Αρθρογραφία14 Σεπτεμβρίου 20268 λεπτά ανάγνωσης

«Η Κεϋνσιανή Αυταπάτη της Ευημερίας μέσω της Δαπάνης και η Εναλλακτική της Αυστριακής Σχολής Οικονομικής Σκέψης»

Μια κριτική του κεϋνσιανισμού και της ακαδημαϊκής του επικράτησης υπό το πρίσμα του Ludwig von Mises και η εναλλακτική της Αυστριακής Σχολής Οικονομικής Σκέψης.

Εισαγωγή

Το πρώτο καθήκον της οικονομικής επιστήμης είναι να υπενθυμίζει ότι τα μέσα είναι περιορισμένα, ενώ οι σκοποί που επιθυμούν να υπηρετήσουν οι άνθρωποι είναι πολυάριθμοι. Καμία κυβερνητική απόφαση δεν καταργεί αυτή την πραγματικότητα. Η πολιτική μπορεί να μεταβάλει ποιος διαθέτει τους πόρους και ποιος αποφασίζει για τη χρησιμοποίησή τους. Δεν μπορεί να καταστήσει περιττή την επιλογή.

Η γοητεία του κεϋνσιανισμού βρίσκεται στην υπόσχεση ότι, τουλάχιστον σε περιόδους ύφεσης, ο περιορισμός αυτός μπορεί να παρακαμφθεί: υπάρχουν άνεργοι εργάτες, αχρησιμοποίητες εγκαταστάσεις και ανικανοποίητες ανάγκες· ας αυξήσει, λοιπόν, το κράτος τη δαπάνη ώστε να συνδεθούν ξανά μεταξύ τους.

Αλλά εδώ ακριβώς αρχίζει το οικονομικό πρόβλημα. Η συνύπαρξη διαθέσιμων συντελεστών παραγωγής και ανικανοποίητων αναγκών δεν μας εξηγεί γιατί αυτοί οι συντελεστές παραμένουν αδρανείς. Ούτε αποδεικνύει ότι οποιαδήποτε πρόσθετη δαπάνη θα τους συνδυάσει κατά τρόπο βιώσιμο. Αυτό που απαιτεί εξήγηση δεν είναι απλώς το ανεπαρκές ύψος ενός συνολικού μεγέθους, αλλά η ασυμβατότητα συγκεκριμένων τιμών, κόστους και παραγωγικών σχεδίων.

Η οικονομία δεν είναι ένα άθροισμα δαπανών

Ο επιχειρηματίας δεν παράγει για τη «συνολική ζήτηση». Παράγει συγκεκριμένα αγαθά για ανθρώπους που αναμένεται να τα προτιμήσουν από άλλες διαθέσιμες επιλογές. Προσλαμβάνει συγκεκριμένους εργαζομένους, χρησιμοποιεί ιδιαίτερο εξοπλισμό και αναλαμβάνει υποχρεώσεις που εκτείνονται στον χρόνο.

Επομένως, δεν αρκεί να αυξηθούν οι επενδύσεις. Πρέπει οι επενδύσεις να ανταποκρίνονται στις μελλοντικές προτιμήσεις των καταναλωτών και στους πραγματικά διαθέσιμους πόρους. Ένα εργοστάσιο δεν γίνεται χρήσιμο επειδή η κατασκευή του αύξησε το εθνικό εισόδημα. Γίνεται χρήσιμο εφόσον τα προϊόντα του δικαιολογούν τους πόρους που απορρόφησε.

Η λογιστική καταγράφει ότι πραγματοποιήθηκε δαπάνη. Η οικονομική ανάλυση εξετάζει αν η δαπάνη αυτή υπηρετεί αποτελεσματικά ανθρώπινες ανάγκες. Όποιος συγχέει τα δύο κινδυνεύει να εκλάβει ακόμη και τη σπατάλη κεφαλαίου ως οικονομική πρόοδο.

Το κέρδος και η ζημία δεν είναι ενοχλητικές λεπτομέρειες που η μακροοικονομική διαχείριση μπορεί να παραμερίσει. Είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου δοκιμάζονται τα επιχειρηματικά σχέδια. Η διατήρηση μιας ζημιογόνου δραστηριότητας με πολιτική χρηματοδότηση δεν εξαφανίζει το κόστος της· το μεταφέρει σε άλλους. Αυτή είναι η σημασία του οικονομικού υπολογισμού στο έργο του Ludwig von Mises με τίτλο Ανθρώπινη Δράση (Human Action).

Η αποταμίευση και η πραγματικότητα του κεφαλαίου

Η κατανάλωση είναι ο τελικός σκοπός της παραγωγής. Δεν έπεται, όμως, ότι η αύξηση της κατανάλωσης αποτελεί πάντοτε το κατάλληλο μέσο για την αύξηση της παραγωγής.

Για να κατασκευαστούν εργαλεία, μηχανές και εγκαταστάσεις, πρέπει να διατεθούν πόροι σε δραστηριότητες που δεν αποδίδουν αμέσως καταναλωτικά αγαθά. Κάποιοι πρέπει να αναβάλουν μέρος της παρούσας κατανάλωσής τους. Η αποταμίευση δεν είναι ένα ανεξήγητο εμπόδιο στην οικονομική ζωή. Είναι προϋπόθεση της διεύρυνσης των παραγωγικών δυνατοτήτων.

Ο κεϋνσιανός ορθώς επισημαίνει ότι η επιθυμία μεγαλύτερης αποταμίευσης δεν μετατρέπεται αυτομάτως και ακαριαία σε νέες επενδύσεις. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: πρέπει να διευκολυνθεί η προσαρμογή των τιμών και των παραγωγικών σχεδίων ή να αποκατασταθεί με κυβερνητικές δαπάνες η προηγούμενη διάρθρωση της ζήτησης;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει από την υπόθεση ότι κάθε μείωση της καταναλωτικής δαπάνης αποτελεί κοινωνική ζημία. Αν οι άνθρωποι επιθυμούν να διαθέσουν περισσότερα μέσα για το μέλλον, η παραγωγή οφείλει να προσαρμοστεί σε αυτή την επιλογή.

Ο νόμος του Say δεν υπόσχεται ότι κάθε εμπόρευμα θα βρει αγοραστή στην τιμή που απαιτεί ο πωλητής του. Υπενθυμίζει ότι η πραγματική δυνατότητα αγοράς στηρίζεται τελικά στην παραγωγή. Η έκδοση περισσότερων χρηματικών απαιτήσεων δεν ισοδυναμεί με δημιουργία περισσότερων αγαθών. Το χρήμα διευκολύνει την ανταλλαγή· δεν υποκαθιστά όσα ανταλλάσσονται.

Το επιτόκιο δεν είναι κυβερνητικό κουμπί

Η πιο επικίνδυνη πλευρά της πολιτικής του φθηνού χρήματος είναι ότι αλλοιώνει τις ενδείξεις πάνω στις οποίες στηρίζεται ο οικονομικός υπολογισμός.

Ένα χαμηλότερο επιτόκιο μπορεί να δικαιολογείται από την αυξημένη διάθεση αποταμίευσης. Στην περίπτωση αυτή, η επέκταση της επένδυσης συμβαδίζει με την απελευθέρωση πόρων από την παρούσα κατανάλωση. Δεν συμβαίνει το ίδιο όταν η μείωση προκύπτει από πιστωτική επέκταση χωρίς αντίστοιχη μεταβολή της αποταμίευσης.

Τότε δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχουν περισσότερα διαθέσιμα μέσα για μακροχρόνια σχέδια απ’ όσα επιτρέπουν οι πραγματικές επιλογές των ανθρώπων. Επιχειρήσεις ανταγωνίζονται για εργασία, υλικά και εξοπλισμό, ενώ η καταναλωτική ζήτηση εξακολουθεί να διεκδικεί τους ίδιους πόρους. Η ευφορία αποκρύπτει την ασυμβατότητα, δεν την επιλύει.

Όταν η ασυμβατότητα αποκαλυφθεί, η κρίση παρουσιάζεται ως αιφνίδια κατάρρευση της ζήτησης. Όμως, σύμφωνα με την αυστριακή θεωρία του οικονομικού κύκλου (Austrian business cycle theory), το αποφασιστικό σφάλμα έχει προηγηθεί: επενδύσεις πραγματοποιήθηκαν με βάση παραπλανητικές χρηματοδοτικές συνθήκες.

Η αναπροσαρμογή είναι οδυνηρή. Αλλά η οδύνη δεν αποδεικνύει ότι πρέπει να διατηρηθεί κάθε προϋπάρχουσα επένδυση. Η πολιτική που εμποδίζει την αναγνώριση των ζημιών μπορεί να κρατά πόρους δεσμευμένους σε χρήσεις που δεν δικαιολογούνται πλέον. Η νέα πίστωση προσφέρει αναβολή· δεν εγγυάται διόρθωση. Η σχετική επιχειρηματολογία αναπτύσσεται στο 20ό κεφάλαιο του έργου του Ludwig von Mises Ανθρώπινη Δράση (Human Action).

Ο πολλαπλασιαστής δεν απαλλάσσει από την επιλογή

Ας δεχθούμε ότι μια δημόσια δαπάνη κινητοποιεί αδρανείς πόρους και αυξάνει προσωρινά την παραγωγή. Το γεγονός αυτό δεν ολοκληρώνει την οικονομική αξιολόγηση.

Πρέπει ακόμη να εξετάσουμε τι παράγεται, πώς χρηματοδοτείται, ποιες εναλλακτικές χρήσεις εγκαταλείπονται και τι θα συμβεί όταν σταματήσει η χρηματοδότηση. Η προσωρινή αύξηση της απασχόλησης δεν ταυτίζεται με τη δημιουργία δραστηριοτήτων που μπορούν να συντηρηθούν από τη ζήτηση των καταναλωτών.

Το κράτος δεν βρίσκεται έξω από την οικονομία, κατέχοντας ένα ανεξάντλητο απόθεμα πόρων. Φορολογεί, δανείζεται ή δημιουργεί χρήμα. Κάθε μέθοδος μεταβάλλει τις δυνατότητες και τις προσδοκίες άλλων ανθρώπων. Η ύπαρξη αδρανών πόρων μπορεί να περιορίζει ορισμένα κόστη της παρέμβασης· δεν καταργεί την ανάγκη υπολογισμού τους.

Ένα χρήσιμο δημόσιο έργο πρέπει να δικαιολογείται από τις υπηρεσίες του. Δεν γίνεται χρήσιμο επειδή οι μισθοί των εργαζομένων του θα δαπανηθούν ξανά. Το ίδιο θα συνέβαινε και αν οι εργαζόμενοι απασχολούνταν σε ένα έργο χωρίς αξία.

Η κυκλοφορία του χρήματος δεν αποτελεί από μόνη της κριτήριο της ορθής χρησιμοποίησης του κεφαλαίου.

Από την πολιτική ευκολία στην ακαδημαϊκή αυθεντία

Η επικράτηση μιας θεωρίας δεν αποδεικνύει την αλήθεια της, όπως και η πολιτική της χρησιμότητα δεν αποδεικνύει την αναλήθειά της. Ωστόσο, η ιστορία της διάδοσής της δεν μπορεί να αγνοεί τη σχέση της με την εξουσία.

Η Μεγάλη Ύφεση (Great Depression) δημιούργησε δικαιολογημένη αγωνία και ισχυρή απαίτηση για εξηγήσεις. Ο κεϋνσιανισμός προσέφερε ένα πρόγραμμα δράσης που φαινόταν να συμβιβάζει την ιδιωτική οικονομία με την κυβερνητική εγγύηση της απασχόλησης. Η μεταπολεμική του καθιέρωση μέσω των υποδειγμάτων του John Hicks και των εγχειριδίων του Paul Samuelson του έδωσε μια κοινή διδακτική γλώσσα και μεγάλη θεσμική επιρροή.

Η μιζεσιανή ένσταση αφορά τον κίνδυνο αυτή η επιρροή να μετατραπεί σε απαλλαγή από την κριτική.

Παλαιότερα, ο οικονομολόγος ενοχλούσε τον εκάστοτε κυβερνήτη υπενθυμίζοντάς του τους περιορισμούς των μέσων του. Η νέα προσέγγιση μπορούσε να παρουσιάσει τη διεύρυνση της δαπάνης και της πίστωσης ως επιστημονικό καθήκον. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε συνωμοσία για να αντιληφθούμε πόσο ελκυστική ήταν αυτή η μεταβολή για την πολιτική εξουσία.

Παράλληλα, ο ειδικός αποκτούσε τον ρόλο του διαχειριστή της συνολικής οικονομίας. Το ερώτημα δεν ήταν πλέον μόνο πώς συντονίζονται οι άνθρωποι, αλλά ποιο μείγμα παρεμβάσεων θα επέλεγαν οι κατάλληλα καταρτισμένοι σύμβουλοι.

Στο «Economic Teaching at the Universities», το βασικό παράπονο του Mises δεν είναι ότι διδάσκονται αντίπαλες θεωρίες. Είναι ότι οι θέσεις τους μπορεί να παρουσιάζονται χωρίς ουσιαστική αντιπαράθεση. Ένα πανεπιστήμιο υπηρετεί την επιστήμη όταν εκθέτει τον φοιτητή στα ισχυρότερα επιχειρήματα εναντίον της κυρίαρχης διδασκαλίας του, όχι όταν συγχέει την επικράτηση με την τελική απόδειξη.

Η μεταγενέστερη ιστορία, βεβαίως, δεν υπήρξε αδιάκοπη κεϋνσιανή μονοκρατορία. Ο μονεταρισμός, η νέα κλασική μακροοικονομική και η εξέλιξη της νέας κεϋνσιανής θεωρίας μεταμόρφωσαν τη συζήτηση. Παραμένει, όμως, απολύτως επίκαιρο το ερώτημα αν η οικονομική εκπαίδευση αντιμετωπίζει την κρατική διαχείριση ως υπόθεση που χρειάζεται απόδειξη ή ως αυτονόητη αφετηρία.

Το όριο της πολιτικής βούλησης

Η υπεράσπιση της αγοράς δεν προϋποθέτει αλάνθαστους επιχειρηματίες. Αντίθετα, αναγνωρίζει ότι οι άνθρωποι σφάλλουν και χρειάζονται θεσμούς που αποκαλύπτουν τα σφάλματα και επιτρέπουν τη διόρθωσή τους. Ούτε η μεταφορά της απόφασης σε ένα υπουργείο καταργεί την αβεβαιότητα.

Η ουσιαστική κριτική του κεϋνσιανισμού δεν είναι ότι η δαπάνη δεν επηρεάζει ποτέ την παραγωγή. Είναι ότι η δυνατότητα επηρεασμού της παραγωγής δεν συνεπάγεται γνώση της ορθής διάρθρωσής της ούτε εγγύηση διατηρήσιμης ευημερίας.

Η οικονομική επιστήμη οφείλει να διακρίνει τη χρηματοδότηση από το κεφάλαιο, την απασχόληση από την παραγωγικότητα και την προσωρινή κινητοποίηση από τον διαχρονικό συντονισμό.

Η κυβέρνηση μπορεί να χρηματοδοτήσει μια δραστηριότητα. Δεν μπορεί, μόνο με τη χρηματοδότησή της, να αποδείξει ότι άξιζε να πραγματοποιηθεί.

Η κριτική αυτή αφήνει αναπόφευκτα ένα ερώτημα: αν η διαρκής τόνωση της δαπάνης δεν αποτελεί ασφαλή οδό προς την ευημερία, ποια εναλλακτική προσφέρει η αυστριακή σχολή;

Η αυστριακή εναλλακτική: αποκατάσταση του συντονισμού

Στη μιζεσιανή της εκδοχή, η απάντηση δεν είναι ένα διαφορετικό σχέδιο διεύθυνσης της οικονομίας. Είναι η αποκατάσταση των προϋποθέσεων που επιτρέπουν στους ανθρώπους να συντονίζουν και να διορθώνουν τα δικά τους σχέδια.

Πρώτη προϋπόθεση είναι ένα αξιόπιστο νομισματικό και πιστωτικό πλαίσιο. Το επιτόκιο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολιτικός στόχος που συμπιέζεται όποτε η επένδυση κρίνεται ανεπαρκής. Πρέπει να μπορεί να αντανακλά τις συνθήκες αποταμίευσης, τις χρονικές προτιμήσεις και τους κινδύνους του δανεισμού.

Η μιζεσιανή υπεράσπιση του υγιούς χρήματος αποβλέπει ακριβώς στον περιορισμό της δυνατότητας χρηματοδότησης πολιτικών υποσχέσεων μέσω νομισματικής επέκτασης. Οι αυστριακοί οικονομολόγοι διαφωνούν για την ακριβή τραπεζική και νομισματική αρχιτεκτονική. Το ουσιώδες εδώ είναι η αρχή: η δημιουργία πίστωσης δεν πρέπει να συγχέεται με τη δημιουργία πραγματικού κεφαλαίου.

Δεύτερη προϋπόθεση είναι να επιτρέπεται η αναδιάρθρωση των αποτυχημένων επενδύσεων. Μια επιχείρηση που δεν μπορεί να καλύψει το κόστος της δεν δικαιούται απεριόριστη πρόσβαση στους πόρους των υπολοίπων. Η πτώχευση, όμως, δεν σημαίνει αναγκαστικά καταστροφή των εγκαταστάσεων ή οριστική εξαφάνιση της παραγωγής. Μπορεί να σημαίνει αλλαγή ιδιοκτησίας, αναδιάρθρωση χρεών και επαναχρησιμοποίηση του εξοπλισμού σε χαμηλότερο κόστος.

Αυτό που πρέπει να εγκαταλειφθεί είναι το μη βιώσιμο σχέδιο, όχι κατ’ ανάγκην κάθε παραγωγικό του στοιχείο. Η προστασία των υφιστάμενων ιδιοκτητών και πιστωτών από κάθε ζημία δεν ταυτίζεται με την προστασία της οικονομίας.

Τρίτη προϋπόθεση είναι η ελευθερία προσαρμογής των σχετικών τιμών και εισόδου νέων επιχειρήσεων. Η ανάκαμψη απαιτεί να μπορούν εργασία και κεφάλαιο να μετακινηθούν προς χρήσεις που ανταποκρίνονται καλύτερα στη ζήτηση. Άδειες που προστατεύουν κατεστημένους παραγωγούς, επιδοτήσεις που συντηρούν ζημίες και φραγμοί στην επαγγελματική κινητικότητα εμποδίζουν αυτή τη διαδικασία.

Ο σκοπός δεν είναι η μείωση των μισθών ως αυτοσκοπός. Είναι η δημιουργία συνθηκών στις οποίες η απασχόληση μπορεί να διατηρηθεί και οι πραγματικές αμοιβές να αυξηθούν μέσω της παραγωγικότητας. Η διαρκής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου απαιτεί περισσότερο και καταλληλότερο κεφάλαιο ανά εργαζόμενο, καλύτερη οργάνωση και τεχνολογική πρόοδο, όχι απλώς περισσότερες χρηματικές μονάδες στη μισθοδοσία.

Όχι αδράνεια, αλλά διαφορετική κατεύθυνση δράσης

Η αυστριακή πρόταση δεν συνοψίζεται στην εντολή «μην κάνετε τίποτε». Ζητά συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές: ασφάλεια ιδιοκτησίας και συμβάσεων, προβλέψιμους κανόνες, λειτουργικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, κατάργηση προνομίων και περιορισμό των παρεμβάσεων που εμποδίζουν την προσαρμογή.

Η αύξηση της φορολογίας για τη διατήρηση ενός δαπανηρού συστήματος επιδοτήσεων μπορεί να μειώνει το έλλειμμα χωρίς να αποκαθιστά τον παραγωγικό συντονισμό. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα δαπανά το κράτος, αλλά ποιους πόρους δεσμεύει, ποια κίνητρα διαμορφώνει και ποιες προσαρμογές εμποδίζει.

Δεν υπάρχει, τέλος, έντιμη υπόσχεση ανώδυνης ή άμεσης ανάκαμψης. Η μετακίνηση εργαζομένων, η εκμάθηση νέων δεξιοτήτων και η αναδιοργάνωση της παραγωγής απαιτούν χρόνο. Η ανακούφιση όσων πλήττονται είναι διαφορετικό ζήτημα από την επ’ αόριστον διατήρηση των επιχειρηματικών σχεδίων που απέτυχαν.

Η αυστριακή εναλλακτική δεν υπόσχεται μια οικονομία χωρίς σφάλματα. Προτείνει μια οικονομία στην οποία τα σφάλματα δεν αποκτούν δικαίωμα μόνιμης χρηματοδότησης και στην οποία η ανάκαμψη στηρίζεται στη διόρθωσή τους, όχι στην απόκρυψή τους.

Πραξεολόγος

Σχετικά κείμενα