«Ανατομία του Κράτους» (“Anatomy of the State”) του Murray N. Rothbard
Μετάφραση του έργου του Murray N. Rothbard με τίτλο «Η Ανατομία του Κράτους».
Εισαγωγή Μεταφραστή
Η «Ανατομία του Κράτους» (Anatomy of the State) είναι ένα σύντομο αλλά ιδιαίτερα επιδραστικό δοκίμιο του Αμερικανού οικονομολόγου και πολιτικού θεωρητικού Murray N. Rothbard (1926–1995), σημαντικού εκπροσώπου της Αυστριακής Σχολής Οικονομικής και θεμελιωτή του σύγχρονου αναρχοκαπιταλισμού. Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά το 1974 στη συλλογή δοκιμίων Egalitarianism as a Revolt Against Nature and Other Essays. Η παρούσα μετάφραση βασίζεται στην έκδοση του Ludwig von Mises Institute του 2009, η οποία διατίθεται με άδεια Creative Commons Attribution 3.0.
Στο έργο αυτό ο Rothbard επιχειρεί να εξετάσει το Κράτος όχι μέσα από τις επίσημες διακηρύξεις ή τους σκοπούς που το ίδιο αποδίδει στον εαυτό του, αλλά μέσα από τον τρόπο με τον οποίο αποκτά τα έσοδά του, ασκεί την εξουσία του και εξασφαλίζει τη μακροχρόνια διατήρησή του. Αξιοποιώντας ιδέες στοχαστών όπως οι Franz Oppenheimer, Étienne de La Boétie, John C. Calhoun, Albert Jay Nock και Bertrand de Jouvenel, διακρίνει δύο θεμελιώδεις τρόπους απόκτησης πλούτου: το «οικονομικό μέσο», δηλαδή την παραγωγή και την εκούσια ανταλλαγή, και το «πολιτικό μέσο», δηλαδή την απόκτηση πόρων μέσω καταναγκασμού και απαλλοτρίωσης. Κατά τον Rothbard, το Κράτος αποτελεί τη συστηματική και θεσμοποιημένη οργάνωση του δεύτερου μέσου.
Τα επιμέρους κεφάλαια εξετάζουν τη διάκριση μεταξύ Κράτους και κοινωνίας, την ιστορική γένεση της κρατικής εξουσίας, τον ρόλο της ιδεολογίας και των διανοουμένων στη νομιμοποίησή της, την τάση του Κράτους να υπερβαίνει τους συνταγματικούς περιορισμούς, τη σχέση του με τον πόλεμο και τις διακρατικές συγκρούσεις, καθώς και την αντιπαράθεση μεταξύ «κοινωνικής ισχύος» και «κρατικής ισχύος». Ως κοινωνική ισχύ ο συγγραφέας εννοεί την ανθρώπινη δημιουργικότητα, την παραγωγή και την ειρηνική συνεργασία· ως δε κρατική ισχύ, τον καταναγκαστικό έλεγχο ανθρώπων και πόρων.
Το βιβλίο δεν αποτελεί ουδέτερη ιστορική καταγραφή ούτε συμβατική πραγματεία δημόσιας διοίκησης. Πρόκειται για μια συνειδητά πολεμική, ριζοσπαστική ελευθεριακή κριτική του πολιτικού θεσμού του Κράτους. Η σημασία του έγκειται στη σαφήνεια με την οποία διατυπώνει ένα κεντρικό ερώτημα της πολιτικής θεωρίας: πώς μπορεί ένας θεσμός που διεκδικεί το μονοπώλιο του καταναγκασμού να περιοριστεί αποτελεσματικά από κανόνες των οποίων την τελική ερμηνεία και εφαρμογή ελέγχει ο ίδιος;
Ανεξάρτητα από το αν ο αναγνώστης αποδέχεται τα συμπεράσματα του Rothbard, η Ανατομία του Κράτους παραμένει ένα χαρακτηριστικό και σημαντικό κείμενο της ελευθεριακής πολιτικής σκέψης και της ριζοσπαστικής παράδοσης της Αυστριακής Σχολής.
Κείμενο αναφοράς: Murray N. Rothbard, Anatomy of the State, Ludwig von Mises Institute, Auburn, Alabama, 2009, ISBN 978-1-933550-48-0.
Πραξεολόγος
Ανατομία του Κράτους
«Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το Κράτος είναι η ανεξάρτητη διανοητική/πνευματική κριτική.»
— Murray N. Rothbard
---
Περιεχόμενα
Τι δεν είναι το Κράτος
Τι είναι το Κράτος
Πώς συντηρείται το Κράτος
Πώς το Κράτος υπερβαίνει τα όριά του
Τι φοβάται το Κράτος
Πώς σχετίζονται τα κράτη μεταξύ τους
Η Ιστορία ως αγώνας δρόμου μεταξύ κρατικής και κοινωνικής ισχύος
---
1. Τι δεν είναι το Κράτος
Το Κράτος θεωρείται σχεδόν καθολικά θεσμός κοινωνικής υπηρεσίας. Ορισμένοι θεωρητικοί το λατρεύουν ως την αποθέωση της κοινωνίας· άλλοι το αντιμετωπίζουν ως έναν καλοπροαίρετο, αν και συχνά αναποτελεσματικό, οργανισμό για την επίτευξη κοινωνικών σκοπών. Σχεδόν όλοι, όμως, το θεωρούν αναγκαίο μέσο για την επίτευξη των σκοπών της ανθρωπότητας· ένα μέσο που αντιπαρατίθεται προς τον «ιδιωτικό τομέα» και συχνά επικρατεί έναντί του στον ανταγωνισμό για πόρους.
Με την άνοδο της δημοκρατίας, η ταύτιση του Κράτους με την κοινωνία ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ακούγονται συχνά διατυπώσεις που παραβιάζουν σχεδόν κάθε αρχή της λογικής και της κοινής λογικής, όπως η φράση: «Εμείς είμαστε η κυβέρνηση». Η βολική συλλογική λέξη «εμείς» επέτρεψε να απλωθεί ένα ιδεολογικό προπέτασμα παραλλαγής πάνω από την πραγματικότητα της πολιτικής ζωής.
Εάν «εμείς είμαστε η κυβέρνηση», τότε οτιδήποτε κάνει μια κυβέρνηση σε ένα άτομο όχι μόνο δεν είναι άδικο ή τυραννικό, αλλά είναι και «εκούσιο» από την πλευρά του ίδιου του ατόμου. Εάν η κυβέρνηση έχει συσσωρεύσει ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο πρέπει να εξοφληθεί μέσω της φορολόγησης μιας ομάδας προς όφελος μιας άλλης, η πραγματικότητα αυτής της επιβάρυνσης αποκρύπτεται με τη φράση «τα χρωστάμε στον εαυτό μας». Εάν η κυβέρνηση στρατολογήσει αναγκαστικά έναν άνθρωπο ή τον φυλακίσει επειδή εξέφρασε μια αντιφρονούσα άποψη, τότε υποτίθεται ότι «το κάνει ο ίδιος στον εαυτό του» και, επομένως, δεν έχει συμβεί τίποτε το μεμπτό.
Σύμφωνα με αυτή τη συλλογιστική, οι Εβραίοι που δολοφονήθηκαν από τη ναζιστική κυβέρνηση δεν δολοφονήθηκαν· αντιθέτως, θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι «αυτοκτόνησαν», επειδή αποτελούσαν μέρος της κυβέρνησης —η οποία είχε επιλεγεί δημοκρατικά— και, συνεπώς, οτιδήποτε τους έκανε η κυβέρνηση ήταν εκούσιο από την πλευρά τους. Θα πίστευε κανείς ότι δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτό το σημείο· εντούτοις, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων συμμερίζεται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, αυτή την πλάνη.
Οφείλουμε, επομένως, να τονίσουμε ότι «εμείς» δεν είμαστε η κυβέρνηση· η κυβέρνηση δεν είναι «εμείς». Η κυβέρνηση δεν «αντιπροσωπεύει», με οποιαδήποτε ακριβή έννοια του όρου, την πλειονότητα του λαού.1 Ακόμη όμως και αν την αντιπροσώπευε, ακόμη και αν το 70% του πληθυσμού αποφάσιζε να δολοφονήσει το υπόλοιπο 30%, αυτό δεν θα έπαυε να είναι δολοφονία ούτε θα μετατρεπόταν σε εκούσια αυτοκτονία της σφαγιασθείσας μειονότητας.2 Καμία μεταφορά και κανένα κλισέ του τύπου «είμαστε όλοι μέρος ο ένας του άλλου» δεν πρέπει να επιτρέπεται να συσκοτίζει αυτό το θεμελιώδες γεγονός.
Εάν, λοιπόν, το Κράτος δεν είναι «εμείς», εάν δεν είναι η «ανθρώπινη οικογένεια» που συνέρχεται για να αποφασίσει σχετικά με τα κοινά της προβλήματα, εάν δεν είναι η συνέλευση μιας αδελφότητας ή μιας λέσχης, τότε τι είναι;
Με συντομία, το Κράτος είναι εκείνη η οργάνωση μέσα στην κοινωνία η οποία επιχειρεί να διατηρήσει το μονοπώλιο της χρήσης βίας και καταναγκασμού σε μια δεδομένη εδαφική περιοχή. Ειδικότερα, είναι η μόνη οργάνωση στην κοινωνία που αποκτά τα έσοδά της όχι μέσω εκούσιων συνεισφορών ή πληρωμών για παρεχόμενες υπηρεσίες, αλλά μέσω εξαναγκασμού.
Ενώ τα άλλα άτομα ή θεσμικά όργανα αποκτούν το εισόδημά τους μέσω της παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών και της ειρηνικής και εκούσιας πώλησής τους σε άλλους, το Κράτος αποκτά τα έσοδά του μέσω της χρήσης καταναγκασμού· δηλαδή, μέσω της χρήσης ή της απειλής της φυλακής και της ξιφολόγχης.3 Αφού χρησιμοποιήσει τη βία και τον καταναγκασμό για να αποκτήσει τα έσοδά του, το Κράτος προχωρεί κατά κανόνα στη ρύθμιση και στην υπαγόρευση των υπόλοιπων ενεργειών των επιμέρους υπηκόων του.
Θα πίστευε κανείς ότι η απλή παρατήρηση όλων των κρατών, σε ολόκληρη την Ιστορία και σε κάθε γωνιά του πλανήτη, θα αρκούσε για να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό. Ωστόσο, το μίασμα του μύθου καλύπτει εδώ και τόσο πολύ καιρό την κρατική δραστηριότητα, ώστε απαιτείται αναλυτικότερη εξήγηση.
---
Σημειώσεις κεφαλαίου 1
Το δοκίμιο δημοσιεύθηκε αρχικά στο έργο του Murray N. Rothbard, Egalitarianism as a Revolt Against Nature and Other Essays (Auburn, Alabama: Mises Institute, 2000 [1974]), σσ. 55–88.
1 Δεν μπορούμε, στο παρόν κεφάλαιο, να αναπτύξουμε τα πολυάριθμα προβλήματα και τις πλάνες της «δημοκρατίας». Αρκεί να σημειωθεί εδώ ότι ο πραγματικός εντολοδόχος ή «αντιπρόσωπος» ενός ατόμου υπόκειται πάντοτε στις εντολές εκείνου του ατόμου, μπορεί να παυθεί ανά πάσα στιγμή και δεν μπορεί να ενεργεί αντίθετα προς τα συμφέροντα ή τις επιθυμίες του εντολέα του. Είναι σαφές ότι ο «αντιπρόσωπος» σε μια δημοκρατία δεν μπορεί ποτέ να εκπληρώσει τέτοιες λειτουργίες εντολοδόχου — τις μόνες που συμβιβάζονται με μια ελευθεριακή κοινωνία.
2 Οι σοσιαλδημοκράτες συχνά αντιτείνουν ότι η δημοκρατία —η επιλογή των κυβερνώντων από την πλειοψηφία— συνεπάγεται λογικά ότι η πλειοψηφία οφείλει να αφήνει ορισμένες ελευθερίες στη μειοψηφία, επειδή η μειοψηφία μπορεί κάποια ημέρα να γίνει πλειοψηφία. Πέρα από τα άλλα ελαττώματά του, το επιχείρημα αυτό προφανώς δεν ισχύει όταν η μειοψηφία δεν μπορεί να μετατραπεί σε πλειοψηφία· για παράδειγμα, όταν ανήκει σε διαφορετική φυλετική ή εθνοτική ομάδα από την πλειοψηφία.
3 Joseph A. Schumpeter, Capitalism, Socialism, and Democracy (Νέα Υόρκη: Harper and Brothers, 1942), σ. 198:
Η τριβή ή ο ανταγωνισμός μεταξύ της ιδιωτικής και της δημόσιας σφαίρας εντάθηκε εξαρχής από το γεγονός ότι … το Κράτος ζούσε από έσοδα που παράγονταν στην ιδιωτική σφαίρα για ιδιωτικούς σκοπούς και τα οποία έπρεπε να εκτρέπονται από αυτούς τους σκοπούς μέσω της πολιτικής βίας. Η θεωρία που αντιμετωπίζει τους φόρους κατ’ αναλογία προς τις συνδρομές μιας λέσχης ή προς την αγορά των υπηρεσιών, λόγου χάρη, ενός γιατρού αποδεικνύει απλώς πόσο απομακρυσμένο είναι αυτό το τμήμα των κοινωνικών επιστημών από τις επιστημονικές συνήθειες της σκέψης.
Βλ. επίσης Murray N. Rothbard, «The Fallacy of the “Public Sector”», New Individualist Review (Καλοκαίρι 1961), σ. 3 κ.ε.
---
2. Τι είναι το Κράτος
Ο άνθρωπος γεννιέται γυμνός στον κόσμο και έχει ανάγκη να χρησιμοποιήσει τον νου του, ώστε να μάθει πώς να παίρνει τους πόρους που του παρέχει η φύση και να τους μετασχηματίζει —για παράδειγμα, μέσω επένδυσης σε «κεφάλαιο»— σε σχήματα, μορφές και τόπους όπου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ικανοποίηση των αναγκών του και τη βελτίωση του βιοτικού του επιπέδου.
Ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να το επιτύχει αυτό είναι να χρησιμοποιεί τον νου και την ενέργειά του για να μετασχηματίζει πόρους —δηλαδή να «παράγει»— και να ανταλλάσσει αυτά τα προϊόντα με προϊόντα που έχουν δημιουργήσει άλλοι. Ο άνθρωπος ανακάλυψε ότι, μέσω της διαδικασίας της εκούσιας και αμοιβαίας ανταλλαγής, η παραγωγικότητα και, επομένως, το βιοτικό επίπεδο όλων όσοι συμμετέχουν στην ανταλλαγή μπορούν να αυξηθούν σε τεράστιο βαθμό.
Η μόνη «φυσική» πορεία που επιτρέπει στον άνθρωπο να επιβιώσει και να αποκτήσει πλούτο είναι, συνεπώς, η χρησιμοποίηση του νου και της ενέργειάς του στη διαδικασία της παραγωγής και της ανταλλαγής. Αυτό το επιτυγχάνει, πρώτον, ανακαλύπτοντας φυσικούς πόρους· κατόπιν, μετασχηματίζοντάς τους —«αναμειγνύοντας την εργασία του» με αυτούς, όπως το θέτει ο Λοκ— ώστε να τους καταστήσει ατομική ιδιοκτησία του· και, τέλος, ανταλλάσσοντας αυτή την ιδιοκτησία με την ιδιοκτησία άλλων, η οποία αποκτήθηκε με αντίστοιχο τρόπο.
Η κοινωνική οδός που υπαγορεύεται από τις απαιτήσεις της ανθρώπινης φύσης είναι, επομένως, η οδός των «ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων» και της «ελεύθερης αγοράς», δηλαδή της δωρεάς ή της ανταλλαγής τέτοιων δικαιωμάτων. Μέσω αυτής της οδού, οι άνθρωποι έμαθαν πώς να αποφεύγουν τις μεθόδους της «ζούγκλας», δηλαδή τον αγώνα για σπάνιους πόρους κατά τον οποίο ο Α μπορεί να αποκτήσει κάτι μόνο εις βάρος του Β· έμαθαν, αντιθέτως, να πολλαπλασιάζουν σε τεράστιο βαθμό αυτούς τους πόρους μέσω της ειρηνικής και αρμονικής παραγωγής και ανταλλαγής.
Ο σπουδαίος Γερμανός κοινωνιολόγος Φραντς Οπενχάιμερ επισήμανε ότι υπάρχουν δύο αμοιβαίως αποκλειόμενοι τρόποι απόκτησης πλούτου. Τον πρώτο, δηλαδή την προαναφερθείσα οδό της παραγωγής και της ανταλλαγής, τον αποκάλεσε «οικονομικό μέσο». Ο άλλος τρόπος είναι απλούστερος, υπό την έννοια ότι δεν απαιτεί παραγωγικότητα: είναι η αρπαγή των αγαθών ή των υπηρεσιών ενός άλλου ανθρώπου με τη χρήση βίας και καταναγκασμού. Είναι η μέθοδος της μονομερούς δήμευσης, της κλοπής της ιδιοκτησίας των άλλων. Αυτή τη μέθοδο ο Οπενχάιμερ την ονόμασε «πολιτικό μέσο» απόκτησης πλούτου.
Θα πρέπει να είναι σαφές ότι η ειρηνική χρήση της λογικής και της ανθρώπινης ενέργειας στην παραγωγή αποτελεί τη «φυσική» οδό του ανθρώπου: το μέσο για την επιβίωση και την ευημερία του επάνω στη γη. Θα πρέπει να είναι εξίσου σαφές ότι το καταναγκαστικό και εκμεταλλευτικό μέσο είναι αντίθετο προς τον φυσικό νόμο. Είναι παρασιτικό, διότι, αντί να προσθέτει στην παραγωγή, αφαιρεί από αυτήν.
Το «πολιτικό μέσο» απομυζά την παραγωγή προς όφελος ενός παρασιτικού και καταστροφικού ατόμου ή μιας αντίστοιχης ομάδας. Και αυτή η απομύζηση όχι μόνο μειώνει τον αριθμό εκείνων που παράγουν, αλλά περιορίζει επίσης το κίνητρο του παραγωγού να παράγει πέρα από το επίπεδο που απαιτείται για την απλή επιβίωσή του. Μακροπρόθεσμα, ο ληστής καταστρέφει την ίδια του τη δυνατότητα συντήρησης, επειδή συρρικνώνει ή εξαλείφει την πηγή του ανεφοδιασμού του. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό· ακόμη και βραχυπρόθεσμα, ο άρπαγας ενεργεί αντίθετα προς την αληθινή φύση του ως ανθρώπου.
Βρισκόμαστε τώρα σε θέση να απαντήσουμε πληρέστερα στο ερώτημα: Τι είναι το Κράτος;
Σύμφωνα με τα λόγια του Οπενχάιμερ, το Κράτος είναι η «οργάνωση του πολιτικού μέσου»· είναι η συστηματοποίηση της ληστρικής διαδικασίας μέσα σε μια δεδομένη εδαφική περιοχή.4 Το κοινό έγκλημα είναι, στην καλύτερη περίπτωση, σποραδικό και αβέβαιο. Ο παρασιτισμός του είναι εφήμερος και ο καταναγκαστικός, παρασιτικός αγωγός της συντήρησής του μπορεί να διακοπεί ανά πάσα στιγμή από την αντίσταση των θυμάτων.
Το Κράτος, αντιθέτως, παρέχει έναν νόμιμο, εύτακτο και συστηματικό δίαυλο για την αρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Καθιστά βέβαιη, ασφαλή και σχετικά «ειρηνική» τη γραμμή συντήρησης της παρασιτικής κάστας μέσα στην κοινωνία.5
Επειδή η παραγωγή πρέπει πάντοτε να προηγείται της αρπαγής, η ελεύθερη αγορά είναι ιστορικά και λογικά προγενέστερη του Κράτους. Το Κράτος δεν δημιουργήθηκε ποτέ μέσω κάποιου «κοινωνικού συμβολαίου»· γεννήθηκε πάντοτε μέσα από την κατάκτηση και την εκμετάλλευση.
Το κλασικό υπόδειγμα ήταν εκείνο μιας κατακτητικής φυλής η οποία διέκοπτε την πατροπαράδοτη πρακτική της λεηλασίας και της δολοφονίας μιας κατακτημένης φυλής, επειδή αντιλαμβανόταν ότι η διάρκεια της λεηλασίας θα ήταν μεγαλύτερη, η απόληψή της ασφαλέστερη και η κατάσταση ανετότερη εάν επέτρεπε στην κατακτημένη φυλή να παραμείνει ζωντανή και να συνεχίσει να παράγει. Οι κατακτητές εγκαθίσταντο τότε ανάμεσά της ως κυβερνήτες, απαιτώντας έναν σταθερό ετήσιο φόρο υποτέλειας.6
Μία από τις μεθόδους γέννησης ενός Κράτους θα μπορούσε να απεικονιστεί ως εξής: στους λόφους της νότιας «Ρουριτανίας», μια ομάδα ληστών κατορθώνει να αποκτήσει τον φυσικό έλεγχο της περιοχής. Τελικά, ο αρχηγός των ληστών αυτοανακηρύσσεται «βασιλιάς της κυρίαρχης και ανεξάρτητης κυβέρνησης της Νότιας Ρουριτανίας». Εάν ο ίδιος και οι άνδρες του διαθέτουν τη δύναμη να διατηρήσουν αυτή την εξουσία για κάποιο χρονικό διάστημα, ιδού! Ένα νέο Κράτος έχει ενταχθεί στην «οικογένεια των εθνών» και οι πρώην αρχηγοί των ληστών έχουν μεταμορφωθεί στη νόμιμη αριστοκρατία του βασιλείου.
---
Σημειώσεις κεφαλαίου 2
4 Franz Oppenheimer, The State (Νέα Υόρκη: Vanguard Press, 1926), σσ. 24–27:
Υπάρχουν δύο θεμελιωδώς αντίθετα μέσα μέσω των οποίων ο άνθρωπος, έχοντας ανάγκη από συντήρηση, ωθείται να αποκτήσει τα αναγκαία μέσα για την ικανοποίηση των επιθυμιών του. Αυτά είναι η εργασία και η ληστεία, η προσωπική εργασία και η βίαιη ιδιοποίηση της εργασίας των άλλων. … Στην ανάλυση που ακολουθεί προτείνω να ονομάσω την προσωπική εργασία και την ισότιμη ανταλλαγή της προσωπικής εργασίας με την εργασία των άλλων «οικονομικό μέσο» για την ικανοποίηση των αναγκών, ενώ η χωρίς αντάλλαγμα ιδιοποίηση της εργασίας των άλλων θα ονομάζεται «πολιτικό μέσο». … Το Κράτος είναι οργάνωση του πολιτικού μέσου. Κανένα Κράτος, επομένως, δεν μπορεί να δημιουργηθεί προτού το οικονομικό μέσο παραγάγει έναν ορισμένο αριθμό αντικειμένων για την ικανοποίηση αναγκών, τα οποία μπορούν να αφαιρεθούν ή να ιδιοποιηθούν μέσω πολεμικής ληστείας.
5 Ο Albert Jay Nock έγραψε με παραστατικό τρόπο ότι:
Το Κράτος διεκδικεί και ασκεί το μονοπώλιο του εγκλήματος. … Απαγορεύει τον ιδιωτικό φόνο, αλλά το ίδιο οργανώνει τον φόνο σε κολοσσιαία κλίμακα. Τιμωρεί την ιδιωτική κλοπή, αλλά το ίδιο απλώνει χωρίς ενδοιασμούς τα χέρια του πάνω σε οτιδήποτε επιθυμεί, είτε πρόκειται για την ιδιοκτησία πολίτη είτε αλλοδαπού.
Albert Jay Nock, On Doing the Right Thing, and Other Essays (Νέα Υόρκη: Harper and Brothers, 1929), σ. 143· παρατίθεται στο Jack Schwartzman, «Albert Jay Nock—A Superfluous Man», Faith and Freedom (Δεκέμβριος 1953), σ. 11.
6 Oppenheimer, The State, σ. 15:
Τι είναι, λοιπόν, το Κράτος ως κοινωνιολογική έννοια; Το Κράτος, πλήρως ανεπτυγμένο κατά τη γένεσή του …, είναι ένας κοινωνικός θεσμός που επιβάλλεται από μια νικηφόρα ομάδα ανθρώπων σε μια ηττημένη ομάδα, με αποκλειστικό σκοπό τη ρύθμιση της κυριαρχίας της νικηφόρας ομάδας επί της ηττημένης και τη διασφάλισή της έναντι εσωτερικών εξεγέρσεων και εξωτερικών επιθέσεων. Από τελεολογική άποψη, η κυριαρχία αυτή δεν είχε κανέναν άλλο σκοπό πέρα από την οικονομική εκμετάλλευση των ηττημένων από τους νικητές.
Και ο Bertrand de Jouvenel έγραψε:
Το Κράτος είναι στην ουσία το αποτέλεσμα των επιτυχιών που σημείωσε μια συμμορία ληστών, η οποία επιβλήθηκε πάνω σε μικρές, διακριτές κοινωνίες.
Bertrand de Jouvenel, On Power (Νέα Υόρκη: Viking Press, 1949), σσ. 100–101.
---
3. Πώς Συντηρείται το Κράτος
Μόλις εγκαθιδρυθεί ένα Κράτος, το πρόβλημα της κυρίαρχης ομάδας ή «κάστας» είναι το πώς θα διατηρήσει την εξουσία της.7 Μολονότι η βία αποτελεί το modus operandi της, το βασικό και μακροπρόθεσμο πρόβλημά της είναι ιδεολογικό.
Για να παραμείνει στην εξουσία, κάθε κυβέρνηση —και όχι μόνο μια «δημοκρατική» κυβέρνηση— πρέπει να διαθέτει την υποστήριξη της πλειονότητας των υπηκόων της. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η υποστήριξη δεν χρειάζεται να έχει τη μορφή ενεργού ενθουσιασμού· μπορεί κάλλιστα να αποτελεί παθητική παραίτηση, σαν να επρόκειτο για αναπόφευκτο νόμο της φύσης. Πρέπει, όμως, να υπάρχει υποστήριξη με την έννοια κάποιου βαθμού αποδοχής· διαφορετικά, η μειονότητα των κρατικών κυβερνώντων θα υπερνικούνταν τελικά από την ενεργό αντίσταση της πλειονότητας του κοινού.
Εφόσον η αρπαγή πρέπει να συντηρείται από το πλεόνασμα της παραγωγής, είναι κατ’ ανάγκην αληθές ότι η τάξη που συγκροτεί το Κράτος —η πλήρους απασχόλησης γραφειοκρατία και η αριστοκρατία— πρέπει να αποτελεί μια σχετικά μικρή μειονότητα στη χώρα, αν και μπορεί, βεβαίως, να εξαγοράζει συμμάχους μεταξύ σημαντικών ομάδων του πληθυσμού. Το κύριο καθήκον των κυβερνώντων είναι, συνεπώς, πάντοτε να εξασφαλίζουν την ενεργό ή παθητική αποδοχή της πλειονότητας των πολιτών.8
Μία μέθοδος εξασφάλισης υποστήριξης είναι, φυσικά, η δημιουργία παγιωμένων οικονομικών συμφερόντων. Ο βασιλιάς δεν μπορεί να κυβερνήσει μόνος· πρέπει να διαθέτει μια αρκετά μεγάλη ομάδα ακολούθων που απολαμβάνουν τα προνόμια της εξουσίας, όπως είναι, για παράδειγμα, τα μέλη του κρατικού μηχανισμού, η μόνιμη γραφειοκρατία ή η κατεστημένη αριστοκρατία.10
Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται μόνο μια μειονότητα πρόθυμων υποστηρικτών. Ακόμη και η αναγκαία εξαγορά υποστήριξης μέσω επιδοτήσεων και άλλων παραχωρήσεων προνομίων δεν εξασφαλίζει τη συγκατάθεση της πλειονότητας. Για να επιτευχθεί αυτή η ουσιώδης αποδοχή, η πλειονότητα πρέπει να πειστεί μέσω της ιδεολογίας ότι η κυβέρνησή της είναι καλή, σοφή και τουλάχιστον αναπόφευκτη — και ασφαλώς καλύτερη από οποιαδήποτε άλλη νοητή εναλλακτική λύση.
Η προώθηση αυτής της ιδεολογίας στον λαό αποτελεί τη ζωτική κοινωνική αποστολή των διανοουμένων. Οι μάζες των ανθρώπων δεν δημιουργούν οι ίδιες τις ιδέες τους ούτε, στην πραγματικότητα, επεξεργάζονται αυτές τις ιδέες ανεξάρτητα· ακολουθούν παθητικά τις ιδέες που υιοθετεί και διαδίδει το σώμα των διανοουμένων. Οι διανοούμενοι είναι, επομένως, οι «διαμορφωτές της κοινής γνώμης» μέσα στην κοινωνία. Και επειδή ακριβώς η διαμόρφωση της κοινής γνώμης είναι εκείνο που χρειάζεται περισσότερο από οτιδήποτε άλλο το Κράτος, γίνεται σαφής η βάση της πανάρχαιας συμμαχίας μεταξύ του Κράτους και των διανοουμένων.
Είναι προφανές ότι το Κράτος χρειάζεται τους διανοουμένους· δεν είναι εξίσου προφανές γιατί οι διανοούμενοι χρειάζονται το Κράτος. Για να το θέσουμε απλά, μπορούμε να πούμε ότι ο βιοπορισμός του διανοουμένου στην ελεύθερη αγορά δεν είναι ποτέ ιδιαίτερα ασφαλής. Ο διανοούμενος πρέπει να εξαρτάται από τις αξίες και τις επιλογές του πλήθους των συνανθρώπων του, ενώ είναι ακριβώς χαρακτηριστικό των μαζών ότι κατά κανόνα δεν ενδιαφέρονται για διανοητικά ζητήματα.
Το Κράτος, από την άλλη πλευρά, είναι πρόθυμο να προσφέρει στους διανοουμένους μια ασφαλή και μόνιμη θέση στον κρατικό μηχανισμό και, μαζί με αυτήν, ένα ασφαλές εισόδημα και ολόκληρη την αίγλη του κύρους. Οι διανοούμενοι θα ανταμειφθούν πλουσιοπάροχα για τη σημαντική λειτουργία που επιτελούν προς όφελος των κρατικών κυβερνώντων, στην ομάδα των οποίων εντάσσονται πλέον και οι ίδιοι.11
Η συμμαχία μεταξύ Κράτους και διανοουμένων συμβολίστηκε από τη διακαή επιθυμία των καθηγητών του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, κατά τον 19ο αιώνα, να συγκροτήσουν την «πνευματική σωματοφυλακή του Οίκου των Χοεντσόλερν». Στη σύγχρονη εποχή, ας σημειώσουμε το αποκαλυπτικό σχόλιο ενός επιφανούς μαρξιστή μελετητή σχετικά με την κριτική μελέτη του καθηγητή Wittfogel για τον αρχαίο ανατολικό δεσποτισμό:
«Ο πολιτισμός στον οποίο επιτίθεται με τόση πικρία ο καθηγητής Wittfogel ήταν ένας πολιτισμός που μπορούσε να μετατρέπει ποιητές και λογίους σε κρατικούς αξιωματούχους.»12
Από τα αναρίθμητα παραδείγματα μπορούμε να αναφέρουμε τη σύγχρονη ανάπτυξη της «επιστήμης» της στρατηγικής, στην υπηρεσία του κυριότερου οργάνου άσκησης βίας της κυβέρνησης, δηλαδή του στρατού.13 Ένας ακόμη θεσμός με μακρά ιστορία είναι ο επίσημος ιστορικός ή «ιστορικός της αυλής», αφοσιωμένος στη διάδοση της άποψης των κυβερνώντων για τις δικές τους πράξεις και για τις πράξεις των προκατόχων τους.14
Οι ιδεολογικές δικαιολογήσεις της εξουσίας
Πολλά και ποικίλα υπήρξαν τα επιχειρήματα με τα οποία το Κράτος και οι διανοούμενοί του έπεισαν τους υπηκόους να υποστηρίζουν την εξουσία τους. Οι βασικές γραμμές αυτών των επιχειρημάτων μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Οι κρατικοί κυβερνήτες είναι σπουδαίοι και σοφοί άνθρωποι — κυβερνούν «ελέω Θεού», αποτελούν την «αριστοκρατία» της ανθρωπότητας ή είναι οι «επιστημονικοί ειδικοί». Είναι πολύ σπουδαιότεροι και σοφότεροι από τους καλοπροαίρετους αλλά μάλλον απλοϊκούς υπηκόους τους.
Η εξουσία της υφιστάμενης κυβέρνησης είναι αναπόφευκτη, απολύτως αναγκαία και σαφώς προτιμότερη από τα απερίγραπτα δεινά που θα ακολουθούσαν την κατάρρευσή της.
Η ένωση Εκκλησίας και Κράτους υπήρξε ένας από τους παλαιότερους και επιτυχέστερους τέτοιους ιδεολογικούς μηχανισμούς. Ο κυβερνήτης είτε ήταν χρισμένος από τον Θεό είτε —όπως στην περίπτωση της απόλυτης εξουσίας πολλών ανατολικών δεσποτισμών— ήταν ο ίδιος Θεός. Επομένως, κάθε αντίσταση στην εξουσία του αποτελούσε βλασφημία. Το ιερατείο του Κράτους επιτελούσε τη βασική διανοητική λειτουργία της εξασφάλισης λαϊκής υποστήριξης, ακόμη και λατρείας, προς τους κυβερνώντες.15
Ένας άλλος επιτυχημένος μηχανισμός ήταν η καλλιέργεια φόβου απέναντι σε κάθε εναλλακτικό σύστημα διακυβέρνησης ή μη διακυβέρνησης. Υποστηριζόταν ότι οι υφιστάμενοι κυβερνήτες παρέχουν στους πολίτες μια ουσιώδη υπηρεσία, για την οποία οι τελευταίοι θα έπρεπε να είναι βαθύτατα ευγνώμονες: προστασία από περιστασιακούς εγκληματίες και επιδρομείς.
Πράγματι, το Κράτος, προκειμένου να διατηρεί το δικό του μονοπώλιο στην αρπαγή, φρόντιζε να περιορίζει στο ελάχιστο το ιδιωτικό και μη συστηματικό έγκλημα. Το Κράτος πάντοτε περιφρουρούσε ζηλότυπα το αποκλειστικό του πεδίο δράσης.
Ιδιαίτερα επιτυχημένο υπήρξε κατά τους τελευταίους αιώνες στην καλλιέργεια του φόβου απέναντι στους κυβερνήτες άλλων κρατών. Επειδή η χερσαία επιφάνεια του πλανήτη έχει κατανεμηθεί μεταξύ επιμέρους κρατών, ένα από τα βασικά δόγματα του Κράτους ήταν η ταύτισή του με την επικράτεια που κυβερνούσε.
Δεδομένου ότι οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να αγαπούν την πατρίδα τους, η ταύτιση αυτής της γης και του λαού της με το Κράτος αποτέλεσε μέσο για την αξιοποίηση του φυσικού πατριωτισμού προς όφελος του Κράτους. Εάν η «Ρουριτανία» δεχόταν επίθεση από τη «Βαλδαβία», το πρώτο καθήκον του Κράτους και των διανοουμένων του ήταν να πείσουν τον λαό της Ρουριτανίας ότι η επίθεση στρεφόταν στην πραγματικότητα εναντίον του ίδιου του λαού και όχι απλώς εναντίον της κυρίαρχης κάστας.
Με αυτόν τον τρόπο, ένας πόλεμος μεταξύ κυβερνώντων μετατρεπόταν σε πόλεμο μεταξύ λαών, με κάθε λαό να σπεύδει να υπερασπιστεί τους κυβερνήτες του, πιστεύοντας εσφαλμένα ότι εκείνοι υπερασπίζονταν τον ίδιο. Αυτός ο μηχανισμός του «εθνικισμού» έγινε επιτυχημένος στον δυτικό πολιτισμό μόνο κατά τους τελευταίους αιώνες. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η μάζα των υπηκόων θεωρούσε τους πολέμους άσχετες προς την ίδια συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών ομάδων ευγενών.
Παράδοση, συλλογικότητα και καταστολή της διαφωνίας
Πολλά και διακριτικά είναι τα ιδεολογικά όπλα που χρησιμοποίησε το Κράτος ανά τους αιώνες. Ένα εξαιρετικό όπλο υπήρξε η παράδοση. Όσο περισσότερο χρόνο κατόρθωνε να διατηρηθεί η εξουσία ενός Κράτους, τόσο ισχυρότερο γινόταν αυτό το όπλο· διότι τότε η δυναστεία Χ ή το Κράτος Ψ φαινόταν να διαθέτει πίσω του το βάρος μιας παράδοσης πολλών αιώνων.16
Η λατρεία των προγόνων μετατρέπεται έτσι σε έναν όχι και τόσο λεπτό τρόπο λατρείας των αρχαίων κυβερνώντων. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το Κράτος είναι η ανεξάρτητη διανοητική/πνευματική κριτική. Και δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος καταστολής αυτής της κριτικής από την επίθεση εναντίον κάθε απομονωμένης φωνής, κάθε ανθρώπου που θέτει νέες αμφιβολίες, με την κατηγορία ότι αποτελεί βέβηλο παραβάτη της σοφίας των προγόνων του.
Μια άλλη ισχυρή ιδεολογική δύναμη είναι η υποτίμηση του ατόμου και η εξύψωση της κοινωνικής συλλογικότητας. Επειδή κάθε δεδομένο καθεστώς εξουσίας προϋποθέτει την αποδοχή της πλειονότητας, κάθε ιδεολογικός κίνδυνος για αυτό το καθεστώς μπορεί να ξεκινήσει μόνο από ένα ή από λίγα ανεξάρτητα σκεπτόμενα άτομα.
Η νέα ιδέα —και ακόμη περισσότερο η νέα κριτική ιδέα— πρέπει κατ’ ανάγκην να ξεκινήσει ως άποψη μιας μικρής μειονότητας. Το Κράτος, επομένως, πρέπει να καταπνίξει αυτή την άποψη εν τη γενέσει της, γελοιοποιώντας κάθε θέση που αψηφά τις αντιλήψεις της μάζας. Οι προτροπές «να ακούς μόνο τους αδελφούς σου» ή «να προσαρμόζεσαι στην κοινωνία» μετατρέπονται έτσι σε ιδεολογικά όπλα για τη συντριβή της ατομικής διαφωνίας.17 Με τέτοια μέσα, οι μάζες δεν πρόκειται ποτέ να πληροφορηθούν ότι ο αυτοκράτοράς τους είναι γυμνός.18
Η εξουσία ως κάτι αναπόφευκτο
Είναι επίσης σημαντικό για το Κράτος να παρουσιάζει την εξουσία του ως αναπόφευκτη. Ακόμη και αν η κυριαρχία του δεν είναι αρεστή, θα αντιμετωπίζεται τότε με παθητική παραίτηση, όπως υποδηλώνει η γνωστή σύνδεση μεταξύ «θανάτου και φόρων».
Μια σχετική μέθοδος είναι η καλλιέργεια του ιστοριογραφικού ντετερμινισμού, σε αντίθεση με την ατομική ελευθερία της βούλησης. Εάν μας κυβερνά η δυναστεία Χ, αυτό συμβαίνει επειδή έτσι έχουν διατάξει οι αδυσώπητοι νόμοι της Ιστορίας —ή η θεία βούληση, το Απόλυτο ή οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις— και τίποτε από όσα θα μπορούσε να πράξει οποιοδήποτε ασήμαντο άτομο δεν είναι σε θέση να αλλάξει αυτή την αναπόφευκτη επιταγή.
Είναι επίσης σημαντικό για το Κράτος να εμφυσά στους υπηκόους του αποστροφή προς κάθε «συνωμοτική θεωρία της Ιστορίας». Διότι η αναζήτηση «συνωμοσιών» σημαίνει αναζήτηση κινήτρων και καταλογισμό ευθύνης για τα ιστορικά ανομήματα.
Εάν, αντιθέτως, οποιαδήποτε τυραννία επιβάλλεται από το Κράτος, οποιαδήποτε διαφθορά ή οποιοσδήποτε επιθετικός πόλεμος δεν προκαλείται από τους κρατικούς κυβερνήτες αλλά από μυστηριώδεις και ακατανόητες «κοινωνικές δυνάμεις», από την ατελή κατάσταση του κόσμου ή, κατά κάποιον τρόπο, από όλους —«Είμαστε όλοι δολοφόνοι», διακηρύσσει ένα σχετικό σύνθημα— τότε δεν υπάρχει λόγος να αγανακτήσει ή να εξεγερθεί ο λαός εναντίον τέτοιων αδικημάτων.
Επιπλέον, η επίθεση εναντίον των «συνωμοτικών θεωριών» κάνει τους υπηκόους περισσότερο ευκολόπιστους απέναντι στις αιτιολογίες περί «γενικού συμφέροντος», τις οποίες προβάλλει πάντοτε το Κράτος για κάθε δεσποτική του ενέργεια. Μια «συνωμοτική θεωρία» μπορεί να αποσταθεροποιήσει το σύστημα, κάνοντας το κοινό να αμφισβητήσει την ιδεολογική προπαγάνδα του Κράτους.
Η καλλιέργεια ενοχής
Μια ακόμη δοκιμασμένη μέθοδος για την υποταγή των υπηκόων στη βούληση του Κράτους είναι η καλλιέργεια ενοχής. Κάθε βελτίωση της ιδιωτικής ευημερίας μπορεί να καταγγελθεί ως «ασυνείδητη απληστία», «υλισμός» ή «υπερβολική αφθονία». Η πραγματοποίηση κέρδους μπορεί να καταγγελθεί ως «εκμετάλλευση» και «τοκογλυφία», ενώ οι αμοιβαία επωφελείς ανταλλαγές μπορούν να αποκηρυχθούν ως «εγωισμός».
Και, κατά κάποιον τρόπο, το συμπέρασμα που συνάγεται είναι πάντοτε ότι περισσότεροι πόροι πρέπει να διοχετευθούν από τον ιδιωτικό στον «δημόσιο τομέα». Η ενοχή που καλλιεργείται κάνει το κοινό προθυμότερο να αποδεχθεί ακριβώς αυτό. Διότι, ενώ τα άτομα υποτίθεται ότι ενδίδουν σε «εγωιστική απληστία», η αποχή των κρατικών κυβερνώντων από τις ανταλλαγές υποτίθεται ότι φανερώνει την αφοσίωσή τους σε υψηλότερους και ευγενέστερους σκοπούς. Η παρασιτική αρπαγή εμφανίζεται, προφανώς, ως ηθικά και αισθητικά ανώτερη από την ειρηνική και παραγωγική εργασία.
Η επίκληση της «επιστήμης»
Στη σύγχρονη, περισσότερο εκκοσμικευμένη εποχή, το θεϊκό δικαίωμα του Κράτους έχει συμπληρωθεί από την επίκληση ενός νέου θεού: της Επιστήμης. Η κρατική εξουσία παρουσιάζεται πλέον ως απολύτως επιστημονική, ως σχεδιασμός που πραγματοποιείται από ειδικούς.
Μολονότι γίνεται συχνότερη επίκληση της «λογικής» από ό,τι σε προηγούμενους αιώνες, δεν πρόκειται για την αληθινή λογική του ατόμου και για την άσκηση της ελεύθερης βούλησής του. Παραμένει μια συλλογικιστική και ντετερμινιστική λογική, η οποία εξακολουθεί να προϋποθέτει ολιστικά συλλογικά μεγέθη και τον καταναγκαστικό χειρισμό παθητικών υπηκόων από τους κυβερνήτες τους.
Η αυξανόμενη χρήση επιστημονικής ορολογίας επέτρεψε στους διανοουμένους του Κράτους να υφαίνουν σκοτεινές απολογίες της κρατικής εξουσίας, οι οποίες θα προκαλούσαν μόνο τον χλευασμό του πληθυσμού σε μια απλούστερη εποχή. Ένας ληστής που θα δικαιολογούσε την κλοπή του λέγοντας ότι στην πραγματικότητα βοήθησε τα θύματά του, επειδή οι δαπάνες του τόνωσαν το λιανικό εμπόριο, θα έβρισκε ελάχιστους ανθρώπους πρόθυμους να τον πιστέψουν. Όταν όμως η ίδια θεωρία περιβάλλεται με κεϋνσιανές εξισώσεις και εντυπωσιακές αναφορές στο «πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα», αποκτά, δυστυχώς, μεγαλύτερη πειστικότητα.
Έτσι συνεχίζεται η επίθεση εναντίον της κοινής λογικής, με κάθε εποχή να επιτελεί το έργο αυτό με τους δικούς της τρόπους.
Επειδή, λοιπόν, η ιδεολογική υποστήριξη είναι ζωτικής σημασίας για το Κράτος, αυτό πρέπει αδιάκοπα να προσπαθεί να εντυπώσει στο κοινό τη «νομιμοποίησή» του, προκειμένου να διακρίνει τις δραστηριότητές του από εκείνες των απλών ληστών. Η αδιάκοπη αποφασιστικότητα με την οποία επιτίθεται στην κοινή λογική δεν είναι τυχαία. Όπως υποστήριξε παραστατικά ο Mencken:
Ο μέσος άνθρωπος, όποια και αν είναι κατά τα άλλα τα σφάλματά του, τουλάχιστον αντιλαμβάνεται καθαρά ότι η κυβέρνηση είναι κάτι που βρίσκεται έξω από τον ίδιο και έξω από το σύνολο των συνανθρώπων του· ότι είναι μια χωριστή, ανεξάρτητη και εχθρική δύναμη, η οποία βρίσκεται μόνο εν μέρει υπό τον έλεγχό του και είναι ικανή να του προκαλέσει μεγάλη βλάβη.
Δεν έχει άραγε σημασία το γεγονός ότι η κλοπή από την κυβέρνηση θεωρείται παντού έγκλημα μικρότερης βαρύτητας από την κλοπή εις βάρος ενός ατόμου ή ακόμη και μιας εταιρείας; … Αυτό που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά, πιστεύω, είναι η βαθιά αίσθηση του θεμελιώδους ανταγωνισμού μεταξύ της κυβέρνησης και του λαού που αυτή κυβερνά.
Η κυβέρνηση δεν γίνεται αντιληπτή ως μια επιτροπή πολιτών που επιλέχθηκε για να διεκπεραιώνει τις κοινές υποθέσεις ολόκληρου του πληθυσμού, αλλά ως μια χωριστή και αυτόνομη εταιρεία, κυρίως αφοσιωμένη στην εκμετάλλευση του πληθυσμού προς όφελος των ίδιων των μελών της. …
Όταν ληστεύεται ένας ιδιώτης, ένας άξιος άνθρωπος στερείται τους καρπούς της εργατικότητας και της οικονομίας του. Όταν ληστεύεται η κυβέρνηση, το χειρότερο που συμβαίνει είναι ότι ορισμένοι απατεώνες και αργόσχολοι έχουν λιγότερα χρήματα για να παίζουν από όσα είχαν προηγουμένως. Η ιδέα ότι κέρδισαν επάξια αυτά τα χρήματα δεν εξετάζεται ποτέ· στους περισσότερους λογικούς ανθρώπους θα φαινόταν γελοία.19
---
Σημειώσεις κεφαλαίου 3
7 Για την κρίσιμη διάκριση μεταξύ της «κάστας» —μιας ομάδας στην οποία το Κράτος απονέμει καταναγκαστικά προνόμια ή επιβάλλει καταναγκαστικά βάρη— και της μαρξιστικής έννοιας της κοινωνικής «τάξης», βλ. Ludwig von Mises, Theory and History (New Haven, Connecticut: Yale University Press, 1957), σ. 112 κ.ε.
8 Αυτή η αποδοχή δεν σημαίνει, φυσικά, ότι η κρατική εξουσία έχει καταστεί «εκούσια». Ακόμη και αν η υποστήριξη της πλειονότητας είναι ενεργή και ενθουσιώδης, δεν αποτελεί ομόφωνη υποστήριξη κάθε ατόμου.
9 Το γεγονός ότι κάθε κυβέρνηση, όσο «δικτατορική» και αν είναι στις σχέσεις της με τα άτομα, πρέπει να εξασφαλίζει τέτοια υποστήριξη έχει καταδειχθεί από διορατικούς πολιτικούς θεωρητικούς όπως ο Étienne de La Boétie, ο David Hume και ο Ludwig von Mises. Βλ. David Hume, «Of the First Principles of Government», στο Essays, Literary, Moral and Political (Λονδίνο: Ward, Locke, and Taylor, χ.χ.), σ. 23· Étienne de La Boétie, Anti-Dictator (Νέα Υόρκη: Columbia University Press, 1942), σσ. 8–9· Ludwig von Mises, Human Action (Auburn, Alabama: Mises Institute, 1998), σ. 188 κ.ε. Για περισσότερα σχετικά με τη συμβολή του La Boétie στην ανάλυση του Κράτους, βλ. Oscar Jaszi και John D. Lewis, Against the Tyrant (Glencoe, Illinois: The Free Press, 1957), σσ. 55–57.
10 La Boétie, Anti-Dictator, σσ. 43–44:
Κάθε φορά που ένας κυβερνήτης καθιστά τον εαυτό του δικτάτορα … όλοι όσοι έχουν διαφθαρεί από φλογερή φιλοδοξία ή υπερβολική φιλαργυρία συγκεντρώνονται γύρω του και τον υποστηρίζουν, ώστε να αποκτήσουν μερίδιο από τη λεία και να καταστούν μικροί αρχηγοί κάτω από τον μεγάλο τύραννο.
11 Αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι όλοι οι διανοούμενοι συμμαχούν με το Κράτος. Για πτυχές της συμμαχίας μεταξύ διανοουμένων και Κράτους, βλ. Bertrand de Jouvenel, «The Attitude of the Intellectuals to the Market Society», The Owl (Ιανουάριος 1951), σσ. 19–27· του ιδίου, «The Treatment of Capitalism by Continental Intellectuals», στο F. A. Hayek, επιμ., Capitalism and the Historians (Σικάγο: University of Chicago Press, 1954), σσ. 93–123· αναδημοσιευμένο στο George B. de Huszar, The Intellectuals (Glencoe, Illinois: The Free Press, 1960), σσ. 385–399· και Joseph A. Schumpeter, Imperialism and Social Classes (Νέα Υόρκη: Meridian Books, 1975), σσ. 143–155.
12 Joseph Needham, «Review of Karl A. Wittfogel, Oriental Despotism», Science and Society (1958), σ. 65. Ο Needham γράφει επίσης ότι «οι διαδοχικοί Κινέζοι αυτοκράτορες υπηρετούνταν σε όλες τις εποχές από μια μεγάλη ομάδα βαθιά ανθρωπιστών και ανιδιοτελών λογίων», σ. 61. Ο Wittfogel επισημαίνει το κομφουκιανό δόγμα σύμφωνα με το οποίο η δόξα της κυρίαρχης τάξης στηριζόταν στους λόγιους-γραφειοκράτες αξιωματούχους της, οι οποίοι προορίζονταν να είναι επαγγελματίες κυβερνήτες και να υπαγορεύουν τη βούλησή τους στη μάζα του πληθυσμού. Karl A. Wittfogel, Oriental Despotism (New Haven, Connecticut: Yale University Press, 1957), σσ. 320–321 και διάσπαρτα. Για μια στάση αντίθετη προς εκείνη του Needham, βλ. John Lukacs, «Intellectual Class or Intellectual Profession?», στο de Huszar, The Intellectuals, σσ. 521–522.
13 Jeanne Ribs, «The War Plotters», Liberation (Αύγουστος 1961), σ. 13: «Οι στρατηγιστές επιμένουν ότι η απασχόλησή τους αξίζει την “αξιοπρέπεια του ακαδημαϊκού αντίστοιχου του στρατιωτικού επαγγέλματος”». Βλ. επίσης Marcus Raskin, «The Megadeath Intellectuals», New York Review of Books (14 Νοεμβρίου 1963), σσ. 6–7.
14 Ο ιστορικός Conyers Read, για παράδειγμα, υποστήριξε στην προεδρική ομιλία του την αποσιώπηση ιστορικών γεγονότων στην υπηρεσία «δημοκρατικών» και εθνικών αξιών. Ο Read διακήρυξε ότι:
Ο ολοκληρωτικός πόλεμος, είτε είναι θερμός είτε ψυχρός, επιστρατεύει τους πάντες και καλεί τον καθένα να διαδραματίσει τον ρόλο του. Ο ιστορικός δεν είναι περισσότερο απαλλαγμένος από αυτή την υποχρέωση απ’ ό,τι ο φυσικός.
Conyers Read, «The Social Responsibilities of the Historian», American Historical Review (1951), σ. 283 κ.ε. Για κριτική στον Read και σε άλλες πτυχές της αυλικής ιστοριογραφίας, βλ. Howard K. Beale, «The Professional Historian: His Theory and Practice», The Pacific Historical Review (Αύγουστος 1953), σσ. 227–255. Βλ. επίσης Herbert Butterfield, «Official History: Its Pitfalls and Criteria», στο History and Human Relations (Νέα Υόρκη: Macmillan, 1952), σσ. 182–224· και Harry Elmer Barnes, The Court Historians Versus Revisionism, χ.χ., σ. 2 κ.ε.
15 Βλ. Wittfogel, Oriental Despotism, σσ. 87–100. Για τους διαφορετικούς ρόλους της θρησκείας έναντι του Κράτους στην αρχαία Κίνα και την Ιαπωνία, βλ. Norman Jacobs, The Origin of Modern Capitalism and Eastern Asia (Χονγκ Κονγκ: Hong Kong University Press, 1958), σσ. 161–194.
16 De Jouvenel, On Power, σ. 22:
Η ουσιώδης αιτία της υπακοής είναι ότι αυτή έχει καταστεί συνήθεια του είδους. … Η εξουσία αποτελεί για εμάς γεγονός της φύσης. Από τις πρώτες ημέρες της καταγεγραμμένης Ιστορίας προΐστατο πάντοτε των ανθρώπινων πεπρωμένων. … Οι αρχές που κυβερνούσαν τις κοινωνίες σε παλαιότερες εποχές δεν εξαφανίστηκαν χωρίς να κληροδοτήσουν στους διαδόχους τους το προνόμιό τους ούτε χωρίς να αφήσουν στον ανθρώπινο νου αποτυπώματα που λειτουργούν σωρευτικά. Η διαδοχή κυβερνήσεων που κυβερνούν την ίδια κοινωνία στο πέρασμα των αιώνων μπορεί να θεωρηθεί ως μία υποκείμενη κυβέρνηση, η οποία αποκτά συνεχώς νέες προσθήκες.
17 Για τέτοιες χρήσεις της θρησκείας στην Κίνα, βλ. Norman Jacobs, ό.π.
18 H. L. Mencken, A Mencken Chrestomathy (Νέα Υόρκη: Knopf, 1949), σ. 145:
Το μόνο που μπορεί να διακρίνει η κυβέρνηση σε μια πρωτότυπη ιδέα είναι η δυνατότητα αλλαγής και, συνεπώς, μια εισβολή στα προνόμιά της. Ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος για κάθε κυβέρνηση είναι εκείνος που μπορεί να σκέφτεται μόνος του, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις επικρατούσες δεισιδαιμονίες και ταμπού. Σχεδόν αναπόφευκτα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση υπό την οποία ζει είναι ανέντιμη, παράλογη και ανυπόφορη· και έτσι, εάν είναι ρομαντικός, προσπαθεί να την αλλάξει. Ακόμη και αν ο ίδιος δεν είναι προσωπικά ρομαντικός, είναι πολύ πιθανό να διαδώσει τη δυσαρέσκεια μεταξύ εκείνων που είναι.
19 H. L. Mencken, A Mencken Chrestomathy, σσ. 146–147.
4. Πώς το Κράτος υπερβαίνει τα όριά του
Όπως εύστοχα επισήμανε ο Bertrand de Jouvenel, ανά τους αιώνες οι άνθρωποι διαμόρφωσαν θεσμούς και θεωρητικές έννοιες με σκοπό να ελέγξουν και να περιορίσουν την άσκηση της κρατικής εξουσίας. Το Κράτος, όμως, με τη βοήθεια των διανοουμένων συμμάχων του, κατόρθωσε να μετατρέψει διαδοχικά καθεμία από αυτές τις έννοιες σε ιδεολογική σφραγίδα νομιμοποίησης και αρετής, την οποία μπορούσε να προσδίδει στα διατάγματα και στις ενέργειές του.
Αρχικά, στη Δυτική Ευρώπη, η έννοια της θεϊκής κυριαρχίας σήμαινε ότι οι βασιλείς επιτρεπόταν να κυβερνούν μόνο σύμφωνα με τον θείο νόμο. Οι βασιλείς, όμως, μετέτρεψαν την έννοια αυτή σε σφραγίδα θεϊκής επιδοκιμασίας για οποιαδήποτε ενέργειά τους. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία ξεκίνησε ως λαϊκός έλεγχος επί της απόλυτης μοναρχικής εξουσίας· κατέληξε με το κοινοβούλιο να αποτελεί ουσιώδες τμήμα του Κράτους και με κάθε πράξη του να θεωρείται απολύτως κυρίαρχη.
Όπως συμπεραίνει ο de Jouvenel:
Πολλοί συγγραφείς που ασχολήθηκαν με τις θεωρίες της κυριαρχίας επεξεργάστηκαν κάποιον … από αυτούς τους περιοριστικούς μηχανισμούς. Στο τέλος, όμως, κάθε τέτοια θεωρία έχασε, αργά ή γρήγορα, τον αρχικό της σκοπό και κατέληξε να λειτουργεί απλώς ως εφαλτήριο για την Εξουσία, παρέχοντάς της την ισχυρή συνδρομή ενός αόρατου κυρίαρχου, με τον οποίο μπορούσε, με την πάροδο του χρόνου, να ταυτιστεί επιτυχώς.20
Το ίδιο συνέβη και με ειδικότερα δόγματα. Τα «φυσικά δικαιώματα» του ατόμου, όπως κατοχυρώθηκαν στο έργο του John Locke και στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, μετατράπηκαν στο «δικαίωμα στην εργασία» που επινοήθηκαν οι κρατιστές. Ο ωφελιμισμός μετατράπηκε από επιχείρημα υπέρ της ελευθερίας σε επιχείρημα κατά της αντίστασης στις κρατικές παραβιάσεις της ελευθερίας· και ούτω καθεξής.
Το Σύνταγμα και ο δικαστικός έλεγχος
Ασφαλώς, η πλέον φιλόδοξη απόπειρα επιβολής ορίων στο Κράτος υπήρξε η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων και οι άλλες περιοριστικές διατάξεις του αμερικανικού Συντάγματος. Με αυτές, οι γραπτοί περιορισμοί της κυβέρνησης κατέστησαν θεμελιώδης νόμος, τον οποίο θα ερμήνευε μια δικαστική εξουσία θεωρητικά ανεξάρτητη από τους άλλους κλάδους της κυβέρνησης.
Όλοι οι Αμερικανοί γνωρίζουν τη διαδικασία μέσω της οποίας η ερμηνεία των συνταγματικών περιορισμών διευρύνθηκε αδιάκοπα κατά τον τελευταίο αιώνα. Ελάχιστοι, όμως, διέκριναν τόσο καθαρά όσο ο καθηγητής Charles Black ότι το Κράτος, κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, μετέτρεψε σε μεγάλο βαθμό τον ίδιο τον δικαστικό έλεγχο από μηχανισμό περιορισμού σε ένα ακόμη όργανο ιδεολογικής νομιμοποίησης των κυβερνητικών ενεργειών.
Διότι, εάν μια δικαστική απόφαση που κηρύσσει κάτι «αντισυνταγματικό» αποτελεί ισχυρό περιορισμό της κυβερνητικής εξουσίας, μια ρητή ή σιωπηρή απόφαση ότι κάτι είναι «συνταγματικό» αποτελεί ισχυρό όπλο για την ενίσχυση της δημόσιας αποδοχής μιας ολοένα μεγαλύτερης κυβερνητικής εξουσίας.
Ο καθηγητής Black αρχίζει την ανάλυσή του υπογραμμίζοντας την κρίσιμη ανάγκη κάθε κυβέρνησης για «νομιμοποίηση», προκειμένου να μπορέσει να επιβιώσει. Η νομιμοποίηση αυτή σημαίνει τη βασική αποδοχή της κυβέρνησης και των ενεργειών της από την πλειονότητα.21 Η αποδοχή της νομιμότητας καθίσταται ιδιαίτερο πρόβλημα σε μια χώρα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου «ουσιαστικοί περιορισμοί είναι ενσωματωμένοι στη θεωρία επάνω στην οποία στηρίζεται η κυβέρνηση».
Αυτό που απαιτείται, προσθέτει ο Black, είναι ένα μέσο μέσω του οποίου η κυβέρνηση θα μπορεί να διαβεβαιώνει το κοινό ότι οι διευρυνόμενες εξουσίες της είναι πράγματι «συνταγματικές». Και αυτή, καταλήγει, υπήρξε η κυριότερη ιστορική λειτουργία του δικαστικού ελέγχου.
Ο Black παρουσιάζει το πρόβλημα ως εξής:
Ο υπέρτατος κίνδυνος για την κυβέρνηση είναι η δυσαρέσκεια, η ευρέως διαδεδομένη αγανάκτηση του πληθυσμού και η απώλεια της ηθικής αυθεντίας της κυβέρνησης ως τέτοιας, όσο και αν αυτή μπορεί να στηρίζεται για μεγάλο χρονικό διάστημα στη βία, στην αδράνεια ή στην απουσία μιας ελκυστικής και άμεσα διαθέσιμης εναλλακτικής λύσης.
Σχεδόν κάθε άνθρωπος που ζει υπό μια κυβέρνηση περιορισμένων εξουσιών πρέπει, αργά ή γρήγορα, να υποστεί κάποια κυβερνητική πράξη την οποία, κατά την προσωπική του κρίση, θεωρεί ότι υπερβαίνει τις κυβερνητικές εξουσίες ή ότι απαγορεύεται ρητά στην κυβέρνηση.
Ένας άνθρωπος στρατολογείται υποχρεωτικά, μολονότι δεν βρίσκει τίποτε στο Σύνταγμα που να προβλέπει την υποχρεωτική στράτευσή του. … Σε έναν αγρότη υπαγορεύεται πόσο σιτάρι μπορεί να καλλιεργήσει. Πιστεύει —και ανακαλύπτει ότι ορισμένοι αξιοσέβαστοι νομικοί συμφωνούν μαζί του— ότι η κυβέρνηση δεν έχει περισσότερο δικαίωμα να του υπαγορεύσει πόσο σιτάρι μπορεί να καλλιεργήσει απ’ όσο έχει να υπαγορεύσει στην κόρη του ποιον θα παντρευτεί.
Ένας άνθρωπος οδηγείται σε ομοσπονδιακή φυλακή επειδή είπε αυτό που επιθυμούσε και βαδίζει μέσα στο κελί του απαγγέλλοντας: «Το Κογκρέσο δεν θα θεσπίσει νόμους που περιορίζουν την ελευθερία του λόγου». … Σε έναν επιχειρηματία υπαγορεύεται ποια τιμή μπορεί —και ποια τιμή οφείλει— να ζητήσει για το βουτυρόγαλα.
Υπάρχει ο πραγματικός κίνδυνος καθένας από αυτούς τους ανθρώπους —και ποιος δεν ανήκει σε κάποια από αυτές τις κατηγορίες;— να αντιπαραβάλει την έννοια των κυβερνητικών περιορισμών με την πραγματικότητα της κατάφωρης υπέρβασης των πραγματικών ορίων, όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται, και να συναγάγει το προφανές συμπέρασμα ως προς τη νομιμοποίηση της κυβέρνησής του.22
Ο κίνδυνος αυτός αποτρέπεται μέσω της προβολής από το Κράτος του δόγματος ότι κάποιος φορέας πρέπει να διαθέτει την τελική αρμοδιότητα να αποφαίνεται επί της συνταγματικότητας και ότι, σε τελευταία ανάλυση, ο φορέας αυτός πρέπει να αποτελεί τμήμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.23
Μολονότι η φαινομενική ανεξαρτησία της ομοσπονδιακής δικαστικής εξουσίας διαδραμάτισε ζωτικό ρόλο στο να προσδώσει στις πράξεις της χαρακτήρα σχεδόν ιερής γραφής για την πλειονότητα των πολιτών, παραμένει πάντοτε αληθές ότι η δικαστική εξουσία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του κυβερνητικού μηχανισμού και ότι τα μέλη της διορίζονται από την εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία.
Ο Black παραδέχεται ότι αυτό σημαίνει πως το Κράτος έχει καταστήσει τον εαυτό του δικαστή στη δική του υπόθεση, παραβιάζοντας έτσι μια θεμελιώδη νομική αρχή για την επίτευξη δίκαιων αποφάσεων. Απορρίπτει, όμως, κοφτά τη δυνατότητα οποιασδήποτε εναλλακτικής λύσης.24
Ο Black προσθέτει:
Το πρόβλημα, επομένως, είναι να επινοηθούν τέτοια κυβερνητικά μέσα λήψης αποφάσεων ώστε να περιοριστεί —ελπίζουμε— σε ανεκτό ελάχιστο η ένταση της ένστασης ότι η κυβέρνηση είναι δικαστής στη δική της υπόθεση. Αφού γίνει αυτό, το μόνο που μπορεί κανείς να ελπίζει είναι ότι η ένσταση αυτή, μολονότι θεωρητικά εξακολουθεί να ευσταθεί (η έμφαση δική μου), θα χάσει στην πράξη αρκετή από τη δύναμή της ώστε το έργο νομιμοποίησης του αποφασίζοντος θεσμού να μπορέσει να κερδίσει την αποδοχή.25
Σε τελευταία ανάλυση, ο Black χαρακτηρίζει επίτευγμα «κάτι σαν θαύμα» την παραγωγή δικαιοσύνης και νομιμοποίησης μέσω του διαρκούς ρόλου του Κράτους ως δικαστή στη δική του υπόθεση.26
Το Ανώτατο Δικαστήριο και το New Deal
Εφαρμόζοντας τη θέση του στη γνωστή σύγκρουση μεταξύ του Ανώτατου Δικαστηρίου και του New Deal, ο καθηγητής Black επικρίνει με οξυδέρκεια τους συναδέλφους του που υποστήριζαν το New Deal για τη μυωπική καταδίκη των δικαστικών εμποδίων:
Η καθιερωμένη εκδοχή της ιστορίας του New Deal και του Δικαστηρίου, μολονότι είναι ακριβής με τον δικό της τρόπο, μετατοπίζει το σημείο έμφασης. … Επικεντρώνεται στις δυσκολίες· σχεδόν λησμονεί πώς κατέληξε η όλη υπόθεση.
Το τελικό αποτέλεσμα ήταν —και αυτό ακριβώς θέλω να τονίσω— ότι, ύστερα από περίπου είκοσι τέσσερις μήνες αντίστασης …, το Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς ούτε μία μεταβολή στη νομική του σύνθεση ή, πράγματι, στην πραγματική στελέχωσή του, έθεσε την καταφατική σφραγίδα της νομιμοποίησης στο New Deal και σε ολόκληρη τη νέα αντίληψη περί κυβέρνησης στην Αμερική.27
Με αυτόν τον τρόπο, το Ανώτατο Δικαστήριο μπόρεσε να σιωπήσει το μεγάλο τμήμα των Αμερικανών που διατηρούσε σοβαρές συνταγματικές αντιρρήσεις απέναντι στο New Deal:
Ασφαλώς, δεν ικανοποιήθηκαν όλοι. Ο Ωραίος Πρίγκιπας Κάρολος της συνταγματικά επιβεβλημένης πολιτικής του laissez-faire εξακολουθεί να συγκινεί τις καρδιές ορισμένων ζηλωτών στα υψίπεδα της οργισμένης απομάκρυνσης από την πραγματικότητα. Δεν υφίσταται, όμως, πλέον καμία σημαντική ή επικίνδυνη δημόσια αμφιβολία σχετικά με τη συνταγματική εξουσία του Κογκρέσου να χειρίζεται την εθνική οικονομία όπως το πράττει. …
Δεν διαθέταμε κανένα άλλο μέσο, πέρα από το Ανώτατο Δικαστήριο, για να προσδώσουμε νομιμοποίηση στο New Deal.28
Η ανάλυση του Calhoun
Όπως αναγνωρίζει ο Black, ένας σημαντικός πολιτικός θεωρητικός που διέκρινε —και σε μεγάλο βαθμό εκ των προτέρων— το κατάφωρο κενό που δημιουργείται όταν ένα Σύνταγμα περιορίζει την κυβέρνηση αλλά αναθέτει την τελική ερμηνευτική αρμοδιότητα στο Ανώτατο Δικαστήριο ήταν ο John C. Calhoun.
Ο Calhoun δεν αρκέστηκε στο «θαύμα». Προχώρησε, αντιθέτως, σε βαθιά ανάλυση του συνταγματικού προβλήματος. Στο έργο του Disquisition on Government κατέδειξε την εγγενή τάση του Κράτους να διαρρηγνύει τα όρια ενός τέτοιου Συντάγματος:
Ένα γραπτό Σύνταγμα διαθέτει ασφαλώς πολλά και σημαντικά πλεονεκτήματα. Αποτελεί, όμως, σοβαρό σφάλμα η υπόθεση ότι η απλή ενσωμάτωση διατάξεων για τον περιορισμό της κυβερνητικής εξουσίας, χωρίς να εφοδιάζονται εκείνοι για την προστασία των οποίων έχουν εισαχθεί οι διατάξεις αυτές με τα μέσα επιβολής της τήρησής τους (η έμφαση δική μου), αρκεί για να αποτρέψει την κατάχρηση εξουσίας από το πλειοψηφικό και κυρίαρχο κόμμα.
Επειδή βρίσκεται στην κυβέρνηση, το κόμμα αυτό, λόγω της ίδιας εκείνης ανθρώπινης φύσης που καθιστά την κυβέρνηση αναγκαία για την προστασία της κοινωνίας, θα τάσσεται υπέρ των εξουσιών που παραχωρεί το Σύνταγμα και κατά των περιορισμών που αποσκοπούν στην περιστολή τους. …
Το μειοψηφικό ή ασθενέστερο κόμμα, αντιθέτως, θα ακολουθεί την αντίθετη κατεύθυνση και θα θεωρεί τους περιορισμούς αυτούς ουσιώδεις για την προστασία του από το κυρίαρχο κόμμα. … Όπου, όμως, δεν υπάρχουν μέσα με τα οποία θα μπορούσε να υποχρεώσει το πλειοψηφικό κόμμα να τηρεί τους περιορισμούς, η μόνη διέξοδος που του απομένει είναι η αυστηρή ερμηνεία του Συντάγματος. …
Σε αυτήν το πλειοψηφικό κόμμα θα αντιτάξει μια διασταλτική ερμηνεία. … Θα είναι ερμηνεία εναντίον ερμηνείας: η μία θα επιδιώκει να περιορίσει και η άλλη να διευρύνει στο έπακρο τις εξουσίες της κυβέρνησης.
Τι πιθανό όφελος, όμως, θα μπορούσε να έχει η αυστηρή ερμηνεία του μειοψηφικού κόμματος έναντι της διασταλτικής ερμηνείας του πλειοψηφικού, όταν το δεύτερο θα διαθέτει όλη την κυβερνητική εξουσία για να θέσει σε εφαρμογή τη δική του ερμηνεία, ενώ το πρώτο θα στερείται κάθε μέσου επιβολής της δικής του;
Σε έναν τόσο άνισο αγώνα, το αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι αμφίβολο. Το κόμμα που υποστηρίζει τους περιορισμούς θα υπερνικούνταν. … Το τελικό αποτέλεσμα του αγώνα θα ήταν η ανατροπή του Συντάγματος. … Οι περιορισμοί θα ακυρώνονταν τελικά και η κυβέρνηση θα μετατρεπόταν σε κυβέρνηση απεριόριστων εξουσιών.29
Ένας από τους λίγους πολιτικούς επιστήμονες που εκτίμησαν την ανάλυση του Calhoun για το Σύνταγμα ήταν ο καθηγητής J. Allen Smith. Ο Smith επισήμανε ότι το Σύνταγμα σχεδιάστηκε με ένα σύστημα ελέγχων και ισορροπιών, ώστε να περιορίζεται κάθε επιμέρους κυβερνητική εξουσία, αλλά στη συνέχεια αναπτύχθηκε ένα Ανώτατο Δικαστήριο που μονοπωλούσε την τελική ερμηνευτική αρμοδιότητα.
Εάν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε δημιουργηθεί για να ελέγχει τις προσβολές της ατομικής ελευθερίας από τις επιμέρους πολιτείες, ποιος θα έλεγχε την ομοσπονδιακή εξουσία; Ο Smith υποστήριξε ότι η ιδέα των ελέγχων και των ισορροπιών (checks and balances) που ήταν ενσωματωμένη στο Σύνταγμα συνεπαγόταν ότι κανένας κλάδος της κυβέρνησης δεν θα έπρεπε να διαθέτει την τελική ερμηνευτική εξουσία:
Ο λαός θεωρούσε δεδομένο ότι δεν θα μπορούσε να επιτραπεί στη νέα κυβέρνηση να καθορίζει η ίδια τα όρια της αρμοδιότητάς της, διότι κάτι τέτοιο θα καθιστούσε υπέρτατη την κυβέρνηση και όχι το Σύνταγμα.30
Η «συντρέχουσα πλειοψηφία»
Η λύση που πρότεινε ο Calhoun —και την οποία υποστήριξαν κατά τον εικοστό αιώνα συγγραφείς όπως ο Smith— ήταν το γνωστό δόγμα της «συντρέχουσας πλειοψηφίας».
Εάν οποιοδήποτε σημαντικό μειοψηφικό συμφέρον στη χώρα —και ειδικότερα η κυβέρνηση μιας πολιτείας— θεωρούσε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπερέβαινε τις εξουσίες της και προσέβαλλε τη μειονότητα αυτή, η μειονότητα θα διέθετε το δικαίωμα να ασκήσει βέτο στη συγκεκριμένη άσκηση εξουσίας ως αντισυνταγματική. Όταν εφαρμοζόταν στις κυβερνήσεις των πολιτειών, η θεωρία αυτή συνεπαγόταν το δικαίωμα «ακύρωσης» ενός ομοσπονδιακού νόμου ή μιας ομοσπονδιακής απόφασης εντός της δικαιοδοσίας μιας πολιτείας.
Θεωρητικά, το συνταγματικό σύστημα που θα προέκυπτε θα διασφάλιζε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα έλεγχε τις προσβολές των ατομικών δικαιωμάτων από τις πολιτείες, ενώ οι πολιτείες θα έλεγχαν την υπερβολική άσκηση ομοσπονδιακής εξουσίας επί του ατόμου.
Ωστόσο, μολονότι οι περιορισμοί θα ήταν αναμφίβολα αποτελεσματικότεροι απ’ ό,τι είναι σήμερα, η λύση του Calhoun παρουσιάζει πολλές δυσχέρειες και προβλήματα. Εάν ένα υποδεέστερο συμφέρον θα έπρεπε πράγματι να διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας στα ζητήματα που το αφορούν, γιατί να σταματήσουμε στις πολιτείες; Γιατί να μην αναγνωριστεί εξουσία βέτο στις κομητείες, στις πόλεις και στις συνοικίες;
Επιπλέον, τα συμφέροντα δεν είναι μόνο γεωγραφικά· είναι επίσης επαγγελματικά, κοινωνικά και ούτω καθεξής. Τι γίνεται με τους αρτοποιούς, τους οδηγούς ταξί ή οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα; Δεν θα έπρεπε και αυτοί να έχουν δικαίωμα βέτο επί των δικών τους ζωών;
Αυτό μας οδηγεί στο σημαντικό σημείο ότι η θεωρία της ακύρωσης περιορίζει τους ελέγχους της αποκλειστικά σε κυβερνητικούς φορείς. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι πολιτειακές κυβερνήσεις και οι αντίστοιχοι κλάδοι τους εξακολουθούν να αποτελούν κράτη και να καθοδηγούνται από τα δικά τους κρατικά συμφέροντα και όχι από τα συμφέροντα των ιδιωτών πολιτών.
Τι εμποδίζει το σύστημα του Calhoun να λειτουργήσει αντίστροφα, με τις πολιτείες να τυραννούν τους πολίτες τους και να ασκούν βέτο στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση μόνο όταν εκείνη επιχειρεί να παρέμβει για να σταματήσει αυτή την πολιτειακή τυραννία; Ή τι εμποδίζει τις πολιτείες να συναινούν στην ομοσπονδιακή τυραννία; Τι εμποδίζει την ομοσπονδιακή και τις πολιτειακές κυβερνήσεις να συνάπτουν αμοιβαία επωφελείς συμμαχίες για την από κοινού εκμετάλλευση των πολιτών;
Και ακόμη και αν οι ιδιωτικές επαγγελματικές ομάδες αποκτούσαν κάποια μορφή «λειτουργικής» αντιπροσώπευσης στην κυβέρνηση, τι θα τις εμπόδιζε να χρησιμοποιούν το Κράτος για να εξασφαλίζουν επιδοτήσεις και άλλα ειδικά προνόμια ή για να επιβάλλουν υποχρεωτικά καρτέλ στα ίδια τους τα μέλη;
Εν ολίγοις, ο Calhoun δεν οδηγεί αρκετά μακριά την πρωτοποριακή θεωρία του περί συντρέχουσας συναίνεσης: δεν τη φέρνει μέχρι το ίδιο το άτομο. Εάν, σε τελευταία ανάλυση, το άτομο είναι εκείνο του οποίου πρέπει να προστατεύονται τα δικαιώματα, τότε μια συνεπής θεωρία συντρέχουσας συναίνεσης θα συνεπαγόταν δικαίωμα αρνησικυρίας για κάθε άτομο· δηλαδή κάποια μορφή «αρχής της ομοφωνίας».
Όταν ο Calhoun έγραφε ότι θα έπρεπε να είναι «αδύνατο να τεθεί ή να διατηρηθεί σε λειτουργία [η κυβέρνηση] χωρίς τη συντρέχουσα συναίνεση όλων», ίσως χωρίς να το αντιλαμβάνεται, υπονοούσε ακριβώς ένα τέτοιο συμπέρασμα.31
Η θεωρητική αυτή διερεύνηση, όμως, αρχίζει να μας απομακρύνει από το θέμα μας, διότι στον δρόμο αυτό βρίσκονται πολιτικά συστήματα τα οποία δύσκολα θα μπορούσαν πλέον να ονομαστούν «Κράτη».32 Πράγματι, όπως το δικαίωμα ακύρωσης μιας πολιτείας συνεπάγεται λογικά το δικαίωμά της να αποσχιστεί, έτσι και το δικαίωμα ατομικής ακύρωσης θα συνεπαγόταν το δικαίωμα κάθε ατόμου να «αποσχιστεί» από το Κράτος υπό το οποίο ζει.33
Η εγγενής επέκταση της κρατικής εξουσίας
Το Κράτος έχει, επομένως, επιδείξει πάντοτε εντυπωσιακή ικανότητα να διευρύνει τις εξουσίες του πέρα από οποιαδήποτε όρια ενδέχεται να του επιβληθούν.
Επειδή το Κράτος συντηρείται κατ’ ανάγκην μέσω της καταναγκαστικής δήμευσης ιδιωτικού κεφαλαίου και επειδή η επέκτασή του συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ολοένα μεγαλύτερες επεμβάσεις στη ζωή των ιδιωτών και στην ιδιωτική επιχειρηματική δραστηριότητα, πρέπει να υποστηρίξουμε ότι το Κράτος είναι βαθιά και εγγενώς αντικαπιταλιστικό.
Κατά μία έννοια, η θέση μας αποτελεί το αντίστροφο του μαρξιστικού δόγματος ότι το Κράτος είναι η «εκτελεστική επιτροπή» της κυρίαρχης τάξης της σύγχρονης εποχής —δηλαδή, υποτίθεται, των καπιταλιστών. Αντιθέτως, το Κράτος —η οργάνωση του πολιτικού μέσου— συγκροτεί το ίδιο την «κυρίαρχη τάξη», ή μάλλον την κυρίαρχη κάστα, και αποτελεί την πηγή της. Βρίσκεται σε μόνιμη αντίθεση προς το γνησίως ιδιωτικό κεφάλαιο.
Μπορούμε, συνεπώς, να πούμε μαζί με τον de Jouvenel:
Μόνο όσοι δεν γνωρίζουν τίποτε πέρα από τη δική τους εποχή και αγνοούν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκε η Εξουσία επί χιλιάδες χρόνια θα μπορούσαν να θεωρήσουν αυτές τις πρακτικές —τις εθνικοποιήσεις, τον φόρο εισοδήματος κ.λπ.— καρπό ενός συγκεκριμένου συνόλου δογμάτων.
Στην πραγματικότητα αποτελούν τις κανονικές εκδηλώσεις της Εξουσίας και δεν διαφέρουν καθόλου ως προς τη φύση τους από τη δήμευση των μοναστηριών από τον Ερρίκο Η΄. Η ίδια αρχή βρίσκεται σε λειτουργία: η πείνα για εξουσία, η δίψα για πόρους. Και σε όλες αυτές τις ενέργειες εμφανίζονται τα ίδια χαρακτηριστικά, συμπεριλαμβανομένης της ταχείας ανόδου εκείνων που μοιράζονται τα λάφυρα.
Είτε είναι σοσιαλιστική είτε όχι, η Εξουσία πρέπει πάντοτε να βρίσκεται σε πόλεμο με τις καπιταλιστικές αρχές και να απογυμνώνει τους καπιταλιστές από τον συσσωρευμένο πλούτο τους· ενεργώντας έτσι, υπακούει στον νόμο της φύσης της.34
---
Σημειώσεις κεφαλαίου 4
20 Bertrand de Jouvenel, On Power, σ. 27 κ.ε.
21 Charles L. Black Jr., The People and the Court (Νέα Υόρκη: Macmillan, 1960), σ. 35 κ.ε.
22 Στο ίδιο, σσ. 42–43.
23 Στο ίδιο, σ. 52:
Η πρωταρχική και πλέον αναγκαία λειτουργία του Ανώτατου Δικαστηρίου υπήρξε η επικύρωση και όχι η ακύρωση. Αυτό που χρειάζεται μια κυβέρνηση περιορισμένων εξουσιών, στην αρχή και για πάντα, είναι κάποιο μέσο για να πείθει τον λαό ότι έχει λάβει κάθε ανθρωπίνως δυνατό μέτρο ώστε να παραμένει εντός των αρμοδιοτήτων της. Αυτή είναι η προϋπόθεση της νομιμοποίησής της και, μακροπρόθεσμα, η νομιμοποίησή της αποτελεί την προϋπόθεση της επιβίωσής της. Και το Δικαστήριο, σε όλη την ιστορία του, λειτούργησε ως φορέας νομιμοποίησης της κυβέρνησης.
24 Για τον Black, αυτή η «λύση», μολονότι παράδοξη, είναι αυτονόητη:
Η τελική εξουσία του Κράτους … πρέπει να σταματά εκεί όπου τη σταματά ο νόμος. Και ποιος θα θέσει το όριο και ποιος θα επιβάλει τη διακοπή απέναντι στην ισχυρότερη εξουσία; Μα το ίδιο το Κράτος, φυσικά, μέσω των δικαστών και των νόμων του. Ποιος ελέγχει τον εγκρατή; Ποιος διδάσκει τον σοφό;
Στο ίδιο, σσ. 32–33. Και:
Όταν τα ερωτήματα αφορούν την κυβερνητική εξουσία σε ένα κυρίαρχο έθνος, δεν είναι δυνατόν να επιλεγεί διαιτητής εκτός της κυβέρνησης. Κάθε εθνική κυβέρνηση, για όσο διάστημα αποτελεί κυβέρνηση, πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο σχετικά με τη δική της εξουσία.
Στο ίδιο, σσ. 48–49.
25 Στο ίδιο, σ. 49.
26 Η απόδοση θαυματουργών ιδιοτήτων στην κυβέρνηση θυμίζει τη δικαιολόγηση της κυβέρνησης από τον James Burnham μέσω του μυστικισμού και του ανορθολογισμού:
Στην αρχαιότητα, προτού οι ψευδαισθήσεις της επιστήμης διαφθείρουν την παραδοσιακή σοφία, οι ιδρυτές των πόλεων θεωρούνταν θεοί ή ημίθεοι. … Ούτε η πηγή ούτε η δικαιολόγηση της κυβέρνησης μπορούν να διατυπωθούν εξ ολοκλήρου με ορθολογικούς όρους. … Γιατί θα πρέπει να αποδέχομαι την κληρονομική, τη δημοκρατική ή οποιαδήποτε άλλη αρχή νομιμοποίησης; Γιατί μια αρχή θα πρέπει να δικαιολογεί την εξουσία αυτού του ανθρώπου επάνω μου; … Αποδέχομαι την αρχή —καλώς— επειδή την αποδέχομαι, επειδή έτσι έχουν τα πράγματα και έτσι είχαν ανέκαθεν.
James Burnham, Congress and the American Tradition (Σικάγο: Regnery, 1959), σσ. 3–8. Τι συμβαίνει, όμως, αν κάποιος δεν αποδέχεται την αρχή; Ποια θα είναι τότε «η κατάσταση των πραγμάτων»;
27 Black, The People and the Court, σ. 64.
28 Στο ίδιο, σ. 65.
29 John C. Calhoun, A Disquisition on Government (Νέα Υόρκη: Liberal Arts Press, 1953), σσ. 25–27. Βλ. επίσης Murray N. Rothbard, «Conservatism and Freedom: A Libertarian Comment», Modern Age (Άνοιξη 1961), σ. 219.
30 J. Allen Smith, The Growth and Decadence of Constitutional Government (Νέα Υόρκη: Henry Holt, 1930), σ. 88. Ο Smith προσθέτει:
Ήταν προφανές ότι, όταν μια διάταξη του Συντάγματος είχε σχεδιαστεί για να περιορίζει τις εξουσίες ενός κυβερνητικού οργάνου, μπορούσε στην πράξη να ακυρωθεί εάν η ερμηνεία και η εφαρμογή της αφήνονταν στις ίδιες τις αρχές τις οποίες προοριζόταν να περιορίσει. Είναι σαφές ότι η κοινή λογική απαιτούσε να μην μπορεί κανένα κυβερνητικό όργανο να καθορίζει το ίδιο τις εξουσίες του.
Είναι φανερό ότι η κοινή λογική και τα «θαύματα» υπαγορεύουν πολύ διαφορετικές αντιλήψεις περί κυβέρνησης. Στο ίδιο, σ. 87.
31 Calhoun, A Disquisition on Government, σσ. 20–21.
32 Κατά τα τελευταία χρόνια, η αρχή της ομοφωνίας γνώρισε μια εξαιρετικά αποδυναμωμένη αναβίωση, ιδίως στο έργο του καθηγητή James Buchanan. Η εισαγωγή της ομοφωνίας στην παρούσα κατάσταση, όμως, και η εφαρμογή της αποκλειστικά στις μεταβολές του υφιστάμενου καθεστώτος και όχι στους ήδη ισχύοντες νόμους μπορεί να οδηγήσει μόνο σε μία ακόμη μετατροπή μιας περιοριστικής αρχής σε σφραγίδα νομιμοποίησης του Κράτους. Εάν η αρχή της ομοφωνίας εφαρμόζεται μόνο στις μεταβολές νόμων και διαταγμάτων, η φύση του αρχικού «σημείου εκκίνησης» αποκτά καθοριστική σημασία. Βλ. James Buchanan και Gordon Tullock, The Calculus of Consent (Ann Arbor: University of Michigan Press, 1962), διάσπαρτα.
33 Βλ. Herbert Spencer, «The Right to Ignore the State», στο Social Statics (Νέα Υόρκη: D. Appleton, 1890), σσ. 229–239.
34 De Jouvenel, On Power, σ. 171.
---
5. Τι φοβάται το Κράτος
Αυτό που φοβάται περισσότερο απ’ όλα το Κράτος είναι, ασφαλώς, οποιαδήποτε θεμελιώδης απειλή για τη δική του εξουσία και την ίδια του την ύπαρξη.
Ο θάνατος ενός Κράτους μπορεί να επέλθει με δύο κύριους τρόπους:
μέσω της κατάκτησής του από άλλο Κράτος· ή
μέσω της επαναστατικής ανατροπής του από τους ίδιους τους υπηκόους του.
Με λίγα λόγια, μέσω πολέμου ή επανάστασης.
Ο πόλεμος και η επανάσταση, ως οι δύο βασικές απειλές, προκαλούν πάντοτε τις μέγιστες προσπάθειες και τη μέγιστη προπαγάνδα των κρατικών κυβερνώντων προς τον λαό. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, πρέπει πάντοτε να χρησιμοποιείται κάθε διαθέσιμο μέσο για να κινητοποιηθεί ο λαός προς υπεράσπιση του Κράτους, με την πεποίθηση ότι υπερασπίζεται τον ίδιο του τον εαυτό.
Η πλάνη αυτής της αντίληψης καθίσταται εμφανής όταν επιβάλλεται αναγκαστική στράτευση σε όσους αρνούνται να «υπερασπιστούν» τον εαυτό τους και, ως εκ τούτου, εξαναγκάζονται να ενταχθούν στον στρατιωτικό μηχανισμό του Κράτους. Περιττό να προστεθεί ότι δεν τους επιτρέπεται καμία «άμυνα» απέναντι σε αυτή την πράξη του «δικού τους» Κράτους.
Σε περίοδο πολέμου, η κρατική εξουσία φτάνει στο απόγειό της. Υπό τα συνθήματα της «άμυνας» και της «έκτακτης ανάγκης», το Κράτος μπορεί να επιβάλει στο κοινό μια τυραννία η οποία θα συναντούσε ανοιχτή αντίσταση σε καιρό ειρήνης.
Ο πόλεμος παρέχει, έτσι, πολλά οφέλη σε ένα Κράτος. Πράγματι, κάθε σύγχρονος πόλεμος κληροδότησε στους εμπόλεμους λαούς μια μόνιμη αύξηση των κρατικών βαρών επί της κοινωνίας. Επιπλέον, ο πόλεμος προσφέρει στο Κράτος δελεαστικές ευκαιρίες κατάκτησης εδαφικών περιοχών, στις οποίες μπορεί να ασκήσει το μονοπώλιό του επί της βίας.
Ο Randolph Bourne είχε ασφαλώς δίκιο όταν έγραφε ότι «ο πόλεμος είναι η υγεία του Κράτους». Για οποιοδήποτε συγκεκριμένο Κράτος, όμως, ο πόλεμος μπορεί να σημαίνει είτε υγεία είτε σοβαρό τραυματισμό.35
Μπορούμε να ελέγξουμε την υπόθεση ότι το Κράτος ενδιαφέρεται κυρίως να προστατεύσει τον εαυτό του και όχι τους υπηκόους του θέτοντας το ακόλουθο ερώτημα: ποια κατηγορία εγκλημάτων διώκει και τιμωρεί το Κράτος με τη μεγαλύτερη ένταση — τα εγκλήματα κατά ιδιωτών ή τα εγκλήματα εναντίον του ίδιου;
Τα βαρύτερα εγκλήματα στο λεξιλόγιο του Κράτους δεν είναι σχεδόν ποτέ οι προσβολές κατά ιδιωτών ή της ιδιοκτησίας τους, αλλά οι κίνδυνοι για τη δική του ασφάλεια:
η προδοσία,
η λιποταξία ενός στρατιώτη προς τον εχθρό,
η παράλειψη εγγραφής στους καταλόγους επιστράτευσης,
η ανατρεπτική δράση και η συνωμοσία με ανατρεπτικό σκοπό,
η δολοφονία κυβερνώντων,
καθώς και οικονομικά εγκλήματα κατά του Κράτους, όπως η παραχάραξη του νομίσματός του ή η φοροδιαφυγή από τον φόρο εισοδήματος.
Ή ας συγκρίνουμε τον ζήλο που αφιερώνεται στην καταδίωξη ενός ανθρώπου ο οποίος επιτίθεται σε αστυνομικό με την προσοχή που δίνει το Κράτος στην επίθεση κατά ενός απλού πολίτη.
Και όμως, κατά παράδοξο τρόπο, ελάχιστοι άνθρωποι θεωρούν ότι η ανοιχτά διακηρυγμένη προτεραιότητα που αποδίδει το Κράτος στην άμυνα του εαυτού του απέναντι στο κοινό είναι ασυμβίβαστη με τον υποτιθέμενο λόγο ύπαρξής του.36
---
Σημειώσεις κεφαλαίου 5
35 Είδαμε ότι η υποστήριξη των διανοουμένων είναι ουσιώδης για το Κράτος και ότι σε αυτή περιλαμβάνεται η υποστήριξη απέναντι στις δύο οξύτερες απειλές του. Για τον ρόλο των Αμερικανών διανοουμένων στην είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βλ. Randolph Bourne, «The War and the Intellectuals», στο The History of a Literary Radical and Other Papers (Νέα Υόρκη: S. A. Russell, 1956), σσ. 205–222. Όπως αναφέρει ο Bourne, μια συνήθης πρακτική των διανοουμένων για την εξασφάλιση υποστήριξης προς τις κρατικές ενέργειες είναι να περιορίζουν κάθε συζήτηση εντός του πλαισίου της βασικής κρατικής πολιτικής και να αποθαρρύνουν κάθε θεμελιώδη ή συνολική κριτική αυτού του πλαισίου.
36 Όπως το διατυπώνει ο Mencken με τον απαράμιλλο τρόπο του:
Αυτή η συμμορία («οι εκμεταλλευτές που συγκροτούν την κυβέρνηση») απολαύει σχεδόν πλήρους ασυλίας από την τιμωρία. Ακόμη και οι χειρότεροι εκβιασμοί της, ακόμη και όταν αποσκοπούν απροκάλυπτα στο ιδιωτικό κέρδος, δεν επισύρουν καμία βέβαιη ποινή σύμφωνα με τους νόμους μας.
Από τις πρώτες ημέρες της Δημοκρατίας, λιγότερα από μερικές δεκάδες μέλη της έχουν παραπεμφθεί σε διαδικασία καθαίρεσης, ενώ μόνο λίγα αφανή κατώτερα στελέχη οδηγήθηκαν ποτέ στη φυλακή. Ο αριθμός των ανθρώπων που κρατούνται στις φυλακές της Ατλάντα και του Leavenworth επειδή εξεγέρθηκαν κατά των κρατικών εκβιασμών είναι πάντοτε δεκαπλάσιος από τον αριθμό των κρατικών αξιωματούχων που καταδικάστηκαν επειδή καταπίεζαν τους φορολογουμένους προς ίδιον όφελος.
H. L. Mencken, A Mencken Chrestomathy, σσ. 147–148.
Για μια παραστατική και ψυχαγωγική περιγραφή της έλλειψης προστασίας του ατόμου απέναντι στις προσβολές της ελευθερίας του από τους ίδιους τους «προστάτες» του, βλ. H. L. Mencken, «The Nature of Liberty», στο Prejudices: A Selection (Νέα Υόρκη: Vintage Books, 1958), σσ. 138–143.
---
6. Πώς σχετίζονται τα κράτη μεταξύ τους
Επειδή η εδαφική επιφάνεια της γης είναι διαιρεμένη μεταξύ διαφορετικών κρατών, οι διακρατικές σχέσεις καταλαμβάνουν αναγκαστικά μεγάλο μέρος του χρόνου και της ενέργειας κάθε Κράτους.
Η φυσική τάση ενός Κράτους είναι να επεκτείνει την εξουσία του. Στο εξωτερικό πεδίο, η επέκταση αυτή πραγματοποιείται μέσω της κατάκτησης εδαφικών περιοχών. Εκτός αν μια περιοχή είναι ακατοίκητη ή δεν υπάγεται σε κανένα Κράτος, κάθε τέτοια επέκταση συνεπάγεται εγγενή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ μιας ομάδας κρατικών κυβερνώντων και μιας άλλης.
Μόνο μία ομάδα κυβερνώντων μπορεί να διαθέτει το μονοπώλιο του καταναγκασμού σε οποιαδήποτε δεδομένη εδαφική περιοχή και σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονική στιγμή. Η πλήρης εξουσία του Κράτους Χ επί μιας περιοχής μπορεί να αποκτηθεί μόνο μέσω της εκδίωξης του Κράτους Ψ.
Ο πόλεμος, αν και επικίνδυνος, αποτελεί επομένως μόνιμη τάση των κρατών, η οποία διακόπτεται από περιόδους ειρήνης και από μεταβαλλόμενες συμμαχίες και συνασπισμούς μεταξύ τους.
Το διεθνές δίκαιο ως περιορισμός του πολέμου
Είδαμε ότι η «εσωτερική» προσπάθεια περιορισμού του Κράτους, από τον δέκατο έβδομο έως τον δέκατο ένατο αιώνα, έλαβε την πλέον αξιοσημείωτη μορφή της στο συνταγματικό πολίτευμα. Το αντίστοιχό της στις «εξωτερικές σχέσεις» ή στις «διεθνείς υποθέσεις» ήταν η ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου, και ειδικότερα θεσμών όπως οι «νόμοι του πολέμου» και τα «δικαιώματα των ουδετέρων».37
Ορισμένα τμήματα του διεθνούς δικαίου ήταν αρχικά αμιγώς ιδιωτικά. Αναπτύχθηκαν από την ανάγκη των εμπόρων και των συναλλασσομένων παντού να προστατεύουν την ιδιοκτησία τους και να επιλύουν τις διαφορές τους. Παραδείγματα αποτελούν το ναυτικό δίκαιο και το εμπορικό δίκαιο.
Ακόμη και οι κανόνες που αφορούσαν τις κυβερνήσεις, όμως, εμφανίστηκαν εκούσια και δεν επιβλήθηκαν από κάποιο διεθνές υπερκράτος.
Σκοπός των «νόμων του πολέμου» ήταν να περιορίσουν τη διακρατική καταστροφή στους ίδιους τους κρατικούς μηχανισμούς, προστατεύοντας έτσι τον αθώο άμαχο πληθυσμό από τη σφαγή και την καταστροφή του πολέμου. Σκοπός της ανάπτυξης των δικαιωμάτων των ουδετέρων ήταν να προστατεύσει το ιδιωτικό διεθνές εμπόριο των αμάχων —ακόμη και το εμπόριο με «εχθρικές» χώρες— από την κατάσχεση εκ μέρους ενός από τα εμπόλεμα μέρη.
Ο πρωταρχικός σκοπός ήταν, συνεπώς, να περιοριστεί η έκταση κάθε πολέμου και, ειδικότερα, να περιοριστεί η καταστροφική του επίδραση στους ιδιώτες πολίτες τόσο των ουδέτερων όσο και των εμπόλεμων χωρών.
Αυτό πρέπει να διακρίνεται από το σύγχρονο διεθνές δίκαιο, το οποίο δίνει έμφαση στη μεγιστοποίηση της έκτασης του πολέμου μέσω εννοιών όπως η «συλλογική ασφάλεια».
Ο «πολιτισμένος πόλεμος»
Ο νομικός F. J. P. Veale περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τον «πολιτισμένο πόλεμο», όπως αυτός άκμασε για σύντομο χρονικό διάστημα στην Ιταλία του δέκατου πέμπτου αιώνα:
Οι εύποροι αστοί και έμποροι της μεσαιωνικής Ιταλίας ήταν υπερβολικά απασχολημένοι με την απόκτηση χρημάτων και την απόλαυση της ζωής ώστε να αναλάβουν οι ίδιοι τις κακουχίες και τους κινδύνους της στρατιωτικής υπηρεσίας.
Υιοθέτησαν, επομένως, την πρακτική της πρόσληψης μισθοφόρων που θα πολεμούσαν για λογαριασμό τους και, καθώς ήταν φειδωλοί και πρακτικοί άνθρωποι των επιχειρήσεων, απέλυαν τους μισθοφόρους αμέσως μόλις μπορούσαν να απαλλαγούν από τις υπηρεσίες τους. Οι πόλεμοι διεξάγονταν, συνεπώς, από στρατούς που προσλαμβάνονταν ειδικά για κάθε εκστρατεία. …
Για πρώτη φορά, η στρατιωτική υπηρεσία έγινε ένα λογικό και σχετικά ακίνδυνο επάγγελμα. Οι στρατηγοί εκείνης της περιόδου εκτελούσαν ελιγμούς ο ένας εναντίον του άλλου, συχνά με εξαιρετική δεξιοτεχνία. Όταν, όμως, ο ένας αποκτούσε το πλεονέκτημα, ο αντίπαλός του κατά κανόνα είτε υποχωρούσε είτε παραδιδόταν.
Αποτελούσε αναγνωρισμένο κανόνα ότι μια πόλη μπορούσε να λεηλατηθεί μόνο εάν προέβαλλε αντίσταση· η ασυλία μπορούσε πάντοτε να εξαγοραστεί με την καταβολή λύτρων. … Ως φυσική συνέπεια, καμία πόλη δεν αντιστεκόταν ποτέ, διότι ήταν προφανές ότι μια κυβέρνηση υπερβολικά αδύναμη για να υπερασπιστεί τους πολίτες της είχε απολέσει την αξίωση αφοσίωσής τους.
Οι άμαχοι δεν είχαν σχεδόν τίποτε να φοβηθούν από τους κινδύνους του πολέμου, οι οποίοι αφορούσαν μόνο τους επαγγελματίες στρατιώτες.38
Ο σχεδόν απόλυτος διαχωρισμός του ιδιώτη αμάχου από τους πολέμους του Κράτους στην Ευρώπη του δέκατου όγδοου αιώνα υπογραμμίζεται από τον Nef:
Ακόμη και οι ταχυδρομικές επικοινωνίες δεν περιορίζονταν με επιτυχία για μεγάλο χρονικό διάστημα σε καιρό πολέμου. Οι επιστολές κυκλοφορούσαν χωρίς λογοκρισία, με μια ελευθερία που προκαλεί κατάπληξη στον άνθρωπο του εικοστού αιώνα. …
Οι υπήκοοι δύο εμπόλεμων εθνών συνομιλούσαν μεταξύ τους όταν συναντιόνταν και, όταν δεν μπορούσαν να συναντηθούν, αλληλογραφούσαν όχι ως εχθροί αλλά ως φίλοι. Η σύγχρονη αντίληψη ότι … οι υπήκοοι οποιασδήποτε εχθρικής χώρας φέρουν μέρος της ευθύνης για τις πολεμικές πράξεις των κυβερνώντων τους σχεδόν δεν υπήρχε.
Ούτε οι εμπόλεμοι κυβερνήτες έδειχναν σταθερή πρόθεση να διακόψουν την επικοινωνία με τους υπηκόους του εχθρού. Οι παλαιές ανακριτικές πρακτικές κατασκοπείας που συνδέονταν με τη θρησκευτική λατρεία και πίστη εξαφανίζονταν, ενώ δεν εξεταζόταν καν το ενδεχόμενο ανάλογου ανακριτικού ελέγχου επί των πολιτικών ή οικονομικών επικοινωνιών.
Τα διαβατήρια δημιουργήθηκαν αρχικά για να παρέχουν ασφαλή διέλευση σε καιρό πολέμου. Κατά το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου όγδοου αιώνα, σπάνια περνούσε από τον νου των Ευρωπαίων να εγκαταλείψουν τα ταξίδια τους σε μια ξένη χώρα με την οποία πολεμούσε η δική τους.39
Και επειδή το εμπόριο αναγνωριζόταν ολοένα περισσότερο ως επωφελές και για τις δύο πλευρές, οι πόλεμοι του δέκατου όγδοου αιώνα συνυπήρχαν επίσης με σημαντικό όγκο «εμπορίου με τον εχθρό».40
Δεν χρειάζεται να αναλυθεί εδώ πόσο πολύ τα κράτη υπερέβησαν αυτούς τους κανόνες πολιτισμένου πολέμου κατά τον εικοστό αιώνα. Στη σύγχρονη εποχή του ολοκληρωτικού πολέμου, σε συνδυασμό με την τεχνολογία της ολοκληρωτικής καταστροφής, η ίδια η ιδέα ότι ο πόλεμος θα μπορούσε να περιοριστεί στους κρατικούς μηχανισμούς φαίνεται ακόμη πιο γραφική και παρωχημένη από το αρχικό Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η υποτιθέμενη «ιερότητα των συνθηκών»
Όταν τα κράτη δεν βρίσκονται σε πόλεμο, συχνά χρειάζονται συμφωνίες για να περιορίζουν στο ελάχιστο τις μεταξύ τους προστριβές. Ένα δόγμα που απέκτησε παραδόξως ευρεία αποδοχή είναι η υποτιθέμενη «ιερότητα των συνθηκών».
Η έννοια αυτή παρουσιάζεται ως το αντίστοιχο της «ιερότητας των συμβάσεων». Μια συνθήκη, όμως, δεν έχει τίποτε κοινό με μια γνήσια σύμβαση.
Μια σύμβαση μεταβιβάζει με συγκεκριμένο τρόπο τίτλους ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Επειδή μια κυβέρνηση δεν «κατέχει», με οποιαδήποτε ορθή έννοια του όρου, την εδαφική της περιοχή, οι συμφωνίες που συνάπτει δεν μεταβιβάζουν τίτλους ιδιοκτησίας.
Εάν, για παράδειγμα, ο κύριος Jones πουλήσει ή δωρίσει τη γη του στον κύριο Smith, ο κληρονόμος του Jones δεν μπορεί να επιτεθεί νόμιμα στον κληρονόμο του Smith και να διεκδικήσει τη γη ως δική του. Ο τίτλος ιδιοκτησίας έχει ήδη μεταβιβαστεί. Η σύμβαση του πρεσβύτερου Jones δεσμεύει αυτομάτως τον νεότερο Jones, επειδή ο πρώτος είχε ήδη μεταβιβάσει την ιδιοκτησία· επομένως, ο νεότερος Jones δεν διαθέτει καμία αξίωση επ’ αυτής.
Ο νεότερος Jones μπορεί να διεκδικήσει μόνο ό,τι κληρονόμησε από τον πρεσβύτερο Jones, ενώ ο δεύτερος μπορεί να κληροδοτήσει μόνο ιδιοκτησία την οποία εξακολουθεί να κατέχει.
Αν, όμως, σε κάποια χρονική στιγμή η κυβέρνηση, ας πούμε, της Ρουριτανίας εξαναγκαστεί ή ακόμη και δωροδοκηθεί από την κυβέρνηση της Βαλδαβίας να παραχωρήσει ένα μέρος της επικράτειάς της, είναι παράλογο να υποστηρίζεται ότι οι κυβερνήσεις ή οι κάτοικοι των δύο χωρών στερούνται για πάντα το δικαίωμα να ζητήσουν την επανένωση της Ρουριτανίας, λόγω της ιερότητας μιας συνθήκης.
Ούτε ο λαός ούτε η γη της βορειοδυτικής Ρουριτανίας αποτελούν ιδιοκτησία κάποιας από τις δύο κυβερνήσεις. Ως συνακόλουθο, μια κυβέρνηση ασφαλώς δεν μπορεί, μέσω της νεκρής χειρός του παρελθόντος, να δεσμεύει μια μεταγενέστερη κυβέρνηση με συνθήκη.
Παρομοίως, μια επαναστατική κυβέρνηση που ανέτρεψε τον βασιλιά της Ρουριτανίας δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις πράξεις ή τα χρέη του βασιλιά. Μια κυβέρνηση δεν είναι, όπως ένα παιδί, πραγματικός «κληρονόμος» της ιδιοκτησίας του προκατόχου της.
---
Σημειώσεις κεφαλαίου 6
37 Αυτό πρέπει να διακρίνεται από το σύγχρονο διεθνές δίκαιο και την έμφασή του στη μεγιστοποίηση της έκτασης του πολέμου μέσω εννοιών όπως η «συλλογική ασφάλεια».
38 F. J. P. Veale, Advance to Barbarism (Appleton, Wisconsin: C. C. Nelson, 1953), σ. 63.
Παρομοίως, ο καθηγητής Nef γράφει για τον πόλεμο του Don Carlos, ο οποίος διεξήχθη στην Ιταλία μεταξύ, αφενός, της Γαλλίας, της Ισπανίας και της Σαρδηνίας και, αφετέρου, της Αυστρίας κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα:
Κατά την πολιορκία του Μιλάνου από τους συμμάχους και, μερικές εβδομάδες αργότερα, στην Πάρμα …, οι αντίπαλοι στρατοί συναντήθηκαν σε σφοδρή μάχη έξω από την πόλη. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν επηρεάστηκαν σοβαρά τα αισθήματα των κατοίκων υπέρ της μιας ή της άλλης πλευράς. Ο μόνος τους φόβος ήταν μήπως τα στρατεύματα κάποιου από τους δύο στρατούς εισέλθουν από τις πύλες και λεηλατήσουν την πόλη. Ο φόβος αποδείχθηκε αβάσιμος. Στην Πάρμα, οι πολίτες έτρεξαν στα τείχη της πόλης για να παρακολουθήσουν τη μάχη στην ύπαιθρο.
John U. Nef, War and Human Progress (Cambridge, Massachusetts: Harvard University Press, 1950), σ. 158. Βλ. επίσης Hoffman Nickerson, Can We Limit War? (Νέα Υόρκη: Frederick A. Stokes, 1934).
39 Nef, War and Human Progress, σ. 162.
40 Στο ίδιο, σ. 161. Για την υποστήριξη του εμπορίου με τον εχθρό από ηγέτες της Αμερικανικής Επανάστασης, βλ. Joseph Dorfman, The Economic Mind in American Civilization (Νέα Υόρκη: Viking Press, 1946), τόμ. 1, σσ. 210–211.
---
7. Η Ιστορία ως αγώνας δρόμου μεταξύ κρατικής και κοινωνικής ισχύος
Όπως οι δύο βασικές και αμοιβαίως αποκλειόμενες μορφές σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων είναι, αφενός, η ειρηνική συνεργασία και, αφετέρου, η καταναγκαστική εκμετάλλευση —η παραγωγή ή η αρπαγή— έτσι και η ιστορία της ανθρωπότητας, και ειδικότερα η οικονομική της ιστορία, μπορεί να θεωρηθεί ως αγώνας μεταξύ αυτών των δύο αρχών.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται:
η δημιουργική παραγωγικότητα,
η ειρηνική ανταλλαγή,
η συνεργασία.
Από την άλλη βρίσκονται:
η καταναγκαστική επιβολή,
η αρπαγή στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων.
Ο Albert Jay Nock ονόμασε εύστοχα αυτές τις ανταγωνιστικές δυνάμεις «κοινωνική ισχύ» και «κρατική ισχύ».41
Η κοινωνική ισχύς είναι η εξουσία του ανθρώπου επί της φύσης: ο συνεργατικός μετασχηματισμός των φυσικών πόρων και η αξιοποίηση της γνώσης των νόμων της φύσης προς όφελος όλων των ατόμων που συμμετέχουν. Η κοινωνική ισχύς είναι η δύναμη επί της φύσης· είναι το βιοτικό επίπεδο που επιτυγχάνουν οι άνθρωποι μέσω της αμοιβαίας ανταλλαγής.
Η κρατική ισχύς, όπως είδαμε, είναι η καταναγκαστική και παρασιτική κατάσχεση αυτής της παραγωγής — η αποστράγγιση των καρπών της κοινωνίας προς όφελος μη παραγωγικών, και στην πραγματικότητα αντιπαραγωγικών, κυβερνώντων.
Ενώ η κοινωνική ισχύς είναι δύναμη επί της φύσης, η κρατική ισχύς είναι εξουσία ανθρώπου επάνω σε άνθρωπο.
Σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας, οι παραγωγικές και δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου άνοιξαν επανειλημμένα νέους δρόμους μετασχηματισμού της φύσης προς όφελός του. Αυτές υπήρξαν οι περίοδοι κατά τις οποίες η κοινωνική ισχύς αναπτύχθηκε ταχύτερα από την κρατική ισχύ και κατά τις οποίες ο βαθμός της κρατικής επέμβασης στην κοινωνία μειώθηκε σημαντικά.
Πάντοτε, όμως, ύστερα από μικρότερη ή μεγαλύτερη χρονική καθυστέρηση, το Κράτος υπεισερχόταν σε αυτούς τους νέους τομείς για να περιστείλει και να δημεύσει για ακόμη μία φορά την κοινωνική ισχύ.42
Εάν οι αιώνες από τον δέκατο έβδομο έως τον δέκατο ένατο αποτέλεσαν, σε πολλές χώρες της Δύσης, εποχές επιταχυνόμενης ανάπτυξης της κοινωνικής ισχύος —και συνακόλουθης αύξησης της ελευθερίας, της ειρήνης και της υλικής ευημερίας— ο εικοστός αιώνας υπήρξε πρωτίστως μια εποχή κατά την οποία η κρατική ισχύς κάλυπτε το χαμένο έδαφος, με επακόλουθη επιστροφή στη δουλεία, στον πόλεμο και στην καταστροφή.43
Κατά τον αιώνα αυτόν, η ανθρωπότητα αντιμετώπισε και πάλι τη λοιμογόνο κυριαρχία του Κράτους — ενός Κράτους που ήταν πλέον οπλισμένο με τους καρπούς των δημιουργικών δυνάμεων του ανθρώπου, τους οποίους είχε κατασχέσει και διαστρέψει προς εξυπηρέτηση των δικών του σκοπών.
Οι τελευταίοι αιώνες υπήρξαν περίοδοι κατά τις οποίες οι άνθρωποι προσπάθησαν να επιβάλουν συνταγματικούς και άλλους περιορισμούς στο Κράτος, μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν ότι αυτοί οι περιορισμοί —όπως και όλες οι άλλες απόπειρες— απέτυχαν.
Από όλες τις πολυάριθμες μορφές που έλαβαν οι κυβερνήσεις ανά τους αιώνες και από όλες τις έννοιες και τους θεσμούς που δοκιμάστηκαν, κανένας δεν κατόρθωσε να συγκρατήσει το Κράτος.
Το πρόβλημα του Κράτους βρίσκεται προφανώς τόσο μακριά από τη λύση του όσο και πάντοτε άλλοτε. Ίσως πρέπει να διερευνηθούν νέες κατευθύνσεις, εάν πρόκειται κάποτε να επιτευχθεί η επιτυχής και οριστική λύση του ζητήματος του Κράτους.44
---
Σημειώσεις κεφαλαίου 7
41 Για τις έννοιες της κρατικής και της κοινωνικής ισχύος, βλ. Albert J. Nock, Our Enemy the State (Caldwell, Idaho: Caxton Printers, 1946). Βλ. επίσης Albert J. Nock, Memoirs of a Superfluous Man (Νέα Υόρκη: Harper, 1943), και Frank Chodorov, The Rise and Fall of Society (Νέα Υόρκη: Devin-Adair, 1959).
42 Εν μέσω της διαρκούς εναλλαγής επέκτασης και συρρίκνωσης, το Κράτος φροντίζει πάντοτε να καταλαμβάνει και να διατηρεί ορισμένα κρίσιμα «κέντρα ελέγχου» της οικονομίας και της κοινωνίας. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
το μονοπώλιο της βίας,
το μονοπώλιο της τελικής δικαστικής εξουσίας,
οι δίαυλοι επικοινωνίας και μεταφορών —το ταχυδρομείο, οι δρόμοι, οι ποταμοί και οι αεροπορικές διαδρομές—,
το νερό άρδευσης στους ανατολικούς δεσποτισμούς,
και η εκπαίδευση, μέσω της οποίας διαμορφώνονται οι απόψεις των μελλοντικών πολιτών.
Στη σύγχρονη οικονομία, το χρήμα αποτελεί το κρίσιμο κέντρο ελέγχου.
43 Αυτή η παρασιτική διαδικασία «κάλυψης του χαμένου εδάφους» διακηρύχθηκε σχεδόν ανοιχτά από τον Karl Marx, ο οποίος παραδεχόταν ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να εγκαθιδρυθεί μέσω της κατάσχεσης του κεφαλαίου που είχε προηγουμένως συσσωρευτεί υπό τον καπιταλισμό.
44 Ασφαλώς, ένα απαραίτητο συστατικό μιας τέτοιας λύσης πρέπει να είναι η διάρρηξη της συμμαχίας μεταξύ διανοουμένων και Κράτους, μέσω της δημιουργίας κέντρων διανοητικής έρευνας και εκπαίδευσης ανεξάρτητων από την κρατική εξουσία.
Ο Christopher Dawson επισημαίνει ότι τα μεγάλα πνευματικά κινήματα της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού πραγματοποιήθηκαν με εργασία έξω από τα κατεστημένα πανεπιστήμια και, ορισμένες φορές, σε αντιπαράθεση προς αυτά. Αυτές οι ακαδημίες των νέων ιδεών ιδρύθηκαν από ανεξάρτητους προστάτες. Βλ. Christopher Dawson, The Crisis of Western Education (Νέα Υόρκη: Sheed and Ward, 1961).




