Οικονομικός Αλφαβητισμόςγια Παιδιά

Η κορυφή ενός πράσινου λόφου πάνω από τη θάλασσα. Μπροστά σε μια καλύβα από ξύλινα κοντάρια με σκεπή από φύλλα φοίνικα στέκονται χαμογελαστοί επτά φίλοι. Ο Τίκο, με κότσο και κοντά γένια, ακουμπά το χέρι του σε ένα κοντάρι της καλύβας του. Δίπλα του ο Κάι, με γαλάζια κορδέλα στα μαλλιά και γαλάζιο αμάνικο πουκάμισο, σηκώνει ένα σκαλιστό κόκαλο. Ακολουθούν η Λάνι, η Μάλου, ο Παρασκευάς και ο Ροβινσώνας. Πάνω στη σκεπή κάθεται ο Ζαχαρίας, ο πράσινος παπαγάλος με το κόκκινο κεφάλι. Στο χορτάρι, μια σειρά από άσπρες πέτρες.
6–9 ετών

Εικονογραφημένο βιβλίο

Οι περιπέτειες του Ροβινσώνα · Βιβλίο 4

Τίνος είναι η καλύβα;

Η συνέχεια της ιστορίας «Τα ροζ κοχύλια»

Οι ήρωες της ιστορίας

  • Ο Ροβινσώνας, ένας ναυτικός που ζει σε ένα νησί και ψαρεύει με το δίχτυ του
  • Ο Παρασκευάς, ένας θαρραλέος θαλασσοπόρος και ο καλύτερος σκαρφαλωτής του νησιού
  • Ο Ζαχαρίας, ο φλύαρος πράσινος παπαγάλος με το κόκκινο κεφάλι
  • Ο Τίκο, που φτιάχνει βάρκες, κουπιά και τώρα μια καλύβα
  • Η Μάλου, που φτιάχνει πήλινα κανάτια, και η κόρη της, η Λάνι, που πλέκει ψάθες
  • Ο Κάι, ένας νεαρός που σκαλίζει αγκίστρια από κόκαλο

Ο Τίκο έχτισε την καλύβα του στον λόφο με τα ίδια του τα χέρια. Ένα βράδυ γυρίζει και βρίσκει μέσα κάποιον άλλον να κοιμάται! «Ήταν άδεια, άρα είναι δική μου!» λέει ο Κάι. Τίνος είναι λοιπόν η καλύβα;

Θυμάστε τα ροζ κοχύλια; Στο τέλος της προηγούμενης ιστορίας, ο Τίκο είπε ότι θα χτίσει τη δική του καλύβα πάνω στον λόφο. Αυτή είναι η ιστορία εκείνης της καλύβας. Είναι φανταστική, όμως κάπως έτσι μαθαίνουν οι άνθρωποι τι είναι «δικό μου» και τι «δικό σου».

Η κορυφή ενός λόφου πάνω από την αμμουδιά. Ο Τίκο στέκεται σε ένα ξύλινο σκαμνάκι και δένει φύλλα φοίνικα στη σκεπή μιας καλύβας σχεδόν τελειωμένης. Δίπλα στην καλύβα είναι ένας σωρός από ξεριζωμένους θάμνους και κοντάρια. Η Λάνι, με μοβ φόρεμα και κοτσίδες, τού δίνει χαμογελαστή μια τυλιγμένη ψάθα, και πάνω στην ψάθα λάμπουν ροζ κοχύλια. Στη σκεπή κάθεται ο Ζαχαρίας.

Το επόμενο πρωί

Μια καλύβα στον λόφο

Θυμάστε τι είπε ο Τίκο στη γιορτή με το φεγγάρι; Το επόμενο κιόλας πρωί ανεβαίνει στον λόφο πάνω από την αμμουδιά. Κανείς δεν έχει χτίσει ποτέ εκεί πάνω. Ο λόφος είναι γεμάτος αγκαθωτούς θάμνους και ψηλά χόρτα, και μόνο ο Ζαχαρίας ανεβαίνει καμιά φορά για να χαζέψει τη θέα.

Ο Τίκο ξεριζώνει τους θάμνους και κόβει ίσια κοντάρια στο δάσος. Για πολλές μέρες σκάβει, δένει και πλέκει. Η Λάνι τού φτιάχνει μια ψάθα για το πάτωμα, κι εκείνος της δίνει γι’ αυτήν δύο ροζ κοχύλια. Επιτέλους, η καλύβα είναι έτοιμη, με σκεπή από φύλλα φοίνικα και μια μικρή πόρτα. «Η πιο ωραία καλύβα του νησιού!» κρώζει ο Ζαχαρίας.

Πρωί στην αμμουδιά. Πίσω από τον Κάι, στην άμμο, είναι μια μικρή σχεδία από δεμένους κορμούς. Ο Κάι, βρεγμένος ακόμα, με γαλάζια κορδέλα στα μαλλιά, κάθεται και κρατά ένα ψητό ψάρι σε ένα ξυλάκι. Με το άλλο χέρι δείχνει μικρά άσπρα αγκίστρια από κόκαλο. Ο Ροβινσώνας, με τον Ζαχαρία στο καπέλο του, και ο Παρασκευάς είναι γονατιστοί μπροστά του και κοιτάζουν τα αγκίστρια με θαυμασμό. Δεξιά, η Μάλου κρατά ένα πήλινο κανάτι με νερό. Δίπλα στον Κάι, ένα πλεχτό σακούλι.

Ένα πρωί

Μια σχεδία στα κύματα

Ένα πρωί, ο Παρασκευάς βλέπει κάτι να χοροπηδά πάνω στα κύματα. «Σχεδία!» Πάνω της κάθεται ένας νεαρός, κουρασμένος και μούσκεμα, που κρατά σφιχτά ένα πλεχτό σακούλι. Η σχεδία ακουμπά στην άμμο, κι εκείνος κατεβαίνει παραπατώντας. «Με λένε Κάι», λέει. «Ο αέρας με έφερε πολύ μακριά από το σπίτι μου.»

Η Μάλου τού φέρνει νερό σε ένα κανάτι, κι ο Ροβινσώνας τού δίνει ένα ψητό ψάρι. Ο Κάι τρώει και τρώει. Ύστερα ανοίγει το σακούλι του και τους δείχνει τι έχει μέσα: μικρά αγκίστρια σκαλισμένα από κόκαλο, λεία και μυτερά. «Αυτά φτιάχνω εγώ», λέει περήφανα. «Μ’ ένα τέτοιο πιάνεις ψάρια και χωρίς δίχτυ!»

Ηλιοβασίλεμα στην κορυφή του λόφου, με πορτοκαλί ουρανό και τη θάλασσα από κάτω. Ο Κάι κοιμάται βαθιά πάνω σε μια ψάθα, στην πόρτα της καλύβας, με τα χέρια πίσω από το κεφάλι και το στόμα ανοιχτό. Από τη σκεπή κρέμεται ένα πλεχτό σακούλι. Αριστερά, ο Τίκο, με ένα καλάθι με ψάρια στον ώμο, έχει σταματήσει με ορθάνοιχτα μάτια και δείχνει τον Κάι με το δάχτυλο.

Την επόμενη μέρα

Κάποιος στην καλύβα!

Την επόμενη μέρα, ο Τίκο βγαίνει με τη βάρκα του για ψάρεμα. Το βράδυ ανεβαίνει στον λόφο, κουρασμένος και χαρούμενος… και σταματά απότομα. Κάποιος ροχαλίζει μέσα στην καλύβα του! Ο Κάι κοιμάται βαθιά πάνω στην καινούργια ψάθα του Τίκο, και το σακούλι του κρέμεται από τη σκεπή.

«Έι! Αυτή είναι η καλύβα μου!» λέει ο Τίκο. Ο Κάι ανακάθεται και τρίβει τα μάτια του. «Δική σου; Ήταν άδεια όταν τη βρήκα. Δεν ήταν κανείς μέσα. Άρα τώρα είναι δική μου!»

Σούρουπο μπροστά στην καλύβα στον λόφο. Ο Τίκο και ο Κάι, θυμωμένοι, τραβούν μια ψάθα από τις δύο άκρες, σαν να παίζουν διελκυστίνδα. Ανάμεσά τους, ο Παρασκευάς σηκώνει ήρεμα τα χέρια του για να τους σταματήσει. Πίσω τους στέκονται η Λάνι, η Μάλου και ο Ροβινσώνας. Από πάνω πετά ο Ζαχαρίας με ανοιχτά φτερά.

Λίγο αργότερα

Τίνος είναι η καλύβα;

Ο Τίκο τραβά την ψάθα από τη μια άκρη κι ο Κάι από την άλλη. «Δική μου είναι!» «Όχι, δική μου!» Ο Ζαχαρίας πετά γύρω γύρω από τη σκεπή και κρώζει: «Τίνος είναι η καλύβα; Τίνος είναι η καλύβα;» Οι άλλοι ακούν τις φωνές και ανεβαίνουν βιαστικά στον λόφο.

Ο Παρασκευάς σηκώνει ήρεμα τα χέρια του. «Με τις φωνές δε θα βρούμε τίνος είναι η καλύβα», λέει. «Ελάτε κάτω στη φωτιά. Ας καθίσουμε να το συζητήσουμε.» Ο Τίκο κι ο Κάι κοιτάζονται, ακόμα θυμωμένοι, αλλά τον ακολουθούν.

Νύχτα με αστέρια στην αμμουδιά. Όλοι κάθονται σε κορμούς γύρω από μια φωτιά. Ο Τίκο απλώνει τις παλάμες του, που είναι γεμάτες γρατζουνιές. Δίπλα του η Λάνι δείχνει ψηλά την καλύβα στον σκοτεινό λόφο, κι η Μάλου χαμογελά. Απέναντι, ο Κάι ακουμπά το πιγούνι στο χέρι του και σκέφτεται. Ο Ροβινσώνας και ο Παρασκευάς ακούνε, και μπροστά κάθεται ο Ζαχαρίας.

Το ίδιο βράδυ

Ποιος την έχτισε;

Γύρω από τη φωτιά, ο Κάι το ξαναλέει: «Εγώ τη βρήκα άδεια.» Η Λάνι σκέφτεται λίγο. «Ποιος όμως ξερίζωσε τους αγκαθωτούς θάμνους στον λόφο;» ρωτά. «Ποιος έκοψε τα κοντάρια και έδεσε τη σκεπή;» Ο Τίκο απλώνει τα χέρια του. Είναι γεμάτα γρατζουνιές και φουσκάλες.

«Όλοι τον είδαμε», λέει η Μάλου. «Δούλευε εκεί πάνω πολλές μέρες, από το πρωί ως το βράδυ.» Ο Κάι κοιτάζει τα χέρια του Τίκο και σωπαίνει. Δεν τα ήξερε όλα αυτά. Όταν έφτασε εκείνος, η καλύβα ήταν ήδη χτισμένη.

Νύχτα δίπλα στη φωτιά. Ο Ροβινσώνας στέκεται και κρατά ψηλά το άδειο δίχτυ του, χαμογελώντας σαν να κάνει μια ερώτηση. Αριστερά, ο Κάι κάθεται σε έναν κορμό και ξύνει το κεφάλι του με ένα ντροπαλό χαμόγελο, και δίπλα του κάθεται ο Ζαχαρίας. Δεξιά, ο Τίκο και ο Παρασκευάς χαμογελούν. Ψηλά στον λόφο φαίνεται η καλύβα.

Δίπλα στη φωτιά

Το δίχτυ του Ροβινσώνα

Ο Ροβινσώνας σηκώνεται και δείχνει το δίχτυ του. «Όταν αφήνω το δίχτυ μου στα βράχια να στεγνώσει, είναι κι αυτό άδειο. Σημαίνει ότι μπορεί να το πάρει όποιος θέλει;» «Όχι βέβαια», λέει ο Κάι. «Είναι δικό σου. Εσύ το έφτιαξες.»

«Το ίδιο ισχύει και για την καλύβα», λέει ο Ροβινσώνας. «Πριν από τον Τίκο, κανείς δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ εκείνον τον λόφο. Αυτός πρώτος τον καθάρισε κι έχτισε εκεί, με τα ίδια του τα χέρια. Το ότι κάτι είναι άδειο δε σημαίνει ότι δεν είναι κανενός.» Ο Κάι ξύνει το κεφάλι του. «Κατάλαβα», λέει. «Δεν το είχα σκεφτεί έτσι.»

Νύχτα με ολόγιομο φεγγάρι στην αμμουδιά. Μπροστά στη φωτιά, ο Ζαχαρίας στέκεται περήφανος πάνω σε έναν βράχο, με ανοιχτά φτερά και ανοιχτό ράμφος. Γύρω του όλοι γελούν: η Λάνι κρατά την κοιλιά της, ο Παρασκευάς τον δείχνει, η Μάλου κλείνει το στόμα της με το χέρι, κι ο Ροβινσώνας, ο Τίκο και ο Κάι γελούν δυνατά.

Δίπλα στη φωτιά

Όλη η αμμουδιά του Ζαχαρία

Ξαφνικά ο Ζαχαρίας πετάγεται πάνω σε έναν βράχο, φουσκώνει το στήθος του και κρώζει: «Δική μου! Όλη η αμμουδιά είναι δική μου! Εγώ το είπα πρώτος!» Όλοι βάζουν τα γέλια. «Και τι έκανες εσύ σ’ αυτήν;» ρωτά ο Παρασκευάς.

«Ε… τίποτα», λέει ο Ζαχαρίας. «Απλώς το είπα, πολύ δυνατά.» «Δε φτάνει να φωνάξεις “δικό μου!”», γελά η Λάνι. «Ο Τίκο δε φώναξε απλώς. Καθάρισε τον λόφο κι έχτισε την καλύβα. Γι’ αυτό είναι δική του.» Ο Ζαχαρίας κρύβει το κεφάλι κάτω από το φτερό του, λίγο ντροπιασμένος.

Νύχτα δίπλα στη φωτιά. Στη μέση, ο Κάι, λίγο ντροπαλός, δίνει το χέρι στον Τίκο, κι ο Τίκο χαμογελά και ακουμπά το άλλο του χέρι στον ώμο του Κάι. Αριστερά, η Μάλου κάθεται σε έναν κορμό και χαμογελά. Δεξιά, η Λάνι, ο Ροβινσώνας και ο Παρασκευάς χαμογελούν, και ο Ζαχαρίας κάθεται στο καπέλο του Ροβινσώνα. Ψηλά στον λόφο, η καλύβα.

Αργά το βράδυ

Χρειαζόμαστε αρχηγό;

Ο Κάι έχει άλλη μια ιδέα. «Ίσως χρειαζόμαστε έναν αρχηγό», λέει, «να αποφασίζει ποιος παίρνει κάθε καλύβα.» Η Μάλου κουνά το κεφάλι της χαμογελώντας. «Γιατί; Όλοι ξέρουμε ποιος έχτισε την καλύβα. Δε χρειάζεται να το αποφασίσει κανείς για μας.»

Ο Κάι σηκώνεται και πηγαίνει στον Τίκο. «Συγγνώμη που κοιμήθηκα στην καλύβα σου», λέει. «Θα πάρω το σακούλι μου και θα φύγω.» Ο Τίκο χαμογελά και του δίνει το χέρι. «Μείνε εκεί απόψε, είναι αργά. Αύριο θα σου βρούμε ένα δικό σου μέρος.»

Ένα ηλιόλουστο πρωί σε ένα ξέφωτο δίπλα σε ένα ρυάκι, με ψηλά χόρτα, φοίνικες και πολύχρωμα αγριολούλουδα. Ο Παρασκευάς απλώνει το χέρι του και δείχνει το μέρος. Ο Κάι, χαμογελαστός, έχει γονατίσει και ξεριζώνει με τα δυο του χέρια μια μεγάλη τούφα χόρτο. Ο Ζαχαρίας κοιτάζει από ένα κλαδί.

Το επόμενο πρωί

Ένα ξέφωτο για τον Κάι

Το επόμενο πρωί, ο Παρασκευάς πηγαίνει τον Κάι σε ένα ξέφωτο δίπλα στο ρυάκι, στην άλλη άκρη του νησιού. Είναι γεμάτο ψηλά χόρτα και αγριολούλουδα. «Αυτό το μέρος δεν το χρησιμοποιεί κανείς», λέει ο Παρασκευάς. «Κανείς δεν έχει χτίσει ποτέ τίποτα εδώ.»

«Δηλαδή, αν το καθαρίσω και χτίσω εδώ την καλύβα μου, θα είναι δική μου;» ρωτά ο Κάι. «Ναι», λέει ο Παρασκευάς, «όπως η καλύβα στον λόφο είναι του Τίκο.» Ο Κάι χαμογελά πλατιά και ξεριζώνει αμέσως την πρώτη τούφα χόρτο.

Μια ηλιόλουστη μέρα στο ξέφωτο, δίπλα στο ρυάκι. Πίσω, ένας σκελετός καλύβας από ξύλινα κοντάρια. Ο Κάι και ο Τίκο δίνουν χαμογελαστοί τα χέρια. Με το άλλο χέρι ο Κάι κρατά ένα μεγάλο πράσινο φύλλο με άσπρα αγκίστρια από κόκαλο. Δεξιά, ο Ροβινσώνας σηκώνει χαρούμενος ένα σκαλιστό κόκαλο και στην άλλη παλάμη του έχει ροζ κοχύλια.

Την ίδια μέρα

Αγκίστρια για βοήθεια

Ο Κάι όμως δεν έχει χτίσει ποτέ του καλύβα. Δεν ξέρει πώς να δέσει μια σκεπή που να μη στάζει. Πηγαίνει λοιπόν στον Τίκο. «Θα μου δείξεις πώς γίνεται και θα με βοηθήσεις με τη σκεπή; Θα σου δώσω έξι αγκίστρια.» «Σύμφωνοι!» λέει ο Τίκο, και δίνουν τα χέρια.

Ο Ροβινσώνας θέλει κι αυτός αγκίστρια, και δίνει στον Κάι έξι ροζ κοχύλια για τρία. Με δύο κοχύλια ο Κάι παίρνει μια ψάθα από τη Λάνι, με τρία ένα κανάτι από τη Μάλου, και του μένει κι ένα. Κανείς δεν αναγκάζει κανέναν. Ο καθένας δίνει κάτι που έχει για κάτι που θέλει περισσότερο.

Ένα ηλιόλουστο απόγευμα δίπλα στο ρυάκι. Μια καινούργια μικρή καλύβα με σκεπή από φρέσκα φύλλα φοίνικα είναι σχεδόν έτοιμη. Ο Κάι είναι γονατιστός και βάζει άσπρες πέτρες σε κύκλο γύρω από έναν μικρό κήπο. Μακριά, πάνω σε έναν λόφο, φαίνεται η καλύβα του Τίκο με τις δικές της άσπρες πέτρες. Δεξιά, ο Ζαχαρίας κάθεται περήφανος σε μια φωλιά από κλαδάκια ψηλά σε έναν φοίνικα, κι η Λάνι τον κοιτάζει και χτυπά παλαμάκια.

Μέρα με τη μέρα

Δικό μου και δικό σου

Μέρα με τη μέρα, η καλύβα του Κάι μεγαλώνει δίπλα στο ρυάκι. Ο Κάι βάζει μια σειρά από άσπρες πέτρες γύρω από τον μικρό του κήπο, κι ο Τίκο κάνει το ίδιο στον λόφο. «Τώρα όλοι βλέπουν πού τελειώνει το δικό σου μέρος και πού αρχίζει το δικό μου», λέει ο Κάι.

Ακόμα κι ο Ζαχαρίας φτιάχνει μια φωλιά στον μεγάλο φοίνικα, από κλαδάκια που μάζεψε μόνος του. «Αυτή η φωλιά είναι δική μου», κρώζει περήφανα, «γιατί την έφτιαξα εγώ!» Αυτή τη φορά κανείς δε γελά. «Έτσι είναι, Ζαχαρία», λέει η Λάνι και χτυπά παλαμάκια. «Η φωλιά είναι δική σου.»

Ένα απόγευμα με χρυσαφένιο φως μπροστά στην καινούργια καλύβα του Κάι, με άσπρες πέτρες γύρω της. Ο Κάι και ο Τίκο στέκονται αγκαλιασμένοι και γελούν. Ο Ροβινσώνας κρατά ένα ψητό ψάρι σε ένα φύλλο, ο Παρασκευάς σηκώνει ψηλά ένα τσαμπί μπανάνες, η Λάνι χορεύει κι η Μάλου κρατά ένα πήλινο κανάτι. Ο Ζαχαρίας κάθεται στη φωλιά του στον φοίνικα. Ανάμεσα στα δέντρα φαίνεται η θάλασσα, και μακριά στον ορίζοντα ένα μικρό πανί.

Ένα απόγευμα

Γιορτή στην καινούργια καλύβα

Όταν η καλύβα είναι έτοιμη, ο Κάι καλεί όλους σε γιορτή. Η Μάλου φέρνει ένα κανάτι με νερό καρύδας, ο Ροβινσώνας ψητό ψάρι κι ο Παρασκευάς μπανάνες. Ο Τίκο βάζει το χέρι του στον ώμο του Κάι. «Τώρα είμαστε γείτονες», λέει, κι οι δυο τους γελούν.

«Ποιος αποφάσισε ποια καλύβα είναι ποιανού;» ρωτά ο Ζαχαρίας. «Κανείς δε χρειάστηκε να το αποφασίσει», γελά η Λάνι. «Κάθε καλύβα είναι εκείνου που την έχτισε. Κι όταν όλοι ξέρουμε τι είναι δικό μου και τι δικό σου, δεν έχουμε για ποιο πράγμα να μαλώσουμε.» Μακριά στη θάλασσα, ένα καινούργιο πανί φαίνεται στον ορίζοντα… αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Τέλος

Το δίδαγμα

Κανείς δεν είχε χρησιμοποιήσει τον λόφο πριν από τον Τίκο. Αυτός πρώτος τον καθάρισε κι έχτισε εκεί με τα χέρια του. Γι’ αυτό η καλύβα είναι δική του. Αν βρεις κάτι άδειο ή φωνάξεις «δικό μου!», όπως ο Ζαχαρίας, αυτό δεν το κάνει δικό σου.

Ο Κάι δεν πήρε την καλύβα με τη βία. Βρήκε ένα μέρος που δεν το χρησιμοποιούσε κανείς και το έκανε δικό του με τη δουλειά του. Κι όταν χρειάστηκε βοήθεια, αντάλλαξε: αγκίστρια για βοήθεια, κοχύλια για μια ψάθα κι ένα κανάτι. Όλοι συμφώνησαν, και όλοι έμειναν ευχαριστημένοι.

Όταν όλοι ξέρουν τι είναι δικό μου και τι δικό σου, δεν έχουν για ποιο πράγμα να μαλώσουν. Δε χρειάστηκε αρχηγός: οι φίλοι του νησιού τα βρήκαν μόνοι τους, γύρω από τη φωτιά. Το ξεκάθαρο «δικό μου και δικό σου» και οι ανταλλαγές που κάνει ο καθένας με τη θέλησή του κρατούν την ειρήνη.

Για τους μεγάλους: πηγές και περισσότερη μελέτη

Από πού προέρχεται κάθε σελίδα

Για περισσότερη μελέτη

  • Murray N. Rothbard, «Για μια Νέα Ελευθερία», κεφ. 2: πώς κάποιος γίνεται κύριος ενός πράγματος που δεν ήταν κανενός, όταν πρώτος το χρησιμοποιεί και το δουλεύει, και γιατί οι ελεύθερες ανταλλαγές ανάμεσα σε κυρίους κρατούν την ειρήνη (ενότητες «Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα» και «Ελεύθερη ανταλλαγή και ελεύθερη σύμβαση»).
  • Frédéric Bastiat, «Ο Νόμος»: η ιδιοκτησία δεν υπάρχει επειδή οι άνθρωποι έγραψαν νόμους· οι νόμοι γράφτηκαν επειδή η ιδιοκτησία υπήρχε πρώτα.

Σημείωση

Οι εικόνες είναι εικονογραφήσεις για παιδιά και η ιστορία είναι φανταστική. Ο Ροβινσώνας και ο Παρασκευάς είναι εμπνευσμένοι από τους ήρωες του Daniel Defoe (1719)· ο Ζαχαρίας, η Μάλου, η Λάνι, ο Τίκο και ο Κάι είναι επινοημένοι. Η ιστορία ακολουθεί μια παλιά ιδέα, που την εξηγεί ο Murray N. Rothbard: ένα πράγμα που δεν ήταν κανενός γίνεται δικό σου όταν πρώτος το χρησιμοποιείς και το δουλεύεις, και από εκεί και πέρα αλλάζει χέρια μόνο αν το δώσεις με τη θέλησή σου.

← Για παιδιάΌλες οι ιστορίες