Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 6. Παραγωγή: Το Επιτόκιο και ο Προσδιορισμός του

Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 5. Παραγωγή: Η ΔιάρθρωσηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 7. Παραγωγή: Γενική Τιμολόγηση των Συντελεστών →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.

Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 6. Παραγωγή: Το Επιτόκιο και ο Προσδιορισμός του

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Chapter 6 — Production: The Rate of Interest and Its Determination

1

1. Πολλά στάδια: Το καθαρό επιτόκιο

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Many Stages: The Pure Rate of Interest

2

Μέχρι αυτό το σημείο246 αντιμετωπίζαμε τη δομή της παραγωγής ως ενοποιημένη σε ένα στάδιο. Μία ή περισσότερες επιχειρήσεις ενσωμάτωναν κάθετα όλα τα στάδια παραγωγής ενός προϊόντος —με όλους τους συντελεστές να είναι ειδικοί—, έως ότου τελικά το προϊόν πωλούνταν στον καταναλωτή. Πρόκειται ασφαλώς για μη ρεαλιστική υπόθεση. Θα εξετάσουμε τώρα την κατάσταση της παραγωγής στον πραγματικό κόσμο, όπου (α) οι συντελεστές είναι τόσο μη ειδικοί όσο και ειδικοί και (β) η παραγωγή διαιρείται σε πολυάριθμα στάδια, καθώς οι συντελεστές εξακολουθούν να εργάζονται και να προχωρούν από τα ανώτερα προς τα κατώτερα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας.247 Αντί να υποθέσουμε ότι μία επιχείρηση —μία ομάδα κεφαλαιούχων— αγοράζει συντελεστές και διατηρεί την ιδιοκτησία του προϊόντος μέχρι την πώλησή του στους καταναλωτές, ας υποθέσουμε ότι σε καθορισμένα διαστήματα υπάρχουν διαφορετικές επιχειρήσεις και διαφορετικές ομάδες κεφαλαιούχων και ότι, σε κάθε τέτοιο διάστημα, το προϊόν, στο στάδιο στο οποίο έχει φτάσει έως εκείνο το σημείο, πωλείται έναντι χρήματος σε άλλον κεφαλαιούχο ή ομάδα κεφαλαιούχων. Δεν χρειάζεται να κάνουμε περιοριστικές υποθέσεις για το πόσα χωριστά στάδια υπάρχουν ή ποια μπορεί να είναι τα χρονικά διαστήματα μεταξύ των επιμέρους σταδίων. Για λόγους ευκολίας, ας επιστρέψουμε στο παράδειγμά μας και στο διάγραμμα του Σχήματος 40. Θα υποθέσουμε ότι ανταλλαγές προϊόντων και υπηρεσιών πραγματοποιούνται σε κάθε γραμμή που σημειώνεται στο διάγραμμα. Θα υποθέσουμε επιπλέον, αποκλειστικά για λόγους ευκολίας, ότι κάθε στάδιο διαρκεί το ίδιο χρονικό διάστημα.

UP TO THIS POINT WE HAVE been treating the structure of production as amalgamated into one stage. One or several firms have all been vertically integrating all the stages of production of a product (with all factors specific), until finally the product is sold to the consumer. This is certainly an unrealistic assumption. We shall now consider the production situation in the real world, where (a) factors are nonspecific as well as specific, and (b) production is divided into numerous stages, as the factors continue to work and advance from the higher to the lower stages of the production process. Instead of assuming that one firm—one set of capitalists—purchases factors and retains ownership of the product up through the sale to consumers, let us suppose that there are different firms and different sets of capitalists at definite intervals, and at each interval the product, in the stage it has reached up to that point, is sold for money to another capitalist or group of capitalists. It is not necessary to make any restrictive assumptions about how many separate stages occur or what the time intervals between individual stages might be. For purposes of convenience, let us return to our example and the diagram in Figure 40. We shall assume that exchanges of product and service take place at each line marked on the diagram. We shall further assume, for convenience only, that each stage takes the same length of time.

3

Τώρα, αντί να εισπράττει το εισόδημα από τόκο για τις υπηρεσίες του ως ενιαίο ποσό στο τελικό στάδιο, ο κεφαλαιούχος ή οι κεφαλαιούχοι αποκτούν εισόδημα από τόκο σε κάθε στάδιο.248 Εάν κάθε στάδιο διαρκεί ένα έτος, τότε ολόκληρη η παραγωγική διαδικασία του αγαθού διαρκεί έξι έτη. Όταν όλα τα στάδια συνενώνονται ή ενσωματώνονται κάθετα, τότε ένας κεφαλαιούχος —ή μια ομάδα κεφαλαιούχων— προκαταβάλλει στους ιδιοκτήτες των πρωτογενών συντελεστών το χρήμα τους έξι έτη νωρίτερα και κατόπιν περιμένει αυτό το διάστημα για να αποκτήσει το έσοδό του. Αυστηρά μιλώντας, εφόσον η εργασία και η αμοιβή της εργασίας και της γης θα ήταν συνεχείς καθώς το προϊόν προχωρούσε προς την τελική του μορφή, η εργασία και η γη που μισθώνονταν πρώτες θα πληρώνονταν, ας πούμε, κατά το πρώτο έτος, ενώ εκείνες που μισθώνονταν τελευταίες προς το τέλος του έκτου έτους. Με χωριστά στάδια, ωστόσο, κάθε κεφαλαιούχος προκαταβάλλει το χρήμα για ένα μόνο έτος.

Now, instead of collecting interest income for services in one lump sum at the final stage, the capitalist or capitalists acquire interest income at each stage. If each stage takes one year, then the entire production process for the good takes six years. When the stages are all lumped together, or vertically integrated, then one capitalist (or set of capitalists) advances the owners of original factors their money six years ahead of time and then waits for this period to acquire his revenue. (Strictly, since the work and pay of labor and land would be continual as the product advanced to its final form, the earliest hired labor and land would be paid, say, in year one, and the latest toward the end of year six.) With separate stages, however, each capitalist advances the money for only one year.

4

Ας δούμε την εικόνα σε ένα διάγραμμα, το Σχήμα 41. Πρέπει να τροποποιήσουμε κάπως το προηγούμενο διάγραμμα. Προστίθεται μια κάτω λωρίδα 100 ουγγιών, και το εισόδημα από τόκο που περιέρχεται στον κεφαλαιούχο σε αυτό το κατώτατο στάδιο υποδεικνύεται από ένα βέλος που κατευθύνεται προς τα αριστερά. Το βέλος προς τα πάνω αντιπροσωπεύει τότε το ποσό που περιέρχεται στους ιδιοκτήτες των πρωτογενών συντελεστών, της γης και της εργασίας, σε αυτό το στάδιο, ενώ η σκιασμένη περιοχή αντιπροσωπεύει το ποσό που περιέρχεται στους ιδιοκτήτες συντελεστών οι οποίοι είναι κεφαλαιουχικά αγαθά ανώτερης βαθμίδας, δηλαδή ενδιάμεσα προϊόντα. Το διάγραμμα του Σχήματος 40 δεν απεικόνιζε εισόδημα από τόκο, αλλά παρουσίαζε απλώς ολόκληρο το εισόδημα ως περιερχόμενο στους ιδιοκτήτες των πρωτογενών συντελεστών· το χρονικό στοιχείο δεν είχε ακόμη εισαχθεί στη συζήτησή μας.

Let us see the picture on a diagram (Figure 41). We must modify the previous diagram somewhat. A lower bar of 100 ounces is added, and the interest income that accrues to the capitalist at this lowest stage is indicated by an arrow going off to the left side. The upward arrow then represents the amount going to owners of original factors, land and labor, at this stage, and the shaded area the amount going to owners of capital-goods factors of a higher rank, i.e., intermediate products. The diagram in Figure 40 did not depict interest income, but simply presented all income as going to the owners of original factors; the time element had not yet been introduced into our discussion.

5

Η δομή της παραγωγής και των πληρωμών που απεικονίζεται σε αυτό το βασικό διάγραμμα έχει ως εξής: Οι καταναλωτές δαπανούν 100 ουγγιές για το εν λόγω αγαθό. Από τις 100 ουγγιές, πέντε περιέρχονται ως εισόδημα από τόκο στους πωλητές του καταναλωτικού αγαθού και 95 καταβάλλονται στους ιδιοκτήτες των συντελεστών. Στο παράδειγμά μας, 15 ουγγιές καταβάλλονται για τη χρήση των πρωτογενών συντελεστών γης και εργασίας, ενώ 80 διατίθενται για την αγορά υπηρεσιών συντελεστών που είναι κεφαλαιουχικά αγαθά ανώτερης τάξης. Στο δεύτερο στάδιο, οι κεφαλαιούχοι λαμβάνουν έσοδο 80 ουγγιών από την πώληση του προϊόντος τους.

The structure of production and payment depicted in this basic diagram is as follows: Consumers spend 100 ounces on the good in question. Of the 100 ounces, five ounces go as interest income to the sellers of the consumers’ good, and 95 are paid out to the owners of factors. In our example, 15 ounces go for the use of land and labor (original) factors, and 80 go into the purchase of factor services of capital goods of a higher order. At the second stage, capitalists receive 80 ounces in revenue from the sale of their product.

6

Από τις 80 ουγγιές, 16 διατίθενται για την αγορά συντελεστών γης και εργασίας και τέσσερις περιέρχονται ως εισόδημα από τόκο στους κεφαλαιούχους του δεύτερου επιπέδου. Οι υπόλοιπες 60 χρησιμοποιούνται για την αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών ανώτερης τάξης. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται έως ότου, στο υψηλότερο στάδιο, οι κεφαλαιούχοι της υψηλότερης τάξης λάβουν έσοδο 20 ουγγιών, κρατήσουν μία για τους ίδιους και καταβάλουν 19 στους συντελεστές γης και εργασίας. Το συνολικό εισόδημα των συντελεστών γης και εργασίας είναι 83 ουγγιές· το συνολικό εισόδημα από τόκο είναι 17 ουγγιές.

Of the 80 ounces, 16 go into the purchase of land and labor factors, and four accrue as interest income to the second-level capitalists. The remaining 60 are used for the purchase of higher-order capital goods. The same process is repeated until, on the highest stage, the highest-order capitalists receive 20 ounces of revenue, retain one for themselves, and pay out 19 to land and labor factors. The sum total of income to land and labor factors is 83 ounces; total interest income is 17 ounces.

7

Στην προηγούμενη ενότητα για τον τόκο δείξαμε ότι το χρήμα είναι πάντοτε μη ειδικό, με αποτέλεσμα στην ERE η απόδοση από τόκο της χρηματικής επένδυσης —το καθαρό επιτόκιο— να είναι η ίδια παντού στην οικονομία, ανεξάρτητα από το είδος του προϊόντος ή τις ιδιαίτερες συνθήκες παραγωγής του. Εδώ βλέπουμε μια περαιτέρω ανάπτυξη αυτής της αρχής. Το επιτόκιο πρέπει να είναι ενιαίο όχι μόνο για κάθε αγαθό, αλλά και για κάθε στάδιο κάθε αγαθού. Στο διάγραμμά μας, το ποσοστό απόδοσης από τόκο που λαμβάνουν οι ιδιοκτήτες των προϊόντων, δηλαδή οι κεφαλαιούχοι, είναι ίσο σε κάθε στάδιο. Στο κατώτατο στάδιο, οι παραγωγοί έχουν επενδύσει 95 ουγγιές σε συντελεστές —τόσο κεφαλαιουχικά αγαθά όσο και πρωτογενείς συντελεστές— και λαμβάνουν 100 ουγγιές από τους καταναλωτές, δηλαδή καθαρό εισόδημα πέντε ουγγιών. Αυτό αντιπροσωπεύει απόδοση της επένδυσης ίση με 5/95, ή περίπου 5,2 τοις εκατό. Στην ERE, την οποία εξετάζουμε, δεν υπάρχουν κέρδη ή ζημίες λόγω αβεβαιότητας, οπότε αυτή η απόδοση αντιπροσωπεύει το καθαρό επιτόκιο.249 Ο κεφαλαιούχος στο αμέσως ανώτερο στάδιο επενδύει 60 συν 16, δηλαδή 76 ουγγιές, σε συντελεστές και λαμβάνει καθαρή απόδοση τεσσάρων ουγγιών, πάλι περίπου 5,2 τοις εκατό. Και ούτω καθεξής για κάθε στάδιο επένδυσης, όπου, αν εξαιρέσουμε τις αριθμητικές ιδιομορφίες του παραδείγματός μας, το επιτόκιο είναι ενιαίο σε κάθε στάδιο. Στο υψηλότερο στάδιο, ο κεφαλαιούχος έχει επενδύσει 19 ουγγιές σε γη και εργασία και λαμβάνει καθαρή απόδοση μίας ουγγιάς, πάλι περίπου 5,2 τοις εκατό.

In the foregoing section on interest we showed that money is always nonspecific, and the result is that in the ERE the interest return on monetary investment (the pure rate of interest) is the same everywhere in the economy, regardless of the type of product or the specific conditions of its production. Here we see an amplification of this principle. Not only must the interest rate be uniform for each good; it must be uniform for every stage of every good. In our diagram, the interest-rate return received by product-owners, i.e., by capitalists, is equal at each stage. At the lowest stage, producers have invested 95 ounces in factors (both capital goods and original factors) and receive 100 ounces from consumers—a net income of five ounces. This represents a return on the investment of /95, or approximately 5.2 percent. In the ERE, which we are considering, there are no profits or losses due to uncertainty, so that this return represents the rate of pure interest. The capitalist at the next higher stage invests 60 plus 16 or 76 ounces in factors and receives a net return of four ounces, again approximately 5.2 percent. And so on for each stage of investment, where, except for the vagaries of the arithmetic in our example, the interest rate is uniform for each stage. At the highest stage, the capitalist has invested 19 ounces in land and labor, and receives a net return of one, again about 5.2 percent.

8

Το επιτόκιο πρέπει να είναι ίσο σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας. Διότι ας υποθέσουμε ότι το επιτόκιο ήταν υψηλότερο στα ανώτερα στάδια από ό,τι στα κατώτερα. Τότε οι κεφαλαιούχοι θα εγκατέλειπαν την παραγωγή στο κατώτερο στάδιο και θα μετακινούνταν στο ανώτερο, όπου η απόδοση από τόκο είναι μεγαλύτερη. Ποια είναι η επίδραση μιας τέτοιας μετακίνησης; Μπορούμε να απαντήσουμε τονίζοντας τις συνέπειες των διαφορών στο επιτόκιο. Υψηλότερο επιτόκιο στο στάδιο A από ό,τι στο στάδιο B σημαίνει ότι το περιθώριο μεταξύ του αθροίσματος των τιμών των συντελεστών που εισέρχονται στο στάδιο A και της τιμής πώλησης του προϊόντος του είναι μεγαλύτερο, σε ποσοστιαίους όρους, από το περιθώριο τιμών στο στάδιο B. Έτσι, εάν συγκρίνουμε το τέταρτο και το πρώτο στάδιο στο διάγραμμα του Σχήματος 41, βρίσκουμε ένα περιθώριο τιμών από 43 έως 45 στην πρώτη περίπτωση και από 95 έως 100 στη δεύτερη, με καθαρή απόδοση από τόκο περίπου 5,2 τοις εκατό σε καθεμία. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι το άθροισμα των τιμών των συντελεστών για το τέταρτο στάδιο είναι 35 αντί για 43, ενώ το άθροισμα των τιμών των συντελεστών στο πρώτο στάδιο είναι 98. Το άθροισμα των τιμών των συντελεστών εδώ αποκλείει, βεβαίως, το εισόδημα από τόκο. Οι κεφαλαιούχοι που επενδύουν στο τέταρτο στάδιο θα αποκόμιζαν καθαρή απόδοση 8, ή 23 τοις εκατό, ενώ οι επενδυτές στο πρώτο στάδιο θα αποκόμιζαν περίπου 2 τοις εκατό. Οι κεφαλαιούχοι θα άρχιζαν να παύουν τις επενδύσεις στο πρώτο στάδιο και να μετακινούνται στο τέταρτο. Ως συνέπεια αυτής της μετακίνησης, η συνολική ζήτηση για τους συντελεστές του πρώτου σταδίου μειώνεται και, επομένως, μειώνονται οι τιμές των συντελεστών που χρησιμοποιούνται σε αυτό. Στο μεταξύ, η μεγαλύτερη επένδυση στο τέταρτο στάδιο αυξάνει εκεί τις τιμές των συντελεστών, έτσι ώστε το άθροισμά τους αυξάνεται από το 35. Τα προϊόντα του τέταρτου σταδίου αυξάνονται και η αυξημένη προσφορά μειώνει την τιμή πώλησης, η οποία υποχωρεί από το 43. Αυτές οι ενέργειες αρμπιτράζ συνεχίζονται έως ότου το ποσοστιαίο περιθώριο στα δύο στάδια εξισωθεί.

The interest rate must be equal for each stage of the production process. For suppose that the interest rate were higher in the higher stages than in the lower stages. Then capitalists would abandon producing in the lower stage, and shift to the higher stage, where the interest return is greater. What is the effect of such a shift? We can answer by stressing the implications of differences in the interest rate. A higher interest rate in stage A than in stage B means that the price spread between the sum of factors entering into stage A and the selling price of its product, is greater, in percentage terms, than the price spread in stage B. Thus, if we compare stage four and stage one in the diagram in Figure 41, we find a price spread of 43 to 45 in the former case, and 95 to 100 in the latter, for a net interest return of approximately 5.2 percent in each. Let us suppose, however, that the sum of the factor prices for stage four is 35 instead of 43, while the sum of factor prices in stage one is 98. (The sum of factor prices here excludes interest income, of course.) Capitalists investing in stage four would earn a net return of 8, or 23 percent, while investors in stage one earned about 2 percent. Capitalists would begin to stop investing in stage one and shift to stage four. As a consequence of this shifting, the aggregate demand in stage one for its factors diminishes, and the prices of the factors used in stage one therefore decline. In the meanwhile, greater investment in stage four raises factor prices there, so that the cumulative price rises from 35. Products of stage four increase, and the increased supply lowers the selling price, which falls from 43. These arbitrage actions continue until the percentage spread in each of the two stages is equal.

9

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι το επιτόκιο ισούται με το ποσοστιαίο περιθώριο τιμών στα διάφορα στάδια. Υπερβολικά πολλοί συγγραφείς θεωρούν το επιτόκιο μόνο ως την τιμή των δανείων στην αγορά δανείων. Στην πραγματικότητα, όπως θα δούμε διεξοδικότερα παρακάτω, το επιτόκιο διαπερνά όλες τις αγορές διαχρονικής ανταλλαγής, και η αγορά παραγωγικών δανείων είναι μια αυστηρά δευτερεύουσα αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, με σημασία αποκλειστικά παράγωγη.250

It is important to realize that the interest rate is equal to the rate of price spread in the various stages. Too many writers consider the rate of interest as only the price of loans on the loan market. In reality, as we shall see further below, the rate of interest pervades all time markets, and the productive loan market is a strictly subsidiary time market of only derivative importance.

10

Όχι μόνο το επιτόκιο θα είναι ίσο σε κάθε στάδιο οποιουδήποτε δεδομένου προϊόντος, αλλά το ίδιο επιτόκιο θα επικρατεί σε όλα τα στάδια όλων των προϊόντων στην ERE. Στον πραγματικό κόσμο της αβεβαιότητας, η τάση των επιχειρηματικών δράσεων κατευθύνεται πάντοτε προς την καθιέρωση ενιαίου επιτοκίου σε όλες τις αγορές διαχρονικής ανταλλαγής της οικονομίας. Ο λόγος της ομοιομορφίας είναι σαφής. Εάν το τρίτο στάδιο του αγαθού X αποφέρει 8 τοις εκατό και το πρώτο στάδιο του αγαθού Y αποφέρει 2 τοις εκατό, οι κεφαλαιούχοι θα τείνουν να παύουν να επενδύουν στο δεύτερο και να στρέφονται σε μεγαλύτερες επενδύσεις στο πρώτο. Τα περιθώρια τιμών μεταβάλλονται αναλόγως, ως απόκριση στις μεταβαλλόμενες ζητήσεις και προσφορές, και τα επιτόκια γίνονται ενιαία.

Not only will the rate of interest be equal in each stage of any given product, but the same rate of interest will prevail in all stages of all products in the ERE. In the real world of uncertainty, the tendency of entrepreneurial actions is always in the direction of establishing a uniform rate of interest throughout all time markets in the economy. The reason for the uniformity is clear. If stage three of good X earns 8 percent and stage one of good Y earns 2 percent, capitalists will tend to cease investing in the latter and shift to greater investments in the former. The price spreads change accordingly, in response to the changing demands and supplies, and the interest rates become uniform.

11

Μπορούμε τώρα να άρουμε την περιοριστική υπόθεσή μας περί ίσης διάρκειας των διαφόρων σταδίων. Κάθε στάδιο οποιουδήποτε προϊόντος μπορεί να είναι τόσο μακρύ ή τόσο σύντομο όσο απαιτούν οι τεχνικές παραγωγής και η οργανωτική δομή του κλάδου. Έτσι, μια τεχνική παραγωγής μπορεί να απαιτεί τη συγκομιδή ενός έτους για κάποιο συγκεκριμένο στάδιο. Από την άλλη πλευρά, μια επιχείρηση μπορεί να «ενσωματώσει κάθετα» δύο στάδια και να προκαταβάλει το χρήμα στους ιδιοκτήτες συντελεστών για την περίοδο που καλύπτει και τα δύο στάδια, προτού πωλήσει το προϊόν έναντι χρήματος. Η καθαρή απόδοση της επένδυσης σε οποιοδήποτε στάδιο θα προσαρμοστεί σύμφωνα με τη διάρκειά του. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το ενιαίο επιτόκιο στην οικονομία είναι 5 τοις εκατό. Πρόκειται για 5 τοις εκατό για μια ορισμένη μοναδιαία χρονική περίοδο, ας πούμε ένα έτος. Μια παραγωγική διαδικασία ή επένδυση που καλύπτει περίοδο δύο ετών θα αποφέρει τότε, σε ισορροπία, 10 τοις εκατό, το ισοδύναμο του 5 τοις εκατό ετησίως. Το ίδιο θα ισχύει για ένα στάδιο παραγωγής οποιασδήποτε χρονικής διάρκειας. Έτσι, η ανομοιομορφία ή η ενοποίηση των σταδίων δεν παρεμποδίζει στο παραμικρό τη διαδικασία εξισορρόπησης.

We may now remove our restrictive assumption about the equality of duration of the various stages. Any stage of any product may be as long or as short as the techniques of production, and the organizational structure of industry require. Thus, a technique of production might require a year’s harvest for any particular stage. On the other hand, a firm might “vertically integrate” two stages and advance the money to owners of factors for the period covering both stages before selling the product for money. The net return on the investment in any stage will adjust itself in accordance with the length of the stage. Thus, suppose that the uniform interest rate in the economy is 5 percent. This is 5 percent for a certain unit period of time, say a year. A production process or investment covering a period of two years will, in equilibrium, then earn 10 percent, the equivalent of 5 percent per year. The same will obtain for a stage of production of any length of time. Thus, irregularity or integration of stages does not hamper the equilibrating process in the slightest.

12

Είναι ήδη σαφές ότι η παλαιά κλασική τριάδα «γη, εργασία και κεφάλαιο», που αποφέρει «μισθούς, προσόδους και τόκο», πρέπει να τροποποιηθεί ριζικά. Δεν είναι αλήθεια ότι το κεφάλαιο είναι ανεξάρτητος παραγωγικός συντελεστής ή ότι αποφέρει τόκο στον ιδιοκτήτη του με τον ίδιο τρόπο που η γη και η εργασία αποφέρουν εισόδημα στους ιδιοκτήτες τους. Όπως είδαμε παραπάνω και θα συζητήσουμε διεξοδικότερα παρακάτω, το κεφάλαιο δεν είναι ανεξάρτητα παραγωγικός συντελεστής. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι ζωτικά και κρίσιμης σημασίας για την παραγωγή, αλλά η παραγωγή τους ανάγεται, μακροχρόνια, στους συντελεστές γης, εργασίας και χρόνου. Επιπλέον, η γη και η εργασία δεν είναι εσωτερικά ομοιογενείς συντελεστές, αλλά απλώς κατηγορίες τύπων συντελεστών, καθένας από τους οποίους διαφέρει κατά τρόπο μοναδικό. Κάθε συντελεστής γης και κάθε συντελεστής εργασίας, λοιπόν, έχει τα δικά του φυσικά χαρακτηριστικά, τη δική του ικανότητα να χρησιμεύει στην παραγωγή· καθένας, επομένως, λαμβάνει το δικό του εισόδημα από την παραγωγή, όπως θα αναλυθεί παρακάτω. Και τα κεφαλαιουχικά αγαθά παρουσιάζουν απεριόριστη ποικιλία· στην ERE, όμως, δεν αποκομίζουν εισοδήματα. Εκείνο που αποφέρει εισόδημα είναι η μετατροπή μελλοντικών αγαθών σε παρόντα· λόγω του καθολικού γεγονότος της χρονικής προτίμησης, οι μελλοντικές ικανοποιήσεις αξιολογούνται πάντοτε χαμηλότερα από τις παρούσες. Εκείνο που επιτελούν οι κεφαλαιούχοι επενδυτές είναι η κατοχή και η διακράτηση κεφαλαιουχικών αγαθών από τη χρονική στιγμή ένα, όταν αγοράζονται οι υπηρεσίες συντελεστών, έως τη χρονική στιγμή δύο, όταν πωλείται το προϊόν. Αυτό ισοδυναμεί με την αγορά μελλοντικών αγαθών —των υπηρεσιών συντελεστών που παράγουν κεφαλαιουχικά αγαθά— έναντι χρήματος, ακολουθούμενη από την πώληση, σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, των παρόντων αγαθών έναντι χρήματος. Το τελευταίο συμβαίνει όταν πωλούνται καταναλωτικά αγαθά, διότι τα καταναλωτικά αγαθά είναι παρόντα αγαθά. Όταν πωλούνται έναντι χρήματος ενδιάμεσα κεφαλαιουχικά αγαθά χαμηλότερης τάξης, τότε εκείνο που πωλείται δεν είναι παρόντα αγαθά, αλλά αγαθά λιγότερο απομακρυσμένου μέλλοντος. Με άλλα λόγια, τα κεφαλαιουχικά αγαθά έχουν προωθηθεί από ένα προγενέστερο στάδιο, πιο απομακρυσμένο από τη μελλοντική κατανάλωση, προς το στάδιο της κατανάλωσης, σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, λιγότερο απομακρυσμένο από αυτήν. Ο χρόνος που απαιτείται για αυτόν τον μετασχηματισμό θα καλύπτεται από έναν συντελεστή χρονικής προτίμησης. Έτσι, εάν ο αγοραίος συντελεστής χρονικής προτίμησης, δηλαδή το επιτόκιο, είναι 5 τοις εκατό ετησίως, τότε ένα παρόν αγαθό αξίας 100 ουγγιών στην αγορά θα αξίζει περίπου 95 ουγγιές ως απαίτηση επί του αγαθού αυτού σε ένα έτος από τώρα. Η παρούσα αξία μιας απαίτησης για 100 ουγγιές σε ένα έτος από τώρα θα είναι 95 ουγγιές. Σε αυτή τη βάση, η εκτιμώμενη αξία του αγαθού θα μπορούσε να υπολογιστεί για διάφορες χρονικές στιγμές· έτσι, η απαίτηση για μισό έτος στο μέλλον θα αξίζει περίπου 97,5 ουγγιές. Το αποτέλεσμα θα είναι η ομοιομορφία των συντελεστών στη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου.

It is already clear that the old classical trinity of “land, labor, and capital” earning “wages, rents, and interest” must be drastically modified. It is not true that capital is an independent productive factor or that it earns interest for its owner, in the same way that land and labor earn income for their owners. As we have seen above and will discuss further below, capital is not an independently productive factor. Capital goods are vital and of crucial importance in production, but their production is, in the long run, imputable to land, labor, and time factors. Furthermore, land and labor are not homogeneous factors within themselves, but simply categories of types of uniquely varying factors. Each land and each labor factor, then, has its own physical features, its own power to serve in production; each, therefore, receives its own income from production, as will be detailed below. Capital goods too have infinite variety; but, in the ERE, they earn no incomes. What does earn an income is the conversion of future goods into present goods; because of the universal fact of time preference, future satisfactions are always at a discount compared to present satisfactions. The owning and holding of capital goods from date one, when factor services are purchased, until the product is sold at date two is what capitalist investors accomplish. This is equivalent to the purchase of future goods (the factor services producing capital goods) with money, followed by the sale at a later date of the present goods for money. The latter occurs when consumers’ goods are being sold, for consumers’ goods are present goods. When intermediate, lower-order capital goods are sold for money, then it is not present goods, but less distantly future goods, that are sold. In other words, capital goods have been advanced from an earlier, more distantly future stage toward the consumption stage, to a later or less distantly future stage. The time for this transformation will be covered by a rate of time preference. Thus, if the market time preference rate, i.e., interest rate, is 5 percent per year, then a present good worth 100 ounces on the market will be worth about 95 ounces for a claim on it one year from now. The present value for a claim on 100 ounces one year from now will be 95 ounces. On this basis, the estimated worth of the good could be worked out for various points in time; thus, the claim for one-half year in the future will be worth roughly 97.5 ounces. The result will be a uniformity of rates over a period of time.

13

Έτσι, οι κεφαλαιούχοι προκαταβάλλουν παρόντα αγαθά στους ιδιοκτήτες συντελεστών σε αντάλλαγμα για μελλοντικά αγαθά· κατόπιν, αργότερα, πωλούν τα αγαθά που έχουν ωριμάσει ώστε να γίνουν παρόντα αγαθά ή αγαθά λιγότερο απομακρυσμένου μέλλοντος, σε αντάλλαγμα για παρόντα αγαθά — χρήμα. Έχουν προκαταβάλει παρόντα αγαθά στους ιδιοκτήτες συντελεστών και, σε αντάλλαγμα, περιμένουν ενόσω αυτοί οι συντελεστές, οι οποίοι είναι μελλοντικά αγαθά, μετασχηματίζονται σε αγαθά που βρίσκονται πλησιέστερα στο παρόν από ό,τι προηγουμένως. Η λειτουργία των κεφαλαιούχων είναι, επομένως, χρονική λειτουργία, και το εισόδημά τους είναι ακριβώς ένα εισόδημα που αντιπροσωπεύει το άγιο των παρόντων αγαθών έναντι των μελλοντικών. Αυτό το εισόδημα από τόκο, λοιπόν, δεν προέρχεται από τα συγκεκριμένα, ετερογενή κεφαλαιουχικά αγαθά, αλλά από τη γενικευμένη επένδυση χρόνου.251 Προέρχεται από την προθυμία θυσίας παρόντων αγαθών για την αγορά μελλοντικών αγαθών —των υπηρεσιών συντελεστών. Ως αποτέλεσμα αυτών των αγορών, οι ιδιοκτήτες συντελεστών αποκτούν το χρήμα τους στο παρόν για ένα προϊόν που ωριμάζει μόνο στο μέλλον.

Thus, capitalists advance present goods to owners of factors in return for future goods; then, later, they sell the goods which have matured to become present or less distantly future goods in exchange for present goods (money). They have advanced present goods to owners of factors and, in return, wait while these factors, which are future goods, are transformed into goods that are more nearly present than before. The capitalists’ function is thus a time function, and their income is precisely an income representing the agio of present as compared to future goods. This interest income, then, is not derived from the concrete, heterogeneous capital goods, but from the generalized investment of time. It comes from a willingness to sacrifice present goods for the purchase of future goods (the factor services). As a result of the purchases, the owners of factors obtain their money in the present for a product that matures only in the future.

14

Έτσι, οι κεφαλαιούχοι περιορίζουν την παρούσα κατανάλωσή τους και χρησιμοποιούν αυτές τις χρηματικές αποταμιεύσεις για να παρέχουν χρήμα —παρόντα αγαθά— σε ιδιοκτήτες συντελεστών που παράγουν μόνο μελλοντικά αγαθά. Αυτή είναι η υπηρεσία —μια προκαταβολή χρόνου— που παρέχουν οι κεφαλαιούχοι στους ιδιοκτήτες συντελεστών και για την οποία οι τελευταίοι πληρώνουν εκουσίως με τη μορφή του επιτοκίου.

Thus, capitalists restrict their present consumption and use these savings of money to supply money (present goods) to factor owners who are producing only future goods. This is the service—an advance of time—that the capitalists supply to the owners of factors, and for which the latter voluntarily pay in the form of the interest rate.

15

2. Ο προσδιορισμός του καθαρού επιτοκίου: Η αγορά διαχρονικής ανταλλαγής

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. The Determination of the Pure Rate of Interest: The Time Market

16

Είναι σαφές ότι το επιτόκιο διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στο σύστημα παραγωγής της σύνθετης χρηματικής οικονομίας.252 Πώς καθορίζεται το επιτόκιο; Είδαμε ότι το καθαρό επιτόκιο, με το οποίο ασχολούμαστε τώρα, θα τείνει να είναι ίσο σε όλα τα στάδια όλων των παραγωγικών διαδικασιών της οικονομίας και, επομένως, θα είναι ενιαίο στην ERE.

It is clear that the rate of interest plays a crucial role in the system of production in the complex, monetary economy. How is the rate of interest determined? The pure rate of interest, with which we are now concerned, we have seen will tend to be equal throughout all stages of all production processes in the economy and thus will be uniform in the ERE.

17

Το ύψος του καθαρού επιτοκίου καθορίζεται από την αγορά ανταλλαγής παρόντων αγαθών έναντι μελλοντικών, μια αγορά η οποία, όπως θα δούμε, διαπερνά πολλά μέρη του οικονομικού συστήματος. Η καθιέρωση του χρήματος ως γενικού μέσου ανταλλαγής έχει απλοποιήσει σε μεγάλο βαθμό την αγορά παρόντων και μελλοντικών αγαθών σε σύγκριση με τις δυσχερείς συνθήκες του αντιπραγματισμού, όπου υπήρχαν χωριστές αγορές παρόντων και μελλοντικών αγαθών για κάθε εμπόρευμα. Στη χρηματική οικονομία, η αγορά παρόντων και μελλοντικών αγαθών, ή εκείνο που μπορούμε να ονομάσουμε «αγορά διαχρονικής ανταλλαγής», εκφράζεται εξ ολοκλήρου σε χρηματικούς όρους. Το χρήμα είναι σαφώς το κατεξοχήν παρόν αγαθό. Διότι, πέρα από την καταναλωτική αξία του ίδιου του χρηματικού μετάλλου, το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα είναι το μοναδικό απολύτως εμπορεύσιμο αγαθό σε ολόκληρη την κοινωνία. Είναι το «σουσάμι, άνοιξε» για την ανταλλαγή με καταναλωτικά αγαθά, οποτεδήποτε το επιθυμεί ο ιδιοκτήτης του. Είναι, επομένως, παρόν αγαθό. Εφόσον τα καταναλωτικά αγαθά, αφότου πωληθούν, δεν επανεισέρχονται συνήθως στο πλέγμα των ανταλλαγών, το χρήμα είναι το κυρίαρχο παρόν αγαθό στην αγορά. Επιπλέον, εφόσον το χρήμα είναι το μέσο όλων των ανταλλαγών, είναι επίσης το μέσο των ανταλλαγών στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής.

The level of the pure rate of interest is determined by the market for the exchange of present goods against future goods, a market which we shall see permeates many parts of the economic system. The establishment of money as a general medium of exchange has greatly simplified the present-future market as compared to the laborious conditions under barter, where there were separate present-future markets for every commodity. In the monetary economy, the present-future market, or what we may call the “time market,” is expressed completely in terms of money. Money is clearly the present good par excellence. For, aside from the consumption value of the monetary metal itself, the money commodity is the one completely marketable good in the entire society. It is the open sesame to exchange for consumption goods at any time that its owner desires. It is therefore a present good. Since consumers’ goods, once sold, do not ordinarily re-enter the exchange nexus, money is the dominant present good in the market. Furthermore, since money is the medium for all exchanges, it is also the medium for exchanges on the time market.

18

Ποια είναι τα μελλοντικά αγαθά που ανταλλάσσονται με χρήμα; Μελλοντικά αγαθά είναι τα αγαθά που αναμένεται τώρα ότι θα γίνουν παρόντα αγαθά σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Έχουν, επομένως, παρούσα αξία. Λόγω του καθολικού γεγονότος της χρονικής προτίμησης, ένα συγκεκριμένο αγαθό αξίζει περισσότερο στο παρόν από ό,τι η παρούσα προσδοκία να καταστεί διαθέσιμο ως παρόν αγαθό σε κάποια χρονική στιγμή στο μέλλον. Με άλλα λόγια, ένα αγαθό στο παρόν αξίζει τώρα περισσότερο από την παρούσα αξία του ως μελλοντικού αγαθού. Επειδή το χρήμα είναι το γενικό μέσο ανταλλαγής, τόσο για την αγορά διαχρονικής ανταλλαγής όσο και για τις άλλες αγορές, το χρήμα είναι το παρόν αγαθό και τα μελλοντικά αγαθά είναι οι παρούσες προσδοκίες μελλοντικής απόκτησης χρήματος. Από τον νόμο της χρονικής προτίμησης συνάγεται ότι το παρόν χρήμα αξίζει περισσότερο από τις παρούσες προσδοκίες του ίδιου ποσού μελλοντικού χρήματος. Με άλλα λόγια, το μελλοντικό χρήμα —όπως μπορούμε να ονομάσουμε τις παρούσες προσδοκίες χρήματος στο μέλλον— θα ανταλλάσσεται πάντοτε με έκπτωση έναντι του παρόντος χρήματος.

What are the future goods that exchange for money? Future goods are goods that are now expected to become present goods at some future date. They therefore have a present value. Because of the universal fact of time preference, a particular good is worth more at present than is the present prospect of its becoming available as a present good at some time in the future. In other words, a good at present is worth more now than its present value as a future good. Because money is the general medium of exchange, for the time market as well as for other markets, money is the present good, and the future goods are present expectations of the future acquisition of money. It follows from the law of time preference that present money is worth more than present expectations of the same amount of future money. In other words, future money (as we may call present expectations of money in the future) will always exchange at a discount compared to present money.

19

Αυτή η έκπτωση της αξίας των μελλοντικών αγαθών έναντι των παρόντων —ή, αντιστρόφως, η προσαύξηση της αξίας των παρόντων αγαθών έναντι των μελλοντικών— είναι το επιτόκιο. Έτσι, εάν στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής 100 ουγγιές χρυσού ανταλλάσσονται με την προοπτική απόκτησης 105 ουγγιών χρυσού σε ένα έτος από τώρα, τότε το επιτόκιο είναι περίπου 5 τοις εκατό ετησίως. Αυτός είναι ο συντελεστής χρονικής προεξόφλησης του μελλοντικού χρήματος σε σχέση με το παρόν.

This discount on future goods as compared with present goods (or, conversely, the premium commanded by present goods over future goods) is the rate of interest. Thus, if, on the time market, 100 ounces of gold exchange for the prospect of obtaining 105 ounces of gold one year from now, then the rate of interest is approximately 5 percent per annum. This is the time-discount rate of future to present money.

20

Τι εννοούμε συγκεκριμένα με τις «προοπτικές απόκτησης χρήματος στο μέλλον»; Αυτές οι προοπτικές πρέπει να αναλυθούν προσεκτικά προκειμένου να εξηγηθούν όλοι οι αιτιακοί παράγοντες του προσδιορισμού του επιτοκίου. Καταρχάς, στον πραγματικό κόσμο, αυτές οι προοπτικές, όπως οποιεσδήποτε προοπτικές που εκτείνονται σε ένα χρονικό διάστημα, είναι πάντοτε περισσότερο ή λιγότερο αβέβαιες. Στον πραγματικό κόσμο, αυτή η πάντοτε παρούσα αβεβαιότητα έχει αναγκαστικά ως αποτέλεσμα τη συνύφανση των στοιχείων του τόκου με εκείνα του κέρδους και της ζημίας και δημιουργεί περιπλοκές που θα αναλυθούν διεξοδικότερα παρακάτω. Για να διαχωρίσουμε την αγορά διαχρονικής ανταλλαγής από τα επιχειρηματικά στοιχεία, πρέπει να εξετάσουμε τον βέβαιο κόσμο της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, όπου όλες οι προσδοκίες εκπληρώνονται και το καθαρό επιτόκιο είναι ίσο σε ολόκληρη την οικονομία. Το καθαρό επιτόκιο θα είναι τότε ο επικρατών συντελεστής χρονικής προεξόφλησης, ο λόγος της τιμής των παρόντων αγαθών προς εκείνη των μελλοντικών.

What do we mean specifically by “prospects for obtaining money in the future”? These prospects must be carefully analyzed in order to explain all the causal factors in the determination of the rate of interest. In the first place, in the real world, these prospects, like any prospects over a period of time, are always more or less uncertain. In the real world this ever present uncertainty necessarily causes interest and profit-and-loss elements to be intertwined and creates complexities that will be analyzed further below. In order to separate the time market from the entrepreneurial elements, we must consider the certain world of the evenly rotating economy, where anticipations are all fulfilled and the pure rate of interest is equal throughout the economy. The pure rate of interest will then be the going rate of time discount, the ratio of the price of present goods to that of future goods.

21

Ποιοι είναι, λοιπόν, οι συγκεκριμένοι τύποι μελλοντικών αγαθών που εισέρχονται στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής; Υπάρχουν δύο τέτοιοι τύποι. Ο ένας είναι μια έγγραφη απαίτηση για ορισμένο χρηματικό ποσό σε μελλοντική χρονική στιγμή. Η ανταλλαγή στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής στην περίπτωση αυτή έχει ως εξής: ο A δίνει χρήμα στον B σε αντάλλαγμα για μια απαίτηση επί μελλοντικού χρήματος. Ο όρος που χρησιμοποιείται γενικά για τον A, τον αγοραστή του μελλοντικού χρήματος, είναι «δανειστής» ή «πιστωτής», ενώ ο B, ο πωλητής του μελλοντικού χρήματος, ονομάζεται «δανειολήπτης» ή «οφειλέτης». Ο λόγος είναι ότι αυτή η πιστωτική συναλλαγή, σε αντίθεση με μια συναλλαγή τοις μετρητοίς, παραμένει ανολοκλήρωτη στο παρόν. Όταν κάποιος αγοράζει ένα κοστούμι τοις μετρητοίς, μεταβιβάζει χρήμα σε αντάλλαγμα για το κοστούμι. Η συναλλαγή ολοκληρώνεται. Σε μια πιστωτική συναλλαγή λαμβάνει απλώς μια έγγραφη αναγνώριση χρέους ή ένα γραμμάτιο, που του παρέχει το δικαίωμα να απαιτήσει ορισμένο χρηματικό ποσό σε μελλοντική χρονική στιγμή. Η συναλλαγή μένει να ολοκληρωθεί στο μέλλον, όταν ο B, ο δανειολήπτης, «αποπληρώσει το δάνειο» μεταβιβάζοντας το συμφωνημένο χρήμα στον πιστωτή.

What, then, are the specific types of future goods that enter the time market? There are two such types. One is a written claim to a certain amount of money at a future date. The exchange on the time market in this case is as follows: A gives money to B in exchange for a claim to future money. The term generally used to refer to A, the purchaser of the future money, is “lender,” or “creditor,” while B, the seller of the future money, is termed the “borrower” or “debtor.” The reason is that this credit transaction, as contrasted to a cash transaction, remains unfinished in the present. When a man buys a suit for cash, he transfers money in exchange for the suit. The transaction is finished. In a credit transaction he receives simply a written I.O.U., or note, entitling him to claim a certain amount of money at a future date. The transaction remains to be completed in the future, when B, the borrower, “repays the loan” by transferring the agreed money to the creditor.

22

Μολονότι η αγορά δανείων αποτελεί ιδιαίτερα εμφανή τύπο διαχρονικής συναλλαγής, δεν είναι σε καμία περίπτωση ο μοναδικός ούτε καν ο κυρίαρχος. Υπάρχει ένας πολύ λιγότερο εμφανής, αλλά σημαντικότερος, τύπος συναλλαγής, ο οποίος διαπερνά ολόκληρο το παραγωγικό σύστημα, αλλά συχνά δεν αναγνωρίζεται ως διαχρονική συναλλαγή. Πρόκειται για την αγορά παραγωγικών αγαθών και υπηρεσιών, τα οποία μετασχηματίζονται στη διάρκεια ενός χρονικού διαστήματος και τελικά προκύπτουν ως καταναλωτικά αγαθά. Όταν οι κεφαλαιούχοι αγοράζουν τις υπηρεσίες συντελεστών παραγωγής —ή, όπως θα δούμε αργότερα, τους ίδιους τους συντελεστές—, αγοράζουν μια ορισμένη ποσότητα και αξία καθαρού προϊόντος, προεξοφλημένη στην παρούσα αξία αυτού του προϊόντος. Διότι οι υπηρεσίες γης, εργασίας και κεφαλαίου που αγοράζονται είναι μελλοντικά αγαθά, τα οποία θα μετασχηματιστούν στην τελική τους μορφή ως παρόντα αγαθά.

Although the loan market is a very conspicuous type of time transaction, it is by no means the only or even the dominant one. There is a much more subtle, but more important, type of transaction which permeates the entire production system, but which is not often recognized as a time transaction. This is the purchase of producers’ goods and services, which are transformed over a period of time, finally to emerge as consumers’ goods. When capitalists purchase the services of factors of production (or, as we shall later see, the factors themselves), they are purchasing a certain amount and value of net produce, discounted to the present value of that produce. For the land, labor, and capital services purchased are future goods, to be transformed into final form as present goods.

23

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας κεφαλαιούχος-επιχειρηματίας μισθώνει υπηρεσίες εργασίας και ότι μπορεί να προσδιοριστεί πως αυτή η ποσότητα υπηρεσιών εργασίας θα αποφέρει καθαρό έσοδο 20 ουγγιών χρυσού στον ιδιοκτήτη του προϊόντος. Θα δούμε παρακάτω ότι η υπηρεσία θα τείνει να αμείβεται με την καθαρή αξία του προϊόντος της· θα αποκομίζει, όμως, το προϊόν της προεξοφλημένο κατά το χρονικό διάστημα έως την πώληση. Διότι, εάν η υπηρεσία εργασίας θα αποφέρει 20 ουγγιές σε πέντε έτη από τώρα, είναι προφανές ότι ο ιδιοκτήτης της εργασίας δεν μπορεί να αναμένει ότι θα λάβει από τον κεφαλαιούχο ολόκληρες τις 20 ουγγιές τώρα, προκαταβολικά. Θα λάβει τις καθαρές απολαβές του προεξοφλημένες με βάση το επικρατούν άγιο, το επιτόκιο. Και το εισόδημα από τόκο θα το αποκομίσει ο κεφαλαιούχος που έχει αναλάβει το έργο της προκαταβολής παρόντος χρήματος. Ο κεφαλαιούχος περιμένει κατόπιν πέντε έτη έως ότου ωριμάσει το προϊόν, προτού ανακτήσει το χρήμα του.

Suppose, for example, that a capitalist-entrepreneur hires labor services, and suppose that it can be determined that this amount of labor service will result in a net revenue of 20 gold ounces to the product-owner. We shall see below that the service will tend to be paid the net value of its product; but it will earn its product discounted by the time interval until sale. For if the labor service will reap 20 ounces five years from now, it is obvious that the owner of the labor cannot expect to receive from the capitalist the full 20 ounces now, in advance. He will receive his net earnings discounted by the going agio, the rate of interest. And the interest income will be earned by the capitalist who has assumed the task of advancing present money. The capitalist then waits for five years until the product matures before recouping his money.

24

Ο αμιγής κεφαλαιούχος, επομένως, επιτελώντας τη λειτουργία της προκαταβολής κεφαλαίου στο παραγωγικό σύστημα, διαδραματίζει έναν κατά κάποιον τρόπο διαμεσολαβητικό ρόλο. Πωλεί χρήμα —ένα παρόν αγαθό— στους ιδιοκτήτες συντελεστών σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες των συντελεστών τους —προσδοκώμενα μελλοντικά αγαθά. Διακρατεί αυτά τα αγαθά και εξακολουθεί να μισθώνει εργασία για την επεξεργασία τους έως ότου μετασχηματιστούν σε καταναλωτικά αγαθά —παρόντα αγαθά—, τα οποία κατόπιν πωλούνται στο κοινό έναντι χρήματος —ενός παρόντος αγαθού. Η προσαύξηση που αποκομίζει από την πώληση παρόντων αγαθών σε σύγκριση με όσα κατέβαλε για τα μελλοντικά αγαθά είναι το επιτόκιο που αποκομίζεται από την ανταλλαγή.

The pure capitalist, therefore, in performing a capital-advancing function in the productive system, plays a sort of intermediary role. He sells money (a present good) to factor-owners in exchange for the services of their factors (prospective future goods). He holds these goods and continues to hire work on them until they have been transformed into consumers’ goods (present goods), which are then sold to the public for money (a present good). The premium that he earns from the sale of present goods, compared to what he paid for future goods, is the rate of interest earned on the exchange.

25

Η αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, επομένως, δεν περιορίζεται στην αγορά δανείων. Διαπερνά ολόκληρη την παραγωγική δομή της σύνθετης οικονομίας. Όλοι οι παραγωγικοί συντελεστές είναι μελλοντικά αγαθά: παρέχουν στον ιδιοκτήτη τους την προσδοκία της προώθησής τους προς τον τελικό στόχο της κατανάλωσης, έναν στόχο που αποτελεί τον λόγο ύπαρξης ολόκληρου του παραγωγικού εγχειρήματος. Πρόκειται για μια αγορά διαχρονικής ανταλλαγής όπου η πώληση των μελλοντικών αγαθών δεν συνιστά πιστωτική συναλλαγή, όπως στην περίπτωση της αγοράς δανείων. Η συναλλαγή είναι πλήρης καθαυτή και δεν απαιτεί περαιτέρω πληρωμή από κανένα από τα δύο μέρη. Στην περίπτωση αυτή, ο αγοραστής των μελλοντικών αγαθών —ο κεφαλαιούχος— αποκομίζει το εισόδημά του μετασχηματίζοντας αυτά τα αγαθά σε παρόντα και όχι παρουσιάζοντας στον αρχικό πωλητή ενός μελλοντικού αγαθού μια έγγραφη απαίτηση χρέους.

The time market is therefore not restricted to the loan market. It permeates the entire production structure of the complex economy. All productive factors are future goods: they provide for their owner the expectation of being advanced toward the final goal of consumption, a goal which provides the raison d’être for the whole productive enterprise. It is a time market where the future goods sold do not constitute a credit transaction, as in the case of the loan market. The transaction is complete in itself and needs no further payment by either party. In this case, the buyer of the future goods—the capitalist—earns his income through transforming these goods into present goods, rather than through the presentation of an I.O.U. claim on the original seller of a future good.

26

Η αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, η αγορά όπου παρόντα αγαθά ανταλλάσσονται με μελλοντικά, είναι, λοιπόν, ένα σύνολο με περισσότερα επιμέρους τμήματα. Σε ένα τμήμα της αγοράς, οι κεφαλαιούχοι ανταλλάσσουν τις χρηματικές αποταμιεύσεις τους — παρόντα αγαθά— με τις υπηρεσίες πολυάριθμων συντελεστών — μελλοντικά αγαθά. Αυτό είναι ένα τμήμα, και το σημαντικότερο τμήμα, της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής. Ένα άλλο είναι η αγορά καταναλωτικών δανείων, όπου οι αποταμιευτές δανείζουν το χρήμα τους σε μια πιστωτική συναλλαγή, σε αντάλλαγμα για μια έγγραφη αναγνώριση οφειλής μελλοντικού χρήματος. Οι αποταμιευτές είναι οι προσφέροντες παρόν χρήμα και οι δανειολήπτες οι προσφέροντες μελλοντικό χρήμα, με τη μορφή έγγραφων αναγνωρίσεων χρέους. Εδώ ασχολούμαστε μόνο με εκείνους που δανείζονται για να δαπανήσουν σε καταναλωτικά αγαθά και όχι με παραγωγούς που δανείζονται αποταμιεύσεις για να επενδύσουν στην παραγωγή. Διότι εκείνοι που δανείζονται αποταμιεύσεις μέσω παραγωγικών δανείων δεν αποτελούν ανεξάρτητες δυνάμεις στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, αλλά εξαρτώνται πλήρως από το άγιο του τόκου μεταξύ παρόντων και μελλοντικών αγαθών, όπως αυτό καθορίζεται στο παραγωγικό σύστημα και ισούται με τον λόγο μεταξύ των τιμών των καταναλωτικών και των παραγωγικών αγαθών, καθώς και μεταξύ των διαφόρων σταδίων των παραγωγικών αγαθών. Αυτή η εξάρτηση θα φανεί παρακάτω.

The time market, the market where present goods exchange for future goods, is, then, an aggregate with several component parts. In one part of the market, capitalists exchange their money savings (present goods) for the services of numerous factors (future goods). This is one part, and the most important part, of the time market. Another is the consumers’ loan market, where savers lend their money in a credit transaction, in exchange for an I.O.U. of future money. The savers are the suppliers of present money, the borrowers the suppliers of future money, in the form of I.O.U.’s. Here we are dealing only with those who borrow to spend on consumption goods, and not with producers who borrow savings in order to invest in production. For the borrowers of savings for production loans are not independent forces on the time market, but rather are completely dependent on the interest agio between present and future goods as determined in the production system, equaling the ratio between the prices of consumers’ and producers’ goods, and between the various stages of producers’ goods. This dependence will be seen below.

27

3. Χρονική προτίμηση και ατομικές κλίμακες αξιών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. Time Preference and Individual Value Scales

28

Προτού εξετάσουμε περαιτέρω τα επιμέρους τμήματα της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής, ας ανατρέξουμε στην ίδια τη ρίζα του ζητήματος: την κλίμακα αξιών του ατόμου. Όπως είδαμε στο πρόβλημα της τιμολόγησης και της ζήτησης, η κλίμακα αξιών του ατόμου παρέχει το κλειδί για τον προσδιορισμό όλων των συμβάντων στην αγορά. Αυτό ισχύει εξίσου για το επιτόκιο. Εδώ το κλειδί είναι ο πίνακας των αξιολογήσεων χρονικής προτίμησης του ατόμου.

Before considering the component parts of the time market further, let us go to the very root of the matter: the value scale of the individual. As we have seen in the problem of pricing and demand, the individual’s value scale provides the key to the determination of all events on the market. This is no less true in regard to the interest rate. Here the key is the schedule of time-preference valuations of the individual.

29

Ας εξετάσουμε ένα υποθετικό άτομο, αφαιρώντας οποιονδήποτε συγκεκριμένο ρόλο μπορεί να διαδραματίζει στο οικονομικό σύστημα. Αυτό το άτομο έχει αναγκαστικά φθίνουσα οριακή χρησιμότητα του χρήματος, έτσι ώστε κάθε πρόσθετη χρηματική μονάδα που αποκτά κατατάσσεται χαμηλότερα στην κλίμακα αξιών του. Αυτό ισχύει αναγκαστικά. Αντιστρόφως —και αυτό απορρέει επίσης από τη φθίνουσα οριακή χρησιμότητα του χρήματος—, κάθε διαδοχική χρηματική μονάδα που παραχωρείται θα κατατάσσεται υψηλότερα στην κλίμακα αξιών του. Ο ίδιος νόμος της χρησιμότητας εφαρμόζεται στο μελλοντικό χρήμα, δηλαδή στις προσδοκίες μελλοντικού χρήματος. Τόσο στο παρόν όσο και στο μελλοντικό χρήμα εφαρμόζεται ο γενικός κανόνας ότι μεγαλύτερη ποσότητα ενός αγαθού θα έχει μεγαλύτερη χρησιμότητα από μικρότερη ποσότητά του. Μπορούμε να απεικονίσουμε αυτούς τους γενικούς νόμους μέσω της ακόλουθης υποθετικής κλίμακας αξιών ενός ατόμου:

Let us consider a hypothetical individual, abstracting from any particular role that he may play in the economic system. This individual has, of necessity, a diminishing marginal utility of money, so that each additional unit of money acquired ranks lower on his value scale. This is necessarily true. Conversely, and this also follows from the diminishing marginal utility of money, each successive unit of money given up will rank higher on his value scale. The same law of utility applies to future money, i.e., to prospects of future money. To both present money and future money there applies the general rule that more of a good will have greater utility than less of it. We may illustrate these general laws by means of the following hypothetical value scale of an individual:

30

Βλέπουμε σε αυτή την κλίμακα αξιών ένα παράδειγμα του γεγονότος ότι όλες οι δυνατές εναλλακτικές επιλογές κατατάσσονται σε μία κλίμακα, και απεικονίζονται οι αλήθειες του νόμου της χρησιμότητας. Η «1η μονάδα των 10 ουγγιών» αναφέρεται στη θέση που αποδίδεται στην πρώτη μονάδα των 10 ουγγιών —τη μονάδα που επιλέγεται εδώ αυθαίρετα— η οποία πρόκειται να παραχωρηθεί. Στη «2η μονάδα των 10 ουγγιών» χρήματος που πρόκειται να παραχωρηθεί αποδίδεται υψηλότερη θέση κ.ο.κ. Η «1η πρόσθετη μονάδα των 10 ουγγιών» αναφέρεται στη θέση που αποδίδεται στην επόμενη μονάδα των 10 ουγγιών την οποία το άτομο εξετάζει να αποκτήσει, με τις παρενθέσεις να δηλώνουν ότι δεν έχει τώρα το αγαθό στην κατοχή του. Παραπάνω έχουμε έναν πίνακα της κλίμακας αξιών του John Smith ως προς τον χρόνο, δηλαδή την κλίμακα των χρονικών προτιμήσεών του. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι το αγοραίο επιτόκιο είναι 3 τοις εκατό· δηλαδή, μπορεί να αποκτήσει 13 ουγγιές μελλοντικού χρήματος —που εδώ θεωρείται ότι θα είναι διαθέσιμο σε 10 έτη από τώρα— πωλώντας 10 ουγγιές παρόντος χρήματος. Για να δούμε τι θα κάνει, έχουμε το προνόμιο να μπορούμε να συμβουλευτούμε την κλίμακα χρονικής προτίμησής του. Διαπιστώνουμε ότι οι 13 ουγγιές μελλοντικού χρήματος προτιμώνται έναντι της πρώτης μονάδας των 10 ουγγιών του και επίσης έναντι της δεύτερης, αλλά ότι η τρίτη μονάδα των 10 ουγγιών βρίσκεται υψηλότερα στην αξιολόγησή του. Επομένως, με αγοραίο επιτόκιο 3 τοις εκατό ετησίως, το άτομο θα αποταμιεύσει 20 ουγγιές χρυσού και θα τις πωλήσει έναντι μελλοντικού χρήματος στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Προσφέρει παρόντα αγαθά στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής ύψους 20 ουγγιών.253

We see in this value scale an example of the fact that all possible alternatives for choice are ranged in one scale, and the truths of the law of utility are exemplified. The “1st unit of 10 oz.” refers to the rank accorded to the first unit of 10 ounces (the unit arbitrarily chosen here) to be given up. The “2nd unit of 10 ounces” of money to be given up is accorded higher rank, etc. The “1st added unit of 10 oz.” refers to the rank accorded to the next unit of 10 ounces which the man is considering acquiring, with parentheses to indicate that he does not now have the good in his possession. Above we have a schedule of John Smith’s value scale with respect to time, i.e., his scale of time preferences. Suppose that the market rate of interest, then, is 3 percent; i.e., he can obtain 13 ounces of future money (considered here as 10 years from now), by selling 10 ounces of present money. To see what he will do, we are privileged to be able to consult his time-preference scale. We find that 13 ounces of future money is preferred to his first unit of 10 ounces and also to the second unit of 10 ounces, but that the third unit of 10 ounces stands higher in his valuation. Therefore, with a market rate of 3 percent per year, the individual will save 20 ounces of gold and sell them for future money on the time market. He is a supplier of present goods on the time market to the extent of 20 ounces.

31

Εάν το αγοραίο επιτόκιο είναι 2 τοις εκατό, έτσι ώστε 12 μελλοντικές ουγγιές να αποτελούν την τιμή 10 παρουσών ουγγιών, τότε ο John Smith θα προσέφερε 10 ουγγιές παρόντος χρήματος. Δεν προσφέρει ποτέ μελλοντικό χρήμα, διότι, στη συγκεκριμένη περίπτωσή του, δεν υπάρχουν ποσότητες μελλοντικού χρήματος άνω των 10 ουγγιών που να κατατάσσονται χαμηλότερα από την «1η πρόσθετη μονάδα των 10 ουγγιών».

If the market rate of interest is 2 percent, so that 12 future ounces would be the price of 10 present ounces, then John Smith would be a supplier of 10 ounces of present money. He is never a supplier of future money because, in his particular case, there are no quantities of future money above 10 ounces that are ranked below “1st added unit of 10 oz.”

32

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο James Robinson έχει την ακόλουθη κλίμακα αξιών ως προς τον χρόνο:

Suppose, for example, that James Robinson has the following time-value scale:

33

Εάν το αγοραίο επιτόκιο είναι 3 τοις εκατό, τότε οι αξιολογήσεις του Robinson είναι τέτοιες ώστε δεν θα προσφερθούν αποταμιεύσεις στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Αντιθέτως, οι 13 μελλοντικές ουγγιές βρίσκονται χαμηλότερα από την «1η πρόσθετη μονάδα των 10 ουγγιών», πράγμα που σημαίνει ότι ο Robinson θα ήταν πρόθυμος να ανταλλάξει 13 ουγγιές μελλοντικού χρήματος με 10 ουγγιές παρόντος χρήματος. Έτσι γίνεται, σε αντίθεση με τον Smith, προσφέρων μελλοντικό χρήμα. Εάν το επιτόκιο ήταν 1 τοις εκατό, τότε θα προσέφερε 22 ουγγιές μελλοντικού χρήματος σε αντάλλαγμα για 20 ουγγιές παρόντος χρήματος, αυξάνοντας έτσι τη ζήτησή του για παρόν χρήμα στη χαμηλότερη τιμή.

If the market rate of interest is 3 percent, then Robinson’s valuations are such that no savings will be supplied to the time market. On the contrary, 13 ounces future is lower than “1st added unit of 10 oz.,” which means that Robinson would be willing to exchange 13 ounces of future money for 10 ounces of present money. Thereby he becomes, in contrast to Smith, a supplier of future money. If the rate of interest were 1 percent, then he would supply 22 ounces of future money in exchange for 20 ounces of present money, thus increasing his demand for present money at the lower price.

34

Θα παρατηρηθεί ότι δεν υπάρχει καταχώριση για λιγότερες από 10 ουγγιές μελλοντικών αγαθών προς σύγκριση με 10 ουγγιές παρόντων αγαθών. Ο λόγος είναι ότι η χρονική προτίμηση κάθε ανθρώπου είναι θετική, δηλαδή μία ουγγιά παρόντος χρήματος θα προτιμάται πάντοτε έναντι μίας ουγγιάς ή μικρότερης ποσότητας μελλοντικού χρήματος. Επομένως, δεν θα τεθεί ποτέ ζήτημα μηδενικού ή αρνητικού καθαρού επιτοκίου. Πολλοί οικονομολόγοι έχουν διαπράξει το μεγάλο σφάλμα να πιστεύουν ότι το επιτόκιο καθορίζει τον πίνακα χρονικής προτίμησης και τον ρυθμό αποταμίευσης και όχι το αντίστροφο. Αυτό είναι εντελώς αβάσιμο. Τα επιτόκια που συζητούνται εδώ αποτελούν απλώς υποθετικές κλίμακες, οι οποίες υποδεικνύουν και αποκαλύπτουν τους πίνακες χρονικής προτίμησης κάθε ατόμου. Συνολικά, όπως θα δούμε αμέσως, η αλληλεπίδραση των χρονικών προτιμήσεων και, επομένως, των πινάκων προσφοράς και ζήτησης των ατόμων στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής καθορίζει το καθαρό επιτόκιο στην αγορά. Το καθορίζει με τον ίδιο τρόπο που οι ατομικές αξιολογήσεις καθορίζουν τους συνολικούς πίνακες προσφοράς και ζήτησης των αγαθών, οι οποίοι με τη σειρά τους καθορίζουν τις αγοραίες τιμές. Και πάλι, οι χρησιμότητες και μόνο οι χρησιμότητες, εδώ με τη μορφή χρονικών προτιμήσεων, καθορίζουν το αποτέλεσμα της αγοράς· η εξήγηση δεν βρίσκεται σε κάποιου είδους «διαδικασία αμοιβαίου προσδιορισμού» των προτιμήσεων και των συνεπειών στην αγορά.

It will be noticed that there is no listing for less than 10 ounces of future goods, to be compared with 10 ounces of present goods. The reason is that every man’s time preference is positive, i.e., one ounce of present money will always be preferred to one ounce or less of future money. Therefore, there will never be any question of a zero or negative pure interest rate. Many economists have made the great mistake of believing that the interest rate determines the time-preference schedule and rate of savings, rather than vice versa. This is completely invalid. The interest rates discussed here are simply hypothetical schedules, and they indicate and reveal the time-preference schedules of each individual. In the aggregate, as we shall see presently, the interaction of the time preferences and hence the supply-demand schedules of individuals on the time market determine the pure rate of interest on the market. They do so in the same way that individual valuations determine aggregate supply and demand schedules for goods, which in turn determine market prices. And once again, it is utilities and utilities alone, here in the form of time preferences, that determine the market result; the explanation does not lie in some sort of “mutually determining process” of preferences and market consequences.

35

Συνεχίζοντας την ανάλυσή μας, ας καταγράψουμε σε πίνακες τα δεδομένα του John Smith και του James Robinson, από τις παραπάνω κλίμακες αξιών τους ως προς τον χρόνο, σε σχέση με τη θέση τους στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Ο πίνακας του John Smith παρατίθεται στον Πίνακα 11. Ο πίνακας του James Robinson παρατίθεται στον Πίνακα 12.

Continuing with our analysis, let us tabulate the schedules of John Smith and James Robinson, from their time-value scales above, in relation to their position on the time market. John Smith’s schedule is given in Table 11. James Robinson’s schedule is given in Table 12.

36

Ο πίνακας χρονικής προτίμησης του Robinson παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανατρέχοντας στην κλίμακα αξιών του ως προς τον χρόνο, διαπιστώνουμε ότι, με επιτόκιο 9 τοις εκατό, οι 19 ουγγιές μελλοντικού χρήματος βρίσκονται υψηλότερα από τη δεύτερη μονάδα των 10 ουγγιών παρόντος χρήματος και, επομένως, επίσης υψηλότερα από την πρώτη μονάδα. Με αυτό το επιτόκιο, η προσφορά του παρόντος χρήματος στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, δηλαδή οι αποταμιεύσεις του, ισούται με 20 ουγγιές. Επειδή η αξιολόγηση της πρώτης μονάδας του —των 10 ουγγιών, ενός αυθαίρετου μεγέθους μονάδας που επιλέξαμε για αυτή τη συζήτηση— βρίσκεται μεταξύ 16 και 17 ουγγιών μελλοντικού χρήματος, όταν το αγοραίο επιτόκιο είναι 6 τοις εκατό, η απόδοση των 16 ουγγιών έχει γι’ αυτόν μικρότερη αξία από την πρώτη του μονάδα. Επομένως, δεν θα είναι αποταμιευτής και προσφέρων παρόν χρήμα με αυτό το επιτόκιο. Από την άλλη πλευρά, δεν θα είναι ούτε προσφέρων μελλοντικά αγαθά, δηλαδή ζητών παρόντα αγαθά στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Για να προσφέρει μελλοντικά αγαθά, η αξιολόγηση του μελλοντικού χρήματος που θα έπρεπε να παραχωρήσει με το επικρατούν επιτόκιο πρέπει να είναι χαμηλότερη από εκείνη του παρόντος χρήματος που θα αποκτούσε. Με άλλα λόγια, εκείνο που παραχωρεί σε προσδοκώμενο μελλοντικό χρήμα θα πρέπει να αξίζει γι’ αυτόν λιγότερο από τη χρησιμότητα της «1ης πρόσθετης μονάδας των 10 ουγγιών» στην κλίμακά του. Όσο το αγοραίο επιτόκιο βρίσκεται στο εύρος από 4 έως 6 τοις εκατό, αυτό δεν θα ισχύει, διότι οι 14 έως 16 ουγγιές μελλοντικού χρήματος που θα έπρεπε να προσφέρει θα άξιζαν γι’ αυτόν περισσότερο από τις πρόσθετες 10 ουγγιές παρόντος χρήματος που θα αποκτούσε από την ανταλλαγή. Στην περίπτωση του Robinson, το κρίσιμο σημείο εμφανίζεται όταν το υποθετικό επιτόκιο υποχωρεί στο 3 τοις εκατό, διότι 13 μελλοντικές ουγγιές αξίζουν λιγότερο από 10 πρόσθετες ουγγιές παρόντος χρήματος, και αυτός θα προσφέρει τις μελλοντικές ουγγιές στην αγορά. Εάν το επιτόκιο ήταν 1 τοις εκατό, θα προσέφερε 20 ουγγιές μελλοντικών αγαθών.254

The Robinson time schedule is of particular interest. Referring to his time-value scale, we find that at an interest rate of 9 percent, 19 ounces of future money is above the second unit of 10 ounces of present money and therefore also above the first unit. At this interest rate, his supply of present money on the time market, i.e., his savings, equals 20 ounces. Because his valuation of the first unit (of 10 ounces—an arbitrary size of unit that we have picked for this discussion) is between 16 and 17 ounces of future money, when the market interest rate is 6 percent, his return of 16 ounces is less valuable to him than his first unit. Therefore, he will not be a saver and supplier of present money at this rate. On the other hand, he will not be a supplier of future goods (i.e., a demander of present goods on the time market) either. In order to be a supplier of future goods, his valuation of the future money that he would have to give up at the ruling rate of interest has to be lower than the present money that he would get. In other words, what he gives up in prospective future money will have to be worth less to him than the utility of the “1st additional unit of 10 oz.” on his scale. While the market rate is in the 4-percent to 6-percent range, this will not be true, for the 14 to 16 ounces of future money that he would have to supply would be worth more to him than the additional 10 ounces of present money that he would gain from the exchange. In Robinson’s case, the critical point takes place when the hypothetical interest rate drops to 3 percent, for 13 future ounces are worth less than an additional 10 ounces of present money, and he will supply the future ounces on the market. If the interest rate were 1 percent, he would supply 20 ounces of future goods.

37

Θα πρέπει να είναι προφανές ότι ένα άτομο, σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, είτε θα είναι καθαρός αποταμιευτής —δηλαδή θα έχει καθαρή ζήτηση μελλοντικών αγαθών— είτε θα έχει καθαρή προσφορά μελλοντικών αγαθών είτε δεν θα συμμετέχει καθόλου στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Οι τρεις κατηγορίες είναι αμοιβαίως αποκλειόμενες.

It should be evident that an individual, at any one time, will either be a net saver (i.e., a net demander of future goods), a net supplier of future goods, or not be on the time market at all. The three categories are mutually exclusive.

38

Το διάγραμμα του Σχήματος 42 παρουσιάζει γραφικά τους πίνακες του Smith και του Robinson. Το επιτόκιο βρίσκεται στον κατακόρυφο άξονα και το χρήμα στον οριζόντιο. Οι προσφορές παρόντων αγαθών είναι επίσης ζητήσεις μελλοντικών αγαθών, και η ζήτηση παρόντων αγαθών είναι επίσης προσφορά μελλοντικών αγαθών.

The diagram in Figure 42 sketches the schedules of Smith and Robinson in graphic form. Interest rate is on the vertical axis, and money on the horizontal. The supplies of present goods are also demands for future goods, and the demand for present goods is also the supply of future goods.

39

Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε χρησιμότητες ή αξίες μεταξύ προσώπων, αλλά μπορούμε ασφαλώς να πούμε ότι ο πίνακας χρονικής προτίμησης του Robinson είναι υψηλότερος από εκείνον του Smith. Με άλλα λόγια, δεν έχει νόημα να συγκρίνουμε τις θέσεις κατάταξης ή τις χρησιμότητες που αποδίδουν οι δύο άνθρωποι σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη μονάδα ενός αγαθού, αλλά μπορούμε —εάν τους γνωρίζουμε— να συγκρίνουμε τους πίνακές τους αποκλειστικά με βάση τις χρονικές προτιμήσεις που καταδεικνύουν. Ο πίνακας χρονικής προτίμησης του Robinson είναι υψηλότερος από εκείνον του Smith· δηλαδή, σε κάθε υποθετικό επιτόκιο, οι αξιολογήσεις του Robinson είναι τέτοιες ώστε θα παραχωρήσει λιγότερα από τα παρόντα αγαθά του σε αντάλλαγμα για μελλοντικά αγαθά.255

We cannot compare utilities or values between persons, but we certainly may say that Robinson’s time-preference schedule is higher than Smith’s. In other words, it cannot make sense to compare the rankings or utilities that the two men accord to any particular unit of a good, but we can (if we know them) compare their schedules based purely on their demonstrated time preferences. Robinson’s time-preference schedule is higher than Smith’s, i.e., at each hypothetical rate of interest Robinson’s values are such that he will part with less of his present goods in exchange for future goods.

40

Ας εξετάσουμε προσεκτικότερα τον τυπικό ατομικό πίνακα χρονικής προτίμησης, ή πίνακα προσφοράς και ζήτησης στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Καταρχάς, δεν είναι αναγκαίο η επιλεγμένη μονάδα να είναι 10 ουγγιές. Εφόσον το χρήμα είναι ίσως το πλέον διαιρετό αγαθό, είναι δυνατόν οι μονάδες να υποδιαιρεθούν σε πολύ μικρότερα μεγέθη. Επιπλέον, λόγω του αρμπιτράζ στην αγορά, το επιτόκιο απόδοσης των επενδύσεων παρόντων αγαθών σε μελλοντικά θα είναι ίσο για όλα τα διαφορετικά μεγέθη μονάδων. Μπορούμε, επομένως, να φανταστούμε μια συγκριτικά ομαλή καμπύλη, ακόμη και για κάθε άτομο.

Let us explore the typical individual time-preference schedule, or time-supply-and-demand schedule, more closely. In the first place, there is no necessity for the unit chosen to be 10 ounces. Since money is perhaps the most divisible of goods, it is possible to break down the units into far smaller sizes. Furthermore, because of the arbitrage of the market, the rate of interest return on investments of present in future goods will be equal for all the various sizes of units. We may therefore visualize a comparatively smooth curve, even for each individual.

41

Ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό του πίνακα χρονικής προτίμησης ενός ατόμου είναι ότι τελικά, αφού προσφερθεί στην αγορά μια ορισμένη ποσότητα παρόντος χρήματος, κανένα νοητό επιτόκιο δεν θα μπορούσε να το πείσει να αγοράσει περισσότερα μελλοντικά αγαθά. Ο λόγος είναι ότι, καθώς το παρόν χρήμα μειώνεται και το μελλοντικό χρήμα αυξάνεται στην κατοχή ενός ανθρώπου, η οριακή χρησιμότητα του πρώτου αυξάνεται στην κλίμακα αξιών του και η οριακή χρησιμότητα του δεύτερου μειώνεται. Ειδικότερα, κάθε άνθρωπος πρέπει να καταναλώνει στο παρόν, και αυτό περιορίζει δραστικά τις αποταμιεύσεις του ανεξάρτητα από το επιτόκιο. Ως αποτέλεσμα, πέρα από ένα ορισμένο σημείο, η χρονική προτίμηση ενός ανθρώπου υπέρ του παρόντος γίνεται άπειρη και η γραμμή που αντιπροσωπεύει την προσφορά του παρόντων αγαθών γίνεται κατακόρυφη προς τα πάνω. Στο άλλο άκρο της κλίμακας, το γεγονός της χρονικής προτίμησης συνεπάγεται ότι, σε κάποιο ελάχιστο επιτόκιο, ο άνθρωπος δεν θα αποταμιεύει καθόλου. Το σημείο στο οποίο η καμπύλη προσφοράς συναντά τον κατακόρυφο άξονα εξαρτάται από τις αξιολογήσεις του ατόμου· πρέπει, όμως, να τον συναντά, ως αποτέλεσμα της λειτουργίας του νόμου της χρονικής προτίμησης. Ένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να προτιμά 10 ουγγιές, ή ακόμη μικρότερη ποσότητα, μελλοντικού χρήματος από 10 ουγγιές παρόντος χρήματος.256

One inevitable characteristic of an individual’s time-preference schedule is that eventually, after a certain amount of present money has been supplied on the market, no conceivable interest rate could persuade him to purchase more future goods. The reason is that as present money dwindles and future money increases in a man’s possession, the marginal utility of the former increases on the man’s value scale, and the marginal utility of the latter decreases. In particular, every man must consume in the present, and this drastically limits his savings regardless of the interest rate. As a result, after a certain point, a man’s time preference for the present becomes infinite, and the line representing his supply of present goods becomes vertical upward. At the other end of the scale, the fact of time preference will imply that at some minimum rate of interest the man will not save at all. At what point the supply curve hits the vertical axis depends on the valuations of the individual; but it must do so, as a result of the operation of the law of time preference. A man could not prefer 10 ounces or even less of future money to 10 ounces of present money.

42

Το τι συμβαίνει αφότου η ατομική καμπύλη προσφοράς συναντήσει τον κατακόρυφο άξονα εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις χρονικές προτιμήσεις του ατόμου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στην παραπάνω περίπτωση του John Smith, η οριακή χρησιμότητα του χρήματος για το άτομο μειώνεται υπερβολικά γρήγορα, σε σύγκριση με εκείνη του μελλοντικού χρήματος, ώστε να συμμετάσχει με καθαρή ζήτηση παρόντων αγαθών σε χαμηλά επιτόκια. Με άλλα λόγια, η σχέση χρονικής προτίμησης του Smith είναι υπερβολικά χαμηλή σε αυτή την περιοχή ώστε να γίνει ζητών παρόντα αγαθά και προσφέρων μελλοντικά. Από την άλλη πλευρά, ο υψηλότερος πίνακας χρονικών προτιμήσεων του Robinson είναι τέτοιος ώστε, σε χαμηλά επιτόκια, να γίνεται προσφέρων μελλοντικά αγαθά έναντι παρόντων. Βλ. Σχήμα 42.

What happens after the individual supply curve hits the vertical axis depends entirely on the time preferences of the individual. In some cases, as in that of John Smith above, the person’s marginal utility of money falls too fast, as compared with that of future money, for him to participate as a net demander of present goods at low rates of interest. In other words, Smith’s time-preference ratio is too low in this area for him to become a demander of present goods and a supplier of future goods. On the other hand, Robinson’s higher schedule of time preferences is such that, at low rates of interest, he becomes a supplier of future goods for present goods. (See Figure 42.)

43

Μπορούμε, βεβαίως, να απεικονίσουμε με τον συμβατικό τρόπο την καμπύλη προσφοράς και την καμπύλη ζήτησης ενός τυπικού ατόμου, όπως κάναμε στο Σχήμα 42. Από την άλλη πλευρά, μπορούμε επίσης να τροποποιήσουμε αυτό το διάγραμμα ώστε να σχηματίσουμε μία συνεχή καμπύλη της δραστηριότητας του ατόμου στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Μπορούμε να ονομάσουμε αυτή την καμπύλη «καμπύλη του ατόμου στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής». Στα υψηλότερα επιτόκια, μέχρι το σημείο όπου συναντά τον κατακόρυφο άξονα, αυτή η καμπύλη είναι απλώς η καμπύλη προσφοράς παρόντων αγαθών του ατόμου. Κάτω από αυτό το σημείο, όμως, αντιστρέφουμε την καμπύλη ζήτησής του και την προεκτείνουμε προς τα αριστερά στον οριζόντιο άξονα. Βλ. Σχήμα 43.

We may of course, diagram a typical individual’s supply and demand curve conventionally, as we have done in Figure 42. On the other hand, we may also modify this diagram, so as to make one continuous curve of the individual’s activity on the time market. We may call this curve the “individual’s time-market curve.” At higher interest rates, down to where it hits the vertical axis, this curve is simply the individual’s supply curve of present goods. But below this, we are reversing his demand curve and continuing it on to the left on the horizontal axis. (See Figure 43.)

44

Κάθε άτομο στην αγορά έχει έναν παρόμοιο τύπο πίνακα για την αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, ο οποίος αντανακλά τη δική του κλίμακα αξιών. Ο πίνακας καθενός θα είναι τέτοιος ώστε, σε υψηλότερα επιτόκια, να υπάρχει μεγαλύτερη τάση προς καθαρή αποταμίευση και, σε χαμηλότερα επιτόκια, μικρότερη αποταμίευση, έως ότου το άτομο γίνει καθαρός ζητών. Σε κάθε υποθετικό επιτόκιο υπάρχει για κάθε άτομο η δυνατότητα καθαρής αποταμίευσης, καθαρής ζήτησης ή αποχής από την αγορά. Για ορισμένες μεταβολές του επιτοκίου δεν θα υπάρχει μεταβολή —κατακόρυφη καμπύλη—, αλλά δεν θα υπάρξει ποτέ κατάσταση στην οποία η προσφορά θα είναι μεγαλύτερη ή η ζήτηση μικρότερη με χαμηλότερα επιτόκια.

Every individual on the market has a similar type of time-market schedule, reflecting his particular value scale. The schedule of each will be such that at higher rates of interest there will be a greater tendency toward net saving, and at lower rates of interest, less saving, until the individual becomes a net demander. At each hypothetical rate of interest there is a possible net saving, net demanding, or abstaining from the market, for each individual. For some changes in the rate of interest, there will be no change (vertical curve), but there will never be a situation where the supply will be greater, or demand less, with lower rates of interest.

45

Οι πίνακες όλων των ατόμων για την αγορά διαχρονικής ανταλλαγής αθροίζονται στην αγορά ώστε να σχηματίσουν τους πίνακες αγοραίας προσφοράς και αγοραίας ζήτησης παρόντων αγαθών σε όρους μελλοντικών αγαθών. Η προσφορά που αποτυπώνεται στον πίνακα θα αυξάνεται με την αύξηση του επιτοκίου, ενώ η ζήτηση θα μειώνεται με τα υψηλότερα επιτόκια.

The time-market schedules of all individuals are aggregated on the market to form market-supply and market-demand schedules for present goods in terms of future goods. The supply schedule will increase with an increase in the rate of interest, and the demand schedule will fall with the higher rates of interest.

46

Ένα τυπικό διάγραμμα για την αγορά συνολικά παρουσιάζεται στο Σχήμα 44. Αθροίζοντας τους πίνακες προσφοράς και ζήτησης στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής για όλα τα άτομα που συμμετέχουν στην αγορά, λαμβάνουμε καμπύλες όπως οι SS και DD.

Η DD είναι η καμπύλη ζήτησης παρόντων αγαθών σε όρους προσφοράς μελλοντικών αγαθών· εκτείνεται προς τα δεξιά καθώς το επιτόκιο μειώνεται. Η SS είναι η καμπύλη προσφοράς παρόντων αγαθών σε όρους ζήτησης μελλοντικών αγαθών· εκτείνεται προς τα δεξιά καθώς το επιτόκιο αυξάνεται. Η τομή των δύο καμπυλών καθορίζει το επιτόκιο ισορροπίας — το επιτόκιο όπως θα έτεινε να διαμορφωθεί στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία. Αυτό το καθαρό επιτόκιο, λοιπόν, καθορίζεται αποκλειστικά από τις χρονικές προτιμήσεις των ατόμων στην κοινωνία και από κανέναν άλλον παράγοντα.

A typical aggregate market diagram may be seen in Figure 44. Aggregating the supply and demand schedules on the time market for all individuals in the market, we obtain curves such as SS and DD. DD is the demand curve for present goods in terms of the supply of future goods; it slopes rightward as the rate of interest falls. SS is the supply curve of present goods in terms of the demand for future goods; it slopes rightward as the rate of interest increases. The intersection of the two curves determines the equilibrium rate of interest—the rate of interest as it would tend to be in the evenly rotating economy. This pure rate of interest, then, is determined solely by the time preferences of the individuals in the society, and by no other factor.

47

Η τομή των δύο καμπυλών καθορίζει ένα επιτόκιο ισορροπίας, BA, και ένα ποσό αποταμίευσης ισορροπίας, 0B. Το 0B είναι το συνολικό χρηματικό ποσό που θα αποταμιευθεί και θα επενδυθεί σε μελλοντικό χρήμα. Σε επιτόκιο υψηλότερο από το BA, τα προσφερόμενα παρόντα αγαθά θα υπερέβαιναν τα μελλοντικά αγαθά που προσφέρονται σε αντάλλαγμα, και οι υπερβάλλουσες αποταμιεύσεις θα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους έως ότου η τιμή των παρόντων αγαθών σε όρους μελλοντικών υποχωρούσε προς την ισορροπία. Εάν το επιτόκιο ήταν χαμηλότερο από το BA, η ζήτηση παρόντων αγαθών από τους προσφέροντες μελλοντικά αγαθά θα υπερέβαινε την προσφορά αποταμιεύσεων, και ο ανταγωνισμός αυτής της ζήτησης θα ωθούσε τα επιτόκια προς τα πάνω, προς την ισορροπία.

The intersection of the two curves determines an equilibrium rate of interest, BA, and an equilibrium amount saved, 0B. 0B is the total amount of money that will be saved and invested in future money. At a higher interest rate than BA, present goods supplied would exceed future goods supplied in exchange, and the excess savings would compete with one another until the price of present goods in terms of future goods would decline toward equilibrium. If the rate of interest were below BA, the demand for present goods by suppliers of future goods would exceed the supply of savings, and the competition of this demand would push interest rates up toward equilibrium.

48

Ίσως έχουν διαπραχθεί περισσότερες πλάνες στις συζητήσεις για το επιτόκιο από ό,τι στην εξέταση οποιασδήποτε άλλης πτυχής της οικονομικής επιστήμης. Χρειάστηκε πολύς χρόνος για να αναγνωριστεί στην οικονομική επιστήμη η κρίσιμη σημασία της χρονικής προτίμησης στον προσδιορισμό του καθαρού επιτοκίου· χρειάστηκε ακόμη περισσότερος χρόνος για να αντιληφθούν οι οικονομολόγοι ότι η χρονική προτίμηση είναι ο μοναδικός προσδιοριστικός παράγοντας. Η απροθυμία αποδοχής μιας μονιστικής αιτιακής ερμηνείας ταλανίζει την οικονομική επιστήμη μέχρι σήμερα.257

Perhaps more fallacies have been committed in discussions concerning the interest rate than in the treatment of any other aspect of economics. It took a long while for the crucial importance of time preference in the determination of the pure rate of interest to be realized in economics; it took even longer for economists to realize that time preference is the only determining factor. Reluctance to accept a monistic causal interpretation has plagued economics to this day.

49

4. Η αγορά διαχρονικής ανταλλαγής και η δομή της παραγωγής

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. The Time Market and the Production Structure

50

Η αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, όπως και οι άλλες αγορές, αποτελείται από επιμέρους άτομα, των οποίων οι πίνακες αθροίζονται ώστε να σχηματίσουν τους πίνακες αγοραίας προσφοράς και ζήτησης. Η πολυπλοκότητα της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής —καθώς και της αγοράς χρήματος— συνίσταται στο γεγονός ότι διαιρείται επίσης και υποδιαιρείται σε διάφορες διακριτές επιμέρους αγορές. Αυτές μπορούν να συνενωθούν σε μια συνολική αγορά, αλλά τα επιμέρους συστατικά παρουσιάζουν ενδιαφέρον και μεγάλη σημασία καθαυτά και αξίζουν περαιτέρω ανάλυση. Και αυτά, βεβαίως, αποτελούνται από ατομικούς πίνακες προσφοράς και ζήτησης.

The time market, like other markets, consists of component individuals whose schedules are aggregated to form the market supply and demand schedules. The intricacy of the time market (and of the money market as well) consists in the fact that it is also divided and subdivided into various distinguishable submarkets. These are aggregable into a total market, but the subsidiary components are interesting and highly significant in their own right and deserve further analysis. They themselves, of course, are composed of individual supply and demand schedules.

51

Όπως υποδείξαμε παραπάνω, μπορούμε να διαιρέσουμε την αγορά παρόντων και μελλοντικών αγαθών σε δύο κύρια τμήματα: την παραγωγική δομή και την αγορά καταναλωτικών δανείων. Ας στραφούμε πρώτα στην παραγωγική δομή. Αυτό μπορεί να γίνει με τη μεγαλύτερη σαφήνεια εάν εξετάσουμε ακόμη μία φορά ένα τυπικό διάγραμμα της δομής της παραγωγής. Πρόκειται για το διάγραμμα του Σχήματος 41, με μία κρίσιμη διαφορά. Προηγουμένως, το διάγραμμα αντιπροσώπευε μια τυπική παραγωγική δομή για οποιοδήποτε συγκεκριμένο καταναλωτικό αγαθό. Τώρα το ίδιο διάγραμμα αντιπροσωπεύει τη συνολική παραγωγική δομή για όλα τα αγαθά. Το χρήμα κινείται από τα καταναλωτικά αγαθά προς τα πίσω, διαμέσου των διαφόρων σταδίων παραγωγής, ενώ τα αγαθά ρέουν από τα ανώτερα προς τα κατώτερα στάδια παραγωγής, για να πωληθούν τελικά ως καταναλωτικά αγαθά. Το πρότυπο της παραγωγής δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι υπάρχουν τόσο ειδικοί όσο και μη ειδικοί συντελεστές. Εφόσον η παραγωγική δομή εξετάζεται συνολικά, ο βαθμός ειδικότητας ως προς ένα συγκεκριμένο προϊόν δεν έχει σημασία στη συζήτηση της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής.

As we have indicated above, we may divide the present-future market into two main subdivisions: the production structure and the consumer loan market. Let us turn first to the production structure. This may be done most clearly by considering once again a typical production-structure diagram. This diagram is the one in Figure 41, with one critical difference. Previously the diagram represented a typical production structure for any particular consumers’ good. Now the same diagram represents the aggregate production structure for all goods. Money moves from consumers’ goods back through the various stages of production, while goods flow from the higher through the lower stages of production, finally to be sold as consumers’ goods. The pattern of production is not changed by the fact that both specific and nonspecific factors exist. Since the production structure is aggregated, the degree of specificity for a particular product is irrelevant in a discussion of the time market.

52

Δεν δημιουργείται κανένα πρόβλημα από το γεγονός ότι διαφορετικές παραγωγικές διαδικασίες για διαφορετικά αγαθά έχουν άνιση χρονική διάρκεια. Αυτό δεν αποτελεί δυσκολία, διότι η ροή από το ένα στάδιο στο άλλο μπορεί να αθροιστεί για οποιονδήποτε αριθμό διαδικασιών.

There is no problem in the fact that different production processes for different goods take unequal lengths of time. This is not a difficulty because the flow from one stage to another can be aggregated for any number of processes.

53

Υπάρχουν, ωστόσο, δύο σοβαρότερα προβλήματα που φαίνεται να ανακύπτουν κατά τη συνάθροιση της παραγωγικής δομής ολόκληρης της οικονομίας. Το ένα είναι το γεγονός ότι στις διάφορες διαδικασίες δεν θα υπάρχει κατ’ ανάγκην ανταλλαγή κεφαλαιουχικών αγαθών έναντι χρήματος σε κάθε στάδιο. Μία επιχείρηση μπορεί να «ενσωματώσει κάθετα» στο εσωτερικό της ένα ή περισσότερα στάδια και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να προκαταβάλει παρόντα αγαθά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Θα δούμε παρακάτω, ωστόσο, ότι αυτό δεν παρουσιάζει καμία απολύτως δυσκολία, όπως δεν παρουσίαζε δυσκολία και στην περίπτωση των επιμέρους διαδικασιών.

There are, however, two more serious problems that seem to be involved in aggregating the production structure for the entire economy. One is the fact that in various processes there will not necessarily be an exchange of capital goods for money at each stage. One firm may “vertically integrate” within itself one or more stages and thereby advance present goods for a greater period of time. We shall see below, however, that this presents no difficulty at all, just as it presented no difficulty in the case of particular processes.

54

Μια δεύτερη δυσκολία είναι η αγορά και η χρήση διαρκών κεφαλαιουχικών αγαθών. Υποθέσαμε, και εξακολουθούμε να υποθέτουμε, ότι δεν αγοράζονται κεφαλαιουχικά αγαθά ή γη, αλλά ότι μόνο μισθώνονται, δηλαδή «ενοικιάζονται» από τους ιδιοκτήτες τους. Η αγορά διαρκών αγαθών παρουσιάζει περιπλοκές, αλλά και πάλι, όπως θα δούμε, αυτό δεν θα επιφέρει καμία απολύτως ουσιώδη μεταβολή στην ανάλυσή μας.

A second difficulty is the purchase and use of durable capital goods. We have been assuming, and are continuing to assume, that no capital goods or land are bought—that they are only hired, i.e., “rented” from their owners. The purchase of durable goods presents complications, but again, as we shall see, this will lead to no essential change whatever in our analysis.

55

Το διάγραμμα της παραγωγικής δομής στο Σχήμα 45 παραλείπει τους αριθμούς που δήλωναν το μέγεθος των πληρωμών μεταξύ των διαφόρων τομέων και τους αντικαθιστά με D και S, για να υποδείξει τα σημεία όπου πραγματοποιούνται συναλλαγές παρόντων και μελλοντικών αγαθών —«διαχρονικές συναλλαγές»— και ποιες ομάδες συμμετέχουν σε αυτές τις διάφορες συναλλαγές.

The production-structure diagram in Figure 45 omits the numbers that indicated the size of payments between the various sectors and substitutes instead D’s and S’s to indicate the points where present-future transactions (“time transactions”) take place and what groups are engaging in these various

56

Τα D δηλώνουν εκείνους που ζητούν παρόντα αγαθά, ενώ τα S δηλώνουν εκείνους που προσφέρουν παρόντα αγαθά έναντι μελλοντικών.

transactions. D’s indicate demanders of present goods, and S’s are suppliers of present goods, for future goods.

57

Ας αρχίσουμε από τη βάση: τη δαπάνη των καταναλωτών για καταναλωτικά αγαθά. Η κίνηση του χρήματος υποδεικνύεται με βέλη, και το χρήμα κινείται από τους καταναλωτές προς τους πωλητές καταναλωτικών αγαθών. Αυτή δεν είναι διαχρονική συναλλαγή, διότι είναι ανταλλαγή παρόντων αγαθών —χρήματος— με παρόντα αγαθά —καταναλωτικά αγαθά.258

Let us begin at the bottom—the expenditure of consumers on consumers’ goods. The movement of money is indicated by arrows, and money moves from consumers to the sellers of consumers’ goods. This is not a time transaction, because it is an exchange of present goods (money) for present goods (consumers’ goods).

58

Αυτοί οι παραγωγοί καταναλωτικών αγαθών είναι αναγκαστικά κεφαλαιούχοι που έχουν επενδύσει στις υπηρεσίες συντελεστών για να παραγάγουν αυτά τα αγαθά και κατόπιν πωλούν τα προϊόντα τους. Η επένδυσή τους σε συντελεστές συνίστατο στην αγορά υπηρεσιών συντελεστών γης και εργασίας —των πρωτογενών συντελεστών— και κεφαλαιουχικών αγαθών πρώτης τάξης —των παραχθέντων συντελεστών. Και στις δύο αυτές μεγάλες κατηγορίες συναλλαγών, ανταλλαγών που πραγματοποιούνται ένα στάδιο πριν από την τελική πώληση των καταναλωτικών αγαθών, παρόντα αγαθά ανταλλάσσονται με μελλοντικά. Και στις δύο περιπτώσεις, οι κεφαλαιούχοι προσφέρουν παρόν χρήμα σε αντάλλαγμα για υπηρεσίες συντελεστών των οποίων η απόδοση θα πραγματοποιηθεί στο μέλλον και οι οποίες, επομένως, είναι μελλοντικά αγαθά.

These producers of consumers’ goods are necessarily capitalists who have invested in the services of factors to produce these goods and who then sell their products. Their investment in factors consisted of purchases of the services of land factors and labor factors (the original factors) and first-order capital goods (the produced factors). In both these two large categories of transactions (exchanges that are made a stage earlier than the final sale of consumers’ goods), present goods are exchanging for future goods. In both cases, the capitalists are supplying present money in exchange for factor services whose yield will materialize in the future, and which therefore are future goods.

59

Συνεπώς, οι κεφαλαιούχοι που παράγουν καταναλωτικά αγαθά, τους οποίους θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «κεφαλαιούχους του πρώτου σταδίου», συμμετέχουν σε διαχρονικές συναλλαγές όταν πραγματοποιούν τις επενδύσεις τους. Τα συστατικά αυτού του συγκεκριμένου τμήματος της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής είναι, λοιπόν, τα εξής:

So the capitalists who are producing consumers’ goods, whom we might call “first-stage capitalists,” engage in time transactions in making their investments. The components of this particular subdivision of the time market, then, are:

60

Οι κεφαλαιούχοι του σταδίου 1 είναι οι κεφαλαιούχοι του πρώτου σταδίου που παράγουν καταναλωτικά αγαθά. Αγοράζουν κεφαλαιουχικά αγαθά από τους παραγωγούς-ιδιοκτήτες τους, δηλαδή τους κεφαλαιούχους του δεύτερου σταδίου, ή κεφαλαιούχους του σταδίου 2. Τα αντίστοιχα S και D υποδεικνύουν αυτές τις συναλλαγές, και τα βέλη προς τα πάνω υποδεικνύουν την κατεύθυνση της χρηματικής πληρωμής.

Capitalists1 are the first-stage capitalists who produce consumers’ goods. They purchase capital goods from the producer-owners —the second-stage capitalists, or Capitalists2. The appropriate S’s and D’s indicate these transactions, and the arrows pointing upward indicate the direction of money payment.

61

Στο επόμενο στάδιο, οι κεφαλαιούχοι του σταδίου 2 πρέπει να αγοράσουν υπηρεσίες συντελεστών παραγωγής. Προσφέρουν παρόντα αγαθά και αγοράζουν μελλοντικά αγαθά, αγαθά τα οποία βρίσκονται ακόμη πιο μακριά στο μέλλον από το προϊόν που θα παραγάγουν.259 Αυτά τα μελλοντικά αγαθά προσφέρονται από γαιοκτήμονες, εργαζομένους και κεφαλαιούχους του σταδίου 3. Συνοψίζοντας, στο δεύτερο στάδιο έχουμε:

At the next stage, the Capitalists2 have to purchase services of factors of production. They supply present goods and purchase future goods, goods which are even more distantly in the future than the product that they will produce. These future goods are supplied by landowners, laborers, and Capitalists. To sum up, at the second stage:

Supply of Present Goods: Capitalists2 Supply of Future Goods: Landowners, Laborers, Capitalists3

62

Αυτές οι συναλλαγές σημειώνονται με τα αντίστοιχα S και D, και τα βέλη προς τα πάνω υποδεικνύουν την κατεύθυνση της χρηματικής πληρωμής σε αυτές.

These transactions are marked with the appropriate S’s and D’s, and the arrows pointing upward indicate the direction of money payment in these transactions.

63

Το πρότυπο αυτό συνεχίζεται έως το τελευταίο στάδιο. Σε αυτό το τελευταίο στάδιο, που εδώ είναι το έκτο, οι κεφαλαιούχοι του έκτου σταδίου προσφέρουν μελλοντικά αγαθά στους κεφαλαιούχους του πέμπτου σταδίου, αλλά προσφέρουν επίσης παρόντα αγαθά σε εργαζομένους και γαιοκτήμονες, σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες των τελευταίων που βρίσκονται σε εξαιρετικά απομακρυσμένο μέλλον. Οι συναλλαγές για τα δύο ανώτατα στάδια έχουν, επομένως, ως εξής, με το τελευταίο στάδιο να συμβολίζεται ως N αντί ως έκτο:

This pattern is continued until the very last stage. At this final stage, which is here the sixth, the sixth-stage capitalists supply future goods to the fifth-stage capitalists, but also supply present goods to laborers and landowners in exchange for the extremely distant future services of the latter. The transactions for the two highest stages are, then, as follows (with the last stage designated as N instead of six):

64

Πέμπτο στάδιο:

Στάδιο N:

Μπορούμε τώρα να συνοψίσουμε την αγορά διαχρονικής ανταλλαγής για οποιαδήποτε παραγωγική δομή N σταδίων:

We may now sum up our time market for any production structure of N stages:

65

Για να απεικονίσουμε καθαρά τη λειτουργία της παραγωγικής δομής, ας επιστρέψουμε στο αριθμητικό παράδειγμα του Σχήματος 41 και ας συνοψίσουμε τις ποσότητες παρόντων αγαθών που προσφέρουν και λαμβάνουν τα διάφορα συστατικά της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε εδώ τους ίδιους αριθμούς για τη συνολική παραγωγική δομή, μολονότι ο αναγνώστης μπορεί να προτιμά να θεωρήσει τις μονάδες, στην περίπτωση αυτή, ως πολλαπλάσια ουγγιών χρυσού. Το γεγονός ότι οι διαφορετικές διάρκειες των παραγωγικών διαδικασιών και οι διαφορετικοί βαθμοί κάθετης ολοκλήρωσης δεν δημιουργούν δυσκολίες στη συνάθροιση μάς επιτρέπει να χρησιμοποιούμε το διάγραμμα σχεδόν εναλλακτικά για μία μεμονωμένη παραγωγική διαδικασία και για την οικονομία ως σύνολο. Επιπλέον, το γεγονός ότι το επιτόκιο στην ERE θα είναι το ίδιο για όλα τα στάδια και όλα τα αγαθά στην οικονομία μάς επιτρέπει ειδικότερα να συναθροίζουμε τα συγκρίσιμα στάδια όλων των αγαθών. Διότι, εάν το επιτόκιο είναι 5 τοις εκατό, μπορούμε να πούμε ότι, για ένα ορισμένο στάδιο ενός αγαθού, οι πληρωμές των κεφαλαιούχων προς τους ιδιοκτήτες συντελεστών είναι 50 ουγγιές και οι εισπράξεις από τις πωλήσεις προϊόντων είναι 52,5 ουγγιές, ενώ μπορούμε επίσης να υποθέσουμε ότι οι συνολικές πληρωμές για ολόκληρη την οικονομία κατά την ίδια περίοδο είναι 5.000 ουγγιές και οι εισπράξεις 5.250 ουγγιές.

Το ίδιο επιτόκιο συνεπάγεται το ίδιο ποσοστό απόδοσης των επενδύσεων, είτε αυτές εξετάζονται χωριστά είτε για όλα τα αγαθά μαζί.

To illustrate clearly the workings of the production structure, let us hark back to the numerical example given in Figure 41 and summarize the quantities of present goods supplied and received by the various components of the time market. We may use the same figures here to apply to the aggregate production structure, although the reader may wish to consider the units as multiples of gold ounces in this case. The fact that different durations of production processes and different degrees of vertical integration make no difficulties for aggregation permits us to use the diagram almost interchangeably for a single production process and for the economy as a whole. Furthermore, the fact that the ERE interest rate will be the same for all stages and all goods in the economy especially permits us to aggregate the comparable stages of all goods. For if the rate is 5 percent, then we may say that for a certain stage of one good, payments by capitalists to owners of factors are 50 ounces, and receipts from sales of products are 52.5 ounces, while we can also assume that the aggregate payments for the whole economy in the same period are 5,000 ounces, and receipts 5,250 ounces. The same interest rate connotes the same rate of return on investments, whether considered separately or for all goods lumped together.

66

Οι προσφορές και οι ζητήσεις παρόντων αγαθών από το Σχήμα 41 είναι, λοιπόν, οι ακόλουθες, με το διάγραμμα να αντιμετωπίζεται τώρα ως συνολική απεικόνιση ολόκληρης της οικονομίας:

The following, then, are the supplies and demands for present goods from Figure 41, the diagram now being treated as an aggregate for the whole economy:

67

Τα οριζόντια βέλη σε κάθε στάδιο αυτού του πίνακα απεικονίζουν την κίνηση του χρήματος καθώς προσφέρεται από τους αποταμιευτές σε εκείνους που το ζητούν και το λαμβάνουν στο συγκεκριμένο στάδιο.

The horizontal arrows at each stage of this table depict the movement of money as supplied from the savers to the recipient demanders at that stage.

68

Από αυτόν τον πίνακα είναι εύκολο να συναγάγουμε το καθαρό χρηματικό εισόδημα των διαφόρων συμμετεχόντων: το ακαθάριστο χρηματικό εισόδημά τους μείον τις χρηματικές πληρωμές τους, εφόσον συμπεριλάβουμε ολόκληρη τη χρονική περίοδο όλων των συναλλαγών τους στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Η περίπτωση των ιδιοκτητών γης και εργασίας είναι απλή: λαμβάνουν το χρήμα τους σε αντάλλαγμα για τα μελλοντικά αγαθά που θα αποδώσουν οι συντελεστές τους· αυτό το χρήμα είναι το ακαθάριστο και το καθαρό χρηματικό εισόδημά τους από το παραγωγικό σύστημα. Το συνολικό καθαρό χρηματικό εισόδημα των ιδιοκτητών γης και εργασίας είναι 83 ουγγιές. Αυτό είναι το άθροισμα των χρηματικών εισοδημάτων των διαφόρων ιδιοκτητών γης και εργασίας σε κάθε στάδιο παραγωγής.

From this tabulation it is easy to derive the net money income of the various participants: their gross money income minus their money payments, if we include the entire period of time for all of their transactions on the time market. The case of the owners of land and labor is simple: they receive their money in exchange for the future goods to be yielded by their factors; this money is their gross and their net money income from the productive system. The total of net money income to the owners of land and labor is 83 ounces. This is the sum of the money incomes to the various owners of land and labor at each stage of production.

69

Η περίπτωση των κεφαλαιούχων είναι πολύ πιο περίπλοκη. Καταβάλλουν παρόντα αγαθά σε αντάλλαγμα για μελλοντικά και κατόπιν πωλούν έναντι χρήματος στους κεφαλαιούχους κατώτερων σταδίων τα προϊόντα που ωριμάζουν και βρίσκονται σε λιγότερο απομακρυσμένο μέλλον. Το καθαρό χρηματικό εισόδημά τους προκύπτει αφαιρώντας τις χρηματικές εκροές τους από το ακαθάριστο εισόδημά τους κατά τη διάρκεια του παραγωγικού σταδίου. Στο παράδειγμά μας, τα διάφορα καθαρά εισοδήματα των κεφαλαιούχων είναι τα εξής:

The case of the capitalists is far more complicated. They pay out present goods in exchange for future goods and then sell the maturing less distantly future products for money to lower-stage capitalists. Their net money income is derived by subtracting their money outgo from their gross income over the period of the production stage. In our example, the various net incomes of the capitalists are as follows:

70

Το συνολικό καθαρό εισόδημα των κεφαλαιούχων που παράγουν κεφαλαιουχικά αγαθά, στις τάξεις 2 έως N, είναι 12 ουγγιές. Τι συμβαίνει, λοιπόν, με τους κεφαλαιούχους του σταδίου 1, οι οποίοι φαίνεται όχι μόνο να μην έχουν καθαρό εισόδημα, αλλά να παρουσιάζουν έλλειμμα 95 ουγγιών; Όπως βλέπουμε από το διάγραμμα του Σχήματος 41, ανακτούν το ποσό αυτό όχι από τις αποταμιεύσεις των κεφαλαιούχων, αλλά από τη δαπάνη των καταναλωτών, η οποία ανέρχεται συνολικά σε 100 ουγγιές και αποφέρει στους κεφαλαιούχους του σταδίου 1 καθαρό εισόδημα πέντε ουγγιών.

The total net income of the capitalists producing capital goods (orders 2 through N) is 12 ounces. What, then, of Capitalists, who apparently have not only no net income, but a deficit of 95 ounces? They are recouped, as we see from the diagram (in Figure 41), not from the savings of capitalists, but from the expenditure of consumers, which totals 100 ounces, yielding a net income to Capitalists of five ounces.

71

Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι το γενικό πρότυπο της δομής της παραγωγής και της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής θα είναι το ίδιο στον πραγματικό κόσμο της αβεβαιότητας όπως και στην ERE. Η διαφορά θα βρίσκεται στα ποσά που περιέρχονται σε κάθε τομέα και στις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων τιμών. Θα δούμε αργότερα ποιες θα είναι οι αποκλίσεις· για παράδειγμα, το ποσοστό απόδοσης των κεφαλαιούχων σε κάθε τομέα δεν θα είναι ενιαίο στην πραγματική αγορά. Αλλά το πρότυπο των πληρωμών, η σύνθεση των προσφερόντων και των ζητούντων, θα είναι το ίδιο.

It should be emphasized at this point that the general pattern of the structure of production and of the time market will be the same in the real world of uncertainty as in the ERE. The difference will be in the amounts that go to each sector and in the relations among the various prices. We shall see later what the discrepancies will be; for example, the rate of return by the capitalists in each sector will not be uniform in the real market. But the pattern of payments, the composition of suppliers and demanders, will be the same.

72

Αναλύοντας τους λογαριασμούς εισοδημάτων και δαπανών της παραγωγικής δομής, οι συγγραφείς που ασχολούνται με οικονομικά προβλήματα έχουν διαπιστώσει ότι μπορούμε να ενοποιήσουμε τα διάφορα εισοδήματα και να εξετάσουμε μόνο τα καθαρά εισοδήματα. Ο πειρασμός ήταν να απαλειφθούν απλώς οι διάφορες συναλλαγές μεταξύ κεφαλαιούχων ως «διπλοεγγραφές». Εάν αυτό γίνει εδώ, τότε το συνολικό καθαρό εισόδημα στην αγορά είναι: κεφαλαιούχοι, 17 ουγγιές —12 ουγγιές για τους κεφαλαιούχους των κεφαλαιουχικών αγαθών και πέντε ουγγιές για τους κεφαλαιούχους των καταναλωτικών αγαθών—· συντελεστές γης και εργασίας, 83 ουγγιές. Το γενικό σύνολο του καθαρού εισοδήματος είναι τότε 100 ουγγιές. Αυτό ισούται ακριβώς με το σύνολο της καταναλωτικής δαπάνης της περιόδου.

In analyzing the income-expenditure balance sheets of the production structure, writers on economic problems have seen that we may consolidate the various incomes and consider only the net incomes. The temptation has been simply to write off the various intercapitalist transactions as “duplications.” If that is done here, then the total net income in the market is: capitalists, 17 ounces (12 ounces for capital-good capitalists and five ounces for consumers’-good capitalists); land and labor factors, 83 ounces. The grand total net income is then 100 ounces. This is exactly equal to the total of consumer spending for the period.

73

Το συνολικό καθαρό εισόδημα είναι 100 ουγγιές και η κατανάλωση είναι 100 ουγγιές. Επομένως, δεν υπάρχει νέα καθαρή αποταμίευση. Θα εξετάσουμε λεπτομερώς παρακάτω την αποταμίευση και τις μεταβολές της. Εδώ το ζήτημα είναι ότι, στον ατέρμονο κύκλο της ERE, η μηδενική καθαρή αποταμίευση, όπως ορίζεται με αυτόν τον τρόπο, θα σήμαινε ότι υπάρχει ακριβώς αρκετή ακαθάριστη αποταμίευση ώστε να διατηρείται άθικτη η δομή του παραγωγικού κεφαλαίου, να συνεχίζονται οι παραγωγικές διαδικασίες και να παράγεται σταθερή ποσότητα καταναλωτικών αγαθών ανά δεδομένη περίοδο.

Total net income is 100 ounces, and consumption is 100 ounces. There is, therefore, no new net saving. We shall deal with savings and their change in detail below. Here the point is that, in the endless round of the ERE, zero net savings, as thus defined, would mean that there is just enough gross saving to keep the structure of productive capital intact, to keep the production processes rolling, and to keep a constant amount of consumers’ goods produced per given period.

74

Είναι ασφαλώς θεμιτό και συχνά χρήσιμο να εξετάζουμε τα καθαρά εισοδήματα και την καθαρή αποταμίευση, αλλά αυτό δεν είναι πάντοτε διαφωτιστικό, και η χρήση του έχει αποδειχθεί εξαιρετικά παραπλανητική στη σύγχρονη οικονομική επιστήμη.260 Η χρήση των μεγεθών του καθαρού «εθνικού» εισοδήματος —είναι προτιμότερο να εξετάζουμε το «κοινωνικό εισόδημα», το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την κοινότητα της αγοράς που χρησιμοποιεί το χρήμα, παρά να περιορίζουμε το πεδίο στα εθνικά σύνορα— οδηγεί στην πεποίθηση ότι το πραγματικά σημαντικό στοιχείο που συντηρεί την παραγωγική δομή είναι η δαπάνη των καταναλωτών. Στο παράδειγμά μας της ERE, οι διάφοροι συντελεστές και κεφαλαιούχοι λαμβάνουν το καθαρό εισόδημά τους και το διοχετεύουν εκ νέου στην κατανάλωση, διατηρώντας έτσι την παραγωγική δομή και το μελλοντικό βιοτικό επίπεδο, δηλαδή την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών. Το συμπέρασμα που συνάγεται από τέτοιες έννοιες είναι σαφές: οι αποταμιεύσεις των κεφαλαιούχων είναι αναγκαίες για την αύξηση και την εμβάθυνση της κεφαλαιακής δομής, αλλά, ακόμη και χωρίς καμία αποταμίευση, η καταναλωτική δαπάνη από μόνη της αρκεί για να διατηρείται άθικτη η δομή του παραγωγικού κεφαλαίου.

It is certainly legitimate and often useful to consider net incomes and net savings, but it is not always illuminating, and its use has been extremely misleading in present-day economics. Use of the net “national” income figures (it is better to deal with “social income” extending throughout the market community using the money rather than to limit the scope to national boundaries) leads one to believe that the really important element maintaining the production structure is consumers’ spending. In our ERE example, the various factors and capitalists receive their net income and plow it back into consumption, thus maintaining the productive structure and future standards of living, i.e., the output of consumers’ goods. The inference from such concepts is clear: capitalists’ savings are necessary to increase and deepen the capital structure, but even without any savings, consumption expenditure is alone sufficient to maintain the productive capital structure intact.

75

Αυτό το συμπέρασμα φαίνεται απατηλά σαφές: άλλωστε, δεν είναι η καταναλωτική δαπάνη το στήριγμα και το τελικό προϊόν της δραστηριότητας; Η θέση αυτή, ωστόσο, είναι τραγικά εσφαλμένη. Δεν υπάρχει κανένας απλός αυτοματισμός στη δαπάνη των κεφαλαιούχων, ιδίως όταν εγκαταλείψουμε τον βέβαιο κόσμο της ERE, και ακριβώς σε αυτόν τον πραγματικό κόσμο το εννοιολογικό σφάλμα προκαλεί καταστροφική σύγχυση. Διότι, όταν η παραγωγή διαιρείται σε στάδια, δεν είναι αλήθεια ότι η καταναλωτική δαπάνη αρκεί για να εξασφαλίσει τη διατήρηση της κεφαλαιακής δομής. Όταν εξετάζουμε τη διατήρηση της κεφαλαιακής δομής, πρέπει να εξετάζουμε όλες τις αποφάσεις προσφοράς παρόντων αγαθών στην αγορά παρόντων και μελλοντικών αγαθών. Αυτές οι αποφάσεις αθροίζονται· δεν αλληλοαναιρούνται. Η συνολική αποταμίευση στην οικονομία, λοιπόν, δεν είναι μηδενική, αλλά αποτελεί το άθροισμα όλων των παρόντων αγαθών που προσφέρονται στους ιδιοκτήτες μελλοντικών αγαθών κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Αυτό είναι το άθροισμα των προσφορών των κεφαλαιούχων των σταδίων 1 έως N, το οποίο ανέρχεται σε 318 ουγγιές. Αυτή είναι η συνολική ακαθάριστη αποταμίευση —η προσφορά παρόντων αγαθών έναντι μελλοντικών αγαθών στην παραγωγή— και ισούται επίσης με τη συνολική ακαθάριστη επένδυση. Επένδυση είναι το χρηματικό ποσό που δαπανάται για συντελεστές οι οποίοι είναι μελλοντικά αγαθά, και ισούται αναγκαστικά με την αποταμίευση. Οι συνολικές δαπάνες για την παραγωγή είναι: 100 —Κατανάλωση— συν 318 —Επένδυση ίση με Αποταμίευση—, δηλαδή 418 ουγγιές. Το συνολικό ακαθάριστο εισόδημα από την παραγωγή ισούται με το ακαθάριστο εισόδημα των κεφαλαιούχων του σταδίου 1 —100 ουγγιές — συν το ακαθάριστο εισόδημα των άλλων κεφαλαιούχων —235 ουγγιές— συν το ακαθάριστο εισόδημα των ιδιοκτητών γης και εργασίας —83 ουγγιές—, το οποίο επίσης ισούται με 418 ουγγιές.

This conclusion seems deceptively clear-cut: after all, is not consumer spending the bulwark and end product of activity? This thesis, however, is tragically erroneous. There is no simple automatism in capitalists’ spending, especially when we leave the certain world of the ERE, and it is in this real world that the conceptual error plays havoc. For with production divided into stages, it is not true that consumption spending is sufficient to provide for the maintenance of the capital structure. When we consider the maintenance of the capital structure, we must consider all the decisions to supply present goods on the present-future market. These decisions are aggregated; they do not cancel one another out. Total savings in the economy, then, are not zero, but the aggregation of all the present goods supplied to owners of future goods during the production process. This is the sum of the supplies of Capitalists through CapitalistsN, which totals 318 ounces. This is the total gross savings—the supply of present goods for future goods in production—and also equals total gross investment. Investment is the amount of money spent on future-good factors and necessarily equals savings. Total expenditures on production are: 100 (Consumption) plus 318 (Investment = Savings), equals 418 ounces. Total gross income from production equals the gross income of Capitalists (100 ounces) plus the gross income of other capitalists (235 ounces) plus the gross income of owners of land and labor (83 ounces), which also equals 418 ounces.

76

Το σύστημα που απεικονίζεται στο διάγραμμα της παραγωγικής δομής μας είναι, λοιπόν, μια οικονομία στην οποία αποκτώνται 418 ουγγιές χρυσού ως ακαθάριστο εισόδημα και δαπανώνται 100 ουγγιές για κατανάλωση, ενώ 318 ουγγιές αποταμιεύονται και επενδύονται με ορισμένη σειρά μέσα στην παραγωγική δομή. Σε αυτή την ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, 418 ουγγιές αποκτώνται και κατόπιν δαπανώνται, χωρίς καθαρό «αποθησαυρισμό» ή καθαρή «αποθησαυριστική αποδέσμευση», δηλαδή χωρίς καθαρές προσθήκες στο χρηματικό υπόλοιπο ή αφαιρέσεις από αυτό κατά την περίοδο ως σύνολο.261

The system depicted in our diagram of the production structure, then, is of an economy in which 418 gold ounces are earned in gross income, and 100 ounces are spent on consumption, while 318 ounces are saved and invested in a certain order in the production structure. In this evenly rotating economy, 418 ounces are earned and then spent, with no net “hoarding” or “dishoarding,” i.e., no net additions or subtractions from the cash balance over the period as a whole.

77

Έτσι, αντί να μην απαιτείται καμία αποταμίευση για να διατηρούνται άθικτα το κεφάλαιο και η παραγωγική δομή, βλέπουμε ότι απαιτείται πολύ μεγάλο ποσοστό αποταμίευσης και επένδυσης —στο παράδειγμά μας, τριπλάσιο από το ποσό που δαπανάται για κατανάλωση— απλώς και μόνο για να διατηρείται άθικτη η παραγωγική δομή. Η αντίθεση γίνεται σαφής όταν εξετάζουμε ποιος αποκτά εισόδημα και ποιος έχει την εξουσία να αποφασίζει εάν θα καταναλώσει ή θα επενδύσει. Οι θεωρητικοί του καθαρού εισοδήματος υποθέτουν σιωπηρά ότι οι μόνες σημαντικές αποφάσεις σχετικά με την κατανάλωση έναντι της αποταμίευσης-επένδυσης λαμβάνονται από τους ιδιοκτήτες συντελεστών με βάση το καθαρό εισόδημά τους. Εφόσον το καθαρό εισόδημα των κεφαλαιούχων είναι, κατά γενική παραδοχή, σχετικά μικρό, αυτή η προσέγγιση αποδίδει μικρή σημασία στον ρόλο τους στη διατήρηση του κεφαλαίου. Βλέπουμε, ωστόσο, ότι εκείνο που διατηρεί το κεφάλαιο είναι οι ακαθάριστες δαπάνες και η ακαθάριστη επένδυση, όχι η καθαρή επένδυση. Οι κεφαλαιούχοι σε κάθε στάδιο παραγωγής, επομένως, διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη διατήρηση του κεφαλαίου μέσω των αποταμιεύσεων και των επενδύσεών τους, μέσω εκτεταμένης αποταμίευσης από το ακαθάριστο εισόδημα.

Thus, instead of no savings being needed to maintain capital and the production structure intact, we see that a very heavy proportion of savings and investment—in our example three times the amount spent on consumption—is necessary simply to keep the production structure intact. The contrast is clear when we consider who obtains income and who is empowered to decide whether to consume or to invest. The net-income theorists implicitly assume that the only important decisions in regard to consuming vs. saving-investing are made by the factor-owners out of their net income. Since the net income of capitalists is admittedly relatively small, this approach attributes little importance to their role in maintaining capital. We see, however, that what maintains capital is gross expenditures and gross investment and not net investment. The capitalists at each stage of production, therefore, have a vital role in maintaining capital through their savings and investment, through heavy savings from gross income.

78

Ας εξετάσουμε συγκεκριμένα την περίπτωση των κεφαλαιούχων του σταδίου 1. Σύμφωνα με τους θεωρητικούς του καθαρού εισοδήματος, ο ρόλος τους είναι σχετικά μικρός, διότι το καθαρό εισόδημά τους είναι μόνο πέντε ουγγιές. Στην πραγματικότητα, όμως, το ακαθάριστο εισόδημά τους είναι 100 ουγγιές, και εκείνο που είναι αποφασιστικό είναι η απόφασή τους για το πόσο από αυτό θα αποταμιεύσουν και πόσο θα καταναλώσουν. Στην ERE, βεβαίως, δηλώνουμε απλώς ότι αποταμιεύουν και επενδύουν 95 ουγγιές. Όταν, όμως, εγκαταλείπουμε το πεδίο της ERE, πρέπει να αντιληφθούμε ότι δεν υπάρχει τίποτε αυτόματο σε αυτή την επένδυση. Δεν υπάρχει κανένας φυσικός νόμος που να επιβάλλει να επανεπενδύσουν αυτό το ποσό. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι οι κεφαλαιούχοι του σταδίου 1 αποφασίζουν να διακόψουν την ομαλή ροή της ERE δαπανώντας και τις 100 ουγγιές για τη δική τους κατανάλωση, αντί να επενδύσουν τις 95. Είναι προφανές ότι ολόκληρη η παραγωγική δομή που έχει προκύψει από την αγορά θα καταστρεφόταν. Κανένα απολύτως εισόδημα δεν θα περιερχόταν στους ιδιοκτήτες όλων των κεφαλαιουχικών αγαθών ανώτερης τάξης, και όλες οι διαδικασίες που χρησιμοποιούν κεφάλαιο ανώτερης τάξης, όλες οι παραγωγικές διαδικασίες που είναι μακρύτερες από τις απολύτως συντομότερες, θα έπρεπε να εγκαταλειφθούν. Είδαμε παραπάνω, και θα δούμε λεπτομερέστερα παρακάτω, ότι ο πολιτισμός προοδεύει χάρη στο πρόσθετο κεφάλαιο, το οποίο επιμηκύνει τις παραγωγικές διαδικασίες. Μεγαλύτερες ποσότητες αγαθών καθίστανται δυνατές μόνο μέσω της χρησιμοποίησης περισσότερου κεφαλαίου σε μακρύτερες διαδικασίες. Εάν οι κεφαλαιούχοι στρέφονταν από την αποταμίευση-επένδυση στην κατανάλωση, όλες αυτές οι διαδικασίες θα εγκαταλείπονταν αναγκαστικά και η οικονομία θα επέστρεφε στη βαρβαρότητα, χρησιμοποιώντας μόνο τις συντομότερες και πιο πρωτόγονες παραγωγικές διαδικασίες. Το βιοτικό επίπεδο, η ποσότητα και η ποικιλία των παραγόμενων αγαθών, θα υποχωρούσαν καταστροφικά στο πρωτόγονο επίπεδο.262

Concretely, let us take the case of the Capitalists. According to the net-income theorists, their role is relatively small, since their net income is only five ounces. But actually their gross income is 100 ounces, and it is their decision on how much of this to save and how much to consume that is decisive. In the ERE, of course, we simply state that they save and invest 95 ounces. But when we leave the province of the ERE, we must realize that there is nothing automatic about this investment. There is no natural law that they must reinvest this amount. Suppose, for example, that the Capitalists decide to break up the smooth flow of the ERE by spending all of the 100 ounces for their own consumption rather than investing the 95 ounces. It is evident that the entire market-born production structure would be destroyed. No income at all would accrue to the owners of all the higher-order capital goods, and all the higher-order capital processes, all the production processes longer than the very shortest, would have to be abandoned. We have seen above, and shall see in more detail below, that civilization advances by virtue of additional capital, which lengthens production processes. Greater quantities of goods are made possible only through the employment of more capital in longer processes. Should capitalists shift from saving-investment to consumption, all these processes would be necessarily abandoned, and the economy would revert to barbarism, with the employment of only the shortest and most primitive production processes. The standard of living, the quantity and variety of goods produced, would fall catastrophically to the primitive level.

79

Ποιος θα μπορούσε να είναι ο λόγος μιας τόσο απότομης απόσυρσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων υπέρ της κατανάλωσης; Ο μόνος λόγος —στην ελεύθερη αγορά— θα ήταν μια αιφνίδια και μαζική άνοδος των πινάκων χρονικής προτίμησης των κεφαλαιούχων, έτσι ώστε οι παρούσες ικανοποιήσεις να αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη αξία σε όρους μελλοντικών ικανοποιήσεων. Οι υψηλότερες χρονικές προτιμήσεις τους σημαίνουν ότι το υφιστάμενο επιτόκιο δεν αρκεί για να τους παρακινήσει να αποταμιεύουν και να επενδύουν με τις προηγούμενες αναλογίες. Επομένως, καταναλώνουν μεγαλύτερο ποσοστό του ακαθάριστου εισοδήματός τους και επενδύουν λιγότερο.

What could be the reason for such a precipitate withdrawal of savings and investment in favor of consumption? The only reason—on the free market—would be a sudden and massive increase in the time-preference schedules of the capitalists, so that present satisfactions become worth very much more in terms of future satisfactions. Their higher time preferences mean that the existing rate of interest is not enough to induce them to save and invest in their previous proportions. They therefore consume a greater proportion of their gross income and invest less.

80

Κάθε άτομο, βάσει του πίνακα χρονικής προτίμησής του, αποφασίζει ποιο ποσό του χρηματικού εισοδήματός του θα διαθέσει στην αποταμίευση και ποιο στην κατανάλωση. Οι συνολικοί πίνακες της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής —που καθορίζονται από τις χρονικές προτιμήσεις— καθορίζουν τις συνολικές κοινωνικές αναλογίες μεταξύ ακαθάριστης αποταμίευσης και κατανάλωσης. Είναι σαφές ότι, όσο υψηλότεροι είναι οι πίνακες χρονικής προτίμησης, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η αναλογία της κατανάλωσης προς την αποταμίευση, ενώ χαμηλότεροι πίνακες χρονικής προτίμησης θα μειώνουν αυτή την αναλογία. Ταυτοχρόνως, όπως είδαμε, οι υψηλότεροι πίνακες χρονικής προτίμησης στην οικονομία οδηγούν σε υψηλότερα επιτόκια και οι χαμηλότεροι πίνακες σε χαμηλότερα επιτόκια.

Each individual, on the basis of his time-preference schedule, decides between the amount of his money income to be devoted to saving and the amount to be devoted to consumption. The aggregate time-market schedules (determined by time preferences) determine the aggregate social proportions between (gross) savings and consumption. It is clear that the higher the time-preference schedules are, the greater will be the proportion of consumption to savings, while lower time-preference schedules will lower this proportion. At the same time, as we have seen, higher time-preference schedules in the economy lead to higher rates of interest, and lower schedules lead to lower rates of interest.

81

Από αυτό γίνεται σαφές ότι οι χρονικές προτιμήσεις των ατόμων στην αγορά καθορίζουν ταυτοχρόνως και από μόνες τους τόσο το αγοραίο επιτόκιο ισορροπίας όσο και τις αναλογίες μεταξύ κατανάλωσης και αποταμίευσης, ατομικές και συνολικές.263 Αυτά τα δύο αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Στο παράδειγμά μας, η άνοδος των πινάκων χρονικής προτίμησης προκάλεσε μείωση της αποταμίευσης, απόλυτη και αναλογική, και άνοδο του επιτοκίου.

From this it becomes clear that the time preferences of the individuals on the market determine simultaneously and by themselves both the market equilibrium interest rate and the proportions between consumption and savings (individual and aggregate). Both of the latter are the obverse side of the same coin. In our example, the increase in time-preference schedules has caused a decline in savings, absolute and proportionate, and a rise in the interest rate.

82

Οι πλάνες των μεγεθών του καθαρού προϊόντος οδήγησαν τους οικονομολόγους να συμπεριλάβουν κάποιο στοιχείο «ακαθάριστου» στα μεγέθη του προϊόντος και του εισοδήματός τους. Σήμερα, η προτιμώμενη έννοια είναι εκείνη του «ακαθάριστου εθνικού προϊόντος» και της αντίστοιχης ακαθάριστης εθνικής δαπάνης. Οι έννοιες αυτές υιοθετήθηκαν εξαιτίας των προφανών σφαλμάτων που εμφανίστηκαν με τις έννοιες του καθαρού εισοδήματος.264 Τα σημερινά «ακαθάριστα» μεγέθη, ωστόσο, αποτελούν το αποκορύφωμα της λογικής ασυνέπειας, διότι δεν είναι καθόλου ακαθάριστα, αλλά μόνο εν μέρει. Περιλαμβάνουν μόνο τις ακαθάριστες αγορές διαρκών κεφαλαιουχικών αγαθών από τους κεφαλαιούχους και την ανάλωση του ιδιόκτητου διαρκούς κεφαλαίου τους, η οποία προσεγγίζεται μέσω των αποσβέσεων που καθορίζουν οι ιδιοκτήτες. Θα εξετάσουμε πληρέστερα παρακάτω τα προβλήματα του διαρκούς κεφαλαίου, αλλά αρκεί να πούμε ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ διαρκούς και λιγότερο διαρκούς κεφαλαίου. Και τα δύο αναλώνονται κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας και πρέπει να πληρωθούν από το ακαθάριστο εισόδημα και τις ακαθάριστες αποταμιεύσεις των κεφαλαιούχων κατώτερης τάξης. Κατά την εξέταση του προτύπου πληρωμών της παραγωγικής δομής, λοιπόν, δεν είναι θεμιτό να παραλείπεται η ανάλωση μη διαρκών κεφαλαιουχικών αγαθών από την εικόνα της επένδυσης. Είναι εντελώς παράλογο να ξεχωρίζουμε τα διαρκή αγαθά, τα οποία δεν είναι παρά προεξοφλημένες ενσωματώσεις των μη διαρκών υπηρεσιών τους και, επομένως, δεν διαφέρουν από τα μη διαρκή αγαθά.

The fallacies of the net product figures have led economists to include some “grossness” in their product and income figures. At present the favorite concept is that of the “gross national product” and its counterpart, gross national expenditures. These concepts were adopted because of the obvious errors encountered with the net income concepts. Current “gross” figures, however, are the height of illogicality, because they are not gross at all, but only partly gross. They include only gross purchases by capitalists of durable capital goods and the consumption of their self-owned durable capital, approximated by depreciation allowances set by the owners. We shall consider the problems of durable capital more fully below, but suffice it to say that there is no great difference between durable and less durable capital. Both are consumed in the course of the production process, and both must be paid for out of the gross income and gross savings of lower-order capitalists. In evaluating the payment pattern of the production structure, then, it is inadmissible to leave the consumption of nondurable capital goods out of the investment picture. It is completely illogical to single out durable goods, which are themselves only discounted embodiments of their nondurable services and therefore no different from nondurable goods.

83

Η ιδέα ότι η κεφαλαιακή δομή διατηρείται άθικτη χωρίς αποταμίευση, σαν να συμβαίνει αυτό αυτόματα, ενισχύεται από τη χρήση της προσέγγισης του «καθαρού». Εάν ακόμη και η μηδενική αποταμίευση αρκεί για τη διατήρηση του κεφαλαίου, τότε φαίνεται σαν η συνολική αξία του κεφαλαίου να αποτελεί μια μόνιμη οντότητα που δεν μπορεί να μειωθεί. Αυτή η αντίληψη περί μονιμότητας του κεφαλαίου έχει διαποτίσει την οικονομική θεωρία, ιδίως μέσω των συγγραμμάτων των J.B. Clark και Frank H. Knight, και μέσω της επιρροής του τελευταίου έχει διαμορφώσει τη σημερινή «νεοκλασική» οικονομική θεωρία στην Αμερική. Για να διατηρηθεί αυτή η διδασκαλία, είναι αναγκαίο να απορριφθεί η ανάλυση της παραγωγής κατά στάδια και, πράγματι, να απορριφθεί η ίδια η επίδραση του χρόνου στην παραγωγή.265 Η επίδραση του χρόνου, που διαπερνά τα πάντα, τονίζεται στην έννοια της περιόδου παραγωγής και στον προσδιορισμό του επιτοκίου και της αναλογίας επένδυσης προς κατανάλωση από τους ατομικούς πίνακες χρονικής προτίμησης. Η διδασκαλία του Knight αρνείται κάθε ρόλο στον χρόνο στην παραγωγή, υποστηρίζοντας ότι η παραγωγή «τώρα» —σε μια σύγχρονη, σύνθετη οικονομία— είναι άχρονη και ότι η χρονική προτίμηση δεν ασκεί καμία επίδραση στο επιτόκιο. Η διδασκαλία αυτή έχει εύστοχα ονομαστεί «μυθολογία του κεφαλαίου». Μεταξύ άλλων σφαλμάτων, οδηγεί στην πεποίθηση ότι δεν υπάρχει οικονομικό πρόβλημα συνδεόμενο με την αντικατάσταση και τη διατήρηση του κεφαλαίου.266,267

The idea that the capital structure is maintained intact without savings, as it were automatically, is fostered by the use of the “net” approach. If even zero savings will suffice to maintain capital, then it seems as if the aggregate value of capital is a permanent entity that cannot be reduced. This notion of the permanence of capital has permeated economic theory, particularly through the writings of J.B. Clark and Frank H. Knight, and through the influence of the latter has molded current “neoclassical” economic theory in America. To maintain this doctrine it is necessary to deny the stage analysis of production and, indeed, to deny the very influence of time in production. The all-pervading influence of time is stressed in the period-ofproduction concept and in the determination of the interest rate and of the investment-consumption ratio by individual time-preference schedules. The Knight doctrine denies any role to time in production, asserting that production “now” (in a modern, complex economy) is timeless and that time preference has no influence on the interest rate. This doctrine has been aptly called a “mythology of capital.” Among other errors, it leads to the belief that there is no economic problem connected with the replacement and maintenance of capital.21,22

84

Μια συνηθισμένη πλάνη, η οποία ενισχύεται άμεσα από την προσέγγιση του καθαρού εισοδήματος, υποστηρίζει ότι η σημαντική κατηγορία δαπανών στο παραγωγικό σύστημα είναι η δαπάνη των καταναλωτών. Πολλοί συγγραφείς έχουν φτάσει στο σημείο να συνδέουν άμεσα την επιχειρηματική ευημερία με τη δαπάνη των καταναλωτών και τις βαθιές επιχειρηματικές υφέσεις με μειώσεις αυτής της δαπάνης. Τα ζητήματα του «οικονομικού κύκλου» θα εξεταστούν σε μεταγενέστερα κεφάλαια, αλλά είναι σαφές ότι υπάρχει ελάχιστη ή καμία σχέση μεταξύ ευημερίας και καταναλωτικής δαπάνης· πράγματι, ισχύει σχεδόν το αντίθετο. Για την επιχειρηματική ευημερία, το σημαντικό στοιχείο είναι τα περιθώρια τιμών μεταξύ των διαφόρων σταδίων, δηλαδή το ποσοστό απόδοσης από τόκο που αποκομίζεται. Αυτό το επιτόκιο παρακινεί τους κεφαλαιούχους να αποταμιεύουν και να επενδύουν παρόντα αγαθά σε παραγωγικούς συντελεστές. Το επιτόκιο, όπως καταδεικνύουμε, καθορίζεται από τη διάρθρωση των χρονικών προτιμήσεων των ατόμων στην κοινωνία. Για τις αποδόσεις των κεφαλαιούχων σημασία δεν έχει η συνολική ποσότητα χρήματος που δαπανάται για κατανάλωση, αλλά τα περιθώρια, οι διαφορές μεταξύ των τιμών των προϊόντων και του αθροίσματος των τιμών των συντελεστών στα διάφορα στάδια — διαφορές που τείνουν να είναι αναλογικά ίσες σε ολόκληρη την οικονομία.

A common fallacy, fostered directly by the net-income approach, holds that the important category of expenditures in the production system is consumers’ spending. Many writers have gone so far as to relate business prosperity directly to consumers’ spending, and depressions of business to declines in consumers’ spending. “Business cycle” considerations will be deferred to later chapters, but it is clear that there is little or no relationship between prosperity and consumers’ spending; indeed almost the reverse is true. For business prosperity, the important consideration is the price spreads between the various stages—i.e., the rate of interest return earned. It is this rate of interest that induces capitalists to save and invest present goods in productive factors. The rate of interest, as we have been demonstrating, is set by the configurations of the time preferences of individuals in the society. It is not the total quantity of money spent on consumption that is relevant to capitalists’ returns, but the margins, the spreads, between the product prices and the sum of factor prices at the various stages—spreads which tend to be proportionately equal throughout the economy.

85

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ποτέ λόγος ανησυχίας για τη διατήρηση της καταναλωτικής δαπάνης. Πρέπει πάντοτε να υπάρχει κατανάλωση· όπως είδαμε, ύστερα από ένα ορισμένο ποσό χρηματικής αποταμίευσης, υπάρχει πάντοτε ένα μη περαιτέρω μειώσιμο ελάχιστο των χρηματικών περιουσιακών στοιχείων κάθε ανθρώπου που αυτός θα δαπανήσει για τρέχουσα κατανάλωση. Το γεγονός της ανθρώπινης δράσης εξασφαλίζει ένα τέτοιο ελάχιστο. Και όσο υπάρχει χρηματική οικονομία και χρησιμοποιείται χρήμα, αυτό θα δαπανάται για την αγορά καταναλωτικών αγαθών. Το ποσοστό που δαπανάται για κεφάλαιο στα διάφορα στάδιά του και συνολικά παρέχει μια ένδειξη για το σημαντικό στοιχείο: την πραγματική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών στην οικονομία. Το συνολικό χρηματικό ποσό που δαπανάται, ωστόσο, δεν παρέχει καμία απολύτως ένδειξη. Το χρήμα και η αξία του θα μελετηθούν συστηματικά σε μεταγενέστερο κεφάλαιο. Είναι, όμως, προφανές ότι ο αριθμός των μονάδων που δαπανώνται θα μπορούσε να ποικίλλει τεράστια, ανάλογα με την ποσότητα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα και βρίσκεται σε κυκλοφορία. Εκατό ή 1.000 ή 10.000 ή 100.000 ουγγιές χρυσού θα μπορούσαν να δαπανώνται για κατανάλωση, χωρίς να σημαίνουν τίποτε άλλο πέρα από το ότι η ποσότητα των διαθέσιμων χρηματικών μονάδων ήταν μικρότερη ή μεγαλύτερη. Το συνολικό χρηματικό ποσό που δαπανάται για κατανάλωση δεν παρέχει καμία ένδειξη για την ποσότητα αγαθών που μπορεί να αγοράσει η οικονομία.

There is, in fact, never any need to worry about the maintenance of consumer spending. There must always be consumption; as we have seen, after a certain amount of monetary saving, there is always an irreducible minimum of his monetary assets that every man will spend on current consumption. The fact of human action insures such an irreducible minimum. And as long as there is a monetary economy and money is in use, it will be spent on the purchase of consumers’ goods. The proportion spent on capital in its various stages and in toto gives a clue to the important consideration—the real output of consumers’ goods in the economy. The total amount of money spent, however, gives no clue at all. Money and its value will be systematically studied in a later chapter. It is obvious, however, that the number of units spent could vary enormously, depending on the quantity of the money commodity in circulation. One hundred or 1,000 or 10,000 or 100,000 ounces of gold might be spent on consumption, without signifying anything except that the quantity of money units available was less or greater. The total amount of money spent on consumption gives no clue to the quantity of goods the economy may purchase.

86

Το σημαντικό στοιχείο, επομένως, είναι οι χρονικές προτιμήσεις και η συνακόλουθη αναλογία μεταξύ δαπάνης για καταναλωτικά και για παραγωγικά αγαθά —επένδυσης. Όσο χαμηλότερο είναι το ποσοστό της πρώτης, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η επένδυση στην κεφαλαιακή δομή και, ύστερα από κάποιο διάστημα, τόσο αφθονότερη η προσφορά καταναλωτικών αγαθών και τόσο παραγωγικότερη η οικονομία. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι η καθοριστική επίδραση των χρονικών προτιμήσεων στα περιθώρια τιμών που καθορίζουν το επιτόκιο και το εισόδημα των κεφαλαιούχων αποταμιευτών-επενδυτών στην οικονομία. Έχουμε ήδη δει την επίδραση της μείωσης της επένδυσης στην πρώτη βαθμίδα και παρακάτω θα αναλύσουμε πλήρως την επίδραση της μείωσης των χρονικών προτιμήσεων στην παραγωγή και στον τόκο, καθώς και τις επιδράσεις διαφόρων μεταβολών της ποσότητας χρήματος στις χρονικές προτιμήσεις και στην παραγωγική δομή.

The important consideration, therefore, is time preferences and the resultant proportion between expenditure on consumers’ and producers’ goods (investment). The lower the proportion of the former, the heavier will be the investment in capital structure, and, after a while, the more abundant the supply of consumers’ goods and the more productive the economy. The obverse of the coin is the determining effect of time preferences on the price spreads that set the rate of interest, and the income of the capitalist savers-investors in the economy. We have already seen the effect of a lowering of investment on the first rank, and below we shall analyze fully the effect on production and interest of a lowering of time preferences and the effects of various changes in the quantity of money on time preferences and the production structure.

87

Προτού, ωστόσο, συνεχίσουμε με την ανάλυση της χρονικής προτίμησης και της παραγωγικής δομής, ας ολοκληρώσουμε την εξέταση των συστατικών της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής.268

Before continuing with an analysis of time preference and the production structure, however, let us complete our examination of the components of the time market.

88

Εκείνοι που ζητούν αμιγώς παρόντα αγαθά στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής είναι οι διάφορες ομάδες εργαζομένων και γαιοκτημόνων, οι πωλητές των υπηρεσιών των πρωτογενών παραγωγικών συντελεστών. Η τιμή τους στην αγορά, όπως θα δούμε παρακάτω, θα καθορίζεται ίση με την αξία του οριακού προϊόντος των μονάδων τους, προεξοφλημένη με το επικρατούν επιτόκιο. Όσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο, τόσο χαμηλότερη θα είναι η τιμή της υπηρεσίας τους ή, μάλλον, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η έκπτωση από την αξία του οριακού προϊόντος τους, θεωρούμενου ως ώριμου παρόντος αγαθού. Έτσι, εάν η αξία του οριακού προϊόντος ενός ορισμένου συντελεστή εργασίας ή γης είναι 10 ουγγιές ανά μοναδιαία περίοδο και το επιτόκιο είναι 10 τοις εκατό, η τιμή που θα αποκομίζει θα είναι περίπου εννέα ουγγιές ετησίως, εάν το τελικό προϊόν απέχει ένα έτος. Ένα υψηλότερο επιτόκιο θα οδηγούσε σε χαμηλότερη τιμή και ένα χαμηλότερο σε υψηλότερη, μολονότι η μέγιστη τιμή είναι ελαφρώς χαμηλότερη από την πλήρη MVP —την αξία του οριακού προϊόντος—, διότι το επιτόκιο δεν μπορεί ποτέ να εκλείψει.

The pure demanders of present goods on the time market are the various groups of laborers and landowners—the sellers of the services of original productive factors. Their price on the market, as will be seen below, will be set equal to the marginal value product of their units, discounted by the prevailing rate of interest. The greater the rate of interest, the less will the price of their service be, or rather, the greater will be the discount from their marginal value product considered as the matured present good. Thus, if the marginal value product of a certain labor or land factor is 10 ounces per unit period, and the rate of interest is 10 percent, its earning price will be approximately nine ounces per year if the final product is one year away. A higher rate of interest would lead to a lower price, and a lower rate to a higher price, although the maximum price is one slightly below the full MVP (marginal value product), since the interest rate can never disappear.

89

Φαίνεται πιθανό ότι ο πίνακας ζήτησης παρόντων αγαθών από τους πρωτογενείς παραγωγικούς συντελεστές θα είναι εξαιρετικά ανελαστικός ως προς τις μεταβολές του επιτοκίου. Λόγω του μεγάλου ποσού βάσης, η προεξόφληση με διάφορα επιτόκια πιθανότατα θα έχει μικρή σημασία για τον ιδιοκτήτη του συντελεστή.269 Μεγάλες μεταβολές του επιτοκίου, οι οποίες θα είχαν τεράστια σημασία για τους κεφαλαιούχους και θα καθόριζαν μεγάλες διαφορές στο εισόδημα από τόκο και στην αποδοτικότητα διαφόρων μακρόχρονων παραγωγικών διαδικασιών, θα είχαν αμελητέα επίδραση στις απολαβές των ιδιοκτητών των πρωτογενών παραγωγικών συντελεστών.

It seems likely that the demand schedule for present goods by the original productive factors will be highly inelastic in response to changes in the interest rate. With the large base amount, the discounting by various rates of interest will very likely make little difference to the factor-owner. Large changes in the interest rate, which would make an enormous difference to capitalists and determine huge differences in interest income and the profitableness of various lengthy productive processes, would have a negligible effect on the earnings of the owners of the original productive factors.

90

Στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής εξετάζουμε όλους τους συντελεστές συνολικά· το επιτόκιο αυτής της αγοράς διαπερνά όλες τις επιμέρους πτυχές της αγοράς παρόντων και μελλοντικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένων όλων των αγορών υπηρεσιών γης και εργασίας. Επομένως, όταν εξετάζουμε την προσφορά ενός ορισμένου συντελεστή στην αγορά, την εξετάζουμε γενικά και όχι ως πίνακα προσφοράς του για κάποια συγκεκριμένη χρήση. Μια ομάδα ομοιογενών εκτάσεων γης μπορεί να έχει τρεις εναλλακτικές χρήσεις: ας πούμε, την καλλιέργεια σιταριού, την εκτροφή προβάτων ή τη χρησιμοποίησή τους ως τόπου εγκατάστασης μιας χαλυβουργίας. Ο πίνακας προσφοράς της για καθεμία από τις τρεις χρήσεις θα είναι ελαστικός —σχετικά επίπεδη καμπύλη— και θα καθορίζεται από το ποσό που μπορεί να αποφέρει η αμέσως καλύτερη χρήση, δηλαδή η χρήση στην οποία η προεξοφλημένη αξία του οριακού προϊόντος της είναι η αμέσως επόμενη υψηλότερη. Στην παρούσα ανάλυση, δεν εξετάζουμε την καμπύλη προσφοράς του συντελεστή για έναν συγκεκριμένο κλάδο ή χρήση· εξετάζουμε την καμπύλη προσφοράς του προς όλους τους χρήστες συνολικά, δηλαδή την καμπύλη προσφοράς του στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής έναντι παρόντων αγαθών. Εξετάζουμε, επομένως, τη συμπεριφορά όλων των ιδιοκτητών ενός ομοιογενούς συντελεστή γης ή ενός ιδιοκτήτη, εάν ο συντελεστής γης είναι μοναδικός, όπως συμβαίνει συχνά. Είναι πολύ πιθανό η γη να μην έχει τιμή επιφύλαξης, δηλαδή να έχει μικρή υποκειμενική αξία χρήσης για τον ιδιοκτήτη. Ορισμένοι γαιοκτήμονες μπορεί να αποδίδουν αξία στη δυνατότητα να ατενίζουν την παρθένα ομορφιά της αχρησιμοποίητης γης· στην πράξη, ωστόσο, η σημασία μιας τέτοιας ζήτησης παρακράτησης γης είναι πιθανό να είναι αμελητέα. Θα είναι, βεβαίως, μεγαλύτερη όπου ο ιδιοκτήτης μπορεί να χρησιμοποιήσει τη γη για να παράγει τροφή για τον εαυτό του.

On the time market, we are considering all factors in the aggregate; the interest rate of the time market permeates all particular aspects of the present-future market, including all purchases of land and labor services. Therefore, when we are considering the supply of a certain factor on the market, we are considering it in general, and not its supply schedule for a specific use. A group of homogeneous pieces of land may have three alternative uses: say, for growing wheat, raising sheep, or serving as the site of a steel factory. Its supply schedule for each of the three uses will be elastic (relatively flat curve) and will be determined by the amount it can obtain in the next best use—i.e., the use in which its discounted MVP is next highest. In the present analysis, we are not considering the factor’s supply curve for a particular industry or use; we are considering its supply curve for all users in the aggregate, i.e., its supply curve on the time market in exchange for present goods. We are therefore considering the behavior of all owners of a homogeneous factor of land (or of one owner if the land factor is unique, as it often is). Land is very likely to have no reservation price, i.e., it will have little subjective-use-value to the owner. A few landlords may place a valuation on the possibility of contemplating the virgin beauty of the unused land; in practice, however, the importance of such reservation-demand for land is likely to be negligible. It will, of course, be greater where the owner can use the land to grow food for himself.

91

Οι υπηρεσίες εργασίας είναι επίσης πιθανό να είναι ανελαστικές ως προς την προεξόφληση λόγω τόκου, αλλά πιθανότατα λιγότερο από τη γη, διότι για την εργασία υπάρχει ζήτηση παρακράτησης, μια υποκειμενική αξία χρήσης, ακόμη και στη συνολική αγορά εργασίας. Αυτή η ιδιαίτερη ζήτηση παρακράτησης απορρέει από την αξία του ελεύθερου χρόνου ως καταναλωτικού αγαθού. Υψηλότερες τιμές για τις υπηρεσίες εργασίας θα παρακινούν περισσότερες μονάδες εργασίας να εισέλθουν στην αγορά, ενώ χαμηλότερες τιμές θα αυξάνουν τα σχετικά πλεονεκτήματα του ελεύθερου χρόνου. Και εδώ, ωστόσο, η διαφορά που θα επιφέρουν σχετικά μεγάλες μεταβολές του επιτοκίου δεν θα είναι καθόλου μεγάλη, έτσι ώστε η καμπύλη συνολικής προσφοράς εργασίας —ή, μάλλον, οι καμπύλες, μία για κάθε ομοιογενή συντελεστή εργασίας— θα τείνει να είναι ανελαστική ως προς το επιτόκιο.

Labor services are also likely to be inelastic with respect to the interest discount, but probably less so than land, since labor has a reservation demand, a subjective use-value, even in the aggregate labor market. This special reservation demand stems from the value of leisure as a consumers’ good. Higher prices for labor services will induce more units of labor to enter the market, while lower prices will increase the relative advantages of leisure. Here again, however, the difference that will be made by relatively large changes in the interest rate will not be at all great, so that the aggregate supply-of-labor curve (or rather curves, one for each homogeneous labor factor) will tend to be inelastic with regard to the interest rate.

92

Οι δύο κατηγορίες ανεξάρτητων ζητούντων παρόντα αγαθά έναντι μελλοντικών είναι, λοιπόν, οι γαιοκτήμονες και οι εργαζόμενοι. Οι προσφέροντες παρόντα αγαθά στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής είναι σαφώς οι κεφαλαιούχοι, οι οποίοι αποταμιεύουν περιορίζοντας τη δυνητική τους κατανάλωση και επενδύουν τις αποταμιεύσεις τους σε μελλοντικά αγαθά. Μπορεί, όμως, να τεθεί το ερώτημα: Δεν ζητούν και οι κεφαλαιούχοι παρόντα αγαθά, εκτός από το να τα προσφέρουν;

The two categories of independent demanders of present goods for future goods, then, are the landowners and the laborers. The suppliers of present goods on the time market are clearly the capitalists, who save from their possible consumption and invest their savings in future goods. But the question may be raised: Do not the capitalists also demand present goods as well as supply them?

93

Είναι αλήθεια ότι οι κεφαλαιούχοι, αφού επενδύσουν σε ένα στάδιο παραγωγής, ζητούν παρόντα αγαθά σε αντάλλαγμα για το προϊόν τους. Αυτή η συγκεκριμένη ζήτηση είναι ανελαστική ως προς τις μεταβολές του επιτοκίου, διότι και αυτά τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν μπορούν να έχουν υποκειμενική αξία χρήσης για τους παραγωγούς τους. Η ζήτηση αυτή, ωστόσο, είναι αυστηρά παράγωγη και εξαρτημένη. Καταρχάς, το προϊόν για το οποίο ο ιδιοκτήτης ζητεί παρόντα αγαθά είναι, βεβαίως, μελλοντικό αγαθό, αλλά βρίσκεται επίσης ένα στάδιο πλησιέστερα στο παρόν από τα αγαθά που αγόρασε ο ιδιοκτήτης για να το παραγάγει. Με άλλα λόγια, οι κεφαλαιούχοι του σταδίου 3 θα πωλήσουν τα μελλοντικά αγαθά τους στους κεφαλαιούχους του σταδίου 2, αλλά είχαν αγοράσει μελλοντικά αγαθά από τους κεφαλαιούχους του σταδίου 4, καθώς και από γαιοκτήμονες και εργαζομένους. Κάθε κεφαλαιούχος σε κάθε στάδιο, λοιπόν, ζητεί αγαθά πιο απομακρυσμένου μέλλοντος από το προϊόν που προσφέρει και παρέχει παρόντα αγαθά για τη διάρκεια του παραγωγικού σταδίου, έως ότου σχηματιστεί αυτό το προϊόν. Είναι, επομένως, καθαρός προσφέρων παρόντα αγαθά και καθαρός ζητών μελλοντικά αγαθά. Συνεπώς, οι δραστηριότητές του καθοδηγούνται από τον ρόλο του ως προσφέροντος. Όσο υψηλότερο είναι το επιτόκιο που θα μπορέσει να αποκομίσει, δηλαδή όσο μεγαλύτερο το περιθώριο τιμών, τόσο περισσότερο θα τείνει να επενδύει στην παραγωγή. Εάν δεν ήταν ουσιαστικά προσφέρων παρόντα αγαθά, αυτό δεν θα ίσχυε.

It is true that capitalists, after investing in a stage of production, demand present goods in exchange for their product. This particular demand is inelastic in relation to interest changes since these capital goods also can have no subjective use-value for their producers. This demand, however, is strictly derivative and dependent. In the first place, the product for which the owner demands present goods is, of course, a future good, but it is also one stage less distantly future than the goods that the owner purchased in order to produce it. In other words, Capitalists will sell their future goods to Capitalists, but they had bought future goods from Capitalists, as well as from landowners and laborers. Every capitalist at every stage, then, demands goods that are more distantly future than the product that he supplies, and he supplies present goods for the duration of the production stage until this product is formed. He is therefore a net supplier of present goods, and a net demander of future goods. Hence, his activities are guided by his role as a supplier. The higher the rate of interest that he will be able to earn, i.e., the higher the price spread, the more he will tend to invest in production. If he were not essentially a supplier of present goods, this would not be true.

94

Η σχέση μεταξύ του ρόλου του ως προσφέροντος και ως ζητούντος παρόντα αγαθά μπορεί να απεικονιστεί με το διάγραμμα του Σχήματος 46.

The relation between his role as a supplier and as a demander of present goods may be illustrated by the diagram in Figure 46.

95

Το διάγραμμα αυτό είναι ένας ακόμη πρόσφορος τρόπος απεικόνισης της δομής της παραγωγής. Στον οριζόντιο άξονα παριστάνονται τα διάφορα στάδια παραγωγής, με τα σημεία που βρίσκονται πιο αριστερά να αντιστοιχούν στα ανώτατα στάδια και εκείνα που βρίσκονται δεξιότερα στα κατώτερα. Από αριστερά προς τα δεξιά, λοιπόν, τα στάδια παραγωγής γίνονται χαμηλότερα και τελικά φτάνουν στο στάδιο του καταναλωτικού αγαθού.

Ο κατακόρυφος άξονας αντιπροσωπεύει τιμές, και το διάγραμμα θα μπορούσε εξίσου να αφορά την παραγωγική δομή ενός συγκεκριμένου αγαθού ή όλων των αγαθών γενικά. Οι τιμές που παριστάνονται σε κάθε στάδιο είναι οι αθροιστικές τιμές των συντελεστών στο συγκεκριμένο στάδιο, εξαιρουμένης της απόδοσης από τόκο των κεφαλαιούχων. Σε κάθε επόμενο στάδιο προς τα δεξιά, λοιπόν, το επίπεδο των σημείων είναι υψηλότερο, με τη διαφορά να αντιπροσωπεύει την απόδοση από τόκο των κεφαλαιούχων σε εκείνο το στάδιο. Σε αυτό το διάγραμμα υποδεικνύεται η απόδοση από τόκο των κεφαλαιούχων σε δύο γειτονικά στάδια, και η σταθερή κλίση δηλώνει ότι αυτή η απόδοση είναι ίση.

This diagram is another way of conveniently representing the structure of production. On the horizontal axis are represented the various stages of production, the dots furthest to the left being the highest stages, and those further to the right being the lower stages. From left to right, then, the stages of production are lower and eventually reach the consumers’-good stage. The vertical axis represents prices, and it could interchangeably be either the production structure of one particular good or of all the goods in general. The prices that are represented at each stage are the cumulative prices of the factors at each stage, excluding the interest return of the capitalists. At each stage rightward, then, the level of the dots is higher, the difference representing the interest return to the capitalists at that stage. In this diagram, the interest return to capitalists at two adjacent stages is indicated, and the constant slope indicates that this return is equal.

96

Ας αναπαραγάγουμε τώρα το παραπάνω διάγραμμα στο Σχήμα 47.270 Στο αρχικό διάγραμμα της παραγωγικής δομής σημειώνονται τα σημεία A, B και C. Οι κεφαλαιούχοι X αγοράζουν συντελεστές στην τιμή A και πωλούν το προϊόν τους στο σημείο B, ενώ οι κεφαλαιούχοι Y αγοράζουν στο B και πωλούν το προϊόν τους στο C. Ας εξετάσουμε πρώτα το υψηλότερο στάδιο που απεικονίζεται εδώ, εκείνο των κεφαλαιούχων X. Αγοράζουν τους συντελεστές στο σημείο A. Εδώ προσφέρουν παρόντα αγαθά στους ιδιοκτήτες συντελεστών. Οι κεφαλαιούχοι X, βεβαίως, θα προτιμούσαν οι τιμές των συντελεστών να είναι χαμηλότερες· έτσι, θα προτιμούσαν να πληρώνουν A′ αντί για A. Το περιθώριο τόκου τους δεν μπορεί να προσδιοριστεί έως ότου προσδιοριστούν οι τιμές πώλησής τους. Οι δραστηριότητές τους ως προσφερόντων παρόντα αγαθά έναντι απόδοσης από τόκο, επομένως, δεν ολοκληρώνονται πραγματικά με την αγορά των συντελεστών. Προφανώς, δεν θα μπορούσαν να ολοκληρωθούν τότε. Οι κεφαλαιούχοι πρέπει να μετασχηματίσουν τους συντελεστές σε προϊόντα και να πωλήσουν τα προϊόντα τους έναντι χρήματος προτού αποκομίσουν την απόδοση από τόκο από την προσφορά παρόντων αγαθών. Οι προσφέροντες μελλοντικά αγαθά —γαιοκτήμονες και εργαζόμενοι— ολοκληρώνουν τις συναλλαγές τους αμέσως, μόλις αποκτήσουν παρόν χρήμα. Οι συναλλαγές των κεφαλαιούχων, όμως, παραμένουν ανολοκλήρωτες έως ότου αποκτήσουν και πάλι παρόν χρήμα. Η ζήτησή τους για παρόντα αγαθά εξαρτάται, επομένως, αυστηρά από την προηγούμενη προσφορά τους.

Let us now reproduce the above diagram in Figure 47.The original production structure diagram is marked at points A, B, and C. Capitalists X purchase factors at price A and sell their product at point B, while capitalists Y buy at B and sell their product at C. Let us first consider the highest stage here portrayed—that of capitalists X. They purchase the factors at point A. Here they supply present goods to owners of factors. Capitalists X, of course, would prefer that the prices of the factors be lower; thus, they would prefer paying A′ rather than A. Their interest spread cannot be determined until their selling prices are determined. Their activities as suppliers of present goods in exchange for interest return, therefore, are not really completed with their purchase of factors. Obviously, they could not be. The capitalists must transform the factors into products and sell their products for money before they obtain their interest return from their supply of present goods. The suppliers of future goods (landowners and laborers) complete their transactions immediately, as soon as they obtain present money. But the capitalists’ transactions are incomplete until they obtain present money once again. Their demand for present goods is therefore strictly dependent on their previous supply.

97

Οι κεφαλαιούχοι X, όπως είπαμε, πωλούν τα προϊόντα τους στο B προς την αμέσως κατώτερη βαθμίδα κεφαλαιούχων. Φυσικά, θα προτιμούσαν υψηλότερη τιμή πώλησης για το προϊόν τους, και το σημείο B′ θα προτιμούνταν έναντι του B. Εάν εξετάζαμε μόνο αυτή την πώληση, θα μπορούσαμε να μπούμε στον πειρασμό να δηλώσουμε ότι, ως ζητούντες παρόντα αγαθά, οι κεφαλαιούχοι X προτιμούν υψηλότερη τιμή και, επομένως, μικρότερη προεξόφληση για το προϊόν τους, δηλαδή χαμηλότερο επιτόκιο. Αυτή, όμως, θα ήταν μια επιφανειακή οπτική, διότι πρέπει να εξετάσουμε και τις δύο ανταλλαγές τους, οι οποίες αναγκαστικά εξετάζονται μαζί εάν θεωρήσουμε την πλήρη συναλλαγή τους. Προτιμούν χαμηλότερο σημείο αγοράς και υψηλότερο σημείο πώλησης, δηλαδή μια γραμμή με μεγαλύτερη κλίση ή υψηλότερο συντελεστή προεξόφλησης. Με άλλα λόγια, οι κεφαλαιούχοι προτιμούν υψηλότερο επιτόκιο και, επομένως, δρουν πάντοτε ως προσφέροντες παρόντα αγαθά. Βεβαίως, το αποτέλεσμα αυτής της συγκεκριμένης μεταβολής —σε ένα περιθώριο τιμών A′B′ — είναι ότι η αμέσως κατώτερη βαθμίδα κεφαλαιούχων, οι κεφαλαιούχοι Y, υφίσταται συρρίκνωση του περιθωρίου τιμών της κατά μήκος της γραμμής B′C. Είναι, βεβαίως, απολύτως ευπρόσδεκτο για τους κεφαλαιούχους X να υποστούν οι κεφαλαιούχοι Y μείωση της απόδοσής τους από τόκο, εφόσον βελτιώνεται η απόδοση των πρώτων. Κάθε κεφαλαιούχος ενδιαφέρεται να βελτιώσει τη δική του απόδοση από τόκο και όχι κατ’ ανάγκην το επιτόκιο γενικά. Ωστόσο, όπως είδαμε, δεν μπορούν να διατηρούνται επί μακρόν διαφορές στην απόδοση από τόκο μεταξύ ενός σταδίου και ενός άλλου ή μεταξύ μιας παραγωγικής διαδικασίας και μιας άλλης. Εάν διαμορφωνόταν η κατάσταση A′B′C, οι κεφαλαιούχοι θα εξέρχονταν μαζικά από το στάδιο Y και θα εισέρχονταν στο στάδιο X, η αυξημένη ζήτηση θα ωθούσε την τιμή πάνω από το A′, οι πωλήσεις στο B′ θα αυξάνονταν και η ζήτηση θα μειωνόταν, ενώ η προσφορά στο C θα μειωνόταν, έως ότου τελικά εξισώνονταν οι αποδόσεις από τόκο. Υπάρχει πάντοτε τάση προς μια τέτοια εξίσωση, και αυτή η εξίσωση ολοκληρώνεται πράγματι στην ERE.

Capitalists X, as we have stated, sell their products at B to the next lower rank of capitalists. Naturally, they would prefer a higher selling price for their product, and the point B′ would be preferred to B. If we looked only at this sale, we might be tempted to state that, as demanders of present goods, capitalists X prefer a higher price, and therefore a lower discount for their product, i.e., a lower interest rate. This, however, would be a superficial point of view, for we must look at both of their exchanges, which are necessarily considered together if we consider their complete transaction. They prefer a lower buying point and a higher selling point, i.e., a more steeply sloped line, or a higher rate of discount. In other words, the capitalists prefer a higher rate of interest and therefore always act as suppliers of present goods. Of course, the result of this particular change (to a price spread of A′ B′ ) is that the next lower rung of capitalists, capitalists Y, suffer a narrowing of their price spread, along the line B′ C. It is, of course, perfectly agreeable to capitalists X if capitalists Y suffer a lowering of their interest return, so long as the return of the former improves. Each capitalist is interested in improving his own interest return and not necessarily the rate of interest in general. However, as we have seen, there cannot for long be any differences in interest return between one stage and another or between one production process and another. If the A′ B′ C situation were established, capitalists would pour out of the Y stage and into the X stage, the increased demand would bid up the price above A′ , the sales at B′ would be increased and the demand lowered, and the supply at C lowered, until finally the interest returns were equalized. There is always a tendency for such equalization, and this equalization is actually completed in the ERE.

98

5. Χρονική προτίμηση, κεφαλαιούχοι και ατομικό χρηματικό απόθεμα

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. Time Preference, Capitalists, and Individual Money Stock

99

Όταν δηλώνουμε ότι οι πίνακες χρονικής προτίμησης όλων των ατόμων στην κοινωνία καθορίζουν το επιτόκιο και την αναλογία της αποταμίευσης προς την κατανάλωση, εννοούμε όλα τα άτομα και όχι κάποια χωριστή τάξη που ονομάζεται «κεφαλαιούχοι». Επειδή η παραγωγική δομή αναλύεται με όρους διαφορετικών κατηγοριών — γαιοκτημόνων, εργαζομένων και κεφαλαιούχων—, υπάρχει ο πειρασμός να συμπεράνουμε ότι υπάρχουν στην κοινωνία τρεις σαφώς διαστρωματωμένες ομάδες ανθρώπων που αντιστοιχούν σε αυτές τις ταξινομήσεις. Στην πραγματικότητα, στην οικονομική ανάλυση της αγοράς ασχολούμαστε με λειτουργίες και όχι με ολόκληρα πρόσωπα καθαυτά. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη τάξη κεφαλαιούχων αποχωρισμένη από τους εργαζομένους και τους γαιοκτήμονες. Αυτό δεν οφείλεται απλώς στο κοινότοπο γεγονός ότι ακόμη και οι κεφαλαιούχοι πρέπει να είναι επίσης καταναλωτές. Οφείλεται επίσης στο σημαντικότερο γεγονός ότι όλοι οι καταναλωτές μπορούν να είναι κεφαλαιούχοι εάν το επιθυμούν. Θα είναι κεφαλαιούχοι εάν αυτό υπαγορεύουν οι πίνακες χρονικής προτίμησής τους. Διαγράμματα της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής όπως εκείνα που παρουσιάστηκαν παραπάνω εφαρμόζονται σε κάθε άνθρωπο και όχι απλώς σε κάποια επιλεγμένη ομάδα γνωστή ως κεφαλαιούχοι. Η αλληλεπίδραση των διαφόρων συνολικών διαγραμμάτων προσφοράς και ζήτησης σε ολόκληρη την αγορά διαχρονικής ανταλλαγής καθορίζει το επιτόκιο ισορροπίας στην αγορά. Σε αυτό το επιτόκιο, ορισμένα άτομα θα προσφέρουν παρόντα αγαθά, ορισμένα θα τα ζητούν, ενώ οι καμπύλες που αντιπροσωπεύουν τους πίνακες προσφοράς και ζήτησης άλλων θα συμπίπτουν με τη γραμμή που διέρχεται από την αρχή των αξόνων και αυτοί δεν θα συμμετέχουν καθόλου στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Εκείνοι των οποίων οι πίνακες χρονικής προτίμησης τους επιτρέπουν, σε αυτό το επιτόκιο, να προσφέρουν θα είναι οι αποταμιευτές, δηλαδή θα είναι οι κεφαλαιούχοι.

When we state that the time-preference schedules of all individuals in the society determine the interest rate and the proportion of savings to consumption, we mean all individuals, and not some sort of separate class called “capitalists.” There is a temptation, since the production structure is analyzed in terms of different classes—landowners, laborers, and capitalists—to conclude that there are three definite stratified groups of people in society corresponding to these classifications. Actually, in economic analysis of the market we are concerned with functions rather than whole persons per se. In reality, there is no special class of capitalists set off from laborers and landowners. This is not simply due to the trite fact that even capitalists must also be consumers. It is also due to the more important fact that all consumers can be capitalists if they wish. They will be capitalists if their time-preference schedules so dictate. Time-market diagrams such as shown above apply to every man, and not simply to some select group known as capitalists. The interchange of the various aggregate supply and demand diagrams throughout the entire time market sets the equilibrium rate of interest on the market. At this rate of interest, some individuals will be suppliers of present goods, some will be demanders, the curves representing the supply and demand schedules of others will be coinciding with their line of origin and they will not be in the time market at all. Those whose time-preference schedules at this rate permit them to be suppliers will be the savers—i.e., they will be the capitalists.

100

Ο ρόλος των κεφαλαιούχων θα αποσαφηνιστεί εάν θέσουμε το ερώτημα: Από πού απέκτησαν το χρήμα που αποταμιεύουν και επενδύουν; Πρώτον, μπορεί να το απέκτησαν από εκείνο που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «τρέχουσα» παραγωγή· δηλαδή, θα μπορούσαν να είχαν λάβει το χρήμα υπό τις τρέχουσες ιδιότητές τους ως εργαζομένων, γαιοκτημόνων και κεφαλαιούχων. Αφού λάβουν το χρήμα, πρέπει κατόπιν να αποφασίσουν πώς θα το κατανείμουν μεταξύ διαφόρων κατηγοριών αγαθών και μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης. Δεύτερον, η πηγή των χρηματικών πόρων θα μπορούσε να είναι χρήμα που αποκτήθηκε σε παρελθόντες κύκλους παραγωγής, είχε προηγουμένως «αποθησαυριστεί» και τώρα «αποδεσμεύεται από τον αποθησαυρισμό». Σε αυτό το στάδιο της ανάλυσης, ωστόσο, αφήνουμε εκτός τον αποθησαυρισμό και την αποδέσμευση αποθησαυρισμένου χρήματος. Η μόνη άλλη πηγή, η τρίτη πηγή, είναι το νέο χρήμα, και αυτή θα συζητηθεί επίσης αργότερα.

The role of the capitalists will be clarified if we ask the question: Where did they get the money that they save and invest? First, they may have obtained it in what we might call “current” production; i.e., they could have received the money in their current capacities as laborers, landowners, and capitalists. After they receive the money, they must then decide how to allocate it among various lines of goods, and between consumption and investment. Secondly, the source of funds could have been money earned in past rounds of production and previously “hoarded,” now being “dishoarded.” We are, however, leaving out hoarding and dishoarding at this stage in the analysis. The only other source, the third source, is new money, and this too will be discussed later.

101

Προς το παρόν, επομένως, θα θεωρήσουμε ότι το χρήμα από το οποίο προέρχονται οι αποταμιεύσεις θα μπορούσε να έχει προέλθει μόνο από πρόσφατες απολαβές από την παραγωγή. Ορισμένες απολαβές αποκτήθηκαν υπό την ιδιότητα του κεφαλαιούχου και άλλες υπό την ιδιότητα του ιδιοκτήτη πρωτογενών συντελεστών.

For the moment, therefore, we shall consider that the money from which savings derive could only have come from recent earnings from production. Some earnings were obtained as capitalists, and some as owners of original factors.

102

Ο αναγνώστης μπορεί εδώ να έχει εντοπίσει ένα φαινομενικό παράδοξο: Πώς μπορεί ένας εργαζόμενος ή ένας γαιοκτήμονας να ζητεί παρόντα αγαθά και κατόπιν να μετατρέπεται σε προσφέροντα παρόντα αγαθά για επένδυση; Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα παράδοξο, εφόσον δηλώσαμε παραπάνω ότι δεν μπορεί κανείς να είναι ταυτοχρόνως ζητών και προσφέρων παρόντα αγαθά, ότι ο πίνακας χρονικής προτίμησής του μπορεί να τον τοποθετεί στη μία ή στην άλλη πλευρά, αλλά όχι και στις δύο. Η λύση αυτού του αινίγματος είναι ότι οι δύο πράξεις δεν πραγματοποιούνται ταυτοχρόνως, μολονότι και οι δύο πραγματοποιούνται, καθεμία με τη σειρά της, στην ίδια έκταση σε κάθε επανάληψη του ατέρμονου κύκλου της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας.

The reader might here have detected an apparent paradox: How can a laborer or a landowner be a demander of present goods, and then turn around and be a supplier of present goods for investment? This seems to be particularly puzzling since we have stated above that one cannot be a demander and a supplier of present goods at the same time, that one’s time-preference schedule may put one in one camp or the other, but not in both. The solution to this puzzle is that the two acts are not performed at the same time, even though both are performed to the same extent in their turn in the endless round of the evenly rotating economy.

103

Ας αναπαραγάγουμε τον τυπικό ατομικό πίνακα χρονικής προτίμησης στο Σχήμα 48. Με αγοραίο επιτόκιο 0A, το άτομο θα προσέφερε αποταμιεύσεις ύψους AB· με αγοραίο επιτόκιο 0C, θα ζητούσε χρηματικό ποσό CE. Εδώ, όμως, αναλύουμε προσεκτικότερα τον οριζόντιο άξονα. Το σημείο 0 είναι η αρχή των αξόνων. Είναι το σημείο στο οποίο το άτομο σταθμίζει την πορεία δράσης του, δηλαδή η θέση στην οποία βρίσκεται όταν συμβουλεύεται, τρόπον τινά, τις κλίμακες χρονικής προτίμησής του.

Συγκεκριμένα, αυτή είναι η θέση του ως προς το μέγεθος του χρηματικού του αποθέματος κατά τη χρονική στιγμή της αφετηρίας. Στο σημείο O έχει ένα ορισμένο χρηματικό απόθεμα και εξετάζει πόσο από το απόθεμά του είναι πρόθυμος να παραχωρήσει σε αντάλλαγμα για μελλοντικά αγαθά ή πόσο πρόσθετο απόθεμα θα ήθελε να αποκτήσει παραχωρώντας μελλοντικά αγαθά. Ας υποθέσουμε ότι είναι αποταμιευτής. Καθώς η καμπύλη κινείται προς τα δεξιά, παραχωρεί όλο και περισσότερο από το παρόν χρηματικό του απόθεμα σε αντάλλαγμα για μελλοντικά αγαθά· επομένως, η ελάχιστη απόδοση από τόκο που απαιτεί γίνεται μεγαλύτερη. Όσο περισσότερο προχωρεί η καμπύλη προς τα δεξιά, λοιπόν, τόσο χαμηλότερο θα είναι το τελικό χρηματικό του απόθεμα. Από την άλλη πλευρά, ας εξετάσουμε το ίδιο άτομο όταν ζητεί παρόντα αγαθά. Καθώς η καμπύλη προχωρεί προς τα αριστερά, αυξάνει το απόθεμα παρόντων αγαθών του και παραχωρεί μελλοντικά αγαθά. Εξετάζοντας, λοιπόν, και τις δύο πλευρές της αρχής των αξόνων, βλέπουμε ότι, όσο περισσότερο προχωρεί η καμπύλη προς τα δεξιά, τόσο μικρότερο απόθεμα έχει· όσο περισσότερο προς τα αριστερά, τόσο μεγαλύτερο το απόθεμά του.

Let us reproduce the typical individual time-preference schedule (Figure 48). At a market interest rate of 0A, the individual would supply savings of AB; at a market interest rate of 0C, he would demand money of amount CE. Here, however, we are analyzing more carefully the horizontal axis. The point 0 is the point of origin. It is the point at which the person deliberates on his course of action, i.e., the position he is in when he is consulting, so to speak, his time-preference scales. Specifically, this is his position with respect to the size of his money stock at the time of origin. At point O, he has a certain money stock, and he is considering how much of his stock he is willing to give up in exchange for future goods or how much new stock he would like to acquire while giving up future goods. Suppose that he is a saver. As the curve moves to the right, he is giving up more and more of his present money stock in exchange for future goods; therefore, his minimum interest return becomes greater. The further the curve goes to the right, then, the lower will his final money stock be. On the other hand, consider the same individual when he is a demander of present goods. As the curve proceeds to the left, he increases his stock of present goods and gives up future goods. Considering both sides of the point of origin, then, we see that the further right the curve goes, the less stock he has; the further left, the greater his stock.

104

Με δεδομένο τον πίνακα χρονικής προτίμησής του, επομένως, όσο περισσότερο χρήμα διαθέτει τόσο περισσότερο θα βρίσκεται σε θέση προσφέροντος, και όσο λιγότερο χρήμα διαθέτει τόσο περισσότερο θα βρίσκεται σε θέση ζητούντος. Προτού ο εργαζόμενος ή ο γαιοκτήμονας πωλήσει τις υπηρεσίες του, έχει ένα ορισμένο χρηματικό απόθεμα, ένα χρηματικό υπόλοιπο το οποίο προφανώς δεν μειώνει κάτω από κάποιο ελάχιστο. Αφού πωλήσει τις υπηρεσίες του, αποκτά το χρηματικό του εισόδημα από την παραγωγή, αυξάνοντας έτσι το χρηματικό του απόθεμα. Κατόπιν κατανέμει αυτό το εισόδημα μεταξύ κατανάλωσης και αποταμίευσης-επένδυσης, ενώ υποθέτουμε ότι δεν υπάρχει αποθησαυρισμός ή αποδέσμευση αποθησαυρισμένου χρήματος. Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, όταν πραγματοποιεί την κατανομή, βρίσκεται σε πολύ διαφορετική θέση και σε διαφορετική χρονική στιγμή. Διότι τώρα έχει προστεθεί ένα σημαντικό ποσό στο χρηματικό του απόθεμα.

Given his time-preference schedule, therefore, he is bound to be in a greater supply position the more money he has, and in more of a demand position the less money he has. Before the laborer or landowner sells his services, he has a certain money stock—a cash balance that he apparently does not reduce below a certain minimum. After he sells his services, he acquires his money income from production, thereby adding to his money stock. He then allocates this income between consumption and savings-investment, and we are assuming no hoarding or dishoarding. At this point, then, when he is allocating, he is in a far different position and at a different point in time. For now he has had a considerable addition to his money stock.

105

Ας εξετάσουμε, στο Σχήμα 49, το διάγραμμα του ατόμου στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής με δύο διαφορετικές αρχές των αξόνων, δηλαδή δύο διαφορετικά μεγέθη χρηματικού αποθέματος, ένα πριν αποκτήσει το εισόδημά του —I— και ένα αμέσως μετά —II.

Let us consider (Figure 49) the individual’s time-market graph with two different points of origin, i.e., two different sizes of money stock, one before he earns his income (I), and one immediately after (II).

106

Εδώ βλέπουμε πώς ένας εργαζόμενος ή ένας γαιοκτήμονας μπορεί να είναι ζητών σε μια χρονική στιγμή, με δεδομένο ένα ορισμένο χρηματικό απόθεμα, και προσφέρων σε μια άλλη. Με πολύ μικρό χρηματικό απόθεμα, όπως απεικονίζεται στο πρώτο διάγραμμα, είναι ζητών. Κατόπιν αποκτά χρήμα στην παραγωγική σφαίρα, αυξάνει σημαντικά το χρηματικό του απόθεμα και, επομένως, η αρχή των αξόνων για την απόφασή του να κατανείμει το χρηματικό του εισόδημα μετατοπίζεται προς τα αριστερά, έτσι ώστε μπορεί κάλλιστα να γίνει προσφέρων από το εισόδημά του. Βεβαίως, σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθεί να είναι ζητών ή δεν συμμετέχει καθόλου στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Για να διακρίνουμε ορολογικά αυτές τις δύο θέσεις, μπορούμε να ονομάσουμε την αρχική του κατάσταση «θέση πριν από την είσπραξη του εισοδήματος» —πριν πωλήσει τις υπηρεσίες του έναντι χρήματος— και τη μεταγενέστερη «θέση μετά την είσπραξη του εισοδήματος», δηλαδή την κατάστασή του όταν κατανέμει το χρηματικό του εισόδημα. Και οι δύο αφετηρίες έχουν σημασία για τις πραγματικές του δράσεις.

Here we see how a laborer or a landowner can be a demander at one time, in one position of his money stock, and a supplier at another time. With very little money stock, as represented in the first diagram, he is a demander. Then, he acquires money in the productive arena, greatly increases his money stock, and therefore the point of origin of his decision to allocate his money income shifts to the left, so that he might well become a supplier out of his income. Of course, in many cases, he is still a demander or is not on the time market at all. To coin a phrase to distinguish these two positions, we may call his original condition a “pre-income position” (before he has sold his services for money), and the latter a “post-income position”—his situation when he is allocating his money income. Both points of origin are relevant to his real actions.

107

Είδαμε παραπάνω ότι η ζήτηση χρήματος ενός γαιοκτήμονα πριν από την είσπραξη του εισοδήματος είναι πιθανό να είναι πρακτικά ανελαστική, ή κατακόρυφη, ενώ εκείνη ενός εργαζομένου θα είναι πιθανότατα πιο ελαστική. Ορισμένα άτομα, στη θέση μετά την είσπραξη του εισοδήματος, θα είναι προσφέροντες με το αγοραίο επιτόκιο· ορισμένα θα είναι ζητούντες· ορισμένα θα είναι ουδέτερα. Τα τέσσερα διαγράμματα του Σχήματος 50 απεικονίζουν διάφορες καταστάσεις χρονικής προτίμησης πριν και μετά την είσπραξη του εισοδήματος, διαμορφώνοντας ατομικές καμπύλες της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής, με το ίδιο αγοραίο επιτόκιο να εφαρμόζεται σε καθεμία.

We have seen above that a landowner’s pre-income demand for money is likely to be practically inelastic, or vertical, while a laborer’s will probably be more elastic. Some individuals in a post-income position will be suppliers at the market rate of interest; some will be demanders; some will be neutral. The four diagrams in Figure 50 depict various pre-income and post-income time-preference situations, establishing individual time-market curves, with the same market rate of interest applied to each one.

108

Η γραμμή AB, που διατρέχει τη σελίδα, είναι το υποτιθέμενο αγοραίο επιτόκιό μας, το οποίο έχει διαμορφωθεί σε ισορροπία ως αποτέλεσμα των ατομικών κλιμάκων χρονικής προτίμησης. Σε αυτό το επιτόκιο, ο γαιοκτήμονας και ο εργαζόμενος —I και II— παρουσιάζονται να ζητούν παρόν χρήμα πριν από την είσπραξη του εισοδήματος, ενώ τα διαγράμματα III και IV απεικονίζουν έναν ζητούντα σε αυτό το επιτόκιο και έναν ουδέτερο, κάποιον που δεν παρακινείται ούτε να προσφέρει ούτε να ζητήσει χρήμα στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Και οι δύο τελευταίοι βρίσκονται σε καταστάσεις μετά την είσπραξη του εισοδήματος.

The line AB, across the page, is our assumed market rate of interest, equilibrated as a result of the individual time-preference scales. At this rate of interest, the landowner and the laborer (I and II) are shown with demands for present money (pre-income), and diagrams III and IV depict a demander at this rate and a neutral at this rate, one who is moved neither to supply nor to demand money in the time market. Both the latter are in post-income situations.

109

Καταλήγουμε ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι κεφαλαιούχος, αρκεί να το θέλει. Μπορεί να αντλεί τους χρηματικούς του πόρους αποκλειστικά από τους καρπούς προηγούμενης κεφαλαιακής επένδυσης ή από παρελθόντα «αποθησαυρισμένα» χρηματικά υπόλοιπα ή αποκλειστικά από το εισόδημά του ως εργαζομένου ή γαιοκτήμονα. Μπορεί, βεβαίως, να αντλεί τους χρηματικούς του πόρους από περισσότερες από αυτές τις πηγές. Το μόνο που εμποδίζει έναν άνθρωπο να είναι κεφαλαιούχος είναι η δική του υψηλή κλίμακα χρονικής προτίμησης, με άλλα λόγια, η εντονότερη επιθυμία του να καταναλώνει αγαθά στο παρόν. Οι μαρξιστές και άλλοι που υποθέτουν μια άκαμπτη διαστρωμάτωση, ουσιαστικά μια δομή καστών στην κοινωνία, σφάλλουν σοβαρά. Το ίδιο πρόσωπο μπορεί να είναι ταυτοχρόνως εργαζόμενος, γαιοκτήμονας και κεφαλαιούχος μέσα στην ίδια χρονική περίοδο.271

We conclude that any man can be a capitalist if only he wants to be. He can derive his funds solely from the fruits of previous capitalist investment or from past “hoarded” cash balances or solely from his income as a laborer or a landowner. He can, of course, derive his funds from several of these sources. The only thing that stops a man from being a capitalist is his own high time-preference scale, in other words, his stronger desire to consume goods in the present. Marxists and others who postulate a rigid stratification—a virtual caste structure in society—are in grave error. The same person can be at once a laborer, a landowner, and a capitalist, in the same period of time.

110

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι μόνο οι «πλούσιοι» έχουν την οικονομική δυνατότητα να είναι κεφαλαιούχοι, δηλαδή εκείνοι που διαθέτουν μεγαλύτερο χρηματικό απόθεμα. Το επιχείρημα αυτό έχει επιφανειακή αληθοφάνεια, διότι από τα παραπάνω διαγράμματά μας είδαμε ότι, για οποιοδήποτε δεδομένο άτομο και έναν δεδομένο πίνακα χρονικής προτίμησης, μεγαλύτερο χρηματικό απόθεμα θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη προσφορά αποταμιεύσεων και μικρότερο χρηματικό απόθεμα σε μικρότερη προσφορά αποταμιεύσεων. Ceteris paribus, το ίδιο ισχύει για τις μεταβολές του χρηματικού εισοδήματος, οι οποίες αποτελούν προσθήκες στο απόθεμα. Δεν μπορούμε, ωστόσο, να υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος με περιουσιακά στοιχεία, μετά την είσπραξη του εισοδήματος, ύψους 10.000 ουγγιών χρυσού θα αποταμιεύσει αναγκαστικά περισσότερο από έναν άνθρωπο με 100 ουγγιές χρυσού. Δεν μπορούμε να συγκρίνουμε χρονικές προτιμήσεις διαπροσωπικά, όπως δεν μπορούμε να διατυπώσουμε διαπροσωπικούς νόμους για οποιοδήποτε άλλο είδος χρησιμοτήτων. Εκείνο που μπορούμε να διατυπώσουμε ως οικονομικό νόμο για ένα πρόσωπο δεν μπορούμε να το διατυπώσουμε συγκρίνοντας δύο ή περισσότερα πρόσωπα. Κάθε πρόσωπο έχει τον δικό του πίνακα χρονικής προτίμησης, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο μέγεθος του χρηματικού του αποθέματος. Ο πίνακας χρονικής προτίμησης κάθε προσώπου, όπως και κάθε άλλο στοιχείο της κλίμακας αξιών του, διαμορφώνεται εξ ολοκλήρου από το ίδιο. Όλοι έχουμε ακούσει για τον παροιμιωδώς οικονόμο Γάλλο χωρικό, σε σύγκριση με τον πλούσιο γλεντζέ που διαρκώς βυθίζεται στα χρέη. Η παρατήρηση της κοινής λογικής ότι γενικά οι πλούσιοι είναι εκείνοι που αποταμιεύουν περισσότερο μπορεί να αποτελεί ενδιαφέρουσα ιστορική κρίση, αλλά δεν μας παρέχει κανέναν απολύτως επιστημονικό οικονομικό νόμο, και σκοπός της οικονομικής επιστήμης είναι να μας παρέχει τέτοιους νόμους. Εφόσον ένα πρόσωπο διαθέτει έστω και κάποιο χρήμα —και πρέπει να διαθέτει κάποιο χρήμα εάν συμμετέχει στην κοινωνία της αγοράς σε οποιονδήποτε βαθμό—, μπορεί να είναι κεφαλαιούχος.

It might be argued that only the “rich” can afford to be capitalists, i.e., those who have a greater amount of money stock. This argument has superficial plausibility, since from our diagrams above we saw that, for any given individual and a given time-preference schedule, a greater money stock will lead to a greater supply of savings, and a lesser money stock to a lesser supply of savings. Ceteris paribus, the same applies to changes in money income, which constitute additions to stock. We cannot, however, assume that a man with (post-income) assets of 10,000 ounces of gold will necessarily save more than a man with 100 ounces of gold. We cannot compare time preferences interpersonally, any more than we can formulate interpersonal laws for any other type of utilities. What we can assert as an economic law for one person we cannot assert in comparing two or more persons. Each person has his own time-preference schedule, apart from the specific size of his monetary stock. Each person’s time-preference schedule, as with any other element in his value scale, is entirely of his own making. All of us have heard of the proverbially thrifty French peasant, compared with the rich playboy who is always running into debt. The commonsense observation that it is generally the rich who save more may be an interesting historical judgment, but it furnishes us with no scientific economic law whatever, and the purpose of economic science is to furnish us with such laws. As long as a person has any money at all, and he must have some money if he participates in the market society to any extent, he can be a capitalist.

111

6. Οι ζητούντες μετά την είσπραξη του εισοδήματος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6. The Post-Income Demanders

112

Μέχρι αυτό το σημείο αναλύσαμε τη ζήτηση παρόντων αγαθών από γαιοκτήμονες και εργαζομένους στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, καθώς και την παράγωγη ζήτηση από τους κεφαλαιούχους. Αυτή τη συνολική ζήτηση μπορούμε να την ονομάσουμε ζήτηση των παραγωγών για παρόντα αγαθά στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Είναι η ζήτηση εκείνων που πωλούν τις υπηρεσίες τους ή τις υπηρεσίες της ιδιοκτησίας τους για την προώθηση της παραγωγής. Όλη αυτή η ζήτηση είναι ζήτηση πριν από την είσπραξη του εισοδήματος, όπως την έχουμε ορίσει· δηλαδή, εκδηλώνεται πριν από την απόκτηση χρηματικού εισοδήματος από το παραγωγικό σύστημα. Λαμβάνει εξ ολοκλήρου τη μορφή πώλησης υπηρεσιών συντελεστών —μελλοντικών αγαθών— σε αντάλλαγμα για παρόν χρήμα. Υπάρχει, όμως, και ένα άλλο συστατικό της καθαρής ζήτησης παρόντων αγαθών στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής. Πρόκειται για το συστατικό που αφορά τη θέση μετά την είσπραξη του εισοδήματος· είναι μια ζήτηση που εκδηλώνεται ακόμη και αφού αποκτηθεί το εισόδημα από την παραγωγή. Είναι σαφές ότι αυτή η ζήτηση δεν μπορεί να είναι παραγωγική ζήτηση, διότι οι ιδιοκτήτες μελλοντικών αγαθών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή εκδηλώνουν αυτή τη ζήτηση πριν από την πώλησή τους. Αντιθέτως, είναι καταναλωτική ζήτηση.

Up to this point we have analyzed the time-market demand for present goods by landowners and laborers, as well as the derived demand by capitalists. This aggregate demand we may call the producers’ demand for present goods on the time market. This is the demand by those who are selling their services or the services of their owned property in the advancing of production. This demand is all pre-income demand as we have defined it; i.e., it takes place prior to the acquisition of money income from the productive system. It is all in the form of selling factor services (future goods) in exchange for present money. But there is another component of net demand for present goods on the time market. This is the post-income component; it is a demand that takes place even after productive income is acquired. Clearly, this demand cannot be a productive demand, since owners of future goods used in production exercise that demand prior to their sale. It is, on the contrary, a consumers’ demand.

113

Αυτό το τμήμα της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής λειτουργεί ως εξής: Ο Jones πωλεί στον Smith 100 ουγγιές μελλοντικού χρήματος —ας πούμε, σε ένα έτος από τώρα— σε αντάλλαγμα για 95 ουγγιές παρόντος χρήματος. Αυτό το μελλοντικό χρήμα δεν έχει τη μορφή προσδοκίας που δημιουργείται από έναν συντελεστή παραγωγής· αντιθέτως, είναι μια έγγραφη αναγνώριση χρέους του Jones, με την οποία υπόσχεται να καταβάλει 100 ουγγιές χρήματος σε μια χρονική στιγμή που απέχει ένα έτος στο μέλλον. Ανταλλάσσει αυτή την απαίτηση επί μελλοντικού χρήματος με παρόν χρήμα —95 ουγγιές. Η έκπτωση της αξίας του μελλοντικού χρήματος έναντι του παρόντος είναι ακριβώς ισοδύναμη με εκείνη στα άλλα τμήματα της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής που έχουμε μελετήσει μέχρι τώρα, με τη διαφορά ότι η παρούσα περίπτωση είναι πιο εμφανής. Το επιτόκιο που διαμορφώνεται τελικά στην αγορά καθορίζεται από τους συνολικούς πίνακες καθαρής προσφοράς και καθαρής ζήτησης σε ολόκληρη την αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, και αυτοί, όπως είδαμε, καθορίζονται από τις χρονικές προτιμήσεις όλων των ατόμων στην αγορά. Έτσι, στην περίπτωση του Σχήματος 50 παραπάνω, στο διάγραμμα III έχουμε μια περίπτωση καθαρού ζητούντος, μετά την είσπραξη του εισοδήματος, στο αγοραίο επιτόκιο. Η μορφή που λαμβάνει η ζήτησή του είναι η πώληση μιας έγγραφης αναγνώρισης οφειλής μελλοντικού χρήματος — αυτό που συνήθως ονομάζεται «δανεισμός» παρόντος χρήματος. Από την άλλη πλευρά, το πρόσωπο του οποίου η καμπύλη της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής παρουσιάζεται στο διάγραμμα IV έχει τέτοια διάρθρωση χρονικής προτίμησης ώστε, στη θέση του μετά την είσπραξη του εισοδήματος, δεν είναι ούτε καθαρός προσφέρων ούτε καθαρός ζητών στο επικρατούν επιτόκιο· δεν συμμετέχει καθόλου στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής.

This subdivision of the time market operates as follows: Jones sells 100 ounces of future money (say, one year from now) to Smith in exchange for 95 ounces of present money. This future money is not in the form of an expectation created by a factor of production; instead, it is an I.O.U. by Jones promising to pay 100 ounces of money at a point one year in the future. He exchanges this claim on future money for present money—95 ounces. The discount on future money as compared with present money is precisely equivalent to that in the other parts of the time market that we have studied heretofore, except that the present case is more obvious. The rate of interest finally set on the market is determined by the aggregate net supply and net demand schedules throughout the entire time market, and these, as we have seen, are determined by the time preferences of all the individuals on the market. Thus, in the case of Figure 50 above, in diagram III we have a case of a net (post-income) demander at the market rate of interest The form that his demand takes is the sale of an I.O.U. of future money—usually termed the “borrowing” of present money. On the other hand, the person whose time-market curve is shown in diagram IV has such a time-preference configuration that he is neither a net supplier nor a net demander at the going rate of interest—he is not on the time market at all—in his post-income position.

114

Οι καθαροί δανειολήπτες, λοιπόν, είναι άνθρωποι των οποίων οι συντελεστές χρονικής προτίμησης είναι σχετικά υψηλότεροι από εκείνους των άλλων στο επικρατούν επιτόκιο, και μάλιστα τόσο υψηλοί ώστε θα δανειστούν ορισμένα ποσά με αυτό το επιτόκιο. Πρέπει να τονιστεί εδώ ότι εξετάζουμε μόνο τον καταναλωτικό δανεισμό — τον δανεισμό που αυξάνει την παρούσα χρησιμοποίηση του χρηματικού αποθέματος του Jones για κατανάλωση. Η πώληση μελλοντικού χρήματος από τον Jones διαφέρει από τις πωλήσεις των γαιοκτημόνων και των εργαζομένων και από μια άλλη άποψη: οι δικές τους συναλλαγές έχουν ολοκληρωθεί, ενώ ο Jones δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη δική του. Η έγγραφη αναγνώριση χρέους του θεμελιώνει μια απαίτηση επί μελλοντικού χρήματος υπέρ του αγοραστή —ή «δανειστή»— Smith, και ο Smith, για να ολοκληρώσει τη συναλλαγή του και να εισπράξει τον τόκο του, πρέπει να παρουσιάσει το γραμμάτιό του στη μεταγενέστερη χρονική στιγμή και να απαιτήσει το οφειλόμενο χρήμα.

The net borrowers, then, are people who have relatively higher time-preference rates than others at the going rate of interest, in fact so high that they will borrow certain amounts at this rate. It must be emphasized here that we are dealing only with consumption borrowing—borrowing to add to the present use of Jones’ money stock for consumption. Jones’ sale of future money differs from the sales of the landowners and laborers in another respect; their transactions are completed, while Jones has not yet completed his. His I.O.U. establishes a claim to future money on the part of the buyer (or “lender”) Smith, and Smith, to complete his transaction and earn his interest payment, must present his note at the later date and claim the money due.

115

Συνοψίζοντας, τα συστατικά της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής είναι τα εξής:

In sum, the time market’s components are as follows:

116

Αυτές οι ζητήσεις αθροίζονται ανεξάρτητα από το αν εκδηλώνονται μετά ή πριν από την είσπραξη του εισοδήματος· και οι δύο εμφανίζονται μέσα σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και επαναλαμβάνονται διαρκώς στην ERE.

These demands are aggregated without regard to whether they are post- or pre-income; they both occur within a relatively brief time period, and they recur continually in the ERE.

117

Μολονότι η καταναλωτική και η παραγωγική ζήτηση αθροίζονται για να καθορίσουν το αγοραίο επιτόκιο, εάν τις διαχωρίσουμε αναλυτικά αποκαλύπτεται ένα σημείο μεγάλης σημασίας για το παραγωγικό σύστημα. Το διάγραμμα του Σχήματος 51 απεικονίζει τη διαμόρφωση του επιτοκίου στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής.

Although the consumption and the productive demands are aggregated to set the market rate of interest, a point of great importance for the productive system is revealed if we separate these demands analytically. The diagram in Figure 51 depicts the establishment of the rate of interest on the time market.

118

Ο κατακόρυφος άξονας αντιπροσωπεύει το επιτόκιο και ο οριζόντιος τις ουγγιές χρυσού. Η καμπύλη SS είναι ο πίνακας προσφοράς αποταμιεύσεων, ο οποίος καθορίζεται από τις ατομικές χρονικές προτιμήσεις. Η καμπύλη CC είναι ο πίνακας της ζήτησης παρόντων αγαθών μέσω καταναλωτικών δανείων και αποτελείται από τη συνολική καθαρή ζήτηση, μετά την είσπραξη του εισοδήματος, στα διάφορα υποθετικά επιτόκια. Η καμπύλη DD είναι η συνολική ζήτηση παρόντων αγαθών από τους προσφέροντες μελλοντικά αγαθά και αποτελείται από την καμπύλη CC συν μια καμπύλη που δεν απεικονίζεται: τη ζήτηση παρόντων αγαθών από τους ιδιοκτήτες πρωτογενών παραγωγικών συντελεστών, δηλαδή γης και εργασίας. Τόσο η καμπύλη CC όσο και η DD καθορίζονται από τις ατομικές χρονικές προτιμήσεις. Το επιτόκιο ισορροπίας θα καθοριστεί από την αγορά στο σημείο τομής των καμπυλών SS και DD — το σημείο E.

The vertical axis is the rate of interest; the horizontal axis is gold ounces. The SS curve is the supply-of-savings schedule, determined by individual time preferences. The CC curve is the schedule of consumers’ loan demands for present goods, consisting of the aggregate net demand (post-income) at the various hypothetical rates of interest. The DD curve is the total demand for present goods by suppliers of future goods, and it consists of the CC curve plus a curve that is not shown—the demand for present goods by the owners of original productive factors, i.e., land and labor. Both the CC and the DD curves are determined by individual time preferences. The equilibrium rate of interest will be set by the market at the point of intersection of the SS and DD curves—point E.

119

Η τομή στο E καθορίζει δύο σημαντικά αποτελέσματα: το επιτόκιο, το οποίο διαμορφώνεται στο 0A, και τη συνολική προσφορά αποταμιεύσεων AE. Ζωτικής σημασίας ζήτημα για το παραγωγικό σύστημα, ωστόσο, είναι η θέση της καμπύλης CC: όσο μεγαλύτερη είναι η CC σε οποιοδήποτε δεδομένο επιτόκιο, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το ποσό των συνολικών αποταμιεύσεων που θα διεκδικηθεί ανταγωνιστικά και θα αποσπαστεί από την παραγωγή προς τα καταναλωτικά δάνεια. Στο διάγραμμά μας, η συνολική αποταμίευση που διοχετεύεται σε επένδυση στην παραγωγή είναι BE.

The point of intersection at E determines two important resultants: the rate of interest, which is established at 0A, and the total supply of savings AE. A vital matter for the productive system, however, is the position of the CC curve: the larger CC is at any given rate of interest, the larger the amount of total savings that will be competed for and drawn away from production into consumers’ loans. In our diagram, the total savings going into investment in production is BE.

120

Η σχετική ισχύς της παραγωγικής και της καταναλωτικής ζήτησης παρόντων αγαθών στην κοινωνία εξαρτάται από τη διάρθρωση των πινάκων χρονικής προτίμησης των διαφόρων ατόμων στην αγορά. Είδαμε ότι η παραγωγική ζήτηση παρόντων αγαθών τείνει να είναι ανελαστική ως προς τα επιτόκια· από την άλλη πλευρά, η καμπύλη των καταναλωτικών δανείων πιθανότατα θα εμφανίζει μεγαλύτερη ελαστικότητα. Συνάγεται ότι, στην πλευρά της ζήτησης, οι μεταβολές των χρονικών προτιμήσεων θα εκδηλώνονται κυρίως στον πίνακα καταναλωτικής ζήτησης. Στην πλευρά της προσφοράς, βεβαίως, μια άνοδος των χρονικών προτιμήσεων θα οδηγήσει σε μετατόπιση της καμπύλης SS προς τα αριστερά, με λιγότερα να αποταμιεύονται και να επενδύονται σε κάθε επιτόκιο. Οι επιδράσεις των μεταβολών της χρονικής προτίμησης στο επιτόκιο και στη δομή της παραγωγής θα συζητηθούν διεξοδικότερα παρακάτω.

The relative strength of productive and consumption demand for present goods in the society depends on the configurations of the time-preference schedules of the various individuals on the market. We have seen that the productive demand for present goods tends to be inelastic with respect to interest rates; on the other hand, the consumers’ loan curve will probably display greater elasticity. It follows that, on the demand side, changes in time preferences will display themselves mostly in the consumption demand schedule. On the supply side, of course, a rise in time preferences will lead to a shift of the SS curve to the left, with less being saved and invested at each rate of interest. The effects of time-preference changes on the rate of interest and the structure of production will be discussed further below.

121

Είναι σαφές ότι οι ακαθάριστες αποταμιεύσεις που συντηρούν την παραγωγική δομή είναι οι «παραγωγικές» αποταμιεύσεις, δηλαδή εκείνες που διοχετεύονται σε παραγωγικές επενδύσεις, και ότι αυτές αποκλείουν τις «καταναλωτικές» αποταμιεύσεις που διοχετεύονται στον δανεισμό καταναλωτών. Από τη σκοπιά του παραγωγικού συστήματος, μπορούμε να θεωρήσουμε τον δανεισμό ενός καταναλωτή ως αρνητική αποταμίευση, διότι πρόκειται για το ποσό κατά το οποίο οι καταναλωτικές δαπάνες ενός προσώπου υπερβαίνουν το εισόδημά του, σε αντίθεση με την αποταμίευση, το ποσό κατά το οποίο το εισόδημα ενός προσώπου υπερβαίνει την κατανάλωσή του. Στην περίπτωση αυτή, οι αποταμιεύσεις που δανείζονται εξουδετερώνονται, τρόπον τινά, από την αρνητική αποταμίευση των καταναλωτικών δανειοληπτών.

It is clear that the gross savings that maintain the production structure are the “productive” savings, i.e., those that go into productive investment, and that these exclude the “consumption” savings that go into consumer lending. From the point of view of the production system, we may regard borrowing by a consumer as dissaving, for this is the amount by which a person’s consumption expenditures exceed his income, as contrasted to savings, the amount by which a person’s income exceeds his consumption. In that case, the savings loaned are canceled out, so to speak, by the dissavings of the consumption borrowers.

122

Τα καταναλωτικά και παραγωγικά τμήματα της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής αποτελούν καλό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το επιτόκιο εξισώνεται σε ολόκληρη την αγορά. Η σύνδεση μεταξύ των αποδόσεων των επενδύσεων και των χρηματικών δανείων προς καταναλωτές δεν είναι προφανής. Από τη συζήτησή μας, όμως, είναι σαφές ότι και τα δύο αποτελούν μέρη μίας ενιαίας αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής. Θα πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει μακροχρόνια απόκλιση του επιτοκίου στην αγορά καταναλωτικών δανείων από το ποσοστό απόδοσης από τόκο της παραγωγικής επένδυσης. Και τα δύο αποτελούν όψεις μίας αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής. Εάν, για παράδειγμα, το επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων ήταν υψηλότερο από το ποσοστό απόδοσης από τόκο των επενδύσεων, οι αποταμιεύσεις θα μετατοπίζονταν από την αγορά μελλοντικών αγαθών υπό τη μορφή συντελεστών προς την πιο αποδοτική αγορά έγγραφων αναγνωρίσεων χρέους. Αυτή η μετατόπιση θα προκαλούσε πτώση της τιμής των μελλοντικών συντελεστών, δηλαδή άνοδο του επιτοκίου στις επενδύσεις, και πτώση του επιτοκίου των καταναλωτικών δανείων, ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού περισσότερων αποταμιεύσεων στο πεδίο των καταναλωτικών δανείων. Το καθημερινό αρμπιτράζ της αγοράς, λοιπόν, θα τείνει να εξισώνει το επιτόκιο και στα δύο μέρη της αγοράς. Έτσι, το επιτόκιο θα τείνει να εξισώνεται σε όλα τα πεδία της οικονομίας, σαν να λέγαμε σε τρεις διαστάσεις: «οριζόντια», σε κάθε παραγωγική διαδικασία· «κάθετα», σε κάθε στάδιο παραγωγής· και «σε βάθος», τόσο στην αγορά καταναλωτικών δανείων όσο και στην παραγωγική δομή.

The consumers’ and producers’ subdivisions of the time market are a good illustration of how the rate of interest is equalized over the market. The connection between the returns on investment and money loans to consumers is not an obvious one. But it is clear from our discussion that both are parts of one time market. It should also be clear that there can be no long-run deviation of the rate of interest on the consumption loan market from the rate of interest return on productive investment. Both are aspects of one time market. If the rate of interest on consumers’ loans, for example, were higher than the rate of interest return from investment, savings would shift from buying future goods in the form of factors to the more remunerative purchase of I.O.U.’s. This shift would cause the price of future factors to fall, i.e., the interest rate in investment to rise; and the rate of interest on consumers’ loans to fall, as a result of the competition of more savings in the consumer loan arena. The everyday arbitrage of the market, then, will tend to equalize the rate of interest in both parts of the market. Thus, the rate of interest will tend to be equalized for all areas of the economy, as it were in three dimensions—“horizontally” in every process of production, “vertically” at every stage of production, and “in depth,” in the consumer loan market as well as in the production structure.

123

7. Ο μύθος της σημασίας της αγοράς δανείων προς παραγωγούς

↗ στη σελίδα του βιβλίου

7. The Myth of the Importance of the Producers’ Loan Market

124

Ολοκληρώσαμε την ανάλυσή μας για τον προσδιορισμό του καθαρού επιτοκίου όπως θα διαμορφωνόταν στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία — ενός επιτοκίου που η αγορά τείνει να προσεγγίζει στον πραγματικό κόσμο. Δείξαμε πώς καθορίζεται από τις χρονικές προτιμήσεις στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής και εξετάσαμε τα διάφορα συστατικά αυτής της αγοράς. Η δήλωση αυτή αναμφίβολα θα προκαλέσει μεγάλη απορία σε πολλούς αναγνώστες. Πού είναι η αγορά δανείων προς παραγωγούς; Αυτή η αγορά είναι πάντοτε εκείνη στην οποία δίνουν έμφαση οι συγγραφείς, συχνά αποκλείοντας οτιδήποτε άλλο. Πράγματι, ο όρος «επιτόκιο» αναφέρεται γενικά σε χρηματικά δάνεια, συμπεριλαμβανομένων των δανείων προς καταναλωτές και παραγωγούς, αλλά με ιδιαίτερη έμφαση στα τελευταία, τα οποία συνήθως είναι μεγαλύτερα ποσοτικά και σημαντικότερα για την παραγωγή. Το επιτόκιο των χρηματικών δανείων προς τον υποψήφιο παραγωγό υποτίθεται ότι είναι το σημαντικό επιτόκιο. Μάλιστα, η συρμώδης νεοκλασική δοξασία υποστηρίζει ότι η αγορά δανείων προς παραγωγούς καθορίζει το επιτόκιο και ότι αυτός ο προσδιορισμός πραγματοποιείται όπως στο Σχήμα 52, όπου η SS είναι η προσφορά αποταμιεύσεων που εισέρχεται στην αγορά δανείων και η DD είναι η ζήτηση αυτών των δανείων από παραγωγούς ή επιχειρηματίες. Υποτίθεται ότι η τομή τους καθορίζει το επιτόκιο.

We have completed our analysis of the determination of the pure rate of interest as it would be in the evenly rotating economy—a rate that the market tends to approach in the real world. We have shown how it is determined by time preferences on the time market and have seen the various components of that time market. This statement will undoubtedly be extremely puzzling to many readers. Where is the producers’ loan market? This market is always the one that is stressed by writers, often to the exclusion of anything else. In fact, “rate of interest” generally refers to money loans, including loans to consumers and producers, but particularly stressing the latter, which is usually quantitatively greater and more significant for production. The rate of interest of money loans to the would-be producer is supposed to be the significant rate of interest. In fact, the fashionable neoclassical doctrine holds that the producers’ loan market determines the rate of interest and that this determination takes place as in Figure 52, where SS is the supply of savings entering the loan market, and DD is the demand for these loans by producers or entrepreneurs. Their intersection allegedly determines the rate of interest.

125

Θα παρατηρηθεί ότι αυτού του είδους η προσέγγιση παραβλέπει πλήρως τις ακαθάριστες αποταμιεύσεις των παραγωγών και, ακόμη περισσότερο, τη ζήτηση παρόντων αγαθών από τους ιδιοκτήτες των πρωτογενών συντελεστών. Αντί να παρουσιάζονται ως θεμελιωδώς προσφέροντες παρόντα αγαθά, οι κεφαλαιούχοι παρουσιάζονται ως ζητούντες παρόντα αγαθά. Τι καθορίζει τους πίνακες SS και DD σύμφωνα με αυτή τη νεοκλασική δοξασία; Η καμπύλη SS καθορίζεται, κατά γενική παραδοχή, από τις χρονικές προτιμήσεις· η καμπύλη DD, από την άλλη πλευρά, υποτίθεται ότι καθορίζεται από την «οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου», δηλαδή από το προσδοκώμενο ποσοστό απόδοσης της επένδυσης.

It will be noticed that this sort of approach completely overlooks the gross savings of the producers and, even more, the demand for present goods by owners of the original factors. Instead of being fundamentally suppliers of present goods, capitalists are portrayed as demanders of present goods. What determines the SS and DD schedules, according to this neoclassical doctrine? The SS curve is admittedly determined by time preferences; the DD curve, on the other hand, is supposed to be determined by the “marginal efficiency of capital,” i.e., by the expected rate of return on the investment.

126

Αυτή η προσέγγιση αστοχεί πλήρως, διότι εξετάζει την οικονομία με την επιφανειακή ματιά ενός μέσου επιχειρηματία. Ο επιχειρηματίας δανείζεται στην αγορά δανείων προς παραγωγούς από μεμονωμένους αποταμιευτές και κρίνει πόσο θα δανειστεί με βάση το προσδοκώμενο ποσοστό «κέρδους» του, ή ποσοστό απόδοσης. Οι συγγραφείς υποθέτουν ότι έχει στη διάθεσή του ένα σύνολο επενδυτικών σχεδίων, από τα οποία ορισμένα θα του απέφεραν, ας πούμε, 8 τοις εκατό, ορισμένα 7 τοις εκατό, ορισμένα 3 τοις εκατό κ.ο.κ., και ότι σε κάθε υποθετικό επιτόκιο θα δανείζεται για να επενδύσει σε εκείνα τα σχέδια όπου η απόδοσή του θα είναι ίση ή υψηλότερη. Με άλλα λόγια, εάν το επιτόκιο είναι 8 τοις εκατό, θα δανείζεται για να επενδύσει σε εκείνα τα σχέδια που θα του αποφέρουν πάνω από 8 τοις εκατό· εάν το επιτόκιο είναι 4 τοις εκατό, θα επενδύει σε πολύ περισσότερα σχέδια, σε εκείνα που θα του αποφέρουν πάνω από 4 τοις εκατό κ.ο.κ. Με αυτόν τον τρόπο, η καμπύλη ζήτησης αποταμιεύσεων, για κάθε άτομο και ακόμη περισσότερο για το σύνολο της αγοράς, θα εκτείνεται προς τα δεξιά καθώς το επιτόκιο μειώνεται, όπως συνήθως συμβαίνει με τις καμπύλες ζήτησης. Η τομή καθορίζει το αγοραίο επιτόκιο.

This approach misses the point very badly because it looks at the economy with the superficial eye of an average businessman. The businessman borrows on a producers’ loan market from individual savers, and he judges how much to borrow on the basis of his expected rate of “profit,” or rate of return. The writers assume that he has available a shelf of investment projects, some of which would pay him, say 8 percent, some 7 percent, some 3 percent, etc., and that at each hypothetical interest rate he will borrow in order to invest in those projects where his return will be as high or higher. In other words, if the interest rate is 8 percent, he will borrow to invest in those projects that will yield him over 8 percent; if the rate is 4 percent, he will invest in many more projects—those that will yield him over 4 percent, etc. In that way, the demand curve for savings, for each individual, and still more for the aggregate on the market, will slope rightward as demand curves usually do, as the rate of interest falls. The intersection sets the market rate of interest.

127

Επιφανειακά, αυτή η προσέγγιση μπορεί να φαίνεται εύλογη. Συνήθως πράγματι συμβαίνει ένας επιχειρηματίας να προβλέπει τέτοια διαφορετικά ποσοστά απόδοσης σε διαφορετικές επενδύσεις, να δανείζεται στην αγορά από διαφορετικούς μεμονωμένους αποταμιευτές και να θεωρείται συνήθως ο «κεφαλαιούχος» ή επιχειρηματίας, ενώ οι δανειστές είναι απλώς αποταμιευτές. Αυτό προσδίδει αληθοφάνεια στον χαρακτηρισμό της καμπύλης DD στο Σχήμα 52 ως ζήτησης χρήματος —παρόντων αγαθών— από κεφαλαιούχους ή επιχειρηματίες. Και φαίνεται να αποφεύγει μυστηριώδεις περιπλοκές και να εστιάζει τακτοποιημένα και απλά στο επιτόκιο των δανείων προς παραγωγούς — των δανείων από αποταμιευτές προς επιχειρηματίες—, για το οποίο ενδιαφέρονται οι ίδιοι και οι περισσότεροι συγγραφείς της οικονομικής επιστήμης. Αυτό είναι το επιτόκιο που συζητείται γενικά εκτενώς από τους οικονομολόγους.

Superficially, this approach might seem plausible. It usually happens that a businessman foresees such varying rates of return on different investments, that he borrows on the market from different individual savers, and that he is popularly considered the “capitalist” or entrepreneur, while the lenders are simply savers. This lends plausibility to terming the DD curve in Figure 52, the demand by capitalists or entrepreneurs for money (present goods). And it seems to avoid mysterious complexities and to focus neatly and simply on the rate of interest for producers’ loans—the loans from savers to businessmen—in which they and most writers on economics are interested. It is this rate of interest that is generally discussed at great length by economists.

128

Μολονότι δημοφιλής, αυτή η προσέγγιση είναι εσφαλμένη από την αρχή έως το τέλος, όπως θα αποκαλυφθεί στην πορεία της παρούσας ανάλυσης. Καταρχάς, ας εξετάσουμε κάπως προσεκτικότερα την κατασκευή αυτής της καμπύλης DD. Ποια είναι η βάση του υποτιθέμενου συνόλου διαθέσιμων σχεδίων, καθένα με διαφορετικό ποσοστό απόδοσης; Γιατί μια συγκεκριμένη επένδυση αποφέρει οποιαδήποτε καθαρή χρηματική απόδοση; Η συνήθης απάντηση είναι ότι κάθε πρόσθετη δόση επένδυσης έχει μια «οριακή παραγωγικότητα σε αξία», όπως 10 τοις εκατό, 9 τοις εκατό, 4 τοις εκατό κ.ο.κ., ότι φυσικά οι παραγωγικότερες επενδύσεις θα πραγματοποιηθούν πρώτες και ότι, επομένως, καθώς αυξάνονται οι αποταμιεύσεις, οι περαιτέρω επενδύσεις θα είναι ολοένα λιγότερο παραγωγικές σε όρους αξίας. Αυτό παρέχει τη βάση για την υποτιθέμενη «καμπύλη ζήτησης του επιχειρηματία», η οποία εκτείνεται προς τα δεξιά καθώς αυξάνονται οι αποταμιεύσεις και μειώνεται το επιτόκιο. Το θεμελιώδες σφάλμα εδώ είναι παλαιό στην οικονομική επιστήμη: η απόδοση παραγωγικότητας σε αξία στη χρηματική επένδυση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επένδυση αυξάνει τη φυσική παραγωγικότητα της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και την παραγωγικότητα ανά ανθρωποώρα. Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο πραγματοποιούνται εξαρχής η επένδυση και η συνακόλουθη επιμήκυνση των περιόδων παραγωγής. Τι σχέση έχει, όμως, αυτό με την παραγωγικότητα σε αξία ή με τη χρηματική απόδοση της επένδυσης, ιδίως στη μακροχρόνια κατάσταση της ERE;

Although popular, this approach is wrong through and through, as will be revealed in the course of this analysis. In the first place, let us consider the construction of this DD curve a little more closely. What is the basis for the alleged shelf of available projects, each with different rates of return? Why does a particular investment yield any net monetary return at all? The usual answer is that each dose of new investment has a “marginal value productivity,” such as 10 percent, 9 percent, 4 percent, etc., that naturally the most productive investments will be made first and that therefore, as savings increase, further investments will be less and less value-productive. This provides the basis for the alleged “businessman’s demand curve,” which slopes to the right as savings increase and the interest rate falls. The cardinal error here is an old one in economics—the attribution of value-productivity to monetary investment. There is no question that investment increases the physical productivity of the productive process, as well as the productivity per man hour. Indeed, that is precisely why investment and the consequent lengthening of the periods of production take place at all. But what has this to do with value-productivity or with the monetary return on investment, especially in the long run of the ERE?

129

Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι μια ορισμένη ποσότητα φυσικών συντελεστών —και θα αφήσουμε κατά μέρος το ερώτημα πώς μπορεί να μετρηθεί αυτή η ποσότητα— παράγει 10 μονάδες ενός ορισμένου προϊόντος ανά περίοδο, με τιμή πώλησης δύο ουγγιές χρυσού ανά μονάδα. Ας υποθέσουμε τώρα ότι πραγματοποιείται επένδυση σε κεφαλαιουχικά αγαθά ανώτερης τάξης σε τέτοια έκταση ώστε η παραγωγικότητα πενταπλασιάζεται και οι ίδιοι πρωτογενείς συντελεστές μπορούν πλέον να παράγουν 50 μονάδες ανά περίοδο. Η τιμή πώλησης της μεγαλύτερης προσφοράς προϊόντος θα είναι χαμηλότερη· ας υποθέσουμε ότι θα μειωθεί στο μισό, σε μία ουγγιά ανά μονάδα. Το ακαθάριστο έσοδο ανά περίοδο αυξάνεται από 20 σε 50 ουγγιές. Σημαίνει αυτό ότι η παραγωγικότητα σε αξία έχει αυξηθεί δυόμισι φορές, όπως ακριβώς η φυσική παραγωγικότητα αυξήθηκε πέντε φορές; Ασφαλώς όχι! Διότι, όπως είδαμε, οι παραγωγοί ωφελούνται όχι από το ακαθάριστο έσοδο που εισπράττουν, αλλά από το περιθώριο μεταξύ της τιμής πώλησής τους και του αθροίσματος των τιμών των συντελεστών τους. Η αύξηση της φυσικής παραγωγικότητας ασφαλώς θα αυξήσει το έσοδο βραχυχρόνια, αλλά αυτό αφορά τις καταστάσεις κέρδους και ζημίας του πραγματικού κόσμου της αβεβαιότητας. Η μακροχρόνια τάση δεν θα είναι καθόλου τέτοια. Η μακροχρόνια τάση, η οποία καταλήγει στην ERE, είναι προς την εξίσωση των περιθωρίων τιμών. Πώς μπορεί να υπάρξει οποιοδήποτε μόνιμο όφελος όταν το άθροισμα των τιμών των συντελεστών που καταβάλλει αυτός ο παραγωγός αυξάνεται, ας πούμε, από 18 σε 47 ουγγιές; Αυτό ακριβώς θα συμβεί στην αγορά, καθώς οι ανταγωνιστές συναγωνίζονται για να επενδύσουν σε αυτές τις κερδοφόρες ευκαιρίες. Το περιθώριο τιμών, δηλαδή το επιτόκιο, θα είναι και πάλι 5 τοις εκατό.

Suppose, for example, that a certain quantity of physical factors (and we shall set aside the question of how this quantity can be measured) produces 10 units of a certain product per period at a selling price of two gold ounces per unit. Now let us postulate that investment is made in higher-order capital goods to such an extent that productivity multiplies fivefold and that the same original factors can now produce 50 units per period. The selling price of the larger supply of product will be less; let us assume that it will be cut in half to one ounce per unit. The gross revenue per period is increased from 20 to 50 ounces. Does this mean that value-productivity has increased two and a half times, just as physical productivity increased fivefold? Certainly not! For, as we have seen, producers benefit, not from the gross revenue received, but from the price spread between their selling price and their aggregate factor prices. The increase in physical productivity will certainly increase revenue in the short run, but this refers to the profit-and-loss situations of the real world of uncertainty. The long-run tendency will be nothing of the sort. The long-run tendency, eventuating in the ERE, is toward an equalization of price spreads. How can there be any permanent benefit when the cumulative factor prices paid by this producer increase from, say, 18 ounces to 47 ounces? This is precisely what will happen on the market, as competitors vie to invest in these profitable situations. The price spread, i.e., the interest rate, will again be 5 percent.

130

Έτσι, η παραγωγικότητα των παραγωγικών διαδικασιών δεν έχει καμία θεμελιώδη σχέση με το ποσοστό απόδοσης της επιχειρηματικής επένδυσης. Αυτό το ποσοστό απόδοσης εξαρτάται από τα περιθώρια τιμών μεταξύ των σταδίων, και αυτά τα περιθώρια θα τείνουν να εξισώνονται. Το μέγεθος του περιθωρίου τιμών, δηλαδή το ύψος του επιτοκίου, καθορίζεται, όπως είδαμε εκτενώς, από τους πίνακες χρονικής προτίμησης όλων των ατόμων στην οικονομία.

Thus the productivity of production processes has no basic relation to the rate of return on business investment. This rate of return depends on the price spreads between stages, and these price spreads will tend to be equal. The size of the price spread, i.e., the size of the interest rate, is determined, as we have seen at length, by the time-preference schedules of all the individuals in the economy.

131

Εν ολίγοις, η νεοκλασική δοξασία υποστηρίζει ότι το επιτόκιο —με το οποίο εννοείται σε μεγάλο βαθμό εκείνο της αγοράς δανείων προς παραγωγούς— καθορίζεται από κοινού από τη χρονική προτίμηση, η οποία καθορίζει την προσφορά ατομικών αποταμιεύσεων, και από την οριακή παραγωγικότητα της επένδυσης σε αξία, η οποία καθορίζει τη ζήτηση αποταμιεύσεων από τους επιχειρηματίες και η οποία, με τη σειρά της, καθορίζεται από τα ποσοστά απόδοσης που μπορούν να επιτευχθούν στις επενδύσεις. Είδαμε, όμως, ότι αυτά ακριβώς τα ποσοστά απόδοσης είναι στην πραγματικότητα το επιτόκιο και ότι το ύψος τους καθορίζεται από τις χρονικές προτιμήσεις. Οι νεοκλασικοί έχουν εν μέρει δίκιο μόνο από μία άποψη: ότι το επιτόκιο στην αγορά δανείων προς παραγωγούς εξαρτάται από τα ποσοστά απόδοσης των επενδύσεων. Ελάχιστα αντιλαμβάνονται, ωστόσο, την έκταση αυτής της εξάρτησης. Είναι σαφές ότι αυτά τα ποσοστά απόδοσης, τα οποία θα εξισωθούν σε ένα ενιαίο ποσοστό, αποτελούν το σημαντικό επιτόκιο στην παραγωγική δομή.272,273

In sum, the neoclassical doctrine maintains that the interest rate, by which is largely meant the producers’ loan market, is co-determined by time preference (which determines the supply of individual savings) and by marginal (value) productivity of investment (which determines the demand for savings by businessmen), which in turn is determined by the rates of return that can be achieved in investments. But we have seen that these very rates of return are, in fact, the rate of interest and that their size is determined by time preferences. The neoclassicists are partly right in only one respect—that the rate of interest in the producers’ loan market is dependent on the rates of return on investment. They hardly realize the extent of this dependence, however. It is clear that these rates of return, which will be equalized into one uniform rate, constitute the significant rate of interest in the production structure.27,28

132

Απορρίπτοντας τη νεοκλασική ανάλυση, μπορούμε να ρωτήσουμε: Ποιος είναι, λοιπόν, ο ρόλος της αγοράς παραγωγικών δανείων και του επιτοκίου που διαμορφώνεται σε αυτήν; Ο ρόλος αυτός χαρακτηρίζεται από πλήρη και απόλυτη εξάρτηση από το επιτόκιο όπως καθορίστηκε παραπάνω και όπως εκδηλώνεται, σύμφωνα με όσα είδαμε, αφενός στο ποσοστό απόδοσης των επενδύσεων και αφετέρου στην αγορά καταναλωτικών δανείων. Αυτές οι δύο τελευταίες αγορές είναι τα ανεξάρτητα και σημαντικά τμήματα της γενικής αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής, με την πρώτη να είναι η σημαντική αγορά για το παραγωγικό σύστημα.

Discarding the neoclassical analysis, we may ask: What, then, is the role of the productive loan market and of the rate of interest set therein? This role is one of complete and utter dependence on the rate of interest as determined above, and manifesting itself, as we have seen, in the rate of investment return, on the one hand, and in the consumers’ loan market, on the other. These latter two markets are the independent and important subdivisions of the general time market, with the former being the important market for the production system.

133

Σε αυτή την εικόνα, η αγορά δανείων προς παραγωγούς έχει αμιγώς δευτερεύοντα και εξαρτημένο ρόλο. Στην πραγματικότητα, από τη σκοπιά της θεμελιώδους ανάλυσης, δεν χρειάζεται να υπάρχει καθόλου αγορά δανείων προς παραγωγούς. Για να εξετάσουμε αυτό το συμπέρασμα, ας θεωρήσουμε μια κατάσταση επιχειρηματικής δραστηριότητας χωρίς αγορά δανείων προς παραγωγούς. Τι απαιτείται για να προκύψει αυτό; Τα άτομα αποταμιεύουν, καταναλώνοντας λιγότερο από το εισόδημά τους. Κατόπιν επενδύουν άμεσα αυτές τις αποταμιεύσεις στην παραγωγική δομή, με κίνητρο για την επένδυση το ποσοστό απόδοσης από τόκο —το περιθώριο τιμών— της επένδυσης. Αυτό το ποσοστό καθορίζεται, μαζί με το επιτόκιο της αγοράς καταναλωτικών δανείων, από τα διάφορα συστατικά της αγοράς διαχρονικής ανταλλαγής που παρουσιάσαμε παραπάνω. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει αγορά δανείων προς παραγωγούς. Δεν υπάρχουν δάνεια από μια ομάδα αποταμιευτών προς μια άλλη ομάδα επενδυτών. Και είναι σαφές ότι το επιτόκιο στην παραγωγική δομή εξακολουθεί να υπάρχει· καθορίζεται από παράγοντες που δεν έχουν καμία σχέση με τη συνήθη συζήτηση των οικονομολόγων για την αγορά δανείων προς παραγωγούς.

In this picture, the producers’ loan market has a purely subsidiary and dependent role. In fact, from the point of view of fundamental analysis, there need not be any producers’ loan market at all. To examine this conclusion, let us consider a state of business affairs without a producers’ loan market. What is needed to bring this about? Individuals save, consuming less than their income. They then directly invest these savings in the production structure, the incentive for investment being the rate of interest return—the price spread—on the investment. This rate is determined, along with the rate on the consumers’ loan market, by the various components of the time market that we have portrayed above. There is, in that case, no producers’ loan market. There are no loans from a saving group to another group of investors. And it is clear that the rate of interest in the production structure still exists; it is determined by factors that have nothing to do with the usual discussion by economists of the producers’ loan market.

134

8. Η μετοχική εταιρεία

↗ στη σελίδα του βιβλίου

8. The Joint-Stock Company

135

Είναι σαφές ότι η αγορά δανείων προς παραγωγούς, κάθε άλλο παρά αποτελεί το κεντρικής σημασίας στοιχείο, έχει δευτερεύουσα σημασία, και είναι εύκολο να υποθέσουμε ένα παραγωγικό σύστημα σε λειτουργία χωρίς καμία τέτοια αγορά. Ορισμένοι, όμως, μπορεί να απαντήσουν ότι όλα αυτά είναι πολύ καλά για μια πρωτόγονη οικονομία όπου κάθε επιχείρηση ανήκει σε έναν μόνο κεφαλαιούχο-επενδυτή, ο οποίος επενδύει τις δικές του αποταμιεύσεις. Τι συμβαίνει στη σύγχρονη σύνθετη οικονομία μας, όπου η αποταμίευση και η επένδυση είναι διαχωρισμένες και αποτελούν διαδικασίες στις οποίες επιδίδονται διαφορετικές ομάδες ανθρώπων — στην πρώτη διάσπαρτα άτομα και στη δεύτερη σχετικά λίγοι διευθυντές επιχειρήσεων; Ας εξετάσουμε, επομένως, τώρα μια δεύτερη δυνατή κατάσταση. Μέχρι αυτό το σημείο δεν πραγματευτήκαμε λεπτομερώς το ζήτημα αν κάθε συντελεστής ή επιχείρηση ανήκε σε ένα πρόσωπο ή από κοινού σε πολλά πρόσωπα. Ας εξετάσουμε τώρα μια οικονομία στην οποία οι συντελεστές ανήκουν από κοινού σε πολλούς ανθρώπους, όπως συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό στον σύγχρονο κόσμο, και θα δούμε ποια διαφορά επιφέρει αυτό στις αναλύσεις μας.

It is clear that, far from being the centrally important element, the producers’ loan market is of minor importance, and it is easy to postulate a going productive system with no such market at all. But, some may reply, this may be all very well for a primitive economy where every firm is owned by just one capitalist-investor, who invests his own savings. What happens in our modern complex economy, where savings and investment are separated, are processes engaged in by different groups of people—the former by scattered individuals, the latter by relatively few directors of firms? Let us, therefore, now consider a second possible situation. Up to this point we have not treated in detail the question whether each factor or business was owned by one person or jointly by many persons. Now let us consider an economy in which factors are jointly owned by many people, as largely happens in the modern world, and we shall see what difference this makes in our analyses.

136

Προτού μελετήσουμε την επίδραση τέτοιων εταιρειών κοινής ιδιοκτησίας στην αγορά δανείων προς παραγωγούς, πρέπει να παρεκβούμε για να αναλύσουμε τη φύση των ίδιων αυτών εταιρειών. Σε μια επιχείρηση κοινής ιδιοκτησίας, αντί κάθε μεμονωμένος κεφαλαιούχος να πραγματοποιεί τις δικές του επενδύσεις και να λαμβάνει μόνος του όλες τις επενδυτικές και παραγωγικές αποφάσεις, διάφορα άτομα συγκεντρώνουν το χρηματικό τους κεφάλαιο σε μία οργάνωση, ή επιχειρηματική μονάδα, και αποφασίζουν από κοινού για την επένδυση των κοινών αποταμιεύσεών τους. Η επιχείρηση κατόπιν αγοράζει τους συντελεστές γης, εργασίας και κεφαλαιουχικών αγαθών και αργότερα πωλεί το προϊόν στους καταναλωτές ή σε κεφαλαιούχους κατώτερης τάξης. Έτσι, η επιχείρηση είναι ο κοινός ιδιοκτήτης των υπηρεσιών των συντελεστών και ιδίως του προϊόντος καθώς αυτό παράγεται και καθίσταται έτοιμο προς πώληση. Η επιχείρηση είναι ο ιδιοκτήτης του προϊόντος έως ότου το προϊόν πωληθεί έναντι χρήματος. Τα άτομα που συνεισέφεραν το αποταμιευμένο κεφάλαιό τους στην επιχείρηση είναι οι διαδοχικοί συνιδιοκτήτες: (α) του αρχικού χρηματικού κεφαλαίου —των συγκεντρωμένων αποταμιεύσεων—, (β) των υπηρεσιών των συντελεστών, (γ) του προϊόντος των συντελεστών και (δ) του χρήματος που αποκτάται από την πώληση του προϊόντος. Στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, η ιδιοκτησία τους επί των περιουσιακών στοιχείων ακολουθεί το ίδιο αυτό διαδοχικό πρότυπο, περίοδο μετά την περίοδο, χωρίς μεταβολή. Σε μια επιχείρηση κοινής ιδιοκτησίας, στην πράξη, η ποικιλία των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων που κατέχει η επιχείρηση είναι μεγάλη. Κάθε επιχείρηση συμμετέχει συνήθως σε διάφορες παραγωγικές διαδικασίες, καθεμία από τις οποίες περιλαμβάνει διαφορετική χρονική περίοδο, και είναι πιθανό να συμμετέχει σε διαφορετικά στάδια κάθε διαδικασίας σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Μια επιχείρηση είναι πιθανό να παράγει κατά τρόπο ώστε η παραγωγή της να είναι συνεχής και να πωλεί καθημερινά νέες μονάδες του προϊόντος.

Before studying the effect of such jointly owned companies on the producers’ loan market, we must digress to analyze the nature of these companies themselves. In a jointly owned firm, instead of each individual capitalist’s making his own investments and making all his own investment and production decisions, various individuals pool their money capital in one organization, or business firm, and jointly make decisions on the investment of their joint savings. The firm then purchases the land, labor, and capital-goods factors, and later sells the product to consumers or to lower-order capitalists. Thus, the firm is the joint owner of the factor services and particularly of the product as it is produced and becomes ready for sale. The firm is the product-owner until the product is sold for money. The individuals who contributed their saved capital to the firm are the joint owners, successively, of: (a) the initial money capital—the pooled savings, (b) the services of the factors, (c) the product of the factors, and (d) the money obtained from the sale of the product. In the evenly rotating economy, their ownership of assets follows this same step-by-step pattern, period after period, without change. In a jointly owned firm, in actual practice, the variety of productive assets owned by the firm is large. Any one firm is usually engaged in various production processes, each one involving a different period of time, and is likely to be engaged in different stages of each process at any one particular time. A firm is likely to be producing so that its output is continuous and so that it makes sales of new units of the product every day.

137

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι, εάν η επιχείρηση εξακολουθεί να λειτουργεί συνεχώς, οι δραστηριότητές της σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή θα αποτελούν συνδυασμό επένδυσης και πώλησης προϊόντος. Τα περιουσιακά της στοιχεία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή θα αποτελούν συνδυασμό μετρητών που πρόκειται να επενδυθούν, συντελεστών που μόλις αγοράστηκαν, προϊόντων των οποίων η παραγωγή μόλις άρχισε και χρήματος που μόλις εισπράχθηκε από την πώληση προϊόντων. Το αποτέλεσμα είναι ότι, για τον επιφανειακό παρατηρητή, φαίνεται σαν η επιχείρηση να είναι κάτι που συνεχίζεται αυτόματα και σαν η παραγωγή να είναι κατά κάποιον τρόπο άχρονη και στιγμιαία, ακολουθώντας αμέσως την εισροή των συντελεστών.

It is obvious, then, that if the firm keeps continually in business, its operations at any one time will be a mixture of investment and sale of product. Its assets at any one time will be a mixture of cash about to be invested, factors just bought, hardly begun products, and money just received from the sale of products. The result is that, to the superficial, it looks as if the firm is an automatically continuing thing and as if the production is somehow timeless and instantaneous, ensuing immediately after the factor input.

138

Στην πραγματικότητα, βεβαίως, αυτή η ιδέα είναι εντελώς αβάσιμη. Δεν υπάρχει αυτόματη συνέχεια της επένδυσης και της παραγωγής. Η παραγωγή συνεχίζεται επειδή οι ιδιοκτήτες λαμβάνουν διαρκώς αποφάσεις να συνεχίσουν· εάν δεν θεωρούσαν ότι αυτό είναι επικερδές, θα μπορούσαν και πράγματι μπορούν σε οποιαδήποτε στιγμή να μεταβάλουν, να περιορίσουν ή να παύσουν πλήρως τις δραστηριότητες και τις επενδύσεις. Και η παραγωγή απαιτεί χρόνο από την αρχική επένδυση έως το τελικό προϊόν.

Actually, of course, this idea is completely unfounded. There is no automatic continuity of investment and production. Production is continued because the owners are continually making decisions to proceed; if they did not think it profitable to do so, they could and do at any point alter, curtail, or totally cease operations and investments. And production takes time from initial investment to final product.

139

Υπό το φως της συζήτησής μας, μπορούμε να ταξινομήσουμε τους τύπους περιουσιακών στοιχείων που κατέχει οποιαδήποτε επιχείρηση, είτε κοινής είτε ατομικής ιδιοκτησίας, ως εξής:

In the light of our discussion, we may classify the types of assets owned by any firm (whether jointly or individually owned) as follows:

140

— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)

A. Money B. Productive Assets Melange of factors, such as land and capital goods, embodying future services (this will be analyzed below); various stages of product; the completed product

141

Σε ολόκληρη αυτή τη δέσμη περιουσιακών στοιχείων αποδίδεται από την αγορά μια χρηματική αποτίμηση. Το πώς γίνεται αυτό θα εξεταστεί λεπτομερώς αργότερα.

On this entire package of assets, a monetary evaluation is placed by the market. How this is done will be examined in detail later.

142

Στο σημείο αυτό, ας επιστρέψουμε στην απλή περίπτωση μιας εφάπαξ επένδυσης, μιας επένδυσης σε συντελεστές σε μία χρονική στιγμή και της πώλησης του προϊόντος που προκύπτει ένα έτος αργότερα. Αυτή είναι η υπόθεση που περιλαμβάνεται στην αρχική ανάλυσή μας για την παραγωγική δομή· και θα φανεί παρακάτω ότι η ίδια ανάλυση μπορεί να εφαρμοστεί στην πιο σύνθετη περίπτωση ενός συνδυασμού περιουσιακών στοιχείων σε διαφορετικά στάδια παραγωγής, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου μία επιχείρηση συμμετέχει σε περισσότερες διαφορετικές παραγωγικές διαδικασίες και παράγει διαφορετικά αγαθά. Ας εξετάσουμε μια ομάδα ατόμων που συγκεντρώνουν το αποταμιευμένο χρηματικό τους κεφάλαιο σε ποσό 100 ουγγιών, αγοράζουν συντελεστές με τις 100 ουγγιές χρυσού, αποκτούν ένα προϊόν και το πωλούν έναντι 105 ουγγιών ένα έτος αργότερα. Το επιτόκιο σε αυτή την κοινωνία είναι 5 τοις εκατό ετησίως και το ποσοστό απόδοσης από τόκο αυτής της επένδυσης συνάδει με αυτή τη συνθήκη. Ανακύπτει τώρα το ερώτημα: Βάσει ποιας αρχής κατανέμουν μεταξύ τους οι επιμέρους ιδιοκτήτες τα μερίδιά τους στα περιουσιακά στοιχεία; Σχεδόν πάντοτε κάθε άτομο ενδιαφέρεται ζωηρά να γνωρίζει το μερίδιό του στα κοινά περιουσιακά στοιχεία και, κατά συνέπεια, οι επιχειρήσεις συστήνονται κατά τρόπο ώστε η αρχή της κατανομής να είναι γνωστή σε όλους τους ιδιοκτήτες.

At this point, let us revert to the simple case of a one-shot investment, an investment in factors on one date, and the sale of the resulting product a year later. This is the assumption involved in our original analysis of the production structure; and it will be seen below that the same analysis can be applied to the more complex case of a melange of assets at different stages of production and even to cases where one firm engages in several different production processes and produces different goods. Let us consider a group of individuals pooling their saved money capital to the extent of 100 ounces, purchasing factors with the 100 gold ounces, obtaining a product, and selling the product for 105 ounces a year later. The rate of interest in this society is 5 percent per annum, and the rate of interest return on this investment conforms with this condition. The question now arises: On what principle do the individual owners mutually apportion their shares of the assets? It will almost always be the case that every individual is vitally interested in knowing his share of the joint assets, and consequently firms are established in such a way that the principle of apportionment is known to all the owners.

143

Αρχικά, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι πρόκειται απλώς για περίπτωση διαπραγμάτευσης, όπως στην περίπτωση του προϊόντος που ανήκει από κοινού σε όλους τους ιδιοκτήτες των συντελεστών. Η προηγούμενη κατάσταση, όμως, δεν ισχύει εδώ. Διότι στην περίπτωση που συζητήθηκε παραπάνω δεν υπήρχε αρχή βάσει της οποίας το μερίδιο ιδιοκτησίας ενός ανθρώπου μπορούσε να διακριθεί από εκείνο οποιουδήποτε άλλου. Μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων εργαζόταν, συνεισέφερε τη γη της κ.λπ. στην παραγωγική διαδικασία, και δεν υπήρχε άλλος τρόπος πέρα από την απλή διαπραγμάτευση για να κατανεμηθεί μεταξύ τους το εισόδημα από την πώληση του προϊόντος. Εδώ, κάθε άτομο συνεισφέρει εξαρχής ένα ορισμένο ποσό χρηματικού κεφαλαίου. Επομένως, οι αναλογίες καθορίζονται φυσικά από την αρχή. Ας πούμε ότι οι 100 ουγγιές κεφαλαίου συνεισφέρονται από πέντε ανθρώπους ως εξής:

Με άλλα λόγια, ο A συνεισφέρει το 40 τοις εκατό του κεφαλαίου, ο B το 20 τοις εκατό, ο C το 20 τοις εκατό, ο D το 15 τοις εκατό και ο E το 5 τοις εκατό. Κάθε επιμέρους ιδιοκτήτης της επιχείρησης κατέχει τότε το ίδιο ποσοστό επί του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων με εκείνο που συνεισέφερε αρχικά. Αυτό ισχύει σε κάθε βήμα της πορείας και, τελικά, για το χρήμα που αποκτάται από την πώληση του προϊόντος. Οι 105 ουγγιές που αποκομίζονται από την πώληση είτε θα επανεπενδυθούν στη διαδικασία είτε θα αποσυρθούν από αυτήν ως «αποεπένδυση». Σε κάθε περίπτωση, η ιδιοκτησία αυτών των 105 ουγγιών θα κατανέμεται με τα ίδια ποσοστά όπως το επενδεδυμένο κεφάλαιο.

At first one might be inclined to say that this is simply a case of bargaining, as in the case of the product jointly owned by all the owners of the factors. But the former situation does not apply here. For in the case discussed above, there was no principle whereby any man’s share of ownership could be distinguished from that of anyone else. A whole group of people worked, contributed their land, etc., to the production process, and there was no way except simple bargaining by which the income from the sale of the product could be apportioned among them. Here, each individual is contributing a certain amount of money capital to begin with. Therefore, the proportions are naturally established from the outset. Let us say that the 100 ounces of capital are contributed by five men as follows: In other words, A contributes 40 percent of the capital, B 20 percent, C 20 percent, D 15 percent, E 5 percent. Each individual owner of the firm then owns the same percentage of all the assets that he contributed in the beginning. This holds true at each step of the way, and finally for the money obtained from the sale of the product. The 105 ounces earned from the sale will be either reinvested in or “disinvested” from the process. At any rate, the ownership of these 105 ounces will be distributed in the same percentages as the capital invested.

144

Αυτή η φυσική δομή μιας επιχείρησης είναι ουσιαστικά η δομή μιας μετοχικής εταιρείας. Στη μετοχική εταιρεία, κάθε επενδυτής-ιδιοκτήτης λαμβάνει μετοχή, δηλαδή πιστοποίηση ιδιοκτησίας ανάλογης προς το ποσό που έχει επενδύσει στο συνολικό κεφάλαιο της εταιρείας. Έτσι, εάν οι A, B, … E του παραπάνω παραδείγματος συστήσουν μια εταιρεία, μπορούν να εκδώσουν 100 μετοχές, με κάθε μετοχή να αντιπροσωπεύει αξία, ή περιουσιακό στοιχείο, μίας ουγγιάς. Ο A θα λάβει 40 μετοχές· ο B, 20 μετοχές· ο C, 20 μετοχές κ.ο.κ. Μετά την πώληση του προϊόντος, κάθε μετοχή θα αξίζει 5 τοις εκατό περισσότερο από την αρχική, ή ονομαστική, αξία της.

This natural structure of a firm is essentially the structure of a joint-stock company. In the joint-stock company, each investorowner receives a share—a certification of ownership in proportion to the amount he has invested in the total capital of the company. Thus, if A, B, . . . E above form a company, they may issue 100 shares, each share representing a value, or an asset, of one ounce. A will receive 40 shares; B, 20 shares; C, 20 shares, etc. After the sale of the product, each share will be worth 5 percent more than its original, or par, value.

145

Ας υποθέσουμε ότι μετά την πώληση, ή πράγματι οποτεδήποτε πριν από αυτήν, ένα άλλο πρόσωπο, ο F, επιθυμεί να επενδύσει σε αυτή την εταιρεία. Ας υποθέσουμε ότι επιθυμεί να επενδύσει 30 ουγγιές χρυσού. Στην περίπτωση αυτή, η επένδυση χρηματικών αποταμιεύσεων στην εταιρεία αυξάνεται κατά 30 ουγγιές από τις 100, εάν αυτό γίνει πριν από την πώληση, ή από τις 105, εάν γίνει μετά την πώληση. Θα εκδοθούν τριάντα νέες μετοχές και θα παραδοθούν στον F, και η κεφαλαιακή αξία της επιχείρησης αυξάνεται κατά 30 ουγγιές. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων όπου η επανεπένδυση χρηματικών εσόδων συνεχίζεται αδιάκοπα, η κεφαλαιακή αξία των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή θα είναι η αποτιμώμενη αγοραία αξία όλων των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των μετρητών, της γης, των κεφαλαιουχικών αγαθών και των τελικών προϊόντων. Η κεφαλαιακή αξία της επιχείρησης αυξάνεται σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή με νέα επένδυση και διατηρείται με τις επανεπενδύσεις των ιδιοκτητών μετά την πώληση του τελικού προϊόντος.

Suppose that after the sale, or indeed at any time before the sale, another person, F, wishes to invest in this company. Suppose that he wishes to invest 30 ounces of gold. In that case, the investment of money savings in the company increases from 100 (if before the sale) or 105 (if after the sale) by 30 ounces. Thirty new shares will be issued and turned over to F, and the capital value of the firm increases by 30 ounces. In the vast majority of cases where reinvestment of monetary revenue is going on continuously, at any point in time the capital value of a firm’s assets will be the appraised value of all the productive assets, including cash, land, capital goods, and finished products. The capital value of the firm is increased at any given time by new investment and is maintained by the reinvestments of the owners after the finished product is sold.

146

Τα μερίδια του κεφαλαίου είναι γενικά γνωστά ως μετοχές· η συνολική ονομαστική αξία του μετοχικού κεφαλαίου είναι το ποσό που καταβλήθηκε αρχικά κατά τη σύσταση της εταιρείας. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, η συνολική κεφαλαιακή αξία των περιουσιακών στοιχείων μεταβάλλεται καθώς αποκτάται εισόδημα ή, στον κόσμο της αβεβαιότητας, υφίστανται ζημίες και καθώς το κεφάλαιο επανεπενδύεται στην εταιρεία ή αποσύρεται από αυτήν. Η συνολική αξία των μετοχών μεταβάλλεται αναλόγως και η αξία κάθε μετοχής θα διαφέρει αντιστοίχως από την αρχική της αξία.

The shares of capital are generally known as stock; the total par value of capital stock is the amount originally paid in on the formation of the company. From that point on, the total capital value of assets changes as income is earned, or, in the world of uncertainty, as losses are suffered, and as capital is reinvested or withdrawn from the company. The total value of capital stock changes accordingly, and the value of each share will differ from the original value accordingly.

147

Πώς θα αποφασίζει η ομάδα των ιδιοκτητών για τις υποθέσεις της εταιρείας; Οι αποφάσεις που πρέπει να λαμβάνονται από κοινού θα λαμβάνονται μέσω κάποιου συστήματος ψηφοφορίας. Το φυσικό σύστημα ψηφοφορίας, το οποίο θα αναμενόταν να χρησιμοποιηθεί, είναι μία ψήφος ανά μετοχή με δικαίωμα ψήφου, με την πλειοψηφία των ψήφων να αποφασίζει. Αυτή ακριβώς είναι η ρύθμιση που χρησιμοποιείται στη μετοχική εταιρεία και στη σύγχρονη μορφή της, την εταιρεία με νομική προσωπικότητα.

How will the group of owners decide on the affairs of the company? Those decisions that must be made jointly will be made by some sort of voting arrangement. The natural voting arrangement, which one would expect to be used, is to have one vote per share of voting stock, with a majority of the votes deciding. This is precisely the arrangement used in the joint-stock company and its modern form, the corporation.

148

Βεβαίως, ορισμένες ρυθμίσεις μετοχικών εταιρειών διαφέρουν από αυτήν, σύμφωνα με τις επιθυμίες των ιδιοκτητών. Εταιρικές συνεργασίες μπορούν να διαμορφωθούν μεταξύ δύο ή περισσότερων ανθρώπων βάσει διαφόρων αρχών. Συνήθως, όμως, εάν ένας εταίρος λαμβάνει περισσότερα από το αναλογικό μερίδιό του στο επενδεδυμένο κεφάλαιο, αυτό οφείλεται στο ότι συνεισφέρει περισσότερη εργασία ή περισσότερη γη στην επιχείρηση και αμείβεται αναλόγως. Όπως θα δούμε, η αμοιβή της εργασίας του «εργαζόμενου εταίρου» θα είναι περίπου ίση με εκείνη που θα μπορούσε να αποκομίσει εργαζόμενος αλλού, και το ίδιο ισχύει για την αμοιβή της γης ή οποιουδήποτε άλλου συντελεστή που ένας εταίρος κατείχε αρχικά και συνεισφέρει στην επιχείρηση. Εφόσον οι εταιρικές συνεργασίες περιορίζονται σχεδόν πάντοτε σε λίγα πρόσωπα, οι σχέσεις είναι περισσότερο ή λιγότερο άτυπες και δεν χρειάζεται να ακολουθούν τα τυπικά πρότυπα της μετοχικής εταιρείας. Ωστόσο, οι εταιρικές συνεργασίες θα τείνουν να λειτουργούν με πολύ παρόμοιο τρόπο. Παρέχουν μεγαλύτερα περιθώρια για ιδιότυπες ρυθμίσεις. Έτσι, ένας εταίρος μπορεί να λαμβάνει περισσότερα από το μερίδιό του στο κεφάλαιο επειδή οι άλλοι τον αγαπούν και τον σέβονται· αυτό έχει στην πραγματικότητα τον χαρακτήρα δωρεάς προς αυτόν από τους υπόλοιπους εταίρους. Οι μετοχικές εταιρείες ακολουθούν στενότερα μια τυπική αρχή.

Of course, some joint-stock company arrangements differ from this, according to the desires of the owners. Partnerships can be worked out between two or more people on various principles. Usually, however, if one partner receives more than his proportionate share of invested capital, it is because he is contributing more of his labor or his land to the enterprise and gets paid accordingly. As we shall see, the rate paid to the labor of the “working partner” will be approximately equal to what he could earn in labor elsewhere, and the same is true for payment to the land or any other originally owned factor contributed by a partner. Since partnerships are almost always limited to a few, the relationships are more or less informal and need not have the formal patterns of the joint-stock company. However, partnerships will tend to work quite similarly. They provide more room for idiosyncratic arrangements. Thus, one partner may receive more than his share of capital because he is loved and revered by the others; this is really in the nature of a gift to him from the rest of the partners. Joint-stock companies hew more closely to a formal principle.

149

Το μεγάλο πλεονέκτημα της μετοχικής εταιρείας είναι ότι παρέχει μια πιο εύχρηστη δίοδο για νέες επενδύσεις αποταμιευμένου κεφαλαίου. Είδαμε πόσο εύκολα μπορεί να προσελκυστεί νέο κεφάλαιο μέσω της έκδοσης νέων μετοχών. Είναι επίσης ευκολότερο για οποιονδήποτε ιδιοκτήτη να αποσύρει το κεφάλαιό του από την επιχείρηση. Αυτή η μεγαλύτερη ευχέρεια αποχώρησης αυξάνει σε τεράστιο βαθμό το κίνητρο επένδυσης στην εταιρεία. Αργότερα θα διερευνήσουμε την τιμολόγηση των μετοχών στον πραγματικό κόσμο της αβεβαιότητας. Σε αυτόν τον πραγματικό κόσμο υπάρχουν περιθώρια για μεγάλες διαφορές απόψεων σχετικά με την αποτιμώμενη αγοραία αξία των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης και, επομένως, σχετικά με την αποτιμώμενη χρηματική αξία κάθε μετοχής της. Στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, ωστόσο, όλες οι αποτιμήσεις της χρηματικής αξίας θα συμφωνούν —οι αρχές μιας τέτοιας αποτίμησης θα εξεταστούν παρακάτω — και, επομένως, η αποτιμώμενη αξία των μετοχών θα είναι κοινώς αποδεκτή από όλους και θα παραμένει σταθερή.

The great advantage of the joint-stock company is that it provides a more ready channel for new investments of saved capital. We have seen how easy it is for new capital to be attracted through the issuance of new shares. It is also easier for any owner to withdraw his capital from the firm. This greater ease of withdrawal vastly increases the temptation to invest in the company. Later on we shall explore the pricing of stock shares in the real world of uncertainty. In this real world, there is room for great differences of opinion concerning the appraised value of a firm’s assets, and therefore concerning the monetary appraised value of each share of the firm’s stock. In the evenly rotating economy, however, all appraisals of monetary value will agree—the principles of such appraisal will be examined below—and therefore the appraised value of the shares of stock will be agreed upon by all and will remain constant.

150

Ενώ η αγορά μετοχών των μετοχικών εταιρειών παρέχει μια εύχρηστη δίοδο για τη συγκέντρωση αποταμιεύσεων, η αγορά μετοχών εξαρτάται αυστηρά από τα περιθώρια τιμών. Η αποταμίευση ή η αρνητική αποταμίευση των κεφαλαιούχων καθορίζεται από τις χρονικές προτιμήσεις, και οι τελευταίες καθορίζουν το περιθώριο τιμών στην οικονομία. Η αξία του κεφαλαίου που έχει επενδυθεί στην επιχείρηση, δηλαδή των παραγωγικών περιουσιακών στοιχείων της, θα είναι το άθροισμα των μελλοντικών απολαβών από το κεφάλαιο, προεξοφλημένο με το επιτόκιο. Εάν τα περιθώρια τιμών είναι 5 τοις εκατό, το ποσοστό απόδοσης από τόκο που παρέχεται στην αγορά μετοχών —ο λόγος των απολαβών ανά μετοχή προς την αγοραία τιμή της μετοχής— θα τείνει να ισούται με το επιτόκιο όπως καθορίζεται αλλού στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, στην περίπτωση αυτή 5 τοις εκατό.

While the share market of joint-stock companies provides a ready channel for accumulating savings, the share market is strictly dependent on the price spreads. The savings or dissavings of capitalists are determined by time preferences, and the latter establish the price spread in the economy. The value of capital invested in the enterprise, i.e., its productive assets, will be the sum of future earnings from the capital discounted by the rate of interest. If the price spreads are 5 percent, the rate of interest return yielded on the share market (the ratio of earnings per share to the market price of the share) will tend to equal the rate of interest as determined elsewhere on the time market—in this case, 5 percent.

151

Εξακολουθούμε να έχουμε μια κατάσταση στην οποία οι κεφαλαιούχοι προσφέρουν το δικό τους αποταμιευμένο κεφάλαιο, το οποίο χρησιμοποιείται για την αγορά συντελεστών με την προσδοκία καθαρής χρηματικής απόδοσης. Οι μόνες περιπλοκές που προκύπτουν από τις μετοχικές εταιρείες ή τις εταιρείες με νομική προσωπικότητα είναι ότι πολλοί κεφαλαιούχοι συνεισφέρουν και κατέχουν από κοινού τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης και ότι η τιμή μιας ορισμένης ποσότητας δικαιωμάτων ιδιοκτησίας θα ρυθμίζεται από την αγορά έτσι ώστε η απόδοση από τόκο να είναι η ίδια για κάθε επιμέρους μετοχή όπως και για την επιχείρηση ως σύνολο. Εάν ολόκληρη η επιχείρηση αγοράζει συντελεστές σε συνολική τιμή 100 και πωλεί το προϊόν ένα έτος αργότερα έναντι 105, με απόδοση 5 τοις εκατό, τότε, ας πούμε, το 1/5 των μετοχών ιδιοκτησίας αυτής της επιχείρησης θα πωλείται σε συνολική τιμή 20 και θα αποφέρει ετήσια καθαρή απόδοση μίας ουγγιάς. Έτσι, τα επιτόκια για τα επιμέρους μερίδια του κεφαλαίου θα τείνουν όλα να ισούνται με το επιτόκιο που αποφέρει ολόκληρο το κεφάλαιο.274

We still have a situation in which capitalists supply their own saved capital, which is used to purchase factors in expectation of a net monetary return. The only complications that develop from joint-stock companies or corporations are that many capitalists contribute and own the firm’s assets jointly and that the price of a certain quantum of ownership will be regulated by the market so that the rate of interest yield will be the same for each individual share of stock as it is for the enterprise as a whole. If the whole firm buys factors for a total price of 100 and sells the product a year later for 105, for a 5-percent return, then, say, /5 of the shares of ownership of this firm will sell for an aggregate price of 20 and earn an annual net return of one ounce. Thus, the rates of interest for the partial shares of capital will all tend to be equal to the rate of interest earned on the entire capital.

152

Η αρχή της πλειοψηφίας στις μετοχικές εταιρείες, βάσει του συνολικού αριθμού μετοχών που κατέχονται, δεν σημαίνει ότι παραμερίζονται τα δικαιώματα των ιδιοκτητών της μειοψηφίας. Καταρχάς, ολόκληρη η συνένωση των πόρων και η βάση επί της οποίας πραγματοποιείται είναι εκούσιες για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Δεύτερον, όλοι οι μέτοχοι, ή ιδιοκτήτες, έχουν ένα και μόνο κοινό συμφέρον: την αύξηση της χρηματικής τους απόδοσης και των περιουσιακών τους στοιχείων, μολονότι μπορεί, βεβαίως, να διαφωνούν ως προς τα μέσα επίτευξης αυτού του στόχου. Τρίτον, τα μέλη της μειοψηφίας μπορούν να πωλήσουν τις μετοχές τους και να αποχωρήσουν από την εταιρεία, εάν το επιθυμούν.

Majority rule in the joint-stock companies, with respect to total shares owned, does not mean that the minority rights of owners are overridden. In the first place, the entire pooling of resources and the basis on which it is worked out are voluntary for all parties concerned. Secondly, all the stockholders, or owners, have one single interest in common—an increase in their monetary return and assets, although they may, of course, differ concerning the means to achieve this goal. Thirdly, the members of the minority may sell their stock and withdraw from the company if they so desire.

153

Στην πραγματικότητα, οι εταίροι μπορούν να ρυθμίσουν τα δικαιώματα ψήφου και ιδιοκτησίας τους με όποιον τρόπο επιθυμούν, και έχουν υπάρξει πολλές παραλλαγές τέτοιων ρυθμίσεων. Μία τέτοια μορφή συλλογικής ιδιοκτησίας, στην οποία κάθε ιδιοκτήτης έχει μία ψήφο ανεξάρτητα από τον αριθμό των μετοχών που κατέχει, έχει παραλόγως αλλά αποτελεσματικά οικειοποιηθεί την ονομασία «συνεταιρισμός». Είναι προφανές ότι οι εταιρικές συνεργασίες, οι μετοχικές εταιρείες και οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα είναι όλες κατεξοχήν θεσμοί συνεργασίας.275

Actually, the partners may arrange their voting rights and ownership rights in any way they please, and there have been many variations of such arrangements. One such form of group ownership, in which each owner has one vote regardless of the number of shares he owns, has absurdly but effectively arrogated to itself the name of “co-operative.” It is obvious that partnerships, joint-stock companies, and corporations are all eminently co-operative institutions.

154

Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι η οικονομική ανάλυση, ενώ εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις ατομικής ιδιοκτησίας, δεν ισχύει για τη σύγχρονη οικονομία των μετοχικών εταιρειών. Τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Η εμφάνιση των εταιρειών με νομική προσωπικότητα δεν έχει μεταβάλει θεμελιωδώς την ανάλυσή μας για το επιτόκιο ή για τη διαδικασία αποταμίευσης-επένδυσης. Τι συμβαίνει με τον διαχωρισμό της «διοίκησης» από την ιδιοκτησία σε μια τέτοια εταιρεία; Είναι ασφαλώς αλήθεια ότι, σε μια μετοχική επιχείρηση, οι ιδιοκτήτες μισθώνουν διευθυντική εργασία για να επιβλέπει τους εργαζομένους τους, ενώ οι ατομικοί ιδιοκτήτες εκτελούν γενικά οι ίδιοι τη διευθυντική εργασία. Ένας διευθυντής είναι εξίσου μισθωτός εργαζόμενος με οποιονδήποτε άλλον. Ο πρόεδρος μιας εταιρείας, όπως ακριβώς ο εργάτης που σκάβει τάφρους, προσλαμβάνεται από τους ιδιοκτήτες· και, όπως ο εργάτης αυτός, καταβάλλει εργασία στην παραγωγική διαδικασία. Η τιμή της διευθυντικής εργασίας καθορίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως εκείνη της άλλης εργασίας, όπως θα δούμε παρακάτω. Στην αγορά, το εισόδημα ενός ανεξάρτητου ιδιοκτήτη θα περιλαμβάνει επίσης τον επικρατούντα μισθό για αυτόν τον τύπο διευθυντικής εργασίας, τον οποίο οι ιδιοκτήτες μιας μετοχικής εταιρείας, βεβαίως, δεν θα λαμβάνουν. Έτσι βλέπουμε ότι ο σύγχρονος κόσμος των εταιρειών με νομική προσωπικότητα, κάθε άλλο παρά καθιστά την οικονομική ανάλυση παρωχημένη, τη διευκολύνει διαχωρίζοντας και απλουστεύοντας τις λειτουργίες στην παραγωγή — συγκεκριμένα, τη διευθυντική λειτουργία.

Many people believe that economic analysis, while applicable to individually owned firms, does not hold true for the modern economy of joint-stock companies. Nothing could be further from the truth. The introduction of corporations has not fundamentally changed our analysis of the interest rate or the savings-investment process. What of the separation of “management” from ownership in a corporation? It is certainly true that, in a joint-stock firm, the owners hire managerial labor to supervise their workers, whereas individual owners generally perform their own managerial labor. A manager is just as much a hired laborer as any other worker. The president of a company, just like the ditch digger, is hired by the owners; and, like the ditch digger, he expends labor in the production process. The price of managerial labor is determined in the same way as that of other labor, as will be seen below. On the market, the income to an independent owner will also include the going wage for that type of managerial labor, which joint-stock owners, of course, will not receive. Thus, we see that, far from rendering economic analysis obsolete, the modern world of the corporation aids analysis by separating and simplifying functions in production—specifically, the managerial function.

155

Εκτός από τη λειτουργία παροχής κεφαλαίου, οι κεφαλαιούχοι των εταιρειών αναλαμβάνουν επίσης την επιχειρηματική λειτουργία: το κρίσιμο κατευθυντήριο στοιχείο στην καθοδήγηση των παραγωγικών διαδικασιών προς την ικανοποίηση των επιθυμιών των καταναλωτών. Στον πραγματικό κόσμο της αβεβαιότητας απαιτείται ορθή κρίση για να εκτιμηθεί πώς λειτουργεί η αγορά, ώστε η παρούσα επένδυση να οδηγήσει σε μελλοντικά κέρδη και όχι σε μελλοντικές ζημίες. Θα εξετάσουμε περαιτέρω τη φύση του κέρδους και της ζημίας, αλλά αρκεί να πούμε εδώ ότι το ενεργό επιχειρηματικό στοιχείο στον πραγματικό κόσμο οφείλεται στην παρουσία αβεβαιότητας. Έχουμε συζητήσει τον προσδιορισμό του καθαρού επιτοκίου, του επιτοκίου όπως τείνει πάντοτε να διαμορφώνεται και όπως θα διαμορφώνεται στον βέβαιο κόσμο της ERE. Στην ERE, όπου όλες οι τεχνικές, οι ζητήσεις και οι προσφορές της αγοράς κ.λπ. για το μέλλον είναι γνωστές, η επενδυτική λειτουργία γίνεται αμιγώς παθητική λειτουργία αναμονής. Θα μπορούσε να εξακολουθεί να υπάρχει μια εργασιακή λειτουργία εποπτείας ή διεύθυνσης, αλλά αυτή μπορεί να αναλυθεί στο πλαίσιο των τιμών των συντελεστών εργασίας. Δεν θα υπάρχει πλέον, όμως, επιχειρηματική λειτουργία, διότι τα μελλοντικά γεγονότα είναι γνωστά.

In addition to the capital-supplying function, the corporate capitalists also assume the entrepreneurial function: the crucial directing element in guiding the processes of production toward meeting the desires of the consumers. In the real world of uncertainty, it takes sound judgment to decide how the market is operating, so that present investment will lead to future profits, and not future losses. We shall deal further with the nature of profit and loss, but suffice it to say here that the active entrepreneurial element in the real world is due to the presence of uncertainty. We have been discussing the determination of the pure rate of interest, the rate of interest as it always tends to be and as it will be in the certain world of the ERE. In the ERE, where all techniques, market demands and supplies, etc., for the future are known, the investment function becomes purely passive and waiting. There might still be a supervisory or managerial labor function, but this can be analyzed under prices of labor factors. But there will no longer be an entrepreneurial function because future events are known.

156

Τέλος, ορισμένοι έχουν υποστηρίξει ότι οι μετοχικές εταιρείες επιφέρουν διαχωρισμό μεταξύ αποταμίευσης και επένδυσης. Οι μέτοχοι αποταμιεύουν και οι διευθυντές πραγματοποιούν την επένδυση. Αυτό είναι εντελώς εσφαλμένο. Οι διευθυντές είναι έμμισθοι εντολοδόχοι των μετόχων και υπόκεινται στις εντολές τους. Κάθε μεμονωμένος μέτοχος που δεν είναι ικανοποιημένος με τις αποφάσεις της πλειοψηφίας των ιδιοκτητών μπορεί να διαθέσει το μερίδιο ιδιοκτησίας του. Ως αποτέλεσμα, ουσιαστικά οι μέτοχοι είναι εκείνοι που αποταμιεύουν και οι μέτοχοι είναι εκείνοι που επενδύουν τα χρηματικά ποσά.276

Some have maintained, finally, that joint-stock companies make for a separation of savings and investment. Stockholders save, and the managers do the investing. This is completely fallacious. The managers are hired agents of the stockholders and subject to the latters’ dictation. Any individual stockholder not satisfied with the decisions of the majority of owners can dispose of his ownership share. As a result, it is effectively the stockholders who save and the stockholders who invest the funds.

157

Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι, επειδή οι περισσότεροι μέτοχοι δεν «ενδιαφέρονται» για τις υποθέσεις της εταιρείας τους, δεν ελέγχουν ουσιαστικά την επιχείρηση, αλλά επιτρέπουν στον έλεγχο να περάσει στα χέρια των έμμισθων διευθυντών. Ωστόσο, ασφαλώς το ενδιαφέρον ενός μετόχου είναι ζήτημα της δικής του προτίμησης και υπόκειται στον δικό του έλεγχο. Προτιμώντας να μην ενδιαφέρεται, επιτρέπει στους διευθυντές να συνεχίσουν την παρούσα πορεία τους· ο θεμελιώδης έλεγχος, όμως, παραμένει δικός του, και έχει απόλυτο έλεγχο επί των εντολοδόχων του.277 Μια τυπική άποψη υποστηρίζει:

Some people maintain that since most stockholders are not “interested” in the affairs of their company, they do not effectively control the firm, but permit control to pass into the hands of the hired managers. Yet surely a stockholder’s interest is a matter of his own preference and is under his own control. Preferring his lack of interest, he permits the managers to continue their present course; the fundamental control, however, is still his, and he has absolute control over his agents. A typical view asserts:

158

Η μεγιστοποίηση του εισοδήματος από μερίσματα για τους μετόχους ως ομάδα δεν αποτελεί στόχο που είναι κατ’ ανάγκην μοναδικός ή υπέρτατος. Αντιθέτως, τα διοικητικά στελέχη θα επιδιώκουν να βελτιώσουν τις μακροχρόνιες απολαβές και την ανταγωνιστική θέση της επιχείρησης, καθώς και το δικό τους κύρος ως διευθυντών.278

The maximizing of dividend income for stockholders as a group is not an objective that is necessarily unique or paramount. Instead, management officials will seek to improve the long-run earnings and competitive position of the firm and their own prestige as managers.33

159

Όμως, η «βελτίωση των μακροχρόνιων απολαβών» ταυτίζεται με τη μεγιστοποίηση του εισοδήματος των μετόχων, και τι άλλο μπορεί να ενισχύσει το «κύρος» των διευθυντών; Άλλοι θεωρητικοί διολισθαίνουν στον καθαρό μυστικισμό, θεωρώντας ότι η «εταιρεία» —μια εννοιολογική ονομασία που δίνουμε σε έναν θεσμό τον οποίο κατέχουν πραγματικά άτομα— υπάρχει «πραγματικά» και δρα αφ’ εαυτής.279

But to “improve the long-run earnings” is identical with maximizing stockholders’ income, and what else can develop the “prestige” of managers? Other theorists lapse into the sheer mysticism of considering the “corporation”—a conceptual name which we give to an institution owned by real individuals—as “really” existing and acting by itself.

160

9. Μετοχικές εταιρείες και αγορά δανείων προς παραγωγούς

↗ στη σελίδα του βιβλίου

9. Joint-Stock Companies and the Producers’ Loan Market

161

Είμαστε πλέον έτοιμοι να αρχίσουμε την ανάλυση της επίδρασης των μετοχικών εταιρειών στην αγορά δανείων προς παραγωγούς.

We are now ready to embark on an analysis of the effect of joint-stock companies on the producers’ loan market.

162

Ας εξετάσουμε την προαναφερθείσα επιχείρηση, με συνολικό μετοχικό κεφάλαιο και κεφαλαιακή αξία 130 ουγγιών, η οποία ανήκει σε έξι μετόχους. Η επιχείρηση αποφέρει στους ιδιοκτήτες της καθαρό εισόδημα 5 τοις εκατό ετησίως, και αυτό είναι το επιτόκιο που αποκομίζουν όλες οι επιχειρήσεις στην οικονομία.

Let us take the aforementioned firm with a total capital stock and capital value of 130 ounces and owned by six stockholders. The firm earns a net income of 5 percent per year for its owners, and this is the interest rate earned by all the firms in the economy.

163

Είδαμε ήδη πώς η επιχείρηση αύξησε το κεφάλαιό της κατά 30 ουγγιές μέσω της πώλησης νέων μετοχών στον F. Ας δούμε τι συμβαίνει όταν χορηγείται ένα παραγωγικό δάνειο. Ας υποθέσουμε ότι η επιχείρηση δανείζεται 20 ουγγιές από την αγορά δανείων προς παραγωγούς για περίοδο πέντε ετών. Τι έχει συμβεί; Η επιχείρηση αντάλλαξε ένα μελλοντικό αγαθό —μια υπόσχεση καταβολής χρήματος στο μέλλον— με παρόν χρήμα. Το παρόν χρήμα προσφέρθηκε από έναν αποταμιευτή, τον G. Είναι σαφές ότι ο G πραγματοποίησε την αποταμίευση και είναι ο κεφαλαιούχος σε αυτή τη συναλλαγή, ενώ οι συνιδιοκτήτες μέτοχοι A–F προσφέρουν εδώ μελλοντικά αγαθά· και, επιπλέον, οι μέτοχοι είναι εκείνοι που επενδύουν το νέο κεφάλαιο στο παραγωγικό σύστημα. Επιφανειακά, αυτό φαίνεται να αποτελεί σαφή περίπτωση διαχωρισμού αποταμίευσης και επένδυσης.

We have already seen how the firm expanded its capital by 30 ounces through the sale of new capital stock to F. Let us see what happens when a productive loan is made. Suppose that the firm borrows 20 ounces from the producers’ loan market for a five-year period. What has happened? The firm has exchanged a future good—a promise to pay money in the future—for present money. The present money has been supplied by a saver, G. It is clear that G has done the saving and is the capitalist in this transaction, while the joint stockholders A–F are here supplying future goods; and further, it is the stockholders who invest the new capital in the production system. On the surface, this seems to be a positive case of the separation of savings and investment.

164

Ας εξετάσουμε, όμως, περαιτέρω τη συναλλαγή. Ο G προσέφερε στην επιχείρηση νέο κεφάλαιο, αξίας 20 ουγγιών, για περίοδο πέντε ετών. Οι ιδιοκτήτες A–F παίρνουν αυτό το νέο κεφάλαιο και το επενδύουν σε μελλοντικά αγαθά, δηλαδή σε συντελεστές παραγωγής. Με άλλα λόγια, κατά το ποσό των 20 ουγγιών, οι A–F είναι ενδιάμεσοι επενδυτές των αποταμιεύσεων των πιστωτών. Ποιο θα είναι το επιτόκιο αυτού του δανείου; Είναι προφανές ότι αυτό το επιτόκιο, στην ERE, θα ισούται με 5 τοις εκατό, δηλαδή θα εξαρτάται αποκλειστικά από το ποσοστό απόδοσης από τόκο που επικρατεί στα περιθώρια τιμών της παραγωγικής δομής. Ο λόγος θα πρέπει να είναι σαφής. Είδαμε ήδη πώς καθορίζεται το επιτόκιο στην παραγωγική δομή· υποθέσαμε ότι είναι παντού 5 τοις εκατό. Ας υποθέσουμε τώρα ότι η επιχείρηση προσφέρεται να καταβάλει στον G τόκο 3 τοις εκατό για το δάνειο. Είναι σαφές ότι ο G δεν θα δανείσει στην επιχείρηση 20 ουγγιές για απόδοση 3 τοις εκατό, όταν θα μπορούσε να αποκομίσει 5 τοις εκατό ως μέτοχος είτε στην ίδια επιχείρηση είτε σε οποιαδήποτε άλλη. Από την άλλη πλευρά, η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να καταβάλει στον G περισσότερο από 5 τοις εκατό, διότι η καθαρή απόδοση της επένδυσής της θα είναι μόνο 5 τοις εκατό. Εάν το μέγιστο που μπορεί να καταβάλει η επιχείρηση ως τόκο είναι 5 τοις εκατό και το ελάχιστο που μπορεί να δεχθεί ο πιστωτής είναι 5 τοις εκατό, είναι προφανές ότι η συναλλαγή θα πραγματοποιηθεί με 5 τοις εκατό.

However, let us look at the transaction further. G has supplied new capital, worth 20 ounces, to the firm, for a five-year period. The owners A–F take this new capital and invest it in future goods, i.e., factors of production. In other words, to the extent of 20 ounces, A–F are intermediary investors of the savings of the creditors. What will the rate of interest on this loan be? It is obvious that this rate of interest in the ERE, will be equal to 5 percent, i.e., it will be purely dependent on the rate of interest return that prevails in the price spreads of the production structure. The reason for this should be clear. We have already seen how the interest rate is determined in the production structure; we have assumed it to be 5 percent everywhere. Now, suppose that the firm offers to pay G 3 percent on the loan. Clearly, G will not lend the firm 20 ounces for a 3-percent return when he could get 5 percent as a stockholder either in the same firm or in any other firm. On the other hand, the firm is in no position to pay G any more than 5 percent, since its net return on the investment will be only 5 percent. If the maximum that the firm can pay in interest is 5 percent, and the minimum that the creditor can accept is 5 percent, it is obvious that the transaction will take place at 5 percent.

165

Είναι σαφές ότι, κατ’ ουσίαν, ο G, ο πιστωτής στην υπό εξέταση αγορά δανείων, δεν διαφέρει από τον F, τον άνθρωπο που επένδυσε σε μετοχές. Και οι δύο αποταμίευσαν χρήμα αντί να το δαπανήσουν για κατανάλωση, και οι δύο επιθυμούν να πωλήσουν το αποταμιευμένο κεφάλαιό τους σε αντάλλαγμα για μελλοντικά αγαθά και να αποκομίσουν τόκο. Οι πίνακες χρονικής προτίμησης τόσο του F όσο και του G, όπως και όλων των άλλων, αθροίζονται στην αγορά διαχρονικής ανταλλαγής για να διαμορφωθεί το επιτόκιο· τόσο ο F όσο και ο G είναι καθαροί αποταμιευτές στο αγοραίο επιτόκιο. Το επιτόκιο, λοιπόν, καθορίζεται από τους διάφορους πίνακες χρονικής προτίμησης, και το τελικό επιτόκιο διαμορφώνεται από τους πίνακες αποταμίευσης, αφενός, και από τους πίνακες ζήτησης παρόντων αγαθών, αφετέρου. Οι πίνακες ζήτησης αποτελούνται —και αποτελούνται αποκλειστικά— από την παραγωγική ζήτηση των εργαζομένων και των γαιοκτημόνων και από την καταναλωτική ζήτηση των καταναλωτών που δανείζονται. Ο F και ο G είναι και οι δύο καθαροί αποταμιευτές, που ενδιαφέρονται να επενδύσουν το κεφάλαιό τους με την υψηλότερη απόδοση. Δεν υπάρχει ουσιώδης διαφορά μεταξύ του τρόπου με τον οποίο ο F επενδύει το κεφάλαιό του και του τρόπου με τον οποίο ο G επενδύει το δικό του· η διαφορά μεταξύ της επένδυσης σε μετοχές και του δανεισμού χρήματος σε επιχειρήσεις είναι κυρίως τεχνική. Ο διαχωρισμός αποταμίευσης και επένδυσης που εμφανίζεται στη δεύτερη περίπτωση είναι εντελώς ασήμαντος. Η απόδοση από τόκο της επένδυσης, όπως καθορίζεται από τη συνολική αποταμίευση και τη συνολική ζήτηση των ιδιοκτητών συντελεστών, καθορίζει πλήρως τόσο το επιτόκιο στην αγορά δανείων προς παραγωγούς όσο και το ποσοστό απόδοσης των μετοχών. Η αγορά δανείων προς παραγωγούς είναι εντελώς ασήμαντη από τη σκοπιά της θεμελιώδους ανάλυσης· είναι μάλιστα ανώφελο να επιχειρούμε να κατασκευάσουμε πίνακες ζήτησης και προσφοράς για αυτή την αγορά, διότι η τιμή της καθορίζεται αλλού.280 Το εάν το αποταμιευμένο κεφάλαιο διοχετεύεται σε επενδύσεις μέσω μετοχών ή μέσω δανείων δεν έχει σημασία. Η μόνη διαφορά βρίσκεται στις νομικές τεχνικές λεπτομέρειες. Πράγματι, ακόμη και η νομική διαφορά μεταξύ πιστωτή και ιδιοκτήτη είναι αμελητέα. Το δάνειο του G αύξησε την κεφαλαιακή αξία των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης από 130 σε 150. Οι επενδεδυμένες 150 ουγγιές αποφέρουν 5 τοις εκατό, ή 7,5 ουγγιές ετησίως. Ας εξετάσουμε την κατάσταση και ας δούμε ποιοι είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες αυτού του κεφαλαίου· βλ. Σχήμα 53.

It is clear that, in essence, G, the creditor on the prospective loan market, is no different from F, the man who has invested in stock. Both have saved money instead of spending it on consumption, and both wish to sell their saved capital in exchange for future goods and to earn interest. The time-preference schedules of both F and G, as well as of everyone else, are aggregated on the time market to arrive at the rate of interest; both F and G are net savers at the market rate. The interest rate, then, is determined by the various time-preference schedules, and the final rate is set by the saving schedules, on the one hand, and by the demand-for-present-goods schedules, on the other. The demand schedules consist (and consist only) of the productive demand by laborers and landowners and the consumption demand by borrowing consumers. F and G are both net savers, interested in investing their capital for the highest return. There is no essential difference between F’s method of investing his capital and G’s method of investing his; the difference between investing in stock and lending money to firms is mainly a technical one. The separation between saving and investment that occurs in the latter case is completely unimportant. The interest return on investment, as set by total savings and total demands by owners of factors, completely determines the rate of interest on the producers’ loan market as well as the rate of earning on stock. The producers’ loan market is totally unimportant from the point of view of fundamental analysis; it is even useless to try to construct demand and supply schedules for this market, since its price is determined elsewhere. Whether saved capital is channeled into investments via stocks or via loans is unimportant. The only difference is in the legal technicalities. Indeed, even the legal difference between the creditor and the owner is a negligible one. G’s loan has increased the capital value of the assets in the firm from 130 to 150. The invested 150 pays 5 percent, or 7.5 ounces per year. Let us examine the situation and see who the actual owners of this capital are (see Figure 53).

166

Στο διάγραμμα αυτό, το αριστερό ορθογώνιο αντιπροσωπεύει τα περιουσιακά στοιχεία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Στο δεξιό ορθογώνιο βλέπουμε ότι 130 ουγγιές αυτών των περιουσιακών στοιχείων αντιστοιχούν σε κεφάλαιο των ιδιοκτητών και 20 σε υποχρεώσεις, δηλαδή σε έγγραφες οφειλές προς πιστωτές. Τι σημαίνει, όμως, αυτή η «αντιστοίχιση»;

Σημαίνει ότι, εάν, για παράδειγμα, η επιχείρηση εκκαθαριζόταν και έπαυε να λειτουργεί, 20 ουγγιές από τα περιουσιακά της στοιχεία θα χρησιμοποιούνταν για την εξόφληση των πιστωτών και 130 θα περιέρχονταν στους κατά νόμον ιδιοκτήτες. Σημαίνει, επιπλέον, ότι από τις επτάμισι ουγγιές που καταβάλλονται ως καθαρές απολαβές ετησίως, εξήμισι περιέρχονται στους κατά νόμον ιδιοκτήτες και μία στους πιστωτές, με καθεμία από αυτές τις αποδόσεις να αντιστοιχεί στο 5 τοις εκατό της αποταμίευσής τους. Στην πραγματικότητα, κάθε ομάδα λαμβάνει 5 τοις εκατό επί της επένδυσής της· διότι δεν είναι οι πιστωτές εξίσου επενδυτές με τους μετόχους; Πράγματι, δεν είναι οι πιστωτές ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης αξίας 20 ουγγιών και δεν τους ανήκουν οι αναλογούσες απολαβές αυτών των 20 ουγγιών; Ποιες λειτουργίες της ιδιοκτησίας δεν διαθέτουν οι πιστωτές σε σύγκριση με τους μετόχους; Ακόμη και από νομική άποψη, οι πιστωτές έχουν αξίωση κατά προτεραιότητα επί των περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας και πληρώνονται πριν από τους μετόχους. Είναι, επομένως, οπωσδήποτε ιδιοκτήτες αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, εφόσον δεν είναι μέτοχοι, δεν ψηφίζουν για τις αποφάσεις της εταιρείας· υπάρχουν, όμως, πολλές περιπτώσεις στις οποίες οι μετοχικές εταιρείες εκδίδουν μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, των οποίων οι κάτοχοι δεν ψηφίζουν για τις εταιρικές υποθέσεις, μολονότι λαμβάνουν το αναλογικό τους μερίδιο στις απολαβές.

In this diagram, the left-hand rectangle represents assets at any one point in time. We see in the right-hand rectangle that 130 ounces of these assets is represented by owners’ capital, and 20 by liabilities—i.e., by I.O.U.’s due to creditors. But what does this “representation” mean? It means that if, for example, the firm were to liquidate and go out of business, 20 ounces of its assets would be used to pay off the creditors, and 130 would go to the legal owners. It means, further, that of the seven and a half ounces paid out as net earnings per year, six and a half ounces go to the legal owners and one ounce to the creditors, each being 5 percent of their saving. In fact, each group gets 5 percent on its investment, for are not the creditors just as much investors as the stockholders? In fact, are not the creditors the owners of 20 ounces’ worth of the firm’s assets, and do they not own the pro rata earnings of those 20 ounces? What functions of ownership do the creditors not have as compared to the stockholders? Even from the legal point of view, the creditors get first claim on the assets of a corporation, and they get paid before the stockholders. They are therefore definitely owners of these assets. It might be stated that since they are not shareholders, they do not vote on the decisions of the corporation, but there are many situations in which joint-stock companies issue nonvoting shares, the holders of which do not vote on company affairs, even though they receive their prorata value of the earnings.

167

Πρέπει να συμπεράνουμε ότι, από οικονομική άποψη και ακόμη και ως προς τις βασικές αρχές του δικαίου, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ μετόχων και πιστωτών που χορηγούν παραγωγικά δάνεια· και οι δύο είναι εξίσου πάροχοι κεφαλαίου, και οι δύο λαμβάνουν απόδοση από τόκο όπως καθορίζεται στη γενική αγορά διαχρονικής ανταλλαγής, και οι δύο κατέχουν το αναλογικό τους μερίδιο στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Οι διαφορές μεταξύ τους είναι μόνο τεχνικές και σημασιολογικές. Είναι αλήθεια ότι η συζήτησή μας έως τώρα εφαρμόστηκε μόνο στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, αλλά θα δούμε ότι ο πραγματικός κόσμος της αβεβαιότητας και της επιχειρηματικότητας, μολονότι περιπλέκει τα πράγματα, δεν μεταβάλλει τα ουσιώδη στοιχεία της ανάλυσής μας.281

We must conclude that economically and even in basic law, there is no difference between shareholders and productive creditors; both are equally suppliers of capital, both receive interest return as determined on the general time market, both own their proportionate share of the company’s assets. The differences between the two are only technical and semantic. It is true that our discussion has so far applied only to the evenly rotating economy, but we shall see that the real world of uncertainty and entrepreneurship, while complicating matters, does not change the essentials of our analysis.

168

Στα πρόσφατα συγγράμματα παρατηρείται αυξανόμενη αναγνώριση της ουσιώδους ταυτότητας μεταξύ μετόχων και πιστωτών, σε αντίθεση με την παλαιά παράδοση που υπέθετε έναν απόλυτο διαχωρισμό μεταξύ τους. Είναι, όμως, παράδοξο ότι η νέα βιβλιογραφία ερμηνεύει αυτή την ταυτότητα με τον ακριβώς αντίστροφο, εσφαλμένο τρόπο: αντί να αντιμετωπίζει τους πιστωτές ως μετόχους-ιδιοκτήτες, αντιμετωπίζει τους μετόχους ως πιστωτές. Με άλλα λόγια, η ορθή προσέγγιση είναι να θεωρούμε τους πιστωτές ως πραγματικούς συνιδιοκτήτες της επιχείρησης· η νέα βιβλιογραφία, όμως, αντιμετωπίζει τους μετόχους ως απλούς πιστωτές της επιχείρησης, σύμφωνα με τη νέα παράδοση που παρουσιάζει τους έμμισθους διευθυντές ως εκείνους που την ελέγχουν και την κατέχουν πραγματικά. Οι διευθυντές παρουσιάζονται σαν να κατέχουν κατά κάποιον τρόπο την επιχείρηση και να καταβάλλουν τόκο στους πιστωτές, καθώς και μερίσματα στους μετόχους, όπως καταβάλλεται οποιαδήποτε αμοιβή συντελεστή — ως κόστος παραγωγής που καταβάλλεται απρόθυμα. Στην πραγματικότητα, οι διευθυντές είναι μόνο οι έμμισθοι εντολοδόχοι των μετόχων, και οι τελευταίοι είναι εκείνοι που αποφασίζουν πόσο από τις απολαβές τους θα επανεπενδύσουν στην επιχείρηση και πόσο θα «αποσύρουν από την επιχείρηση» με τη μορφή «μερισμάτων».

In recent writings there has been a growing acknowledgment of the essential identity between shareholders and creditors, in contrast to the old tradition that postulated a sharp cleavage between them. But it is curious that the new literature interprets the identity in precisely the wrong way: instead of treating the creditors like shareholder-owners, it treats the shareholders like creditors. In other words, the correct approach is to consider creditors as actually part owners of the firm; but the new literature treats stockholders as merely creditors of the firm, in keeping with the new tradition of picturing the hired managers as its real controllers and owners. Managers are depicted as somehow owning the firm and paying out interest to creditors, as well as dividends to stockholders, just as any factor payment is made—as a grudging cost of production. In reality, the managers are only the hired agents of the stockholders, and it is the latter who decide how much of their earnings to reinvest in the firm and how much to “take out of the firm” in the form of “dividends.”

169

Η συνήθης διάκριση μεταξύ «μερισμάτων» και «παρακρατούμενων κερδών» δεν είναι χρήσιμη για τους σκοπούς της οικονομικής ανάλυσης. Τα παρακρατούμενα κέρδη δεν επανεπενδύονται κατ’ ανάγκην· μπορεί να παραμένουν εκτός επένδυσης σε ένα χρηματικό υπόλοιπο και αργότερα να διανεμηθούν ως μερίσματα. Τα μερίσματα, από την άλλη πλευρά, δεν δαπανώνται κατ’ ανάγκην για κατανάλωση· μπορεί να επενδυθούν σε κάποια άλλη επιχείρηση. Επομένως, η διάκριση αυτή είναι παραπλανητική. Οι απολαβές είτε επανεπενδύονται είτε όχι· και όλες οι εταιρικές απολαβές αποτελούν απολαβές των επιμέρους ιδιοκτητών.

The commonly made distinction between “dividends” and “retained earnings” is not a useful one for the purposes of economic analysis. Retained earnings are not necessarily reinvested; they may be held out of investment in a cash balance and later paid out as dividends. Dividends, on the other hand, are not necessarily spent on consumption; they may be invested in some other firm. Therefore, this distinction is a misleading one. Earnings are either reinvested or they are not; and all corporate earnings constitute earnings of the individual owners.

170

Οι αποταμιεύσεις μπορεί να διοχετεύονται μέσω διαμεσολαβητών προτού εισέλθουν στην ίδια την αγορά δανείων προς παραγωγούς ή στην αγορά καταναλωτικών δανείων. Η εξεύρεση μιας παραγωγικής επένδυσης είναι ένα από τα καθήκοντα των επιχειρηματιών, και συχνά είναι πολύ πιο βολικό για όλους τους ενδιαφερομένους όταν το άτομο, αντί να αποφασίζει μόνο του για τις κατάλληλες κατευθύνσεις της επένδυσης, δανείζει ή επενδύει το χρήμα του σε άλλους οργανισμούς που έχουν συσταθεί ειδικά για να διαθέτουν εξειδίκευση στις επενδύσεις. Αυτοί οι οργανισμοί μπορεί να λειτουργούν ως δίαυλοι, συγκεντρώνοντας τις μικρές αποταμιεύσεις μεμονωμένων ατόμων, των οποίων οι επενδύσεις είναι από μόνες τους υπερβολικά μικρές για να δικαιολογούν το κόστος εξεύρεσης αγοράς γι’ αυτές. Οι οργανισμοί κατόπιν επενδύουν τα χρηματικά ποσά με γνώση του αντικειμένου, σε μεγαλύτερα συγκεντρωμένα ποσά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εταιρεία επενδύσεων, η οποία πωλεί τις δικές της μετοχές σε άτομα και κατόπιν χρησιμοποιεί αυτό το κεφάλαιο για να αγοράσει μετοχές άλλων εταιρειών. Στην ERE, ο τόκος που θα αποκομίζεται από τις αποταμιεύσεις των ατόμων μέσω διαμεσολαβητών θα ισούται με τον τόκο από άμεσες επενδύσεις μείον το κόστος της υπηρεσίας του διαμεσολαβητή, η τιμή της οποίας θα καθορίζεται στην αγορά όπως οι άλλες τιμές. Έτσι, εάν το επιτόκιο σε ολόκληρη την αγορά είναι 5 τοις εκατό και το κόστος της υπηρεσίας διαμεσολάβησης είναι 1 τοις εκατό, τότε, στην ERE, εκείνοι που διοχετεύουν τις αποταμιεύσεις τους μέσω της βολικής μεθόδου της διαμεσολάβησης θα λαμβάνουν απόδοση από τόκο 4 τοις εκατό επί της επένδυσης των αποταμιεύσεών τους.

Savings may be channeled through intermediaries before entering the actual producers’ loan (or the consumers’ loan) market. Finding a productive investment is one of the tasks of entrepreneurs, and it is often far more convenient for all concerned when the individual, instead of making up his mind himself on the proper channels of investment, lends or invests his money in other institutions specially set up to be experts in investment. These institutions may serve as channels, gathering in the small savings of isolated individuals, whose investments by themselves are too small to be worth the cost of finding a market for them. The institutions then invest the funds knowledgeably in larger lump sums. A typical example is the investment trust, which sells its own stock to individuals and then uses this capital to buy stock of other companies. In the ERE, the interest that will be earned from individuals’ savings via intermediaries will equal the interest earned from direct investments minus the cost of the intermediary’s service, this price to be determined on the market just like other prices. Thus, if the interest rate throughout the market is 5 percent, and the cost of intermediary service is 1 percent, then, in the ERE, those who channel their savings via the convenient intermediary method will receive a 4-percent interest return on the investment of their savings.

171

Είδαμε, λοιπόν, την ασημαντότητα της αγοράς δανείων προς παραγωγούς ως ανεξάρτητου προσδιοριστικού παράγοντα στη διαμόρφωση του αγοραίου επιτοκίου ή στο παραγωγικό σύστημα.

We have thus seen the unimportance of the producers’ loan market as an independent determining factor in the establishment of the market rate of interest or in the productive system.

172

Σε πολλές περιπτώσεις είναι χρήσιμο να δηλώνουμε με διαφορετικούς όρους το επιτόκιο στις αγορές συμβατικών δανείων και το επιτόκιο υπό τη μορφή απολαβών από επενδύσεις ως αποτέλεσμα των περιθωρίων τιμών. Το πρώτο μπορούμε να το ονομάσουμε συμβατικό επιτόκιο —όπου ο τόκος καθορίζεται κατά τη σύναψη της σύμβασης— και το δεύτερο φυσικό επιτόκιο, δηλαδή ο τόκος προκύπτει «φυσικά» μέσω επενδύσεων σε παραγωγικές διαδικασίες αντί να περιλαμβάνεται ρητά σε μια σύμβαση ανταλλαγής. Τα δύο επιτόκια, βεβαίως, θα συμπίπτουν στην ERE.

In many cases it is convenient to designate by different terms the rate of interest on contractual loan markets and the rate of interest in the form of earnings on investments as a result of price spreads. The former we may call the contractual rate of interest (where the interest is fixed at the time of making the contract), and the latter the natural rate of interest (i.e., the interest comes “naturally” via investments in production processes, rather than being officially included in an exchange contract). The two interest rates will, of course, coincide in the ERE.

173

Σε ολόκληρη την ανάλυσή μας κάναμε μία υποκείμενη υπόθεση που θα μπορούσε να τροποποιηθεί: ότι τα άτομα θα επιχειρούν πάντοτε να επιτύχουν την υψηλότερη απόδοση από τόκο. Σε αυτή τη βάση παρακολουθήσαμε τις ενέργειες αρμπιτράζ και τις τελικές ομοιομορφίες της ERE. Υποθέσαμε ότι κάθε επενδυτής θα επιχειρεί να αποκομίσει όσα περισσότερα μπορεί από την επένδυσή του. Αυτό μπορεί να μην ισχύει πάντοτε, και οι επικριτές της οικονομικής επιστήμης δεν έπαψαν ποτέ να επιτιμούν τους οικονομολόγους ότι παραμελούν τους μη χρηματικούς σκοπούς. Η οικονομική επιστήμη, ωστόσο, δεν παραμελεί τέτοιους σκοπούς. Πράγματι, η πραξεολογική ανάλυση τους περιλαμβάνει ρητά. Όπως έχουμε επανειλημμένα επισημάνει, κάθε άτομο επιχειρεί να μεγιστοποιήσει το ψυχικό του εισόδημα, και αυτό θα μεταφραστεί σε μεγιστοποίηση του χρηματικού του εισοδήματος μόνο εάν οι άλλοι ψυχικοί σκοποί είναι ουδέτεροι. Η ευκολία με την οποία η οικονομική επιστήμη μπορεί να συμπεριλάβει μη χρηματικούς σκοπούς είναι εύκολο να φανεί. Ας υποθέσουμε ότι το επιτόκιο στην κοινωνία είναι 5 τοις εκατό. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι υπάρχει ένας κλάδος παραγωγής που προκαλεί αποστροφή σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων επενδυτών. Σε μια κοινωνία, για παράδειγμα, όπου η κατασκευή όπλων αποδοκιμάζεται, το απλό αρμπιτράζ δεν θα λειτουργούσε έτσι ώστε να εξισώσει τις αποδόσεις της βιομηχανίας εξοπλισμών με εκείνες των άλλων κλάδων. Δεν αναφερόμαστε εδώ στη δυσαρέσκεια των καταναλωτών όπλων, η οποία, βεβαίως, θα εκδηλωνόταν με μειωμένη ζήτηση για το προϊόν. Αναφερόμαστε στην ιδιαίτερη δυσαρέσκεια των παραγωγών, συγκεκριμένα των επενδυτών. Εξαιτίας αυτής της ψυχικής αποστροφής, οι επενδυτές θα απαιτούν υψηλότερη απόδοση στη βιομηχανία εξοπλισμών από ό,τι στους άλλους κλάδους. Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να απαιτούν απόδοση από τόκο 10 τοις εκατό στη βιομηχανία εξοπλισμών, μολονότι το γενικό επιτόκιο είναι 5 τοις εκατό. Ποιοι συντελεστές, λοιπόν, θα πρέπει να επωμιστούν αυτή την αυξημένη προεξόφληση; Δεν προτρέχουμε υπερβολικά των αποτελεσμάτων της μεταγενέστερης ανάλυσής μας εάν δηλώσουμε ότι οι ιδιοκτήτες μη ειδικών συντελεστών, δηλαδή συντελεστών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν αλλού —ή, αυστηρά μιλώντας, των οποίων οι υπηρεσίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν έτσι —, ασφαλώς δεν θα αποδεχθούν χαμηλότερη χρηματική απόδοση στη βιομηχανία εξοπλισμών από ό,τι στους άλλους κλάδους. Στην ERE, λοιπόν, οι τιμές τους όπως καθορίζονται σε αυτόν τον κλάδο θα είναι ίδιες με εκείνες στους άλλους κλάδους. Πράγματι, μπορεί να είναι ακόμη υψηλότερες, εάν οι ιδιοκτήτες συμμερίζονται την ιδιαίτερη αποστροφή των επενδυτών προς τη δραστηριοποίηση στη βιομηχανία εξοπλισμών. Το βάρος των χαμηλότερων τιμών σε κάθε στάδιο παραγωγής, επομένως, πέφτει στους αμιγώς ειδικούς συντελεστές του κλάδου, σε εκείνους που πρέπει να διατεθούν σε αυτόν τον κλάδο εάν πρόκειται να συμμετέχουν καθόλου στο παραγωγικό σύστημα. Στη μακροχρόνια κατάσταση της ERE, αυτοί δεν θα είναι κεφαλαιουχικά αγαθά, διότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά πρέπει πάντοτε να αναπαράγονται, και οι αντίστοιχοι πόροι μπορούν να εγκαταλείψουν σταδιακά ή γρήγορα τον κλάδο, ανάλογα σε κάθε περίπτωση με τη διάρκεια ζωής του κεφαλαιουχικού αγαθού και τη διάρκεια της διαδικασίας παραγωγής του. Ο ειδικός συντελεστής μπορεί να είναι η εργασία, αλλά αυτό δεν είναι εμπειρικά πιθανό, διότι η εργασία είναι σχεδόν πάντοτε μη ειδικός συντελεστής που μπορεί να μετακινηθεί σε διάφορα επαγγέλματα. Επομένως, είναι πιθανό οι ειδικοί συντελεστές γης να επωμίζονται το κύριο βάρος της χαμηλότερης απόδοσης.

Throughout our analysis we have been making one underlying assumption that might be modified: that individuals will always try to obtain the highest interest return. It is on this basis that we have traced the arbitrage actions and eventual uniformities of the ERE. We have assumed that each investor will try to earn as much as he can from his investment. This might not always be true, and critics of economics have never tired of reproaching economists for neglecting other than monetary ends. Economics does not neglect such ends, however. In fact, praxeological analysis explicitly includes them. As we have repeatedly pointed out, each individual attempts to maximize his psychic income, and this will translate itself into maximizing his monetary income only if other psychic ends are neutral. The ease with which economics can accommodate nonmonetary ends may readily be seen. Suppose that the interest rate in the society is 5 percent. Suppose, however, that there is a line of production that is distasteful to a large number of people, including investors. In a society, for example, where the making of arms is held in disfavor, simple arbitrage would not work to equate returns in the armament industry with those in other industries. We are not here referring to the displeasure of consumers of arms, which would, of course, reflect itself in a lowered demand for the product. We are referring to the particular displeasure of producers, specifically investors. Because of this psychic dislike, investors will require a higher return in the armament industry than in other industries. It is possible, for example, that they might require an interest return of 10 percent in the armament industry, even though the general rate of interest is 5 percent. What factors, then, will have to pay for this increased discount? We are not overly anticipating the results of our subsequent analysis if we state that the owners of nonspecific factors, i.e., those factors which can be employed elsewhere (or, strictly, the services of which can thus be employed) will certainly not accept a lower monetary return in the armament industry than in the other industries. In the ERE, their prices as determined in this industry will, then, be the same as in the other industries. In fact, they might be even higher, if the owners share the investors’ specific antipathy toward engaging in the armament industry. The burden of the lower prices at each stage of production, then, falls on the purely specific factors in the industry, those which must be devoted to this industry if they are to be in the production system at all. In the long run of the ERE, these will not be capital goods, since capital goods always need to be reproduced, and the equivalent resources can gradually or rapidly leave the industry, depending in each case on the durability of the capital good and the length of the process of its production. The specific factor may be labor, but this is not empirically likely, since labor is almost always a nonspecific factor that may shift to several occupations. It is therefore likely to be specific land factors that bear the brunt of the lower return.

174

Το αντίθετο θα συμβεί στην περίπτωση ενός κλάδου στον οποίο οι περισσότεροι επενδυτές είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να δραστηριοποιηθούν για τον έναν ή τον άλλον λόγο. Στην περίπτωση αυτή, θα αποδεχθούν χαμηλότερη απόδοση από τόκο σε αυτή την παραγωγική διαδικασία από ό,τι σε άλλες. Η δύναμη του ανταγωνισμού στην αγορά θα διατηρεί και πάλι τους μη ειδικούς συντελεστές στην ίδια τιμή από κλάδο σε κλάδο, μολονότι η τιμή μπορεί να είναι χαμηλότερη εάν και οι ιδιοκτήτες των συντελεστών είναι ιδιαίτερα πρόθυμοι να εργαστούν σε αυτόν τον κλάδο. Τις υψηλότερες τιμές στα διάφορα στάδια καρπώνονται, επομένως, οι ιδιοκτήτες ειδικών συντελεστών, γενικά συντελεστών γης.

The opposite will occur in the case of an industry that most investors specifically are very eager to engage in for one reason or another. In that case, they will accept a lower interest return in this production process than in others. The force of competition on the market will, once again, keep nonspecific factors at the same price from industry to industry, although the price might be lower if the factor-owners were also particularly eager to work in this industry. The higher prices at the various stages are therefore reaped by the owners of specific factors, generally land factors.

175

Το επιτόκιο, λοιπόν, τείνει πάντοτε προς την ισότητα στις διάφορες επιμέρους αγορές και στις διάφορες μορφές του. Στην ERE, τα επιτόκια θα είναι ομοιόμορφα ίσα παντού. Αυτό το συμπέρασμα πρέπει, ωστόσο, να τροποποιηθεί, ώστε να δηλώνει ότι τα επιτόκια θα διαφέρουν σύμφωνα με μια «ψυχική» συνιστώσα, είτε θετική είτε αρνητική, ανάλογα με το εάν υπάρχει έντονη αποστροφή ή προτίμηση μεταξύ των επενδυτών για μια συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία.282 Μπορούμε να πούμε ότι, στην περίπτωση ιδιαίτερης προτίμησης, οι επενδυτές «καταναλώνουν» την απόλαυση της επένδυσης στη συγκεκριμένη διαδικασία και καταβάλλουν το τίμημα μιας χαμηλότερης απόδοσης· στην περίπτωση ιδιαίτερης αποστροφής, χρεώνουν περισσότερο για μια συγκεκριμένη απαρέσκεια. Πρέπει να τονιστεί, ωστόσο, ότι αυτές οι διαφορές στην απόδοση δεν εμφανίζονται εάν απλώς ένα πρόσωπο προτιμά ιδιαίτερα ή αποστρέφεται έναν ορισμένο τομέα, αλλά μόνο εάν υπάρχει ένα σημαντικό σύνολο ισχυρών προτιμήσεων προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Αυτός ο τύπος κατανάλωσης, θετικής ή αρνητικής, είναι συνυφασμένος με την παραγωγική διαδικασία και πραγματοποιείται άμεσα μαζί με την παραγωγή· επομένως, διαφέρει από τη συνήθη κατανάλωση, η οποία πραγματοποιείται στο τέλος της παραγωγικής διαδικασίας.

The rate of interest, then, always tends toward equality throughout its various submarkets and in its various forms. In the ERE, the rates will be uniformly equal throughout. This conclusion must be modified, however, to state that the rates of interest will differ in accordance with a “psychic” component, either positive or negative, depending on whether there is an acute dislike or liking among investors for a particular production process. We may say that, in the case of a particular liking, the investors are “consuming” the enjoyment of investing in the particular process and paying the price of a lower return; in the case of a particular dislike, they are charging more for a particular disutility. It must be emphasized, however, that these differences in return do not occur if merely one person particularly likes or dislikes a certain field, but only if there is a significant aggregate of strong preferences in one direction or another. This type of consumption, positive or negative, is intertwined in the production process and occurs directly with production, and thus differs from ordinary consumption, which occurs at the end of the production process.

176

10. Δυνάμεις που επηρεάζουν τις χρονικές προτιμήσεις

↗ στη σελίδα του βιβλίου

10. Forces Affecting Time Preferences

177

Η πραξεολογία δεν μπορεί ποτέ να παράσχει μια έσχατη εξήγηση των χρονικών προτιμήσεων ενός ανθρώπου. Αυτές καθορίζονται ψυχολογικά από κάθε πρόσωπο και, επομένως, πρέπει, σε τελευταία ανάλυση, να λαμβάνονται από τους οικονομολόγους ως δεδομένα. Ωστόσο, η πραξεολογική ανάλυση μπορεί να παράσχει ορισμένες αλήθειες σχετικά με τις χρονικές προτιμήσεις, χρησιμοποιώντας υποθέσεις ceteris paribus. Έτσι, όπως είδαμε παραπάνω, κάθε πρόσωπο έχει έναν πίνακα χρονικής προτίμησης που συνδέεται με το χρηματικό του απόθεμα. Ένα μικρότερο χρηματικό απόθεμα θα προκαλέσει υψηλότερο συντελεστή χρονικής προτίμησης για κάθε χρηματική μονάδα που παραμένει στην κατοχή του, έως ότου τελικά ο συντελεστής χρονικής προτίμησής του αυξηθεί στο άπειρο, όταν το χρηματικό απόθεμα —ή, μάλλον, το χρήμα για κατανάλωση— γίνει αρκετά μικρό. Εδώ μεταβάλλεται ένα στοιχείο, το χρηματικό απόθεμα ενός ανθρώπου, και υποτίθεται ότι κατά τα λοιπά η κλίμακα αξιών του παραμένει σταθερή. Επομένως, μπορούμε με αυτόν τον τρόπο να εκτιμήσουμε τις επιδράσεις μιας μεταβολής σε έναν προσδιοριστικό παράγοντα, το χρηματικό απόθεμα.

Praxeology can never furnish an ultimate explanation for a man’s time preferences. These are psychologically determined by each person and must therefore be taken, in the final analysis, as data by economists. However, praxeological analysis can supply some truths about time preferences, using ceteris paribus assumptions. Thus, as we have seen above, each person has a time-preference schedule relating to his money stock. A lower money stock will cause a higher time-preference rate for any unit of money remaining in his possession, until finally his time-preference rate will rise to infinity when the money stock—or rather, the money for consumption—is low enough. Here, one element, a man’s money stock, is varied and his value scale is otherwise assumed to remain constant. Hence, we can in this way gauge the effects of a change in one determinant, the money stock.

178

Στην πραγματικότητα, εκείνο που έχει σημασία για τις χρονικές προτιμήσεις του δεν είναι το χρηματικό του απόθεμα, αλλά η πραγματική αξία του χρηματικού του αποθέματος. Στην ERE, βεβαίως, όπου η αγοραστική δύναμη της χρηματικής μονάδας παραμένει αμετάβλητη, τα δύο ταυτίζονται. Ceteris paribus, μια αύξηση του πραγματικού του εισοδήματος — πραγματικές προσθήκες στο χρηματικό του απόθεμα— θα μειώσει τον συντελεστή χρονικής προτίμησης στον πίνακά του. Βεβαίως, ιστορικά, δεν υπάρχει λόγος ο πίνακας χρονικής προτίμησής του να παραμένει αμετάβλητος. Είναι σημαντικό, ωστόσο, να γνωρίζουμε ότι, με δεδομένο έναν αμετάβλητο πίνακα, ο σχετικός συντελεστής χρονικής προτίμησής του θα μειωθεί.

Actually, it is not his money stock that is relevant to his time preferences, but the real value of his money stock. In the ERE, of course, where the purchasing power of the money unit remains unchanged, the two are identical. Ceteris paribus, an increase in his real income—real additions to his money stock—will lower the time-preference rate on his schedule. Of course, historically, there is no reason why his time-preference schedule should remain unchanged. It is important to know, however, that, given an unchanged schedule, his relevant time-preference rate will fall.

179

Υπάρχουν και άλλα στοιχεία που υπεισέρχονται στον προσδιορισμό των πινάκων χρονικής προτίμησης. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι οι άνθρωποι ήταν βέβαιοι πως ο κόσμος θα τελείωνε σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία στο εγγύς μέλλον. Τι θα συνέβαινε στις χρονικές προτιμήσεις και στο επιτόκιο; Οι άνθρωποι τότε θα έπαυαν να μεριμνούν για μελλοντικές ανάγκες και θα σταματούσαν να επενδύουν σε όλες τις παραγωγικές διαδικασίες που είναι μακρύτερες από τις συντομότερες. Τα μελλοντικά αγαθά θα γίνονταν σχεδόν άνευ αξίας σε σύγκριση με τα παρόντα, οι χρονικές προτιμήσεις υπέρ των παρόντων αγαθών θα εκτοξεύονταν και το καθαρό επιτόκιο θα αυξανόταν σχεδόν στο άπειρο. Από την άλλη πλευρά, εάν όλοι οι άνθρωποι γίνονταν αθάνατοι και υγιείς ως αποτέλεσμα της ανακάλυψης κάποιου νέου φαρμάκου, οι χρονικές προτιμήσεις θα έτειναν να είναι πολύ χαμηλότερες, θα υπήρχε μεγάλη αύξηση της επένδυσης και το καθαρό επιτόκιο θα μειωνόταν απότομα.

There are other elements that enter into the determination of the time-preference schedules. Suppose, for example, that people were certain that the world would end on a definite date in the near future. What would happen to time preferences and to the rate of interest? Men would then stop providing for future needs and stop investing in all processes of production longer than the shortest. Future goods would become almost valueless compared to present goods, time preferences for present goods would zoom, and the pure interest rate would rise almost to infinity. On the other hand, if people all became immortal and healthy as a result of the discovery of some new drug, time preferences would tend to be very much lower, there would be a great increase in investment, and the pure rate of interest would fall sharply.

180

11. Η χρονική διάρθρωση των επιτοκίων

↗ στη σελίδα του βιβλίου

11. The Time Structure of Interest Rates

181

Είναι σαφές ότι τα φυσικά επιτόκια είναι εξαιρετικά ευέλικτα· τείνουν προς την ομοιομορφία και μεταβάλλονται εύκολα καθώς αλλάζουν οι επιχειρηματικές προσδοκίες. Στον πραγματικό κόσμο, οι τιμές των διαφόρων συντελεστών και ενδιάμεσων προϊόντων, καθώς και των τελικών προϊόντων, υπόκεινται σε διαρκείς διακυμάνσεις, όπως και οι τιμές των μετοχών και η απόδοσή τους από τόκο. Είναι επίσης σαφές ότι το επιτόκιο των βραχυπρόθεσμων δανείων μεταβάλλεται εύκολα όταν αλλάζουν οι συνθήκες. Καθώς μεταβάλλεται το φυσικό επιτόκιο, τα νέα δάνεια μικρής διάρκειας μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν στη μεταβολή.

It is clear that the natural interest rates are highly flexible; they tend toward uniformity and are easily changed as entrepreneurial expectations change. In the real world the prices of the various factors and intermediate products, as well as of the final products, are subject to continual fluctuation, as are the prices of stock and the interest return on them. It is also clear that the interest rate on short-term loans is easily changed with changed conditions. As the natural interest rate changes, the new loans for short periods can easily conform to the change.

182

Φαίνεται, ωστόσο, να ανακύπτει μια δυσκολία στην περίπτωση των μακροπρόθεσμων δανείων προς παραγωγούς. Εδώ υπάρχει ένα φαινομενικά σαφές άκαμπτο στοιχείο στο σύστημα, το οποίο μπορεί να προσαρμοστεί στο φυσικό επιτόκιο των επενδύσεων μόνο με μεγάλη χρονική υστέρηση. Άλλωστε, ένα δάνειο 20 ετών συνάπτεται με αρχικό επιτόκιο που παραμένει σταθερό σε όλη τη διάρκειά του· δεν είναι αυτό ένα σταθερό στοιχείο που δεν μπορεί να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες συνθήκες και αξιολογήσεις; Αυτή η επιφανειακή άποψη είναι εσφαλμένη. Οι μακροπρόθεσμες έγγραφες αναγνωρίσεις χρέους μπορούν επίσης να αγοράζονται και να πωλούνται σε μια αγορά. Τα περισσότερα από αυτά τα μακροπρόθεσμα χρέη ονομάζονται ομόλογα και αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μια ακμάζουσα και ευέλικτη αγορά ομολόγων. Το αρχικό σταθερό επιτόκιο δεν έχει σημασία. Έτσι, ένα μακροπρόθεσμο δάνειο 100 ουγγιών συνάπτεται με σταθερό επιτόκιο 5 τοις εκατό, ή πέντε ουγγιές ετησίως. Εάν το γενικό επιτόκιο αυξηθεί, οι άνθρωποι θα τείνουν να πωλούν τα ομόλογά τους, τα οποία τους απέφεραν μόνο 5 τοις εκατό, και να επενδύουν το χρήμα τους αλλού — είτε σε ολόκληρες επιχειρήσεις είτε σε μετοχές επιχειρήσεων είτε σε βραχυπρόθεσμα δάνεια. Αυτή η αυξημένη προθυμία πώλησης ομολόγων —ένας αυξημένος πίνακας προσφοράς— μειώνει την τιμή του ομολόγου έως ότου η απόδοση από τόκο για τον αγοραστή εξισωθεί με το γενικό επιτόκιο που επικρατεί αλλού. Έτσι, εάν το γενικό επιτόκιο αυξηθεί από 5 σε 10 τοις εκατό, η τιμή του ομολόγου θα μειωθεί από 100 σε 50, ώστε η σταθερή ετήσια απόδοση των 5 να παρέχει απόδοση από τόκο 10 τοις εκατό. Το σημαντικό στοιχείο στην επένδυση σε ομόλογα δεν είναι το αρχικό επιτόκιο —η σταθερή απόδοση επί της λεγόμενης «ονομαστικής αξίας» του ομολόγου—, αλλά η απόδοση από τόκο επί της αγοραίας τιμής του ομολόγου. Μια γενική μείωση του επιτοκίου, από την άλλη πλευρά, θα αυξήσει τις τιμές των ομολόγων πάνω από το άρτιο και θα ωθήσει την απόδοση κάτω από το 5 τοις εκατό. Καθώς πλησιάζει η ημέρα εξόφλησης του ομολόγου, η αγοραία τιμή του θα προσεγγίζει, βεβαίως, γρήγορα την ονομαστική αξία, έως ότου τελικά πωλείται στο άρτιο, διότι το ποσό που θα εξοφληθεί θα είναι η αρχική ονομαστική αξία, ή το κεφάλαιο, του δανείου.

A difficulty seems to arise, however, in the case of long-term producers’ loans. Here is an apparently clear-cut rigid element in the system, and one which can conform to the natural rate of interest in investments only after a great lag. After all, a 20-year loan is contracted at an original interest rate that remains fixed for the duration; is this not a fixed element that cannot conform to changing conditions and valuations? This superficial view is incorrect. Long-term I.O.U.’s can also be bought and sold in a market. Most of these long-term debts are called bonds, and they are traded in a flourishing and flexible bond market. The fixed rate of interest at the beginning is unimportant. Thus, a 100ounce long-term loan is contracted at 5-percent fixed interest, or five ounces per year. If the general interest rate rises, people will tend to sell their bonds, which have been yielding them only 5 percent, and invest their money elsewhere—either in whole firms, stocks of firms, or short-term loans. This increased willingness to sell bonds—an increased supply schedule—depresses the price of the bond until the interest yield to the buyer is the same as the general interest rate elsewhere. Thus, if the general interest rate goes up from 5 percent to 10 percent, the price of the bond will fall from 100 to 50, so that the fixed annual return of 5 will provide an interest yield of 10 percent. The important element in bond investment is not the original interest rate (the fixed return on the so-called “par value” of the bond), but the interest yield on the market price of the bond. A general lowering of the interest rate will, on the other hand, raise the bond prices above par and push yield below 5 percent. As the day of redemption of the bond draws near, the market price of the bond will, of course, rapidly approach the par value, until it finally sells at par, since the amount redeemed will be the original par value, or principal, of the loan.

183

Είναι σαφές ότι στην ERE τα επιτόκια για όλες τις χρονικές περιόδους θα είναι ίσα. Η τάση προς μια τέτοια ισότητα σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή έχει, ωστόσο, αμφισβητηθεί στην περίπτωση προσδοκώμενων μελλοντικών μεταβολών του επιτοκίου. Μολονότι έχει αφιερωθεί εκπληκτικά μικρή προσοχή σε αυτό το θέμα, η επικρατούσα θεωρία είναι ότι στην αγορά δανείων δεν θα υπάρχει τάση προς εξίσωση εάν αναμένεται μεταβολή των επιτοκίων στο εγγύς μέλλον.283 Ας υποθέσουμε ότι το επιτόκιο είναι τώρα 5 τοις εκατό και αναμένεται να παραμείνει εκεί. Τότε το επιτόκιο των δανείων όλων των λήξεων θα είναι το ίδιο, 5 τοις εκατό. Ας υποθέσουμε, όμως, ότι το επιτόκιο αναμένεται να αυξάνεται σταθερά στο εγγύς μέλλον, ας πούμε κατά 1 τοις εκατό κάθε έτος, έως ότου γίνει 9 τοις εκατό σε τέσσερα έτη από τώρα. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον το βραχυπρόθεσμο επιτόκιο —ας πούμε, το επιτόκιο δανείων διάρκειας ενός έτους ή μικρότερης— αναμένεται να αυξηθεί κατά την επόμενη τετραετία, τότε το σημερινό μακροπρόθεσμο επιτόκιο για αυτή την περίοδο —για παράδειγμα, το σημερινό επιτόκιο πενταετών δανείων— θα είναι ένας μέσος όρος των προσδοκώμενων μελλοντικών βραχυπρόθεσμων επιτοκίων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Έτσι, το σημερινό επιτόκιο των πενταετών δανείων θα είναι 5 τοις εκατό συν 6 τοις εκατό συν 7 τοις εκατό συν 8 τοις εκατό συν 9 τοις εκατό, διαιρεμένα διά 5, δηλαδή 7 τοις εκατό. Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο θα είναι ο μέσος όρος των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων κατά τη σχετική περίοδο. Κατά συνέπεια, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια θα είναι αναλογικά υψηλότερα από τα βραχυπρόθεσμα όταν τα τελευταία αναμένεται να αυξηθούν και χαμηλότερα όταν τα τελευταία αναμένεται να είναι χαμηλότερα. Βλ. Σχήμα 54.

It is clear that, in the ERE, the interest rates for all periods of time will be equal. The tendency toward such equality at any one time, however, has been disputed in the case of expected future changes in the interest rate. Although surprisingly little attention has been devoted to this subject, the prevailing theory is that, on the loan market, there will not be a tendency toward equalization if a change in interest rates is expected in the near future. Suppose that the interest rate is now 5 percent, and it is expected to remain there. Then the interest rate on loans of all maturities will be the same, 5 percent. Suppose, however, that the interest rate is expected to increase steadily in the near future, say to increase each year by 1 percent until it will be 9 percent four years from now. In that case, since the short-run rate (say the rate of interest on loans lasting one year or less) is expected to increase over the next four-year period, then the present long-run rate for that period—e.g., the present rate for five-year loans—will be an average of the expected future short-run rates during this period. Thus, the present rate on five-year loans will be 5 percent plus 6 percent plus 7 percent plus 8 percent plus 9 percent divided by 5, equaling 7 percent. The long-run rate will be the average of short-run rates over the relevant period. Consequently, the long-run rates will be proportionately higher than short-run rates when the latter are expected to increase, and lower when the latter are expected to be lower. (See Figure 54.)

184

Αυτή, ωστόσο, είναι μια θεωρία που προϋποθέτει πλήρως το ζητούμενο. Ας υποθέσουμε ότι αναμένεται άνοδος των επιτοκίων· γιατί αυτή θα πρέπει να περιορίζεται απλώς στην άνοδο των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων; Γιατί η προσδοκία να μην εφαρμόζεται εξίσου στα μακροπρόθεσμα επιτόκια, ώστε να αυξηθούν και αυτά;284

Η θεωρία στηρίζεται στην εντελώς αστήρικτη υπόθεση την οποία επιχειρεί να αποδείξει, δηλαδή ότι δεν υπάρχει τάση εξίσωσης των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Η υπόθεση ότι μια μεταβολή του επιτοκίου θα πραγματοποιηθεί μόνο στη βραχυπρόθεσμη διάρκεια είναι εντελώς αναπόδεικτη και αντιβαίνει στην απόδειξή μας ότι τα βραχυπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα επιτόκια τείνουν να κινούνται μαζί. Επιπλέον, η θεωρία στηρίζεται στη σιωπηρή υπόθεση ότι τα άτομα θα αρκούνται να παραμένουν δανειστές σε βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις με 5 τοις εκατό, ενώ άλλοι επενδυτές αποκομίζουν 7 τοις εκατό στη μακροπρόθεσμη αγορά, απλώς επειδή προσδοκούν ότι τελικά, εάν παραμείνουν στη βραχυπρόθεσμη αγορά, θα αποκομίσουν κατά μέσο όρο 7 τοις εκατό. Τι εμποδίζει έναν σημερινό δανειστή σε βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις να πωλήσει το δάνειό του που αποφέρει τώρα 5 τοις εκατό, να αγοράσει μια μακροπρόθεσμη τοποθέτηση με 7 τοις εκατό, να περιμένει την υποτιθέμενη άνοδο των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων πάνω από το 7 τοις εκατό ύστερα από δύο έτη και κατόπιν να επανεισέλθει στη βραχυπρόθεσμη αγορά, αποκομίζοντας 8 ή 9 τοις εκατό; Εάν το πράξει αυτό, δεν θα αποκομίσει απλώς 7 τοις εκατό, όπως υποθέτει το προηγούμενο διάγραμμα —είτε άμεσα σε μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις είτε ως μέσο όρο επιτοκίων από 5 έως 9 τοις εκατό σε βραχυπρόθεσμες—· θα αποκομίσει 7 τοις εκατό συν 7 τοις εκατό συν 7 τοις εκατό συν 8 τοις εκατό συν 9 τοις εκατό, ή ετήσιο μέσο όρο 7,6 τοις εκατό. Επιδιώκοντας να το πράξει, θα προκαλέσει μια ακατανίκητη κίνηση αρμπιτράζ από τις βραχυπρόθεσμες προς τις μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις, με το επιτόκιο των πρώτων να αυξάνεται έτσι λόγω των πωλήσεων δανειακών απαιτήσεων στην αγορά και το επιτόκιο των μακροπρόθεσμων να μειώνεται, έως ότου το επιτόκιο γίνει ενιαίο σε ολόκληρη τη χρονική διάρθρωση.

This, however, is a completely question-begging theory. Suppose that a rise in interest rates is expected; why should this be simply confined to a rise in the short-term rates? Why should not the expectation be equally applicable to long-term rates so that they rise as well? The theory rests on the quite untenable assumption that it sets out to prove, namely, that there is no tendency for short-term and long-term rates to be equal. The assumption that a change in the interest rate will take place only over the short term is completely unproved and goes against our demonstration that the short-run and long-run rates tend to move together. Further, the theory rests on the implicit assumption that individuals will be content to remain lenders in “shorts” at 5 percent while their fellow investors reap 7 percent on the long market, simply because they expect that eventually, if they stay in the short market, they will earn an average of 7 percent. What is there to prevent a present lender in shorts from selling his currently earning 5-percent loan, purchasing a 7-percent long, waiting for the presumed rise in shorts above 7 percent after two years, and then re-entering the short market, earning 8 percent or 9 percent? If he does this, he will not simply earn 7 percent as the foregoing diagram postulates (either directly in longs or in an average of 5 percent–9 percent in shorts); he will earn 7 percent plus 7 percent plus 7 percent plus 8 percent plus 9 percent, or an annual average of 7.6 percent. By striving to do so, he will set up an irresistible arbitrage movement from shorts to longs, with the rate of interest in the former thereby rising from the sales of loans on the market, and the rate of interest in longs falling, until the rate of interest is uniform throughout the time structure.

185

Το ίδιο συμβαίνει στην περίπτωση προσδοκίας μελλοντικής πτώσης. Τα μακροπρόθεσμα επιτόκια δεν μπορούν να παραμένουν σε ισορροπία χαμηλότερα από τα βραχυπρόθεσμα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, διότι θα υπάρξει στο παρόν μετακίνηση στην αγορά από τις μακροπρόθεσμες προς τις βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις, έως ότου τα επιτόκια όλων των χρονικών διαρθρώσεων εξισωθούν και η κίνηση αρμπιτράζ παύσει.

The same thing occurs in the case of an expectation of a future fall. Longs cannot remain in equilibrium below shorts for any length of time, since there will be a present movement from longs to shorts on the market, until the rates of interest for all time structures are equal and the arbitrage movement ceases.

186

Το επιτόκιο, λοιπόν, τείνει πάντοτε να είναι ενιαίο σε ολόκληρη τη χρονική του διάρθρωση. Τι συμβαίνει εάν αναμένεται μεταβολή του επιτοκίου στο εγγύς μέλλον; Στην περίπτωση αυτή θα υπάρξει διαδικασία παρόμοια με εκείνη της κερδοσκοπίας στα εμπορεύματα. Οι κερδοσκόποι θα ωθήσουν το επιτόκιο προς τα πάνω εν αναμονή επικείμενης ανόδου ή προς τα κάτω εν αναμονή πτώσης. Είναι σαφές ότι, όσο νωρίτερα αναμένεται να πραγματοποιηθεί μια άνοδος ή πτώση, τόσο μεγαλύτερη αναλογικά θα είναι η επίδραση στους κερδοσκόπους και τόσο μεγαλύτερο αντίκτυπο θα έχει στην τρέχουσα κίνηση του επιτοκίου. Στην περίπτωση ενός εμπορεύματος, αποθέματα θα παρακρατούνταν εν αναμονή ανόδου της ζήτησης και της τιμής και κατόπιν θα διατίθεντο, επιφέροντας έτσι ταχύτερη μετάβαση στην τιμή που τελικά διαμορφώνεται από τις υποκείμενες δυνάμεις προσφοράς και ζήτησης. Ομοίως, στην περίπτωση αυτή, το χρήμα θα τείνει να παραμένει εκτός επενδύσεων και να διακρατείται σε χρηματικά υπόλοιπα έως ότου το επιτόκιο φτάσει στο προσδοκώμενο υψηλότερο επίπεδό του, ή να αποδεσμεύεται από τα χρηματικά υπόλοιπα και να προστίθεται στην επένδυση εάν το επιτόκιο αναμένεται να είναι χαμηλότερο. Αυτή η δράση θα επιταχύνει τη μετάβαση στο επιτόκιο που καθορίζεται από τη νέα διάρθρωση των βασικών χρονικών προτιμήσεων. Όπως τα κερδοσκοπικά σφάλματα σχετικά με τις τιμές των εμπορευμάτων προκαλούν ζημίες και ωθούν σε περαιτέρω μεταβολή προς την «πραγματική» υποκείμενη τιμή, έτσι και εδώ τα κερδοσκοπικά σφάλματα θα αυτοδιορθώνονται και θα οδηγούν το επιτόκιο στο ύψος που καθορίζεται από τις υποκείμενες χρονικές προτιμήσεις.

The interest rate, then, always tends to be uniform throughout its time structure. What happens if the interest rate is expected to change in the near future? In that case, there will be a similar process as in the case of speculation in commodities. Speculators will bid up the interest rate in the expectation of an imminent rise or bid down the rate in expectation of a fall. Clearly, the earlier a rise or fall is expected to take place, the greater proportionately will be the effect on the speculators, and the greater impact it will have on current movement in the rate. In the case of a commodity, stocks would be withheld in expectation of a rise in demand and price, and then released, thereby effecting a more rapid transition to the price eventually established by underlying supply-and-demand forces. Similarly, in this case money will tend to be withheld from investments and held in cash balances until the rate reaches its expected higher level, or dislodged from cash balances and added to investment if the rate of interest is expected to be lower. This action will speed up the transition to the rate determined by the new alignment of basic time preferences. Just as speculative errors in regard to commodity prices cause losses and impel further change to the “real” underlying price, so speculative errors will be self-correcting here too and lead the rate of interest to the height determined by underlying time preferences.

187

Το διάγραμμα της χρονικής διάρθρωσης των επιτοκίων, επομένως, θα τείνει μάλλον να έχει τη μορφή που απεικονίζεται στο Σχήμα 55.

The time-structure diagram of interest, then, will rather tend to be as depicted in Figure 55.

188

Ο παραλογισμός του διαχωρισμού των μακροπρόθεσμων και των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων γίνεται προφανής όταν αντιληφθούμε ότι το βασικό επιτόκιο είναι το φυσικό επιτόκιο των επενδύσεων και όχι το επιτόκιο στην αγορά δανείων προς παραγωγούς. Είδαμε ήδη την ουσιώδη ταυτότητα του ποσοστού απόδοσης στην αγορά δανείων με εκείνο του χρηματιστηρίου. Εάν εξετάσουμε το χρηματιστήριο, γίνεται προφανές ότι δεν υπάρχει διάκριση στα ποσοστά απόδοσης μεταξύ βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Διαφορετικές επιχειρήσεις συμμετέχουν σε στάδια παραγωγής ποικίλης διάρκειας· ωστόσο, το χρηματιστήριο εξισώνει το επιτόκιο όλων των επενδύσεων, εξαλείφοντας τις διαφορές στη χρονική διάρθρωση τόσο ολοκληρωτικά ώστε γίνεται δύσκολο για πολλούς συγγραφείς να συλλάβουν την ίδια την έννοια της περιόδου παραγωγής. Εφόσον, όμως, οι λειτουργίες του χρηματιστηρίου και της αγοράς δανείων είναι ουσιαστικά ίδιες, είναι προφανές ότι δεν υπάρχει διαφορά στην αιτιακή εξήγηση των βραχυπρόθεσμων και των μακροπρόθεσμων επιτοκίων. Εκείνοι οι συγγραφείς που υποθέτουν μια ουσιώδη διαφορά μεταξύ της φύσης των μακροπρόθεσμων και των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων έχουν παραπλανηθεί από τη συνήθη τάση να θεωρείται ότι η αγορά διαχρονικής ανταλλαγής περιορίζεται αποκλειστικά στην αγορά δανείων, ενώ στην πραγματικότητα η αγορά δανείων είναι μόνο μια εξαρτημένη αγορά.285

The absurdity of separating the long-run and the short-run interest rates becomes evident when we realize that the basic interest rate is the natural rate of interest on investments, not interest on the producers’ loan market. We have already seen the essential identity of the rate of earnings on the loan market with that on the stock market. If we consider the stock market, it becomes obvious that there is no distinction in rates between short-run and long-run investments. Different firms engage in stages of production of varying lengths; yet the stock market equates the rate of interest on all investments, obliterating the differences in time structure so thoroughly that it becomes difficult for many writers to grasp the very concept of period of production. But since the operations of the stock market and the loan market are essentially the same, it is obvious that there is no difference in causal explanation between short-run and long-run interest rates. Those writers who postulate an essential difference between the nature of long-run and short-run rates have been misled by a common penchant for considering the time market as confined exclusively to the loan market, when in fact the loan market is only a dependent one.

189

Στην πράξη, μπορεί κάλλιστα να συμβεί να μεταβληθεί πρώτα είτε η αγορά βραχυπρόθεσμων δανείων είτε η μακροπρόθεσμη αγορά και να ακολουθήσει η άλλη. Το ποια αγορά μεταβάλλεται συνήθως πρώτη είναι αποτέλεσμα των συγκεκριμένων συνθηκών.286

In actual practice, it may well happen that either the short-run loan market or the long-run market may change first, with the other market following. Which market characteristically changes first is the outcome of the concrete conditions.

190

Παράρτημα: Ο Schumpeter και το μηδενικό επιτόκιο

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Appendix: Schumpeter and the Zero Rate of Interest

191

Ο εκλιπών καθηγητής Joseph Schumpeter υπήρξε πρωτοπόρος μιας θεωρίας του τόκου που υποστηρίζει ότι το επιτόκιο θα είναι μηδενικό στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία. Από την παραπάνω συζήτηση θα πρέπει να είναι σαφές γιατί το επιτόκιο —το καθαρό επιτόκιο στην ERE— δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι μηδενικό. Καθορίζεται από τις ατομικές χρονικές προτιμήσεις, οι οποίες είναι όλες θετικές. Για να στηρίξει τη θέση του, ο Schumpeter αναγκάστηκε να υποστηρίξει, όπως και ο Frank Knight, ότι το κεφάλαιο αυτοσυντηρείται μονίμως στην ERE. Εάν δεν υπάρχει πρόβλημα διατήρησης, τότε φαίνεται να μην υπάρχει ανάγκη καταβολής τόκου προκειμένου να διατηρηθεί η κεφαλαιακή δομή. Αυτή η άποψη, που εξετάστηκε παραπάνω, φαίνεται να προέρχεται από τη στατική κατάσταση του J.B. Clark και να συνάγεται αμιγώς εξ ορισμού, διότι η αξία του κεφαλαίου διατηρείται εξ ορισμού στην ERE. Αυτό, όμως, βεβαίως, δεν αποτελεί καμία απολύτως απάντηση· το σημαντικό ερώτημα είναι: Πώς διατηρείται αυτή η σταθερότητα; Και η μόνη απάντηση μπορεί να είναι ότι διατηρείται από τις αποφάσεις των κεφαλαιούχων, οι οποίες παρακινούνται από ένα ποσοστό απόδοσης από τόκο. Εάν το καταβαλλόμενο επιτόκιο ήταν μηδενικό, θα επακολουθούσε πλήρης ανάλωση του κεφαλαίου.287

The late Professor Joseph Schumpeter pioneered a theory of interest which holds that the rate of interest will be zero in the evenly rotating economy. It should be clear from the above discussion why the rate of interest (the pure rate of interest in the ERE) could never be zero. It is determined by individual time preferences, which are all positive. To maintain his position, Schumpeter was forced to assert, as does Frank Knight, that capital maintains itself permanently in the ERE. If there is no problem of maintenance, then there appears to be no necessity for the payment of interest in order to maintain the capital structure. This view, treated above, is apparently derived from the static state of J.B. Clark and seems to follow purely by definition, since the value of capital is maintained by definition in the ERE. But this, of course, is no answer whatever; the important question is: How is this constancy maintained? And the only answer can be that it is maintained by the decisions of capitalists induced by a rate of interest return. If the rate of interest paid were zero, complete capital consumption would ensue.

192

Η οριστική κριτική των Mises και Robbins στη θεωρία του Schumpeter περί μηδενικού επιτοκίου, την οποία επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε παραπάνω, έχει δεχθεί επίθεση από δύο μαθητές του Schumpeter.288 Πρώτον, αρνούνται ότι η σταθερότητα του κεφαλαίου υποτίθεται εξ ορισμού στην ERE του Schumpeter· αντιθέτως, «συνάγεται από τις συνθήκες του συστήματος». Ποιες είναι αυτές οι συνθήκες; Υπάρχει, πρώτον, η απουσία αβεβαιότητας σχετικά με το μέλλον. Αυτό, πράγματι, θα φαινόταν να αποτελεί συνθήκη για οποιαδήποτε ERE. Οι Clemence και Doody, όμως, προσθέτουν: «Ούτε υπάρχει χρονική προτίμηση, εκτός εάν την εισαγάγουμε ως ειδική υπόθεση, οπότε μπορεί να είναι είτε θετική είτε αρνητική, όπως προτιμούμε, και δεν υπάρχει τίποτε περαιτέρω προς συζήτηση». Με μια τέτοια αντίληψη της χρονικής προτίμησης, πράγματι δεν υπάρχει τίποτε προς συζήτηση. Ολόκληρη η βάση του καθαρού επιτοκίου, η οποία καθιστά αναγκαίες τις πληρωμές τόκου, είναι η χρονική προτίμηση· και εάν υποθέσουμε αβασάνιστα ότι η χρονική προτίμηση είτε δεν υπάρχει είτε δεν έχει καμία διακριτή επίδραση, τότε προκύπτει πολύ εύκολα ότι το καθαρό επιτόκιο είναι μηδενικό. Η «απόδειξη» των συγγραφέων συνίσταται απλώς στην αγνόηση του ισχυρού, καθολικού γεγονότος της χρονικής προτίμησης.289

The conclusive Mises-Robbins critique of Schumpeter’s theory of the zero rate of interest, which we have tried to present above, has been attacked by two of Schumpeter’s disciples. First, they deny that constancy of capital is assumed by definition in Schumpeter’s ERE; instead it is “deduced from the conditions of the system.” What are these conditions? There is, first, the absence of uncertainty concerning the future. This, indeed, would seem to be the condition for any ERE. But Clemence and Doody add: “Neither is there time preference unless we introduce it as a special assumption, in which case it may be either positive or negative as we prefer, and there is nothing further to discuss.” With such a view of time preference, there is indeed nothing to discuss. The whole basis for pure interest, requiring interest payments, is time preference, and if we casually assume that time preference is either nonexistent or has no discernible influence, then it follows very easily that the pure rate of interest is zero. The authors’ “proof” simply consists of ignoring the powerful, universal fact of time preference.

193

← Κεφάλαιο 5. Παραγωγή: Η ΔιάρθρωσηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 7. Παραγωγή: Γενική Τιμολόγηση των Συντελεστών →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»