Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 2. Θεμελιώδεις αρχές της παρέμβασης

Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 1. Η Προστασία στην Ελεύθερη αγοράΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 3. Τριγωνική Παρέμβαση →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.

Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 2. Θεμελιώδεις αρχές της παρέμβασης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Chapter 2 — Fundamentals of Intervention

1

1. Τύποι παρέμβασης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Types of Intervention

2

Μέχρι τώρα εξετάσαμε μια ελεύθερη κοινωνία και μια ελεύθερη αγορά, όπου κάθε αναγκαία άμυνα έναντι της βίαιης προσβολής του προσώπου και της περιουσίας παρέχεται όχι από το κράτος, αλλά από ελεύθερα ανταγωνιζόμενους φορείς προστασίας που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην αγορά. Το κύριο έργο μας σε αυτόν τον τόμο είναι να αναλύσουμε τις επιπτώσεις των διαφόρων τύπων βίαιης παρέμβασης στην κοινωνία και, ειδικότερα, στην αγορά. Τα περισσότερα παραδείγματά μας θα αφορούν το κράτος, καθώς το κράτος είναι κατεξοχήν ο φορέας που ασκεί βία σε συστηματοποιημένη μορφή και σε μεγάλη κλίμακα. Ωστόσο, η ανάλυσή μας εφαρμόζεται στον βαθμό που οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα προβαίνει σε βίαιη προσβολή. Το αν η προσβολή είναι «νόμιμη» ή όχι δεν μας αφορά, καθώς ασχολούμαστε με πραξεολογική και όχι νομική ανάλυση.

WE HAVE SO FAR CONTEMPLATED a free society and a free market, where any needed defense against violent invasion of person and property is supplied, not by the State, but by freely competitive, marketable defense agencies. Our major task in this volume is to analyze the effects of various types of violent intervention in society and, especially, in the market. Most of our examples will deal with the State, since the State is uniquely the agency engaged in regularized violence on a large scale. However, our analysis applies to the extent that any individual or group commits violent invasion. Whether the invasion is “legal” or not does not concern us, since we are engaged in praxeological, not legal, analysis.

3

Μία από τις σαφέστερες αναλύσεις της διάκρισης μεταξύ κράτους και αγοράς διατυπώθηκε από τον Franz Oppenheimer. Επισήμανε ότι υπάρχουν ουσιαστικά δύο τρόποι ικανοποίησης των αναγκών ενός ανθρώπου: (1) μέσω παραγωγής και εκούσιας ανταλλαγής με άλλους στην αγορά και (2) μέσω βίαιης απαλλοτρίωσης του πλούτου άλλων.8 Την πρώτη μέθοδο ο Oppenheimer ονόμασε «οικονομικά μέσα» ικανοποίησης των αναγκών· τη δεύτερη, «πολιτικά μέσα». Το κράτος ορίζεται εύστοχα ως η «οργάνωση των πολιτικών μέσων».9

One of the most lucid analyses of the distinction between State and market was set forth by Franz Oppenheimer. He pointed out that there are fundamentally two ways of satisfying a person’s wants: (1) by production and voluntary exchange with others on the market and (2) by violent expropriation of the wealth of others. The first method Oppenheimer termed “the economic means” for the satisfaction of wants; the second method, “the political means.” The State is trenchantly defined as the “organization of the political means.”

4

Χρειάζεται ένας γενικός όρος για να δηλώνει το άτομο ή την ομάδα που ασκεί επιθετική βία στην κοινωνία. Μπορούμε να ονομάσουμε παρεμβαίνοντα ή εισβολέα εκείνον που παρεμβαίνει βίαια στις ελεύθερες κοινωνικές σχέσεις ή στις σχέσεις της αγοράς. Ο όρος εφαρμόζεται σε κάθε άτομο ή ομάδα που αρχίζει βίαιη παρέμβαση στις ελεύθερες πράξεις προσώπων και ιδιοκτητών περιουσίας.

A generic term is needed to designate an individual or group that commits invasive violence in society. We may call intervener, or invader, one who intervenes violently in free social or market relations. The term applies to any individual or group that initiates violent intervention in the free actions of persons and property owners.

5

Ποιους τύπους παρέμβασης μπορεί να ασκήσει ο εισβολέας; Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις κατηγορίες. Πρώτον, ο παρεμβαίνων μπορεί να διατάξει ένα άτομο που υπόκειται στην εξουσία του να κάνει ή να μην κάνει ορισμένα πράγματα, όταν αυτές οι πράξεις αφορούν άμεσα μόνο το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου του ατόμου. Εν ολίγοις, περιορίζει τη χρήση της περιουσίας του υποκειμένου όταν δεν εμπλέκεται ανταλλαγή. Αυτό μπορεί να ονομαστεί αυτιστική παρέμβαση, διότι κάθε συγκεκριμένη εντολή αφορά άμεσα μόνο το ίδιο το υποκείμενο. Δεύτερον, ο παρεμβαίνων μπορεί να επιβάλει καταναγκαστική ανταλλαγή μεταξύ του ατόμου που υπόκειται στην εξουσία του και του ιδίου ή ένα καταναγκαστικό «δώρο» προς τον ίδιο από το υποκείμενο. Τρίτον, ο εισβολέας μπορεί είτε να επιβάλει είτε να απαγορεύσει μια ανταλλαγή μεταξύ δύο υποκειμένων. Η πρώτη από τις δύο τελευταίες περιπτώσεις μπορεί να ονομαστεί δυαδική παρέμβαση, καθώς εγκαθιδρύεται ηγεμονική σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων —του παρεμβαίνοντος και του υποκειμένου—· η δεύτερη μπορεί να ονομαστεί τριγωνική παρέμβαση, καθώς δημιουργείται ηγεμονική σχέση μεταξύ του εισβολέα και δύο πραγματικών ή δυνητικών συναλλασσομένων. Η αγορά, όσο σύνθετη και αν είναι, αποτελείται από μια σειρά ανταλλαγών μεταξύ ζευγών ατόμων. Όσο εκτεταμένες και αν είναι, λοιπόν, οι παρεμβάσεις, μπορούν να αναλυθούν σε επιμέρους επιδράσεις είτε επί μεμονωμένων υποκειμένων είτε επί ζευγών ατομικών υποκειμένων.

What types of intervention can the invader commit? Broadly, we may distinguish three categories. In the first place, the intervener may command an individual subject to do or not to do certain things when these actions directly involve the individual’s person or property alone. In short, he restricts the subject’s use of his property when exchange is not involved. This may be called an autistic intervention, for any specific command directly involves only the subject himself. Secondly, the intervener may enforce a coerced exchange between the individual subject and himself, or a coerced “gift” to himself from the subject. Thirdly, the invader may either compel or prohibit an exchange between a pair of subjects. The former may be called a binary intervention, since a hegemonic relation is established between two people (the intervener and the subject); the latter may be called a triangular intervention, since a hegemonic relation is created between the invader and a pair of exchangers or would-be exchangers. The market, complex though it may be, consists of a series of exchanges between pairs of individuals. However extensive the interventions, then, they may be resolved into unit impacts on either individual subjects or pairs of individual subjects.

6

Όλοι αυτοί οι τύποι παρέμβασης, φυσικά, αποτελούν υποδιαιρέσεις της ηγεμονικής σχέσης —της σχέσης διαταγής και υπακοής—, σε αντιδιαστολή προς τη συμβατική σχέση εκούσιου αμοιβαίου οφέλους.

All these types of intervention, of course, are subdivisions of the hegemonic relation—the relation of command and obedience—as contrasted with the contractual relation of voluntary mutual benefit.

7

Αυτιστική παρέμβαση έχουμε όταν ο εισβολέας εξαναγκάζει ένα υποκείμενο χωρίς να λαμβάνει ως αντάλλαγμα κανένα αγαθό ή υπηρεσία. Πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους τύποι αυτιστικής παρέμβασης είναι η ανθρωποκτονία, η σωματική επίθεση και η υποχρεωτική επιβολή ή απαγόρευση οποιουδήποτε χαιρετισμού, ομιλίας ή θρησκευτικής τελετής. Ακόμη και αν ο παρεμβαίνων είναι το κράτος, το οποίο εκδίδει το διάταγμα προς όλα τα άτομα της κοινωνίας, το διάταγμα εξακολουθεί αυτό καθαυτό να αποτελεί αυτιστική παρέμβαση, καθώς οι γραμμές της βίας, θα λέγαμε, εκτείνονται ακτινωτά από το κράτος προς κάθε άτομο χωριστά. Δυαδική παρέμβαση έχουμε όταν ο εισβολέας εξαναγκάζει το υποκείμενο να προβεί σε ανταλλαγή ή σε μονομερές «δώρο» κάποιου αγαθού ή υπηρεσίας προς τον εισβολέα. Η ληστεία στον δρόμο και οι φόροι αποτελούν παραδείγματα δυαδικής παρέμβασης, όπως και η υποχρεωτική στρατολόγηση και η υποχρεωτική υπηρεσία ενόρκου. Το αν η δυαδική ηγεμονική σχέση είναι καταναγκαστικό «δώρο» ή καταναγκαστική ανταλλαγή δεν έχει στην πραγματικότητα μεγάλη σημασία. Η μόνη διαφορά βρίσκεται στον τύπο του καταναγκασμού που ασκείται. Η δουλεία, φυσικά, είναι συνήθως καταναγκαστική ανταλλαγή, καθώς ο δουλοκτήτης πρέπει να παρέχει στους δούλους του τα μέσα συντήρησής τους.

Autistic intervention occurs when the invader coerces a subject without receiving any good or service in return. Widely disparate types of autistic intervention are: homicide, assault, and compulsory enforcement or prohibition of any salute, speech, or religious observance. Even if the intervener is the State, which issues the edict to all individuals in the society, the edict is still in itself an autistic intervention, since the lines of force, so to speak, radiate from the State to each individual alone. Binary intervention occurs when the invader forces the subject to make an exchange or a unilateral “gift” of some good or service to the invader. Highway robbery and taxes are examples of binary intervention, as are conscription and compulsory jury service. Whether the binary hegemonic relation is a coerced “gift” or a coerced exchange does not really matter a great deal. The only difference is in the type of coercion involved. Slavery, of course, is usually a coerced exchange, since the slaveowner must supply his slaves with subsistence.

8

Παραδόξως, οι συγγραφείς πολιτικής οικονομίας έχουν αναγνωρίσει ως παρέμβαση μόνο την τρίτη κατηγορία.10 Είναι κατανοητό ότι η ενασχόληση με καταλλακτικά προβλήματα οδήγησε τους οικονομολόγους να παραβλέψουν την ευρύτερη πραξεολογική κατηγορία πράξεων που βρίσκονται έξω από το πλέγμα των χρηματικών ανταλλαγών. Παρ’ όλα αυτά, αποτελούν μέρος του αντικειμένου της πραξεολογίας και πρέπει να υποβάλλονται σε ανάλυση. Είναι πολύ λιγότερο δικαιολογημένο οι οικονομολόγοι να παραμελούν τη δυαδική κατηγορία παρέμβασης. Και όμως, πολλοί οικονομολόγοι που διακηρύσσουν ότι είναι υπερασπιστές της «ελεύθερης αγοράς» και αντίπαλοι της επέμβασης σε αυτήν έχουν μια ιδιότυπα στενή αντίληψη της ελευθερίας και της παρέμβασης. Πράξεις δυαδικής παρέμβασης, όπως η υποχρεωτική στρατολόγηση και η επιβολή φόρων εισοδήματος, δεν θεωρούνται καθόλου παρέμβαση ούτε επέμβαση στην ελεύθερη αγορά. Μόνο περιπτώσεις τριγωνικής παρέμβασης, όπως ο έλεγχος τιμών, αναγνωρίζονται ως παρέμβαση. Αναπτύσσονται παράξενα σχήματα στα οποία η αγορά θεωρείται απολύτως «ελεύθερη» και ανεμπόδιστη, παρά την ύπαρξη ενός τακτικού συστήματος επιβαλλόμενης φορολογίας. Ωστόσο, οι φόροι —και οι στρατεύσιμοι— πληρώνονται σε χρήμα και, έτσι, εντάσσονται στο καταλλακτικό, όπως και στο ευρύτερο πραξεολογικό, πλέγμα.11

Curiously enough, writers on political economy have recognized only the third category as intervention. It is understandable that preoccupation with catallactic problems has led economists to overlook the broader praxeological category of actions that lie outside the monetary exchange nexus. Nevertheless, they are part of the subject matter of praxeology—and should be subjected to analysis. There is far less excuse for economists to neglect the binary category of intervention. Yet many economists who profess to be champions of the “free market” and opponents of interference with it have a peculiarly narrow view of freedom and intervention. Acts of binary intervention, such as conscription and the imposition of income taxes, are not considered intervention at all nor as interferences with the free market. Only instances of triangular intervention, such as price control, are conceded to be intervention. Curious schemata are developed in which the market is considered absolutely “free” and unhampered despite a regular system of imposed taxation. Yet taxes (and conscripts) are paid in money and thus enter the catallactic, as well as the wider praxeological, nexus.

9

Κατά την ανίχνευση των επιπτώσεων της παρέμβασης πρέπει να φροντίζουμε να αναλύουμε όλες τις συνέπειές της, άμεσες και έμμεσες. Είναι αδύνατον, στον χώρο αυτού του τόμου, να ανιχνεύσουμε όλες τις επιπτώσεις καθεμιάς από τον σχεδόν άπειρο αριθμό δυνατών μορφών παρέμβασης· μπορεί, όμως, να γίνει επαρκής ανάλυση των σημαντικών κατηγοριών παρέμβασης και των συνεπειών καθεμιάς. Έτσι, πρέπει να θυμόμαστε ότι οι πράξεις δυαδικής παρέμβασης έχουν σαφείς τριγωνικές επιπτώσεις: ένας φόρος εισοδήματος θα μεταβάλει τη διάρθρωση των ανταλλαγών μεταξύ των υποκειμένων σε σχέση με εκείνη που θα υπήρχε διαφορετικά. Επιπλέον, πρέπει να εξετάζονται όλες οι συνέπειες μιας πράξης· δεν αρκεί, για παράδειγμα, να προβαίνουμε σε ανάλυση «μερικής ισορροπίας» της φορολογίας και να εξετάζουμε έναν φόρο εντελώς αποκομμένο από το γεγονός ότι το κράτος δαπανά στη συνέχεια τα φορολογικά έσοδα.

In tracing the effects of intervention, one must take care to analyze all its consequences, direct and indirect. It is impossible in the space of this volume to trace all the effects of every one of the almost infinite number of possible varieties of intervention, but sufficient analysis can be made of the important categories of intervention and the consequences of each. Thus, it must be remembered that acts of binary intervention have definite triangular repercussions: an income tax will shift the pattern of exchanges between subjects from what it otherwise would have been. Furthermore, all the consequences of an act must be considered; it is not sufficient to engage in a “partial-equilibrium” analysis of taxation, for example, and to consider a tax completely apart from the fact that the State subsequently spends the tax money.

10

2. Διαφορετικές επιπτώσεις της παρέμβασης στη χρησιμότητα

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Direct Effects of Intervention on Utility

11

Α. Παρέμβαση και σύγκρουση

A. INTERVENTION AND CONFLICT

12

Το πρώτο βήμα στην ανάλυση της παρέμβασης είναι η αντιπαραβολή της άμεσης επίπτωσής της στις χρησιμότητες των συμμετεχόντων με την επίπτωση μιας ελεύθερης κοινωνίας. Όταν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να ενεργούν, θα ενεργούν πάντοτε με τρόπο που πιστεύουν ότι θα μεγιστοποιήσει τη χρησιμότητά τους, δηλαδή θα τους ανεβάσει στην υψηλότερη δυνατή θέση της κλίμακας αξιών τους. Η ex ante χρησιμότητά τους θα μεγιστοποιείται, υπό την προϋπόθεση ότι φροντίζουμε να ερμηνεύουμε τη «χρησιμότητα» με διατακτικό και όχι ποσοτικά μετρήσιμο τρόπο. Κάθε πράξη, κάθε ανταλλαγή που πραγματοποιείται στην ελεύθερη αγορά ή, ευρύτερα, στην ελεύθερη κοινωνία, συμβαίνει λόγω του προσδοκώμενου οφέλους κάθε εμπλεκόμενου μέρους. Αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να χρησιμοποιήσει τον όρο «κοινωνία» για να απεικονίσει τη διάρθρωση όλων των ατομικών ανταλλαγών, τότε μπορούμε να πούμε ότι η ελεύθερη αγορά «μεγιστοποιεί» την κοινωνική χρησιμότητα, καθώς όλοι κερδίζουν χρησιμότητα. Πρέπει, όμως, να προσέχουμε να μην υποστασιοποιούμε την «κοινωνία» ως πραγματική οντότητα που σημαίνει κάτι άλλο από το σύνολο όλων των ατόμων.

The first step in analyzing intervention is to contrast the direct effect on the utilities of the participants, with the effect of a free society. When people are free to act, they will always act in a way that they believe will maximize their utility, i.e., will raise them to the highest possible position on their value scale. Their utility ex ante will be maximized, provided we take care to interpret “utility” in an ordinal rather than a cardinal manner. Any action, any exchange that takes place on the free market or more broadly in the free society, occurs because of the expected benefit to each party concerned. If we allow ourselves to use the term “society” to depict the pattern of all individual exchanges, then we may say that the free market “maximizes” social utility, since everyone gains in utility. We must be careful, however, not to hypostatize “society” into a real entity that means something else than an array of all individuals.

13

Η καταναγκαστική παρέμβαση, από την άλλη πλευρά, σημαίνει αυτή καθαυτή ότι το άτομο ή τα άτομα που εξαναγκάζονται δεν θα έκαναν ό,τι κάνουν τώρα αν δεν υπήρχε η παρέμβαση. Το άτομο που εξαναγκάζεται να πει ή να μην πει κάτι ή να πραγματοποιήσει ή να μην πραγματοποιήσει ανταλλαγή με τον παρεμβαίνοντα ή με κάποιον άλλο υφίσταται μεταβολή των πράξεών του υπό την απειλή βίας. Το εξαναγκαζόμενο άτομο χάνει χρησιμότητα ως αποτέλεσμα της παρέμβασης, διότι η πράξη του έχει μεταβληθεί εξαιτίας της. Κάθε παρέμβαση, είτε αυτιστική είτε δυαδική είτε τριγωνική, προκαλεί απώλεια χρησιμότητας στα υποκείμενά της. Στην αυτιστική και τη δυαδική παρέμβαση, κάθε άτομο χάνει χρησιμότητα· στην τριγωνική παρέμβαση, τουλάχιστον ένας, και μερικές φορές και οι δύο, από τους δυνητικούς συναλλασσομένους χάνουν χρησιμότητα.

Coercive intervention, on the other hand, signifies per se that the individual or individuals coerced would not have done what they are now doing were it not for the intervention. The individual who is coerced into saying or not saying something or into making or not making an exchange with the intervener or with someone else is having his actions changed by a threat of violence. The coerced individual loses in utility as a result of the intervention, for his action has been changed by its impact. Any intervention, whether it be autistic, binary, or triangular, causes the subjects to lose in utility. In autistic and binary intervention, each individual loses in utility; in triangular intervention, at least one, and sometimes both, of the pair of would-be exchangers lose in utility.

14

Ποιος, αντιθέτως, κερδίζει χρησιμότητα ex ante; Προφανώς, ο παρεμβαίνων· διαφορετικά, δεν θα είχε παρέμβει. Είτε κερδίζει ανταλλάξιμα αγαθά εις βάρος του υποκειμένου του, όπως στη δυαδική παρέμβαση, είτε, όπως στην αυτιστική και την τριγωνική παρέμβαση, αποκομίζει αίσθημα ευεξίας από την επιβολή ρυθμίσεων σε άλλους.

Who, in contrast, gains in utility ex ante? Clearly, the intervener; otherwise he would not have intervened. Either he gains in exchangeable goods at the expense of his subject, as in binary intervention, or, as in autistic and triangular intervention, he gains in a sense of well-being from enforcing regulations upon others.

15

Όλες οι περιπτώσεις παρέμβασης, λοιπόν, σε αντίθεση με την ελεύθερη αγορά, είναι περιπτώσεις στις οποίες μια ομάδα ανθρώπων κερδίζει εις βάρος άλλων. Στη δυαδική παρέμβαση, τα κέρδη και οι απώλειες είναι «απτά», υπό τη μορφή ανταλλάξιμων αγαθών και υπηρεσιών· στους άλλους τύπους παρέμβασης, τα κέρδη είναι μη ανταλλάξιμες ικανοποιήσεις και η απώλεια συνίσταται στον εξαναγκασμό σε λιγότερο ικανοποιητικές μορφές δραστηριότητας, αν όχι σε σαφώς επώδυνες.

All instances of intervention, then, in contrast to the free market, are cases in which one set of men gains at the expense of other men. In binary intervention, the gains and losses are “tangible” in the form of exchangeable goods and services; in other types of intervention, the gains are nonexchangeable satisfactions, and the loss consists in being coerced into less satisfying types of activity (if not positively painful ones).

16

Πριν από την ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης, οι άνθρωποι θεωρούσαν ότι η ανταλλαγή και η αγορά ωφελούν πάντοτε το ένα μέρος εις βάρος του άλλου. Αυτή ήταν η ρίζα της μερκαντιλιστικής αντίληψης για την αγορά. Η οικονομική επιστήμη έδειξε ότι αυτό αποτελεί πλάνη, διότι στην αγορά και τα δύο μέρη κάθε ανταλλαγής ωφελούνται. Στην αγορά, επομένως, δεν μπορεί να υπάρχει εκμετάλλευση. Αλλά η θέση περί σύγκρουσης συμφερόντων είναι αληθής όποτε το κράτος ή οποιοσδήποτε άλλος φορέας παρεμβαίνει στην αγορά. Διότι τότε ο παρεμβαίνων κερδίζει μόνο εις βάρος υποκειμένων που χάνουν χρησιμότητα. Στην αγορά όλα είναι αρμονία. Αλλά μόλις εμφανιστεί και εδραιωθεί η παρέμβαση, δημιουργείται σύγκρουση, διότι καθένας μπορεί να συμμετάσχει σε έναν αγώνα για να είναι καθαρός κερδισμένος αντί για καθαρός χαμένος — να αποτελεί μέρος της επιτιθέμενης ομάδας αντί να είναι ένα από τα θύματα.

Before the development of economic science, people thought of exchange and the market as always benefiting one party at the expense of the other. This was the root of the mercantilist view of the market. Economics has shown that this is a fallacy, for on the market both parties to any exchange benefit. On the market, therefore, there can be no such thing as exploitation. But the thesis of a conflict of interest is true whenever the State or any other agency intervenes on the market. For then the intervener gains only at the expense of subjects who lose in utility. On the market all is harmony. But as soon as intervention appears and is established, conflict is created, for each may participate in a scramble to be a net gainer rather than a net loser—to be part of the invading team, instead of one of the victims.

17

Έχει γίνει του συρμού να υποστηρίζεται ότι «συντηρητικοί» όπως ο John C. Calhoun «προανήγγειλαν» τη θεωρία του Marx περί ταξικής εκμετάλλευσης. Αλλά η θεωρία του Marx υποστηρίζει εσφαλμένα ότι στην ελεύθερη αγορά υπάρχουν «τάξεις» των οποίων τα συμφέροντα συγκρούονται. Η διαπίστωση του Calhoun ήταν σχεδόν η αντίστροφη. Ο Calhoun αντιλήφθηκε ότι η ίδια η παρέμβαση του κράτους δημιουργούσε τις «τάξεις» και τη σύγκρουση.12 Το διέκρινε ιδιαίτερα στην περίπτωση της δυαδικής παρέμβασης της φορολογίας. Διότι είδε ότι τα φορολογικά έσοδα χρησιμοποιούνται και δαπανώνται και ότι ορισμένοι άνθρωποι στην κοινωνία πρέπει να είναι καθαροί πληρωτές φορολογικών ποσών, ενώ άλλοι καθαροί αποδέκτες. Ο Calhoun όρισε τους δεύτερους ως την «άρχουσα τάξη» των εκμεταλλευτών και τους πρώτους ως τους «κυβερνωμένους» ή εκμεταλλευόμενους, και η διάκριση είναι απολύτως εύλογη. Ο Calhoun εξέθεσε με λαμπρό τρόπο την ανάλυσή του:

It has become fashionable to assert that “Conservatives” like John C. Calhoun “anticipated” the Marxian doctrine of class exploitation. But the Marxian doctrine holds, erroneously, that there are “classes” on the free market whose interests clash and conflict. Calhoun’s insight was almost the reverse. Calhoun saw that it was the intervention of the State that in itself created the “classes” and the conflict. He particularly perceived this in the case of the binary intervention of taxes. For he saw that the proceeds of taxes are used and spent, and that some people in the community must be net payers of tax funds, while the others are net recipients. Calhoun defined the latter as the “ruling class” of the exploiters, and the former as the “ruled” or exploited, and the distinction is quite a cogent one. Calhoun set forth his analysis brilliantly:

18

Όσο λίγοι και αν είναι συγκριτικά, οι εκπρόσωποι και οι υπάλληλοι του κράτους αποτελούν εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που είναι ο αποκλειστικός αποδέκτης των φορολογικών εσόδων. Οποιοδήποτε ποσό αφαιρείται από την κοινωνία υπό τη μορφή φόρων, αν δεν χαθεί, καταλήγει σε αυτούς υπό τη μορφή δαπανών ή πληρωμών. Τα δύο —οι πληρωμές και η φορολογία— αποτελούν τη δημοσιονομική δράση του κράτους. Είναι αλληλένδετα. Ό,τι αφαιρεί το ένα από την κοινωνία υπό την ονομασία των φόρων μεταφέρεται σε εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που είναι ο αποδέκτης του υπό την ονομασία των πληρωμών. Αλλά, καθώς οι αποδέκτες αποτελούν μόνο ένα τμήμα της κοινωνίας, συνάγεται, αν εξετάσουμε από κοινού τα δύο μέρη της δημοσιονομικής διαδικασίας, ότι η επίδρασή της πρέπει να είναι άνιση μεταξύ εκείνων που καταβάλλουν τους φόρους και εκείνων που λαμβάνουν τα έσοδά τους. Ούτε μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά· εκτός αν όσα εισπράττονται από κάθε άτομο υπό τη μορφή φόρων τού επιστρέφονται υπό τη μορφή πληρωμών, πράγμα που θα καθιστούσε τη διαδικασία ανώφελη και παράλογη. ...

Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει αναγκαστικά να προκύπτει ότι ένα τμήμα της κοινωνίας καταβάλλει σε φόρους περισσότερα από όσα του επιστρέφονται σε πληρωμές, ενώ ένα άλλο λαμβάνει σε πληρωμές περισσότερα από όσα καταβάλλει σε φόρους. Είναι, επομένως, προφανές, αν εξετάσουμε ολόκληρη τη διαδικασία, ότι οι φόροι πρέπει να αποτελούν στην πράξη επιδοτήσεις για εκείνο το τμήμα της κοινωνίας που λαμβάνει περισσότερα σε πληρωμές από όσα καταβάλλει σε φόρους, ενώ για το άλλο, που καταβάλλει σε φόρους περισσότερα από όσα λαμβάνει σε πληρωμές, είναι πράγματι φόροι — βάρη αντί για επιδοτήσεις. Αυτή η συνέπεια είναι αναπόφευκτη. Απορρέει από τη φύση της διαδικασίας, όσο ομοιόμορφα και αν επιβάλλονται οι φόροι. ...

Το αναγκαίο αποτέλεσμα, λοιπόν, της άνισης δημοσιονομικής δράσης του κράτους είναι η διαίρεση της κοινωνίας σε δύο μεγάλες τάξεις: η μία αποτελείται από εκείνους που στην πραγματικότητα πληρώνουν τους φόρους και, φυσικά, επωμίζονται αποκλειστικά το βάρος της συντήρησης του κράτους· και η άλλη από εκείνους που λαμβάνουν τα έσοδά τους μέσω πληρωμών και οι οποίοι στην πραγματικότητα συντηρούνται από το κράτος· ή, με λιγότερα λόγια, η διαίρεσή της σε φορολογουμένους και καταναλωτές φορολογικών εσόδων.

Αλλά το αποτέλεσμα είναι να τίθενται σε ανταγωνιστικές σχέσεις ως προς τη δημοσιονομική δράση του κράτους και ολόκληρη την πορεία πολιτικής που συνδέεται με αυτήν. Διότι όσο μεγαλύτεροι είναι οι φόροι και οι πληρωμές, τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος της μιας και η απώλεια της άλλης, και αντιστρόφως. ...13

Few, comparatively, as they are, the agents and employees of the government constitute that portion of the community who are the exclusive recipients of the proceeds of the taxes. Whatever amount is taken from the community in the form of taxes, if not lost, goes to them in the shape of expenditures or disbursements. The two—disbursement and taxation—constitute the fiscal action of the government. They are correlatives. What the one takes from the community under the name of taxes is transferred to the portion of the community who are the recipients under that of disbursements. But as the recipients constitute only a portion of the community, it follows, taking the two parts of the fiscal process together, that its action must be unequal between the payers of the taxes and the recipients of their proceeds. Nor can it be otherwise; unless what is collected from each individual in the shape of taxes shall be returned to him in that of disbursements, which would make the process nugatory and absurd. . . . Such being the case, it must necessarily follow that some one portion of the community must pay in taxes more than it receives back in disbursements, while another receives in disbursements more than it pays in taxes. It is, then, manifest, taking the whole process together, that taxes must be, in effect, bounties to that portion of the community which receives more in disbursements than it pays in taxes, while to the other which pays in taxes more than it receives in disbursements they are taxes in reality—burdens instead of bounties. This consequence is unavoidable. It results from the nature of the process, be the taxes ever so equally laid. . . . The necessary result, then, of the unequal fiscal action of the government is to divide the community into two great classes: one consisting of those who, in reality, pay the taxes and, of course, bear exclusively the burden of supporting the government; and the other, of those who are the recipients of their proceeds through disbursements, and who are, in fact, supported by the government; or, in fewer words, to divide it into tax-payers and tax-consumers. But the effect of this is to place them in antagonistic relations in reference to the fiscal action of the government and the entire course of policy therewith connected. For the greater the taxes and disbursements, the greater the gain of the one and the loss of the other, and vice versa. . . .6

19

Οι όροι «κυβερνώντες» και «κυβερνώμενοι» εφαρμόζονται επίσης στις μορφές κρατικής παρέμβασης, αλλά ο Calhoun είχε απόλυτο δίκιο να επικεντρώνεται στους φόρους και στη δημοσιονομική πολιτική ως ακρογωνιαίο λίθο, διότι οι φόροι είναι εκείνοι που παρέχουν τους πόρους και τη χρηματοδότηση στο κράτος για την εκτέλεση των μυριάδων άλλων παρεμβάσεών του.

“Ruling” and “ruled” apply also to the forms of government intervention, but Calhoun was quite right in focusing on taxes and fiscal policy as the keystone, for it is taxes that supply the resources and payment for the State in performing its myriad other acts of intervention.

20

Κάθε κρατική παρέμβαση στηρίζεται στη βάση της στη δυαδική παρέμβαση της φορολογίας· ακόμη και αν το κράτος δεν παρενέβαινε πουθενά αλλού, η φορολογία του θα παρέμενε. Εφόσον ο όρος «κοινωνικός» μπορεί να εφαρμόζεται μόνο σε κάθε ανεξαιρέτως εμπλεκόμενο άτομο, είναι σαφές ότι, ενώ η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα, καμία πράξη του κράτους δεν μπορεί ποτέ να αυξήσει την κοινωνική χρησιμότητα. Πράγματι, η εικόνα της ελεύθερης αγοράς είναι αναγκαστικά εικόνα αρμονίας και αμοιβαίου οφέλους· η εικόνα της κρατικής παρέμβασης είναι εικόνα σύγκρουσης μεταξύ καστών, καταναγκασμού και εκμετάλλευσης.

All State intervention rests on the binary intervention of taxes at its base; even if the State intervened nowhere else, its taxation would remain. Since the term “social” can be applied only to every single individual concerned, it is clear that, while the free market maximizes social utility, no act of the State can ever increase social utility. Indeed, the picture of the free market is necessarily one of harmony and mutual benefit; the picture of State intervention is one of caste conflict, coercion, and exploitation.

21

Β. Δημοκρατία και εκούσιος χαρακτήρας

B. DEMOCRACY AND THE VOLUNTARY

22

Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι όλες αυτές οι μορφές παρέμβασης δεν είναι πραγματικά καταναγκαστικές αλλά «εκούσιες», διότι σε μια δημοκρατία υποστηρίζονται από την πλειονότητα του λαού. Αλλά αυτή η υποστήριξη είναι συνήθως παθητική, μοιρολατρική και απαθής, παρά πρόθυμη — είτε το κράτος είναι δημοκρατικό είτε όχι.14

It might be objected that all these forms of intervention are really not coercive but “voluntary,” for in a democracy they are supported by the majority of the people. But this support is usually passive, resigned, and apathetic, rather than eager—whether the State is a democracy or not.

23

Σε μια δημοκρατία, δύσκολα μπορεί να λεχθεί ότι όσοι δεν ψηφίζουν υποστηρίζουν τους κυβερνώντες, όπως και όσοι ψήφισαν την ηττημένη πλευρά. Αλλά ακόμη και εκείνοι που ψήφισαν τους νικητές μπορεί κάλλιστα να ψήφισαν απλώς το «μικρότερο από δύο κακά». Το ενδιαφέρον ερώτημα είναι: γιατί πρέπει να ψηφίσουν οποιοδήποτε κακό εξαρχής; Τέτοιους όρους δεν χρησιμοποιούν ποτέ οι άνθρωποι όταν ενεργούν ελεύθερα για τον εαυτό τους ή όταν αγοράζουν αγαθά στην ελεύθερη αγορά. Κανείς δεν θεωρεί το καινούργιο κοστούμι ή ψυγείο του «κακό» — μικρότερο ή μεγαλύτερο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι άνθρωποι θεωρούν ότι αγοράζουν θετικά «αγαθά», όχι ότι στηρίζουν μοιρολατρικά ένα μικρότερο κακό. Το ζήτημα είναι ότι το κοινό δεν έχει ποτέ την ευκαιρία να ψηφίσει για το ίδιο το κρατικό σύστημα· είναι εγκλωβισμένο σε ένα σύστημα στο οποίο ο καταναγκασμός επί του ιδίου είναι αναπόφευκτος.15

In a democracy, the nonvoters can hardly be said to support the rulers, and neither can the voters for the losing side. But even those who voted for the winners may well have voted merely for the “lesser of the two evils.” The interesting question is: Why do they have to vote for any evil at all? Such terms are never used by people when they act freely for themselves, or when they purchase goods on the free market. No one thinks of his new suit or refrigerator as an “evil”—lesser or greater. In such cases, people think of themselves as buying positive “goods,” not as resignedly supporting a lesser bad. The point is that the public never has the opportunity of voting on the State system itself; they are caught up in a system in which coercion over them is inevitable.

24

Όπως και αν έχει, όπως είπαμε, όλα τα κράτη υποστηρίζονται από μια πλειονότητα —είτε πρόκειται για δημοκρατία με ψηφοφορία είτε όχι —· διαφορετικά, δεν θα μπορούσαν να συνεχίζουν επί μακρόν να ασκούν βία απέναντι στην αποφασιστική αντίσταση της πλειονότητας. Ωστόσο, η υποστήριξη μπορεί απλώς να αντανακλά απάθεια — ίσως λόγω της μοιρολατρικής πεποίθησης ότι το κράτος αποτελεί μόνιμο, αν και ανεπιθύμητο, στοιχείο της φύσης. Αρκεί να θυμηθούμε τη ρήση: «Τίποτε δεν είναι τόσο μόνιμο όσο ο θάνατος και οι φόροι». Αφήνοντας, όμως, κατά μέρος όλα αυτά τα ζητήματα και δεχόμενοι ακόμη ότι ένα κράτος μπορεί να υποστηρίζεται με ενθουσιασμό από την πλειονότητα, και πάλι δεν θεμελιώνουμε τον εκούσιο χαρακτήρα του. Διότι η πλειονότητα δεν είναι η κοινωνία, δεν είναι όλοι. Ο καταναγκασμός της πλειονότητας επί της μειονότητας παραμένει καταναγκασμός.

Be that as it may, as we have said, all States are supported by a majority—whether a voting democracy or not; otherwise, they could not long continue to wield force against the determined resistance of the majority. However, the support may simply reflect apathy—perhaps from the resigned belief that the State is a permanent if unwelcome fixture of nature. Witness the motto: “Nothing is as permanent as death and taxes.”

Setting all these matters aside, however, and even granting that a State might be enthusiastically supported by a majority, we still do not establish its voluntary nature. For the majority is not society, is not everyone. Majority coercion over the minority is still coercion.

25

Εφόσον τα κράτη υπάρχουν και γίνονται αποδεκτά επί γενιές και αιώνες, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η πλειονότητα αποτελεί τουλάχιστον παθητικό υποστηρικτή κάθε κράτους· διότι καμία μειονότητα δεν μπορεί επί μακρόν να κυβερνά μια ενεργά εχθρική πλειονότητα. Υπό μία έννοια, επομένως, κάθε τυραννία είναι τυραννία της πλειονότητας, ανεξάρτητα από τους τυπικούς όρους της κυβερνητικής διάρθρωσης.16,17 Αλλά αυτό δεν μεταβάλλει το αναλυτικό μας συμπέρασμα ότι η σύγκρουση και ο καταναγκασμός αποτελούν επακόλουθα του κράτους. Η σύγκρουση και ο καταναγκασμός υπάρχουν ανεξάρτητα από το πόσοι άνθρωποι εξαναγκάζουν πόσους άλλους.18

Since States exist, and they are accepted for generations and centuries, we must conclude that a majority are at least passive supporters of all States—for no minority can for long rule an actively hostile majority. In a certain sense, therefore, all tyranny is majority tyranny, regardless of the formalities of the government structure.9, 10 But this does not change our analytic conclusion of conflict and coercion as a corollary of the State. The conflict and coercion exist no matter how many people coerce how many others.

26

Γ. Χρησιμότητα και αντίσταση στην επίθεση

C. UTILITY AND RESISTANCE TO INVASION

27

Στη συγκριτική ανάλυσή μας της ελεύθερης αγοράς και του κράτους από τη σκοπιά της «οικονομικής της ευημερίας» θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι, όταν οι φορείς προστασίας εμποδίζουν έναν εισβολέα να επιτεθεί στην περιουσία κάποιου, ωφελούν τον ιδιοκτήτη εις βάρος μιας απώλειας χρησιμότητας του επίδοξου εισβολέα. Εφόσον οι φορείς προστασίας επιβάλλουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων στην ελεύθερη αγορά, δεν συνεπάγεται και η ελεύθερη αγορά όφελος ορισμένων εις βάρος της χρησιμότητας άλλων, ακόμη και αν αυτοί οι άλλοι είναι εισβολείς;

To our comparative “welfare-economic” analysis of the free market and the State, it might be objected that when defense agencies restrain an invader from attacking someone’s property, they are benefiting the property owner at the expense of a loss of utility by the would-be invader. Since defense agencies enforce rights on the free market, does not the free market also involve a gain by some at the expense of the utility of others (even if these others are invaders)?

28

Απαντώντας, μπορούμε πρώτα να δηλώσουμε ότι η ελεύθερη αγορά είναι μια κοινωνία στην οποία όλοι ανταλλάσσουν εκουσίως. Ο ευκολότερος τρόπος να τη συλλάβουμε είναι ως κατάσταση στην οποία κανείς δεν επιτίθεται σε πρόσωπο ή περιουσία. Σε αυτή την περίπτωση, είναι προφανές ότι η χρησιμότητα όλων μεγιστοποιείται στην ελεύθερη αγορά. Οι φορείς προστασίας καθίστανται αναγκαίοι μόνο ως άμυνα έναντι προσβολών αυτής της αγοράς. Ο εισβολέας είναι εκείνος που επιβάλλει απώλειες στους συνανθρώπους του, όχι η ύπαρξη του φορέα προστασίας. Ένας φορέας προστασίας που θα υπήρχε χωρίς εισβολέα θα αποτελούσε απλώς εκουσίως οργανωμένη ασφάλιση έναντι επίθεσης. Η ύπαρξη ενός φορέα προστασίας δεν παραβιάζει την αρχή της μέγιστης χρησιμότητας και εξακολουθεί να αντανακλά αμοιβαίο όφελος για όλους τους εμπλεκομένους. Η σύγκρουση εισέρχεται μόνο μαζί με τον εισβολέα. Ας πούμε ότι ο εισβολέας βρίσκεται στη διαδικασία διάπραξης μιας επιθετικής πράξης εναντίον του Smith, βλάπτοντας έτσι τον Smith προς ίδιο όφελος. Ο φορέας προστασίας, σπεύδοντας να βοηθήσει τον Smith, φυσικά βλάπτει τη χρησιμότητα του εισβολέα· αλλά το πράττει μόνο για να εξουδετερώσει τη βλάβη του Smith. Πράγματι συμβάλλει στη μεγιστοποίηση της χρησιμότητας των μη εγκληματιών. Η αρχή της σύγκρουσης και της απώλειας χρησιμότητας εισήχθη όχι από την ύπαρξη του φορέα προστασίας, αλλά από την ύπαρξη του εισβολέα. Εξακολουθεί, επομένως, να ισχύει ότι η χρησιμότητα μεγιστοποιείται για όλους στην ελεύθερη αγορά· ενώ, στον βαθμό που υπάρχει επιθετική επέμβαση στην κοινωνία, αυτή μολύνεται από σύγκρουση και εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

In answer, we may state first that the free market is a society in which all exchange voluntarily. It may most easily be conceived as a situation in which no one aggresses against person or property. In that case, it is obvious that the utility of all is maximized on the free market. Defense agencies become necessary only as a defense against invasions of that market. It is the invader, not the existence of the defense agency, that inflicts losses on his fellowmen. A defense agency existing without an invader would simply be a voluntarily established insurance against attack. The existence of a defense agency does not violate the principle of maximum utility, and it still reflects mutual benefit to all concerned. Conflict enters only with the invader. The invader, let us say, is in the process of committing an aggressive act against Smith, thereby injuring Smith for his gain. The defense agency, rushing to the aid of Smith, of course, injures the invader’s utility; but it does so only to counteract the injury to Smith. It does help to maximize the utility of the noncriminals. The principle of conflict and loss of utility was introduced, not by the existence of the defense agency, but by the existence of the invader. It is still true, therefore, that utility is maximized for all on the free market; whereas to the extent that there is invasive interference in society, it is infected with conflict and exploitation of man by man.

29

Δ. Το επιχείρημα του φθόνου

D. THE ARGUMENT FROM ENVY

30

Μια άλλη ένσταση υποστηρίζει ότι η ελεύθερη αγορά δεν αυξάνει πραγματικά τη χρησιμότητα όλων των ατόμων, επειδή ορισμένοι μπορεί να κυριεύονται τόσο πολύ από φθόνο για την επιτυχία άλλων ώστε να χάνουν πραγματικά χρησιμότητα ως αποτέλεσμα. Δεν μπορούμε, όμως, να ασχολούμαστε με υποθετικές χρησιμότητες αποκομμένες από συγκεκριμένες πράξεις. Ως πραξεολόγοι, μπορούμε να ασχολούμαστε μόνο με χρησιμότητες που μπορούμε να συναγάγουμε από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά των ανθρώπων.19 Ο «φθόνος» ενός ανθρώπου, όταν δεν ενσαρκώνεται σε πράξη, γίνεται καθαρή φαντασιοκοπία από πραξεολογική άποψη. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι συμμετείχε στην ελεύθερη αγορά και, στον βαθμό αυτόν, ωφελείται από αυτήν. Το πώς αισθάνεται για τις ανταλλαγές που πραγματοποιούν άλλοι δεν μπορεί να καταδειχθεί σε εμάς, εκτός αν προβεί σε επιθετική πράξη. Ακόμη και αν δημοσιεύσει ένα φυλλάδιο καταγγέλλοντας αυτές τις ανταλλαγές, δεν διαθέτουμε αδιάσειστη απόδειξη ότι δεν πρόκειται για αστείο ή εσκεμμένο ψέμα.

Another objection holds that the free market does not really increase the utility of all individuals, because some may be so smitten with envy at the success of others that they really lose in utility as a result. We cannot, however, deal with hypothetical utilities divorced from concrete action. We may, as praxeologists, deal only with utilities that we can deduce from the concrete behavior of human beings. A person’s “envy,” unembodied in action, becomes pure moonshine from the praxeological point of view. All that we know is that he has participated in the free market and to that extent benefits by it. How he feels about the exchanges made by others cannot be demonstrated to us unless he commits an invasive act. Even if he publishes a pamphlet denouncing these exchanges, we have no ironclad proof that this is not a joke or a deliberate lie.

31

Ε. Χρησιμότητα ex post

E. UTILITY EX POST

32

Είδαμε, λοιπόν, ότι τα άτομα μεγιστοποιούν ex ante τη χρησιμότητά τους στην ελεύθερη αγορά και ότι το άμεσο αποτέλεσμα μιας προσβολής είναι η αύξηση της χρησιμότητας του εισβολέα εις βάρος μιας απώλειας χρησιμότητας του θύματός του. Τι γίνεται όμως με τις ex post χρησιμότητες; Οι άνθρωποι μπορεί να αναμένουν ότι θα ωφεληθούν όταν λαμβάνουν μια απόφαση, αλλά ωφελούνται πράγματι από τα αποτελέσματά της; Το υπόλοιπο αυτού του τόμου θα αποτελείται σε μεγάλο βαθμό από ανάλυση εκείνων που μπορούμε να ονομάσουμε «έμμεσες» συνέπειες της αγοράς ή της παρέμβασης, συμπληρώνοντας την παραπάνω άμεση ανάλυση. Θα εξετάζει αλυσίδες συνεπειών που μπορούν να γίνουν αντιληπτές μόνο μέσω μελέτης και δεν είναι αμέσως ορατές με γυμνό μάτι.

We have thus seen that individuals maximize their utility ex ante on the free market and that the direct result of an invasion is that the invader’s utility gains at the expense of a loss in utility by his victim. But what about utilities ex post? People may expect to benefit when they make a decision, but do they actually benefit from its results? The remainder of this volume will largely consist of analysis of what we may call the “indirect” consequences of the market or of intervention, supplementing the above direct analysis. It will deal with chains of consequences that can be grasped only by study and are not immediately visible to the naked eye.

33

Σφάλμα μπορεί πάντοτε να προκύψει στη διαδρομή από το ex ante στο ex post, αλλά η ελεύθερη αγορά είναι διαρθρωμένη κατά τρόπο που περιορίζει αυτό το σφάλμα στο ελάχιστο. Πρώτον, υπάρχει μια ταχεία και εύκολα κατανοητή δοκιμασία που πληροφορεί τον επιχειρηματία, όπως και τον αποδέκτη εισοδήματος, αν επιτυγχάνει ή αποτυγχάνει στο έργο της ικανοποίησης των επιθυμιών του καταναλωτή. Για τον επιχειρηματία, που επωμίζεται το κύριο βάρος της προσαρμογής στις αβέβαιες επιθυμίες των καταναλωτών, η δοκιμασία είναι ταχεία και ασφαλής: τα κέρδη ή οι ζημίες. Τα μεγάλα κέρδη αποτελούν σήμα ότι κινήθηκε στον σωστό δρόμο· οι ζημίες, ότι κινήθηκε στον λανθασμένο. Τα κέρδη και οι ζημίες ωθούν έτσι σε ταχείες προσαρμογές στη ζήτηση των καταναλωτών· ταυτόχρονα, επιτελούν τη λειτουργία της μεταφοράς χρημάτων από τα χέρια των ανεπαρκών επιχειρηματιών στα χέρια των ικανών. Το γεγονός ότι οι ικανοί επιχειρηματίες ευημερούν και αυξάνουν το κεφάλαιό τους, ενώ οι ανεπαρκείς εκτοπίζονται, εξασφαλίζει ολοένα ομαλότερη προσαρμογή της αγοράς στις μεταβολές των συνθηκών. Ομοίως, σε μικρότερο βαθμό, οι συντελεστές γης και εργασίας μετακινούνται σύμφωνα με την επιθυμία των κατόχων τους για υψηλότερα εισοδήματα, και οι παραγωγικότεροι σε όρους αξίας συντελεστές αμείβονται αναλόγως.

Error can always occur in the path from ante to post, but the free market is so constructed that this error is reduced to a minimum. In the first place, there is a fast-working, easily understandable test that tells the entrepreneur, as well as the incomereceiver, whether he is succeeding or failing at the task of satisfying the desires of the consumer. For the entrepreneur, who carries the main burden of adjustment to uncertain consumer desires, the test is swift and sure—profits or losses. Large profits are a signal that he has been on the right track; losses, that he has been on a wrong one. Profits and losses thus spur rapid adjustments to consumer demands; at the same time, they perform the function of getting money out of the hands of the bad entrepreneurs and into the hands of the good ones. The fact that good entrepreneurs prosper and add to their capital, and poor ones are driven out, insures an ever smoother market adjustment to changes in conditions. Similarly, to a lesser extent, land and labor factors move in accordance with the desire of their owners for higher incomes, and more value-productive factors are rewarded accordingly.

34

Οι καταναλωτές αναλαμβάνουν επίσης επιχειρηματικούς κινδύνους στην αγορά. Πολλοί επικριτές της αγοράς, ενώ είναι πρόθυμοι να αναγνωρίσουν την ειδημοσύνη των κεφαλαιούχων-επιχειρηματιών, θρηνούν για την επικρατούσα άγνοια των καταναλωτών, η οποία τους εμποδίζει να αποκομίσουν ex post τη χρησιμότητα που ανέμεναν ex ante. Χαρακτηριστικά, ο Wesley C. Mitchell τιτλοφόρησε ένα από τα γνωστά δοκίμιά του «Η καθυστερημένη τέχνη της δαπάνης χρημάτων». Ο καθηγητής Ludwig von Mises έχει επισημάνει με οξυδέρκεια την παράδοξη θέση τόσων «προοδευτικών», οι οποίοι επιμένουν ότι οι καταναλωτές είναι υπερβολικά αδαείς ή ανίκανοι για να αγοράζουν προϊόντα με σύνεση, ενώ ταυτόχρονα εκθειάζουν τις αρετές της δημοκρατίας, όπου οι ίδιοι άνθρωποι ψηφίζουν πολιτικούς τους οποίους δεν γνωρίζουν και πολιτικές που ελάχιστα κατανοούν.

Consumers also take entrepreneurial risks on the market. Many critics of the market, while willing to concede the expertise of the capitalist-entrepreneurs, bewail the prevailing ignorance of consumers, which prevents them from gaining the utility ex post that they expected to have ex ante. Typically, Wesley C. Mitchell entitled one of his famous essays: “The Backward Art of Spending Money.” Professor Ludwig von Mises has keenly pointed out the paradoxical position of so many “progressives” who insist that consumers are too ignorant or incompetent to buy products intelligently, while at the same time touting the virtues of democracy, where the same people vote for politicians whom they do not know and for policies that they hardly understand.

35

Στην πραγματικότητα, η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη της δημοφιλούς ιδεολογίας. Οι καταναλωτές δεν είναι παντογνώστες, αλλά διαθέτουν άμεσες δοκιμασίες μέσω των οποίων αποκτούν τη γνώση τους. Αγοράζουν μια ορισμένη μάρκα τροφίμου για πρωινό και δεν τους αρέσει· έτσι, δεν την ξαναγοράζουν. Αγοράζουν έναν ορισμένο τύπο αυτοκινήτου και τους αρέσει η απόδοσή του· έτσι, αγοράζουν άλλο ένα. Και στις δύο περιπτώσεις, γνωστοποιούν στους φίλους τους αυτή τη νεοαποκτηθείσα γνώση. Άλλοι καταναλωτές χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες οργανώσεων καταναλωτικής έρευνας, οι οποίες μπορούν να τους προειδοποιούν ή να τους συμβουλεύουν εκ των προτέρων. Αλλά, σε όλες τις περιπτώσεις, οι καταναλωτές διαθέτουν ως οδηγό την άμεση δοκιμασία των αποτελεσμάτων. Και η επιχείρηση που ικανοποιεί τους καταναλωτές επεκτείνεται και ευημερεί, ενώ η επιχείρηση που αποτυγχάνει να τους ικανοποιήσει παύει να λειτουργεί.

In fact, the truth is precisely the reverse of the popular ideology. Consumers are not omniscient, but they do have direct tests by which to acquire their knowledge. They buy a certain brand of breakfast food and they don’t like it; so they don’t buy it again. They buy a certain type of automobile and they do like its performance; so they buy another one. In both cases, they tell their friends of this newly won knowledge. Other consumers patronize consumers’ research organizations, which can warn or advise them in advance. But, in all cases, the consumers have the direct test of results to guide them. And the firm that satisfies the consumers expands and prospers, while the firm that fails to satisfy them goes out of business.

36

Από την άλλη πλευρά, η ψήφος για πολιτικούς και δημόσιες πολιτικές είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα. Εδώ δεν υπάρχουν καθόλου άμεσες δοκιμασίες επιτυχίας ή αποτυχίας, ούτε κέρδη και ζημίες ούτε απολαυστική ή ανικανοποίητη κατανάλωση. Για να συλλάβει κανείς τις συνέπειες, ιδίως τις έμμεσες συνέπειες των κρατικών αποφάσεων, είναι αναγκαίο να κατανοεί μια σύνθετη αλυσίδα πραξεολογικού συλλογισμού, όπως εκείνες που θα αναπτυχθούν σε αυτόν τον τόμο. Πολύ λίγοι ψηφοφόροι έχουν την ικανότητα ή το ενδιαφέρον να ακολουθούν τέτοιους συλλογισμούς, ιδίως, όπως επισημαίνει ο Schumpeter, σε πολιτικές περιστάσεις. Διότι στις πολιτικές περιστάσεις η ελάχιστη επιρροή που ασκεί οποιοδήποτε μεμονωμένο άτομο στα αποτελέσματα, καθώς και η φαινομενική απόσταση των ενεργειών από το ίδιο, ωθούν τους ανθρώπους να χάνουν το ενδιαφέρον τους για πολιτικά προβλήματα ή επιχειρηματολογία.20 Ελλείψει άμεσης δοκιμασίας επιτυχίας ή αποτυχίας, ο ψηφοφόρος τείνει να στρέφεται όχι προς εκείνους τους πολιτικούς των οποίων τα μέτρα έχουν τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, αλλά προς εκείνους που διαθέτουν την ικανότητα να «πουλούν» την προπαγάνδα τους. Χωρίς να κατανοεί λογικές αλυσίδες παραγωγικού συλλογισμού, ο μέσος ψηφοφόρος δεν θα μπορέσει ποτέ να εντοπίσει το σφάλμα που διαπράττει ο κυβερνήτης. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το κράτος διογκώνει την προσφορά χρήματος, προκαλώντας έτσι αναπόφευκτη άνοδο των τιμών. Το κράτος μπορεί να αποδώσει την αύξηση των τιμών σε μοχθηρούς κερδοσκόπους ή ξένους μαυραγορίτες και, αν το κοινό δεν γνωρίζει οικονομική επιστήμη, δεν θα μπορεί να διακρίνει τις πλάνες στα επιχειρήματα του κυβερνήτη.

On the other hand, voting for politicians and public policies is a completely different matter. Here there are no direct tests of success or failure whatever, neither profits and losses nor enjoyable or unsatisfying consumption. In order to grasp consequences, especially the indirect consequences of governmental decisions, it is necessary to comprehend a complex chain of praxeological reasoning, such as will be developed in this volume. Very few voters have the ability or the interest to follow such reasoning, particularly, as Schumpeter points out, in political situations. For in political situations, the minute influence that any one person has on the results, as well as the seeming remoteness of the actions, induces people to lose interest in political problems or argumentation. Lacking the direct test of success or failure, the voter tends to turn, not to those politicians whose measures have the best chance of success, but to those with the ability to “sell” their propaganda. Without grasping logical chains of deduction, the average voter will never be able to discover the error that the ruler makes. Thus, suppose that the government inflates the money supply, thereby causing an inevitable rise in prices. The government can blame the price rise on wicked speculators or alien black marketeers, and, unless the public knows economics, it will not be able to see the fallacies in the ruler’s arguments.

37

Είναι ειρωνικό ότι εκείνοι οι συγγραφείς που διαμαρτύρονται για τα τεχνάσματα και τα θέλγητρα της διαφήμισης δεν στρέφουν την κριτική τους στη διαφήμιση των πολιτικών εκστρατειών, όπου οι κατηγορίες τους θα ήταν βάσιμες. Όπως δηλώνει ο Schumpeter:

It is ironic that those writers who complain of the wiles and lures of advertising do not direct their criticism at the advertising of political campaigns, where their charges would be relevant. As Schumpeter states:

38

Η εικόνα του ωραιότερου κοριτσιού που έζησε ποτέ θα αποδειχθεί μακροχρόνια ανίσχυρη να διατηρήσει τις πωλήσεις ενός κακού τσιγάρου. Δεν υπάρχει εξίσου αποτελεσματική δικλίδα ασφαλείας στην περίπτωση των πολιτικών αποφάσεων. Πολλές αποφάσεις καθοριστικής σημασίας είναι τέτοιας φύσης ώστε καθίσταται αδύνατον για το κοινό να πειραματιστεί με αυτές με την άνεσή του και με μέτριο κόστος. Ακόμη και όταν αυτό είναι δυνατόν, όμως, η κρίση κατά κανόνα δεν σχηματίζεται τόσο εύκολα όσο στην περίπτωση του τσιγάρου, επειδή οι επιπτώσεις είναι δυσκολότερο να ερμηνευθούν.21

The picture of the prettiest girl that ever lived will in the long run prove powerless to maintain the sales of a bad cigarette. There is no equally effective safeguard in the case of political decisions. Many decisions of fateful importance are of a nature that makes it impossible for the public to experiment with them at its leisure and at moderate cost. Even if that is possible, however, judgment is as a rule not so easy to arrive at as it is in the case of the cigarette, because effects are less easy to interpret.14

39

Θα μπορούσε να προβληθεί η ένσταση ότι, μολονότι ο μέσος ψηφοφόρος μπορεί να μην είναι ικανός να αποφασίζει για πολιτικές που απαιτούν αλυσίδες πραξεολογικού συλλογισμού, είναι ικανός να επιλέγει τους ειδικούς —τους πολιτικούς και τους γραφειοκράτες— που θα αποφασίσουν για τα ζητήματα, όπως ακριβώς το άτομο μπορεί να επιλέγει τον δικό του ιδιωτικό ειδικό σύμβουλο σε οποιονδήποτε από πολυάριθμους τομείς. Αλλά το ζήτημα είναι ακριβώς ότι, στο κράτος, το άτομο δεν διαθέτει για τον ειδικό που προσλαμβάνει την άμεση, προσωπική δοκιμασία επιτυχίας ή αποτυχίας που διαθέτει στην αγορά. Στην αγορά, τα άτομα τείνουν να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες εκείνων των ειδικών των οποίων οι συμβουλές αποδεικνύονται οι πιο επιτυχείς. Οι καλοί γιατροί ή δικηγόροι ανταμείβονται στην ελεύθερη αγορά, ενώ οι ανεπαρκείς αποτυγχάνουν· ο ειδικός που προσλαμβάνεται ιδιωτικά τείνει να ευημερεί ανάλογα με την αποδεδειγμένη ικανότητά του. Στο κράτος, από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει συγκεκριμένη δοκιμασία της επιτυχίας του ειδικού. Ελλείψει τέτοιας δοκιμασίας, δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο ο ψηφοφόρος μπορεί να εκτιμήσει την πραγματική ειδημοσύνη του ανθρώπου που πρέπει να ψηφίσει. Αυτή η δυσχέρεια επιτείνεται στις εκλογές σύγχρονου τύπου, όπου οι υποψήφιοι συμφωνούν σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα. Διότι τα ζητήματα, στο κάτω κάτω, επιδέχονται συλλογιστική εξέταση· ο ψηφοφόρος μπορεί, αν το επιθυμεί και διαθέτει την ικανότητα, να ενημερωθεί και να αποφασίσει γι’ αυτά. Αλλά τι μπορεί να γνωρίζει οποιοσδήποτε ψηφοφόρος, ακόμη και ο πιο ευφυής, για την πραγματική ειδημοσύνη ή ικανότητα των επιμέρους υποψηφίων, ιδίως όταν οι εκλογές έχουν απογυμνωθεί από σχεδόν όλα τα σημαντικά ζητήματα; Ο ψηφοφόρος μπορεί τότε να στηριχθεί μόνο στις αμιγώς εξωτερικές, επιμελώς συσκευασμένες «προσωπικότητες» ή εικόνες των υποψηφίων. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ψήφος αποκλειστικά με βάση τους υποψηφίους καθιστά το αποτέλεσμα ακόμη λιγότερο ορθολογικό από τη μαζική ψηφοφορία επί των ίδιων των ζητημάτων.

It might be objected that, while the average voter may not be competent to decide on policies that require for his decision chains of praxeological reasoning, he is competent to pick the experts—the politicians and bureaucrats—who will decide on the issues, just as the individual may select his own private expert adviser in any one of numerous fields. But the point is precisely that in government the individual does not have the direct, personal test of success or failure for his hired expert that he does on the market. On the market, individuals tend to patronize those experts whose advice proves most successful. Good doctors or lawyers reap rewards on the free market, while the poor ones fail; the privately hired expert tends to flourish in proportion to his demonstrated ability. In government, on the other hand, there is no concrete test of the expert’s success. In the absence of such a test, there is no way by which the voter can gauge the true expertise of the man he must vote for. This difficulty is aggravated in modern-style elections, where the candidates agree on all the fundamental issues. For issues, after all, are susceptible to reasoning; the voter can, if he so wishes and he has the ability, learn about and decide on the issues. But what can any voter, even the most intelligent, know about the true expertise or competence of individual candidates, especially when elections are shorn of virtually all important issues? The voter can then fall back only on the purely external, packaged “personalities” or images of the candidates. The result is that voting purely on candidates makes the result even less rational than mass voting on the issues themselves.

40

Επιπλέον, το ίδιο το κράτος περιέχει εγγενείς μηχανισμούς που οδηγούν σε κακές επιλογές ειδικών και αξιωματούχων. Κατ’ αρχάς, ο πολιτικός και ο κρατικός ειδικός αντλούν τα έσοδά τους όχι από υπηρεσίες που αγοράζονται εκουσίως στην αγορά, αλλά από υποχρεωτική εισφορά επί του πληθυσμού. Αυτοί οι αξιωματούχοι, επομένως, στερούνται εντελώς το χρηματικό κίνητρο να ενδιαφέρονται για την ορθή και επαρκή εξυπηρέτηση του κοινού. Και, επιπλέον, το ζωτικό κριτήριο της «καταλληλότητας» είναι πολύ διαφορετικό στο κράτος και στην αγορά. Στην αγορά, καταλληλότεροι είναι εκείνοι που μπορούν καλύτερα να εξυπηρετήσουν τους καταναλωτές· στο κράτος, καταλληλότεροι είναι εκείνοι που είναι επιδεξιότεροι στην άσκηση καταναγκασμού και/ή στη δημαγωγική προσέλκυση του εκλογικού σώματος.

Furthermore, the government itself contains inherent mechanisms that lead to poor choices of experts and officials. For one thing, the politician and the government expert receive their revenues, not from service voluntarily purchased on the market, but from a compulsory levy on the populace. These officials, therefore, wholly lack the pecuniary incentive to care about serving the public properly and competently. And, what is more, the vital criterion of “fitness” is very different in the government and on the market. In the market, the fittest are those most able to serve the consumers; in government, the fittest are those most adept at wielding coercion and/or those most adroit at making demagogic appeals to the voting public.

41

Μια άλλη κρίσιμη διαφορά μεταξύ της δράσης στην αγορά και της δημοκρατικής ψηφοφορίας είναι η εξής: ο ψηφοφόρος διαθέτει, για παράδειγμα, εξουσία επιλογής μόλις ενός πεντηκοστού του εκατομμυριοστού μεταξύ των επίδοξων κυβερνητών του, οι οποίοι με τη σειρά τους θα λαμβάνουν ζωτικές αποφάσεις που τον επηρεάζουν, χωρίς έλεγχο και περιορισμό μέχρι τις επόμενες εκλογές. Στην αγορά, από την άλλη πλευρά, το άτομο διαθέτει την απόλυτη κυρίαρχη εξουσία να λαμβάνει τις αποφάσεις που αφορούν το πρόσωπο και την περιουσία του, όχι απλώς μια απόμακρη εξουσία της τάξης του ενός πεντηκοστού του εκατομμυριοστού. Στην αγορά, το άτομο καταδεικνύει διαρκώς την επιλογή του να αγοράσει ή να μην αγοράσει, να πωλήσει ή να μην πωλήσει, καθώς λαμβάνει απόλυτες αποφάσεις σχετικά με την περιουσία του. Ο ψηφοφόρος, ψηφίζοντας έναν συγκεκριμένο υποψήφιο, καταδεικνύει μόνο μια σχετική προτίμηση έναντι ενός ή δύο άλλων δυνητικών κυβερνητών· πρέπει να το πράξει αυτό μέσα στο πλαίσιο του καταναγκαστικού κανόνα ότι, είτε ψηφίσει είτε όχι, ένας από αυτούς τους ανθρώπους θα τον κυβερνά για τα επόμενα χρόνια.22

Another critical divergence between market action and democratic voting is this: the voter has, for example, only a /50 millionth power to choose among his would-be rulers, who in turn will make vital decisions affecting him, unchecked and unhampered until the next election. In the market, on the other hand, the individual has the absolute sovereign power to make the decisions concerning his person and property, not merely a distant, /50 millionth power. On the market the individual is continually demonstrating his choice of buying or not buying, selling or not selling, in the course of making absolute decisions regarding his property. The voter, by voting for some particular candidate, is demonstrating only a relative preference over one or two other potential rulers; he must do this within the framework of the coercive rule that, whether or not he votes at all, one of these men will rule over him for the next several years.

42

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η ελεύθερη αγορά περιέχει έναν ομαλό, αποτελεσματικό μηχανισμό για τη μετατροπή της προσδοκώμενης, ex ante χρησιμότητας σε ex post πραγματοποίηση. Η ελεύθερη αγορά μεγιστοποιεί πάντοτε και την ex ante κοινωνική χρησιμότητα. Στην πολιτική δράση, αντιθέτως, δεν υπάρχει τέτοιος μηχανισμός· πράγματι, η πολιτική διαδικασία τείνει εγγενώς να καθυστερεί και να ματαιώνει την πραγματοποίηση οποιωνδήποτε προσδοκώμενων οφελών. Επιπλέον, η απόκλιση μεταξύ των ex post οφελών μέσω του κράτους και μέσω της αγοράς είναι ακόμη μεγαλύτερη από αυτήν· διότι θα διαπιστώσουμε ότι, σε κάθε περίπτωση κρατικής παρέμβασης, οι έμμεσες συνέπειες θα είναι τέτοιες ώστε να κάνουν την παρέμβαση να φαίνεται χειρότερη στα μάτια πολλών από τους αρχικούς υποστηρικτές της.

Thus, we see that the free market contains a smooth, efficient mechanism for bringing anticipated, ex ante utility into the realization of ex post. The free market always maximizes ex ante social utility as well. In political action, on the contrary, there is no such mechanism; indeed, the political process inherently tends to delay and thwart the realization of any expected gains. Furthermore, the divergence between ex post gains through government and through the market is even greater than this; for we shall find that in every instance of government intervention, the indirect consequences will be such as to make the intervention appear worse in the eyes of many of its original supporters.

43

Συνοψίζοντας, η ελεύθερη αγορά ωφελεί πάντοτε κάθε συμμετέχοντα και μεγιστοποιεί την κοινωνική χρησιμότητα ex ante· τείνει επίσης να την μεγιστοποιεί ex post, καθώς λειτουργεί για την ταχεία μετατροπή των προσδοκιών σε πραγματικότητα. Με την παρέμβαση, μία ομάδα κερδίζει άμεσα εις βάρος μιας άλλης και, επομένως, η κοινωνική χρησιμότητα δεν μπορεί να αυξηθεί· η επίτευξη των σκοπών παρεμποδίζεται αντί να διευκολύνεται· και, όπως θα δούμε, οι έμμεσες συνέπειες είναι τέτοιες ώστε πολλοί από τους ίδιους τους παρεμβαίνοντες να χάνουν χρησιμότητα ex post. Το υπόλοιπο αυτού του έργου αφιερώνεται σε μεγάλο βαθμό στην ανίχνευση των έμμεσων συνεπειών των διαφόρων μορφών κρατικής παρέμβασης.

In sum, the free market always benefits every participant, and it maximizes social utility ex ante; it also tends to do so ex post, since it works for the rapid conversion of anticipations into realizations. With intervention, one group gains directly at the expense of another, and therefore social utility cannot be increased; the attainment of goals is blocked rather than facilitated; and, as we shall see, the indirect consequences are such that many interveners themselves will lose utility ex post. The remainder of this work is largely devoted to tracing the indirect consequences of various forms of governmental intervention.

44

← Κεφάλαιο 1. Η Προστασία στην Ελεύθερη αγοράΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 3. Τριγωνική Παρέμβαση →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»