθών για εργασία της ίδιας παραγωγικότητας σε όρους αξίας σε ολόκληρη τη γη. Αυτή η τάση εξαρτάται από δύο τρόπους προσαρμογής: τη συρροή επιχειρήσεων από περιοχές υψηλών μισθών προς περιοχές χαμηλών μισθών και τη ροή εργαζομένων από περιοχές χαμηλών μισθών προς περιοχές υψηλών μισθών. Οι περιορισμοί στην είσοδο μεταναστών αποτελούν απόπειρα εξασφάλισης περιοριστικών μισθών για τους κατοίκους μιας περιοχής. Συνιστούν περιορισμό και όχι μονοπώλιο επειδή: (α) στο εργατικό δυναμικό κάθε εργαζόμενος είναι ιδιοκτήτης του εαυτού του και, επομένως, οι υποστηρικτές του περιορισμού δεν ελέγχουν το σύνολο της προσφοράς εργασίας· και (β) η προσφορά εργασίας είναι μεγάλη σε σχέση με τη δυνατή μεταβολή των ωρών ενός μεμονωμένου εργαζομένου· δηλαδή ένας εργαζόμενος δεν μπορεί, όπως ένας μονοπωλητής, να εκμεταλλευτεί τον περιορισμό αυξάνοντας την παραγωγή του για να καλύψει το κενό και, επομένως, η εξασφάλιση υψηλότερης τιμής δεν καθορίζεται από την ελαστικότητα της καμπύλης ζήτησης. Υψηλότερη τιμή εξασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση μέσω του περιορισμού της προσφοράς εργασίας. Υπάρχει αλληλοσύνδεση σε ολόκληρη την αγορά εργασίας· οι αγορές εργασίας συνδέονται μεταξύ τους στα διαφορετικά επαγγέλματα, και το γενικό επίπεδο μισθών —σε αντίθεση με τους μισθούς συγκεκριμένων κλάδων— καθορίζεται από τη συνολική προσφορά όλης της εργασίας σε σχέση με τις διάφορες καμπύλες ζήτησης για διαφορετικούς τύπους εργασίας σε διαφορετικούς κλάδους. Μια μειωμένη συνολική προσφορά εργασίας σε μια περιοχή θα τείνει, έτσι, να μετατοπίζει προς τα αριστερά όλες τις επιμέρους καμπύλες προσφοράς των συντελεστών εργασίας, αυξάνοντας τους μισθούς σε όλους τους τομείς.

Laborers may also ask for geographical grants of oligopoly in the form of immigration restrictions. In the free market the inexorable trend is to equalize wage rates for the same value-productive work all over the earth. This trend is dependent on two modes of adjustment: businesses flocking from high-wage to low-wage areas, and workers flowing from low-wage to high-wage areas. Immigration restrictions are an attempt to gain restrictionist wage rates for the inhabitants of an area. They constitute a restriction rather than monopoly because (a) in the labor force, each worker owns himself, and therefore the restrictionists have no control over the whole of the supply of labor; and (b) the supply of labor is large in relation to the possible variability in the hours of an individual worker, i.e., a worker cannot, like a monopolist, take advantage of the restriction by increasing his output to take up the slack, and hence obtaining a higher price is not determined by the elasticity of the demand curve. A higher price is obtained in any case by the restriction of the supply of labor. There is a connexity throughout the entire labor market; labor markets are linked with each other in different occupations, and the general wage rate (in contrast to the rate in specific industries) is determined by the total supply of all labor, as compared with the various demand curves for different types of labor in different industries. A reduced total supply of labor in an area will thus tend to shift all the various supply curves for individual labor factors to the left, thus increasing wage rates all around.

80

Οι περιορισμοί στην είσοδο μεταναστών, επομένως, μπορεί να εξασφαλίζουν περιοριστικούς μισθούς για όλους τους ανθρώπους της περιοχής όπου ισχύουν οι περιορισμοί, μολονότι σαφώς τα μεγαλύτερα σχετικά οφέλη θα τα αποκομίζουν εκείνοι που θα ανταγωνίζονταν άμεσα στην αγορά εργασίας τους δυνητικούς μετανάστες. Κερδίζουν εις βάρος των αποκλεισμένων ανθρώπων, οι οποίοι εξαναγκάζονται να αποδεχθούν χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας στην πατρίδα τους.

Immigration restrictions, therefore, may earn restrictionist wage rates for all people in the restricted area, although clearly the greatest relative gainers will be those who would have directly competed in the labor market with the potential immigrants. They gain at the expense of the excluded people, who are forced to accept lower-paying jobs at home.

81

Προφανώς, δεν θα ωφελείται κάθε γεωγραφική περιοχή από τους περιορισμούς στην είσοδο μεταναστών — μόνο μια περιοχή υψηλών μισθών. Οι κάτοικοι περιοχών σχετικά χαμηλών μισθών σπανίως χρειάζεται να ανησυχούν για την είσοδο μεταναστών· εκεί η πίεση είναι προς την αποδημία.54 Οι περιοχές υψηλών μισθών κατέκτησαν τη θέση τους μέσω μεγαλύτερης κατά κεφαλήν επένδυσης κεφαλαίου από ό,τι οι άλλες περιοχές· και τώρα οι εργαζόμενοι αυτής της περιοχής επιχειρούν να αντισταθούν στη μείωση των μισθών που θα προέκυπτε από μια εισροή εργαζομένων από το εξωτερικό.

Obviously, not every geographic area will gain by immigration restrictions—only a high-wage area. Those in relatively low-wage areas rarely have to worry about immigration: there the pressure is to emigrate. The high-wage areas won their position through a greater investment of capital per head than the other areas; and now the workers in that area try to resist the lowering of wage rates that would stem from an influx of workers from abroad.

82

Οι φραγμοί στην είσοδο μεταναστών παρέχουν οφέλη εις βάρος των ξένων εργαζομένων. Λίγοι κάτοικοι της περιοχής προβληματίζονται γι’ αυτό.55 Εγείρουν, ωστόσο, άλλα προβλήματα. Η διαδικασία εξίσωσης των μισθών, αν και παρεμποδισμένη, θα συνεχιστεί υπό τη μορφή εξαγωγής κεφαλαιακών επενδύσεων προς ξένες χώρες χαμηλών μισθών. Η επιμονή σε υψηλούς μισθούς στο εσωτερικό δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερο κίνητρο στους εγχώριους κεφαλαιούχους να επενδύουν στο εξωτερικό. Τελικά, η διαδικασία εξίσωσης θα πραγματοποιηθεί ούτως ή άλλως, με τη διαφορά ότι η γεωγραφική κατανομή των πόρων θα έχει στρεβλωθεί πλήρως. Υπερβολικά πολλοί εργαζόμενοι και υπερβολικά πολύ κεφάλαιο θα βρίσκονται στο εξωτερικό και υπερβολικά λίγοι εργαζόμενοι και πολύ λίγο κεφάλαιο στο εσωτερικό, σε σχέση με την ικανοποίηση των καταναλωτών του κόσμου. Δεύτερον, οι εγχώριοι πολίτες μπορεί κάλλιστα να χάνουν περισσότερα ως καταναλωτές από τους μεταναστευτικούς φραγμούς από όσα κερδίζουν ως εργαζόμενοι. Διότι οι μεταναστευτικοί φραγμοί: (α) αλυσοδένουν τον διεθνή καταμερισμό της εργασίας, την αποδοτικότερη γεωγραφική κατανομή της παραγωγής και του πληθυσμού κ.λπ.· και (β) ο πληθυσμός της χώρας μπορεί κάλλιστα να βρίσκεται κάτω από τον «άριστο» πληθυσμό για την περιοχή της. Μια εισροή πληθυσμού θα μπορούσε κάλλιστα να ενθαρρύνει μεγαλύτερη μαζική παραγωγή και εξειδίκευση και, έτσι, να αυξήσει το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα. Μακροχρόνια, φυσικά, η εξίσωση θα συντελούνταν και πάλι, αλλά ίσως σε υψηλότερο επίπεδο, ιδίως αν οι φτωχότερες χώρες ήταν «υπερπληθείς» σε σύγκριση με το άριστό τους. Με άλλα λόγια, η χώρα υψηλών μισθών μπορεί να έχει πληθυσμό χαμηλότερο από εκείνον που αντιστοιχεί στο άριστο πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα, και η χώρα χαμηλών μισθών μπορεί να έχει υπερβολικό πληθυσμό πάνω από το άριστο. Σε αυτή την περίπτωση, και οι δύο χώρες θα απολάμβαναν αυξημένους πραγματικούς μισθούς από τη μετανάστευση, μολονότι η χώρα χαμηλών μισθών θα κέρδιζε περισσότερο.

Immigration barriers confer gains at the expense of foreign workers. Few residents of the area trouble themselves about that. They raise other problems, however. The process of equalizing wage rates, though hobbled, will continue in the form of an export of capital investment to foreign, low-wage countries. Insistence on high wage rates at home creates more and more incentive for domestic capitalists to invest abroad. In the end, the equalization process will be effected anyway, except that the location of resources will be completely distorted. Too many workers and too much capital will be stationed abroad, and too little at home, in relation to the satisfaction of the world’s consumers. Secondly, the domestic citizens may very well lose more from immigration barriers as consumers than they gain as workers. For immigration barriers (a) impose shackles on the international division of labor, the most efficient location of production and population, etc., and (b) the population in the home country may well be below the “optimum” population for the home area. An inflow of population might well stimulate greater mass production and specialization and thereby raise the real income per capita. In the long run, of course, the equalization would still take place, but perhaps at a higher level, especially if the poorer countries were “overpopulated” in comparison with their optimum. In other words, the high-wage country may have a population below the optimum real income per head, and the low-wage country may have excessive population over the optimum. In that case, both countries would enjoy increased real wage rates from the migration, although the low-wage country would gain more.

83

Είναι του συρμού να γίνεται λόγος για τον «υπερπληθυσμό» ορισμένων χωρών, όπως η Κίνα και η Ινδία, και να υποστηρίζεται ότι οι μαλθουσιανοί τρόμοι ενός πληθυσμού που πιέζει την προσφορά τροφίμων επαληθεύονται σε αυτές τις περιοχές. Πρόκειται για εσφαλμένη σκέψη, που προκύπτει από την εστίαση στις «χώρες» αντί στην παγκόσμια αγορά ως σύνολο. Είναι εσφαλμένο να λέγεται ότι υπάρχει υπερπληθυσμός σε ορισμένα μέρη της αγοράς και όχι σε άλλα. Η θεωρία του «υπερπληθυσμού» ή του «υποπληθυσμού» —σε σχέση με ένα αυθαίρετα επιλεγμένο μέγιστο πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος— εφαρμόζεται ορθά στην αγορά ως σύνολο. Αν ορισμένα τμήματα της αγοράς είναι «υποπληθή» και άλλα «υπερπληθή», το πρόβλημα δεν απορρέει από την ανθρώπινη αναπαραγωγή ή την ανθρώπινη παραγωγική δραστηριότητα, αλλά από τεχνητούς κρατικούς φραγμούς στη μετανάστευση. Η Ινδία είναι «υπερπληθής» μόνο επειδή οι πολίτες της δεν θέλουν να μετακινηθούν στο εξωτερικό ή επειδή άλλες κυβερνήσεις δεν τους επιτρέπουν να εισέλθουν. Αν ισχύει το πρώτο, τότε οι Ινδοί προβαίνουν σε εκούσια επιλογή: αποδέχονται χαμηλότερους χρηματικούς μισθούς σε αντάλλαγμα του μεγάλου ψυχικού οφέλους της ζωής στην Ινδία. Οι μισθοί εξισώνονται διεθνώς μόνο αν ενσωματώσουμε τέτοιους ψυχικούς παράγοντες στη μισθολογική αμοιβή. Επιπλέον, αν άλλες κυβερνήσεις απαγορεύουν την είσοδό τους, το πρόβλημα δεν είναι απόλυτος «υπερπληθυσμός», αλλά καταναγκαστικοί φραγμοί που ορθώνονται εναντίον της μετακίνησης των προσώπων.56

It is fashionable to speak of the “overpopulation” of some countries, such as China and India, and to assert that the Malthusian terrors of population pressing on the food supply are coming true in these areas. This is fallacious thinking, derived from focusing on “countries” instead of the world market as a whole. It is fallacious to say that there is overpopulation in some parts of the market and not in others. The theory of “over-” or “under-population (in relation to an arbitrary maximum of real income per person) applies properly to the market as a whole. If parts of the market are “under-” and parts “over” populated, the problem stems, not from human reproduction or human industry, but from artificial governmental barriers to migration. India is “overpopulated” only because its citizens will not move abroad or because other governments will not admit them. If the former, then, the Indians are making a voluntary choice: to accept lower money wages in return for the great psychic gain of living in India. Wages are equalized internationally only if we incorporate such psychic factors into the wage rate. Moreover, if other governments forbid their entry, the problem is not absolute “overpopulation,” but coercive barriers thrown up against personal migration.

84

Η απώλεια που υφίστανται όλοι ως καταναλωτές από την παρεμπόδιση του διαπεριφερειακού καταμερισμού της εργασίας και της αποτελεσματικής γεωγραφικής κατανομής της παραγωγής δεν πρέπει να παραβλέπεται κατά την εξέταση των επιπτώσεων των μεταναστευτικών φραγμών. Η εις άτοπον απαγωγή, αν και δεν είναι τόσο συντριπτική όσο στην περίπτωση του δασμού, έχει εφαρμογή και εδώ. Όπως επισημαίνουν οι Cooley και Poirot:

The loss to everyone as consumers from shackling the interregional division of labor and the efficient location of production, should not be overlooked in considering the effects of immigration barriers. The reductio ad absurdum, though not quite as devastating as in the case of the tariff, is also relevant here. As Cooley and Poirot point out:

85

Αν είναι ορθό να υψώνουμε έναν φραγμό κατά μήκος των εθνικών μας συνόρων εναντίον εκείνων που βλέπουν εδώ μεγαλύτερες ευκαιρίες από ό,τι στην πατρίδα τους, γιατί να μην υψώνουμε παρόμοιους φραγμούς μεταξύ πολιτειών και τοπικών κοινοτήτων μέσα στο έθνος μας; Γιατί να επιτρέπεται σε έναν χαμηλόμισθο εργαζόμενο ... να μεταναστεύσει από ένα φθίνον εργαστήριο αμαξών στη Μασαχουσέτη προς τα αναπτυσσόμενα εργοστάσια αυτοκινήτων του Ντιτρόιτ; ... Θα ανταγωνιζόταν τους γηγενείς κατοίκους του Ντιτρόιτ για τροφή, ένδυση και στέγη. Ίσως να ήταν πρόθυμος να εργαστεί με αμοιβή χαμηλότερη από τον επικρατούντα μισθό στο Ντιτρόιτ, «διαταράσσοντας την αγορά εργασίας» εκεί. ... Ούτως ή άλλως, ήταν γηγενής της Μασαχουσέτης και, επομένως, αυτή η πολιτεία θα έπρεπε να φέρει ολόκληρη την «ευθύνη για την ευημερία του». Αυτά είναι ζητήματα που θα μπορούσαμε να συλλογιστούμε, αλλά η ειλικρινής απάντησή μας σε όλα αντανακλάται στις πράξεις μας. ... Προτιμούμε να μετακινούμαστε με αυτοκίνητα παρά με άμαξες. Θα ήταν ανόητο να προσπαθούμε να αγοράσουμε ένα αυτοκίνητο ή οτιδήποτε άλλο στην ελεύθερη αγορά και ταυτόχρονα να αρνούμαστε σε οποιοδήποτε άτομο την ευκαιρία να συμβάλει στην παραγωγή αυτών που επιθυμούμε.57

If it is sound to erect a barrier along our national boundary lines, against those who see greater opportunities here than in their native land, why should we not erect similar barriers between states and localities within our nation? Why should a low-paid worker . . . be allowed to migrate from a failing buggy shop in Massachusetts to the expanding automobile shops in ters for food and clothing and housing. He might be willing to work for less than the prevailing wage in how, he was a native of Massachusetts, and therefore that state should bear the full “responsibility for his welfare.” Those are matters we might ponder, but our honest answer to all of them is reflected in our buggies. It would be foolish to try to buy an automobile or anything else on the free market, and at the same time deny any individual an opportunity to help produce those things we want.35

86

Ο υποστηρικτής των μεταναστευτικών νόμων που φοβάται μείωση του βιοτικού του επιπέδου στρέφει στην πραγματικότητα τα πυρά του προς λάθος κατεύθυνση. Εμμέσως, πιστεύει ότι η γεωγραφική του περιοχή έχει ήδη υπερβεί το σημείο του άριστου πληθυσμού της. Εκείνο που πραγματικά φοβάται, επομένως, δεν είναι τόσο η είσοδος μεταναστών όσο οποιαδήποτε πληθυσμιακή αύξηση. Για να είναι συνεπής, λοιπόν, θα έπρεπε να υποστηρίζει τον υποχρεωτικό έλεγχο των γεννήσεων, ώστε να επιβραδυνθεί ο ρυθμός πληθυσμιακής αύξησης που επιθυμούν οι επιμέρους γονείς.

The advocate of immigration laws who fears a reduction in his standard of living is actually misdirecting his fire. Implicitly, he believes that his geographic area now exceeds its optimum population point. What he really fears, therefore, is not so much immigration as any population growth. To be consistent, therefore, he would have to advocate compulsory birth control, to slow down the rate of population growth desired by individual parents.

87

ΣΤ. Νόμοι περί παιδικής εργασίας

F. CHILD LABOR LAWS

88

Οι νόμοι περί παιδικής εργασίας αποτελούν σαφές παράδειγμα περιορισμών που επιβάλλονται στην απασχόληση μέρους του εργατικού δυναμικού, προς όφελος της εξασφάλισης περιοριστικών μισθών για τους υπόλοιπους εργαζομένους. Σε μια εποχή εκτενούς συζήτησης για το «πρόβλημα της ανεργίας», πολλοί από εκείνους που ανησυχούν για την ανεργία υποστηρίζουν επίσης νόμους περί παιδικής εργασίας, οι οποίοι εμποδίζουν καταναγκαστικά την απασχόληση μιας ολόκληρης ομάδας εργαζομένων. Οι νόμοι περί παιδικής εργασίας, λοιπόν, ισοδυναμούν με υποχρεωτική ανεργία. Η υποχρεωτική ανεργία, φυσικά, μειώνει τη συνολική προσφορά εργασίας και αυξάνει τους μισθούς μέσω περιορισμού της προσφοράς, καθώς η αλληλοσύνδεση της αγοράς εργασίας διαχέει τις επιπτώσεις σε ολόκληρη την αγορά. Όχι μόνο το παιδί εμποδίζεται να εργαστεί, αλλά και το εισόδημα των οικογενειών με παιδιά μειώνεται αυθαίρετα από το κράτος, ενώ οι άτεκνες οικογένειες ωφελούνται εις βάρος των οικογενειών με παιδιά. Οι νόμοι περί παιδικής εργασίας επιβαρύνουν τις οικογένειες με παιδιά, επειδή παρατείνουν τη χρονική περίοδο κατά την οποία τα παιδιά παραμένουν καθαρό χρηματικό βάρος για τους γονείς τους.

Child labor laws are a clear-cut example of restrictions placed on the employment of some labor for the benefit of restrictive wage rates for the remaining workers. In an era of much discussion about the “unemployment problem,” many of those who worry about unemployment also advocate child labor laws, which coercively prevent the employment of a whole body of workers. Child labor laws, then, amount to compulsory unemployment. Compulsory unemployment, of course, reduces the general supply of labor and raises wage rates restrictively as the connexity of the labor market diffuses the effects throughout the market. Not only is the child prevented from laboring, but the income of families with children is arbitrarily lowered by the government, and childless families gain at the expense of families with children. Child labor laws penalize families with children because the period of time in which children remain net monetary liabilities to their parents is thereby prolonged.

89

Οι νόμοι περί παιδικής εργασίας, περιορίζοντας την προσφορά εργασίας, μειώνουν την παραγωγή της οικονομίας και, επομένως, τείνουν να υποβαθμίζουν το βιοτικό επίπεδο όλων στην κοινωνία. Επιπλέον, οι νόμοι αυτοί δεν έχουν ούτε καν την ευεργετική επίδραση που θα μπορούσε να έχει ο υποχρεωτικός έλεγχος των γεννήσεων ως προς τη μείωση του πληθυσμού, όταν αυτός βρίσκεται πάνω από το άριστο σημείο. Διότι ο συνολικός πληθυσμός δεν μειώνεται —εκτός από τις έμμεσες επιπτώσεις της επιβάρυνσης που επιβάλλεται στα παιδιά—, αλλά μειώνεται ο εργαζόμενος πληθυσμός. Η μείωση του εργαζόμενου πληθυσμού, ενώ ο καταναλώνων πληθυσμός παραμένει αμείωτος, σημαίνει υποβάθμιση του γενικού βιοτικού επιπέδου.

Child labor laws, by restricting the supply of labor, lower the production of the economy and hence tend to reduce the standard of living of everyone in the society. Furthermore, the laws do not even have the beneficial effect that compulsory birth control might have in reducing population, when it is above the optimum point. For the total population is not reduced (except from the indirect effects of the penalty on children), but the working population is. To reduce the working population while the consuming population remains undiminished is to lower the general standard of living.

90

Οι νόμοι περί παιδικής εργασίας μπορεί να λάβουν τη μορφή απόλυτης απαγόρευσης ή απαίτησης για «έγγραφα εργασίας» και κάθε λογής γραφειοκρατικές διατυπώσεις προτού μπορέσει να προσληφθεί ένας νέος, επιτυγχάνοντας έτσι εν μέρει το ίδιο αποτέλεσμα. Οι νόμοι περί παιδικής εργασίας ενισχύονται επίσης από τους νόμους περί υποχρεωτικής σχολικής φοίτησης. Ο εξαναγκασμός ενός παιδιού να παραμένει σε κρατικό ή κρατικά αναγνωρισμένο σχολείο μέχρι μια ορισμένη ηλικία έχει την ίδια επίπτωση: απαγορεύει την απασχόλησή του και προφυλάσσει τους ενήλικους εργαζομένους από τον ανταγωνισμό των νεότερων. Η υποχρεωτική φοίτηση, όμως, προχωρεί ακόμη περισσότερο, εξαναγκάζοντας το παιδί να λάβει μια ορισμένη υπηρεσία —σχολική εκπαίδευση— όταν το ίδιο ή οι γονείς του θα προτιμούσαν διαφορετικά, επιβάλλοντας έτσι πρόσθετη απώλεια χρησιμότητας σε αυτά τα παιδιά.58,59

Child labor laws may take the form of outright prohibition or of requiring “working papers” and all sorts of red tape before a youngster can be hired, thus partially achieving the same effect. The child labor laws are also bolstered by compulsory school attendance laws. Compelling a child to remain in a State or State-certified school until a certain age has the same effect of prohibiting his employment and preserving adult workers from younger competition. Compulsory attendance, however, goes even further in compelling a child to absorb a certain service—schooling—when he or his parents would prefer otherwise, thus imposing a further loss of utility upon these children.36,37

91

Ζ. Υποχρεωτική στρατολόγηση

G. CONSCRIPTION

92

Σπανίως έχει γίνει αντιληπτό ότι η υποχρεωτική στρατολόγηση αποτελεί αποτελεσματικό μέσο παραχώρησης μονοπωλιακού προνομίου και επιβολής περιοριστικών μισθών. Η υποχρεωτική στρατολόγηση, όπως οι νόμοι περί παιδικής εργασίας, αποσύρει μέρος του εργατικού δυναμικού από τον ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας — στην προκειμένη περίπτωση, υγιή ενήλικα μέλη του. Η καταναγκαστική απόσυρση και η υποχρεωτική εργασία στις ένοπλες δυνάμεις έναντι μόνον συμβολικής αμοιβής αυξάνουν τους μισθούς εκείνων που παραμένουν, ιδίως στους τομείς που ανταγωνίζονται αμεσότερα τις θέσεις εργασίας των στρατολογημένων. Φυσικά, μειώνεται επίσης η γενική παραγωγικότητα της οικονομίας, αντισταθμίζοντας τις αυξήσεις για ορισμένους τουλάχιστον εργαζομένους. Αλλά, όπως και σε άλλες περιπτώσεις παραχώρησης μονοπωλιακών προνομίων, ορισμένοι από τους προνομιούχους πιθανότατα θα ωφεληθούν από την κρατική ενέργεια. Άμεσα, η υποχρεωτική στρατολόγηση είναι μια μέθοδος με την οποία το κράτος μπορεί να επιτάσσει εργασία με αμοιβή πολύ χαμηλότερη από τους μισθούς της αγοράς — από εκείνη που θα έπρεπε να καταβάλει για να προσελκύσει κατατάξεις σε έναν εθελοντικό στρατό.60

It has rarely been realized that conscription is an effective means of granting a monopolistic privilege and imposing restrictionist wage rates. Conscription, like child labor laws, removes a part of the labor force from competition in the labor market—in this case, the removal of healthy, adult members. Coerced removal and compulsory labor in the armed forces at only nominal pay increases the wage rates of those remaining, especially in those fields most directly competitive with the jobs of the drafted men. Of course, the general productivity of the economy also decreases, offsetting the increases for at least some of the workers. But, as in other cases of monopoly grants, some of the privileged will probably gain from the governmental action. Directly, conscription is a method by which the government can commandeer labor at far less than market wage rates—the rate it would have to pay to induce the enlistment of a volunteer army.

93

Η. Νόμοι περί κατώτατου μισθού και καταναγκαστικός συνδικαλισμός

H. MINIMUM WAGE LAWS AND COMPULSORY UNIONISM

94

Η υποχρεωτική ανεργία επιτυγχάνεται έμμεσα μέσω των νόμων περί κατώτατου μισθού. Στην ελεύθερη αγορά, ο μισθός καθενός τείνει να καθορίζεται στο ύψος της προεξοφλημένης οριακής παραγωγικότητάς του σε όρους αξίας. Ένας νόμος περί κατώτατου μισθού σημαίνει ότι όσοι έχουν προεξοφλημένο οριακό προϊόν αξίας —DMVP— χαμηλότερο από το νόμιμο ελάχιστο εμποδίζονται να εργαστούν. Ο εργαζόμενος ήταν πρόθυμος να αναλάβει τη θέση και ο εργοδότης να τον προσλάβει. Αλλά η διαταγή του κράτους εμποδίζει αυτή την πρόσληψη. Η υποχρεωτική ανεργία απομακρύνει έτσι τον ανταγωνισμό των οριακών εργαζομένων και αυξάνει τους μισθούς των υπόλοιπων εργαζομένων που παραμένουν. Επομένως, ενώ ο διακηρυγμένος σκοπός ενός νόμου περί κατώτατου μισθού είναι η βελτίωση των εισοδημάτων των οριακών εργαζομένων, η πραγματική επίπτωση είναι ακριβώς η αντίστροφη: τους καθιστά μη απασχολήσιμους με νόμιμους μισθούς. Όσο υψηλότερος είναι ο κατώτατος μισθός σε σχέση με τους μισθούς της ελεύθερης αγοράς, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανεργία που προκύπτει.61

Compulsory unemployment is achieved indirectly through minimum wage laws. On the free market, everyone’s wage tends to be set at his discounted marginal value productivity. A minimum wage law means that those whose DMVP is below the legal minimum are prevented from working. The worker was willing to take the job, and the employer to hire him. But the decree of the State prevents this hiring from taking place. Compulsory unemployment thus removes the competition of marginal workers and raises the wage rates of the other workers remaining. Thus, while the announced aim of a minimum wage law is to improve the incomes of the marginal workers, the actual effect is precisely the reverse—it is to render them unemployable at legal wage rates. The higher the minimum wage rate relative to free-market rates, the greater the resulting unemployment.

95

Τα συνδικάτα αποβλέπουν σε περιοριστικούς μισθούς, οι οποίοι, σε μερική κλίμακα, προκαλούν στρεβλώσεις στην παραγωγή, χαμηλότερους μισθούς για τα μη μέλη και εστίες ανεργίας, ενώ, σε γενική κλίμακα, οδηγούν σε μεγαλύτερες στρεβλώσεις και μόνιμη μαζική ανεργία. Επιβάλλοντας περιοριστικούς κανόνες παραγωγής, αντί να επιτρέπουν στους μεμονωμένους εργαζομένους να αποδέχονται εκουσίως τους κανόνες εργασίας που θέτει ο επιχειρηματίας κατά τη χρήση της περιουσίας του, τα συνδικάτα μειώνουν τη γενική παραγωγικότητα και, επομένως, το βιοτικό επίπεδο της οικονομίας. Κάθε κρατική ενίσχυση των συνδικάτων, συνεπώς, όπως εκείνη που επιβάλλεται βάσει του νόμου Wagner–Taft–Hartley, οδηγεί σε καθεστώς περιοριστικών μισθών, βλάβης της παραγωγής και γενικής ανεργίας. Η έμμεση επίπτωση στην απασχόληση είναι παρόμοια με εκείνη ενός νόμου περί κατώτατου μισθού, με τη διαφορά ότι επηρεάζονται λιγότεροι εργαζόμενοι και ότι εκείνο που επιβάλλεται είναι ο κατώτατος μισθός που καθορίζει το συνδικάτο.

Unions aim for restrictionist wage rates, which on a partial scale cause distortions in production, lower wage rates for nonmembers, and pockets of unemployment, and on a general scale lead to greater distortions and permanent mass unemployment. By enforcing restrictive production rules, rather than allowing individual workers voluntarily to accept work rules laid down by the enterpriser in the use of his property, unions reduce general productivity and hence the living standards of the economy. Any governmental encouragement of unions, therefore, such as is imposed under the Wagner-Taft-Hartley Act, leads to a regime of restrictive wage rates, injury to production, and general unemployment. The indirect effect on employment is similar to that of a minimum wage law, except that fewer workers are affected, and it is then the union-enforced minimum wage that is being imposed.

96

Θ. Επιδοτήσεις της ανεργίας

I. SUBSIDIES TO UNEMPLOYMENT

97

Τα κρατικά επιδόματα ανεργίας αποτελούν σημαντικό μέσο επιδότησης της ανεργίας που προκαλείται από τα συνδικάτα ή από τους νόμους περί κατώτατου μισθού. Όταν οι περιοριστικοί μισθοί οδηγούν σε ανεργία, το κράτος παρεμβαίνει για να εμποδίσει τους ανέργους να πλήξουν τη συνδικαλιστική αλληλεγγύη και τους μισθούς που επιβάλλουν τα συνδικάτα. Με τη λήψη επιδομάτων ανεργίας, η μάζα των δυνητικών ανταγωνιστών των συνδικάτων αποσύρεται από την αγορά εργασίας, επιτρέποντας έτσι την επ’ αόριστον παράταση των συνδικαλιστικών πολιτικών. Και αυτή η απομάκρυνση εργαζομένων από την αγορά εργασίας χρηματοδοτείται από τους φορολογουμένους — από το ευρύ κοινό.

Government unemployment benefits are an important means of subsidizing unemployment caused by unions or minimum wage laws. When restrictive wage rates lead to unemployment, the government steps in to prevent the unemployed workers from injuring union solidarity and union-enforced wage rates. By receiving unemployment benefits, the mass of potential competitors with unions are removed from the labor market, thus permitting an indefinite extension of union policies. And this removal of workers from the labor market is financed by the taxpayers—the general public.

98

Ι. Επιβαρύνσεις στις μορφές οργάνωσης της αγοράς

J. PENALTIES ON MARKET FORMS

99

Κάθε μορφή κρατικής επιβάρυνσης ενός τύπου παραγωγής ή οργάνωσης της αγοράς βλάπτει την αποτελεσματικότητα του οικονομικού συστήματος και εμποδίζει τόσο τη μέγιστη αμοιβή των συντελεστών όσο και τη μέγιστη ικανοποίηση των καταναλωτών. Οι αποδοτικότεροι επιβαρύνονται και, έμμεσα, οι λιγότερο αποδοτικοί παραγωγοί επιδοτούνται. Αυτό τείνει όχι μόνο να καταπνίγει μορφές της αγοράς που προσαρμόζουν αποτελεσματικά την οικονομία στις μεταβολές των αξιολογήσεων των καταναλωτών και στους δεδομένους πόρους, αλλά και να διαιωνίζει μη αποδοτικές μορφές. Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους τα κράτη έχουν παραχωρήσει οιονεί μονοπωλιακά προνόμια σε μη αποδοτικούς παραγωγούς, επιβάλλοντας ειδικές επιβαρύνσεις στους αποδοτικούς. Οι ειδικοί φόροι στις αλυσίδες καταστημάτων παρεμποδίζουν τις αλυσίδες και βλάπτουν τους καταναλωτές προς όφελος των μη αποδοτικών ανταγωνιστών τους· οι πολυάριθμες διατάξεις που απαγορεύουν τους πλανόδιους πωλητές με καρότσια καταστρέφουν μια αποτελεσματική μορφή της αγοράς και αποδοτικούς επιχειρηματίες προς όφελος λιγότερο αποδοτικών αλλά πολιτικά ισχυρότερων ανταγωνιστών· οι νόμοι που επιβάλλουν το κλείσιμο επιχειρήσεων σε συγκεκριμένες ώρες βλάπτουν τους δυναμικούς ανταγωνιστές που επιθυμούν να παραμένουν ανοιχτοί και εμποδίζουν τους καταναλωτές να μεγιστοποιούν τη χρησιμότητά τους ως προς τη χρονική κατανομή των αγορών τους· οι φόροι εισοδήματος εταιρειών επιβάλλουν πρόσθετο βάρος στις εταιρείες, επιβαρύνοντας αυτές τις αποτελεσματικές μορφές της αγοράς και παρέχοντας προνόμια στους ανταγωνιστές τους· οι κρατικές απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων από τις επιχειρήσεις θέτουν τεχνητούς περιορισμούς στις μικρές επιχειρήσεις με σχετικά λίγα κεφάλαια και αποτελούν έμμεση παραχώρηση προνομίου στις μεγάλες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις.62

Any form of governmental penalty on a type of market production or organization injures the efficiency of the economic system and prevents the maximum remuneration to factors, as well as maximum satisfaction to consumers. The most efficient are penalized, and, indirectly, the least efficient producers are subsidized. This tends not only to stifle market forms that are efficient in adapting the economy to changes in consumer valuations and given resources, but also to perpetuate inefficient forms. There are many ways in which governments have granted quasi-monopoly privileges to inefficient producers by imposing special penalties on the efficient. Special chain store taxes hobble chain stores and injure consumers for the benefit of their inefficient competitors; numerous ordinances outlawing pushcart peddlers destroy an efficient market form and efficient entrepreneurs for the benefit of less efficient but more politically influential competitors; laws closing businesses at specific hours injure the dynamic competitors who wish to stay open, and prevent consumers from maximizing their utilities in the time-pattern of their purchases; corporation income taxes place an extra burden on corporations, penalizing these efficient market forms and privileging their competitors; government requirements of reports from businesses place artificial restrictions on small firms with relatively little capital, and constitute an indirect grant of privilege to large business competitors.

100

Πράγματι, όλες οι μορφές κρατικής ρύθμισης των επιχειρήσεων επιβαρύνουν τους αποδοτικούς ανταγωνιστές και παραχωρούν μονοπωλιακά προνόμια στους μη αποδοτικούς. Ένα σημαντικό παράδειγμα είναι η ρύθμιση των ασφαλιστικών εταιρειών, ιδίως εκείνων που πωλούν ασφάλιση ζωής. Η ασφάλιση είναι μια επιχειρηματική δραστηριότητα που ενέχει κερδοσκοπικό κίνδυνο, όπως κάθε άλλη, αλλά στηρίζεται στη σχετικά μεγαλύτερη βεβαιότητα της βιολογικής θνησιμότητας. Το μόνο που απαιτείται για την ασφάλιση ζωής είναι να εισπράττονται κάθε φορά ασφάλιστρα επαρκή για την καταβολή παροχών στους αναλογιστικά αναμενόμενους δικαιούχους. Ωστόσο, οι εταιρείες ασφάλισης ζωής έχουν, παραδόξως, επεκταθεί στην επενδυτική δραστηριότητα, ισχυριζόμενες ότι χρειάζεται να σχηματίσουν καθαρό αποθεματικό τόσο μεγάλο ώστε να αρκεί σχεδόν για την καταβολή όλων των παροχών αν πέθαινε αμέσως ο μισός πληθυσμός. Μπορούν να συσσωρεύουν τέτοια αποθεματικά χρεώνοντας ασφάλιστρα πολύ υψηλότερα από όσα θα απαιτούνταν για απλή ασφαλιστική προστασία. Επιπλέον, χρεώνοντας σταθερά ασφάλιστρα με την πάροδο των ετών, μπορούν να εξαλείφουν σταδιακά τους δικούς τους κινδύνους και να τους μεταφέρουν στους ώμους των ανυποψίαστων ασφαλισμένων τους —μέσω των συσσωρευόμενων χρηματικών αξιών εξαγοράς των ασφαλιστηρίων τους—. Επιπροσθέτως, τις αποδόσεις των επενδεδυμένων αποθεματικών τις κρατούν οι εταιρείες και όχι οι ασφαλισμένοι. Οι ασφαλιστικές εταιρείες κατόρθωσαν να χρεώνουν και να εισπράττουν τα παραλόγως υψηλά ασφάλιστρα που απαιτεί μια τέτοια πολιτική επειδή οι πολιτειακές κυβερνήσεις έχουν απαγορεύσει, στο όνομα της προστασίας του καταναλωτή, κάθε δυνατό ανταγωνισμό από τα χαμηλά ασφάλιστρα ασφαλιστικών εταιρειών χωρίς αποθεματικά. Ως αποτέλεσμα, οι υφιστάμενες εταιρείες, κατά το ήμισυ ασφαλιστικές και κατά το ήμισυ οικονομικά ασύμφορες «επενδυτικές», έχουν λάβει ειδικό προνόμιο από το κράτος.

All forms of government regulation of business, in fact, penalize efficient competitors and grant monopolistic privileges to the inefficient. An important example is regulation of insurance companies, particularly those selling life insurance. Insurance is a speculative enterprise, as is any other, but based on the relatively greater certainty of biological mortality. All that is necessary for life insurance is for premiums to be currently levied in sufficient amount to pay benefits to the actuarially expected beneficiaries. Yet life insurance companies have, peculiarly, launched into the investment business, by contending that they need to build up a net reserve so large as to be almost sufficient to pay all benefits if half the population died immediately. They are able to accumulate such reserves by charging premiums far higher than would be needed for mere insurance protection. Furthermore, by charging constant premiums over the years they are able to phase out their own risks and place them on the shoulders of their unwitting policyholders (through the accumulating cash surrender values of their policies). Moreover, the companies, not the policyholders, keep the returns on the invested reserves. The insurance companies have been able to charge and collect the absurdly high premiums required by such a policy because state governments have outlawed, in the name of consumer protection, any possible competition from the low rates of nonreserve insurance companies. As a result, existing half-insurance, half-uneconomic “investment” companies have been granted special privilege by the government.

101

ΙΑ. Αντιμονοπωλιακοί νόμοι

K. ANTITRUST LAWS

102

Μπορεί να φαίνεται παράξενο στον αναγνώστη ότι ένα από τα σημαντικότερα κρατικά εμπόδια στον αποτελεσματικό ανταγωνισμό και, επομένως, ένα από τα σημαντικότερα μέσα παραχώρησης οιονεί μονοπωλίων είναι οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι. Ελάχιστοι, είτε οικονομολόγοι είτε άλλοι, έχουν αμφισβητήσει την αρχή των αντιμονοπωλιακών νόμων, ιδίως τώρα που αυτοί βρίσκονται σε ισχύ εδώ και αρκετά χρόνια. Όπως συμβαίνει με πολλά άλλα μέτρα, η αξιολόγηση των αντιμονοπωλιακών νόμων δεν προήλθε από ανάλυση της φύσης ή των αναγκαίων συνεπειών τους, αλλά από μια εντυπωσιολογική αντίδραση στους διακηρυγμένους σκοπούς τους. Η κύρια κριτική αυτών των νόμων είναι ότι «δεν έχουν προχωρήσει αρκετά». Ορισμένοι από τους πιο ένθερμους διακηρυγμένους πιστούς της «ελεύθερης αγοράς» υπήρξαν και οι πιο θορυβώδεις υποστηρικτές αυστηρών αντιμονοπωλιακών νόμων και της «διάσπασης των μονοπωλίων». Ακόμη και οι πιο «δεξιοί» οικονομολόγοι έχουν επικρίνει μόνο με μεγάλη επιφύλαξη ορισμένες αντιμονοπωλιακές διαδικασίες, χωρίς να τολμούν να επιτεθούν στην ίδια την αρχή των νόμων.

It may seem strange to the reader that one of the most important governmental checks on efficient competition, and therefore grants of quasi monopolies, are the antitrust laws. Very few, whether economists or others, have questioned the principle of the antitrust laws, particularly now that they have been on the statute books for some years. As is true of many other measures, evaluation of the antitrust laws has not proceeded from an analysis of their nature or of their necessary consequences, but from an impressionistic reaction to their announced aims. The chief criticism of these laws is that “they haven’t gone far enough.” Some of those most ardent in the proclamation of their belief in the “free market” have been most clamorous in calling for stringent antitrust laws and the “breakup of monopolies.” Even the most “right-wing” economists have only gingerly criticized certain antitrust procedures, without daring to attack the principle of the laws per se.

103

Ο μόνος υπερασπίσιμος ορισμός του μονοπωλίου είναι η παραχώρηση προνομίου από το κράτος.63 Καθίσταται, επομένως, απολύτως σαφές ότι είναι αδύνατον το κράτος να μειώσει το μονοπώλιο θεσπίζοντας τιμωρητικούς νόμους. Ο μόνος τρόπος με τον οποίο το κράτος μπορεί να μειώσει το μονοπώλιο, αν αυτό είναι το ζητούμενο, είναι να καταργήσει τις δικές του παραχωρήσεις μονοπωλιακών προνομίων. Οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι, επομένως, δεν «μειώνουν το μονοπώλιο» ούτε στο ελάχιστο. Εκείνο που επιτυγχάνουν είναι να επιβάλλουν διαρκή, αυθαίρετη παρενόχληση στην αποδοτική επιχειρηματική δραστηριότητα. Η νομοθεσία στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι διατυπωμένη με αόριστους, απροσδιόριστους όρους, επιτρέποντας στην κυβέρνηση και στα δικαστήρια να παραλείπουν τον εκ των προτέρων ορισμό του τι είναι «μονοπωλιακό» έγκλημα και τι όχι. Ενώ το αγγλοσαξονικό δίκαιο στηρίχθηκε σε ένα σύστημα σαφών ορισμών του εγκλήματος, γνωστών εκ των προτέρων, ώστε η τέλεσή του να μπορεί να διαπιστώνεται από σώμα ενόρκων μετά την προσήκουσα νόμιμη διαδικασία, οι αντιμονοπωλιακοί νόμοι ευδοκιμούν στη σκόπιμη ασάφεια και στις ex post facto κρίσεις. Κανένας επιχειρηματίας δεν γνωρίζει πότε έχει διαπράξει έγκλημα και πότε όχι, και δεν θα το μάθει ποτέ μέχρι να επιπέσει επάνω του το κράτος και να ασκήσει δίωξη, ίσως ύστερα από ακόμη μία μεταβολή των δικών του κριτηρίων περί εγκλήματος. Οι επιπτώσεις αυτών των αυθαίρετων κανόνων και των ex post facto διαπιστώσεων «εγκλήματος» είναι πολλαπλές: η επιχειρηματική πρωτοβουλία παρεμποδίζεται· οι επιχειρηματίες γίνονται φοβισμένοι και υποτελείς στις αυθαίρετες αποφάσεις των κρατικών αξιωματούχων· και οι επιχειρήσεις δεν επιτρέπεται να εξυπηρετούν αποτελεσματικά τον καταναλωτή. Εφόσον οι επιχειρήσεις τείνουν πάντοτε να υιοθετούν εκείνες τις πρακτικές και εκείνη την κλίμακα δραστηριότητας που μεγιστοποιούν τα κέρδη και το εισόδημα και εξυπηρετούν καλύτερα τους καταναλωτές, κάθε κρατική παρενόχληση της επιχειρηματικής πρακτικής μπορεί μόνο να παρεμποδίζει την επιχειρηματική αποτελεσματικότητα και να ανταμείβει την αναποτελεσματικότητα.64

The only viable definition of monopoly is a grant of privilege from the government. It therefore becomes quite clear that it is impossible for the government to decrease monopoly by passing punitive laws. The only way for the government to decrease monopoly, if that is the desideratum, is to remove its own monopoly grants. The antitrust laws, therefore, do not in the least “diminish monopoly.” What they do accomplish is to impose a continual, capricious harassment of efficient business enterprise. The law in the United States is couched in vague, indefinable terms, permitting the Administration and the courts to omit defining in advance what is a “monopolistic” crime and what is not. Whereas Anglo-Saxon law has rested on a structure of clear definitions of crime, known in advance and discoverable by a jury after due legal process, the antitrust laws thrive on deliberate vagueness and ex post facto rulings. No businessman knows when he has committed a crime and when he has not, and he will never know until the government, perhaps after another shift in its own criteria of crime, swoops down upon him and prosecutes. The effects of these arbitrary rules and ex post facto findings of “crime” are manifold: business initiative is hampered; businessmen are fearful and subservient to the arbitrary rulings of government officials; and business is not permitted to be efficient in serving the consumer. Since business always tends to adopt those practices and that scale of activity which maximize profits and income and serve the consumers best, any harassment of business practice by government can only hamper business efficiency and reward inefficiency.

104

Είναι μάταιο, όμως, να ζητούνται απλώς σαφέστεροι νομοθετικοί ορισμοί της μονοπωλιακής πρακτικής. Διότι η ασάφεια του νόμου προκύπτει από την αδυναμία διατύπωσης ενός συνεκτικού ορισμού του μονοπωλίου στην αγορά. Εξ ου και η χαοτική μετατόπιση του κράτους από το ένα αδικαιολόγητο κριτήριο μονοπωλίου στο άλλο: μέγεθος της επιχείρησης, «εγγύτητα» των υποκατάστατων, χρέωση τιμής «υπερβολικά υψηλής» ή «υπερβολικά χαμηλής» ή ίδιας με εκείνη ενός ανταγωνιστή, συγχώνευση που «μειώνει ουσιωδώς τον ανταγωνισμό» κ.λπ. Όλα αυτά τα κριτήρια είναι άνευ νοήματος. Ένα παράδειγμα είναι το κριτήριο της ουσιώδους μείωσης του ανταγωνισμού. Αυτό υποθέτει εμμέσως ότι ο «ανταγωνισμός» είναι κάποιο είδος ποσότητας. Αλλά δεν είναι· είναι μια διαδικασία μέσω της οποίας άτομα και επιχειρήσεις προσφέρουν αγαθά στην αγορά χωρίς να χρησιμοποιούν βία.65 Η διατήρηση του «ανταγωνισμού» δεν σημαίνει να υπαγορεύεται αυθαίρετα ότι πρέπει να υπάρχει σε έναν κλάδο ή σε μια περιοχή ένας ορισμένος αριθμός επιχειρήσεων ορισμένου μεγέθους· σημαίνει να διασφαλίζεται ότι οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να ανταγωνίζονται —ή όχι— χωρίς να περιορίζονται από τη χρήση βίας.

It is vain, however, to call simply for clearer statutory definitions of monopolistic practice. For the vagueness of the law results from the impossibility of laying down a cogent definition of monopoly on the market. Hence the chaotic shift of the government from one unjustifiable criterion of monopoly to another: size of firm, “closeness” of substitutes, charging a price “too high” or “too low” or the same as a competitor, merging that “substantially lessens competition,” etc. All these criteria are meaningless. An example is the criterion of substantially lessening competition. This implicitly assumes that “competition” is some sort of quantity. But it is not; it is a process, whereby individuals and firms supply goods on the market without using force. To preserve “competition” does not mean to dictate arbitrarily that a certain number of firms of a certain size have to exist in an industry or area; it means to see to it that men are free to compete (or not) unrestrained by the use of force.

105

Ο αρχικός νόμος Sherman έδινε έμφαση στη «συμπαιγνία» για τον «περιορισμό του εμπορίου». Και εδώ, δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς αντιανταγωνιστικό σε ένα καρτέλ, διότι εννοιολογικά δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ ενός καρτέλ, μιας συγχώνευσης και της σύστασης μιας εταιρείας: όλα συνίστανται στην εκούσια συνένωση περιουσιακών στοιχείων σε μία επιχείρηση για την αποτελεσματική εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Αν η «συμπαιγνία» πρέπει να σταματήσει και τα καρτέλ πρέπει να διαλυθούν από το κράτος, δηλαδή αν για τη διατήρηση του ανταγωνισμού είναι αναγκαίο να καταστραφεί η συνεργασία, τότε οι «αντιμονοπωλιστές» πρέπει να υποστηρίζουν την πλήρη απαγόρευση όλων των κεφαλαιουχικών και προσωπικών εταιρειών. Μόνο οι ατομικές επιχειρήσεις θα γίνονταν τότε ανεκτές. Πέρα από το γεγονός ότι αυτός ο υποχρεωτικός ανταγωνισμός και η απαγορευμένη συνεργασία δύσκολα συμβιβάζονται με την «ελεύθερη αγορά» που πολλοί υποστηρικτές της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας διατείνονται ότι υπερασπίζονται, η αναποτελεσματικότητα και η χαμηλότερη παραγωγικότητα που θα προέκυπταν από την απαγόρευση της συνένωσης κεφαλαίων θα έστρεφαν την οικονομία κατά μεγάλο μέρος από τον πολιτισμό προς τη βαρβαρότητα.

The original Sherman Act stressed “collusion” in “restraint of trade.” Here again, there is nothing anticompetitive per se about a cartel, for there is conceptually no difference between a cartel, a merger, and the formation of a corporation: all consist of the voluntary pooling of assets in one firm to serve the consumers efficiently. If “collusion” must be stopped, and cartels must be broken up by the government, i.e., if to maintain competition it is necessary that co-operation be destroyed, then the “anti-monopolists” must advocate the complete prohibition of all corporations and partnerships. Only individually owned firms would then be tolerated. Aside from the fact that this compulsory competition and outlawed co-operation is hardly compatible with the “free market” that many antitrusters profess to advocate, the inefficiency and lower productivity stemming from the outlawing of pooled capital would send the economy a good part of the way from civilization to barbarism.

106

Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ένα άτομο που παραμένει αδρανές αντί να εργάζεται «περιορίζει» το εμπόριο, μολονότι απλώς δεν συμμετέχει σε αυτό αντί να το «περιορίζει». Αν οι υποστηρικτές της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας επιθυμούν να εμποδίσουν την αδράνεια, πράγμα που αποτελεί τη λογική προέκταση της έννοιας της κυριαρχίας των καταναλωτών του W.H. Hutt, τότε θα έπρεπε να θεσπίσουν νόμο που να επιβάλλει την εργασία και να απαγορεύει τον ελεύθερο χρόνο — μια κατάσταση ασφαλώς συγγενή προς τη δουλεία.66 Αν όμως περιορίσουμε τον ορισμό του «περιορισμού» στον περιορισμό του εμπορίου άλλων, τότε είναι σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρχει κανένας περιορισμός του εμπορίου στην ελεύθερη αγορά — και μόνο το κράτος, ή κάποιος άλλος θεσμός που χρησιμοποιεί βία, μπορεί να περιορίζει το εμπόριο. Και μία χαρακτηριστική μορφή τέτοιου περιορισμού είναι η ίδια η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία!

An individual becoming idle instead of working may be said to “restrain” trade, although he is simply not engaging in it rather than “restraining” it. If antitrusters wish to prevent idleness, which is the logical extension of the W.H. Hutt concept of consumers’ sovereignty, then they would have to pass a law compelling labor and outlawing leisure—a condition certainly close to slavery. But if we confine the definition of “restraint” to restraining the trade of others, then clearly there can be no restraint of trade at all on the free market—and only the government (or some other institution using violence) can restrain trade. And one conspicuous form of such restraint is antitrust legislation itself!

107

Μία από τις ελάχιστες εύστοχες εξετάσεις της αντιμονοπωλιακής αρχής τα τελευταία χρόνια είναι εκείνη της Isabel Paterson. Όπως δηλώνει η κυρία Paterson:

One of the few cogent discussions of the antitrust principle in recent years has been that of Isabel Paterson. As Mrs. Paterson states:

108

Η Standard Oil δεν περιόρισε το εμπόριο· έφθασε ως τα πέρατα της γης για να δημιουργήσει αγορά. Μπορεί να λεχθεί ότι οι εταιρείες «περιόρισαν το εμπόριο» όταν το εμπόριο που εξυπηρετούν δεν υπήρχε μέχρι να παραγάγουν και να πωλήσουν τα αγαθά; Περιόριζαν οι κατασκευαστές αυτοκινήτων το εμπόριο κατά την περίοδο στην οποία κατασκεύασαν και πώλησαν πενήντα εκατομμύρια αυτοκίνητα, εκεί όπου προηγουμένως δεν υπήρχαν αυτοκίνητα; ... Ασφαλώς ... τίποτε πιο παράλογο δεν θα μπορούσε να επινοηθεί από το να στοχοποιούνται οι αμερικανικές εταιρείες, οι οποίες δημιούργησαν και διεξήγαγαν, σε διαρκώς αυξανόμενη κλίμακα, έναν όγκο και μια ποικιλία εμπορίου τόσο τεράστια ώστε να κάνουν όλη την προηγούμενη παραγωγή και ανταλλαγή να μοιάζει με υπαίθριο πάγκο στην άκρη ενός επαρχιακού δρόμου, και να αποκαλείται αυτό το επίτευγμα «περιορισμός του εμπορίου», στιγματιζόμενο επιπλέον ως έγκλημα!67

Standard Oil did not restrain trade; it went out to the ends of the earth to make a market. Can the corporations be said to have “restrained trade” when the trade they cater to had no existence until they produced and sold the goods? Were the motor car manufacturers restraining trade during the period in which they made and sold fifty million cars, where there had been no cars before? . . . Surely . . . nothing more preposterous could have been imagined than to fix upon the American corporations, which have created and carried on, in ever-increasing magnitude, a volume and variety of trade so vast that it makes all previous production and exchange look like a rural roadside stand, and call this performance “restraint of trade,” further stigmatizing it as a crime!45

109

Και η κυρία Paterson καταλήγει:

And Mrs. Paterson concludes:

110

Το κράτος δεν μπορεί να «αποκαταστήσει τον ανταγωνισμό» ή να τον «εξασφαλίσει». Το κράτος είναι μονοπώλιο· και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να επιβάλλει περιορισμούς που ενδέχεται να καταλήξουν σε μονοπώλιο, όταν φθάνουν στο σημείο να απαιτούν άδεια για να συμμετάσχει το άτομο στην παραγωγή. Αυτή είναι η ουσία της Κοινωνίας του Νομικού Καθεστώτος. Η επιστροφή σε δίκαιο βασισμένο στο νομικό καθεστώς του προσώπου, μέσω της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, πέρασε απαρατήρητη ... οι πολιτικοί ... είχαν εξασφαλίσει έναν νόμο βάσει του οποίου ήταν αδύνατον για τον πολίτη να γνωρίζει εκ των προτέρων τι συνιστούσε έγκλημα και ο οποίος, επομένως, καθιστούσε κάθε παραγωγική προσπάθεια εκτεθειμένη σε δίωξη, αν όχι σε βέβαιη καταδίκη.68

Government cannot “restore competition” or “ensure” it. Government is monopoly; and all it can do is to impose restrictions which may issue in monopoly, when they go so far as to require permission for the individual to engage in production. This is the essence of the Society-of-Status. The reversion to status law in the antitrust legislation went unnoticed . . . the politicians . . . had secured a law under which it was impossible for the citizen to know beforehand what constituted a crime, and which therefore made all productive effort liable to prosecution if not to certain conviction.46

111

Στις πρώτες ημέρες του «προβλήματος των τραστ», ο Paul de Rousiers σχολίαζε:

In the earlier days of the “trust problem,” Paul de Rousiers commented:

112

Από τη στιγμή που ο σχηματισμός τραστ δεν προκαλείται από τη φυσική δράση των οικονομικών δυνάμεων· μόλις αυτά εξαρτώνται από τεχνητή προστασία —όπως οι δασμοί—, η αποτελεσματικότερη μέθοδος αντιμετώπισής τους είναι απλώς η μείωση, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, του αριθμού και της ισχύος αυτών των συγκυριακών προστατευτικών παρεμβάσεων. Μπορούμε να επιτεθούμε στις τεχνητές συνθήκες, αλλά είμαστε ανίσχυροι όταν αντιμαχόμαστε φυσικές συνθήκες. ... Η Αμερική έχει μέχρι σήμερα ακολουθήσει ακριβώς τις αντίστροφες μεθόδους, κατηγορώντας τις οικονομικές δυνάμεις που τείνουν να συγκεντρώνουν τη βιομηχανία και αναμετρώμενη μαζί τους μέσω αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, μιας σειράς εντελώς τεχνητών μέτρων. Έτσι, δεν επιτρέπεται καμία συνεννόηση μεταξύ ανταγωνιστικών εταιρειών κ.λπ. Τα αποτελέσματα υπήρξαν οικτρά — ένας βίαιος περιορισμός της γόνιμης πρωτοβουλίας. ... Η νομοθεσία δεν αγγίζει το υπόλοιπο του κακού, διευρύνει αντί να περιορίζει τις τεχνητές συνθήκες και, τέλος, ρυθμίζει και περιπλέκει ζητήματα των οποίων οι ύψιστες ανάγκες είναι η απλοποίηση και η άρση των περιορισμών.69

Directly the formation of Trusts is not induced by the natural action of economic forces; as soon as they depend on artificial protection (such as tariffs), the most effective method of attack is to simply reduce the number and force of these protective accidents to the greatest possible extent. We can attack artificial conditions, but are impotent when opposing natural exactly reverse methods, blaming economic forces tending to concentrate industry, and joining issue by means of antitrust legislation, a series of entirely artificial measures. Thus there is to be no understanding between competing companies, etc. The results have been pitiful—a violent restriction of fruitful initiative. . . . [The legislation] does not touch the rest of the evil, enlarges, in place of restraining, artificial conditions, and finally regulates and complicates matters whose supreme needs are simplification and removal of restrictions.47

113

ΙΒ. Απαγόρευση της τιμολόγησης βάσει σημείου αναφοράς

L. OUTLAWING BASING-POINT PRICING

114

Ένα σημαντικό παράδειγμα των μονοπωλιοποιητικών επιπτώσεων ενός προγράμματος που υποτίθεται ότι αποβλέπει στην καταπολέμηση του μονοπωλίου είναι η δικαστική απόφαση που απαγόρευσε την τιμολόγηση βάσει σημείου αναφοράς. Στην ελεύθερη αγορά, ομοιομορφία τιμών σημαίνει ομοιομορφία σε κάθε κέντρο κατανάλωσης και όχι ομοιομορφία σε κάθε εργοστάσιο. Στα εμπορεύματα όπου τα μεταφορικά έξοδα αποτελούν μεγάλο ποσοστό της τελικής τιμής, αυτή η διάκριση αποκτά σημασία, και πολλές επιχειρήσεις υιοθετούν μια τέτοια ομοιομορφία τιμών, η οποία επιτρέπει στις επιχειρήσεις που βρίσκονται μακρύτερα από ένα κέντρο κατανάλωσης να «απορροφούν» μέρος των μεταφορικών εξόδων ώστε να ανταγωνίζονται τις τοπικές επιχειρήσεις. Μία από τις μορφές απορρόφησης μεταφορικών εξόδων ονομάζεται «τιμολόγηση βάσει σημείου αναφοράς». Η κρίση ότι αυτή η πρακτική είναι «μονοπωλιακή» και η ουσιαστική επιβολή της υποχρέωσης κάθε επιχείρησης να χρεώνει ομοιόμορφες τιμές «στο εργοστάσιο» όχι μόνο εμποδίζουν τον ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών τοποθεσιών σε τέτοιους κλάδους, αλλά παραχωρούν και τεχνητό μονοπωλιακό προνόμιο στις τοπικές επιχειρήσεις. Σε κάθε τοπική επιχείρηση παραχωρείται η περιοχή όπου βρίσκεται, με μια προστατευμένη ζώνη που οριοθετείται από τα μεταφορικά έξοδα των ανταγωνιστών εκτός περιοχής, μέσα στην οποία μπορεί να χρεώνει στους πελάτες της μονοπωλιακή τιμή. Οι επιχειρήσεις που είναι ικανότερες να απορροφούν μεταφορικά έξοδα και να ευημερούν σε μια ευρύτερη αγορά επιβαρύνονται και εμποδίζονται να το πράξουν. Επιπλέον, τα πλεονεκτήματα φθίνοντος κόστους μιας αγοράς μεγάλης κλίμακας και μιας παραγωγής μεγάλης κλίμακας εξαλείφονται, καθώς κάθε επιχείρηση περιορίζεται σε στενή ακτίνα δραστηριότητας. Οι τοποθεσίες των επιχειρήσεων μεταβάλλονται και αυτές αναγκάζονται να συγκεντρώνονται κοντά σε μεγάλες καταναλωτικές περιοχές, παρά τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα που τους προσέφεραν άλλες τοποθεσίες.70 Επιπλέον, μια τέτοια απόφαση επιβαρύνει τις μικρές επιχειρήσεις, καθώς μόνο οι μεγάλες μπορούν να αντεπεξέλθουν στο κόστος δημιουργίας πολλών υποκαταστημάτων για να ανταγωνίζονται σε κάθε τοπική περιοχή.71

An important example of the monopolizing effects of a program supposedly designed to combat monopoly is the court decision outlawing basing-point pricing. On the free market, price uniformity means uniformity at each consuming center, and not uniformity at each mill. In commodities where freight costs are a large proportion of final price, this distinction becomes important, and many firms adopt such price uniformity, enabling firms further away from a consuming center to “absorb” some freight charges in order to compete with local firms. One of the forms of freight absorption is called “basing-point pricing.” Ruling this practice “monopolistic” and virtually decreeing that every firm must charge uniform prices “at the mill” not only prevents interlocational competition in such industries, but confers an artificial monopolistic privilege on local firms. Each local firm is granted the area of its own location, with a haven set by the freight costs of out-of-town rivals, within which it can charge its customers a monopoly price. Firms better able to absorb freight costs and prosper in a wider market are penalized and prevented from doing so. Furthermore, the decreasing-cost advantages of a large-scale market and large-scale production are eliminated, as each firm is confined to a small compass. Firms’ locations are altered, and they are forced to cluster near large consuming areas, despite the greater advantages that other locations had offered to these companies. Furthermore, such a ruling penalizes small businesses, since only large firms can afford to build many branches to compete in each local area.

115

ΙΓ. Νόμοι για τη διατήρηση των φυσικών πόρων

M. CONSERVATION LAWS

116

Οι νόμοι για τη διατήρηση των φυσικών πόρων περιορίζουν τη χρήση εξαντλήσιμων πόρων και εξαναγκάζουν τους ιδιοκτήτες να επενδύουν στη διατήρηση αναπληρώσιμων «φυσικών» πόρων. Η επίπτωση και στις δύο περιπτώσεις είναι παρόμοια: ο περιορισμός της παρούσας παραγωγής προς υποτιθέμενο όφελος της μελλοντικής παραγωγής. Αυτό είναι προφανές στην περίπτωση των εξαντλήσιμων πόρων· συντελεστές εξαναγκάζονται επίσης να διατίθενται στη διατήρηση αναπληρώσιμων πόρων —όπως τα δέντρα—, ενώ θα μπορούσαν να είχαν απασχοληθεί επικερδέστερα σε άλλες μορφές παραγωγής. Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει διπλή στρέβλωση: οι συντελεστές μετατοπίζονται καταναγκαστικά προς τη μελλοντική παραγωγή και, επιπλέον, εξαναγκάζονται να κατευθυνθούν προς έναν ορισμένο τύπο μελλοντικής παραγωγής — την αναπλήρωση αυτών των συγκεκριμένων πόρων.72

Conservation laws restrict the use of depleting resources and force owners to invest in the maintenance of replaceable “natural” resources. The effect of both cases is similar: the restriction of present production for the supposed benefit of future production. This is obvious in the case of depleting resources; factors are also compelled to maintain replaceable resources (such as trees) when they could have more profitably engaged in other forms of production. In the latter case there is a double distortion: factors are forcibly shifted to future production, and they are also forced into a certain type of future production—the replacement of these particular resources.

117

Είναι σαφές ότι ένας σκοπός των νόμων διατήρησης είναι να επιβάλουν αναλογία κατανάλωσης προς αποταμίευση —επένδυση— χαμηλότερη από εκείνη που θα προτιμούσε η αγορά. Οι εκούσιες κατανομές των ανθρώπων, οι οποίες πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις χρονικές τους προτιμήσεις, μεταβάλλονται διά της βίας και επιβάλλεται η κατεύθυνση σχετικά περισσότερων επενδύσεων στην παραγωγή για μελλοντική κατανάλωση. Εν ολίγοις, το κράτος αποφασίζει ότι η παρούσα γενιά πρέπει να υποχρεωθεί να κατανείμει περισσότερους από τους πόρους της στο μέλλον από όσους επιθυμεί· γι’ αυτή την υπηρεσία το κράτος προβάλλεται ως «διορατικό», σε σύγκριση με τα «κοντόφθαλμα» ελεύθερα άτομα. Αλλά, προφανώς, οι εξαντλήσιμοι πόροι πρέπει να χρησιμοποιηθούν κάποτε, και πρέπει πάντοτε να επιτυγχάνεται κάποια ισορροπία μεταξύ παρούσας και μελλοντικής παραγωγής. Γιατί η αξίωση της παρούσας γενιάς έχει τόσο μικρό βάρος στη ζυγαριά; Γιατί η μελλοντική γενιά είναι τόσο περισσότερο άξια ώστε να μπορεί να εξαναγκάζει την παρούσα να επωμιστεί μεγαλύτερο φορτίο; Τι έκανε ποτέ το μέλλον για να αξίζει προνομιακή μεταχείριση;73 Πράγματι, εφόσον το μέλλον είναι πιθανό να είναι πλουσιότερο από το παρόν, θα μπορούσε κάλλιστα να ισχύει το αντίθετο! Ο ίδιος συλλογισμός εφαρμόζεται σε όλες τις απόπειρες μεταβολής της αναλογίας χρονικής προτίμησης της αγοράς. Γιατί θα έπρεπε το μέλλον να μπορεί να επιβάλλει στο παρόν μεγαλύτερες θυσίες από όσες το παρόν είναι πρόθυμο να υποστεί; Επιπλέον, ύστερα από κάποια χρόνια, το μέλλον θα γίνει παρόν· πρέπει τότε να περιοριστούν και οι μελλοντικές γενιές στην παραγωγή και στην κατανάλωσή τους χάριν ενός ακόμη φασματικού «μέλλοντος»; Δεν πρέπει να λησμονείται ότι σκοπός κάθε παραγωγικής δραστηριότητας είναι αγαθά και υπηρεσίες που πρόκειται και μπορούν να καταναλωθούν μόνο σε κάποιο παρόν. Δεν υπάρχει ορθολογική βάση για την επιβάρυνση της κατανάλωσης σε ένα παρόν και την προνομιακή μεταχείριση ενός μελλοντικού παρόντος· και υπάρχει ακόμη λιγότερος λόγος να περιορίζονται όλα τα παρόντα χάριν κάποιου απατηλού «μέλλοντος» που δεν μπορεί ποτέ να εμφανιστεί και βρίσκεται πάντοτε πέρα από τον ορίζοντα. Ωστόσο, αυτός είναι ο σκοπός των νόμων διατήρησης. Οι νόμοι διατήρησης είναι πράγματι νομοθεσία της «ουράνιας ανταμοιβής».74

Clearly, one aim of conservation laws is to force the ratio of consumption to saving (investment) lower than the market would prefer. People’s voluntary allocations made according to their time preferences are forcibly altered, and relatively more investment is forced into production for future consumption. In short, the State decides that the present generation must be made to allocate its resources more to the future than it wishes to do; for this service the State is held up as being “farseeing,” compared to “shortsighted” free individuals. But, presumably, depleting resources must be used at some time, and some balance must always be struck between present and future production. Why does the claim of the present generation weigh so lightly in the scales? Why is the future generation so much more worthy that it can compel the present to carry a greater load? What did the future ever do to deserve privileged treatment?Indeed, since the future is likely to be wealthier than the present, the reverse might well apply! The same reasoning applies to all attempts to change the market’s time-preference ratio. Why should the future be able to enforce greater sacrifices on the present than the present is willing to undergo? Furthermore, after a span of years, the future will become the present; must the future generations then also be restricted in their production and consumption because of another wraithlike “future”? It must not be forgotten that the aim of all productive activity is goods and services that will and can be consumed only in some present. There is no rational basis for penalizing consumption in one present and privileging one future present; and there is still less reason for restricting all presents in favor of some will-o’-the-wisp “future” that can never appear and lies always beyond the horizon. Yet this is the goal of conservation laws. Conservation laws are truly “pie-in-the-sky” legislation.

118

Τα άτομα στην αγορά αποφασίζουν για τη χρονική διάρθρωση της κατανομής των συντελεστών τους σύμφωνα με τα εκτιμώμενα έσοδα που θα αποφέρουν οι πόροι τους στην παρούσα έναντι της μελλοντικής χρήσης. Με άλλα λόγια, θα τείνουν να μεγιστοποιούν, σε κάθε χρονική στιγμή, την παρούσα αξία της γης και των κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων τους.75 Η χρονική διάρθρωση του εισοδήματος από προσόδους των περιουσιακών στοιχείων καθορίζεται από το επιτόκιο, το οποίο με τη σειρά του καθορίζεται από τις κλίμακες χρονικής προτίμησης όλων των ατόμων στην αγορά. Η χρονική προτίμηση, μαζί με τις συγκεκριμένες εκτιμήσεις της ζήτησης για κάθε αγαθό, θα καθορίσει την κατανομή των συντελεστών σε κάθε χρήση. Εφόσον η χαμηλότερη χρονική προτίμηση συνεπάγεται περισσότερη επένδυση σε μελλοντικά καταναλωτικά αγαθά, θα σημαίνει επίσης μεγαλύτερη «διατήρηση» των φυσικών πόρων. Η υψηλή χρονική προτίμηση θα οδηγήσει σε λιγότερη επένδυση και περισσότερη κατανάλωση στο παρόν και, κατά συνέπεια, σε μικρότερη «διατήρηση».76

Individuals in the market decide on the time structure in their allocation of factors in accordance with the estimated revenue that their resources will bring in present as against future use. In other words, they will tend to maximize the present value, at any time, of their land and capital assets. The time structure of rental income from assets is determined by the interest rate, which in turn is determined by the time-preference schedules of all individuals on the market. Time preference, in addition to the specific estimated demands for each good, will determine the allocations of factors to each use. Since a lower time preference will connote more investment in future consumers’ goods, it will also mean more “conservation” of natural resources. A high time preference will lead to less investment and more consumption in the present, and consequently to less “conservation.”

119

Τα περισσότερα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης των φυσικών πόρων φανερώνουν σχεδόν πλήρη έλλειψη εξοικείωσης με την οικονομική επιστήμη. Πολλοί υποθέτουν ότι οι επιχειρηματίες δεν διαθέτουν προνοητικότητα και θα χρησιμοποιούσαν αμέριμνα τους φυσικούς πόρους, ώσπου μια μέρα θα βρίσκονταν ξαφνικά χωρίς καμία περιουσία. Μόνο το σοφό, προνοητικό κράτος μπορεί να προβλέψει την εξάντληση. Ο παραλογισμός αυτού του επιχειρήματος γίνεται προφανής όταν συνειδητοποιήσουμε ότι η παρούσα αξία της γης του επιχειρηματία εξαρτάται από τις αναμενόμενες μελλοντικές προσόδους των πόρων του. Ακόμη και αν ο ίδιος ο επιχειρηματίας ήταν ανεξήγητα αδαής, η αγορά δεν θα ήταν, και η αξιολόγησή της —δηλαδή η αξιολόγηση ενδιαφερόμενων ειδικών που διακινδυνεύουν χρήματα— θα τείνει να αντανακλά με ακρίβεια την αξία της γης. Πράγματι, έργο του επιχειρηματία είναι να προβλέπει, και ανταμείβεται με κέρδη για τις ορθές προβλέψεις του. Θα διαθέτουν οι επιχειρηματίες της αγοράς λιγότερη προνοητικότητα από τους γραφειοκράτες, που έχουν βολευτεί αναπαυτικά στην αρπαγή των χρημάτων των φορολογουμένων;77

Most conservationist arguments evince almost no familiarity with economics. Many assume that entrepreneurs have no foresight and would blithely use natural resources only to find themselves some day suddenly without any property. Only the wise, providential State can foresee depletion. The absurdity of this argument is evident when we realize that the present value of the entrepreneur’s land is dependent on the expected future rents from his resources. Even if the entrepreneur himself should be unaccountably ignorant, the market will not be, and its valuation (i.e., the valuation of interested experts with money at stake) will tend to reflect its value accurately. In fact, it is the entrepreneur’s business to forecast, and he is rewarded for correct forecasting by profits. Will entrepreneurs on the market have less foresight than bureaucrats comfortably ensconced in their seizure of the taxpayers’ money?

120

Ένα άλλο σφάλμα των υποστηρικτών της διατήρησης είναι ότι υποθέτουν μια τεχνολογία σταθερή για πάντα. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τους πόρους που διαθέτουν· και καθώς αυξάνεται η τεχνολογική γνώση, πολλαπλασιάζονται τα είδη των αξιοποιήσιμων πόρων. Αν διαθέτουμε λιγότερη ξυλεία προς χρήση από τις προηγούμενες γενιές, χρειαζόμαστε επίσης λιγότερη, διότι έχουμε ανακαλύψει άλλα υλικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις κατασκευές ή ως καύσιμα. Οι προηγούμενες γενιές διέθεταν άφθονο πετρέλαιο στο υπέδαφος, αλλά γι’ αυτές το πετρέλαιο δεν είχε αξία και, επομένως, δεν αποτελούσε πόρο. Οι σύγχρονες πρόοδοί μας μάς έμαθαν πώς να χρησιμοποιούμε το πετρέλαιο και μας επέτρεψαν να παράγουμε τον εξοπλισμό γι’ αυτόν τον σκοπό. Οι πετρελαϊκοί μας πόροι, επομένως, δεν είναι σταθεροί· είναι απείρως μεγαλύτεροι από εκείνους των προηγούμενων γενεών. Η τεχνητή διατήρηση θα παρατείνει σπάταλα την ύπαρξη πόρων πέρα από τον χρόνο κατά τον οποίο θα έχουν καταστεί παρωχημένοι.

Another error made by the conservationists is to assume a technology fixed for all time. Human beings use what resources they have; and as technological knowledge grows, the types of usable resources multiply. If we have less timber to use than past generations, we need less too, for we have found other materials that can be used for construction or fuel. Past generations possessed an abundance of oil in the ground, but for them oil was valueless and hence not a resource. Our modern advances have taught us how to use oil and have enabled us to produce the equipment for this purpose. Our oil resources, therefore, are not fixed; they are infinitely greater than those of past generations. Artificial conservation will wastefully prolong resources beyond the time when they have become obsolete.

121

Πόσοι συγγραφείς δεν θρήνησαν για την ανελέητη καταστροφή των αμερικανικών δασών από τον καπιταλισμό! Και όμως, είναι σαφές ότι η αμερικανική γη είχε χρήσεις παραγωγικότερες σε όρους αξίας από την παραγωγή ξυλείας και, επομένως, διοχετεύθηκε προς εκείνους τους σκοπούς που ικανοποιούσαν καλύτερα τις ανάγκες των καταναλωτών.78 Ποια κριτήρια μπορούν να θέσουν οι επικριτές στη θέση τους; Αν πιστεύουν ότι αποψιλώθηκε υπερβολικά μεγάλη δασική έκταση, πώς μπορούν να καταλήξουν σε ένα ποσοτικό κριτήριο για να καθορίσουν πόσο είναι το «υπερβολικά πολύ»; Στην πραγματικότητα, είναι αδύνατον να καταλήξει κανείς σε οποιοδήποτε τέτοιο κριτήριο, όπως είναι αδύνατον να καταλήξει σε οποιαδήποτε ποσοτικά κριτήρια για τη δράση της αγοράς έξω από την αγορά. Κάθε απόπειρα προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να είναι αυθαίρετη και αστήρικτη σε οποιαδήποτε ορθολογική αρχή.

How many writers have wept over capitalism’s brutal ravaging of the American forests! Yet it is clear that American land has had more value-productive uses than timber production, and hence the land was diverted to those ends that better satisfied consumer wants. What standards can the critics set up instead? If they think too much forest has been cut down, how can they arrive at a quantitative standard to determine how much is “too much”? In fact, it is impossible to arrive at any such standard, just as it is impossible to arrive at any quantitative standards for market action outside the market. Any attempt to do so must be arbitrary and unsupported by any rational principle.

122

Η Αμερική υπήρξε η κατεξοχήν κοιτίδα των νόμων διατήρησης, ιδίως προς όφελος της «δημόσιας κτήσης» της. Υπό ένα αμιγές σύστημα ελεύθερης επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεν θα υπήρχε κρατικά ιδιόκτητη δημόσια κτήση. Η γη θα παρέμενε απλώς αδέσποτη μέχρι να τεθεί για πρώτη φορά σε χρήση, οπότε θα ανήκε στον πρώτο χρήστη και στους κληρονόμους του ή σε εκείνους στους οποίους θα μεταβίβαζε τα δικαιώματά του.79 Οι συνέπειες της κρατικής ιδιοκτησίας της δημόσιας κτήσης θα διερευνηθούν περαιτέρω παρακάτω. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε ορισμένες από αυτές. Όταν το κράτος κατέχει τη γη και επιτρέπει σε ιδιώτες να τη χρησιμοποιούν ελεύθερα, το αποτέλεσμα είναι πράγματι σπάταλη υπερεκμετάλλευση του πόρου. Για την ανάλωση του πόρου απασχολούνται περισσότεροι συντελεστές από ό,τι στην ελεύθερη αγορά, καθώς τα μόνα οφέλη για τους χρήστες είναι άμεσα· και αν περιμένουν, άλλοι χρήστες θα εξαντλήσουν τον περιορισμένο πόρο. Η ελεύθερη χρήση ενός κρατικά ιδιόκτητου πόρου εγκαινιάζει πράγματι έναν «πόλεμο όλων εναντίον όλων», καθώς ολοένα περισσότεροι χρήστες, πρόθυμοι να επωφεληθούν από τη δωρεάν ευκαιρία, επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τον σπάνιο πόρο. Το να υπάρχει ένας σπάνιος πόρος και να γίνεται ο καθένας να πιστεύει —λόγω της δωρεάν παραχώρησης της χρήσης του— ότι η προσφορά του είναι απεριόριστη προκαλεί υπερβολική χρήση του πόρου, ευνοιοκρατία, μεταφορικά ουρές αναμονής κ.λπ. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν οι βοσκότοποι της Δύσης κατά το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα. Το κράτος εμπόδιζε τους βοοτρόφους να αποκτήσουν τη γη και να την περιφράξουν και επέμενε να διατηρείται ως «ανοιχτός βοσκότοπος» κρατικής ιδιοκτησίας. Το αποτέλεσμα ήταν η υπερβολική χρήση του βοσκότοπου και η πρόωρη εξάντλησή του.80 Ένα άλλο παράδειγμα είναι η ταχεία εξάντληση των αλιευτικών πόρων. Εφόσον κανείς δεν επιτρέπεται να κατέχει οποιοδήποτε τμήμα της θάλασσας, κανείς δεν βλέπει νόημα στη διατήρηση της αξίας του πόρου, καθώς καθένας ωφελείται μόνο από την ταχεία χρήση του, πριν από τους ανταγωνιστές του.81

America has been the prime home of conservation laws, particularly on behalf of its “public domain.” Under a purely free-enterprise system, there would be no such thing as a governmentally owned public domain. Land would simply remain unowned until it first came into use, after which it would be owned by the first user and his heirs or assigns. The consequences of government ownership of the public domain will be further explored below. Here we may state a few of them. When the government owns the land and permits private individuals to use it freely, the result is indeed a wasteful overexploitation of the resource. More factors are employed to use up the resource than on a free market, since the only gains to the users are immediate; and if they wait, other users will deplete the limited resource. Free use of a governmentally owned resource truly inaugurates a “war of all against all,” as more and more users, eager for the free bargain, attempt to exploit the scarce resource. To have a scarce resource and to make everyone believe (because of the free gift of use) that its supply is unlimited, causes overuse of the resource, favoritism, figurative queuing up, etc. A striking example was the Western grazing lands in the latter half of the nineteenth century. The government prevented cattlemen from owning the land and fencing it in, and insisted it be kept as “open range” owned by the government. The result was excessive use of the range and its untimely depletion. Another example is the rapid depletion of the fisheries. Since no one is permitted to own any segment of the sea, no one sees any sense in preserving the value of the resource, as each is benefited only by rapid use, in advance of his competitors.

123

Η μίσθωση δύσκολα αποτελεί ανώτερη μορφή χρήσης της γης. Αν το κράτος κατέχει τη γη και την εκμισθώνει σε κτηνοτρόφους ή εκμεταλλευτές ξυλείας, και πάλι ο μισθωτής δεν έχει κίνητρο να διατηρήσει την αξία του πόρου, καθώς δεν τον κατέχει. Ως μισθωτή, τον συμφέρει περισσότερο να χρησιμοποιεί τον πόρο όσο το δυνατόν εντατικότερα στο παρόν. Ως εκ τούτου, και η μίσθωση εξαντλεί υπερβολικά τους φυσικούς πόρους.

Leasing is hardly a superior form of land use. If the government owns the land and leases it to grazers or timber users, once again there is no incentive for the lessee to preserve the value of the resource, since he does not own it. It is to his best interest as a lessee to use the resource as intensively as possible in the present. Hence, leasing also depletes natural resources excessively.

124

Αντιθέτως, αν όλες οι εκτάσεις γης και όλοι οι πόροι ανήκαν σε ιδιώτες, τότε θα ήταν προς το συμφέρον των ιδιοκτητών να μεγιστοποιούν την παρούσα αξία κάθε πόρου. Η υπερβολική εξάντληση του πόρου θα μείωνε την κεφαλαιακή του αξία στην αγορά. Ο ιδιοκτήτης σταθμίζει τη διατήρηση της κεφαλαιακής αξίας του πόρου ως συνόλου έναντι του εισοδήματος που μπορεί να αποκτηθεί στο παρόν από τη χρήση του. Η ισορροπία καθορίζεται, ceteris paribus, από τη χρονική προτίμηση και τις άλλες προτιμήσεις της αγοράς.82 Αν οι ιδιώτες μπορούν μόνο να χρησιμοποιούν τη γη αλλά όχι να την κατέχουν, η ισορροπία καταστρέφεται και το κράτος έχει δώσει ώθηση στην υπερβολική παρούσα χρήση.

In contrast, if private individuals were to own all the lands and resources, then it would be to the owners’ interest to maximize the present value of each resource. Excessive depletion of the resource would lower its capital value on the market. Against the preservation of the capital value of the resource as a whole, the resource owner balances the income to be presently obtained from its use. The balance is decided, ceteris paribus, by the time preference and the other preferences of the market. If private individuals can only use but not own the land, the balance is destroyed, and the government has provided an impetus to excessive present use.

125

Όχι μόνο ο διακηρυγμένος σκοπός των νόμων διατήρησης —η ενίσχυση του μέλλοντος εις βάρος του παρόντος— είναι αθέμιτος και τα επιχειρήματα υπέρ του άκυρα, αλλά η υποχρεωτική διατήρηση δεν θα επιτύγχανε ούτε καν αυτόν τον σκοπό. Διότι για το μέλλον υπάρχει ήδη μέριμνα μέσω της παρούσας αποταμίευσης και επένδυσης. Οι νόμοι διατήρησης πράγματι θα επιβάλουν μεγαλύτερη επένδυση σε φυσικούς πόρους: τη χρησιμοποίηση άλλων πόρων για τη διατήρηση ανανεώσιμων πόρων και την υποχρεωτική διατήρηση μεγαλύτερων αποθεμάτων εξαντλήσιμων πόρων. Αλλά η συνολική επένδυση καθορίζεται από τις χρονικές προτιμήσεις των ατόμων, και αυτές δεν θα έχουν μεταβληθεί. Οι νόμοι διατήρησης, λοιπόν, δεν αυξάνουν πραγματικά τη συνολική πρόνοια για το μέλλον· απλώς μετατοπίζουν επενδύσεις από κεφαλαιουχικά αγαθά, κτίρια κ.λπ. προς φυσικούς πόρους. Επιβάλλουν έτσι στην οικονομία μια αναποτελεσματική και στρεβλωμένη διάρθρωση επενδύσεων.83

Not only is the announced aim of conservation laws—to aid the future at the expense of the present—illegitimate, and the arguments in favor of it invalid, but compulsory conservation would not achieve even this goal. For the future is already provided for through present saving and investment. Conservation laws will indeed coerce greater investment in natural resources: using other resources to maintain renewable resources and forcing a greater inventory of stock in depletable resources. But total investment is determined by the time preferences of individuals, and these will not have changed. Conservation laws, then, do not really increase total provisions for the future; they merely shift investment from capital goods, buildings, etc., to natural resources. They thereby impose an inefficient and distorted investment pattern on the economy.

126

Δεδομένης της φύσης και των συνεπειών των νόμων διατήρησης, γιατί θα υποστήριζε κανείς αυτή τη νομοθεσία; Πρέπει να επισημάνουμε ότι οι νόμοι διατήρησης έχουν μια πολύ «πρακτική» πλευρά. Περιορίζουν διά της βίας την παραγωγή, δηλαδή τη χρήση ενός πόρου, και δημιουργούν έτσι μονοπωλιακό προνόμιο, το οποίο εξασφαλίζει περιοριστική τιμή στους κατόχους αυτού του πόρου ή των υποκατάστατών του. Οι νόμοι διατήρησης μπορούν να αποτελούν αποτελεσματικότερα μέσα μονοπώλησης από τους δασμούς, διότι, όπως είδαμε, οι δασμοί επιτρέπουν την είσοδο νέων επιχειρήσεων και την απεριόριστη παραγωγή από εγχώριους ανταγωνιστές.84 Οι νόμοι διατήρησης, από την άλλη πλευρά, καρτελοποιούν έναν συντελεστή γης και περιορίζουν απολύτως την παραγωγή, συμβάλλοντας έτσι στην εξασφάλιση μόνιμων και συνεχών μονοπωλιακών οφελών για τους ιδιοκτήτες. Αυτά τα μονοπωλιακά οφέλη, φυσικά, θα τείνουν να κεφαλαιοποιούνται σε αύξηση της κεφαλαιακής αξίας της γης. Το πρόσωπο που αγοράζει αργότερα τον μονοπωλημένο συντελεστή, λοιπόν, θα αποκομίζει απλώς το επικρατούν επιτόκιο απόδοσης της επένδυσής του, μολονότι το μονοπωλιακό όφελος θα περιλαμβάνεται στις απολαβές του.

Given the nature and consequences of conservation laws, why should anyone advocate this legislation? Conservation laws, we must note, have a very “practical” aspect. They restrict production, i.e., the use of a resource, by force and thereby create a monopolistic privilege, which leads to a restrictionist price to owners of this resource or of substitutes for it. Conservation laws can be more effective monopolizers than tariffs because, as we have seen, tariffs permit new entry and unlimited production by domestic competitors. Conservation laws, on the other hand, serve to cartelize a land factor and absolutely restrict production, thereby helping to insure permanent (and continuing) monopoly gains for the owners. These monopoly gains, of course, will tend to be capitalized into an increase in the capital value of the land. The person who later buys the monopolized factor, then, will simply earn the going rate of interest on his investment, even though the monopoly gain will be included in his earnings.

127

Οι νόμοι διατήρησης, επομένως, πρέπει επίσης να αντιμετωπίζονται ως παραχωρήσεις μονοπωλιακού προνομίου. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πολιτική του αμερικανικού κράτους, από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, να «δεσμεύει» τεράστιες εκτάσεις της «δημόσιας κτήσης» —δηλαδή των κρατικών γαιών—.85 Δέσμευση σημαίνει ότι το κράτος διατηρεί τη γη στην ιδιοκτησία του και εγκαταλείπει την παλαιότερη πολιτική του να αφήνει τη δημόσια κτήση διαθέσιμη για αρχική ιδιοποίηση από ιδιώτες μέσω εγκατάστασης και χρήσης. Ειδικότερα, έχουν δεσμευτεί δάση, φαινομενικά για τον σκοπό της διατήρησής τους. Ποια είναι η επίπτωση του αποκλεισμού τεράστιων δασικών εκτάσεων από την παραγωγή; Η παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου και, επομένως, περιοριστικής τιμής στις ανταγωνιστικές ιδιωτικές εκτάσεις και στην ανταγωνιστική ξυλεία.

Conservation laws, therefore, must also be looked upon as grants of monopolistic privilege. One outstanding example is the American government’s policy, since the end of the nineteenth century, of “reserving” vast tracts of the “public domain”—i.e., the government’s land holdings. Reserving means that the government keeps land under its ownership and abandons its earlier policy of keeping the domain open for homesteading by private owners. Forests, in particular, have been reserved, ostensibly for the purpose of conservation. What is the effect of withholding huge tracts of timberland from production? It is to confer a monopolistic privilege, and therefore a restrictionist price, on competing private lands and on competing timber.

128

Είδαμε ότι ο περιορισμός της προσφοράς εργασίας εξασφαλίζει περιοριστικό μισθό στους προνομιούχους εργαζομένους —ενώ οι εργαζόμενοι που εκτοπίζονται από τους συνδικαλιστικούς μισθούς ή από τις άδειες ή τους μεταναστευτικούς νόμους πρέπει να βρουν αλλού χαμηλότερα αμειβόμενες και λιγότερο παραγωγικές σε όρους αξίας θέσεις εργασίας—. Ένα μονοπωλιακό ή οιονεί μονοπωλιακό προνόμιο για την παραγωγή κεφαλαιουχικών ή καταναλωτικών αγαθών, από την άλλη πλευρά, μπορεί να εξασφαλίζει ή να μην εξασφαλίζει μονοπωλιακή τιμή, ανάλογα με τη μορφή των καμπυλών ζήτησης των επιμέρους επιχειρήσεων, καθώς και με το κόστος τους. Εφόσον μια επιχείρηση μπορεί να συρρικνώνει ή να επεκτείνει την προσφορά της κατά βούληση, καθορίζει την προσφορά της γνωρίζοντας ότι η μείωση της παραγωγής για την επίτευξη μονοπωλιακής τιμής πρέπει επίσης να μειώσει τη συνολική ποσότητα των πωλούμενων αγαθών.86 Ο εργαζόμενος δεν χρειάζεται να απασχολείται με τέτοια σκέψη, αν εξαιρέσουμε μια αμελητέα μεταβολή στη ζήτηση για το σύνολο των ωρών εργασίας κάθε εργαζομένου. Τι συμβαίνει με τον προνομιούχο γαιοκτήμονα; Θα επιτύχει μια βέβαιη περιοριστική τιμή ή μια ενδεχόμενη μονοπωλιακή τιμή; Πρωταρχικό γνώρισμα ενός τεμαχίου γης είναι ότι δεν μπορεί να αυξηθεί μέσω εργασίας· αν μπορεί να αυξηθεί, τότε είναι κεφαλαιουχικό αγαθό και όχι γη. Το ίδιο, πράγματι, ισχύει για την εργασία, της οποίας η συνολική προσφορά μπορεί να θεωρείται σταθερή εκτός από τις μακρές χρονικές περιόδους. Εφόσον η εργασία στο σύνολό της δεν μπορεί να αυξηθεί —εκτός, όπως επισημάναμε, από τις ημερήσιες ώρες εργασίας —, ο κρατικός περιορισμός της προσφοράς εργασίας, μέσω νόμων περί παιδικής εργασίας, μεταναστευτικών φραγμών κ.λπ., εξασφαλίζει επομένως περιοριστική αύξηση των μισθών στους εργαζομένους που παραμένουν. Τα κεφαλαιουχικά ή καταναλωτικά αγαθά μπορούν να αυξάνονται ή να μειώνονται, οπότε οι προνομιούχες επιχειρήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις καμπύλες ζήτησής τους. Η γη, από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αυξηθεί· ο περιορισμός της προσφοράς γης, επομένως, εξασφαλίζει επίσης περιοριστική τιμή της γης πάνω από την τιμή της ελεύθερης αγοράς.87 Το ίδιο ισχύει για τους εξαντλήσιμους φυσικούς πόρους, των οποίων η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί και οι οποίοι, επομένως, θεωρούνται μέρος της γης. Αν το κράτος αποσύρει καταναγκαστικά γη ή φυσικούς πόρους από την αγορά, λοιπόν, μειώνει αναπόφευκτα τη διαθέσιμη προσφορά στην αγορά και εξίσου αναπόφευκτα εξασφαλίζει μονοπωλιακό όφελος και περιοριστική τιμή στους υπόλοιπους γαιοκτήμονες ή κατόχους πόρων. Πέρα από όλες τις άλλες επιπτώσεις τους, οι νόμοι διατήρησης αναγκάζουν την εργασία να εγκαταλείψει καλές γαίες και να καλλιεργήσει αντ’ αυτών την εναπομένουσα υποοριακή γη. Αυτή η καταναγκαστική μετατόπιση μειώνει την οριακή παραγωγικότητα της εργασίας και, κατά συνέπεια, υποβαθμίζει το γενικό βιοτικό επίπεδο.

We have seen that limiting the labor supply confers a restrictionist wage on the privileged workers (while the workers pushed out by union wage rates or by licenses or immigration laws must find lower-paying and less value-productive jobs elsewhere). A monopoly or quasi-monopoly privilege for the production of capital or consumer goods, on the other hand, may or may not confer a monopoly price, depending on the configuration of the demand curves for the individual firms, as well as their costs. Since a firm can contract or expand its supply at will, it sets its supply with the knowledge that lowering output to achieve a monopoly price must also lower the total amount of goods sold. The laborer need bother with no such consideration (aside from a negligible variation in demands for each laborer’s total hours of service). What about the privileged landowner? Will he achieve a definite restrictionist, or a possible monopoly, price? A prime characteristic of a piece of land is that it cannot be increased by labor; if it is augmentable, then it is a capital good, not land. The same, in fact, applies to labor, which, in all but long periods of time, can be regarded as fixed in its total supply. Since labor in its totality cannot be increased (except, as we have noted, in regard to hours of work per day), government restriction on the labor supply—child labor laws, immigration barriers, etc.—therefore confers a restrictionist wage increase on the workers remaining. Capital or consumer goods can be increased or decreased, so that privileged firms must take their demand curves into account. Land, on the other hand, cannot be increased; restriction of the supply of land, therefore, also confers a restrictionist price of land above the free-market price. The same is true for depleting natural resources, which cannot have their supply increased and are therefore considered part of land. If the government forces land or natural resources out of the market, therefore, it inevitably lowers the supply available on the market and just as inevitably confers a monopoly gain and a restrictionist price on the remaining landowners or resource owners. In addition to all of their other effects, conservation laws force labor to abandon good lands and, instead, cultivate the remaining submarginal land. This coerced shift lowers the marginal productivity of labor and consequently reduces the general standard of living.

129

Ας επιστρέψουμε στην κρατική πολιτική δέσμευσης δασικών εκτάσεων. Αυτή εξασφαλίζει περιοριστική τιμή και μονοπωλιακό όφελος στις γαίες που παραμένουν σε χρήση. Οι αγορές γης είναι ειδικές και δεν έχουν την ίδια γενική αλληλοσύνδεση με τις αγορές εργασίας. Επομένως, η περιοριστική αύξηση της τιμής περιορίζεται πολύ περισσότερο στις γαίες που ανταγωνίζονταν άμεσα, ή θα ανταγωνίζονταν, τις αποσυρόμενες ή «δεσμευμένες» γαίες. Στην περίπτωση της αμερικανικής πολιτικής διατήρησης, οι ιδιαίτερα ωφελούμενοι ήταν: (α) οι σιδηροδρομικές εταιρείες της Δύσης που είχαν λάβει παραχωρήσεις γης και (β) οι υφιστάμενοι ιδιοκτήτες δασικών πόρων. Οι σιδηροδρομικές εταιρείες που είχαν λάβει παραχωρήσεις γης είχαν δεχθεί τεράστιες κρατικές επιδοτήσεις σε γη: όχι μόνο δικαιώματα διέλευσης για τις γραμμές τους, αλλά και λωρίδες γης πλάτους δεκαπέντε μιλίων εκατέρωθεν της γραμμής. Η κρατική δέσμευση δημόσιων γαιών αύξησε σημαντικά την τιμή που εισέπρατταν οι σιδηροδρομικές εταιρείες όταν αργότερα πωλούσαν αυτή τη γη σε νέους κατοίκους της περιοχής. Οι σιδηροδρομικές εταιρείες έλαβαν έτσι άλλο ένα δώρο από το κράτος — αυτή τη φορά υπό τη μορφή μονοπωλιακού οφέλους, εις βάρος των καταναλωτών.

Let us return to the government’s policy of reserving timber lands. This confers a restrictionist price and a monopoly gain on the lands remaining in use. Land markets are specific and do not have the same general connexity as labor markets. Therefore, the restrictionist price rise is confined far more to lands that directly competed, or would compete, with the withdrawn or “reserved” lands. In the case of American conservation policy, the particular beneficiaries were (a) the land-grant Western railroads and (b) the existing timber-owners. The land-grant railroads had received vast subsidies of land from the government: not only rights-of-way for their roads, but fifteen-mile tracts on either side of the line. Government reservation of public lands greatly raised the price received by the railroads when they later sold this land to new inhabitants of the area. The railroads thus received another gift from the government—this time in the form of a monopoly gain, at the expense of the consumers.

130

Οι σιδηροδρομικές εταιρείες δεν αγνοούσαν τα μονοπωλιακά πλεονεκτήματα που θα τους εξασφάλιζαν οι νόμοι διατήρησης· πράγματι, υπήρξαν ο χρηματοδοτικός «προστάτης» ολόκληρου του κινήματος διατήρησης. Έτσι, η Peffer γράφει:

The railroads were not ignorant of the monopolistic advantages that would be conferred upon them by conservation laws; in fact, the railroads were the financial “angel” of the entire conservation movement. Thus, Peffer writes:

131

Υπήρχε σαφές έρεισμα για την κατηγορία ότι οι σιδηροδρομικές εταιρείες ενδιαφέρονταν για την κατάργηση διαφόρων νόμων που επέτρεπαν την εύκολη μεταβίβαση της δημόσιας κτήσης στα χέρια ιδιωτών εποίκων. Η National Irrigation Association, που ήταν ο πιο δραστήριος υπέρμαχος της μεταρρύθμισης της νομοθεσίας περί γης εκτός της κυβέρνησης, χρηματοδοτούνταν εν μέρει από τις διηπειρωτικές σιδηροδρομικές εταιρείες και από τις Burlington και Rock Island, με ποσό 39.000 USD ετησίως, σε συνολικό προϋπολογισμό περίπου 50.000 USD. Το πρόγραμμα αυτής της ένωσης και των σιδηροδρομικών εταιρειών, όπως ανακοινώθηκε από τον James J. Hill έναν από τους επιφανέστερους μεγιστάνες των σιδηροδρόμων, ήταν σχεδόν πιο προωθημένο από εκείνο των κορυφαίων υποστηρικτών της διατήρησης.88

There was a definite basis for the charge that the railroads were interested in a repeal of [various laws permitting easy transfer of the public domain to the hands of private settlers]. The National Irrigation Association, which was the most vigorous advocate of land law reform outside of the Administration, was financed in part by the transcontinental railroads and by the Burlington and the Rock Island railroads, to the amount of $39,000 a year, out of a total budget of around $50,000. The program of this association and the railroads, as announced by James J. Hill [a pre-eminent railroad magnate] was almost more advanced than that of [the leading conservationists].66

132

Οι ιδιοκτήτες δασικών πόρων κατανοούσαν επίσης τα οφέλη που θα αποκόμιζαν από τη «διατήρηση» των δασών. Ο ίδιος ο πρόεδρος Theodore Roosevelt ανακοίνωσε ότι «οι μεγάλοι χρήστες ξυλείας προωθούν οι ίδιοι το κίνημα για τη διατήρηση των δασών». Όπως δήλωσε ένας μελετητής του προβλήματος:

The timber owners also understood the gains they would acquire from forest “conservation.” President Theodore Roosevelt himself announced that “the great users of timber are themselves forwarding the movement for forest preservation.” As one student of the problem declared, the

133

Οι παραγωγοί πριστής ξυλείας και οι ιδιοκτήτες δασικών πόρων ... είχαν καταλήξει σε αρμονική συνεννόηση με τον Gifford Pinchot τον ηγέτη της δασικής διατήρησης ήδη από το 1903. ... Με άλλα λόγια, το κράτος, αποσύροντας τις δασικές εκτάσεις από τη δυνατότητα ιδιωτικής απόκτησης και κρατώντας τες εκτός αγοράς, θα συνέβαλλε στην αύξηση της αξίας των ιδιωτικά κατεχόμενων δασικών πόρων.89

lumber manufacturers and timber owners . . . had arrived at a harmonious understanding with Gifford Pinchot [the leader in forest conservation] as early as drawing timber lands from entry and keeping them off the market would aid in appreciating the value of privately owned timber.67

134

ΙΔ. Διπλώματα ευρεσιτεχνίας

N. PATENTS

135

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας90 είναι παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου από το κράτος στους πρώτους που πραγματοποιούν ορισμένους τύπους εφευρέσεων.91 Ορισμένοι υπερασπιστές των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας υποστηρίζουν ότι αυτά δεν αποτελούν μονοπωλιακά προνόμια, αλλά απλώς δικαιώματα ιδιοκτησίας επί εφευρέσεων ή ακόμη και επί «ιδεών». Αλλά στο δίκαιο της ελεύθερης αγοράς, ή ελευθεριστικό δίκαιο, το δικαίωμα ιδιοκτησίας καθενός προστατεύεται χωρίς δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Αν κάποιος έχει μια ιδέα ή ένα σχέδιο και κατασκευάσει μια εφεύρεση, η οποία κατόπιν κλαπεί από το σπίτι του, η αφαίρεσή της είναι πράξη κλοπής, παράνομη βάσει του γενικού δικαίου. Από την άλλη πλευρά, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας προσβάλλουν πράγματι τα δικαιώματα ιδιοκτησίας εκείνων που ανακαλύπτουν ανεξάρτητα μια ιδέα ή μια εφεύρεση, αλλά τυχαίνει να την ανακαλύψουν μετά τον κάτοχο του διπλώματος. Αυτοί οι μεταγενέστεροι εφευρέτες και καινοτόμοι εμποδίζονται διά της βίας να χρησιμοποιήσουν τις δικές τους ιδέες και τη δική τους περιουσία. Επιπλέον, σε μια ελεύθερη κοινωνία ο καινοτόμος θα μπορούσε να διαθέσει την εφεύρεσή του στην αγορά και να τη σημάνει με την ένδειξη «copyright», εμποδίζοντας έτσι τους αγοραστές να μεταπωλούν το ίδιο προϊόν ή αντίγραφό του.

A patent is a grant of monopoly privilege by the government to first discoverers of certain types of inventions. Some defenders of patents assert that they are not monopoly privileges but simply property rights in inventions, or even in “ideas.” But in free-market, or libertarian, law everyone’s right to property is defended without a patent. If someone has an idea or plan and produces an invention, which is then stolen from his house, the stealing is an act of theft illegal under general law. On the other hand, patents actually invade the property rights of those independent discoverers of an idea or an invention who happen to make the discovery after the patentee. These later inventors and innovators are prevented by force from employing their own ideas and their own property. Furthermore, in a free society the innovator could market his invention and stamp it “copyright,” thereby preventing buyers from reselling the same or a duplicate product.

136

Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, επομένως, προσβάλλουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας αντί να τα υπερασπίζονται. Ο παραπλανητικός χαρακτήρας του επιχειρήματος ότι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας προστατεύουν δικαιώματα ιδιοκτησίας επί ιδεών καταδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν θεωρούνται νομικά κατοχυρώσιμες με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας όλες οι πρωτότυπες ιδέες, αλλά μόνο ορισμένοι τύποι τους, ορισμένοι τύποι καινοτομιών. Πολυάριθμες νέες ιδέες δεν αντιμετωπίζονται ποτέ ως επιδεκτικές κατοχύρωσης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Patents, therefore, invade rather than defend property rights. The speciousness of the argument that patents protect property rights in ideas is demonstrated by the fact that not all, but only certain types of original ideas, certain types of innovations, are considered legally patentable. Numerous new ideas are never treated as subject to patent grants.

137

Ένα άλλο συνηθισμένο επιχείρημα υπέρ των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας είναι ότι η «κοινωνία» απλώς συνάπτει σύμβαση με τον εφευρέτη για να αγοράσει το μυστικό του, ώστε η «κοινωνία» να μπορεί να το χρησιμοποιεί. Αλλά, πρώτον, η «κοινωνία» θα μπορούσε τότε να καταβάλει μια απλή επιδότηση, ή ένα τίμημα, στον εφευρέτη· δεν χρειάζεται να εμποδίζει όλους τους μεταγενέστερους εφευρέτες να διαθέτουν τις εφευρέσεις τους στην αγορά σε αυτόν τον τομέα. Δεύτερον, τίποτε στην ελεύθερη οικονομία δεν εμποδίζει οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα ατόμων να αγοράσει μυστικές εφευρέσεις από τους δημιουργούς τους. Κανένα μονοπωλιακό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν είναι, επομένως, αναγκαίο.

Another common argument for patents is that “society” simply makes a contract with the inventor to purchase his secret, so that “society” will have use of it. But in the first place, “society” could then pay a straight subsidy, or price, to the inventor; it does not have to prevent all later inventors from marketing their inventions in this field. Secondly, there is nothing in the free economy to prevent any individual or group of individuals from purchasing secret inventions from their creators. No monopolistic patent is therefore necessary.

138

Το δημοφιλέστερο επιχείρημα υπέρ των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας μεταξύ των οικονομολόγων είναι το ωφελιμιστικό: ότι ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ορισμένης χρονικής διάρκειας είναι αναγκαίο για να ενθαρρύνει επαρκείς ερευνητικές δαπάνες προς την κατεύθυνση εφευρέσεων και καινοτομιών σε νέες διαδικασίες και προϊόντα.

The most popular argument for patents among economists is the utilitarian one that a patent for a certain number of years is necessary to encourage a sufficient amount of research expenditure toward inventions and innovations in new processes and products.

139

Αυτό είναι ένα παράξενο επιχείρημα, διότι αμέσως ανακύπτει το ερώτημα: με ποιο κριτήριο κρίνετε ότι οι ερευνητικές δαπάνες είναι «υπερβολικές», «ανεπαρκείς» ή περίπου όσες χρειάζονται; Οι πόροι στην κοινωνία είναι περιορισμένοι και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για αναρίθμητους εναλλακτικούς σκοπούς. Με ποια κριτήρια καθορίζει κανείς ότι ορισμένες χρήσεις είναι «υπερβολικές», ότι άλλες είναι «ανεπαρκείς» κ.λπ.; Κάποιος παρατηρεί ότι γίνονται λίγες επενδύσεις στην Αριζόνα, αλλά πολλές στην Πενσιλβάνια· δηλώνει αγανακτισμένος ότι η Αριζόνα αξίζει «περισσότερες επενδύσεις». Αλλά ποια κριτήρια μπορεί να χρησιμοποιήσει για να δικαιολογήσει μια τέτοια δήλωση; Η αγορά διαθέτει πράγματι ορθολογικό κριτήριο: τα υψηλότερα χρηματικά εισοδήματα και τα υψηλότερα κέρδη, διότι αυτά μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω της μέγιστης εξυπηρέτησης των καταναλωτών. Αυτή η αρχή της μέγιστης εξυπηρέτησης τόσο των καταναλωτών όσο και των παραγωγών —δηλαδή όλων— διέπει τη φαινομενικά μυστηριώδη κατανομή πόρων της αγοράς: πόσοι θα διατεθούν στη μία ή στην άλλη επιχείρηση, στη μία ή στην άλλη περιοχή, στο παρόν ή στο μέλλον, στο ένα ή στο άλλο αγαθό, στην έρευνα αντί σε άλλες μορφές επένδυσης. Ο παρατηρητής που επικρίνει αυτή την κατανομή δεν μπορεί να διαθέτει ορθολογικά κριτήρια απόφασης· διαθέτει μόνο την αυθαίρετη ιδιοτροπία του. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την κριτική των παραγωγικών σχέσεων, σε αντιδιαστολή προς την επέμβαση στην κατανάλωση. Κάποιος που επιτιμά τους καταναλωτές επειδή αγοράζουν υπερβολικά πολλά καλλυντικά μπορεί, ορθά ή εσφαλμένα, να διαθέτει κάποια ορθολογική βάση για την κριτική του. Αλλά κάποιος που πιστεύει ότι περισσότερη ή λιγότερη ποσότητα ενός ορισμένου πόρου πρέπει να χρησιμοποιείται με έναν ορισμένο τρόπο, ή ότι οι επιχειρήσεις είναι «υπερβολικά μεγάλες» ή «υπερβολικά μικρές», ή ότι δαπανώνται υπερβολικά πολλά ή λίγα στην έρευνα ή επενδύονται σε ένα νέο μηχάνημα, δεν μπορεί να διαθέτει ορθολογική βάση για την κριτική του. Οι επιχειρήσεις, εν ολίγοις, παράγουν για μια αγορά, καθοδηγούμενες από τις αξιολογήσεις των καταναλωτών σε αυτήν. Οι εξωτερικοί παρατηρητές μπορούν να επικρίνουν τις τελικές αξιολογήσεις των καταναλωτών αν το επιλέξουν — μολονότι, αν επέμβουν στην κατανάλωση που βασίζεται σε αυτές τις αξιολογήσεις, επιβάλλουν απώλεια χρησιμότητας στους καταναλωτές—, αλλά δεν μπορούν θεμιτά να επικρίνουν τα μέσα, τις κατανομές συντελεστών, με τα οποία εξυπηρετούνται αυτοί οι σκοποί.

This is a curious argument, because the question immediately arises: By what standard do you judge that research expenditures are “too much,” “too little,” or just about enough? Resources in society are limited, and they may be used for countless alternative ends. By what standards does one determine that certain uses are “excessive,” that certain uses are “insufficient,” etc.? Someone observes that there is little investment in Arizona but a great deal in Pennsylvania; he indignantly asserts that Arizona deserves “more investment.” But what standards can he use to justify such a statement? The market does have a rational standard: the highest money incomes and highest profits, for these may be achieved only through maximum service to the consumers. This principle of maximum service to consumers and producers alike (i.e., to everybody) governs the seemingly mysterious market allocation of resources: how much to devote to one firm or another, to one area or another, to the present or the future, to one good or another, to research rather than other forms of investment. The observer who criticizes this allocation can have no rational standards for decision; he has only his arbitrary whim. This is particularly true of criticism of production relations in contrast to interference with consumption. Someone who chides consumers for buying too many cosmetics may have, rightly or wrongly, some rational basis for his criticism. But someone who thinks that more or less of a certain resource should be used in a certain manner, or that business firms are “too large” or “too small,” or that too much or too little is spent on research or is invested in a new machine, can have no rational basis for his criticism. Businesses, in short, are producing for a market, guided by the valuations of consumers on that market. Outside observers may criticize the ultimate valuations of consumers if they choose—although if they interfere with consumption based on these valuations, they impose a loss of utility upon the consumers—but they cannot legitimately criticize the means, the allocations of factors, by which these ends are served.

140

Τα επενδυτικά κεφάλαια είναι περιορισμένα, όπως όλοι οι άλλοι πόροι, και πρέπει να κατανέμονται σε διάφορες χρήσεις, μία από τις οποίες είναι οι ερευνητικές δαπάνες. Στην αγορά λαμβάνονται ορθολογικές αποφάσεις για τον καθορισμό των ερευνητικών δαπανών, σύμφωνα με τις καλύτερες επιχειρηματικές εκτιμήσεις των μελλοντικών αποδόσεων. Η καταναγκαστική επιδότηση των ερευνητικών δαπανών θα περιόριζε την ικανοποίηση των καταναλωτών και των παραγωγών στην αγορά.

Capital funds are limited, as are all other resources, and they must be allocated to various uses, one of which is research expenditures. On the market, rational decisions are made with regard to setting research expenditures, in accordance with the best entrepreneurial expectations of future returns. To subsidize research expenditures by coercion would restrict the satisfaction of consumers and producers on the market.

141

Πολλοί υπέρμαχοι των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας πιστεύουν ότι οι συνήθεις ανταγωνιστικές διαδικασίες της αγοράς δεν ενθαρρύνουν επαρκώς την υιοθέτηση νέων διαδικασιών και ότι, επομένως, οι καινοτομίες πρέπει να προωθούνται καταναγκαστικά από το κράτος. Αλλά η αγορά αποφασίζει για τον ρυθμό εισαγωγής νέων διαδικασιών όπως ακριβώς αποφασίζει για τον ρυθμό εκβιομηχάνισης μιας νέας γεωγραφικής περιοχής. Πράγματι, αυτό το επιχείρημα υπέρ των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας μοιάζει πολύ με το επιχείρημα της «νηπιακής βιομηχανίας» υπέρ των δασμών: ότι οι διαδικασίες της αγοράς δεν επαρκούν για να επιτρέψουν την εισαγωγή αξιόλογων νέων διαδικασιών. Και πάλι η απάντηση είναι ίδια: οι άνθρωποι πρέπει να σταθμίζουν την ανώτερη παραγωγικότητα των νέων διαδικασιών έναντι του κόστους εγκατάστασής τους, δηλαδή έναντι του πλεονεκτήματος που διαθέτει η παλαιά διαδικασία επειδή υπάρχει ήδη. Η παραχώρηση ειδικών καταναγκαστικών προνομίων στην καινοτομία θα αχρήστευε χωρίς ανάγκη πολύτιμες υφιστάμενες εγκαταστάσεις και θα επέβαλλε υπέρμετρο βάρος στους καταναλωτές.

Many advocates of patents believe that the ordinary competitive processes of the market do not sufficiently encourage the adoption of new processes, and that therefore innovations must be coercively promoted by the government. But the market decides on the rate of introduction of new processes just as it decides on the rate of industrialization of a new geographic area. In fact, this argument for patents is very similar to the “infant industry” argument for tariffs—that market procedures are not sufficient to permit the introduction of worthy new processes. And again the answer is the same: that people must balance the superior productivity of the new processes against the cost of installing them, i.e., against the advantage possessed by the old process in being already in existence. Conferring special coercive privileges upon innovation would needlessly scrap valuable plants already in existence and impose an excessive burden upon consumers.

142

Ούτε είναι καθόλου αυτονόητο ότι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας ενθαρρύνουν έστω την αύξηση του απόλυτου ύψους των ερευνητικών δαπανών. Αλλά ασφαλώς μπορούμε να πούμε ότι τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας στρεβλώνουν την κατανομή των συντελεστών ως προς το είδος της έρευνας που διεξάγεται. Διότι, ενώ είναι αλήθεια ότι ο πρώτος εφευρέτης ωφελείται από το προνόμιο, είναι επίσης αλήθεια ότι οι ανταγωνιστές του αποκλείονται επί πολλά χρόνια από την παραγωγή στον τομέα του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Και εφόσον ένα μεταγενέστερο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορεί να βασίζεται σε ένα προγενέστερο, συναφές δίπλωμα στον ίδιο τομέα, οι ανταγωνιστές μπορεί συχνά να αποθαρρύνονται επ’ αόριστον από περαιτέρω ερευνητικές δαπάνες στη γενική περιοχή που καλύπτεται από το δίπλωμα. Επιπλέον, ο ίδιος ο κάτοχος του διπλώματος αποθαρρύνεται από τη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας σε αυτόν τον τομέα, διότι το προνόμιο του επιτρέπει να επαναπαύεται στις δάφνες του για ολόκληρη τη διάρκεια του διπλώματος, με τη βεβαιότητα ότι κανένας ανταγωνιστής δεν μπορεί να εισέλθει στην επικράτειά του. Το ανταγωνιστικό κίνητρο για περαιτέρω έρευνα εξαλείφεται. Οι ερευνητικές δαπάνες, επομένως, ενθαρρύνονται υπέρμετρα στα πρώιμα στάδια, προτού αποκτήσει κανείς δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, και περιορίζονται αδικαιολόγητα στην περίοδο μετά τη χορήγησή του. Επιπροσθέτως, ορισμένες εφευρέσεις θεωρούνται επιδεκτικές κατοχύρωσης, ενώ άλλες όχι. Το σύστημα διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας έχει έτσι την πρόσθετη επίπτωση να ενθαρρύνει τεχνητά τις ερευνητικές δαπάνες στους τομείς όπου είναι δυνατή η κατοχύρωση, ενώ περιορίζει τεχνητά την έρευνα στους τομείς όπου δεν είναι.

Nor is it by any means self-evident even that patents encourage an increase in the absolute quantity of research expenditures. But certainly we can say that patents distort the allocation of factors on the type of research being conducted. For while it is true that the first discoverer benefits from the privilege, it is also true that his competitors are excluded from production in the area of the patent for many years. And since a later patent can build on an earlier, related one in the same field, competitors can often be discouraged indefinitely from further research expenditures in the general area covered by the patent. Moreover, the patentee himself is discouraged from engaging in further research in this field, for the privilege permits him to rest on his laurels for the entire period of the patent, with the assurance that no competitor can trespass on his domain. The competitive spur to further research is eliminated. Research expenditures, therefore, are overstimulated in the early stages before anyone has a patent and unduly restricted in the period after the patent is received. In addition, some inventions are considered patentable, while others are not. The patent system thus has the further effect of artificially stimulating research expenditures in the patentable areas, while artificially restricting research in the nonpatentable areas.

143

Όπως συνόψισε ο Arnold Plant το πρόβλημα των ανταγωνιστικών ερευνητικών δαπανών και των καινοτομιών:

As Arnold Plant summed up the problem of competitive research expenditures and innovations:

144

Ούτε μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι οι εφευρέτες θα έπαυαν να απασχολούνται αν οι επιχειρηματίες έχαναν το μονοπώλιο χρήσης των εφευρέσεών τους. Οι επιχειρήσεις τούς απασχολούν σήμερα για την παραγωγή εφευρέσεων που δεν μπορούν να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και δεν το κάνουν απλώς για το κέρδος που εξασφαλίζει η πρωτιά. Υπό ενεργό ανταγωνισμό ... καμία επιχείρηση δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της να μείνει πίσω από τους ανταγωνιστές της. Η φήμη μιας επιχείρησης εξαρτάται από την ικανότητά της να προηγείται, να είναι πρώτη στην αγορά με νέες βελτιώσεις στα προϊόντα της και νέες μειώσεις στις τιμές τους.92

Neither can it be assumed that inventors would cease to be employed if entrepreneurs lost the monopoly over the use of their inventions. Businesses employ them today for the production of nonpatentable inventions, and they do not do so merely for the profit which priority secures. In active competition . . . no business can afford to lag behind its competitors. The reputation of a firm depends upon its ability to keep ahead, to be first in the market with new improvements in its products and new reductions in their prices.70

145

Τέλος, φυσικά, η ίδια η αγορά παρέχει έναν εύκολο και αποτελεσματικό δρόμο σε όσους θεωρούν ότι στην ελεύθερη αγορά δεν πραγματοποιούνται αρκετές δαπάνες προς ορισμένες κατευθύνσεις. Είναι ελεύθεροι να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι αυτές τις δαπάνες. Όσοι θα ήθελαν να βλέπουν περισσότερες εφευρέσεις να δημιουργούνται και να αξιοποιούνται είναι ελεύθεροι να συνενωθούν και να επιδοτήσουν τέτοιες προσπάθειες με όποιον τρόπο θεωρούν καλύτερο. Με αυτόν τον τρόπο, ως καταναλωτές, θα πρόσθεταν πόρους στη δραστηριότητα της έρευνας και της εφεύρεσης. Και τότε δεν θα εξανάγκαζαν άλλους καταναλωτές να χάνουν χρησιμότητα μέσω παραχωρήσεων μονοπωλιακών προνομίων και στρέβλωσης της κατανομής της αγοράς. Οι εκούσιες δαπάνες τους θα γίνονταν μέρος της αγοράς και θα συνέβαλλαν στην έκφραση των τελικών αξιολογήσεων των καταναλωτών της. Επιπλέον, οι μεταγενέστεροι εφευρέτες δεν θα περιορίζονταν. Οι φίλοι της εφεύρεσης θα μπορούσαν να επιτύχουν τους σκοπούς τους χωρίς να καλούν το κράτος και να επιβάλλουν απώλειες στη μάζα των καταναλωτών.

Finally, of course, the market itself provides an easy and effective course for those who feel that there are not enough expenditures being made in certain directions on the free market. They are free to make these expenditures themselves. Those who would like to see more inventions made and exploited are at liberty to join together and subsidize such efforts in any way they think best. In doing so, they would, as consumers, add resources to the research and invention business. And they would not then be forcing other consumers to lose utility by conferring monopoly grants and distorting the allocation of the market. Their voluntary expenditures would become part of the market and help to express its ultimate consumer valuations. Furthermore, later inventors would not be restricted. The friends of invention could accomplish their aims without calling in the State and imposing losses on the mass of consumers.

146

Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, όπως κάθε παραχώρηση μονοπωλίου, παρέχουν προνόμιο σε έναν και περιορίζουν την είσοδο άλλων, στρεβλώνοντας έτσι την ελεύθερα ανταγωνιστική διάρθρωση του κλάδου. Αν το προϊόν έχει επαρκή ζήτηση από το κοινό, ο κάτοχος του διπλώματος θα μπορεί να επιτύχει μονοπωλιακή τιμή. Οι κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, αντί να διαθέτουν οι ίδιοι την εφεύρεσή τους στην αγορά, μπορούν να επιλέξουν είτε: (1) να πωλήσουν το προνόμιό τους σε άλλον· είτε (2) να διατηρήσουν το προνόμιο του διπλώματος αλλά να πωλούν άδειες σε άλλες επιχειρήσεις, επιτρέποντάς τους να διαθέτουν την εφεύρεση στην αγορά. Το προνόμιο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας γίνεται έτσι κεφαλαιοποιημένο μονοπωλιακό όφελος. Θα τείνει να πωλείται στην τιμή που κεφαλαιοποιεί το αναμενόμενο μελλοντικό μονοπωλιακό όφελος που θα προκύψει από αυτό. Η αδειοδότηση ισοδυναμεί με εκμίσθωση κεφαλαίου, και μια άδεια θα τείνει να πωλείται σε τιμή ίση με το προεξοφλημένο άθροισμα του εισοδήματος από προσόδους που θα αποφέρει το δίπλωμα κατά τη διάρκεια της άδειας. Ένα σύστημα γενικής αδειοδότησης ισοδυναμεί με φόρο στη χρήση της νέας διαδικασίας, με τη διαφορά ότι τον φόρο εισπράττει ο κάτοχος του διπλώματος και όχι το κράτος. Αυτός ο φόρος περιορίζει την παραγωγή σε σύγκριση με την ελεύθερη αγορά, αυξάνοντας έτσι την τιμή του προϊόντος και μειώνοντας το βιοτικό επίπεδο του καταναλωτή. Στρεβλώνει επίσης την κατανομή των πόρων, κρατώντας συντελεστές έξω από αυτές τις διαδικασίες και αναγκάζοντάς τους να εισέλθουν σε λιγότερο παραγωγικούς σε όρους αξίας τομείς.

Patents, like any monopoly grant, confer a privilege on one and restrict the entry of others, thereby distorting the freely competitive pattern of industry. If the product is sufficiently demanded by the public, the patentee will be able to achieve a monopoly price. Patentees, instead of marketing their invention themselves, may elect either to (1) sell their privilege to another or (2) keep the patent privilege but sell licenses to other firms, permitting them to market the invention. The patent privilege thereby becomes a capitalized monopoly gain. It will tend to sell at the price that capitalizes the expected future monopoly gain to be derived from it. Licensing is equivalent to renting capital, and a license will tend to sell at a price equal to the discounted sum of the rental income that the patent will earn for the period of the license. A system of general licensing is equivalent to a tax on the use of the new process, except that the patentee receives the tax instead of the government. This tax restricts production in comparison with the free market, thereby raising the price of the product and reducing the consumer’s standard of living. It also distorts the allocation of resources, keeping factors out of these processes and forcing them to enter less value-productive fields.

147

Οι περισσότεροι σημερινοί επικριτές των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στρέφουν τα πυρά τους όχι εναντίον των ίδιων των διπλωμάτων, αλλά εναντίον υποτιθέμενων «μονοπωλιακών καταχρήσεων» κατά τη χρήση τους. Δεν αντιλαμβάνονται ότι το ίδιο το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας είναι το μονοπώλιο και ότι, όταν παραχωρείται σε κάποιον μονοπωλιακό προνόμιο, δεν θα έπρεπε να προκαλεί ούτε έκπληξη ούτε αγανάκτηση το γεγονός ότι το αξιοποιεί πλήρως.

Most current critics of patents direct their fire not at the patents themselves, but at alleged “monopolistic abuses” in their use. They fail to realize that the patent itself is the monopoly and that, when someone is granted a monopoly privilege, it should occasion neither surprise nor indignation when he makes full use of it.

148

ΙΕ. Παραχωρήσεις και «επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας»

O. FRANCHISES AND “PUBLIC UTILITIES”

149

Οι παραχωρήσεις είναι γενικά άδειες που χορηγεί το κράτος για τη χρήση των δρόμων του. Όταν οι παραχωρήσεις είναι αποκλειστικές ή περιοριστικές, αποτελούν παραχωρήσεις μονοπωλιακού ή οιονεί μονοπωλιακού προνομίου. Όταν, όμως, είναι γενικές και μη αποκλειστικές, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν μονοπωλιακές. Διότι το ζήτημα των παραχωρήσεων περιπλέκεται από το γεγονός ότι το κράτος κατέχει τους δρόμους και, επομένως, πρέπει να δίνει άδεια προτού τους χρησιμοποιήσει οποιοσδήποτε. Σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά, φυσικά, οι δρόμοι θα ήταν ιδιωτικής και όχι κρατικής ιδιοκτησίας και το πρόβλημα των παραχωρήσεων δεν θα προέκυπτε.

Franchises are generally grants of permission by the government for the use of its streets. Where the franchises are exclusive or restrictive, they are grants of monopoly or quasi-monopoly privilege. Where they are general and not exclusive, however, they cannot be called monopolistic. For the franchise question is complicated by the fact that the government owns the streets and therefore must give permission before anyone uses them. In a truly free market, of course, streets would be privately, not governmentally, owned, and the problem of franchises would not arise.

150

Το γεγονός ότι το κράτος πρέπει να δίνει άδεια για τη χρήση των δρόμων του έχει προβληθεί ως δικαιολόγηση της αυστηρής κρατικής ρύθμισης των «επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας», πολλές από τις οποίες —όπως οι εταιρείες ύδρευσης ή ηλεκτρισμού— πρέπει να χρησιμοποιούν τους δρόμους. Οι ρυθμίσεις αντιμετωπίζονται τότε ως εκουσίως αποδεκτό αντάλλαγμα. Αλλά αυτή η αντιμετώπιση παραβλέπει το γεγονός ότι η κρατική ιδιοκτησία των δρόμων αποτελεί η ίδια μόνιμη πράξη παρέμβασης. Η ρύθμιση των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας ή οποιουδήποτε άλλου κλάδου αποθαρρύνει τις επενδύσεις σε αυτούς τους κλάδους, στερώντας έτσι από τους καταναλωτές την καλύτερη ικανοποίηση των αναγκών τους. Διότι στρεβλώνει την κατανομή των πόρων της ελεύθερης αγοράς. Οι τιμές που καθορίζονται κάτω από τις τιμές της ελεύθερης αγοράς δημιουργούν τεχνητή έλλειψη της υπηρεσίας κοινής ωφέλειας· οι τιμές που καθορίζονται πάνω από εκείνες της ελεύθερης αγοράς επιβάλλουν περιορισμούς και μονοπωλιακή τιμή στους καταναλωτές. Τα εγγυημένα ποσοστά απόδοσης απαλλάσσουν την επιχείρηση κοινής ωφέλειας από την ελεύθερη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς και επιβάλλουν βάρη στους καταναλωτές, στρεβλώνοντας τις κατανομές της αγοράς.

The fact that the government must give permission for the use of its streets has been cited to justify stringent government regulations of “public utilities,” many of which (like water or electric companies) must make use of the streets. The regulations are then treated as a voluntary quid pro quo. But to do so overlooks the fact that governmental ownership of the streets is itself a permanent act of intervention. Regulation of public utilities or of any other industry discourages investment in these industries, thereby depriving consumers of the best satisfaction of their wants. For it distorts the resource allocations of the free market. Prices set below the free market create an artificial shortage of the utility service; prices set above those determined by the free market impose restrictions and a monopoly price on the consumers. Guaranteed rates of return exempt the utility from the free play of market forces and impose burdens on the consumers by distorting market allocations.

151

Επιπλέον, ο ίδιος ο όρος «επιχείρηση κοινής ωφέλειας» είναι παράλογος. Κάθε αγαθό είναι χρήσιμο «στο κοινό», και σχεδόν κάθε αγαθό, αν πάρουμε ως μονάδα ένα αρκετά μεγάλο μέρος της προσφοράς του, μπορεί να θεωρηθεί «αναγκαίο». Κάθε χαρακτηρισμός ορισμένων κλάδων ως «επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας» είναι εντελώς αυθαίρετος και αδικαιολόγητος.93

The very term “public utility,” furthermore, is an absurd one. Every good is useful “to the public,” and almost every good, if we take a large enough chunk of supply as the unit, may be considered “necessary.” Any designation of a few industries as “public utilities” is completely arbitrary and unjustified.

152

ΙΣΤ. Το δικαίωμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης

P. THE RIGHT OF EMINENT DOMAIN

153

Σε αντίθεση με την παραχώρηση, η οποία μπορεί να καταστεί γενική και μη αποκλειστική —όσο η κεντρική οργάνωση της βίας εξακολουθεί να κατέχει τους δρόμους—, το δικαίωμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης δεν θα μπορούσε εύκολα να γενικευτεί. Αν γενικευόταν, τότε πράγματι θα ακολουθούσε χάος. Διότι, όταν το κράτος παραχωρεί προνόμιο αναγκαστικής απαλλοτρίωσης —όπως έχει κάνει στις σιδηροδρομικές εταιρείες και σε πολλές άλλες επιχειρήσεις—, έχει ουσιαστικά παραχωρήσει άδεια κλοπής. Αν καθένας είχε δικαίωμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, κάθε άνθρωπος θα διέθετε τη νόμιμη εξουσία να επιβάλλει την πώληση περιουσίας που επιθυμούσε να αγοράσει. Αν ο Α εξαναγκαζόταν να πωλήσει περιουσία στον Β κατά τη βούληση του τελευταίου, και αντιστρόφως, τότε κανένας δεν θα μπορούσε να ονομαστεί ιδιοκτήτης της δικής του περιουσίας. Ολόκληρο το σύστημα ιδιωτικής ιδιοκτησίας θα καταργούνταν τότε προς όφελος μιας κοινωνίας αμοιβαίας λεηλασίας. Η αποταμίευση και η συσσώρευση περιουσίας για τον εαυτό του και τους κληρονόμους του θα αποθαρρύνονταν σοβαρά, και η ανεξέλεγκτη λεηλασία θα κατέτρωγε ολοένα εντονότερα όση περιουσία απέμενε. Ο πολιτισμός θα επέστρεφε σύντομα στη βαρβαρότητα και θα επικρατούσε το βιοτικό επίπεδο του βαρβάρου.

In contrast to the franchise, which may be made general and nonexclusive (as long as the central organization of force continues to own the streets), the right of eminent domain could not easily be made general. If it were, then chaos would truly ensue. For when the government confers a privilege of eminent domain (as it has done on railroads and many other businesses), it has virtually granted a license for theft. If everyone had the right of eminent domain, every man would be legally empowered to compel the sale of property that he wanted to buy. If A were compelled to sell property to B at the latter’s will, and vice versa, then neither could be called the owner of his own property. The entire system of private property would then be scrapped in favor of a society of mutual plunder. Saving and accumulation of property for oneself and one’s heirs would be severely discouraged, and rampant plunder would cut ever more sharply into whatever property remained. Civilization would soon revert to barbarism, and the standards of living of the barbarian would prevail.

154

Το ίδιο το κράτος είναι ο αρχικός κάτοχος του «δικαιώματος αναγκαστικής απαλλοτρίωσης», και το γεγονός ότι μπορεί να αποστερεί οποιονδήποτε ιδιοκτήτη από την περιουσία του κατά βούληση αποτελεί τεκμήριο ότι, στη σημερινή κοινωνία, το δικαίωμα ιδιωτικής ιδιοκτησίας είναι εδραιωμένο μόνο επισφαλώς. Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να πει ότι το απαραβίαστο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας προστατεύεται από το κράτος. Και όταν το κράτος παραχωρεί αυτή την εξουσία σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση, της παραχωρεί το ειδικό προνόμιο να αποκτά περιουσία διά της βίας.

The government itself is the original holder of the “right of eminent domain,” and the fact that the government can despoil any property holder at will is evidence that, in current society, the right to private property is only flimsily established. Certainly no one can say that the inviolability of private property is protected by the government. And when the government confers this power on a particular business, it is conferring upon it the special privilege of taking property by force.

155

Είναι προφανές ότι η χρήση αυτού του προνομίου στρεβλώνει σημαντικά τη διάρθρωση της παραγωγής. Αντί να καθορίζονται από την εκούσια ανταλλαγή, την αυτοκυριότητα και την αποτελεσματική ικανοποίηση των αναγκών των καταναλωτών, οι τιμές και η κατανομή των παραγωγικών πόρων καθορίζονται τώρα από την ωμή βία και την κρατική εύνοια. Το αποτέλεσμα είναι η υπερβολική διοχέτευση πόρων —μια εσφαλμένη επένδυση— στην προνομιούχα επιχείρηση ή στον προνομιούχο κλάδο και η υποεπένδυση σε άλλες επιχειρήσεις και κλάδους. Σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή, όπως τονίσαμε, υπάρχει περιορισμένη ποσότητα κεφαλαίου —περιορισμένη προσφορά όλων των πόρων— που μπορεί να διατεθεί για επένδυση. Η υποχρεωτική αύξηση των επενδύσεων σε έναν τομέα μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω αυθαίρετης μείωσης των επενδύσεων σε άλλους τομείς.94

Evidently, the use of this privilege greatly distorts the structure of production. Instead of being determined by voluntary exchange, self-ownership, and efficient satisfaction of consumer wants, prices and the allocation of productive resources are now determined by brute force and government favor. The result is an overextension of resources (a malinvestment) in the privileged firm or industry and an underinvestment in other firms and industries. At any given time, as we have stressed, there is a limited amount of capital—a limited supply of all resources—that can be devoted to investment. Compulsory increase in investment in one field can be achieved only by an arbitrary decline in investment in other fields.

156

Πολλοί υπέρμαχοι της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης υποστηρίζουν ότι η «κοινωνία», σε τελική ανάλυση, έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε γη για τους «δικούς της» σκοπούς. Χωρίς να το γνωρίζουν, έχουν έτσι παραδεχθεί την εγκυρότητα μιας βασικής θέσης των οπαδών του Henry George: ότι κάθε άνθρωπος, εκ του γεγονότος της γέννησής του, έχει δικαίωμα στο αναλογούν μερίδιό του επί της θεόδοτης γης.95 Στην πραγματικότητα, όμως, εφόσον η «κοινωνία» δεν υπάρχει ως οντότητα, είναι αδύνατον κάθε άτομο να μετατρέψει το θεωρητικό αναλογούν δικαίωμά του σε πραγματική ιδιοκτησία.96 Επομένως, η κυριότητα της περιουσίας περιέρχεται όχι στους «πάντες», αλλά στο κράτος ή στα άτομα στα οποία αυτό παραχωρεί ειδικά προνόμια.

Many advocates of eminent domain contend that “society,” in the last analysis, has the right to use any land for “its” purposes. Without knowing it, they have thus conceded the validity of a major Henry Georgist plank: that every person, by virtue of his birth, has a right to his aliquot share of God-given land. Actually, however, since “society” does not exist as an entity, it is impossible for each individual to translate his theoretical aliquot right into real ownership. Therefore, the ownership of the property devolves, not on “everybody,” but on the government, or on those individuals whom it specially privileges.

157

ΙΖ. Δωροδοκία κρατικών αξιωματούχων

Q. BRIBERY OF GOVERNMENT OFFICIALS

158

Επειδή είναι παράνομη, η δωροδοκία κρατικών αξιωματούχων δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου στα οικονομικά έργα. Η οικονομική επιστήμη, όμως, θα έπρεπε να αναλύει όλες τις πτυχές της αμοιβαίας ανταλλαγής, είτε αυτές οι ανταλλαγές είναι νόμιμες είτε παράνομες. Είδαμε παραπάνω ότι η «δωροδοκία» μιας ιδιωτικής επιχείρησης δεν είναι στην πραγματικότητα καθόλου δωροδοκία, αλλά απλώς καταβολή της τιμής της αγοράς για το προϊόν. Η δωροδοκία κρατικών αξιωματούχων αποτελεί επίσης τίμημα που καταβάλλεται για μια υπηρεσία. Ποια είναι αυτή η υπηρεσία; Η μη εφαρμογή της κρατικής διαταγής ως προς το συγκεκριμένο πρόσωπο που καταβάλλει το δώρο. Εν ολίγοις, η αποδοχή δωροδοκίας ισοδυναμεί με την πώληση άδειας άσκησης μιας ορισμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Η αποδοχή δωροδοκίας είναι, επομένως, πραξεολογικά ταυτόσημη με την πώληση κρατικής άδειας άσκησης μιας επιχείρησης ή ενός επαγγέλματος. Και οι οικονομικές επιπτώσεις είναι παρόμοιες με εκείνες μιας άδειας. Δεν υπάρχει οικονομική διαφορά μεταξύ της αγοράς κρατικής έγκρισης λειτουργίας μέσω αγοράς άδειας και μέσω άτυπης πληρωμής κρατικών αξιωματούχων. Εκείνο που λαμβάνει ο δωροδοκών, επομένως, είναι μια άτυπη, προφορική άδεια λειτουργίας. Το γεγονός ότι στις δύο περιπτώσεις διαφορετικοί κρατικοί αξιωματούχοι λαμβάνουν τα χρήματα δεν έχει σημασία για τη συζήτησή μας.

Because it is illegal, bribery of government officials receives practically no mention in economic works. Economic science, however, should analyze all aspects of mutual exchange, whether these exchanges are legal or illegal. We have seen above that “bribery” of a private firm is not actually bribery at all, but simply payment of the market price for the product. Bribery of government officials is also a price for the payment of a service. What is this service? It is the failure to enforce the government edict as it applies to the particular person paying the bribe. In short, the acceptance of a bribe is equivalent to the sale of permission to engage in a certain line of business. Acceptance of a bribe is therefore praxeologically identical with the sale of a government license to engage in a business or occupation. And the economic effects are similar to those of a license. There is no economic difference between the purchase of a government permission to operate by buying a license or by paying government officials informally. What the briber receives, therefore, is an informal, oral license to operate. The fact that different government officials receive the money in the two cases is irrelevant to our discussion.

159

Ο βαθμός στον οποίο μια άτυπη άδεια λειτουργεί ως παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου εξαρτάται από τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγείται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο αξιωματούχος δέχεται δωροδοκία από ένα πρόσωπο και του παραχωρεί ουσιαστικά μονοπώλιο σε μια συγκεκριμένη περιοχή ή επάγγελμα· σε άλλες περιπτώσεις, ο αξιωματούχος μπορεί να χορηγεί την άτυπη άδεια σε οποιονδήποτε είναι πρόθυμος να καταβάλει το αναγκαίο τίμημα. Η πρώτη περίπτωση αποτελεί παράδειγμα σαφούς παραχώρησης μονοπωλίου, ακολουθούμενης από ενδεχόμενη μονοπωλιακή τιμή· στη δεύτερη περίπτωση, η δωροδοκία λειτουργεί ως κατ’ αποκοπήν φόρος που επιβαρύνει τους φτωχότερους ανταγωνιστές, οι οποίοι δεν μπορούν να πληρώσουν. Το σύστημα δωροδοκίας τούς αναγκάζει να εγκαταλείψουν την επιχειρηματική δραστηριότητα. Ωστόσο, πρέπει να θυμόμαστε ότι η δωροδοκία είναι συνέπεια της απαγόρευσης ενός ορισμένου κλάδου παραγωγής και ότι, επομένως, συμβάλλει στον μετριασμό μέρους της απώλειας χρησιμότητας που επιβάλλει η κρατική απαγόρευση στους καταναλωτές και στους παραγωγούς. Δεδομένου του καθεστώτος παρανομίας, η δωροδοκία αποτελεί το κύριο μέσο επανεπιβολής της αγοράς· η δωροδοκία φέρνει την οικονομία πλησιέστερα στην κατάσταση της ελεύθερης αγοράς.97

The extent to which an informal license acts as a grant of monopolistic privilege depends on the conditions under which it is granted. In some instances, the official accepts a bribe by one person and in effect grants him a monopoly in a particular area or occupation; in other cases, the official may grant the informal license to anybody who is willing to pay the necessary price. The former is an example of a clear monopoly grant followed by a possible monopoly price; in the latter case, the bribe acts as a lump-sum tax penalizing poorer competitors who cannot pay. They are forced out of business by the bribe system. However, we must remember that bribery is a consequence of the outlawing of a certain line of production and, therefore, that it serves to mitigate some of the loss of utility imposed on consumers and producers by the government prohibition. Given the state of outlawry, bribery is the chief means for the market to reassert itself; bribery moves the economy closer to the free-market situation.

160

Πράγματι, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ επιθετικής και αμυντικής δωροδοκίας. Η αμυντική δωροδοκία είναι εκείνη που εξετάσαμε: η αγορά άδειας λειτουργίας αφότου μια δραστηριότητα έχει απαγορευθεί. Από την άλλη πλευρά, η δωροδοκία για την απόκτηση αποκλειστικής ή οιονεί αποκλειστικής άδειας, η οποία αποκλείει άλλους από τον κλάδο, αποτελεί παράδειγμα επιθετικής δωροδοκίας, πληρωμής για την παραχώρηση μονοπωλιακού προνομίου. Η πρώτη αποτελεί σημαντική κίνηση προς την ελεύθερη αγορά· η δεύτερη αποτελεί απομάκρυνση από αυτήν.

In fact, we must distinguish between an invasive bribe and a defensive bribe. The defensive bribe is what we have been discussing; that is, the purchase of a permission to operate after an activity is outlawed. On the other hand, a bribe to attain an exclusive or quasi-exclusive permission, barring others from the field, is an example of an invasive bribe, a payment for a grant of monopolistic privilege. The former is a significant movement toward the free market; the latter is a movement away from it.

161

ΙΗ. Πολιτική έναντι του μονοπωλίου

R. POLICY TOWARD MONOPOLY

162

Οι οικονομικοί ιστορικοί συχνά διερευνούν την έκταση και τη σημασία του μονοπωλίου στην οικονομία. Σχεδόν όλη αυτή η έρευνα έχει κινηθεί σε λανθασμένη κατεύθυνση, επειδή η έννοια του μονοπωλίου δεν έχει ποτέ οριστεί κατά τρόπο συνεκτικό. Σε αυτό το κεφάλαιο ανιχνεύσαμε τύπους μονοπωλίου και οιονεί μονοπωλίου και τις οικονομικές τους επιπτώσεις. Είναι σαφές ότι ο όρος «μονοπώλιο» εφαρμόζεται ορθά μόνο στις κρατικές παραχωρήσεις προνομίου, άμεσες και έμμεσες. Η πραγματική εκτίμηση της έκτασης του μονοπωλίου σε μια οικονομία σημαίνει μελέτη του βαθμού και της έκτασης των μονοπωλιακών και οιονεί μονοπωλιακών προνομίων που έχει παραχωρήσει το κράτος.

Economic historians often inquire about the extent and importance of monopoly in the economy. Almost all of this inquiry has been misdirected, because the concept of monopoly has never been cogently defined. In this chapter we have traced types of monopoly and quasi monopoly and their economic effects. It is clear that the term “monopoly” properly applies only to governmental grants of privilege, direct and indirect. Truly gauging the extent of monopoly in an economy means studying the degree and extent of monopoly and quasi-monopoly privilege that the government has granted.

163

Η αμερικανική κοινή γνώμη υπήρξε παραδοσιακά «αντιμονοπωλιακή». Ωστόσο, είναι σαφώς όχι μόνο άσκοπο αλλά και βαθύτατα ειρωνικό να καλείται το κράτος να «ασκήσει ενεργή αντιμονοπωλιακή πολιτική». Προφανώς, το μόνο που χρειάζεται για να καταργηθεί το μονοπώλιο είναι να καταργήσει το κράτος τα δικά του δημιουργήματα.

American opinion has been traditionally “antimonopoly.” Yet it is clearly not only pointless but deeply ironic to call upon the government to “pursue a positive antimonopoly policy.” Evidently, all that is necessary to abolish monopoly is that the government abolish its own creations.

164

Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι σε πολλές —αν όχι σε όλες— περιπτώσεις οι ίδιες οι προνομιούχες επιχειρήσεις ή οι εργαζόμενοι είχαν ασκήσει πιέσεις για τη μονοπωλιακή παραχώρηση. Αλλά εξακολουθεί να ισχύει ότι δεν θα μπορούσαν να γίνουν οιονεί μονοπωλητές παρά μόνο μέσω της παρέμβασης του κράτους· επομένως, η κρατική δράση πρέπει να φέρει την πρωταρχική ευθύνη.98

It is certainly true that in many (if not all) cases the privileged businesses or laborers had themselves agitated for the monopolistic grant. But it is still true that they could not become quasi monopolists except through the intervention of the State; it is therefore the action of the State that must bear prime responsibility.

165

Τέλος, μπορεί να τεθεί το ερώτημα: είναι οι ίδιες οι κεφαλαιουχικές εταιρείες απλώς παραχωρήσεις μονοπωλιακού προνομίου; Ορισμένοι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς πείστηκαν να αποδεχθούν αυτή την άποψη από το The Good Society του Walter Lippmann.99 Θα πρέπει, όμως, να είναι σαφές από την προηγούμενη συζήτηση ότι οι κεφαλαιουχικές εταιρείες δεν αποτελούν καθόλου μονοπωλιακά προνόμια· είναι ελεύθερες ενώσεις ατόμων που συνενώνουν τα κεφάλαιά τους. Στην αμιγώς ελεύθερη αγορά, αυτοί οι άνθρωποι θα γνωστοποιούσαν απλώς στους πιστωτές τους ότι η ευθύνη τους περιορίζεται στο κεφάλαιο που έχει ειδικά επενδυθεί στην εταιρεία και ότι, πέρα από αυτό, η προσωπική τους περιουσία δεν υπέχει ευθύνη για τα χρέη, όπως θα συνέβαινε στο πλαίσιο μιας προσωπικής εταιρείας. Εναπόκειται κατόπιν στους πωλητές και στους δανειστές αυτής της εταιρείας να αποφασίσουν αν θα συναλλαχθούν μαζί της ή όχι. Αν το πράξουν, προχωρούν με δικό τους κίνδυνο. Έτσι, το κράτος δεν παραχωρεί στις εταιρείες προνόμιο περιορισμένης ευθύνης· οτιδήποτε γνωστοποιείται και συμφωνείται ελεύθερα εκ των προτέρων αποτελεί δικαίωμα ενός ελεύθερου ατόμου, όχι ειδικό προνόμιο. Δεν είναι αναγκαίο τα κράτη να χορηγούν ιδρυτικές άδειες στις εταιρείες.100

Finally, the question may be raised: Are corporations themselves mere grants of monopoly privilege? Some advocates of the free market were persuaded to accept this view by Walter Lippmann’s The Good Society. It should be clear from previous discussion, however, that corporations are not at all monopolistic privileges; they are free associations of individuals pooling their capital. On the purely free market, such men would simply announce to their creditors that their liability is limited to the capital specifically invested in the corporation, and that beyond this their personal funds are not liable for debts, as they would be under a partnership arrangement. It then rests with the sellers and lenders to this corporation to decide whether or not they will transact business with it. If they do, then they proceed at their own risk. Thus, the government does not grant corporations a privilege of limited liability; anything announced and freely contracted for in advance is a right of a free individual, not a special privilege. It is not necessary that governments grant charters to corporations.

166

Παράρτημα Α: Περί ιδιωτικής κοπής νομισμάτων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Appendix A: On Private Coinage

167

Η συνήθης, εσφαλμένη διατύπωση του νόμου του Gresham —«το κακό χρήμα εκτοπίζει το καλό χρήμα»— έχει συχνά χρησιμοποιηθεί για να επικριθεί η ιδέα της ιδιωτικής κοπής νομισμάτων ως ανεφάρμοστη και, έτσι, να υπερασπιστεί η πανάρχαια κρατική μονοπώληση της νομισματοκοπίας. Όπως είδαμε, όμως, ο νόμος του Gresham εφαρμόζεται στην επίδραση της κρατικής πολιτικής, όχι στην ελεύθερη αγορά.

The common, erroneous phrasing of Gresham’s Law (“bad money drives out good money”) has often been used to attack the concept of private coinage as unworkable and thereby to defend the State’s age-old monopolization of the minting business. As we have seen, however, Gresham’s Law applies to the effect of government policy, not to the free market.

168

Το επιχείρημα που προβάλλεται συχνότερα κατά της ιδιωτικής κοπής νομισμάτων είναι ότι το κοινό θα επιβαρυνόταν με δόλια νομίσματα και θα αναγκαζόταν να ελέγχει συχνά το βάρος και τον βαθμό καθαρότητάς τους. Η κρατική σφραγίδα στο νόμισμα υποτίθεται ότι πιστοποιεί τον βαθμό καθαρότητας και το βάρος του. Η μακρά ιστορία καταχρηστικής αξιοποίησης αυτής της πιστοποίησης από τα κράτη είναι γνωστή. Επιπλέον, το επιχείρημα κάθε άλλο παρά αφορά αποκλειστικά τη νομισματοκοπία· αποδεικνύει υπερβολικά πολλά. Πρώτον, εκείνοι οι νομισματοκόποι που πιστοποιούν δολίως το βάρος ή τον βαθμό καθαρότητας των νομισμάτων θα διώκονται για απάτη, όπως διώκονται σήμερα οι απατεώνες. Όσοι παραχαράσσουν τις πιστοποιήσεις καταξιωμένων ιδιωτών νομισματοκόπων θα έχουν τύχη παρόμοια με εκείνη των σημερινών παραχαρακτών χρήματος. Πολυάριθμα προϊόντα των επιχειρήσεων εξαρτώνται από το βάρος και την καθαρότητά τους. Οι άνθρωποι είτε θα προστατεύουν τον πλούτο τους ελέγχοντας το βάρος και την καθαρότητα των νομισμάτων τους, όπως κάνουν με τις ράβδους του νομισματικού μετάλλου τους, είτε θα αναθέτουν την κοπή των νομισμάτων τους σε ιδιώτες νομισματοκόπους που έχουν αποκτήσει φήμη εντιμότητας και αποτελεσματικότητας. Αυτοί οι νομισματοκόποι θα τοποθετούν τις σφραγίδες τους στα νομίσματα, και οι καλύτεροι θα αναδεικνύονται σύντομα τόσο ως κατασκευαστές νομισμάτων όσο και ως ελεγκτές της καθαρότητας ήδη κομμένων νομισμάτων. Έτσι, η συνήθης σύνεση, η ανάπτυξη εμπιστοσύνης προς έντιμες και αποτελεσματικές επιχειρήσεις και οι δικαστικές διώξεις κατά της απάτης και της παραχάραξης θα αρκούσαν για την εγκαθίδρυση ενός εύτακτου νομισματικού συστήματος. Υπάρχουν πολυάριθμοι κλάδοι στους οποίους είναι ουσιώδης η χρήση οργάνων ακριβούς βάρους και καθαρότητας και στους οποίους ένα σφάλμα θα είχε μεγαλύτερη σημασία από ένα σφάλμα που αφορά νομίσματα. Ωστόσο, η σύνεση και η διαδικασία επιλογής των καλύτερων επιχειρήσεων από την αγορά, σε συνδυασμό με τη δικαστική δίωξη της απάτης, έχουν διευκολύνει την αγορά και τη χρήση, για παράδειγμα, των πλέον λεπτών εργαλειομηχανών, χωρίς να προτείνει κανείς ότι το κράτος πρέπει να κρατικοποιήσει τον κλάδο των εργαλειομηχανών για να εξασφαλίσει την ποιότητα των προϊόντων.

The argument most often advanced against private coinage is that the public would be burdened by fraudulent coin and would be forced to test coins frequently for their weight and fineness. The government’s stamp on the coin is supposed to certify its fineness and weight. The long record of the abuse of this certification by governments is well known. Moreover, the argument is hardly unique to the minting business; it proves far too much. In the first place, those minters who fraudulently certify the weight or fineness of coins will be prosecuted for fraud, just as defrauders are prosecuted now. Those who counterfeit the certifications of well-established private minters will meet a fate similar to those who counterfeit money today. Numerous products of business depend upon their weight and purity. People will either safeguard their wealth by testing the weight and purity of their coins, as they do their money bullion, or they will mint their coins with private minters who have established a reputation for probity and efficiency. These minters will place their stamps on the coins, and the best minters will soon come into prominence as coiners and as assayers of previously minted coins. Thus, ordinary prudence, the development of good will toward honest and efficient business firms, and legal prosecutions against fraud and counterfeiting would suffice to establish an orderly monetary system. There are numerous industries where the use of instruments of precise weight and fineness are essential and where a mistake would be of greater import than an error involving coins. Yet prudence and the process of market selection of the best firms, coupled with legal prosecution against fraud, have facilitated the purchase and use of the most delicate machine-tools, for example, without any suggestion that the government must nationalize the machine-tool industry in order to ensure the quality of the products.

169

Ένα άλλο επιχείρημα κατά της ιδιωτικής κοπής νομισμάτων είναι ότι η τυποποίηση των ονομαστικών αξιών των νομισμάτων είναι πιο πρακτική από την ποικιλία νομισμάτων που θα προέκυπτε υπό ένα ελεύθερο σύστημα. Η απάντηση είναι ότι, αν η αγορά βρίσκει την τυποποίηση πιο πρακτική, η ζήτηση των καταναλωτών θα οδηγήσει τα ιδιωτικά νομισματοκοπεία να περιορίσουν την κοπή τους σε ορισμένες τυποποιημένες ονομαστικές αξίες. Από την άλλη πλευρά, αν προτιμάται μεγαλύτερη ποικιλία, οι καταναλωτές θα ζητήσουν και θα αποκτήσουν ένα πιο διαφοροποιημένο φάσμα νομισμάτων. Υπό το κρατικό μονοπώλιο νομισματοκοπίας, οι επιθυμίες των καταναλωτών για διαφορετικές ονομαστικές αξίες αγνοούνται και η τυποποίηση είναι υποχρεωτική αντί να συμμορφώνεται με τη ζήτηση του κοινού.101

Another argument against private coinage is that standardizing the denominations of coin is more convenient than permitting the diversity of coins that would ensue under a free system. The answer is that if the market finds standardization more convenient, private mints will be led by consumer demand to confine their minting to certain standard denominations. On the other hand, if greater variety is preferred, consumers will demand and obtain a more diverse range of coins. Under the government mintage monopoly, the desires of consumers for various denominations are ignored, and the standardization is compulsory rather than in accord with public demand.

170

Παράρτημα Β: Καταναγκασμός και ζωτικός χώρος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Appendix B: Coercion and Lebensraum

171

Οι δασμοί και οι μεταναστευτικοί φραγμοί ως αιτίες πολέμου μπορεί να φαίνονται μακριά από το αντικείμενο της μελέτης μας, αλλά στην πραγματικότητα αυτή η σχέση μπορεί να αναλυθεί πραξεολογικά. Ένας δασμός που επιβάλλεται από την κυβέρνηση Α εμποδίζει έναν εξαγωγέα που ζει υπό την κυβέρνηση Β να πραγματοποιήσει μια πώληση. Επιπλέον, ένας μεταναστευτικός φραγμός που επιβάλλεται από την κυβέρνηση Α εμποδίζει έναν κάτοικο της Β να μεταναστεύσει. Και οι δύο αυτές επιβολές πραγματοποιούνται μέσω καταναγκασμού. Οι δασμοί ως προοίμιο πολέμου έχουν συχνά συζητηθεί· λιγότερο κατανοητό είναι το επιχείρημα του ζωτικού χώρου. Ο «υπερπληθυσμός» μιας συγκεκριμένης χώρας —στον βαθμό που δεν αποτελεί αποτέλεσμα εκούσιας επιλογής παραμονής στην πατρίδα με τίμημα χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο— είναι πάντοτε αποτέλεσμα μεταναστευτικού φραγμού που επιβάλλεται από άλλη χώρα. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτός ο φραγμός είναι αμιγώς «εσωτερικός». Είναι όμως; Με ποιο δικαίωμα η κυβέρνηση μιας επικράτειας διακηρύσσει την εξουσία να κρατά άλλους ανθρώπους έξω από αυτήν; Υπό ένα αμιγές σύστημα ελεύθερης αγοράς, μόνο οι μεμονωμένοι ιδιοκτήτες έχουν δικαίωμα να αποκλείουν ανθρώπους από την περιουσία τους. Η εξουσία του κράτους στηρίζεται στην έμμεση υπόθεση ότι το κράτος κατέχει ολόκληρη την επικράτεια που κυβερνά. Μόνο τότε μπορεί το κράτος να κρατά ανθρώπους έξω από αυτή την επικράτεια.

Tariffs and immigration barriers as a cause of war may be thought far afield from our study, but actually this relationship may be analyzed praxeologically. A tariff imposed by Government A prevents an exporter residing under Government B from making a sale. Furthermore, an immigration barrier imposed by Government A prevents a resident of B from migrating. Both of these impositions are effected by coercion. Tariffs as a prelude to war have often been discussed; less understood is the Lebensraum argument. “Overpopulation” of one particular country (insofar as it is not the result of a voluntary choice to remain in the homeland at the cost of a lower standard of living) is always the result of an immigration barrier imposed by another country. It may be thought that this barrier is purely a “domestic” one. But is it? By what right does the government of a territory proclaim the power to keep other people away? Under a purely free-market system, only individual property owners have the right to keep people off their property. The government’s power rests on the implicit assumption that the government owns all the territory that it rules. Only then can the government keep people out of that territory.

172

Σε άλυτη αντίφαση παγιδεύονται εκείνοι οι πιστοί της ελεύθερης αγοράς και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας που εξακολουθούν να υποστηρίζουν μεταναστευτικούς φραγμούς. Μπορούν να το πράττουν μόνο αν παραδεχθούν ότι το κράτος είναι ο ιδιοκτήτης όλης της περιουσίας, αλλά σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούν να έχουν καθόλου πραγματική ιδιωτική ιδιοκτησία στο σύστημά τους. Σε ένα πραγματικά ελεύθερο σύστημα αγοράς, όπως εκείνο που σκιαγραφήσαμε παραπάνω, μόνο οι πρώτοι καλλιεργητές θα αποκτούσαν τίτλο κυριότητας επί αδέσποτης περιουσίας· περιουσία που δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ θα παρέμενε αδέσποτη μέχρι να τη χρησιμοποιήσει κάποιος. Σήμερα, το κράτος κατέχει όλη την αχρησιμοποίητη περιουσία, αλλά είναι σαφές ότι αυτό αποτελεί κατάκτηση ασύμβατη με την ελεύθερη αγορά. Σε μια πραγματικά ελεύθερη αγορά, για παράδειγμα, θα ήταν αδιανόητο να εμφανιστεί ένας αυστραλιανός φορέας, να προβάλει αξίωση «ιδιοκτησίας» επί των τεράστιων εκτάσεων αχρησιμοποίητης γης αυτής της ηπείρου και να χρησιμοποιήσει βία για να εμποδίσει ανθρώπους από άλλες περιοχές να εισέλθουν και να καλλιεργήσουν αυτή τη γη. Θα ήταν επίσης αδιανόητο ένα κράτος να μπορεί να αποκλείει ανθρώπους από άλλες περιοχές από περιουσία την οποία ο «εγχώριος» ιδιοκτήτης επιθυμεί να τους επιτρέψει να χρησιμοποιήσουν. Κανείς άλλος εκτός από τον ίδιο τον μεμονωμένο ιδιοκτήτη δεν θα είχε κυριαρχία επί ενός περιουσιακού στοιχείου.

Caught in an insoluble contradiction are those believers in the free market and private property who still uphold immigration barriers. They can do so only if they concede that the State is the owner of all property, but in that case they cannot have true private property in their system at all. In a truly free-market system, such as we have outlined above, only first cultivators would have title to unowned property; property that has never been used would remain unowned until someone used it. At present, the State owns all unused property, but it is clear that this is conquest incompatible with the free market. In a truly free market, for example, it would be inconceivable that an Australian agency could arise, laying claim to “ownership” over the vast tracts of unused land on that continent and using force to prevent people from other areas from entering and cultivating that land. It would also be inconceivable that a State could keep people from other areas out of property that the “domestic” property owner wishes them to use. No one but the individual property owner himself would have sovereignty over a piece of property.

173

← Κεφάλαιο 2. Θεμελιώδεις αρχές της παρέμβασηςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 4. Δυαδική Παρέμβαση: Φορολογία →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»