Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 1. Η Προστασία στην Ελεύθερη αγορά
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 12. Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην ΑγοράΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 2. Θεμελιώδεις αρχές της παρέμβασης →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 1. Η Προστασία στην Ελεύθερη αγορά
↗ στη σελίδα του βιβλίουChapter 1 — Defense Services on the Free Market
Οι οικονομολόγοι έχουν αναφερθεί αναρίθμητες φορές στην «ελεύθερη αγορά», στο κοινωνικό σύνολο των εκούσιων ανταλλαγών αγαθών και υπηρεσιών. Ωστόσο, παρά την εκτενή αυτή ενασχόληση, η ανάλυσή τους έχει παραμελήσει τις βαθύτερες συνέπειες της ελεύθερης ανταλλαγής. Έτσι, έχει γενικά παραβλεφθεί το γεγονός ότι η ελεύθερη ανταλλαγή σημαίνει ανταλλαγή τίτλων κυριότητας επί περιουσίας και ότι, επομένως, ο οικονομολόγος οφείλει να διερευνήσει τις συνθήκες και τη φύση της ιδιοκτησίας που θα επικρατούσαν στην ελεύθερη κοινωνία. Αν ελεύθερη κοινωνία σημαίνει έναν κόσμο στον οποίο κανείς δεν επιτίθεται στο πρόσωπο ή στην περιουσία άλλων, τότε αυτό συνεπάγεται μια κοινωνία στην οποία κάθε άνθρωπος έχει το απόλυτο δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του εαυτού του και επί των προηγουμένως αδέσποτων φυσικών πόρων που βρίσκει, μετασχηματίζει με τη δική του εργασία και κατόπιν δωρίζει ή ανταλλάσσει με άλλους.1 Ένα ασφαλές δικαίωμα ιδιοκτησίας επί του εαυτού του και επί των πόρων που βρίσκει, μετασχηματίζει και δωρίζει ή ανταλλάσσει οδηγεί στη διάρθρωση ιδιοκτησίας που συναντάται στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς. Έτσι, ο οικονομολόγος δεν μπορεί να αναλύσει πλήρως τη διάρθρωση των ανταλλαγών της ελεύθερης αγοράς χωρίς να εκθέσει τη θεωρία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, της δικαιοσύνης στην ιδιοκτησία, που θα έπρεπε να ισχύει σε μια κοινωνία ελεύθερης αγοράς.
ECONOMISTS HAVE REFERRED INNUMERABLE TIMES to the “free market,” the social array of voluntary exchanges of goods and services. But despite this abundance of treatment, their analysis has slighted the deeper implications of free exchange. Thus, there has been general neglect of the fact that free exchange means exchange of titles of ownership to property, and that, therefore, the economist is obliged to inquire into the conditions and the nature of the property ownership that would obtain in the free society. If a free society means a world in which no one aggresses against the person or property of others, then this implies a society in which every man has the absolute right of property in his own self and in the previously unowned natural resources that he finds, transforms by his own labor, and then gives to or exchanges with others. A firm property right in one’s own self and in the resources that one finds, transforms, and gives or exchanges, leads to the property structure that is found in free-market capitalism. Thus, an economist cannot fully analyze the exchange structure of the free market without setting forth the theory of property rights, of justice in property, that would have to obtain in a free-market society.
Στην ανάλυσή μας για την ελεύθερη αγορά στο Man, Economy, and State, υποθέσαμε ότι δεν συντελείται καμία προσβολή της ιδιοκτησίας, είτε επειδή όλοι απέχουν εκουσίως από τέτοιες επιθέσεις είτε επειδή οποιαδήποτε μέθοδος άμυνας με τη χρήση βίας υπάρχει στην ελεύθερη αγορά αρκεί για να αποτρέψει κάθε τέτοια επίθεση. Οι οικονομολόγοι, όμως, σχεδόν πάντοτε και παραδόξως, υπέθεταν ότι η αγορά πρέπει να διατηρείται ελεύθερη μέσω επιθετικών και ανελεύθερων ενεργειών — εν ολίγοις, μέσω κρατικών θεσμών έξω από το πλέγμα της αγοράς.
In our analysis of the free market in Man, Economy, and State, we assumed that no invasion of property takes place there, either because everyone voluntarily refrains from such aggression or because whatever method of forcible defense exists on the free market is sufficient to prevent any such aggression. But economists have almost invariably and paradoxically assumed that the market must be kept free by the use of invasive and unfree actions—in short, by governmental institutions outside the market nexus.
Η παροχή υπηρεσιών προστασίας στην ελεύθερη αγορά θα σήμαινε τη διατήρηση του αξιώματος της ελεύθερης κοινωνίας, δηλαδή ότι δεν επιτρέπεται καμία χρήση σωματικής βίας παρά μόνο για άμυνα εναντίον εκείνων που χρησιμοποιούν βία για να προσβάλουν πρόσωπο ή περιουσία. Αυτό θα συνεπαγόταν την πλήρη απουσία κρατικού μηχανισμού ή κυβέρνησης· διότι το κράτος, σε αντίθεση με όλα τα άλλα πρόσωπα και τους θεσμούς της κοινωνίας, αποκτά τα έσοδά του όχι μέσω ελεύθερα συνομολογημένων ανταλλαγών, αλλά μέσω ενός συστήματος μονομερούς καταναγκασμού που ονομάζεται «φορολογία». Η προστασία στην ελεύθερη κοινωνία —συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών προστασίας του προσώπου και της περιουσίας, όπως η αστυνομική προστασία και οι δικαστικές κρίσεις— θα έπρεπε, επομένως, να παρέχεται από ανθρώπους ή επιχειρήσεις που: (α) αποκτούν τα έσοδά τους εκουσίως και όχι μέσω καταναγκασμού και (β) δεν οικειοποιούνται, όπως κάνει το κράτος, ένα καταναγκαστικό μονοπώλιο αστυνομικής ή δικαστικής προστασίας. Μόνο μια τέτοια ελευθεριστική παροχή υπηρεσιών προστασίας θα ήταν συμβατή με την ελεύθερη αγορά και την ελεύθερη κοινωνία. Έτσι, οι επιχειρήσεις προστασίας θα έπρεπε να ανταγωνίζονται εξίσου ελεύθερα και να απέχουν εξίσου από τον καταναγκασμό εναντίον μη επιτιθέμενων, όπως όλοι οι άλλοι προμηθευτές αγαθών και υπηρεσιών στην ελεύθερη αγορά. Οι υπηρεσίες προστασίας, όπως όλες οι άλλες υπηρεσίες, θα μπορούσαν να αποτελούν αντικείμενο συναλλαγής στην αγορά, και μόνο τέτοιο.
A supply of defense services on the free market would mean maintaining the axiom of the free society, namely, that there be no use of physical force except in defense against those using force to invade person or property. This would imply the complete absence of a State apparatus or government; for the State, unlike all other persons and institutions in society, acquires its revenue, not by exchanges freely contracted, but by a system of unilateral coercion called “taxation.” Defense in the free society (including such defense services to person and property as police protection and judicial findings) would therefore have to be supplied by people or firms who (a) gained their revenue voluntarily rather than by coercion and (b) did not—as the State does—arrogate to themselves a compulsory monopoly of police or judicial protection. Only such libertarian provision of defense service would be consonant with a free market and a free society. Thus, defense firms would have to be as freely competitive and as noncoercive against noninvaders as are all other suppliers of goods and services on the free market. Defense services, like all other services, would be marketable and marketable only.
Εκείνοι οι οικονομολόγοι και οι άλλοι συγγραφείς που ασπάζονται τη φιλοσοφία του laissez-faire πιστεύουν ότι η ελευθερία της αγοράς πρέπει να διαφυλάσσεται και ότι τα δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν πρέπει να προσβάλλονται. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύουν ακράδαντα ότι η υπηρεσία προστασίας δεν μπορεί να παρασχεθεί από την αγορά και ότι, επομένως, η άμυνα έναντι της προσβολής της ιδιοκτησίας πρέπει να παρέχεται έξω από την ελεύθερη αγορά, μέσω της καταναγκαστικής ισχύος του κράτους. Επιχειρηματολογώντας έτσι, εμπλέκονται σε μια άλυτη αντίφαση, διότι εγκρίνουν και υποστηρίζουν τη μαζική προσβολή της ιδιοκτησίας από τον ίδιο τον φορέα —το κράτος— που υποτίθεται ότι προστατεύει τους ανθρώπους από τέτοιες προσβολές! Διότι ένα κράτος laissez-faire θα έπρεπε αναγκαστικά να αποσπά τα έσοδά του μέσω της προσβολής της ιδιοκτησίας που ονομάζεται φορολογία και θα οικειοποιούνταν ένα καταναγκαστικό μονοπώλιο υπηρεσιών προστασίας σε κάποια αυθαίρετα οριοθετημένη εδαφική περιοχή. Οι θεωρητικοί του laissez-faire —με τους οποίους συντάσσονται εδώ σχεδόν όλοι οι άλλοι συγγραφείς— επιχειρούν να απαλλάξουν τη θέση τους από αυτή την κραυγαλέα αντίφαση, υποστηρίζοντας ότι μια υπηρεσία προστασίας αμιγώς ελεύθερης αγοράς δεν θα μπορούσε να υπάρξει και ότι, επομένως, όσοι αποδίδουν μεγάλη αξία στην άμυνα με τη χρήση βίας εναντίον της βίας θα έπρεπε να καταφύγουν στο κράτος —παρά τη ζοφερή ιστορική του διαδρομή ως μεγάλου μηχανισμού επιθετικής βίας — ως αναγκαίο κακό για την προστασία του προσώπου και της περιουσίας.
Those economists and others who espouse the philosophy of laissez faire believe that the freedom of the market should be upheld and that property rights must not be invaded. Nevertheless, they strongly believe that defense service cannot be supplied by the market and that defense against invasion of property must therefore be supplied outside the free market, by the coercive force of the government. In arguing thus, they are caught in an insoluble contradiction, for they sanction and advocate massive invasion of property by the very agency (government) that is supposed to defend people against invasion! For a laissez-faire government would necessarily have to seize its revenues by the invasion of property called taxation and would arrogate to itself a compulsory monopoly of defense services over some arbitrarily designated territorial area. The laissez-faire theorists (who are here joined by almost all other writers) attempt to redeem their position from this glaring contradiction by asserting that a purely free-market defense service could not exist and that therefore those who value highly a forcible defense against violence would have to fall back on the State (despite its black historical record as the great engine of invasive violence) as a necessary evil for the protection of person and property.
Οι οπαδοί του laissez-faire προβάλλουν αρκετές ενστάσεις στην ιδέα της προστασίας μέσω της ελεύθερης αγοράς. Μία ένσταση υποστηρίζει ότι, εφόσον μια ελεύθερη αγορά ανταλλαγών προϋποθέτει ένα σύστημα δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, το κράτος είναι αναγκαίο για να ορίσει και να κατανείμει αυτά τα δικαιώματα. Είδαμε όμως ότι οι αρχές μιας ελεύθερης κοινωνίας πράγματι συνεπάγονται μια πολύ συγκεκριμένη θεωρία δικαιωμάτων ιδιοκτησίας: την αυτοκυριότητα και την ιδιοκτησία των φυσικών πόρων που κάποιος βρίσκει και μετασχηματίζει με την εργασία του. Επομένως, κανένα κράτος ή παρόμοιος φορέας αντίθετος προς την αγορά δεν είναι αναγκαίος για να ορίσει ή να κατανείμει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Αυτό μπορεί και πρόκειται να γίνει μέσω της χρήσης του λόγου και μέσω των ίδιων των διαδικασιών της αγοράς· οποιαδήποτε άλλη κατανομή ή ορισμός θα ήταν εντελώς αυθαίρετα και αντίθετα προς τις αρχές της ελεύθερης κοινωνίας.
The laissez-faireists offer several objections to the idea of free-market defense. One objection holds that, since a free market of exchanges presupposes a system of property rights, therefore the State is needed to define and allocate the structure of such rights. But we have seen that the principles of a free society do imply a very definite theory of property rights, namely, self-ownership and the ownership of natural resources found and transformed by one’s labor. Therefore, no State or similar agency contrary to the market is needed to define or allocate property rights. This can and will be done by the use of reason and through market processes themselves; any other allocation or definition would be completely arbitrary and contrary to the principles of the free society.
Ένα παρόμοιο δόγμα υποστηρίζει ότι η προστασία πρέπει να παρέχεται από το κράτος λόγω της μοναδικής της θέσης ως αναγκαίας προϋπόθεσης της δραστηριότητας της αγοράς, ως λειτουργίας χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει οικονομία της αγοράς. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό αποτελεί λογικό άλμα που αποδεικνύει υπερβολικά πολλά. Η πλάνη των κλασικών οικονομολόγων ήταν ότι εξέταζαν τα αγαθά και τις υπηρεσίες ως μεγάλες κατηγορίες· αντιθέτως, η σύγχρονη οικονομική επιστήμη καταδεικνύει ότι οι υπηρεσίες πρέπει να εξετάζονται ως οριακές μονάδες. Διότι όλες οι πράξεις στην αγορά αφορούν το περιθώριο. Αν αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε ολόκληρες κατηγορίες αντί για οριακές μονάδες, μπορούμε να ανακαλύψουμε μυριάδες αναγκαία, απαραίτητα αγαθά και υπηρεσίες, τα οποία θα μπορούσαν όλα να θεωρηθούν «προϋποθέσεις» της δραστηριότητας της αγοράς. Δεν είναι ζωτικός ο χώρος της γης, ή η τροφή για κάθε συμμετέχοντα, ή η ένδυση, ή η στέγη; Μπορεί μια αγορά να υπάρξει για πολύ χωρίς αυτά; Και τι γίνεται με το χαρτί, που έχει καταστεί βασικό προαπαιτούμενο της δραστηριότητας της αγοράς στη σύνθετη σύγχρονη οικονομία; Πρέπει, επομένως, όλα αυτά τα αγαθά και οι υπηρεσίες να παρέχονται από το κράτος και μόνο από αυτό;
A similar doctrine holds that defense must be supplied by the State because of the unique status of defense as a necessary precondition of market activity, as a function without which a market economy could not exist. Yet this argument is a non sequitur that proves far too much. It was the fallacy of the classical economists to consider goods and services in terms of large classes; instead, modern economics demonstrates that services must be considered in terms of marginal units. For all actions on the market are marginal. If we begin to treat whole classes instead of marginal units, we can discover a great myriad of necessary, indispensable goods and services all of which might be considered as “preconditions” of market activity. Is not land room vital, or food for each participant, or clothing, or shelter? Can a market long exist without them? And what of paper, which has become a basic requisite of market activity in the complex modern economy? Must all these goods and services therefore be supplied by the State and the State only?
Ο οπαδός του laissez-faire υποθέτει επίσης ότι πρέπει να υπάρχει στην κοινωνία ένα ενιαίο καταναγκαστικό μονοπώλιο καταναγκασμού και λήψης αποφάσεων· ότι πρέπει, για παράδειγμα, να υπάρχει ένα Ανώτατο Δικαστήριο που θα εκδίδει τελικές και αδιαμφισβήτητες αποφάσεις. Δεν αναγνωρίζει, όμως, ότι ο κόσμος έζησε αρκετά καλά σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του χωρίς έναν μοναδικό, υπέρτατο φορέα λήψης αποφάσεων για ολόκληρη την κατοικημένη επιφάνειά του. Ο Αργεντινός, για παράδειγμα, ζει σε κατάσταση «αναρχίας», απουσίας κοινής κυβέρνησης, σε σχέση με τον πολίτη της Ουρουγουάης — ή της Κεϋλάνης. Και όμως, οι ιδιώτες πολίτες αυτών και άλλων χωρών ζουν και συναλλάσσονται μεταξύ τους χωρίς να εμπλέκονται σε άλυτες νομικές συγκρούσεις, παρά την απουσία κοινού κρατικού άρχοντα. Ο Αργεντινός που πιστεύει ότι δέχθηκε επίθεση από έναν Κεϋλανέζο, για παράδειγμα, προσφεύγει σε αργεντινό δικαστήριο, και η απόφασή του αναγνωρίζεται από τα δικαστήρια της Κεϋλάνης — και αντιστρόφως, αν ο ζημιωθείς είναι ο Κεϋλανέζος. Μολονότι είναι αλήθεια ότι τα χωριστά έθνη-κράτη πολεμούσαν αδιάκοπα μεταξύ τους, οι ιδιώτες πολίτες των διαφόρων χωρών, παρά τα πολύ διαφορετικά νομικά συστήματα, έχουν κατορθώσει να συμβιώνουν αρμονικά χωρίς μία ενιαία κυβέρνηση πάνω από αυτούς. Αν οι πολίτες της βόρειας Μοντάνα και του Σασκάτσουαν, στην άλλη πλευρά των συνόρων, μπορούν να ζουν και να συναλλάσσονται αρμονικά χωρίς κοινή κυβέρνηση, το ίδιο μπορούν και οι πολίτες της βόρειας και της νότιας Μοντάνα. Εν ολίγοις, τα σημερινά σύνορα των εθνών είναι αμιγώς ιστορικά και αυθαίρετα, και δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη για μονοπωλιακή κυβέρνηση επί των πολιτών μιας χώρας από όση υπάρχει για μια τέτοια κυβέρνηση μεταξύ των πολιτών δύο διαφορετικών εθνών.
The laissez-faireist also assumes that there must be a single compulsory monopoly of coercion and decision-making in society, that there must, for example, be one Supreme Court to hand down final and unquestioned decisions. But he fails to recognize that the world has lived quite well throughout its existence without a single, ultimate decision-maker over its whole inhabited surface. The Argentinian, for example, lives in a state of “anarchy,” of nongovernment, in relation to the citizen of Uruguay—or of Ceylon. And yet the private citizens of these and other countries live and trade together without getting into insoluble legal conflicts, despite the absence of a common governmental ruler. The Argentinian who believes he has been aggressed upon by a Ceylonese, for example, takes his grievance to an Argentinian court, and its decision is recognized by the Ceylonese courts—and vice versa if the Ceylonese is the aggrieved party. Although it is true that the separate nation- States have warred interminably against each other, the private citizens of the various countries, despite widely differing legal systems, have managed to live together in harmony without having a single government over them. If the citizens of northern Montana and of Saskatchewan across the border can live and trade together in harmony without a common government, so can the citizens of northern and of southern Montana. In short, the present-day boundaries of nations are purely historical and arbitrary, and there is no more need for a monopoly government over the citizens of one country than there is for one between the citizens of two different nations.
Είναι, παρεμπιπτόντως, ακόμη πιο παράξενο ότι, ενώ οι οπαδοί του laissez-faire θα έπρεπε, σύμφωνα με τη λογική της θέσης τους, να είναι ένθερμοι υποστηρικτές μιας ενιαίας, ενοποιημένης παγκόσμιας κυβέρνησης, ώστε κανείς να μη ζει σε κατάσταση «αναρχίας» σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο, σχεδόν ποτέ δεν είναι. Και μόλις γίνει δεκτό ότι μια ενιαία παγκόσμια κυβέρνηση δεν είναι αναγκαία, πού μπορεί κανείς λογικά να θέσει το όριο ως προς το επιτρεπτό των χωριστών κρατών; Αν ο Καναδάς και οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αποτελούν χωριστά έθνη χωρίς να καταγγέλλονται ότι βρίσκονται σε κατάσταση ανεπίτρεπτης «αναρχίας», γιατί να μην μπορεί ο Νότος να αποσχιστεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες; Η Πολιτεία της Νέας Υόρκης από την Ένωση; Η πόλη της Νέας Υόρκης από την πολιτεία; Γιατί να μην μπορεί να αποσχιστεί το Μανχάταν; Κάθε γειτονιά; Κάθε οικοδομικό τετράγωνο; Κάθε σπίτι; Κάθε άνθρωπος; Αλλά, φυσικά, αν κάθε άνθρωπος μπορεί να αποσχιστεί από το κράτος, έχουμε ουσιαστικά φθάσει στην αμιγώς ελεύθερη κοινωνία, όπου η προστασία παρέχεται μαζί με όλες τις άλλες υπηρεσίες από την ελεύθερη αγορά και όπου το επιθετικό κράτος έχει πάψει να υπάρχει.
It is all the more curious, incidentally, that while laissez-faireists should by the logic of their position, be ardent believers in a single, unified world government, so that no one will live in a state of “anarchy” in relation to anyone else, they almost never are. And once one concedes that a single world government is not necessary, then where does one logically stop at the permissibility of separate states? If Canada and the United States can be separate nations without being denounced as being in a state of impermissible “anarchy,” why may not the South secede from the United States? New York State from the Union? New York City from the state? Why may not Manhattan secede? Each neighborhood? Each block? Each house? Each person? But, of course, if each person may secede from government, we have virtually arrived at the purely free society, where defense is supplied along with all other services by the free market and where the invasive State has ceased to exist.
Ο ρόλος των ελεύθερα ανταγωνιζόμενων δικαιοδοτικών θεσμών υπήρξε, πράγματι, πολύ σημαντικότερος στην ιστορία της Δύσης από όσο συχνά αναγνωρίζεται. Το εμπορικό εθιμικό δίκαιο, το ναυτικό δίκαιο και μεγάλο μέρος του κοινού δικαίου άρχισαν να αναπτύσσονται από ιδιώτες δικαστές που ανταγωνίζονταν μεταξύ τους και στους οποίους προσέφευγαν οι διάδικοι λόγω της ειδημοσύνης τους στους σχετικούς νομικούς τομείς.2 Οι εμποροπανηγύρεις της Καμπανίας και τα μεγάλα κέντρα διεθνούς εμπορίου του Μεσαίωνα διέθεταν ελεύθερα ανταγωνιζόμενα δικαστήρια, και οι άνθρωποι μπορούσαν να προσφεύγουν σε εκείνα που θεωρούσαν ακριβέστερα στις κρίσεις τους και αποτελεσματικότερα.
The role of freely competitive judiciaries has, in fact, been far more important in the history of the West than is often recognized. The law merchant, admiralty law, and much of the common law began to be developed by privately competitive judges, who were sought out by litigants for their expertise in understanding the legal areas involved. The fairs of Champagne and the great marts of international trade in the Middle Ages enjoyed freely competitive courts, and people could patronize those that they deemed most accurate and efficient.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, λίγο λεπτομερέστερα πώς θα μπορούσε να είναι ένα σύστημα προστασίας της ελεύθερης αγοράς. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι είναι αδύνατον να σχεδιαστούν εκ των προτέρων οι ακριβείς θεσμικές συνθήκες οποιασδήποτε αγοράς, όπως θα ήταν αδύνατον πριν από πενήντα χρόνια να προβλεφθεί η ακριβής διάρθρωση της σημερινής τηλεοπτικής βιομηχανίας. Μπορούμε, ωστόσο, να υποθέσουμε ορισμένα στοιχεία της λειτουργίας ενός ελεύθερα ανταγωνιστικού συστήματος αστυνομικών και δικαστικών υπηρεσιών που παρέχονται στην αγορά. Πιθανότατα, τέτοιες υπηρεσίες θα πωλούνταν βάσει προκαταβολικής συνδρομής, με τακτική καταβολή ασφαλίστρων και παροχή υπηρεσιών όταν ζητούνταν. Αναμφίβολα θα εμφανίζονταν πολλοί ανταγωνιστές, καθένας από τους οποίους θα προσπαθούσε, αποκτώντας φήμη αποτελεσματικότητας και εντιμότητας, να εξασφαλίσει καταναλωτική πελατεία για τις υπηρεσίες του. Φυσικά, είναι δυνατόν σε ορισμένες περιοχές ένας μόνο φορέας να υπερίσχυε όλων των άλλων στον ανταγωνισμό· αυτό όμως δεν φαίνεται πιθανό, αν αναλογιστούμε ότι δεν υπάρχει εδαφικό μονοπώλιο και ότι οι αποτελεσματικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να ανοίγουν υποκαταστήματα σε άλλες γεωγραφικές περιοχές. Φαίνεται επίσης πιθανό ότι οι αστυνομικές και δικαστικές υπηρεσίες θα παρέχονταν από ασφαλιστικές εταιρείες, επειδή θα είχαν άμεσο συμφέρον να μειώνουν την εγκληματικότητα όσο το δυνατόν περισσότερο.
Let us, then, examine in a little more detail what a free-market defense system might look like. It is, we must realize, impossible to blueprint the exact institutional conditions of any market in advance, just as it would have been impossible 50 years ago to predict the exact structure of the television industry today. However, we can postulate some of the workings of a freely competitive, marketable system of police and judicial services. Most likely, such services would be sold on an advance subscription basis, with premiums paid regularly and services to be supplied on call. Many competitors would undoubtedly arise, each attempting, by earning a reputation for efficiency and probity, to win a consumer market for its services. Of course, it is possible that in some areas a single agency would outcompete all others, but this does not seem likely when we realize that there is no territorial monopoly and that efficient firms would be able to open branches in other geographical areas. It seems likely, also, that supplies of police and judicial service would be provided by insurance companies, because it would be to their direct advantage to reduce the amount of crime as much as possible.
Μια συνήθης ένσταση ως προς το εφικτό της παροχής προστασίας στην αγορά —το αν είναι επιθυμητή δεν αποτελεί εδώ το ζήτημα— έχει ως εξής: ας υποθέσουμε ότι ο Jones είναι συνδρομητής του Φορέα Προστασίας Χ και ο Smith συνδρομητής του Φορέα Προστασίας Υ. Για λόγους ευκολίας θα υποθέσουμε ότι ο φορέας προστασίας περιλαμβάνει αστυνομική δύναμη και ένα ή περισσότερα δικαστήρια, μολονότι στην πράξη αυτές οι δύο λειτουργίες θα μπορούσαν κάλλιστα να ασκούνται από χωριστές επιχειρήσεις. Ο Smith ισχυρίζεται ότι ο Jones του επιτέθηκε ή τον λήστεψε· ο Jones αρνείται την κατηγορία. Πώς, λοιπόν, θα απονεμηθεί δικαιοσύνη;
One common objection to the feasibility of marketable protection (its desirability is not the problem here) runs as follows: Suppose that Jones subscribes to Defense Agency X and Smith subscribes to Defense Agency Y. (We will assume for convenience that the defense agency includes a police force and a court or courts, although in practice these two functions might well be performed by separate firms.) Smith alleges that he has been assaulted, or robbed, by Jones; Jones denies the charge. How, then, is justice to be dispensed?
Είναι σαφές ότι ο Smith θα υποβάλει κατηγορίες κατά του Jones και θα κινήσει διαδικασία αγωγής ή δίκης στο δικαστικό σύστημα Υ. Ο Jones καλείται να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των κατηγοριών, μολονότι δεν μπορεί να υπάρχει εξουσία καταναγκαστικής κλήτευσης, καθώς κάθε είδους βία που χρησιμοποιείται εναντίον ανθρώπου ο οποίος δεν έχει ακόμη καταδικαστεί για έγκλημα αποτελεί η ίδια επιθετική και εγκληματική πράξη, ασύμβατη με την ελεύθερη κοινωνία που έχουμε υποθέσει. Αν ο Jones κριθεί αθώος, ή αν κριθεί ένοχος και αποδεχθεί την κρίση, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα σε αυτό το επίπεδο, και τα δικαστήρια Υ λαμβάνουν στη συνέχεια τα κατάλληλα μέτρα τιμωρίας.3 Τι γίνεται όμως αν ο Jones αμφισβητήσει την κρίση; Σε αυτή την περίπτωση μπορεί είτε να φέρει την υπόθεση στο δικό του δικαστικό σύστημα Χ είτε να την παραπέμψει απευθείας σε ένα ιδιωτικό, ανταγωνιστικό Εφετείο, ενός τύπου που αναμφίβολα θα εμφανιστεί σε αφθονία στην αγορά για να καλύψει τη μεγάλη ανάγκη για τέτοια δικαστήρια. Πιθανότατα θα υπάρχουν μόνο λίγα συστήματα Εφετείων, πολύ λιγότερα από τα πρωτοβάθμια δικαστήρια, και καθένα από τα κατώτερα δικαστήρια θα προβάλλει στους πελάτες του τη συμμετοχή του σε εκείνα τα συστήματα Εφετείων που διακρίνονται για την αποτελεσματικότητα και την εντιμότητά τους. Η απόφαση του Εφετείου μπορεί τότε να θεωρείται δεσμευτική από την κοινωνία. Πράγματι, στον βασικό νομικό κώδικα της ελεύθερης κοινωνίας πιθανότατα θα κατοχυρωνόταν κάποια διάταξη όπως ότι η απόφαση οποιωνδήποτε δύο δικαστηρίων θα θεωρείται δεσμευτική, δηλαδή θα αποτελεί το σημείο στο οποίο το δικαστήριο θα μπορεί να λάβει μέτρα εναντίον του μέρους που κρίθηκε ένοχο.4
Clearly, Smith will file charges against Jones and institute suit or trial proceedings in the Y court system. Jones is invited to defend himself against the charges, although there can be no subpoena power, since any sort of force used against a man not yet convicted of a crime is itself an invasive and criminal act that could not be consonant with the free society we have been postulating. If Jones is declared innocent, or if he is declared guilty and consents to the finding, then there if no problem on this level, and the Y courts then institute suitable measures of punishment. But what if Jones challenges the finding? In that case, he can either take the case to his X court system, or take it directly to a privately competitive Appeals Court of a type that will undoubtedly spring up in abundance on the market to fill the great need for such tribunals. Probably there will be just a few Appeals Court systems, far fewer than the number of primary courts, and each of the lower courts will boast to its customers about being members of those Appeals Court systems noted for their efficiency and probity. The Appeals Court decision can then be taken by the society as binding. Indeed, in the basic legal code of the free society, there probably would be enshrined some such clause as that the decision of any two courts will be considered binding, i.e., will be the point at which the court will be able to take action against the party adjudged guilty.
Κάθε νομικό σύστημα χρειάζεται κάποιο κοινωνικά συμφωνημένο σημείο περάτωσης, ένα σημείο στο οποίο η δικαστική διαδικασία σταματά και αρχίζει η τιμωρία του καταδικασμένου εγκληματία. Αλλά δεν χρειάζεται να επιβληθεί ένα μοναδικό μονοπωλιακό δικαστήριο τελικής κρίσης και, φυσικά, αυτό δεν μπορεί να επιβληθεί σε μια ελεύθερη κοινωνία· ένας ελευθεριστικός νομικός κώδικας θα μπορούσε κάλλιστα να προβλέπει περάτωση της διαδικασίας με την κρίση δύο δικαστηρίων, καθώς υπάρχουν πάντοτε δύο αντιμαχόμενα μέρη, ο ενάγων και ο εναγόμενος.
Every legal system needs some sort of socially-agreed-upon cutoff point, a point at which judicial procedure stops and punishment against the convicted criminal begins. But a single monopoly court of ultimate decision-making need not be imposed and of course cannot be in a free society; and a libertarian legal code might well have a two-court cutoff point, since there are always two contesting parties, the plaintiff and the defendant.
Μια άλλη συνήθης ένσταση ως προς τη λειτουργικότητα της προστασίας στην ελεύθερη αγορά θέτει το ερώτημα: δεν θα μπορούσαν ένας ή περισσότεροι από τους φορείς προστασίας να στρέψουν την καταναγκαστική τους ισχύ σε εγκληματικές χρήσεις; Εν ολίγοις, δεν θα μπορούσε ένας ιδιωτικός αστυνομικός φορέας να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του για να επιτεθεί σε άλλους, ή ένα ιδιωτικό δικαστήριο να συμπράξει για την έκδοση δόλιων αποφάσεων και έτσι να επιτεθεί στους συνδρομητές και στα θύματά του; Πολύ συχνά θεωρείται δεδομένο ότι εκείνοι που υποστηρίζουν μια κοινωνία χωρίς κράτος είναι επίσης αρκετά αφελείς ώστε να πιστεύουν ότι, σε μια τέτοια κοινωνία, όλοι οι άνθρωποι θα ήταν «καλοί» και κανείς δεν θα ήθελε να επιτεθεί στον γείτονά του. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε καμία τέτοια μαγική ή θαυματουργή μεταβολή της ανθρώπινης φύσης. Φυσικά, ορισμένοι από τους ιδιωτικούς φορείς προστασίας θα καταστούν εγκληματικοί, όπως ορισμένοι άνθρωποι γίνονται εγκληματίες σήμερα. Αλλά το ζήτημα είναι ότι σε μια κοινωνία χωρίς κράτος δεν θα υπήρχε τακτικός, νομιμοποιημένος δίαυλος εγκλήματος και επίθεσης, κανένας κρατικός μηχανισμός ο έλεγχος του οποίου παρέχει ασφαλές μονοπώλιο προσβολής του προσώπου και της περιουσίας. Όταν υπάρχει κράτος, υπάρχει πράγματι ένας τέτοιος ενσωματωμένος δίαυλος: η καταναγκαστική φορολογική εξουσία και το υποχρεωτικό μονοπώλιο προστασίας με τη χρήση βίας. Στην κοινωνία της αμιγώς ελεύθερης αγοράς, ένας αστυνομικός ή δικαστικός φορέας που θα επιχειρούσε να εγκληματήσει θα δυσκολευόταν πολύ να καταλάβει την εξουσία, καθώς δεν θα υπήρχε οργανωμένος κρατικός μηχανισμός για να τον καταλάβει και να τον χρησιμοποιήσει ως όργανο επιβολής διαταγών. Η δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού εκ του μηδενός είναι πολύ δύσκολη και, πράγματι, σχεδόν αδύνατη· ιστορικά, οι κρατικοί άρχοντες χρειάστηκαν αιώνες για να εγκαθιδρύσουν έναν λειτουργικό κρατικό μηχανισμό. Επιπλέον, η κοινωνία της αμιγώς ελεύθερης αγοράς, χωρίς κράτος, θα περιείχε ένα σύστημα ενσωματωμένων «ελέγχων και αντιβάρων» που θα καθιστούσε σχεδόν αδύνατη την επιτυχία τέτοιου οργανωμένου εγκλήματος. Έχει γίνει πολύς λόγος για τους «ελέγχους και τα αντίβαρα» στο αμερικανικό σύστημα, αλλά δύσκολα μπορούν αυτά να θεωρηθούν καν έλεγχοι, καθώς καθένας από αυτούς τους θεσμούς είναι όργανο της κεντρικής κυβέρνησης και, τελικά, του κυβερνώντος κόμματός της. Οι έλεγχοι και τα αντίβαρα στην κοινωνία χωρίς κράτος συνίστανται ακριβώς στην ελεύθερη αγορά, δηλαδή στην ύπαρξη ελεύθερα ανταγωνιζόμενων αστυνομικών και δικαστικών φορέων που θα μπορούσαν να κινητοποιηθούν γρήγορα για να καταστείλουν οποιονδήποτε παράνομο φορέα.
Another common objection to the workability of free-market defense wonders: May not one or more of the defense agencies turn its coercive power to criminal uses? In short, may not a private police agency use its force to aggress against others, or may not a private court collude to make fraudulent decisions and thus aggress against its subscribers and victims? It is very generally assumed that those who postulate a stateless society are also naive enough to believe that, in such a society, all men would be “good,” and no one would wish to aggress against his neighbor. There is no need to assume any such magical or miraculous change in human nature. Of course, some of the private defense agencies will become criminal, just as some people become criminal now. But the point is that in a stateless society there would be no regular, legalized channel for crime and aggression, no government apparatus the control of which provides a secure monopoly for invasion of person and property. When a State exists, there does exist such a built-in channel, namely, the coercive taxation power, and the compulsory monopoly of forcible protection. In the purely free-market society, a would-be criminal police or judiciary would find it very difficult to take power, since there would be no organized State apparatus to seize and use as the instrumentality of command. To create such an instrumentality de novo is very difficult, and, indeed, almost impossible; historically, it took State rulers centuries to establish a functioning State apparatus. Furthermore, the purely free-market, stateless society would contain within itself a system of built-in “checks and balances” that would make it almost impossible for such organized crime to succeed. There has been much talk about “checks and balances” in the American system, but these can scarcely be considered checks at all, since every one of these institutions is an agency of the central government and eventually of the ruling party of that government. The checks and balances in the stateless society consist precisely in the free market, i.e., the existence of freely competitive police and judicial agencies that could quickly be mobilized to put down any outlaw agency.
Είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτη εγγύηση πως μια αμιγώς αγοραία κοινωνία δεν θα έπεφτε θύμα οργανωμένης εγκληματικότητας. Αλλά αυτή η αντίληψη είναι πολύ πιο εφαρμόσιμη από την πραγματικά ουτοπική ιδέα ενός αυστηρά περιορισμένου κράτους, μιας ιδέας που δεν έχει λειτουργήσει ποτέ ιστορικά. Και αυτό είναι κατανοητό, διότι το ενσωματωμένο μονοπώλιο επίθεσης του κράτους και η εγγενής απουσία ελέγχων της ελεύθερης αγοράς τού επέτρεψαν να σπάει εύκολα κάθε δεσμό που καλοπροαίρετοι άνθρωποι επιχείρησαν να του επιβάλουν. Τέλος, το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί θα ήταν η επανεγκαθίδρυση του κράτους. Και εφόσον το κράτος είναι αυτό που έχουμε σήμερα, οποιοσδήποτε πειραματισμός με μια κοινωνία χωρίς κράτος δεν θα είχε τίποτε να χάσει και τα πάντα να κερδίσει.
It is true that there can be no absolute guarantee that a purely market society would not fall prey to organized criminality. But this concept is far more workable than the truly Utopian idea of a strictly limited government, an idea that has never worked historically. And understandably so, for the State’s built-in monopoly of aggression and inherent absence of free-market checks has enabled it to burst easily any bonds that wellmeaning people have tried to place upon it. Finally, the worst that could possibly happen would be for the State to be reestablished. And since the State is what we have now, any experimentation with a stateless society would have nothing to lose and everything to gain.
Πολλοί οικονομολόγοι αντιτίθενται στην παροχή προστασίας μέσω της αγοράς, με το επιχείρημα ότι η προστασία ανήκει σε μια υποτιθέμενη κατηγορία «συλλογικών αγαθών» που μπορούν να παρέχονται μόνο από το κράτος. Αυτή η εσφαλμένη θεωρία αντικρούεται αλλού.5 Και δύο από τους ελάχιστους οικονομολόγους που έχουν αναγνωρίσει τη δυνατότητα προστασίας μέσω μιας αμιγούς αγοράς έγραψαν:
Many economists object to marketable defense on the grounds that defense is one of an alleged category of “collective goods” that can be supplied only by the State. This fallacious theory is refuted elsewhere. And two of the very few economists who have conceded the possibility of a purely market defense have written:
Αν, λοιπόν, τα άτομα ήταν πρόθυμα να πληρώσουν αρκετά υψηλή τιμή, η προστασία, η γενική εκπαίδευση, η αναψυχή, ο στρατός, το ναυτικό, οι αστυνομικές υπηρεσίες, τα σχολεία και τα πάρκα θα μπορούσαν να παρέχονται μέσω ατομικής πρωτοβουλίας, όπως και η τροφή, η ένδυση και τα αυτοκίνητα.6
If, then, individuals were willing to pay sufficiently high price, protection, general education, recreation, the army, navy, police departments, schools and parks might be provided through individual initiative, as well as food, clothing and automobiles.6
Στην πραγματικότητα, οι Hunter και Allen υποτίμησαν σημαντικά τη δυνατότητα της ιδιωτικής δράσης να παρέχει αυτές τις υπηρεσίες, διότι ένα καταναγκαστικό μονοπώλιο, το οποίο αντλεί τα έσοδά του από γενικευμένο καταναγκασμό και όχι από τις εκούσιες πληρωμές των πελατών, είναι αναπόφευκτα πολύ λιγότερο αποτελεσματικό από μια ελεύθερα ανταγωνιστική, ιδιωτική παροχή τέτοιων υπηρεσιών. Η «τιμή» που θα καταβαλλόταν θα αποτελούσε μεγάλο όφελος για την κοινωνία και τους καταναλωτές και όχι επιβαλλόμενο πρόσθετο κόστος.
Actually, Hunter and Allen greatly underestimated the workability of private action in providing these services, for a compulsory monopoly, gaining its revenues out of generalized coercion rather than by the voluntary payment of the customers, is bound to be strikingly less efficient than a freely competitive, private enterprise supply of such services. The “price” paid would be a great gain to society and to the consumers rather than an imposed extra cost.
Έτσι, μια πραγματικά ελεύθερη αγορά είναι εντελώς ασύμβατη με την ύπαρξη κράτους, ενός θεσμού που διατείνεται ότι «υπερασπίζεται» το πρόσωπο και την περιουσία, ενώ ο ίδιος συντηρείται από τον μονομερή καταναγκασμό κατά της ιδιωτικής ιδιοκτησίας που είναι γνωστός ως φορολογία. Στην ελεύθερη αγορά, η άμυνα έναντι της βίας θα ήταν υπηρεσία όπως κάθε άλλη, διαθέσιμη από ελεύθερα ανταγωνιζόμενες ιδιωτικές οργανώσεις. Όποια προβλήματα απομένουν σε αυτόν τον τομέα θα μπορούσαν εύκολα να επιλυθούν στην πράξη μέσω της διαδικασίας της αγοράς, της ίδιας εκείνης διαδικασίας που έχει επιλύσει αναρίθμητα οργανωτικά προβλήματα πολύ μεγαλύτερης πολυπλοκότητας. Εκείνοι οι οικονομολόγοι και συγγραφείς του laissez-faire, παλαιότεροι και σύγχρονοι, που σταμάτησαν στο ανεφάρμοστα ουτοπικό ιδεώδες ενός «περιορισμένου» κράτους, παγιδεύονται σε μια σοβαρή εσωτερική αντίφαση. Αυτή την αντίφαση του laissez-faire εξέθεσε με σαφήνεια ο Βρετανός πολιτικός φιλόσοφος Auberon Herbert:
Thus, a truly free market is totally incompatible with the existence of a State, an institution that presumes to “defend” person and property by itself subsisting on the unilateral coercion against private property known as taxation. On the free market, defense against violence would be a service like any other, obtainable from freely competitive private organizations. Whatever problems remain in this area could easily be solved in practice by the market process, that very process which has solved countless organizational problems of far greater intricacy. Those laissez-faire economists and writers, past and present, who have stopped short at the impossibly Utopian ideal of a “limited” government are trapped in a grave inner contradiction. This contradiction of laissez faire was lucidly exposed by the British political philosopher, Auberon Herbert:
Ο Α πρέπει να εξαναγκάσει τον Β να συνεργαστεί μαζί του ή ο Β να εξαναγκάσει τον Α· αλλά, σε κάθε περίπτωση, η συνεργασία δεν μπορεί να εξασφαλιστεί, όπως μας λένε, αν ένα τμήμα δεν εξαναγκάζει διαρκώς ένα άλλο να σχηματίσουν κράτος. Πολύ καλά· αλλά τι απέγινε τότε το σύστημα Ατομικισμού μας; Ο Α έχει αρπάξει τον Β, ή ο Β τον Α, και τον έχει εξαναγκάσει να ενταχθεί σε ένα σύστημα που αποδοκιμάζει, αποσπά από αυτόν υπηρεσίες και πληρωμές που δεν επιθυμεί να παράσχει, έχει ουσιαστικά γίνει κύριός του — τι άλλο είναι όλα αυτά παρά Σοσιαλισμός σε μικρότερη κλίμακα; ... Πιστεύοντας, λοιπόν, ότι η κρίση κάθε ατόμου που δεν έχει επιτεθεί στον γείτονά του είναι υπέρτατη όσον αφορά τις πράξεις του και ότι αυτός είναι ο βράχος στον οποίο θεμελιώνεται ο Ατομικισμός, αρνούμαι ότι οι Α και Β μπορούν να πάνε στον Γ και να τον εξαναγκάσουν να σχηματίσει κράτος και να αποσπάσουν από αυτόν ορισμένες πληρωμές και υπηρεσίες στο όνομα αυτού του κράτους· και προχωρώ περαιτέρω, υποστηρίζοντας ότι, αν ενεργείτε κατ’ αυτόν τον τρόπο, δικαιολογείτε αμέσως τον Κρατικό Σοσιαλισμό.7
A is to compel B to co-operate with him, or B to compel A; but in any case co-operation cannot be secured, as we are told, unless, through all time, one section is compelling another section to form a State. Very good; but then what has become of our system of Individualism? A has got hold of B, or B of A, and has forced him into a system of which he disapproves, extracts service and payment from him which he does not wish to render, has virtually become his master—what is all this but Socialism on a reduced scale? . . . Believing, then, that the judgment of every individual who has not aggressed against his neighbour is supreme as regards his actions, and that this is the rock on which Individualism rests—I deny that A and B can go to C and force him to form a State and extract from him certain payments and services in the name of such State; and I go on to maintain that if you act in this manner, you at once justify State- Socialism.7
← Κεφάλαιο 12. Τα Οικονομικά της Βίαιης Παρέμβασης στην ΑγοράΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 2. Θεμελιώδεις αρχές της παρέμβασης →