Ανθρώπινη Δράση: Κεφάλαιο 38: Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
Ludwig von Mises · Human Action: A Treatise on Economics
Πραξεολόγος
← Κεφάλαιο 37: Ο ΙΔΙΑΖΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 39: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΟΥΣΙΩΔΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ →
Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.
Αγγλικό πρωτότυπο: Ludwig von Mises, Human Action: A Treatise on Economics, ebook του Foundation for Economic Education (FEE), 2016, ISBN 978-1-57246-086-7 — «Published under the Creative Commons Attribution 4.0 International License». Σελίδα της έκδοσης: fee.org/ebooks/human-action-by-ludwig-von-mises. Άδεια: CC BY 4.0.
Σε δείγμα 300 παραγράφων, οι 298 του ebook του FEE ήταν ίδιες λέξη προς λέξη με το κείμενο που ακολουθεί η μετάφραση. Το FEE δεν περιέχει μερικές ενότητες που προστέθηκαν σε μεταγενέστερες εκδόσεις (π.χ. «Η ηθική καταδίκη του κέρδους», «Διαφθορά», παράγραφοι για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο)· αυτές, όπως και οι σημειώσεις του μεταφραστή (ΣτΜ), εμφανίζονται μόνο στα ελληνικά. Οι υποσημειώσεις του αγγλικού κειμένου παραλείπονται· οι ελληνικές παραμένουν σύνδεσμοι προς τη σελίδα του βιβλίου. Οι πρόλογοι της ελληνικής έκδοσης και των εκδόσεων Scholar’s/4ης δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.
Στην οθόνη του κινητού τα «Αντικριστά» εμφανίζονται εναλλάξ.
Κεφάλαιο 38: Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ
↗ στη σελίδα του βιβλίουXXXVIII. THE PLACE OF ECONOMICS IN LEARNING
Οι φυσικές επιστήμες βασίζονται σε τελική ανάλυση σε γεγονότα που διαπιστώνονται μέσω εργαστηριακών πειραμάτων. Οι φυσικές και οι βιολογικές θεωρίες αντιπαραβάλλονται προς αυτά τα γεγονότα και απορρίπτονται όταν συγκρούονται μαζί τους. Τόσο η τελειοποίηση αυτών των θεωριών όσο και η βελτίωση των τεχνολογικών και θεραπευτικών μεθόδων απαιτούν περισσότερη και καλύτερη εργαστηριακή έρευνα. Αυτά τα πειραματικά εγχειρήματα απορροφούν χρόνο, επίμονη και σχολαστική προσπάθεια ειδικών και δαπανηρή χρησιμοποίηση υλικών μέσων.
Η έρευνα δεν μπορεί πλέον να διεξάγεται από μεμονωμένους και άπορους επιστήμονες, όσο ευφυείς και αν είναι. Τα πειράματα διεξάγονται σήμερα σε τεράστια εργαστήρια, τα οποία χρηματοδοτούνται από κυβερνήσεις, πανεπιστήμια, κοινωφελή ιδρύματα και μεγάλες επιχειρήσεις. Η εργασία σε αυτά τα ιδρύματα έχει εξελιχθεί σε επαγγελματική δραστηριότητα ρουτίνας. Η πλειονότητα όσων απασχολούνται σε αυτά είναι τεχνικοί που καταγράφουν τα γεγονότα τα οποία οι πρωτοπόροι —ορισμένοι από τους οποίους είναι και οι ίδιοι πειραματιστές— θα χρησιμοποιήσουν κάποια ημέρα ως δομικά στοιχεία των θεωριών τους. Όσον αφορά την πρόοδο των επιστημονικών θεωριών, τα επιτεύγματα του συνηθισμένου ερευνητή έχουν μόνο επικουρικό χαρακτήρα. Πολύ συχνά, όμως, οι ανακαλύψεις του έχουν άμεσα πρακτικά αποτελέσματα ως προς τη βελτίωση των θεραπευτικών και επιχειρηματικών μεθόδων.
THE natural sciences are ultimately based on the facts as established by laboratory experiment. Physical and biological theories are confronted with these facts, and are rejected when in conflict with them. The perfection of these theories no less than the improvement of technological and therapeutical procedures requires more and better laboratory research. These experimental ventures absorb time, painstaking effort of specialists, and costly expenditure of material. Research can no longer be conducted by isolated and penniless scientists, however ingenious. The seat of experimentation today is in the huge laboratories supported by governments, universities, endowments, and big business. Work in these institutions has developed into professional routine. The majority of those employed in it are technicians recording those facts which the pioneers, of whom some are themselves experimenters, will one day use as building stones for their theories. As far as the progress of scientific theories is concerned, the achievements of the rank-and-file researcher are only ancillary. But very often his discoveries have immediate practical results in improving the methods of therapeutics and of business.
Παραβλέποντας τη ριζική επιστημολογική διαφορά μεταξύ των φυσικών επιστημών και των επιστημών της ανθρώπινης δράσης, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι, για να προαχθεί η οικονομική γνώση, πρέπει να οργανωθεί η οικονομική έρευνα σύμφωνα με τις δοκιμασμένες μεθόδους των ινστιτούτων ιατρικής, φυσικής και χημικής έρευνας. Σημαντικά χρηματικά ποσά έχουν δαπανηθεί για αυτό που αποκαλείται οικονομική έρευνα. Στην πραγματικότητα, το αντικείμενο των εργασιών όλων αυτών των ινστιτούτων είναι η πρόσφατη οικονομική ιστορία.
Ignoring the radical epistemological difference between the natural sciences and the sciences of human action, people believe that what is needed to further economic knowledge is to organize economic research according to the well-tried methods of the institutes for medical, physical, and chemical research. Considerable sums of money have been spent for what is labeled economic research. In fact the subject matter of the work of all these institutes is recent economic history.
Η ενθάρρυνση της μελέτης της οικονομικής ιστορίας είναι ασφαλώς αξιέπαινη. Όσο διδακτικά και αν είναι τα αποτελέσματα τέτοιων μελετών, δεν πρέπει να συγχέονται με τη μελέτη της οικονομικής επιστήμης. Δεν παράγουν γεγονότα με την έννοια που χρησιμοποιείται αυτός ο όρος για τα συμβάντα που ελέγχονται μέσω εργαστηριακών πειραμάτων. Δεν παρέχουν δομικά στοιχεία για την κατασκευή a posteriori υποθέσεων και θεωρημάτων. Αντιθέτως, στερούνται νοήματος αν δεν ερμηνευθούν υπό το φως θεωριών οι οποίες αναπτύχθηκαν ανεξάρτητα από αυτά.
Δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε σε όσα αναφέρθηκαν σχετικά με αυτό το ζήτημα στα προηγούμενα κεφάλαια. Καμία αντιπαράθεση σχετικά με τα αίτια ενός ιστορικού γεγονότος δεν μπορεί να επιλυθεί βάσει μιας εξέτασης των γεγονότων η οποία δεν καθοδηγείται από συγκεκριμένες πραξεολογικές θεωρίες.1
It is certainly a laudable thing to encourage the study of economic history. However instructive the result of such studies may be, one must not confuse them with the study of economics. They do not produce facts in the sense in which this term is applied with regard to the events tested in laboratory experiments. They do not deliver bricks for the construction of a posteriori hypotheses and theorems. On the contrary, they are without meaning if not interpreted in the light of theories developed without reference to them. There is no need to add anything to what has been said in this respect in the preceding chapters. No controversy concerning the causes of a historical event can be solved on the ground of an examination of the facts which is not guided by definite praxeological theories.[1]
Η ίδρυση ινστιτούτων έρευνας για τον καρκίνο μπορεί ενδεχομένως να συμβάλει στην ανακάλυψη μεθόδων καταπολέμησης και πρόληψης αυτής της ολέθριας ασθένειας. Ένα ινστιτούτο έρευνας των οικονομικών κύκλων, όμως, δεν παρέχει καμία βοήθεια στις προσπάθειες αποτροπής της επανεμφάνισης των οικονομικών υφέσεων. Ακόμη και η ακριβέστερη και πιο αξιόπιστη συγκέντρωση όλων των δεδομένων που αφορούν τις οικονομικές υφέσεις του παρελθόντος έχει ελάχιστη χρησιμότητα για τη γνώση μας σε αυτό το πεδίο. Οι μελετητές δεν διαφωνούν ως προς αυτά τα δεδομένα· διαφωνούν ως προς τα θεωρήματα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την ερμηνεία τους.
The foundation of institutes for cancer research can possibly contribute to the discovery of methods for fighting and preventing this pernicious disease. But a business cycle research institute is of no help in endeavors to avoid the recurrence of depressions. The most exact and reliable assemblage of all the data concerning economic depressions of the past is of little use for our knowledge in this field. Scholars do not disagree with regard to these data; they disagree with regard to the theorems to be resorted to in their interpretation.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι είναι αδύνατον να συλλεχθούν τα δεδομένα που αφορούν ένα συγκεκριμένο γεγονός χωρίς αναφορά στις θεωρίες τις οποίες υιοθετεί ο ιστορικός από την ίδια την έναρξη της εργασίας του. Ο ιστορικός δεν καταγράφει όλα τα γεγονότα, αλλά μόνο εκείνα που θεωρεί συναφή βάσει των θεωριών του· παραλείπει τα δεδομένα που θεωρεί άσχετα με την ερμηνεία των γεγονότων. Αν παραπλανείται από εσφαλμένες θεωρίες, η αφήγησή του καθίσταται αδέξια και μπορεί να είναι σχεδόν άχρηστη.
Still more important is the fact that it is impossible to collect the data concerning a concrete event without reference to the theories held by the historian at the very outset of his work. The historian does not report all facts, but only those which he considers as relevant on the ground of his theories; he omits data considered irrelevant for the interpretation of the events. If he is misled by faulty theories, his report becomes clumsy and may be almost worthless.
Ακόμη και η πιστότερη εξέταση ενός κεφαλαίου της οικονομικής ιστορίας, έστω και αν πρόκειται για την ιστορία της πλέον πρόσφατης περιόδου του παρελθόντος, δεν υποκαθιστά τον οικονομικό συλλογισμό. Η οικονομική επιστήμη, όπως η λογική και τα μαθηματικά, αποτελεί ανάπτυξη αφηρημένου συλλογισμού. Δεν μπορεί ποτέ να είναι πειραματική και εμπειρική. Ο οικονομολόγος δεν χρειάζεται δαπανηρό εξοπλισμό για τη διεξαγωγή των μελετών του. Εκείνο που χρειάζεται είναι η ικανότητα να σκέπτεται με σαφήνεια και να διακρίνει, μέσα στη χαώδη πληθώρα των γεγονότων, το ουσιώδες από το απλώς συμπτωματικό.
Even the most faithful examination of a chapter of economic history, though it be the history of the most recent period of the past, is no substitute for economic thinking. Economics, like logic and mathematics, is a display of abstract reasoning. Economics can never be experimental and empirical. The economist does not need an expensive apparatus for the conduct of his studies. What he needs is the power to think clearly and to discern in the wilderness of events what is essential from what is merely accidental.
Δεν υπάρχει σύγκρουση μεταξύ οικονομικής ιστορίας και οικονομικής επιστήμης. Κάθε κλάδος της γνώσης έχει τη δική του αξία και τα δικά του δικαιώματα. Οι οικονομολόγοι δεν επιχείρησαν ποτέ να υποτιμήσουν ή να αρνηθούν τη σημασία της οικονομικής ιστορίας. Ούτε οι πραγματικοί ιστορικοί αντιτίθενται στη μελέτη της οικονομικής επιστήμης.
Η αντιπαλότητα δημιουργήθηκε σκόπιμα από τους σοσιαλιστές και τους παρεμβατιστές, οι οποίοι δεν μπορούσαν να ανασκευάσουν τις αντιρρήσεις που προέβαλαν οι οικονομολόγοι κατά των θεωριών τους. Η Ιστορική Σχολή και οι θεσμιστές επιχείρησαν να εκτοπίσουν την οικονομική επιστήμη και να την αντικαταστήσουν με «εμπειρικές» μελέτες, ακριβώς επειδή επιθυμούσαν να φιμώσουν τους οικονομολόγους. Η οικονομική ιστορία, όπως τη σχεδίαζαν, αποτελούσε μέσο καταστροφής του κύρους της οικονομικής επιστήμης και προπαγάνδας υπέρ του παρεμβατισμού.
There is no conflict between economic history and economics. Every branch of knowledge has its own merits and its own rights. Economists have never tried to belittle or deny the significance of economic history. Neither do real historians object to the study of economics. The antagonism was intentionally called into being by the socialists and interventionists who could not refute the objections raised against their doctrines by the economists. The Historical School and the Institutionalists tried to displace economics and to substitute “empirical” studies for it precisely because they wanted to silence the economists. Economic history, as they planned it, was a means of destroying the prestige of economics and of propagandizing for interventionism.
Οι πρώτοι οικονομολόγοι αφοσιώθηκαν στη μελέτη των προβλημάτων της οικονομικής επιστήμης. Μέσω των διαλέξεων και των βιβλίων τους επιδίωκαν να γνωστοποιήσουν στους συμπολίτες τους τα αποτελέσματα της σκέψης τους. Προσπαθούσαν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη, ώστε να επικρατήσουν ορθές πολιτικές κατά τη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων. Δεν αντιλήφθηκαν ποτέ την οικονομική επιστήμη ως επάγγελμα.
The early economists devoted themselves to the study of the problems of economics. In lecturing and writing books they were eager to communicate to their fellow citizens the results of their thinking. They tried to influence public opinion in order to make sound policies prevail in the conduct of civic affairs. They never conceived of economics as a profession.
Η ανάπτυξη του επαγγέλματος του οικονομολόγου αποτελεί απόρροια του παρεμβατισμού. Ο επαγγελματίας οικονομολόγος είναι ο ειδικός που συμβάλλει στη διαμόρφωση διαφόρων μέτρων κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις. Είναι εμπειρογνώμονας στο πεδίο της οικονομικής νομοθεσίας, η οποία σήμερα αποβλέπει απαρέγκλιτα στην παρεμπόδιση της λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς.
The development of a profession of economists is an offshoot of interventionism. The professional economist is the specialist who is instrumental in designing various measures of government interference with business. He is an expert in the field of economic legislation, which today invariably aims at hindering the operation of the unhampered market economy.
Χιλιάδες επί χιλιάδων τέτοιοι επαγγελματίες ειδικοί απασχολούνται στις υπηρεσίες των κυβερνήσεων, των διαφόρων πολιτικών κομμάτων και των ομάδων πίεσης, καθώς και στις συντακτικές υπηρεσίες των κομματικών εφημερίδων και των περιοδικών των ομάδων πίεσης. Άλλοι απασχολούνται ως σύμβουλοι επιχειρήσεων ή διευθύνουν ανεξάρτητες συμβουλευτικές υπηρεσίες. Ορισμένοι έχουν αποκτήσει πανεθνική ή ακόμη και παγκόσμια φήμη· πολλοί συγκαταλέγονται μεταξύ των ανθρώπων που ασκούν τη μεγαλύτερη επιρροή στη χώρα τους.
Συμβαίνει συχνά να καλούνται τέτοιοι εμπειρογνώμονες να διευθύνουν τις υποθέσεις μεγάλων τραπεζών και εταιρειών, να εκλέγονται στη νομοθετική εξουσία και να διορίζονται υπουργοί. Ανταγωνίζονται το νομικό επάγγελμα ως προς την ανώτατη διεύθυνση των πολιτικών υποθέσεων. Ο εξέχων ρόλος που διαδραματίζουν αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματα της εποχής μας, της εποχής του παρεμβατισμού.
There are thousands and thousands of such professional experts busy in the bureaus of the governments and of the various political parties and pressure groups and in the editorial offices of party newspapers and pressure group periodicals. Others are employed as advisers by business or run independent agencies. Some of them have nation-wide or even worldwide reputations; many are among the most influential men of their country. It often happens that such experts are called to direct the affairs of big banks and corporations, are elected into the legislature, and are appointed as cabinet ministers. They rival the legal profession in the supreme conduct of political affairs. The eminent role they play is one of the most characteristic features of our age of interventionism.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μια τάξη ανθρώπων που ασκεί τόσο κυρίαρχη επιρροή περιλαμβάνει εξαιρετικά προικισμένα άτομα, ακόμη και ορισμένους από τους σημαντικότερους ανθρώπους της εποχής μας. Η φιλοσοφία, όμως, που καθοδηγεί τις δραστηριότητές τους περιορίζει τον ορίζοντά τους. Λόγω της σύνδεσής τους με συγκεκριμένα κόμματα και ομάδες πίεσης που επιδιώκουν να αποκτήσουν ειδικά προνόμια, καθίστανται μονομερείς. Κλείνουν τα μάτια τους στις απώτερες συνέπειες των πολιτικών που υποστηρίζουν. Για αυτούς δεν έχει σημασία τίποτε πέρα από τα βραχυχρόνια συμφέροντα της ομάδας την οποία υπηρετούν.
Απώτατος σκοπός των προσπαθειών τους είναι να ευημερούν οι πελάτες τους εις βάρος άλλων ανθρώπων. Προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι η μοίρα της ανθρωπότητας συμπίπτει με τα βραχυχρόνια συμφέροντα της ομάδας τους. Επιχειρούν να πωλήσουν αυτή την ιδέα στο κοινό. Αγωνιζόμενοι για υψηλότερη τιμή του αργύρου, του σιταριού ή της ζάχαρης, για υψηλότερους μισθούς των μελών του συνδικάτου τους ή για την επιβολή δασμού σε φθηνότερα ξένα προϊόντα, ισχυρίζονται ότι αγωνίζονται για το υπέρτατο αγαθό, για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, για την άνθηση του έθνους τους και για τον πολιτισμό.
There can be no doubt that a class of men who are so preponderant includes extremely talented individuals, even the most eminent men of our age. But the philosophy that guides their activities narrows their horizon. By virtue of their connection with definite parties and pressure groups, eager to acquire special privileges, they become one-sided. They shut their eyes to the remoter consequences of the policies they are advocating. With them nothing counts but the short-run concerns of the group they are serving. The ultimate aim of their efforts is to make their clients prosper at the expense of other people. They are intent upon convincing themselves that the fate of mankind coincides with the short-run interests of their group. They try to sell this idea to the public. In fighting for a higher price of silver, of wheat, or of sugar, for higher wages for the members of their union, or for a tariff on cheaper foreign products, they claim to be fighting for the supreme good, for liberty and justice, for their nation’s flowering, and for civilization.
Το κοινό αντιμετωπίζει με δυσπιστία τους εκπροσώπους των οργανωμένων συμφερόντων και τους κατηγορεί για τα θλιβερά γνωρίσματα της παρεμβατικής νομοθεσίας. Η εστία του κακού, όμως, βρίσκεται πολύ βαθύτερα. Η φιλοσοφία των διαφόρων ομάδων πίεσης έχει διεισδύσει στα νομοθετικά σώματα. Στα σημερινά κοινοβούλια υπάρχουν εκπρόσωποι των σιτοπαραγωγών, των κτηνοτρόφων, των αγροτικών συνεταιρισμών, των παραγωγών αργύρου, των διαφόρων εργατικών συνδικάτων, των βιομηχανιών που δεν μπορούν να αντέξουν τον ξένο ανταγωνισμό χωρίς δασμούς και πολλών άλλων ομάδων πίεσης. Ελάχιστοι είναι εκείνοι για τους οποίους το έθνος έχει μεγαλύτερη σημασία από τη δική τους ομάδα πίεσης.
Το ίδιο ισχύει για τα υπουργεία και τις υπηρεσίες της διοίκησης. Ο υπουργός Γεωργίας θεωρεί τον εαυτό του υπέρμαχο των συμφερόντων της γεωργίας· πρωταρχικός σκοπός του είναι να προκαλέσει απότομη άνοδο των τιμών των τροφίμων. Ο υπουργός Εργασίας θεωρεί τον εαυτό του υπερασπιστή των εργατικών συνδικάτων· κύριος σκοπός του είναι να καταστήσει τα συνδικάτα όσο το δυνατόν ισχυρότερα. Κάθε υπουργείο ακολουθεί τη δική του πορεία και αντιστρατεύεται τις προσπάθειες των άλλων υπουργείων.
The public looks askance upon the lobbyists and blames them for the dismal features of interventionist legislation. However, the seat of the evil is much deeper. The philosophy of the various pressure groups has penetrated the legislative bodies. There are in the present-day parliaments representatives of wheat growers, of cattle breeders, of farmers’ cooperatives, of silver, of the various labor unions, of industries which cannot stand foreign competition without tariffs, and of many other pressure groups. There are few for whom the nation counts more than their pressure group. The same holds true for the departments of the administration. The cabinet minister of agriculture considers himself the champion of the interests of farming; his main objective is to make food prices soar. The minister of labor considers himself the advocate of labor unions; his foremost aim is to make the unions as formidable as possible. Each department follows its own course and works against the endeavors of the other departments.
Πολλοί άνθρωποι διαμαρτύρονται σήμερα για την απουσία δημιουργικής πολιτικής ηγεσίας. Υπό την κυριαρχία, όμως, των παρεμβατικών ιδεών, η πολιτική σταδιοδρομία είναι ανοικτή μόνο σε ανθρώπους που ταυτίζονται με τα συμφέροντα κάποιας ομάδας πίεσης. Η νοοτροπία ενός συνδικαλιστή ηγέτη ή ενός γραμματέα αγροτικών ενώσεων δεν είναι εκείνη που απαιτείται από έναν διορατικό πολιτικό ηγέτη. Η εξυπηρέτηση των βραχυχρόνιων συμφερόντων μιας ομάδας πίεσης δεν ευνοεί την ανάπτυξη των ιδιοτήτων που δημιουργούν έναν μεγάλο πολιτικό.
Η πολιτική ηγεσία αποτελεί απαρέγκλιτα μακροχρόνια πολιτική· οι ομάδες πίεσης, όμως, αδιαφορούν για το μακροπρόθεσμο μέλλον. Η αξιοθρήνητη αποτυχία του γερμανικού συστήματος της Βαϊμάρης και της Τρίτης Δημοκρατίας στη Γαλλία οφειλόταν πρωτίστως στο γεγονός ότι οι πολιτικοί τους ήταν απλώς ειδικοί στα συμφέροντα των ομάδων πίεσης.
Many people complain today about the lack of creative statesmanship. However, under the predominance of interventionist ideas, a political career is open only to men who identify themselves with the interests of a pressure group. The mentality of a union leader or of a secretary of farmers’ associations is not what is required for a far-sighted statesman. Service to the short-run interests of a pressure group is not conducive to the development of those qualities which make a great statesman. Statesmanship is invariably long-run policy; but pressure groups do not bother about the long run. The lamentable failure of the German Weimar system and of the Third Republic in France was primarily due to the fact that their politicians were merely experts in pressure group interests.
Όταν οι επιχειρηματίες έμαθαν τελικά ότι η οικονομική άνθηση που δημιουργείται μέσω της πιστωτικής επέκτασης δεν μπορεί να διαρκέσει και πρέπει αναγκαστικά να οδηγήσει σε ύφεση, αντιλήφθηκαν ότι ήταν σημαντικό να γνωρίζουν εγκαίρως την ημερομηνία της ανατροπής. Στράφηκαν στους οικονομολόγους για συμβουλές.
When the businessmen finally learned that the boom created by credit expansion cannot last and must necessarily lead to a slump, they realized that it was important for them to know in time the date of the break. They turned to the economists for advice.
Ο οικονομολόγος γνωρίζει ότι μια τέτοια οικονομική άνθηση πρέπει να καταλήξει σε ύφεση. Δεν γνωρίζει, όμως, και δεν μπορεί να γνωρίζει πότε θα εμφανιστεί η κρίση. Αυτό εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περίπτωσης. Πολλά πολιτικά γεγονότα μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχουν κανόνες σύμφωνα με τους οποίους θα μπορούσε να υπολογιστεί η διάρκεια της οικονομικής άνθησης ή της ύφεσης που ακολουθεί.
Ακόμη και αν υπήρχαν τέτοιοι κανόνες, δεν θα είχαν καμία χρησιμότητα για τους επιχειρηματίες. Εκείνο που χρειάζεται ο μεμονωμένος επιχειρηματίας για να αποφύγει τις ζημίες είναι η γνώση της ημερομηνίας του σημείου αναστροφής, σε χρόνο κατά τον οποίο οι άλλοι επιχειρηματίες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η κατάρρευση βρίσκεται πιο μακριά από όσο πράγματι βρίσκεται. Τότε η ανώτερη γνώση του θα του δώσει τη δυνατότητα να οργανώσει τις δραστηριότητές του κατά τρόπο ώστε να εξέλθει αλώβητος.
Αν, όμως, το τέλος της οικονομικής άνθησης μπορούσε να υπολογιστεί βάσει κάποιου μαθηματικού τύπου, όλοι οι επιχειρηματίες θα μάθαιναν την ημερομηνία ταυτόχρονα. Οι προσπάθειές τους να προσαρμόσουν τη διεξαγωγή των υποθέσεών τους σε αυτή την πληροφορία θα προκαλούσαν αμέσως την εμφάνιση όλων των φαινομένων της ύφεσης. Θα ήταν πλέον πολύ αργά για οποιονδήποτε από αυτούς να αποφύγει να καταστεί θύμα της.
The economist knows that the boom must result in a depression. But he does not and cannot know when the crisis will appear. This depends on the special conditions of each case. Many political events can influence the outcome. There are no rules according to which the duration of the boom or of the following depression can be computed. And even if such rules were available, they would be of no use to businessmen. What the individual businessman needs in order to avoid losses is knowledge about the date of the turning point at a time when other businessmen still believe that the crash is farther away than is really the case. Then his superior knowledge will give him the opportunity to arrange his own operations in such a way as to come out unharmed. But if the end of the boom could be calculated according to a formula, all businessmen would learn the date at the same time. Their endeavors to adjust their conduct of affairs to this information would immediately result in the appearance of all the phenomena of the depression. It would be too late for any of them to avoid being victimized.
Αν ήταν δυνατόν να υπολογιστεί η μελλοντική κατάσταση της αγοράς, το μέλλον δεν θα ήταν αβέβαιο. Δεν θα υπήρχαν ούτε επιχειρηματικά κέρδη ούτε επιχειρηματικές ζημίες. Αυτό που αναμένουν οι άνθρωποι από τους οικονομολόγους υπερβαίνει τις δυνατότητες κάθε θνητού ανθρώπου.
If it were possible to calculate the future structure of the market, the future would not be uncertain. There would be neither entrepreneurial loss nor profit. What people expect from the economists is beyond the power of any mortal man.
Η ίδια η ιδέα ότι το μέλλον είναι προβλέψιμο, ότι κάποιοι μαθηματικοί τύποι θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν την ειδική κατανόηση που αποτελεί την ουσία της επιχειρηματικής δραστηριότητας και ότι η εξοικείωση με αυτούς τους τύπους θα μπορούσε να επιτρέψει στον καθένα να αναλάβει τη διεξαγωγή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων αποτελεί, βεβαίως, απόρροια ολόκληρου του πλέγματος πλανών και εσφαλμένων αντιλήψεων που βρίσκονται στη βάση των σημερινών αντικαπιταλιστικών πολιτικών.
Σε ολόκληρο το σώμα της αποκαλούμενης μαρξικής φιλοσοφίας δεν υπάρχει ούτε η ελάχιστη αναφορά στο γεγονός ότι κύριο καθήκον της δράσης είναι η πρόβλεψη των γεγονότων ενός αβέβαιου μέλλοντος. Το γεγονός ότι σήμερα ο όρος «κερδοσκόπος» χρησιμοποιείται αποκλειστικά με απαξιωτική συνδήλωση καταδεικνύει σαφώς ότι οι σύγχρονοί μας δεν υποψιάζονται καν σε τι συνίσταται το θεμελιώδες πρόβλημα της δράσης.
The very idea that the future is predictable, that some formulas could be substituted for the specific understanding which is the essence of entrepreneurial activity, and that familiarity with these formulas could make it possible for anybody to take over the conduct of business is, of course, an outgrowth of the whole complex of fallacies and misconceptions which are at the bottom of present-day anticapitalistic policies. There is in the whole body of what is called the Marxian philosophy not the slightest reference to the fact that the main task of action is to provide for the events of an uncertain future. The fact that the terms promoter and speculator are today used only with an opprobrious connotation clearly shows that our contemporaries do not even suspect in what the fundamental problem of action consists.
Η επιχειρηματική κρίση δεν μπορεί να αγοραστεί στην αγορά. Η επιχειρηματική ιδέα που ευδοκιμεί και αποφέρει κέρδος είναι ακριβώς εκείνη η ιδέα την οποία δεν συνέλαβε η πλειονότητα. Δεν είναι η ορθή πρόβλεψη καθαυτή εκείνη που αποφέρει κέρδη, αλλά η πρόβλεψη που είναι καλύτερη από εκείνη των υπολοίπων. Το έπαθλο περιέρχεται μόνο στους διαφωνούντες, οι οποίοι δεν επιτρέπουν να παραπλανηθούν από τα σφάλματα που γίνονται αποδεκτά από το πλήθος. Εκείνο που δημιουργεί τα κέρδη είναι η μέριμνα για μελλοντικές ανάγκες για τις οποίες οι άλλοι αμέλησαν να μεριμνήσουν επαρκώς.
Entrepreneurial judgment is one of those things that cannot be bought on the market. The entrepreneurial idea that carries on and brings profit is precisely that idea which did not occur to the majority. It is not correct foresight as such that yields profits, but foresight better than that of the rest. The prize goes only to those dissenters who do not let themselves be misled by the errors accepted by the multitude. What makes profits emerge is the provision for future needs for which others have neglected to make adequate provision.
Οι επιχειρηματίες και οι κεφαλαιούχοι θέτουν σε κίνδυνο τη δική τους υλική ευημερία όταν είναι πλήρως πεπεισμένοι για την ορθότητα των σχεδίων τους. Δεν θα τολμούσαν ποτέ να πάρουν στα χέρια τους την οικονομική τους μοίρα απλώς και μόνο επειδή κάποιος ειδικός τούς συμβούλεψε να το πράξουν. Οι αμαθείς άνθρωποι που δραστηριοποιούνται στα χρηματιστήρια αξιών και εμπορευμάτων βάσει εμπιστευτικών υποδείξεων είναι καταδικασμένοι να χάσουν τα χρήματά τους, από οποιαδήποτε πηγή και αν απέκτησαν την έμπνευση και τις «εσωτερικές» πληροφορίες τους.
Entrepreneurs and capitalists expose their own material well-being if they are fully convinced of the soundness of their plans. They would never venture to take their economic life into their hands because an expert advised them to do so. Those ignorant people who operate on the stock and commodity exchanges according to tips are destined to lose their money, from whatever source they may have got their inspiration and “inside” information.
Στην πραγματικότητα, οι συνετοί επιχειρηματίες έχουν πλήρη επίγνωση της αβεβαιότητας του μέλλοντος. Αντιλαμβάνονται ότι οι οικονομολόγοι δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τα μελλοντικά γεγονότα και ότι το μόνο που προσφέρουν είναι ερμηνείες στατιστικών δεδομένων που αναφέρονται στο παρελθόν. Για τους κεφαλαιούχους και τους επιχειρηματίες, οι απόψεις των οικονομολόγων για το μέλλον έχουν απλώς την αξία αμφίβολων εικασιών. Είναι δύσπιστοι και δεν εξαπατώνται εύκολα. Επειδή, όμως, πιστεύουν πολύ ορθά ότι είναι χρήσιμο να γνωρίζουν όλα τα δεδομένα που ενδέχεται να έχουν οποιαδήποτε σημασία για τις υποθέσεις τους, γίνονται συνδρομητές εφημερίδων και περιοδικών που δημοσιεύουν προβλέψεις. Επιθυμώντας να μην παραμελήσουν καμία διαθέσιμη πηγή πληροφόρησης, οι μεγάλες επιχειρήσεις απασχολούν ομάδες οικονομολόγων και στατιστικολόγων.
In fact both the economists and the businessmen are fully aware of the uncertainty of the future. The businessmen realize that the economists do not dispense any reliable information about things to come and that all that they provide is interpretation of statistical data referring to the past. For the capitalists and entrepreneurs the economists’ opinions about the future count only as questionable conjectures. They are skeptical and not easily fooled. But as they quite correctly believe that it is useful to know all the data which could possibly have any relevance for their affairs, they subscribe to the newspapers and periodicals publishing the forecasts. Anxious not to neglect any source of information available, big business employs staffs of economists and statisticians.
Η επιχειρηματική πρόβλεψη αποτυγχάνει στις μάταιες προσπάθειές της να εξαλείψει την αβεβαιότητα του μέλλοντος και να στερήσει από την επιχειρηματικότητα τον εγγενώς κερδοσκοπικό χαρακτήρα της. Παρέχει, όμως, ορισμένες υπηρεσίες μέσω της συγκέντρωσης και της ερμηνείας των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με τις οικονομικές τάσεις και τις εξελίξεις του πρόσφατου παρελθόντος.
Business forecasting fails in the vain attempts to make the uncertainty of the future disappear and to deprive entrepreneurship of its inherent speculative character. But it renders very valuable services in assembling and interpreting the available data about economic trends and developments of the recent past.
4. Η οικονομική επιστήμη και τα πανεπιστήμια
↗ στη σελίδα του βιβλίου4. Economics and the Universities
Τα πανεπιστήμια που χρηματοδοτούνται από τη φορολογία βρίσκονται υπό την κυριαρχία του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Οι αρχές επιχειρούν να διορίζουν μόνο καθηγητές που είναι διατεθειμένοι να προωθούν ιδέες τις οποίες εγκρίνουν οι ίδιες. Επειδή όλες οι μη σοσιαλιστικές κυβερνήσεις είναι σήμερα σταθερά προσηλωμένες στον παρεμβατισμό, διορίζουν μόνο παρεμβατιστές. Κατά την άποψή τους, πρώτο καθήκον του πανεπιστημίου είναι να προωθεί την επίσημη κοινωνική φιλοσοφία στη νέα γενιά.2 Δεν έχουν καμία χρήση για τους οικονομολόγους.
Tax-supported universities are under the sway of the party in power. The authorities try to appoint only professors who are ready to advance ideas of which they themselves approve. As all nonsocialist governments are today firmly committed to interventionism, they appoint only interventionists. In their opinion, the first duty of the university is to sell the official social philosophy to the rising generation.[2] They have no use for economists.
Ο παρεμβατισμός, ωστόσο, επικρατεί και σε πολλά ανεξάρτητα πανεπιστήμια.
However, interventionism prevails also at many of the independent universities.
Σύμφωνα με μια πανάρχαια παράδοση, σκοπός των πανεπιστημίων δεν είναι μόνο η διδασκαλία, αλλά και η προαγωγή της γνώσης και της επιστήμης. Καθήκον του πανεπιστημιακού δασκάλου δεν είναι απλώς να μεταδίδει στους φοιτητές το σύνολο της γνώσης που ανέπτυξαν άλλοι άνθρωποι. Αναμένεται να συμβάλλει, μέσω του δικού του έργου, στη διεύρυνση αυτού του θησαυρού. Θεωρείται πλήρες μέλος της παγκόσμιας δημοκρατίας των λογίων, καινοτόμος και πρωτοπόρος στην πορεία προς περισσότερη και καλύτερη γνώση.
Κανένα πανεπιστήμιο δεν θα παραδεχόταν ότι τα μέλη του διδακτικού προσωπικού του είναι κατώτερα από οποιονδήποτε άλλο στα αντίστοιχα γνωστικά πεδία τους. Κάθε πανεπιστημιακός καθηγητής θεωρεί τον εαυτό του ισάξιο με όλους τους άλλους κορυφαίους εκπροσώπους της επιστήμης του. Όπως οι σημαντικότεροι από αυτούς, συνεισφέρει και ο ίδιος το μερίδιό του στην πρόοδο της γνώσης.
According to an age-old tradition the objective of the universities is not only teaching, but also the promotion of knowledge and science. The duty of the university teacher is not merely to hand down to the students the complex of knowledge developed by other men. He is supposed to contribute to the enlargement of this treasure by his own work. It is assumed that he is a full-fledged member of the world-embracing republic of scholarship, an innovator and a pioneer on the road toward more and better knowledge. No university would admit that the members of its faculty are inferior to anybody in their respective fields. Every university professor considers himself equal to all other masters of his science. Like the greatest of them, he too contributes his share to the advancement of learning.
Αυτή η ιδέα της ισότητας όλων των καθηγητών είναι, βεβαίως, πλασματική. Υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ του δημιουργικού έργου μιας μεγαλοφυΐας και της μονογραφίας ενός ειδικού. Στο πεδίο, όμως, της εμπειρικής έρευνας είναι δυνατόν να διατηρηθεί αυτό το πλάσμα. Ο μεγάλος καινοτόμος και ο απλός διεκπεραιωτής εργασιών ρουτίνας χρησιμοποιούν στις έρευνές τους τις ίδιες τεχνικές μεθόδους. Οργανώνουν εργαστηριακά πειράματα ή συλλέγουν ιστορικά έγγραφα. Η εξωτερική εμφάνιση της εργασίας τους είναι η ίδια. Οι δημοσιεύσεις τους αναφέρονται στα ίδια θέματα και προβλήματα. Είναι συγκρίσιμες.
This idea of the equality of all professors is, of course, fictitious. There is an enormous difference between the creative work of the genius and the monograph of a specialist. Yet in the field of empirical research it is possible to cling to this fiction. The great innovator and the simple routinist resort in their investigations to the same technical methods of research. They arrange laboratory experiments or collect historical documents. The outward appearance of their work is the same. Their publications refer to the same subjects and problems. They are commensurable.
Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική στις θεωρητικές επιστήμες, όπως η φιλοσοφία και η οικονομική επιστήμη. Εδώ δεν υπάρχει τίποτε που να μπορεί να επιτύχει ο διεκπεραιωτής εργασιών ρουτίνας ακολουθώντας κάποιο περισσότερο ή λιγότερο τυποποιημένο υπόδειγμα. Δεν υπάρχουν καθήκοντα που απαιτούν μόνο την ευσυνείδητη και σχολαστική προσπάθεια επιμελών συγγραφέων μονογραφιών. Δεν υπάρχει εμπειρική έρευνα· τα πάντα πρέπει να επιτευχθούν μέσω της ικανότητας στοχασμού, διαλογισμού και συλλογισμού.
Δεν υπάρχει εξειδίκευση, επειδή όλα τα προβλήματα συνδέονται μεταξύ τους. Όταν κάποιος εξετάζει οποιοδήποτε μέρος του σώματος της γνώσης, εξετάζει στην πραγματικότητα το σύνολό του. Ένας διακεκριμένος ιστορικός περιέγραψε κάποτε την ψυχολογική και παιδαγωγική σημασία της διδακτορικής διατριβής, λέγοντας ότι παρέχει στον συγγραφέα της την υπερήφανη βεβαιότητα πως υπάρχει μια μικρή γωνία, όσο περιορισμένη και αν είναι, στο πεδίο της γνώσης ως προς την οποία δεν είναι κατώτερος από κανέναν. Είναι προφανές ότι αυτό το αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας διατριβής που αφορά κάποιο θέμα οικονομικής ανάλυσης. Δεν υπάρχουν τέτοιες απομονωμένες γωνίες στο σύνολο της οικονομικής σκέψης.
It is quite otherwise in theoretical sciences like philosophy and economics. Here there is nothing that the routinist can achieve according to a more or less stereotyped pattern. There are no tasks which require the conscientious and painstaking effort of sedulous monographers. There is no empirical research; all must be achieved by the power to reflect, to meditate, and to reason. There is no specialization, as all problems are linked with one another. In dealing with any part of the body of knowledge one deals actually with the whole. An eminent historian once described the psychological and educational significance of the doctoral thesis by declaring that it gives the author the proud assurance that there is a little corner, although small, in the field of learning in the knowledge of which he is second to none. It is obvious that this effect cannot be realized by a thesis on a subject of economic analysis. There are no such isolated corners in the complex of economic thought.
Δεν έζησαν ποτέ ταυτόχρονα περισσότεροι από είκοσι περίπου άνθρωποι των οποίων το έργο συνεισέφερε κάτι ουσιώδες στην οικονομική επιστήμη. Ο αριθμός των δημιουργικών ανθρώπων είναι εξίσου μικρός στην οικονομική επιστήμη όσο και στα άλλα πεδία της γνώσης. Επιπλέον, πολλοί από τους δημιουργικούς οικονομολόγους δεν ανήκουν στο διδακτικό επάγγελμα. Υπάρχει, όμως, ζήτηση για χιλιάδες καθηγητές οικονομικών σε πανεπιστήμια και κολέγια.
Η ακαδημαϊκή παράδοση απαιτεί από τον καθένα τους να αποδεικνύει την αξία του δημοσιεύοντας πρωτότυπες συμβολές και όχι απλώς συντάσσοντας διδακτικά βιβλία και εγχειρίδια. Η φήμη και ο μισθός ενός πανεπιστημιακού δασκάλου εξαρτώνται περισσότερο από το συγγραφικό του έργο παρά από τις διδακτικές του ικανότητες. Ένας καθηγητής δεν μπορεί παρά να δημοσιεύει βιβλία.
Αν δεν αισθάνεται την κλίση να γράψει για την οικονομική επιστήμη, στρέφεται προς την οικονομική ιστορία ή την περιγραφική οικονομική. Για να μη χάσει, όμως, το κύρος του, πρέπει να επιμένει στον ισχυρισμό ότι τα προβλήματα που εξετάζει αποτελούν καθαυτό οικονομική επιστήμη και όχι οικονομική ιστορία. Πρέπει μάλιστα να προσποιείται ότι τα συγγράμματά του καλύπτουν το μόνο θεμιτό πεδίο των οικονομικών μελετών· ότι μόνο αυτά είναι εμπειρικά, επαγωγικά και επιστημονικά, ενώ οι αμιγώς παραγωγικές αναλύσεις των θεωρητικών «της πολυθρόνας» αποτελούν άσκοπες θεωρητικές εικασίες.
Αν παρέλειπε να το πράξει, θα παραδεχόταν ότι μεταξύ των καθηγητών οικονομικών υπάρχουν δύο τάξεις: εκείνοι που συνέβαλαν οι ίδιοι στην πρόοδο της οικονομικής σκέψης και εκείνοι που δεν συνέβαλαν, μολονότι μπορεί να επιτέλεσαν εξαίρετο έργο σε άλλους κλάδους, όπως η πρόσφατη οικονομική ιστορία.
Έτσι, η ακαδημαϊκή ατμόσφαιρα καθίσταται δυσμενής για τη διδασκαλία της οικονομικής επιστήμης. Πολλοί καθηγητές —ευτυχώς όχι όλοι— επιδιώκουν να απαξιώσουν την «απλή θεωρία». Προσπαθούν να αντικαταστήσουν την οικονομική ανάλυση με μια μη συστηματικά συγκροτημένη συλλογή ιστορικών και στατιστικών πληροφοριών. Διασπούν την οικονομική επιστήμη σε πλήθος μη ενοποιημένων κλάδων. Εξειδικεύονται στη γεωργία, στην εργασία, στις συνθήκες της Λατινικής Αμερικής και σε πολλές άλλες παρόμοιες υποδιαιρέσεις.
There never lived at the same time more than a score of men whose work contributed anything essential to economics. The number of creative men is as small in economics as it is in other fields of learning. Besides, many of the creative economists do not belong to the teaching profession. But there is a demand for thousands of university and college teachers of economics. Scholastic tradition requires that each of them should attest his worth by the publication of original contributions, not merely by compiling textbooks and manuals. An academic teacher’s reputation and salary depend more on his literary work than on his didactic abilities. A professor cannot help publishing books. If he does not feel the vocation to write on economics, he turns to economic history or descriptive economics. But then, in order not to lose face, he must insist on the claim that the problems he treats are economics proper, not economic history. He must even pretend that his writings cover the only legitimate field of economic studies, that they alone are empirical, inductive, and scientific, while the merely deductive outpourings of the “armchair” theorists are idle speculations. If he were to neglect this, he would admit that there are among the teachers of economics two classes—those who themselves have contributed to the advancement of economic thought and those who have not, although they may have done a fine job in other disciplines such as recent economic history. Thus the academic atmosphere becomes unpropitious for the teaching of economics. Many professors—happily not all of them—are intent upon disparaging “mere theory.” They try to substitute an unsystematically assembled collection of historical and statistical information for economic analysis. They dissolve economics into a number of integrated branches. They specialize in agriculture, in labor, in Latin American conditions, and in many other similar subdivisions.
Αποτελεί ασφαλώς ένα από τα καθήκοντα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης να εξοικειώνει τους φοιτητές τόσο με την οικονομική ιστορία γενικά όσο και με τις πρόσφατες οικονομικές εξελίξεις. Όλες, όμως, αυτές οι προσπάθειες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία αν δεν θεμελιώνονται σταθερά σε ενδελεχή γνώση της οικονομικής επιστήμης.
Η οικονομική επιστήμη δεν επιδέχεται διάσπαση σε ειδικούς κλάδους. Ασχολείται απαρέγκλιτα με την αλληλεξάρτηση όλων των φαινομένων της δράσης. Τα καταλλακτικά προβλήματα δεν μπορούν να καταστούν ορατά όταν κάθε κλάδος παραγωγής εξετάζεται χωριστά. Είναι αδύνατον να μελετηθούν η εργασία και οι μισθοί χωρίς να μελετηθούν σιωπηρά οι τιμές των εμπορευμάτων, τα επιτόκια, τα κέρδη και οι ζημίες, το χρήμα και η πίστη και όλα τα άλλα μείζονα προβλήματα.
Τα πραγματικά προβλήματα του καθορισμού των μισθών δεν μπορούν ούτε καν να θιγούν σε ένα μάθημα περί εργασίας. Δεν υπάρχουν «οικονομική της εργασίας» ή «οικονομική της γεωργίας». Υπάρχει μόνο ένα ενιαίο και συνεκτικό σώμα οικονομικής επιστήμης.
It is certainly one of the tasks of university training to make students familiar with economic history in general and no less with recent economic developments. But all such endeavors are doomed to failure if not firmly grounded upon a thorough acquaintance with economics. Economics does not allow of any breaking up into special branches. It invariably deals with the interconnectedness of all the phenomena of action. The catallactic problems cannot become visible if one deals with each branch of production separately. It is impossible to study labor and wages without studying implicitly commodity prices, interest rates, profit and loss, money and credit, and all the other major problems. The real problems of the determination of wage rates cannot even be touched in a course on labor. There are no such things as “economics of labor” or “economics of agriculture.” There is only one coherent body of economics.
Αυτό που εξετάζουν αυτοί οι ειδικοί στις διαλέξεις και στις δημοσιεύσεις τους δεν είναι η οικονομική επιστήμη αλλά οι θεωρίες των διαφόρων ομάδων πίεσης. Αγνοώντας την οικονομική επιστήμη, δεν μπορούν παρά να πέσουν θύματα των ιδεολογιών εκείνων που επιδιώκουν ειδικά προνόμια για τη δική τους ομάδα.
Ακόμη και οι ειδικοί που δεν τάσσονται απροκάλυπτα με κάποια συγκεκριμένη ομάδα πίεσης και ισχυρίζονται ότι διατηρούν υψηλή ουδετερότητα υιοθετούν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, τις θεμελιώδεις πεποιθήσεις της παρεμβατικής θεωρίας. Επειδή ασχολούνται αποκλειστικά με τις αναρίθμητες παραλλαγές της κυβερνητικής παρέμβασης στις επιχειρήσεις, δεν θέλουν να παραμένουν προσκολλημένοι σε εκείνο που αποκαλούν απλό αρνητισμό. Αν επικρίνουν τα εφαρμοζόμενα μέτρα, το πράττουν μόνο για να προτείνουν τη δική τους παραλλαγή παρεμβατισμού ως υποκατάστατο του παρεμβατισμού άλλων ανθρώπων.
Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, υιοθετούν τη θεμελιώδη θέση τόσο του παρεμβατισμού όσο και του σοσιαλισμού, ότι η ανεμπόδιστη οικονομία της αγοράς βλάπτει άδικα τα ζωτικά συμφέροντα της συντριπτικής πλειονότητας αποκλειστικά προς όφελος αναίσθητων εκμεταλλευτών. Κατά την άποψή τους, ο οικονομολόγος που αποδεικνύει τη ματαιότητα του παρεμβατισμού είναι εξαγορασμένος υπερασπιστής των άδικων αξιώσεων των μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι επιτακτικό να απαγορευτεί σε τέτοιους απατεώνες η πρόσβαση στα πανεπιστήμια και να αποκλειστούν τα άρθρα τους από τα περιοδικά των ενώσεων πανεπιστημιακών καθηγητών.
What these specialists deal with in their lectures and publications is not economics, but the doctrines of the various pressure groups. Ignoring economics, they cannot help falling prey to the ideologies of those aiming at special privileges for their group. Even those specialists who do not openly side with a definite pressure group and who claim to maintain a lofty neutrality unwittingly endorse the essential creeds of the interventionist doctrine. Dealing exclusively with the innumerable varieties of government interference with business, they do not want to cling to what they call mere negativism. If they criticize the measures resorted to, they do it only in order to recommend their own brand of interventionism as a substitute for other people’s interventionism. Without a qualm they endorse the fundamental thesis of both interventionism and socialism that the unhampered market economy unfairly harms the vital interests of the immense majority for the sole benefit of callous exploiters. As they see it, an economist who demonstrates the futility of interventionism is a bribed champion of the unjust claims of big business. It is imperative to bar such scoundrels from access to the universities and their articles from being printed in the periodicals of the associations of university teachers.
Οι φοιτητές βρίσκονται σε σύγχυση. Στα μαθήματα των μαθηματικών οικονομολόγων τροφοδοτούνται με μαθηματικούς τύπους που περιγράφουν υποθετικές καταστάσεις ισορροπίας στις οποίες δεν υπάρχει πλέον καμία δράση. Καταλήγουν εύκολα στο συμπέρασμα ότι αυτές οι εξισώσεις είναι εντελώς άχρηστες για την κατανόηση των οικονομικών δραστηριοτήτων.
Στις διαλέξεις των ειδικών ακούν πλήθος λεπτομερειών σχετικά με παρεμβατικά μέτρα. Πρέπει να συμπεράνουν ότι οι συνθήκες είναι πράγματι παράδοξες, επειδή δεν υπάρχει ποτέ ισορροπία και οι μισθοί και οι τιμές των γεωργικών προϊόντων δεν είναι τόσο υψηλά όσο τα επιθυμούν τα συνδικάτα ή οι αγρότες. Είναι προφανές, συμπεραίνουν, ότι είναι απαραίτητη κάποια ριζική μεταρρύθμιση. Τι είδους μεταρρύθμιση, όμως;
The students are bewildered. In the courses of the mathematical economists they are fed formulas describing hypothetical states of equilibrium in which there is no longer any action. They easily conclude that these equations are of no use whatever for the comprehension of economic activities. In the lectures of the specialists they hear a mass of detail concerning interventionist measures. They must infer that conditions are paradoxical indeed, because there is never equilibrium, and wage rates and the prices of farm products are not so high as the unions or the farmers want them to be. It is obvious that a radical reform is indispensable. But what kind of reform?
Η πλειονότητα των φοιτητών υιοθετεί χωρίς αναστολές τις παρεμβατικές πανάκειες που συνιστούν οι καθηγητές τους. Οι κοινωνικές συνθήκες θα γίνουν απολύτως ικανοποιητικές όταν η κυβέρνηση επιβάλει κατώτατους μισθούς και εξασφαλίσει επαρκή τροφή και στέγη σε όλους ή όταν απαγορευτούν η πώληση μαργαρίνης και η εισαγωγή ξένης ζάχαρης. Δεν αντιλαμβάνονται τις αντιφάσεις στα λόγια των δασκάλων τους, οι οποίοι τη μία ημέρα θρηνούν για την παραφροσύνη του ανταγωνισμού και την επόμενη για τα δεινά του μονοπωλίου· τη μία ημέρα διαμαρτύρονται για την πτώση των τιμών και την επόμενη για την αύξηση του κόστους ζωής. Λαμβάνουν τα πτυχία τους και προσπαθούν το συντομότερο δυνατόν να βρουν εργασία στην κυβέρνηση ή σε κάποια ισχυρή ομάδα πίεσης.
The majority of the students espouse without any inhibitions the interventionist panaceas recommended by their professors. Social conditions will be perfectly satisfactory when the government enforces minimum wage rates and provides everybody with adequate food and housing, or when the sale of margarine and the importation of foreign sugar are prohibited. They do not see the contradictions in the words of their teachers, who one day lament the madness of competition and the next day the evils of monopoly, who one day complain about falling prices and the next day about rising living costs. They take their degrees and try as soon as possible to get a job with the government or a powerful pressure group.
Υπάρχουν, όμως, πολλοί νέοι αρκετά οξυδερκείς ώστε να αντιληφθούν τις πλάνες του παρεμβατισμού. Αποδέχονται την απόρριψη της ανεμπόδιστης οικονομίας της αγοράς από τους δασκάλους τους. Δεν πιστεύουν, όμως, ότι τα μεμονωμένα μέτρα του παρεμβατισμού θα μπορούσαν να επιτύχουν τους επιδιωκόμενους σκοπούς. Οδηγούν με συνέπεια τις σκέψεις των δασκάλων τους στις έσχατες λογικές τους συνέπειες. Στρέφονται προς τον σοσιαλισμό. Χαιρετίζουν το σοβιετικό σύστημα ως την αυγή ενός νέου και καλύτερου πολιτισμού.
But there are many young men who are keen enough to see through the fallacies of interventionism. They accept their teachers’ rejection of the unhampered market economy. But they do not believe that the isolated measures of interventionism could succeed in attaining the ends sought. They consistently carry their preceptors’ thoughts to their ultimate logical consequences. They turn toward socialism. They hail the Soviet system as the dawn of a new and better civilization.
Εκείνο, όμως, που κατέστησε πολλά από τα σημερινά πανεπιστήμια, σε γενικές γραμμές, φυτώρια του σοσιαλισμού δεν είναι τόσο οι συνθήκες που επικρατούν στα τμήματα οικονομικών όσο οι διδασκαλίες που μεταδίδονται σε άλλα τμήματα. Στα τμήματα οικονομικών μπορούν ακόμη να βρεθούν ορισμένοι οικονομολόγοι, ενώ ακόμη και οι άλλοι διδάσκοντες ενδέχεται να γνωρίζουν ορισμένες από τις αντιρρήσεις που έχουν προβληθεί κατά της πρακτικής δυνατότητας του σοσιαλισμού.
Η κατάσταση είναι διαφορετική όσον αφορά πολλούς καθηγητές φιλοσοφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας, κοινωνιολογίας και πολιτικής επιστήμης. Ερμηνεύουν την ιστορία βάσει μιας παραποιημένης εκλαΐκευσης του διαλεκτικού υλισμού. Ακόμη και πολλοί από εκείνους που επιτίθενται με πάθος στον μαρξισμό εξαιτίας του υλισμού και της αθεΐας του βρίσκονται υπό την επιρροή των ιδεών που αναπτύχθηκαν στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο και στο πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Εξηγούν τις οικονομικές υφέσεις, τη μαζική ανεργία, τον πληθωρισμό, τον πόλεμο και τη φτώχεια ως δεινά που ενυπάρχουν αναγκαστικά στον καπιταλισμό και υπαινίσσονται ότι αυτά τα φαινόμενα μπορούν να εξαφανιστούν μόνο με την κατάργηση του καπιταλισμού.
However, what has made many of the present-day universities by and large nurseries of socialism is not so much the conditions prevailing in the departments of economics as the teachings handed down in other departments. In the departments of economics there can still be found eminent economists, and even the other teachers are familiar with some of the objections raised against the practicability of socialism. The case is different with many of the teachers of philosophy, history, literature, sociology, and political science. They interpret history on the ground of a garbled vulgarization of dialectical materialism. Even many of those who passionately attack Marxism on account of its materialism and atheism are under the sway of the ideas developed in the Communist Manifesto and in the program of the Communist International. They explain depressions, mass unemployment, inflation, war and poverty as evils necessarily inherent in capitalism and intimate that these phenomena can disappear only with the passing of capitalism.
5. Η γενική εκπαίδευση και η οικονομική επιστήμη
↗ στη σελίδα του βιβλίου5. General Education and Economics
Σε χώρες που δεν ταλανίζονται από συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών γλωσσικών ομάδων, η δημόσια εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει αν περιορίζεται στην ανάγνωση, στη γραφή και στην αριθμητική. Στα ευφυή παιδιά είναι ακόμη δυνατόν να προστεθούν στοιχειώδεις γνώσεις γεωμετρίας, φυσικών επιστημών και των ισχυόντων νόμων της χώρας. Μόλις, όμως, κάποιος θελήσει να προχωρήσει περισσότερο, εμφανίζονται σοβαρές δυσχέρειες.
Η διδασκαλία στο στοιχειώδες επίπεδο μετατρέπεται αναγκαστικά σε δογματική κατήχηση. Δεν είναι εφικτό να παρουσιαστούν στους εφήβους όλες οι πτυχές ενός προβλήματος και να αφεθούν να επιλέξουν μεταξύ αντίθετων απόψεων. Είναι εξίσου αδύνατον να βρεθούν δάσκαλοι που θα μπορούσαν να μεταδώσουν απόψεις τις οποίες οι ίδιοι αποδοκιμάζουν κατά τρόπο που θα ικανοποιούσε εκείνους που τις υιοθετούν. Το κόμμα που ελέγχει τα σχολεία είναι σε θέση να προπαγανδίζει τις αρχές του και να απαξιώνει εκείνες των άλλων κομμάτων.
In countries which are not harassed by struggles between various linguistic groups public education can work very well if it is limited to reading, writing, and arithmetic. With bright children it is even possible to add elementary notions of geometry, the natural sciences, and the valid laws of the country. But as soon as one wants to go farther, serious difficulties appear. Teaching at the elementary level necessarily turns into indoctrination. It is not feasible to represent to adolescents all the aspects of a problem and to let them choose between dissenting views. It is no less impossible to find teachers who could hand down opinions of which they themselves disapprove in such a way as to satisfy those who hold these opinions. The party that operates the schools is in a position to propagandize its tenets and to disparage those of other parties.
Στο πεδίο της θρησκευτικής εκπαίδευσης, οι φιλελεύθεροι του δέκατου ένατου αιώνα έλυσαν αυτό το πρόβλημα μέσω του διαχωρισμού κράτους και Εκκλησίας. Στις φιλελεύθερες χώρες, η θρησκεία δεν διδάσκεται πλέον στα δημόσια σχολεία. Οι γονείς, όμως, είναι ελεύθεροι να στέλνουν τα παιδιά τους σε ομολογιακά σχολεία που χρηματοδοτούνται από θρησκευτικές κοινότητες.
In the field of religious education the liberals solved this problem by the separation of state and church. In liberal countries religion is no longer taught in public schools. But the parents are free to send their children into denominational schools supported by religious communities.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν αφορά μόνο τη διδασκαλία της θρησκείας και ορισμένων θεωριών των φυσικών επιστημών που αντιβαίνουν στη Βίβλο. Αφορά ακόμη περισσότερο τη διδασκαλία της ιστορίας υπό την επίδραση του εθνικισμού και του σωβινισμού. Ελάχιστοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι το πρόβλημα της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας υπάρχει εξίσου και κατά την εξέταση των εσωτερικών πτυχών της ιστορίας. Η κοινωνική φιλοσοφία του δασκάλου ή του συγγραφέα του διδακτικού βιβλίου χρωματίζει την αφήγηση. Όσο περισσότερο πρέπει να απλοποιείται και να συμπυκνώνεται η πραγμάτευση, ώστε να είναι κατανοητή από τον ανώριμο νου των παιδιών και των εφήβων, τόσο χειρότερες είναι οι συνέπειες.
However, the problem does not refer only to the teaching of religion and of certain theories of the natural sciences at variance with the Bible. It concerns even more the teaching of history and economics.
The public is aware of the matter only with regard to the international aspects of the teaching of history. There is some talk today about the necessity of freeing the teaching of history from the impact of nationalism and chauvinism. But few people realize that the problem of impartiality and objectivity is no less present in dealing with the domestic aspects of history. The teacher’s or the textbook author’s own social philosophy colors the narrative. The more the treatment must be simplified and condensed in order to be comprehensible to the immature minds of children and adolescents, the worse are the effects.
Κατά την άποψη των μαρξιστών και των παρεμβατιστών, η διδασκαλία της ιστορίας στα σχολεία είναι διαβρωμένη από την αποδοχή των ιδεών του κλασικού φιλελευθερισμού. Θέλουν να αντικαταστήσουν την «αστική» ερμηνεία της ιστορίας με τη δική τους. Σύμφωνα με τη μαρξική αντίληψη, η Αγγλική Επανάσταση του 1688, η Αμερικανική Επανάσταση, η μεγάλη Γαλλική Επανάσταση και τα επαναστατικά κινήματα του δέκατου ένατου αιώνα στην ηπειρωτική Ευρώπη ήταν αστικά κινήματα. Οδήγησαν στην ήττα της φεουδαρχίας και στην εγκαθίδρυση της αστικής κυριαρχίας. Οι προλεταριακές μάζες δεν απελευθερώθηκαν· απλώς πέρασαν από την ταξική κυριαρχία της αριστοκρατίας στην ταξική κυριαρχία των καπιταλιστών εκμεταλλευτών.
Για την απελευθέρωση του εργαζομένου απαιτείται η κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτό, υποστηρίζουν οι παρεμβατιστές, πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω της Sozialpolitik ή του New Deal. Οι ορθόδοξοι μαρξιστές, αντιθέτως, ισχυρίζονται ότι μόνο η βίαιη ανατροπή του αστικού συστήματος διακυβέρνησης μπορεί να απελευθερώσει πραγματικά τους προλεταρίους.
As the Marxians and the interventionists see it, the teaching of history in the schools is tainted by the endorsement of the ideas of old liberalism. They want to substitute their own interpretation of history for the “bourgeois” interpretation. In Marxian opinion the English Revolution of 1688, the American Revolution, the great French Revolution, and the nineteenth-century revolutionary movements in continental Europe were bourgeois movements. They resulted in the defeat of feudalism and in the establishment of bourgeois supremacy. The proletarian masses were not emancipated; they merely passed from the class rule of the aristocracy to the class rule of the capitalist exploiters. To free the working man, the abolition of the capitalist mode of production is required. This, contend the interventionists, should be brought about by Sozialpolitik or the New Deal. The orthodox Marxians, on the other hand, assert that only the violent overthrow of the bourgeois system of government could effectively emancipate the proletarians.
Είναι αδύνατον να εξεταστεί οποιοδήποτε κεφάλαιο της ιστορίας χωρίς να ληφθεί συγκεκριμένη θέση ως προς αυτά τα αμφιλεγόμενα ζητήματα και τις οικονομικές θεωρίες που εμπεριέχουν. Τα διδακτικά βιβλία και οι δάσκαλοι δεν μπορούν να υιοθετήσουν υψηλόφρονα ουδετερότητα απέναντι στο αίτημα ότι η «ημιτελής επανάσταση» πρέπει να ολοκληρωθεί μέσω της κομμουνιστικής επανάστασης. Κάθε διατύπωση σχετικά με τα γεγονότα των τελευταίων τριακοσίων ετών εμπεριέχει συγκεκριμένη κρίση επί αυτών των αντιπαραθέσεων. Δεν μπορεί κανείς να αποφύγει την επιλογή μεταξύ της φιλοσοφίας της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας και της Ομιλίας του Gettysburg, αφενός, και εκείνης του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, αφετέρου. Η πρόκληση υπάρχει και είναι μάταιο να κρύβει κανείς το κεφάλι του στην άμμο.
It is impossible to deal with any chapter of history without taking a definite stand on these controversial issues and the implied economic doctrines. The textbooks and the teachers cannot adopt a lofty neutrality with regard to the postulate that the “unfinished revolution” needs to be completed by the communist revolution. Every statement concerning events of the last three hundred years involves a definite judgment on these controversies. One cannot avoid choosing between the philosophy of the Declaration of Independence and the Gettysburg Address and that of the Communist Manifesto. The challenge is there, and it is useless to bury one’s head in the sand.
Στο επίπεδο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ακόμη και στο πανεπιστημιακό επίπεδο, η μετάδοση ιστορικής και οικονομικής γνώσης αποτελεί ουσιαστικά δογματική κατήχηση. Οι περισσότεροι φοιτητές ασφαλώς δεν διαθέτουν ακόμη την απαιτούμενη ωριμότητα για να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη βάσει κριτικής εξέτασης της παρουσίασης του αντικειμένου από τους δασκάλους τους.
On the high school level and even on the college level the handing down of historical and economic knowledge is virtually indoctrination. The greater part of the students are certainly not mature enough to form their own opinion on the ground of a critical examination of their teachers’ representation of the subject.
Αν η δημόσια εκπαίδευση ήταν αποτελεσματικότερη από όσο πράγματι είναι, τα πολιτικά κόμματα θα επιδίωκαν επιτακτικά την κυριαρχία επί του σχολικού συστήματος, ώστε να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο θα διδάσκονται αυτά τα θέματα. Η γενική εκπαίδευση, όμως, διαδραματίζει μόνο δευτερεύοντα ρόλο στη διαμόρφωση των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών ιδεών της νέας γενεάς.
Η επίδραση του Τύπου, του ραδιοφώνου και των περιβαλλοντικών συνθηκών είναι πολύ ισχυρότερη από εκείνη των δασκάλων και των διδακτικών βιβλίων. Η προπαγάνδα των Εκκλησιών, των πολιτικών κομμάτων και των ομάδων πίεσης υπερβαίνει την επιρροή των σχολείων, ό,τι και αν διδάσκουν αυτά. Όσα μαθαίνονται στο σχολείο λησμονούνται συχνά πολύ γρήγορα και δεν μπορούν να αντισταθούν στην αδιάκοπη σφυροκόπηση του κοινωνικού περιβάλλοντος εντός του οποίου κινείται ο άνθρωπος.
If public education were more efficient than it really is, the political parties would urgently aim at the domination of the school system in order to determine the mode in which these subjects are to be taught. However, general education plays only a minor role in the formation of the political, social, and economic ideas of the rising generation. The impact of the press, the radio, and environmental conditions is much more powerful than that of teachers and textbooks. The propaganda of the churches, the political parties, and the pressure groups outstrips the influence of the schools, whatever they may teach. What is learned in school is often very soon forgotten and cannot carry on against the continuous hammering of the social milieu in which a man moves.
Η οικονομική επιστήμη δεν πρέπει να περιοριστεί στις αίθουσες διδασκαλίας και στις στατιστικές υπηρεσίες ούτε να αφεθεί σε εσωτερικούς κύκλους μυημένων. Αποτελεί τη φιλοσοφία της ανθρώπινης ζωής και δράσης και αφορά τους πάντες και τα πάντα. Είναι η πεμπτουσία του πολιτισμού και της ανθρώπινης ύπαρξης του ανθρώπου.
Economics must not be relegated to classrooms and statistical offices and must not be left to esoteric circles. It is the philosophy of human life and action and concerns everybody and everything. It is the pith of civilization and of man’s human existence.
Η επισήμανση αυτού του γεγονότος δεν αποτελεί εκδήλωση της συχνά χλευαζόμενης αδυναμίας των ειδικών που υπερεκτιμούν τη σημασία του δικού τους κλάδου γνώσης. Δεν είναι οι οικονομολόγοι αλλά όλοι οι άνθρωποι σήμερα εκείνοι που αποδίδουν αυτή την εξέχουσα θέση στην οικονομική επιστήμη.
To mention this fact is not to indulge in the often derided weakness of specialists who overrate the importance of their own branch of knowledge. Not the economists, but all the people today assign this eminent place to economics.
Όλα τα σύγχρονα πολιτικά ζητήματα αφορούν προβλήματα που αποκαλούνται συνήθως οικονομικά. Όλα τα επιχειρήματα που προβάλλονται στη σύγχρονη συζήτηση των κοινωνικών και δημόσιων υποθέσεων αφορούν θεμελιώδη ζητήματα της πραξεολογίας και της οικονομικής επιστήμης. Η σκέψη όλων είναι απασχολημένη με οικονομικές θεωρίες. Οι φιλόσοφοι και οι θεολόγοι φαίνεται να ενδιαφέρονται περισσότερο για οικονομικά προβλήματα παρά για εκείνα τα προβλήματα που οι προηγούμενες γενεές θεωρούσαν αντικείμενο της φιλοσοφίας και της θεολογίας.
Τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά έργα αντιμετωπίζουν σήμερα όλα τα ανθρώπινα ζητήματα —συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών σχέσεων— από τη σκοπιά οικονομικών θεωριών. Κάθε άνθρωπος σκέπτεται οικονομικά, είτε το αντιλαμβάνεται είτε όχι. Προσχωρώντας σε ένα πολιτικό κόμμα και δίνοντας την ψήφο του, ο πολίτης λαμβάνει σιωπηρά θέση επί ουσιωδών οικονομικών θεωριών.
All present-day political issues concern problems commonly called economic. All arguments advanced in contemporary discussion of social and public affairs deal with fundamental matters of praxeology and economics. Everybody’s mind is preoccupied with economic doctrines. Philosophers and theologians seem to be more interested in economic problems than in those problems which earlier generations considered the subject matter of philosophy and theology. Novels and plays today treat all things human—including sex relations—from the angle of economic doctrines. Everybody thinks of economics whether he is aware of it or not. In joining a political party and in casting his ballot, the citizen implicitly takes a stand upon essential economic theories.
Κατά τον δέκατο έκτο και τον δέκατο έβδομο αιώνα, η θρησκεία αποτελούσε το κύριο ζήτημα στις ευρωπαϊκές πολιτικές αντιπαραθέσεις. Κατά τον δέκατο όγδοο και τον δέκατο ένατο αιώνα, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, το κυρίαρχο ζήτημα ήταν η αντιπροσωπευτική διακυβέρνηση έναντι του βασιλικού απολυταρχισμού. Σήμερα είναι η οικονομία της αγοράς έναντι του σοσιαλισμού. Πρόκειται, βεβαίως, για πρόβλημα του οποίου η επίλυση εξαρτάται πλήρως από την οικονομική ανάλυση. Η προσφυγή σε κενά συνθήματα ή στον μυστικισμό του διαλεκτικού υλισμού δεν έχει καμία χρησιμότητα.
In the sixteenth and seventeenth centuries religion was the main issue in European political controversies. In the eighteenth and nineteenth centuries in Europe as well as in America the paramount question was representative government versus royal absolutism. Today it is the market economy versus socialism. This is, of course, a problem the solution of which depends entirely on economic analysis. Recourse to empty slogans or to the mysticism of dialectical materialism is of no avail.
Δεν υπάρχει κανένας τρόπος με τον οποίο κάποιος μπορεί να αποφύγει την προσωπική του ευθύνη. Όποιος αμελεί να εξετάσει, στον μέγιστο βαθμό των ικανοτήτων του, όλα τα σχετικά προβλήματα παραδίδει οικειοθελώς το εκ γενετής δικαίωμά του στην αυτοδιάθεση σε μια αυτοανακηρυγμένη ελίτ υπερανθρώπων. Σε ζητήματα τόσο ζωτικής σημασίας, η τυφλή εμπιστοσύνη στους «ειδικούς» και η άκριτη αποδοχή δημοφιλών συνθημάτων και προκαταλήψεων ισοδυναμούν με εγκατάλειψη της αυτοδιάθεσης και υποταγή στην κυριαρχία άλλων ανθρώπων.
Υπό τις σημερινές συνθήκες, τίποτε δεν μπορεί να είναι σημαντικότερο για κάθε ευφυή άνθρωπο από την οικονομική επιστήμη. Διακυβεύονται η δική του μοίρα και η μοίρα των απογόνων του.
There is no means by which anyone can evade his personal responsibility. Whoever neglects to examine to the best of his abilities all the problems involved voluntarily surrenders his birthright to a selfappointed elite of supermen. In such vital matters blind reliance upon “experts” and uncritical acceptance of popular catchwords and prejudices is tantamount to the abandonment of self-determination and to yielding to other people’s domination. As conditions are today, nothing can be more important to every intelligent man than economics. His own fate and that of his progeny is at stake.
Ελάχιστοι άνθρωποι είναι ικανοί να συνεισφέρουν κάποια ουσιώδη ιδέα στο σώμα της οικονομικής σκέψης. Όλοι, όμως, οι λογικοί άνθρωποι καλούνται να εξοικειωθούν με τις διδασκαλίες της οικονομικής επιστήμης. Αυτό αποτελεί, στην εποχή μας, το πρωταρχικό καθήκον του πολίτη.
Very few are capable of contributing any consequential idea to the body of economic thought. But all reasonable men are called upon to familiarize themselves with the teachings of economics. This is, in our age, the primary civic duty.
Είτε μας αρέσει είτε όχι, αποτελεί γεγονός ότι η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να παραμείνει εσωτερικός κλάδος γνώσης, προσιτός μόνο σε μικρές ομάδες λογίων και ειδικών. Η οικονομική επιστήμη ασχολείται με τα θεμελιώδη προβλήματα της κοινωνίας· αφορά τους πάντες και ανήκει σε όλους. Αποτελεί το κύριο και προσήκον αντικείμενο μελέτης κάθε πολίτη.
Whether we like it or not, it is a fact that economics cannot remain an esoteric branch of knowledge accessible only to small groups of scholars and specialists. Economics deals with society’s fundamental problems; it concerns everyone and belongs to all. It is the main and proper study of every citizen.
Ο κυρίαρχος ρόλος που διαδραματίζουν οι οικονομικές ιδέες στον καθορισμό των δημόσιων υποθέσεων εξηγεί γιατί οι κυβερνήσεις, τα πολιτικά κόμματα και οι ομάδες πίεσης επιδιώκουν να περιορίσουν την ελευθερία της οικονομικής σκέψης. Επιθυμούν να προπαγανδίζουν την «ορθή» θεωρία και να φιμώνουν τη φωνή των «εσφαλμένων» θεωριών. Κατά την άποψή τους, η αλήθεια δεν διαθέτει κάποια εγγενή δύναμη που θα μπορούσε τελικά να της επιτρέψει να επικρατήσει αποκλειστικά χάρη στο γεγονός ότι είναι αληθινή. Για να επικρατήσει, η αλήθεια χρειάζεται την υποστήριξη της βίαιης δράσης της αστυνομίας ή άλλων ένοπλων δυνάμεων.
Σύμφωνα με αυτή την άποψη, κριτήριο της αλήθειας μιας θεωρίας είναι το γεγονός ότι οι υποστηρικτές της κατόρθωσαν να νικήσουν με τη δύναμη των όπλων τους υπέρμαχους των αντίθετων απόψεων. Υπονοείται ότι ο Θεός ή κάποια μυθική δύναμη που κατευθύνει την πορεία των ανθρώπινων πραγμάτων χαρίζει πάντοτε τη νίκη σε εκείνους που αγωνίζονται για τη δίκαιη υπόθεση. Η κυβέρνηση προέρχεται από τον Θεό και έχει το ιερό καθήκον να εξοντώνει τον αιρετικό.
The paramount role that economic ideas play in the determination of civic affairs explains why governments, political parties, and pressure groups are intent upon restricting the freedom of economic thought. They are anxious to propagandize the “good” doctrine and to silence the voice of the “bad” doctrines. As they see it, truth has no inherent power which could make it ultimately prevail solely by virtue of its being true. In order to carry on, truth needs to be backed by violent action on the part of the police or other armed troops. In this view, the criterion of a doctrine’s truth is the fact that its supporters succeeded in defeating by force of arms the champions of dissenting views. It is implied that God or some mythical agency directing the course of human affairs always bestows victory upon those fighting for the good cause. Government is from God and has the sacred duty of exterminating the heretic.
Είναι μάταιο να επεκταθούμε στις αντιφάσεις και στις ασυνέπειες αυτής της θεωρίας περί μισαλλοδοξίας και δίωξης των διαφωνούντων. Ποτέ άλλοτε ο κόσμος δεν γνώρισε ένα τόσο επιδέξια κατασκευασμένο σύστημα προπαγάνδας και καταπίεσης όσο εκείνο που εγκαθίδρυσαν οι σύγχρονες κυβερνήσεις, τα κόμματα και οι ομάδες πίεσης. Όλα αυτά τα οικοδομήματα, όμως, θα καταρρεύσουν σαν χάρτινοι πύργοι μόλις δεχθούν την επίθεση μιας μεγάλης ιδεολογίας.
It is useless to dwell upon the contradictions and inconsistencies of this doctrine of intolerance and persecution of dissenters. Never before has the world known such a cleverly contrived system of propaganda and oppression as that instituted by contemporary governments, parties, and pressure groups. However, all these edifices will crumble like houses of cards as soon as a great ideology attacks them.
Όχι μόνο στις χώρες που κυβερνώνται από βάρβαρους και νεοβάρβαρους δεσπότες αλλά εξίσου και στις αποκαλούμενες δυτικές δημοκρατίες, η μελέτη της οικονομικής επιστήμης είναι σήμερα πρακτικά απαγορευμένη. Η δημόσια συζήτηση των οικονομικών προβλημάτων αγνοεί σχεδόν πλήρως όλα όσα διατύπωσαν οι οικονομολόγοι κατά τα τελευταία διακόσια χρόνια.
Οι τιμές, οι μισθοί, τα επιτόκια και τα κέρδη αντιμετωπίζονται σαν να μην υπόκειται ο καθορισμός τους σε κανέναν νόμο. Οι κυβερνήσεις επιχειρούν να θεσπίσουν και να επιβάλουν ανώτατες τιμές εμπορευμάτων και κατώτατους μισθούς. Οι πολιτικοί παροτρύνουν τους επιχειρηματίες να περιορίσουν τα κέρδη, να μειώσουν τις τιμές και να αυξήσουν τους μισθούς, σαν αυτά τα ζητήματα να εξαρτώνται από τις αξιέπαινες προθέσεις των ατόμων.
Κατά την εξέταση των διεθνών οικονομικών σχέσεων, οι άνθρωποι καταφεύγουν αμέριμνα στις πλέον αφελείς πλάνες του μερκαντιλισμού. Ελάχιστοι έχουν επίγνωση των ανεπαρκειών όλων αυτών των δημοφιλών θεωριών ή αντιλαμβάνονται γιατί οι πολιτικές που βασίζονται σε αυτές προκαλούν απαρέγκλιτα καταστροφές.
Not only in the countries ruled by barbarian and neobarbarian despots, but no less in the so-called Western democracies, the study of economics is practically outlawed today. The public discussion of economic problems ignores almost entirely all that has been said by economists in the last two hundred years. Prices, wage rates, interest rates, and profits are dealt with as if their determination were not subject to any law. Governments try to decree and to enforce maximum commodity prices and minimum wage rates. Statesmen exhort businessmen to cut down profits, to lower prices, and to raise wage rates as if these were dependent on the laudable intentions of individuals. In the treatment of international economic relations people blithely resort to the most naïve fallacies of Mercantilism. Few are aware of the shortcomings of all these popular doctrines, or realize why the policies based upon them invariably spread disaster.
Αυτά είναι θλιβερά γεγονότα. Υπάρχει, όμως, μόνο ένας τρόπος με τον οποίο μπορεί να αντιδράσει ο άνθρωπος: να μην παύει ποτέ να αναζητεί την αλήθεια.
These are sad facts. However, there is only one way in which a man can respond to them: by never relaxing in the search for truth.
← Κεφάλαιο 37: Ο ΙΔΙΑΖΩΝ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣΠεριεχόμεναΚεφάλαιο 39: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΟΥΣΙΩΔΗ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ →