Οικονομικός Αλφαβητισμόςγια Παιδιά

Ο Νίκος ο ψαράς με ένα ψάρι, ο Πέτρος με ένα πέτρινο τσεκούρι και η Ελένη με ένα δεμάτι σιτάρι χαιρετούν χαμογελαστοί σε ένα λιβάδι δίπλα σε μια λίμνη. Από πάνω τους, σαν μονοπάτι μέσα στον χρόνο, αιωρούνται ένα βοδαράκι, ασημένιο σύρμα και δαχτυλίδι, ένα χρυσό κομματάκι και ένα χαρτί.
6–9 ετών

Εικονογραφημένο βιβλίο

Πώς γεννήθηκε το χρήμα

Με βάση το δοκίμιο του Carl Menger «Περί της Προέλευσης του Χρήματος»

Τα πρόσωπα της ιστορίας

  • Ο Νίκος ο ψαράς
  • Ο Πέτρος, που φτιάχνει πέτρινα τσεκούρια
  • Η Ελένη, που έχει σιτάρι
  • και φίλοι από άλλες εποχές: η Άννα η αγγειοπλάστρια, ο Φίλιππος ο μελισσοκόμος, η Σάρα με το αλάτι, η Μαρία η υφάντρα, ο Ιωσήφ ο έμπορος και η κόρη του η Σοφία, ο Δημήτρης ο τεχνίτης, ο Ανδρέας ο ναύτης, ο Θωμάς ο χρυσοχόος, ο Ιωάννης ο έμπορος και η μικρή Ζωή

Σήμερα δίνουμε μερικά κέρματα ή ακουμπάμε μια κάρτα, και παίρνουμε ψωμί. Κάποτε όμως δεν υπήρχε καθόλου χρήμα. Ποιος το εφηύρε; Ο Carl Menger, ένας σοφός οικονομολόγος από την Αυστρία, δίνει μια απλή και απρόσμενη απάντηση: κανείς!

Θα ακολουθήσουμε το χρήμα από τα πρώτα χωριά ως τις μέρες μας. Σε κάθε σελίδα αλλάζει η εποχή, όμως ο λόγος μένει ο ίδιος: όλοι ψάχνουν έναν πιο εύκολο τρόπο να αποκτήσουν αυτό που χρειάζονται.

Νεολιθικό χωριό με στρογγυλές καλύβες από πηλό και άχυρο, δίπλα σε μια λίμνη. Ο Νίκος ο ψαράς σηκώνει ψηλά ένα μεγάλο ψάρι. Ο Πέτρος κάθεται δίπλα σε έναν βράχο με δύο πέτρινα τσεκούρια και κάνει με το χέρι «όχι, ευχαριστώ»· σε ένα συννεφάκι πάνω από το κεφάλι του φαίνεται ένα δεμάτι σιτάρι.

Νεολιθική εποχή

Ο ψαράς χρειάζεται ένα τσεκούρι

Ο Νίκος ο ψαράς έπιασε ένα μεγάλο, γυαλιστερό ψάρι. Τώρα θέλει ένα πέτρινο τσεκούρι για να κόψει ξύλα. Πηγαίνει στον Πέτρο, που φτιάχνει τα καλύτερα τσεκούρια του χωριού. «Σου δίνω το ψάρι μου για ένα τσεκούρι!» λέει. Ο Πέτρος χαμογελά και κουνά το κεφάλι: «Ευχαριστώ, αλλά δεν θέλω ψάρι. Θέλω σιτάρι!» Τι κρίμα! Για να γίνει η ανταλλαγή, πρέπει ο καθένας να θέλει ακριβώς αυτό που έχει ο άλλος, και μάλιστα την ίδια ώρα. Αυτό σπάνια συμβαίνει.

Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα, όταν οι άνθρωποι αλλάζουν το ένα πράγμα με το άλλο. Ο Carl Menger το πρόσεξε: πολλές ανταλλαγές που θα έκαναν ευχαριστημένους και τους δύο δεν γίνονται ποτέ.

Το νεολιθικό χωριό δίπλα στη λίμνη, μια ζεστή μέρα με λαμπερό ήλιο. Ο Νίκος ο ψαράς προσφέρει το ψάρι του στην Άννα την αγγειοπλάστρια, που κάθεται ανάμεσα σε πήλινα κιούπια· σε ένα συννεφάκι πάνω από το κεφάλι της φαίνεται μια κηρήθρα με μέλι. Πίσω τους, ο Φίλιππος ο μελισσοκόμος κρατά ένα ξύλινο μπολ με κηρήθρα, δίπλα σε δύο κούφιους κορμούς που χρησιμεύουν για κυψέλες· στο δικό του συννεφάκι φαίνεται ένα πήλινο κιούπι.

Νεολιθική εποχή

Γύρω γύρω στο χωριό

Ο Νίκος δεν τα παρατά. Παίρνει το ψάρι του και γυρίζει όλο το χωριό. Η Άννα η αγγειοπλάστρια έχει ωραία πήλινα κιούπια. «Θέλεις ψάρι;» τη ρωτά ο Νίκος. «Όχι, θέλω μέλι!» λέει εκείνη. Ο Φίλιππος ο μελισσοκόμος έχει μέλι. «Θέλεις ψάρι;» ξαναρωτά ο Νίκος. «Όχι, θέλω ένα κιούπι!»

Ο Νίκος τρέχει από δω κι από κει. Ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά και κάνει ζέστη. Το ψάρι δεν θα μείνει φρέσκο για πολύ. Κανείς δεν θέλει αυτό που έχει ο Νίκος, την ώρα που το έχει. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις κάποιον που θέλει ακριβώς το δικό σου πράγμα!

Το ίδιο νεολιθικό χωριό. Ο Νίκος δίνει στον Πέτρο ένα καλάθι γεμάτο στάχυα σιταριού και ο Πέτρος, χαμογελαστός, του δίνει ένα τσεκούρι με στρογγυλή κεφαλή από γυαλισμένη πέτρα, δεμένη με κορδόνια σε ξύλινη λαβή. Ένα δεύτερο πέτρινο τσεκούρι είναι ακουμπισμένο στον βράχο. Πιο πίσω, η Ελένη απομακρύνεται χαρούμενη κρατώντας το ψάρι.

Νεολιθική εποχή

Μια έξυπνη παράκαμψη

Ο Νίκος σκέφτεται και ξανασκέφτεται. Τότε βλέπει την Ελένη, που έχει ένα καλάθι γεμάτο σιτάρι. «Θέλεις ψάρι;» τη ρωτά. «Πολύ!» απαντά εκείνη. Ο Νίκος της δίνει το ψάρι και παίρνει το σιτάρι, παρόλο που ο ίδιος δεν το χρειάζεται. Ύστερα τρέχει στον Πέτρο, του δίνει το σιτάρι και παίρνει επιτέλους το τσεκούρι του!

Με δύο ανταλλαγές τα κατάφερε, ενώ με μία δεν μπορούσε. Το σιτάρι το χρειάζονται σχεδόν όλοι και δεν χαλάει γρήγορα, γι’ αυτό το δέχονται πρόθυμα: πουλιέται ευκολότερα από τα ψάρια. Ο Νίκος βρήκε έναν έξυπνο δρόμο: πήρε κάτι που δεν ήθελε, για να πάρει μετά αυτό που ήθελε.

Το νεολιθικό χωριό το απόγευμα. Αριστερά, ο Πέτρος κρατά δύο ψάρια που βγάζουν πράσινες γραμμές μυρωδιάς, και ένα κορίτσι δίπλα του κλείνει τη μύτη του. Στη μέση, η Ελένη προσφέρει ένα μεγάλο πήλινο κιούπι σε ένα μικρό αγόρι που κρατά ένα καλαθάκι με λίγα καρύδια και την κοιτάζει παραξενεμένο. Δεξιά, ο Νίκος, ιδρωμένος, σέρνει με ένα σκοινί έναν βαρύ κορμό δέντρου.

Νεολιθική εποχή

Ποιο πράγμα ταιριάζει καλύτερα;

Σύντομα όλοι στο χωριό δοκιμάζουν το κόλπο του Νίκου. Παίρνουν κάτι στη μέση, για να το δώσουν μετά. Τι όμως; Ο Πέτρος παίρνει ψάρια. Ως το βράδυ, τα ψάρια μυρίζουν και κανείς δεν τα θέλει.

Η Ελένη θέλει μόνο λίγα καρύδια και δίνει ένα μεγάλο πήλινο κιούπι. Όμως το κιούπι αξίζει πολύ περισσότερο από λίγα καρύδια, και δεν κόβεται στα δύο! Ο Νίκος σέρνει έναν βαρύ κορμό δέντρου. Πώς θα τον κουβαλήσει ως το διπλανό χωριό; Έτσι μαθαίνουν: το καλύτερο πράγμα δεν χαλάει, μοιράζεται σε μικρά κομμάτια και κουβαλιέται εύκολα.

Μια μικρή υπαίθρια αγορά στα πράσινα υψίπεδα της Αιθιοπίας, με στρογγυλές καλύβες με κωνικές αχυροσκεπές, ακακίες και γαλάζια βουνά· μακριά, πάνω από τα βουνά, ένα γκρίζο σύννεφο ρίχνει ψιλή βροχή. Η Σάρα, με λευκό φόρεμα και λευκή μαντίλα, οδηγεί ένα γκρίζο γαϊδουράκι φορτωμένο λευκές πλάκες αλάτι. Δίνει μια πλάκα σε έναν άνδρα με λευκό σάλι, που της δίνει ένα πήλινο δοχείο με μέλι. Δίπλα, μια γυναίκα κρατά ύφασμα και ένα καλάθι με σιτάρι. Σε μια ψάθα, μια πλάκα αλάτι έχει σπάσει σε δύο μικρότερα κομμάτια.

Αιθιοπία, πριν από πολλά χρόνια

Πλάκες από αλάτι

Μακριά από το χωριό, στα ψηλά βουνά της Αιθιοπίας, οι άνθρωποι βρήκαν κάτι άλλο: το αλάτι. Η Σάρα φορτώνει το γαϊδουράκι της με λευκές πλάκες αλάτι. Με αυτές παίρνει μέλι, ύφασμα και σιτάρι.

Όλοι χρειάζονται αλάτι για το φαγητό τους. Δεν χαλάει γρήγορα, και μια πλάκα σπάει σε μικρότερα κομμάτια. Έχει όμως κι ένα αδύναμο σημείο: αν βραχεί στη βροχή, λιώνει! Και πολλές πλάκες μαζί είναι βαριές για μακρινά ταξίδια.

Οικισμός βοσκών με καλύβες από πηλό και άχυρο, ανάμεσα σε πράσινους λόφους. Ένας βοσκός με ραβδί δίνει ένα καστανό βόδι, δεμένο με σκοινί, στη Μαρία την υφάντρα, που του δίνει σε αντάλλαγμα μια στοίβα πολύχρωμα διπλωμένα υφάσματα. Πίσω τους, σε ένα ξύλινο μαντρί, στέκεται ένα κοπάδι βόδια, δίπλα σε πήλινα πιθάρια, και πιο πέρα δύο άνδρες ανταλλάσσουν μοσχαράκια.

Αρχαίοι κτηνοτροφικοί λαοί

Ένα πράγμα που το δέχονται όλοι

Σε πολλούς αρχαίους λαούς που ζούσαν με τα κοπάδια τους, όλοι ήθελαν βόδια. Η Μαρία η υφάντρα δίνει τα πολύχρωμα υφάσματά της για ένα βόδι. Μήπως χρειάζεται βόδι; Όχι! Ξέρει όμως ότι αργότερα θα το ανταλλάξει εύκολα με κάτι άλλο. Το βόδι έχει γίνει κάτι που το δέχονται όλοι για να πάρεις ό,τι θέλεις.

Όσο περισσότεροι δέχονται ένα πράγμα, τόσο πιο εύκολα περνά από χέρι σε χέρι. Και όσο πιο εύκολα περνά, τόσο περισσότεροι το δέχονται. Κανείς δεν το αποφάσισε: οι άνθρωποι έβλεπαν ότι οι άλλοι τα κατάφερναν καλύτερα και έκαναν το ίδιο. Η γλώσσα θυμάται ακόμη εκείνη την εποχή: στα λατινικά το χρήμα λέγεται pecunia, από τη λέξη pecus, που σημαίνει «κοπάδι».

Αγορά μπροστά στην πύλη μιας πόλης της Μεσοποταμίας, με τείχη από ωμές πλίνθους, φοινικόδεντρα και ένα ζιγκουράτ στο βάθος. Ο Ιωσήφ ο έμπορος κάθεται σε μια ψάθα και ζυγίζει ασημένιο σύρμα σε μια ζυγαριά με δύο πλάστιγγες· στην άλλη πλάστιγγα υπάρχει ένα πέτρινο βαρίδι σε σχήμα πάπιας. Μπροστά του, στην ψάθα, είναι ασημένια δαχτυλίδια και σύρματα. Μια γυναίκα με υφάσματα και ένας άνδρας με ένα γαϊδουράκι φορτωμένο σακιά περιμένουν τη σειρά τους.

Μεσοποταμία, 2η χιλιετία π.Χ.

Το ασήμι στη ζυγαριά

Ένα βόδι όμως δεν κόβεται στα δύο! Δεν ταξιδεύει εύκολα και μπορεί να αρρωστήσει. Στις πόλεις της Μεσοποταμίας, οι έμποροι πληρώνονται όλο και πιο συχνά με ασήμι: δαχτυλίδια, σύρματα και κομματάκια. Ο Ιωσήφ ο έμπορος το ζυγίζει προσεκτικά στη ζυγαριά του σε κάθε πληρωμή.

Το ασήμι είναι ιδανικό: δεν χαλάει, κόβεται σε μικρά κομμάτια χωρίς να χάνει την αξία του, κουβαλιέται εύκολα και το θέλουν παντού. Γι’ αυτό, όπως εξηγεί ο Menger, τα πολύτιμα μέταλλα, όπως το ασήμι και ο χρυσός, έγιναν με τον καιρό χρήμα σε όλους τους λαούς που έκαναν πολύ εμπόριο.

Η αγορά μπροστά στην πύλη της πόλης της Μεσοποταμίας, με φοινικόδεντρα και το ζιγκουράτ στο βάθος. Η Σοφία, ένα κοριτσάκι με γαλαζοπράσινο φόρεμα, κρατά στις χούφτες της βότσαλα από το ρυάκι. Ένας γελαστός πωλητής με λευκό πανί στο κεφάλι και ριγέ ρούχο κάθεται πίσω από ένα καλάθι με χουρμάδες. Ο Ιωσήφ ο έμπορος, γονατιστός, δείχνει στη Σοφία ένα μικροσκοπικό ασημένιο δαχτυλίδι στην παλάμη του· δίπλα του στέκεται ένα μεγάλο, γεμάτο σακί σιτάρι.

Μεσοποταμία, 2η χιλιετία π.Χ.

Βότσαλα που κανείς δεν θέλει

Η Σοφία, η κόρη του Ιωσήφ, έχει μια ιδέα. Μαζεύει όμορφα βότσαλα από το ρυάκι και πάει να αγοράσει χουρμάδες. Ο πωλητής γελά: «Βότσαλα; Υπάρχουν παντού! Μπορώ να μαζέψω κι εγώ όσα θέλω.»

Ο Ιωσήφ της εξηγεί: «Το ασήμι δεν το βρίσκεις στον δρόμο. Είναι σπάνιο, και θέλει πολύ κόπο για να το βγάλεις από τη γη. Γι’ αυτό λίγο ασήμι αξίζει πολύ. Ένα μικρό δαχτυλίδι μπορεί να αξίζει όσο ένα ολόκληρο σακί σιτάρι, και χωράει στο πουγκί σου!»

Αγορά στις Σάρδεις της Λυδίας, με σπίτια από ωμές πλίνθους και τον απόκρημνο λόφο της ακρόπολης στο βάθος. Ένας έμπορος με γκρίζα μαλλιά και γένια ζυγίζει κομματάκια μέταλλο σε μια ζυγαριά με δύο πλάστιγγες και, με πονηρό ύφος, πατάει κρυφά με το δάχτυλο τη μία πλάστιγγα. Μια μεγάλη ουρά περιμένει: μια γυναίκα με καλάθι, ένας άνδρας με σκοινί, ένα αγοράκι που χασμουριέται και ένας γέροντας με άσπρα γένια. Ο Δημήτρης ο τεχνίτης στέκεται δίπλα, με το χέρι στο πιγούνι, και σκέφτεται.

Λυδία, 7ος αι. π.Χ.

Είναι σωστό το βάρος;

Στις αγορές της Λυδίας, όλοι πληρώνουν με κομματάκια πολύτιμου μετάλλου. Μα σε κάθε πληρωμή, το μέταλλο πρέπει να ζυγιστεί. Η ουρά μπροστά στη ζυγαριά μεγαλώνει. Όλοι περιμένουν, και ένα αγοράκι χασμουριέται.

Και κάτι χειρότερο: ο έμπορος στη ζυγαριά πατάει κρυφά τη μία πλάστιγγα με το δάχτυλό του! Άλλοι ανακατεύουν φτηνό χαλκό μέσα στο πολύτιμο μέταλλο. Πώς να ξέρεις τι παίρνεις; Ο Δημήτρης ο τεχνίτης τα βλέπει όλα αυτά και σκέφτεται: «Χρειαζόμαστε έναν πιο γρήγορο και πιο σίγουρο τρόπο.»

Αυλή εργαστηρίου στις Σάρδεις της Λυδίας, με σπίτια από ωμές πλίνθους· στο βάθος υψώνεται ο απόκρημνος λόφος της ακρόπολης. Ο Δημήτρης ο τεχνίτης, σκυμμένος πάνω από ένα πέτρινο αμόνι, χτυπά με το σφυρί μια σφραγίδα πάνω σε ένα μικροσκοπικό κομματάκι ήλεκτρου. Δίπλα, ένα πήλινο πιάτο είναι γεμάτο τέτοια κομματάκια. Ένας αξιωματούχος με χιτώνα και ιμάτιο κρατά ένα από αυτά και το κοιτάζει με περιέργεια. Δεξιά, κάτω από μια τέντα, άνθρωποι κάνουν ανταλλαγές στην αγορά.

Λυδία, 7ος αι. π.Χ.

Η σφραγίδα ήρθε μετά

Στη Λυδία, τον 7ο αιώνα π.Χ., ο Δημήτρης ο τεχνίτης χτυπά με το σφυρί μια σφραγίδα πάνω σε μικρά κομματάκια ήλεκτρου. Το ήλεκτρο είναι ένα μέταλλο που βρίσκεται στη φύση: ένα μείγμα από χρυσό και ασήμι. Η σφραγίδα έχει ένα κεφάλι λιονταριού και δείχνει σε όλους ότι το κομματάκι έχει το σωστό βάρος και είναι καθαρό. Έτσι γεννιούνται τα πρώτα νομίσματα, και κανείς δεν χρειάζεται πια να ζυγίζει το μέταλλο σε κάθε πληρωμή.

Οι άρχοντες όμως δεν εφηύραν το χρήμα· το βρήκαν έτοιμο. Οι άνθρωποι πλήρωναν με μέταλλο εδώ και αιώνες. Όπως λέει ο Menger, οι άρχοντες απλώς έκαναν καλύτερο κάτι που οι άνθρωποι είχαν ήδη βρει μόνοι τους στην αγορά.

Το λιμάνι του Πειραιά τον 5ο αιώνα π.Χ., μια ηλιόλουστη μέρα. Ένα ξύλινο εμπορικό καράβι με τετράγωνο πανί και ένα ζωγραφισμένο μάτι στην πλώρη είναι δεμένο στην προβλήτα, δίπλα σε πήλινους αμφορείς· ψηλά στον λόφο φαίνεται η Ακρόπολη με τον Παρθενώνα. Ο Ανδρέας ο ναύτης, με γαλάζιο χιτώνα, δίνει ένα μικροσκοπικό ασημένιο κέρμα σε μια χαμογελαστή ηλικιωμένη γυναίκα που πουλά ελιές και καρβέλια ψωμί. Στην άλλη του παλάμη δείχνει ένα μεγαλύτερο ασημένιο κέρμα με μια κουκουβάγια.

Αθήνα, 5ος αι. π.Χ.

Κέρματα που ταξιδεύουν

Η ιδέα της σφραγίδας αρέσει παντού. Στην Αθήνα, τα ασημένια κέρματα έχουν πάνω τους μια κουκουβάγια. Ο Ανδρέας ο ναύτης τα παίρνει μαζί του στο καράβι. Σε μακρινά λιμάνια τα δέχονται πρόθυμα, γιατί όλοι ξέρουν την κουκουβάγια.

Υπάρχουν μεγάλα κέρματα για μεγάλα πράγματα και μικρούλια κέρματα για μικρά. Με ένα μικρούλι κέρμα, ο Ανδρέας αγοράζει ελιές και ψωμί. Κανείς δεν χρειάζεται πια να κόβει ή να ζυγίζει το ασήμι.

Νύχτα σε ένα δωμάτιο με ξύλινους τοίχους στο Λονδίνο του 17ου αιώνα. Ένα κερί καίει στο τραπέζι· από το παράθυρο με τα μολύβδινα πλαίσια φαίνονται σπίτια κάτω από το φεγγάρι και μια γάτα κάθεται στο περβάζι. Ο Ιωάννης ο έμπορος, με μαύρο φαρδύγυρο καπέλο και κάπα, γονατισμένος δίπλα σε ένα σιδερόδετο σεντούκι γεμάτο χρυσά νομίσματα, προσπαθεί να το σηκώσει και ιδρώνει. Σε ένα συννεφάκι πάνω από το κεφάλι του φαίνεται ένας κλέφτης με μάσκα που τρέχει με ένα σακί.

Λονδίνο, 17ος αι.

Ένα βαρύ σεντούκι

Πολλούς αιώνες αργότερα, ο Ιωάννης ο έμπορος έχει μαζέψει πολλά χρυσά νομίσματα. Τα φυλάει σε ένα σεντούκι. Μα το σεντούκι είναι τόσο βαρύ! Δεν μπορεί να το κουβαλά παντού μαζί του.

Και τη νύχτα δεν κλείνει μάτι. «Κι αν έρθουν κλέφτες;» αναρωτιέται. Πού να φυλάξει τον χρυσό του; Τότε θυμάται τον Θωμά τον χρυσοχόο, που έχει ένα γερό μαγαζί με σιδερένιες κλειδαριές.

Το εργαστήριο ενός χρυσοχόου στο Λονδίνο του 17ου αιώνα, με ξύλινους τοίχους, παράθυρα με μολύβδινα πλαίσια και ράφια με κανάτες. Ο Θωμάς ο χρυσοχόος, πίσω από τον πάγκο, δίνει μια χειρόγραφη απόδειξη στον Ιωάννη τον έμπορο, που φορά φαρδύγυρο καπέλο και κάπα. Μπροστά στον πάγκο, ένα σιδερόδετο σεντούκι είναι γεμάτο χρυσά νομίσματα. Έξω από το παράθυρο, ένας άνδρας πληρώνει μια γυναίκα με μια παρόμοια απόδειξη.

Λονδίνο, 17ος αι.

Από το μέταλλο στο χαρτί

Στο Λονδίνο του 17ου αιώνα, ο Ιωάννης ο έμπορος αφήνει τον χρυσό του για φύλαξη στον Θωμά τον χρυσοχόο. Ο Θωμάς του δίνει ένα χαρτί, μια απόδειξη: «Με αυτό, όποτε θέλεις, παίρνεις πίσω τον χρυσό σου.» Σύντομα οι άνθρωποι πληρώνουν με την απόδειξη αντί για τον χρυσό, γιατί όποιος την κρατά μπορεί να πάει να τον παραλάβει.

Από τέτοιες αποδείξεις γεννήθηκαν στην Ευρώπη τα χάρτινα σημειώματα (στην Κίνα υπήρχαν ήδη από το 1000 μ.Χ. περίπου) που τα δέχονταν όλοι σαν χρήματα. Το χαρτί είχε αξία επειδή μπορούσες να το αλλάξεις με χρυσό, ένα χρήμα που οι άνθρωποι είχαν ήδη διαλέξει.

Ένας ζεστός φούρνος της γειτονιάς σε μια ελληνική πόλη, σήμερα, με ράφια γεμάτα καρβέλια και ένα ταψί με κουλούρια. Η Ζωή, ένα κοριτσάκι με καστανή αλογοουρά, κίτρινη μπλούζα και σακίδιο, δίνει κέρματα στον χαμογελαστό φούρναρη με το μουστάκι και την άσπρη ποδιά, που της δίνει ένα κουλούρι. Δίπλα της, η μαμά της ακουμπά μια μπλε κάρτα σε ένα μικρό μηχάνημα πληρωμής, για ένα καρβέλι ψωμί.

Σήμερα

Και σήμερα;

Η Ζωή πηγαίνει στον φούρνο της γειτονιάς. Δίνει δύο κέρματα και παίρνει ένα ζεστό κουλούρι. Η μαμά της πληρώνει το ψωμί με μια κάρτα.

Ο φούρναρης δέχεται τα κέρματα, γιατί ξέρει ότι κι εκείνος θα μπορεί να τα δώσει αλλού. Αυτό το έμαθαν οι άνθρωποι μόνοι τους, πολύ πριν από τα κράτη.

Μόνο που τα σημερινά χρήματα δεν αλλάζουν πια με χρυσό ή ασήμι. Τα τυπώνει το κράτος, και όταν τυπώνει πολλά, το κουλούρι ακριβαίνει. Η γιαγιά της Ζωής θυμάται ότι κάποτε με τα ίδια κέρματα έπαιρνε δύο!

Ένα παιδικό δωμάτιο το βράδυ, με ένα αναμμένο πορτατίφ και ένα παράθυρο με αστέρια. Η Ζωή κοιμάται χαμογελαστή, με ένα ανοιχτό βιβλίο με εικόνες πάνω στην κουβέρτα. Πάνω από το κρεβάτι της, μέσα σε ένα μεγάλο σύννεφο-όνειρο, της χαιρετούν οι φίλοι της ιστορίας: ο Νίκος με το ψάρι, ο Πέτρος με το πέτρινο τσεκούρι, η Ελένη με το σιτάρι, η Σάρα με μια πλάκα αλάτι, ο Ιωσήφ με τη ζυγαριά και ο Ανδρέας με ένα ασημένιο κέρμα με κουκουβάγια.

Σήμερα

Ένα μεγάλο ταξίδι

Το βράδυ, η Ζωή διαβάζει στο κρεβάτι της ένα βιβλίο για το χρήμα. Κλείνει τα μάτια και ονειρεύεται. Βλέπει τον Νίκο με το ψάρι, τον Πέτρο με το τσεκούρι και την Ελένη με το σιτάρι. Βλέπει τη Σάρα με το αλάτι, τον Ιωσήφ με τη ζυγαριά και τον Ανδρέα με το ασημένιο του κέρμα. Όλοι της χαμογελούν.

Κανένας τους δεν εφηύρε το χρήμα. Ο καθένας έψαχνε απλώς έναν πιο εύκολο τρόπο να πάρει αυτό που χρειαζόταν. Βήμα βήμα, όλοι μαζί, έφτιαξαν κάτι που κανείς δεν σχεδίασε. «Ευχαριστώ, φίλοι!» ψιθυρίζει η Ζωή και αποκοιμιέται.

Τέλος

Το δίδαγμα

Κανείς δεν εφηύρε το χρήμα! Ο καθένας σκεφτόταν μόνο το δικό του πρόβλημα: πώς θα αποκτήσει αυτό που χρειάζεται. Γι’ αυτό δεχόταν το πράγμα που περνούσε πιο εύκολα από χέρι σε χέρι. Όσοι το έκαναν τα κατάφεραν καλύτερα· οι άλλοι τους μιμήθηκαν, ώσπου ένα πράγμα το δέχονταν όλοι. Κανείς δεν το σχεδίασε: το χρήμα γεννήθηκε μόνο του, από όσα έκαναν όλοι αυτοί οι άνθρωποι μαζί.

Το κράτος ήρθε αργότερα. Μπόρεσε να σφραγίσει το χρήμα, να βάλει κανόνες και, στο τέλος, να το αντικαταστήσει με χαρτί. Ακόμη και το χαρτί του όμως πήρε την αξία του από ένα χρήμα που είχαν ήδη διαλέξει οι άνθρωποι στην αγορά.

Για τους μεγάλους: πηγές και περισσότερη μελέτη

Από πού προέρχεται κάθε σελίδα

Για περισσότερη μελέτη

Σημείωση

Οι εικόνες είναι εικονογραφήσεις για παιδιά, όχι πιστές ιστορικές αναπαραστάσεις. Οι σελίδες 1–4 και 14–15 είναι υποθετικά παραδείγματα και τα ονόματα των προσώπων είναι επινοημένα. Οι υπόλοιπες παρουσιάζουν απλοποιημένα γνωστούς σταθμούς της ιστορίας του χρήματος· οι σταθμοί αυτοί δεν διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλον με τον ίδιο τρόπο παντού.

← Για παιδιάΌλες οι ιστορίες