Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 4. Τιμές και Κατανάλωση

Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market

Πραξεολόγος

← Κεφάλαιο 3. Η διάρθρωση της Έμμεσης ΑνταλλαγήςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 5. Παραγωγή: Η Διάρθρωση →

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.

Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

Κεφάλαιο 4. Τιμές και Κατανάλωση

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Chapter 4 — Prices and Consumption

1

1. Χρηματικές τιμές

↗ στη σελίδα του βιβλίου

1. Money Prices

2

Είδαμε την τεράστια σημασία των χρηματικών τιμών των αγαθών σε μια οικονομία έμμεσης ανταλλαγής. Το χρηματικό εισόδημα του παραγωγού ή του εργαζομένου και το ψυχικό εισόδημα του καταναλωτή εξαρτώνται από τη διάρθρωση αυτών των τιμών. Πώς καθορίζονται; Σε αυτή τη διερεύνηση μπορούμε να αντλήσουμε εκτενώς από σχεδόν ολόκληρη τη συζήτηση του κεφαλαίου 2. Εκεί είδαμε πώς καθορίζονται οι τιμές ενός αγαθού σε όρους άλλων υπό συνθήκες άμεσης ανταλλαγής. Ο λόγος για τον οποίο αφιερώθηκε τόσο εκτενής εξέταση σε μια κατάσταση πραγμάτων που μπορεί να υπάρξει μόνο σε πολύ περιορισμένη έκταση ήταν ότι μια παρόμοια ανάλυση μπορεί να εφαρμοστεί στις συνθήκες της έμμεσης ανταλλαγής.

WE HAVE SEEN THE ENORMOUS importance of the money prices of goods in an economy of indirect exchange. The money income of the producer or laborer and the psychic income of the consumer depend on the configuration of these prices. How are they determined? In this investigation, we may draw extensively from almost all of the discussion in chapter 2. There we saw how the prices of one good in terms of others are determined under conditions of direct exchange. The reason for devoting so much consideration to a state of affairs that can have only a very limited existence was that a similar analysis can be applied to conditions of indirect exchange.

3

Σε μια κοινωνία αντιπραγματισμού, οι αγορές που διαμόρφωναν τις τιμές —αν υποθέσουμε ότι το σύστημα μπορούσε να λειτουργήσει— ήταν αναρίθμητες αγορές ανταλλαγής ενός αγαθού με κάθε άλλο αγαθό. Με την καθιέρωση μιας χρηματικής οικονομίας, ο αριθμός των αναγκαίων αγορών μειώνεται ασύγκριτα. Μια μεγάλη ποικιλία αγαθών ανταλλάσσεται με το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα, και το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα ανταλλάσσεται με μια μεγάλη ποικιλία αγαθών. Κάθε επιμέρους αγορά, λοιπόν —με εξαίρεση μεμονωμένες περιπτώσεις αντιπραγματισμού—, περιλαμβάνει, ως ένα από τα δύο στοιχεία της, το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα.

In a society of barter, the markets that established prices (assuming that the system could operate) were innumerable markets of one good for every other good. With the establishment of a money economy, the number of markets needed is immeasurably reduced. A large variety of goods exchange against the money commodity, and the money commodity exchanges for a large variety of goods. Every single market, then (with the exception of isolated instances of barter) includes the money commodity as one of the two elements.

4

Πέρα από τα δάνεια και τις αξιώσεις —που θα εξεταστούν παρακάτω—, οι ακόλουθοι τύποι ανταλλαγής πραγματοποιούνται έναντι χρήματος:

Aside from loans and claims (which will be considered below), the following types of exchange are made against money:

5

Στην περίπτωση των διαρκών αγαθών, κάθε μονάδα μπορεί να πωληθεί στο σύνολό της ή να εκμισθωθεί για τις υπηρεσίες της κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος.

For durable goods, each unit may be sold in toto, or it may be hired out for its services over a certain period of time.

6

Θυμόμαστε τώρα από το κεφάλαιο 2 ότι η τιμή ενός αγαθού σε όρους ενός άλλου είναι η ποσότητα του άλλου αγαθού διαιρεμένη με την ποσότητα του πρώτου αγαθού στην ανταλλαγή. Αν, σε μια ορισμένη ανταλλαγή, 150 βαρέλια ψαριών ανταλλάσσονταν με τρία άλογα, τότε η τιμή των αλόγων σε όρους ψαριών, η «τιμή των αλόγων σε ψάρια», ήταν 50 βαρέλια ψαριών ανά άλογο σε εκείνη την ανταλλαγή. Ας υποθέσουμε τώρα ότι, σε μια χρηματική οικονομία, τρία άλογα ανταλλάσσονται με 15 ουγγιές χρυσού —χρήματος. Η χρηματική τιμή των αλόγων σε αυτή την ανταλλαγή είναι πέντε ουγγιές ανά άλογο. Η χρηματική τιμή ενός αγαθού σε μια ανταλλαγή είναι, επομένως, η ποσότητα μονάδων χρυσού διαιρεμένη με την ποσότητα μονάδων του αγαθού, από την οποία προκύπτει ένας αριθμητικός λόγος.

Now we remember from chapter 2 that the price of one good in terms of another is the amount of the other good divided by the amount of the first good in the exchange. If, in a certain exchange, 150 barrels of fish exchanged for three horses, then the price of horses in terms of fish, the “fish-price of horses,” was 50 barrels of fish per horse in that exchange. Now suppose that, in a money economy, three horses exchange for 15 ounces of gold (money). The money price of horses in this exchange is five ounces per horse. The money price of a good in an exchange, therefore, is the quantity of units of gold, divided by the quantity of units of the good, yielding a numerical ratio.

7

Για να δείξουμε πώς μπορούν να υπολογιστούν οι χρηματικές τιμές για οποιαδήποτε ανταλλαγή, ας υποθέσουμε ότι πραγματοποιούνται οι ακόλουθες ανταλλαγές:

To illustrate how money prices may be computed for any exchange, suppose that the following exchanges are made:

8
  • - 15 ουγγιές χρυσού με 3 άλογα.
  • - 5 ουγγιές χρυσού με 100 βαρέλια ψαριών.
  • - 1/8 της ουγγιάς χρυσού με 2 δωδεκάδες αυγών.
  • - 24 ουγγιές χρυσού με 8 ώρες εργασίας του X.

15 ounces of gold for 3 horses 5 ounces of gold for 100 barrels of fish 1/8 ounce of gold for 2 dozen eggs 24 ounces of gold for 8 hours of X’s labor

9

Οι χρηματικές τιμές αυτών των διαφόρων ανταλλαγών ήταν οι ακόλουθες:

The money prices of these various exchanges were:

10

Οι τελευταίοι λόγοι σε κάθε γραμμή είναι οι χρηματικές τιμές των μονάδων κάθε αγαθού για κάθε ανταλλαγή.

The last ratios on each line are the money prices of the units of each good for each exchange.

11

Είναι προφανές ότι, καθώς το χρήμα χρησιμοποιείται σε όλες τις ανταλλαγές, οι χρηματικές τιμές χρησιμεύουν ως κοινός παρονομαστής όλων των αναλογιών ανταλλαγής. Έτσι, με τις παραπάνω χρηματικές τιμές, οποιοσδήποτε μπορεί να υπολογίσει ότι, αν ένα άλογο ανταλλάσσεται με πέντε ουγγιές και ένα βαρέλι ψαριών ανταλλάσσεται με 1/20 της ουγγιάς, τότε ένα άλογο μπορεί, έμμεσα, να ανταλλαγεί με 100 βαρέλια ψαριών ή με 80 δωδεκάδες αυγών ή με 5/3 της ώρας εργασίας του X κ.ο.κ. Αντί για μυριάδες απομονωμένες αγορές μεταξύ κάθε αγαθού και κάθε άλλου αγαθού, κάθε αγαθό ανταλλάσσεται με χρήμα, και οι αναλογίες ανταλλαγής μεταξύ κάθε αγαθού και κάθε άλλου μπορούν εύκολα να εκτιμηθούν μέσω της παρατήρησης των χρηματικών τιμών τους. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι αυτές οι αναλογίες ανταλλαγής είναι μόνο υποθετικές και ότι ο υπολογισμός τους καθίσταται δυνατός αποκλειστικά χάρη στις ανταλλαγές έναντι χρήματος. Μόνο μέσω της χρήσης του χρήματος μπορούμε να εκτιμήσουμε υποθετικά αυτές τις «αναλογίες αντιπραγματισμού», και μόνο με ενδιάμεσες ανταλλαγές έναντι χρήματος μπορεί ένα αγαθό να ανταλλαγεί τελικά με το άλλο στην υποθετική αναλογία.169 Πολλοί συγγραφείς έχουν σφάλει πιστεύοντας ότι είναι δυνατόν να αφαιρεθεί κατά κάποιον τρόπο το χρήμα από τη διαμόρφωση των χρηματικών τιμών και ότι η ανάλυση μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια τα πράγματα «σαν να» πραγματοποιούνταν πράγματι οι ανταλλαγές μέσω αντιπραγματισμού. Καθώς το χρήμα και οι χρηματικές τιμές διαπερνούν όλες τις ανταλλαγές, δεν είναι δυνατόν να γίνεται αφαίρεση του χρήματος κατά την ανάλυση της διαμόρφωσης των τιμών σε μια οικονομία έμμεσης ανταλλαγής.

It is evident that, with money being used for all exchanges, money prices serve as a common denominator of all exchange ratios. Thus, with the above money prices, anyone can calculate that if one horse exchanges for five ounces and one barrel of fish exchanges for /20 ounces, then one horse can, indirectly, exchange for 100 barrels of fish, or for 80 dozen eggs, or /3 of an hour of X’s labor, etc. Instead of a myriad of isolated markets for each good and every other good, each good exchanges for money, and the exchange ratios between every good and every other good can easily be estimated by observing their money prices. Here it must be emphasized that these exchange ratios are only hypothetical, and can be computed at all only because of the exchanges against money. It is only through the use of money that we can hypothetically estimate these “barter ratios,” and it is only by intermediate exchanges against money that one good can finally be exchanged for the other at the hypothetical ratio. Many writers have erred in believing that money can somehow be abstracted from the formation of money prices and that analysis can accurately describe affairs “as if ” exchanges really took place by way of barter. With money and money prices pervading all exchanges, there can be no abstraction from money in analyzing the formation of prices in an economy of indirect exchange.

12

Όπως ακριβώς στην περίπτωση της άμεσης ανταλλαγής, θα υπάρχει πάντοτε στην αγορά τάση διαμόρφωσης μίας χρηματικής τιμής για κάθε αγαθό. Είδαμε ότι ο βασικός κανόνας είναι πως κάθε πωλητής προσπαθεί να πουλήσει το αγαθό του στην υψηλότερη χρηματική τιμή που μπορεί να εξασφαλίσει, ενώ κάθε αγοραστής προσπαθεί να αγοράσει το αγαθό στη χαμηλότερη χρηματική τιμή που μπορεί να εξασφαλίσει. Οι πράξεις των αγοραστών και των πωλητών θα τείνουν πάντοτε και ταχέως να διαμορφώνουν μία τιμή στην αγορά σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή. Αν, για παράδειγμα, η «επικρατούσα» αγοραία τιμή για 100 βαρέλια ψαριών είναι πέντε ουγγιές —δηλαδή αν οι πωλητές και οι αγοραστές πιστεύουν ότι μπορούν να πουλήσουν και να αγοράσουν την ποσότητα ψαριών που επιθυμούν προς πέντε ουγγιές ανά 100 βαρέλια—, τότε κανένας αγοραστής δεν θα πληρώσει έξι ουγγιές και κανένας πωλητής δεν θα δεχθεί τέσσερις ουγγιές για τα ψάρια. Τέτοια δράση θα εκδηλώνεται για όλα τα αγαθά στην αγορά, καθιερώνοντας τον κανόνα ότι, σε ολόκληρη την κοινωνία της αγοράς, κάθε ομοιογενές αγαθό θα τείνει να αγοράζεται και να πωλείται σε μία συγκεκριμένη χρηματική τιμή σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή.

Just as in the case of direct exchange, there will always be a tendency on the market for one money price to be established for each good. We have seen that the basic rule is that each seller tries to sell his good for the highest attainable money price, and each buyer tries to buy the good for the lowest attainable money price. The actions of the buyers and sellers will always and rapidly tend to establish one price on the market at any given time. If the “ruling” market price for 100 barrels of fish, for example, is five ounces—i.e., if sellers and buyers believe that they can sell and buy the fish they desire for five ounces per 100 barrels—then no buyer will pay six ounces, and no seller will accept four ounces for the fish. Such action will obtain for all goods on the market, establishing the rule that, for the entire market society, every homogeneous good will tend to be bought and sold at one particular money price at any given time.

13

Ποιες είναι, λοιπόν, οι δυνάμεις που καθορίζουν σε ποιο σημείο τείνει να διαμορφωθεί αυτή η ενιαία χρηματική τιμή για κάθε αγαθό; Θα δούμε σύντομα ότι, όπως καταδείχθηκε στο κεφάλαιο 2, οι προσδιοριστικοί παράγοντες είναι οι ατομικές κλίμακες αξιών, όπως εκφράζονται μέσω των πινάκων ζήτησης και προσφοράς.

What, then, are the forces that determine at what point this uniform money price for each good tends to be set? We shall soon see that, as demonstrated in chapter 2, the determinants are the individual value scales, expressed through demand and supply schedules.

14

Πρέπει να θυμόμαστε ότι, κατά τον προσδιορισμό της «τιμής των αλόγων σε ψάρια» στην άμεση ανταλλαγή ψαριών με άλογα, καθοριζόταν ταυτόχρονα και η «τιμή των ψαριών σε άλογα». Στις ανταλλαγές μιας χρηματικής οικονομίας, ποια είναι η «τιμή του χρήματος σε αγαθά» και πώς καθορίζεται;

We must remember that, in the course of determining the “fish-price of horses” in the direct exchange of fish as against horses, at the same time there was also determined the “horse-price of fish.” In the exchanges of a money economy, what is the “goods-price of money” and how is it determined?

15

Ας εξετάσουμε τον προηγούμενο κατάλογο τυπικών ανταλλαγών έναντι χρήματος. Αυτές οι ανταλλαγές διαμόρφωσαν τις χρηματικές τιμές τεσσάρων διαφορετικών αγαθών στην αγορά. Ας αντιστρέψουμε τώρα τη διαδικασία και ας διαιρέσουμε τις ποσότητες των αγαθών με την ποσότητα χρήματος στην ανταλλαγή. Αυτό μας δίνει:

Αυτός ο τύπος καταλόγου, ή «διάταξης», συνεχίζεται για καθεμία από τις μυριάδες ανταλλαγές αγαθών έναντι χρήματος. Ο αντίστροφος της χρηματικής τιμής οποιουδήποτε αγαθού μάς δίνει την «τιμή του χρήματος σε αγαθά» σε όρους του συγκεκριμένου αγαθού. Το χρήμα, υπό μία έννοια, είναι το μόνο αγαθό που παραμένει, όσον αφορά τις τιμές του, στην ίδια κατάσταση στην οποία βρισκόταν κάθε αγαθό σε ένα καθεστώς αντιπραγματισμού. Στον αντιπραγματισμό, κάθε αγαθό είχε μόνο την επικρατούσα αγοραία τιμή του σε όρους κάθε άλλου αγαθού: την τιμή των αυγών σε ψάρια, την τιμή των κινηματογραφικών προβολών σε άλογα κ.λπ. Σε μια χρηματική οικονομία, κάθε αγαθό εκτός από το χρήμα έχει πλέον μία αγοραία τιμή σε όρους χρήματος. Το χρήμα, από την άλλη πλευρά, εξακολουθεί να έχει μια σχεδόν άπειρη διάταξη «τιμών σε αγαθά», οι οποίες συγκροτούν την «τιμή του χρήματος σε αγαθά». Ολόκληρη η διάταξη, εξεταζόμενη ως σύνολο, μας δίνει τη γενική «τιμή του χρήματος σε αγαθά». Διότι, αν εξετάσουμε ολόκληρη τη διάταξη των τιμών σε αγαθά, γνωρίζουμε τι μπορεί να αγοράσει μία ουγγιά χρήματος σε όρους οποιουδήποτε επιθυμητού συνδυασμού αγαθών, δηλαδή γνωρίζουμε ποια αγαθά μπορούν να αποκτηθούν με αυτή τη μία ουγγιά χρήματος —κάτι που έχει τόσο μεγάλη βαρύτητα στις αποφάσεις των καταναλωτών.

Let us consider the foregoing list of typical exchanges against money. These exchanges established the money prices of four different goods on the market. Now let us reverse the process and divide the quantities of goods by the quantity of money in the exchange. This gives us: This sort of list, or “array,” goes on and on for each of the myriad exchanges of goods against money. The inverse of the money price of any good gives us the “goods-price” of money in terms of that particular good. Money, in a sense, is the only good that remains, as far as its prices are concerned, in the same state that every good was in a regime of barter. In barter, every good had only its ruling market price in terms of every other good: fish-price of eggs, horse-price of movies, etc. In a money economy, every good except money now has one market price in terms of money. Money, on the other hand, still has an almost infinite array of “goods-prices” that establish the “goods-price of money.” The entire array, considered together, yields us the general “goods-price of money.” For if we consider the whole array of goods-prices, we know what one ounce of money will buy in terms of any desired combination of goods, i.e., we know what that “ounce’s worth” of money (which figures so largely in consumers’ decisions) will be.

16

Εναλλακτικά, μπορούμε να πούμε ότι η χρηματική τιμή οποιουδήποτε αγαθού αποκαλύπτει ποια θα είναι η «αγοραστική δύναμή» του στην αγορά. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος κατέχει 200 βαρέλια ψαριών. Εκτιμά ότι η επικρατούσα αγοραία τιμή των ψαριών είναι έξι ουγγιές ανά 100 βαρέλια και ότι, επομένως, μπορεί να πουλήσει τα 200 βαρέλια για 12 ουγγιές. Η «αγοραστική δύναμη» 100 βαρελιών στην αγορά είναι έξι ουγγιές χρήματος. Ομοίως, η αγοραστική δύναμη ενός αλόγου μπορεί να είναι πέντε ουγγιές κ.ο.κ. Η αγοραστική δύναμη ενός αποθέματος οποιουδήποτε αγαθού ισούται με την ποσότητα χρήματος που μπορεί να «αγοράσει» στην αγορά και, επομένως, καθορίζεται άμεσα από τη χρηματική τιμή που μπορεί να εξασφαλίσει. Στην πραγματικότητα, η αγοραστική δύναμη μίας μονάδας οποιασδήποτε ποσότητας ενός αγαθού ισούται με τη χρηματική τιμή της. Αν η αγοραία χρηματική τιμή μιας δωδεκάδας αυγών —της μονάδας— είναι 1/8 της ουγγιάς χρυσού, τότε η αγοραστική δύναμη της δωδεκάδας αυγών είναι επίσης 1/8 της ουγγιάς. Ομοίως, η αγοραστική δύναμη ενός αλόγου, παραπάνω, ήταν πέντε ουγγιές· μιας ώρας εργασίας του X, τρεις ουγγιές· κ.ο.κ.

Alternatively, we may say that the money price of any good discloses what its “purchasing power” on the market will be. Suppose a man possesses 200 barrels of fish. He estimates that the ruling market price for fish is six ounces per 100 barrels, and that therefore he can sell the 200 barrels for 12 ounces. The “purchasing power” of 100 barrels on the market is six ounces of money. Similarly, the purchasing power of a horse may be five ounces, etc. The purchasing power of a stock of any good is equal to the amount of money it can “buy” on the market and is therefore directly determined by the money price that it can obtain. As a matter of fact, the purchasing power of a unit of any quantity of a good is equal to its money price. If the market money price of a dozen eggs (the unit) is /8 ounce of gold, then the purchasing power of the dozen eggs is also /8 of an ounce. Similarly, the purchasing power of a horse, above, was five ounces; of an hour of X’s labor, three ounces; etc.

17

Για κάθε αγαθό εκτός από το χρήμα, λοιπόν, η αγοραστική δύναμη της μονάδας του ταυτίζεται με τη χρηματική τιμή που μπορεί να εξασφαλίσει στην αγορά. Ποια είναι η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας; Προφανώς, η αγοραστική δύναμη, για παράδειγμα, μιας ουγγιάς χρυσού μπορεί να εξεταστεί μόνο σε σχέση με όλα τα αγαθά που η ουγγιά θα μπορούσε να αγοράσει ή να συμβάλει στην αγορά τους. Η αγοραστική δύναμη της νομισματικής μονάδας συνίσταται σε μια διάταξη όλων των επιμέρους τιμών της μονάδας σε αγαθά μέσα στην κοινωνία.170 Αποτελείται από μια τεράστια διάταξη του παραπάνω τύπου: 1/5 του αλόγου ανά ουγγιά· 20 βαρέλια ψαριών ανά ουγγιά· 16 δωδεκάδες αυγών ανά ουγγιά· κ.ο.κ.

For every good except money, then, the purchasing power of its unit is identical to the money price that it can obtain on the market. What is the purchasing power of the monetary unit? Obviously, the purchasing power of, e.g., an ounce of gold can be considered only in relation to all the goods that the ounce could purchase or help to purchase. The purchasing power of the monetary unit consists of an array of all the particular goods-prices in the society in terms of the unit. It consists of a huge array of the type above: /5 horse per ounce; 20 barrels of fish per ounce; 16 dozen eggs per ounce; etc.

18

Είναι προφανές ότι το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα και οι προσδιοριστικοί παράγοντες της αγοραστικής δύναμής του εισάγουν στους πίνακες ζήτησης και προσφοράς του κεφαλαίου 2 μια περιπλοκή που πρέπει να αναλυθεί· δεν μπορεί να γίνει απλή αναπαραγωγή των πινάκων ζήτησης και προσφοράς υπό συνθήκες αντιπραγματισμού, αφού η κατάσταση της ζήτησης και της προσφοράς χρήματος είναι μοναδική. Προτού διερευνήσουμε την «τιμή» του χρήματος και τους προσδιοριστικούς παράγοντές της, πρέπει πρώτα να κάνουμε μια μακρά παρέκβαση και να διερευνήσουμε τον προσδιορισμό των χρηματικών τιμών όλων των άλλων αγαθών στην οικονομία.

It is evident that the money commodity and the determinants of its purchasing power introduce a complication in the demand and supply schedules of chapter 2 that must be worked out; there cannot be a mere duplication of the demand and supply schedules of barter conditions, since the demand and supply situation for money is a unique one. Before investigating the “price” of money and its determinants, we must first take a long detour and investigate the determination of the money prices of all the other goods in the economy.

19

2. Προσδιορισμός των χρηματικών τιμών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

2. Determination of Money Prices

20

Ας εξετάσουμε πρώτα ένα τυπικό αγαθό και ας αναλύσουμε τους προσδιοριστικούς παράγοντες της χρηματικής τιμής του στην αγορά. Εδώ ο αναγνώστης παραπέμπεται στην αναλυτικότερη εξέταση της τιμής στο κεφάλαιο 2. Ας πάρουμε ένα ομοιογενές αγαθό, το βούτυρο κατηγορίας Α, το οποίο ανταλλάσσεται έναντι χρήματος.

Let us first take a typical good and analyze the determinants of its money price on the market. (Here the reader is referred back to the more detailed analysis of price in chapter 2.) Let us take a homogeneous good, Grade A butter, in exchange against money.

21

Η χρηματική τιμή καθορίζεται από πράξεις που αποφασίζονται σύμφωνα με τις ατομικές κλίμακες αξιών. Για παράδειγμα, η κλίμακα αξιών ενός τυπικού αγοραστή μπορεί να έχει την ακόλουθη κατάταξη:

Οι ποσότητες εντός παρενθέσεων είναι εκείνες που το πρόσωπο δεν κατέχει, αλλά εξετάζει το ενδεχόμενο να προσθέσει στην ιδιοκτησία του· οι υπόλοιπες είναι εκείνες που έχει στην κατοχή του. Σε αυτή την περίπτωση, η μέγιστη χρηματική τιμή αγοράς του αγοραστή για την πρώτη λίβρα βουτύρου είναι έξι grains χρυσού. Σε οποιαδήποτε αγοραία τιμή έξι grains ή χαμηλότερη, θα ανταλλάξει αυτά τα grains με το βούτυρο· σε αγοραία τιμή επτά grains ή υψηλότερη, δεν θα πραγματοποιήσει την αγορά. Η μέγιστη τιμή αγοράς του για μια δεύτερη λίβρα βουτύρου θα είναι αισθητά χαμηλότερη. Αυτό το αποτέλεσμα ισχύει πάντοτε και απορρέει από τον νόμο της χρησιμότητας· καθώς προσθέτει λίβρες βουτύρου στην ιδιοκτησία του, η οριακή χρησιμότητα κάθε λίβρας μειώνεται. Από την άλλη πλευρά, καθώς αποχωρίζεται grains χρυσού, η οριακή χρησιμότητα που έχει για αυτόν κάθε εναπομένον grain αυξάνεται. Και οι δύο αυτές δυνάμεις ωθούν τη μέγιστη τιμή αγοράς μιας πρόσθετης μονάδας προς τα κάτω καθώς αυξάνεται η αγοραζόμενη ποσότητα.171 Από αυτή την κλίμακα αξιών μπορούμε να καταρτίσουμε τον πίνακα ζήτησης αυτού του αγοραστή, δηλαδή την ποσότητα κάθε αγαθού που θα καταναλώσει σε κάθε υποθετική χρηματική τιμή στην αγορά. Μπορούμε επίσης να χαράξουμε την καμπύλη ζήτησής του, αν επιθυμούμε να δούμε τον πίνακα σε γραφική μορφή. Ο ατομικός πίνακας ζήτησης του αγοραστή που εξετάστηκε παραπάνω είναι όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 6.

The money price is determined by actions decided according to individual value scales. For example, a typical buyer’s value scale may be ranked as follows: The quantities in parentheses are those which the person does not possess but is considering adding to his ownership; the others are those which he has in his possession. In this case, the buyer’s maximum buying money price for his first pound of butter is six grains of gold. At any market price of six grains or under, he will exchange these grains for the butter; at a market price of seven grains or over, he will not make the purchase. His maximum buying price for a second pound of butter will be considerably lower. This result is always true, and stems from the law of utility; as he adds pounds of butter to his ownership, the marginal utility of each pound declines. On the other hand, as he dispenses with grains of gold, the marginal utility to him of each remaining grain increases. Both these forces impel the maximum buying price of an additional unit to decline with an increase in the quantity purchased. From this value scale, we can compile this buyer’s demand schedule, the amount of each good that he will consume at each hypothetical money price on the market. We may also draw his demand curve, if we wish to see the schedule in graphic form. The individual demand schedule of the buyer considered above is as shown in Table 6.

22

Παρατηρούμε ότι, λόγω του νόμου της χρησιμότητας, μια ατομική καμπύλη ζήτησης πρέπει είτε να είναι «κατακόρυφη» καθώς μειώνεται η υποθετική τιμή είτε να κατευθύνεται προς τα δεξιά —δηλαδή η ζητούμενη ποσότητα, καθώς μειώνεται η χρηματική τιμή, πρέπει να παραμένει ίδια ή να αυξάνεται— και όχι προς τα αριστερά —να μη μειώνεται, δηλαδή, η ζητούμενη ποσότητα.

We note that, because of the law of utility, an individual demand curve must be either “vertical” as the hypothetical price declines, or else rightward-sloping (i.e., the quantity demanded, as the money price falls, must be either the same or greater), not leftward-sloping (not a lower quantity demanded).

23

Αν αυτή είναι η αναγκαία μορφή του πίνακα ζήτησης κάθε αγοραστή, είναι σαφές ότι η ύπαρξη περισσότερων του ενός αγοραστών θα τείνει να ενισχύει σημαντικά αυτή τη συμπεριφορά. Υπάρχουν δύο και μόνο δύο δυνατές περιπτώσεις ως προς τις κλίμακες αξιών διαφορετικών ανθρώπων: είτε είναι όλες πανομοιότυπες είτε διαφέρουν. Στην εξαιρετικά απίθανη περίπτωση κατά την οποία οι σχετικές με το ζήτημα κλίμακες αξιών όλων είναι πανομοιότυπες μεταξύ τους — εξαιρετικά απίθανη λόγω της τεράστιας ποικιλίας των ανθρώπινων αξιολογήσεων—, τότε, για παράδειγμα, οι αγοραστές B, C, D κ.λπ. θα έχουν την ίδια κλίμακα αξιών και, επομένως, τους ίδιους ατομικούς πίνακες ζήτησης με τον αγοραστή A που μόλις περιγράφηκε. Σε αυτή την περίπτωση, το σχήμα της συνολικής καμπύλης αγοραίας ζήτησης — του αθροίσματος των καμπυλών ζήτησης των μεμονωμένων αγοραστών — θα είναι πανομοιότυπο με την καμπύλη του αγοραστή A, μολονότι οι συνολικές ποσότητες θα είναι, ασφαλώς, πολύ μεγαλύτερες. Βεβαίως, οι κλίμακες αξιών των αγοραστών σχεδόν πάντοτε θα διαφέρουν, πράγμα που σημαίνει ότι θα διαφέρουν και οι μέγιστες τιμές αγοράς τους για οποιαδήποτε δεδομένη λίβρα βουτύρου. Το αποτέλεσμα είναι ότι, καθώς μειώνεται η αγοραία τιμή, εισέρχονται στην αγορά ολοένα περισσότεροι αγοραστές διαφορετικών μονάδων. Αυτή η επίδραση ενισχύει σημαντικά την κατεύθυνση της καμπύλης αγοραίας ζήτησης προς τα δεξιά.

If this is the necessary configuration of every buyer’s demand schedule, it is clear that the existence of more than one buyer will tend greatly to reinforce this behavior. There are two and only two possible classifications of different people’s value scales: either they are all identical, or else they differ. In the extremely unlikely case that everyone’s relevant value scales are identical with everyone else’s (extremely unlikely because of the immense variety of valuations by human beings), then, for example, buyers B, C, D, etc. will have the same value scale and therefore the same individual demand schedules as buyer A who has just been described. In that case, the shape of the aggregate market-demand curve (the sum of the demand curves of the individual buyers) will be identical with the curve of buyer A, although the aggregate quantities will, of course, be much greater. To be sure, the value scales of the buyers will almost always differ, which means that their maximum buying prices for any given pound of butter will differ. The result is that, as the market price is lowered, more and more buyers of different units are brought into the market. This effect greatly reinforces the rightward-sloping feature of the market-demand curve.

24

Ως παράδειγμα σχηματισμού ενός πίνακα αγοραίας ζήτησης από ατομικές κλίμακες αξιών, ας θεωρήσουμε τον αγοραστή που περιγράφηκε παραπάνω ως αγοραστή A και ας υποθέσουμε ότι υπάρχουν στην αγορά δύο ακόμη αγοραστές, οι B και C, με τις ακόλουθες κλίμακες αξιών:

Από αυτές τις κλίμακες αξιών μπορούμε να κατασκευάσουμε τους ατομικούς πίνακες ζήτησής τους —Πίνακας 7. Παρατηρούμε ότι, ανάμεσα στις ποικίλες μορφές των ατομικών πινάκων ζήτησης, καμία δεν μπορεί ποτέ να έχει κλίση προς τα αριστερά καθώς μειώνεται η υποθετική τιμή.

As an example of the formation of a market-demand schedule from individual value scales, let us take the buyer described above as buyer A and assume two other buyers on the market, B and C, with the following value scales: From these value scales, we can construct their individual demand schedules (Table 7). We notice that, in each of the varied patterns of individual demand schedules, none can ever be leftward-sloping as the hypothetical price declines.

25

Μπορούμε τώρα να αθροίσουμε τους ατομικούς πίνακες ζήτησης A, B και C στον πίνακα αγοραίας ζήτησης. Ο πίνακας αγοραίας ζήτησης δίνει τη συνολική ποσότητα του αγαθού που θα αγοραστεί από όλους τους αγοραστές στην αγορά σε οποιαδήποτε δεδομένη χρηματική τιμή του αγαθού. Ο πίνακας αγοραίας ζήτησης για τους αγοραστές A, B και C είναι όπως παρουσιάζεται στον Πίνακα 8.

Now we may summate the individual demand schedules, A, B, and C, into the market-demand schedule. The market-demand

schedule yields the total quantity of the good that will be bought by all the buyers on the market at any given money price for the good. The market-demand schedule for buyers A, B, and C is as shown in Table 8.

26

Το Σχήμα 33 αποτελεί γραφική παράσταση αυτών των πινάκων και της άθροισής τους για τον σχηματισμό του πίνακα αγοραίας ζήτησης.

Figure 33 is a graphical representation of these schedules and of their addition to form the market-demand schedule.

27

Οι αρχές σχηματισμού του πίνακα αγοραίας προσφοράς είναι παρόμοιες, μολονότι οι αιτιώδεις δυνάμεις που βρίσκονται πίσω από τις κλίμακες αξιών θα διαφέρουν.172 Κάθε πωλητής κατατάσσει στην κλίμακα αξιών του κάθε μονάδα που πρόκειται να πωληθεί και την ποσότητα χρήματος που θα αποκτηθεί σε αντάλλαγμα. Έτσι, η κλίμακα αξιών ενός πωλητή θα μπορούσε να έχει ως εξής:

Αν η αγοραία τιμή ήταν δύο grains χρυσού, αυτός ο πωλητής δεν θα πουλούσε καθόλου βούτυρο, αφού ακόμη και η πρώτη λίβρα του αποθέματός του κατατάσσεται υψηλότερα από την απόκτηση δύο grains στην κλίμακα αξιών του. Στην τιμή των τριών grains, θα πουλούσε δύο λίβρες, καθεμία από τις οποίες κατατάσσεται χαμηλότερα από τρία grains στην κλίμακα αξιών του. Στην τιμή των τεσσάρων grains, θα πουλούσε τρεις λίβρες κ.ο.κ. Είναι προφανές ότι, καθώς μειώνεται η υποθετική τιμή, η ατομική καμπύλη προσφοράς πρέπει είτε να είναι κατακόρυφη είτε να κατευθύνεται προς τα αριστερά· δηλαδή μια χαμηλότερη τιμή πρέπει να οδηγεί είτε σε μικρότερη είτε στην ίδια προσφορά, ποτέ σε μεγαλύτερη. Αυτό, ασφαλώς, ισοδυναμεί με τη δήλωση ότι, καθώς αυξάνεται η υποθετική τιμή, η καμπύλη προσφοράς είναι είτε κατακόρυφη είτε κατευθύνεται προς τα δεξιά. Και πάλι, ο λόγος είναι ο νόμος της χρησιμότητας· καθώς ο πωλητής διαθέτει το απόθεμά του, η οριακή χρησιμότητά του για τον ίδιο τείνει να αυξάνεται, ενώ η οριακή χρησιμότητα του χρήματος που αποκτά τείνει να μειώνεται. Ασφαλώς, αν η οριακή χρησιμότητα του αποθέματος για τον πωλητή είναι μηδενική και αν η οριακή χρησιμότητα του χρήματος για αυτόν μειώνεται μόνο αργά καθώς το αποκτά, ο νόμος ενδέχεται να μη μεταβάλει την προσφερόμενη ποσότητά του εντός του εύρους δράσης του στην αγορά, με αποτέλεσμα η καμπύλη προσφοράς να είναι κατακόρυφη σε ολόκληρη σχεδόν την έκτασή της. Έτσι, ένας πωλητής Y θα μπορούσε να έχει την ακόλουθη κλίμακα αξιών:

Αυτός ο πωλητής θα είναι πρόθυμος να πουλήσει, πάνω από την ελάχιστη τιμή του ενός grain, κάθε μονάδα του αποθέματός του. Η καμπύλη προσφοράς του θα έχει τη μορφή που παρουσιάζεται στο Σχήμα 34.

The principles of the formation of the market-supply schedule are similar, although the causal forces behind the value scales will differ. Each supplier ranks each unit to be sold and the amount of money to be obtained in exchange on his value scale. Thus, one seller’s value scale might be as follows: If the market price were two grains of gold, this seller would sell no butter, since even the first pound in his stock ranks above the acquisition of two grains on his value scale. At a price of three grains, he would sell two pounds, each of which ranks below three grains on his value scale. At a price of four grains, he would sell three pounds, etc. It is evident that, as the hypothetical price is lowered, the individual supply curve must be either vertical or leftward-sloping, i.e., a lower price must lead either to a lesser or to the same supply, never to more. This is, of course, equivalent to the statement that as the hypothetical price increases, the supply curve is either vertical or rightward-sloping. Again, the reason is the law of utility; as the seller disposes of his stock, its marginal utility to him tends to rise, while the marginal utility of the money acquired tends to fall. Of course, if the marginal utility of the stock to the supplier is nil, and if the marginal utility of money to him falls only slowly as he acquires it, the law may not change his quantity supplied during the range of action on the market, so that the supply curve may be vertical throughout almost all of its range. Thus, a supplier Y might have the following value scale: This seller will be willing to sell, above the minimum price of one grain, every unit in his stock. His supply curve will be shaped as in Figure 34.

28

Στην περίπτωση του πωλητή X, η ελάχιστη τιμή πώλησής του ήταν τρία grains για την πρώτη και τη δεύτερη λίβρα βουτύρου, τέσσερα grains για την τρίτη λίβρα, πέντε grains για την τέταρτη και την πέμπτη λίβρα και έξι grains για την έκτη λίβρα. Η ελάχιστη τιμή πώλησης του πωλητή Y για την πρώτη λίβρα και για κάθε επόμενη λίβρα ήταν ένα grain. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν μπορεί η καμπύλη προσφοράς να κατευθύνεται προς τα δεξιά καθώς η τιμή μειώνεται· δηλαδή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί μια χαμηλότερη τιμή να οδηγήσει σε περισσότερες προσφερόμενες μονάδες.

In seller X’s case, his minimum selling price was three grains for the first and second pounds of butter, four grains for the third pound, five grains for the fourth and fifth pounds, and six grains for the sixth pound. Seller Y’s minimum selling price for the first pound and for every subsequent pound was one grain. In no case, however, can the supply curve be rightward-sloping as the price declines; i.e., in no case can a lower price lead to more units supplied.

29

Ας υποθέσουμε, για λόγους παρουσίασης, ότι οι πωλητές βουτύρου στην αγορά είναι μόνο αυτοί οι δύο, οι X και Y, με τις παραπάνω κλίμακες αξιών. Τότε οι ατομικοί πίνακες προσφοράς τους και ο συνολικός πίνακας αγοραίας προσφοράς θα είναι όπως παρουσιάζονται στον Πίνακα 9.

Let us assume, for purposes of exposition, that the suppliers of butter on the market consist of just these two, X and Y, with the foregoing value scales. Then their individual and aggregate market-supply schedules will be as shown in Table 9.

30

Αυτή η καμπύλη αγοραίας προσφοράς απεικονίζεται παραπάνω στο Σχήμα 33.

This market-supply curve is diagramed above in Figure 33.

31

Παρατηρούμε ότι η τομή των καμπυλών αγοραίας προσφοράς και αγοραίας ζήτησης, δηλαδή η τιμή στην οποία η προσφερόμενη και η ζητούμενη ποσότητα είναι ίσες, βρίσκεται εδώ σε ένα σημείο μεταξύ δύο τιμών. Αυτό οφείλεται αναγκαστικά στην έλλειψη διαιρετότητας των μονάδων· αν, για παράδειγμα, μια μονάδα ενός grain είναι αδιαίρετη, δεν υπάρχει τρόπος να εισαχθεί ενδιάμεση τιμή, και η τιμή ισορροπίας της αγοράς θα είναι είτε δύο είτε τρία grains. Αυτή θα είναι η καλύτερη δυνατή προσέγγιση μιας τιμής στην οποία η αγορά θα εκκαθαρίζεται πλήρως, δηλαδή μιας τιμής στην οποία ικανοποιούνται όσοι επιθυμούν να προσφέρουν και όσοι ζητούν το αγαθό σε αυτή την τιμή. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι η νομισματική μονάδα μπορεί να διαιρεθεί περαιτέρω και, επομένως, ότι η τιμή ισορροπίας είναι, ας πούμε, δυόμισι grains. Αυτό όχι μόνο θα απλουστεύσει την έκθεση της διαμόρφωσης των τιμών· αποτελεί επίσης ρεαλιστική υπόθεση, αφού ένα από τα σημαντικά χαρακτηριστικά του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα είναι ακριβώς η διαιρετότητά του σε μικροσκοπικές μονάδες, οι οποίες μπορούν να ανταλλάσσονται στην αγορά. Αυτή η διαιρετότητα της νομισματικής μονάδας είναι εκείνη που μας επιτρέπει να χαράσσουμε συνεχείς γραμμές μεταξύ των σημείων των πινάκων προσφοράς και ζήτησης.

We notice that the intersection of the market-supply and market-demand curves, i.e., the price at which the quantity supplied and the quantity demanded are equal, here is located at a point in between two prices. This is necessarily due to the lack of divisibility of the units; if a unit grain, for example, is indivisible, there is no way of introducing an intermediate price, and the market-equilibrium price will be at either 2 or 3 grains. This will be the best approximation that can be made to a price at which the market will be precisely cleared, i.e., one at which the would-be suppliers and the demanders at that price are satisfied. Let us, however, assume that the monetary unit can be further divided, and therefore that the equilibrium price is, say, two and a half grains. Not only will this simplify the exposition of price formation; it is also a realistic assumption, since one of the important characteristics of the money commodity is precisely its divisibility into minute units, which can be exchanged on the market. It is this divisibility of the monetary unit that permits us to draw continuous lines between the points on the supply and demand schedules.

32

Η χρηματική τιμή στην αγορά θα τείνει να διαμορφώνεται στην τιμή ισορροπίας —στην περίπτωση αυτή, στα δυόμισι grains. Σε υψηλότερη τιμή, η προσφερόμενη ποσότητα θα είναι μεγαλύτερη από τη ζητούμενη· ως αποτέλεσμα, μέρος της προσφερόμενης ποσότητας δεν θα μπορεί να πωληθεί και οι πωλητές θα μειοδοτούν προκειμένου να πουλήσουν το απόθεμά τους. Εφόσον μόνο μία τιμή μπορεί να διατηρηθεί στην αγορά και οι αγοραστές επιδιώκουν πάντοτε το μεγαλύτερο όφελός τους, το αποτέλεσμα θα είναι μια γενική μείωση της τιμής προς το σημείο ισορροπίας. Από την άλλη πλευρά, αν η τιμή είναι χαμηλότερη από δυόμισι grains, υπάρχουν επίδοξοι αγοραστές σε αυτή την τιμή των οποίων η ζήτηση παραμένει ανικανοποίητη. Αυτοί οι αγοραστές αυξάνουν την τιμή μέσω πλειοδοσίας και, καθώς οι πωλητές επιδιώκουν την υψηλότερη δυνατή τιμή, η αγοραία τιμή αυξάνεται προς το σημείο ισορροπίας. Έτσι, το γεγονός ότι οι άνθρωποι επιδιώκουν τη μεγαλύτερη χρησιμότητά τους θέτει σε κίνηση δυνάμεις που διαμορφώνουν τη χρηματική τιμή σε ένα ορισμένο σημείο ισορροπίας, στο οποίο τείνουν να πραγματοποιούνται οι περαιτέρω ανταλλαγές. Η χρηματική τιμή θα παραμένει στο σημείο ισορροπίας για τις περαιτέρω ανταλλαγές του αγαθού, έως ότου μεταβληθούν οι πίνακες ζήτησης ή προσφοράς. Οι μεταβολές στις συνθήκες ζήτησης ή προσφοράς διαμορφώνουν μια νέα τιμή ισορροπίας, προς την οποία η αγοραία τιμή τείνει και πάλι να κινηθεί.

The money price on the market will tend to be set at the equilibrium price—in this case, at two and a half grains. At a higher price, the quantity offered in supply will be greater than the quantity demanded; as a result, part of the supply could not be sold, and the sellers will underbid the price in order to sell their stock. Since only one price can persist on the market, and the buyers always seek their best advantage, the result will be a general lowering of the price toward the equilibrium point. On the other hand, if the price is below two and a half grains, there are would-be buyers at this price whose demands remain unsatisfied. These demanders bid up the price, and with sellers looking for the highest attainable price, the market price is raised toward the equilibrium point. Thus, the fact that men seek their greatest utility sets forces into motion that establish the money price at a certain equilibrium point, at which further exchanges tend to be made. The money price will remain at the equilibrium point for further exchanges of the good, until demand or supply schedules change. Changes in demand or supply conditions establish a new equilibrium price, toward which the market price again tends to move.

33

Το ποια θα είναι η τιμή ισορροπίας εξαρτάται από τη διαμόρφωση των πινάκων προσφοράς και ζήτησης, και τα αίτια αυτών των πινάκων θα εξεταστούν περαιτέρω παρακάτω.

What the equilibrium price will be depends upon the configuration of the supply and demand schedules, and the causes of these schedules will be subjected to further examination below.

34

Το απόθεμα οποιουδήποτε αγαθού είναι η συνολική υφιστάμενη ποσότητα αυτού του αγαθού. Ένα μέρος θα προσφερθεί σε ανταλλαγή και το υπόλοιπο θα παρακρατηθεί. Σε οποιαδήποτε υποθετική τιμή, όπως θα θυμάται ο αναγνώστης, η πρόσθεση της ζήτησης για αγορά και της ζήτησης παρακράτησης του πωλητή δίνει τη συνολική ζήτηση διακράτησης εκ μέρους και των δύο ομάδων.173 Η συνολική ζήτηση διακράτησης περιλαμβάνει τη ζήτηση μέσω ανταλλαγής από εκείνους που δεν είναι επί του παρόντος ιδιοκτήτες και τη ζήτηση παρακράτησης από τους τωρινούς ιδιοκτήτες. Εφόσον η καμπύλη προσφοράς είναι είτε κατακόρυφη είτε αυξανόμενη καθώς αυξάνεται η τιμή, η ζήτηση παρακράτησης των πωλητών θα μειώνεται με την άνοδο της τιμής ή θα είναι ανύπαρκτη. Σε κάθε περίπτωση, η συνολική ζήτηση διακράτησης αυξάνεται καθώς μειώνεται η τιμή.

The stock of any good is the total quantity of that good in existence. Some will be supplied in exchange, and the remainder will be reserved. At any hypothetical price, it will be recalled, adding the demand to buy and the reserved demand of the supplier gives the total demand to hold on the part of both groups. The total demand to hold includes the demand in exchange by present nonowners and the reservation demand to hold by the present owners. Since the supply curve is either vertical or increasing with a rise in price, the sellers’ reservation demand will fall with a rise in price or will be nonexistent. In either case, the total demand to hold rises as the price falls.

35

Όπου υπάρχει άνοδος της ζήτησης παρακράτησης, η αύξηση της συνολικής ζήτησης διακράτησης είναι μεγαλύτερη —και η καμπύλη πολύ πιο ελαστική— απ’ ό,τι στην κανονική καμπύλη ζήτησης, λόγω της προσθήκης της συνιστώσας της ζήτησης παρακράτησης.174 Έτσι, όσο υψηλότερη είναι η αγοραία τιμή ενός αποθέματος τόσο μικρότερη είναι η προθυμία στην αγορά για τη διακράτηση και την κατοχή του και τόσο μεγαλύτερη η επιθυμία πώλησής του. Αντιστρόφως, όσο χαμηλότερη είναι η τιμή ενός αγαθού στην αγορά τόσο μεγαλύτερη είναι η προθυμία κατοχής του και τόσο μικρότερη η προθυμία πώλησής του.

Where there is a rise in reservation demand, the increase in the total demand to hold is greater—the curve far more elastic—than the regular demand curve, because of the addition of the reservation-demand component. Thus, the higher the market price of a stock, the less the willingness on the market to hold and own it and the greater the eagerness to sell it. Conversely, the lower the price of a good on the market, the greater the willingness to own it and the less the willingness to sell it.

36

Χαρακτηριστικό της καμπύλης συνολικής ζήτησης είναι ότι τέμνει πάντοτε το διαθέσιμο φυσικό απόθεμα στην ίδια τιμή ισορροπίας στην οποία τέμνονται οι πίνακες ζήτησης και προσφοράς. Οι γραμμές Συνολικής Ζήτησης και Αποθέματος θα δίνουν, επομένως, την ίδια τιμή ισορροπίας της αγοράς με την άλλη μέθοδο, μολονότι η ανταλλασσόμενη ποσότητα δεν αποκαλύπτεται από αυτές τις καμπύλες. Αποκαλύπτουν, ωστόσο, ότι, εφόσον όλες οι μονάδες ενός υφιστάμενου αποθέματος πρέπει να κατέχονται από κάποιον, η αγοραία τιμή οποιουδήποτε αγαθού τείνει να είναι τέτοια ώστε η συνολική ζήτηση διακράτησης του αποθέματος να ισούται με το ίδιο το απόθεμα. Τότε το απόθεμα θα βρίσκεται στα χέρια των πιο πρόθυμων, ή ικανότερων, κατόχων. Αυτοί είναι εκείνοι που είναι διατεθειμένοι να ζητήσουν τα περισσότερα για το απόθεμα. Ο ιδιοκτήτης που θα πουλούσε το απόθεμά του με μια έστω μικρή αύξηση της τιμής είναι ο οριακός κάτοχος· ο μη ιδιοκτήτης που θα αγόραζε με μια έστω μικρή μείωση της τιμής είναι ο οριακός μη κάτοχος.175

It is characteristic of the total demand curve that it always intersects the physical stock available at the same equilibrium price as the one at which the demand and supply schedules intersect. The Total Demand and Stock lines will therefore yield the same market equilibrium price as the other, although the quantity exchanged is not revealed by these curves. They do disclose, however, that, since all units of an existing stock must be possessed by someone, the market price of any good tends to be such that the aggregate demand to keep the stock will equal the stock itself. Then the stock will be in the hands of the most eager, or most capable, possessors. These are the ones who are willing to demand the most for the stock. That owner who would just sell his stock if the price rose slightly is the marginal possessor: that nonowner who would buy if the price fell slightly is the marginal nonpossessor.

37

Το Σχήμα 35 αποτελεί διάγραμμα των καμπυλών προσφοράς, ζήτησης, συνολικής ζήτησης και αποθέματος ενός αγαθού.

Figure 35 is a diagram of the supply, demand, total demand, and stock curves of a good.

38

Η καμπύλη συνολικής ζήτησης αποτελείται από τη ζήτηση συν την παρακρατούμενη προσφορά· και οι δύο κατευθύνονται προς τα δεξιά καθώς μειώνονται οι τιμές. Η τιμή ισορροπίας είναι ίδια τόσο για την τομή των καμπυλών S και D όσο και για την τομή της TD με το Απόθεμα.

The total demand curve is composed of demand plus reserved supply; both slope rightward as prices fall. The equilibrium price is the same both for the intersection of the S and D curves, and for TD and Stock.

39

Αν δεν υπάρχει ζήτηση παρακράτησης, τότε η καμπύλη προσφοράς θα είναι κατακόρυφη και ίση με το απόθεμα. Σε αυτή την περίπτωση, το διάγραμμα λαμβάνει τη μορφή του Σχήματος 36.

If there is no reservation demand, then the supply curve will be vertical, and equal to the stock. In that case, the diagram becomes as in Figure 36.

40

3. Προσδιορισμός των πινάκων προσφοράς και ζήτησης

↗ στη σελίδα του βιβλίου

3. Determination of Supply and Demand Schedules

41

Κάθε χρηματική τιμή ενός αγαθού στην αγορά καθορίζεται, επομένως, από τους πίνακες προσφοράς και ζήτησης των μεμονωμένων αγοραστών και πωλητών, και η δράση τους τείνει να διαμορφώνει στην αγορά μια ενιαία τιμή ισορροπίας στο σημείο τομής, η οποία μεταβάλλεται μόνο όταν μεταβάλλονται οι πίνακες.176 Τίθεται τώρα το ερώτημα: Ποιοι είναι οι προσδιοριστικοί παράγοντες των ίδιων των πινάκων ζήτησης και προσφοράς; Μπορούν να συναχθούν συμπεράσματα για τις κλίμακες αξιών και τους πίνακες που προκύπτουν από αυτές;

Every money price of a good on the market, therefore, is determined by the supply and demand schedules of the individual buyers and sellers, and their action tends to establish a uniform equilibrium price on the market at the point of intersection, which changes only when the schedules do. Now the question arises: What are the determinants of the demand and supply schedules themselves? Can any conclusions be formed about the value scales and the resulting schedules?

42

Πρώτον, η ανάλυση της κερδοσκοπίας στο κεφάλαιο 2 μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα στην περίπτωση της χρηματικής τιμής. Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε εδώ αυτή την ανάλυση.177 Αρκεί να πούμε, συνοπτικά, ότι, στον βαθμό που οι κερδοσκόποι προβλέπουν ορθά την τιμή ισορροπίας, οι πίνακες ζήτησης και προσφοράς θα αντανακλούν αυτό το γεγονός: πάνω από την τιμή ισορροπίας, οι αγοραστές θα αγοράζουν λιγότερα απ’ όσα θα αγόραζαν διαφορετικά, επειδή προσδοκούν μεταγενέστερη πτώση της χρηματικής τιμής· κάτω από αυτή την τιμή, θα αγοράζουν περισσότερα επειδή προσδοκούν άνοδο της χρηματικής τιμής. Ομοίως, οι πωλητές θα πωλούν περισσότερα σε μια τιμή που προσδοκούν ότι σύντομα θα μειωθεί· θα πωλούν λιγότερα σε μια τιμή που προσδοκούν ότι σύντομα θα αυξηθεί. Η γενική επίδραση της κερδοσκοπίας είναι να καθιστά τόσο την καμπύλη προσφοράς όσο και την καμπύλη ζήτησης περισσότερο ελαστικές, δηλαδή να τις μετατοπίζει από DD σε D′D′ και από SS σε S′S′ στο Σχήμα 37. Όσο περισσότεροι άνθρωποι επιδίδονται σε τέτοια ορθή κερδοσκοπία τόσο πιο ελαστικές θα είναι οι καμπύλες και, κατά συνέπεια, τόσο ταχύτερα θα επιτυγχάνεται η τιμή ισορροπίας.

In the first place, the analysis of speculation in chapter 2 can be applied directly to the case of the money price. There is no need to repeat that analysis here. Suffice it to say, in summary, that, in so far as the equilibrium price is anticipated correctly by speculators, the demand and supply schedules will reflect the fact: above the equilibrium price, demanders will buy less than they otherwise would because of their anticipation of a later drop in the money price; below that price, they will buy more because of an anticipation of a rise in the money price. Similarly, sellers will sell more at a price that they anticipate will soon be lowered; they will sell less at a price that they anticipate will soon be raised. The general effect of speculation is to make both the supply and demand curves more elastic, viz., to shift them from DD to D′ D′ and from SS to S′ S′ in Figure 37. The more people engage in such (correct) speculation, the more elastic will be the curves, and, by implication, the more rapidly will the equilibrium price be reached.

43

Είδαμε επίσης ότι τα επικρατούντα σφάλματα στην κερδοσκοπία τείνουν αναπόδραστα να αυτοδιορθώνονται. Αν οι κερδοσκοπικοί πίνακες ζήτησης και προσφοράς —D′D′ και S′S′ — αντανακλούν κατά κύριο λόγο εσφαλμένες εκτιμήσεις της ορθής τιμής ισορροπίας και, κατά συνέπεια, τέμνονται σε άλλη τιμή, τότε σύντομα γίνεται φανερό ότι αυτή η τιμή δεν εκκαθαρίζει πραγματικά την αγορά. Αν το σημείο ισορροπίας που καθορίζεται από τους κερδοσκοπικούς πίνακες δεν ταυτίζεται με το σημείο που καθορίζεται από τους πίνακες χωρίς τα κερδοσκοπικά στοιχεία, η αγορά τείνει και πάλι να φέρει την τιμή —και την πωλούμενη ποσότητα— στο πραγματικό σημείο ισορροπίας. Διότι, αν οι κερδοσκοπικοί πίνακες καθορίζουν την τιμή των αυγών στα δύο grains, ενώ οι πίνακες χωρίς κερδοσκοπία θα την καθόριζαν στα τρία grains, η ζητούμενη ποσότητα υπερβαίνει την προσφερόμενη στα δύο grains, και η πλειοδοσία των αγοραστών φέρνει τελικά την τιμή στα τρία grains.178

We also saw that preponderant errors in speculation tend inexorably to be self-correcting. If the speculative demand and supply schedules (D′ D′ – S′ S′ ) preponderantly do not estimate the correct equilibrium price and consequently intersect at another price, then it soon becomes evident that that price does not really clear the market. Unless the equilibrium point set by the speculative schedules is identical to the point set by the schedules minus the speculative elements, the market again tends to bring the price (and quantity sold) to the true equilibrium point. For if the speculative schedules set the price of eggs at two grains, and the schedules without speculation would set it at three grains, there is an excess of quantity demanded over quantity supplied at two grains, and the bidding of buyers finally brings the price to three grains.

44

Αφήνοντας, λοιπόν, κατά μέρος την κερδοσκοπία, ας επιστρέψουμε στους πίνακες ζήτησης του αγοραστή. Ας υποθέσουμε ότι στην κλίμακα αξιών του κατατάσσει τη μονάδα ενός αγαθού υψηλότερα από έναν ορισμένο αριθμό ουγγιών χρυσού. Ποιες μπορεί να είναι οι πηγές της ζήτησής του για το αγαθό; Με άλλα λόγια, ποιες μπορεί να είναι οι πηγές της χρησιμότητας που έχει το αγαθό για αυτόν; Υπάρχουν μόνο τρεις πηγές χρησιμότητας που μπορεί να έχει οποιοδήποτε προς αγορά αγαθό για οποιοδήποτε πρόσωπο.179 Μία από αυτές είναι (α) η προσδοκώμενη μεταγενέστερη πώληση του ίδιου αγαθού σε υψηλότερη χρηματική τιμή. Αυτή είναι η κερδοσκοπική ζήτηση, κατά βάση εφήμερη —μια χρήσιμη οδός για την αποκάλυψη των περισσότερο θεμελιωδών παραγόντων της ζήτησης. Αυτή η ζήτηση μόλις αναλύθηκε. Η δεύτερη πηγή ζήτησης είναι (β) η άμεση χρήση ως καταναλωτικού αγαθού· η τρίτη πηγή είναι (γ) η άμεση χρήση ως παραγωγικού αγαθού. Η πηγή (β) μπορεί να αφορά μόνο καταναλωτικά αγαθά· η (γ), παραγωγικά αγαθά. Τα πρώτα καταναλώνονται άμεσα· τα δεύτερα χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία και, μαζί με άλλους συνεργαζόμενους συντελεστές, μετασχηματίζονται σε κεφαλαιουχικά αγαθά κατώτερης τάξης, τα οποία κατόπιν πωλούνται έναντι χρήματος. Έτσι, η τρίτη πηγή αφορά αποκλειστικά τους επενδύοντες παραγωγούς κατά τις αγορές παραγωγικών αγαθών τους· η δεύτερη πηγή προέρχεται από τους καταναλωτές. Αν αφήσουμε κατά μέρος την προσωρινή κερδοσκοπική πηγή, η (β) είναι η πηγή των ατομικών πινάκων ζήτησης για όλα τα καταναλωτικά αγαθά και η (γ) η πηγή της ζήτησης για όλα τα παραγωγικά αγαθά.

Setting speculation aside, then, let us return to the buyer’s demand schedules. Suppose that he ranks the unit of a good above a certain number of ounces of gold on his value scale. What can be the possible sources of his demand for the good? In other words, what can be the sources of the utility of the good to him? There are only three sources of utility that any purchase good can have for any person. One of these is (a) the anticipated later sale of the same good for a higher money price. This is the speculative demand, basically ephemeral—a useful path to uncovering the more fundamental demand factors. This demand has just been analyzed. The second source of demand is (b) direct use as a consumers’ good; the third source is (c) direct use as a producers’ good. Source (b) can apply only to consumers’ goods; (c) to producers’ goods. The former are directly consumed; the latter are used in the production process and, along with other co-operating factors, are transformed into lower-order capital goods, which are then sold for money. Thus, the third source applies solely to the investing producers in their purchases of producers’ goods; the second source stems from consumers. If we set aside the temporary speculative source, (b) is the source of the individual demand schedules for all consumers’ goods, (c) the source of demands for all producers’ goods.

45

Τι συμβαίνει με τον πωλητή του καταναλωτικού ή του παραγωγικού αγαθού —γιατί ζητεί χρήμα σε αντάλλαγμα; Ο πωλητής ζητεί χρήμα λόγω της οριακής χρησιμότητας που έχει το χρήμα για αυτόν και, γι’ αυτόν τον λόγο, κατατάσσει το χρήμα που αποκτά υψηλότερα από την κατοχή των αγαθών που πουλά. Οι συνιστώσες και οι προσδιοριστικοί παράγοντες της χρησιμότητας του χρήματος θα αναλυθούν σε μεταγενέστερη ενότητα.

What of the seller of the consumers’ good or producers’ good—why is he demanding money in exchange? The seller demands money because of the marginal utility of money to him, and for this reason he ranks the money acquired above possession of the goods that he sells. The components and determinants of the utility of money will be analyzed in a later section.

46

Έτσι, ο αγοραστής ενός αγαθού το ζητεί λόγω της άμεσης αξίας χρήσης του είτε στην κατανάλωση είτε στην παραγωγή· ο πωλητής ζητεί χρήμα λόγω της οριακής χρησιμότητάς του στην ανταλλαγή. Αυτό, ωστόσο, δεν εξαντλεί την περιγραφή των συνιστωσών των καμπυλών αγοραίας προσφοράς και ζήτησης, διότι δεν έχουμε ακόμη εξηγήσει τις κατατάξεις του αγαθού στην κλίμακα αξιών του πωλητή και τις κατατάξεις του χρήματος σε εκείνη του αγοραστή. Όταν ένας πωλητής κρατά το απόθεμά του αντί να το πουλά, ποια είναι η πηγή της ζήτησης παρακράτησής του για το αγαθό; Είδαμε ότι η ποσότητα ενός αγαθού που παρακρατείται σε οποιοδήποτε σημείο είναι η ποσότητα του αποθέματος την οποία ο πωλητής αρνείται να πουλήσει στη δεδομένη τιμή. Οι πηγές της ζήτησης παρακράτησης του πωλητή είναι δύο: (α) η προσδοκία μεταγενέστερης πώλησης σε υψηλότερη τιμή· αυτός είναι ο κερδοσκοπικός παράγοντας που αναλύθηκε παραπάνω· και (β) η άμεση χρήση του αγαθού από τον πωλητή. Αυτός ο δεύτερος παράγοντας δεν έχει συχνά εφαρμογή στα παραγωγικά αγαθά, αφού ο πωλητής παρήγαγε το παραγωγικό αγαθό προς πώληση και συνήθως δεν είναι έτοιμος να το χρησιμοποιήσει αμέσως και άμεσα σε περαιτέρω παραγωγή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ωστόσο, αυτή η εναλλακτική της άμεσης χρήσης για περαιτέρω παραγωγή πράγματι υπάρχει. Για παράδειγμα, ένας παραγωγός αργού πετρελαίου μπορεί να το πουλήσει ή, αν η χρηματική τιμή πέσει κάτω από ένα ορισμένο ελάχιστο όριο, να το χρησιμοποιήσει στη δική του εγκατάσταση για να παραγάγει βενζίνη. Στην περίπτωση των καταναλωτικών αγαθών, την οποία εξετάζουμε εδώ, η άμεση χρήση μπορεί επίσης να είναι εφικτή, ιδίως στην περίπτωση πώλησης ενός παλαιού καταναλωτικού αγαθού που ο πωλητής χρησιμοποιούσε προηγουμένως άμεσα —όπως ένα παλιό σπίτι, έναν πίνακα ζωγραφικής κ.λπ. Ωστόσο, με τη μεγάλη ανάπτυξη της εξειδίκευσης στη χρηματική οικονομία, αυτές οι περιπτώσεις γίνονται σπάνιες.

Thus, the buyer of a good demands it because of its direct use-value either in consumption or in production; the seller demands money because of its marginal utility in exchange. This, however, does not exhaust the description of the components of the market supply and demand curves, for we have still not explained the rankings of the good on the seller’s value scale and the rankings of money on the buyer’s. When a seller keeps his stock instead of selling it, what is the source of his reservation demand for the good? We have seen that the quantity of a good reserved at any point is the quantity of stock that the seller refuses to sell at the given price. The sources of a reservation demand by the seller are two: (a) anticipation of later sale at a higher price; this is the speculative factor analyzed above; and (b) direct use of the good by the seller. This second factor is not often applicable to producers’ goods, since the seller produced the producers’ good for sale and is usually not immediately prepared to use it directly in further production. In some cases, however, this alternative of direct use for further production does exist. For example, a producer of crude oil may sell it or, if the money price falls below a certain minimum, may use it in his own plant to produce gasoline. In the case of consumers’ goods, which we are treating here, direct use may also be feasible, particularly in the case of a sale of an old consumers’ good previously used directly by the seller—such as an old house, painting, etc. However, with the great development of specialization in the money economy, these cases become infrequent.

47

Αν αφήσουμε κατά μέρος τον παράγοντα (α) ως προσωρινό και αντιληφθούμε ότι ο παράγοντας (β) συχνά απουσιάζει τόσο στην περίπτωση των καταναλωτικών όσο και των παραγωγικών αγαθών, γίνεται προφανές ότι πολλές καμπύλες αγοραίας προσφοράς θα τείνουν να λαμβάνουν σχεδόν κατακόρυφη μορφή. Σε μια τέτοια περίπτωση, αφού πραγματοποιηθεί η επένδυση στην παραγωγή και το απόθεμα αγαθών είναι διαθέσιμο, ο παραγωγός είναι συχνά πρόθυμος να το πουλήσει σε οποιαδήποτε χρηματική τιμή μπορεί να εξασφαλίσει, ανεξάρτητα από το πόσο χαμηλή μπορεί να είναι η αγοραία τιμή. Αυτό, ασφαλώς, δεν ισοδυναμεί σε καμία περίπτωση με τη δήλωση ότι θα πραγματοποιηθεί επένδυση σε περαιτέρω παραγωγή αν ο πωλητής προσδοκά πολύ χαμηλή χρηματική τιμή από την πώληση του προϊόντος. Στη δεύτερη περίπτωση, το πρόβλημα είναι να προσδιοριστεί πόσο θα επενδυθεί στο παρόν για την παραγωγή ενός αγαθού που θα παραχθεί και θα πωληθεί σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Στην περίπτωση της καμπύλης αγοραίας προσφοράς, η οποία συμβάλλει στον καθορισμό της καθημερινής τιμής ισορροπίας, εξετάζουμε ένα ήδη δεδομένο απόθεμα και τη ζήτηση παρακράτησης αυτού του αποθέματος. Στην περίπτωση της παραγωγής, από την άλλη πλευρά, εξετάζουμε επενδυτικές αποφάσεις σχετικά με το πόσο απόθεμα θα παραχθεί για κάποια μεταγενέστερη περίοδο. Εκείνο που εξετάζαμε έως τώρα ήταν η καμπύλη αγοραίας προσφοράς. Εδώ το πρόβλημα του πωλητή είναι τι θα κάνει με το δεδομένο απόθεμα, με τα ήδη παραχθέντα αγαθά. Το πρόβλημα της παραγωγής θα εξεταστεί στο κεφάλαιο 5 και στα επόμενα κεφάλαια.

If we set aside (a) as being a temporary factor and realize that (b) is frequently not present in the case of either consumers’ or producers’ goods, it becomes evident that many market-supply curves will tend to assume an almost vertical shape. In such a case, after the investment in production has been made and the stock of goods is on hand, the producer is often willing to sell it at any money price that he can obtain, regardless of how low the market price may be. This, of course, is by no means the same as saying that investment in further production will be made if the seller anticipates a very low money price from the sale of the product. In the latter case, the problem is to determine how much to invest at present in the production of a good to be produced and sold at a point in the future. In the case of the market-supply curve, which helps set the day-to-day equilibrium price, we are dealing with already given stock and with the reservation demand for this stock. In the case of production, on the other hand, we are dealing with investment decisions concerning how much stock to produce for some later period. What we have been discussing has been the market-supply curve. Here the seller’s problem is what to do with given stock, with already produced goods. The problem of production will be treated in chapter 5 and subsequent chapters.

48

Μια άλλη κατάσταση που μπορεί να εμφανιστεί στην αγορά είναι η επανείσοδος ενός προηγούμενου αγοραστή στην αγορά και η μεταπώληση ενός αγαθού. Για να μπορεί να το κάνει αυτό, είναι προφανές ότι το αγαθό πρέπει να είναι διαρκές. Μια υπηρεσία εκτέλεσης μουσικής με βιολί, για παράδειγμα, είναι τόσο μη διαρκής ώστε να μην μπορεί να μεταπωληθεί από τους ακροατές που την αγοράζουν. Το συνολικό υφιστάμενο απόθεμα του αγαθού θα ισούται τότε με τη νέα προσφορά των παραγωγών συν τη ζήτηση παρακράτησης των παραγωγών συν την ποσότητα που προσφέρουν οι παλαιοί κάτοχοι συν τη ζήτηση παρακράτησης των παλαιών κατόχων —δηλαδή την ποσότητα που διατηρούν οι παλαιοί αγοραστές. Η καμπύλη αγοραίας προσφοράς των παλαιών κατόχων θα είναι αύξουσα ή κατακόρυφη καθώς η τιμή αυξάνεται· και η ποσότητα στην καμπύλη ζήτησης παρακράτησης των παλαιών κατόχων θα αυξάνεται ή θα παραμένει σταθερή καθώς η τιμή μειώνεται. Με άλλα λόγια, οι πίνακές τους συμπεριφέρονται με τρόπο παρόμοιο προς τους αντίστοιχους πίνακες των παραγωγών. Η συνολική καμπύλη αγοραίας προσφοράς θα σχηματίζεται απλώς με την πρόσθεση των καμπυλών προσφοράς των παραγωγών και των παλαιών κατόχων. Ο πίνακας συνολικής ζήτησης διακράτησης θα ισούται με τη ζήτηση των αγοραστών συν τη ζήτηση παρακράτησης —αν υπάρχει— των παραγωγών και των παλαιών κατόχων.

Another condition that might obtain on the market is a previous buyer’s re-entering the market and reselling a good. For him to be able to do so, it is obvious that the good must be durable. (A violin-playing service, for example, is so nondurable that it is not resalable by the purchasing listeners.) The total stock of the good in existence will then equal the producers’ new supply plus the producers’ reserved demand plus the supply offered by old possessors plus the reserved demand of the old possessors (i.e., the amount the old buyers retain). The market-supply curve of the old possessors will increase or be vertical as the price rises; and the reserved-demand curve of the old possessors will increase or be constant as the price falls. In other words, their schedules behave similarly to their counterpart schedules among the producers. The aggregate market-supply curve will be formed simply by adding the producers’ and old possessors’ supply curves. The total-demand-to-hold schedule will equal the demand by buyers plus the reservation demand (if any) of the producers and of the old possessors.

49

Αν το αγαθό είναι καρέκλες Chippendale, οι οποίες δεν μπορούν να παραχθούν πλέον, τότε οι καμπύλες αγοραίας προσφοράς ταυτίζονται με τις καμπύλες προσφοράς των παλαιών κατόχων. Δεν υπάρχει νέα παραγωγή ούτε προσθήκες στο απόθεμα.

If the good is Chippendale chairs, which cannot be further produced, then the market-supply curves are identical with the supply curves of the old possessors. There is no new production, and there are no additions to stock.

50

Είναι σαφές ότι όσο μεγαλύτερη είναι η αναλογία του παλαιού αποθέματος προς τη νέα παραγωγή, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, τόσο μεγαλύτερη θα τείνει να είναι η σημασία της προσφοράς των παλαιών κατόχων σε σύγκριση με εκείνη των νέων παραγωγών. Το παλαιό απόθεμα θα τείνει να έχει μεγαλύτερη σημασία όσο μεγαλύτερη είναι η διάρκεια του αγαθού.

It is clear that the greater the proportion of old stock to new production, other things being equal, the greater will tend to be the importance of the supply of old possessors compared to that of new producers. The tendency will be for old stock to be more important the greater the durability of the good.

51

Υπάρχει ένας τύπος καταναλωτικού αγαθού του οποίου η καμπύλη προσφοράς θα πρέπει να εξεταστεί σε μεταγενέστερη ενότητα για την εργασία και τις απολαβές. Πρόκειται για την προσωπική υπηρεσία, όπως οι υπηρεσίες ενός γιατρού, ενός δικηγόρου, ενός βιολιστή συναυλιών, ενός υπηρέτη κ.λπ. Αυτές οι υπηρεσίες, όπως επισημάναμε παραπάνω, είναι ασφαλώς μη διαρκείς. Στην πραγματικότητα, καταναλώνονται από τον πωλητή αμέσως μόλις παραχθούν. Καθώς δεν είναι υλικά αντικείμενα όπως τα «εμπορεύματα», αποτελούν άμεσο προϊόν της προσπάθειας του ίδιου του παρέχοντος, ο οποίος τις παράγει ακαριαία μόλις το αποφασίσει. Η καμπύλη προσφοράς εξαρτάται από την απόφαση για το αν θα παραχθεί —θα προσφερθεί— ή όχι προσωπική προσπάθεια και όχι από την πώληση ήδη παραχθέντος αποθέματος. Δεν υπάρχει «απόθεμα» σε αυτό το πεδίο, αφού τα αγαθά αναλώνονται στην κατανάλωση αμέσως μόλις παραχθούν. Είναι προφανές ότι η έννοια του «αποθέματος» εφαρμόζεται μόνο σε υλικά αντικείμενα. Η τιμή των προσωπικών υπηρεσιών, ωστόσο, καθορίζεται από την τομή των δυνάμεων προσφοράς και ζήτησης, όπως στην περίπτωση των υλικών αγαθών.

There is one type of consumers’ good the supply curve of which will have to be treated in a later section on labor and earnings. This is personal service, such as the services of a doctor, a lawyer, a concert violinist, a servant, etc. These services, as we have indicated above, are, of course, nondurable. In fact, they are consumed by the seller immediately upon their production. Not being material objects like “commodities,” they are the direct emanation of the effort of the supplier himself, who produces them instantaneously upon his decision. The supply curve depends on the decision of whether or not to produce—supply—personal effort, not on the sale of already produced stock. There is no “stock” in this sphere, since the goods disappear into consumption immediately on being produced. It is evident that the concept of “stock” is applicable only to tangible objects. The price of personal services, however, is determined by the intersection of supply and demand forces, as in the case of tangible goods.

52

Για όλα τα αγαθά, η διαμόρφωση της τιμής ισορροπίας τείνει να εγκαθιδρύει μια κατάσταση ηρεμίας· μια παύση των ανταλλαγών. Αφού διαμορφωθεί η τιμή, θα πραγματοποιούνται πωλήσεις έως ότου το απόθεμα περιέλθει στα χέρια των ικανότερων κατόχων, σύμφωνα με τις κλίμακες αξιών. Όπου συνεχίζεται η νέα παραγωγή, ωστόσο, η αγορά θα τείνει να είναι συνεχής, λόγω της εισροής νέου αποθέματος από παραγωγούς που εισέρχονται στην αγορά. Αυτή η εισροή μεταβάλλει την κατάσταση ηρεμίας και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέες ανταλλαγές, με τους παραγωγούς πρόθυμους να πουλήσουν το απόθεμά τους και τους καταναλωτές να αγοράσουν. Όταν, από την άλλη πλευρά, το συνολικό απόθεμα είναι σταθερό και δεν υπάρχει νέα παραγωγή, η κατάσταση ηρεμίας είναι πιθανό να αποκτήσει σημασία. Οποιεσδήποτε μεταβολές της τιμής ή νέες ανταλλαγές θα πραγματοποιούνται ως αποτέλεσμα μεταβολών των αξιολογήσεων, δηλαδή μεταβολής της σχετικής θέσης του χρήματος και του αγαθού στις κλίμακες αξιών τουλάχιστον δύο ατόμων στην αγορά, η οποία θα τα οδηγήσει να πραγματοποιήσουν περαιτέρω ανταλλαγές του αγαθού έναντι χρήματος. Ασφαλώς, όταν οι αξιολογήσεις μεταβάλλονται, όπως σχεδόν πάντοτε συμβαίνει σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο, οι αγορές παλαιού αποθέματος θα είναι και πάλι συνεχείς.180

For all goods, the establishment of the equilibrium price tends to establish a state of rest; a cessation of exchanges. After the price is established, sales will take place until the stock is in the hands of the most capable possessors, in accordance with the value scales. Where new production is continuing, the market will tend to be continuing, however, because of the inflow of new stock from producers coming into the market. This inflow alters the state of rest and sets the stage for new exchanges, with producers eager to sell their stock, and consumers to buy. When total stock is fixed and there is no new production, on the other hand, the state of rest is likely to become important. Any changes in price or new exchanges will occur as a result of changes of valuations, i.e., a change in the relative position of money and the good on the value scales of at least two individuals on the market, which will lead them to make further exchanges of the good against money. Of course, where valuations are changing, as they almost always are in a changing world, markets for old stock will again be continuing.

53

Ένα παράδειγμα αυτού του σπάνιου τύπου αγαθού, του οποίου η αγορά μπορεί να είναι διαλείπουσα αντί για συνεχή, είναι οι καρέκλες Chippendale, όπου το απόθεμα είναι πολύ περιορισμένο και η χρηματική τιμή σχετικά υψηλή. Το απόθεμα κατανέμεται πάντοτε στα χέρια των πιο πρόθυμων κατόχων και οι συναλλαγές μπορεί να είναι σπάνιες. Όποτε ένας από τους συλλέκτες φτάσει να αποδίδει στο έπιπλο Chippendale του μικρότερη αξία από ένα ορισμένο χρηματικό ποσό και ένας άλλος συλλέκτης αποδίδει στο ποσό αυτό που κατέχει μικρότερη αξία από την απόκτηση του επίπλου, είναι πιθανό να πραγματοποιηθεί ανταλλαγή. Τα περισσότερα αγαθά, ωστόσο, ακόμη και εκείνα που δεν μπορούν να αναπαραχθούν, έχουν ενεργή και συνεχή αγορά λόγω των αδιάκοπων μεταβολών των αξιολογήσεων και του μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων στην αγορά.

An example of that rare type of good for which the market may be intermittent instead of continuous is Chippendale chairs, where the stock is very limited and the money price relatively high. The stock is always distributed into the hands of the most eager possessors, and the trading may be infrequent. Whenever one of the collectors comes to value his Chippendale below a certain sum of money, and another collector values that sum in his possession below the acquisition of the furniture, an exchange is likely to occur. Most goods, however, even nonreproducible ones, have a lively, continuing market, because of continual changes in valuations and a large number of participants in the market.

54

Συνοψίζοντας, οι αγοραστές αποφασίζουν να αγοράσουν καταναλωτικά αγαθά σε διάφορα εύρη τιμών —αφήνοντας κατά μέρος τους κερδοσκοπικούς παράγοντες που αναλύθηκαν προηγουμένως— λόγω της ζήτησής τους για το αγαθό προς άμεση χρήση. Αποφασίζουν να απόσχουν από την αγορά λόγω της ζήτησης παρακράτησης χρήματος, το οποίο προτιμούν να διατηρήσουν αντί να το δαπανήσουν για το συγκεκριμένο αγαθό. Οι πωλητές προσφέρουν τα αγαθά, σε όλες τις περιπτώσεις, λόγω της ζήτησής τους για χρήμα, και οι περιπτώσεις στις οποίες παρακρατούν ένα απόθεμα για τον εαυτό τους οφείλονται — πέρα από την κερδοσκοπία επί αυξήσεων των τιμών— στη ζήτησή τους για το αγαθό προς άμεση χρήση. Έτσι, οι γενικοί παράγοντες που καθορίζουν τους πίνακες προσφοράς και ζήτησης οποιωνδήποτε καταναλωτικών αγαθών, από όλα τα πρόσωπα στην αγορά, είναι η στάθμιση, στις κλίμακες αξιών τους, της ζήτησής τους για το αγαθό προς άμεση χρήση και της ζήτησής τους για χρήμα, είτε προς παρακράτηση είτε προς ανταλλαγή. Μολονότι θα εξετάσουμε περαιτέρω παρακάτω τις αποφάσεις επένδυσης και παραγωγής, είναι προφανές ότι οι αποφάσεις επένδυσης οφείλονται στη ζήτηση μιας αναμενόμενης χρηματικής απόδοσης στο μέλλον. Μια απόφαση μη επένδυσης, όπως είδαμε παραπάνω, οφείλεται σε μια ανταγωνιστική ζήτηση για τη χρησιμοποίηση ενός χρηματικού αποθέματος στο παρόν.

In sum, buyers decide to buy consumers’ goods at various ranges of price (setting aside previously analyzed speculative factors) because of their demand for the good for direct use. They decide to abstain from buying because of their reservation demand for money, which they prefer to retain rather than spend on that particular good. Sellers supply the goods, in all cases, because of their demand for money, and those cases where they reserve a stock for themselves are due (aside from speculation on price increases) to their demand for the good for direct use. Thus, the general factors that determine the supply and demand schedules of any and all consumers’ goods, by all persons on the market, are the balancing on their value scales of their demand for the good for direct use and their demand for money, either for reservation or for exchange. Although we shall further discuss investment-production decisions below, it is evident that decisions to invest are due to the demand for an expected money return in the future. A decision not to invest, as we have seen above, is due to a competing demand to use a stock of money in the present.

55

4. Τα οφέλη της ανταλλαγής

↗ στη σελίδα του βιβλίου

4. The Gains of Exchange

56

Όπως στην περίπτωση που εξετάστηκε στο κεφάλαιο 2, οι πωλητές που συμμετέχουν στην πώληση στην τιμή ισορροπίας είναι εκείνοι των οποίων οι κλίμακες αξιών τούς καθιστούν τους ικανότερους, τους πιο πρόθυμους πωλητές. Ομοίως, οι ικανότεροι ή οι πιο πρόθυμοι αγοραστές θα είναι εκείνοι που θα αγοράσουν το αγαθό στην τιμή ισορροπίας. Με τιμή δυόμισι grains χρυσού ανά λίβρα βουτύρου, πωλητές θα είναι εκείνοι για τους οποίους δυόμισι grains χρυσού αξίζουν περισσότερο από μία λίβρα βουτύρου· αγοραστές θα είναι εκείνοι για τους οποίους ισχύει η αντίστροφη αξιολόγηση. Εκείνοι που αποκλείονται από την πώληση ή την αγορά λόγω των δικών τους κλιμάκων αξιών είναι οι «λιγότερο ικανοί» ή «λιγότερο πρόθυμοι» αγοραστές και πωλητές, οι οποίοι μπορούν να ονομαστούν «υποοριακοί». Ο «οριακός» αγοραστής και ο «οριακός» πωλητής είναι εκείνοι των οποίων οι πίνακες μόλις που τους επιτρέπουν να παραμένουν στην αγορά. Ο οριακός πωλητής είναι εκείνος του οποίου η ελάχιστη τιμή πώλησης είναι ακριβώς δυόμισι· μια ελαφρώς χαμηλότερη τιμή πώλησης θα τον απέκλειε από την αγορά. Ο οριακός αγοραστής είναι εκείνος του οποίου η μέγιστη τιμή αγοράς είναι ακριβώς δυόμισι· μια ελαφρώς υψηλότερη τιμή πώλησης θα τον απέκλειε από την αγορά. Σύμφωνα με τον νόμο της ενιαίας τιμής, όλες οι ανταλλαγές πραγματοποιούνται στην τιμή ισορροπίας —αφού αυτή διαμορφωθεί—, δηλαδή μεταξύ των αξιολογήσεων του οριακού αγοραστή και εκείνων του οριακού πωλητή, με τους πίνακες ζήτησης και προσφοράς και την τομή τους να καθορίζουν το οριακό σημείο. Είναι σαφές από τη φύση της ανθρώπινης δράσης ότι όλοι οι αγοραστές θα ωφεληθούν —ή κρίνουν ότι θα ωφεληθούν— από την ανταλλαγή. Εκείνοι που απέχουν από την αγορά του αγαθού έχουν κρίνει ότι θα ζημιώνονταν από την ανταλλαγή. Αυτές οι προτάσεις ισχύουν για όλα τα αγαθά.

As in the case considered in chapter 2, the sellers who are included in the sale at the equilibrium price are those whose value scales make them the most capable, the most eager, sellers. Similarly, it will be the most capable, or most eager, buyers who will purchase the good at the equilibrium price. With a price of two and a half grains of gold per pound of butter, the sellers will be those for whom two and a half grains of gold is worth more than one pound of butter; the buyers will be those for whom the reverse valuation holds. Those who are excluded from sale or purchase by their own value scales are the “less capable,” or “less eager,” buyers and sellers, who may be referred to as “submarginal.” The “marginal” buyer and the “marginal” seller are the ones whose schedules just barely permit them to stay in the market. The marginal seller is the one whose minimum selling price is just two and a half; a slightly lower selling price would drive him out of the market. The marginal buyer is the one whose maximum buying price is just two and a half; a slightly higher selling price would drive him out of the market. Under the law of price uniformity, all the exchanges are made at the equilibrium price (once it is established), i.e., between the valuations of the marginal buyer and those of the marginal seller, with the demand and supply schedules and their intersection determining the point of the margin. It is clear from the nature of human action that all buyers will benefit (or decide they will benefit) from the exchange. Those who abstain from buying the good have decided that they would lose from the exchange. These propositions hold true for all goods.

57

Ορισμένοι συγγραφείς έχουν αποδώσει μεγάλη σημασία στο «ψυχικό πλεόνασμα» που αποκομίζουν μέσω της ανταλλαγής οι ικανότεροι αγοραστές και πωλητές, και έχουν γίνει προσπάθειες μέτρησης ή σύγκρισης αυτών των «πλεονασμάτων». Ο αγοραστής που θα είχε αγοράσει την ίδια ποσότητα για τέσσερα grains αποκομίζει προφανώς ένα υποκειμενικό όφελος επειδή μπορεί να την αγοράσει για δυόμισι grains. Το ίδιο ισχύει για τον πωλητή που θα ήταν ενδεχομένως πρόθυμος να πουλήσει την ίδια ποσότητα για δύο grains. Ωστόσο, το ψυχικό πλεόνασμα του «υπεροριακού» δεν μπορεί να αντιπαραβληθεί ή να μετρηθεί σε σχέση με εκείνο του οριακού αγοραστή ή πωλητή. Διότι πρέπει να θυμόμαστε ότι και ο οριακός αγοραστής ή πωλητής αποκομίζει ψυχικό πλεόνασμα: ωφελείται από την ανταλλαγή, διαφορετικά δεν θα την πραγματοποιούσε. Οι κλίμακες αξιών κάθε ατόμου είναι αμιγώς τακτικές και δεν υπάρχει κανένας απολύτως τρόπος μέτρησης της απόστασης μεταξύ των θέσεων κατάταξης· μάλιστα, οποιαδήποτε έννοια μιας τέτοιας απόστασης είναι εσφαλμένη. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει τρόπος να πραγματοποιηθούν διαπροσωπικές συγκρίσεις και μετρήσεις ούτε βάση για να ειπωθεί ότι ένα πρόσωπο ωφελείται υποκειμενικά περισσότερο από κάποιο άλλο.181

Much importance has been attached by some writers to the “psychic surplus” gained through exchange by the most capable buyers and sellers, and attempts have been made to measure or compare these “surpluses.” The buyer who would have bought the same amount for four grains is obviously attaining a subjective benefit because he can buy it for two and a half grains. The same holds for the seller who might have been willing to sell the same amount for two grains. However, the psychic surplus of the “supramarginal” cannot be contrasted to, or measured against, that of the marginal buyer or seller. For it must be remembered that the marginal buyer or seller also receives a psychic surplus: he gains from the exchange, or else he would not make it. Value scales of each individual are purely ordinal, and there is no way whatever of measuring the distance between the rankings; indeed, any concept of such distance is a fallacious one. Consequently, there is no way of making interpersonal comparisons and measurements, and no basis for saying that one person subjectively benefits more than another.

58

Μπορούμε να καταδείξουμε την αδυναμία μέτρησης της χρησιμότητας ή του οφέλους με τον ακόλουθο τρόπο. Ας υποθέσουμε ότι η αγοραία τιμή ισορροπίας των αυγών έχει διαμορφωθεί στα τρία grains ανά δωδεκάδα. Ακολουθούν οι κλίμακες αξιών ορισμένων επιλεγμένων αγοραστών και επίδοξων αγοραστών:

Οι χρηματικές τιμές διαιρούνται σε μονάδες μισού grain· για λόγους απλούστευσης, υποτίθεται ότι κάθε αγοραστής εξετάζει την αγορά μίας μονάδας —μίας δωδεκάδας αυγών. Ο C είναι προφανώς υποοριακός αγοραστής· μόλις που αποκλείεται από την αγορά, επειδή τα τρία grains βρίσκονται υψηλότερα στην κλίμακα αξιών του από τη δωδεκάδα αυγών. Οι A και B, ωστόσο, θα πραγματοποιήσουν την αγορά. Ο A είναι οριακός αγοραστής· μόλις που μπορεί να πραγματοποιήσει την αγορά. Σε τιμή τριάμισι grains, θα αποκλειόταν από την αγορά λόγω των κατατάξεων στην κλίμακα αξιών του. Ο B, από την άλλη πλευρά, είναι υπεροριακός αγοραστής: θα αγόραζε τη δωδεκάδα αυγών ακόμη και αν η τιμή αυξανόταν στα τεσσεράμισι grains. Μπορούμε όμως να πούμε ότι ο B ωφελείται από την αγορά του περισσότερο από τον A; Όχι, δεν μπορούμε. Κάθε κλίμακα αξιών, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, είναι αμιγώς τακτική, ζήτημα κατάταξης. Μολονότι ο B προτιμά τα αυγά από τεσσεράμισι grains και ο A προτιμά τριάμισι grains από τα αυγά, εξακολουθούμε να μην έχουμε κανένα μέτρο σύγκρισης των δύο πλεονασμάτων. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι, πάνω από την τιμή των τριών grains, ο B έχει ψυχικό πλεόνασμα από την ανταλλαγή, ενώ ο A γίνεται υποοριακός, χωρίς πλεόνασμα. Αλλά, ακόμη και αν υποθέσουμε προς στιγμήν ότι η έννοια της «απόστασης» μεταξύ θέσεων κατάταξης έχει νόημα, τίποτε από όσα γνωρίζουμε δεν αποκλείει το πλεόνασμα του A έναντι των τριών grains να του παρέχει πολύ μεγαλύτερη υποκειμενική χρησιμότητα από το πλεόνασμα του A έναντι των τριών grains, μολονότι το τελευταίο είναι επίσης πλεόνασμα έναντι των τεσσεράμισι grains. Δεν μπορεί να υπάρξει διαπροσωπική σύγκριση χρησιμοτήτων, και οι σχετικές κατατάξεις χρήματος και αγαθών σε διαφορετικές κλίμακες αξιών δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τέτοιες συγκρίσεις.

We may illustrate the impossibility of measuring utility or benefit in the following way. Suppose that the equilibrium market price for eggs has been established at three grains per dozen. The following are the value scales of some selected buyers and would-be buyers: The money prices are divided into units of one-half grain; for purposes of simplification, each buyer is assumed to be considering the purchase of one unit—one dozen eggs. C is obviously a submarginal buyer; he is just excluded from the purchase because three grains is higher on his value scale than the dozen eggs. A and B, however, will make the purchase. Now A is a marginal buyer; he is just able to make the purchase. At a price of three and a half grains, he would be excluded from the market, because of the rankings on his value scale. B, on the other hand, is a supramarginal buyer: he would buy the dozen eggs even if the price were raised to four and a half grains. But can we say that B benefits from his purchase more than A? No, we cannot. Each value scale, as has been explained above, is purely ordinal, a matter of rank. Even though B prefers the eggs to four and a half grains, and A prefers three and a half grains to the eggs, we still have no standard for comparing the two surpluses. All we can say is that above the price of three grains, B has a psychic surplus from exchange, while A becomes submarginal, with no surplus. But, even if we assume for a moment that the concept of “distance” between ranks makes sense, for all we know, A’s surplus over three grains may give him a far greater subjective utility than B’s surplus over three grains, even though the latter is also a surplus over four and a half grains. There can be no interpersonal comparison of utilities, and the relative rankings of money and goods on different value scales cannot be used for such comparisons.

59

Εκείνοι οι συγγραφείς που μάταια επιχείρησαν να μετρήσουν τα ψυχικά οφέλη από την ανταλλαγή έχουν επικεντρωθεί στα «πλεονάσματα των καταναλωτών». Οι περισσότερες πρόσφατες προσπάθειες επιχειρούν να βασίσουν τις μετρήσεις τους στην τιμή που θα είχε πληρώσει ένας άνθρωπος για το αγαθό αν αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να το στερηθεί. Αυτές οι μέθοδοι είναι εντελώς εσφαλμένες. Το γεγονός ότι ο A θα αγόραζε ένα κοστούμι τόσο στα 80 grains χρυσού όσο και στην αγοραία τιμή των 50 grains, ενώ ο B δεν θα αγόραζε το κοστούμι αν η τιμή έφτανε τα 52 grains, δεν επιτρέπει, όπως είδαμε, καμία μέτρηση των ψυχικών πλεονασμάτων ούτε μας επιτρέπει να πούμε ότι το όφελος του A ήταν με οποιονδήποτε τρόπο «μεγαλύτερο» από εκείνο του B. Το γεγονός ότι, ακόμη και αν μπορούσαμε να εντοπίσουμε τους οριακούς και τους υπεροριακούς αγοραστές, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να ισχυριστούμε ότι το όφελος του ενός είναι μεγαλύτερο από εκείνο του άλλου αποτελεί οριστικό λόγο απόρριψης όλων των προσπαθειών μέτρησης των πλεονασμάτων των καταναλωτών ή άλλων ψυχικών πλεονασμάτων.

Those writers who have vainly attempted to measure psychic gains from exchange have concentrated on “consumer surpluses.” Most recent attempts try to base their measurements on the price a man would have paid for the good if confronted with the possibility of being deprived of it. These methods are completely fallacious. The fact that A would have bought a suit at 80 gold grains as well as at the 50 grains’ market price, while B would not have bought the suit if the price had been as high as 52 grains, does not, as we have seen, permit any measurement of the psychic surpluses, nor does it permit us to say that A’s gain was in any way “greater” than B’s. The fact that even if we could identify the marginal and supramarginal purchasers, we could never assert that one’s gain is greater than another’s is a conclusive reason for the rejection of all attempts to measure consumers’ or other psychic surpluses.

60

Υπάρχουν αρκετά ακόμη θεμελιώδη μεθοδολογικά σφάλματα σε μια τέτοια διαδικασία. Πρώτον, οι ατομικές κλίμακες αξιών διαχωρίζονται εδώ από τη συγκεκριμένη δράση. Η οικονομική επιστήμη, όμως, ασχολείται με τις καθολικές όψεις της πραγματικής δράσης και όχι με τις εσωτερικές ψυχολογικές διεργασίες των δρώντων. Συνάγουμε την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης κλίμακας αξιών βάσει της πραγματικής πράξης· δεν έχουμε γνώση εκείνου του μέρους μιας κλίμακας αξιών που δεν αποκαλύπτεται στην πραγματική δράση. Το ερώτημα πόσο θα πλήρωνε κάποιος αν απειλούνταν με στέρηση ολόκληρου του αποθέματος ενός αγαθού είναι αυστηρά ακαδημαϊκό ερώτημα, χωρίς σχέση με την ανθρώπινη δράση. Όπως όλες οι άλλες τέτοιες κατασκευές, δεν έχει θέση στην οικονομική επιστήμη. Επιπλέον, η συγκεκριμένη έννοια αποτελεί επιστροφή στην πλάνη της κλασικής οικονομικής σκέψης να αντιμετωπίζει ολόκληρη τη διαθέσιμη ποσότητα ενός αγαθού σαν να ήταν σχετική με την ατομική δράση. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι μόνο οι οριακές μονάδες είναι σχετικές με τη δράση και ότι δεν υπάρχει καμία καθορισμένη σχέση μεταξύ της οριακής χρησιμότητας μιας μονάδας και της χρησιμότητας της διαθέσιμης ποσότητας ως συνόλου.

There are several other fundamental methodological errors in such a procedure. In the first place, individual value scales are here separated from concrete action. But economics deals with the universal aspects of real action, not with the actors’ inner psychological workings. We deduce the existence of a specific value scale on the basis of the real act; we have no knowledge of that part of a value scale that is not revealed in real action. The question how much one would pay if threatened with deprivation of the whole stock of a good is strictly an academic question with no relation to human action. Like all other such constructions, it has no place in economics. Furthermore, this particular concept is a reversion to the classical economic fallacy of dealing with the whole supply of a good as if it were relevant to individual action. It must be understood that only marginal units are relevant to action and that there is no determinate relation at all between the marginal utility of a unit and the utility of the supply as a whole.

61

Είναι αλήθεια ότι η συνολική χρησιμότητα μιας διαθέσιμης ποσότητας αυξάνεται με το μέγεθός της. Αυτό συνάγεται από την ίδια τη φύση του αγαθού. Δέκα μονάδες ενός αγαθού θα κατατάσσονται υψηλότερα στην κλίμακα αξιών ενός ατόμου από τέσσερις μονάδες. Αυτή η κατάταξη, όμως, είναι εντελώς άσχετη με την κατάταξη της χρησιμότητας κάθε μονάδας όταν η διαθέσιμη ποσότητα είναι 4, 9, 10 ή οποιαδήποτε άλλη ποσότητα. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το μέγεθος της μονάδας. Μπορούμε να βεβαιώσουμε μόνο την τετριμμένη τακτική σχέση, δηλαδή ότι πέντε μονάδες θα έχουν υψηλότερη χρησιμότητα από μία μονάδα και ότι η πρώτη μονάδα θα έχει υψηλότερη χρησιμότητα από τη δεύτερη, την τρίτη κ.ο.κ. Δεν υπάρχει όμως καθορισμένος τρόπος να εντάξουμε τη χρησιμότητα της μεμονωμένης μονάδας και τη χρησιμότητα του «συνόλου» σε μία κοινή σειρά κατάταξης.182 Πράγματι, η συνολική χρησιμότητα έχει νόημα ως πραγματική και συναφής προς τη δράση έννοια, και όχι ως υποθετική, μόνο όταν πρέπει να ληφθούν πραγματικές αποφάσεις σχετικά με ολόκληρη τη διαθέσιμη ποσότητα. Σε αυτή την περίπτωση, εξακολουθεί να είναι οριακή χρησιμότητα, αλλά το μέγεθος του ορίου ή της μονάδας είναι τώρα ολόκληρη η διαθέσιμη ποσότητα.

It is true that the total utility of a supply increases with the size of the supply. This is deducible from the very nature of a good. Ten units of a good will be ranked higher on an individual’s value scale than four units will. But this ranking is completely unrelated to the utility ranking of each unit when the supply is 4, 9, 10, or any other amount. This is true regardless of the size of the unit. We can affirm only the trivial ordinal relationship, i.e., that five units will have a higher utility than one unit, and that the first unit will have a higher utility than the second unit, the third unit, etc. But there is no determinate way of lining up the single utility with the “package” utility. Total utility, indeed, makes sense as a real and relevant rather than as a hypothetical concept only when actual decisions must be made concerning the whole supply. In that case, it is still marginal utility, but with the size of the margin or unit now being the whole supply.

62

Ο παραλογισμός της προσπάθειας μέτρησης του πλεονάσματος των καταναλωτών θα γινόταν σαφέστερος αν εξετάζαμε, όπως λογικά μπορούμε, όλα τα καταναλωτικά αγαθά ταυτόχρονα και επιχειρούσαμε να μετρήσουμε με οποιονδήποτε τρόπο το αναμφισβήτητο «πλεόνασμα των καταναλωτών» που απορρέει από το ίδιο το γεγονός ότι υπάρχει παραγωγή για ανταλλαγή. Αυτό δεν έχει επιχειρηθεί ποτέ.183

The absurdity of the attempt to measure consumers’ surplus would become clearer if we considered, as we logically may, all the consumers’ goods at once and attempted to measure in any way the undoubted “consumers’ surplus” arising from the fact that production for exchange exists at all. This has never been attempted.

63

5. Η οριακή χρησιμότητα του χρήματος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

5. The Marginal Utility of Money

64

Α. Ο καταναλωτής

A. THE CONSUMER

65

Δεν έχουμε ακόμη εξηγήσει ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα: την κατάταξη του χρήματος στις διάφορες ατομικές κλίμακες αξιών. Γνωρίζουμε ότι η κατάταξη των μονάδων των αγαθών στις κλίμακες αυτές καθορίζεται από τη σχετική κατάταξη των οριακών χρησιμοτήτων των μονάδων. Στην περίπτωση του αντιπραγματισμού, ήταν σαφές ότι οι σχετικές κατατάξεις προέκυπταν από τις αξιολογήσεις των ανθρώπων ως προς την οριακή σημασία των άμεσων χρήσεων των διαφόρων αγαθών. Στην περίπτωση μιας χρηματικής οικονομίας, ωστόσο, η άμεση αξία χρήσης του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα επισκιάζεται από την ανταλλακτική του αξία.

We have not yet explained one very important problem: the ranking of money on the various individual value scales. We know that the ranking of units of goods on these scales is determined by the relative ranking of the marginal utilities of the units. In the case of barter, it was clear that the relative rankings were the result of people’s evaluations of the marginal importance of the direct uses of the various goods. In the case of a monetary economy, however, the direct use-value of the money commodity is overshadowed by its exchange-value.

66

Στο κεφάλαιο 1, ενότητα 5, σχετικά με τον νόμο της οριακής χρησιμότητας, είδαμε ότι η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας ενός αγαθού καθορίζεται ως εξής: (1) εάν η μονάδα βρίσκεται στην κατοχή του δρώντος ατόμου, η οριακή χρησιμότητά της ισούται με την αξία που αυτό αποδίδει, στην αξιολογική του κατάταξη, στον λιγότερο σημαντικό σκοπό ή στη λιγότερο σημαντική χρήση που θα αναγκαζόταν να εγκαταλείψει εάν έχανε τη μονάδα· ή (2) εάν η μονάδα δεν βρίσκεται ακόμη στην κατοχή του, η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης της ισούται με την αξία του σημαντικότερου σκοπού που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει η μονάδα. Με βάση αυτή την αρχή, ο άνθρωπος κατανέμει το απόθεμα των διαφόρων μονάδων ενός αγαθού που διαθέτει πρώτα στις σημαντικότερες χρήσεις του και, διαδοχικά, στις λιγότερο σημαντικές, ενώ εγκαταλείπει πρώτα τις λιγότερο σημαντικές χρήσεις. Είδαμε, λοιπόν, στο κεφάλαιο 3 πώς κάθε άνθρωπος κατανέμει το χρηματικό του απόθεμα μεταξύ των διαφόρων χρήσεων. Το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα έχει πολυάριθμες διαφορετικές χρήσεις, και ο αριθμός τους πολλαπλασιάζεται όσο περισσότερο αναπτύσσονται και εξελίσσονται η χρηματική οικονομία, ο καταμερισμός της εργασίας και η διάρθρωση του κεφαλαίου. Πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις για πολυάριθμα καταναλωτικά αγαθά, πολυάριθμα επενδυτικά σχέδια, για την κατανάλωση στο παρόν έναντι των προσδοκώμενων αυξημένων αποδόσεων στο μέλλον, καθώς και για την αύξηση του χρηματικού υπολοίπου. Λέμε ότι κάθε άτομο διαθέτει κάθε μονάδα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα πρώτα στη σημαντικότερη χρήση της, κατόπιν στην αμέσως επόμενη σε σημασία χρήση κ.ο.κ., καθορίζοντας έτσι την κατανομή του χρήματος σε κάθε δυνατή χρήση και κατεύθυνση δαπάνης. Η λιγότερο σημαντική χρήση εγκαταλείπεται πρώτη, όπως συμβαίνει με κάθε άλλο εμπόρευμα.

In chapter 1, section 5, on the law of marginal utility, we saw that the marginal utility of a unit of a good is determined in the following way: (1) if the unit is in the possession of the actor, the marginal utility of the unit is equal to the ranked value he places on the least important end, or use, that he would have to give up on losing the unit; or (2) if the unit is not yet in his possession, the marginal utility of adding the unit is equal to the value of the most important end that the unit could serve. On this basis, a man allocates his stock of various units of a good to his most important uses first, and his less important uses in succession, while he gives up his least important uses first. Now we saw in chapter 3 how every man allocates his stock of money among the various uses. The money commodity has numerous different uses, and the number of uses multiplies the more highly developed and advanced the money economy, division of labor, and the capital structure. Decisions concerning numerous consumer goods, numerous investment projects, consumption at present versus expected increased returns in the future, and addition to cash balance, must all be made. We say that each individual allocates each unit of the money commodity to its most important use first, then to the next most important use, etc., thus determining the allocation of money in each possible use and line of spending. The least important use is given up first, as with any other commodity.

67

Δεν μας ενδιαφέρει εδώ να διερευνήσουμε όλες τις πτυχές της ανάλυσης της οριακής χρησιμότητας του χρήματος, ιδίως την απόφαση σχετικά με το χρηματικό υπόλοιπο, η οποία πρέπει να εξεταστεί αργότερα. Μας ενδιαφέρει εδώ η οριακή χρησιμότητα του χρήματος στο μέτρο που αφορά τις καταναλωτικές αποφάσεις. Κάθε άνθρωπος είναι καταναλωτής και, επομένως, η ανάλυση ισχύει για όλους όσοι συμμετέχουν στο πλέγμα των χρηματικών ανταλλαγών.

We are not interested here in exploring all aspects of the analysis of the marginal utility of money, particularly the cash-balance decision, which must be left for later treatment. We are interested here in the marginal utility of money as relevant to consumption decisions. Every man is a consumer, and therefore the analysis applies to everyone taking part in the nexus of monetary exchange.

68

Κάθε διαδοχική μονάδα που ο καταναλωτής κατανέμει μεταξύ διαφορετικών κατευθύνσεων δαπάνης επιθυμεί να τη διαθέσει στην υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση που μπορεί να εξυπηρετήσει. Το ψυχικό του έσοδο είναι η οριακή χρησιμότητα — η αξία της σημαντικότερης χρήσης που θα εξυπηρετηθεί. Το ψυχικό του κόστος είναι η αμέσως επόμενη σε σημασία χρήση την οποία πρέπει να εγκαταλείψει — η χρήση που πρέπει να θυσιαστεί για να επιτευχθεί ο σημαντικότερος σκοπός. Ως κόστος οποιασδήποτε δράσης ορίζεται, συνεπώς, η υψηλότερα κατατασσόμενη χρησιμότητα που θυσιάζεται.

Each succeeding unit that the consumer allocates among different lines of spending, he wishes to allocate to the most highly valued use that it can serve. His psychic revenue is the marginal utility—the value of the most important use that will be served. His psychic cost is the next most important use that must be forgone—the use that must be sacrificed in order to attain the most important end. The highest ranked utility forgone, therefore, is defined as the cost of any action.

69

Η χρησιμότητα που αντλεί ή προσδοκά να αντλήσει ένα άτομο από μια πράξη ανταλλαγής είναι η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης του αγοραζόμενου αγαθού, δηλαδή η σημαντικότερη χρήση των μονάδων που πρόκειται να αποκτηθούν. Η χρησιμότητα την οποία θυσιάζει είναι η υψηλότερη χρησιμότητα που θα μπορούσε να είχε αντλήσει από τις μονάδες του αγαθού τις οποίες παραχωρεί στην ανταλλαγή. Όταν πρόκειται για καταναλωτή που αγοράζει ένα αγαθό, η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης είναι η υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση στην οποία θα μπορούσε να διαθέσει τις μονάδες του αγαθού· αυτό είναι το ψυχικό έσοδο που προσδοκά από την ανταλλαγή. Από την άλλη πλευρά, εκείνο που θυσιάζει είναι η χρήση των χρηματικών μονάδων τις οποίες «πωλεί» ή παραχωρεί. Το κόστος του, λοιπόν, είναι η αξία της σημαντικότερης χρήσης στην οποία θα μπορούσε να είχε διαθέσει το χρήμα.184 Κάθε άνθρωπος επιδιώκει με τη δράση του να επιτύχει ψυχικό έσοδο μεγαλύτερο από το ψυχικό του κόστος και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ψυχικό κέρδος· το ίδιο ισχύει και για τις αγορές του καταναλωτή. Το σφάλμα αποκαλύπτεται όταν η επιλογή του αποδεικνύεται εσφαλμένη και ο ίδιος αντιλαμβάνεται ότι θα είχε πράξει καλύτερα εάν είχε ακολουθήσει την άλλη πορεία δράσης, την οποία εγκατέλειψε.

The utility a person derives or expects to derive from an act of exchange is the marginal utility of adding the good purchased, i.e., the most important use for the units to be acquired. The utility that he forgoes is the highest utility that he could have derived from the units of the good that he gives up in the exchange. When he is a consumer purchasing a good, his marginal utility of addition is the most highly valued use to which he could put the units of the good; this is the psychic revenue that he expects from the exchange. On the other hand, what he forgoes is the use of the units of money that he “sells” or gives up. His cost, then, is the value of the most important use to which he could have put the money. Every man strives in action to achieve a psychic revenue greater than his psychic cost, and thereby a psychic profit; this is true of the consumer’s purchases as well. Error is revealed when his choice proves to be mistaken, and he realizes that he would have done better to have pursued the other, forgone course of action.

70

Καθώς, λοιπόν, ο καταναλωτής αυξάνει τις αγορές ενός αγαθού, η οριακή χρησιμότητα που έχει γι’ αυτόν το πρόσθετο αγαθό πρέπει να μειώνεται, σύμφωνα με τον νόμο της οριακής χρησιμότητας. Από την άλλη πλευρά, καθώς παραχωρεί μονάδες ενός αγαθού μέσω της πώλησής τους, η οριακή χρησιμότητα που έχει γι’ αυτόν το αγαθό αυξάνεται, σύμφωνα με τον ίδιο νόμο. Τελικά, πρέπει να παύσει να αγοράζει το αγαθό, διότι η οριακή χρησιμότητα του αγαθού που παραχωρεί γίνεται μεγαλύτερη από την οριακή χρησιμότητα του αγαθού που αγοράζει. Αυτό ισχύει σαφώς για τα αγαθά άμεσης χρήσης· τι συμβαίνει, όμως, με το χρήμα;

Now, as the consumer adds to his purchases of a good, the marginal utility which the added good has for him must diminish, in accordance with the law of marginal utility. On the other hand, as he gives up units of a good in sale, the marginal utility that this good has for him becomes greater, in accordance with the same law. Eventually, he must cease purchasing the good, because the marginal utility of the good forgone becomes greater than the marginal utility of the good purchased. This is clearly true of direct goods, but what of money?

71

Είναι προφανές ότι το χρήμα δεν είναι απλώς ένα χρήσιμο αγαθό, αλλά ένα από τα χρησιμότερα αγαθά σε μια χρηματική οικονομία. Χρησιμοποιείται ως μέσο σε σχεδόν κάθε ανταλλαγή. Έχουμε δει ότι μία από τις σημαντικότερες δραστηριότητες του ανθρώπου είναι η κατανομή του χρηματικού του αποθέματος σε διάφορες επιθυμητές χρήσεις. Είναι, επομένως, προφανές ότι το χρήμα υπάγεται στον νόμο της οριακής χρησιμότητας, όπως ακριβώς κάθε άλλο εμπόρευμα. Το χρήμα είναι εμπόρευμα διαιρετό σε ομοιογενείς μονάδες. Πράγματι, ένας από τους λόγους για τους οποίους το συγκεκριμένο εμπόρευμα επιλέγεται ως χρήμα είναι η ευχέρεια διαίρεσής του σε σχετικά μικρές ομοιογενείς μονάδες. Η πρώτη χρηματική μονάδα θα διατεθεί στη σημαντικότερη και υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση της για το άτομο· η δεύτερη μονάδα θα διατεθεί στη δεύτερη υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση της κ.ο.κ. Κάθε χρηματική μονάδα που πρέπει να παραχωρηθεί θα παραχωρηθεί με τη θυσία της χαμηλότερα αξιολογούμενης χρήσης που εξυπηρετούνταν προηγουμένως ή που θα εξυπηρετούνταν. Επομένως, για το χρήμα, όπως και για κάθε άλλο εμπόρευμα, ισχύει ότι, καθώς αυξάνεται το απόθεμά του, μειώνεται η οριακή χρησιμότητά του· και ότι, καθώς μειώνεται το απόθεμά του, αυξάνεται η οριακή χρησιμότητά του για το άτομο.185 Η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης του ισούται με τη θέση στην αξιολογική κατάταξη του υψηλότερα αξιολογούμενου σκοπού που μπορεί να επιτευχθεί με τη χρηματική μονάδα· και η οριακή χρησιμότητά του ισούται, ως προς την αξία, με τον υψηλότερα αξιολογούμενο σκοπό που θα έπρεπε να θυσιαστεί εάν παραχωρούνταν η μονάδα.

It is obvious that money is not only a useful good, but one of the most useful in a money economy. It is used as a medium in practically every exchange. We have seen that one of a man’s most important activities is the allocation of his money stock to various desired uses. It is obvious, therefore, that money obeys the law of marginal utility, just as any other commodity does. Money is a commodity divisible into homogeneous units. Indeed, one of the reasons the commodity is picked as money is its ready divisibility into relatively small homogeneous units. The first unit of money will be allocated to its most important and valued use to an individual; the second unit will be allocated to its second most valued use, etc. Any unit of money that must be given up will be surrendered at the sacrifice of the least highly valued use previously being served or which would have been served. Therefore, it is true of money, as of any other commodity, that as its stock increases, its marginal utility declines; and that as its stock declines, its marginal utility to the person increases. Its marginal utility of addition is equal to the rank of the most highly valued end the monetary unit can attain; and its marginal utility is equal in value to the most highly valued end that would have to be sacrificed if the unit were surrendered.

72

Ποιοι είναι οι διάφοροι σκοποί που μπορεί να εξυπηρετήσει το χρήμα; Είναι οι εξής: (α) οι μη χρηματικές χρήσεις του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα, όπως η χρήση του χρυσού για στολισμό· (β) η δαπάνη για τα πολλά διαφορετικά είδη καταναλωτικών αγαθών· (γ) η επένδυση σε διάφορους εναλλακτικούς συνδυασμούς συντελεστών παραγωγής· και (δ) η αύξηση του χρηματικού υπολοίπου. Καθεμία από αυτές τις ευρείες κατηγορίες χρήσεων περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ειδών και ποσοτήτων αγαθών, και κάθε συγκεκριμένη εναλλακτική δυνατότητα κατατάσσεται στην κλίμακα αξιών του ατόμου. Είναι σαφές ποιες είναι οι χρήσεις των καταναλωτικών αγαθών: παρέχουν άμεση ικανοποίηση στις επιθυμίες του ατόμου και, συνεπώς, κατατάσσονται άμεσα στην κλίμακα αξιών του. Είναι επίσης σαφές ότι, όταν το χρήμα χρησιμοποιείται για μη χρηματικούς σκοπούς, γίνεται το ίδιο αγαθό άμεσης κατανάλωσης αντί για μέσο ανταλλαγής. Η επένδυση, η οποία θα εξεταστεί διεξοδικότερα παρακάτω, αποβλέπει σε υψηλότερο επίπεδο μελλοντικής κατανάλωσης μέσω της επένδυσης σε κεφαλαιουχικά αγαθά στο παρόν.

What are the various ends that money can serve? They are: (a) the nonmonetary uses of the money commodity (such as the use of gold for ornament); (b) expenditure on the many different kinds of consumers’ goods; (c) investment in various alternative combinations of factors of production; and (d) additions to the cash balance. Each of these broad categories of uses encompasses a large number of types and quantities of goods, and each particular alternative is ranked on the individual’s value scale. It is clear what the uses of consumption goods are: they provide immediate satisfaction for the individual’s desires and are thus immediately ranked on his value scale. It is also clear that when money is used for nonmonetary purposes, it becomes a direct consumers’ good itself instead of a medium of exchange. Investment, which will be further discussed below, aims at a greater level of future consumption through investing in capital goods at present.

73

Σε τι χρησιμεύει η διατήρηση ή η αύξηση ενός χρηματικού υπολοίπου; Το ερώτημα αυτό θα διερευνηθεί σε μεταγενέστερα κεφάλαια, αλλά εδώ μπορούμε να πούμε ότι η επιθυμία διατήρησης χρηματικού υπολοίπου πηγάζει από τη θεμελιώδη αβεβαιότητα ως προς τον κατάλληλο χρόνο πραγματοποίησης αγορών, είτε κεφαλαιουχικών είτε καταναλωτικών αγαθών. Σημαντικές είναι επίσης η βασική αβεβαιότητα σχετικά με τη μελλοντική κλίμακα αξιών του ίδιου του ατόμου και η επιθυμία του να διατηρεί διαθέσιμο χρήμα ώστε να ανταποκρίνεται σε τυχόν μεταβολές της. Πράγματι, η αβεβαιότητα αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα κάθε ανθρώπινης δράσης, και η αβεβαιότητα σχετικά με τις μεταβαλλόμενες τιμές και τις μεταβαλλόμενες κλίμακες αξιών αποτελεί όψη αυτής της βασικής αβεβαιότητας. Εάν, για παράδειγμα, ένα άτομο προσδοκά άνοδο της αγοραστικής δύναμης της χρηματικής μονάδας στο εγγύς μέλλον, θα τείνει να αναβάλλει τις αγορές του για τότε και να αυξάνει τώρα το χρηματικό του υπόλοιπο. Αντιθέτως, εάν προσδοκά πτώση της αγοραστικής δύναμης, θα τείνει να αγοράζει περισσότερα στο παρόν και να μειώνει το χρηματικό του υπόλοιπο. Παράδειγμα γενικής αβεβαιότητας είναι η συνήθης επιθυμία του ατόμου να διατηρεί διαθέσιμη μια ορισμένη ποσότητα χρήματος «για μια δύσκολη μέρα» ή για κάποια έκτακτη ανάγκη που θα απαιτήσει απρόβλεπτη χρηματική δαπάνη προς κάποια κατεύθυνση. Το ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, «αισθάνεται ασφαλέστερο» καταδεικνύει ότι το χρήμα δεν έχει αξία μόνο όταν χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση ανταλλαγών· λόγω της ίδιας της εμπορευσιμότητάς του, η απλή κατοχή του από ένα άτομο παρέχει υπηρεσία στο άτομο αυτό.

What is the usefulness of keeping or adding to a cash balance? This question will be explored in later chapters, but here we may state that the desire to keep a cash balance stems from fundamental uncertainty as to the right time for making purchases, whether of capital or of consumers’ goods. Also important are a basic uncertainty about the individual’s own future value scale and the desire to keep cash on hand to satisfy any changes that might occur. Uncertainty, indeed, is a fundamental feature of all human action, and uncertainty about changing prices and changing value scales are aspects of this basic uncertainty. If an individual, for example, anticipates a rise in the purchasing power of the monetary unit in the near future, he will tend to postpone his purchases toward that day and add now to his cash balance. On the other hand, if he anticipates a fall in purchasing power, he will tend to buy more at present and draw down his cash balance. An example of general uncertainty is an individual’s typical desire to keep a certain amount of cash on hand “in case of a rainy day” or an emergency that will require an unanticipated expenditure of funds in some direction. His “feeling safer” in such a case demonstrates that money’s only value is not simply when it makes exchanges; because of its very marketability, its mere possession in the hands of an individual performs a service for that person.

74

Το γεγονός ότι το χρήμα που περιλαμβάνεται στο χρηματικό υπόλοιπο κάποιου παρέχει υπηρεσία καταδεικνύει την πλάνη της διάκρισης που κάνουν ορισμένοι συγγραφείς μεταξύ «κυκλοφορούντος» χρήματος και χρήματος σε «αδρανή αποθησαυρισμένα αποθέματα». Πρώτον, όλο το χρήμα βρίσκεται πάντοτε στο χρηματικό υπόλοιπο κάποιου. Ποτέ δεν «κινείται» στο πλαίσιο κάποιας μυστηριώδους «κυκλοφορίας». Βρίσκεται στο χρηματικό υπόλοιπο του A και, κατόπιν, όταν ο A αγοράζει αυγά από τον B, μεταφέρεται στο χρηματικό υπόλοιπο του B. Δεύτερον, ανεξάρτητα από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οποιαδήποτε δεδομένη χρηματική μονάδα παραμένει στο χρηματικό υπόλοιπο ενός ατόμου, του παρέχει υπηρεσία και, επομένως, δεν αποτελεί ποτέ μέρος ενός «αδρανούς αποθησαυρισμένου αποθέματος».

That money in one’s cash balance is performing a service demonstrates the fallacy in the distinction that some writers make between “circulating” money and money in “idle hoards.” In the first place, all money is always in someone’s cash balance. It is never “moving” in some mysterious “circulation.” It is in A’s cash balance, and then when A buys eggs from B, it is shifted to B’s cash balance. Secondly, regardless of the length of time any given unit of money is in one person’s cash balance, it is performing a service to him, and is therefore never in an “idle hoard.”

75

Ποια είναι η οριακή χρησιμότητα και ποιο το κόστος που συνεπάγεται οποιαδήποτε πράξη ανταλλαγής για κατανάλωση; Όταν ένας καταναλωτής δαπανά πέντε κόκκους χρυσού για μια δωδεκάδα αυγά, αυτό σημαίνει ότι προσδοκά πως η πολυτιμότερη χρήση των πέντε κόκκων χρυσού είναι η απόκτηση της δωδεκάδας των αυγών. Αυτή είναι γι’ αυτόν η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης των πέντε κόκκων. Η χρησιμότητα αυτή είναι το προσδοκώμενο ψυχικό του έσοδο από την ανταλλαγή. Ποιο είναι, λοιπόν, το «κόστος ευκαιρίας» ή, απλώς, το «κόστος» της ανταλλαγής, δηλαδή η αμέσως καλύτερη εναλλακτική δυνατότητα που θυσιάζεται; Είναι η πολυτιμότερη χρήση στην οποία θα μπορούσε να είχε διαθέσει τους πέντε κόκκους χρυσού. Αυτή θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε από τις ακόλουθες εναλλακτικές δυνατότητες, ανάλογα με το ποια κατέχει την υψηλότερη θέση στην κλίμακα αξιών του: (α) δαπάνη για κάποιο άλλο καταναλωτικό αγαθό· (β) χρήση του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα για σκοπούς άμεσης κατανάλωσης· (γ) δαπάνη για κάποια επένδυση σε συντελεστές παραγωγής, ώστε να αυξηθούν το μελλοντικό χρηματικό εισόδημα και η κατανάλωση· (δ) αύξηση του χρηματικού του υπολοίπου. Πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον το κόστος αυτό αφορά απόφαση σχετικά με μια οριακή μονάδα, οποιουδήποτε μεγέθους, αποτελεί επίσης το «οριακό κόστος» της απόφασης. Το κόστος αυτό είναι υποκειμενικό και κατατάσσεται στην κλίμακα αξιών του ατόμου.

What is the marginal utility and the cost involved in any act of consumption exchange? When a consumer spends five grains of gold on a dozen eggs, this means that he anticipates that the most valuable use for the five grains of gold is to acquire the dozen eggs. This is his marginal utility of addition of the five grains. This utility is his anticipated psychic revenue from the exchange. What, then, is the “opportunity cost” or, simply, the “cost,” of the exchange, i.e., the next best alternative forgone? This is the most valuable use that he could have made with the five grains of gold. This could be any one of the following alternatives, whichever is the highest on his value scale: (a) expenditure on some other consumers’ good; (b) use of the money commodity for purposes of direct consumption; (c) expenditure on some line of investment in factors of production to increase future monetary income and consumption; (d) addition to his cash balance. It should be noted that since this cost refers to a decision on a marginal unit, of whatever size, this is also the “marginal cost” of the decision. This cost is subjective and is ranked on the individual’s value scale.

76

Η φύση του κόστους, ή της θυσιαζόμενης χρησιμότητας, μιας απόφασης να δαπανηθεί χρήμα για ένα συγκεκριμένο καταναλωτικό αγαθό είναι σαφής στην περίπτωση κατά την οποία το κόστος είναι η αξία που θα μπορούσε να είχε αντληθεί από μια άλλη πράξη κατανάλωσης. Όταν το κόστος είναι μια επένδυση που δεν πραγματοποιείται, εκείνο που θυσιάζεται είναι οι προσδοκώμενες μελλοντικές αυξήσεις της κατανάλωσης, εκφρασμένες με βάση τον συντελεστή χρονικής προτίμησης του ατόμου, ο οποίος θα διερευνηθεί διεξοδικότερα παρακάτω. Εν πάση περιπτώσει, όταν ένα άτομο αγοράζει ένα συγκεκριμένο αγαθό, όπως αυγά, όσο περισσότερο συνεχίζει να αγοράζει, τόσο χαμηλότερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης κάθε διαδοχικής μονάδας γι’ αυτό. Αυτό, βεβαίως, συνάδει με τον νόμο της οριακής χρησιμότητας. Από την άλλη πλευρά, όσο περισσότερο χρήμα δαπανά για αυγά, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα που θυσιάζεται από το εκάστοτε αμέσως καλύτερο αγαθό — για παράδειγμα, το βούτυρο. Έτσι, όσο περισσότερο δαπανά για αυγά, τόσο μικρότερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα που αντλεί από τα αυγά και τόσο μεγαλύτερο θα είναι το οριακό κόστος αγοράς αυγών, δηλαδή η αξία που πρέπει να θυσιάσει. Τελικά, το δεύτερο γίνεται μεγαλύτερο από την πρώτη. Όταν συμβεί αυτό και το οριακό κόστος αγοράς αυγών γίνει μεγαλύτερο από την οριακή χρησιμότητα της προσθήκης του εμπορεύματος, στρέφει τις αγορές του προς το βούτυρο και η ίδια διαδικασία συνεχίζεται. Για οποιοδήποτε χρηματικό απόθεμα, προηγούνται οι καταναλωτικές δαπάνες του ατόμου, και οι δαπάνες για κάθε αγαθό ακολουθούν τον ίδιο νόμο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το οριακό κόστος της δαπάνης για ένα καταναλωτικό αγαθό γίνεται η επένδυση προς κάποια κατεύθυνση, και το άτομο μπορεί να επενδύσει μέρος του χρήματός του σε συντελεστές παραγωγής. Η επένδυση αυτή συνεχίζεται έως ότου το οριακό της κόστος, σε όρους θυσιαζόμενης κατανάλωσης ή χρηματικού υπολοίπου, υπερβεί την παρούσα αξία της προσδοκώμενης απόδοσης. Ορισμένες φορές, η υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση είναι η αύξηση του χρηματικού υπολοίπου, και αυτή συνεχίζεται έως ότου η οριακή χρησιμότητα που αντλείται από τη χρήση αυτή γίνει μικρότερη από το οριακό κόστος σε κάποια άλλη κατεύθυνση. Με αυτόν τον τρόπο, το χρηματικό απόθεμα του ατόμου κατανέμεται μεταξύ όλων των υψηλότερα αξιολογούμενων χρήσεων.

The nature of the cost, or utility forgone, of a decision to spend money on a particular consumers’ good, is clear in the case where the cost is the value that could have been derived from another act of consumption. When the cost is forgone investment, then what is forgone is expected future increases in consumption, expressed in terms of the individual’s rate of time preference, which will be further explored below. At any rate, when an individual buys a particular good, such as eggs, the more he continues to buy, the lower will be the marginal utility of addition that each successive unit has for him. This, of course, is in accordance with the law of marginal utility. On the other hand, the more money he spends on eggs, the greater will be the marginal utility forgone in whatever is the next best good—e.g., butter. Thus, the more he spends on eggs, the less will be his marginal utility derived from eggs, and the greater will be his marginal cost of buying eggs, i.e., the value that he must forgo. Eventually, the latter becomes greater than the former. When this happens and the marginal cost of purchasing eggs becomes greater than the marginal utility of addition of the commodity, he switches his purchases to butter, and the same process continues. With any stock of money, a man’s consumption expenditures come first, and expenditures on each good follow the same law. In some cases, the marginal cost of consumption on a consumers’ good becomes investment in some line, and the man may invest some money in factors of production. This investment continues until the marginal cost of such investment, in terms of forgone consumption or cash balance, is greater than the present value of the expected return. Sometimes, the most highly valued use is an addition to one’s cash balance, and this continues until the marginal utility derived from this use is less than the marginal cost in some other line. In this way, a man’s monetary stock is allocated among all the most highly valued uses.

77

Και με αυτόν τον τρόπο καταρτίζονται οι ατομικοί πίνακες ζήτησης για κάθε καταναλωτικό αγαθό, ενώ οι πίνακες αγοραίας ζήτησης προσδιορίζονται ως το άθροισμα των ατομικών πινάκων ζήτησης στην αγορά. Με δεδομένα τα αποθέματα όλων των καταναλωτικών αγαθών —το δεδομένο αυτό θα αναλυθεί σε επόμενα κεφάλαια— καθορίζονται έτσι οι αγοραίες τιμές τους.

And in this way, individual demand schedules are constructed for every consumers’ good, and market-demand schedules are determined as the summation of the individual demand schedules on the market. Given the stocks of all the consumers’ goods (this given will be analyzed in succeeding chapters), their market prices are thereby determined.

78

Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, και πολλοί συγγραφείς το έχουν υποθέσει, ότι το χρήμα έχει εδώ επιτελέσει τη λειτουργία της μέτρησης και της εξασφάλισης της συγκρισιμότητας των χρησιμοτήτων των διαφορετικών ατόμων. Δεν έχει, ωστόσο, κάνει τίποτε τέτοιο. Η οριακή χρησιμότητα του χρήματος διαφέρει από άτομο σε άτομο, όπως ακριβώς και η οριακή χρησιμότητα οποιουδήποτε άλλου αγαθού. Το γεγονός ότι με μία ουγγιά χρήματος μπορούν να αγοραστούν διάφορα αγαθά στην αγορά και ότι τέτοιες δυνατότητες ενδέχεται να είναι διαθέσιμες σε όλους δεν μας παρέχει καμία πληροφορία για τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικοί άνθρωποι θα κατατάξουν αυτούς τους διαφορετικούς συνδυασμούς αγαθών. Στο πεδίο των αξιών ή των θέσεων κατάταξης δεν υπάρχει μέτρηση ούτε συγκρισιμότητα. Το χρήμα επιτρέπει τη συγκρισιμότητα μόνο των τιμών, καθιερώνοντας χρηματικές τιμές για κάθε αγαθό.

It might be thought, and many writers have assumed, that money has here performed the function of measuring and rendering comparable the utilities of the different individuals. It has, however, done nothing of the sort. The marginal utility of money differs from person to person, just as does the marginal utility of any other good. The fact that an ounce of money can buy various goods on the market and that such opportunities may be open to all does not give us any information about the ways in which various people will rank these different combinations of goods. There is no measuring or comparability in the field of values or ranks. Money permits only prices to be comparable, by establishing money prices for every good.

79

Θα μπορούσε να φανεί ότι η διαδικασία κατάταξης και σύγκρισης στις κλίμακες αξιών του κάθε ατόμου έχει διαμορφώσει και καθορίσει τις τιμές των καταναλωτικών αγαθών χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ανάλυση. Το πρόβλημα, ωστόσο, κάθε άλλο παρά τόσο απλό είναι. Η παραμέληση ή η αποφυγή των σχετικών δυσκολιών ταλαιπωρεί την οικονομική επιστήμη εδώ και πολλά χρόνια. Σε ένα σύστημα αντιπραγματισμού δεν θα υπήρχε καμία αναλυτική δυσκολία. Όλα τα δυνατά καταναλωτικά αγαθά θα κατατάσσονταν και θα συγκρίνονταν από κάθε άτομο, θα προσδιορίζονταν οι πίνακες ζήτησης του καθενός σε όρους του άλλου κ.ο.κ. Οι σχετικές χρησιμότητες θα καθόριζαν τους ατομικούς πίνακες ζήτησης, οι οποίοι θα αθροίζονταν ώστε να προκύψουν οι πίνακες αγοραίας ζήτησης. Στη χρηματική οικονομία, όμως, ανακύπτει μια σοβαρή αναλυτική δυσκολία.

It might seem that the process of ranking and comparing on value scales by each individual has established and determined the prices of consumers’ goods without any need for further analysis. The problem, however, is not nearly so simple. Neglect or evasion of the difficulties involved has plagued economics for many years. Under a system of barter, there would be no analytic difficulty. All the possible consumers’ goods would be ranked and compared by each individual, the demand schedules of each in terms of the other would be established, etc. Relative utilities would establish individual demand schedules, and these would be summed up to yield market-demand schedules. But, in the monetary economy, a grave analytic difficulty arises.

80

Για να προσδιορίσουμε την τιμή ενός αγαθού, αναλύουμε τον πίνακα αγοραίας ζήτησης του αγαθού· αυτός, με τη σειρά του, εξαρτάται από τους ατομικούς πίνακες ζήτησης· εκείνοι, με τη σειρά τους, καθορίζονται από τις αξιολογικές κατατάξεις των μονάδων του αγαθού και των χρηματικών μονάδων από τα άτομα, όπως αυτές προκύπτουν από τις διάφορες εναλλακτικές χρήσεις του χρήματος· ωστόσο, οι τελευταίες αυτές εναλλακτικές δυνατότητες εξαρτώνται, με τη σειρά τους, από δεδομένες τιμές των άλλων αγαθών. Μια υποθετική ζήτηση για αυγά πρέπει να προϋποθέτει ως δεδομένη κάποια χρηματική τιμή για το βούτυρο, τα ενδύματα κ.λπ. Πώς, όμως, μπορούν τότε οι κλίμακες αξιών και οι χρησιμότητες να χρησιμοποιηθούν για να εξηγήσουν τη διαμόρφωση των χρηματικών τιμών, όταν οι ίδιες αυτές κλίμακες αξιών και χρησιμότητες εξαρτώνται από την ύπαρξη χρηματικών τιμών;

To determine the price of a good, we analyze the market-demand schedule for the good; this in turn depends on the individual demand schedules; these in their turn are determined by the individuals’ value rankings of units of the good and units of money as given by the various alternative uses of money; yet the latter alternatives depend in turn on given prices of the other goods. A hypothetical demand for eggs must assume as given some money price for butter, clothes, etc. But how, then, can value scales and utilities be used to explain the formation of money prices, when these value scales and utilities themselves depend upon the existence of money prices?

81

Β. Η παλινδρόμηση του χρήματος

B. THE MONEY REGRESSION

82

Είναι προφανές ότι αυτό το ζωτικής σημασίας πρόβλημα κυκλικότητας —το X εξαρτάται από το Y, ενώ το Y εξαρτάται από το X — υπάρχει όχι μόνο όσον αφορά τις αποφάσεις των καταναλωτών, αλλά και όσον αφορά οποιαδήποτε απόφαση ανταλλαγής στη χρηματική οικονομία. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, τον πωλητή του αποθέματος ενός καταναλωτικού αγαθού. Με δεδομένη μια προσφερόμενη χρηματική τιμή, πρέπει να αποφασίσει εάν θα πωλήσει τις μονάδες του αποθέματός του ή εάν θα τις διακρατήσει. Η προθυμία του να πωλήσει προκειμένου να αποκτήσει χρήμα οφείλεται στη χρήση που θα είχε το χρήμα γι’ αυτόν. Το χρήμα θα διατίθετο στις σημαντικότερες χρήσεις του για τον ίδιο, και αυτό θα καθορίσει την αξιολόγησή του για το χρήμα — ή την οριακή χρησιμότητα της προσθήκης του. Η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης χρήματος για τον πωλητή του αποθέματος, όμως, βασίζεται στο ότι αυτό είναι ήδη χρήμα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί άμεσα για την απόκτηση άλλων αγαθών που θα αγοράσει ο πωλητής — τόσο καταναλωτικών αγαθών όσο και συντελεστών παραγωγής. Επομένως, η οριακή χρησιμότητα για τον πωλητή εξαρτάται επίσης από την προηγούμενη ύπαρξη χρηματικών τιμών για τα διάφορα αγαθά της οικονομίας.

It is obvious that this vitally important problem of circularity (X depends on Y, while Y depends on X) exists not only in regard to decisions by consumers but also in regard to any exchange decision in the money economy. Thus, let us consider the seller of the stock of a consumers’ good. At a given offered money price, he must decide whether to sell the units of his stock or whether to hold on to them. His eagerness to sell in exchange for acquiring money is due to the use that the money would have for him. The money would be employed in its most important uses for him, and this will determine his evaluation of the money—or its marginal utility of addition. But the marginal utility of addition of money to the seller of the stock is based on its already being money and its ready command of other goods that the seller will buy—consumers’ goods and factors of production alike. The seller’s marginal utility therefore also depends on the previous existence of money prices for the various goods in the economy.

83

Το ίδιο ισχύει για τον εργαζόμενο, τον γαιοκτήμονα, τον επενδυτή ή τον ιδιοκτήτη ενός κεφαλαιουχικού αγαθού: όταν πωλεί τις υπηρεσίες ή τα αγαθά του, το χρήμα έχει οριακή χρησιμότητα προσθήκης, η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της απόφασής του να πωλήσει τα αγαθά και, επομένως, προσδιοριστικό παράγοντα της καμπύλης προσφοράς του αγαθού του έναντι χρήματος. Και όμως, αυτή η οριακή χρησιμότητα εξαρτάται πάντοτε από την ύπαρξη ενός προγενέστερου συνόλου χρηματικών τιμών. Συνεπώς, ο πωλητής οποιουδήποτε αγαθού ή υπηρεσίας έναντι χρήματος κατατάσσει την οριακή χρησιμότητα του χρήματος που θα αποκτήσει σε σχέση με την οριακή χρησιμότητα της διακράτησης του αγαθού ή της υπηρεσίας. Όποιος δαπανά χρήμα για να αγοράσει οποιοδήποτε αγαθό ή υπηρεσία κατατάσσει την οριακή χρησιμότητα που έχει γι’ αυτόν η διακράτηση του χρήματος σε σχέση με την οριακή χρησιμότητα της απόκτησης του αγαθού. Αυτές οι κλίμακες αξιών των διαφόρων αγοραστών και πωλητών καθορίζουν τους ατομικούς πίνακες προσφοράς και ζήτησης και, συνεπώς, όλες τις χρηματικές τιμές· ωστόσο, για να κατατάξει κάποιος το χρήμα και τα αγαθά στην κλίμακα αξιών του, το χρήμα πρέπει ήδη να έχει οριακή χρησιμότητα για κάθε άτομο, και αυτή η οριακή χρησιμότητα πρέπει να βασίζεται στο γεγονός ότι προϋπάρχουν χρηματικές τιμές των διαφόρων αγαθών.186

Similarly, for the laborer, landowner, investor, or owner of a capital good: in selling his services or goods, money has a marginal utility of addition, which is a necessary prior condition to his decision to sell the goods and therefore a determinant in his supply curve of the good for money. And yet this marginal utility always depends on there being a previous array of money prices in existence. The seller of any good or service for money, therefore, ranks the marginal utility of the money that he will obtain against the marginal utility of holding on to the good or service. Whoever spends money to buy any good or service ranks the marginal utility which keeping the money has for him against the marginal utility of acquiring the good. These value scales of the various buyers and sellers determine the individual supply-demand schedules and hence all money prices; yet, in order to rank money and goods on his value scale, money must already have a marginal utility for each person, and this marginal utility must be based on the fact of pre-existing money prices of the various goods.

84

Τη λύση αυτού του κρίσιμου προβλήματος κυκλικότητας έδωσε ο καθηγητής Ludwig von Mises, με την αξιοσημείωτη θεωρία του για την παλινδρόμηση του χρήματος.187 Η θεωρία της παλινδρόμησης του χρήματος μπορεί να εξηγηθεί αν εξετάσουμε τη χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται κάθε μέρος της ανάλυσής μας. Ας ορίσουμε ως «ημέρα» το χρονικό διάστημα που μόλις επαρκεί για να καθοριστούν οι αγοραίες τιμές κάθε αγαθού στην κοινωνία. Την ημέρα X, λοιπόν, η χρηματική τιμή κάθε αγαθού καθορίζεται από την αλληλεπίδραση των πινάκων προσφοράς και ζήτησης χρήματος και αγαθού των αγοραστών και των πωλητών εκείνης της ημέρας. Κάθε αγοραστής και πωλητής κατατάσσει το χρήμα και το συγκεκριμένο αγαθό σύμφωνα με τη σχετική οριακή χρησιμότητα που έχουν γι’ αυτόν. Επομένως, μια χρηματική τιμή στο τέλος της ημέρας X καθορίζεται από τις οριακές χρησιμότητες του χρήματος και του αγαθού όπως αυτές υπήρχαν στην αρχή της ημέρας X. Η οριακή χρησιμότητα του χρήματος, όμως, βασίζεται, όπως είδαμε παραπάνω, σε ένα προϋπάρχον σύνολο χρηματικών τιμών. Το χρήμα ζητείται και θεωρείται χρήσιμο λόγω των ήδη υφιστάμενων χρηματικών τιμών του. Επομένως, η τιμή ενός αγαθού την ημέρα X καθορίζεται από την οριακή χρησιμότητα του αγαθού την ημέρα X και από την οριακή χρησιμότητα του χρήματος την ημέρα X, η οποία, με τη σειρά της, εξαρτάται από τις τιμές των αγαθών την ημέρα X − 1.

The solution of this crucial problem of circularity has been provided by Professor Ludwig von Mises, in his notable theory of the money regression. The theory of money regression may be explained by examining the period of time that is being considered in each part of our analysis. Let us define a “day” as the period of time just sufficient to determine the market prices of every good in the society. On day X, then, the money price of each good is determined by the interactions of the supply and demand schedules of money and the good by the buyers and sellers on that day. Each buyer and seller ranks money and the given good in accordance with the relative marginal utility of the two to him. Therefore, a money price at the end of day X is determined by the marginal utilities of money and the good as they existed at the beginning of day X. But the marginal utility of money is based, as we have seen above, on a previously existing array of money prices. Money is demanded and considered useful because of its already existing money prices. Therefore, the price of a good on day X is determined by the marginal utility of the good on day X and the marginal utility of money on day X, which last in turn depends on the prices of goods on day X – 1.

85

Η οικονομική ανάλυση των χρηματικών τιμών, επομένως, δεν είναι κυκλική. Εάν οι σημερινές τιμές εξαρτώνται από τη σημερινή οριακή χρησιμότητα του χρήματος, η τελευταία εξαρτάται από τις χθεσινές χρηματικές τιμές. Έτσι, κάθε χρηματική τιμή οποιασδήποτε ημέρας εμπεριέχει μια χρονική συνιστώσα, με αποτέλεσμα η τιμή αυτή να καθορίζεται εν μέρει από τις χρηματικές τιμές της προηγούμενης ημέρας. Αυτό δεν σημαίνει ειδικά ότι η σημερινή τιμή των αυγών καθορίζεται εν μέρει από τη χθεσινή τιμή των αυγών, η σημερινή τιμή του βουτύρου από τη χθεσινή κ.ο.κ. Αντιθέτως, η χρονική συνιστώσα που είναι ουσιώδης για κάθε συγκεκριμένη σημερινή τιμή είναι το συνολικό πλέγμα των χθεσινών χρηματικών τιμών όλων των αγαθών και, βεβαίως, η επακόλουθη αξιολόγηση της χρηματικής μονάδας από τα άτομα της κοινωνίας. Εάν, ωστόσο, εξετάσουμε το συνολικό πλέγμα των σημερινών τιμών, μια ουσιώδης χρονική συνιστώσα του προσδιορισμού τους είναι το συνολικό πλέγμα των χθεσινών τιμών.

The economic analysis of money prices is therefore not circular. If prices today depend on the marginal utility of money today, the latter is dependent on money prices yesterday. Thus, in every money price in any day, there is contained a time component, so that this price is partially determined by the money prices of yesterday. This does not mean specifically that the price of eggs today is partially determined by the price of eggs yesterday, the price of butter today by that of yesterday, etc. On the contrary, the time component essential to each specific price today is the general array of yesterday’s money prices for all goods, and, of course, the subsequent evaluation of the monetary unit by the individuals in the society. If we consider the general array of today’s prices, however, an essential time component in their determination is the general array of yesterday’s prices.

86

Αυτή η χρονική συνιστώσα βρίσκεται αποκλειστικά στη χρηματική πλευρά των προσδιοριστικών παραγόντων. Σε μια κοινωνία αντιπραγματισμού δεν υπάρχει χρονική συνιστώσα στις τιμές οποιασδήποτε δεδομένης ημέρας. Όταν άλογα ανταλλάσσονται με ψάρια, τα άτομα στην αγορά κρίνουν τις σχετικές οριακές χρησιμότητες αποκλειστικά με βάση τις άμεσες χρήσεις των εμπορευμάτων. Οι χρήσεις αυτές είναι άμεσες και δεν απαιτούν την προΰπαρξη τιμών στην αγορά. Επομένως, οι οριακές χρησιμότητες αγαθών άμεσης χρήσης, όπως τα άλογα και τα ψάρια, δεν έχουν χρονικές συνιστώσες που να ανάγονται στο παρελθόν. Και, συνεπώς, σε ένα σύστημα αντιπραγματισμού δεν υπάρχει πρόβλημα κυκλικότητας. Σε μια τέτοια κοινωνία, εάν όλες οι προηγούμενες αγορές και η γνώση των προηγούμενων τιμών εξαλείφονταν με κάποιον τρόπο, θα υπήρχε, βεβαίως, μια αρχική περίοδος σύγχυσης, κατά την οποία κάθε άτομο θα συμβουλευόταν τις κλίμακες αξιών του και θα προσπαθούσε να εκτιμήσει εκείνες των άλλων· δεν θα υπήρχε, όμως, μεγάλη δυσκολία να ανασυσταθούν γρήγορα οι αγορές ανταλλαγής. Η περίπτωση της χρηματικής οικονομίας είναι διαφορετική. Εφόσον η οριακή χρησιμότητα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα εξαρτάται από προϋπάρχουσες χρηματικές τιμές, η εξάλειψη των υφιστάμενων αγορών και της γνώσης των χρηματικών τιμών θα καθιστούσε αδύνατη την άμεση ανασύσταση μιας χρηματικής οικονομίας. Η οικονομία θα καταστρεφόταν και θα οπισθοδρομούσε σε μια εξαιρετικά πρωτόγονη κατάσταση αντιπραγματισμού, μετά την οποία η χρηματική οικονομία θα μπορούσε να ανασυσταθεί μόνο σταδιακά, όπως είχε συμβεί και προηγουμένως.

This time component is purely on the money side of the determining factors. In a society of barter, there is no time component in the prices of any given day. When horses are being exchanged against fish, the individuals in the market decide on the relative marginal utilities solely on the basis of the direct uses of the commodities. These direct uses are immediate and do not require any previously existing prices on the market. Therefore, the marginal utilities of direct goods, such as horses and fish, have no previous time components. And, therefore, there is no problem of circularity in a system of barter. In such a society, if all previous markets and knowledge of previous prices were somehow wiped out, there would, of course, be an initial period of confusion while each individual consulted his value scales and tried to estimate those of others, but there would be no great difficulty in speedily re-establishing the exchange markets. The case is different in a monetary economy. Since the marginal utility of the money commodity depends on previously existing money prices, a wiping out of existing markets and knowledge of money prices would render impossible the direct re-establishment of a money economy. The economy would be wrecked and thrown back into a highly primitive state of barter, after which a money economy could only slowly be re-established as it had been before.

87

Μπορεί τώρα να τεθεί το ερώτημα: έστω ότι δεν υπάρχει κυκλικότητα στον προσδιορισμό των χρηματικών τιμών· μήπως, όμως, το γεγονός ότι τα αίτια ανάγονται εν μέρει προς τα πίσω στον χρόνο απλώς μεταθέτει τις ανεξήγητες συνιστώσες όλο και βαθύτερα στο παρελθόν, χωρίς τέλος; Εάν οι σημερινές τιμές καθορίζονται εν μέρει από τις χθεσινές, οι χθεσινές από τις προχθεσινές κ.ο.κ., δεν μετατίθεται απλώς η παλινδρόμηση επ’ άπειρον προς τα πίσω, αφήνοντας έτσι ανεξήγητο ένα μέρος του προσδιορισμού των τιμών;

Now the question may be raised: Granted that there is no circularity in the determination of money prices, does not the fact that the causes partially regress backward in time simply push the unexplained components back further without end? If today’s prices are partly determined by yesterday’s prices, and yesterday’s by those of the day before yesterday, etc., is not the regression simply pushed back infinitely, and part of the determination of prices thus left unexplained?

88

Η απάντηση είναι ότι η παλινδρόμηση δεν είναι άπειρη, και το κλειδί για το σημείο στο οποίο σταματά βρίσκεται στη διάκριση που μόλις κάναμε μεταξύ των συνθηκών μιας χρηματικής οικονομίας και των συνθηκών μιας κατάστασης αντιπραγματισμού. Θυμόμαστε ότι η χρησιμότητα του χρήματος αποτελείται από δύο κύρια στοιχεία: τη χρησιμότητα του χρήματος ως μέσου ανταλλαγής και τη χρησιμότητα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα στην άμεση χρήση του ως εμπορεύματος, όπως η χρήση του χρυσού για στολίδια. Στη σύγχρονη οικονομία, αφότου το εμπόρευμα που λειτουργεί ως χρήμα έχει αναπτυχθεί πλήρως ως μέσο ανταλλαγής, η χρήση του ως μέσου τείνει να επισκιάζει σε μεγάλο βαθμό την άμεση χρήση του στην κατανάλωση. Η ζήτηση χρυσού ως χρήματος υπερβαίνει κατά πολύ τη ζήτησή του για κοσμήματα. Ωστόσο, η τελευταία αυτή χρήση και ζήτηση εξακολουθούν να υπάρχουν και να ασκούν κάποια επίδραση στη συνολική ζήτηση του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα.

The answer is that the regression is not infinite, and the clue to its stopping point is the distinction just made between conditions in a money economy and conditions in a state of barter. We remember that the utility of money consists of two major elements: the utility of the money as a medium of exchange, and the utility of the money commodity in its direct, commodity use (such as the use of gold for ornaments). In the modern economy, after the money commodity has fully developed as a medium of exchange, its use as a medium tends greatly to overshadow its direct use in consumption. The demand for gold as money far exceeds its demand as jewelry. However, the latter use and demand continue to exist and to exert some influence on the total demand for the money commodity.

89

Σε οποιαδήποτε ημέρα της χρηματικής οικονομίας, η οριακή χρησιμότητα του χρυσού και, επομένως, η ζήτησή του υπεισέρχονται στον προσδιορισμό κάθε χρηματικής τιμής. Η σημερινή οριακή χρησιμότητα του χρυσού και η σημερινή ζήτησή του εξαρτώνται από το σύνολο των χρηματικών τιμών που υπήρχε χθες, το οποίο, με τη σειρά του, εξαρτιόταν από τη χθεσινή οριακή χρησιμότητα του χρυσού και τη χθεσινή ζήτησή του κ.ο.κ. Καθώς, λοιπόν, ανατρέχουμε προς τα πίσω στον χρόνο, πρέπει τελικά να φτάσουμε στο αρχικό σημείο κατά το οποίο οι άνθρωποι άρχισαν για πρώτη φορά να χρησιμοποιούν τον χρυσό ως μέσο ανταλλαγής. Ας εξετάσουμε την πρώτη ημέρα κατά την οποία οι άνθρωποι πέρασαν από το σύστημα του αμιγούς αντιπραγματισμού στη χρήση του χρυσού ως μέσου ανταλλαγής. Εκείνη την ημέρα, η χρηματική τιμή ή, μάλλον, η τιμή σε χρυσό κάθε άλλου αγαθού εξαρτιόταν εν μέρει από την οριακή χρησιμότητα του χρυσού. Αυτή η οριακή χρησιμότητα είχε μια χρονική συνιστώσα, δηλαδή το προηγούμενο σύνολο τιμών σε χρυσό, οι οποίες είχαν καθοριστεί μέσω του αντιπραγματισμού. Με άλλα λόγια, όταν ο χρυσός άρχισε για πρώτη φορά να χρησιμοποιείται ως μέσο ανταλλαγής, η οριακή χρησιμότητά του για τη χρήση αυτή εξαρτιόταν από το ήδη υφιστάμενο σύνολο τιμών σε χρυσό που είχε διαμορφωθεί προηγουμένως μέσω του αντιπραγματισμού. Εάν, όμως, ανατρέξουμε ακόμη μία ημέρα προς τα πίσω, στην τελευταία ημέρα του αντιπραγματισμού, οι τιμές των διαφόρων αγαθών σε χρυσό εκείνη την ημέρα, όπως και όλες οι άλλες τιμές, δεν είχαν χρονικές συνιστώσες. Καθορίζονταν, όπως όλες οι άλλες τιμές του αντιπραγματισμού, αποκλειστικά από την οριακή χρησιμότητα του χρυσού και των άλλων αγαθών εκείνη την ημέρα, και η οριακή χρησιμότητα του χρυσού, εφόσον αυτός χρησιμοποιούνταν μόνο για άμεση κατανάλωση, δεν είχε χρονική συνιστώσα.

In any day in the money economy, the marginal utility of gold and therefore the demand for it enter into the determination of every money price. The marginal utility of gold and the demand for it today depend on the array of money prices existing yesterday, which in turn depended on the marginal utility of gold and the demand for it yesterday, etc. Now, as we regress backwards in time, we must eventually arrive at the original point when people first began to use gold as a medium of exchange. Let us consider the first day on which people passed from the system of pure barter and began to use gold as a medium of exchange. On that day, the money price, or rather, the gold price, of every other good depended partially on the marginal utility of gold. This marginal utility had a time component, namely, the previous array of gold prices, which had been determined in barter. In other words, when gold first began to be used as a medium of exchange, its marginal utility for use in that capacity depended on the existing previous array of gold prices established through barter. But if we regress one day further to the last day of barter, the gold prices of various goods on that day, like all other prices, had no time components. They were determined, as were all other barter prices, solely by the marginal utility of gold and of the other goods on that day, and the marginal utility of gold, since it was used only for direct consumption, had no temporal component.

90

Ο προσδιορισμός των χρηματικών τιμών —των τιμών σε χρυσό— εξηγείται, επομένως, πλήρως, χωρίς κυκλικότητα και χωρίς άπειρη παλινδρόμηση. Η ζήτηση χρυσού υπεισέρχεται σε κάθε τιμή σε χρυσό, και η σημερινή ζήτηση χρυσού, στον βαθμό που αφορά τη χρήση του ως μέσου ανταλλαγής, έχει μια χρονική συνιστώσα, καθώς βασίζεται στο χθεσινό σύνολο τιμών σε χρυσό. Αυτή η χρονική συνιστώσα ανάγεται προς τα πίσω έως την τελευταία ημέρα του αντιπραγματισμού, την ημέρα πριν αρχίσει ο χρυσός να χρησιμοποιείται ως μέσο ανταλλαγής. Εκείνη την ημέρα, ο χρυσός δεν είχε χρησιμότητα στη χρήση αυτή· η ζήτηση χρυσού αφορούσε αποκλειστικά την άμεση χρήση του και, κατά συνέπεια, ο προσδιορισμός των τιμών σε χρυσό, για εκείνη την ημέρα και για όλες τις προηγούμενες, δεν είχε καμία απολύτως χρονική συνιστώσα.188,189

The determination of money prices (gold prices) is therefore completely explained, with no circularity and no infinite regression. The demand for gold enters into every gold price, and today’s demand for gold, in so far as it is for use as a medium of exchange, has a time component, being based on yesterday’s array of gold prices. This time component regresses until the last day of barter, the day before gold began to be used as a medium of exchange. On that day, gold had no utility in that use; the demand for gold was solely for direct use, and consequently, the determination of the gold prices, for that day and for all previous days, had no temporal component whatever.20,21

91

Το αιτιακό και χρονικό σχήμα της παλινδρόμησης μπορεί να αποτυπωθεί όπως στο διάγραμμα του Σχήματος 38. Οι διαδοχικές ημέρες αριθμούνται 1, 2, 3 κ.ο.κ., και, για κάθε περίοδο, τα βέλη απεικονίζουν τους υποκείμενους αιτιακούς παράγοντες που καθορίζουν τις τιμές των αγαθών σε χρυσό στην αγορά. Για κάθε χρονική περίοδο, οι τιμές των αγαθών σε χρυσό καθορίζονται θεμελιωδώς από τις σχετικές οριακές χρησιμότητες του χρυσού και των άλλων αγαθών στις ατομικές κλίμακες αξιών, ενώ οι οριακές χρησιμότητες του χρυσού βασίζονται στις τιμές σε χρυσό κατά την προηγούμενη περίοδο. Αυτή η χρονική συνιστώσα, που απεικονίζεται με ένα βέλος, συνεχίζεται προς τα πίσω έως την περίοδο του αντιπραγματισμού, όταν ο χρυσός χρησιμοποιείται μόνο για σκοπούς άμεσης κατανάλωσης ή παραγωγής και όχι ως μέσο ανταλλαγής. Στο σημείο αυτό δεν υπάρχει χρονική εξάρτηση από προηγούμενες τιμές σε χρυσό και το χρονικό βέλος εξαφανίζεται. Στο διάγραμμα αυτό, τις ημέρες 1, 2 και 3 επικρατεί σύστημα αντιπραγματισμού, ενώ από την ημέρα 4 και έπειτα ο χρυσός χρησιμοποιείται ως μέσο ανταλλαγής.

The causal-temporal pattern of the regression may be portrayed as in the diagram in Figure 38. Consecutive days are numbered 1, 2, 3, etc., and, for each period, arrows depict the underlying causal factors determining the gold prices of goods on the market. For each period of time, the gold prices of goods are fundamentally determined by the relative marginal utilities of gold and other goods on individual value scales, and the marginal utilities of gold are based on the gold prices during the preceding period. This temporal component, depicted by an arrow, continues backward until the period of barter, when gold is used only for direct consumption or production purposes and not as a medium of exchange. At that point there is no temporal dependence on preceding gold prices, and the temporal arrow disappears. In this diagram, a system of barter prevails on days 1, 2, and 3, and gold is used as a medium of exchange on day 4 and thereafter.

92

Ένα από τα σημαντικά επιτεύγματα της θεωρίας της παλινδρόμησης είναι ότι τεκμηριώνει το γεγονός πως το χρήμα πρέπει να προκύψει με τον τρόπο που περιγράφηκε στο κεφάλαιο 3, δηλαδή πρέπει να αναπτυχθεί από ένα εμπόρευμα για το οποίο υπάρχει ήδη ζήτηση για άμεση χρήση, και το οποίο κατόπιν χρησιμοποιείται ως ολοένα γενικότερο μέσο ανταλλαγής.

Η ζήτηση ενός αγαθού ως μέσου ανταλλαγής πρέπει να προϋποθέτει ένα προϋπάρχον σύνολο τιμών εκφρασμένων σε άλλα αγαθά. Επομένως, ένα μέσο ανταλλαγής μπορεί να προκύψει μόνο σύμφωνα με την προηγούμενη περιγραφή μας και το παραπάνω διάγραμμα· μπορεί να προκύψει μόνο από ένα εμπόρευμα που προηγουμένως χρησιμοποιούνταν άμεσα σε συνθήκες αντιπραγματισμού και, συνεπώς, είχε ήδη ένα σύνολο τιμών εκφρασμένων σε άλλα αγαθά. Το χρήμα πρέπει να αναπτυχθεί από ένα εμπόρευμα με προϋπάρχουσα αγοραστική δύναμη, όπως είχαν ο χρυσός και ο άργυρος. Δεν μπορεί να δημιουργηθεί εκ του μηδενός με κάποια αιφνίδια «κοινωνική συμφωνία» ή με κυβερνητικό διάταγμα.

One of the important achievements of the regression theory is its establishment of the fact that money must arise in the manner described in chapter 3, i.e., it must develop out of a commodity already in demand for direct use, the commodity then being used as a more and more general medium of exchange. Demand for a good as a medium of exchange must be predicated on a previously existing array of prices in terms of other goods. A medium of exchange can therefore originate only according to our previous description and the foregoing diagram; it can arise only out of a commodity previously used directly in a barter situation, and therefore having had an array of prices in terms of other goods. Money must develop out of a commodity with a previously existing purchasing power, such as gold and silver had. It cannot be created out of thin air by any sudden “social compact” or edict of government.

93

Από την άλλη πλευρά, από την ανάλυση αυτή δεν συνάγεται ότι, εάν ένα ήδη υφιστάμενο χρήμα έχανε τις άμεσες χρήσεις του, δεν θα μπορούσε πλέον να χρησιμοποιείται ως χρήμα. Έτσι, εάν ο χρυσός, αφού είχε καθιερωθεί ως χρήμα, έχανε ξαφνικά την αξία του για στολίδια ή για βιομηχανικές χρήσεις, δεν θα έχανε κατ’ ανάγκην τον χαρακτήρα του ως χρήματος. Αφότου ένα μέσο ανταλλαγής καθιερωθεί ως χρήμα, οι χρηματικές τιμές εξακολουθούν να διαμορφώνονται. Εάν την ημέρα X ο χρυσός χάσει τις άμεσες χρήσεις του, θα εξακολουθούν να υπάρχουν προγενέστερες χρηματικές τιμές που είχαν διαμορφωθεί την ημέρα X − 1, και οι τιμές αυτές αποτελούν τη βάση της οριακής χρησιμότητας του χρυσού την ημέρα X. Ομοίως, οι χρηματικές τιμές που καθορίζονται έτσι την ημέρα X αποτελούν τη βάση της οριακής χρησιμότητας του χρήματος την ημέρα X + 1. Από την ημέρα X και έπειτα, ο χρυσός θα μπορούσε να ζητείται αποκλειστικά για την ανταλλακτική του αξία και καθόλου για την άμεση χρήση του. Επομένως, ενώ είναι απολύτως αναγκαίο το χρήμα να προέρχεται από ένα εμπόρευμα με άμεσες χρήσεις, δεν είναι απολύτως αναγκαίο οι άμεσες χρήσεις να συνεχίζονται αφού το χρήμα έχει καθιερωθεί.

On the other hand, it does not follow from this analysis that if an extant money were to lose its direct uses, it could no longer be used as money. Thus, if gold, after being established as money, were suddenly to lose its value in ornaments or industrial uses, it would not necessarily lose its character as a money. Once a medium of exchange has been established as a money, money prices continue to be set. If on day X gold loses its direct uses, there will still be previously existing money prices that had been established on day X – 1, and these prices form the basis for the marginal utility of gold on day X. Similarly, the money prices thereby determined on day X form the basis for the marginal utility of money on day X + 1. From X on, gold could be demanded for its exchange value alone, and not at all for its direct use. Therefore, while it is absolutely necessary that a money originate as a commodity with direct uses, it is not absolutely necessary that the direct uses continue after the money has been established.

94

Οι χρηματικές τιμές των καταναλωτικών αγαθών έχουν πλέον εξηγηθεί πλήρως με βάση τις ατομικές κλίμακες αξιών, και οι κλίμακες αυτές έχουν εξηγηθεί έως το σημείο του περιεχομένου των υποκειμενικών αξιολογήσεων κάθε αγαθού ως προς τη χρήση του. Η οικονομική επιστήμη δεν ασχολείται με το συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτών των σκοπών, αλλά με την εξήγηση διαφόρων φαινομένων της δράσης που βασίζονται σε οποιουσδήποτε δεδομένους σκοπούς· επομένως, το έργο της σε αυτό το πεδίο ολοκληρώνεται πλήρως με την αναγωγή αυτών των φαινομένων στις υποκειμενικές αξιολογήσεις χρήσιμων αγαθών.190

The money prices of consumers’ goods have now been completely explained in terms of individual value scales, and these value scales have been explained up to the point of the content of the subjective use-valuations of each good. Economics is not concerned with the specific content of these ends, but with the explanation of various phenomena of action based on any given ends, and therefore its task in this sphere is fully accomplished by tracing these phenomena back to subjective valuations of useful goods.

95

Γ. Χρησιμότητα και κόστος

C. UTILITY AND COSTS

96

Μπορούμε να συνοψίσουμε ως εξής τις εκτιμήσεις χρησιμότητας και κόστους στις αποφάσεις των αγοραστών και των πωλητών καταναλωτικών αγαθών —ή, μάλλον, των δυνητικών αγοραστών και πωλητών (πρβλ. κεφάλαιο 2, σ. 190 κ.ε.)—:

We may sum up the utility and cost considerations in decisions of buyers and sellers of consumers’ goods—or, rather, of potential buyers and sellers (cf. chapter 2, pp. 190f.)—as follows:

97

Στις περιπτώσεις στις οποίες δεν υφίσταται κανένα από τα δύο στοιχεία κόστους, η πώληση δεν συνεπάγεται κόστος.

In cases where neither cost item is present, the sale is costless.

98

— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)

BUYER: Revenue: Marginal Utility of Addition of the Units of the Good = highest-ranked direct use of units Marginal Utility of Units of Money—value rank in Cost: highest-ranked use that will have to be sacrificed in making the exchange

99

Σκοπός του δρώντος ατόμου είναι πάντοτε να αποκομίσει ψυχικό κέρδος από μια δράση, επιτυγχάνοντας οριακό έσοδο μεγαλύτερο από το οριακό του κόστος. Μόνο αφού ληφθεί η απόφαση, πραγματοποιηθεί η δράση και αξιολογηθούν οι συνέπειές της, μπορεί το δρων άτομο να γνωρίζει εάν η απόφασή του ήταν ορθή, δηλαδή εάν το ψυχικό του έσοδο πράγματι υπερέβη το κόστος του. Είναι δυνατόν το κόστος του να αποδειχθεί μεγαλύτερο από το έσοδό του και, επομένως, να έχει υποστεί ζημία από την ανταλλαγή.

The aim of the actor is always to achieve a psychic profit from an action by having his marginal revenue exceed his marginal cost. Only after the decision has been made, the action taken, and the consequences assessed, can the actor know if his decision was correct, i.e., if his psychic revenue really did exceed his cost. It is possible that his cost may prove to have been greater than his revenue and that therefore he lost on the exchange.

100

Είναι χρήσιμο να διακρίνουμε τις δύο οπτικές υπό τις οποίες το δρων άτομο κρίνει τη δράση του ως ex ante και ex post. Η ex ante οπτική είναι εκείνη στην οποία βρίσκεται όταν πρέπει να αποφασίσει ποια πορεία δράσης θα ακολουθήσει· είναι η οπτική που αφορά άμεσα την ανθρώπινη δράση και κυριαρχεί σε αυτήν. Πρόκειται για το δρων άτομο που εξετάζει τις εναλλακτικές πορείες δράσης του και τις συνέπειες καθεμιάς. Η ex post οπτική είναι η καταγεγραμμένη παρατήρηση των αποτελεσμάτων της παρελθούσας δράσης του. Είναι η κρίση του για τις προηγούμενες δράσεις του και τα αποτελέσματά τους. Ex ante, λοιπόν, θα ακολουθεί πάντοτε την πλέον συμφέρουσα πορεία δράσης και θα έχει πάντοτε ψυχικό κέρδος, με το έσοδο να υπερβαίνει το κόστος. Ex post, ενδέχεται να έχει αποκομίσει κέρδος ή να έχει υποστεί ζημία από μια πορεία δράσης. Το έσοδο μπορεί να έχει υπερβεί το κόστος ή όχι, ανάλογα με το πόσο καλός επιχειρηματίας υπήρξε κατά την ανάληψη της αρχικής του δράσης. Είναι σαφές ότι οι ex post κρίσεις του τού χρησιμεύουν κυρίως κατά τη στάθμιση των ex ante εκτιμήσεών του για τη μελλοντική δράση.

It is convenient to distinguish the two vantage points by which an actor judges his action as ex ante and ex post. Ex ante is his position when he must decide on a course of action; it is the relevant and dominant consideration for human action. It is the actor considering his alternative courses and the consequences of each. Ex post is his recorded observation of the results of his past action. It is the judging of his past actions and their results. Ex ante, then, he will always take the most advantageous course of action, and will always have a psychic profit, with revenue exceeding cost. Ex post, he may have profited or lost from a course of action. Revenue may or may not have exceeded cost, depending on how good an entrepreneur he has been in making his original action. It is clear that his ex post judgments are mainly useful to him in the weighing of his ex ante considerations for future action.

101

Ας υποθέσουμε ότι ένας τελικός καταναλωτής αγοράζει ένα προϊόν και κατόπιν διαπιστώνει ότι έσφαλε με την αγορά αυτή και ότι το αγαθό έχει μικρή ή μηδενική αξία γι’ αυτόν. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να αγοράσει ένα κέικ και να διαπιστώσει ότι δεν του αρέσει καθόλου. Ex ante, η προσδοκώμενη χρησιμότητα του κέικ ήταν μεγαλύτερη από την οριακή χρησιμότητα του χρήματος που θυσιάστηκε για την αγορά του· ex post, διαπιστώνει ότι έσφαλε και ότι, εάν μπορούσε να επιλέξει ξανά, δεν θα είχε αγοράσει το κέικ. Η ευθύνη για την αγορά ανήκε στον καταναλωτή, και αυτός πρέπει να επωμιστεί τη ζημία, όπως και να καρπωθεί το κέρδος, από την εκούσια συναλλαγή του. Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να ξαναζήσει το παρελθόν, αλλά μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτή τη γνώση, για παράδειγμα, ώστε να αποφύγει να αγοράσει ξανά ένα τέτοιο κέικ. Θα έπρεπε να είναι προφανές ότι το κέικ, αφότου αγοραστεί, μπορεί να έχει μικρή ή μηδενική αξία, ακόμη και αν ο άνθρωπος κατέβαλε αρχικά αρκετούς κόκκους χρυσού γι’ αυτό. Το κόστος του κέικ ήταν η θυσιαζόμενη οριακή χρησιμότητα των τριών κόκκων χρυσού που καταβλήθηκαν για την αγορά του. Αυτό το κόστος, όμως, που αναλήφθηκε στο παρελθόν, δεν μπορεί να προσδώσει καμία αξία στο κέικ τώρα. Αυτό θα φαινόταν προφανές· και όμως, η οικονομική επιστήμη υπέφερε πάντοτε από την παραμέληση αυτής της αλήθειας, ιδίως κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, υπό τη μορφή διαφόρων θεωριών της αξίας βάσει του «κόστους». Οι θεωρίες αυτές υποστήριζαν ότι η αξία των αγαθών προσδίδεται από τα κόστη ή τις θυσίες που συνεπάχθηκε η απόκτησή τους στο παρελθόν. Αντιθέτως, είναι σαφές ότι αξία μπορεί να προσδοθεί σε ένα αγαθό μόνο από τις επιθυμίες των ατόμων να το χρησιμοποιήσουν άμεσα στο παρόν ή από την παρούσα προσδοκία ότι θα πωληθεί σε τέτοια άτομα στο μέλλον.191

Suppose that an ultimate consumer buys a product and then finds he was mistaken in this purchase and the good has little or no value to him. Thus, a man might buy a cake and find that he does not like it at all. Ex ante the (expected) utility of the cake was greater than the marginal utility of the money forgone in purchasing it; ex post he finds that he was in error and that if he had it to do over again, he would not have bought the cake. The purchase was the consumer’s responsibility, and he must bear the loss as well as the gain from his voluntary transaction. Of course, no one can relive the past, but he can use this knowledge, for example, to avoid purchasing such a cake again. It should be obvious that the cake, once purchased, may have little or no value even though the man originally paid several grains of gold for it. The cost of the cake was the forgone marginal utility of the three grains of gold paid for it. But this cost incurred in the past cannot confer any value on the cake now. This would seem obvious, and yet economics has always suffered from neglect of this truth, particularly during the nineteenth century, in the form of various “cost” theories of value. These cost theories asserted that the value of goods is conferred by the costs or sacrifices incurred in their acquisition in the past. On the contrary, it is clear that value can be conferred on a good only by individuals’ desires to use it directly in the present or in the present expectation of selling to such individuals in the future.

102

Μπορούμε να τροποποιήσουμε την παραπάνω σύνοψη για τον αγοραστή εξετάζοντας την περίπτωση στην οποία ο αγοραστής δεν είναι τελικός καταναλωτής, αλλά κερδοσκοπικός αγοραστής που προσδοκά μελλοντική άνοδο της τιμής. Στην περίπτωση αυτή, υψηλότερο έσοδο γι’ αυτόν θα αποτελεί η οριακή χρησιμότητα της διακράτησης ενόψει της προσδοκώμενης μελλοντικής πώλησης σε υψηλότερη τιμή, την οποία εκτιμά αφαιρώντας το κόστος αποθήκευσης.

We may modify the buyer summary above by considering the case in which the buyer is not an ultimate consumer, but rather a speculative buyer anticipating a future price rise. In that case, a higher revenue for him will be the marginal utility of holding for anticipated future sale at a higher price, which he considers net of the cost of storage.

103

Δ. Σχεδιασμός και εύρος επιλογών

D. PLANNING AND THE RANGE OF CHOICE

104

Θα πρέπει να είναι προφανές ότι η καθιέρωση του χρήματος διευρύνει σε τεράστιο βαθμό το εύρος των επιλογών που είναι διαθέσιμες σε όλους. Το φάσμα των εναλλακτικών χρήσεων που μπορούν να εξυπηρετηθούν από χρηματικές μονάδες είναι πολύ ευρύτερο από το πλήθος των χρήσεων στις οποίες μπορούν να διατεθούν τα επιμέρους αγαθά. Τα άλογα ή τα σπίτια μπορούν να διατεθούν σε διάφορες χρήσεις, οι πρώτες ύλες σε πολλούς τομείς της παραγωγής, αλλά το χρήμα μπορεί να δαπανηθεί για κάθε επιμέρους είδος ανταλλάξιμου αγαθού στην κοινωνία, είτε πρόκειται για υλικό εμπόρευμα είτε για άυλη υπηρεσία, για καταναλωτικό, κεφαλαιουχικό ή φυσικό αγαθό, είτε για απαιτήσεις επί αυτών των αγαθών. Το χρήμα συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στη διεύρυνση του εύρους των επιλογών· και γίνεται το ίδιο ένα βασικό μέσο που πρέπει να κατανεμηθεί στους υψηλότερα αξιολογούμενους μεταξύ των εναλλακτικών σκοπών.192

It should be evident that the establishment of money tremendously broadens the range of choice open to everybody. The range of alternative uses that can be satisfied by units of money is far wider than the number of uses to which individual goods can be put. Horses or houses can be allocated to several uses, raw materials to many areas of production, but money can be allocated in expenditure on every single type of exchangeable good in the society, whether a tangible commodity or an intangible service, a consumers’ or a capital or a natural good, or claims to these goods. Money serves greatly to expand the range of choice; and it itself becomes a key means to be allocated to the most highly valued of alternative ends.

105

Ίσως αξίζει να εξετάσουμε στο σημείο αυτό τι κάνει κάθε άνθρωπος όταν δρα. Κατανέμει πάντοτε μέσα στους υψηλότερα αξιολογούμενους από τους εναλλακτικούς σκοπούς του, όπως αυτοί κατατάσσονται στην κλίμακα αξιών του. Οι δράσεις του εν γένει, και ειδικότερα οι δράσεις του στο πλαίσιο της ανταλλαγής, είναι πάντοτε αποτέλεσμα ορισμένων προσδοκιών του, προσδοκιών σχετικά με την πλέον ικανοποιητική πορεία που θα μπορούσε να ακολουθήσει. Ακολουθεί πάντοτε την πορεία που προσδοκά ότι θα του εξασφαλίσει τον υψηλότερα κατατασσόμενο εφικτό σκοπό σε μια ορισμένη μελλοντική χρονική στιγμή —η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι τόσο κοντινή ώστε να είναι σχεδόν άμεση— και, επομένως, ψυχικό κέρδος από τη δράση. Εάν αποδειχθεί ότι ενήργησε εσφαλμένα, έτσι ώστε μια άλλη πορεία δράσης να του είχε αποφέρει μεγαλύτερο ψυχικό έσοδο, τότε έχει υποστεί ζημία. Ex ante, εκτιμά την κατάστασή του, τόσο την παρούσα όσο και την προσδοκώμενη μελλοντική, επιλέγει μεταξύ όσων αξιολογεί, προσπαθεί να επιτύχει όσα αξιολογεί υψηλότερα σύμφωνα με την «τεχνογνωσία» του και κατόπιν επιλέγει πορείες δράσης βάσει αυτών των σχεδίων. Τα σχέδια είναι οι αποφάσεις του σχετικά με τη μελλοντική δράση, οι οποίες βασίζονται στην κατάταξη των σκοπών του και στη γνώση που θεωρεί ότι διαθέτει για τον τρόπο επίτευξής τους. Κάθε άτομο, επομένως, επιδίδεται διαρκώς στον σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός αυτός μπορεί να εκτείνεται από μια εντυπωσιακή επένδυση σε μια νέα χαλυβουργική μονάδα έως την απόφαση ενός μικρού αγοριού να δαπανήσει δύο σεντς για καραμέλες, παραμένει όμως σχεδιασμός.193 Είναι, επομένως, εσφαλμένο να υποστηρίζεται ότι μια κοινωνία ελεύθερης αγοράς είναι «ασχεδίαστη»· αντιθέτως, κάθε άτομο σχεδιάζει για τον εαυτό του.

It might be worthwhile to consider at this point what each person does in action. He is always engaged in allocating means to the most highly valued of his alternative ends, as ranked on his value scale. His actions in general, and his actions in exchange in particular, are always the result of certain expectations on his part, expectations of the most satisfactory course that he could follow. He always follows the route that he expects will yield him the most highly ranked available end at a certain future time (which might in some cases be so near as to be almost immediate) and therefore a psychic profit from the action. If he proves to have acted erroneously, so that another course of action would have yielded him a greater psychic revenue, then he has incurred a loss. Ex ante he appraises his situation, present and prospective future, chooses among his valuations, tries to achieve the highest ones according to his “know-how,” and then chooses courses of action on the basis of these plans. Plans are his decisions concerning future action, based on his ranking of ends and on his assumed knowledge of how to attain the ends. Every individual, therefore, is constantly engaged in planning. This planning may range from an impressive investment in a new steel plant to a small boy’s decision to spend two cents on candy, but it is planning nevertheless. It is erroneous, therefore, to assert that a free market society is “unplanned”; on the contrary, each individual plans for himself.

106

Δεν προκύπτει, όμως, «χάος» από το γεγονός ότι τα ατομικά σχέδια δεν φαίνεται να συντονίζονται; Αντιθέτως, το σύστημα ανταλλαγών, πρώτον, συντονίζει τα ατομικά σχέδια ωφελώντας και τα δύο μέρη κάθε ανταλλαγής. Δεύτερον, το μεγαλύτερο μέρος του παρόντος τόμου αφιερώνεται στην εξήγηση και την ανάλυση των αρχών και της τάξης που καθορίζουν τα διάφορα φαινόμενα της ανταλλαγής σε μια χρηματική οικονομία: τις τιμές, την παραγωγή, τις δαπάνες κ.λπ. Κάθε άλλο παρά χαοτική, η δομή της χρηματικής οικονομίας παρουσιάζει μια σύνθετη, συστηματική εικόνα και μπορεί να συναχθεί παραγωγικά από το θεμελιώδες γεγονός της ύπαρξης ανθρώπινης δράσης και έμμεσης ανταλλαγής.194

But does not “chaos” result from the fact that individual plans do not seem to be co-ordinated? On the contrary, the exchange system, in the first place, co-ordinates individual plans by benefiting both parties to every exchange. In the second place, the bulk of the present volume is devoted to an explanation and analysis of the principles and order that determine the various exchange phenomena in a monetary economy: prices, output, expenditures, etc. Far from being chaotic, the structure of the monetary economy presents an intricate, systematic picture and is deducible from the basic existence of human action and indirect exchange.

107

6. Αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των τιμών των καταναλωτικών αγαθών

↗ στη σελίδα του βιβλίου

6. Interrelations Among the Prices of Consumers’ Goods

108

Έτσι, σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή, ο καταναλωτής βρίσκεται αντιμέτωπος με τις προϋπάρχουσες χρηματικές τιμές των διαφόρων καταναλωτικών αγαθών στην αγορά. Με βάση την κλίμακα χρησιμότητάς του, καθορίζει την κατάταξη των διαφόρων μονάδων των επιμέρους αγαθών και του χρήματος, και οι κατατάξεις αυτές καθορίζουν πόσο χρήμα θα δαπανήσει για καθένα από τα διάφορα αγαθά. Ειδικότερα, θα δαπανά χρήμα για κάθε συγκεκριμένο αγαθό έως ότου η οριακή χρησιμότητα της προσθήκης μιας μονάδας του αγαθού παύσει να είναι μεγαλύτερη από την οριακή χρησιμότητα που έχει γι’ αυτόν το χρηματικό ποσό της αγοραίας τιμής της. Αυτός είναι ο νόμος της δράσης του καταναλωτή σε μια οικονομία της αγοράς. Καθώς δαπανά χρήμα για ένα αγαθό, η οριακή χρησιμότητα των νέων μονάδων μειώνεται, ενώ η οριακή χρησιμότητα του χρήματος που θυσιάζεται αυξάνεται, έως ότου παύσει να δαπανά για το αγαθό αυτό. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η οριακή χρησιμότητα ακόμη και μίας μονάδας ενός αγαθού είναι χαμηλότερη από την οριακή χρησιμότητα του χρηματικού ποσού της τιμής της, το άτομο δεν θα αγοράσει καμία ποσότητα αυτού του αγαθού.

Thus, at any given point in time, the consumer is confronted with the previously existing money prices of the various consumers’ goods on the market. On the basis of his utility scale, he determines his rankings of various units of the several goods and of money, and these rankings determine how much money he will spend on each of the various goods. Specifically, he will spend money on each particular good until the marginal utility of adding a unit of the good ceases to be greater than the marginal utility that its money price on the market has for him. This is the law of consumer action in a market economy. As he spends money on a good, the marginal utility of the new units declines, while the marginal utility of the money forgone rises, until he ceases spending on that good. In those cases where the marginal utility of even one unit of a good is lower than the marginal utility of its money price, the individual will not buy any of that good.

109

Με αυτόν τον τρόπο καθορίζονται οι ατομικοί πίνακες ζήτησης για κάθε αγαθό και, κατά συνέπεια, οι συνολικοί πίνακες αγοραίας ζήτησης για το σύνολο των αγοραστών. Η θέση του πίνακα αγοραίας ζήτησης καθορίζει ποια θα είναι η αγοραία τιμή στο άμεσο μέλλον. Έτσι, εάν θεωρήσουμε ότι η δράση διαιρείται σε περιόδους που αποτελούνται από «ημέρες», οι επιμέρους αγοραστές διαμορφώνουν τις κατατάξεις και τους πίνακες ζήτησής τους με βάση τις τιμές που ισχύουν στο τέλος της ημέρας 1, και οι πίνακες αυτοί καθορίζουν ποιες θα είναι οι τιμές έως το τέλος της ημέρας 2.

In this way are determined the individual demand schedules for each good and, consequently, the aggregate market-demand schedules for all buyers. The position of the market-demand schedule determines what the market price will be in the immediate future. Thus, if we consider action as divided into periods consisting of “days,” then the individual buyers set their rankings and demand schedules on the basis of the prices existing at the end of day 1, and these demand schedules determine what the prices will be by the end of day 2.

110

Ο αναγνώστης παραπέμπεται τώρα στη συζήτηση του κεφαλαίου 2 παραπάνω, ενότητες 9 και 10. Η ανάλυση που εφαρμόστηκε εκεί σε συνθήκες αντιπραγματισμού ισχύει και για τις χρηματικές τιμές. Στο τέλος κάθε ημέρας, οι πίνακες ζήτησης —ή, μάλλον, οι πίνακες συνολικής ζήτησης— και το απόθεμα που υπάρχει εκείνη την ημέρα καθορίζουν την τιμή ισορροπίας της αγοράς για τη συγκεκριμένη ημέρα. Στη χρηματική οικονομία, οι παράγοντες αυτοί καθορίζουν τις χρηματικές τιμές των διαφόρων αγαθών κατά τη διάρκεια εκείνης της ημέρας. Η ανάλυση των μεταβολών της τιμής ενός αγαθού, που εκτέθηκε στο κεφάλαιο 2, εφαρμόζεται άμεσα εδώ. Στη χρηματική οικονομία, οι σημαντικότερες αγορές λειτουργούν φυσικά σε συνεχή βάση, καθώς τα αγαθά εξακολουθούν να παράγονται κάθε ημέρα. Οι μεταβολές στους πίνακες προσφοράς και ζήτησης, ή οι μεταβολές στους πίνακες συνολικής ζήτησης και στην ποσότητα του αποθέματος, έχουν ακριβώς την ίδια επίδραση ως προς την κατεύθυνση των τιμών όπως και στον αντιπραγματισμό. Μια αύξηση του πίνακα συνολικής ζήτησης της αγοράς σε σχέση με την προηγούμενη ημέρα τείνει να αυξήσει τη χρηματική τιμή της ημέρας· μια αύξηση του διαθέσιμου αποθέματος τείνει να μειώσει την τιμή κ.ο.κ. Όπως και στον αντιπραγματισμό, το απόθεμα κάθε αγαθού, στο τέλος κάθε ημέρας, έχει μεταβιβαστεί στα χέρια εκείνων που επιθυμούν εντονότερα να το κατέχουν.

The reader is now referred back to the discussion in chapter 2 above, sections 9 and 10. The analysis, there applied to barter conditions, applies to money prices as well. At the end of each day, the demand schedules (or rather, the total demand schedules) and the stock in existence on that day set the market equilibrium price for that day. In the money economy, these factors determine the money prices of the various goods during that day. The analysis of changes in the prices of a good, set forth in chapter 2, is directly applicable here. In the money economy, the most important markets are naturally continuous, as goods continue to be produced in each day. Changes in supply and demand schedules or changes in total demand schedules and quantity of stock have exactly the same directional effect as in barter. An increase in the market’s total demand schedule over the previous day tends to increase the money price for the day; an increase in stock available tends to lower the price, etc. As in barter, the stock of each good, at the end of each day, has been transferred into the hands of the most eager possessors.

111

Μέχρι αυτό το σημείο έχουμε επικεντρωθεί στον προσδιορισμό της χρηματικής τιμής κάθε καταναλωτικού αγαθού, χωρίς να αφιερώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στις σχέσεις μεταξύ αυτών των τιμών. Οι αλληλεξαρτήσεις, ωστόσο, θα πρέπει να είναι σαφείς. Τα διαθέσιμα αγαθά κατατάσσονται στην κλίμακα αξιών κάθε ατόμου, μαζί με τη δυνατότητα διακράτησης του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα στο χρηματικό του υπόλοιπο. Κατόπιν, σύμφωνα με τις κατατάξεις και τον νόμο της χρησιμότητας, το άτομο κατανέμει τις χρηματικές του μονάδες στις υψηλότερα αξιολογούμενες χρήσεις: στα διάφορα καταναλωτικά αγαθά, στην επένδυση σε διάφορους συντελεστές παραγωγής και στην αύξηση του χρηματικού του υπολοίπου. Ας αφήσουμε εδώ για μεταγενέστερα κεφάλαια το ζήτημα της επιλεγόμενης κατανομής μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης, καθώς και το ζήτημα της αύξησης του χρηματικού υπολοίπου, και ας εξετάσουμε μόνο τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των τιμών των καταναλωτικών αγαθών.

Up to this point we have concentrated on the determination of the money price of each consumers’ good, without devoting much attention to the relations among these prices. The interrelationships should be clear, however. The available goods are ranked, along with the possibility of holding the money commodity in one’s cash balance, on each individual’s value scale. Then, in accordance with the rankings and the law of utility, the individual allocates his units of money to the most highly valued uses: the various consumers’ goods, investment in various factors, and addition to his cash balance. Let us here set aside the question of the distribution chosen between consumption and investment, and the question of addition to the cash balance, until later chapters, and consider the interrelations among the prices of consumers’ goods alone.

112

Ο νόμος της αλληλεξάρτησης των καταναλωτικών αγαθών είναι ο εξής: Όσο περισσότερα υποκατάστατα είναι διαθέσιμα για ένα δεδομένο αγαθό, τόσο πιο ελαστικοί θα τείνουν να είναι οι πίνακες ζήτησης — ατομικοί και αγοραίοι— για το αγαθό αυτό. Σύμφωνα με τον ορισμό του «αγαθού», δύο αγαθά δεν μπορούν να είναι «τέλεια υποκατάστατα» μεταξύ τους, διότι, εάν οι καταναλωτές θεωρούσαν δύο αγαθά απολύτως όμοια, αυτά θα αποτελούσαν, εξ ορισμού, ένα και το αυτό αγαθό. Από την άλλη πλευρά, όλα τα καταναλωτικά αγαθά είναι μερικά υποκατάστατα μεταξύ τους. Όταν ένας άνθρωπος κατατάσσει στην κλίμακα αξιών του τα μυριάδες διαθέσιμα αγαθά και σταθμίζει τις φθίνουσες χρησιμότητες του καθενός, τα αντιμετωπίζει όλα ως μερικά υποκατάστατα μεταξύ τους. Μια μεταβολή στην κατάταξη ενός αγαθού μεταβάλλει αναγκαστικά την κατάταξη όλων των άλλων αγαθών, εφόσον όλες οι κατατάξεις είναι διατακτικές και σχετικές. Μια υψηλότερη τιμή ενός αγαθού —λόγω, για παράδειγμα, μείωσης του παραγόμενου αποθέματος— θα τείνει να μετατοπίσει τη ζήτηση των καταναλωτών από αυτό προς άλλα καταναλωτικά αγαθά και, επομένως, οι πίνακες ζήτησης των τελευταίων θα τείνουν να αυξηθούν. Αντιστρόφως, η αύξηση της προσφοράς ενός αγαθού και η επακόλουθη μείωση της τιμής του θα τείνουν να μετατοπίσουν την καταναλωτική ζήτηση από άλλα αγαθά προς αυτό και να μειώσουν τους πίνακες ζήτησης των άλλων αγαθών — ορισμένων, βεβαίως, περισσότερο από ό,τι άλλων.

The law of the interrelation of consumers’ goods is: The more substitutes there are available for any given good, the more elastic will tend to be the demand schedules (individual and market) for that good. By the definition of “good,” two goods cannot be “perfect substitutes” for each other, since if consumers regarded two goods as completely identical, they would, by definition, be one good. All consumers’ goods are, on the other hand, partial substitutes for one another. When a man ranks in his value scale the myriad of goods available and balances the diminishing utilities of each, he is treating them all as partial substitutes for one another. A change in ranking for one good by necessity changes the rankings of all the other goods, since all the rankings are ordinal and relative. A higher price for one good (owing, say, to a decrease in stock produced) will tend to shift the demand of consumers from that to other consumers’ goods, and therefore their demand schedules will tend to increase. Conversely, an increased supply and a consequent lowering of price for a good will tend to shift consumer demand from other goods to this one and lower the demand schedules for the other goods (for some, of course, more than for others).

113

Είναι σφάλμα να υποθέτουμε ότι μόνο τα τεχνολογικά όμοια αγαθά είναι υποκατάστατα μεταξύ τους. Όσο περισσότερο χρήμα δαπανούν οι καταναλωτές για χοιρινό κρέας, τόσο λιγότερο έχουν να δαπανήσουν για βοδινό· ή όσο περισσότερο χρήμα δαπανούν για ταξίδια, τόσο λιγότερο έχουν να δαπανήσουν για τηλεοπτικές συσκευές. Ας υποθέσουμε ότι η μείωση της προσφοράς χοιρινού κρέατος αυξάνει την τιμή του στην αγορά· είναι σαφές ότι η ζητούμενη ποσότητα και η τιμή του βοδινού κρέατος θα επηρεαστούν από αυτή τη μεταβολή. Εάν ο πίνακας ζήτησης χοιρινού κρέατος έχει ελαστικότητα μεγαλύτερη της μονάδας σε αυτό το εύρος, τότε η υψηλότερη τιμή θα έχει ως αποτέλεσμα να δαπανάται λιγότερο χρήμα για χοιρινό και περισσότερο χρήμα θα τείνει να διοχετευθεί σε ένα υποκατάστατο όπως το βοδινό. Οι πίνακες ζήτησης βοδινού κρέατος θα αυξηθούν και η τιμή του θα τείνει να ανέλθει. Αντιθέτως, εάν ο πίνακας ζήτησης χοιρινού κρέατος είναι ανελαστικός, θα δαπανάται περισσότερο χρήμα των καταναλωτών για χοιρινό, και το αποτέλεσμα θα είναι η μείωση του πίνακα ζήτησης βοδινού κρέατος και, κατά συνέπεια, της τιμής του. Τέτοιες αλληλεξαρτήσεις μεταξύ υποκατάστατων αγαθών, ωστόσο, ισχύουν σε κάποιον βαθμό για όλα τα αγαθά, εφόσον όλα τα αγαθά είναι υποκατάστατα μεταξύ τους· διότι κάθε αγαθό ανταγωνίζεται για το χρηματικό απόθεμα των καταναλωτών. Βεβαίως, ορισμένα αγαθά είναι «στενότερα» υποκατάστατα από άλλα και οι αλληλεξαρτήσεις μεταξύ τους θα είναι ισχυρότερες από ό,τι μεταξύ των υπολοίπων. Ο βαθμός υποκατάστασης εξαρτάται, ωστόσο, από τις ιδιαίτερες περιστάσεις του καταναλωτή και τις προτιμήσεις του και όχι από την τεχνολογική ομοιότητα.

It is a mistake to suppose that only technologically similar goods are substitutes for one another. The more money consumers spend on pork, the less they have to spend on beef, or the more money they spend on travel, the less they have to spend on TV sets. Suppose that a reduction in its supply raises the price of pork on the market; it is clear that the quantity demanded, and the price, of beef will be affected by this change. If the demand schedule for pork is more than unitarily elastic in this range, then the higher price will cause less money to be spent on pork, and more money will tend to be shifted to such a substitute as beef. The demand schedules for beef will increase, and the price of beef will tend to rise. On the other hand, if the demand schedule for pork is inelastic, more consumers’ money will be spent on pork, and the result will be a fall in the demand schedule for beef and consequently in its price. Such interrelations of substitute goods, however, hold true in some degree for all goods, since all goods are substitutes for one another; for every good is engaged in competing for the consumers’ stock of money. Of course, some goods are “closer” substitutes than others, and the interrelations among them will be stronger than among the others. The closeness of the substitution depends, however, on the particular circumstances of the consumer and his preferences rather than on technological similarity.

114

Έτσι, τα καταναλωτικά αγαθά, στον βαθμό που είναι υποκατάστατα μεταξύ τους, συνδέονται ως εξής: Όταν το απόθεμα του A αυξάνεται και, επομένως, η τιμή του A μειώνεται, (1) εάν ο πίνακας ζήτησης του A είναι ελαστικός, θα υπάρχει τάση μείωσης των πινάκων ζήτησης των B, C, D κ.λπ. και επακόλουθης μείωσης των τιμών τους· (2) εάν ο πίνακας ζήτησης του A είναι ανελαστικός, θα υπάρξει αύξηση των πινάκων ζήτησης των B, C, D κ.λπ. και επακόλουθη αύξηση των τιμών τους· (3) εάν ο πίνακας ζήτησης έχει ακριβώς ουδέτερη, ή μοναδιαία, ελαστικότητα, έτσι ώστε να μην υπάρχει μεταβολή στο χρηματικό ποσό που δαπανάται για το A, δεν θα υπάρξει επίδραση στη ζήτηση και στις τιμές των άλλων αγαθών.

Thus, consumers’ goods, in so far as they are substitutes for one another, are related as follows: When the stock of A rises and the price of A therefore falls, (1) if the demand schedule for A is elastic, there will be a tendency for a decline in the demand schedules for B, C, D, etc., and consequent declines in their prices; (2) if the demand schedule for A is inelastic, there will be a rise in the demand schedules for B, C, D, etc., and a consequent rise in their prices; (3) if the demand schedule has exactly neutral (or unitary) elasticity, so that there is no change in the amount of money expended on A, there will be no effect on the demands for and the prices of the other goods.

115

Καθώς αναπτύσσεται η χρηματική οικονομία και ακμάζει ο πολιτισμός, διευρύνεται σημαντικά το φάσμα των διαθέσιμων ειδών αγαθών και, επομένως, αυξάνεται ο αριθμός των αγαθών που μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο. Κατά συνέπεια, υπάρχει τάση να γίνεται πιο ελαστική η ζήτηση για τα διάφορα καταναλωτικά αγαθά, μολονότι η ελαστικότητά της θα εξακολουθεί να ποικίλλει από πολύ υψηλή έως πολύ χαμηλή. Στον βαθμό που ο πολλαπλασιασμός των υποκατάστατων τείνει να καθιστά ελαστικές τις καμπύλες ζήτησης των επιμέρους αγαθών, θα τείνει να επικρατεί ο πρώτος τύπος αλληλεπίδρασης. Επιπλέον, όταν νέα είδη αγαθών καθιερώνονται στην αγορά, είναι σαφές ότι θα αποσπούν χρηματική ζήτηση από άλλα, υποκατάστατα προϊόντα και, συνεπώς, θα προκαλούν τον πρώτο τύπο αντίδρασης.

As the money economy develops and civilization flowers, there is a great expansion in the types of goods available and therefore in the number of goods that can be substituted for one another. Consequently, there is a tendency for the demands for the various consumers’ goods to become more elastic, although they will continue to vary from highly elastic to highly inelastic. In so far as the multiplication of substitutes tends to render demand curves for individual goods elastic, the first type of interaction will tend to predominate. Furthermore, when new types of goods are established on the market, these will clearly draw monetary demand away from other, substitute products, and hence bring about the first type of reaction.

116

Οι σχέσεις υποκατάστασης μεταξύ των καταναλωτικών αγαθών εκτέθηκαν με πειστικό τρόπο στο ακόλουθο απόσπασμα του Philip Wicksteed:

The substitutive interrelations of consumers’ goods were cogently set forth in this passage by Philip Wicksteed:

117

Είναι αρκετά προφανές ότι, όταν μια γυναίκα πηγαίνει στην αγορά χωρίς να έχει αποφασίσει εάν θα αγοράσει πατάτες νέας σοδειάς ή κοτόπουλα, η τιμή στην οποία διαπιστώνει ότι μπορεί να τα προμηθευτεί ενδέχεται να καθορίσει την απόφασή της προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. ... Διότι η τιμή είναι η πρώτη και πιο προφανής ένδειξη της φύσης των εναλλακτικών δυνατοτήτων τις οποίες θυσιάζει, εάν πραγματοποιήσει την αγορά που εξετάζει. Είναι, όμως, σχεδόν εξίσου προφανές ότι το ζήτημα θα επηρεαστεί όχι μόνο από την τιμή αυτών των συγκεκριμένων πραγμάτων, αλλά και από την τιμή ορισμένων άλλων. Εάν διατίθενται καλές, γερές πατάτες παλιάς σοδειάς σε χαμηλή τιμή, η αγοράστρια θα είναι λιγότερο πιθανό να καταβάλει υψηλή τιμή για πατάτες νέας σοδειάς, διότι υπάρχει μια καλή εναλλακτική δυνατότητα με ευνοϊκούς όρους. ... Εάν η νοικοκυρά σκέφτεται να τιμήσει μια μικρή παρέα γειτόνων προσφέροντάς τους δύο κοτόπουλα στο δείπνο, είναι δυνατόν να τους περιποιηθεί με τον προσήκοντα σεβασμό, αν και χωρίς ιδιαίτερη επισημότητα, αντικαθιστώντας τα με λίγες λίβρες μπακαλιάρου. Και στην περίπτωση αυτή, όχι μόνο η τιμή των κοτόπουλων αλλά και η τιμή του μπακαλιάρου θα τείνουν να επηρεάσουν την επιλογή της. ...

Από τι εξαρτάται, όμως, η σημασία ...; Πιθανότατα από την τιμή πραγμάτων που δεν έχουν καμία προφανή σχέση ούτε με το κοτόπουλο ούτε με τον μπακαλιάρο. Ένας πατέρας και μια μητέρα μπορεί να έχουν φιλοδοξίες για τη μόρφωση ή τις δεξιότητες των παιδιών τους και να είναι διατεθειμένοι να περιορίσουν σημαντικά τις δαπάνες τους για άλλα πράγματα προκειμένου να τις ικανοποιήσουν. Τέτοιοι γονείς μπορεί να είναι διατεθειμένοι να υποστούν ... προσφέροντας στους καλεσμένους τους λιγότερο πλούσια φιλοξενία από όση απαιτεί το έθιμο και εξασφαλίζοντας συγχρόνως μαθήματα γαλλικών ή βιολιού για τα παιδιά τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το ερώτημα εάν θα αγοράσουν πατάτες νέας ή παλιάς σοδειάς, ή εάν θα φιλοξενήσουν τους φίλους τους προσφέροντας κοτόπουλο ή μπακαλιάρο, ή τίποτε από τα δύο, μπορεί να επηρεαστεί από τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να εξασφαλιστούν μαθήματα γαλλικών ή μουσικής ικανοποιητικής ποιότητας.195

It is sufficiently obvious that when a woman goes into the market uncertain whether she will or will not buy new potatoes, or chickens, the price at which she finds that she can get them may determine her either cation of the nature of the alternatives that she is foregoing, if she makes a contemplated purchase. But it is almost equally obvious that not only the price of these particular things, but the price of a number of other things also will affect the problem. If good, sound, old potatoes are to be had at a low price, the marketer will be less likely to pay a high price for new ones, because there is a good alternative to be had on good terms. . . . If the housewife is thinking of doing honour to a small party of neighbours by providing a couple of chickens for their entertainment at supper, it is possible that she could treat them with adequate respect, though not with distinction, by substituting a few pounds of cod. And in that case not only the price of chickens but the price of cod will tend to affect her choice. . . . But on what does the significance . . . [of the price difference between chicken and cod] depend? Probably upon the price of things that have no obvious connection with either chicken or cod. A father and mother may have ambitions with respect to the education or accomplishments of their children, and may be willing considerably to curtail their expenditure on other things in order to gratify them. Such parents may be willing to incur . . . entertaining their guests less sumptuously than custom demands, and at the same time getting French or violin lessons for their children. In such cases the question whether to buy new or old potatoes, or whether to entertain friends with chicken or cod, or neither, may be affected by the terms on which French or music lessons of a satisfactory quality can be secured.27

118

Ενώ όλα τα καταναλωτικά αγαθά ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τις αγορές των καταναλωτών, ορισμένα αγαθά είναι επίσης συμπληρωματικά μεταξύ τους. Πρόκειται για αγαθά των οποίων τις χρήσεις οι καταναλωτές συνδέουν στενά, έτσι ώστε οι μεταβολές της ζήτησής τους είναι πιθανό να συνδέονται επίσης στενά. Παράδειγμα συμπληρωματικών καταναλωτικών αγαθών αποτελούν τα μπαστούνια και οι μπάλες του γκολφ, δύο αγαθά των οποίων η ζήτηση τείνει να αυξάνεται και να μειώνεται από κοινού. Στην περίπτωση αυτή, για παράδειγμα, η αύξηση της προσφοράς μπαλών του γκολφ θα τείνει να προκαλέσει μείωση των τιμών τους, η οποία θα τείνει να αυξήσει τον πίνακα ζήτησης για μπαστούνια του γκολφ, καθώς και τη ζητούμενη ποσότητα μπαλών του γκολφ. Αυτό θα τείνει να αυξήσει την τιμή των μπαστουνιών του γκολφ. Στον βαθμό, λοιπόν, που δύο αγαθά είναι συμπληρωματικά μεταξύ τους, όταν αυξάνεται το απόθεμα του A και, επομένως, μειώνεται η τιμή του A, ο πίνακας ζήτησης του B αυξάνεται και η τιμή του θα τείνει να ανέλθει. Εφόσον η μείωση της τιμής ενός αγαθού θα αυξάνει πάντοτε τη ζητούμενη ποσότητά του —σύμφωνα με τον νόμο της ζήτησης—, θα ενισχύει πάντοτε τον πίνακα ζήτησης ενός συμπληρωματικού αγαθού και, επομένως, θα τείνει να αυξήσει την τιμή του.196 Για την επίδραση αυτή, η ελαστικότητα της ζήτησης του αρχικού αγαθού δεν έχει σημασία.

While all consumers’ goods compete with one another for consumer purchases, some goods are also complementary to one another. These are goods whose uses are closely linked together by consumers, so that movements in demand for them are likely to be closely tied together. An example of complementary consumers’ goods is golf clubs and golf balls, two goods the demands for which tend to rise and fall together. In this case, for example, an increase in the supply of golf balls will tend to cause a fall in their prices, which will tend to raise the demand schedule for golf clubs as well as to increase the quantity of golf balls demanded. This will tend to increase the price of golf clubs. In so far, then, as two goods are complementary to each other, when the stock of A rises, and the price of A therefore falls, the demand schedule for B increases and its price will tend to rise. Since a fall in the price of a good will always increase the quantity of the good demanded (by the law of demand), this will always stimulate the demand schedule for a complementary good and thus tend to raise its price. For this effect the elasticity of demand for the original good has no relevance.

119

Συνοψίζοντας αυτές τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των καταναλωτικών αγαθών:

Summing up these interrelations among consumers’ goods:

120

— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)

SUBSTITUTABLE GOODS: If stock of A rises, and price of A falls, and Demand Curve for A is: Inelastic: Demand for, Price of, B, C, D, . . . rise Elastic: Demand for, Price of, B, C, D, . . . fall Neutral: No effect on B, C, D, . . . COMPLEMENTARY GOODS: If stock of A rises, price of A falls, and: Demand for, and Price of, B, C, D, . . . rise. (Unless Demand Curve for A is vertical, then there is no effect.)

121

Όλα τα αγαθά μπορούν να υποκαταστήσουν το ένα το άλλο, ενώ λιγότερα είναι συμπληρωματικά. Όταν είναι επίσης συμπληρωματικά, η επίδραση της συμπληρωματικότητας συνδυάζεται με την επίδραση της υποκατάστασης, και η φύση κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης θα καθορίσει ποια επίδραση θα είναι ισχυρότερη.

All goods are substitutable for one another, while fewer are complementary. When they are also complementary, then the complementary effect will be mixed with the substitutive effect, and the nature of each particular case will determine which effect will be the stronger.

122

Η συζήτηση αυτή για τις αλληλεξαρτήσεις των καταναλωτικών αγαθών εξέτασε μόνο την επίδραση μεταβολών που προέρχονται από την πλευρά του αποθέματος ή της προσφοράς. Οι επιδράσεις είναι διαφορετικές όταν η μεταβολή αφορά τον πίνακα ζήτησης και όχι την ποσότητα του αποθέματος. Ας υποθέσουμε ότι ο πίνακας αγοραίας ζήτησης για το αγαθό A αυξάνεται — μετατοπίζεται προς τα δεξιά. Αυτό σημαίνει ότι, για κάθε υποθετική τιμή, αυξάνονται η αγοραζόμενη ποσότητα του A και, επομένως, το χρηματικό ποσό που δαπανάται για το A. Με δεδομένη, όμως, την προσφορά —το απόθεμα— χρήματος στην κοινωνία, αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξουν μειώσεις στους πίνακες ζήτησης ενός ή περισσότερων άλλων αγαθών.197 Η δαπάνη περισσότερου χρήματος για το αγαθό A, με δεδομένο το χρηματικό απόθεμα, σημαίνει ότι δαπανάται λιγότερο χρήμα για τα αγαθά B, C, D ... Οι καμπύλες ζήτησης των τελευταίων αγαθών «μετατοπίζονται προς τα αριστερά» και οι τιμές τους μειώνονται. Επομένως, η δυνατότητα όλων των αγαθών να υποκαθιστούν το ένα το άλλο έχει ως αποτέλεσμα η αυξημένη ζήτηση για το A, η οποία προκαλεί άνοδο της τιμής του A, να οδηγεί σε μειωμένους πίνακες ζήτησης και σε πτώση των τιμών των αγαθών B, C, D ... Μπορούμε να κατανοήσουμε πληρέστερα αυτή τη σχέση εάν λάβουμε υπόψη ότι οι πίνακες ζήτησης καθορίζονται από τις ατομικές κλίμακες αξιών και ότι η άνοδος της οριακής χρησιμότητας μιας μονάδας του A συνεπάγεται αναγκαστικά σχετική πτώση της χρησιμότητας των άλλων καταναλωτικών αγαθών.

This discussion of the interrelation of consumers’ goods has treated the effect only of changes from the stock, or supply, side. The effects are different when the change occurs in the demand schedule instead of in the quantity of stock. Suppose that the market-demand schedule for good A increases—shifts to the right. This means that, for every hypothetical price, the quantity of A bought, and therefore the amount of money spent on A, increases. But, given the supply (stock) of money in the society, this means that there will be decreases in the demand schedules for one or more other goods. More money spent on good A, given the stock of money, signifies that less money is spent on goods B, C, D . . . The demand curves for the latter goods “shift to the left,” and the prices of these goods fall. Therefore, the effect of the substitutability of all goods for one another is that an increased demand for A, resulting in a rise in the price of A, will lead to decreased demand schedules and falling prices for goods B, C, D . . . We can see this relation more fully when we realize that the demand schedules are determined by individual value scales and that a rise in the marginal utility of a unit of A necessarily means a relative fall in the utility of the other consumers’ goods.

123

Στον βαθμό που δύο αγαθά είναι συμπληρωματικά, τείνει να εμφανιστεί μια άλλη επίδραση. Εάν αυξηθεί ο πίνακας ζήτησης για μπαστούνια του γκολφ, είναι πιθανό η αύξηση αυτή να συνοδεύεται από αύξηση του πίνακα ζήτησης για μπάλες του γκολφ, εφόσον και οι δύο καθορίζονται από τη σχετικά εντονότερη επιθυμία ενασχόλησης με το γκολφ. Όταν οι μεταβολές προέρχονται από την πλευρά της ζήτησης, οι τιμές των συμπληρωματικών αγαθών τείνουν να αυξάνονται και να μειώνονται από κοινού. Στην περίπτωση αυτή, δεν θα έπρεπε να πούμε ότι η αύξηση της ζήτησης του A οδήγησε σε αύξηση της ζήτησης του συμπληρωματικού του αγαθού B, εφόσον και οι δύο αυξήσεις οφείλονταν στην αυξημένη ζήτηση για το καταναλωτικό «πακέτο» στο οποίο τα δύο αγαθά συνδέονται στενά.

In so far as two goods are complementary, another effect tends to occur. If there is an increase in the demand schedule for golf clubs, it is likely to be accompanied by an increase in the demand schedule for golf balls, since both are determined by increased relative desires to play golf. When changes come from the demand side, the prices of complementary goods tend to rise and fall together. In this case, we should not say that the rise in demand for A led to a rise in demand for its complement B, since both increases were due to an increased demand for the consumption “package” in which the two goods are intimately related.

124

Μπορούμε τώρα να συνοψίσουμε και τις δύο ομάδες αλληλεξαρτήσεων των καταναλωτικών αγαθών, τόσο για μεταβολές του αποθέματος όσο και για μεταβολές της ζήτησης —η ζήτηση διακράτησης των προμηθευτών μπορεί να παραλειφθεί εδώ, εφόσον αυτό το κερδοσκοπικό στοιχείο τείνει προς ορθές εκτιμήσεις του βασικού προσδιοριστικού παράγοντα, της καταναλωτικής ζήτησης.

We may now sum up both sets of interrelations of consumers’ goods, for changes in stock and in demand (suppliers’ reservation demand can be omitted here, since this speculative element tends toward correct estimates of the basic determinant, consumer demand).

125

Ο Πίνακας 10 παρουσιάζει τις αντιδράσεις των άλλων αγαθών, B, C, D, στις μεταβολές των προσδιοριστικών παραγόντων του αγαθού A, στον βαθμό που τα αγαθά αυτά είναι υποκατάστατα ή συμπληρωματικά του. Το πρόσημο + δηλώνει ότι οι τιμές των άλλων αγαθών αντιδρούν προς την ίδια κατεύθυνση με την τιμή του αγαθού A· το πρόσημο − δηλώνει ότι οι τιμές των άλλων αγαθών αντιδρούν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Table 10 indicates the reactions of other goods, B, C, D, to changes in the determinants for good A, in so far as these goods are substitutable for it or complementary to it. A + sign signifies that the prices of the other goods react in the same direction as the price of good A; a – sign signifies that the prices of the other goods react in the opposite direction.

126

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα παλαιό απόθεμα ενός αγαθού μπορεί να αξιολογείται διαφορετικά από το νέο και, επομένως, να αποτελέσει χωριστό αγαθό. Έτσι, ενώ παλιά καρφιά που έχουν αποθηκευτεί σωστά μπορεί να θεωρούνται το ίδιο αγαθό με τα νεοπαραχθέντα καρφιά, ένα παλιό Ford δεν θα θεωρείται το ίδιο αγαθό με ένα καινούργιο. Θα υπάρχει, ωστόσο, οπωσδήποτε στενή σχέση μεταξύ των δύο αγαθών. Εάν ο πίνακας προσφοράς των καινούργιων Ford μειωθεί και η τιμή αυξηθεί, οι καταναλωτές θα τείνουν να στραφούν στην αγορά παλιών Ford, με αποτέλεσμα να τείνει να αυξηθεί η τιμή των τελευταίων.

In some cases, an old stock of a good may be evaluated differently from the new and therefore may become a separate good. Thus, while well-stored old nails might be considered the same good as newly produced nails, an old Ford will not be considered the same as a new one. There will, however, definitely be a close relation between the two goods. If the supply schedule for the

127

Έτσι, παλιά και καινούργια εμπορεύματα, τεχνολογικά όμοια, τείνουν να είναι πολύ στενά υποκατάστατα μεταξύ τους, και η ζήτηση και οι τιμές τους τείνουν να συνδέονται στενά.

new Fords decreases and the price rises, consumers will tend to shift to the purchase of old Fords, tending to raise the price of the latter. Thus, old and new commodities, technologically similar, tend to be very close substitutes for each other, and their demands and prices tend to be closely related.

128

Πολλά έχουν γραφτεί στην οικονομική βιβλιογραφία της θεωρίας της κατανάλωσης σχετικά με την «υπόθεση» ότι κάθε καταναλωτικό αγαθό είναι επιθυμητό εντελώς ανεξάρτητα από τα άλλα αγαθά. Στην πραγματικότητα, όπως είδαμε, οι επιθυμίες για τα διάφορα αγαθά είναι κατ’ ανάγκην αλληλεξαρτώμενες, εφόσον όλα κατατάσσονται στις κλίμακες αξιών των καταναλωτών. Οι χρησιμότητες των επιμέρους αγαθών είναι σχετικές μεταξύ τους. Αυτές οι καταταγμένες αξίες των αγαθών και του χρήματος επιτρέπουν τη διαμόρφωση ατομικών και, κατόπιν, συνολικών πινάκων ζήτησης σε χρηματικούς όρους για κάθε συγκεκριμένο αγαθό.

Much has been written in the economic literature of consumption theory on the “assumption” that each consumers’ good is desired quite independently of other goods. Actually, as we have seen, the desires for various goods are of necessity interdependent, since all are ranged on the consumers’ value scales. Utilities of each of the goods are relative to one another. These ranked values for goods and money permit the formation of individual, and then aggregate, demand schedules in money for each particular good.

129

7. Οι τιμές των διαρκών αγαθών και των υπηρεσιών τους

↗ στη σελίδα του βιβλίου

7. The Prices of Durable Goods and Their Services

130

Γιατί αγοράζει ένας άνθρωπος ένα καταναλωτικό αγαθό; Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 1, ένα καταναλωτικό αγαθό είναι επιθυμητό και αναζητείται επειδή το δρων άτομο πιστεύει ότι θα χρησιμεύσει στην ικανοποίηση επιθυμιών στις οποίες αποδίδει επείγουσα σημασία, ότι θα του επιτρέψει να επιτύχει τους σκοπούς στους οποίους αποδίδει αξία. Με άλλα λόγια, το αγαθό έχει αξία λόγω των προσδοκώμενων υπηρεσιών που θα παρέχει. Τα υλικά εμπορεύματα, λοιπόν, όπως τα τρόφιμα, τα ενδύματα, οι κατοικίες κ.λπ., και οι άυλες προσωπικές υπηρεσίες, όπως η ιατρική φροντίδα και οι συναυλιακές εκτελέσεις, είναι όμοια ως προς τη θέση τους στη ζωή του καταναλωτή. Και τα δύο αξιολογούνται από τον καταναλωτή με βάση τις υπηρεσίες τους ως προς την παροχή ικανοποιήσεων.

Why does a man purchase a consumers’ good? As we saw back in chapter 1, a consumers’ good is desired and sought because the actor believes that it will serve to satisfy his urgently valued desires, that it will enable him to attain his valued ends. In other words, the good is valuable because of the expected services that it will provide. Tangible commodities, then, such as food, clothing, houses, etc., and intangible personal services, such as medical attention and concert performances, are similar in the life of the consumer. Both are evaluated by the consumer in terms of their services in providing him with satisfactions.

131

Κάθε είδος καταναλωτικού αγαθού θα αποδίδει μια ορισμένη ποσότητα υπηρεσιών ανά μονάδα χρόνου. Αυτές μπορούν να ονομαστούν μονάδες υπηρεσίας. Όταν είναι ανταλλάξιμες, οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να πωλούνται χωριστά. Από την άλλη πλευρά, όταν ένα αγαθό είναι υλικό εμπόρευμα και διαρκές, μπορεί να πωληθεί στον καταναλωτή ως ενιαίο σύνολο, ενσωματώνοντας έτσι μια προσδοκώμενη μελλοντική ροή πολλών μονάδων υπηρεσίας. Ποιες είναι οι αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των αγορών και των τιμών των μονάδων υπηρεσίας και του διαρκούς αγαθού ως συνόλου;

Every type of consumers’ good will yield a certain amount of services per unit of time. These may be called unit services. When they are exchangeable, these services may be sold individually. On the other hand, when a good is a physical commodity and is durable, it may be sold to the consumer in one piece, thereby embodying an expected future accrual of many unit services. What are the interrelations among the markets for, and prices of, the unit services and the durable good as a whole?

132

Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, είναι προφανές ότι ένα αγαθό μεγαλύτερης διάρκειας έχει μεγαλύτερη αξία από ένα αγαθό μικρότερης διάρκειας, διότι ενσωματώνει περισσότερες μελλοντικές μονάδες υπηρεσίας. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι υπάρχουν δύο τηλεοπτικές συσκευές, πανομοιότυπες ως προς την υπηρεσία που παρέχουν στον θεατή, αλλά ότι η A έχει αναμενόμενη διάρκεια ζωής πέντε ετών και η B δέκα. Μολονότι η υπηρεσία είναι ίδια, η B έχει να προσφέρει στον καταναλωτή διπλάσιες υπηρεσίες από την A. Στην αγορά, επομένως, η τιμή της B θα τείνει να είναι διπλάσια της τιμής της A.198

Other things being equal, it is obvious that a more durable good is more valuable than a less durable good, since it embodies more future unit services. Thus, suppose that there are two television sets, each identical in service to the viewer, but that A has an expected life of five years, and B of 10. Though the service is identical, B has twice as many services as A to offer the consumer. On the market, then, the price of B will tend to be twice the price of A.

133

Για τα μη διαρκή αγαθά δεν τίθεται το πρόβλημα της χωριστής πώλησης της υπηρεσίας του αγαθού και του ίδιου του αγαθού. Εφόσον ενσωματώνουν υπηρεσίες που εκτείνονται σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, πωλούνται σχεδόν πάντοτε ως σύνολο. Το βούτυρο, τα αυγά, τα Wheaties κ.λπ. πωλούνται ως σύνολο, ενσωματώνοντας όλες τις υπηρεσίες τους. Ελάχιστοι θα σκέφτονταν να «νοικιάσουν» αυγά. Οι προσωπικές υπηρεσίες, αντιθέτως, δεν πωλούνται ποτέ ως σύνολο, διότι, στην ελεύθερη αγορά, οι συμβάσεις δουλείας δεν είναι εκτελεστές. Έτσι, κανείς δεν μπορεί να αγοράσει έναν γιατρό, έναν δικηγόρο ή έναν πιανίστα εφ’ όρου ζωής, ώστε να παρέχει υπηρεσίες κατά τη βούληση του αγοραστή χωρίς περαιτέρω αμοιβή. Οι προσωπικές υπηρεσίες, επομένως, πωλούνται πάντοτε κατά τις επιμέρους μονάδες τους.

For nondurable goods, the problem of the separate sale of the service of the good and of the good itself does not arise. Since they embody services over a relatively short span of time, they are almost always sold as a whole. Butter, eggs, Wheaties, etc., are sold as a whole, embodying all their services. Few would think of “renting” eggs. Personal services, on the other hand, are never sold as a whole, since, on the free market, slave contracts are not enforceable. Thus, no one can purchase a doctor or a lawyer or a pianist for life, to perform services at will with no further payment. Personal services, then, are always sold in their individual units.

134

Το πρόβλημα του κατά πόσον οι υπηρεσίες πρέπει να πωλούνται χωριστά ή μαζί με το αγαθό ως σύνολο ανακύπτει στην περίπτωση διαρκών εμπορευμάτων, όπως οι κατοικίες, τα πιάνα, τα σμόκιν, οι τηλεοπτικές συσκευές κ.λπ. Έχουμε δει ότι τα αγαθά δεν πωλούνται ως ολόκληρη κατηγορία, όπως «ψωμί» ή «αυγά», αλλά σε χωριστές ομοιογενείς μονάδες της προσφοράς τους, όπως «καρβέλια ψωμιού» ή «δωδεκάδες αυγών». Στην παρούσα συζήτηση, ένα αγαθό μπορεί να πωλείται είτε ως πλήρης υλική μονάδα —μια κατοικία, μια τηλεοπτική συσκευή κ.λπ.— είτε σε μονάδες υπηρεσίας κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου. Αυτή η πώληση μονάδων υπηρεσίας ενός διαρκούς αγαθού ονομάζεται μίσθωση ή εκμίσθωση του αγαθού. Η τιμή της μονάδας υπηρεσίας ονομάζεται μίσθωμα.199

The problem whether services should be sold separately or with the good as a whole arises in the case of durable commodities, such as houses, pianos, tuxedos, television sets, etc. We have seen that goods are sold, not as a total class, e.g., “bread” or “eggs,” but in separate homogeneous units of their supply, such as “loaves of bread,” or “dozens of eggs.” In the present discussion, a good can be sold either as a complete physical unit—a house, a television set, etc.—or in service units over a period of time. This sale of service units of a durable good is called renting or renting out or hiring out the good. The price of the service unit is called the rent.

135

Εφόσον το ίδιο το αγαθό δεν είναι παρά μια δέσμη προσδοκώμενων μονάδων υπηρεσίας, είναι ορθό να βασίσουμε την ανάλυσή μας στη μονάδα υπηρεσίας. Είναι σαφές ότι η ζήτηση και η τιμή μιας μονάδας υπηρεσίας ενός καταναλωτικού αγαθού θα καθορίζονται σύμφωνα με ακριβώς τις ίδιες αρχές που εκτέθηκαν στην προηγούμενη ανάλυση αυτού του κεφαλαίου.

Since the good itself is only a bundle of expected service units, it is proper to base our analysis on the service unit. It is clear that the demand for, and the price of, a service unit of a consumers’ good will be determined on exactly the same principles as those set forth in the preceding analysis of this chapter.

136

Ένα διαρκές καταναλωτικό αγαθό ενσωματώνει μονάδες υπηρεσίας οι οποίες θα αποδίδονται κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι μια κατοικία αναμένεται να έχει διάρκεια ζωής 20 ετών. Ας υποθέσουμε ότι η μίσθωση της κατοικίας για ένα έτος έχει αγοραία τιμή, όπως αυτή καθορίζεται από τους πίνακες αγοραίας προσφοράς και ζήτησης, 10 ουγγιών χρυσού. Ποια θα είναι τώρα η αγοραία τιμή της ίδιας της κατοικίας, εάν πωληθεί; Εφόσον το ετήσιο μίσθωμα είναι 10 ουγγιές —και εάν αναμένεται ότι θα παραμείνει στο επίπεδο αυτό—, ο αγοραστής της κατοικίας θα αποκτήσει προσδοκώμενο εισόδημα από μισθώματα που ανέρχεται σε 20 × 10, δηλαδή σε 200 ουγγιές. Η τιμή της κατοικίας ως συνόλου θα τείνει αναπόδραστα να εξισωθεί με την παρούσα αξία των 200 ουγγιών. Ας υποθέσουμε, για λόγους ευκολίας στο σημείο αυτό, ότι δεν υπάρχει το φαινόμενο της χρονικής προτίμησης και ότι, επομένως, η παρούσα αξία των 200 ουγγιών ισούται με 200 ουγγιές. Στην περίπτωση αυτή, η τιμή της κατοικίας ως συνόλου θα τείνει να ισούται με 200 ουγγιές.

A durable consumers’ good embodies service units as they will accrue over a period of time. Thus, suppose that a house is expected to have a life of 20 years. Assume that a year’s rental of the house has a market price, as determined by the market supply and demand schedules, of 10 ounces of gold. Now, what will be the market price of the house itself should it be sold? Since the annual rental price is 10 ounces (and if this rental is expected to continue), the buyer of the house will obtain what amounts to 20 x 10, or 200 ounces, of prospective rental income. The price of the house as a whole will tend inexorably to equal the present value of the 200 ounces. Let us assume for convenience at this point that there is no phenomenon of time preference and that the present value of 200 ounces is therefore equal to 200 ounces. In that case, the price of the house as a whole will tend to equal 200 ounces.

137

Ας υποθέσουμε ότι η αγοραία τιμή της κατοικίας ως συνόλου είναι 180 ουγγιές. Στην περίπτωση αυτή θα υπάρξει σπουδή για την αγορά της κατοικίας, διότι υπάρχει προσδοκώμενο χρηματικό κέρδος από την αγορά της έναντι 180 ουγγιών και την επακόλουθη εκμίσθωσή της για συνολικό εισόδημα 200 ουγγιών. Η δράση αυτή είναι παρόμοια με εκείνη των κερδοσκοπικών αγοραστών που αγοράζουν ένα αγαθό προσδοκώντας να το μεταπωλήσουν σε υψηλότερη τιμή. Από την άλλη πλευρά, οι σημερινοί ιδιοκτήτες τέτοιων κατοικιών —ή της συγκεκριμένης κατοικίας, εάν δεν υπάρχει άλλη κατοικία που να θεωρείται από την αγορά το ίδιο αγαθό— θα είναι πολύ απρόθυμοι να πωλήσουν σε αυτή την τιμή, διότι είναι πολύ πιο επικερδές να την εκμισθώσουν παρά να την πωλήσουν. Έτσι, υπό αυτές τις συνθήκες, θα υπάρχει σημαντική υπερβάλλουσα ζήτηση έναντι της προσφοράς κατοικιών αυτού του τύπου προς πώληση, στην τιμή των 180 ουγγιών. Οι υψηλότερες προσφορές που υποβάλλονται λόγω της υπερβάλλουσας ζήτησης τείνουν να αυξήσουν την τιμή προς τις 200 ουγγιές. Ας υποθέσουμε, αντιθέτως, ότι η αγοραία τιμή υπερβαίνει τις 200 ουγγιές. Στην περίπτωση αυτή, η ζήτηση για αγορά θα είναι περιορισμένη, διότι θα ήταν φθηνότερο να καταβάλλεται μίσθωμα για την κατοικία παρά να καταβληθεί το ποσό για την αγορά της. Αντιθέτως, οι κάτοχοι θα είναι πρόθυμοι να πωλήσουν την κατοικία αντί να την εκμισθώσουν, διότι η τιμή πώλησης είναι ευνοϊκότερη. Η υπερβάλλουσα προσφορά έναντι της ζήτησης σε τιμή άνω των 200 ουγγιών θα ωθήσει την τιμή προς τα κάτω, στο σημείο ισορροπίας.

Suppose that the market price of the house as a whole is 180 ounces. In that case, there will be a rush to buy the house, since there is an expected monetary profit to be gained by purchasing for 180 ounces and then renting out for a total income of 200 ounces. This action is similar to speculative purchasers’ buying a good and expecting to resell at a higher price. On the other hand, there will be a great reluctance by the present owners of such houses (or of the house, if there is no other house adjudged by the market as the same good), to sell at that price, since it is far more profitable to rent it out than to sell it. Thus, under these conditions, there will be a considerable excess of demand over supply of this type of house for sale, at a price of 180 ounces. The upbidding of the excess demand tends to raise the price toward 200. On the other hand, suppose that the market price is above 200. In that case, there will be a paucity of demand to purchase, since it would be cheaper to pay rental for it instead of paying the sum to purchase it. On the contrary, possessors will be eager to sell the house rather than rent it out, since the price for sale is better. The excess supply over demand at a price over 200 will drive the price down to the equilibrium point.

138

Έτσι, ενώ κάθε είδος αγοραίας τιμής καθορίζεται όπως περιγράφηκε στις προηγούμενες ενότητες αυτού του κεφαλαίου, η αγορά καθορίζει επίσης τις σχέσεις μεταξύ των τιμών. Βλέπουμε ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ της τιμής των μονάδων υπηρεσίας ενός διαρκούς καταναλωτικού αγαθού και της τιμής του αγαθού ως συνόλου. Εάν η σχέση αυτή διαταραχθεί ή δεν ισχύει σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, οι δράσεις των ατόμων στην αγορά θα τείνουν να την αποκαταστήσουν, διότι, μέχρι να αποκατασταθεί, υπάρχουν προοπτικές χρηματικού κέρδους, και η δράση για την απόκτηση αυτού του κέρδους τείνει αναπόφευκτα να εξαλείψει την ευκαιρία. Πρόκειται για περίπτωση «αρμπιτράζ», με την ίδια έννοια όπως στην καθιέρωση ενιαίας τιμής για ένα αγαθό στην αγορά. Εάν υπάρχουν δύο τιμές για ένα αγαθό, οι άνθρωποι θα τείνουν να σπεύδουν να αγοράσουν στη φθηνότερη αγορά και να πωλούν περισσότερο από το αγαθό στην ακριβότερη αγορά, έως ότου η αλληλεπίδραση προσφοράς και ζήτησης σε κάθε αγορά καθιερώσει μια τιμή «ισορροπίας» και εξαλείψει την ευκαιρία αρμπιτράζ. Στην περίπτωση του διαρκούς αγαθού και των υπηρεσιών του υπάρχει μια σχέση ισορροπίας μεταξύ των τιμών, την οποία η αγορά τείνει να καθιερώσει. Η αγοραία τιμή του αγαθού ως συνόλου ισούται με την παρούσα αξία του αθροίσματος των προσδοκώμενων μελλοντικών εισοδημάτων του από μισθώματα ή των μισθωμάτων του.

Thus, while every type of market price is determined as in the foregoing sections of this chapter, the market also determines price relations. We see that there is a definite relationship between the price of the unit services of a durable consumers’ good and the price of the good as a whole. If that relationship is disturbed or does not apply at any particular time, the actions of individuals on the market will tend to establish it, because prospects of monetary gain arise until it is established, and action to obtain such gain inevitably tends to eliminate the opportunity. This is a case of “arbitrage” in the same sense as the establishment of one price for a good on the market. If two prices for one good exist, people will tend to rush to purchase in the cheaper market and sell more of the good in the more expensive market, until the play of supply and demand on each market establishes an “equilibrium” price and eliminates the arbitrage opportunity. In the case of the durable good and its services, there is an equilibrium-price relation, which the market tends to establish. The market price of the good as a whole is equal to the present value of the sum of its expected (future) rental incomes or rental prices.

139

Τα προσδοκώμενα μελλοντικά εισοδήματα από μισθώματα δεν αποτελούν, βεβαίως, κατ’ ανάγκην απλή προέκταση των σημερινών μισθωμάτων στο μέλλον. Πράγματι, εφόσον οι τιμές μεταβάλλονται διαρκώς, σχεδόν πάντοτε τα μισθώματα θα μεταβληθούν στο μέλλον. Όταν ένα άτομο αγοράζει ένα διαρκές αγαθό, αγοράζει τις υπηρεσίες του για ένα χρονικό διάστημα που εκτείνεται στο μέλλον· συνεπώς, ενδιαφέρεται περισσότερο για τα μελλοντικά παρά για τα σημερινά μισθώματα· απλώς χρησιμοποιεί τα τελευταία ως πιθανό οδηγό για το μέλλον.200 Ας υποθέσουμε τώρα ότι τα άτομα στην αγορά εκτιμούν γενικά πως τα μισθώματα αυτής της κατοικίας κατά την επόμενη δεκαετία περίπου θα είναι πολύ χαμηλότερα από τα σημερινά. Η τιμή της κατοικίας τότε δεν θα είναι 20 × 10 ουγγιές, αλλά κάποιο αντιστοίχως μικρότερο ποσό.

The expected future rental incomes are, of course, not necessarily a simple extrapolation of present rental prices. Indeed, since prices are always changing, it will almost always be the case that rental prices will change in the future. When a person buys a durable good, he is buying its services for a length of time extending into the future; hence, he is more concerned with future than with present rates; he merely takes the latter as a possible guide to the future. Now, suppose that the individuals on the market generally estimate that rents for this house over the next decade or so will be much lower than at present. The price of the house then will not be 20 x 10 ounces, but some correspondingly smaller amount.

140

Στο σημείο αυτό θα ορίσουμε την «τιμή του αγαθού ως συνόλου» ως την κεφαλαιακή του αξία στην αγορά, παρότι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης με την έννοια του «κεφαλαιουχικού αγαθού». Η κεφαλαιακή αξία οποιουδήποτε αγαθού —είτε πρόκειται για καταναλωτικό ή κεφαλαιουχικό αγαθό είτε για συντελεστή που παρέχεται από τη φύση— είναι η χρηματική τιμή στην οποία αυτό, ως διαρκές αγαθό, πωλείται επί του παρόντος στην αγορά. Η έννοια εφαρμόζεται στα διαρκή αγαθά, τα οποία ενσωματώνουν μελλοντικές υπηρεσίες.201 Η κεφαλαιακή αξία ενός καταναλωτικού αγαθού θα τείνει να ισούται με την παρούσα αξία του αθροίσματος των προσδοκώμενων μισθωμάτων ανά μονάδα υπηρεσίας.

At this point, we shall define the “price of the good as whole” as its capital value on the market, even though there is risk of confusion with the concept of “capital good.” The capital value of any good (be it consumers’ or capital good or nature-given factor) is the money price which, as a durable good, it presently sells for on the market. The concept applies to durable goods, embodying future services. The capital value of a consumers’ good will tend to equal the present value of the sum of expected unit rentals.

141

Η κεφαλαιακή αξία σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή βασίζεται σε προσδοκίες για τα μελλοντικά μισθώματα. Τι συμβαίνει όταν οι προσδοκίες αυτές είναι εσφαλμένες; Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι η αγορά προσδοκά πως τα μισθώματα αυτής της κατοικίας θα αυξηθούν κατά τα επόμενα έτη και, επομένως, διαμορφώνει την κεφαλαιακή αξία σε επίπεδο υψηλότερο των 200 ουγγιών. Ας υποθέσουμε, επιπλέον, ότι τα μισθώματα στην πραγματικότητα μειώνονται. Αυτό σημαίνει ότι η αρχική κεφαλαιακή αξία στην αγορά είχε υπερεκτιμήσει το εισόδημα από τα μισθώματα της κατοικίας. Όσοι είχαν πωλήσει την κατοικία έναντι, ας πούμε, 250 ουγγιών έχουν κερδίσει, ενώ όσοι αγόρασαν την κατοικία για να την εκμισθώσουν έχουν υποστεί ζημία από τη συναλλαγή. Έτσι, όσοι προέβλεψαν καλύτερα από τους άλλους κερδίζουν, ενώ όσοι προέβλεψαν χειρότερα υφίστανται ζημία, ως αποτέλεσμα των κερδοσκοπικών συναλλαγών τους.

The capital value at any time is based on expectations of future rental prices. What happens when these expectations are erroneous? Suppose, for example, that the market expects the rental prices of this house to increase in the next few years and therefore sets the capital value higher than 200 ounces. Suppose, further, that the rental prices actually decline instead. This means that the original capital value on the market had overestimated the rental income from the house. Those who had sold the house at, say, 250, have gained, while those who bought the house in order to rent it out have lost on the transaction. Thus, those who have forecast better than their fellows gain, while the poorer forecasters lose, as a result of their speculative transactions.

142

Είναι προφανές ότι τέτοια χρηματικά κέρδη δεν προκύπτουν απλώς από την ορθή πρόβλεψη, αλλά από την ακριβέστερη πρόβλεψη σε σύγκριση με άλλα άτομα. Εάν όλα τα άτομα είχαν προβλέψει ορθά, τότε η αρχική κεφαλαιακή αξία θα ήταν χαμηλότερη των 200 ουγγιών, ας πούμε 150, ώστε να αντανακλά τα χαμηλότερα μισθώματα που τελικά θα διαμορφώνονταν. Στην περίπτωση αυτή δεν θα είχε εμφανιστεί τέτοιο χρηματικό κέρδος.202 Θα πρέπει να είναι σαφές ότι τα κέρδη ή οι ζημίες αποτελούν συνέπειες της δράσης που ανέλαβαν ελεύθερα οι ίδιοι εκείνοι που κερδίζουν ή χάνουν. Ο άνθρωπος που αγόρασε ένα αγαθό για να το εκμισθώσει, σε κεφαλαιακή αξία που αποδεικνύεται υπερβολική, δεν μπορεί να κατηγορήσει παρά μόνο τον εαυτό του για την υπερβολική αισιοδοξία του σχετικά με τη χρηματική απόδοση της επένδυσής του. Ο άνθρωπος που πωλεί σε κεφαλαιακή αξία υψηλότερη από το εισόδημα που τελικά αποδίδουν τα μισθώματα ανταμείβεται για την οξυδέρκειά του μέσω αποφάσεων που έλαβαν εκουσίως όλα τα μέρη. Και εφόσον εκείνοι που προβλέπουν επιτυχώς ουσιαστικά ανταμείβονται, ενώ εκείνοι που προβλέπουν ανεπιτυχώς υφίστανται κυρώσεις, και μάλιστα ανάλογα με την ορθότητα ή την εσφαλμένη φύση της κρίσης τους αντίστοιχα, η αγορά τείνει να καθιερώνει και να διατηρεί την υψηλότερη ποιότητα πρόβλεψης που είναι ανθρωπίνως εφικτή.

It is obvious that such monetary profits come not simply from correct forecasting, but from forecasting more correctly than other individuals. If all the individuals had forecast correctly, then the original capital value would have been below 200, say, 150, to account for the eventually lower rental prices. In that case no such monetary profit would have appeared. It should be clear that the gains or losses are the consequences of the freely undertaken action of the gainers and losers themselves. The man who has bought a good to rent out at what proves to be an excessive capital value has only himself to blame for being overly-optimistic about the monetary return on his investment. The man who sells at a capital value higher than the eventual rental income is rewarded for his sagacity through decisions voluntarily taken by all parties. And since successful forecasters are, in effect, rewarded, and poor ones penalized, and in proportion to good and poor judgment respectively, the market tends to establish and maintain as high a quality of forecasting as is humanly possible to achieve.

143

Η σχέση ισορροπίας μεταξύ της κεφαλαιακής αξίας στην αγορά και του αθροίσματος των προσδοκώμενων μελλοντικών μισθωμάτων είναι μια καθημερινή ισορροπία την οποία η αγορά τείνει πάντοτε να διαμορφώνει. Είναι παρόμοια με την καθημερινή αγοραία τιμή ισορροπίας ενός αγαθού που καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση. Αντιθέτως, η σχέση ισορροπίας μεταξύ της παρούσας κεφαλαιακής αξίας και των πραγματικών μελλοντικών μισθωμάτων είναι μόνο μια μακροχρόνια τάση, η οποία ενισχύεται από την ενθάρρυνση που παρέχει η αγορά σε εκείνους που προβλέπουν επιτυχώς. Η σχέση αυτή αποτελεί τελική ισορροπία, παρόμοια με τις τελικές τιμές ισορροπίας που καθορίζουν τον στόχο προς τον οποίο τείνουν οι καθημερινές τιμές.

The equilibrium relation between the capital value on the market and the sum of expected future rents is a day-to-day equilibrium that tends always to be set by the market. It is similar to the day-to-day market equilibrium price for a good set by supply and demand. On the other hand, the equilibrium relation between present capital value and actual future rents is only a long-range tendency fostered by the market’s encouragement of successful forecasters. This relation is a final equilibrium, similar to the final equilibrium prices that set the goal toward which the day-to-day prices tend.

144

Η μελέτη της κεφαλαιακής αξίας και των μισθωμάτων απαιτεί πρόσθετη ανάλυση προσφοράς και ζήτησης. Ο προσδιορισμός του μισθώματος ανά μονάδα υπηρεσίας δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα. Ο προσδιορισμός της τιμής που αποτελεί την κεφαλαιακή αξία, ωστόσο, χρειάζεται να τροποποιηθεί ώστε να ληφθούν υπόψη αυτή η εξάρτηση από το μίσθωμα και η σχέση προς αυτό. Η ζήτηση για το διαρκές αγαθό δεν θα αφορά πλέον μόνο την άμεση χρήση, αλλά και, εκ μέρους άλλων ατόμων, την επένδυση με σκοπό τη μελλοντική εκμίσθωσή του. Εάν κάποιος θεωρεί ότι η αγοραία τιμή που αποτελεί την κεφαλαιακή αξία ενός αγαθού είναι χαμηλότερη από το εισόδημα που μπορεί να αποκομίσει από μελλοντικά μισθώματα, θα αγοράσει το αγαθό και θα εισέλθει στην αγορά εκμίσθωσης ως προμηθευτής. Ομοίως, η ζήτηση διακράτησης του αγαθού ως συνόλου δεν θα αφορά μόνο την άμεση χρήση ή την κερδοσκοπική προσδοκία ανόδου της τιμής, αλλά και τη μελλοντική εκμίσθωση του αγαθού. Εάν ο κάτοχος ενός διαρκούς αγαθού πιστεύει ότι η τιμή πώλησης —η κεφαλαιακή αξία— είναι χαμηλότερη από όσα μπορεί να εισπράξει σε μισθώματα, δεν θα διαθέσει το αγαθό προς πώληση, αλλά θα το εκμισθώσει. Η κεφαλαιακή αξία του αγαθού θα διαμορφωθεί έτσι ώστε να απορροφάται ολόκληρο το απόθεμα, και το σύνολο όλων αυτών των ζητήσεων για το αγαθό θα βρίσκεται σε ισορροπία. Η ζήτηση διακράτησης των αγοραστών θα οφείλεται, όπως και προηγουμένως, στη ζήτησή τους για διακράτηση χρήματος, ενώ οι πωλητές τόσο του αγαθού ως συνόλου όσο και των μονάδων υπηρεσίας του θα ζητούν χρήμα ως αντάλλαγμα.

Study of capital value and rental prices requires additional supply-demand analysis. The determination of the unit rental price presents no problem. Price determination of the capital value, however, needs to be modified to account for this dependence on, and relationship to, the rental price. The demand for the durable good will now be, not only for direct use, but also, on the part of others, demand for investment in future renting out. If a man feels that the market price of the capital value of a good is lower than the income he can obtain from future rentals, he will purchase the good and enter the rentingout market as a supplier. Similarly, the reserved demand for the good as a whole will be not only for direct use or for speculative price increases, but also for future renting out of the good. If the possessor of a durable good believes that the selling price (capital value) is lower than what he can get in rents, he will reserve the supply and rent out the good. The capital value of the good will be such as to clear the total stock, and the total of all these demands for the good will be in equilibrium. The reserved demand of the buyers will, as before, be due to their reserved demand for money, while the sellers of both the good as a whole and of its unit services will be demanding money in exchange.

145

Με άλλα λόγια, για οποιοδήποτε καταναλωτικό αγαθό, οι κάτοχοι έχουν την επιλογή είτε να το καταναλώσουν άμεσα είτε να το πωλήσουν έναντι χρήματος. Στην περίπτωση των διαρκών καταναλωτικών αγαθών, οι κάτοχοι μπορούν να κάνουν οποιοδήποτε από τα εξής με το αγαθό: να το χρησιμοποιήσουν άμεσα, να το πωλήσουν ως σύνολο ή να το εκμισθώσουν — πωλώντας τις μονάδες υπηρεσίας του κατά τη διάρκεια μιας χρονικής περιόδου. Έχουμε ήδη δει ότι, εάν η άμεση χρήση κατέχει την υψηλότερη θέση στην κλίμακα αξιών του, τότε το άτομο χρησιμοποιεί το αγαθό και δεν διαθέτει το απόθεμά του στην αγορά. Εάν η πώλησή του ως συνόλου κατέχει την υψηλότερη θέση στην κλίμακα αξιών του, εισέρχεται στην «κεφαλαιακή» αγορά του αγαθού ως προμηθευτής. Εάν η εκμίσθωσή του κατέχει την υψηλότερη θέση στην κλίμακα αξιών του, εισέρχεται στην αγορά «μίσθωσης» του αγαθού ως προμηθευτής. Το ποια από τις δύο τελευταίες εναλλακτικές δυνατότητες θα βρίσκεται υψηλότερα στην κλίμακα αξιών του εξαρτάται από την εκτίμησή του για το ποια πορεία θα του αποφέρει υψηλότερο χρηματικό εισόδημα. Οι καμπύλες προσφοράς τόσο στην κεφαλαιακή αγορά όσο και στην αγορά μίσθωσης θα έχουν είτε ανοδική κλίση προς τα δεξιά είτε θα είναι κατακόρυφες, διότι, όσο μεγαλύτερο είναι το προσδοκώμενο εισόδημα, τόσο μικρότερη θα είναι η ποσότητα που διακρατείται για άμεση χρήση. Είναι σαφές ότι οι πίνακες προσφοράς στις δύο αγορές αλληλοσυνδέονται. Θα τείνουν να περιέλθουν σε ισορροπία όταν καθιερωθεί μεταξύ τους η σχέση ισορροπίας των τιμών.

In other words, for any consumers’ good, the possessors have the choice of either consuming it directly or selling it for money. In the case of durable consumers’ goods, the possessors can do any one of the following with the good: use it directly, sell it whole, or hire it out—selling its unit services over a period of time. We have already seen that if using it directly is highest on his value scale, then the man uses the good and reserves his stock from the market. If selling it whole is highest on his value scale, he enters the “capital” market for the good as a supplier. If renting it out is highest on his value scale, then he enters the “renting” market for the good as a supplier. Which of these latter alternatives will be higher on his value scale depends on his estimate of which course will yield him the higher money income. The shape of the supply curves in both the capital and rental markets will be either rightward- and upward-sloping or vertical, since the greater the expected income, the less will be the amount reserved for direct use. It is clear that the supply schedules on the two markets are interconnected. They will tend to come into equilibrium when the equilibrium-price relation is established between them.

146

Ομοίως, όσοι δεν κατέχουν ένα αγαθό σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή θα επιλέξουν μεταξύ (α) του να μην το αγοράσουν και να διακρατήσουν το χρήμα τους, (β) του να το αγοράσουν ως σύνολο και (γ) του να το μισθώσουν. Θα επιλέξουν την πορεία που κατέχει την υψηλότερη θέση στις κλίμακες αξιών τους, πράγμα που εξαρτάται εν μέρει από τη ζήτησή τους για χρήμα και από την εκτίμησή τους για το ποιος τύπος αγοράς θα είναι φθηνότερος. Εάν αποφασίσουν να αγοράσουν, θα αγοράσουν στην αγορά που εκτιμούν ότι είναι φθηνότερη· κατόπιν μπορούν είτε να χρησιμοποιήσουν το αγαθό άμεσα είτε να το μεταπωλήσουν στην ακριβότερη αγορά. Έτσι, εάν η κεφαλαιακή αξία της κατοικίας είναι 200 και ένας αγοραστής εκτιμά ότι τα συνολικά μισθώματα θα είναι 220, την αγοράζει ως σύνολο έναντι 200, οπότε μπορεί είτε να τη χρησιμοποιήσει άμεσα είτε να εισέλθει στην αγορά μίσθωσης ως προμηθευτής, προκειμένου να αποκομίσει τις προσδοκώμενες 220 ουγγιές. Η τελευταία επιλογή εξαρτάται και πάλι από την κλίμακα αξιών του. Πρόκειται για ένα ακόμη παράδειγμα της δράσης αρμπιτράζ που εξηγήθηκε ήδη, και το αποτέλεσμά της είναι η σύνδεση των καμπυλών ζήτησης των δύο τύπων αγορών διαρκών αγαθών.

Similarly, the nonpossessors of a good at any given time will choose between (a) not buying it and reserving their money, (b) buying it outright, and (c) renting it. They will choose the course highest on their value scales, which depends partially on their demand for money and on their estimate of which type of purchase will be cheaper. If they decide to buy, they will buy on what they estimate is the cheaper market; then they can either use the good directly or resell it on the more expensive market. Thus, if the capital value of the house is 200 and a buyer estimates that total rental prices will be 220, he buys outright at 200, after which he may either use it directly or enter the rental market as a supplier in order to earn the expected 220 ounces. The latter choice again depends on his value scale. This is another example of the arbitrage action already explained, and the effect is to link the demand curves for the two types of markets for durable goods.

147

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η ίδια η σύμβαση μίσθωσης αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας σύμβασης επί της κεφαλαιακής αξίας και συνεπάγεται την εκτίμηση της μελλοντικής απόδοσης. Τέτοια είναι η περίπτωση μιας σύμβασης μακροχρόνιας μίσθωσης. Ας υποθέσουμε ότι ο A σχεδιάζει να εκμισθώσει μια κατοικία στον B για 30 έτη, με καθορισμένο ετήσιο μίσθωμα. Τότε, αντί να μεταβάλλεται συνεχώς, το μίσθωμα καθορίζεται από την αρχική σύμβαση. Και εδώ οι πίνακες ζήτησης και προσφοράς διαμορφώνονται σύμφωνα με τις διάφορες ατομικές εκτιμήσεις για τη μεταβαλλόμενη πορεία άλλων, κυμαινόμενων μισθωμάτων για τον ίδιο τύπο αγαθού. Έτσι, εάν υπάρχουν δύο πανομοιότυπες κατοικίες και αναμένεται ότι το άθροισμα των κυμαινόμενων μισθωμάτων της κατοικίας A για τα επόμενα 30 έτη θα είναι 300 ουγγιές, τότε το μίσθωμα της μακροχρόνιας μίσθωσης της κατοικίας B θα τείνει να καθοριστεί στις 10 ουγγιές ετησίως. Και εδώ υπάρχει παρόμοια σύνδεση μεταξύ των αγορών. Το τίμημα των μακροχρόνιων μισθώσεων που συνάπτονται στο παρόν θα τείνει να ισούται με την παρούσα αξία του αθροίσματος των προσδοκώμενων κυμαινόμενων μισθωμάτων για πανομοιότυπα αγαθά. Εάν η γενική προσδοκία είναι ότι το άθροισμα των μισθωμάτων θα είναι 360 ουγγιές, τότε θα υπάρχει έντονη ζήτηση για σύναψη μακροχρόνιων μισθώσεων έναντι 300 ουγγιών και μειωμένη προσφορά προς εκμίσθωση σε αυτή την τιμή, έως ότου το μακροχρόνιο μίσθωμα αυξηθεί στις 12 ουγγιές ετησίως, οπότε το άθροισμα θα είναι το ίδιο. Και εδώ, η πάντοτε παρούσα αβεβαιότητα του μέλλοντος έχει ως αποτέλεσμα οι ικανότεροι στην πρόβλεψη να κερδίζουν και οι λιγότερο ικανοί να υφίστανται ζημία.203

Here it must be pointed out that in some cases the renting contract itself takes on the characteristics of a capital contract and the estimating of future return. Such is the case of a long-term renting contract. Suppose that A is planning to rent a house to B for 30 years, at a set annual price. Then, instead of continual changes in the rental price, the latter is fixed by the original contract. Here again, the demand and supply schedules are set according to the various individual estimates of the changing course of other varying rents for the same type of good. Thus, if there are two identical houses, and it is expected that the sum of the varying rents on house A for the next 30 years will be 300 ounces, then the long-term renting price for house B will tend to be set at 10 ounces per year. Here again, there is a similar connection between markets. The price of presently established long-term rents will tend to be equal to the present value of the sum of the expected fluctuating rents for identical goods. If the general expectation is that the sum of rents will be 360 ounces, then there will be a heavy demand for long-term rent purchases at 300 ounces and a diminished supply for rent at that price, until the long-term rental price is driven to 12 ounces per year, when the sum will be the same. And here again, the ever-present uncertainty of the future causes the more able forecasters to gain and the less able ones to lose.

148

Στην πραγματικότητα, η χρονική προτίμηση υπάρχει και η παρούσα αξία των μελλοντικών μισθωμάτων είναι πάντοτε μικρότερη από το άθροισμά τους κατά ένα ορισμένο ποσό προεξόφλησης. Εάν δεν συνέβαινε αυτό, η κεφαλαιακή αξία αγαθών πολύ μεγάλης διάρκειας, αγαθών που φθείρονται σχεδόν ανεπαίσθητα, θα ήταν σχεδόν άπειρη. Ένα κτήμα που αναμενόταν να διατηρηθεί και να έχει ζήτηση για εκατοντάδες χρόνια θα είχε σχεδόν απείρως υψηλή τιμή πώλησης. Ο λόγος για τον οποίο αυτό δεν συμβαίνει είναι ότι η χρονική προτίμηση προεξοφλεί τα μελλοντικά αγαθά ανάλογα με τη διάρκεια του εξεταζόμενου χρονικού διαστήματος. Το πώς διαμορφώνεται ο συντελεστής χρονικής προτίμησης θα εξεταστεί σε μεταγενέστερα κεφάλαια. Ωστόσο, το ακόλουθο παράδειγμα καταδεικνύει την επίδραση της χρονικής προτίμησης στην κεφαλαιακή αξία ενός αγαθού. Ας υποθέσουμε ότι ένα διαρκές αγαθό αναμένεται να διαρκέσει 10 έτη, με προσδοκώμενη μισθωτική αξία 10 ουγγιών κάθε έτος. Εάν ο συντελεστής χρονικής προτίμησης είναι 10 τοις εκατό ετησίως, τότε τα μελλοντικά μισθώματα και η παρούσα αξία τους έχουν ως εξής:

In actuality, time preference exists, and the present value of the future rentals is always less by a certain discount than the sum of these rentals. If this were not so, the capital value of very durable goods, goods which wear out only imperceptibly, would be almost infinite. An estate expected to last and be in demand for hundreds of years would have an almost infinitely high selling price. The reason this does not happen is that time preference discounts future goods in accordance with the length of time being considered. How the rate of time preference is arrived at will be treated in later chapters. However, the following is an illustration of the effect of time preference on the capital-value of a good. Assume a durable good, expected to last for 10 years, with an expected rental value of 10 ounces each year. If the rate of time preference is 10 percent per annum, then the future rents and their present value are as follows:

149

Καθώς η χρονική στιγμή απομακρύνεται προς το μέλλον, η σωρευτική προεξόφληση αυξάνεται, μειώνοντας τελικά την παρούσα αξία σε αμελητέο ποσό.

As the date of time recedes into the future, the compounded discount becomes greater, finally reducing the present value to a negligible amount.

150

Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι ο παράγοντας της χρονικής προτίμησης δεν αποφέρει χρηματικά κέρδη ή ζημίες, όπως συμβαίνει με τη συγκριτικά ορθότερη πρόβλεψη μιας αβέβαιης κατάστασης. Εάν ο συντελεστής χρονικής προτίμησης είναι 10 τοις εκατό, η αγορά του προαναφερθέντος αγαθού έναντι 59,4 ουγγιών, η διακράτησή του και η εκμίσθωσή του επί 10 έτη για την απόκτηση 100 ουγγιών δεν συνιστούν χρηματικό κέρδος. Το παρόν χρήμα αξιολογούνταν με αυτή την προσαύξηση έναντι του μελλοντικού χρήματος, και εκείνο που αποκόμισε αυτός ο άνθρωπος ήταν απλώς το ποσό μελλοντικού εισοδήματος που η αγορά είχε αξιολογήσει ως ισοδύναμο με 59,4 ουγγιές παρόντος χρήματος.

It is important to recognize that the time-preference factor does not, as does relatively correct forecasting of an uncertain situation, confer monetary profits or losses. If the time-preference rate is 10 percent, purchasing the aforementioned good for 59.4 ounces, holding it, and renting it out for 10 years to acquire 100 ounces does not constitute a monetary profit. Present money was at this premium over future money, and what this man earned was simply the amount of future income that the market had evaluated as equal to 59.4 ounces of present money.

151

Γενικά, μπορούμε να συνοψίσουμε τη δράση των επιχειρηματιών στον τομέα των διαρκών καταναλωτικών αγαθών λέγοντας ότι θα τείνουν να επενδύουν στην αγορά διαρκών καταναλωτικών αγαθών που ήδη υπάρχουν, ως συνόλων, όταν πιστεύουν ότι η παρούσα κεφαλαιακή αξία του αγαθού στην αγορά είναι μικρότερη από το άθροισμα των μελλοντικών μισθωμάτων που θα εισπράξουν, προεξοφλημένων βάσει της χρονικής προτίμησης. Θα πωλούν τέτοια αγαθά ως σύνολα όταν πιστεύουν ότι η παρούσα κεφαλαιακή αξία είναι υψηλότερη από το προεξοφλημένο άθροισμα των μελλοντικών μισθωμάτων. Όσοι προβλέπουν καλύτερα θα αποκομίζουν κέρδη και όσοι προβλέπουν χειρότερα θα υφίστανται ζημίες. Στον βαθμό που η πρόβλεψη είναι ορθή, αυτές οι ευκαιρίες «αρμπιτράζ» θα τείνουν να εξαφανιστούν.

In general, we may sum up the action of entrepreneurs in the field of durable consumers’ goods by saying that they will tend to invest in the outright purchase of (already existing) durable consumers’ goods when they believe that the present capital value of the good on the market is less than the sum of future rentals (discounted by time preference) that they will receive. They will sell such goods outright when they believe that the present capital value is higher than the discounted sum of future rentals. Better forecasters will earn profits, and poorer ones will suffer losses. In so far as the forecasting is correct, these “arbitrage” opportunities will tend to disappear.

152

Μολονότι έχουμε αναλύσει τα κέρδη και τις ζημίες αρμπιτράζ της επιχειρηματικότητας στην περίπτωση της πώλησης ως συνόλου έναντι της εκμίσθωσης, δεν έχουμε ακόμη διαλευκάνει πλήρως τους νόμους που διέπουν τα επιχειρηματικά εισοδήματα — τα εισοδήματα που οι παραγωγοί επιδιώκουν να αποκομίσουν κατά τη διαδικασία της παραγωγής. Το πρόβλημα αυτό θα αναλυθεί σε μεταγενέστερα κεφάλαια.204

Although we have analyzed the arbitrage profits and losses of entrepreneurship in the case of selling outright as against renting, we have yet to unravel fully the laws that govern entrepreneurial incomes—the incomes that the producers strive to obtain in the process of production. This problem will be analyzed in later chapters.

153

8. Συγκρίσεις ευημερίας και οι τελικές ικανοποιήσεις του καταναλωτή

↗ στη σελίδα του βιβλίου

8. Welfare Comparisons and the Ultimate Satisfactions of the Consumer

154

Η ενασχόλησή μας με την ανάλυση της δράσης του ανθρώπου στη χρηματική οικονομία δεν πρέπει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι γενικές αλήθειες που παρουσιάστηκαν στο κεφάλαιο 1 δεν ισχύουν πλέον. Αντιθέτως, στο κεφάλαιο 1 εφαρμόστηκαν σε καταστάσεις απομόνωσης τύπου Crusoe, διότι, από λογική άποψη, ξεκινούμε από τέτοιες καταστάσεις για να μπορέσουμε να αναλύσουμε τις πιο σύνθετες αλληλεξαρτήσεις της χρηματικής οικονομίας. Ωστόσο, οι αλήθειες που διατυπώθηκαν στο πρώτο κεφάλαιο εξακολουθούν να ισχύουν, όχι μόνο μέσω λογικών συναγωγών που εφαρμόζονται στο πλέγμα των χρηματικών συναλλαγών, αλλά και άμεσα σε όλες τις καταστάσεις εντός της χρηματικής οικονομίας στις οποίες δεν εμπλέκεται χρήμα.

In our preoccupation with analysis of the action of man in the monetary economy, it must not be thought that the general truths presented in chapter 1 remain no longer valid. On the contrary, in chapter 1 they were applied to isolated Crusoe-type situations because we logically begin with such situations in order to be able to analyze the more complex interrelations of the monetary economy. However, the truths formulated in the first chapter are applicable still, not only through logical inferences applied to the monetary nexus, but also directly to all situations in the monetary economy in which money is not involved.

155

Υπάρχει και μια άλλη έννοια υπό την οποία η ανάλυση του πρώτου κεφαλαίου εφαρμόζεται άμεσα σε μια χρηματική οικονομία. Στην ανάλυση της ανταλλαγής μπορεί να μας απασχολεί πρωτίστως η κατανομή του χρήματος από τον καταναλωτή στις υψηλότερα αξιολογούμενες χρήσεις του, με βάση τις κλίμακες αξιών του ατόμου. Δεν πρέπει, ωστόσο, να λησμονούμε τον τελικό στόχο των χρηματικών δαπανών του καταναλωτή. Ο στόχος αυτός είναι η πραγματική χρήση των αγορασμένων αγαθών για την επίτευξη των υψηλότερα αξιολογούμενων σκοπών του. Έτσι, για τους σκοπούς της ανάλυσης της αγοράς, αφότου ο Jones αγοράσει τρεις λίβρες βουτύρου, το βούτυρο παύει να μας ενδιαφέρει — υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο Jones να επανέλθει στην αγορά για να το πωλήσει. Ονομάζουμε τη λιανική πώληση του βουτύρου πώληση του καταναλωτικού αγαθού, διότι αυτή είναι η τελευταία πώλησή του έναντι χρήματος κατά την πορεία της παραγωγής του. Το αγαθό βρίσκεται πλέον στα χέρια του τελικού καταναλωτή. Ο καταναλωτής έχει σταθμίσει την αγορά στην κλίμακα αξιών του και έχει αποφασίσει να την πραγματοποιήσει.

There is another sense in which the analysis of the first chapter is directly applicable in a money economy. We may be primarily concerned in the analysis of exchange with the consumer’s allocation of money to the most highly valued of its uses—based on the individual’s value scales. We must not forget, however, the ultimate goal of the consumer’s expenditures of money. This goal is the actual use of the purchased goods in attaining his most highly valued ends. Thus, for the purposes of analysis of the market, once Jones has purchased three pounds of butter, we have lost interest in the butter (assuming there is no chance of Jones’ re-entering the market to sell the butter). We call the retail sale of the butter the sale of the consumers’ good, since this is its last sale for money along the path of the butter’s production. Now the good is in the hands of the ultimate consumer. The consumer has weighed the purchase on his value scale and has decided upon it.

156

Αυστηρά μιλώντας, δεν πρέπει ποτέ να παραβλέπουμε το γεγονός ότι αυτή η αγορά από τον καταναλωτή δεν αποτελεί τον τελευταίο σταθμό του βουτύρου, εάν εξετάσουμε την ανθρώπινη δράση στο σύνολό της. Το βούτυρο πρέπει να μεταφερθεί στο σπίτι του. Κατόπιν, ο Jones κατανέμει τις μονάδες βουτύρου στις υψηλότερα αξιολογούμενες χρήσεις τους: βουτυρωμένο φρυγανισμένο ψωμί, βούτυρο σε κέικ, βούτυρο σε ψωμάκι κ.λπ. Για να χρησιμοποιηθεί το βούτυρο σε ένα κέικ ή σε ένα σάντουιτς, για παράδειγμα, η κυρία Jones ψήνει το κέικ και ετοιμάζει το σάντουιτς και κατόπιν το φέρνει στο τραπέζι, όπου το τρώει ο Jones. Βλέπουμε ότι η ανάλυση του κεφαλαίου 1 εξακολουθεί να ισχύει, καθώς τα χρήσιμα αγαθά —άλογα, βούτυρο ή οτιδήποτε άλλο— στα χέρια του καταναλωτή κατανέμονται, σύμφωνα με τη χρησιμότητά τους, στις υψηλότερα αξιολογούμενες χρήσεις. Βλέπουμε επίσης ότι, στην πραγματικότητα, το βούτυρο, όταν πωλήθηκε για τελευταία φορά έναντι χρήματος, δεν ήταν καταναλωτικό αγαθό, αλλά κεφαλαιουχικό αγαθό — έστω και χαμηλότερης τάξης από ό,τι σε οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο της παραγωγής του. Τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι παραχθέντα αγαθά που πρέπει να συνδυαστούν περαιτέρω με άλλους συντελεστές προκειμένου να προκύψει το καταναλωτικό αγαθό — το αγαθό που τελικά παρέχει την τελική ικανοποίηση στον καταναλωτή. Από την πλήρη πραξεολογική άποψη, το βούτυρο γίνεται καταναλωτικό αγαθό μόνο όταν πράγματι τρώγεται ή «καταναλώνεται» με άλλον τρόπο από τον τελικό καταναλωτή.

Strictly, we must never lose sight of the fact that this purchase by the consumer is not the last stopping point of the butter, when we consider human action in its entirety. The butter must be carried to the man’s home. Then, Jones allocates the units of butter to their most highly valued uses: buttered toast, butter in a cake, butter on a bun, etc. To use the butter in a cake or sandwich, for example, Mrs. Jones bakes the cake and prepares the sandwich and then brings it to the table where Jones eats it. We can see that the analysis of chapter 1 holds true, in that useful goods—horses, butter, or anything else—in the hands of the consumer are allocated, in accordance with their utility, to the most highly valued uses. Also, we can see that actually the butter when last sold for money was not a consumers’ good, but a capital good—albeit one of lower order than at any other previous stage of its production. Capital goods are produced goods that must be combined still further with other factors in order to provide the consumers’ good—the good that finally yields the ultimate satisfaction to the consumer. From the full praxeological point of view, the butter becomes a consumers’ good only when it is actually being eaten or otherwise “consumed” by the ultimate consumer.

157

Από τη σκοπιά της πραξεολογίας καθαυτής —της πλήρους τυπικής ανάλυσης της ανθρώπινης δράσης σε όλες τις πτυχές της—, δεν είναι θεμιτό να ονομάζεται «καταναλωτικό αγαθό» το αγαθό κατά την τελευταία λιανική πώλησή του στον καταναλωτή. Από τη σκοπιά, ωστόσο, εκείνου του κλάδου της πραξεολογίας που καλύπτει την παραδοσιακή οικονομική επιστήμη —της καταλλακτικής, της επιστήμης των χρηματικών ανταλλαγών—, είναι χρήσιμο να ονομάζεται «καταναλωτικό αγαθό» το αγαθό στο τελευταίο στάδιο της λιανικής πώλησης. Αυτό είναι το τελευταίο στάδιο του αγαθού στο πλέγμα των χρηματικών συναλλαγών — το τελευταίο σημείο, στις περισσότερες περιπτώσεις, στο οποίο οι παραγωγοί έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν χρήμα σε συντελεστές παραγωγής. Επιτρέπεται να ονομάζεται «καταναλωτικό αγαθό» το αγαθό σε αυτό το τελικό χρηματικό στάδιο, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε πάντοτε επίγνωση των παραπάνω διευκρινίσεων. Πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε ότι, χωρίς τα τελικά στάδια και την τελική κατανομή από τους καταναλωτές, δεν θα υπήρχε λόγος ύπαρξης για ολόκληρη τη διαδικασία των χρηματικών ανταλλαγών. Η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να παραβλέπει το στάδιο της τελικής κατανάλωσης απλώς και μόνο επειδή αυτό έχει περάσει πέρα από το πλέγμα των χρηματικών συναλλαγών· αποτελεί τον τελικό στόχο και σκοπό των χρηματικών συναλλαγών των ατόμων στην κοινωνία.

From the standpoint of praxeology proper—the complete formal analysis of human action in all its aspects—it is inadmissible to call the good at its last retail sale to the consumer a “consumers’ good.” From the point of view of that subdivision of praxeology that covers traditional economics—that of catallactics, the science of monetary exchanges—however, it becomes convenient to call the good at the last retail stage a “consumers’ good.” This is the last stage of the good in the monetary nexus—the last point, in most cases, at which it is open to producers to invest money in factors. To call the good at this final monetary stage a “consumers’ good” is permissible, provided we are always aware of the foregoing qualifications. We must always remember that without the final stages and the final allocation by consumers, there would be no raison d’être for the whole monetary exchange process. Economics cannot afford to dismiss the ultimate consumption stage simply because it has passed beyond the monetary nexus; it is the final goal and end of the monetary transactions by individuals in society.

158

Η προσοχή στο σημείο αυτό θα διαλύσει πολλές συγχύσεις. Υπάρχει, για παράδειγμα, το ζήτημα του εισοδήματος των καταναλωτών. Στο κεφάλαιο 3 αναλύσαμε το χρηματικό εισόδημα των καταναλωτών και τον καθολικό στόχο της μεγιστοποίησης του ψυχικού εισοδήματος και υποδείξαμε σε κάποιον βαθμό τη σχέση μεταξύ των δύο. Καθένας επιχειρεί να μεγιστοποιήσει το δεύτερο, για το οποίο η κλίμακα αξιών περιλαμβάνει ένα τεράστιο φάσμα όλων των καταναλωτικών αγαθών, τόσο ανταλλάξιμων όσο και μη ανταλλάξιμων. Τα ανταλλάξιμα αγαθά εντάσσονται γενικά στο πλέγμα των χρηματικών συναλλαγών και, επομένως, μπορούν να αγοραστούν έναντι χρήματος, ενώ τα μη ανταλλάξιμα αγαθά δεν εντάσσονται σε αυτό. Έχουμε υποδείξει ορισμένες από τις συνέπειες του γεγονότος ότι εκείνο που μεγιστοποιείται είναι το ψυχικό και όχι το χρηματικό εισόδημα, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αυτό επιβάλλει επιφυλάξεις όσον αφορά την καταβολή προσπάθειας ή εργασίας και την επένδυση σε παραγωγικά αγαθά. Ισχύει επίσης ότι το ψυχικό εισόδημα, όντας αμιγώς υποκειμενικό, δεν μπορεί να μετρηθεί. Επιπλέον, από τη σκοπιά της πραξεολογίας, δεν μπορούμε να συγκρίνουμε ούτε καν διατακτικά το ψυχικό εισόδημα ή τη χρησιμότητα ενός ατόμου με εκείνα ενός άλλου. Δεν μπορούμε να πούμε ότι το εισόδημα ή η «χρησιμότητα» του A είναι μεγαλύτερα από εκείνα του B.

Attention to this point will clear up many confusions. Thus, there is the question of consumers’ income. In chapter 3, we analyzed consumers’ money income and the universal goal of maximizing psychic income, and we indicated to some extent the relation between the two. Everyone attempts to maximize the latter, which includes on its value scale a vast range of all consumers’ goods, both exchangeable and nonexchangeable. Exchangeable goods are generally in the monetary nexus, and therefore can be purchased for money, whereas nonexchangeable goods are not. We have indicated some of the consequences of the fact that it is psychic and not monetary income that is being maximized, and how this introduces qualifications into the expenditure of effort or labor and in the investment in producers’ goods. It is also true that psychic income, being purely subjective, cannot be measured. Further, from the standpoint of praxeology, we cannot even ordinally compare the psychic income or utility of one person with that of another. We cannot say that A’s income or “utility” is greater than B’s.

159

Μπορούμε —τουλάχιστον θεωρητικά— να μετρήσουμε τα χρηματικά εισοδήματα αθροίζοντας τα ποσά χρηματικού εισοδήματος που αποκτά κάθε άτομο, αλλά αυτό δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μέτρο του ψυχικού εισοδήματος. Επιπλέον, δεν παρέχει, όπως ίσως θα νομίζαμε, καμία ακριβή ένδειξη της ποσότητας των υπηρεσιών που αντλεί κάθε άτομο αποκλειστικά από ανταλλάξιμα καταναλωτικά αγαθά. Ένα εισόδημα 50 ουγγιών χρυσού σε ένα έτος μπορεί να μη σημαίνει, και πιθανότατα δεν θα σημαίνει, το ίδιο γι’ αυτό, ως προς τις υπηρεσίες που αντλεί από ανταλλάξιμα αγαθά, με ένα εισόδημα 50 ουγγιών σε κάποιο άλλο έτος. Η αγοραστική δύναμη του χρήματος σε όρους όλων των άλλων εμπορευμάτων μεταβάλλεται διαρκώς, και δεν υπάρχει τρόπος να μετρηθούν αυτές οι μεταβολές.

We can—at least, theoretically—measure monetary incomes by adding the amount of money income each person obtains, but this is by no means a measure of psychic income. Furthermore, it does not, as we perhaps might think, give any exact indication of the amount of services that each individual obtains purely from exchangeable consumers’ goods. An income of 50 ounces of gold in one year may not, and most likely will not, mean the same to him in terms of services from exchangeable goods as an income of 50 ounces in some other year. The purchasing power of money in terms of all other commodities is continually changing, and there is no way to measure such changes.

160

Βεβαίως, ως ιστορικοί και όχι ως οικονομολόγοι, μπορούμε να διατυπώνουμε μη ακριβείς κρίσεις συγκρίνοντας μεταξύ περιόδων το «πραγματικό» και όχι το χρηματικό εισόδημα. Έτσι, εάν ο Jones έλαβε εισόδημα 1.000 ουγγιών σε ένα έτος και 1.200 στο επόμενο, και οι τιμές γενικά αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια του έτους, το «πραγματικό εισόδημα» του Jones, σε όρους αγαθών που μπορούν να αγοραστούν με το χρήμα, έχει αυξηθεί σημαντικά λιγότερο από την ονομαστική χρηματική αύξηση ή ενδέχεται και να έχει μειωθεί. Ωστόσο, όπως θα δούμε διεξοδικότερα παρακάτω, δεν υπάρχει ακριβής μέθοδος μέτρησης ή ακόμη και προσδιορισμού της αγοραστικής δύναμης του χρήματος και των μεταβολών της.

Of course, as historians rather than economists, we can make imprecise judgments comparing the “real” income rather than the monetary income between periods. Thus, if Jones received 1,000 ounces of income in one year and 1,200 in the next, and prices generally rose during the year, Jones’ “real income” in terms of goods purchasable by the money has risen considerably less than the nominal monetary increase or perhaps fallen. However, as we shall see further below, there is no precise method of measuring or even identifying the purchasing power of money and its changes.

161

Ακόμη και εάν περιοριστούμε στην ίδια περίοδο, τα χρηματικά εισοδήματα δεν αποτελούν αλάνθαστο οδηγό. Υπάρχουν, για παράδειγμα, πολλά καταναλωτικά αγαθά που μπορούν να αποκτηθούν τόσο μέσω χρηματικής ανταλλαγής όσο και εκτός του πλέγματος των χρηματικών συναλλαγών. Έτσι, ο Jones μπορεί να δαπανά 18 ουγγιές τον μήνα για τροφή, ενοίκιο και φροντίδα του νοικοκυριού, ενώ ο Smith δαπανά μόνο εννέα ουγγιές τον μήνα. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι ο Jones απολαμβάνει διπλάσιες τέτοιες υπηρεσίες από τον Smith. Ο Jones μπορεί να διαμένει σε ξενοδοχείο, το οποίο του παρέχει αυτές τις υπηρεσίες έναντι χρήματος. Ο Smith, αντιθέτως, μπορεί να είναι παντρεμένος και να απολαμβάνει υπηρεσίες οικιακής φροντίδας και μαγειρέματος εκτός του πλέγματος των χρηματικών συναλλαγών. Το ψυχικό εισόδημα του Smith από αυτές τις υπηρεσίες μπορεί να είναι ίσο ή μεγαλύτερο από εκείνο του Jones, παρά τις χαμηλότερες χρηματικές δαπάνες.

Even if we confine ourselves to the same period, monetary incomes are not an infallible guide. There are, for example, many consumers’ goods that are obtainable both through monetary exchange and outside the money nexus. Thus, Jones may be spending 18 ounces a month on food, rent, and household maintenance, while Smith spends only nine ounces a month. This does not necessarily mean that Jones obtains twice as much of these services as Smith. Jones may live in a hotel, which provides him with these services in exchange for money. Smith, on the other hand, may be married and may obtain household and cooking services outside the monetary nexus. Smith’s psychic income from these services may be equal to, or greater than, Jones’, despite the lower monetary expenditures.

162

Ούτε μπορούμε να μετρήσουμε τα ψυχικά εισοδήματα εάν περιοριστούμε στα αγαθά που εντάσσονται στο πλέγμα των χρηματικών συναλλαγών. Ο A και ο B μπορεί να κατοικούν σε σπίτια του ίδιου τύπου, αλλά πώς μπορεί ο οικονομολόγος-παρατηρητής να συναγάγει από αυτό ότι οι δύο αντλούν την ίδια ποσότητα απόλαυσης από το σπίτι; Προφανώς, ο βαθμός απόλαυσης πιθανότατα θα διαφέρει, αλλά το απλό γεγονός του εισοδήματος ή της περιουσίας δεν παρέχει καμία ένδειξη για την κατεύθυνση ή την έκταση της διαφοράς.

Neither can we measure psychic incomes if we confine ourselves to goods in the monetary nexus. A and B might live in the same sort of house, but how can the economist-observer deduce from this that the two are deriving the same amount of enjoyment from the house? Obviously, the degree of enjoyment will most likely differ, but the mere fact of the income or property will provide no clue to the direction or extent of the difference.

163

Συνάγεται ότι ο νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας του χρήματος εφαρμόζεται μόνο στις αξιολογήσεις κάθε επιμέρους ατόμου. Δεν μπορεί να υπάρξει σύγκριση αυτής της χρησιμότητας μεταξύ ατόμων. Έτσι, δεν μπορούμε, όπως έχουν κάνει ορισμένοι συγγραφείς, να υποστηρίζουμε ότι ένα επιπλέον δολάριο προσφέρει μικρότερη απόλαυση σε έναν Rockefeller από ό,τι σε έναν φτωχό άνθρωπο. Εάν ο Rockefeller γινόταν ξαφνικά φτωχός, κάθε δολάριο θα άξιζε περισσότερο γι’ αυτόν από ό,τι αξίζει τώρα· ομοίως, εάν ο φτωχός γινόταν πλούσιος, με τις κλίμακες αξιών του να παραμένουν ίδιες, κάθε δολάριο θα άξιζε λιγότερο από ό,τι αξίζει τώρα. Αυτό, όμως, απέχει πολύ από την απόπειρα σύγκρισης των απολαύσεων ή των υποκειμενικών αξιολογήσεων διαφορετικών ατόμων. Είναι ασφαλώς δυνατόν ένας Rockefeller να απολαμβάνει τις υπηρεσίες κάθε δολαρίου περισσότερο από ένα φτωχό, αλλά εξαιρετικά ασκητικό, άτομο.

It follows that the law of the diminishing marginal utility of money applies only to the valuations of each individual person. There can be no comparison of such utility between persons. Thus, we cannot, as some writers have done, assert that an extra dollar is enjoyed less by a Rockefeller than by a poor man. If Rockefeller were suddenly to become poor, each dollar would be worth more to him than it is now; similarly, if the poor man were to become rich, his value scales remaining the same, each dollar would be worth less than it is now. But this is a far cry from attempting to compare different individuals’ enjoyments or subjective valuations. It is certainly possible that a Rockefeller enjoys the services of each dollar more than a poor, but highly ascetic, individual does.

164

9. Ορισμένες πλάνες σχετικά με τη χρησιμότητα

↗ στη σελίδα του βιβλίου

9. Some Fallacies Relating to Utility

165

Μια δοξασία ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των συγγραφέων που ασχολούνται με τη χρησιμότητα είναι ότι ο καταναλωτής δρα έτσι ώστε να εξισώσει την οριακή χρησιμότητα που έχει γι’ αυτόν οποιοδήποτε αγαθό με την τιμή του αγαθού αυτού. Για να κατανοήσουμε αυτή τη θέση, ας εξετάσουμε την κλίμακα προτιμήσεων του κυρίου Jones όταν σκέφτεται να αγοράσει ένα ή περισσότερα κοστούμια — και θα υποθέσουμε ότι κάθε κοστούμι είναι της ίδιας ποιότητας, δηλαδή το ίδιο «αγαθό». Ας υποθέσουμε ότι η κλίμακα αξιών του έχει ως εξής:

Και ας υποθέσουμε επίσης ότι η αγοραία τιμή είναι 2,9 κόκκοι ανά κοστούμι. Ο Jones θα αγοράσει όχι ένα ή τρία, αλλά δύο κοστούμια. Θα αγοράσει έως την τελευταία μονάδα στην οποία η φθίνουσα οριακή χρησιμότητα που έχει γι’ αυτόν το κοστούμι υπερβαίνει την αυξανόμενη οριακή χρησιμότητα του χρήματος.205 Αυτό είναι προφανές. Εάν τώρα ένας συγγραφέας διατυπώσει την ανάλυσή του με όρους αγαθών που παρουσιάζουν μεγάλη διαιρετότητα, όπως το βούτυρο, και μικρών χρηματικών μονάδων, όπως τα σεντς, είναι εύκολο να καταλήξει απερίσκεπτα στο συμπέρασμα ότι ο καταναλωτής, για κάθε αγαθό, θα δρα κατά τρόπο που εξισώνει, στην αγοραία τιμή, την οριακή χρησιμότητα του χρηματικού ποσού και την οριακή χρησιμότητα του αγαθού. Θα πρέπει, ωστόσο, να είναι σαφές ότι ουδέποτε υπάρχει τέτοια «εξίσωση». Στην περίπτωση του κοστουμιού, η θέση του δεύτερου κοστουμιού στην κατάταξη εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά υψηλότερα από τη θέση των 2,9 κόκκων. Επομένως, δεν υπάρχει εξίσωση. Ακόμη και στην περίπτωση των πλέον διαιρετών αγαθών, θα εξακολουθεί να υπάρχει διαφορά κατάταξης, και όχι εξίσωση, μεταξύ των δύο χρησιμοτήτων. Ένας άνθρωπος μπορεί να αγοράσει 11 ουγγιές βουτύρου προς 10 σεντς την ουγγιά, έως ότου να μην υπάρχει τίποτε που να κατατάσσεται μεταξύ της 11ης ουγγιάς και των 10 σεντς στην κλίμακα χρησιμότητάς του· και πάλι, όμως, δεν υπάρχει ισότητα, αλλά διαφορά κατάταξης, με την τελευταία ουγγιά που αγοράστηκε να κατατάσσεται υψηλότερα από το τελευταίο χρηματικό ποσό που δαπανήθηκε. Βεβαίως, ο καταναλωτής προσπαθεί να δαπανά το χρήμα του έτσι ώστε να φέρνει τα δύο όσο το δυνατόν πλησιέστερα, αλλά αυτά δεν μπορούν ποτέ να είναι ίσα.

A doctrine commonly held by writers on utility is that the consumer acts so as to bring the marginal utility that any good has for him into equality with the price of that good. To understand this thesis, let us examine the preference scale of Mr. Jones in contemplating the purchase of one or more suits (and we shall assume that each suit is of the same quality—the same “good”). Suppose his value scale is as follows: And suppose also that the market price is 2.9 grains per suit. Jones will buy not one or three, but two, suits. He will buy up to the last unit at which the diminishing marginal utility that the suit has for him exceeds the increasing marginal utility of money. This is obvious. Now, if a writer couches the exposition in terms of highly divisible goods, such as butter, and in terms of small units of money, such as pennies, it is easy to leap unthinkingly to the conclusion that the consumer for each good will act in such a way as to equalize, at the market price, the marginal utility of the sum of money and the marginal utility of the good. It should be clear, however, that there is never any such “equalization.” In the case of the suit, the rank of the second suit is still considerably above the rank of the 2.9 grains. So there is no equalization. Even in the case of the most divisible of goods, there will still be a difference in rank, not an equalization, between the two utilities. A man may buy 11 ounces of butter at 10 cents an ounce, until there is nothing ranking between the 11th ounce and the 10cents on his utility scale; yet there is still no equality, but a difference in rank, with the last ounce bought ranking higher than the last sum of money spent. Of course, the consumer tries to spend his money so as to bring the two as close as possible, but they can never be equal.

166

Επιπλέον, η οριακή χρησιμότητα κάθε συγκεκριμένου αγαθού, αφότου πραγματοποιηθούν οι αγορές, διαφέρει ως προς τη θέση κατάταξης από εκείνη κάθε άλλου αγαθού. Ας θεωρήσουμε, λοιπόν, έναν κόκκο χρυσού ως την εξεταζόμενη χρηματική μονάδα. Ας υποθέσουμε ότι οι δεδομένες αγοραίες τιμές των διαφόρων αγαθών είναι οι ακόλουθες:

Furthermore, the marginal utility of each particular good, after the purchases are made, differs in rank from that of every other. Thus, let us take one grain of gold as the monetary unit under consideration. Let us say that the given market-prices of various goods are as follows:

167

Κάθε άτομο θα αγοράζει τώρα κάθε εμπόρευμα έως το τελευταίο σημείο στο οποίο η οριακή χρησιμότητα της μονάδας υπερβαίνει την οριακή χρησιμότητα ενός κόκκου χρυσού. Για έναν άνθρωπο, αυτό μπορεί να σημαίνει την αγορά πέντε λιβρών βουτύρου, τριών καρβελιών ψωμιού, δύο μπαρών γλυκίσματος κ.λπ. Αυτό θα σήμαινε ότι είτε μια έκτη λίβρα βουτύρου είτε ένα τέταρτο καρβέλι ψωμιού θα είχαν χαμηλότερη οριακή χρησιμότητα από έναν κόκκο χρυσού που θα θυσιαζόταν. Ωστόσο, η οριακή χρησιμότητα κάθε αγαθού θα εξακολουθεί να διαφέρει ως προς τη θέση κατάταξης από εκείνη κάθε άλλου και δεν θα είναι ίση με την οριακή χρησιμότητα κανενός άλλου.

Now each individual will purchase each commodity until the last point at which the marginal utility of the unit exceeds the marginal utility of a grain of gold. For one man, this might mean the purchase of five pounds of butter, three loaves of bread, two bars of candy, etc. This would mean that either a sixth pound of butter or a fourth loaf of bread would have a lower marginal utility than a grain of gold forgone. However, the marginal utility of each good will still differ in rank from that of every other and will not be equal to that of any other.

168

Μια άλλη, ακόμη πιο παράδοξη δοξασία υποστηρίζει ότι, σε κατάσταση ισορροπίας, ο λόγος των οριακών χρησιμοτήτων των διαφόρων αγαθών ισούται με τον λόγο των τιμών τους. Χωρίς να εξετάσουμε λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο αυτοί οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα αυτό, μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά τον παραλογισμό του, εφόσον οι χρησιμότητες δεν είναι ποσότητες και, επομένως, δεν μπορούν να διαιρεθούν.

Another, even more curious doctrine holds that in equilibrium the ratio of the marginal utilities of the various goods equals the ratio of their prices. Without entering in detail into the manner by which these writers arrive at this conclusion, we can see its absurdity clearly, since utilities are not quantities and therefore cannot be divided.

169

Αυτές οι πλάνες απορρέουν από μια συγγενή πλάνη: την ιδέα ότι ένα άτομο θα δρα κατά τρόπο που εξισώνει την οριακή χρησιμότητα την οποία θα έχει ένα αγαθό σε καθεμία από τις χρήσεις του. Εφαρμοζόμενη στο χρήμα, η ιδέα αυτή θα συνεπαγόταν ότι η οριακή χρησιμότητα μιας χρηματικής μονάδας είναι ίση σε κάθε πεδίο δαπάνης για κάθε άτομο. Αυτό είναι εσφαλμένο, καθώς μόλις είδαμε ότι οι οριακές χρησιμότητες των διαφόρων αγαθών δεν εξισώνονται. Οι διαδοχικές μονάδες ενός αγαθού κατανέμονται στον πλέον επιθυμητό σκοπό, κατόπιν στην αμέσως επόμενη επιθυμητή ικανοποίηση κ.ο.κ. Εάν υπάρχουν περισσότερες χρήσεις του αγαθού, καθεμία από τις οποίες μπορεί να περιλαμβάνει πολλές μονάδες, η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας σε κάθε χρήση εξακολουθεί να μειώνεται καθώς αυξάνεται η προσφορά. Καθώς αγοράζονται αγαθά, η οριακή χρησιμότητα κάθε αγοραζόμενου αγαθού μειώνεται, και ένας άνθρωπος μπορεί να κατανέμει το χρήμα του πρώτα σε μία χρήση, κατόπιν σε μια άλλη και έπειτα πάλι στην πρώτη. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει εξίσωση των οριακών χρησιμοτήτων.

These fallacies stem from a related one: the idea that an individual will act so as to equalize the marginal utility that any good will have in each of its uses. Applied to money, this would imply that the marginal utility of a unit of money is equal for each field of expenditure for each person. This is incorrect, as we have just seen that the marginal utilities of the various goods are not equalized. Successive units of a good are allocated to the most desired end, then to the next most desired satisfaction, etc. If there are several uses for the good, each one involving many possible units, the marginal utility of a unit in each use continues to decline as the supply increases. As goods are purchased, the marginal utility of each good purchased diminishes, and a man may allocate his money first to one use, then to another, and then to the first use again. However, in no case is there any equalization of marginal utilities.

170

Το δόγμα της εξίσωσης των οριακών χρησιμοτήτων αποτυπώνεται ίσως καλύτερα στο ακόλουθο απόσπασμα από εκείνον που υπήρξε ενδεχομένως ο εισηγητής αυτής της συλλογιστικής:

The dogma of the equalization of marginal utilities may best be illustrated in the following passage from perhaps the originator of this line of argument:

171

Έστω s το συνολικό απόθεμα κάποιου εμπορεύματος, και έστω ότι αυτό επιδέχεται δύο διακριτές χρήσεις. Μπορούμε τότε να παραστήσουμε τις δύο ποσότητες που διατίθενται σε αυτές τις χρήσεις με x1 και y1, με την προϋπόθεση ότι το άθροισμα των x1 και y1 ισούται με s. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το άτομο δαπανά διαδοχικά μικρές ποσότητες του εμπορεύματος· είναι δε αναπόφευκτη τάση της ανθρώπινης φύσης να επιλέγει την πορεία που φαίνεται να προσφέρει το μεγαλύτερο πλεονέκτημα τη δεδομένη στιγμή. Επομένως, όταν το άτομο παραμένει ικανοποιημένο από την κατανομή που έχει πραγματοποιήσει, συνάγεται ότι καμία μεταβολή δεν θα του απέφερε περισσότερη ευχαρίστηση· πράγμα που ισοδυναμεί με το να πούμε ότι μια πρόσθετη ποσότητα του εμπορεύματος θα απέδιδε ακριβώς την ίδια χρησιμότητα στη μία χρήση όπως και στην άλλη. Έστω Δu1, Δu2 οι αυξήσεις της χρησιμότητας που θα μπορούσαν να προκύψουν αντίστοιχα από την κατανάλωση μιας πρόσθετης ποσότητας του εμπορεύματος με τους δύο διαφορετικούς τρόπους. Όταν η κατανομή ολοκληρωθεί, θα πρέπει να έχουμε Δu1 = Δu2 ... Η ίδια συλλογιστική ... θα ισχύει προφανώς για οποιεσδήποτε δύο χρήσεις και, συνεπώς, για όλες τις χρήσεις ταυτοχρόνως, ώστε να προκύπτει μια σειρά εξισώσεων των οποίων το πλήθος είναι κατά μία μονάδα μικρότερο από τον αριθμό των τρόπων χρήσης του εμπορεύματος. Το γενικό αποτέλεσμα είναι ότι το εμπόρευμα, εάν καταναλώνεται από ένα απολύτως σοφό ον, πρέπει να καταναλώνεται κατά τρόπο που παράγει τη μέγιστη χρησιμότητα.206

Let s be the whole stock of some commodity, and let it be capable of two distinct uses. Then we may represent the two quantities appropriated to these uses by xl and y1, it being a condition that xl plus y1 equal s. The person may be conceived as successively expending small quantities of the commodity; now it is the inevitable tendency of human nature to choose that course which appears to offer the greatest advantage at the moment. Hence, when the person remains satisfied with the distribution he has made, it follows that no alteration would yield him more pleasure; which amounts to saying that an increment of commodity would yield exactly as much utility in one use as in another. Let Δu1, Δu2, be the increments of utility, which might arise respectively from consuming an increment of commodity in the two different ways. When the distribution is completed, we ought to have Δu1 = Δu2 . . . The same reasoning . . . will evidently apply to any two uses, and hence to all uses simultaneously, so that we obtain a series of equations less numerous by a unit than the number of ways of using the commodity. The general result is that the commodity, if consumed by a perfectly wise being, must be consumed with a maximum production of utility.37

172

Τα κύρια σφάλματα εδώ συνίστανται στη σύλληψη της χρησιμότητας ως ορισμένης ποσότητας, ως συγκεκριμένης συνάρτησης μιας αύξησης της ποσότητας του εμπορεύματος, και στην αντιμετώπιση του προβλήματος με όρους απειροελάχιστων βημάτων. Και οι δύο διαδικασίες είναι εσφαλμένες. Οι χρησιμότητες δεν είναι ποσότητες, αλλά θέσεις κατάταξης, και οι διαδοχικές ποσότητες ενός εμπορεύματος που χρησιμοποιούνται είναι πάντοτε διακριτές μονάδες, όχι απειροελάχιστες. Εάν οι μονάδες είναι διακριτές, τότε η θέση κατάταξης κάθε μονάδας διαφέρει από εκείνη κάθε άλλης και δεν μπορεί να υπάρξει εξίσωση.

The chief errors here consist in conceiving utility as a certain quantity, a definite function of an increment in the commodity, and in treating the problem in terms of infinitely small steps. Both procedures are fallacious. Utilities are not quantities, but ranks, and the successive amounts of a commodity that are used are always discrete units, not infinitely small ones. If the units are discrete, then the rank of each unit differs from that of every other, and there can be no equalization.

173

Πολλά σφάλματα στις συζητήσεις περί χρησιμότητας προκύπτουν από την υπόθεση ότι αυτή αποτελεί κάποιο είδος ποσότητας, μετρήσιμης τουλάχιστον κατ’ αρχήν. Όταν αναφερόμαστε, για παράδειγμα, στη «μεγιστοποίηση» της χρησιμότητας από έναν καταναλωτή, δεν αναφερόμαστε σε ένα συγκεκριμένο απόθεμα ή σε μια ποσότητα κάποιου πράγματος που πρέπει να μεγιστοποιηθεί. Αναφερόμαστε στην υψηλότερη θέση στην κλίμακα αξιών του ατόμου. Ομοίως, η υπόθεση του απειροελάχιστου, σε συνδυασμό με την πεποίθηση ότι η χρησιμότητα είναι ποσότητα, οδηγεί στο σφάλμα να αντιμετωπίζεται η οριακή χρησιμότητα ως η μαθηματική παράγωγος της «συνολικής χρησιμότητας» περισσότερων μονάδων ενός αγαθού, η οποία νοείται ως ολοκλήρωμα. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει τέτοια σχέση ούτε υπάρχει κάτι όπως η «συνολική χρησιμότητα», αλλά μόνο η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας μεγαλύτερου μεγέθους. Το μέγεθος της μονάδας εξαρτάται από τη συνάφειά του προς τη συγκεκριμένη δράση.207

Many errors in discussions of utility stem from an assumption that it is some sort of quantity, measurable at least in principle. When we refer to a consumer’s “maximization” of utility, for example, we are not referring to a definite stock or quantity of something to be maximized. We refer to the highest-ranking position on the individual’s value scale. Similarly, it is the assumption of the infinitely small, added to the belief in utility as a quantity, that leads to the error of treating marginal utility as the mathematical derivative of the integral “total utility” of several units of a good. Actually, there is no such relation, and there is no such thing as “total utility,” only the marginal utility of a larger-sized unit. The size of the unit depends on its relevance to the particular action.

174

Αυτό καταδεικνύει έναν από τους σοβαρούς κινδύνους της μαθηματικής μεθόδου στην οικονομική επιστήμη, καθώς η μέθοδος αυτή φέρει μαζί της την προδιάθεση υπέρ της υπόθεσης της συνέχειας, ή του απειροελάχιστου βήματος. Οι περισσότεροι συγγραφείς που ασχολούνται με την οικονομική επιστήμη θεωρούν την υπόθεση αυτή μια αβλαβή, αλλά δυνητικά πολύ χρήσιμη, πλασματική κατασκευή και επικαλούνται τη μεγάλη επιτυχία της στο πεδίο της φυσικής. Παραβλέπουν τις τεράστιες διαφορές μεταξύ του κόσμου της φυσικής και του κόσμου της ανθρώπινης δράσης. Το πρόβλημα δεν είναι απλώς η απόκτηση των οργάνων μέτρησης σε μικροσκοπική κλίμακα που έχει αναπτύξει η φυσική. Η κρίσιμη διαφορά είναι ότι η φυσική ασχολείται με άψυχα αντικείμενα που κινούνται αλλά δεν δρουν. Οι κινήσεις αυτών των αντικειμένων μπορούν να διερευνηθούν ως διεπόμενες από ακριβείς, ποσοτικά προσδιορισμένους νόμους, οι οποίοι εκφράζονται κατάλληλα με μαθηματικές συναρτήσεις. Εφόσον οι νόμοι αυτοί περιγράφουν με ακρίβεια συγκεκριμένες τροχιές κίνησης, δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα στην εισαγωγή απλουστευτικών υποθέσεων συνέχειας και απειροελάχιστων βημάτων.

This illustrates one of the grave dangers of the mathematical method in economics, since this method carries with it the bias of the assumption of continuity, or the infinitely small step. Most writers on economics consider this assumption a harmless, but potentially very useful, fiction, and point to its great success in the field of physics. They overlook the enormous differences between the world of physics and the world of human action. The problem is not simply one of acquiring the microscopic measuring tools that physics has developed. The crucial difference is that physics deals with inanimate objects that move but do not act. The movements of these objects can be investigated as being governed by precise, quantitatively determinate laws, well expressed in terms of mathematical functions. Since these laws precisely describe definite paths of movement, there is no harm at all in introducing simplified assumptions of continuity and infinitely small steps.

175

Οι άνθρωποι, ωστόσο, δεν κινούνται με αυτόν τον τρόπο, αλλά δρουν σκόπιμα, χρησιμοποιώντας μέσα για την επίτευξη σκοπών. Η διερεύνηση των αιτίων της ανθρώπινης δράσης είναι, επομένως, ριζικά διαφορετική από τη διερεύνηση των νόμων κίνησης των φυσικών αντικειμένων. Ειδικότερα, οι άνθρωποι δρουν με βάση πράγματα που έχουν σημασία για τη δράση τους. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντιληφθεί το απειροελάχιστο βήμα· επομένως, αυτό δεν έχει νόημα γι’ αυτόν ούτε συνάφεια προς τη δράση του. Έτσι, εάν μία ουγγιά ενός αγαθού είναι η μικρότερη μονάδα την οποία οι άνθρωποι θα μπουν στον κόπο να διακρίνουν, τότε η ουγγιά είναι η βασική μονάδα, και δεν μπορούμε απλώς να υποθέσουμε άπειρη συνέχεια με όρους μικρών κλασμάτων της ουγγιάς.

Human beings, however, do not move in such fashion, but act purposefully, applying means to the attainment of ends. Investigating causes of human action, then, is radically different from investigating the laws of motion of physical objects. In particular, human beings act on the basis of things that are relevant to their action. The human being cannot see the infinitely small step; it therefore has no meaning to him and no relevance to his action. Thus, if one ounce of a good is the smallest unit that human beings will bother distinguishing, then the ounce is the basic unit, and we cannot simply assume infinite continuity in terms of small fractions of an ounce.

176

Το καίριο πρόβλημα στη θεωρία της χρησιμότητας, το οποίο παραμέλησαν οι συγγραφείς της μαθηματικής προσέγγισης, είναι το μέγεθος της μονάδας. Υπό την υπόθεση της μαθηματικής συνέχειας, αυτό δεν αποτελεί καν πρόβλημα· δύσκολα θα μπορούσε να αποτελεί, όταν η μαθηματικά νοούμενη μονάδα είναι απειροελάχιστη και, επομένως, κυριολεκτικά χωρίς μέγεθος. Σε μια πραξεολογική ανάλυση της ανθρώπινης δράσης, ωστόσο, αυτό γίνεται βασικό ζήτημα. Το μέγεθος της μονάδας που έχει σημασία για τη δράση ποικίλλει ανάλογα με τη συγκεκριμένη κατάσταση και, σε καθεμία από αυτές τις καταστάσεις, η αντίστοιχη μονάδα γίνεται η οριακή μονάδα. Μεταξύ των χρησιμοτήτων των μονάδων διαφορετικού μεγέθους δεν υπάρχει παρά μια απλή διατακτική σχέση.

The key problem in utility theory, neglected by the mathematical writers, has been the size of the unit. Under the assumption of mathematical continuity, this is not a problem at all; it could hardly be when the mathematically conceived unit is infinitely small and therefore literally sizeless. In a praxeological analysis of human action, however, this becomes a basic question. The relevant size of the unit varies according to the particular situation, and in each of these situations this relevant unit becomes the marginal unit. There is none but a simple ordinal relation among the utilities of the variously sized units.

177

Η τάση αντιμετώπισης των προβλημάτων της ανθρώπινης δράσης με όρους ισότητας της χρησιμότητας και απειροελάχιστων βημάτων είναι επίσης εμφανής σε πρόσφατα συγγράμματα σχετικά με τους «χάρτες αδιαφορίας». Σχεδόν ολόκληρο το οικοδόμημα της σύγχρονης μαθηματικής οικονομικής στη θεωρία της κατανάλωσης έχει στηριχθεί στην υπόθεση της «αδιαφορίας». Βάση του είναι η εξέταση εκτεταμένων κατηγοριών συνδυασμών δύο αγαθών, μεταξύ των οποίων το άτομο είναι αδιάφορο στις αξιολογήσεις του. Επιπλέον, οι διαφορές μεταξύ τους είναι απειροελάχιστες, ώστε να μπορούν να χαραχθούν ομαλές καμπύλες και εφαπτόμενες. Η κρίσιμη πλάνη είναι ότι η «αδιαφορία» δεν μπορεί να αποτελέσει βάση δράσης. Εάν ένας άνθρωπος ήταν πράγματι αδιάφορος μεταξύ δύο εναλλακτικών δυνατοτήτων, δεν θα μπορούσε να επιλέξει μεταξύ τους και, επομένως, η επιλογή δεν θα μπορούσε να αποκαλυφθεί στη δράση. Μας ενδιαφέρει η ανάλυση της ανθρώπινης δράσης. Κάθε δράση καταδεικνύει επιλογή που βασίζεται σε προτίμηση: προτίμηση μιας εναλλακτικής δυνατότητας έναντι άλλων. Επομένως, η έννοια της αδιαφορίας δεν έχει κανέναν ρόλο στην οικονομική επιστήμη ή σε οποιαδήποτε άλλη πραξεολογική επιστήμη. Εάν ένας άνθρωπος είναι αδιάφορος ως προς το αν θα χρησιμοποιήσει, για παράδειγμα, 5,1 ή 5,2 ουγγιές βουτύρου, επειδή η μονάδα είναι υπερβολικά μικρή για να τη λάβει υπόψη του, τότε δεν θα υπάρξει λόγος να δράσει ως προς αυτή την εναλλακτική επιλογή. Θα χρησιμοποιεί το βούτυρο σε μονάδες ουγγιάς και όχι σε δέκατα της ουγγιάς. Για τον ίδιο λόγο, δεν υπάρχουν απειροελάχιστα βήματα στην ανθρώπινη δράση. Βήματα είναι μόνο εκείνα που έχουν σημασία για τους ανθρώπους· συνεπώς, θα είναι πάντοτε πεπερασμένα και διακριτά.

The tendency to treat problems of human action in terms of equality of utility and of infinitely small steps is also apparent in recent writings on “indifference maps.” Almost the entire edifice of contemporary mathematical economics in consumption theory has been built on the “indifference” assumption. Its basis is the treatment of large-sized classes of combinations of two goods, between which the individual is indifferent in his valuations. Furthermore, the differences between them are infinitely small, so that smooth lines and tangents can be drawn. The crucial fallacy is that “indifference” cannot be a basis for action. If a man were really indifferent between two alternatives, he could not make any choice between them, and therefore the choice could not be revealed in action. We are interested in analyzing human action. Any action demonstrates choice based on preference: preference for one alternative over others. There is therefore no role for the concept of indifference in economics or in any other praxeological science. If it is a matter of indifference for a man whether he uses 5.1 or 5.2 ounces of butter for example, because the unit is too small for him to take into consideration, then there will be no occasion for him to act on this alternative. He will use butter in ounce units, instead of tenths of an ounce. For the same reason, there are no infinitely small steps in human action. Steps are only those that are significant to human beings; hence, they will always be finite and discrete.

178

Το σφάλμα στη συλλογιστική που βασίζεται στην «αδιαφορία» έγκειται στην αδυναμία κατανόησης του γεγονότος ότι ένα πρόβλημα σημαντικό στο πεδίο της ψυχολογίας μπορεί να μην έχει καμία σημασία στο πεδίο της πραξεολογίας, στο οποίο ανήκει η οικονομική επιστήμη. Η ψυχολογία ασχολείται με το πρόβλημα του πώς ή γιατί το άτομο διαμορφώνει κλίμακες αξιών, και για το ερώτημα αυτό έχει σημασία να εξεταστεί εάν το άτομο είναι αποφασιστικό ή τείνει να είναι «αδιάφορο» μεταξύ διαφόρων εναλλακτικών δυνατοτήτων. Η πραξεολογία, ωστόσο, είναι μια λογική επιστήμη που βασίζεται στην ύπαρξη της δράσης καθαυτής· ενδιαφέρεται για την εξήγηση και την ερμηνεία της πραγματικής δράσης ως προς τον καθολικό χαρακτήρα της και όχι ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενό της. Η εξέταση των κλιμάκων αξιών από αυτήν αποτελεί, επομένως, παραγωγική συναγωγή από τη φύση της ανθρώπινης δράσης και όχι εικαστική πραγματεία για τις εσωτερικές λειτουργίες του νου. Κατά συνέπεια, δεν έχει σημασία για την πραξεολογία εάν ένας άνθρωπος, όταν πρέπει να αποφασίσει μεταξύ των εναλλακτικών δυνατοτήτων A και B, επιλέγει με σταθερότητα και αποφασιστικότητα ή αποφασίζει ρίχνοντας ένα νόμισμα. Αυτό είναι πρόβλημα της ψυχολογίας· η πραξεολογία ενδιαφέρεται μόνο για το γεγονός ότι επιλέγει, για παράδειγμα, το A αντί του B και ότι, επομένως, το A κατείχε υψηλότερη θέση στην κλίμακα προτιμήσεών του από το B. Η θεωρία της χρησιμότητας δεν ασχολείται με την ψυχολογία ή με τις εσωτερικές λειτουργίες του νου, αλλά αποτελεί μέρος μιας χωριστής επιστήμης που βασίζεται στις λογικές συνέπειες του απλού γεγονότος ότι υπάρχει δράση.

The error in reasoning on the basis of “indifference” is the failure to appreciate the fact that a problem important in the field of psychology may have no significance in the realm of praxeology, to which economics belongs. Psychology deals with the problem of how or why the individual forms value scales, and for this question it is relevant to consider whether the individual is decisive or inclined to be “indifferent” between various alternatives. Praxeology, however, is a logical science based on the existence of action per se; it is interested in explaining and interpreting real action in its universal sense rather than in its concrete content. Its discussion of value scales is therefore a deduction from the nature of human action and not a speculative essay on the internal workings of the mind. It is consequently irrelevant for praxeology whether a man, in having to decide between alternatives A and B, makes a choice firmly and decisively, or whether he decides by tossing a coin. This is a problem for psychology; praxeology is concerned only with the fact that he chooses, for example, A rather than B, and that therefore A ranked higher in his preference scale than B. Utility theory is not concerned with psychology or the internal operations of the mind, but is part of a separate science based on the logical consequences of the simple existence of action.

179

Ούτε βασίζεται η πραξεολογία στη συμπεριφοριστική ψυχολογία. Στην πραγματικότητα, στον βαθμό που η πραξεολογία άπτεται της ψυχολογίας, οι αρχές της είναι αντίθετες προς εκείνες του συμπεριφορισμού. Όπως είδαμε, αντί να παρατηρεί απλώς τη δράση με τον ίδιο τρόπο που παρατηρούμε και καταγράφουμε τις κινήσεις των λίθων, η πραξεολογία βασίζεται σε μια θεμελιώδη διάκριση μεταξύ της ανθρώπινης δράσης και της κίνησης της ανόργανης ύλης: ότι, δηλαδή, η ανθρώπινη δράση παρακινείται προς την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Μέσα και πόροι χρησιμοποιούνται για την επίτευξη αυτών των σκοπών. Κάθε άλλο παρά αποκλείοντας τον νου από την ανάλυση, η πραξεολογία στηρίζεται θεμελιωδώς στο βασικό αξίωμα της δράσης, μιας δράσης που προκαλείται και τίθεται σε εφαρμογή από τον ανθρώπινο νου. Ωστόσο, η πραξεολογία δεν ασχολείται με το περιεχόμενο αυτών των σκοπών, με τον τρόπο διαμόρφωσής τους ή με τη σειρά τους· ασχολείται με την ανάλυση των λογικών συνεπειών της ύπαρξής τους.

Neither is praxeology based on behaviorist psychology. In fact, in so far as praxeology touches on psychology, its principles are the reverse of those of behaviorism. As we have seen, far from simply observing action in the same way as we observe and record the movements of stones, praxeology is based on a fundamental distinction between human action and the motion of inorganic matter, namely, that human action is motivated toward the achievement of certain ends. Means and resources are used for the achievement of these ends. Far from leaving mind out of the picture, praxeology rests fundamentally on the basic axiom of action, action caused and put into effect by human minds. However, praxeology is not concerned with the content of these ends, the manner of arriving at them, or their order; it is concerned with analysis of the logical implications of the existence of these ends.

180

Ορισμένοι συγγραφείς, διαχωρίζοντας τεχνητά τις κλίμακες αξιών από την πραγματική δράση, έχουν μάλιστα φτάσει στο σημείο να επιχειρούν να ανακαλύψουν τους χάρτες αδιαφορίας των ανθρώπων μέσω ερωτηματολογίων. Οι απόπειρες αυτές, πέρα από το ότι υπόκεινται στην κριτική ότι η αδιαφορία δεν είναι πραξεολογικά έγκυρη, δεν αναγνωρίζουν ότι οι κλίμακες αξιών μπορούν να μεταβάλλονται και πράγματι μεταβάλλονται διαρκώς και ότι, επομένως, τέτοια ερωτηματολόγια δεν έχουν συνάφεια προς το έργο της οικονομικής επιστήμης. Η οικονομική επιστήμη δεν ενδιαφέρεται για τις κλίμακες αξιών που δηλώνονται ως απαντήσεις σε ερωτηματολόγια, αλλά για τις αξίες που συνεπάγεται η πραγματική δράση. Όπως δηλώνει ο Ludwig von Mises σχετικά με όλες τις απόπειρες διαχωρισμού των κλιμάκων αξιών από τη δράση:

Some writers, in their artificial separation of value scales from real action, have actually gone to the length of attempting to discover people’s indifference maps by means of questionnaires. These attempts, besides being open to the stricture that indifference is not praxeologically valid, fail to realize that value scales can and do change continually and that therefore such questionnaires have no relevance to the business of economics. Economics is interested not in value scales professed in response to questionnaires, but in the values implied by real action. As Ludwig von Mises states, with regard to all attempts to separate value scales from action:

181

... η κλίμακα αξιών δεν είναι παρά ένα κατασκευασμένο εργαλείο της σκέψης. Η κλίμακα αξιών εκδηλώνεται μόνο στην πραγματική δράση· μπορεί να διακριθεί μόνο μέσω της παρατήρησης της πραγματικής δράσης. Επομένως, δεν επιτρέπεται να αντιπαραβάλλεται με την πραγματική δράση και να χρησιμοποιείται ως μέτρο για την αξιολόγηση πραγματικών δράσεων.208

. . . the scale of value is nothing but a constructed tool of thought. The scale of value manifests itself only in real acting; it can be discerned only from the observation of real acting. It is therefore impermissible to contrast it with real acting and to use it as a yardstick for the appraisal of real actions.39

182

Εφόσον η αδιαφορία δεν έχει συνάφεια προς την ανθρώπινη δράση, συνάγεται ότι δύο εναλλακτικές δυνατότητες επιλογής δεν μπορούν να κατέχουν την ίδια θέση στην κλίμακα αξιών ενός ατόμου. Εάν πράγματι κατατάσσονται ισότιμα, τότε δεν μπορούν να αποτελούν εναλλακτικές δυνατότητες επιλογής και, επομένως, δεν έχουν συνάφεια προς τη δράση. Συνεπώς, οι εναλλακτικές δυνατότητες όχι μόνο κατατάσσονται διατακτικά στην κλίμακα αξιών κάθε ανθρώπου, αλλά κατατάσσονται και χωρίς ισοβαθμίες· δηλαδή, κάθε εναλλακτική δυνατότητα κατέχει διαφορετική θέση.

Since indifference is not relevant to human action, it follows that two alternatives for choice cannot be ranked equally on an individual’s value scale. If they are really ranked equally, then they cannot be alternatives for choice, and are therefore not relevant to action. Hence, not only are alternatives ranked ordinally on every man’s value scale, but they are ranked without ties; i.e., every alternative has a different rank.

183

Το περίφημο παράδειγμα που χρησιμοποιούν οι θεωρητικοί της αδιαφορίας για να καταδείξουν τη συνάφεια της αδιαφορίας προς την ανθρώπινη δράση είναι η περίπτωση του γαϊδάρου του Buridan. Πρόκειται για τον μύθο του γαϊδάρου που στέκεται πεινασμένος σε ίση απόσταση από δύο εξίσου ελκυστικές μπάλες σανού ή διψασμένος σε ίση απόσταση από δύο νερόλακκους. Εφόσον οι δύο μπάλες σανού ή οι δύο νερόλακκοι είναι εξίσου ελκυστικοί από κάθε άποψη, ο γάιδαρος δεν μπορεί να επιλέξει κανένα από τα δύο και, επομένως, πρέπει να πεθάνει από ασιτία. Υποτίθεται ότι το παράδειγμα αυτό αποδεικνύει τη μεγάλη σημασία της αδιαφορίας για τη δράση και υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο η αδιαφορία αποκαλύπτεται στη δράση. Επιτείνοντας τη σύγχυση, ο Schumpeter χαρακτηρίζει αυτόν τον γάιδαρο «απολύτως ορθολογικό».209

The famous illustration used by the indifference theorists to demonstrate the relevance of indifference to human action is the case of Buridan’s ass. This is the fable of the ass who stands, hungry, equidistant from two equally attractive bales of hay, or, thirsty, equidistant from two water holes. Since the two bales or water holes are equally attractive in every way, the ass can choose neither one and must therefore starve. This example is supposed to prove the great relevance of indifference to action and to be an indication of the way that indifference is revealed in action. Compounding confusion, Schumpeter refers to this ass as “perfectly rational.”

184

Καταρχάς, είναι βεβαίως δύσκολο να φανταστεί κανείς γάιδαρο ή άνθρωπο που θα μπορούσε να είναι λιγότερο ορθολογικός. Δεν βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο επιλογές, αλλά με τρεις, με την τρίτη να είναι να πεθάνει από ασιτία εκεί όπου βρίσκεται. Ακόμη και με βάση τις ίδιες τις παραδοχές των υποστηρικτών της αδιαφορίας, αυτή η τρίτη επιλογή θα κατατασσόταν χαμηλότερα από τις άλλες δύο στην κλίμακα αξιών του δρώντος. Δεν θα επιλέξει την ασιτία.

In the first place, it is of course difficult to conceive of an ass or a person that could be less rational. He is confronted not with two choices, but with three, the third being to starve where he is. Even on the indifferentists’ own grounds, this third choice will be ranked lower than the other two on the actor’s value scale. He will not choose starvation.

185

Εάν ο αριστερός και ο δεξιός νερόλακκος είναι εξίσου ελκυστικοί και δεν μπορεί να βρει κανέναν λόγο να προτιμήσει τον έναν ή τον άλλον, ο γάιδαρος ή ο άνθρωπος θα αφήσει την καθαρή τύχη, όπως τη ρίψη ενός νομίσματος, να αποφασίσει υπέρ του ενός ή του άλλου. Έναν, όμως, πρέπει και πρόκειται να επιλέξει. Και πάλι, μας ενδιαφέρει η προτίμηση όπως αποκαλύπτεται μέσω της επιλογής και όχι η ψυχολογία των προτιμήσεων. Εάν το νόμισμα υπέδειξε τον αριστερό νερόλακκο, τότε ο αριστερός νερόλακκος τοποθετήθηκε τελικά υψηλότερα στην κλίμακα αξιών του δρώντος, όπως αποκαλύφθηκε όταν κινήθηκε προς αυτόν. Κάθε άλλο παρά απόδειξη της σημασίας της αδιαφορίας, η περίπτωση του γαϊδάρου του Buridan αποτελεί εξαιρετική απόδειξη του γεγονότος ότι η αδιαφορία δεν μπορεί να διαδραματίσει κανέναν απολύτως ρόλο στην ανάλυση της ανθρώπινης δράσης.

If both the left and right water holes are equally attractive, and he can find no reason for preferring one or the other, the ass or the man will allow pure chance, such as a flip of a coin, to decide on either one. But on one he must and will decide. Again, we are interested in preference as revealed through choice and not in the psychology of preferences. If the flipped coin indicated the left water hole, then the left water hole was finally placed higher on the actor’s value scale, as was revealed when he went toward it. Far from being a proof of the importance of indifference, the case of Buridan’s ass is an excellent demonstration of the fact that indifference can play no part whatever in an analysis of human action.

186

Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο επιχειρείται να δικαιολογηθεί η ανάλυση της αδιαφορίας είναι να υποτεθεί ότι ένας άνθρωπος, ο Jones, επιλέγει καθεμία από δύο εναλλακτικές δυνατότητες, A και B, περίπου στο 50 τοις εκατό των περιπτώσεων, όταν του παρουσιάζονται επανειλημμένα ευκαιρίες επιλογής. Υποστηρίζεται ότι αυτή η εναλλαγή αποδεικνύει πως ο Jones είναι πράγματι αδιάφορος μεταξύ των δύο εναλλακτικών δυνατοτήτων. Ποιο είναι, όμως, το εύλογο συμπέρασμα; Σαφώς, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το A προτιμήθηκε έναντι του B στην κλίμακα αξιών του Jones και ότι στις άλλες οι θέσεις αντιστράφηκαν, έτσι ώστε το B να προτιμηθεί έναντι του A. Σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε αδιαφορία μεταξύ των δύο εναλλακτικών δυνατοτήτων. Η μεταβολή της επιλογής υποδηλώνει μεταβολή της κλίμακας προτιμήσεων και όχι αδιαφορία σε μια σταθερή κλίμακα αξιών. Βεβαίως, εάν ασχολούμασταν με την ψυχολογία, θα μπορούσαμε να συζητήσουμε την ένταση των προτιμήσεων και να εκφέρουμε την άποψη ότι ο άνθρωπος αυτός, ως προς την υποκείμενη προσωπικότητά του, ήταν σχετικά αδιάφορος μεταξύ των δύο εναλλακτικών δυνατοτήτων, αντί να έχει έντονη προδιάθεση υπέρ της μίας. Στην πραξεολογία, όμως, δεν μας ενδιαφέρει το συγκεκριμένο περιεχόμενο των κλιμάκων αξιών του ούτε η υποκείμενη προσωπικότητά του. Μας ενδιαφέρουν οι κλίμακες αξιών όπως αποκαλύπτονται μέσω της επιλογής.

Another way of attempting a justification of the indifference analysis is to suppose that a man, Jones, chooses each of two alternatives A and B about 50 percent of the time, upon repeated opportunities. This shifting is alleged to be a demonstration that Jones is really indifferent as between the two alternatives. Yet what is the reasonable inference? Clearly, that in some cases, A was preferred to B on Jones’ value scale, and that in the others, the positions were shifted so that B was preferred to A. In no case was there indifference between the two alternatives. The shift of choice indicates a shift in the preference scale, and not indifference on a constant value scale. Of course, if we were dealing with psychology, we could enter into a discussion of intensities of preferences and opine that the man, with respect to his underlying personality, was relatively indifferent rather than intensely biased, as between the two alternatives. But in praxeology we are not interested in the concrete content of his value scales nor in his underlying personality. We are interested in value scales as revealed through choice.

187

Παράρτημα Α: Η φθίνουσα οριακή χρησιμότητα του χρήματος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Appendix A: The Diminishing Marginal Utility of Money

188

Ορισμένοι συγγραφείς, ενώ αποδέχονται την ισχύ του νόμου της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας για όλα τα άλλα αγαθά, αρνούνται την εφαρμογή του στο χρήμα. Έτσι, για παράδειγμα, ένας άνθρωπος μπορεί να κατανέμει κάθε ουγγιά χρήματος στις χρήσεις που προτιμά περισσότερο. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι για την αγορά ενός αυτοκινήτου απαιτούνται 60 ουγγιές χρυσού. Τότε η απόκτηση της 60ής ουγγιάς, η οποία θα του επιτρέψει να αγοράσει αυτοκίνητο, θα έχει σημαντικά μεγαλύτερη αξία από την απόκτηση της 58ης ή της 59ης ουγγιάς, οι οποίες δεν θα του επιτρέψουν να το πράξει.

Some writers, while admitting the validity of the law of diminishing marginal utility for all other goods, deny its application to money. Thus, for example, a man may allocate each ounce of money to his most preferred uses. However, suppose that it takes 60 ounces of gold to buy an automobile. Then the acquisition of the 60th ounce, which will enable him to buy an automobile, will have considerably more value than the acquisition of the 58th or of the 59th ounce, which will not enable him to do so.

189

Το επιχείρημα αυτό εμπεριέχει μια παρανόηση πανομοιότυπη με εκείνη του επιχειρήματος περί «αυξανόμενης οριακής χρησιμότητας των αυγών», το οποίο εξετάστηκε στο κεφάλαιο 1 παραπάνω.210 Εκεί είδαμε ότι είναι εσφαλμένο να υποστηρίζεται πως, επειδή ένα τέταρτο αυγό μπορεί να επιτρέψει σε έναν άνθρωπο να ψήσει ένα κέικ, πράγμα που δεν μπορούσε να κάνει με τα πρώτα τρία, η οριακή χρησιμότητα των αυγών έχει αυξηθεί. Είδαμε ότι ένα «αγαθό» και, κατά συνέπεια, η «μονάδα» ενός αγαθού ορίζονται με βάση οποιαδήποτε ποσότητα της οποίας οι μονάδες παρέχουν ίση δυνατότητα εξυπηρέτησης. Αυτή η τελευταία φράση είναι η καίρια έννοια. Το τέταρτο αυγό δεν παρείχε την ίδια δυνατότητα εξυπηρέτησης με το πρώτο και, επομένως, δεν ήταν εναλλάξιμο με αυτό· συνεπώς, ένα μεμονωμένο αυγό δεν μπορούσε να θεωρηθεί μονάδα. Οι μονάδες ενός αγαθού πρέπει να είναι ομοιογενείς ως προς την ικανότητά τους να παρέχουν υπηρεσίες, και μόνο σε τέτοιες μονάδες εφαρμόζεται ο νόμος της χρησιμότητας.

This argument involves a misconception identical with that of the argument about the “increasing marginal utility of eggs” discussed in chapter 1, above. There we saw that it is erroneous to argue that because a fourth egg might enable a man to bake a cake, which he could not do with the first three, the marginal utility of the eggs has increased. We saw that a “good” and, consequently, the “unit” of a good are defined in terms of whatever quantity of which the units give an equally serviceable supply. This last phrase is the key concept. The fourth egg was not equally serviceable as, and therefore not interchangeable with, the first egg, and therefore a single egg could not be taken as the unit. The units of a good must be homogeneous in their serviceability, and it is only to such units that the law of utility applies.

190

Η κατάσταση είναι παρόμοια στην περίπτωση του χρήματος. Η ικανότητα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα να παρέχει υπηρεσίες έγκειται στη χρήση του στην ανταλλαγή και όχι στην άμεση χρήση του. Εδώ, επομένως, μια «μονάδα» χρήματος, ως προς τη συνάφειά της με τις ατομικές κλίμακες αξιών, πρέπει να είναι ομοιογενής με κάθε άλλη μονάδα ως προς την ανταλλακτική αξία. Εάν μία ακόμη ουγγιά επιτρέπει την αγορά ενός αυτοκινήτου και το ζήτημα αυτό έχει σημασία για την εξεταζόμενη περίπτωση, τότε ως «μονάδα» του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα πρέπει να θεωρηθεί όχι η μία ουγγιά, αλλά οι 60 ουγγιές.

The situation is similar in the case of money. The serviceability of the money commodity lies in its use in exchange rather than in its direct use. Here, therefore, a “unit” of money, in its relevance to individual value scales, must be such as to be homogeneous with every other unit in exchange-value. If another ounce permits a purchase of an automobile, and the issue is relevant to the case in question, then the “unit” of the money commodity must be taken not as one ounce, but as 60 ounces.

191

Το μόνο, λοιπόν, που χρειάζεται να γίνει για να ληφθούν υπόψη και να εξηγηθούν οι «ασυνέχειες» λόγω ενδεχόμενων μεγάλων αγορών είναι να μεταβληθεί το μέγεθος της χρηματικής μονάδας στην οποία εφαρμόζονται ο νόμος της χρησιμότητας, οι προτιμήσεις και οι επιλογές.211 Αυτό ακριβώς κάνει κάθε άνθρωπος στην πράξη. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ένας άνθρωπος εξετάζει τι θα κάνει με 60 ουγγιές χρυσού. Ας υποθέσουμε, για λόγους απλότητας, ότι έχει τη δυνατότητα να κατανείμει τις 60 ουγγιές σε μονάδες των πέντε ουγγιών. Αυτή, θα πούμε, είναι η εναλλακτική δυνατότητα A. Στην περίπτωση αυτή, αποφασίζει ότι θα κατανείμει κάθε πεντάδα ουγγιών σύμφωνα με τις υψηλότερες θέσεις στην κλίμακα χρησιμότητάς του. Οι πρώτες πέντε ουγγιές θα διατεθούν, ή θα δαπανηθούν, στην υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση που μπορεί να εξυπηρετηθεί από πέντε ουγγιές· οι επόμενες πέντε ουγγιές στην αμέσως επόμενη υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση, και ούτω καθεξής. Τελικά, τη 12η πεντάδα ουγγιών θα τη διαθέσει στη 12η υψηλότερα αξιολογούμενη χρήση του. Τώρα, όμως, βρίσκεται επίσης αντιμέτωπος με την εναλλακτική δυνατότητα B. Αυτή συνίσταται στη δαπάνη και των 60 ουγγιών για οποιαδήποτε μεμονωμένη χρήση θα είχε τη μεγαλύτερη αξία στην κλίμακα αξιών του. Αυτή θα είναι η υψηλότερα κατατασσόμενη μεμονωμένη χρήση για μια μονάδα 60 ουγγιών χρήματος. Για να αποφασίσει τώρα ποια εναλλακτική πορεία θα ακολουθήσει, ο άνθρωπος συγκρίνει τη χρησιμότητα της υψηλότερα κατατασσόμενης μεμονωμένης χρήσης ενός ενιαίου ποσού 60 ουγγιών —ας πούμε, της αγοράς ενός αυτοκινήτου— με τη χρησιμότητα του «πακέτου»: της δαπάνης πέντε ουγγιών για το a, πέντε ουγγιών για το b κ.ο.κ. Εφόσον ο άνθρωπος γνωρίζει τη δική του κλίμακα προτιμήσεων —διαφορετικά δεν θα μπορούσε ποτέ να επιλέξει οποιαδήποτε δράση—, δεν είναι δυσκολότερο να υποθέσουμε ότι μπορεί να κατατάξει τη χρησιμότητα ολόκληρου του πακέτου σε σχέση με τη χρησιμότητα της αγοράς ενός αυτοκινήτου από ό,τι να υποθέσουμε ότι μπορεί να κατατάξει τις χρήσεις κάθε πεντάδας ουγγιών. Με άλλα λόγια, θεωρεί ως μονάδα τις 60 ουγγιές και προσδιορίζει ποια εναλλακτική δυνατότητα κατατάσσεται υψηλότερα στην κλίμακα αξιών του: η αγορά του αυτοκινήτου ή μια ορισμένη συνολική κατανομή σε μονάδες των πέντε ουγγιών ή άλλου μεγέθους. Εν πάση περιπτώσει, οι 60 ουγγιές κατανέμονται σε εκείνο που κάθε άνθρωπος πιστεύει ότι θα αποτελέσει την υψηλότερα κατατασσόμενη χρήση τους, και το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για καθεμία από τις αποφάσεις του περί χρηματικής ανταλλαγής.

All that needs to be done, then, to account for and explain “discontinuities” because of possible large purchases is to vary the size of the monetary unit to which the law of utility and the preferences and choices apply. This is what each man actually does in practice. Thus, suppose that a man is considering what to do with 60 ounces of gold. Let us assume, for the sake of simplicity, that he has a choice of parceling out the 60 ounces into five-ounce units. This, we will say, is alternative A. In that case, he decides that he will parcel out each five ounces in accordance with the highest rankings on his utility scale. The first five ounces will be allocated to, or spent on, the most highly valued use that can be served by five ounces; the next five ounces to the next most highly valued use, and so on. Finally, his 12th five ounces he will allocate to his 12th most highly valued use. Now, however, he is also confronted with alternative B. This alternative is to spend the entire 60 ounces on whatever single use will be most valuable on his value scale. This will be the single highest-ranked use for a unit of 60 ounces of money. Now, to decide which alternative course he will take, the man compares the utility of the highest-ranked single use of a lump sum of 60 ounces (say, the purchase of a car) with the utility of the “package”—the expenditure of five ounces on a, five ounces on b, etc. Since the man knows his own preference scale—otherwise he could never choose any action—it is no more difficult to assume that he can rank the utility of the whole package with the utility of purchasing a car than to assume that he can rank the uses of each five ounces. In other words, he posits a unit of 60 ounces and determines which alternative ranks higher on his value scale: purchase of the car or a certain package distribution by five-ounce (or other-sized) units. At any rate, the 60 ounces are distributed to what each man believes will be its highest-ranking use, and the same can be said for each of his monetary exchange decisions.

192

Εδώ πρέπει να τονίσουμε το γεγονός ότι δεν υπάρχει αριθμητική σχέση —πέρα από την αμιγώς διατακτική κατάταξη— μεταξύ των οριακών χρησιμοτήτων των διαφόρων μονάδων των πέντε ουγγιών και των χρησιμοτήτων των μονάδων των 60 ουγγιών, και αυτό ισχύει ακόμη και για τον συνδυασμό κατανομής σε «πακέτο» που εξετάσαμε. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι η χρησιμότητα των 60 ουγγιών θα είναι σαφώς υψηλότερη από οποιαδήποτε επιμέρους χρησιμότητα των πέντε ουγγιών. Δεν υπάρχει, όμως, τρόπος προσδιορισμού της αριθμητικής διαφοράς. Επιπλέον, το εάν η χρησιμότητα αυτού του πακέτου κατατάσσεται υψηλότερα ή χαμηλότερα από τη χρησιμότητα της αγοράς του αυτοκινήτου μπορεί να προσδιοριστεί μόνο από το ίδιο το άτομο.

Here we must stress the fact that there is no numerical relation—aside from pure ordinal rank—between the marginal utilities of the various five-ounce units and the utilities of the 60ounce units, and this is true even of the package combination of distribution that we have considered. All that we can say is that the utility of 60 ounces will clearly be higher than any one of the utilities of five ounces. But there is no way of determining the numerical difference. Whether or not the rank of the utility of this package is higher or lower than the utility of the car purchase, moreover, can be determined only by the individual himself.

193

Έχουμε επαναλάβει αρκετές φορές ότι η χρησιμότητα μόνο κατατάσσεται και ουδέποτε μετριέται. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αριθμητική σχέση μεταξύ της χρησιμότητας μονάδων μεγαλύτερου και μικρότερου μεγέθους ενός αγαθού. Επίσης, δεν υπάρχει αριθμητική σχέση μεταξύ της χρησιμότητας μίας μονάδας και της χρησιμότητας περισσότερων μονάδων του ίδιου μεγέθους. Επομένως, δεν υπάρχει κανένας δυνατός τρόπος πρόσθεσης ή συνδυασμού οριακών χρησιμοτήτων ώστε να σχηματιστεί κάποιο είδος «συνολικής χρησιμότητας»· η τελευταία μπορεί να είναι μόνο η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας μεγάλου μεγέθους, και δεν υπάρχει αριθμητική σχέση μεταξύ αυτής και των χρησιμοτήτων μικρών μονάδων.

We have reiterated several times that utility is only ranked, and never measurable. There is no numerical relationship whatever between the utility of large-sized and smaller-sized units of a good. Also, there is no numerical relationship between the utilities of one unit and several units of the same size. Therefore, there is no possible way of adding or combining marginal utilities to form some sort of “total utility”; the latter can only be a marginal utility of a large-sized unit, and there is no numerical relationship between that and the utilities of small units.

194

Όπως δηλώνει ο Ludwig von Mises:

As Ludwig von Mises states:

195

Μπορούμε να μιλούμε ορθά για αξία μόνο σε σχέση με συγκεκριμένες πράξεις αξιολόγησης. ... Μπορούμε να μιλούμε για συνολική αξία μόνο αναφορικά με μια συγκεκριμένη περίπτωση ενός ατόμου ... που πρέπει να επιλέξει μεταξύ των συνολικών διαθέσιμων ποσοτήτων ορισμένων οικονομικών αγαθών. Όπως κάθε άλλη πράξη αξιολόγησης, έτσι και αυτή είναι πλήρης καθαυτή. ... Όταν ένα απόθεμα αξιολογείται ως σύνολο, η οριακή χρησιμότητά του, δηλαδή η χρησιμότητα της τελευταίας διαθέσιμης μονάδας του, συμπίπτει με τη συνολική χρησιμότητά του, εφόσον η συνολική προσφορά αποτελεί μία αδιαίρετη ποσότητα.212

Value can rightly be spoken of only with regard to ken of only with reference to a particular instance of an individual . . . having to choose between the total available quantities of certain economic goods. Like every other act of valuation, this is complete in itself. . . . When a stock is valued as a whole, its marginal utility, that is to say, the utility of the last available unit of it, coincides with its total utility, since the total supply is one indivisible quantity.43

196

Υπάρχουν, λοιπόν, δύο νόμοι της χρησιμότητας, οι οποίοι απορρέουν και οι δύο από τις αποδεικτικά αναγκαίες συνθήκες της ανθρώπινης δράσης: πρώτον, ότι, με δεδομένο το μέγεθος μιας μονάδας ενός αγαθού, η οριακή χρησιμότητα κάθε μονάδας μειώνεται καθώς αυξάνεται η προσφορά μονάδων· δεύτερον, ότι η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας μεγαλύτερου μεγέθους είναι μεγαλύτερη από την οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας μικρότερου μεγέθους. Ο πρώτος είναι ο νόμος της φθίνουσας οριακής χρησιμότητας. Ο δεύτερος έχει ονομαστεί νόμος της αυξανόμενης συνολικής χρησιμότητας. Η σχέση μεταξύ των δύο νόμων και μεταξύ των στοιχείων που εξετάζονται σε αμφότερους είναι αμιγώς σχέση κατάταξης, δηλαδή διατακτική. Έτσι, τέσσερα αυγά —ή λίβρες βουτύρου ή ουγγιές χρυσού— αξίζουν περισσότερο σε μια κλίμακα αξιών από τρία αυγά, τα οποία με τη σειρά τους αξίζουν περισσότερο από δύο αυγά, τα δύο αυγά περισσότερο από ένα αυγό κ.ο.κ. Αυτό καταδεικνύει τον δεύτερο νόμο. Ένα αυγό θα αξίζει περισσότερο από ένα δεύτερο αυγό, το οποίο θα αξίζει περισσότερο από ένα τρίτο αυγό κ.ο.κ. Αυτό καταδεικνύει τον πρώτο νόμο. Δεν υπάρχει, όμως, αριθμητική σχέση μεταξύ των στοιχείων πέρα από αυτές τις κατατάξεις.213

There are, then, two laws of utility, both following from the apodictic conditions of human action: first, that given the size of a unit of a good, the (marginal) utility of each unit decreases as the supply of units increases; second, that the (marginal) utility of a larger-sized unit is greater than the (marginal) utility of a smaller-sized unit. The first is the law of diminishing marginal utility. The second has been called the law of increasing total utility. The relationship between the two laws and between the items considered in both is purely one of rank, i.e., ordinal. Thus, four eggs (or pounds of butter, or ounces of gold) are worth more on a value scale than three eggs, which in turn are worth more than two eggs, two eggs more than one egg, etc. This illustrates the second law. One egg will be worth more than a second egg, which will be worth more than a third egg, etc. This illustrates the first law. But there is no arithmetical relationship between the items apart from these rankings.

197

Το γεγονός ότι οι μονάδες ενός αγαθού πρέπει να είναι ομοιογενείς ως προς την ικανότητά τους να παρέχουν υπηρεσίες σημαίνει, στην περίπτωση του χρήματος, ότι το δεδομένο σύνολο χρηματικών τιμών παραμένει σταθερό. Η ικανότητα μιας χρηματικής μονάδας να παρέχει υπηρεσίες συνίσταται στην άμεση αξία χρήσης της και ιδίως στην ανταλλακτική της αξία, η οποία στηρίζεται στη δυνατότητά της να αγοράζει μυριάδες διαφορετικά αγαθά. Είδαμε, κατά τη μελέτη της παλινδρόμησης του χρήματος και της οριακής χρησιμότητας του χρήματος, ότι η αξιολόγηση και η οριακή χρησιμότητα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα στηρίζονται σε μια ήδη δεδομένη διάρθρωση χρηματικών τιμών για τα διάφορα αγαθά. Είναι σαφές ότι, σε οποιαδήποτε δεδομένη εφαρμογή του παραπάνω νόμου, οι χρηματικές τιμές δεν μπορούν να μεταβληθούν στο μεταξύ. Εάν μεταβληθούν και, για παράδειγμα, η πέμπτη χρηματική μονάδα αξιολογείται υψηλότερα από την τέταρτη λόγω μιας ενδιάμεσης μεταβολής των χρηματικών τιμών, τότε οι «μονάδες» δεν παρέχουν πλέον ίση δυνατότητα εξυπηρέτησης και, επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ομοιογενείς.

The fact that the units of a good must be homogeneous in serviceability means, in the case of money, that the given array of money prices remains constant. The serviceability of a unit of money consists in its direct use-value and especially in its exchange-value, which rests on its power to purchase a myriad of different goods. We have seen in our study of the money regression and the marginal utility of money that the evaluation and the marginal utility of the money commodity rests on an already given structure of money prices for the various goods. It is clear that, in any given application of the foregoing law, the money prices cannot change in the meantime. If they do, and for example, the fifth unit of money is valued more highly than the fourth unit because of an intervening change in money prices, then the “units” are no longer equally serviceable and therefore cannot be considered as homogeneous.

198

Όπως είδαμε παραπάνω, αυτή η δυνατότητα της χρηματικής μονάδας να αγοράζει ποσότητες διαφόρων αγαθών ονομάζεται αγοραστική δύναμη της χρηματικής μονάδας. Η αγοραστική αυτή δύναμη του χρήματος συνίσταται στο σύνολο όλων των δεδομένων χρηματικών τιμών στην αγορά σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη χρονική στιγμή, εξεταζόμενων με όρους τιμών των αγαθών ανά χρηματική μονάδα. Όπως είδαμε παραπάνω στο θεώρημα παλινδρόμησης, η σημερινή αγοραστική δύναμη της χρηματικής μονάδας καθορίζεται από τις σημερινές οριακές χρησιμότητες του χρήματος και των αγαθών, όπως εκφράζονται στους πίνακες ζήτησης, ενώ η σημερινή οριακή χρησιμότητα του χρήματος εξαρτάται άμεσα από τη χθεσινή αγοραστική δύναμη του χρήματος.214

As we have seen above, this power of the monetary unit to purchase quantities of various goods is called the purchasing power of the monetary unit. This purchasing power of money consists of the array of all the given money prices on the market at any particular time, considered in terms of the prices of goods per unit of money. As we saw in the regression theorem above, today’s purchasing power of the monetary unit is determined by today’s marginal utilities of money and of goods, expressed in demand schedules, while today’s marginal utility of money is directly dependent on yesterday’s purchasing power of money.

199

Παράρτημα Β: Περί αξίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

Appendix B: On Value

200

Η οικονομική επιστήμη έχει χρησιμοποιήσει τον όρο «αξία» σε τέτοια έκταση, ώστε δεν θα ήταν σκόπιμο να τον εγκαταλείψει τώρα. Ωστόσο, υπάρχει αναμφίβολα σύγχυση, επειδή ο όρος χρησιμοποιείται με ποικίλους διαφορετικούς τρόπους. Σημαντικότερο είναι να διακρίνουμε την υποκειμενική χρήση του όρου, με την έννοια της αξιολόγησης και της προτίμησης, από την «αντικειμενική» χρήση του, με την έννοια της αγοραστικής δύναμης ή της τιμής στην αγορά. Μέχρι αυτό το κεφάλαιο, η «αξία» στο παρόν βιβλίο σήμαινε την υποκειμενική ατομική διαδικασία «αξιολόγησης», με την οποία τα αγαθά κατατάσσονται σε ατομικές «κλίμακες αξιών».

Economics has made such extensive use of the term “value” that it would be inexpedient to abandon it now. However, there is undoubtedly confusion because the term is used in a variety of different ways. It is more important to keep distinct the subjective use of the term in the sense of valuation and preference, as against the “objective” use in the sense of purchasing power or price on the market. Up to this chapter, “value” in this book has meant the subjective individual “valuing” process of ranking goods on individual “value scales.”

201

Στο κεφάλαιο αυτό, ο όρος «αξία του κεφαλαίου» δηλώνει την αγοραστική δύναμη ενός διαρκούς αγαθού σε χρηματικούς όρους στην αγορά. Εάν μια κατοικία μπορεί να πωληθεί στην αγορά έναντι 250 ουγγιών χρυσού, τότε η «κεφαλαιακή αξία» της είναι 250 ουγγιές. Η διαφορά μεταξύ αυτής και της υποκειμενικής έννοιας της αξίας είναι προφανής. Όταν ένα αγαθό αξιολογείται υποκειμενικά, κάποιος το κατατάσσει σε σχέση με άλλα αγαθά στην κλίμακα αξιών του. Όταν ένα αγαθό «αξιολογείται» με την έννοια της εξακρίβωσης της κεφαλαιακής του αξίας, εκείνος που το αξιολογεί εκτιμά έναντι ποιου χρηματικού ποσού θα μπορούσε να πωληθεί το αγαθό. Αυτού του είδους η δραστηριότητα ονομάζεται αποτίμηση και πρέπει να διακρίνεται από την υποκειμενική αξιολόγηση. Εάν ο Jones πει: «Θα μπορέσω να πωλήσω αυτή την κατοικία την επόμενη εβδομάδα έναντι 250 ουγγιών», «αποτιμά» την αγοραστική της δύναμη, ή την «αντικειμενική ανταλλακτική αξία» της, σε 250 ουγγιές χρυσού. Με αυτό δεν κατατάσσει την κατοικία και τον χρυσό στη δική του κλίμακα αξιών, αλλά εκτιμά τη χρηματική τιμή της κατοικίας σε κάποια μελλοντική χρονική στιγμή. Θα δούμε παρακάτω ότι η αποτίμηση είναι θεμελιώδης για ολόκληρο το οικονομικό σύστημα σε μια οικονομία έμμεσης ανταλλαγής. Στην αποτίμηση αυτή και στην προσδοκία χρηματικών κερδών στηρίζονται όχι μόνο η εκμίσθωση και η πώληση καταναλωτικών αγαθών, αλλά και η δραστηριότητα όλων των παραγωγών που επενδύουν, ο ακρογωνιαίος λίθος ολόκληρου του παραγωγικού συστήματος. Θα δούμε ότι ο όρος «κεφαλαιακή αξία» εφαρμόζεται όχι μόνο στα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, αλλά και σε όλους τους μη ανθρώπινους συντελεστές παραγωγής —δηλαδή στη γη και στα κεφαλαιουχικά αγαθά—, τόσο μεμονωμένα όσο και σε διάφορα σύνολα. Η χρήση και η αγορά αυτών των συντελεστών στηρίζονται στην αποτίμηση από τους επιχειρηματίες της απόδοσης που τελικά θα αποφέρουν σε χρηματικό εισόδημα στην αγορά, και θα δούμε ότι η κεφαλαιακή τους αξία στην αγορά θα τείνει επίσης να ισούται με το προεξοφλημένο άθροισμα των μελλοντικών αποδόσεών τους σε χρηματικό εισόδημα.215

In this chapter, the term “value of capital” signifies the purchasing power of a durable good in terms of money on the market. If a house can be sold on the market for 250 ounces of gold, then its “capital value” is 250 ounces. The difference between this and the subjective type of value is apparent. When a good is being subjectively valued, it is ranked by someone in relation to other goods on his value scale. When a good is being “evaluated” in the sense of finding out its capital value, the evaluator estimates how much the good could be sold for in terms of money. This sort of activity is known as appraisement and is to be distinguished from subjective evaluation. If Jones says: “I shall be able to sell this house next week for 250 ounces,” he is “appraising” its purchasing power, or “objective exchange-value,” at 250 ounces of gold. He is not thereby ranking the house and gold on his own value scale, but is estimating the money price of the house at some point in the future. We shall see below that appraisement is fundamental to the entire economic system in an economy of indirect exchange. Not only do the renting and selling of consumers’ goods rest on appraisement and on hope of monetary profits, but so does the activity of all the investing producers, the keystone of the entire productive system. We shall see that the term “capital value” applies, not only to durable consumers’ goods, but to all nonhuman factors of production as well—i.e., land and capital goods, singly and in various aggregates. The use and purchase of these factors rest on appraisement by entrepreneurs of their eventual yield in terms of monetary income on the market, and it will be seen that their capital value on the market will also tend to be equal to the discounted sum of their future yields of money income.

202

← Κεφάλαιο 3. Η διάρθρωση της Έμμεσης ΑνταλλαγήςΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 5. Παραγωγή: Η Διάρθρωση →

← ΠεριεχόμεναΔίγλωσση ανάγνωση: Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»