Άνθρωπος, Οικονομία και Κράτος, με το έργο «Εξουσία και Αγορά»: Κεφάλαιο 3. Η διάρθρωση της Έμμεσης Ανταλλαγής
Murray N. Rothbard · Man, Economy, and State with Power and Market
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 2. Άμεση ΑνταλλαγήΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 4. Τιμές και Κατανάλωση →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Man, Economy, and State with Power and Market, Scholar’s Edition, 2η έκδοση, Ludwig von Mises Institute, 2009. © 2009 Ludwig von Mises Institute. Πηγή: mises.org/library/book/man-economy-and-state-power-and-market.
Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Η «Εισαγωγή Μεταφραστή» υπάρχει μόνο στα ελληνικά. Τα σχήματα και οι πίνακες βρίσκονται στη σελίδα του βιβλίου.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 3. Η διάρθρωση της Έμμεσης Ανταλλαγής
↗ στη σελίδα του βιβλίουChapter 3 — The Pattern of Indirect Exchange
1. Οι περιορισμοί της άμεσης ανταλλαγής
↗ στη σελίδα του βιβλίου1. The Limitations of Direct Exchange
Είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο πώς η ανταλλαγή ωφελεί κάθε συμμετέχοντα και πώς ο καταμερισμός της εργασίας σε μια αγορά αυξάνει την παραγωγικότητα. Η μόνη ανταλλαγή που εξετάστηκε έως τώρα, ωστόσο, ήταν η άμεση ανταλλαγή ή αντιπραγματισμός —η ανταλλαγή ενός χρήσιμου αγαθού με ένα άλλο, καθένα για άμεση χρήση από το μέρος που το αποκτά στην ανταλλαγή. Μολονότι η πραγμάτευση της άμεσης ανταλλαγής είναι σημαντική για την οικονομική ανάλυση, τα περιθώρια άμεσης ανταλλαγής στην κοινωνία είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Σε μια πολύ πρωτόγονη κοινωνία, για παράδειγμα, ο Crusoe θα μπορούσε να απασχολεί τον Jackson στο αγρόκτημά του σε αντάλλαγμα για μέρος της αγροτικής παραγωγής. Σε μια κοινωνία άμεσης ανταλλαγής, ωστόσο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει ανεπτυγμένο σύστημα παραγωγής ούτε συσσώρευση κεφαλαίου σε ανώτερα στάδια παραγωγής —στην πραγματικότητα, καμία παραγωγή πέρα από το πλέον πρωτόγονο επίπεδο. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο A είναι κατασκευαστής κατοικιών· κατασκευάζει ένα σπίτι βάσει σύμβασης και απασχολεί κτίστες, ξυλουργούς κ.λπ. Σε ένα καθεστώς άμεσης ανταλλαγής, πώς θα ήταν δυνατόν να πληρώσει αυτούς τους ανθρώπους; Δεν θα μπορούσε να δώσει τμήματα του σπιτιού σε καθέναν από τους εργάτες. Θα έπρεπε να προσπαθήσει να πουλήσει το σπίτι για εκείνον ακριβώς τον συνδυασμό χρήσιμων αγαθών που θα δεχόταν καθένας από τους εργάτες και καθένας από τους πωλητές πρώτων υλών. Είναι προφανές ότι η παραγωγή δεν θα μπορούσε να διεξαχθεί και ότι οι δυσκολίες θα ήταν ανυπέρβλητες.
WE HAVE SEEN IN THE PREVIOUS chapter how exchange benefits each participant and how the division of labor on a market increases productivity. The only exchange so far discussed, however, has been direct exchange, or barter—the exchange of one useful good for another, each for purposes of direct use by the party to the exchange. Although a treatment of direct exchange is important for economic analysis, the scope for direct exchange in society is extremely limited. In a very primitive society, for example, Crusoe could employ Jackson to labor on his farm in exchange for a part of the farm produce. There could, however, be no advanced system of production in a direct-exchange society and no accumulation of capital in higher stages of production—indeed no production at all beyond the most primitive level. Thus, suppose that A is a house-builder; he builds a house on contract and employs masons, carpenters, etc. In a regime of direct exchange, how would it be possible to pay these men? He could not give pieces of the house to each of the laborers. He would have to try to sell the house for precisely that combination of useful goods that each of the laborers and each of the sellers of raw material would accept. It is obvious that production could not be carried on and that the difficulties would be insuperable.
Αυτό το πρόβλημα της έλλειψης «σύμπτωσης αναγκών» ισχύει ακόμη και για την απλή, άμεση ανταλλαγή καταναλωτικών αγαθών, πέρα από το άλυτο πρόβλημα της παραγωγής. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο A, ο οποίος διαθέτει μια ποσότητα αυγών προς πώληση, επιθυμεί σε αντάλλαγμα ένα ζευγάρι παπούτσια. Ο B έχει παπούτσια, αλλά δεν θέλει αυγά· δεν υπάρχει τρόπος να συναλλαγούν οι δύο. Για να πουλήσει κανείς ακόμη και το απλούστερο αγαθό, πρέπει να βρει όχι μόνο κάποιον που θέλει να το αγοράσει, αλλά κάποιον που έχει προς πώληση ένα αγαθό το οποίο ο ίδιος θέλει να αποκτήσει. Η αγορά για τα αγαθά οποιουδήποτε είναι, επομένως, εξαιρετικά περιορισμένη, η έκταση της αγοράς για οποιοδήποτε προϊόν είναι πολύ μικρή και τα περιθώρια καταμερισμού της εργασίας είναι αμελητέα. Επιπλέον, κάποιος που διαθέτει ένα λιγότερο διαιρετό αγαθό, όπως ένα άροτρο, βρίσκεται σε ακόμη δυσχερέστερη θέση. Ας υποθέσουμε ότι ο D, που διαθέτει ένα άροτρο, θα ήθελε να το ανταλλάξει με αυγά, βούτυρο, παπούτσια και διάφορα άλλα αγαθά. Προφανώς, δεν μπορεί να διαιρέσει το άροτρό του σε πολλά κομμάτια και κατόπιν να ανταλλάξει τα διάφορα κομμάτια με αυγά, βούτυρο κ.λπ. Η αξία κάθε κομματιού για τους άλλους θα ήταν πρακτικά μηδενική. Σε ένα σύστημα άμεσης ανταλλαγής, ένα άροτρο δεν θα είχε σχεδόν καθόλου εμπορευσιμότητα και θα παράγονταν ελάχιστα, αν όχι κανένα.
This problem of the lack of “coincidence of wants” holds even for the simple, direct exchange of consumers’ goods, in addition to the insoluble problem of production. Thus, suppose that A, with a supply of eggs for sale, wants a pair of shoes in exchange. B has shoes but does not want eggs; there is no way for the two to get together. For anyone to sell the simplest commodity, he must find not only one who wants to purchase it, but one who has a commodity for sale that he wants to acquire. The market for anyone’s commodities is therefore extremely limited, the extent of the market for any product is very small, and the scope for division of labor is negligible. Furthermore, someone with a less divisible commodity, such as a plow, is in worse straits. Suppose that D, with a plow, would like to exchange it for eggs, butter, shoes, and various other commodities. Obviously, he cannot divide his plow into several pieces and then exchange the various pieces for eggs, butter, etc. The value of each piece to the others would be practically nil. Under a system of direct exchange, a plow would have almost no marketability in exchange, and few if any would be produced.
Πέρα από όλες αυτές τις δυσκολίες, οι οποίες καθιστούν ένα καθεστώς άμεσης ανταλλαγής πρακτικά αδύνατο, μια τέτοια κοινωνία δεν θα μπορούσε να επιλύσει τα διάφορα προβλήματα εκτίμησης που, όπως είδαμε στο κεφάλαιο 1, έπρεπε να αντιμετωπίσει ακόμη και ο Crusoe.153 Εφόσον δεν θα υπήρχε κοινός παρονομαστής μονάδων, δεν θα υπήρχε τρόπος να εκτιμηθεί σε ποια γραμμή παραγωγής θα έπρεπε να διατεθούν οι διάφοροι συντελεστές. Είναι καλύτερο να παράγονται αυτοκίνητα, ελκυστήρες, σπίτια ή χάλυβας; Είναι παραγωγικότερο να χρησιμοποιούνται λιγότεροι άνθρωποι και περισσότερη γη για ένα ορισμένο προϊόν ή λιγότερη γη και περισσότεροι άνθρωποι; Η κεφαλαιακή δομή διατηρείται ή καταναλώνεται; Κανένα από αυτά τα ερωτήματα δεν θα μπορούσε να απαντηθεί, αφού, στα στάδια πέρα από την άμεση κατανάλωση, δεν θα υπήρχε τρόπος σύγκρισης της χρησιμότητας ή της παραγωγικότητας των διαφορετικών συντελεστών ή προϊόντων.
In addition to all these difficulties, which render a regime of direct exchange practically impossible, such a society could not solve the various problems of estimation, which (as was seen in chapter 1) even Crusoe had to face. Since there would be no common denominator of units, there could be no way of estimating which line of production various factors should enter. Is it better to produce automobiles or tractors or houses or steel? Is it more productive to employ fewer men and more land on a certain product or less land and more men? Is the capital structure being maintained or consumed? None of these questions could be answered, since, in the stages beyond immediate consumption, there would be no way of comparing the usefulness or the productivity of the different factors or products.
Το συμπέρασμα είναι προφανές: καμία μορφή πολιτισμένης κοινωνίας δεν μπορεί να οικοδομηθεί στη βάση της άμεσης ανταλλαγής, και η άμεση ανταλλαγή, όπως και η απομόνωση τύπου Crusoe, θα μπορούσε να αποφέρει μόνο μια οικονομία του πλέον πρωτόγονου τύπου.154
The conclusion is evident that no sort of civilized society can be built on the basis of direct exchange and that direct exchange, as well as Crusoe-like isolation, could yield only an economy of the most primitive type.
Οι τεράστιες δυσκολίες της άμεσης ανταλλαγής μπορούν να υπερνικηθούν μόνο μέσω της έμμεσης ανταλλαγής, στην οποία ένα άτομο αγοράζει ένα αγαθό μέσω ανταλλαγής, όχι ως καταναλωτικό αγαθό για την άμεση ικανοποίηση των αναγκών του ή για την παραγωγή ενός καταναλωτικού αγαθού, αλλά απλώς για να το ανταλλάξει εκ νέου με ένα άλλο αγαθό που πράγματι επιθυμεί για κατανάλωση ή για παραγωγή. Εκ πρώτης όψεως, αυτό μπορεί να φαίνεται μια δύσχρηστη διαδικασία με περιττά ενδιάμεσα βήματα. Στην πραγματικότητα, είναι απαραίτητη για κάθε οικονομία που υπερβαίνει το στοιχειωδώς πρωτόγονο επίπεδο.
The tremendous difficulties of direct exchange can be overcome only by indirect exchange, where an individual buys a commodity in exchange, not as a consumers’ good for the direct satisfaction of his wants or for the production of a consumers’ good, but simply to exchange again for another commodity that he does desire for consumption or for production. Offhand, this might seem a clumsy and roundabout operation. Actually, it is indispensable for any economy above the barely primitive level.
Ας επιστρέψουμε, για παράδειγμα, στην περίπτωση του A, ο οποίος διαθέτει μια ποσότητα αυγών και επιθυμεί σε αντάλλαγμα ένα ζευγάρι παπούτσια. Ο B, ο υποδηματοποιός, έχει παπούτσια προς πώληση, αλλά δεν επιθυμεί περισσότερα αυγά από όσα έχει στο απόθεμά του. Ο A δεν μπορεί να αποκτήσει παπούτσια μέσω άμεσης ανταλλαγής. Αν ο A θέλει να αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια, πρέπει να διαπιστώσει ποιο αγαθό επιθυμεί ο B σε αντάλλαγμα και να το προμηθευτεί. Αν ο A διαπιστώσει ότι ο B επιθυμεί να αποκτήσει βούτυρο, μπορεί να ανταλλάξει τα αυγά του με το βούτυρο του C και κατόπιν να ανταλλάξει αυτό το βούτυρο με τα παπούτσια του B. Σε αυτή την περίπτωση, το βούτυρο χρησιμοποιήθηκε ως μέσο έμμεσης ανταλλαγής. Το βούτυρο είχε μεγαλύτερη αξία για τον A από τα αυγά —ας πούμε ότι η ανταλλαγή ήταν 10 δωδεκάδες αυγών για 10 λίβρες βουτύρου και κατόπιν για ένα ζευγάρι παπούτσια—, όχι επειδή ήθελε να καταναλώσει το βούτυρο ή να το χρησιμοποιήσει για να παραγάγει κάποιο άλλο αγαθό σε μεταγενέστερο στάδιο παραγωγής, αλλά επειδή το βούτυρο διευκόλυνε σημαντικά την απόκτηση των παπουτσιών μέσω ανταλλαγής. Έτσι, για τον A, το βούτυρο ήταν περισσότερο εμπορεύσιμο από τα αυγά του και άξιζε να αγοραστεί λόγω της μεγαλύτερης εμπορευσιμότητάς του. Η διάρθρωση της ανταλλαγής παρουσιάζεται στο Σχήμα 30.
Let us return, for example, to the case of A, with a supply of eggs, who wants a pair of shoes in exchange. B, the shoemaker, has shoes for sale but does not desire any more eggs than he has in stock. A cannot acquire shoes by means of direct exchange. If A wants to purchase a pair of shoes, he must find out what commodity B does want in exchange, and procure it. If A finds that B wants to acquire butter, A may exchange his eggs for the butter of C and then exchange this butter for B’s shoes. In this case, butter has been used as a medium of indirect exchange. The butter was worth more to A than the eggs (say the exchange was 10 dozen eggs for 10 pounds of butter, then for one pair of shoes), not because he wanted to consume the butter or to use the butter to produce some other good in a later stage of production, but because the butter greatly facilitated his obtaining the shoes in exchange. Thus, for A, the butter was more marketable than his eggs and was worth purchasing because of its superior marketability. The pattern of the exchange is shown in Figure 30.
Ή ας εξετάσουμε το τεράστιο όφελος που αποκομίζει ο D, ο ιδιοκτήτης ενός αρότρου, χρησιμοποιώντας ένα μέσο ανταλλαγής. Ο D, ο οποίος θα ήθελε να αποκτήσει πολλά αγαθά αλλά διαπιστώνει ότι το άροτρό του έχει πολύ περιορισμένη εμπορευσιμότητα, μπορεί να το πουλήσει σε αντάλλαγμα για ποσότητες ενός περισσότερο εμπορεύσιμου αγαθού, π.χ. βουτύρου. Το βούτυρο, μεταξύ άλλων, είναι περισσότερο εμπορεύσιμο επειδή, σε αντίθεση με το άροτρο, η φύση του είναι τέτοια ώστε να μη χάνει ολόκληρη την αξία του όταν διαιρείται σε μικρότερα κομμάτια. Ο D χρησιμοποιεί τώρα το βούτυρο ως μέσο έμμεσης ανταλλαγής για να αποκτήσει τα διάφορα αγαθά που επιθυμεί να καταναλώσει.
Or consider the enormous benefit that D, the owner of a plow, acquires by using a medium of exchange. D, who would like to acquire many commodities but finds that his plow has a very limited marketability, can sell it in exchange for quantities of a more marketable commodity, e.g., butter. Butter, for one thing, is more marketable because, unlike the plow, its nature is such that it does not lose its complete value when divided into smaller pieces. D now uses the butter as a medium of indirect exchange to obtain the various commodities that he desires to consume.
Όπως ακριβώς αποτελεί θεμελιώδες δεδομένο της ανθρώπινης εμπειρίας ότι υπάρχει μεγάλη ποικιλία στους πόρους, στα επιθυμητά αγαθά και στις ανθρώπινες δεξιότητες, έτσι υπάρχει μεγάλη ποικιλία και στην εμπορευσιμότητα των διαφόρων αγαθών. Την εμπορευσιμότητα ενός αγαθού τείνουν να αυξάνουν η ζήτησή του για χρήση από περισσότερους ανθρώπους, η διαιρετότητά του σε μικρές μονάδες χωρίς απώλεια αξίας, η ανθεκτικότητά του και η δυνατότητα μεταφοράς του σε μεγάλες αποστάσεις. Είναι προφανές ότι οι άνθρωποι μπορούν να αυξήσουν σημαντικά την έκταση της αγοράς για τα δικά τους προϊόντα και αγαθά ανταλλάσσοντάς τα με περισσότερο εμπορεύσιμα αγαθά και χρησιμοποιώντας τα δεύτερα ως μέσα ανταλλαγής για αγαθά που επιθυμούν. Έτσι, η διάρθρωση των ανταλλαγών του D, του παραγωγού αρότρων, θα είναι όπως παρουσιάζεται στο Σχήμα 31.
Just as it is fundamental to human experience that there is great variety in resources, goods desired, and human skills, so is there great variety in the marketability of various commodities. Tending to increase the marketability of a commodity are its demand for use by more people, its divisibility into small units without loss of value, its durability, and its transportability over large distances. It is evident that people can vastly increase the extent of the market for their own products and goods by exchanging them for more marketable commodities and using the latter as media to exchange for goods that they desire. Thus, the pattern of D’s, the plow-producer’s, exchanges will be as shown in Figure 31.
Ο D ανταλλάσσει πρώτα το άροτρό του με το βούτυρο του X1 και κατόπιν χρησιμοποιεί το βούτυρο για να αποκτήσει μέσω ανταλλαγής τα διάφορα αγαθά που επιθυμεί να χρησιμοποιήσει: από τον X2 αυγά, από τον X3 παπούτσια, από τον X4 άλογα κ.ο.κ.
D first exchanges his plow for X1’s butter, and then uses the butter to exchange for the various goods that he desires to use, with X2 for eggs, X3 for shoes, X4 for horses, etc.
Καθώς τα άτομα σε οποιαδήποτε κοινωνία αρχίζουν να επιλέγουν τα περισσότερο εμπορεύσιμα αγαθά ως μέσα ανταλλαγής, οι επιλογές τους θα επικεντρωθούν γρήγορα στα λίγα αγαθά με τη μεγαλύτερη εμπορευσιμότητα μεταξύ των διαθέσιμων. Αν ο D διαπίστωνε, για παράδειγμα, ότι τα αυγά ήταν περισσότερο εμπορεύσιμο αγαθό από το βούτυρο, θα αντάλλασσε το άροτρό του με αυγά αντί για βούτυρο και θα τα χρησιμοποιούσε ως μέσο στις άλλες ανταλλαγές του. Είναι προφανές ότι, καθώς τα άτομα επικεντρώνονται σε λίγα επιλεγμένα αγαθά ως μέσα ανταλλαγής, η ζήτηση αυτών των αγαθών στην αγορά αυξάνεται σημαντικά. Διότι, στον βαθμό που τα αγαθά χρησιμοποιούνται ως μέσα, η ζήτησή τους αποκτά μια πρόσθετη συνιστώσα —όχι μόνο τη ζήτηση για την άμεση χρήση τους, αλλά και μια ζήτηση για τη χρήση τους ως μέσων έμμεσης ανταλλαγής. Αυτή η ζήτηση για τη χρήση τους ως μέσων προστίθεται στη ζήτηση για την άμεση χρήση τους, και η αύξηση αυτή της σύνθετης ζήτησης για τα επιλεγμένα μέσα αυξάνει σημαντικά την εμπορευσιμότητά τους. Έτσι, αν το βούτυρο είναι εξαρχής ένα από τα περισσότερο εμπορεύσιμα αγαθά και, επομένως, επιλέγεται ολοένα περισσότερο ως μέσο, αυτή η αύξηση της αγοραίας ζήτησης βουτύρου ενισχύει σημαντικά την ίδια την εμπορευσιμότητα που το καθιστά εξαρχής χρήσιμο ως μέσο. Η διαδικασία είναι σωρευτική: τα περισσότερο εμπορεύσιμα αγαθά γίνονται ασύγκριτα περισσότερο εμπορεύσιμα, και αυτή η αύξηση προωθεί τη χρήση τους ως μέσων ανταλλαγής. Η διαδικασία συνεχίζεται, με μια ολοένα διευρυνόμενη απόσταση μεταξύ της εμπορευσιμότητας του μέσου και εκείνης των άλλων αγαθών, έως ότου τελικά ένα ή δύο αγαθά είναι πολύ περισσότερο εμπορεύσιμα από οποιαδήποτε άλλα και χρησιμοποιούνται γενικά ως μέσα ανταλλαγής.155
As the more marketable commodities in any society begin to be picked by individuals as media of exchange, their choices will quickly focus on the few most marketable commodities available. If D saw, for example, that eggs were a more marketable commodity than butter, he would exchange his plow for eggs instead and use them as his medium in other exchanges. It is evident that, as the individuals center on a few selected commodities as the media of exchange, the demand for these commodities on the market greatly increases. For commodities, in so far as they are used as media, have an additional component in the demand for them—not only the demand for their direct use, but also a demand for their use as a medium of indirect exchange. This demand for their use as a medium is superimposed on the demand for their direct use, and this increase in the composite demand for the selected media greatly increases their marketability. Thus, if butter begins as one of the most marketable commodities and is therefore more and more chosen as a medium, this increase in the market demand for butter greatly increases the very marketability that makes it useful as a medium in the first place. The process is cumulative, with the most marketable commodities becoming enormously more marketable and with this increase spurring their use as media of exchange. The process continues, with an ever-widening gap between the marketability of the medium and the other commodities, until finally one or two commodities are far more marketable than any others and are in general use as media of exchange.
Η οικονομική ανάλυση δεν ασχολείται με το ποια αγαθά επιλέγονται ως μέσα ανταλλαγής. Αυτό αποτελεί αντικείμενο της οικονομικής ιστορίας. Η οικονομική ανάλυση της έμμεσης ανταλλαγής ισχύει ανεξάρτητα από το είδος του αγαθού που χρησιμοποιείται ως μέσο σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη κοινότητα. Ιστορικά, πολλά διαφορετικά αγαθά έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως ως μέσα. Οι άνθρωποι σε κάθε κοινότητα έτειναν να επιλέγουν το περισσότερο εμπορεύσιμο διαθέσιμο αγαθό: τον καπνό στην αποικιακή Βιρτζίνια, τη ζάχαρη στις Δυτικές Ινδίες, το αλάτι στην Αβησσυνία, τα βοοειδή στην αρχαία Ελλάδα, τα καρφιά στη Σκωτία, τον χαλκό στην αρχαία Αίγυπτο και πολλά άλλα, συμπεριλαμβανομένων των χαντρών, του τσαγιού, των οστράκων καουρί και των αγκιστριών.156 Στο πέρασμα των αιώνων, ο χρυσός και ο άργυρος —το μεταλλικό χρήμα— αναδείχθηκαν σταδιακά ως τα αγαθά που χρησιμοποιούνται ευρύτερα ως μέσα ανταλλαγής. Μεταξύ των παραγόντων της υψηλής εμπορευσιμότητάς τους ήταν η μεγάλη ζήτησή τους ως κοσμημάτων, η σπανιότητά τους σε σχέση με άλλα αγαθά, η εύκολη διαιρετότητά τους και η μεγάλη ανθεκτικότητά τους. Κατά τους τελευταίους λίγους αιώνες, οι ιδιότητές τους ως εμπορεύσιμων αγαθών οδήγησαν στη γενική υιοθέτησή τους ως μέσων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Economic analysis is not concerned about which commodities are chosen as media of exchange. That is subject matter for economic history. The economic analysis of indirect exchange holds true regardless of the type of commodity used as a medium in any particular community. Historically, many different commodities have been in common use as media. The people in each community tended to choose the most marketable commodity available: tobacco in colonial Virginia, sugar in the West Indies, salt in Abyssinia, cattle in ancient Greece, nails in Scotland, copper in ancient Egypt, and many others, including beads, tea, cowrie shells, and fishhooks.Through the centuries, gold and silver (specie) have gradually evolved as the commodities most widely used as media of exchange. Among the factors in their high marketability have been their great demand as ornaments, their scarcity in relation to other commodities, their ready divisibility, and their great durability. In the last few hundred years their marketable qualities have led to their general adoption as media throughout the world.
Ένα αγαθό που καθιερώνεται σε γενική χρήση ως μέσο ανταλλαγής ορίζεται ως χρήμα. Είναι προφανές ότι, ενώ η έννοια του «μέσου ανταλλαγής» είναι ακριβής και η έμμεση ανταλλαγή μπορεί να διαχωριστεί σαφώς από την άμεση, η έννοια του «χρήματος» είναι λιγότερο ακριβής. Το σημείο στο οποίο ένα μέσο ανταλλαγής καθιερώνεται σε «κοινή» ή «γενική» χρήση δεν μπορεί να οριστεί αυστηρά, και το αν ένα μέσο είναι ή όχι χρήμα μπορεί να κριθεί μόνο μέσω ιστορικής έρευνας και με την κρίση του ιστορικού. Ωστόσο, για λόγους απλούστευσης και εφόσον είδαμε ότι στην αγορά υπάρχει ισχυρή ώθηση ώστε ένα μέσο ανταλλαγής να καταστεί χρήμα, στο εξής θα αναφερόμαστε σε όλα τα μέσα ανταλλαγής ως μορφές χρήματος.
A commodity that comes into general use as a medium of exchange is defined as being a money. It is evident that, whereas the concept of a “medium of exchange” is a precise one, and indirect exchange can be distinctly separated from direct exchange, the concept of “money” is a less precise one. The point at which a medium of exchange comes into “common” or “general” use is not strictly definable, and whether or not a medium is a money can be decided only by historical inquiry and the judgment of the historian. However, for purposes of simplification, and since we have seen that there is a great impetus on the market for a medium of exchange to become money, we shall henceforth refer to all media of exchange as moneys.
3. Ορισμένες συνεπαγωγές της ανάδυσης του χρήματος
↗ στη σελίδα του βιβλίου3. Some Implications of the Emergence of Money
Η καθιέρωση ενός χρήματος στην αγορά αυξάνει τεράστια τα περιθώρια εξειδίκευσης και καταμερισμού της εργασίας, διευρύνει σε τεράστιο βαθμό την αγορά για κάθε προϊόν και καθιστά δυνατή μια κοινωνία με παραγωγικό επίπεδο αντάξιο του πολιτισμού. Όχι μόνο εξαλείφονται τα προβλήματα της σύμπτωσης αναγκών και της αδιαιρετότητας των αγαθών, αλλά τα άτομα μπορούν πλέον να οικοδομούν ένα διαρκώς επεκτεινόμενο σύστημα απομακρυσμένων σταδίων παραγωγής για να καταλήξουν στα επιθυμητά αγαθά. Σύνθετα και απομακρυσμένα στάδια παραγωγής καθίστανται τώρα δυνατά, και η εξειδίκευση μπορεί να επεκταθεί σε κάθε μέρος μιας παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και στο είδος του παραγόμενου αγαθού. Έτσι, ένας παραγωγός αυτοκινήτων μπορεί να πουλήσει ένα αυτοκίνητο έναντι του χρήματος, π.χ. βουτύρου ή χρυσού, και κατόπιν να ανταλλάξει τον χρυσό εν μέρει με εργασία, εν μέρει με χάλυβα, εν μέρει με χρώμιο, εν μέρει με ελαστικά κ.λπ. Οι παραγωγοί χάλυβα μπορούν να ανταλλάξουν τον χρυσό εν μέρει με εργασία, εν μέρει με σίδηρο, εν μέρει με μηχανήματα κ.λπ. Στη συνέχεια, οι διάφοροι εργάτες, γαιοκτήμονες κ.λπ., που λαμβάνουν τον χρυσό κατά την παραγωγική διαδικασία, μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν ως μέσο για να αγοράσουν αυγά, αυτοκίνητα ή ενδύματα, ανάλογα με τις επιθυμίες τους.
The establishment of a money on the market enormously increases the scope for specialization and division of labor, immensely widens the market for every product, and makes possible a society on a civilized productive level. Not only are the problems of coincidence of wants and indivisibility of goods eliminated, but individuals can now construct an ever-expanding edifice of remote stages of production to arrive at desired goods. Intricate and remote stages of production are now possible, and specialization can extend to every part of a production process as well as to the type of good produced. Thus, an automobile producer can sell an automobile in exchange for the money, e.g., butter or gold, and then exchange the gold partly for labor, partly for steel, partly for chrome, partly for rubber tires, etc. The steel producers can exchange the gold partly for labor, partly for iron, partly for machines, etc. Then the various laborers, landowners, etc., who receive the gold in the production process can use it as a medium to purchase eggs, automobiles, or clothing, as they desire.
Ολόκληρη η διάρθρωση μιας σύγχρονης κοινωνίας στηρίζεται, επομένως, στη χρήση του χρήματος, και η τεράστια σημασία της χρήσης του θα καταστεί σαφέστερη καθώς προχωρεί η ανάλυση.157 Είναι προφανές ότι σφάλλουν πολλοί συγγραφείς που, θέλοντας να εκθέσουν τις διδασκαλίες της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης, αναλύουν μόνο την άμεση ανταλλαγή και κατόπιν εισάγουν το χρήμα κάπου στο τέλος της ανάλυσης, θεωρώντας το έργο τους ολοκληρωμένο. Αντιθέτως, η ανάλυση της άμεσης ανταλλαγής είναι χρήσιμη μόνο ως εισαγωγικό βοήθημα στην ανάλυση μιας κοινωνίας έμμεσης ανταλλαγής· η άμεση ανταλλαγή θα άφηνε ελάχιστα περιθώρια για την αγορά ή για την παραγωγή.
The whole pattern of a modern society is thus built on the use of money, and the enormous importance of the use of money will become clearer as the analysis continues. It is evident that it is a mistake on the part of many writers who wish to set forth the doctrines of modern economics to analyze direct exchange only and then to insert money somewhere at the end of the analysis, considering the task finished. On the contrary, the analysis of direct exchange is useful only as an introductory aid to the analysis of a society of indirect exchange; direct exchange would leave very little scope for the market or for production.
Καθώς η μεγάλη ποικιλία των ανθρώπινων δεξιοτήτων και των φυσικών πόρων δημιουργεί τεράστια πλεονεκτήματα από τον καταμερισμό της εργασίας, η ύπαρξη του χρήματος επιτρέπει τη διαίρεση της παραγωγής σε λεπτομερώς εξειδικευμένους κλάδους, με κάθε άνθρωπο να πουλά το προϊόν του έναντι χρήματος και να χρησιμοποιεί το χρήμα για να αγοράζει τα προϊόντα που επιθυμεί. Στο πεδίο των καταναλωτικών αγαθών, ένας γιατρός μπορεί να πουλά τις υπηρεσίες του, ή ένας δάσκαλος τις δικές του, έναντι χρήματος και κατόπιν να χρησιμοποιεί το χρήμα για να αγοράζει τα αγαθά που ζητεί. Στην παραγωγή, ένας άνθρωπος μπορεί να παράγει ένα κεφαλαιουχικό αγαθό, να το πουλά έναντι χρήματος και να χρησιμοποιεί τον χρυσό που λαμβάνει για να αγοράζει την εργασία, τη γη και τα κεφαλαιουχικά αγαθά ανώτερης τάξης που απαιτούνται για την παραγωγή του. Μπορεί να χρησιμοποιεί το πλεόνασμα του χρηματικού εισοδήματος έναντι της χρηματικής δαπάνης για συντελεστές, προκειμένου να αγοράζει καταναλωτικά αγαθά για τις δικές του ανάγκες. Έτσι, σε οποιοδήποτε στάδιο της παραγωγής οποιουδήποτε προϊόντος, ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί συντελεστές γης και εργασίας, ανταλλάσσοντας χρήμα με τις υπηρεσίες τους, καθώς και με τα αναγκαία κεφαλαιουχικά αγαθά, και κατόπιν πουλά το προϊόν έναντι χρήματος για να συμβάλει στο αμέσως κατώτερο στάδιο παραγωγής. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται έως ότου τα τελικά καταναλωτικά αγαθά πωληθούν στους καταναλωτές. Αυτοί οι καταναλωτές, από την άλλη πλευρά, αποκτούν το χρήμα τους αγοράζοντάς το μέσω της πώλησης των δικών τους αγαθών —είτε διαρκών καταναλωτικών αγαθών είτε υπηρεσιών στην παραγωγή. Οι τελευταίες μπορεί να περιλαμβάνουν την πώληση υπηρεσιών εργασίας, την πώληση υπηρεσιών της γης τους, την πώληση των κεφαλαιουχικών αγαθών τους ή κληρονομιά από εκείνους που είχαν προηγουμένως συνεισφέρει τέτοιες υπηρεσίες.158
With the great variety in human skills and natural resources resulting in enormous advantages from the division of labor, the existence of money permits the splitting of production into minute branches, each man selling his product for money and using money to buy the products that he desires. In the field of consumers’ goods, a doctor can sell his services, or a teacher his, for money, and then use the money to purchase goods that he demands. In production, a man can produce a capital good, sell it for money, and use the gold received to purchase the labor, land, and capital goods of a higher order needed for its production. He may use the surplus of money income over money outlay on factors to purchase consumers’ goods for his own needs. Thus, at any stage in the production of any product, a man employs land and labor factors, exchanging money for their services as well as for the needed capital goods, and then sells the product for money to help in the next lower stage of production. This process continues until the final consumers’ goods are sold to consumers. These consumers, on the other hand, obtain their money by purchasing it through the sale of their own goods— either durable consumers’ goods or services in production. The latter may include the sale of labor services, the sale of services of their land, the sale of their capital goods, or inheritance from those who had previously contributed such services.
Έτσι, σχεδόν όλες οι ανταλλαγές πραγματοποιούνται έναντι χρήματος, και το χρήμα θέτει τη σφραγίδα του σε ολόκληρο το οικονομικό σύστημα. Οι παραγωγοί καταναλωτικών αγαθών, καθώς και οι ιδιοκτήτες διαρκών καταναλωτικών αγαθών, οι ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών και οι πωλητές υπηρεσιών εργασίας, όλοι πωλούν τα αγαθά τους έναντι χρήματος και αγοράζουν με χρήμα τους συντελεστές που χρειάζονται. Χρησιμοποιούν το καθαρό χρηματικό εισόδημά τους για να αγοράζουν καταναλωτικά αγαθά που παράγονται από άλλους στην κοινωνία. Έτσι, όλα τα άτομα, με την ιδιότητά τους ως παραγωγών και ιδιοκτητών, προσφέρουν αγαθά —εμπορεύματα και υπηρεσίες— και ζητούν χρήμα σε αντάλλαγμα. Και, με την ιδιότητά τους ως παραγωγών που αγοράζουν συντελεστές, καθώς και με την ιδιότητά τους ως καταναλωτών, προσφέρουν χρήμα και ζητούν σε αντάλλαγμα μια σχεδόν άπειρη ποικιλία αγαθών. Η οικονομία είναι, επομένως, μια «χρηματική οικονομία», και σχεδόν όλα τα αγαθά συγκρίνονται και ανταλλάσσονται με το αγαθό που χρησιμεύει ως χρήμα. Το γεγονός αυτό έχει καθοριστική σημασία για την ανάλυση οποιασδήποτε κοινωνίας πέρα από το πλέον πρωτόγονο επίπεδο. Μπορούμε να συνοψίσουμε τη σύνθετη διάρθρωση των ανταλλαγών σε μια χρηματική οικονομία ως εξής:
Thus, nearly all exchanges are made against money, and money impresses its stamp upon the entire economic system. Producers of consumers’ goods as well as owners of durable consumers’ goods, owners of capital goods, and sellers of labor services, all sell their goods against money and purchase with money the factors that they need. They use their net money income to purchase consumers’ goods produced by others in the society. Thus, all individuals, in their capacity as producers and owners, supply goods (commodities and services) and demand money in exchange. And, in their capacity as producers purchasing factors, as well as in their capacity as consumers, they supply money and demand an almost infinite variety of goods in exchange. The economy is therefore a “money economy,” and almost all goods are compared with and exchanged against the money commodity. This fact is of crucial importance to the analysis of any society beyond the most primitive level. We may sum up the complex pattern of exchanges in a money economy in the following way:
Είδαμε ότι κάθε αγαθό υφίσταται ως «διαθέσιμη ποσότητα» εφόσον μπορεί να διαιρεθεί σε μονάδες, καθεμία από τις οποίες είναι ομοιογενής με όλες τις άλλες. Τα αγαθά μπορούν να αγοράζονται και να πωλούνται μόνο σε τέτοιες μονάδες, ενώ εκείνα τα αγαθά που είναι αδιαίρετα και μοναδικά μπορούν να περιγραφούν ως διαθέσιμη ποσότητα μίας και μόνο μονάδας. Τα υλικά αγαθά ανταλλάσσονται γενικά σε μονάδες βάρους, όπως τόνοι, λίβρες, ουγγιές, grains, γραμμάρια κ.λπ. Το αγαθό που χρησιμεύει ως χρήμα δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Ως το αγαθό που ανταλλάσσεται ευρύτερα από οποιοδήποτε άλλο στην κοινότητα, αγοράζεται και πωλείται πάντοτε σε μονάδες του βάρους του. Χαρακτηριστικό των μονάδων βάρους, όπως και των άλλων κλιμάκων μέτρησης, είναι ότι καθεμία μπορεί να μετατραπεί σε οποιαδήποτε άλλη. Έτσι, μία λίβρα ισούται με 16 ουγγιές· και μία ουγγιά ισούται με 437,5 grains ή 28,35 γραμμάρια. Επομένως, αν ο Jones πουλήσει τον ελκυστήρα του για 15 λίβρες χρυσού, μπορεί επίσης να ειπωθεί ότι τον πούλησε για 240 ουγγιές χρυσού ή για 6.804 γραμμάρια χρυσού κ.ο.κ.
We have seen that every good is “in supply” if it can be divided into units, each of which is homogeneous with every other. Goods can be bought and sold only in terms of such units, and those goods which are indivisible and unique may be described as being in a supply of one unit only. Tangible commodities are generally traded in terms of units of weight, such as tons, pounds, ounces, grains, grams, etc. The money commodity is no exception to this rule. The most universally traded commodity in the community, it is bought and sold always in terms of units of its weight. It is characteristic of units of weight, as of other metrical scales, that each unit is convertible into every other. Thus, one pound equals 16 ounces; and one ounce equals 437.5 grains, or 28.35 grams. Therefore, if Jones sells his tractor for 15 pounds of gold, he may also be described as having sold the tractor for 240 ounces of gold, or for 6,804 grams of gold, etc.
Είναι σαφές ότι το μέγεθος της μονάδας του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα, η οποία επιλέγεται για οποιαδήποτε συναλλαγή είναι αδιάφορο για την οικονομική ανάλυση και αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα ευκολίας για τα διάφορα μέρη. Όλες οι μονάδες θα είναι μονάδες βάρους και θα μπορούν να μετατραπούν σε λίβρες, ουγγιές κ.λπ. με πολλαπλασιασμό ή διαίρεση επί κάποιον σταθερό αριθμό· επομένως, όλες θα μπορούν να μετατραπούν η μία στην άλλη με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, μία λίβρα χρυσού θα ισούται με 16 ουγγιές και, ασφαλώς, θα ανταλλάσσεται με 16 ουγγιές, εφόσον μια τέτοια ανταλλαγή είναι επιθυμητή στην αγορά. Το ότι οι ονομασίες ή τα μεγέθη των μονάδων δεν έχουν οικονομική σημασία μπορεί να φανεί από το ακόλουθο παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι οι κάτοικοι του Texas χρησιμοποιούν στις ανταλλαγές τους μια μονάδα γνωστή ως Houston, ίση με 20 grains χρυσού, ενώ οι κάτοικοι της Massachusetts χρησιμοποιούν το Adams, ίσο με 10 grains. Οι πολίτες των αντίστοιχων περιοχών μπορούν να πραγματοποιούν τις ανταλλαγές και τους υπολογισμούς τους με αυτούς τους όρους· για παράδειγμα, ο Jones πουλά το αυτοκίνητό του για «2.000 Houston χρυσού» ή, απλούστερα, για «2.000 Houston», ή μπορεί να θεωρεί ότι η χρηματική τιμή των αυγών είναι «1/2 Houston ανά δωδεκάδα». Από την άλλη πλευρά, ο Smith μπορεί να αγοράσει ένα σπίτι για «10.000 Adams». Είναι προφανές ότι η χρήση των διαφορετικών ονομασιών θα περιπλέξει τα πράγματα, αλλά δεν έχει οικονομική σημασία. Το «Houston» παραμένει μια μονάδα βάρους χρυσού και αποτελεί συντομευμένη ονομασία για τα «20 grains χρυσού». Είναι σαφές ότι, στην αγορά, ένα Houston θα ανταλλάσσεται με δύο Adams.159
It is clear that the size of the unit of the money commodity chosen for any transaction is irrelevant for economic analysis and is purely a matter of convenience for the various parties. All the units will be units of weight, and they will be convertible into pounds, ounces, etc., by multiplying or dividing by some constant number, and therefore all will be convertible into one another in the same manner. Thus, one pound of gold will equal 16 ounces and will, of course, exchange for 16 ounces, should such an exchange be desired on the market. The economic irrelevance of the names or sizes of the units may be seen from the following example. Suppose that the residents of Texas use, in their exchanges, a unit known as the Houston, equalling 20 grains of gold, while the residents of Massachusetts use the Adams, equalling 10 grains. The citizens of the respective areas may make their exchanges and calculations in these terms, e.g., Jones sells his car for “2,000 Houstons of gold,” or, more simply, “2,000 Houstons,” or Jones might consider the money price
of eggs as being “Houston per dozen.” On the other hand, Smith might buy a house for “10,000 Adamses.” It is obvious that the use of the different names will complicate matters, but it is economically insignificant. The “Houston” is still a unit of weight of gold, and is a shorthand name for “20 grains of gold.” It is clear that, on the market, one Houston will exchange for two Adamses.
Για να αποφευχθούν, επομένως, οι περιττές περιπλοκές και να καταστεί σαφέστερη η ανάλυση, οι ονομασίες των νομισματικών μονάδων στο παρόν έργο θα εκφράζονται με όρους καθολικά αποδεκτών μονάδων βάρους —όπως ουγγιές, γραμμάρια κ.λπ.— και όχι με όρους συμπτωματικών ονομασιών που έχουν μόνο τοπική σημασία —όπως δολάρια ή φράγκα.
To avoid unnecessary complications and to clarify the analysis, therefore, the names of the monetary units in this work will be in terms of universally acceptable units of weight (such as ounces, grams, etc.) rather than in terms of accidental names of only local significance (such as dollars or francs).
Προφανώς, όσο μεγαλύτερη αξία έχουν οι μονάδες ενός αγαθού τόσο μικρότερο είναι το μέγεθος των μονάδων που χρησιμοποιούνται στις καθημερινές συναλλαγές· έτσι, η πλατίνα θα ανταλλάσσεται σε ουγγιές, ενώ ο σίδηρος ανταλλάσσεται σε τόνους. Εμπορεύματα σχετικά μεγάλης αξίας που λειτουργούν ως χρήμα, όπως ο χρυσός και ο άργυρος, θα τείνουν να ανταλλάσσονται σε μικρότερες μονάδες βάρους. Και εδώ, το γεγονός αυτό δεν έχει ιδιαίτερη οικονομική σημασία.
Obviously, the more valuable the units of a commodity are, the smaller the size of the units used in daily transactions; thus, platinum will be traded in terms of ounces, while iron is traded in terms of tons. Relatively valuable money commodities like gold and silver will tend to be traded in terms of smaller units of weight. Here again, this fact has no particular economic significance.
Η μορφή με την οποία ανταλλάσσεται μια μονάδα βάρους οποιουδήποτε αγαθού εξαρτάται από τη χρησιμότητά της για κάποιον συγκεκριμένο, επιθυμητό σκοπό. Έτσι, ο σίδηρος μπορεί να πωλείται σε ράβδους ή κομμάτια, το τυρί σε ορθογώνιο ή τριγωνικό σχήμα κ.λπ. Ενώ τα άλλα αγαθά θα ανταλλάσσονται σε μορφές κατάλληλες για παραγωγή ή κατανάλωση, το χρήμα θα ανταλλάσσεται σε μορφές κατάλληλες για ανταλλαγή ή αποθήκευση έως ότου πραγματοποιηθεί ανταλλαγή. Ιστορικά, τα σχήματα του χρήματος υπήρξαν αναρίθμητα.160 Κατά τους τελευταίους αιώνες, μεγάλες ράβδοι χρυσού ή αργύρου έχουν χρησιμοποιηθεί για αποθήκευση ή για ανταλλαγή σε μεγαλύτερες συναλλαγές, ενώ μικρότερα, κυκλικά τεμάχια, γνωστά ως νομίσματα, χρησιμοποιούνται για μικρότερες συναλλαγές.
The form in which a unit weight of any commodity is traded depends on its usefulness for any specific, desired purpose. Thus, iron may be sold in the form of bars or chunks, cheese in rectangular or triangular shape, etc. Whereas other commodities will be traded in those forms suitable for production or consumption, money will be traded in forms suitable for exchange or storing until an exchange is made. Historically, the shapes of money have been innumerable.In recent centuries large bars of gold or silver have been used for storage or for exchange in larger transactions, while smaller, circular pieces, known as coins, are used for smaller transactions.
5. Χρηματικό εισόδημα και χρηματικές δαπάνες
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. Money Income and Money Expenditures
Σε μια χρηματική οικονομία, κάθε άτομο πουλά αγαθά και υπηρεσίες που του ανήκουν έναντι χρήματος και χρησιμοποιεί το χρήμα για να αγοράζει επιθυμητά αγαθά. Κάθε πρόσωπο μπορεί να τηρεί μια καταγραφή τέτοιων χρηματικών ανταλλαγών για οποιαδήποτε χρονική περίοδο. Αυτή η καταγραφή μπορεί να ονομαστεί ισοζύγιο πληρωμών του για τη συγκεκριμένη περίοδο.
In a money economy, each individual sells goods and services that he owns for money and uses the money to buy desired goods. Each person may make a record of such monetary exchanges for any period of time. Such a record may be called his balance of payments for that period.
Μια τέτοια καταγραφή μπορεί να αφορά τις συναλλαγές αγαθών που πωλήθηκαν έναντι χρήματος σε άλλα άτομα κατά τη διάρκεια ορισμένης περιόδου. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο κ. Brown καταρτίζει την καταγραφή των αγαθών που πούλησε έναντι χρήματος για τον μήνα Σεπτέμβριο του 1961. Ας υποθέσουμε ότι πούλησε τις υπηρεσίες του ως ξυλουργού στον κ. Jones για την κατασκευή του σπιτιού του και ότι, κατά την ίδια περίοδο, πούλησε τις υπηρεσίες του ως τεχνίτη γενικών εργασιών στους κ.κ. Jones και Smith. Επίσης, πούλησε ένα παλιό ραδιόφωνο στον κ. Johnson. Ο λογαριασμός των χρημάτων που έλαβε, δηλαδή των χρημάτων που αγόρασε έναντι των αγαθών και υπηρεσιών που πούλησε, έχει ως εξής:
One record may be the transactions of goods sold for money in a certain period to other individuals. Suppose, for example, that Mr. Brown draws up the record of goods sold for money for the month of September, 1961. Suppose that he has sold his services as a carpenter to a Mr. Jones in building the latter’s house and has sold his services as a handyman to Messrs. Jones and Smith during the same period. Also, he has disposed of an old radio to Mr. Johnson. His account of money received, i.e., money purchased for goods and services sold, is as follows:
Από τον λογαριασμό γνωρίζουμε ότι, με τις πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών του κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Brown αγόρασε 26 ουγγιές χρυσού. Αυτό το σύνολο των χρημάτων που αγοράστηκαν αποτελεί το συνολικό χρηματικό εισόδημά του για την περίοδο αυτή.
From the account, we know that by his sales of goods and services during this period, Brown has purchased 26 ounces of gold. This total of money purchased is his total of money income for that period.
Είναι σαφές ότι όσο περισσότερο χρηματικό εισόδημα λαμβάνει ένας άνθρωπος κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου τόσο περισσότερα χρήματα θα μπορεί να δαπανήσει για επιθυμητά αγαθά. Εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι —μια σημαντική επιφύλαξη που θα εξεταστεί σε μεταγενέστερες ενότητες—, θα επιδιώκει να αποκτά όσο το δυνατόν περισσότερο χρηματικό εισόδημα σε οποιαδήποτε μελλοντική περίοδο.
It is clear that the more money income a man receives during any period, the more money he will be able to spend on desired goods. Other things being equal (an important qualification that will be examined in later sections), he will strive to earn as much money income in any prospective period as he can.
Ο κ. Brown απέκτησε το εισόδημά του πουλώντας τις υπηρεσίες της εργασίας του και ένα διαρκές καταναλωτικό αγαθό. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι απόκτησης χρηματικού εισοδήματος σε μια ανεμπόδιστη αγορά. Ο ιδιοκτήτης γης μπορεί να την πουλήσει για γεωργικούς σκοπούς, ως χώρο εγκατάστασης, για βιομηχανικούς, καθώς και για άλλους σκοπούς. Ο ιδιοκτήτης κεφαλαιουχικών αγαθών μπορεί να τα πουλήσει σε εκείνους που ενδιαφέρονται να τα χρησιμοποιήσουν ως συντελεστές παραγωγής. Η γη και τα υλικά κεφαλαιουχικά αγαθά μπορούν να πωληθούν έναντι χρήματος με πλήρη μεταβίβαση της κυριότητάς τους, ή ο ιδιοκτήτης μπορεί να διατηρήσει την κυριότητα του αγαθού, πουλώντας παράλληλα την κυριότητα των υπηρεσιών του για ορισμένο χρονικό διάστημα. Εφόσον οποιοδήποτε αγαθό αγοράζεται μόνο για τις υπηρεσίες που μπορεί να παρέχει, δεν υπάρχει λόγος να μην μπορούν να αγοραστούν οι υπηρεσίες ενός αγαθού για μια ορισμένη περίοδο. Αυτό μπορεί να γίνει, ασφαλώς, μόνο όπου είναι τεχνικά δυνατόν. Έτσι, ο ιδιοκτήτης μιας έκτασης γης, μιας ραπτομηχανής ή ενός σπιτιού μπορεί να το «εκμισθώσει» για ορισμένο χρονικό διάστημα έναντι χρήματος. Μολονότι μια τέτοια μίσθωση μπορεί να αφήνει τη νομική κυριότητα του αγαθού στα χέρια του «εκμισθωτή», ο πραγματικός κύριος της υπηρεσίας του αγαθού για εκείνη την περίοδο είναι ο μισθωτής ή «ενοικιαστής». Στο τέλος της περιόδου μίσθωσης, το αγαθό επιστρέφεται στον αρχικό ιδιοκτήτη, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιήσει ή να πουλήσει τις εναπομένουσες υπηρεσίες του.
Mr. Brown acquired his income by selling his labor services and a durable consumers’ good. There are other ways of acquiring money income on an unhampered market. The owner of land may sell it for agricultural, locational, industrial, as well as other, purposes. The owner of capital goods may sell them to those interested in using them as factors of production. Tangible land and capital goods may be sold for money outright, or the owner may retain ownership of the good while selling ownership of its services over a certain period of time. Since any good is bought only for the services that it can bestow, there is no reason why a certain period of service of a good may not be purchased. This can be done, of course, only where it is technically possible. Thus, the owner of a plot of land or a sewing machine or a house may “rent it out” for a certain period of time in exchange for money. While such hire may leave legal ownership of the good in the hands of the “landlord,” the actual owner of the good’s service for that period is the renter, or “tenant.” At the end of the hire period, the good is returned to the original owner, who may use or sell the remainder of the services.
Πέρα από την πώληση αγαθών και υπηρεσιών, ένας άνθρωπος μπορεί να λάβει χρήματα ως δωρεά. Τα χρήματα που λαμβάνει ως δωρεές δεν τα αγοράζει. Το χρηματικό εισόδημά του για οποιαδήποτε περίοδο ισούται με τα χρήματα που αγόρασε, συν τα χρήματα που λαμβάνει ως δωρεές. Μια συνήθης μορφή λήψης δωρεάς είναι η κληρονομιά, το αποτέλεσμα κληροδοτήματος κατά τον θάνατο.
In addition to the sale of goods and services, a man may receive money as a gift. He does not purchase the money he receives in gifts. His money income for any period equals his money purchased, plus the money he receives in gifts. (One common form of receipt of a gift is an inheritance, the result of a bequest at death.)
Έτσι, ο λογαριασμός χρηματικού εισοδήματος του κ. Green για το διάστημα από τον Ιούνιο έως τον Δεκέμβριο του 1961 μπορεί να έχει ως εξής:
Thus, Mr. Green’s account of money income for June to December, 1961, may be as follows:
Όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, για να αποκτήσει αρχικά το αγαθό ή την υπηρεσία που μπορεί να πουλήσει έναντι χρήματος, ένας άνθρωπος πρέπει πρώτα είτε να το παραγάγει ο ίδιος είτε να το αγοράσει από κάποιον που το έχει παραγάγει —ή που, με τη σειρά του, το έχει αγοράσει από τον αρχικό παραγωγό. Αν του έχουν δωριστεί χρήματα, ο αρχικός ιδιοκτήτης πρέπει να τα είχε αποκτήσει μέσω της παραγωγής ενός αγαθού κ.λπ. Έτσι, σε τελική ανάλυση, ο πρώτος πωλητής ενός κεφαλαιουχικού ή ενός διαρκούς καταναλωτικού αγαθού είναι ο αρχικός παραγωγός, και οι μεταγενέστεροι αγοραστές πρέπει να έχουν παραγάγει κάποια δική τους υπηρεσία για να αποκτήσουν τα χρήματα που απαιτούνται για την αγορά του. Ο πωλητής υπηρεσίας εργασίας, ασφαλώς, παράγει την υπηρεσία άμεσα εκείνη τη στιγμή. Ο πωλητής αμιγούς γης πρέπει αρχικά να είχε ιδιοποιηθεί αχρησιμοποίητη γη, την οποία είχε βρει και μετασχηματίσει. Στην ανεμπόδιστη αγορά μιας χρηματικής οικονομίας, οι παραγωγοί εμπορευμάτων και υπηρεσιών πουλούν τα αγαθά τους έναντι του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα και κατόπιν χρησιμοποιούν το χρήμα που απέκτησαν για να αγοράσουν άλλα επιθυμητά αγαθά.
As was seen in the previous chapter, in order first to acquire the good or service that a man can sell for money, he must first either produce it himself or buy it from someone who has produced it (or who, in turn, has bought it from the original producer). If he has been given money, the original owner must have acquired it through producing a good, etc. Thus, in the last analysis, the first seller of a capital good or a durable consumers’ good is the original producer, and later purchasers must have produced some service of their own in order to obtain the money to acquire it. The seller of labor service, of course, produces the service directly at the time. The seller of pure land must originally have appropriated unused land which he had found and transformed. On the unhampered market of a money economy, producers of commodities and services sell their goods for the money commodity, then use the money acquired to buy other desired goods.
Με αυτόν τον τρόπο αποκτούν χρήμα όλοι εκτός από τους παραγωγούς του αρχικού χρυσού στην αγορά —εκείνους που τον εξόρυξαν και τον διέθεσαν στην αγορά. Ωστόσο, η παραγωγή του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα, όπως και όλων των άλλων αγαθών που έχουν αξία, απαιτεί και η ίδια τη χρήση γης, εργασίας και κεφαλαιουχικών αγαθών, και αυτά πρέπει να πληρωθούν με τη χρήση χρήματος. Ο εξορύκτης χρυσού, επομένως, δεν λαμβάνει χρήμα ως δωρεά, αλλά πρέπει να αναζητήσει ενεργά και να παραγάγει χρυσό για να αποκτήσει το χρήμα του.
Money is acquired in this way by all except the producers of the original gold on the market—those who mined and marketed it. However, the production of the money commodity, as with all other valuable commodities, itself requires the use of land, labor, and capital goods, and these must be paid for by the use of money. The gold miner, then, receives no money by gift, but must actively find and produce gold to acquire his money.
Χρησιμοποιώντας χρήματα που απέκτησαν με αυτούς τους διάφορους τρόπους, τα άτομα αγοράζουν επιθυμητά αγαθά. Το κάνουν με δύο ιδιότητες: ως καταναλωτές και ως παραγωγοί. Ως καταναλωτές, αγοράζουν τα καταναλωτικά αγαθά που επιθυμούν· στην περίπτωση των διαρκών αγαθών, μπορούν να αγοράσουν ολόκληρο το αγαθό ή να μισθώσουν τις υπηρεσίες αγαθών για κάποιο καθορισμένο χρονικό διάστημα. Ως παραγωγοί, χρησιμοποιούν χρήμα για να αγοράζουν τις υπηρεσίες των συντελεστών παραγωγής που απαιτούνται για την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών ή κεφαλαιουχικών αγαθών κατώτερης τάξης. Ορισμένους συντελεστές μπορεί να τους αγοράσουν με πλήρη μεταβίβαση της κυριότητάς τους, για να χρησιμοποιήσουν όλες τις αναμενόμενες μελλοντικές υπηρεσίες τους· άλλους μπορεί να τους μισθώσουν για τις υπηρεσίες τους κατά τη διάρκεια ορισμένου χρονικού διαστήματος. Έτσι, μπορούν να αγοράζουν κεφαλαιουχικά αγαθά που λειτουργούν ως «πρώτες ύλες»· μπορούν να αγοράζουν ορισμένα κεφαλαιουχικά αγαθά που ονομάζονται «μηχανήματα» και να μισθώνουν άλλα· ή μπορούν να μισθώνουν ή να αγοράζουν τη γη στην οποία χρειάζεται να εργαστούν. Γενικά, όπως οι καταναλωτές δεν μπορούν εύλογα να μισθώνουν βραχύβια, μη διαρκή αγαθά, έτσι και οι παραγωγοί δεν μπορούν εύλογα να μισθώνουν κεφαλαιουχικά αγαθά, αποκαλούμενα «πρώτες ύλες» ή «αποθέματα», τα οποία αναλώνονται γρήγορα κατά την παραγωγική διαδικασία. Σε μια ελεύθερη αγορά, δεν μπορούν να αγοράσουν υπηρεσίες εργασίας με πλήρη και οριστική μεταβίβαση, όπως εξηγήθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Εφόσον η προσωπική βούληση του ανθρώπου είναι αναπαλλοτρίωτη, δεν μπορεί, σε μια εκούσια κοινωνία, να εξαναγκαστεί να εργαστεί για κάποιον άλλον αντίθετα προς την παρούσα βούλησή του και, επομένως, δεν μπορούν να συναφθούν συμβάσεις για την αγορά της μελλοντικής βούλησής του. Οι υπηρεσίες εργασίας μπορούν, συνεπώς, να αγοράζονται μόνο μέσω «μίσθωσης», με καταβολή αμοιβής καθώς παρέχονται.
With the use of money acquired in these various ways, individuals purchase desired goods. They do so in two capacities: as consumers and as producers. As consumers, they purchase consumers’ goods that they desire; in the case of durable goods, they may purchase the entire good, or they may hire the services of goods for some specified period of time. As producers, they use money to purchase the services of factors of production needed to produce consumers’ goods or lower-order capital goods. Some factors they may purchase outright, to use all their anticipated future services; some they may hire for their services for a specified period of time. Thus, they may purchase capital goods that function as “raw material”; they may purchase some capital goods called “machines” and hire others; or they may hire or purchase the land that they need to work on. In general, just as consumers cannot very well hire short-lived, nondurable goods, so producers cannot very well hire capital goods, dubbed “raw material” or “inventory,” that are used up quickly in the process of production. On a free market, they cannot purchase labor services outright, as was explained in the preceding chapter. Since man’s personal will is inalienable, he cannot, in a voluntary society, be compelled to work for another against his present will, and therefore no contracts can be made for purchase of his future will. Labor services, therefore, can only be bought for “hire,” on a “pay-asyou-go” basis.
Κάθε άτομο μπορεί να καταρτίσει έναν λογαριασμό των αγορών άλλων αγαθών που πραγματοποιεί με χρήμα για οποιαδήποτε χρονική περίοδο. Το συνολικό ποσό χρήματος που παραχωρείται σε τέτοιες ανταλλαγές αποτελεί τις χρηματικές δαπάνες ή χρηματικές εκταμιεύσεις του για την περίοδο αυτή. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι ο λογαριασμός δαπανών του, όπως και ο λογαριασμός εισοδήματός του, μπορεί να αναλύεται κατά συναλλαγή ή να ομαδοποιείται σε διάφορες κατηγορίες. Έτσι, στον παραπάνω λογαριασμό του Brown, αυτός θα μπορούσε να έχει καταγράψει το εισόδημά του ως 25 ουγγιές από την εργασία γενικά και μία ουγγιά από το ραδιόφωνό του. Το πόσο ευρείες ή στενές είναι οι κατηγορίες εξαρτάται αποκλειστικά από την ευκολία του προσώπου που καταρτίζει τον λογαριασμό. Το σύνολο, ασφαλώς, παραμένει πάντοτε ανεπηρέαστο από τον τύπο της ταξινόμησης που επιλέγεται.
Any individual may draw up an account of his purchases of other goods with money for any period of time. The total amount of money given up in such exchanges is his money expenditures or money outlays for that period. Here it must be noted that his expenditure account, as well as his income account, can be itemized for each transaction or may be grouped into various classes.Thus, in Brown’s account above, he might have tabulated his income as 25 ounces from labor in general, and one ounce from his radio. How broad or narrow the classes are depends purely on the convenience of the person drawing up the account. The total, of course, is always unaffected by the type of classification chosen.
Όπως το χρηματικό εισόδημα ισούται με τα χρήματα που αγοράστηκαν έναντι αγαθών και υπηρεσιών που πωλήθηκαν, συν τα χρήματα που λήφθηκαν ως δωρεές, έτσι και η χρηματική δαπάνη ισούται με τα χρήματα που πωλήθηκαν έναντι αγαθών και υπηρεσιών που αγοράστηκαν, συν τα χρήματα που δόθηκαν ως δωρεές. Έτσι, ο λογαριασμός χρηματικών δαπανών του κ. Brown για τον Σεπτέμβριο του 1961 θα μπορούσε να είναι ο ακόλουθος:
Just as money income equaled money purchased for goods and services sold plus money received as gifts, so money expenditure equals money sold for goods and services bought plus money given away as gifts. Thus, Mr. Brown’s money expenditure account for September, 1961, might be the following:
Σε αυτόν τον λογαριασμό, ο Brown δαπανά χρήματα αποκλειστικά ως καταναλωτής, και οι συνολικές χρηματικές δαπάνες του για την περίοδο είναι 24 ουγγιές. Αν το επιθυμούσε, θα μπορούσε να έχει υποδιαιρέσει περαιτέρω τον λογαριασμό σε στοιχεία όπως μήλα, 1/5 της ουγγιάς· καπέλο, μία ουγγιά· κ.λπ.
In this account, Brown is spending money purely as a consumer, and his total money expenditures for the period are 24 ounces. If he had desired it, he could have subdivided the account
further into such items as apples, ounce; hat, one ounce; etc.
Εδώ μπορεί να σημειωθεί ότι το συνολικό χρηματικό εισόδημα ενός ατόμου για οποιαδήποτε περίοδο μπορεί να ονομαστεί εξαγωγές του και ότι τα αγαθά που πωλούνται μπορούν να ονομαστούν «εξαγόμενα αγαθά»· από την άλλη πλευρά, η συνολική χρηματική δαπάνη του μπορεί να ονομαστεί εισαγωγές του και τα αγαθά και οι υπηρεσίες που αγοράζονται είναι τα «εισαγόμενα αγαθά». Αυτοί οι όροι εφαρμόζονται στα αγαθά που αγοράζονται από παραγωγούς ή καταναλωτές.
Here it may be noted that an individual’s total money income for any period may be termed his exports, and the goods sold may be termed the “goods exported”; on the other hand, his total money expenditure may be termed his imports, and the goods and services bought are the “goods imported.” These terms apply to goods purchased by producers or consumers.
Ας παρατηρήσουμε τώρα και ας συγκρίνουμε τους λογαριασμούς εισοδήματος και δαπανών του κ. Brown για τον Σεπτέμβριο του 1961. Το συνολικό χρηματικό εισόδημα του Brown ήταν 26 ουγγιές χρυσού και οι χρηματικές δαπάνες του 24 ουγγιές. Αυτό πρέπει να σημαίνει ότι δύο ουγγιές από τις 26 που απέκτησε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου παρέμειναν αδαπάνητες. Αυτές οι δύο ουγγιές παραμένουν στην κατοχή του κ. Brown και, επομένως, προστίθενται σε οποιοδήποτε προηγούμενο απόθεμα χρυσού μπορεί να κατείχε. Αν το απόθεμα χρήματος του Brown την 1η Σεπτεμβρίου 1961 ήταν έξι ουγγιές χρυσού, το απόθεμα χρήματός του την 1η Οκτωβρίου 1961 είναι οκτώ ουγγιές χρυσού. Το απόθεμα χρήματος που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή ονομάζεται διακρατούμενο χρηματικό απόθεμα ή χρηματικό υπόλοιπό του εκείνη τη στιγμή. Οι δύο ουγγιές εισοδήματος που παρέμειναν αδαπάνητες για αγαθά και υπηρεσίες αποτέλεσαν καθαρή προσθήκη στο χρηματικό υπόλοιπο του Brown κατά τον μήνα Σεπτέμβριο. Για οποιαδήποτε περίοδο, επομένως, το χρηματικό εισόδημα ενός προσώπου ισούται με τη χρηματική δαπάνη του συν την προσθήκη στο χρηματικό υπόλοιπό του.
Now, let us observe and compare Mr. Brown’s income and expenditure accounts for September, 1961. Brown’s total money income was 26 ounces of gold, his money expenditures 24 ounces. This must mean that two ounces of the 26 earned in this period remained unspent. These two ounces remain in the possession of Mr. Brown, and are therefore added to whatever previous stock of gold Brown might have possessed. If Brown’s stock of money on September 1, 1961, was six ounces of gold, his stock of money on October 1, 1961, is eight ounces of gold. The stock of money owned by any person at any point in time is called his cash holding or cash balance at that time. The two ounces of income remaining unspent on goods and services constituted a net addition to Brown’s cash balance over the month of September. For any period, therefore, a person’s money income is equal to his money outlay plus his addition to cash balance.
Αν υποδιαιρέσουμε αυτόν τον λογαριασμό εισοδήματος και δαπανών σε μικρότερες χρονικές περιόδους, η εικόνα της εξέλιξης του χρηματικού υπολοίπου μέσα στη μεγαλύτερη περίοδο είναι πιθανό να διαφέρει πολύ από μια απλή προσθήκη δύο ουγγιών. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι όλο το χρηματικό εισόδημα του Brown εισπράχθηκε σε δύο ποσά, την πρώτη και τη δέκατη πέμπτη ημέρα του Σεπτεμβρίου, ενώ οι δαπάνες του πραγματοποιούνταν καθημερινά σε διαφορετικά ποσά. Ως αποτέλεσμα, το χρηματικό υπόλοιπό του αυξήθηκε απότομα την 1η Σεπτεμβρίου, ας πούμε σε έξι συν 13, δηλαδή συνολικά 19 ουγγιές. Κατόπιν, το χρηματικό υπόλοιπο μειωνόταν σταδιακά κάθε ημέρα έως ότου έφτασε ξανά τις έξι ουγγιές στις 15 του μηνός· στη συνέχεια αυξήθηκε πάλι απότομα στις 19, για να μειωθεί τελικά στις οκτώ στο τέλος του μήνα.
If we subdivide this income-expenditure account into smaller periods of time, the picture of what is happening to the cash balance within the larger period is likely to be far different from a simple addition of two ounces. Thus, suppose that all of Brown’s money income came in two chunks on the first and fifteenth of September, while his expenditures occurred every day in varying amounts. As a result, his cash balance rose drastically on September 1, say to six plus 13 or a total of 19 ounces. Then, the cash balance was gradually drawn down each day until it equaled six again on the 15th; then it rose sharply again to 19, finally being reduced to eight at the month’s end.
Η διάρθρωση των προσφορών και των ζητήσεων του Brown στην αγορά είναι σαφής. Ο Brown προσέφερε διάφορα αγαθά και υπηρεσίες στην αγορά και ζήτησε χρήμα σε αντάλλαγμα. Με αυτό το χρηματικό εισόδημα, ζήτησε διάφορα αγαθά και υπηρεσίες στην αγορά και προσέφερε χρήμα σε αντάλλαγμα. Το χρήμα πρέπει να εισέλθει στο χρηματικό υπόλοιπο προτού μπορέσει να δαπανηθεί για αγαθά και υπηρεσίες.161
The pattern of Brown’s supplies and demands on the market is clear. Brown supplied various goods and services on the market and demanded money in exchange. With this money income, he demanded various goods and services on the market and supplied money in exchange. The money must go into the cash balance before it can be spent on goods and services.
Ας υποθέσουμε, από την άλλη πλευρά, ότι οι δαπάνες του Brown για τον Σεπτέμβριο ήταν 29 ουγγιές αντί για 24. Αυτό πραγματοποιήθηκε με μείωση του προηγούμενου χρηματικού υπολοίπου του Brown κατά τρεις ουγγιές, αφήνοντάς του τρεις ουγγιές στο διακρατούμενο χρηματικό απόθεμά του. Στην περίπτωση αυτή, οι χρηματικές δαπάνες του για την περίοδο ισούνταν με το χρηματικό εισόδημά του συν τη μείωση του χρηματικού υπολοίπου του. Συνοψίζοντας, ο ακόλουθος τύπος ισχύει πάντοτε για οποιοδήποτε άτομο κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε χρονικής περιόδου:
Suppose, on the other hand, that Brown’s expenditures for September had been 29 ounces instead of 24 ounces. This was accomplished by drawing down Brown’s previous cash balance by three ounces and leaving him with three ounces in his cash holding. In this case, his money expenditures for the period equaled his money income plus the decrease in his cash balance. In sum, the following formula always holds true for any individual over any period of time:
— (δεν υπάρχει στη μετάφραση)
Money Income = Money Expenditures + Net Additions to Cash Balance – Net Subtractions from Cash Balance
Εναλλακτικά, στην παραπάνω εξίσωση, ο όρος «Εξαγωγές» μπορεί να αντικαταστήσει τον όρο «Εισόδημα» και ο όρος «Εισαγωγές» τον όρο «Δαπάνες».
Alternatively, the term Exports can be substituted for Income, and Imports for Expenditures, in the above equation.
Ας υποθέσουμε, για λόγους απλούστευσης, ότι το συνολικό απόθεμα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα στην κοινότητα παρέμεινε αμετάβλητο κατά τη διάρκεια της περιόδου. Αυτή δεν είναι μη ρεαλιστική υπόθεση, αφού ο πρόσφατα εξορυχθείς χρυσός είναι λίγος σε σύγκριση με το υφιστάμενο απόθεμα. Είναι τώρα προφανές ότι, όπως κάθε περιουσία που έχει αξία, όλο το χρήμα πρέπει, σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, να ανήκει σε κάποιον. Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, το άθροισμα των χρηματικών υπολοίπων όλων των ατόμων ισούται με το συνολικό απόθεμα χρήματος στην κοινότητα. Έτσι, αν θεωρήσουμε τον Brown ως μέλος μιας ομάδας πέντε προσώπων που ζουν σε ένα χωριό και τα αντίστοιχα χρηματικά τους υπόλοιπα την 1η Σεπτεμβρίου ήταν 6, 8, 3, 12 και 5 ουγγιές, τότε το συνολικό απόθεμα χρήματος που διακρατούνταν στο χωριό εκείνη την ημερομηνία ήταν 34 ουγγιές. Αν τα δεδομένα ήταν διαθέσιμα, το ίδιο είδος άθροισης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί για τον κόσμο στο σύνολό του και να προσδιοριστεί το συνολικό απόθεμα χρήματος. Είναι τώρα προφανές ότι η προσθήκη δύο ουγγιών στο χρηματικό υπόλοιπο του Brown για τον Σεπτέμβριο πρέπει να έχει αντισταθμιστεί από αφαίρεση δύο ουγγιών από τα χρηματικά υπόλοιπα ενός ή περισσότερων άλλων ατόμων. Εφόσον το απόθεμα χρήματος δεν έχει μεταβληθεί, η προσθήκη στο χρηματικό υπόλοιπο του Brown πρέπει να έχει αποκτηθεί μέσω της μείωσης των χρηματικών υπολοίπων άλλων ατόμων. Ομοίως, αν ο Brown είχε μειώσει το χρηματικό υπόλοιπό του κατά τρεις ουγγιές, αυτό πρέπει να είχε αντισταθμιστεί από την προσθήκη τριών ουγγιών στο χρηματικό υπόλοιπο ενός ή περισσότερων ατόμων.
Let us assume for purposes of simplification that the total stock of the money commodity in the community has remained unchanged over the period. (This is not an unrealistic assumption, since newly mined gold is small compared to the existing stock.) Now it is obvious that, like all valuable property, all money must, at any point in time, be owned by someone. At any point in time, the sum of the cash holdings of all individuals is equal to the total stock of money in the community. Thus, if we consider Brown among a group of five persons living in a village, and their respective cash balances on September 1 were: 6, 8, 3, 12, and 5 ounces, then the total stock of money held in the village on that date was 34 ounces. If the data were available, the same sort of summation could be performed for the world as a whole, and the total stock of money discovered. Now it is obvious that Brown’s addition of two ounces to his cash balance for September must have been counterbalanced by a subtraction of two ounces from the cash balances of one or more other individuals. Since the stock of money has not changed, Brown’s addition to his cash balance must have been acquired by drawing down the cash balances of other individuals. Similarly, if Brown had drawn down his cash balance by three ounces, this must have been counterbalanced by the addition of three ounces to the cash balance of one or more individuals.
Είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι οι προσθήκες σε ένα χρηματικό υπόλοιπο ή οι αφαιρέσεις από αυτό αποτελούν όλες εκούσιες πράξεις των ενδιαφερόμενων ατόμων. Σε κάθε περίοδο, ορισμένα άτομα αποφασίζουν να αυξήσουν τα χρηματικά τους υπόλοιπα και άλλα αποφασίζουν να τα μειώσουν, και καθένα λαμβάνει την απόφαση που πιστεύει ότι θα το ωφελήσει περισσότερο.162 Επί αιώνες, ωστόσο, μια εσφαλμένη κοινή χρήση των όρων υποστηρίζει ότι εκείνος του οποίου το εισόδημα είναι μεγαλύτερο από τις δαπάνες —οι εξαγωγές μεγαλύτερες από τις εισαγωγές— έχει «ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο», ενώ εκείνος του οποίου οι δαπάνες ήταν μεγαλύτερες από το εισόδημα για μια περίοδο —οι εισαγωγές μεγαλύτερες από τις εξαγωγές — έχει υποστεί «δυσμενές εμπορικό ισοζύγιο». Μια τέτοια άποψη υποδηλώνει ότι το ενεργό, σημαντικό μέρος του ισοζυγίου πληρωμών είναι το «εμπορικό» μέρος, οι εξαγωγές και οι εισαγωγές, και ότι οι μεταβολές στο χρηματικό υπόλοιπο του ατόμου είναι απλώς παθητικοί «εξισωτικοί παράγοντες», που χρησιμεύουν ώστε οι συνολικές πληρωμές να παραμένουν πάντοτε σε ισορροπία. Με άλλα λόγια, υποθέτει ότι το άτομο δαπανά όσα θέλει για αγαθά και υπηρεσίες και ότι η προσθήκη στο χρηματικό υπόλοιπό του ή η αφαίρεση από αυτό προκύπτει εκ των υστέρων, χωρίς να έχει αποτελέσει αυτοτελή επιλογή. Αντιθέτως, κάθε άτομο αποφασίζει ενεργά για τις μεταβολές του χρηματικού υπολοίπου του κατά την πορεία των ενεργειών του στην αγορά. Έτσι, ο Brown αποφάσισε να αυξήσει το χρηματικό υπόλοιπό του κατά δύο ουγγιές και πούλησε τις υπηρεσίες της εργασίας του για να αποκτήσει τα χρήματα, παραιτούμενος από αγορές καταναλωτικών αγαθών ύψους δύο ουγγιών. Αντιστρόφως, στο μεταγενέστερο παράδειγμα, όταν δαπάνησε τρεις ουγγιές περισσότερες από όσες απέκτησε μέσα στον μήνα, αποφάσισε ότι το χρηματικό υπόλοιπό του ήταν υπερβολικό και ότι προτιμούσε να δαπανήσει μέρος του για καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες. Επομένως, δεν υπάρχει ποτέ ανάγκη να ανησυχεί κανείς για το ισοζύγιο πληρωμών οποιουδήποτε άλλου. Το «δυσμενές» εμπορικό ισοζύγιο ενός προσώπου θα συνεχίζεται όσο το άτομο επιθυμεί να μειώνει το χρηματικό υπόλοιπό του —και οι άλλοι είναι πρόθυμοι να αγοράζουν το χρήμα του έναντι αγαθών. Το απώτατο όριό του είναι, ασφαλώς, το σημείο στο οποίο το χρηματικό υπόλοιπό του μηδενίζεται. Το πιθανότερο, ωστόσο, είναι ότι θα πάψει να μειώνει το χρηματικό υπόλοιπό του πολύ πριν από αυτό το σημείο.163
It is important to recognize that the additions to, or subtractions from, a cash balance are all voluntary acts on the part of the individuals concerned. In each period, some individuals decide to add to their cash balances, and others decide to reduce them, and each makes that decision which he believes will benefit him most. For centuries, however, fallacious popular usage has asserted that one whose income is greater than expenditures (exports greater than imports) has a “favorable balance of trade,” while one whose expenditures have been greater than income for a period (imports greater than exports) has suffered an “unfavorable balance of trade.” Such a view implies that the active, important part of the balance of payments is the “trade” part, the exports and imports, and that the changes in the individual’s cash balance are simply passive “balancing factors,” serving to keep the total payments always in balance. In other words, it assumes that the individual spends as much as he wants to on goods and services and that the addition or subtraction from his cash balance appears as an afterthought. On the contrary, changes in cash balance are actively decided upon by each individual in the course of his market actions. Thus, Brown decided to increase his cash balance by two ounces and sold his labor services to obtain the money, forgoing purchases of consumers’ goods to the extent of two ounces. Conversely, in the later example, when he spent three ounces more than he earned in the month, he decided that his cash balance had been excessive and that he would rather spend some of it on consumers’ goods and services. There is therefore never a need for anyone to worry about anyone else’s balance of payments. A person’s “unfavorable” balance of trade will continue so long as the individual wishes to reduce his cash balance (and others are willing to purchase his money for goods). His maximum limit is, of course, the point when his cash balance is reduced to zero. Most likely, however, he will stop reducing his cash balance long before this point.
Η προηγούμενη ενότητα επικεντρώθηκε στην περίπτωση του κ. Brown, του οποίου όλες οι χρηματικές δαπάνες αφορούσαν καταναλωτικά αγαθά. Το χρηματικό εισόδημά του, πέρα από την πώληση παλαιών, ήδη παραχθέντων αγαθών, προερχόταν από την πώληση τρεχουσών παραγωγικών υπηρεσιών εργασίας. Οι δαπάνες του αφορούσαν αποκλειστικά την κατανάλωση· το εισόδημά του προερχόταν σχεδόν αποκλειστικά από την παραγωγή υπηρεσιών εργασίας. Κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι καταναλωτής και, επομένως, αυτή η ανάλυση των καταναλωτικών δαπανών εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα. Οι περισσότεροι άνθρωποι αποκτούν το εισόδημά τους από την πώληση των υπηρεσιών της εργασίας τους. Αν, ωστόσο, εξαιρέσουμε τα ήδη παραχθέντα αγαθά, επειδή κάποιος πρέπει να τα είχε παραγάγει αρχικά, όλα τα άλλα χρηματικά εισοδήματα πρέπει να προέρχονται από νέα παραγωγή κεφαλαιουχικών ή καταναλωτικών αγαθών. Εξαιρούνται εδώ οι πωλητές γης ή των υπηρεσιών της, των οποίων η κυριότητα πρέπει αρχικά να είχε προκύψει από την εύρεση και τον μετασχηματισμό γης που δεν είχε ακόμη αποτελέσει αντικείμενο ιδιοποίησης.
The previous section concentrated on the case of Mr. Brown, whose entire money expenditures were on consumers’ goods. His money income, aside from the sale of old, previously produced goods, came from the sale of current productive labor services. His expenditures were purely on consumption; his income was derived almost solely from his production of labor services. Every man must be a consumer, and therefore this analysis of consumer spending applies to all persons. Most people earn their income from the sale of their labor services. However, if we except previously produced goods, because someone must have originally produced them, all other money incomes must derive from new production of capital goods or consumers’ goods. (This is apart from the sellers of land or its services, whose ownership must have originally derived from the finding and reshaping of unappropriated land.)
Οι παραγωγοί κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών βρίσκονται σε διαφορετική θέση από εκείνους που πωλούν μόνο υπηρεσίες εργασίας. Ο κ. Brown, για παράδειγμα, ως πωλητής αποκλειστικά υπηρεσιών εργασίας, δεν χρειάζεται να δαπανήσει χρήματα για την αγορά κεφαλαιουχικών αγαθών. Αποκλειστικά από τη δαπάνη του για επιθυμητά καταναλωτικά αγαθά αντλεί την ενέργεια που του επιτρέπει να παράγει και να πουλά υπηρεσίες εργασίας στην αγορά. Αλλά οι παραγωγοί κεφαλαιουχικών και καταναλωτικών αγαθών —ο πυρήνας κάθε πολιτισμένης κοινωνίας, αφού οι υπηρεσίες εργασίας από μόνες τους θα μπορούσαν να παράγουν ελάχιστα— δεν βρίσκονται και δεν μπορούν να βρίσκονται σε τόσο ευνοϊκή θέση. Για να παραγάγει ένας άνθρωπος ένα καταναλωτικό αγαθό, πρέπει να εξασφαλίσει υπηρεσίες εργασίας και τις υπηρεσίες γης και κεφαλαιουχικών αγαθών, προκειμένου να χρησιμοποιήσει τη διαθέσιμη τεχνογνωσία στην παραγωγή του αγαθού. Ανατρέχοντας ένα βήμα πίσω στο πρόβλημα, διαπιστώνουμε ότι, για να παραγάγει ένα κεφαλαιουχικό αγαθό, ο επίδοξος παραγωγός πρέπει να εξασφαλίσει την αναγκαία γη, εργασία και κεφαλαιουχικά αγαθά. Κάθε τέτοιος μεμονωμένος παραγωγός —ή ομάδα ατόμων σε εταιρική συνεργασία— εξασφαλίζει τους απαιτούμενους συντελεστές και κατόπιν κατευθύνει τον συνδυασμό τους στην παραγωγή ενός κεφαλαιουχικού αγαθού. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται μεταξύ πολυάριθμων ατόμων, έως ότου επιτευχθεί το κατώτατο στάδιο παραγωγής και παραχθεί ένα καταναλωτικό αγαθό. Ο παραγωγός του κεφαλαιουχικού αγαθού πρέπει να εξασφαλίσει τους αναγκαίους συντελεστές —γη, εργασία και κεφάλαιο— αγοράζοντάς τους έναντι χρήματος και, όταν ολοκληρωθεί το κεφαλαιουχικό αγαθό κατώτερης τάξης, το πουλά έναντι χρήματος. Αυτό το κεφαλαιουχικό αγαθό χρησιμοποιείται, με τη σειρά του, για την παραγωγή ενός κεφαλαιουχικού αγαθού ακόμη κατώτερης τάξης, και το τελευταίο πωλείται έναντι χρήματος. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται έως ότου ο τελικός παραγωγός του καταναλωτικού αγαθού το πουλήσει έναντι χρήματος στον τελικό καταναλωτή.
Producers of capital goods and consumers’ goods are in a different position from sellers of labor service only. Mr. Brown, for example, a seller solely of labor service, need not spend any money on purchasing capital goods. Purely from his expenditure on desired consumers’ goods, he derives the energy to be able to produce and sell labor services on the market. But the producers of capital goods and consumers’ goods—the nub of any civilized society, since labor services alone could produce very little—are not and cannot be in such a fortunate position. For a man to produce a consumers’ good, he must obtain labor services and the services of land and capital goods, in order to use the technological “know-how” available in the production of the good. Pushing the problem back, we find that, in order to produce a capital good, the would-be producer must obtain the necessary land, labor, and capital goods. Each such individual producer (or group of individuals in partnership) obtains the required factors and then directs the combination of factors into producing a capital good. This process is repeated among numerous individuals, until the lowest stage of production is reached and a consumers’ good is produced. The producer of the capital good must obtain the needed factors (land, labor, and capital) by purchasing them for money, and, when the (lower-order) capital good is completed, he sells it for money. This capital good is, in turn, used for the production of a still lower-order capital good, and the latter is sold for money. This process continues until the final producer of the consumers’ good sells it for money to the ultimate consumer.
Μια απλουστευμένη σχηματική απεικόνιση αυτής της διαδικασίας παρουσιάζεται στο Σχήμα 32.
A simplified schematic representation of this process is shown in Figure 32.
Τα συνεχή βέλη απεικονίζουν την κίνηση των αγαθών στην ανταλλαγή, καθώς οι συντελεστές αγοράζονται από τους παραγωγούς σε κάθε στάδιο, μετασχηματίζονται μέσω επεξεργασίας σε κεφαλαιουχικό αγαθό κατώτερης τάξης και κατόπιν πωλούνται σε παραγωγούς κατώτερης τάξης. Τα διακεκομμένα βέλη προς την αντίθετη κατεύθυνση απεικονίζουν την κίνηση του χρήματος στις ίδιες ανταλλαγές. Ο παραγωγός ενός κεφαλαιουχικού αγαθού χρησιμοποίησε χρήμα που του ανήκε για να αγοράσει συντελεστές παραγωγής. Κατόπιν χρησιμοποίησε αυτούς τους ιδιόκτητους συντελεστές, μαζί με μισθωμένες υπηρεσίες εργασίας, για να παραγάγει ένα κεφαλαιουχικό αγαθό κατώτερης τάξης, το οποίο του ανήκε έως ότου μπορέσει να το πουλήσει έναντι χρήματος σε άλλον παραγωγό. Ο παραγωγός ενός καταναλωτικού αγαθού ακολούθησε την ίδια διαδικασία, με τη διαφορά ότι η τελική πώλησή του έναντι χρήματος έγινε στον τελικό καταναλωτή.
The solid arrows depict the movement of goods in exchange, as factors are bought by the producers at each stage, worked into a lower-order capital good, and then sold to lower-order producers. The broken arrows in the reverse direction depict the movement of money in the same exchanges. The producer of a capital good employed money that he owned to purchase factors of production. He then used these owned factors, along with hired labor services, to produce a lower-order capital good that he owned until he could sell it for money to another producer. The producer of a consumers’ good went through the same process, except that his final sale for money was to the ultimate consumer.
Ας ονομάσουμε τώρα κεφαλαιούχους εκείνους τους παραγωγούς που χρησιμοποιούν το χρήμα τους για να επενδύσουν στην απόκτηση συντελεστών —είτε μέσω πλήρους αγοράς είτε μέσω μίσθωσης. Οι κεφαλαιούχοι, λοιπόν, παράγουν και κατέχουν τα κεφαλαιουχικά αγαθά των διαφόρων σταδίων, ανταλλάσσοντάς τα με χρήμα έως ότου τα προϊόντα τους φτάσουν στους καταναλωτές.
Εκείνοι που συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία είναι, επομένως, οι κεφαλαιούχοι και οι πωλητές υπηρεσιών γης και εργασίας. Οι κεφαλαιούχοι είναι οι μόνοι που δαπανούν χρήμα για παραγωγικά αγαθά και, επομένως, μπορούν εδώ να ονομαστούν «οι παραγωγοί».
Now let us call those producers who use their money to invest in the purchase of factors (either outright or for hire) capitalists. The capitalists then produce and own the various stages of capital goods, exchanging them for money until their products reach the consumers. Those who participate in the productive process are therefore the capitalists and the sellers of land and labor services. The capitalists are the only ones who spend money on producers’ goods, and they, therefore, may here be termed “the producers.”
Είναι προφανές ότι ένα κυρίαρχο χαρακτηριστικό της παραγωγικής διαδικασίας είναι πως κάθε άτομο πρέπει να παράγει προσβλέποντας στην πώληση του προϊόντος του. Κάθε επένδυση στην παραγωγή πραγματοποιείται με την προσδοκία μεταγενέστερης πώλησης σε παραγωγούς κατώτερης τάξης και, τελικά, στους καταναλωτές.
It is evident that a dominant characteristic of the production process is that each individual must produce in anticipation of the sale of his product. Any investment in production is made in anticipation of later sale to lower-order producers and, finally, to consumers.
Είναι σαφές ότι ο καταναλωτής πρέπει να διαθέτει χρήμα στο χρηματικό υπόλοιπό του για να το δαπανήσει σε καταναλωτικά αγαθά και, ομοίως, ο παραγωγός πρέπει να διαθέτει εξαρχής το χρήμα που θα επενδύσει σε συντελεστές. Από πού αποκτά ο καταναλωτής το χρήμα; Όπως καταδείχθηκε παραπάνω, μπορεί να το αποκτήσει από δωρεές ή από την πώληση ήδη παραχθέντων αγαθών, αλλά, σε τελική ανάλυση, πρέπει να το έχει αποκτήσει από την πώληση κάποιας παραγωγικής υπηρεσίας. Ο αναγνώστης μπορεί να εξετάσει τα τελικά σημεία στα οποία καταλήγουν τα διακεκομμένα βέλη· αυτά είναι οι πωλητές υπηρεσιών εργασίας και υπηρεσιών γης. Αυτοί οι εργάτες και γαιοκτήμονες χρησιμοποιούν το χρήμα που αποκτούν με αυτόν τον τρόπο για να αγοράσουν τα τελικά προϊόντα του παραγωγικού συστήματος. Οι κεφαλαιούχοι-παραγωγοί λαμβάνουν επίσης εισόδημα σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας. Προφανώς, οι αρχές που διέπουν αυτά τα εισοδήματα απαιτούν προσεκτική διερεύνηση, η οποία θα πραγματοποιηθεί παρακάτω. Εδώ μπορεί να σημειωθεί ότι τα καθαρά εισοδήματα που περιέρχονται στους ιδιοκτήτες κεφαλαιουχικών αγαθών δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της συμβολής των κεφαλαιουχικών αγαθών στην παραγωγή, αφού αυτά τα κεφαλαιουχικά αγαθά είναι, με τη σειρά τους, προϊόντα άλλων συντελεστών.
Clearly, the consumer must have money in his cash balance in order to spend it on consumers’ goods, and, likewise, the producer must have the original money to invest in factors. Where does the consumer get the money? As has been shown above, he may obtain it from gifts or from the sale of previously produced goods, but in the last analysis he must have obtained it from the sale of some productive service. The reader can inspect the final destinations of the broken arrows; these are the sellers of labor services and of the services of land. These laborers and landowners use the money thus obtained to buy the final products of the production system. The capitalist-producers also receive income at each stage of the production process. Evidently, the principles regulating these incomes require careful investigation, which will be undertaken below. Here it might be noted that the net incomes accruing to the owners of capital goods are not simply the result of the contribution to production by the capital goods, since these capital goods are in turn the products of other factors.
Από πού, λοιπόν, αποκτούν οι παραγωγοί το χρήμα που προορίζουν για επένδυση; Είναι σαφές ότι το αποκτούν μόνο από τις ίδιες πηγές. Από το εισόδημα που αποκτούν στην παραγωγή, τα άτομα μπορούν, πέρα από την αγορά καταναλωτικών αγαθών, να αγοράζουν συντελεστές παραγωγής και να συμμετέχουν στην παραγωγική διαδικασία ως παραγωγοί ενός αγαθού που δεν είναι απλώς η δική τους υπηρεσία εργασίας. Για να εξασφαλίσει, λοιπόν, το χρήμα για επένδυση, ένα άτομο πρέπει να αποταμιεύσει χρήμα περιορίζοντας τις δυνητικές καταναλωτικές δαπάνες του. Αυτό το αποταμιευμένο χρήμα εισέρχεται πρώτα στο χρηματικό υπόλοιπό του και κατόπιν επενδύεται στην αγορά συντελεστών, με την προσδοκία μεταγενέστερης πώλησης του παραγόμενου αγαθού. Είναι προφανές ότι η επένδυση μπορεί να προέλθει μόνο από χρηματικά ποσά που αποταμιεύονται από τα άτομα μέσω του περιορισμού των δυνητικών καταναλωτικών δαπανών τους. Οι παραγωγοί περιορίζουν τις καταναλωτικές δαπάνες τους, αποταμιεύουν το χρήμα τους και «εισέρχονται στην επιχειρηματική δραστηριότητα» επενδύοντας τα χρηματικά τους διαθέσιμα σε συντελεστές που θα τους αποφέρουν προϊόντα στο μέλλον.164
Where, then, do the producers acquire their money for investment? Clearly, from the same sources only. From the income acquired in production, individuals can, in addition to buying consumers’ goods, purchase factors of production and engage in the productive process as producers of a good that is not simply their own labor service. In order to obtain the money for investment, then, an individual must save money by restricting his possible consumption expenditures. This saved money first goes into his cash balance and then is invested in the purchase of factors in the anticipation of a later sale of the produced good. It is obvious that investment can come only from funds that are saved by individuals from their possible consumption spending. The producers restrict their consumption expenditures, save their money, and “go into business” by investing their funds in factors that will yield them products in the future.
Έτσι, ενώ κάθε άνθρωπος πρέπει να δαπανά μέρος του χρηματικού εισοδήματός του στην κατανάλωση, ορισμένοι αποφασίζουν να γίνουν παραγωγοί κεφαλαιουχικών ή καταναλωτικών αγαθών και να αποταμιεύσουν χρήμα για να επενδύσουν στους απαιτούμενους συντελεστές. Το εισόδημα κάθε προσώπου μπορεί να διατεθεί στην κατανάλωση, στην επένδυση για την παραγωγή αγαθών ή στην αύξηση του χρηματικού υπολοίπου του. Για οποιαδήποτε περίοδο, για ένα άτομο ισχύει:
Οι επενδυτικές δαπάνες μπορούν να οριστούν ως το άθροισμα των χρηματικών δαπανών που πραγματοποιούνται για επένδυση σε συντελεστές παραγωγής.
Thus, while every man must spend part of his money income in consumption, some decide to become producers of capital or consumers’ goods and to save money to invest in the required factors. Every person’s income may be spent on consumption, on investment in the production of goods, or on an addition to his cash balance. For any period, an individual’s Money Income = his Consumption Expenditures + Investment Expenditures + Additions to Cash Balance – Subtractions from Cash Balance. (Investment expenditures may be defined as the sum of the money expenditures made in investment in factors of production.)
Ας εξετάσουμε την υποθετική περίπτωση του κ. Fred Jones και του «ισοζυγίου πληρωμών» του για τον Νοέμβριο του 1961. Ας υποθέσουμε ότι το εισόδημά του από διάφορες πηγές κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα είναι 50 ουγγιές. Αποφασίζει να δαπανήσει, μέσα στον μήνα, 18 ουγγιές για καταναλωτικά αγαθά, να προσθέσει δύο ουγγιές στο χρηματικό υπόλοιπό του και να επενδύσει τις υπόλοιπες 30 ουγγιές σε μια «επιχείρηση» για την παραγωγή κάποιου αγαθού. Πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η επιχείρηση μπορεί να αφορά την παραγωγή οποιουδήποτε αγαθού· θα μπορούσε να είναι ένα χαλυβουργείο, ένα αγρόκτημα ή ένα κατάστημα λιανικής πώλησης υποδημάτων. Θα μπορούσε να αφορά την αγορά σιταριού σε μια εποχή του έτους με την προσδοκία πώλησής του σε άλλη εποχή. Όλα αυτά αποτελούν παραγωγική επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού, σε κάθε περίπτωση, παράγεται ένα αγαθό, δηλαδή τα αγαθά μετακινούνται ένα βήμα προς τα εμπρός στην πορεία τους προς τον τελικό καταναλωτή. Εφόσον η επένδυση πραγματοποιείται πάντοτε με την προσδοκία μεταγενέστερης πώλησης, οι επενδυτές ασκούν επίσης επιχειρηματικότητα, αναλαμβάνουν επιχειρηματική δράση.
Let us take the hypothetical case of Mr. Fred Jones and his “balance of payments” for November, 1961. Suppose his income from various sources during this month is 50 ounces. He decides to spend, during the month, 18 ounces on consumers’ goods; to add two ounces to his cash balance; and to invest the other 30 ounces in a “business” for the production of some good. It must be emphasized that this business can involve the production of any good at all; it could be a steel factory, a farm, or a retail shoe store. It could be for the purchase of wheat in one season of the year in anticipation of sale in another season. All of this is productive enterprise, since, in each instance, a good is produced, i.e., goods are moved a step forward in their progress to the ultimate consumer. Since the investment is always in anticipation of later sale, the investors are also engaged in entrepreneurship, in enterprise.
Ας υποθέσουμε ότι ο Jones διαθέτει τα αποταμιευμένα χρηματικά ποσά σε επένδυση σε ένα εργοστάσιο χαρτοποιίας. Ο λογαριασμός εισοδήματος και δαπανών του για τον Νοέμβριο μπορεί να εμφανίζεται όπως στο παρακάτω διάγραμμα. Ασφαλώς, αυτά τα αριθμητικά στοιχεία απλώς απεικονίζουν μια δυνατή κατάσταση· υπάρχουν αναρίθμητα άλλα παραδείγματα· θα μπορούσε, για παράδειγμα, να έχει γίνει αφαίρεση από το χρηματικό υπόλοιπο ώστε να καταστεί δυνατή μεγαλύτερη επένδυση.
Let us assume that Jones expends the saved funds on investment in a paper factory. His income-expenditure account for November may appear as follows in the diagram below. Of course, these figures are purely illustrative of a possible situation; there are innumerable other illustrations; e.g., there could have been a subtraction from cash balance to enable greater investment.
Οι επενδυτικές δαπάνες πραγματοποιούνται πάντοτε με την προσδοκία μελλοντικής πώλησης. Οι συντελεστές αγοράζονται και μετασχηματίζονται στο προϊόν, και κατόπιν το προϊόν πωλείται από τον επιχειρηματία έναντι χρήματος. Ο «επιχειρηματίας» πραγματοποιεί τις δαπάνες του προσδοκώντας ότι θα μπορέσει να πουλήσει το προϊόν σε ορισμένη τιμή και σε ορισμένη μελλοντική ημερομηνία. Ας υποθέσουμε ότι ο Jones πραγματοποιεί την επένδυση των 30 ουγγιών προσδοκώντας ότι θα μπορέσει να μετασχηματίσει τους συντελεστές του στο προϊόν — στην περίπτωση αυτή, χαρτί— και να πουλήσει το προϊόν για 40 ουγγιές σε κάποια ημερομηνία του Νοεμβρίου του 1962. Αν η προσδοκία του αποδειχθεί ορθή, θα κατορθώσει να πουλήσει το χαρτί για 40 ουγγιές εκείνη την ημερομηνία, και ο λογαριασμός εισοδήματός του, για οποιαδήποτε περίοδο περιλαμβάνει εκείνη την ημερομηνία του Νοεμβρίου του 1962, θα περιλαμβάνει «40 ουγγιές από πώληση χαρτιού».
Investment expenditures are always made in anticipation of future sale. Factors are purchased, and transformed into the product, and the product is then sold by the enterpriser for
money. The “businessman” makes his outlays with the expectation of being able to sell the product at a certain price on a certain future date. Suppose that Jones makes the investment of 30 ounces with the expectation of being able to transform his factors into the product (in this case, paper) and sell the product for 40 ounces at some date in November, 1962. If his expectation proves correct, he will succeed in selling the paper for 40 ounces at that date, and his income account, for any period that includes that date in November, 1962, will include “40 ounces from sale of paper.”
Είναι προφανές ότι, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, ένας επενδυτής θα επιχειρήσει να αποκτήσει το μεγαλύτερο δυνατό καθαρό εισόδημα από την επένδυσή του, όπως ακριβώς, με την ίδια επιφύλαξη, ο καθένας επιχειρεί να αποκτήσει το μεγαλύτερο εισόδημα από άλλους τύπους πωλήσεων. Αν ο Jones βρίσκεται αντιμέτωπος με επενδυτικές ευκαιρίες για τις 30 ουγγιές του σε διαφορετικές δυνατές γραμμές ή διαδικασίες παραγωγής και προσδοκά ότι η μία θα του αποφέρει 40 ουγγιές σε έναν χρόνο, μια άλλη 37 ουγγιές, μια άλλη 34 κ.ο.κ., θα επιλέξει την επένδυση που υπόσχεται τη μεγαλύτερη απόδοση. Μια κρίσιμη διαφορά, λοιπόν, μεταξύ του ανθρώπου ως επιχειρηματία και του ανθρώπου ως καταναλωτή είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει επιδίωξη να υπερβαίνουν οι εξαγωγές τις εισαγωγές. Οι εισαγωγές ενός ανθρώπου είναι οι αγορές καταναλωτικών αγαθών του και, επομένως, αποτελούν τους σκοπούς της δραστηριότητάς του. Τα αγαθά που εισάγει αποτελούν πηγή ικανοποίησης για αυτόν. Από την άλλη πλευρά, ο επιχειρηματίας «εισάγει» μόνο παραγωγικά αγαθά, τα οποία εξ ορισμού δεν του είναι άμεσα χρήσιμα. Μπορεί να ωφεληθεί από αυτά μόνο πουλώντας τα ίδια ή το προϊόν τους και, επομένως, οι εισαγωγές του είναι απλώς τα αναγκαία μέσα για τις μεταγενέστερες «εξαγωγές» του. Συνεπώς, προσπαθεί να επιτύχει το μεγαλύτερο καθαρό εισόδημα ή, με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο πλεόνασμα εξαγωγών έναντι εισαγωγών. Όσο μεγαλύτερο είναι το επιχειρηματικό εισόδημά του τόσο περισσότερα θα μπορεί να δαπανά ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης —δηλαδή να εισάγει— για τα καταναλωτικά αγαθά που επιθυμεί.
It is obvious that, other things being equal, an investor will attempt to acquire the greatest possible net income from his investment, just as, with the same qualification, everyone attempts to acquire the greatest income from other types of sales. If Jones is confronted with investment opportunities for his 30 ounces in different possible lines or processes of production, and he expects one will net him 40 ounces in a year, another 37 ounces, another 34, etc., Jones will choose that investment promising the greatest return. A crucial difference, then, between man as an entrepreneur and man as a consumer is that in the latter case there is no drive to have exports greater than imports. A man’s imports are his purchase of consumers’ goods and are therefore the ends of his activity. The goods he imports are a source of satisfaction to him. On the other hand, the businessman is “importing” only producers’ goods, which by definition are useless to him directly. He can gain from them only by selling them or their product, and therefore his imports are merely the necessary means to his later “exports.” Therefore, he tries to attain the greatest net income, or, in other words, to attain the largest surplus of exports over imports. The larger his business income, the more the owner of the business will be able to spend (i.e., to import) on consumers’ goods that he desires.
Είναι σαφές, ωστόσο, ότι ο άνθρωπος, εξεταζόμενος συνολικά, δεν έχει κάποια ιδιαίτερη επιθυμία να εξάγει περισσότερα από όσα εισάγει ή να έχει «ευνοϊκό εμπορικό ισοζύγιο». Στην επιχείρησή του προσπαθεί οι εξαγωγές του να υπερβαίνουν τις εισαγωγές παραγωγικών αγαθών· κατόπιν χρησιμοποιεί αυτό το πλεόνασμα για να δαπανήσει σε εισαγωγές καταναλωτικών αγαθών για τις προσωπικές του ανάγκες. Στο συνολικό ισοζύγιο, μπορεί, όπως ο κ. Brown παραπάνω, να επιλέξει να αυξήσει ή να μειώσει το χρηματικό υπόλοιπό του, όπως κρίνει σκόπιμο και θεωρεί περισσότερο επιθυμητό.165 Ας πάρουμε ως παράδειγμα τον κ. Jones, αφού έχει εδραιωθεί στην επιχείρησή του. Κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου, μπορεί να αποφασίσει να αφαιρέσει πέντε ουγγιές από το χρηματικό υπόλοιπό του. Μολονότι καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να επιτύχει το μεγαλύτερο καθαρό εισόδημα από την επιχείρηση και, επομένως, να αυξήσει όσο το δυνατόν περισσότερο το χρηματικό υπόλοιπό του από αυτή την πηγή, συνολικά μπορεί κάλλιστα να αποφασίσει να μειώσει το χρηματικό υπόλοιπό του. Έτσι:
It is clear, however, that the man, considered as a whole, has no particular desire to export more than he imports or to have a “favorable balance of trade.” He tries to export more than he imports of producers’ goods in his business; then he uses this surplus to spend on imports of consumers’ goods for his personal wants. On total balance, he may, like Mr. Brown above, choose to add to his cash balance or subtract from his cash balance, as he sees fit and considers most desirable. Let us take as an example Mr. Jones, after he has been established in his business. Over a certain period, he may decide to subtract five ounces from his cash balance. Even though he tries his best to achieve the largest net income from business and thus add to his cash balance as much as possible from this source, in total he may well decide to reduce his cash balance. Thus:
7. Μεγιστοποίηση του εισοδήματος και κατανομή των πόρων
↗ στη σελίδα του βιβλίου7. Maximizing Income and Allocating Resources
Είδαμε ότι, στη χρηματική οικονομία, εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι, οι άνθρωποι θα επιχειρούν να αποκτήσουν το υψηλότερο δυνατό χρηματικό εισόδημα: αν είναι επενδυτές, θα προσπαθούν να εξασφαλίσουν τη μεγαλύτερη καθαρή απόδοση· αν πωλούν τις υπηρεσίες της εργασίας τους, θα τις πωλούν έναντι της μεγαλύτερης αμοιβής. Όσο υψηλότερο είναι το χρηματικό εισόδημά τους τόσο περισσότερα χρήματα θα έχουν στη διάθεσή τους για δαπάνες σε καταναλωτικά αγαθά. Προτού προχωρήσουμε σε βαθύτερη ανάλυση της χρηματικής οικονομίας, είναι σημαντικό να εξετάσουμε την επιφύλαξη «εφόσον οι λοιποί παράγοντες παραμένουν αμετάβλητοι», ή ceteris paribus.
We have seen that, in the money economy, other things being equal, men will attempt to attain the highest possible money income: if they are investors, they will try to obtain the largest net return; if they sell their labor service, they will sell it for the largest return. The higher their money income, the more money they will have available for expenditure on consumers’ goods. Before we proceed to a deeper analysis of the money economy, it is important to examine the “other things being equal,” or the ceteris paribus, qualification.
Στο κεφάλαιο 1 εξετάσαμε την αλήθεια ότι, σε κάθε δράση, οι άνθρωποι προσπαθούν να αποκομίσουν το μεγαλύτερο όφελος, δηλαδή να επιτύχουν τον σκοπό που βρίσκεται στην υψηλότερη δυνατή θέση της κλίμακας αξιών τους. Αυτό ονομάστηκε επίσης προσπάθεια «μεγιστοποίησης του ψυχικού εσόδου» ή του «ψυχικού εισοδήματος». Πρόκειται για πραξεολογική αλήθεια, για γενικό νόμο που ισχύει για κάθε ανθρώπινη δράση, χωρίς καμία απολύτως επιφύλαξη. Η καθιέρωση της έμμεσης ανταλλαγής, ή μιας χρηματικής οικονομίας, επιτρέπει τώρα σε κάθε πρόσωπο να αποκτά έναν τεράστιο αριθμό καταναλωτικών αγαθών που δεν θα μπορούσε να αποκτήσει, ή θα μπορούσε μόλις και μετά βίας να αποκτήσει, σε απομόνωση ή μέσω αντιπραγματισμού. Όπως καταδείξαμε σε αυτό το κεφάλαιο, αυτά τα καταναλωτικά αγαθά αποκτώνται μέσω της παραγωγής και της πώλησης ενός αγαθού έναντι του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα και κατόπιν της χρησιμοποίησης χρήματος για την αγορά τους. Παρά την εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση όλα τα αγαθά να αγοράζονται και να πωλούνται στην αγορά. Ορισμένα αγαθά μπορούν να αποκτηθούν με αυτόν τον τρόπο· άλλα όχι. Όπως εξηγήθηκε στο κεφάλαιο 2, ορισμένα αγαθά δεν μπορούν να απαλλοτριωθούν από ένα πρόσωπο και, επομένως, δεν μπορούν να ανταλλαγούν. Δεν μπορούν να ενταχθούν στο πλέγμα των χρηματικών σχέσεων· δεν μπορούν να αγοραστούν ή να πωληθούν έναντι χρήματος. Αυτό το γεγονός δεν σημαίνει ότι τα άτομα τα υποτιμούν ή τα υπερτιμούν εξαιτίας αυτής της ιδιότητάς τους. Για ορισμένους ανθρώπους, πολλά από τα μη ανταλλάξιμα καταναλωτικά αγαθά είναι πολύτιμα και κατέχουν υψηλή θέση στην κλίμακα αξιών τους. Για άλλους, αυτά τα αγαθά σημαίνουν ελάχιστα σε σύγκριση με τα καταναλωτικά αγαθά που μπορούν να αγοραστούν μέσω ανταλλαγής. Η κατάταξη στην κλίμακα αξιών εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την ελεύθερη επιλογή κάθε ατόμου. Είναι παράλογο να επιρρίπτεται στο «χρήμα» η ευθύνη για την τάση ορισμένων ανθρώπων να αποδίδουν μεγάλη αξία στα ανταλλάξιμα αγαθά σε σύγκριση με ορισμένα μη ανταλλάξιμα αγαθά. Στην ύπαρξη της χρηματικής οικονομίας δεν ενυπάρχει καμία δύναμη που να εξαναγκάζει τους ανθρώπους να κάνουν τέτοιες επιλογές· το χρήμα απλώς τους επιτρέπει να διευρύνουν σε τεράστιο βαθμό την απόκτηση ανταλλάξιμων αγαθών. Η ύπαρξη της αγοράς, όμως, αφήνει σε κάθε άτομο την απόφαση για το πώς θα αξιολογήσει το χρήμα και τα αγαθά που μπορεί να αγοράσει με αυτό έναντι άλλων αγαθών που δεν είναι ανταλλάξιμα.
In chapter 1, we examined the truth that in every action, men try to obtain the greatest advantage, i.e., to attain the end located on the highest possible point on their value scale. This was also called attempting to “maximize psychic revenue” or “psychic income.” This is a praxeological truth, a general law holding for all human action, with no qualification whatsoever. Now the establishment of indirect exchange, or a money economy, enables every person to obtain a vast number of consumers’ goods that he could not obtain, or could barely obtain, in isolation or by way of barter. As we have demonstrated in this chapter, these consumers’ goods are acquired by producing and selling a good for the money commodity and then using money to purchase them. Despite this development, however, by no means can all goods be bought and sold on the market. Some goods are attainable in this way; some cannot be. As was explained in chapter 2, some goods cannot be alienated from a person and therefore cannot be exchanged. They cannot come within the money nexus; they cannot be bought or sold for money. This fact does not mean that individuals disparage or revere them on that account. To some people, many of the unexchangeable consumers’ goods are very precious and hold a high place on their value scale. To others, these goods mean little, as compared to those consumers’ goods that can be bought in exchange. The ranking on his value scale depends entirely on the voluntary choice of each individual. It is nonsense to place the blame on “money” for the tendencies of some people to value exchangeable goods highly as compared to some nonexchangeable goods. There is no force in the existence of the money economy that compels men to make such choices; money simply enables men to expand enormously their acquisition of exchangeable goods. But the existence of the market leaves it to each individual to decide how he will value money and the goods that money will buy, as against other goods that are unexchangeable.
Στην πραγματικότητα, η ύπαρξη της χρηματικής οικονομίας έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Εφόσον, όπως γνωρίζουμε από τον νόμο της χρησιμότητας, η οριακή χρησιμότητα μιας μονάδας οποιουδήποτε αγαθού μειώνεται καθώς αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητά του και η καθιέρωση του χρήματος οδηγεί σε τεράστια αύξηση της διαθέσιμης ποσότητας ανταλλάξιμων αγαθών, είναι προφανές ότι αυτή η μεγάλη διαθέσιμη ποσότητα επιτρέπει στους ανθρώπους να απολαμβάνουν μη ανταλλάξιμα αγαθά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι θα συνέβαινε διαφορετικά. Το ίδιο το γεγονός ότι τα ανταλλάξιμα καταναλωτικά αγαθά είναι αφθονότερα επιτρέπει σε κάθε άτομο να απολαμβάνει περισσότερα από τα μη ανταλλάξιμα.
As a matter of fact, the existence of the money economy has the reverse effect. Since, as we know from the law of utility, the marginal utility of a unit of any good diminishes as its supply increases, and the establishment of money leads to an enormous increase in the supply of exchangeable goods, it is evident that this great supply enables men to enjoy unexchangeable goods to a far greater extent than would otherwise be the case. The very fact that exchangeable consumers’ goods are more abundant enables each individual to enjoy more of the nonexchangeable ones.
Υπάρχουν πολλά δυνατά παραδείγματα κατάταξης ανταλλάξιμων και μη ανταλλάξιμων αγαθών στην κλίμακα αξιών κάποιου. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος κατέχει μια έκταση γης στην οποία βρίσκεται ένα ιστορικό μνημείο, το οποίο εκτιμά για αισθητικούς λόγους. Ας υποθέσουμε επίσης ότι έχει δεχθεί προσφορά να πουλήσει την ιδιοκτησία έναντι ορισμένου χρηματικού ποσού, γνωρίζοντας ότι ο αγοραστής σκοπεύει να καταστρέψει το μνημείο και να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία για άλλους σκοπούς. Για να αποφασίσει αν θα πουλήσει ή όχι την ιδιοκτησία, πρέπει να σταθμίσει την αξία που έχει για αυτόν η διατήρηση του μνημείου άθικτου έναντι της αξίας που έχουν για αυτόν τα καταναλωτικά αγαθά τα οποία θα μπορούσε τελικά να αγοράσει με τα χρήματα. Το ποιο θα υπερισχύσει εξαρτάται από τη διάρθρωση της κλίμακας αξιών του ατόμου τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Είναι όμως προφανές ότι η μεγαλύτερη αφθονία καταναλωτικών αγαθών που έχει ήδη στη διάθεσή του θα τείνει να αυξάνει την αξία που έχει για αυτόν το μη ανταλλάξιμο αισθητικό αγαθό σε σύγκριση με το δεδομένο χρηματικό ποσό. Αντίθετα, επομένως, προς τη συνήθη κατηγορία ότι η καθιέρωση μιας χρηματικής οικονομίας τείνει να οδηγεί τους ανθρώπους στην υποτίμηση της σημασίας των μη ανταλλάξιμων αγαθών, το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίστροφο. Ένας άπορος είναι πολύ λιγότερο πιθανό να προτιμήσει το μη ανταλλάξιμο από το ανταλλάξιμο απ’ ό,τι κάποιος του οποίου το «βιοτικό επίπεδο», με όρους των ανταλλάξιμων αγαθών, είναι υψηλό.166
There are many possible examples of grading exchangeable and nonexchangeable goods on one’s value scale. Suppose that a man owns a piece of land containing an historic monument, which he prizes on aesthetic grounds. Suppose also that he has an offer for sale of the property for a certain sum of money, knowing that the purchaser intends to destroy the monument and use it for other purposes. To decide whether or not to sell the property, he must weigh the value to him of keeping the monument intact as against the value to him of the consumers’ goods that he could eventually buy with the money. Which will take precedence depends on the constitution of the individual’s value scale at that particular time. But it is evident that a greater abundance of consumers’ goods already at his disposal will tend to raise the value of the (unexchangeable) aesthetic good to him as compared with the given sum of money. Contrary, therefore, to the common accusation that the establishment of a money economy tends to lead men to slight the importance of nonexchangeable goods, the effect is precisely the reverse. A destitute person is far less likely to prefer the nonexchangeable to the exchangeable than one whose “standard of living” in terms of the latter is high.
Παραδείγματα όπως αυτά έχουν μεγάλη σημασία για την ανθρώπινη δράση, αλλά μικρή σημασία για το υπόλοιπο του παρόντος τόμου, ο οποίος ασχολείται κυρίως με την ανάλυση της αγοράς σε ένα σύστημα έμμεσης ανταλλαγής. Σε αυτή τη μελέτη των χρηματικών ανταλλαγών —τον επιμέρους κλάδο της πραξεολογίας που είναι γνωστός ως καταλλακτική— δεν υπάρχουν πολλά περισσότερα που θα μπορούσαν να λεχθούν για αυτό το πρόβλημα. Άλλα παραδείγματα τέτοιων επιλογών, ωστόσο, έχουν μεγαλύτερη σημασία για την καταλλακτική. Ας εξετάσουμε την περίπτωση ενός ανθρώπου που έχει τρεις προσφορές για την αγορά των υπηρεσιών της εργασίας του: μία με χρηματικό εισόδημα 30 ουγγιών τον μήνα, μία άλλη με 24 ουγγιές και μία τρίτη με 21 ουγγιές. Τώρα —και εδώ επιστρέφουμε στο αρχικό πρόβλημα αυτής της ενότητας— ο άνθρωπος θα επιλέξει σαφώς να δεχθεί την προσφορά των 30 ουγγιών, υπό την προϋπόθεση ότι οι ψυχικοί ή, ακριβέστερα, οι μη ανταλλάξιμοι παράγοντες είναι «ίσοι» μεταξύ των διαφόρων εναλλακτικών. Αν ο άνθρωπος είναι αδιάφορος προς οποιεσδήποτε διαφορές στις συνθήκες εργασίας μεταξύ των τριών προσφορών, τότε στην επιλογή του δεν υπεισέρχονται άλλοι παράγοντες εκτός από το χρηματικό εισόδημα και τον ελεύθερο χρόνο και, αν εργαστεί, θα επιλέξει το εισόδημα των 30 ουγγιών. Από την άλλη πλευρά, μπορεί κάλλιστα οι προτιμήσεις του για την ίδια την εργασία και τις διαφορετικές συνθήκες να διαφέρουν πολύ· έτσι, η θέση που αποφέρει 30 ουγγιές μπορεί να βρίσκεται σε μια επιχείρηση ή να αφορά ένα είδος εργασίας που αντιπαθεί. Ή η θέση που προσφέρει 24 ουγγιές μπορεί να έχει θετικές ιδιότητες που του αρέσουν πάρα πολύ. Είδαμε στο κεφάλαιο 1 ότι η εργασία αξιολογείται όχι μόνο βάσει της χρηματικής απόδοσης, αλλά και με όρους αρέσκειας ή απαρέσκειας του ατόμου προς την ίδια την εργασία. Οι αξιολογήσεις που αποδίδει ένας άνθρωπος στην ίδια την εργασία συνιστούν μη ανταλλάξιμα θετικά ή αρνητικά αγαθά, επειδή, για τον δρώντα, συνδέονται αναπόσπαστα με την ίδια την εργασία. Μπορούν να σταθμιστούν έναντι χρηματικών παραμέτρων, αλλά δεν μπορούν να αποχωριστούν μέσω ανταλλαγής ούτε να αγνοηθούν. Έτσι, στην παραπάνω περίπτωση, μαζί με το προσδοκώμενο χρηματικό εισόδημα, ο άνθρωπος πρέπει να σταθμίσει στην κλίμακα αξιών του τα μη ανταλλάξιμα «καταναλωτικά αγαθά» που συνδέονται με τις διαφορετικές θέσεις εργασίας. Εκείνο που σταθμίζει, κατ’ ουσίαν, είναι δύο «δέσμες» χρησιμότητας: (α) τη χρησιμότητα 30 ουγγιών τον μήνα μαζί με εργασία σε ένα επάγγελμα που θεωρεί ανήθικο ή σε δυσάρεστο περιβάλλον, έναντι (β) της χρησιμότητας 24 ουγγιών τον μήνα μαζί με εργασία σε μια θέση που του αρέσει. Η επιλογή θα γίνει σύμφωνα με την κλίμακα αξιών κάθε ατόμου· ένας άνθρωπος μπορεί να επιλέξει τη θέση των 30 ουγγιών και ένας άλλος τη θέση των 24 ουγγιών. Το σημαντικό γεγονός για την καταλλακτική είναι ότι ο άνθρωπος επιλέγει πάντοτε μια δέσμη χρηματικού εισοδήματος και άλλων ψυχικών παραγόντων και ότι θα μεγιστοποιήσει το χρηματικό εισόδημά του μόνο αν οι ψυχικοί παράγοντες είναι ουδέτεροι ως προς τις επιλογές του. Αν δεν είναι, τότε ο οικονομολόγος πρέπει πάντοτε να τους λαμβάνει υπόψη.
Examples such as these are of great importance for human action, but of little importance for the rest of this volume, which is mainly concerned with analysis of the market under a system of indirect exchange. In this study of money exchanges—the subdivision of praxeology known as catallactics—there is not much more that could be said about this problem. Other examples of such choices, however, are more important for catallactics. Consider the case of a man who has three offers for the purchase of his labor services, one of a money income of 30 ounces per month, another of 24 ounces, and a third of 21 ounces. Now—and here we return to the original problem of this section—the man will clearly choose to accept the offer of 30 ounces, provided that the psychic, or more precisely, the nonexchangeable, factors are “equal” between the various alternatives. If the man is indifferent to any variations in conditions of work among the three offers, then no factors enter into his choice except money income and leisure, and, if he works at all, he will choose the income of 30 ounces. On the other hand, he may well have great differences in taste for the work itself and the varying conditions; thus, the job earning 30 ounces may be for a firm, or in a type of labor, that he dislikes. Or the job offering 24 ounces may have positive qualities that the man likes a great deal. We have seen in chapter 1 that labor is evaluated on the basis, not only of the monetary return, but also in terms of the individual’s liking for or dislike of the work itself. The valuations that a man attaches to the work itself are nonexchangeable positive or negative goods, because they are, for the actor, inseparable attachments to the work itself. They may be weighed against monetary considerations, but they cannot be exchanged away or ignored. Thus, in the above case, along with the prospective money income, the man must weigh the nonexchangeable “consumers’ goods” attached to the different jobs in his value scale. What he is weighing, in essence, is two “bundles” of utility: (a) the utility of 30 ounces per month plus work in what he considers an immoral trade or in unpleasant surroundings, vs. (b) the utility of 24 ounces per month plus work in a job that he likes. The choice will be made in accordance with the value scale of each individual; one man may choose the 30-ounce job, and another may choose the 24-ounce job. The important fact for catallactics is that a man always chooses a bundle of money income plus other psychic factors and that he will maximize his money income only if psychic factors are neutral with respect to his choices. If they are not, then these factors must always be kept in view by the economist.
Ένα άλλο παρόμοιο παράδειγμα είναι η περίπτωση ενός υποψήφιου επενδυτή. Ας υποθέσουμε ότι ένας επενδυτής βρίσκεται αντιμέτωπος με την επιλογή να επενδύσει τα αποταμιευμένα χρήματά του σε διάφορα εναλλακτικά παραγωγικά σχέδια. Μπορεί, ας πούμε, να επενδύσει 100 ουγγιές, με την προοπτική να αποκομίσει καθαρή απόδοση 10 τοις εκατό σε έναν χρόνο, σε ένα σχέδιο· 8 τοις εκατό σε ένα δεύτερο· και 6 τοις εκατό σε ένα τρίτο. Με τους άλλους μη ανταλλάξιμους ψυχικούς παράγοντες ίσους, θα τείνει να επενδύσει σε εκείνη τη γραμμή παραγωγής από την οποία προσδοκά τη μεγαλύτερη καθαρή χρηματική απόδοση —στην περίπτωση αυτή, στη γραμμή του 10 τοις εκατό. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι αντιπαθεί έντονα το προϊόν που θα προσέφερε απόδοση 10 τοις εκατό, ενώ έχει μεγάλη αρέσκεια προς τη διαδικασία και το προϊόν που υπόσχονται απόδοση 8 τοις εκατό. Και εδώ, κάθε επενδυτική προοπτική συνοδεύεται από έναν αναπόσπαστο θετικό ή αρνητικό ψυχικό παράγοντα. Η ευχαρίστηση από την παραγωγή ενός προϊόντος, σε αντιδιαστολή προς την αποστροφή για την παραγωγή κάποιου άλλου, αποτελούν μη ανταλλάξιμα καταναλωτικά αγαθά, θετικά και αρνητικά, τα οποία ο δρων πρέπει να σταθμίσει όταν αποφασίζει πού θα πραγματοποιήσει την επένδυσή του. Δεν θα σταθμίσει απλώς το 10 τοις εκατό έναντι του 8 τοις εκατό, αλλά το «10 τοις εκατό μαζί με μια παραγωγική διαδικασία και ένα προϊόν που αντιπαθεί» έναντι του «8 τοις εκατό μαζί με μια απολαυστική παραγωγική διαδικασία». Το ποια εναλλακτική θα επιλέξει εξαρτάται από την ατομική κλίμακα αξιών του. Έτσι, στην περίπτωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, όπως και στην περίπτωση της εργασίας, πρέπει να πούμε ότι ο επιχειρηματίας θα τείνει να επιλέγει την πορεία που μεγιστοποιεί το προσδοκώμενο χρηματικό εισόδημά του, υπό την προϋπόθεση ότι οι άλλοι μη ανταλλάξιμοι παράγοντες είναι ουδέτεροι ως προς τις διάφορες εναλλακτικές. Σε όλες ανεξαιρέτως τις περιπτώσεις, ασφαλώς, κάθε άνθρωπος θα ενεργεί για να μεγιστοποιήσει το ψυχικό εισόδημα στην κλίμακα αξιών του, στην οποία περιλαμβάνονται όλα τα ανταλλάξιμα και μη ανταλλάξιμα αγαθά.167
Another similar example is the case of a prospective investor. Suppose an investor faces the choice of investing his saved money in various alternative production projects. He can, say, invest 100 ounces, with the prospect of earning a net return of 10 percent in a year, in one project; 8 percent in a second; and 6 percent in a third. Other nonexchangeable psychic factors being equal, he will tend to invest in that line where he expects the greatest net money return—in this case, the 10 percent line. Suppose, however, that he has a great dislike for the product that would offer a 10 percent return, while he has a great fondness for the process and the product promising the 8 percent return. Here again, each prospect of investment carries with it a nondetachable positive or negative psychic factor. The pleasure in producing one product as against the distaste for producing another are nonexchangeable consumers’ goods, positive and negative, which the actor has to weigh in deciding where to make his investment. He will weigh not simply 10 percent vs. 8 percent, but “10 percent plus a disliked production process and product” vs. “8 percent plus a delightful production process.” Which alternative he chooses depends on his individual value scale. Thus, in the case of enterprise as well as in the case of labor, we must say that the entrepreneur will tend to choose the course that maximizes his prospective money income, provided that other nonexchangeable factors are neutral with respect to the various alternatives. In all cases whatsoever, of course, each man will move to maximize the psychic income on his value scale, on which scale all exchangeable and unexchangeable goods are entered.
Όταν αποφασίζει ποια πορεία θα μεγιστοποιήσει το ψυχικό εισόδημά του, ο άνθρωπος εξετάζει, επομένως, όλους τους σχετικούς παράγοντες, ανταλλάξιμους και μη ανταλλάξιμους. Όταν εξετάζει αν θα εργαστεί και σε ποια θέση, πρέπει επίσης να λάβει υπόψη το σχεδόν καθολικά επιθυμητό καταναλωτικό αγαθό του ελεύθερου χρόνου. Ας υποθέσουμε ότι, βάσει της χρηματικής απόδοσης και των συνδεδεμένων μη ανταλλάξιμων αξιών, ο εργαζόμενος του παραπάνω παραδείγματος επιλέγει να εργαστεί στη θέση των 24 ουγγιών. Καθώς συνεχίζει να εργάζεται σε αυτή τη θέση, η οριακή χρησιμότητα του χρηματικού μισθού που αποκτά ανά μονάδα χρόνου —είτε πρόκειται για 24 ουγγιές τον μήνα είτε για 1/4 της ουγγιάς την ώρα κ.λπ.— θα μειώνεται. Η οριακή χρησιμότητα του χρηματικού εισοδήματος θα τείνει να μειώνεται καθώς αποκτάται περισσότερο χρήμα, εφόσον το χρήμα είναι αγαθό. Στον βαθμό που το χρήμα είναι επιθυμητό για μη χρηματική χρήση —όπως για κοσμήματα — ή για χρήση ως προσθήκη στο χρηματικό υπόλοιπο κάποιου —βλ. παρακάτω για την εξέταση των συνιστωσών της ζήτησης χρήματος—, η προσθήκη στο απόθεμά του θα οδηγεί σε μείωση της οριακής χρησιμότητάς του, όπως ακριβώς στην περίπτωση οποιουδήποτε άλλου αγαθού. Στον βαθμό που το χρήμα είναι επιθυμητό για την αγορά καταναλωτικών αγαθών, τα καταναλωτικά αγαθά που μπορούν να αγοραστούν με μία ουγγιά θα μειώνονται επίσης σε χρησιμότητα καθώς αποκτώνται νέες ουγγιές. Η πρώτη ουγγιά χρήματος που δαπανάται για καταναλωτικά αγαθά θα ικανοποιήσει τις υψηλότερα καταταγμένες ανάγκες στην κλίμακα αξιών του προσώπου, η επόμενη ουγγιά που δαπανάται τις ανάγκες που κατέχουν τη δεύτερη υψηλότερη θέση κ.ο.κ. Ασφαλώς, αυτό δεν θα ισχύει για ένα αγαθό που κοστίζει περισσότερο από μία ουγγιά, αλλά αυτή η δυσκολία μπορεί να αντιμετωπιστεί με την αύξηση του μεγέθους των νομισματικών μονάδων, ώστε καθεμία να είναι ομοιογενής ως προς όσα μπορεί να αγοράσει. Κατά συνέπεια, η οριακή χρησιμότητα του χρηματικού εισοδήματος τείνει να μειώνεται καθώς το εισόδημα αυξάνεται.
In deciding on the course that will maximize his psychic income, man therefore considers all the relevant factors, exchangeable and nonexchangeable. In considering whether to work and at what job, he must also consider the almost universally desired consumers’ good, leisure. Suppose that, on the basis of the money return and the nonexchangeable values attached, the laborer in the example given above chooses to work at the 24-ounce job. As he continues to work at the job, the marginal utility of the money wage per unit of time that he earns (whether
it be 24 ounces per month orounce per hour, etc.), will decline. The marginal utility of money income will tend to decline as more money is acquired, since money is a good. In so far as money is desired for a nonmonetary use (such as ornaments) or for use as an addition to one’s cash balance (see below for a discussion of the components in the demand for money), addition to its stock will lead to a decline in its marginal utility, just as in the case of any other good. In so far as money is desired for the purchase of consumers’ goods, an “ounce-worth” of consumers’ goods will also decline in utility as new ounces are acquired. The first ounce of money spent on consumers’ goods will fulfill the highest-ranking wants on the person’s value scale, the next ounce spent the wants ranking second highest, etc. (Of course, this will not be true for a good costing more than one ounce, but this difficulty can be met by increasing the size of the monetary units so that each is homogeneous in what it can buy.) Consequently, the marginal utility of money income tends to decline as the income is increased.
Από την άλλη πλευρά, καθώς αυξάνεται η εισροή εργασίας, το απόθεμα των δυνατών μονάδων ελεύθερου χρόνου μειώνεται και η οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται ο δρων αυξάνεται. Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 1, η εργασία θα τείνει να προσφέρεται έως το σημείο στο οποίο η οριακή χρησιμότητα που αποκομίζεται από την εργασία παύει να υπερτερεί της οριακής χρησιμότητας του ελεύθερου χρόνου στην κλίμακα αξιών του ατόμου. Στη χρηματική οικονομία, η εργασία θα παύει όταν η οριακή χρησιμότητα του πρόσθετου χρηματικού εισοδήματος ανά μονάδα χρόνου δεν υπερβαίνει πλέον την οριακή χρησιμότητα του ελεύθερου χρόνου από τον οποίο παραιτείται ο δρων εργαζόμενος για το πρόσθετο χρονικό διάστημα.168
On the other hand, as the input of labor increases, the stock of possible units of leisure declines, and the marginal utility of leisure forgone increases. As was seen in chapter 1, labor will tend to be supplied until the point at which the marginal utility reaped from labor no longer outweighs the marginal utility of leisure on the individual’s value scale. In the money economy, labor will cease when the marginal utility of the additional money income per unit of time no longer exceeds the marginal utility of the leisure forgone by working for the additional time.
Έτσι, ο άνθρωπος κατανέμει τον χρόνο του μεταξύ ελεύθερου χρόνου και παραγωγικής εργασίας, μεταξύ εργασίας έναντι χρήματος και εργασίας για μη ανταλλάξιμα αγαθά κ.λπ., σύμφωνα με την αρχή της μεγιστοποίησης του ψυχικού εισοδήματός του. Όταν αποφασίζει μεταξύ εργασίας και ελεύθερου χρόνου, σταθμίζει τα οριακά πλεονεκτήματα της εργασίας έναντι των οριακών πλεονεκτημάτων του ελεύθερου χρόνου.
Thus, man allocates his time between leisure and productive labor, between labor for money and labor on unexchangeable items, etc., in accordance with the principle of maximizing his psychic income. In deciding between labor and leisure, he weighs the marginal advantages of work with the marginal advantages of leisure.
Ομοίως, ο άνθρωπος ως υποψήφιος επενδυτής πρέπει να σταθμίσει όχι μόνο τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, χρηματικά και μη, κάθε ενδεχόμενης επένδυσης, αλλά και το αν θα επενδύσει καθόλου. Κάθε άνθρωπος πρέπει να κατανέμει τους χρηματικούς πόρους του με τρεις και μόνο τρεις τρόπους: σε καταναλωτικές δαπάνες, σε επενδυτικές δαπάνες και σε προσθήκη στο χρηματικό υπόλοιπό του. Ας υποθέσουμε ότι, για τον επενδυτή που αναφέρθηκε παραπάνω, το σχέδιο του 10 τοις εκατό έχει την υψηλότερη χρησιμότητα στην κλίμακα αξιών του, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων. Τότε όμως πρέπει να αποφασίσει: Θα επενδύσει καθόλου ή θα αγοράσει καταναλωτικά αγαθά τώρα ή θα αυξήσει το χρηματικό υπόλοιπό του; Το οριακό πλεονέκτημα της πραγματοποίησης της επένδυσης θα είναι η προσδοκώμενη χρηματική απόδοση, σταθμισμένη με τις μη ανταλλάξιμες χρησιμότητες ή δυσαρέσκειες που εμπεριέχονται σε αυτήν. Το πλεονέκτημα μιας χρηματικής απόδοσης θα είναι ότι θα διαθέτει περισσότερο χρήμα στο μέλλον, το οποίο θα μπορούσε να δαπανήσει για καταναλωτικά αγαθά. Αν έχει τώρα 100 ουγγιές χρήματος και τις επενδύσει, σε έναν χρόνο μπορεί να έχει 110 ουγγιές, τις οποίες θα μπορούσε να δαπανήσει για καταναλωτικά αγαθά. Από την άλλη πλευρά, εκείνο που κυρίως λειτουργεί εις βάρος της επένδυσης, όπως εξηγήθηκε στο κεφάλαιο 1, είναι το γεγονός της χρονικής προτίμησης, το γεγονός ότι παραιτείται από δυνατή κατανάλωση στο παρόν. Αν υποθέσουμε ότι μία ουγγιά χρήματος θα αγοράζει την ίδια ποσότητα αγαθών με μία ουγγιά σε έναν χρόνο από τώρα —μια υπόθεση που θα αρθεί σε μεταγενέστερα κεφάλαια—, τότε μία ουγγιά χρήματος τώρα θα έχει πάντοτε μεγαλύτερη αξία από μία ουγγιά σε έναν χρόνο από τώρα, απλώς επειδή η απόλαυση ενός δεδομένου αγαθού προτιμάται πάντοτε όσο το δυνατόν νωρίτερα. Επομένως, όταν αποφασίζει αν θα επενδύσει ή όχι, πρέπει να σταθμίσει την πρόσθετη απόδοση έναντι της επιθυμίας του να καταναλώσει στο παρόν αντί στο μέλλον. Πρέπει να αποφασίσει: Αν αποδίδω μεγαλύτερη αξία σε 100 ουγγιές τώρα απ’ ό,τι σε 100 ουγγιές σε έναν χρόνο από τώρα, αποδίδω μεγαλύτερη ή μικρότερη αξία σε 100 ουγγιές τώρα απ’ ό,τι σε 110 ουγγιές σε έναν χρόνο από τώρα; Θα αποφασίσει σύμφωνα με την κλίμακα αξιών του. Ομοίως, πρέπει να σταθμίσει καθεμία από αυτές τις επιλογές έναντι της οριακής χρησιμότητας της προσθήκης στο χρηματικό υπόλοιπό του —το σε τι συνίσταται αυτή θα εξεταστεί παρακάτω.
Similarly, man as a prospective investor must weigh, not only the advantages and disadvantages, monetary and otherwise, from each prospective investment, but also whether or not to invest at all. Every man must allocate his money resources in three and only three ways: in consumption spending, in investment expenditure, and in addition to his cash balance. Assume that to the investor cited above, the 10 percent project is highest in utility in his value scale, all factors considered. But then he must decide: Shall he invest at all, or shall he buy consumers’ goods now, or add to his cash balance? The marginal advantage of making the investment will be the prospective money return, weighted by the nonexchangeable utilities or disutilities involved. The advantage of a money return will be that he will have more money, in the future, that he could spend on consumers’ goods. If he has 100 ounces of money now and invests it, in a year he might have 110 ounces which he could spend on consumers’ goods. On the other hand, what chiefly militates against investment, as was explained in chapter 1, is the fact of time preference, the fact that he is giving up possible consumption in the present. If we assume that an ounce of money will buy the same quantity of goods as an ounce a year from now (an assumption that will be removed in later chapters), then one ounce of money now will always be worth more than one ounce a year from now, simply because enjoyment of a given good is always preferred as early as possible. Therefore, in deciding whether or not to invest, he must balance the additional return against his desire to consume in the present rather than the future. He must decide: if I value 100 ounces now more than 100 ounces a year from now, do I value 100 ounces now more or less than 110 ounces a year from now? He will decide in accordance with his value scale. Similarly, he must weigh each against the marginal utility of adding to his cash balance (in what this consists will be examined below).
Έτσι, κάθε μονάδα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα στο απόθεμα ενός ανθρώπου —στους χρηματικούς πόρους που του ανήκουν— κατανέμεται πάντοτε στις τρεις κατηγορίες χρήσης σύμφωνα με την κλίμακα αξιών του. Όσο περισσότερο χρήμα κατανέμει στην κατανάλωση τόσο χαμηλότερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα των αγαθών που καταναλώνονται. Κάθε πρόσθετη μονάδα που δαπανάται θα διατίθεται σε λιγότερο επιτακτικά επιθυμητά αγαθά. Και κάθε πρόσθετη μονάδα που δαπανάται κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μειώνει το διαθέσιμο απόθεμά του σε επενδυτικά αγαθά και το διαθέσιμο χρηματικό υπόλοιπό του και, επομένως, σύμφωνα με τον νόμο της χρησιμότητας, θα αυξάνει την οριακή χρησιμότητα από την οποία παραιτείται σε καθεμία από αυτές τις χρήσεις. Το ίδιο θα ισχύει για καθεμία από τις άλλες χρήσεις· όσο περισσότερο χρήμα δαπανά σε κάθε χρήση τόσο μικρότερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα από αυτή τη χρήση και τόσο υψηλότερη θα είναι η οριακή χρησιμότητα των άλλων χρήσεων από τις οποίες παραιτείται. Κάθε άνθρωπος θα κατανέμει τους χρηματικούς πόρους του σύμφωνα με τις ίδιες αρχές βάσει των οποίων ο υποθετικός δρων κατένειμε το απόθεμα αλόγων του στο κεφάλαιο 1 παραπάνω· κάθε μονάδα θα χρησιμοποιείται για τον χρησιμότερο σκοπό που δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Σύμφωνα με αυτές τις αρχές —τη μεγιστοποίηση του ψυχικού εισοδήματός του— θα κατανέμει κάθε άνθρωπος το χρηματικό απόθεμά του. Σύμφωνα με την κλίμακα αξιών του, κάθε άνθρωπος θα κρίνει τις αντίστοιχες οριακές χρησιμότητες που μπορεί να αποφέρει κάθε νομισματική μονάδα σε κάθε χρήση, και η κατανομή των χρηματικών δαπανών του, όπως αποκαλύπτεται στο ισοζύγιο πληρωμών του, θα καθορίζεται από αυτές τις κρίσεις.
Thus, every unit of the money commodity in a man’s stock (his money resources owned) is always being allocated to the three categories of use in accordance with his value scale. The more money that he allocates to consumption, the lower will be the marginal utility of the goods consumed. Each further unit spent will be devoted to less urgently desired goods. And each further unit so spent will decrease his available stock of investment goods and his available cash balance, and therefore will, in accordance with the law of utility, raise the marginal utility forgone in each of these uses. The same will be true for each of the other uses; the more money he spends on each use, the less will be the marginal utility from that use, and the higher will be the marginal utility of other uses forgone. Every man will allocate his money resources on the same principles that the hypothetical actor allocated his stock of horses in chapter 1 above; each unit will be used for the most useful end not yet achieved. It is in accordance with these principles—the maximizing of his psychic income—that each man will allocate his money stock. In accordance with his value scale, each man will judge the respective marginal utilities to be obtained by each monetary unit in each use, and his allocation of money expenditures as revealed in his balance of payments will be determined by such judgments.
Όπως ακριβώς, μέσα στη γενική κατηγορία των επενδυτικών δαπανών, υπάρχουν διαφορετικά σχέδια με διαφορετικές αναμενόμενες αποδόσεις, έτσι υπάρχει και μια αναρίθμητη ποικιλία καταναλωτικών αγαθών μέσα στη γενική κατηγορία της κατανάλωσης. Με βάση ποιες αρχές κατανέμει ένας άνθρωπος τις δαπάνες του μεταξύ των πολυάριθμων διαθέσιμων τύπων καταναλωτικών αγαθών; Με βάση ακριβώς αντίστοιχες αρχές. Η πρώτη μονάδα χρήματος που δαπανά για καταναλωτικά αγαθά θα δαπανηθεί για εκείνο το αγαθό που ικανοποιεί τον σκοπό με την υψηλότερη αξία, η επόμενη μονάδα για τον σκοπό με την αμέσως επόμενη υψηλότερη αξία κ.ο.κ. Κάθε ποσότητα ενός καταναλωτικού αγαθού που αγοράζεται μειώνει την οριακή χρησιμότητα αυτού του αγαθού για τον άνθρωπο και αυξάνει την οριακή χρησιμότητα όλων των άλλων αγαθών από τα οποία παραιτείται. Και πάλι, ο άνθρωπος θα κατανέμει τους χρηματικούς πόρους του μέσα στην κατηγορία της κατανάλωσης διαθέτοντας κάθε μονάδα χρήματος σε εκείνο το αγαθό που έχει την υψηλότερη οριακή χρησιμότητα στην κλίμακα αξιών του. Μια κρίση για τις σχετικές οριακές χρησιμότητες καθορίζει την κατανομή των χρηματικών δαπανών του. Είναι προφανές ότι μπορούμε να αφαιρέσουμε τις λέξεις «μέσα στην κατηγορία της κατανάλωσης» από την προπροηγούμενη πρόταση, ώστε να καταλήξουμε στον κανόνα που διέπει ολόκληρη την κατανομή του χρήματος ενός ανθρώπου, εντός και μεταξύ των κατηγοριών.
Just as, within the general category of investment expenditure, there are different projects with different expected returns, so there are an innumerable variety of consumers’ goods within the general category of consumption. On what principles does a man allocate his expenditures among the numerous types of consumers’ goods available? On precisely corresponding principles. His first unit of money spent on consumers’ goods will be spent on that good satisfying the most highly valued end, the next unit on the next most highly valued end, etc. Each parcel of a consumers’ good bought decreases the marginal utility of this good to the man and increases the marginal utility of all other goods forgone. Again, a man will allocate his money resources within the consumption category by apportioning each unit of money to that good with the highest marginal utility on his value scale. A judgment of relative marginal utilities determines the allocation of his money expenditures. It is evident that we may eliminate the words “within the consumption category” in the sentence before the preceding, to arrive at the rule which governs all a man’s money allocation within and between categories.
Η ανάλυσή μας μπορεί τώρα να γενικευθεί ακόμη περισσότερο. Κάθε άνθρωπος, σε κάθε χρονική στιγμή, έχει στην κυριότητά του ένα ορισμένο απόθεμα χρήσιμων αγαθών, ένα ορισμένο απόθεμα πόρων ή περιουσιακών στοιχείων. Αυτοί οι πόροι μπορεί να περιλαμβάνουν όχι μόνο χρήμα, αλλά και καταναλωτικά αγαθά, μη προσωπικά παραγωγικά αγαθά —γη και κεφαλαιουχικά αγαθά—, προσωπική ενέργεια και χρόνο. Θα κατανέμει καθέναν από αυτούς τους πόρους σύμφωνα με τις ίδιες αρχές βάσει των οποίων κατένειμε το χρήμα —έτσι ώστε κάθε μονάδα να διατίθεται στη χρήση με την υψηλότερη προσδοκώμενη οριακή χρησιμότητα στην κλίμακα αξιών του.
Our analysis may now be generalized still further. Each man, at every point in time, has in his ownership a certain stock of useful goods, a certain stock of resources, or assets. These resources may include not only money, but also consumers’ goods, nonpersonal producers’ goods (land and capital goods), personal energy, and time. He will allocate each one of these resources according to the same principles by which he has allocated money—so that each unit goes into the use with the highest prospective marginal utility on his value scale.
Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι η πώληση προσωπικών υπηρεσιών εργασίας δεν γίνεται πάντοτε σε έναν επενδύοντα «εργοδότη», ο οποίος αγοράζει τις υπηρεσίες εργασίας έναντι χρήματος και κατόπιν προσπαθεί να πουλήσει το προκύπτον προϊόν. Σε πολλές περιπτώσεις, ο άνθρωπος που επενδύει εργάζεται επίσης άμεσα στην παραγωγή του προϊόντος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο επενδυτής δαπανά αποταμιευμένα χρηματικά ποσά για συντελεστές παραγωγής και μισθώνει την εργασία κάποιου για να διευθύνει την ίδια την παραγωγική δραστηριότητα. Σε άλλες περιπτώσεις, ο επενδυτής αφιερώνει και τον χρόνο εργασίας του στις επιμέρους εργασίες της παραγωγικής διαδικασίας. Είναι σαφές ότι αυτό αποτελεί «εργασία» εξίσου με την εργασία ενός μισθωτού που δεν κατέχει ούτε πουλά το προϊόν.
Here we must note that the sale of personal labor service is not always made to an investing “employer” who purchases the labor service for money and then tries to sell the resulting product. In many cases, the man who invests also works directly in the production of the product. In some cases, the investor spends saved funds on factors of production and hires the labor of someone to direct the actual production operation. In other cases, the investor also spends his labor-time in the details of the production process. It is clear that this is just as much “labor” as the labor of an employee who does not own and sell the product.
Ποιες αρχές θα καθορίσουν αν ένας υποψήφιος επενδυτής θα χρησιμοποιήσει την εργασία του στη δική του παραγωγική επένδυση — δηλαδή θα είναι «αυτοαπασχολούμενος»— ή θα επενδύσει μόνο το χρήμα του και θα πουλήσει την εργασία του αλλού ως μισθωτός; Είναι σαφές ότι η αρχή θα είναι και πάλι το μεγαλύτερο ψυχικό όφελος από τη δράση. Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι ο Jones βρίσκει εκείνο που θεωρεί το καλύτερο και περισσότερο προσοδοφόρο επενδυτικό σχέδιο, το οποίο εκτιμά ότι θα του αποφέρει καθαρό χρηματικό εισόδημα 150 ουγγιών για το προσεχές έτος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα εργαστεί ο ίδιος στο σχέδιο, αλλά θα προσλάβει άλλους για τη διεύθυνση και τη διαχείρισή του. Εκτιμά επίσης ότι, αν αναλάμβανε ο ίδιος τη διεύθυνση αντί να προσλάβει έναν διευθυντή για αυτόν τον σκοπό, θα μπορούσε να αποκομίσει από το σχέδιο πρόσθετο καθαρό εισόδημα 50 ουγγιών τον χρόνο. Με τη συμμετοχή της δικής του εργασίας, λοιπόν, το καθαρό εισόδημα από το σχέδιο θα ήταν 200 ουγγιές για το έτος. Αυτό το ποσό θα είναι τόσο υψηλότερο όσο ικανότερη θα ήταν η διεύθυνσή του σε σύγκριση με εκείνη του ανθρώπου που αντικαθιστά και τόσο χαμηλότερο όσο μικρότερη είναι η συγκριτική του ικανότητα. Σε αυτή την περίπτωση, το καθαρό εισόδημα των 200 ουγγιών θα περιλάμβανε επενδυτικό εισόδημα 150 ουγγιών και 50 ουγγιές ως εισόδημα από την εργασία της διεύθυνσης. Το αν θα ακολουθήσει ή όχι αυτή την πορεία εξαρτάται —αφήνοντας κατά μέρος τον ελεύθερο χρόνο— από το αν μπορεί να πουλήσει τις υπηρεσίες της εργασίας του αλλού για μεγαλύτερο εισόδημα. Αυτό το «μεγαλύτερο εισόδημα» θα νοείται, ασφαλώς, με όρους ψυχικού εισοδήματος, αλλά, αν υποτεθεί ότι οι μη ανταλλάξιμοι παράγοντες είναι στην περίπτωση αυτή ουδέτεροι, τότε το «μεγαλύτερο εισόδημα» θα είναι το μεγαλύτερο χρηματικό εισόδημα. Αν, ceteris paribus, ο Jones μπορεί να κερδίσει 60 ουγγιές ως μισθωτός κάποιου άλλου επενδύοντος παραγωγού, τότε θα αναλάβει αυτή τη θέση και θα προσλάβει κάποιον άλλον για να εργαστεί στη δική του επένδυση. Το συνολικό χρηματικό εισόδημά του θα είναι τότε 150 ουγγιές από το σχέδιο συν 60 ουγγιές από την πώληση των υπηρεσιών της εργασίας του σε έναν παραγωγό, δηλαδή συνολικά 210 ουγγιές. Ασφαλώς, αν μη ανταλλάξιμοι ψυχικοί παράγοντες λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση, όπως μια ισχυρή προτίμηση να χρησιμοποιεί την εργασία του ως αυτοαπασχολούμενος, τότε μπορεί να δεχθεί το εισόδημα των 200 ουγγιών.
What principles will decide whether a prospective investor uses his labor in his own investment in production (i.e., will be “self-employed”) or will invest only his money and sell his labor elsewhere as an employee? Clearly, the principle again will be the best psychic advantage from the action. Thus, suppose that Jones finds what he considers to be the best and most remunerative investment project, which he estimates will yield him a net money income of 150 ounces for the forthcoming year, provided that he does not labor on the project itself, but hires others for its direction and management. He also estimates that, if he were to perform the direction himself instead of hiring a manager to do it, he would be able to net a further income from the project of 50 ounces a year. With his own labor involved, then, the net income from the project would be 200 ounces for the year. This figure will be the higher, the more skilled his direction would be than the man he replaces, and the lower, the less comparatively skilled he is. In this case, the 200-ounce net income would include a 150-ounce investment income and 50 ounces for the labor income of direction. Whether or not he takes this course depends (setting leisure aside) on whether he can sell his labor service for a greater income elsewhere. This “greater income” will, of course, be in terms of psychic income, but, if nonexchangeable factors are assumed in this case to be neutral, then the “greater income” will be the greater money income. If, ceteris paribus, Jones can earn 60 ounces as an employee for some other investing producer, then he will take this job and hire someone else to use labor on his investment. His total money income will then be: 150 ounces from the project plus 60 ounces from the sale of his labor services to a producer, totaling 210 ounces. Of course, if nonexchangeable psychic factors countervail, such as a great preference for being self-employed in the use of his labor, then he may accept the 200-ounce income.
Είναι σαφές από αυτή τη συζήτηση ότι η συνήθης έννοια του παραγωγικού εργαζομένου, η οποία περιορίζεται στον άνθρωπο που εργάζεται στα χωράφια ή σε μια γραμμή συναρμολόγησης, είναι εντελώς εσφαλμένη. Εργαζόμενοι είναι όλοι εκείνοι που δαπανούν την εργασία τους στην παραγωγική διαδικασία. Αυτή η εργασία δαπανάται για την απόκτηση χρηματικού εισοδήματος —το οποίο μπορεί να σταθμίζεται με άλλους ψυχικούς παράγοντες. Αν η υπηρεσία εργασίας πωλείται σε έναν επενδύοντα εργοδότη, στον οποίο ανήκει το τελικό αγαθό που παράγεται από τους συνεργαζόμενους συντελεστές, μπορεί να παρέχεται σε οποιοδήποτε αναγκαίο έργο, από εκείνο του εκσκαφέα τάφρων έως εκείνο του προέδρου μιας εταιρείας. Από την άλλη πλευρά, το εισόδημα από εργασία μπορεί να προκύπτει από την «αυτοαπασχόληση» του επενδύοντος επιχειρηματία. Αυτός ο τύπος εργαζομένου είναι επίσης ο κύριος του τελικού προϊόντος, και η καθαρή χρηματική απόδοσή του από την πώληση του προϊόντος θα περιλαμβάνει τόσο το εισόδημά του από εργασία όσο και την απόδοση του χρήματος που επενδύθηκε. Όσο μεγαλύτερη και πιο σύνθετη είναι η επιχείρηση και η παραγωγική διαδικασία τόσο μεγαλύτερη θα τείνει να είναι η ανάπτυξη εξειδικευμένης δεξιότητας στη διοίκηση και, επομένως, τόσο μικρότερη θα είναι η τάση αυτοαπασχόλησης του επιχειρηματία. Όσο μικρότερη είναι η επιχείρηση και όσο πιο άμεσες είναι οι μέθοδοι παραγωγής τόσο πιθανότερο είναι η αυτοαπασχόληση να αποτελεί τον κανόνα.
It is clear from this discussion that the common concept of the productive laborer, limited to the man who works in the fields or on an assembly line, is completely fallacious. Laborers are all those who expend their labor in the productive process. This labor is expended for a money income (which may be weighted by other psychic factors). If the labor service is sold to an investing employer who owns the final good produced by the co-operating factors, it might be rendered in any required task from that of a ditchdigger to that of a company president. On the other hand, labor income may be the result of the “self-employment” of the investing enterpriser. This type of laborer is also the owner of the final product, and his net monetary return from the sale of the product will include his labor income as well as his return from the money invested. The larger and more complex the enterprise and the production process, the greater will tend to be the development of specialized skill in management, and therefore the less will be the tendency for self-employment by the enterpriser. The smaller the enterprise, and the more direct the production methods, the more likely is self-employment to be the rule.
Μέχρι τώρα εξετάσαμε ειδικά τις αρχές κατανομής της εργασίας και του χρήματος. Οι άλλοι ανταλλάξιμοι πόροι που μπορεί να κατέχει ένας άνθρωπος —και είναι οι ανταλλάξιμοι πόροι αυτοί που ενδιαφέρουν την καταλλακτική— είναι καταναλωτικά αγαθά και μη προσωπικά παραγωγικά αγαθά —γη και κεφαλαιουχικά αγαθά.
We have so far specifically treated the principles of allocating labor and money. The other exchangeable resources that a man may possess (and it is the exchangeable resources that catallactics is interested in) are consumers’ goods and nonpersonal producers’ goods (land and capital goods).
Τα καταναλωτικά αγαθά στο απόθεμα ενός ανθρώπου είναι τα διαρκή. Τα μη διαρκή αγαθά και οι υπηρεσίες θα έχουν εξαφανιστεί κατά τη διαδικασία της κατανάλωσής τους. Όπως είδαμε στο κεφάλαιο 2, κάθε αγαθό μπορεί να έχει για τον ιδιοκτήτη του είτε άμεση αξία χρήσης είτε ανταλλακτική αξία είτε συνδυασμό των δύο. Σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, κάθε ιδιοκτήτης καταναλωτικού αγαθού πρέπει να κρίνει στην κλίμακα αξιών του αν η ανταλλακτική αξία του ή η υψηλότερη άμεση αξία χρήσης του είναι μεγαλύτερη. Στη χρηματική οικονομία, το πρόβλημα της ανταλλακτικής αξίας απλουστεύεται, αφού ιδιαίτερη σημασία θα έχει η ανταλλαγή έναντι χρήματος. Η χρησιμότητα της υψηλότερης άμεσης αξίας χρήσης στην κλίμακα αξιών του θα συγκριθεί με τη χρησιμότητα του χρηματικού ποσού που θα μπορούσε να εξασφαλίσει το αγαθό σε αντάλλαγμα. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ο κ. Williams κατέχει ένα σπίτι· εκτιμά ότι θα μπορούσε να πουλήσει το σπίτι για 200 ουγγιές χρυσού. Τώρα κρίνει την κατάταξη της άμεσης χρήσης έναντι της ανταλλακτικής αξίας στην κλίμακα αξιών του. Έτσι, μπορεί να έχει τρεις εναλλακτικές άμεσες χρήσεις για το σπίτι: (α) να κατοικεί σε αυτό· (β) να κατοικεί σε αυτό ένα μέρος του χρόνου και να αφήνει τον αδελφό του να κατοικεί σε αυτό ένα άλλο μέρος· (γ) να κατοικεί σε αυτό ένα μέρος του χρόνου, χωρίς συμμετοχή του αδελφού του· και μπορεί να σταθμίσει καθεμία από αυτές έναντι της ανταλλακτικής αξίας ως εξής:
The consumers’ goods in a man’s stock are the durable ones. The nondurable goods and services will have disappeared in the process of consuming them. Now, as we have seen in chapter 2, any good may have either direct use-value to its owner or exchange-value or a mixture of both. At any time, each owner of a consumers’ good must judge on his value scale whether its exchange-value or its highest direct use-value is the greater. In the money economy, the problem of exchange-value is simplified, since it will be exchange for money that will be especially important. The utility on his value scale of the highest direct use-value will be compared to the utility of the sum of money the good could procure in exchange. Suppose, for example, that Mr. Williams owns a house; he determines that he could sell the house for 200 ounces of gold. Now he judges the ranking of the direct use as against the exchange-value on his value scale. Thus, he might have three alternative direct uses for the house (a) living in it; (b) living in it part of the time and letting his brother live in it part of the time; (c) living in it part of the time, with no participation by his brother, and he may weigh each of these against the exchange-value as follows:
Κατάταξη στην κλίμακα αξιών του Williams
- 1. Άμεση χρήση (α).
- 2. Ανταλλαγή του αγαθού με 200 ουγγιές χρήματος.
- 3. Άμεση χρήση (β).
- 4. Άμεση χρήση (γ).
Williams’ Value Scale Ranking 1. Direct Use (a). 2. Exchanging good for 200 ounces of money. 3. Direct Use (b). 4. Direct Use (c).
Σε αυτή την περίπτωση, ο Williams θα αποφασίσει να κατοικήσει στο σπίτι και να μην το πουλήσει. Η απόφασή του θα καθοριστεί αποκλειστικά από την κλίμακα αξιών του· κάποιος άλλος μπορεί να κατέτασσε την ανταλλαγή υψηλότερα από την άμεση χρήση και, επομένως, να πουλούσε το σπίτι έναντι χρήματος.
In this case, Williams will decide to live in the house and not sell it. His decision will be determined solely by his value scale; someone else might rank the exchange above the direct use and therefore sell the house for money.
Είναι προφανές ότι ισχύει, χωρίς επιφύλαξη, πως, για οποιοδήποτε δεδομένο αγαθό, ο πωλητής θα προσπαθήσει να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν υψηλότερη χρηματική τιμή. Η απόδειξη αυτού είναι ανάλογη με την απόδειξη που δόθηκε στο κεφάλαιο 2 ότι ο πωλητής ενός δεδομένου αγαθού προσπαθεί πάντοτε να εξασφαλίσει την υψηλότερη τιμή, με τη διαφορά ότι εδώ οι αγορές απλουστεύονται, καθώς οι ανταλλαγές πραγματοποιούνται αποκλειστικά έναντι χρήματος και, επομένως, εκείνο που έχει σημασία είναι η χρηματική τιμή. Το χρηματικό εισόδημα που θα λάβει ένας άνθρωπος από την πώληση ενός αγαθού θα ισούται πάντοτε με τη χρηματική τιμή πώλησης επί την ποσότητα των μονάδων του αγαθού. Έτσι, αν πουλήσει ένα σπίτι σε χρηματική τιμή 200 ουγγιών ανά σπίτι, το συνολικό χρηματικό εισόδημά του από το αγαθό θα είναι 200 ουγγιές. Η επιθυμία του να πουλήσει στην υψηλότερη τιμή δεν σημαίνει, ασφαλώς, ότι θα πουλά πάντοτε σε αυτή την τιμή. Η υψηλότερη χρηματική τιμή για ένα αγαθό μπορεί και πάλι να είναι χαμηλότερη από την ψυχική αξία που έχει για αυτόν η άμεση χρήση, όπως συνέβαινε στην περίπτωση του Williams. Είναι δυνατόν, ωστόσο, αν η χρηματική τιμή πώλησης του σπιτιού αυξανόταν στις 250 ουγγιές, η ανταλλακτική αξία του σπιτιού να κατατασσόταν υψηλότερα από την άμεση χρήση (α) και αυτός να πουλούσε το σπίτι.
It is obvious that it is true, without qualification, that for any given good, the seller will try to obtain as high a money price for it as possible. The proof of this is analogous to the demonstration given in chapter 2 that the seller of a given good always tries to obtain the highest price, except that here the markets are simplified by being exchanges solely for money, and therefore it is the money price that is important. The money income that a man will get from the sale of a good will always equal the money price of the sale times the quantity of units of the good. Thus, if he sells one house at a money price of 200 ounces per house, his total money income from the good will be 200 ounces. His desire to sell at the highest price does not, of course, mean that he will always sell at that price. The highest money price for a good may still be lower than the psychic value of direct use to him, as was the case with Williams. It is possible, however, that if the money price for selling the house rose to 250 ounces, the exchange-value of the house would have ranked higher than Direct Use (a), and he would have sold the house.
Είναι σαφές ότι, αν ο ιδιοκτήτης του καταναλωτικού αγαθού είναι επίσης ο αρχικός παραγωγός του, η άμεση αξία χρήσης του για αυτόν θα είναι σχεδόν μηδενική. Ο εξειδικευμένος παραγωγός που παράγει και κατέχει σπίτια, τηλεοράσεις ή πλυντήρια διαπιστώνει ότι η άμεση αξία χρήσης αυτού του αποθέματος για τον ίδιο είναι πρακτικά ανύπαρκτη. Για αυτόν, η ανταλλακτική αξία είναι ο μόνος σημαντικός παράγοντας, και το συμφέρον του έγκειται αποκλειστικά στη μεγιστοποίηση του χρηματικού εισοδήματός του από το απόθεμα και, επομένως, στην εξασφάλιση των υψηλότερων χρηματικών τιμών κατά την πώληση κάθε αγαθού. Οι μη ανταλλάξιμοι παράγοντες που ενδέχεται να έχουν μεγάλη βαρύτητα για τον υποψήφιο επενδυτή ή εργαζόμενο σε μια ορισμένη γραμμή παραγωγής θα είναι αμελητέοι για τον παραγωγό που διαθέτει ήδη απόθεμα αγαθών, αφού έχει ήδη λάβει υπόψη τους μη ανταλλάξιμους παράγοντες όταν πραγματοποίησε την αρχική επένδυσή του ή την αρχική επιλογή επαγγέλματος. Έτσι, για τον παραγωγό ενός καταναλωτικού αγαθού, ο τρόπος να μεγιστοποιήσει το ψυχικό εισόδημα που αποκομίζει από αυτό το έσοδο είναι να εξασφαλίσει την υψηλότερη δυνατή χρηματική τιμή από την πώλησή του.
It is clear that, if the owner of the consumers’ good is also the original producer, the direct use-value to him will be almost nil. The specialized producer who produces and owns houses or television sets or washing machines finds that the direct use-value to him of this stock is practically nonexistent. For him, the exchange-value is the only important factor, and his interest lies solely in maximizing his money income from the stock and therefore in attaining the highest money prices in the sale of each good. The nonexchangeable factors that might loom large to the prospective investor or laborer in a certain line of production will be negligible to the producer who already has a stock of goods, since he had already taken the nonexchangeable factors into account when he made his original investment or his original choice of occupation. Thus, to the producer of a consumers’ good, the way to maximize his psychic income from this revenue is to obtain the highest possible money price from its sale.
Πότε θα πουλήσει ένας ιδιοκτήτης το αγαθό και πότε θα εκμισθώσει τις υπηρεσίες του; Είναι σαφές ότι θα ακολουθήσει την πορεία που πιστεύει ότι θα του αποφέρει το υψηλότερο χρηματικό εισόδημα ή, ακριβέστερα, την υψηλότερη παρούσα αξία χρηματικού εισοδήματος.
When will an owner sell the good, and when will he rent out its services? Clearly, he will take the course that he believes will yield him the highest money income, or, more precisely, the highest present value of money income.
Τι συμβαίνει με τον ιδιοκτήτη ενός αποθέματος μη προσωπικών παραγωγικών αγαθών; Πώς θα κατανείμει αυτά τα αγαθά για να επιτύχει το υψηλότερο ψυχικό εισόδημα; Πρώτον, είναι σαφές ότι, εξ ορισμού, τα παραγωγικά αγαθά δεν μπορούν να έχουν για αυτόν άμεση αξία χρήσης ως καταναλωτικά αγαθά. Μπορεί όμως κάλλιστα να έχουν άμεση αξία χρήσης ως παραγωγικά αγαθά, δηλαδή ως συντελεστές παραγωγής για την κατασκευή ενός προϊόντος που βρίσκεται σε πιο προχωρημένο σημείο της διαδικασίας μετασχηματισμού σε καταναλωτικά αγαθά. Για οποιοδήποτε δεδομένο απόθεμα ενός παραγωγικού αγαθού ή για οποιαδήποτε μονάδα αυτού του αποθέματος μπορεί να υπάρχει ανταλλακτική αξία, αξία χρήσης για μετασχηματισμό σε άλλο προϊόν που θα έχει κατόπιν ανταλλακτική αξία ή και τα δύο. Ισχύει επίσης για τον ιδιοκτήτη παραγωγικών αγαθών ότι οι μη ανταλλάξιμοι παράγοντες θα διαδραματίζουν γενικά αμελητέο ρόλο. Το γεγονός ότι έχει ήδη επενδύσει και ενδεχομένως εργαστεί για την παραγωγή ή την αγορά αυτών των αγαθών σημαίνει ότι έχει ήδη συνυπολογίσει τις ενδεχόμενες θετικές ή αρνητικές ψυχικές αξίες στην ίδια την εργασία. Επιπλέον, στην οικονομία της έμμεσης ανταλλαγής, σημασία έχει μόνο η ανταλλαγή των παραγόμενων αγαθών έναντι χρήματος, καθώς τα περιθώρια αντιπραγματισμού θα είναι ελάχιστα. Ο ιδιοκτήτης παραγωγικών αγαθών ενδιαφέρεται, επομένως, να κρίνει αν τα αγαθά θα αποφέρουν υψηλότερο χρηματικό εισόδημα από την απευθείας ανταλλαγή τους με χρήμα ή από τον μετασχηματισμό τους μέσω της παραγωγής σε προϊόν «κατώτερης τάξης» και την επακόλουθη πώληση του προϊόντος έναντι χρήματος.
What of the owner of a stock of nonpersonal producers’ goods? How will he allocate these goods to attain the highest psychic income? In the first place, it is clear that, by definition, producers’ goods can have no direct use-value to him as consumers’ goods. But they may well have direct use-value as producers’ goods, i.e., as factors of production in the making of a product further along in the process of being transformed into consumers’ goods. For any given stock of a producers’ good, or for any unit of that stock, there might be an exchange-value, a value in use for transformation into another product that would then have exchange-value, or both. It is also true for the owner of producers’ goods that nonexchangeable factors will generally play a negligible role. The fact that he has already invested and perhaps worked in producing or purchasing these goods signifies that he has already accounted for the possible positive or negative psychic values in the work itself. Furthermore, in the economy of indirect exchange, it is only exchange of goods produced for money that is important, as there will be very little scope for barter. The owner of producers’ goods is therefore interested in judging whether the goods will yield a higher money income from exchanging them directly for money or from transforming them via production into a product of “lower-order,” and then selling the product for money.
Ως παράδειγμα των επιλογών που αντιμετωπίζει ο ιδιοκτήτης παραγωγικών αγαθών, ας εξετάσουμε τον Robertson. Ο Robertson έχει επενδύσει στους ακόλουθους συντελεστές και, επομένως, τους κατέχει:
As an example of the choices facing the owner of producers’ goods, let us take Robertson. Robertson has invested in, and therefore owns, the following factors:
- - 10 μονάδες του παραγωγικού αγαθού X.
- - 5 μονάδες του παραγωγικού αγαθού Y.
- - 6 μονάδες του παραγωγικού αγαθού Z.
Γνωρίζει, χάρη στις τεχνολογικές του γνώσεις, ότι μπορεί να μετασχηματίσει αυτές τις μονάδες συνεργαζόμενων συντελεστών X, Y και Z σε 10 μονάδες ενός τελικού προϊόντος P. Οι διάφορες «μονάδες», ασφαλώς, είναι αμιγώς φυσικές μονάδες των διαφόρων αγαθών και, επομένως, δεν είναι καθόλου σύμμετρες μεταξύ τους. Εκτιμά ότι θα μπορέσει να πουλήσει αυτές τις μονάδες του P για 15 ουγγιές την καθεμία, εξασφαλίζοντας συνολικό χρηματικό εισόδημα 150 ουγγιών.
He knows, because of his technological knowledge, that he can transform these units of co-operating factors X, Y, and Z, into 10 units of a final product P. (The various “units,” of course, are purely physical units of the various goods and are therefore completely incommensurable with one another.) He estimates that he will be able to sell these units of P for 15 ounces each, a total money income of 150 ounces.
Από την άλλη πλευρά, βλέπει ότι θα μπορούσε να πουλήσει —ή να μεταπωλήσει— τους συντελεστές απευθείας έναντι χρήματος, χωρίς να τους μετασχηματίσει ο ίδιος σε P, ως εξής:
On the other hand, he sees that he could sell (or resell) the factors directly for money, without himself transforming them into P, as follows:
Το συνολικό χρηματικό εισόδημά του από την απευθείας και χωριστή πώληση του αποθέματος κάθε παραγωγικού αγαθού είναι 129 ουγγιές. Ωστόσο, ο Robertson πρέπει επίσης να λάβει υπόψη τις χρηματικές δαπάνες στις οποίες θα έπρεπε να προβεί για την αγορά υπηρεσιών εργασίας που θα βοηθούσαν σε αυτόν τον μετασχηματισμό. Σε μια ελεύθερη οικονομία, δεν μπορεί να κατέχει απόθεμα εργατών. Αν η δαπάνη του για υπηρεσίες εργασίας είναι μικρότερη από 21 ουγγιές, τότε τον συμφέρει να μετασχηματίσει τους συντελεστές και να πουλήσει το προϊόν P για 150 ουγγιές· αν οι απαιτούμενες δαπάνες για υπηρεσίες εργασίας είναι μεγαλύτερες από 21 ουγγιές, τότε τον συμφέρει να πουλήσει τα παραγωγικά αγαθά απευθείας έναντι χρήματος.
His total money income from the sale of the stock of each producers’ good separately and directly is 129 ounces. However, Robertson must also consider the money expenditures that he would have to make in buying labor services to help in this transformation. In a free economy, he cannot own a stock of laborers. If his expenditure on labor service is less than 21 ounces, then it will pay him to transform the factors and sell the product P for 150 ounces; if the required expenditures on laborservice are more than 21 ounces, then it will pay him to sell the producers’ goods directly for money.
Σε καθεμία από αυτές τις ενδεχόμενες πωλήσεις, ασφαλώς, συμφέρον του ιδιοκτήτη είναι να μπορέσει να πουλήσει στην υψηλότερη δυνατή τιμή, αποκομίζοντας έτσι το υψηλότερο χρηματικό εισόδημα από κάθε αγαθό.
In each one of these prospective sales, of course, it is to the owner’s interest to be able to sell at the highest possible price, thus yielding the highest money income from each good.
Ας υποθέσουμε τώρα ότι ο Robertson αποφάσισε να προχωρήσει στην παραγωγή και ότι διαθέτει πλέον στο απόθεμά του 10 μονάδες του P. Δεν υπάρχει προοπτική να εισέλθει αμέσως στην επιχειρηματική δραστηριότητα που θα χρησιμοποιούσε το P ως συντελεστή για την παραγωγή κάποιου άλλου προϊόντος. Επομένως, απομένει μόνο μία εναλλακτική σε αυτόν τον ιδιοκτήτη —να πουλήσει το προϊόν έναντι χρήματος, στην υψηλότερη τιμή που μπορεί να εξασφαλίσει. Ωστόσο, στις περιπτώσεις όπου το P είναι διαρκές, εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να αναβάλει την πώληση, αν πιστεύει ότι η χρηματική τιμή του θα είναι υψηλότερη στο μέλλον και υπό την προϋπόθεση ότι η υψηλότερη τιμή θα καλύπτει το μειονέκτημα που έχει για αυτόν η αναμονή —τη χρονική προτίμησή του— και τα έξοδα αποθήκευσης του P έως ότου πραγματοποιηθεί η πώληση.
Suppose, now, that Robertson had decided to go ahead with the production and that he now has in his stock 10 units of P. There is no prospect of his immediately going into the business that would make use of P as a factor in making another product. Therefore, there is only one alternative left to this owner—to sell the product for money, for the highest price that he can acquire. However, in those cases where P is durable, he still has the option of holding off the sale if he believes that its money price in the future will be higher, and provided that the higher price will cover the disadvantage to him of waiting (his time preference) and the expenses of storing P until the sale is made.
Ο ιδιοκτήτης ενός παραγωγικού αγαθού, είτε αυτό αποτελεί για τον ίδιο προϊόν είτε συντελεστή, μπορεί να το εκμισθώσει αν δεν πουλήσει ολόκληρο το αγαθό. Για να είναι αυτό εφικτό, ασφαλώς, το αγαθό θα πρέπει να είναι σχετικά διαρκές. Και εδώ, όπως στην περίπτωση ενός καταναλωτικού αγαθού, ο ιδιοκτήτης θα αποφασίσει αν θα πουλήσει το αγαθό με πλήρη μεταβίβαση της κυριότητάς του ή θα εκμισθώσει τις υπηρεσίες του για ορισμένο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την κρίση του για το ποια εναλλακτική θα του αποφέρει το υψηλότερο χρηματικό εισόδημα —ακριβέστερα, την υψηλότερη παρούσα αξία.
The owner of a producers’ good, whether a product to him or a factor, may rent it out if he does not sell the entire good. In order for this to be feasible, of course, the good would have to be relatively durable. Here again, as in the case of a consumers’ good, the owner will decide on outright sale of the good or hiring out of its services over a period of time in accordance with his judgment of which alternative will yield him the highest money income (precisely, the highest present value).
Αναλύσαμε, επομένως, τις πράξεις ενός ιδιοκτήτη αποθέματος καταναλωτικών ή παραγωγικών αγαθών στην προσπάθειά του να επιτύχει τους σκοπούς στους οποίους αποδίδει τη μεγαλύτερη αξία, δηλαδή να μεγιστοποιήσει το ψυχικό εισόδημά του. Οι μη ανταλλάξιμοι παράγοντες θα έχουν γενικά αμελητέα σημασία για αυτόν, αφού είχαν ήδη συνυπολογιστεί όταν πραγματοποιήθηκε η επένδυση σε αυτά τα αγαθά. Αν αφήσουμε κατά μέρος την αξία που έχει για ορισμένους ιδιοκτήτες το διαρκές καταναλωτικό αγαθό σε άμεση χρήση, σκοπός των ιδιοκτητών θα είναι να μεγιστοποιήσουν το χρηματικό εισόδημά τους από το απόθεμα του αγαθού. Εφόσον το χρηματικό εισόδημα από την πώληση ενός αγαθού είναι η χρηματική τιμή του αγαθού επί την πωλούμενη ποσότητα, αυτό σημαίνει ότι οι πωλητές θα προσπαθούν να εξασφαλίσουν την υψηλότερη χρηματική τιμή για το απόθεμά τους.
We have thus analyzed the actions of an owner of a stock of consumers’ goods or of producers’ goods in attempting to attain his most highly valued ends, i.e., to maximize his psychic income. Nonexchangeable factors for him will generally be negligible in importance, since they had already been discounted when the investment in them was made. If we set aside the value of the durable consumers’ good in direct use for some owners, the aim of the owners will be to maximize their money income from the stock of the good. Since money income from sale of a good is the money price of the good multiplied by the quantity sold, this means that the sellers will try to attain the highest money price for their stock.
Σε αυτό το σημείο μπορούμε, έστω και συνοπτικά, να αρχίσουμε να απαντούμε στο ερώτημα για το οποίο δεν διαθέταμε τις αναγκαίες πληροφορίες στο κεφάλαιο 2: Δεδομένης της συμπεριφοράς του ιδιοκτήτη ενός ορισμένου αποθέματος, τι καθορίζει το μέγεθος αυτού του αποθέματος αγαθών; Είναι τώρα προφανές ότι, εκτός από την περίπτωση της προσωπικής ενέργειας, αυτά τα αγαθά πρέπει να έχουν παραχθεί προηγουμένως από κάποιον —ή να έχουν προηγουμένως βρεθεί και μετασχηματιστεί, στην περίπτωση αμιγώς φυσικών συντελεστών. Αυτή η προηγούμενη παραγωγή αναλήφθηκε είτε από τον τωρινό ιδιοκτήτη είτε από κάποιον στο παρελθόν, από τον οποίο απέκτησε, μέσω ανταλλαγής ή δωρεάς, αυτό το απόθεμα αγαθών. Η παρελθούσα επένδυση πρέπει να είχε πραγματοποιηθεί για τον λόγο που είδαμε παραπάνω: την προσδοκία μιας μελλοντικής χρηματικής απόδοσης από την επένδυση, η οποία θα αντιστάθμιζε τη θυσία της αναμονής για κατανάλωση στο μέλλον αντί στο παρόν. Αυτός ο προηγούμενος επενδυτής προσδοκούσε ότι θα μπορούσε να πουλήσει το αγαθό για χρηματικό εισόδημα μεγαλύτερο από τις χρηματικές δαπάνες στις οποίες έπρεπε να προβεί για τους συντελεστές παραγωγής του. Ως παράδειγμα, ας εξετάσουμε τον Robertson με απόθεμα 10 μονάδων του P. Πώς απέκτησε αυτό το απόθεμα; Επενδύοντας χρήμα στην αγορά των συντελεστών παραγωγής του και κατόπιν παράγοντάς το, με την ελπίδα να αποκομίσει ορισμένο καθαρό χρηματικό εισόδημα, δηλαδή με την προσδοκία ότι το χρηματικό εισόδημα από την πώληση του P θα υπερέβαινε κατά ορισμένο ποσό τις χρηματικές δαπάνες που επενδύθηκαν στους διάφορους συντελεστές. Πώς, λοιπόν, προέκυψε το προηγουμένως παραχθέν απόθεμα των συντελεστών X, Y και Z; Μέσω της ίδιας διαδικασίας. Διάφοροι επενδυτές ασχολήθηκαν με την παραγωγή αυτών των συντελεστών προσδοκώντας καθαρό χρηματικό εισόδημα από την επένδυση —συνολικό χρηματικό εισόδημα από την επένδυση μεγαλύτερο από τις συνολικές χρηματικές δαπάνες. Αυτή η επενδυτική απόφαση εξηγεί την ύπαρξη ολόκληρου του αποθέματος όλων των παραγωγικών και διαρκών καταναλωτικών αγαθών οποιασδήποτε κοινότητας σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή. Επιπλέον, το απόθεμα αμιγώς φυσικών συντελεστών αποκτήθηκε μέσω της εύρεσης και της χρησιμοποίησης προηγουμένως αχρησιμοποίητων συντελεστών σε μια παραγωγική διαδικασία από τον ιδιοκτήτη ή από κάποιο προηγούμενο πρόσωπο. Το απόθεμα του εμπορεύματος που λειτουργεί ως χρήμα ήταν, όπως εκείνο των καταναλωτικών και παραγωγικών αγαθών, αποτέλεσμα επενδυτικής απόφασης ενός επενδύοντος παραγωγού, ο οποίος προσδοκούσε ότι το χρηματικό εισόδημά του θα ήταν υψηλότερο από τη χρηματική δαπάνη του. Από την άλλη πλευρά, το απόθεμα προσωπικής ενέργειας που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο είναι εγγενές στη φύση του ως ανθρώπινου όντος.
At this point we may, at least briefly, begin to answer the question we did not have the information to answer in chapter 2: Granted the behavior of the owner of a given stock, what determines the size of that stock of goods? Now obviously, except in the case of personal energy, these goods must have been previously produced by someone (or previously found and transformed in the case of pure nature-given factors). This previous production was undertaken either by the present owner or by someone in the past, from whom he had acquired, by exchange or gift, this stock of goods. The past investment must have been made for the reason that we saw above: the expectation of a future money return from the investment, compensating for the sacrifice of waiting to consume in the future instead of the present. This previous investor expected that he would be able to sell the good for a money income greater than the money expenditures that he had to make on the factors of its production. As an example, let us take Robertson with a stock of 10 units of P. How did he acquire this stock? By investing money in buying factors of its production, and then producing it, in the hope of making a certain net money income, i.e., in the expectation that the money income from the sale of P would be greater by a certain amount than the money expenditures invested in the various factors. Now how did the previously produced stock of the factors X, Y, and Z come into existence? By the same process. Various investors engaged in the production of these factors in the expectation of a net money income from the investment (total money income from the investment greater than total money expenditures). This investment decision accounts for the existence of all the stock of all producers’ goods and durable consumers’ goods for any community at any given point in time. In addition, the stock of pure nature-given factors was acquired through the owner’s or some previous person’s finding and using previously unused factors in a production process. The stock of the money commodity was, like that of the consumers’ and producers’ goods, the result of an investment decision by an investing producer, who expected his money income to be higher than his money expenditure. On the other hand, the stock of personal energy owned by any person is inherent in his nature as a human being.
Αναλύσαμε, επομένως, κάθε τύπο ανταλλάξιμου πόρου που μπορεί να διαθέτει ένα πρόσωπο, τι διέπει τη χρησιμοποίησή τους από αυτό προκειμένου να μεγιστοποιήσει το ψυχικό εισόδημά του και σε ποιον βαθμό αυτή η μεγιστοποίηση περιλαμβάνει προσπάθεια μεγιστοποίησης του χρηματικού εισοδήματος από τον πόρο. Αναλύοντας τους προσδιοριστικούς παράγοντες του χρηματικού εισοδήματος από οποιαδήποτε πώληση, είδαμε ότι αυτοί είναι η ποσότητα και η χρηματική τιμή, και μόλις είδαμε πώς μπορούν να εξηγηθούν οι ποσότητες που περιλαμβάνονται στο «δεδομένο απόθεμα» οποιουδήποτε αγαθού. Εκείνο που απομένει ακόμη ανεξήγητο είναι οι χρηματικές τιμές. Το μόνο που γνωρίζουμε γι’ αυτές έως τώρα είναι ότι ο πωλητής οποιουδήποτε αγαθού —καταναλωτικού ή παραγωγικού αγαθού ή υπηρεσίας εργασίας— επιθυμεί να το πουλήσει σε όσο το δυνατόν υψηλότερη χρηματική τιμή. Τα μη ανταλλάξιμα αγαθά στην κλίμακα αξιών του ιδιοκτήτη μπορεί να τροποποιούν αυτόν τον κανόνα, αλλά γενικά αυτές οι τροποποιήσεις θα είναι σημαντικές μόνο για τους πωλητές υπηρεσιών εργασίας.
We have thus analyzed each type of exchangeable resource that a person may have, what governs his use of them in order to maximize his psychic income, and to what extent such maximization involves attempted maximization of money income from the resource. In analyzing the determinants of the money income from any sale, we have seen that they are the quantity and the money price, and we have just seen how the quantities involved in the “given stock” of any good can be accounted for. What yet remains unaccounted for is the money prices. All we know about them so far is that the seller of any good—consumers’ or producers’ good or labor service—wishes to sell it for as high a money price as possible. Nonexchangeable goods on the owner’s value scale may modify this rule, but generally these modifications will be important only for sellers of labor services.
Μέχρι τώρα εξετάζαμε τον άνθρωπο ως εκείνον που κατανέμει ή πωλεί ένα δεδομένο αγαθό. Τι συμβαίνει με τον άνθρωπο ως αγοραστή ενός αγαθού; Εδώ θυμόμαστε τη συζήτηση στα πρώτα μέρη αυτού του κεφαλαίου. Ως αγοραστής, χρησιμοποιεί χρήμα για επενδυτικές και καταναλωτικές δαπάνες. Στη συζήτησή μας για τις καταναλωτικές δαπάνες ενός ατόμου, είδαμε ότι αυτός αποφάσιζε σχετικά με αυτές εξετάζοντας τα αγαθά που μπορούσε να αγοράσει με μία μονάδα χρήματος. Τι καθορίζει όμως ποια θα είναι αυτά τα αγαθά; Πόσα αυγά, καπέλα, βούτυρο κ.λπ. μπορούν να αγοραστούν με μία ουγγιά χρήματος; Αυτό μπορεί να καθοριστεί μόνο από τη χρηματική τιμή που θα έπρεπε να πληρώσει ο αγοραστής για το αγαθό. Αν ένας άνθρωπος μπορεί να αγοράσει αυγά προς 1/10 της ουγγιάς ανά δωδεκάδα, τότε τα αυγά που μπορούν να αγοραστούν με μία ουγγιά είναι 10 δωδεκάδες. Είναι τώρα προφανές ότι ο άνθρωπος, με την ιδιότητά του ως αγοραστή καταναλωτικών αγαθών έναντι χρήματος, θα επιδιώκει να αγοράζει κάθε συγκεκριμένο αγαθό στη χαμηλότερη δυνατή χρηματική τιμή. Για έναν άνθρωπο που κατέχει χρήμα και επιδιώκει να αγοράσει καταναλωτικά αγαθά, είναι σαφές ότι όσο χαμηλότερες είναι οι χρηματικές τιμές των αγαθών που επιδιώκει να αγοράσει τόσο μεγαλύτερο είναι το ψυχικό εισόδημά του· διότι όσο περισσότερα αγαθά μπορεί να αγοράσει τόσο περισσότερες χρήσεις μπορεί να εξυπηρετήσει με την ίδια ποσότητα χρήματος. Ο αγοραστής θα επιδιώκει, επομένως, τις χαμηλότερες χρηματικές τιμές για τα αγαθά που αγοράζει.
We have so far been considering man as the allocator, or seller, of a given good. What of man as a buyer of a good? (And here we recall the discussion in the early parts of this chapter.) As a buyer, he uses money for investment expenditures and for consumption expenditures. In our discussion of an individual’s consumption expenditures, we saw that he decided on them upon considering a “unit’s worth” of goods. But what determines what his unit’s worth shall be? What is an ounce of money’s worth of eggs, or hats, or butter, etc.? This can be determined only by the money price that the buyer would have to pay for the good. If a man can buy eggs at /10 of an ounce per dozen, then one ounce’s worth of eggs is 10 dozen. Now it is obvious that man, in his capacity as a buyer of consumers’ goods with money, will seek to buy each particular good at the lowest money price possible. For a man who owns money and seeks to buy consumers’ goods, it is clear that the lower the money prices of the goods he seeks to buy, the greater is his psychic income; for the more goods he can buy, the more uses he can make with the same amount of his money. The buyer will therefore seek the lowest money prices for the goods he buys.
Έτσι, ceteris paribus, το ψυχικό εισόδημα του ανθρώπου ως πωλητή έναντι χρήματος μεγιστοποιείται με την πώληση του αγαθού στην υψηλότερη χρηματική τιμή που μπορεί να εξασφαλιστεί· το ψυχικό εισόδημα του ανθρώπου ως αγοραστή με χρήμα μεγιστοποιείται με την αγορά του αγαθού στη χαμηλότερη χρηματική τιμή που μπορεί να εξασφαλιστεί.
Thus, ceteris paribus, the psychic income of man as a seller for money is maximized by selling the good at the highest money price obtainable; the psychic income of man as a buyer with money is maximized by buying the good for the lowest money price obtainable.
Ας συνοψίσουμε τώρα τα αποτελέσματα της ανάλυσης αυτού του κεφαλαίου. Είδαμε πώς το κοινό μέσο ανταλλαγής αναδύεται στην αγορά από την άμεση ανταλλαγή· επισημάναμε τη διάρθρωση των ανταλλαγών με χρήμα και έναντι χρήματος σε μια οικονομία έμμεσης ανταλλαγής· περιγράψαμε πώς κάθε άτομο παρουσιάζει μια διάρθρωση χρηματικού εισοδήματος και χρηματικών δαπανών. Κατόπιν διερευνήσαμε τι περιλαμβάνει η μεγιστοποίηση του ψυχικού εισοδήματος σε μια χρηματική οικονομία, πώς αυτή η αρχή διέπει τις πράξεις των ανθρώπων στις διάφορες λειτουργίες τους —ως ιδιοκτητών διαφορετικών τύπων πόρων και ως εργαζομένων ή επενδυτών. Είδαμε σε ποιον βαθμό μια τέτοια επιδίωξη των σκοπών με την υψηλότερη αξία περιλαμβάνει τη μεγιστοποίηση του χρηματικού εισοδήματος στις διάφορες περιπτώσεις και σε ποιον βαθμό δεν την περιλαμβάνει. Μόλις καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια μεγιστοποίηση του ψυχικού εισοδήματος οδηγεί πάντοτε τον πωλητή ενός αγαθού να επιδιώκει την υψηλότερη χρηματική τιμή γι’ αυτό και τον αγοραστή ενός αγαθού να επιδιώκει τη χαμηλότερη χρηματική τιμή, με εξαιρέσεις όπως ο εργαζόμενος που απορρίπτει μια υψηλότερη χρηματική τιμή για την εργασία του λόγω των μη ανταλλάξιμων συνθηκών που συνδέονται με την εργασία ή ο επενδυτής που απορρίπτει ένα μεγαλύτερο προσδοκώμενο εισόδημα χάριν μιας γραμμής παραγωγής που προτιμά για αυτή την ίδια. Με αυτές τις εξαιρέσεις κατά μέρος, η τήρηση του κανόνα «Αγόραζε στη φθηνότερη αγορά και πούλα στην ακριβότερη» οδηγεί στην εκπλήρωση των σκοπών με την υψηλότερη αξία για κάθε άτομο, τόσο ως καταναλωτή όσο και ως παραγωγό.
Let us now sum up the results of the analysis of this chapter. We have seen how the common medium of exchange emerges in the market out of direct exchange; we have noted the pattern of exchanges with and for money in an economy of indirect exchange; we have described how each individual has a pattern of money income and money expenditures. Then, we investigated what is involved in the maximization of psychic income in a money economy, how this principle governs the actions of people in their various functions—as owners of different types of resources and as laborers or investors. We have seen to what extent such pursuit after the most highly valued ends involves the maximization of money income in the various cases, and to what extent it does not. We have just concluded that such maximization of psychic income always leads the seller of a good to seek the highest money price for it, and the buyer of a good to seek the lowest money price, with such exceptions as the laborer who spurns a higher money price for his labor because of the nonexchangeable conditions attached to the work, or the investor who spurns a greater prospective income for a line of production that he prefers for its own sake. These exceptions aside, pursuit of the rule: “Buy on the cheapest market and sell on the dearest” leads to satisfaction of the most highly valued ends for each individual, both as a consumer and as a producer.
Μολονότι γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος προσπαθεί να μεγιστοποιήσει το ψυχικό εισόδημά του και, επομένως, το χρηματικό εισόδημά του, ceteris paribus, εξακολουθούμε να μη γνωρίζουμε σε ποια βάση καθορίζεται το χρηματικό εισόδημα που πράγματι αποκτά. Γνωρίζουμε ότι οι μη ανταλλάξιμες αξίες καθορίζονται απλώς από τις κλίμακες αξιών κάθε ατόμου. Αλλά, μολονότι γνωρίζουμε ότι, ceteris paribus, ένας άνθρωπος θα πουλήσει μια υπηρεσία ή ένα αγαθό έναντι μεγαλύτερης και όχι μικρότερης χρηματικής τιμής και εισοδήματος, δεν γνωρίζουμε ακόμη τι κάνει τις χρηματικές τιμές να είναι αυτές που είναι. Τι καθορίζει τις χρηματικές τιμές των καταναλωτικών αγαθών, των υπηρεσιών εργασίας, των κεφαλαιουχικών αγαθών, των συντελεστών που παρέχονται από τη φύση; Τι καθορίζει τη χρηματική τιμή ολόκληρου του διαρκούς αγαθού και τη χρηματική τιμή των «εκμισθωμένων» υπηρεσιών του; Και, δεδομένης της τεράστιας σημασίας της επένδυσης ως προσδιοριστικού παράγοντα του δεδομένου αποθέματος κάθε αγαθού, τι καθορίζει τη διαφορά μεταξύ του ακαθάριστου χρηματικού εισοδήματος από τα αγαθά και των χρηματικών δαπανών για τους συντελεστές που απαιτούνται για την παραγωγή τους; Μόνο η προσδοκία αυτής της διαφοράς μεταξύ του χρηματικού εισοδήματος από την πώληση του προϊόντος και της χρηματικής δαπάνης για συντελεστές είναι εκείνη που προκαλεί την επένδυση και την παραγωγή. Και ποιες είναι, αν υπάρχουν, οι σχέσεις που τείνουν να διαμορφώνονται μεταξύ των διαφόρων τιμών;
Although we know that man tries to maximize his psychic income, and therefore his money income, ceteris paribus, we still do not know on what basis the money income that he does acquire is determined. We know that the nonexchangeable values are simply determined by the value scales of each individual. But though we know that, ceteris paribus, a man will sell a service or a good for a greater rather than a lesser money price and income, we do not yet know what makes the money prices what they are. What determines the money prices of consumers’ goods, of labor services, of capital goods, of nature-given factors? What determines the money price of the entire durable good and the money price of the “hired-out” services? And, with the enormous importance of investment as the determinant of the given stock of every good, what determines the spread between gross money income from goods and the money expenditures on the factors needed to produce them? It is only the anticipation of this spread between money income from the sale of the product, and money expenditure on factors, that brings about investment and production. And what, if any, are the relations that tend to be established among the various prices?
Για να το θέσουμε διαφορετικά, κάθε ανθρώπινη δράση χρησιμοποιεί σπάνιους πόρους επιχειρώντας να επιτύχει τους υψηλότερα αξιολογούμενους από τους σκοπούς που δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί, δηλαδή να μεγιστοποιήσει το ψυχικό εισόδημα. Είδαμε πώς αυτό πραγματοποιείται από άτομα σε απομόνωση και από άτομα σε άμεση ανταλλαγή —μολονότι αυτές οι καταστάσεις μπορούν να υπάρξουν μόνο σε εξαιρετικά περιορισμένη έκταση. Είδαμε πώς πραγματοποιείται, σε ασύγκριτα μεγαλύτερη κλίμακα, στη χρηματική οικονομία· και είδαμε ότι οι συγκεκριμένες συνιστώσες της μεγιστοποίησης του ψυχικού εισοδήματος στη χρηματική οικονομία είναι, σε τελική ανάλυση, οι μη ανταλλάξιμες αξίες, οι ποσότητες αγαθών στο απόθεμα και οι χρηματικές τιμές έναντι των οποίων μπορούν να ανταλλαγούν αυτά τα αγαθά στην αγορά. Εξηγήσαμε τη λειτουργία των μη ανταλλάξιμων αξιών και υποδείξαμε πολύ συνοπτικά πώς καθορίζεται η ποσότητα του δεδομένου αποθέματος κάθε αγαθού. Πρέπει τώρα να διερευνήσουμε το κλασικό πρόβλημα της ανάλυσης της έμμεσης ανταλλαγής: τον προσδιορισμό των χρηματικών τιμών. Επιπλέον, η ανάλυση των χρηματικών τιμών θα επιτρέψει τη διερεύνηση των λόγων και των προσδιοριστικών παραγόντων της «διαφοράς» μεταξύ του αναμενόμενου ακαθάριστου χρηματικού εισοδήματος από τις πωλήσεις και της δαπάνης για συντελεστές, η οποία παρακινεί τους ανθρώπους να επενδύουν στην παραγωγή αποθέματος.
To put it differently, all human action uses scarce resources to attempt to arrive at the most highly valued of not-yetattained ends, i.e., to maximize psychic income. We have seen how this is done by individuals in isolation and by individuals in direct exchange—although these can exist only to a drastically limited extent. We have seen how it is done, on an immensely greater scale, in the money economy; and we have seen that the specific components of psychic maximization in the money economy are, ultimately, nonexchangeable values, quantities of goods in stock, and the money prices that these goods can exchange for on the market. We have explained the operations of the nonexchangeable values, and we have very briefly indicated how the quantity of the given stock of each good is determined. We have now to investigate the classic problem in the analysis of indirect exchange: the determination of money prices. The analysis of money prices, moreover, will enable investigation into the reasons for, and the determinants of, the “spread” between expected gross money income from sales and the expenditure on factors, which induces people to invest in the production of stock.
← Κεφάλαιο 2. Άμεση ΑνταλλαγήΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 4. Τιμές και Κατανάλωση →