Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 5. Παραγωγή: Η Διάρθρωση
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 4. Τιμές και ΚατανάλωσηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 6. Παραγωγή: Το Επιτόκιο και ο Προσδιορισμός του →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
1. Ορισμένες θεμελιώδεις αρχές της δράσης
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. Some Fundamental Principles of Action
Η ανάλυση των παραγωγικών δραστηριοτήτων —των δράσεων που καταλήγουν τελικά στην απόκτηση καταναλωτικών αγαθών— είναι εξαιρετικά περίπλοκη όταν αφορά μια σύνθετη χρηματική οικονομία της αγοράς. Είναι, επομένως, προτιμότερο να συνοψίσουμε τώρα ορισμένες από τις θεμελιώδεις αρχές που διατυπώθηκαν στο κεφάλαιο 1 και έχουν την αμεσότερη εφαρμογή εδώ. Στο κεφάλαιο εκείνο εφαρμόσαμε αυτές τις αρχές μόνο σε μια οικονομία τύπου Crusoe. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, εφαρμόζονται σε κάθε τύπο οικονομίας και αποτελούν απαραίτητα κλειδιά για την ανάλυση της σύνθετης σύγχρονης οικονομίας. Ορισμένες από αυτές τις θεμελιώδεις αρχές είναι οι εξής:
THE ANALYSIS OF PRODUCTION ACTIVITIES—the actions that eventually result in the attainment of consumers’ goods—is a highly intricate one for a complex, monetary market economy. It is best, therefore, to summarize now some of the most applicable of the fundamental principles formulated in chapter 1. In that chapter we applied those principles to a Crusoe economy only. Actually, however, they are applicable to any type of economy and are the indispensable keys to the analysis of the complex modern economy. Some of these fundamental principles are:
(1) Κάθε άτομο δρα κατά τρόπο ώστε το προσδοκώμενο ψυχικό έσοδο, ή η αποκόμιση χρησιμότητας, από τη δράση του να υπερβαίνει το ψυχικό της κόστος. Το τελευταίο είναι η θυσιαζόμενη χρησιμότητα της αμέσως καλύτερης εναλλακτικής δυνατότητας που θα μπορούσε να επιλέξει με τα διαθέσιμα μέσα. Τόσο το ψυχικό έσοδο όσο και το ψυχικό κόστος είναι αμιγώς υποκειμενικά για το άτομο. Εφόσον κάθε δράση αφορά μονάδες της διαθέσιμης ποσότητας ενός αγαθού, μπορούμε να αναφερόμαστε σε αυτές τις υποκειμενικές εκτιμήσεις ως οριακή χρησιμότητα και οριακό κόστος, με τον όρο «οριακό» να δηλώνει τη δράση σε διαδοχικά βήματα.
(1) Each individual acts so that the expected psychic revenue, or achievement of utility, from his action will exceed its psychic cost. The latter is the forgone utility of the next best alternative that he could adopt with the available means. Both the psychic revenue and the psychic cost are purely subjective to the individual. Since all action deals with units of supply of a good, we may refer to these subjective estimates as marginal utility and marginal cost, the marginal signifying action in steps.
(2) Κάθε άνθρωπος δρα στην παρούσα στιγμή, βάσει των παρόντων κλιμάκων αξιών του, για να επιτύχει προσδοκώμενα τελικά αποτελέσματα στο μέλλον. Κάθε άνθρωπος δρα, επομένως, για να περιέλθει σε μια ορισμένη ικανοποιητική κατάσταση στο μέλλον. Καθένας έχει έναν χρονικό ορίζοντα μελλοντικών χρονικών στιγμών προς τις οποίες κατευθύνονται οι δράσεις του. Χρησιμοποιεί τα παρόντα δεδομένα μέσα, σύμφωνα με τις τεχνολογικές του αντιλήψεις, για να επιτύχει τους σκοπούς του στο μέλλον.
(2) Each person acts in the present instant, on the basis of present value scales, to obtain anticipated end results in the future. Each person acts, therefore, to arrive at a certain satisfactory state in the future. Each has a temporal horizon of future dates toward which his actions are directed. He uses present given means, according to his technological ideas, to attain his ends in the future.
(3) Κάθε άνθρωπος προτιμά και θα επιχειρήσει να επιτύχει την ικανοποίηση ενός δεδομένου σκοπού στο παρόν αντί της ικανοποίησης του ίδιου σκοπού στο μέλλον. Αυτός είναι ο νόμος της χρονικής προτίμησης.
(3) Every person prefers and will attempt to achieve the satisfaction of a given end in the present to the satisfaction of that end in the future. This is the law of time preference.
(4) Όλα τα αγαθά κατανέμονται από κάθε άτομο σύμφωνα με τη χρησιμότητα που έχουν γι’ αυτό. Ένα απόθεμα μονάδων ενός αγαθού κατανέμεται πρώτα στις υψηλότερα αξιολογούμενες χρήσεις του, κατόπιν στην αμέσως επόμενη υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση του κ.ο.κ. Ένα αγαθό ορίζεται ως διαθέσιμη ποσότητα μίας ή περισσότερων εναλλάξιμων μονάδων. Επομένως, κάθε μονάδα θα αξιολογείται πάντοτε εξίσου με κάθε άλλη. Εάν μία μονάδα του αποθέματος παραχωρηθεί ή διατεθεί, εκείνη που θα εγκαταλειφθεί θα είναι η χαμηλότερα αξιολογούμενη χρήση μιας μονάδας. Επομένως, η αξία κάθε μονάδας της διαθέσιμης ποσότητας ενός αγαθού ισούται με τη χρησιμότητα της χαμηλότερα αξιολογούμενης από τις παρούσες χρήσεις του. Αυτή η οριακή χρησιμότητα μειώνεται καθώς αυξάνεται το απόθεμα κάθε αγαθού. Η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης μιας μονάδας στο απόθεμα ισούται με τη χρησιμότητα μιας μονάδας στην αμέσως επόμενη υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση της, δηλαδή στον υψηλότερα αξιολογούμενο από τους σκοπούς που δεν έχουν ακόμη ικανοποιηθεί. Έτσι προκύπτουν ο νόμος της οριακής χρησιμότητας και ο νόμος της κατανομής των αγαθών.
(4) All goods are distributed by each individual in accordance with their utility to him. A stock of the units of a good is allocated first to its most highly valued uses, then to its next most highly valued use, etc. The definition of a good is that it consists of an interchangeable supply of one or more units. Therefore, every unit will always be valued equally with every other. If a unit of a stock is given up or disposed of, the least highly valued use for one unit will be the one given up. Therefore, the value of each unit of the supply of a good is equal to the utility of the least highly valued of its present uses. This marginal utility diminishes as the stock of each good increases. The marginal utility of addition of a unit to the stock equals the utility of a unit in its next most highly valued use, i.e., the most highly valued of the not yet satisfied ends. This provides us with the law of marginal utility and the law of allocation of goods.
(5) Κατά τον τεχνικό συνδυασμό συντελεστών παραγωγής για την παραγωγή ενός προϊόντος, καθώς ένας συντελεστής μεταβάλλεται και οι υπόλοιποι παραμένουν σταθεροί, υπάρχει ένα άριστο σημείο — ένα σημείο μέγιστου μέσου προϊόντος που παράγεται από τον συντελεστή. Αυτός είναι ο νόμος των αποδόσεων. Βασίζεται στο ίδιο το γεγονός της ύπαρξης ανθρώπινης δράσης.
(5) In the technical combination of factors of production to yield a product, as one factor varies and the others remain constant, there is an optimum point—a point of maximum average product produced by the factor. This is the law of returns. It is based on the very fact of the existence of human action.
(6) Και γνωρίζουμε από το κεφάλαιο 2 ότι η τιμή οποιουδήποτε αγαθού στην αγορά θα τείνει να είναι ενιαία σε ολόκληρη την αγορά. Η τιμή καθορίζεται από τους πίνακες προσφοράς και ζήτησης, οι οποίοι με τη σειρά τους καθορίζονται από τις κλίμακες αξιών των ατόμων στην αγορά.
(6) And we know from chapter 2 that the price of any good on the market will tend to be uniform throughout the market. The price is determined by supply and demand schedules, which are themselves determined by the value scales of the individuals in the market.
Η ανάλυση των παραγωγικών δραστηριοτήτων σε μια χρηματική οικονομία της αγοράς είναι εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα. Η εξήγηση αυτών των δραστηριοτήτων, και ειδικότερα του προσδιορισμού των τιμών και, επομένως, των αμοιβών των συντελεστών, της κατανομής των συντελεστών και του σχηματισμού κεφαλαίου, μπορεί να αναπτυχθεί μόνο εάν χρησιμοποιήσουμε τη νοητική κατασκευή της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας.
Analysis of the activities of production in a monetary market economy is a highly complex matter. An explanation of these activities, in particular the determination of prices and therefore the return to factors, the allocation of factors, and the formation of capital, can be developed only if we use the mental construction of the evenly rotating economy.
Η κατασκευή αυτή αναπτύσσεται ως εξής: Αντιλαμβανόμαστε ότι ο πραγματικός κόσμος της δράσης είναι ένας κόσμος διαρκούς μεταβολής. Οι ατομικές κλίμακες αξιών, οι τεχνολογικές αντιλήψεις και οι ποσότητες των διαθέσιμων μέσων μεταβάλλονται συνεχώς. Οι μεταβολές αυτές ωθούν διαρκώς την οικονομία προς διάφορες κατευθύνσεις. Οι κλίμακες αξιών μεταβάλλονται και η καταναλωτική ζήτηση μετατοπίζεται από το ένα αγαθό στο άλλο. Οι τεχνολογικές αντιλήψεις μεταβάλλονται και οι συντελεστές χρησιμοποιούνται με διαφορετικούς τρόπους. Και οι δύο τύποι μεταβολής έχουν διαφορετικές επιδράσεις στις τιμές. Οι χρονικές προτιμήσεις μεταβάλλονται, με ορισμένες επιδράσεις στον τόκο και στον σχηματισμό κεφαλαίου. Το κρίσιμο σημείο είναι το εξής: προτού εκδηλωθούν πλήρως οι επιδράσεις οποιασδήποτε μεμονωμένης μεταβολής, παρεμβαίνουν άλλες μεταβολές. Εκείνο που πρέπει, ωστόσο, να εξετάσουμε μέσω του συλλογισμού είναι τι θα συνέβαινε εάν δεν παρενέβαιναν μεταβολές. Με άλλα λόγια, τι θα συνέβαινε εάν οι κλίμακες αξιών, οι τεχνολογικές αντιλήψεις και οι δεδομένοι πόροι παρέμεναν σταθεροί; Τι θα συνέβαινε τότε στις τιμές, στην παραγωγή και στις μεταξύ τους σχέσεις; Οι δεδομένες αξίες, η τεχνολογία και οι πόροι, όποια και αν είναι η συγκεκριμένη μορφή τους, παραμένουν σταθερά. Στην περίπτωση αυτή, η οικονομία τείνει προς μια κατάσταση στην οποία περιστρέφεται ομοιόμορφα, δηλαδή στην οποία οι ίδιες δραστηριότητες τείνουν να επαναλαμβάνονται διαρκώς κατά το ίδιο πρότυπο. Οι ρυθμοί παραγωγής κάθε αγαθού παραμένουν σταθεροί, όλες οι τιμές παραμένουν σταθερές, ο συνολικός πληθυσμός παραμένει σταθερός κ.ο.κ. Έτσι, εάν οι αξίες, η τεχνολογία και οι πόροι παραμένουν σταθερά, έχουμε δύο διαδοχικές καταστάσεις: (α) την περίοδο μετάβασης σε μια αμετάβλητη, ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία και (β) τον αμετάβλητο κύκλο της ίδιας της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Αυτό το δεύτερο στάδιο είναι η κατάσταση τελικής ισορροπίας. Πρέπει να διακρίνεται από τις αγοραίες τιμές ισορροπίας που διαμορφώνονται κάθε ημέρα από την αλληλεπίδραση προσφοράς και ζήτησης. Η κατάσταση τελικής ισορροπίας είναι εκείνη την οποία η οικονομία τείνει πάντοτε να προσεγγίζει. Εάν τα δεδομένα μας —οι αξίες, η τεχνολογία και οι πόροι — παρέμεναν σταθερά, η οικονομία θα κινούνταν προς τη θέση τελικής ισορροπίας και θα παρέμενε εκεί. Στην πραγματική ζωή, ωστόσο, τα δεδομένα μεταβάλλονται συνεχώς και, επομένως, προτού φτάσει σε ένα σημείο τελικής ισορροπίας, η οικονομία πρέπει να αλλάξει κατεύθυνση προς κάποια άλλη θέση τελικής ισορροπίας.
This construction is developed as follows: We realize that the real world of action is one of continual change. Individual value scales, technological ideas, and the quantities of means available are always changing. These changes continually impel the economy in various directions. Value scales change, and consumer demand shifts from one good to another. Technological ideas change, and factors are used in different ways. Both types of change have differing effects on prices. Time preferences change, with certain effects on interest and capital formation. The crucial point is this: before the effects of any one change are completely worked out, other changes intervene. What we must consider, however, by the use of reasoning, is what would happen if no changes intervened. In other words, what would occur if value scales, technological ideas, and the given resources remained constant? What would then happen to prices and production and their relations? Given values, technology, and resources, whatever their concrete form, remain constant. In that case, the economy tends toward a state of affairs in which it is evenly rotating, i.e., in which the same activities tend to be repeated in the same pattern over and over again. Rates of production of each good remain constant, all prices remain constant, total population remains constant, etc. Thus, if values, technology, and resources remain constant, we have two successive states of affairs: (a) the period of transition to an unchanging, evenly rotating economy, and (b) the unchanging round of the evenly rotating economy itself. This latter stage is the state of final equilibrium. It is to be distinguished from the market equilibrium prices that are set each day by the interaction of supply and demand. The final equilibrium state is one which the economy is always tending to approach. If our data—values, technology, and resources—remained constant, the economy would move toward the final equilibrium position and remain there. In actual life, however, the data are always changing, and therefore, before arriving at a final equilibrium point, the economy must shift direction, towards some other final equilibrium position.
Συνεπώς, η θέση τελικής ισορροπίας μεταβάλλεται διαρκώς και, κατά συνέπεια, καμία τέτοια θέση δεν επιτυγχάνεται ποτέ στην πράξη. Μολονότι, όμως, δεν επιτυγχάνεται ποτέ στην πράξη, έχει πολύ πραγματική σημασία. Πρώτον, μοιάζει με τον μηχανικό λαγό που καταδιώκει ο σκύλος. Στην πράξη δεν τον φτάνει ποτέ και εκείνος αλλάζει συνεχώς θέση, αλλά εξηγεί την κατεύθυνση προς την οποία κινείται ο σκύλος. Δεύτερον, η πολυπλοκότητα του συστήματος της αγοράς είναι τέτοια, ώστε δεν μπορούμε να αναλύσουμε τις τιμές και τα εισοδήματα των συντελεστών σε έναν κόσμο διαρκούς μεταβολής, εάν δεν αναλύσουμε πρώτα τον προσδιορισμό τους σε έναν ομοιόμορφα περιστρεφόμενο κόσμο, όπου δεν υπάρχει μεταβολή και όπου οι δεδομένες συνθήκες αφήνονται να εκδηλώσουν πλήρως τις συνέπειές τους.
Hence, the final equilibrium position is always changing, and consequently no one such position is ever reached in practice. But even though it is never reached in practice, it has a very real importance. In the first place, it is like the mechanical rabbit being chased by the dog. It is never reached in practice and it is always changing, but it explains the direction in which the dog is moving. Secondly, the complexity of the market system is such that we cannot analyze factor prices and incomes in a world of continual change unless we first analyze their determination in an evenly rotating world where there is no change and where given conditions are allowed to work themselves out to the full.
Ασφαλώς, σε αυτό το στάδιο της έρευνας δεν μας ενδιαφέρουν οι ηθικές αξιολογήσεις της γνώσης μας. Δεν αποδίδουμε καμία ηθική υπεροχή στη θέση ισορροπίας. Πρόκειται για μια έννοια που χρησιμεύει στην επιστημονική εξήγηση της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Certainly at this stage of inquiry we are not interested in ethical evaluations of our knowledge. We are attaching no ethical merit to the equilibrium position. It is a concept for scientific explanation of human activity.
Ο αναγνώστης θα μπορούσε να ρωτήσει γιατί επιτρέπεται μια τόσο «μη ρεαλιστική» έννοια όπως η τελική ισορροπία, ενώ έχουμε ήδη διατυπώσει και θα διατυπώσουμε σοβαρές επικρίσεις κατά της χρήσης διαφόρων μη ρεαλιστικών και αντιρεαλιστικών προκειμένων στην οικονομική επιστήμη. Για παράδειγμα, όπως θα δούμε, η θεωρία του «καθαρού ανταγωνισμού», τόσο διαδεδομένη μεταξύ των σημερινών συγγραφέων, βασίζεται σε αδύνατες προκείμενες. Η θεωρία αναπτύσσεται κατόπιν σε αυτή τη βάση και όχι μόνο εφαρμόζεται άκριτα στον πραγματικό κόσμο, αλλά χρησιμοποιείται μάλιστα ως ηθικό θεμέλιο για την κριτική των πραγματικών «αποκλίσεων» από τη θεωρία αυτή. Οι έννοιες των «κλάσεων αδιαφορίας» και των απειροελάχιστων βημάτων αποτελούν άλλα παραδείγματα εσφαλμένων προκειμένων που χρησιμοποιούνται ως βάση εξαιρετικά περίτεχνων θεωρητικών κατασκευών. Η έννοια της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, ωστόσο, όταν χρησιμοποιείται με προσοχή, δεν υπόκειται σε αυτές τις επικρίσεις. Διότι αποτελεί μια πάντοτε παρούσα δύναμη, εφόσον είναι ο στόχος προς τον οποίο κινείται διαρκώς το πραγματικό σύστημα, η τελική θέση ηρεμίας στην οποία, βάσει των δεδομένων, πράγματι υφιστάμενων κλιμάκων αξιών, όλα τα άτομα θα είχαν φτάσει στις υψηλότερες θέσεις των κλιμάκων αξιών τους, με δεδομένη την τεχνολογία και τους πόρους. Η έννοια αυτή, επομένως, έχει θεμιτή σημασία που εδράζεται στην πραγματικότητα.
The reader might ask why such an “unrealistic” concept as final equilibrium is permissible, when we have already presented and will present grave strictures against the use of various unrealistic and antirealistic premises in economics. For example, as we shall see, the theory of “pure competition,” so prevalent among writers today, is based on impossible premises. The theory is then worked out along these lines and not only applied uncritically to the real world, but actually used as an ethical base from which to criticize the real “deviations” from this theory. The concepts of “indifference classes” and of infinitely small steps are other examples of false premises that are used as the basis of highly elaborate theoretical structures. The concept of the evenly rotating economy, however, when used with care, is not open to these criticisms. For this is an ever-present force, since it is the goal toward which the actual system is always moving, the final position of rest, at which, on the basis of the given, actually existing value scales, all individuals would have attained the highest positions on their value scales, given the technology and resources. This concept, then, is of legitimate and realistic importance.
Πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε, ωστόσο, ότι, ενώ η τελική ισορροπία είναι ο στόχος προς τον οποίο κινείται η οικονομία σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, οι μεταβολές των δεδομένων αλλάζουν αυτή τη θέση και, επομένως, μετατοπίζουν την κατεύθυνση της κίνησης. Συνεπώς, σε έναν δυναμικό κόσμο δεν υπάρχει τίποτε το ηθικά ανώτερο σε μια θέση τελικής ισορροπίας. Στην πραγματικότητα, εφόσον υπάρχουν ανικανοποίητες επιθυμίες —διαφορετικά δεν θα υπήρχε δράση —, μια τέτοια κατάσταση απουσίας μεταβολής θα ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη, διότι θα συνεπαγόταν ότι δεν θα ήταν δυνατή καμία περαιτέρω ικανοποίηση επιθυμιών. Επιπλέον, πρέπει να θυμόμαστε ότι μια κατάσταση τελικής ισορροπίας τείνει να αποτελεί, μολονότι δεν μπορεί ποτέ πράγματι να αποτελέσει, το αποτέλεσμα της δραστηριότητας της αγοράς και όχι την προϋπόθεσή της. Υπερβολικά πολλοί συγγραφείς, για παράδειγμα, διαπιστώνοντας ότι στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία όλα τα επιχειρηματικά κέρδη και οι ζημίες θα ήταν μηδενικά, έχουν καταλήξει με κάποιον τρόπο στο συμπέρασμα ότι αυτό πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση κάθε θεμιτής δραστηριότητας στην αγορά. Δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη παρανόηση της αγοράς ή μεγαλύτερη κατάχρηση της έννοιας της ισορροπίας.
We must always remember, however, that while a final equilibrium is the goal toward which the economy is moving at any particular time, changes in the data alter this position and therefore shift the direction of movement. Therefore, there is nothing in a dynamic world that is ethically better about a final equilibrium position. As a matter of fact, since wants are unsatisfied (otherwise there would be no action), such a position of no change would be most unfortunate, since it would imply that no further want-satisfaction would be possible. Furthermore, we must remember that a final equilibrium situation tends to be, though it can never actually be, the result of market activity, and not the condition of such activity. Far too many writers, for example, discerning that in the evenly rotating economy entrepreneurial profits and losses would all be zero, have somehow concluded that this must be the condition for any legitimate activity on the market. There could hardly be a greater misconception of the market or a greater abuse of the equilibrium concept.
Ένας άλλος κίνδυνος κατά τη χρήση αυτής της έννοιας είναι ότι οι αμιγώς στατικές, ουσιαστικά άχρονες συνθήκες της προσφέρονται εξαιρετικά για τη χρήση των μαθηματικών. Τα μαθηματικά στηρίζονται σε εξισώσεις που απεικονίζουν αμοιβαίες σχέσεις μεταξύ δύο ή περισσότερων «συναρτήσεων». Καθαυτές, βεβαίως, τέτοιες μαθηματικές διαδικασίες δεν έχουν σημασία, διότι δεν θεμελιώνουν αιτιακές σχέσεις. Έχουν ύψιστη σημασία στη φυσική, για παράδειγμα, επειδή η επιστήμη αυτή ασχολείται με ορισμένες παρατηρούμενες κανονικότητες της κίνησης σωματιδίων ύλης, τα οποία πρέπει να θεωρούμε ότι στερούνται κινήτρων. Αυτά τα σωματίδια κινούνται σύμφωνα με ορισμένους επακριβώς παρατηρήσιμους, ακριβείς, ποσοτικούς νόμους. Τα μαθηματικά είναι απαραίτητα για τη διατύπωση των νόμων που συνδέουν αυτές τις μεταβλητές και για τη διατύπωση θεωρητικών εξηγήσεων των παρατηρούμενων φαινομένων. Στην ανθρώπινη δράση, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική, αν όχι διαμετρικά αντίθετη. Ενώ στη φυσική οι αιτιακές σχέσεις μπορούν μόνο να διατυπωθούν υποθετικά και κατόπιν να επαληθευτούν κατά προσέγγιση με αναφορά σε ακριβείς παρατηρήσιμες κανονικότητες, στην πραξεολογία γνωρίζουμε την αιτιακή δύναμη που επενεργεί. Αυτή η αιτιακή δύναμη είναι η ανθρώπινη δράση, η συμπεριφορά που έχει κίνητρα, είναι σκόπιμη και κατευθύνεται προς ορισμένους σκοπούς. Οι καθολικές πτυχές αυτής της συμπεριφοράς μπορούν να αναλυθούν λογικά. Δεν έχουμε να κάνουμε με «συναρτησιακές», ποσοτικές σχέσεις μεταξύ μεταβλητών, αλλά με την ανθρώπινη λογική και βούληση που προκαλούν ορισμένη δράση, η οποία δεν είναι «προσδιορίσιμη» από εξωτερικές δυνάμεις ούτε αναγώγιμη σε αυτές. Επιπλέον, εφόσον τα δεδομένα της ανθρώπινης δράσης μεταβάλλονται συνεχώς, δεν υπάρχουν ακριβείς ποσοτικές σχέσεις στην ανθρώπινη ιστορία. Στη φυσική, οι ποσοτικές σχέσεις, ή νόμοι, είναι σταθερές· θεωρείται ότι ισχύουν για οποιαδήποτε χρονική στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας, παρελθούσα, παρούσα ή μελλοντική. Στο πεδίο της ανθρώπινης δράσης δεν υπάρχουν τέτοιες ποσοτικές σταθερές. Δεν υπάρχουν σταθερές σχέσεις που να ισχύουν για διαφορετικές περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας. Οι μόνοι «φυσικοί νόμοι» —εάν επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε έναν τόσο παλαιομοδίτικο, αλλά απολύτως θεμιτό, χαρακτηρισμό για τέτοιες σταθερές κανονικότητες— στην ανθρώπινη δράση είναι ποιοτικοί και όχι ποσοτικοί. Τέτοιοι είναι, για παράδειγμα, ακριβώς οι νόμοι που συνάγονται στην πραξεολογία και στην οικονομική επιστήμη: το γεγονός της δράσης, η χρήση μέσων για την επίτευξη σκοπών, η χρονική προτίμηση, η φθίνουσα οριακή χρησιμότητα κ.λπ.216
Another danger in the use of this concept is that its purely static, essentially timeless, conditions are all too well suited for the use of mathematics. Mathematics rests on equations, which portray mutual relationships between two or more “functions.” Of themselves, of course, such mathematical procedures are unimportant, since they do not establish causal relationships. They are of the greatest importance in physics, for example, because that science deals with certain observed regularities of motion by particles of matter that we must regard as unmotivated. These particles move according to certain precisely observable, exact, quantitative laws. Mathematics is indispensable in formulating the laws among these variables and in formulating theoretical explanations for the observed phenomena. In human action, the situation is entirely different, if not diametrically opposite. Whereas in physics, causal relations can only be assumed hypothetically and later approximately verified by referring to precise observable regularities, in praxeology we know the causal force at work. This causal force is human action, motivated, purposeful behavior, directed at certain ends. The universal aspects of this behavior can be logically analyzed. We are not dealing with “functional,” quantitative relations among variables, but with human reason and will causing certain action, which is not “determinable” or reducible to outside forces. Furthermore, since the data of human action are always changing, there are no precise, quantitative relationships in human history. In physics, the quantitative relationships, or laws, are constant; they are considered to be valid for any point in human history, past, present, or future. In the field of human action, there are no such quantitative constants. There are no constant relationships valid for different periods in human history. The only “natural laws” (if we may use such an old-fashioned but perfectly legitimate label for such constant regularities) in human action are qualitative rather than quantitative. They are, for example, precisely the laws educed in praxeology and economics—the fact of action, the use of means to achieve ends, time preference, diminishing marginal utility, etc.
Οι μαθηματικές εξισώσεις, λοιπόν, είναι κατάλληλες και χρήσιμες όπου υπάρχουν σταθερές ποσοτικές σχέσεις μεταξύ μεταβλητών που στερούνται κινήτρων. Είναι εξαιρετικά ακατάλληλες για την πραξεολογία και την οικονομική επιστήμη. Στα τελευταία αυτά πεδία, η κατάλληλη μέθοδος είναι η λεκτική, λογική ανάλυση της δράσης και των διαδικασιών της μέσα στον χρόνο. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι κύριες προσπάθειες των «μαθηματικών οικονομολόγων» έχουν κατευθυνθεί προς την περιγραφή της κατάστασης τελικής ισορροπίας μέσω εξισώσεων. Διότι, σε αυτή την κατάσταση, εφόσον οι δραστηριότητες απλώς επαναλαμβάνονται, φαίνεται να υπάρχουν περισσότερα περιθώρια περιγραφής των συνθηκών μέσω συναρτησιακών εξισώσεων. Αυτές οι εξισώσεις, ωστόσο, μπορούν στην καλύτερη περίπτωση μόνο να περιγράψουν αυτή την κατάσταση ισορροπίας.
Mathematical equations, then, are appropriate and useful where there are constant quantitative relations among unmotivated variables. They are singularly inappropriate in praxeology and economics. In the latter fields, verbal, logical analysis of action and its processes through time is the appropriate method. It is not surprising that the main efforts of the “mathematical economists” have been directed toward describing the final equilibrium state by means of equations. For in this state, since activities merely repeat themselves, there seems to be more scope for describing conditions by means of functional equations. These equations, at best, however, can do no more than describe this equilibrium state.
Πέρα από το ότι δεν επιτυγχάνει τίποτε περισσότερο από ό,τι μπορεί να επιτύχει η λεκτική λογική και, επομένως, παραβιάζει την επιστημονική αρχή του ξυραφιού του Occam —ότι η επιστήμη πρέπει να είναι όσο το δυνατόν απλούστερη και σαφέστερη—, μια τέτοια χρήση των μαθηματικών εμπεριέχει σοβαρά σφάλματα και ελαττώματα. Πρώτον, δεν μπορεί να περιγράψει την πορεία μέσω της οποίας η οικονομία προσεγγίζει τη θέση τελικής ισορροπίας. Το έργο αυτό μπορεί να επιτελεστεί μόνο με λεκτική, λογική ανάλυση της αιτιακής δράσης των ανθρώπων. Είναι προφανές ότι αυτό είναι το σημαντικό έργο, διότι αυτή η ανάλυση έχει σημασία για την ανθρώπινη δράση. Η δράση εκτυλίσσεται κατά μήκος μιας πορείας και δεν μπορεί να περιγραφεί μέσα σε έναν αμετάβλητο, ομοιόμορφα περιστρεφόμενο κόσμο. Ο κόσμος χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, και θα δούμε σύντομα ότι δεν μπορούμε καν να οδηγήσουμε την ανάλυση μιας στατικής, ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας έως τη λογική της κατάληξη. Η υπόθεση μιας ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας είναι απλώς ένα επικουρικό εργαλείο που μας βοηθά στην ανάλυση της πραγματικής δράσης. Εφόσον τα μαθηματικά προσαρμόζονται λιγότερο άσχημα σε μια στατική κατάσταση, οι συγγραφείς της μαθηματικής προσέγγισης τείνουν να επικεντρώνονται σε αυτήν, παρέχοντας έτσι μια ιδιαίτερα παραπλανητική εικόνα του κόσμου της δράσης. Τέλος, οι μαθηματικές εξισώσεις της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας περιγράφουν μόνο μια στατική κατάσταση, εκτός χρόνου.217 Διαφέρουν ριζικά από τις μαθηματικές εξισώσεις της φυσικής, οι οποίες περιγράφουν μια διαδικασία μέσα στον χρόνο· ακριβώς μέσω αυτής της περιγραφής σταθερών ποσοτικών σχέσεων στην κίνηση των στοιχείων προσφέρουν τα μαθηματικά τη μεγάλη τους υπηρεσία στις φυσικές επιστήμες. Πόσο διαφορετική είναι η οικονομική επιστήμη, όπου τα μαθηματικά, στην καλύτερη περίπτωση, μπορούν μόνο να περιγράψουν ανεπαρκώς ένα άχρονο τελικό αποτέλεσμα!218
Aside from doing no more than verbal logic can do, and therefore violating the scientific principle of Occam’s razor—that science should be as simple and clear as possible—such a use of mathematics contains grave errors and defects within itself. In the first place, it cannot describe the path by which the economy approaches the final equilibrium position. This task can be performed only by verbal, logical analysis of the causal action of human beings. It is evident that this task is the important one, since it is this analysis that is significant for human action. Action moves along a path and is not describable in an unchanging, evenly rotating world. The world is an uncertain one, and we shall see shortly that we cannot even pursue to its logical conclusion the analysis of a static, evenly rotating economy. The assumption of an evenly rotating economy is only an auxiliary tool in aiding us in the analysis of real action. Since mathematics is least badly accommodated to a static state, mathematical writers have tended to be preoccupied with this state, thus providing a particularly misleading picture of the world of action. Finally, the mathematical equations of the evenly rotating economy describe only a static situation, outside of time. They differ drastically from the mathematical equations of physics, which describe a process through time; it is precisely through this description of constant, quantitative relations in the motion of elements that mathematics renders its great service in natural science. How different is economics, where mathematics, at best, can only inadequately describe a timeless end result!
Η χρήση της μαθηματικής έννοιας της «συνάρτησης» είναι ιδιαίτερα ακατάλληλη σε μια επιστήμη της ανθρώπινης δράσης. Αφενός, η ίδια η δράση δεν είναι συνάρτηση κανενός πράγματος, εφόσον η «συνάρτηση» συνεπάγεται συγκεκριμένη, μονοσήμαντη, μηχανική κανονικότητα και προσδιορισμό. Αφετέρου, τα μαθηματικά των συστημάτων ταυτόχρονων εξισώσεων, τα οποία στη φυσική πραγματεύονται κίνηση χωρίς κίνητρα, δίνουν έμφαση στον αμοιβαίο προσδιορισμό. Στην ανθρώπινη δράση, ωστόσο, η γνωστή αιτιακή δύναμη της δράσης καθορίζει τα αποτελέσματα προς μία και μόνη κατεύθυνση. Αυτή η κατάφωρη παρανόηση της μελέτης της ανθρώπινης δράσης από συγγραφείς με μαθηματικό προσανατολισμό αποτυπώθηκε σε μια συνεχιζόμενη επίθεση του καθηγητή George Stigler κατά του Eugen Böhm-Bawerk, ενός από τους μεγαλύτερους οικονομολόγους όλων των εποχών:
The use of the mathematical concept of “function” is particularly inappropriate in a science of human action. On the one hand, action itself is not a function of anything, since “function” implies definite, unique, mechanical regularity and determination. On the other hand, the mathematics of simultaneous equations, dealing in physics with unmotivated motion, stresses mutual determination. In human action, however, the known causal force of action unilinearly determines the results. This gross misconception by mathematically inclined writers on the study of human action was exemplified during a running attack on Eugen Böhm-Bawerk, one of the greatest of all economists, by Professor George Stigler:
... και όμως, το αξίωμα της συνέχειας των συναρτήσεων χρησιμότητας και ζήτησης —το οποίο είναι μη ρεαλιστικό μόνο σε μικρό βαθμό και απαραίτητο για την αναλυτική επεξεργασία — δεν γίνεται ποτέ αποδεκτό. Μια σημαντικότερη αδυναμία είναι η αποτυχία του Böhm-Bawerk να κατανοήσει ορισμένα από τα ουσιωδέστερα στοιχεία της σύγχρονης οικονομικής θεωρίας, τις έννοιες του αμοιβαίου προσδιορισμού και της ισορροπίας, οι οποίες αναπτύχθηκαν με τη χρήση της θεωρίας των συστημάτων ταυτόχρονων εξισώσεων. Ο αμοιβαίος προσδιορισμός απορρίπτεται περιφρονητικά υπέρ της παλαιότερης έννοιας του αιτίου και του αποτελέσματος.219
. . . yet the postulate of continuity of utility and demand functions (which is unrealistic only to a minor degree, and essential to analytic treatment) is never granted. A more important weakness is Böhm- Bawerk’s failure to understand some of the most essential elements of modern economic theory, the concepts of mutual determination and equilibrium (developed by the use of the theory of simultaneous equations). Mutual determination is spurned for the older concept of cause and effect.4
Η «αδυναμία» που εκδηλώνεται εδώ δεν είναι του Böhm-Bawerk, αλλά εκείνων που, όπως ο καθηγητής Stigler, επιχειρούν μάταια και εσφαλμένα να οικοδομήσουν την οικονομική επιστήμη κατά το πρότυπο της μαθηματικής φυσικής και, ειδικότερα, της κλασικής μηχανικής.220
The “weakness” displayed here is not that of Böhm-Bawerk, but of those, like Professor Stigler, who attempt vainly and fallaciously to construct economics on the model of mathematical physics, specifically, of classical mechanics.
Επιστρέφοντας στην έννοια της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, το σφάλμα των μαθηματικών οικονομολόγων είναι ότι την αντιμετωπίζουν ως πραγματική, ακόμη και ιδανική, κατάσταση, ενώ αποτελεί απλώς μια νοητική έννοια που μας επιτρέπει να αναλύουμε την αγορά και τις ανθρώπινες δραστηριότητες μέσα σε αυτήν. Είναι απαραίτητη επειδή αποτελεί τον στόχο, μολονότι διαρκώς μεταβαλλόμενο, της δράσης και της ανταλλαγής· από την άλλη πλευρά, τα δεδομένα δεν μπορούν ποτέ να παραμείνουν αμετάβλητα για αρκετό χρόνο ώστε να πραγματοποιηθεί. Δεν μπορούμε να συλλάβουμε με πλήρη συνέπεια μια κατάσταση χωρίς μεταβολή ή αβεβαιότητα και, επομένως, χωρίς δράση. Η ομοιόμορφα περιστρεφόμενη κατάσταση, για παράδειγμα, θα ήταν ασύμβατη με την ύπαρξη του χρήματος, του ίδιου του μέσου που βρίσκεται στο επίκεντρο ολόκληρης της δομής των ανταλλαγών. Διότι το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα ζητείται και διακρατείται μόνο επειδή είναι περισσότερο εμπορεύσιμο από άλλα εμπορεύματα, δηλαδή επειδή ο κάτοχός του είναι περισσότερο βέβαιος ότι θα μπορέσει να το ανταλλάξει. Σε έναν κόσμο όπου οι τιμές και οι ζητήσεις παραμένουν αιωνίως ίδιες, τέτοια ζήτηση χρήματος θα ήταν περιττή. Το χρήμα ζητείται και διακρατείται μόνο επειδή παρέχει μεγαλύτερη βεβαιότητα εύρεσης αγοράς και εξαιτίας των αβεβαιοτήτων ως προς τις ζητήσεις του ατόμου στο εγγύς μέλλον. Εάν καθένας, για παράδειγμα, γνώριζε με ακρίβεια τις δαπάνες του για ολόκληρο το μέλλον του —και αυτό θα ήταν γνωστό στο ομοιόμορφα περιστρεφόμενο σύστημα—, δεν θα υπήρχε λόγος να διατηρεί χρηματικό χρηματικό υπόλοιπο. Το χρήμα θα επενδυόταν έτσι ώστε να επιστρέφεται ακριβώς στα απαιτούμενα ποσά την ημέρα της δαπάνης. Εάν, όμως, κανείς δεν επιθυμεί να διακρατεί χρήμα, δεν θα υπάρχει χρήμα ούτε σύστημα χρηματικών τιμών. Ολόκληρη η χρηματική αγορά θα κατέρρεε. Έτσι, η ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία είναι μη ρεαλιστική, διότι δεν μπορεί πράγματι να πραγματοποιηθεί και δεν μπορούμε καν να συλλάβουμε με συνέπεια την πραγματοποίησή της. Η ιδέα της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας, όμως, είναι απαραίτητη για την ανάλυση της πραγματικής οικονομίας· υποθέτοντας έναν κόσμο όπου κάθε μεταβολή έχει εκδηλώσει πλήρως τις συνέπειές της, μπορούμε να αναλύσουμε τις κατευθύνσεις της πραγματικής μεταβολής.
To return to the concept of the evenly rotating economy, the error of the mathematical economists is to treat it as a real and even ideal state of affairs, whereas it is simply a mental concept enabling us to analyze the market and human activities on the market. It is indispensable because it is the goal, though evershifting, of action and exchange; on the other hand, the data can never remain unchanged long enough for it to be brought into being. We cannot conceive in all consistency of a state of affairs without change or uncertainty, and therefore without action. The evenly rotating state, for example, would be incompatible with the existence of money, the very medium at the center of the entire exchange structure. For the money commodity is demanded and held only because it is more marketable than other commodities, i.e., because the holder is more sure of being able to exchange it. In a world where prices and demands remain perpetually the same, such demand for money would be unnecessary. Money is demanded and held only because it gives greater assurance of finding a market and because of the uncertainties of the person’s demands in the near future. If everyone, for example, knew his spending precisely over his entire future—and this would be known under the evenly rotating system—there would be no point in his keeping a cash balance of money. It would be invested so that money would be returned in precisely the needed amounts on the day of expenditure. But if no one wishes to hold money, there will be no money and no system of money prices. The entire monetary market would break down. Thus, the evenly rotating economy is unrealistic, for it cannot actually be established and we cannot even conceive consistently of its establishment. But the idea of the evenly rotating economy is indispensable in analyzing the real economy; through hypothesizing a world where all change has worked itself out, we can analyze the directions of actual change.
3. Η δομή της παραγωγής: Ένας κόσμος ειδικών συντελεστών
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. The Structure of Production: A World of Specific Factors
Κρίσιμο για την κατανόηση της παραγωγικής διαδικασίας είναι το ζήτημα της ειδικότητας των συντελεστών, ένα πρόβλημα που θίξαμε στο κεφάλαιο 1. Ειδικός συντελεστής είναι εκείνος που είναι κατάλληλος για την παραγωγή ενός και μόνο προϊόντος. Αμιγώς μη ειδικός συντελεστής θα ήταν εκείνος που είναι εξίσου κατάλληλος για την παραγωγή όλων των δυνατών προϊόντων. Είναι σαφές ότι δεν θα μπορούσαν όλοι οι συντελεστές να είναι αμιγώς μη ειδικοί, διότι τότε όλοι οι συντελεστές θα ήταν πλήρως εναλλάξιμοι, δηλαδή θα χρειαζόταν μόνο ένας συντελεστής. Έχουμε, όμως, δει ότι η ανθρώπινη δράση συνεπάγεται την ύπαρξη περισσότερων του ενός συντελεστών. Ακόμη και η ύπαρξη ενός αμιγώς μη ειδικού συντελεστή είναι αδιανόητη, εάν ορθώς εξετάζουμε την «καταλληλότητα στην παραγωγή» με όρους αξίας και όχι με τεχνολογικούς όρους.221 Πράγματι, εάν αναλύσουμε την έννοια, διαπιστώνουμε ότι δεν έχει νόημα να λέμε πως ένας συντελεστής είναι «εξίσου κατάλληλος» με αμιγώς τεχνολογικούς όρους, διότι δεν υπάρχει τρόπος σύγκρισης των φυσικών ποσοτήτων ενός προϊόντος με εκείνες ενός άλλου. Εάν το X μπορεί να συμβάλει στην παραγωγή τριών μονάδων του A ή δύο μονάδων του B, δεν υπάρχει τρόπος με τον οποίο μπορούμε να συγκρίνουμε αυτές τις μονάδες. Μόνο οι αξιολογήσεις των καταναλωτών καθιερώνουν μια ιεραρχία αξιολογούμενων αγαθών, ενώ η αλληλεπίδρασή τους καθορίζει τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Οι σχετικά μη ειδικοί συντελεστές, λοιπόν, κατανέμονται στα προϊόντα που οι καταναλωτές έχουν αξιολογήσει υψηλότερα. Είναι δύσκολο να συλλάβουμε οποιοδήποτε αγαθό που θα ήταν αμιγώς μη ειδικό και θα είχε ίση αξία σε όλες τις παραγωγικές διαδικασίες. Η κύρια διάκρισή μας, επομένως, είναι μεταξύ του ειδικού συντελεστή, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε έναν μόνο κλάδο παραγωγής, και του μη ειδικού συντελεστή —με ποικίλους βαθμούς δυνατότητας εναλλακτικής χρησιμοποίησης—, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε περισσότερες από μία παραγωγικές διαδικασίες.
Crucial to understanding the process of production is the question of the specificity of factors, a problem we touched on in chapter 1. A specific factor is one suitable to the production of only one product. A purely nonspecific factor would be one equally suited to the production of all possible products. It is clear that not all factors could be purely nonspecific, for in that case all factors would be purely interchangeable, i.e., there would be need for only one factor. But we have seen that human action implies more than one existing factor. Even the existence of one purely nonspecific factor is inconceivable if we properly consider “suitability in production” in value terms rather than in technological terms. In fact, if we analyze the concept, we find that there is no sense in saying that a factor is “equally suitable” in purely technological terms, since there is no way of comparing the physical quantities of one product with those of another. If X can help to produce three units of A or two units of B, there is no way by which we can compare these units. Only the valuation of consumers establishes a hierarchy of valued goods, their interaction setting the prices of the consumers’ goods. (Relatively) nonspecific factors, then, are allocated to those products that the consumers have valued most highly. It is difficult to conceive of any good that would be purely nonspecific and equally valuable in all processes of production. Our major distinction, then, is between the specific factor, which can be used in only one line of production, and the nonspecific factor (of varying degrees of convertibility), which can be used in more than one production process.
Ας εξετάσουμε τώρα για λίγο έναν κόσμο όπου κάθε αγαθό παράγεται αποκλειστικά από περισσότερους ειδικούς συντελεστές. Σε αυτόν τον κόσμο, έναν κόσμο νοητό αν και εξαιρετικά απίθανο, κάθε άνθρωπος, κάθε έκταση γης, κάθε κεφαλαιουχικό αγαθό θα ήταν αναγκαστικά αμετάκλητα δεσμευμένα στην παραγωγή ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Δεν θα υπήρχαν εναλλακτικές χρήσεις οποιουδήποτε αγαθού από τον έναν κλάδο παραγωγής στον άλλον. Σε ολόκληρο τον κόσμο της παραγωγής, λοιπόν, θα υπήρχε ελάχιστο ή καθόλου «οικονομικό πρόβλημα», δηλαδή κανένα πρόβλημα κατανομής σπάνιων μέσων σε εναλλακτικούς σκοπούς. Ασφαλώς, οι καταναλωτές θα εξακολουθούσαν να πρέπει να κατανέμουν τους σπάνιους χρηματικούς τους πόρους στα καταναλωτικά αγαθά που προτιμούν περισσότερο. Στην εκτός αγοράς σφαίρα, καθένας —και πάλι ως καταναλωτής— θα έπρεπε να κατανέμει τον χρόνο και τις δυνάμεις του στην απόλαυση διαφόρων καταναλωτικών αγαθών. Στη σφαίρα της παραγωγής ανταλλάξιμων αγαθών θα εξακολουθούσε να υπάρχει μία κατανομή που θα έκανε κάθε άνθρωπος: πόσο χρόνο θα αφιέρωνε στην εργασία και πόσο στον ελεύθερο χρόνο. Δεν θα υπήρχε, όμως, πρόβλημα ως προς τον τομέα στον οποίο θα εργαζόταν, κανένα πρόβλημα ως προς το τι θα έκανε με οποιαδήποτε έκταση γης, κανένα πρόβλημα ως προς το πώς θα κατένεμε τα κεφαλαιουχικά αγαθά. Η χρησιμοποίηση όλων των συντελεστών θα εξαρτιόταν από τη ζήτηση των καταναλωτών για το τελικό προϊόν.
Now let us for a time consider a world where every good is produced only by several specific factors. In this world, a world that is conceivable, though highly unlikely, every person, every piece of land, every capital good, would necessarily be irrevocably committed to the production of one particular product. There would be no alternative uses of any good from one line of production to another. In the entire world of production, then, there would be little or no “economic problem,” i.e., no problem of allocating scarce means to alternative ends. Certainly, the consumers would still have to allocate their scarce monetary resources to be most preferred consumers’ goods. In the nonmarket sphere, everyone—again as a consumer—would have to allocate his time and energies to the enjoyment of various consumers’ goods. There would still, in the sphere of production of exchangeable goods, be one allocation that every man would make: how much time to devote to labor and how much to leisure. But there would be no problem of which field to labor in, no problem of what to do with any piece of land, no problem of how to allocate capital goods. The employment of the factors would all depend on the consumers’ demand for the final product.
Η δομή της παραγωγής σε έναν τέτοιο κόσμο αμιγώς ειδικών συντελεστών θα ήταν περίπου όπως στο Σχήμα 39. Στο διάγραμμα αυτό βλέπουμε δύο τυπικά καταναλωτικά αγαθά, A και B. Καθένα, που απεικονίζεται ως συμπαγές ορθογώνιο στο κάτω μέρος του διαγράμματος, παράγεται από συντελεστές που συνεργάζονται και ανήκουν στην αμέσως ανώτερη βαθμίδα, η οποία συμβολίζεται με P1, δηλαδή στην πρώτη τάξη παραγωγικών αγαθών. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά της πρώτης βαθμίδας παράγονται, με τη σειρά τους, με τη βοήθεια συνεργαζόμενων συντελεστών της δεύτερης βαθμίδας, και ούτω καθεξής προς τα πάνω.
Η διαδικασία συνεχίζεται λογικά προς τα πάνω έως ότου τα κεφαλαιουχικά αγαθά παράγονται εξ ολοκλήρου από συντελεστές γης και εργασίας, μολονότι αυτό το στάδιο δεν απεικονίζεται στο διάγραμμα. Οι γραμμές συνδέουν τα σημεία για να δείξουν το αιτιακό σχήμα των συντελεστών. Στο διάγραμμα, όλοι οι συντελεστές είναι αμιγώς ειδικοί, εφόσον κανένα αγαθό δεν χρησιμοποιείται σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας ή για διαφορετικά αγαθά. Τα κεντρικά βέλη δείχνουν την αιτιακή κατεύθυνση της προσπάθειας προς τα κάτω, από τα παραγωγικά αγαθά της υψηλότερης βαθμίδας, μέσω των ενδιάμεσων βαθμίδων, έως τα καταναλωτικά αγαθά. Σε κάθε στάδιο, η εργασία χρησιμοποιεί συντελεστές που παρέχονται από τη φύση για να παραγάγει κεφαλαιουχικά αγαθά, και τα κεφαλαιουχικά αγαθά συνδυάζονται εκ νέου με εργασία και συντελεστές που παρέχονται από τη φύση, μετασχηματιζόμενα σε ολοένα χαμηλότερες τάξεις κεφαλαιουχικών αγαθών, έως ότου φτάσουμε στα καταναλωτικά αγαθά.
The structure of production in such a world of purely specific factors would be somewhat as in Figure 39. In this diagram, we see two typical consumers’ goods, A and B. Each, depicted as a solid rectangle at the bottom of the diagram, is produced by co-operating factors of the next higher rank, designated P1, or the first order of producers’ goods. The capital goods of the first rank are, in turn, produced with the help of co-operating factors, these being of the second-rank, and so on upward. The process logically continues upward until capital goods are produced completely by land and labor factors, although this stage is not depicted on the diagram. Lines connect the dots to designate the causal pattern of the factors. In the diagram, all factors are purely specific, since no good is used at different stages of the process or for different goods. The center arrows indicate the causal direction of effort downward, from the highest ranked producers’ goods through the intermediate ranks, finally concluding in consumers’ goods. At each stage, labor uses nature-given factors to produce capital goods, and the capital goods are again combined with labor and nature-given factors, transformed into lower and lower orders of capital goods, until consumers’ goods are reached.
Αφού ακολουθήσαμε την κατεύθυνση της παραγωγικής προσπάθειας, πρέπει τώρα να ακολουθήσουμε την κατεύθυνση του χρηματικού εισοδήματος. Αυτή είναι αντίστροφη: από τους καταναλωτές προς τους παραγωγούς. Οι καταναλωτές αγοράζουν το απόθεμα ενός καταναλωτικού αγαθού σε τιμή που καθορίζεται στην αγορά, αποφέροντας στους παραγωγούς ένα ορισμένο εισόδημα. Δύο από τα κρίσιμα προβλήματα της θεωρίας της παραγωγής είναι ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται το χρηματικό εισόδημα και το συνακόλουθο πρόβλημα της τιμολόγησης των συντελεστών παραγωγής. Ας εξετάσουμε πρώτα μόνο το «χαμηλότερο» στάδιο παραγωγής, το στάδιο που δίνει το τελικό προϊόν. Σε αυτό το στάδιο, πολυάριθμοι συντελεστές, όλοι εκ των οποίων υποτίθεται τώρα ότι είναι ειδικοί, συνεργάζονται για την παραγωγή του καταναλωτικού αγαθού. Υπάρχουν τρεις τύποι τέτοιων συντελεστών: η εργασία, οι πρωτογενείς φυσικοί συντελεστές και τα παραχθέντα κεφαλαιουχικά αγαθά.222 Ας υποθέσουμε ότι, μια ορισμένη ημέρα, οι καταναλωτές αγοράζουν μια ορισμένη ποσότητα ενός αγαθού X έναντι, ας πούμε, 100 ουγγιών χρυσού. Με δεδομένη την ποσότητα του αγαθού που πωλείται, η τιμή της συνολικής ποσότητας ισούται με το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από την πώληση του αγαθού. Πώς θα κατανεμηθούν αυτές οι 100 ουγγιές στους παραγωγικούς συντελεστές;
Now that we have traced the direction of productive effort, we must trace the direction of monetary income. This is a reverse one, from the consumers back to the producers. The consumers purchase the stock of a consumers’ good at a price determined on the market, yielding the producers a certain income. Two of the crucial problems of production theory are the method by which the monetary income is allocated and the corollary problem of the pricing of the factors of production. First, let us consider only the “lowest” stage of production, the stage that brings about the final product. In that stage, numerous factors, all now assumed to be specific, co-operate in producing the consumers’ good. There are three types of such factors: labor, original nature, and produced capital goods. Let us assume that on a certain day, consumers purchase a certain quantity of a good X for, say, 100 ounces of gold. Given the quantity of the good sold, the price of the total quantity is equal to the (gross) income obtained from the sale of the good. How will these 100 ounces be allocated to the producing factors?
Καταρχάς, πρέπει να κάνουμε μια υπόθεση σχετικά με την ιδιοκτησία του καταναλωτικού αγαθού ακριβώς πριν από την πώλησή του. Είναι προφανές ότι αυτός ο ιδιοκτήτης ή αυτοί οι ιδιοκτήτες θα είναι οι άμεσοι αποδέκτες του εισοδήματος των 100 ουγγιών χρυσού. Ας πούμε ότι, στο τελικό στάδιο, έχουν συμμετάσχει στην παραγωγή επτά συντελεστές: δύο τύποι εργασίας, δύο τύποι γης και τρεις τύποι κεφαλαιουχικών αγαθών. Υπάρχουν δύο εναλλακτικές δυνατότητες όσον αφορά την τελική ιδιοκτησία του προϊόντος πριν πωληθεί στον καταναλωτή: (α) όλοι οι ιδιοκτήτες αυτών των συντελεστών κατέχουν από κοινού το τελικό προϊόν· ή (β) ο ιδιοκτήτης κάθε συντελεστή πωλεί τις υπηρεσίες του συντελεστή του σε κάποιον άλλον, και ο τελευταίος — ο οποίος μπορεί να συνεισφέρει και ο ίδιος έναν συντελεστή— πωλεί το αγαθό σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή στον καταναλωτή. Μολονότι η δεύτερη περίπτωση είναι σχεδόν καθολική, θα είναι χρήσιμο να ξεκινήσουμε αναλύοντας την πρώτη εναλλακτική δυνατότητα.
In the first place, we must make an assumption about the ownership of the consumers’ good just before it is sold. It is obvious that this owner or these owners will be the immediate recipients of the 100 ounces of gold income. Let us say that, in the final stage, there have been seven factors participating in the production: two types of labor, two types of land, and three types of capital goods. There are two alternatives in regard to the final ownership of the product (before it is sold to the consumer): (a) all the owners of these factors jointly own the final product; or (b) the owner of each of the factors sells the services of his factor to someone else, and the latter (who may himself contribute a factor) sells the good at a later date to the consumer. Although the latter is the nearly universal condition, it will be convenient to begin by analyzing the first alternative.
Όσοι κατέχουν το τελικό προϊόν, όποια εναλλακτική δυνατότητα και αν υιοθετηθεί, είναι «κεφαλαιούχοι», εφόσον είναι ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών. Είναι, ωστόσο, προτιμότερο να περιορίσουμε τον όρο «κεφαλαιούχοι» σε εκείνους που έχουν αποταμιεύσει χρηματικό κεφάλαιο με το οποίο θα αγοράσουν συντελεστές. Αυτό, εξ ορισμού, δεν συμβαίνει στην πρώτη εναλλακτική περίπτωση, όπου οι ιδιοκτήτες των συντελεστών είναι συνιδιοκτήτες των προϊόντων. Ο όρος «ιδιοκτήτης του προϊόντος» αρκεί για να δηλώσει τον ιδιοκτήτη των κεφαλαιακών περιουσιακών στοιχείων, όποια εναλλακτική δυνατότητα και αν υιοθετηθεί. Οι ιδιοκτήτες των προϊόντων είναι επίσης «επιχειρηματίες», εφόσον αναλαμβάνουν το κύριο επιχειρηματικό βάρος της προσαρμογής σε αβέβαιες μελλοντικές συνθήκες. Εάν, όμως, τους ονομάσουμε μόνο «επιχειρηματίες», διατρέχουμε τον κίνδυνο να λησμονήσουμε ότι είναι επίσης κεφαλαιούχοι ή ιδιοκτήτες προϊόντων και ότι θα εξακολουθούσαν να επιτελούν αυτή τη λειτουργία σε μια ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία.
Those who own the final product, whatever the alternative adopted, are “capitalists,” since they are the owners of capital goods. It is better, however, to confine the term “capitalists” to those who have saved money capital with which to buy factors. This, by definition, does not occur under the first alternative, where owners of factors are joint owners of the products. The term “product-owner” suffices for designating the owner of the capital assets, whatever the alternative adopted. Product-owners are also “entrepreneurs,” since they assume the major entrepreneurial burden of adjusting to uncertain future conditions. To call them “entrepreneurs” alone, however, is to run the danger of forgetting that they are also capitalists or product-owners and that they would continue to perform that function in an evenly rotating economy.
4. Κοινή ιδιοκτησία του προϊόντος από τους ιδιοκτήτες των συντελεστών
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. Joint Ownership of the Product by the Owners of the Factors
Ας εξετάσουμε πρώτα την περίπτωση της κοινής ιδιοκτησίας από τους ιδιοκτήτες όλων των συντελεστών που συνεργάζονται στο τελικό στάδιο.223 Είναι σαφές ότι οι 100 ουγγιές χρυσού περιέρχονται στους ιδιοκτήτες από κοινού. Ας υποθέσουμε τώρα, εντελώς αυθαίρετα, ότι συνολικά 80 ουγγιές περιέρχονται στους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών και συνολικά 20 ουγγιές στους ιδιοκτήτες της εργασίας και των συντελεστών που παρέχονται από τη φύση. Είναι προφανές ότι, όποια και αν είναι η κατανομή, στην ανεμπόδιστη αγορά θα γίνεται σύμφωνα με την εκούσια συμβατική συμφωνία καθενός ανεξαιρέτως από τους εμπλεκόμενους ιδιοκτήτες συντελεστών. Είναι επίσης σαφές ότι υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ της τύχης του χρηματικού εισοδήματος του εργαζομένου και του γαιοκτήμονα, αφενός, και εκείνης του ιδιοκτήτη κεφαλαιουχικών αγαθών, αφετέρου. Διότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά πρέπει με τη σειρά τους να παραχθούν από εργασία, φύση και άλλα κεφαλαιουχικά αγαθά. Επομένως, ενώ εκείνος που συνεισφέρει την προσωπική του «εργασιακή» ενέργεια —και αυτή περιλαμβάνει, βεβαίως, τόσο την ενέργεια της διεύθυνσης όσο και την ενέργεια εκείνων που στην καθομιλουμένη αποκαλούνται «εργάτες»— έχει αποκομίσει καθαρή απόδοση, ο ιδιοκτήτης κεφαλαιουχικών αγαθών έχει προηγουμένως δαπανήσει κάποιο χρηματικό ποσό για την παραγωγή ή την αγορά των συντελεστών που κατέχει.
Let us first consider the case of joint ownership by the owners of all the final co-operating factors. It is clear that the 100 ounces of gold accrue to the owners jointly. Let us now be purely arbitrary and state that a total of 80 ounces accrues to the owners of capital goods and a total of 20 ounces to the owners of labor and nature-given factors. It is obvious that, whatever the allocation, it will be, on the unhampered market, in accordance with the voluntary contractual agreement of each and every factor-owner concerned. Now it is clear that there is an important difference between what happens to the monetary income of the laborer and the landowner, on the one hand, and of the owner of capital goods, on the other. For the capital goods must in turn be produced by labor, nature, and other capital goods. Therefore, while the contributor of personal “labor” energy (and this, of course, includes the energy of direction as well as what are called “laborers” in popular parlance) has earned a pure return, the owner of capital goods has previously spent some money for the production or the purchase of his owned factors.
Είναι τώρα σαφές ότι, εφόσον μόνο οι συντελεστές παραγωγής μπορούν να αποκτήσουν εισόδημα από τον καταναλωτή, η τιμή του καταναλωτικού αγαθού —δηλαδή το εισόδημα από το καταναλωτικό αγαθό— ισούται με το άθροισμα των τιμών που καταβάλλονται στους παραγωγικούς συντελεστές, δηλαδή με το εισόδημα που περιέρχεται στους συντελεστές. Στην περίπτωση της κοινής ιδιοκτησίας, αυτό αποτελεί αυταπόδεικτη αλήθεια, διότι μόνο ένας συντελεστής μπορεί να λάβει εισόδημα από την πώληση ενός αγαθού. Είναι το ίδιο με το να λέμε ότι 100 ουγγιές ισούνται με 100 ουγγιές.
Now it is clear that, since only factors of production may obtain income from the consumer, the price of the consumers’ good—i.e., the income from the consumers’ good, equals the sum of the prices accruing to the producing factors, i.e., the income accruing to the factors. In the case of joint ownership, this is a truism, since only a factor can receive income from the sale of a good. It is the same as saying that 100 ounces equals 100 ounces.
Τι συμβαίνει, όμως, με τις 80 ουγγιές που κατανείμαμε αυθαίρετα στους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών; Σε ποιους περιέρχονται τελικά; Εφόσον σε αυτό το παράδειγμα κοινής ιδιοκτησίας υποθέτουμε ότι όλα τα προϊόντα ανήκουν στους ιδιοκτήτες των συντελεστών τους, συνάγεται επίσης ότι τα κεφαλαιουχικά αγαθά, τα οποία είναι και αυτά προϊόντα, ανήκουν από κοινού στους ιδιοκτήτες των συντελεστών της δεύτερης βαθμίδας παραγωγής. Ας πούμε ότι καθένα από τα τρία κεφαλαιουχικά αγαθά πρώτης τάξης παρήχθη από πέντε συνεργαζόμενους συντελεστές: δύο τύπους εργασίας, έναν τύπο γης και δύο τύπους κεφαλαιουχικών αγαθών. Όλοι αυτοί οι ιδιοκτήτες συντελεστών κατέχουν από κοινού τις 80 ουγγιές. Ας πούμε ότι σε καθένα από τα κεφαλαιουχικά αγαθά πρώτης τάξης αναλογούσαν τα εξής:
But what of the 80 ounces that we have arbitrarily allocated to the owners of capital goods? To whom do they finally accrue? Since we are assuming in this example of joint ownership that all products are owned by their factor-owners, it also follows that capital goods, which are also products, are themselves jointly owned by the factors on the second rank of production. Let us say that each of the three first-order capital goods was produced by five co-operating factors: two types of labor, one type of land, two types of capital goods. All these factor-owners jointly own the 80 ounces. Let us say that each of the first-order capital goods had obtained the following:
Το εισόδημα που αντιστοιχεί σε κάθε κεφαλαιουχικό αγαθό θα ανήκει τότε σε πέντε ιδιοκτήτες συντελεστών της δεύτερης βαθμίδας παραγωγής.
The income to each capital good will then be owned by five factor-owners on the second rank of production.
Είναι σαφές ότι, από εννοιολογική άποψη, κανείς, σε τελευταία ανάλυση, δεν λαμβάνει απόδοση υπό την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη κεφαλαιουχικού αγαθού. Εφόσον κάθε κεφαλαιουχικό αγαθό ανάγεται αναλυτικά σε πρωτογενείς συντελεστές που παρέχονται από τη φύση και σε συντελεστές εργασίας, είναι προφανές ότι κανένα χρηματικό ποσό δεν θα μπορούσε να περιέλθει στον ιδιοκτήτη ενός κεφαλαιουχικού αγαθού. Και οι 100 ουγγιές πρέπει τελικά να κατανεμηθούν αποκλειστικά στην εργασία και στους ιδιοκτήτες συντελεστών που παρέχονται από τη φύση. Έτσι, οι 30 ουγγιές που περιέρχονται στους ιδιοκτήτες του κεφαλαιουχικού αγαθού A θα κατανεμηθούν στους πέντε ιδιοκτήτες συντελεστών, ενώ οι, ας πούμε, τέσσερις ουγγιές που περιέρχονται σε ένα από τα κεφαλαιουχικά αγαθά της τρίτης βαθμίδας τα οποία συμβάλλουν στην παραγωγή του αγαθού A θα κατανεμηθούν, με τη σειρά τους, σε συντελεστές γης, εργασίας και κεφαλαιουχικών αγαθών της τέταρτης βαθμίδας κ.ο.κ. Τελικά, όλο το χρήμα κατανέμεται μόνο στην εργασία και στους συντελεστές που παρέχονται από τη φύση. Το διάγραμμα του Σχήματος 40 απεικονίζει αυτή τη διαδικασία.
It is clear that, conceptually, no one, in the last analysis, receives a return as the owner of a capital good. Since every capital good analytically resolves itself into original nature-given and labor factors, it is evident that no money could accrue to the owner of a capital good. All 100 ounces must eventually be allocated to labor and owners of nature-given factors exclusively. Thus, the 30 ounces accruing to the owners of capital good A will be allocated to the five factor-owners, while the, say, four ounces accruing to one of the capital goods of third rank helping to produce good A will, in turn, be allocated to land, labor, and capital-goods factors of the fourth rank, etc. Eventually, all the money is allocated to labor and nature-given factors only. The diagram in Figure 40 illustrates this process.
Στο κάτω μέρος του διαγράμματος βλέπουμε ότι 100 ουγγιές χρυσού μεταβιβάζονται από τους καταναλωτές στους παραγωγούς. Μέρος αυτού του χρήματος περιέρχεται στους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών, μέρος στους γαιοκτήμονες και μέρος στους ιδιοκτήτες της εργασίας. Η αναλογία που περιέρχεται στη μία ή στην άλλη ομάδα υποτίθεται αυθαίρετα στο παράδειγμα και δεν έχει σημασία για την παρούσα ανάλυση. Το ποσό που περιέρχεται στους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών περιλαμβάνεται στο σκιασμένο τμήμα του διαγράμματος, ενώ το ποσό που περιέρχεται τόσο στους ιδιοκτήτες της εργασίας όσο και στους ιδιοκτήτες των φυσικών συντελεστών περιλαμβάνεται στο ασκίαστο τμήμα. Στο χαμηλότερο, πρώτο ορθογώνιο, οι 20 ουγγιές που λαμβάνουν οι ιδιοκτήτες συντελεστών γης και εργασίας σημειώνονται με ένα βέλος προς τα πάνω, το οποίο ακολουθείται από παρόμοιο βέλος προς τα πάνω στην κορυφή του διαγράμματος· η επάνω γραμμή δηλώνει το χρήμα που λαμβάνουν τελικά οι ιδιοκτήτες των διαφόρων συντελεστών. Το πλάτος της επάνω γραμμής —100 ουγγιές— πρέπει να ισούται με το πλάτος της κάτω γραμμής —100 ουγγιές—, διότι το χρήμα που λαμβάνουν τελικά οι ιδιοκτήτες των συντελεστών πρέπει να ισούται με το χρήμα που δαπανούν οι καταναλωτές.
At the bottom of the diagram, we see that 100 ounces of gold are transferred from the consumers to the producers. Some of this money goes to owners of capital goods, some to landowners, some to owners of labor. (The proportion going to one group and the other is arbitrarily assumed in the example and is of no importance for this analysis.) The amount accruing to the capital-goods owners is included in the shaded portion of the diagram and the amount accruing both to labor and nature-owners is included in the clear portion of the diagram. In the lowest, the first block, the 20 ounces received by owners of land and of labor factors is marked with an upward arrow, followed by a similar upward arrow at the top of the diagram, the top line designating the money ultimately received by the owners of the various factors. The width of the top line (100 ounces) must be equal to the width of the bottom line (100 ounces),
since the money ultimately received by the owners of the factors must equal the money spent by the consumers.
Ανεβαίνοντας στη γραμμή 2, παρακολουθούμε την πορεία των 80 ουγγιών που είχαν περιέλθει στους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών πρώτης τάξης. Υποθέτουμε ότι 60 ουγγιές περιέρχονται στους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών δεύτερης τάξης και 20 ουγγιές στους συντελεστές εργασίας και φύσης της δεύτερης τάξης. Και πάλι, η ασκίαστη περιοχή των 20 ουγγιών σημειώνεται με ένα βέλος προς τα πάνω, το οποίο δηλώνει την τελική είσπραξη χρήματος από τους ιδιοκτήτες των συντελεστών, και αποτυπώνεται αντίστοιχα στην επάνω γραμμή του διαγράμματος. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται καθώς ανεβαίνουμε σε ολοένα υψηλότερες τάξεις κεφαλαιουχικών αγαθών. Σε κάθε σημείο, βεβαίως, το ποσό που λαμβάνουν οι ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών μειώνεται, διότι όλο και μεγαλύτερο μέρος έχει περιέλθει στους ιδιοκτήτες της εργασίας και των φυσικών συντελεστών. Τελικά, στο υψηλότερο νοητό στάδιο, και οι υπόλοιπες 20 ουγγιές που αποκομίζουν οι ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών περιέρχονται μόνο σε συντελεστές γης και εργασίας, διότι τελικά πρέπει να φτάσουμε στο στάδιο όπου δεν έχει ακόμη παραχθεί κανένα κεφαλαιουχικό αγαθό και απομένουν μόνο η εργασία και η φύση. Το αποτέλεσμα είναι ότι και οι 100 ουγγιές κατανέμονται τελικά στις ασκίαστες περιοχές, στους συντελεστές γης και εργασίας. Το μεγάλο βέλος προς τα πάνω στα αριστερά δηλώνει τη γενική ανοδική πορεία του χρηματικού εισοδήματος.
Moving up to line 2, we follow the fortunes of the 80 ounces which had accrued to the owners of capital goods of the first order. We assume that 60 ounces accrue to the owners of second-order capital goods and 20 ounces to second-order labor and nature-given factors. Once again, the 20 ounces’ clear area is marked with an upward arrow designating the ultimate receipt of money by the owners of the factors and is equally marked off on the top line of the diagram. The same process is repeated as we go further and further upward in the order of capital goods. At each point, of course, the amount obtained by owners of capital goods becomes smaller, because more and more has accrued to labor and nature owners. Finally, at the highest conceivable stage, all the remaining 20 ounces earned by the owners of capital goods accrue to land and labor factors only, since eventually we must come to the stage where no capital good has yet been produced and only labor and nature remain. The result is that the 100 ounces are all eventually allocated to the clear spaces, to the land and labor factors. The large upward arrow on the left signifies the general upward course of the monetary income.
Στην αυταπόδεικτη αλήθεια ότι το εισόδημα από την πώληση του καταναλωτικού αγαθού ισούται με τη δαπάνη των καταναλωτών για το αγαθό, μπορούμε να προσθέσουμε μια αντίστοιχη αυταπόδεικτη αλήθεια για κάθε στάδιο παραγωγής: ότι, δηλαδή, το εισόδημα από την πώληση ενός κεφαλαιουχικού αγαθού ισούται με το εισόδημα που περιέρχεται στους συντελεστές παραγωγής του.
To the truism that the income from sale of the consumers’ good equals the consumers’ expenditure on the good, we may add a corresponding truism for each stage of production, namely, that the income from sale of a capital good equals the income accruing to the factors of its production.
Στον κόσμο που εξετάζουμε, όπου όλα τα προϊόντα, σε οποιοδήποτε στάδιο, ανήκουν από κοινού στους ιδιοκτήτες των συντελεστών τους, είναι σαφές ότι η εργασία πραγματοποιείται πρώτα στο υψηλότερο στάδιο. Οι ιδιοκτήτες γης και εργασίας επενδύουν τη γη και την εργασία τους για να παραγάγουν το κεφαλαιουχικό αγαθό της υψηλότερης τάξης —στην περίπτωση αυτή, της πέμπτης—· κατόπιν οι ιδιοκτήτες αυτοί παραδίδουν το αγαθό στους ιδιοκτήτες εργασίας και γης του αμέσως χαμηλότερου σταδίου· αυτοί παράγουν το κεφαλαιουχικό αγαθό τέταρτης τάξης, το οποίο με τη σειρά του συνεργάζεται με συντελεστές εργασίας και γης σε εκείνο το στάδιο για να παραχθεί το αγαθό χαμηλότερης τάξης κ.ο.κ. Τελικά, φτάνουμε στο χαμηλότερο στάδιο και οι τελικοί συντελεστές συνεργάζονται για να παραγάγουν το καταναλωτικό αγαθό. Το καταναλωτικό αγαθό πωλείται κατόπιν στους καταναλωτές.224
In the world that we have been examining, where all products, at whatever stage, are owned jointly by the owners of their factors, it is clear that first work is done on the highest stage. Owners of land and of labor invest their land and labor to produce the highest-order (in this case the fifth) capital good; then these owners turn the good over to the owners of labor and land at the next lower stage; these produce the fourth-order capital good, which in turn co-operates with labor and land factors on that stage to produce the lower-order good, etc. Finally, the lowest stage is reached, and the final factors co-operate to produce the consumers’ good. The consumers’ good is then sold to consumers.
Στην περίπτωση της κοινής ιδιοκτησίας, λοιπόν, δεν προκύπτει καμία χωριστή κατηγορία ιδιοκτητών κεφαλαιουχικών αγαθών. Όλα τα παραγόμενα κεφαλαιουχικά αγαθά ανήκουν από κοινού στους ιδιοκτήτες των συντελεστών γης και εργασίας που τα παράγουν· τα κεφαλαιουχικά αγαθά της αμέσως χαμηλότερης τάξης ανήκουν στους ιδιοκτήτες των συντελεστών γης και εργασίας του αμέσως χαμηλότερου σταδίου μαζί με τους ιδιοκτήτες που είχαν συνεργαστεί προηγουμένως κ.ο.κ. Εν ολίγοις, ολόκληρη η δομή των κεφαλαιουχικών αγαθών που χρησιμοποιείται σε οποιονδήποτε κλάδο παραγωγής ανήκει από κοινού στους ιδιοκτήτες γης και εργασίας. Και το εισόδημα που αποκομίζεται από την τελική πώληση του προϊόντος στους καταναλωτές περιέρχεται μόνο στους ιδιοκτήτες γης και εργασίας· δεν υπάρχει χωριστή ομάδα ιδιοκτητών κεφαλαιουχικών αγαθών στην οποία περιέρχεται εισόδημα.225
In the case of joint ownership, then, there does not arise any separate class of owners of capital goods. All the capital goods produced are jointly owned by the owners of the producing land and labor factors; the capital goods of the next lower order are owned by the owners of the land and labor factors at the next lower stage along with the previously co-operating owners, etc. In sum, the entire capital-goods structure engaged in any line of production is jointly owned by the owners of land and labor. And the income gained from the final sale of the product to the consumers accrues only to the owners of land and labor; there is no separate group of owners of capital goods to whom income accrues.
Είναι προφανές ότι η παραγωγική διαδικασία απαιτεί χρόνο, και όσο πιο σύνθετη είναι τόσο περισσότερος χρόνος απαιτείται. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, όλοι οι συντελεστές έχουν χρειαστεί να εργαστούν χωρίς να λάβουν καμία αμοιβή· έχουν χρειαστεί να εργαστούν μόνο με την προσδοκία μελλοντικού εισοδήματος. Το εισόδημά τους εισπράττεται μόνο σε πολύ μεταγενέστερη χρονική στιγμή.
It is obvious that the production process takes time, and the more complex the production process the more time must be taken. During this time, all the factors have had to work without earning any remuneration; they have had to work only in expectation of future income. Their income is received only at a much later date.
Το εισόδημα που θα αποκόμιζαν οι συντελεστές, σε έναν κόσμο αμιγώς ειδικών συντελεστών, εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη ζήτηση των καταναλωτών για το συγκεκριμένο τελικό προϊόν. Εάν οι καταναλωτές δαπανήσουν 100 ουγγιές για το αγαθό, τότε οι συντελεστές θα αποκομίσουν από κοινού 100 ουγγιές. Εάν δαπανήσουν 500 ουγγιές, οι συντελεστές θα αποκομίσουν αυτό το ποσό. Εάν δεν δαπανήσουν τίποτε για το προϊόν και οι παραγωγοί έχουν διαπράξει το τεράστιο επιχειρηματικό σφάλμα να εργαστούν για ένα προϊόν που οι καταναλωτές δεν αγοράζουν, οι συντελεστές αποκομίζουν ακριβώς μηδέν. Το κοινό χρηματικό εισόδημα που αποκομίζουν οι ιδιοκτήτες των συντελεστών μεταβάλλεται σε πλήρη αντιστοιχία με τη ζήτηση των καταναλωτών για το προϊόν.
The income that would be earned by the factors, in a world of purely specific factors, depends entirely on consumer demand for the particular final product. If consumers spend 100 ounces on the good, then the factors will jointly earn 100 ounces. If they spend 500 ounces, the factors will earn that amount. If they spend nothing on the product, and the producers have made the enormous entrepreneurial error of working on a product that the consumers do not buy, the factors earn precisely zero. The joint monetary income earned by the owners of the factors fluctuates pari passu with consumer demand for the product.
Στο σημείο αυτό ανακύπτει φυσικά ένα ερώτημα: Τι συμβαίνει στους ιδιοκτήτες συντελεστών που αποκομίζουν μηδενική απόδοση; Πρέπει να «πεθάνουν από την πείνα»; Κατά βάση, δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα για συγκεκριμένα άτομα, διότι η οικονομική επιστήμη αποδεικνύει αλήθειες σχετικά με τις απολαβές που αντιστοιχούν σε «λειτουργίες» στην παραγωγή και όχι σχετικά με το σύνολο των απολαβών ενός δεδομένου προσώπου. Ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, με άλλα λόγια, μπορεί να έχει μηδενική απόδοση από αυτό το αγαθό, ενώ ταυτοχρόνως αποκομίζει σημαντική απόδοση από την ιδιοκτησία κάποιας άλλης έκτασης γης. Στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει τέτοια ιδιοκτησία σε άλλον τομέα, το άτομο μπορεί να επιδοθεί σε παραγωγή σε απομόνωση, η οποία δεν αποφέρει χρηματική απόδοση, ή, εάν έχει συσσωρευμένο χρηματικό χρηματικό υπόλοιπο, μπορεί να αγοράζει αγαθά μειώνοντας το υπόλοιπο αυτό. Επιπλέον, εάν διαθέτει τέτοιο υπόλοιπο, μπορεί να επενδύσει σε γη ή σε κεφαλαιουχικά αγαθά ή σε μια παραγωγική οργάνωση που τα κατέχει, σε κάποιον άλλον κλάδο παραγωγής. Η εργασία του, σύμφωνα με τις υποθέσεις μας, μπορεί να είναι ειδικός συντελεστής, αλλά το χρήμα του μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε κλάδο παραγωγής.
At this point, a question naturally arises: What happens to owners of factors who earn a zero return? Must they “starve”? Fundamentally, we cannot answer this question for concrete individual persons, since economics demonstrates truths about “functional” earnings in production, and not about the entire earnings of a given person. A particular person, in other words, may experience a zero return on this good, while at the same time earning a substantial return on ownership of another piece of land. In cases where there is no such ownership in another area, the individual may pursue isolated production that does not yield a monetary return, or, if he has an accumulated monetary cash balance, he may purchase goods by reducing the balance. Furthermore, if he has such a balance, he may invest in land or capital goods or in a production organization owning them, in some other line of production. His labor, on our assumptions, may be a specific factor, but his money is usable in every line of production.
Ας υποθέσουμε τη χειρότερη δυνατή περίπτωση: έναν άνθρωπο χωρίς χρηματικό υπόλοιπο, χωρίς κεφαλαιακά περιουσιακά στοιχεία, του οποίου η εργασία είναι ειδικός συντελεστής και το προϊόν της έχει μικρή ή μηδενική καταναλωτική ζήτηση.226 Δεν αποτελεί πράγματι παράδειγμα ατόμου που παραπλανήθηκε από την ύπαρξη της αγοράς και την εξειδίκευση που επικρατεί σε αυτήν; Υποτάσσοντας τον εαυτό του στον καταναλωτή, δεν έθεσε σε κίνδυνο την ευτυχία και την ίδια του την ύπαρξη; Ακόμη και αν δεχθούμε ότι οι άνθρωποι επέλεξαν την αγορά, δεν θα μπορούσε η επιλογή αυτή να αποδειχθεί τραγική για πολλούς;
Suppose we assume the worst possible case—a man with no cash balance, with no assets of capital, and whose labor is a specific factor the product of which has little or no consumer demand. Is he not truly an example of an individual led astray by the existence of the market and the specialization prevalent on it? By subjecting himself to the consumer has he not placed his happiness and existence in jeopardy? Even granting that people chose a market, could not the choice turn out to be tragic for many people?
Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως βάση για τέτοιες επικρίσεις της διαδικασίας της αγοράς. Διότι ακόμη και σε αυτή την αδύνατη περίπτωση, το άτομο δεν βρίσκεται σε χειρότερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρισκόταν σε απομόνωση ή υπό καθεστώς αντιπραγματισμού. Μπορεί πάντοτε να επιστρέψει στην απομόνωση εάν διαπιστώσει ότι δεν μπορεί να επιτύχει τους σκοπούς του μέσω της διαδικασίας της αγοράς. Το ίδιο το γεγονός ότι θεωρούμε μια τέτοια δυνατότητα γελοία αποτελεί ένδειξη των τεράστιων πλεονεκτημάτων που προσφέρει η αγορά σε όλους. Πράγματι, από εμπειρική άποψη, μπορούμε ασφαλώς να δηλώσουμε ότι, χωρίς τη σύγχρονη, ανεπτυγμένη αγορά και με επιστροφή στην απομόνωση, η συντριπτική πλειονότητα των ατόμων δεν θα μπορούσε να αποκτήσει αρκετά ανταλλάξιμα αγαθά ώστε καν να επιβιώσει. Ωστόσο, αυτή η επιλογή παραμένει πάντοτε ανοιχτή σε οποιονδήποτε, για οποιονδήποτε λόγο, προτιμά εκουσίως την απομόνωση από τα τεράστια οφέλη που μπορεί να αποκομίσει από το σύστημα της αγοράς. Ασφαλώς, επομένως, τα παράπονα δυσαρεστημένων προσώπων κατά του συστήματος της αγοράς είναι άστοχα και εσφαλμένα. Κάθε πρόσωπο ή ομάδα, στην ανεμπόδιστη αγορά, είναι ελεύθερο να εγκαταλείψει ανά πάσα στιγμή την κοινωνική αγορά και να αποσυρθεί σε οποιαδήποτε άλλη επιθυμητή μορφή συνεργατικής οργάνωσης. Οι άνθρωποι μπορούν να αποσυρθούν σε ατομική απομόνωση, να καθιερώσουν κάποια μορφή ομαδικής απομόνωσης ή να αρχίσουν από την αρχή να αναδημιουργούν τη δική τους αγορά. Σε κάθε περίπτωση, στην ελεύθερη αγορά, η επιλογή είναι εξ ολοκλήρου δική τους και αποφασίζουν σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους, ανεμπόδιστοι από τη χρήση ή την απειλή βίας.227
The answer is that there is no basis whatever for such strictures on the market process. For even in this impossible case, the individual is no worse off than he would have been in isolation or barter. He can always revert to isolation if he finds he cannot attain his ends via the market process. The very fact that we consider such a possibility ludicrous is evidence of the enormous advantages that the market confers upon everyone. Indeed, empirically, we can certainly state that, without the modern, developed market, and thrown back into isolation, the overwhelming majority of individuals could not obtain enough exchangeable goods to exist at all. Yet this choice always remains open to anyone who, for any reason, voluntarily prefers isolation to the vast benefits obtainable from the market system. Certainly, therefore, complaints against the market system by disgruntled persons are misplaced and erroneous. Any person or group, on the unhampered market, is free to abandon the social market at any time and to withdraw into any other desired form of co-operative arrangement. People may withdraw into individual isolation or establish some sort of group isolation or start from the beginning to re-create their own market. In any case, on the free market, their choice is entirely their own, and they decide according to their preferences unhampered by the use or threat of violence.
Το παράδειγμά μας της «χειρότερης δυνατής περίπτωσης» μάς επιτρέπει να αναλύσουμε μία από τις δημοφιλέστερες ενστάσεις κατά της ελεύθερης κοινωνίας: ότι «αφήνει τους ανθρώπους ελεύθερους να πεθάνουν από την πείνα». Πρώτον, από το γεγονός ότι αυτή η ένσταση είναι τόσο διαδεδομένη μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι θα υπάρχουν αρκετοί φιλάνθρωποι στην κοινωνία ώστε να προσφέρουν δωρεές σε αυτούς τους άτυχους ανθρώπους. Υπάρχει, ωστόσο, μια πιο θεμελιώδης ανασκευή. Το επιχείρημα περί «ελευθερίας να πεθάνει κανείς από την πείνα» στηρίζεται σε μια βασική σύγχυση της «ελευθερίας» με την «αφθονία ανταλλάξιμων αγαθών». Οι δύο έννοιες πρέπει να διατηρούνται εννοιολογικά διακριτές. Η ελευθερία μπορεί να οριστεί με νόημα μόνο ως απουσία περιορισμών που επιβάλλονται από άλλους ανθρώπους. Ο Robinson Crusoe στο έρημο νησί είναι απολύτως ελεύθερος, διότι δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο να τον εμποδίσει. Δεν ζει, όμως, κατ’ ανάγκην μέσα στην αφθονία· πράγματι, είναι πιθανό να βρίσκεται διαρκώς στα πρόθυρα της λιμοκτονίας. Το εάν ο άνθρωπος ζει σε συνθήκες φτώχειας ή αφθονίας εξαρτάται από την επιτυχία που είχαν ο ίδιος και οι πρόγονοί του στην αναμέτρησή τους με τη φύση και στη μετατροπή των πόρων που παρέχονται από τη φύση σε κεφαλαιουχικά και καταναλωτικά αγαθά. Τα δύο προβλήματα, επομένως, είναι λογικά χωριστά. Ο Crusoe είναι απολύτως ελεύθερος, αλλά λιμοκτονεί, ενώ είναι ασφαλώς δυνατόν, αν και όχι πιθανό, ένα δεδομένο πρόσωπο σε μια δεδομένη στιγμή να είναι δούλος και συγχρόνως να συντηρείται μέσα στα πλούτη από τον κύριό του. Ωστόσο, υπάρχει σημαντική σύνδεση μεταξύ των δύο, διότι έχουμε δει ότι η ελεύθερη αγορά τείνει να οδηγεί σε αφθονία για όλους τους συμμετέχοντές της, και θα δούμε παρακάτω ότι η βίαιη παρέμβαση στην αγορά και μια ηγεμονική κοινωνία τείνουν να οδηγούν σε γενική φτώχεια. Το ότι ένα πρόσωπο είναι «ελεύθερο να πεθάνει από την πείνα» δεν αποτελεί, επομένως, καταδίκη της ελεύθερης αγοράς, αλλά ένα απλό γεγονός της φύσης: κάθε παιδί έρχεται στον κόσμο χωρίς δικό του κεφάλαιο ή πόρους. Αντιθέτως, όπως θα δούμε διεξοδικότερα παρακάτω, η ελεύθερη αγορά μέσα σε μια ελεύθερη κοινωνία είναι εκείνη που παρέχει το μοναδικό μέσο για τη μείωση ή την εξάλειψη της φτώχειας και την εξασφάλιση αφθονίας.
Our example of the “worst possible case” enables us to analyze one of the most popular objections to the free society: that “it leaves people free to starve.” First, from the fact that this objection is so widespread, we can easily conclude that there will be enough charitable people in the society to present these unfortunates with gifts. There is, however, a more fundamental refutation. It is that the “freedom-to-starve” argument rests on a basic confusion of “freedom” with “abundance of exchangeable goods.” The two must be kept conceptually distinct. Freedom is meaningfully definable only as absence of interpersonal restrictions. Robinson Crusoe on the desert island is absolutely free, since there is no other person to hinder him. But he is not necessarily living an abundant life; indeed, he is likely to be constantly on the verge of starvation. Whether or not man lives at the level of poverty or abundance depends upon the success that he and his ancestors have had in grappling with nature and in transforming naturally given resources into capital goods and consumers’ goods. The two problems, therefore, are logically separate. Crusoe is absolutely free, yet starving, while it is certainly possible, though not likely, for a given person at a given instant to be a slave while being kept in riches by his master. Yet there is an important connection between the two, for we have seen that a free market tends to lead to abundance for all of its participants, and we shall see below that violent intervention in the market and a hegemonic society tend to lead to general poverty. That a person is “free to starve” is therefore not a condemnation of the free market, but a simple fact of nature: every child comes into the world without capital or resources of his own. On the contrary, as we shall see further below, it is the free market in a free society that furnishes the only instrument to reduce or eliminate poverty and provide abundance.
Στο σημείο αυτό, ας επανεισαγάγουμε την έννοια του «κόστους» στην ανάλυση. Είδαμε παραπάνω ότι το κόστος, ή «οριακό» κόστος, οποιασδήποτε απόφασης είναι η αμέσως επόμενη υψηλότερη χρησιμότητα που πρέπει να θυσιαστεί εξαιτίας της απόφασης. Όταν ένα μέσο M πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των σκοπών E1, E2 και E3, με τον E1 να κατατάσσεται υψηλότερα στην κλίμακα αξιών του ατόμου, το άτομο επιχειρεί να κατανείμει το μέσο έτσι ώστε να επιτύχει τους υψηλότερα αξιολογούμενους σκοπούς του και να θυσιάσει εκείνους που κατατάσσονται χαμηλότερα, μολονότι θα επιτύχει όσους περισσότερους σκοπούς μπορεί με τα διαθέσιμα μέσα. Εάν κατανείμει τα μέσα του στους E1 και E2 και πρέπει να θυσιάσει τον E3, ο E3 είναι το οριακό κόστος της απόφασής του. Εάν σφάλει στην απόφασή του και καταλήξει στον E3 αντί στον E2, τότε ex post —αναδρομικά— διαπιστώνεται ότι έχει υποστεί ζημία σε σύγκριση με την πορεία που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει.
At this point, let us reintroduce the concept of “cost” into the analysis. We have seen above that the cost, or “marginal” cost, of any decision is the next highest utility that must be forgone because of the decision. When a means M must be distributed among ends E, E, and E, with Eranked highest on the individual’s value scale, the individual attempts to allocate the means so as to attain his most highly valued ends and to forgo those ranked lower, although he will attain as many of his ends as he can with the means available. If he allocates his means to Eand E, and must forgo E, E is the marginal cost of his decision. If he errs in his decision, and arrives at E instead of E, then ex post—in retrospect—he is seen to have suffered a loss compared to the course he could have taken.
Ποια είναι τα κόστη που συνεπάγονται οι αποφάσεις των ιδιοκτητών των συντελεστών; Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι αυτά τα κόστη είναι υποκειμενικά και δεν μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια από εξωτερικούς παρατηρητές ούτε να μετρηθούν ex post από λογιστές που τα εξετάζουν.228 Δεύτερον, είναι σαφές ότι, εφόσον συντελεστές όπως η γη και τα παραχθέντα κεφαλαιουχικά αγαθά έχουν μία μόνο χρήση, δηλαδή την παραγωγή αυτού του προϊόντος —λόγω του ότι είναι αμιγώς ειδικοί—, η χρησιμοποίησή τους στην παραγωγή δεν συνεπάγεται κανένα κόστος για τον ιδιοκτήτη τους. Σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους του προβλήματός μας, η μόνη εναλλακτική δυνατότητα του ιδιοκτήτη τους θα ήταν να αφήσει τη γη αχρησιμοποίητη, χωρίς να αποκομίζει καμία απόδοση. Η χρησιμοποίηση της εργασίας, ωστόσο, έχει πράγματι κόστος, ανάλογο με την αξία του ελεύθερου χρόνου που θυσιάζουν οι εργαζόμενοι. Η αξία αυτή, βεβαίως, δεν μπορεί να μετρηθεί σε χρηματικούς όρους και διαφέρει αναγκαστικά για κάθε άτομο, διότι δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση μεταξύ των κλιμάκων αξιών δύο ή περισσότερων προσώπων.
What are the costs involved in the decisions made by the owners of the factors? In the first place, it must be stressed that these costs are subjective and cannot be precisely determined by outside observers or be gauged ex post by observing accountants. Secondly, it is clear that, since such factors as land and the produced capital goods have only one use, namely, the production of this product (by virtue of being purely specific), they involve no cost to their owner in being used in production. By the very terms of our problem, the only alternative for their owner would be to let the land lie unused, earning no return. The use of labor, however, does have a cost, in accordance with the value of the leisure forgone by the laborers. This value is, of course, unmeasurable in money terms, and necessarily differs for each individual, since there can be no comparison between the value scales of two or more persons.
Αφότου παραχθεί το τελικό προϊόν, εφαρμόζεται η ανάλυση του προηγούμενου κεφαλαίου και γίνεται σαφές ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η πώληση του αγαθού στην αγοραία τιμή, όποια και αν είναι αυτή, δεν συνεπάγεται κόστος, με εξαίρεση σπάνιες περιπτώσεις άμεσης κατανάλωσης από τον παραγωγό ή περιπτώσεις προσδοκίας ανόδου της τιμής στο εγγύς μέλλον. Η πώληση αυτή δεν συνεπάγεται κόστος από την ορθή οπτική γωνία: την οπτική του δρώντος ανθρώπου κατά τη σχετική στιγμή της δράσης. Το γεγονός ότι δεν θα είχε αναλάβει καθόλου την εργασία εάν γνώριζε εκ των προτέρων τη σημερινή τιμή μπορεί να υποδηλώνει μια θλιβερή περίπτωση εσφαλμένης κρίσης, αλλά δεν επηρεάζει την παρούσα κατάσταση. Στο παρόν, με όλη την εργασία να έχει ήδη καταβληθεί και το προϊόν να έχει ολοκληρωθεί, το αρχικό —υποκειμενικό— κόστος έχει ήδη αναληφθεί και έχει εκλείψει με την αρχική λήψη της απόφασης. Στο παρόν, δεν υπάρχει εναλλακτική δυνατότητα αντί της πώλησης του αγαθού στην αγοραία τιμή και, επομένως, η πώληση δεν συνεπάγεται κόστος.229
Once the final product has been produced, the analysis of the previous chapter follows, and it becomes clear that, in most cases, the sale of the good at the market price, whatever the price may be, is costless, except for rare cases of direct consumption by the producer or in cases of anticipation of a price increase in the near future. This sale is costless from the proper point of view—the point of view of acting man at the relevant instant of action. The fact that he would not have engaged in the labor at all if he had known in advance of the present price might indicate a deplorable instance of poor judgment, but it does not affect the present situation. At present, with all the labor already exerted and the product finished, the original—subjective—cost has already been incurred and vanished with the original making of the decision. At present, there is no alternative to the sale of the good at the market price, and therefore the sale is costless.
Είναι, επομένως, προφανές ότι, αφότου παραχθεί το προϊόν, το «κόστος» δεν ασκεί καμία επίδραση στην τιμή του. Τα παρελθόντα κόστη, όντας εφήμερα, είναι άσχετα με τον παρόντα προσδιορισμό των τιμών. Η αναστάτωση που προκαλείται συχνά γύρω από τις πωλήσεις «κάτω του κόστους» τίθεται τώρα στην ορθή της προοπτική. Είναι προφανές ότι, με τη σχετική έννοια του «κόστους», τέτοιες πωλήσεις δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν. Η πώληση ενός ήδη παραχθέντος αγαθού είναι πιθανό να μη συνεπάγεται κόστος· εάν, όμως, συνεπάγεται κόστος και η τιμή είναι χαμηλότερη από αυτό, τότε ο πωλητής θα διακρατήσει το αγαθό αντί να το πωλήσει.
It is evident, therefore, that once the product has been made, “cost” has no influence on the price of the product. Past costs, being ephemeral, are irrelevant to present determination of prices. The agitation that often takes place over sales “below cost” is now placed in its proper perspective. It is obvious that, in the relevant sense of “cost,” no such sales can take place. The sale of an already produced good is likely to be costless, and if it is not, and price is below its costs, then the seller will hold on to the good rather than make the sale.
Κανείς δεν αρνείται ότι τα κόστη ασκούν πράγματι επίδραση στην παραγωγή. Η επίδραση, ωστόσο, δεν ασκείται άμεσα στην τιμή, αλλά στην ποσότητα που θα παραχθεί ή, ειδικότερα, στον βαθμό στον οποίο θα χρησιμοποιηθούν οι συντελεστές. Είδαμε στο παράδειγμά μας ότι η γη και τα κεφαλαιουχικά αγαθά θα χρησιμοποιηθούν στον μέγιστο πρακτικά εφικτό βαθμό, διότι δεν υπάρχει απόδοση ή όφελος από το να παραμένουν αδρανή.230 Ο εργαζόμενος άνθρωπος, όμως, επωμίζεται το κόστος του ελεύθερου χρόνου που θυσιάζει. Η χρηματική απόδοση που προσδοκά από την εργασία του είναι ο αποφασιστικός παράγοντας στην απόφασή του σχετικά με το πόση εργασία θα διαθέσει για το προϊόν ή εάν θα διαθέσει καθόλου. Η χρηματική απόδοση κατατάσσεται στην υποκειμενική κλίμακα αξιών του μαζί με τα κόστη της θυσίας ελεύθερου χρόνου, και έτσι λαμβάνεται η απόφασή του για την ποσότητα εργασίας που θα καταβάλει στην παραγωγή. Η θέση των κοστών στις ατομικές κλίμακες αξιών είναι, επομένως, ένας από τους προσδιοριστικούς παράγοντες της ποσότητας, του αποθέματος, που θα παραχθεί. Το απόθεμα αυτό, βεβαίως, διαδραματίζει αργότερα ρόλο στον προσδιορισμό της αγοραίας τιμής, διότι αξιολογείται από τους καταναλωτές σύμφωνα με τον νόμο της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Αυτό, ωστόσο, απέχει πολύ από τον ισχυρισμό ότι το κόστος είτε καθορίζει την τιμή είτε αποτελεί ισότιμο με τη χρησιμότητα προσδιοριστικό της παράγοντα. Μπορούμε να συνοψίσουμε σύντομα τον νόμο της τιμής —ο οποίος στο σημείο αυτό μπορεί να διατυπωθεί μόνο για ειδικούς συντελεστές και κοινή ιδιοκτησία, αλλά αργότερα θα αποδειχθεί ότι ισχύει για οποιαδήποτε διάταξη της παραγωγής— ως εξής: Τα άτομα αξιολογούν στις κλίμακες αξιών τους ένα δεδομένο απόθεμα αγαθών σύμφωνα με τις χρησιμότητές τους, καθορίζοντας τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών· το απόθεμα παράγεται σύμφωνα με προηγούμενες αποφάσεις των παραγωγών, οι οποίοι είχαν σταθμίσει στις κλίμακες αξιών τους το προσδοκώμενο χρηματικό έσοδο από τους καταναλωτές έναντι των υποκειμενικών κοστών —που και αυτά είναι απλώς θυσιαζόμενες χρησιμότητες— της συμμετοχής στην παραγωγή. Στην πρώτη περίπτωση, οι αξιολογήσεις της χρησιμότητας είναι γενικά, αν και σε καμία περίπτωση πάντοτε, εκείνες των καταναλωτών· στη δεύτερη, είναι εκείνες των παραγωγών. Είναι, όμως, σαφές ότι οι μόνοι προσδιοριστικοί παράγοντες της τιμής είναι οι υποκειμενικές χρησιμότητες των ατόμων κατά την αξιολόγηση δεδομένων συνθηκών και εναλλακτικών δυνατοτήτων. Δεν υπάρχουν «αντικειμενικά» ή «πραγματικά» κόστη που να καθορίζουν την τιμή ή να αποτελούν ισότιμους προσδιοριστικούς της παράγοντες.231
That costs do have an influence in production is not denied by anyone. However, the influence is not directly on the price, but on the amount that will be produced or, more specifically, on the degree to which factors will be used. We have seen in our example that land and capital goods will be used to the fullest extent practicable, since there is no return or benefit in allowing them to remain idle. But man laboring bears the cost of leisure forgone. What he expects will be the monetary return from his labor is the deciding factor in his decision concerning how much or whether or not to employ his labor on the product. The monetary return is ranked on his subjective value scale along with the costs of forgoing leisure, and his decision is made on the quantity of labor he will put forth in production. The height of costs on individual value scales, then, is one of the determinants of the quantity, the stock, that will be produced. This stock, of course, later plays a role in the determination of market price, since stock is evaluated by consumers according to the law of diminishing marginal utility. This, however, is a far cry from stating that cost either determines, or is co-ordinate with utility in determining, price. We may briefly summarize the law of price (which can be stated at this point only in regard to specific factors and joint ownership, but which will be later seen as true for any arrangement of production): Individuals, on their value scales, evaluate a given stock of goods according to their utilities, setting the prices of consumers’ goods; the stock is produced according to previous decisions by producers, who had weighed on their value scales the expected monetary revenue from consumers against the subjective costs (themselves simply utilities forgone) of engaging in the production. In the former case, the utility valuations are generally (though by no means always) the ones made by consumers; in the latter case, they are made by producers. But it is clear that the determinants of price are only the subjective utilities of individuals in valuing given conditions and alternatives. There are no “objective” or “real” costs that determine, or are co-ordinate in determining, price.
Εάν εξετάσουμε προσεκτικότερα τα κόστη των εργαζομένων στην παραγωγή, βλέπουμε ότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα θυσίας ελεύθερου χρόνου. Υπάρχει και ένα άλλο στοιχείο, μολονότι στην περίπτωση αυτή είναι συνυφασμένο με το πρώτο: θυσιάζονται παρόντα αγαθά έναντι της προσδοκίας μιας μελλοντικής απόδοσης. Έτσι, πέρα από το στοιχείο ελεύθερου χρόνου και εργασίας, οι εργαζόμενοι πρέπει στην περίπτωση αυτή να περιμένουν για κάποιο διάστημα προτού αποκομίσουν την απόδοση, ενώ πρέπει να θυσιάσουν τον ελεύθερο χρόνο τους στο παρόν ή σε διάφορες περιόδους που προηγούνται της είσπραξης της απόδοσης. Ο χρόνος, επομένως, είναι κρίσιμο στοιχείο της παραγωγής και η ανάλυσή του πρέπει να διαπερνά κάθε θεωρία της παραγωγής.
If we investigate the costs of laborers in production more closely, we see that what is involved is not simply a question of leisure forgone. There is another, though in this case intertwined, element: present goods are being forgone in exchange for an expectation of return in the future. Thus, added to the leisure-labor element, the workers, in this case, must wait for some time before earning the return, while they must give up their leisure in the present or in various periods earlier than the return is obtained. Time, therefore, is a critical element in production, and its analysis must pervade any theory of production.
Όταν οι ιδιοκτήτες των συντελεστών αναλαμβάνουν μια παραγωγική διαδικασία της οποίας η απόδοση θα πραγματοποιηθεί αναγκαστικά στο μέλλον, θυσιάζουν ελεύθερο χρόνο και άλλα καταναλωτικά αγαθά που είτε θα μπορούσαν να είχαν απολαύσει χωρίς να εργαστούν είτε θα μπορούσαν να είχαν αποκτήσει νωρίτερα μέσω συντομότερων παραγωγικών διαδικασιών. Για να επενδύσουν, λοιπόν, την εργασία και τη γη τους σε μια παραγωγική διαδικασία, πρέπει να περιορίσουν την παρούσα κατανάλωσή τους κάτω από το μέγιστο δυνατό επίπεδό της. Αυτό συνεπάγεται τη θυσία είτε της άμεσης κατανάλωσης είτε της κατανάλωσης που καθίσταται δυνατή μέσω συντομότερων παραγωγικών διαδικασιών. Η παρούσα κατανάλωση θυσιάζεται εν αναμονή μελλοντικής κατανάλωσης. Εφόσον έχουμε δει ότι, σύμφωνα με τον καθολικό νόμο της χρονικής προτίμησης, οποιαδήποτε δεδομένη ικανοποίηση προτιμάται νωρίτερα παρά αργότερα, μια ισοδύναμη ικανοποίηση θα προτιμάται όσο το δυνατόν νωρίτερα. Η παρούσα κατανάλωση ενός αγαθού θα θυσιαστεί μόνο εν αναμονή μεγαλύτερης μελλοντικής κατανάλωσης, με το μέγεθος αυτής της προσαύξησης να εξαρτάται από τις χρονικές προτιμήσεις. Αυτός ο περιορισμός της παρούσας κατανάλωσης είναι η αποταμίευση. Βλ. τη συζήτηση στο κεφάλαιο 1.
When the owners of the factors embark on a process of production the yield of which will be necessarily realized in the future, they are giving up leisure and other consumers’ goods that they either could have enjoyed without working or could have earned earlier from shorter processes of production. In order to invest their labor and land in a process of production, then, they must restrict their present consumption to less than its possible maximum. This involves forgoing either immediate consumption or the consumption made possible from shorter processes of production. Present consumption is given up in anticipation of future consumption. Since we have seen that the universal law of time preference holds that any given satisfaction will be preferred earlier than later, an equivalent satisfaction will be preferred as early as possible. Present consumption of a good will be given up only in anticipation of a greater future consumption, the degree of the premium being dependent on time preferences. This restriction of present consumption is saving. (See the discussion in chapter 1.)
Σε έναν κόσμο όπου όλα τα προϊόντα ανήκουν από κοινού στους ιδιοκτήτες των συντελεστών, οι αρχικοί ιδιοκτήτες γης και εργασίας πρέπει να αποταμιεύουν οι ίδιοι· δεν υπάρχει χρηματική έκφραση που να αντιπροσωπεύει τη συνολική αποταμίευση, ακόμη και σε μια χρηματική οικονομία. Οι ιδιοκτήτες γης και εργασίας θυσιάζουν μια ορισμένη ποσότητα παρούσας ή χρονικά προγενέστερης κατανάλωσης και αποταμιεύουν σε διάφορες ποσότητες, προκειμένου να επενδύσουν τον χρόνο και την εργασία τους στην παραγωγή του τελικού προϊόντος. Το εισόδημά τους αποκομίζεται τελικά, ας πούμε ύστερα από ένα έτος, όταν το αγαθό πωλείται στους καταναλωτές και οι 100 ουγγιές εισπράττονται από τους συνιδιοκτήτες. Είναι, ωστόσο, αδύνατον να πούμε ποιο ήταν το ύψος αυτής της αποταμίευσης ή επένδυσης σε χρηματικούς όρους.
In a world where products are all jointly owned by owners of factors, the original owners of land and labor must do their own saving; there is no monetary expression to represent total saving, even in a monetary economy. The owners of land and labor forgo a certain amount of present or earlier consumption and save in various amounts in order to invest their time and labor to produce the final product. Their income is finally earned, say after one year, when the good is sold to the consumers and the 100 ounces is received by the joint owners. It is impossible, however, for us to say what this saving or investment was in monetary terms.
6. Ιδιοκτησία του προϊόντος από κεφαλαιούχους: Ενοποιημένα στάδια
↗ στη σελίδα του βιβλίου6. Ownership of the Product by Capitalists: Amalgamated Stages
Μέχρι αυτό το σημείο εξετάσαμε την περίπτωση κατά την οποία οι ιδιοκτήτες γης και εργασίας, δηλαδή των πρωτογενών συντελεστών, περιορίζουν τη δυνητική κατανάλωσή τους και επενδύουν τους συντελεστές τους σε μια παραγωγική διαδικασία η οποία, ύστερα από ορισμένο χρόνο, παράγει ένα καταναλωτικό αγαθό που θα πωληθεί στους καταναλωτές έναντι χρήματος. Ας εξετάσουμε τώρα μια κατάσταση στην οποία οι ιδιοκτήτες των συντελεστών δεν κατέχουν το τελικό προϊόν. Πώς θα μπορούσε να προκύψει αυτό; Ας αφήσουμε πρώτα κατά μέρος τα διάφορα στάδια της παραγωγικής διαδικασίας και ας υποθέσουμε προς το παρόν ότι όλα τα στάδια μπορούν να συνενωθούν σε ένα. Ένα άτομο ή μια ομάδα ατόμων που ενεργούν από κοινού μπορεί τότε, στο παρόν, να προσφερθεί να καταβάλει χρήμα στους ιδιοκτήτες γης και εργασίας, αγοράζοντας έτσι τις υπηρεσίες των συντελεστών τους. Οι συντελεστές κατόπιν εργάζονται και παράγουν το προϊόν, το οποίο, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας τους, ανήκει στη νέα κατηγορία ιδιοκτητών του προϊόντος. Αυτοί οι ιδιοκτήτες του προϊόντος έχουν αγοράσει τις υπηρεσίες των συντελεστών γης και εργασίας ενόσω οι τελευταίοι συνέβαλλαν στην παραγωγή· κατόπιν πωλούν το τελικό προϊόν στους καταναλωτές.
Up to this point we have discussed the case in which the owners of land and labor, i.e., of the original factors, restrict their possible consumption and invest their factors in a production process, which, after a certain time, produces a consumers’ good to be sold to consumers for money. Now let us consider a situation in which the owners of the factors do not own the final product. How could this come about? Let us first forget about the various stages of the production process and assume for the moment that all the stages can be lumped together as one. An individual or a group of individuals acting jointly can then, at present, offer to pay money to the owners of land and labor, thus buying the services of their factors. The factors then work and produce the product, which, under the terms of their agreement, belongs to the new class of product-owners. These product-owners have purchased the services of the land and labor factors as the latter have been contributing to production; they then sell the final product to the consumers.
Ποια υπήρξε η συμβολή αυτών των ιδιοκτητών του προϊόντος, ή «κεφαλαιούχων», στην παραγωγική διαδικασία; Η εξής: η αποταμίευση και ο περιορισμός της κατανάλωσης, αντί να πραγματοποιηθούν από τους ιδιοκτήτες γης και εργασίας, πραγματοποιήθηκαν από τους κεφαλαιούχους. Οι κεφαλαιούχοι αποταμίευσαν αρχικά, ας πούμε, 95 ουγγιές χρυσού, τις οποίες θα μπορούσαν τότε να είχαν δαπανήσει για καταναλωτικά αγαθά. Απέφυγαν, όμως, να το πράξουν και, αντιθέτως, προκατέβαλαν το χρήμα στους αρχικούς ιδιοκτήτες των συντελεστών. Τους πλήρωναν για τις υπηρεσίες τους ενόσω εργάζονταν, προκαταβάλλοντάς τους έτσι χρήμα προτού το προϊόν πράγματι παραχθεί και πωληθεί στους καταναλωτές. Οι κεφαλαιούχοι, επομένως, συνέβαλαν ουσιωδώς στην παραγωγή. Απάλλαξαν τους ιδιοκτήτες των πρωτογενών συντελεστών από την ανάγκη να θυσιάσουν παρόντα αγαθά και να περιμένουν μελλοντικά αγαθά. Αντ’ αυτού, οι κεφαλαιούχοι παρείχαν στους ιδιοκτήτες των πρωτογενών συντελεστών παρόντα αγαθά από τις δικές τους αποταμιεύσεις, δηλαδή χρήμα με το οποίο μπορούν να αγοραστούν παρόντα αγαθά. Σε αντάλλαγμα για αυτή την παροχή παρόντων αγαθών, οι τελευταίοι συνεισφέρουν τις παραγωγικές τους υπηρεσίες στους κεφαλαιούχους, οι οποίοι γίνονται ιδιοκτήτες του προϊόντος. Ακριβέστερα, οι κεφαλαιούχοι γίνονται ιδιοκτήτες της κεφαλαιακής δομής, ολόκληρης της δομής των κεφαλαιουχικών αγαθών καθώς αυτά παράγονται. Διατηρώντας την υπόθεσή μας ότι ένας κεφαλαιούχος ή μια ομάδα κεφαλαιούχων κατέχει όλα τα στάδια παραγωγής οποιουδήποτε αγαθού, οι κεφαλαιούχοι εξακολουθούν να προκαταβάλλουν παρόντα αγαθά στους ιδιοκτήτες συντελεστών καθώς προχωρεί το «έτος». Καθώς παρέρχεται το χρονικό διάστημα, παράγονται πρώτα κεφαλαιουχικά αγαθά της υψηλότερης τάξης, τα οποία κατόπιν μετασχηματίζονται σε κεφαλαιουχικά αγαθά χαμηλότερης τάξης κ.ο.κ. και τελικά στο τελικό προϊόν. Σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, ολόκληρη αυτή η δομή ανήκει στους κεφαλαιούχους. Όταν ένας κεφαλαιούχος κατέχει ολόκληρη τη δομή, πρέπει να τονιστεί ότι αυτά τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν του προσφέρουν κανένα απολύτως όφελος. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ένας κεφαλαιούχος έχει ήδη προκαταβάλει, σε διάστημα πολλών μηνών, 80 ουγγιές σε ιδιοκτήτες εργασίας και γης σε έναν κλάδο παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, έχει στην ιδιοκτησία του ένα πλήθος κεφαλαιουχικών αγαθών πέμπτης, τέταρτης και τρίτης τάξης. Κανένα από αυτά τα κεφαλαιουχικά αγαθά, ωστόσο, δεν του χρησιμεύει έως ότου καταστεί δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία τους και η απόκτηση και πώληση του τελικού προϊόντος στον καταναλωτή.
What has been the contribution of these product-owners, or “capitalists,” to the production process? It is this: the saving and restriction of consumption, instead of being done by the owners of land and labor, has been done by the capitalists. The capitalists originally saved, say, 95 ounces of gold which they could have then spent on consumers’ goods. They refrained from doing so, however, and, instead, advanced the money to the original owners of the factors. They paid the latter for their services while they were working, thus advancing them money before the product was actually produced and sold to the consumers. The capitalists, therefore, made an essential contribution to production. They relieved the owners of the original factors from the necessity of sacrificing present goods and waiting for future goods. Instead, the capitalists have supplied present goods from their own savings (i.e., money with which to buy present goods) to the owners of the original factors. In return for this supply of present goods, the latter contribute their productive services to the capitalists, who become the owners of the product. More precisely, the capitalists become the owners of the capital structure, of the whole structure of capital goods as they are produced. Keeping to our assumption that one capitalist or group of capitalists owns all the stages of any good’s production, the capitalists continue to advance present goods to owners of factors as the “year” goes on. As the period of time continues, highest-order capital goods are first produced, are then transformed into lower-order capital goods, etc., and ultimately into the final product. At any given time, this whole structure is owned by the capitalists. When one capitalist owns the whole structure, these capital goods, it must be stressed, do him no good whatever. Thus, suppose that a capitalist has already advanced 80 ounces over a period of many months to owners of labor and land in a line of production. He has in his ownership, as a result, a mass of fifth-, fourth-, and third-order capital goods. None of these capital goods is of any use to him, however, until the goods can be further worked on and the final product obtained and sold to the consumer.
Τα εκλαϊκευτικά συγγράμματα αποδίδουν τεράστια «δύναμη» στον κεφαλαιούχο και θεωρούν ότι η κατοχή ενός πλήθους κεφαλαιουχικών αγαθών έχει τεράστια σημασία, παρέχοντάς του μεγάλο πλεονέκτημα έναντι άλλων ανθρώπων στην οικονομία. Βλέπουμε, ωστόσο, ότι αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα· πράγματι, μπορεί κάλλιστα να ισχύει το αντίθετο. Διότι ο κεφαλαιούχος έχει ήδη αποταμιεύσει περιορίζοντας τη δυνητική του κατανάλωση και έχει μισθώσει τις υπηρεσίες συντελεστών για να παραγάγει τα κεφαλαιουχικά του αγαθά. Οι ιδιοκτήτες αυτών των συντελεστών έχουν ήδη το χρήμα για το οποίο διαφορετικά θα έπρεπε να αποταμιεύσουν και να περιμένουν —και να επωμιστούν την αβεβαιότητα—, ενώ ο κεφαλαιούχος έχει μόνο ένα πλήθος κεφαλαιουχικών αγαθών, το οποίο θα αποδειχθεί άνευ αξίας γι’ αυτόν εάν δεν καταστεί δυνατή η περαιτέρω επεξεργασία του και η πώληση του προϊόντος στους καταναλωτές.
Popular literature attributes enormous “power” to the capitalist and considers his owning a mass of capital goods as of enormous significance, giving him a great advantage over other people in the economy. We see, however, that this is far from the case; indeed, the opposite may well be true. For the capitalist has already saved from possible consumption and hired the services of factors to produce his capital goods. The owners of these factors have the money already for which they otherwise would have had to save and wait (and bear uncertainty), while the capitalist has only a mass of capital goods, a mass that will prove worthless to him unless it can be further worked on and the product sold to the consumers.
Όταν ο κεφαλαιούχος αγοράζει υπηρεσίες συντελεστών, ποια ακριβώς ανταλλαγή πραγματοποιείται; Ο κεφαλαιούχος δίνει χρήμα — ένα παρόν αγαθό— σε αντάλλαγμα για υπηρεσίες συντελεστών, εργασίας και γης, οι οποίες χρησιμοποιούνται για να του παράσχουν κεφαλαιουχικά αγαθά. Του παρέχουν, με άλλα λόγια, μελλοντικά αγαθά. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά για τα οποία πληρώνει είναι ενδιάμεσοι σταθμοί στην πορεία προς το τελικό προϊόν — το καταναλωτικό αγαθό. Κατά τη στιγμή, επομένως, που μισθώνονται γη και εργασία για την παραγωγή κεφαλαιουχικών αγαθών, αυτά τα κεφαλαιουχικά αγαθά και, συνεπώς, οι υπηρεσίες της γης και της εργασίας είναι μελλοντικά αγαθά· ενσωματώνουν την προσδοκία απόδοσης ενός αγαθού στο μέλλον, ενός αγαθού που τότε θα μπορεί να καταναλωθεί. Ο κεφαλαιούχος που αγοράζει τις υπηρεσίες γης και εργασίας κατά το πρώτο έτος για να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή ενός προϊόντος το οποίο τελικά θα γίνει καταναλωτικό αγαθό έτοιμο προς πώληση κατά το δεύτερο έτος προκαταβάλλει χρήμα —ένα παρόν αγαθό— σε αντάλλαγμα για ένα μελλοντικό αγαθό: για την παρούσα προσδοκία χρηματικής απόδοσης στο μέλλον από την πώληση του τελικού προϊόντος. Ένα παρόν αγαθό ανταλλάσσεται με ένα προσδοκώμενο μελλοντικό αγαθό.
When the capitalist purchases factor services, what is the precise exchange that takes place? The capitalist gives money (a present good) in exchange for receiving factor services (labor and land), which work to supply him with capital goods. They supply him, in other words, with future goods. The capital goods for which he pays are way stations on the route to the final product—the consumers’ good. At the time when land and labor are hired to produce capital goods, therefore, these capital goods, and therefore the services of the land and labor, are future goods; they represent the embodiment of the expected yield of a good in the future—a good that can then be consumed. The capitalist who buys the services of land and labor in year one to work on a product that will eventually become a consumers’ good ready for sale in year two is advancing money (a present good) in exchange for a future good—for the present anticipation of a yield of money in the future from the sale of the final product. A present good is being exchanged for an expected future good.
Υπό τις συνθήκες του παραδείγματός μας, υποθέτουμε ότι οι κεφαλαιούχοι δεν κατέχουν πρωτογενείς συντελεστές, σε αντίθεση με την πρώτη περίπτωση, κατά την οποία τα προϊόντα ανήκαν από κοινού στους ιδιοκτήτες αυτών των συντελεστών. Στην περίπτωσή μας, οι κεφαλαιούχοι κατείχαν αρχικά χρήμα, με το οποίο αγόρασαν τις υπηρεσίες γης και εργασίας για να παραγάγουν κεφαλαιουχικά αγαθά, τα οποία τελικά μετασχηματίζονται από τη γη και την εργασία σε καταναλωτικά αγαθά. Στο παράδειγμα αυτό υποθέσαμε ότι οι κεφαλαιούχοι δεν κατέχουν σε καμία χρονική στιγμή κανέναν από τους συνεργαζόμενους συντελεστές εργασίας ή γης. Στην πραγματική ζωή, βεβαίως, μπορεί να υπάρχουν και πράγματι υπάρχουν κεφαλαιούχοι που τόσο εργάζονται υπό κάποια διευθυντική ιδιότητα στην παραγωγική διαδικασία όσο και κατέχουν τη γη στην οποία δραστηριοποιούνται. Από αναλυτική άποψη, ωστόσο, είναι αναγκαίο να απομονώσουμε αυτές τις διάφορες λειτουργίες. Μπορούμε να ονομάσουμε «αμιγείς κεφαλαιούχους» εκείνους τους κεφαλαιούχους που κατέχουν μόνο τα κεφαλαιουχικά αγαθά και το τελικό προϊόν πριν από την πώλησή του.
Under the conditions of our example, we are assuming that the capitalists own no original factors, in contrast to the first case, in which the products were jointly owned by the owners of these factors. In our case, the capitalists originally owned money, with which they purchased the services of land and labor in order to produce capital goods, which are finally transformed by land and labor into consumers’ goods. In this example we have assumed that the capitalists do not at any time own any of the co-operating labor or land factors. In actual life, of course, there may be and are capitalists who both work in some managerial capacity in the production process and also own the land on which they operate. Analytically, however, it is necessary to isolate these various functions. We may call those capitalists who own only the capital goods and the final product before sale “pure capitalists.”
Ας προσθέσουμε τώρα έναν ακόμη προσωρινό περιορισμό στην ανάλυσή μας: ότι όλα τα παραγωγικά αγαθά και οι υπηρεσίες μόνο μισθώνονται και δεν αγοράζονται ποτέ ως σύνολα. Πρόκειται για μια βολική υπόθεση που θα διατηρηθεί για πολύ ακόμη αφότου εγκαταλειφθεί η υπόθεση των ειδικών συντελεστών. Υποθέτουμε εδώ ότι οι αμιγείς κεφαλαιούχοι δεν αγοράζουν ποτέ ως σύνολο έναν συντελεστή που θα μπορούσε από μόνος του να αποδώσει περισσότερες μονάδες υπηρεσίας. Μπορούν μόνο να μισθώνουν τις υπηρεσίες των συντελεστών ανά μονάδα χρόνου. Η κατάσταση αυτή είναι άμεσα ανάλογη προς τις συνθήκες που περιγράφηκαν παραπάνω στο κεφάλαιο 4, ενότητα 7, όπου οι καταναλωτές αγόραζαν ή «μίσθωναν» τις μονάδες υπηρεσίας των αγαθών και όχι τα αγαθά ως σύνολα. Σε μια ελεύθερη οικονομία, βεβαίως, αυτή η μίσθωση πρέπει πάντοτε να ισχύει στην περίπτωση των υπηρεσιών εργασίας. Ο εργαζόμενος, όντας ελεύθερος άνθρωπος, δεν μπορεί να αγοραστεί· δηλαδή, δεν μπορεί να του καταβληθεί ένα χρηματικό τίμημα για το σύνολο των μελλοντικών προσδοκώμενων υπηρεσιών του, ύστερα από το οποίο θα βρίσκεται μόνιμα υπό τις διαταγές του αγοραστή του. Αυτό θα αποτελούσε κατάσταση δουλείας, και ακόμη και η «εκούσια δουλεία», όπως είδαμε, δεν μπορεί να επιβληθεί στην ελεύθερη αγορά λόγω του αναπαλλοτρίωτου χαρακτήρα της προσωπικής βούλησης. Ένας εργαζόμενος, λοιπόν, δεν μπορεί να αγοραστεί, αλλά οι υπηρεσίες του μπορούν να αγοραστούν για ένα χρονικό διάστημα· δηλαδή, μπορεί να μισθωθεί ή να προσληφθεί.
Let us now add another temporary restriction to our analysis—namely, that all producers’ goods and services are only hired, never bought outright. This is a convenient assumption that will be maintained long after the assumption of specific factors is dropped. We here assume that the pure capitalists never purchase as a whole a factor that in itself could yield several units of service. They can only hire the services of factors per unit of time. This situation is directly analogous to the conditions described in chapter 4, section 7 above, in which consumers bought or “rented” the unit services of goods rather than the goods as a whole. In a free economy, of course, this hiring or renting must always occur in the case of labor services. The laborer, being a free man, cannot be bought; i.e., he cannot be paid a cash value for his total future anticipated services, after which he is at the permanent command of his buyer. This would be a condition of slavery, and even “voluntary slavery,” as we have seen, cannot be enforced on the free market because of the inalienability of personal will. A laborer cannot be bought, then, but his services can be bought over a period of time; i.e., he can be rented or hired.
7. Παρόντα και μελλοντικά αγαθά: Το καθαρό επιτόκιο
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. Present and Future Goods: The Pure Rate of Interest
Αναβάλλουμε για αργότερα το μεγαλύτερο μέρος της ανάλυσης της τιμολόγησης των παραγωγικών υπηρεσιών και συντελεστών. Στο σημείο αυτό, ωστόσο, μπορούμε να δούμε ότι η αγορά υπηρεσιών εργασίας και η αγορά υπηρεσιών γης είναι άμεσα ανάλογες. Η κλασική συζήτηση του εισοδήματος από την παραγωγή θεωρεί ότι η εργασία αποφέρει μισθούς, ενώ η γη αποφέρει προσόδους, και υποτίθεται ότι οι δύο υπόκεινται σε εντελώς διαφορετικούς νόμους. Στην πραγματικότητα, όμως, οι απολαβές των υπηρεσιών εργασίας και γης είναι ανάλογες. Αμφότεροι είναι πρωτογενείς και παραγωγικοί συντελεστές· και στην περίπτωση κατά την οποία η γη μισθώνεται αντί να αγοράζεται, αμφότεροι μισθώνονται ανά μονάδα χρόνου αντί να πωλούνται ως σύνολα. Γενικά, οι συγγραφείς της οικονομικής επιστήμης έχουν ονομάσει «επιχειρηματίες» εκείνους τους κεφαλαιούχους που αγοράζουν συντελεστές εργασίας και γης προσδοκώντας μελλοντική χρηματική απόδοση από το τελικό προϊόν. Είναι, ωστόσο, επιχειρηματίες μόνο στην πραγματική οικονομία της αβεβαιότητας. Σε μια ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία, όπου όλες οι δράσεις της αγοράς επαναλαμβάνονται σε έναν ατέρμονο κύκλο και, επομένως, δεν υπάρχει αβεβαιότητα, η επιχειρηματικότητα εξαφανίζεται. Δεν υπάρχει αβέβαιο μέλλον που πρέπει να προεξοφληθεί νοητικά και για το οποίο γίνονται προβλέψεις. Το να αποκαλούμε, λοιπόν, αυτούς τους κεφαλαιούχους απλώς επιχειρηματίες συνεπάγεται σιωπηρά ότι στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία δεν θα υπάρχουν κεφαλαιούχοι, δηλαδή καμία ομάδα που αποταμιεύει χρήμα και μισθώνει τις υπηρεσίες συντελεστών, αποκτώντας έτσι κεφαλαιουχικά και καταναλωτικά αγαθά που θα πωληθούν στους καταναλωτές. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο οι αμιγείς κεφαλαιούχοι δεν θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν στην ERE — την ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία. Ακόμη και αν οι τελικές αποδόσεις και η καταναλωτική ζήτηση είναι βέβαιες, οι κεφαλαιούχοι εξακολουθούν να παρέχουν παρόντα αγαθά στους ιδιοκτήτες εργασίας και γης, απαλλάσσοντάς τους έτσι από το βάρος της αναμονής έως ότου παραχθούν τα μελλοντικά αγαθά και μετασχηματιστούν τελικά σε καταναλωτικά αγαθά. Η λειτουργία τους, επομένως, παραμένει στην ERE: να παρέχουν παρόντα αγαθά και να αναλαμβάνουν το βάρος της αναμονής για μελλοντικές αποδόσεις κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας. Ας υποθέσουμε απλώς ότι το ποσό που κατέβαλαν οι κεφαλαιούχοι ήταν 95 ουγγιές και ότι η τελική πώληση απέφερε 100 ουγγιές. Οι πέντε ουγγιές που περιέρχονται στους κεφαλαιούχους αποτελούν αμοιβή για τη λειτουργία τους ως παρόχων παρόντων αγαθών που αναμένουν μελλοντική απόδοση. Εν ολίγοις, οι κεφαλαιούχοι αγόρασαν κατά το πρώτο έτος μελλοντικά αγαθά έναντι 95 ουγγιών και κατόπιν πώλησαν το μετασχηματισμένο προϊόν κατά το δεύτερο έτος έναντι 100 ουγγιών, όταν αυτό είχε γίνει παρόν αγαθό. Με άλλα λόγια, κατά το πρώτο έτος η αγοραία τιμή ενός προσδοκώμενου, βέβαιου εισοδήματος 100 ουγγιών ήταν μόνο 95 ουγγιές. Είναι σαφές ότι αυτό απορρέει από το καθολικό γεγονός της χρονικής προτίμησης και από τη συνακόλουθη προσαύξηση της αξίας ενός δεδομένου αγαθού στο παρόν έναντι της παρούσας προσδοκίας της μελλοντικής απόκτησής του.
We are deferring until later the major part of the analysis of the pricing of productive services and factors. At this point we can see, however, that the purchasing of labor and land services are directly analogous. The classical discussion of productive income treats labor as earning wages whereas land earns rents, and the two are supposed to be subject to completely different laws. Actually, however, the earnings of labor and land services are analogous. Both are original and productive factors; and in the case in which land is hired rather than bought, both are rented per unit of time rather than sold outright. Generally, writers on economics have termed those capitalists “entrepreneurs” who buy labor and land factors in expectation of a future monetary return from the final product. They are entrepreneurs, however, only in the actual economy of uncertainty. In an evenly rotating economy, where all the market actions are repeated in an endless round and there is therefore no uncertainty, entrepreneurship disappears. There is no uncertain future to be anticipated and about which forecasts are made. To call these capitalists simply entrepreneurs, then, is tacitly to imply that in the evenly rotating economy there will be no capitalists, i.e., no group that saves money and hires the services of factors, thereby acquiring capital and consumers’ goods to be sold to the consumers. Actually, however, there is no reason why pure capitalists should not continue in the ERE (the evenly rotating economy). Even if final returns and consumer demand are certain, the capitalists are still providing present goods to the owners of labor and land and thus relieving them of the burden of waiting until the future goods are produced and finally transformed into consumers’ goods. Their function, therefore, remains in the ERE to provide present goods and to assume the burden of waiting for future returns over the period of the production process. Let us assume simply that the sum the capitalists paid out was 95 ounces and that the final sale was for 100 ounces. The five ounces accruing to the capitalists is payment for their function of supplying present goods and waiting for a future return. In short, the capitalists, in year one, bought future goods for 95 ounces and then sold the transformed product in year two for 100 ounces when it had become a present good. In other words, in year one the market price of an anticipated (certain) income of 100 ounces was only 95 ounces. It is clear that this arises out of the universal fact of time preference and of the resulting premium of a given good at present over the present prospect of its future acquisition.
Στη χρηματική οικονομία, εφόσον το χρήμα υπεισέρχεται σε όλες τις συναλλαγές, η έκπτωση της αξίας ενός μελλοντικού αγαθού έναντι ενός παρόντος μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να εκφραστεί σε όρους ενός αγαθού: του χρήματος. Αυτό συμβαίνει επειδή το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα είναι παρόν αγαθό και επειδή οι απαιτήσεις επί μελλοντικών αγαθών εκφράζονται σχεδόν πάντοτε σε όρους μελλοντικού χρηματικού εισοδήματος.
In the monetary economy, since money enters into all transactions, the discount of a future good against a present good can, in all cases, be expressed in terms of one good: money. This is so because the money commodity is a present good and because claims to future goods are almost always expressed in terms of future money income.
Στη συζήτησή μας υποθέσαμε ότι όλοι οι συντελεστές παραγωγής είναι αμιγώς ειδικοί σε έναν συγκεκριμένο κλάδο παραγωγής. Όταν, όμως, οι κεφαλαιούχοι έχουν αποταμιεύσει χρήμα —«χρηματικό κεφάλαιο»—, είναι ελεύθεροι να αγοράσουν υπηρεσίες συντελεστών σε οποιονδήποτε κλάδο παραγωγής. Το χρήμα, το γενικό μέσο ανταλλαγής, είναι ακριβώς μη ειδικό. Εάν, για παράδειγμα, ο αποταμιευτής διαπιστώνει ότι μπορεί να επενδύσει 95 ουγγιές στην προαναφερθείσα παραγωγική διαδικασία και να αποκομίσει 100 ουγγιές σε ένα έτος, ενώ μπορεί να επενδύσει 95 ουγγιές σε κάποια άλλη διαδικασία και να αποκομίσει 110 ουγγιές σε ένα έτος, θα επενδύσει το χρήμα του στη διαδικασία που αποφέρει τη μεγαλύτερη απόδοση. Είναι σαφές ότι ο κλάδος στον οποίο θα παρακινηθεί να επενδύσει θα είναι εκείνος που του αποφέρει το υψηλότερο ποσοστό απόδοσης της επένδυσής του.
The factors of production in our discussion have all been assumed to be purely specific to a particular line of production. When the capitalists have saved money (“money capital”), however, they are at liberty to purchase factor services in any line of production. Money, the general medium of exchange, is precisely nonspecific. If, for example, the saver sees that he can invest 95 ounces in the aforementioned production process and earn 100 ounces in a year, whereas he can invest 95 ounces in some other process and earn 110 ounces in a year, he will invest his money in the process earning the greater return. Clearly, the line in which he will feel impelled to invest will be the line that earns him the greatest rate of return on his investment.
Η έννοια του ποσοστού απόδοσης είναι αναγκαία για να μπορεί να συγκρίνει διαφορετικές δυνητικές επενδύσεις, με διαφορετική χρονική διάρκεια και διαφορετικά χρηματικά ποσά. Για οποιοδήποτε ποσό χρήματος αποταμιεύει, θα ήθελε να αποκομίσει το μεγαλύτερο ποσό καθαρής απόδοσης, δηλαδή το υψηλότερο ποσοστό καθαρής απόδοσης. Το απόλυτο ποσό της απόδοσης πρέπει να αναχθεί σε μονάδες χρόνου, και αυτό γίνεται με τον προσδιορισμό του ποσοστού ανά μονάδα χρόνου. Έτσι, απόδοση 20 ουγγιών σε επένδυση 500 ουγγιών ύστερα από δύο έτη αντιστοιχεί σε 2 τοις εκατό ετησίως, ενώ απόδοση 15 ουγγιών στην ίδια επένδυση ύστερα από ένα έτος αντιστοιχεί σε απόδοση 3 τοις εκατό ετησίως.
The concept of rate of return is necessary in order for him to compare different potential investments for different periods of time and involving different sums of money. For any amount of money that he saves, he would like to earn the greatest amount of net return, i.e., the greatest rate of net return. The absolute amount of return has to be reduced to units of time, and this is done by determining the rate per unit of time. Thus, a return of 20 ounces on an investment of 500 ounces after two years is 2 percent per annum, while a return of 15 ounces on the same investment after one year is a return of 3 percent per annum.
Αφού τα δεδομένα εκδηλώσουν πλήρως τις συνέπειές τους και εξακολουθήσουν να παραμένουν αμετάβλητα, το ποσοστό καθαρής απόδοσης της επένδυσης χρηματικού κεφαλαίου θα είναι, στην ERE, το ίδιο σε κάθε κλάδο παραγωγής. Εάν οι κεφαλαιούχοι μπορούν να αποκομίσουν 3 τοις εκατό ετησίως σε μια παραγωγική διαδικασία και 5 τοις εκατό ετησίως σε μια άλλη, θα παύσουν να επενδύουν στην πρώτη και θα επενδύουν περισσότερο στη δεύτερη, έως ότου τα ποσοστά απόδοσης γίνουν ενιαία. Στην ERE δεν υπάρχει επιχειρηματική αβεβαιότητα, και το ποσοστό καθαρής απόδοσης είναι η καθαρή σχέση ανταλλαγής μεταξύ παρόντων και μελλοντικών αγαθών. Αυτό το ποσοστό απόδοσης είναι το επιτόκιο. Το καθαρό αυτό επιτόκιο θα είναι ενιαίο για όλες τις χρονικές περιόδους και για όλους τους κλάδους παραγωγής και θα παραμένει σταθερό στην ERE.232
After data work themselves out and continue without change, the rate of net return on the investment of money capital will, in the ERE, be the same in every line of production. If capitalists can earn 3 percent per annum in one production process and 5 percent per annum in another, they will cease investing in the former and invest more in the latter until the rates of return are uniform. In the ERE, there is no entrepreneurial uncertainty, and the rate of net return is the pure exchange ratio between present and future goods. This rate of return is the rate of interest. This pure rate of interest will be uniform for all periods of time and for all lines of production and will remain constant in the ERE.
Ας υποθέσουμε ότι κάποια χρονική στιγμή τα επιτόκια που αποκομίζονται δεν είναι ενιαία μεταξύ διαφόρων κλάδων παραγωγής. Εάν οι κεφαλαιούχοι αποκομίζουν γενικά τόκο 5 τοις εκατό και ένας κεφαλαιούχος αποκομίζει 7 τοις εκατό σε έναν συγκεκριμένο κλάδο, άλλοι κεφαλαιούχοι θα εισέλθουν σε αυτόν τον κλάδο και θα αποσπάσουν από αυτόν τους συντελεστές παραγωγής, προσφέροντας υψηλότερες τιμές για τους συντελεστές. Έτσι, εάν ένας κεφαλαιούχος καταβάλλει στους συντελεστές 93 ουγγιές από εισόδημα 100 ουγγιών, ένας ανταγωνιστής κεφαλαιούχος μπορεί να προσφέρει 95 ουγγιές και να πλειοδοτήσει έναντι του πρώτου για τη χρήση των συντελεστών. Ο πρώτος, λοιπόν, αναγκαζόμενος να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό άλλων κεφαλαιούχων, θα πρέπει τελικά να αυξήσει την προσφορά του στις 95 —παραβλέποντας, για λόγους απλότητας, τη διαφορά στα ποσοστά όταν αυτά υπολογίζονται με βάση το ποσό της επένδυσης και όχι το 100. Η ίδια διαδικασία εξίσωσης θα πραγματοποιείται, βεβαίως, μεταξύ κεφαλαιούχων και επιχειρήσεων μέσα στον ίδιο κλάδο παραγωγής, στην ίδια «βιομηχανία». Υπάρχει, λοιπόν, πάντοτε ανταγωνιστική πίεση που ωθεί προς ένα ενιαίο επιτόκιο στην οικονομία. Πρέπει να επισημανθεί ότι αυτός ο ανταγωνισμός δεν εκδηλώνεται απλώς μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου κλάδου ή επιχειρήσεων που παράγουν «παρόμοια» προϊόντα. Εφόσον το χρήμα είναι το γενικό μέσο ανταλλαγής και μπορεί να επενδυθεί σε όλα τα προϊόντα, αυτός ο στενός ανταγωνισμός εκτείνεται σε ολόκληρο το μήκος και πλάτος της παραγωγικής δομής.
Suppose that at some time the rates of interest earned are not uniform as between several lines of production. If capitalists are generally earning 5 percent interest, and a capitalist is obtaining 7 percent in a particular line, other capitalists will enter this line and bid away the factors of production from him by raising factor prices. Thus, if a capitalist is paying factors 93 ounces out of 100 income, a competing capitalist can offer 95 ounces and outbid the first for the use of the factors. The first, then, forced to meet the competition of other capitalists, will have to raise his bid eventually to 95 (disregarding for simplicity the variation in percentages based on the investment figure rather than on 100). The same equalization process will occur, of course, between capitalists and firms within the same line of production—the same “industry.” There is always competitive pressure, then, driving toward a uniform rate of interest in the economy. This competition, it must be pointed out, does not take place simply between firms in the same industry or producing “similar” products. Since money is the general medium of exchange and can be invested in all products, this close competition extends throughout the length and breadth of the production structure.
Μια πληρέστερη συζήτηση του προσδιορισμού του επιτοκίου θα ακολουθήσει στο κεφάλαιο 6 παρακάτω. Ένα πράγμα, όμως, θα πρέπει να είναι ήδη σαφές. Οι κλασικοί συγγραφείς έσφαλαν σοβαρά στη συζήτησή τους για τη διαδικασία απόκτησης εισοδήματος στην παραγωγή. Πίστευαν ότι οι μισθοί ήταν η «ανταμοιβή» της εργασίας, οι πρόσοδοι η «ανταμοιβή» της γης και ο τόκος η «ανταμοιβή» των κεφαλαιουχικών αγαθών, των τριών υποτίθεται ισότιμων και ανεξάρτητων συντελεστών παραγωγής. Μια τέτοια θεώρηση του τόκου, όμως, ήταν εντελώς εσφαλμένη. Όπως είδαμε και θα δούμε διεξοδικότερα παρακάτω, τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν είναι ανεξάρτητα παραγωγικά. Είναι δημιουργήματα που ανάγονται στη γη και στην εργασία —και στον χρόνο. Επομένως, τα κεφαλαιουχικά αγαθά δεν δημιουργούν εισόδημα από τόκο. Είδαμε παραπάνω, σε συμφωνία με αυτή την ανάλυση, ότι κανένα εισόδημα δεν περιέρχεται στους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών υπό αυτή καθαυτή την ιδιότητά τους.233
A fuller discussion of the determination of the rate of interest will take place in chapter 6 below. But one thing should here be evident. The classical writers erred grievously in their discussion of the income-earning process in production. They believed that wages were the “reward” of labor, rents the “reward” of land, and interest the “reward” of capital goods, the three supposedly co-ordinate and independent factors of production. But such a discussion of interest was completely fallacious. As we have seen and shall see further below, capital goods are not independently productive. They are the imputable creatures of land and labor (and time). Therefore, capital goods generate no interest income. We have seen above, in keeping with this analysis, that no income accrues to the owners of capital goods as such.
Εάν οι ιδιοκτήτες των συντελεστών γης και εργασίας λαμβάνουν ολόκληρο το εισόδημα —για παράδειγμα, 100 ουγγιές— όταν κατέχουν από κοινού το προϊόν, γιατί συναινούν να πωλήσουν τις υπηρεσίες τους έναντι συνολικού ποσού κατά πέντε ουγγιές μικρότερου από την «πλήρη αξία» τους; Δεν αποτελεί αυτό κάποια μορφή «εκμετάλλευσης» από τους κεφαλαιούχους; Η απάντηση είναι και πάλι ότι οι κεφαλαιούχοι δεν αποκομίζουν εισόδημα από την κατοχή κεφαλαιουχικών αγαθών ή επειδή τα κεφαλαιουχικά αγαθά δημιουργούν οποιοδήποτε είδος χρηματικού εισοδήματος. Οι κεφαλαιούχοι αποκομίζουν εισόδημα υπό την ιδιότητά τους ως αγοραστών μελλοντικών αγαθών, παρέχοντας σε αντάλλαγμα παρόντα αγαθά στους ιδιοκτήτες συντελεστών. Από αυτό το χρονικό στοιχείο, αποτέλεσμα των χρονικών προτιμήσεων των διαφόρων ατόμων, και όχι από την υποτιθέμενη ανεξάρτητη παραγωγικότητα των κεφαλαιουχικών αγαθών, προκύπτουν το επιτόκιο και το εισόδημα από τόκο.
If the owners of land and labor factors receive all the income (e.g., 100 ounces) when they own the product jointly, why do their owners consent to sell their services for a total of five ounces less than their “full worth”? Is this not some form of “exploitation” by the capitalists? The answer again is that the capitalists do not earn income from their possession of capital goods or because capital goods generate any sort of monetary income. The capitalists earn income in their capacity as purchasers of future goods in exchange for supplying present goods to owners of factors. It is this time element, the result of the various individuals’ time preferences, and not the alleged independent productivity of capital goods, from which the interest rate and interest income arise.
Οι κεφαλαιούχοι, επομένως, αποκομίζουν το εισόδημά τους από τόκο παρέχοντας τις υπηρεσίες παρόντων αγαθών στους ιδιοκτήτες συντελεστών πριν από την απόδοση των καρπών της παραγωγής τους, αποκτώντας τα προϊόντα τους μέσω αυτής της αγοράς και πωλώντας τα προϊόντα σε μεταγενέστερη χρονική στιγμή, όταν αυτά γίνουν παρόντα αγαθά. Έτσι, οι κεφαλαιούχοι παρέχουν παρόντα αγαθά σε αντάλλαγμα για μελλοντικά αγαθά —τα κεφαλαιουχικά αγαθά—, διακρατούν τα μελλοντικά αγαθά και αναθέτουν την επεξεργασία τους έως ότου γίνουν παρόντα αγαθά. Έχουν παραχωρήσει χρήμα στο παρόν για ένα μεγαλύτερο χρηματικό ποσό στο μέλλον, και το επιτόκιο που έχουν αποκομίσει είναι το άγιο, ή η έκπτωση της αξίας των μελλοντικών αγαθών σε σύγκριση με τα παρόντα, δηλαδή η προσαύξηση της αξίας των παρόντων αγαθών έναντι των μελλοντικών. Θα δούμε παρακάτω ότι αυτή η σχέση ανταλλαγής μεταξύ παρόντων και μελλοντικών αγαθών είναι ενιαία όχι μόνο στην παραγωγική διαδικασία, αλλά σε ολόκληρο το σύστημα της αγοράς. Είναι ο «κοινωνικός συντελεστής χρονικής προτίμησης». Είναι η «τιμή του χρόνου» στην αγορά, ως συνισταμένη όλων των ατομικών αξιολογήσεων αυτού του αγαθού.
The capitalists earn their interest income, therefore, by supplying the services of present goods to owners of factors in advance of the fruits of their production, acquiring their products by this purchase, and selling the products at the later date when they become present goods. Thus, capitalists supply present goods in exchange for future goods (the capital goods), hold the future goods, and have work done on them until they become present goods. They have given up money in the present for a greater sum of money in the future, and the interest rate that they have earned is the agio, or discount on future goods as compared with present goods, i.e., the premium commanded by present goods over future goods. We shall see below that this exchange rate between present and future goods is not only uniform in the production process, but throughout the entire market system. It is the “social rate of time preference.” It is the “price of time” on the market as the resultant of all the individual valuations of that good.
Το πώς προσδιορίζεται το άγιο, ή καθαρό επιτόκιο, στις επιμέρους αγορές διαχρονικής ανταλλαγής θα συζητηθεί παρακάτω. Εδώ θα αρκεστούμε να καταλήξουμε στην παρατήρηση ότι υπάρχει κάποιο άγιο το οποίο θα καθιερωθεί ομοιόμορφα σε ολόκληρη την οικονομία και το οποίο θα είναι το καθαρό επιτόκιο για τη βέβαιη προσδοκία μελλοντικών αγαθών έναντι παρόντων αγαθών.
How the agio, or pure interest rate, is determined in the particular time-exchange markets, will be discussed below. Here we shall simply conclude by observing that there is some agio which will be established uniformly throughout the economy and which will be the pure interest rate on the certain expectation of future goods as against present goods.
8. Χρηματικά κόστη, τιμές και Alfred Marshall
↗ στη σελίδα του βιβλίου8. Money Costs, Prices, and Alfred Marshall
Στην ERE, επομένως, κάθε αγαθό που πωλείται στους καταναλωτές θα πωλείται σε μια ορισμένη τιμή «τελικής ισορροπίας» και θα αποφέρει ορισμένα συνολικά έσοδα από πωλήσεις. Οι εισπράξεις αυτές θα περιέρχονται εν μέρει στους κεφαλαιούχους με τη μορφή εισοδήματος από τόκο και κατά το υπόλοιπο στους ιδιοκτήτες γης και εργασίας. Οι καταβολές εισοδήματος στους παραγωγούς έχουν επίσης επικρατήσει να ονομάζονται «κόστη». Πρόκειται σαφώς για χρηματικά κόστη, ή χρηματικές δαπάνες, και προφανώς δεν είναι το ίδιο πράγμα με τα «κόστη» υπό την ψυχική έννοια της υποκειμενικής ευκαιρίας που θυσιάζεται. Τα χρηματικά κόστη μπορεί να είναι τόσο ex post όσο και ex ante. Στην ERE, βεβαίως, οι ex ante και οι ex post υπολογισμοί είναι πάντοτε ίδιοι. Ωστόσο, οι δύο έννοιες συνδέονται όταν τα ψυχικά κόστη αποτιμώνται, στον βαθμό του δυνατού, σε χρηματικούς όρους. Έτσι, η πληρωμή προς τους συντελεστές μπορεί να είναι 95 ουγγιές και να καταγράφεται ως κόστος, ενώ ο κεφαλαιούχος που αποκομίζει τόκο πέντε ουγγιών θεωρεί τις 100 ως κόστος ευκαιρίας, διότι θα μπορούσε να είχε επενδύσει αλλού και να είχε αποκομίσει τόκο πέντε —στην πραγματικότητα, λίγο περισσότερο — τοις εκατό.
In the ERE, therefore, every good sold to consumers will sell at a certain “final equilibrium” price and at certain total sales. These receipts will accrue in part to capitalists in the form of interest income, and the remainder to owners of land and labor. The payments of income to the producers have also been popularly termed “costs.” These are clearly money costs, or money expenses, and obviously are not the same thing as “costs” in the psychic sense of subjective opportunity forgone. Money costs may be ex post as well as ex ante. (In the ERE, of course, ex ante and ex post calculations are always the same.) However, the two concepts become linked when psychic costs are appraised as much as possible in monetary terms. Thus, payment to factors may be 95 ounces and recorded as a cost, while the capitalist who earns an interest of five ounces considers 100 as an opportunity cost, since he could have invested elsewhere and earned five (actually, a bit higher) percent interest.
Εάν, προς το παρόν, συμπεριλάβουμε στα χρηματικά κόστη τις πληρωμές προς τους συντελεστές και τον τόκο,234 τότε στην ERE τα χρηματικά κόστη ισούνται με τα συνολικά χρηματικά έσοδα από πωλήσεις για κάθε επιχείρηση σε κάθε κλάδο παραγωγής. Μια επιχείρηση αποκομίζει επιχειρηματικά κέρδη όταν η απόδοσή της υπερβαίνει τον τόκο και υφίσταται επιχειρηματικές ζημίες όταν η απόδοσή της είναι μικρότερη. Στη δική μας παραγωγική διαδικασία, οι καταναλωτές θα καταβάλουν 100 ουγγιές —χρηματικά έσοδα από πωλήσεις— και τα χρηματικά κόστη είναι 100 ουγγιές —εισόδημα συντελεστών συν εισόδημα από τόκο—, ενώ παρόμοια ισότητα θα υπάρχει για όλα τα άλλα αγαθά και τις διαδικασίες. Αυτό σημαίνει, κατ’ ουσίαν, ότι στην ERE δεν υπάρχουν επιχειρηματικά κέρδη ή ζημίες, διότι δεν υπάρχει μεταβολή των δεδομένων ούτε αβεβαιότητα για ενδεχόμενη μεταβολή. Εάν τα συνολικά χρηματικά έσοδα από πωλήσεις ισούνται με τα συνολικά χρηματικά κόστη, τότε προφανώς συνάγεται ότι τα συνολικά χρηματικά έσοδα από πωλήσεις ανά πωλούμενη μονάδα θα ισούνται με τα συνολικά χρηματικά κόστη ανά πωλούμενη μονάδα. Αυτό απορρέει από στοιχειώδεις κανόνες της αριθμητικής. Τα χρηματικά έσοδα από πωλήσεις ανά μονάδα, όμως, ισούνται εξ ορισμού με τη χρηματική τιμή του αγαθού· ενώ τα συνολικά χρηματικά κόστη ανά μονάδα θα τα ονομάσουμε μέσο χρηματικό κόστος του αγαθού. Ομοίως, επομένως, συνάγεται ότι η τιμή θα ισούται με το μέσο χρηματικό κόστος για κάθε αγαθό στην ERE.
If, for the moment, we include as money costs factor payments and interest, then in the ERE, money costs equal total money sales for every firm in every line of production. A firm earns entrepreneurial profits when its return is more than interest, suffers entrepreneurial losses when its return is less. In our production process, consumers will pay 100 ounces (money sales), and money costs are 100 ounces (factor plus interest income) and there will be similar equality for all other goods and processes. What this means, in essence, is that there are no entrepreneurial profits or losses in the ERE, because there is no change of data or uncertainty about possible change. If total money sales equal total money costs, then it evidently follows that total money sales per unit sold will equal total money costs per unit sold. This follows from elementary rules of arithmetic. But the money sales per unit are equal to the money price of the good, by definition; while we shall call the total money costs per unit the average money cost of the good. It likewise follows, therefore, that price will equal average money cost for every good in the ERE.
Όσο παράξενο και αν φαίνεται, πάρα πολλοί συγγραφείς της οικονομικής επιστήμης έχουν συναγάγει από αυτό ένα πράγματι παράδοξο συμπέρασμα. Έχουν συναγάγει ότι «μακροχρόνια» —δηλαδή στην ERE— το γεγονός ότι τα κόστη ισούνται με τα έσοδα από πωλήσεις, ή ότι «το κόστος ισούται με την τιμή», συνεπάγεται πως τα κόστη καθορίζουν την τιμή. Η τιμή του αγαθού που συζητήθηκε παραπάνω είναι 100 ουγγιές ανά μονάδα, υποτίθεται επειδή το κόστος —το μέσο χρηματικό κόστος— είναι 100 ουγγιές ανά μονάδα. Αυτό υποτίθεται ότι είναι ο νόμος του προσδιορισμού της τιμής «μακροχρόνια». Θα έπρεπε, ωστόσο, να είναι απολύτως σαφές ότι η αλήθεια είναι ακριβώς η αντίστροφη. Η τιμή του τελικού προϊόντος καθορίζεται από τις αξιολογήσεις και τις ζητήσεις των καταναλωτών, και αυτή η τιμή καθορίζει ποιο θα είναι το κόστος. Εάν οι καταναλωτές αξιολογούν το προαναφερθέν προϊόν έτσι ώστε η τιμή του να είναι 50 ουγγιές αντί για 100, ως αποτέλεσμα, ας πούμε, μιας μεταβολής στις αξιολογήσεις τους, τότε ακριβώς «μακροχρόνια», όταν έχουν εξαλειφθεί οι επιδράσεις της αβεβαιότητας, τα «κόστη παραγωγής» —εδώ, η πληρωμή των συντελεστών συν η πληρωμή τόκου— θα ισούνται με την τελική τιμή. Είδαμε παραπάνω πώς τα εισοδήματα των συντελεστών βρίσκονται στο έλεος της καταναλωτικής ζήτησης και μεταβάλλονται σύμφωνα με αυτήν. Οι πληρωμές προς τους συντελεστές είναι αποτέλεσμα των πωλήσεων στους καταναλωτές και δεν καθορίζουν εκ των προτέρων τις τελευταίες. Τα κόστη παραγωγής, επομένως, βρίσκονται στο έλεος της τελικής τιμής και όχι το αντίστροφο. Είναι ειρωνικό ότι ακριβώς στην ERE αυτό το αιτιακό φαινόμενο θα έπρεπε να είναι σαφέστερο. Διότι στην ERE βλέπουμε ολοφάνερα ότι οι καταναλωτές πληρώνουν και καθορίζουν την τελική τιμή του προϊόντος· ότι μέσω αυτών των πληρωμών και μόνο πληρώνονται οι συντελεστές και ο τόκος· ότι, επομένως, το ύψος των πληρωμών και τα συνολικά «κόστη παραγωγής» καθορίζονται από την τιμή και όχι αντιστρόφως. Τα χρηματικά κόστη είναι το αντίθετο ενός βασικού προσδιοριστικού παράγοντα· εξαρτώνται από την τιμή του προϊόντος και από τις ζητήσεις των καταναλωτών.
Strange as it may seem, a great many writers on economics have deduced from this a curious conclusion indeed. They have deduced that “in the long run” (i.e., in the ERE), the fact that costs equal sales or that “cost equals price” implies that costs determine price. The price of the good discussed above is 100 ounces per unit, allegedly because the cost (average money cost) is 100 ounces per unit. This is supposed to be the law of price determination “in the long run.” It would seem to be crystal clear, however, that the truth is precisely the reverse. The price of the final product is determined by the valuations and demands of the consumers, and this price determines what the cost will be. If the consumers value the product mentioned above so that its price is 50 ounces instead of 100 ounces, as a result, say, of a change in their valuations, then it is precisely in the “long run,” when the effects of uncertainty are removed, that “costs of production” (here, factor payment plus interest payment) will equal the final price. We have seen above how factor incomes are at the mercy of consumer demand and fluctuate according to that demand. Factor payments are the result of sales to consumers and do not determine the latter in advance. Costs of production, then, are at the mercy of final price, and not the other way around. It is ironic that it is precisely in the ERE that this causative phenomenon should be the clearest. For in the ERE we see quite evidently that consumers pay and determine the final price of the product; that it is through these payments and these payments alone that factors and interest are paid; that therefore the amount of the payments and the total “costs of production” are determined by price and not vice versa. Money costs are the opposite of a basic, determining factor; they are dependent on the price of the product and on consumer demands.
Στον πραγματικό κόσμο της αβεβαιότητας αυτό είναι δυσκολότερο να διακριθεί, διότι οι συντελεστές πληρώνονται πριν από την πώληση του προϊόντος, καθώς οι κεφαλαιούχοι-επιχειρηματίες προκαταβάλλουν χρήμα στους συντελεστές βάσει κερδοσκοπικών εκτιμήσεων, προσδοκώντας ότι θα μπορέσουν να ανακτήσουν το χρήμα τους μαζί με ένα πλεόνασμα για τόκο και κέρδος μετά την πώληση στους καταναλωτές.235 Το εάν θα το επιτύχουν εξαρτάται από την πρόβλεψή τους σχετικά με την κατάσταση της καταναλωτικής ζήτησης και τις μελλοντικές τιμές των καταναλωτικών αγαθών. Στον πραγματικό κόσμο των άμεσων αγοραίων τιμών, βεβαίως, η ύπαρξη επιχειρηματικού κέρδους και ζημίας θα εμποδίζει πάντοτε την ταύτιση κοστών και εισπράξεων, κόστους και τιμής, και είναι προφανές σε όλους ότι η τιμή καθορίζεται αποκλειστικά από τις αξιολογήσεις του αποθέματος —από τις «χρησιμότητες»— και καθόλου από το χρηματικό κόστος. Μολονότι, όμως, οι περισσότεροι οικονομολόγοι αναγνωρίζουν ότι στον πραγματικό κόσμο —στη λεγόμενη «βραχυχρόνια περίοδο»— τα κόστη δεν μπορούν να καθορίσουν την τιμή, παρασύρονται από τη συνήθεια του μεμονωμένου επιχειρηματία να σκέφτεται με όρους «κόστους» ως προσδιοριστικού παράγοντα και εφαρμόζουν αυτή τη διαδικασία στην περίπτωση της ERE και, επομένως, στις εγγενείς μακροχρόνιες τάσεις της οικονομίας. Το σοβαρό σφάλμα τους, όπως θα συζητηθεί διεξοδικότερα παρακάτω, προκύπτει από το ότι εξετάζουν την οικονομία από τη σκοπιά ενός μεμονωμένου επιχειρηματία και όχι από εκείνη του οικονομολόγου. Για τον μεμονωμένο επιχειρηματία, το «κόστος» των συντελεστών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από δυνάμεις εξωτερικές προς τον ίδιο και τις δικές του πωλήσεις· ο οικονομολόγος, ωστόσο, πρέπει να εξετάσει πώς καθορίζονται τα χρηματικά κόστη και, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις αλληλεξαρτήσεις στην οικονομία, πρέπει να αναγνωρίσει ότι καθορίζονται από τις τελικές τιμές που αντανακλούν τις ζητήσεις και τις αξιολογήσεις των καταναλωτών.
In the real world of uncertainty it is more difficult to see this, because factors are paid in advance of the sale of the product, since the capitalist-entrepreneurs speculatively advance money to the factors in the expectation of being able to recoup their money with a surplus for interest and profit after sale to the consumers. Whether they do so or not depends on their foresight regarding the state of consumer demand and the future prices of consumers’ goods. In the real world of immediate market prices, of course, the existence of entrepreneurial profit and loss will always prevent costs and receipts, cost and price, from being identical, and it is obvious to all that price is solely determined by valuations of stock—by “utilities”—and not at all by money cost. But although most economists recognize that in the real world (the so-called “short-run”) costs cannot determine price, they are seduced by the habit of the individual entrepreneur of dealing in terms of “cost” as the determining factor, and they apply this procedure to the case of the ERE and therefore to the inherent long-run tendencies of the economy. Their grave error, as will be discussed further below, comes from viewing the economy from the standpoint of an individual entrepreneur rather than from that of an economist. To the individual entrepreneur, the “cost” of factors is largely determined by forces outside himself and his own sales; the economist, however, must see how money costs are determined and, taking account of all the interrelations in the economy, must recognize that they are determined by final prices reflecting consumer demands and valuations.
Η πηγή του σφάλματος θα γίνει σαφέστερη παρακάτω, όταν εξετάσουμε έναν κόσμο τόσο μη ειδικών όσο και ειδικών συντελεστών. Ωστόσο, τα ουσιώδη στοιχεία της ανάλυσής μας και το συμπέρασμά της παραμένουν τα ίδια σε αυτή την πιο σύνθετη και ρεαλιστική περίπτωση.
The source of the error will become clearer below when we consider a world of nonspecific as well as specific factors. However, the essentials of our analysis and its conclusion remain the same in that more complex and realistic case.
Οι κλασικοί οικονομολόγοι τελούσαν υπό την πλάνη ότι η τιμή του τελικού προϊόντος καθορίζεται από τα «κόστη παραγωγής»· ή, μάλλον, ταλαντεύονταν μεταξύ αυτής της δοξασίας και της «εργασιακής θεωρίας της αξίας», η οποία απομόνωνε τα χρηματικά κόστη της εργασίας και επέλεγε αυτό το τμήμα του κόστους παραγωγής ως προσδιοριστικό παράγοντα της τιμής. Προσπερνούσαν αβασάνιστα τον προσδιορισμό των τιμών αγαθών όπως οι παλαιοί ζωγραφικοί πίνακες, οι οποίοι υπήρχαν ήδη και δεν απαιτούσαν περαιτέρω παραγωγή. Η ορθή σχέση μεταξύ τιμών και κοστών, όπως σκιαγραφήθηκε παραπάνω, αναπτύχθηκε, μαζί με άλλες εξέχουσες συνεισφορές στην οικονομική επιστήμη, από τους «Αυστριακούς» οικονομολόγους, στους οποίους περιλαμβάνονταν οι Αυστριακοί Carl Menger, Eugen von Böhm-Bawerk και Friedrich von Wieser, καθώς και ο Άγγλος W. Stanley Jevons. Με τα συγγράμματα της Αυστριακής Σχολής κατά τις δεκαετίες του 1870 και του 1880 θεμελιώθηκε πραγματικά η οικονομική ως επιστήμη.236
The classical economists were under the delusion that the price of the final product is determined by “costs of production,” or rather they fluctuated between this doctrine and the “labor theory of value,” which isolated the money costs of labor and picked that segment of the cost of production as the determinant of price. They slurred over the determination of the prices of such goods as old paintings that already existed and needed no further production. The correct relation between prices and costs, as outlined above, was developed, along with other outstanding contributions to economics, by the “Austrian” economists, including the Austrians Carl Menger, Eugen von Böhm-Bawerk, and Friedrich von Wieser, and the Englishman W. Stanley Jevons. It was with the writings of the Austrian School in the 1870’s and 1880’s that economics was truly established as a science.
Δυστυχώς, στην οικονομική επιστήμη η οπισθοδρόμηση της γνώσης έχει εμφανιστεί σχεδόν εξίσου συχνά με την πρόοδό της. Η τεράστια πρόοδος που προσέφερε η Αυστριακή Σχολή, σε αυτό το ζήτημα όπως και σε άλλα, ανακόπηκε και αντιστράφηκε από την επιρροή του Alfred Marshall, ο οποίος επιχείρησε να αποκαταστήσει τους κλασικούς και να τους συνθέσει με τους Αυστριακούς, υποτιμώντας παράλληλα τη συμβολή των τελευταίων. Δυστυχώς, η μαρσαλιανή και όχι η αυστριακή προσέγγιση άσκησε τη μεγαλύτερη επιρροή στους μεταγενέστερους συγγραφείς. Αυτή η επιρροή ευθύνεται εν μέρει για τον σημερινό μύθο μεταξύ των οικονομολόγων ότι η Αυστριακή Σχολή είναι ουσιαστικά νεκρή και δεν έχει τίποτε άλλο να συνεισφέρει, και ότι όλα όσα είχε να προσφέρει με διαχρονική αξία διατυπώθηκαν ουσιαστικά και ενσωματώθηκαν στις Principles του Alfred Marshall.
Unfortunately, in the science of economics, retrogression in knowledge has taken place almost as often as progression. The enormous advance provided by the Austrian School, on this point as on others, was blocked and reversed by the influence of Alfred Marshall, who attempted to rehabilitate the classicists and integrate them with the Austrians, while disparaging the contributions of the latter. It was unfortunately the Marshallian and not the Austrian approach that exerted the most influence over later writers. This influence is partly responsible for the current myth among economists that the Austrian School is effectively dead and has no more to contribute and that everything of lasting worth that it had to offer was effectively stated and integrated in Alfred Marshall’s Principles.
Ο Marshall επιχείρησε να αποκαταστήσει τη θεωρία του κόστους παραγωγής των κλασικών, παραδεχόμενος ότι «βραχυχρόνια», στην άμεση αγορά, η καταναλωτική ζήτηση κυριαρχεί στον καθορισμό της τιμής. Μακροχρόνια, όμως, για τα σημαντικά αναπαραγώγιμα αγαθά, το κόστος παραγωγής είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Σύμφωνα με τον Marshall, τόσο η χρησιμότητα όσο και τα χρηματικά κόστη καθορίζουν την τιμή, σαν τις λεπίδες ενός ψαλιδιού, αλλά η μία λεπίδα είναι σημαντικότερη βραχυχρόνια και η άλλη μακροχρόνια. Καταλήγει ότι:
Marshall tried to rehabilitate the cost-of-production theory of the classicists by conceding that, in the “short run,” in the immediate market place, consumers’ demand rules price. But in the long run, among the important reproducible goods, cost of production is determining. According to Marshall, both utility and money costs determine price, like blades of a scissors, but one blade is more important in the short run, and another in the long run. He concludes that
Κατά γενικό κανόνα, όσο βραχύτερη είναι η περίοδος που εξετάζουμε, τόσο μεγαλύτερο πρέπει να είναι το μέρος της προσοχής μας που αφιερώνεται στην επίδραση της ζήτησης στην αξία· και όσο μακρύτερη είναι η περίοδος, τόσο σημαντικότερη θα είναι η επίδραση του κόστους παραγωγής στην αξία. ... Η πραγματική αξία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, η αγοραία αξία όπως συχνά ονομάζεται, επηρεάζεται συχνά περισσότερο από παροδικά γεγονότα και από αίτια των οποίων η δράση είναι σποραδική και βραχύβια παρά από εκείνα που επενεργούν επίμονα. Σε μακρές περιόδους, όμως, αυτά τα σποραδικά και ακανόνιστα αίτια εξουδετερώνουν σε μεγάλο βαθμό το ένα την επίδραση του άλλου· έτσι, μακροχρόνια, τα επίμονα αίτια κυριαρχούν πλήρως στον καθορισμό της αξίας.237
as a general rule, the shorter the period we are considering, the greater must be the share of our attention which is given to the influence of demand on value; and the longer the period, the more important will be actual value at any time, the market value as it is often called, is often more influenced by passing events and by causes whose action is fitful and shortlived, than by those which work persistently. But in long periods these fitful and irregular causes in large measure efface one another’s influence; so that in the long run persistent causes dominate value completely.22
Το υπονοούμενο είναι απολύτως σαφές: εάν κάποιος ασχολείται με τις «βραχυχρόνιες» αγοραίες αξίες, είναι αρκετά επιφανειακός και περιορίζεται μόνο σε σποραδικά και παροδικά αίτια — τόσο αξίζουν οι Αυστριακοί. Εάν, όμως, θέλει να ασχοληθεί με τα «πραγματικά θεμελιώδη» ζητήματα, με τα πραγματικά διαρκή και μόνιμα αίτια των τιμών, πρέπει να επικεντρωθεί στα κόστη παραγωγής — με το συμπάθιο των κλασικών. Αυτή η εικόνα των Αυστριακών —η υποτιθέμενη παραμέληση της «μακράς περιόδου» και η «μονόπλευρη παραμέληση του κόστους»— έχει έκτοτε αποτυπωθεί στην οικονομική επιστήμη.
The implication is quite clear: if one deals with “short-run” market values, one is being quite superficial and dwelling only on fitful and transient causes—so much for the Austrians. But if one wants to deal with the “really basic” matters, the really lasting and permanent causes of prices, he must concentrate on costs of production—pace the classicists. This impression of the Austrians—their alleged neglect of the “long period,” and “one-sided neglect of costs”—has been stamped on economics ever since.
Η ανάλυση του Marshall πάσχει από σοβαρό μεθοδολογικό ελάττωμα —πράγματι, από σχεδόν απελπιστική μεθοδολογική σύγχυση — όσον αφορά τη «βραχυχρόνια» και τη «μακροχρόνια περίοδο». Θεωρεί ότι η «μακροχρόνια περίοδος» υπάρχει πραγματικά, ως το μόνιμο, επίμονο, παρατηρήσιμο στοιχείο κάτω από τη σποραδική, κατά βάση ασήμαντη ρευστότητα της αγοραίας αξίας. Παραδέχεται (σ. 350) ότι «ακόμη και τα πιο επίμονα αίτια υπόκεινται, ωστόσο, σε μεταβολή», αλλά υποδηλώνει σαφώς ότι είναι πολύ λιγότερο πιθανό να μεταβληθούν από ό,τι οι σποραδικά μεταβαλλόμενες αγοραίες αξίες· σε αυτό ακριβώς συνίσταται ο μακροχρόνιος χαρακτήρας τους. Θεωρεί, λοιπόν, ότι τα μακροχρόνια δεδομένα υπόκεινται στις παροδικές αγοραίες αξίες κατά τρόπο παρόμοιο με εκείνον με τον οποίο η βασική στάθμη της θάλασσας υπόκειται στα μεταβαλλόμενα κύματα και στις παλίρροιες.238 Για τον Marshall, επομένως, τα μακροχρόνια δεδομένα είναι κάτι που μπορεί να εντοπιστεί και να καταγραφεί από έναν παρατηρητή· μάλιστα, επειδή μεταβάλλονται πολύ πιο αργά από τις αγοραίες αξίες, μπορούν να παρατηρηθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια.
Marshall’s analysis suffers from a grave methodological defect—indeed, from an almost hopeless methodological confusion as regards the “short run” and the “long run.” He considers the “long run” as actually existing, as being the permanent, persistent, observable element beneath the fitful, basically unimportant flux of market value. He admits (p. 350) that “even the most persistent causes are, however, liable to change,” but he clearly indicates that they are far less likely to change than the fitful market values; herein, indeed, lies their long-run nature. He regards the long-run data, then, as underlying the transient market values in a way similar to that in which the basic sea level underlies the changing waves and tides. For Marshall, then, the long-run data are something that can be spotted and marked by an observer; indeed, since they change far more slowly than the market values, they can be observed more accurately.
Η αντίληψη του Marshall για τη μακροχρόνια περίοδο είναι εντελώς εσφαλμένη, και αυτό καταλύει ολόκληρο το θεμέλιο της θεωρητικής του κατασκευής. Η μακροχρόνια περίοδος, από την ίδια της τη φύση, δεν υπάρχει ποτέ και δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει. Αυτό δεν σημαίνει ότι η «μακροχρόνια» ανάλυση, ή ανάλυση της ERE, δεν είναι σημαντική. Αντιθέτως, μόνο μέσω της έννοιας της ERE μπορούμε να υποβάλουμε σε καταλλακτική ανάλυση τόσο κρίσιμα προβλήματα όπως το επιχειρηματικό κέρδος, η δομή της παραγωγής, το επιτόκιο και η τιμολόγηση των παραγωγικών συντελεστών. Η ERE είναι ο στόχος — μολονότι μεταβαλλόμενος ως προς τη συγκεκριμένη μορφή του— προς τον οποίο κινείται η αγορά. Το επίμαχο σημείο, όμως, είναι ότι δεν είναι παρατηρήσιμη ή πραγματική, όπως είναι οι πραγματικές αγοραίες τιμές.
Marshall’s conception of the long run is completely fallacious, and this eliminates the whole groundwork of his theoretical structure. The long run, by its very nature, never does and never can exist. This does not mean that “long-run,” or ERE, analysis is not important. On the contrary, only through the concept of the ERE can we subject to catallactic analysis such critical problems as entrepreneurial profit, the structure of production, the interest rate, and the pricing of productive factors. The ERE is the goal (albeit shifting in the concrete sense) toward which the market moves. But the point at issue is that it is not observable, or real, as are actual market prices.
Είδαμε παραπάνω τα χαρακτηριστικά της ομοιόμορφα περιστρεφόμενης οικονομίας. Η ERE είναι η κατάσταση που προκύπτει και εξακολουθεί να υφίσταται όταν τα παρόντα, υφιστάμενα δεδομένα της αγοράς —αξιολογήσεις, τεχνολογία, πόροι— παραμένουν σταθερά. Είναι μια θεωρητική κατασκευή του οικονομολόγου που του επιτρέπει να υποδεικνύει προς ποιες κατευθύνσεις τείνει να κινείται η οικονομία σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή· του επιτρέπει επίσης να απομονώνει διάφορα στοιχεία κατά την ανάλυση της οικονομίας του πραγματικού κόσμου. Για να αναλύσει τις προσδιοριστικές δυνάμεις σε έναν κόσμο μεταβολής, πρέπει να κατασκευάσει υποθετικά έναν κόσμο χωρίς μεταβολή. Αυτό διαφέρει πολύ από τον ισχυρισμό —πράγματι, είναι το αντίθετό του— ότι η μακροχρόνια περίοδος υπάρχει ή ότι κατά κάποιον τρόπο έχει μονιμότερη ή πιο επίμονη ύπαρξη από τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς. Αντιθέτως, οι πραγματικές αγοραίες τιμές είναι οι μόνες που υπάρχουν ποτέ, και αποτελούν τις συνισταμένες πραγματικών δεδομένων της αγοράς —καταναλωτικών ζητήσεων, πόρων κ.λπ.—, τα οποία μεταβάλλονται και τα ίδια διαρκώς. Η «μακροχρόνια περίοδος» δεν είναι σταθερότερη· τα δεδομένα της μεταβάλλονται αναγκαστικά μαζί με τα δεδομένα της αγοράς. Το γεγονός ότι τα κόστη ισούνται με τις τιμές «μακροχρόνια» δεν σημαίνει ότι τα κόστη θα ισούνται πράγματι με τις τιμές, αλλά ότι υπάρχει αυτή η τάση, μια τάση που στην πραγματικότητα διαταράσσεται διαρκώς από τις ίδιες τις σποραδικές μεταβολές των δεδομένων της αγοράς τις οποίες επισημαίνει ο Marshall.239
We have seen above the characteristics of the evenly rotating economy. The ERE is the condition that comes into being and continues to obtain when the present, existing market data (valuations, technology, resources) remain constant. It is a theoretical construct of the economist that enables him to point out in what directions the economy tends to be moving at any given time; it also enables the economist to isolate various elements in his analysis of the economy of the real world. To analyze the determining forces in a world of change, he must construct hypothetically a world of nonchange. This is far different from, indeed, it is the reverse of, saying that the long run exists or that it is somehow more permanently or more persistently existent than the actual market data. The actual market prices, on the contrary, are the only ones that ever exist, and they are the resultants of actual market data (consumer demands, resources, etc.) that themselves change continually. The “long run” is not more stable; its data necessarily change along with the data on the market. The fact that costs equal prices in the “long run” does not mean that costs will actually equal prices, but that the tendency exists, a tendency that is continually being disrupted in reality by the very fitful changes in market data that Marshall points out.
Εν ολίγοις, αντί να είναι κατά κάποιον τρόπο πιο επίμονη και πιο πραγματική από την πραγματική αγορά, η «μακροχρόνια περίοδος» της ERE δεν είναι καθόλου πραγματική, αλλά αποτελεί μια πολύ χρήσιμη θεωρητική κατασκευή που επιτρέπει στον οικονομολόγο να υποδεικνύει την κατεύθυνση προς την οποία κινείται η αγορά σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή — συγκεκριμένα, προς την εξάλειψη των κερδών και των ζημιών, εάν τα υφιστάμενα δεδομένα της αγοράς παραμείνουν ίδια. Έτσι, η έννοια της ERE είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την ανάλυση των κερδών και των ζημιών σε αντιδιαστολή προς τον τόκο. Τα δεδομένα της αγοράς, όμως, είναι η μόνη υπαρκτή πραγματικότητα.
In sum, rather than being in some sense more persistent and more real than the actual market, the “long run” of the ERE is not real at all, but a very useful theoretical construct that enables the economist to point out the direction in which the market is moving at any given time—specifically, toward the elimination of profits and losses if existing market data remain the same. Thus, the ERE concept is especially helpful in the analysis of profits and losses as compared to interest. But the market data are the only actual reality.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αρνούμαστε —και οι Αυστριακοί ουδέποτε αρνήθηκαν— ότι τα υποκειμενικά κόστη, με την έννοια του κόστους ευκαιρίας και των θυσιαζόμενων χρησιμοτήτων, είναι σημαντικά στην ανάλυση της παραγωγής. Ειδικότερα, οι απαρέσκειες της εργασίας και της αναμονής —όπως εκφράζονται στις σχέσεις χρονικής προτίμησης— καθορίζουν πόση από την ενεργητικότητα των ανθρώπων και πόσες από τις αποταμιεύσεις τους θα διοχετευθούν στην παραγωγική διαδικασία. Αυτό, υπό την ευρύτερη έννοια, θα καθορίσει ή θα συμβάλει στον καθορισμό της συνολικής προσφοράς όλων των αγαθών που θα παραχθούν. Αυτά τα κόστη, όμως, είναι τα ίδια υποκειμενικές χρησιμότητες, έτσι ώστε και οι δύο «λεπίδες του ψαλιδιού» διέπονται από την υποκειμενική χρησιμότητα των ατόμων. Πρόκειται για μονιστική και όχι για δυϊστική αιτιακή εξήγηση. Επιπλέον, τα κόστη δεν ασκούν άμεση επίδραση στη σχετική ποσότητα του αποθέματος κάθε αγαθού που θα παραχθεί. Οι καταναλωτές θα αξιολογήσουν τα διάφορα διαθέσιμα αποθέματα αγαθών. Το πόση παραγωγική ενέργεια και πόσες αποταμιεύσεις θα διοχετευθούν στην παραγωγή αποθέματος ενός συγκεκριμένου αγαθού και πόσες στην παραγωγή ενός άλλου —με άλλα λόγια, τα σχετικά αποθέματα κάθε προϊόντος— θα εξαρτηθεί με τη σειρά του από τις επιχειρηματικές προσδοκίες για το πού θα βρεθεί το μεγαλύτερο χρηματικό κέρδος. Αυτές οι προσδοκίες βασίζονται στην αναμενόμενη κατεύθυνση της καταναλωτικής ζήτησης.
This is not to deny, and the Austrians never did deny, that subjective costs, in the sense of opportunity costs and utilities forgone, are important in the analysis of production. In particular, the disutilities of labor and of waiting—as expressed in the time-preference ratios—determine how much of people’s energies and how much of their savings will go into the production process. This, in the broadest sense, will determine or help to determine the total supply of all goods that will be produced. But these costs are themselves subjective utilities, so that both “blades of the scissors” are governed by the subjective utility of individuals. This is a monistic and not a dualistic causal explanation. The costs, furthermore, have no direct influence on the relative amount of the stock of each good to be produced. Consumers will evaluate the various stocks of goods available. How much productive energy and savings will go into producing stock of one particular good and how much into producing another, in other words, the relative stocks of each product, will depend in turn on entrepreneurial expectations of where the greatest monetary profit will be found. These expectations are based on the anticipated direction of consumer demand.
Ως αποτέλεσμα τέτοιων προσδοκιών, οι μη ειδικοί συντελεστές θα μετακινηθούν προς την παραγωγή εκείνων των αγαθών όπου, ceteris paribus, οι ιδιοκτήτες τους θα αποκομίσουν τα υψηλότερα εισοδήματα. Η διαδικασία αυτή θα εκτεθεί παρακάτω.
As a result of such anticipations, the nonspecific factors will move to the production of those goods where, ceteris paribus, their owners will earn the highest incomes. An exposition of this process will be presented below.
Η αντιμετώπιση των υποκειμενικών κοστών από τον Marshall ήταν επίσης εξαιρετικά εσφαλμένη. Αντί για την ιδέα του κόστους ευκαιρίας, είχε την αντίληψη ότι επρόκειτο για «πραγματικά κόστη» που μπορούσαν να προστεθούν σε μετρήσιμες μονάδες. Τα χρηματικά κόστη παραγωγής γίνονταν έτσι οι «αναγκαίες τιμές προσφοράς» που έπρεπε να καταβάλουν οι επιχειρηματίες προκειμένου «να προκαλέσουν επαρκή προσφορά προσπαθειών και αναμονής» για την παραγωγή μιας ποσότητας του προϊόντος. Αυτά τα πραγματικά κόστη υποτίθεται τότε ότι ήταν το θεμελιώδες, επίμονο στοιχείο που στήριζε τα χρηματικά κόστη παραγωγής και επέτρεπε στον Marshall να μιλά για την πιο επίμονη, μακροχρόνια, κανονική κατάσταση.240
Marshall’s treatment of subjective costs was also highly fallacious. Instead of the idea of opportunity costs, he had the notion that they were “real costs” that could be added in terms of measurable units. Money costs of production, then, became the “necessary supply prices” that entrepreneurs had to pay in order “to call forth an adequate supply of the efforts and waitings” to produce a supply of the product. These real costs were then supposed to be the fundamental, persisting element that backstops money costs of production, and allowed Marshall to talk of the more persisting, long-run, normal situation.
Το μεγάλο σφάλμα του Marshall εδώ, το οποίο έχει διαποτίσει τα έργα των οπαδών του και των σημερινών συγγραφέων, είναι ότι εξετάζει τα κόστη και την παραγωγή αποκλειστικά από τη σκοπιά ενός απομονωμένου μεμονωμένου επιχειρηματία ή ενός απομονωμένου επιμέρους κλάδου, αντί να εξετάζει ολόκληρη την οικονομία σε όλες τις αλληλεξαρτήσεις της.241 Ο Marshall πραγματεύεται κατ’ ανάγκην συγκεκριμένες τιμές διαφορετικών αγαθών και επιχειρεί να δείξει ότι τα υποτιθέμενα «κόστη παραγωγής» καθορίζουν αυτές τις τιμές μακροχρόνια. Είναι, όμως, εντελώς εσφαλμένο να συνδέονται συγκεκριμένα αγαθά με τα κόστη της επιλογής μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου και μεταξύ κατανάλωσης και αναμονής, διότι τα τελευταία είναι μόνο γενικά φαινόμενα, που ισχύουν και διαχέονται σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα. Η τιμή που είναι αναγκαία για να προσελκύσει έναν μη ειδικό συντελεστή είναι η υψηλότερη τιμή που αυτός ο συντελεστής μπορεί να αποκομίσει αλλού — ένα κόστος ευκαιρίας. Εκείνο που μπορεί να αποκομίσει αλλού καθορίζεται κατά βάση από την κατάσταση της καταναλωτικής ζήτησης αλλού. Τα κόστη της θυσίας ελεύθερου χρόνου και κατανάλωσης, γενικά, συμβάλλουν μόνο στον καθορισμό του μεγέθους —του συνολικού αποθέματος— της εργασίας και των αποταμιεύσεων που θα χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή. Όλα αυτά θα εξεταστούν διεξοδικότερα παρακάτω.
Marshall’s great error here, and it has permeated the works of his followers and of present-day writers, is to regard costs and production exclusively from the point of view of an isolated individual entrepreneur or an isolated individual industry, rather than viewing the whole economy in all its interrelations. Marshall is dealing, of necessity, with particular prices of different goods, and he is attempting to show that alleged “costs of production” determine these prices in the long run. But it is completely erroneous to tie up particular goods with labor vs. leisure and with consuming vs. waiting costs, for the latter are only general phenomena, applying and diffusing throughout the entire economic system. The price necessary to call forth a nonspecific factor is the highest price this factor can earn elsewhere—an opportunity cost. What it can attain elsewhere is basically determined by the state of consumer demand elsewhere. The forgone leisure-and-consumption costs, in general, only help to determine the size—the general stock—of labor and savings that will be applied to production. All this will be treated further below.
9. Τιμολόγηση και θεωρία της διαπραγμάτευσης
↗ στη σελίδα του βιβλίου9. Pricing and the Theory of Bargaining
Είδαμε ότι, για όλα τα αγαθά, οι συνολικές εισπράξεις των πωλητών θα τείνουν να ισούνται με τις συνολικές πληρωμές προς τους συντελεστές, και αυτή η ισότητα θα καθιερωθεί στην ομοιόμορφα περιστρεφόμενη οικονομία. Στην ERE, οι κεφαλαιούχοι σε ολόκληρη την οικονομία θα αποκομίζουν εισόδημα από τόκο με το ίδιο ενιαίο επιτόκιο. Το υπόλοιπο εισόδημα από την παραγωγή και την πώληση στους καταναλωτές θα περιέρχεται στους ιδιοκτήτες των πρωτογενών συντελεστών: της γης και της εργασίας.
We have seen that, for all goods, total receipts to sellers will tend to equal total payments to factors, and this equality will be established in the evenly rotating economy. In the ERE, interest income will be earned at the same uniform rate by capitalists throughout the economy. The remainder of income from production and sale to consumers will be earned by the owners of the original factors: land and labor.
Το επόμενο έργο μας θα είναι να αναλύσουμε τον προσδιορισμό των τιμών των υπηρεσιών των συντελεστών και τον προσδιορισμό του επιτοκίου, όπως η οικονομία τείνει να τα προσεγγίζει και όπως θα διαμορφώνονταν στην ERE. Μέχρι τώρα, η συζήτηση έχει επικεντρωθεί στη δομή των κεφαλαιουχικών αγαθών, η οποία αντιμετωπίστηκε σαν να βρισκόταν σε ένα ενιαίο σύνθετο στάδιο παραγωγής. Είναι σαφές ότι υπάρχουν πολυάριθμα στάδια, αλλά είδαμε παραπάνω ότι οι απολαβές στην παραγωγή ανάγονται τελικά, και ασφαλώς ανάγονται στην ERE, στις απολαβές των πρωτογενών συντελεστών: της γης και της εργασίας. Αργότερα θα διευρύνουμε την ανάλυση ώστε να συμπεριλάβουμε την περίπτωση πολλών σταδίων στην παραγωγική διαδικασία και θα υπερασπιστούμε αυτόν τον τύπο χρονικής ανάλυσης της παραγωγής απέναντι στην ιδιαίτερα διαδεδομένη σήμερα άποψη ότι η παραγωγή είναι «άχρονη» υπό τις σύγχρονες συνθήκες και ότι η ανάλυση βάσει πρωτογενών συντελεστών μπορεί να ήταν χρήσιμη για την πρωτόγονη εποχή, αλλά όχι για μια σύγχρονη οικονομία. Ως συνακόλουθο αυτού, θα αναπτύξουμε περαιτέρω μια ανάλυση της φύσης του κεφαλαίου και του χρόνου στην παραγωγική διαδικασία.
Our next task will be to analyze the determination of the prices of factor services and the determination of the interest rate, as they tend to be approached in the economy and would be reached in the ERE. Until now, discussion has centered on the capital-goods structure, treated as if it were in one composite stage of production. Clearly, there are numerous stages, but we have seen above that earnings in production ultimately resolve themselves, and certainly do so in the ERE, into the earnings of the original factors: land and labor. Later on, we shall expand the analysis to include the case of many stages in the production process, and we shall defend this type of temporal analysis of production against the very fashionable current view that production is “timeless” under modern conditions and that the original-factor analysis might have been useful for the primitive era but not for a modern economy. As a corollary to this, we shall develop further an analysis of the nature of capital and time in the production process.
Ποια θα είναι η διαδικασία τιμολόγησης των παραγωγικών συντελεστών σε έναν κόσμο αμιγώς ειδικών συντελεστών; Έχουμε υποθέσει ότι μπορούν να αποκτηθούν μόνο υπηρεσίες και όχι αγαθά ως σύνολα. Στην περίπτωση της εργασίας, αυτό ισχύει λόγω της φύσης της ελεύθερης κοινωνίας· στην περίπτωση της γης και των κεφαλαιουχικών αγαθών, υποθέτουμε ότι οι κεφαλαιούχοι ιδιοκτήτες των προϊόντων μισθώνουν τους παραγωγικούς συντελεστές αντί να κατέχουν οποιονδήποτε από αυτούς ως σύνολο. Στο παραπάνω παράδειγμά μας, οι 95 ουγγιές περιέρχονταν από κοινού σε όλους τους ιδιοκτήτες συντελεστών. Με ποιες αρχές μπορούμε να προσδιορίσουμε πώς κατανέμεται το κοινό εισόδημα στις διάφορες επιμέρους υπηρεσίες συντελεστών; Εάν όλοι οι συντελεστές είναι αμιγώς ειδικοί, μπορούμε να προσφύγουμε σε εκείνο που συνήθως ονομάζεται θεωρία της διαπραγμάτευσης. Βρισκόμαστε σε κατάσταση πολύ ανάλογη προς τον αντιπραγματισμό μεταξύ δύο προσώπων του κεφαλαίου 2. Διότι εκείνο που έχουμε δεν είναι σχετικά προσδιορισμένες τιμές ή αναλογίες, αλλά σχέσεις ανταλλαγής με ευρείες ζώνες μεταξύ των «οριακών ζευγών» τιμών. Η μέγιστη τιμή του ενός απέχει πολύ από την ελάχιστη τιμή του άλλου.
What will be the process of pricing productive factors in a world of purely specific factors? We have been assuming that only services and not whole goods can be acquired. In the case of labor this is true because of the nature of the free society; in the case of land and capital goods, we are assuming that the capitalist product-owners hire or rent rather than own any of the productive factors outright. In our example above, the 95 ounces went to all the factor-owners jointly. By what principles can we determine how the joint income is allocated to the various individual factor services? If all the factors are purely specific, we can resort to what is usually called the theory of bargaining. We are in a very analogous situation to the two-person barter of chapter 2. For what we have is not relatively determinate prices, or proportions, but exchange ratios with wide zones between the “marginal pairs” of prices. The maximum price of one is widely separated from the minimum price of the other.
Στην παρούσα περίπτωση έχουμε, ας πούμε, 12 συντελεστές εργασίας και γης, καθένας από τους οποίους είναι απαραίτητος για την παραγωγή του αγαθού. Επιπλέον, κανένας από τους συντελεστές δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πουθενά αλλού, σε κανέναν άλλον κλάδο παραγωγής. Το ζήτημα που πρέπει να επιλύσουν αυτοί οι ιδιοκτήτες συντελεστών είναι το αναλογικό μερίδιο καθενός στο συνολικό κοινό εισόδημα. Ο μέγιστος στόχος κάθε ιδιοκτήτη συντελεστή είναι κάτι ελάχιστα μικρότερο από το 100 τοις εκατό του εισοδήματος από τους καταναλωτές. Ποια θα είναι η τελική απόφαση δεν μπορεί να υποδειχθεί από την πραξεολογία. Για κάθε πρακτικό σκοπό, δεν υπάρχει θεωρία της διαπραγμάτευσης· το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι, εφόσον ο ιδιοκτήτης κάθε συντελεστή επιθυμεί να συμμετάσχει και να αποκομίσει κάποιο εισόδημα, όλοι πιθανότατα θα καταλήξουν σε κάποιου είδους εκούσια συμβατική διευθέτηση. Αυτή θα λάβει τη μορφή ρητής συμφωνίας εταιρικής συνεργασίας, εάν οι συντελεστές κατέχουν από κοινού το προϊόν· ή θα προκύψει ως έμμεσο αποτέλεσμα, εάν ένας αμιγής κεφαλαιούχος αγοράζει τις υπηρεσίες των συντελεστών.
In the present case, we have, say, 12 labor and land factors, each of which is indispensable to the production of the good. None of the factors, furthermore, can be used anywhere else, in any other line of production. The question for these factor-owners to solve is the proportionate share of each in the total joint income. Each factor-owner’s maximum goal is something slightly less than 100 percent of the income from the consumers. What the final decision will be cannot be indicated by praxeology. There is, for all practical purposes, no theory of bargaining; all that can be said is that since the owner of each factor wants to participate and earn some income, all will most likely arrive at some sort of voluntary contractual arrangement. This will be a formal type of partnership agreement if the factors jointly own the product; or it will be the implicit result if a pure capitalist purchases the services of the factors.
Οι οικονομολόγοι ήταν πάντοτε πολύ δυσαρεστημένοι με τέτοιου είδους καταστάσεις διαπραγμάτευσης, διότι η οικονομική ανάλυση δεν μπορεί να πει κάτι περισσότερο άξιο λόγου. Δεν πρέπει, ωστόσο, να υποκύψουμε στον πειρασμό να καταδικάσουμε τέτοιες καταστάσεις ως κατά κάποιον τρόπο «εκμεταλλευτικές» ή κακές, μετατρέποντας έτσι την αδυναμία περαιτέρω οικονομικής ανάλυσης σε τραγωδία για την οικονομία. Οποιαδήποτε συμφωνία επιτευχθεί μεταξύ των διαφόρων ατόμων θα είναι επωφελής για καθένα από αυτά· διαφορετικά, δεν θα είχε συμφωνήσει.242
Economists have always been very unhappy about bargaining situations of this kind, since economic analysis is estopped from saying anything more of note. We must not pursue the temptation, however, to condemn such situations as in some way “exploitative” or bad, and thereby convert barrenness for economic analysis into tragedy for the economy. Whatever agreement is arrived at by the various individuals will be beneficial to every one of them; otherwise, he would not have so agreed.
Γενικά υποτίθεται ότι, στη διελκυστίνδα για τα αναλογικά μερίδια, οι συντελεστές εργασίας έχουν μικρότερη «διαπραγματευτική ισχύ» από τους συντελεστές γης. Η μόνη σημασία που μπορεί να αποδοθεί εδώ στον όρο «διαπραγματευτική ισχύς» είναι ότι ορισμένοι ιδιοκτήτες συντελεστών ενδέχεται να έχουν ελάχιστες τιμές επιφύλαξης για τους συντελεστές τους, κάτω από τις οποίες δεν θα τους διέθεταν στην παραγωγή. Στην περίπτωση αυτή, οι συντελεστές αυτοί θα έπρεπε τουλάχιστον να λάβουν το ελάχιστο, ενώ οι συντελεστές χωρίς ελάχιστο, χωρίς τιμή επιφύλαξης, θα εργάζονταν ακόμη και με εισόδημα μόλις μεγαλύτερο του μηδενός. Θα πρέπει τώρα να είναι προφανές ότι ο ιδιοκτήτης κάθε συντελεστή εργασίας έχει κάποια ελάχιστη τιμή πώλησης, μια τιμή κάτω από την οποία δεν θα εργαστεί. Στην περίπτωσή μας, όπου υποθέτουμε —όπως θα δούμε, εντελώς μη ρεαλιστικά— ότι κάθε συντελεστής είναι ειδικός, είναι αλήθεια ότι κανένας εργαζόμενος δεν θα μπορούσε να αποκομίσει απόδοση από οποιοδήποτε άλλο είδος εργασίας. Θα μπορούσε, όμως, πάντοτε να απολαμβάνει ελεύθερο χρόνο, και αυτό καθορίζει μια ελάχιστη τιμή προσφοράς για την υπηρεσία εργασίας. Από την άλλη πλευρά, η χρήση της γης δεν συνεπάγεται θυσία ελεύθερου χρόνου. Εκτός από σπάνιες περιπτώσεις όπου ο ιδιοκτήτης απολαμβάνει μια πολύτιμη αισθητική ευχαρίστηση ατενίζοντας μια αχρησιμοποίητη έκταση της γης του, δεν υπάρχει έσοδο που μπορεί να του αποφέρει η γη πέρα από μια χρηματική απόδοση στην παραγωγή. Επομένως, η γη δεν έχει τιμή επιφύλαξης, και ο γαιοκτήμονας θα έπρεπε να αποδεχθεί απόδοση σχεδόν μηδενική αντί να αφήσει τη γη του αδρανή. Η διαπραγματευτική ισχύς του ιδιοκτήτη εργασίας, επομένως, είναι σχεδόν πάντοτε ανώτερη από εκείνη του ιδιοκτήτη γης.
It is generally assumed that, in the jockeying for proportionate shares, labor factors have less “bargaining power” than land factors. The only meaning that can be seen in the term “bargaining power” here is that some factor-owners might have minimum reservation prices for their factors, below which they would not be entered in production. In that case, these factors would at least have to receive the minimum, while factors with no minimum, with no reservation price, would work even at an income of only slightly more than zero. Now it should be evident that the owner of every labor factor has some minimum selling price, a price below which he will not work. In our case, where we are assuming (as we shall see, quite unrealistically) that every factor is specific, it is true that no laborer would be able to earn a return in any other type of work. But he could always enjoy leisure, and this sets a minimum supply price for labor service. On the other hand, the use of land sacrifices no leisure. Except in rare cases where the owner enjoys a valuable esthetic pleasure from contemplating a stretch of his own land not in use, there is no revenue that the land can bring him except a monetary return in production. Therefore, land has no reservation price, and the landowner would have to accept a return of almost zero rather than allow his land to be idle. The bargaining power of the owner of labor, therefore, is almost always superior to that of the owner of land.
Στον πραγματικό κόσμο, η εργασία, όπως θα δούμε παρακάτω, είναι κατεξοχήν ο μη ειδικός συντελεστής, έτσι ώστε η θεωρία της διαπραγμάτευσης δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμοστεί στα εισοδήματα από εργασία.243
In the real world, labor, as will be seen below, is uniquely the nonspecific factor, so that the theory of bargaining could never apply to labor incomes.
Έτσι, όταν δύο ή περισσότεροι συντελεστές είναι ειδικοί σε έναν δεδομένο κλάδο παραγωγής, η οικονομική ανάλυση δεν μπορεί να πει τίποτε περισσότερο σχετικά με την κατανομή του κοινού εισοδήματος από το προϊόν τους· αυτό είναι ζήτημα εκούσιας διαπραγμάτευσης μεταξύ τους. Διαπραγμάτευση και απροσδιόριστη τιμολόγηση εμφανίζονται επίσης ακόμη και μεταξύ δύο ή περισσότερων μη ειδικών συντελεστών, στη σπάνια περίπτωση όπου οι αναλογίες με τις οποίες πρέπει να χρησιμοποιούνται αυτοί οι συντελεστές είναι ίδιες σε κάθε χρήση. Και σε τέτοιες περιπτώσεις δεν υπάρχει προσδιορισμένη τιμολόγηση για κανέναν από τους συντελεστές χωριστά, και το αποτέλεσμα πρέπει να καθοριστεί με αμοιβαία διαπραγμάτευση.
Thus, when two or more factors are specific to a given line of production, there is nothing that economic analysis can say further about the allocation of the joint income from their product; it is a matter of voluntary bargaining between them. Bargaining and indeterminate pricing also take place even between two or more nonspecific factors in the rare case where the proportions in which these factors must be used are identical in each employment. In such cases, also, there is no determinate pricing for any of the factors separately, and the result must be settled by mutual bargaining.
Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένα ορισμένο μηχάνημα, το οποίο αποτελείται από δύο απαραίτητα μέρη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε διάφορους τομείς παραγωγής. Τα δύο μέρη, ωστόσο, πρέπει πάντοτε να συνδυάζονται κατά τη χρήση σε μια ορισμένη σταθερή αναλογία. Ας υποθέσουμε ότι δύο ή περισσότερα άτομα κατέχουν αυτά τα δύο μέρη, δηλαδή ότι δύο διαφορετικά άτομα παρήγαγαν τα διαφορετικά μέρη με την εργασία και τη γη τους. Το συναρμολογημένο μηχάνημα θα πωληθεί ή θα χρησιμοποιηθεί σε εκείνον τον κλάδο παραγωγής όπου θα αποφέρει το υψηλότερο χρηματικό εισόδημα. Η τιμή, όμως, που θα καθοριστεί για αυτό το μηχάνημα θα είναι αναγκαστικά μια ενιαία συνολική τιμή όσον αφορά τους δύο συντελεστές, τα δύο μέρη. Η τιμή κάθε μέρους και η κατανομή του εισοδήματος στους δύο ιδιοκτήτες πρέπει να αποφασιστούν μέσω μιας διαδικασίας διαπραγμάτευσης. Η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί εδώ να προσδιορίσει χωριστές τιμές. Αυτό ισχύει επειδή οι αναλογίες μεταξύ των δύο είναι πάντοτε οι ίδιες, μολονότι το συνδυασμένο προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με περισσότερους διαφορετικούς τρόπους.244
Suppose, for example, that a certain machine, containing two necessary parts, can be used in several fields of production. The two parts, however, must always be combined in use in a certain fixed proportion. Suppose that two (or more) individuals owned these two parts, i.e., two different individuals produced the different parts by their labor and land. The combined machine will be sold to, or used in, that line of production where it will yield the highest monetary income. But the price that will be established for that machine will necessarily be a cumulative price so far as the two factors—the two parts—are concerned. The price of each part and the allocation of the income to the two owners must be decided by a process of bargaining. Economics cannot here determine separate prices. This is true because the proportions between the two are always the same, even though the combined product can be used in several different ways.
Όχι μόνο η θεωρία της διαπραγμάτευσης εφαρμόζεται σπάνια στον πραγματικό κόσμο, αλλά και οι ζώνες απροσδιοριστίας μεταξύ αξιολογήσεων, και επομένως οι ζώνες απροσδιοριστίας στην τιμολόγηση, τείνουν να χάνουν δραστικά τη σημασία τους καθώς η οικονομία εξελίσσεται από τον αντιπραγματισμό σε μια ανεπτυγμένη χρηματική οικονομία. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός και η ποικιλία των διαθέσιμων αγαθών και όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των ανθρώπων με διαφορετικές αξιολογήσεις, τόσο πιο αμελητέες θα γίνονται οι ζώνες απροσδιοριστίας.245
Not only is bargaining theory rarely applicable in the real world, but zones of indeterminacy between valuations, and therefore zones of indeterminacy in pricing, tend to dwindle radically in importance as the economy evolves from barter to an advanced monetary economy. The greater the number and variety of goods available, and the greater the number of people with differing valuations, the more negligible will zones of indeterminacy become.
Στο σημείο αυτό μπορούμε να εισαγάγουμε στη συζήτησή μας ένα ακόμη από τα σπάνια, ρητώς εμπειρικά στοιχεία: ότι, πάνω σε αυτή τη γη, η εργασία υπήρξε πολύ σπανιότερος συντελεστής από τη γη. Όπως στην περίπτωση του Crusoe, έτσι και στην περίπτωση μιας σύγχρονης οικονομίας, οι άνθρωποι μπόρεσαν να επιλέγουν ποια γη θα χρησιμοποιήσουν σε διάφορες δραστηριότητες και ποια θα αφήσουν αδρανή, και βρέθηκαν να διαθέτουν αδρανή γη «χωρίς πρόσοδο», δηλαδή γη που δεν αποφέρει εισόδημα. Βεβαίως, καθώς μια οικονομία αναπτύσσεται και ο πληθυσμός και η αξιοποίηση των πόρων αυξάνονται, υπάρχει τάση να μειώνεται αυτή η περίσσεια γης, εκτός εάν ανακαλυφθούν νέες εύφορες εκτάσεις.
At this point, we may introduce another rare, explicitly empirical, element into our discussion: that on this earth, labor has been a far scarcer factor than land. As in the case of Crusoe, so in the case of a modern economy, men have been able to choose which land to use in various occupations, and which to leave idle, and have found themselves with idle “no-rent” land, i.e., land yielding no income. Of course, as an economy advances, and population and utilization of resources grow, there is a tendency for this superfluity of land to diminish (barring discoveries of new, fertile lands).
← Κεφάλαιο 4. Τιμές και ΚατανάλωσηΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 6. Παραγωγή: Το Επιτόκιο και ο Προσδιορισμός του →