Εργαλεία30 Οκτωβρίου 2026

Δίγλωσση ανάγνωση: Ανατομία του Κράτους

Murray N. Rothbard · Anatomy of the State · ελληνικά και αγγλικά, παράγραφο προς παράγραφο

Πραξεολόγος

← Όλα τα δίγλωσσα κείμενα

Ελληνικά: η μετάφραση του Πραξεολόγου, αυτούσια από τη σελίδα του κειμένου.

Αγγλικό πρωτότυπο: Murray N. Rothbard, Anatomy of the State, Ludwig von Mises Institute, 2009 — «© 2009 by the Ludwig von Mises Institute and published under the Creative Commons Attribution License 3.0». Πηγή: EPUB στο cdn.mises.org. Άδεια: CC BY 3.0.

Οι υπότιτλοι μέσα στα κεφάλαια 3, 4 και 6 είναι του μεταφραστή και δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο. Η μετάφραση χωρίζει πολλές μεγάλες αγγλικές παραγράφους σε μικρότερες· εμφανίζονται μαζί απέναντι στην αγγλική παράγραφο.

Πατήστε μια παράγραφο για να φωτιστεί η αντίστοιχή της στην άλλη γλώσσα.

Ελληνικά · μετάφραση: Πραξεολόγος
English · πρωτότυπο

1. Τι δεν είναι το Κράτος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

What the State Is Not

1

Το Κράτος θεωρείται σχεδόν καθολικά θεσμός κοινωνικής υπηρεσίας. Ορισμένοι θεωρητικοί το λατρεύουν ως την αποθέωση της κοινωνίας· άλλοι το αντιμετωπίζουν ως έναν καλοπροαίρετο, αν και συχνά αναποτελεσματικό, οργανισμό για την επίτευξη κοινωνικών σκοπών. Σχεδόν όλοι, όμως, το θεωρούν αναγκαίο μέσο για την επίτευξη των σκοπών της ανθρωπότητας· ένα μέσο που αντιπαρατίθεται προς τον «ιδιωτικό τομέα» και συχνά επικρατεί έναντί του στον ανταγωνισμό για πόρους.

Με την άνοδο της δημοκρατίας, η ταύτιση του Κράτους με την κοινωνία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ακούγονται συχνά διατυπώσεις που παραβιάζουν σχεδόν κάθε αρχή της λογικής και της κοινής λογικής, όπως η φράση: «Εμείς είμαστε η κυβέρνηση». Η βολική συλλογική λέξη «εμείς» επέτρεψε να απλωθεί ένα ιδεολογικό προπέτασμα παραλλαγής πάνω από την πραγματικότητα της πολιτικής ζωής.

Εάν «εμείς είμαστε η κυβέρνηση», τότε οτιδήποτε κάνει μια κυβέρνηση σε ένα άτομο όχι μόνο δεν είναι άδικο ή τυραννικό, αλλά είναι και «εκούσιο» από την πλευρά του ίδιου του ατόμου. Εάν η κυβέρνηση έχει συσσωρεύσει ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο πρέπει να εξοφληθεί μέσω της φορολόγησης μιας ομάδας προς όφελος μιας άλλης, η πραγματικότητα αυτής της επιβάρυνσης αποκρύπτεται με τη φράση «τα χρωστάμε στον εαυτό μας». Εάν η κυβέρνηση στρατολογήσει αναγκαστικά έναν άνθρωπο ή τον φυλακίσει επειδή εξέφρασε μια αντιφρονούσα άποψη, τότε υποτίθεται ότι «το κάνει ο ίδιος στον εαυτό του» και, επομένως, δεν έχει συμβεί τίποτε το μεμπτό.

Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, οι Εβραίοι που δολοφονήθηκαν από τη ναζιστική κυβέρνηση δεν δολοφονήθηκαν· αντιθέτως, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι «αυτοκτόνησαν», επειδή αποτελούσαν μέρος της κυβέρνησης —η οποία είχε επιλεγεί δημοκρατικά— και, συνεπώς, οτιδήποτε τους έκανε η κυβέρνηση ήταν εκούσιο από την πλευρά τους. Θα πίστευε κανείς ότι δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτό το σημείο· εντούτοις, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων συμμερίζεται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, αυτή την πλάνη.

The State is almost universally considered an institution of social service. Some theorists venerate the State as the apotheosis of society; others regard it as an amiable, though often inefficient, organization for achieving social ends; but almost all regard it as a necessary means for achieving the goals of mankind, a means to be ranged against the “private sector” and often winning in this competition of resources. With the rise of democracy, the identification of the State with society has been redoubled, until it is common to hear sentiments expressed which violate virtually every tenet of reason and common sense such as, “we are the government.” The useful collective term “we” has enabled an ideological camouflage to be thrown over the reality of political life. If “we are the government,” then anything a government does to an individual is not only just and untyrannical but also “voluntary” on the part of the individual concerned. If the government has incurred a huge public debt which must be paid by taxing one group for the benefit of another, this reality of burden is obscured by saying that “we owe it to ourselves”; if the government conscripts a man, or throws him into jail for dissident opinion, then he is “doing it to himself” and, therefore, nothing untoward has occurred. Under this reasoning, any Jews murdered by the Nazi government were not murdered; instead, they must have “committed suicide,” since they were the government (which was democratically chosen), and, therefore, anything the government did to them was voluntary on their part. One would not think it necessary to belabor this point, and yet the overwhelming bulk of the people hold this fallacy to a greater or lesser degree.

2

Οφείλουμε, επομένως, να τονίσουμε ότι «εμείς» δεν είμαστε η κυβέρνηση· η κυβέρνηση δεν είναι «εμείς». Η κυβέρνηση δεν «αντιπροσωπεύει», με οποιαδήποτε ακριβή έννοια του όρου, την πλειονότητα του λαού.1 Ακόμη όμως και αν την αντιπροσώπευε, ακόμη και αν το 70% του πληθυσμού αποφάσιζε να δολοφονήσει το υπόλοιπο 30%, αυτό δεν θα έπαυε να είναι δολοφονία ούτε θα μετατρεπόταν σε εκούσια αυτοκτονία της σφαγιασθείσας μειονότητας.2 Καμία μεταφορά και κανένα κλισέ του τύπου «είμαστε όλοι μέρος ο ένας του άλλου» δεν πρέπει να επιτρέπεται να συσκοτίζει αυτό το θεμελιώδες γεγονός.

We must, therefore, emphasize that “we” are not the government; the government is not “us.” The government does not in any accurate sense “represent” the majority of the people. But, even if it did, even if 70 percent of the people decided to murder the remaining 30 percent, this would still be murder and would not be voluntary suicide on the part of the slaughtered minority. No organicist metaphor, no irrelevant bromide that “we are all part of one another,” must be permitted to obscure this basic fact.

3

Εάν, λοιπόν, το Κράτος δεν είναι «εμείς», εάν δεν είναι η «ανθρώπινη οικογένεια» που συνέρχεται για να αποφασίσει σχετικά με τα κοινά της προβλήματα, εάν δεν είναι η συνέλευση μιας αδελφότητας ή μιας λέσχης, τότε τι είναι;

Με συντομία, το Κράτος είναι εκείνη η οργάνωση μέσα στην κοινωνία η οποία επιχειρεί να διατηρήσει το μονοπώλιο της χρήσης βίας και καταναγκασμού σε μια δεδομένη εδαφική περιοχή. Ειδικότερα, είναι η μόνη οργάνωση στην κοινωνία που αποκτά τα έσοδά της όχι μέσω εκούσιων συνεισφορών ή πληρωμών για παρεχόμενες υπηρεσίες, αλλά μέσω εξαναγκασμού.

Ενώ τα άλλα άτομα ή θεσμικά όργανα αποκτούν το εισόδημά τους μέσω της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών και της ειρηνικής και εκούσιας πώλησής τους σε άλλους, το Κράτος αποκτά τα έσοδά του μέσω της χρήσης καταναγκασμού· δηλαδή, μέσω της χρήσης ή της απειλής της φυλακής και της ξιφολόγχης.3 Αφού χρησιμοποιήσει τη βία και τον καταναγκασμό για να αποκτήσει τα έσοδά του, το Κράτος προχωρεί κατά κανόνα στη ρύθμιση και στην υπαγόρευση των υπόλοιπων ενεργειών των επιμέρους υπηκόων του.

Θα πίστευε κανείς ότι η απλή παρατήρηση όλων των κρατών, σε ολόκληρη την Ιστορία και σε κάθε γωνιά του πλανήτη, θα αρκούσε για να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό. Ωστόσο, το μίασμα του μύθου καλύπτει εδώ και τόσο πολύ καιρό την κρατική δραστηριότητα, ώστε απαιτείται αναλυτικότερη εξήγηση.

If, then, the State is not “us,” if it is not “the human family” getting together to decide mutual problems, if it is not a lodge meeting or country club, what is it? Briefly, the State is that organization in society which attempts to maintain a monopoly of the use of force and violence in a given territorial area; in particular, it is the only organization in society that obtains its revenue not by voluntary contribution or payment for services rendered but by coercion. While other individuals or institutions obtain their income by production of goods and services and by the peaceful and voluntary sale of these goods and services to others, the State obtains its revenue by the use of compulsion; that is, by the use and the threat of the jailhouse and the bayonet. Having used force and violence to obtain its revenue, the State generally goes on to regulate and dictate the other actions of its individual subjects. One would think that simple observation of all States through history and over the globe would be proof enough of this assertion; but the miasma of myth has lain so long over State activity that elaboration is necessary.

4

2. Τι είναι το Κράτος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

What the State Is

5

Ο άνθρωπος γεννιέται γυμνός στον κόσμο και έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει τον νου του, ώστε να μάθει πώς να παίρνει τους πόρους που του παρέχει η φύση και να τους μετασχηματίζει —για παράδειγμα, μέσω επένδυσης σε «κεφάλαιο»— σε σχήματα, μορφές και τόπους όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση των αναγκών του και τη βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου.

Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να το επιτύχει αυτό είναι να χρησιμοποιεί τον νου και την ενέργειά του για να μετασχηματίζει πόρους —δηλαδή να «παράγει»— και να ανταλλάσσει αυτά τα προϊόντα με προϊόντα που έχουν δημιουργήσει άλλοι. Ο άνθρωπος ανακάλυψε ότι, μέσω της διαδικασίας της εκούσιας και αμοιβαίας ανταλλαγής, η παραγωγικότητα και, επομένως, το βιοτικό επίπεδο όλων όσοι συμμετέχουν στην ανταλλαγή μπορούν να αυξηθούν σε τεράστιο βαθμό.

Η μόνη «φυσική» πορεία που επιτρέπει στον άνθρωπο να επιβιώσει και να αποκτήσει πλούτο είναι, συνεπώς, η χρησιμοποίηση του νου και της ενέργειάς του στη διαδικασία της παραγωγής και της ανταλλαγής. Αυτό το επιτυγχάνει, πρώτον, ανακαλύπτοντας φυσικούς πόρους· κατόπιν, μετασχηματίζοντάς τους —«αναμειγνύοντας την εργασία του» με αυτούς, όπως το θέτει ο Λοκ— ώστε να τους καταστήσει ατομική ιδιοκτησία του· και, τέλος, ανταλλάσσοντας αυτή την ιδιοκτησία με την ιδιοκτησία άλλων, η οποία αποκτήθηκε με αντίστοιχο τρόπο.

Η κοινωνική οδός που υπαγορεύεται από τις απαιτήσεις της ανθρώπινης φύσης είναι, επομένως, η οδός των «ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων» και της «ελεύθερης αγοράς», δηλαδή της δωρεάς ή της ανταλλαγής τέτοιων δικαιωμάτων. Μέσω αυτής της οδού, οι άνθρωποι έμαθαν πώς να αποφεύγουν τις μεθόδους της «ζούγκλας», δηλαδή τον αγώνα για σπάνιους πόρους κατά τον οποίο ο Α μπορεί να αποκτήσει κάτι μόνο εις βάρος του Β· έμαθαν, αντιθέτως, να πολλαπλασιάζουν σε τεράστιο βαθμό αυτούς τους πόρους μέσω της ειρηνικής και αρμονικής παραγωγής και ανταλλαγής.

Man is born naked into the world, and needing to use his mind to learn how to take the resources given him by nature, and to transform them (for example, by investment in “capital”) into shapes and forms and places where the resources can be used for the satisfaction of his wants and the advancement of his standard of living. The only way by which man can do this is by the use of his mind and energy to transform resources (“production”) and to exchange these products for products created by others. Man has found that, through the process of voluntary, mutual exchange, the productivity and hence, the living standards of all participants in exchange may increase enormously. The only “natural” course for man to survive and to attain wealth, therefore, is by using his mind and energy to engage in the production-and-exchange process. He does this, first, by finding natural resources, and then by transforming them (by “mixing his labor” with them, as Locke puts it), to make them his individual property, and then by exchanging this property for the similarly obtained property of others. The social path dictated by the requirements of man’s nature, therefore, is the path of “property rights” and the “free market” of gift or exchange of such rights. Through this path, men have learned how to avoid the “jungle” methods of fighting over scarce resources so that A can only acquire them at the expense of B and, instead, to multiply those resources enormously in peaceful and harmonious production and exchange.

6

Ο σπουδαίος Γερμανός κοινωνιολόγος Φραντς Οπενχάιμερ επισήμανε ότι υπάρχουν δύο αμοιβαίως αποκλειόμενοι τρόποι απόκτησης πλούτου. Τον πρώτο, δηλαδή την προαναφερθείσα οδό της παραγωγής και της ανταλλαγής, τον αποκάλεσε «οικονομικό μέσο». Ο άλλος τρόπος είναι απλούστερος, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί παραγωγικότητα: είναι η αρπαγή των αγαθών ή των υπηρεσιών ενός άλλου ανθρώπου με τη χρήση βίας και καταναγκασμού. Είναι η μέθοδος της μονομερούς δήμευσης, της κλοπής της ιδιοκτησίας των άλλων. Αυτή τη μέθοδο ο Οπενχάιμερ την ονόμασε «πολιτικό μέσο» απόκτησης πλούτου.

Θα πρέπει να είναι σαφές ότι η ειρηνική χρήση της λογικής και της ανθρώπινης ενέργειας στην παραγωγή αποτελεί τη «φυσική» οδό του ανθρώπου: το μέσο για την επιβίωση και την ευημερία του επάνω στη γη. Θα πρέπει να είναι εξίσου σαφές ότι το καταναγκαστικό και εκμεταλλευτικό μέσο είναι αντίθετο προς τον φυσικό νόμο. Είναι παρασιτικό, διότι, αντί να προσθέτει στην παραγωγή, αφαιρεί από αυτήν.

Το «πολιτικό μέσο» απομυζά την παραγωγή προς όφελος ενός παρασιτικού και καταστροφικού ατόμου ή μιας αντίστοιχης ομάδας. Και αυτή η απομύζηση όχι μόνο μειώνει τον αριθμό εκείνων που παράγουν, αλλά περιορίζει επίσης το κίνητρο του παραγωγού να παράγει πέρα από το επίπεδο που απαιτείται για την απλή επιβίωσή του. Μακροπρόθεσμα, ο ληστής καταστρέφει την ίδια του τη δυνατότητα συντήρησης, επειδή συρρικνώνει ή εξαλείφει την πηγή του ανεφοδιασμού του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό· ακόμη και βραχυπρόθεσμα, ο άρπαγας ενεργεί αντίθετα προς την αληθινή φύση του ως ανθρώπου.

The great German sociologist Franz Oppenheimer pointed out that there are two mutually exclusive ways of acquiring wealth; one, the above way of production and exchange, he called the “economic means.” The other way is simpler in that it does not require productivity; it is the way of seizure of another’s goods or services by the use of force and violence. This is the method of one-sided confiscation, of theft of the property of others. This is the method which Oppenheimer termed “the political means” to wealth. It should be clear that the peaceful use of reason and energy in production is the “natural” path for man: the means for his survival and prosperity on this earth. It should be equally clear that the coercive, exploitative means is contrary to natural law; it is parasitic, for instead of adding to production, it subtracts from it. The “political means” siphons production off to a parasitic and destructive individual or group; and this siphoning not only subtracts from the number producing, but also lowers the producer’s incentive to produce beyond his own subsistence. In the long run, the robber destroys his own subsistence by dwindling or eliminating the source of his own supply. But not only that; even in the short-run, the predator is acting contrary to his own true nature as a man.

7

Βρισκόμαστε τώρα σε θέση να απαντήσουμε πληρέστερα στο ερώτημα: Τι είναι το Κράτος;

Σύμφωνα με τα λόγια του Οπενχάιμερ, το Κράτος είναι η «οργάνωση του πολιτικού μέσου»· είναι η συστηματοποίηση της ληστρικής διαδικασίας μέσα σε μια δεδομένη εδαφική περιοχή.4 Το κοινό έγκλημα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, σποραδικό και αβέβαιο. Ο παρασιτισμός του είναι εφήμερος και ο καταναγκαστικός, παρασιτικός αγωγός της συντήρησής του μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή από την αντίσταση των θυμάτων.

Το Κράτος, αντιθέτως, παρέχει έναν νόμιμο, εύτακτο και συστηματικό δίαυλο για την αρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Καθιστά βέβαιη, ασφαλή και σχετικά «ειρηνική» τη γραμμή συντήρησης της παρασιτικής κάστας μέσα στην κοινωνία.5

Επειδή η παραγωγή πρέπει πάντοτε να προηγείται της αρπαγής, η ελεύθερη αγορά είναι ιστορικά και λογικά προγενέστερη του Κράτους. Το Κράτος δεν δημιουργήθηκε ποτέ μέσω κάποιου «κοινωνικού συμβολαίου»· γεννήθηκε πάντοτε μέσα από την κατάκτηση και την εκμετάλλευση.

Το κλασικό υπόδειγμα ήταν εκείνο μιας κατακτητικής φυλής η οποία διέκοπτε την πατροπαράδοτη πρακτική της λεηλασίας και της δολοφονίας μιας κατακτημένης φυλής, επειδή αντιλαμβανόταν ότι η διάρκεια της λεηλασίας θα ήταν μεγαλύτερη, η απόληψή της ασφαλέστερη και η κατάσταση ανετότερη εάν επέτρεπε στην κατακτημένη φυλή να παραμείνει ζωντανή και να συνεχίσει να παράγει. Οι κατακτητές εγκαθίσταντο τότε ανάμεσά της ως κυβερνήτες, απαιτώντας έναν σταθερό ετήσιο φόρο υποτέλειας.6

Μία από τις μεθόδους γέννησης ενός Κράτους θα μπορούσε να απεικονιστεί ως εξής: στους λόφους της νότιας «Ρουριτανίας», μια ομάδα ληστών κατορθώνει να αποκτήσει τον φυσικό έλεγχο της περιοχής. Τελικά, ο αρχηγός των ληστών αυτοανακηρύσσεται «βασιλιάς της κυρίαρχης και ανεξάρτητης κυβέρνησης της Νότιας Ρουριτανίας». Εάν ο ίδιος και οι άνδρες του διαθέτουν τη δύναμη να διατηρήσουν αυτή την εξουσία για κάποιο χρονικό διάστημα, ιδού! Ένα νέο Κράτος έχει ενταχθεί στην «οικογένεια των εθνών» και οι πρώην αρχηγοί των ληστών έχουν μεταμορφωθεί στη νόμιμη αριστοκρατία του βασιλείου.

We are now in a position to answer more fully the question: what is the State? The State, in the words of Oppenheimer, is the “organization of the political means”; it is the systematization of the predatory process over a given territory. For crime, at best, is sporadic and uncertain; the parasitism is ephemeral, and the coercive, parasitic lifeline may be cut off at any time by the resistance of the victims. The State provides a legal, orderly, systematic channel for the predation of private property; it renders certain, secure, and relatively “peaceful” the lifeline of the parasitic caste in society. Since production must always precede predation, the free market is anterior to the State. The State has never been created by a “social contract”; it has always been born in conquest and exploitation. The classic paradigm was a conquering tribe pausing in its time-honored method of looting and murdering a conquered tribe, to realize that the timespan of plunder would be longer and more secure, and the situation more pleasant, if the conquered tribe were allowed to live and produce, with the conquerors settling among them as rulers exacting a steady annual tribute. One method of the birth of a State may be illustrated as follows: in the hills of southern “Ruritania,” a bandit group manages to obtain physical control over the territory, and finally the bandit chieftain proclaims himself “King of the sovereign and independent government of South Ruritania”; and, if he and his men have the force to maintain this rule for a while, lo and behold! a new State has joined the “family of nations,” and the former bandit leaders have been transformed into the lawful nobility of the realm.

8

3. Πώς συντηρείται το Κράτος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

How the State Preserves Itself

9

Μόλις εγκαθιδρυθεί ένα Κράτος, το πρόβλημα της κυρίαρχης ομάδας ή «κάστας» είναι το πώς θα διατηρήσει την εξουσία της.7 Μολονότι η βία αποτελεί το modus operandi της, το βασικό και μακροπρόθεσμο πρόβλημά της είναι ιδεολογικό.

Για να παραμείνει στην εξουσία, κάθε κυβέρνηση —και όχι μόνο μια «δημοκρατική» κυβέρνηση— πρέπει να διαθέτει την υποστήριξη της πλειονότητας των υπηκόων της. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η υποστήριξη δεν χρειάζεται να έχει τη μορφή ενεργού ενθουσιασμού· μπορεί κάλλιστα να αποτελεί παθητική παραίτηση, σαν να επρόκειτο για αναπόφευκτο νόμο της φύσης. Πρέπει, όμως, να υπάρχει υποστήριξη με την έννοια κάποιου βαθμού αποδοχής· διαφορετικά, η μειονότητα των κρατικών κυβερνώντων θα υπερνικούνταν τελικά από την ενεργό αντίσταση της πλειονότητας του κοινού.

Εφόσον η αρπαγή πρέπει να συντηρείται από το πλεόνασμα της παραγωγής, είναι κατ’ ανάγκην αληθές ότι η τάξη που συγκροτεί το Κράτος —η πλήρους απασχόλησης γραφειοκρατία και η αριστοκρατία— πρέπει να αποτελεί μια σχετικά μικρή μειονότητα στη χώρα, αν και μπορεί, βεβαίως, να εξαγοράζει συμμάχους μεταξύ σημαντικών ομάδων του πληθυσμού. Το κύριο καθήκον των κυβερνώντων είναι, συνεπώς, πάντοτε να εξασφαλίζουν την ενεργό ή παθητική αποδοχή της πλειονότητας των πολιτών.8, 9

Once a State has been established, the problem of the ruling group or “caste” is how to maintain their rule. While force is their modus operandi, their basic and long-run problem is ideological. For in order to continue in office, any government (not simply a “democratic” government) must have the support of the majority of its subjects. This support, it must be noted, need not be active enthusiasm; it may well be passive resignation as if to an inevitable law of nature. But support in the sense of acceptance of some sort it must be; else the minority of State rulers would eventually be outweighed by the active resistance of the majority of the public. Since predation must be supported out of the surplus of production, it is necessarily true that the class constituting the State—the full-time bureaucracy (and nobility)—must be a rather small minority in the land, although it may, of course, purchase allies among important groups in the population. Therefore, the chief task of the rulers is always to secure the active or resigned acceptance of the majority of the citizens.

10

Μία μέθοδος εξασφάλισης υποστήριξης είναι, φυσικά, η δημιουργία παγιωμένων οικονομικών συμφερόντων. Ο βασιλιάς δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνος· πρέπει να διαθέτει μια αρκετά μεγάλη ομάδα ακολούθων που απολαμβάνουν τα προνόμια της εξουσίας, όπως είναι, για παράδειγμα, τα μέλη του κρατικού μηχανισμού, η μόνιμη γραφειοκρατία ή η κατεστημένη αριστοκρατία.10

Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται μόνο μια μειονότητα πρόθυμων υποστηρικτών. Ακόμη και η αναγκαία εξαγορά υποστήριξης μέσω επιδοτήσεων και άλλων παραχωρήσεων προνομίων δεν εξασφαλίζει τη συγκατάθεση της πλειονότητας. Για να επιτευχθεί αυτή η ουσιώδης αποδοχή, η πλειονότητα πρέπει να πειστεί μέσω της ιδεολογίας ότι η κυβέρνησή της είναι καλή, σοφή και τουλάχιστον αναπόφευκτη — και ασφαλώς καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη νοητή εναλλακτική λύση.

Η προώθηση αυτής της ιδεολογίας στον λαό αποτελεί τη ζωτική κοινωνική αποστολή των διανοουμένων. Οι μάζες των ανθρώπων δεν δημιουργούν οι ίδιες τις ιδέες τους ούτε, στην πραγματικότητα, επεξεργάζονται αυτές τις ιδέες ανεξάρτητα· ακολουθούν παθητικά τις ιδέες που υιοθετεί και διαδίδει το σώμα των διανοουμένων. Οι διανοούμενοι είναι, επομένως, οι «διαμορφωτές της κοινής γνώμης» μέσα στην κοινωνία. Και επειδή ακριβώς η διαμόρφωση της κοινής γνώμης είναι εκείνο που χρειάζεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο το Κράτος, γίνεται σαφής η βάση της πανάρχαιας συμμαχίας μεταξύ του Κράτους και των διανοουμένων.

Of course, one method of securing support is through the creation of vested economic interests. Therefore, the King alone cannot rule; he must have a sizable group of followers who enjoy the prerequisites of rule, for example, the members of the State apparatus, such as the full-time bureaucracy or the established nobility. But this still secures only a minority of eager supporters, and even the essential purchasing of support by subsidies and other grants of privilege still does not obtain the consent of the majority. For this essential acceptance, the majority must be persuaded by ideology that their government is good, wise and, at least, inevitable, and certainly better than other conceivable alternatives. Promoting this ideology among the people is the vital social task of the “intellectuals.” For the masses of men do not create their own ideas, or indeed think through these ideas independently; they follow passively the ideas adopted and disseminated by the body of intellectuals. The intellectuals are, therefore, the “opinion-molders” in society. And since it is precisely a molding of opinion that the State most desperately needs, the basis for age-old alliance between the State and the intellectuals becomes clear.

11

Είναι προφανές ότι το Κράτος χρειάζεται τους διανοουμένους· δεν είναι εξίσου προφανές γιατί οι διανοούμενοι χρειάζονται το Κράτος. Για να το θέσουμε απλά, μπορούμε να πούμε ότι ο βιοπορισμός του διανοουμένου στην ελεύθερη αγορά δεν είναι ποτέ ιδιαίτερα ασφαλής. Ο διανοούμενος πρέπει να εξαρτάται από τις αξίες και τις επιλογές του πλήθους των συνανθρώπων του, ενώ είναι ακριβώς χαρακτηριστικό των μαζών ότι κατά κανόνα δεν ενδιαφέρονται για διανοητικά ζητήματα.

Το Κράτος, από την άλλη πλευρά, είναι πρόθυμο να προσφέρει στους διανοουμένους μια ασφαλή και μόνιμη θέση στον κρατικό μηχανισμό και, μαζί με αυτήν, ένα ασφαλές εισόδημα και ολόκληρη την αίγλη του κύρους. Οι διανοούμενοι θα ανταμειφθούν πλουσιοπάροχα για τη σημαντική λειτουργία που επιτελούν προς όφελος των κρατικών κυβερνώντων, στην ομάδα των οποίων εντάσσονται πλέον και οι ίδιοι.11

It is evident that the State needs the intellectuals; it is not so evident why intellectuals need the State. Put simply, we may state that the intellectual’s livelihood in the free market is never too secure; for the intellectual must depend on the values and choices of the masses of his fellow men, and it is precisely characteristic of the masses that they are generally uninterested in intellectual matters. The State, on the other hand, is willing to offer the intellectuals a secure and permanent berth in the State apparatus; and thus a secure income and the panoply of prestige. For the intellectuals will be handsomely rewarded for the important function they perform for the State rulers, of which group they now become a part.

12

Η συμμαχία μεταξύ Κράτους και διανοουμένων συμβολίστηκε από τη διακαή επιθυμία των καθηγητών του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, κατά τον 19ο αιώνα, να συγκροτήσουν την «πνευματική σωματοφυλακή του Οίκου των Χοεντσόλερν». Στη σύγχρονη εποχή, ας σημειώσουμε το αποκαλυπτικό σχόλιο ενός επιφανούς μαρξιστή μελετητή σχετικά με την κριτική μελέτη του καθηγητή Wittfogel για τον αρχαίο ανατολικό δεσποτισμό:

«Ο πολιτισμός στον οποίο επιτίθεται με τόση πικρία ο καθηγητής Wittfogel ήταν ένας πολιτισμός που μπορούσε να μετατρέπει ποιητές και λογίους σε κρατικούς αξιωματούχους.»12

Από τα αναρίθμητα παραδείγματα μπορούμε να αναφέρουμε τη σύγχρονη ανάπτυξη της «επιστήμης» της στρατηγικής, στην υπηρεσία του κυριότερου οργάνου άσκησης βίας της κυβέρνησης, δηλαδή του στρατού.13 Ένας ακόμη θεσμός με μακρά ιστορία είναι ο επίσημος ιστορικός ή «ιστορικός της αυλής», αφοσιωμένος στη διάδοση της άποψης των κυβερνώντων για τις δικές τους πράξεις και για τις πράξεις των προκατόχων τους.14

The alliance between the State and the intellectuals was symbolized in the eager desire of professors at the University of Berlin in the nineteenth century to form the “intellectual bodyguard of the House of Hohenzollern.” In the present day, let us note the revealing comment of an eminent Marxist scholar concerning Professor Wittfogel’s critical study of ancient Oriental despotism: “The civilization which Professor Wittfogel is so bitterly attacking was one which could make poets and scholars into officials.” Of innumerable examples, we may cite the recent development of the “science” of strategy, in the service of the government’s main violence-wielding arm, the military. A venerable institution, furthermore, is the official or “court” historian, dedicated to purveying the rulers’ views of their own and their predecessors’ actions.

13

Οι ιδεολογικές δικαιολογήσεις της εξουσίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

14

Πολλά και ποικίλα υπήρξαν τα επιχειρήματα με τα οποία το Κράτος και οι διανοούμενοί του έπεισαν τους υπηκόους να υποστηρίζουν την εξουσία τους. Οι βασικές γραμμές αυτών των επιχειρημάτων μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:

  1. Οι κρατικοί κυβερνήτες είναι σπουδαίοι και σοφοί άνθρωποι — κυβερνούν «ελέω Θεού», αποτελούν την «αριστοκρατία» της ανθρωπότητας ή είναι οι «επιστημονικοί ειδικοί». Είναι πολύ σπουδαιότεροι και σοφότεροι από τους καλοπροαίρετους αλλά μάλλον απλοϊκούς υπηκόους τους.

  2. Η εξουσία της υφιστάμενης κυβέρνησης είναι αναπόφευκτη, απολύτως αναγκαία και σαφώς προτιμότερη από τα απερίγραπτα δεινά που θα ακολουθούσαν την κατάρρευσή της.

Η ένωση Εκκλησίας και Κράτους υπήρξε ένας από τους παλαιότερους και επιτυχέστερους τέτοιους ιδεολογικούς μηχανισμούς. Ο κυβερνήτης είτε ήταν χρισμένος από τον Θεό είτε —όπως στην περίπτωση της απόλυτης εξουσίας πολλών ανατολικών δεσποτισμών— ήταν ο ίδιος Θεός. Επομένως, κάθε αντίσταση στην εξουσία του αποτελούσε βλασφημία. Το ιερατείο του Κράτους επιτελούσε τη βασική διανοητική λειτουργία της εξασφάλισης λαϊκής υποστήριξης, ακόμη και λατρείας, προς τους κυβερνώντες.15

Many and varied have been the arguments by which the State and its intellectuals have induced their subjects to support their rule. Basically, the strands of argument may be summed up as follows: (a) the State rulers are great and wise men (they “rule by divine right,” they are the “aristocracy” of men, they are the “scientific experts”), much greater and wiser than the good but rather simple subjects, and (b) rule by the extent government is inevitable, absolutely necessary, and far better, than the indescribable evils that would ensue upon its downfall. The union of Church and State was one of the oldest and most successful of these ideological devices. The ruler was either anointed by God or, in the case of the absolute rule of many oriental despotisms, was himself God; hence, any resistance to his rule would be blasphemy. The States’ priestcraft performed the basic intellectual function of obtaining popular support and even worship for the rulers.

15

Ένας άλλος επιτυχημένος μηχανισμός ήταν η καλλιέργεια φόβου απέναντι σε κάθε εναλλακτικό σύστημα διακυβέρνησης ή μη διακυβέρνησης. Υποστηριζόταν ότι οι υφιστάμενοι κυβερνήτες παρέχουν στους πολίτες μια ουσιώδη υπηρεσία, για την οποία οι τελευταίοι θα έπρεπε να είναι βαθύτατα ευγνώμονες: προστασία από περιστασιακούς εγκληματίες και επιδρομείς.

Πράγματι, το Κράτος, προκειμένου να διατηρεί το δικό του μονοπώλιο στην αρπαγή, φρόντιζε να περιορίζει στο ελάχιστο το ιδιωτικό και μη συστηματικό έγκλημα. Το Κράτος πάντοτε περιφρουρούσε ζηλότυπα το αποκλειστικό του πεδίο δράσης.

Ιδιαίτερα επιτυχημένο υπήρξε κατά τους τελευταίους αιώνες στην καλλιέργεια του φόβου απέναντι στους κυβερνήτες άλλων κρατών. Επειδή η χερσαία επιφάνεια του πλανήτη έχει κατανεμηθεί μεταξύ επιμέρους κρατών, ένα από τα βασικά δόγματα του Κράτους ήταν η ταύτισή του με την επικράτεια που κυβερνούσε.

Δεδομένου ότι οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να αγαπούν την πατρίδα τους, η ταύτιση αυτής της γης και του λαού της με το Κράτος αποτέλεσε μέσο για την αξιοποίηση του φυσικού πατριωτισμού προς όφελος του Κράτους. Εάν η «Ρουριτανία» δεχόταν επίθεση από τη «Βαλδαβία», το πρώτο καθήκον του Κράτους και των διανοουμένων του ήταν να πείσουν τον λαό της Ρουριτανίας ότι η επίθεση στρεφόταν στην πραγματικότητα εναντίον του ίδιου του λαού και όχι απλώς εναντίον της κυρίαρχης κάστας.

Με αυτόν τον τρόπο, ένας πόλεμος μεταξύ κυβερνώντων μετατρεπόταν σε πόλεμο μεταξύ λαών, με κάθε λαό να σπεύδει να υπερασπιστεί τους κυβερνήτες του, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι εκείνοι υπερασπίζονταν τον ίδιο. Αυτός ο μηχανισμός του «εθνικισμού» έγινε επιτυχημένος στον δυτικό πολιτισμό μόνο κατά τους τελευταίους αιώνες. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η μάζα των υπηκόων θεωρούσε τους πολέμους άσχετες προς την ίδια συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών ομάδων ευγενών.

Another successful device was to instill fear of any alternative systems of rule or nonrule. The present rulers, it was maintained, supply to the citizens an essential service for which they should be most grateful: protection against sporadic criminals and marauders. For the State, to preserve its own monopoly of predation, did indeed see to it that private and unsystematic crime was kept to a minimum; the State has always been jealous of its own preserve. Especially has the State been successful in recent centuries in instilling fear of other State rulers. Since the land area of the globe has been parceled out among particular States, one of the basic doctrines of the State was to identify itself with the territory it governed. Since most men tend to love their homeland, the identification of that land and its people with the State was a means of making natural patriotism work to the State’s advantage. If “Ruritania” was being attacked by “Walldavia,” the first task of the State and its intellectuals was to convince the people of Ruritania that the attack was really upon them and not simply upon the ruling caste. In this way, a war between rulers was converted into a war between peoples, with each people coming to the defense of its rulers in the erroneous belief that the rulers were defending them. This device of “nationalism” has only been successful, in Western civilization, in recent centuries; it was not too long ago that the mass of subjects regarded wars as irrelevant battles between various sets of nobles.

16

Παράδοση, συλλογικότητα και καταστολή της διαφωνίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

17

Πολλά και διακριτικά είναι τα ιδεολογικά όπλα που χρησιμοποίησε το Κράτος ανά τους αιώνες. Ένα εξαιρετικό όπλο υπήρξε η παράδοση. Όσο περισσότερο χρόνο κατόρθωνε να διατηρηθεί η εξουσία ενός Κράτους, τόσο ισχυρότερο γινόταν αυτό το όπλο· διότι τότε η δυναστεία Χ ή το Κράτος Ψ φαινόταν να διαθέτει πίσω του το βάρος μιας παράδοσης πολλών αιώνων.16

Η λατρεία των προγόνων μετατρέπεται έτσι σε έναν όχι και τόσο λεπτό τρόπο λατρείας των αρχαίων κυβερνώντων. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το Κράτος είναι η ανεξάρτητη διανοητική/πνευματική κριτική. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος καταστολής αυτής της κριτικής από την επίθεση εναντίον κάθε απομονωμένης φωνής, κάθε ανθρώπου που θέτει νέες αμφιβολίες, με την κατηγορία ότι αποτελεί βέβηλο παραβάτη της σοφίας των προγόνων του.

Μια άλλη ισχυρή ιδεολογική δύναμη είναι η υποτίμηση του ατόμου και η εξύψωση της κοινωνικής συλλογικότητας. Επειδή κάθε δεδομένο καθεστώς εξουσίας προϋποθέτει την αποδοχή της πλειονότητας, κάθε ιδεολογικός κίνδυνος για αυτό το καθεστώς μπορεί να ξεκινήσει μόνο από ένα ή από λίγα ανεξάρτητα σκεπτόμενα άτομα.

Η νέα ιδέα —και ακόμη περισσότερο η νέα κριτική ιδέα— πρέπει κατ’ ανάγκην να ξεκινήσει ως άποψη μιας μικρής μειονότητας. Το Κράτος, επομένως, πρέπει να καταπνίξει αυτή την άποψη εν τη γενέσει της, γελοιοποιώντας κάθε θέση που αψηφά τις αντιλήψεις της μάζας. Οι προτροπές «να ακούς μόνο τους αδελφούς σου» ή «να προσαρμόζεσαι στην κοινωνία» μετατρέπονται έτσι σε ιδεολογικά όπλα για τη συντριβή της ατομικής διαφωνίας.17 Με τέτοια μέσα, οι μάζες δεν πρόκειται ποτέ να πληροφορηθούν ότι ο αυτοκράτοράς τους είναι γυμνός.18

Η εξουσία ως κάτι αναπόφευκτο

Είναι επίσης σημαντικό για το Κράτος να παρουσιάζει την εξουσία του ως αναπόφευκτη. Ακόμη και αν η κυριαρχία του δεν είναι αρεστή, θα αντιμετωπίζεται τότε με παθητική παραίτηση, όπως υποδηλώνει η γνωστή σύνδεση μεταξύ «θανάτου και φόρων».

Μια σχετική μέθοδος είναι η καλλιέργεια του ιστοριογραφικού ντετερμινισμού, σε αντίθεση με την ατομική ελευθερία της βούλησης. Εάν μας κυβερνά η δυναστεία Χ, αυτό συμβαίνει επειδή έτσι έχουν διατάξει οι αδυσώπητοι νόμοι της Ιστορίας —ή η θεία βούληση, το Απόλυτο ή οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις— και τίποτε από όσα θα μπορούσε να πράξει οποιοδήποτε ασήμαντο άτομο δεν είναι σε θέση να αλλάξει αυτή την αναπόφευκτη επιταγή.

Είναι επίσης σημαντικό για το Κράτος να εμφυσά στους υπηκόους του αποστροφή προς κάθε «συνωμοτική θεωρία της Ιστορίας». Διότι η αναζήτηση «συνωμοσιών» σημαίνει αναζήτηση κινήτρων και καταλογισμό ευθύνης για τα ιστορικά ανομήματα.

Many and subtle are the ideological weapons that the State has wielded through the centuries. One excellent weapon has been tradition. The longer that the rule of a State has been able to preserve itself, the more powerful this weapon; for then, the X Dynasty or the Y State has the seeming weight of centuries of tradition behind it. Worship of one’s ancestors, then, becomes a none too subtle means of worship of one’s ancient rulers. The greatest danger to the State is independent intellectual criticism; there is no better way to stifle that criticism than to attack any isolated voice, any raiser of new doubts, as a profane violator of the wisdom of his ancestors. Another potent ideological force is to deprecate the individual and exalt the collectivity of society. For since any given rule implies majority acceptance, any ideological danger to that rule can only start from one or a few independently-thinking individuals. The new idea, much less the new critical idea, must needs begin as a small minority opinion; therefore, the State must nip the view in the bud by ridiculing any view that defies the opinions of the mass. “Listen only to your brothers” or “adjust to society” thus become ideological weapons for crushing individual dissent. By such measures, the masses will never learn of the nonexistence of their Emperor’s clothes. It is also important for the State to make its rule seem inevitable; even if its reign is disliked, it will then be met with passive resignation, as witness the familiar coupling of “death and taxes.” One method is to induce historiographical determinism, as opposed to individual freedom of will. If the X Dynasty rules us, this is because the Inexorable Laws of History (or the Divine Will, or the Absolute, or the Material Productive Forces) have so decreed and nothing any puny individuals may do can change this inevitable decree. It is also important for the State to inculcate in its subjects an aversion to any “conspiracy theory of history;” for a search for “conspiracies” means a search for motives and an attribution of responsibility for historical misdeeds. If, however, any tyranny imposed by the State, or venality, or aggressive war, was caused not by the State rulers but by mysterious and arcane “social forces,” or by the imperfect state of the world or, if in some way, everyone was responsible (“We Are All Murderers,” proclaims one slogan), then there is no point to the people becoming indignant or rising up against such misdeeds. Furthermore, an attack on “conspiracy theories” means that the subjects will become more gullible in believing the “general welfare” reasons that are always put forth by the State for engaging in any of its despotic actions. A “conspiracy theory” can unsettle the system by causing the public to doubt the State’s ideological propaganda.

18

Εάν, αντιθέτως, οποιαδήποτε τυραννία επιβάλλεται από το Κράτος, οποιαδήποτε διαφθορά ή οποιοσδήποτε επιθετικός πόλεμος δεν προκαλείται από τους κρατικούς κυβερνήτες αλλά από μυστηριώδεις και ακατανόητες «κοινωνικές δυνάμεις», από την ατελή κατάσταση του κόσμου ή, κατά κάποιον τρόπο, από όλους —«Είμαστε όλοι δολοφόνοι», διακηρύσσει ένα σχετικό σύνθημα— τότε δεν υπάρχει λόγος να αγανακτήσει ή να εξεγερθεί ο λαός εναντίον τέτοιων αδικημάτων.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

19

Επιπλέον, η επίθεση εναντίον των «συνωμοτικών θεωριών» κάνει τους υπηκόους περισσότερο ευκολόπιστους απέναντι στις αιτιολογίες περί «γενικού συμφέροντος», τις οποίες προβάλλει πάντοτε το Κράτος για κάθε δεσποτική του ενέργεια. Μια «συνωμοτική θεωρία» μπορεί να αποσταθεροποιήσει το σύστημα, κάνοντας το κοινό να αμφισβητήσει την ιδεολογική προπαγάνδα του Κράτους.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

20

Η καλλιέργεια ενοχής

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

21

Μια ακόμη δοκιμασμένη μέθοδος για την υποταγή των υπηκόων στη βούληση του Κράτους είναι η καλλιέργεια ενοχής. Κάθε βελτίωση της ιδιωτικής ευημερίας μπορεί να καταγγελθεί ως «ασυνείδητη απληστία», «υλισμός» ή «υπερβολική αφθονία». Η πραγματοποίηση κέρδους μπορεί να καταγγελθεί ως «εκμετάλλευση» και «τοκογλυφία», ενώ οι αμοιβαία επωφελείς ανταλλαγές μπορούν να αποκηρυχθούν ως «εγωισμός».

Και, κατά κάποιον τρόπο, το συμπέρασμα που συνάγεται είναι πάντοτε ότι περισσότεροι πόροι πρέπει να διοχετευθούν από τον ιδιωτικό στον «δημόσιο τομέα». Η ενοχή που καλλιεργείται κάνει το κοινό προθυμότερο να αποδεχθεί ακριβώς αυτό. Διότι, ενώ τα άτομα υποτίθεται ότι ενδίδουν σε «εγωιστική απληστία», η αποχή των κρατικών κυβερνώντων από τις ανταλλαγές υποτίθεται ότι φανερώνει την αφοσίωσή τους σε υψηλότερους και ευγενέστερους σκοπούς. Η παρασιτική αρπαγή εμφανίζεται, προφανώς, ως ηθικά και αισθητικά ανώτερη από την ειρηνική και παραγωγική εργασία.

Another tried and true method for bending subjects to the State’s will is inducing guilt. Any increase in private well-being can be attacked as “unconscionable greed,” “materialism,” or “excessive affluence,” profit-making can be attacked as “exploitation” and “usury,” mutually beneficial exchanges denounced as “selfishness,” and somehow with the conclusion always being drawn that more resources should be siphoned from the private to the “public sector.” The induced guilt makes the public more ready to do just that. For while individual persons tend to indulge in “selfish greed,” the failure of the State’s rulers to engage in exchanges is supposed to signify their devotion to higher and nobler causes—parasitic predation being apparently morally and esthetically lofty as compared to peaceful and productive work.

22

Η επίκληση της «επιστήμης»

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

23

Στη σύγχρονη, περισσότερο εκκοσμικευμένη εποχή, το θεϊκό δικαίωμα του Κράτους έχει συμπληρωθεί από την επίκληση ενός νέου θεού: της Επιστήμης. Η κρατική εξουσία παρουσιάζεται πλέον ως απολύτως επιστημονική, ως σχεδιασμός που πραγματοποιείται από ειδικούς.

Μολονότι γίνεται συχνότερη επίκληση της «λογικής» από ό,τι σε προηγούμενους αιώνες, δεν πρόκειται για την αληθινή λογική του ατόμου και για την άσκηση της ελεύθερης βούλησής του. Παραμένει μια συλλογικιστική και ντετερμινιστική λογική, η οποία εξακολουθεί να προϋποθέτει ολιστικά συλλογικά μεγέθη και τον καταναγκαστικό χειρισμό παθητικών υπηκόων από τους κυβερνήτες τους.

In the present more secular age, the divine right of the State has been supplemented by the invocation of a new god, Science. State rule is now proclaimed as being ultrascientific, as constituting planning by experts. But while “reason” is invoked more than in previous centuries, this is not the true reason of the individual and his exercise of free will; it is still collectivist and determinist, still implying holistic aggregates and coercive manipulation of passive subjects by their rulers.

24

Η αυξανόμενη χρήση επιστημονικής ορολογίας επέτρεψε στους διανοουμένους του Κράτους να υφαίνουν σκοτεινές απολογίες της κρατικής εξουσίας, οι οποίες θα προκαλούσαν μόνο τον χλευασμό του πληθυσμού σε μια απλούστερη εποχή. Ένας ληστής που θα δικαιολογούσε την κλοπή του λέγοντας ότι στην πραγματικότητα βοήθησε τα θύματά του, επειδή οι δαπάνες του τόνωσαν το λιανικό εμπόριο, θα έβρισκε ελάχιστους ανθρώπους πρόθυμους να τον πιστέψουν. Όταν όμως η ίδια θεωρία περιβάλλεται με κεϋνσιανές εξισώσεις και εντυπωσιακές αναφορές στο «πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα», αποκτά, δυστυχώς, μεγαλύτερη πειστικότητα.

The increasing use of scientific jargon has permitted the State’s intellectuals to weave obscurantist apologia for State rule that would have only met with derision by the populace of a simpler age. A robber who justified his theft by saying that he really helped his victims, by his spending giving a boost to retail trade, would find few converts; but when this theory is clothed in Keynesian equations and impressive references to the “multiplier effect,” it unfortunately carries more conviction. And so the assault on common sense proceeds, each age performing the task in its own ways.

25

Έτσι συνεχίζεται η επίθεση εναντίον της κοινής λογικής, με κάθε εποχή να επιτελεί το έργο αυτό με τους δικούς της τρόπους.

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

26

Επειδή, λοιπόν, η ιδεολογική υποστήριξη είναι ζωτικής σημασίας για το Κράτος, αυτό πρέπει αδιάκοπα να προσπαθεί να εντυπώσει στο κοινό τη «νομιμοποίησή» του, προκειμένου να διακρίνει τις δραστηριότητές του από εκείνες των απλών ληστών. Η αδιάκοπη αποφασιστικότητα με την οποία επιτίθεται στην κοινή λογική δεν είναι τυχαία. Όπως υποστήριξε παραστατικά ο Mencken:

Thus, ideological support being vital to the State, it must unceasingly try to impress the public with its “legitimacy,” to distinguish its activities from those of mere brigands. The unremitting determination of its assaults on common sense is no accident, for as Mencken vividly maintained:

27

Ο μέσος άνθρωπος, όποια και αν είναι κατά τα άλλα τα σφάλματά του, τουλάχιστον αντιλαμβάνεται καθαρά ότι η κυβέρνηση είναι κάτι που βρίσκεται έξω από τον ίδιο και έξω από το σύνολο των συνανθρώπων του· ότι είναι μια χωριστή, ανεξάρτητη και εχθρική δύναμη, η οποία βρίσκεται μόνο εν μέρει υπό τον έλεγχό του και είναι ικανή να του προκαλέσει μεγάλη βλάβη.

Δεν έχει άραγε σημασία το γεγονός ότι η κλοπή από την κυβέρνηση θεωρείται παντού έγκλημα μικρότερης βαρύτητας από την κλοπή εις βάρος ενός ατόμου ή ακόμη και μιας εταιρείας; … Αυτό που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά, πιστεύω, είναι η βαθιά αίσθηση του θεμελιώδους ανταγωνισμού μεταξύ της κυβέρνησης και του λαού που αυτή κυβερνά.

Η κυβέρνηση δεν γίνεται αντιληπτή ως μια επιτροπή πολιτών που επιλέχθηκε για να διεκπεραιώνει τις κοινές υποθέσεις ολόκληρου του πληθυσμού, αλλά ως μια χωριστή και αυτόνομη εταιρεία, κυρίως αφοσιωμένη στην εκμετάλλευση του πληθυσμού προς όφελος των ίδιων των μελών της. …

Όταν ληστεύεται ένας ιδιώτης, ένας άξιος άνθρωπος στερείται τους καρπούς της εργατικότητας και της οικονομίας του. Όταν ληστεύεται η κυβέρνηση, το χειρότερο που συμβαίνει είναι ότι ορισμένοι απατεώνες και αργόσχολοι έχουν λιγότερα χρήματα για να παίζουν από όσα είχαν προηγουμένως. Η ιδέα ότι κέρδισαν επάξια αυτά τα χρήματα δεν εξετάζεται ποτέ· στους περισσότερους λογικούς ανθρώπους θα φαινόταν γελοία.19

The average man, whatever his errors otherwise, at least sees clearly that government is something lying outside him and outside the generality of his fellow men—that it is a separate, independent, and hostile power, only partly under his control, and capable of doing him great harm. Is it a fact of no significance that robbing the government is everywhere regarded as a crime of less magnitude than robbing an individual, or even a corporation?... What lies behind all this, I believe, is a deep sense of the fundamental antagonism between the government and the people it governs. It is apprehended, not as a committee of citizens chosen to carry on the communal business of the whole population, but as a separate and autonomous corporation, mainly devoted to exploiting the population for the benefit of its own members.... When a private citizen is robbed, a worthy man is deprived of the fruits of his industry and thrift; when the government is robbed, the worst that happens is that certain rogues and loafers have less money to play with than they had before. The notion that they have earned that money is never entertained; to most sensible men it would seem ludicrous.

28

4. Πώς το Κράτος υπερβαίνει τα όριά του

↗ στη σελίδα του βιβλίου

How the State Transcends Its Limits

29

Όπως εύστοχα επισήμανε ο Bertrand de Jouvenel, ανά τους αιώνες οι άνθρωποι διαμόρφωσαν θεσμούς και θεωρητικές έννοιες με σκοπό να ελέγξουν και να περιορίσουν την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Το Κράτος, όμως, με τη βοήθεια των διανοουμένων συμμάχων του, κατόρθωσε να μετατρέψει διαδοχικά καθεμία από αυτές τις έννοιες σε ιδεολογική σφραγίδα νομιμοποίησης και αρετής, την οποία μπορούσε να προσδίδει στα διατάγματα και στις ενέργειές του.

Αρχικά, στη Δυτική Ευρώπη, η έννοια της θεϊκής κυριαρχίας σήμαινε ότι οι βασιλείς επιτρεπόταν να κυβερνούν μόνο σύμφωνα με τον θείο νόμο. Οι βασιλείς, όμως, μετέτρεψαν την έννοια αυτή σε σφραγίδα θεϊκής επιδοκιμασίας για οποιαδήποτε ενέργειά τους. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ξεκίνησε ως λαϊκός έλεγχος επί της απόλυτης μοναρχικής εξουσίας· κατέληξε με το κοινοβούλιο να αποτελεί ουσιώδες τμήμα του Κράτους και με κάθε πράξη του να θεωρείται απολύτως κυρίαρχη.

Όπως συμπεραίνει ο de Jouvenel:

As Bertrand de Jouvenel has sagely pointed out, through the centuries men have formed concepts designed to check and limit the exercise of State rule; and, one after another, the State, using its intellectual allies, has been able to transform these concepts into intellectual rubber stamps of legitimacy and virtue to attach to its decrees and actions. Originally, in Western Europe, the concept of divine sovereignty held that the kings may rule only according to divine law; the kings turned the concept into a rubber stamp of divine approval for any of the kings’ actions. The concept of parliamentary democracy began as a popular check upon absolute monarchical rule; it ended with parliament being the essential part of the State and its every act totally sovereign. As de Jouvenel concludes:

30

Πολλοί συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τις θεωρίες της κυριαρχίας επεξεργάστηκαν κάποιον … από αυτούς τους περιοριστικούς μηχανισμούς. Στο τέλος, όμως, κάθε τέτοια θεωρία έχασε, αργά ή γρήγορα, τον αρχικό της σκοπό και κατέληξε να λειτουργεί απλώς ως εφαλτήριο για την Εξουσία, παρέχοντάς της την ισχυρή συνδρομή ενός αόρατου κυρίαρχου, με τον οποίο μπορούσε, με την πάροδο του χρόνου, να ταυτιστεί επιτυχώς.20

Many writers on theories of sovereignty have worked out one... of these restrictive devices. But in the end every single such theory has, sooner or later, lost its original purpose, and come to act merely as a springboard to Power, by providing it with the powerful aid of an invisible sovereign with whom it could in time successfully identify itself.

31

Το ίδιο συνέβη και με ειδικότερα δόγματα. Τα «φυσικά δικαιώματα» του ατόμου, όπως κατοχυρώθηκαν στο έργο του John Locke και στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, μετατράπηκαν στο «δικαίωμα στην εργασία» που επινόησαν οι κρατιστές. Ο ωφελιμισμός μετατράπηκε από επιχείρημα υπέρ της ελευθερίας σε επιχείρημα κατά της αντίστασης στις κρατικές παραβιάσεις της ελευθερίας· και ούτω καθεξής.

Similarly with more specific doctrines: the “natural rights” of the individual enshrined in John Locke and the Bill of Rights, became a statist “right to a job”; utilitarianism turned from arguments for liberty to arguments against resisting the State’s invasions of liberty, etc.

32

Το Σύνταγμα και ο δικαστικός έλεγχος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

33

Ασφαλώς, η πλέον φιλόδοξη απόπειρα επιβολής ορίων στο Κράτος υπήρξε η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων και οι άλλες περιοριστικές διατάξεις του αμερικανικού Συντάγματος. Με αυτές, οι γραπτοί περιορισμοί της κυβέρνησης κατέστησαν θεμελιώδης νόμος, τον οποίο θα ερμήνευε μια δικαστική εξουσία θεωρητικά ανεξάρτητη από τους άλλους κλάδους της κυβέρνησης.

Όλοι οι Αμερικανοί γνωρίζουν τη διαδικασία μέσω της οποίας η ερμηνεία των συνταγματικών περιορισμών διευρύνθηκε αδιάκοπα κατά τον τελευταίο αιώνα. Ελάχιστοι, όμως, διέκριναν τόσο καθαρά όσο ο καθηγητής Charles Black ότι το Κράτος, κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, μετέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο τον δικαστικό έλεγχο από μηχανισμό περιορισμού σε ένα ακόμη όργανο ιδεολογικής νομιμοποίησης των κυβερνητικών ενεργειών.

Διότι, εάν μια δικαστική απόφαση που κηρύσσει κάτι «αντισυνταγματικό» αποτελεί ισχυρό περιορισμό της κυβερνητικής εξουσίας, μια ρητή ή σιωπηρή απόφαση ότι κάτι είναι «συνταγματικό» αποτελεί ισχυρό όπλο για την ενίσχυση της δημόσιας αποδοχής μιας ολοένα μεγαλύτερης κυβερνητικής εξουσίας.

Certainly the most ambitious attempt to impose limits on the State has been the Bill of Rights and other restrictive parts of the American Constitution, in which written limits on government became the fundamental law to be interpreted by a judiciary supposedly independent of the other branches of government. All Americans are familiar with the process by which the construction of limits in the Constitution has been inexorably broadened over the last century. But few have been as keen as Professor Charles Black to see that the State has, in the process, largely transformed judicial review itself from a limiting device to yet another instrument for furnishing ideological legitimacy to the government’s actions. For if a judicial decree of “unconstitutional” is a mighty check to government power, an implicit or explicit verdict of “constitutional” is a mighty weapon for fostering public acceptance of ever-greater government power.

34

Ο καθηγητής Black αρχίζει την ανάλυσή του υπογραμμίζοντας την κρίσιμη ανάγκη κάθε κυβέρνησης για «νομιμοποίηση», προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει. Η νομιμοποίηση αυτή σημαίνει τη βασική αποδοχή της κυβέρνησης και των ενεργειών της από την πλειονότητα.21 Η αποδοχή της νομιμότητας καθίσταται ιδιαίτερο πρόβλημα σε μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου «ουσιαστικοί περιορισμοί είναι ενσωματωμένοι στη θεωρία επάνω στην οποία στηρίζεται η κυβέρνηση».

Αυτό που απαιτείται, προσθέτει ο Black, είναι ένα μέσο μέσω του οποίου η κυβέρνηση θα μπορεί να διαβεβαιώνει το κοινό ότι οι διευρυνόμενες εξουσίες της είναι πράγματι «συνταγματικές». Και αυτή, καταλήγει, υπήρξε η κυριότερη ιστορική λειτουργία του δικαστικού ελέγχου.

Professor Black begins his analysis by pointing out the crucial necessity of “legitimacy” for any government to endure, this legitimation signifying basic majority acceptance of the government and its actions. Acceptance of legitimacy becomes a particular problem in a country such as the United States, where “substantive limitations are built into the theory on which the government rests.” What is needed, adds Black, is a means by which the government can assure the public that its increasing powers are, indeed, “constitutional.” And this, he concludes, has been the major historic function of judicial review.

35

Ο Black παρουσιάζει το πρόβλημα ως εξής:

Let Black illustrate the problem:

36

Ο υπέρτατος κίνδυνος για την κυβέρνηση είναι η δυσαρέσκεια, η ευρέως διαδεδομένη αγανάκτηση του πληθυσμού και η απώλεια της ηθικής αυθεντίας της κυβέρνησης ως τέτοιας, όσο και αν αυτή μπορεί να στηρίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα στη βία, στην αδράνεια ή στην απουσία μιας ελκυστικής και άμεσα διαθέσιμης εναλλακτικής λύσης.

Σχεδόν κάθε άνθρωπος που ζει υπό μια κυβέρνηση περιορισμένων εξουσιών πρέπει, αργά ή γρήγορα, να υποστεί κάποια κυβερνητική πράξη την οποία, κατά την προσωπική του κρίση, θεωρεί ότι υπερβαίνει τις κυβερνητικές εξουσίες ή ότι απαγορεύεται ρητά στην κυβέρνηση.

Ένας άνθρωπος στρατολογείται υποχρεωτικά, μολονότι δεν βρίσκει τίποτε στο Σύνταγμα που να προβλέπει την υποχρεωτική στράτευσή του. … Σε έναν αγρότη υπαγορεύεται πόσο σιτάρι μπορεί να καλλιεργήσει. Πιστεύει —και ανακαλύπτει ότι ορισμένοι αξιοσέβαστοι νομικοί συμφωνούν μαζί του— ότι η κυβέρνηση δεν έχει περισσότερο δικαίωμα να του υπαγορεύσει πόσο σιτάρι μπορεί να καλλιεργήσει απ’ όσο έχει να υπαγορεύσει στην κόρη του ποιον θα παντρευτεί.

Ένας άνθρωπος οδηγείται σε ομοσπονδιακή φυλακή επειδή είπε αυτό που επιθυμούσε και βαδίζει μέσα στο κελί του απαγγέλλοντας: «Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίσει νόμους που περιορίζουν την ελευθερία του λόγου». … Σε έναν επιχειρηματία υπαγορεύεται ποια τιμή μπορεί —και ποια τιμή οφείλει— να ζητήσει για το βουτυρόγαλα.

The supreme risk [to the government] is that of disaffection and a feeling of outrage widely disseminated throughout the population, and loss of moral authority by the government as such, however long it may be propped up by force or inertia or the lack of an appealing and immediately available alternative. Almost everybody living under a government of limited powers, must sooner or later be subjected to some governmental action which as a matter of private opinion he regards as outside the power of government or positively forbidden to government. A man is drafted, though he finds nothing in the Constitution about being drafted.... A farmer is told how much wheat he can raise; he believes, and he discovers that some respectable lawyers believe with him, that the government has no more right to tell him how much wheat he can grow than it has to tell his daughter whom she can marry. A man goes to the federal penitentiary for saying what he wants to, and he paces his cell reciting... “Congress shall make no laws abridging the freedom of speech.”... A businessman is told what he can ask, and must ask, for buttermilk.

37

Υπάρχει ο πραγματικός κίνδυνος καθένας από αυτούς τους ανθρώπους —και ποιος δεν ανήκει σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες;— να αντιπαραβάλει την έννοια των κυβερνητικών περιορισμών με την πραγματικότητα της κατάφωρης υπέρβασης των πραγματικών ορίων, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, και να συναγάγει το προφανές συμπέρασμα ως προς τη νομιμοποίηση της κυβέρνησής του.22

The danger is real enough that each of these people (and who is not of their number?) will confront the concept of governmental limitation with the reality (as he sees it) of the flagrant overstepping of actual limits, and draw the obvious conclusion as to the status of his government with respect to legitimacy.

38

Ο κίνδυνος αυτός αποτρέπεται μέσω της προβολής από το Κράτος του δόγματος ότι κάποιος φορέας πρέπει να διαθέτει την τελική αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί της συνταγματικότητας και ότι, σε τελευταία ανάλυση, ο φορέας αυτός πρέπει να αποτελεί τμήμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.23

Μολονότι η φαινομενική ανεξαρτησία της ομοσπονδιακής δικαστικής εξουσίας διαδραμάτισε ζωτικό ρόλο στο να προσδώσει στις πράξεις της χαρακτήρα σχεδόν ιερής γραφής για την πλειονότητα των πολιτών, παραμένει πάντοτε αληθές ότι η δικαστική εξουσία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κυβερνητικού μηχανισμού και ότι τα μέλη της διορίζονται από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία.

Ο Black παραδέχεται ότι αυτό σημαίνει πως το Κράτος έχει καταστήσει τον εαυτό του δικαστή στη δική του υπόθεση, παραβιάζοντας έτσι μια θεμελιώδη νομική αρχή για την επίτευξη δίκαιων αποφάσεων. Απορρίπτει, όμως, κοφτά τη δυνατότητα οποιασδήποτε εναλλακτικής λύσης.24

This danger is averted by the State’s propounding the doctrine that one agency must have the ultimate decision on constitutionality and that this agency, in the last analysis, must be part of the federal government. For while the seeming independence of the federal judiciary has played a vital part in making its actions virtual Holy Writ for the bulk of the people, it is also and ever true that the judiciary is part and parcel of the government apparatus and appointed by the executive and legislative branches. Black admits that this means that the State has set itself up as a judge in its own cause, thus violating a basic juridical principle for aiming at just decisions. He brusquely denies the possibility of any alternative.

39

Ο Black προσθέτει:

Black adds:

40

Το πρόβλημα, επομένως, είναι να επινοηθούν τέτοια κυβερνητικά μέσα λήψης αποφάσεων ώστε να περιοριστεί —ελπίζουμε— σε ανεκτό ελάχιστο η ένταση της ένστασης ότι η κυβέρνηση είναι δικαστής στη δική της υπόθεση. Αφού γίνει αυτό, το μόνο που μπορεί κανείς να ελπίζει είναι ότι η ένσταση αυτή, μολονότι θεωρητικά εξακολουθεί να ευσταθεί (η έμφαση δική μου), θα χάσει στην πράξη αρκετή από τη δύναμή της ώστε το έργο νομιμοποίησης του αποφασίζοντος θεσμού να μπορέσει να κερδίσει την αποδοχή.25

The problem, then, is to devise such governmental means of deciding as will [hopefully] reduce to a tolerable minimum the intensity of the objection that government is judge in its own cause. Having done this, you can only hope that this objection, though theoretically still tenable [italics mine], will practically lose enough of its force that the legitimating work of the deciding institution can win acceptance.

41

Σε τελευταία ανάλυση, ο Black χαρακτηρίζει επίτευγμα «κάτι σαν θαύμα» την παραγωγή δικαιοσύνης και νομιμοποίησης μέσω του διαρκούς ρόλου του Κράτους ως δικαστή στη δική του υπόθεση.26

In the last analysis, Black finds the achievement of justice and legitimacy from the State’s perpetual judging of its own cause as “something of a miracle.”

42

Το Ανώτατο Δικαστήριο και το New Deal

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

43

Εφαρμόζοντας τη θέση του στη γνωστή σύγκρουση μεταξύ του Ανώτατου Δικαστηρίου και του New Deal, ο καθηγητής Black επικρίνει με οξυδέρκεια τους συναδέλφους του που υποστήριζαν το New Deal για τη μυωπική καταδίκη των δικαστικών εμποδίων:

Applying his thesis to the famous conflict between the Supreme Court and the New Deal, Professor Black keenly chides his fellow pro-New Deal colleagues for their shortsightedness in denouncing judicial obstruction:

44

Η καθιερωμένη εκδοχή της ιστορίας του New Deal και του Δικαστηρίου, μολονότι είναι ακριβής με τον δικό της τρόπο, μετατοπίζει το σημείο έμφασης. … Επικεντρώνεται στις δυσκολίες· σχεδόν λησμονεί πώς κατέληξε η όλη υπόθεση.

Το τελικό αποτέλεσμα ήταν —και αυτό ακριβώς θέλω να τονίσω— ότι, ύστερα από περίπου είκοσι τέσσερις μήνες αντίστασης …, το Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς ούτε μία μεταβολή στη νομική του σύνθεση ή, πράγματι, στην πραγματική στελέχωσή του, έθεσε την καταφατική σφραγίδα της νομιμοποίησης στο New Deal και σε ολόκληρη τη νέα αντίληψη περί κυβέρνησης στην Αμερική.27

[t]he standard version of the story of the New Deal and the Court, though accurate in its way, displaces the emphasis.... It concentrates on the difficulties; it almost forgets how the whole thing turned out. The upshot of the matter was [and this is what I like to emphasize] that after some twenty-four months of balking... the Supreme Court, without a single change in the law of its composition, or, indeed, in its actual manning, placed the affirmative stamp of legitimacy on the New Deal, and on the whole new conception of government in America.

45

Με αυτόν τον τρόπο, το Ανώτατο Δικαστήριο μπόρεσε να σιωπήσει το μεγάλο τμήμα των Αμερικανών που διατηρούσε σοβαρές συνταγματικές αντιρρήσεις απέναντι στο New Deal:

In this way, the Supreme Court was able to put the quietus on the large body of Americans who had had strong constitutional objections to the New Deal:

46

Ασφαλώς, δεν ικανοποιήθηκαν όλοι. Ο Ωραίος Πρίγκιπας Κάρολος της συνταγματικά επιβεβλημένης πολιτικής του laissez-faire εξακολουθεί να συγκινεί τις καρδιές ορισμένων ζηλωτών στα υψίπεδα της οργισμένης απομάκρυνσης από την πραγματικότητα. Δεν υφίσταται, όμως, πλέον καμία σημαντική ή επικίνδυνη δημόσια αμφιβολία σχετικά με τη συνταγματική εξουσία του Κογκρέσου να χειρίζεται την εθνική οικονομία όπως το πράττει. …

Of course, not everyone was satisfied. The Bonnie Prince Charlie of constitutionally commanded laissez-faire still stirs the hearts of a few zealots in the Highlands of choleric unreality. But there is no longer any significant or dangerous public doubt as to the constitutional power of Congress to deal as it does with the national economy....

47

Δεν διαθέταμε κανένα άλλο μέσο, πέρα από το Ανώτατο Δικαστήριο, για να προσδώσουμε νομιμοποίηση στο New Deal.28

We had no means, other than the Supreme Court, for imparting legitimacy to the New Deal.

48

Η ανάλυση του Calhoun

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

49

Όπως αναγνωρίζει ο Black, ένας σημαντικός πολιτικός θεωρητικός που διέκρινε —και σε μεγάλο βαθμό εκ των προτέρων— το κατάφωρο κενό που δημιουργείται όταν ένα Σύνταγμα περιορίζει την κυβέρνηση αλλά αναθέτει την τελική ερμηνευτική αρμοδιότητα στο Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ο John C. Calhoun.

Ο Calhoun δεν αρκέστηκε στο «θαύμα». Προχώρησε, αντιθέτως, σε βαθιά ανάλυση του συνταγματικού προβλήματος. Στο έργο του Disquisition on Government κατέδειξε την εγγενή τάση του Κράτους να διαρρηγνύει τα όρια ενός τέτοιου Συντάγματος:

As Black recognizes, one major political theorist who recognized—and largely in advance—the glaring loophole in a constitutional limit on government of placing the ultimate interpreting power in the Supreme Court was John C. Calhoun. Calhoun was not content with the “miracle,” but instead proceeded to a profound analysis of the constitutional problem. In his Disquisition, Calhoun demonstrated the inherent tendency of the State to break through the limits of such a constitution:

50

Ένα γραπτό Σύνταγμα διαθέτει ασφαλώς πολλά και σημαντικά πλεονεκτήματα. Αποτελεί, όμως, σοβαρό σφάλμα η υπόθεση ότι η απλή ενσωμάτωση διατάξεων για τον περιορισμό της κυβερνητικής εξουσίας, χωρίς να εφοδιάζονται εκείνοι για την προστασία των οποίων έχουν εισαχθεί οι διατάξεις αυτές με τα μέσα επιβολής της τήρησής τους (η έμφαση δική μου), αρκεί για να αποτρέψει την κατάχρηση εξουσίας από το πλειοψηφικό και κυρίαρχο κόμμα.

Επειδή βρίσκεται στην κυβέρνηση, το κόμμα αυτό, λόγω της ίδιας εκείνης ανθρώπινης φύσης που καθιστά την κυβέρνηση αναγκαία για την προστασία της κοινωνίας, θα τάσσεται υπέρ των εξουσιών που παραχωρεί το Σύνταγμα και κατά των περιορισμών που αποσκοπούν στην περιστολή τους. …

Το μειοψηφικό ή ασθενέστερο κόμμα, αντιθέτως, θα ακολουθεί την αντίθετη κατεύθυνση και θα θεωρεί τους περιορισμούς αυτούς ουσιώδεις για την προστασία του από το κυρίαρχο κόμμα. … Όπου, όμως, δεν υπάρχουν μέσα με τα οποία θα μπορούσε να υποχρεώσει το πλειοψηφικό κόμμα να τηρεί τους περιορισμούς, η μόνη διέξοδος που του απομένει είναι η αυστηρή ερμηνεία του Συντάγματος. …

Σε αυτήν το πλειοψηφικό κόμμα θα αντιτάξει μια διασταλτική ερμηνεία. … Θα είναι ερμηνεία εναντίον ερμηνείας: η μία θα επιδιώκει να περιορίσει και η άλλη να διευρύνει στο έπακρο τις εξουσίες της κυβέρνησης.

Τι πιθανό όφελος, όμως, θα μπορούσε να έχει η αυστηρή ερμηνεία του μειοψηφικού κόμματος έναντι της διασταλτικής ερμηνείας του πλειοψηφικού, όταν το δεύτερο θα διαθέτει όλη την κυβερνητική εξουσία για να θέσει σε εφαρμογή τη δική του ερμηνεία, ενώ το πρώτο θα στερείται κάθε μέσου επιβολής της δικής του;

Σε έναν τόσο άνισο αγώνα, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι αμφίβολο. Το κόμμα που υποστηρίζει τους περιορισμούς θα υπερνικούνταν. … Το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα θα ήταν η ανατροπή του Συντάγματος. … Οι περιορισμοί θα ακυρώνονταν τελικά και η κυβέρνηση θα μετατρεπόταν σε κυβέρνηση απεριόριστων εξουσιών.29

A written constitution certainly has many and considerable advantages, but it is a great mistake to suppose that the mere insertion of provisions to restrict and limit the power of the government, without investing those for whose protection they are inserted with the means of enforcing their observance [my italics] will be sufficient to prevent the major and dominant party from abusing its powers. Being the party in possession of the government, they will, from the same constitution of man which makes government necessary to protect society, be in favor of the powers granted by the constitution and opposed to the restrictions intended to limit them.... The minor or weaker party, on the contrary, would take the opposite direction and regard them [the restrictions] as essential to their protection against the dominant party.... But where there are no means by which they could compel the major party to observe the restrictions, the only resort left them would be a strict construction of the constitution.... To this the major party would oppose a liberal construction.... It would be construction against construction—the one to contract and the other to enlarge the powers of the government to the utmost. But of what possible avail could the strict construction of the minor party be, against the liberal construction of the major, when the one would have all the power of the government to carry its construction into effect and the other be deprived of all means of enforcing its construction? In a contest so unequal, the result would not be doubtful. The party in favor of the restrictions would be overpowered.... The end of the contest would be the subversion of the constitution... the restrictions would ultimately be annulled and the government be converted into one of unlimited powers.

51

Ένας από τους λίγους πολιτικούς επιστήμονες που εκτίμησαν την ανάλυση του Calhoun για το Σύνταγμα ήταν ο καθηγητής J. Allen Smith. Ο Smith επισήμανε ότι το Σύνταγμα σχεδιάστηκε με ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών, ώστε να περιορίζεται κάθε επιμέρους κυβερνητική εξουσία, αλλά στη συνέχεια αναπτύχθηκε ένα Ανώτατο Δικαστήριο που μονοπωλούσε την τελική ερμηνευτική αρμοδιότητα.

Εάν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε δημιουργηθεί για να ελέγχει τις προσβολές της ατομικής ελευθερίας από τις επιμέρους πολιτείες, ποιος θα έλεγχε την ομοσπονδιακή εξουσία; Ο Smith υποστήριξε ότι η ιδέα των ελέγχων και των ισορροπιών (checks and balances) που ήταν ενσωματωμένη στο Σύνταγμα συνεπαγόταν ότι κανένας κλάδος της κυβέρνησης δεν θα έπρεπε να διαθέτει την τελική ερμηνευτική εξουσία:

Ο λαός θεωρούσε δεδομένο ότι δεν θα μπορούσε να επιτραπεί στη νέα κυβέρνηση να καθορίζει η ίδια τα όρια της αρμοδιότητάς της, διότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε υπέρτατη την κυβέρνηση και όχι το Σύνταγμα.30

One of the few political scientists who appreciated Calhoun’s analysis of the Constitution was Professor J. Allen Smith. Smith noted that the Constitution was designed with checks and balances to limit any one governmental power and yet had then developed a Supreme Court with the monopoly of ultimate interpreting power. If the Federal Government was created to check invasions of individual liberty by the separate states, who was to check the Federal power? Smith maintained that implicit in the check-and-balance idea of the Constitution was the concomitant view that no one branch of government may be conceded the ultimate power of interpretation: “It was assumed by the people that the new government could not be permitted to determine the limits of its own authority, since this would make it, and not the Constitution, supreme.”

52

Η «συντρέχουσα πλειοψηφία»

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

53

Η λύση που πρότεινε ο Calhoun —και την οποία υποστήριξαν κατά τον εικοστό αιώνα συγγραφείς όπως ο Smith— ήταν το γνωστό δόγμα της «συντρέχουσας πλειοψηφίας».

Εάν οποιοδήποτε σημαντικό μειοψηφικό συμφέρον στη χώρα —και ειδικότερα η κυβέρνηση μιας πολιτείας— θεωρούσε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπερέβαινε τις εξουσίες της και προσέβαλλε τη μειονότητα αυτή, η μειονότητα θα διέθετε το δικαίωμα να ασκήσει βέτο στη συγκεκριμένη άσκηση εξουσίας ως αντισυνταγματική. Όταν εφαρμοζόταν στις κυβερνήσεις των πολιτειών, η θεωρία αυτή συνεπαγόταν το δικαίωμα «ακύρωσης» ενός ομοσπονδιακού νόμου ή μιας ομοσπονδιακής απόφασης εντός της δικαιοδοσίας μιας πολιτείας.

The solution advanced by Calhoun (and seconded, in this century, by such writers as Smith) was, of course, the famous doctrine of the “concurrent majority.” If any substantial minority interest in the country, specifically a state government, believed that the Federal Government was exceeding its powers and encroaching on that minority, the minority would have the right to veto this exercise of power as unconstitutional. Applied to state governments, this theory implied the right of “nullification” of a Federal law or ruling within a state’s jurisdiction.

54

Θεωρητικά, το συνταγματικό σύστημα που θα προέκυπτε θα διασφάλιζε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έλεγχε τις προσβολές των ατομικών δικαιωμάτων από τις πολιτείες, ενώ οι πολιτείες θα έλεγχαν την υπερβολική άσκηση ομοσπονδιακής εξουσίας επί του ατόμου.

Ωστόσο, μολονότι οι περιορισμοί θα ήταν αναμφίβολα αποτελεσματικότεροι απ’ ό,τι είναι σήμερα, η λύση του Calhoun παρουσιάζει πολλές δυσχέρειες και προβλήματα. Εάν ένα υποδεέστερο συμφέρον θα έπρεπε πράγματι να διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας στα ζητήματα που το αφορούν, γιατί να σταματήσουμε στις πολιτείες; Γιατί να μην αναγνωριστεί εξουσία βέτο στις κομητείες, στις πόλεις και στις συνοικίες;

Επιπλέον, τα συμφέροντα δεν είναι μόνο γεωγραφικά· είναι επίσης επαγγελματικά, κοινωνικά και ούτω καθεξής. Τι γίνεται με τους αρτοποιούς, τους οδηγούς ταξί ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα; Δεν θα έπρεπε και αυτοί να έχουν δικαίωμα βέτο επί των δικών τους ζωών;

Αυτό μας οδηγεί στο σημαντικό σημείο ότι η θεωρία της ακύρωσης περιορίζει τους ελέγχους της αποκλειστικά σε κυβερνητικούς φορείς. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι πολιτειακές κυβερνήσεις και οι αντίστοιχοι κλάδοι τους εξακολουθούν να αποτελούν κράτη και να καθοδηγούνται από τα δικά τους κρατικά συμφέροντα και όχι από τα συμφέροντα των ιδιωτών πολιτών.

Τι εμποδίζει το σύστημα του Calhoun να λειτουργήσει αντίστροφα, με τις πολιτείες να τυραννούν τους πολίτες τους και να ασκούν βέτο στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση μόνο όταν εκείνη επιχειρεί να παρέμβει για να σταματήσει αυτή την πολιτειακή τυραννία; Ή τι εμποδίζει τις πολιτείες να συναινούν στην ομοσπονδιακή τυραννία; Τι εμποδίζει την ομοσπονδιακή και τις πολιτειακές κυβερνήσεις να συνάπτουν αμοιβαία επωφελείς συμμαχίες για την από κοινού εκμετάλλευση των πολιτών;

Και ακόμη και αν οι ιδιωτικές επαγγελματικές ομάδες αποκτούσαν κάποια μορφή «λειτουργικής» αντιπροσώπευσης στην κυβέρνηση, τι θα τις εμπόδιζε να χρησιμοποιούν το Κράτος για να εξασφαλίζουν επιδοτήσεις και άλλα ειδικά προνόμια ή για να επιβάλλουν υποχρεωτικά καρτέλ στα ίδια τους τα μέλη;

In theory, the ensuing constitutional system would assure that the Federal Government check any state invasion of individual rights, while the states would check excessive Federal power over the individual. And yet, while limitations would undoubtedly be more effective than at present, there are many difficulties and problems in the Calhoun solution. If, indeed, a subordinate interest should rightfully have a veto over matters concerning it, then why stop with the states? Why not place veto power in counties, cities, wards? Furthermore, interests are not only sectional, they are also occupational, social, etc. What of bakers or taxi drivers or any other occupation? Should they not be permitted a veto power over their own lives? This brings us to the important point that the nullification theory confines its checks to agencies of government itself. Let us not forget that federal and state governments, and their respective branches, are still states, are still guided by their own state interests rather than by the interests of the private citizens. What is to prevent the Calhoun system from working in reverse, with states tyrannizing over their citizens and only vetoing the federal government when it tries to intervene to stop that state tyranny? Or for states to acquiesce in federal tyranny? What is to prevent federal and state governments from forming mutually profitable alliances for the joint exploitation of the citizenry? And even if the private occupational groupings were to be given some form of “functional” representation in government, what is to prevent them from using the State to gain subsidies and other special privileges for themselves or from imposing compulsory cartels on their own members?

55

Εν ολίγοις, ο Calhoun δεν οδηγεί αρκετά μακριά την πρωτοποριακή θεωρία του περί συντρέχουσας συναίνεσης: δεν τη φέρνει μέχρι το ίδιο το άτομο. Εάν, σε τελευταία ανάλυση, το άτομο είναι εκείνο του οποίου πρέπει να προστατεύονται τα δικαιώματα, τότε μια συνεπής θεωρία συντρέχουσας συναίνεσης θα συνεπαγόταν δικαίωμα αρνησικυρίας για κάθε άτομο· δηλαδή κάποια μορφή «αρχής της ομοφωνίας».

Όταν ο Calhoun έγραφε ότι θα έπρεπε να είναι «αδύνατο να τεθεί ή να διατηρηθεί σε λειτουργία [η κυβέρνηση] χωρίς τη συντρέχουσα συναίνεση όλων», ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεται, υπονοούσε ακριβώς ένα τέτοιο συμπέρασμα.31

Η θεωρητική αυτή διερεύνηση, όμως, αρχίζει να μας απομακρύνει από το θέμα μας, διότι στον δρόμο αυτό βρίσκονται πολιτικά συστήματα τα οποία δύσκολα θα μπορούσαν πλέον να ονομαστούν «Κράτη».32 Πράγματι, όπως το δικαίωμα ακύρωσης μιας πολιτείας συνεπάγεται λογικά το δικαίωμά της να αποσχιστεί, έτσι και το δικαίωμα ατομικής ακύρωσης θα συνεπαγόταν το δικαίωμα κάθε ατόμου να «αποσχιστεί» από το Κράτος υπό το οποίο ζει.33

In short, Calhoun does not push his pathbreaking theory on concurrence far enough: he does not push it down to the individual himself. If the individual, after all, is the one whose rights are to be protected, then a consistent theory of concurrence would imply veto power by every individual; that is, some form of “unanimity principle.” When Calhoun wrote that it should be “impossible to put or to keep it [the government] in action without the concurrent consent of all,” he was, perhaps unwittingly, implying just such a conclusion. But such speculation begins to take us away from our subject, for down this path lie political systems which could hardly be called “States” at all. For one thing, just as the right of nullification for a state logically implies its right of secession, so a right of individual nullification would imply the right of any individual to “secede” from the State under which he lives.

56

Η εγγενής επέκταση της κρατικής εξουσίας

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

57

Το Κράτος έχει, επομένως, επιδείξει πάντοτε εντυπωσιακή ικανότητα να διευρύνει τις εξουσίες του πέρα από οποιαδήποτε όρια ενδέχεται να του επιβληθούν.

Επειδή το Κράτος συντηρείται κατ’ ανάγκην μέσω της καταναγκαστικής δήμευσης ιδιωτικού κεφαλαίου και επειδή η επέκτασή του συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ολοένα μεγαλύτερες επεμβάσεις στη ζωή των ιδιωτών και στην ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, πρέπει να υποστηρίξουμε ότι το Κράτος είναι βαθιά και εγγενώς αντικαπιταλιστικό.

Κατά μία έννοια, η θέση μας αποτελεί το αντίστροφο του μαρξιστικού δόγματος ότι το Κράτος είναι η «εκτελεστική επιτροπή» της κυρίαρχης τάξης της σύγχρονης εποχής —δηλαδή, υποτίθεται, των καπιταλιστών. Αντιθέτως, το Κράτος —η οργάνωση του πολιτικού μέσου— συγκροτεί το ίδιο την «κυρίαρχη τάξη», ή μάλλον την κυρίαρχη κάστα, και αποτελεί την πηγή της. Βρίσκεται σε μόνιμη αντίθεση προς το γνησίως ιδιωτικό κεφάλαιο.

Μπορούμε, συνεπώς, να πούμε μαζί με τον de Jouvenel:

Thus, the State has invariably shown a striking talent for the expansion of its powers beyond any limits that might be imposed upon it. Since the State necessarily lives by the compulsory confiscation of private capital, and since its expansion necessarily involves ever-greater incursions on private individuals and private enterprise, we must assert that the State is profoundly and inherently anticapitalist. In a sense, our position is the reverse of the Marxist dictum that the State is the “executive committee” of the ruling class in the present day, supposedly the capitalists. Instead, the State—the organization of the political means—constitutes, and is the source of, the “ruling class” (rather, ruling caste), and is in permanent opposition to genuinely private capital. We may, therefore, say with de Jouvenel:

58

Μόνο όσοι δεν γνωρίζουν τίποτε πέρα από τη δική τους εποχή και αγνοούν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκε η Εξουσία επί χιλιάδες χρόνια θα μπορούσαν να θεωρήσουν αυτές τις πρακτικές —τις εθνικοποιήσεις, τον φόρο εισοδήματος κ.λπ.— καρπό ενός συγκεκριμένου συνόλου δογμάτων.

Στην πραγματικότητα αποτελούν τις κανονικές εκδηλώσεις της Εξουσίας και δεν διαφέρουν καθόλου ως προς τη φύση τους από τη δήμευση των μοναστηριών από τον Ερρίκο Η΄. Η ίδια αρχή βρίσκεται σε λειτουργία: η πείνα για εξουσία, η δίψα για πόρους. Και σε όλες αυτές τις ενέργειες εμφανίζονται τα ίδια χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας ανόδου εκείνων που μοιράζονται τα λάφυρα.

Είτε είναι σοσιαλιστική είτε όχι, η Εξουσία πρέπει πάντοτε να βρίσκεται σε πόλεμο με τις καπιταλιστικές αρχές και να απογυμνώνει τους καπιταλιστές από τον συσσωρευμένο πλούτο τους· ενεργώντας έτσι, υπακούει στον νόμο της φύσης της.34

Only those who know nothing of any time but their own, who are completely in the dark as to the manner of Power’s behaving through thousands of years, would regard these proceedings [nationalization, the income tax, etc.] as the fruit of a particular set of doctrines. They are in fact the normal manifestations of Power, and differ not at all in their nature from Henry VIII’s confiscation of the monasteries. The same principle is at work; the hunger for authority, the thirst for resources; and in all of these operations the same characteristics are present, including the rapid elevation of the dividers of the spoils. Whether it is Socialist or whether it is not, Power must always be at war with the capitalist authorities and despoil the capitalists of their accumulated wealth; in doing so it obeys the law of its nature.

59

5. Τι φοβάται το Κράτος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

What the State Fears

60

Αυτό που φοβάται περισσότερο απ’ όλα το Κράτος είναι, ασφαλώς, οποιαδήποτε θεμελιώδης απειλή για τη δική του εξουσία και την ίδια του την ύπαρξη.

Ο θάνατος ενός Κράτους μπορεί να επέλθει με δύο κύριους τρόπους:

  1. μέσω της κατάκτησής του από άλλο Κράτος· ή

  2. μέσω της επαναστατικής ανατροπής του από τους ίδιους τους υπηκόους του.

Με λίγα λόγια, μέσω πολέμου ή επανάστασης.

Ο πόλεμος και η επανάσταση, ως οι δύο βασικές απειλές, προκαλούν πάντοτε τις μέγιστες προσπάθειες και τη μέγιστη προπαγάνδα των κρατικών κυβερνώντων προς τον λαό. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιείται κάθε διαθέσιμο μέσο για να κινητοποιηθεί ο λαός προς υπεράσπιση του Κράτους, με την πεποίθηση ότι υπερασπίζεται τον ίδιο του τον εαυτό.

Η πλάνη αυτής της αντίληψης καθίσταται εμφανής όταν επιβάλλεται αναγκαστική στράτευση σε όσους αρνούνται να «υπερασπιστούν» τον εαυτό τους και, ως εκ τούτου, εξαναγκάζονται να ενταχθούν στον στρατιωτικό μηχανισμό του Κράτους. Περιττό να προστεθεί ότι δεν τους επιτρέπεται καμία «άμυνα» απέναντι σε αυτή την πράξη του «δικού τους» Κράτους.

What the State fears above all, of course, is any fundamental threat to its own power and its own existence. The death of a State can come about in two major ways: (a) through conquest by another State, or (b) through revolutionary overthrow by its own subjects—in short, by war or revolution. War and revolution, as the two basic threats, invariably arouse in the State rulers their maximum efforts and maximum propaganda among the people. As stated above, any way must always be used to mobilize the people to come to the State’s defense in the belief that they are defending themselves. The fallacy of the idea becomes evident when conscription is wielded against those who refuse to “defend” themselves and are, therefore, forced into joining the State’s military band: needless to add, no “defense” is permitted them against this act of “their own” State.

61

Σε περίοδο πολέμου, η κρατική εξουσία φτάνει στο απόγειό της. Υπό τα συνθήματα της «άμυνας» και της «έκτακτης ανάγκης», το Κράτος μπορεί να επιβάλει στο κοινό μια τυραννία η οποία θα συναντούσε ανοιχτή αντίσταση σε καιρό ειρήνης.

Ο πόλεμος παρέχει, έτσι, πολλά οφέλη σε ένα Κράτος. Πράγματι, κάθε σύγχρονος πόλεμος κληροδότησε στους εμπόλεμους λαούς μια μόνιμη αύξηση των κρατικών βαρών επί της κοινωνίας. Επιπλέον, ο πόλεμος προσφέρει στο Κράτος δελεαστικές ευκαιρίες κατάκτησης εδαφικών περιοχών, στις οποίες μπορεί να ασκήσει το μονοπώλιό του επί της βίας.

Ο Randolph Bourne είχε ασφαλώς δίκιο όταν έγραφε ότι «ο πόλεμος είναι η υγεία του Κράτους». Για οποιοδήποτε συγκεκριμένο Κράτος, όμως, ο πόλεμος μπορεί να σημαίνει είτε υγεία είτε σοβαρό τραυματισμό.35

In war, State power is pushed to its ultimate, and, under the slogans of “defense” and “emergency,” it can impose a tyranny upon the public such as might be openly resisted in time of peace. War thus provides many benefits to a State, and indeed every modern war has brought to the warring peoples a permanent legacy of increased State burdens upon society. War, moreover, provides to a State tempting opportunities for conquest of land areas over which it may exercise its monopoly of force. Randolph Bourne was certainly correct when he wrote that “war is the health of the State,” but to any particular State a war may spell either health or grave injury.

62

Μπορούμε να ελέγξουμε την υπόθεση ότι το Κράτος ενδιαφέρεται κυρίως να προστατεύσει τον εαυτό του και όχι τους υπηκόους του θέτοντας το ακόλουθο ερώτημα: ποια κατηγορία εγκλημάτων διώκει και τιμωρεί το Κράτος με τη μεγαλύτερη ένταση — τα εγκλήματα κατά ιδιωτών ή τα εγκλήματα εναντίον του ίδιου;

Τα βαρύτερα εγκλήματα στο λεξιλόγιο του Κράτους δεν είναι σχεδόν ποτέ οι προσβολές κατά ιδιωτών ή της ιδιοκτησίας τους, αλλά οι κίνδυνοι για τη δική του ασφάλεια:

  • η προδοσία,

  • η λιποταξία ενός στρατιώτη προς τον εχθρό,

  • η παράλειψη εγγραφής στους καταλόγους επιστράτευσης,

  • η ανατρεπτική δράση και η συνωμοσία με ανατρεπτικό σκοπό,

  • η δολοφονία κυβερνώντων,

  • καθώς και οικονομικά εγκλήματα κατά του Κράτους, όπως η παραχάραξη του νομίσματός του ή η φοροδιαφυγή από τον φόρο εισοδήματος.

Ή ας συγκρίνουμε τον ζήλο που αφιερώνεται στην καταδίωξη ενός ανθρώπου ο οποίος επιτίθεται σε αστυνομικό με την προσοχή που δίνει το Κράτος στην επίθεση κατά ενός απλού πολίτη.

Και όμως, κατά παράδοξο τρόπο, ελάχιστοι άνθρωποι θεωρούν ότι η ανοιχτά διακηρυγμένη προτεραιότητα που αποδίδει το Κράτος στην άμυνα του εαυτού του απέναντι στο κοινό είναι ασυμβίβαστη με τον υποτιθέμενο λόγο ύπαρξής του.36

We may test the hypothesis that the State is largely interested in protecting itself rather than its subjects by asking: which category of crimes does the State pursue and punish most intensely—those against private citizens or those against itself? The gravest crimes in the State’s lexicon are almost invariably not invasions of private person or property, but dangers to its own contentment, for example, treason, desertion of a soldier to the enemy, failure to register for the draft, subversion and subversive conspiracy, assassination of rulers and such economic crimes against the State as counterfeiting its money or evasion of its income tax. Or compare the degree of zeal devoted to pursuing the man who assaults a policeman, with the attention that the State pays to the assault of an ordinary citizen. Yet, curiously, the State’s openly assigned priority to its own defense against the public strikes few people as inconsistent with its presumed raison d’etre.

63

6. Πώς σχετίζονται τα κράτη μεταξύ τους

↗ στη σελίδα του βιβλίου

How States Relate to One Another

64

Επειδή η εδαφική επιφάνεια της γης είναι διαιρεμένη μεταξύ διαφορετικών κρατών, οι διακρατικές σχέσεις καταλαμβάνουν αναγκαστικά μεγάλο μέρος του χρόνου και της ενέργειας κάθε Κράτους.

Η φυσική τάση ενός Κράτους είναι να επεκτείνει την εξουσία του. Στο εξωτερικό πεδίο, η επέκταση αυτή πραγματοποιείται μέσω της κατάκτησης εδαφικών περιοχών. Εκτός αν μια περιοχή είναι ακατοίκητη ή δεν υπάγεται σε κανένα Κράτος, κάθε τέτοια επέκταση συνεπάγεται εγγενή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ μιας ομάδας κρατικών κυβερνώντων και μιας άλλης.

Μόνο μία ομάδα κυβερνώντων μπορεί να διαθέτει το μονοπώλιο του καταναγκασμού σε οποιαδήποτε δεδομένη εδαφική περιοχή και σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή. Η πλήρης εξουσία του Κράτους Χ επί μιας περιοχής μπορεί να αποκτηθεί μόνο μέσω της εκδίωξης του Κράτους Ψ.

Ο πόλεμος, αν και επικίνδυνος, αποτελεί επομένως μόνιμη τάση των κρατών, η οποία διακόπτεται από περιόδους ειρήνης και από μεταβαλλόμενες συμμαχίες και συνασπισμούς μεταξύ τους.

Since the territorial area of the earth is divided among different States, inter-state relations must occupy much of a State’s time and energy. The natural tendency of a State is to expand its power, and externally such expansion takes place by conquest of a territorial area. Unless a territory is stateless or uninhabited, any such expansion involves an inherent conflict of interest between one set of State rulers and another. Only one set of rulers can obtain a monopoly of coercion over any given territorial area at any one time: complete power over a territory by State X can only be obtained by the expulsion of State Y. War, while risky, will be an ever-present tendency of States, punctuated by periods of peace and by shifting alliances and coalitions between States.

65

Το διεθνές δίκαιο ως περιορισμός του πολέμου

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

66

Είδαμε ότι η «εσωτερική» προσπάθεια περιορισμού του Κράτους, από τον δέκατο έβδομο έως τον δέκατο ένατο αιώνα, έλαβε την πλέον αξιοσημείωτη μορφή της στο συνταγματικό πολίτευμα. Το αντίστοιχό της στις «εξωτερικές σχέσεις» ή στις «διεθνείς υποθέσεις» ήταν η ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου, και ειδικότερα θεσμών όπως οι «νόμοι του πολέμου» και τα «δικαιώματα των ουδετέρων».37

Ορισμένα τμήματα του διεθνούς δικαίου ήταν αρχικά αμιγώς ιδιωτικά. Αναπτύχθηκαν από την ανάγκη των εμπόρων και των συναλλασσομένων παντού να προστατεύουν την ιδιοκτησία τους και να επιλύουν τις διαφορές τους. Παραδείγματα αποτελούν το ναυτικό δίκαιο και το εμπορικό δίκαιο.

Ακόμη και οι κανόνες που αφορούσαν τις κυβερνήσεις, όμως, εμφανίστηκαν εκούσια και δεν επιβλήθηκαν από κάποιο διεθνές υπερκράτος.

Σκοπός των «νόμων του πολέμου» ήταν να περιορίσουν τη διακρατική καταστροφή στους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς, προστατεύοντας έτσι τον αθώο άμαχο πληθυσμό από τη σφαγή και την καταστροφή του πολέμου. Σκοπός της ανάπτυξης των δικαιωμάτων των ουδετέρων ήταν να προστατεύσει το ιδιωτικό διεθνές εμπόριο των αμάχων —ακόμη και το εμπόριο με «εχθρικές» χώρες— από την κατάσχεση εκ μέρους ενός από τα εμπόλεμα μέρη.

Ο πρωταρχικός σκοπός ήταν, συνεπώς, να περιοριστεί η έκταση κάθε πολέμου και, ειδικότερα, να περιοριστεί η καταστροφική του επίδραση στους ιδιώτες πολίτες τόσο των ουδέτερων όσο και των εμπόλεμων χωρών.

Αυτό πρέπει να διακρίνεται από το σύγχρονο διεθνές δίκαιο, το οποίο δίνει έμφαση στη μεγιστοποίηση της έκτασης του πολέμου μέσω εννοιών όπως η «συλλογική ασφάλεια».

We have seen that the “internal” or “domestic” attempt to limit the State, in the seventeenth through nineteenth centuries, reached its most notable form in constitutionalism. Its “external,” or “foreign affairs,” counterpart was the development of “international law,” especially such forms as the “laws of war” and “neutrals’ rights.” Parts of international law were originally purely private, growing out of the need of merchants and traders everywhere to protect their property and adjudicate disputes. Examples are admiralty law and the law merchant. But even the governmental rules emerged voluntarily and were not imposed by any international super-State. The object of the “laws of war” was to limit inter-State destruction to the State apparatus itself, thereby preserving the innocent “civilian” public from the slaughter and devastation of war. The object of the development of neutrals’ rights was to preserve private civilian international commerce, even with “enemy” countries, from seizure by one of the warring parties. The overriding aim, then, was to limit the extent of any war, and, particularly to limit its destructive impact on the private citizens of the neutral and even the warring countries.

67

Ο «πολιτισμένος πόλεμος»

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

68

Ο νομικός F. J. P. Veale περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τον «πολιτισμένο πόλεμο», όπως αυτός άκμασε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Ιταλία του δέκατου πέμπτου αιώνα:

The jurist F.J.P. Veale charmingly describes such “civilized warfare” as it briefly flourished in fifteenth-century Italy:

69

Οι εύποροι αστοί και έμποροι της μεσαιωνικής Ιταλίας ήταν υπερβολικά απασχολημένοι με την απόκτηση χρημάτων και την απόλαυση της ζωής ώστε να αναλάβουν οι ίδιοι τις κακουχίες και τους κινδύνους της στρατιωτικής υπηρεσίας.

Υιοθέτησαν, επομένως, την πρακτική της πρόσληψης μισθοφόρων που θα πολεμούσαν για λογαριασμό τους και, καθώς ήταν φειδωλοί και πρακτικοί άνθρωποι των επιχειρήσεων, απέλυαν τους μισθοφόρους αμέσως μόλις μπορούσαν να απαλλαγούν από τις υπηρεσίες τους. Οι πόλεμοι διεξάγονταν, συνεπώς, από στρατούς που προσλαμβάνονταν ειδικά για κάθε εκστρατεία. …

Για πρώτη φορά, η στρατιωτική υπηρεσία έγινε ένα λογικό και σχετικά ακίνδυνο επάγγελμα. Οι στρατηγοί εκείνης της περιόδου εκτελούσαν ελιγμούς ο ένας εναντίον του άλλου, συχνά με εξαιρετική δεξιοτεχνία. Όταν, όμως, ο ένας αποκτούσε το πλεονέκτημα, ο αντίπαλός του κατά κανόνα είτε υποχωρούσε είτε παραδιδόταν.

Αποτελούσε αναγνωρισμένο κανόνα ότι μια πόλη μπορούσε να λεηλατηθεί μόνο εάν προέβαλλε αντίσταση· η ασυλία μπορούσε πάντοτε να εξαγοραστεί με την καταβολή λύτρων. … Ως φυσική συνέπεια, καμία πόλη δεν αντιστεκόταν ποτέ, διότι ήταν προφανές ότι μια κυβέρνηση υπερβολικά αδύναμη για να υπερασπιστεί τους πολίτες της είχε απολέσει την αξίωση αφοσίωσής τους.

Οι άμαχοι δεν είχαν σχεδόν τίποτε να φοβηθούν από τους κινδύνους του πολέμου, οι οποίοι αφορούσαν μόνο τους επαγγελματίες στρατιώτες.38

the rich burghers and merchants of medieval Italy were too busy making money and enjoying life to undertake the hardships and dangers of soldiering themselves. So they adopted the practice of hiring mercenaries to do their fighting for them, and, being thrifty, businesslike folk, they dismissed their mercenaries immediately after their services could be dispensed with. Wars were, therefore, fought by armies hired for each campaign.... For the first time, soldiering became a reasonable and comparatively harmless profession. The generals of that period maneuvered against each other, often with consummate skill, but when one had won the advantage, his opponent generally either retreated or surrendered. It was a recognized rule that a town could only be sacked if it offered resistance: immunity could always be purchased by paying a ransom.... As one natural consequence, no town ever resisted, it being obvious that a government too weak to defend its citizens had forfeited their allegiance. Civilians had little to fear from the dangers of war which were the concern only of professional soldiers.

70

Ο σχεδόν απόλυτος διαχωρισμός του ιδιώτη αμάχου από τους πολέμους του Κράτους στην Ευρώπη του δέκατου όγδοου αιώνα υπογραμμίζεται από τον Nef:

The well-nigh absolute separation of the private civilian from the State’s wars in eighteenth-century Europe is highlighted by Nef:

71

Ακόμη και οι ταχυδρομικές επικοινωνίες δεν περιορίζονταν με επιτυχία για μεγάλο χρονικό διάστημα σε καιρό πολέμου. Οι επιστολές κυκλοφορούσαν χωρίς λογοκρισία, με μια ελευθερία που προκαλεί κατάπληξη στον άνθρωπο του εικοστού αιώνα. …

Οι υπήκοοι δύο εμπόλεμων εθνών συνομιλούσαν μεταξύ τους όταν συναντιόνταν και, όταν δεν μπορούσαν να συναντηθούν, αλληλογραφούσαν όχι ως εχθροί αλλά ως φίλοι. Η σύγχρονη αντίληψη ότι … οι υπήκοοι οποιασδήποτε εχθρικής χώρας φέρουν μέρος της ευθύνης για τις πολεμικές πράξεις των κυβερνώντων τους σχεδόν δεν υπήρχε.

Ούτε οι εμπόλεμοι κυβερνήτες έδειχναν σταθερή πρόθεση να διακόψουν την επικοινωνία με τους υπηκόους του εχθρού. Οι παλαιές ανακριτικές πρακτικές κατασκοπείας που συνδέονταν με τη θρησκευτική λατρεία και πίστη εξαφανίζονταν, ενώ δεν εξεταζόταν καν το ενδεχόμενο ανάλογου ανακριτικού ελέγχου επί των πολιτικών ή οικονομικών επικοινωνιών.

Τα διαβατήρια δημιουργήθηκαν αρχικά για να παρέχουν ασφαλή διέλευση σε καιρό πολέμου. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου όγδοου αιώνα, σπάνια περνούσε από τον νου των Ευρωπαίων να εγκαταλείψουν τα ταξίδια τους σε μια ξένη χώρα με την οποία πολεμούσε η δική τους.39

Even postal communications were not successfully restricted for long in wartime. Letters circulated without censorship, with a freedom that astonishes the twentieth-century mind.... The subjects of two warring nations talked to each other if they met, and when they could not meet, corresponded, not as enemies but as friends. The modern notion hardly existed that... subjects of any enemy country are partly accountable for the belligerent acts of their rulers. Nor had the warring rulers any firm disposition to stop communications with subjects of the enemy. The old inquisitorial practices of espionage in connection with religious worship and belief were disappearing, and no comparable inquisition in connection with political or economic communications was even contemplated. Passports were originally created to provide safe conduct in time of war. During most of the eighteenth century it seldom occurred to Europeans to abandon their travels in a foreign country which their own was fighting.

72

Και επειδή το εμπόριο αναγνωριζόταν ολοένα περισσότερο ως επωφελές και για τις δύο πλευρές, οι πόλεμοι του δέκατου όγδοου αιώνα συνυπήρχαν επίσης με σημαντικό όγκο «εμπορίου με τον εχθρό».40

And trade being increasingly recognized as beneficial to both parties; eighteenth-century warfare also counterbalances a considerable amount of “trading with the enemy.”

73

Δεν χρειάζεται να αναλυθεί εδώ πόσο πολύ τα κράτη υπερέβησαν αυτούς τους κανόνες πολιτισμένου πολέμου κατά τον εικοστό αιώνα. Στη σύγχρονη εποχή του ολοκληρωτικού πολέμου, σε συνδυασμό με την τεχνολογία της ολοκληρωτικής καταστροφής, η ίδια η ιδέα ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να περιοριστεί στους κρατικούς μηχανισμούς φαίνεται ακόμη πιο γραφική και παρωχημένη από το αρχικό Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.

How far States have transcended rules of civilized warfare in this century needs no elaboration here. In the modern era of total war, combined with the technology of total destruction, the very idea of keeping war limited to the State apparati seems even more quaint and obsolete than the original Constitution of the United States.

74

Η υποτιθέμενη «ιερότητα των συνθηκών»

↗ στη σελίδα του βιβλίου

— (δεν υπάρχει στο πρωτότυπο)

75

Όταν τα κράτη δεν βρίσκονται σε πόλεμο, συχνά χρειάζονται συμφωνίες για να περιορίζουν στο ελάχιστο τις μεταξύ τους προστριβές. Ένα δόγμα που απέκτησε παραδόξως ευρεία αποδοχή είναι η υποτιθέμενη «ιερότητα των συνθηκών».

Η έννοια αυτή παρουσιάζεται ως το αντίστοιχο της «ιερότητας των συμβάσεων». Μια συνθήκη, όμως, δεν έχει τίποτε κοινό με μια γνήσια σύμβαση.

Μια σύμβαση μεταβιβάζει με συγκεκριμένο τρόπο τίτλους ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Επειδή μια κυβέρνηση δεν «κατέχει», με οποιαδήποτε ορθή έννοια του όρου, την εδαφική της περιοχή, οι συμφωνίες που συνάπτει δεν μεταβιβάζουν τίτλους ιδιοκτησίας.

Εάν, για παράδειγμα, ο κύριος Jones πουλήσει ή δωρίσει τη γη του στον κύριο Smith, ο κληρονόμος του Jones δεν μπορεί να επιτεθεί νόμιμα στον κληρονόμο του Smith και να διεκδικήσει τη γη ως δική του. Ο τίτλος ιδιοκτησίας έχει ήδη μεταβιβαστεί. Η σύμβαση του πρεσβύτερου Jones δεσμεύει αυτομάτως τον νεότερο Jones, επειδή ο πρώτος είχε ήδη μεταβιβάσει την ιδιοκτησία· επομένως, ο νεότερος Jones δεν διαθέτει καμία αξίωση επ’ αυτής.

Ο νεότερος Jones μπορεί να διεκδικήσει μόνο ό,τι κληρονόμησε από τον πρεσβύτερο Jones, ενώ ο δεύτερος μπορεί να κληροδοτήσει μόνο ιδιοκτησία την οποία εξακολουθεί να κατέχει.

Αν, όμως, σε κάποια χρονική στιγμή η κυβέρνηση, ας πούμε, της Ρουριτανίας εξαναγκαστεί ή ακόμη και δωροδοκηθεί από την κυβέρνηση της Βαλδαβίας να παραχωρήσει ένα μέρος της επικράτειάς της, είναι παράλογο να υποστηρίζεται ότι οι κυβερνήσεις ή οι κάτοικοι των δύο χωρών στερούνται για πάντα το δικαίωμα να ζητήσουν την επανένωση της Ρουριτανίας, λόγω της ιερότητας μιας συνθήκης.

Ούτε ο λαός ούτε η γη της βορειοδυτικής Ρουριτανίας αποτελούν ιδιοκτησία κάποιας από τις δύο κυβερνήσεις. Ως συνακόλουθο, μια κυβέρνηση ασφαλώς δεν μπορεί, μέσω της νεκρής χειρός του παρελθόντος, να δεσμεύει μια μεταγενέστερη κυβέρνηση με συνθήκη.

Παρομοίως, μια επαναστατική κυβέρνηση που ανέτρεψε τον βασιλιά της Ρουριτανίας δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πράξεις ή τα χρέη του βασιλιά. Μια κυβέρνηση δεν είναι, όπως ένα παιδί, πραγματικός «κληρονόμος» της ιδιοκτησίας του προκατόχου της.

When States are not at war, agreements are often necessary to keep frictions at a minimum. One doctrine that has gained curiously wide acceptance is the alleged “sanctity of treaties.” This concept is treated as the counterpart of the “sanctity of contract.” But a treaty and a genuine contract have nothing in common. A contract transfers, in a precise manner, titles to private property. Since a government does not, in any proper sense, “own” its territorial area, any agreements that it concludes do not confer titles to property. If, for example, Mr. Jones sells or gives his land to Mr. Smith, Jones’s heir cannot legitimately descend upon Smith’s heir and claim the land as rightfully his. The property title has already been transferred. Old Jones’s contract is automatically binding upon young Jones, because the former had already transferred the property; young Jones, therefore, has no property claim. Young Jones can only claim that which he has inherited from old Jones, and old Jones can only bequeath property which he still owns. But if, at a certain date, the government of, say, Ruritania is coerced or even bribed by the government of Walldavia into giving up some of its territory, it is absurd to claim that the governments or inhabitants of the two countries are forever barred from a claim to reunification of Ruritania on the grounds of the sanctity of a treaty. Neither the people nor the land of northwest Ruritania are owned by either of the two governments. As a corollary, one government can certainly not bind, by the dead hand of the past, a later government through treaty. A revolutionary government which overthrew the king of Ruritania could, similarly, hardly be called to account for the king’s actions or debts, for a government is not, as is a child, a true “heir” to its predecessor’s property.

76

7. Η Ιστορία ως αγώνας δρόμου μεταξύ κρατικής και κοινωνικής ισχύος

↗ στη σελίδα του βιβλίου

History as a Race Between State Power and Social Power

77

Όπως οι δύο βασικές και αμοιβαίως αποκλειόμενες μορφές σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων είναι, αφενός, η ειρηνική συνεργασία και, αφετέρου, η καταναγκαστική εκμετάλλευση —η παραγωγή ή η αρπαγή— έτσι και η ιστορία της ανθρωπότητας, και ειδικότερα η οικονομική της ιστορία, μπορεί να θεωρηθεί ως αγώνας μεταξύ αυτών των δύο αρχών.

Από τη μία πλευρά βρίσκονται:

  • η δημιουργική παραγωγικότητα,

  • η ειρηνική ανταλλαγή,

  • η συνεργασία.

Από την άλλη βρίσκονται:

  • η καταναγκαστική επιβολή,

  • η αρπαγή στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων.

Ο Albert Jay Nock ονόμασε εύστοχα αυτές τις ανταγωνιστικές δυνάμεις «κοινωνική ισχύ» και «κρατική ισχύ».41

Η κοινωνική ισχύς είναι η εξουσία του ανθρώπου επί της φύσης: ο συνεργατικός μετασχηματισμός των φυσικών πόρων και η αξιοποίηση της γνώσης των νόμων της φύσης προς όφελος όλων των ατόμων που συμμετέχουν. Η κοινωνική ισχύς είναι η δύναμη επί της φύσης· είναι το βιοτικό επίπεδο που επιτυγχάνουν οι άνθρωποι μέσω της αμοιβαίας ανταλλαγής.

Η κρατική ισχύς, όπως είδαμε, είναι η καταναγκαστική και παρασιτική κατάσχεση αυτής της παραγωγής — η αποστράγγιση των καρπών της κοινωνίας προς όφελος μη παραγωγικών, και στην πραγματικότητα αντιπαραγωγικών, κυβερνώντων.

Just as the two basic and mutually exclusive interrelations between men are peaceful cooperation or coercive exploitation, production or predation, so the history of mankind, particularly its economic history, may be considered as a contest between these two principles. On the one hand, there is creative productivity, peaceful exchange and cooperation; on the other, coercive dictation and predation over those social relations. Albert Jay Nock happily termed these contesting forces: “social power” and “State power.” Social power is man’s power over nature, his cooperative transformation of nature’s resources and insight into nature’s laws, for the benefit of all participating individuals. Social power is the power over nature, the living standards achieved by men in mutual exchange. State power, as we have seen, is the coercive and parasitic seizure of this production—a draining of the fruits of society for the benefit of nonproductive (actually antiproductive) rulers. While social power is over nature, State power is power over man. Through history, man’s productive and creative forces have, time and again, carved out new ways of transforming nature for man’s benefit. These have been the times when social power has spurted ahead of State power, and when the degree of State encroachment over society has considerably lessened. But always, after a greater or smaller time lag, the State has moved into these new areas, to cripple and confiscate social power once more. If the seventeenth through the nineteenth centuries were, in many countries of the West, times of accelerating social power, and a corollary increase in freedom, peace, and material welfare, the twentieth century has been primarily an age in which State power has been catching up—with a consequent reversion to slavery, war, and destruction.

78

Ενώ η κοινωνική ισχύς είναι δύναμη επί της φύσης, η κρατική ισχύς είναι εξουσία ανθρώπου επάνω σε άνθρωπο.

Σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας, οι παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου άνοιξαν επανειλημμένα νέους δρόμους μετασχηματισμού της φύσης προς όφελός του. Αυτές υπήρξαν οι περίοδοι κατά τις οποίες η κοινωνική ισχύς αναπτύχθηκε ταχύτερα από την κρατική ισχύ και κατά τις οποίες ο βαθμός της κρατικής επέμβασης στην κοινωνία μειώθηκε σημαντικά.

Πάντοτε, όμως, ύστερα από μικρότερη ή μεγαλύτερη χρονική καθυστέρηση, το Κράτος υπεισερχόταν σε αυτούς τους νέους τομείς για να περιστείλει και να δημεύσει για ακόμη μία φορά την κοινωνική ισχύ.42

Εάν οι αιώνες από τον δέκατο έβδομο έως τον δέκατο ένατο αποτέλεσαν, σε πολλές χώρες της Δύσης, εποχές επιταχυνόμενης ανάπτυξης της κοινωνικής ισχύος —και συνακόλουθης αύξησης της ελευθερίας, της ειρήνης και της υλικής ευημερίας— ο εικοστός αιώνας υπήρξε πρωτίστως μια εποχή κατά την οποία η κρατική ισχύς κάλυπτε το χαμένο έδαφος, με επακόλουθη επιστροφή στη δουλεία, στον πόλεμο και στην καταστροφή.43

Κατά τον αιώνα αυτόν, η ανθρωπότητα αντιμετώπισε και πάλι τη λοιμογόνο κυριαρχία του Κράτους — ενός Κράτους που ήταν πλέον οπλισμένο με τους καρπούς των δημιουργικών δυνάμεων του ανθρώπου, τους οποίους είχε κατασχέσει και διαστρέψει προς εξυπηρέτηση των δικών του σκοπών.

Οι τελευταίοι αιώνες υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες οι άνθρωποι προσπάθησαν να επιβάλουν συνταγματικούς και άλλους περιορισμούς στο Κράτος, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν ότι αυτοί οι περιορισμοί —όπως και όλες οι άλλες απόπειρες— απέτυχαν.

Από όλες τις πολυάριθμες μορφές που έλαβαν οι κυβερνήσεις ανά τους αιώνες και από όλες τις έννοιες και τους θεσμούς που δοκιμάστηκαν, κανένας δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει το Κράτος.

Το πρόβλημα του Κράτους βρίσκεται προφανώς τόσο μακριά από τη λύση του όσο και πάντοτε άλλοτε. Ίσως πρέπει να διερευνηθούν νέες κατευθύνσεις, εάν πρόκειται κάποτε να επιτευχθεί η επιτυχής και οριστική λύση του ζητήματος του Κράτους.44

In this century, the human race faces, once again, the virulent reign of the State—of the State now armed with the fruits of man’s creative powers, confiscated and perverted to its own aims. The last few centuries were times when men tried to place constitutional and other limits on the State, only to find that such limits, as with all other attempts, have failed. Of all the numerous forms that governments have taken over the centuries, of all the concepts and institutions that have been tried, none has succeeded in keeping the State in check. The problem of the State is evidently as far from solution as ever. Perhaps new paths of inquiry must be explored, if the successful, final solution of the State question is ever to be attained.

79

← Όλα τα δίγλωσσα κείμενα

← Δίγλωσση ανάγνωσηΌλα τα δίγλωσσα κείμενα